Page 1


Κεφάλαιο 1

Η λαίδη Χόξτον κοίταξε το πλήθος του κόσμου κάτω ακουμπώντας ελαφρά το χέρι της στην καλογυαλισμένη κουπαστή από ξύλο καρυδιάς. Αντιλήφθηκε τα κεφάλια που γύρισαν να την κοιτάξουν. Στην πραγματικότητα, θα απογοητευόταν αν δεν το έκαναν. Η Φραντσέσκα Χόξτον βασίλευε με την ομορφιά της στην αριστοκρατία του Λονδίνου πάνω από μια δεκαετία –στα τριάντα τρία της, δεν είχε πλέον καμιά επιθυμία να θυμίζει με ακρίβεια τη χρονιά του ντεμπούτου της. Ήταν προικισμένη με φυσική ομορφιά –ανοιχτόχρωμα χρυσαφένια μαλλιά, βαθυγάλανα μάτια, δέρμα απαλό και κατάλευκο σαν κρέμα, ίσια και ελαφρά ανασηκωμένη μυτούλα και καλοσχηματισμένα χείλη που υψώνονταν ελαφρά στις άκρες, χαρίζοντάς της ένα γατίσιο χαμόγελο. Στο μάγουλο, στο ύψος του στόματος, είχε μια ελίτσα που τόνιζε τα κατά τα άλλα τέλεια χαρακτηριστικά της. Είχε μέτριο ανάστημα, αλλά η λυγερή κορμοστασιά της και ο κομψός τρόπος που κινούνταν την έκαναν να φαίνεται πιο ψηλή απ’ ό,τι ήταν. Ωστόσο, παρά τα φυσικά πλεονεκτήματά της, η Φραντσέσκα φρόντιζε πάντα να τονίζει τα ατού της. Ποτέ δεν θα την έβλεπε κανείς με ρούχα κατώτερης ποιότητας ή με παπούτσια που δεν ταίριαζαν με το φόρεμά της ή με χτένισμα που δεν κολάκευε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Αν και ήταν πάντα μέσα στη μόδα, δεν υιοθετούσε ποτέ φανταχτερό στυλ, αλλά διάλεγε αποχρώσεις που ταίριαζαν με τα χρώματά της και γραμμές που πρόβαλλαν τη σιλουέτα της. Εκείνο το βράδυ φορούσε μια τουαλέτα στο μπλε του πάγου, χρώμα που αποτελούσε το σήμα κατατεθέν της, με ντεκολτέ αρκετά βαθύ ώστε να τονίζει τους λευκούς ώμους και το πλούσιο στήθος της μ’ έναν τρόπο αρκετά τολμηρό, αλλά καθόλου πρόστυχο. Ασημί δαντέλα στόλιζε το ντεκολτέ και τον ποδόγυρο του φορέματός της, καθώς και την ουρά πίσω. Ένα απλό, αλλά πανέμορφο διαμαντένιο κο~5~


λιέ αγκάλιαζε τον λεπτό, κατάλευκο λαιμό της και ένα ασορτί βραχιόλι στόλιζε το χέρι της, ενώ σκόρπια διαμαντάκια λαμπύριζαν εδώ κι εκεί στα μαλλιά της. Κανείς, ήταν σίγουρη γι’ αυτό, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι δεν διέθετε τα μέσα να ντύνεται στην πένα. Η αλήθεια ήταν ότι ο μακαρίτης ο άντρας της, τον οποίο δεν είχε κλάψει καθόλου, ο λόρδος Άντριου Χόξτον, ένας αμετανόητος χαρτοπαίκτης, είχε πεθάνει αφήνοντάς της μόνο χρέη, ένα γεγονός που πάσχισε πολύ να κρύψει. Κανείς δεν ήξερε ότι τα κοσμήματα που φορούσε ήταν απομιμήσεις των αληθινών που είχε αναγκαστεί να πουλήσει. Και καμιά από τις πλέον πονηρές οικοδέσποινες δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως αυτή ήταν η τρίτη σεζόν που φορούσε τις αποψινές της γόβες, αφού είχε φροντίσει να τις συντηρήσει με μεγάλη προσοχή, ή ότι το φόρεμα της ήταν αποτέλεσμα της μεταποίησης που είχε κάνει η ταλαντούχα καμαριέρα της σε μια τουαλέτα που είχε φορέσει την προηγούμενη χρονιά, δίνοντάς του έναν εντελώς καινούριο αέρα, σύμφωνα με την τελευταία λέξη της γαλλικής μόδας. Ένας από τους ελάχιστους που γνώριζαν την πραγματική οικονομική της κατάσταση ήταν ο ψηλός, κομψός άντρας που στεκόταν δίπλα της, ο σερ Λούσιεν Τάλμποτ. Είχε προσχωρήσει στον κύκλο των θαυμαστών της από την πρώτη κιόλας σεζόν που είχε κάνει το ντεμπούτο της και, μολονότι το ρομαντικό ενδιαφέρον του απέναντί της είχε καταλήξει να είναι ευχάριστη φαντασίωση την οποία συντηρούσαν και οι δύο, η αφοσίωσή του σ’ εκείνη ήταν πολύ πραγματική, καθώς, με την πάροδο των χρόνων, είχαν γίνει πραγματικοί φίλοι. Ο σερ Λούσιεν ήταν και κομψός και πνευματώδης, προσόντα που, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν εργένης, τον έκαναν περιζήτητο στα πάρτι. Ήταν σε όλους γνωστό ότι, όπως όλοι οι Τάλμποτ, έμενε συχνά άφραγκος, αλλά αυτό δεν σκίαζε το στάτους του μέσα στην εγγλέζικη αριστοκρατία, πράγμα που μετρούσε πολύ περισσότερο, για τις οικοδέσποινες τουλάχιστον. Μια δυο καυστικές παρατηρήσεις του ήταν αρκετές για να ζωντανέψουν μια συζήτηση, δεν δημιουργούσε ποτέ σκηνή, ήταν καταπληκτικός χορευτής και μια καλή κουβέντα του μπορούσε να εδραιώσει τη φήμη της οικοδέσποινας που έδινε το πάρτι. «Χριστέ μου, τι πλήθος», παρατήρησε τώρα σηκώνοντας το μονόκλ του για να περιεργαστεί τον κόσμο κάτω. ~6~


«Η λαίδη Γουέλκομπ πρέπει να ασπάζεται την άποψη ότι δεν πρέπει να μένει ούτε χιλιοστό ελεύθερο στο πάτωμα από τον κόσμο», συμφώνησε ανάλαφρα η Φραντσέσκα. Άνοιξε τη βεντάλια της και την κούνησε νωχελικά. «Τρέμω στην ιδέα να κατέβω εκεί κάτω. Θα με τσαλαπατήσουν στα σίγουρα». «Α, μα αυτό δεν είναι το πνεύμα μιας τέτοιας σύναξης;» ακούστηκε μια βαθιά φωνή πίσω και ελαφρά στα δεξιά της. Η Φραντσέσκα γνώριζε αυτή τη φωνή. «Ρόκφορντ», είπε προτού γυρίσει το κεφάλι της. «Η παρουσία σας εδώ με ξαφνιάζει». Ο Λούσιεν και η Φραντσέσκα γύρισαν προς τον νεοφερμένο κι εκείνος υποκλίθηκε ελαφρά απαντώντας: «Αλήθεια; Εγώ θα πίστευα ότι λογικά θα περιμένατε να δείτε εδώ σχεδόν όλους τους γνωστούς σας». Έσφιξε τα χείλια του μ’ έναν τρόπο που τον χαρακτήριζε, κάτι σαν μισοχαμόγελο. Ήταν ο Σινκλέρ, ο πέμπτος δούκας του Ρόκφορντ, κι αν μια οικοδέσποινα αποζητούσε την παρουσία του Λούσιεν στα πάρτι της, η εμφάνιση του Ρόκφορντ ήταν η κορωνίδα στο στέμμα της. Ψηλός, λεπτός, με φαρδιές πλάτες, ο Ρόκφορντ ήταν ντυμένος άψογα με βραδινό ένδυμα. Ένα διακριτικό ρουμπίνι φώλιαζε στις πτυχές της κατάλευκης γραβάτας του και ασορτί μανικετόκουμπα στόλιζαν τις μανσέτες του. Ήταν η πιο δυναμική και αριστοκρατική παρουσία σε κάθε εκδήλωση, κι αν υπήρχαν κάποιοι που δεν εντυπωσιάζονταν από τη μελαχρινή, βλοσυρή ομορφιά του, σπάνια τους άκουγες να το εκφράζουν. Οι τρόποι, όπως και το ντύσιμό του, ήταν άψογοι, χωρίς ίχνος επιδεικτικότητας. Οι άντρες τον θαύμαζαν για την ικανότητά του με τα άλογα, ενώ οι γυναίκες τον κυνηγούσαν για την περιουσία του, τα ψηλά ζυγωματικά του και τα σκούρα μάτια με τις πυκνές βλεφαρίδες που θύμιζαν Τσιγγάνο. Πλησίαζε τα σαράντα και δεν είχε παντρευτεί ποτέ, απογοητεύοντας και τις πιο επίμονες μητέρες της υψηλής αριστοκρατίας. Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με την απάντησή του. «Πράγματι, μάλλον έχετε δίκιο». «Είστε μια οπτασία, λαίδη Χόξτον, όπως πάντα», της είπε ο Ρόκφορντ. «Μια οπτασία;» Η Φραντσέσκα ύψωσε το όμορφο, καμπυλωτό φρύδι της. «Παρατήρησα πως δε διευκρινίσατε τι είδους οπτασία. Ο ~7~


καθένας θα μπορούσε να συμπληρώσει τη φράση σας όπως ήθελε». Τα μάτια του άστραψαν, αλλά ο τόνος του ήταν ουδέτερος όταν της απάντησε. «Όποιος έχει μάτια και βλέπει, μόνο την ομορφιά θα μπορούσε να συνδυάσει μαζί σας». «Το σώσατε τέλεια», είπε η Φραντσέσκα. Ο σερ Λούσιεν έγειρε προς το μέρος της και της είπε χαμηλόφωνα: «Μην κοιτάξεις. Πλησιάζει η λαίδη Κάτερσλι». Η προειδοποίησή του όμως ήρθε καθυστερημένα, καθώς μια τσιριχτή γυναικεία φωνή έσκισε ξαφνικά τον αέρα. «Εξοχότατε! Τι χαρά που σας βλέπουμε». Μια ψηλή σκελετωμένη γυναίκα πλησίασε προς το μέρος τους, ακολουθούμενη από τον κοντόχοντρο άντρας της. Κόρη κόμη, η λαίδη Κάτερσλι είχε παντρευτεί έναν απλό βαρόνο και δεν έχανε την ευκαιρία να υπενθυμίζει τόσο σ’ εκείνον όσο και στον υπόλοιπο κόσμο ότι είχε παντρευτεί κάποιον κατώτερό της. Και το είχε βάλει σκοπό της ζωής της να παντρέψει τις τρεις κόρες της με κάποιον αντάξιο της ανώτερης κάστας της. Δεδομένου όμως ότι οι κόρες της τής έμοιαζαν τόσο στο πρόσωπο όσο και στο σουλούπι και στην υπεροψία, το έργο της είχε αποδειχτεί πολύ δύσκολο. Ήταν μία από τις λίγες επίμονες μητέρες που δεν είχαν παρατήσει τις προσπάθειες να ζευγαρώσουν κάποια από τις κόρες τους με το δούκα του Ρόκφορντ. Ο Ρόκφορντ έκανε για μια στιγμή μια πονεμένη γκριμάτσα κι ύστερα γύρισε και υποδέχτηκε με μια τέλεια υπόκλιση το ζεύγος που πλησίαζε. «Λαίδη μου. Κάτερσλι». «Λαίδη Χόξτον», χαιρέτησε η λαίδη Κάτερσλι τη Φραντσέσκα, μετά αρκέστηκε σ’ ένα κοφτό νεύμα προς τον σερ Λούσιεν, ο τίτλος του οποίου ήταν πολύ κατώτερος των προσδοκιών της, και ξαναγύρισε χαμογελαστή στον Ρόκφορντ. «Υπέροχο πάρτι, δε συμφωνείτε; Βάζω στοίχημα ότι θα είναι το πάρτι της σεζόν». Ο Ρόκφορντ δεν της απάντησε, μόνο της χάρισε ένα απορημένο χαμόγελο. «Αναρωτιέμαι πόσα “πάρτι της σεζόν” θα ανακηρύξουμε φέτος», παρατήρησε ξερά ο σερ Λούσιεν. Η λαίδη Κάτερσλι του έριξε ένα βλέμμα αντιπάθειας. «Το πάρτι της χρονιάς δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ένα», του είπε αυταρχικά. «Ω, εγώ θα έλεγα ότι θα μπορούσαν να είναι τουλάχιστον τρία», μπήκε στη συζήτηση η Φραντσέσκα. «Το πάρτι με τον περισσότερο ~8~


κόσμο, κατηγορία στην οποία είμαι σίγουρη ότι θα κερδίσει το σημερινό. Υπάρχει όμως και το πάρτι της χρονιάς με τον πλουσιότερο διάκοσμο». «Και το πάρτι που αντλεί την αίγλη του από τα πρόσωπα που παρευρίσκονται», πρόσθεσε ο σερ Λούσιεν. «Ε, πάντως εγώ ξέρω ότι η Αμάντα μου θα στενοχωρηθεί πολύ που έχασε τούτο εδώ», είπε η λαίδη Κάτερσλι. Η Φραντσέσκα και ο Λούσιεν αντάλλαξαν μια ματιά και η Φραντσέσκα άνοιξε τη βεντάλια της για να κρύψει το χαμόγελό της. Ό,τι θέμα και να συζητούσαν, η λαίδη Κάτερσλι έβρισκε πάντα τον τρόπο να βάλει τις κόρες της στη συζήτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τους περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τον πυρετό που είχε καθηλώσει τις δύο κόρες της στο κρεβάτι και τον συγκινητικό τρόπο με τον οποίο η μεγαλύτερη, η Αμάντα, είχε μείνει σπίτι για να τις φροντίσει. Η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε άθελά της τι έλεγε αυτό για το μητρικό φίλτρο της συνομιλήτριάς τους, τη στιγμή που η μεγάλη κόρη της ένιωσε την υποχρέωση να μείνει εκείνη στο σπίτι με τα άρρωστα κορίτσια. Η λαίδη συνέχισε να απαριθμεί τις αρετές της Αμάντα, μέχρι που ο Ρόκφορντ την έκοψε λέγοντας: «Ναι, λαίδη μου, είναι ολοφάνερο ότι η μεγάλη κόρη σας είναι αγία. Και είμαι σίγουρος ότι μόνο ο πλέον ενάρετος των αντρών θα της ταιριάζει για σύζυγος. Να πάρω το θάρρος να σας προτείνω τον αιδεσιμότατο Χιούμπερτ Πόλτι; Υπέροχος άνθρωπος και πολύ ταιριαστός για εκείνη». Για πρώτη φορά η λαίδη Κάτερσλι έμεινε άφωνη. Κοίταξε απογοητευμένη το δούκα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της καθώς προσπαθούσε να συνέλθει από το πλήγμα που είχε καταφέρει εκείνος στις προσπάθειές της. Αλλά ο Ρόκφορντ ήταν πολύ γρήγορος γι’ αυτήν. «Λαίδη Χόξτον, μου υποσχεθήκατε να με συστήσετε στον αξιότιμο εξάδελφό σας», συνέχισε αβίαστα, προσφέροντας στη Φραντσέσκα το μπράτσο του. Η Φραντσέσκα του έριξε ένα γελαστό βλέμμα, αλλά ο τόνος της ήταν συνεσταλμένος όταν είπε: «Βεβαίως. Μας συγχωρείτε, λαίδη μου. Λόρδε. Σερ Λούσιεν». Ο σερ Λούσιεν έγειρε προς το μέρος της και της ψιθύρισε: «Προδότρα». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γελάκι της καθώς ~9~


απομακρυνόταν αγκαζέ με τον Ρόκφορντ. «Τον αξιότιμο εξάδελφό μου;» επανέλαβε. «Ποιον εννοείτε, αυτόν που είναι ερωτευμένος με την μπουκάλα του πόρτο; Ή τον άλλο που το έσκασε για την Ηπειρωτική Ευρώπη μετά από μια μονομαχία;» Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στα σκοτεινά χαρακτηριστικά του δούκα. «Εννοούσα, ευγενική μου κυρία, οποιονδήποτε θα μπορούσε να με απαλλάξει από τη συντροφιά της λαίδης Κάτερσλι». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της. «Φοβερή γυναίκα. Κάνει ό,τι μπορεί για να μείνουν οι κόρες της γεροντοκόρες, έτσι όπως προσπαθεί να τις παντρέψει. Όχι μόνο είναι αδέξια στον τρόπο που τις σπρώχνει προς συγκεκριμένους κυρίους, αλλά αυτοί οι κύριοι ξεπερνούν κατά πολύ τα φόντα των κοριτσιών της». «Αντίθετα, ακούω ότι εσείς είστε ειδική σ’ αυτά τα θέματα», της είπε ο Ρόκφορντ κάπως πειραχτικά. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε υψώνοντας τα φρύδια της. «Αλήθεια;» «Α, ναι. Άκουσα ότι, αν μια κοπέλα θέλει να καταφέρει να βρει γαμπρό, πρέπει να ακολουθήσει τις συμβουλές σας. Κάποιος θα αναρωτιόταν δικαιολογημένα πώς και δε φιγουράρετε κι εσείς ξανά στις λίστες με τις υποψήφιες νύφες». Η Φραντσέσκα άφησε το μπράτσο του και γύρισε στο πλάι, καρφώνοντας πάλι το βλέμμα της στο πλήθος κάτω. «Ανακάλυψα ότι το κύρος της χήρας μού ταιριάζει μια χαρά, εξοχότατε». «Εξοχότατε;» επανέλαβε ερωτηματικά εκείνος. «Ύστερα από τόσα χρόνια γνωριμίας; Υποθέτω ότι κατάφερα για μια ακόμα φορά να σας προσβάλω. Φοβάμαι πως είναι κάτι που έχω την τάση να κάνω». «Ναι, δείχνετε ιδιαίτερα επιδέξιος σ’ αυτό», του απάντησε ανάλαφρα η Φραντσέσκα. «Αλλά δε με προσβάλατε. Δεν μπορώ όμως να μην αναρωτιέμαι... μήπως επιζητάτε τη βοήθειά μου;» Ο δούκας γέλασε. «Όχι βέβαια. Απλά, κουβέντα κάνω». Η Φραντσέσκα γύρισε και κοίταξε το πρόσωπο του δούκα. Αναρωτήθηκε γιατί είχε θίξει αυτό το θέμα. Μήπως κυκλοφορούσαν φήμες για τις απόπειρες που έκανε ως προξενήτρα; Τα τελευταία χρόνια είχε βοηθήσει κάμποσους γονείς που αγωνίζονταν να εξασφαλίσουν στις κόρες τους πετυχημένους γάμους. Και, φυσικά, πάντα ο πατέρας ή η μητέρα της κοπέλας τής έκαναν κάποιο δώρο για να της δείξουν ~ 10 ~


την ευγνωμοσύνη τους που είχε αναλάβει την κόρη τους υπό την προστασία της και την είχε οδηγήσει μέσα από τα ταραγμένα νερά της εγγλέζικης αριστοκρατίας στην αγκαλιά του κατάλληλου συζύγου. Αυτά τα δώρα, όμως, ήταν πάντα διακριτικά, δεν τα επιδείκνυε καμιά πλευρά, και η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα μπορούσε να διαρρεύσει ότι μια συγκεκριμένη ασημένια φρουτιέρα ή το συγκεκριμένο δαχτυλίδι με το ρουμπίνι είχε φτάσει στα χέρια του ενεχυροδανειστή. Ο Ρόκφορντ ανταπέδωσε το βλέμμα της και η Φραντσέσκα διέκρινε την περιέργεια που είχε αρχίσει να γεννιέται στο δικό του. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εσείς θεωρείτε μια τέτοιου είδους ικανότητα αμελητέα», βιάστηκε να του πει. «Ειλικρινά, όχι. Έχω γνωρίσει πάρα πολλές τρομακτικές μητέρες που το έχουν βάλει σκοπό να κάνουν την κόρη τους δούκισσα για να υποτιμήσω τις προσπάθειες μιας προξενήτρας». «Είναι εξοργιστικό, μα την αλήθεια», συνέχισε η Φραντσέσκα, «το πόσο πολλές μητέρες προσπαθούν να πετύχουν το στόχο τους χρησιμοποιώντας εντελώς λανθασμένο τρόπο. Και δεν είναι μόνο η λαίδη Κάτερσλι. Κοιτάξτε εκείνες τις κοπέλες». Του έδειξε μ’ ένα νεύμα μια παρέα που στεκόταν από κάτω δίπλα σε μια γλάστρα με μια φοινικιά. Μια μεσήλικη γυναίκα ντυμένη στα μοβ στεκόταν μαζί με δυο νεαρές κοπέλες που ήταν σίγουρα κόρες της, αν έκρινε από την ατυχή ομοιότητα των χαρακτηριστικών τους. «Είναι κλασικό, γυναίκες που δεν έχουν ιδέα πώς πρέπει να ντυθούν οι ίδιες να επιμένουν να διαλέγουν τα ρούχα των κοριτσιών τους», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Τις έχει ντύσει στις αποχρώσεις της λεβάντας, μια πιο κοριτσίστικη απόχρωση του χρώματος που φοράει η ίδια, τη στιγμή που το μοβ το μόνο που καταφέρνει είναι να κάνει το δέρμα τους να δείχνει ακόμα πιο χλομό. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τις έχει πνίξει στους φιόγκους και στις δαντέλες. Και μιλάει συνέχεια, δεν αφήνει καμιά από τις κόρες της να αρθρώσει λέξη». «Ναι, το βλέπω», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Σίγουρα όμως αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι αυτές οι κοπέλες θα είχαν πολλές ελπίδες ακόμα και χωρίς τη δεσποτική μαμά τους». Η Φραντσέσκα μουρμούρισε απαξιωτικά: «Εγώ θα μπορούσα να ~ 11 ~


τα καταφέρω». «Ελάτε τώρα, αγαπητή μου...» Τα μάτια του παιχνίδισαν πειραχτικά. Η Φραντσέσκα ύψωσε το φρύδι της. «Με αμφισβητείτε;» «Υποκλίνομαι στην απαράμιλλη ικανότητά σας», της απάντησε ο δούκας μ’ ένα αχνό χαμόγελο. «Αλλά ακόμα κι εσείς δε θα μπορούσατε να αποκαταστήσετε με επιτυχία κάποιες κοπέλες». Το γέλιο στη φωνή του τσίγκλησε τη Φραντσέσκα. «Θα μπορούσα», του είπε, χωρίς να το σκεφτεί. «Θα μπορούσα να πάρω οποιαδήποτε κοπέλα από εκεί κάτω και μέχρι το τέλος της σεζόν να την έχω αρραβωνιάσει». Ο τρόπος που ο δούκας συγκράτησε το χαμόγελό του ήταν πολύ εκνευριστικός. «Θα θέλατε να βάλετε στοίχημα γι’ αυτό;» τη ρώτησε ανάλαφρα. Η Φραντσέσκα σκέφτηκε πως ήταν τρελή, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω μπροστά στο κοροϊδευτικό ύφος του. «Ναι, θα ήθελα». «Οποιαδήποτε κοπέλα από το πλήθος;» πρότεινε ο δούκας. «Οποιαδήποτε». «Θα την πάρετε υπό την προστασία σας και θα καταφέρετε να αρραβωνιαστεί –να κάνει έναν καλό αρραβώνα– μέχρι το τέλος της σεζόν;» «Ναι». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε πάλι ψυχρά. Δεν ήταν από αυτές που υποχωρούσαν μπροστά σε μια πρόκληση. «Και μπορείτε να διαλέξετε εσείς την κοπέλα». «Αλλά τι θα στοιχηματίσουμε; Για να δούμε... Αν κερδίσω εγώ, θα πρέπει να δεχτείτε να συνοδεύσετε την αδερφή μου κι εμένα στην ετήσια επίσκεψή μας στη μεγάλη θεία μας». «Στη λαίδη Οντέλια;» ρώτησε με κάποια φρίκη η Φραντσέσκα. «Ε, ναι», της απάντησε και τα μάτια του άστραψαν. «Η λαίδη Οντέλια σας αγαπά πολύ, ξέρετε». «Ναι, όπως ο λύκος τα πρόβατα!» τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα. «Εν πάσει περιπτώσει, θα συμφωνήσω επειδή ξέρω ότι δεν πρόκειται να χάσω το στοίχημα. Τι θα κερδίσω, όμως, όταν θα χάσετε εσείς;» Εκείνος την κοίταξε για μια στιγμή σκεφτικός και ύστερα της είπε: «Θα πρότεινα ένα βραχιόλι από ζαφείρια στο χρώμα των ματιών σας. Νομίζω ότι σας αρέσουν τα ζαφείρια». ~ 12 ~


Το βλέμμα της Φραντσέσκα έσμιξε για μια στιγμή με το δικό του. Ύστερα γύρισε το κεφάλι της και του είπε ωμά: «Ναι, μου αρέσουν. Έκλεισε». Το χέρι της έσφιξε πιο δυνατά τη βεντάλια, πρότεινε το πιγούνι της και έδειξε κάτω. «Λοιπόν, ποια κοπέλα θα διαλέξετε;» Περίμενε ότι ο δούκας θα διάλεγε μία από τις δύο άχαρες κοπέλες για τις οποίες κουβέντιαζαν νωρίτερα. «Αυτή με τον τεράστιο φιόγκο στα μαλλιά ή την άλλη με το στραπατσαρισμένο φτερό;» «Καμία από τις δυο», της απάντησε ξαφνιάζοντάς την και της έδειξε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού μια ψηλή, λεπτή κοπέλα με ένα απλό γκρίζο φόρεμα που στεκόταν πίσω από τις δύο κοπέλες. Από την απλότητα του φορέματος και του χτενίσματός της, ήταν φανερό πως βρισκόταν εκεί ως συνοδός και όχι ως ντεμπιτάντ. «Διαλέγω εκείνη εκεί». *** Η Κονστάνς Γούντλι έπληττε. Υποτίθεται ότι έπρεπε να νιώθει ευγνώμων, όπως της τόνιζε πολύ συχνά η θεία Μπλανς, που βρισκόταν στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της σεζόν και είχε την ευκαιρία να πηγαίνει σε εντυπωσιακά πάρτι όπως το αποψινό. Παρ’ όλα αυτά, η Κονστάνς δεν το έβρισκε και τόσο ευχάριστο να παίζει το ρόλο της συνοδού για τις ανόητες ξαδέρφες της στα ατέλειωτα πάρτι, στους χορούς και στα σουαρέ. Όπως είχε διαπιστώσει, υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις το ντεμπούτο σου, όπως συνέβαινε με την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ, και στο να παρακολουθείς κάποια άλλη να το κάνει. Η δική της ευκαιρία να κάνει το ντεμπούτο της είχε παρέλθει από καιρό. Όταν είχε κλείσει τα δεκαοκτώ και ήταν σε ηλικία να κάνει το ντεμπούτο της, ο πατέρας της είχε αρρωστήσει και εκείνη είχε περάσει τα επόμενα πέντε χρόνια φροντίζοντάς τον, καθώς η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν σταθερά. Όταν ο πατέρας της πέθανε, εκείνη ήταν είκοσι τριών ετών και, δεδομένου ότι η περιουσία μεταβιβαζόταν μόνο από άντρα σε άντρα και ο πατέρας της δεν είχε αρσενικό κληρονόμο, το σπίτι και τα κτήματα είχαν περάσει στον αδερφό του τον Ρότζερ. Στην Κονστάνς, ανύπαντρη και χωρίς οικονομικού ς πόρους εκτός από ένα μικρό καταπίστευμα που της είχε αφήσει ο πατέρας της, είχε επιτραπεί να παραμείνει στο σπίτι, όταν ο σερ Ρότζερ ~ 13 ~


