Page 1


Κεφάλαιο 1

Το πάρτι γενεθλίων της λαίδης Οντίλια Πενκάλι ήταν το γεγονός της Σεζόν -κι ας μην είχε ξεκινήσει ακόμα ουσιαστικά η Σεζόν. Το να μην έχεις λάβει πρόσκληση ήταν μεγάλη κοινωνική προσβολή. Το να έχεις λάβει πρόσκληση και να μην παρευρεθείς ήταν αδιανόητο. Είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας, η λαίδη Πενκάλι συγγένευε με τις μισές από τις πλουσιότερες και πιο ισχυρές οικογένειες της Αγγλίας. Κόρη δούκα και κόμισσα η ίδια λόγω του γάμου της, ήταν από τους στυλοβάτες της κοινωνίας, και σπάνια τολμούσε κάποιος να αντιπαρατεθεί μαζί της. Στο άνθος της ηλικίας της δέσποζε στην υψηλή κοινωνία, όπως και η οικογένειά της, με την κοφτερή γλώσσα της και τη σιδερένια θέλησή της, και μολονότι, όσο μεγάλωνε, έμενε όλο και μεγαλύτερα διαστήματα στην εξοχική της έπαυλη και κατέβαινε σπάνια στο Λονδίνο, ακόμα και για τη Σεζόν, εξακολουθούσε να είναι μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη ανάμεσα στην αριστοκρατία. Φανατική με την αλληλογραφία, ήταν πάντα ενημερωμένη με τα τελευταία νέα και σκάνδαλα, και δε δίσταζε να στείλει ένα σημείωμα όταν πίστευε ότι κάποιος είχε ανάγκη τη συμβουλή της. Έτσι, όταν ανήγγειλε φέτος ότι σκόπευε να γιορτάσει τα ογδοηκοστά πέμπτα γενέθλιά της μ’ ένα μεγάλο χορό, η εκδήλωση αυτή έγινε αμέσως το κοσμικό γεγονός που κανείς, με κάποια θέση στην κοινωνία ή με αξιώσεις γι’ αυτήν, δεν τολμούσε να χάσει, ακόμα κι αν δε βρισκόταν στο Λονδίνο το Γενάρη, έναν δύσκολο και εντελώς εκτός Σεζόν μήνα. Ούτε το χιόνι, ούτε το κρύο, ούτε ο μπελάς ν’ ανοίξουν τα σπίτια τους στην πόλη για μια τόσο σύντομη επίσκεψη δε θα μπορούσαν να κρατήσουν μακριά τις κυρίες της αριστοκρατίας, που παρηγορούνταν με τη σκέψη ότι αυτή τη φορά θα ήταν ψέμα ότι κανένα σημαντικό πρόσωπό δε θα βρισκόταν στο Λονδίνο τον Ιανουάριο, τη στιγμή που όλη η υψηλή κοινωνία θα έδινε το «παρών» στο πάρτι της λαίδης Οντίλια. Ανάμεσα σε αυτούς που έφευγαν από τα αρχοντικά τους στην εξοχή και πήγαιναν στο Λονδίνο ήταν και ο δούκας του Ρόκφορντ μαζί με την αδελφή του, τη λαίδη Καλάντρα, και τη γιαγιά τους,


τη χήρα δούκισσα του Ρόκφορντ. Ο δούκας, ένας από τους λίγους που θα τολμούσαν ν’ αρνηθούν την πρόσκληση της λαίδης Οντίλια, δε θέλησε να το κάνει. Στο κάτω κάτω ήταν μικρανεψιός της, και ήταν άνθρωπος που πίστευε ότι πρέπει να τιμάς τις οικογενειακές σου υποχρεώσεις. Εξάλλου, είχε κάποιες δουλειές που έπρεπε να τακτοποιήσει στο Λονδίνο. Η χήρα δούκισσα είχε έρθει γιατί, μολονότι ποτέ της δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη μεγάλη αδελφή του μακαρίτη του άντρα της, η λαίδη Πενκάλι ήταν μία από τις λίγες γυναίκες της γενιάς της που βρισκόταν ακόμα στη ζωή -αν και φρόντιζε να επισημαίνει ότι η λαίδη Πενκάλι ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερή της- και ήταν, ως εκ τούτου, και μία από τις ακόμα λιγότερες που θεωρούσε αντάξιές της κοινωνικά. Η λαίδη Οντίλια ήταν, πολύ απλά, μία από τις κυρίες του κύκλου της δούκισσας, και ας σόκαρε κάποιες φορές με τους τρόπους της. Από τους τρεις μέσα στην άμαξα που ανηφόριζε αργά πίσω από τις υπόλοιπες το Κάβεντις Κρέσεντ για να φτάσει στην είσοδο του σπιτιού της λαίδης Πενκάλι, μόνο η νεαρή λαίδη Καλάντρα περίμενε ανυπόμονα αυτή τη βραδιά. Στα είκοσι τρία της, η Κάλι, όπως τη φώναζαν τα κοντινά της πρόσωπα, είχε ήδη κάνει το ντεμπούτο της εδώ και πέντε χρόνια, άρα ένας χορός στο Λονδίνο, ιδιαίτερα ο χορός μιας ογδονταπεντάχρονης συγγενούς, δε θα έπρεπε να τη συγκινεί ιδιαίτερα. Είχε περάσει όμως μερικούς ατέλειωτους μήνες στο Μάρκασλ, το εξοχικό κτήμα της οικογένειας Λιλ, μήνες που της είχαν φανεί ακόμα πιο αφόρητοι εξαιτίας των πολλών βροχών και της διαρκούς παρουσίας της γιαγιάς της. Συνήθως, η γιαγιά της περνούσε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου στο σπίτι της στο Μπαθ, όπου βασίλευε πανευτυχής στην ήρεμη σκηνή της τοπικής κοινωνίας, και κατέβαινε στο Λονδίνο σπάνια, κυρίως κατά τη διάρκεια της Σεζόν, για να σιγουρευτεί ότι η συμπεριφορά της εγγονής της ήταν καθώς πρέπει. Παρ’ όλ’ αυτά, στο τέλος της προηγούμενης Σεζόν, η χήρα δούκισσα είχε αποφασίσει ότι η λαίδη Καλάντρα έπρεπε επιτέλους να παντρευτεί, και είχε βαλθεί να την αρραβωνιάσει -με τον κατάλληλο αριστοκράτη, φυσικά. Έτσι, είχε θυσιάσει τον ήρεμο χειμώνα στο Μπαθ για το κρύο και ανεμοδαρμένο ιστορικό αρχοντικό της οικογένειας στο Νόρφοκ. Η Κάλι, λοιπόν, είχε περάσει τους τελευταίους μήνες αποκλεισμένη από τον καιρό, ακούγοντας τις νουθεσίες της γιαγιάς της για τη συμπεριφορά της, τις προτροπές της να παντρευτεί και τη γνώμη της για τους διάφορους υποψήφιους αριστοκράτες.


Επομένως, η προοπτική ενός πραγματικού χορού, με μουσική, φίλους, κουτσομπολιά, έκανε το στομάχι της να πεταρίζει από την προσμονή. Επίσης, αυτό που κατά τη γνώμη της έκανε ακόμα πιο ενδιαφέροντα το χορό της λαίδης Οντίλια ήταν ότι ήταν μασκέ. Όχι μόνο της είχε δώσει την ευκαιρία να επινοήσει ένα κουστούμι, αλλά έδινε και στη βραδιά έναν περίεργο αέρα μυστηρίου. Έπειτα από πολλή σκέψη, και αφού το συζήτησε και με τη μοδίστρα της, κατέληξε σε μια τουαλέτα που φορούσαν οι αρχόντισσες τον καιρό της βασιλείας του Ερρίκου Η'. Η στενή κάπα της εποχής των Τυδώρ την κολάκευε ιδιαίτερα, ενώ το βαθύ βυσσινί του φορέματος αναδείκνυε τέλεια τις μαύρες μπούκλες και το κατάλευκο δέρμα της -μια ευχάριστη αλλαγή από τις λευκές τουαλέτες που έπρεπε να φοράει μια νεαρή ανύπαντρη γυναίκα όπως εκείνη. Η Κάλι κοίταξε τον αδελφό της, που καθόταν απέναντι της στην άμαξα. Ο Ρόκφορντ, φυσικά, δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να μασκαρευτεί. Φορούσε το κομψό μαύρο βραδινό κοστούμι του, κολλαριστό λευκό πουκάμισο και λευκή γραβάτα με άψογο κόμπο. Η μόνη παραχώρηση στο πνεύμα της βραδιάς ήταν η μισή μαύρη μάσκα που κάλυπτε τα μάτια του. Βέβαια, μελαχρινός και γοητευτικότατος καθώς ήταν, είχε έναν ρομαντικό και συνάμα επικίνδυνο αέρα που θα έκανε όλες τις κυρίες του χορού να τον κοιτάζουν με κρυφούς αναστεναγμούς. Εκείνος έπιασε το βλέμμα της και της χαμογέλασε τρυφερά. «Χαίρεσαι με τη σκέψη ότι θα ξαναχορέψεις, Κάλι;» Εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Οι άλλοι μπορεί να έβρισκαν τον αδελφό της κάπως απόμακρο και ψυχρό, ακόμα και αυστηρό, αλλά εκείνη ήξερε ότι δεν ήταν καθόλου ψυχρός. Ήταν απλά συγκρατημένος και αργούσε ν’ ανοιχτεί σε κάποιον. Η Κάλι τον καταλάβαινε, είχε μάθει ότι όταν είσαι δούκας, ακόμα κι όταν είσαι η αδελφή ενός δούκα, οι περισσότεροι θέλουν να συνδεθούν μαζί σου όχι για τη φιλία, αλλά για την κοινωνική προβολή που θα τους προσφέρει μια τέτοια σχέση. Υποπτευόταν ότι ο Σινκλέρ είχε ακόμα πιο πικρή εμπειρία αυτού του φαινομένου απ’ ό,τι εκείνη, γιατί είχε κληρονομήσει τον τίτλο και την περιουσία του σε πολύ νεαρή ηλικία, και δεν είχε την προστασία και την καθοδήγηση ενός μεγαλύτερου αδελφού. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει όταν η Κάλι ήταν μόλις πέντε χρόνων, και η μητέρα τους, μια γλυκιά γυναίκα που ήταν πάντα θλιμμένη, είχε πεθάνει εννιά χρόνια αργότερα, πενθώντας πάντα τον άντρα της. Ο αδελφός της ήταν ο μόνος στενός συγγενής της, με εξαίρεση, βέβαια, τη γιαγιά τους. Ο Σινκλέρ, δεκαπέντε χρόνια


μεγαλύτερος της, είχε αναλάβει το ρόλο του κηδεμόνα της παράλληλα με το ρόλο του αδελφού της, και κατά συνέπεια ήταν μάλλον ένας νεαρός και επιεικής πατέρας παρά ένας αδελφός για εκείνη. Κάτι της έλεγε πως ένας από τους λόγους που είχε δεχτεί να έρθουν στο πάρτι της μεγάλης θείας τους στο Λονδίνο ήταν γιατί ήξερε πόσο πολύ θα το χαιρόταν εκείνη. «Πράγματι ανυπομονώ», του απάντησε. «Πρέπει να έχω να χορέψω από το γάμο της Αϊρίν με τον Γκίντεον». Οι συγγενείς και οι φίλοι της λαίδης Καλάντρα γνώριζαν καλά ότι ήταν πολύ δραστήρια, προτιμούσε να πάει για ιππασία ή να περπατήσει στην εξοχή παρά να καθίσει δίπλα στο τζάκι να κεντήσει, και ο χορός δεν την εξουθένωνε ποτέ, ακόμα κι όταν η Σεζόν πλησίαζε στο τέλος της. «Ξέχασες τα Χριστούγεννα», της είπε ο δούκας και τα μάτια του λαμπύρισαν. Η Κάλι έστρεψε το βλέμμα της στον ουρανό. «Το να χορεύεις με τον αδελφό σου ενώ ο συνοδός της γιαγιάς σου παίζει στο πιάνο... δε μετράει». «Ήταν ένας βαρετός χειμώνας», παραδέχθηκε ο Ρόκφορντ. «Θα πάμε στο Ντάνσι Παρκ σύντομα, σ’ το υπόσχομαι». Η Κάλι χαμογέλασε. «Θα χαρώ να ξαναδώ την Κονστάνς και τον Ντόμινικ. Τα γράμματά της ξεχειλίζουν από ευτυχία τώρα που έμαθε ότι θα μεγαλώσει η οικογένεια τους». «Ειλικρινά, Καλάντρα, μια κυρία δε θίγει ποτέ αυτό το θέμα μπροστά σ’ έναν κύριο», παρατήρησε η δούκισσα. «Στον Σινκλέρ το είπα», την αντέκρουσε μαλακά η Καλάντρα, πνίγοντας έναν αναστεναγμό. Είχε συνηθίσει τον αυστηρό καθωσπρεπισμό της γιαγιάς της, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να μην την προσβάλλει, τρεις μήνες τώρα όμως, άκουγε τις διδαχές της δούκισσας και τα νεύρα της κόντευαν να σπάσουν. «Ναι», συμφώνησε ο Ρόκφορντ χαμογελώντας στην αδελφή του. «Σ’ εμένα το είπε, κι εγώ γνωρίζω πολύ καλά τους άκομψους τρόπους της Κάλι». «Εσύ μπορεί να το διακωμωδείς», τον μάλωσε η γιαγιά του. «Αλλά μια κυρία με τη θέση της Κάλι πρέπει να φέρεται πάντα με αμέριστη διακριτικότητα. Ιδιαίτερα όταν είναι ανύπαντρη. Ένας κύριος δε θα επιλέξει ποτέ για γυναίκα του μια κυρία που δε συμπεριφέρεται άψογα». Το πρόσωπο του Ρόκφορντ έγινε ψυχρό, υπεροπτικό, το «προσωπείο του δούκα», όπως το έλεγε η Κάλι. «Υπάρχει κάποιος κύριος που θα τολμούσε να χαρακτηρίσει την Καλάντρα αδιάκριτη;» ρώτησε.


«Και βέβαια, όχι», βιάστηκε να του απαντήσει η δούκισσα. «Αλλά όταν μια κοπέλα ψάχνει για σύζυγο, πρέπει να προσέχει ιδιαίτερα τι λέει και τι κάνει». «Ψάχνεις για σύζυγο, Κάλι;» ρώτησε τώρα ο Ρόκφορντ και κοίταξε ερωτηματικά την αδελφή του. «Δεν το ήξερα». «Όχι, δεν ψάχνω», του απάντησε ξερά εκείνη. «Και βέβαια ψάχνεις», την αντέκρουσε η γιαγιά της. «Μια ανύπαντρη γυναίκα ψάχνει διαρκώς για σύζυγο, είτε το παραδέχεται είτε όχι. Δεν είσαι πια η κοπελίτσα που έκανε το ντεμπούτο της στη Σεζόν, αγαπητή μου. Είσαι είκοσι τριών χρονών και σχεδόν όλες οι άλλες κοπέλες που κάνατε μαζί το ντεμπούτο σας έχουν αρραβωνιαστεί -ακόμα κι εκείνη η στρογγυλοπρόσωπη κόρη του λόρδου Θριπ». «Μ’ έναν Ιρλανδό κόμη που έχει περισσότερα άλογα από προοπτικές;» ρώτησε η Κάλι. «Έτσι είπατε την περασμένη βδομάδα». «Περιμένω φυσικά να βρεθεί ένας πολύ καλύτερος άντρας από αυτόν για σένα», της αντιγύρισε η γιαγιά της. «Αλλά είναι πολύ εκνευριστικό ν’ αρραβωνιαστεί αυτή η τιποτένια πριν από σένα». «Η Κάλι έχει άφθονο χρόνο για να βρει σύζυγο», είπε αδιάφορα ο Ρόκφορντ στη γιαγιά του. «Και σε βεβαιώνω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άντρες που θα έτρεχαν να μου ζητήσουν το χέρι της έτσι και τους ενθάρρυνα στο ελάχιστο». «Πράγμα που δεν έκανες με κανέναν, οφείλω να τονίσω», είπε εκνευρισμένη η δούκισσα. Ο δούκας σήκωσε τα φρύδια του. «Έλα τώρα, γιαγιά, δεν μπορεί να θέλεις να ενθαρρύνω διεφθαρμένους και προικοθήρες να φλερτάρουν την Καλάντρα». «Και βέβαια όχι. Μη μου κάνεις το βλάκα». Η χήρα δούκισσα ήταν από τους λίγους ανθρώπους που δεν πτοούνταν από τον Ρόκφορντ, και σπάνια δίσταζε να του πει τη γνώμη της. «Λέω απλά ότι όλοι ξέρουν πως έτσι και δείξουν το παραμικρό ενδιαφέρον για την αδελφή σου, δε θ’ αργήσουν να δεχτούν τη δική σου επίσκεψη. Και είναι πολύ λίγοι αυτοί που θα ήθελαν να αντιπαρατεθούν μαζί σου». «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είμαι τόσο τρομακτικός», της είπε ήρεμα ο Ρόκφορντ. «Όπως και να ’χει, δε βλέπω γιατί η Κάλι θα ενδιαφερόταν για έναν άντρα που δε θα ήταν πρόθυμος να έχει μια συζήτηση μαζί μου προτού τη φλερτάρει». Στράφηκε στην Κάλι: «Ενδιαφέρεσαι για κάποιον συγκεκριμένο κύριο;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Είμαι μια χαρά όπως είμαι».


«Δε θα παραμείνεις για πάντα η πιο περιζήτητη νύφη του Λονδίνου», την προειδοποίησε η γιαγιά της. «Τότε θα πρέπει να το απολαύσει τώρα», δήλωσε ο Ρόκφορντ βάζοντας τέλος στη συζήτηση. Ανακουφισμένη με την παρέμβαση του αδελφού της, η Κάλι έστρεψε την προσοχή της έξω από το παράθυρο, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τις κουρτίνες τον κόσμο που έβγαινε από τις άμαξες μπροστά τους. Πάντως, δεν της ήταν και τόσο εύκολο ν’ αγνοήσει τα λόγια της γιαγιάς της. Η Κάλι είχε πει την αλήθεια- ήταν πράγματι πολύ ευχαριστημένη όπως ζούσε. Απολάμβανε την κοινωνική ζωή στο Λονδίνο την άνοιξη και το καλοκαίρι -τους χορούς, τα θέατρα, την όπερα-, αλλά και τον υπόλοιπο χρόνο έβρισκε πολλά να κάνει. Επισκεπτόταν τους φίλους της. Τους τελευταίους μήνες είχε συνδεθεί ιδιαίτερα με την Κονστάνς, την καινούρια σύζυγο του υποκόμη Λέιτον, και όταν ο δούκας ήταν στο Ντάνσι Παρκ, η Κάλι περνούσε πολλές ώρες μαζί της, γιατί το Ρέντφιλντς, το αρχοντικό της Κονστάνς και του Ντόμινικ, απείχε λίγα μόλις χιλιόμετρα από το Ντάνσι Παρκ. Ο δούκας είχε κι άλλα αρχοντικά, που επισκεπτόταν περιοδικά, και η Κάλι πήγαινε συχνά μαζί του. Σπάνια βαριόταν, γιατί λάτρευε την ιππασία και τους μεγάλους περιπάτους στην εξοχή και δεν περιφρονούσε τη συντροφιά των ντόπιων ή των υπηρετών. Είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά το σπιτικό του δούκα από τα δεκαπέντε της, έτσι είχε πάντα κάτι να κάνει. Παρ’ όλ’ αυτά, ήξερε ότι η γιαγιά της είχε δίκιο. Πλησίαζε ο καιρός που θα έπρεπε να παντρευτεί. Σε δύο χρόνια θα έκλεινε τα είκοσι πέντε και οι περισσότερες κοπέλες είχαν παντρευτεί πια σ’ αυτή την ηλικία. Αν περνούσε αυτό το όριο κι έμενε ακόμα ανύπαντρη, δε θ’ αργούσαν να τη θεωρήσουν γεροντοκόρη, μια καθόλου αξιοζήλευτη θέση στην κοινωνία. Όχι πως η Κάλι είχε κάτι εναντίον του γάμου. Δεν έμοιαζε με τη φίλη της την Αϊρίν, που δήλωνε ότι δε σκόπευε να παντρευτεί ποτέ -μια πεποίθηση που είχε απαρνηθεί πρόσφατα μετά τη γνωριμία της με το λόρδο Ράντμπορν. Όχι, η Κάλι προσδοκούσε το γάμο. Ήθελε ένα σύζυγο, παιδιά, ένα δικό της σπιτικό. Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχε γνωρίσει κανέναν που να θέλει να παντρευτεί. Είχαν υπάρξει μια δυο περιπτώσεις που είχε ξεμυαλιστεί, που το χαμόγελο ενός άντρα είχε κάνει την καρδιά της να πεταρίσει, που η θέα δυο στιβαρών ώμων κάτω από τη στολή του Ουσάρου είχε κάνει το σφυγμό της να χτυπήσει πιο γρήγορα. Αλλά όλ’ αυτά ήταν φευγαλέα ξελογιάσματα που είχαν γρήγορα ξεθωριάσει, έτσι περίμενε ακόμα να γνωρίσει τον άντρα που θα


χαιρόταν να βλέπει κάθε μέρα απέναντι της στο τραπέζι του πρωινού -πόσο μάλλον να μοιραστεί μαζί του τις σκοτεινές και κάπως αδιευκρίνιστες απολαύσεις του νυφικού κρεβατιού. Η Κάλι είχε ακούσει άλλες νεαρές κοπέλες να μιλούν με ενθουσιασμό για τον τάδε ή τον δείνα κύριο, και είχε αναρωτηθεί πώς θα ήταν άραγε ν’ αφεθείς με αυτή τη φαινομενική ευκολία σ’ έναν αβυσσαλέο έρωτα. Άραγε αυτές οι κοπέλες γνώριζαν και την αντίθετη πλευρά του έρωτα; Εκείνη είχε δει τη μητέρα της να χύνει πικρά δάκρυα ακόμα και χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της, την είχε δει να γίνεται η σκιά του εαυτού της πολύ πριν το θάνατό της. Αναρωτιόταν μήπως επειδή ήξερε τη θλίψη που μπορεί να φέρει ο έρωτας δυσκολευόταν να ερωτευθεί... ή μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της; Παραμέρισε αυτές τις δυσάρεστες σκέψεις την ώρα που η άμαξα σταματούσε μπροστά στην κατάφωτη είσοδο του αρχοντικού κι ένας βαλές έτρεχε να τους ανοίξει την πόρτα. Δε θα επέτρεπε σε τίποτα, ούτε στις κριτικές της γιαγιάς της ούτε στις δικές της αμφιβολίες, να της χαλάσει την πρώτη βραδιά της στο Λονδίνο. Σήκωσε το χέρι της και βεβαιώθηκε ότι η μισή δαντελένια μάσκα της κάλυπτε τα μάτια της, ύστερα έπιασε το χέρι που της πρόσφερε ο αδελφός της και κατέβηκε από την άμαξα. Μόλις μπήκαν στην αίθουσα χορού, τους υποδέχθηκε η λαίδη Φραντσέσκα Χόξτον, που την αναγνώρισαν εύκολα παρά τη στενή, μπλε σατινένια μάσκα που φορούσε. Η λαίδη Φραντσέσκα ήταν μια οπτασία στα χρώματα του κρεμ, του χρυσού και του μπλε με τη στολή της βοσκοπούλας -όχι βέβαια της κλασικής βοσκοπούλας, αλλά μιας πιο ρομαντικής έκδοσής της. Είχε πιάσει ψηλά τις χρυσαφένιες μπούκλες της με μπλε κορδέλες που ήταν ασορτί με τη φαρδιά κορδέλα που είχε δεμένη στη λευκή γκλίτσα της, ακριβώς κάτω από την κούρμπα. Φορούσε μια μπλε σατινένια φούστα φάκελο -κάθε της φύλλο στερεωνόταν με μια ροζέτα- που άνοιγε αποκαλύπτοντας τους λευκούς φραμπαλάδες μιας δεύτερης φούστας από κάτω. Στα πόδια της φορούσε χρυσαφένια πασουμάκια. «Η Μπο Γαπ, να υποθέσω», είπε μακρόσυρτα ο Ρόκφορντ, πήρε το χέρι της λαίδης Φραντσέσκα στο δικό του κι έκανε μια υπόκλιση. Υποκλίθηκε κι εκείνη. «Εσείς, απ’ ό,τι βλέπω, δεν κάνατε τον κόπο να σκαρφιστείτε καμιά περίτεχνη στολή», του απάντησε. «Θα έπρεπε να το φανταστώ. Ε, λοιπόν, θα έχετε να λογοδοτήσετε στη λαίδη Οντίλια. Ήταν αμετάπειστη στο θέμα του μασκέ, ξέρετε».


Τους έδειξε τη γυναίκα που καθόταν στην απέναντι μεριά της αίθουσας. Η λαίδη Οντίλια καθόταν στο θρόνο της -δεν υπήρχε άλλος τρόπος να περιγράφεις την πολυθρόνα με το μπλε βελούδο και την ψηλή πλάτη. Στο κεφάλι της φορούσε μια πορτοκαλί περούκα και το πρόσωπό της ήταν πουδραρισμένο ολόλευκο. Μια χρυσαφένια κορόνα στόλιζε τις ζωηρόχρωμες μπούκλες της κι ένας κολλαριστός γιακάς με φρου φρου κάλυπτε το σβέρκο της. Σειρές από πέρλες κρέμονταν στο μπούστο της και δαχτυλίδια στόλιζαν τα χέρια της. «Α, η καλή μας βασίλισσα Ελισάβετ Α'», παρατήρησε ο Ρόκφορντ ακολουθώντας το βλέμμα της Φραντσέσκα. «Στην ηλικιωμένη της έκδοση, φυσικά». «Αποφύγετε να σας ακούσει να λέτε κάτι τέτοιο», τον προειδοποίησε η Φραντσέσκα. «Δεν μπορεί να σταθεί για πολλή ώρα όρθια να υποδεχθεί τους καλεσμένους της, έτσι αποφάσισε να μαζέψει γύρω της την αυλή της. Πολύ πρέπον, νομίζω». Η Φραντσέσκα γύρισε στην Κάλι, της άπλωσε τα χέρια και της χαμογέλασε τρυφερά. «Κάλι, αγαπητή μου. Τουλάχιστον μπορώ να βασίζομαι σ’ εσένα. Είσαι πανέμορφη». Η Κάλι τη χαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο. Γνώριζε τη λαίδη Χόξτον από παιδί, γιατί η Φραντσέσκα ήταν η αδελφή του υποκόμη Λέιτον και είχε μεγαλώσει στο Ρέντφιλντς, πολύ κοντά στο Ντάν- σι Παρκ του δούκα. Η Φραντσέσκα ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερη από την Κάλι, και η Κάλι μικρή την έβλεπε με δέος και αγάπη. Η Φραντσέσκα είχε παντρευτεί το λόρδο Χόξτον και είχε φύγει από το Ρέντφιλντς, αλλά η Κάλι συνέχιζε να τη βλέπει όποτε η λαίδη ερχόταν να επισκεφθεί τους γονείς της. Αργότερα, όταν η Κάλι είχε κάνει το ντεμπούτο της, συναντιόνταν συχνά σε κοινωνικές εκδηλώσεις, γιατί η λαίδη Φραντσέσκα, χήρα εδώ και πέντε χρόνια, ήταν μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες της υψηλής αριστοκρατίας. Διέθετε αψεγάδιαστο στυλ, και μολονότι είχε κλείσει πια τα τριάντα, εξακολουθούσε να είναι μία από τις πιο όμορφες γυναίκες του Λονδίνου. «Βρίσκομαι στη σκιά σου, σε βεβαιώνω», της είπε η Κάλι. «Είσαι εκτυφλωτική. Αλλά πώς κατάφερε η θεία Οντίλια να σε παγιδεύσει στην υποδοχή;» «Ω, καλή μου, έκανε κάτι παραπάνω. Ένιωθε ότι δε θα ήταν σωστό να δώσει η ίδια ένα χορό προς τιμήν της, έτσι ο κλήρος έπεσε στην αδελφή της, τη λαίδη Ράντμπορν, και φυσικά στη νέα κόμισσα του Ράντμπορν -γνωρίζεις την Αϊρίν». Η Φραντσέσκα γύρισε για να συμπεριλάβει στην κουβέντα και τη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της.


«Ασφαλώς», της απάντησε η Κάλι. Δεν ήταν και πολύ μεγάλος ο κύκλος της υψηλής αριστοκρατίας, έτσι είχε μια επιφανειακή γνωριμία με τη λαίδη Αϊρίν κάμποσα χρόνια τώρα. Τους τελευταίους μήνες όμως, μετά το γάμο της με το λόρδο Γκίντεον Ράντμπορν, μακρινό συγγενή δικό της και του δούκα, την είχε γνωρίσει καλύτερα. Η Αϊρίν της χάρισε ένα ειλικρινές χαμόγελο. «Γεια σου, Κάλι», τη χαιρέτησε. «Χαίρομαι που σε βλέπω. Σου διηγείται η Φραντσέσκα πώς εκμεταλλεύτηκα την καλοσύνη της;» «Δεν την εκμεταλλεύτηκες καθόλου», την έκοψε η Φραντσέσκα. Η Αϊρίν γέλασε. Ήταν μια ψηλή γυναίκα με πυκνά, σκαλωτά, ξανθά μαλλιά, κι έδειχνε εκτυφλωτική με τη λευκή χλαμύδα της αρχαίας Ελληνίδας. Τα περίεργα χρυσαφένια μάτια της άστραφταν από το γέλιο. Ο γάμος της πήγαινε, σκέφτηκε η Κάλι. Η Αϊρίν ήταν πιο όμορφη από ποτέ. «Αυτό που εννοεί η Φραντσέσκα είναι ότι έκανα κάτι πολύ χειρότερο», εξήγησε κοιτάζοντας τη Φραντσέσκα με τρυφερότητα. «Το ξέρεις ότι είμαι ανεπίδεκτη στα πάρτι. Όλη η διοργάνωση, λοιπόν, έπεσε στους ώμους της Φραντσέσκα, άρα θα πρέπει να δώσετε σ’ εκείνη τα συγχαρητήριά σας που είναι όλα τόσο όμορφα. Ειλικρινά». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε με συμπάθεια και γύρισε να υποδεχθεί το επόμενο ζευγάρι καλεσμένων, ενώ η Κάλι προχωρούσε να χαιρετήσει τον άντρα της Αϊρίν. Ο λόρδος Γκίντεον Ράντμπορν είχε έρθει απόψε στο πάρτι ντυμένος πειρατής και ήταν μια μεταμφίεση που ταίριαζε στο μάλλον ασυνήθιστο παρουσιαστικό του. Με τα σκούρα, ατίθασα πυκνά μαλλιά του και την εύσωμη κορμοστασιά του έμοιαζε μάλλον με πειρατή έτοιμο να ληστέψει ένα πλοίο παρά με αριστοκράτη, και δεν έδειχνε καθόλου άβολα που είχε ένα γαμψό μαχαίρι περασμένο στη φαρδιά ζώνη του. «Λαίδη Καλάντρα», τη χαιρέτησε ο Γκίντεον με μια μικρή, ευγενική υπόκλιση. «Ευχαριστώ που ήρθατε». Ένα χαμόγελο ζέστανε το πρόσωπό του για λίγο. «Χαίρομαι που βλέπω ένα γνώριμο πρόσωπο». Η Κάλι χαμογέλασε. Ήταν κοινό μυστικό ότι ο Γκίντεον δεν ένιωθε άνετα ανάμεσα στην αριστοκρατία -περίεργα γεγονότα τον είχαν αναγκάσει όταν ήταν παιδί στο Λονδίνο να μεγαλώσει μέσα στη φτώχεια. Είχε επιβιώσει και είχε προκόψει αποκλειστικά και μόνο χάρη στην ευστροφία του. Όταν, ενήλικος πια, είχε ξαναπάρει τη θέση που του άρμοζε στην κοινωνία, ένιωθε σαν το ψάρι


έξω από το νερό ανάμεσα στην υψηλή αριστοκρατία. Δεν του άρεσαν οι συζητήσεις και ως τώρα είχε καταφέρει ν’ αποφύγει τις περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις. Είχε βρει όμως την τέλεια σύντροφο στο πρόσωπο της Αϊρίν, της οποίας η κοφτερή γλώσσα και η παντελής αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων ταίριαζαν με τα δικά του πιστεύω. Και όσες φορές είχε τύχει να τον συναναστραφεί η Κάλι, είχε βρει τις απόψεις του πολύ ενδιαφέρουσες. «Χαίρομαι που είμαι εδώ», τον βεβαίωσε. «Φοβάμαι πως ο χειμώνας στο Μάρκασλ ήταν πολύ μονότονος. Και, όπως και να ’χει το πράγμα, δεν μπορεί κανείς να μην έρθει στο πάρτι γενεθλίων της θείας Οντίλια». «Φαίνεται πως το ίδιο ισχύει για τη μισή Αγγλία», παρατήρησε ο Γκίντεον ρίχνοντας μια ματιά στη γεμάτη κόσμο αίθουσα. «Έλα να σε πάω να χαιρετήσεις την τιμώμενη καλεσμένη μας», πρότεινε η Αϊρίν πιάνοντας αγκαζέ την Κάλι. «Προδότρα», της είπε χαμηλόφωνα ο άντρας της, αν και η ζεστασιά που υπήρχε στο βλέμμα του όταν κοίταξε τη γυναίκα του διέψευσε την καυστικότητα των λόγων του. «Αρπάζεις απλά την ευκαιρία για να το σκάσεις από την καταραμένη υποδοχή». Η Αϊρίν γέλασε και χάρισε ένα πειρακτικό χαμόγελο στο λόρδο Ράντμπορν. «Είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις μαζί μας αν θέλεις. Είμαι σίγουρη πως η Φραντσέσκα θα τα καταφέρει μια χαρά να υποδεχθεί τους καινούριους επισκέπτες». «Μμμ», μουρμούρισε σκεφτικός ο λόρδος Ράντμπορν. «Να υποδέχομαι τους καλεσμένους ή ν’ αντιμετωπίσω τη θεία Οντίλια δύσκολη επιλογή, πράγματι. Δεν υπάρχει καμιά τρίτη πιο δελεαστική εναλλακτική λύση -όπως να ορμήσω μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο, για παράδειγμα;» Ο Γκίντεον χαμογέλασε στη γυναίκα του μ’ έναν τρόπο που έμοιαζε με χάδι και πρόσθεσε: «Καλύτερα να μείνω εδώ, διαφορετικά η λαίδη Οντίλια θ’ αρχίσει πάλι να μου τα ψέλνει επειδή δεν ήρθα μεταμφιεσμένος ως σερ Φράνσις Ντρέικ όπως μου πρότεινε, κρατώντας μια υδρόγειο κάτω από το μπράτσο μου». «Μια υδρόγειο;» επανέλαβε η Κάλι χαμηλόφωνα καθώς απομακρυνόταν με την Αϊρίν. «Ναι. Για να συμβολίζει τον περίπλου της γης -αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρη ότι ο σερ Φράνσις Ντρέικ τον ολοκλήρωσε. Αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία για τη θεία Οντίλια». «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που ο Ράντμπορν δε θέλησε να υιοθετήσει την πρότασή της». «Όχι, αλλά δεν ήταν τόσο η υδρόγειος που τον αποθάρρυνε, όσο η ιδέα να φορέσει εκείνη την κοντή φουφούλα».


Η Κάλι γέλασε. «Ξαφνιάζομαι που κατάφερες να τον πείσεις να έρθει με οποιαδήποτε μεταμφίεση. Ο Σινκλέρ ούτε που ήθελε να το ακούσει, φόρεσε μόνο μια μάσκα». «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αξιοπρέπεια του δούκα απειλείται περισσότερο», απάντησε ανάλαφρα η Αϊρίν. «Εξάλλου, έχω ανακαλύψει ότι είναι εκπληκτική η δύναμη της πειθούς που διαθέτει μια σύζυγος πάνω στον άντρα της». Τα μάτια της άστραψαν πίσω από τη χρυσαφένια μάσκα και ένα απαλό, προκλητικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Η Κάλι ένιωσε τα μάγουλά της να ροδίζουν από το υπονοούμενο που έκρυβαν τα λόγια της άλλης γυναίκας, και αισθάνθηκε το γνώριμο τσίμπημα της περιέργειας. Οι κυρίες έκοβαν συνήθως απότομα κάθε συζήτηση γύρω από το συζυγικό κρεβάτι όταν υπήρχε στην παρέα και κάποια ανύπαντρη δεσποινίδα, έτσι η Κάλι είχε ακούσει πολύ λίγα για τα όσα συμβαίνουν πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας ενός ζευγαριού, αν και, όπως συμβαίνει με όλα τα κορίτσια που μεγαλώνουν στην εξοχή, είχε μια βασική ιδέα της πράξης του ζευγαρώματος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα άλογα και τους σκύλους. Παρ’ όλ’ αυτά, η Κάλι δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται για τα συναισθήματα -τις συγκινήσεις και τη σωματική ευχαρίστησηπου εμπλέκονταν σ’ αυτή την πολύ προσωπική ανθρώπινη σχέση. Το να ρωτήσει ευθέως ήταν ανήκουστο, φυσικά, έπρεπε λοιπόν ν’ αρκεστεί στα όσα έπιανε το αυτί της και σε κάποια ακούσια παραδρομή της γλώσσας μιας κυρίας. Το αποψινό σχόλιο, όμως, της Αϊρίν ήταν εντελώς διαφορετικό από τα όσα είχε ακούσει μέχρι τώρα από τις παντρεμένες γυναίκες. Πέρα από το χιούμορ, η φωνή της έκρυβε και χαρά -όχι, δεν ήταν απλή χαρά, ήταν το γουργούρισμα ικανοποίησης μιας γυναίκας που απολάμβανε τη συμμετοχή της σ’ αυτή την πράξη συζυγικής «πειθούς», όπως την είχε αποκαλέσει. Η Κάλι έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στην Αϊρίν. Αν υπήρχε κάποια που θα δεχόταν να της μιλήσει γι’ αυτά τα θέματα, αυτή θα ήταν η Αϊρίν, σκέφτηκε. Προσπάθησε να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που την είχε στρέψει η Αϊρίν, αλλά προτού προλάβει να σκεφτεί κάτι, έριξε μια ματιά στην αίθουσα απέναντι και κάθε σκέψη πέταξε από το μυαλό της. Ένας άντρας στεκόταν ακουμπισμένος σε μία από τις κολόνες που υψώνονταν κατά μήκος των δυο πλευρών της αίθουσας. Έδειχνε απόλυτα χαλαρός έτσι όπως στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα, ακουμπώντας τον έναν ώμο στην κολόνα. Ήταν ντυμένος ιππότης. Το πλατύγυρο καπέλο του με το φτερό ήταν φορεμένο


στραβά. Μαλακά δερμάτινα γάντια με φαρδιές μανσέτες κάλυπταν τα χέρια και το κάτω μέρος των βραχιόνων του. Το καφετί παντελόνι του ήταν χωμένο μέσα στις κομψές μπότες του που έδεναν κάτω από το γόνατο, και λεπτά χρυσά σπιρούνια κρέμονταν στις φτέρνες. Πάνω από το παντελόνι φορούσε ένα ασορτί εφαρμοστό ζιλέ, χωρίς κανένα στολίδι, και πάνω απ’ αυτό μια κοντή, στρογγυλή μπέρτα, δεμένη χαλαρά στο λαιμό και πιασμένη στο ένα πλάι πίσω από το λεπτό, κομψό σπαθί που κρεμόταν στη μέση του. Θα μπορούσε να είχε ξεπηδήσει από έναν πίνακα με τους ευγενείς που είχαν πολεμήσει και σκοτωθεί στο πλευρό του καταδικασμένου βασιλιά Καρόλου Α' -κομψός, σκληρός, λεπτός και νευρώδης. Η μισή μαύρη μάσκα που κάλυπτε το πάνω μέρος του προσώπου του πρόσθετε κάτι σ’ εκείνον το ρομαντικό αέρα μυστηρίου που τον περιέβαλλε. Κοιτούσε γύρω του και η έκφρασή του ήταν υπεροπτική και κάπως βαριεστημένη. Ύστερα το βλέμμα του έπεσε στην Κάλι και σταμάτησε εκεί. Δεν κουνήθηκε ούτε άλλαξε έκφραση, και όμως η Κάλι κατάλαβε πως ξαφνικά σαν να ζωήρεψε. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα, χάνοντας το βήμα της. Ένα αχνό χαμόγελο απλώθηκε στο κάτω μέρος του προσώπου του, έβγαλε το καπέλο του κι έκανε μια υπερβολικά βαθιά υπόκλιση. Η Κάλι συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε έντονα, κοκκίνισε και έκανε δυο γρήγορα βήματα για να φτάσει την Αϊρίν. «Γνωρίζεις εκείνο τον άντρα;» της ψιθύρισε. «Τον ιππότη;» Η Αϊρίν κοίταξε γύρω της. «Πού; Ω, όχι, δε νομίζω. Ποιος είναι;» ρώτησε και ξανακοίταξε την Κάλι. «Δε νομίζω ότι τον έχω ξαναδεί», της απάντησε εκείνη. «Δείχνει... προκλητικά ενδιαφέρων». «Αναμφίβολα είναι το κουστούμι», της είπε κυνικά η Αϊρίν. «Και ο πιο βαρετός άντρας θα έδειχνε εκτυφλωτικός με τη στολή του Βασιλόφρονα». «Μπορεί», συμφώνησε η Κάλι, χωρίς να έχει πειστεί. Μπήκε μάλιστα στον πειρασμό να γυρίσει το κεφάλι της και να ξανακοιτάξει τον άντρα, αλλά συγκρατήθηκε. «Καλάντρα! Καλώς όρισες!» αναφώνησε η λαίδη Οντίλια με τη βροντερή φωνή της όταν τις είδε να πλησιάζουν στο βάθρο όπου καθόταν. Η Κάλι χαμογέλασε και ανέβηκε τα σκαλιά για να χαιρετήσει την ηλικιωμένη θεία της. «Θεία Οντίλια, μου επιτρέπετε να σας δώσω τα συγχαρητήριά μου;» Η Οντίλια, μια επιβλητική γυναίκα ακόμα και χωρίς το κου-


στούμι της βασίλισσας Ελισάβετ, κάλεσε την Κάλι μ’ ένα βασιλικό νεύμα, αντάξιο της ιστορικής προσωπικότητας που παρίστανε, να πλησιάσει. «Ελα εδώ, κορίτσι μου, και δώσε μου ένα φιλί. Ασε με να σε θαυμάσω». Η Κάλι έσκυψε υπάκουα και φίλησε το μάγουλο της θείας της. Εκείνη έπιασε και τα δυο χέρια της Κάλι και την περιεργάστηκε επίμονα. «Όμορφη όπως συνήθως», αποφάνθηκε ικανοποιημένη. «Η ομορφότερη απ’ όλες, το έλεγα πάντα. Από τους Λιλ, εννοώ», συμπλήρωσε γυρίζοντας στην Αϊρίν. Εκείνη της χαμογέλασε με κατανόηση. Η Αϊρίν ήταν από τις λίγες γυναίκες της αριστοκρατίας που δεν ένιωθαν κανένα φόβο μπροστά στη λαίδη Πενκάλι, αντίθετα μάλιστα απολάμβανε τους ωμούς τρόπους της γηραιάς κυρίας. Είχε πιάσει μάλιστα μερικές πολύ ζωηρές συζητήσεις με την Οντίλια, που είχαν κάνει όλους τους άλλους να φύγουν τρέχοντος από το δωμάτιο, αφήνοντάς τες αναψοκοκκινισμένες, με μάτια που πετούσαν φλόγες και απόλυτα ικανοποιημένες από τον εαυτό τους. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι συμβαίνει με τους νεαρούς σήμερα», συνέχισε η λαίδη Οντίλια. «Στην εποχή μου, μια κοπέλα σαν κι εσένα θα την είχαν αρπάξει με το που θα έκανε το ντεμπούτο της». «Μπορεί η λαίδη Καλάντρα να μη θέλει να την “αρπάξουν”», μπήκε στη μέση η Αϊρίν. «Άκου, μην την επηρεάζεις με τις ριζοσπαστικές ιδέες σου», την προειδοποίησε η λαίδη Οντίλια. «Η Κάλι δεν έχει καμιά επιθυμία να μείνει γεροντοκόρη, έτσι δεν είναι, καλή μου;» Η Κάλι έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Όχι, θεία, δεν έχω». Μα δε θα κατάφερνε να ξεφύγει με τίποτα σήμερα από αυτό το θέμα; «Και βέβαια όχι! Ποια έξυπνη κοπέλα θα το ήθελε; Αυτή τη φορά να το βάλεις καλά στο μυαλό σου, Καλάντρα. Ζήτησε από τη Φραντσέσκα να σε βοηθήσει. Παλαιότερα δεν πίστευα στις ικανότητές της, αλλά να που κατάφερε να οδηγήσει ετούτη δω στην εκκλησία», είπε η Οντίλια δείχνοντας την Αϊρίν, που κοίταξε με κωμικό ύφος την Κάλι. «Δε θα στοιχημάτιζα ποτέ ότι θα κατάφερνε κάτι τέτοιο». «Μα την αλήθεια, θεία», είπε η Αϊρίν. «Αν άκουγε κάποιος εσάς και τη λαίδη Ράντμπορν να συζητάτε γι’ αυτό το θέμα, θα συμπέραινε ότι ο εγγονός σας κι εγώ δε συμβάλαμε καθόλου σ’ αυτή την ιστορία, μόνο η λαίδη Φραντσέσκα». «Χα! Αν το είχα αφήσει σ’ εσάς τους δυο, ακόμα θα περιμέναμε», την αντέκρουσε η Οντίλια, αλλά το λαμπερό βλέμμα της


διεψευδε την αιχμή των λόγων της. Οι δυο γυναίκες συνέχισαν τον παιχνιδιάρικο καβγά τους, και η Κάλι συνειδητοποίησε ανακουφισμένη ότι η Αϊρίν είχε καταφέρει να παρασύρει επιδέξια την πεισματάρα γυναίκα σε άλλο θέμα συζήτησης, ώστε να πάψει να πιέζει την Καλάντρα να βρει γαμπρό. Κοίταξε τη φίλη της μ’ ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη και η Αϊρίν της το ανταπέδωσε μ’ ένα χαμόγελο. Η Κάλι συνέχισε να την παρακολουθεί αφηρημένα να ανταλλάσσει λεκτικούς διαξιφισμούς με τη θεία του άντρα της. Ξαφνικά η Αϊρίν σταμάτησε να μιλάει και η Κάλι σήκωσε το κεφάλι της και την είδε να έχει καρφώσει το βλέμμα της κάπου πίσω της. Και ενώ ήταν έτοιμη να γυρίσει για να δει τι ήταν αυτό που είχε τραβήξει τόσο ξαφνικά το ενδιαφέρον της φίλης της, ακούστηκε μια αντρική φωνή πίσω της: «Με συγχωρείτε, Υψηλοτάτη, αλλά ήρθα να ζητήσω την άδειά σας να χορέψω τον επόμενο χορό μ’ ετούτη τη δεσποσύνη». Η Κάλι γύρισε απότομα και γούρλωσε τα μάτια της όταν βρέθηκε να κοιτάζει τον μασκοφορεμένο ιππότη.


Κεφάλαιο 2

Αυτός ο άντρας ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρων από κοντά, συνειδητοποίησε η Κάλι. Η μισή μαύρη μάσκα μπορεί να έκρυβε το πάνω μέρος του προσώπου του, αλλά τόνιζε το δυνατό, σμιλεμένο πιγούνι και το καλοσχηματισμένο, αισθησιακό στόμα του που πρόβαλλαν ακριβώς από κάτω. Τα μάτια του μέσα από τη μάσκα ήταν καρφωμένα πάνω της και το βλέμμα τους ήταν μάλλον θερμό παρά ευγενικό. Ήταν ψηλός με φαρδιούς ώμους και λεπτή μέση, κι εξέπεμπε μια έντονη αρρενωπότητα που οφειλόταν μόνο εν μέρει στον αέρα του υπέρκομψου κουστουμιού του. Κανονικά θα έπρεπε να τον βάλει στη θέση του, η Κάλι το ήξερε αυτό, γιατί ήταν σίγουρη ότι δεν τον γνώριζε και ήταν μεγάλη αυθάδεια από μέρους του να της ζητήσει να χορέψουν. Έπιασε όμως τον εαυτό της να μην έχει καμιά διάθεση να τον περιφρονήσει. Στην πραγματικότητα, εκείνο που ήθελε ήταν ν’ ακουμπήσει το χέρι της στο δικό του και να τον αφήσει να την οδηγήσει στην πίστα. Ήταν όμως σίγουρη πως δε θα είχε την ευκαιρία να χορέψει μαζί του γιατί θα τον κατσάδιαζε η λαίδη Οντίλια για το θράσος του. Περίμενε λοιπόν, με κάποια απογοήτευση, ν’ ακούσει την απάντησή της. «Ασφαλώς», είπε η λαίδη Οντίλια -ή μάλλον γουργούρισε, πράγμα που έκανε την Κάλι να την κοιτάξει ξαφνιασμένη. Το πρόσωπο της Αϊρίν έκρυβε την ίδια έκπληξη καθώς γύρισε κι εκείνη να την κοιτάξει. Η λαίδη Οντίλια, όμως, χαμογελούσε περιχαρής στον ιππότη, και όταν η Κάλι δεν έκανε καμιά κίνηση, την παρότρυνε με μια χειρονομία να κουνηθεί. «Έλα, κορίτσι μου, μην κάθεσαι εκεί μαρμαρωμένη. Προχώρα στην πίστα προτού αρχίσει πάλι η ορχήστρα να παίζει». Η Κάλι δε χρειάστηκε να της πουν δεύτερη φορά να κάνει αυτό που, έτσι κι αλλιώς, επιθυμούσε. Από τη στιγμή που η λαίδη Οντίλια της είχε δώσει την άδεια να χορέψει μ’ αυτό τον άντρα, αυτό σήμαινε ότι πληρούσε όλα τα κριτήρια κοσμιότητας που απαιτούνταν -και δε θα άκουγε τις επιπλήξεις της γιαγιάς της. Παρ’


όλ’ αυτά, υπήρχε κάτι άπρεπο στο να χορέψει μ’ έναν εντελώς άγνωστο, πράγμα που το έβρισκε συναρπαστικό. Ακούμπησε αμέσως το χέρι της στο μπράτσο που της πρόσφερε ο άγνωστος και κατέβηκαν μαζί τα σκαλοπάτια του βάθρου προς την πίστα. Η Κάλι ένιωθε τους σκληρούς μυς του κάτω από το μαλακό ύφασμα. «Δε θα έπρεπε να χορέψω μαζί σας, ξέρετε», του είπε ξαφνιασμένη κάπως με την παιχνιδιάρικη νότα που υπήρχε στη φωνή της. «Αλήθεια; Και γιατί αυτό;» Την κοίταξε με μάτια που άστραφταν. «Δε σας ξέρω, κύριε». «Πώς μπορείτε να είστε σίγουρη;» την αντέκρουσε. «Εξάλλου, φοράμε μάσκες». «Κι όμως, είμαι σίγουρη ότι δε γνωριζόμαστε». «Αυτή, όμως, δεν είναι η ουσία ενός μασκέ; Να μη γνωριζόμαστε μεταξύ μας; Είναι επόμενο, λοιπόν, να χορέψει κάποιος μ’ έναν άγνωστο. Οι συνηθισμένοι κανόνες δεν ισχύουν σ’ αυτή την περίσταση», της είπε και το βλέμμα του περιεργάστηκε το πρόσωπό της μ’ έναν τρόπο που την έκανε να πάρει φωτιά. «Κανένας;» τον ρώτησε ανάλαφρα. «Ειλικρινά, κύριε, αυτό ακούγεται επικίνδυνο». «Α, μα αυτό είναι που το κάνει συναρπαστικό». «Καταλαβαίνω. Κι εσείς αναζητάτε κάτι να σας συναρπάσει;» Το χαμόγελό του απλώθηκε αργά. «Την απόλαυση αναζητώ, λαίδη μου». «Αλήθεια;» Η Κάλι ύψωσε το φρύδι της και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να είχε σταματήσει αυτή τη συζήτηση στην αρχή της. Είχε αναπτυχθεί μεγάλη οικειότητα -κι όμως, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη συγκίνηση που ξυπνούσαν μέσα της τα λόγια του, το χαμόγελό του. «Ναι, αλήθεια -την απόλαυση ενός χορού μαζί σας», συνέχισε εκείνος και η λάμψη στα μάτια του της έδειξε ότι είχε μαντέψει την πορεία των σκέψεών της. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει τον ρυθμικό σκοπό ενός βαλς κι εκείνος της άπλωσε τα χέρια του. Η Καλι γλίστρησε στην αγκαλιά του νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Ήταν ακόμα πιο τολμηρό το να χορεύεις βαλς μ’ έναν άγνωστο απ’ ό,τι έναν εύθυμο λαϊκό χορό. Στο βαλς στεκόταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, το χέρι της ήταν κλεισμένο στο δικό του, ενώ το μπράτσο του αγκάλιαζε σχεδόν ολόκληρο το κορμί της. Ήταν ένας πολύ προσωπικός χορός. Συχνά ούτε καν επιτρεπόταν στις πιο συντηρητικές δεξιώσεις της επαρχίας, αλλά ακόμα κι εδώ, στο Λονδίνο, η Κάλι σπάνια χόρευε βαλς μ’ έναν κύριο με τον οποίο δεν είχε


ξαναχορέψει ποτέ πριν. Και σίγουρα, δεν είχε χορέψει ποτέ βαλς μ’ έναν άντρα που δε γνώριζε ούτε καν τ’ όνομά του. Δεν μπορούσε, όμως, ν’ αρνηθεί ότι, όσο παράδοξο και να ήταν, ένιωθε όμορφα στην αγκαλιά του και η έξαψη που αισθανόταν οφειλόταν μόνο εν μέρει στο χορό. Στην αρχή χόρευαν χωρίς να μιλούν. Η Κάλι είχε συγκεντρωθεί στο να εναρμονίσει τα βήματά της με τα δικά του, νιώθοντας σχεδόν όπως και τότε που είχε κάνει το ντεμπούτο της -ανησυχούσε μήπως παραπατήσει και φανεί αδέξια. Ανακάλυψε όμως γρήγορα ότι ο καβαλιέρος της ήταν έμπειρος χορευτής, το χέρι του ακουμπούσε σταθερό και σίγουρο στη μέση της, τα βήματά του ακολουθούσαν τέλεια τη μουσική. Η Κάλι χαλάρωσε και αφέθηκε να το απολαύσει, σηκώνοντας για πρώτη φορά το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Και τον έπιασε να την κοιτάζει κι εκείνος, πράγμα που της έκοψε την ανάσα. Τα μάτια του ήταν γκρίζα, σαν συννεφιασμένος ουρανός μέσα στο θαμπό φως της αίθουσας, και την κοιτούσαν τόσο επίμονα που χάθηκε στα βάθη τους. Βρισκόταν τόσο κοντά του, που μπορούσε να διακρίνει τις μαύρες πυκνές βλεφαρίδες που σκίαζαν την έκφρασή του. Ποιος μπορούσε να είναι αυτός ο άντρας; Της φαινόταν εντελώς άγνωστος, σίγουρα κανένα κουστούμι δε θα μπορούσε να μεταμορφώσει τόσο καλά κάποιον γνωστό της. Πώς γινόταν, όμως, να μην τον έχει συναντήσει ποτέ τα τελευταία πέντε χρόνια; Μήπως ήταν κανένας παρείσακτος, κάποιος που είχε εκμεταλλευτεί το μασκέ για να έρθει απρόσκλητος; Αλλά η λαίδη Οντίλια έδειξε να τον γνωρίζει, άρα δεν μπορεί να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Μπορεί να ήταν κανένας ερημίτης, κάποιος που μισούσε την υψηλή κοινωνία και συνήθως την περιφρονούσε. Αν όμως ίσχυε κάτι τέτοιο, πώς και βρισκόταν τώρα εδώ, σε τούτο το μεγάλο πάρτι; Και σίγουρα οι τρόποι του δεν έδειχναν άνθρωπο μοναχικό και ντροπαλό. Μήπως έλειπε στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια; Μήπως ήταν στρατιώτης ή αξιωματικός του ναυτικού; Μέλος κάποιας αποστολής στο εξωτερικό; Ή απλώς ένας μανιακός ταξιδιώτης; Η Κάλι χαμογέλασε με τις σκέψεις της. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η εξήγηση θα ήταν πολύ απλή. Στο κάτω κάτω, δε γνώριζε όλα τα μέλη της υψηλής αριστοκρατίας. «Μου αρέσει αυτό», παρατήρησε ο καβαλιέρος της. «Ποιο;» τον ρώτησε εκείνη σαστισμένη. «Το χαμόγελο στο πρόσωπό σας. Τόση ώρα ήσασταν συνοφρυωμένη και φοβήθηκα ότι είχα πέσει σε δυσμένεια, χωρίς να σας γνωρίζω καν». «Συγ...» άρχισε να λέει η Κάλι και ξαφνικά συνειδητοποίησε


την παραδοχή. «Δηλαδή, συμφωνείτε ότι είμαστε άγνωστοι». «Ναι. Το παραδέχομαι. Δε σας γνωρίζω. Είμαι σίγουρος ότι θα αναγνώριζα μια γυναίκα με τη δική σας εμφάνιση... ακόμα και μασκαρεμένη. Δεν μπορείτε να κρύψετε την ομορφιά σας». Η Κάλι ένιωσε τα μάγουλά της να γίνονται κατακόκκινα και ξαφνιάστηκε με τον εαυτό της. Δεν ήταν κανένα κοριτσόπουλο για να τα χάνει τόσο εύκολα μπροστά σ’ ένα ευγενικό κομπλιμέντο. «Κι εσείς, κύριε, δεν μπορείτε να κρύψετε ότι φλερτάρετε φρικτά». «Με πληγώνετε. Θα έλεγα ότι διαθέτω ταλέντο στο είδος». Η Κάλι γέλασε αυθόρμητα και κούνησε το κεφάλι της. «Το γεγονός ότι είμαστε άγνωστοι διορθώνεται εύκολα», συνέχισε εκείνος ύστερα από λίγο. «Δεν έχετε παρά να μου πείτε ποια είστε και θα σας πω ποιος είμαι κι εγώ». Η Κάλι κούνησε και πάλι το κεφάλι της. Όσο περίεργη και να ήταν να μάθει ποιος ήταν αυτός ο άντρας, διασκέδαζε να χορεύει και να φλερτάρει μαζί του, ξέροντας πως εκείνος δε γνώριζε την ταυτότητά της. Έτσι, δεν είχε ν’ ανησυχεί για τα κίνητρα και τις προθέσεις του. Δεν είχε να ζυγίζει κάθε λέξη του αν ήταν αλήθεια, ούτε ν’ αναρωτιέται αν φλέρταρε μαζί της ή με την κληρονόμο. Ακόμα και οι άντρες που δεν είχαν ανάγκη την περιουσία της και δεν την κυνηγούσαν γι’ αυτήν ήξεραν ότι ήταν πλούσια. Η καταγωγή και η περιουσία της αποτελούσαν γι’ αυτούς αναπόσπαστα στοιχεία του εαυτού της, όπως το γέλιο ή το χαμόγελό της. Δε θα μπορούσε ποτέ να μάθει πώς θα την έβλεπαν αν ήταν απλώς η κόρη ενός ευγενούς και όχι η αδελφή ενός δούκα. Και συνειδητοποίησε ότι ήταν αρκετά ευχάριστο να ξέρει ότι, όταν αυτός ο άντρας φλέρταρε μαζί της, έβλεπε μόνο εκείνη, τον γοήτευε μόνο αυτή. «Α, όχι», του είπε. «Δεν μπορούμε ν’ αποκαλύψουμε ο ένας στον άλλον τ’ όνομά μας. Δε μου τονίσατε μόλις τώρα το όλο νόημα ενός μασκέ -το μυστήριο και η συγκίνηση του να μην ξέρεις;» Ο άντρας γέλασε. «Αχ, ωραία μου κυρία, με αποστομώσατε με τα ίδια μου τα λόγια. Πιστεύετε ότι είναι δίκαιο μια γυναίκα με τη δική σας ομορφιά να διαθέτει και κοφτερό μυαλό;» «Να συμπεράνω ότι είστε συνηθισμένος να κερδίζετε με τα επιχειρήματά σας», τον αντέκρουσε η Κάλι. «Υπάρχουν φορές που δε με νοιάζει να χάσω. Αλλά τώρα δεν είναι μία από αυτές. Θα λυπόμουν πάρα πολύ αν σας έχανα». «Να με χάσετε, κύριε; Πώς μπορείτε να χάσετε κάτι που δεν έχετε;» «Θα χάσω την ευκαιρία να σας ξαναδώ», της απάντησε. «Πώς θα σας ξαναβρώ, αν δεν ξέρω τ’ όνομά σας;»


Η Κάλι του έριξε ένα πειρακτικό βλέμμα. «Έχετε τόσο λίγη πίστη στον εαυτό σας; Κάτι μου λέει ότι θα βρίσκατε τον τρόπο». Της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Λαίδη μου, η πίστη σας στο άτομό μου με κολακεύει. Αλλά σίγουρα θα μου δώσετε κάποιο στοιχείο, έτσι δεν είναι;» «Ούτε το παραμικρό», τον αντέκρουσε πρόσχαρα η Κάλι, που ανακάλυψε ότι υπήρχε μια υπέροχη ελευθερία στο να μην είναι ο εαυτός της, στο να μην έχει να σκέφτεται αν αυτό που θα έλεγε θα είχε επιπτώσεις στον αδελφό της και στο καλό όνομα της οικογένειάς της. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ όμορφο να είναι, έστω και για λίγο, μια απλή νεαρή γυναίκα που φλέρταρε μ’ έναν γοητευτικό κύριο. «Βλέπω ότι πρέπει να εγκαταλείψω κάθε ελπίδα πάνω σ’ αυτό το θέμα», της είπε εκείνος. «Θα μου πείτε τουλάχιστον τι έχετε ντυθεί;» «Δεν μπορείτε να μαντέψετε;» τον ρώτησε η Κάλι δήθεν πειραγμένη. «Ειλικρινά, κύριε, με απογοητεύετε. Θα έλεγα πως είναι προφανές». «Αρχόντισσα των Τυδώρ», της απάντησε. «Αλλά όχι της εποχής της βασίλισσας Ελισάβετ στην οποία έχει μεταμφιεστεί η λαίδη Πενκάλι. Θα έλεγα μάλλον της βασιλείας του πατέρα της». Η Κάλι έγειρε το κεφάλι της. «Πολύ σωστά». «Και δε θα μπορούσατε να είστε παρά μια βασίλισσα», συνέχισε ο καβαλιέρος της. Η Κάλι έγειρε και πάλι βασιλικά το κεφάλι της. «Τότε δε θα μπορούσατε να είστε άλλη από την ξελογιάστρα την Άννα Μπολέιν». Η Κάλι άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι. «Α, όχι, φοβάμαι ότι διαλέξατε τη λάθος βασίλισσα. Δεν είμαι γυναίκα που θα έπαιζε το κεφάλι της για έναν άντρα». «Η Κάθριν Παρ. Βέβαια. Θα έπρεπε να το είχα φανταστεί. Αρκετά όμορφη για να κερδίσει ένα βασιλιά. Αρκετά έξυπνη για να τον κρατήσει». «Κι εσείς; Είστε κάποιος συγκεκριμένος ιππότης, ή απλώς ένας από τους ανθρώπους του βασιλιά;» «Ένας απλός Βασιλόφρονας». Σούφρωσε τη μύτη του. «Ήταν ιδέα της αδελφής μου -κι έχω τη δυσάρεστη αίσθηση ότι μπορεί και να αστειευόταν όταν μου το πρότεινε». «Μα έπρεπε να βάλετε και περούκα», του είπε η Κάλι. «Μια περούκα με μακριές μαύρες μπούκλες». Εκείνος γέλασε. «Όχι. Την περούκα την απέκλεισα. Προσπάθησε να με πείσει, αλλά ήμουν ανένδοτος». «Είναι και η αδελφή σας εδώ απόψε;» ρώτησε η Κάλι κι έριξε


μια ματιά στην αίθουσα. Ίσως να γνώριζε την αδελφή του. «Όχι. Την επισκέφθηκα στο δρόμο για το Λονδίνο. Εκείνη θα έρθει όταν θ’ αρχίσει η Σεζόν», της απάντησε και την κοίταξε με βλέμμα όλο λάμψη και χιούμορ. «Προσπαθείτε να μαντέψετε ποιος είμαι;» Η Κάλι γέλασε. «Με τσακώσατε, κύριε». «Οφείλω να ομολογήσω ότι μπορείτε να μου αποσπάσετε πολύ εύκολα αυτή την πληροφορία. Τ’ όνομά μου...» «Α, όχι, δε θα ήταν δίκαιο. Εξάλλου, θα το μάθω όταν ανακαλύψετε ποια είμαι κι έρθετε να μ’ επισκεφθείτε». «Αλήθεια;» Ο ιππότης σήκωσε τα φρύδια του και τα μάτια του έλαμψαν, αλλά όχι από ευθυμία. «Έχω την άδειά σας να σας επισκεφθώ;» Η Κάλι έγειρε στο πλάι το κεφάλι της σαν να το σκεφτόταν. Η αλήθεια ήταν πως τα λόγια της είχαν ξαφνιάσει λιγάκι και την ίδια. Είχαν βγει από το στόμα της προτού τα σκεφτεί. Ήταν μάλλον παράτολμο να δώσει σε κάποιον που μόλις είχε γνωρίσει την άδεια να την επισκεφθεί -ιδιαίτερα προτού της το ζητήσει ο ίδιος. Ήταν πολύ θρασύ εκ μέρους της. Η γιαγιά της, πίστη στους κανόνες, θα έφριττε. Ίσως θα έπρεπε να του πει όχι. Ανακάλυψε όμως πως δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να πάρει πίσω τα λόγια της. «Ε, ναι», του απάντησε μ’ ένα χαμόγελο, «πιστεύω ότι την έχετε». Ο χορός τελείωσε λίγο μετά, και η Κάλι ένιωσε κάποια απογοήτευση όταν κατέβηκε με τον καβαλιέρο της από την πίστα. Εκείνος την άφησε με μια υπόκλιση, φέρνοντας ανάλαφρα το χέρι της στα χείλια του. Και μολονότι εκείνη δεν μπόρεσε να νιώσει την αίσθηση των χειλιών του μέσ’ από το γάντι, φούντωσε. Τον παρακολούθησε ν’ απομακρύνεται. Ήταν σχεδόν ο πιο επιβλητικός άντρας στην αίθουσα και αναρωτήθηκε για μια ακόμα φορά ποιος μπορεί να ήταν. Άραγε, θα πήγαινε να την επισκεφθεί; Είχε νιώσει κι αυτός εκείνη την έλξη; Θα έκανε τον κόπο ν’ ανακαλύψει ποια ήταν; Ή ήταν απλώς ένας ερωτύλος που περνούσε την ώρα του με κολακευτικά πειράγματα; Η Κάλι ήξερε ότι δε θα χρειαζόταν να κάνει παρά μερικές συνετές ερωτήσεις στα κατάλληλα άτομα και θα μάθαινε τ’ όνομά του, περιέργως όμως, ανακάλυψε πως της άρεσε να μην ξέρει. Πρόσθετε κάτι στην προσμονή, στη συγκίνηση, στην αγωνία αν θα την επισκεπτόταν ή όχι. Δεν είχε όμως πολύ χρόνο να συνεχίσει να σκέφτεται τον ιππότη, γιατί σύντομα η λίστα της με τους χορούς συμπληρώθηκε και πέρασε σχεδόν όλη την επόμενη ώρα στην πίστα. Έκανε ένα


διάλειμμα για να ξεκουραστεί λιγάκι πίνοντας ένα παντς και κουβεντιάζοντας με τη Φραντσέσκα, όταν είδε τη γιαγιά της να προχωράει προς το μέρος της, κρατώντας από το μπράτσο έναν σοβαρό ξανθομάλλη άντρα. Η Κάλι βόγκηξε σιωπηλά. Η Φραντσέσκα την κοίταξε. «Συμβαίνει κάτι;» «Η γιαγιά μου. Μου φέρνει άλλον έναν υποψήφιο μνηστήρα». Η λαίδη Χόξτον κοίταξε τη χήρα δούκισσα. «Α, κατάλαβα». «Της έχει γίνει έμμονη ιδέα ν’ αρραβωνιαστώ σύντομα. Νομίζω πως φοβάται ότι, αν δεν αρραβωνιαστώ μέσα στην επόμενη Σεζόν, θα μείνω γεροντοκόρη». Η Φραντσέσκα κοίταξε πάλι το ζευγάρι που προχωρούσε προς το μέρος τους. «Και πιστεύει ότι ο Άλφρεντ Κάρμπερι θα σου ταίριαζε;» ρώτησε και συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Πιστεύει ότι ο Άλφρεντ Κάρμπερι θα ταίριαζε σ’ εκείνη», της απάντησε η Κάλι. «Θα κληρονομήσει τον τίτλο του κόμη, αν σκεφτείς, όμως, πως βρίσκονται ακόμα στη ζωή τόσο ο παππούς όσο και ο πατέρας του, δε φαντάζομαι να γίνει αυτό πριν κλείσει τα εξήντα». «Μα είναι τρομερά ανιαρός άνθρωπος», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Αυτό ισχύει για όλους τους Κάρμπερι. Φαντάζομαι ότι δεν μπορούν να το αποφύγουν έτσι όπως ζουν όλοι μαζί στο Νορθάμπερλαντ. Δε νομίζω πως θα χαιρόσουν ένα γάμο μαζί του». «Σίγουρα όχι, είναι όμως αξιοσέβαστος». «Μμμ, αυτός είναι ένας από τους λόγους που είναι τόσο ανιαρός». «Αλλά αυτό βολεύει τη γιαγιά μου». «Και κοντεύει τα σαράντα». «Α, οι άντρες στην ηλικία μου είναι επιπόλαιοι. Μπορεί να το σκάσουν και να κάνουν απρέπειες. Όχι, η γιαγιά μου προτιμάει τους πληκτικούς και ανιαρούς -και από καλή οικογένεια, βέβαια. Καλό θα ήταν να είναι και πλούσιος, αλλά σ’ αυτό δε δίνει και τόση σημασία». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Φοβάμαι πως η γιαγιά σου είναι καταδικασμένη ν’ απογοητευτεί». «Ναι, αλλά εγώ είμαι καταδικασμένη ν’ ακούω τα κηρύγματα της. Δεν κάνει και τίποτε άλλο όλο το χειμώνα». «Αχ, καλή μου», της είπε η Φραντσέσκα με συμπάθεια. «Ίσως θα έπρεπε να έρθεις να μείνεις για λίγο μαζί μου. Ο μπάτλερ μου έχει σαφείς εντολές ν’ απομακρύνει κάθε πληκτικό και ανιαρό άντρα -αλλά και γυναίκα». Η Κάλι γέλασε και άνοιξε τη βεντάλια της για να κρύψει το στόμα της καθώς μουρμούριζε: «Να μη σ’ ακούσει η γιαγιά να h:q


κάτι τέτοιο, γιατί θα μου απαγορεύσει να έρθω ακόμα και για μια απλή επίσκεψη». «Καλάντρα, αγαπητή μου, εδώ είσαι. Δε χορεύεις; Και η λαίδη Χόξτον. Πανέμορφη, όπως πάντα». «Σας ευχαριστώ, δούκισσα», της απάντησε η Φραντσέσκα κι έκανε μια υπόκλιση. «Και θα σας ανταποδώσω το κομπλιμέντο, είστε πολύ εντυπωσιακή απόψε». Αυτό ήταν αλήθεια, φυσικά. Η γιαγιά της Κάλι, ψηλή και λεπτή, με τα χιονάτα μαλλιά της χτενισμένα σε κότσο, εξακολουθούσε να είναι μια εντυπωσιακή γυναίκα. Στα νιάτα της ήταν μια καλλονή, και η εγγονή της ήταν τυχερή, διότι, τουλάχιστον στα ρούχα, είχε άψογο γούστο και δεν επέκρινε την γκαρνταρόμπα της. Μόνο μια δυο φορές η δούκισσα είχε πατήσει πόδι, όταν η Κάλι είχε πρωτοκάνει το ντεμπούτο της και είχε θελήσει να φορέσει μια τουαλέτα που δεν ήταν λευκή. «Σ’ ευχαριστώ, αγαπητή μου». Η δούκισσα της χάρισε ένα βασιλικό χαμόγελο, θεωρώντας το κομπλιμέντο της δεδομένο. «Γνωρίζετε τον αξιότιμο Άλφρεντ Κάρμπερι, έτσι δεν είναι;» Γύρισε προς τον άντρα δίπλα της με τέτοιο τρόπο, ώστε η ίδια να βρεθεί απέναντι στη Φραντσέσκα κι εκείνος πιο κοντά στην Κάλι. Η δούκισσα συνέχισε απτόητη με τις συστάσεις. «Η λαίδη Χόξτον. Η εγγονή μου, η λαίδη Καλάντρα. Για πείτε μου, λαίδη Χόξτον, τι κάνει η μητέρα σας; Τι θα λέγατε να κάνουμε μια όμορφη κουβεντούλα οι δυο μας, θα έπαιρνα όρκο ότι έχω να σας δω από το γάμο του λόρδου Λέιτον;» Και λέγοντας αυτά, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της Φραντσέσκα χωρίζοντας τα δυο ζευγάρια. Ύστερα χαμογέλασε με επιείκεια και είπε: «Είμαι σίγουρη ότι εσείς οι νέοι δεν έχετε καμιά διάθεση ν’ ακούσετε τα κουτσομπολιά μας. Κύριε Κάρμπερι, γιατί δε ζητάτε από τη λαίδη Καλάντρα να χορέψετε, όσο η λαίδη Χόξτον κι εγώ θα τα λέμε;» Η Φραντσέσκα σήκωσε ελαφρά τα φρύδια της όταν άκουσε τη δούκισσα να την τοποθετεί στην ίδια γενιά μ’ εκείνη, ενώ είχε χαρακτηρίσει τον αξιότιμο κύριο Κάρμπερι -μόλις επτά ή οκτώ χρόνια μεγαλύτερο της- νέο. Πάντως, όφειλε ν’ αναγνωρίσει την επιδεξιότητα με την οποία την είχε βγάλει η δούκισσα από το παιχνίδι, και αφού έριξε ένα σπινθηροβόλο βλέμμα στην Κάλι, άφησε τη γηραιά κυρία να την παρασύρει μαζί της. Η Κάλι χαμογέλασε κάπως σφιγμένα και είπε: «Σας παρακαλώ, κύριε, μη νιώθετε υποχρεωμένος να χορέψετε μαζί μου μόνο και μόνο επειδή η γιαγιά μου...» «Ανοησίες, κορίτσι μου», είπε ο κύριος Κάρμπερι με τον χωρατατζίδικο τόνο που χρησιμοποιούσε συνήθως με τους νεαρούς


συγγενείς του. «Θα ήταν τιμή μου να φέρω μια βόλτα μαζί σου στην πίστα. Το διασκεδάζεις, ε;» Η Κάλι αποφάσισε να χορέψει, γιατί έτσι θα απέφευγε ευκολότερα τις κουβέντες μαζί του. Και χάρηκε όταν ανέβηκαν στην πίστα και διαπίστωσε πως έπαιζαν έναν εύθυμο λαϊκό χορό που δεν άφηνε το περιθώριο για κουβέντες, αλλά δυστυχώς διαρκούσε πιο πολύ από ένα βαλς. Καν όσο χόρευε, έπιασε τον εαυτό της ν αναζητά με το βλέμμα το φτερό στο καπέλο ενός ιππότη. Όταν τέλειωσε ο χορός, δεν είχε το χρόνο παρά να δεχτεί χαμογελαστή τις ευχαριστίες του κυρίου Κάρμπερι, προτού ανέβει στην πίστα με τον επόμενο καβαλιέρο της, τον κύριο Γουότερς. Τον γνώριζε ελάχιστα, τον είχε συναντήσει άλλη μία φορά και είχε την υποψία πως ο τύπος έψαχνε να τυλίξει μια πλούσια σύζυγο, αλλά τουλάχιστον ήταν πνευματώδης, καλός συζητητής και επιδέξιος χορευτής. Όταν έφτασε και αυτός ο χορός στο τέλος, ο κύριος Γουότερς της πρότεινε να περπατήσουν λίγο μέσα στην αίθουσα και η Κάλι δέχτηκε. Ήταν σχεδόν δέκα, πράγμα που σήμαινε ότι ο χορός θα σταματούσε σε λίγο και οι καλεσμένοι θα περνούσαν στην απέναντι αίθουσα για το σουπέ. Και φοβόταν πως η γιαγιά της θα την αναζητούσε για να της συστήσει τον «κατάλληλο» συνοδό ώστε να τον ακολουθήσει στην τραπεζαρία- προτιμούσε λοιπόν να μη βρίσκεται στο οπτικό πεδίο της δούκισσας τα επόμενα λεπτά. Περπάτησαν περιμετρικά της αίθουσας, ενώ ο συνοδός της έκανε ευγενική ψιλοκουβεντούλα για τη μεγαλοπρέπεια του χορού, τη ζωηρή μουσική και τη ζέστη που βασίλευε στην αίθουσα μετά το χορό. Κάποια στιγμή, ο κύριος Γουότερς σταμάτησε σε μια από τις μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στη βεράντα. Ήταν ανοιχτή, αφήνοντας ελεύθερο το δροσερό νυχτερινό αεράκι να μπαίνει. «Α, εδώ είναι πολύ καλύτερα, δε συμφωνείτε;» της είπε. «Ο χορός μπορεί να σε κάνει ν’ ανάψεις». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αφηρημένη. Τελικά ο κύριος Γουότερς μπορεί να μην ήταν και τόσο καλός συζητητής όσο πίστευε. Έριξε μια ματιά στην αίθουσα γύρω της, είδε τη γιαγιά της να κουβεντιάζει με το λόρδο Πόμερανς κι έπνιξε ένα βογκητό. Δεν ήταν δυνατόν η γιαγιά της να θέλει να της επιβάλει αυτόν το φαφλατά. Ήταν σίγουρα νεότερος και όχι τόσο ανιαρός όσο ο κύριος Κάρμπερι, αλλά είχε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, που πίστευε ότι όλοι γύρω του ενδιαφέρονταν και για την παραμικρή λεπτομέρεια της ζωής του. «Αυτοί οι δύο είχαν μια πολύ καλή ιδέα», συνέχισε ο κύριος Γουότερς. «Τι πράγμα;» ρώτησε η Κάλι με το βλέμμα καρφωμένο στη


γιαγιά της. Ο συνοδός της τής έδειξε τη βεράντα πίσω τους. «Βγήκαν να πάρουν λίγο αέρα». «Υποθέτω πως ναι». Η δούκισσα κοίταξε γύρω της και η Κάλι ήξερε ότι έψαχνε για εκείνη. Της γύρισε την πλάτη. «Ναι», είπε γρήγορα, «έχετε δίκιο -λίγο καθαρό αέρα». Γλίστρησε έξω από την μπαλκονόπορτα και ο ξαφνιασμένος καβαλιέρος της δίστασε μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου προτού την ακολουθήσει χαμογελώντας. Η Κάλι απομακρύνθηκε γρήγορα από την αίθουσα χορού προς τις πιο σκοτεινές γωνιές της βεράντας. Ο χειμωνιάτικος αέρας έκανε τα γυμνά μπράτσα και την πλάτη της να παγώσουν, αλλά έτσι όπως είχε σκάσει μέσα στην αποπληκτική αίθουσα, η αλλαγή ήταν για την ώρα ευπρόσδεκτη. Σταμάτησε όταν έφτασε στο κιγκλίδωμα όπου τέλειωνε η πάνω βεράντα, ένα σημείο όπου δε θα τους έβλεπε η γιαγιά της ακόμα κι αν κοιτούσε έξω από την πόρτα της αίθουσας. «Συγνώμη», είπε στο συνοδό της μ’ ένα γρήγορο χαμόγελο. «Θα πρέπει να με θεωρείτε τρελή έτσι που βγήκα έξω τρέχοντας». «Όχι τρελή. Παρορμητική, ίσως», της απάντησε ο Γουότερς χαμογελώντας και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της. «Μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι ανυπομονούσατε, όσο κι εγώ, να βρεθούμε μόνοι». Και ενώ η Κάλι τον κοιτούσε εμβρόντητη, εκείνος έφερε το γαντοφορεμένο χέρι της στα χείλη του και το φίλησε, λέγοντας: «Δεν το είχα συνειδητοποιήσει -το ήλπιζα, αλλά δε φανταζόμουν ότι ανταποκρινόσασταν στην αγάπη μου». «Τι πράγμα;» Η Κάλι προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά ο Γουότερς το κρατούσε πολύ σφιχτά. Και τότε κατάλαβε το λάθος που είχε κάνει πάνω στη βιασύνη της να ξεφύγει από τον έλεγχο της γιαγιάς της. Αν ήταν με κάποιον άλλον κύριο που γνώριζε καλύτερα, δε θα υπήρχε πρόβλημα. Αυτή τη στιγμή εκείνος θα γελούσε με τις πλεκτάνες της δούκισσας και θά έσπευδε να τη βοηθήσει. Ο κύριος Γουότερς, όμως, είχε βγάλει προφανώς λάθος συμπεράσματα ή... του είχε παρουσιαστεί η χρυσή ευκαιρία να εξελίξει τη γνωριμία τους και είχε αποφασίσει να την αρπάξει. Η Κάλι δεν μπορούσε να ξεχάσει τις υποψίες της ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν καιροσκόπος. Έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά εκείνος την ακολούθησε. Κρατούσε πάντα το χέρι της και κοιτούσε το πρόσωπό της με πάθος. «Θα πρέπει να γνωρίζετε τα αισθήματά μου για σας», της είπε. «Την αγάπη που καίει την καρδιά μου...»


«Όχι! Κύριε Γουότερς, φοβάμαι ότι με παρεξηγήσατε», τον έκοψε αποφασιστικά. «Σας παρακαλώ, αφήστε το χέρι μου». «Όχι μέχρι να μου απαντήσετε. Λαίδη Καλάντρα, σας ικετεύω, κάντε τα όνειρά μου...» «Κύριε Γουότερς, σταματήστε». Μ’ ένα σπρώξιμο, η Κάλι τράβηξε το χέρι της από το δικό του. «Λυπάμαι αν άθελά μου σας έδωσα λάθος εντύπωση, αλλά, σας παρακαλώ, ας βάλουμε ένα τέλος σ’ αυτή τη συζήτηση». Έκανε να τον προσπεράσει, αλλά ο Γουότερς την άρπαξε από τα μπράτσα και την κράτησε ακίνητη. «Όχι, ακούστε με», της είπε. «Σας αγαπώ, Καλάντρα. Η καρδιά μου, η ψυχή μου καίγεται για σας. Σας ικετεύω, πείτε μου ότι ενδιαφέρεστε κι εσείς για μένα, ότι και η δική σας καρδιά...» «Σταματήστε αμέσως», τον διέταξε η Καλάντρα. «Πάμε μέσα και θα ξεχάσουμε ό,τι συνέβη». «Δε θέλω να ξεχάσω», της δήλωσε εκείνος. «Κάθε στιγμή μαζί σας είναι πολύτιμη για μένα». Η Κάλι έσφιξε τα δόντια της. Τα βαρύγδουπα λόγια του της έδιναν στα νεύρα και κάθε λεπτό που περνούσε πειθόταν όλο και περισσότερο ότι δεν ήταν καθόλου ειλικρινής. Αυτός ο άντρας δεν ενδιαφερόταν για κείνη, παρά μόνο για τη μεγάλη προίκα της, και δεν την ένοιαζε πια μήπως τον πληγώσει. «Βάζω στοίχημα ότι θα θέλατε να ξεχάσετε αμέσως αυτή τη στιγμή, έτσι και μιλούσα στον αδελφό μου!» του πέταξε και προσπάθησε να ξεφύγει. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στα μπράτσα της και την κράτησαν ακίνητη. Της χαμογέλασε. Η μάσκα του ερωτευμένου έπεσε με την ίδια ταχύτητα που είχε επιστρατευθεί προηγουμένως. «Στον αδελφό σας;» τη ρώτησε χλευαστικά. «Σκοπεύετε να πείτε στο δούκα ότι ερωτοτροπούσατε στη βεράντα μ’ έναν άντρα; Εμπρός, να του το πείτε. Φαντάζομαι ότι θα επιμείνειν’ αρραβωνιαστούμε αμέσως». «Είστε τρελός αν πιστεύετε κάτι τέτοιο», του πέταξε η Κάλι. «Δεν ερωτοτροπούσα μαζί σας, και όταν του πω τι ακριβώς συνέβη, θα θέλει να σας πάρει το κεφάλι». «Αλήθεια;» Τα μάτια του άστραψαν επικίνδυνα. «Και θα είναι τόσο πρόθυμος να με βγάλει από τη μέση, αν η υπόληψή σας έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα;» Την τράβηξε πάνω του κι έσκυψε να τη φιλήσει. «Ω!» Η Κάλι άφησε μια σιγανή, θυμωμένη κραυγή γεμάτη απόγνωση και σήκωσε τα χέρια της προς τα πάνω, σπρώχνοντάς τον με δύναμη, ενώ γύριζε το κεφάλι της μακριά του. Τον κλότσησε στο καλάμι.


Ο Γουότερς έβρισε πασχίζοντας να τη συγκρατήσει. Την έσυρε στη βεράντα και την κόλλησε στον τοίχο. Η Κάλι ένιωσε την άγρια πέτρα στην πλάτη της μέσ’ από το λεπτό ύφασμα του φουστανιού της και τον βούτηξε από το πουκάμισο. Τσίμπησε όση γυμνή σάρκα μπορούσε να πιάσει. Η τσιρίδα του τη χαροποίησε αφάνταστα. Και την επόμενη στιγμή, τον είδε να τινάζεται μακριά της, πασχίζοντας να πάρει ανάσα. Ένα δυνατό μπράτσο τού έσφιγγε το λαιμό και ήταν τώρα κολλημένος στο στέρνο του ιππότη. «Τι έγινε;» τον ρώτησε ο ιππότης με επικίνδυνα σιγανή φωνή, ενώ έσφιγγε τη λαβή του. Ο Γουότερς γούρλωσε τα μάτια του, κάνοντας μάταιες προσπάθειες να ελευθερωθεί. «Δεν έχεις τίποτε να πεις; Πού είναι οι παλικαρισμοί τώρα που πρέπει να τα βάλεις με κάποιον άλλον και όχι με μια γυναίκα;» «Όχι, σας παρακαλώ, μην τον πνίξετε», είπε η Κάλι με φωνή που έτρεμε ελαφρά και απομακρύνθηκε από τον τοίχο. «Είστε σίγουρη;» Ο σωτήρας της την κοίταξε. «Δε νομίζω να λείψει από τον κόσμο αυτό το σκουλήκι». «Η λαίδη Οντίλια μπορεί να έχει τις αντιρρήσεις της αν βρεθεί ένα πτώμα στη βεράντα της τη βραδιά των γενεθλίων της», του απάντησε ξερά η Κάλι. Εκείνος της χαμογέλασε και χαλάρωσε τη λαβή του στο λαιμό του άλλου. «Εντάξει. Αφού το επιθυμείτε, θα τον αφήσω να φύγει». Ο Γουότερς πάσχισε να πάρει αέρα. «Θα το μετανιώσεις», άρχισε να λέει. Ο ιππότης έσφιξε πάλι τη λαβή στο λαιμό του, πνίγοντας τις λέξεις. «Το μετάνιωσα ήδη», του είπε ωμά. Πήρε το μπράτσο του από το λαιμό του Γουότερς και τον άρπαξε από τους ώμους. Τον γύρισε, τον κόλλησε πάνω στα κάγκελα, έχωσε το χέρι του στο γιακά του και τον τράβηξε προς τα πίσω. «Μπορεί να μην ξέρεις και τόσο καλά τα κατατόπια του σπιτιού της λαίδης Πενκάλι και να μη γνωρίζεις ότι υπάρχει ένα κενό δέκα μέτρων μέχρι τον κήπο κάτω, αλλά εγώ το ξέρω. Αν ήμουν στη θέση σου, θα το ξανασκεφτόμουν να ξαναξεστομίσω απειλές είτε εναντίον μου είτε εναντίον της δεσποινίδας. Δε θα άρεσε στη λαίδη Πενκάλι να πέσει από τη βεράντα ένας από τους καλεσμένους των γενεθλίων της, αλλά μην ανησυχείς, θα το ξεπεράσει γρήγορα. Και κανείς δε θα ξαφνιαστεί βρίσκοντας έναν μεθυσμένο επισκέπτη γκρεμισμένο στο πλακόστρωτο από κάτω. Και δε θα υπάρχει κανείς ν’ αμφισβητήσει την εκδοχή μου τη στιγμή που εσύ, δυστυχώς, θα είσαι νεκρός. Έγινα σαφής;»


Τα μάτια του Γουότερς φάνταζαν πελώρια στο σκοτάδι καθώς κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του. «Ωραία. Τότε καταλαβαινόμαστε». Ο ιππότης έκανε ένα βήμα πίσω, επιτρέποντας στον Γουότερς να ξαναστηθεί όρθιος, αλλά δεν τον άφησε ακόμα. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια και συνέχισε: «Αν ακούσω ποτέ έστω και μια λέξη για το συγκεκριμένο συμβάν, αν κυκλοφορήσει η παραμικρή σκανδαλώδης φήμη για τούτη τη δεσποινίδα, θα ξέρω από ποιον προήλθε. Και θα έρθω να σε κανονίσω. Θα πρότεινα, λοιπόν, να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να εγκαταλείψεις το Λονδίνο αμέσως. Μια μακρά παραμονή στην εξοχή είναι σίγουρα προς το συμφέρον σου. Έγινα σαφής;» Ο Γουότερς βιάστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του, μη τολμώντας να κοιτάξει ούτε τον ιππότη ούτε την Κάλι. «Εντάξει τότε. Πήγαινε τώρα». Ο ιππότης τον άφησε, παραμέρισε και ο Γουότερς έφυγε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του. Ο σωτήρας της Κάλι γύρισε τότε προς το μέρος της. «Είστε καλά; Σας χτύπησε;» Η Κάλι κούνησε το κεφάλι της και ανατρίχιασε, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο πολύ κρύωνε. «Ναι, είμαι μια χαρά. Σας ευχαριστώ. Εγώ...» Η ανάσα της πιάστηκε απότομα. «Ορίστε. Κρυώνετε». Ο ιππότης έλυσε την μπέρτα του και την τύλιξε στους ώμους της. «Σας ευχαριστώ». Η Κάλι την έσφιξε γύρω της και τον κοίταξε. Τα μάτια της λαμπύρισαν στο θαμπό φως από τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκροτήσει. Και ο ιππότης ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. «Είστε πανέμορφη. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που ένα κάθαρμα σαν αυτόν προσπάθησε να σας εκμεταλλευτεί. Δε θα έπρεπε να επιτρέψετε σ’ ένα τέτοιο υποκείμενο να σας παρασύρει έξω». «Το ξέρω. Φέρθηκα ηλίθια». Η Κάλι του χάρισε ένα τρεμουλιαστό χαμόγελο. «Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να βγω έξω με κάποιον που στην ουσία δε γνώριζα. Απλώς ήθελα να ξεφύγω από τη γιαγιά μου κι ενήργησα παρορμητικά». «Να ξεφύγετε από τη γιαγιά σας;» τη ρώτησε εκείνος και τα μάτια του άστραψαν πονηρά. «Είναι κακιά γιαγιά;» «Όχι, απλά προξενήτρα». «Α». Ο ιππότης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Κατάλαβα. Σχεδόν το ίδιο ανυπόφορη με μια προξενήτρα μάνα». Η Κάλι χαμογέλασε. «Είμαι πολύ τυχερή που εμφανιστήκατε


τη συγκεκριμένη στιγμή. Θα σας είμαι αιωνίως υπόχρεη. Σας ευχαριστώ που με σώσατε». Άπλωσε σοβαρά το χέρι της για να σφίξει το δικό του. Εκείνος το πήρε, τύλιξε τα δυνατά δάχτυλά του γύρω από τα δικά της και το έφερε στα χείλη του, πιέζοντάς τα απαλά στη ράχη του χεριού της. «Χαίρομαι που μπόρεσα να βοηθήσω. Αλλά αυτό δεν οφείλεται στην τύχη. Τον είδα να σας οδηγεί έξω και κάτι πάνω του δε μου άρεσε». «Με παρακολουθούσατε;» τον ρώτησε η Κάλι, που της άρεσε η σκέψη ότι την είχε αναζητήσει και αυτός όπως τον είχε αναζητήσει κι εκείνη. «Διέσχιζα την αίθουσα για να σας ζητήσω να μου χαρίσετε έναν ακόμα χορό», της απάντησε. «Αλλά η μουσική σταμάτησε ξαφνικά και κατάλαβα πως είχε φτάσει η ώρα του σουπέ. Και τότε τον είδα να σας παρασέρνει έξω». «Όπως και να ’χει, ήταν ευγενικό εκ μέρους σας να μας ακολουθήσετε». «Οποιοσδήποτε άντρας το ίδιο θα έκανε». «Οχι», τον αντέκρουσε μ’ ένα χαμόγελο, «κάθε άλλο». Η Κάλι κοίταξε τα ενωμένα χέρια τους. «Εξακολουθείτε να κρατάτε το χέρι μου, κύριε». «Ναι, το ξέρω. Θέλετε να το αφήσω;» Η φωνή του ακούστηκε βαθιά, αισθησιακή. Η Κάλι σήκωσε το κεφάλι της κι ένιωσε τα σωθικά της να τρέμουν όταν αντίκρισε το βλέμμα του. «Ε... όχι στ’ αλήθεια». «Ωραία, γιατί ούτε κι εγώ το θέλω». Ο αντίχειράς του χάιδεψε μαλακά τη ράχη του χεριού της, μια απλή κίνηση που την επηρέασε βαθιά. «Και τώρα που έστειλα εκείνο τον αλήτη στον αγύριστο... νομίζω ότι δικαιούμαι μια μικρή χάρη, δε συμφωνείτε;» «Τι χάρη;» τον ρώτησε η Καλάντρα κάπως ξέπνοη. Τον ένιωθε πολύ κοντά της, αισθανόταν τη ζέστη του κορμιού του, ρουφούσε τη διακριτική μυρωδιά της κολόνιας του. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της, αλλά όχι από φόβο όπως λίγα λεπτά νωρίτερα. Τώρα την είχε πλημμυρίσει η προσμονή. «Τ’ όνομά σας, λαίδη μου». «Καλάντρα», του απάντησε γλυκά. «Καλάντρα», επανέλαβε εκείνος σιγανά, προφέροντας μία μία τις συλλαβές. «Μαγικό όνομα». «Όχι και τόσο», του απάντησε εκείνη. «Και οι κοντινοί μου άνθρωποι με φωνάζουν Κάλι». «Κάλι». Ο ιππότης σήκωσε το άλλο χέρι του κι έσυρε τον αντί- χειρά του στο πιγούνι της. «Σας ταιριάζει».


«Τώρα όμως παίζουμε με άνισους όρους γιατί εγώ δε γνωρίζω τ’ όνομά σας». «Μπρόμγουελ. Οι κοντινοί μου άνθρωποι με φωνάζουν Μπρομ». «Μπρομ», ψέλλισε η Κάλι. Το δέρμα της είχε μυρμηγκιάσει στο σημείο που την άγγιζε ο αντίχειράς του, στέλνοντας ρίγη συγκίνησης στο κορμί της. «Ακούγεται πολύ πιο όμορφο από τα δικά σας χείλη». Ο ιππότης έσυρε τώρα τον αντίχειρά του στο κάτω χείλος της και η φλόγα φούντωσε στα σωθικά της. Τα μάτια του, όλο λάμψη, ακολούθησαν την κίνηση του δαχτύλου του και τα χείλια του μαλάκωσαν. Έγειρε προς το μέρος της και η Κάλι ήταν σίγουρη ότι θα τη φιλούσε. Αλλά δε δίστασε, δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, τεντώθηκε με τόλμη καλύπτοντας την απόσταση που τους χώριζε. Τα χείλια του αιχμαλώτισαν τα δικά της και σαν να έγινε μια έκρηξη μέσα της. Έτρεμε, κάθε νεύρο του κορμιού της είχε ζωντανέψει ξαφνικά και παλλόταν στο ρυθμό των αργών, αισθησιακών κινήσεων των χειλιών του πάνω στα δικά της. Η Κάλι δεν είχε βιώσει ποτέ κάτι τέτοιο. Μολονότι ένας δυο άντρες είχαν τολμήσει να της κλέψουν ένα φιλί, κανένα από εκείνα τα φιλιά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τούτο -τρυφερό, καυτό, βελούδινο. Και κανείς από τους προηγούμενους άντρες δεν είχε χαϊδέψει το στόμα της με το δικό του, δεν είχε ανοίξει τα χείλη της με τη γλώσσα του για να εξερευνήσει τα υγρά βάθη, ξεσηκώνοντας κύματα ηδονής μέσα της. Η Κάλι έβγαλε μια ξαφνιασμένη, γεμάτη προσμονή κραυγούλα και γραπώθηκε αυθόρμητα από το λαιμό του, ενώ εκείνος τύλιγε με πάθος τα μπράτσα του γύρω της, σφίγγοντάς τη πάνω στο σκληρό, δυνατό κορμί του. Το κομψό φτερό του καπέλου του χάιδεψε το μάγουλό της και αυτό το χάδι διέγειρε ακόμα περισσότερο τα ευαίσθητα νεύρα της σάρκας της. Η κραυγή της έκρυβε τώρα πείνα και απόγνωση- σήκωσε το χέρι της, έβγαλε το καπέλο του και το πέταξε στο πλάι, ενώ τα χείλια του τρυγούσαν με πάθος τα δικά της. Η Κάλι έμπηξε τα δάχτυλά της στο πλούσιο ύφασμα του ζιλέ του. Ένιωθε να πέφτει, να παρασύρεται από έναν ανεμοστρόβιλο λαχτάρας και πόθου, πράγμα που τη συνάρπασε και τη φόβισε ταυτόχρονα, καθώς αισθανόταν πιο ζωντανή από ποτέ. Το κορμί του, καυτό μέσ’ από τα ρούχα, την τύλιγε με τη θέρμη του. Ξαφνικά εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, πήρε μια βαθιά ανάσα και την κοίταξε. Άπλωσε το χέρι του, έπιασε τη μισή μάσκα


της ανάμεσα στα δάχτυλά του, τη σήκωσε και αποκάλυψε το πρόσωπό της. «Είσαι τόσο όμορφη», ψέλλισε. Ύστερα έβγαλε και τη δική του μάσκα και την άφησε να ταλαντεύεται στο χέρι του. Η Κάλι τον κοίταξε, συνειδητοποιώντας έκπληκτη πως το πρόσωπό του ήταν ακόμα πιο σαγηνευτικό χωρίς τη μάσκα. Τα ψηλά, γωνιώδη ζυγωματικά του έρχονταν σε ισορροπία με το δυνατό πιγούνι του, και τα μακριά, μαύρα ματοτσίνορά του τόνιζαν ακόμα περισσότερο τα μεγάλα γκρίζα μάτια του. Μοιάζει με άγγελο, σκέφτηκε με μια ποιητική διάθεση που δεν τη χαρακτήριζε, όχι με τα παχουλά γλυκά αγγελάκια που φιγουράρουν πάνω σε συννεφάκια, αλλά με τους ατρόμητους αγγέλους-φρουρούς με τα σπαθιά στις πύλες του παραδείσου. «Κι εσύ το ίδιο», του απάντησε με ειλικρίνεια, και αμέσως κοκκίνισε με την αφέλεια των λόγων της. Κάτι άστραψε στο βλέμμα του, ενώ άφησε να του ξεφύγει ένα τρεμουλιαστό γελάκι. «Αγαπητή μου Καλάντρα... είναι πολύ επικίνδυνο για σας να βρίσκεστε εδώ έξω μόνη μαζί μου». «Πιστεύετε ότι δεν μπορώ να σας έχω εμπιστοσύνη;» τον ρώτησε, φροντίζοντας να ξεκαθαρίσει με τον τόνο της τη δική της πεποίθηση. «Πιστεύω ότι είναι επικίνδυνο να εμπιστευθείτε τον οποιονδήποτε άντρα όταν είστε τόσο όμορφη... και τόσο γλυκιά». Η φωνή του ακούστηκε βραχνή καθώς έσερνε αργά την παλάμη του στο μπράτσο της. Τελικά τράβηξε απρόθυμα το χέρι του κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Πρέπει να επιστρέφουμε μέσα». Της έδωσε τη μάσκα και η Κάλι την πήρε. Δεν ήθελε όμως να γυρίσει την πλάτη της ούτε σ’ εκείνον ούτε σ’ αυτή τη στιγμή και στα καινούρια αισθήματα που είχαν ξυπνήσει μέσα της. Ενώ ταυτόχρονα, η δική του προτροπή να το κάνει ενίσχυε ό,τι ένιωθε γι’ αυτόν. Του χαμογέλασε. «Ίσως θα θέλατε να μάθετε ολόκληρο τ’ όνομά μου». «Αυτό θα απλούστευε σίγουρα τα πράγματα», παραδέχθηκε εκείνος χαμογελώντας. «Αλλά, πιστέψτε με, έτσι κι αλλιώς, εγώ θα σας βρω». «Τότε θα πρέπει να έρθετε στο...» Η Κάλι έκοψε στη μέση τη φράση της και γύρισε καθώς άκουσε τη φωνή του αδελφού της από τη βεράντα πίσω τους. «Κάλι; Καλάντρα;» Το βλέμμα της διέτρεξε τη μεγάλη βεράντα. Ο δούκας στεκόταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα και κοιτούσε γύρω. Έκανε συνοφρυωμένος ένα βήμα, φωνάζοντας πάλι τ’ όνομά της.


«Να πάρει ο διάβολος!» ψέλλισε η Κάλι μέσ’ απ’ τα δόντια της, και η βρισιά της, που δεν άρμοζε σε μια κυρία, έκανε το συνοδό της να υψώσει τα φρύδια του. Ο Μπρομ έπνιξε ένα γέλιο. «Είναι κάποιος που δε θέλετε να δείτε;» «Ο αδελφός μου», του απάντησε η Κάλι. «Θα κάνει σίγουρα φασαρία. Τέλος πάντων, δεν έχει νόημα να το καθυστερούμε. Ας τελειώνουμε», είπε και προχώρησε προς το μέρος του με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε περισσότερο από μια απλή επίπληξη. Ο συνοδός της σήκωσε τους ώμους του και την ακολούθησε. Την πρόφτασε τη στιγμή που εκείνη φώναζε: «Εδώ! Όλα καλά, Σινκλέρ. Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις». Ο Ρόκφορντ προχώρησε βιαστικά προς το μέρος τους. Το πρόσωπό του χαλάρωσε από την ανακούφιση. «Τι στην ευχή γυρεύεις εδώ έξω; Είσαι καλά;» Καθώς έβγαιναν στο φως, η Κάλι αισθάνθηκε το συνοδό της να παίρνει μια κοφτή ανάσα και να κοκαλώνει. Μισογύρισε προς το μέρος του ερωτηματικά, ύστερα κοίταξε πάλι τον αδελφό της και συνειδητοποίησε πως κι εκείνος είχε κοκαλώσει. Ο Ρόκφορντ κοιτούσε συνοφρυωμένος άγρια τον άντρα που στεκόταν δίπλα στην Κάλι. «Εσύ!» βρυχήθηκε στον ιππότη. «Μακριά από την αδελφή μου!»