μετακόμισε εκεί με τη γυναίκα του και τις δύο κόρες τους. Θα είχε πάντα ένα σπίτι κοντά τους, της είχε πει η θεία Μπλανς ψευτοστοργικά, ωστόσο της είχε υποδείξει να μετακομίσει από την κρεβατοκάμαρα που κοιμόταν από κοριτσάκι σ’ ένα μικρότερο δωμάτιο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η μεγάλη κρεβατοκάμαρα με την όμορφη θέα στο πάρκο ταίριαζε περισσότερο στις δύο κόρες του κυρίου του σπιτιού. Η μετακόμιση αυτή ήταν ένα πικρό χάπι που αναγκάστηκε να καταπιεί η Κονστάνς, είχε παρηγορηθεί όμως με τη σκέψη πως θα είχε τουλάχιστον ένα δωμάτιο αποκλειστικά δικό της που θα της πρόσφερε την ηρεμία που είχε τόσο ανάγκη, αντί να το μοιράζεται με τις ξαδέρφες της. Η Κονστάνς είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια με τη θεία, το θείο και τις κόρες τους. Είχε βοηθήσει τη θεία της στο μεγάλωμα των κοριτσιών και στις δουλειές του σπιτιού, θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της που την είχαν πάρει μαζί τους, αλλά και επειδή της είχαν δείξει καθαρά πως περίμεναν αυτή τη βοήθεια σε αντάλλαγμα για τη στέγη και την τροφή που της πρόσφεραν. Η Κονστάνς αποταμίευε υπομονετικά και επένδυε το μικρό εισόδημα που της πρόσφερε το καταπίστευμα, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της από αυτό και να ζήσει κάπου μόνη της. Δύο χρόνια πριν, όταν η μεγάλη ξαδέρφη της, η Τζορτζιάνα, είχε κλείσει τα δεκαοκτώ, ο θείος και η θεία της είχαν αποφασίσει να περιμένουν να κλείσει και η δεύτερη κόρη τους τα δεκαοκτώ και να τις παρουσιάσουν και τις δυο μαζί στην υψηλή κοινωνία, επειδή ήταν πολλά τα έξοδα που χρειάζονταν για να κάνει μια κοπέλα το ντεμπούτο της. Η Κονστάνς, όπως της είχε πει καταδεκτικά η θεία της, θα μπορούσε να πάει μαζί τους ως συνοδός των κοριτσιών. Ούτε που τους είχε περάσει από το μυαλό να την παρουσιάσουν με κάποια άλλη ιδιότητα. Παρ’ όλο που η σεζόν στο Λονδίνο ήταν κάτι σαν νυφοπάζαρο, μια ευκαιρία για τις μητέρες να βρουν τους κατάλληλους γαμπρούς για τις κόρες τους, ούτε η ίδια η Κονστάνς ούτε η θεία της θεωρούσαν ότι διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα για να βρει σύζυγο. Δεν ήταν άσχημη –είχε μεγάλα εκφραστικά γκρίζα μάτια και πλούσια καστανά μαλλιά με κοκκινωπές ανταύγειες–, στα είκοσι οκτώ της, όμως, ήταν σίγουρα γεροντοκόρη, πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία που κάνει μια κοπέλα το ντεμπούτο της στην κοινωνία. Δεν μπορούσε ~ 14 ~


να ελπίζει ότι θα φορούσε κάποτε παστέλ χρώματα και θα έπιανε τα μαλλιά της ψηλά, αφήνοντας τις μπούκλες να πλαισιώσουν το πρόσωπό της. Για την ακρίβεια, η θεία Μπλανς προτιμούσε να φοράει η Κονστάνς το μπονέ της γεροντοκόρης, αλλά η Κονστάνς, αν και της έκανε συνήθως τη χάρη κατά τη διάρκεια της μέρας, στα πάρτι αρνιόταν να φορέσει αυτό το ύστατο σύμβολο των μαραμένων ελπίδων. Η Κονστάνς έβαζε τα δυνατά της να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της θείας της, γιατί ήξερε ότι ο θείος και η θεία της δεν ήταν υποχρεωμένοι να τη δεχτούν στο σπίτι τους μετά το θάνατο του πατέρα της. Και το γεγονός πως το είχαν κάνει περισσότερο επειδή φοβούνταν την κατακραυγή της κοινωνίας, αλλά και επειδή ήθελαν να έχουν μια άμισθη υπηρέτρια, δεν την απάλλασσε από την ευγνωμοσύνη που έπρεπε να νιώθει απέναντί τους. Παρ’ όλα αυτά, της ήταν δύσκολο να ανέχεται τη φλυαρία των ξαδέρφων της, που ήταν εντελώς ανόητες και ανεξήγητα ματαιόδοξες με την εμφάνισή τους. Και μολονότι, όπως υπέθετε, ήταν εξίσου ματαιόδοξο εκ μέρους της, την ενοχλούσε αφάνταστα να φοράει άχαρα γκρίζα, καφετιά ή σκούρα μπλε φορέματα, χρώματα που η θεία της θεωρούσε κατάλληλα για μια ανύπαντρη γυναίκα μιας κάποιας ηλικίας. Βέβαια, ένιωθε και κάποια ευχαρίστηση παρακολουθώντας τα εντυπωσιακά μέλη της υψηλής αριστοκρατίας, όπως έκανε εκείνη τη στιγμή. Χάζευε ένα ζευγάρι που στεκόταν στην κορυφή της σκάλας και κοιτούσε τους υπόλοιπους κάτω, όπως οι μονάρχες κοιτάζουν τους υπηκόους τους. Και δεν ήταν ατυχής η σύγκριση, γιατί ο δούκας του Ρόκφορντ και η λαίδη Φραντσέσκα Χόξτον ανήκαν στην αφρόκρεμα της εγγλέζικης αριστοκρατίας. Η Κονστάνς, φυσικά, δεν είχε γνωρίσει ποτέ κανέναν από τους δύο, γιατί εκείνοι κινούνταν συνήθως σε πιο αριστοκρατικούς κύκλους από αυτούς που σύχναζαν ο θείος και η θεία της. Μόνο σε κάτι τέτοιες μεγάλες συνάξεις τύχαινε να τους πάρει το μάτι της. Τους είδε να κατεβαίνουν τις σκάλες και τους έχασε μέσα στο πλήθος. Η θεία της στράφηκε προς το μέρος της και της είπε: «Κονστάνς, καλή μου, ψάξε να βρεις τη βεντάλια της Μάργκαρετ. Κάπου θα πρέπει να της έπεσε». Η Κονστάνς πέρασε τα επόμενα λεπτά ψάχνοντας ολόγυρα για τη χαμένη βεντάλια, έτσι δεν πρόσεξε τις δύο γυναίκες που πλησίαζαν. Αλλά όταν άκουσε τη θεία της να κρατάει απότομα την ανάσα ~ 15 ~


της, κατάλαβε πως συνέβαινε κάτι το ασυνήθιστο και σήκωσε το κεφάλι της. Η λαίδη Χόξτον προχωρούσε προς το μέρος τους, συνοδευόμενη από τη λαίδη Γουέλκομπ, τη χαμογελαστή οικοδέσποινα. «Λαίδη Γούντλι. Σερ, χμ...» «Ρότζερ», συμπλήρωσε πρόθυμα ο θείος της. «Μα βέβαια. Σερ Ρότζερ. Τι κάνετε; Ελπίζω να διασκεδάζετε στο παρτάκι μου», είπε η λαίδη Γουέλκομπ δείχνοντας την κατάμεστη αίθουσα. Το χαμόγελό της αποκάλυψε ότι συνειδητοποίησε πόσο οξύμωρη ήταν η δήλωσή της. «Ω, ναι, λαίδη μου. Υπέροχο πάρτι. Το καλύτερο της σεζόν, είμαι σίγουρη. Μόλις τώρα έλεγα στον σερ Ρότζερ ότι είναι το πιο όμορφο πάρτι που έχουμε παρευρεθεί μέχρι τώρα». «Α, η σεζόν βρίσκεται ακόμα στην αρχή», απάντησε ταπεινά η λαίδη Γουέλκομπ. «Το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι να το θυμούνται όταν φτάσει ο Ιούλιος». «Ω, είμαι σίγουρη πως θα το θυμούνται», είπε η θεία Μπλανς και βιάστηκε να εκθειάσει το στολισμό, τα λουλούδια, τα κεριά. Ακόμα και η ίδια η οικοδέσποινα φάνηκε να βαριέται από τους υπερβολικούς επαίνους και με την πρώτη ευκαιρία είπε: «Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη λαίδη Χόξτον». Στράφηκε στη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της. «Λαίδη Χόξτον, να σας συστήσω τον σερ Ρότζερ Γούντλι και τη σύζυγό του λαίδη Μπλανς, και αυτές είναι... ε, οι χαριτωμένες κορούλες τους». «Πώς είστε;» είπε η λαίδη Χόξτον απλώνοντας το λεπτό, κατάλευκο χέρι της. «Ω λαίδη μου! Αυτή είναι πραγματική τιμή!» είπε η θεία Μπλανς με πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο από τον ενθουσιασμό. «Χαίρομαι αφάνταστα που σας γνωρίζω. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω στις κόρες μας, την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ. Κορίτσια, χαιρετήστε τη λαίδη Χόξτον». Η λαίδη Χόξτον χαμογέλασε φευγαλέα στις δύο κοπέλες και κάρφωσε το βλέμμα της στην Κονστάνς, που στεκόταν ελαφρά πιο πίσω από τους υπόλοιπους. «Κι εσείς είστε;» «Η Κονστάνς Γούντλι, λαίδη μου», της απάντησε η Κονστάνς κάνοντας μια μικρή υπόκλιση. «Συγνώμη», είπε η θεία Μπλανς κάπως αλαφιασμένη. «Η δεσποινίς Γούντλι είναι ανιψιά του συζύγου μου και μένει μαζί μας μετά ~ 16 ~


το θάνατο του πατέρα της εδώ και μερικά χρόνια». «Παρακαλώ, δεχτείτε τα συλλυπητήριά μου», είπε η λαίδη Χόξτον και πρόσθεσε ύστερα από μια μικρή παύση, «για το θάνατο του πατέρα σας». «Σας ευχαριστώ, λαίδη μου». Η Κονστάνς είδε τον τρόπο που παιχνίδισαν τα μάτια της λαίδης και δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί μήπως τελικά εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έπνιξε το χαμόγελο που της προκάλεσε αυτή η σκέψη και αντιγύρισε ευγενικά το βλέμμα της λαίδης Χόξτον. Η λαίδη Γουέλκομπ απομακρύνθηκε, αλλά, προς μεγάλη έκπληξη της Κονστάνς, η λαίδη Χόξτον παρέμεινε στην παρέα τους, ψιλοκουβεντιάζοντας ευγενικά. Η έκπληξή της έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν η λαίδη Χόξτον είπε ότι έπρεπε να φύγει και μετά, γυρνώντας προς την Κονστάνς, πρόσθεσε: «Θα θέλατε να κάνετε μια βόλτα στην αίθουσα μαζί μου, δεσποινίς Γούντλι;» Η Κονστάνς ανοιγόκλεισε σαστισμένη τα μάτια της και για μια στιγμή έμεινε άφωνη. Ύστερα έκανε ένα πρόθυμο βήμα προς το μέρος της λέγοντας: «Ναι, θα μου άρεσε πάρα πολύ, ευχαριστώ». Θυμήθηκε να ρίξει μια ματιά προς το μέρος της θείας της για να πάρει την άδειά της, αν και ήξερε πως θα πήγαινε με τη λαίδη Χόξτον ακόμα κι αν η θεία Μπλανς της το απαγόρευε. Ευτυχώς, η θεία της κούνησε καταφατικά το κεφάλι της κάπως σαστισμένη και η Κονστάνς απομακρύνθηκε με τη λαίδη Χόξτον. Πιάνοντας την Κονστάνς αγκαζέ, η Φραντσέσκα άρχισε να προχωράει αργά στις παρυφές της πελώριας αίθουσας κουβεντιάζοντας ανέμελα. «Μα την αλήθεια, είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις κάποιον γνωστό σου μέσα σε τόσο πλήθος», παρατήρησε. Η απάντηση της Κονστάνς ήταν ένα απλό χαμόγελο. Ήταν ακόμα πολύ σαστισμένη από το ενδιαφέρον της λαίδης Χόξτον για το άτομό της ώστε να χαλαρώσει και δεν βρήκε τίποτε να απαντήσει, ούτε καν κάποιο κοινότοπο σχόλιο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήθελε ένα από τ’ αστέρια της εγγλέζικης αριστοκρατίας από εκείνη. Δεν ήταν ούτε τόσο περήφανη ούτε τόσο ηλίθια ώστε να πιστέψει ότι η Φραντσέσκα την είχε ξεμοναχιάσει επειδή είχε διακρίνει με μια ματιά ότι άξιζε τη φιλία της. «Αυτή είναι η πρώτη σας σεζόν;» τη ρώτησε η Φραντσέσκα. ~ 17 ~


«Μάλιστα, λαίδη μου. Ο πατέρας μου αρρώστησε την εποχή που ήταν να κάνω το ντεμπούτο μου», της εξήγησε η Κονστάνς. «Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα». «Α, κατάλαβα». Η Κονστάνς έριξε μια γρήγορη ματιά στη γυναίκα δίπλα της. Το ξύπνιο βλέμμα της λαίδης Χόξτον της είπε ότι είχε καταλάβει πολύ περισσότερα απ’ όσα της είπε η Κονστάνς. Ότι μπορούσε να φανταστεί το αργό πέρασμα των χρόνων όσο περιποιόταν τον πατέρα της, τις ημέρες ανίας και θλίψης σε συνδυασμό με τη σκληρή δουλειά και την αγωνία όταν η υγεία του επιδεινώθηκε. «Λυπάμαι για την απώλειά σας», της είπε η λαίδη Χόξτον με καλοσύνη. Ύστερα από λίγο πρόσθεσε: «Και τώρα ζείτε με το θείο και τη θεία σας; Και η θεία σας ανέλαβε να σας παρουσιάσει στον κόσμο τώρα. Πολύ ευγενικό από μέρους της». Η Κονστάνς ένιωσε τα μάγουλά της να γίνονται κατακόκκινα. Δεν μπορούσε να αρνηθεί τα λεγόμενα της λαίδης γιατί θα φαινόταν αχάριστη, αλλά το να συμφωνήσει ότι η θεία της έκανε ό,τι έκανε από καλοσύνη ήταν κάτι που την ξεπερνούσε. Έτσι είπε: «Ναι. Οι κόρες της έχουν φτάσει πια στην ηλικία για το ντεμπούτο τους, έτσι...» «Είμαι σίγουρη ότι η βοήθειά σας της είναι ανεκτίμητη», παρατήρησε διπλωματικά η λαίδη Χόξτον. Η Κονστάνς την κοίταξε πάλι και χαμογέλασε. Η λαίδη Χόξτον δεν ήταν καμιά ανόητη, καταλάβαινε πολύ καλά γιατί την είχε πάρει η θεία Μπλανς μαζί της. Δεν το είχε κάνει από καλοσύνη, αλλά επειδή τη συνέφερε. Και όσο και αν αναρωτιόταν τι σκάρωνε η λαίδη Χόξτον, δεν μπορούσε να μην τη συμπαθήσει. Αυτή η γυναίκα είχε μια ζεστασιά που συνήθως έλειπε από τα μέλη της υψηλής αριστοκρατίας. «Παρ’ όλα αυτά», συνέχισε η λαίδη Χόξτον, «πρέπει να βρείτε το χρόνο να απολαύσετε την επίσκεψή σας στο Λονδίνο». «Επισκέφθηκα μερικά μουσεία», της απάντησε η Κονστάνς. «Και το χάρηκα». «Αλήθεια; Ε, λοιπόν, καλά όλα αυτά, αλλά εγώ σκεφτόμουν περισσότερο μια εξόρμηση στα μαγαζιά». «Στα μαγαζιά;» επανέλαβε η Κονστάνς, χάνοντάς τα ακόμα περισσότερο. «Για ποιο λόγο;» «Ω, δεν περιορίζομαι ποτέ σε κάτι συγκεκριμένο», της απάντησε ~ 18 ~


η λαίδη και το χαμόγελο στα χείλη της θύμιζε ικανοποιημένη γατούλα. «Αυτό θα ήταν πολύ ανιαρό. Πάντα βγαίνω για να ρίξω μια ματιά και να δω τι υπάρχει. Ίσως θα θέλατε να με συνοδεύσετε αύριο». Η Κονστάνς την κοίταξε εμβρόντητη. «Συγνώμη;» «Σε μια εξόρμηση στα μαγαζιά», της είπε η λαίδη και της ξέφυγε ένα γελάκι. «Μη με κοιτάζετε έτσι. Σας το υπόσχομαι, δε θα βαρεθείτε». «Ε... ε, συγνώμη». Η Κονστάνς ένιωσε πάλι να κοκκινίζει. «Θα πρέπει να με θεωρείτε χαζή. Απλά, η ευγενική πρόσκλησή σας ήταν εντελώς απρόσμενη. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα πάρα πολύ να έρθω μαζί σας –αν και φοβάμαι ότι θα πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι δεν είμαι καθόλου καλή στα ψώνια». «Μην ανησυχείτε», της απάντησε η λαίδη Χόξτον και τα μάτια της άστραψαν. «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι εγώ διαθέτω αρκετή πείρα και για τις δυο μας». Η Κονστάνς της χαμογέλασε αυθόρμητα. Ό,τι και να σκάρωνε η λαίδη, η προοπτική μιας μέρας μακριά από τη θεία και τις ξαδέρφες της ήταν συναρπαστική. Και ήταν απόλυτα ανθρώπινο να νιώσει μια κάποια ικανοποίηση στη σκέψη της έκφρασης που θα έπαιρνε το πρόσωπο της θείας της όταν μάθαινε ότι την είχε ξεχωρίσει μία από τις πιο γνωστές και αριστοκρατικές γυναίκες του Λονδίνου. «Τότε κανονίστηκε», συνέχισε η λαίδη Χόξτον. «Θα περάσω να σας πάρω κατά τη μία και θα περάσουμε μια υπέροχη μέρα». «Είστε πολύ καλή». Με ένα ακόμα λαμπερό χαμόγελο, η Φραντσέσκα έσφιξε μαλακά το χέρι της Κονστάνς και έφυγε. Η Κονστάνς την παρακολούθησε να απομακρύνεται, νιώθοντας παραζαλισμένη. Δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί η λαίδη Χόξτον έδειχνε τέτοιο ενδιαφέρον για εκείνη, υποπτευόταν όμως πως θα αποδεικνυόταν διασκεδαστικό να το ανακαλύψει. Γύρισε και κοίταξε το σημείο όπου στεκόταν προηγουμένως με το θείο και τη θεία της. Δεν μπορούσε καν να τους διακρίνει μέσα στον κόσμο. Σκέφτηκε πως η θεία της δεν θα μπορούσε να ξέρει την ακριβή ώρα που χώρισε με τη λαίδη Χόξτον. Ίσως θα μπορούσε να απολαύσει λίγη ώρα ακόμα χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει την αποδοκιμαστική συμπεριφορά της θείας Μπλανς. Έριξε μια ματιά γύρω της και είδε μια πόρτα που οδηγούσε σε ~ 19 ~


ένα χολ. Την πέρασε και προχώρησε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν καταφύγει εκεί για να αποφύγουν την κατάμεστη από κόσμο μεγάλη αίθουσα και στέκονταν σε μικρές παρέες κουβεντιάζοντας. Κανείς δεν της έδωσε σημασία καθώς διέσχιζε το χολ –ένα πλεονέκτημα, υπέθεσε, της άχαρης εμφάνισής της. Μπήκε σε έναν πιο μικρό διάδρομο και πέρασε μια μισάνοιχτη δίφυλλη πόρτα. Διαπίστωσε πως ήταν η βιβλιοθήκη. Χαμογέλασε και προχώρησε στο εσωτερικό. Η βιβλιοθήκη ήταν τεράστια, τα ράφια της έφταναν μέχρι το ταβάνι και κάλυπταν και τους τέσσερις τοίχους, αφήνοντας μόνο ανοίγματα για τα παράθυρα. Με έναν αναστεναγμό απόλυτης ευχαρίστησης, άρχισε να κοιτάζει τις ατέλειωτες σειρές των βιβλίων. Ο πατέρας της ήταν λόγιος και του άρεσε να πέφτει με τα μούτρα σε λογοτεχνικά βιβλία αντί να ασχολείται με τα λογιστικά βιβλία των κτημάτων του. Η βιβλιοθήκη στο σπίτι τους ήταν γεμάτη με αμέτρητους τόμους διαφόρων μεγεθών, αλλά ήταν πολύ μικρότερη από τούτη εδώ και δεν θα χωρούσε ούτε το ένα τρίτο αυτών των βιβλίων. Η Κονστάνς προχώρησε μέχρι τα ράφια στον απέναντι τοίχο διαβάζοντας τους τίτλους, όταν άκουσε βιαστικά βήματα στο μαρμάρινο δάπεδο του διαδρόμου απ’ έξω. Ένα λεπτό αργότερα όρμησε μέσα ένας άντρας που έδειχνε βιαστικός. Σταμάτησε για μια στιγμή, βλέποντας την Κονστάνς που τον κοίταζε έκπληκτη. Έφερε το δείκτη του στα χείλη, κάνοντάς της νόημα να σωπάσει, και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα.

~ 20 ~


Κεφάλαιο 2

Η Κονστάνς ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της, αδυνατώντας να εξηγήσει την παράξενη αυτή είσοδο. Κοντοστάθηκε και μετά προχώρησε προς την ανοιχτή πόρτα. Ακούστηκαν μικρά, βιαστικά βήματα από το διάδρομο και η Κονστάνς σταμάτησε, βλέποντας αυτή τη φορά να εμφανίζεται μια γυναίκα στην πόρτα. Η καινούρια επισκέπτρια ήταν κοντή και τετράγωνη, μια περίεργη μορφή με ένα καφεκόκκινο αραχνοΰφαντο βουάλ ριγμένο πάνω από τη ροζ σατέν τουαλέτα της. Ούτε το ύφασμα ούτε το χρώμα ταίριαζαν σε μια μεσήλικη γυναίκα. Και το έντονο συνοφρύωμά της δεν βοηθούσε την εμφάνισή της. Κοίταξε την Κονστάνς σαν να την κατηγορούσε και γάβγισε: «Είδες τον υποκόμη;» «Εδώ; Στη βιβλιοθήκη;» Η Κονστάνς ύψωσε τα φρύδια της απορημένη. Η άλλη την κοίταξε αβέβαιη. «Μοιάζει απίθανο». Κοίταξε το διάδρομο πίσω της και ύστερα πάλι το εσωτερικό της βιβλιοθήκης. «Μα είμαι σίγουρη ότι είδα τον Λέιτον να έρχεται κατά δω». «Ένας άντρας διέσχισε τρέχοντας το διάδρομο πριν λίγο», είπε χαμογελαστά το ψέμα της η Κονστάνς. «Μπορεί να έστριψε στον κεντρικό διάδρομο». Το βλέμμα της άγνωστης γυναίκας έγινε διαπεραστικό. «Βάζω στοίχημα ότι πήγε στο καπνιστήριο». Έκανε μεταβολή και έφυγε να βρει το θύμα της. Όταν τα βήματά της απομακρύνθηκαν, ο άντρας βγήκε πίσω από την πόρτα, τη μισόκλεισε και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. «Αγαπητή μου κυρία, θα σας χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη», της είπε με ένα γοητευτικό χαμόγελο. ~ 21 ~


Η Κονστάνς του ανταπέδωσε αυθόρμητα το χαμόγελο. Ήταν ένας όμορφος άντρας, που οι άνετοι τρόποι και το χαμόγελό του τόνιζαν ακόμα περισσότερο τη γοητεία του. Ήταν λίγο ψηλότερος από το κανονικό, αρκετά εκατοστά πιο ψηλός από την Κονστάνς, με νευρώδες σώμα που πρόδιδε δύναμη. Ήταν ντυμένος καλά, αλλά όχι εξεζητημένα. Φορούσε μαύρο βραδινό κοστούμι, λευκό πουκάμισο και το φουλάρι στο λαιμό του ήταν δεμένο κομψά αλλά απλά, χωρίς τις φιοριτούρες και τις δαντέλες ενός δανδή. Τα μάτια του ήταν βαθυγάλανα, στο χρώμα που έχουν τα νερά της λίμνης το καλοκαίρι, και το στόμα του ήταν μεγάλο και εκφραστικό, που τονιζόταν από ένα λακκάκι στο πλάι. Όταν χαμογελούσε, όπως τώρα, τα μάτια του άστραφταν χαρούμενα, καλώντας και τους άλλους γύρω του να μοιραστούν τη χαρούμενη διάθεσή του. Τα μαλλιά του, σκούρα ξανθά με χρυσαφιές ανταύγειες, ήταν κάπως πιο μακριά απ’ ό,τι ήταν της μόδας και μπερδεμένα με έναν τρόπο που οφειλόταν μάλλον σε αδιαφορία παρά στην τεχνική του υπηρέτη του. Ήταν ένας άντρας που δύσκολα θα αντιπαθούσε κάποιος, σκέφτηκε η Κονστάνς, και κάτι της έλεγε πως γνώριζε πολύ καλά την επίδραση που ασκούσε, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η ασυνήθιστη, ενστικτώδης έλξη που αισθάνθηκε μέσα της ήταν μια απόδειξη της δύναμής του, έτσι φρόντισε να ελέγξει το σφίξιμο των νεύρων στο στομάχι της. Έπρεπε να είναι άτρωτη στο γοητευτικά χαμόγελα και στους όμορφους άντρες, γιατί, στο κάτω κάτω, δεν διέθετε τα προσόντα που απαιτούσε το παζάρι του γάμου, και οποιαδήποτε άλλη προοπτική ήταν αδιανόητη. «Ο υποκόμης Λέιτον, να υποθέσω;» ρώτησε ανάλαφρα. «Δυστυχώς, οφείλω να το ομολογήσω», της απάντησε εκείνος κάνοντας μια υπόκλιση. «Και το δικό σας όνομα, λαίδη μου;» «Απλώς δεσποινίς», του απάντησε. «Και θα ήταν ανάρμοστο να εμπιστευτώ το όνομά μου σε έναν άγνωστο». «Αλλά όχι τόσο ανάρμοστο όσο το να είστε μόνη με αυτό τον άγνωστο, όπως είστε αυτή τη στιγμή», την αντέκρουσε ο υποκόμης. «Από τη στιγμή, όμως, που θα μου πείτε το όνομά σας, δε θα είμαστε πια άγνωστοι, και τότε όλα θα είναι απόλυτα αξιοπρεπή». Η Κονστάνς γέλασε μαλακά με τη λογική του. «Είμαι η δεσποινίς Γούντλι, λόρδε μου. Η δεσποινίς Κονστάνς Γούντλι». ~ 22 ~