Κεφάλαιο 3 Η Κάλι κοίταξε τον αδελφό της με ανοιχτό το στόμα, ξαφνιασμένη από την ασυνήθιστη αγένειά του. «Σινκλέρ!» Έκανε ένα βήμα μπροστά, απλώνοντας το χέρι της για να τον ηρεμήσει. «Σε παρακαλώ, όχι. Παρεξήγησες την κατάσταση». «Δεν παρεξήγησα τίποτα, τα κατάλαβα όλα», την αντέκρουσε ο Ρόκφορντ, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το πρόσωπο του άλλου. «Όχι, δεν καταλαβαίνεις», τον αντέκρουσε κοφτά η Κάλι. «Αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε για να με βλάψει. Με βοήθησε». Στράφηκε στο σύντροφό της. Το βλέμματα που αντάλλασσαν οι δυο άντρες ήταν ψυχρά. Η Κάλι έπνιξε έναν αναστεναγμό μπροστά σ’ αυτή τη φανερή αντρική αντιπαράθεση και είπε: «Κύριε, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον αδελφό μου, δούκα του Ρόκφορντ. «Ναι», είπε ψυχρά ο ιππότης, «γνωρίζω το δούκα». «Ω». Η Κάλι κοίταζε μια τον έναν και μια τον άλλον και συνειδητοποίησε πως κάτι άλλο έτρεχε μεταξύ τους, κάτι που δεν είχε καμιά σχέση με το ότι εκείνη είχε βγει μόνη της στη βεράντα μ’ έναν άντρα. «Λόρδε Μπρόμγουελ», απάντησε ο Σινκλέρ και ο τόνος του πράγμα αδύνατο- ήταν ακόμα πιο ξερός από πριν. Χωρίς να κοιτάξει την Κάλι, της είπε: «Πήγαινε μέσα, Καλάντρα». «Όχι», του απάντησε εκείνη. «Σινκλέρ, λογικέψου. Άσε με να σου εξηγήσω». «Κάλι!» Η φωνή του Σινκλέρ αντήχησε σαν μαστίγιο. «Ακουσες τι είπα. Πήγαινε μέσα». Η Κάλι κοκκίνισε, πειραγμένη από τον αυστηρό τόνο του. Της είχε μιλήσει σαν να ήταν κανένα παιδί που το έστελνε στο δωμάτιό του. «Σινκλέρ!» τον αντέκρουσε. «Μη μου μιλάς σαν να είμαι...» Εκείνος γύρισε να την αντιμετωπίσει. «Σου είπα, πήγαινε μέσα. Τώρα». Η Κάλι πήρε μια ανάσα, νιώθοντας το θυμό και τον πόνο να


τη διαπερνούν σαν μαχαιριές. Έκανε να διαμαρτυρηθεί, να ζητήσει το λόγο από τον αδελφό της για το φέρσιμό του, συνειδητοποίησε όμως πως δεν μπορούσε να δημιουργήσει σκηνή στο πάρτι της θείας Οντίλια. Μπορεί να έβγαινε κάποιος έξω από στιγμή σε στιγμή, ή μπορεί να βρισκόταν ήδη κάποιος στον κήπο και να τους άκουγε. Και δεν είχε καμιά διάθεση να μπλεχτεί σ’ έναν άγριο καβγά με τον αδελφό της. Ένιωθε ήδη αρκετά ταπεινωμένη που την είχε κατσαδιάσει μπροστά σ’ έναν άντρα που γνώριζε ελάχιστα. Τα μάτια της άστραψαν, αλλά κατάπιε τα λόγια της. Χαιρέτησε μ’ ένα κοφτό νεύμα το λόρδο Μπρόμγουελ, ύστερα γύρισε και προσπέρασε τον αδελφό της χωρίς κουβέντα. Ο δούκας συνέχισε να κοιτάζει σιωπηλός τον άλλον μέχρι που η Καλάντρα χάθηκε μέσα στην αίθουσα χορού. Ύστερα του είπε σιγανά με φωνή σκληρή σαν ατσάλι. «Άφησε την αδελφή μου ήσυχη». Ο Μπρόμγουελ σταύρωσε τα χέρια του και τον κοίταξε σαρκαστικά. «Τι διασκεδαστική ειρωνεία... ν’ ακούω το δούκα του Ρόκφορντ ν’ ανησυχεί τόσο για την τιμή μιας νέας γυναίκας. Αλλά, πάλι, υποθέτω ότι είναι διαφορετικό όταν αυτή η νέα γυναίκα είναι η αδελφή του δούκα, σωστά;» Με ένα σαρδόνιο βλέμμα έκανε να προσπεράσει τον Ρόκφορντ, αλλά εκείνος άπλωσε το χέρι του και τον έπιασε από το μπράτσο. Ο Μπρόμγουελ σταμάτησε και το βλέμμα πάγωσε στα γκρίζα μάτια του. Κοίταξε το χέρι του άλλου στο μπράτσο του και ύστερα το πρόσωπο του δούκα. «Πρόσεχε, Ρόκφορντ», του είπε ήρεμα. «Δεν είμαι πια το αγόρι που ήμουν δεκαπέντε χρόνια πριν». «Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος και άφησε το χέρι του να πέσει στο πλάι. «Ήσουν ηλίθιος τότε, αλλά τώρα είσαι δέκα φορές πιο ηλίθιος αν νομίζεις ότι θα σου επιτρέψω να βλάψεις την αδελφή μου με οποιονδήποτε τρόπο». «Πιστεύω ότι η λαίδη Καλάντρα είναι μεγάλη γυναίκα, Ρόκφορντ. Και εσύ είσαι ο ηλίθιος αν νομίζεις ότι μπορείς να την εμποδίσεις να χαρίσει την καρδιά της σε όποιον θέλει». Τα μαύρα μάτια του δούκα άστραψαν διαβολικά. «Ανάθεμά σε, Μπρόμγουελ. Σ’ το λέω, μείνε μακριά απ’ την αδελφή μου». Ο λόρδος Μπρόμγουελ του ανταπέδωσε το βλέμμα απτόητος, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Η Κάλι ήταν έξαλλη. Δε θυμόταν να είχε ξαναθυμώσει τόσο πολύ με τον αδελφό της -στην πραγματικότητα, δε θυμόταν να είχε ξαναθυμώσει τόσο πολύ με κανέναν. Πώς τολμούσε να της μιλάει σαν να ήταν πατέρας της; Και μάλιστα μπροστά σ’ έναν τρίτο! Σ’ έναν ξένο!


Αισθανόταν ένα σφίξιμο στο λαιμό, τα δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της. Αλλά αρνήθηκε να κλάψει. Δε θα τον άφηνε να δει, δε θα άφηνε κανέναν να δει πόσο την είχαν πληγώσει τα λόγια του Σινκλέρ. Διέσχισε την αίθουσα χορού, χωρίς να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά, αβέβαιη για την επόμενη κίνησή της. Το μόνο που ήθελε ήταν ν’ απομακρυνθεί όσο γινόταν πιο γρήγορα απ’ αυτό που είχε διαδραματιστεί στη βεράντα. Μέσα στη θολούρα του θυμού της πρόσεξε πως η αίθουσα του χορού ήταν σχεδόν άδεια και οι μουσικοί είχαν αποχωρήσει από τη μικρή σκηνή στην άκρη της αίθουσας. Το σουπέ. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν περάσει στην τραπεζαρία απέναντι όπου είχε σερβιριστεί ο μπουφές. Η Κάλι προχώρησε προς τα κει και μόλις την τελευταία στιγμή θυμήθηκε πως φορούσε ακόμα στους ώμους της την μπέρτα του ιππότη, του λόρδου Μπρόμγουελ. Την έλυσε στα γρήγορα και τη δίπλωσε σε τετράγωνο πακετάκι πριν μπει στην τραπεζαρία. Κοίταξε γύρω της. Τελικά εντόπισε τη γιαγιά της, που καθόταν σ’ ένα τραπέζι με τη θεία Οντίλια και μια άλλη ηλικιωμένη κυρία. Μπροστά τους είχαν πιάτα με διάφορα ορεκτικά. Η θεία Οντίλια, βέβαια, αγόρευε. Η δούκισσα την άκουγε ευγενικά, στητή, χωρίς ν’ ακουμπάει στην πλάτη της καρέκλας, με βλέμμα ανέκφραστο από τη βαρεμάρα. Η Κάλι προχώρησε προς το τραπέζι και η γιαγιά της γύρισε το κεφάλι της και την είδε. «Καλάντρα! Εδώ είσαι. Πού είχες χαθεί; Δεν μπορούσα να σε βρω πουθενά. Έστειλα τον Ρόκφορντ να σε ψάξει». «Ναι, με βρήκε», της απάντησε κοφτά η Κάλι. Κοίταξε τις άλλες κυρίες που κάθονταν με τη δούκισσα. «Γιαγιά, θα ήθελα να φύγω τώρα, αν δε σας πειράζει». «Μα, βέβαια». Η δούκισσα φάνηκε πραγματικά ανακουφισμένη και έκανε αμέσως να σηκωθεί. «Είσαι καλά;» «Ε... φοβάμαι πως έχω πονοκέφαλο». Η Κάλι γύρισε στη θεία της και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Λυπάμαι, θεία Οντίλια. Είναι υπέροχο το πάρτι, αλλά φοβάμαι ότι δεν είμαι σε θέση να το απολαύσω». «Ε, βέβαια. Θα φταίει η έξαψη από το χορό», της απάντησε εκείνη κάπως αυτάρεσκα. Γύρισε στη φίλη της και κούνησε το κεφάλι της, κάνοντας την πορτοκαλί περούκα να γλιστρήσει κάπως. «Οι κοπέλες σήμερα δε διαθέτουν τη δική μας αντοχή». Έστρεψε πάλι την προσοχή της στην Κάλι. «Πήγαινε, κορίτσι μου». «Θα στείλω έναν υπηρέτη να βρει τον Ρόκφορντ και να του πει ότι θέλουμε να φύγουμε», είπε η δούκισσα στην Κάλι. Αμέσως


γύρισε κι έκανε ένα υπεροπτικό νεύμα σ’ έναν από τους υπηρέτες. «Όχι! Θέλω να πω... δεν μπορούμε απλώς να φύγουμε;» ρώτησε η Κάλι. «Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Και είμαι σίγουρη ότι ο Ρόκφορντ θα τα καταφέρει μια χαρά να γυρίσει σπίτι μόνος του». «Ε, ναι, υποθέτω». Η δούκισσα φάνηκε ανήσυχη, έκανε το γύρο του τραπεζιού και κοίταξε το πρόσωπο της εγγονής της. «Δείχνεις πράγματι λίγο ξαναμμένη. Μπορεί να έχεις πυρετό». «Είμαι σίγουρη ότι η λαίδη Οντίλια έχει δίκιο. Φταίει η έξαψη της βραδιάς», της απάντησε η Κάλι. «Ο πολύς χορός, η φασαρία...» «Πάμε, τότε», είπε η δούκισσα, αποχαιρέτησε μ’ ένα νεύμα τις συντρόφισσές της και προχώρησε στο χολ. Κοίταξε τα χέρια της Κάλι. «Τι είναι αυτό που κρατάς, κορίτσι μου;» «Τι πράγμα; Ω. Αυτό». Η Κάλι κοίταξε τη διπλωμένη μπέρτα στα χέρια της και την έσφιξε περισσότερο. «Δεν είναι τίποτα. Μου το έδωσαν να το κρατήσω. Δεν έχει σημασία». Η δούκισσα της έριξε ένα περίεργο βλέμμα, αλλά δεν έκανε άλλο σχόλιο προχωρώντας προς το βεστιάριο. Καθώς περνούσαν μπροστά από τη διπλή πόρτα της αίθουσας χορού, άκουσαν τη φωνή του Ρόκφορντ: «Γιαγιά, περιμένετε». Η δούκισσα γύρισε χαμογελώντας. «Ρόκφορντ, ευτυχώς που βρεθήκαμε». «Ναι», απάντησε εκείνος κοφτά. Δεν ήταν πια εξαγριωμένος, πρόσεξε η Κάλι, αλλά το πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο. Την κοίταξε κι εκείνη έστρεψε αλλού το βλέμμα της χωρίς να μιλήσει. «Είναι ώρα να πηγαίνουμε». «Ώστε τώρα πρέπει να φύγουμε απλά και μόνο επειδή το λες εσύ;» ξέσπασε η Κάλι. Η δούκισσα κοίταξε με απορία την εγγονή της και είπε: «Μα, Κάλι, αγαπητή μου, εσύ δε μου είπες μόλις τώρα ότι θέλεις να γυρίσεις σπίτι;» «Κι εγώ έτσι πιστεύω», είπε ο Ρόκφορντ ρίχνοντας μια αιχμηρή ματιά στην αδελφή του. Η Κάλι θα ήθελε να διαμαρτυρηθεί για τον αυστηρό τόνο του και την απαίτησή του να φύγουν από το χορό, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να φανεί ηλίθια, έτσι κατέβασε απλώς το κεφάλι της και του γύρισε την πλάτη αμίλητη. «Λυπάμαι, Σινκλέρ», απολογήθηκε η γιαγιά για λογαριασμό της. «Φοβάμαι ότι δεν είναι ο εαυτός της». «Είναι ολοφάνερο», απάντησε σαρκαστικά ο δούκας. Ένας υπηρέτης τούς έφερε τις κάπες τους και κατέβηκαν προς


την άμαξά τους. Στο δρόμο της επιστροφής, η δούκισσα έκανε κάποια σχόλια για το πάρτι, αλλά η Κάλι δεν πήρε μέρος στη συζήτηση. Η γιαγιά της έριχνε κάθε τόσο ένα σαστισμένο βλέμμα προς το μέρος της. Αντίθετα ο αδελφός της απέφευγε να την κοιτάξει, όπως τον απέφευγε κι εκείνη. Το ήξερε ότι φερόταν παιδιάστικα αρνούμενη να μιλήσει στον Ρόκφορντ ή να συναντήσει το βλέμμα του, αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να φερθεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να του εκφράσει τα αισθήματα που έβραζαν μέσα της χωρίς να ξεσπάσει σε δάκρυα θυμού -και αυτό αρνιόταν να το κάνει. Ήταν πολύ καλύτερο να χαρακτηρίσουν τη συμπεριφορά της παιδιάστικη ή χαζή παρά να τον αφήσει να πιστέψει ότι έκλαιγε επειδή την είχε πληγώσει. Όταν έφτασαν στο σπίτι, ο Ρόκφορντ κατέβηκε σαν αίλουρος από την άμαξα και άπλωσε το χέρι του να βοηθήσει τη δούκισσα και στη συνέχεια την Κάλι, που αγνόησε όμως το χέρι του, τον προσπέρασε και προχώρησε για το σπίτι. Ο Ρόκφορντ αναστέναξε, ανέβηκε τα σκαλοπάτια πίσω της και μπήκε στο φουαγιέ. Εκεί σταμάτησε για να δώσει στον υπηρέτη το καπέλο και τα γάντια του, ενώ η Κάλι προχώρησε για τη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα, πράγμα που έκανε και η δούκισσα, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς. Ο Ρόκφορντ μπήκε στο διάδρομο για το γραφείο, ύστερα σταμάτησε και κοίταξε πίσω. «Κάλι». Εκείνη δε γύρισε, αντίθετα ανέβηκε το πρώτο σκαλί. «Κάλι, περίμενε!» Η φωνή του αντήχησε πιο δυνατά στο μεγάλο, άδειο χολ της εισόδου. Λες και ο τόνος της φωνής του να ξάφνιασε και τον ίδιο, συνέχισε πιο μαλακά: «Καλάντρα, σε παρακαλώ. Αυτό είναι γελοίο. Θέλω να σου μιλήσω». Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε από το σημείο όπου στεκόταν πάνω στις σκάλες. «Πάω για ύπνο», του απάντησε ψυχρά. «Όχι προτού μιλήσουμε», την αντέκρουσε. «Κατέβα κάτω. Θα πάμε στο γραφείο μου». Τα μαύρα μάτια της Κάλι, τόσο ίδια με του αδελφού της, άστραψαν από το θυμό που προσπαθούσε να συγκροτήσει για περισσότερο από μισή ώρα τώρα. «Πώς είπες; Δηλαδή τώρα δεν μπορώ να πάω ούτε στην κρεβατοκάμαρά μου χωρίς την άδειά σου; Θα πρέπει να σε υπακούμε για την τελευταία λεπτομέρεια της ζωής μας;» «Να πάρει η οργή, Κάλι, ξέρεις πως δεν είναι έτσι τα πράγματα!» ξέσπασε συνοφρυωμένος ο Ρόκφορντ. «Όχι; Δεν κάνεις και τίποτε άλλο την τελευταία ώρα -μόνο διαταγές ξέρεις να μου δίνεις».


«Κάλι!» Η δούκισσα κοίταζε μια τον έναν και μια τον άλλον εμβρόντητη. «Ρόκφορντ! Τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Τι έγινε;» «Τίποτε για το οποίο πρέπει ν’ ανησυχείς», της απάντησε κοφτά ο δούκας. «Τίποτε, εκτός του ότι ο αδελφός μου μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε τύραννο», ξέσπασε η Κάλι. Ο Ρόκφορντ αναστέναξε και πέρασε το χέρι του στα μαύρα μαλλιά του. «Να πάρει η οργή, Κάλι, το ξέρεις ότι δεν είμαι τύραννος. Πότε σου φέρθηκα έτσι;» «Ποτέ μέχρι τώρα», τον αντέκρουσε πνίγοντας τα δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια της. Αυτή ακριβώς η καλοσύνη και η ανοχή του Ρόκφορντ όλα αυτά τα χρόνια έκαναν τις τωρινές ενέργειές του ακόμα πιο δύσκολες να τις αντέξει. Ήταν πάντα ο πιο τρυφερός και άνετος αδελφός και η Κάλι εκτιμούσε τη σχέση τους περισσότερο κάθε φορά που άκουγε άλλες κοπέλες να μιλούν για τους αδελφούς ή τους πατέρες τους, που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να τους δίνουν εντολές απαιτώντας τυφλή υπακοή. «Λυπάμαι, Κάλι, αν σε πρόσβαλα απόψε», της είπε συγκρατημένα ο δούκας και η έκφρασή του έκρυβε τέτοια υπομονή και τέτοια σωφροσύνη που την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Σου ζητάω συγνώμη αν ήμουν πολύ απότομος». «Απότομος;» Η Κάλι γέλασε κοφτά, χωρίς χιούμορ. «Έτσι χαρακτηρίζεις τη συμπεριφορά σου απόψε; Απότομη; Εγώ θα την έλεγα αλαζονική. Ακόμα και δικτατορική». Ο δούκας έκανε μια γκριμάτσα. «Βλέπω ότι το πήρες στραβά, αλλά πρέπει να σου θυμίσω ότι βρίσκομαι εδώ για να σε προστατεύω. Είμαι ο αδελφός σου. Είναι χρέος μου να σε φροντίζω». «Δεν είμαι πια παιδί!» αναφώνησε η Κάλι. «Είμαι απόλυτα ικανή να φροντίσω μόνη μου τον εαυτό μου». «Απ’ ό,τι βλέπω, όχι», της πέταξε εκείνος. «Τη στιγμή που σε βρήκα στον κήπο μ’ έναν άγνωστο». Η δούκισσα κράτησε σοκαρισμένη την ανάσα της. «Όχι! Κάλι!» Η Κάλι κοκκίνισε. «Δεν ήμουν στον κήπο. Ήμασταν στη βεράντα και δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο. Ο Μπρόμγουελ ήταν ο τέλειος τζέντλεμαν. Στην πραγματικότητα, με βοήθησε. Έστειλε έναν άλλον κύριο, που δεν ήταν καθόλου τζέντλεμαν, στον αγύριστο». «Ω!» Η γιαγιά της Κάλι έφερε το χέρι στην καρδιά, μένοντας με το στόμα ανοιχτό από τη σαστιμάρα. «Κάλι! Ήσουν μόνη με δύο διαφορετικούς άντρες στον κήπο;» «Δεν ήμουν στον κήπο!»


«Η διαφορά είναι μικρή», της είπε ο Ρόκφορντ. «Θα λιποθυμήσω», είπε αδύναμα η δούκισσα, αλλά, βέβαια, δεν το έκανε. Αντίθετα, έκανε μερικά βήματα και στάθηκε ακριβώς μπροστά στην Κάλι, μπαίνοντας ανάμεσα σ’ εκείνη και τον αδελφό της. «Δεν μπορώ να πιστέψω αυτά που άκουσα», είπε στην Κάλι. «Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τόσο σκανδαλώδες; Δε σκέφτεσαι καθόλου εμένα; Την οικογένεια σου; Ο Σινκλέρ έχει δίκιο. Και βέβαια είναι υπεύθυνός για σένα. Είναι ο αδελφός σου και η κεφαλή της οικογένειας. Έχει κάθε δικαίωμα να σου λέει τι θα κάνεις, και εσύ πρέπει να το κάνεις. Τι σ’ έπιασε και βγήκες απόψε στη βεράντα μόνη μ’ έναν άντρα; Κι αν σε είχε δει κάποιος; Θα έπρεπε να ήσουν ευγνώμων στον αδελφό σου που ήρθε και σ’ έσωσε. Τρέμω και μόνο στη σκέψη τού τι μπορεί να είχε συμβεί αν δεν το είχε κάνει». «Τίποτε δε θα είχε συμβεί. Σ’ το είπα, φέρθηκα ευπρεπώς. Δεν προκάλεσα κανένα σκάνδαλο», της απάντησε η Κάλι νιώθοντας τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Μέχρι να παντρευτείς και ν’ αποκτήσεις το δικό σου σπιτικό, βρίσκεσαι κάτω από τον έλεγχο του αδελφού σου», της τόνισε ξερά η δούκισσα. «Και τότε θα βρίσκομαι κάτω από τον έλεγχο του άντρα μου!» την αντέκρουσε υπεροπτικά η Κάλι. «Τώρα μιλάς σαν την Αϊρίν Γουίνγκεϊτ». «Δεν έχει τίποτε το κακό η Αϊρίν», της απάντησε η Κάλι. «Θα χαιρόμουν αν της έμοιαζα. Τουλάχιστον αυτή έχει τσαγανό, σε αντίθεση με τις περισσότερες γυναίκες που ξέρω». «Γιαγιά, παρακαλώ...» είπε ο Ρόκφορντ, ξέροντας πολύ καλά ότι η δούκισσα δεν τον βοηθούσε στην περίπτωση της Κάλι. «Τέλος πάντων, όλ’ αυτά δεν έχουν καμιά σημασία γιατί δεν πρόκειται να παντρευτώ ποτέ, εφόσον ο αδελφός μου αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους μνηστήρες μου σαν εγκληματίες», συνέχισε θυμωμένη η Κάλι. Ο Ρόκφορντ άφησε να του ξεφύγει ένα τρανταχτό, χωρίς καθόλου χιούμορ γέλιο. «Ο Μπρόμγουελ δεν πρόκειται να γίνει ποτέ μνηστήρας σου». «Σίγουρα», του απάντησε η Κάλι, «αφού με ταπείνωσες με αυτό τον τρόπο μπροστά του». «Ο Μπρόμγουελ;» ρώτησε η δούκισσα ξαφνιασμένη. «Ο κόμης του Μπρόμγουελ;» «Ναι». Τα μάτια της γιαγιάς της άστραψαν γεμάτα ενδιαφέρον, αλλά


προτού προλάβει να μιλήσει, η Κάλι συνέχισε: «Τι κακό έχει ο κόμης του Μπρόμγουελ; Γιατί είναι τόσο φοβερό το ότι ήμουν μαζί του;» «Δε θα έπρεπε να ήσουν μόνη στη βεράντα με κανέναν άντρα», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Τότε γιατί είπες ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει μνηστήρας μου;» επέμεινε η Κάλι. «Γιατί του είπες, “Εσύ!” με τον τρόπο που το είπες μόλις τον είδες; Γιατί αυτός ειδικά δε μου ταιριάζει;» Ο Ρόκφορντ δε μίλησε για αρκετή ώρα, ύστερα, σηκώνοντας τους ώμους του, είπε: «Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι φίλος μου». «Τι είπες;» Η Κάλι σήκωσε τα φρύδια της. «Δεν είναι φίλος σου; Δηλαδή δεν μπορώ να παντρευτώ κάποιον εκτός κι αν είναι φίλος σου; Με ποιον θα με πάντρευες δηλαδή; Με κάποιον από τους σχολαστικούς διανοούμενους φίλους σου; Τον κύριο Στρέδγουικ; Ή τον σερ Όλιβερ μήπως;» «Να πάρει η οργή, Κάλι, το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν εννοούσα αυτό», γρύλισε ο Ρόκφορντ. «Δεν είσαι υποχρεωμένη να παντρευτείς κάποιον απ’ τους φίλους μου. Το ξέρεις αυτό». «Όχι, δεν το ξέρω!» τον αντέκρουσε εκείνη. «Αυτή τη στιγμή νιώθω σαν να μη σε ξέρω καθόλου. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσες να γίνεις τόσο δεσποτικός, ότι θα αδιαφορούσες εντελώς για τις επιθυμίες και τα αισθήματα μου». «Θα αδιαφορούσα;» επανέλαβε εμβρόντητος ο δούκας. «Ακριβώς επειδή ενδιαφέρομαι το κάνω». «Γιατί; Τι το ανάρμοστο έχει αυτός ο άντρας;» τον ρώτησε η Κάλι. «Η οικογένειά του δεν είναι καλή; Δεν ανήκει στην υψηλή αριστοκρατία;» «Όχι, δεν είναι αυτό. Και βέβαια, είναι κόμης». «Τότε, μήπως είναι προικοθήρας; Μήπως κυνηγάει τα λεφτά μου;» «Όχι. Απ’ ό,τι έχω ακούσει, είναι αρκετά πλούσιος». Ο Ρόκφορντ έσφιξε τσαντισμένος το στόμα του. «Ο κόμης του Μπρόμγουελ θεωρείται περιζήτητος γαμπρός», μπήκε στη μέση η δούκισσα. «Βέβαια, δεν είναι δούκας, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πολλοί δούκες. Και κανείς δε σου ζητά να παντρευτείς γαλαζοαίματο. Ένας κόμης σου ταιριάζει μια χαρά και η συγκεκριμένη οικογένεια είναι παλιά και αξιοσέβαστη». Γύρισε προς τον εγγονό της. «Δεν έχουν κάποια συγγένεια με τη λαίδη Οντίλια;» «Ναι, μακρινή», παραδέχθηκε ο Ρόκφορντ. «Το πρόβλημα δεν είναι η καταγωγή του». «Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;» επέμεινε η Κάλι. Ο δούκας κοίταζε μια τη γιαγιά του και μια την αδελφή του


και στο τέλος είπε: «Είναι παλιά ιστορία. Και δεν είναι αυτό το θέμα». Έσφιξε το πιγούνι του. «Τον προειδοποίησα να κρατηθεί μακριά σου, για το καλό σου, Κάλι». «Το έκανες στ’ αλήθεια αυτό;» τον ρώτησε εκείνη έντρομη. Ο Ρόκφορντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Πώς μπόρεσες;» τον ρώτησε νιώθοντας σαν να είχε φάει γροθιά και της είχε κοπεί η ανάσα. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι θα με ταπείνωνες μ’ αυτό τον τρόπο! Ότι θα του έλεγες ότι δεν μπορώ να τον ξαναδώ σαν να είμαι κανένα παιδί ή... ή ανίκανη να κρίνω μόνη μου. Σαν να μην έχω δική μου βούληση ή την ικανότητα να πάρω αποφάσεις». «Δεν είπα κάτι τέτοιο!» αναφώνησε ο δούκας. «Δε χρειαζόταν να το κάνεις», τον αντέκρουσε η Κάλι. «Το υπονοείς τη στιγμή που μου υπαγορεύεις εσύ ποιον μπορώ να συναναστραφώ και ποιον όχι». Δάκρυα ανέβηκαν πάλι στα μάτια της και βιάστηκε να τα διώξει ανοιγοκλείνοντας θυμωμένα τις βλεφαρίδες της. «Έκανα αυτό που ήταν καλύτερο για σένα!» «Και εγώ, φυσικά, δεν έχω κανένα λόγο στο θέμα!» Η Κάλι στεκόταν αλύγιστη από το θυμό, με τα χέρια της σφιγμένα γροθιές στο πλάι. Ήταν τόσο οργισμένη, τόσο πληγωμένη, που δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να μιλήσει. Έκανε μεταβολή και συνέχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. «Κάλι!» φώναξε ο Ρόκφορντ και έκανε να την ακολουθήσει, αλλά τελικά σταμάτησε στη βάση της σκάλας κι έμεινε να την κοιτάζει γεμάτος απόγνωση. Ύστερα στράφηκε στη δούκισσα σαν να έψαχνε μια απάντηση. Η γιαγιά του σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της και του ανταπέδωσε το βλέμμα με ύφος βλοσυρό. «Είναι δικό σου το λάθος που φέρεται έτσι. Τη μεγάλωσες πολύ χαλαρά. Της έκανες πάντα τα χατίρια και την άφηνες να κάνει ό,τι ήθελε. Την κακόμαθες τρομερά, και αυτό είναι το αποτέλεσμα». Ο δούκας αναστέναξε γεμάτος απογοήτευση, απομακρύνθηκε από τις σκάλες και προχώρησε προς το γραφείο του. Σταμάτησε και γύρισε στη γιαγιά του. «Θα τελειώσω στα γρήγορα τις δουλειές μου στο Λονδίνο. Παρακαλώ, ετοίμασε ό,τι χρειάζεται ώστε να επιστρέφουμε στην εξοχή μεθαύριο». Η Κάλι μπήκε στο δωμάτιό της βράζοντας. Η καμαριέρα της, η Μπελίντα, την περίμενε να τη βοηθήσει να ξεντυθεί, αλλά η Κάλι την έστειλε για ύπνο. Ήταν πολύ εκνευρισμένη για να μείνει ακίνητη όσο η Μπελίντα θα της ξεκούμπωνε το φουστάνι. Εξάλλου, δεν μπορούσε να ξαπλώσει υπάκουα και να κοιμηθεί. Η καμαριέρα τής έριξε μια ματιά και βγήκε. Η Κάλι άρχισε να


πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο βράζοντας από θυμό. Ακούσε τα αργά βήματα της γιαγιάς της να προσπερνούν την πόρτα της, αλλά δεν άκουσε τα πιο βαριά βήματα του αδελφού της. Εκείνος θα πρέπει να είχε αποσυρθεί στο αγαπημένο του δωμάτιο, το γραφείο του. Το πιθανότερο να διάβαζε ήρεμα ένα βιβλίο ή ένα γράμμα, ή να έλεγχε για μια ακόμα φορά τα νούμερα πριν από την αυριανή του επίσκεψη στο διαχειριστή των επιχειρήσεων του. Δε θα έσφιγγε τα δόντια του βράζοντας από το θυμό και την αδικία. Εξάλλου, σε ό,τι τον αφορούσε, το θέμα είχε κλείσει. Αυτή η σκέψη την έκανε να μορφάσει και σωριάστηκε στην πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι της. Δε θα του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Η Κάλι πίστευε πως ήταν μια γυναίκα που ζούσε με τους δικούς της όρους, πάντα μέσα στο πλαίσιο των γενικών κανόνων της κοινωνίας. Αν τη ρωτούσε κάποιος, θα έλεγε ότι ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε, να καθορίσει τη δική της ζωή. Μπορεί να υποχωρούσε πολλές φορές μπροστά στη γιαγιά της για να υπάρχει ηρεμία στο σπιτικό, αλλά αυτή ήταν μια απόφαση που είχε πάρει η ίδια. Δεν την είχε υποχρεώσει κανείς να το κάνει. Πήγαινε όπου επιθυμούσε, δεχόταν όποιον ήθελε, παρακολουθούσε τα έργα που επέλεγε και πήγαινε σε όποιον χορό και σουαρέ της έκανε κέφι. Το υπηρετικό προσωπικό έπαιρνε από εκείνη οδηγίες. Αγόραζε ό,τι της άρεσε χρησιμοποιώντας τα δικά της χρήματα, και μπορεί στην ουσία να πλήρωνε τους λογαριασμούς της ο διαχειριστής, αλλά έτσι γίνονταν αυτά τα πράγματα. Και τους λογαριασμούς του Σινκλέρ συνήθως ο διαχειριστής του τους πλήρωνε. Και μπορεί τις επενδύσεις της να τις χειριζόταν ο Σινκλέρ, της εξηγούσε όμως τι έκανε και ρωτούσε τη γνώμη της. Κι αν εκείνη συμφωνούσε πάντα με τις προτάσεις του, αυτό συνέβαινε επειδή ήταν λογικές. Ο Σινκλέρ χρόνια τώρα διαχειριζόταν τις δικές του υποθέσεις και τα πήγαινε μια χαρά. Αλλά τώρα η Κάλι έβλεπε ότι η αίσθηση της ελευθερίας της ήταν μια αυταπάτη. Απλά ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε έρθει σε αντιπαράθεση με τον αδελφό της. Γιατί δεν είχε τύχει εκείνος να έχει αντίρρηση γι’ αυτούς που έβλεπε, για το πού πήγαινε, για το τι αγόραζε και για τις αποφάσεις που έπαιρνε. Η ελευθερία όμως που πίστευε εκείνη ότι είχε στην ουσία δεν υπήρχε. Απλά ζούσε σ’ ένα πάρα πολύ μεγάλο κλουβί και δεν είχε αγγίξει τα κάγκελα. Μέχρι τώρα. Η Κάλι πετάχτηκε όρθια. Δε θα το ανεχόταν πλέον. Ήταν ενήλικη, άλλες γυναίκες στην ηλικία της είχαν παντρευτεί και είχαν παιδιά. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από ό,τι ήταν ο Σινκλέρ όταν είχε κληρονομήσει τον τίτλο του. Δε θα υποχωρούσε υπάκουα στις διαταγές του. Αν το έκανε αυτό, θα ήταν σαν να του


έδινε την άδεια να την εξουσιάζει. Δε θα έπεφτε απλώς στο κρεβάτι της και θα σηκωνόταν το επόμενο πρωί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έμεινε για λίγο σκεφτική κι ύστερα πήγε στο γραφειάκι προς τον τοίχο. Έγραψε στα γρήγορα ένα σημείωμα, το υπέγραψε, το σφράγισε, έγραψε απέξω το όνομα του δούκα και το άφησε πάνω στο μαξιλάρι της. Άρπαξε την κάπα της από την καρέκλα όπου την είχε πετάξει, την έριξε πάλι στους ώμους της και την έδεσε. Άνοιξε σιγανά την πόρτα της και κοίταξε δεξιά αριστερά στο διάδρομο. Ύστερα τον διέσχισε αθόρυβα και κατέβηκε τη σκάλα υπηρεσίας. Όλα ήταν ήσυχα στην κουζίνα. Το αγόρι που έκανε τη λάντζα ήταν κουλουριασμένο στην κουβέρτα του δίπλα στο τζάκι. Ούτε που κουνήθηκε όταν το προσπέρασε στις μύτες των ποδιών της, άνοιξε την πόρτα της κουζίνας και βγήκε έξω. Η Κάλι έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω της και πήρε το μικρό μονοπάτι δίπλα στο σπίτι που έβγαζε στο δρόμο. Όταν έφτασε εκεί, κοίταξε δεξιά και αριστερά, σήκωσε την κουκούλα της κάπας της για να μη φαίνεται το πρόσωπό της, και ξεκίνησε θαρραλέα. Στην απέναντι μεριά του δρόμου και λίγο πιο πέρα από το αρχοντικό του δούκα ήταν σταματημένη μια άμαξα. Βρισκόταν εκεί κάμποσα λεπτά, και ο αμαξάς, χωμένος στην κάπα του, είχε αρχίσει να λαγοκοιμάται. Μέσα κάθονταν δυο άντρες. Ο ένας, ο κύριος Άρτσιμπαλντ Τίλφορντ, είχε ξαπλώσει πίσω στο κάθισμά του, βαριεστημένος, και στριφογύριζε τη χρυσή λαβή του μπαστουνιού του στα δάχτυλά του. Απέναντι του καθόταν ο εξάδελφός του, κόμης του Μπρόμγουελ, και παρατηρούσε το Αιλ Χάουζ μέσα από το ανοιχτό παράθυρο της άμαξας. «Ειλικρινά, Μπρομ, πόσο θα μείνουμε εδώ πέρα;» τον ρώτησε κάπως εκνευρισμένος ο Τίλφορντ. «Αυτή τη στιγμή με περιμένουν στο Σίτον’ς μια μπουκάλα πόρτο και η τυχερή μου τράπουλα. Και το μαγκάλι που μας έβαλε ο αμαξάς εδώ μέσα έχει αρχίσει να σβήνει. Δέκα λεπτά ακόμα και τα πόδια μου θα γίνουν πάγος». Ο κόμης τον κοίταξε ψυχρά. «Ειλικρινά, Άρτσι, προσπάθησε να το αντέξεις. Δεν είμαστε εδώ ούτε ένα τέταρτο». «Ε, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα βγάλεις κοιτάζοντας το σκοτεινό σπίτι», επέμεινε ο εξάδελφός του. «Τι στο διάβολο περιμένεις να δεις τέτοια ώρα τη νύχτα;» «Δεν είμαι σίγουρος», του απάντησε ο Μπρόμγουελ, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το σπίτι. «Είναι προφανές ότι κανείς δεν πρόκειται να μπει ή να βγει τέτοια ώρα νυχτιάτικα», είπε ο Άρτσι. «Δεν μπορώ να καταλάβω


τι σου ήρθε να δεις το σπίτι του δούκα εδώ και τώρα. Χριστέ μου, πάνε δεκαπέντε χρόνια, σωστά; Νόμιζα πως είχες ξεχάσει πια το δούκα». Ο Μπρόμγουελ τον κοίταξε επίμονα. «Δεν ξεχνάω ποτέ». Ο Τίλφορντ ύψωσε τους ώμους του. Είχε μάθει να αγνοεί αυτό το βλέμμα που μπορεί να έκανε άλλους άντρες να ζαρώνουν. «Έχει περάσει πολύς καιρός, και όπως και να έχει το πράγμα, η Δάφνη παντρεύτηκε». Ο Μπρόμγουελ δεν του απάντησε, και ύστερα από λίγο ο Τίλφορντ συνέχισε: «Τι σκαρώνεις;» «Τι ξέρεις για την αδελφή του Ρόκφορντ;» τον ρώτησε τελικά ο κόμης αντί ν’ απαντήσει. Ο Άρτσι πήρε μια απότομη ανάσα. «Τη λαίδη Καλάντρα;» Δίστασε και συνέχισε προσεκτικά: «Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να... σκαρώσεις κανένα παιχνίδι μπλέκοντας την αδελφή του δούκα, έτσι; Όλοι ξέρουν πως είναι φοβερά υπερπροστατευτικός -και θα το ήξερες κι εσύ αν δεν είχες περάσει τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής σου θαμμένος στο κτήμα σου να βγάζεις χρήματα». Ο Μπρόμγουελ έκανε μια γκριμάτσα. «Δε σε άκουσα ποτέ να παραπονιέσαι για τα χρήματα που έβγαλα προς όφελος της οικογένειας». «Θεός φυλάξου), του απάντησε μαλακά ο Άρτσι. «Αλλά σίγουρα έχεις βγάλει αρκετά. Μπορείς ν’ απολαύσεις μερικά από αυτά τώρα. Να ζήσεις μια κανονική ζωή, για αλλαγή. Γι’ αυτό δεν ήρθες στο Άονδίνο -για να διασκεδάσεις λίγο;» Ο Μπρόμγουελ σήκωσε τους ώμους του. «Υποθέτω». «Ε, λοιπόν, κανονική ζωή δε σημαίνει να κάθεσαι μέσα σε παγωμένες άμαξες και να κατασκοπεύεις σκοτεινά σπίτια». «Ήσουν έτοιμος να μου πεις για τη λαίδη Καλάντρα». Ο Άρτσι αναστέναξε. «Πολύ καλά. Η λαίδη είναι νέα, όμορφη και πλούσια». «Μνηστήρες;» «Πολλοί. Αλλά τους έχει διώξει όλους -τουλάχιστον όλους όσοι δε φοβήθηκαν το δούκα και τόλμησαν να τη φλερτάρουν. Οι φήμες λένε ότι δεν πρόκειται να παντρευτεί ποτέ. Οι Λιλ είναι απλά μια ψυχρή οικογένεια». Τα χείλη του κόμη χαμογέλασαν αχνά καθώς ψιθύριζε: «Εγώ δε διαπίστωσα καμιά ψυχρότητα στη λαίδη». Ο Άρτσιμπαλντ μετακινήθηκε αμήχανα στη θέση του. «Μπρομ, τι ακριβώς σκέφτεσαι;» Ένα μειδίαμα έπαιξε στα χείλη του Μπρόμγουελ. «Σκέφτομαι πόσο νεύριασε ο δούκας απόψε όταν με είδε με τη λαίδη Καλάντρα. Ήταν πολύ διασκεδαστικό». Τα λόγια του δε φάνηκαν να καθησυχάζουν τον εξάδελφό του,


που φάνηκε ακόμα πιο θορυβημένος. «Ο δούκας θα σου ξεριζώσει το συκώτι έτσι και βλάψεις τη λαίδη Καλάντρα». Ο Μπρόμγουελ του έριξε μια λοξή ματιά. «Νομίζεις στ’ αλήθεια ότι φοβάμαι το δούκα;» «Όχι, που να με πάρει. Είμαι σίγουρος ότι δεν τον φοβάσαι. Αλλά ειλικρινά, εγώ τον φοβάμαι και για τους δυο μας». Ο κόμης χαμογέλασε. «Μην ταράζεσαι, Άρτσι. Δε σκοπεύω να βλάψω την κοπέλα. Στην πραγματικότητα...» Το χαμόγελό του τώρα μόνο καθησυχαστικό δεν ήταν. «Σκοπεύω να τη γοητεύσω». Ο Τίλφορντ άφησε ένα σιγανό βογκητό. «Το ήξερα. Σχεδιάζεις κάτι. Θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Σε παρακαλώ, Μπρομ, δεν μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε το δρόμο μας και να τα ξεχάσουμε όλ’ αυτά;» «Πολύ καλά», του απάντησε αφηρημένα ο Μπρόμγουελ. «Έτσι κι αλλιώς, ό,τι είχα να δω το είδα». Έκανε να κατεβάσει την κουρτίνα του παραθύρου, ξαφνικά όμως, έγειρε πιο κοντά, κοίταξε έξω και σήκωσε το χέρι στον εξάδελφό του. «Οχι, περίμενε. Κάποιος βγαίνει. Μια γυναίκα». «Μια υπηρέτρια; Τέτοια ώρα;» Ακόμα και ο Αρτσιμπαλντ ξαφνιάστηκε κι έσκυψε να σηκώσει την άλλη άκρη της κουρτίνας. «Κανένα μυστικό ραντεβουδάκι με κάποιον υπηρέτη ή...» «Να πάρει!» αναφώνησε ο Μπρόμγουελ χαμηλόφωνα αλλά έντονα. «Είναι η ίδια η λαίδη». Την είδε να κρύβει το κεφάλι και το πρόσωπό της με την κουκούλα της κάπας της και να ξεκινάει πεζή. Πήρε το μπαστούνι από τα χαλαρά χέρια του εξαδέλφου του, το σήκωσε, άνοιξε το μικρό τετράγωνο παραθυράκι δίπλα στο κεφάλι του οδηγού και του έδωσε κοφτές οδηγίες. Ύστερα, ξάπλωσε πίσω στο κάθισμά του και κατέβασε την κουρτίνα, ενώ η άμαξα ξεκίνησε ακολουθώντας τη γυναίκα. «Πιστεύεις πως αυτή είναι η λαίδη Καλάντρα;» τον ρώτησε δύσπιστα ο Άρτσι. «Τι γυρεύει έξω; Μόνη; Και τέτοια ώρα τη νύχτα;» «Αλήθεια, τι γυρεύει;» επανέλαβε ο εξάδελφός του χτυπώντας σκεφτικά το δείκτη του στα χείλια του. Ο Άρτσι παραμέρισε ελάχιστα την κουρτίνα και κοίταξε έξω. «Την προσπεράσαμε». «Το ξέρω». Στον επόμενο δρόμο η άμαξά τους έστριψε δεξιά και σταμάτησε αργά. Ο Μπρόμγουελ άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. «Μπρομ; Τι νομίζεις ότι κάνεις;» τον ρώτησε ο Άρτσι. «Ε, δεν μπορώ ν’ αφήσω μια λαίδη να περπατάει μόνη της στο δρόμο τέτοια ώρα, μπορώ;» του απάντησε ανάλαφρα ο κόμης.


Έβγαλε χαμογελαστός το καπέλο του, έκλεισε την πόρτα και απομακρύνθηκε.


Κεφάλαιο 4 Η Κάλι προχωρούσε γρήγορα, τα βήματά της αντηχούσαν στον άδειο δρόμο. Όταν είχε σκαρφιστεί το σχέδιό της, δεν είχε καθίσει να σκεφτεί πόσο σκοτεινός και άδειος θα ήταν τη νύχτα. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ότι δε θα υπήρχε κανείς τριγύρω να τη δει να προχωράει μόνη της χωρίς να έχει μια υπηρέτρια ή κάποιον άλλον συνοδό μαζί της. Αλλά τώρα, καθώς προσπερνούσε τις σκιές που έριχναν τα άλλα σπίτια, σκέφτηκε ότι θα ένιωθε πιο σίγουρη αν είχε μαζί της έστω και τη μικροκαμωμένη καμαριέρα της. Δεν ήταν άνθρωπος που φοβόταν εύκολα, αλλά με κάθε βήμα ο θυμός που την είχε σπρώξει να βγει βιαστικά στη νύχτα άρχισε να υποχωρεί, κάνοντάς τη να συνειδητοποιήσει ότι τη νύχτα ήταν που έβγαιναν όλοι οι κλέφτες και οι εγκληματίες στους δρόμους. Αυτή, βέβαια, ήταν η πιο αριστοκρατική συνοικία του Λονδίνου, άρα πιο ασφαλής από άλλες περιοχές, αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει τις ιστορίες που είχε ακούσει για επιθέσεις εναντίον κυρίων που γύριζαν μεθυσμένοι από τις λέσχες τους. Και βέβαια, αν ένας κλέφτης ήθελε να διαρρήξει ένα πλούσιο σπιτικό, αυτή θα ήταν η εποχή που θα διάλεγε να το κάνει. Αλλά ακόμα και να μην κυκλοφορούσαν κλέφτες, ήξερε ότι και οι τζέντλεμαν, ιδιαίτερα αυτοί που είχαν πιει ένα ποτηράκι παραπάνω, μπορούσαν να είναι επικίνδυνοι -και αν έβλεπαν μια γυναίκα να κυκλοφορεί μόνη στο δρόμο ήταν φυσικό να συμπεράνουν ότι δεν ήταν μια κυρία, αλλά κάποια που πουλούσε τα προσόντα της σε τακτική βάση. Και η Κάλι δεν ήθελε να την περάσουν για κάποια που είχε βγει να κάνει πιάτσα. Ο θόρυβος μιας άμαξας πίσω της την ξάφνιασε, αλλά δε γύρισε να κοιτάξει, απλώς συνέχισε να περπατάει με όσο γινόταν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Μπορεί όποιος βρισκόταν στην άμαξα να μην πρόσεχε τον ποδόγυρο του φουστανιού της και να την έπαιρνε για άντρα με μακριά κάπα. Ή μπορεί και να μην κοιτούσε καθόλου έξω από το παράθυρο. Αναστέναξε ανακουφισμένη όταν η άμαξα την προσπέρασε, με τις ρόδες της να κροταλίζουν στο καλντερίμι, κι έστριψε στο


επόμενο τετράγωνο. Η Κάλι πέρασε βιαστικά το επόμενο σταυροδρόμι και συνέχισε στο πεζοδρόμιο. Τα λίγα τετράγωνα μέχρι το σπίτι της λαίδης Χόξτον, μια σύντομη απόσταση κάτω από κανονικές συνθήκες, της φαίνονταν τώρα σαν να απείχαν χιλιόμετρα. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, αλλά είπε στον εαυτό της να πάψει να είναι φοβητσιάρα, και συνέχισε. Μπροστά της, στο τέλος του τετραγώνου, είδε να εμφανίζεται μια φιγούρα από τη γωνία με κατεύθυνση προς το μέρος της. Η Κάλι δίστασε, η καρδιά ανέβηκε στο λαιμό της, ύστερα συνέχισε να προχωράει αργά. Αν γύριζε τώρα και το έβαζε στα πόδια, μπορεί να έκανε τον άντρα να την κυνηγήσει απλά και μόνο επειδή θα του κινούσε την περιέργεια. Εξάλλου, υπήρχε κάτι το πολύ περίεργο πάνω του, κάτι που την έκανε να μισοκλείσει τα μάτια της για να τον διακρίνει καλύτερα στο μισοσκόταδο. Ο άντρας αυτός δε φορούσε ούτε παλτό ούτε κάπα, ούτε -τι παράξενο- καν καπέλο. Και μολονότι ήταν σίγουρα άντρας, το ντύσιμό του ήταν αλλόκοτο. Το σακάκι του είχε φουσκωτά μανίκια, και το παντελόνι του, χωμένο στις ψηλές μπότες του, έμοιαζε με φουφούλα. Δε φορούσε το συνηθισμένο βραδινό κοστούμι ενός τζέντλεμαν -στην πραγματικότητα δεν κατάφερε να αναγνωρίσει αυτό το στυλ ντυσίματος. Και έδειχνε να έχει περάσει το μπαστούνι του στη ζώνη του. Η πρώτη της σκέψη ήταν πως ήταν σαλεμένος, και η δεύτερη... όχι, αυτό ήταν αδύνατον! Η Κάλι μαρμάρωσε. Ο άντρας συνέχισε να έρχεται προς το μέρος της με σταθερό ρυθμό, και με κάθε βήμα που έκανε, η Κάλι βεβαιωνόταν όλο και περισσότερο ότι τα μάτια της δεν την ξεγελούσαν. «Λόρδε Μπρόμγουελ!» αναφώνησε. Και αμέσως ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει. Θα έπρεπε να είχε κάνει μεταβολή και να είχε γυρίσει σπίτι της. Ο κόμης θα την έπαιρνε για τρελή. Ή, ακόμα χειρότερο, για γυναίκα χαλαρών ηθών. Δε θα διανοούνταν ποτέ κανείς ότι η αδελφή ενός δούκα θα πουλούσε το κορμί της, ήταν όμως πολύ πιθανόν να σκεφτεί ότι, για να βρίσκεται τέτοια ωρα νύχτα μονή της εξω, θα είχε κάποιο ρομαντικό ραντεβουδάκι. Για μια παντρεμένη γυναίκα μια τέτοια συμπεριφορά θα αποτελούσε σκάνδαλο, αλλά για μια ανύπαντρη κοπέλα θα ήταν καταστροφή. Το στομάχι της σφίχτηκε όταν συνειδητοποίησε ότι αυτός ο άντρας μπορεί να την κοιτούσε πλέον περιφρονητικά. Και αν έλεγε στον οποιονδήποτε ότι την είχε δει κάτω από αυτές τις συνθήκες, η υπόληψή της θα καταστρεφόταν, ενώ η σκιά της ντροπής θα έπεφτε πάνω στον αδελφό και την οικογένειά της. Αν ήταν κάποιος


που την ήξερε καλύτερα, ήθελε να ελπίζει ότι, και να σχημάτιζε άσχημη γνώμη για κείνη, θα κρατούσε το στόμα του κλειστό για να μην ντροπιάσει την οικογένειά της. Αλλά αυτός ο άντρας την ήξερε ελάχιστα. Και το χειρότερο, ο Σινκλέρ δεν του είχε φερθεί καθόλου φιλικά, αντίθετα η συμπεριφορά του αδελφού της απέναντι στον κόμη ήταν εχθρική, ακόμα και περιφρονητική. Ούτε που ήθελε να φανταστεί τον τρόπο που θα του είχε μιλήσει ο δούκας μετά τη δική της αναχώρηση. Ο Μπρόμγουελ δε θα είχε κανένα λόγο να προστατέψει εκείνη ή τον αδελφό της, στην πραγματικότητα μπορεί να άρπαζε αυτή την ευκαιρία για να εκδικηθεί το δούκα. Και γιατί είχε φερθεί ο αδελφός της έτσι; Ο απότομος τρόπος του και το γεγονός ότι θεωρούσε δεδομένο ότι μπορούσε να της υπαγορεύει τι να κάνει και τι όχι την είχαν θυμώσει τόσο πολύ, που δεν της είχαν αφήσει περιθώριο να σκεφτεί γιατί ο Σινκλέρ είχε ταραχτεί τόσο πολύ όταν την είχε βρει μόνη μ’ αυτόν το συγκεκριμένο άντρα. Μήπως ήταν η φήμη του Μπρόμγουελ που είχε θορυβήσει τον αδελφό της; Μήπως ο δούκας τον είχε προειδοποιήσει να μείνει μακριά της, επειδή ο κόμης είχε τη φήμη ότι ξεμυάλιζε νεαρές δεσποινίδες; Το μυαλό της πετούσε από τη μια δυσάρεστη σκέψη στην άλλη όσο στεκόταν εκεί κοκαλωμένη. Η τελευταία σκέψη της, αν και ήξερε ότι ήταν ευσεβής πόθος, ήταν να μην είχε αναγνωρίσει ο κόμης τη φωνή της και να μην είχε διακρίνει το πρόσωπό της κάτω από την κουκούλα. Τότε η Κάλι θα μπορούσε ακόμα να κάνει μεταβολή και να το σκάσει τρέχοντας. Την επόμενη στιγμή όμως, η ελπίδα της αυτή εξανεμίστηκε, γιατί εκείνος την κοίταξε και στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε η έκπληξη. «Λαίδη Καλάντρα; Εσείς είστε;» Η Κάλι ξεροκατάπιε και ίσιωσε τους ώμους της. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει και ό,τι ήθελε ας γινόταν. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να μην κηλιδωθεί το όνομα της οικογένειάς της από τη δική της παρορμητική συμπεριφορά. «Λόρδε Μπρόμγουελ. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που ξαφνιάζεστε». Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, προσπαθώντας να βρει μια λογική δικαιολογία που βρισκόταν τέτοια ώρα έξω. «Πράγματι. Στην αρχή νόμιζα ότι τα μάτια μου με γελούσαν». Σταμάτησε μισό μέτρο μακριά της. «Ότι δεν έβλεπα καλά. Δε θα έπρεπε να βρίσκεστε τέτοια ώρα έξω. Πού είναι οι δικοί σας;» Η Κάλι του έδειξε πίσω στο δρόμο. «Στα κρεβάτια τους. Εγώ... εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ». «Και βγήκατε να κάνετε μια βόλτα;» τη ρώτησε ευγενικά, αλλά το ανασήκωμα των φρυδιών του πρόδωσε τη δυσπιστία του.


«Το ξέρω ότι θα με πάρετε για τρελή», του απάντησε. «Α, όχι». Της χαμογέλασε. «Έχω μια αδελφή και ξέρω πόσο δεσμευτικοί είναι οι περιορισμοί της κοινωνίας, πόσο φορτικοί είναι όλοι αυτοί οι κανόνες για μια γυναίκα με ατίθασο χαρακτήρα». Η Κάλι δεν μπόρεσε να μην του ανταποδώσει το χαμόγελο. Οι φόβοι της ήταν χαζοί, είπε στον εαυτό της. Ο άντρας αυτός δεν έδειχνε να αποδοκιμάζει τις πράξεις της, αντίθετα το χαμόγελο, το πρόσωπο, η φωνή του... καθρέφτιζαν καλοσύνη και κατανόηση. Και η στάση του δε μαρτυρούσε άνθρωπο κακοήθη -δε διέκρινες ούτε χλευασμό ούτε αδιάκριτα υπονοούμενα στα λόγια του. «Τότε δε θα πείτε... σε κανέναν;...» «Ότι σας συνάντησα να κάνετε περίπατο;» αποτέλειωσε για λογαριασμό της ο κόμης. «Και βέβαια όχι. Εξάλλου, τι έχει να πει κανείς για μια κοπέλα που βγήκε βόλτα;» «Τίποτε», συμφώνησε η Κάλι ανακουφισμένη. «Αλλά, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συνοδεύσω πίσω σπίτι σας», της είπε και της πρόσφερε ευγενικά το μπράτσο του. «Δεν πάω σπίτι μου. Πάω στο σπίτι της λαίδης Χόξτον». Ο κόμης φάνηκε να ξαφνιάζεται λίγο, αλλά προς μεγάλη ανακούφιση της Κάλι, όσο παράξενο και να του φάνηκε να πηγαίνει εκείνη τέτοια ώρα βόλτα στο σπίτι της Φραντσέσκα, δεν έκανε κανένα σχόλιο, μόνο της είπε απλά: «Τότε θα χαρώ να σας συνοδεύσω στης λαίδης Χόξτον, αρκεί να μου δείξετε το δρόμο. Δεν είμαι εξοικειωμένος με το Λονδίνο, όπως θα πρέπει να έχετε μαντέψει». «Δε νομίζω να σας έχω ξαναδεί εδώ», παραδέχθηκε η Κάλι, τον έπιασε αγκαζέ και άρχισαν να περπατούν πάλι στο πεζοδρόμιο. «Από τη μέρα που κληρονόμησα τον τίτλο μου εγκαταστάθηκα σχεδόν μόνιμα στο κτήμα μου», της απάντησε. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά τα οικονομικά μας ήταν σε οικτρά χάλια. Δεν είχα πολύ χρόνο για...» Σήκωσε τους ώμους του. «Επιπολαιότητες;» πρότεινε η Κάλι. Εκείνος χαμογέλασε και την κοίταξε. «Δεν ήθελα να υπονοήσω ότι η ζωή εδώ είναι επιπόλαιη». Η Κάλι χαμογέλασε. «Δεν παρεξηγούμαι, σας βεβαιώνω. Στην πραγματικότητα, το ξέρω ότι η ζωή εδώ είναι ως ένα μεγάλο βαθμό επιπόλαιη». «Δεν υπάρχει τίποτε το κακό σε λίγη επιπολαιότητα». Υπήρχε κάτι το συναρπαστικό στο να περπατάει έτσι μ’ έναν άντρα -ακόμα και οι τετριμμένες κουβέντες που αντάλλασσαν ακούγονταν παράτολμες, συναρπαστικές. Η Κάλι σπάνια βρισκόταν για πολλή ώρα μόνη με άλλον άντρα εκτός από τον αδελφό


της. Και το να είναι μόνη της μ’ έναν άντρα τέτοια ώρα τη νύχτα ήταν απλά ανήκουστο. Δεν είχε ξανακάνει ποτέ κάτι που θα σόκαρε τον περίγυρό της. Κι όμως, δεν της έκανε καρδιά να το μετανιώσει. Δεν ένιωθε ούτε ενοχές ούτε τύψεις, συνειδητοποίησε κάπως ξαφνιασμένη. Εκείνο που ένιωθε ήταν ελευθερία και ενθουσιασμό. Και επειδή ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της, ήξερε επίσης ότι αυτό που ένιωθε μέσα της δεν οφειλόταν αποκλειστικά στην περιπέτεια της συγκεκριμένης στιγμής. Στην πραγματικότητα, οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον συγκεκριμένο άντρα. Έριξε ένα κλεφτό πλάγιο βλέμμα προς το μέρος του. Πρόσεξε την ίσια γραμμή του πιγουνιού του, το ψηλό ζυγωματικό, τα γένια που σκίαζαν το μάγουλό του αυτή την ώρα τη νύχτα. Είχε κάτι το σκληρό και το δυναμικό πάνω του αυτός ο άντρας, που δεν οφειλόταν μόνο στη φυσική του δύναμη, στους φαρδιούς, δυνατούς ώμους του και στην ψηλή κορμοστασιά του, αλλά και στον αέρα της αυτοπεποίθησης και της ικανότητας που απέπνεε. Η Κάλι το ένιωθε ότι, ενώ κουβέντιαζε χαμογελαστός μαζί της, βρισκόταν σε διαρκή επιφυλακή, τα γκρίζα μάτια του ήταν ερευνητικά, οι μύες του σφιγμένοι σαν να ήταν έτοιμος να δράσει. Ήταν από τους άντρες στους οποίους καταφεύγεις όταν υπάρχει κρίση, αλλά με τους οποίους δε θα ήθελες να αντιπαρατεθείς ποτέ. Και συνειδητοποίησε κάπως ξαφνιασμένη ότι, από αυτή την άποψη, ο κόμης έμοιαζε πολύ με τον αδελφό της. Δεν ήταν τόσο εκλεπτυσμένος όσο ο δούκας και η γοητεία του ήταν πιο σκανδαλιάρικη. Κάτι όμως της έλεγε ότι διέθετε και αυτός μια σκληρή πτυχή, όπως και ο Σινκλέρ, που εκμηδένιζε την αριστοκρατική βιτρίνα και τη βρετανική αβροφροσύνη. Λες κι ένιωσε το βλέμμα της πάνω του, στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν σκιασμένα και σκοτεινά. Δεν της χαμογέλασε ούτε έκανε κάποιο σχόλιο, αλλά η Κάλι ένιωσε μια έντονη έλξη να φουντώνει μέσα της και να την κατακλύζει. Έστρεψε αλλού το βλέμμα της, φοβούμενη ότι τα μάτια της θα πρόδιδαν τη φύση της αναστάτωσής της. Ο λόρδος Μπρόμγουελ την τάραζε, δε θυμόταν να είχε τέτοιες αντιδράσεις με άλλον άντρα. Περιέργως όμως, αυτή η αλλόκοτη κατάσταση έδειχνε να την τραβάει αντί να την απωθεί. Μακάρι να ήξερε τι ήταν αυτό που έκανε τον Σινκλέρ να αντιπαθεί αυτό τον άνθρωπο, γιατί είχε αντιδράσει τόσο έντονα όταν την είχε δει μαζί του. «Πρέπει να ζητήσω συγνώμη για τη συμπεριφορά του αδελφού μου», άρχισε να λέει κοιτώντας πάλι προς το μέρος του. Ο κόμης σήκωσε τους ώμους του σαν να μην έδινε σημασία


στο γεγονός. «Είναι φυσικό ένας αδελφός να ανησυχεί για την αδελφή του. Να θέλει να την προστατεύσει. Το καταλαβαίνω γιατί έχω κι εγώ αδελφή». «Ελπίζω να μην είστε κι εσείς τόσο καταπιεστικά προστατευτικός», του απάντησε η Κάλι μ’ ένα χαμόγελο. Ο κόμης γέλασε. «Πράγματι, όχι. Φοβάμαι ότι θα μ’ έγδερνε ζωντανό αν προσπαθούσα να της υπαγορεύσω τι να κάνει. Είναι λίγο μεγαλύτερη από μένα, αν και δε θα της άρεσε να με ακούσει να το λέω αυτό, και έχει συνηθίσει μάλλον να μου λέει εκείνη τι να κάνω και όχι το αντίστροφο». Η λάμψη χάθηκε από το βλέμμα του και η φωνή του είχε μια ατσάλινη χροιά όταν συνέχισε: «Ωστόσο... θα απεχθανόμουν όποιον άντρα επιχειρούσε να την πληγώσει». «Αγαπώ τον αδελφό_ μου και τη γιαγιά μου, αλλά μερικές φορές νιώθω να με πνίγουν», παραδέχθηκε η Κάλι. «Αυτός είναι ο λόγος που βγήκατε μόνη σας τέτοια ώρα νυχτιάτικα να πάτε στης λαίδης Χόξτον;» Η Κάλι δίστασε, και στη συνέχεια του απάντησε αόριστα: «Πηγαίνω στη λαίδη Χόξτον να της ζητήσω μια χάρη». Και ανακουφίστηκε όταν εκείνος δεν επισήμανε ότι, στην ουσία, δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή του... ή ότι είχε βρει πολύ περίεργη ώρα για να πάει να ζητήσει χάρη. Αυτό το ήξερε πολύ καλά από μόνη της. Ήταν εντελώς χαζό να βγει έτσι μόνη της έξω σε μια παρόρμηση της στιγμής. Και ήταν τυχερή που είχε συναντήσει το λόρδο Μπρόμγουελ και όχι κανόναν κακούργο. «Θα πρέπει να με θεωρείτε νέα και άμυαλη», είπε κοκκινίζοντας ελαφρά. «Είναι φανερό ότι ενήργησα πάνω στο θυμό μου». «Όχι», της απάντησε ο κόμης χαμογελώντας. «Σας βρίσκω νέα και πολύ όμορφη». Έκανε μια παύση και υπήρχε πάλι εκείνη η σκανταλιάρικη λάμψη στο βλέμμα του. «Και πραγματικό βάσανο για τους υπερπροστατευτικούς συγγενείς σας». Η Κάλι γέλασε. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό». Σήκωσε το κεφάλι της και διαπίστωσε ότι της ήταν τρομερά δύσκολο να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια για να στραφεί αλλού, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν ευγενικό να τον κοιτάζει έτσι. Ο λαιμός της ήταν ξερός και το μυαλό της εντελώς κενό. Πάσχισε να βρει κάτι να πει, λέγοντας στον εαυτό της ότι φερόταν σαν κοριτσόπουλο στο πρώτο του ραντεβού. «Βλέπω ότι δε φοράτε το καπέλο σας», είπε στο τέλος αναστενάζοντας σιωπηλά με το ηλίθιο σχόλιό της. «Όχι, το άφησα πίσω. Διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να βγω στο δρόμο δείχνοντας τόσο γελοίος».


«Γελοίος! Όχι!» τον αντέκρουσε. «Εγώ βρήκα πολύ κομψό το καπέλο σας». Η Κάλι συνειδητοποίησε μ’ ένα σκίρτημα ότι φλέρταρε πάλι μαζί του, όπως είχε κάνει και νωρίτερα εκείνο το βράδυ. Εκείνος της απάντησε στον ίδιο ανάλαφρο τόνο, που τον διάνθιζαν όμως η ζεστασιά κι ένα κρυφό μήνυμα. Τα μάτια του έλαμπαν. «Ούτε κι εσείς βγάλατε τη στολή σας». Απλωσε το χέρι του και με το δείκτη του έσπρωξε λίγο πιο πίσω την κουκούλα της, αποκαλύπτοντας το βαθύ ντεκολτέ της κάπας Τυδώρ. «Χαίρομαι. Σας πηγαίνει». Η Κάλι συνειδητοποίησε ότι είχαν σταματήσει και ότι στέκονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Τα δάχτυλά του άγγιζαν ακόμα την κουκούλα της. «Αλλά χαίρομαι επίσης που βγάλατε τη μάσκα», συνέχισε ο κόμης και η φωνή του ήταν τώρα βραχνή. «Το πρόσωπό σας είναι πάρα πολύ όμορφο για να το κρύβετε έστω και λίγο». Τα ακροδάχτυλά του σύρθηκαν στο μάγουλό της και η Κάλι ένιωσε την ανάσα να πιάνεται στο λαιμό της. Σκέφτηκε ότι θα την ξαναφιλούσε και η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπά στο στήθος της. Θυμήθηκε τη φλόγα που είχε φουντώσει ανάμεσα τους. Τα χείλη του, βελούδινα, απαλά, σαγηνευτικά, αλλά και απαιτητικά ταυτόχρονα. Εκείνος, όμως, άφησε το χέρι του να πέσει και άρχισε πάλι να προχωράει. Η. Κάλι ακολούθησε δίπλα του. Ο σφυγμός της χτυπούσε σαν τρελός και τα γόνατά της έτρεμαν ελαφρά. Άραγε, αναρωτήθηκε, είχε νιώσει κι αυτός τον πόθο ή μόνο εκείνη; Δεν τους πήρε πολλή ώρα να φτάσουν στο κομψό αρχοντικό όπου έμενε η Φραντσέσκα, και όσο πλησίαζαν η Κάλι ένιωθε την καρδιά της να βουλιάζει. Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει και σταμάτησε μπροστά στη σκάλα του σπιτιού. «Φτάσαμε», του είπε απλώνοντας ευγενικά το χέρι της. «Σας ευχαριστώ που με συνοδεύσατε. Ελπίζω να μη σας έβγαλα πολύ από το δρόμο σας». «Χαρά μου», της είπε ο κόμης κι έπιασε το χέρι της. Αλλά αντί να κάνει μια ελαφριά υπόκλιση, έμεινε εκεί να το κρατά και να την κοιτάζει. «Αλλά θα πρέπει να μου υποσχεθείτε ότι δε θα ξανακάνετε κάτι τόσο επικίνδυνο. Θα πρέπει να μου στείλετε ένα σημείωμα την επόμενη φορά που θα σχεδιάσετε μια μεταμεσονύκτια απόδραση. Σας υπόσχομαι να έρθω μαζί σας. Για να σιγουρευτώ ότι θα είστε ασφαλής». «Σας βεβαιώνω ότι θα είμαι πολύ προσεκτική στο μέλλον. Δε θα σας χρειαστώ». «Είστε σίγουρη;» Ο κόμης σήκωσε πειρακτικά το φρύδι του


και με μια ταχύτητα που την ξάφνιασε τύλιξε το άλλο χέρι του γύρω της, την τράβηξε πάνω του κι έσκυψε το κεφάλι του να τη φιλήσει. Το φιλί του Μπρόμγουελ ήταν όπως το θυμόταν και ακόμα πιο μεθυστικό. Η Κάλι ένιωσε τα δόντια του άγρια πάνω στα χείλη της, τη γλώσσα του να γλιστράει απαλά στο υγρό στόμα της. Ήταν ένα πεινασμένο φιλί που είχε την ελαφριά γεύση του πόρτο κι έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν. Τύλιξε το ένα μπράτσο της στο λαιμό του για να στηριχτεί, καθώς ανταποκρινόταν στο φιλί του. Το χέρι του άφησε το δικό της και γλίστρησε στην πλάτη της κάπας της μέχρι χαμηλά στους γλουτούς. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στα μαλακά της οπίσθια και τη σήκωσαν ελαφρά, κολλώντας την πάνω του. Η Κάλι ένιωσε τον σκληρό ανδρισμό του πάνω στην τρυφερή σάρκα της και την ίδια στιγμή αισθάνθηκε έκπληξη και περιέργεια -ένας λόγος παραπάνω μάλιστα, όταν ένιωσε το κέντρο της ύπαρξης της, ψηλά ανάμεσα στα πόδια της, να φλογίζεται και να μουσκεύει. Έβγαλε μια ανυπόμονη φωνούλα και αμέσως ακολούθησε το δικό του βογκητό. Ο κόμης σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε για κάμποση ώρα. Τα μάτια του έλαμπαν από τον πόθο και την έκπληξη. «Όχι», μουρμούρισε. «Νομίζω πως λάθος κατάλαβα -εσείς είστε η επικίνδυνη». Πήρε μια βαθιά ανάσα, την άφησε να βγει αργά κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Σας αποχαιρετώ, λαίδη μου». Έκανε άλλο ένα βήμα πίσω και χαμογέλασε καθώς πρόσθετε: «Θα ξανασυναντηθούμε. Σας το υπόσχομαι». Και λέγοντας αυτά, ο Μπρόμγουελ έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε, αν και η Κάλι πρόσεξε πως σταμάτησε σ’ ένα δέντρο, δυο σπίτια πιο κάτω, και κοίταξε πάλι προς το μέρος της. Το γεγονός ότι ο κόμης φρόντιζε να βεβαιωθεί ότι θα έμπαινε μέσα στο σπίτι ασφαλής, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα την υπόληψή της με το να μην εμφανιστεί στο κατώφλι μαζί της, της ζέστανε την καρδιά. Κρύβοντας ένα χαμόγελο, ανέβηκε γρήγορα τα λίγα σκαλοπάτια μέχρι την εξώπορτα της Φραντσέσκα. Εκεί πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει τους άτακτους χτύπους της καρδιάς της, σήκωσε το χέρι της και χτύπησε. Το χτύπημά της το διαδέχτηκε η ησυχία και για πρώτη φορά της πέρασε από το μυαλό ότι η Φραντσέσκα μπορεί να μη βρισκόταν σπίτι. Μπορεί να ήταν ακόμα στο πάρτι της θείας Οντίλια. Στο κάτω κάτω, και ο λόρδος Μπρόμγουελ πριν λίγο είχε πάρει το δρόμο για το σπίτι του. Ή, βέβαια, θα μπορούσαν όλοι στο αρχοντικό να κοιμούνται.


Σκέφτηκε καθησυχάζοντας τον εαυτό της ότι ακόμη και αν όλοι κοιμούνταν, όλο και κάποιος θα άκουγε στο τέλος τα χτυπήματά της και θα άνοιγε την πόρτα. Ο μπάτλερ της Φραντσέσκα θα την αναγνώριζε και θα την καλούσε να περάσει μέσα, ακόμα και αν ξαφνιαζόταν που θα την έβλεπε στο κατώφλι τους τέτοια ώρα. Παρ’ όλ’ αυτά, ανακουφίστηκε όταν είδε την πόρτα να ανοίγει ύστερα από λίγο και να εμφανίζεται ένας αναμαλλιασμένος υπηρέτης. Στην αρχή άνοιξε την πόρτα μόλις λίγα εκατοστά, όταν όμως είδε μια γυναίκα μόνη της στο κατώφλι, σήκωσε τα φρύδια του και την άνοιξε περισσότερο. «Δεσποινίς;» τη ρώτησε σαστισμένος. «Λαίδη Καλαντρα Λιλ», του απάντησε η Καλι με το πιο αγέρωχο ύφος της. Ο υπηρέτης φάνηκε λίγο αβέβαιος, αλλά εκείνη την ώρα εμφανίστηκε πίσω του ο μπάτλερ της Φραντσέσκα με το σκουφάκι του ύπνου και τη ρόμπα του. «Λαίδη μου!» αναφώνησε και γύρισε απότομα στον υπηρέτη. «Κάνε στην άκρη, Κούπερ, και άφησε τη λαίδη να περάσει». «Λυπάμαι που έρχομαι τόσο αργά, Φέντον», είπε η Κάλι στον μπάτλερ μπαίνοντας μέσα. «Ω λαίδη μου, ούτε που να το σκέφτεστε», της απάντησε εκείνος. «Είστε πάντα ευπρόσδεκτη σ’ αυτό το σπίτι. Ο Κούπερ θα σας οδηγήσει στο κίτρινο σαλόνι κι εγώ θα πάω να ειδοποιήσω τη λαίδη Χόξτον ότι βρίσκεστε εδώ». Ο μπάτλερ έκανε μια υπόκλιση μπροστά της και ένα κοφτό νεύμα στον υπηρέτη και ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Η Κάλι ακολούθησε τον υπηρέτη στο μικρό σαλόνι στην άκρη του διαδρόμου. Δεν ήταν το πιο μεγαλόπρεπο από τα σαλόνια, αλλά ήξερε ότι ήταν το αγαπημένο της Φραντσέσκα. Τα παράθυρά του έβλεπαν στον μικρό κήπο στο πλάι και δέχονταν τον πρωινό ήλιο. Επίσης, επειδή ήταν μικρό, ήταν ακόμα ζεστό από τα κάρβουνα της φωτιάς που είχαν ανάψει το βράδυ. Η Κάλι πλησίασε στο τζάκι για να ζεσταθεί. Λίγα λεπτά αργότερα, η Φραντσέσκα μπήκε βιαστική στο δωμάτιο, δένοντας τα κορδόνια της χρυσοΰφαντης ρόμπας της. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της έπεφταν λυτά στην πλάτη της και το όμορφο πορσελάνινο πρόσωπό της ήταν συνοφρυωμένο και ανήσυχο. «Κάλι; Τι συνέβη;» τη ρώτησε προχωρώντας με τα χέρια απλωμένα. «Έγινε κάτι;» «Αχ! Όχι!» της απάντησε η Κάλι αμήχανη. «Λυπάμαι πολύ δε σκέφτηκα. Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Τίποτε δε συμβαίνει». Στο πρόσωπο της Φραντσέσκα ζωγραφίστηκε η ανακούφιση.


«Δόξα τω Θεώ! Νόμισα... ε, κι εγώ δεν ξέρω τι νόμισα». Το πρόσωπό της κοκκίνισε ελαφρά και άφησε να της ξεφύγει ένα απολογητικό γελάκι. «Λυπάμαι. Θα με θεωρείς χαζή». «Λ, όχι», βιάστηκε να την καθησυχάσει η Κάλι. «Στην πραγματικότητα, εγώ είμαι η χαζή. Δε θα έπρεπε να έρθω εδώ τέτοια ώρα. Είναι φυσικό να υποθέσεις ότι συμβαίνει κάτι κακό. Ζητώ συγνώμη που σε τρόμαξα». Η Φραντσέσκα έκοψε μ’ ένα κούνημα του χεριού τις συγνώμες της. «Έλα, κάθισε. Θα ήθελες λίγο τσάι;» «Όχι, αρκετά σας ανησύχησα», της απάντησε η Κάλι. «Είμαι μια χαρά». Κάθισε στην άκρη μιας πολυθρόνας και η Φραντσέσκα βολεύτηκε στο καναπεδάκι απέναντι της και την κοίταξε ανήσυχη. «Είσαι στ’ αλήθεια καλά;» επέμεινε με δυσπιστία. «Εντάξει, μπορεί να μη συνέβη κάτι έκτακτο, αλλά...» Έριξε μια ματιά γύρω της καθώς μιλούσε. «Ήρθες εδώ μόνη;» Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Το ξέρω πως αυτό που έκανα δεν ήταν και πολύ ασφαλές, αλλά απλά... δεν μπορούσα να μείνω σ’ εκείνο το σπίτι ούτε μια στιγμή ακόμα!» Η Φραντσέσκα φάνηκε σαστισμένη. «Στο Λιλ Χάουζ;» Η Κάλι έγνεψε καταφατικά. «Συγνώμη που εισέβαλα έτσι στο σπίτι σου τέτοια ώρα. Μπορείς να με στείλεις στο διάβολο, αλλά δεν ήξερα πού αλλού να πάω». «Φυσικά και μπορείς να έρθεις σ’ εμένα», της είπε η Φραντσέσκα και πήρε το χέρι της στο δικό της. «Και μην ανησυχείς για την ώρα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα πέσει ακόμα για ύπνο. Βούρτσιζα τα μαλλιά μου. Και ο Φέντον λατρεύει τα απρόοπτα. Δε θα με ξάφνιαζε καθόλου αν εμφανιζόταν σε λίγο με τσάι και κεκάκια». «Είσαι πολύ καλή». Η Κάλι της χαμογέλασε και πρόσθεσε κάπως ντροπαλά: «Ξέρεις, πάντα σ’ έβλεπα... ε, σχεδόν σαν αδελφή μου». Το χαμόγελο της Φραντσέσκα έγινε πιο γλυκό κι έσφιξε το χέρι της στο δικό της. «Ω, σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Με συγκινείς. Συχνά σε νιώθω κι εγώ έτσι». «Κάποτε», της είπε η Κάλι κάπως θλιμμένα, «πίστεψα μάλιστα πως θα γινόσουν στ’ αλήθεια αδελφή μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ το γιατί, αλλά το πίστευα για κάμποσες βδομάδες, μέχρι που ο Σινκλέρ μ’ έβαλε στη θέση μου. Ήμουν πολύ μικρή, βέβαια». Τις τύλιξε η σιωπή. Η Κάλι ήξερε ότι η Φραντσέσκα ήταν μπερδεμένη, αλλά περίμενε ευγενικά από εκείνη να της εξηγήσει το λόγο της μεταμεσονύκτιας εμφάνισής της. Η Κάλι αναστέναξε. «Συγνώμη. Τώρα που βρίσκομαι εδώ,


δεν είμαι σίγουρη τι να πω». Σταμάτησε και αμέσως μετά συνέχισε: «Το θέμα είναι ότι είχα έναν τρομερό καβγά με τον Σινκλέρ απόψε». Η Φραντσέσκα γούρλωσε τα μάτια της. «Εσύ και ο Ρόκφορντ; Γιατί, τι συνέβη; Πίστευα πως εσείς οι δυο τα πηγαίνατε πολύ καλά». «Συνήθως τα πάμε», της απάντησε η Καλι. «Αλλα απόψε...» Σταμάτησε, διστάζοντας να αποκαλύψει τα οικογενειακά μυστικά τους ακόμα και σ’ αυτή τη γυναίκα που γνώριζε μια ζωή. «Δε χρειάζεται να μου πεις, αν δε θέλεις», της είπε ευγενικά η Φραντσέσκα. «Μπορούμε να συζητήσουμε για... ω, για το πάρτι της θείας Οντίλια, για παράδειγμα. Είχε μεγάλη επιτυχία, δε συμφωνείς;» «Ναι, είχε». Η Κάλι της χαμογέλασε. «Και εσύ είσαι η τέλεια οικοδέσποινα. Αλλά έχω ανάγκη να σου μιλήσω. Πρέπει να μιλήσω σε κάποιον, και νομίζω... νομίζω ότι εσύ θα μπορούσες πιθανόν να με βοηθήσεις, αν το θέλεις βέβαια». «Ε, φυσικά», της απάντησε η Φραντσέσκα, που τώρα ήταν πραγματικά περίεργη. «Τότε μίλησε μου απλά. Δε χρειάζεται να ωραιοποιούμε τα πράγματα. Γνωρίζω τον αδελφό σου περισσότερα χρόνια απ’ όσα γνωρίζω εσένα, και τολμώ να πάρω όρκο ότι τίποτε απ’ όσα θα μου πεις δε θα με σοκάρει». «Ω, δεν είναι σοκαριστικό», βιάστηκε να της πει η Κάλι. «Στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ κοινό. Απλά, ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα δει τον Σινκλέρ να φέρεται έτσι, με τέτοια έπαρση». «Α». «Τουλάχιστον, όχι σ’ εμένα», συνέχισε η Κάλι. «Φέρθηκε με μεγάλη αγένεια σ’ έναν τζέντλεμαν με τον οποίο χόρεψα απόψε, έναν άντρα που ακόμα και η γιαγιά παραδέχθηκε ότι ήταν ένας απόλυτα αποδεκτός μνηστήρας. Και εμένα με αντιμετώπισε... με αντιμετώπισε σαν να ήμουν παιδί!» Η Κάλι αισθάνθηκε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και η φωνή της ακούστηκε τραχιά όταν θυμήθηκε την ντροπή και το θυμό που είχε νιώσει νωρίτερα. «Το ξέρω ότι δε θα έπρεπε να ήμουν στη βεράντα μαζί του, αλλά το λάθος δεν ήταν του κόμη. Στην πραγματικότητα, εκείνος με βοήθησε ν’ απαλλαγώ από έναν κύριο που μου είχε γίνει πολύ φορτικός. Αλλά ο Ρόκφορντ δε με άφησε καν να του εξηγήσω. Με διέταξε απλά να φύγω, σαν να ήμουν κανένα πεντάχρονο που το έστελνε για ύπνο μετά το δείπνο. Ένιωσα φοβερά ταπεινωμένη». «Σίγουρα», της είπε με συμπάθεια η Φραντσέσκα. «Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Ρόκφορντ θα το καταλάβει αυτό, όταν θα έχει την ευκαιρία να ηρεμήσει...»


«Ω, σε παρακαλώ, μην παίρνεις κι εσύ το μέρος του!» την έκοψε η Κάλι. «Όχι, αγαπητή μου, και βέβαια όχι. Είμαι σίγουρη ότι σου φέρθηκε απαίσια. Οι άντρες το κάνουν συχνά. Αλλά είμαι βέβαιη ότι όταν καθίσει να το σκεφτεί, θα μετανιώσει που αντέδρασε τόσο βιαστικά». «Ειλικρινά, αμφιβάλλω», της απάντησε η Κάλι με κάποια πίκρα. «Προσπάθησα να του μιλήσω σχετικά όταν γυρίσαμε σπίτι. Αλλά εξακολουθεί ν’ αρνείται να μου δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Το μόνο που λέει είναι πως ό,τι έκανε το έκανε για το καλό μου -κι εγώ υποτίθεται πως πρέπει να μείνω ικανοποιημένη μ’ αυτό!» «Μμμ. Πολύ εκνευριστικό», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Ύστερα μπήκε, στην κουβέντα και η γιαγιά μου, δηλώνοντάς μου ότι ο Σινκλέρ είχε δίκιο και πρέπει να κάνω αυτό που μου λέει. Οτι βρίσκομαι υπό την κηδεμονία του μέχρι να παντρευτώ. Και εννοείται, βέβαια, ότι βρίσκομαι κάτω και από τη δική της κηδεμονία». Η Φραλ'τσέσκα, που γνώριζε πολύ καλά τη χήρα δούκισσα, κούνησε με συμπάθεια το κεφάλι της. «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που νεύριασες». Η Κάλι ξεφύσηξε ανακουφισμένη. «Το ήξερα ότι εσύ θα με καταλάβεις». «Σε καταλαβαίνω. Είναι πολύ σκληρό να έχεις τους συγγενείς σου να σου υπαγορεύουν τι να κάνεις». Τώρα που είχε ξαλαφρώσει και η Φραντσέσκα της είχε εκφράσει την κατανόηση και τη συμπάθειά της, εντελώς παράλογα, η Κάλι σκέφτηκε ότι ίσως να είχε φερθεί λιγάκι παιδιάστικα. Χαμογέλασε συνεσταλμένα και είπε: «Με συγχωρείς. Δεν υπήρχε λόγος να σε φορτώσω με όλ’ αυτά. Απλά... έχω κουραστεί με τους περιορισμούς και τους κανόνες. Η γιαγιά έμεινε μαζί μας όλο το χειμώνα και μου έφαγε το κεφάλι ότι μεγάλωσα και δεν παντρεύτηκα ακόμα. Ακόμα και η θεία Οντίλια μου είπε απόψε ότι κοντεύω να γίνω γεροντοκόρη!» Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν πρέπει ν’ αφήνεις τη λαίδη Πενκάλι να σε πιέζει για τίποτε. Το ξέρω ότι είναι πιο εύκολο να το λες αυτό από το να το κάνεις, γιατί, ειλικρινά, η λαίδη Οντίλια με τρομάζει. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι καλύτερα να την αποφεύγεις όσο γίνεται». «Ναι, αλλά εσένα δεν είναι η μεγάλη θεία σου. Όπως και να έχει το πράγμα, δεν της δίνω και πολλή σημασία. Τουλάχιστον εκείνη δε μου κάνει συνέχεια κήρυγμα ότι έχω καθήκον και υποχρέωση να μην απογοητεύσω την οικογένεια. Δε μου λέει ότι δεν


πρέπει να κάνω κάτι που θα έχει αντίκτυπο στο δούκα και το καλό όνομα της οικογένειας». «Οι οικογένειες μπορεί ν’ αποδειχθούν αβάσταχτο φορτίο», είπε η Φραντσέσκα και το εννοούσε. «Η μητέρα μου με πίεζε να κάνω έναν καλό γάμο από την πρώτη κιόλας Σεζόν που έκανα το ντεμπούτο μου». «Κι εσύ τι έκανες;» τη ρώτησε περίεργη η Κάλι. Η Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους της. «Την απογοήτευσα. Αλλά αυτή δεν ήταν ούτε η πρώτη φορά ούτε η τελευταία, σε βεβαιώνω». «Έχω βαρεθεί να προσπαθώ να ευχαριστήσω τους άλλους». «Μπορεί να ξοδεύεις το χρόνο σου προσπαθώντας να ευχαριστήσεις πολλούς ταυτόχρονα», της είπε η Φραντσέσκα. «Ίσως θα έπρεπε να σκεφτείς λιγάκι και τον εαυτό σου». «Γι’ αυτό ακριβώς ήρθα σ’ εσένα!» φώναξε η Κάλι. «Ήξερα πως ήσουν το κατάλληλο πρόσωπο για να με βοηθήσει». «Δεν καταλαβαίνω», της είπε η Φραντσέσκα σαστισμένη. «Σίγουρα θα σε βοηθήσω αν μπορώ, αλλά φοβάμαι πως η γνώμη μου μετράει πολύ λίγο και για τον Ρόκφορντ και για τη δούκισσα». «Α, όχι, δε θέλω να τους μιλήσεις. Θέλω να με βοηθήσεις να βρω σύζυγο».


Κεφάλαιο 5 Η Φραντσέσκα έμεινε να κοιτάζει την επισκέπτριά της ανέκφραστα. «Συγνώμη;» «Αποφάσισα να παντρευτώ, και όλοι με βεβαιώνουν ότι εσύ είσαι το πρόσωπο στο οποίο πρέπει ν’ αποταθεί κανείς όταν ψάχνει σύζυγο». «Μα, Κάλι...» Η Φραντσέσκα την κοίταξε διατακτική. «Νόμιζα πως είχες εκνευριστεί επειδή η γιαγιά σου και η λαίδη Οντίλια σ’ έσπρωχναν να παντρευτείς. Και τώρα μου φαίνεται σαν να προσπαθείς για μια ακόμα φορά να τις ευχαριστήσεις». «Όχι. Ειλικρινά, δεν κάνω κάτι τέτοιο», της είπε η Κάλι. «Βλέπεις, δεν είμαι κατά του γάμου. Δεν είμαι καμιά ψευτοδιανοούμενη που θα προτιμούσε να περάσει ήρεμα τη ζωή της διαβάζοντας παρά να παντρευτεί. Και δεν είμαι ανεξάρτητη όπως η Αϊρίν, ούτε φοβάμαι να ενώσω τη ζωή μου με τη ζωή ενός άντρα. Θέλω να παντρευτώ. Θέλω ν’ αποκτήσω σύζυγο και παιδιά και ένα δικό μου σπιτικό. Δεν το καταλαβαίνεις; Δε θέλω να είμαι μια ζωή η αδελφή του Ρόκφορντ ή η εγγονή της δούκισσας. Θέλω να έχω τη δική μου ζωή. Και ο μόνος τρόπος για να την αποκτήσω είναι να παντρευτώ». «Μα αν ήθελες να ζήσεις μόνη σου... έχεις κλείσει τα είκοσι ένα και διαθέτεις μεγάλη περιουσία». «Υπονοείς ν’ ανοίξω ανύπαντρη το δικό μου σπιτικό;» τη ρώτησε κάπως ειρωνικά η Κάλι. «Και να έχω όλο τον καλό κόσμο να ρωτάει τι στράβωσε ανάμεσα σ’ εμένα και τον Ρόκφορντ; Ή ν’ ακούω τη γιαγιά να μου κάνει κήρυγμα για την αχαριστία μου και για το καθήκον μου απέναντι στον αδελφό μου και σ’ εκείνη; Δεν έχω καμιά διάθεση να έρθω σε ρήξη με την οικογένεια μου. Θέλω απλά να έχω μια ζωή ανεξάρτητη από εκείνους. Να ξεφύγω από τους περιορισμούς. Που θα εξακολουθούσα να τους έχω ακόμα κι αν έστηνα μόνη το δικό μου σπιτικό. Θα έπρεπε να προσλάβω συνοδό, κατά προτίμηση μια χήρα, να ζήσει μαζί μου, και θα εξακολουθούσα να είμαι μια νέα και ανύπαντρη γυναίκα που δε θα μπορούσε να πάει όπου ήθελε ούτε να κάνει ό,τι ήθελε. Ξέρεις πώς


είναι, Φραντσέσκα. Πρέπει να παντρευτεί μια κοπέλα για ν’ αποκτήσει έστω μια κάποια ελευθερία. Πεθαίνω να φορέσω μια πράσινη ή μπλε τουαλέτα. Ένα οποιοδήποτε άλλο χρώμα πέρα από το αιώνιο λευκό». Η Φραντσέσκα άρχισε να γελάει. «Το θυμάμαι αυτό το συναίσθημα. Δε γίνεται όμως να θέλεις να παντρευτείς απλά και μόνο για να μπορείς να φοράς μπλε τουαλέτες». «Είναι φορές που σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να ήταν και έτσι», την αντέκρουσε η Κάλι και ύστερα αναστέναξε. «Αλλά, βέβαια, δεν είναι μόνο αυτό. Θέλω να παντρευτώ. Συχνά νιώθω ότι άγομαι και φέρομαι χωρίς να καταλήγω πουθενά, ότι απλώς αφήνω το χρόνο να κυλάει περιμένοντας να ξεκινήσω τη ζωή μου. Θέλω να ξεκινήσω τη ζωή μου». Η Φραντσέσκα έγειρε προς το μέρος της σοβαρή. «Αλλά, καλή μου, θα πρέπει να έχεις πολλούς υποψήφιους μνηστήρες. Το μικρό σου δαχτυλάκι να κουνούσες και μια ντουζίνα άντρες θα εμφανίζονταν στο κατώφλι σου να ζητήσουν το χέρι σου από τον Ρόκφορντ». «Ω, δεν ήμουν τυχερή στους μνηστήρες μου», παραδέχθηκε η Κάλι αναστενάζοντας. «Οι περισσότεροι ήταν προικοθήρες. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αντρών που διστάζουν να με πλησιάσουν επειδή είμαι αυτή που είμαι. Δε θέλουν να θεωρηθούν καιροσκόποι ή πιστεύουν ότι δε θα καταδεχόμουν να τους κοιτάξω επειδή δεν έχουν αρκετά μεγάλη περιουσία ή δε διαθέτουν ένα σπουδαίο αριστοκρατικό όνομα. Ο κόσμος υποθέτει, χωρίς καν να με γνωρίσει, ότι είμαι πολύ ψηλομύτα. Και δεν είμαι, το ξέρεις». «Όχι, δεν είσαι». «Και υπάρχουν και αυτοί που φοβούνται τον Ρόκφορντ. Και αυτό δε μ’ ενοχλεί όταν είναι κάποιος προικοθήρας ή απλά ανυπόφορος, αλλά ο Σινκλέρ είναι τόσο αυστηρός, που τρέπει σε φυγή ακόμα και μερικούς πολύ ευγενικούς νέους». «Ο δούκας μπορεί να γίνει εκφοβιστικός», παραδέχθηκε ξερά η Φραντσέσκα. «Μμμ. Πολύ μαλακός χαρακτηρισμός. Και αν του ζητήσω το λόγο, φοράει το “προσωπείο του δούκα”...» Η Κάλι σούφρωσε υπεροπτικά τα όμορφα χαρακτηριστικά της. «...και μου λέει πως ό,τι κάνει το κάνει για το καλό μου». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Ναι, ξέρω πολύ καλά αυτό το ύφος του. Το επιστρατεύει όταν θέλει να κόψει στα γρήγορα τις ερωτήσεις». «Ακριβώς». «Κι εσύ, μήπως έχεις κατά νου κάποιον συγκεκριμένο κύριο


που θα σου έκανε για μνηστήρας;» τη ρώτησε διακριτικά η Φραντσέσκα. «Α, όχι», βιάστηκε να της απαντήσει η Κάλι, αν και το μυαλό της πέταξε στο λόρδο Μπρόμγουελ. Άραγε ο κόμης ήταν ο άντρας που θα ήθελε να παντρευτεί; Ο άντρας αυτός είχε κάτι το σαγηνευτικό, κάτι πέρα από την ομορφιά και το ζεστό χαμόγελό του. Όταν βρισκόταν μαζί του, η Κάλι ένιωθε διαφορετικά -πιο ζωηρή, πιο χαρούμενη, έλαμπε. Αλλά, βέβαια, ήξερε ότι ήταν χαζό να σκέφτεται να παντρευτεί αυτό τον άντρα. Ούτε που τον ήξερε καλά-καλά και, όπως και να είχε, ο αδελφός της τον αντιπαθούσε. Κούνησε για έμφαση το κεφάλι της. Η Φραντσέσκα της έριξε μια διαπεραστική ματιά, αλλά δεν είπε τίποτα. Την περίμενε να συνεχίσει, και όταν η Κάλι δεν το έκανε, άρχισε να μιλάει εκείνη, επιλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. «Δε θα ήθελες να περιμένεις λιγάκι; Στο κάτω κάτω, δεν έχεις περάσει την ηλικία γάμου. Η Αϊρίν και η Κονστάνς παντρεύτηκαν και οι δύο μετά τα είκοσι πέντε, κι εσύ δεν έχεις κλείσει ακόμα τα είκοσι τρία. Δε χρειάζεται να βιαστείς. Μπορεί να εμφανιστεί ο κατάλληλος άντρας από μόνος του». Η Κάλι χαμογέλασε σκανδαλιάρικα. «Εννοείς ότι έχω ακόμα το περιθώριο να ερωτευθώ;» τη ρώτησε. «Να με σαγηνεύσει κάποιος γοητευτικός άγνωστος;» Και πάλι οι σκέψεις της πέταξαν στον άγνωστο που είχε συναντήσει απόψε, αλλά βιάστηκε να τις συγκρατήσει. Τούτη η κουβέντα δεν είχε σχέση μ’ αυτόν. Καμιά απολύτως. Κούνησε το κεφάλι της. «Κάποτε πίστευα πως μπορεί να μου συνέβαινε αυτό. Στα δεκαεπτά και τα δεκαοκτώ μου, τότε που ανυπομονούσα να κάνω το ντεμπούτο μου». Σήκωσε τους ώμους της. «Αλλά δε χρειάστηκε να βρεθώ για πολύ ανάμεσα στην υψηλή αριστοκρατία για να διαπιστώσω πως κάτι τέτοιο ήταν μάλλον απίθανο. Γνώρισα πολλούς αξιόλογους άντρες, αλλά κανείς δεν έκανε την καρδιά μου να σκιρτήσει. Ω, για λίγο, είχα βάλει έναν δυο στο μάτι. Φλέρταρα, χόρεψα μαζί τους, απόλαυσα τα κομπλιμέντα τους, και για κάποιες βδομάδες πίστευα ότι μπορεί να ήταν αυτός ο άντρας που περίμενα. Αλλά μάταια. Ύστερα από λίγο άρχιζα να βλέπω το ένα ή το άλλο κουσούρι, συνήθειες που μ’ εκνεύριζαν. Και προτού περάσει πολύς καιρός, έπιανα τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται τι στην ευχή του είχα βρει αρχικά». Η έκφρασή της ήταν κάπως λυπημένη όταν συνέχισε: «Νομίζω ότι στην οικογένειά μας δεν το έχουμε να ερωτευόμαστε. Κοίτα τον Ρόκφορντ -τον κυνηγούν όλες οι προξενήτρες μάνες στην πόλη, εκείνος όμως δεν ερωτεύθηκε ποτέ».


«Όχι, υποθέτω πως δεν ερωτεύθηκε, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε η Φραντσέσκα. «Και μπορείς να φανταστείς τη δούκισσα να ξεχνιέται και να παραδίδεται σ’ αυτό το άξεστο συναίσθημα; Είμαι σίγουρη ότι παντρεύτηκε τον παππού μου απλά και μόνο επειδή ήταν ο πιο πολύφερνος γαμπρός». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Είναι όντως δύσκολο να φανταστεί κανείς τη δούκισσα να παρασύρεται από τον έρωτα». «Συχνά αναρωτιέμαι μήπως μας λείπει κάτι. Αλλά, πάλι, ίσως να είναι πιο εύκολο όταν οι άνθρωποι είναι όπως ο Σινκλέρ κι εγώ. Η μητέρα μου αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου. Δε σταμάτησε στιγμή να τον πενθεί μέχρι τη μέρα που πέθανε κι εκείνη. Νομίζω πως σχεδόν χαιρόταν που θα πέθαινε επειδή θα μπορούσε να βρεθεί και πάλι κοντά του. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ από εκείνη είναι η θλίψη. Ζούσε τις μέρες της σαν φάντασμα. Ένα κουφάρι που του είχαν κλέψει την ψυχή». Η Κάλι κούνησε το κεφάλι της. «Πιστεύω πως είναι καλύτερα να διατηρείς την καρδιά σου ανέπαφη». «Μπορεί», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Παρ’ όλ’ αυτά, όταν βλέπεις την Κονστάνς και τον Ντόμινικ...» Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο της Κάλι. «Είναι τόσο φανερά ερωτευμένοι, η αύρα γύρω τους λάμπει, θα πρέπει να είναι συγκινητικό να νιώθεις έτσι για κάποιον». «Ναι, πράγματι», συμφώνησε η Φραντσέσκα. Το ύφος της Κάλι ήταν λιγάκι νοσταλγικό. «Έχεις ερωτευθεί ποτέ σου έτσι;» «Νόμιζα πως είχα», της απάντησε ξερά η Φραντσέσκα. Η Κάλι την κοίταξε και κοκκίνισε. «Αχ! Με συγχωρείς. Δεν εννοούσα... ήταν εντελώς απερίσκεπτο και αγενές από μέρους μου. Το ξεχνάω πως ήσουν παντρεμένη». «Μμμ, Όσο περνάει ο καιρός, το ξεχνάω κι εγώ τελευταία», της απάντησε η Φραντσέσκα. Κάτι στο πρόσωπό της έδωσε στην Κάλι να καταλάβει ότι η Φραντσέσκα θα προτιμούσε να ξεχάσει εντελώς το γάμο της. «Συγνώμη», της είπε πάλι, έγειρε αυθόρμητα μπροστά και πήρε το χέρι της στο δικό της. Δεν είχε γνωρίσει καλά τον άντρα της Φραντσέσκα. Ο λόρδος Χόξτον είχε πεθάνει την πρώτη Σεζόν που έκανε εκείνη το ντεμπούτο της και σπάνια συνόδευε τη Φραντσέσκα όταν πήγαινε στο Ρέντφιλντς για να επισκεφθεί τους γονείς της. Αλλά η Κάλι είχε τη σαφή εντύπωση, αν και δεν ήξερε το γιατί, ότι ο αδελφός της αντιπαθούσε αυτό τον άντρα, και είχε ακούσει τη γιαγιά της να λέει σε μια περίπτωση πως η Φραντσέσκα είχε κάθε λόγο να αναθεματίζει


την ώρα και τη στιγμή που είχε παντρευτεί το λόρδο Χόξτον. «Μη χολοσκάς», είπε η Φραντσέσκα σφίγγοντας το χέρι της Κάλι. «Εξάλλου, δε βρισκόμαστε εδώ για να κουβεντιάσουμε για μένα. Για σένα μιλούσαμε». Η Κάλι άφησε το χέρι της Φραντσέσκα κι έγειρε πίσω, αποδεχόμενη ευγενικά την αλλαγή του θέματος. «Εντάξει. Θα με βοηθήσεις;» «Και βέβαια θα σε βοηθήσω. Δε θα έπρεπε να αμφιβάλλεις γι’ αυτό. Πάντως, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω εγώ που δε θα μπορούσατε να το κάνετε εξίσου καλά η γιαγιά σου κι εσύ. Η δούκισσα γνωρίζει όλα τα μέλη της υψηλής αριστοκρατίας. Και εσύ σίγουρα δε χρειάζεσαι καμιά συμβουλή σε θέματα στυλ και χάρης». «Καλοσύνη σου να το λες αυτό. Αλλά η γιαγιά μου με διαβεβαίωσε ότι διαθέτεις το μαγικό ραβδί όταν είναι να βρεις το ταίρι κάποιου. Κοίτα τι έγινε τους τελευταίους μήνες. Την περασμένη Σεζόν κατάφερες να σμίξεις δύο ζευγάρια -και μάλιστα πολύ ευτυχισμένα». «Το ότι η Κονστάνς και η Αΐρίν βρήκαν τον έρωτα της ζωής τους πιστεύω ότι οφείλεται περισσότερο σ’ εκείνες και τους άντρες τους παρά σ’ εμένα», είπε η Φραντσέσκα μ’ ένα γελάκι. «Στην πραγματικότητα, εγώ προόριζα την Κονστάνς για έναν εντελώς διαφορετικό άντρα». «Κάτι μου λέει ότι υποβαθμίζεις πολύ το ρόλο σου στις συγκεκριμένες περιπτώσεις», της απάντησε η Κάλι. «Ξέρω πολύ καλά πως στα κοινωνικά θέματα είσαι ειδήμων. Είμαι σίγουρη πως κανείς δε θα μπορέσει να με βοηθήσει περισσότερο από σένα. Η γιαγιά μου γνωρίζει πολλούς καλούς υποψήφιους γαμπρούς, αυτό είναι αλήθεια, και είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμη να μου τους συστήσει. Αλλά τα κριτήριά της δε συμβαδίζουν με τα δικά μου. Για εκείνη μετρούν μόνο τα πλούτη, η οικογένεια και ο τίτλος, χωρίς να δίνει καμιά σημασία στην εμφάνιση ή τη συμφωνία χαρακτήρων και την ιδιοσυγκρασία κάποιου. Αμφιβάλλω αν της περνάει από το μυαλό ν’ αναρωτηθεί αν ο μέλλων σύζυγος διαθέτει χιούμορ. Εσύ, όμως, γνωρίζεις τους ανθρώπους, όχι μόνο τη θέση τους στην κοινωνία. Είχες συνειδητοποιήσει πόσο ταιριαστοί θα ήταν η Αϊρίν με τον Γκίντεον προτού καν το καταλάβει η ίδια». «Α, ναι, αλλά εγώ δεν ήμουν αποφασισμένη να μην το καταλάβω όπως ήταν η Αϊρίν», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Καταλαβαίνεις, όμως, αυτό που σου λέω, έτσι δεν είναι;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Θέλεις να βρεις ένα σύζυγο που να σου ταιριάζει, όχι να πληροί τα κριτήρια της γιαγιάς σου».


«Ακριβώς. Ούτε της γιαγιάς μου, ούτε του αδερφού μου, ούτε της υψηλής αριστοκρατίας. Ένα σύζυγο που να ταιριάζει μόνο σ’ εμένα». «Ελπίζω να μη στηρίζεις υπερβολικές ελπίδες στις ικανότητές μου», της είπε η Φραντσέσκα. «Πάντως θα σε βοηθήσω, σίγουρα, με όποιον τρόπο μπορώ». «Ωραία». Η Κάλι της χαμογέλασε. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που το λες αυτό, γιατί, βλέπεις, θέλω να μου κάνεις μία ακόμα χάρη -πιο μεγάλη αυτή τη φορά». Η Φραντσέσκα σήκωσε ερωτηματικά τα φρύδια της. «Ασφαλώς. Δεν έχεις παρά να τη ζητήσεις».. «Είναι φοβερά αγενές εκ μέρους μου, το ξέρω, αλλά θα... θα ήταν πολύ καλό ν’ αρχίζαμε την αναζήτηση αμέσως. Και θέλω να σου ζητήσω... θα είχες την καλοσύνη να μου επιτρέψεις να... να μείνω εδώ μαζί σου;» Δυο κόκκινες βούλες έβαψαν τα μάγουλα της Κάλι και προτού προλάβει η Φραντσέσκα να μιλήσει, βιάστηκε να συνεχίσει: «Ο Σινκλέρ σκοπεύει να επιστρέφει στο κτήμα μόλις τελειώσει τις δουλειές του στο Λονδίνο. Εγώ όμως θα ήθελα να μείνω εδώ και ν’ αρχίσω την αναζήτηση αμέσως. Δεν μπορώ να μείνω στο Λιλ Χάουζ χωρίς συνοδό, και μολονότι μπορεί να έπειθα τη γιαγιά να μείνει μαζί μου, ε... ειλικρινά, δεν τη θέλω. Δε θέλω να την έχω διαρκώς πάνω από το κεφάλι μου να μου κάνει υποδείξεις για τον έναν ή τον άλλον άντρα, όπως δε θέλω και να επιστρέφω στο Μάρκασλ και ν’ ακούω τα κηρύγματά της ότι πρέπει να κάνω το καθήκον μου». «Απόλυτα κατανοητό», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Και βέβαια μπορείς να μείνεις μαζί μου. Θα το διασκεδάσουμε. Μπορούμε να καταστρώσουμε τα σχέδιά μας και ν’ αρχίσουμε τα ψώνια. Να ερευνήσουμε όλους τους κατάλληλους υποψήφιους. Θα είναι υπέρ μας να ξεκινήσουμε προτού αρχίσει η Σεζόν, και θα χαρώ την παρέα σου. Ο Ρόκφορντ, όμως, θα δώσει την έγκρισή του;» «Είμαι σίγουρη ότι θα τη δώσει», της είπε η Κάλι μάλλον ξαφνιασμένη. «Γιατί στην ευχή δε θα την έδινε; Ο Σινκλέρ αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος μαζί μου, αλλά δε νομίζω ότι θα το τραβήξει τόσο πολύ ώστε να μου απαγορεύσει να μείνω στο σπίτι σου. Είμαι σίγουρη ότι θα σε θεωρήσει κατάλληλη για συνοδό μου. Και τι θα μπορούσε να πει η γιαγιά μου τη στιγμή που τόσον καιρό σου έπλεκε το εγκώμιο;» «Πολύ έξυπνο. Θα επισκεφθώ αύριο τη δούκισσα για να σου κάνω την πρόσκληση». «Σ’ ευχαριστώ!» αναφώνησε η Κάλι. «Είσαι πάρα, μα πάρα πολύ καλή».