«Δεσποινίς Κονστάνς Γούντλι», επανέλαβε εκείνος και, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος της, συμπλήρωσε εμπιστευτικά, «τώρα πρέπει να μου δώσετε το χέρι σας». «Αλήθεια; Πρέπει;» Τα μάτια της Κονστάνς παιχνίδισαν. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φλερτάρει με έναν άντρα και βρήκε πολύ αναζωογονητική την εμπειρία. «Α, ναι», της απάντησε πολύ σοβαρά ο υποκόμης. «Γιατί αν δεν το κάνετε, πώς θα μπορέσω να κάνω την υπόκλιση;» «Μα έχετε κάνει ήδη την υπόκλισή σας», του θύμισε. «Ναι, αλλά χωρίς να έχω την τύχη να κρατώ το χέρι σας στο δικό μου», της απάντησε εκείνος. Η Κονστάνς άπλωσε το χέρι της λέγοντας: «Είστε πολύ επίμονος άνθρωπος». Ο υποκόμης πήρε το χέρι της και έκανε μια μικρή υπόκλιση, κρατώντας το λίγο περισσότερο απ’ ό,τι ήταν κόσμιο. Όταν το άφησε, της χαμογέλασε, και η Κονστάνς ένιωσε τη ζεστασιά του χαμόγελού του να τη διαπερνά μέχρι τα ακροδάχτυλα των ποδιών της. «Τώρα είμαστε φίλοι, άρα όλα είναι ευπρεπή». «Φίλοι; Μα δεν είμαστε παρά απλοί γνωστοί», τον αντέκρουσε η Κονστάνς. «Ναι, αλλά με σώσατε από τη λαίδη Τάφινγκτον. Αυτό σας κάνει φίλη μου και με το παραπάνω». «Τότε, ως φίλη, νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να ρωτήσω γιατί κρύβεστε στη βιβλιοθήκη προκειμένου να αποφύγετε τη λαίδη Τάφινγκτον. Δε μου φάνηκε τόσο φοβερή ώστε να σας κάνει, ολόκληρο άντρα, να κρύβεστε πίσω από τις πόρτες». «Τότε δεν ξέρετε τη λαίδη Τάφινγκτον. Είναι το πιο τρομακτικό πλάσμα, μια μαμά που θέλει να παντρέψει τις κόρες της». «Αν είναι έτσι, θα πρέπει να φροντίσετε να μην πέσετε πάνω στη θεία μου», τον αντέκρουσε η Κονστάνς. Εκείνος γέλασε. «Πολύ φοβάμαι πως τέτοιες μαμάδες καραδοκούν παντού. Και είναι δύσκολο να αντισταθούν στην προοπτική να γίνει η κόρη τους κόμισσα στο μέλλον». «Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι δεν είναι και τόσο κακό να είσαι τόσο περιζήτητος». Ο υποκόμης ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Μπορεί... αν ήμουν περιζήτητος γι’ αυτό που είμαι και όχι για τον τίτλο μου». ~ 23 ~


Η Κονστάνς υπέθεσε πως ο τίτλος δεν ήταν ο μόνος λόγος που ο λόρδος Λέιτον ήταν περιζήτητος. Στο κάτω κάτω, ήταν αφάνταστα γοητευτικός, αλλά και ευχάριστος. Αλλά δεν ήταν τόσο τολμηρή ώστε να του το πει. Και ενώ στεκόταν διστακτική, εκείνος συνέχισε: «Για ποια κυνηγάει γαμπρούς η θεία σας;» Το βλέμμα του καρφώθηκε στα δάχτυλά της που δεν τα στόλιζε κανένα δαχτυλίδι και ύστερα την κοίταξε πάλι στα μάτια. «Σίγουρα όχι για σας. Γιατί, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πιστεύω ότι το έργο της θα ήταν πολύ εύκολο». «Όχι. Όχι για μένα. Εγώ έχω ξεπεράσει πια κατά πολύ την ηλικία γάμου». Η Κονστάνς χαμογέλασε για να απαλύνει κάπως τα λόγια της. «Εγώ βρίσκομαι εδώ μόνο ως συνοδός, για να βοηθήσω τη θεία Μπλανς με τις κόρες της. Εκείνες είναι που κάνουν το ντεμπούτο τους». Ο υποκόμης ύψωσε το φρύδι του. «Εσείς; Συνοδός;» Χαμογέλασε. «Ελπίζω ότι θα με συγχωρέσετε αν πω ότι αυτό ακούγεται παράλογο. Είστε πάρα πολύ όμορφη για συνοδός. Πολύ φοβάμαι ότι η θεία σας θα ανακαλύψει ότι οι επίδοξοι μνηστήρες των θυγατέρων της θα επισκέπτονται το σπίτι της για να δουν εσάς». «Είστε κόλακας, σερ». Η Κονστάνς έριξε μια ματιά προς την πόρτα. «Πρέπει να πηγαίνω». «Θα με εγκαταλείψετε; Ελάτε, μη φύγετε ακόμα. Είμαι σίγουρος πως οι ξαδέρφες σας θα επιζήσουν αν στερηθούν λίγο ακόμα την προστασία τους». Στην πραγματικότητα, η Κονστάνς δεν είχε καμιά διάθεση να φύγει. Ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό να ανταλλάσσει πειράγματα με τον υποκόμη, παρά να στέκεται πίσω από τις ξαδέρφες της και να παρακολουθεί τους άλλους να κουβεντιάζουν και να φλερτάρουν. Φοβόταν όμως πως, αν έλειπε για πολύ, η θεία της θα άρχιζε να την ψάχνει. Και το τελευταίο που ήθελε ήταν να τη βρει η θεία Μπλανς κλεισμένη εδώ με έναν άγνωστο. Επιπλέον, δεν είχε καμιά όρεξη να γνωρίσει η θεία της το λόρδο Λέιτον και να προστεθεί στη λίστα των μαμάδων που τον κυνηγούσαν για τις κόρες τους. «Αυτό σίγουρα. Αλλά παραμελώ το καθήκον μου». Του άπλωσε το χέρι της. «Αντίο, λόρδε μου». «Δεσποινίς Γούντλι». Ο υποκόμης πήρε το χέρι της στο δικό του και της χαμογέλασε. «Φωτίσατε σημαντικά τη βραδιά μου». ~ 24 ~


Η Κονστάνς του ανταπέδωσε το χαμόγελο, χωρίς να έχει επίγνωση ότι η ευχαρίστηση είχε δώσει μια σπίθα στα μάτια της και μια λάμψη στα μάγουλά της. Ακόμα και το σοβαρό φόρεμα και το συντηρητικό χτένισμά της δεν μπορούσαν να κρύψουν την ομορφιά της. Ο υποκόμης δεν άφησε αμέσως το χέρι της, αλλά έμεινε εκεί, παρατηρώντας το πρόσωπό της. Ύστερα, προς μεγάλη έκπληξη της Κονστάνς, έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε. Η Κονστάνς κοκάλωσε ξαφνιασμένη. Το φιλί ήταν τόσο απρόσμενο, που δεν τραβήχτηκε. Την επόμενη στιγμή ανακάλυψε πως δεν είχε καμιά επιθυμία να το κάνει. Τα χείλια του ήταν ανάλαφρα και απαλά πάνω στα δικά της, ένα απλό χάδι του στόματός της με το δικό του, αλλά το άγγιγμα την έκανε να ριγήσει σύγκορμη. Περίμενε πως ο Λέιτον θα τραβιόταν, αλλά προς μεγάλη της έκπληξη και πάλι, εκείνος δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, βάθυνε το φιλί του, τα χείλια του, πιο απαιτητικά τώρα, άνοιξαν τα δικά της. Τα χέρια της ανέβηκαν ενστικτωδώς στο στήθος του. Ήξερε ότι έπρεπε να τον απωθήσει αγανακτισμένη. Αλλά, χωρίς καμιά συνειδητή σκέψη, τα χέρια της άρπαξαν τα πέτα του σακακιού του, σαν να ήθελε να συγκρατήσει τα γλυκά συναισθήματα που την πλημμύριζαν. Το χέρι του κατέβηκε στη μέση της, την αγκάλιασε και την τράβηξε κοντά του, ενώ το άλλο χέρι του ανέβηκε στον αυχένα της και κράτησε σταθερό το κεφάλι της καθώς συνέχιζε να τη φιλάει. Ειλικρινά, η Κονστάνς ένιωσε ευγνωμοσύνη για το στήριγμα που της πρόσφερε, γιατί ένιωθε τα γόνατά της να λυγίζουν. Για την ακρίβεια, ένιωσε ξαφνικά ολόκληρο το σώμα της να λιώνει αδύναμο, σαν να είχε ξεφύγει από τον έλεγχό της. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι, ούτε καν στα δεκαεννιά της που ήταν ερωτευμένη με τον Γκάρεθ Χάμιλτον. Ο Γκάρεθ την είχε φιλήσει όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί, και εκείνη είχε σκεφτεί ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι τόσο γλυκό όσο εκείνο το φιλί. Και αυτό την είχε δυσκολέψει ακόμα περισσότερο να απορρίψει την πρότασή του προκειμένου να φροντίσει τον άρρωστο πατέρα της. Το αγκάλιασμα του λόρδου Λέιτον, όμως, δεν ήταν καθόλου γλυκό. Ήταν δυνατό και απαιτητικό, και το φιλί του την έκαψε. Και μολονότι της ήταν σχεδόν άγνωστος, το κορμί της έτρεμε στην αγκαλιά του και οι σκέψεις της είχαν σκορπιστεί στον ~ 25 ~


άνεμο. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και έμειναν να κοιτάζονται για μια ατέλειωτη στιγμή, περισσότερο επηρεασμένοι απ’ όσο ήθελαν να παραδεχτούν και οι δυο. Ο Λέιτον πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε ένα βήμα πίσω, απελευθερώνοντας την Κονστάνς. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, ανίκανη να μιλήσει. Ύστερα έκανε μεταβολή και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. *** Η Κονστάνς ένιωσε ανακούφιση όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανείς στο διάδρομο έξω από τη βιβλιοθήκη. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ήταν η εμφάνισή της. Αν ήταν ανάλογη με τον τρόπο που αισθανόταν, τότε ήταν σίγουρη πως οποιοσδήποτε την έβλεπε θα την κοιτούσε περίεργα. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος της και τα νεύρα της ήταν τεντωμένα. Υπήρχε ένας καθρέφτης στον τοίχο στη μέση του διαδρόμου, και η Κονστάνς πήγε ως εκεί και κοιτάχτηκε. Τα μάτια της ήταν απαλά και λαμπερά, τα μάγουλά της φλογισμένα και τα χείλια της απαλά και κόκκινα. Έδειχνε πιο όμορφη. Ήταν όμως το ίδιο προφανές για τους άλλους αυτό που είχε κάνει όσο ήταν για εκείνη; Με χέρια που έτρεμαν ελαφρά, στερέωσε ένα τσουλούφι που είχε ξεφύγει από το αυστηρό κοτσάκι στη βάση του λαιμού της και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο να ελέγξει τη σύγχυση του μυαλού της. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα συγκρούονταν, εμποδίζοντας κάθε προσπάθειά της να τις χαλιναγωγήσει. Γιατί την είχε φιλήσει ο λόρδος Λέιτον; Μήπως ήταν απλώς ακόλαστος, ένας ασύδοτος γυναικάς που δεν είχε κανένα πρόβλημα να εκμεταλλευτεί μια ευάλωτη γυναίκα; Δυσκολευόταν να το πιστέψει. Ήταν τόσο συμπαθητικός, όχι μόνο όμορφος, αλλά και μ’ εκείνο το παιχνίδισμα στα μάτια, την έμφυτη αίσθηση του χιούμορ. Από την άλλη, όμως, μπορεί έτσι ακριβώς να ήταν οι ακόλαστοι άντρες. Θα είχε κάποια λογική. Αναμφίβολα, θα ήταν πιο εύκολο να ξεμυαλίσεις μια γυναίκα αν ήσουν γοητευτικός. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να το πιστέψει απόλυτα αυτό για το λόρδο Λέιτον. Επιπλέον, υπήρχε εκείνη η έκπληξη στο βλέμμα του τη στιγμή που τραβήχτηκε μακριά της, σαν να μην περίμενε ούτε ε~ 26 ~


κείνος αυτό που είχε συμβεί. Και δεν είχε προχωρήσει στην αποπλάνηση –έστω κι αν εκείνη δεν θα πρόβαλλε καμιά αντίσταση, έτσι χαμένα που τα είχε από το φιλί του. Σίγουρα το γεγονός πως είχε βάλει τέλος στο φιλί ήταν απόδειξη ότι ήταν πολύ κύριος για να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα. Την είχε φιλήσει εσκεμμένα, βέβαια, έστω κι αν η κίνησή του ήταν παρορμητική. Αλλά η Κονστάνς θυμήθηκε πώς το φιλί, ένα ανάλαφρο χάδι στην αρχή, είχε γίνει στη συνέχεια παθιασμένο. Μήπως σκόπευε να της δώσει μόνο ένα σκανταλιάρικο φιλάκι, αλλά στη συνέχεια τον είχε συνεπάρει ο πόθος όπως κι εκείνη; Αυτή η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει ικανοποιημένη. Της άρεσε να πιστεύει πως δεν ήταν η μόνη που είχε παρασυρθεί από το πάθος. Κοίταξε πάλι την εικόνα της στον καθρέφτη. Ήταν δυνατόν ο υποκόμης Λέιτον να την είχε βρει όμορφη παρά τα άχαρα ρούχα της; Περιεργάστηκε το πρόσωπό της. Είχε όμορφο οβάλ σχήμα και τα χαρακτηριστικά της ήταν αρμονικά. Δεν πίστευε ότι έδειχνε πολύ μεγαλύτερη από ό,τι όταν ήταν είκοσι. Και είχαν υπάρξει ένας δυο άντρες ακόμα στα νιάτα της, εκτός από τον Γκάρεθ, που της είχαν πει ότι είχε όμορφα γκρίζα μάτια και λαμπερά σκουροκάστανα μαλλιά. Να είχε διακρίνει ο Λέιτον πίσω από το τωρινό μουντό παρουσιαστικό της την όμορφη κοπέλα που ήταν κάποτε; Θα της άρεσε να το πιστέψει αυτό, να πιστέψει ότι την είχε βρει γοητευτική, ακόμα και επιθυμητή, και όχι απλά έναν εύκολο στόχο για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Βέβαια, πώς θα μπορούσε να ξέρει τι είχε νιώσει ο λόρδος Λέιτον, τη στιγμή που δεν ήξερε τι είχε νιώσει η ίδια; Τον είχε συμπαθήσει αμέσως. Την είχε κάνει να γελάσει και είχε απολαύσει τη συζήτηση μαζί του. Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο... κάτι που είχε νιώσει από την πρώτη στιγμή που μπήκε εκείνος στο δωμάτιο. Ο τρόπος που την είχε κοιτάξει, ο τρόπος που της είχε χαμογελάσει είχαν προκαλέσει μια ασυνήθιστη ζεστασιά μέσα της, ένα αλλόκοτο ενδιαφέρον, μια έξαψη. Και όταν τη φίλησε, η Κονστάνς είχε βρεθεί έρμαιο συναισθημάτων που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ της, που δεν είχε ονειρευτεί ποτέ ότι θα ένιωθε. Αυτό που είχε νιώσει ήταν καθαρή λαγνεία, είπε στον εαυτό της, ένα πάθος που κάθε γυναίκα έπρεπε να αποφεύγει γιατί θα την οδηγούσε στην καταστροφή. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αισθανθεί έτσι. Και είχε υποθέσει ότι ~ 27 ~


δεν θα αισθανόταν ποτέ. Στο κάτω κάτω, ήταν είκοσι οκτώ χρονών, είχε αφήσει από καιρό πίσω της την πιθανότητα ενός έρωτα. Αλλά, σκέφτηκε με ένα ακόμα κρυφό χαμόγελο, προφανώς δεν είχε περάσει την ηλικία που θα μπορούσε να αισθανθεί πόθο. Η Κονστάνς διέσχισε το διάδρομο και μπήκε στη μεγάλη αίθουσα. Το δωμάτιο ήταν αποπνικτικό από τον πολύ κόσμο και ο θόρυβος ήταν δυνατός και ενοχλητικός. Προχώρησε μέσα στον κόσμο και επέστρεψε τελικά κοντά στη θεία και το θείο της. Προς μεγάλη της έκπληξη, η θεία της δεν την επέπληξε για την παρατεταμένη απουσία της. Αντίθετα, της χαμογέλασε πλατιά, την πήρε αγκαζέ και την τράβηξε πιο κοντά της. «Τι σου είπε;» ρώτησε η θεία Μπλανς ανυπόμονα, γέρνοντας ακόμα πιο κοντά της για να μπορέσει να ακούσει μέσα στη φασαρία. Μετά, χωρίς να περιμένει την απάντηση, συνέχισε: «Για φαντάσου, να μας προσέξει η λαίδη Χόξτον! Παραλίγο να πέσω ξερή όταν μας τη σύστησε η λαίδη Γουέλκομπ. Δεν το φανταζόμουν ποτέ ότι θα μας πρόσεχε μια τέτοια κυρία, πόσο μάλλον να θελήσει να μας γνωρίσει. Τι σου είπε; Τι άνθρωπος είναι;» Η Κονστάνς χρειάστηκε να καταβάλει κάποια προσπάθεια για να ξαναγυρίσει στη βόλτα της με τη λαίδη Χόξτον στην αίθουσα του χορού. Όσα είχαν συμβεί στη συνέχεια την είχαν σβήσει εντελώς από το μυαλό της. «Ήταν πολύ καλή», απάντησε. «Μου άρεσε πάρα πολύ». Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ενημερώσει τη θεία της για την πρόσκληση της λαίδης Χόξτον να τη συνοδεύσει την επόμενη μέρα στα μαγαζιά. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, της φαινόταν απίθανο να το εννοούσε πραγματικά. Η κουβέντα τους ήταν ευχάριστη, αλλά της φαινόταν παράλογο μια αριστοκράτισσα της κλάσης της λαίδης Χόξτον να κάνει τον κόπο να γίνει φίλη μαζί της. Εντάξει, η Κονστάνς καταγόταν από καλή οικογένεια, μια οικογένεια με προγόνους που έφταναν μέχρι τους Τυδώρ, αλλά ο πατέρας της ήταν ένας απλός βαρονέτος και η οικογένειά της δεν ήταν πλούσια. Με τον πατέρα της είχαν ζήσει μια ήσυχη ζωή στην εξοχή, αυτή ήταν η πρώτη της επίσκεψη στο Λονδίνο. Η Κονστάνς δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε σπρώξει μια γυναίκα σαν τη λαίδη Χόξτον να αποζητήσει τη συντροφιά της. Δεν φαινόταν μεθυσμένη, αλλά η Κονστάνς σκέφτηκε πως ίσως είχε πιει ~ 28 ~


κάπως παραπάνω ποντς. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, η Κονστάνς υποπτευόταν ότι μέχρι την επόμενη μέρα θα τον είχε ξεχάσει –ή, αν τον θυμόταν, θα είχε μετανιώσει. Όπως και να είχε το πράγμα, η Κονστάνς αμφέβαλλε αν η λαίδη Χόξτον θα περνούσε να την πάρει την επόμενη μέρα, και δεν ήθελε να πει στη θεία της ότι η λαίδη την είχε καλέσει για ψώνια και μετά να διαψευστεί. «Αλλά τι σου είπε;» ρώτησε κάπως ενοχλημένη η θεία Μπλανς. «Για τι πράγμα κουβεντιάσατε;» «Η συζήτησή μας ήταν κοινότοπη κυρίως», της απάντησε η Κονστάνς. «Με ρώτησε αν είχα ξανάρθει στο Λονδίνο και της απάντησα όχι, και μου είπε ότι πρέπει να φροντίσω να διασκεδάσω όσο βρίσκομαι εδώ». Η θεία της την κοίταξε γεμάτη απόγνωση. «Ελπίζω να μην περιόρισες τη συζήτηση στον εαυτό σου». «Όχι. Η λαίδη Χόξτον είπε ότι ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να με φέρετε εδώ», της είπε η Κονστάνς, ελπίζοντας ότι η θεία της θα χαιρόταν μ’ αυτή την πληροφορία και θα σταματούσε την ανάκριση. Αυτή η απάντηση, όμως, φάνηκε να ενισχύει την επιθυμία της θείας της να κουβεντιάσει για τη λαίδη Χόξτον. Συνέχισε να μιλάει γι’ αυτήν όση ώρα έμειναν στο πάρτι της λαίδης Γουέλκομπ, αλλά και σε όλο το δρόμο μέσα στη νοικιασμένη άμαξα, επαινώντας την εμφάνιση, την καταγωγή και τα προτερήματα της λαίδης Χόξτον –αν και η Κονστάνς δεν μπορούσε να φανταστεί πώς η θεία της είχε μαντέψει τα προτερήματά της, τη στιγμή που δεν είχε μιλήσει πάνω από τρία με τέσσερα λεπτά μαζί της. «Τι κυρία» , είπε με ενθουσιασμό η θεία Μπλανς. «Μπορεί κάποιοι να έλεγαν ότι είναι κάπως επιδεικτική. Αλλά εγώ όχι. Κάθε άλλο. Η εμφάνισή της είναι πολύ ευχάριστη. Το φόρεμά της το είχε ράψει ολοφάνερα μία από τις καλύτερες μοδίστρες. Έχω ακούσει ότι προτιμάει τη μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς. Είναι πάντα ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας. Η οικογένειά της είναι από τις καλύτερες. Ο πατέρας της είναι κόμης, ξέρετε». Σταμάτησε να μιλάει σαν να ονειροπολούσε. «Και να δείξει ενδιαφέρον για μας... Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τύχη. Σκεφτείτε το όφελος για την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ αν τις πάρει υπό την προστασία της!» Η Κονστάνς δεν είχε προσέξει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκ μέρους της λαίδης Χόξτον για τις ξαδέρφες της. Στην πραγματικότητα, είχε ξεχωρίσει εκείνη, αν και δεν ήξερε για ποιο λόγο. Θεώρησε ~ 29 ~


όμως συνετό να μην το επισημάνει στη θεία της. Η θεία Μπλανς κοίταξε τη μεγάλη κόρη της, την Τζορτζιάνα. «Ήσουν στις ομορφιές σου απόψε, αγάπη μου. Σίγουρα, αυτός είναι ο λόγος που μας πρόσεξε. Αυτό το φόρεμα είναι το πιο όμορφο που αγοράσαμε. Αν και πιστεύω πως θα ήταν ακόμα ωραιότερο μ’ εκείνο τον πρόσθετο φραμπαλά που αρνήθηκε να του βάλει η μοδίστρα». Και πάλι η Κονστάνς συγκράτησε τη γλώσσα της. Κατά τη γνώμη της, το φόρεμα της Τζορτζιάνα είχε ήδη υπερβολικούς φραμπαλάδες, κι αν είχε τραβήξει την προσοχή της λαίδης Χόξτον, αυτό θα είχε συμβεί επειδή αυτή η τόσο κομψά ντυμένη γυναίκα θα είχε νιώσει φρίκη. Η θεία της και οι ξαδέρφες της είχαν μανία με τα βολάν, τους φραμπαλάδες και τους φιόγκους, με αποτέλεσμα να φορτώνουν τα φορέματά τους περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να είναι όμορφα. Η Κονστάνς πίστευε ότι οι φραμπαλάδες έκαναν την Τζορτζιάνα να δείχνει πιο κοντόχοντρη απ’ ό,τι ήταν, ενώ οι μπούκλες τόνιζαν ακόμα περισσότερο το στρογγυλό πρόσωπό της. Αλλά η Κονστάνς είχε μάθει από καιρό ότι κάθε προσπάθεια να πείσει τις ξαδέρφες και τη θεία της ότι κάτι πιο απλό θα τους πήγαινε καλύτερα είχε σαν αποτέλεσμα να τις θίγει, επειδή πίστευαν ότι η Κονστάνς το έλεγε αυτό από ζήλια. Έτσι δεν έκανε κανένα σχόλιο όσο η θεία και οι κόρες της κουβέντιαζαν τις προοπτικές που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μπροστά τους η γνωριμία τους με τη λαίδη Χόξτον, μια και θα ανέβαζε το κύρος τους, αλλά και τους τρόπους που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα φορέματά τους για την επόμενη έξοδο. Στην πραγματικότητα, ούτε καν τις άκουγε. Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή, οι σκέψεις της πετούσαν πολύ μακριά από την άμαξα και την οικογένειά της. Ούτε σκεφτόταν το μυστηριώδες ενδιαφέρον της λαίδης Χόξτον για εκείνη ή αν θα πήγαινε να την πάρει την επομένη μέρα, αν και υπό κανονικές συνθήκες όλα αυτά θα την προβλημάτιζαν πολύ. Αλλά εκείνο το βράδυ, όταν κατέβηκε από την άμαξα και ανέβηκε τις σκάλες για το μικρό δωμάτιό της στο σπίτι που είχαν νοικιάσει, όταν γδύθηκε και άρχισε να βουρτσίζει τα μακριά, πυκνά μαλλιά της, το μυαλό της ήταν στα χαμογελαστά, γαλανά μάτια ενός συγκεκριμένου υποκόμη και η σκέψη που την κράτησε ξάγρυπνη για πολλή ώρα αφότου είχε πέσει στο κρεβάτι ήταν αν θα τον ξανάβλεπε. *** ~ 30 ~