«Ανοησίες. Θα ευχαριστηθώ πολύ την παρέα σου. Η ζωή είναι πολύ μονότονη μέχρι ν’ αρχίσει η Σεζόν, και το να έχω μια φίλη μαζί μου θα την κάνει πιο εύθυμη. Εξάλλου, έχουμε ένα σχέδιο να καταστρώσουμε!» Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Τώρα», είπε αποφασιστικά και σηκώθηκε, «νομίζω πως είναι καιρός να κοιμηθούμε λιγάκι. Θα ήθελες να περάσεις εδώ τη νύχτα σου; Θα στείλω ένα σημείωμα στη δούκισσα λέγοντας ότι είσαι εδώ μαζί μου για να μην ανησυχήσει, εντάξει;» «Άφησα ένα σημείωμα για τον Σινκλέρ στο μαξιλάρι μου, για να μην ανησυχήσουν αν ξυπνήσουν και δουν ότι λείπω». Η Κάλι της χαμογέλασε κάπως ντροπιασμένη. «Αν και έτσι κι αλλιώς θ’ ανησυχήσουν. Δε θα έπρεπε να φύγω στα κλεφτά σε μια παρόρμηση της στιγμής. Ένιωθα όμως ότι θα έσκαγα αν έμενα έστω κι ένα λεπτό ακόμα εκεί πέρα!» «Καταλαβαίνω πώς ακριβώς ένιωσες», τη βεβαίωσε η Φραντσέσκα. «Και μπράβο που σκέφτηκες ν’ αφήσεις το σημείωμα. Γιατί να μη γράψω κι εγώ άλλο ένα, πληροφορώντας τον ότι έφτασες σπίτι μου σώα και ασφαλής;» «Σ’ ευχαριστώ. Είσαι πολύ καλή». Η Κάλι της χαμογέλασε σκανδαλιάρικα. «Ιδιαίτερα τη στιγμή που μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάζεις το έδαφος για μια πολύ πρωινή επίσκεψη του αδελφού μου αύριο». Η Φραντσέσκα δεν ξαφνιάστηκε που τα λόγια της Κάλι αποδείχθηκαν προφητικά. Η καμαριέρα της την ξύπνησε το επόμενο πρωί για να της πει ότι ο δούκας την περίμενε κάτω. «Και είναι πολύ θυμωμένος», πρόσθεσε η Μέιζι. «Ο Φέντον δεν τόλμησε να του πει ότι δε δέχεστε επισκέψεις ακόμα, έτσι τον πέρασε στο μπροστινό σαλόνι. Και αν κρίνω από το βλέμμα του, καλά θα κάνουμε να βιαστούμε, διαφορετικά τον έχω ικανό ν’ ανέβει εδώ πάνω και να χτυπήσει την πόρτα σας». «Μην ανησυχείς», την καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Ο δούκας δε θα έσπαγε ποτέ το πρωτόκολλο ακόμα κι αν είχε πάρει φωτιά το σπίτι. Θα έλεγε: “Παρακαλώ, ειδοποίησε την κυρά σου ότι υπάρχει ένα προβληματάκι, έχει αρπάξει φωτιά το ισόγειο”». Η Μέιζι χασκογέλασε ενώ έβγαζε ένα απλό πρωινό φουστάνι από την ντουλάπα. Το έδωσε στη Φραντσέσκα. «Αφού το λέτε εσείς, λαίδη μου, αλλά σας προειδοποιώ, είναι πολύ αγριωπός». Η Φραντσέσκα αναστέναξε. Είχε το δυσάρεστο προαίσθημα ότι ο Ρόκφορντ δε θα συμφωνούσε να μείνει η Κάλι μαζί της, ούτε καν μέχρι την έναρξη της Σεζόν. Άσχετα με το τι είχε πει η Κάλι, εκείνη δεν πίστευε ότι ο δούκας θα τη θεωρούσε κατάλληλη συνοδό για τη νεαρή αδελφή του. Μάλιστα, αν κάποιος τη ρωτούσε


τι γνώμη είχε ο δούκας για κείνη, θα του απαντούσε ότι τη θεωρούσε μάλλον επιπόλαιη. Ο Ρόκφορντ αντιμετώπιζε πάντα τον κόσμο πιο σοβαρά από εκείνη. Η Φραντσέσκα έπλυνε το πρόσωπό της και φόρεσε το φουστάνι που της είχε βγάλει η καμαριέρα της. Στη συνέχεια η Μέιζι της βούρτσισε στα γρήγορα τα μαλλιά και της τα χτένισε σ’ έναν απλό κότσο. Δε συνήθιζε να ντύνεται έτσι όταν επρόκειτο να δεχτεί επισκέψεις, και μολονότι ήθελε να είναι πάντα στις ομορφιές της μπροστά στον Ρόκφορντ, σήμερα δεν είχε άλλη επιλογή. Βρήκε το δούκα μπροστά στο παράθυρο του σαλονιού να κοιτάζει έξω το δρόμο με τα χέρια δεμένα στην πλάτη του. Το σκούρο μπλε σακάκι και το μπεζ παντελόνι του ήταν άψογα όπως πάντα, οι μπότες Γουέστον που φορούσε καλογυαλισμένες, η γραβάτα του επιδέξια δεμένη, τα κοντά μαύρα μαλλιά του καλοκουρεμένα και καλοχτενισμένα. Όταν όμως γύρισε προς το μέρος της, το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό, όπως την είχε προειδοποιήσει η Μέιζι, και τα μαύρα μάτια του την κοίταξαν γεμάτα ανησυχία κάτω από τα ολόισια φρύδια του. «Ρόκφορντ. Καλημέρα», του είπε και πλησίασε να του δώσει το χέρι της. «Ζητώ συγνώμη για την πρωινή ώρα, λαίδη Φραντσέσκα», της απάντησε σφιγμένα, έπιασε το χέρι της κι έκανε μια υπόκλιση. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Κατανοώ την... ανησυχία σας». Η Φραντσέσκα κάθισε και του έδειξε τον καναπέ απέναντι από την πολυθρόνα της. «Ναι». Ο δούκας έσφιξε το πιγούνι του. «Πιστεύω... πιστεύω η λαίδη Καλάντρα να είναι καλά». «Α, ναι. Κοιμάται ακόμα. Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια κουβεντούλα οι δυο μας πρώτα». Ο δούκας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του αποφεύγοντας το βλέμμα της. «Ευχαριστώ για το σημείωμα που μου στείλατε. Αν δεν ήξερα ότι βρισκόταν σώα και ασφαλής στο σπίτι σας, θα ανησυχούσα τρομερά όταν θα ξυπνούσα σήμερα το πρωί και δε θα την έβρισκα». Η Φραντσέσκα ήξερε πως ο ψυχρός τρόπος του, τη στιγμή που ο δούκας φημιζόταν για την αβρότητα και ευγλωττία του, ήταν δείγμα της εσωτερικής πάλης του. Και δεν μπόρεσε να μη νιώσει μια συμπάθεια γι’ αυτόν. Προτού προλάβει όμως να μιλήσει, εκείνος συνέχισε: «Καλοσύνη σας να τη δεχτείτε σπίτι σας, και οφείλω να ζητήσω συγνώμη για λογαριασμό της που εκμεταλλεύτηκε μ’ αυτό τον τρόπο την καλοσύνη σας». «Ανοησίες», του απάντησε αποφασιστικά η Φραντσέσκα.


«Δεν εκμεταλλεύτηκε τίποτα, η Κάλι είναι πάντα ευπρόσδεκτη σπίτι μου. Και χαίρομαι που ένιωσε ότι μπορούσε να καταφύγει σ’ εμένα». Η έκφρασή του έγινε ακόμα πιο ξύλινη, αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, όταν της είπε: «Υποθέτω ότι η Κάλι θα σας πληροφόρησε ότι εκείνη κι εγώ είχαμε μία... διαφωνία». «Πράγματι». Ο δούκας την κοίταξε, πήγε κάτι να πει, τελικά όμως αναστέναξε κι έγειρε πίσω στον καναπέ. «Να πάρει η οργή, Φραντσέσκα», μουρμούρισε τραχιά. «Νομίζω πως τα έκανα μούσκεμα με τη μικρή». «Ναι, μπορεί». Ο δούκας, την κοίταξε και το χιούμορ που φώτισε για μια στιγμή τα χαρακτηριστικά του της θύμισε περισσότερο τον εαυτό του. «Αγαπητή μου Φραντσέσκα, θα μπορούσες τουλάχιστον να κάνεις μια προσπάθεια και ν’ αμφισβητήσεις την γκάφα μου και ας την παραδέχθηκα μόνος μου». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Α, και σε τι θα ωφελούσε αυτό;» Έσκυψε προς το μέρος του και ακούμπησε με συμπάθεια το χέρι της στο μπράτσο του. «Μην ανησυχείς. Είμαι σίγουρη ότι δεν κατέστρεψες τη σχέση σου με την αδελφή σου. Είναι φανερό ότι η Κάλι σε αγαπάει και στενοχωριέται και εκείνη που τσακωθήκατε». «Ελπίζω να έχεις δίκιο», της απάντησε ο δούκας με μεγαλύτερο πάθος απ’ ό,τι έδειχνε συνήθως. «Το ξέρω ότι ήμουν πολύ αυστηρός. Χειρίστηκα άσχημα το όλο θέμα. Ήθελα μόνο να την προστατέψω». Η Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους της. «Όπως μου έχει πει και ο Ντομ, έτσι συμπεριφέρονται οι αδελφοί. Είναι φορές που αυτό είναι καλό. Και τώρα σου μιλάω ως αδελφή. Μπορώ όμως να σε βεβαιώσω πως υπάρχουν και φορές που η προστατευτικότητα του αδελφού γίνεται πολύ ενοχλητική. Η Κάλι είναι μια προσγειωμένη γυναίκα, ξέρεις, δεν είναι κανένα σχολιαρόπαιδο. Είμαι σίγουρη ότι δε θα έκανε καμιά χαζομάρα». «Το πρόβλημα δεν ήταν η Κάλι, εκείνη την εμπιστεύομαι», την αντέκρουσε βλοσυρά ο Ρόκφορντ. «Τον άντρα που ήταν μαζί της δεν εμπιστεύομαι». Η Φραντσέσκα συνοφρυώθηκε. «Ποιος ήταν για να τον θεωρήσεις τόσο ακατάλληλο; Η Κάλι πιστεύει ότι ήταν ένας πολύ αξιοπρεπής νεαρός τζέντλεμαν». Ο δούκας πήγε να της απαντήσει, στη συνέχεια, όμως, της έριξε μια γρήγορη ματιά και βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα του. «Υποθέτω πως είναι. Απλά δεν πιστεύω ότι με βλέπει και με


τόσο καλό μάτι». Κούνησε το κεφάλι του σαν να ήθελε να βάλει ένα τέλος σ’ αυτό το θέμα. «Δεν ήταν κάτι σπουδαίο, αλήθεια. Αλλά όταν τον είδα μαζί της... Ίσως να μίλησα πολύ απότομα. Μπορώ μόνο να ελπίζω ότι η Κάλι δε θα μου κρατήσει κακία για πάντα». «Είμαι σίγουρη ότι δε θα το κάνει», του απάντησε η Φραντσέσκα σχεδόν αφηρημένα, προβληματισμένη που δεν της είχε δώσει ένα όνομα. Γιατί ο Σινκλέρ ήταν απρόθυμος ν’ αποκαλύψει την ταυτότητα αυτού του άντρα; Προσπάθησε να φανταστεί ποιος θα μπορούσε να εχθρεύεται τον Ρόκφορντ, αλλά δεν κατάφερε να σκεφτεί κανέναν. Κανείς δεν ήθελε ν’ αντιπαρατεθεί με το δούκα. Αντίθετα, όλοι αποζητούσαν την εύνοιά του. Αλλά και ο ίδιος δεν της είχε πει ξεκάθαρα ότι ο άλλος άντρας ήταν εχθρός του, της είχε πει απλώς ότι δεν πίστευε ότι τον έβλεπε με καλό μάτι. Το μόνο συμπέρασμα που μπορούσε να βγάλει ήταν ότι, μ’ εκείνο τον ανδροπρεπή και πολύ ενοχλητικό τρόπο του, ο Ρόκφορντ πίστευε ότι η όποια διαφορά του με τον άλλον ήταν πολύ αδιάκριτη για τα ευαίσθητα αυτιά μιας γυναίκας. Και της ήταν πολύ εύκολο να καταλάβει γιατί είχε τσαντιστεί τόσο η Κάλι. «Έκανα μια σκέψη», είπε. «Είναι κάτι που μπορεί να βοηθήσει εσένα και την Κάλι να... ξεπεράσετε αυτή τη μικρή δυσκολία». «Μάλιστα». Ο δούκας γύρισε και την κοίταξε κάπως επιφυλακτικά. Η Φραντσέσκα γέλασε. «Σε παρακαλώ, μη με κοιτάς με τέτοια καχυποψία. Δεν είναι κάτι το φοβερό. Προσκάλεσα την Κάλι να μείνει στο Λονδίνο μαζί μου, τουλάχιστον μέχρι την αρχή της Σεζόν. Και ολόκληρη τη Σεζόν, αν εσύ δεν έχεις αντίρρηση ή δε θέλεις να επιστρέφεις για όλο το διάστημα στην πόλη. Νομίζω ότι η Κάλι βαριέται λίγο στο Μάρκασλ, και η δούκισσα...» Άφησε μισή τη φράση της και ο δούκας δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Α, ναι, η δούκισσα». «Η Κάλι είναι μια ζωηρή νέα κοπέλα, και είμαι σίγουρη ότι θα πρέπει να είναι κουραστικό για τη δούκισσα να την προσέχει», συνέχισε διπλωματικά η Φραντσέσκα. «Και η Κάλι, μολονότι εκτιμά όλα όσα έχει κάνει η γιαγιά της για κείνη, νομίζω ότι νιώθει να πνίγεται κάτω από τον έλεγχό της». «Ναι, το ξέρω, και δεν είναι ν’ απορεί κανείς. Η γιαγιά σπάνια μπορεί να συγκρατηθεί και να μη χειροτερέψει μια κατάσταση με τα κηρύγματά της. Το ξέρω ότι αυτόν το χειμώνα η παρουσία της χτύπησε την Κάλι στα νεύρα. Δεν έχω ιδέα τι την έπιασε να μείνει τόσον καιρό μαζί μας αντί να πάει στο Μπαθ με τις φίλες της». «Απ’ ό,τι φαίνεται, έχει αρχίσει ν’ αγωνιά που η Κάλι μένει


ανύπαντρη». Ο Ρόκφορντ αναστέναξε βαθιά. «Η γυναίκα αυτή είναι ικανή να σε κάνει να μην παντρευτείς απλά και μόνο για να της πας κόντρα». Έριξε ένα κάπως αμήχανο βλέμμα στη Φραντσέσκα. «Θα με θεωρήσεις αχάριστο, το ξέρω, να μιλάω έτσι για κείνη ύστερα απ’ όσα έχει-κάνει για την Κάλι κι εμένα, αναλαμβάνοντάς μας σε μια ηλικία που θα έπρεπε κανονικά ν’ απολαμβάνει την ηρεμία της. Δεν μπορεί όμως να ζει ο άλλος τη ζωή του σύμφωνα με τις δικές της επιταγές». «Μην περιμένεις συμπάθεια από μένα, Ρόκφορντ. Γνωρίζεις τους γονείς μου», του απάντησε ανάλαφρα η Φραντσέσκα. «Όπως και να έχει το πράγμα, όσο αφοσιωμένη και πιστή στο καθήκον της και να είναι η δούκισσα, νομίζω ότι θα χαρεί αν της δοθεί η ευκαιρία για ένα μικρό διάλειμμα από την επιτήρηση της ζωηρής εγγονής της. Από την άλλη, εγώ θα χαρώ τη συντροφιά της. Η πόλη είναι πάντα βαρετή αυτή την περίοδο. Με την Κάλι μπορούμε να πάμε στα μαγαζιά, στο θέατρο. Θα είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να έχω κάποιον παρέα». Ο δούκας την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Η αδελφή μου σου έβαλε την ιδέα;» Η Φραντσέσκα γέλασε. «Είσαι πολύ καχύποπτος. Εντάξει, δε λέω πως η Κάλι είναι αμέτοχη στο όλο σχέδιο, αλλά σε βεβαιώνω πως θα χαρώ κι εγώ πολύ την παρέα της. Είναι φορές που η ζωή γίνεται πολύ μοναχική χωρίς παρέα». Ο δούκας την κοίταξε σκεφτικός. Ύστερα, προς έκπληξη της Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους του και είπε σχεδόν αβασάνιστα: «Εντάξει, αν εσύ κι η Κάλι το επιθυμείτε, είμαι πρόθυμος να την αφήσω να μείνει μαζί σου. Ξέρεις, άσχετα με τα όσα μπορεί να σου είπε, δε χρειάζεται πραγματικά την άδειά μου για να κάνει μια επίσκεψη μερικών εβδομάδων σε μια φίλη. Στο κάτω κάτω, έχει κλείσει τα είκοσι ένα. Και δεν είμαι κανένας τύραννος». «Είμαι σίγουρη ότι δεν είσαι», του απάντησε η Φραντσέσκα και πρόσθεσε μ’ εκείνο το γοητευτικό γατίσιο χαμόγελο που αποτελούσε το σήμα κατατεθέν της: «Αλλά μην ξεχνάς ότι σε ξέρω αρκετά χρόνια ώστε να μπορώ να ισχυριστώ ότι μερικές φορές γίνεσαι λιγάκι... πώς να το πούμε; Δεσποτικός;» «Α, ναι;» την αντέκρουσε ο δούκας σηκώνοντας τα ολόισια μαύρα φρύδια του. «Σε προκαλώ να μου δώσεις ένα παράδειγμα». «Θα μπορούσα να σου δώσω εκατό», του απάντησε εκείνη. «Θυμάμαι στα δέκα μου, τότε που μπήκα με το πόνι μου στον ιδιωτικο σας δρόμο και τρόμαξα εκείνο το παγόνι που συνήθιζε να βολτάρει στην μπροστινή αυλή σας. Το Ντάνσι Παρκ ήταν η γη σου, όπως μου δήλωσες, και δε θα με ανεχόσουν να ενοχλώ το


πτηνό σου». «Θεέ και Κύριε, το είχα ξεχάσει εκείνο το παγόνι», είπε ο Ρόκφορντ και γέλασε. «Πολύ φασαριόζικο πουλί. Σου είπα στ’ αλήθεια κάτι τέτοιο; Ξαφνιάζομαι που δε σου έδωσα και συγχαρητήρια. Ε, λοιπόν, αν πρέπει να ψάξεις τόσο παλιά για να βρεις παραδείγματα, θα μπορούσα κι εγώ να σου πω ότι ήσουν ένα αγοροκόριτσο, και είμαι σίγουρος πως, αν σου είπα τι να κάνεις, ήταν γιατί κάποιος έπρεπε να το κάνει». Η Φραντσέσκα διαμαρτυρήθηκε γελώντας και συνέχιζαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον και να γελούν όταν η Κάλι μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο. Σταμάτησε μόλις αντίκρισε τη σκηνή και χαμογέλασε ανακουφισμένη. Όταν η καμαριέρα τής πήγε τσάι με φρυγανιές και την πληροφόρησε ότι ο δούκας βρισκόταν κάτω τόσο νωρίς το πρωί, είχε φοβηθεί το χειρότερο. Έτρεμε μια ακόμα σκηνή με τον Ρόκφορντ, αλλά ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει τη Φραντσέσκα να υποστεί τις συνέπειες μόνη· είχε ντυθεί λοιπόν όσο πιο γρήγορα μπορούσε και είχε κατέβει σχεδόν τρέχοντας στο σαλόνι. Τώρα, αντικρίζοντας τη σκηνή μπροστά της, είπε στον εαυτό της ότι θα έπρεπε να είχε θυμηθεί ότι η λαίδη Φραντσέσκα ήταν ειδική στο να μετατρέπει σχεδόν κάθε κοινωνική καταστροφή σε θρίαμβο. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι το να γοητεύσει έναν εξοργισμένο δούκα ήταν εύκολη δουλειά για κείνη. «Γεια σου, Ρόκφορντ», είπε ντροπαλά η Κάλι, νιώθοντας ακόμα κάπως αμήχανα μαζί του μετά τον χθεσινοβραδινό τσακωμό τους, και μπήκε στο σαλόνι. Εκείνος γύρισε χαμογελώντας όταν άκουσε τη φωνή της. «Κάλι, αγαπητή μου». Ο κόμπος που ένιωθε η Κάλι στο στήθος της λύθηκε κι έτρεξε στον αδελφό της απλώνοντάς του τα χέρια της. «Αχ, Σινκλέρ, λυπάμαι που έφυγα έτσι από το σπίτι χθες τη νύχτα. Είμαι σίγουρη ότι έκανα εσένα και τη γιαγιά ν’ ανησυχήσετε, και δε θα έπρεπε να το είχα κάνει». Ο δούκας πήρε τα χέρια της στα δικά του και την κοίταξε χαμογελαστός. «Η γιαγιά σου ούτε καν που το ξέρει. Μόλις ο υπηρέτης πήρε το σημείωμα της λαίδης Χόξτον, το έφερε κατευθείαν σ’ εμένα, έτσι έμαθα ότι βρισκόσουν ασφαλής εδώ πέρα. Στη συνέχεια τον έστειλα να ειδοποιήσει την καμαριέρα σου να μη σε ξυπνήσει το πρωί, ανέβηκα στο δωμάτιό σου και πήρα το σημείωμά σου. Μετά έφυγα από το σπίτι προτού κατέβει η δούκισσα για το πρόγευμα. Σίγουρα θα ξαφνιαστεί όταν διαπιστώσει ότι αποφάσισες να με συνοδέψεις τόσο νωρίς το πρωί, αλλά...» Σήκωσε τους ώμους του και κοίταξε το φόρεμα που της είχε δανείσει η Φρα-


ντσέσκα το προηγούμενο βράδυ. «Έτσι, εκτός κι αν νομίζεις ότι η γιαγιά θα καταλάβει ότι αυτό το φόρεμα δεν είναι δικό σου, δε θα υπάρξει πρόβλημα». «Όλα τα πρωινά φορέματα από μουσελίνα μοιάζουν μεταξύ τους», του απάντησε η Κάλι. «Αν το προσέξει, θα της πω ότι το είχα ξεχάσει στο Λιλ Χάουζ από την προηγούμενη Σεζόν, γι’ αυτό και δε με είχε δει να το φοράω πρόσφατα». «Έξυπνη σουσουράδα». Ο δούκας της χαμογέλασε με αγάπη. «Υποθέτω πως η ευκολία με την οποία σκαρώνεις δικαιολογίες θα έπρεπε να με προβληματίζει. Αλλά λέω να την αγνοήσω. Τώρα, η λαίδη Φραντσέσκα μου είπε ότι είχε την ευγενή καλοσύνη να σε προσκαλέσει να μείνεις μαζί της μέχρι να ξεκινήσει η Σεζόν. Και της απάντησα ότι είμαι σίγουρος ότι θα το χαρείς». «Ναι, πάρα πολύ», του απάντησε η Κάλι χαμογελώντας πλατιά. «Αγαπώ το Μάρκασλ, αλλά...» «Ξέρω, ξέρω, η ζωή στην εξοχή έχει αρχίσει να γίνεται βαρετή. Δεν έχω καμιά αντίρρηση να μείνεις εδώ, αν και θα πρέπει να προειδοποιήσω τη λαίδη Φραντσέσκα ότι θα τη σύρεις σε όλα τα μαγαζιά της Μπρούτον Στρητ». «Συκοφαντίες», διαμαρτυρήθηκε η Κάλι γελώντας. «Λοιπόν, καλά θα κάνεις να φορέσεις το παλτό και το σκουφάκι σου για να μπορέσουμε να γυρίσουμε σπίτι και να πακετάρεις τα πράγματα που θα χρειαστείς για την επίσκεψή σου. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα μου δώσεις και μια λίστα με επιπλέον πράγματα για να σου τα στείλει η οικονόμος». «Α, όχι», τον αντέκρουσε η Κάλι. «Θα αγοράσω καινούρια». Με ένα ακόμα πιο αστραφτερό χαμόγελο, έκανε μεταβολή, βγήκε από το δωμάτιο και ανέβηκε τις σκάλες σαν να πετούσε. Ο Ρόκφορντ γύρισε στη Φραντσέσκα. «Μην πεις ότι δε σε προειδοποίησα». «Νομίζω πως μπορώ να τη συναγωνιστώ στα ψώνια», του απάντησε εκείνη χαμογελώντας. «Η Κάλι έχει το προσωπικό της επίδομα και μπορεί να σηκώνει χρήματα για τα ρούχα και τα άλλα ψώνια της», της είπε ο δούκας. «Αλλά, βέβαια, θα πω στο διαχειριστή μου να προβλέψει και ένα ποσό που θα καλύψει τα έξοδά της εδώ στο σπίτι». Η Φραντσέσκα σφίχτηκε και ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Ήταν δυνατόν ο Ρόκφορντ να υποψιαζόταν την οικονομική της στενότητα; Να είχε μαντέψει ότι ο λόρδος Χόξτον την είχε αφήσει σχεδόν πάμπτωχη όταν πέθανε πριν πέντε χρόνια; Να ήξερε ότι ακόμα και τώρα δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα και βασιζόταν στα δώρα που της έκαναν οι διάφοροι γονείς για να της δείξουν την ευγνωμοσύνη τους για τον τρόπο που καθοδηγούσε τις κόρες


τους στα δύσκολα μονοπάτια της Σεζόν; «Σαχλαμάρες», του απάντησε ψύχραιμα. «Δε θα επέτρεπα σε μια καλεσμένη μου να πληρώνει το φαγητό της. Πώς σου ήρθε κάτι τέτοιο;» Ο Ρόκφορντ σηκώθηκε -ήταν πράγματι πολύ ψηλός- και την κοίταξε με ψυχρή υπεροψία -είχε επιστρατεύσει πάλι το «προσωπείο του δούκα» που της είχε περιγράψει τόσο πετυχημένα η Κάλι το προηγούμενο βράδυ που η Φραντσέσκα, παρ’ όλη την αμηχανία της, παραλίγο να βάλει τα γέλια. «Αγαπητή μου λαίδη Χόξτον», της είπε λες και δεν τη γνώριζε από την κούνια της, «πιστεύετε ειλικρινά ότι είμαι τόσο άξεστος ώστε να σας φορτώσω την αδελφή μου -και δε χρειάζεται να διαμαρτυρηθείτε, γιατί ξέρω πολύ καλά πως η Κάλι ήταν αυτή που σας ζήτησε να μείνει μαζί σας, και όχι το αντίστροφο- και στη συνέχεια να περιμένω να της προσφέρετε στέγη και τροφή με δικά σας έξοδα;» «Και βέβαια δεν...» άρχισε να λέει η Φραντσέσκα και σταμάτησε. «Εννοώ...» Μα πώς γινόταν και ο Ρόκφορντ κατάφερνε να κάνει τους πάντες να νιώθουν ότι είχαν άδικο ακόμα και όταν ήταν σίγουροι ότι το δίκιο ήταν με το μέρος τους; Το επίμονο, υπεροπτικό βλέμμα του την έκανε να θέλει να κρυφτεί και δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί μήπως είχε πει πράγματι κάτι και τον είχε προσβάλει. «Πολύ καλά, τότε», είπε ο δούκας μ’ ένα νεύμα. «Κανονίστηκαν όλα». «Μα...» «Θα πω στο διαχειριστή μου να συνεννοηθεί με τον μπάτλερ σας», συμπλήρωσε. «Τώρα θα πρέπει να σας αποχαιρετήσω». Και στο σύντομο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να ξανακατέβει η Κάλι, ο Ρόκφορντ, αφού την ευχαρίστησε για μια ακόμα φορά που είχε αναλάβει την αδελφή του και της ζήτησε συγνώμη για την τόσο πρωινή επίσκεψή του, συνέχισε ν’ ανταλλάσσει μαζί της αβροφροσύνες. Ύστερα, με μια κομψή υπόκλιση, έφυγε μαζί με την Κάλι, αφήνοντας τη Φραντσέσκα ν’ αναρωτιέται ποιος από τους δύο είχε πετύχει να τη φέρει στον άλλον.


Κεφάλαιο 6 Η επιστροφή στο Λιλ Χάουζ δεν ήταν τόσο άσχημη όσο περίμε- νε η Κάλι. Ο αδελφός της δεν αναφέρθηκε ξανά στο περιστατικό που είχε οδηγήσει σε όλη αυτή την αναστάτωση, αλλά και εκείνη ήταν πρόθυμη να μιλήσει για άλλα πράγματα. Και από τη στιγμή που ο Σινκλέρ είχε την ευγένεια και την εξυπνάδα να κρύψει από τη δούκισσα ότι η αδελφή του δεν είχε κοιμηθεί στο δωμάτιό της το προηγούμενο βράδυ, δε θα αναγκαζόταν να υπομείνει και το ατέλειωτο κήρυγμα της γιαγιάς της. Η δούκισσα ξαφνιάστηκε κάπως όταν άκουσε ότι είχαν κάνει μια τόσο πρωινή επίσκεψη στη λαίδη Χόξτον, και το ξάφνιασμά της έγινε μεγαλύτερο όταν έμαθε για την πρόσκληση της Φραντσέσκα να μείνει η Κάλι μαζί της. Είχε τις αντιρρήσεις της γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο που η εγγονή της θα προτιμούσε να περάσει στο Λονδίνο τους ανιαρούς μήνες πριν από την έναρξη της Σεζόν και να μη γυρίσει στο Μάρκασλ. Αλλά οι αντιρρήσεις της ήταν προσχηματικές, και η Κάλι πίστευε ότι είχε αντικρίσει μια σπίθα ανακούφισης στο βλέμμα της δούκισσας. Μέχρι το τέλος της μέρας τούς ανακοίνωσε ότι σκεφτόταν να πάει στο Μπαθ και να μείνει για λίγο με τις φίλες της αντί να γυρίσει στο Μάρκασλ με τον Ρόκφορντ. Η επίβλεψη του πακεταρίσματος δεν ήταν πρόβλημα γιατί η Κάλι θα έπαιρνε ουσιαστικά όσα πράγματα είχε φέρει μαζί της, συν μερικά ακόμα ρούχα που βρίσκονταν εκεί, στο σπίτι της πόλης. Υπήρχαν και κάποια λίγα πράγματα που αποφάσισε ότι ήθελε να της στείλουν από το κτήμα, όπως το είχε προβλέψει ο αδελφός της, έτσι έγραψε μια λίστα για να τη δώσει εκείνος στην οικονόμο τους στο Μάρκασλ. Δε χρειάστηκε όμως ούτε πολλή ώρα ούτε πολύς κόπος για να ολοκληρωθούν όλ’ αυτά, έτσι το ίδιο κιόλας βράδυ αποχαιρέτησε τον αδελφό και τη γιαγιά της και πήγε στης Φραντσέσκα. Ο Σινκλέρ τη συνοδέυσε, η Κάλι το περίμενε άλλωστε, αλλά δεν έμεινε πολύ. Αφού καλησπέρισε τη Φραντσέσκα και αποχαιρέτησε την αδελφή του, είχε μια προσωπική κουβέντα με τον μπάτλερ, από την οποία φάνηκε να μένουν ικανοποιημένοι και οι δύο, κι έφυγε. Η Κάλι και η Φραντσέσκα πέρασαν την υπόλοιπη βραδιά στο


μικρό και άνετο σαλονάκι της Φραντσέσκα, καταστρώνοντας τα σχέδια αυτής της επίσκεψης. Και συμφώνησαν ότι στο νούμερο ένα της λίστας βρισκόταν μια εξόρμηση στα μαγαζιά για ρούχα. Εξάλλου, μια κυρία δεν επιτρεπόταν να εμφανιστεί ξανά με τα ρούχα της προηγούμενης Σεζόν, και αν κάποια σκόπευε να ξεκινήσει νωρίς τη Σεζόν, αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να έχει και τα ρούχα της έτοιμα έγκαιρα. Έτσι, αποφάσισαν το πρώτο κιόλας πρωινό της παραμονής της Κάλι στο Λονδίνο να εξορμήσουν στην Μπρούτον και την Κόντουιτ Στρητ, όπου μπορούσες να βρεις τις καλύτερες μοδίστρες και καπελούδες της πόλης. Γύρισαν αργά το απόγευμα κουρασμένες και παγωμένες από την υγρασία, αλλά απόλυτα ευχαριστημένες. «Νομίζω πως επισκεφθήκαμε όλες τις καπελούδες της πόλης», παρατήρησε η Κάλι αναστενάζοντας, και δέχτηκε με ευγνωμοσύνη το φλιτζάνι τσάι που τους σέρβιρε ο ικανότατος μπάτλερ της Φραντσέσκα λίγα λεπτά μετά την επιστροφή τους. «Και να μην τις επισκεφθήκαμε, σε λίγο θα τις έχουμε επισκεφθεί», της υποσχέθηκε η Φραντσέσκα. «Δε βρήκα ακόμα αυτό ακριβώς που θέλω για τα καλοκαιρινά απογεύματα, αλλά νομίζω ότι τα πήγαμε πολύ καλά με τα φορέματα». «Ναι, αν και εύχομαι να μπορούσα να φορέσω και κάτι πέρα από λευκό», γκρίνιαξε η Κάλι. «Τρελαίνομαι για μια πράσινη τουαλέτα -ακόμα και μια ανοιχτή ροζ». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Να χαίρεσαι που έχεις αυτά τα εκπληκτικά μαύρα μαλλιά και τη σταρένια επιδερμίδα, γιατί το λευκό σου πηγαίνει. Σκέψου πόσο απαίσιο είναι για εμάς τις ξανθές. Δείχνουμε εντελώς άχρωμες». Η Κάλι της χαμογέλασε. «Είμαι σίγουρη ότι εσύ ό,τι χρώμα και να φοράς δεν είσαι ποτέ άχρωμη. Όλοι το παραδέχονται ότι βασιλεύεις με την ομορφιά σου από την πρώτη μέρα που έκανες το ντεμπούτο σου στο Λονδίνο». «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου, χαίρομαι που σε ακούω να το λες, αν και είμαι σίγουρη ότι δεν είναι αλήθεια. Τέλος πάντων, πιστεύω ότι οι μπλε πινελιές στη λευκή τουαλέτα σπάνε την πολλή ασπρίλα». «Έχεις δίκιο». Η Κάλι έφερε στο μυαλό της το σχέδιο που είχε διαλέξει για το αστραφτερό σατινένιο φόρεμα. Η φούστα που έπεφτε πάνω από τους λευκούς, τούλινους φραμπαλάδες στηριζόταν με δυο μπλε ροζέτες στη μέση, μπλε ήταν και η ζώνη του φουστανιού, ενώ μπλε κορδέλες στόλιζαν το στρίφωμα στα φουσκωτά μανικάκια του κορσάζ. «Και η δαντέλα και οι περλίτσες στη δεύτερη


τουαλέτα είναι και αυτές όμορφες. Εξάλλου, δε θα έπρεπε να γκρινιάζω για τίποτε τη στιγμή που βγαίνω για ψώνια μαζί σου. Είναι πολύ πιο ευχάριστα από το να πηγαίνω με τη γιαγιά μου. Εκείνη επιμένει πάντα για πιο κλειστά ντεκολτέ». «Αχ, Θεέ μου». Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα απελπισίας. «Τώρα θα έχω πρόβλημα και με τη δούκισσα; Δε νομίζω κανένα από τα φορέματα να είχε τόσο βαθύ ντεκολτέ». «Δεν είχαν», την καθησύχασε η Κάλι. «Όλες, ακόμα και η πιο μικρή κοπέλα στο ντεμπούτο της, φορούν πιο βαθιά ντεκολτέ από αυτά που μου επιτρέπει η γιαγιά μου. Δεν μπορώ να φανταστώ το γιατί. Στην εποχή της φορούσαν πολύ πιο αποκαλυπτικά ντεκολτέ. Αλλά ακόμα κι εκείνη δε θα τολμούσε να πει τίποτε για ένα φόρεμα που έχεις εγκρίνει εσύ. Πάντα μου έλεγε ότι έχεις το καλύτερο γούστο ανάμεσα στις κυρίες της υψηλής κοινωνίας». «Αυτό είναι ένα κομπλιμέντο ανεκτίμητο. Όλοι γνωρίζουν ότι η δούκισσα του Ρόκφορντ αποτελεί πρότυπο κομψότητας». Οι δυο γυναίκες συνέχισαν με χαρά να κουβεντιάζουν για μερικά ακόμα λεπτά για τη μόδα. Είχαν απολαύσει τόσο τα παζάρια που είχαν κάνει στο Γκράφτον’ς για κορδέλες, κουμπιά, μπορντούρες και σάλια, όσο και τις κάπες και τα φορέματα που είχαν παραγγείλει στις καλύτερες μοδίστρες. Ο Φέντον τους είχε φέρει έναν μικρό δίσκο με κεκάκια και σάντουιτς, και πεινασμένες καθώς ήταν τα καταβρόχθισαν όσο κουβέντιαζαν, πίνοντας γλυκό τσάι με γάλα. Στο τέλος, αφού τα έφαγαν όλα και δεν είχαν πια τι άλλο να συζητήσουν, η Φραντσέσκα ακούμπησε το φλιτζάνι της και είπε: «Τώρα, εκτός κι αν είσαι κουρασμένη και δε θέλεις, αλλά να μου το πεις, σκέφτηκα ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε το σχέδιό μας απόψε κιόλας πηγαίνοντας στο θέατρο». «Α, όχι, αναζωογονήθηκα αρκετά», τη βεβαίωσε η Κάλι και τα μαύρα μάτια της άστραψαν γεμάτα ενδιαφέρον. «Ακούγεται εκπληκτική ιδέα». «Ωραία, θα στείλω ένα σημείωμα στον σερ Λούσιεν. Μπορείς να βασίζεσαι πάντα σ’ αυτόν όταν χρειάζεσαι συνοδό», είπε η Φραντσέσκα και σηκώθηκε να κάνει πράξη την ιδέα της. Πήγε στο μικρό γραφειάκι δίπλα στο παράθυρο και βάλθηκε να γράψει το σημείωμα. «Σκέφτηκα πως αυτό θα μας έδινε την ευκαιρία να ερευνήσουμε το τοπίο. Να δούμε ποιοι εργένηδες κυκλοφορούν στην πόλη και αξίζει να τους συναντήσουμε. Και, βέβαια, θα πρέπει ν’ αποφασίσουμε ποια προσόντα θα πρέπει να διαθέτει ο μέλλων σύζυγός σου». «Δεν είμαι πολύ επιλεκτική, αλήθεια», της απάντησε η Κάλι. «Δε μ’ ενδιαφέρει να είναι πλούσιος και να προέρχεται από μία


από τις πλέον αριστοκρατικές οικογένειες. Η γιαγιά μου επιμένει ότι είμαι υπέρμαχος της κοινωνικής ισότητας». Αναστέναξε. «Αν και υποθέτω ότι θα πρέπει να έχει μια περιουσία και ένα κάποιο όνομα, ώστε να είμαι σίγουρη ότι δε θα με παντρευτεί για τα χρήματα και την καταγωγή μου». «Και από εμφάνιση;» «Ούτε και η εμφάνιση παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, αν και θα ήταν καλό να μην ήταν απαίσιος στην όψη. Δε μ’ ενδιαφέρει να είναι όμορφος, αλλά μου αρέσουν τα δυνατά χαρακτηριστικά. Και τα έξυπνα μάτια». Η εικόνα δύο γκρίζων ματιών κάτω από δυο ίσια μαύρα φρύδια ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό της. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι που είχε γνωρίσει τον κόμη του Μπρόμγουελ, αλλά το πρόσωπό του διέθετε ακριβώς τα αρρενωπά χαρακτηριστικά που την έλκυαν. Αλλά βέβαια, θύμισε στον εαυτό της, δεν ήταν τόσο ηλίθια ώστε να διαλέξει ένα σύζυγο βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στην εμφάνισή του. «Θα πρέπει να είναι καλός συζητητής», είπε η Κάλι αποφασιστικά στη Φραντσέσκα. «Και να έχει χιούμορ. Δε θα άντεχα ένα σύζυγο που θα ήταν συνέχεια σοβαρός. Και δε θέλω κανένα διανοούμενο. Οι περισσότεροι φίλοι του Ρόκφορντ μου προκαλούν θανάσιμη πλήξη, έτσι όπως κουβεντιάζουν συνέχεια για την ιστορία και τα σχετικά». Έριξε ένα ντροπαλό βλέμμα στη Φραντσέσκα. «Θα πρέπει ν’ ακούγομαι πολύ ρηχή». «Καθόλου. είμαι σίγουρη οτι οι διανοούμενοι φίλοι του Ρόκφορντ θα είχαν την ίδια επίδραση και σ’ εμένα». Η Φραντσέσκα φύσηξε το σημείωμα για να στεγνώσει το μελάνι, το δίπλωσε και το σφράγισε. «Αλλά δε θέλω και κανένα βλάκα», διευκρίνισε η Κάλι. «Θέλω να πω, ο Ρόκφορντ δεν είναι βαρετός μέχρι να μπλέξει με κάποιον από τους φυσικούς, τους ιστορικούς και τους άλλους επιστήμονες που συναναστρέφεται. Αλλά δε θα ήθελα κάποιον που να μην μπορεί να δώσει μια έξυπνη απάντηση ή να μην καταλαβαίνει για τι πράγμα μιλάει ο Σινκλέρ». Έκανε μια παύση. «Ω Θεέ μου, αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι έχω πολύ περισσότερες απαιτήσεις απ’ ό,τι πίστευα». «Και θα έπρεπε. Είσαι μια νύφη σωστό κελεπούρι, κορίτσι μου. Ο άντρας που θα σε κερδίσει θα πρέπει να είναι ξεχωριστός. Εξάλλου, μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να περιορίσουμε πολύ τους υποψήφιους. Μόνο τους βλάκες να διαγράψουμε, αποκλείουμε ένα μεγάλο μέρος των αντρών της υψηλής αριστοκρατίας». «Είσαι κακιά», της είπε η Κάλι γελώντας. «Λέω απλώς την αλήθεια», της απάντησε η Φραντσέσκα καθώς σηκωνόταν από το γραφείο και χτυπούσε το κουδούνι για να


καλέσει τον υπηρέτη της. «Ορίστε, προσκάλεσα τον σερ Λούσιεν να δειπνήσει μαζί μας πριν από το θέατρο». Αν και ο σερ Λούσιεν ήταν καλός φίλος και πρόθυμος συνοδός της, η Φραντσέσκα ήξερε πως ήταν καλύτερα να σιγουρέψεις τη συντροφιά του και με μια πρόσκληση για δείπνο. Ορκισμένος εργένης και άντρας που διέθετε άψογο στυλ και γούστο, ο σερ Λούσιεν κυκλοφορούσε συνήθως με άδειες τσέπες. Αυτό οφειλόταν ως ένα σημείο στο μικρό εισόδημά του, αλλά κυρίως στο ότι ξόδευε το μεγαλύτερο μέρος αυτού του εισοδήματος για τα ρούχα του και για το μικρό, αλλά πολύ αριστοκρατικό διαμέρισμα που νοίκιαζε. Έτσι, συνήθιζε να δειπνεί συχνά έξω, εκμεταλλευόμενος τα μεγάλα ατού του, που ήταν το καλό γούστο και η γοητεία του, ώστε να εξασφαλίζει σταθερά προσκλήσεις από διάφορες οικοδέσποινες. Αφού έστειλαν την πρόσκληση, οι δυο γυναίκες ανέβηκαν πάνω να ετοιμαστούν για τη βραδινή τους έξοδο. Έτσι κι αλλιώς, ο σκοπός μιας βραδιάς στο θέατρο δεν ήταν το ίδιο το έργο, όσο η ευκαιρία να δεις κόσμο και να σε δουν, άρα έπρεπε να είσαι στις ομορφιές σου όπως και σ’ ένα πάρτι. Ένας σύντομος υπνάκος μ’ ένα δροσερό πετσετάκι μουσκεμένο σε λεβάντα πάνω στα μάτια της ήταν αρκετός για ν’ αναζωογονήσει την Κάλι και να τη βοηθήσει να ξαναβρεί τον εαυτό της. Στη συνέχεια έκανε μπάνιο και ντύθηκε με τη βοήθεια της καμαριέρας της. Η Μπελίντα της είχε βγάλει το αγαπημένο της λευκό βραδινό φόρεμα, που είχε λευκά πλεχτά σιρίτια στον ποδόγυρο της φούστας και το ντεκολτέ. Ευχήθηκε να μπορούσε να φορέσει τα σκούρα πράσινα πασουμάκια που είχε παραγγείλει εκείνο το απόγευμα, αλλά θα ήταν έτοιμα σε λίγες μέρες· έτσι, συμβιβάστηκε μ’ ένα ζευγάρι μπροκάρ πασουμάκια. Τα μόνα κοσμήματα που φόρεσε ήταν μια σειρά πέρλες στο λαιμό κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια ασορτί. Μια κομψή βεντάλια κι ένα ζευγάρι μακριά γάντια θα συμπλήρωναν την αμφίεσή της. Η Κάλι κάθισε στην τουαλέτα της και η καμαριέρα τής χτένισε τα μαλλιά σε κότσο ψηλά στο κεφάλι, αφήνοντας μερικές μπούκλες που κατσάρωσε προσεκτικά με τη βούρτσα να πέσουν ελεύθερες. Μικρότερες φυσικές μπουκλίτσες στο μέτωπο πλαισίωναν το πρόσωπό της. Η Κάλι ήξερε ότι η Μπελίντα είχε βάλει τα δυνατά της για να συναγωνιστεί τη Μέιζι, την καμαριέρα της Φραντσέσκα, που είχε τη φήμη μεγάλης κομμώτριας. Η Κάλι την ευχαρίστησε μ’ ένα χαμόγελο και κατέβηκε κάτω να βρει τη Φραντσέσκα. Κάτω, μαζί με την οικοδέσποινα βρήκε και τον σερ Λούσιεν, που κουβέντιαζε μαζί της απολαμβάνοντας ένα σέρι πριν από το


δείπνο. Ο σερ Λούσιεν πετάχτηκε όρθιος μόλις είδε την Κάλι να μπαίνει στο δωμάτιο κι έκανε μια υπόκλιση όλο χάρη. «Λαίδη Καλάντρα! Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου που θα έχω την ευκαιρία να συνοδεύσω δύο τόσο όμορφες κυρίες στο θέατρο. Οι θεοί πραγματικά μου χαμογέλασαν». «Σερ Λούσιεν». Η Κάλι του χαμογέλασε με εκτίμηση. Ο σερ Λούσιεν ήταν αβρός, πνευματώδης και γοητευτικός, ο τέλειος συνοδός -και κάτι της έλεγε ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για το τι φορούσε μια γυναίκα παρά για την ίδια τη γυναίκα. Βέβαια, κανείς δε θα μιλούσε για τέτοια πράγματα μπροστά σε μια ανύπαντρη κοπέλα, αλλά η Κάλι είχε από καιρό την υποψία ότι το φλερτ και οι κολακείες του σερ Λούσιεν ήταν μάλλον ένα διασκεδαστικό παιχνίδι εκ μέρους του, χωρίς να κρύβουν πραγματικό συναίσθημα. Μολονότι ήταν ένας άντρας που εκτιμούσε την ομορφιά σε οποιαδήποτε μορφή, είτε αυτό ήταν ένα πρόσωπο, ή σιλουέτα ή το σχέδιο ενός φορέματος, η Κάλι δεν είχε διακρίνει ποτέ στα μάτια του τη φλόγα που διέκρινε στα μάτια άλλων άντρων όταν την κοιτούσαν. Στα μάτια του λόρδου Μπρόμγουελ, για παράδειγμα, υπήρχε μια ένταση, το κορμί του εξέπεμπε μια απτή θέρμη τη στιγμή που την τραβούσε στην αγκαλιά του για να τη φιλήσει. «Χαίρομαι πολύ που ήρθατε», είπε στον σερ Λούσιεν βάζοντας αποφασιστικά φρένο στις σκέψεις της, που είχαν αρχίσει να λοξοδρομούν προς το λόρδο Μπρόμγουελ. «Αν και φοβάμαι πως το δικό μας κέρδος αποτελεί απώλεια για κάποια άλλη οικοδέσποινα». Ο σερ Λούσιεν σήκωσε χαριτωμένα τους ώμους του. «Σχέδιαζα να παρευρεθώ στη μουσική βραδιά της κυρίας Ντόντινγκτον απόψε, και μπορώ μόνο να σας ευχαριστήσω που με σώσατε. Είναι αλήθεια πως το φαγητό και το ποτό είναι πάντα φανταστικά στο σπίτι της -ο κακομοίρης ο Λέτινγκαμ προσπαθεί χρόνια να της κλέψει το μάγειρα. Αλλά το γούστο της στη μουσική είναι φρικτό. Και επιμένει πάντα να συμβάλλουν και οι κόρες της στην ψυχαγωγία της βραδιάς, και, ειλικρινά, αυτό ξεπερνάει τα όρια που μπορεί να αντέξει κανείς». Σε όλη τη διάρκεια του δείπνου ο σερ Λούσιεν συνέχισε να τις διασκεδάζει με τη ζωντανή κουβέντα του- στο κάτω κάτω αυτό ήταν ένα από τα ατού που του εξασφάλιζε τις προσκλήσεις -η ικανότητά του να συμβάλλει ώστε ένα δείπνο ή πάρτι να μην καταντήσει εντελώς ανιαρό. Και για την Κάλι, που μόλις είχε έρθει από το Μάρκασλ και τους ήσυχους μήνες που είχε περάσει εκεί, η κουβέντα αυτή ήταν μια ευχάριστη και ενημερωτική επανασύνδεση με την κοινωνία του Λονδίνου. Ο σερ Λούσιεν γνώριζε τα τελευταία κουτσομπολιά για τους πάντες και τα πάντα στον λεγόμενο


καλό κόσμο -ποιος τζέντλεμαν ήταν έτοιμος να φύγει από τη χώρα για να γλιτώσει τη φυλακή για χρέη, ποιας κυρίας το νεογέννητο ψιθυριζόταν όταν δεν έμοιαζε καθόλου στο σύζυγό της, και ποιος νεαρός βλαστός αριστοκρατικής οικογένειας είχε προκαλέσει κάποιον σε μονομαχία για τα χαρτιά. Ο σερ Λούσιεν δεν είχε απορήσει με την κάπως πρόωρη επιστροφή της Κάλι. Σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις, κάθε λογικός άνθρωπος θα έπρεπε να αρπάζει την ευκαιρία και να εγκαταλείπει το εξοχικό αρχοντικό του, όσο μεγαλόπρεπο και να ήταν, για να έρθει να μείνει στο Λονδίνο. Αλλά αργότερα, όταν είχαν πια καθίσει στο θεωρείο τους στο θέατρο και η Κάλι με τη Φραντσέσκα είχαν αρχίσει να επιθεωρούν το κοινό και να συζητούν τις διάφορες πιθανότητες, ένιωσε την περιέργειά του να ξυπνάει. Έγειρε για να μπορέσει να κοιτάξει την Κάλι καταπρόσωπο και είπε: «Αγαπητή μου δεσποινίς, εκτός κι αν με ξεγελούν τ’ αυτιά μου, φαίνεται -μα είναι δυνατόν- να εξετάζετε τους διάφορους τζέντλεμαν ως υποψήφιους συζύγους;» Η Κάλι κοκκίνισε αχνά, αλλά η Φραντσέσκα του απάντησε ανάλαφρα: «Μα και βέβαια, Λούσιεν, τι άλλο κάνουν οι κυρίες στο Λονδίνο; Κάθε Σεζόν είναι κι ένα καινούριο νυφοπάζαρο». «Μα η λαίδη Καλάντρα;» Ο λόρδος σήκωσε τα φρύδια του. «Είναι δυνατόν να πήρατε την απόφαση να ραγίσετε τις καρδιές του μισού Λονδίνου και να βολευτείτε σ’ ένα γάμο;» «Αμφιβάλλω αν θα είναι τόσο τραγικό το γεγονός», τον αντέκρουσε η Κάλι χαμογελώντας αχνά. «Αλλά ναι, το σκέφτομαι». «Έχετε κάποιον τυχερό στο μυαλό σας; Ή μήπως αυτή η Σεζόν θα εξελιχθεί σ’ ένα ανοιχτό τουρνουά διεκδίκησης του χεριού σας;» «Λούσιεν...» του είπε προειδοποιητικά η Φραντσέσκα. «Ελπίζω να μη σχεδιάζεις να διαδώσεις το νέο. Θα καταλήξουμε να έχουμε κάθε τυχοδιώκτη της πόλης στο κατώφλι μας». «Αγαπητή μου Φραντσέσκα!» Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά του παίρνοντας ένα πειραγμένο ύφος. «Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο; Και βέβαια δε θα πω λέξη αν εσύ και η λαίδη Καλάντρα δεν το επιθυμείτε. Εξάλλου...» Ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο έπαιξε στα χείλη του. «Θα είναι μεγάλη απόλαυση να παρακολουθήσω την εξέλιξη». Γύρισε και ύψωσε το μονόκλ που κρεμόταν από τη σατινένια κορδέλα στο πέτο του κι επιθεώρησε το κοινό. «Για να δούμε, ποιον σκέφτεστε; Τον Μπέρτραμ Γουέστιν; Είναι διαβολικά γοητευτικός, αλλά έχω ακούσει πως αγαπάει υπερβολικά την τράπουλα». «Όχι, δεν τον συμπάθησα ποτέ ιδιαίτερα αυτό τον άνθρωπο»,


του απάντησε η Κάλι ρίχνοντας μια ματιά γύρω. Το έκανε συνέχεια από την ώρα που είχαν φτάσει, όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Έλπιζε ότι δε φαινόταν να ψάχνει κάποιον συγκεκριμένα, αν και ήταν αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί στον εαυτό της ότι δε θα τη δυσαρεστούσε καθόλου αν ερχόταν και ο λόρδος Μπρόμγουελ στο θέατρο. Όχι βέβαια πως τον θεωρούσε πιθανό υποψήφιο μνηστήρα. Παρ’ όλ’ αυτά, είχε σταθεί αδύνατον να τον βγάλει από το μυαλό της τις τελευταίες λίγες μέρες, έτσι κάθε τόσο επιθεωρούσε το ακροατήριο για την περίπτωση που θα ερχόταν κι εκείνος στο θέατρο. «Είναι εδώ ο λόρδος και η λαίδη Φάρινγκτον», είπε η Φραντσέ- σκα μιλώντας πίσω από τη σηκωμένη βεντάλια της. «Τρίτο θεωρείο από τη σκηνή, απέναντι μας. Ο μεγάλος γιος τους θα κληρονομήσει μεγάλη περιουσία». Συνοφρυώθηκε. «Αν και σπάνια τον βλέπει κανείς να κυκλοφορεί. Αναρωτιέμαι γιατί». «Είναι ντροπαλός, απ’ ό,τι ακούω», της απάντησε ο σερ Λούσιεν. «Λέγεται ότι προτιμάει πιο... αγοραίες σχέσεις. Βλέπετε, αυτό είναι ευκολότερο από το να έχει ν’ αντιμετωπίσει μια σειρά νεαρές δεσποσύνες». «Αχ, Θεέ μου», είπε η Φραντσέσκα. «Ε, υποθέτω ότι θα πρέπει να τον διαγράψουμε από τη λίστα». «Τι θα λέγατε για τον σερ Άλαστερ Σέρτον;» τις ρώτησε ο σερ Λούσιεν, κοιτάζοντας με το μονόκλ έναν άντρα που καθόταν στην πλατεία κάτω από το θεωρείο τους. Η Κάλι άφησε να της ξεφύγει ένας στεναγμός. «Μιλάει συνέχεια για τα άλογα και τα σκυλιά του. Μου αρέσει πολύ η ιππασία, αλλά θα ήθελα να μπορώ να κουβεντιάσω και για κανένα άλλο θέμα». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Λούσιεν. «Είναι μάλλον ανιαρός. Φοβάμαι πως η επιλογή είναι περιορισμένη μέχρι να ξεκινήσει η Σεζόν». «Κάνουμε απλώς μια προκαταρκτική έρευνα αγοράς. Μια αναγνωριστική πτήση. Έτσι δεν το λες εσύ;» «Όχι. Εγώ δεν τα πάω πολύ καλά με τα στρατιωτικά», της απάντησε ο σερ Λούσιεν. Η Φραντσέσκα έγειρε και τον χτύπησε πειρακτικά στο μπράτσο με τη βεντάλια της. «Ξέρετε, λαίδη Καλάντρα», είπε στεγνά ο σερ Λούσιεν. «Δε χρειάζεται να ψάξετε μακριά για να βρείτε τον τέλειο σύζυγο. Κάθεται εδώ, σ’ αυτό το θεωρείο». «Θέτεις υποψηφιότητα για γαμπρός;» ρώτησε η Φραντσέσκα σηκώνοντας σκεφτική τα φρύδια της. «Όλοι ξέρουν ότι εσύ είσαι


ορκισμένος εργένης». «Μπορεί μέχρι τώρα να μην είχα βρει το σωστό κίνητρο», διαμαρτυρήθηκε ο σερ Λούσιεν, αλλά η λάμψη στα μάτια του διέψευσε τα λόγια του. «Πρέπει να παραδεχθείτε, κυρίες μου, ότι θα ήταν δύσκολο να βρείτε πιο ευχάριστο και διασκεδαστικό άντρα από μένα. Είμαι εκπληκτικός χορευτής». «Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχθηκε η Κάλι χαμογελώντας. «Και υπάρχει καλύτερος που να δέχεται να κουβεντιάζει με όλους τους ηλικιωμένους και βαρετούς συγγενείς;» «Κανείς», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Και», πρόσθεσε θριαμβευτικά ο σερ Λούσιεν, «θα έχετε πάντα κάποιον να σας συμβουλεύει για τις βραδινές τουαλέτες σας». «Τι περισσότερο θα μπορούσε να ζητήσει μια γυναίκα;» είπε η Κάλι. «Το μόνο πρόβλημα είναι ότι θα πρέπει να παντρευτείς, Λούσιεν», του τόνισε η Φραντσέσκα. «Αυτό είναι μείον», είπε εκείνος και χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο στην Κάλι. «Αλλά για μια τόσο όμορφη γυναίκα όσο η λαίδη Καλάντρα, σίγουρα θα άξιζε η θυσία». Η Κάλι γέλασε. «Προσέχετε, σερ Λούσιεν. Μια μέρα, κάποια γυναίκα θα πάρει στα σοβαρά τα πειράγματα σας, και τότε τι θα κάνετε;» Εκείνος της έριξε ένα χαμογελαστό πλάγιο βλέμμα και μουρμούρισε: «Υπάρχει πάντα το ταξίδι στην ηπειρωτική Ευρώπη». Χαμογελώντας ακόμα, η Κάλι γύρισε να ρίξει άλλη μια ματιά στο ακροατήριο. Το μάτι της έπιασε μια κίνηση και είδε δυο άντρες να ανοίγουν την πόρτα ενός θεωρείου και να μπαίνουν κουβεντιάζοντας. Ο ένας ήταν ο λόρδος Μπρόμγουελ. Η καρδιά της Κάλι άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα και βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της. Κοιτάζοντας επίτηδες αλλού, άφησε να περάσει κάποιος χρόνος προτού περιεργαστεί πάλι το ακροατήριο. Ήταν, πράγματι, ο ιππότης της της προχθεσινής νύχτας, ντυμένος πιο συντηρητικά, με μαύρο σακάκι και παντελόνι, ενώ το κατάλευκο κολλαριστό πουκάμισο και η γραβάτα του πρόβαλλαν ανάμεσα στα πέτα του σακακιού του. Είχε βγάλει το πανωφόρι του και είχε καθίσει σε μια από τις καρέκλες του θεωρείου με τον άλλον άντρα δίπλα του. Είχε ακουμπήσει το μπράτσο στο στηθαίο μπροστά του και ήταν μισογυρισμένος προς το σύντροφό του. Δεν μπορούσε να δει την έκφρασή του. Θυμόταν όμως πολύ καλά την όψη του -το χαμόγελό του που άγγιζε πρώτα τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια του και μετά απλωνόταν στα χείλη του, το γκρίζο των


ματιών του που άλλαζε σε ασημί ή στο μολυβί της καταιγίδας ανάλογα με τα συναισθήματα που καθρέφτιζε το πρόσωπό του. Η Κάλι γύρισε προς τους φίλους της. «Ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι στο θεωρείο στα δεξιά μας -σχεδόν στο κέντρο του θεάτρου; Ο ένας έχει μαύρα μαλλιά και ο άλλος πιο ανοιχτά, σχεδόν ξανθά». Η Φραντσέσκα γύρισε να κοιτάξει το ακροατήριο. «Στο θεωρείο δίπλα στη λαίδη Γουίτινγκτον και την κόρη της;» Η Κάλι γύρισε να βεβαιωθεί και αυτή τη φορά είδε το λόρδο Μπρόμγουελ και το φίλο του να κοιτάζουν κατευθείαν στο δικό της θεωρείο. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Ο κόμης τής χαμογέλασε αχνά και τη χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα. «Ναι», είπε η Κάλι σφιγμένα και βιάστηκε να καρφώσει το βλέμμα στα χέρια της. «Τον γνωρίζεις;» ρώτησε η Φραντσέσκα εμβρόντητη. «Όχι ακριβώς. Εγώ... ήταν στο πάρτι της λαίδης Πενκάλι». «Και ποιος δεν ήταν;» ρώτησε ρητορικά ο σερ Λούσιεν, που είχε γυρίσει κι αυτός και κοιτούσε τους δυο άντρες. «Δεν αναγνωρίζω το σκουρομάλλη, αλλά ο άλλος είναι ο Άρτσιμπαλντ Τίλφορντ». Κοίταξε πάλι την Κάλι. «Δεν αξίζει να τον έχετε υπόψη σας. Ευχάριστος τύπος, αλλά ζει με το μισθό που του κόβει ο εξάδελφός του -μια στιγμή». Ο σερ Λούσιεν έκανε μια παύση, συνοφρυώθηκε ελαφρά, και γύρισε πάλι προς το άλλο θεωρείο. «Ναι, ο άλλος μπορεί να είναι ο εξάδελφός του, ο κόμης του Μπρόμγουελ. Αν είναι όντως αυτός, μπορεί να είναι ενδιαφέρων μνηστήρας. Τον έχω συναντήσει μόνο μία φορά, πριν μερικά χρόνια. Ναι, θα μπορούσε να είναι αυτός». «Ο κόμης του Μπρόμγουελ...» είπε η Φραντσέσκα σκεφτική. «Δε νομίζω... ωχ». Σφίχτηκε ανεπαίσθητα. «Εννοείς ο αδελφός της λαίδης Σουίδινγκτον;» Ο σερ Λούσιεν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έρχεται σπάνια στο Λονδίνο. Όταν κληρονόμησε τον τίτλο, εγκαταστάθηκε βόρεια, στο κτήμα του στο Γιόρκσαϊρ -ω, πάνε κάπου δέκα χρόνια από τότε. Όχι πολύ μετά που έφυγα εγώ από την Οξφόρδη. Οι τσέπες του παλιού κόμη ήταν μάλλον τρύπιες και είχε πολλά χρέη, αλλά λένε ότι ο γιος όχι μόνο ξεχρέωσε τα κτήματα, αλλά και αύξησε την περιουσία της οικογένειας. Έχω ακούσει ότι ο κόμης κολυμπάει κυριολεκτικά στο χρήμα τώρα». «Και πώς απέκτησε όλ’ αυτά τα χρήματα;» ρώτησε η Κάλι. Το βλέμμα που της έριξε ο σερ Λούσιεν ήταν αστείο. «Αγαπητή μου, δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Αλλά ξέρω ότι η οικογένεια του δε θέλει να το κουβεντιάζει. Βλέπετε, οι υπόνοιες για εμπόριο».


«Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί κάποιος θέλει να κρύψει ότι βγάζει χρήματα. Ο Σινκλέρ λέει πάντα ότι δεν καταλαβαίνει γιατί η αριστοκρατική καταγωγή θα πρέπει να συμβιβάζεται με τη φτώχεια». «Για κάποιους, φοβάμαι, η αριστοκρατική καταγωγή είναι το μόνο τους ατού», της απάντησε ο σερ Λούσιεν. «Δυστυχώς όμως, δεν είναι και τόσο εμπορεύσιμο», πρόσθεσε ξερά η Φραντσέσκα. Η λαίδη Χόξτον συνέχισε να περιεργάζεται τον άντρα στο άλλο θεωρείο. Τόσο εκείνος όσο και ο φίλος του δεν κοιτούσαν πια προς το μέρος τους, είχαν ξαναπιάσει την κουβέντα. Κάθε τόσο ο κόμης κοιτούσε το εισιτήριο που κρατούσε στα χέρια του. Στο τέλος η Φραντσέσκα είπε, επιλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της: «Θα ήθελες να τον προσθέσεις στη λίστα με τους υποψήφιους μνηστήρες σου;» Η Κάλι σήκωσε τους ώμους της, προσπαθώντας να παρασιτήσει την αδιάφορη, λες και το στομάχι της δεν είχε έρθει τούμπα όταν την είχε κοιτάξει εκείνος. «Ε... τις προάλλες, στο πάρτι, μου φάνηκε... ευχάριστος». Κοίταξε τη Φραντσέσκα. Υπήρχε ένα βλέμμα στα μάτια της, μια έκφραση... που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Αμηχανία ίσως; Η Φραντσέσκα κοίταξε τον σερ Λούσιεν και ύστερα τα χέρια της. «Τι είναι;» ρώτησε η Κάλι και στήθηκε στη θέση της. «Ξέρεις κάτι γι’ αυτό τον άντρα; Υπάρχει κάποιο μελανό σημείο στο παρελθόν του;» «Όχι. Στην πραγματικότητα, δεν τον ξέρω καθόλου», τη βεβαίωσε η Φραντσέσκα και μετακινήθηκε λίγο στη θέση της. Η Κάλι την περιεργάστηκε με μισόκλειστα μάτια και η Φραντσέσκα συνέχισε: «Ξέρω την αδελφή του... ελάχιστα». «Ξέρεις κάτι κακό για κείνη;» «Ε... ειλικρινά, δεν την ξέρω καλά», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Τα... τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Ουαλία, νομίζω, στο κτήμα του ηλικιωμένου συζύγου της. Άκουσα όμως ότι εκείνος απεβίωσε πρόσφατα και τώρα είναι χήρα. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως θα επιστρέφει πάλι στο Λονδίνο για να βρει έναν καινούριο πλούσιο σύζυγο». Η Κάλι διέκρινε το δηλητήριο στη φωνή της Φραντσέσκα. Άραγε, αναρωτήθηκε, τι το είχε προκαλέσει; Η Φραντσέσκα δε συνήθιζε να εκδηλώνει τέτοια δυσάρεστα συναισθήματα. Συνήθως προσπαθούσε να απαλύνει τις μπηχτές των άλλων και τα δικά της σχόλια ήταν πάντα εύστοχα αλλά ήπια. Ήταν όμως φανερό ότι δε συμπαθούσε την αδελφή του κόμη. Η Κάλι θα ήθελε να επιμείνει


πάνω στο θέμα, αλλά ήταν επίσης φανερό ότι η Φραντσέσκα δεν ήθελε να το κουβεντιάσει. «Α, κοιτάξτε, η παράσταση αρχίζει», είπε η Φραντσέσκα και γύρισε προς τη σκηνή φανερά ανακουφισμένη. Η Κάλι βολεύτηκε στη θέση της για να δει το έργο, λέγοντας στον εαυτό της πως θα έθιγε και πάλι το θέμα της αδελφής του κόμη στο διάλειμμα, που ο σερ Λούσιεν θα πήγαινε σίγουρα να τους φέρει αναψυκτικά. Το έργο δεν ήταν ιδιαίτερα συναρπαστικό και η Κάλι είχε πρόβλημα να συγκεντρωθεί στη σκηνή. Κάτι την έσπρωχνε να κοιτάξει προς το θεωρείο του κόμη, αλλά δεν επέτρεψε στον εαυτό της να το κάνει. Δεν τη συνέφερε να τον αφήσει να δει ότι ενδιαφερόταν για εκείνον. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο να συγκρατήσει και τις σκέψεις της, που γύριζαν συνέχεια σ’ αυτόν. Γιατί ο αδελφός της είχε αντιρρήσεις γι’ αυτό τον άντρα; Η Φραντσέσκα και ο σερ Λούσιεν, δύο από τους κύριους εκπροσώπους της υψηλής αριστοκρατίας, δεν τον είχαν καν αναγνωρίσει, και εκείνοι ήταν πολύ πιο πιθανόν να γνωρίζουν τα κουτσομπολιά από τον Σινκλέρ. Ο κόμης δεν μπορεί να ήταν κανένας διαβόητος άσωτος, πράγμα που είχε φοβηθεί η Κάλι μετά την αντίδραση του Σινκλέρ όταν την είχε βρει μόνη μαζί του στη βεράντα. Αν ο κόμης είχε τη συνήθεια να ξελογιάζει παρθένες, η Κάλι ήταν σίγουρη ότι ο σερ Λούσιεν θα το γνώριζε, ακόμα κι αν η Φραντσέσκα, όσο παρατραβηγμένο κι αν ήταν, το αγνοούσε. Η Κάλι ήταν επίσης σίγουρη ότι ο σερ Λούσιεν θα έβρισκε κάποιον διακριτικό τρόπο να την προειδοποιήσει να κρατηθεί μακριά του. Αν λοιπόν δεν υπήρχε κάποιο σκάνδαλο που να συνδέεται με τ’ όνομά του, ο Σινκλέρ γιατί τον αντιπαθούσε; Πρέπει να γνώριζε το λόρδο Μπρόμγουελ. Σύμφωνα όμως με τον σερ Λούσιεν, ο κόμης ζούσε στο κτήμα του στο Γιόρκσαϊρ, άρα η Κάλι δεν μπορούσε καν να φανταστεί πού τον είχε γνωρίσει ο αδελφός της. Απ’ όσο ήξερε, ο δούκας δεν είχε κτήματα στο Γιόρκσαϊρ. Το σίγουρο ήταν πως εκείνη δεν είχε πάει ποτέ εκεί μαζί του. Μπορεί ο Σινκλέρ να είχε συνεργαστεί επαγγελματικά μαζί του. Ο αδελφός της, αντίθετα με τους περισσότερους ευγενείς, όχι μόνο φρόντιζε τα κτήματά του, αλλά ήταν και πρόθυμος να επενδύσει τα χρήματά του -όπως και τη μικρότερη περιουσία της Κάλι. Μπορεί ο Σινκλέρ να είχε θεωρήσει ηθικά άστοχη τη συμπεριφορά του κόμη στις δοσοληψίες τους. Ήταν σίγουρη πως ο αδελφός της δε θα τον αντιπαθούσε απλώς και μόνο επειδή είχε βαλθεί να βγάλει χρήματα, αν και ήταν πολλοί οι αριστοκράτες που θεωρούσαν κάτι τέτοιο απαράδεκτο.


Ή, πάλι, μπορεί ο Σινκλέρ να είχε απλώς αντιδράσει στην κατάσταση με την οποία είχε βρεθεί αντιμέτωπος. Ανησυχούσε για εκείνη, την έψαχνε. Και το γεγονός ότι την είχε βρει μόνη στη βεράντα μ’ έναν άντρα ίσως να τον είχε θορυβήσει τόσο, που να τον είχε περάσει για κάθαρμα κι ας μην τον γνώριζε καθόλου. Αυτή ήταν η πιο πιθανή εκδοχή, σκέφτηκε. Κι αυτό σήμαινε ότι, όταν ο Σινκλέρ θα ηρεμούσε και θα επανεξέταζε την κατάσταση, το πιθανότερο ήταν να συνειδητοποιούσε ότι είχε βιαστεί να βγάλει συμπεράσματα χωρίς να τον γνωρίζει πραγματικά. Και επειδή ήταν δίκαιος, θα παραδεχόταν ότι ήταν λάθος του να κρίνει τόσο βιαστικά τον άλλον χωρίς να ξέρει όλα τα γεγονότα. Και όταν εκείνος συνειδητοποιούσε ότι είχε άδικο, ήταν πρόθυμος να το παραδεχθεί και να ζητήσει συγνώμη. Και αυτό θα γινόταν και στην περίπτωση του κόμη του Μπρόμγουελ. Από την άλλη, η Κάλι δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι ο Σινκλέρ είχε αποκαλέσει τον κόμη με τ’ όνομά του. Και αυτό σήμαινε φυσικά ότι τον γνώριζε, ακόμα και αν ο σερ Λούσιεν και η Φραντσέσκα δεν τον ήξεραν. Και της είχε φανεί ότι και ο κόμης είχε αναγνωρίσει τον Σινκλέρ. Το πρόβλημα εξακολουθούσε να την απασχολεί, όταν τα φώτα του θεάτρου ξανάναψαν και ο κόσμος σηκώθηκε και άρχισε να περιφέρεται. Ο σερ Λούσιεν προσφέρθηκε να πάει να τους φέρει από ένα λικέρ ροσόλι. Μόλις εκείνος έφυγε, η Κάλι γύρισε στη Φραντσέσκα αποφασισμένη να στρέψει πάλι τη συζήτηση στην αδελφή του κόμη του Μπρόμγουελ, αλλά η Φραντσέσκα δεν είχε προλάβει να κάνει ούτε κάποια γενικά σχόλια για το έργο όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του θεωρείου τους. Η Κάλι έπνιξε την ενόχλησή της, ενώ η Φραντσέσκα έλεγε ένα ευγενικό «εμπρός». Συνηθιζόταν ν’ ανταλλάσσει ο κόσμος επισκέψεις ανάμεσα στα διάφορα θεωρεία ενός θεάτρου ή στην όπερα. Η Κάλι είχε ελπίσει ότι θα κατάφερνε όμως να κουβεντιάσει λίγο με τη Φραντσέσκα προτού καταφθάσουν οι επισκέπτες, αλλά κατά τα φαινόμενα αυτό δεν ήταν εφικτό. Όπως και η Φραντσέσκα, γύρισε και εκείνη προς την πόρτα να υποδεχθεί τους επισκέπτες μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο ξανθός άντρας που ο σερ Λούσιεν είχε αποκαλέσει κύριο Τίλφορντ. Δίπλα του στεκόταν ο κόμης του Μπρόμγουελ.


Κεφάλαιο 7 Η Κάλι έσφιξε στο χέρι της τη βεντάλια της, και ο σφυγμός της άρχισε να χτυπάει σαν τρελός, αλλά πίστευε ότι κατάφερε να διατηρήσει την έκφραση στο πρόσωπό της ψύχραιμη και ευγενική. «Λαίδη Χόξτον», είπε πρώτος ο ξανθός άντρας κάπως διατακτικά. «Ελπίζω να μη με θεωρήσετε πολύ θρασύ. Συναντηθήκαμε στο σουαρέ της λαίδης Μπίλινγκσλι την περασμένη Σέζόν. Είμαι ο κύριος Άρτσιμπαλντ Τίλφορντ». Από τη στιγμή που η φίλη της δε γνώριζε ποιος ήταν, η Κάλι ήταν σίγουρη πως δε θυμόταν αυτή τη συνάντηση, αλλά ο άντρας έδειχνε τόσο αμήχανος που η Φραντσέσκα τον λυπήθηκε και του χαμογέλασε, γνέφοντας με χάρη στους δύο κυρίους. «Ασφαλώς. Κύριε Τίλφορντ. Παρακαλώ, περάστε». «Σας ευχαριστώ. Είστε πολύ ευγενική», βιάστηκε να πει ο Τίλφορντ δείχνοντας ανακουφισμένος, και μπήκε με το συνοδό του στο μικρό θεωρείο. Γιατί το θεωρείο, που τόση ώρα έδειχνε άνετο μόνο με τις δυο τους, ξαφνικά φάνηκε στην Κάλι πολύ μικρό. Δεν είχε πού αλλού να κοιτάξει παρά τον άντρα που είχε μονοπωλήσει το μυαλό της τις τελευταίες δύο μέρες. Η Κάλι φανταζόταν πως μπορεί το κουστούμι του ιππότη να είχε προσδώσει μια πιο ρομαντική εμφάνιση στο λόρδο Μπρόμγουελ, να τον είχε κάνει να φαίνεται πιο εντυπωσιακός και πιο γοητευτικός απ’ ό,τι ήταν στ’ αλήθεια, τώρα όμως, καθώς τον περιεργαζόταν στα κρυφά, διαπίστωσε ότι ήταν ακόμα πιο γοητευτικός με τα δικά του ρούχα. Το ψηλό, λεπτό κορμί του δε χρειαζόταν τις βάτες του ζιλέ, και τα πιο στενά παντελόνια, που ήταν πλέον της μόδας, τόνιζαν τα δυνατά, μυώδη πόδια του. Δε χρείαζόταν ούτε σπιρούνια ούτε σπαθί στη μέση για να προβάλει την αρρενωπότητά του. «Λαίδη Χόξτον, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον εξάδελφό μου Ρίτσαρντ, κόμη του Μπρόμγουελ», συνέχισε ο κύριος Τίλφορντ. «Τι κάνετε;» χαιρέτησε ευγενικά η Φραντσέσκα τον άλλον ά-


ντρα και του άπλωσε το χέρι της. Τόσο εκείνη όσο και η Κάλι είχαν σηκωθεί και είχαν στραφεί προς το μέρος των αντρών, που βρίσκονταν πια μέσα στο θεωρείο. Και αμέσως μετά γύρισε προς την Κάλι. «Η λαίδη Καλάντρα Λιλ». Υπήρχε μια λάμψη στα μάτια του Μπρόμγουελ όταν γύρισε προς την Κάλι και έκανε μια ευγενική υπόκλιση. «Με τη λαίδη Καλάντρα έχουμε συναντηθεί... αν το θυμάστε, λαίδη μου». «Ασφαλώς», απάντησε η Κάλι, ευχαριστημένη που η φωνή της ακούστηκε ήρεμη και φυσική. «Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει κανείς το μασκέ της λαίδης Πενκάλι;» «Α, τότε θα πρέπει να με συγχωρέσετε που δε σας αναγνώρισα, λόρδε Μπρόμγουελ», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Βλέπετε, ήμασταν όλοι μασκαρεμένοι». «Ορισμένοι άνθρωποι, όμως, μας μένουν αλησμόνητοι ακόμα και μασκαρεμένοι», της απάντησε αβίαστα ο κόμης. «Όπως εσείς, λαίδη Χόξτον -είχατε ντυθεί βοσκοπούλα, αν θυμάμαι καλά». «Πράγματι, σερ, είχα ντυθεί βοσκοπούλα». «Και η λαίδη Καλάντρα προσήλθε ως Κάθριν Παρ, αν και είναι πολύ νέα για να ενσαρκώσει τη συγκεκριμένη κυρία την εποχή που έγινε βασίλισσα». «Αυτό είχες ντυθεί;» ρώτησε η Φραντσέσκα γυρνώντας προς την Κάλι. «Κι εγώ νόμισα ότι είχες ντυθεί Άννα Μπολέιν». «Μία από τις κυρίες των Τυδώρ», είπε η Κάλι. «Αυτή ήταν η δική μου πρόθεση. Ο λόρδος Μπρόμγουελ ήταν αυτός που με ανήγαγε στον βασιλικό κύκλο». «Μα κατάλαβα αμέσως ότι εκεί ανήκατε», της απάντησε εκείνος. Ακούστηκε και δεύτερος χτύπος στην πόρτα και τότε έκαναν την εμφάνισή τους δύο ακόμα νέοι άντρες, γεμίζοντας ασφυκτικά το θεωρείο, ιδιαίτερα όταν λίγο αργότερα επέστρεψε και ο σερ Λούσιεν με τα ποτά της Φραντσέσκα και της Κάλι. Ήταν φυσικό, λοιπόν, ο Μπρόμγουελ να παραμερίσει για να κάνει χώρο και για τους άλλους, πράγμα που του έδωσε την ευκαιρία να βρεθεί πιο κοντά στην Κάλι, καθώς τώρα στεκόταν ανάμεσα σ’ εκείνη και το εξωτερικό στηθαίο του θεωρείου. «Ακουσα ότι ο δούκας έφυγε από το Λονδίνο», σχολίασε ανάλαφρα ο κόμης. «Και ξαφνιάστηκα που σας είδα εδώ απόψε». «Παρέμεινα για μια επίσκεψη στης λαίδης Χόξτον», του απάντησε η Κάλι. «Η λαίδη είχε την καλοσύνη να με καλέσει να μείνω μαζί της μέχρι να ξεκινήσει η Σεζόν, οπότε και θα επιστρέψει η οικογένειά μου στην πόλη». Τώρα που βρισκόταν τόσο κοντά της, η Κάλι αναγκάστηκε να γείρει λίγο προς τα πίσω για να τον κοιτάξει. Τα μάτια του, στο


φως του θεάτρου, είχαν το σκούρο γκρίζο χρώμα των σύννεφων πριν απ’ την καταιγίδα. Τον έπιασε να την περιεργάζεται κι ευχήθηκε να μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις του. Άραγε την είχε σκεφτεί καθόλου τις προηγούμενες μέρες; Η έκπληξή του που την είχε δει εκεί έκρυβε χαρά; Είχε έρθει με τον εξάδελφό του στο θεωρείο τους, αν και ήταν προφανές ότι ο κύριος Τίλφορντ γνώριζε αμυδρά τη Φραντσέσκα. Αυτό σίγουρα έδειχνε ενδιαφέρον από τη μεριά του. Και μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι μπορεί να ήταν η ξανθιά ομορφιά της Φραντσέσκα που είχε τραβήξει τους δυο άντρες, δεν το θεώρησε ματαιοδοξία από την πλευρά της να υποθέτει ότι ο Μπρόμγουελ είχε έρθει να δει εκείνη. Στο κάτω κάτω, δεν είχε μείνει κοντά στη Φραντσέσκα, παρά είχε κάνει ολόκληρη μανούβρα για να βρεθεί πιο κοντά σ’ εκείνη. Η Κάλι έστρεψε αλλού το κεφάλι της για να κρύψει τη χαρά που της έφερε αυτή η σκέψη. «Χρωστάω μεγάλη χάρη στη λαίδη Χόξτον», της είπε ο κόμης. «Είχα φοβηθεί πως δε θα σας ξανάβλεπα πριν απ’ την επιστροφή μου στο Βορρά». «Εκεί βρίσκεται το κτήμα σας;» ρώτησε η Κάλι, λες και μια ώρα πριν ο σερ Λούσιεν δεν της είχε δώσει πλήρη αναφορά για τον ίδιο τον κόμη και τα υπάρχοντά του. «Στο Γιόρκσαϊρ. Το ξέρω ότι αποτελώ εξαίρεση για την υψηλή αριστοκρατία. Θα φύγω από το Λονδίνο την εποχή που θ’ αρχίσουν να έρχονται οι άλλοι για τη Σεζόν. Αλλά η άνοιξη και το καλοκαίρι είναι πολύ σημαντικές εποχές για να εγκαταλείπω το κτήμα». Σήκωσε το ένα φρύδι του. «Τώρα θα δείξετε σοκαρισμένη και θα μου πείτε ότι δεν είναι δυνατόν να εννοώ ότι επιβλέπω ο ίδιος τις εργασίες». «Για να είμαι ειλικρινής, όχι», του απάντησε η Κάλι. «Το θεωρώ πολύ συνετό να προσέχει κάποιος τα κτήματά του. Πώς αλλιώς θα ήσασταν σίγουρος ότι η γη σας καλλιεργείται σωστά; Ή ότι φέρονται καλά στους χωρικούς σας;» «Τότε είστε μια εντελώς ασυνήθιστη κυρία. Συνήθως μου επισημαίνουν ότι υστερώ ως ευγενής». «Εάν κρίνω απ’ το χαμόγελό σας, αυτά τα σχόλια δε σας ενοχλούν ιδιαίτερα». «Συνήθως δεν ασχολούμαι καθόλου με τη γνώμη που έχουν οι άλλοι για το άτομό μου», παραδέχθηκε ο κόμης. «Ένας ακόμα λόγος που δεν ταιριάζω με την υψηλή αριστοκρατία». «Δεν είναι όλοι τόσο στενόμυαλοι», διαμαρτυρήθηκε η Κάλι. Ο κόμης χαμογέλασε. «Χαίρομαι που δεν είστε εσείς». Η Κάλι χαμήλωσε το βλέμμα της κάπως αναστατωμένη από


τον τρόπο που την επηρέαζε το χαμόγελό του. Δεν είχε συνηθίσει να νιώθει έτσι απέναντι σε κανέναν άντρα. Δεν ήταν καμιά άγουρη κοπελίτσα που είχε μόλις αποφοιτήσει από το σχολείο, είχε κάνει εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια το ντεμπούτο της στην κοινωνία. Ήταν συνηθισμένη στο φλερτ, στα ηδυπαθή βλέμματα και στα προκλητικά χαμόγελα. Πήγαινε πολύς καιρός που είχε μάθει να μη δίνει και πολύ μεγάλη σημασία στα κομπλιμέντα, και δεν ήταν απ’ αυτές που μένουν ξέπνοες απλώς και μόνο επειδή γύρισε να τις κοιτάξει ένας άντρας. Αλλά με αυτό τον άντρα όλα ήταν διαφορετικά. Δεν είχε παρά να την κοιτάξει και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή στο στήθος της, και όταν της χαμογελούσε, τα σωθικά της έλιωναν. Αραγε, εκείνος είχε ιδέα ότι επηρέαζε τόσο τρελά τις αισθήσεις της; Ο Μπρόμγουελ έριξε μια ματιά στον εξάδελφό του κι ύστερα γύρισε πάλι στην Κάλι. «Θα πρέπει να φύγω τώρα. Βλέπω πολύ νευρικό τον κακομοίρη τον Άρτσι. Ανησυχεί ότι θα τον εκθέσω με το να παρατείνω την παρουσία μου εδώ. Φοβάται ότι έχω χάσει την αίγλη μου τόσα χρόνια που έχω μείνει εκτός Λονδίνου... ακόμα κι αν διέθετα λίγη κάποτε». «Νομίζω ότι υπερβάλλετε, λόρδε μου». Εκείνος σήκωσε τους ώμους του. «Δεν είχα ποτέ έφεση στις τυπικότητες. Έχω την τάση να εκφράζω ειλικρινά τη γνώμη μου». «Αυτό θα ήταν σημαντικό μειονέκτημα σε μια κοινωνική εκδήλωση», συμφώνησε ανάλαφρα η Κάλι. «Μου φάνηκε, όμως, ότι τα καταφέρατε πολύ καλά το προχθεσινό βράδυ. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ήσασταν πολύ επιδέξιος στα κομπλιμέντα». «Α, μα μαζί σας είναι πολύ εύκολο να κάνει κάποιος όμορφα κομπλιμέντα, γιατί δεν έχει παρά να πει την αλήθεια». «Βλέπετε;» Η Κάλι σήκωσε το φρύδι της. «Να η επιδεξιότητα». Ο κόμης χαμογέλασε. «Τώρα που έχουμε συστηθεί επίσημα, να τολμήσω να ελπίσω ότι θα μου δώσετε την άδεια να σας επισκεφθώ;» Η Κάλι χαμογέλασε και χαμήλωσε το βλέμμα της, μια ναζιάρικη κίνηση που δε συνήθιζε, αλλά χρειαζόταν να κερδίσει λίγο χρόνο. Δεν μπορούσε να αρνηθεί τη χαρά που της είχαν δώσει τα λόγια του. Ήταν κολακευτικό να ξέρει ότι εκείνος ήθελε να την ξαναδεί, γιατί σίγουρα ήθελε να τον ξαναδεί κι εκείνη. Είχε όμως και τις αμφιβολίες της. Ο Σινκλέρ της είχε πει να μην ξαναδεί τον Μπρόμγουελ. Αν έδινε στον κόμη την άδεια να την επισκεφθεί, θα παράκουε εντελώς την επιθυμία του αδελφού της, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ πριν, τουλάχιστον όχι για κάτι σοβαρό.


Μακάρι να γνώριζε το λόγο της αμείλικτης αντιπάθειας του Σινκλέρ γι’ αυτό τον άντρα. Άραγε, κάτω από το γοητευτικό παρουσιαστικό του ο κόμης έκρυβε κάποιο ελάττωμα ή κάποια αδυναμία που είχε κάνει τον Σινκλέρ να αντιδράσει τόσο αρνητικά όταν την είχε βρει μόνη μαζί του; Η Κάλι ήξερε ότι ένας άντρας μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετικός απ’ αυτό που έδειχνε. Τόσα χρόνια στην υψηλή αριστοκρατία, πίστευε ότι είχε μάθει να κρίνει αρκετά καλά τους χαρακτήρες, αλλά υπήρχαν μερικοί άντρες που θα μπορούσαν να ξεγελάσουν ακόμα και τον πιο κυνικό και καχύποπτο κριτή. Είχε μάθει επίσης εδώ και καιρό ότι οι κύριοι έχουν την τάση να παρουσιάζουν στις κυρίες ένα πρόσωπο εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που βλέπουν οι υπόλοιποι κύριοι. Θα ήταν πιο ασφαλές να κάνει αυτό που της είχε υπαγορεύσει ο αδελφός της. Κι όμως... Το χαμόγελό του την έκανε να λιώνει όπως κανένα άλλο χαμόγελο. Και όταν θυμήθηκε το φιλί του, ένιωσε πάλι μια υγρή ζεστασιά στα λαγόνια της. Ολόκληρο το κορμί της τον λαχταρούσε, ήθελε να κολλήσει πάνω του, να νιώσει τους σκληρούς μυς του πάνω στην τρυφερή σάρκα της. Και μόνο η σκέψη ήταν αρκετή για να την κάνει να κοκκινίσει. Ήθελε να τον ξαναδεί. Στην πραγματικότητα, ήθελε να ξανανιώσει τα χείλια του στα δικά της. Μπορεί αυτό να ήταν ανήθικο και σίγουρα έδειχνε απερισκεψία και ανυπακοή εκ μέρους της, αλλά αυτή τη στιγμή δεν την εν- διέφερε. Για μια φορά στη ζωή της θα έκανε αυτό που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να κάνει. Σήκωσε το κεφάλι της. «Θα ήθελα να σας ξαναδώ, λόρδε μου», του είπε τολμηρά. «Νομίζω, όμως, πως το ξεχύσατε, μένω με τη λαίδη Χόξτον. Από εκείνη θα πρέπει να πάρετε την άδεια να μας επισκεφθείτε». Το αχνό χαμόγελο στα χείλη του και η λάμψη στα μάτια του έκαναν το αίμα της να κοχλάσει. «Μα δεν το έχω ξεχάσει. Αλλά ήθελα πρώτα να διερευνήσω τη δική σας άποψη πάνω στο θέμα». Και λέγοντας αυτά, ο κόμης υποκλίθηκε, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την πόρτα, όπου στεκόταν η Φραντσέσκα και κουβέντιαζε με τον κύριο Τίλφορντ κι έναν από τους νεοαφιχθέντες κυρίους. Η Κάλι είδε τον κόμη να της μιλάει και να την αποχαιρετάει με μια υπόκλιση. Η Φραντσέσκα του χαμογέλασε και όταν ο Μπρόμγουελ πρόσθεσε κάτι, εκείνη έριξε μια γρήγορη ματιά στην Κάλι. Ύστερα ξαναγύρισε χαμογελαστή στον κόμη και κάτι του είπε. Η Κάλι ήταν σίγουρη ότι του είχε δώσει την άδεια να τις επισκεφθεί. Το υπόλοιπο της βραδιάς φάνηκε αιώνας. Το έργο δεν μπο-


ρούσε να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον της Κάλι, που με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη γυρίσει να κοιτάξει προς το θεωρείο του κόμη στο διάλειμμα μετά τη δεύτερη πράξη. Καινούριοι επισκέπτες ήρθαν στο θεωρείο τους και κουβέντιαζε αφηρημένα μαζί τους, καθώς το μυαλό της βρισκόταν αλλού. Χάρηκε όταν το έργο τέλειωσε και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στη διαδρομή ήταν σιωπηλή, το ίδιο και η Φραντσέσκα. Όταν μάλιστα ο σερ Λούσιεν αστειεύτηκε για την ασυνήθιστη σιωπή τους, η Φραντσέσκα του χαμογέλασε αχνά και παραδέχθηκε πως η πρωινή τους εξόρμηση στα μαγαζιά την είχε κουράσει. «Τότε, κυρίες μου, δε θα σας καθυστερήσω περισσότερο», τους υποσχέθηκε ο σερ Λούσιεν. Πιστός στο λόγο του, όταν έφτασαν στο σπίτι της Φραντσέσκα, τις συνόδευσε μέχρι μέσα κι έφυγε. Αλλά όταν ανέβηκαν τη σκάλα για τα δωμάτιά τους, η Φραντσέσκα είπε στην Κάλι: «Γιατί δεν έρχεσαι για λίγο στο δωμάτιό μου να κουβεντιάσουμε;» «Εντάξει», συμφώνησε εκείνη και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της Φραντσέσκα. Τη βασάνιζε όμως ο λόγος αυτής της πρόσκλησης. Μήπως ο Σινκλέρ είχε επισημάνει στη Φραντσέσκα να μην της επιτρέψει να δει τον κόμη; Και μήπως η Φραντσέσκα το είχε μετανιώσει που της είχε επιτρέψει να μείνει μαζί της; «Έκανα .κάτι στραβό;» «Όχι. Αχ, όχι». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε. «Ελπίζω να μη φαντάστηκες ότι θέλω να σου κάνω κήρυγμα». Η Κάλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Το ξέρω ότι δε θα μου κάνεις κήρυγμα. Αλλά σκέφτηκα πως ίσως να το μετάνιωσες που μου επέτρεψες να μείνω μαζί σου». «Όχι, και βέβαια όχι!» αναφώνησε η Φραντσέσκα. «Είμαι ενθουσιασμένη που σ’ έχω εδώ. Απλώς αναρωτιόμουν...» Δίστασε κι ένα ελαφρύ συνοφρύωμα ρυτίδωσε το μέτωπό της. «Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω ότι ο Ρόκφορντ δε θα ενέκρινε την επίσκεψη του κόμη». «Ξέρεις κάτι κακό γι’ αυτόν;» τη ρώτησε η Κάλι πλησιάζοντας προς το μέρος της. «Μήπως τον αντιπαθείς;» «Όχι, το αντίθετο, τον βρίσκω πολύ ευχάριστο. Ήταν ευγενικός και γλυκομίλητος. Και πολύ γοητευτικός, όπως υποπτεύομαι ότι θα πρόσεξες», της απάντησε η Φραντσέσκα ρίχνοντάς της ένα πειρακτικό βλέμμα. Εκείνη δεν μπόρεσε να μην κοκκινίσει. «Το πρόσεξα», της απάντησε απλά.


«Δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για το άτομό του -πέρα από τα όσα μας είπε ο Λούσιεν», συνέχισε η Φραντσέσκα. «Τον γνώρισα για πρώτη φορά απόψε». Η Κάλι το ήξερε ότι θα έπρεπε να ενημερώσει τη Φραντσέσκα για το ότι ο Σινκλέρ της είχε απαγορεύσει να συναντήσει τον κόμη. Θα έπρεπε να της αποκαλύψει ότι ο αδελφός της τον είχε προειδοποιήσει να κρατηθεί μακριά της. Δεν ήταν δίκαιο για τη Φραντσέσκα να την αφήσει να κάνει κάτι ενάντια στις επιθυμίες του δούκα, έστω και εν αγνοία της. Αλλά η Κάλι δεν μπόρεσε να πείσει τον εαυτό της να μιλήσει. «Αν δεν τον γνωρίζεις», άρχισε να λέει προσεκτικά, «γιατί νομίζεις ότι δε θα έπρεπε να τον δω;» Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της. «Δε λέω ότι δε θα έπρεπε να τον δεις. Απλά έγω... τις αμφιβολίες μου». Σταμάτησε και ύστερα τη ρώτησε ευθέως: «Ο κόμης είναι ο άντρας για τον οποίο τσακώθηκες με τον Ρόκφορντ;» «Ναι», παραδέχθηκε η Κάλι. Δεν μπορούσε να πει ψέματα στη φίλη της. «Ο Σινκλέρ με έψαχνε και μας βρήκε μαζί στη βεράντα. Αλλά δεν υπήρχε κάτι το επιλήψιμο σ’ αυτό. Δε βγήκαμε μαζί έξω. Φέρθηκα αρκετά ηλίθια ώστε να επιτρέψω σ’ έναν άλλον άντρα να με οδηγήσει εκεί, και στη συνέχεια, όταν θέλησα να ξαναμπούμε μέσα, εκείνος έγινε πολύ θρασύς και με άρπαξε από τα μπράτσα». «Κάλι!» αναφώνησε η Φραντσέσκα. «Μήπως σε...» «Προσπάθησε να με φιλήσει!» της απάντησε η Κάλι, και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα από την ανάμνηση και την ντροπή. «Έγινα έξαλλη. Αλλά τότε εμφανίστηκε ο κόμης του Μπρόμγουελ και τον έστειλε από εκεί που ήρθε. Εκείνος... εμείς... ε, χρειάστηκα μια στιγμή να ξαναβρώ την ψυχραιμία μου. Και τότε βγήκε ο Σινκλέρ να με ψάξει και με βρήκε με τον κόμη». «Δεν εξήγησες την κατάσταση στον Ρόκφορντ;» τη ρώτησε η Φραντσέσκα. «Προσπάθησα», θυμήθηκε με αγανάκτηση η Κάλι. «Δεν ήθελε ούτε να με ακούσει. Δεν έδωσε σε κανέναν από τους δυο μας την ευκαιρία να του εξηγήσει. Ούτε μου είπε το γιατί -και τώρα μου λες κι εσύ ότι νομίζεις πως δε θα του άρεσε να δω τον κόμη, αλλά πάλι δε μου εξηγείς το γιατί». Η Φραντσέσκα έσφιξε τα χείλια της και γύρισε στο πλάι. Η Κάλι είχε την υποψία ότι ήθελε να της πει περισσότερα, αλλά δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να το κάνει. «Τι ξέρεις;» τη ρώτησε αμέσως. «Γιατί δε θέλεις να μου πεις;» «Δεν ξέρω γιατί ο Ρόκφορντ αντέδρασε έτσι. Και δεν είμαι σε θέση να σου πω». Η Φραντσέσκα φαινόταν αμήχανη.


«Μπορεί να μην ξέρεις, αλλά κάτι υποπτεύεσαι», επέμεινε η Κάλι. «Έχω σίγουρα το δικαίωμα να μάθω, αφού με αφορά άμεσα». «Ναι, βέβαια, αλλά...» Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα. «Αυτό είναι κάτι μεταξύ εσένα και του Ρόκφορντ». «Μα εκείνος δε θα μου πει τίποτα». Η Φραντσέσκα αναστέναξε και στο τέλος της είπε: «Υποθέτω πως ο αδελφός σου ανησυχεί περισσότερο για την αδελφή του κόμη παρά για τον ίδιο τον κόμη. Αν ο Ρόκφορντ έχει κάποια προσωπική διαφορά με τον Μπρόμγουελ, τότε δεν έχω ιδέα ποια μπορεί να είναι». «Έχει αντίρρηση για την... πώς είπες ότι τη λένε; Λαίδη Σμίτινγκτον;» «Σουίδινγκτον», της απάντησε η Φραντσέσκα και η Κάλι διεκρινε για μια ακόμα φορά τον αιχμηρό τόνο της όταν πρόφερε το όνομα αυτής, της γυναίκας. «Λαίδη Σουίδινγκτον. Δάφνη». «Τότε την ξέρεις!» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, ήταν στο Λονδίνο όταν έκανα το ντεμπούτο μου. Ήταν χήρα τότε. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν πολύ μεγαλύτερος από εκείνη και είχε πεθάνει πριν από ένα χρόνο περίπου. Ακούγονταν... πολλά για εκείνη. Η συμπεριφορά της ήταν σκανδαλώδης. Όλοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη της. Λεν ξέρω πόσα απ’ όσα λέγονταν ήταν πραγματικά αλήθεια. Όπως ξέρεις, οι νεαρές ανύπαντρες κοπέλες που κάνουν το ντεμπούτο τους στο Λονδίνο δεν έχουν πρόσβαση σε όλα τα κουτσομπολιά, ιδιαίτερα στα άσεμνα. Πάντως είχε τη φήμη γυναίκας ελευθέριων ηθών. Ακόμα και πριν από το θάνατο του άντρα της». «Είχε σχέσεις;» ρώτησε η Κάλι. Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Έτσι έλεγαν». «Μα δεν είναι δυνατόν ο Σινκλέρ να κατηγορεί τον αδελφό της για τη δική της συμπεριφορά!» δήλωσε η Κάλι αγανακτισμένη. «Όχι, είμαι σίγουρη ότι δεν κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά μπορεί να πιστεύει ότι και ο κόμης είναι φτιαγμένος από την ίδια πάστα», έκανε μια υπόθεση η Φραντσέσκα. «Μα αυτή είναι μια απλή εικασία. Δεν είναι σίγουρος». Η Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους της. «Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να ξέρει ο Σινκλέρ γι’ αυτό τον άντρα. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι εγώ δεν έχω ακούσει τίποτε για εκείνον», της τόνισε. «Ξέρεις όμως πόσο εύθραυστη είναι η φήμη μιας νέας κοπέλας. Μπορεί να μην αρέσει καθόλου στον Ρόκφορντ η ιδέα να συνδεθεί τ’ όνομά σου με κάποιον που δεν είναι αμέμπτου ηθικής. Ή,


πάλι, μπορεί να μη θέλει να παντρευτείς αυτό τον άντρα λόγω των σκανδάλων που συνδέονται με τη λαίδη Σουίδινγκτον. Και αν δεν μπορείς να τον παντρευτείς, τότε θα ήταν καλύτερα να μην έχεις καμιά σχέση μαζί του». «Μα αυτό είναι εντελώς άδικο!» αναφώνησε η Κάλι σηκώνοντας ψηλά τα χέρια γεμάτη απόγνωση. Άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο και να μουρμουρίζει: «Είναι άδικο να στιγματίζεται και ο λόρδος Μπρομγουελ απλώς και μόνο επειδή είναι αδελφός της». Γύρισε και κοίταξε ερευνητικά τη Φραντσέσκα. «Έχεις κι εσύ την ίδια γνώμη για το λόρδο Μπρομγουελ; Πιστεύεις ότι είναι ένας αχρείος;» Η Φραντσέσκα την κοίταξε, θλιμμένη, και σήκωσε τους ώμους της. «Όχι, δεν ξέρω τι είναι. Μόλις που τον γνωρίζω τον άνθρωπο. Δείχνει αξιοπρεπής, αλλά έχω μάθει ότι αυτό που δείχνει κάποιος ότι είναι δεν είναι απαραίτητα και αυτό που αληθινά είναι. Είναι αδελφός της λαίδης Δάφνης, άρα υπάρχει η πιθανότητα να είναι καμωμένος από την ίδια πάστα μ’ εκείνη. Από την άλλη, είμαι απόλυτα σίγουρη ότι όλα τα μέλη μιας οικογένειας δεν είναι ίδια. Εγώ έχω δύο αδελφούς. Ο ένας είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και ο άλλος ένας αχρείος». Το όμορφο πρόσωπο της Φραντσέσκα σκλήρυνε. «Και φρίττω στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι είμαι σαν τον Τέρενς μόνο και μόνο επειδή ήμασταν συγγενείς». «Ορίστε! Βλέπεις;» είπε θριαμβευτικά η Κάλι. «Είναι σφάλμα να συμπεραίνουμε ότι είναι και ο λόρδος Μπρομγουελ αχρείος». Η Φραντσέσκα φάνηκε να διστάζει, αλλά τελικά είπε: «Ναι, θα ήταν λάθος, αν κάνει κάτι τέτοιο ο αδελφός σου. Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε τους πραγματικούς λόγους, και αν είναι τόσο ανένδοτος στο να μη δεις αυτό τον άντρα...» «Και εγώ',» φώναξε η Κάλι. «Δε μετράει το τι θέλω εγώ; Γιατί θα πρέπει να έχει ο αδελφός μου το δικαίωμα να παίρνει αποφάσεις για μένα; Είμαι μια ενήλικη γυναίκα. Γιατί να μην μπορώ ν’ αποφασίζω εγώ ποιον θα δω και ποιον όχι; Με ποιον θα κάνω παρέα;» «Ναι, και βέβαια θα έπρεπε ν’ αποφασίζεις εσύ», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Δεν πρόκειται να κάνω καμιά ηλιθιότητα», επέμεινε η Κάλι. «Είμαι ικανή να καταλάβω πότε ένας άντρας θέλει να μ’ εκμεταλλευτεί. «Δε συμφωνείς;» «Ναι, σίγουρα». «Άρα, δε θα πρέπει να μετράει η γνώμη του Σινκλέρ γι’ αυτό τον άντρα, αλλά η δική μου». «Είμαι σίγουρη ότι ο Ρόκφορντ προσπαθεί να σε προστατεύσει», της δήλωσε η Φραντσέσκα.