Η Κονστάνς ντύθηκε με ιδιαίτερη προσοχή το επόμενο πρωί. Αν και δεν αφέθηκε να την παρασύρει ο ενθουσιασμός για την επικείμενη επίσκεψη της λαίδης Χόξτον, δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει να είναι κακοντυμένη στην περίπτωση που η λαίδη εμφανιζόταν πράγματι. Έτσι φόρεσε το πιο καλό πρωινό της φόρεμα, φτιαγμένο από καφετιά αραχνοΰφαντη μουσελίνα. Φόρεσε, βέβαια, και το μπονέ της γεροντοκόρης που η θεία της επέμενε ότι ταίριαζε στην ηλικία και την κοινωνική της θέση, αλλά άφησε απ’ έξω μερικές μπούκλες να πλαισιώσουν ελεύθερες το πρόσωπό της. Η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να εμφανιστεί δίπλα στην υπέρκομψη λαίδη Χόξτον κακοντυμένη. Όταν έφτασε μία και η λαίδη δεν εμφανίστηκε, η Κονστάνς προσπάθησε να μην απογοητευτεί. Στο κάτω κάτω, ήξερε ότι η γνωριμία τους το προηγούμενο βράδυ ήταν τυχαία. Μπορεί η λαίδη Χόξτον να την είχε πάρει για κάποια άλλη ή απλά να την είχε λυπηθεί, σήμερα όμως δεν θα είχε καμιά διάθεση να δώσει συνέχεια σ’ αυτή τη γνωριμία. Παρ’ όλ’ αυτά, της ήταν δύσκολο να μη νιώσει μια κάποια απογοήτευση. Είχε συμπαθήσει τη λαίδη Χόξτον και ήταν αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχτεί ότι είχε νιώσει κολακευμένη που την είχε ξεχωρίσει μία από τις πιο ονομαστές αριστοκράτισσες. Και το κυριότερο, η γνωριμία της είχε σπάσει τη μονοτονία της ζωής της στο Λονδίνο. Η αλήθεια ήταν ότι η Κονστάνς είχε διαπιστώσει ότι προτιμούσε τη ζωή στην εξοχή από τον λαμπερό κόσμο της πρωτεύουσας. Εντάξει, τα πάρτι ήταν πιο φαντασμαγορικά, αλλά δεν γνώριζε σχεδόν κανέναν εκεί και περνούσε την περισσότερη ώρα όρθια ή καθιστή δίπλα στη θεία και τις ξαδέρφες της. Από τη στιγμή που παρευρισκόταν ως συνοδός, κανείς δεν της έδινε μεγαλύτερη προσοχή από αυτήν που έδινε στα έπιπλα ή τις ταπετσαρίες. Κανείς δεν της ζητούσε να χορέψουν και η θεία και οι ξαδέρφες της σπάνια τη συμπεριλάμβαναν στις συζητήσεις που έκαναν με τους υπόλοιπους. Αν οι συγγενείς της της έδιναν μεγαλύτερη προσοχή, τότε μπορεί να της μιλούσαν και οι άλλοι. Αλλά τους λιγοστούς γνωστούς που είχαν οι Γούντλι τους φυλούσαν ζηλότυπα, ελπίζοντας πως θα τους εξασφάλιζαν τους συζύγους που έψαχναν να βρουν για τις κόρες τους. ~ 31 ~


Έτσι, η μόνη διασκέδαση της Κονστάνς στα πάρτι ήταν να κοιτάζει τις όμορφες αίθουσες, τις ωραίες τουαλέτες και να παρατηρεί τα μικροκουσούρια των παρισταμένων. Αλλά κι αυτό κάποια στιγμή το βαριόταν και ευχόταν να ήταν σπίτι της και να διάβαζε. Αλλά και κατά τη διάρκεια της μέρας βαριόταν. Από μικρή είχε μάθει να διευθύνει εκείνη το σπιτικό του πατέρα της. Όταν η περιουσία του είχε περάσει στον σερ Ρότζερ, η θεία Μπλανς είχε αναλάβει θεωρητικά τα ηνία του σπιτιού, στην πραγματικότητα όμως είχε παραχωρήσει πολύ πρόθυμα την καθημερινή ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του σπιτιού στην Κονστάνς. Εδώ όμως το σπίτι ήταν πολύ πιο μικρό, οι υπηρέτες πιο λίγοι και η οικονόμος που είχαν προσλάβει διοικούσε το σπίτι τόσο επιδέξια, ώστε η Κονστάνς είχε πολύ λίγα να κάνει. Ούτε είχε τις κοινωνικές μικροϋποχρεώσεις που την κρατούσαν κάπως απασχολημένη κατά τη διάρκεια της ημέρας στο παρελθόν. Τότε συνήθιζε να επισκέπτεται τους εργάτες του πατέρα της και τους άλλους κατοίκους του χωριού, όπως τον εφημέριο και τη γυναίκα του, αλλά και το δικηγόρο που χειριζόταν τις υποθέσεις του πατέρα της, ο οποίος είχε βγει πια στη σύνταξη. Συνήθιζε επίσης να επισκέπτεται τους φίλους και τους γείτονές της. Στο Λονδίνο δεν γνώριζε κανέναν εκτός από τους συγγενείς της και, ειλικρινά, έβρισκε συχνά την παρέα τους βαρετή. Η θεία Μπλανς, η Μάργκαρετ και η Τζορτζιάνα σπάνια μιλούσαν για κάτι άλλο εκτός από συζύγους, γάμους και φορέματα, και ο θείος Ρότζερ δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στη λέσχη του και, όταν βρισκόταν στο σπίτι, αποτραβιόταν στο γραφείο, όπου η Κονστάνς είχε την υποψία ότι την περισσότερη ώρα λαγοκοιμόταν. Το χειρότερο απ’ όλα για την Κονστάνς ήταν ότι στο Λονδίνο δεν της επέτρεπαν να κάνει μεγάλους περιπάτους όπως έκανε στην εξοχή. Εδώ, είχαν αποφανθεί ο θείος και η θεία της, ήταν εξαιρετικά ανάρμοστο και επικίνδυνο να βγει να περπατήσει χωρίς τη συνοδεία μιας υπηρέτριας, και δεν μπορούσαν να διαθέσουν μια υπηρέτρια για να ικανοποιήσουν την, κατά την άποψή τους, παράλογη και καθόλου αξιοπρεπή για μια κυρία επιθυμία της. Βαριεστημένη και περιορισμένη, η Κονστάνς περίμενε με μεγαλύτερη ανυπομονησία απ’ όση ήθελε να παραδεχτεί να περάσει το απόγευμα με τη λαίδη Χόξτον στα μαγαζιά. Έτσι, όσο περνούσε η ώρα, τόσο χαλούσε το κέφι της. ~ 32 ~


Και τότε, λίγο μετά τις δύο, ακριβώς τη στιγμή που η Κονστάνς σκεφτόταν να ανέβει στο δωμάτιό της για να γλιτώσει από την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ που τσακώνονταν για το για ποια είχε δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον κάποιος βαρόνος –ο οποίος, απ’ ό,τι είχε δει η Κονστάνς, δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για καμία από τις δυο–, η υπηρέτρια ανακοίνωσε την άφιξη της λαίδης Χόξτον. «Ω Θεέ μου!» Η θεία Μπλανς πετάχτηκε όρθια σαν να την είχαν τσιμπήσει. «Ναι, ναι, βέβαια. Πες στη λαίδη να περάσει». Αμέσως έφτιαξε στα γρήγορα το μπονέ της και ίσιωσε τη φούστα της, μουρμουρίζοντας που δεν είχε φορέσει ένα καλύτερο φόρεμα. «Στερέωσε την μπούκλα σου, Μάργκαρετ. Κορίτσια, σηκωθείτε. Κονστάνς, πάρε το εργόχειρό μου». Η Κονστάνς πήγε και σήκωσε από το πάτωμα το εργόχειρο που είχε πέσει από τα χέρια της θείας της όταν είχε πεταχτεί από την καρέκλα και το τακτοποίησε μέσα στο καλάθι, με αποτέλεσμα να είναι σκυμμένη και ελαφρά γυρισμένη τη στιγμή που η λαίδη Χόξτον έκανε την είσοδό της στο δωμάτιο. Η θεία Μπλανς έσπευσε να την υποδεχτεί, σφίγγοντας και τα δύο χέρια της λαίδης στα δικά της. «Λαίδη μου! Τι τιμή. Καθίστε, παρακαλώ. Θα θέλατε ένα τσάι;» «Αχ, όχι». Η λαίδη Χόξτον, μια πραγματική οπτασία με το απλό, πράσινο, μεταξωτό φόρεμα περιπάτου, χαμογέλασε στην οικοδέσποινα καθώς τραβούσε τα χέρια της από τα δικά της. Χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα τη Μάργκαρετ και την Τζορτζιάνα. «Δεν μπορώ να μείνω. Πέρασα απλά να πάρω τη δεσποινίδα Γούντλι. Αλήθεια, πού είναι;» Κοίταξε πίσω από τη λαίδη Γούντλι. «Α, εδώ είστε. Πηγαίνουμε; Δεν θέλω να αφήσω τα άλογα να περιμένουν, διαφορετικά ο αμαξάς μου θα με μαλώσει». Χαμογέλασε με το παράδοξο της δήλωσής της και τα μάτια της έλαμψαν. «Ελπίζω να μην ξεχάσατε τη μικρή μας εξόρμηση στα μαγαζιά». «Όχι, και βέβαια όχι. Απλά... δεν ήμουν σίγουρη ότι το εννοούσατε». «Γιατί όχι;» Η λαίδη Χόξτον ύψωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Επειδή άργησα; Δεν πρέπει να δίνετε σημασία σ’ αυτό. Όλοι θα σας πουν ότι συνηθίζω να φτάνω εκπληκτικά καθυστερημένη στα ραντεβού μου. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω έτσι». Ύψωσε χαριτωμένα τους ώμους της και η Κονστάνς συμπέρανε ~ 33 ~


πως κανείς δεν θα σκέφτηκε ποτέ να τσαντιστεί με τις καθυστερημένες αφίξεις της λαίδης Χόξτον. «Θα πάτε για ψώνια; Με την Κονστάνς;» Η θεία Μπλανς κοίταξε με ανοιχτό το στόμα τη λαίδη Χόξτον. «Ελπίζω να μην έχετε αντίρρηση», της απάντησε εκείνη. «Η δεσποινίς Γούντλι μου υποσχέθηκε να με βοηθήσει να διαλέξω ένα καινούριο μπονέ σήμερα. Βρίσκομαι διχασμένη ανάμεσα σε δύο». «Ω». Η θεία Μπλανς ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Ε, ναι, βέβαια». Στράφηκε και κοίταξε την Κονστάνς με μια έκφραση απορίας και ενόχλησης ταυτόχρονα καθώς έλεγε: «Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να καλέσετε την ανιψιά μου». Η Κονστάνς ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα ενοχής που δεν είχε ενημερώσει τη θεία της για την πρόσκληση της λαίδης Χόξτον. Ωστόσο, δεν μπορούσε να της εξηγήσει τις αμφιβολίες της μπροστά στη λαίδη Χόξτον. Έτσι είπε απλά: «Λυπάμαι, θεία Μπλανς. Ξέχασα εντελώς να σας το πω. Ελπίζω να μην έχετε αντίρρηση». Αν η θεία Μπλανς ήθελε να κερδίσει την εύνοια της λαίδης Χόξτον, δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει γι’ αυτή την έξοδο, και η Κονστάνς σ’ αυτό ακριβώς βασιζόταν. Διαφορετικά, η θεία της θα της απαγόρευε να πάει απλά και μόνο από τσαντίλα. Αλλά η λαίδη Γούντλι ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της. «Ασφαλώς, καλή μου. Σου αξίζει κι εσένα μια ανάπαυλα», της είπε και στράφηκε στην επισκέπτριά τους. «Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς τη βοήθεια της αγαπητής μας Κονστάνς. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους της να έρθει μαζί μας στο Λονδίνο για να με βοηθήσει με τις κοπέλες». Η θεία Μπλανς έριξε μια τρυφερή ματιά στις ξαδέρφες της Κονστάνς. «Είναι πολύ δύσκολο να συνοδεύσει κανείς μόνος του δυο ζωηρές κοπέλες σε τόσα πάρτι!» «Δεν αμφιβάλλω. Σχεδιάζετε να παραστείτε στο χορό της λαίδης Σίμινγκτον αύριο; Ελπίζω να σας δω εκεί». Η θεία Μπλανς συνέχισε να χαμογελάει, αν και ακούγοντας τα λόγια της Φραντσέσκα είχε πάρει μια έκφραση σαν να είχε καταπιεί ένα σιχαμερό ζωύφιο. «Ε... φοβάμαι πως έχω χάσει την πρόσκληση», απάντησε στο τέλος. «Αχ, όχι, μη μου πείτε. Πάντως, αν θέλετε να πάτε, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη δική μου πρόσκληση», της απάντησε ανέμελα η ~ 34 ~


Φραντσέσκα. «Δε θα μου άρεσε να μη σας δω όλες σας εκεί». «Λαίδη μου!» Η θεία Μπλανς έγινε κατακόκκινη από ευχαρίστηση. Η λαίδη Σίμινγκτον ήταν μια σημαντική οικοδέσποινα και η θεία Μπλανς είχε περάσει μεγάλο μέρος της βδομάδας μουρμουρίζοντας επειδή δεν είχαν πάρει πρόσκληση για το χορό της. «Πολύ γενναιόδωρο από μέρους σας. Ω, ναι, και βέβαια θα είμαστε εκεί». Ήταν τέτοια η χαρά της, που χαμογέλασε πραγματικά καλόκαρδα στην ανιψιά του άντρα της την ώρα που την αποχαιρετούσε. Η Κονστάνς φόρεσε στα γρήγορα το καπέλο και τα γάντια της και ακολούθησε τη λαίδη Χόξτον έξω, προτού προλάβει να βρει η θεία της έναν τρόπο να τους φορτώσει και τις ξαδέρφες της. Ωστόσο, όσο χαρούμενη κι αν ήταν μ’ αυτή την απόδραση, δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί τι σκάρωνε η λαίδη Χόξτον. Η γενναιόδωρη παραχώρηση μιας πρόσκλησης για έναν από τους σπουδαιότερους χορούς της σεζόν δεν θα στοίχιζε τίποτα στη Φραντσέσκα. Η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι κανείς δεν θα σκεφτόταν να αρνηθεί στη λαίδη Χόξτον την είσοδο σε οποιοδήποτε πάρτι χωρίς πρόσκληση. Αλλά γιατί το είχε κάνει; αναρωτήθηκε η Κονστάνς. Έδειχνε φιλική και καλή –είχε προσποιηθεί ότι πίστεψε την ψεύτικη δικαιολογία της χαμένης πρόσκλησης που είχε επικαλεστεί η θεία της για να σώσει τα προσχήματα. Η φιλικότητά της, όμως, δεν μπορούσε να εξηγήσει το παράξενο ενδιαφέρον της για την οικογένεια της Κονστάνς. Έμοιαζε εντελώς απίθανο να είχε εντυπωσιαστεί τόσο πολύ από την εμφάνιση της Κονστάνς, της θείας Μπλανς ή των δύο θυγατέρων της, ώστε να φροντίσει να κάνει τη γνωριμία τους. Και ήταν ζήτημα αν η Κονστάνς της είχε πει πάνω από δυο τρεις λέξεις, όταν η λαίδη της ζήτησε να κάνουν μαζί μια μικρή βόλτα στην αίθουσα του χορού σαν να ήταν δυο επιστήθιες φίλες, καταλήγοντας σ’ αυτή την εξωφρενική πρόσκληση να βγουν παρέα για ψώνια. Και ήταν ακόμα πιο ανεξήγητο το γεγονός πως είχε κρατήσει το λόγο της και είχε βάλει επιδέξια τη θεία Μπλανς στο τσεπάκι της, προσφέροντάς της το εισιτήριο για το χορό της λαίδης Σίμινγκτον. Τι παιχνίδι έπαιζε η λαίδη Χόξτον; Και γιατί; Αυτό ήταν που προβλημάτιζε περισσότερο την Κονστάνς.

~ 35 ~


Κεφάλαιο 3

Οι δυο γυναίκες ανέβηκαν στην αστραφτερή, μαύρη άμαξα της λαίδης Χόξτον που τους περίμενε. Ακούγοντας τη φλυαρία της θείας της το προηγούμενο βράδυ, η Κονστάνς είχε μάθει πως αυτή η τετράτροχη άμαξα με την κουκούλα , κάπως ντεμοντέ για μια γυναίκα με την κοινωνική θέση της λαίδης Χόξτον, ήταν μια από τις πιο γνωστές και χαριτωμένες εκκεντρικότητές της. Την άμαξα της την είχε χαρίσει ο άντρας της τον πρώτο καιρό του γάμου τους, και μετά τον πρόωρο θάνατό του, πριν έξι χρόνια, η λαίδη είχε αρνηθεί να αγοράσει καινούρια, προτιμώντας να κρατήσει το δώρο του. «Είναι αλήθεια ότι έχω βάλει στο μάτι δύο καπέλα στην καπελού», είπε η λαίδη Χόξτον. «Αλλά έχουμε άφθονο χρόνο να κάνουμε και αλλού μια στάση. Θα θέλατε να πάμε στην Όξφορντ Στρητ; Εσείς τι θα θέλατε να αγοράσετε;» Η Κονστάνς της χαμογέλασε. «Με μεγάλη ευχαρίστηση θα πάω όπου θέλετε, λαίδη μου. Δεν επιθυμώ να ψωνίσω κάτι ιδιαίτερο». «Ω, μα δεν μπορούμε να σας παραμελήσουμε», της είπε πρόσχαρα η σύντροφός της. «Θα πρέπει να χρειάζεστε έστω κάποιες κορδέλες ή ένα ζευγάρι γάντια». Κοίταξε σκεφτική την Κονστάνς. «Λίγη δαντέλα για το γιακά αυτού του φορέματος, για παράδειγμα». Η Κονστάνς κοίταξε κάπως έκπληκτη το σοκολατί φόρεμά της. Ήταν αλήθεια πως θα ήταν πιο όμορφο με λίγη δαντέλα στο γιακά και στα φουσκωτά μανίκια του –δαντέλα στο χρώμα της σαμπάνιας, για παράδειγμα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αφήνοντας έναν αυθόρμητο αναστεναγμό. «Φοβάμαι πως τότε δε θα ήταν αρκετά σοβαρό». «Αρκετά σοβαρό;» Η έκπληξη αλλοίωσε τα όμορφα χαρακτηριστικά της Φραντσέσκα. «Δεν πιστεύω να είστε μέλος της Εκκλησίας ~ 36 ~


των Κουάκερων, έτσι;» Η Κονστάνς γέλασε. «Όχι, λαίδη μου, δεν ανήκω στην Εκκλησία των Κουάκερων. Απλά δεν είναι πρέπον μια συνοδός να τραβάει τα βλέμματα πάνω της». «Συνοδός!» αναφώνησε η λαίδη. «Τι είναι αυτά που λέτε, αγαπητή μου; Είστε ακόμα πολύ νέα και όμορφη για να κάνετε τη συνοδό». «Η θεία μου χρειάζεται τη βοήθειά μου. Έχει δύο κόρες που κάνουν το ντεμπούτο τους». «Τη βοήθειά σας; Για να τις παρακολουθείτε να κουβεντιάζουν ή να χορεύουν; Νομίζω πως το έχετε παραπάρει στα σοβαρά. Είμαι σίγουρη ότι η θεία σας δεν περιμένει από εσάς να μένετε καθισμένη σε κάθε χορό. Στο χορό της λαίδης Σίμινγκτον πρέπει να χορέψετε κι εσείς. Οι μουσικοί της είναι πάντα εκπληκτικοί. Θα μιλήσω εγώ στη θεία σας». Η Κονστάνς ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Αμφιβάλλω αν θα μου ζητήσει κανείς να χορέψω, λαίδη μου». «Σαχλαμάρες. Και βέβαια θα σας ζητήσει. Ιδιαίτερα αν φροντίσουμε λιγάκι την γκαρνταρόμπα σας. Έχω μια σκούρα μπλε σατέν τουαλέτα –την έχω φορέσει ήδη αρκετές φορές και φοβάμαι ότι θα πρέπει να την εγκαταλείψω πια, αλλά εσάς θα σας πηγαίνει τέλεια. Η καμαριέρα μου μπορεί να αλλάξει κάποιες λεπτομέρειες, να την ανανεώσει λιγάκι, ώστε να μην την αναγνωρίσει κανείς. Πρέπει να έρθετε στο σπίτι μου πριν το πάρτι και να την αφήσετε να τη φέρει στα μέτρα σας». «Λαίδη μου! Αυτό είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας. Δεν μπορώ να δεχτώ ένα τόσο μεγάλο δώρο». «Τότε μην το θεωρήσετε δώρο. Ας πούμε ότι θα είναι ένα δάνειο που μπορείτε να μου το επιστρέψετε μόλις τελειώσει η σεζόν. Και, παρακαλώ, αρκετά πια με αυτό το “λαίδη μου”. Το όνομά μου είναι Φραντσέσκα». Η Κονστάνς έμεινε να την κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Δε... δεν ξέρω τι να πω». «Μα τι άλλο από “Σ’ ευχαριστώ για το φόρεμα, Φραντσέσκα”;» την αντέκρουσε εκείνη χαμογελώντας. «Σ’ ευχαριστώ. Αλλά...» «Τι είναι; Δε θέλεις να γίνεις φίλη μου;» ~ 37 ~


«Όχι!» βιάστηκε να πει η Κονστάνς. «Αυτό θα το ήθελα πάρα πολύ. Αλήθεια, θα ήθελα πολύ να έχω μια φίλη. Αλλά είσαι πολύ γενναιόδωρη». «Είμαι σίγουρη ότι θα βρεις πολλούς που θα σε βεβαιώσουν ότι δεν είμαι καθόλου γενναιόδωρη», απάντησε η Φραντσέσκα. «Το κάνεις πολύ δύσκολο να σου πει κανείς όχι», είπε η Κονστάνς. Η Φραντσέσκα της χάρισε ένα αστραφτερό, πονηρό χαμόγελο. «Το ξέρω. Είναι κάτι που τελειοποίησα με τα χρόνια. Α, φτάσαμε στην καπελού. Τώρα, σταμάτα όλες αυτές τις διαμαρτυρίες κι έλα να με βοηθήσεις να αποφασίσω ποιο από τα δύο καπέλα ν’ αγοράσω». Η Κονστάνς παραμέρισε τις αμφιβολίες της και ακολούθησε τη λαίδη Χόξτον στο μαγαζί. Τις υποδέχτηκε μια κοπέλα όλο χαμόγελα και ευγένειες και σε λίγο εμφανίστηκε πίσω από την κόκκινη κουρτίνα στο βάθος μια πιο ώριμη κυρία, προφανώς η ιδιοκτήτρια του καταστήματος, που έσπευσε να τις εξυπηρετήσει προσωπικά. Η Φραντσέσκα φόρεσε και τα δύο καπέλα που είχε διαλέξει. Το ένα ήταν μαλακό, από σκούρο μπλε βελούδο, με γείσο τζόκεϊ και ένα δαντελένιο βέλο για να καλύπτει τα μάτια. Το άλλο ήταν ψάθινο, φοδραρισμένο με μπλε μεταξωτό ύφασμα, και έδενε χαριτωμένα με δυο ασορτί κορδέλες κάτω από το πιγούνι, σε τσιγγάνικο στυλ. Και τα δύο τόνιζαν απίθανα τα γαλανά μάτια της και η Κονστάνς της δήλωσε πως ούτε εκείνη μπορούσε ν’ αποφασίσει ποιο της πήγαινε καλύτερα. «Δοκίμασέ τα κι εσύ», πρότεινε η Φραντσέσκα. «Άσε με να δω πώς δείχνουν πάνω σου». Η Κονστάνς έφερε τις αντιρρήσεις της, αλλά στην πραγματικότητα ανυπομονούσε να δει πώς θα της πήγαινε το ψάθινο με την μπλε φόδρα. Όταν το φόρεσε, χαμογέλασε αυθόρμητα στην εικόνα της στον καθρέφτη. «Ω», αναφώνησε η λαίδη Χόξτον χτυπώντας παλαμάκια. «Δείχνει τέλειο πάνω σου! Εσύ πρέπει να το πάρεις αυτό, όχι εγώ. Εγώ θα πάρω το βελούδινο». Η Κονστάνς κοίταξε την εικόνα της στον καθρέφτη διστακτική. Η μπλε μεταξωτή φόδρα δεν τόνιζε μόνο τα γαλανά αλλά και τα γκρίζα μάτια. Ήταν ένα εξαιρετικά όμορφο μπονέ και δεν είχε αγοράσει καινούριο καπέλο αυτή τη χρονιά. Σίγουρα δεν θα έβλαπτε να ξοδέψει κάποια από τα χρήματά της. ~ 38 ~


Τελικά αναστέναξε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, φοβάμαι ότι είναι πάρα πολύ ακριβό». «Αχ, όχι, είμαι σίγουρη ότι δεν είναι. Νομίζω ότι είναι σε προσφορά, έτσι δεν είναι, κυρία Ντάουνινγκ;» Η Φραντσέσκα γύρισε και κοίταξε με νόημα την ιδιοκτήτρια. Η κυρία Ντάουνινγκ, ξέροντας πολύ καλά τα πλεονεκτήματα της υποστήριξης της λαίδης Χόξτον, χαμογέλασε και συμφώνησε. «Πράγματι. Έχετε δίκιο, λαίδη μου. Είναι... ε...» Έριξε άλλη μια ματιά στη Φραντσέσκα. «...στο ένα τρίτο της τιμής που υπάρχει στην ετικέτα». Όταν είδε το χαμόγελο της Φραντσέσκα, κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, στο ένα τρίτο. Πραγματική ευκαιρία». Η Κονστάνς κοίταξε την ετικέτα και έκανε τους υπολογισμούς της στα γρήγορα. Στην πόλη της δεν είχε πληρώσει ποτέ ούτε καν τα δύο τρίτα αυτής της τιμής για καπέλο. Από την άλλη, κανένα καπέλο δεν ήταν τόσο κομψό και δεν της πήγαινε τόσο όμορφα όσο αυτό. «Εντάξει», συμφώνησε αποχαιρετώντας το χαρτζιλίκι εκείνου του μήνα. «Θα το πάρω». Η Φραντσέσκα ενθουσιάστηκε με την αγορά της Κονστάνς και πήρε το βελούδινο για τον εαυτό της. Στη συνέχεια επέμεινε να αγοράσει κι ένα μικρό μπουκετάκι με μεταξωτά μπουμπουκάκια για να στολίσει η Κονστάνς τα μαλλιά της. «Ανοησίες», της είπε όταν η Κονστάνς πήγε να φέρει αντίρρηση. «Θα είναι τέλειο με την μπλε τουαλέτα που θα σου δανείσω. Αυτό είναι δώρο. Δεν μπορείς να το αρνηθείς». Επέστρεψαν στην άμαξα κρατώντας τα κουτιά με τα καπέλα τους. Όταν μπήκαν και τακτοποιήθηκαν στις θέσεις τους, η Κονστάνς γύρισε στη Φραντσέσκα. «Λαίδη μου... Φραντσέσκα. Δεν καταλαβαίνω. Γιατί το κάνεις αυτό;» Η λαίδη στράφηκε και την κοίταξε εντελώς αθώα. «Τι κάνω, καλή μου;» «Όλα αυτά». Η Κονστάνς έκανε μια αόριστη κίνηση. «Η σημερινή πρόσκληση για τα μαγαζιά. Η επιθυμία σου να μου δανείσεις το φόρεμα. Η πρόσκληση για το χορό της λαίδης Σίμινγκτον». «Μα επειδή σε συμπαθώ», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Γιατί θα έπρεπε να έχω κάποιο κρυφό κίνητρο;» ~ 39 ~


«Δεν μπορώ να φανταστώ», την αντέκρουσε ευγενικά η Κονστάνς. «Αλλά δεν μπορώ επίσης να πιστέψω ότι ξεχώρισες εμένα ή τη θεία και τις ξαδέρφες μου μέσα σ’ όλο εκείνο τον κόσμο στο πάρτι της λαίδης Γουέλκομπ και σε εντυπωσιάσαμε τόσο πολύ, ώστε ζήτησες από την οικοδέσποινα να σε συστήσει». Η Φραντσέσκα κοίταξε σκεφτική την Κονστάνς και αναστέναξε. «Εντάξει. Έχεις δίκιο. Είχα κάποιο λόγο που θέλησα να σας γνωρίσω. Σε συμπαθώ –είσαι μια πολύ ευχάριστη νέα γυναίκα και έχεις μια γελαστή έκφραση στα μάτια σου που μου λέει ότι βλέπεις την ευχάριστη πλευρά του κόσμου. Θα ήθελα να γίνεις φίλη μου. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που θέλησα να σε πλησιάσω. Η αλήθεια είναι ότι... έβαλα στοίχημα με κάποιον». «Στοίχημα;» Η Κονστάνς έμεινε να την κοιτάζει εμβρόντητη. «Για μένα; Τι στοίχημα; Γιατί;» «Κοκορευόμουν. Θα πρέπει να μάθω να μαζεύω τη γλώσσα μου», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα θυμωμένη με τον εαυτό της. «Ο Ρόκφορντ είχε το θράσος να με προκαλέσει. Και, εντάξει, το γεγονός είναι ότι έβαλα στοίχημα ότι θα μπορούσα να σου βρω σύζυγο πριν το τέλος της σεζόν». Η Κονστάνς έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Για μια στιγμή δεν βρήκε τίποτε να πει. «Με συγχωρείς», της είπε ειλικρινά η Φραντσέσκα και, γέρνοντας μπροστά, ακούμπησε συμφιλιωτικά το χέρι της στο μπράτσο της Κονστάνς. «Ξέρω ότι δεν έπρεπε να το είχα κάνει, και το μετάνιωσα μόλις το ξεστόμισα. Έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι θυμωμένη μαζί μου. Αλλά, σε ικετεύω, μην το κάνεις. Δεν ήθελα το κακό σου. Και εξακολουθώ να μην το θέλω». «Δεν ήθελες το κακό μου!» Ένα πλήθος συναισθημάτων συγκλόνισαν την Κονστάνς. Ο πόνος αντικαταστάθηκε σχεδόν αμέσως από την οργή και την αγανάκτηση. «Όχι, και βέβαια όχι. Γιατί να με πειράξει που με περιπαίζει η υψηλή αριστοκρατία;» «Σε περιπαίζει;» Η λαίδη Χόξτον την κοίταξε θορυβημένη και ανήσυχη. «Όχι, πώς μπορείς να σκέφτεσαι τέτοιο πράγμα;» «Τι άλλο να σκεφτώ, όταν έγινα αντικείμενο ενός δημόσιου στοιχήματος;» «Α, όχι, όχι. Το στοίχημα δεν ήταν καθόλου δημόσιο. Ήταν μόνο ανάμεσα στον Ρόκφορντ και σ’ εμένα. Κανείς άλλος δεν το ξέρει, σε ~ 40 ~


διαβεβαιώνω. Ε, εκτός από τον Λούσιεν», πρόσθεσε η λαίδη με ειλικρίνεια. «Αλλά ο Λούσιεν είναι ο πιο στενός μου φίλος και σε διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να πει κουβέντα σε κανέναν. Γνωρίζει τα μυστικά της μισής αριστοκρατίας. Σου δίνω το λόγο μου ότι εγώ δεν πρόκειται να το διαδώσω και το ίδιο ισχύει για τον Ρόκφορντ. Δεν υπάρχει πιο εχέμυθος άνθρωπος», κατέληξε μάλλον με απόγνωση. «Και αυτό υποτίθεται ότι πρέπει να με κάνει να νιώσω καλύτερα;» ρώτησε η Κονστάνς. Είχε συμπαθήσει τη Φραντσέσκα και τώρα ένιωθε προδομένη. Αν και είχε από την αρχή τις εύλογες αμφιβολίες της, η σκέψη ότι η λαίδη Χόξτον δεν είχε αποζητήσει τη φιλία της αλλά ότι απλά τη χρησιμοποιούσε για να αποδείξει τις ικανότητές της ως προξενήτρας ήταν ταπεινωτική. «Και γιατί επιλέξατε εμένα; Είχα τις λιγότερες πιθανότητες απ’ όλες τις γυναίκες στο χορό να βρω γαμπρό; Είμαι τόσο άχαρη και μεγάλη ώστε να θελήσει κάποτε να με παντρευτεί κάποιος;» «Όχι, σε παρακαλώ, δεν πρέπει να το σκέφτεσαι αυτό!» αναφώνησε η Φραντσέσκα και τα όμορφα χαρακτηριστικά της αλλοιώθηκαν από την απόγνωση. «Ω, τα έκανα θάλασσα. Η αλήθεια είναι ότι πρώτα βάλαμε το στοίχημα και μετά ο Ρόκφορντ διάλεξε τη γυναίκα. Όταν διάλεξε εσένα, η ανακούφισή μου ήταν τεράστια, γιατί είχα πιστέψει ότι θα διάλεγε μία από τις ξαδέρφες σου, και τότε θα έπρεπε να πετύχω πραγματικά το ακατόρθωτο. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εσένα, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι έδειχνες τόσο παραμελημένη από τη θεία και τις ξαδέρφες σου, που πρέπει να πίστεψε ότι δε θα είχα καμιά βοήθεια εκ μέρους τους για να προωθήσω το ντεμπούτο σου». «Αυτό είναι σίγουρα αλήθεια». Η Κονστάνς δεν μπόρεσε να κρύψει την πικρία από τη φωνή της. «Αγαπητή μου Κονστάνς –ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση να σε φωνάζω έτσι». Η Φραντσέσκα γλίστρησε το γαντοφορεμένο χέρι της στο χέρι της Κονστάνς και το έσφιξε μαλακά. «Το κατάλαβα αμέσως ότι είχε κάνει την ανοησία να επιλέξει αυτήν που θα μου ήταν πολύ πιο εύκολο να μεταμορφώσω σε καλλονή. Είναι πολύ δύσκολο να χαρίσεις σε κάποιον εξυπνάδα ή ομορφιά όταν δεν διαθέτει καθόλου. Δεν είναι όμως τόσο δύσκολο να παραβλέψει κάποιος την έλλειψη περιουσίας, ιδιαίτερα αν πρόκειται για μια κυρία που διαθέτει στυλ, εξυπνάδα, όμορφο πρόσωπο και λυγερό κορμί». ~ 41 ~


«Δε θα σε αφήσω να με ρίξεις με τις κολακείες», την προειδοποίησε η Κονστάνς, αλλά ήταν αλήθεια πως της ήταν δύσκολο να αντιπαθήσει τη λαίδη Χόξτον. Ήταν αφοπλιστικά καλή και ήταν δύσκολο να αντισταθείς στο χαμόγελό της. «Δεν προσπαθώ να σε ρίξω», τη διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα. «Τότε τι θέλεις;» τη ρώτησε ωμά η Κονστάνς. «Προτείνω να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Να συνεργαστούμε ώστε να βρεις σύζυγο». «Θέλεις να σε βοηθήσω να κερδίσεις το στοίχημα;» τη ρώτησε εμβρόντητη η Κονστάνς. «Όχι. Θέλω να πω, ναι, αυτό θέλω, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο θα ήθελες εσύ να με βοηθήσεις». «Δε θέλω να σε βοηθήσω», της απάντησε η Κονστάνς. «Α, μα θα έπρεπε. Μπορεί εγώ να κερδίσω ένα στοίχημα, αλλά εσύ θα κερδίσεις πολύ περισσότερα». Η Κονστάνς την κοίταξε καχύποπτα. «Δεν περιμένεις ειλικρινά να πιστέψω ότι μπορεί να βρεθώ στο τέλος με σύζυγο». «Γιατί όχι;» απάντησε ήρεμα η Φραντσέσκα. Η Κονστάνς σούφρωσε τη μύτη της. «Δε μου αρέσει να απαριθμώ τα μειονεκτήματά μου, αλλά σίγουρα πρέπει να είναι φανερά. Δεν έχω περιουσία. Έχω ξεπεράσει από καιρό την ηλικία γάμου και δεν είμαι καλλονή. Βρίσκομαι εδώ απλά και μόνο για να βοηθήσω τις ξαδέρφες μου να πετύχουν έναν καλό γάμο. Είμαι συνοδός και όχι μια κοπελίτσα που έχει βγει στο νυφοπάζαρο». «Η έλλειψη περιουσίας είναι ένα εμπόδιο», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Αλλά σίγουρα δεν είναι αδύνατο να το υπερπηδήσουμε. Όσο για την εμφάνισή σου, ε, αν βγάλεις αυτό το χαζό μπονέ, χτενίσεις όμορφα τα μαλλιά σου και φορέσεις κάτι που να προβάλλει αντί να κρύβει τα προσόντα σου, θα γίνεις μια πολύ ελκυστική γυναίκα. Και θα δείχνεις ελάχιστα μεγαλύτερη από τις ξαδέρφες σου. Πες μου κάτι, ποιος αποφάσισε ότι πρέπει να φοράς μουντά καφέ και γκρίζα;» «Η θεία μου θεώρησε πως είναι πιο κατάλληλα για μια γεροντοκόρη. Δε με ανάγκασε όμως να ντύνομαι έτσι». «Αλλά εσύ, βέβαια, νιώθεις υποχρεωμένη απέναντί της, επειδή ζεις μαζί τους». «Ναι, αλλά... δεν είναι μόνο αυτό. Δε θέλω να δείχνω γελοία». «Γελοία; Γιατί;» ~ 42 ~


Η Κονστάνς ύψωσε τους ώμους της. «Έχω μάθει να ζω στην εξοχή. Δεν έχω τον αέρα της πόλης. Στην πραγματικότητα, δεν έχω ξανάρθει ποτέ μου στο Λονδίνο. Δε θέλω, λοιπόν, να κάνω κανένα στραβοπάτημα μπροστά στην υψηλή αριστοκρατία. Να γελοιοποιηθώ φορώντας κάτι που δεν είναι της ηλικίας μου». Το πρόσωπο της λαίδης Χόξτον πήρε μια έκφραση αντάξια μιας γυναίκας που καταγόταν από αμέτρητες γενεές κομήτων. «Αγαπητή μου Κονστάνς, αν ντυθείς σύμφωνα με τις δικές μου υποδείξεις, σε διαβεβαιώνω πως κανένας δε θα σκεφτεί ότι είσαι ντυμένη ακατάλληλα». Η Κονστάνς δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο της. «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, Φραντσέσκα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έχω εγκαταλείψει προ πολλού κάθε ελπίδα να παντρευτώ». «Θέλεις να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με τη θεία και το θείο σου;» τη ρώτησε εκείνη. «Είμαι σίγουρη ότι τους είσαι απεριόριστα ευγνώμων, αλλά δε νομίζω ότι είσαι... ιδιαίτερα ευτυχισμένη μαζί τους». Η Κονστάνς της έριξε μια θλιμμένη ματιά. «Είναι τόσο φανερό;» «Οι διαφορές ανάμεσά σας είναι ολοφάνερες», της απάντησε ωμά η Φραντσέσκα. «Δεν μπορεί να περιμένει κανείς να ζήσει ευτυχισμένος με ανθρώπους που έχει ελάχιστα κοινά μαζί τους. Και δε νομίζω ότι ο θείος και η θεία σου έχουν δείξει κάποια ιδιαίτερη φροντίδα για σένα. Χτες το βράδυ μου είπες ότι δεν έκανες το ντεμπούτο σου εξαιτίας της αρρώστιας του πατέρα σου. Εντάξει, ανταποκρίθηκες σωστά στο θυγατρικό σου καθήκον. Αλλά όταν πέθανε ο πατέρας σου και πήγες να ζήσεις με το θείο και τη θεία σου, πόσων χρονών ήσουν;» «Είκοσι δύο. Πολύ μεγάλη για να κάνω το ντεμπούτο μου». «Καθόλου, μπορούσες να ζήσεις μια σεζόν στο Λονδίνο», την αντέκρουσε η Φραντσέσκα. «Αν είχαν κάνει αυτό που έπρεπε να κάνουν για σένα, θα σου την είχαν προσφέρει. Είμαι σίγουρη ότι αυτό θα ήθελε ο πατέρας σου, και σου άξιζε. Α, ναι, ξέρω, ήσουν μεγαλύτερη από τις ανόητες δεκαεπτάρες και δεκαοκτάρες που παρουσιάζονται μπροστά στη βασίλισσα. Ειλικρινά όμως, αυτή η παρουσίαση δεν είναι υποχρεωτική. Πολλές κοπέλες δεν την κάνουν. Θα μπορούσες να ζήσεις απλά τη σεζόν στο Λονδίνο. Υπάρχουν πολλές κοπέλες που είναι ακόμα ανύπαντρες στα είκοσι δύο. Το ξέρω ότι δε θα έπρεπε ~ 43 ~


να κακολογώ τους συγγενείς σου, αλλά οφείλω να σου πω ότι πιστεύω πως ο θείος και η θεία σου φέρθηκαν πολύ εγωιστικά. Τσιγκουνεύτηκαν τα έξοδα μιας σεζόν και σε είχαν όλα αυτά τα χρόνια του χεριού τους, να φροντίζεις τα παιδιά τους και να τους κάνεις θελήματα. Τις διάφορες αγγαρείες που κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει. Και τώρα, αντί να σε αφήσουν να διασκεδάσεις στα πάρτι, η θεία σου σε ανάγκασε να παίξεις το ρόλο της συνοδού, υποχρεώνοντάς σε να ντύνεσαι και να χτενίζεσαι εντελώς άχαρα». Έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στην Κονστάνς και πρόσθεσε: «Και είναι φυσικό να θέλει να δείχνεις όσο γίνεται πιο άχαρη. Ακόμα κι έτσι, επισκιάζεις τις κόρες της». Η Κονστάνς μετακινήθηκε αμήχανα στο κάθισμά της. Η περιγραφή της λαίδης Χόξτον για τη ζωή της δίπλα στη θεία Μπλανς ήταν εξωπραγματικά ακριβής. Όλα αυτά τα είχε σκεφτεί κι εκείνη αμέτρητες φορές. Η θεία Μπλανς είχε βασιστεί στην ευγνωμοσύνη και στον καλό χαρακτήρα της Κονστάνς και είχε εκμεταλλευτεί με αμέτρητους τρόπους την υποχρέωση και το καθήκον που ένιωθε εκείνη απέναντί της. «Δεν μπορεί να θέλεις να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου μαζί τους», συνέχισε η Φραντσέσκα, εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημα. «Εξάλλου, μου δίνεις την εντύπωση γυναίκας με πολύ ανεξάρτητο πνεύμα. Δε θέλεις να έχεις ένα δικό σου σπίτι, να ζήσεις τη δική σου ζωή; Να αποκτήσεις σύζυγο και παιδιά;» Οι σκέψεις της Κονστάνς πέταξαν πίσω, σ’ εκείνη τη σύντομη σχέση της, πριν από πολλά χρόνια, με τον Γκάρεθ, όταν είχε αφήσει τον εαυτό της να πιστέψει, έστω και για λίγο, ότι θα μπορούσε να ζήσει κι εκείνη μια τέτοια ζωή. «Δε θέλησα ποτέ μου να παντρευτώ απλά και μόνο για ν’ αποκτήσω μια κοινωνική θέση», απάντησε ήρεμα. «Ίσως με θεωρήσεις ανόητη, αλλά θα ήθελα να παντρευτώ από έρωτα». Η Κονστάνς δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει την έκφραση της λαίδης Χόξτον καθώς την κοίταξε. «Ελπίζω να βρεις τον έρωτα», της είπε σοβαρά. «Αλλά είτε υπάρχει έρωτας είτε όχι, ο γάμος προσφέρει στη γυναίκα ανεξαρτησία. Θα αποκτήσεις τη δική σου θέση, τη δική σου υπόσταση στην κοινωνία, κάτι που δεν μπορούν να σου προσφέρουν ούτε και οι πιο πλούσιοι και στοργικοί γονείς του κόσμου. Και σί~ 44 ~


γουρα δεν υπάρχει καμιά σύγκριση με τη ζωή κάτω από την καταπίεση ενός απαιτητικού συγγενή». «Το ξέρω», της απάντησε ήρεμα η Κονστάνς. Γνώριζε πολύ καλύτερα από την όμορφη λαίδη Χόξτον τις συνθήκες μιας τέτοιου είδους ζωής. «Αλλά δεν μπορώ να δεθώ για όλη μου τη ζωή με έναν άντρα χωρίς να υπάρχει αγάπη». Η Φραντσέσκα έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Τελικά, ύστερα από μια ατέλειωτη στιγμή, της είπε ανάλαφρα: «Ε, σίγουρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλείσεις το ενδεχόμενο να βρεις έναν άντρα ν’ αγαπήσεις μέσα σε μια ολόκληρη σεζόν. Κανένας δεν μπορεί να σε αναγκάσει να παντρευτείς οποιονδήποτε σου κάνει πρόταση. Δε θα ήθελες όμως να έχεις μια ευκαιρία; Δεν το θεωρείς δίκαιο να πάρεις κι εσύ μια γεύση από αυτά που έχεις χάσει;» Τα λόγια της άγγιξαν μια χορδή στην καρδιά της Κονστάνς. Είχε μείνει δίπλα στον πατέρα της όλα τα χρόνια της αρρώστιας του και είχε προσπαθήσει να μη σκέφτεται με θλίψη πώς θα μπορούσε να ήταν η ζωή της. Αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί πως υπήρχαν στιγμές που αναρωτιόταν τι θα είχε συμβεί αν της είχε δοθεί η ευκαιρία να ζήσει μια σεζόν στο Λονδίνο. Όπως ήταν φυσικό, λαχταρούσε να βιώσει κι αυτή λίγη από τη συγκίνηση και τη λάμψη. Η Φραντσέσκα είδε το δισταγμό της και συνέχισε τα επιχειρήματά της. «Δε θα ήθελες να ζήσεις κι εσύ μια σεζόν; Να φορέσεις όμορφα φορέματα και να φλερτάρεις με τους νεαρούς; Να χορέψεις με τους πιο περιζήτητους εργένηδες της Αγγλίας;» Οι σκέψεις της Κονστάνς πέταξαν στον υποκόμη Λέιτον. Πώς θα ήταν αν είχε την ευκαιρία να φλερτάρει μαζί του; Να χορέψει μαζί του; Λαχταρούσε πολύ να τον ξανασυναντήσει, φορώντας αυτή τη φορά κάτι όμορφο, με τα μαλλιά της να πλαισιώνουν το πρόσωπό της σε μπούκλες. «Μα πώς μπορώ να ζήσω κι εγώ μια σεζόν;» ρώτησε. «Βρίσκομαι εδώ ως συνοδός. Και τα ρούχα μου...» «Άφησέ τα όλα σ’ εμένα. Θα φροντίσω να πάρεις προσκλήσεις για τα σωστά πάρτι. Θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί για να σε καθοδηγώ στα ύπουλα νερά της υψηλής αριστοκρατίας. Θα σε κάνω την πιο περιζήτητη γυναίκα στο Λονδίνο». Η Κονστάνς γέλασε. «Δε νομίζω πως θα μπορούσα να μεταμορφωθώ σε τέτοιο πλάσμα, όσο κι αν προσπαθήσεις». ~ 45 ~


Η Φραντσέσκα της έριξε ένα ακόμα υπεροπτικό βλέμμα. «Αμφισβητείς τις ικανότητές μου;» Η Κονστάνς δεν μπορούσε καν να φανταστεί τη Φραντσέσκα να πραγματοποιεί την υπόσχεσή της. Από την άλλη, υπέθεσε ότι, αν μπορούσε κάποιος να το κάνει, αυτή ήταν η λαίδη Χόξτον. Αλλά ακόμα κι αν δεν κατάφερνε να την κάνει την πιο περιζήτητη καλλονή του Λονδίνου, η Κονστάνς δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα της πρόσφερε την ευκαιρία να πάρει μια πολύ καλύτερη γεύση της πραγματικής σεζόν από αυτή που βίωνε τώρα. Βέβαια, αυτό δεν θα άρεσε στη θεία Μπλανς. Αυτή η σκέψη προκάλεσε στην Κονστάνς ένα μικρό κέντρισμα μοχθηρής ευχαρίστησης. «Θα αναλάβω εγώ τη θεία σου», συνέχισε η Φραντσέσκα, σαν να είχε μαντέψει τις σκέψεις της. «Δε νομίζω ότι θα διαμαρτυρηθεί. Στο κάτω κάτω, όλη η οικογένεια θα λάβει τις ίδιες προσκλήσεις. Και δε θα θελήσει να κοντραριστεί μαζί μου. Αν σε επιλέξω εγώ για φίλη μου, δε νομίζω ότι θα εναντιωθεί. Όσο για τα ρούχα, μπορεί να μην το πιστέψεις, αλλά ξέρω πολύ καλά να βρίσκω οικονομικές λύσεις. Θα δούμε όλα τα ρούχα σου και θα βρούμε τον τρόπο να τα κάνουμε πιο χαριτωμένα. Για παράδειγμα, το φόρεμα που φορούσες χτες βράδυ, μ’ ένα πιο σκαφτό ντεκολτέ και λίγη δαντέλα, θα είναι μια χαρά. Η καμαριέρα μου, η Μέιζι, κάνει θαύματα με τη βελόνα. Θα μπορούσε να σηκώσει λίγο τον ποδόγυρο εμπρός και να του προσθέσει ένα φουρό. Το μόνο που θα χρειαστεί είναι να αγοράσουμε μερικά υλικά. Αύριο θα στείλω την άμαξά μου να σε πάρει και θέλω να φέρεις μαζί σου όλα τα καλά φορέματά σου. Θα δούμε πώς μπορούσε να τα μεταποιήσουμε και θα κοιτάξω κι εγώ ποια από τα δικά μου φορέματα θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις». Η Κονστάνς ένιωσε τον ενθουσιασμό της να φουντώνει. Θυμήθηκε το μικρό της κομπόδεμα. Κάθε χρόνο έβαζε στην άκρη όσο περισσότερα χρήματα μπορούσε από το εισόδημα που της είχε αφήσει ο πατέρας της, ελπίζοντας πως μια μέρα θα κατάφερνε να αυξήσει αρκετά το κεφάλαιό της ώστε να ζήσει κάπου μόνη της, χωρίς να εξαρτάται από το θείο και τη θεία της. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάποια από αυτά τα χρήματα, αποφάσισε, για να αγοράσει ένα δυο όμορφα βραδινά φορέματα. Τέτοια που θα προκαλούσαν έναν άντρα –το λόρδο Λέιτον, για παράδειγμα– να έρθει τρέχοντας από την άλλη άκρη της αίθουσας κοντά ~ 46 ~


της. Και τι πείραζε αν θα έπρεπε να περάσει λίγους ακόμα μήνες ή και χρόνια για να μαζέψει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για να ανεξαρτητοποιηθεί; Μπορεί να αναγκαζόταν να ζήσει περισσότερο καιρό με το θείο και τη θεία της απ’ όσο ήθελε, αλλά τουλάχιστον θα είχε να θυμάται ένα υπέροχο καλοκαίρι, μια ανάμνηση που θα απολάμβανε για πάντα. Μια σεζόν διασκέδασης και συγκίνησης που θα έμενε ανεξίτηλη στο μνήμη της. Η Κονστάνς γύρισε στη Φραντσέσκα. «Θα τα κάνεις όλα αυτά απλά για να κερδίσεις ένα στοίχημα;» Στα χείλη της Φραντσέσκα ζωγραφίστηκε εκείνο το γατίσιο χαμόγελο και τα μάτια της άστραψαν. «Αυτό είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό στοίχημα. Το έβαλα μ’ έναν κύριο στον οποίο θέλω να αποδείξω ότι κάνει λάθος. Εξάλλου, θα έχει πλάκα. Έχω βοηθήσει ήδη μια δυο νεαρές κοπέλες να κάνουν το ντεμπούτο τους. Και δεν άργησαν να βρουν αρραβωνιαστικό. Μ’ εσένα όμως...» «Η πρόκληση είναι μεγαλύτερη;» ρώτησε η Κονστάνς και χαμογέλασε για να απαλύνει την αιχμή στη φωνή της. «Κατά κάποιον τρόπο, γιατί μ’ εκείνες είχα το ελεύθερο να ξοδέψω όσα χρήματα ήθελα για τουαλέτες, δεξιώσεις και όλα τα σχετικά. Από την άλλη, έπρεπε να βρω τρόπους να καλύψω τα διάφορα ψεγάδια –να διαλέξω φορέματα που θα φώτιζαν μια χλομή επιδερμίδα ή που θα έκαναν μια κοντόχοντρη κοπέλα να φαίνεται πιο ψηλή και λυγερή. Μ’ εσένα τα πράγματα είναι ευκολότερα. Πρέπει απλά να αναδείξουμε τα προσόντα που διαθέτεις ήδη». Η Φραντσέσκα έγειρε προς το μέρος της. «Λοιπόν, θα το κάνεις;» Η Κονστάνς δίστασε για μια στιγμή κι ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι. Ναι, θέλω να ζήσω μια πραγματική σεζόν». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Θαύμα. Ας αρχίσουμε λοιπόν». *** Η Κονστάνς πέρασε την υπόλοιπη μέρα της σε ένα όργιο, για τα δικά της μέτρα, αγορών. Προς μεγάλη της έκπληξη, η λαίδη Χόξτον αποδείχτηκε άσος στα παζάρια. Ένα χαμόγελο και δυο καλές κουβέντες στην αγαπημένη της μοδίστρα, κι εκείνη κατέβαζε αμέσως τις τιμές των φορεμάτων για τα οποία έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η Κονστάνς. Η μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς τους έδειξε επίσης μια τουαλέτα χορού που της είχαν παραγγείλει, αλλά δεν την είχαν παραλάβει ~ 47 ~


ούτε την είχαν πληρώσει ποτέ και ήταν πρόθυμη να την πουλήσει στην Κονστάνς σε εξευτελιστική τιμή. Όταν η Κονστάνς σχολίασε χαμηλόφωνα την προθυμία της μοδίστρας να της κάνει έκπτωση, η Φραντσέσκα απλώς χαμογέλασε και απάντησε: «Η μαντεμουαζέλ ξέρει ότι είναι μεγάλη διαφήμιση για την ίδια να φοράει τις δημιουργίες της μια γυναίκα με εξαιρετική σιλουέτα. Κάνει τις λιγότερο προικισμένες κοπέλες να πιστέψουν πως, αν φορέσουν κι αυτές ένα ρούχο της μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς, θα δείξουν το ίδιο ψηλές και λυγερές όσο εσύ. Εξάλλου, εκτιμά την εύνοιά μου. Τώρα... αυτό το σάλι. Είναι υπέροχο, δε συμφωνείς; Έχει όμως ένα μικρό τραβηγματάκι. Είμαι σίγουρη ότι η μαντεμουαζέλ θα κατεβάσει την τιμή του». Ακόμα όμως και με τις μειωμένες τιμές, τα πράγματα που αγόρασε από τη μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς μείωσαν αισθητά τις οικονομίες της Κονστάνς, έτσι αποφάσισαν να συνεχίσουν τα ψώνια τους σε πιο φτηνά μαγαζιά. Η επόμενη στάση τους ήταν στο Γκράφτον Χάουζ, όπου αγόρασαν δαντέλες, κορδέλες, κουμπιά και διάφορα άλλα υλικά για να δώσουν έναν άλλο τόνο στα φορέματα που είχε ήδη η Κονστάνς, καθώς και κάμποσα μέτρα λινή βατίστα και μουσελίνα, με τα οποία, διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα την Κονστάνς, μια ταλαντούχα γνωστή της μοδίστρα θα μπορούσε να φτιάξει όμορφα πρωινά φορέματα. Αγόρασαν επίσης γάντια και γοβάκια χορού και σταμάτησαν σ’ ένα μαγαζί με βεντάλιες, όπου έμειναν αρκετή ώρα θαυμάζοντας μια ποικιλία από υπέροχες βεντάλιες, αλλά τελικά η Κονστάνς αποφάσισε απρόθυμα ότι ήταν πολύ ακριβές και θα έπρεπε να αρκεστεί στη βεντάλια με τη λαβή από ελεφαντόδοντο που είχε ήδη. Τελευταία, αλλά εξίσου σημαντικά, ήταν τα αξεσουάρ για τα μαλλιά, αλλά και τα μεταξωτά λουλούδια και τα ξύλινα κεράσια με τα οποία μπορούσες να στολίσεις ένα απλό, φτηνό μπονέ. Όταν τέλειωσαν αργά το απόγευμα, η Κονστάνς ένιωθε εξαντλημένη αλλά ζαλισμένη από την έξαψη. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι και να επιθεωρήσει τα ψώνια της. «Νιώθω εντελώς ασύδοτη», είπε στη Φραντσέσκα χαμογελώντας καθώς έβγαιναν από το μαγαζί για να γυρίσουν στην άμαξα. «Δεν έχω επιδοθεί ποτέ σε τέτοια σπατάλη». ~ 48 ~


«Θα έπρεπε να το κάνεις συχνότερα», τη συμβούλεψε εκείνη χαμογελώντας. «Έχω ανακαλύψει πως η σπατάλη κάνει καλό στην ψυχή. Και φροντίζω να το κάνω συχνά». Ο αμαξάς πήρε τα τελευταία ψώνια της Κονστάνς και τα ακούμπησε στο κάθισμα δίπλα του, επειδή είχαν γεμίσει ήδη το κενό πίσω από το κάθισμα αλλά κι ένα μεγάλο μέρος από το εσωτερικό της άμαξας. Καθώς η Φραντσέσκα έπιανε το χέρι που της πρόσφερε ο αμαξάς για να ανέβει στην άμαξα, ακούστηκε μια αντρική φωνή πίσω τους. «Φραντσέσκα!» Η λαίδη Χόξτον σταμάτησε με το πόδι μετέωρο και γύρισε προς το μέρος απ’ όπου είχε ακουστεί η φωνή. Το πρόσωπό της φωτίστηκε και χαμογέλασε. «Ντόμινικ!» «Αγαπητή μου Φραντσέσκα. Αγόρασες πάλι όλη την Όξφορντ Στρητ;» Η Κονστάνς γύρισε προς τον άντρα που προχωρούσε προς το μέρος τους και τον είδε να βγάζει το καπέλο του και να πιάνει το χέρι της Φραντσέσκα χαμογελώντας ζεστά. Η τρυφερότητα ήταν φανερή στο γοητευτικό πρόσωπό του. Έμεινε να τον κοιτάζει έκπληκτη. Την αγαπάει, σκέφτηκε, και ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. «Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ο μόνος τρόπος για να σε δω», του είπε η Φραντσέσκα και γέλασε. «Μια και δεν έρχεσαι ποτέ να μου κάνεις επίσκεψη. Είσαι ο πιο αγενής άνθρωπος στον κόσμο». Εκείνος γέλασε. «Είμαι αδιόρθωτος, το ξέρω. Μισώ τις επισκέψεις». «Θέλω να σου γνωρίσω μια δεσποινίδα», του είπε η Φραντσέσκα και γύρισε στην Κονστάνς. Ο άντρας ακολούθησε το βλέμμα της και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα όταν είδε την Κονστάνς. «Δεσποινίς Γούντλι». «Λόρδε Λέιτον».