«Δεν αμφιβάλλω», την αντέκρουσε η Κάλι. «Αλλά έχω αρχίσει να κουράζομαι απ’ όλους αυτούς που προσπαθούν να με προστατεύσουν υπαγορεύοντάς μου τι μπορώ να κάνω και τι όχι». «Είναι φυσικό». «Και θα ήθελα να μου επιτρέψουν να πάρω τις δικές μου αποφάσεις». Η Φραντσέσκα κούνησε και πάλι καταφατικά το κεφάλι της. «Το ξέρω, καλή μου. Το ξέρω». «Τότε θα μου επιτρέψεις να το κάνω;» τη ρώτησε η Κάλι. «Ή θα μου πεις κι εσύ ότι δεν μπορεί ο κόμης να μ’ επισκέπτεται εδώ;» Η Φραντσέσκα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Ω καλή μου, δεν εννοούσα κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα μόνο ότι θα έπρεπε να σε προειδοποιήσω. Δεν ήμουν σίγουρη αν διαισθανόσουν ποια θα ήταν η αντίδραση του Ρόκφορντ σε όλ’ αυτά». «Ούτε κι εγώ είμαι σίγουρη», της απάντησε η Κάλι. «Ο Σινκλέρ ήταν θυμωμένος εκείνο το βράδυ, αλλά δεν είναι κάτι που συνηθίζει... Όταν το ξανασκέφτηκα, αναρωτήθηκα μήπως ήταν απλώς ανήσυχος επειδή δεν μπορούσε να με βρει. Μπορεί η αντίδρασή του να μην είχε καμιά σχέση με τον ίδιο τον κόμη. Μπορεί ν’ αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο με όποιον άντρα και να μ’ έβρισκε -ή τουλάχιστον μ’ έναν άντρα που δε θα γνώριζε καλά». Η Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους της. «Αυτό θα μπορούσε να είναι αλήθεια». «Νομίζω ότι το μετάνιωσε που θύμωσε», είπε η Κάλι, έκανε μια παύση και συνέχισε: «Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Ο Σινκλέρ μου τόνισε να μην ξαναδώ το λόρδο Μπρόμγουελ». «Κατάλαβα. Αλλά εσύ σκοπεύεις να τον ξαναδείς;» τη ρώτησε η Φραντσέσκα. Η Κάλι ανακάθισε και πρόβαλε ελαφρά το πιγούνι της. «Εγώ... θέλω ν’ αποφασίσω μόνη μου τι είδους άντρας είναι. Δεν έχει δικαίωμα ο Σινκλέρ να ορίζει τη ζωή μου. Αγαπώ τον αδελφό μου, αλλά δεν πρόκειται να ζήσω μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο μόνο και μόνο επειδή μου το λέει εκείνος. Πάντως, το καταλαβαίνω απόλυτα αν δε θέλεις να έρθεις σε αντιπαράθεση με τον Σινκλέρ». Η Φραντσέσκα πρόβαλε κι εκείνη το πιγούνι της. «Δε φοβάμαι το δούκα του Ρόκφορντ». «Αλλά αν δε θέλεις να επιτρέψεις στο λόρδο Μπρόμγουελ να μας επισκεφθεί εδώ, δε θα σου θυμώσω». «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου», της απάντησε η Φραντσέσκα. Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά τα μάτια της άστραψαν. «Αλλά θα θύμωνα εγώ με τον εαυτό μου αν επέτρεπα στο δούκα ή σε οποιον-


δήποτε άλλον να μου υποδείξει ποιον θα δεχτώ στο σπίτι μου. Είπα στο λόρδο Μπρόμγουελ ότι είναι ευπρόσδεκτος εδώ -και το εννοούσα. Και αν αυτό δεν αρέσει στον αδελφό σου, θα πρέπει να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι ούτε εσύ ούτε εγώ βρισκόμαστε κάτω από τις διαταγές του». «Σ’ ευχαριστώ, Φραντσέσκα». Η Κάλι την κοίταξε μ’ ένα λαμπερό χαμόγελο και πλησίασε αυθόρμητα για να την αγκαλιάσει. «Χαίρομαι πάρα πολύ που ήρθα εδώ». «Κι εγώ το ίδιο», της απάντησε η Φραντσέσκα χτυπώντας τη φιλικά στην πλάτη. Με μια ακόμα αγκαλιά, η Κάλι καληνύχτισε τη φίλη της κι έφυγε για το δωμάτιό της. Η Φραντσέσκα έκανε τότε μεταβολή και πήγε στο παράθυρο. Ήταν κουρασμένη, αλλά ένιωθε ακόμα μεγάλη νευρικότητα. Παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα και κοίταξε έξω τη σκοτεινή νύχτα. Άραγε, αναρωτήθηκε, είχε κάνει το σωστό; Θα ήταν λάθος της αν έκανε κάτι που μπορεί να πλήγωνε την Κάλι; Ανησυχούσε μήπως τελικά αποδεικνυόταν ότι ο λόρδος Μπρόμγουελ ήταν από την ίδια πάστα με την αδελφή του. Και η απόφασή της να μην υποκύψει στις επιθυμίες του Ρόκφορντ κατά πόσο πήγαζε από την πεποίθησή της ότι η Κάλι είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι ήθελε και κατά πόσο από μια πολύ παλιά δική της πικρία; Η Φραντσέσκα υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι δε θα άφηνε τον Μπρόμγουελ και την Κάλι στιγμή από τα μάτια της. Θα παραμόνευε για το παραμικρό σημάδι που θα αποδείκνυε ότι ο Μπρόμγουελ ήταν ένας αχρείος, ένας αγύρτης. Δε θα επέτρεπε σε τίποτε να βλάψει την Κάλι όσο θα έμενε κάτω από τη δική της στέγη. Βέβαια, την ανησυχούσε η σκέψη ότι θα έπρεπε να ενημερώσει τον Ρόκφορντ για το λόρδο Μπρόμγουελ και τα αισθήματα της Κάλι. Ωστόσο, δε θα μπορούσε να την προδώσει μ’ αυτό τον τρόπο -όπως δε θα μπορούσε ούτε να γράψει ούτε να μιλήσει στον Ρόκφορντ για εκείνο το περιστατικό δεκαπέντε χρόνια πριν. Και ήταν ξεκάθαρο, σκέφτηκε καθώς θυμήθηκε τα περασμένα, γιατί είχε παραλείψει να της αναφέρει ο Ρόκφορντ το λόγο της διαφωνίας του με την Κάλι. Αυτό ίσως της άφηνε μία μόνο επιλογή: να πει στην Κάλι όσα γνώριζε. Αλλά πώς θα μπορούσε να της πει ότι αναμφίβολα ο Ρόκφορντ την ήθελε μακριά από τον κόμη διότι δεν είχε καμιά διάθεση να μπλεχτεί η αδελφή του με τον άντρα του οποίου η αδελφή ήταν κάποτε δική του ερωμένη;


Κεφάλαιο 8 Δυο μέρες αργότερα, ο λόρδος Μπρόμγουελ ήρθε να τους κάνει την πρώτη επίσκεψη. Έμεινε λιγότερο από τριάντα λεπτά, που ήταν και ο πρέπων χρόνος μιας απογευματινής επίσκεψης. Η Φραντσέσκα παρέμεινε στο δωμάτιο όλη αυτή την ώρα, και δέκα λεπτά πριν φύγει, ήρθαν να τις επισκεφθούν η λαίδη Τόλινγκφορντ και η κόρη της, η λαίδη Μαίρη. Έτσι η Κάλι και ο λόρδος δεν είχαν καμιά ευκαιρία για ιδιωτική κουβέντα, ενώ η συζήτηση δεν ξέφυγε ποτέ από τα κοινωνικώς αποδεκτά θέματα, όπως ο καιρός, το θεατρικό έργο που είχαν παρακολουθήσει τις προάλλες και το γκαλά που θα έδινε σε δεκαπέντε μέρες ο πρίγκιπας προς τιμήν του πρίγκιπα του Γκέρτενσμπεργκ. Η Κάλι δεν περίμενε κάτι περισσότερο. Η πρώτη επίσκεψη είναι το πρελούδιο, η αρχή της μακράς περιόδου του φλερταρίσματος, αλλά και η ευκαιρία να περάσεις από την επιθεώρηση του κηδεμόνα, του γονιού, της συνοδού μιας κοπέλας. Ο λόρδος Μπρόμγουελ, ψηλός, με φαρδιές πλάτες και κομψός με το καλοραμμένο σκούρο μπλε σακάκι και το μπεζ στενό παντελόνι, είχε περάσει την επιθεώρηση. Ήταν γοητευτικός, ευγενικός, και ήταν φανερό ότι γνώριζε καλά το πρωτόκολλο και τις απαραίτητες αβροφροσύνες, παρ’ όλο που είχε ζήσει χρόνια μακριά από την πόλη. Παρ’ όλ’ αυτά η ομιλία και οι τρόποι του δεν είχαν τίποτε το γλοιώδες, καμιά ένδειξη ό'τι προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια ή να παρουσιάσει ένα ψεύτικο πρόσωπο. Η Κάλι κοίταξε τη Φραντσέσκα και κατάλαβε ότι αυτή η επίσκεψη είχε καθησυχάσει κάποιους από τους προηγούμενους φόβους της. Κανείς δε γνώριζε τα τερτίπια του λεγάμενου καλού κόσμου καλύτερα από τη λαίδη Χόξτον, και αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να ξεχωρίσει έναν καιροσκόπο ή, όπως θα έλεγε ο αδελφός της Φραντσέσκα, ο Ντόμινικ, ένα «ρεμάλι», αυτός ο κάποιος ήταν εκείνη. Η Κάλι όμως έβλεπε τη Φραντσέσκα να χαλαρώνει όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα που βρισκόταν εκεί ο κόμης. Το χαμόγελό της έγινε πιο χαλαρό και αβίαστο, και άφησε την ευγενική ψιλοκουβεντούλα για να περάσει σε πιο ουσιαστικά θέματα.


Και η Κάλι, όταν ο Μπρόμγουελ της χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο και τα μάτια του την κοίταξαν γεμάτα σκανδαλιάρικη γοητεία, δεν μπόρεσε να μην του το ανταποδώσει, νιώθοντας μια μεθυστική συγκίνηση να φουντώνει στο στήθος της. Ο λόρδος Μπρόμγουελ τις επισκέφθηκε και την επομένη, αυτή τη φορά για να τις πάει με την άμαξά του μια βόλτα στο Χάιντ Παρκ. Ήταν πέντε το απόγευμα, η πιο ωραία ώρα για τους Λονδρέζους να κάνουν βόλτα στο πάρκο. Άλλοι περπατούσαν, άλλοι έκαναν ιππασία, και ένας μεγάλος αριθμός καλοντυμένων κυρίων κυκλοφορούσε μοστράροντας όμορφες άμαξες, και την επιδεξιότητα που είχαν στα χαλινάρια. Ήταν κάπως στριμωγμένοι γιατί η αγωνιστική άμαξα του Μπρόμγουελ ήταν μικρή και έπαιρνε μόνο δύο άτομα. Πάντως, η Κάλι έβλεπε πως η Φραντσέσκα δεν ήταν διατεθειμένη να την αφήσει να πάει μόνη της στο Χάιντ Παρκ με το λόρδο Μπρόμγουελ ακόμα και με ανοιχτή άμαξα. Και για μια ακόμα φορά αναρωτήθηκε μήπως η φίλη της γνώριζε περισσότερα απ’ όσα της είχε πει για το λόγο της αντιπάθειας του αδελφού της προς αυτό τον άντρα. Δεν της φαινόταν λογικό ο Σινκλέρ να έχει αντιδράσει τόσο έντονα, απλώς επειδή η αδελφή αυτού του ανθρώπου είχε άσχημη φήμη. Είχε την εντύπωση πως ο λόγος ήταν πιο προσωπικός. Αλλά αν η Φραντσέσκα γνώριζε κάτι περισσότερο, γιατί δεν της το είχε πει; Της ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι η φίλη της γνώριζε κάτι κακό για τον κόμη τη στιγμή που εξακολουθούσε να τον δέχεται σπίτι της. Δεν πρέπει να ήξερε τίποτε, καθησύχασε τον εαυτό της. Απλώς η Φραντσέσκα φερόταν συνετά γιατί δεν ήθελε ν’ ακούσει τις επιπλήξεις του Ρόκφορντ. Παρ’ όλ’ αυτά, η Κάλι ευχόταν να μην είχε πάρει τόσο στα σοβαρά το ρόλο της συνοδού. Με τη Φραντσέσκα καθισμένη ανάμεσά τους στο κάθισμα της άμαξας, δεν μπορούσαν ν’ ανταλλάξουν με τον κόμη παρά τα τυπικά. Τη βδομάδα που ακολούθησε, όπου και να πήγαιναν, έβλεπαν το λόρδο Μπρόμγουελ μπροστά τους. Τις επισκέφθηκε άλλες δυο φορές. Στη συνέχεια, ήταν παρών στη δεξίωση της λαίδης Μπάτερσι και στο επίσημο δείπνο της κυρίας Μέλενθορπ, όπως και στο σουαρέ των Κάρινγκτον. Ωστόσο, προς μεγάλη απογοήτευση της Κάλι, η Φραντσέσκα δεν έφυγε στιγμή από δίπλα της σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, έτσι δεν είχε την ευκαιρία ν’ ανταλλάξει ούτε μια λέξη μόνη με τον κόμη. Οι μόνες φορές που είχε καταφέρει να βρεθεί κοντά του ήταν όταν εκείνος την καλησπέριζε ή την αποχαιρετούσε με μια υπόκλιση. Η Φραντσέσκα είχε αρχίσει να το παρατραβάει λιγάκι, σκέφτηκε. Στο κάτω κάτω, τι θα μπορούσε να συμβεί μεταξύ τους σ’ ένα


πάρτι με τόσο κόσμο; Η Κάλι είχε ξεσυνηθίσει πια την τόσο αυστηρή εποπτεία, πήγαινε πολύς καιρός από τότε που είχε κάνει, κοπελίτσα ακόμα, το ντεμπούτο της, και ακόμα και η γιαγιά της τής άφηνε σχεδόν απόλυτη ελευθερία κινήσεων στα πάρτι. Όχι βέβαια πως η Φραντσέσκα αρνιόταν να την αφήσει μόνη, απλώς φρόντιζε να είναι και εκείνη παρούσα κάθε φορά που την πλησίαζε ο λόρδος Μπρόμγουελ. Κάτι της έλεγε ότι αν τους δινόταν η ευκαιρία να πάνε σε κάποιο χορό και ο Μπρόμγουελ της ζητούσε να χορέψουν, η Φραντσέσκα θα φρόντιζε, μόλις θα τέλειωνε ο χορός, να τους περιμένει δίπλα στην πίστα. Δε θα τους άφηνε καμιά ευκαιρία για ένα τετ-α-τετ σε μια κόγχη ή στη βεράντα έξω. Η Κάλι υπέθετε ότι θα έπρεπε να της είναι ευγνώμων. Ακόμα και ο αδελφός της δε θα μπορούσε να θυμώσει επειδή είχε βρεθεί στο ίδιο πάρτι με τον Μπρόμγουελ τη στιγμή που βρισκόταν υπό το άγρυπνο βλέμμα της Φραντσέσκα. Όμως ένιωσε να εκνευρίζεται από τον διακριτικό αυτό περιορισμό. Το Σάββατο πήγε με τη Φραντσέσκα στο πάρτι των Φόδερινγκαμ. Όπως σε όλες τις παρόμοιες εκδηλώσεις, ο κόσμος ήταν πολύς. Η Κάλι έψαχνε μάταια το λόρδο Μπρόμγουελ κι έπειτα από μισή ώρα κατέληξε κάπως απογοητευμένη στο συμπέρασμα ότι δε θα ερχόταν. Στεκόταν με τη Φραντσέσκα και κουβέντιαζε με την Αϊρίν και τον Γκίντεον, που είχαν αποφασίσει να παραμείνουν και αυτοί στο Λονδίνο, όταν γύρισε το κεφάλι της και είδε τον Μπρόμγουελ να μπαίνει από τη διπλή πόρτα της σάλας. Η Κάλι έμεινε ακίνητη, με τα δάχτυλά της να σφίγγουν τη βεντάλια της. Τον Μπρόμγουελ τον κρατούσε αγκαζέ μια εκτυφλωτική κοκκινομάλλα. Λυγερή και ψηλή, είχε χτενισμένα τα μαλλιά της σε μπούκλες σαν μέδουσα. Φορούσε μια μαύρη σατινένια τουαλετα, διακοσμημένη στο στρίφωμα και στο λαιμό με πλούσια μαύρη δαντέλα και μαύρες χάντρες. Το βαθύ ντεκολτέ αναδείκνυε τους λευκούς ώμους και το μπούστο της πάνω από τη μαύρη δαντέλα. Αν και το χρώμα ήταν σκούρο, αποτελούσε το τέλειο φόντο για τα κόκκινα μαλλιά, το λευκό δέρμα και τα αχνογάλανα μάτια της. Το στόμα της ίσως να ήταν πολύ λεπτό για να χαρακτηρίσεις την ομορφιά της τέλεια, αλλά μια τόσο μικρή ατέλεια ούτε που την πρόσεχες μπροστά στη γενική γοητεία της. Στα χείλη της είχε χαραγμένο ένα απαλό χαμόγελο και μια δυο φορές γύρισε και κοίταξε τον άντρα δίπλα της με γνήσια τρυφερότητα. Η Κάλι ένιωσε μια παγωμάρα στο στομάχι της όταν είδε τον Μπρόμγουελ να γυρίζει και να χαμογελάει και αυτός με την ίδια τρυφερότητα στη γυναίκα. Σαν να ένιωσε την αλλαγή στην Κάλι, η Φραντσέσκα γύρισε και ακολούθησε το βλέμμα της. Αμέσως


σφίχτηκε και μια ελαφριά βρισιά ξέφυγε από τα χείλη της. Η Κάλι την κοίταξε, το ίδιο και η Αϊρίν με τον Γκίντεον. «Ποια είναι...» άρχισε να ρωτάει η Αϊρίν και σταμάτησε. «Α, ναι, θυμήθηκα. Ήταν στο χορό των αρραβώνων μας στο Παρκ, σωστά; Η λαίδη...» Σταμάτησε προσπαθώντας να θυμηθεί το όνομά της και στράφηκε στον Γκίντεον. «Μη ρωτάς εμένα», της απάντησε ο σύζυγός της. «Δεν τη θυμάμαι τη γυναίκα». Η Κάλι θεώρησε παράλογο να υπάρχει άντρας που να μην μπορεί να θυμηθεί αυτή τη γυναίκα, αλλά στην περίπτωση του Γκίντεον ίσως και να ήταν αλήθεια. Ήταν τόσο ερωτευμένος με την Αϊρίν, που ούτε γύριζε να κοιτάξει άλλη γυναίκα. «Σουίδινγκτον», είπε μάλλον κοφτά η Φραντσέσκα. «Η λαίδη Δάφνη Σουίδινγκτον». «Ω!» Η Κάλι ξαφνιάστηκε κι εκνευρίστηκε κάπως με την ανακούφιση που ένιωσε. «Είναι η αδελφή του λόρδου Μπρόμγουελ». «Ναι. Φαίνεται πως ήρθε στην πόλη για τη Σεζόν», της απάντησε η Φραντσέσκα, που δεν ακουγόταν καθόλου χαρούμενη μ’ αυτή την προοπτική. Η Κάλι κοίταξε τη φίλη της. Σίγουρα υπήρχε και κάτι άλλο που ενοχλούσε τη Φραντσέσκα πέρα από την άσχημη φήμη της λαίδης Σουίδινγκτον. Στο κάτω κάτω, είχαν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή της σκανδαλώδους συμπεριφοράς της και από τότε η λαίδη είχε κρατηθεί μακριά από τους κοινωνικούς κύκλους. Και μολονότι η είσοδός της είχε προκαλέσει κάποια αναταραχή στην αίθουσα, κανείς δεν της γύρισε φανερά την πλάτη. Ακόμα και αν η λαίδη Σουίδινγκτον εξακολουθούσε να θεωρείται παρίας, η Κάλι δεν πίστευε ότι αυτό θα έκανε τη Φραντσέσκα, που δεν ήταν και τόσο πουριτανή, να υιοθετήσει την ψυχρή στάση που κρατούσε τώρα. Και δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί μήπως ο συγχωρεμένος άντρας της φίλης της ήταν ένας από τους πολλούς με τους οποίους κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε σχέσεις η λαίδη Δάφνη. Ο κόμης και η αδελφή του χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα κάνα δυο άλλους καθώς διέσχιζαν την αίθουσα, αλλά δε σταμάτησαν παρά μόνο όταν έφτασαν στην παρέα της Κάλι. «Λαίδη Χόξτον, λαίδη Καλάντρα, επιτρέψτε μου να σας συστήσω την αδελφή μου, λαίδη Σουίδινγκτον», είπε ο κόμης. Το χαμόγελο της Φραντσέσκα ήταν παγωμένο όταν του απάντησε. «Ναι, με τη λαίδη Σουίδινγκτον είμαστε παλιές γνώριμες». «Α, ναι», πρόσθεσε η άλλη γυναίκα και το χαμόγελό της δεν ήταν τόσο συγκρατημένο όσο της Φραντσέσκα. Από κοντά φαινό-


ταν πιο μεγάλη απ’ ό,τι έδειχνε από μακριά. Μικρές ρυτίδες ξεκινούσαν από τις άκρες των ματιών της, κι όταν δε χαμογελούσε υπήρχαν βαθιά αυλάκια δεξιά και αριστερά στο στόμα της. «Με τη λαίδη Χόξτον γνωριζόμαστε καλά, έτσι δεν είναι; Και η λαίδη Καλάντρα». Γύρισε χαμογελώντας στην Κάλι και πρόσθεσε: «Χαίρομαι πάρα πολύ που σας γνωρίζω επιτέλους. Γνώριζα τον αδελφό σας, βέβαια, αλλά εσείς ήσασταν τότε πιτσιρίκα». Άφησε να της ξεφύγει ένα μικρό αυτοεπικριτικό γελάκι. «Τώρα προδίδω την ηλικία μας, έτσι δεν είναι, Φραντσέσκα; Πολύ απαίσιο εκ μέρους μου». Το χαμόγελο της Φραντσέσκα εξαφανίστηκε εντελώς. Αγνοώντας το σχόλιο είπε παγωμένα: «Πιστεύω ότι έχετε γνωριστεί με το λόρδο και τη λαίδη Ράντμπορν». «Ναι, βέβαια. Στο πάρτι των αρραβώνων σας δεν ήταν;» Η λαίδη Σουίδινγκτον χάρισε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο στο άλλο ζευγάρι. «Μόλις είχα βγει από το πένθος μου τότε, και δεν το θεώρησα ανάρμοστο να παρευρεθώ τη στιγμή που με είχε προσκαλέσει η αγαπητή λαίδη Οντίλια. Είναι εξ αγχιστείας εξαδέλφη του πατέρα μας, βλέπετε, και ήταν πάντα πολύ καλή μαζί μας. Έτσι δεν είναι, Μπρομ, καλέ μου;» Στράφηκε στον αδελφό της χαμογελώντας τρυφερά. «Ναι, η λαίδη Οντίλια είναι αξιαγάπητη», της απάντησε οΜπρόμγουελ με σαρδόνιο ύφος και η αδελφή του τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στο μπράτσο με την κλειστή βεντάλια της. «Μπρόμγουελ... θα δώσεις σε όλους λάθος εντύπωση». Ο Γκίντεον γέλασε. «Αυτό αποκλείεται -είμαστε όλοι συγγενείς με τη λαίδη Οντίλια». «Τώρα που είναι εδώ και η λαίδη Δάφνη», είπε ο Μπρόμγουελ, «ελπίζω να μπορέσουμε να κάνουμε όλοι μαζί μια παρέα και να πάμε στο Ρίτσμοντ Παρκ την επόμενη βδομάδα. Σίγουρα θα θέλει να μας ακολουθήσει και ο εξάδελφός μου, ο κύριος Τίλφορντ. Θα χαιρόμουν αν δεχόσασταν να έρθετε κι εσείς». Τους κοίταξε όλους έναν έναν. «Λόρδε και λαίδη Ράντμπορν; Λαίδη Χόξτον;» Το βλέμμα του καρφώθηκε τέλος στην Κάλι, και στάθηκε εκεί. «Λαίδη Καλάντρα;» «Πολύ ωραία ιδέα, αν παραμείνει καλός ο καιρός», απάντησε αμέσως η Κάλι, γιατί είχε την υποψία ότι μπορεί η Φραντσέσκα ν’ αρνιόταν. «Ομολογώ πως είχα αρχίσει να βαριέμαι. Μια μεγάλη βόλτα με άλογο είναι ό,τι χρειάζεται». «Ναι, δεν είναι;» συμφώνησε η Φραντσέσκα με λιγότερο ενθουσιασμό. «Φοβάμαι, όμως, πως ούτε εγώ ούτε η Καλάντρα έχουμε άλογα εδώ στην πόλη. Δεν έχω πολύ χρόνο για ιππασία, έτσι ιππεύω μόνο όταν είμαι στο Ρέντφιλντς. Και από τη στιγμή που η


λαίδη Καλάντρα ήρθε στο Λονδίνο για να μου κάνει μια απλή επίσκεψη, δε βρίσκονται εδώ ούτε τα άλογα των Λιλ». «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείτε γι’ αυτό», είπε ο Μπρόμγουελ. «Πήγα στο Τάτερσαλ’ς αυτή τη βδομάδα, και δεν έχω στείλει ακόμα στο κτήμα μου τα άλογα που αγόρασα. Και θα χαιρόμουν να τα δω εν δράσει». «Κι εμείς έχουμε εδώ κάποια από τα δικά μας άλογα», είπε ο λόρδος Γκίντεον. «Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να τα βρούμε μεταξύ μας και να φτάσουν για όλους μας». «Τότε φυσικά», υποχώρησε χαριτωμένα η Φραντσέσκα. «Ακούγεται υπέροχο». Η Κάλι ήταν σίγουρη πως η Φραντσέσκα δεν εννοούσε αυτό που έλεγε, αλλά δε θα καθόταν να ψιλολογήσει το πράγμα. Η προοπτική της ιππασίας στο καταπράσινο Ρίτσμοντ Παρκ ακουγόταν διασκεδαστική. Άσε που μια τέτοια εκδρομή θα πρόσφερε πολύ μεγαλύτερη κοινωνική ελευθερία από ένα πάρτι. Ένιωθε περιορισμένη στην πόλη, γιατί είχε συνηθίσει να βγαίνει συχνά ιππασία όταν βρισκόταν σε κάποιο από τα κτήματά τους. Ακόμα και στην πόλη έβγαινε βόλτα στο Ρότεν Ρόου τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, και της είχαν λείψει πολύ τόσο η άσκηση όσο και ο καθαρός αέρας. Κανόνισαν λοιπόν να πάνε στο πάρκο την επόμενη Τρίτη, αρκεί να μην έβρεχε, πράγμα που θα τους χαλούσε την εκδρομή. Ο Μπρόμγουελ και η αδελφή του έμειναν να κουβεντιάσουν λίγο ακόμα μαζί τους. Η Φραντσέσκα ήταν ασυνήθιστα σιωπηλή, αλλά η λαίδη Δάφνη αναπλήρωσε, το κενό, με το να τους διηγηθεί το ταξίδι της από το απομακρυσμένο κτήμα του μακαρίτη του άντρα της και τις απανωτές καθυστερήσεις μέχρι να φτάσει στο Λονδίνο. Αρχικά είχε αναγκαστεί να γυρίσει πίσω γιατί είχε ξεχάσει ένα μπαούλο, στη συνέχεια είχε σπάσει μια ρόδα της άμαξας και μετά είχε αποκλειστεί για τρεις μέρες σ’ ένα πανδοχείο εξαιτίας μιας όψιμης χιονοθύελλας. Ύστερα από λίγο, η Αϊρίν και ο Γκίντεον ζήτησαν συγνώμη και απομακρύνθηκαν από την παρέα και μερικά λεπτά αργότερα έφυγαν και ο Μπρόμγουελ με την αδελφή του. Η λαίδη Δάφνη έσφιξε ζεστά το χέρι της Κάλι στο δικό της και της ψιθύρισε ότι ανυπομονούσε να τα πουν οι δυο τους στην εκδρομή. Ο λόρδος Μπρόμγουελ πήρε το χέρι της Κάλι στο δικό του κι έκανε μια ευγενική υπόκλιση. Τα χείλη του χάιδεψαν απαλά σαν βελούδο την επιδερμίδα της. Τα δάχτυλά της έσφιξαν αυθόρμητα τα δικά του, και εκείνος την κοίταξε καθώς σηκωνόταν. Το βλέμμα του είχε γίνει ξαφνικά καυτό και πολύ οικείο.


Όταν έφυγαν κι εκείνοι, η Κάλι έγειρε προς το μέρος της Φραντσέσκα και της είπε σιγανά: «Δε χρειάζεται να έρθεις στο Ρίτσμοντ Παρκ αν δε θέλεις. Θα είναι εκεί η Αϊρίν με τον Γκίντεον -θα είναι οι τέλειοι συνοδοί για μένα. Θα είμαι μια χαρά. Όταν φτάσει η μέρα που θα πάμε, θα πω ότι ξύπνησες το πρωί νιώθοντας αδιάθετη». «Και ν’ αφήσω τη Δάφνη να χαρεί με την ιδέα ότι δεν είχα το κουράγιο ν’ αντιμετωπίσω μια μέρα μαζί της;» την αντέκρουσε η Φραντσέσκα. Υπήρχε μια ατσάλινη-λάμψη στα γαλανά μάτια της που η Κάλι δεν είχε ξαναντικρίσει ποτέ. «Ανοησίες. Θα τα καταφέρω μια χαρά». Έσφιξε το πιγούνι της μουρμουρίζοντας: «Άκου “πρόδωσε την ηλικία μας”! Λες και δεν είναι έξι χρόνια μεγαλύτερη από μένα!» Η Κάλι έκρυψε ένα χαμόγελο πίσω από τη βεντάλια της. Δε θυμόταν να είχε ξανακούσει τη Φραντσέσκα να στάζει τέτοιο δηλητήριο. Απόλυτα σίγουρη για την ομορφιά της και τη θέση της στην κοινωνία, η λαίδη Χόξτον δε σπαταλούσε το χρόνο της με ζήλιες και φθόνο. Αν καμιά κυρία τής φερόταν έτσι, εκείνη την απέφευγε με επιδεξιότητα, χωρίς πικρίες και αντιπάθειες. Και ήταν ενθαρρυντικό να βλέπει η Κάλι ότι μπορούσε και αυτή να νιώσει ταπεινά συναισθήματα όπως κάθε άνθρωπος. Η λαίδη Δάφνη της είχε φανεί ευχάριστη και φιλική, αν και δε σκόπευε να το πει αυτό στη Φραντσέσκα -όπως δε σκόπευε και να τη ρωτήσει το λόγο που την αντιπαθούσε τόσο πολύ. Ήταν μια πολύ αγενής και προσωπική ερώτηση, ιδιαίτερα τη στιγμή που υποπτευόταν ότι η απάντηση είχε σχέση με το μακαρίτη τον άντρα της Φραντσέσκα, που, απ’ ό,τι είχε ακούσει, ήταν αχαλίνωτος. Και αυτό ήταν κρίμα, γιατί η Κάλι θα ήθελε πολύ να μάθει τι είχε κάνει η λαίδη Δάφνη στη Φραντσέσκα ώστε να ξυπνήσει τέτοια αντιπάθεια μέσα της. Όταν κοίταξε όμως τη φίλη της, κατάλαβε ότι δε θα ικανοποιούσε αυτή της την περιέργεια. Όση διακριτικότητα και να χρησιμοποιούσε δεν επρόκειτο να αποσπάσει το παραμικρό από τη Φραντσέσκα απόψε. Έτσι, η Κάλι καταχώνιασε τις απορίες της και άφησε τις σκέψεις της να πετάξουν στην πολύ πιο ευχάριστη προοπτική της εκδρομής της με το λόρδο Μπρόμγουελ την ερχόμενη Τρίτη. «Μπα, μπα...» μουρμούρισε η λαίδη Σουίδινγκτον καθώς απομακρύνονταν από τη Φραντσέσκα και την Καλάντρα. «Ώστε ενδιαφέρεσαι για τη μικρή αδελφή του δούκα. Εκπληκτικό!» είπε και έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στο πρόσωπο του αδελφού της. «Θα έπρεπε να σ’ το είχα πει από πριν», της είπε απολογητικά ο Μπρόμγουελ. «Αλλά όταν ήρθαμε και τις είδα αμέσως μπροστά


μας, μου φάνηκε η τέλεια ευκαιρία. Ήθελα να δω το πρόσωπό της όταν θα σε συναντούσε». «Γιατί;» Η Δάφνη έσφιξε τα χείλη της. «Δεν ήταν δυνατόν να περίμενες ότι κάποιος από τους περήφανους Λιλ θα έδειχνε έστω και την παραμικρή τύψη». «Ήθελα απλώς να δω αν έχει ιδέα γι’ αυτό που σου έκανε ο αδελφός της», της απάντησε. «Μου είχε δώσει την εντύπωση ότι δεν ξέρει. Πάνε πολλά χρόνια. Παρ’ όλ’ αυτά, ήμουν περίεργος». «Και τι ανακάλυψες;» Ο κόμης κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν ξέρει τίποτε. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό». Ο Μπρόμγουελ γύρισε και κοίταξε την αδελφή του. «Δε θα μπορούσα να πω το ίδιο για τη λαίδη Χόξτον». «Πφφ», έκανε απαξιωτικά η Δάφνη και κούνησε την κομψή ιβουάρ βεντάλια της. «Η Φραντσέσκα. Ήταν πάντα της δειλή». Συνέχισε να κουνάει νωχελικά τη βεντάλια της καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στον κόσμο, μέχρι που έφτασαν στην απέναντι πλευρά της αίθουσας. Εκεί γύρισαν και κοίταξαν πίσω τους. Κατά διαστήματα ο κόσμος αραίωνε και μπορούσαν να διακρίνουν τη Φραντσέσκα και την Κάλι να στέκονται ακόμα στο ίδιο σημείο και να κουβεντιάζουν. «Λοιπόν... ποιο ακριβώς είναι το σχέδιό σου σχετικά με τη νεαρή λαίδη Καλάντρα;» ρώτησε τραχιά η Δάφνη. «Ελπίζω να μην περιμένεις να πιστέψω ότι τη φλερτάρεις στα σοβαρά». «Ω, και βέβαια τη φλερτάρω στα σοβαρά», της απάντησε βλοσυρά ο αδελφός της. «Αλλά όχι για να την παντρευτείς». «Περίμενα ότι θα με ήξερες καλύτερα και δε θα μου έκανες μια τέτοια ερώτηση», της απάντησε. «Δε θα σε πρόσβαλλα ποτέ συγγενεύοντας με τους Λιλ». «Και βέβαια σε ξέρω», συμφώνησε η Δάφνη χαμογελώντας κάπως αυτάρεσκα. «Ποιος είναι ο σκοπός σου λοιπόν; Θα του άξιζε του δούκα να τον πληρώσεις με το ίδιο νόμισμα». Ο Μπρόμγουελ την κοίταξε σαστισμένος. «Τι εννοείς; Δεν μπορεί να φαντάζεσαι ότι θα ξελόγιαζα την κοπέλα και στη συνέχεια θα την παρατούσα». Η Δάφνη σήκωσε τους ώμους της και το πρόσωπό της σκλήρυνε. «Δείχνει ικανοποιητική σαν εκδίκηση γι’ αυτό που μου έκανε ο αδελφός της. Δε λέω να φτάσεις μέχρι το σημείο να την αφήσεις έγκυο και στη συνέχεια ν’ αρνηθείς να την παντρευτείς». «Όχι. Αλλά εγώ δεν είμαι σαν τον Ρόκφορντ», της απάντησε συνοφρυωμένος ο Μπρόμγουελ. «Είμαι σίγουρος πως δε θα ευχόσουν τέτοια τύχη σε καμιά άλλη γυναίκα». Η Δάφνη του χαμογέλασε γλυκά. «Είναι φορές που ξεχνάω


πόσο καλός είσαι. Ασφαλώς έχεις δίκιο. Δε θα ευχόμουν σε καμιά άλλη γυναίκα να γνωρίσει την ντροπή που γνώρισα εγώ με τον Ρόκφορντ. Απλά μου φαίνεται άδικο που ο δούκας δε θα το πληρώσει ποτέ αυτό με κάποιον τρόπο». Κοίταξε τον αδελφό της, που συνέχιζε να έχει καρφωμένο το βλέμμα του στη λαίδη Καλάντρα στην απέναντι μεριά του δωματίου. Και συνοφρυώθηκε ελαφρά όταν είπε: «Δε θα έβλαπτε να ταπεινωνόταν κάποιος από τους περήφανους Λιλ». Ο κόμης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα είχε εκφράσει και αυτός στον εξάδελφό του, τον Αρτσι, πριν από λίγες μέρες. Παρ’ όλ’ αυτά, σκυθρώπιασε. «Καθόλου δίκαιο όμως για την Κάλι». «Την Κάλι;» Η αδελφή του σήκωσε απότομα τα φρύδια της. «Έτσι τη φωνάζουν η λαίδη Χόξτον και η λαίδη Οντίλια. Το Καλάντρα παραείναι τυπικό για κείνη». «Μη μου πεις πως έχεις αρχίσει να νιώθεις τρυφερότητα γι’ αυτή την κοπέλα», του πέταξε η Δάφνη. «Όχι, και βέβαια όχι». Το συνοφρύωμά του έγινε πιο έντονο. Κοίταξε την αδελφή του και πρόσθεσε: «Είναι όμορφη κοπέλα. Αλλά δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου». «Χαίρομαι που τ’ ακούω. Είναι παράτολμο να εμπιστεύεσαι έναν Λιλ», του είπε η Δάφνη με πίκρα. «Το ξέρω». Ύστερα από λίγο, η Δάφνη συνέχισε: «Τότε, ποιες είναι οι προθέσεις σου για τη λαίδη Καλάντρα;» «Να τσιγκλήσω λίγο το δούκα», της απάντησε ο αδελφός της μ’ ένα στραβό χαμόγελο που δεν έκρυβε χιούμορ. «Θα ήθελα να τον δω να βράζει στο ζουμί του προσπαθώντας να μαντέψει τις προθέσεις μου. Τι θα πω στην αδελφή του για κείνον. Αν θα καταφέρω να τη στρέψω εναντίον του -ακόμα και να την πάρω από αυτόν. Ή αν σκοπεύω να κάνω κι εγώ αυτό που έκανε εκείνος σ’ εσένα, να κερδίσω την αγάπη της και στη συνέχεια να την παρατήσω. Έχω ανακαλύψει πως οι άτιμοι άνθρωποι αναμένουν την ίδια συμπεριφορά και από τους άλλους». «Σίγουρα δε θα χαρεί που θα τη φλερτάρεις», συμφώνησε η λαίδη Δάφνη. «Και βέβαια όχι. Ήδη με προειδοποίησε να κρατηθώ μακριά της». «Αλήθεια;» Η Δάφνη τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Τι έκανε; Τι σου είπε;» «Ηταν υπεροπτικός ως συνήθως», της απάντησε ο αδελφός της. «Μου είπε να κρατηθώ μακριά από την αδελφή του. Λες και


δεν είχε παρά να το ξεστομίσει και όλοι θα έσπευδαν να υπακούσουν». «Κι εσύ τι έκανες;» «Σκέφτηκα να του ρίξω μια μπουνιά», παραδέχθηκε ο κόμης και τα μάτια του άστραψαν από κακία. «Συνειδητοποίησα όμως πως μπορεί αυτό να μην άρεσε στη λαίδη Οντίλια, μια και ήμασταν στο πάρτι των γενεθλίων της. Όταν πιάνονται στα χέρια δυο κύριοι στη βεράντα, συνήθως χαλάει όλη η ατμόσφαιρα του πάρτι». Σήκωσε τους ώμους του. «Όπως και να ’χει το πράγμα, αποφάσισα πως θα ήταν καλύτερα να τον βασανίσω λιγάκι πρώτα. Να τον αφήσω να δει ότι δε χορεύει όλος ο κόσμος στο δικό του σκοπό... ούτε καν η αδελφή του. Υποθέτω πως αν πέσει κάποια στιγμή στην αντίληψή του ότι τον παράκουσα -ότι η αδελφή του τον παρακούσε -, θα επιστρέψει εσπευσμένα στην πόλη μουγκρίζοντας σαν παγιδευμένη αρκούδα, και τότε...» Χαμογέλασε. «Και τότε θα έρθει να μ’ επισκεφθεί». Τα γκρίζα μάτια του έλαμψαν από ικανοποίηση. «Εννοείς ότι θα σε καλέσει σε μονομαχία;» Η Δάφνη τον κοίταξε με ανησυχία. «Μα, Μπρομ, όχι! Έχει τη φήμη δεινού σκοπευτή. θα μπορούσε να σε σκοτώσει!» «Ξεχνάς, αγαπητή μου -είμαι κι εγώ δεινός σκοπευτής». «Ναι, το ξέρω αυτό», του απάντησε εκείνη σχεδόν αυτάρεσκα. «Αλλά και πάλι... να ρισκάρεις τη ζωή σου... αυτό παραπάει». «Τέλος πάντων, αμφιβάλλω ότι θα φτάσουμε ως εκεί. Ο Ρόκφορντ δεν έχει μπλεχτεί ποτέ σε μονομαχία. Αμφιβάλλω αν θα αρχίσει να το κάνει τώρα». «Ναι, αλλά αν τον προκαλέσεις αρκετά...» Ο κόμης σήκωσε πάλι τους ώμους του. «Νομίζω ότι μάλλον θα ξεκαθαρίσουμε τις διαφορές μας επιτόπου, με τις γροθιές μας». Χαμογέλασε βλοσυρά κι έσφιξε γροθιά το χέρι του όλο προσμονή. «Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε η Δάφνη. «Την τελευταία φορά...» Εκείνος παραμέρισε τις αντιρρήσεις της μ’ ένα κούνημα του χεριού του. «Την τελευταία φορά ήμουν δεκαεφτά χρόνων. Η κίνησή μου να τον καλέσω σε μονομαχία ήταν εντελώς παιδιάστικη. Τώρα ξέρω πως θα το χαρώ πολύ περισσότερο να τον δω ανάσκελα στο πάτωμα, έτσι αλαζόνας που είναι». «Ε, τι να πω, καλέ μου, αν είσαι σίγουρος ότι αυτό θέλεις να κάνεις», υποχώρησε η Δάφνη σαν να έκανε τη χάρη σ’ ένα παιδάκι, και τον έπιασε αγκαζέ ευτυχισμένη. «Ακούγεται ό,τι πρέπει». Η επόμενη Τρίτη ξημέρωσε χωρίς σύννεφα, ο ήλιος έλαμπε


στον ουρανό κι ας ήταν Φλεβάρης. Ήταν η τέλεια μέρα για να φύγεις από την πόλη και να κάνεις ιππασία στο βασιλικό πάρκο. Η Κάλι, καταχαρούμενη που θα πήγαιναν τελικά εκδρομή, φλυαρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του πρωινού, αν και ήταν φανερό πως η Φραντσέσκα δε συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό της. Η λαίδη Χόξτον, όμως, ήταν πολύ καλή για να της χαλάσει το κέφι, της χαμογέλασε λοιπόν και κούνησε καταφατικά το κεφάλι, συμφωνώντας ότι η μέρα ήταν πράγματι εξαιρετική, η συντροφιά θα ήταν πολύ ευχάριστη, ενώ ήταν αλήθεια καταπληκτικό που η στολή της ιππασίας κολάκευε τη σιλουέτα της και ήταν από τα λίγα ρούχα που μπορούσε να φορέσει η Κάλι και δεν έπρεπε να είναι υποχρεωτικά λευκό. Η στολή ιππασίας της Κάλι ήταν από πράσινο βελούδο και αυτή θα ήταν η πρώτη φορά που θα την έβαζε, αφού την είχε παραγγείλει στη μοδίστρα, σε μια παρόρμηση της στιγμής, όταν είχε πρωτοέρθει να μείνει με τη Φραντσέσκα. Σε αντίθεση με τις μοντέρνες φορεσιές, το σακάκι της ήταν πιο μακρύ και αγκάλιαζε σφιχτά τη μέση της, κουμπώνοντας με μαύρες θηλιές μπροστά και στις μανσέτες. Το καπέλο ήταν κι αυτό πράσινο, στολισμένο με μαύρες πινελιές, και την κολάκευε πολύ έτσι όπως κατέβαινε χαμηλά και κάπως στραβά στο μέτωπο. Η Φραντσέσκα την περιεργάστηκε και αποφάσισε πως ήταν πολύ γοητευτική μ’ αυτή τη στολή. Σκέφτηκε μάλιστα πως χαλάλι η ταλαιπωρία μιας μέρας με τη λαίδη Δάφνη, τη στιγμή που η Κάλι θα είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει μια τόσο σαγηνευτική εικόνα στο λόρδο Μπρόμγουελ. Ήταν όλοι τους πολύ χαρούμενοι όταν ξεκίνησαν μια ώρα αργότερα για το Ρίτσμοντ Παρκ. Εκτός από το λόρδο και τη λαίδη Ράντμπορν, το λόρδο Μπρόμγουελ και την αδελφή του, τη Φραντσέσκα και την Κάλι, στην εκδρομή θα πήγαιναν επίσης ο εξάδελφος των Μπρόμγουελ Άρτσι Τίλφορντ, η δεσποινίς Μπετίνα Σουάνσον και ο αδελφός της Ρέτζιναλντ, ένας χαμογελαστός νέος που είχε μόλις αποφοιτήσει από την Οξφόρδη. Η δεσποινίς Σουάνσον και ο αδελφός της κάθονταν ήδη στο κομψό λαντό των Ράντμπορν, μαζί με το λόρδο Ράντμπορν, που είχε παραχωρήσει το άλογό του στη Φραντσέσκα. «Είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί πολύ να νιώσει έναν πιο έμπειρο καβαλάρη στην πλάτη του», είπε στη Φραντσέσκα χαμογελώντας. Ο λόρδος Ράντμπορν, λόγω των άτυχων συνθηκών κάτω από τις οποίες είχε μεγαλώσει, δεν είχε καταφέρει να γίνει ποτέ τόσο δεινός ιππέας όσο οι άλλοι συνομήλικοί του αριστοκράτες. «Και για σας, λαίδη μου», είπε ο Μπρόμγουελ κι έπιασε την


Κάλι από το μπράτσο για να την οδηγήσει σε μια λευκή χαριτωμένη φοράδα, «σκέφτηκα ότι η Μπελίσιμα θα σας ταίριαζε». Ένα χαμόγελο φώτισε τα μάτια του, αλλά έσβησε γρήγορα. «Το όνομα σίγουρα σας ταιριάζει. Είναι πειθαρχημένη, αλλά όχι πειθήνια, και κυλάει πολύ καλό αίμα στις φλέβες της. Δεν ήμουν σίγουρος πώς τα πάτε με τα άλογα». «Μπορώ να κρατηθώ πάνω στη σέλα», του απάντησε μ’ ένα χαμόγελο. «Αυτό πρέπει να σημαίνει ότι είστε αληθινή αμαζόνα και θα νιώσω μεγάλη ντροπή που σας παραχώρησα ένα ανάξιο ζώο». Η Κάλι γέλασε και άπλωσε το χέρι της να χαϊδέψει τη μουσούδα της φοράδας. «Είμαι σίγουρη ότι η Μπελίσιμα είναι ικανότατη. Έτσι, γλυκιά μου;» Γύρισε πάλι στον Μπρόμγουελ. «Σας ευχαριστώ, λόρδε μου, είμαι σίγουρη ότι η επιλογή σας είναι τέλεια και θα απολαύσω τη βόλτα μαζί της». «Το ελπίζω». Ο κόμης έκανε μια παύση και συνέχισε: «Σας παρακαλώ, λέγετέ με Μπρόμγουελ ή Μπρομ. Όλοι οι φίλοι μου έτσι με φωνάζουν». Η Κάλι τον κοίταξε. Τα λόγια του την έκαναν να νιώσει παραζαλισμένη, ακόμα και ξέπνοη. «Μα δε γνωριζόμαστε τόσο καλά, λόρδε μου». «Όχι;» Τα μάτια του καθρέφτισαν όλη τη φλόγα των φιλιών που είχαν μοιραστεί. Ύστερα τράβηξε το βλέμμα του από το δικό της και πρόσθεσε σε πιο ανάλαφρο τόνο: «Ελπίζω όμως ότι θα γνωριστούμε». Γύρισε στο πλάι και πρόσθεσε: «Ελάτε. Αφήστε με να σας βοηθήσω». Της άπλωσε το χέρι του και τη βοήθησε ν’ ανέβει στη σέλα, ύστερα πήγε να της ρυθμίσει τους αναβολείς, βγάζοντας τα δερμάτινα γάντια του για να μπορέσει να δουλέψει καλύτερα. Η Κάλι ένιωσε το μπράτσο του ν’ αγγίζει το πόδι της καθώς ρύθμιζε τον αναβολέα, και μολονότι η δερμάτινη μπότα ιππασίας ήταν χοντρή, το άγγιγμά του την αναστάτωσε. Έμεινε να παρακολουθεί τα δάχτυλά του που έδεναν την αγκράφα. Ήταν μακριά και επιδέξια, δούλευαν γρήγορα και με σιγουριά. Άραγε, πώς θα ήταν αν άγγιζαν το μπράτσο, το λαιμό, το μάγουλό της; Βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της και κοίταξε τα δικά της χέρια που έσφιγγαν τα χαλινάρια. Ένιωσε ένα κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Ήταν παράλογο, είπε στον εαυτό της, να μην μπορεί να ελέγχει τις σκέψεις της κάθε φορά που βρισκόταν κοντά στο λόρδο Μπρόμγουελ. Ήταν σίγουρη ότι το είχε νιώσει κι εκείνος, το είδε στο βλέμμα του όταν την κοίταξε -ή μπορεί να είχε θυμηθεί απλώς την αντίδρασή της τις δύο φορές που τη φίλησε. Του είχε ανταποδώσει τα φιλιά με πλήρη εγκατάλειψη.


Άραγε να την είχε πάρει για κάποια που δεν ήταν; Να την είχε θεωρήσει μια γυναίκα έμπειρη σ' αυτό τον τομέα; Άραγε ο αδελφός της αντιπαθούσε τον Μπρόμγουελ επειδή ήξερε ότι ήταν ένας αχρείος; Ένας ακόλαστος; Ήταν δυνατόν ο Μπρόμγουελ να την κυνηγούσε επειδή νόμιζε ότι ήταν μια γυναίκα ελευθέριων ηθών; Ήταν ένοχη, το ήξερε, του είχε δώσει μόνη της αυτή την εντύπωση -βγαίνοντας ασυνόδευτη νυχτιάτικα, εκείνη την πρώτη βραδιά που την είχε συναντήσει. Και στη συνέχεια τον είχε αφήσει να τη φιλήσει, χωρίς καν να διαμαρτυρηθεί -αντίθετα, είχε λιώσει στην αγκαλιά του. Η αγωνία την έκανε να νιώσει έναν κόμπο στο στήθος της. Δεν ήθελε να πιστέψει πως αυτός ήταν ο λόγος που τη φλέρταρε ο κόμης. Και, στο κάτω κάτω, πόσες ήταν οι πιθανότητες ένας αχρείος να σπαταλά τόσο χρόνο σε πληκτικές συγκεντρώσεις και πάρτι, ξέροντας ότι εκείνη θα βρισκόταν κάτω από αυστηρή επιτήρηση; Σίγουρα, ένας άντρας που γύρευε μια έκλυτη γυναίκα θα μπορούσε να τη βρει πολύ ευκολότερα αλλού. Κι όμως, εκείνος συνέχιζε να την κυνηγάει. Δεν μπορούσε λοιπόν παρά να σκέφτεται πως αυτή η συμπεριφορά έκρυβε κάτι περισσότερο από το ενδιαφέρον ενός αγύρτη. Από την άλλη, ήταν αρκετά ρεαλίστρια ώστε να συνειδητοποιεί ότι αυτό μπορεί να ήταν απλά ο δικός της ευσεβής πόθος. Τράβηξε το βλέμμα της από τον Μπρόμγουελ και κοίταξε τους υπόλοιπους που ανέβαιναν και αυτοί στα άλογά τους. Η ματιά της σταμάτησε στη λαίδη Σουίδινγκτον. Την κοιτούσε και εκείνη, και στα αχνογάλανα μάτια της διέκρινε μια ψυχρή και έντονη αντιπάθεια.


Κεφάλαιο 9 Το χέρι της Κάλι έσφιξε ασυναίσθητα τα χαλινάρια και η φοράδα μετακινήθηκε νευρικά. Μέχρι να την ηρεμήσει και να ξανακοιτάξει την αδελφή του Μπρόμγουελ, η λαίδη Δάφνη της χαμογελούσε γλυκά. «Είστε σκέτη οπτασία πάνω σ’ αυτό το άλογο, λαίδη Καλάντρα», της είπε. «Με τη μαύρη χαίτη σας, καθισμένη πάνω στο κάτασπρο άτι -αχ, νομίζω πως μας σβήνετε όλες απ’ το χάρτη». «Κανείς δεν μπορεί να σβήσει την ομορφιά σας, λαίδη Σουίδινγκτον», τη διαβεβαίωσε ο κύριος Σουάνσον. «Πράγματι», μπήκε στην κουβέντα ο Άρτσι Τίλφορντ. «Και μ’ αυτό δεν υπονοώ ότι και η λαίδη Καλάντρα δεν είναι εξίσου όμορφη. Καμιά δε θα μπορούσε να είναι πιο χαριτωμένη». Έριξε μια ματιά γύρω του και το πρόσωπό του άρχισε να κοκκινίζει. «Βέβαια, και οι άλλες κυρίες, η λαίδη Χόξτον, η λαίδη Ράντμπορν και η δεσποινίς Σουάνσον, δεν είναι λιγότερο γοητευτικές. Θέλω να πω, μπορεί κανείς να συγκρίνει την Αφροδίτη με την Ελένη της Τροίας; Βέβαια, εσείς είστε πέντε, όχι δύο, και... ε...» Ο λόρδος Ράντμπορν γέλασε τόσο απότομα, που τον έπιασε βήχας. Αυτό έκανε τη λαίδη Ράντμπορν να γυρίσει αλλού το κεφάλι κλείνοντας το στόμα με το χέρι της, ενώ οι ώμοι της ανεβοκατέβαζαν ρυθμικά. «Άσ’ το, Άρτσι», είπε κοφτά ο λόρδος Μπρόμγουελ στον εξάδελφό του. «Δεν έχουμε αρκετό χρόνο για να βρεις τρόπο να το σώσεις. Κυρίες μου, αρκεί να σας πω ότι είστε όλες σας στο απόγειο της ομορφιάς σας, και τολμώ να δηλώσω ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άντρας σήμερα στο Λονδίνο που δε θα ήθελε να είναι στη θέση μας. Και τώρα νομίζω ότι είναι καιρός να ξεκινήσουμε». Κούνησαν όλοι καταφατικά τα κεφάλια τους και ξεκίνησαν. Κάποιοι προπορεύτηκαν της άμαξας και κάποιοι ακολούθησαν από πίσω. Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή για να διασχίσεις τους πολυσύχναστους δρόμους του Λονδίνου και αναγκάστηκαν να σκορπίσουν, έτσι αρχικά δεν είχαν την ευκαιρία για πολλές κουβέντες. Η Κάλι το χάρηκε αυτό, γιατί ήταν χαμένη στις σκέψεις της.


Το μυαλό της γύριζε διαρκώς σ’ εκείνη τη στιγμιαία αντιπάθεια θα ήταν υπερβολή να την αποκαλέσει μίσος;- που είχε αντικρίσει στα μάτια της λαίδης Σουίδινγκτον. Την είχε δει όμως πραγματικά ή ήταν κάποιο τρικ του φωτός; Πώς θα μπορούσε όμως να κάνει τέτοιο λάθος; Αλλά γιατί να τη μισούσε η αδελφή του Μπρόμγουελ; Οι σκέψεις αυτές την απασχόλησαν για κάμποση ώρα, αλλά όταν πλησίασαν στα περίχωρα οι συζητήσεις γύρω πύκνωσαν, έτσι τις καταχώνιασε στο μυαλό της, αποφασισμένη να χαρεί το απόγευμα. Η παρέα χωρίστηκε σε ομάδες των δύο ή τριών ατόμων που κάλπαζαν στην εξοχή κουβεντιάζοντας και γελώντας. Η Κάλι ανησυχούσε μήπως και βρισκόταν η Φραντσέσκα παγιδευμένη στην ίδια παρέα με την αδελφή του Μπρόμγουελ, αλλά από την αρχή η λαίδη Σουίδινγκτον προτίμησε να οδηγήσει το άλογό της πίσω από την άμαξα φλερτάροντας με τον νεαρό Ρέτζιναλντ Σουάνσον, ενώ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να φλερτάρει και με το λόρδο Ράντμπορν. Η Κάλι έριξε μια ματιά στην Αϊρίν, η οποία, αφού κοίταξε για μια στιγμή ψηλά προς τον ουρανό, συνέχισε να καλπάζει κουβεντιάζοντας ήρεμα με τη Φραντσέσκα δίπλα της. Δεν είχε κανένα λόγο ν’ ανησυχεί. Ο Γκίντεον, αντί ν’ ανταποδώσει το φλερτ της λαίδης Σουίδινγκτον, καθόταν εντελώς βαριεστημένος και είχε το βλέμμα του καρφωμένο στη γυναίκα του, που κάλπαζε σε κάποια απόσταση, παρά στη λαίδη Δάφνη δίπλα του. Ο Μπρόμγουελ έφερε το άλογό του δίπλα στης Κάλι, και ξαφνιάστηκε όταν η Φραντσέσκα τους άφησε να ιππεύσουν μόνοι, ενώ εκείνη παρέμεινε δίπλα στην Αϊρίν και στον κύριο Τίλφορντ, που είχε αυτοδιοριστεί συνοδός τους. Έτσι η Κάλι, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, ήταν μόνη με τον Μπρόμγουελ. Και μολονότι πάνω από μια βδομάδα τώρα αποζητούσε αυτή την ευκαιρία, τώρα ένιωσε ξαφνικά ντροπαλή και δεν έβρισκε τι να πει. Αυτό ήταν κάτι που δεν τη χαρακτήριζε, καθώς πάντα ήταν πρόσχαρη. Η μόνιμη νουθεσία της γιαγιάς της πριν από κάθε πάρτι ήταν να μη μιλάει πολύ και τραβάει την προσοχή πάνω της, αν και ήταν μια νουθεσία που εκείνη δεν παθιαζόταν ν’ ακολουθήσει πιστά. Και συνειδητοποίησε πως η διστακτικότητά της εκείνη τη στιγμή οφειλόταν στο ότι για πρώτη φορά την ενδιέφερε πολύ να τη βρει ευχάριστη ο συνομιλητής της. Αφού απέρριψε, λοιπόν, ένα σχόλιο για τον καιρό ως πολύ κοινότοπο, και για το τοπίο ως ανούσιο, είπε: «Η φοράδα που αγοράσατε είναι πολύ ωραία».


Με το που το ξεστόμισε, βέβαια, σκέφτηκε πως αυτό το σχόλιο ίσως ήταν χειρότερο από τα δύο προηγούμενα, αλλά ο Μπρόμγουελ γύρισε χαμογελαστός προς το μέρος της και οι κρυφές σκέψεις της ξεχάστηκαν από τη ζεστασιά που την πλημμύρισε. «Σας αρέσει; Ήλπιζα ότι θα σας άρεσε», της απάντησε. «Εσάς είχα στο μυαλό μου όταν την αγόρασα». Ο κόμης σταμάτησε απότομα, και το βλέμμα του ήταν περίεργο, σαν να είχε ξαφνιαστεί και αυτός με τα λόγια του, και πρόσθεσε βιαστικά: «Εννοώ ότι είχα κατά νου αυτή την εκδρομή στο Ρίτσμοντ Παρκ, και ήλπιζα πως τόσο εσείς όσο και η λαίδη Χόξτον θα μας ακολουθούσατε. Την αγόρασα για το κτήμα μου, βέβαια, αλλά σκέφτηκα πως θα μπορούσατε να τη χρησιμοποιήσετε εσείς για τη βόλτα». «Χαίρομαι πολύ που το σκεφτήκατε αυτό», του απάντησε η Κάλι και άπλωσε το χέρι της να χαϊδέψει το λαιμό της φοράδας, για να κρύψει τη χαρά που είχε καθρεφτιστεί στο πρόσωπό της μόλις άκουσε τα λόγια του. «Είναι εύκολη, αλλά κρύβει νεύρο μέσα της». «Ανησυχούσα μήπως παραέχει νεύρο», της εξομολογήθηκε ο Μπρόμγουελ. «Αλλά ήταν πολύ όμορφη για να την αφήσω. Και βλέπω πως δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ ανησυχώ μήπως και δεν καταφέρνατε να την κουμαντάρετε». «Ο πατέρας μου με ανέβασε σε πόνι με το που έμαθα να περπατάω», είπε η Κάλι χαμογελώντας αχνά. «Ήταν φανατικός με τα άλογα. Στην πραγματικότητα, ένα από τα λίγα πράγματα που θυμάμαι απ’ αυτόν είναι να περπατάει δίπλα στο πόνι μου ώστε να με πιάσει αν χρειαζόταν». Ο Μπρόμγουελ την κοίταξε και σκυθρώπιασε ελαφρά. «Πέθανε νέος; Λυπάμαι». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, ανέβασε ψηλό πυρετό ένα χειμώνα και μέσα σε λίγες βδομάδες πέθανε. Δεν τον είδα καν προτού πεθάνει. Η μητέρα μου φοβόταν μην κολλήσω κι εγώ». «Λυπάμαι», επανέλαβε ο Μπρόμγουελ. «Το μισώ που σας ξύπνησα οδυνηρές αναμνήσεις». Η Κάλι του χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ. Αλλά δεν είναι οδυνηρές. Η αλήθεια είναι ότι θυμάμαι ελάχιστα τον πατέρα μου. Ήμουν πέντε χρονών όταν πέθανε, και έχω ελάχιστες αναμνήσεις από αυτόν, μερικές πολύ αόριστες. Είναι φορές που δεν ξέρω αν θυμάμαι το πρόσωπό του όπως το έβλεπα ή από το πορτραίτο που κρέμεται στο δωμάτιο της μητέρας μου. Ζηλεύω τον αδελφό μου επειδή είχε την ευκαιρία να τον ζήσει πολύ περισσότερα χρόνια». «Για κάποιους από εμάς, δεν είναι χαρά να γνωρίζουμε τους


πατεράδες μας για πολλά χρόνια», είπε ο Μπρόμγουελ με μια πικρόχολη γκριμάτσα. Η Κάλι τον κοίταξε. «Δε... θέλω να πω...» Σταμάτησε απότομα, συνειδητοποιώντας ότι η ερώτησή της θα παραήταν προσωπική. «Όχι, δεν τα πηγαίναμε καλά», της απάντησε ξερά ο κόμης. «Δεν τον αγαπούσα όσο ζούσε, και δε μου έλειψε όταν πέθανε». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Λυπάμαι πολύ!» αναφώνησε η Κάλι και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του, θυμήθηκε όμως την υπόλοιπη παρέα και βιάστηκε να το κατεβάσει. «Όχι, εγώ λυπάμαι. Φαντάζομαι ότι θεωρείται μεγάλη ασέβεια να μη λέει κάποιος ότι τιμά τον πατέρα του. Εγώ, όμως, δεν είμαι καλός στις προσποιήσεις ώστε να ισχυρίζομαι ότι το κάνω. Ήταν ένας σκληρός, ψυχρός άντρας που νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του, και θα έβαζα στοίχημα πως θα έπρεπε να ψάξει κάποιος πολύ για να βρει έστω κι έναν απ’ όσους τον ήξεραν που να λυπήθηκε με το θάνατό του. Πάντως, δε θα έπρεπε να είχα θίξει στην κουβέντα μας ένα τόσο δυσάρεστο θέμα». Ο Μπρόμγουελ της χαμογέλασε. «Γι’ αυτό αλλάζω αμέσως συζήτηση. Καλύτερα να μιλήσουμε για σας. Πώς έγινε και συνεχίσατε την εκπαίδευση στην ιππασία και μετά το θάνατο του πατέρα σας; Είχε και η μητέρα σας μανία με τα άλογα;» «Λ, όχι». Η Κάλι γέλασε. «Της μητέρας μου δεν της άρεσε ιδιαίτερα η ιππασία. Ήξερε όμως ότι εγώ τη λάτρευα και ήθελε να τιμήσει την επιθυμία του πατέρα μου. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για κείνη. Τον αγαπούσε πάρα πολύ. Έτσι, συνέχισα την εκπαίδευσή μου με τον επικεφαλής των ιπποκόμων, όπως έκανα και πριν απ’ το θάνατο του πατέρα μου, αλλά και με τον Σινκλέρ, τον αδελφό μου». Τον κοίταξε. «Γι’ αυτό και ο αδελφός μου είναι τόσο... προστατευτικός απέναντι μου. Από πολλές απόψεις, δεν είναι απλώς αδελφός, αλλά και πατέρας μου. Έχει συνηθίσει να με προσέχει». «Δεν κατηγορώ τον αδελφό σας για την έγνοια του προς την αδελφή του», της απάντησε ο Μπρόμγουελ. «Μάλιστα, θα έκανα κι εγώ πολλά για να προστατεύσω τη δική μου αδελφή». Και λέγοντας αυτά κοίταξε τη Δάφνη, η οποία συνέχιζε να καλπάζει δίπλα στην ανοιχτή άμαξα. Γελούσε με κάποιον αστεϊσμό του κυρίου Σουάνσον. Είχε γείρει πίσω το όμορφο κεφάλι της, προβάλλοντας χαριτωμένα τον κατάλευκο λαιμό της. Η μαύρη στολή ιππασίας που φορούσε ήταν αυστηρή, αλλά η λαίδη Δάφνη δε χρειαζόταν στολίδια για να τονίσει την ομορφιά της, και, όπως και με την τουαλέτα που φορούσε τις προάλλες, το σκούρο ρούχο


αποτελούσε το τέλειο φόντο για τα δικά της έντονα χρώματα. Και ενώ την κοιτούσαν, η λαίδη Δάφνη άπλωσε το χέρι της και χτύπησε φιλικά τον κύριο Σουάνσον στον ώμο, κάνοντάς τον να κοκκινίσει μέχρι τις ρίζες των κατάξανθων μαλλιών του. Η Κάλι έστρεψε το βλέμμα της στην αδελφή του, που είχε μια μάλλον ξινισμένη έκφραση στο πρόσωπό της. Αντίθετα, ο Γκίντεον τους αγνοούσε όλους και κάτι σημείωνε σ’ ένα μικρό βιβλίο στα χέρια του. Η Κάλι, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες για την έλλειψη τακτ εκ μέρους του λόρδου Ράντμπορν, έκρυψε ένα χαμόγελο και στράφηκε πάλι στον Μπρόμγουελ, που είχε σκυθρωπιάσει ελαφρά. «Μερικές φορές ο κόσμος παρεξηγεί τη λαίδη Δάφνη», της είπε. «Είναι μια πολύ ζεστή κι εύθυμη γυναίκα». «Δείχνει πολύ καλή», παρατήρησε η Κάλι, που δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. «Είναι πολύ όμορφη». Ο Μπρόμγουελ της χαμογέλασε. «Ναι. Και περηφανεύεται πολύ γι’ αυτό. Αλλά της έχει κοστίσει ακριβά από πολλές απόψεις. Οι κυρίες συχνά... αποφεύγουν να την κάνουν παρέα». Η Κάλι σκέφτηκε τα λίγα που της είχε πει η Φραντσέσκα για τη λαίδη Σουίδινγκτον. Μήπως τα όσα ακούγονταν γι’ αυτήν ήταν υπερβολικά; Διαστρεβλωμένα; Μήπως απλά της άρεσε να φλερτάρει; Ήξερε πολύ καλά πόσο εύκολο ήταν να πέσει μια γυναίκα σε δυσμένεια στους κύκλους της λονδρέζικης αριστοκρατίας. Και μια όμορφη γυναίκα συχνά ξεσηκώνει τη ζήλια των άλλων, λιγότερο προνομιούχων, γυναικών. Από την άλλη όμως, ο Μπρόμγουελ μπορεί να μιλούσε ως στοργικός αδελφός που ήθελε να υπερασπιστεί την αδελφή του. Η Κάλι ήξερε ότι η αγάπη μπορεί να σε τυφλώσει και να μην μπορείς να διακρίνεις τα λάθη του άλλου. Και της ήταν αδύνατον να ξεχάσει εκείνη τη σπίθα μίσους που είχε αντικρίσει στα μάτια της λαίδης Δάφνης την ώρα που ξεκινούσαν. Τι να σήμαινε; Σίγουρα δεν ταίριαζε με τα φιλικά και κολακευτικά λόγια, αλλά και το γλυκό χαμόγελο που είχε απευθύνει στη συνέχεια στην Κάλι. Πάντως, όποια κι αν ήταν η αλήθεια, δεν μπορούσε παρά να σεβαστεί την πίστη του Μπρόμγουελ στην αδελφή του. «Εσείς οι δυο είστε τα μόνα παιδιά στην οικογένεια;» τον ρώτησε. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, και το κτήμα μας είναι κάπως απομονωμένο. Υποθέτω, λοιπόν, πως είμαστε και οι μόνοι φίλοι ο ένας για τον άλλον. Ο πατέρας μας δε θεωρούσε τις οικογένειες που έμεναν στην περιοχή ισάξιές μας, έτσι μας αποθάρρυνε να κάνουμε παρέα με τα παιδιά τους, όχι πως


έμεναν και τόσο κοντά ώστε να τα βλέπουμε τακτικά. Και η αδελφή μου ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερη από μένα...» Της έκλεισε το μάτι. «Όχι ότι θα επέτρεπα ποτέ να με ακούσει να λέω κάτι τέτοιο. Αλλά δεν ήμουν και σπουδαία συντροφιά για κείνη. Ήταν υποχρεωμένη να με προσέχει διαρκώς. Και, βέβαια, όταν εγώ έγινα επτά οκτώ χρονών, εκείνη ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για φορέματα και κομμώσεις παρά να κυνηγάει μαζί μου ζουζούνια και άλλα πλάσματα στον κήπο. Όταν έκλεισα τα έντεκα, η Δάφνη έφυγε για το Λονδίνο να κάνει το ντεμπούτο της, και στη συνέχεια παντρεύτηκε». «Φαίνεται ότι ήσασταν πολύ μόνος». Ο κόμης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Αρκετά. Ευτυχώς, ήμουν πάντα μοναχικός τύπος». «Εγώ όχι», του απάντησε η Κάλι. «Ούτε εγώ είχα παιδιά της ηλικίας μου τριγύρω -περνούσα τον περισσότερο χρόνο μου με τους υπηρέτες. Την νταντά μου, τη μαγείρισσα, τις καμαριέρες. Πράγμα που σκανδάλιζε τη γιαγιά μου». «Και τη μητέρα σας επίσης, φαντάζομαι», παρατήρησε ο Μπρόμγουελ. Η Κάλι σήκωσε τους ώμους της. «Η μητέρα μου δεν... ασχολιόταν στενά με την ανατροφή μου». Ο Μπρόμγουελ την κοίταξε έκπληκτος. «Δε σας αγαπούσε;» Σταμάτησε και πρόσθεσε: «Συγνώμη. Δεν έπρεπε να γίνω αδιάκριτος». «Όχι, δεν πειράξει. Δε μ ενοχλεί να μιλάω για κείνη. Και με την οικογένειά μου δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Ο Σινκλέρ νιώθει θλίψη, νομίζω. Βλέπετε, όπως και στην περίπτωση του πατέρα μου, εκείνος την είχε ζήσει πολύ περισσότερα χρόνια. Τη θυμάται όπως ήταν προτού πεθάνει ο πατέρας μας. Ήταν μια πολύ ζεστή γυναίκα γεμάτη αγάπη, και όταν ζούσε ο πατέρας μας, ερχόταν όλη την ώρα στο παιδικό δωμάτιο να μας δει. Θυμάμαι να κάνουμε βόλτες στον κήπο μαζί. Μου έδειχνε όλα τα φυτά και τα λουλούδια και μου έλεγε τα ονόματά τους. Λάτρευε τον κήπο. Το καλοκαίρι έκοβε λουλούδια και τα βάζαμε μαζί στα βάζα». «Απ’ όσα λέτε, ήταν μια υπέροχη μητέρα», συμπέρανε ο Μπρόμγουελ. «Ήταν. Και το ξέρω ότι μ’ αγαπούσε. Αλλά μετά το θάνατο του πατέρα μου άλλαξε. Τον αγαπούσε πάρα πολύ, και όταν εκείνος πέθανε, η θλίψη έσβησε κάθε χαρά από τη ζωή της. Λες και είχε πεθάνει μαζί του, αλλά το κορμί της εξακολουθούσε να βρίσκεται ανάμεσά μας. Με αγαπούσε, αλλά πια δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τίποτα. Σταμάτησε ν’ ασχολείται με τον κήπο της.


Δεν ξανάκοψε ποτέ λουλούδια για να βάλει στα βάζα. Και μολονότι περπατούσε πολύ, σπάνια έπαιρνε εμένα ή οποιονδήποτε άλλον μαζί της. Περιπλανιόταν στα μονοπάτια ολομόναχη και ξαπόσταινε στους πάγκους, κοιτάζοντας μακριά, χωρίς να βλέπει στην ουσία τίποτα». Η Κάλι γύρισε προς το μέρος του κόμη. «Θα πρέπει να με θεωρείτε πολύ εγωίστρια που παραπονιέμαι ότι δε μου έδινε πολλή σημασία, ενώ είχε βιώσει μια φοβερή τραγωδία». «Όχι, δε σας θεωρώ εγωίστρια», την καθησύχασε ήρεμα εκείνος. «Κι εσείς ζήσατε μια τραγωδία. Χάσατε τον πατέρα σας -και μαζί μ’ εκείνον ένα μεγάλο κομμάτι της μητέρας σας». «Πράγματι». Η Κάλι ξαφνιάστηκε και ντράπηκε λίγο όταν ένιωσε δάκρυα ν’ ανεβαίνουν στα μάτια της. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από το θάνατο του πατέρα της, και στη συνέχεια της μητέρας της, και είχε πολύ καιρό να συγκινηθεί και να κλάψει γι’ αυτούς, αλλά κατά κάποιον τρόπο η ήρεμη κατανόηση αυτού του άντρα για τον πόνο της ξύπνησε, μέσα της ανάμεικτα συναισθήματα θλίψης, ευγνωμοσύνης και τρυφερότητας που της έφεραν δάκρυα στα μάτια. Συγκρότησε τα δάκρυά της και κάρφωσε το βλέμμα της μακριά στα λιβάδια, προσπαθώντας να ελέγξει τη συγκίνησή της. «Με καταλαβαίνετε τότε». «Αρκετά καλά. Η μητέρα μου πέθανε λίγο μετά τη γέννησή μου. Η γκουβερνάντα μου μου στάθηκε σαν μάνα, αλλά όταν μεγάλωσα, βέβαια, έπαψα πια να την έχω. Παρ’ όλ’ αυτά, το έσκαγα σε κάθε ευκαιρία που έβρισκα και πήγαινα να τη δω. Ήταν η χήρα αδελφή ενός χωριάτη που ήταν στη δούλεψή μας· είχε χάσει το παιδί της λίγο μετά το θάνατο της μητέρας μου. Απ’ αυτή την άποψη, ταιριάζαμε οι δυο μας. Ο αδελφός της είχε ένα γιο περίπου στην ηλικία μου, τον Χένρι. Ήταν ο μόνος φίλος που είχα εκτός από τη Δάφνη. Άρα ναι, καταλαβαίνω». «Έχετε την ευκαιρία να βλέπετε τον Χένρι τώρα;» «Α, ναι». Ο κόμης της χαμογέλασε. «Παραδόξως, εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός φίλος μου. Είναι ο διαχειριστής μου. Ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει αναλάβει τη φάρμα τους, αλλά ο Χένρι είχε πάντα κοφτερό μυαλό. Έμαθε ανάγνωση και αριθμητική από μένα, του πήγαινα συνέχεια κρυφά βιβλία όταν ήμασταν μικροί. Και όταν κληρονόμησα τον τίτλο, τον προσέλαβα ως διαχειριστή. Αυτός που είχε ο πατέρας μου τον έκλεβε χρόνια, γιατί βέβαια ο πατέρας μου ήταν πολύ αριστοκράτης για να καταδεχτεί να ελέγξει τους λογαριασμούς. Οι φάρμες μας είχαν ερημώσει και τόσο ο διαχειριστής όσο και ο πατέρας μου το μόνο που είχαν κερ-


δίσει ήταν την αντιπάθεια των εργατών». Ο Μπρόμγουελ σταμάτησε. «Συγνώμη, δεν είχα καμιά πρόθεση να θίξω τόσο βαρετά θέματα. Σίγουρα θα αναθεματίζετε την ώρα και τη στιγμή που δεχτήκατε να έρθετε σ’ αυτή την εκδρομή». «Κάθε άλλο», του απάντησε με ειλικρίνεια η Κάλι. «Έχω παρακολουθήσει πολλές φορές τον αδελφό μου να μιλάει για τα επαγγελματικά του -τουλάχιστον αυτά που έχουν σχέση με τα κτήματα. Ομολογώ ότι οι συναλλαγές του με το χρηματιστήριο δε μ’ ενδιαφέρουν και τόσο. Οι φάρμες, όμως, είναι άλλο θέμα. Δεν είναι απλοί αριθμοί, να μην τους συμπαθώ και τόσο. Στις φάρμες υπάρχουν άνθρωποι, συγκεκριμένα πρόσωπα με ιστορίες και μια αλυσίδα από δεσμούς. Και αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Έχω σταθεί πολλές φορές δίπλα στον Σινκλέρ στα κτήματά μας για να υποδεχθώ τους αγρότες μας τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Πρέπει να θυμάστε ότι περνούσα πολύ χρόνο με τους υπηρέτες, και όταν μεγάλωσα κάπως, όργωνα το κτήμα με τον ιπποκόμο. Γνωρίζω όλους τους αγρότες και τις οικογένειες τους, τουλάχιστον στο Μάρκασλ και το Ντάνσι Παρκ. Ομολογώ ότι δεν ξέρω τόσο καλά τους ανθρώπους στις άλλες ιδιοκτησίες του αδελφού μου. Δεν πάω πολύ τακτικά εκεί». «Θεέ και Κύριε, πόσα σπίτια έχει ο άνθρωπος;» «Ε, εκτός .από το σπιτάκι στη Σκοτία που δεν περιβάλλεται από μεγάλες εκτάσεις και στο οποίο πηγαίνει μόνος του για ψάρεμα -νομίζω για να ξεφύγει λίγο από την ιδιότητα του δούκα-, έχει το αρχοντικό στο Κότσγουολντς, που ήταν μέρος της προίκας της μητέρας μου. Λέει ότι θα γίνει μέρος και της δικής μου προίκας, αλλά το διαχειρίζεται εκείνος για λογαριασμό μου. Και υπάρχει και το κτήμα στην Κορνουάλη. Εκεί το σπίτι δεν είναι σπουδαίο, είναι ένα παλιό, σκοτεινό κτίσμα που ο Σινκλέρ λέει ότι δεν αξίζει τον κόπο να το κρατήσουμε, αλλά στα κτήματα υπάρχουν ορυχεία κασσίτερου και πρέπει να πηγαίνει εκεί να τα εποπτεύει. Και υπάρχει και ένα ακόμα αρχοντικό στο Σάσεξ. Αυτά είναι όλα, νομίζω. Με εξαίρεση το Λιλ Χάουζ στο Λονδίνο, αλλά αυτό δεν έχει κτήματα». «Όλα;» Ο Μπρόμγουελ γέλασε ρίχνοντας το κεφάλι του πίσω. «Με βάλατε στη θέση μου. Τόσο καιρό περηφανευόμουν που κατάφερα να ξεχρεώσω το κτήμα μου στο Γιόρκσαϊρ και ν’ αγοράσω ένα σπίτι στο Λονδίνο». Τα μάγουλα της Κάλι έγιναν κατακόκκινα. «Αχ! Αχ, όχι, αλήθεια, δεν το είπα για να κομπάσω. Αλήθεια, τι θα σκέφτεστε για μένα! Είναι όμως δούκας, ξέρετε. Ε, θέλω να πω, δείχνει αρκετά ικανός να τα διαχειρίζεται, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά κτήματα μόνο και μόνο επειδή κάποιος δούκας πρόγονός μας παντρεύτηκε


μια κληρονόμο, με αποτέλεσμα να περάσουν και τα δικά της κτήματα στον έλεγχο του Ρόκφορντ, και, βέβαια, ξεκινήσαμε σαν βαρόνοι, οπότε κάθε φορά που ένας πρόγονός μας κέρδιζε έναν ακόμα τίτλο, προστίθεντο και άλλα κτήματα στην κατοχή του...» Σταμάτησε, δείχνοντας αμήχανη. «Τώρα τα έκανα ακόμα χειρότερα, σωστά; Αλλά όλ’ αυτά είναι του αδελφού μου, όχι δικά μου». «Εκτός από το αρχοντικό στο Κότσγουολντς». πρόσθεσε ο κόμης και τα μάτια του άστραψαν. Η Κάλι αναστέναξε. «Συγνώμη. Ειλικρινά, δεν...» Σταμάτησε γιατί δεν ήξερε τι να πει, τι είχε να αρνηθεί. Ο κόμης γέλασε. «Όχι, μην απολογείστε. Δε θεώρησα τα λόγια σας κομπασμό. Είναι απλώς η αλήθεια. Είστε μια γυναίκα με μεγάλη περιουσία». Η Κάλι κοίταξε ψηλά στον ουρανό. «Μισώ να με σκέφτονται οι άλλοι έτσι. Ακούγομαι πολύ ψηλομύτα». «Εσείς; Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να σας θεωρήσει κανείς ψηλομύτα. Εσείς, αγαπητή μου λαίδη, είστε μαγευτική». «Όχι, φοβάμαι ότι είμαι πολυλογού. Μου είναι αδύνατον να ελέγξω τη γλώσσα μου. Η γιαγιά μου θα σας έλεγε πως αυτό είναι ένα από τα χειρότερα ελαττώματά μου». «Η γιαγιά σας ακούγεται πολύ δύστροπη». Ε[ Κάλι γέλασε. «Είμαι άδικη απέναντι της. Είναι απλά περήφανη για την οικογένεια του άντρα της και δεν μπορεί να την κατηγορήσει κανείς γι’ αυτό. Έκανε πάντα το καθήκον της, ακόμα κι όταν αναγκάστηκε να μεγαλώσει ένα ατίθασο νεαρό κορίτσι σε μια ηλικία που δεν ήταν για να μεγαλώνει παιδιά, και έχει την απαίτηση και από τους άλλους να κάνουν και αυτοί το καθήκον τους. Μόνο που δεν έχει καμιά σημασία το τι πραγματικά επιθυμούν εκείνοι ή τι είναι αυτό που τους ευχαριστεί». «Και τι επιθυμείτε εσείς;» τη ρώτησε. «Δεν είμαι σίγουρη. Να μην υποχρεωθώ να παντρευτώ κάποιον μονόχνοτο μόνο και μόνο επειδή είναι δούκας, και στη συνέχεια να μην πρέπει να κάνω ένα σωρό κουτσούβελα για να ικανοποιήσω την οικογένειά του. Κι όλ’ αυτά επειδή είμαι αδελφή δούκα». Η Κάλι αναστέναξε. «Είναι φορές που εύχομαι... δεν ξέρω... να ήμουν μια απλή δεσποινίς και να μην είχα καθόλου περιουσία». «Νομίζω πως δε θα το βρίσκατε καθόλου βολικό αν δεν είχατε περιουσία». «Το ξέρω. Πρέπει ν’ ακούγομαι σαν αχάριστο παιδί. Είμαι σίγουρη ότι δε θα ήμουν καθόλου ευτυχισμένη αν ήμουν υποχρεωμένη να μετράω την κάθε πένα ή... ή να ράβω ρούχα, να φτιάχνω καπέλα ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο για να βγάλω αρκετά χρήματα


για να ζήσω. Απλά μερικές φορές νιώθω ότι, όταν κάποιος με κοιτάζει, βλέπει μόνο την αδελφή του Ρόκφορντ, όχι ένα ανεξάρτητο πρόσωπο. Όχι εμένα». «Σας υπόσχομαι», της είπε ο κόμης και γύρισε να την κοιτάξει καταπρόσωπο, «εγώ όταν σας κοιτάζω, βλέπω μόνο εσάς». Ε[ Κάλι του ανταπέδωσε το βλέμμα κι ένιωσε τα πάντα γύρω της να σβήνουν. Δεν υπήρχε δρόμος, δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, δεν υπήρχε το χειμωνιάτικο τοπίο. Το μόνο που έβλεπε εκείνη ήταν τα μάτια του, ασημένια στο φως του ήλιου, τις πυκνές σκούρες βλεφαρίδες του, και το μόνο που ένιωθε ήταν να της κόβεται η ανάσα καθώς μπουμπούκιαζε... κάτι μέσα της και απειλούσε να εκραγεί. Αλλά και στα δικά του μάτια είδε μυριάδες συναισθήματα να αστράφτουν με την ίδια δύναμη και ταχύτητα όπως και τα δικά της. Ο Μπρόμγουελ γύρισε απότομα το κεφάλι του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Αλλά και η Κάλι έστρεψε αλλού το βλέμμα της, προσπαθώντας να ελέγξει την έκφρασή της, να κρύψει από τον κόσμο αυτό που φοβόταν ότι θα έλαμπε σαν φλόγα στο πρόσωπό της. «Α, να το πάρκο», είπε ο Μπρόμγουελ ξαφνικά, και η ανακούφιση ήταν έκδηλη στη φωνή του. Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Μπήκαν στο μονοπάτι για το πάρκο που απλωνόταν στο βάθος. Δεν έβλεπες κανένα κτίριο γύρω, μόνο μια απέραντη έκταση, πλαισιωμένη με δέντρα στα πλάγια, να κατηφορίζει. Αργότερα, την άνοιξη, θα ήταν καταπράσινη, και θα είχαν όλα τα δέντρα φύλλα, όχι μόνο τα έλατα και τα αγριόπευκα, αλλά και τώρα η θέα ήταν πολύ όμορφη κάτω από τον χλομό χειμωνιάτικο ήλιο. Και για να συμπληρωθεί το βουκολικό τοπίο, στην άκρη της δεντροστοιχίας, μια παρέα κόκκινα ελάφια σήκωσαν τα κεφάλια τους, τους κοίταξαν και απομακρύνθηκαν σβέλτα. Ρίχνοντας μια χαμογελαστή ματιά στον Μπρόμγουελ, η Κάλι έμπηξε τα σπιρούνια στο άλογό της και πήρε κεφάλι. Η φοράδα της όρμησε μπροστά, λαχταρώντας προφανώς να τρέξει. Πίσω της, ο Μπρόμγουελ έβγαλε μια κραυγή και την ακολούθησε. Κάλπασαν και οι δυο στο μονοπάτι, αφήνοντας τους άλλους πίσω. Η Κάλι χαιρόταν τον αέρα που τη χτυπούσε στα μάγουλα και τη γρήγορη κίνηση του αλόγου της. Η ταχύτητα με την οποία έτρεχαν ήταν ανάλογη με την έκρηξη των συναισθημάτων μέσα της που έκαναν τις σκέψεις της να πετάνε. Ο αέρας μπήκε στο χαριτωμένο καπελάκι της, το πήρε, αλλά η Κάλι απλώς γέλασε, πολύ απορροφημένη από τη στιγμή για να τη νοιάξει. Ο Μπρόμγουελ την έφτασε και μολονότι εκείνη σπιρούνισε


τη φοράδα της, ο κόμης την προσπέρασε χαμογελώντας. Στη συνέχεια, έκοψε ταχύτητα και η Κάλι τον μιμήθηκε. Είχαν αφήσει πολύ πίσω τους άλλους και τους έκρυβε ένα λοφάκι. Ευτυχώς, σκέφτηκε η Κάλι όταν είδε τον Μπρόμγουελ να γυρίζει αποφασιστικά το ζώο του προς το δικό της, να πλησιάζει, να απλώνει το μπράτσο του, να το τυλίγει στη μέση της, να τη σηκώνει από το άλογό της και να την καθίσει στο δικό του. Ο κόμης τύλιξε το άλλο μπράτσο στην πλάτη της για να τη στηρίξει, ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της και το άφησε να γλιστρήσει στα μαλλιά της. Η θέρμη του την τύλιξε, ενώ το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα. Δε μίλησε, αλλά η πρόθεσή του καθρεφτιζόταν καθαρά στο πρόσωπό του και τα μάτια του έλαμπαν. Η Κάλι έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του, το ίδιο ξέπνοη μ’ εκείνον. Έμειναν εντελώς ακίνητοι για μια στιγμή να κοιτάζονται στα μάτια. Ύστερα το στόμα του κάλυψε το δικό της. Η φλόγα φούντωσε μέσα της και την τσουρούφλισε. Η Κάλι άρχισε να τρέμει στην αγκαλιά του, νιώθοντας το στόμα του από τη μια να ικανοποιεί την πείνα της και από την άλλη να τη φουντώνει. Σήκωσε το χέρι της και το τύλιξε στο λαιμό του, τραβώντας τον πιο κοντά. Ο Μπρόμγουελ βόγκηξε και τα χείλια του ρούφηξαν τα δικά της. Συνέχισε να τη φιλάει μέχρι που η Κάλι ένιωσε έτοιμη να εκραγεί από τον πόθο και τη φλόγα που φούντωνε μέσα της. «Κάλι... Κάλι», της ψιθύρισε τραβώντας το στόμα του από το δικό της για να σύρει τα χείλια του στο πιγούνι της. Το χέρι του άφησε τα μαλλιά της για να κατέβει στο λαιμό της και να χωθεί κάτω από τη στολή της. «Όλη μέρα περιμένω να το κάνω αυτό. Θεέ και Κύριε, περιμένω να το κάνω αυτό ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο». Η Κάλι γέλασε, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του και μουρμούρισε: «Κι εγώ». Η απάντησή της έκανε έναν αναστεναγμό να ξεφύγει από τα χείλια του κι ένιωσε το κορμί του να φουντώνει με περίσσια θέρμη καθώς την κολλούσε πάνω του. Τη φίλησε πάλι σέρνοντας το χέρι του στο μπούστο της. Στο τέλος σήκωσε το κεφάλι του. «Δεν μπορούμε. Όπου να ’ναι θα φανούν». Ο κόμης δίστασε, έμεινε να την κοιτάζει. Τα μάτια του σκούρυναν, και για μια στιγμή η Κάλι σκέφτηκε ότι θα αγνοούσε τα ίδια τα λόγια του, αλλά ύστερα εκείνος γύρισε το κεφάλι του με μια σιγανή βρισιά. Της έδωσε ένα ακόμα γρήγορο και σκληρό φιλί και την κατέβασε από την αγκαλιά του στο έδαφος. Ξεπέζεψε κι αυτός στα γρήγορα και γύρισε προς το μέρος της.


«Θα πρέπει να ψάξουμε για το καπέλο σας». «Μμμ», συμφώνησε αφηρημένα η Κάλι. Της ήταν δύσκολο να σκεφτεί οτιδήποτε πέρα από το μυρμήγκιασμα στα χείλη της, το βάρος στο στήθος της και τον τρόπο που έσφυζαν τα λαγόνια της. Τον κοίταξε, και ο Μπρόμγουελ ένιωσε την ανάσα του να πιάνεται. Το πρόσωπό της ήταν αναψοκοκκινισμένο, τα χείλια της υγρά και κόκκινα, τα σκούρα καστανά μάτια της πελώρια και λαμπερά. Ένα τσουλούφι είχε ξεφύγει από τα μαλλιά της, όταν της πήρε ο αέρας το καπέλο, και τώρα έπεφτε στο πρόσωπό της, κολλώντας στο μάγουλό της. Ήταν μια γυναίκα που την είχαν διακόψει ενώ έκανε έρωτα και το έδειχνε, και αυτό έκανε τον πόθο του να μπήξει τα νύχια του σαν αρπακτικό στα σωθικά του. Για μια στιγμή του ήταν αδύνατον να μιλήσει. Έσφιξε γροθιές τα δάχτυλά του και τελικά κατάφερε να της πει με φωνή που έτρεμε: «Κάλι, μη με κοιτάζετε έτσι, διαφορετικά θα χάσω όση τιμή μού έχει απομείνει». Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της και πίεσε τον εαυτό της να επιστρέφει από το αισθησιακό όνειρο που ζούσε. Τα μάτια της άστραψαν και το χαμόγελό της έγινε αξιολάτρευτα προκλητικό. Ύστερα του γύρισε την πλάτη, σουλούπωσε τη στολή της και πήγε να πιάσει τα χαλινάρια της λευκής φοράδας. Γυρνούσαν από το μονοπάτι που μόλις είχαν διανύσει. Είχαν απόλυτη συνείδηση και οι δυο τους του τι είχε μόλις συμβεί και οι ορμόνες τους ήταν ακόμα πολύ φουντωμένες για να το ρίξουν στην ψιλοκουβεντούλα. Η Κάλι προσπάθησε να ξεμπλέξει τα τσουλούφια των μαλλιών της και ο Μπρόμγουελ έκανε να πιάσει τα χαλινάρια της φοράδας ώστε να έχει και τα δυο χέρια της ελεύθερα. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν το χέρι της και στο σημείο όπου άγγιξαν οι σάρκες τους, έστω και φευγαλέα, βγήκαν σπίθες. Όταν έφτασαν στην κορυφή του λοφίσκου, είδαν την παρέα τους σε απόσταση, να έχουν μαζευτεί στη σκιά κάτω από κάτι δέντρα. Ο αμαξάς και ο ιπποκόμος ξεφόρτωναν τα καλάθια του πικνίκ από το πίσω μέρος της άμαξας, και οι υπόλοιποι είχαν σκορπιστεί τριγύρω. Η Κάλι αναστέναξε ανακουφισμένη όταν διαπίστωσε ότι είχε μερικά λεπτά ακόμα για να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό της προτού βρεθεί αντιμέτωπη με τα διαπεραστικά βλέμματα των υπόλοιπων γυναικών της παρέας. Λίγο αργότερα, είδε και το καπελάκι που της είχε πάρει ο αέρας, και ο Μπρόμγουελ το έπιασε και της το έδωσε με μια υπόκλιση. «Είναι εντάξει τα μαλλιά μου;» τον ρώτησε ανήσυχη, βρίσκο-


ντας τη φουρκέτα που ευτυχώς είχε μείνει αγκιστρωμένη στο καπέλο, και το ξαναστερέωσε στο κεφάλι της. «Δείχνετε υπέροχη», της απάντησε και την κοίταξε χαμογελαστός. «Μη με κοιτάζετε έτσι», τον μάλωσε η Κάλι, αν και δεν μπόρεσε να μην του ανταποδώσει το χαμόγελο. «Ήδη όλοι θα αναρωτιούνται σαν τρελοί τι κάναμε τόση ώρα που δε μας έβλεπαν». «Υποθέτω ότι θα έχουν τις υποψίες τους. Αλλά δε λείψαμε και τόσο πολύ ώστε να προλάβουμε να κάνουμε πολλά. Και μπορώ να σας βεβαιώσω ότι ούτε η αδελφή μου ούτε ο εξάδελφός μου είναι κουτσομπόληδες». «Το ίδιο ισχύει και για το λόρδο και τη λαίδη Ράντμπορν, όπως και για τη Φραντσέσκα», συμφώνησε η Κάλι. «Και με λίγη τύχη, ο κύριος Σουάνσον είναι πολύ ξετρελαμένος με την αδελφή σας για να έχει προσέξει το οτιδήποτε». Ο κόμης γέλασε. «Φαντάζομαι ότι αυτό είναι αλήθεια. Αρα μένει μόνο η δεσποινίς Σουάνσον, που νομίζω ότι είναι πολύ νέα και καθόλου αυστηρή». Συνέχισαν να περπατούν σιωπηλοί για λίγο, ύστερα ο Μπρόμγουελ είπε: «Ελπίζω να μη θεωρήσετε ασεβή τη συμπεριφορά μου. Δε συνηθίζω ν’ αρπάζω νεαρές δεσποσύνες από τ’ άλογά τους». «Αλήθεια; Δεν το συνηθίζετε;» μουρμούρισε η Κάλι ρίχνοντάς του ένα πλάγιο βλέμμα. «Κι όμως, φαίνεστε ειδικός σ’ αυτό». Ο Μπρόμγουελ έκανε μια γκριμάτσα. «Είστε πολύ σκανδαλιάρικο κορίτσι. Κι εγώ προσπαθώ να σας ζητήσω συγνώμη». «Δεν υπάρχει λόγος να το κάνετε. Μαζί συνωμοτήσαμε σε ό,τι έγινε». Η Κάλι δεν μπόρεσε να τον κοιτάξει ίσια στα μάτια καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, και τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος και η Κάλι σήκωσε το κεφάλι της. Το χρώμα στα ψηλά ζυγωματικά του ήταν πιο έντονο και για μια στιγμή νόμισε ότι τα λόγια της του είχαν φέρει αμηχανία, ύστερα όμως πρόσεξε τη λάμψη στα μάτια του, και συνειδητοποίησε πως είχαν ξυπνήσει για μια ακόμα φορά τον πόθο του. «Αγαπητή μου λαίδη Καλάντρα...» της ψιθύρισε. «Θα με κάνετε να εκτεθώ». «Εγώ;» τον ρώτησε. «Και πώς θα το καταφέρω αυτό;» «Όταν βρίσκομαι μαζί σας, πιάνω συνέχεια τον εαυτό μου έτοιμο...» Ο κόμης σταμάτησε απότομα. «Έτοιμο για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε η Κάλι σαστισμένη. «Έτοιμο να κάνω κάτι σαν αυτό που έκανα λίγο πριν, για παράδειγμα», της απάντησε. «Έτοιμο να δείξω στον κόσμο ότι τα αισθήματά μου για σας δεν είναι καθόλου τα αισθήματα ενός τζέντλεμαν να ένα δεύτερο παράδειγμα».


Η Κάλι τον κοίταξε, και ξαφνικά έπιασε το νόημα των λόγων του και έγινε κατακόκκινη. «Λόρδε Μπρόμγουελ!» «Βλέπετε; Χάνω ακόμα και την ικανότητα να κάνω μια ευγενική κουβέντα μαζί σας». «Βλέπω. Λέτε, δηλαδή, ότι είναι δικό μου το λάθος που εσείς δε φέρεστε σαν τζέντλεμαν;» Η Κάλι τον κοίταξε σηκώνοντας τα φρύδια της. «Δεν μπορώ να βρω άλλη εξήγηση για την τρελή συμπεριφορά μου πέρα από το ότι μου την προκαλείτε εσείς», συμφώνησε ανάλαφρα εκείνος κι ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. «Αλλά σίγουρα αυτό θα πρέπει να το γνωρίζετε. Νομίζω ότι πρέπει να είστε συνηθισμένη να τρελαίνετε τους άντρες». «Όχι, πιστεύω ότι εσείς είστε ο πρώτος», τον αντέκρουσε ξερά η Κάλι. «Μου είναι αδύνατο να το φανταστώ αυτό. Μου φαίνεται ότι τα πάντα πάνω σας είναι φτιαγμένα γι’ αυτόν το σκοπό». Την κοίταξε και έκοψε βήμα καθώς πρόσθετε: «Τα μαλλιά σας. Τα μάτια σας. Ο τρόπος που καμπυλώνουν τα χείλη σας όταν χαμογελάτε. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο παρά να τα χαϊδέψω με τα δικά μου». Το κοκκίνισμα της Κάλι έγινε πιο έντονο, και η ανάσα της άρχισε να βγαίνει πιο γρήγορη. «Μπρομ...» Εκείνος σταμάτησε, το ίδιο και η Κάλι και γύρισε προς το μέρος του. Για μια στιγμή ο αέρας ανάμεσά τους άρχισε να πάλλεται, γεμάτος φλόγα και πόθο. Ύστερα, επιστρατεύοντας όλη τη θέλησή της, η Κάλι γύρισε αλλού το κεφάλι της. «Φοβάμαι ότι δε μας βοηθάτε», του είπε με φωνή που έτρεμε κάπως, «να φανούμε φυσιολογικοί όταν θα ξανασμίξουμε με τους φίλους μας». «Έχετε δίκιο». Ο Μπρόμγουελ πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσηξε. Άρχισε πάλι να προχωρά λέγοντας ανάλαφρα: «Λοιπόν... λαίδη Καλάντρα... είναι μια υπέροχη χειμωνιάτικη μέρα για ιππασία, δε συμφωνείτε;» Εκείνη άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι και συγχρόνισε το βήμα της με το δικό του. Έτσι, συζητώντας για τον καιρό, επέστρεψαν κοντά στους υπόλοιπους, και μέχρι να τους φτάσουν, εξωτερικά τουλάχιστον, έδειχναν απόλυτα φυσιολογικοί, μόνο λίγο αναμαλλιασμένοι από τον καλπασμό. Μέσα τους, όμως, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Μέσα της, η Κάλι δεν πίστευε πως θα ένιωθε ποτέ πια η ίδια.