~ 49 ~


Κεφάλαιο 4

«Γνωρίζεστε;» ρώτησε η Φραντσέσκα έκπληκτη. «Γνωριστήκαμε χτες το βράδυ», της απάντησε η Κονστάνς, ελπίζοντας πως ακουγόταν πιο άνετη απ’ ό,τι ένιωθε. Ήταν γελοίο που της είχε χαλάσει το κέφι το γεγονός ότι ο λόρδος Λέιτον και η λαίδη Χόξτον είχαν προφανώς στενή σχέση. Στο κάτω κάτω, δεν είχε πιστέψει ποτέ πως υπήρχε πιθανότητα να τραβήξει το ενδιαφέρον του. Όπως και να είχε το πράγμα, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ένας ακόλαστος που συνήθιζε να κλέβει φιλιά από δεσποινίδες που γνώριζε ελάχιστα. «Η δεσποινίς Γούντλι είναι πολύ μετριόφρων», είπε ο Λέιτον και τα γαλανά μάτια του άστραψαν κεφάτα. «Χτες το βράδυ μου έσωσε τη ζωή στο πάρτι της λαίδης Γουέλκομπ». «Υπερβολές», μουρμούρισε η Κονστάνς. «Κι όμως, το κάνατε», επέμεινε εκείνος και γύρισε στη Φραντσέσκα να της εξηγήσει. «Η λαίδη Τάφινγκτον με είχε βάλει στο μάτι και με κυνηγούσε συνέχεια χτες το βράδυ, και η δεσποινίς Γούντλι είχε την καλοσύνη να την παραπλανήσει». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Τότε είμαι δύο φορές φίλη σου, Κονστάνς. Φοβάμαι πως ο αδερφός μου χρειάζεται συχνά τέτοιου είδους βοήθεια. Είναι φοβερά καλόκαρδος και δεν αντέχει να φανεί αγενής. Θα έπρεπε να πάρεις μερικά μαθήματα από τον Ρόκφορντ, Ντομ. Είναι εξπέρ στο να αποθαρρύνει αξιώσεις». Η Κονστάνς ούτε που άκουσε την απάντηση του λόρδου Λέιτον στο πείραγμα της λαίδης Χόξτον. Ο υποκόμης ήταν αδερφός της Φραντσέσκα! Είπε στον εαυτό της ότι ήταν παράλογο να νιώθει τέτοια ανακούφιση που είχε μάθει τη συγγένειά τους. Δεν θα έπρεπε να έχει καμιά διαφορά για εκείνη το γεγονός ότι η οικειότητα και η τρυφερότητα ανάμεσα στο λόρδο Λέιτον και τη Φραντσέσκα οφείλονταν σε ~ 50 ~


οικογενειακό δεσμό και όχι σε μια ρομαντική σχέση. «Έλα μαζί μας», είπε η Φραντσέσκα στον αδερφό της. «Τελειώσαμε με τα ψώνια μας, οπότε δε χρειάζεται να ανησυχείς μήπως σε τραβολογήσουμε σε μαγαζιά». «Αν είναι έτσι, θα δεχτώ την ευγενική προσφορά σου», απάντησε ο Λέιτον και άπλωσε το χέρι του για να βοηθήσει την αδερφή του ν’ ανέβει στην άμαξα. Ύστερα στράφηκε στην Κονστάνς και τη βοήθησε κι εκείνη. Όταν η Κονστάνς ακούμπησε το χέρι της στο δικό του, ένιωσε έντονα την επαφή, παρ’ όλο που φορούσαν και οι δύο γάντια. Καθώς ανέβαινε στην άμαξα, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Αναπόφευκτα, θυμήθηκε τη στιγμή που την είχε φιλήσει στη βιβλιοθήκη, και κάτι στα μάτια του της είπε ότι το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της. Μπήκε στην άμαξα και κάθισε δίπλα στη Φραντσέσκα. Ο Λέιτον μπήκε κι εκείνος και κάθισε στο κάθισμα απέναντί τους, παραμερίζοντας γελαστά τα διάφορα πακέτα. «Βλέπω πως το απόγευμά σας ήταν πολύ πετυχημένο», τους είπε. «Ελπίζω να μην είναι όλα αυτά δικά σου, Φραντσέσκα». «Όχι. Ψώνισε και η δεσποινίς Γούντλι αρκετά πράγματα για τον εαυτό της. Θέλει να θαμπώσει τους πάντες στον αυριανό χορό της λαίδης Σίμινγκτον». «Είμαι σίγουρος πως θα το πετύχετε και οι δύο», απάντησε ευγενικά ο Λέιτον. Η Κονστάνς ένιωθε οδυνηρά άχαρη δίπλα στην υπέρκομψη Φραντσέσκα. Ευχήθηκε να είχε φορέσει το καπέλο που είχε αγοράσει νωρίτερα και να είχε ζητήσει να της βάλουν στο κουτί το παλιό της. Τουλάχιστον τότε, όσο άχαρο και να ήταν το φόρεμά της, το πρόσωπό της θα τονιζόταν όμορφα καθώς το μπλε σατέν θα κολάκευε το δέρμα και τα μάτια της. «Εσύ θα έρθεις στο χορό της λαίδης Σίμινγκτον;» ρώτησε η Φραντσέσκα. «Αν ναι, θα πρέπει να μας συνοδεύσεις. Η Κονστάνς θα έρθει αύριο το απόγευμα από το σπίτι μου για να ετοιμαστεί και στη συνέχεια θα φύγουμε μαζί για το χορό». «Αυτό θα είναι πολύ ευχάριστο καθήκον», συμφώνησε αβίαστα ο Λέιτον. «Θα είναι τιμή μου να σας συνοδεύσω». ~ 51 ~


«Θα σε προστατεύσουμε από τις προξενήτρες μαμάδες», τον πείραξε η Φραντσέσκα. Ο Λέιτον της απάντησε στον ίδιο ανάλαφρο τόνο και η κουβέντα συνεχίστηκε σ’ αυτό το ύφος όσο η άμαξα διέσχιζε αργά τους δρόμους του Λονδίνου. Η Κονστάνς συμμετείχε ελάχιστα στη συζήτηση. Γνώριζε ελάχιστους από τους ανθρώπους για τους οποίους κουβέντιαζαν και, έτσι κι αλλιώς, ένιωθε πολύ ευχαριστημένη να παρακολουθεί και να ακούει. Νόμιζε ότι θυμόταν τον υποκόμη όσο γοητευτικό ήταν στην πραγματικότητα, πως όταν τον σκεφτόταν έδινε στα μάτια του μια πιο βαθιά γαλάζια απόχρωση ή πρόσθετε μεγαλύτερη λάμψη στα μαλλιά του ή περισσότερη γοητεία στο χαμόγελό του. Βλέποντάς τον όμως τώρα, διαπίστωνε ότι με τη φαντασία της τον έβλεπε τελικά λιγότερο γοητευτικό απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα. Δεν ήταν ο τύπος του άντρα που είχε ανάγκη από το απαλό φως των κεριών. Εκεί, κάτω από το άπλετο φως της μέρας, το πιγούνι του πρόβαλλε μυτερό και καθαρό, τα μάτια του είχαν ένα βαθύ γαλάζιο που σε μαγνήτιζε, τα μαλλιά του χρύσιζαν κάτω από το άγγιγμα του ήλιου. Ψηλός, με φαρδιές πλάτες, γέμιζε την άμαξα με την αρρενωπή παρουσία του. Η Κονστάνς ένιωθε το γόνατό του λίγα μόλις εκατοστά από το δικό της, έβλεπε το μπράτσο του απλωμένο στο κάθισμα της άμαξας, τον ήλιο που παιχνίδιζε στο πρόσωπο και στο λαιμό του. Δεν ήταν να απορεί κανείς, σκέφτηκε, που οι προξενήτρες μητέρες –και οι κόρες τους– τον κυνηγούσαν. Ήταν γοητευτικός, είχε τίτλο και, επίσης, αναμφίβολα πλούσιος. Αν θυμόταν καλά όσα είχε πει η θεία της για την καταγωγή της λαίδης Χόξτον, ο πατέρας ήταν κόμης, και ο τίτλος του υποκόμη δινόταν τυπικά στον κληρονόμο του, ο οποίος θα γινόταν με τη σειρά του μια μέρα κόμης. Και μόνο ο τίτλος του ήταν αρκετός για να τον παίρνουν στο κατόπι. Το γεγονός ότι ήταν επίσης όμορφος και γοητευτικός τον μετέτρεπε σε θήραμα που το κυνηγούσαν όπως τα λαγωνικά το λαγό. Και, βέβαια, όλα αυτά απέκλειαν κάθε δική της πιθανότητα να έχει μια ευκαιρία μαζί του. Ακόμα κι αν η Φραντσέσκα είχε δίκιο στην αισιόδοξη πρόβλεψή της ότι η Κονστάνς θα έβρισκε ένα σύζυγο πριν το τέλος της σεζόν, ήταν σίγουρη πως οι στόχοι της προστάτιδάς της ήταν πολύ πιο χαμηλοί από το να της βρει έναν τιτλούχο. Όσο για ~ 52 ~


το φιλί του λόρδου Λέιτον, όσο υπέροχα κι αν την είχε κάνει να αισθανθεί, δεν ήταν κάτι πάνω στο οποίο θα έκανε η Κονστάνς την ανοησία να στηρίξει τις ελπίδες της. Ήταν σίγουρη πως γι’ αυτόν δεν σήμαινε τίποτε. Στην καλύτερη περίπτωση, έδειχνε ότι την έβρισκε ελκυστική· στη χειρότερη, ότι το είχε συνήθεια να φιλάει κάθε κοπέλα που ξεμονάχιαζε. Δεν σήμαινε πως ενδιαφερόταν σοβαρά γι’ αυτή· στην πραγματικότητα, πιθανότατα σήμαινε ακριβώς το αντίθετο. Στο κάτω κάτω, ένας τζέντλεμαν δεν κάνει απρεπείς χειρονομίες σε μια γυναίκα που σκοπεύει να παντρευτεί. Αυτές τις κάνει μόνο στις γυναίκες που προορίζει για ερωμένες του. Βέβαια, εκείνη δεν είχε καμιά πρόθεση να γίνει ερωμένη του. Ένα φλερτάκι όμως... αυτό ήταν εντελώς διαφορετική υπόθεση. Η Κονστάνς έστρεψε το πρόσωπό της προς το παράθυρο για να κρύψει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της. Ανυπομονούσε να έρθει η αυριανή μέρα. Θα ήταν ευχάριστο να τη δει και μια φορά ο λόρδος Λέιτον στις ομορφιές της. Η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε ένα μεγάλο κτίριο από κόκκινα τούβλα. Ο Λέιτον κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Α, φτάσαμε». Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. «Σας ευχαριστώ για την ευχάριστη διαδρομή», τους είπε και έκανε μια υπόκλιση. «Ανυπομονώ να σας δω αύριο βράδυ». Κάρφωσε το βλέμμα του στην Κονστάνς και πρόσθεσε: «Χαίρομαι πολύ που σας ξαναβρήκα, δεσποινίς Γούντλι. Θέλω να μου υποσχεθείτε ότι θα μου χαρίσετε το πρώτο βαλς». Η Κονστάνς του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν μπορούσε να του αντισταθεί. «Σας το υπόσχομαι». «Τότε σας αποχαιρετώ». Ο υποκόμης έκλεισε την πόρτα κι έκανε ένα βήμα πίσω για να συνεχίσει η άμαξα το δρόμο της. «Ο αδερφός σου είναι πολύ ευπαρουσίαστος άντρας», είπε η Κονστάνς ύστερα από λίγο. «Ναι». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε τρυφερά. «Είναι εύκολο να συμπαθήσεις τον Ντόμινικ. Αλλά δεν είναι απλά ένας ανέμελος νέος, όπως φαντάζονται οι περισσότεροι. Πολέμησε στη Χερσόνησο». «Αλήθεια;» Η Κονστάνς κοίταξε έκπληκτη τη Φραντσέσκα. «Ήταν στο στρατό;» Αυτό ήταν ασυνήθιστο για το μεγάλο γιο μιας οικογένειας, τον κληρονόμο. Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Στους Ουσάρους. Τραυματίστηκε μάλιστα. Αλλά, ευτυχώς, επέζησε. Και ~ 53 ~


μετά, φυσικά, όταν πέθανε ο Τέρενς και έγινε κληρονόμος ο Ντομ, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το στρατό. Νομίζω ότι του λείπει». Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, καταλαβαίνοντας τώρα την κατάσταση. Συνηθιζόταν ο δεύτερος γιος να κατατάσσεται στο στρατό ή στο διπλωματικό σώμα ή να γίνεται κληρικός, αν όμως ο μεγάλος γιος πέθαινε και γινόταν κληρονόμος ο νεότερος, αυτόματα το μέλλον του άλλαζε. Μια μέρα θα κληρονομούσε τα πλούτη και τις ευθύνες της οικογενειακής περιουσίας, επομένως έπρεπε να παραιτηθεί από την καριέρα που είχε επιλέξει. Εξάλλου, δεν ήταν σωστό ο κληρονόμος να διακινδυνεύει τη ζωή του στον πόλεμο. Για τους αριστοκράτες η κληρονομιά ήταν το παν. «Και έτσι τώρα που είναι ο κληρονόμος τον έχουν βάλει στο μάτι όλες οι ανύπαντρες δεσποσύνες». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Ναι, ο κακομοίρης. Και δεν το διασκεδάζει καθόλου. Υποθέτω πως υπάρχουν άντρες που ξετρελαίνονται για τέτοιου είδους δημοτικότητα, αλλά όχι ο Ντομ. Βέβαια, κάποια μέρα θα πρέπει να παντρευτεί, αλλά υποπτεύομαι πως θα το αναβάλει όσο περισσότερο μπορεί. Του αρέσει να φλερτάρει». Η Κονστάνς αναρωτήθηκε μήπως η Φραντσέσκα προσπαθούσε να την προειδοποιήσει διακριτικά να μη ρισκάρει την καρδιά της με τον αδερφό της. Την κοίταξε, αλλά δεν διέκρινε κάποιο κρυφό μήνυμα στο γοητευτικό πρόσωπό της. Όπως και να είχε το πράγμα, η Κονστάνς δεν χρειαζόταν προειδοποίηση. Ήξερε πολύ καλά ότι ένας άντρας με το κύρος του λόρδου Λέιτον δεν θα παντρευόταν μια γυναίκα σαν κι εκείνη. Είπε όμως στον εαυτό της πως, εφόσον το ήξερε αυτό, εφόσον θα πρόσεχε να μην του χαρίσει την καρδιά της, δεν θα ήταν κακό να φλερτάρει λίγο μαζί του. Θα μπορούσε να χορέψει μαζί του, να γελάσει, να διασκεδάσει. Στο κάτω κάτω, αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε λογικά να περιμένει από αυτή τη σεζόν. Όταν έφτασαν στο σπίτι που είχαν νοικιάσει η θεία και ο θείος της, η λαίδη Χόξτον κατέβηκε από την άμαξα και μπήκε μαζί με την Κονστάνς. Η θεία Μπλανς γούρλωσε τα μάτια της όταν είδε τα κουτιά που μετέφερε μέσα ο αμαξάς της λαίδης, με την Κονστάνς να κουβαλάει ακόμα περισσότερα και ακόμα και τη λαίδη Χόξτον να κρατάει κάποιες σακούλες. «Λαίδη μου! Ω Θεέ μου. Άννι, έλα και πάρε αυτά τα πράγματα ~ 54 ~


από τη λαίδη. Τι...» Η θεία Μπλανς σταμάτησε και κοίταξε σαστισμένη πρώτα την ανιψιά της και μετά τη λαίδη Χόξτον. «Δεν αγοράσαμε όλα τα καταστήματα, λαίδη Γούντλι», την καθησύχασε πρόσχαρα η Φραντσέσκα. «Πιστεύω, πάντως, πως με την ανιψιά σας ανοίξαμε κάποιο ρήγμα στο στοκ της Όξφορντ Στρητ». «Κονστάνς;» ρώτησε η θεία Μπλανς. «Εσύ τα αγόρασες όλα αυτά;» «Ναι», της απάντησε η Κονστάνς. «Η λαίδη Χόξτον με έπεισε ότι η γκαρνταρόμπα μου υστερούσε αισθητά». «Κονστάνς!» αναφώνησε γελώντας η Φραντσέσκα. «Ποτέ δεν είπα τέτοιο πράγμα. Θα κάνεις τη θεία σου να πιστέψει ότι είμαι η πιο ανάγωγη γυναίκα στον κόσμο. Εγώ απλά πρότεινα να προσθέσεις μερικά ψιλοπράγματα». Η Φραντσέσκα γύρισε στη λαίδη Γούντλι. «Πιστεύω ότι οι νέες κοπέλες σπάνια συνειδητοποιούν πόσα φορέματα θα χρειαστούν για τη σεζόν, δε συμφωνείτε;» Όπως το περίμενε, η λαίδη Γούντλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, μη τολμώντας να διαφωνήσει με μία από τις πιο ονομαστές αριστοκράτισσες. «Ναι, αλλά... ε, Κονστάνς, αυτό ήταν κάπως ξαφνικό». «Ναι, το ξέρω. Είμαι όμως σίγουρη ότι έχω αρκετό χώρο στην ντουλάπα μου για όλα. Η λαίδη Χόξτον είχε επίσης την ευγένεια να με βοηθήσει να ξεδιαλέξω τα φορέματά μου και να δω πώς μπορώ να τα βελτιώσω». Ακούγοντας το νέο ότι μία από τις πιο κομψές και αριστοκρατικές γυναίκες της υψηλής κοινωνίας του Λονδίνου θα ανέβαινε στο δωματιάκι της ανιψιάς της για να ψαχουλέψει τα λιγοστά φτηνιάρικα φορέματά της, η θεία Μπλανς έδειξε να διχάζεται ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την ντροπή. «Μα, λαίδη μου, ειλικρινά... θέλω να πω, η Κονστάνς δε θα έπρεπε ποτέ να σας ζητήσει κάτι τέτοιο», είπε στο τέλος τραυλίζοντας. «Ω, δε μου το ζήτησε», την καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Εγώ προσφέρθηκα. Τρελαίνομαι να ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μιας κοπέλας. Είναι μεγάλη πρόκληση, δε συμφωνείτε;» Η Φραντσέσκα ανέβηκε τις σκάλες πίσω από την Κονστάνς, με τη λαίδη Γούντλι ξοπίσω τους να μουρμουρίζει προσφορές για τσάι ή ~ 55 ~


αναψυκτικά, που διακόπτονταν από παραινέσεις προς την Κονστάνς να μη γίνει φόρτωμα στη λαίδη Χόξτον. Όταν έφτασαν στην πόρτα του δωματίου της Κονστάνς, η θεία Μπλανς δίστασε. Το δωματιάκι, που μετά βίας χωρούσε ένα κρεβάτι, μια καρέκλα και την ντουλάπα, έδειχνε ακόμα πιο μικρό με όλα εκείνα τα πακέτα μέσα και σίγουρα δεν χωρούσε και τις τρεις τους, αλλά η λαίδη Γούντλι δεν ήθελε να φύγει και να αφήσει τη λαίδη Χόξτον. Έτσι έμεινε στην πόρτα συνεχίζοντας τη φλυαρία της, ενώ η Φραντσέσκα και η Κονστάνς έβγαλαν τα φορέματα και τα άπλωσαν στο κρεβάτι. «Τι λίγα φορέματα που έφερες, αγάπη μου», τιτίβισε η θεία Μπλανς. «Σου είπα ότι θα έπρεπε να φέρεις περισσότερα μαζί σου. Αλλά, βέβαια, καμιά κοπέλα δεν μπορεί να φανταστεί πόσα φορέματα θα χρειαστεί». Κοίταξε μ’ ένα συνωμοτικό βλέμμα τη Φραντσέσκα, σαν να της έλεγε πως εκείνες οι δύο ήταν παλιές καραβάνες. «Αλλά, βέβαια, η Κονστάνς ήρθε εδώ ως απλή συνοδός των κοριτσιών». «Μα τι ανοησίες είναι αυτές», την έκοψε η λαίδη Χόξτον. «Η Κονστάνς είναι πολύ νέα για συνοδός... και είμαι σίγουρη ότι θα της το είπατε κι εσείς». «Ω, ναι, βέβαια!» αναφώνησε η θεία Μπλανς. «Αλλά τι μπορώ να κάνω; Η Κονστάνς έχει πολύ κλειστό χαρακτήρα και, εξάλλου, έχει περάσει προ πολλού την ηλικία για να κάνει το ντεμπούτο της». Η Φραντσέσκα πλατάγισε υπεροπτικά τη γλώσσα της. «Η Κονστάνς έχει ακόμα πολλά χρόνια μπροστά της για να φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Αρκεί να της ρίξεις μια ματιά για να καταλάβεις πόσο γελοίο είναι να βάζει κανείς ηλικιακά όρια στο ντεμπούτο μιας κοπέλας. Κάποιες γυναίκες είναι πολύ πιο όμορφες σ’ αυτή την ηλικία απ’ ό,τι ήταν την εποχή που άφησαν τα θρανία. Είμαι σίγουρη ότι θα το έχετε προσέξει κι εσείς». «Ε...» Η θεία Μπλανς άφησε τη φράση της να σβήσει αμήχανη. Δεν μπορούσε να διαφωνήσει με τη λαίδη Χόξτον, ιδιαίτερα τη στιγμή που εκείνη έδενε τόσο κομψά τις σκέψεις της με τις δικές της. Η λαίδη Γούντλι έμεινε να παρακολουθεί τη Φραντσέσκα και την Κονστάνς να ταιριάζουν κορδέλες και δαντέλες με κάποια από τα φορέματα, να απορρίπτουν άλλα ως ακατάλληλα για οτιδήποτε άλλο ε~ 56 ~


κτός από πρόχειρη καθημερινή χρήση και να κουβεντιάζουν για βαθύτερα ντεκολτέ και προσθήκες φουρό ή ουράς, για αντικαταστάσεις μανικιών με άλλα που θα δημιουργούσαν αντίθεση. Η Κονστάνς είχε νιώσει κάποια ντροπή παρουσιάζοντας στη Φραντσέσκα την ασήμαντη γκαρνταρόμπα της, αλλά εκείνη είχε αντιδράσει πολύ φυσικά, χωρίς να κάνει καμιά κριτική. Το μάτι της έκοβε στα χρώματα και στο στυλ, γεγονός που δεν εξέπληξε την Κονστάνς. Αρκούσε να της ρίξει κανείς μια ματιά για να καταλάβει ότι ήταν καλλιτέχνις σε ό,τι αφορούσε τα ρούχα. Αλλά της Κονστάνς της φάνηκε αρκετά περίεργο ότι μια γυναίκα σαν τη λαίδη Χόξτον ήξερε τόσο καλά πώς να μεταποιήσει, να εκμοντερνίσει και γενικά να ανανεώσει μια γκαρνταρόμπα. Ήταν περίεργο επίσης το γεγονός ότι ήξερε πού ακριβώς μπορούσε να αγοράσει κορδέλες, δαντέλες και άλλα αξεσουάρ σε φτηνές τιμές. Η Κονστάνς αναρωτήθηκε αυθόρμητα μήπως τελικά αντιμετώπιζε και η λαίδη Χόξτον οικονομικά προβλήματα. Δεν είχε ακούσει, βέβαια, κάποια σχετικά κουτσομπολιά , αλλά ήταν φανερό πως η Φραντσέσκα ήταν απόλυτα ικανή να το κρύψει, τουλάχιστον σε ό,τι είχε σχέση με την γκαρνταρόμπα της. Πριν περάσει πολλή ώρα, η Τζορτζιάνα με τη Μάργκαρετ γλίστρησαν στο διάδρομο και στάθηκαν στην πόρτα μαζί με τη μητέρα τους, απ’ όπου παρακολουθούσαν με ύφος εμβρόντητο την Κονστάνς να περιφέρεται στο δωματιάκι. Όταν τελικά η Φραντσέσκα έφυγε, θυμίζοντας στην Κονστάνς ότι το επόμενο απόγευμα την περίμενε στο σπίτι της πριν το χορό, οι δυο κοπέλες γύρισαν στη μητέρα τους και έβαλαν τις φωνές. «Γιατί θα πάει αυτή στο σπίτι της λαίδης Χόξτον;» ρώτησε η Τζορτζιάνα ρίχνοντας ένα απαξιωτικό βλέμμα στην Κονστάνς. «Γιατί δεν μπορούμε να πάμε κι εμείς;» «Θα πάω επειδή με κάλεσε η λαίδη Χόξτον», της απάντησε ήρεμα η Κονστάνς, αποφεύγοντας να επισημάνει το προφανές συμπέρασμα ότι εκείνες δεν θα πήγαιναν επειδή η λαίδη Χόξτον δεν τις είχε καλέσει. «Αυτό το ξέρω», της πέταξε η Τζορτζιάνα. «Αλλά γιατί; Γιατί κάλεσε εσένα; Γιατί σε πήρε σήμερα μαζί της στα μαγαζιά;» Η Κονστάνς ύψωσε τους ώμους της. Δεν σκόπευε να φανερώσει στους συγγενείς της τα σχέδια που είχε η Φραντσέσκα για εκείνη. ~ 57 ~


«Και πώς αγόρασες όλα αυτά τα πράγματα;» πρόσθεσε η Μάργκαρετ κοιτάζοντας τα φορέματα και τα αξεσουάρ στο κρεβάτι. «Χρησιμοποίησα τα χρήματα που είχα εξοικονομήσει». «Ε, λοιπόν, αν έχεις τόσα χρήματα, θα έπρεπε να σκεφτείς να μας βοηθήσεις λιγάκι», παρατήρησε η θεία Μπλανς. «Έξι χρόνια τώρα σου προσφέρουμε τροφή και στέγη». «Θεία Μπλανς! Το ξέρετε ότι σας δίνω χρήματα κάθε μήνα!» φώναξε η Κονστάνς. «Και πάντα πληρώνω για τα ρούχα μου και τα προσωπικά μου είδη». Η θεία της ύψωσε τους ώμους της, λες και η αντίδραση της Κονστάνς ήταν άσχετη με τη δική της παρατήρηση. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η λαίδη Χόξτον δείχνει τέτοια προτίμηση σ’ εσένα. Μου είναι εντελώς ανεξήγητο. Γιατί δε ζήτησε να πάρει στα μαγαζιά την Τζορτζιάνα;» «Γιατί όχι εμένα;» ρώτησε αγανακτισμένη η Μάργκαρετ. «Εγώ είμαι η μεγαλύτερη», την αντέκρουσε υπεροπτικά η Τζορτζιάνα. Οι δυο κοπέλες άρχισαν να τσακώνονται και η Κονστάνς τους γύρισε την πλάτη για να μαζέψει και να κρύψει τα πράγματα που ήταν σκορπισμένα στο κρεβάτι. Ύστερα από λίγα λεπτά, η θεία και οι ξαδέρφες της έφυγαν για να συνεχίσουν τη συζήτησή τους πιο άνετα στο σαλόνι. Αλλά το θέμα δεν ξεχάστηκε. Η Τζορτζιάνα και η Μάργκαρετ το έθιξαν πάλι στο τραπέζι την ώρα του δείπνου, αναγκάζοντας τον συνήθως ήρεμο και ατάραχο πατέρα τους να τους πει στο τέλος να σωπάσουν. Οι δυο κοπέλες σταμάτησαν μουτρωμένες, ξανάρχισαν όμως τα ίδια μόλις αποσύρθηκε ο πατέρας τους για να πιει το πόρτο του. Η μητέρα τους, φυσικά, συμφωνούσε μαζί τους ότι δεν ήταν ούτε σωστό ούτε δίκαιο να πάρει η λαίδη Χόξτον την Κονστάνς και όχι εκείνες υπό την προστασία της. Η Κονστάνς αποσύρθηκε νωρίς λέγοντας ότι είχε πονοκέφαλο –πράγμα που ήταν αλήθεια, αφού όλο το βράδυ άκουγε τις άλλες να γκρινιάζουν για τη λαίδη Χόξτον. Την επόμενη μέρα έμεινε στο δωμάτιό της όσο γινόταν περισσότερο, κάνοντας τις μικροαλλαγές που είχαν συμφωνήσει με τη Φραντσέσκα στα φορέματά της. Για τις πιο σοβαρές αλλαγές, βέβαια, θα έπρεπε να τα πάρει μαζί της στο σπίτι της λαίδης Χόξτον, για να τις κάνει η επιδέξια καμαριέρα της. ~ 58 ~


Η Κονστάνς σκέφτηκε για μια στιγμή να μην κατέβει ούτε για το μεσημεριανό. Ο σερ Ρότζερ περνούσε συνήθως τη μέρα του στη λέσχη, έτσι δεν θα υπήρχε κανείς να βάλει φρένο στην γκρίνια της Τζορτζιάνα και της Μάργκαρετ. Η μητέρα τους σπάνια τις έλεγχε και, εξάλλου, η Κονστάνς ήξερε πως η θεία της ήταν επίσης δυσαρεστημένη που η λαίδη Χόξτον είχε ξεχωρίσει εκείνη από την υπόλοιπη οικογένεια. Αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν μήπως της απαγόρευε η θεία Μπλανς να πάει στο σπίτι της Φραντσέσκα, μολονότι αυτό θα μπορούσε να βλάψει τα δικά της συμφέροντα. Συχνά, η θεία Μπλανς ήταν το ίδιο αργόστροφη με τις κόρες της και πολύ πιο ξεροκέφαλη. Τελικά όμως η Κονστάνς σκέφτηκε ότι, αν δεν εμφανιζόταν στο γεύμα, μπορεί η θεία της να ισχυριζόταν ότι ήταν άρρωστη και δεν έπρεπε να πάει ούτε στο σπίτι της λαίδης Χόξτον το απόγευμα ούτε στο χορό το βράδυ. Έτσι κατέβηκε, δίνοντας όρκο στον εαυτό της να συγκρατήσει τη γλώσσα και τα νεύρα της, κάτι που συχνά ήταν δύσκολο με τη θεία και τις ξαδέρφες της. Όπως το φοβόταν, η Τζορτζιάνα και η Μάργκαρετ άρχισαν να γκρινιάζουν πάλι για την αδικία, προτού καν καθίσουν στο τραπέζι. Η Κονστάνς έβαλε τα δυνατά της να τις αγνοήσει, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί όταν της είπε η θεία της: «Κονστάνς, νομίζω ότι, εφόσον αυτό το θέμα προκαλεί τέτοια αναστάτωση στο σπίτι, είναι καλύτερα να μην πας στο σπίτι της λαίδης Χόξτον το απόγευμα». Η Κονστάνς την κοίταξε προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της, ενώ πάσχιζε να βρει τον καλύτερο τρόπο για να την αντιμετωπίσει. «Δε θα ήθελα να προσβάλω τη λαίδη Χόξτον, θεία. Κατέχει πολύ υψηλή θέση στην αριστοκρατία και επέμενε να πάω στο σπίτι της σήμερα». «Ναι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα δείξει κατανόηση αν της στείλεις ένα σημείωμα εξηγώντας της ότι δε νιώθεις και τόσο καλά και δεν μπορείς να πας». Το πρόσωπο της λαίδης Γούντλι φωτίστηκε. «Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να πάμε με τα κορίτσια να της δώσουμε οι ίδιες το σημείωμα». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της. «Ναι, αυτό θα ήταν το καλύτερο». Η Κονστάνς ένιωσε το θυμό της να φουντώνει, αλλά τον συγκράτησε. «Μα δε νιώθω καθόλου άρρωστη και θα ήθελα πολύ να πάω το απόγευμα στο σπίτι της λαίδης Χόξτον», απάντησε ήρεμα. «Και δεν ~ 59 ~


είμαι σίγουρη ότι θα της αρέσει αν εμφανιστεί οποιοσδήποτε άλλος στο σπίτι της απρόσκλητος». Η θεία της ύψωσε τα φρύδια της. «Εκείνη ήρθε εδώ. Άρα μπορώ κάλλιστα να την επισκεφθώ κι εγώ». «Δε θα της αρέσει αν δεν πάω», είπε αποφασιστικά η Κονστάνς. «Αν δυσαρεστηθεί, μπορεί να αποσύρει την πρόσκλησή της για τον αποψινό χορό της λαίδης Σίμινγκτον». «Δεν μπορεί να περιμένει να πας σπίτι της αν είσαι άρρωστη». Η θεία Μπλανς της έριξε ένα σκληρό βλέμμα. «Δεν είμαι άρρωστη». Η Κονστάνς της ανταπέδωσε το βλέμμα ανυποχώρητη. «Η λαίδη Χόξτον δε θα το ξέρει αυτό», την αντέκρουσε λογικά η θεία της. «Ναι, θα το ξέρει», της απάντησε ξερά η Κονστάνς. Τα μάτια της θείας Μπλανς άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Πέρασε μια στιγμή μέχρι να καταφέρει να ξαναμιλήσει. «Τολμάς... να με αψηφάς;» «Σκοπεύω να πάω στη λαίδη Χόξτον το απόγευμα», της απάντησε ήρεμα η Κονστάνς. «Δε θέλω να σας αψηφήσω, βέβαια. Γι’ αυτό ελπίζω ότι δε θα μου απαγορεύσετε να το κάνω». Όσο κι αν φαινόταν αδύνατο, η θεία Μπλανς έμεινε ακόμα πιο άναυδη. Έβγαλε μια άναρθρη κραυγή και ύστερα ανοιγόκλεισε το στόμα της χωρίς να βγάλει λέξη, θυμίζοντας εκπληκτικά ψάρι. Η Κονστάνς εκμεταλλεύτηκε την προσωρινή αδυναμία της θείας της να μιλήσει και, γέρνοντας μπροστά, της είπε σοβαρά: «Η λαίδη Χόξτον είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο. Ο πατέρας της είναι κόμης. Είναι φίλη του δούκα του Ρόκφορντ. Μπορεί να κάνει πολλά για σας και τα κορίτσια, και το ξέρετε πολύ καλά. Αλλά θα ήταν εξίσου καταστροφικό για σας να έρθετε σε αντιπαράθεση μαζί της. Σας παρακαλώ, όσο θυμωμένη και να είστε μαζί μου, μην προσβάλετε τη Φραντσέσκα». Η θεία της έβραζε όσο άκουγε το λογύδριό της και η Κονστάνς κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη να της τα ψάλει για τα καλά. Τη στιγμή, όμως, που άνοιγε το στόμα της, κάτι άστραψε στο βλέμμα της, κάτι σαν σύνεση, σαν λογική, και το ξανάκλεισε. «Φραντσέσκα;» είπε στο τέλος. «Σου έδωσε την άδεια να τη φωνάζεις με το μικρό της όνομα;» ~ 60 ~


Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Είχε αναφέρει σκόπιμα τη Φραντσέσκα με το μικρό της όνομα, επειδή η χρήση του υποδήλωνε στενή σχέση. Και χάρηκε που η θεία της το είχε προσέξει. «Σας παρακαλώ», είπε η Κονστάνς. «Το ξέρω πως δε σας αρέσει αυτή η κατάσταση. Σκεφτείτε όμως το χορό απόψε. Σκεφτείτε να διηγείστε στη φίλη σας, την κυρία Μέρτον, τη χτεσινή επίσκεψη της λαίδης Χόξτον στο σπίτι σας. Σκεφτείτε το ενδεχόμενο να μην μπορέσετε να το ισχυριστείτε ξανά στο μέλλον». «Αχάριστο πλάσμα!» γρύλισε η θεία Μπλανς. «Μετά από όσα έχω κάνει για σένα!» «Ξέρω πολύ καλά τι έχετε κάνει για μένα και φρόντισα να τα πω στη λαίδη Χόξτον. Δε θέλω να χαλάσω τις σχέσεις μου μαζί σας». Η Κονστάνς πίεσε τον εαυτό της να διατηρήσει τη φωνή της αποφασιστική και εξίσου ήρεμο και ανυποχώρητο το βλέμμα της. Είχε υποκύψει πολλές φορές στις απαιτήσεις της θείας της επειδή ένιωθε ευγνωμοσύνη απέναντί της και δεν ήθελε να διαταράξει την ηρεμία της ζωής της. Αλλά αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να μην κάνει πίσω, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα ερχόταν σε οριστική ρήξη μαζί της. «Είμαι σίγουρη ότι η φιλία της λαίδης Χόξτον δεν πρόκειται να κρατήσει παραπάνω από αυτή τη σεζόν και μετά οι ζωές μας θα ξαναπάρουν τον κανονικό τους ρυθμό. Σκεφτείτε όμως πόσα θα μπορούσατε να καταφέρετε για τις κόρες σας τους επόμενους μήνες, αν φερθούμε όλες λογικά και δεν κάνουμε καμιά ανοησία». Τα ρουθούνια της θείας Μπλανς πετάρισαν, τα χείλη της σφίχτηκαν θυμωμένα και για μια στιγμή η Κονστάνς φοβήθηκε ότι δεν θα κατάφερνε να συγκρατηθεί. Ύστερα από λίγο, όμως, η ηλικιωμένη γυναίκα ξεροκατάπιε, ξέσφιξε τις γροθιές της και ξεφύσηξε αργά. Άρχισε πάλι να τρώει και είπε ψυχρά: «Φυσικά, δε θα σ’ εμποδίσω να πας στης λαίδης Χόξτον το απόγευμα, παρ’ όλη την αναίδειά σου απέναντί μου. Ανατριχιάζω και μόνο που σκέφτομαι την αντίδραση του καημένου του πατέρα σου, έτσι και σε άκουγε να μου μιλάς μ’ αυτό τον τρόπο». Η Κονστάνς, ξέροντας πολύ καλά τη βαθιά αντιπάθεια που έτρεφε ο «καημένος ο πατέρας της» για τη νύφη του και ότι σκαρφιζόταν κάθε δυνατή δικαιολογία για να λείπει όταν εκείνη πήγαινε να τους επισκεφθεί, σκέφτηκε ότι μάλλον θα χειροκροτούσε τώρα τις πράξεις της. Παρ’ όλα αυτά, συγκρατήθηκε και δεν το είπε στη θεία ~ 61 ~


της. Αποτέλειωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε το φαγητό της, νιώθοντας τα έκπληκτα βλέμματα των ξαδέρφων της πάνω της. Μόλις τέλειωσε, ζήτησε να φύγει και το αίτημά της έγινε δεκτό με ψυχρό ύφος. Ανέβηκε τρέχοντας επάνω, όπου τακτοποίησε τα φορέματα που θα της μεταποιούσε η καμαριέρα της Φραντσέσκα μέσα σε κουτιά και σακούλες που είχε φέρει την προηγούμενη μέρα. Ύστερα κάθισε και περίμενε την άμαξα της λαίδης Χόξτον. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Η Τζένι, η καμαριέρα, της χτύπησε μετά από λίγο την πόρτα και της ανακοίνωσε με κάποιο δέος ότι στο δρόμο την περίμενε μια μεγάλη άμαξα. Η Κονστάνς πίεσε τον εαυτό της να κάνει μια στάση και να αποχαιρετήσει ευγενικά τη θεία και τις ξαδέρφες της. Βρέθηκε αντιμέτωπη με τρία σιωπηλά, οργισμένα βλέμματα. Ήταν φανερό πως θα χρειαζόταν κάποιο χρόνο να αποκαταστήσει τις σχέσεις της μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν μετάνιωνε για ό,τι είχε κάνει, όσο ψυχρή κι αν προμηνυόταν η ατμόσφαιρα στο σπίτι για τις επόμενες βδομάδες. Δεν ξαφνιάστηκε που το Χόξτον Χάουζ, ένα κομψό αρχοντικό από λευκή πέτρα σε κλασικό αναγεννησιακό ρυθμό, βρισκόταν στο κέντρο του Μέιφερ, της πιο αριστοκρατικής συνοικίας του Λονδίνου. Κατεβαίνοντας από την άμαξα, η Κονστάνς κοίταξε την επιβλητική μαύρη σιδερένια περίφραξη και το σπίτι από πίσω και την κυρίεψε ένα συναίσθημα τρόμου. Όταν βρισκόσουν με τη Φραντσέσκα, ήταν εύκολο να ξεχάσεις ότι ήταν απόγονος ανδρών και γυναικών που συναναστρέφονταν βασιλείς και πρίγκιπες –και χήρα ενός άντρα από ανάλογη οικογένεια. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε τι είδους άνθρωπος ήταν ο σύζυγός της. Η Φραντσέσκα δεν της τον είχε αναφέρει καθόλου, ακόμα κι όταν μιλούσαν για το γάμο και την αγάπη. Η Κονστάνς δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Ήξερε πως ο άντρας της είχε πεθάνει πριν από αρκετά χρόνια και ότι η Φραντσέσκα δεν είχε ξαναπαντρευτεί ποτέ. Κυκλοφορούσε μια ρομαντική φήμη ότι είχε αγαπήσει πάρα πολύ το λόρδο Χόξτον ώστε να σκεφτεί να παντρευτεί κάποιον άλλο. Παρ’ όλα αυτά, η Κονστάνς σκεφτόταν ότι μπορεί να συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο –ότι ο πρώτος της σύζυγος την είχε κάνει να σιχαθεί εντελώς το γάμο. Η όποια ανησυχία είχε προκαλέσει στην Κονστάνς η μεγαλοπρέπεια του σπιτιού εξαφανίστηκε στη στιγμή, όταν είδε τη λαίδη Χόξτον ~ 62 ~


να κατεβαίνει τη σκάλα με τα χέρια απλωμένα προς το μέρος της. «Κονστάνς! Έλα πάνω στο δωμάτιό μου. Η Μέιζι έκανε πάλι το θαύμα της. Δε βλέπω την ώρα να το δεις κι εσύ». Η λαίδη έκανε μια κίνηση με το χέρι της και αμέσως ένας υπηρέτης έτρεξε να πάρει τα πακέτα της Κονστάνς, ενώ εκείνη την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στη μεγάλη καμπυλωτή σκάλα που έβγαζε στον πάνω όροφο. «Έχεις πολύ όμορφο σπίτι», της είπε με θαυμασμό η Κονστάνς. «Ναι. Η λαίδη Χόξτον –εννοώ τη μητέρα του άντρα μου– είχε καταπληκτικό γούστο. Η διακόσμηση είναι δικό της έργο. Αν την είχε αφήσει στο γέρο λόρδο Χόξτον, πολύ φοβάμαι ότι θα κυριαρχούσαν οι σκηνές κυνηγιού και τα πελώρια, σκούρα ιακωβιανά έπιπλα». Ανατρίχιασε. «Βέβαια, είναι πολύ μεγάλο για να το συντηρήσει κανείς. Έχω κλείσει εντελώς την ανατολική πτέρυγα», κατέληξε δείχνοντας προς την άλλη μεριά της σκάλας. Η Φραντσέσκα οδήγησε την Κονστάνς στην κρεβατοκάμαρά της, ένα μεγάλο, ευχάριστο δωμάτιο με θέα στον ήσυχο κήπο στο πίσω μέρος. Είχε παράθυρα σε δύο τοίχους, έτσι ήταν γεμάτο φως και απαλό καλοκαιρινό αεράκι. Ήταν πολύ θηλυκά επιπλωμένο, αλλά χωρίς υπερβολές. Τα έπιπλα ήταν καλόγουστα και κομψά και υπήρχε άφθονος χώρος για να κινηθείς, μια και η Φραντσέσκα δεν είχε τη μανία άλλων κυριών να πήζουν τους χώρους με έπιπλα. Εκεί τις περίμενε μια κομψά ντυμένη καμαριέρα, με ένα μπλε φόρεμα απλωμένο στο κρεβάτι δίπλα της. Η καμαριέρα γύρισε κι έκανε μια μικρή υπόκλιση προς το μέρος της Κονστάνς και της Φραντσέσκα. «Ω, είναι υπέροχο, Μέιζι», είπε η Φραντσέσκα και πλησίασε να δει το φόρεμα. «Κονστάνς, έλα να δεις. Αυτό είναι το φόρεμα που σου έλεγα. Η Μέιζι το μεταποίησε ήδη. Έβγαλε τη βαριά μπορντούρα στο γιακά και το κορσάζ». Της έδειξε το ύφασμα με τα μπλε τριγωνάκια. «Έβγαλε επίσης τα μανίκια – ήταν πολύ μακριά. Στη συνέχεια, έραψε μια τουνίκ από πιο ανοιχτό, διάφανο βουάλ και πρόσθεσε κοντά φουσκωτά μανίκια –νομίζω ότι είναι πιο νεανικό, πιο κατάλληλο για την ηλικία σου». «Κάντε μου τη χάρη να το δοκιμάσετε, δεσποινίς», είπε η Μέιζι στην Κονστάνς. «Απ’ ό,τι βλέπω, θα χρειαστεί μόνο λίγη δαντέλα στον ποδόγυρο». ~ 63 ~


«Είναι υπέροχο», της απάντησε η Κονστάνς μαγεμένη. Η Μέιζι τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμά της και να φορέσει αυτό που της είχε μεταποιήσει. Η Κονστάνς γύρισε κι έριξε μια ματιά στον καθρέφτη, ενώ η Μέιζι κούμπωνε τα κουμπιά στην πλάτη της. Η εικόνα τής έκοψε την ανάσα. Έδειχνε πιο νέα και πιο όμορφη. Άστραφτε, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η ομορφιά που αντίκριζε στον καθρέφτη αποτύπωνε την εσωτερική ευτυχία της. «Είναι τέλειο. Ω λαίδη... Φραντσέσκα, δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω». Η Φραντσέσκα χτύπησε ενθουσιασμένη παλαμάκια. «Δε χρειάζεται. Η έκφρασή σου μου αρκεί. Το ήξερα ότι αυτό το φόρεμα ήταν τέλειο για σένα. Δε σ’ το είπα ότι η Μέιζι είναι ιδιοφυΐα με τη βελόνα;» «Πράγματι, είχες δίκιο». Η Κονστάνς δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί και ξανακοίταξε την εικόνα της στον καθρέφτη, ενώ η Μέιζι γονάτισε για να καρφιτσώσει τη δαντέλα στον ποδόγυρο. Το μπλε τόνιζε απίθανα το δέρμα και τα μάτια της και τα στήθη της πρόβαλλαν από το βαθύ ντεκολτέ μ’ έναν τρόπο που θα ήταν ίσως πολύ προκλητικός, αν δεν υπήρχε η λευκή δαντέλα που το στόλιζε και τα σχεδόν κοριτσίστικα φουσκωτά μανίκια. «Νομίζω πως χρειάζεται να φορέσεις ένα απλό κόσμημα στο λαιμό», είπε η Φραντσέσκα κοιτάζοντάς την. «Ένα μενταγιόν, για παράδειγμα. Και έχω ένα σάλι που θα του πηγαίνει τέλεια». Όταν η Κονστάνς πήγε να διαμαρτυρηθεί, η Φραντσέσκα την έκοψε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. «Θα σου το δανείσω, έτσι δε θα έχεις καμιά υποχρέωση», της είπε. Όταν η Μέιζι καρφίτσωσε όλη τη δαντέλα, η Κονστάνς και η Φραντσέσκα έβγαλαν τα υπόλοιπα φορέματα που είχε φέρει η Κονστάνς και συζήτησαν μαζί της τους τρόπους που θα μπορούσαν να τα μεταποιήσουν χρησιμοποιώντας τα υλικά και τα αξεσουάρ που είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Πέρασαν το υπόλοιπο απόγευμα κουβεντιάζοντας πρόσχαρα για ποδόγυρους, ντεκολτέ, τουνίκ και φουρό. Ύστερα η Μέιζι έφυγε για να τελειώσει το φόρεμα που θα φορούσε η Κονστάνς εκείνο το βράδυ και εκείνες κάθισαν να κόψουν την μπλε κορδέλα που είχαν αγοράσει την προηγούμενη μέρα και να δέσουν τους μικροσκοπικούς φιόγκους που θα έραβε η Μέιζι πάνω στη δαντέλα. ~ 64 ~


Έκαναν ένα διάλειμμα για να πάρουν το τσάι τους στη σκιά του πίσω κήπου και στη συνέχεια ξαναμπήκαν για να αρχίσουν να ετοιμάζονται για το πάρτι. Κουβέντιαζαν και γελούσαν όσο η Μέιζι τις βοηθούσε να φορέσουν τις τουαλέτες τους και χτένιζε τα μαλλιά τους. Η Κονστάνς δεν θυμόταν να είχε ξαναδιασκεδάσει τόσο πολύ. Έτσι πρέπει να είναι η ζωή όταν έχεις μια αδερφή, σκέφτηκε –ή αν ετοιμαζόταν μαζί με τις ξαδέρφες της, αντί να τις βοηθάει να ντυθούν και να χτενιστούν ή να ψάχνει να βρει τα γάντια και τις βεντάλιες τους. Όταν ετοιμάστηκαν, η Φραντσέσκα χαμογέλασε στην Κονστάνς σαν περήφανη μητέρα κι εκείνη πήγε στον καθρέφτη για να ρίξει μια τελευταία ματιά στον εαυτό της. «Ω Θεέ μου». Το επιφώνημα ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη της. Τα μαλλιά της ήταν σηκωμένα ψηλά σε μια μάζα από μπούκλες και ανάλαφρα τσουλούφια πλαισίωναν το πρόσωπό της. Οι σκουροκάστανες μπούκλες της έλαμπαν ζεστές και πλούσιες στην απαλή λάμψη των κεριών και οι κοκκινωπές ανταύγειες αιχμαλώτιζαν το φως. Τα μπλε μεταξωτά μπουμπούκια που της είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα η Φραντσέσκα ήταν στερεωμένα στη βάση της μάζας από μπούκλες. Το μπλε φόρεμα της ερχόταν τέλεια, το κορσάζ αγκάλιαζε το στήθος της, ενώ οι πτυχές της φούστας έπεφταν ελεύθερες και αναδεύονταν με κάθε της κίνηση. Η έξαψη έδινε χρώμα στα μάγουλά της και λάμψη στα μεγάλα γκρίζα μάτια της. Δεν είχε ξαναδεί πότε τόσο όμορφο τον εαυτό της. «Α, νομίζω ότι ακούω τη φωνή του Ντομ κάτω», είπε η Φραντσέσκα και, βγαίνοντας από το δωμάτιο, κατέβηκαν μαζί την καμπυλωτή σκάλα. Ο λόρδος Λέιτον στεκόταν στο χολ, στη βάση της σκάλας, και, ακούγοντάς τες να πλησιάζουν, γύρισε και τις κοίταξε. Κοκάλωσε και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα μόλις αντίκρισε την Κονστάνς. Ασυνείδητα, έκανε ένα βήμα μπροστά. Η ελαφρά ξαφνιασμένη έκφρασή του ήταν ό,τι ήλπιζε η Κονστάνς. «Δεσποινίς Γούντλι», της είπε ανακτώντας αμέσως την ψυχραιμία του και έκανε μια υπόκλιση. «Μου κόψατε την ανάσα». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Πρόσεχέ τον, Κονστάνς», είπε ανάλαφρα. «Μπορεί να γοητεύσει ακόμα και τα πουλιά στα δέντρα». ~ 65 ~


«Το ξέρω ότι είναι τρομερός κόλακας», απάντησε το ίδιο ανάλαφρα η Κονστάνς. «Με αδικείτε και οι δυο σας», τις αντέκρουσε ο Λέιτον και, παίρνοντας το χέρι που του άπλωσε η αδερφή του, έκανε μια μικρή υπόκλιση. Ύστερα επανέλαβε το ίδιο με την Κονστάνς. Ένα ρίγος τη διαπέρασε όταν τα χείλια του άγγιξαν το χέρι της, ακόμα και πάνω από το γάντι. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ακόμα περισσότερο. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον Ντόμινικ και είδε ότι την κοίταζε έντονα. Η έκφραση που είχαν τα βαθυγάλανα μάτια του έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά στο στήθος της. «Να θυμάστε ότι μου έχετε υποσχεθεί τον πρώτο χορό, δεσποινίς Γούντλι», της είπε ήρεμα. «Δε θα το ξεχάσω, λόρδε μου», του απάντησε η Κονστάνς και βγήκε από την πόρτα πριν από εκείνον, νιώθοντας την προσμονή της να φουντώνει. Απόψε θα ήταν η αρχή μιας νέας ζωής, σκέφτηκε. Και δεν ήξερε αν αυτό ήταν προσευχή ή κάτι που την τρόμαζε.