Κεφάλαιο 10 Οι γυναίκες της παρέας είχαν καθίσει σε μια κουβέρτα στο έδαφος, ενώ οι άντρες περίμεναν όρθιοι. Η Κάλι πρόσεξε αμέσως πως η Φραντσέσκα και η λαίδη Δάφνη είχαν καθίσει όσο πιο μακριά γινόταν η μία από την άλλη, και το αναψοκοκκίνισμα της Φραντσέσκα αποκάλυπτε την κακή της διάθεση. Η δεσποινίς Σουάνσον και η Αϊρίν είχαν καθίσει ανάμεσά τους, η τελευταία αποφασιστικά ανέκφραστη και η πρώτη μακάρια στον κόσμο της. «Α, λαίδη Καλάντρα! Και Μπρόμγουελ. Είστε πολύ άτακτα παιδιά που το σκάσατε έτσι», είπε ζωηρά η λαίδη Δάφνη κουνώντας δήθεν επιτιμητικά το δάχτυλό της. «Θα κάνετε τα κουτσομπολιά να πάρουν φωτιά μ’ αυτή τη συμπεριφορά σας». «Για να γίνει αυτό, θα πρέπει κάποιος ν’ αρχίσει να διαδίδει φήμες, λαίδη Σουίδινγκτον», παρατήρησε κοφτά η Φραντσέσκα ρίχνοντάς της ένα παγωμένο βλέμμα. «Μα, φυσικά, κανείς από εμάς δεν πρόκειται να κάνει κάτι τέτοιο», απάντησε η λαίδη Δάφνη δείχνοντας πληγοιμένη. «Όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να είσαι νέος και γεμάτος ζωντάνια, σωστά;» Χαμογέλασε χολωμένα στους άντρες. «Νομίζω, λαίδη Σουίδινγκτον, ότι, όπως θα διαπιστώσετε, δε χρειάζεται ν’ ανησυχείτε για την υπόληψη της λαίδης Καλάντρα», παρενέβη ήρεμα η Αϊρίν. «Όλοι γνωρίζουν ότι η συμπεριφορά της Κάλι είναι άμεμπτη». «Και βέβαια είναι», συμφώνησε ο Μπρόμγουελ, που πήγε και κάθισε δίπλα στην αδελφή του, ενώ η Κάλι κάθισε δίπλα στη Φραντσέσκα. Η Φραντσέσκα γύρισε προς το μέρος της χαμογελώντας. «Είναι καταπληκτική μέρα για ιππασία. Το διασκέδασες;» «Αχ, ναι». Η Κάλι χάρηκε με την αλλαγή του θέματος. «Η φοράδα του λόρδου Μπρόμγουελ είναι φανταστικό ζώο. Είναι φανερό πως ο κόμης ξέρει από άλογα». «Ναι, ξέρει», συμφώνησε με καμάρι η αδελφή του. «Ο Μπρομ ήταν αυτός που χειριζόταν πάντα αυτές τις αγοραπωλησίες για μένα... και για το μακαρίτη τον άντρα μου, επίσης». Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω


από τα άλογα και η Κάλι χαλάρωσε. Άκουγε τα όσα έλεγαν γύρω της, κάνοντας κι αυτή πότε πότε καμιά παρατήρηση. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να σκεφτεί τα όσα είχαν συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Μπρόμγουελ νωρίτερα. Αυτό θα το έκανε το βράδυ, μόνη στο δωμάτιό της, όπου θα μπορούσε ν’ απολαύσει και να ξαναζήσει την κάθε στιγμή. Μετά το γεύμα, η Κάλι και η Φραντσέσκα σηκώθηκαν να κάνουν μια βόλτα. Τις συνοδέυσαν ο Αρτσι και η δεσποινίς Σουάνσον. Οι υπόλοιποι έμειναν πίσω να ξεκουραστούν και να κουβεντιάσουν. Αργότερα, αφού διέσχισαν καλπάζοντας το πάρκο, πήραν το δρόμο της επιστροφής για το Λονδίνο, νιώθοντας μια γλυκιά κούραση. «Φανταστική εκδρομή», αποφάνθηκε η λαίδη Δάφνη. Η δεσποινίς Σουάνσον συμφώνησε αμέσως μαζί της, δηλώνοντας ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη εμπειρία της μέχρι στιγμής στο Λονδίνο, ενώ ο κύριος Σουάνσον τη χαρακτήρισε «έξοχη». «Θα πρέπει να το επαναλάβουμε», συνέχισε χαμογελαστή η λαίδη Δάφνη. «Για να δούμε, πού θα μπορούσαμε να το διασκεδάσουμε; Το βρήκα! Είναι τέλειο -στους Κήπους του Βόξολ». Η δεσποινίς Σουάνσον χτύπησε ενθουσιασμένη παλαμάκια, ενώ ο κύριος Σουάνσον και ο κύριος Τίλφορντ συμφώνησαν και οι δύο ότι ήταν καταπληκτική ιδέα. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε σφιγμένα και μουρμούρισε κάτι αόριστα. «Την επόμενη Τρίτη;» επέμεινε η Δάφνη. «Συμφωνείτε, λαίδη Καλάντρα;» Η Κάλι έριξε μια ματιά στη Φραντσέσκα και από τη στάση της υποπτεύθηκε πως η φίλη της δεν είχε καμιά διάθεση να ξαναβγεί με τη λαίδη Δάφνη. «Δεν είμαι σίγουρη», είπε η Φραντσέσκα αποφεύγοντας να δώσει μια οριστική απάντηση. «Νομίζω ότι έχω μια ανειλημμένη υποχρέωση». «Σίγουρα όμως η λαίδη Καλάντρα μπορεί να έρθει», συνέχισε να πιέζει η λαίδη Δάφνη, που δεν έδειξε καθόλου δυσαρεστημένη με το ενδεχόμενο της απουσίας της Φραντσέσκα. «Στο κάτω κάτω, θα είμαστε πολλοί στην παρέα για να παίξουμε το ρόλο των συνοδών. Λόρδε Ράντμπορν, λαίδη Ράντμπορν, θα έρθετε κι εσείς, έτσι δεν είναι;» Κοίταξε με προσδοκία την Αϊρίν και τον Γκίντεον. Η Αϊρίν κοίταζε μια τη λαίδη Δάφνη και μια τη Φραντσέσκα και την Κάλι. «Ε, θα έλεγα ναι». «Ορίστε», είπε η λαίδη Δάφνη χαμογελώντας θριαμβευτικά. «Ασφαλώς, η λαίδη Καλάντρα είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει», είπε η Φραντσέσκα διατακτικά. Η Κάλι γύρισε στη Φραντσέσκα νιώθοντας διχασμένη. Ήθελε


να πάει, αλλά ένιωθε και λίγο ένοχη, σαν να εγκατέλειπε τη φίλη της. «Ε... εγώ θα έπρεπε να πάω με τη λαίδη Χόξτον στο...» «Ανοησίες». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και χτύπησε φιλικά την Κάλι στο μπράτσο. «Δεν υπάρχει λόγος να θυσιάσεις τη διασκέδασή σου. Μόλις τώρα θυμήθηκα ότι έχω να κάνω μια απλή επίσκεψη σε μια φίλη. Εσύ πήγαινε και φρόντισε να περάσεις καλά». «Τότε κανονίστηκε. Θα το διασκεδάσουμε». Η αδελφή του Μπρόμγουελ χαμογέλασε πλατιά και γύρισε να κουβεντιάσει με τη δεσποινίδα Σουάνσον για τα ντόμινο και τις μάσκες που θα φορούσαν στη συγκεκριμένη εκδήλωση. Η Κάλι έμεινε πίσω μαζί με τη Φραντσέσκα και την Αϊρίν και είπε χαμηλόφωνα: «Φραντσέσκα, μπορώ να στείλω ένα σημείωμα στη λαίδη Σουίδινγκτον και να την πληροφορήσω ότι δε θα πάω». Εκείνη της χαμογέλασε. «Όχι, θα ένιωθα απαίσια αν σε υποχρέωνα να θυσιάσεις τη διασκέδασή σου επειδή εγώ δεν μπορώ ν’ ανεχτώ μερικές ώρες ακόμα τη συντροφιά αυτής της γυναίκας. Δε θα θεωρούσα με τίποτα τη λαίδη Σουίδινγκτον κατάλληλη συνοδό, αλλά θα είναι εκεί η Αϊρίν με τον Γκίντεον, άρα θα είναι όλα καθώς πρέπει. Και ξέρω ότι εσύ θέλεις να πας». «Θα φροντίσω να τηρηθούν όλοι οι όροι της ευπρέπειας», συμφώνησε η Αϊρίν, γέρνοντας να μιλήσει στη Φραντσέσκα. Ήταν κοινό μυστικό πως στους Κήπους του Βόξολ ο κόσμος υιοθετούσε μια πολύ ελεύθερη συμπεριφορά. Αλλά από τη στιγμή που θα υπήρχαν κύριοι στη συντροφιά, ώστε να αποθαρρύνουν τους θρασείς νεαρούς που περιφέρονταν στα διάφορα σεπαρέ και παρενοχλούσαν τις νεαρές και αδέσμευτες δεσποινίδες, αλλά και μια παντρεμένη κυρία για να προσδώσει κύρος στην παρέα, θα ήταν μια ευχάριστη νυχτερινή έξοδος. Η Καλι είχε ξαναπαει εκεί με τον αδελφό της. Ιο μέρος αυτό με τα μονοπάτια, τα σιντριβάνια, τα ψεύτικα ερείπια και τους πυρσούς στα μονοπάτια και πάνω στα δέντρα τής φαινόταν πάντα μαγικό. Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, υπήρχε η ορχήστρα στο κεντρικό περίπτερο, ο χορός, οι περιφερόμενοι τραγουδιστές και καμιά φορά οι ακροβάτες που περπατούσαν σε τεντωμένα σκοινιά πάνω από το κεφάλι σου. Και ανυπομονούσε να ξαναβρεθεί σ’ αυτό το περιβάλλον χωρίς να είναι κάτω από το άγρυπνο μάτι του αδελφού της, ενώ την ξετρέλαινε η προοπτική να κάνει μια βόλτα στις αλέες με το λόρδο Μπρόμγουελ. Η Κάλι χαμογέλασε στην Αϊρίν. «Σ’ ευχαριστώ». Κοίταξε πάλι τη Φραντσέσκα. «Αν είσαι σίγουρη βεβαίως». «Ναι, είμαι σίγουρη». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε. «Δε


νομίζω να είχε αντίρρηση ούτε καν η γιαγιά σου να πας εκεί με μια μεγάλη παρέα τη στιγμή που θα ήταν μαζί και η Αϊρίν με τον Γκίντεον. Και αν δεν πας χωρίς εμένα, τότε θα αναγκαστώ να υπομείνω άλλη μια βραδιά αυτή τη γυναίκα, αν και ορκίστηκα μια ώρα πριν να μην το ξανακάνω». Η Κάλι έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Αϊρίν, που αρκέστηκε να σηκώσει τους ώμους και να υψώσει ελαφρά τα φρύδια της. «Εντάξει τότε», συμφώνησε η Κάλι και χαμογέλασε με αγάπη στη Φραντσέσκα. «Σ’ ευχαριστώ». «Μη γίνεσαι χαζή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάσεις εσύ τη διασκέδαση μόνο και μόνο επειδή εγώ επιτρέπω σ’ αυτή τη γυναίκα να μου δίνει στα νεύρα», της απάντησε εκείνη χαμογελαστά. «Και τώρα λέω να τρέξω λιγάκι κι εγώ με το άλογό μου, μπας και καταφέρω να εκτονωθώ και να διώξω από πάνω μου αυτή την κακοκεφιά». Η Φραντσέσκα σπιρούνισε το άλογό της και δεν άργησε να τους αφήσει όλους πίσω. Η Κάλι την είδε να τους προσπερνάει και στη συνέχεια να κόβει ταχύτητα. ‘ Γύρισε στην Αϊρίν. «Ξέρεις τι ήταν αυτό που την έκανε να τσαντιστεί με τη λαίδη Σουίδινγκτον;» «Δεν είμαι σίγουρη, πάντως η λαίδη Σουίδινγκτον είναι σκέτη δοκιμασία για τα νεύρα. Ωστόσο, έχω δει τη Φραντσέσκα να χαμογελάει και να τα βγάζει πέρα με πολύ χειρότερες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένης και της νύφης μου». Η Κάλι, που γνώριζε καλά τη λαίδη Γουίνγκεϊτ, τη γυναίκα του Χάμφρι, του αδελφού της Αϊρίν, έκρυψε ένα χαμόγελο. «Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, η λαίδη Σουίδινγκτον δεν έχει και την καλύτερη φήμη», συνέχισε η Αϊρίν. «Αλλά όλ’ αυτά συνέβησαν χρόνια πριν. Εγώ ούτε που τη θυμόμουν. Και από τη στιγμή που τόσα χρόνια βρισκόταν μακριά στην Ουαλία, δε θα πρέπει να προκάλεσε κανένα μεγάλο σκάνδαλο εκεί πέρα. Ή, τουλάχιστον, δεν το μάθαμε εμείς. Της αρέσει να φλερτάρει, αυτό είναι φανερό». Η Αϊρίν έδειχνε εντελώς ανεπηρέαστη από το γεγονός ότι η λαίδη Δάφνη φλέρταρε ανοιχτά τον άντρα της. «Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό θα ενοχλούσε τη Φραντσέσκα. Εγώ ήθελα να τη χαστουκίσω». «Αλήθεια;» τη ρώτησε έκπληκτη η Κάλι. Η Αϊρίν γέλασε. «Ε, ναι, αλλά ο Γκίντεον μου έριχνε συνέχεια κάτι ικετευτικά βλέμματα, ελπίζοντας να τον σώσει που τελικά άρχισα να διασκεδάζω με την όλη κατάσταση». Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Αϊρίν, και η ηδονική λάμψη στα μάτια της έκανε την Κάλι να στρέψει αλλού το βλέμμα της, νιώθοντας ότι είχε γίνει μάρτυρας σε κάτι πολύ


προσωπικό. Ύστερα εκείνη η λάμψη έσβησε από τα μάτια της Αϊρίν, που σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και πρόσθεσε: «Νομίζω ότι η Φραντσέσκα τσαντίστηκε επειδή η λαίδη Σουίδινγκτον επέμενε να κουβεντιάζει συνέχεια για σένα. Δεν έλεγε κάτι δυσάρεστο, απλώς πόσο όμορφη είσαι, πόσο καλούς τρόπους έχεις, πόσο όμορφα ιππεύεις. Υποθέτω ότι ήλπιζε να βοηθήσει μ’ αυτό τον τρόπο τον αδελφό της, αν και θα ήταν σοφότερο να μη μιλήσει καθόλου, γιατί μ’ αυτό που έκανε το μόνο που κατάφερε ήταν να θυμίζει σε όλους ότι δεν ήσουν μαζί μας, αλλά είχες φύγει με τον αδελφό της. Σε άλλη παρέα, ή αν ήσουν καμιά άλλη, λιγότερο γνωστή, αυτό θα μπορούσε να ξεσηκώσει κουτσομπολιά». Η Κάλι ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Έγινε σούσουρο; Δε συνειδητοποίησα ότι λείψαμε τόσο πολύ. Εγώ... απλώς χάρηκα που μου δόθηκε η ευκαιρία να τρέξω με το άλογο», είπε γυρίζοντας αλλού το κεφάλι της, γιατί δεν ήθελε ν’ αντιμετωπίσει το χρυσοκάστανο βλέμμα της Αϊρίν. «Όχι, και βέβαια όχι. Διαθέτεις τέτοια υπόληψη, που θα χρειαζόταν πολύ χειρότερη συμπεριφορά από αυτή για να την κλονίσει. Εξάλλου, μόνο για λίγο χαθήκατε μακριά». Η Αϊρίν έκανε μια παύση. «Η λαίδη Σουίδινγκτον ανέφερε επίσης πάνω από μια φορά τη σχέση σου με το δούκα. Η Φραντσέσκα μπορεί να το θεώρησε κάπως παρατραβηγμένο». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εξακολουθούσε πάντως να πιστεύει πως πρέπει να υπήρχε και κάτι άλλο, πέρα από τις λεπτομέρειες που είχε αναφέρει η Αϊρίν, που έκανε τη συνήθως ήρεμη Φραντσέσκα ν’ αντιπαθεί τόσο τη λαίδη Σουίδινγκτον. Αλλά δε σκόπευε ν’ αποκαλύψει τις υποψίες της, ακόμα και στην Αϊρίν. Η επιστροφή στο σπίτι ήταν χωρίς απρόοπτα. Ο λόρδος Μπρόμγουελ δεν επιχείρησε να ξεμοναχιάσει πάλι την Κάλι. Και εκείνη βρήκε πολύ συνετή τη συμπεριφορά του. Δε θα ήταν φρόνιμο να δείξει ιδιαίτερη προτίμηση στη συντροφιά της, αφού είχαν κάνει ιππασία μόνοι τους στο πάρκο. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι της έλειπε η παρουσία του. Θα ήθελε να μαζέψει κι άλλες αναμνήσεις για ν’ αναπολήσει μόνη το βράδυ στο κρεβάτι της. Ο κόμης την αποχαιρέτησε πολύ τυπικά, μόνο το ζεστό βλέμμα του καθρέφτιζε τα ξεχωριστά αισθήματά του για κείνη, ύστερα ανέβηκε πάλι στο άλογό του κι έφυγε με την αδελφή του και τους φίλους του. Η Αϊρίν και ο Γκίντεον έφυγαν κι εκείνοι, αρνούμενοι την πρόσκληση της Φραντσέσκα να μείνουν και να πάρουν το τσάι μαζί τους. Η Φραντσέσκα και η Κάλι, αφού αντάλλαξαν ένα βλέμμα,


συμφώνησαν πως δεν ήθελαν τίποτε άλλο από το να πλυθούν και να ξεκουραστούν. Στη συνέχεια θα μοιράζονταν ένα ελαφρύ δείπνο και θα πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Η Κάλι χάρηκε που θα είχε λίγη ώρα μόνη της. Όσο κι αν της άρεσε η συντροφιά της Φραντσέσκα, αυτή τη στιγμή ήθελε να μείνει μόνη με τις σκέψεις της. Ξάπλωσε στην μπανιέρα, ενώ η καμαριέρα της ερχόταν κάθε τόσο να προσθέσει κι άλλο ζεστό νερό με την τσαγιέρα. Στη συνέχεια, φόρεσε τη ρόμπα της και κάθισε στο σκαμπό μπροστά στο τζάκι να βουρτσίσει τα μαλλιά της μέχρι να στεγνώσουν. Φυλούσε σαν θησαυρό τις αναμνήσεις αυτού του απογεύματος, την κάθε λέξη, την κάθε κίνήση, τα φιλιά που είχαν μοιραστεί, το βλέμμα στα γκρίζα μάτια του Μπρομ κάθε φορά που κοιτούσε το πρόσωπό της. Κοκκίνισε όταν ξανάζησε τα όσα είχαν κάνει και τον τρόπο που είχε αντιδράσει εκείνη. Και μόνο που το σκεφτόταν, το αίμα της άναβε. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι, και αυτό από τη μια την ενθουσίαζε και από την άλλη την τρόμαζε. Δεν είχε ιδέα ποια θα ήταν η εξέλιξη, ή ποια ήθελε εκείνη να είναι. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι απολάμβανε τη ζωή περισσότερο απ’ ό,τι την είχε απολαύσει μέχρι τώρα και κάθε πρωί ξυπνούσε γεμάτη προσμονή και ενθουσιασμό. Αυτό κάποια στιγμή θα έπαιρνε τέλος. Το ήξερε. Όπως ήξερε ότι υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα να τελειώσει καλά. Ο Σινκλέρ αργά ή γρήγορα θα γύριζε στο Λονδίνο -ή κάποιος καλοθελητής θα έγραφε στον αδελφό και τη γιαγιά της για να τους πληροφορήσει ότι ο κόμης του Μπρόμγουελ φλέρταρε στενά τη λαίδη Καλά ντρα. Η Κάλι δεν είχε ιδέα πώς θα αντιδρούσε ο δούκας όταν θα μάθαινε ότι εκείνη είχε παρακούσει τις σαφείς εντολές του να μην ξαναδεί τον Μπρόμγουελ, αλλά δε βιαζόταν και να το μάθει. Έτρεμε στη σκέψη ενός καβγά με τον αδελφό της, και δεν ήξερε τι θα έκανε αν εκείνος τη διέταζε να επιστρέφει στο Μάρκασλ για το υπόλοιπο της Σεζόν. Δε θα του επέτρεπε να ορίζει τη ζωή της, από την άλλη, όμως, δεν μπορούσε ν’ αντέξει στη σκέψη μιας ρήξης ανάμεσά τους. Τι θα έκανε αν έφταναν ως εκεί; Αν έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στον Σινκλέρ και τον Μπρόμγουελ; Βέβαια, αυτό οδηγούσε στο ακόμα μεγαλύτερο ερώτημα, τι στην ουσία θα διάλεγε έτσι και διάλεγε τον Μπρόμγουελ; Διότι αναμφίβολα της έδειχνε έντονο ενδιαφέρον, αλλά πού θα οδηγούσε αυτό; Και εκείνη πού θα ήθελε να οδηγήσει; Δεν ήταν σίγουρη για τα αισθήματα του Μπρόμγουελ απέναντι της. Έδειχνε τσιμπημένος μαζί της -υπήρχαν όλα τα σημάδια. Αλλά η Κάλι δεν μπορούσε να διώξει εντελώς και την ανησυχία που είχε γεννηθεί μέσα της μετά την προειδοποίηση του Σινκλέρ


γι’ αυτό τον άντρα. Ο αδελφός της δεν ήταν παράλογος ούτε άνθρωπος που νεύριαζε εύκολα. Και από τη στιγμή που ήταν τόσο αυστηρός με το ότι η Κάλι δεν έπρεπε να ξαναδεί τον Μπρόμγουελ, δεν μπορούσε κι αυτή να μην αναρωτιέται μήπως είχε κάτι το κακό αυτός ο άντρας, κάτι που δεν μπορούσε να δει εκείνη, που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Μήπως το φλερτ του Μπρόμγουελ δεν ήταν σοβαρό; Μήπως της έπαιζε κάποιο παιχνίδι; Δεν της είχε εκφράσει τις προθέσεις του, αλλά ήταν ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο. Εξάλλου ούτε εκείνη ήξερε τις δικές της προθέσεις. Αν ο Μπρόμγουελ ζητούσε το χέρι της αύριο, δεν ήταν σίγουρη τι θα του απαντούσε. Ένιωθε γι’ αυτόν όπως δεν είχε νιώσει για κανέναν άλλον άντρα. Το άγγιγμά του της έφερνε ρίγη, η ιδέα ότι θα τον ξανάβλεπε τη ζάλιζε. Και όταν τη φιλούσε, ξυπνούσε μέσα της έναν πρωτόγνωρο και μεθυστικό πόθο. Αν περνούσε μια μέρα και δεν τον έβλεπε, η μέρα αυτή της φαινόταν πολύ πιο άδεια απ’ ό,τι οι μέρες της στο παρελθόν, και όποτε τον έβλεπε να μπαίνει στο δωμάτιο, λες και φωτιζόταν ολόκληρη. Όλα αυτά ήταν ο έρωτας; Ή μήπως ήταν ένα απλό ξεμυάλισμα; Ένα πάθος; Η Κάλι δεν ήξερε. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν πως ήθελε να συνεχίσει να νιώθει έτσι. Πιστή στην υπόσχεσή της, η λαίδη Σουίδινγκτον τις προσκάλεσε να πάνε με την παρέα της στους Κήπους του Βόξολ την επόμενη Τρίτη. Και δεν το έκανε μ’ ένα απλό σημείωμα, αλλά πέρασε να κάνει την πρόσκληση αυτοπροσώπως. Η Φραντσέσκα, χαμογελώντας σφιγμένα, της θύμισε την υποτιθέμενη ειλημμένη υποχρέωσή της με μια παλιά φίλη της, προσθέτοντας ότι ήλπιζε πως η Κάλι θα πήγαινε. Στην πραγματικότητα, η Φραντσέσκα ένιωθε κάπως άβολα γι’ αυτή την έξοδο. Ήξερε πόσο πολύ ήθελε η Κάλι να πάει, αλλά δεν ήθελε ούτε στιγμή να σκεφτεί την αντίδραση του Ρόκφορντ έτσι και μάθαινε ότι η αδελφή του έκανε παρέα με τη διαβόητη πρώην ερωμένη του. Βέβαια, το λάθος ήταν του δούκα, που είχε μπλέξει με τη λαίδη Σουίδινγκτον, και όχι δικό της. Δεν μπορεί να περίμενε από εκείνη να τον προστατεύσει από τις δικές του ατασθαλίες. Ήταν όμως καθήκον της να προστατεύσει την Κάλι και, κατά τη γνώμη της, η λαίδη Σουίδινγκτον δεν αποτελούσε καλή παρέα για κείνη. Παρ’ όλ’ αυτά, όλος ο καλός λεγόμενος κόσμος έδειχνε να έχει συγχωρέσει -ή τουλάχιστον να έχει ξεχάσει- τη φήμη που είχε αποκτήσει η λαίδη Δάφνη πριν από μια δεκαπενταετία, τότε που δεν ήταν ακόμα παντρεμένη με το λόρδο Σουίδινγκτον. Επιπλέον,


η Φραντσέσκα δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο ήταν γνωστή η σχέση αυτής της γυναίκας με το δούκα. Ο δούκας ήταν γενικά πολύ διακριτικός και συντηρητικός άντρας, και μολονότι ήταν γνωστό το επίμονο κυνήγι που του έκανε η Δάφνη, η Φραντσέσκα ήταν σίγουρη πως πολύ λίγοι ήταν αυτοί που είχαν την ατυχία, όπως εκείνη, να γίνουν μάρτυρες ενός ραντεβού του Ρόκφορντ με τη Δάφνη. Η Φραντσέσκα δεν είχε ακούσει να υπάρχουν οικοδέσποινες της υψηλής κοινωνίας που να μη θέλουν να δεχτούν στο σπίτι τους τη λαίδη Δάφνη. Η λαίδη Οντίλια Πενκάλι, αξιοσέβαστο μελος της αριστοκρατίας, έτρεφε μια περίεργη συμπάθεια γι’ αυτή τη γυναίκα. Άρα η Κάλι θα δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί δεν έπρεπε να συναναστρέφεται τη λαίδη Σουίδινγκτον, αν της το απαγόρευαν χωρίς κάποια εξήγηση. Και η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να της αποκαλύψει γιατί ο Ρόκφορντ δε θα ήθελε η αδελφή του να κάνει παρέα μαζί της χωρίς να της φανερώσει αυτό που ο δούκας δεν ήθελε να μάθει. Θα έπρεπε να πάει και εκείνη στο πάρτι, η Φραντσέσκα το ήξερε αυτό, αλλά τις προάλλες στο Ρίτσμοντ Παρκ είχε βρει σχεδόν ανυπόφορη την παρουσία της λαίδης Σουίδινγκτον. Πίστευε πως δεκαπέντε χρόνια θα είχαν επουλώσει όλες τις πληγές, αλλά και μόνο που είδε τη Δάφνη, θυμήθηκε όλους τους λόγους που την αντιπαθούσε. Κάθε φορά που η Δάφνη ανέφερε τον Ρόκφορντ, η Φραντσέσκα σφιγγόταν όλο και περισσότερο και στο τέλος ένιωθε έτοιμη να εκραγεί. Εξάλλου, θα βρίσκονταν εκεί η Αϊρίν και ο Γκίντεον, όπως και πολλοί άλλοι. Η Κάλι δε θα πήγαινε μόνη και ασυνόδευτη με τη λαίδη Δάφνη και τον αδελφό της, ούτε θα έκανε στενή παρέα μαζί της. Επίσης, η Κάλι θα φορούσε ένα ντόμινο και μια μάσκα και κανείς δε θα αντιλαμβανόταν ότι βρισκόταν εκεί. Δε θα μπορούσε να γίνει τίποτε που να τη βλάψει ή να καταστρέψει τη φήμη της. Και αν ο Ρόκφορντ εκνευριζόταν, συλλογίστηκε, καλά θα έκανε να πρόσεχε περισσότερο τις πράξεις του δεκαπέντε χρόνια πριν. Η Φραντσέσκα, λοιπόν, αποφάσισε να μην πάει στο πάρτι, αλλά δεν προσπάθησε να πείσει και την Κάλι να τη μιμηθεί. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπόρεσε να μη νιώσει κάποια ανησυχία, όταν την ερχόμενη Τρίτη είδε την Κάλι να ανεβαίνει στην άμαξα που είχε στείλει η λαίδη Σουίδινγκτον για να την πάρει. Η Κάλι, αντίθετα, δεν ένιωσε την παραμικρή αμηχανία. Αποχαιρέτησε μ’ ένα κούνημα του χεριού της τη Φραντσέσκα και βολεύτηκε πίσω για να διανύσει τη σύντομη απόσταση μέχρι το σπίτι της λαίδης Δάφνης, όπου θα μαζευόταν η παρέα για να ξεκινήσουν


όλοι μαζί. Φορούσε ένα λευκό βραδινό φόρεμα στολισμένο με ασημιά δαντέλα, και από πάνω ένα μαύρο σατινένιο ντόμινο, φοδραρισμένο με λευκό σατέν. Το είχε δανειστεί από τη Φραντσέσκα, γιατί δεν είχε φέρει από το Λιλ Χάουζ κάποιο από τα δικά της, και ήταν κομψό και πολύ εντυπωσιακό. Η φαρδιά κουκούλα, γυρισμένη μια βόλτα, αποκάλυπτε σχεδόν ολόκληρη τη λευκή επένδυση, που δημιουργούσε μια έντονη αντίθεση με τις μαύρες μπουκλες της. Και με τη μίση μάσκα να της καλύπτει τα μάτια, η Κάλι έδειχνε σοφιστικέ και μυστηριώδης. Χασκογέλασε λίγο με αυτή τη σκέψη, γιατί, στην πραγματικότητα, μέσα της δεν ένιωθε ούτε σοφιστικέ ούτε μυστηριώδης. Πετούσε από χαρά, σαν κοπελίτσα που πήγαινε στον πρώτο της χορό, και πίστευε πως τα συναισθήματά της θα πρέπει να φώτιζαν το πρόσωπό της. Ο θυρωρός που στεκόταν έξω από το φωταγωγημένο, γκρίζο πέτρινο σπίτι της λαίδης Σουίδινγκτον, έκανε μια υπόκλιση και άνοιξε την πόρτα στην Κάλι. Όταν μπήκε μέσα, ο μπάτλερ την οδήγησε στο σαλόνι, όπου ήταν συγκεντρωμένη μια εύθυμη παρέα που κουβέντιαζε και γελούσε. Εκτός από τη λαίδη Σουίδινγκτον, στο σαλόνι βρίσκονταν ο κύριος Σουάνσον και η αδελφή του, ο κύριος Τίλφορντ, και δύο ακόμα νέοι άντρες και μια νεαρή γυναίκα που η Κάλι δεν τους είχε ξανασυναντήσει ποτέ. «Λαίδη Καλάντρα!» Η Δάφνη έτρεξε να την προϋπαντήσει απλώνοντας και τα δυο της χέρια. «Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που ήρθατε. Ελάτε να σας συστήσω και στους υπόλοιπους της παρέας μας». Οι άντρες ήταν ντυμένοι σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας. Μοδάτα ήταν και τα αξεσουάρ που στόλιζαν τα ρούχα τους. Ο ένας φορούσε στο πέτο του μια μπουτονιέρα μεγάλη σαν γροθιά, ενώ από την αλυσίδα του ρολογιού του άλλου κρέμονταν τόσα μπιχλιμπίδια που από θαύμα δεν είχε σπάσει. Ο λόγος τους ήταν γεμάτος κλισέ και διασκέδαζαν λέγοντας διάφορες εξυπνάδες, που η Κάλι δεν έβρισκε καθόλου αστείες. Πάντως, η δεσποινίς Σουάνσον και η άλλη κοπέλα, ένα ξανθό κορίτσι που διέθετε ένα ιδιαίτερα διαπεραστικό γέλιο, έδειχναν να βρίσκουν τους δυο νεαρούς εξαιρετικά γοητευτικούς, και κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη τους, ξεσπώντας σε τρανταχτά γέλια κάθε φορά που κάποιος από τους δύο έλεγε μια εξυπνάδα. Η λαίδη Δάφνη μόρφασε ελαφρά ακούγοντας την ξανθιά να βγάζει μια διαπεραστική τσιρίδα, και σύστησε την Κάλι στους άλλους. Η ξανθιά ήταν η δεσποινίς Λουσίλα Τέρνερ, και οι νεαροί ήταν ο κύριος Γουίλιαμ Πέισγουελ και ο κύριος Ρόλαντ Σάκβιλ.


Με το που τελείωσαν οι συστάσεις η Κάλι διαπίστωσε πως δε θυμόταν ποιος κύριος ήταν ποιος, αλλά από τη στιγμή που δεν ενδιαφερόταν να κουβεντιάσει με κανέναν από τους δύο, δεν είχε και μεγάλη σημασία. Χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα τον κύριο Σουάνσον και την αδελφή του, χαρούμενη που έβλεπε γνωστά πρόσωπα, κι έριξε μια ματιά ολόγυρα για να εντοπίσει και τους υπόλοιπους της παρέας. «Α, βλέπω ότι ψάχνετε τον αδελφό μου», είπε η λαίδη Δάφνη χαμογελώντας με ύφος αλαζονικό. «Δεν έχει έρθει ακόμα. Θα μας συναντήσει αργότερα στο Βόξολ. Ξέρετε τώρα. Οι νέοι άντρες είναι πολυάσχολοι». «Κατάλαβα». Η Κάλι χαμογέλασε, αν και κατέβαλε προσπάθεια να κρύψει την απογοήτευσή της. «Υποθέτω ότι ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν δεν έχουν έρθει ακόμα;» «Οχι, αλλά είναι νωρίς. Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω κάτι να δροσιστείτε όσο θα τους περιμένουμε». Η λαίδη Δάφνη έκανε νόημα σ’ έναν υπηρέτη και λίγο αργότερα η Κάλι βρέθηκε μ’ ένα ποτήρι λικέρ ροσόλι στο χέρι. Ήπιε μια γουλιά, κουβεντιάζοντας με τη λαίδη Δάφνη, αλλά ένιωθε περίεργα και εκτός τόπου. Η Κάλι δεν ήταν ντροπαλή, αλλά η απουσία γνώριμων προσώπων την έκανε πιο συγκρατημένη απ’ ό,τι συνήθως, και ο στόμφος και η φασαρία των νεαρών την ενοχλούσαν. Τα λεπτά περνούσαν, αλλά η Αϊρίν και ο Γκίντεον δεν έλεγαν να φανούν. Η λαίδη Δάφνη είχε αρχίσει να κοιτάζει συνέχεια το ρολόι της και να ζαρώνει τα φρύδια της, στη συνέχεια όμως χαμογελούσε και της έλεγε ανάλαφρα πως κάπου θα είχαν καθυστερήσει και ήταν σίγουρη ότι δε θα αργούσαν να έρθουν. Στο τέλος όμως, και αφού η δεσποινίς Τέρνερ ξαναρώτησε πότε επιτέλους θα έφευγαν, η λαίδη Δάφνη αναστέναξε και είπε: «Ε, υποθέτω πως θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε για τους Κήπους του Βόξολ. Έτσι κι αλλιώς, πλησιάζει η ώρα που θα μας συναντήσει εκεί ο λόρδος Μπρόμγουελ». «Και τι θα γίνει με το λόρδο και τη λαίδη Ράντμπορν;» ρώτησε η Κάλι. «Δεν έχω ιδέα γιατί δεν ήρθαν. Απλώς θα πρέπει να καθυστέρησαν λίγο. Θα αφήσω παραγγελία στον μπάτλερ μου να τους πει να έρθουν να μας βρουν στο Βόξολ». «Ίσως θα ήταν καλύτερα να τους περιμένω», είπε αμήχανα η Κάλι. Ήξερε ότι η Φραντσέσκα δε θα ήθελε να φύγει με τη λαίδη Δάφνη και τους υπόλοιπους χωρίς να είναι μαζί και η Αϊρίν με τον Γκίντεον. «Για όνομα του Θεού, όχι», την αντέκρουσε πρόσχαρα η λαίδη Δάφνη. «Και τι θα γίνει αν κάποιος από τους δύο αρρώστησε


και τελικά δεν έρθουν; Τότε θα χάσετε όλη τη διασκέδαση. Ή, πάλι, βλέποντας πως έχουν καθυστερήσει, μπορεί να αποφασίσουν να μας συναντήσουν κατευθείαν στους Κήπους και να μην έρθουν καθόλου από το σπίτι. Δεν πιστεύω να θέλετε να μείνετε εδώ ολομόναχη όλο το βράδυ». Αυτό ήταν σίγουρα αλήθεια. Η Κάλι δεν είχε καμιά διάθεση να μείνει σ’ ένα ξένο σπίτι ολομόναχη για ώρες χωρίς να κάνει τίποτα. Ήξερε ότι ίσως θα έπρεπε να πει στη λαίδη Σουίδινγκτον ότι ήταν καλύτερα να γυρίσει στης Φραντσέσκα. Αλλά δεν μπορούσε να βρει έναν τρόπο να πληροφορήσει με τακτ την αδελφή του Μπρόμγουελ πως η Φραντσέσκα -όπως και ο αδελφός της και η γιαγιά της- δε θεωρούσαν τη λαίδη Δάφνη κατάλληλη για συνοδό της. Ήταν σίγουρη πως η Αϊρίν και ο Γκίντεον θα έκαναν κάποια στιγμή την εμφάνισή τους, και τότε εκείνη θα είχε χάσει όλη τη διασκέδαση για το τίποτα. Εξάλλου, ήθελε πάρα πολύ να δει τον Μπρόμγουελ και να περπατήσει στα φωτισμένα μονοπάτια μαζί του. Εξάλλου, θύμισε στον εαυτό της, δεν μπορούσε να ζητήσει από τους άλλους να καθυστερήσουν κι άλλο, περιμένοντας τον αμαξά της λαίδης Δάφνης να γυρίσει πρώτα εκείνη στης Φραντσέσκα. Χαμογέλασε λοιπόν και είπε: «Έχετε δίκιο. Καλύτερα να πηγαίνουμε». Οι τέσσερις γυναίκες μπήκαν στην άμαξα της λαίδης Σουίδινγκτον, ενώ οι άντρες κάλεσαν μια άλλη και ξεκίνησαν. Όσο περνούσε η ώρα, οι ενδοιασμοί της Κάλι λιγόστευαν. Η κουβέντα στην άμαξα ανάμεσα στις τέσσερις γυναίκες ήταν πολύ πιο ήρεμη και ευχάριστη, ενώ μεγάλωνε η ανυπομονησία της να δει τους φωτισμένους Κήπους, αλλά κυρίως να βρεθεί με τον Μπρόμγουελ. Οι Κήποι του Βόξολ έδειχναν μαγικοί, όπως πάντα, και η ανησυχία της Κάλι εξαφανίστηκε με το που βγήκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα. Οι άντρες αγόρασαν τα εισιτήρια και έκλεισαν ένα από τα καλύτερα περίπτερα στην κεντρική αλέα. Προχώρησαν στον φαρδύ διάδρομο μέχρι που έφτασαν στο περίπτερό τους, που βρισκόταν κοντά στο κεντρικό, όπου σε λίγο θα άρχιζε να παίζει η ορχήστρα. Κάθισαν στις θέσεις τους και άρχισαν να παρακολουθούν τους περαστικούς. Ήταν υπέροχα απελευθερωτικό να φοράς ντόμινο και μάσκα, σκέφτηκε η Κάλι. Μπορούσε να κοιτάζει όλους όσους περνούσαν, σίγουρη ότι κανείς δε θα την αναγνώριζε ώστε να φτάσει κάποιο κουτσομπολιό στ’ αυτιά της δούκισσας. Ένας σερβιτόρος τούς σέρβιρε το ελαφρύ δείπνο τους από λεπτές φέτες ζαμπόν, κοτόπουλο και διάφορες σαλάτες και γέμισε τα ποτήρια τους με αράκ παντς, το ποτό για το οποίο φημίζονταν οι


Κήποι του Βόξολ. Ήταν πολύ δυνατό ποτό, και μολονότι η Κάλι ήπιε μόνο μια γουλιά, ένιωσε γρήγορα να χαλαρώνει, και αφέθηκε να το απολαύσει. Ήταν διασκεδαστικό να παρακολουθείς το ετερόκλητο πλήθος που κατέφθανε. Υπήρχαν πολλοί νεαροί άντρες, άλλοι δανδήδες, άλλοι με την αθλητική κορμοστασιά των Κορινθίων, όπως και πολλές αδέσμευτες γυναίκες που φλέρταραν τολμηρά μαζί τους. Η Κάλι παρακολουθούσε μαγεμένη, κοκκινίζοντας πότε πότε με τα καυτά σχόλια που ακούγονταν. Προς μεγάλη της έκπληξη, πολλοί από τους νεαρούς ήταν αρκετά θρασείς ώστε να βάλουν στο μάτι εκείνη και τις υπόλοιπες κυρίες που κάθονταν στο ακριβό περίπτερό τους. Η δεσποινίς Σουάνσον και η δεσποινίς Τέρνερ ανταποκρίθηκαν σ’ αυτά τα βλέμματα με χάχανα. Η λαίδη Δάφνη δε γέλασε, αλλά η Κάλι σοκαρίστηκε κάπως όταν την είδε να ανοίγει τη βεντάλια της και να ανταποδίδει πίσω από αυτή τα τολμηρά βλέμματα των νεαρών. Η Κάλι περίμενε ότι οι κύριοι της παρέας τους θα έστελναν αυτούς τους νεαρούς από εκεί που είχαν έρθει. Μπορούσε πολύ καλά να φανταστεί ποια θα ήταν η αντίδραση του Σινκλέρ μπροστά σε τόση αναίδεια. Βέβαια, όταν είχε έρθει εδώ με τον αδελφό της, και μόνο η παρουσία του στο περίπτερο ήταν αρκετή για να αποτρέψει τους νεαρούς να ρίξουν ανάρμοστα βλέμματα προς το μέρος της. Η ορχήστρα ξεκίνησε να παίζει στο κεντρικό περίπτερο και ο κόσμος άρχισε να γεμίζει την πίστα που υπήρχε μπροστά απ’ αυτό. Για λόγους ευγένειας, η Κάλι σηκώθηκε να χορέψει με τον κύριο Τίλφορντ και στη συνέχεια με τον κύριο Πέισγουελ -τουλάχιστον, είχε την εντύπωση ότι ήταν ο κύριος Πέισγουελ-, που την τσαλαπάτησε αδέξια και η ανάσα του μύριζε τόσο απαίσια αλκοόλ που στη συνέχεια αποφάσισε να απέχει από τους υπόλοιπους χορούς, μέχρι να ερχόταν ο Μπρόμγουελ -αν ερχόταν. Είχε αρχίσει να έχει τις αμφιβολίες της. Η ώρα περνούσε και ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν δε φαίνονταν πουθενά. Το ίδιο ίσχυε και για τον Μπρομ, με αποτέλεσμα η χαρά της γι’ αυτή τη βραδιά να αρχίσει να μειώνεται. Το αράκ έρεε άφθονο και οι κουβέντες στο περίπτερό τους γίνονταν όλο και πιο θορυβώδεις. Τα χάχανα των γυναικών δυνάμωναν, το ίδιο και τα γέλια των αντρών. Τα λόγια τους άρχισαν να μπερδεύονται, ενώ κοπανούσαν με δύναμη τα ποτήρια τους. Κάποια στιγμή ο κύριος Σάκβιλ, ή μπορεί να ήταν ο κύριος Πέισγουελ -όσο έπιναν και μεθούσαν τόσο πιο δύσκολο της ήταν να τους ξεχωρίσει-, δε βρήκε καν το τραπέζι και το ποτήρι του έπεσε κι έγινε κομμάτια, πιτσιλώντας παντού το ποτό. Όλοι, εκτός από την Κάλι, το θεώρησαν


πολύ αστείο. Μάλιστα, ο κύριος Σουάνσον ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, γέρνοντας με τέτοια δύναμη πίσω στην καρέκλα του που την αναποδογύρισε και βρέθηκε κι αυτός στο πάτωμα, ξεσηκώνοντας νέα θύελλα γέλιων. Η Κάλι ήπιε μια γουλιά από το ποτό της, προσπαθώντας ν’ αγνοήσει τα όσα γίνονταν γύρω της. Όσο περνούσε όμως η ώρα, αυτό γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ο κύριος Πέισγουελ -ή όποιος ήταν αυτός που δεν είχε χύσει το ποτό του- είχε γείρει πάνω από τη δεσποινίδα Τέρνερ, κοιτάζοντας τολμηρά το ντεκολτέ της, ενώ της ψιθύριζε κάτι στο αυτί, με τα χείλια του να αγγίζουν σχεδόν τη σάρκα της. Η Κάλι βιάστηκε να τραβήξει το βλέμμα της και κοίταξε τη λαίδη Σουίδινγκτον. Πάντως, αν ήλπιζε ότι αυτή η κυρία θα φρόντιζε να αποκαταστήσει κάπως την ευπρέπεια στο περίπτερό τους, συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα ότι έκανε λάθος. Η Δάφνη είχε καθίσει στην μπροστινή μεριά του περιπτέρου, είχε ακουμπήσει τα μπράτσα της πάνω στο στηθαίο και είχε γείρει μπροστά για να κουβεντιάσει χαμηλόφωνα μ’ έναν άντρα που στεκόταν απέξω. Ο άντρας είχε γείρει κι αυτός χαμογελαστός προς το μέρος της και μπροστά στα μάτια της Κάλι έσυρε το δείκτη του στο χέρι της Δάφνης μέχρι ψηλά τον αγκώνα της. Η Κάλι τράβηξε πάλι το βλέμμα της, μη ξέροντας πού να κοιτάξει. Ήπιε μια νευρική γουλιά από το ποτό της και πνίγηκε από τη δυνατή γεύση του. Πού ήταν ο Μπρόμγουελ; Γιατί δεν είχε έρθει; Μακάρι να βρισκόταν εδώ. Αυτός τουλάχιστον θα αποκαθιστούσε αμέσως την τάξη. Τουλάχιστον το ήλπιζε, σκέφτηκε κάπως αβέβαια. Και αν όταν ερχόταν άρχιζε κι αυτός να φέρεται όπως οι υπόλοιποι άντρες; Αν έπινε το ένα ποτό μετά το άλλο, κοιτάζοντας και αυτός τις γυναίκες στα άλλα περίπτερα και στην αλέα από κάτω; Ένας ακόμα άντρας είχε σταματήσει μπροστά στο περίπτερό τους και, λίγο αργότερα, άκουσε με φρίκη τη λαίδη Δάφνη και τη δεσποινίδα Σουάνσον να καλούν αυτούς τους αγνώστους στο περίπτερό τους. Η Κάλι τράβηξε την καρέκλα της όσο γινόταν προς το πλάι και μακριά από τους υπόλοιπους, ενώ προσπαθούσε να αποφασίσει τι να κάνει. Είχε χάσει πια κάθε ελπίδα ότι θα έρχονταν η Αϊρίν με τον Γκίντεον, και είχε αρχίσει να έχει τις αμφιβολίες της και για τον Μπρομ. Η βραδιά είχε εξελιχθεί σε πραγματικό όργιο, και είχε απόλυτη συνείδηση ότι δεν είχε καμιά δουλειά εδώ πέρα. Το πρόβλημα ήταν πως δεν ήξερε πώς να φύγει. Η ιδέα να βγει από το περίπτερο και να μπλέξει στο συρφετό απέξω την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Καμιά κυρία δε θα ήταν ασφαλής εκεί έξω μπροστά στα


αναιδή βλέμματα και τα σχόλια, για να μην πει τίποτε χειρότερο. Εκείνη, όμως, δεν ήξερε καλά καλά ούτε τους άντρες της δικής της παρέας. Και κρίνοντας από τη συμπεριφορά τους δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να εμπιστευθεί κάποιον από αυτούς να την προστατεύσει από το θράσος ενός άλλου άντρα -ή να τον εμπιστευθεί έτσι κι αλλιώς. Ακόμα και να μπορούσε να βασιστεί πάνω τους, δεν ήταν βέβαιη πως υπήρχε έστω και ένας αρκετά νηφάλιος ώστε να τη βοηθήσει. Η Κάλι άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι δίπλα της κι έτριψε το μέτωπό της. Ένιωθε κι αυτή κάποια θολούρα στο κεφάλι. Άραγε πόσο παντς είχε πιει; Ένα ποτήρι -όχι, δύο, γιατί είχε την εντύπωση ότι κάθε φορά που άφηνε το ποτήρι της μισοάδειο της το αντικαθιστούσαν μ’ ένα γεμάτο. Η λαίδη Δάφνη φρόντιζε επιμελώς να έχουν συνέχεια όλοι τους να δροσίζονται. Τη στιγμή που έκανε αυτές τις σκέψεις, ένας σερβιτόρος εμφανίστηκε δίπλα της και της ξαναγέμισε το ποτήρι. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά αυτός δεν έδειξε να το πρόσεξε, γέμισε μέχρι πάνω το ποτήρι της και απομακρύνθηκε. Η Κάλι αναστέναξε και προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Θα έπρεπε να σταματήσει να πίνει, όσο νευρική κι αν ένιωθε. Χρειαζόταν καθαρό κεφάλι για να χειριστεί την κατάσταση. «Μπα, μπα, μοναχούλια σας;» τραύλισε ο ένας από τους άντρες που είχε καλέσει η λαίδη Δάφνη στο περίπτερό τους και σωριάστηκε βαριά στη διπλανή καρέκλα της Κάλι. «Δε γίνεται να αφήσουμε μόνη μια τόσο όμορφη κοπέλα σαν κι εσάς». Της χαμογέλασε, σίγουρος πως το χαμόγελό του ήταν ακαταμάχητο. «Είμαι μια χαρά μόνη μου», του απάντησε παγωμένα η Κάλι. Για κάποιο λόγο εκείνος βρήκε διασκεδαστικό το σχόλιό της και γέλασε. «Μπα, μπα, είστε και ψηλομύτα;» Έπιασε το ποτήρι που είχε αφήσει λίγο πριν η Κάλι και της το πρόσφερε. «Δεν μπορούμε να διασκεδάσουμε έτσι, σωστά; Ορίστε, πιείτε μια γουλιά. Αυτό θα σας φτιάξει μια χαρά». «Όχι, ευχαριστώ». Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και άδειασε ο ίδιος το ποτήρι. Ύστερα έγειρε πιο μπροστά, προσπαθώντας να δει το πρόσωπό της. «Τι συμβαίνει; Δε θέλεις να το διασκεδάσεις;» Η Κάλι τραβήχτηκε. Η ανάσα του μύριζε αλκοόλ και τα μάτια του ήταν κόκκινα. «Οχι», του είπε αποφασιστικά. «Και τώρα, παρακαλώ, πηγαίνετε κάπου αλλού». Δεν ήταν συνήθως απότομη, αλλά ήταν φανερό πως με τις ευγένειες δε θα κατάφερνε να τον ξεφορτωθεί. Εκείνος την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, και για μια φρικτή στιγμή εκείνη νόμισε


πως θα έκανε κάποιο απρεπές σχόλιο. Ύστερα όμως σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, σηκώθηκε και πλησίασε τους υπόλοιπους παραπατώντας. Και η Κάλι διαπίστωσε με φρίκη πως, όσο ήταν απασχολημένη μ’ εκείνο τον άντρα, πολλοί από την παρέα της είχαν φύγει από το περίπτερο. Η δεσποινίς Σουάνσον και η δεσποινίς Τέρνερ δε βρίσκονταν πια εκεί- το ίδιο ίσχυε και για τους δύο δανδήδες. Κοίταξε στην αλέα από κάτω και ανακουφίστηκε κάπως όταν διαπίστωσε πως οι τέσσερις νέοι είχαν πάει να χορέψουν. Δε θ’ αργούσαν να επιστρέψουν. Και ενώ τους κοιτούσε, είδε το πλήθος των χορευτών να τους καταπίνει. Έριξε μια ματιά σε όσους είχαν απομείνει στο περίπτερο. Ο κύριος Σουάνσον έδειχνε να έχει φτάσει στα όριά του. Καθόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι, τα μάτια κλειστά και ροχάλιζε δυνατά. Ο κύριος Τίλφορντ πήρε ένα ποτήρι, το γέμισε παντς και βγήκε από την πίσω πόρτα ψάχνοντας πιο ζωηρή παρέα. Η Κάλι κοίταξε τη λαίδη Σουίδινγκτον. Καθόταν ανάμεσα στους δύο άντρες που είχε καλέσει στο περίπτερο και κουβέντιαζε, γελούσε και φλέρταρε μαζί τούς πίσω από τη βεντάλια της. Κάθε τόσο την έκλεινε για να τους δώσει μια χαϊδευτική ξυλιά. Ο ένας απ’ αυτούς πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του, κρατώντας το πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ήταν πρέπον, αλλά η Δάφνη δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το τραβήξει. Απλώς γέλασε βραχνά κι έγειρε πιο κοντά να ψιθυρίσει κάτι στο αυτί του. «Λαίδη Σουίδινγκτον», βιάστηκε να τη διακόψει η Κάλι. «Ε... πρέπει να φύγω. Είμαι σίγουρη ότι η Φραντσέσκα θα ανησυχεί για μένα». Η Δάφνη χρειάστηκε ένα λεπτό για να εστιάσει σ’ εκείνη. «Μα, αγαπητή μου, είναι πολύ νωρίς ακόμα. Δεν μπορεί να θέλετε να φύγετε κιόλας». «Ο... ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν δεν ήρθαν και... φοβάμαι ότι δε θα έπρεπε να βρίσκομαι εδώ. Αν μπορούσατε να καλέσετε την άμαξά σας...» Η Κάλι δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να φτάσει με ασφάλεια μέχρι την άμαξα, αλλά ένιωθε ότι έπρεπε να φύγει γρήγορα, προτού χειροτερέψει η κατάσταση. Η λαίδη Δάφνη γέλασε, κουνώντας ανέμελα το χέρι της. «Ελάτε τώρα, δεν μπορείτε να φύγετε τόσο νωρίς. Δεν ήρθε καν ο Μπρομ. Δεν πρέπει ν’ αφήσετε το λόρδο και τη λαίδη Ράντμπορν να χαλάσουν τη διασκέδασή σας». «Ε... δε νομίζω ότι θα έρθει ούτε ο λόρδος Μπρόμγουελ», είπε η Κάλι προσπαθώντας να διατηρήσει τη φωνή της ήρεμη. «Είναι μάλλον αργά».


Η λαίδη Δάφνη σηκώθηκε και είπε γελώντας: «Η βραδιά μόλις άρχισε. Ελάτε». Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος της Κάλι. «Ελάτε μαζί μας. Θα πάμε να χορέψουμε. Ο κακομοίρης ο κύριος Γουίλομπι χρειάζεται ντάμα, έτσι δεν είναι, κύριε Γουίλομπι;» Ο εν λόγω κύριος κοίταξε την Κάλι και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, να μου λείπει. Το πρόσωπό της θυμίζει Μεγάλη Παρασκευή». «Λαίδη Σουίδινγκτον...» άρχισε να λέει πάλι η Κάλι. «Ειλικρινά, δε θέλω να χορέψω». «Βλέπετε;» είπε ο μεθυσμένος άντρας κουνώντας το κεφάλι του. «Σας το είπα». «Θέλω να φύγω», συνέχισε η Κάλι. «Και φαντάζομαι πως η δεσποινίς Σουάνσον και η δεσποινίς Τέρνερ θα έπρεπε να φύγουν και εκείνες. Βρίσκονται μέσα σ’ όλο εκείνο το πλήθος εντελώς ασυνόδευτες». «Ε, βέβαια, βέβαια, αν αυτό θέλετε», απάντησε μεγαλόψυχα η Δάφνη. «Αμέσως μόλις έρθει ο Μπρομ. Αν και αμφιβάλλω ότι η δεσποινίς Σουάνσον και η δεσποινίς Τέρνερ θα ενθουσιαστούν αν τις πάρετε κι αυτές από δω άρον άρον», πρόσθεσε γελώντας. «Τώρα, αν είστε σίγουρη ότι δε θέλετε να έρθετε να χορέψετε μαζί μας...» Η Δάφνη της γύρισε την πλάτη κι έπιασε αγκαζέ τους δυο άντρες, χαρίζοντας τους ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Πάμε, κύριοι. Ανυπομονώ να χορέψω». Ο άλλος άντρας, όχι ο Γουίλομπι, γέλασε και της ψιθύρισε: «Ανυπομονείς να κάνεις πολύ περισσότερα, είμαι σίγουρος γι’ αυτό». Η λαίδη Σουίδινγκτον γέλασε, χωρίς να έχει προσβληθεί καθόλου με το υπονοούμενο του, και είπε: «Θα δούμε, εντάξει;» «Λαίδη Σουίδινγκτον!» φώναξε με φρίκη η Κάλι βλέποντάς τους να προχωρούν προς την πόρτα. Η Δάφνη φάνηκε να μην άκουσε, βγήκε από το περίπτερο κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Η Κάλι έμεινε εκεί και την κοιτούσε εμβρόντητη. Ύστερα γύρισε αργά, εκτιμώντας την κατάσταση. Ήταν μόνη, αν εξαιρούσες τον κύριο Σουάνσον που είχε λιποθυμήσει στην καρέκλα του. Στην πραγματικότητα, δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο μόνη στη ζωή της. Κοίταξε έξω το πολύβουο πλήθος. Η λαίδη Δάφνη και οι δύο συνοδοί της είχαν χαθεί μέσα στον κόσμο και της ήταν αδύνατον να διακρίνει κάποιον από τους υπόλοιπους με τους οποίους είχε έρθει εδώ απόψε. Η Κάλι συνοφρυώθηκε και κάθισε πίσω στην καρέκλα της να σκεφτεί. Τι θα έκανε; Ήθελε πάρα πολύ να περάσει μέσα απ’ το πλήθος τρέχοντας, να φτάσει στην είσοδο, να νοικιάσει μια άμαξα


και να πάει σπίτι της. Αλλά δεν μπορούσε να μην ανησυχεί και για τη δεσποινίδα Σουάνσον και για τη δεσποινίδα Τέρνερ, που κατά τα φαινόμενα είχαν πιει περισσότερα αράκ απ’ όσο άντεχαν, όχι ότι δεν ήταν από την αρχή ξεμυαλισμένες. Και δεν μπορούσε κανείς να βασιστεί στους άντρες που τις συνόδευαν. Θα έπρεπε να είχε κάνει εκείνη κάποια προσπάθεια να τις σταματήσει. Και της φαινόταν ανεύθυνο να σηκωθεί και να φύγει, εγκαταλείποντάς τες εκεί πέρα. «Μπα, μπα, τι κάνεις ολομόναχη εδώ, ομορφούλα;» Η Κάλι αναπήδησε ξαφνιασμένη και είδε ένα μεσήλικα να γέρνει στο στηθαίο του περιπτέρου. Σηκώθηκε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι έσφιξε γροθιές τα χέρια στο πλάι. «Σας παρακαλώ, φύγετε. Ο αδελφός μου θα επιστρέφει σύντομα», αυτοσχέδιασε προσπαθώντας να βρει κάποιο όπλο μέσα στο περίπτερο. Ένα άδειο μπουκάλι θα ήταν ό,τι καλύτερο, σκέφτηκε και πλησίασε προς το τραπέζι όπου καθόταν ο κύριος Σουάνσον με το κεφάλι ακουμπισμένο στα μπράτσα του. «Ο αδελφός σου, αλήθεια;» Το χαμόγελο του άντρα τής έδειξε ότι δεν την πίστεψε. «Θα έπρεπε να είχε περισσότερο μυαλό όταν άφηνε ένα όμορφο πλασματάκι σαν του λόγου σου μόνο εδώ πέρα. Ίσως θα έπρεπε να μπω να σου κάνω παρέα μέχρι να επιστρέφει». «Όχι, δε θα έπρεπε». Η Κάλι έφτασε στο τραπέζι και άρπαξε γερά το μπουκάλι από το λαιμό. Ο άντρας γέλασε. «Χα, χα. Είσαι και ζόρικη;» Ακούμπησε τα χέρια του στο στηθαίο, έτοιμος να πηδήξει μέσα. Η Κάλι σήκωσε το μπουκάλι και ξαφνιάστηκε που τον πέτυχε, αν και τον είχε χτυπήσει στο στήθος και όχι στο πρόσωπο, όπου είχε σημαδέψει. Ο άντρας σταμάτησε και την κοίταξε σαστισμένος. «Ορίστε», της είπε θυμωμένος. «Δε χρειαζόταν να το κάνεις αυτό». Ίσιωσε το σακάκι του, της έριξε μια αγανακτισμένη ματιά και απομακρύνθηκε παραπατώντας. Η Κάλι αναστέναξε ανακουφισμένη και τραβήχτηκε ακόμα πιο μέσα στο περίπτερο. Έριξε μια ματιά γύρω της και βρήκε ένα ακόμα μπουκάλι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν όπλο σε περίπτωση που χρειαζόταν. Μετά γύρισε και βρήκε έναν ακόμα άντρα να κοιτάζει μέσα στο περίπτερο. Μια τρομαγμένη κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της και σήκωσε το μπουκάλι. «Κάλι; Εσύ είσαι;» είπε ο άντρας, ακούμπησε το χέρι του στο στηθαίο και πήδησε ανάλαφρα στο περίπτερο. «Τι στην ευχή κάνεις εδώ ολομόναχη;»


«Μπρομ!» Το μπουκάλι έπεσε από τα χέρια της. ΊΊ Κάλι έβγαλε έναν μικρό λυγμό κι έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά του.


Κεφάλαιο 11 Ο Μπρόμγουελ τύλιξε σφιχτά τα μπράτσα του γύρω της. «Κάλι, τι έγινε; Τι συμβαίνει;» «Αχ, Μπρομ...» Η Κάλι γραπώθηκε σφιχτά από πάνω του. «Τίποτα δεν έγινε. Στην πραγματικότητα, δε συμβαίνει τίποτα». Και, περιέργως, αυτό ήταν αλήθεια, σκέφτηκε. Τώρα που ο Μπρόμγουελ ήταν εδώ, όλα ήταν εντάξει. Δεν ένιωθε πια ούτε ανήσυχη ούτε φοβισμένη, τη στιγμή που ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω στο σκληρό στέρνο του και άκουγε την καρδιά του να χτυπάει ρυθμικά κάτω από το αυτί της. «Πού είναι οι άλλοι;» τη ρώτησε ο κόμης. «Γιατί στην ευχή βρίσκεσαι εδώ μόνη;» «Δεν είμαι μόνη», είπε ανάλαφρα η Κάλι, και τραβήχτηκε κάπως απρόθυμα. Μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο του έδειξε τη σωριασμένη σιλουέτα του κυρίου Σουάνσον. Ο κόμης γύρισε προς το μέρος του και το συνοφρύωμά του έγινε πιο έντονο. «Να πάρει η οργή! Έγινε φέσι;» Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Νομίζω ότι παραήπιαμε όλοι μας. Νιώθω κι εγώ λίγο ζαλισμένη». «Αλλά πού είναι η αδελφή μου; Πού είναι ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν και οι άλλοι; Γιατί έφυγαν και σε άφησαν εδώ μόνη;» «Δεν ξέρω γιατί δεν ήρθαν η Αϊρίν και ο Γκίντεον. Δεν έφτασαν ποτέ εδώ. Και όλοι οι υπόλοιποι πήγαν να χορέψουν», του απάντησε δείχνοντας την αλεα. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι δε θα ερχόσουν ούτε εσύ». «Και βέβαια θα ερχόμουν. Η Δάφνη είπε...» Ο Μπρόμγουελ έκοψε στη μέση τη φράση του και συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Πόση ώρα βρίσκεστε εδώ;» «Δεν είμαι σίγουρη. Μου φάνηκε σαν αιώνας». «Λιγούρα αρκετή ώστε να προλάβει ο κύριος Σουάνσον να γίνει στουπί», πρόσθεσε ξερά ο Μπρόμγουελ. «Ναι, ήρθαμε πολύ πριν απ’ τις δέκα. Η δεσποινίς Σουάνσον ανυπομονούσε να φτάσουμε προτού ξεκινήσει η ορχήστρα τη δεύτερη εμφάνισή της».


Ο Μπρόμγουελ κάρφωσε επίμονα το βλέμμα του στην αλέα για κάμποση ώρα και αναστέναξε. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι την έπιασε την αδελφή μου και σε άφησε εδώ μόνη με τον κύριο Σουάνσον. Όταν η Δάφνη έφυγε ο κύριος Σουάνσον ήταν σ’ αυτή την κατάσταση;» Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν ήταν και ιδιαίτερα προστατευτικός». «Μάλλον όχι». Ο κόμης έκανε μια γκριμάτσα. «Ζητώ συγνώμη που δεν ήρθα νωρίτερα. Θα πρέπει να έκανα λάθος για την ώρα που μου είπε η Δάφνη. Δε θα με ξαφνιάσει καθόλου αν η λαίδη Χόξτον μου απαγορεύσει να ξαναπατήσω το κατώφλι της». «Θα ήταν καλύτερα αν η λαίδη Χόξτον δε μάθαινε όσα ακριβώς συνέβησαν εδώ απόψε», του είπε η Κάλι. «Απλώς θα ανησυχήσει. Και είμαι σίγουρη ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο». Γιατί δεν επρόκειτο να ξανακάνει ποτέ το λάθος να δεχτεί πρόσκληση της λαίδης Σουίδινγκτον, σκέφτηκε από μέσα της. Ο Μπρόμγουελ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του δείχνοντας κάπως αφηρημένος. «Ε... θα το κουβεντιάσω αυτό αργότερα με τη Δάφνη. Αυτή τη στιγμή νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να σε συνοδεύσω σπίτι σου». «Ναι. Θα το εκτιμούσα πολύ», συμφώνησε η Κάλι. Δίστασε. «Αν και η δεσποινίς Σουάνσον και η δεσποινίς Τέρνερ βρίσκονται ακόμα εδώ. Θα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι είναι καλά». «Δεν μπορεί να είναι κι αυτές μόνες». «Όχι, πήγαν να χορέψουν με τον κύριο Πέισγουελ και τον κύριο Σάκβιλ». «Τον Πέισγουελ και τον Σάκβιλ. Θεέ και Κύριε, μ’ αυτούς τους δυο φαφλατάδες;» Ο Μπρόμγουελ κοίταξε ψηλά στον ουρανό. «Μπορεί να είναι κοκορόμυαλοι, αλλά οι δεσποινίδες δεν κινδυνεύουν μαζί τους. Το σημαντικό είναι να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου, στη συνέχεια θα επιστρέψω να βρω τους υπόλοιπους». Η Κάλι χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ». Ο κόμης αφέθηκε επιτέλους να της χαμογελάσει, σήκωσε το χέρι του και το ακούμπησε στο μάγουλό της. «Λυπάμαι πολύ, Κάλι, που αναγκάστηκες να το υποστείς αυτό». «Δεν ήταν και τόσο άσχημα», του είπε ψέματα. Και πράγματι, κοιτάζοντάς τον στα μάτια ένιωσε την ανάμνηση της προηγούμενης ανησυχίας της να σβήνει γρήγορα. «Καλοσύνη σου να το λες αυτό, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν είσαι συνηθισμένη σε καταστάσεις σαν την αποψινή. Θα φροντίσω να μιλήσω στην αδελφή μου σχετικά».


«Δε θέλω να προκαλέσω ένταση ανάμεσα στη λαίδη Σουίδινγκτον κι εσένα». «Μην ανησυχείς». Ο κόμης της χαμογέλασε πάλι. «Δεν πρόκειται ν’ αποκηρύξουμε ο ένας τον άλλον. Φοβάμαι, όμως, ότι η Δάφνη έμεινε πάρα πολύ καιρό εκτός των κύκλων της υψηλής κοινωνίας. Και ίσως να μη θυμάται πόσο αυστηροί είναι οι κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά μιας νέας και ανύπαντρης κοπέλας. Όπως δεν είναι συνηθισμένη και στο δυνατό παντς που σερβίρουν εδώ πέρα. Είναι φανερό ότι δε σκεφτόταν τι έκανε. Τώρα, σήκωσε την κουκούλα σου και θα βγούμε να αντιμετωπίσουμε το ξέφρενο πλήθος έξω». Κι ενώ μιλούσε ακόμα, ο κόμης σήκωσε τα χέρια του και τράβηξε την κουκούλα καλύπτοντας τις κατάμαυρες μπούκλες της. Τα χέρια του συνέχισαν να κρατούν για λίγο το ύφασμα, ενώ κοιτούσε το πρόσωπό της. Ύστερα, σαν να συνήλθε ξαφνικά, κατέβασε τα χέρια του, γύρισε και της πρόσφερε ευγενικά το μπράτσο του. Η Κάλι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και βγήκαν από την πίσω πόρτα. Έκαναν το γύρο προς την αλέα που περνούσε μπροστά από το περίτεχνα διακοσμημένο περίπτερό τους. Κοντοστάθηκαν και η Κάλι κοίταξε την εικόνα γύρω της. Τώρα που η ανησυχία της είχε καταλαγιάσει μπορούσε να απολαύσει τη θέα των Κήπων και ευχήθηκε να βρισκόταν εκεί μαζί της ο Μπρόμγουελ όλο το βράδυ. Τότε θα είχε απολαύσει τα πάντα χωρίς καμιά ανησυχία. Γύρισε προς το μέρος του ικετευτικά. «Δε θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν περίπατο προτού φύγουμε; Είδα πολύ λίγα από τους Κήπους». Εκείνος φάνηκε διχασμένος. «Δεν είναι σωστό τη στιγμή που δεν έχεις μια συνοδό μαζί σου». «Ναι, αλλά δε διατρέχω κάποιον κίνδυνο», διαμαρτυρήθηκε η Κάλι. «Είσαι εσύ μαζί μου». «Υπάρχουν κάποιοι που θα έλεγαν ότι εγώ είμαι ο κίνδυνος». Η Κάλι χαμογέλασε. «Εμείς όμως ξέρουμε ότι δεν είσαι». Μόλις λίγα λεπτά πριν, θυμήθηκε η Κάλι, αναρωτιόταν με πόνο αν θα συμπεριφερόταν και ο Μπρόμγουελ όπως οι άλλοι. Με το που τον είδε, όμως, συνειδητοποίησε πως ήταν χαζή ακόμα και να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς είχε παιχτεί εδώ απόψε και γιατί. Οι πράξεις της λαίδης Σουίδινγκτον ήταν εξωφρενικά αλλόκοτες -δε θα το έλεγε, βέβαια, αυτό στον αδελφό της- και η Κάλι δεν μπορούσε να διώξει την υποψία πως η πορεία των αποψινών γεγονότων είχε ενορχηστρωθεί κατά κάποιον τρόπο από τη λαίδη Δάφνη, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Ό,τι και να είχε κάνει όμως η λαίδη Δάφνη, είτε κατά λάθος είτε εσκεμμένα, η Κάλι ήταν σίγουρη ότι ο λόρδος Μπρόμγουελ


δεν είχε καμιά συμμετοχή σ’ αυτό. Ήταν επίσης σίγουρη πως, αν ο κόμης ήταν εδώ από την αρχή της βραδιάς, δε θα είχε επιτρέψει να ξεφύγουν τα πράγματα από κάθε έλεγχο. Το σάστισμα, ακόμα και ο θυμός στο πρόσωπό του της είχαν πει όλα όσα ήθελε να μάθει. Εκείνος της ανταπέδωσε το χαμόγελο και το πρόσωπό του μαλάκωσε. «Εντάξει. Θα κάνουμε έναν μικρό περίπατο. Πλησιάζει η ώρα των πυροτεχνημάτων και είναι κρίμα να τα χάσουμε». Η Κάλι συμφώνησε και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Ο Μπρόμγουελ βγήκε από την κεντρική αλέα και διάλεξε ένα μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα που φωτιζόταν από το απαλό φως των πυρσών που ήταν στερεωμένοι στα κλαδιά και λαμπύριζαν σαν αστέρια. Κατά διαστήματα συναντούσαν κάποιο «αρχαίο ερείπιο», περίτεχνα φωτισμένο, ή κάποιο σιντριβάνι. Ακούστηκε ένα μπαμ και σταμάτησαν να δουν το πρώτο πυροτέχνημα στον ουρανό. Ακολούθησαν κι άλλα, ένα φαντασμαγορικό θέαμα χρωμάτων. Συνέχισαν τη βόλτα τους, σταματώντας κάθε τόσο να θαυμάσουν έναν ακόμα πολύχρωμο σχηματισμό. Όσο προχωρούσαν, τα μονοπάτια στένευαν και είχαν λιγότερο κόσμο. Στο τέλος έμειναν μόνοι. Σε κάποια απόσταση, η Κάλι άκουσε ένα γυναικείο γέλιο, τρεχαλητά. Ύστερα απόλυτη ησυχία. Έφτασαν σ’ ένα πέτρινο παγκάκι, δίπλα σε μια λιμνούλα, και κάθισαν να απολαύσουν τα τελευταία εντυπωσιακά πυροτεχνήματα. Κάποια στιγμή έφτασαν κι αυτά στο τέλος τους. Το μόνο που έμεινε ήταν η αψιά μυρωδιά του μπαρουτιού μέσα στη γαλήνη της νύχτας. «Ήταν υπέροχα», είπε η Κάλι στον Μπρόμγουελ. «Σ’ ευχαριστώ που μείναμε». «Λυπάμαι μόνο που η υπόλοιπη βραδιά σου καταστράφηκε», της απάντησε χαμογελώντας. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν έχει σημασία». Ο κόμης άπλωσε το χέρι του κι έσυρε το δείκτη του στο μάγουλό της. «Είσαι τόσο όμορφη. Εύχομαι...» «Τι πράγμα;» τον ρώτησε η Κάλι όταν δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. Ο Μπρόμγουελ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά να... να ήταν διαφορετικά τα πράγματα». Η Κάλι σκυθρώπιασε ελαφρά. «Ποια πράγματα; Τι εννοείς;» «Τίποτε. Μη μου δίνεις σημασία. Φοβάμαι ότι έχω τις κακές μου απόψε». Ο κόμης σηκώθηκε και πήγε μέχρι την άκρη της λιμνούλας. Η Κάλι σηκώθηκε κι εκείνη και τον ακολούθησε. Απλωσε και πήρε το χέρι του στα δικά της. «Γιατί έχεις τις κακές σου; Μπορώ


να βοηθήσω σε κάτι;» «Μακάρι να μπορούσες». Ο Μπρόμγουελ γύρισε και περιεργάστηκε το πρόσωπό της με λαχτάρα. «Σε σκέφτομαι συνέχεια από τη μέρα που κάναμε ιππασία στο Ρίτσμοντ Παρκ. Στην πραγματικότητα, από την πρώτη φορά που σε είδα. Είναι φορές που σκέφτομαι ότι μ’ έχεις μαγέψει». Η φωνή του ήταν τραχιά και τα λόγια του έμοιαζαν να βγαίνουν με το ζόρι από το λαιμό του. Η Κάλι ένιωσε ν’ ανάβει και θα πρέπει να το αισθάνθηκε κι αυτός στα χέρια της. «Δεν το έκανα επίτηδες», του είπε με φωνή που έτρεμε ελαφρά. «Το ξέρω. Είναι κι αυτό μέρος της γοητείας σου. Είσαι ανεπιτήδευτη, φυσική, κι όμως, ένα βλέμμα σου είναι αρκετό για να τραβήξει έναν άντρα». «Δεν είχα προσέξει ποτέ ότι ήμουν τόσο ακαταμάχητη», παρατήρησε η Κάλι προσπαθώντας να διατηρήσει έναν ανάλαφρο τόνο στη συζήτηση. «Τότε μπορεί να εισπράττω μόνο εγώ αυτή σου τη δύναμη». Έφερε το χέρι της στο στόμα του και το φίλησε. Τα χείλη του χάιδεψαν σαν βελούδο την επιδερμίδα της, κάνοντάς τη να ριγήσει. «Ειλικρινά, θα μου άρεσε πολύ αυτό». Ο κόμης γύρισε το χέρι της και φίλησε την παλάμη της. Ασυναίσθητα η Κάλι έσφιξε τη γροθιά της σαν να ήθελε να κλείσει το φιλί του μέσα. Ένιωθε το αίμα να ξεπηδά ορμητικά από την καρδιά της και να σφυροκοπά στις φλέβες της. Ήθελε να ξανανιώσει τα μπράτσα του γύρω της. Ήθελε να γευτεί το στόμα του, ήθελε να την τυλίξουν η ζεστασιά και το άρωμά του, ήθελε να νιώσει το σκληρό κορμί του πάνω στο δικό της όπως τις προάλλες στο πάρκο. Δεν είχε γνωρίσει τον πειρασμό με άλλον άντρα, αλλά με τον κόμη ένιωθε να την παρασύρει. Ο Μπρόμγουελ σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Την επόμενη στιγμή η Κάλι ήταν στην αγκαλιά του και τα χείλια τους έσμιξαν. Η φλόγα φούντωσε μέσα τους ζωηρή, απαιτητική. Ο Μπρόμγουελ την έσφιξε πάνω του, τρυγώντας στην κυριολεξία το στόμα της με το δικό του, και η Κάλι τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του γιατί ήθελε να βρεθεί ακόμα πιο κοντά του. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του κι ένα ρίγος συγκλόνισε το κορμί του. Τα χείλια του άφησαν τα δικά της για να χαϊδέψουν το μάγουλο, το αυτί της. Τα δόντια του μπήχτηκαν στον τρυφερό λοβό της. Ψέλλισε το όνομά της και η φωνή του ακούστηκε βραχνή από τον πόθο. Τώρα φιλούσε το αυτί, το πρόσωπο, το λαιμό της, και η


Κάλι ένιωθε τη σάρκα της να φλέγεται στα σημεία όπου την άγγιζαν τα χείλη του. Το κορμί της έτρεμε από μια απροσδιόριστη λαχτάρα. Επιστρατεύοντας το τελευταίο ίχνος λογικής, ο Μπρόμγουελ διέκοψε το αγκάλιασμά τους και την τράβηξε από το μονοπάτι, παρασύροντάς τη βαθιά μέσα στις σκιές των δέντρων. Η Κάλι τον ακολούθησε αδιαμαρτύρητα, σπρωγμένη από την επιθυμία που έκανε τα λαγόνια της να πάλλονται. Φιλήθηκαν ξανά και ξανά. Ο Μπρόμγουελ έχωσε τα χέρια του κάτω από το ντόμινο, εξερευνώντας κάθε γωνιά του κορμιού της. Η Κάλι ένιωθε τη θέρμη της σάρκας του ακόμα και μέσα από το ύφασμα του φουστανιού της, και όταν το χέρι του ακούμπησε στο γυμνό ντεκολτέ της, το άγγιγμά του την τσουρούφλισε. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στις πτυχές του υφάσματος και χάιδεψαν τις τρυφερές καμπύλες του στήθους της, κάνοντας τη να λαχταρήσει αυτό το χάδι σε όλο της το κορμί. Ο Μπρόμγουελ παραμέρισε τα δυο φύλλα του ντόμινο και χάιδεψε με τα χείλια του τη φλογισμένη σάρκα του στήθους της. Η Κάλι κράτησε την ανάσα της, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ηδονή, και γραπώθηκε από το παλτό του, αναζητώντας στήριγμα σ’ έναν κόσμο που είχε αρχίσει ξαφνικά να γυρίζει. Ακόμα και το κορμί της της φαινόταν ξένο -τα λαγόνια της έσφυζαν κι ένας υγρός, καυτός πόνος, ένα γλυκό βασανιστήριο, θέριευε ανάμεσα στα πόδια της. Η Κάλι ήθελε να σμίξει με τον Μπρόμγουελ, ηδονικά, πρωτόγονα. Συνειδητοποίησε σοκαρισμένη ότι ήθελε να τυλίξει τα πόδια της γύρω του και να κολλήσει τολμηρά πάνω του. Εκείνος έσυρε τα χέρια του χαμηλά στην πλάτη της, έμπηξε τα δάχτυλά του στα μαλακά οπίσθιά της και την κόλλησε πάνω στον ορθωμένο, σκληρό ανδρισμό του. Η Κάλι έτρεμε, η ανάσα έβγαινε με δυσκολία από το λαιμό της, ήξερε πως παρέπαιε στο χείλος ενός γκρεμού, αβέβαιη, ανυπόμονη, αλλά και ταυτόχρονα φοβισμένη. Ο Μπρόμγουελ έβγαλε μια σιγανή αγωνιώδη κραυγή και τραβήχτηκε μακριά της. «Χριστέ μου, Κάλι...» Αφού τύλιξε σφιχτά το ντόμινο γύρω της, την τράβηξε στην αγκαλιά του και την κόλλησε πάνω του, ακουμπώντας το μέτωπό του στα μαλλιά της. Η Κάλι άκουγε την ανάσα του να βγαίνει τραχιά από το λαιμό του, και ένιωθε τη ζεστασιά του να την τυλίγει. Έμειναν κάμποση ώρα σ’ αυτή τη στάση, μέχρι που οι σφυγμοί τους άρχισαν να βρίσκουν τον φυσιολογικό τους ρυθμό. «Αν συνεχίσουμε έτσι», είπε στο τέλος ο Μπρόμγουελ, «θα ξεχύσω όση τιμή μού έχει απομείνει». Φίλησε τα μαλλιά της. «Πρέπει να σε γυρίσω σπίτι».


Ο Μπρομ είχε δίκιο, η Κάλι το ήξερε, κι όμως δεν ήθελε να φύγει. Ήθελε αυτή η στιγμή να κρατήσει για πάντα. Ήθελε να φτάσει μέχρι το τέλος αυτού του ταξιδιού όπως λαχταρούσε απελπισμένα το κορμί της. Ξαφνικά σκέφτηκε πως βρισκόταν στο ύπαιθρο όπου την έκρυβαν μόνο οι σκιές των δέντρων και φιλούσε τον Μπρόμγουελ μ’ έναν τρόπο πολύ πιο τολμηρό από τη συμπεριφορά που είχαν δείξει οι υπόλοιπες γυναίκες του περιπτέρου τους εκείνο το βράδυ. Και υπέθεσε πως ήταν υποκριτικό από μέρους της από τη μια να σοκάρεται από τη δημόσια επίδειξη της λαίδης Δάφνης με το θαυμαστή της, και από την άλλη η ίδια να ανταλλάσσει φλογερά φιλιά με τον αδελφό της Δάφνης. Είχε φερθεί εντελώς ανήθικα, αυτό ήταν σίγουρο. Κι όμως, δεν μπορούσε να το μετανιώσει. Στην πραγματικότητα, για το μόνο που μετάνιωνε αυτή τη στιγμή ήταν που δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τα φιλιά τους. Η Κάλι άνοιξε τα μάτια της, έριξε πίσω το κεφάλι της και κοίταξε τον Μπρόμγουελ στο πρόσωπο. Τα αισθησιακά χείλη του ήταν ελαφρώς κόκκινα, τα σκούρα μάτια του βαριά. Και μόνο ο πόθος που διάβασε στην έκφρασή του τη φούντωσε. Υπήρχε μια διαφορά, σκέφτηκε, ανάμεσα στη λαίδη Δάφνη και σ’ εκείνη. Η Δάφνη ερωτοτροπούσε μ’ έναν άντρα που γνώριζε ελάχιστα, κάτι της έλεγε πως όποιος και να περνούσε εκείνο το βράδυ από το περίπτερό τους θα της έκανε. Η Κάλι, όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να νιώθει έτσι για κανέναν άλλον άντρα στον κόσμο. Ο λόρδος Μπρόμγουελ, και μόνο αυτός, ξυπνούσε τη φλόγα του πάθους μέσα της. Πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και την άφησε να βγει, νιώθοντας να παραπαίει στο χείλος ενός άλλου γκρεμού, ακόμα πιο τρομακτικού. Γιατί αν αφηνόταν να πέσει σ’ αυτόν, δε θα έχανε την τιμή, αλλά την καρδιά της. Ο Μπρόμγουελ και η Κάλι δε μίλησαν πολύ στο δρόμο της επιστροφής. Εκείνο που τους απασχολούσε ήταν το πάθος που εξακολουθούσε να κοχλάζει ανάμεσα τους. Αυτό δεν ήταν κάτι που ήθελαν να κουβεντιάσουν, ενώ την ίδια στιγμή έπρεπε να πολεμήσουν για να το ελέγξουν. Ο Μπρομ τη συνοδέυσε μέχρι το κατώφλι της Φραντσέσκα, και μπήκε μέσα μόνο για να την αποχαιρετήσει. Ύστερα έκανε μεταβολή, κατέβηκε τα σκαλοπάτια κι επέστρεψε σκυθρωπός στη νοικιασμένη άμαξα. Έδωσε μια γρήγορη διαταγή στον αμαξά και δεν άργησαν να επιστρέφουν στους Κήπους του Βόξολ. Όταν έφτασαν εκεί, ο Μπρόμγουελ πήγε κατευθείαν στο πε-


ρίπτερο της αδελφής του. Εκεί τον υποδέχθηκαν κάμποσοι πιωμένοι νεαροί, η μισοζαλισμένη δεσποινίς Σουάνσον, αλλά και μια άλλη δεσποινίδα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του. Η αδελφή του καθόταν στην αγκαλιά ενός άντρα που ο Μπρομ έβλεπε για πρώτη φορά και ο οποίος τη φιλούσε με θράσος στο λαιμό. Ο κόμης μπήκε και αυτή τη φορά στο περίπτερο πηδώντας το μπροστινό στηθαίο, χωρίς να μπει στον κόπο να κάνει το γύρο για να βρει την πίσω πόρτα. Πήγε κατευθείαν στην αδελφή του, την άρπαξε από το μπράτσο και τη σήκωσε όρθια. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή και γύρισε αγριεμένη γιατί δεν είχε συνειδητοποιήσει ποιος ήταν αυτός που την είχε αρπάξει. «Μπρομ! Γεια σου, καλέ μου. Αναρωτιόμουν πού ήσουν». «Μήπως αναρωτιόσουν πού ήταν και η λαίδη Καλάντρα;» τη ρώτησε εκείνος και ο τόνος του ήταν σκληρός και κοφτός. «Υπέθεσα...» Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της καθώς του έριχνε μια πονηρή ματιά, «...ότι ήταν μαζί σου». «Είσαι τυχερή τόσο εσύ όσο και οι υπόλοιποι εδώ πέρα που ήταν μαζί μου», την αντέκρουσε εκείνος και στο βλέμμα του άστραψε ένας ψυχρός θυμός. Η Δάφνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της και για μια στιγμή έμεινε άφωνη. «Έι!» Ο άντρας στα πόδια του οποίου καθόταν λίγο πριν η Δάφνη σηκώθηκε παραπατώντας. «Ποιος στο διάβολο νομίζεις ότι είσαι; Θα έπρεπε να σε καλέσω σε μονομαχία. Πώς τολμάς να μιλάς έτσι στη... στην κυρία;» «Είμαι ο αδελφός της “κυρίας”, και σε βεβαιώνω ότι πρόκληση για μονομαχία δέχομαι μόνο από κυρίους. Κάτι σαν και του λόγου σου τους ξεμοναχιάζω πίσω από τους θάμνους και τους ξυλοφορτώνω μπας και βάλουν λίγο μυαλό». «Τι πράγμα; Προς Θεού, σερ!» Ο άλλος ύψωσε τις γροθιές του και πήρε μια στάση που θύμιζε πυγμάχο. «Να μου πετάτε κατάμουτρα μια τέτοια προσβολή! Σας προκαλώ». «Νομίζω ότι σου απάντησα», του είπε ο Μπρόμγουελ. Έκανε μια γκριμάτσα αηδιασμένος, άρπαξε τον άντρα από τα πέτα και το ένα πόδι, τον σήκωσε πάνω από το μπροστινό στηθαίο και τον άφησε να προσγειωθεί στο χώμα. Ύστερα κατευθύνθηκε στους δυο μεθυσμένους άντρες που κάθονταν πίσω από τη Δάφνη και τον παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα. Εκείνοι, μόλις τον είδαν να πλησιάζει, σηκώθηκαν και βγήκαν παραπατώντας από την πίσω πόρτα. «Ξάδερφε!» Ο Αρτσι Τίλφορντ σηκώθηκε και έκανε μια τέλεια υπόκλιση, μόνο που έγειρε πολύ μπροστά και αναγκάστηκε να πιαστεί από την πλάτη μιας καρέκλας για να μην πέσει με τα


μούτρα. «Χαίρομαι που σε βλέπω. Μπράβο σου που έδιωξες εκείνους τους τύπους. Δε μου άρεσαν καθόλου». «Να πάρει η οργή, Άρτσι, γιατί δεν έκανες κάτι νωρίτερα;» τον ρώτησε απηυδισμένος ο Μπρόμγουελ. «Ε...» Ο Τίλφορντ σκέφτηκε την ερώτηση. «Εγώ δεν τα κάνω κάτι τέτοια, βλέπεις. Αυτά τα κάνεις εσύ». Ο Μπρόμγουελ έκανε μια γκριμάτσα και στράφηκε στους κομψευόμενους κυρίους Πέισγουελ και Σάκβιλ, που έδειχναν πλέον αρκετά τσαλακωμένοι. «Κι εσείς το ίδιο! Μα καλά, όλοι σε τούτο το περίπτερο είστε τελείως φέσι;» Εκείνοι αντάλλαξαν ένα βλέμμα σαν να μην ήξεραν τι ν’ απαντήσουν. «Για όνομα του Θεού», είπε αγανακτισμένος ο Μπρόμγουελ. «Άρτσι, σήκωσε με τους φίλους σου τον κύριο Σουάνσον και φροντίστε να γυρίσετε σπίτια σας. Εγώ θα φροντίσω να συνοδεύσω τις κυρίες στο σπίτι της αδελφής μου». Οι άντρες βιάστηκαν να κάνουν αυτό που τους είπε. Σήκωσαν τον λιπόθυμο Σουάνσον, πέρασαν τα μπράτσα του στους ώμους τους και τον έβγαλαν μισοσέρνοντας, μισοπερπατώντας από το περίπτερο. Η δεσποινίς Σουάνσον, που τώρα μυξόκλαιγε, και η δεσποινίς Τέρνερ μάζεψαν τα ντόμινο και τις μάσκες τους, που είχαν βγάλει από ώρα, και πήραν τις βεντάλιες τους, μόνο που η δεσποινίς Τέρνερ είχε χάσει το ένα παπούτσι της και δεν είχε ιδέα πού θα μπορούσε να είναι. Ο Μπρόμγουελ έριξε μια ματιά όλο θυμό στην αδελφή του. «Ε, θα αναγκαστείτε να δανειστείτε ένα ζευγάρι παπούτσια από τη λαίδη Σουίδινγκτον. Όταν γυρίσουμε σπίτι της, η λαίδη θα γράψει στους γονείς -ή στους ταλαίπωρους κηδεμόνες- και των δύο σας ένα σημείωμα για να τους πληροφορήσει ότι λόγω της προχωρημένης ώρας, αλλά και της κούρασης όλων, θα περάσετε την αποψινή νύχτα μαζί της. Κι ας ελπίσουμε ότι αυτό θα βοηθήσει να σωθεί η υπόληψή σας -υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δε σας είδε κανείς γνωστός σας εδώ απόψε όταν βγάλατε τις στολές σας». Τα λόγια του έκαναν τη δεσποινίδα Σουάνσον να ξεσπάσει σε γοερές κραυγές και την ηλίθια έκφραση στο πρόσωπο της δεσποινίδας Τέρνερ να δώσει τη θέση της στον τρόμο. Ο κόμης τις αγνόησε και γύρισε στην αδελφή του σηκώνοντας το φρύδι του. «Πολύ καλά, Μπρομ», του είπε εκείνη τσαντισμένα και μάζεψε τα πράγματά της. «Είμαι έτοιμη. Μα το Θεό, πολύ σεμνότυφος έγινες ξαφνικά. Φταίει η επίδραση της λαίδης Καλάντρα; Οφείλω να ομολογήσω ότι δε σου πάει καθόλου». «Πάψε». Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο και το βλέμμα του


σκληρό. «Μην πιάνεις στο στόμα σου τ’ όνομά της, γιατί θ’ ακούσεις τέτοια κατσάδα που δε θα ξέρεις από πού σου ήρθε. Θα το κουβεντιάσουμε αυτό αργότερα, αφού πάνε οι καλεσμένες σου για ύπνο». Η Δάφνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, τύλιξε το ντόμινο γύρω της και βγήκε από το περίπτερο, με τις δυο κοπέλες να την ακολουθούν τρέχοντας. Ο Μπρόμγουελ τις συνόδευσε σπίτι αμίλητος. Η δεσποινίς Σουάνσον εξακολουθούσε να ρουφάει τη μύτη της και να σκουπίζει τα μάτια της μ’ ένα μαντίλι, ενώ η δεσποινίς Τέρνερ έδειχνε καταπονημένη και κάπως αδιάθετη. Η λαίδη Δάφνη είχε στραμμένο το πρόσωπο στο παράθυρο, και ας της έκοβε η κουρτίνα τη θέα. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η καμαριέρα της λαίδης Δάφνης συνόδευσε τις δυο κοπέλες στα δωμάτιά τους, ενώ η Δάφνη κάθισε, αναστενάζοντας, να γράψει τα σημειώματα που της είχε ζητήσει ο Μπρόμγουελ στους γονείς τους. Αφού τα έστειλε μ’ έναν υπηρέτη, γύρισε προς τον αδελφό της, σταυρώνοντας τα μπράτσα της. «Πολύ καλά. Πες ό,τι έχεις να πεις γιατί θα σκάσεις», του είπε κοφτά. «Τι στο διάβολο νομίζεις ότι κάνεις;» ξέσπασε εκείνος. «Να εγκαταλείψεις τη λαίδη Καλάντρα έτσι μόνη της; Δε συνειδητοποιείς τη ζημιά που θα μπορούσες να είχες κάνει στην υπόληψή της;» «Αλήθεια, Μπρομ, από πότε μου έγινες τόσο πουριτανός; Εγώ προσπάθησα να σε βοηθήσω». «Να με βοηθήσεις; Εκθέτοντας την Κάλι σε μεθύστακες; Εγκαταλείποντάς τη στη μέση των Κήπων του Βόξολ;» «Δε νομίζεις ότι τα παραφουσκώνεις τώρα λιγάκι;» τον αντέκρουσε η Δάφνη. «Ούτε να την είχα παρατήσει στη μέση της κεντρικής αλέας. Καθόταν μέσα σ’ ένα από τα αριστοκρατικότερα περίπτερα». «Όπου κάθε περαστικός ξένος μπορούσε να ρίξει μια ματιά και να δει ότι ήταν μόνη», της ανταπάντησε ο Μπρομ. «Για να μην αναφέρω τον λιπόθυμο μεθύστακα βέβαια!» «Το ήξερα ότι δε θα αργούσες να έρθεις», του εξήγησε λογικά η Δάφνη, «κι έτσι δε θα έμενε για πολύ εκεί μόνη. Δε φταίω εγώ που εκείνος ο ηλίθιος ο Σουάνσον έπεσε λιπόθυμος. Πού ήθελες να ξέρω ότι δεν αντέχει το ποτό; Εγώ απλά το κανόνισα έτσι ώστε εσείς οι δυο να μείνετε μόνοι». Το πρόσωπό της μαλάκωσε και τον πλησίασε, απλώνοντας τα χέρια της. «Έλα, Μπρομ, σε παρακαλώ, μην είσαι θυμωμένος μαζί μου. Εγώ ήθελα μόνο να σε βοηθήσω στην προσπάθειά σου. Είδα πόσο στενά παρακολουθεί εκείνη η Χόξτον τη λαίδη Καλάντρα και φρόντισα απλώς να κανονίσω μια


έξοδο όπου θα μπορούσες να την έχεις για λίγο όλη για τον εαυτό σου». Η Δάφνη του χαμογέλασε κάπως αυτάρεσκα. «Τόσο ώστε να εκπληρώσεις την αποστολή σου». «Τι πράγμα; Καταστρέφοντας το καλό της όνομα;» τη ρώτησε εκείνος χωρίς να πιάσει τα χέρια της. «Δάφνη, πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι θα ήθελα να κάνεις κάτι τέτοιο; Σ’ το ξεκαθάρισα από την αρχή ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να καταστρέψω την υπόληψή της. Γιατί πρέπει να πληγωθεί εκείνη; Ο αδελφός της ήταν που σε έβλαψε. Εκείνος πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό, όχι η Κάλι». «Και τι σημασία έχει αν πληγωθεί εκείνη;» του πέταξε η Δάφνη. «Είναι και αυτή μια Λιλ, όπως κι εκείνος, και είμαι σίγουρη ότι είναι το ίδιο υπεροπτική και ψυχρή όσο κι ο δούκας. Ή εκείνη η σκύλα, η Φραντσέσκα Χόξτον! Μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό οι δυο τους. Όμορφες, ντελικάτες, λες και δεν περνάει ούτε μια πονηρή σκέψη από το μυαλό τους. Αχ, όχι, είναι πολύ αγνές για να σκεφτούν να ξαπλώσουν στο ίδιο κρεβάτι μ’ έναν άντρα». Το πρόσωπό της έβγαζε σκληράδα και κακία, και ο αδελφός της την κοίταξε σοκαρισμένος. «Δάφνη! Δε σ’ έχω ακούσει ποτέ να μιλάς έτσι... να έχεις αυτή την έκφραση...» «Προσπάθησε να ζήσεις παγιδευμένος στην Ουαλία για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια δίπλα σ’ έναν απαίσιο γέρο!» του φώναξε εκείνη. «Να μην μπορείς να κατέβεις στο Λονδίνο, να το ρίξεις λιγάκι έξω. Ένα ταξίδι στο Μπαθ ήταν η μεγαλύτερη διασκέδασή του! Και εγώ στο μεταξύ να γερνάω και να χάνω την ομορφιά μου...» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, που άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της. «Δάφνη...» Τα δάκρυά της τον συγκίνησαν, διώχνοντας το μεγαλύτερο μέρος του θυμού του. Ο Μπρόμγουελ την πλησίασε και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της. «Συγνώμη. Το μισώ που αναγκάστηκες να παντρευτείς ένα γέρο που δεν αγαπούσες. Και στη συνέχεια, παρ’ όλη τη θυσία σου, να χάσεις και το αγέννητο παιδί σου... Ήταν φρικιό και δε θα έπρεπε να είχες αναγκαστεί να το κάνεις. Μακάρι να ήμουν τότε μεγαλύτερος και πιο σοφός. Θα είχα αντιδράσει αλλιώς, αντί να τρέξω να προκαλέσω τον Ρόκφορντ σε μονομαχία. Μάρτυς μου ο Θεός, εύχομαι να μπορούσα να σε είχα βοηθήσει. Αλλά δεν έχεις γεράσει, και εξακολουθείς να είσαι η πιο όμορφη γυναίκα στο Λονδίνο». Τα λόγια του έκαναν τη Δάφνη να χαλαρώσει πάνω του. Γύρισε και τον κοίταξε και τα δάκρυα έλαμπαν σαν διαμάντια στα μάτια της. «Αλήθεια; Το πιστεύεις πραγματικά ότι είμαι η πιο όμορφη γυναίκα στο Λονδίνο;» Μπροστά από τα μάτια του πέρασε η εικόνα της Κάλι, αλλά ο


κόμης την παραμέρισε και απάντησε με πειθώ: «Και βέβαια το πιστεύω. Είσαι. Πάντα ήσουν. Το ξέρεις αυτό». «Ορίστε. Το ήξερα ότι δε θα μπορούσες να την αγαπάς περισσοτερο από μένα», είπε ικανοποιημένη η Δάφνη και σκούπισε με τα δάχτυλα τα δάκρυά της. «Να την αγαπώ περισσότερο από σένα! Και βέβαια όχι», είπε ο Μπρόμγουελ, που έβγαλε το κολλαριστό λευκό μαντίλι από την τσέπη του καν της το έδωσε. Την άφησε απ’ την αγκαλιά του κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Πώς μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο; Δεν την αγαπώ καθόλου. Απλώς δε θέλω να πληγωθεί μια αθώα. Ο μόνος που θέλω να πληγώσω είναι ο δούκας του Ρόκφορντ. Σ’ το είπα αυτό και την πρώτη φορά που το κουβεντιάσαμε. Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να βλάψω εκείνη. Μόνο να κάνω τον Ρόκφορντ να βγει από το άντρο του και να με αντιμετωπίσει». «Και τι φαντάστηκες ότι θα συνέβαινε μ’ εκείνη;» τον ρώτησε η Δάφνη. «Πώς θα μπορούσες να πληγώσεις τον Ρόκφορντ χωρίς να πληγώσεις την αδελφή του; Από τη στιγμή που δείχνεις ιδιαίτερη συμπάθεια σε μια γυναίκα, είναι φυσικό εκείνη να περιμένει κάτι από σένα. Ένας τζέντλεμαν δεν εκδηλώνει το ενδιαφέρον του σε μια γυναίκα, εκτός κι αν προσπαθεί να την αποπλανήσει ή να ζητήσει στη συνέχεια το χέρι της. Η ντροπή είναι μεγάλη αν δεν της κάνει στο τέλος μια πρόταση γάμου. Όλη η υψηλή αριστοκρατία θα βουίξει από τα κουτσομπολιά». «Μα εγώ μόλις τώρα άρχισα να τη φλερτάρω. Λεν...» Ο κόμης έκοψε στη μέση τα λόγια του. «Δεν έκανες τι; Δεν την επισκεπτόσουν σχεδόν ανελλιπώς κάθε μέρα;» τον ρώτησε η Δάφνη. «Δεν την κάλεσες να κάνετε ιππασία στο Ρίτσμοντ Παρκ και δεν την πήγες βόλτα με την άμαξά σου; Ή μήπως δε φρόντιζες να είσαι παρών σε κάθε πάρτι που πήγαινε κι εκείνη;» Ο Μπρόμγουελ συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να την πολιόρκησα πιο στενά απ’ όσο σχεδίαζα», παραδέχθηκε. «Υποθέτω ότι δεν περίμενα να βρίσκεται κάτω από τόσο αυστηρή επιτήρηση. Νόμιζα ότι θα μπορούσα να περάσω περισσότερο χρόνο μόνος μαζί της». «Γι’ αυτό ακριβώς κανόνισα κι εγώ αυτό το μικρό ιντερλούδιο στους Κήπους του Βόξολ», αναφώνησε θριαμβευτικά η Δάφνη. «Για να έχεις την ευκαιρία να βρεθείς μόνος μαζί της. Αν δεν υπάρξει η παραμικρή υποψία σκανδάλου, γιατί να θορυβηθεί ο Ρόκφορντ;» Ο κόμης αναστέναξε και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του. «Δεν ξέρω τι να πω. Αν έχεις δίκιο, τότε την έχω βλάψει ήδη». «Σωστά», συμφώνησε η Δάφνη. «Λοιπόν...» «Ίσως θα έπρεπε να σταματήσω».


«Τι πράγμα;» Η Δάφνη έμεινε να τον κοιτάζει εμβρόντητη μ’ ανοιχτό το στόμα. «Εννοείς να βάλεις ένα τέλος σε όλα; Να μην κάνεις τίποτα σ’ εκείνη; Στον Ρόκφορντ;» Το βλοσυρό χαμόγελο του κόμη έμοιαζε με γκριμάτσα. «Εξακολουθώ να τρέφω ελπίδες ότι θα έχω νέα από τον Ρόκφορντ». «Και τη λαίδη Καλάντρα; Θα σταματήσεις να την πολιορκείς;» «Δεν είμαι σίγουρος», της απάντησε δείχνοντας σαστισμένος. «Θα πρέπει να το σκεφτώ». Η αδελφή του άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά εκείνος δεν της έδωσε καμιά προσοχή. Έκανε μεταβολή, βγήκε από την πόρτα και διέσχισε το διάδρομο, αφήνοντάς τη να τον κοιτάζει. Ο Μπρόμγουελ πήρε το παλτό και το καπέλο του από τον υπηρέτη, βγήκε έξω και τα φόρεσε ενώ κατέβαινε τα σκαλοπάτια για το πεζοδρόμιο. Ο αέρας σήκωνε τις άκρες του παλτού και τρύπωνε μέσα, αλλά εκείνος δεν έκανε τον κόπο να το κουμπώσει καθώς περπατούσε στο δρόμο βυθισμένος στις σκέψεις του. Θα έπρεπε να σταματήσει να επισκέπτεται την Κάλι; Η σκέψη αυτή έκανε κάτι να σφιχτεί μέσα του και ήξερε πως δεν ήθελε να βάλει ένα τέλος σε όλα. Θυμήθηκε το χαμόγελό της, τα ζωηρά μαύρα μάτια της, τις πυκνές, γυαλιστερές μαύρες μπούκλες της που καλούσαν τα χέρια του να τις χαϊδέψει. Η ιδέα πως δε θα την ξανάβλεπε, πως δε θα την ξανάκλεινε ποτέ στην αγκαλιά του, πως δε θα κολλούσε ξανά τα χείλια του στα δικά της όπως είχε κάνει απόψε, τον έκανε να θέλει να ρίξει κάπου τη γροθιά του. Αν όμως συνέχιζε να τη βλέπει, πώς θα τέλειωνε όλο αυτό; Πιθανότατα μ’ εκείνον και τον αδελφό της να θέλουν να ξεσκίσουν ο ένας τον άλλον. Θα αναμετρούνταν την αυγή με πιστόλια ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τις γροθιές τους. Με τον μόνο τρόπο που δε θα τέλειωνε θα ήταν εκείνος που θα αποδεχόταν η καλή κοινωνία -με τον Μπρόμγουελ, δηλαδή, να κάνει πρόταση γάμου στην Κάλι. Ξεφύσηξε προσπαθώντας να φανταστεί την αντίδραση του Ρόκφορντ έτσι και του ζητούσε το χέρι της αδελφής του. Ο Ρόκφορντ δε θα έδινε ποτέ τη συγκατάθεσή του. Και βέβαια, ο Μπρόμγουελ ήξερε ότι δε θα του τη ζητούσε ποτέ. Να συμμαχήσει με την οικογένεια που είχε ατιμάσει την αδελφή του; Ήταν αδιανόητο. Θα ήταν προδοσία για τη Δάφνη και ανήθικο εκ μέρους του κάτι τέτοιο. Πάντως, αν δεν είχε πρόθεση να παντρευτεί την Κάλι, δε θα έπρεπε να συνεχίσει να τη βλέπει. Η Δάφνη είχε δίκιο. Η πολιορκία του στην Κάλι ήταν στενή. Όλοι, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Κάλι, θα περίμεναν να της κάνει πρόταση γάμου αν συνέχιζε να τη φλερτάρει μ’ αυτό τον τρόπο. Ακόμα και τώρα, που


την έβλεπε μόλις λίγες βδομάδες, θα γίνονταν κουτσομπολιά έτσι και σταματούσε απότομα να την επισκέπτεται. Η σκέψη πως θα έπιαναν την Κάλι στη γλώσσα τους οι κουτσομπόλες τού ήταν αβάσταχτη, αλλά τα πράγματα θα γίνονταν ακόμα χειρότερα αν περίμενε. Κάθε μέρα, κάθε ανθοδέσμη που θα έστελνε σπίτι της, κάθε χορός που θα μοιράζονταν στα πάρτι θα ενίσχυαν την πεποίθηση όλων ότι σκόπευε να της κάνει πρόταση γάμου. Και τότε, όταν θα σταματούσε να τη βλέπει, τα κουτσομπολιά θα οργίαζαν. Και αν η υπόθεση τέλειωνε με τον Ρόκφορντ να εκρήγνυται από θυμό και να καταφθάνει τρέχοντας στο Λονδίνο να τον αντιμετωπίσει, τότε το σκάνδαλο θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερο. Και μπορεί να ακολουθούσε την Κάλι σε όλη της τη ζωή. Ο Μπρόμγουελ συνοφρυώθηκε περισσότερο. Πώς ήταν δυνατόν να του είχε περάσει ποτέ η σκέψη ότι το να ξεμυαλίσει την Κάλι θα ήταν ο τέλειος τρόπος για να εκδικηθεί τον Ρόκφορντ; Θα έπρεπε απλά να είχε φροντίσει να λύσει τις διαφορές του μαζί του με μια γρήγορη γροθιά στο σαγόνι. Στο κάτω κάτω, η Κάλι δεν είχε καμιά σχέση με όλ’ αυτά. Δεν είχε κάνει τίποτα για να της αξίζει τέτοια μεταχείριση -κι όμως αυτή θα πληγωνόταν περισσότερο απ’ όλους. Θυμήθηκε τα όσα είχε πει στον Άρτσι, το πώς είχε απορρίψει αδιάφορα τη σκέψη ότι η Κάλι ήταν αθώα και δεν της άξιζε να πληγωθεί. Κι όμως, τώρα είχε θυμώσει με τη Δάφνη επειδή είχε κάνει κάτι που θα μπορούσε να καταστρέψει την υπόληψη της Κάλι. Αλλά αυτός ήταν που είχε αποφασίσει να πάρει την εκδίκησή του, αδιαφορώντας για το πόσο μπορεί να την πλήγωνε η πλεκτάνη του. Είχε φερθεί ηλίθια, σκέφτηκε, ρηχά και άσπλαχνα. Δεν υπήρχε τρόπος να επανορθώσει για το κακό που της είχε κάνει ήδη. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βεβαιωθεί ότι δε θα την πλήγωνε περισσότερο. Δε θα την επισκεπτόταν ξανά. Αλλά γιατί η απόφασή του να κάνει το σωστό άφηνε ένα κενό μέσα του;


Κεφάλαιο 12

Η Κάλι ξαφνιάστηκε και απογοητεύτηκε κάπως όταν ο Μπρόμγουελ δεν την επισκέφθηκε το επόμενο πρωί. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν έδωσε μεγάλη σημασία, καθώς ένιωθε δυσφορία. Το κεφάλι της την πονούσε, το στομάχι της ανακατευόταν ελαφρά και το χειμωνιάτικο φως που τρύπωνε από τα παράθυρα του καθιστικού της Φραντσέσκα έκανε τα μάτια της να πονούν. Για όλα αυτά έφταιγε το δυνατό παντς με αράκ που είχε πιει το προηγούμενο βράδυ. Μέχρι τώρα η Κάλι έπινε μόνο λευκό κρασί με το δείπνο και κανένα ποτηράκι λικέρ. Και έτσι όπως ένιωθε τώρα, αποφάσισε ότι θα περιοριζόταν σ’ αυτά και στο μέλλον. Η Φραντσέσκα της έκανε μερικές ερωτήσεις για τη βραδιά της και μολονότι η Κάλι είχε σχεδιάσει να μην της πει τίποτα από τα όσα είχαν διαδραματιστεί στους Κήπους, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να της μιλήσει για την απουσία της Αϊρίν και του Γκίντεον, γιατί ήταν στενοί φίλοι και το θέμα θα έβγαινε σίγουρα στην επιφάνεια την επόμενη φορά που θα συναντιούνταν με τη λαίδη Αϊρίν. Έτσι, αφού της περιέγραψε την ομορφιά των φώτων και των πυροτεχνημάτων, η Κάλι πρόσθεσε: «Ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν δεν ήρθαν». «Τι πράγμα;» Η Φραντσέσκα, που μάνταρε μια κάλτσα, άφησε το αβγό του μονταρίσματος να πέσει στην ποδιά της και στήθηκε στην καρέκλα της. «Δεν ήταν εκεί;» «Όχι». «Μα γιατί... ποιος... ω Θεέ μου, το ήξερα ότι θα έπρεπε να είχα έρθει εγώ». Η Φραντσέσκα βόγκηξε. «Μην ανησυχείς. Τα πάντα κύλησαν ήσυχα. Ήταν εκεί η λαίδη Σουίδινγκτον και ο λόρδος Μπρόμγουελ. Ήμασταν μεγάλη παρέα. Η δεσποινίς Σουάνσον και ο αδελφός της ήταν επίσης εκεί και μια ακόμα δεσποινίδα». «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Αϊρίν δε μας ειδοποίησε ότι


δεν μπορούσε να έρθει», είπε η Φραντσέσκα δείχνοντας ανήσυχη. «Ε, τουλάχιστον φορούσες το ντόμινο και τη μάσκα σου. Τα φορούσες όλη τη νύχτα, έτσι;» «Α, ναι. Κανείς δεν μπορούσε να με αναγνωρίσει», τη βεβαίωσε η Κάλι. Και πρόσθεσε το ψέμα: «Δεν ανέβηκα καν στην πίστα». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, δείχνοντας κάπως ανακουφισμένη, αλλά συνέχιζε να είναι συνοφρυωμένη. «Ξέρεις, λέω να κάνω μια επίσκεψη στην Αϊρίν το απόγευμα». «Σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι κάποιος από τους δύο άρρωστος;» «Ούτε εγώ δεν ξέρω τι σκέφτομαι», της απάντησε προβληματισμένη η Φραντσέσκα. «Αλλά θα ήθελα να μάθω γιατί απούσιασαν. Η Αϊρίν δεν είναι επιπόλαια. Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου;» Η Κάλι προτίμησε να απέχει. Δεν είχε διάθεση να βγει και πίστευε πως ένας απογευματινός υπνάκος με μια πετσέτα στο μέτωπό της βουτηγμένη στη λεβάντα μπορεί να βοηθούσε να της περάσει ο πονοκέφαλος. Εξάλλου, συχνά προτιμούσε να μένει σπίτι, περιμένοντας τις τακτικές επισκέψεις του λόρδου Μπρόμγουελ. Τελικά εκείνος δεν ήρθε να την επισκεφθεί ούτε το απόγευμα. Αλλά ο υπνάκος στο σκοτεινό δωμάτιό της τη βοήθησε να συνελθεί, έτσι όταν γύρισε η Φραντσέσκα είχε ξαναβρεί σχεδόν τον εαυτό της και τη χαιρέτησε πρόσχαρα. Η Φραντσέσκα όμως δεν έδειχνε καθόλου πρόσχαρη. Στην πραγματικότητα, τα σκουρογάλανα μάτια της ήταν αγριεμένα και είχε σφίξει εριστικά το ντελικάτο πιγούνι της. «Αυτή η Σουίδινγκτον!» είπε βράζοντας, όταν η Κάλι τη ρώτησε τι είχε. «Τι εννοείς;» «Εννοώ», είπε η Φραντσέσκα τονίζοντας μία μία τις λέξεις, «ότι η Αϊρίν μου είπε ότι η λαίδη Σουίδινγκτον της έστειλε ένα σημείωμα την Κυριακή που έγραφε πως λυπόταν, αλλά η έξοδος στους Κήπους του Βόξολ είχε ακυρωθεί, και ήλπιζε ότι θα κατάφερναν να την ξαναπρογραμματίσουν μέσα στις επόμενες βδομάδες». «Ω». ΤΙ Κάλι δεν ξαφνιάστηκε ιδιαίτερα, αν και ήλπιζε πως θα αποδεικνυόταν ότι το όλο θέμα ήταν ένα ατυχές περιστατικό. ΤΙ Φραντσέσκα συνέχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, σχολιάζοντας θυμωμένα την εξαπάτηση της λαίδης Σουίδινγκτον, αλλά η Κάλι την άκουγε με μισό αυτί, δουλεύοντας στο μυαλό της την κίνηση της λαίδης Δάφνης.


Ήταν φανερό πλέον ότι η αδελφή του Μπρόμγουελ είχε κανονίσει να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα το προηγούμενο βράδυ. Δεν ήθελε την περιοριστική παρουσία του λόρδου και της λαίδης Ράντμπορν -ή μάλλον προτιμούσε να αποφύγει την καθώς πρέπει νότα που θα έδιναν στην παρέα. Ήταν επίσης φανερό ότι δεν ήθελε να μάθει η Κάλι ότι η Αϊρίν και ο Γκίντεον δε θα βρίσκονταν στην παρέα, γι’ αυτό και είχε προσποιηθεί άγνοια, ενώ τη διαβεβαίωνε ότι ήταν σίγουρη πως θα πήγαιναν αργότερα. Άρα δεν ήθελε απλώς να είναι ελεύθερη να επιδοθεί στη δική της σκανδαλώδη συμπεριφορά. Ήθελε να μπλέξει και την Κάλι σ’ αυτή. Αλλά γιατί; Δεν ήταν λογικό. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να την κάνει να μην της έχει πια καμιά εμπιστοσύνη. Ήταν φανερό ότι ο Μπρομ δεν είχε γνώση των όποιων σχεδίων της αδελφής του. Είχε σοκαριστεί και είχε θυμώσει όταν είχε βρει την Κάλι μόνη της στο περίπτερο. Περίμενε επίσης ότι η Αϊρίν και ο Γκίντεον θα βρίσκονταν εκεί. Και δεν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεν μπορούσε να ήταν μαζί τους από νωρίτερα. Στην πραγματικότητα, είχε μάλλον εκπλαγεί που εκείνοι βρίσκονταν εκεί τόση ώρα, είχε ξαφνιαστεί όταν την άκουσε να του λέει ότι είχε φοβηθεί πως δε θα πήγαινε ούτε εκείνος και είχε αρχίσει να λέει κάτι σαν «Η Δάφνη είπε...» και μετά σταμάτησε. Και η Κάλι ήταν σχεδόν σίγουρη πως ήταν έτοιμος να παραδεχθεί ότι η αδερφή του του είχε πει να μην πάει νωρίτερα. Έτσι, δεν μπόρεσε να μην καταλήξει στο συμπέρασμα πως η Δάφνη την αντιπαθούσε έντονα κι ας της φερόταν γλυκά. Μήπως ήθελε να επηρεάσει τον αδελφό της εναντίον της; Αν η Κάλι δεν είχε πετάξει το μπουκάλι σ’ εκείνο τον τύπο το προηγούμενο βράδυ, μήπως θα είχε πηδήξει στο περίπτερο και θα προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί; Και τι θα σκεφτόταν ο Μπρομ αν έφτανε και την έβρισκε μόνη στην αγκαλιά ενός αγνώστου; Η Κάλι ανατρίχιασε. Αν ήταν αυτός ο λόγος για τα όσα είχε κάνει η αδελφή του το προηγούμενο βράδυ, η Δάφνη θα πρέπει να ήταν ένα πολύ ψυχρό και κυνικό άτομο για να προσβάλει μια άλλη γυναίκα μ’ αυτό τον τρόπο. Και χωρίς να είναι σίγουρη για το αποτέλεσμα, γιατί τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ο Μπρομ είχε βρει την Κάλι μόνη της στο περίπτερο, με αποτέλεσμα να εκνευριστεί και να θυμώσει τελικά με την ίδια την αδελφή του επειδή την είχε αφήσει μόνη. Ευτυχώς που απόψε δεν είχαν κάποια κοινωνική υποχρέωση. Δεν είχε καμιά διάθεση να βγει, ιδιαίτερα αν υπήρχε η πιθανότητα να πέσει πάνω στη λαίδη Σουίδινγκτον. Και ήταν πραγματικά ωραίο να μπορεί να περάσει μια ήσυχη βραδιά σπίτι και να γράψει


τα γράμματα που ήθελε στον αδελφό και τη γιαγιά της. Πάντως οφείλε να παραδεχθεί, τουλάχιστον στον εαυτό της, ότι της έλειπε ο λόρδος Μπρόμγουελ. Και προσπάθησε να θυμηθεί πόσος καιρός πήγαινε από τότε που είχε περάσει μια ολόκληρη μέρα χωρίς να τον δει. Η Κάλι περίμενε ανυπόμονα την επίσκεψή του την επομένη και ξαφνιάστηκε όταν εκείνος δεν ήρθε. Αργά το απόγευμα, η Φραντσέσκα τη ρώτησε: «Τι έγινε ο φίλος σου, ο λόρδος Μπρόμγουελ; Οφείλω να παραδεχθώ ότι είχα συνηθίσει την παρουσία του». Η Κάλι κούνησε το κεφάλι της νιώθοντας έναν παράξενο μικρό πόνο στο στήθος. «Δεν ξέρω». Η Φραντσέσκα συνοφρυώθηκε ελαφρά, αλλά ο τόνος της ήταν ανάλαφρος όταν μίλησε. «Πολύ περίεργο. Ε, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα τον δούμε θα πρέπει να του ζητήσουμε το λόγο γι’ αυτή την παράλειψη». Αλλά δεν τον είδαν -ούτε εκείνο το βράδυ, στο σουαρέ της κυρίας Κάτερμαν, ούτε το επόμενο απόγευμα που δέχτηκαν επισκέψεις στο σπίτι. Η Κάλι δε σταμάτησε στιγμή να χαμογελάει όσο κουβέντιαζε με τους επισκέπτες τους, προσπαθώντας να μη δείξει ότι περίμενε να δει το λόρδο Μπρόμγουελ να εμφανίζεται από στιγμή σε στιγμή. Αλλά δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα όσα έλεγαν. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ο λόρδος Μπρόμγουελ. Θα την επισκεπτόταν άραγε αργότερα εκείνο το απόγευμα, και αν όχι, για ποιο λόγο; Είχε πει κάτι κακό; Είχε κάνει κάτι λάθος; Μήπως ο Μπρομ είχε θεωρήσει αλόγιστη τη συμπεριφορά της το προηγούμενο βράδυ στους Κήπους του Βόξολ, μήπως είχε την άποψη ότι η Κάλι θα έπρεπε να είχε φύγει με το που είδε ότι ξέφευγε ο έλεγχος στην παρέα; Ή πίστευε ότι δε θα έπρεπε να είχε πάει καθόλου τη στιγμή που δεν ήταν μαζί η Αϊρίν και ο Γκίντεον; Σίγουρα όμως δεν μπορεί να ήταν τόσο άδικος μαζί της ώστε να την κατηγορήσει που είχε δεχτεί να πάει με συνοδό την αδελφή του. Αν η λαίδη Σουίδινγκτον δεν είχε συμπεριφερθεί τόσο ξέφρενα, αν είχε φροντίσει να ελέγξει την παρέα, δε θα είχαν ξεφύγει έτσι τα πράγματα. Ήταν δυνατόν ο Μπρομ να κατηγορούσε εκείνη, τη στιγμή που ήταν ολοφάνερο ότι η αδελφή του θα έπρεπε να είχε φερθεί με πολύ μεγαλύτερη υπευθυνότητα; Από την άλλη, σκέφτηκε λογικά, μπορεί να μην ήταν αυτό το θέμα. Μπορεί να έφταιγε η δική της συμπεριφορά μετά που έφυγαν από το περίπτερο. Η Κάλι δεν είχε θελήσει να γυρίσει αμέσως σπίτι, του είχε ζητήσει να μείνουν. Μήπως ο Μπρομ την είχε βρει πολύ τολμηρή; Μήπως επειδή δε φάνηκε ταραγμένη απ’ ό,τι είχε


συμβεί; Μήπως του είχε φανεί πολύ περπατημένη; Πολύ έμπειρη; Ή μήπως ο Μπρομ είχε βρει έκλυτη τη συμπεριφορά της; Και μόνο η θύμηση των φιλιών που είχαν ανταλλάξει στη λιμνούλα έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Μήπως την είχε βρει πολύ τολμηρή, πολύ αδιάντροπη; Βέβαια, αυτό ήταν άδικο, γιατί είχε βοηθήσει και αυτός στα φιλιά και τα χάδια τους όσο κι εκείνη. Η Κάλι ήξερε, όμως, πως οι άντρες ήταν συχνά άδικοι όταν έκαναν κριτική στις γυναίκες. Ένας νεαρός άντρας μπορούσε να έχει σχέσεις με μια γυναίκα και κανείς δε θα σκεφτόταν κάτι κακό γι’ αυτόν. Μια νέα κοπέλα, όμως, θα κατέστρεφε για πάντα τη ζωή της έτσι και κοιμόταν μ’ έναν άντρα. Ένας άντρας μπορεί να ήθελε να κοιμηθεί με μια γυναίκα, αλλά αν εκείνη υπέκυπτε, στη συνέχεια ο συγκεκριμένος άντρας δε θα ήθελε να την παντρευτεί. Άκουγε συνέχεια αυτό το παραμύθι από τη μέρα που είχε κάνει το ντεμπούτο της. Κάθε τόσο, η Κάλι έπιανε τη Φραντσέσκα να ρίχνει ανήσυχα βλέμματα προς το μέρος της. Όταν έφυγε και ο τελευταίος επισκέπτης τους, η φίλη της γύρισε προς το μέρος της και της είπε ήρεμα: «Μπορεί ο λόρδος Μπρόμγουελ να αναγκάστηκε για κάποιο λόγο να φύγει από την πόλη. Μπορεί να συνέβη κάτι επείγον στο κτήμα του και να μην είχε το χρόνο να στείλει κάποιο μήνυμα». «Ναι, μπορεί», της απάντησε η Κάλι επιστρατεύοντας ένα χαμόγελο. «Ή μπορεί να είναι απλά άστατος χαρακτήρας. Έχω ακούσει ότι πολλοί άντρες είναι έτσι». «Δε μου φάνηκε τέτοιος άνθρωπος», παρατήρησε η Φραντσέσκα και συνοφρυώθηκε περισσότερο. «Είχα αρχίσει να σκέφτομαι -ω, καλά, δεν υπάρχει λόγος να κουβεντιάζουμε γι’ αυτό τώρα, υπάρχει; Πρέπει να περιμένουμε να δούμε αν θα σου στείλει κάποιο γράμμα που θα εξηγεί τι συνέβη. Ή μπορεί πολύ απλά να εμφανιστεί ο ίδιος αύριο με μια απόλυτα λογική εξήγηση». Η Κάλι δεν μπορούσε να φανταστεί ποια θα μπορούσε να ήταν αυτή η λογική εξήγηση, γιατί ό,τι και να είχε συμβεί, θα μπορούσε να της είχε στείλει μέχρι τώρα ένα σημείωμα για να της εξηγήσει την απουσία του. Παρ’ όλ’ αυτά, βιαζόταν να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή τη συζήτηση, γιατί κάθε λεπτό που περνούσε δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να κρύψει την ανησυχία και τους φόβους της. Και φοβόταν πως αν η Φραντσέσκα συνέχιζε αυτή τη συζήτηση, θα έβαζε τα κλάματα. Ευτυχώς, ήθελε και η Φραντσέσκα να βάλει ένα τέλος στη συζήτηση και άρχισε να φλυαρεί για τα ρούχα που θα φορούσαν εκείνο το βράδυ στην όπερα, πρόθυμη να σηκώσει στους ώμους της όλο το βάρος της συζήτησης, ενώ η Κάλι έκανε απλώς πού και πού κάποιο σχόλιο.


Πήγαν στην όπερα με την Αϊρίν και τον Γκίντεον και κάθισαν στο πολυτελέστατο θεωρείο του λόρδου Ράντμπορν. Η Κάλι είχε φροντίσει ιδιαίτερα το ντύσιμο και τα μαλλιά της, ανίκανη να πνίξει την ελπίδα ότι θα έβλεπε τον Μπρόμγουελ εκείνο το βράδυ. Αν εκείνος ήταν εκεί, είχε μεγάλη σημασία να είναι στις ομορφιές της -και να δείχνει κεφάτη και ξέγνοιαστη. Εκείνος όμως δεν ήταν εκεί και η Κάλι δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει δυστυχισμένη ή ανακουφισμένη. Γιατί αν ο Μπρομ ήταν στην όπερα, αυτό θα σήμαινε ότι δεν είχε αναγκαστεί να φύγει εσπευσμένα, ή ότι δεν ήταν άρρωστος, ή κάτι παρόμοιο, τέλος πάντων. Θα σήμαινε ότι απλά δεν είχε θελήσει να την επισκεφθεί. Το επόμενο απόγευμα, η Κάλι αποφάσισε να κάνει μια σειρά επισκέψεις. Αρκετά είχε μείνει στο σπίτι τελευταία περιμένοντας την επίσκεψη του λόρδου Μπρόμγουελ. Δεν ήθελε να περάσει ένα ακόμα απόγευμα άπραγη. Την έτρωγε, βέβαια, λιγάκι η ανησυχία ότι εκείνος μπορεί να ερχόταν να τη δει κι αυτή να έλειπε, αλλά δεν ενέδωσε. Αν ερχόταν, θα του άξιζε να μην τη βρει εκεί και να διαπιστώσει ότι δεν είχε μείνει να τον περιμένει με αγωνία. Παρ’ όλ’ αυτά, όταν επέστρεψε, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό κι έψαξε τα επισκεπτήρια που της είχαν αφήσει όσο έλειπε, μόνο και μόνο για να δει αν υπήρχε και το δικό του ανάμεσα τους. Δεν υπήρχε. Η Φραντσέσκα είχε αποφύγει με τακτ να θίξει το θέμα του λόρδου Μπρόμγουελ μετά τη σύντομη συζήτησή τους το προηκοινότητά της να βρίσκει ένα σωρό άλλα θέματα προς συζήτηση εκτός από το προφανές. Το επόμενο βράδυ ήταν ο χορός της λαίδης Σμάιδ-Φέρλινγκ. Η συγκεκριμένη κυρία δε φημιζόταν για τα εξαίρετα πάρτι της, αλλά ήταν η μοναδική εκδήλωση εκείνο το βράδυ και η Κάλι ήταν τώρα αποφασισμένη να βγαίνει σε κάθε ευκαιρία. Ήθελε απελπισμένα να είναι απασχολημένη, να χορεύει, να κουβεντιάζει, να κάνει κάτι, οτιδήποτε, για να διώχνει από το μυαλό της τις καταθλιπτικές σκέψεις και τις αμφιβολίες. Με το που μπήκε όμως στην αίθουσα χορού εκείνο το βράδυ, ευχήθηκε να μην είχε πάει. Ενώ έκανε ευγενικά υπόκλιση μπροστά στη λαίδη Σμάιδ-Φέρλινγκ και στις δύο κόρες της, το βλέμμα της έπεσε στην απέναντι μεριά του δωματίου. Και εκεί, στην άκρη της αίθουσας χορού, στεκόταν ο λόρδος Μπρόμγουελ και κουβέντιαζε με το λόρδο Γουέστφιλντ. Η καρδιά πετάρισε στο στήθος της και κατέβαλε προσπάθεια για να ελέγξει την έκφρασή της. Ήταν εδώ! Η ελπίδα φούντωσε στο στήθος της όσο και να πάσχισε να τη δαμάσει. Ο Μπρομ θα


την έβλεπε, σκέφτηκε, θα γύριζε, θα της χαμογελούσε, και στη συνέχεια θα την πλησίαζε και όλα θα ήταν πάλι όπως πρώτα. Θα έσβηναν όλες οι παράλογες ανησυχίες της. Εκείνος όμως ούτε γύρισε ούτε την κοίταξε. Η Κάλι απομακρύνθηκε, φροντίζοντας να μην πλησιάσει προς το μέρος του. Δε θα τον αναζητούσε από μόνη της. Αν ήθελε να της μιλήσει, ας ερχόταν εκείνος να τη βρει. Δεν ήρθε. Η Κάλι χόρεψε με τον οικοδεσπότη και με το σύζυγο της μεγάλης κόρης της λαίδης Σμάιδ-Φέρλινγκ. Χόρεψε με τον καλό φίλο της Φραντσέσκα, τον σερ Λούσιεν -και χάρηκε που εκείνος φρόντισε να βρίσκεται στο πλευρό της το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς. Ήταν σίγουρη πως κάτι του είχε ψιθυρίσει στο αυτί η Φραντσέσκα, αλλά ήταν καλοσύνη του που έσπευσε να της αφιερώσει αυτή τη βραδιά για να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Ένιωσε επίσης ευγνώμων που η λίστα της είχε γεμίσει, που δεν υπήρχε χορός που να μην την είχαν ζητήσει να χορέψει, γιατί έτσι μπορούσε να δίνει τουλάχιστον την εντύπωση ότι διασκέδαζε. Μιλούσε, γελούσε, κατάφερε ακόμα και να φλερτάρει λίγο -με τον σερ Λούσιεν αυτό ήταν εύκολο, ήταν πασίγνωστο πως ο άνθρωπος αυτός μπορούσε να φλερτάρει ακόμα και μόνος του. Μέσα της, όμως, πονούσε. Ο Μπρομγουελ ήταν εκεί -ο άντρας που την είχε φιλήσει παθιασμένα μερικές νύχτες πριν, ο άντρας που της ήταν εντελώς αφοσιωμένος τις προηγούμενες βδομάδες- και απόψε δεν την είχε πλησιάσει να της πει καν ένα γεια. Και ίσως να ήταν καλύτερα, σκέφτηκε, γιατί αν την πλησίαζε, δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της. Ήδη της ήταν δύσκολο να το κάνει, χωρίς να χρειαστεί να τον αντιμετωπίσει. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Το μόνο που ήθελε η Κάλι ήταν να γυρίσει σπίτι της και να κλάψει στο κρεβάτι της, αλλά δε θα έφευγε νωρίς. Δε θα έδινε σε κανέναν την ευκαιρία να κουτσομπολέψει πίσω από την πλάτη της, να σχολιάσει την αναστάτωσή της. Ήξερε ότι ακούγονταν ήδη ψίθυροι. Μέχρι τώρα, ο λόρδος Μπρομγουελ είχε φροντίσει επιμελώς να της δείξει την προτίμησή του, αλλά απόψε ήταν ολοφάνερο ότι δεν της μιλούσε. Είχε νιώσει διάφορα βλέμματα να καρφώνονται πάνω της, είχε δει ανθρώπους να κόβουν στη μέση τη φράση τους έτσι και γύριζε να κοιτάξει προς το μέρος τους. Αυτό έκανε ακόμα πιο ανυπόφορο τον πόνο της, ενώ την ίδια στιγμή η ανάγκη της να μην τον αποκαλύψει γινόταν πιο επιτακτική. Η Κάλι πρόσεξε πως η Φραντσέσκα άρχισε να προσποιείται


την κουρασμένη πολύ πριν την ώρα της, να κρύβει ένα χασμουρητό με τη βεντάλια της, και στη συνέχεια να ζητάει χαριτωμένα συγνώμη από τους γύρω της για τη νύστα της. Η Κάλι υποπτεύθηκε πως τα έκανε όλ’ αυτά για χάρη της, για να μπορέσουν να φύγουν νωρίς από το πάρτι. Δεν ξαφνιάστηκε, λοιπόν, όταν την άκουσε λίγο αργότερα να ανακοινώνει σε όλους ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο, να λέει στα γρήγορα ένα αντίο και να φεύγουν. Η Κάλι αναστέναξε ανακουφισμένη όταν κάθισε στην άμαξα κι έγειρε πίσω στο μαλακό, δερμάτινο κάθισμα. «Σ’ ευχαριστώ», είπε σιγανά στη Φραντσέσκα. «Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ βαρετό πάρτι», της απάντησε ανάλαφρα εκείνη και την έπιασε μαλακά από το μπράτσο. «Είσαι καλά, αγαπητή μου;» Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, βέβαια. Λίγο μπερδεμένη, το παραδέχομαι, αλλά...» Αποτέλειωσε τη φράση της μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων. Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, αλλά η Κάλι ήταν σίγουρη πως δεν είχε πειστεί από την απάντησή της, ήταν όμως πολύ καλοαναθρεμμένη για να επιμείνει. Αντ’ αυτού, αρκέστηκε απλώς να πει: «Υποθέτω ότι δεν πρέπει να υποτιμάμε ποτέ τις ιδιοτροπίες των αντρών. Πάντως, είμαι σίγουρη πως η συμπεριφορά του λόρδου Μπρόμγουελ πρέπει να επηρεάστηκε με κάποιον τρόπο από εκείνη την απαίσια την αδελφή του». Η Κάλι δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο της. «Μπράβο, Φραντσέσκα, μ’ έκανες να γελάσω». «Ναι. Η μητέρα μου παρατήρησε κάποτε ότι μπορώ να διακωμωδήσω και την πιο σοβαρή κατάσταση». Σταμάτησε και πρόσθεσε με ύφος κωμικό: «Δε νομίζω ότι το εννοούσε ως κομπλιμέντο». Η Φραντσέσκα, με τη συνηθισμένη ευαισθησία της, δεν έκανε άλλο σχόλιο στην υπόλοιπη διαδρομή, και όταν έφτασαν σπίτι της, καληνύχτισε την Κάλι και πήγε στο καθιστικό της να ρυθμίσει «κάποια θέματα», όπως είπε. Η Κάλι ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες, νιώθοντας τα δάκρυα που συγκροτούσε τόσες ώρες να τσούζουν τα μάτια της. Η καμαριέρα της την περίμενε στο δωμάτιό της, αλλά φρόντισε να τη διώξει στα γρήγορα, αγνοώντας τη σαστισμένη έκφραση της κοπέλας. Ύστερα, για πρώτη φορά απόψε, έμεινε επιτέλους μόνη. Στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη, αφήνοντας όλα τα τείχη που είχε υψώσει να γκρεμιστούν. Δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να νιώσει το οτιδήποτε, δεν του είχε επιτρέψει να σκεφτεί καν τον πόνο, α-


ποφασισμένη να δείξει ένα ψυχρό και ήρεμο πρόσωπο στον κόσμο. Αλλά τώρα έπρεπε να το χωνέψει: η φλόγα του λόρδου Μπρόμγουελ είχε σβήσει. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν ενδιαφερόταν πια γι’ αυτήν. Και εκείνη θα έπρεπε να μάθει να ζει χωρίς αυτόν. Ένας βαθύς, πρωτόγονος ήχος ξέφυγε από το στόμα της -κάτι σαν βογκητό και λυγμός μαζί- και ρίχτηκε στο κρεβάτι αφήνοντας τα δάκρυά της να κυλήσουν ελεύθερα. Το επόμενο πρωί η Κάλι φαινόταν καταπονημένη και τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, αλλά δε συμφώνησε όταν η Φραντσέσκα της πρότεινε να μη δεχτούν καμιά επίσκεψη εκείνο το απόγευμα. «Όχι, κάποια στιγμή θα πρέπει να τους δω, και αρνούμαι να επιτρέψω στον οποιονδήποτε να νιώσει λύπηση για μένα. Το ξέρω ότι θα το κουτσομπολέψουν, ότι θα πουν πως ο λόρδος Μπρόμγουελ βαρέθηκε τη συντροφιά μου, αλλά τουλάχιστον δε χρειάζεται να τους δώσω και άλλη τροφή για κουτσομπολιά με το να καταρρεύσω». «Είσαι πολύ γενναία κοπέλα», της είπε η Φραντσέσκα. «Δυστυχώς, κάτι μου λέει ότι θα κατακλυστούμε από τις επισκέψεις σήμερα». Όπως αποδείχθηκε τελικά, ο αριθμός των επισκεπτών δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο είχε φοβηθεί η Φραντσέσκα, αλλά το απόγευμά τους ήταν γεμάτο, και η Κάλι φρόντισε να κουβεντιάζει συνέχεια, σαν να μην είχε προσέξει την απουσία του λόρδου Μπρόμγουελ και να μην την ένοιαζε καθόλου. Ανακουφίστηκε πάντως όταν η ώρα πέρασε και ήταν πια πολύ αργά για άλλες επισκέψεις, οπότε θα μπορούσαν να καθίσουν και να απολαύσουν το τσάι τους με την ησυχία τους. Η Κάλι δεν είχε διάθεση να βάλει τίποτα στο στόμα της, αλλά ευτυχώς κανείς δε θα τους ενοχλούσε πλέον. Όχι τέτοια ώρα. Η Φραντσέσκα σέρβιρε το τσάι, όταν το σπίτι αντήχησε από ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Η Φραντσέσκα και η Κάλι αντάλλαξαν ένα έκπληκτο βλέμμα, αλλά συνέχισαν με το τσάι τους. Εκείνο που τους ξάφνιασε περισσότερο ήταν η εμφάνιση του μπάτλερ λίγο αργότερα. Ο άνθρωπος έδειχνε διχασμένος. «Ε...» είπε διστάζοντας, αλλά στη συνέχεια βιάστηκε να ολοκληρώσει. «Η εξοχότητά του, ο δούκας του Ρόκφορντ, βρίσκεται εδώ, λαίδη μου, και θέλει να σας δει». Ήταν φανερό πως ο δούκας ήταν ένα πρόσωπο που ακόμα και ο Φέντον δεν τολμούσε να αψηφήσει. Η Φραντσέσκα και η Κάλι αντάλλαξαν ένα ακόμα βλέμμα θορυβημένες. Η απαίσια κατάληξη μιας εξίσου απαίσιας μέρας, σκέφτηκε η Κάλι. Ο Σινκλέρ θα πρέπει να είχε μάθει για τις επισκέψεις


του Μπρόμγουελ και είχε έρθει να της ζητήσει το λόγο. «Ναι, Φέντον, ασφαλώς, πες του να περάσει», είπε η Φραντσέσκα, πνίγοντας έναν αναστεναγμό,' και σηκώθηκε. Δίπλα της, η Κάλι έκανε το ίδιο. Ένα λεπτό αργότερα, ο δούκας μπήκε στο δωμάτιο. Φορούσε στολή ιππασίας και, από την κάθε άλλο παρά άριστη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι μπότες του, ήταν προφανές ότι είχε έρθει κατευθείαν στο σπίτι της Φραντσέσκα, χωρίς να περάσει πρώτα από το Λιλ Χάουζ να αλλάξει. Τα σκούρα μαλλιά του ήταν ανακατεμενά, το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό και ο τρόπος που αστραφταν τα μάτια του δεν προμήνυε τίποτε καλό για τις δυο γυναίκες. «Τι στο διάβολο γίνεται εδώ από τη μέρα που έφυγα;» ρώτησε κοφτά. «Πήρα ένα γράμμα από τη γιαγιά που μου έγραφε πως σε έχουν δει να περιφέρεσαι σε όλη την πόλη με τον κόμη του Μπρόμγουελ. Πολλοί, μάλιστα, της έκαναν νύξεις ότι πρέπει να περιμένουμε σύντομα μια “σημαντική ανακοίνωση”». «Λυπάμαι αν σ’ ενόχλησε το γράμμα της γιαγιάς, Σινκλέρ», του απάντησε ψυχρά η Κάλι. «Αλλά ειλικρινά δεν πιστεύω ότι υπήρχε λόγος να έρθεις να με ενημερώσεις σχετικά αυτοπροσώπως». «Να πάρει η οργή, Κάλι!» αναφώνησε ο δούκας. «Μη μου παριστάνεις την αθώα εμένα. Σου είπα να μην ξαναδείς αυτό τον άντρα! Κι εσύ...» Ο δούκας γύρισε στη Φραντσέσκα. «Θεέ μου, πώς μπόρεσες να φερθείς τόσο ελαστικά, τόσο ανεύθυνα, ώστε να επιτρέψεις σ’ αυτό τον άντρα να φλερτάρει την αδελφή μου;» «Συγνώμη;» τον αντέκρουσε παγωμένα εκείνη. «Εχεις την αναίδεια να μου ζητάς το λόγο για το ποιον δέχομαι στο σπίτι μου και ποιον όχι;» «Καλά, δεν μπόρεσες να καταλάβεις τι σκάρωνε;» γρύλισε ο Ρόκφορντ. «Δεν ήξερες ότι δεν έπρεπε να επιτρέψεις σ’ έναν άντρα που με μισεί να προσπαθήσει να πλευρίσει την αδελφή μου;» «Αν δεν εγκρίνεις τους ανθρώπους που δέχομαι στο σπίτι μου, δεν έχω καμιά αμφιβολία πως θα θελήσεις να πάρεις από δω την Κάλι», του πέταξε η Φραντσέσκα. «Αν είμαι τόσο ελαστική στα κριτήριά μου, τόσο χαλαρή ως προς το ποιον βλέπω και με ποιον μιλάω, ειλικρινά απορώ πώς επέτρεψες στην Κάλι να μείνει εδώ εξαρχής». Ο δούκας φάνηκε να ξαφνιάζεται και έσμιξε τα φρύδια του, αλλά προτού προλάβει να μιλήσει, η Κάλι έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε ξερά: «Κανείς δεν πρόκειται να με “πάρει” από πουθενά. Είμαι μια ενήλικη γυναίκα και θα μείνω όπου θέλω εγώ». Γύρισε προς τη Φραντσέσκα. «Εκτός, βέβαια, αν δε θέλεις να


μείνω πλέον μαζί σου μετά την αγενή συμπεριφορά του αδελφού μου». Η Φραντσέσκα μαλάκωσε αρκετά ώστε να της χαμογελάσει. «Είσαι πάντα ευπρόσδεκτη εδώ, Κάλι, το ξέρεις». Έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στο δούκα που άφηνε να εννοηθεί ότι δεν ίσχυε το ίδιο και για κείνον. Κοίταξε πάλι την Κάλι. «Τώρα νομίζω ότι είναι καλύτερα να σ’ αφήσω μόνη σου με το δούκα να κουβεντιάσετε το θέμα». «Όχι, Φραντσέσκα, ειλικρινά, δε χρειάζεται να φύγεις...» άρχισε να διαμαρτύρεται εκείνη. Η Φραντσέσκα τη σταμάτησε μ’ ένα νεύμα. «Δε νομίζω ότι ο αδελφός σου έχει την ίδια άποψη. Είναι φανερό ότι ο κόμης του Μπρόμγουελ και η οικογένειά του αποτελούν προσωπικό ζήτημα για το δούκα». Και λέγοντας αυτά, γύρισε, έριξε ένα ψυχρό βλέμμα στον Ρόκφορντ και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Ο δούκας την παρακολούθησε να φεύγει, σφίγγοντας το σαγόνι του ακόμα περισσότερο. Ξαναγύρισε προς το μέρος της αδελφής του, αλλά η Κάλι τον πρόλαβε προτού ανοίξει το στόμα του. «Πώς μπόρεσες να μιλήσεις μ’ αυτό τον τρόπο στη Φραντσέσκα;» τον ρώτησε και τα μάτια της πετούσαν φλόγες. «Η συμπεριφορά σου ήταν απαίσια, φέρθηκες σαν να είχες το δικαίωμα να της λες τι να κάνει και τι όχι! Ποιον μπορεί να βλέπει και ποιον όχι! Για όνομα του Θεού, Σινκλέρ!» «Έχω απόλυτη επίγνωση ότι δεν μπορώ ν’ ασκήσω κανέναν έλεγχο στη λαίδη Χόξτον», την αντέκρουσε σφιγμένα ο αδελφός της. «Παρ’ όλ’ αυτά, πίστευα ότι θα είχε την ωριμότητα να μην επιτρέψει στον οποιονδήποτε άντρα να κάνει τόσο στενή παρέα μαζί σου ώστε να το συζητάει ολόκληρη η πόλη. Και ιδιαίτερα στον Μπρόμγουελ!» «Η Φραντσέσκα δε φταίει σε τίποτα. Φρόντισε, όσο καιρό βρίσκομαι εδώ, να έχω πάντα τη σωστή συνοδεία. Κανείς δε θα τολμούσε να υπαινιχθεί πως έκανα κάτι το σκανδαλώδες». «Όχι, και βέβαια όχι», είπε ανυπόμονα ο Ρόκφορντ. «Και πώς ήθελες να ξέρει η Φραντσέσκα ότι θα το έπαιρνες τόσο στραβά αν με φλέρταρε ένας περιζήτητος τζέντλεμαν; Εκείνη δεν ήξερε καν το λόρδο Μπρόμγουελ μέχρι να έρθω να μείνω εγώ εδώ μαζί της». «Νόμιζα ότι ήταν αρκετό το ότι είχα φροντίσει να το ξεκαθαρίσω σ’ εσένα», την αντέκρουσε ο Ρόκφορντ. «Κατά τα φαινόμενα όμως, εσύ δε μου έδωσες καμιά σημασία». «Δεν είμαι κανένα παιδί για να μου υπαγορεύεις τι θα κάνω


και ποιον θα βλέπω χωρίς να μου εξηγείς το λόγο! Αν είχε κάτι το στραβό ο Μπρόμγουελ, θα έπρεπε να μου το είχες πει από την αρχή». Ο Ρόκφορντ άλλαξε στάση και στηρίχτηκε στο άλλο πόδι, δείχνοντας αμήχανος. «Τι συμβαίνει; Τι το κακό έχει ο λόρδος Μπρόμγουελ;» επέμεινε η Κάλι. «Γιατί τον απεχθάνεσαι τόσο;» «Δεν τον απεχθάνομαι», της απάντησε σφιγμένα ο Ρόκφορντ. «Δεν τρέφω κανένα συναίσθημα για τον άνθρωπο, ούτε καλό ούτε κακό. Εκείνος με απεχθάνεται. Χρόνια τώρα. Φοβήθηκα ότι θα προσπαθούσε να σε πλευρίσει και να σε πληγώσει... με σκοπό να βλάψει έμμεσα εμένα». «Γιατί;» τον ρώτησε η Κάλι. «Εκείνος δε μου είπε ποτέ το παραμικρό ότι σε μισεί. Δε νομίζω να μου μίλησε ποτέ για σένα. Γιατί θα σε αντιπαθούσε τόσο ώστε να με φλερτάρει απλά και μόνο για να βλάψει εσένα;» «Αυτό δεν είναι κάτι που ένας κύριος το κουβεντιάζει με μια κυρία», άρχισε να της λέει σφιγμένα ο αδελφός της. Τα μαύρα μάτια της Κάλι πέταξαν φλόγες. «Τότε φοβάμαι πως εμείς οι δυο δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε». Προχώρησε προς την πόρτα. «Να πάρει η οργή, Κάλι! Προσπαθώ να σε προστατεύσω». «Είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Αλλά αν για να με προστατεύσεις πρέπει να μου φέρεσαι σαν να είμαι κανένα ανήλικο, σαν να μην είμαι υπεύθυνο άτομο, τότε δεν τη θέλω την προστασία σου». Ο Ρόκφορντ έσφιξε τα χείλια του. Η Κάλι αναστέναξε, και εντελώς απροσδόκητα τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Προχώρησε πάλι προς την πόρτα. «Περίμενε!» Ο Ρόκφορντ γύρισε και άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της. «Κάλι, περίμενε. Μη φύγεις. Θα σου πω». Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε περιμένοντας. «Δεκαπέντε χρόνια πριν, ο Μπρόμγουελ με προκάλεσε σε μονομαχία». Ο δούκας έκανε μια παύση και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Επειδή ατίμασα την αδελφή του».


Κεφάλαιο 13

Η Κάλι έμεινε να τον κοιτάζει. «Τι πράγμα; Πώς μπόρεσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο;» Ένα αχνό χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του δούκα. «Δε θα με ρωτήσεις αν είχε δίκιο που με κατηγόρησε;» «Και βέβαια όχι. Ειλικρινά, Σινκλέρ... τόσο χαζή με θεωρείς;» παρατήρησε με έντονο ύφος η Κάλι. «Το ξέρω ότι δε θα ατίμαζες καμιά γυναίκα, πόσο μάλλον μια λαίδη. Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να μην ξέρω ότι είχες... σχέσεις με γυναίκες. Αλλά είμαι σίγουρη ότι ήταν εντελώς υπεράνω υποψίας και... ε, επαγγελματικές». Ο δούκας γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. «Πώς ήταν δυνατόν να φανταστώ ότι θα μπορούσες να ταραχτείς από τα νέα;» «Δεν ξέρω. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί ο Μπρόμγουελ θα πίστευε κάτι τέτοιο για σένα. Δεν είναι ηλίθιος άνθρωπος». Ο Ρόκφορντ σήκωσε τους ώμους του. «Ήταν πολύ νέος τότε, και είχαν φροντίσει να τον παραπληροφορήσουν άσχημα. Δε με γνώριζε. Δεν ήξερε ότι δεν είμαι από τους τύπους που θα μπορούσαν να βιάσουν μια γυναίκα -ή να ξελογιάσουν μια ηθική κοπέλα. Και δεν ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι είχα... αναπτύξει δεσμό με τη λαίδη Δάφνη. Οι μισοί αριστοκράτες ήταν... μαγεμένοι μαζί της». «Και εσύ;» «Όχι». Ο αδελφός της κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Στην πραγματικότητα, εγώ ενδιαφερόμουν τότε για μια εντελώς διαφορετική κυρία, αλλά... η λαίδη Δάφνη ενδιαφερόταν για μένα. Ήταν μια νεαρή χήρα αποφασισμένη να παντρευτεί έναν άντρα με πολύ περισσότερα χρήματα από τον προηγούμενο. Ήταν πάντα άπληστη και πίστευε πως κανείς άντρας δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος στην ομορφιά της. Και με διάλεξε ως το επόμενο θύμα της. Αλλά εγώ δεν είχα καμιά διάθεση ούτε να την παντρευτώ ούτε να έχω οποιαδήποτε άλλη σχέση μαζί της. Και όταν της ξεκαθάρισα ότι οι ελπίδες της ήταν μάταιες, έγινε έξαλλη μαζί μου». Ο δούκας σήκωσε τους ώμους του. «Δεν είχε συνηθίσει να


την απορρίπτουν. Υποθέτω, λοιπόν, ότι για να μ’ εκδικηθεί, έπεισε τον αδελφό της ότι είχα παίξει μαζί της και μετά την παράτησα. Απ’ ό,τι κατάλαβα από τα λόγια του, μπορεί να ισχυρίστηκε ακόμα κι ότι την είχα αφήσει έγκυο». «Όχι!» Η Κάλι έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Κι έτσι εκείνος σε κάλεσε σε μονομαχία;» Ο Ρόκφορντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Με πιστόλια την αυγή. Ήταν ανένδοτος». «Κι εσύ πήγες;» «Και βέβαια όχι». Ο δούκας έκανε μια γκριμάτσα. «Ο Μπρόμγουελ ήταν παιδί τότε. Δεκαεπτά δεκαοκτώ χρονών, φοιτητής στην Οξφόρδη. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να χαραμίσει τη ζωή του έτσι. Και σίγουρα δεν είχα καμιά πρόθεση να πυροβολήσω στο έδαφος τη στιγμή που δεν είχα κάνει κάτι κακό». «Ούτε εσύ ήσουν πολύ μεγάλος τότε», του είπε η Κάλι. «Δεκαπέντε χρόνια πριν; Ήσουν μόλις είκοσι τριών χρονών». «Μπορεί, αλλά είχε χρειαστεί να ωριμάσω γρήγορα επειδή είχα κληρονομήσει πολύ νωρίς τον τίτλο μου. Μέχρι τότε διαχειριζόμουν ήδη πέντε χρόνια τα κτήματά μας. Ένιωθα να με χωρίζουν χρόνια από εκείνον το νεαρό θερμοκέφαλο. Αλλά...» Ο δούκας αναστέναξε, κουνώντας το κεφάλι του. «Δε χειρίστηκα καλά την υπόθεση. Ήμουν θυμωμένος με τη Δάφνη για τα ψέματά της και ήμουν θυμωμένος με... ε, με τους πάντες, υποθέτω. Ήμουν απότομος με τον νεαρό. Του μίλησα σαρκαστικά, περιφρονητικά. Του έδειξα καθαρά ότι τον θεωρούσα ένα άμυαλο παιδί και δεν καταδεχόμουν να μονομαχήσω μαζί του. Με λίγα λόγια, τον ταπείνωσα. Κι όλα αυτά έγιναν στο κλαμπ μου, μπροστά σε άλλους. Οι νέοι είναι πολύ περήφανοι. Ο Μπρόμγουελ με μίσησε όχι μόνο για το κακό που πίστευε ότι είχα κάνει στην αδελφή του, αλλά και επειδή τον ταπείνωσα δημόσια, μπροστά στην αριστοκρατία. Γύρισε πίσω στην Οξφόρδη, αλλά κράτησε μέσα του το θυμό του, τον έθρεψε». Η Κάλι πήγε στον αδελφό της και τον ακούμπησε στο μπράτσο. «Σινκλέρ, λυπάμαι πολύ. Μακάρι να μου το είχες πει». «Δεν είναι μια ιστορία που θέλει να διηγηθεί ένας άντρας στην αδελφή του. Δεν είναι καθόλου κολακευτική». «Και ο λόρδος Μπρόμγουελ σε μισεί από τότε;» τον ρώτησε η Κάλι. Τώρα τα καταλάβαινε όλα -το γιατί ο Μπρόμγουελ την είχε φλερτάρει, όπως και το γιατί είχε σταματήσει τόσο απότομα να τη βλέπει. Ο μόνος στόχος του ήταν να την πληγώσει για να εκδικηθεί τον αδελφό της. «Έμαθε ποτέ την αλήθεια;» Ο Ρόκφορντ σήκωσε τους ώμους του. «Κάθε τόσο άκουγα από διάφορους ότι εξακολουθεί να με απεχθάνεται. Η λαίδη


Δάφνη βρήκε κάποιον άλλον να την παντρευτεί. Απ’ ό,τι ξέρω, δεν απέκτησε ποτέ παιδί, αλλά αυτό είναι εύκολο να το αποδώσει κανείς σε ατύχημα, άλλη μια τραγωδία που τη βρήκε. Ήταν πάντα επιδέξια ψεύτρα. Δεν ξεγέλασε μόνο τον αδελφό της». Το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό και η Κάλι έσφιξε με συμπάθεια το μπράτσο του. «Λυπάμαι. Είμαι σίγουρη πως κανείς απ’ όσους σε ξέρουν δε θα πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσες να ξεμυαλίσεις μια γυναίκα και στη συνέχεια να την παρατήσεις». «Μπορεί να μην πίστεψαν ότι της φέρθηκα άτιμα. Αλλά υπάρχουν εκείνοι που πίστεψαν ότι ήμουν μπλεγμένος μαζί της». «Η γυναίκα για την οποία ενδιαφερόσουν;» τον ρώτησε διατακτικά η Κάλι. Ο Σινκλέρ της χαμογέλασε αχνά. «Φοβάμαι πως ερωτεύτηκε κάποιον άλλον. Δεν μπορώ να τα ρίξω όλα στη Δάφνη. Οπως ανακάλυψα, δεν μπορεί να ελέγξει κανείς το ποιον θα ερωτευθεί». Η Κάλι συνοφρυώθηκε γεμάτη θλίψη. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ την πιθανότητα ο αδελφός της να είχε ερωτευθεί κάποτε και να είχε χάσει αυτή που αγαπούσε. Ειλικρινά, δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως θα υπήρχε γυναίκα που δε θα άρπαζε την ευκαιρία να τον παντρευτεί. Ένιωσε και κάποια ενοχή επειδή είχε σκεφτεί ότι ο Ρόκφορντ ήταν πολύ ψυχρός και αλαζονικός για να αγαπήσει και γι’ αυτό είχε μείνει εργένης. Εκείνος, σαν να μάντεψε τις σκέψεις της, είπε, γυρίζοντας πάλι το θέμα στον κόμη: «Τέλος πάντων, κάτι μου λέει ότι ο Μπρόμγουελ μπορεί να μην έμαθε ποτέ τι είδους γυναίκα είναι η αδελφή του. Η αγάπη είναι ικανή να τυφλώσει τους ανθρώπους. Εξάλλου, κανείς από τους δυο τους δεν έχει ζήσει στην ουσία πολύ καιρό μέσα στους κόλπους της αριστοκρατίας. Νομίζω πως εκείνος έφυγε στο εξωτερικό όταν τέλειωσε την Οξφόρδη, και στη συνέχεια, κάμποσα χρόνια πριν, όταν κληρονόμησε τον τίτλο, αποφάσισε να ζήσει στα κτήματά του. Και ο δεύτερος σύζυγος της Δάφνης είχε αρκετό μυαλό ώστε να την κρατήσει περιορισμένη. Έχει κάμποσα χρονιά να κυκλοφορήσει στην κοινωνία. Και αμφιβάλω αν υπάρχει κάποιος που θα σχολίαζε το ποιόν της αδελφής του μπροστά στον κόμη. Μπορεί ακόμα να θεωρεί την αδελφή του αθώο θύμα». «Νομίζω ότι αυτό πιστεύει», του απάντησε η Κάλι. «Δε μου είπε τίποτε για τα όσα συνέβησαν, αλλά μου μίλησε πολύ κολακευτικά για την αδελφή του. Τη γνώρισα κι εγώ. Ήταν πολύ... ευχάριστη». «Ω, η Δάφνη είναι άσος στα τεχνάσματα. Υπάρχουν πολλοί που τη συμπαθούν -η θεία μας η Οντίλια, για παράδειγμα. Δεν


μπορώ να κατηγορήσω τον Μπρόμγουελ. Θα εχθρευόμουν τον οποιονδήποτε αν είχα την υποψία ότι σε είχε πληγώσει με κάποιον τρόπο. Και φοβόμουν ότι εκείνος θα σε πλήγωνε». «Θα έπρεπε να μου το είχες πει». «Το ξέρω. Τώρα το συνειδητοποιώ αυτό. Αλλά έχω συνηθίσει να σε βλέπω σαν την αδερφούλα μου που είναι ακόμα μωρό. Ξεχνάω ότι είσαι πια γυναίκα -μια καταπληκτική και πανέξυπνη γυναίκα». «Ίσως όχι και τόσο έξυπνη», του απάντησε η Κάλι μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Δεν μπόρεσα να διακρίνω την απάτη του λόρδου Μπρόμγουελ. Πίστεψα ότι το φλερτ του ήταν ειλικρινές. Τώρα καταλαβαίνω γιατί ήταν τόσο επίμονος στο κόρτε του. Αλλά δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς. Έπαψε πια να μ’ επισκέπτεται. Νομίζω πως επιχείρησε να σ’ εκδικηθεί μ’ αυτό τον τρόπο. Μου έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή ώστε να κάνει όλους να το προσέξουν, και στη συνέχεια, όταν σταμάτησε απότομα να μου δίνει σημασία, έγιναν όλοι μάρτυρες της αμηχανίας μου. Άρχισαν τα κουτσομπολιά. Ήταν, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συνέβη στην αδελφή του». «Λυπάμαι πάρα πολύ, Κάλι». Ο δούκας τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Θα έδινα τα πάντα για να μην είχες γνωρίσει αυτό τον πόνο». Η Κάλι ακούμπησε για μια στιγμή το κεφάλι της στο στέρνο του και αφέθηκε ν’ αντλήσει λίγη από τη δύναμή του, να τη ρουφήξει, όπως όταν ήταν παιδί και ο Σινκλέρ φρόντιζε να διορθώνει τα πάντα για χάρη της. Αλλά μετά τραβήχτηκε και του χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς. Είναι φανερό πως θα ήταν πιο έξυπνο να έκανα αυτό που μου είχες πει. Δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ότι πληγώθηκα εξαιτίας της δικής μου απερισκεψίας. Πάντως, δεν πληγώθηκα πάρα πολύ. Πάνω απ’ όλα με θλίβει η ηλιθιότητά μου. Δεν έπαθα δα και τίποτα, ένα μικρό στραπατσάρισμα της εικόνας μου. Είναι ενοχλητικό, αλλά τίποτα περισσότερο. Δε χάθηκε το καλό μου όνομα. Μπορώ να αντιμετωπίσω λίγο κουτσομπολιό. Σε λίγες βδομάδες θα έχει ξεθυμάνει. Όλο και κάτι νέο θα προκόψει και θα ξεχάσουν το δικό μου πρόβλημα». «Φοβήθηκα πως είχε πολύ χειρότερες προθέσεις όταν άκουσα ότι σε φλερτάρει». Ο Σινκλέρ της χαμογέλασε. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι θα είχες τη σύνεση νά μην τον αφήσεις να σε παρασύρει σε κάποιο σκάνδαλο». Η Κάλι θυμήθηκε τα φιλιά και τα χάδια που είχε ανταλλάξει με τον Μπρόμγουελ και δεν μπόρεσε να κοιτάξει τον αδελφό της στα μάτια. «Δεν ξέρω αν από την αρχή είχε κάποια άλλη πρόθεση


πέρα από το να με γελοιοποιήσει». «Χαίρομαι που μαθαίνω ότι δεν είναι τόσο κακός ώστε να φτάσει να σου επιβληθεί με τη βία. Άσχετα με την απέχθειά του στο πρόσωπό μου, του έχω μια εκτίμηση για την πίστη που δείχνει στην αδελφή του, και ας είναι αβάσιμη». Τους τύλιξε η σιωπή. Ήταν φανερό πως ο Ρόκφορντ ένιωθε αμήχανα να συζητάει τέτοια θέματα με την αδελφή του, και η Κάλι, που συνειδητοποίησε ένοχα πόση ελευθερία είχε δώσει στον Μπρόμγουελ, δεν είχε καμιά διάθεση για κουβέντες, γιατί φοβόταν πως η ενοχή θα διακρινόταν στη φωνή της. Η Κάλι άλλαξε ελαφρώς θέση και ο Ρόκφορντ ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Ε... εγώ πρέπει να γυρίσω στο Μάρκασλ. Έφυγα πολύ ξαφνικά, και έχω ακόμα πολλά να κάνω εκεί. Επίσης, υπάρχουν κάποια θέματα που πρέπει να ρυθμίσω στο Ντάνσι Παρκ. Οπότε δε θα μείνω». Την κοίταξε κι ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλια του. «Μην ανησυχείς, δε θα προσπαθήσω να σε πείσω να γυρίσεις μαζί μου. Βλέπω ότι είσαι καλά, και ικανή να φροντίσεις τον εαυτό σου. Ήταν χαζό εκ μέρους μου να έρθω έτσι τρέχοντας στο Λονδίνο». «Λιγάκι», συμφώνησε η Κάλι μ’ ένα χαμόγελο. «Παρ’ όλ’ αυτά, χαίρομαι που μ’ αγαπάς τόσο πολύ ώστε να το κάνεις». «Ασφαλώς. Η ευτυχία σου είναι το μόνο που μετράει. Δεν ήρθα εδώ από “οικογενειακό καθήκον” ή για την “τιμή του ονόματος” ή για κάτι τέτοιο». «Το ξέρω». «Αλλά... αν θέλεις, ε, ν’ απομακρυνθείς λίγο από την πόλη, είσαι ευπρόσδεκτη να γυρίσεις σπίτι μαζί μου», της είπε ρίχνοντας της μια ανήσυχη ματιά. «Θέλεις να πεις μέχρι να ξεθυμάνουν τα κουτσομπολιά για το άτομό μου;» τον ρώτησε η Κάλι και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, δεν το νομίζω. Δε μου αρέσει να ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη μου ούτε να μου ρίχνουν βλέμματα ειρωνείας ή λύπησης. Αλλά αρνούμαι να το βάλω στα πόδια και να κρυφτώ επειδή νιώθω κάπως αμήχανα. Και αυτό θα έδινε στο όλο θέμα μεγαλύτερη σημασία. Άρα είναι καλύτερα να μείνω και να κάνω τις κακές γλώσσες να σωπάσουν». Η περηφάνια ήταν έκδηλη στο χαμόγελό του. «Το περίμενα ότι θα ήταν αυτή η απάντησή σου». «Η Φραντσέσκα με βοηθάει πολύ σ’ αυτή την περίπτωση. Το όλο πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ’ ό,τι αν το αντιμετώπιζα μόνη -ή με τη γιαγιά». Η Κάλι τον κοίταξε αυστηρά. «Αλλά θα πρέπει να της ζητήσεις συγνώμη για τα όσα της είπες. Το λάθος


δεν είναι δικό της. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε κατά κάποιον τρόπο να με προειδοποιήσει -πολύ διακριτικά- λέγοντάς μου ότι η αδελφή του δε διαθέτει και την καλύτερη φήμη. Μου είπε επίσης ότι κατά τη γνώμη της δε θα σου άρεσε να κάνω παρέα μαζί τους -πράγμα, βέβαια, που ήξερα ήδη. Τώρα καταλαβαίνω γιατί ήταν ίσως λίγο απρόθυμη να μου δώσει περισσότερες εξηγήσεις». «Ναι, φαντάζομαι πως ήταν». «Αλλά φρόντιζε πολύ σχολαστικά να με συνοδεύει, αν και ορισμένες φορές νομίζω ότι ήταν πραγματική δοκιμασία για κείνη». «Το ξέρω ότι μίλησα ανεπίτρεπτα. Δεν της είχα πει ότι δεν ήθελα να τον βλέπεις. Και, εξάλλου, γνωρίζω ότι εκείνη δεν μπορεί να ελέγξει με κανέναν τρόπο τις πράξεις σου. Μίλησα πάνω στην οργή μου. Και βέβαια, θα της ζητήσω συγνώμη. Αν και πολύ φοβάμαι ότι η λαίδη Χόξτον έχει αποκρυσταλλώσει τη γνώμη της για μένα εδώ και πολλά χρόνια». Βρήκαν τη Φραντσέσκα στο επίσημο σαλόνι στην μπροστινή μεριά του σπιτιού. Καθόταν στο πιάνο αλλά δεν έπαιζε, κοίταζε αφηρημένα από πάνω, με τα χέρια της ακουμπισμένα στους μηρούς. Σταμάτησαν στην πόρτα. Ύστερα ο δούκας έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο. «Λαίδη Χόξτον». Η Φραντσέσκα γύρισε μόλις άκουσε τη φωνή του και σηκώθηκε. Το παγερό, ευγενικό ύφος την περιέβαλε σαν μανδύας. «Εξοχότατε». Εκείνος στράβωσε ενοχλημένος το στόμα του, αλλά είπε απλώς: «Έχετε δίκιο να είστε θυμωμένη μαζί μου. Οφείλω να σας ζητήσω συγνώμη για τον τρόπο που φέρθηκα νωρίτερα. Όπως μου τονίσατε, δεν έχω κανένα δικαίωμα να σας επιπλήξω. Φυσικά, τόσο εσείς όσο και η αδελφή μου είστε ελεύθερες να βλέπετε όποιον θέλετε. Για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, μπορώ μόνο να επικαλεστώ την επιθυμία μου να προστατεύσω την Καλάντρα. Ελπίζω ότι θα με συγχωρέσετε». Η Φραντσέσκα ένευσε βασιλικά. «Ασφαλώς», του απάντησε. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Δεν έχω πάρει ποτέ την κριτική σας κατάκαρδα». «Χαίρομαι που το ακούω», της είπε ξερά ο δούκας. «Θα γυρίσω στην επαρχία τώρα. Η Κάλι θα ήθελε να παραμείνει μαζί σας, αν βέβαια δέχεστε». «Ασφαλώς. Η Κάλι είναι πάντα ευπρόσδεκτη εδώ». Ένας ξένος μπορεί να μην είχε προσέξει τη μικρή έμφαση που είχε δώσει η Φραντσέσκα στο όνομα της Κάλι. «Σας ευχαριστώ». Ο δούκας έκανε μια υπόκλιση. «Σας αφήνω τότε».


Η Κάλι συνοδέυσε τον αδελφό της έξω. Οταν έφτασαν στην εξώπορτα, εκείνος έριξε μια ματιά πίσω του προς το σαλόνι όπου στεκόταν η Φραντσέσκα. «Μην ανησυχείς», του είπε η Κάλι μ’ ένα χαμόγελο. «Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μαλακώσω τη στάση της Φραντσέσκα απέναντι σου. Εξάλλου, δεν την έχω δει να μένει για πολύ θυμωμένη με κανέναν. Είναι από τις γυναίκες που συγχωρούν πολύ εύκολα». «Αλήθεια;» Ο δούκας χαμογέλασε αχνά. «Μη σε προβληματίζει το θέμα, Κάλι. Η λαίδη Χόξτον κι εγώ έχουμε συνηθίσει ο ένας τον άλλον». Ο δούκας έφυγε και η Κάλι τον παρακολούθησε με το βλέμμα, λίγο σκυθρωπή. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε τι έτρεχε ανάμεσα στον αδελφό της και τη Φραντσέσκα. Για εκείνη η Φραντσέσκα ήταν πάντα ένα κομμάτι της ζωής της, μια οικογενειακή φίλη. Θα έλεγε πως και ο Σινκλέρ και η Φραντσέσκα ήταν φίλοι, αλλά, τώρα που το ξανασκεφτόταν, υπήρχε πάντα κάτι το διαφορετικό στην ατμόσφαιρα ανάμεσά τους. Η Φραντσέσκα δε μοιραζόταν μαζί του την αβίαστη, γεμάτη αστεϊσμούς τρυφερότητα που μοιραζόταν με το φίλο της τον σερ Λούσιεν ή με τον αδελφό της τον Ντόμινικ. Αλλά ούτε και φλέρταρε ποτέ με το δούκα με τον ανάλαφρο τρόπο που φλέρταρε με τους άλλους αριστοκράτες. Υπήρχε μια παγωμάρα ανάμεσά τους, ακόμα κι όταν έκαναν μια ευχάριστη συζήτηση. Θυμήθηκε επίσης πόσο είχε ξαφνιαστεί η Φραντσέσκα όταν η Κάλι της είχε πει ότι ήταν ένα από τα λίγα πρόσωπα στα οποία πίστευε ότι θα την εμπιστευόταν ο αδελφός της. Και λίγο πριν ο Σινκλέρ είχε πει ότι η Φραντσέσκα είχε «αποκρυσταλλώσει» εδώ και πολλά χρόνια τη γνώμη της για εκείνον, χωρίς ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι η γνώμη αυτή ήταν καλή. Η Κάλι μπορεί να τους αποκαλούσε φίλους, αλλά τώρα πια δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι οι δυο τους θα είχαν την ίδια άποψη. Από την άλλη, ήταν απόλυτα σίγουρη ότι δεν αντιπαθούσαν ο ένας τον άλλον. Μέχρι απόψε, η Κάλι δε θυμόταν να είχε κάνει η Φραντσέσκα το παραμικρό σχόλιο για τον Σινκλέρ, καλό ή κακό, και ήταν σίγουρη πως όποτε αναφερόταν το όνομα της Φραντσέσκα σε μια συζήτηση, ο αδελφός της άκουγε πάντα με ενδιαφέρον. Και σε όλες τις εκδηλώσεις που ήταν και οι δύο παρόντες, ο Σινκλέρ χόρευε πάντα ένα βαλς με τη Φραντσέσκα. Αν ήταν ένας άλλος άντρας, αυτό μπορεί να μην έδειχνε τίποτα, αλλά η Κάλι ήξερε πως ο αδελφός της δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το χορό. Αλλά τι μπορεί να σήμαιναν όλ’ αυτά; Προβληματισμένη ακόμα με τις σκέψεις της, η Κάλι διέσχισε


το διάδρομο προς το μικρό σαλονάκι όπου υποπτευόταν ότι θα είχε αποσυρθεί η φίλη της. Το ένστικτό της την είχε οδηγήσει σωστά. Η Φραντσέσκα ήταν καθισμένη στον καναπέ και, πράγμα ασυνήθιστο για εκείνη, κρατούσε ένα κέντημα. Όταν μπήκε η Κάλι, η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της και της χαμογέλασε, ύστερα ξανάστρεψε την προσοχή της στο κέντημα. «Το λύσατε το πρόβλημα με το δούκα;» τη ρώτησε ανάλαφρα. «Ναι». Η Κάλι έκανε μια παύση και ύστερα τη ρώτησε: «Γιατί δε μου είπες ότι ο λόρδος Μπρόμγουελ αντιπαθούσε τόσο πολύ τον αδελφό μου;» Τα μάγουλα της Φραντσέσκα ρόδισαν, κοίταξε για μια στιγμή την Κάλι κι έστρεψε αλλού το βλέμμα της. «Δε... δεν ήμουν σίγουρη ότι ο λόρδος Μπρόμγουελ αντιπαθούσε τον Ρόκφορντ, ούτε ήξερα πόσο αντιπαθούσε ο δούκας εκείνον. Υπέθεσα ότι μπορεί να συνεβαινε κάτι τέτοιο... εξαιτιας του... του δούκα και, ε...» Άφησε ατέλειωτη τη φράση της σαστισμένη. «Και της λαίδης Δάφνης;» συμπλήρωσε η Κάλι. Η Φραντσέσκα την κοίταξε έκπληκτη. «Σ’ το είπε ο ίδιος;» Η Κάλι σήκωσε τους ώμους της. «Δεν υπήρχε τρόπος να το αποφύγει. Ήξερε πως δε θα τον άφηνα σε καμιά περίπτωση να ξεγλιστρήσει χωρίς να μου εξηγήσει γιατί ήταν τόσο απόλυτος στο να μην ξαναδώ το λόρδο Μπρόμγουελ. Γιατί φοβόταν τόσο πολύ το τι θα μπορούσε να κάνει ο λόρδος Μπρόμγουελ σ’ εμένα. Και όταν μου είπε ότι ο Μπρόμγουελ τον είχε προκαλέσει σε μονομαχία...» «Τι πράγμα!» Η βελόνα ξέφυγε από το χέρι της Φραντσέσκα κι έπεσε στο πάτωμα χωρίς εκείνη να το προσέξει. «Προκάλεσε τον Σινκλέρ σε μονομαχία;» «Ναι. Δεν το ήξερες;» Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της με τέτοια δύναμη, που οι χρυσαφένιες μπούκλες της άρχισαν να χορεύουν. «Όχι! Θα πρέπει να ήταν τρελός! Όλοι ξέρουν την επιδεξιότητα του Ρόκφορντ στο σημάδι». «Υποπτεύομαι πως ήταν πολύ θολωμένος για να καθίσει να σκεφτεί», της απάντησε η Κάλι. «Ο Σινκλέρ μου είπε ότι ο κόμης ήταν μόλις δεκαεπτά δεκαοκτώ χρονών τότε και νόμιζε... ε, πίστευε ότι ο Σινκλέρ είχε παίξει βρόμικα με την αδελφή του, ότι την είχε αποπλανήσει και στη συνέχεια την παράτησε. Γι’ αυτό τον κατηγόρησε, αν και ο Σινκλέρ δεν το έθεσε τόσο ωμά». Η Φραντσέσκα άφησε να της ξεφύγει μια μικρή κραυγή απορίας. «Λες και κάποιος είχε ανάγκη ν’ αποπλανήσει τη λαίδη Δάφνη!»


«Ο Μπρόμγουελ αγαπάει πάρα πολύ την αδελφή του. Τον έχω ακούσει να μιλάει γι’ αυτήν. Είμαι σίγουρη ότι δεν αντιλαμβανόταν τι είδους άνθρωπος ήταν η αδελφή του. Ήταν μικρός κι έλειπε για σπουδές». «Ασφαλώς. Και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η Δάφνη του είπε ότι την είχαν βλάψει. Ήλπιζε ότι θα πίεζε τον αδελφό σου να την παντρευτεί, είμαι σίγουρη. Ήθελε πάρα πολύ να γίνει η δούκισσα του Ρόκφορντ». «Φαίνεται ότι δεν ήξερε και πολύ καλά τον Σινκλέρ», παρατήρησε η Κάλι. Ένα φευγαλέο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της Φραντσέσκα. «Οχι. Υποθέτω ότι τελικά δεν τον ήξερε. Ο Ρόκφορντ δεν είναι καλός όταν τον πιέζουν». Κούνησε το κεφάλι της. «Τι έγινε; Σου είπε ο Ρόκφορντ; Δεν μπορεί να μονομάχησε με τον νεαρό». «Όχι, και βέβαια όχι. Μου είπε όμως ότι λυπάται για τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα. Προφανώς τον προσέβαλε φρικτά και πιστεύει ότι πλήγωσε την περηφάνια του Μπρόμγουελ. Ο Μπρομ -ο Μπρόμγουελ, εννοώ- πρέπει να του κρατούσε κακία όλ’ αυτά τα χρόνια. Κι όταν βρήκε την ευκαιρία να πάρει μια μικρή εκδίκηση από τον Σινκλέρ, την άρπαξε». Η Κάλι σήκωσε τους ώμους της. «Φλέρταρε την αδελφή του δούκα και στη συνέχεια την παράτησε στα κρύα του λουτρού, εκθέτοντάς τη στα κουτσομπολιά της αριστοκρατίας». «Αχ, Κάλι, λυπάμαι πολύ». Η Φραντσέσκα άπλωσε το χέρι της ν’ αγκαλιάσει τη φίλη της και η Κάλι είδε ότι τα γαλανά μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. «Δεν είχα ιδέα ότι ο κόμης κρατούσε τέτοια κακία στο δούκα. Δεν είχα ακούσει τίποτε για τη μονομαχία. Μόλις είχα κάνει το ντεμπούτο μου... και ο λόρδος Χόξτον με είχε ζητήσει σε γάμο. Ήμουν τόσο απορροφημένη στις έγνοιες μου που υποθέτω ότι δεν παρακολουθούσα όλα τα κουτσομπολιά». Η Φραντσέσκα δε θεώρησε αναγκαίο να προσθέσει ότι εκείνη την εποχή έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για ν’ αποφύγει ν’ ακούσει οτιδήποτε είχε σχέση με το δούκα του Ρόκφορντ. «Στην αρχή ήμουν λίγο καχύποπτη απέναντι στο λόρδο Μπρόμγουελ», συνέχισε η Φραντσέσκα. «Κυρίως, όμως, επειδή ήταν αδελφός της λαίδης Σουίδινγκτον, και νόμιζα ότι μπορεί να της έμοιαζε. Να ήταν κι αυτός άπληστος, φιλόδοξος, έκλυτος. Ήμουν καχύποπτη ως προς τους λόγους που σε φλέρταρε, γιατί νόμιζα πως μπορεί να είχε κάποια έχθρα απέναντι στον Ρόκφορντ, αλλά θεώρησα ότι δε μου επιτρεπόταν να σου μιλήσω για τον αδελφό σου και την αδελφή του Μπρόμγουελ. Δε μου φάνηκε πρέπον. Και δεν είχα ιδέα για τη δύναμη της έχθρας του Μπρόμγουελ. Ή ότι θα αποζητούσε να πάρει την εκδίκησή του από το δούκα


εκμεταλλευόμενος εσένα. Λυπάμαι πολύ. Δε θα έπρεπε να του είχα δώσει την άδεια να σε επισκέπτεται εδώ. Θα έπρεπε να τον είχα υπό πιο αυστηρή επιτήρηση». Η Κάλι χαμογέλασε κι έσφιξε καθησυχαστικά το χέρι της φίλης της. «Είσαι πολύ γλυκιά, αλλά δε νομίζω ότι θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι. Το ήξερα ότι ο Σινκλέρ δεν τον συμπαθούσε, ότι δεν ήθελε να τον βλέπω. Αν κάποιος φταίει, αυτή είμαι εγώ -επειδή φέρθηκα επιπόλαια και πεισματικά, αρνούμενη ν’ ακολουθήσω τη συμβουλή του αδελφού μου. Ήμουν χαζή -και πανέτοιμη να πιστέψω ότι ο λόρδος Μπρόμγουελ ενδιαφερόταν για μένα». «Είναι ποταπός», δήλωσε η Φραντσέσκα. «Βάλθηκε επίτηδες να σου ραγίσει την καρδιά! Σου δίνω το λόγο μου, θα βρω έναν πολύ διαβολικό και οδυνηρό τρόπο να τον ταπεινώσω στα μάτια της αριστοκρατίας». Η Κάλι γέλασε γιατί ήξερε ότι η Φραντσέσκα το εννοούσε. «Όχι, ειλικρινά, δεν έγινε κάτι φοβερό. Δε μου ράγισε την καρδιά. Οπως σου είπα όταν πρωτοήρθα να μείνω εδώ, δεν είμαι ρομαντική. Δεν τον ερωτεύθηκα παράφορα. Όπως είπα και στον Σινκλέρ, μ’ έφερε απλώς σε δύσκολη θέση. Δεν είμαστε καν στην ακμή της Σεζόν. Οι μισοί γνωστοί μου δεν έχουν έρθει ακόμα στην πόλη, και σε μια δυο βδομάδες θα προκόψει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον για να κουτσομπολέψουν από εμένα και το στραπατσάρισμα της περηφάνιας μου». Η Φραντσέσκα εξακολουθούσε να δείχνει συγχυσμένη, αλλά άφησε το θέμα να λήξει εκεί. Η Κάλι της ήταν ευγνώμων. Ήξερε ότι τα λόγια της δεν ήταν απόλυτα αληθινά και ήταν δύσκολο να συνεχίσει να προσποιείται την εύθυμη. Πίστευε πράγματι ότι τα κουτσομπολιά για το άτομό της θα σταματούσαν σύντομα, και μολονότι δεν της άρεσε να την κουβεντιάζουν, μπορούσε να το αντέξει. Είχε πει όμως ψέματα για τον πόνο που ένιωθε στην καρδιά της. Η αλήθεια ήταν ότι η καρδιά της μάτωνε χωρίς τον Μπρομ. Δεν είχε πληγωθεί μόνο η περηφάνια της. Δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Αυτό ήταν κάτι που φρόντιζε να το θυμίζει τακτικά στον εαυτό της. Δεν μπορούσε, όμως, ν’ αρνηθεί ότι οι μέρες της ήταν πολύ πιο ανιαρές χωρίς εκείνον. Της έλειπαν οι κουβέντες τους, της έλειπε το πρόσωπό του. Της έλειπε το χαμόγελο, το γέλιο του, ο τρόπος που γέμιζε ένα δωμάτιο με την παρουσία του. Τις προάλλες το βράδυ, όταν τον είχε δει απέναντι της στην αίθουσα, η καρδιά είχε πεταρίσει στο στήθος της. Το πρόβλημα ήταν, σκέφτηκε, ότι χωρίς εκείνον ένιωθε μόνη και δυστυχισμένη. Κάθε πρωί όταν ξυπνούσε, για μια στιγμή ένιωθε όπως παλιά, ύστερα θυμόταν ότι ο Μπρομ δεν ήταν πια στη ζωή


της και την τύλιγε μια βουβή θλίψη. Πάντως, ήταν αποφασισμένη ο κόσμος, τουλάχιστον, να μην τη δει δυστυχισμένη. Έσφιγγε λοιπόν τα δόντια κι εκπλήρωνε τις κοινωνικές της υποχρεώσεις. Στο κάτω κάτω ήταν μια Λιλ κι έπρεπε να τηρήσει τα προσχήματα. Ετσι, οι μέρες περνούσαν κι εκείνη έκανε ή δεχόταν επισκέψεις τα απογεύματα, και τα βράδια συνόδευε τη Φραντσέσκα στα πάρτη όπου χαμογελούσε και φλυαρούσε με γνωστούς και φίλους σαν να μην είχε την παραμικρή έγνοια στον κόσμο. Κι αν υπήρχαν νύχτες που έκλαιγε μέχρι να την πάρει ο ύπνος, ή πρωινά που δεν είχε καμιά διάθεση να σηκωθεί από το κρεβάτι, δεν το έβαζε κάτω. Ένα βράδυ στο θέατρο, η Σάλι Πέμπερτον, μια ξανθιά κοπέλα με έντονα χαρακτηριστικά, ήρθε να τους επισκεφθεί στο θεωρείο τους μαζί με τη μητέρα της, και αφού μίλησαν περί ανέμων και υδάτων, πρόσθεσε δηκτικά: «Είναι περίεργο, βλέπουμε πλέον πολύ σπάνια το λόρδο Μπρόμγουελ, έτσι δεν είναι;» «Αλήθεια;» Η Κάλι την κοίταξε. «Φοβάμαι ότι δεν το πρόσεξα». «Δεν το προσέξατε! Μα, αγαπητή μου, τον είχατε κυριολεκτικά στο τσεπάκι σας, έτσι δεν είναι; Σε κάθε πάρτι, σε κάθε δείπνο. Με τόση προσοχή που σας έδειχνε, ομολογώ ότι περίμενα πολύ σύντομα ν’ ακούσουμε τα ευχάριστα νέα. Και τώρα...» Σήκωσε τους ώμους της. «Ε, δεν μπορεί παρά ν’ αναρωτιέται κανείς τι συνέβη». «Έχω μάθει ότι είναι χαζό να παίρνεις στα σοβαρά έναν νεαρό τζέντλεμαν -αυτά που λέει ή αυτά που κάνει. Και ακριβώς επειδή οι νεαροί είναι άστατοι, γι’ αυτό είναι σοφό μια κοπέλα να κρατάει γερά το χαλινάρι της καρδιάς της», ισχυρίστηκε η Κάλι χαμογελώντας ήρεμα στη δεσποινίδα Πέμπερτον. Και μπορεί ν’ αναγκάστηκε να σφίξει γροθιά το χέρι της και να μπήξει τα νύχια στην παλάμη της για να παραμείνει ανέκφραστη, ή να μούσκεψε πάλι με δάκρυα το μαξιλάρι της εκείνο το βράδυ... αλλά τουλάχιστον όλες οι Πέμπερτον τούτου του κόσμου δεν το ήξεραν αυτό. Ήταν σίγουρη πως η Φραντσέσκα υποπτευόταν ότι οι νύχτες της ήταν ανήσυχες. Δεν μπορεί να μην πρόσεχε ότι τα μάτια της, όταν κατέβαινε για το πρόγευμα, ήταν πρησμένα από το κλάμα ή είχαν μαύρους κύκλους από την αϋπνία. Αλλά απέφευγε διακριτικά να κάνει το οποιοδήποτε σχόλιο. Η Κάλι ήξερε επίσης ότι η φίλη της είχε απορρίψει κάμποσες προσκλήσεις. Δεχόταν μόνο όσες ήταν απαραίτητες, ώστε να μη φανεί ότι η Κάλι καθόταν σπίτι και σπάραζε με ραγισμένη καρδιά, Η Φραντσέσκα φρόντιζε επίσης να βρίσκεται την περισσότερη


ώρα δίπλα της στα πάρτι, έτοιμη να στρέψει τη συζήτηση αλλού έτσι και ακολουθούσε επικίνδυνα μονοπάτια, ή να βάλει εύστοχα στη θέση του όποιον είχε το θράσος να επαναλάβει τα κουτσομπολιά που εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν για την Κάλι και το λόρδο Μπρόμγουελ. Και μόνο γι’ αυτό, σκέφτηκε, η Φραντσέσκα θα είχε πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της. Η Κάλι δεν είχε δει τον Μπρόμγουελ σε κανένα άλλο από τα πάρτι που είχε πάει. Μπορεί να είχε φύγει από το Λονδίνο, σκέφτηκε. Στο κάτω κάτω, είχε έρθει για μια επίσκεψη, ήταν φανερό ότι προτιμούσε να ζει στα κτήματά του. Άκουγε όμως το όνομά του πότε πότε στα πάρτι, και ο σερ Λούσιεν είχε πει στη Φραντσέσκα πως πήγαινε τακτικά στο Κριμπ’ς Πάρλορ, ένα μπαρ όπου σύχναζαν οι κύριοι με πάθος για την πυγμαχία. Σύμφωνα πάντα με το φίλο της Φραντσέσκα, ο κόμης περνούσε αρκετά απογεύματα και στο Σαλούν του Τζάκσον, όπου είχε την ευκαιρία, γυμνός από τη μέση και πάνω, να προπονείται στην πυγμαχία με τον ίδιο τον Τζάκσον. Και η Κάλι δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν ο κόμης παρέμενε στο Λονδίνο για να διαπιστώσει από μόνος του τη ζημιά που είχε κάνει στην αδελφή του Ρόκφορντ. Αυτή η σκέψη την έκανε να ορθώνει το ανάστημά της και να πηγαίνει ακόμα και σε πάρτι που δεν ήθελε από φόβο μήπως τον συναντήσει. Κάθε μέρα που περνούσε έφταναν και καινούριοι αριστοκράτες στο Λονδίνο και δε θα περνούσαν πολλές βδομάδες μέχρι να φτάσει η Σεζόν στην ακμή της. Οι προσκλήσεις που λάβαιναν γίνονταν ολοένα και περισσότερες και σχεδόν κάθε βράδυ πήγαιναν σε πάρτι. Η προοπτική των μηνών που θα ακολουθούσαν, με τις ατέλειωτες επισκέψεις και τους χορούς, την έκανε να τρέμει μέσα της. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα κατάφερνε να βγάλει την άνοιξη και να φτάσει μέχρι τον Ιούνιο, έτσι όπως ένιωθε τη μια μέρα ένα ασήκωτο βάρος και την άλλη εντελώς άδεια μέσα της. Οσο για το αρχικό σχέδιό της, να εκμεταλλευτεί αυτή, τη Σεζόν για να βρει σύζυγο, αυτό πια δεν είχε καμιά σημασία. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, αναρωτιόταν πώς και της είχε περάσει από το μυαλό ότι θα ήθελε να παντρευτεί -και, κυρίως, ότι θα ήθελε να σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια για να βρει τον κατάλληλο υποψήφιο. Λαχταρούσε να πάει στο Μάρκασλ και να μείνει με τον Σινκλέρ. Ή, ακόμα καλύτερα, στο Ντάνσι Παρκ. Θα μπορούσε να περνάει τις μέρες της κάνοντας ιππασία στο κτήμα και μεγάλους περιπάτους στην εξοχή. Είχε φίλους εκεί που θα μπορούσε να επισκεφθεί -τον Ντόμινικ και την Κονστάνς. Τα πάντα θα ήταν ήσυχα και ήρεμα, δε θα υπήρχαν αδιάκριτα βλέμματα που θα έψαχναν να


διακρίνουν σημάδια δυστυχίας ή αμηχανίας στο πρόσωπό της. Δε θα είχε ν’ ανησυχεί για το τι θα έκανε αν συναντούσε το λόρδο Μπρόμγουελ σ’ ένα πάρτι. Ήξερε όμως ότι δεν μπορούσε να φύγει ακόμα. Ήταν πολύ νωρίς και τα κουτσομπολιά θα οργίαζαν. Κανείς δεν έφευγε στην κορύφωση της Σεζόν, εκτός κι αν είχε κάποιο σοβαρό λόγο -και όλοι θα ήταν σίγουροι ότι στην περίπτωσή της αυτός ο λόγος ήταν μια ραγισμένη καρδιά. Θα έπρεπε να μείνει τουλάχιστον δυο μήνες ακόμα, μέχρι το Μάη, αποφάσισε, και αυτή η σκέψη παραλίγο να την κάνει να κλάψει. «Νομίζω ότι θα έπρεπε να πάμε στη μουσική βραδιά της λαίδης Γουίτινγκτον απόψε», της είπε ένα απόγευμα η Φραντσέσκα. Και η Κάλι μόλις που έπνιξε ένα βογκητό. «Ναι, το ξέρω», συμμερίστηκε την άποψή της η Φραντσέσκα. «Είναι συνήθως τρομερά βαρετές». «Συνήθως;» «Ε, πάντα. Έχουν όμως ένα σαφές πλεονέκτημα. Δεν κρατάνε πέρα από τις δέκα το βράδυ και το μεγαλύτερο μέρος της ώρας δε χρειάζεται ν’ ανοίξεις καν το στόμα σου. Μπορείς να προσποιηθείς ότι είσαι απορροφημένη από τη μουσική». «Αν είσαι καλή ηθοποιός», συμφώνησε η Κάλι. «Αλλά έχεις δίκιο. Μια δίωρη έξοδος είναι πολύ ευπρόσδεκτη». Έτσι, με λιγότερη απροθυμία απ’ ό,τι συνήθως, η Κάλι ετοιμάστηκε για το βράδυ αφήνοντας την καμαριέρα της να σπαταλήσει μερικά επιπλέον λεπτά για να δαμάσει τις ατίθασες μπούκλες της. Η Φραντσέσκα είχε φροντίσει να φτάσουν τελευταίες, ως συνήθως, κάτι που οι άλλοι θεωρούσαν ιδιαιτερότητα της λαίδης Χόξτον, η Κάλι όμως ήξερε πως μ’ αυτό τον τρόπο η Φραντσέσκα μείωνε το χρόνο που θα έπρεπε να προσποιείται η Κάλι την αδιάφορη για την απουσία του λόρδου Μπρόμγουελ. Στο φουαγιέ συνάντησαν τη λαίδη Μανγουόρινγκ και την κυρία Μπέλτεναμ και πέρασαν στην αίθουσα μουσικής μαζί. Στην πόρτα σταμάτησαν κι έριξαν μια ματιά να βρουν άδειες θέσεις. Το βλέμμα της Κάλι έπεσε στον αριστερό τοίχο απέναντι από τα παράθυρα και η καρδιά πετάρισε στο στήθος της. Εκεί, ακουμπώντας νωχελικά τον αγκώνα του στον μαρμάρινο κίονα, στεκόταν ο λόρδος Μπρόμγουελ και κοιτούσε κατευθείαν προς το μέρος της. Η Κάλι ένιωσε ξαφνικά ότι δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Πήγαινε πάνω από μια βδομάδα από την τελευταία φορά που τον είχε δει και δύο από τότε που είχε να περάσει κάποιο χρόνο μαζί του, και ένιωσε να την επηρεάζει πάλι η έντονη γοητεία του. Εκεί-


νος ίσιωσε το παράστημά του τη στιγμή που τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, και η Κάλι ένιωσε πανικό στη σκέψη ότι ήταν έτοιμος να την πλησιάσει. Και αυτό δεν το άντεχε. Όχι εδώ, όχι μπροστά σε τόσο κόσμο. Γύρισε απότομα και άγγιξε τη Φραντσέσκα στο μπράτσο. «Νιώθω... νιώθω έναν μικρό πονοκέφαλο. Ζητώ συγνώμη, αλλά...» «Ω Θεέ μου. Θέλεις να φύγουμε;» τη ρώτησε στα γρήγορα η Φραντσέσκα. «Μπορεί να έπαθες καμιά γρίπη. Άκουσα ότι κυκλοφορεί μια επιδημία πυρετού». «Όχι, όχι, απλώς κάνει ζέστη... εδώ μέσα. Σε παρακαλώ, μην ανησυχείς. Εσύ κάθισε και απόλαυσε τη μουσική. Θα γυρίσω γρήγορα». Η Κάλι έκανε μεταβολή, μη τολμώντας να ξανακοιτάξει τον Μπρόμγουελ, και βγήκε στα γρήγορα από το δωμάτιο.


Κεφάλαιο 14 Η Κάλι διέσχισε βιαστικά το διάδρομο, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία πού πήγαινε. Είδε μια ανοιχτή πόρτα που οδηγούσε σε μια μικρή βιβλιοθήκη, μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Αναστενάζοντας ανακουφισμένη, σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα με ψηλή πλάτη και πρόσεξε ότι τα πόδια της έτρεμαν. Μακάρι να μην το είχε βάλει στα πόδια. Άραγε οι άλλοι το είχαν προσέξει; Κάτι της έλεγε πως όλο και κάποιος θα το είχε προσέξει. Ήλπιζε μόνο να μην είχε φανεί τόσο στενοχωρημένη όσο ένιωθε. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να συνεχίσει να το παίζει αδιάφορη όταν ο Μπρόμγουελ ήταν παρών. Τις πρώτες μέρες που είχε σταματήσει να την επισκέπτεται, η Κάλι περίμενε ότι θα τον έβλεπε μπροστά της σε κάθε πάρτι που πήγαινε. Και ήταν προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο... ενώ εξακολουθούσε να ελπίζει ότι όταν θα τον ξανάβλεπε όλα θα ξαναγίνονταν όπως πριν. Αλλά τώρα είχε συνηθίσει στην απουσία του. Είχε αφήσει τις άμυνές της να πέσουν και βλέποντάς τον είχε δεχτεί σοκ. Εξάλλου, τώρα που ήξερε το λόγο που την είχε φλερτάρει και στη συνέχεια την είχε απορρίψει, δεν είχε καμιά ελπίδα στην καρδιά της, μόνο πόνο. Έπρεπε να γυρίσει πίσω στην αίθουσα μουσικής, το ήξερε. Δε θα μπορούσε να κρύβεται εδώ όλη τη βραδιά -ούτε λίγα λεπτά ακόμα. Ο κόσμος θα πρόσεχε την απουσία της και θα γινόταν σούσουρο. Αν άφηνε να φανεί πόσο πολύ την είχε πληγώσει ο λόρδος Μπρόμγουελ, όλες οι προσπάθειες που είχε κάνει τις τελευταίες δυο βδομάδες θα απέβαιναν μάταιες. Η Κάλι έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να ατσαλώσει τον εαυτό της για το μαρτύριο που την περίμενε. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά, και ο θόρυβος την έκανε ν’ αναπηδήσει και να ανοίξει τα μάτια της. Στην πόρτα στεκόταν ο λόρδος Μπρόμγουελ. Τον κοίταξε για μια στιγμή νιώθοντας να μυρμηγκιάζει. Ύστερα σηκώθηκε, σφίγγοντας γροθιές τα χέρια της σαν να ήταν έτοιμη να δώσει αληθινή μάχη.


«Λόρδε Μπρόμγουελ», είπε, ανακουφισμένη που η φωνή της ακούστηκε πολύ πιο σταθερή απ’ ό,τι ένιωθε. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω του, αλλά δεν την πλησίασε. «Νόμισα... είστε καλά;» «Είμαι μια χαρά», του απάντησε ψυχρά. «Αν ελπίζατε να με βρείτε να σπαράζω για χάρη σας με ραγισμένη καρδιά, φοβάμαι ότι θα απογοητευτείτε». «Ασφαλώς και δεν ήλπιζα να σου ραγίσω την καρδιά!» την αντέκρουσε εκείνος και τα μάτια του πέταξαν ασημένιες σπίθες. «Εγώ...» Σταμάτησε γεμάτος απόγνωση και άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο. «Να πάρει η οργή! Ποτέ δε σκέφτηκα εσένα. Το μόνο που ήθελα ήταν να μπω λιγάκι στο μάτι του δούκα». Η Κάλι σφίχτηκε. «Το ξέρω πολύ καλά ότι ο μόνος λόγος που δείξατε ενδιαφέρον για μένα ήταν για να πληγώσετε το δούκα. Ωστόσο, δε νομίζω ότι μερικοί ψίθυροι για το άτομό μου, επειδή έχασα ένα μνηστήρα, θα βλάψουν και πολύ τον Ρόκφορντ. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι λυπάστε που δεν καταφέρατε να σπιλώσετε το όνομά μου», πρόσθεσε σαρκαστικά. «Τότε το σκάνδαλο θα ήταν πολύ μεγαλύτερο». Ο Μπρόμγουελ σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και γύρισε να την κοιτάξει. «Δεν είχα ποτέ σκοπό να κάνω κάτι τέτοιο! Αυτή τη γνώμη έχεις για μένα; Ότι είμαι από τους άντρες που θα ντρόπιαζαν μια γυναίκα, μόνο και μόνο για να εκδικηθούν τον αδελφό της;» «Τι άλλο θέλεις να σκεφτώ;» τον αντέκρουσε έξαλλη η Κάλι, τρέμοντας, καθώς όλος ο θυμός και ο πόνος που είχε καταχωνιάσει μέσα της βγήκαν στην επιφάνεια. Όλος ο πόνος, τα δάκρυα, οι ανησυχίες, οι αμφιβολίες ξεπήδησαν και τη γέμισαν με τέτοια οργή, που ήταν αδύνατον να μην ξεχειλίσει. «Για ποιον άλλο λόγο με φλέρταρες; Ο αδελφός μου αυτό πιστεύει. Γι’ αυτό με προειδοποίησε να μην έχω καμιά επαφή μαζί σου. Θέλεις να σπιλώσεις την υπόληψή μας -και ποιος ευκολότερος τρόπος απ’ αυτόν να το πετύχεις;» «Ω, αλήθεια;» Ο Μπρόμγουελ έκανε ένα μεγάλο βήμα προς το μέρος της. «Κι αν ήταν αυτός ο σκοπός μου, πως εξηγείς το γεγονός ότι δε σπίλωσα την υπόληψή σας;» «Ατυχία, υποθέτω», του πέταξε η Κάλι. Ο κόμης άπλωσε το χέρι του και την άρπαξε, μπήγοντας τα δάχτυλά του στο μπράτσο της. «Ατυχία;» επανέλαβε εμβρόντητος. «Αυτό πιστεύεις; Και ποια ήταν η ατυχία μου; Σίγουρα δε μου έλειψαν οι ευκαιρίες -κι εσύ κάθε άλλο παρά απρόθυμη ήσουν». Την τράβηξε πάνω του και τα μάτια του πέταξαν φλόγες. «Βάζω στοίχημα ότι εξακολουθείς να μην είσαι απρόθυμη».


Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε. Το στόμα του αιχμαλώτισε τόσο άγρια το δικό της, που η Κάλι θα έπρεπε να είχε νιώσει φόβο, αποστροφή. Εκείνη όμως συνειδητοποίησε κατάπληκτη ότι δεν είχε νιώσει τίποτα τέτοιο. Αντίθετα, το άγριο, κτητικό φιλί του άναψε φωτιές μέσα της και οι φλόγες τους την πυρπόλησαν· λάβα κυλούσε πια στις φλέβες της. Ο κόμης τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την κόλλησε πάνω του. Τύλιξε κι εκείνη με τη σειρά της τα μπράτσα της στο λαιμό του και συνέχισαν να καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον με φιλιά, σφιχταγκαλιασμένοι. Τα χέρια του διέτρεξαν πεινασμένα το κορμί της. Τα ρούχα της τον εμπόδιζαν, τα άρπαξε και τα σήκωσε ψηλά, πιο ψηλά, μέχρι που κατάφερε να χώσει το χέρι του κάτω από τη φούστα της. Έσυρε το χέρι του στο μηρό της· τώρα το μόνο που τον χώριζε από την απαλή σάρκα της ήταν το λεπτό βαμβακερό ύφασμα απ’ το εσώρουχό της. Το χέρι του κινήθηκε πιο ψηλά, αναζητώντας το κέντρο της ύπαρξής της, και το μονοπάτι που χάραξαν τα δάχτυλά του τύλιξε με ρίγη συγκίνησης το κορμί της. Και ενώ το στόμα του κατακτούσε το δικό της, το χέρι του ανεβοκατέβαινε στα σφριγηλά της οπίσθια για να γλιστρήσει στο τέλος χαμηλά, ανάμεσα στα κορμιά τους. Η Κάλι ένιωσε την ανάσα της να πιάνεται και κινήθηκε ασυναίσθητα, έκπληκτη, όταν το χέρι του γλίστρησε χαμηλά στην κοιλιά της και χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να την αγγίξει κάποιος έτσι, αλλά ανακάλυψε ότι το άγγιγμα αυτό τη συνάρπαζε πέρα από κάθε όριο. Έσυρε το κορμί της πάνω στο δικό του, ήθελε περισσότερα... είχε ανάγκη περισσότερα. Ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε από το λαιμό του Μπρομ και ο πόθος του λαμπάδιασε με το που άγγιξε την υγρή, φλογισμένη σχισμή ανάμεσα στα πόδια της. Τα δάχτυλά του συνέχισαν το πεινασμένο χάδι τους, λαχταρώντας να νιώσει τη σάρκα της χωρίς το εμπόδιο του ρούχου ανάμεσά τους. Τράβηξε το στόμα του από το δικό της και τα χείλια του ταξίδεψαν στο λαιμό της για να κατέβουν στο τρυφερό μπούστο της που πρόβαλλε από το ντεκολτέ του φουστανιού της. Το γεύτηκε χαράζοντας υγρά, πύρινα μονοπάτια με τη γλώσσα του. Η ηδονή ήταν ανείπωτη, την ταξίδεψε σε απίστευτα ύψη. Η Κάλι λαχταρούσε να τον νιώσει όλο πάνω της, να τον δεχτεί μέσα της. Αισθανόταν μια πρωτόγονη λαχτάρα στα λαγόνια της που την έσπρωχνε να ανοίξει τα πόδια της και να καλωσορίσει τον σκληρό ανδρισμό του μέσα της. Ο Μπρομ, στο μεταξύ, σήκωσε το άλλο χέρι του και τράβηξε


χαμηλά το ντεκολτέ του φουστανιού της, όπως και το εσώρουχο από μέσα, μέχρι που ελευθέρωσε επιτέλους το στήθος της. Και τότε έμεινε να κοιτάζει την κατάλευκη σάρκα με τη ροδαλή θηλή. Στη συνέχεια έσκυψε και χάιδεψε με τη γλώσσα του τη θηλή, κάνοντάς τη να σκληρύνει ακόμα περισσότερο. Αμέσως μετά, φύσηξε απαλά σ’ εκείνο το σημείο, που έγινε πλέον σαν πέτρα, διεγείροντας μια χορδή που κατέληγε γραμμή στο κέντρο της ύπαρξής της, πυροδοτώντας τον πόθο της. Αργά, προσεκτικά, ο Μπρομ άρχισε να της κάνει έρωτα με το στόμα του, χρησιμοποιώντας τα δόντια, τη γλώσσα και τα χείλη του, κάνοντας τη θηλή της να ανθίσει σαν μπουμπούκι. Ύστερα άρχισε να τη ρουφάει ρυθμικά, με πάθος, ενώ τα δάχτυλά του κινούνταν στον ίδιο ρυθμό ανάμεσα στα πόδια της. Ο πόθος είχε αρπάξει με δύναμη τον Μπρομ στα νύχια του και τον έσπρωχνε να τη ρίξει στο πάτωμα, να της σκίσει τα ρούχα και να την κάνει δική του αποζητώντας τη λύτρωση. Ένιωθε τη σάρκα της να φλογίζεται, άκουγε τα απαλά ηδονικά βογκητά της από τη χαρά που της πρόσφεραν τα χάδια του και δεν ήθελε πολύ για να εκραγεί από τον πόθο. Τα στήθη της Κάλι ήταν μεστά, πονούσαν, τα λαγόνια της έσφυζαν. Αμίλητη, έκανε τόξο το κορμί της, αποζητώντας περισσότερα. Κάτι έντονο και απαιτητικό φούντωνε μέσα της. Με μια σιγανή βρισιά, ο Μπρομ την άφησε και της γύρισε την πλάτη. Εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη και άφωνη, παραπαίοντας. Ήθελε να τον ακολουθήσει, να ριχτεί στην αγκαλιά του και να τον ικετεύσει να την κάνει δική του, να της χαρίσει την ικανοποίηση που λαχταρούσε το κορμί της. Μόνο κάποια ψήγματα περηφάνιας την ανάγκασαν να μείνει εκεί που βρισκόταν, αμίλητη. Ο Μπρομ έγειρε πάνω από το τραπέζι της βιβλιοθήκης, άπλωσε τα χέρια του, ενώ το στήθος του ανεβοκατέβαινε από τις γρήγορες, κοφτές ανάσες. Η Κάλι κοίταξε την πλάτη του. Έτρεμε, το μυαλό της ήταν μουδιασμένο, κι ένιωθε απίστευτα ευάλωτη, σαν σαλιγκάρι έξω από το καβούκι του. Αργά, συνήλθε αρκετά ώστε να κατεβάσει τη φούστα της και να σηκώσει το μπούστο του φουστανιού της ώστε να αποκτήσει πάλι μια αρκετά αξιοπρεπή εμφάνιση. Απομακρύνθηκε τρέμοντας και είπε: «Ε... θα πρέπει να νιώθεις ικανοποιημένος τώρα που με ταπείνωσες». «Σε ταπείνωσα;» της είπε εκείνος με σφιγμένα δόντια. «Εγώ είμαι εκείνος που δεν μπορεί να βγει απ’ αυτό το δωμάτιο». Το κορμί της ήταν ακόμα καυτό, την πονούσε από την ανάγκη της για ικανοποίηση, αλλά δε θα καθόταν να τσακωθεί μαζί του για το ποιος υπέφερε περισσότερο απ’ τον πόθο. «Δεν ωφελεί»,


είπε σφιγμένα και ακούμπησε τα χέρια στα μάγουλά της προσπαθώντας να δροσίσει την κάψα τους. Ένιωσε τη θλίψη να την πλημμυρίζει, παραμερίζοντας τον πόθο. «Δε θα σ’ αφήσω να με χρησιμοποιήσεις εναντίον του αδελφού μου», του είπε πασχίζοντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. «Ό,τι τρελά συναισθήματα και αν ξυπνάς μέσα μου, δεν είναι αρκετά για να με κάνουν να καταστρέψω το όνομά μου και το δικό του. Θα φροντίσω να μην ξαναβρεθούμε ποτέ μόνοι οι δυο μας». «Δεν είχα καμιά πρόθεση να το κάνω αυτό», της απάντησε με σφιγμένα δόντια. «Και δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι. Ή να φοβάσαι το τι θέλω από σένα». Γύρισε και την κοίταξε και το πρόσωπό του ήταν χαραγμένο από τον πόνο. «Δε σε σκέφτηκα καθόλου όταν το ξεκίνησα όλο αυτό, και γι’ αυτό σου ζητώ συγνώμη. Ήθελα μόνο να βασανίσω το δούκα, να τον κάνω να ανησυχήσει ότι μπορεί να σου έκανα ό,τι έκανε εκείνος στην αδελφή μου. Είχα και μια ελπίδα ότι μπορεί να τον ανάγκαζα να έρθει να με αντιμετωπίσει ο ίδιος -να βάλω ένα τέλος σε κάτι που ξεκίνησε πριν από δεκαπέντε χρόνια. »Αλλά ποτέ δε θέλησα να βλάψω εσένα», συνέχισε. «Και, μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ δε φαντάστηκα ότι... ότι θα κατέληγα να σε θέλω σαν τρελός. Δεν περίμενα ότι θα περνούσα την κάθε μέρα μετρώντας τα λεπτά μέχρι να σε ξαναδώ. Ούτε ότι θα κατέληγα τόσο ηλίθιος, ώστε να έρθω σε μια από τις ανιαρές μουσικές βραδιές της λαίδης Γουίτινγκτον με τη μόνη ελπίδα ότι θα μπορούσα να σε ξαναδώ». Η Κάλι έμεινε και τον κοιτούσε, διχασμένη ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση. «Αν νιώθεις έτσι, τότε γιατί σταμάτησες να μ’ επισκέπτεσαι; Γιατί...» «Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον ανάμεσα σ’ εμένα και την αδελφή του δούκα του Ρόκφορντ!» την έκοψε εκείνος και πέρασε τα χέρια στα μαλλιά του, πιέζοντας το κεφάλι του σαν να ήθελε να το εμποδίσει να εκραγεί. Πήγε μέχρι τον απέναντι τοίχο και ξαναγύρισε. «Ο αδελφός σου κατέστρεψε την αδελφή μου! Την κορόιδεψε. Την αποπλάνησε, την άφησε έγκυο, και στη συνέχεια αρνήθηκε να την παντρευτεί». «Ο Σινκλέρ δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο!» φώναξε η Κάλι. «Είναι έντιμος άνθρωπος. Δε θα πλήγωνε ποτέ γυναίκα μ’ αυτό τον τρόπο. Το ξέρω. Μου το είπε. Δεν άγγιξε ποτέ την αδελφή σου». Ο Μπρόμγουελ έσφιξε τα χείλια του σ’ ένα βλοσυρό χαμόγελο. «Και βέβαια εσύ τον πίστεψες». «Είναι η αλήθεια». «Όχι. Η αδελφή μου μου είπε την αλήθεια. Ξέρω τι έγινε».


«Σου είπε ψέματα», του δήλωσε ωμά η Κάλι. Τα μάτια του άστραψαν θυμωμένα. «Όχι». «θέλεις να πεις ότι δεν έχει πει ποτέ ψέματα; Είπε ψέματα σ’ εμένα. Μου είπε ότι ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν θα ήταν μαζί μας εκείνο το βράδυ στους Κήπους του Βόξολ, αλλά δεν ήταν. Και όταν ρωτήσαμε τη λαίδη Ράντμπορν σχετικά, μας είπε ότι η αδελφή σου της είχε στείλει ένα σημείωμα πως η έξοδος ακυρώθηκε. Φρόντισε να πάω εκεί χωρίς συνοδό και στη συνέχεια με παράτησε μόνη. Προσπάθησε...» «Το ξέρω! Το ξέρω. Θέλησε να με βοηθήσει. Νόμιζε πως έτσι θα με ευχαριστούσε. Ήξερε πόσο σε ήθελα, και βάλθηκε να με βοηθήσει. Αυτό είναι διαφορετικό. Δε θα μου είχε πει ποτέ ψέματα για... για το άλλο». «Και ο αδελφός μου δε θα έλεγε ψέματα σ’ εμένα». Ο κόμης την κοίταξε και στα μάτια του διάβαζες τη θλίψη. «Τότε καταλαβαίνεις πώς έχουν τα πράγματα. Εσύ είσαι πιστή στον αδελφό σου κι εγώ στην αδελφή μου. Δεν υπάρχει μέλλον για μας». Η Κάλι κράτησε την ανάσα της με αγωνία, βλέποντας τον Μπρόμγουελ να φεύγει. Εκείνος άνοιξε την πόρτα και γύρισε πάλι προς το μέρος της. «Λυπάμαι, Κάλι, που σε πλήγωσα. Εγώ...» Κούνησε το κεφάλι και βγήκε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η Κάλι έφερε τη γροθιά στο στόμα της για να πνίξει το λυγμό που ανέβηκε στα χείλη της. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και πάσχισε να συγκροτήσει τα δάκρυα που απειλούσαν να την πνίξουν. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο εδώ. Δεν την ένοιαζε πια τι θα μπορούσε να πει ο κόσμος για την αντίδρασή της στο λόρδο Μπρόμγουελ. Έπρεπε να φύγει, να πενθήσει μόνη της. Ξεροκατάπιε και βγήκε από τη βιβλιοθήκη. Στο φουαγιέ βρήκε έναν υπηρέτη και τον έστειλε να ειδοποιήσει τη Φραντσέσκα ότι εκείνη έφευγε. Μέχρι να βρει ο άλλος υπηρέτης το παλτό της Κάλι και να τη βοηθήσει να το φορέσει, η Φραντσέσκα βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μουσικής δείχνοντας ανήσυχη. «Κάλι, αγαπητή μου, είσαι άρρωστη; Πρέπει να φύγουμε αμέσως». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της ψιθυρίζοντας: «Δε χρειάζεται να φύγεις κι εσύ». «Σαχλαμάρες», βιάστηκε να της απαντήσει η Φραντσέσκα κάνοντας νόημα στον υπηρέτη να φέρει το παλτό της. «Δεν μπορώ να μείνω εδώ και ν’ ανησυχώ για σένα. Είπα στη λαίδη Μανγουόρινγκ ότι αισθάνθηκες αδιαθεσία. Θα ζητήσει συγνώμη από τη λαίδη Γουίτινγκτον για λογαριασμό μας». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και σήκωσε την


κουκούλα της, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την κάλυψη που της πρόσφερε. Η Φραντσέσκα την οδήγησε έξω στην άμιαξά τους και ανέβηκε μετά από εκείνη. «Τι συνέβη;» τη ρώτησε όταν βολεύτηκε στο κάθισμα δίπλα της και πήρε το χέρι της στο δικό της. «Είδα το λόρδο Μπρόμγουελ να φεύγει από το δωμάτιο λίγο μετά από σένα. Σου μίλησε; Αυτός είναι ο λόγος...» «Ναι -αχ, ναι!» ξέσπασε η Κάλι, ανίκανη να ελέγξει πλέον τα συναισθήματά της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. «Είναι αδύνατον! Ήταν ηλίθιο από μέρους μου να διατηρήσω την ελπίδα ότι θα μπορούσε...» Την έπνιξε ένας λυγμός. «Αχ, Φραντσέσκα. Δεν πρόκειται να προδώσει ποτέ την αδελφή του, όπως δε θα μπορούσα να προδώσω κι εγώ τον Σινκλέρ! Δεν έχει σημασία τι νιώθω γι’ αυτόν, ούτε τι νιώθει εκείνος για μένα. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα». «Αχ, καλή μου». Δάκρυα συμπάθειας άστραψαν στα μάτια της Φραντσέσκα, καθώς τύλιγε τα μπράτσα της γύρω από την Κάλι, που χώθηκε στην αγκαλιά της ξεσπώντας σε κλάματα. Ο λόρδος Μπρόμγουελ σηκώθηκε όταν είδε την αδελφή του να μπαίνει στο σαλόνι. Είχε φύγει από τη μουσική βραδιά και είχε πάει κατευθείαν στο σπίτι της Δάφνης σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. «Μπρομ!» αναφώνησε η λαίδη Δάφνη και προχώρησε προς το μέρος του, απλώνοντας και τα δυο χέρια της για να πιάσει τα δικά του, και του χαμογέλασε με τέτοια χαρά, που εκείνος ένιωσε κάποιες τύψεις. Δεν την επισκεπτόταν συχνά τελευταία. Δεν είχε καμιά διάθεση να δει κανέναν, ούτε καν την αδελφή του, και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στο κλαμπ του, πίνοντας, ή στο σπίτι του, πίνοντας, και στο μεσοδιάστημα κάνοντας προπόνηση πυγμαχίας στο Σαλούν του Τζάκσον. Οι γροθιές ήταν οι μόνες που του πρόσφεραν κάποια εκτόνωση. «Φοβόμουν ότι ήσουν ακόμα θυμωμένος μαζί μου μ’ εκείνο το μικρό φιάσκο στους Κήπους του Βόξολ», συνέχισε η Δάφνη σφίγγοντας τα χέρια του. «Έλα, κάθισε μαζί μου». «Το ξέρω ότι έκανες αυτό που πίστευες καλύτερο», της απάντησε εκείνος διφορούμενα. «Ναι, πράγματι». Του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο εκλαμβάνοντας τα λόγια του σαν επιδοκιμασία. «Το ξέρεις πως νοιάζομαι μόνο για σένα». Ο Μπρομ κατάφερε να χαμογελάσει. «Ε, αυτό σημαίνει ότι με κατατάσσεις στην ίδια κατηγορία με τα κοσμήματα και τα ρούχα σου».


«Ω, με τα αστεία σου!» ΕΙ Δάφνη του έδωσε μια παιχνιδιάρικη σκουντιά στο μπράτσο. «Θα ήθελες .να κάνουμε κάτι μαζί απόψε; Έχεις σχέδια; Μου είπαν για μια ωραία χαρτοπαικτική λέσχη. Βέβαια, δε θα σκεφτόμουν ποτέ να πάω εκεί μόνη, αλλά με ένα συνοδό θα ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα». Ο Μπρομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Φοβάμαι πως δεν έχω διάθεση για τζόγο. Άσε να μοιραστείς αυτή την εμπειρία με κάποιον από τη στρατιά των θαυμαστών σου. Εγώ ήρθα να σου πω ότι φεύγω από το Λονδίνο». Η Δάφνη τον κοίταξε. «Φεύγεις από το Λονδίνο; Τι λες; Πού πας;» «Πίσω στο κτήμα», της απάντησε. «Είμαι καλύτερα εκεί». «Και με τον Ρόκφορντ τι θα γίνει; Με τη λαίδη Καλάντρα;» «Αυτό τέλειωσε», της είπε, σηκώθηκε και πήγε στο τζάκι. Πήρε τη μασιά και ανασκάλεψε λίγο τα ξύλα, κοιτάζοντας σκεφτικός τις φλόγες. «Το άκουσα ότι δεν κυνηγάς πια την αδελφή του», είπε η Δάφνη. «Αλλά δεν πίστεψα πως αυτό ήταν και το τέλος της υπόθεσης». Ο Μπρομ άφησε τη μασιά πίσω στη θέση της και γύρισε να την κοιτάξει. «Ο δούκας δεν ήρθε να με αντιμετωπίσει, και δε βλέπω κανένα λόγο να συνεχίσω». «Κανένα λόγο!» ξέσπασε η Δάφνη και σηκώθηκε κι εκείνη. «Νόμιζα ότι θα έπαιρνες εκδίκηση γι’ αυτό που μου έκανε!» «Και τι θα ήθελες να κάνω, Δάφνη;» τη ρώτησε. «Κάτι περισσότερο από μια μικρή γελοιοποίηση της αδελφής του», του απάντησε. «Δεν είναι αρκετό αυτό για μια αθώα κοπέλα;» την αντέκρουσε. «Όχι!» φώναξε έξαλλη η Δάφνη. «Δεν είναι! Δεν είναι αρκετή τιμωρία γι’ αυτό που μου έκανε ο αδελφός της!» «Δεν μπορώ ν’ αλλάξω αυτό που σου συνέβη», της είπε με ειλικρίνεια ο Μπρόμγουελ. «Μακάρι να μπορούσα. Θα έκανα τα πάντα για να μην είχες ζήσει αυτό τον πόνο, για να τον σβήσω από το μυαλό και την καρδιά σου. Αλλά δεν μπορώ. Και με το να πληγώσω περισσότερο την Κάλι δεν πρόκειται να γίνεις εσύ ευτυχισμένη». «Θέλω να την καταστρέφεις!» ούρλιαζε η Δάφνη και το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο από την οργή. Ο Μπρόμγουελ την κοίταξε, σοκαρισμένος από τα λόγια της. «Δάφνη! Δεν μπορεί να το εννοείς αυτό. Ο πόνος και η πίκρα σου γι’ αυτό που σου έκανε ο δούκας σε εμποδίζουν να σκεφτείς κα-


θαρά. Δεν μπορεί να εύχεσαι στ’ αλήθεια να καταστρέψω την υπόληψη μιας αθώας γυναίκας. Τις προάλλες, όταν μιλήσαμε, νόμιζα ότι το είχες αντιληφθεί κι εσύ αυτό. Ότι δε θα ήθελες να ήμουν από τους άντρες που θα έκαναν κάτι τέτοιο». Η Δάφνη πήρε μια βαθιά ανάσα και το χαμόγελο που χάρισε στον αδελφό της ήταν κάπως τρεμουλιαστό. «Οχι βέβαια, έχεις δίκιο. Δε θα ήθελα να πάθει κακό η κοπέλα. Όχι, στ’ αλήθεια. Απλά... έβλεπα ότι την ήθελες, και...» Του γύρισε την πλάτη κι έσκυψε να φτιάξει ένα μαξιλάρι στον καναπέ. «Παρ’ όλ’ αυτά», συνέχισε, πήρε ένα άλλο μαξιλάρι, το χτύπησε με το χέρι της και άρχισε να παίζει με την μπορντούρα στις άκρες. «Το μισώ που θα φύγεις. Σ’ έχω δει πολύ λίγο τα τελευταία χρόνια. Ανυπομονούσα ν’ απολαύσουμε αυτή τη Σεζόν μαζί στο Λονδίνο». «Το ξέρω. Αλλά έχω δουλειές στο κτήμα που πρέπει να φροντίσω. Και από δω δεν μπορώ να κάνω πολλά πέρα από το να συνομιλώ με το διαχειριστή και τον αντιπρόσωπό μου». «Ω, πολύ βαρετά πράγματα. Χρειάζεται να διασκεδάσεις. Να μη δουλεύεις τόσο σκληρά. Είσαι ένας τζέντλεμαν». «Είμαι ένας τζέντλεμαν που έχει ανάγκη ν’ απασχολείται με κάτι», της απάντησε. «Το ξέρω!» Η Δάφνη ζωντάνεψε. «Γιατί δεν πας στο κυνηγετικό περίπτερο του λόρδου Σουίδινγκτον; Μπορείς να ξεκουραστείς εκεί για λίγο προτού επιστρέψεις στο κτήμα». Ο Μπρομ της χαμογέλασε, χαρούμενος που είχε ξεπεράσει την απογοήτευσή της. Το μισούσε κάθε φορά που διαπίστωνε πόσο πικρόχολη την είχε κάνει το παρελθόν, που έβλεπε ότι η επιθυμία της για εκδίκηση είχε εξαφανίσει τον άλλοτε πρόσχαρο χαρακτήρα της. «Μα, Δάφνη», της είπε, «δεν είναι καν η κυνηγετική περίοδος ακόμα. Δεν υπάρχει τίποτε να κάνω εκεί». «Μα αυτός είναι ακριβώς ο σκοπός, έτσι δεν είναι;» τον αντέκρουσε ανάλαφρα εκείνη. «Μπορείς να κάνεις περιπάτους στη φύση. Να διαβάζεις τα βράδια δίπλα στη φωτιά». «Μπορώ να τα κάνω όλ’ αυτά και στο σπίτι μου». «Ναι, αλλά είναι πολύ μακριά. Στο περίπτερο δε θα είσαι τόσο μακριά από το Λονδίνο. Θα μπορούσα να έρθω κι εγώ σε λίγες μέρες και να σου κάνω παρέα. Μετά το χορό της κυρίας Γουέντγουισλ. Πρέπει να μείνω για το χορό. Μόλις χθες της το υποσχέθηκα. Είναι όμως σε μερικές μέρες. Την επομένη του χορού θα έρθω κι εγώ στο περίπτερο, και μπορούμε να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί. Δε θα ήταν ωραία; Μόνοι οι δυο μας, όπως όταν ήμασταν παιδιά. Να κουβεντιάζουμε με τις ώρες για τα... πάντα. Από


τότε που ήρθαμε εδώ, σκέφτομαι πόσο μου λείπουν εκείνα τα χρόνια». Ο Μπρομ γέλασε. «Δάφνη, επισκεπτόμασταν ο ένας τον άλλον δυο τρεις φορές το χρόνο από τότε που παντρεύτηκες το λόρδο Σουίδινγκτον». «Ναι, το ξέρω, και είμαι σίγουρη ότι το θεωρείς χαζό από μέρους μου», του απάντησε σουφρώνοντας τα χείλη της. «Αλλά ήταν πολύ όμορφες αυτές οι λίγες τελευταίες βδομάδες που έζησα κοντά σου. Και δε θέλω να τελειώσουν ακόμα. Σε παρακαλώ, πες μου ότι θα πας, διαφορετικά θα πιστέψω ότι εξακολουθείς να είσαι θυμωμένος μαζί μου για εκείνη την έξοδο στους Κήπους του Βόξολ». Ο Μπρομ της χαμογέλασε. «Εντάξει. Το ξέρω ότι έχεις συνηθίσει να γίνεται το δικό σου. Κάποια στιγμή, θα καταλήξω να σου πω ναι». «Και βέβαια θα το κάνεις», συμφώνησε η Δάφνη μ’ ένα χαριτωμένο γελάκι και τον έπιασε αγκαζέ. «Θα είναι πολύ ωραία. Θα δεις. Τώρα, δεν έχω παρά να στείλω ένα σημείωμα στον επιστάτη να σε περιμένει μεθαύριο. Πώς σου φαίνεται;» «Μια χαρά», της απάντησε. «Έτσι κι αλλιώς θα χρειαστώ μια μέρα να ρυθμίσω τις υποθέσεις μου». «Θαύμα», γουργούρισε η Δάφνη. «Θα δεις. Δεν πρόκειται να το μετανιώσεις». Το επόμενο πρωί, η Φραντσέσκα ανακοίνωσε στην Κάλι πως αρκούσαν οι προσπάθειες για να μη χάσει το κύρος της. «Νομίζω ότι θα έπρεπε να μείνεις για λίγο στο σπίτι», της είπε την ώρα που κάθονταν για το πρόγευμα. Η Κάλι, που μάλλον έπαιζε με το φαγητό της παρά έτρωγε, γύρισε και την κοίταξε με μια λαχτάρα που δεν μπόρεσε να κρύψει. «Έτσι νομίζεις; Αλήθεια; Θα γίνει σούσουρο». «Πάντα γίνεται», την αντέκρουσε η Φραντσέσκα. «Αλλά έδειξες σε όλους ότι δεν είσαι πληγωμένη, ότι δε δίνεις σημασία, ότι δε χολοσκάς που κάποιος από τους θαυμαστές σου απομακρύνθηκε. Δυο βδομάδες τώρα το δείχνεις καθαρά αυτό και νομίζω ότι αρκεί για να κάνει και τις πλέον φλύαρες γλώσσες να σιωπήσουν». «Το ξέρω όμως ότι η χθεσινοβραδινή συμπεριφορά μου θα ξεσηκώσει καινούρια κουτσομπολιά», είπε η Κάλι κάνοντας μια γκριμάτσα. «Μακάρι να είχα καταφέρει να ελέγξω καλύτερα τον εαυτό μου». «Σε παρακαλώ, μην ανησυχείς γι’ αυτό. Αυτό που συνέβη χθες βράδυ θα προσθέσει απλώς αληθοφάνεια στην ιστορία μας. Αρρώστησες ξαφνικά. Γι’ αυτό έφυγες από το πάρτι. Και για να γίνει πιστευτό αυτό, θα πρέπει να συνεχίσεις να είσαι άρρωστη για


μια βδομάδα τουλάχιστον, μπορεί και δύο. Ποιος ξέρει; Λόγω της αρρώστιας σου μπορεί να χρειαστεί να επιστρέψεις στην εξοχή για ν’ αναρρώσεις». Η Κάλι χαμογέλασε αχνά. «Οφείλω να ομολογήσω ότι ακούγεται πολύ καλό. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι θα μου άρεσε να φτάσω μέχρι την πύλη του Άδη». «Ε, μάλλον όχι. Γιατί στη συνέχεια θα σε τρελάνουν όλοι στις ερωτήσεις. Και είναι δύσκολο να θυμάσαι πολύπλοκα ψέματα. Καλύτερα να μείνεις σπίτι για καμιά βδομάδα και στη συνέχεια ν’ αρχίσεις πάλι σιγά σιγά τις εξόδους. Αλλά εγώ θα πρέπει να επιμείνω, φυσικά, να προσέχεις. Να μην παρακουραστείς και ξανακυλήσεις». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε, κι εκείνο το λακκάκι που εμφανιζόταν στο μάγουλό της σ’ έκανε να μην μπορείς ν’ αντισταθείς και να της ανταποδώσεις το χαμόγελο. «Πολύ καλά», υποχώρησε η Κάλι. «Με έπεισες. Δεν το αρνούμαι ότι θα είναι μεγάλη ανακούφιση να μη χρειαστεί να δω κανέναν». «Τότε έκλεισε», αποφάσισε η Φραντσέσκα μ’ ένα νεύμα. «Για μερικές μέρες θα εκπληρώσω μόνη μου τις κοινωνικές μας υποχρεώσεις -αν και πιστεύω ότι θα πρέπει να τις ελαττώσω στο ελάχιστο. Στο κάτω κάτω, θα πρέπει ν’ αφοσιωθώ στη φροντίδα σου, διαφορετικά τι φίλη θα ήμουν;» Έτσι, εκείνο το απόγευμα η Κάλι αποσύρθηκε στο δωμάτιό της μ’ ένα βιβλίο και άφησε τη Φραντσέσκα να δεχτεί μόνη τις επισκέψεις. Όπως είχε πει και στη φίλη της, ένιωθε μεγάλη ανακούφιση που δε θα χρειαζόταν να προσποιείται τη χαρούμενη και την ξέγνοιαστη -κάτι που δεν ένιωθε, φυσικά. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καν σίγουρη πώς θα κατάφερνε να συνεχίσει να το κάνει. Τα μάτια της ήταν ακόμα κόκκινα και πρησμένα από το κλάμα το προηγούμενο βράδυ και τη σχεδόν ξάγρυπνη νύχτα με τους καινούριους ποταμούς δακρύων. Πίστευε πως δεν της είχαν απομείνει πια άλλα δάκρυα και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν το πρωί, μόλις αντίκρισε το φουστάνι που της είχε βγάλει η Μπελίντα να φορέσει. Ήταν εκείνο που είχε φορέσει την πρώτη φορά που είχε έρθει να την επισκεφθεί ο Μπρόμγουελ. Δυο βδομάδες τώρα της είχε λείψει η παρουσία του, αλλά η κουβέντα τους το προηγούμενο βράδυ την είχε συντρίψει. Τώρα πια ήξερε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο Μπρόμγουελ δε θα αποτελούσε ποτέ ξανά κομμάτι της ζωής της. Η Κάλι είχε φτάσει πολύ κοντά στον έρωτα, και αυτό έκανε την απώλεια ακόμα μεγαλύτερη.


Ή μπορεί και να ήταν πια πολύ αργά. Είχε αρχίσει να αναρωτιέται μήπως, επιτέλους, είχε ερωτευθεί κι αυτή... έναν άντρα που δε θα την παντρευόταν ποτέ. Η Φραντσέσκα καθόταν στο γραφείο της νωρίς το επόμενο απόγευμα και αναρωτιόταν πώς και αυτόν το μήνα η πληρωμή των λογαριασμών της είχε πραγματοποιηθεί τόσο απρόσκοπτα, ιδιαίτερα τη στιγμή που είχαν φάει πολύ καλά και δεν είχε κάνει καμιά οικονομία ούτε στα ξύλα ούτε στα κεριά. Κάτι της έλεγε πως αυτό είχε να κάνει με τον αντιπρόσωπο του δούκα, που είχε έρθει να ρυθμίσει τα έξοδα της λαίδης Καλάντρα με τον μπάτλερ της. Και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ο Φέντον είχε καταφέρει να αποσπάσει περισσότερα λεφτά από τον αντιπρόσωπο ή αν ο δούκας του είχε δώσει σαφείς οδηγίες προτού φύγει να πληρώσει περισσότερα- έτσι δεν ήξερε με ποιον έπρεπε να θυμώσει. Βέβαια, ήταν σίγουρη ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να αποσπάσει την αλήθεια από τον Φέντον, που ήταν ο πλέον εχέμυθος άνθρωπος. Όταν είδε τον μπάτλερ να μπαίνει στο δωμάτιο, για μια στιγμή σκέφτηκε ότι τον είχε καλέσει με τη σκέψη της, εκείνος όμως είχε έρθει να της ανακοινώσει την άφιξη της λαίδης Πενκάλι, που την περίμενε στο επίσημο σαλόνι. Αυτό το νέο ήταν αρκετό για να διώξει όλους τους αριθμούς από το μυαλό της Φραντσέσκα. Άσχετα με την ηλικία της και το μεγάλο διάστημα που χειριζόταν τις υποθέσεις της μόνη της, η λαίδη Οντίλια την έκανε πάντα να νιώθει σαν σχολιαρόπαιδο. Κάθε φορά που η λαίδη Πενκάλι σήκωνε το μονόκλ της να την κοιτάξει, η Φραντσέσκα είχε την εντύπωση ότι ανακάλυπτε και την παραμικρή ατέλεια πάνω της. Και ευχήθηκε -μάλλον δειλό από μέρους της- να μην είχε πει στην Κάλι να παραστήσει την άρρωστη. Γιατί παρ’ όλα τα νιάτα της, η Κάλι δεν έδειχνε ποτέ να πτοείται μπροστά στη μεγάλη θεία της. Η Φραντσέσκα έριξε μια ματιά στον μικρό καθρέφτη δίπλα στην πόρτα για να βεβαιωθεί ότι τα μαλλιά της ήταν εντάξει και δεν είχε καμιά μουντζούρα από μελάνι στο πρόσωπό της, και βγήκε στρώνοντας τη φούστα της. Η λαίδη Οντίλια έφτανε πάντα υπερβολικά νωρίς στις επισκέψεις της, έτσι η Φραντσέσκα δεν είχε καν την ελπίδα ότι θα τις διέκοπταν άλλες επισκέψεις. «Λαίδη Οντίλια», είπε μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο κι έκανε μια ευγενική υπόκλιση μπαίνοντας στο σαλόνι. «Πολύ χαίρομαι που σας βλέπω. Ξαφνιάζομαι που δε φύγατε ακόμα από την πόλη. Σκοπεύετε να μείνετε για τη Σεζόν;» «Γεια σου, Φραντσέσκα», είπε η γηραιά κυρία και της έδειξε τον καναπέ δίπλα της σαν να ήταν εκείνη και όχι η Φραντσέσκα η οικοδέσποινα. Ήταν ντυμένη ως συνήθως μ’ ένα φόρεμα που ήταν


της μόδας δέκα με δεκαπέντε χρόνια πριν, ενώ τα γκρίζα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε κότσο και στολισμένα με φτερά. «Κάθισε, κορίτσι μου, μη με κάνεις να σηκώνω το λαιμό μου για να σε κοιτάζω». Όταν η Φραντσέσκα κάθισε, η λαίδη Οντίλια συνέχισε: «Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Αρχικά δε σκόπευα να μείνω, αλλά νιώθω πολύ αναζωογονημένη μετά το πάρτι μου. Όταν κλείνεις τα ογδόντα πέντε προβληματίζεσαι σοβαρά για το αν αξίζει να σαπίζεις από τη βαρεμάρα στο Σάσεξ». «Είναι πολλοί αυτοί που απολαμβάνουν ένα ταξίδι στο Μπαθ, ιδιαίτερα το καλοκαίρι», πρότεινε η Φραντσέσκα. «Ναι, πάντως δεν ήρθα εδώ για να κουβεντιάσω ταξιδιωτικά σχέδια», είπε κοφτά η λαίδη Οντίλια. «Όχι, και βέβαια όχι», συμφώνησε η Φραντσέσκα, ενώ αναρωτιόταν αν η γηραιά κυρία είχε σκαρφιστεί πάλι κάτι καινούριο και ήθελε τη βοήθειά της. Την τελευταία φορά ήθελε να τη βοηθήσει να παντρέψει το μικρανιψιό της, το λόρδο Ράντμπορν. Βέβαια, σ’ εκείνη την περίπτωση όλα είχαν εξελιχθεί καλά για όλους, παρ’ όλ’ αυτά, η Φραντσέσκα ήταν λίγο επιφυλακτική. Η λαίδη Οντίλια ήταν εξπέρ στο να βάζει τους άλλους να δουλεύουν για κείνη. «Ο μπάτλερ σου, ο Φέντον, μου είπε ότι η μικρανιψιά μου είναι άρρωστη», συνέχισε η Οντίλια. «Ναι, είναι». Η Φραντσέσκα ευχήθηκε να μη μάντευε η λαίδη Οντίλια το ψέμα της -κάτι που ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να κάνει. «Αρρώστησε προχθές, στη μουσική βραδιά της λαίδης Γουίτινγκτον». «Είναι άρρωστη ή απλά νοσταλγεί εκείνο το κάθαρμα τον Μπρόμγουελ;» ρώτησε πανούργα η λαίδη Οντίλια. «Η λαίδη Καλάντρα δεν περίμενε τίποτε από το λόρδο Μπρόμγουελ», της απάντησε αβίαστα η Φραντσέσκα. «Μα ούτε που τον ξέρει καλά-καλά τον άνθρωπο. Νομίζω ότι για πρώτη φορά τον συνάντησε στο πάρτι σας». «Ναι- ε, δεν είναι ο χρόνος που έχει πάντα σημασία», της απάντησε η λαίδη Οντίλια. «Ανάθεμά τον τον νεαρό. Δεν ξέρω τι τον έπιασε. Έμαθα ότι επέστρεψε στο κτήμα του. Είχα ελπίδες για εκείνον και την Κάλι. Τέλος πάντων...» Η γηραιά κυρία ύψωσε τους ώμους της. «Δε θα της λείψουν οι θαυμαστές». «Είμαι σίγουρη πως όχι». «Τι κάνεις αύριο;» τη ρώτησε απότομα η λαίδη Οντίλια. Η Φραντσέσκα πάγωσε. «Ε... δεν είμαι σίγουρη», μουρμούρισε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Δεν ήξερε γιατί το μυαλό της, που συνήθως κατέβαζε στα γρήγορα ευγενικές δικαιολογίες,


μπροστά στη λαίδη Οντίλια σταματούσε. «Τι ώρα αύριο;» «Όλη μέρα. Έλεγα να επισκεφθώ τη δούκισσα του Τσάντλι. Τη νονά της μητέρας σου», πρόσθεσε, λες και η Φραντσέσκα δε θα είχε καταλάβει ποια εννοούσε. «Ω», απάντησε η Φραντσέσκα νιώθοντας ένα κενό στο στομάχι της. «Σκέφτηκα πως θα ήταν καλή ιδέα να ερχόσουν κι εσύ μαζί μου. Μένει στο Σέβενοουκς, ξέρεις, δεν είναι μακριά. Φαντάζομαι πως θα χαιρόταν πολύ να σε δει, και στη συνέχεια θα μπορούσες να γράψεις στη μητέρα σου και να της μεταφέρεις τα νέα της. Ήταν πολύ άρρωστη αυτόν το χειμώνα, ξέρεις». «Κάτι μου ανέφερε η μητέρα», συμφώνησε αδύναμα η Φραντσέσκα. Η προοπτική να περάσει τη μέρα της κλεισμένη σε μια άμαξα με τη λαίδη Οντίλια ή να καθίσει με τις δύο γηραιές κυρίες -που θα κουβέντιαζαν ξεφωνίζοντας γιατί η δούκισσα ήταν θεόκουφη αλλά αρνιόταν να βάλει ακουστικό γιατί θα την έκανε, λέει, να φαίνεται γριά- δεν τη συγκινούσε καθόλου. Βέβαια, όπως είχε αφήσει πολύ επιδέξια να εννοηθεί η λαίδη Οντίλια, μια τέτοια επίσκεψη θα ευχαριστούσε τη μητέρα της. Ήταν καθήκον της και, όπως και η Κάλι, η Φραντσέσκα είχε μάθει να κάνει το καθήκον της. Ήξερε ότι, όσο κι αν το ήθελε, δε θα μπορούσε να κοιτάξει τη λαίδη Οντίλια στα μάτια και να της πει ότι δεν είχε κανένα σκοπό να επισκεφθεί την ηλικιωμένη νονά της μητέρας της. Αλλά και να το έκανε, ήξερε ότι η λαίδη Οντίλια δε θ’ αργούσε να βρει τα κατάλληλα επιχειρήματα για να της αποσπάσει το ναι. Καλύτερα λοιπόν να αποδεχόταν τη μοίρα της με αξιοπρέπεια. «Ε, υποθέτω ότι η Κάλι θα μπορούσε να μείνει μόνη της μια μέρα», άρχισε να λέει απρόθυμα. «Και βέβαια», συμφώνησε αποφασιστικά η λαίδη Οντίλια. «Έχει ένα ολόκληρο σπιτικό υπηρέτες να τη φροντίζουν. Μια χαρά θα είναι». «Πολύ καλά», υποχώρησε η Φραντσέσκα πνίγοντας έναν αναστεναγμό. «Θα έρθω μαζί σας αύριο». «Θαύμα!» Η λαίδη Οντίλιά της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Θα περάσω να σε πάρω στις εννιά». «Στις εννιά;» επανέλαβε ξεψυχισμένα η Φραντσέσκα. «Το πρωί;» «Ναι, και βέβαια το πρωί». Η λαίδη Οντίλια της έριξε ένα παράξενο βλέμμα. «Θα λείψουμε όλη μέρα -καλύτερα να ξεκινήσουμε νωρίς». «Φυσικά».


Αφού εκπλήρωσε την αποστολή της, η λαίδη Πενκάλι σηκώθηκε να φύγει για να πάει σίγουρα να χειραγωγήσει κάποιον άλλον, σκέφτηκε ξινισμένα η Φραντσέσκα. Στη συνέχεια, η Φραντσέσκα ανέβηκε πάνω να πει τα νέα στην Κάλι, που έβαλε αμέσως τα γέλια. «Ε, λοιπόν, χαίρομαι που διασκεδάζεις με τη δυστυχία μου», της είπε η Φραντσέσκα δήθεν θιγμένη. Η αλήθεια ήταν πως χάρηκε που είδε την Κάλι να γελάει έπειτα από μέρες. «Ειλικρινά, λυπάμαι», της είπε η Κάλι και τα μάτια της άστραψαν. «Το ξέρω ότι θα είναι σκέτο βασανιστήριο για σένα. Αλλά χαίρομαι αφάνταστα που αποφάσισες ότι έπρεπε να παίξω την άρρωστη». «Και καλά κάνεις», της είπε η Φραντσέσκα, ανίκανη να συγκροτήσει το χαμόγελό της. «Διαφορετικά θα σ’ έσερνα με το ζόρι μαζί μας». Η Κάλι ανατρίχιασε. «Ωστόσο, είσαι σίγουρη ότι δε θα ήθελες, έτσι κι αλλιώς, να έρθεις;» την πείραξε η Φραντσέσκα. «Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σημείωσες εντυπωσιακή βελτίωση. Θα βαρεθείς μόνη σου εδώ όλη μέρα». «Καλύτερα μόνη μου παρά κλεισμένη μισή μέρα μέσα σε μια άμαξα με τη λαίδη Οντίλια», την αντέκρουσε άκαρδα η Κάλι. «Λες να πάρει μαζί της κι εκείνο το απαίσιο σκυλί που ρουθουνίζει συνέχεια;» «Εκείνο το γέρικο μπουλντόγκ!» Η Φραντσέσκα την κοίταξε έντρομη. «Ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω». Η έκφρασή της έκανε την Κάλι να ξεσπάσει πάλι σε γέλια, πράγμα για το οποίο της ήταν ευγνώμων. Δεν της άρεσε η θλίψη. Αύριο, σκέφτηκε, θα έπρεπε να βρει κάτι να κάνει, να απασχολήσει με κάτι το μυαλό της για να πάψει να ανασκαλεύει τα δικά της προβλήματα. Έτσι την επομένη, αφού ξύπνησε και προγευμάτισε ήσυχα μόνη της κάτω, χτύπησε το κουδούνι και κάλεσε την καμαριέρα της. Με τη βοήθειά της, άδειασαν τις ντουλάπες της και ξεχώρισε φουστάνια και πασούμια που ήθελε να ανανεώσει κάπως με καινούριες κορδέλες ή λουλούδια, άλλα που ήθελε να δώσει και άλλα που έπρεπε να πετάξει απλά στα σκουπίδια. Δυστυχώς αυτή η δουλειά δεν κράτησε πολύ, γιατί είχε μαζί της μόνο τα ρούχα που είχε φέρει από το σπίτι της και αυτά που είχε αγοράσει πρόσφατα, και δεν υπήρχαν πολλά που χρειάζονταν ανανέωση ή πέταμα. Μέχρι το μεσημέρι είχε τελειώσει. Αν ήταν σπίτι της, θα μπορούσε να ανέβει να ξεδιαλέξει τα πράγματα στη


σοφίτα, χαζεύοντας παλιά φορέματα και παιχνίδια, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στο σπίτι της Φραντσέσκα. Έτσι το μυαλό της πήρε πάλι το γνωστό μονοπάτι και άρχισε να σκέφτεται τον Μπρομ. Αλλά δε θα το επέτρεπε αυτό στον εαυτό της. Κατέβηκε λοιπόν στο καθιστικό της Φραντσέσκα να βρει ένα βιβλίο. Ίσως κάποια εντυπωσιακή ιστορία γραμμένη από την πένα της κυρίας Ράντκλιφ να της αποσπούσε το μυαλό. Έψαχνε στα ράφια όταν μπήκε ο Φέντον στο δωμάτιο. Η ανησυχία είχε αλλοιώσει το ατάραχο συνήθως πρόσωπό του. «Λαίδη μου...» «Ναι, Φέντον, τι συμβαίνει;» «Έχει έρθει κάποιος και ισχυρίζεται ότι έχει ένα πολύ επείγον μήνυμα για σας. Λέει, λαίδη μου, ότι... η εξοχότητά του ο δούκας τραυματίστηκε».


Κεφάλαιο 15

Κάλι έμεινε να κοιτάζει τον μπάτλερ. Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπό της. «Τι είπες; Ο αδελφός μου;» Παραμέρισε τον Φέντον, βγήκε στο διάδρομο και είδε έναν άντρα να στέκεται εκεί, κρατώντας το καπέλο του στο χέρι. Έδειχνε κουρασμένος και βρόμικος από το ταξίδι. Έτρεξε προς το μέρος του. «Έχετε μήνυμα από το δούκα του Ρόκφορντ;» ρώτησε προτού τον φτάσει. «Είναι πληγωμένος;» «Είναι ζωντανός, λαίδη μου», της απάντησε βιαστικά ο άντρας. «Αλλά είχε ένα ατύχημα. Ορίστε το γράμμα που έχω για σας». Της έδωσε ένα διπλωμένο και σφραγισμένο χαρτί. Η Κάλι το πήρε. Μπροστά έγραφε Λαίδη Καλάντρα Λιλ. Το γύρισε γρήγορα κι έσπασε τη σφραγίδα. Με χέρια που έτρεμαν ξεδίπλωσε το γράμμα. Στην πάνω δεξιά γωνία ήταν γραμμένες οι λέξεις Μπλακφράιαρς Κόουπ, Λόουερ Απτόν και η ημερομηνία. Το βλέμμα της έπεσε στην προσφώνηση και άρχισε να διαβάζει: Αγαπητή λαίδη Καλάντρα Λιλ, Με λύπη μου σας πληροφορώ ότι ο δούκας του Ρόκφορντ είχε ένα ατύχημα με άμαξα στο δρόμο κοντά στο σπιτάκι μου. Ο σύζυγός μου και ο αμαξάς του τον μετέφεραν στο σπίτι μας και καλέσαμε το γιατρό. Έχει σπάσει το αριστερό πόδι του και αρκετά πλευρά. Κατά τα άλλα είναι καλά. Έχει τις αισθήσεις του και με παρακάλεσε να σας γράψω και να σας ζητήσω να έρθετε. Ο γιατρός ζήτησε να μη μετακινηθεί. Ειλικρινά δική σας Η Κάλι αναστέναξε ανακουφισμένη και κοίταξε τον αγγελιοφόρο. «Είναι στ’ αλήθεια καλά;» «Δεν τον έχω δει, δεσποινίς. Ξέρω μόνο όσα μου είπε η κυρία Φάρμινγκτον. Αλλά μου είπε να σας πω ότι είναι καλά».


«Θα ξεκινήσω αμέσως. Μπορείς να μου πεις πού ακριβώς βρίσκεται αυτό το Λόουερ Απτόν...» «Είναι στο Μπάκιγχαμσιρ, λαίδη μου. Η κυρία Φάρμινγκτον μου είπε να νοικιάσω μια άμαξα και να σας συνοδεύσω εκεί αμέσως μόλις σας δώσω το μήνυμα». «Καλώς. Ευχαριστώ. Θα βάλω σε μια τσάντα μερικά πράγματα και μπορούμε να ξεκινήσουμε». Ο άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του κι έφυγε. ΕΙ Κάλι γύρισε και βρήκε τον μπάτλερ να στέκεται λίγα μέτρα πίσω της. Είχε ξαναβρεί το συνηθισμένο ατάραχο ύφος του. «Ωραία. Άκουσες;» Όταν ο Φέντον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, η Κάλι συνέχισε: «Θα ετοιμάσω μια μικρή τσάντα και θα φύγω αμέσως. Θα αφήσω ένα σημείωμα για τη λαίδη Χόξτον». «Πολύ καλά, λαίδη μου. Θα σας στείλω την καμαριέρα σας». Η Κάλι ένευσε καταφατικά και ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Οι σκέψεις ήταν μπερδεμένες στο μυαλό της και η καρδιά σφυροκοπούσε στο στήθος της. Πόσο άσχημα ήταν πληγωμένος ο Σινκλέρ; Η κυρία Φάρμινγκτον είχε φροντίσει να τη βεβαιώσει ότι ήταν καλά, αλλά ήταν φυσικό και άσχημα να ήταν να μην ήθελε να της το γράψει στο γράμμα. Ο αδελφός της θα μπορούσε να ήταν πολύ άσχημα χτυπημένος, ακόμα και ετοιμοθάνατος. Αλλά και να είχε σπάσει πράγματι μόνο μερικά κόκαλα, η Κάλι ήξερε πολύ καλά πόσο γρήγορα μπορούσαν να μολυνθούν αυτά τα τραύματα, να πάθεις πυρετό και να φτάσεις μέχρι το θάνατο. Αλλά και να μην αρρώσταινε βαριά ο Σινκλέρ, ήταν σίγουρη ότι θα είχε φρικτούς πόνους και χρειαζόταν κάποιον δικό του, εκτός από τους ξένους, να τον φροντίζει. Ήταν αποφασισμένη λοιπόν να φτάσει κοντά του το συντομότερο δυνατόν. Το Μπάκιγχαμσιρ δεν ήταν και τόσο μακριά, σκέφτηκε, καθώς άνοιγε τα συρτάρια και πέταγε διάφορα ρούχα στο κρεβάτι για να τα βάλει στην τσάντα. Θα μπορούσε να φτάσει εκεί απόψε. Η Μπελίντα μπήκε στο δωμάτιο και τα μάτια της φάνταζαν πελώρια στο κατάλευκο πρόσωπό της. «Χτύπησε ο εξοχότατος, λαίδη μου;» «Ναι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα γίνει καλά», της απάντησε αποφασιστικά η Κάλι. «Έχει σπάσει μερικά κόκαλα. Θα πάω κοντά του αμέσως». «Μάλιστα, δεσποινίς. Θα ετοιμάσω στα γρήγορα τις βαλίτσες σας». «Βάλε μόνο μερικά πράγματα για μια δυο μέρες σε μια τσάντα», της είπε η Κάλι. «Φεύγω αμέσως. Αλλά φοβάμαι ότι θα χρειαστεί να μείνω εκεί για λίγο καιρό, γι’ αυτό ετοίμασε ένα μπα-


ούλο με περισσότερα ρούχα για να μου το φέρεις με την ταχυδρομική άμαξα μόλις σε ειδοποιήσω να έρθεις. Δεν ξέρω ποια είναι η κατάσταση. Αν αποδειχθεί ότι μπορούμε να τον μετακινήσουμε, θα επιστρέφουμε στο Λιλ Χάουζ». Όσο να της ετοιμάσει η Μπελίντα την τσάντα, η Κάλι κάθισε να γράψει ένα σύντομο σημείωμα στη Φραντσέσκα εξηγώντας της πού πήγαινε και γιατί. Ο Φέντον θα την ενημέρωνε σε γενικές γραμμές για το τι συνέβη, αλλά προτίμησε να της γράψει και η ίδια με λεπτομέρειες πού βρισκόταν ο Σινκλέρ. Έκλεισε το σημείωμα με την υπόσχεση ότι θα την ειδοποιούσε μόλις θα τον έβλεπε και θα μπορούσε να της περιγράφει ακριβώς την κατάσταση. Μπορεί ο Ρόκφορντ και η Φραντσέσκα να είχαν ψυχρανθεί στην τελευταία τους συνάντηση, αλλά η Κάλι ήταν σίγουρη ότι η Φραντσέσκα θα ήθελε να μάθει για την κατάστασή του. Όταν τελείωσε, δίπλωσε το γράμμα, το σφράγισε και το έδωσε στον Φέντον για τη λαίδη Χόξτον μόλις επέστρεφε. Στο μεταξύ η Μπελίντα είχε φτιάξει την τσάντα της και ο αγγελιοφόρος είχε επιστρέφει με τη νοικιασμένη άμαξα. Η Κάλι δεν έκανε τον κόπο να αλλάξει και να φορέσει ένα φόρεμα πιο κατάλληλο για ταξίδι, έβγαλε μόνο τα πασουμάκια της και φόρεσε ένα ζευγάρι μποτίνια, κι έριξε το παλτό στους ώμους της. Ανέβηκε στην άμαξα και ξεκίνησαν μόλις μισή ώρα μετά που πήρε το μήνυμα. Η Κάλι βολεύτηκε κάπως ξέπνοη στο κάθισμά της και για πρώτη φορά επέτρεψε στον εαυτό της να σκεφτεί και κάτι πέρα από τα πρακτικά προβλήματα για να βρεθεί όσο γινόταν πιο γρήγορα στο πλευρό του αδελφού της. Το πρώτο που την απασχόλησε ήταν τα τραύματά του. Έβγαλε το σημείωμα της κυρίας Φάρμινγκτον από την τσέπη του φουστανιού της όπου το είχε χώσει και το ξαναδιάβασε, πιο αργά αυτή τη φορά. Δυστυχώς, όμως, δεν μπόρεσε να μάθει τίποτε περισσότερο. Αλήθεια, αναρωτήθηκε, πώς είχε συμβεί το ατύχημα και πόσο σοβαρά τραυματισμένος ήταν ο Σινκλέρ; Η ξερή περιγραφή για το κάταγμα στο πόδι και τα σπασμένα πλευρά δεν ήταν και τόσο δια- φωτιστική. Βέβαια, η γυναίκα θα πρέπει να είχε γράψει βιαστικά το σημείωμα. Δεν μπορούσε να την κατηγορήσει που δεν της είχε αναφέρει λεπτομέρειες. Θα ήθελε όμως να ξέρει περισσότερα. Το κάταγμα στο πόδι του ήταν σοβαρό; Είχε δει πολλά κατάγματα στο κτήμα τους και ήξερε πως υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα απλό σπάσιμο, που δεν ήθελε πολύ καιρό για να αποκατασταθεί, και σ’ ένα πολλαπλό κάταγμα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που το σπασμένο κόκαλο είχε τρυπήσει τη σάρκα. Οι εικόνες που έφερε στο μυαλό της ήταν ανατριχιαστικές, γι’ αυτό προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άλλο. Ο Σινκλέρ οδηγούσε ο


ίδιος την αγωνιστική ανοιχτή άμαξα ή ταξίδευε με τη μεγάλη άμαξα του δουκάτου που οδηγούσε ο Χάσκελ, ο αρχιαμαξάς τους; Και οι δύο όμως ήταν πάντα προσεκτικοί, άρα το λάθος θα πρέπει να ήταν κάποιου άλλου οδηγού, αλλά η κυρία Φάρμινγκτον δεν ανέφερε ότι είχε τραυματιστεί και κάποιος άλλος. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν είχε μπει στον κόπο να της περιγράφει το ατύχημα λεπτομερώς. Αλλά έτσι κι αλλιώς, τι γύρευε ο Σινκλέρ στο Μπάκιγχαμσιρ; Της είχε πει ότι θα γύριζε στο κτήμα τους στο Μάρκασλ, και μπορεί να μην ήταν πολύ καλή στη γεωγραφία, αλλά δε θυμόταν να είχαν περάσει ποτέ από το Μπάκιγχαμσιρ όταν ταξίδευαν από το Μάρκασλ για το Λονδίνο. Εξάλλου, ο αδελφός της είχε φύγει εδώ και πολλές μέρες για να βρισκόταν ακόμα στο δρόμο προς το κτήμα τους. Θα μπορούσε, βέβαια, να είχε καθυστερήσει για κάποιο λόγο, αλλά αν είχε παραμείνει στο Λονδίνο, θα την είχε ειδοποιήσει. Όχι, αυτό δεν ήταν λογικό. Ή θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει για το Μάρκασλ και στη συνέχεια να είχε αλλάξει γνώμη και να είχε αποφασίσει να πάει κάπου αλλού -αν και δεν ήταν καθόλου παρορμητικός χαρακτήρας. Ο Σινκλέρ έκανε συνήθως αυτό που έλεγε, άρα θα πρέπει να είχε επιστρέφει στο Μάρκασλ, να είχε τελειώσει τις δουλειές του εκεί και να είχε ξαναφύγει για κάποια άλλη δουλειά. Της είχε πει ότι μπορεί να πήγαινε στο κτήμα τους στο Ντάνσι Παρκ, αλλά και πάλι το Μπάκιγχαμσιρ δε βρισκόταν ανάμεσα στα δύο μέρη. Μάλλον θα είχε αποφασίσει να επισκεφθεί κάποιο άλλο κτήμα. Αν είχε ξεκινήσει για το σπίτι του στην Κορνουάλη και δεν ήθελε να περάσει από το Λονδίνο, τότε θα μπορούσε να είχε πάρει εκείνη την κατεύθυνση. Αλλά ο Σινκλέρ δεν ήταν απ’ αυτούς που αποφεύγουν το Λονδίνο, ιδιαίτερα τη στιγμή που θα μπορούσε να δει κι εκείνη. Εκτός κι αν ήταν ακόμα θυμωμένος μαζί της που τον είχε παρακούσει, σκέφτηκε θλιμμένη, και δεν ήθελε να τη δει. Από την άλλη όμως, μπορεί απλά να είχε αποφασίσει να επισκεφθεί ένα φίλο ή να δει ένα κτήμα που σκεφτόταν να αγοράσει. Πάντως, τελικά δεν είχε καμιά σημασία το γιατί είχε βρεθεί εκεί. Απλώς αυτές οι σκέψεις δεν ήταν τόσο βασανιστικές όσο η σοβαρότητα των τραυμάτων του ή το πόση ώρα θα χρειάζονταν να φτάσουν στο Μπλακφράιαρς Κόουπ -ερωτήματα που την παίδευαν όλο το απόγευμα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους έκαναν στάσεις μόνο για ν’ αλλάξουν άλογα, και τότε η Κάλι έβγαινε από την άμαξα για να ξεμουδιάσει τα πόδια της. Σ’ ένα από τα πανδοχεία που σταμάτησαν, παρήγγειλε ένα ελαφρύ γεύμα με κρύο κρέας, τυρί και ψωμί,


αλλά δεν είχε πολλή όρεξη, και τελικά άφησε το περισσότερο φαγητό στο τραπέζι. Το ήξερε ότι ταξίδευαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, γιατί άλλαζαν πολύ συχνά άλογα ώστε να είναι ξεκούραστα, παρ’ όλ’ αυτά το ταξίδι έμοιαζε ατέλειωτο. Και της φάνηκε ακόμα πιο αργό όταν σκοτείνιασε, καθώς δεν είχε πια τη δυνατότητα να ρίχνει καμιά ματιά στο τοπίο. Η ώρα της θα περνούσε πιο γρήγορα αν κατάφερνε να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια της ούτε για λίγο. Το μυαλό της ήταν γεμάτο αμφιβολίες, φόβους και οδυνηρές εικόνες. Έβλεπε τον Σινκλέρ στο κρεβάτι χλομό, μελανιασμένο, γεμάτο επιδέσμους. Και ευχήθηκε πάνω από μια φορά να μην είχε φύγει η Φραντσέσκα με τη θεία Οντίλια σήμερα. Τίποτε δε θα ήταν τόσο άσχημο αν είχε τη Φραντσέσκα δίπλα της για να το μοιραστεί. Γιατί ήταν σίγουρη πως η Φραντσέσκα θα είχε πάει μαζί της να της κρατήσει συντροφιά. Δεν ήταν όμως μόνο η συντροφιά και η παρηγοριά που της έλειπαν. Η Φραντσέσκα ήταν πολύ καλή στο να παίρνει στα χέρια της τις καταστάσεις. Ήξερε πάντα τι να κάνει και μ’ ένα χαμόγελο και δυο καλές κουβέντες μπορούσε να εξασφαλίσει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Όταν η άμαξα σταμάτησε, η Κάλι συμπέρανε ότι θα είχαν φτάσει σ’ ένα ακόμα πανδοχείο για ν’ αλλάξουν άλογα. Με το που παραμέρισε όμως την κουρτίνα, είδε ότι είχαν σταματήσει έξω από ένα εξοχικό. Δεν ήταν βέβαια η παράγκα με τους κισσούς που είχε φανταστεί εκείνη διαβάζοντας το σημείωμα της κυρίας Φάρμινγκτον -τούτο το κτίσμα ήταν ένα δίπατο οικοδόμημα με πέτρινα υπέρθυρα και παράθυρα-, αλλά σίγουρα δεν ήταν και κανένα πολυσύχναστο πανδοχείο, άρα θα πρέπει να είχαν φτάσει στον προορισμό τους. «Αυτό είναι το Μπλακφράιαρς Κόουπ;» ρώτησε τον αγγελιοφόρο, που είχε κάνει όλο το ταξίδι δίπλα στον αμαξά και τώρα πήδησε στο έδαφος για να τη βοηθήσει να κατέβει. «Μάλιστα, λαίδη μου. Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ακόμα ξύπνιοι και σας περιμένουν», της απάντησε εκείνος κοιτάζοντας τα φωτισμένα παράθυρα πάνω και δίπλα από την είσοδο. «Ευχαριστώ», του είπε η Κάλι και μολονότι ήταν σίγουρη ότι ο Σινκλέρ θα του είχε δώσει χρήματα για την άμαξα και τα άλογα, του έβαλε κι εκείνη ένα χρυσό νόμισμα στην παλάμη. Είχε αρχίσει να πέφτει ένα διαπεραστικό, παγωμένο ψιλόβροχο, έτσι σήκωσε την κουκούλα της για να προστατευτεί, καθώς ανέβαινε βιαστικά τα σκαλοπάτια για να χτυπήσει την πόρτα. Πέρασε λίγη ώρα μέχρι ν’ ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί


μια κοντόχοντρη γυναίκα που φορούσε ένα απλό φόρεμα από μουσελίνα και μια λευκή ποδιά. «Μάλιστα;» «ΕΙ κυρία Φάρμινγκτον;» ρώτησε ανυπόμονα η Κάλι. «Ναι, εγώ είμαι». «Είμαι η λαίδη Καλάντρα Λιλ. Είναι ξύπνιος; Πού είναι;» «Στο γραφείο, δεσποινίς», της απάντησε η γυναίκα και γυρίζοντας της έδειξε προς το φως που έβγαινε από μια ανοιχτή πόρτα στο διάδρομο. «Σας ευχαριστώ». Η Κάλι έτρεξε βιαστικά στο διάδρομο χωρίς να δώσει σημασία στην εξώπορτα που έκλεισε πίσω της. Κατέβασε την κουκούλα της, έβγαλε τα γάντια της προχωρώντας, τα πέταξε σ’ ένα τραπεζάκι του χολ και όρμησε στο δωμάτιο που της είχε δείξει η κυρία Φάρμινγκτον. Εκεί σταμάτησε απότομα, κοιτάζοντας την εικόνα μπροστά της, ανίκανη για μια στιγμή να βγάλει νόημα. Ο λόρδος Μπρόμγουελ ήταν μισοξαπλωμένος στον καναπέ. Είχε απλώσει το ένα πόδι με την μπότα μπροστά του, ενώ το άλλο ήταν λυγισμένο και πατούσε στο πάτωμα. Ήταν γερμένος στην άκρη και ελαφρά γυρισμένος ώστε το στέρνο του να ακουμπάει στη γωνία. Το σακάκι και η γραβάτα του ήταν πεταμένα στην κοντινή καρέκλα, το γιλέκο του ανοιχτό και το πουκάμισό του ξεκούμπωτο μέχρι τη μέση του στήθους. Στο πάτωμα δίπλα του υπήρχε ένας ασημένιος δίσκος μ’ ένα κρυστάλλινο μπουκάλι γεμάτο μ’ ένα σκούρο ποτό, ενώ στο χέρι του κρατούσε ένα γεμάτο ποτήρι. Για μια στιγμή έμειναν να κοιτάζονται και οι δυο τους ανέκφραστα. Πρώτος συνήλθε εκείνος. «Κάλι!» αναφώνησε. Ακούμπησε απότομα το ποτήρι του στο δίσκο και σηκώθηκε με άνεση, αν και στη συνέχεια παραπάτησε. «Τι είναι;» τη ρώτησε, δείχνοντας θορυβημένος, και έκανε να την πλησιάσει. «Τι συνέβη; Είσαι καλά;» «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» κατάφερε να συνέλθει επιτέλους η Κάλι και να μιλήσει. Είχε σχέση ο Μπρόμγουελ με το ατύχημα του αδελφού της; Μήπως τελικά δεν ήταν ατύχημα αλλά μια μονομαχία μεταξύ τους; «Δεν καταλαβαίνω. Πού είναι ο Σινκλέρ; Είναι καλά; Τι συνέβη;» «Ο Σινκλέρ;» επανέλαβε ανέκφραστα εκείνος. «Ποιος είναι...» Γούρλωσε τα μάτια του. «Εννοείς τον αδελφό σου; Τον Ρόκφορντ; Γιατί στην ευχή θα ήταν εδώ;» «Μα το σημείωμα!» αναφώνησε η Κάλι κι έκανε να το βγάλει από την τσέπη της, αλλά σταμάτησε την κίνηση στη μέση, νιώθοντας το κεφάλι της να γυρίζει. Διάφορα περίεργα πράγματα άρχισαν να μπαίνουν σε μια τάξη στο μυαλό της -ο κομψός γραφικός χαρακτήρας του σημειώματος, που υποτίθεται ότι είχε γράψει μια


γυναίκα της επαρχίας που ζούσε σε καλύβα, το γεγονός ότι αυτή η ίδια γυναίκα είχε συντάξει το γράμμα με το ύφος που έπρεπε καθώς απευθυνόταν στην κόρη ενός δούκα, το πόσο απίθανο ήταν να βρίσκεται ο αδελφός της στο Μπάκιγχαμσιρ αυτή την εποχή, αλλά και το πόσο καλά οργανωμένο ήταν το ταξίδι, όπως και το ότι ο αδελφός της δεν είχε κάνει καν τον κόπο να υπογράψει έστω το γράμμα για να την καθησυχάσει ότι ήταν καλά. «Με ξεγέλασες!» είπε νιώθοντας το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. Την έπιασε ναυτία, ζαλάδα. Ο Μπρόμγουελ συνέχιζε να την κοιτάζει ανέκφραστος. «Τι πράγμα; Τι στο διάβολο είναι αυτά που λες;» Αλλά η Κάλι δεν έμεινε να τον ακούσει. Είχε συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν στη μέση του πουθενά, νυχτιάτικα, μόνη με τον Μπρόμγουελ, χωρίς συνοδό εξαιρούμενης της κυρίας Φάρμινγκτον -αν την έλεγαν έτσι-, η οποία δούλευε σίγουρα για κείνον. Η υπόληψή της θα καταστρεφόταν. Και τότε της ήρθε στο μυαλό μια ακόμα πιο τρομακτική σκέψη -όλ’ αυτά δεν μπορεί να είχαν γίνει με μόνο στόχο την υπόληψή της, αλλά απειλούσαν και την αγνότητά της. Νόμιζε πως είχε γνωρίσει όλη την ένταση των συναισθημάτων της τις προάλλες, όταν είχε μάθει ότι δεν υπήρχε μέλλον για εκείνη και τον Μπρομ, αλλά τώρα διαπίστωνε ότι μπορούσε να νιώσει πολύ χειρότερα. Ο Μπρόμγουελ όχι μόνο δε θα την παντρευόταν, όχι μόνο δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της και δε θα την ερωτευόταν ποτέ, αλλά είχε τόσο ποταπή ιδέα για κείνη ώστε να την καταστρέψει άσπλαχνα. Της είχε πει ψέματα. Είχε σκοπό να τη χρησιμοποιήσει για να πάρει τη διεστραμμένη εκδίκησή του από τον αδελφό της, χωρίς να νοιάζεται για τον πόνο ή την ταπείνωσή της. «Αχ, Θεέ μου!» πρόφερε πνιγμένα. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της και έφερε τη γροθιά στο στόμα της, νιώθοντας ναυτία. «Τι ηλίθια που ήμουν! Μου έλειπες, πενθούσα που σε είχα χάσει, κι εσύ καθόσουν εδώ και σκάρωνες τη σκευωρία...» Έκοψε στη μέση τη φράση της και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Τον άκουσε να φωνάζει το όνομά της, αλλά δε σταμάτησε, δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Η μόνη της σκέψη ήταν να προλάβει την άμαξα προτού φύγει. Θα τους έλεγε τι είχε συμβεί και δεν μπορεί να ήταν τόσο άσπλαχνοι ώστε να την αφήσουν εδώ, μόνη μαζί του. Δεν είδε πουθενά τη γυναίκα που της είχε ανοίξει την πόρτα, παρ’ όλ’ αυτά φώναξε βοήθεια. Άκουγε τον Μπρόμγουελ να τρέχει στο διάδρομο πίσω της, φωνάζοντας το όνομά της και βρίζοντας. Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε βιαστικά, αλλά εκεί σταμάτησε απότομα.


Η άμαξα είχε φύγει. Πανικόβλητη, κοίταξε αριστερά δεξιά, αλλά δεν την είδε πουθενά. Θα πρέπει να είχε φύγει με το που μπήκε εκείνη στο σπίτι. Σίγουρα ο οδηγός θα είχε τέτοιες οδηγίες. Μπορεί η κυρία Φάρμινγκτον να είχε φύγει κι εκείνη μαζί τους -αλλά και να μην είχε φύγει, η Κάλι δεν είχε πολλές ελπίδες ότι θα τη βοηθούσε. Το στήθος της φούσκωσε από τους λυγμούς, αλλά τους κατάπιε. Άρχισε να τρέχει. «Κάλι!» Ο Μπρόμγουελ, που είχε σταματήσει στην πόρτα πίσω της όσο εκείνη κοιτούσε δεξιά αριστερά στην αυλή, άρχισε πάλι να την κυνηγάει. «Γύρνα πίσω!» Η βροχή είχε δυναμώσει και τη χτυπούσε στο πρόσωπο, αλλά η Κάλι δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει την κουκούλα της. Σήκωσε απλώς τη φούστα της μέχρι το γόνατο και συνέχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο Μπρόμγουελ ήταν πιωμένος, σκέφτηκε, και ίσως να μην κατάφερνε να την πιάσει. Μπορεί να σκόνταφτε και να έπεφτε. Αν κατόρθωνε να φτάσει μέχρι τα δέντρα, μπορεί και να του ξέφευγε. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πόσο φρούδες ήταν οι ελπίδες της. Λίγα μέτρα πιο πέρα, εκείνος την άρπαξε από το μπράτσο και τη σταμάτησε. Η Κάλι άρχισε να στριφογυρίζει και να τραβιέται, προσπαθώντας μάταια να ελευθερωθεί από το πιάσιμό του. «Άσε με να φύγω!» ξεφώνισε πνίγοντας τα δάκρυα θυμού και απόγνωσης που είχαν ανέβει τώρα στα μάτια της. «Ο Ρόκφορντ θα σε σκοτώσει! Όχι, εγώ θα σε σκοτώσω, με τα ίδια μου τα χέρια!» Άπλωσε το ελεύθερο χέρι της και τον γρατσούνισε στο μπράτσο, μπήγοντας τα νύχια της στη σάρκα του. «Πανάθεμά σε!» αναφώνησε ο Μπρομ, την άρπαξε από τον καρπό και απομάκρυνε το χέρι της από το μπράτσο του. «Τι στο διάβολο έπαθες; Τρελάθηκες;» «Δε θα πίστευα ποτέ κάτι τέτοιο για σένα!» του πέταξε. «Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα έπεφτες τόσο χαμηλά!» Η Κάλι πάλεψε άγρια να του ξεφύγει, κλοτσώντας και τσιρίζοντας άναρθρα. Κατάφερε να ελευθερώσει το ένα μπράτσο της, αδιαφορώντας για τον πόνο, και τον χτύπησε στο πρόσωπο. «Να πάρει η οργή, Κάλι, σταμάτα!» Ο Μπρομ τη γύρισε και την έπιασε από πίσω, ακινητοποιωντας τα μπράτσα της στο πλάι, και τη σήκωσε στον αέρα. Εκείνη συνέχισε να παλεύει για λίγο, αλλά της ήταν αδύνατον να συγκροτήσει άλλο τους λυγμούς της, που ξέσπασαν γοεροί, και τελικά έμεινε σαν παράλυτη στην αγκαλιά του. Η παγωμένη βροχή τους χτυπούσε αλύπητα και τους μούσκευε. Ο Μπρόμγουελ την άφησε να ηρεμήσει και την έσφιξε στην


αγκαλιά του σαν παιδί. Έσκυψε το κεφάλι του και της ψιθύρισε: «Κάλι... γλυκιά μου...» Τα χείλια του άγγιξαν απαλά τα μαλλιά της. Ύστερα γύρισε και τη μετέφερε στο σπίτι. Εκείνη είχε μείνει στην αγκαλιά του αδύναμη, χωρίς να προβάλει αντίσταση, παγωμένη μέχρι το κόκαλο και μουδιασμένη από τον καταιγισμό των συναισθημάτων της. Οταν μπήκαν στο σπίτι, ο Μπρομ την άφησε να σταθεί μόνη και φώναξε: «Κυρία Φάρμινγκτον!» Ύστερα ξεκούμπωσε το μουσκεμένο παλτό της και το άφησε να πέσει στο πέτρινο πάτωμα. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα, είχε χάσει τις φουρκέτες της κατά την πάλη και τώρα έπεφταν στους ώμους της, στάζοντας νερά. Το φόρεμα κάτω από το παλτό της είχε μουσκέψει και αυτό και οι μπότες της ήταν γεμάτες λάσπη. «Κυρία Φάρμινγκτον!» φώναξε πάλι ο Μπρομ. «Να πάρει οργή, πού είναι αυτή η γυναίκα;» Εκείνος ήταν ακόμα πιο βρεγμένος από την Κάλι, γιατί δε φορούσε πανωφόρι. Το λευκό πουκάμισο είχε κολλήσει μουσκεμένο πάνω του και τα μαλλιά του είχαν κολλήσει στο κεφάλι του. Ανατρίχιασε και τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς άπλωσε το χέρι να ξεκουμπώσει το φουστάνι της. «Έλα, πρέπει να βγάλεις αυτό το φουστάνι», της είπε. «Όχι!» Η Κάλι τραβήχτηκε μακριά του, αν και ήταν πολύ κουρασμένη για να το βάλει στα πόδια ή να παλέψει άλλο. Ο Μπρομ αναστέναξε. «Τότε κάθισε σ’ αυτό τον πάγκο». Την έπιασε από τα μπράτσα και την τράβηξε στον πάγκο που υπήρχε στη μια άκρη της εισόδου. Την υποχρέωσε να καθίσει, όχι και τόσο ευγενικά. «Μείνε εδώ», τη διέταξε. Η Κάλι πολύ θα ήθελε να τον παρακούσει, αλλά της ήταν αδύνατον να κινηθεί. Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω στον τοίχο. Ένιωθε φοβερά παγωμένη και πολύ μουδιασμένη και αποσυντονισμένη για να κάνει κάτι. Ανατρίχιασε και τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν. Ο Μπρόμγουελ γύρισε κρατώντας ένα πλεχτό ριχτάρι, που το τύλιξε σφιχτά γύρω της. «Ορίστε. Αυτό θα σε ζεστάνει λίγο». Στη συνέχεια έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισο και το γιλέκο του και τα πέταξε στο πάτωμα. Η Κάλι γούρλωσε επιφυλακτικά τα μάτια της, αλλά εκείνος δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος της, μόνο τύλιξε ένα δεύτερο ριχτάρι γύρω του σαν σάλι. Η εικόνα του ήταν τόσο κωμική, που κάτω από άλλες συνθήκες θα την είχαν πιάσει τα γέλια. Ο Μπρομ χτένισε πίσω τα μαλλιά του, στραγγίζοντας το νερό,


ύστερα άπλωσε το χέρι του να κάνει το ίδιο στα δικά της μαλλιά. Η Κάλι σήκωσε τα χέρια της για να τον εμποδίσει, αλλά δεν είχε πια δύναμη, κι εκείνος αγνόησε τις άτονες προσπάθειες της. Ύστερα γονάτισε μπροστά της και άρχισε να λύνει τις μπότες της. «Σταμάτα», του είπε. «Σιωπή. Είσαι βρεγμένη και παγωμένη, και αρνούμαι να σε αφήσω ν’ αρρωστήσεις επειδή τρελάθηκες ξαφνικά». «Δεν τρελάθηκα», διαμαρτυρήθηκε αδύναμα. Ο Μπρομ κάθισε πίσω στις φτέρνες του και σήκωσε το φρύδι του. «Όχι. Και βέβαια όχι. Εμφανίζεσαι εδώ -αν και δεν μπορώ να φανταστώ πώς και γιατί έμαθες ότι ήμουν εδώ. Μου ζητάς τον αδελφό σου και στη συνέχεια το βάζεις στα πόδια ουρλιάζοντας μέσα στη βροχή, ένας Θεός ξέρει για πού. Και όταν προσπαθώ να σε σταματήσω για να μάθω τι συμβαίνει, μου επιτίθεσαι. Τι απ’ όλ’ αυτά δεν είναι τρελό;» Όταν εκείνη δεν του απάντησε, αλλά συνέχισε να τον κοιτάζει επιθετικά, της είπε: «Πολύ καλά. Μείνε με τις μπότες». Τη σήκωσε πάλι όρθια. «Έλα εδώ». «Πού;» Η Κάλι έσφιξε πεισματικά το σαγόνι της. «Να πάρει η οργή!» Ο Μπρομ τη σήκωσε πάλι στα χέρια του και την πήγε στο γραφείο, αγνοώντας τις προσπάθειες της να ξεγλιστρήσει. Την άφησε πάλι όρθια μπροστά στο τζάκι και σκάλισε τα κούτσουρα για να δυναμώσει η φλόγα. Η ζέστη ήταν καλοδεχούμενη και η Κάλι άφησε αυθόρμητα έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης. Κάθισε σ’ ένα σκαμπό μπροστά στο τζάκι και γύρισε αυτόματα το κεφάλι της, ώστε τα μαλλιά της να πέσουν ελεύθερα προς το μέρος της φωτιάς. Ο Μπρόμγουελ πήγε, και πήρε το κρυστάλλινο μπουκάλι και το ποτήρι που ήταν πάντα στο δίσκο, και ξαναγέμισε το ποτήρι. Πλησίασε πάλι την Κάλι και της έβαλε το ποτήρι στο χέρι. «Πιες το. Θα σε ζεστάνει πιο γρήγορα από τη φωτιά». Εκείνη τον κοίταξε καχύποπτα, κάνοντάς τον να σφίξει το στόμα του. «Πιες το», τη διέταξε, «διαφορετικά θα σ’ το δώσω με το ζόρι». Η Κάλι έκανε μια γκριμάτσα και ήπιε μια γουλιά από το ποτό. Της έκαψε το λαιμό και της έκοψε την ανάσα, αλλά τη ζέστανε εσωτερικά, κάνοντάς τη να νιώσει αμέσως καλύτερα. Ο Μπρομ της πήρε το ποτήρι και ήπιε κι εκείνος, ύστερα της το ξανάδωσε και κάθισε οκλαδόν δίπλα της μπροστά στη φωτιά. Η Κάλι ήπιε άλλη μια, πιο μικρή γουλιά από το ποτό και του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. Ο Μπρομ είχε πετάξει από τους ώμους του το ριχτάρι με το οποίο είχε τυλιχτεί νωρίτερα και τώρα το φως


από τις φλόγες έπαιζε πάνω στους γυμνούς ώμους και το στέρνο του. Υπήρχε κάτι το πρωτόγονο στη στάση του έτσι όπως καθόταν με τα μπράτσα ακουμπισμένα στα γόνατά του και ζεσταινόταν μπροστά στη φωτιά, προσπαθώντας να στεγνώσει τα ανακατεμένα μαλλιά του. Αισθάνθηκε ξαφνικά το λαιμό της να ξεραίνεται και τη γνώριμη ζεστασιά στα λαγόνια της, που την έκανε να νιώσει ταπεινωμένη, γιατί δεν είχε καμιά σχέση με τη φωτιά, αλλά είχε κάθε σχέση με τον άντρα που καθόταν μπροστά της. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του και την έπιασε να τον κοιτάζει. Η Κάλι βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της κοκκινίζοντας, ο Μπρομ όμως άπλωσε το χέρι του και της έπιασε το πιγούνι, γυρίζοντάς την πάλι προς το μέρος του. Δεν της μίλησε, άφησε μόνο τη ματιά του να πλανηθεί πάνω στις αναμαλλιασμένες μπούκλες της και στο βρεγμένο φόρεμα που κολλούσε πάνω στο στήθος της, αποκαλύπτοντας τις ορθωμένες θηλές της. Το στόμα του μαλάκωσε λίγο και τα μάτια του σπίθισαν. Ο αντίχειράς του χάιδεψε το πιγούνι της, ανέβηκε πιο ψηλά, στα χείλη. Το άγγιγμά του στο ευαίσθητο στόμα της άναψε φλόγες μέσα της και η Κάλι συνειδητοποίησε έκπληκτη ότι ήθελε να πιάσει το χέρι του και να κολλήσει τα χείλια της πάνω του. Παρ’ όλα όσα είχαν γίνει, ένα πρωτόγονο ένστικτο μέσα της είχε ανταποκριθεί στον πόθο που διάβασε στα μάτια του και την έσπρωχνε να τον αναζωπυρώσει. Πετάχτηκε όρθια. «Όχι! Μη νομίζεις ότι μπορείς να με ξεμυαλίσεις. Δεν πρόκειται να υποκύψω. Δεν πρόκειται να σε διευκολύνω στη δολοπλοκία σου να σπιλώσεις το όνομά μου!» Σηκώθηκε κι εκείνος και την κοίταξε, και η φλόγα στα μάτια του έκρυβε τώρα περισσότερο θυμό παρά πόθο. «Δε θα το έκανα ποτέ αυτό. Το ξέρεις». «Αλήθεια;» Η φωνή της έσταζε σαρκασμό. «Περιμένεις να πιστέψω ότι με παρέσυρες μέχρι εδώ για να μιλήσουμε;» Εκείνος άνοιξε τα μπράτσα του σαστισμένος. «Μα δεν έκανα τίποτα για να σε παρασύρω εδώ! Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτά που λες. Από την ώρα που ήρθες, μουρμουρίζοντας ασυναρτησίες για τον Ρόκφορντ, μου είναι αδύνατον να βγάλω νόημα». «Πώς μπορείς να ισχυρίζεσαι κάτι τέτοιο;» φώναξε η Κάλι. Την πονούσε περισσότερο γιατί ήθελε πολύ να τον πιστέψει. «Δεν είμαι χαζή. Πήρα ένα γράμμα που μου έλεγε να έρθω εδώ γρήγορα γιατί ο αδελφός μου είχε πάθει ένα ατύχημα με την άμαξα, και όταν έφτασα εδώ, δε βρήκα παρά εσένα». «Τι πράγμα;» Ο Μπρομ έμεινε να την κοιτάζει. «Κάλι... δε σου έστειλα κανένα γράμμα. Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς. Δε


θα έκανα ποτέ... σ’ τ’ ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό, δε θα προσπαθούσα ποτέ να σε παρασύρω εδώ για να σε εκμεταλλευτώ. Πώς μπορείς να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο;» Η Κάλι τον κοίταξε στα μάτια, είδε τις χρυσαφένιες ανταύγειες που ζωγράφιζαν οι φλόγες στα γκρίζα βάθη τους και ξαφνικά κατάλαβε ότι της έλεγε την αλήθεια. Όπως κατάλαβε και ποιος είχε οργανώσει όλο αυτό το κόλπο εις βάρος της. Αμίλητη, έβγαλε από την τσέπη της το διπλωμένο σημείωμα που είχε πάρει και του το έδωσε με δάχτυλα που έτρεμαν ελαφρά. Ο Μπρόμγουελ πήρε συνοφρυωμένος το γράμμα και το άνοιξε. Κρυμμένο στην τσέπη, κάτω από το παλτό της, δεν είχε βραχεί. Ήταν λίγο νοτισμένο, αλλά οι λέξεις εξακολουθούσαν να είναι ευανάγνωστες. Η Κάλι κοίταξε το πρόσωπό του και κατάλαβε ότι ο Μπρομ είχε αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα. Αφού το διάβασε δυο φορές, της το επέστρεψε. Αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια, της είπε: «Αυτό το σημείωμα δεν το έγραψε η κυρία Φάρμινγκτον. Η κυρία Φάρμινγκτον είναι η οικονόμος εδώ, αλλά αμφιβάλλω αν ξέρει γράμματα. Ο αδελφός σου δεν ήρθε ποτέ εδώ. Εγώ ήρθα σ’ αυτό το σπίτι όταν έφυγα από το Λονδίνο, αμέσως μετά την κουβέντα μας στη μουσική βραδιά της λαίδης Γουίτινγκτον». «Τι είναι τούτο το μέρος;» «Ονομάζεται πράγματι Μπλακφράιαρς Κόουπ», της απάντησε κοιτάζοντάς την επιτέλους στα μάτια. «Ήταν το κυνηγετικό περίπτερο του λόρδου Σουίδινγκτον». Εκείνη τη στιγμή έδειχνε θλιμμένος, κουρασμένος και πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν. Αναστέναξε, έστρεψε αλλού το βλέμμα του και πρόσθεσε: «Και ο γραφικός χαρακτήρας ταιριάζει με της Δάφνης». Πήρε το ποτήρι από το τζάκι και το στράγγισε. «Λυπάμαι, Κάλι. Δεν μπορώ να σου πω πόσο λυπάμαι». Ο Μπρομ απομακρύνθηκε, πήγε στο γραφείο και άφησε το ποτήρι. «Ίσως να νόμιζε πως έτσι θα με βοηθούσε με κάποιον τρόπο. Ήξερε ότι... ότι νιώθω περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε για σένα. Ίσως να πίστευε ότι θα το καλοδεχόμουν να βρεθώ σε μια τέτοια κατάσταση μαζί σου». Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω τι έπα- θε ξαφνικά η Δάφνη. Δεν την έχω ξαναδεί να φέρεται έτσι. Τελευταία λέει και κάνει πράγματα που δεν της ταιριάζουν καθόλου. Εκείνη... το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι έχει πάθει εμμονή με τα όσα πέρασε και έχει χάσει κάθε λογική. Το μόνο που θέλει είναι να πάρει εκδίκηση για το κακό που της έκαναν». «Μπρομ...» Η Κάλι τον πλησίασε, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον κοίταξε με ειλικρίνεια. «Ο Σινκλέρ μου ορκίστηκε ότι δεν άφησε την αδελφή σου έγκυο. Μου είπε ότι δεν


είχε καν ποτέ του σχέση με τη λαίδη Δάφνη». Τα μάτια του άστραψαν θυμωμένα και το μπράτσο του σφίχτηκε κάτω από το χέρι της. Την παραμέρισε και πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου. «Φυσικά και θα το αρνιόταν». «Ο αδελφός μου είναι έντιμος άνθρωπος. Νιώθει απαίσια για τον τρόπο που σου φέρθηκε. Το ξέρει ότι χειρίστηκε άσχημα την κατάσταση. Βλέπεις, δεν ήταν και πολύ μεγαλύτερος από σένα τότε. Αλλά μου ορκίστηκε ότι αυτό για το οποίο τον κατηγόρησες δεν ήταν αλήθεια. Τον πιστεύω, δε νομίζω ότι θα μου έλεγε ψέματα». «Το έχουμε ξανασυζητήσει αυτό. Και βέβαια τον πιστεύεις. Είναι ο αδελφός σου». «Έχεις ακούσει ποτέ να λέει κάποιος άλλος κακό για κείνον;» τον ρώτησε η Κάλι. «Ρώτα όποιον θέλεις, και θα σου απαντήσει ότι ο δούκας του Ρόκφορντ είναι ένας τζέντλεμαν. Δε θα αποπλανούσε μια λαίδη και στη συνέχεια θα την παρατούσε, ιδιαίτερα αν ήταν έγκυος στο παιδί του. Η αδελφή σου δε γέννησε αυτό το παιδί, έτσι δεν είναι;» «Όχι. Το έχασε λίγο μετά το γάμο της με το λόρδο Σουίδινγκτον. Αυτό όμως δεν υποδεικνύει τίποτα», δήλωσε ο Μπρομ. «Οι γυναίκες συχνά αποβάλλουν». «Ήσουν κοντά της όταν συνέβη;» «Όχι, και βέβαια όχι. Είχα γυρίσει στην Οξφόρδη». Η έκφρασή του ήταν πέτρινη. «Αυτό δε σημαίνει ότι δε συνέβη». Η Κάλι δε μίλησε, απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει, και ύστερα από λίγο εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του. Εκείνη όμως είχε προλάβει να δει την αμφιβολία που τρεμόπαιξε στα μάτια του και κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να τον βασανίζει η υποψία ότι αυτό που πίστευε δεκαπέντε χρόνια τώρα μπορεί να ήταν ψέμα, ότι η αδελφή που εμπιστευόταν και αγαπούσε τον είχε εξαπατήσει. «Τέλος πάντων, αυτό δεν έχει σημασία τώρα», της είπε απότομα. «Δεν είναι κάτι που μπορούμε να λύσουμε εμείς. Εξάλλου, δεν είναι δικό μας θέμα». «Σίγουρα όμως μας επηρεάζει», τον αντέκρουσε ορθά κοφτά η Κάλι. «Το ξέρω»; Αυτή τη φορά ο Μπρομ την κοίταξε ίσια στα μάτια. «Μη νομίζεις ότι υποτιμώ την κατάσταση στην οποία σ’ έμπλεξε η Δάφνη. 'Οποιοι και να είναι οι λόγοι της, το ξέρω ότι σ’ έχει αδικήσει, και αρνούμαι να επιτρέψω να πληρώσεις εσύ τις συνέπειες. Σ’ αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε. Πρέπει να σιγουρευτούμε ότι δε θα καταστραφεί η υπόληψή σου». «Θα πρέπει να βρίσκεται κάποιο χωριό εδώ κοντά -το Λόουερ Άπτον. Θα υπάρχει σίγουρα σ’ αυτό κάποιο πανδοχείο. Θα πάω


μέχρι εκεί και θα κλείσω ένα δωμάτιο». «Η άμαξά σου έφυγε», της είπε ο Μπρομ. «Έχω ένα άλογο στο στάβλο, αλλά είναι το μόνο. Και δεν μπορείς να διασχίσεις νυχτιάτικα μόνη σου μια άγνωστη περιοχή. Το άλογο θα μπορούσε να μας μεταφέρει και τους δύο στην πλάτη του, ή εγώ θα μπορούσα να ακολουθήσω δίπλα πεζός. Αλλά, και πάλι, αυτό δε θα μας έλυνε το πρόβλημα. Αν φτάσεις μετά...» Σταμάτησε κι έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω από το τζάκι, «...τα μεσάνυχτα καβάλα σε άλογο είτε μόνη σου είτε με τη συνοδεία ενός άντρα, όλοι θα το θεωρήσουν ύποπτο. Εμείς προσπαθούμε ν’ αποφύγουμε τα σχόλια όχι να τα φουντώσουμε». «Και ποιος θα το μάθει;» διαφώνησε η Κάλι. «Οι άνθρωποι του χωριού δε με ξέρουν. Θα χρησιμοποιήσω ψεύτικο όνομα». «Είναι ακόμα καλύτερα να μη σε δει κανείς», της απάντησε ξερά ο Μπρομ. «Υπάρχει κάποιος που ξέρει ότι είσαι εδώ;» «Δεν μπορώ να φανταστώ ποιος θα μπορούσε να το ξέρει. Μου έφερε το σημείωμα ένας αγγελιαφόρος κι έφυγα αμέσως με την άμαξα που νοίκιασε εκείνος. Δεν ήταν κανείς μαζί μου όταν έφτασε, μόνο οι υπηρέτες, οι οποίοι είναι απόλυτα πιστοί στη Φραντσέσκα. Ούτε η Φραντσέσκα ήταν εκεί. Είχε πάει σε μια επίσκεψη με τη θεία Οντίλια». Η Κάλι σταμάτησε να μιλάει και το πρόσωπό της πήρε μια περίεργη έκφραση. «Τι είναι;» τη ρώτησε ο Μπροκ. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Απλώς αναρωτιέμαι μήπως ήταν και αυτό προσχεδιασμένο. Αν η Φραντσέσκα ήταν εκεί όταν έμαθα τα νέα για τον Σινκλέρ, σίγουρα θα είχε επιμείνει να με συνοδεύσει, πράγμα που θα χαλούσε το σχέδιο». Ο Μπρόμγουελ αναστέναξε και είπε: «Η λαίδη Οντίλια έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στην αδελφή μου κι εμένα. Λέει ότι την κάνουμε να γελάει. Είμαι σίγουρος ότι η θεία σου δε θα έκανε τίποτα για να σε βλάψει, αλλά αν η Δάφνη βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να της προτείνει να κάνει κάποια επίσκεψη, προσθέτοντας ότι σίγουρα θα ήθελε να πάει και η Φραντσέσκα μαζί της, πιθανότατα θα συμφωνούσε. Μπορεί να υποπτευόταν πως κάτι σκάρωνε η Δάφνη, αλλά αμφιβάλλω αν θα φανταζόταν ότι θα ήταν τόσο ολέθριο». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Όσο έξαλλη και να ήταν με τη Δάφνη γι’ αυτό που είχε επιχειρήσει να της κάνει, ήταν σχεδόν το ίδιο θυμωμένη με την αλόγιστη αδιαφορία αυτής της γυναίκας για τον πόνο που προκαλούσε στον Μπρόμγουελ. «Τέλος πάντων», είπε κοφτά, ελπίζοντας να του αποσπάσει την προσοχή από την απογοήτευση της αποκάλυψης του πραγμα-


τικού χαρακτήρα της αδελφής του. «Η Φραντσέσκα ξέρει πού βρίσκομαι και το λόγο για τον οποίο ήρθα, γιατί της άφησα ένα σημείωμα για να μην ανησυχεί. Αλλά είναι η μόνη που το ξέρει και είμαι σίγουρη ότι δεν πρόκειται να ψιθυρίσει ποτέ λέξη σε κανέναν που θα μπορούσε να με βλάψει. Θα της έχω πάντα εμπιστοσύνη». «Τότε, αν δε σε δουν στο χωριό, δεν υπάρχει λόγος να ανακαλύψει ποτέ κανείς ότι ήρθες εδώ», είπε ο Μπρόμγουελ. «Και πιστεύω ότι υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μπορούμε να κάνουμε. Θα πρέπει να περάσεις τη νύχτα σου εδώ».


Κεφάλαιο 16 «Εδώ!» αναφώνησε η Κάλι. «Μα αυτό θα κατέστρεφε σίγουρα την υπόληψή μου». «Ποιος θα το μάθει ότι έμεινες εδώ αν δεν το πούμε εμείς οι δυο; Σε διαβεβαιώ ότι η κυρία Φάρμινγκτον δεν πρόκειται να πει κουβέντα από φόβο μήπως χάσει τη δουλειά της. Αύριο θα κατέβω με το άλογο στην πόλη και θα σου νοικιάσω μια άμαξα. Θα γυρίσεις στο Λονδίνο και κανείς δε θα μάθει τίποτα. Εκτός», πρόσθεσε κοιτάζοντάς την ανήσυχος, «αν η Φραντσέσκα έχει διαδώσει ήδη την είδηση του τραυματισμού του δούκα και του ταξιδιού σου εδώ». «Δε νομίζω ότι θα έκανε κάτι τέτοιο», του απάντησε η Κάλι. «Η Φραντσέσκα δεν είναι κουτσομπόλα. Και αμφιβάλλω αν θα δέχτηκε επισκέψεις ή αν θα βγήκε απόψε. Θα πρέπει να νιώθει εξαντλημένη ύστερα από μια ολόκληρη μέρα με τη θεία Οντίλια. Εξάλλου, θα περιμένει νέα μου σχετικά με την κατάσταση του Σινκλέρ». «Ωραία. Τότε δε θα το μάθει κανείς», της είπε ο Μπρομ. Η Κάλι κούνησε αργά το κεφάλι της, αλλά εξακολουθούσε να την προβληματίζει το ότι θα βρίσκονταν σ’ αυτό το σπίτι μόνοι. Θυμήθηκε το παιχνίδισμα που έκαναν οι φλόγες στο γυμνό στέρνο του, δίνοντας μια χρυσαφένια απόχρωση στην επιδερμίδα του και τονίζοντας τους μυς του. «Σου υπόσχομαι ότι δε θα σε αγγίξω», συνέχισε ήρεμα εκείνος. «Αλλά αν αυτό θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, θα κοιμηθώ στους στάβλους ώστε να είσαι πραγματικά μόνη στο σπίτι. Απ’ ό,τι φαίνεται, η κυρία Φάρμινγκτον έχει επιστρέφει ήδη στην καλύβα της στο χωριό. Και μπορείς να κλειδώσεις τις πόρτες και τα παράθυρα». «Οχι, δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό». Η Κάλι δεν ήθελε να του ομολογήσει ότι φοβόταν περισσότερο τον εαυτό της και την έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν, παρά μήπως επιχειρούσε να την ξεμυαλίσει. «Σε πιστεύω». «Σ’ ευχαριστώ», της απάντησε απλά.


Τα βλέμματά τους έσμιξαν για μια στιγμή, ύστερα κοίταξαν και οι δυο αλλού ταυτόχρονα, νιώθοντας ξαφνικά αμήχανα. Ο Μπρόμγουελ ξερόβηξε κι έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω του, λες και κάπου κρυβόταν μια απάντηση σε όλα αυτά. «Φαντάζομαι πως θα επιθυμείς να κοιμηθείς λίγο», είπε στο τέλος. «Θα ήθελες να σου δείξω το δωμάτιό σου;» «Ναι, σε παρακαλώ». «Ε, μμμ, ίσως θα μπορούσα να βρω κάτι να φορέσεις για τον ύπνο», συνέχισε ο Μπρομ καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο και τα μάγουλά του κοκκίνισαν. «Ένα πουκάμισό μου ή...» είπε και η φωνή του έσβησε. Η Κάλι σκέφτηκε το ενδεχόμενο να κοιμηθεί φορώντας ένα πουκάμισό του κι ένιωσε ένα μυρμήγκιασμα στα λαγόνια της. Θα ήταν κάτι πολύ προσωπικό, σαν να τον είχε δίπλα της. Άραγε, το ύφασμα θα είχε ακόμα το άρωμα της κολόνιας του; Διέσχισαν το χολ προς τη σκάλα που ήταν κοντά στην είσοδο και η Κάλι είδε τη μικρή τσάντα που είχε φέρει μαζί της δίπλα στην εξώπορτα. Υπέθεσε ότι θα πρέπει να ήταν εκεί και νωρίτερα, αλλά δεν την είχε προσέξει πάνω στον πανικό και στην τρεχάλα της. «Κοίτα. Η τσάντα μου». Πήγε να την πιάσει, αλλά ο Μπρομ την πρόλαβε. «Θα πρέπει να την έφερε μέσα εκείνος ο άντρας. Δεν τον πήρα είδηση». «Ωραία. Τότε θα έχεις τα ρούχα σου», της είπε ο κόμης χωρίς να την κοιτάξει. Όλα ήταν ξαφνικά αμήχανα, σκέφτηκε η Κάλι. Ήταν δυνατόν να είχε κολλήσει το μυαλό και των δύο στο ότι βρίσκονταν μόνοι σ’ αυτό το σπίτι; Δεν υπήρχαν συνοδοί, κανείς για να διαδώσει ιστορίες. Κανείς δε θα γνώριζε τι θα γινόταν εδώ απόψε εκτός από τους δυο τους. Ο Μπρομ την οδήγησε στη σκάλα, ανέβηκαν πάνω, διέσχισαν το διάδρομο και σταμάτησαν στην τελευταία πόρτα. «Αυτό είναι το δωμάτιό σου. Φοβάμαι ότι είναι μάλλον κρύο. Άσε με να σου ανάψω το τζάκι. Συγνώμη μια στιγμή». Το δωμάτιο ήταν πράγματι παγωμένο, πράγμα που σήμαινε ότι είχε αρκετό καιρό να χρησιμοποιηθεί. Ο Μπρόμγουελ άφησε την τσάντα της, άναψε τη λάμπα στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι κι έφυγε. Γύρισε λίγο αργότερα μεταφέροντας κάμποσα ξύλα και δαδιά στα χέρια του. Είχε φροντίσει επίσης να φορέσει ένα πουκάμισο, αλλά χωρίς να κάνει τον κόπο να το βάλει μέσα στο παντελόνι του. Γονάτισε μπροστά στο τζάκι και άρχισε να στήνει τα ξύλα. Τα


άναψε, τα ανασκάλεψε λίγο και οι φλόγες δεν άργησαν να φουντώσουν, δίνοντας ζεστασιά στο χώρο. Η Κάλι, που τόση ώρα στεκόταν και τον κοιτούσε, τυλιγμένη στο λεπτό ριχτάρι που της είχε δώσει, πλησίασε στο τζάκι. Ο Μπρομ της χαμογέλασε. «Ελπίζω να μην άρπαξες κανένα κρύωμα». Άπλωσε το χέρι του και παραμέρισε μια τούφα μπερδεμένα μαλλιά από το μάγουλό της. Η κίνησή του αυτή την έκανε να θέλει να τριφτεί στο χέρι του σαν γατούλα, να κλείσει τα μάτια της και να απολαύσει το ότι βρισκόταν μαζί του, να χαρεί το άγγιγμα της σάρκας του στη δική της. Ο Μπρομ τράβηξε το χέρι του, διέσχισε το δωμάτιο και πήγε στο παράθυρο. Παραμέρισε τις κουρτίνες κι έμεινε να κοιτάζει τη σκοτεινή νύχτα έξω. Ύστερα από λίγο της είπε: «Πιστεύω πως σου ανέφερα ότι η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρός. Η νταντά μου συνήθιζε να φωνάζει τη Δάφνη “μικρή μητέρα” μου. Με φρόντιζε, έπαιζε μαζί μου. Όταν ήμασταν μικροί είχαμε μόνο ο ένας τον άλλον. Ο πατέρας μου ήταν...» Έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας. «Έχω ορκιστεί ότι δε θα μοιάσω ποτέ στον πατέρα μου. Δεν είχε καμιά αγάπη ή κατανόηση για τα παιδιά του. Είχε την απαίτηση να φερόμαστε σαν ενήλικοι, και δε μας έδινε κανένα ελαφρυντικό επειδή ήμασταν μικροί, αδύναμοι, αδέξιοι». «Λυπάμαι», του είπε η Κάλι νιώθοντας την καρδιά της να λιώνει από συμπόνια. Εκείνος την κοίταξε και της χαμογέλασε. «Δε σ’ το είπα για να κερδίσω τον οίκτο σου. Ήθελα να σου εξηγήσω για τη Δάφνη. Με προστάτευε από εκείνον. Οι τιμωρίες του ήταν αυστηρές, ακόμα και βάρβαρες, κι εκείνη προσπαθούσε να με γλιτώσει. Με έκρυβε, έβρισκε δικαιολογίες για χάρη μου, έπαιρνε πάνω της κάτι που είχα κάνει εγώ γιατί δεν άντεχε να με βλέπει να πονάω. Της χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη». «Το ξέρω». Το χαμόγελο της Κάλι ήταν θλιμμένο. Κατανοούσε την αγάπη του για την αδελφή του. Η Δάφνη ήταν ο μόνος άνθρωπος που τον αγάπησε. Ήξερε, λοιπόν, ότι δε θα την έβγαζε ποτέ από τη ζωή του όσο εσφαλμένες και να ήταν οι πράξεις της. «Χρειάστηκε να υπομείνει πολλά. Εγώ ήμουν πολύ μικρός για να την προστατεύσω. Ο πατέρας μου επέμενε ότι έπρεπε να κάνει έναν πλούσιο γάμο. Ήταν όμορφη και υπήρχαν πολλοί άντρες που την ήθελαν. Εκείνη όμως παντρεύτηκε έναν άντρα πολλά χρόνια μεγαλύτερο της, έναν άντρα που δεν αγαπούσε, για χάρη μας, για να μη χάσουμε το κτήμα μας από τα χρέη του πατέρα μου. Θυμάμαι ότι την άκουσα να κλαίει στο δωμάτιό της την παραμονή του γάμου της. Και στη συνέχεια, όταν ελευθερώθηκε επιτέλους από


εκείνον και θα μπορούσε να φτιάξει μια καινούρια ζωή, μια καλή ζωή, ερωτεύθηκε τον Ρόκφορντ. Τον μίσησα για τη δυστυχία της. Επειδή την ανάγκασε να παντρευτεί έναν ακόμα γέρο και να μαραζώσει δεκαπέντε χρόνια μακριά από καθετί που αγαπούσε». Γύρισε προς την Κάλι σκυθρωπός. «Και τώρα... τώρα νιώθω σαν να μην την ξέρω. Όλ’ αυτά που έκανε για να σε βλάψει. Αυτό το τέχνασμα. Εκείνη η νύχτα στους Κήπους του Βόξολ. Μου είναι αδύνατον να πιστέψω ότι αυτή η γυναίκα είναι η αδελφή μου, ότι θα έπεφτε τόσο χαμηλά ώστε να σκαρώσει τέτοια κόλπα. Η καρδιά της δείχνει γεμάτη πικρία και μίσος. Και τώρα δεν μπορώ παρά... ν’ αναρωτιέμαι αν την κατάλαβα ποτέ πραγματικά. Όλ’ αυτά που μου είχε πει ήταν ψέματα; Ήταν και τότε ίδια κι εγώ απλά δεν το έβλεπα; Ήμουν πολύ νέος και άμυαλος για να ξεχωρίσω την αλήθεια;» Η έκφρασή του είχε τέτοια θλίψη, που η Κάλι τον πλησίασε και ακούμπησε το χέρι στο μπράτσο του. «Λυπάμαι», του είπε πάλι γλυκά, καρφώνοντας το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Τα μαύρα μάτια της άστραφταν γεμάτα συμπόνια και φάνταζαν πελώρια και λαμπερά στο ντελικάτο πρόσωπό της. Ήταν πανέμορφη. Το πρόσωπό της, πλαισιωμένο από τις μαύρες μπούκλες της, ήταν τέλειο από κάθε άποψη, σκέφτηκε ο Μπρομ. Τα χείλη της ήταν σαρκώδη και κατακόκκινα και του ήταν αδύνατον να ξεχάσει την αίσθηση του στόματός της πάνω στο δικό του. Και ενώ βρισκόταν στην απέναντι μεριά του δωματίου, μακριά από το τζάκι, ένιωσε ξαφνικά τη σάρκα του να φλογίζεται. Το ριχτάρι έπεσε από τους ώμους της όταν άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, και τα μάτια του έπεσαν στους ώμους και στο στήθος της. Η λαιμόκοψη του απλού, βαμβακερού φουστανιού της αποκάλυπτε ελάχιστη σάρκα γύρω από τη στρογγυλάδα του στήθους της, αλλά το ύφασμα, νωπό ακόμα, εξακολουθούσε να κολλάει πάνω της. Η καρδιά άρχισε να σφυροκοπά στο στήθος του, και η ανάσα του να βγαίνει γρήγορη. Κάτω από το βλέμμα του, οι θηλές της σκλήρυναν προδίδοντας τον ωμό πόθο της. Ξαφνικά τόυ ήταν πολύ δύσκολο να σκεφτεί. Ήξερε ότι έπρεπε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της, αλλά δεν μπορούσε. Το κορμί του παλλόταν από την ανάγκη του γι’ αυτήν, και η σάρκα του έκαιγε στο σημείο όπου ακουμπούσε το χέρι της. «Ε, μμιμ, καλύτερα να πηγαίνω», είπε αόριστα. «Όχι. Μη φύγεις», του απάντησε η Κάλι. Ήξερε ότι όλοι θα της έλεγαν ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος, αλλά εκείνη το ένιωθε απόλυτα σωστό. Ο πόνος των τελευταίων εβδομάδων είχε εξαφανιστεί, ο φόβος, οι αμφιβολίες. Η φλόγα στα μάτια του όσο την κοιτούσε είχε απελευθερώσει μια πρωτόγονη λαχτάρα μέσα της.


Ήθελε να ξανανιώσει αυτό που είχε νιώσει μαζί του. Ήθελε η εμπειρία να φτάσει μέχρι το τέλος, να μη μείνει τίποτε ανεξερεύνητο. Έσυρε το χέρι της στο μπράτσο του κι από κει στο στέρνο του, απολαμβάνοντας την αίσθηση των μυών του κάτω από το ύφασμα του πουκαμίσου του. Άκουσε το απότομο πιάσιμο της ανάσας του, είδε την ένταση στο πρόσωπό του κι ένιωσε να φουντώνει. Ο Μπρομ την ήθελε και αυτή η διαπίστωση πυροδότησε την πείνα της. «Μείνε εδώ, μαζί μου», του ψιθύρισε. «Κάλι...» Η ανάσα του βγήκε τρεμουλιαστή. «Παίζεις με τη φωτιά». Εκείνη του χαμογέλασε αργά, αισθησιακά, τα μάτια της τον κοίταξαν με σημασία, σκοτεινά. «Α, μα μου αρέσει η φλόγα της». Και όταν είδε την επιθυμία που αλλοίωσε το πρόσωπό του, ένιωσε παντοδύναμη, θριαμβεύτρια, γιατί ήξερε ότι μπορούσε να τον συγκινήσει, και ανυπομονούσε να δοκιμάσει τα όρια αυτής της δύναμης. Απολάμβανε τις συγκινήσεις που φούντωναν μέσα της και ήθελε να χαρεί τα πάντα. Ήθελε εκείνον. «Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν συνέχεια τα φιλιά μας», του είπε σπρωγμένη από τη φλόγα που φούντωνε μέσα της. «Εσύ δεν τα σκεφτόσουν;» Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φίλησε απαλά το πιγούνι του. Ένιωσε το ρίγος του. «Για όνομα του Θεού, Κάλι, δε σκεφτόμουν και τίποτε άλλο», άκουσε την απάντησή του και γύρισε το κεφάλι της για να φιλήσει και από την άλλη μεριά το σαγόνι του. «Είναι τρελό αυτό που κάνεις». «Μπορεί να είμαι λιγάκι τρελή», συμφώνησε μαζί του. «Σε πειράζει;» «Φοβάμαι ότι θα πειράξει εσένα -αύριο». «Δε θα με πειράξει», του υποσχέθηκε ενώ κολλούσε τα χείλη της στο σαγόνι του. Η Κάλι τεντώθηκε, και τα απαλά χείλη της, γλυκά και γεμάτα υποσχέσεις, προκάλεσαν τα δικά του. Ο Μπρομ ήξερε ότι θα έπρεπε να τραβηχτεί. Ένας τζέντλεμαν δε θα εκμεταλλευόταν ποτέ μ’ αυτό τον τρόπο μια γυναίκα. Αλλά δεν κατάφερε να κάνει τα πόδια του να κινηθούν -και σίγουρα αυτή τη στιγμή δεν ένιωθε καθόλου τζέντλεμαν. Τα χείλη της χάιδευαν τώρα τα δικά του, ανάλαφρα σαν πνοή του ανέμου, όμως το χάδι της έγινε πιο απαιτητικό, ρούφηξε τη γεύση τους. Ύστερα τραβήχτηκε, τον κοίταξε στα μάτια, που ήταν τώρα σκοτεινά από τον πόθο, και περίμενε. Ένιωθε τη φλόγα, την ένταση του κορμιού του. Τα χέρια του ήταν σφιγμένα σε γροθιές


σαν να προσπαθούσε να γραπωθεί από τα λιγοστά απομεινάρια αυτοελέγχου. Κοιτώντας τον πάντα στα μάτια, η Κάλι σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, προσφέροντάς του το στόμα της. Μ’ ένα βραχνό βογκητό, ο Μπρομ τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και το στόμα του αιχμαλώτισε άγρια το δικό της. Το πάθος που συγκρατούσαν τόσο καιρό ξεχύθηκε ασυγκράτητο. Τα μπράτσα του την έσφιγγαν όλο και πιο δυνατά, τα στόματά τους εξερευνούσαν αχόρταγα. Απομακρύνθηκαν για να βγάλουν τα ρούχα τους, αλλά την επόμενη στιγμή ήταν και πάλι αγκαλιασμένοι, ανίκανοι ν’ αντέξουν μακριά ο ένας από τον άλλον, και ξεκίνησαν έναν παθιασμένο χορό που τους έφερνε όλο και πιο κοντά στο κρεβάτι. Ο Μπρομ έβγαλε στα γρήγορα τις μπότες του, ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και το πέταξε στο πάτωμα. Τα μυριάδες κουμπιά στην πλάτη της ήταν πιο δύσκολο να ξεκουμπωθούν, αλλά στο τέλος τα νίκησαν, ξηλώνοντας αρκετά στην πορεία. Με μια αβίαστη κίνηση της κατέβασε το φόρεμα, αποκαλύπτοντας τη λυγερή κορμοστασιά της που καλυπτόταν μόνο από το λεπτό μεσοφόρι. Τα στήθη της διακρίνονταν κάτω από το βαμβακερό εσώρουχο, οι ορθωμένες θηλές της λες και ήθελαν να σκίσουν το ύφασμα. Η δαντέλα ξεκινούσε ακριβώς πάνω από εκείνα τα δύο ροδαλά μπουμπούκια, κρύβοντάς τα σκανδαλιστικά από τη θέα. Αργά, σχεδόν με δέος, ο Μπρομ έσυρε το δείκτη του στο ντεκολτέ της, τρίβοντας τη σάρκα του στη δική της. Η Κάλι έτρεμε κάτω από το άγγιγμά του, κι ένα σιγανό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Το ίδιο αργά, τα δάχτυλά του άρχισαν να κατεβάζουν το λεπτό εσώρουχο. Το ύφασμα σύρθηκε πάνω στις ευαίσθητες θηλές της, που σκλήρυναν ακόμα περισσότερο, ώσπου ξεπήδησαν ελεύθερες, ερεθισμένες και σκούρες. Ο Μπρομ τράβηξε απότομα το εσώρουχο, το έσκισε, αλλά δεν τον ένοιαζε. Τα στήθη της ελευθερώθηκαν επιτέλους ολόκληρα, δυο βουναλάκια κατάλευκης σάρκας που λες και ήταν φτιαγμένα ακριβώς για τις παλάμες του. Άπλωσε τα χέρια του, τα πήρε στις φούχτες του και ζύγισε το βάρος τους, απολαμβάνοντας τη μεταξένια υφή τους. Οι αντίχειρές του χάιδεψαν τις θηλές της αργά, βασανιστικά, κάνοντάς τες να ανθίσουν σαν μπουμπούκια. Με κάθε του κίνηση η Κάλι ένιωθε τον πόθο να σφίγγει τα σωθικά της, τα λαγόνια της είχαν πυρακτωθεί, ήταν έτοιμη να λιώσει. Της ήταν αδύνατον να μείνει ακίνητη. Η σάρκα της έτρεμε κάτω από το άγγιγμά του, τα πόδια της κινούνταν σπασμωδικά,


σφίγγονταν σαν να ήθελαν να συγκρατήσουν τη λαχτάρα που φούντωνε ανάμεσά τους. Ήθελε η κάθε στιγμή να κρατήσει για πάντα, ενώ την ίδια στιγμή ένιωθε μια επιτακτική ανάγκη, μια λαχτάρα να ανακαλύψει, να βιώσει τα πάντα αμέσως. Η Κάλι άπλωσε το χέρι της, βρήκε τη ζώνη του παντελονιού του και άρχισε να την ξεκουμπώνει. Ένιωσε την πίεση στο ύφασμα, τη φυσική απόδειξη της ανάγκης του, και δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό, έσυρε το χέρι της πάνω από το ύφασμα, προς τα κάτω, και χάιδεψε το παλλόμενο εξόγκωμα. Ο Μπρομ άφησε να του ξεφύγει ένα σιγανό βογκητό, πράγμα που την ενθάρρυνε να χώσει το χέρι της μέσα στο ύφασμα και να συνεχίσει την εξερεύνηση και πέρα από το πρώτο κουμπί που είχε ξεκουμπώσει. Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο γι’ αυτήν, η αίσθηση της σατινένιας σάρκας σε αντίθεση με τις σγουρές τρίχες. Η προβολή του παλλόμενου ανδρισμού του ήταν περίεργα συναρπαστική. Τα χείλια του αιχμαλώτισαν άγρια τα δικά της, το φιλί του ήταν παθιασμένο, το στόμα του καταβρόχθισε το δικό της όσο εκείνη συνέχιζε τη διατακτική, πειραματική εξερεύνησή της. Τα χέρια του αγκάλιασαν το στήθος της, το πίεσαν, το χάιδεψαν. Ο πόθος της φούντωσε, με κάθε κίνηση των χεριών του άγγιζε καινούρια ύψη. Ξαφνικά, σαν να μην μπορούσε να περιμένει άλλο, ο Μπρομ την άφησε, τραβήχτηκε λίγο πίσω, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και το κατέβασε. Η Κάλι δεν είχε το χρόνο να αντιδράσει όταν τα χέρια του έλυσαν το κομπινεζόν της, το έβγαλαν και το πέταξαν σε μια καρέκλα. Ο Μπρομ έπεσε στο ένα γόνατο και η Κάλι συνειδητοποίησε σαστισμένη ότι της έλυνε τις μπότες. Όταν της σήκωσε το πόδι για να της βγάλει την πρώτη, εκείνη ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του για να στηριχτεί. Τη στιγμή που της σήκωνε το άλλο πόδι για να της βγάλει και την άλλη μπότα, την κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα του άστραφτε γεμάτο υποσχέσεις, πράγμα που της έκοψε την ανάσα. Ο Μπρομ γλίστρησε το χέρι του κάτω από τη δαντέλα της εσωτερικής μακριάς παντελόνας, ακολούθησε τη γραμμή της γάμπας της και έφτασε στο μηρό της. Έπιασε τη ζαρτιέρα της και την τράβηξε αργά, κατεβάζοντας και την κάλτσα, κι έσυρε το χέρι του στη γυμνή σάρκα της με απίστευτη τρυφερότητα. Η Κάλι ξεροκατάπιε. Η σάρκα της μυρμήγκιαζε κάτω από το άγγιγμά του κι ένιωθε τα πόδια της απίστευτα αδύναμα, λες και θα λύγιζαν από στιγμή σε στιγμή. Της έβγαλε και την άλλη κάλτσα με την ίδια τρυφερότητα.


Ο Μπρομ σηκώθηκε, έσυρε τα χέρια στα πόδια της κι έπιασε τη ζώνη του εσώρουχου. Αργά, κοιτάζοντάς τη στα μάτια, έλυσε την κορδέλα. Έχωσε τα χέρια του στη χαλαρωμένη ζώνη και απομάκρυνε το βαμβακερό εσώρουχο, κατεβάζοντας τα χέρια του στην απαλή καμπύλη των γοφών της. Το εσώρουχο προσγειώθηκε στο πάτωμα και η Κάλι βρέθηκε επιτέλους ολόγυμνη μπροστά του. Την έφαγε κυριολεκτικά με το βλέμμα του, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αλλοιώθηκαν από την ακόρεστη πείνα. Η Κάλι νόμιζε ότι θα ένιωθε αμήχανα κάτω απ’ αυτό το βλέμμα, και μπορεί και να ένιωθε λίγο -αλλά προς μεγάλη της έκπληξη το ένιωσε και σαν χάδι στη σάρκα της, σαν να είχε αντικαταστήσει τα δάχτυλά του, και αισθάνθηκε το κέντρο της ύπαρξής της να υγραίνεται, να πάλλεται. «Είσαι πανέμορφη», της είπε βραχνά ο Μπρομ, την πήρε στα χέρια του και τη μετέφερε λίγα βήματα μέχρι το κρεβάτι. Την ακούμπησε στο στρώμα και ξάπλωσε δίπλα της, στηρίζομενος στον έναν αγκώνα, ενώ άπλωσε το ελεύθερο χέρι του στα πλευρά της και άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν, στο στήθος, στο στομάχι, στην κοιλιά, στο μηρό της. Τέλος γλίστρησαν ανάμεσα στα πόδια της, τα άνοιξαν, σύρθηκαν στο εσωτερικό των μηρών της. Αργά, το χέρι του άρχισε να κάνει το ίδιο μονοπάτι αντίστροφα. Η ανάσα της Κάλι έβγαινε αργή, κοφτή, καθώς το χέρι του πλησίαζε ολοένα και περισσότερο το στόχο του. Επιτέλους, δεν άργησε να φτάσει στο κέντρο της γυναικείας της ύπαρξης, στις πλούσιες πτυχές που το προστάτευαν. Και όταν τις παραμέρισε τρυφερά για να εξερευνήσει το πιο απόκρυφο σημείο της, το κορμί της τυλίχτηκε στις φλόγες. Δάγκωσε το κάτω χείλος της, τόσο έντονη και αναπάντεχη ήταν η πρωτόγνωρη ηδονή, και έκανε τόξο το κορμί της για να βρεθεί ακόμα πιο κοντά στο χέρι του. Δεν είχε ονειρευτεί ποτέ της ότι θα μπορούσε να αισθανθεί τόσο υπέροχα, ότι ένα του άγγιγμα θα ήταν αρκετό για να λιώσει. Η Κάλι βόγκηξε και άρχισε να σπαρταρά κάτω από το χέρι του. Ο Μπρομ της χαμογέλασε και το πρόσωπό του καθρέφτιζε το θρίαμβο των αισθήσεων. Έσκυψε και φίλησε το στήθος της, τα χείλη του χάραξαν ένα υγρό, γαργαλιστικό μονοπάτι μέχρι που έφτασαν στη σκληρή θηλή της, τη ρούφηξαν, ενώ η γλώσσα του διέγραφε βασανιστικούς κύκλους γύρω της. Η ανάσα της κόπηκε. Ένα ρίγος συντάραξε το κορμί της κάτω από τα συντονισμένα χάδια του στόματος και των δαχτύλων του. Η Κάλι ένιωσε κάθε σημείο του κορμιού της να φλέγεται από τη φωτιά που μαινόταν


χαμηλά στα σωθικά της, που πάλλονταν από μια απελπισμένη ανάγκη. Το κορμί της σπαρταρούσε από τα χάδια του, πράγμα που την έκανε να αρπαχτεί από το κάλυμμα του κρεβατιού, μπήγοντας τις φτέρνες της στο στρώμα. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ», τον ικέτευσε έτοιμη να εκραγεί, να σβήσει. Ο Μπρομ γλίστρησε πάνω της κι εκείνη άνοιξε τα πόδια της να τον δεχτεί. Τα χέρια του τη γράπωσαν από τους γλουτούς και την ανασήκωσαν ελαφρά. Η άκρη του σκληρού ανδρισμού του άγγιξε το ευαίσθητο κέντρο της ύπαρξής της, και η Κάλι έκανε πρόθυμα τόξο το κορμί της για να τον καλωσορίσει. Εκείνος μπήκε μέσα της αργά, προσεκτικά, σφιγμένος από την προσπάθειά του να συγκρατηθεί. Είχε ακούσει ότι ένιωθες πάντα πόνο την πρώτη φορά, εκείνη όμως δεν αισθάνθηκε κανέναν πόνο, μόνο μια υπέροχη πληρότητα καθώς ο ανδρισμός του γλίστρησε ολόκληρος μέσα της και τη γέμισε. Έβγαλε μια μικρή κραυγή χαράς και φώναξε το όνομά του, ενώ εκείνος έκρυβε το κεφάλι του στον ώμο της, ρουφώντας το άρωμά της. Οι κινήσεις του μέσα της ήταν αργές, ρυθμικές, και η Κάλι τύλιξε τα μπράτσα και τα πόδια της γύρω του, ακολουθώντας τον σίγουρο, δυνατό ρυθμό του. Άκουγε την ανάσα του τραχιά, κοφτή στο αυτί της, ένιωθε την κάψα του κορμιού του. Αισθανόταν τυλιγμένη, βουτηγμένη στο είναι του, και απολάμβανε την αίσθηση. Η ένταση κορυφωνόταν μέσα της, κάθε του κίνηση την πυροδοτούσε, μέχρι που έφτασε στην εκτόνωση. Ήταν τέτοια η ηδονή της, που δεν μπόρεσε να συγκροτήσει την κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη της. Ένα ρίγος συντάραξε τον Μπρομ και το βογκητό του έσκισε τον αέρα καθώς επιτάχυνε το ρυθμό του για να την ακολουθήσει στην κορύφωση. Σωριάστηκαν εξαντλημένοι και απόλυτα χορτασμένοι. Κάποια στιγμή, εκείνος κύλησε από πάνω της, ψελλίζοντας το όνομά της. Χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά του, τράβηξε με το ένα χέρι το κάλυμμα, που τους τύλιξε σαν κουκούλι, και βυθίστηκαν αγκαλιασμένοι στον ύπνο. Η Κάλι άρχισε να ξυπνάει αργά. Το πρώτο που συνειδητοποίησε ήταν ότι έκανε πολλή ζέστη και το δεύτερο ότι την πίεζε κάτι βαρύ. Άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε να κοιτάζει ένα κομμάτι σφιχτής σάρκας. Τριχούλες γαργαλούσαν τη μύτη της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και δε χρειάστηκε πολύ για να ξυπνήσει εντελώς. Η ζέστη προερχόταν από το πελώριο κορμί του Μπρομ. Ήταν ξαπλωμένη πάνω του, με το μάγουλό της ακουμπισμένο στο στέρνο του, και την πίεζε το βαρύ μπράτσο του. Το μυαλό της γέμισε από τις αναμνήσεις της προηγούμενης


νύχτας, και χαμογέλασε μόνη της. Μια γυναίκα με εντονότερο το αίσθημα της ηθικής μπορεί να ένιωθε τώρα αμήχανη, ακόμα και ντροπιασμένη. Εκείνη, όμως, ξεχείλιζε από ευτυχία. Δεν υπήρχε χώρος μέσα της για οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Παρ’ όλη τη ζέστη, έμεινε για λίγο ακόμα ξαπλωμένη, απολαμβάνοντας την καινούρια ζωντάνια και τον ευχάριστο ερεθισμό μετά τις ηδονικές εμπειρίες. Στο τέλος σηκώθηκε από το κρεβάτι, αφήνοντας το κάλυμμα να σκεπάσει τον Μπρομ. Έριξε μια μελαγχολική ματιά στο δωμάτιο γύρω της. Τα ρούχα τους ήταν πεταμένα παντού. Θυμήθηκε ότι είχε ακούσει κάποια να σκίζονται καθώς γδύνονταν και συμπέρανε πως μπορεί να μην ήταν πλέον σε κατάσταση να φορεθούν. Ευτυχώς που είχε φέρει και άλλα φορέματα μαζί της. Η φωτιά είχε σβήσει, τα ξύλα είχαν γίνει στάχτη, αλλά ούτε που πρόσεξε το κρύο καθώς προχωρούσε στο παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν ακόμα σκοτεινό, αλλά το φως που τρύπωνε από μια χαραμάδα στις κουρτίνες την έκανε να υποθέσει ότι είχε ξημερώσει προ πολλού. Τράβηξε μια γωνιά της βαριάς κουρτίνας και κοίταξε έξω. Ήταν πράγματι πρωί και το τοπίο ήταν λουσμένο στον ήλιο. Άφησε την κουρτίνα να πέσει και στράφηκε πάλι προς το εσωτερικό του δωματίου. Το φόρεμά της ήταν πεταμένο στο πάτωμα μπροστά σε μια καρέκλα, το μεσοφόρι της στα πόδια του κρεβατιού, οι μπότες της η μια εδώ και η άλλη εκεί. Όσο για την πουκαμίσα της, μια μπάλα κοντά στην πόρτα. Η Κάλι έκανε το γύρο του δωματίου μαζεύοντας τα ρούχα της. Καθώς στράφηκε προς το κρεβάτι, είδε τον Μπρόμγουελ να την παρακολουθεί, στηριγμένος στον αγκώνα του. Έβγαλε μια κραυγή και άφησε τα ρούχα της να πέσουν πάνω στη σαστιμάρα της. Εκείνος χαμογέλασε. «Α, έτσι είναι πολύ καλύτερα. Τα ρούχα έκρυβαν πολλά». «Τι κάνεις;» τον μάλωσε. «Με τρόμαξες!» «Σε κοιτάζω», της απάντησε. «Γιατί δε μίλησες; Δεν το ήξερα ότι είχες ξυπνήσει». «Το ξέρω. Αυτό έκανε την παρακολούθηση πιο απολαυστική», της είπε χαμογελώντας χωρίς καμιά τύψη. Η Κάλι έσκυψε, μάζεψε τα ρούχα της και τα κράτησε μπροστά της. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα. «Όχι. Μην κρύβεσαι», της είπε. «Μου αρέσει να σε κοιτάζω». Η Κάλι χαμογέλασε αχνά, νιώθοντας περίεργα ντροπαλή και ταυτόχρονα ενθουσιασμένη, με τη γνώριμη πια κάψα να φουντώνει στα λαγόνια της. «Αυτό δεν είναι δίκαιο τη στιγμή που εσύ


είσαι μια χαρά σκεπασμένος». Το τελευταίο δεν ήταν ακριβώς αλήθεια, γιατί το κάλυμμα είχε γλιστρήσει χαμηλά στη μέση του, αποκαλύπτοντας τα μπράτσα και το στέρνο του. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό -θα ήταν η πρώτη που θα έσπευδε να το παραδεχθεί. Ο Μπρομ χαμογέλασε και παραμέρισε το κάλυμμα. «Ορίστε. Κοίτα όσο θέλεις». Τα μάγουλά της φλογίστηκαν καθώς τα μάτια της ταξίδεψαν από μόνα τους στο κορμί του, απολαμβάνοντας τη σφιχτή μπρούντζινη επιδερμίδα του, τους μυς που διαγράφονταν, αλλά και την εμφανή απόδειξη του πόθου του. «Ω!» αναφώνησε γουρλώνοντας τα μάτια της και το κοκκίνισμά της έγινε πιο βαθύ. Ανακάλυψε όμως πως η θέα του ορθωμένου ανδρισμού του είχε πυρακτώσει τη λάβα μέσα της. «Ναι», παραδέχθηκε εκείνος χαμογελώντας. «Είμαι σκλάβος σου». «Είσαι σκλάβος των βασικών ενστίκτων σου, θα έλεγα», τον αντέκρουσε με θάρρος, άφησε όμως τα ρούχα της να πέσουν και πήγε προς το κρεβάτι, νιώθοντας την αμηχανία της να υποχωρεί μπροστά στη χαρά που ξύπνησε μέσα της το βλέμμα του όταν ταξίδεψε στο κορμί της, σκοτεινιασμένο από τον πόθο. «Μόνο όταν είμαι μαζί σου», τη διαβεβαίωσε, άπλωσε το χέρι του, την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε τα τελευταία λίγα εκατοστά μέχρι το κρεβάτι. Ο Μπρομ γύρισε και κάθισε στην άκρη του στρώματος, στηρίχτηκε στις φτέρνες του, την έπιασε από τους γλουτούς και την τράβηξε πάνω του. Η Κάλι χαμογέλασε κοιτάζοντάς τον στα μάτια, και ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του. Τα έσυρε πίσω στην πλάτη του, τα ανέβασε πάλι και τα κατέβασε στο στέρνο του. Ένιωθε τον ορθωμένο ανδρισμό του να την πιέζει στο στομάχι και χαμογέλασε μοχθηρά. «Το ευχαριστιέσαι, έτσι;» γρύλισε ο Μπρομ τρίβοντας τη μύτη του στο λαιμό της. «Σου αρέσει να με κάνεις να υποφέρω». «Όχι», διαφώνησε εκείνη σέρνοντας απαλά τα νύχια της στο στέρνο του. «Το ενδεχόμενο να βάλω ένα τέλος στο μαρτύριό σου, αυτό είναι που με κάνει να χαμογελάω». Ο Μπρομ γέλασε και η ανάσα του χάιδεψε καυτή το λαιμό της καθώς δάγκωσε τρυφερά την τεντωμένη χορδή της. «Αυτό, λαίδη μου, πολύ ευχαρίστως να το κάνετε». Και λέγοντας αυτά, τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την τράβηξε πάλι στο κρεβάτι μαζί του, γυρίζοντας το κορμί του ώστε να τη φέρει από κάτω του. Σήκωσε τα μπράτσα της ψηλά πάνω από το κεφάλι της και τα κράτησε εκεί ακίνητα με το ένα χέρι, ενώ


άρχισε να εξερευνά αργά, βασανιστικά το κορμί της με τα χείλια του. Η Κάλι άρχισε να σπαρταρά, τραβώντας τα χέρια της, αλλά εκείνος συνέχισε να τα κρατάει παγιδευμένα με το δικό του. «Όχι, όχι ακόμα», της ψιθύρισε. «Πρώτα είναι η σειρά μου να σε ευχαριστήσω. Μετά, θα έρθει και η δική σου σειρά». Της έκανε έναν αργό, γλυκό έρωτα με το στόμα και τα χέρια του, φέρνοντάς την όλο και πιο κοντά στην έκρηξη της ηδονής που είχε βιώσει την προηγούμενη νύχτα. Αλλά κάθε φορά, τη στιγμή που πλησίαζε σπαρταρώντας στην κορύφωση, εκείνος τραβιόταν για να ξεκινήσει από την αρχή. Κι ενώ το στόμα του φλέρταρε τη θηλή της, τα δάχτυλά του κατέβηκαν στο καυτό κέντρο του πόθου της και παραμέρισαν τις μεταξένιες πτυχές για να αγγίξουν το ευαίσθητο σημείο της. Η Κάλι έκανε τόξο το κορμί της για να βρεθεί πιο κοντά του, κλαίγοντας σχεδόν από την ανάγκη. Επιτέλους τα δάχτυλά του άρχισαν να κινούνται ρυθμικά μέχρι που ένιωσε το κορμί της να σφίγγεται, και άκουσε την κραυγή που ξέφυγε από το στόμα της καθώς την παρέσυραν τα κύματα της ηδονής. Η Κάλι έμεινε ακίνητη και τον κοιτούσε με σκοτεινά, νυσταγμένα μάτια. Ο Μπρομ έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στα χείλη και πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της. «Α, όχι», διαμαρτυρήθηκε βραχνά εκείνη και του χαμογέλασε. Ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του και τον έσπρωξε να ξαπλώσει στην πλάτη του. Εκείνος έπεσε εύκολα, χαμογελώντας. «Τι έγινε; Σου αρκεί αυτό; Θέλεις να σταματήσεις;» «Όχι, όχι να σταματήσω. Να το αναβάλω. Είναι η σειρά μου τώρα, θυμάσαι; Είπες ότι θα ερχόταν και η δική μου σειρά». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Ναι, το είπα. Πείτε μου, λαίδη μου, τι έχετε σχεδιάσει;» «Νομίζω ότι στην περίπτωση θα ισχύσει το βλέποντας και κάνοντας», του απάντησε η Κάλι. «Τώρα μαθαίνω, το ξέχασες;» Ο Μπρομ σταύρωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του, παριστάνοντας τον χαλαρό, κι ας πρόβαλλε ορθωμένος ο ανδρισμός του ανάμεσα στα πόδια του. «Είσαι ελεύθερη να αυτοσχεδιάσεις τότε». Η Κάλι ήρθε από πάνω του, τον καβάλησε, και είδε τα μάτια του να σκουραίνουν από τον πόθο. Έσυρε τα χέρια της στο στέρνο του, εξερευνώντας το αρρενωπό κορμί του. Οι κινήσεις της ήταν σταθερές καθώς απολάμβανε τη διαφορετική αίσθηση ανάμεσα στους μυς, τα κόκαλα, την επιδερμίδα και τις τρίχες. Τα δάχτυλά της σύρθηκαν πάνω στις επίπεδες θηλές του, τις έκαναν να σκληρύνουν. Στη συνέχεια έσκυψε και τις ρούφηξε με το στόμα της,


όπως είχε κάνει κι εκείνος με τις δικές της. Η γλώσσα της τις ερέθισε, τις έκανε να σκουρύνουν. Η Κάλι ανακάθισε, μετακινήθηκε ελαφρά, και η κίνησή της αυτή τον έκανε να βγάλει ένα σιγανό βογκητό. Άλλαξε λοιπόν πάλι θέση, χαμογελώντας αισθησιακά, νιώθοντάς τον να σπαρταράει από κάτω της. Έτριψε το κορμί της πάνω στο δικό του, ερεθίζοντας όχι μόνο εκείνον, αλλά και τον εαυτό της, καθώς η σάρκα της σερνόταν πάνω στη δική του και οι σγουρές τρίχες του στέρνου του χάιδευαν τις υπερευαίσθητες θηλές της. Ο Μπρομ την έπιασε από τους γοφούς για να τη χαμηλώσει πάνω στον παλλόμενο ανδρισμό του, αλλά η Κάλι χαμογέλασε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της. «Α, όχι, όχι ακόμα. Δεν τέλειωσα μαζί σου. Μα πώς, δε σ’ έχω καν φιλήσει». Έπεσε στα τέσσερα από πάνω του, έτσι ώστε το πρόσωπό της να βρεθεί πάνω από το δικό του. Το περιεργάστηκε με το βλέμμα της. Το δέρμα του ήταν τσιτωμένο στα ζυγωματικά του, το στόμα του αισθησιακό και σαρκώδες, και τα μάτια του γυάλιζαν σαν να είχε πυρετό. Είχε από ώρα παρατήσει τη χαλαρή στάση με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ’ το κεφάλι. Τώρα τα χέρια του είχαν γραπώσει το κάλυμμα, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Η Κάλι έσκυψε και φίλησε ανάλαφρα το μέτωπό του, χαϊδεύοντας την επιδερμίδα του με τα χείλη της. Ύστερα κατέβηκε χαμηλότερα, φίλησε τα κλειστά βλέφαρά του, τα τονισμένα ζυγωματικά του που τη μάγευαν, το δυνατό, αρρενωπό πιγούνι του, για να καταλήξει επιτέλους στο στόμα του. Το φιλί της ήταν αργό, παθιασμένο. Ένιωσε τους μυς του να σφίγγονται κάτω από το κορμί της και κατάλαβε πως ο Μπρομ είχε πάρει στην κυριολεξία φωτιά, όπως εκείνη λίγο νωρίτερα. Σήκωσε το κεφάλι της και κατέβηκε από πάνω του. Εκείνος έβγαλε μια κραυγή διαμαρτυρίας και άπλωσε το χέρι του να την πιάσει, εκείνη όμως το παραμέρισε, και άρχισε να φιλάει το στέρνο του, ενώ το χέρι της κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά. Τα δάχτυλά της σύρθηκαν σαν φτερά στο στομάχι του, στο κόκαλο του γοφού του που εξείχε, για να κατέβουν στο μηρό του, που ήταν καλυμμένος με σγουρές τρίχες. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του και κούνησε νευρικά τα πόδια του. Τα δάχτυλά της σύρθηκαν τώρα στο εσωτερικό των μηρών του μέχρι που βρήκαν τον βαρύ σάκο ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σταμάτησαν ντροπαλά και ανέλαβαν τα νύχια της. Το χάδι της του έκοψε την ανάσα, κάνοντάς τον να τιναχτεί ασυναίσθητα. «Σου αρέσει αυτό;» του ψιθύρισε χαϊδεύοντας το λαιμό του με τα χείλια της.


Η απάντησή του ήταν ένα βραχνό, ανυπόμονο βογκητό. «Θα το εκλάβω ως ναι», του είπε και τον αγκάλιασε με την παλάμη της. Τον ένιωσε να τρέμει και οι κινήσεις της έγιναν πιο θαρραλέες, έσυρε τα δάχτυλά της στον ανδρισμό του, τα τύλιξε γύρω του. Οι κινήσεις της ήταν αργές καθώς εξερευνούσε τη μεταξένια σάρκα του οργάνου που παλλόταν από τον πόθο. Και τότε ο Μπρομ, μ’ έναν σιγανό βρυχηθμό, την έπιασε από τα μπράτσα, την ξάπλωσε ανάσκελα, ανέβηκε από πάνω της και μπήκε μαλακά μέσα της. Από τα χείλη της Κάλι ξέφυγε ένας σιγανός λυγμός, τόσο γλυκό ήταν το συναίσθημα που την πλημμύρισε όταν τον ένιωσε πάλι μέσα της. Τύλιξε χέρια και πόδια γύρω του και γραπώθηκε από πάνω του, ακολουθώντας τον στο ξέφρενο ταξίδι της πληρότητας. Για κάμποση ώρα έμειναν σε μια κατάσταση μακάριας ευδαιμονίας, κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Η Κάλι ήταν κουλουριασμένη στο πλάι, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο μπράτσο του Μπρομ, που ήταν τυλιγμένο γύρω της. Ένιωθε ηδονικά κουρασμένη και τεμπέλα και το μυαλό της ήταν βυθισμένο σε μια ευχάριστη θολούρα. Στο τέλος όμως, ο Μπρόμγουελ αναστέναξε και τράβηξε το μπράτσο του, λέγοντας: «Πρέπει να κατέβω στην πόλη να νοικιάσω μια άμαξα». «Αργότερα», του ψιθύρισε η Κάλι και κούρνιασε δίπλα του. Εκείνος γέλασε κι έσυρε το χέρι του στο πλάι του κορμιού της. «Αλεπουδίτσα. Δεν μπορείς να με βάλεις σε πειρασμό και να με κάνεις να ξεχάσω το σκοπό μου». Η Κάλι γύρισε το κεφάλι της και του έριξε ένα αστραφτερό βλέμμα. «Αυτό είναι πρόκληση;» Ο Μπρομ γέλασε και φίλησε τον γυμνό ώμο της. «Όχι, γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να την κερδίσω». Στη συνέχεια αιχμαλώτισε το στόμα της με το δικό του και τη φίλησε αργά, αλλά ύστερα από λίγο τραβήχτηκε. «Όχι, πρέπει να πηγαίνω», της είπε. «Πρέπει να επιστρέφεις στο Λονδίνο, προτού μάθει κάποιος ότι έφυγες». Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, συνειδητοποιώντας την αλήθεια των λόγων του, αν και ήταν απρόθυμη να παραιτηθεί από αυτή τη στιγμή. Από την ώρα που θα έφευγε από το Μπλακφράιαρς Κόουπ, όλα θα άλλαζαν. Ο Μπρόμγουελ δεν έκανε τον κόπο να μαζέψει τα ρούχα του, άρπαξε απλώς τις μπότες του την ώρα που έβγαινε από το δωμάτιο για να πάει στο δικό του και να ντυθεί. Η Κάλι σηκώθηκε κι εκείνη αναστενάζοντας. Έκανε παγωνιά στο δωμάτιο, έτσι τυλίχτηκε


πάλι με το ριχτάρι που της είχε δώσει ο Μπρομ το προηγούμενο βράδυ, όταν την είχε φέρει πίσω από τη βροχή. Πήρε την τσάντα της κι έβγαλε μια αλλαξιά ρούχα που είχε πακετάρει η καμαριέρα της. Ευτυχώς είχε την προνοητικότητα να πάρει μαζί της ένα απλό πρωινό φόρεμα που κούμπωνε μπροστά και ήταν αρκετά εύκολο να το φορέσει χωρίς βοήθεια. Ήταν μάλλον τσαλακωμένο, αλλά δεν υπήρχε κανείς να τη δει, και έτσι κι αλλιώς θα τσαλακωνόταν περισσότερο στο ταξίδι. Ο Μπρομ επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα, ντυμένος, φέρνοντας μαζί του μια κανάτα με νερό για το νιπτήρα, και την πληροφόρησε ότι θα κατέβαινε κάτω να δει αν είχε εμφανιστεί η οικονόμος για δουλειά. Η Κάλι πλύθηκε και ντύθηκε στα γρήγορα, ύστερα βούρτσισε με κάποια δυσκολία τα μπερδεμένα μαλλιά της και τα χτένισε ψηλά σ’ έναν απλό κότσο στην κορυφή του κεφαλιού της. Στη συνέχεια, κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του σπιτιού, ακολουθώντας το θόρυβο από πιατικά και κατσαρολικά. Βρήκε τον Μπρομ στην κουζίνα μόνο, να βάζει πιάτα και μαχαιροπίρουνα σ’ ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι. Εκείνος την είδε και της χαμογέλασε κάπως συνεσταλμένα. «Η κυρία Φάρμινγκτον δεν είναι εδώ. Αλλά έφτιαξα εγώ τσάι, βρήκα το βούτυρο και τη μαρμελάδα, και κατάφερα να κόψω μερικές φέτες ψωμί για να τις φρυγανίσω». «Ακούγεται τέλειο», του απάντησε η Κάλι λάμποντας. Οι φρυγανιές ήταν λίγο καμένες από τη μια μεριά και λίγο άψητες από την άλλη, και το τσάι ήταν πάρα πολύ δυνατό, αλλά αυτό, σκέφτηκε η Κάλι, ήταν το ωραιότερο πρωινό που είχε φάει ποτέ της. Ο Μπρομ της περιέγραψε τις μαγειρικές του προσπάθειες, κάνοντας τη να σκάσει στα γέλια, και όση ώρα έτρωγαν συζητώντας, άπλωνε κάθε τόσο το χέρι του για να χαϊδέψει το δικό της ή για ν’ απομακρύνει κάποιο τσουλούφι από το μάγουλό της, λες και δεν μπορούσε να μείνει πολλή ώρα χωρίς να την αγγίξει. Είχαν μόλις τελειώσει το φαγητό τους και είχαν σηκωθεί απρόθυμα από το τραπέζι, όταν η Κάλι άκουσε ένα θόρυβο στην αυλή έξω. Γύρισε το κεφάλι της κι έστησε αυτί. «Άλογο είναι αυτό που ακούω;» Κοίταξε έξω από το παράθυρο, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτε πέρα από την πλαϊνή αυλή και τους στάβλους. Ο Μπρομ έμεινε ακίνητος. «Ναι, κάποιος πολύ βιαστικός». Βγήκαν από την κουζίνα και είχαν διασχίσει τον μισό διάδρομο, όταν άκουσαν ένα βροντερό χτύπημα στην πόρτα. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα και η Κάλι ένιωσε μάλλον άβολα.


Το χτύπημα συνεχίστηκε, και ο Μπρομ πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. Στο κατώφλι στεκόταν ο δούκας του Ρόκφορντ.


Κεφάλαιο 17

Ο δούκας φορούσε στολή ιππασίας. Τα ρούχα του ήταν λερωμένα από το ταξίδι και οι μπότες του ήταν γεμάτες λάσπη. Στο χέρι του κρατούσε το καπέλο του κι ένα μαστίγιο, και το πρόσωπό του καθρέφτιζε ψυχρή οργή. «Ώστε είναι αλήθεια!» γρύλισε. Έκανε ένα βήμα μπροστά και προσγείωσε τη γροθιά του στο σαγόνι του Μπρόμγουελ. Ο Μπρόμγουελ τρέκλισε προς τα πίσω, πέρασε από την ανοιχτή διπλή πόρτα και προσγειώθηκε στο πάτωμα του σαλονιού. «Σινκλέρ!» ξεφώνισε η Κάλι. «Όχι!» Έτρεξε στον Μπρόμγουελ να τον βοηθήσει να σηκωθεί, αλλά εκείνος παραμέρισε το χέρι της και πετάχτηκε όρθιος. Τα γκρίζα μάτια του γυάλιζαν όταν κοίταξε τον Ρόκφορντ, και σήκωσε το χέρι του να σκουπίσει το αίμα από το σκίσιμο που είχε προκαλέσει η γροθιά του δούκα στο μάγουλό του. «Θέλεις καβγά;» τον ρώτησε επικίνδυνα ήρεμα κι έκανε μια γκριμάτσα. «Μπρομ, όχι!» φώναξε η Κάλι. «Θέλω να σε σκοτώσω», του απάντησε κοφτά ο Ρόκφορντ και πέταξε το καπέλο και το μαστίγιό του στον πάγκο στο φουαγιέ. «Σινκλέρ!» Η Κάλι γύρισε γεμάτη απόγνωση στον αδελφό της. Κανένας από τους δύο άντρες δεν της έδωσε την παραμικρή προσοχή. Μόνο έβγαλαν και οι δυο ταυτόχρονα τα σακάκια τους, τα πέταξαν στην άκρη και σήκωσαν τα μανίκια τους. «Έχετε και οι δυο την καλοσύνη να σταματήσετε μια στιγμή;» ρώτησε η Κάλι. «Σας παρακαλώ; Θα με ακούσετε; Σινκλέρ, είμαι καλά. Δεν υπάρχει λόγος...» «Υπάρχει κάθε λόγος», την έκοψε ο αδελφός της, χωρίς καν να την κοιτάξει. «Κάλι, μην ανακατεύεσαι», της είπε ο Μπρόμγουελ την επόμενη στιγμή. «Να μην ανακατεύομαι!» Η Κάλι τον κοίταξε. «Πώς να μην ανακατεύομαι; Θα παίξεις ξύλο με τον αδελφό μου; Πώς γίνεται


να μην ανακατευτώ;» Ήταν όμως φανερό πως εκείνοι θα συνέχιζαν να την αγνοούν ό,τι και να έλεγε. Έριξε λοιπόν μια ματιά στο δωμάτιο γύρω της, προσπαθώντας να σκαρφιστεί κάτι, ενώ οι δύο άντρες άρχισαν να διαγράφουν κύκλους υψώνοντας τις γροθιές τους. Ύστερα, σαν αστραπή, ο Μπρόμγουελ εξαπέλυσε ένα αριστερό κροσέ, αλλά ο Ρόκφορντ κινήθηκε το ίδιο γρήγορα στο πλάι, έτσι το χτύπημα τον βρήκε στον ώμο και όχι στο πρόσωπο. Τώρα ήταν η σειρά του να εξαπολύσει ένα δεξί κροσέ, που πέτυχε τον Μπρόμγουελ στο πιγούνι και τον έριξε πίσω σε μια βιτρίνα. Ακούστηκε ένα κρακ όταν μια πορσελάνινη φιγούρα έπεσε κι έγινε κομμάτια στο πάτωμα πίσω του. Ο Μπρόμγουελ ξαναπέρασε αμέσως στην επίθεση, αλλά ο Ρόκφορντ τον απέφυγε καθαρά, τον άρπαξε από το μπράτσο και τον ξαναπέταξε στη βιτρίνα. Ο Μπρόμγουελ δεν υποχώρησε, ξαναχτύπησε. Οι δύο άντρες σκόνταψαν στον καναπέ, πήδησαν πάνω από την πλάτη του, προσγειώθηκαν στο κάθισμα και από εκεί στο πάτωμα, συνεχίζοντας τις γροθιές και αγνοώντας κάθε κανόνα πυγμαχίας. Η Κάλι ξεφώνιζε να σταματήσουν, αλλά μάταια. Έτρεξε στο τζάκι, πήρε το σκαλιστήρι και γύρισε πάλι προς το μέρος τους. Εκείνοι συνέχιζαν να κυλιούνται στο πάτωμα, ρίχνοντας στο πέρασμά τους καρέκλες και τραπεζάκια. Τους πλησίασε με το σκαλιστήρι υψωμένο, αλλά δεν της έκανε καρδιά να χτυπήσει κανέναν από τους δύο. Στεκόταν εκεί αναποφάσιστη, με το σκαλιστήρι πάντα υψωμένο, όταν άκουσε μια ψυχρή γυναικεία φωνή πίσω της να λέει: «Μα την αλήθεια, Ρόκφορντ... έκανες ρινγκ το σαλόνι; Και μάλιστα πριν το πρόγευμα; Πολύ πρωτόγονο εκ μέρους σου». Η Κάλι γύρισε προς το μέρος απ’ όπου είχε ακουστεί η φωνή και έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Στη βάση της σκάλας στεκόταν η Φραντσέσκα, ήρεμη και ατσαλάκωτη μέσα στο αχνογάλαζο φουστάνι της. Ήταν τέτοιο το ξάφνιασμά της, που η Κάλι δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Φαίνεται όμως πως η εμφάνιση της Φραντσέσκα ήταν αρκετή ώστε να κάνει τους δυο άντρες να παρατήσουν στη μέση τον καβγά τους και να την κοιτάξουν το ίδιο σαστισμένοι. «Εμπρός, Ρόκφορντ, σήκω. Δείχνεις εντελώς χαζός εκεί στο πάτωμα. Κι εσείς, λόρδε Μπρόμγουελ. Θα έλεγα πως, σαν άντρες, θα έπρεπε να βρείτε κάτι καλύτερο να κάνετε από το να καταστρέφετε τα έπιπλα. Είμαι σίγουρη ότι όποιος κι αν είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του χαριτωμένου σπιτιού θα εκνευριστεί με τις ζημιές που του κάνατε».


Όταν δεν πήρε απάντηση από κανέναν, η Φραντσέσκα προχώρησε, στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε τους δύο άντρες. «Να υποθέσω ότι ανήκετε και οι δυο στο κλαμπ πυγμαχίας;» συνέχισε, ενώ εκείνοι σηκώνονταν φανερά σαστισμένοι. «Πάντως, θα μπορούσατε να επιδοθείτε στο άθλημα έξω. Κάνατε τόση φασαρία, που με ξυπνήσατε, και τώρα είμαι σίγουρη ότι θα έχω μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου, ιδιαίτερα μετά το βραδινό ταξίδι που κάναμε με την Κάλι για να φτάσουμε γρήγορα εδώ πέρα». Η Φραντσέσκα έκανε μια παύση και πρόσθεσε μεγαλόψυχα: «Πάντως χαίρομαι που σε βρίσκω σώο και αβλαβή, Ρόκφορντ. Είμαι σίγουρη ότι δε θα σου άρεσε καθόλου να βρεθείς με σπασμένα τα πλευρά και το πόδι». Ο δούκας βρήκε επιτέλους τη φωνή του. «Τι στο διάβολο είναι αυτά που λες, Φραντσέσκα;» «Μα, αναφέρομαι στα τραύματά σου, φυσικά», του απάντησε γλυκά εκείνη. «Ήρθαμε με το που πήραμε το γράμμα που έγραφε ότι είχες τραυματιστεί σοβαρά. Μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μας όταν φτάσαμε εδώ και δε σε βρήκαμε πουθενά». «Θέλεις... θέλεις να πεις ότι ήσουν εδώ με την Κάλι;» ρώτησε ο Ρόκφορντ εμβρόντητος. «Ναι, βέβαια, ήρθαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, με το που πήραμε το σημείωμα της κυρίας... αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά της, Κάλι;» «Κυρία Φάρμινγκτον», της απάντησε εκείνη προσπαθώντας να πνίξει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της. «Ναι, βέβαια, κυρία Φάρμινγκτον. Ε, φυσικά, δεν μπορούσα ν’ αφήσω την Κάλι να κάνει το ταξίδι μόνη της. Και είναι επόμενο ότι εκπλαγήκαμε πολύ όταν φτάσαμε εδώ και δε σε βρήκαμε, αλλά ο λόρδος Μπρόμγουελ είχε την καλοσύνη να μας φιλοξενήσει για τη νύχτα. Ήταν πολύ αργά, ξέρεις, και δε νομίζω ότι θα μπορούσα να έχω τις ανέσεις μου στο τοπικό πανδοχείο». «Δεν καταλαβαίνω. Για ποιο σημείωμα μιλάς; Γιατί είστε εδώ; Γιατί είναι αυτός εδώ;» Ο δούκας κοίταξε συνοφρυωμένος τον Μπρόμγουελ. «Εδώ ζω», του απάντησε ο Μπρόμγουελ. «Ή μάλλον ήρθα να μείνω για μια δυο βδομάδες». «Και η Κάλι κι εγώ ήρθαμε εδώ λόγω του σημειώματος. Μόλις σ’ το είπα αυτό, Ρόκφορντ. Το έχεις ακόμα, Κάλι;» ρώτησε η Φραντσέσκα. «Γιατί δεν ανεβαίνεις στο δωμάτιό σου να το φέρεις, καλή μου, ώστε να το δείξεις στον αδελφό σου; Ίσως έτσι να μπορέσει να βγάλει κάποιο συμπέρασμα».


Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιό της. Όσο εκείνη έλειπε, ο Ρόκφορντ κοιτούσε καχύποπτα μια τη Φραντσέσκα και μια το λόρδο Μπρόμγουελ, που είχε σταυρώσει τα μπράτσα του και του ανταπέδιδε με αλαζονεία τα βλέμματα. Η Φραντσέσκα, πάλι, εξακολουθούσε να τον κοιτάζει μ’ εκείνο το ατάραχο κι ελαφρώς ειρωνικό ύφος. Οταν η Κάλι γύρισε ένα λεπτό αργότερα, έδωσε το σημείωμα στον αδελφό της κι εκείνος το διάβασε στα γρήγορα συνοφρυωμένος. Όταν τελείωσε, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταζε μια εκείνη και μια τη Φραντσέσκα. «Μα τι σημαίνει αυτό; Ποιος σας το έστειλε;» Γύρισε βλοσυρός στον Μπρόμγουελ. «Ήταν κανένα δικό σου κόλπο;» «Όχι!» αναφώνησε αμέσως η Κάλι. «Εκείνος δεν ήξερε τίποτε γι’ αυτό. Ξαφνιάστηκε όσο κι εγώ. Ή η Φραντσέσκα», βιάστηκε να προσθέσει. «Ήμασταν πολύ κουρασμένες, έτσι αποφασίσαμε να πάμε αμέσως για ύπνο και να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το μυστήριο το πρωί. Κατέφθασες όμως εσύ ουρλιάζοντας σαν τρελός». «Γιατί δε μου είπες ότι ήταν εδώ η Φραντσέσκα;» ρώτησε ο Ρόκφορντ γυρίζοντας στην Κάλι. «Προσπάθησα!» του απάντησε εκείνη σταυρώνοντας επιθετικά τα μπράτσα της. «Αν θυμάσαι, αρνήθηκες ν’ ακούσεις έστω και μια λέξη από το στόμα μου». «Ω». Ο δούκας φάνηκε λίγο αμήχανος. «Τώρα η σειρά σου, Ρόκφορντ», είπε η Φραντσέσκα. «Τι γυρεύεις εδώ;» «Πήρα κι εγώ ένα γράμμα», της απάντησε εκείνος. «Που έγραφε ότι η αδελφή μου βρισκόταν εδώ με το λόρδο Μπρόμγουελ. Ότι είχαν κλεφτεί». «Κατάλαβα». Τα συνήθως ζεστά γαλανά μάτια της Φραντσέσκα είχαν μετατραπεί σε παγάκια. «Ναι, νομίζω ότι καταλάβαμε όλοι», είπε βαριά ο λόρδος Μπρόμγουελ. Γύρισε και σήκωσε μια καρέκλα κι ένα αναποδογυρισμένο τραπεζάκι για ν’ απασχοληθεί με κάτι. Το βλέμμα της Φραντσέσκα έμεινε για κάμποση ώρα καρφωμένο στον Ρόκφορντ. Ύστερα γύρισε και κοίταξε την Κάλι. «Έλα, αγαπητή μου. Πάμε να μαζέψουμε τα πράγματά μας; Μπορεί ο Ρόκφορντ να μας συνοδεύσει ο ίδιος στο Λονδίνο». «Α, τώρα που το θυμήθηκα», είπε ο Ρόκφορντ και ο τόνος του ήταν πάλι καχύποπτος, «πού είναι η άμαξά σου; Δεν την είδα όταν ήρθα». «Μα, στους στάβλους, φυσικά», του απάντησε η Φραντσέσκα και τον κοίταξε σαν να είχε χάσει εντελώς τα λογικά του. «Πού


αλλού θα μπορούσε να είναι;» Τη σιωπή που ακολούθησε τα λόγια της την έσπασε το ποδοβολητό αλόγων απέξω. Κοιτάχτηκαν και οι τέσσερις τους έκπληκτοι, και ο Μπρόμγουελ ξεκίνησε για την πόρτα. Οι γυναικείες φωνές και τα γέλια όμως τον έκαναν να σταματήσει απότομα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η λαίδη Σουίδινγκτον μαζί με μια άλλη γυναίκα. Η λαίδη μιλούσε πρόσχαρα με τη φίλη της, αλλά σταμάτησε τη φράση της στη μέση όταν είδε ξαφνικά τον αδελφό της μπροστά της να την κοιτάζει μ’ ένα πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα. «Α, Μπρομ!» αναφώνησε δείχνοντας έκπληκτη. «Δεν περίμενα ότι θα είχες σηκωθεί τόσο πρωί. Και, λαίδη Καλάντρα... τι απροσδόκητη έκπληξη». Κοίταξε την Κάλι και το δούκα, που στεκόταν πίσω της. «Και ο Ρόκφορντ. Τι γυρεύεις εδώ;» Η φωνή της αντήχησε πλούσια και μαλακή σαν βούτυρο, ήταν φανερή η χαρά της παρά την προσπάθειά της να το παίξει έκπληκτη. «Γεια σου, Δάφνη», είπε η Φραντσέσκα. Η Δάφνη έστρεψε απότομα το βλέμμα προς το μέρος της και γούρλωσε τα μάτια της. Η έκπληξή της ήταν πολύ πιο φυσική αυτή τη φορά. «Φραντσέσκα! Τι στην... ε, αυτή κι αν είναι έκπληξη». Στάθηκε για μια στιγμή εντελώς σαστισμένη, ύστερα γύρισε στη γυναίκα δίπλα της. «Συγνώμη. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη φίλη μου, την κυρία Κάθκαρτ. Γνωρίζετε την κυρία Κάθκαρτ, λαίδη Καλάντρα; Λαίδη Χόξτον;» «Ναι, νομίζω ότι έχουμε συναντηθεί», απάντησε η Κάλι και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Τι κάνετε, κυρία Κάθκαρτ;» Η ξανθιά γυναίκα με τα έντονα χαρακτηριστικά ήταν μια από τις χειρότερες κουτσομπόλες της αριστοκρατίας. Ήταν φανερό ότι η αδελφή του Μπρομ είχε σκηνοθετήσει αυτή τη σκηνή, ώστε να έχει μάρτυρα στο σκάνδαλο που είχε ενορχηστρώσει κάποια που ήταν σίγουρο ότι θα το διέδιδε σε όλο το Λονδίνο. Η λαίδη Σουίδινγκτον συνέχισε με τις συστάσεις. Ο δούκας είχε καταφέρει να ξαναβρεί αρκετά την ψυχραιμία του ώστε να κατεβάσει τα μανίκια του και να κάνει μια κομψή υπόκλιση στην κυρία Κάθκαρτ. «Είναι μεγάλη χαρά να συνομιλώ μαζί σας», της είπε χαρίζοντάς της ένα από εκείνα τα γοητευτικά του χαμόγελα που σε κέρδιζαν αμέσως χωρίς να σε αφήσουν όμως να ξεχάσεις ότι βρισκόσουν μπροστά σ’ ένα δούκα. «Ελπίζω να συγχωρέσετε την εμφάνισή μου, κυρία Κάθκαρτ. Φοβάμαι ότι δεν περίμενα επισκέψεις». «Φυσικά, εξοχότατε», του απάντησε εκείνη και χαμογέλασε κοκκινίζοντας, φανερά κολακευμένη που συνομιλούσε με το δούκα του Ρόκφορντ.


«Είσαι μάλλον... αναμαλλιασμένος, Ρόκφορντ», συμφώνησε η λαίδη Δάφνη. «Και είναι αίμα αυτό που βλέπω στο μάγουλό σου, Μπρομ; Μα τι στο καλό σκαρώνατε εσείς οι δύο;» Οι δύο άντρες αντάλλαξαν ένα βλέμμα, και η Φραντσέσκα βιάστηκε να καλύψει το κενό. «Προσπαθούσαν να επισκευάσουν την άμαξά μας. Δεν είναι να απορεί κανείς που είναι αναμαλλιασμένοι και λερωμένοι. Έπεσε μια ρόδα μας στο χαντάκι και η άμαξά μας αναποδογύρισε. Φοβερή ατυχία!» Η κυρία Κάθκαρτ έβγαλε μερικές σοκαρισμένες φωνούλες, αλλά η λαίδη Δάφνη κοίταξε τη Φραντσέσκα με μισόκλειστα μάτια και είπε ξερά: «Τι φοβερό. Απορώ που δε χτυπήσατε!» «Τρανταχτήκαμε γερά, σας βεβαιώνω», συνέχισε ατάραχη η Φραντσέσκα. «Έτσι δεν είναι, λαίδη Καλάντρα;» «Ναι, πράγματι», απάντησε εκείνη μπαίνοντας στο πνεύμα της ιστορίας. «Έχω μια τρομερή μελανιά στην πλάτη. Ευτυχώς όμως δε σπάσαμε κανένα κόκαλο», κατέληξε κοιτάζοντας τη λαίδη Δάφνη στα μάτια για να σιγουρευτεί ότι της είχε περάσει το μήνυμα. Ύστερα από μια αρκετά μεγάλη στιγμή σιωπής, η Δάφνη είπε: «Χριστέ μου! Θα πρέπει να είχατε μια πολύ δύσκολη μέρα -και δεν είναι ακόμα ούτε μεσημέρι. Ήσασταν τυχεροί που η άμαξα σας έσπασε σ’ ένα μέρος όπου μπορούσε να σας βοηθήσει ο αδελφός μου». «Ναι, πράγματι», είπε γλυκά η Φραντσέσκα. «Ο λόρδος Μπρόμ- γουελ ήταν πολύ εξυπηρετικός μαζί μας. Εκτιμούμε όλοι τη βοή- θειά του. Έτσι δεν είναι, Ρόκφορντ;» Στράφηκε στο δούκα και μόνο όσοι τη γνώριζαν πολύ καλά θα κατάφερναν να διακρίνουν την ατσάλινη χροιά στη φωνή της. Ένα νεύρο πετάρισε στο πιγούνι του Ρόκφορντ, που συμφώνησε κάπως διατακτικά. «Ναι. Εκτιμώ τη βοήθειά του». «Χαρά μου», είπε ο Μπρόμγουελ. «Λυπάμαι που αναγκαστήκατε να διακόψετε έτσι το ταξίδι σας». «Θα καταλαβαίνετε τότε γιατί πρέπει να φύγουμε», παρατήρησε αβίαστα ο Ρόκφορντ. «Χάρηκα που είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί σας, κυρία Κάθκαρτ, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει να μας συγχωρέσετε». «Πού πηγαίνετε;» ρώτησε η λαίδη Δάφνη. «Νόμιζα ότι ήσασταν στο Λονδίνο». Ο Ρόκφορντ γύρισε και της έριξε το πιο αριστοκρατικό βλέμμα του, αυτό που χρησιμοποιούσε για να κόβει τις αγενείς ερωτήσεις, αλλά η Δάφνη δεν έδειξε να πτοείται καθόλου. «Πηγαίναμε να επι- σκεφθούμε κάποιους φίλους προτού επιστρέφουμε στο Μάρκασλ».


«Λ, αλήθεια; Ποιους πηγαίνατε να επισκεφθείτε; Μπορεί να τους ξέρουμε», συνέχισε η Δάφνη. Τα λόγια της έκαναν το δούκα να σηκώσει το φρύδι του και να της πει κοφτά: «Αμφιβάλλω». «Τέρμα οι ερωτήσεις, Δάφνη», μπήκε στη μέση ο λόρδος Μπρόμγουελ και υπήρχε μια σκληρότητα στη φωνή του που η αδελφή του δεν την είχε ξανακούσει. «Οι επισκέπτες μας πρέπει να φύγουν τώρα. Δε θέλουμε να τους καθυστερήσουμε». «Και βέβαια όχι», συμφώνησε η Δάφνη χαρίζοντας ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο σε όλους. «Θα πάω στους στάβλους να πω στον αμαξά να φέρει την άμαξα», είπε ο Ρόκφορντ κοιτάζοντας τη Φραντσέσκα. «Καταπληκτική ιδέα», του απάντησε εκείνη και το χαμόγελό της ήταν αβίαστο και ήρεμο. Ο Ρόκφορντ έκανε μια τυπική υπόκλιση προς όλους και βγήκε από το δωμάτιο. «Κυρίες μου, συγνώμη, αλλά εγώ και η Κάλι θα θέλαμε να φρεσκαριστούμε λίγο προτού φύγουμε», είπε η Φραντσέσκα πιάνοντας αγκαζέ την Καλάντρα, και βγήκε μαζί της από το δωμάτιο χαμογελώντας στις δυο γυναίκες. Η Κάλι είχε φροντίσει επιμελώς να μην κοιτάξει τον Μπρόμγουελ, γιατί φοβόταν πως κάτι από τα όσα είχαν ζήσει το προηγούμενο βράδυ μπορεί να καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Ανέβηκε με τη Φραντσέσκα τις σκάλες και ευτυχώς που εκείνη την κρατούσε από το μπράτσο, αναγκάζοντάς τη να προχωράει αργά. Όταν έφτασαν στην κορυφή της σκάλας και δεν μπορούσαν να τις δουν από κάτω, η Φραντσέσκα της άφησε το μπράτσο και η Κάλι σωριάστηκε πάνω στον τοίχο. «Αχ, Φραντσέσκα», ψέλλισε. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και την οδήγησε πιο πέρα στο διάδρομο. «Έχεις καμιά τσάντα ή κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε σιγανά. Η Κάλι ένευσε καταφατικά και της απάντησε το ίδιο ψιθυριστά: «Ναι, εδώ μέσα». Κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα όσα είχαν συμβεί σ’ αυτό το δωμάτιο την προηγούμενη νύχτα κι έγινε κατακόκκινη. Τα ρούχα του Μπρομ ήταν ακόμα πεταμένα στο πάτωμα. «Θα πάω να τη φέρω», είπε και μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο. Σ’ ένα λεπτό ήταν πίσω με την τσάντα της. «Πώς θα εξηγήσουμε την ύπαρξή της; Ίσως θα έπρεπε να την πετάξω από το παράθυρο ή να την κρύψω σε κανένα ντουλάπι εδώ μέσα». Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα τη βγάλουμε με θράσος. Συνήθως είναι η καλύτερη πολιτική».


Πήρε την τσάντα από τα χέρια της Κάλι και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Είχαν φτάσει στη μέση όταν άρχισε να λέει αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσουν οι άλλοι. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι, Κάλι, που σκεφτήκαμε να πάρουμε μαζί μας μια από τις τσάντες μου. Είναι πολύ δύσκολο να συγυριστεί κανείς αν δεν έχει τη βούρτσα και τις φουρκέτες του. Δε συμφωνείς;» «Απόλυτα», είπε η Κάλι, κρύβοντας ένα χαμόγελο. Βασίσου στη Φραντσέσκα. «Πολύ όμορφο σπίτι, λόρδε Μπρόμγουελ», συνέχισε η Φραντσέσκα μπαίνοντας στο σαλόνι, χωρίς να δώσει σε κανέναν άλλον την ευκαιρία να μιλήσει. «Ανήκε πάντα στην οικογένειά σας;» «Είναι της αδελφής μου», της απάντησε εκείνος. «Ήταν του μακαρίτη του άντρα της». «Α, κατάλαβα». Η Φραντσέσκα γύρισε στη Δάφνη. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, λαίδη Σουίδινγκτον, να του το δανείσετε. Αλλά, πάλι, εσείς πάντα σκέφτεστε τους άλλους». Το βλέμμα που έριξε η Δάφνη στη Φραντσέσκα ήταν γεμάτο δηλητήριο, αλλά εκείνη της το ανταπέδωσε μ’ ένα χαμόγελο και γύρισε στην Κάλι. «Καλύτερα να πηγαίνουμε, μην κάνουμε το δούκα να χάσει την υπομονή του». Έριξε ένα κωμικό βλέμμα προς το μέρος της κυρίας Κάθκαρτ. «Έχω μάθει ότι οι άντρες δε χαίρονται καθόλου όταν τους χαλάνε τα σχέδια. Δε συμφωνείτε, κυρία Κάθκαρτ;» «Πράγματι, λαίδη Χόξτον», της απάντησε εκείνη. «Αυτό συμβαίνει πάντα. Λυπάμαι που θα φύγετε τόσο γρήγορα, χωρίς να μας δοθεί η ευκαιρία να κουβεντιάσουμε, αλλά σας καταλαβαίνω». «Μια στιγμή να πάρω την κάπα μου και θα σας αφήσουμε», είπε η Φραντσέσκα και διέσχισε το σπίτι για την κουζίνα. Γύρισε λίγο αργότερα, κρατώντας το πουγκί της, ενώ είχε ρίξει μια σκούρα μπλε κάπα πάνω από το φουστάνι της. Η Κάλι πήρε γρήγορα το παλτό της από τον πάγκο όπου το είχε πετάξει ο Μπρομ το προηγούμενο βράδυ και στράφηκαν και οι δυο προς την έξοδο. «Θα σας συνοδεύσω», είπε ο λόρδος Μπρόμγουελ και βρέθηκε στο πλευρό τους. «Δε χρειάζεται», ψέλλισε η Κάλι, και πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει, ελπίζοντας ότι δε φαινόταν στο πρόσωπό της κανένα από τα συναισθήματα που την τάραζαν μέσα της. «Επιμένω», είπε κοφτά εκείνος σταματώντας κάθε αντίρρηση, και της πρόσφερε το μπράτσο του. Το βλέμμα στο πρόσωπό του έκανε την Κάλι να θέλει να κλάψει και να γελάσει μαζί. Ήθελε να σηκώσει το χέρι της και να χαϊδέψει το μάγουλό του στο σημείο όπου τον είχε σκίσει η γροθιά


του Ρόκφορντ. Ήθελε να φιλήσει τα χείλια του μια τελευταία φορά και να τυλίξει τα μπράτσα της γύρω του. Δάκρυα έκαιγαν στα μάτια της. Αλλά εδώ, μπροστά σε όλους αυτούς, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε απ’ αυτά που ήθελε. Για χάρη όλων, έπρεπε να συνεχίσει αυτή τη μασκαράτα που είχαν ξεκινήσει. Χαμογέλασε λοιπόν ευγενικά κι έπιασε το μπράτσο του σαν να ήταν δυο απλοί γνωστοί. Αποχαιρέτησαν τις άλλες δυο γυναίκες. Η κυρία Καθκαρτ ήταν φανερά χαρούμενη μ’ αυτή τη συνάντηση, γιατί συνήθως δεν κυκλοφορούσε στα υψηλά στρώματα της αριστοκρατίας όπου σύχναζαν η λαίδη Χόξτον και η οικογένεια Λιλ. Αντίθετα, η λαίδη Σουίδινγκτον δεν ήταν και τόσο χαρούμενη. Το χαμόγελό της ήταν τόσο σφιγμένο, που νόμιζες ότι το πρόσωπό της θα έσπαζε, και τα γαλανά μάτια της έκρυβαν δυσαρέσκεια. Τα συναισθήματα της Κάλι απέναντι της ήταν το ίδιο εχθρικά, και ο χαιρετισμός της ήταν όσο γινόταν πιο κοφτός. Στη συνέχεια, βγήκαν από την εξώπορτα αφήνοντας τη λαίδη Σουίδινγκτον και την κυρία Κάθκαρτ πίσω τους. Η Κάλι είχε απόλυτη επίγνωση του δυνατού κορμιού του Μπρόμγουελ δίπλα της, και το χέρι της έτρεμε ελαφρά στο μπράτσο του. Είδαν την άμαξα της Φραντσέσκα να βγαίνει από τους στάβλους και το δούκα να προχωράει πεζός δίπλα της. Αμέσως η Φραντσέσκα προχώρησε προς το μέρος του, αφήνοντας διακριτικά μόνους το λόρδο Μπρόμγουελ και την Κάλι. «Κάλι, εγώ...» άρχισε να της λέει εκείνος. «Όχι, μη, σε παρακαλώ», τον έκοψε πνιχτά και γύρισε και τον κοίταξε. Φοβόταν ότι θα έβαζε τα κλάματα, αλλά έπρεπε να τον κοιτάξει μια τελευταία φορά. Βαθιά μέσα της, εκεί που ένιωθε έναν κόμπο να της σφίγγει τα σωθικά, ήξερε ότι δε θα τον ξανάβλεπε. Παρ’ όλα όσα είχε κάνει η αδελφή του, η Κάλι φοβόταν ότι ο Μπρόμγουελ δε θα της γύριζε ποτέ την πλάτη. Η Δάφνη ήταν αίμα του, ενώ εκείνη... ειλικρινά δεν είχε ιδέα τι του ήταν εκείνη. Είχαν μοιραστεί μια νύχτα απίστευτου πάθους, αλλά ο Μπρομ δεν είχε προφέρει ούτε μια λέξη αγάπης ή δέσμευσης. Επιπλέον, η Κάλι ήταν η αδελφή του άντρα που ο κόμης απεχθανόταν για χρόνια, του άντρα με τον οποίο είχε παίξει μπουνιές πριν από μια ώρα. «Πρέπει να μείνω εδώ και να μιλήσω στη Δάφνη», της είπε ο Μπρομ. «Το ξέρω». Η Κάλι έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Ο αδελφός της τους κοιτούσε καθώς προχωρούσε προς το μέρος τους. Δεν μπορούσε να κουβεντιάσει άλλο με τον Μπρομ. Ήταν έτοιμη να


βάλει τα κλάματα. Κι αν ο αδελφός της γινόταν μάρτυρας ενός δακρύβρεχτου αποχαιρετισμού, πολύ φοβόταν πως η καλοστημένη ιστορία της Φραντσέσκα θα πήγαινε περίπατο. Και εκείνο που δε θα μπορούσε να αντέξει θα ήταν σίγουρα να ξαναδεί τους δυο άντρες που αγαπούσε να πιάνονται πάλι στα χέρια. «Κάλι, περίμενε, μη φύγεις ακόμα», είπε ο Μπρόμγουελ κι έκανε να την πιάσει. «Όχι. Σε παρακαλώ, μη». Η Κάλι τον κοίταξε. Ήξερε ότι τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. «Πρέπει να φύγω. Αντίο, Μπρομ». Και λέγοντας αυτά, έσφιξε αποφασιστικά τα χείλια της για να εμποδίσει τις επόμενες λέξεις που απειλούσαν να ξεπηδήσουν. Σ' αγαπώ. Η Κάλι έκανε μεταβολή κι έτρεξε στην πόρτα της άμαξας. Γεμάτη ευγνωμοσύνη, είδε ότι η Φραντσέσκα είχε σταθεί μπροστά στον Σινκλέρ, έτσι εκείνη είχε την ευκαιρία να τον προσπεράσει και να μπει στην άμαξα χωρίς αυτός να την κοιτάξει ή να της μιλήσει. Ο δούκας είδε την αδελφή του να περνάει, αλλά εκείνη τη στιγμή είχε στραμμένη όλη την προσοχή του στη Φραντσέσκα. Την κοίταξε σκεφτικός, σηκώνοντας το φρύδι του, και της έδειξε μ’ ένα νεύμα τους άντρες που τραβούσαν έξω την άμαξα. «Βρήκα μέσα τον αμαξά να σκουπίζει τα άλογα. Δείχνουν μάλλον... ταλαιπωρημένα, θα έλεγα, ύστερα από μια ολόκληρη νύχτα στους στάβλους». «Περίεργο», παρατήρησε ανάλαφρα η Φραντσέσκα. «Βέβαια, δεν είναι τα δικά μου. Αλλάξαμε άλογα στο δρόμο, αλλά, και πάλι, ο αμαξάς μου είναι συνήθως πολύ καλός στο να φροντίζει τα ζώα. Ίσως να ήταν κουρασμένος και να τον πήρε ο ύπνος με το που φτάσαμε. Πάντως εμένα με πήρε σίγουρα αμέσως». «Αλήθεια;» Το βλέμμα του δούκα ήταν διαπεραστικό. Η Φραντσέσκα το αντιμετώπισε απτόητη. «Ναι, φυσικά. Διαφορετικά, γιατί να σ’ το πω; Δεν έχεις παρά να ρωτήσεις την αδελφή σου. Το κυνηγετικό περίπτερο είναι μικρό, και αναγκαστήκαμε να μοιραστούμε το ίδιο δωμάτιο». Ο δούκας συνέχισε να την κοιτάζει για λίγο, ύστερα ένευσε. «Πολύ καλά. Πάμε να φύγουμε προτού εκείνη η καταραμένη γυναίκα αποφασίσει να βγει έξω για να μας ταλανίσει και με άλλες ερωτήσεις». Ο Ρόκφορντ έδωσε το χέρι του στη Φραντσέσκα για να ανέβει στην άμαξα κι έφυγε για να πάει στο άλογό του, που ήταν ακόμα δεμένο σ’ ένα στύλο στην αλέα. Η Φραντσέσκα κάθισε δίπλα στην Κάλι και γύρισε αμέσως προς το μέρος της.


«Είσαι καλά, αγαπητή μου;» τη ρώτησε και πήρε το χέρι της στο δικό της. Η Κάλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, αλλά όταν σήκωσε το χέρι της για να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάτια της, η Φραντσέσκα την είδε. «Είσαι σίγουρη; Μπορείς να μου πεις τα πάντα, το ξέρεις. Σου υπόσχομαι ότι κανείς δεν πρόκειται να μάθει λέξη από μένα». «Δεν έχω τίποτα να σου πω», της απάντησε χαμηλόφωνα η Κάλι επιστρατεύοντας ένα χαμόγελο, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούσε να την πείσει. «Πολύ καλά, τότε δε χρειάζεται να μου μιλήσεις», τη διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα. «Θα κουβεντιάσουμε για κάτι άλλο, εντάξει;» Η Κάλι έγνεψε καταφατικά, αλλά στη συνέχεια, σαν να μην μπορούσε να το κρατήσει μέσα της, φώναξε: «Αχ, Φραντσέσκα! Τον αγαπώ!» Το είχε συνειδητοποιήσει την προηγούμενη νύχτα, τη στιγμή που τον είχε κοιτάξει στα μάτια και είχε καταλάβει ότι ο Μπρομ της έλεγε την αλήθεια. Με το να τον πιστέψει, με το να του δείξει εμπιστοσύνη, του είχε χαρίσει και την καρδιά της. «Κι εκείνος δεν πρόκειται να μου ζητήσει ποτέ να τον παντρευτώ», συνέχισε. «Το ξέρω». «Είσαι βέβαιη;» τη ρώτησε η Φραντσέσκα. «Θα πρέπει σίγουρα να κατάλαβε ότι η αδελφή του είχε οργανώσει όλη εκείνη τη σκηνή. Όχι μόνο ότι σε έφερε επίτηδες σε δύσκολη θέση για να σε εκθέσει στα μάτια του κόσμου, αλλά και ότι φρόντισε να σιγουρευτεί ότι θα ερχόταν και ο Ρόκφορντ να σε πιάσει επ’ αυτοφώρω! Ενώ εκείνη θα εμφανιζόταν πάνω στην ώρα, μαζί με τη χειρότερη κουτσομπόλα του Λονδίνου. Ακόμα κι εγώ έμεινα εμβρόντητη με το μέγεθος της ατιμίας της, και την απεχθάνομαι χρόνια τώρα». «Το ξέρω πως το καταλαβαίνει αυτό, αλλά δε θέλει να πιστέψει τίποτε κακό για κείνη. Είναι πολύ δεμένος μαζί της. Πιστεύει ότι της χρωστάει πολλά. Χθες βράδυ μου διηγήθηκε πώς τον μεγάλωσε η Δάφνη μετά το θάνατο της μητέρας τους, πόσο φρικτός ήταν ο πατέρας τους και πώς εκείνη τον προστάτευε από αυτόν. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι θα την απαρνηθεί, ό,τι και να κάνει εκείνη. Αλλά ακόμα και να το κάνει, πώς θα μπορούσε να παντρευτεί την αδελφή του ανθρώπου που μισούσε τόσα χρόνια; Είχε αρχίσει να έχει τις αμφιβολίες του για την ιστορία με τον Σινκλέρ. Το είδα καθαρά. Αλλά δεν ήθελε να πιστέψει ότι του είχε πει ψέματα». «Η Δάφνη έχει μια εκπληκτική ικανότητα να εξαπατά τους άντρες», είπε η Φραντσέσκα με κάποια πικρία. «Παρ’ όλ’ αυτά, η αγάπη είναι πολύ ισχυρό πράγμα».


«Δεν είπα ότι μ’ αγαπάει εκείνος, είπα μόνο ότι τον αγαπώ εγώ», της απάντησε η Κάλι και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά της. Δεν έκανε τον κόπο να τα σκουπίσει. «Έχω δει τον τρόπο που σε κοιτάζει», επέμεινε η Φραντσέσκα. «Αυτό που είδες είναι πόθος, όχι αγάπη», την αντέκρουσε η Κάλι. «Δε μου είπε ποτέ ότι μ’ αγαπάει. Και φοβάμαι ότι δεν πρόκειται καν να τον ξαναδώ». Τα τελευταία λόγια της πνίγηκαν από ένα λυγμό και άρχισε να κλαίει γοερά. Η Φραντσέσκα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της και τράβηξε την Κάλι στην αγκαλιά της. Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο της και άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν ελεύθερα.


Κεφάλαιο 18

Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να καταλαγιάσουν κάπως οι λυγμοί της Κάλι. Τελικά ανακάθισε, έβγαλε το μαντίλι από την τσέπη της και σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπό της. «Συγνώμη. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που σε μούσκεψα στα δάκρυα», είπε στη Φραντσέσκα. «Θα με πάρεις για πολύ κλαψιάρα». «Όχι, απλώς πιστεύω ότι περνάς μια πολύ δύσκολη περίοδο. Πίστεψέ με, υπήρξαν στιγμές στη ζωή μου που μου φαινόταν ότι δεν έκανα τίποτε άλλο από το να κλαίω», της απάντησε εκείνη χτυπώντας τη φιλικά στο χέρι. «Δεν υπάρχει λόγος ν’ απολογείσαι». «Ευχαριστώ». Η Κάλι της χαμογέλασε μέσ’ από τα δάκρυά της. «Και σ’ ευχαριστώ και γι’ αυτό που έκανες εκεί μέσα νωρίτερα. Με έσωσες. Φοβόμουν ότι ο Μπρομ και ο Σινκλέρ θα σκότωναν ο ένας τον άλλον». «Απλώς χαίρομαι που έφτασα εγκαίρως». «Πώς τα κατάφερες;» τη ρώτησε η Κάλι. «Δεν έχω νιώσει μεγαλύτερη έκπληξη στη ζωή μου όταν σε είδα να μπαίνεις». «Ε, όταν γύρισα από την επίσκεψή μου στη δούκισσα του Τσάντλι, ο Φέντον μου έδωσε το σημείωμά σου και μου είπε ότι ο Ρόκφορντ είχε ένα ατύχημα και είχες φύγει για να τον βρεις. Έτσι, είπα να μου ξαναφέρουν την άμαξα και σε πήρα στο κατόπι». «Δηλαδή δεν ήρθες επειδή κατάλαβες ότι ήταν παγίδα;» τη ρώτησε η Κάλι. «Όχι. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Είχα καταλάβει βέβαια ότι κρυβόταν η Δάφνη πίσω από την πρόσκληση της λαίδης Οντίλια· βλέπεις, της ξέφυγε στην επιστροφή. Μου είπε ότι η “αγαπητή Δάφνη” είχε δίκιο. Εκείνη δεν είχε σκεφτεί ότι θα μου άρεσε να τη συνοδεύσω, αλλά η Δάφνη την είχε βεβαιώσει ότι σίγουρα θα ήθελα να δω τη νονά της μητέρας μου. Ε, λοιπόν, φαντάζεσαι πώς ένιωσα. Αν είχα τη Δάφνη μπροστά μου, θα την είχα χαστουκίσει. Βέβαια, αναγκάστηκα να καταπιώ το θυμό μου και να χαμογελάσω. Αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η Δάφνη είχε κι άλλο σχέδιο, γι’ αυτό ήθελε να με απομακρύνει, ώστε να μην είμαι στο


σπίτι όταν θα ερχόταν ο αγγελιοφόρος της. Συμπέρανα απλά ότι το είχε κάνει για να γελάσει εις βάρος μου». «Κατάλαβα», είπε η Κάλι και χαμογέλασε. «Τότε ήρθες τρέχοντας στο σπιτάκι απλώς και μόνο επειδή πίστευες ότι ο Σινκλέρ ήταν χτυπημένος. Νοιάζεσαι γι’ αυτόν, έτσι;» Η Φραντσέσκα φάνηκε για μια φορά να τα χάνει. Κοίταξε για μια στιγμή την Κάλι, ύστερα στήθηκε στη θέση της και της είπε αυστηρά: «Και βέβαια νοιάζομαι για τον Ρόκφορντ. Στο κάτω κάτω, τον ξέρω μια ζωή. Εξάλλου, συμπέρανα ότι θα χρειαζόσουν τη βοήθειά μου για να τον φροντίσεις αν ήταν πληγωμένος. Είμαι σίγουρη ότι γίνεται πολύ δύστροπος όταν αρρωσταίνει». «Α», είπε η Κάλι μ’ ένα χαμόγελο όλο νόημα. «Κατάλαβα». Η Φραντσέσκα την κοίταξε συνοφρυωμένη και συνέχισε: «Το ταξίδι μας ήταν αργό. Είχε πέσει η νύχτα και στα πιο σκοτεινά σημεία χρειαζόταν να πηγαίνει μπροστά από τα άλογα ένας υπηρέτης μ’ ένα φανάρι. Όταν μπήκαμε επιτέλους στην αυλή σήμερα το πρωί, είδα το άλογο του Ρόκφορντ δεμένο στην αλέα μπροστά. Το βρήκα περίεργο, αφού υποτίθεται ότι ήταν στο κρεβάτι με σπασμένο πόδι. Και με το που βγήκα από την άμαξα άκουσα τις φωνές του μαζί με όλο το σαματά από μέσα, οπότε σιγουρεύτηκα ότι δεν ήταν χτυπημένος. Τότε ήταν που κατάλαβα πως όλ’ αυτά ήταν μια σκευωρία -της Δάφνης, αναμφίβολα». «Ήταν πολύ έξυπνο από μέρους σου να στείλεις την άμαξά σου στους στάβλους». «Δεν είχα πολλή ώρα να σκεφτώ. Ήξερα ότι έπρεπε να πείσω τον Ρόκφορντ ότι ήμουν από την αρχή μαζί σου, άρα η άμαξά μου δεν μπορούσε να μείνει στην αυλή. Είπα στον αμαξά να την πάει στους στάβλους και να φροντίσει τα άλογα, κι εγώ έκανα το γύρο και μπήκα από την πίσω πόρτα. Στη συνέχεια προσποιήθηκα ότι είχα μόλις κατέβει από το δωμάτιό μου». «Δόξα τω Θεώ που το έκανες», είπε με πάθος η Κάλι κι έσφιξε το χέρι της Φραντσέσκα. «Μας έσωσες όλους από την καταστροφή». «Ε, σου είχα υποσχεθεί να σε βοηθήσω με κάθε δυνατό τρόπο», της απάντησε ανάλαφρα εκείνη. «Έκανες για μένα περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ», της είπε η Κάλι. «Και το εκτιμώ πολύ». Δίστασε, αλλά στη συνέχεια πρόσθεσε: «Νομίζω όμως ότι θα γυρίσω στο Μάρκασλ με τον Σινκλέρ. Έλεγα να μείνω το μεγαλύτερο μέρος της Σεζόν εδώ, για να κάνω τις κακές γλώσσες να σωπάσουν, αλλά αυτό δε μου φαίνεται πια σημαντικό». «Αχ, Κάλι...» Η Φραντσέσκα την κοίταξε με συμπόνια. «Λυπάμαι πολύ. Μακάρι να έμενες. Όχι μόνο για την παρέα, αν και


ομολογώ ότι το σπίτι θα μου φανεί άδειο χωρίς εσένα. Αλλά δε μου αρέσει να σκέφτομαι ότι παραιτείσαι από...» «Από το να βρω σύζυγο;» αποτέλειωσε η Κάλι τη φράση. «Φοβάμαι ότι δε μ’ ενδιαφέρει πια αυτό. Τώρα πια, αμφιβάλλω αν θα παντρευτώ ποτέ μου». «Όχι. Εννοούσα ότι παραιτείσαι από τον έρωτα», τη διόρθωσε καλοσυνάτα η Φραντσέσκα. «Δε νομίζω ότι είναι γραφτό μου να τον ζήσω». Η Κάλι της χαμογέλασε αχνά. «Μη δείχνεις τόσο θλιμμένη. Δε μετανιώνω για τα όσα έζησα τις τελευταίες αυτές βδομάδες. Δε θα άλλαζα τα όσα έκανα, τα όσα έμαθα και τα όσα ένιωσα με τίποτα. Δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να βρω τη μεγάλη αγάπη και ήμουν πρόθυμη να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο -με την άνεση και τη συντροφικότητα. Ανακάλυψα όμως τι σημαίνει να αγαπάς πραγματικά. Το έζησα. Τώρα ξέρω πως δε θα μου είναι αρκετό τίποτε λιγότερο». «Κάλι, σε παρακαλώ, μην παραιτείσαι εντελώς από τον κόμη. Είναι φανερό πόσο τον αγαπάς». «Ναι, αλλά δεν αρκεί να τον αγαπώ μόνο εγώ». Το χαμόγελο της Κάλι ήταν θλιμμένο, ο τόνος της μοιρολατρικός. Η Φραντσέσκα ήξερε ότι δεν είχαν τίποτε άλλο να πουν. Της ένευσε με κατανόηση, νιώθοντας μια παλιά δική της πληγή να βγαίνει στην επιφάνεια. Στη συνέχεια σώπασαν και οι δύο. Κάθε τόσο σήκωναν μια άκρη της κουρτίνας για να δουν πόσο είχε προχωρήσει η άμαξα, την περισσότερη ώρα όμως κάθονταν χαμένες στις σκέψεις τους. Στο τέλος η Κάλι, εξαντλημένη από τα δάκρυά της, αποκοιμήθηκε. Στην αρχή το ταξίδι τους ήταν πολύ αργό γιατί τα άλογα ήταν κουρασμένα, έτσι σταμάτησαν για να τ’ αλλάξουν. Ο Ρόκφορντ, μάλιστα, αποφάσισε ν’ αφήσει το άλογό του στο πανδοχείο όπου σταμάτησαν για να αλλάξουν ζώα και το παρέδωσε με φανερή απροθυμία στον ιπποκόμο της Φραντσέσκα, με την εντολή να το φέρει στο Λονδίνο την επόμενη μέρα. Τώρα που τα άλογά τους ήταν ξεκούραστα, ο ρυθμός του ταξιδιού τους έγινε πιο γρήγορος και μέχρι το απόγευμα είχαν επιστρέφει στο Λονδίνο. Η Κάλι είχε πληροφορήσει ήδη τον αδελφό της ότι ήθελε να επιστρέφει μαζί του στο Μάρκασλ, έτσι ο δούκας την άφησε στο σπίτι της Φραντσέσκα για να μαζέψει τα πράγματά της, ενώ εκείνος πήγε στο Λιλ Χάουζ να οργανώσει την αναχώρησή τους. «Θα στείλω την άμαξα να σε πάρει αύριο το πρωί», της υποσχέθηκε. «Υποθέτω ότι θα ήθελες να περάσεις αυτό το βράδυ μόνη με τη λαίδη Χόξτον για να αποχαιρετιστείτε». «Σ’ ευχαριστώ», του είπε η Κάλι και σηκώθηκε στις μύτες των


ποδιών της για να τον φιλήσει στο μάγουλο. Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος. «Αυτό σημαίνει ότι δε μ’ έχεις πια γραμμένο στη μαύρη λίστα;» Η Κάλι χαμογέλασε αχνά. «Δεν εγκρίνω την επίθεσή σου στο λόρδο Μπρόμγουελ, σίγουρα όχι, αλλά χαίρομαι που νοιάζεσαι τόσο για μένα, ώστε να έρθεις τρέχοντας να με προστατεύσεις. Έχω πειστεί πως δεν υπάρχει καλύτερος αδελφός από σένα». Ο δούκας χαμογέλασε. «Αυτό θα πρέπει να το γράψω και να σ’ το θυμίσω την επόμενη φορά που θα μου θυμώσεις». Ο Ρόκφορντ γύρισε στη Φραντσέσκα. «Λαίδη Χόξτον». «Ρόκφορντ». Του έδωσε το χέρι της. «Ελπίζω την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε να είναι κάτω από πιο... ομαλές συνθήκες». «Όπου και όποτε γίνει αυτό», της απάντησε εκείνος χαμογελώντας λοξά, «είμαι σίγουρος ότι δε θα πλήξουμε». Πήρε το χέρι της κι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. Και προς μεγάλη της έκπληξη, το κράτησε λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνηθιζόταν. Η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Την κοιτούσε κι εκείνος. Της έσφιξε ελαφρά το χέρι και είπε απλά: «Ευχαριστώ». Εκείνη έγνεψε ανεπαίσθητα το κεφάλι της αναγνωρίζοντας τα λόγια του και όλα τα υπονοούμενα που έκρυβαν. Ο δούκας έφυγε και οι δυο γυναίκες καταπιάστηκαν να ετοιμάσουν τα πράγματα για την αναχώρηση της Κάλι. Ευτυχώς η καμαριέρα της Κάλι είχε ετοιμάσει ήδη ένα μπαούλο με ρούχα της κυράς της, περιμένοντας οδηγίες για να το πάει στο Μπλακφράιαρς Κόουπ, έτσι δεν είχαν τόσα πολλά να κάνουν όσο φοβόταν η Κάλι. Και δεν τους πήρε πολλή ώρα να τελειώσουν, γιατί αυτή τη φορά την ενδιέφερε περισσότερο η ταχύτητα παρά η τάξη. Φυσιολογικά θα είχε φροντίσει να στρώσει τις διάφορες πτυχές και να βεβαιωθεί ότι όλα τα ρούχα που έμπαιναν στις βαλίτσες ήταν πλυμένα και σιδερωμένα, θα είχε όμως όλο τον καιρό να τα πλύνει και να τα επιδιορθώσει όταν θα γύριζε σπίτι της. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει. Δε χρειάστηκε να μείνουν ως αργά για να τελειώσουν, αλλά έτσι κι αλλιώς η Κάλι δεν κοιμήθηκε και πολύ. Στριφογύριζε στο κρεβάτι της βλέποντας περίεργα όνειρα. Ένιωθε παράξενα μέσα σε τούτο το δωμάτιο όπου είχε βολευτεί δυο μήνες τώρα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στο παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Δεν είχε και πολλά να δει, μόνο τον σκοτεινό δρόμο, αλλά ύστερα από λίγο συνειδητοποίησε πως η ανησυχία της οφειλόταν στην κρυφή ελπίδα της πως ο Μπρόμγουελ θα ερχόταν ξοπίσω της


μέσα στη νύχτα για να τη βρει. Ακούμπησε το μέτωπό της πάνω στο κρύο τζάμι και είπε στον εαυτό της να μη σκέφτεται ανόητα. Εκείνος δε θα ερχόταν. Στο τέλος, τραβήχτηκε από το παράθυρο και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Η άμαξα του δούκα έφτασε νωρίς το επόμενο πρωί. Η Φραντσέσκα και η Κάλι είχαν μόλις τελειώσει το πρόγευμά τους. Ήταν η μικρή και πιο πολυτελής άμαξα που χρησιμοποιούσαν στην πόλη και όχι η μεγάλη άμαξα του δουκάτου, που βρισκόταν στο Μάρκασλ. Ο αμαξάς την πληροφόρησε κάπως θιγμένος ότι ο δούκας είχε νοικιάσει μια ταχυδρομική άμαξα για να τους μεταφέρει από το Λιλ Χάουζ στο Μάρκασλ, γιατί θεωρούσε ότι η άμαξα της πόλης δε θα χωρούσε όλες τις αποσκευές τους. Και πράγματι, με δυσκολία χώρεσαν τα μπαούλα της Κάλι, ενώ δυο μικρότερες τσάντες αναγκάστηκε να τις βάλει στο κάθισμα δίπλα της. Η Φραντσέσκα συνόδευσε την Κάλι μέχρι την άμαξα. Εκεί η φίλη της γύρισε και την αγκάλιασε. «Ορίστε», είπε η Κάλι βάζοντας κάτι στη χούφτα της Φραντσέσκα. «Χάρηκα πάρα πολύ την παραμονή μου εδώ», συνέχισε νιώθοντας τα δάκρυα να της φράζουν το λαιμό. «Θέλω να σου χαρίσω κάτι». Η Φραντσέσκα κοίταξε το αντικείμενο στο χέρι της. Ήταν ένα κομψό καμέο από ελεφαντόδοντο και γαγάτη, περασμένο σε μια χρυσή αλυσίδα. «Κάλι, είναι πανέμορφο, αλλά...» «Όχι, σε παρακαλώ. Ήταν της μητέρας μου». Η Φραντσέσκα γούρλωσε τα μάτια της. «Όχι, Κάλι, σκέψου! Δεν μπορεί να θέλεις να το αποχωριστείς. Δεν μπορώ να το πάρω. Αλήθεια». Προσπάθησε να της το επιστρέφει. Η Κάλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, θέλω να το έχεις εσύ. Αυτό δεν είναι το μόνο κόσμημα που έχω από τη μητέρα μου. Και θα μου άρεσε να πιστεύω ότι κάτι μας ενώνει -σαν αδελφές. Σε παρακαλώ;» Η Φραντσέσκα φάνηκε προβληματισμένη. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι. Απόλυτα. Είναι σημαντικό για μένα». «Εντάξει. Αφού το θέλεις». Η Φραντσέσκα έκλεισε το καμέο στην παλάμη της. Ύστερα έκανε ένα αυθόρμητο βήμα και ξανάσφιξε την Κάλι στην αγκαλιά της. «Σε παρακαλώ, μη φυλακιστείς στο Νόρφοκ. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα γυρίσεις -για τη μικρή Σεζόν ίσως;» «Ίσως. Και εσύ θα έρθεις στο Ρέντφιλντς, έτσι δεν είναι; Σκοπεύω να πείσω τον Ρόκφορντ να περάσουμε κάμποσο καιρό στο Ντάνσι Παρκ». «Ναι, και βέβαια θα έρθω».


Η Φραντσέσκα ένιωσε να βουρκώνει, κάτι που δε συνήθιζε, και η Κάλι της χάρισε ένα ακόμα χαμόγελο προτού ανέβει στην κομψή μαύρη άμαξα. Όταν η άμαξα ξεκίνησε, έσκυψε από το παράθυρο και της κούνησε το χέρι. Η Φραντσέσκα της ανταπέδωσε το χαιρετισμό και παρακολούθησε την άμαξα μέχρι που έστριψε στη γωνία. Ύστερα ξαναμπήκε στο σπίτι και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Η καμαριέρα της, η Μέιζι, καθόταν σ’ ένα σκαμπό μπροστά στο τζάκι κι έραβε ένα φραμπαλά σε μια φούστα της κυράς της. «Ε, λοιπόν, η λαίδη Καλάντρα έφυγε, Μέιζι», της είπε η Φραντσέσκα και κάθισε αναστενάζοντας στην τουαλέτα της. «Θα μου λείψει, εσένα;» «Ναι, λαίδη μου. Μας κέρδισε όλους». Ήταν αλήθεια πως η Μέιζι συμπαθούσε πολύ την Καλάντρα, αλλά εκείνο που θα της έλειπε περισσότερο ήταν τα πλούσια γεύματα που τους είχε εξασφαλίσει το επίδομα που πλήρωνε ο δούκας για τη φιλοξενία της αδελφής του. Βέβαια, η λαίδη Φραντσέσκα θα είχε γίνει έξαλλη αν είχε μάθει πόσα ακριβώς χρήματα είχαν εισρεύσει στο σπιτικό τους από το ταμείο του δούκα και -το πιθανότερο- θα τα είχε επιστρέψει οργισμένη στον εξοχότατο. Ευτυχώς όμως, ο αντιπρόσωπος του δούκα είχε κάνει τις διαπραγματεύσεις κατευθείαν με τον μπάτλερ και ο Φέντον ήταν πολύ πονηρός για να πει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας στη λαίδη Φραντσέσκα. Η Μέιζι χαμογέλασε μόνη της καθώς σκεφτόταν πως ο Φέντον ήταν αρκετά προσεκτικός ώστε να έχει βάλει και κάποια χρήματα στην άκρη, ώστε να μην είναι και τόσο λιτό το τραπέζι τους για τουλάχιστον έναν δυο μήνες ακόμα. Η Φραντσέσκα άνοιξε την κοσμηματοθήκη πάνω στην τουαλέτα της και τράβηξε ένα συρταράκι, ελευθερώνοντας το πιαστράκι που συγκροτούσε το κρυμμένο συρτάρι στον ψεύτικο πάτο. Προσεκτικά, τοποθέτησε το καμέο δίπλα σ’ ένα αστραφτερό ζαφειρένιο μπρασελέ κι ένα ζευγάρι ζαφειρένια σκουλαρίκια. «Δεν μπορώ να συνεχίσω να δέχομαι δώρα που δε μου κάνει καρδιά να πουλήσω, Μέιζι, διαφορετικά θα πεθάνουμε όλοι μας της πείνας», είπε θλιμμένα η Φραντσέσκα στην καμαριέρα της κι έκλεισε την κοσμηματοθήκη. Γύρισε και κοίταξε τη Μέιζι. «Αυτή τη Σεζόν πρέπει να βρω κάποια για την οποία να μη νοιάζομαι καθόλου και να την παντρέψω». «Μάλιστα, λαίδη μου», συμφώνησε ατάραχη η Μέιζι, έκοψε την κλωστή με τα δόντια της και την έδεσε κόμπο. Η απόσταση μέχρι το Αιλ Χάουζ ήταν σύντομη, η Κάλι θα την είχε κάνει με τα πόδια αν δεν είχε αποσκευές. Μια μεγάλη άμαξα


περίμενε έξω από το σπίτι, και οι υπηρέτες τη φόρτωναν κάτω από το άγρυπνο μάτι του μπάτλερ. Ο καλός αυτός άνθρωπος άφησε για μια στιγμή τη δουλειά του για να βοηθήσει την Κάλι να βγει από την άμαξα και να την καλωσορίσει στο σπίτι, λες και δεν είχε περάσει να τον επισκεφθεί μαζί με την καμαριέρα της μια βδομάδα πριν. Άραγε, είχαν ακούσει και οι υπηρέτες τα κουτσομπολιά και τη λυπούνταν; Ήταν πολύ πιθανόν, γιατί πάντα ενημερώνονταν πρώτοι για τα τελευταία σκάνδαλα. «Κάλι». Ο Ρόκφορντ βγήκε από το σπίτι να την υποδεχθεί κι εκείνη πρόσεξε ότι η κοκκινίλα δίπλα στο μάτι και η άλλη στο μάγουλό του από χθες είχαν γίνει μελανιές. «Γεια σου, Σινκλέρ». Η Κάλι του χαμογέλασε όταν εκείνος την έπιασε από το μπράτσο, αφού κοντοστάθηκε για να επιβλέψει το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα. «Θα είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε αμέσως μόλις μεταφερθούν τα μπαούλα σου», της είπε. «Η μαγείρισσα μας ετοίμασε ένα πελώριο καλάθι να πάρουμε μαζί μας. Ισχυρίζεται πως το φαγητό στα πανδοχεία δεν είναι για μας». Η Κάλι μπήκε μέσα για να χαιρετήσει τη μαγείρισσα και την οικονόμο, γιατί ήξερε πως θα τις πλήγωνε αν δεν το έκανε. Μέχρι να επιστρέφει, η άμαξα είχε φορτωθεί εντελώς και ο αμαξάς έκανε έναν τελευταίο έλεγχο για να βεβαιωθεί ότι όλα τα λουριά είχαν δεθεί καλά. Ο Ρόκφορντ είχε γυρίσει να δώσει το χέρι του στην Κάλι για ν’ ανέβει στην άμαξα, όταν ακούστηκε μια κραυγή και το ποδοβολητό αλόγου. Στράφηκαν και οι δύο και είδαν έναν καβαλάρη που κάλπαζε με πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπτή ταχύτητα, πράγμα επικίνδυνο. Την επόμενη στιγμή, η Κάλι συνειδητοποίησε ότι ο καβαλάρης ήταν ο λόρδος Μπρόμγουελ. Κράτησε ξαφνιασμένη την ανάσα της κι ένιωσε την καρδιά της να σφυροκοπά στο στήθος της. Λες και είχε ζωντανέψει το όνειρό της -ο Μπρομ να φτάνει τρέχοντας για να την εμποδίσει να φύγει. «Περιμένετε!» τους φώναξε πλησιάζοντας, σταμάτησε το άλογο και πήδησε στο έδαφος. «Μη φύγετε!» Πέταξε τα χαλινάρια σ’ έναν υπηρέτη και προχώρησε προς την Κάλι και τον Ρόκφορντ. «Δόξα τω Θεώ, σας πρόλαβα». «Μόλις», του είπε ο δούκας κοιτάζοντάς τον κάπως επιφυλακτικά. «Πήγα από της λαίδης Χόξτον πρώτα. Νόμιζα ότι θα ήσασταν εκεί. Μου είπε ότι φεύγετε για το κτήμα σας. Φοβήθηκα ότι σας έχασα». Ο Μπρόμγουελ έστρεψε φευγαλέα το βλέμμα του στην


Κάλι. «Έπρεπε να μιλήσω με την αδελφή μου, όπως σου είπα χθες. Μου είπε τα... πάντα. Τον τρόπο που σχεδίασε τα χθεσινά, γιατί ήθελε να πάρει εκδίκηση από το δούκα. Πώς...» Σταμάτησε και μια φλέβα πετάρισε στο πιγούνι του προτού συνεχίσει: «Τα ψέματά της για σένα, Ρόκφορντ, τόσα χρόνια πριν. Ήρθα να ζητήσω συγνώμη για... όλα. Λυπάμαι. Αυτό που έκανε ήταν ποταπό και λάθος». Έδειχνε ράκος, σχεδόν άρρωστος. «Ελπίζω να δεχτείτε τη συγνώμη μου για την παγίδα που έστησε χθες εις βάρος όλων μας». Το βλέμμα του πήγε πάλι στην Κάλι, αλλά το αποτράβηξε γρήγορα. Μα γιατί, αναρωτήθηκε εκείνη, δε με κοιτάζει; Δεν είχε ονειρευτεί έτσι την επιστροφή του Μπρομ. Πού ήταν η παθιασμένη δήλωση της αγάπης του; Η διαβεβαίωση ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη; Στην πραγματικότητα, ο Μπρόμγουελ έδειχνε να ενδιαφέρεται να μιλήσει περισσότερο με τον αδελφό της παρά μ’ εκείνη. Ο Μπρόμγουελ ίσιωσε τους ώμους του και κοίταξε το δούκα καταπρόσωπο. «Σερ, λυπάμαι για τις βιαστικές και παρορμητικές πράξεις μου δεκαπέντε χρόνια πριν. Ήμουν ανόητος που πίστεψα την αδελφή μου, και... και λυπάμαι που σας κατηγόρησα άδικα. Ελπίζω ότι θα έχετε την καλοσύνη να με συγχωρέσετε. Αν όχι, το καταλαβαίνω, αν και θα λυπηθώ πολύ». Ο Ρόκφορντ δίστασε, ύστερα άπλωσε το χέρι του στον κόμη. «Είναι φυσικό ένας άντρας να υπερασπίζεται την αδελφή του». «Το ξέρω». Ο Μπρόμγουελ κούνησε το κεφάλι του και σαν να έγινε μια σιωπηλή, κρυφή συμφωνία μεταξύ των δύο αντρών. «Έκοψα κάθε σχέση με την αδελφή μου», συνέχισε ο Μπρόμγουελ κοιτάζοντας πάντα το δούκα. Το πρόσωπό του καθρέφτιζε τον πόνο αυτής της απόφασης. «Το ξέρω πως δεν μπορεί να έχει καμιά θέση στη ζωή μας μετά τα όσα έκανε. Δε θα μπορούσα να περιμένω ότι θα μου δίνατε την άδεια να παντρευτώ τη δική σας αδελφή αν εκείνη εξακολουθούσε να είναι στο προσκήνιο. Και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Ήρθα να σας ζητήσω την άδεια να κάνω πρόταση γάμου στη λαίδη Καλάντρα». Η Κάλι τον κοίταξε εμβρόντητη. Ο Ρόκφορντ, περιέργως, δε φάνηκε να εκπλήσσεται τόσο. «Νομίζω ότι θα ανακαλύψεις πως η λαίδη Καλάντρα παίρνει τις αποφάσεις της μόνη της. Αλλά την άδειά μου την έχεις». «Ευχαριστώ». Ο Μπρόμγουελ ένευσε και γύρισε στην Κάλι. «Λαίδη Καλάντρα...» Εκείνη σήκωσε τα φρύδια της. «Ω; Με προσέξατε επιτέλους;


Ώστε έχω κι εγώ κάποιο λόγο στην υπόθεση; Γιατί νόμιζα πως εσείς και ο αδελφός μου θα συντάσσατε κάποιο γαμήλιο συμβόλαιο, θα αποφασίζατε για την προίκα μου, και όλα θα κανονίζονταν». «Κάλι;» άρχισε ανήσυχος ο Μπρομ. «Είμαι μια ανεξάρτητη γυναίκα», του απάντησε με πάθος εκείνη. «Κι αν ήθελες να με παντρευτείς, θα έπρεπε να το ζητήσεις από μένα. Όχι από κείνον!» Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της, απειλώντας να κυλήσουν στα μάγουλά της. Η Κάλι έκανε μεταβολή, μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Ο Μπρόμγουελ γύρισε πάλι στο δούκα, δείχνοντας σαστισμένος. «Τι έγινε; Τι έκανα;» Ο Ρόκφορντ σήκωσε τα χέρια ψηλά, σαν να έλεγε ότι του ήταν αδύνατο να καταλάβει τις γυναίκες. Ο Μπρόμγουελ γύρισε και ανέβηκε τις σκάλες παίρνοντας στο κατόπι την Κάλι. Ένας υπηρέτης πετάχτηκε να του ανοίξει την πόρτα, αλλά ο Μπρόμγουελ ήταν ήδη μέσα. «Κάλι!» Η Κάλι στεκόταν στον πελώριο θολωτό προθάλαμο του σπιτιού. Όσοι υπηρέτες βρίσκονταν εκεί είχαν εξαφανιστεί ως διά μαγείας σε άλλα μέρη του σπιτιού, κι εκείνη στεκόταν μόνη της μπροστά σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι. Είχε σταυρώσει τα μπράτσα της κι έδειχνε να περιεργάζεται το πελώριο βάζο στη μέση του τραπεζιού. Όταν άκουσε τη φωνή του Μπρόμγουελ γύρισε και τον κοίταξε εχθρικά. «Κάλι, δεν καταλαβαίνω», είπε εκείνος και την πλησίασε. «Νόμιζα... νόμιζα ότι θα δεχόσουν να με παντρευτείς. Δεν ήξερα ότι είχες... αντίρρηση». «Δε μ’ ενδιαφέρει να σε παντρευτώ για να έχεις τη συνείδησή σου ήσυχη», του απάντησε πνίγοντας τα δάκρυά της. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να σε παντρευτώ επειδή αδίκησες τον αδελφό μου πριν από δεκαπέντε χρόνια, ή επειδή είναι πρέπον, ή επειδή η αδελφή σου μας παγίδευσε και μας έφερε σε δύσκολη θέση». «Τι στο διάβολο είναι αυτά που λες;» διαμαρτυρήθηκε ο Μπρομ, έχοντας θυμώσει και αυτός τώρα. «Δεν είπα ποτέ τίποτε απ’ όλ’ αυτά!» «Δεν ήταν ανάγκη να τα πεις. Είναι ολοφάνερο πως το μόνο που είμαι για σένα είναι βάρος. Δε μου απηύθυνες ούτε μια κουβέντα -ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ένα βλέμμα-, πήγες κατευθείαν στον αδελφό μου να ζητήσεις συγνώμη από εκείνον\ Λες και εκείνον αφορά αυτή η υπόθεση, και εγώ θα έκανα ό,τι συμφωνούσε αυτός».


«Όχι! Μίλησα σ’ εκείνον γιατί ήθελα να γίνουν όλα όπως πρέπει. Ήθελα να συμφιλιωθώ με τον Ρόκφορντ, ώστε να μην υπάρξει ρήξη ανάμεσα σ’ εσένα και τον αδελφό σου. Δεν ανησυχούσα για εκείνον, αλλά για σένα. Η επιθυμία μου να σε παντρευτώ δεν έχει καμιά σχέση με το δούκα. Όπως δεν έχει καμιά σχέση και με την αδελφή μου, τα κουτσομπολιά ή το τι θα σκεφτεί ο καλός κόσμος». «Και τότε γιατί θέλεις να με παντρευτείς;» ρώτησε προκαλώντας τον. Εκείνος την κοίταξε εμβρόντητος. «Γιατί σ’ αγαπώ, που να πάρει! Γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Στο κυνηγετικό περίπτερο, προτού έρθεις, δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω παρά ν’ ατενίζω τις σκοτεινές μέρες που απλώνονταν μπροστά μου. Ατέλειωτες, πικρές, μοναχικές μέρες γιατί δε θα ήσουν κοντά μου. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, που η ζωή μου δεν έχει καμιά αξία χωρίς εσένα. Αυτός είναι ο λόγος που θέλω να σε παντρευτώ!» «Αχ, Μπρομ!» Τα δάκρυα άρχισαν τώρα να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια της. Η Κάλι έτρεξε και τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του. «Αυτός είναι ο σωστός λόγος». Τύλιξε και αυτός τα μπράτσα του γύρω της και την έσφιξε πάνω του κρύβοντας το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Τότε θα δεχτείς να με παντρευτείς; Ή μήπως θα πρέπει να πέσω στα γόνατα;» «Όχι, όχι», του είπε η Κάλι μισογελώντας, μισοκλαίγοντας. «Μείνε εδώ που είσαι. Ναι, θα σε παντρευτώ». Και τότε τη φίλησε -ήταν ένα αργό, γλυκό φιλί που επισφράγιζε τη συμφωνία τους. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. «Σ’ αγαπώ, Κάλι, περισσότερο απ’ όσο είχα φανταστεί ότι θα μπορούσα ν’ αγαπήσω κάποιον». «Κι εγώ σ’ αγαπώ», του απάντησε κοιτάζοντάς τον στα μάτια με μια μοναδική λάμψη. Είχε έρθει στο Λονδίνο να βρει σύζυγο, σκέφτηκε, και αντί γι’ αυτό είχε βρει την αγάπη. Η Κάλι χαμογέλασε και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της να τον φιλήσει.


Επίλογος

Η Φραντσέσκα έριξε μια ματιά στην αίθουσα χορού του Λιλ Χάουζ, που έμοιαζε διακοσμημένη με όλα τα ανοιξιάτικα λουλούδια του κόσμου, και ήταν γεμάτη από τη μισή τουλάχιστον αριστοκρατία. Ο καθεδρικός ναός όπου είχε γίνει λίγο πριν η τελετή ήταν επίσης γεμάτος κόσμο. Δεν ήταν να απορεί κανείς. Στο κάτω κάτω, αυτός ήταν ο γάμος της χρονιάς. Δεν παντρεύεται κάθε μέρα η αδελφή ενός δούκα, και μάλιστα η μονάκριβη και πολυαγαπημένη αδελφή του. Ο Ρόκφορντ δεν ήταν φειδωλός με τα χρήματα ούτε για την τελετή ούτε για το γαμήλιο δείπνο, και όλη η αριστοκρατία δε μιλούσε για τίποτε άλλο από τη στιγμή που είχε ανακοινωθεί ο αρραβώνας. Όλοι περίμεναν τις προσκλήσεις με μεγαλύτερη ανυπομονησία και από μια συνδρομή για τη λέσχη Όλμακ’ς, και κανείς δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι δεν τον είχαν καλέσει. Η Φραντσέσκα προχώρησε στην ουρά για να φτάσει στο ευτυχισμένο ζευγάρι, που στεκόταν δίπλα στο δούκα και τη γιαγιά της Κάλι. Ήξερε πως είχαν καλέσει και την αδελφή του λόρδου Μπρόμγουελ, παρά τα όσα είχε κάνει. Η Κάλι γνώριζε πόσο δεμένος ήταν ο Μπρομ με την αδελφή του και δεν της έκανε καρδιά να τον αποκόψει εντελώς από τη Δάφνη. Ευτυχώς, πάντως, η λαίδη Δάφνη δεν υποδεχόταν τους καλεσμένους μαζί τους και η Φραντσέσκα ήλπιζε πως θα κατάφερνε να την αποφύγει τελείως. Ο δούκας, ως συνήθως, ήταν ο πιο γοητευτικός άντρας στην αίθουσα. Έκανε μια υπόκλιση παίρνοντας το χέρι της Φραντσέσκα και τα μάτια του άστραψαν. «Α, η καλή νεράιδα που φρόντισε να έχουν όλα αίσιο τέλος», είπε. «Α, δεν μπορώ να πιστωθώ εγώ αυτή την επιτυχία», του απάντησε συνεσταλμένα εκείνη. «Στην περίπτωσή μας θριάμβευσε η αγάπη. Συνήθως αυτό γίνεται».


«Ιδιαίτερα όταν η αγάπη έχει έναν έμπειρο στρατηγό σαν εσένα να την καθοδηγήσει». «Φραντσέσκα!» Η Κάλι έσφιξε τη φίλη της στην αγκαλιά της. Το πρόσωπό της άστραφτε από την ευτυχία και τα πελώρια καστανά μάτια της λαμπύριζαν σαν αστέρια στον ουρανό. «Γεια σου, Κάλι, Μπρόμγουελ. Εύχομαι και στους δύο να βρείτε κάθε ευτυχία», είπε η Φραντσέσκα χαμογελώντας πλατιά. «Αν και απ’ ό,τι βλέπω τη βρήκατε ήδη». «Πράγματι», συμφώνησε ο Μπρόμγουελ, που έφερε το χέρι της γυναίκας του στα χείλη του και φίλησε απαλά τα δάχτυλά της. «Πώς θα μπορούσα να μην την είχα βρει τη στιγμή που παντρεύτηκα την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου;» Η Κάλι κοκκίνισε και χαμογέλασε. Οι νεόνυμφοι αντάλλαξαν μια ματιά και ήταν φανερό ότι οι υπόλοιποι δεν υπήρχαν για εκείνους. Είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλον. Η Φραντσέσκα προχώρησε χαμογελώντας. Τώρα έπρεπε να ψάξει να βρει μια άλλη κοπέλα να καθοδηγήσει στις στενωπούς της Σεζόν. Ήδη η Σεζόν βρισκόταν στην ακμή της και τα χρονικά περιθώρια στένευαν. Είχε σχεδιάσει να βρει μια κοπέλα με το που θα έφευγε η Κάλι από το Λονδίνο, στη συνέχεια όμως απορροφήθηκε με τις προετοιμασίες του γάμου και δεν έκανε την έρευνα της. Η αλήθεια ήταν πως δεν την ενδιέφερε να παντρέψει την οποιαδήποτε κοπέλα. Την τελευταία χρονιά είχε περάσει υπέροχα και είχε γίνει πολύ καλή φίλη με τις κοπέλες που είχε βοηθήσει να παντρευτούν, και δεν τη δελέαζε πλέον μια πιο επαγγελματική περίπτωση. Λίγα λεπτά αργότερα, άκουσε ένα μουρμουρητό μέσα στον κόσμο, γύρισε το κεφάλι της και είδε πως η Κάλι και ο Μπρομ είχαν ανέβει στην πίστα. Προχώρησαν μέχρι το κέντρο και περίμεναν την ορχήστρα να παίξει το πρώτο βαλς που θα χόρευαν ως ανδρόγυνο. Κοιτάζοντας τους, βλέποντας την ευτυχία που άστραφτε στα πρόσωπά τους, η Φραντσέσκα έπνιξε ένα δάκρυ. Είχε παντρέψει πολλά ζευγάρια, αλλά αυτός ήταν ο γάμος που την είχε κάνει πιο ευτυχισμένη. Ένιωθε την Κάλι σαν αδελφή της. Είχε υπάρξει μάλιστα μια εποχή που είχε πιστέψει πως θα γίνονταν στ’ αλήθεια αδελφές. Η Φραντσέσκα βιάστηκε να διώξει αυτή τη σκέψη από το μυαλό της, αλλά δεν μπόρεσε να εμποδίσει το βλέμμα της να καρφωθεί στην ψηλή φιγούρα του αδελφού της Κάλι, που στεκόταν στην άκρη της πίστας και παρακολουθούσε την αδελφή του να χορεύει με τον νέο της σύζυγο. Ο δούκας γύρισε εκείνη τη στιγμή και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Έμειναν για λίγο να κοιτάζονται, ύστερα η Φραντσέ-


σκα έστρεψε αλλού το βλέμμα της, διακόπτοντας την επαφή. Κοίταξε τα γαντοφορεμένα χέρια της, στρώνοντας τις ζάρες σ’ έναένα δάχτυλο. «Λοιπόν», άκουσε μια γυναικεία φωνή πίσω από τον ώμο της, «είμαι σίγουρη ότι θα πρέπει να είσαι πολύ ευτυχισμένη τώρα». Η Φραντσέσκα γύρισε και βρέθηκε να κοιτάζει τα ανοιχτογάλαζα μάτια της λαίδης Σουίδινγκτον. «Ασφαλώς και χαίρομαι για τη λαίδη Καλάντρα και το λόρδο Μπρόμγουελ», της απάντησε ψυχρά η Φραντσέσκα. «Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πολύ ευτυχισμένοι». «Φυσικά». Η Δάφνη έριξε ένα σαρδόνιο βλέμμα στους νεόνυμφους. «Σκέτα πιτσουνάκια». Ξανακοίταξε τη Φραντσέσκα. «Αλλά εγώ εννοούσα εσένα. Είμαι σίγουρη ότι ξεχειλίζεις από ευτυχία τώρα που έμαθες ότι είπα ψέματα για τον Ρόκφορντ». Τα αχνογάλανα μάτια της Δάφνης έσταζαν δηλητήριο. Η Φραντσέσκα σήκωσε τους ώμους της. «Δε θα πίστευα ποτέ ότι ο Ρόκφορντ σε άφησε έγκυο και στη συνέχεια αρνήθηκε να σε παντρευτεί. Δεν είναι τέτοιος άντρας. Επιπλέον, δεν είχε τύχει ν’ ακούσω αυτή τη φήμη τότε, άρα δεν είχε καμιά σημασία για μένα». Η Δάφνη μόρφασε περιφρονητικά. «Πάντως, έτσι κι αλλιώς εσύ τον παράτησες, έτσι δεν είναι;» Τα μάτια της Φραντσέσκα άστραψαν. «Δε θα μπορούσα να παντρευτώ έναν άντρα που είχε σχέση με μια άλλη γυναίκα, ακόμα και αν δεν είχε κανένα λόγο να παντρευτεί εκείνη». Σταμάτησε και κοίταξε το ξαφνικά παγερό πρόσωπο της άλλης. Ένιωσε ένα ρίγος και η φωνή της έτρεμε όταν συνέχισε: «Ήταν και αυτό ψέμα, σωστά; Το έκανες απλά να φανεί ότι σας έπιασα επ’ αυτοφώρω. Ήταν και αυτή μία από τις πλεκτάνες σου!» Ένα μειδίαμα αυτοϊκανοποίησης ζωγραφίστηκε στα χείλια της Δάφνης. «Και βέβαια δεν ήταν αλήθεια. Ο Ρόκφορντ είναι βαρετά πιστός. Αν ήσουν ερωτευμένη μαζί του και όχι με τον εαυτό σου, ίσως και να το είχε