~ 66 ~


Κεφάλαιο 5

Η Κονστάνς ένιωσε τη ζεστασιά του χεριού του όταν ο Λέιτον τη βοήθησε να ανέβει στην άμαξα. Καθώς η άμαξα απομακρυνόταν από το σπίτι, κατάλαβε πως την παρακολουθούσε, παρ’ όλο που το φως στο εσωτερικό της άμαξας ήταν λιγοστό. «Θα πας την άλλη βδομάδα στο Ρέντφιλντς, Ντομ;» ρώτησε η Φραντσέσκα. Η Κονστάνς είδε το μορφασμό του και σκέφτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν και πολύ πιθανό. «Όχι, αν βρω κάτι καλύτερο να κάνω», απάντησε εκείνος και πρόσθεσε: «Και δε νομίζω πως θα είναι δύσκολο». «Θα έπρεπε να πας. Έχεις καθήκον στην οικογένεια, ξέρεις. Τώρα που είσαι ο κληρονόμος». Εκείνος ύψωσε αδιάφορα τους ώμους. «Δε νομίζω ότι θα τους λείψω». «Και βέβαια θα τους λείψεις. Όλοι ρωτούν πάντα για σένα». Ο Λέιτον ύψωσε με σκεπτικισμό το φρύδι του. «Ο κόμης και η κόμισσα;» Μα δεν είναι οι γονείς του ο κόμης και η κόμισσα; αναρωτήθηκε η Φραντσέσκα. Της φάνηκε περίεργο να αναφέρεται σ’ αυτούς με τόση επισημότητα. Σκέφτηκε ότι μπορεί να κληρονομούσε την περιουσία από κάποιο θείο του, αλλά όχι, ήταν σίγουρη ότι η Φραντσέσκα της είχε πει ότι ο Λέιτον έγινε κληρονόμος μετά το θάνατο του μεγάλου τους αδερφού. Δεν φαινόταν όμως να υπάρχει ιδιαίτερη αγάπη ανάμεσα στον Ντόμινικ και τους γονείς του, αν έκρινε μάλιστα από τη σιωπή της Φραντσέσκα στην ερώτησή του. Ο Λέιτον χαμογέλασε αχνά στην αδερφή του. «Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί εσύ εξακολουθείς να πηγαίνεις». ~ 67 ~


«Επειδή έχω τη φρικτή συνήθεια να κάνω αυτό που περιμένουν οι άλλοι από μένα». «Και ελπίζεις να με καταφέρεις να κάνω κι εγώ το ίδιο;» τη ρώτησε εκείνος ανάλαφρα. «Όχι. Προσπαθώ να κάνω την παραμονή μου εκεί πιο ευχάριστη», του απάντησε χαμογελώντας και ένα λακκάκι σχηματίστηκε στο μάγουλό της. «Το ξέρεις πως η μητέρα και ο πατέρας έχουν την τάση να καλούν τους πιο βαρετούς ανθρώπους στον κόσμο. Απλά κάνω μια προσπάθεια να υπάρχει λίγη ζωντάνια». Τα μάτια της άστραψαν και γύρισε ενθουσιασμένη στην Κονστάνς. «Πρέπει να έρθεις μαζί μου». Η Κονστάνς την κοίταξε έκπληκτη. «Στην επίσκεψη που θα κάνεις στους γονείς σου;» «Δεν είναι μια απλή οικογενειακή συγκέντρωση», την καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Οι γονείς μας δίνουν ένα μεγάλο πάρτι στο Ρέντφιλντς κάθε χρόνο. Αυτό είναι το εξοχικό μας. Είναι ένα τεράστιο κτήμα και έχουν δεκάδες καλεσμένους». «Ο πατέρας, η μητέρα μας κι ένα τσούρμο βαρετοί προσκεκλημένοι δεν είναι και τόσο δελεαστική πρόταση, Φραντσέσκα», της επισήμανε ο αδερφός της χαμογελώντας. «Ω, μα δε θα είναι βαρετοί», επέμεινε η Φραντσέσκα με πάθος κοιτάζοντας την Κονστάνς. «Μην το σκέφτεσαι αυτό. Θα φροντίσω να καλέσω μερικούς ενδιαφέροντες ανθρώπους». Τα μάτια της έλαμπαν και μπορούσες να μαντέψεις τις σκέψεις που κλωθογύριζαν στο μυαλό της. Η Κονστάνς είχε την υποψία ότι λέγοντας «ενδιαφέροντες ανθρώπους», η Φραντσέσκα εννοούσε πιθανούς γαμπρούς. Η υποψία της επιβεβαιώθηκε όταν άκουσε τη φίλη της να προσθέτει: «Θα είναι μια καταπληκτική ευκαιρία για σένα να γνωρίσεις κόσμο». «Μα οι γονείς σου ούτε καν με ξέρουν», διαμαρτυρήθηκε αυτόματα η Κονστάνς, αν και η προοπτική να πάει σ’ ένα πάρτι στην εξοχή ήταν δελεαστική. «Αυτό δεν έχει σημασία. Και θα βρίσκονται εκεί άνθρωποι που γνωρίζεις. Θα είμαι εγώ εκεί και θα είναι και ο φίλος μου, ο σερ Λούσιεν Τάλμποτ. Θα σου τον γνωρίσω απόψε. Και θα είναι εκεί και ο Ντόμινικ». ~ 68 ~


«Θα είμαι;» επανέλαβε εκείνος, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Ναι, φυσικά και θα είσαι. Αρκετά τους έχεις αποφύγει. Είναι καιρός πια να τους επισκεφθείς, και το ξέρεις. Δε νομίζεις ότι θα είναι πολύ ευκολότερο μ’ ένα σπίτι γεμάτο κόσμο;» «Μπορεί να έχεις δίκιο». Η Κονστάνς αναρωτήθηκε τι είδους πρόβλημα υπήρχε ανάμεσα στο λόρδο Λέιτον και στους γονείς του. Απ’ ό,τι φαινόταν, τους απέφευγε καιρό, και δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που θα μπορούσε να χωρίσει έναν πατέρα από τον κληρονόμο του. Η άμαξά τους σταμάτησε πίσω από μια σειρά άλλες, από τις οποίες κατέβαιναν οι καλοντυμένοι προσκεκλημένοι. Ο Λέιτον κατέβηκε και άπλωσε το χέρι του πρώτα στην αδερφή του και ύστερα στην Κονστάνς για να τις βοηθήσει να κατέβουν. Μια κυρία από μια άλλη άμαξα πλησίασε αμέσως τη Φραντσέσκα και την παρέσυρε μιλώντας της ζωηρά. Ο λόρδος Λέιτον πρόσφερε στην Κονστάνς το μπράτσο του και ακολούθησαν με πιο αργό βήμα. Η Κονστάνς ήλπιζε ότι ο υποκόμης δεν αντιλαμβανόταν το ελαφρό τρέμουλο των δαχτύλων της πάνω στο μπράτσο του. Η τόσο στενή επαφή την αναστάτωνε και το κεφάλι της είχε αδειάσει από κάθε σκέψη. Η σιωπή παρατάθηκε και η Κονστάνς ένιωσε αμηχανία. Πάσχισε απεγνωσμένα να βρει κάτι να πει. «Τελικά θα πάτε στο πάρτι στο Ρέντφιλντς;» «Ίσως». Ο Λέιτον ανασήκωσε τους ώμους του και την κοίταξε χαμογελαστός. Τα βαθυγάλανα μάτια του άστραψαν. «Η ιδέα θα μου είναι πιο ευχάριστη αν θα βρίσκεστε κι εσείς εκεί». Τα λόγια του την άφησαν ξέπνοη, αλλά πάσχισε να το παίξει άνετη. «Πολύ φοβάμαι, σερ, ότι είστε τρομερό πειραχτήρι». Εκείνος γέλασε. «Με παρεξηγείτε, δεσποινίς Γούντλι». Η Κονστάνς πρόσεξε ότι ουσιαστικά δεν είχε αρνηθεί τα λόγια της και αυτό την έκανε να νιώσει κάποια απογοήτευση. Μην είσαι ανόητη, μάλωσε τον εαυτό της. Ήταν φανερό τι είδους άνθρωπος ήταν ο λόρδος Λέιτον. Το είχε καταλάβει από τη στιγμή που την είχε φιλήσει στο πάρτι τις προάλλες. Την είχε προειδοποιήσει ακόμα και η αδερφή του. Αλλά αυτό ακριβώς ήθελε κι εκείνη –να φλερτάρει και να διασκεδάσει. Αυτός ήταν ο σκοπός αυτής της μοναδικής της σεζόν. Να ~ 69 ~


χορέψει, να γελάσει και να διασκεδάσει. Ό,τι και να πίστευε η Φραντσέσκα, η Κονστάνς δεν σκόπευε να ψάξει για σύζυγο. Ήθελε απλά να έχει κάτι να θυμάται. Έφτασαν τη Φραντσέσκα στην είσοδο του αρχοντικού των Σίμινγκτον, κι εκείνη στράφηκε προς το μέρος τους ανακουφισμένη, εγκαταλείποντας την πληθωρική παρέα της. Στάθηκαν στη σειρά πίσω από τους υπόλοιπους καλεσμένους που ανέβαιναν τη σκάλα. Κάποιοι από αυτούς που βρίσκονταν κοντά τους χαιρέτησαν τη Φραντσέσκα και τον αδερφό της, ενώ πολλοί άλλοι έρχονταν να τους χαιρετήσουν και μετά επέστρεφαν στη σειρά τους. Η Κονστάνς αντιλήφθηκε πολλούς να ρίχνουν περίεργα βλέμματα προς το μέρος της. Η Φραντσέσκα τη σύστησε σε έναν απίστευτο αριθμό ανθρώπων. Η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως ποτέ δεν θα κατάφερνε να θυμηθεί όλα αυτά τα ονόματα. Κάποια στιγμή η φίλη της γύρισε και της ψιθύρισε στο αυτί: «Έχεις φοβερό σουξέ απόψε». «Σοβαρά;» Η Κονστάνς την κοίταξε έκπληκτη. Είχε προσέξει τα περίεργα βλέμματα, αλλά είχε σκεφτεί ότι ο κόσμος απλώς αναρωτιόταν γιατί μια άγνωστη είχε φτάσει στο πάρτι μαζί με τη λαίδη Χόξτον και το λόρδο Λέιτον. «Ω, ναι». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της μ’ ένα μικρό, ικανοποιημένο χαμόγελο. «Αναρωτιούνται ποια είναι αυτή η όμορφη γυναίκα που μας συντροφεύει». Η Κονστάνς γέλασε. «Σίγουρα δεν είμαι εγώ αυτή». «Είναι αλήθεια!» διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Γιατί νομίζεις πως έσπευσαν τόσοι πολλοί να μας χαιρετήσουν; Επειδή ήθελαν να σε γνωρίσουν». Η Κονστάνς σκέφτηκε πως η Φραντσέσκα υπερέβαλλε, αλλά τα λόγια της την ευχαρίστησαν. «Α, κοίτα, να και ο Λούσιεν». Η Φραντσέσκα κούνησε το χέρι της σ’ έναν άντρα που μόλις είχε μπει. Εκείνος χαμογέλασε και προχώρησε προς το μέρος τους, σταματώντας κάθε τόσο να κουβεντιάσει με γνωστούς του. Ήταν η επιτομή του κομψού, κοσμοπολίτη τζέντλεμαν, σκέφτηκε η Κονστάνς, από την κορφή των προσεκτικά χτενισμένων σε στυλ Βρούτου κατσαρών μαλλιών του μέχρι τις μύτες των μαύρων παπουτσιών του από μα~ 70 ~


λακό δέρμα. Το φουλάρι του ήταν άψογα δεμένο και το σακάκι εφάρμοζε τέλεια πάνω του. Η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι τα πάντα πάνω του, από το βαρύ δαχτυλίδι από όνυχα στο δεξί του χέρι μέχρι τις μεταξωτές κάλτσες κάτω από το μαύρο βραδινό παντελόνι, τα είχε επιλέξει για να κάνει εντύπωση. Η Φραντσέσκα του σύστησε την Κονστάνς και εκείνος έκανε αμέσως μια κομψή υπόκλιση. Δίπλα στον σερ Λούσιεν, σκέφτηκε η Κονστάνς, ο λόρδος Λέιτον έδειχνε κάπως ατημέλητος –τα μαλλιά του ήταν πολύ μακριά και αφρόντιστα, στα μακριά, δυνατά δάχτυλά του δεν υπήρχε κανένα κόσμημα, το φουλάρι του ήταν πολύ απλά δεμένο και τα ρούχα του, αν και κομψά και πολύ καλής ποιότητας, δεν ήταν τόσο ταιριαστά για την περίσταση όσο του σερ Λούσιεν. Η Κονστάνς όμως προτιμούσε την απλότητα και τη φυσική αρρενωπότητα του Λέιτον. Ήταν φανερό πως ο Λέιτον δεν ήταν από τους τύπους που περνούσαν πολλές ώρες μπροστά στον καθρέφτη τους, και αυτό τον έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητο. «Ε, λοιπόν, η λαίδη Σίμινγκτον δικαιώνει τη φήμη της», παρατήρησε ο σερ Λούσιεν ρίχνοντας μια ματιά γύρω τους. Το σπίτι ήταν όμορφα διακοσμημένο. Γιρλάντες κισσού και κορδέλες στόλιζαν το κιγκλίδωμα της σκάλας, με μυρωδάτα λουλούδια φωλιασμένα κατά διαστήματα ανάμεσα στα φύλλα. Στην κορυφή της σκάλας υπήρχαν υδρίες γεμάτες λουλούδια και παντού λαμπύριζαν αναμμένα κεριά, σε απλίκες κατά μήκος των τοίχων, σε πολυελαίους που κρέμονταν από το ταβάνι καθώς και σε ψηλά κηροπήγια. Το φως των κεριών έπεφτε πάνω στα κοσμήματα που άστραφταν στους λαιμούς και στους καρπούς των κυριών αντανακλώντας τη λάμψη τους και κάτω από τη χρυσαφιά ζεστασιά του τα χρώματα των φορεμάτων έδειχναν πιο σκούρα και πιο πλούσια, οι σιλουέτες πιο κομψές. Από την αίθουσα του χορού στο βάθος, ο ήχος της μουσικής, απαλός και δελεαστικός, ακουγόταν πάνω από το θόρυβο των συζητήσεων. «Όλη η αφρόκρεμα της αριστοκρατίας βρίσκεται εδώ απόψε», συνέχισε ο σερ Λούσιεν. «Βέβαια, κανείς δεν τολμάει να μην ανταποκριθεί στην πρόσκληση –από φόβο μήπως οι άλλοι σκεφτούν ότι δεν είχε προσκληθεί». Στην κορυφή της σκάλας, η λαίδη Σίμινγκτον τους υποδέχτηκε σοβαρή, σαν να τους έκανε μεγάλη τιμή. Η Φραντσέσκα της σύστησε την Κονστάνς, αλλά η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως ούτε καν άκουσε ~ 71 ~


το όνομά της καθώς χαμογελούσε και τους έκανε μια μεγαλόπρεπη κίνηση με το χέρι να περάσουν στην αίθουσα χορού για να προχωρήσει η γραμμή. «Είναι πάντα τόσο;...» Η Κονστάνς πάσχισε να βρει μια λέξη για να περιγράψει τη λαίδη Σίμινγκτον. «Υπεροπτική;» τη βοήθησε ο Λέιτον χαμογελώντας. Η Φραντσέσκα και ο Λούσιεν γέλασαν. «Α, όχι», της απάντησε ο σερ Λούσιεν. «Κάποιες φορές είναι πολύ χειρότερη. Η λαίδη Ονόρ ήταν η μικρότερη κόρη του γερο-Μόντμπρουκ». «Του δούκα», εξήγησε η Φραντσέσκα. «Του εκκεντρικού γέρου που λαγοκοιμάται στην καρέκλα του στο Γουάιτ’ς όλη μέρα;» ρώτησε ο Λέιτον. «Αυτό δεν το ξέρω, πάντως σίγουρα είναι γέρος και θεόκουφος και έχω ακούσει ότι εξακολουθεί να φοράει λευκές περούκες και παπούτσια με διαμαντένιες αγκράφες», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Ναι. Κάθε μέρα δείχνει λες και πρόκειται να παρουσιαστεί στη βασιλική αυλή», της είπε ο Λέιτον. «Πρέπει να κάνει τουλάχιστον δυο ώρες για να ντυθεί». «Αγαπητέ μου φίλε», είπε ο Λούσιεν, «εγώ θέλω δυο ώρες κάθε πρωί για να ντυθώ». «Τέλος πάντων, η λαίδη Ονόρ περίμενε να παντρευτεί δούκα και απογοητεύτηκε κάπως που δεν υπήρχε κανένας διαθέσιμος όταν ήρθε ο καιρός να κάνει το ντεμπούτο της. Αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με έναν κόμη, και σας διαβεβαιώνω ότι το θεώρησε μεγάλο ξεπεσμό. Ευτυχώς που ο Σίμινγκτον είναι φοβερά πλούσιος, κι αυτό της προσφέρει τη δυνατότητα να ξοδεύει σαν να ήταν δούκισσα –και μάλιστα βασιλική δούκισσα. Έτσι, διαθέτοντας αυτά τα δύο –την καταγωγή της και τα λεφτά του Σίμινγκτον–, πιστεύει ότι σχεδόν κάθε άλλο μέλος της αριστοκρατίας είναι κατώτερό της. Αν και πιστεύω ότι θα παραδεχόταν ότι ο πρίγκιπας είναι ανώτερός της». «Αλήθεια;» διαφώνησε ο Λέιτον. «Εγώ τη θυμάμαι πολύ καθαρά να αναφέρεται στη βασιλική οικογένεια αποκαλώντας τους “εκείνοι οι Γερμανοί τυχάρπαστοι”». Η Κονστάνς έριξε μια ματιά στην τεράστια αίθουσα χορού, παρακολουθώντας αφηρημένα τη συζήτηση. Ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη όπου είχε διοργανώσει η λαίδη Γουέλκομπ το χορό της. ~ 72 ~


Όπως η είσοδος και οι σκάλες, ήταν πλούσια διακοσμημένη με λουλούδια, γιρλάντες και κεριά. Τα ψηλά παράθυρα που κάλυπταν τον έναν τοίχο ήταν πλαισιωμένα από πλούσιες βελούδινες κουρτίνες, ενώ στον απέναντι τοίχο ήταν τοποθετημένες μια σειρά καρέκλες. Στο βάθος του δωματίου, πάνω σε μια μικρή υπερυψωμένη εξέδρα, έπαιζε μια μικρή ορχήστρα. Από το ταβάνι κρέμονταν τρεις τεράστιοι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι που άστραφταν από το φως των κεριών. Ο κόσμος ήταν σκορπισμένος ολόγυρα κουβεντιάζοντας και παρακολουθώντας τους χορευτές, ενώ στο κέντρο του δωματίου δύο σειρές χορευτών ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν με καντρίλιες. Στον τοίχο με τα παράθυρα, η Κονστάνς είδε τη θεία, το θείο της και τις κόρες τους να κοιτάζουν με δέος. Τα πράγματα εδώ ήταν πολύ διαφορετικά από τις μικρές συγκεντρώσεις και τους χορούς που συνήθιζαν να πηγαίνουν εκείνη και οι συγγενείς της στην επαρχία. Αλλά και κανένα από τα πάρτι στα οποία είχαν παρευρεθεί από τη μέρα που είχαν έρθει στο Λονδίνο δεν τους είχε προετοιμάσει για τέτοια μεγαλοπρέπεια. Καθώς η Κονστάνς και η συντροφιά της στέκονταν και παρακολουθούσαν, η καντρίλια έφτασε στο τέλος της. «Πιστεύω ότι μου έχετε υποσχεθεί αυτόν το χορό», της είπε ο λόρδος Λέιτον. Η καρδιά της Κονστάνς χτυπούσε σαν τρελή όταν ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον ακολούθησε στην πίστα κάτω από τους ήχους του βαλς που έπαιζε η ορχήστρα. Το στομάχι της ήταν ένας κόμπος από νεύρα. Είχε ξαναχορέψει βαλς, αλλά όχι πολλές φορές. Οι εκδηλώσεις και οι χοροεσπερίδες στην επαρχία ήταν πιο συντηρητικές από του Λονδίνου, και το βαλς εκεί θεωρούνταν άπρεπο. Φυσικά, δεν είχε χορέψει με κανέναν άλλο εκτός από άντρες που γνώριζε από κοριτσάκι. Τώρα φοβόταν μην κάνει κάποιο λάθος, μην παραπατήσει, μη γλιστρήσει, μην τσαλαπατήσει τα δάχτυλα του λόρδου Λέιτον και εκείνος τη θεωρήσει άγαρμπη. Ο λόρδος στάθηκε απέναντί της, ακούμπησε το χέρι του στη μέση της και πήρε το άλλο χέρι της στο δικό του. Η Κονστάνς ένιωσε ξαφνικά το μυαλό της να αδειάζει και συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τα βήματα. Μετά εκείνος την παρέσυρε στην πίστα, και όλες οι σκέψεις και οι φόβοι της ξεχάστηκαν. Οι κινήσεις του είχαν χάρη και δύναμη, κάτι που έλειπε από τους προηγούμενους καβαλιέρους της, ~ 73 ~


καθώς την καθοδηγούσε επιδέξια πάνω στην πίστα. Της φαινόταν απόλυτα φυσικό και θεσπέσιο να βρίσκεται στην αγκαλιά του και τον ακολουθούσε χωρίς σκέψη, νιώθοντας μόνο τη χαρά της μουσικής, τη συγκίνηση της στενής επαφής τους. Κοίταξε το πρόσωπό του και χαμογέλασε, χωρίς να συνειδητοποιεί πόσο εκτυφλωτικό ήταν το χαμόγελό της. Εκείνος πήρε μια κοφτή ανάσα και έσφιξε φευγαλέα το χέρι του στη μέση της. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δε σας είχα προσέξει πριν από εκείνο το πάρτι τις προάλλες», της είπε. «Μήπως ήρθατε πρόσφατα στην πόλη;» «Είμαστε εδώ τρεις βδομάδες». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν μπορεί να σας είχα δει και να μη σας είχα προσέξει». Η Κονστάνς ήταν σίγουρη για το αντίθετο. Μέχρι τώρα στεκόταν πάντα παράμερα, άχαρη και απαρατήρητη με τα γεροντοκορίστι κα ρούχα της. Αλλά δεν ήθελε να το αναφέρει αυτό, έτσι είπε απλά: «Μπορεί να πηγαίναμε σε διαφορετικά πάρτι». «Σίγουρα σύχναζα σε λάθος μέρη». Η Κονστάνς γέλασε. «Είστε πολύ γαλίφης, σερ». «Είστε άδικη», της απάντησε και τα μάτια του άστραψαν. «Σας λέω μόνο την αλήθεια». Εκείνη του έριξε ένα κυνικό βλέμμα. «Ξεχνάτε, λόρδε μου, ότι ξέρω –εσείς ο ίδιος μου το είπατε– πόσο σας κυνηγούν οι γυναίκες. Περιμένετε να πιστέψω ότι προσέχετε καθεμιά από όλες αυτές τις κοπέλες ξεχωριστά;» «Όχι καθεμιά», της απάντησε. «Μόνον εσάς». Η Κονστάνς προσπάθησε να πνίξει τη θέρμη που φούντωσε μέσα της από τα λόγια του, αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν της χαμογελούσε μ’ αυτό τον τρόπο, της ήταν δύσκολο να θυμάται ότι δεν έπρεπε να αφήσει τα μυαλά της να πάρουν αέρα μαζί του. Πώς μπορούσε όμως να μη χαμογελάσει και να μην κοκκινίσει όταν της έλεγε τέτοια πράγματα; «Και τις κοπέλες που προσπαθείτε να στριμώξετε στις βιβλιοθήκες;» του είπε όσο μπορούσε πιο κοφτά. «Τις θυμάστε κι αυτές;» «Αχ». Της έριξε ένα συνωμοτικό βλέμμα. «Βλέπω ότι μου κρατάτε κακία για το αμάρτημά μου. Παρακαλώ, πιστέψτε με, δε συνη~ 74 ~


θίζω να στριμώχνω νεαρές κοπέλες –ούτε στις βιβλιοθήκες ούτε πουθενά αλλού». «Αλήθεια;» Η Κονστάνς ύψωσε το φρύδι της. «Όχι. Η αλήθεια είναι, δεσποινίς Γούντλι, ότι έχετε κάτι που με κάνει να φέρομαι... ασυνήθιστα». «Δεν ξέρω αν αυτό πρέπει να το θεωρήσω κολακευτικό ή υποτιμητικό», τον αντέκρουσε. «Δε σας επικρίνω καθόλου, γι’ αυτό να είστε σίγουρη». Η Κονστάνς δεν βρήκε κάτι να πει. Το ζεστό βλέμμα στα μάτια του επηρέαζε περίεργα τα σωθικά της. Της ήταν δύσκολο να το παίξει υπεροπτική και πνευματώδης. Το μόνο που ήθελε ήταν να χορεύει στην αγκαλιά του, να τον κοιτάζει στα μάτια, να απολαύσει τη στιγμή και τη μουσική. Δυστυχώς, η μουσική έφτασε πολύ γρήγορα στο τέλος. Σταμάτησαν να χορεύουν και ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, ο Λέιτον κατέβασε τα χέρια του και έκανε ένα βήμα πίσω. Η Κονστάνς πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και έστρεψε αλλού το βλέμμα της, προσπαθώντας να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Τον έπιασε αγκαζέ κι εκείνος τη συνόδευσε ξανά στο σημείο όπου στεκόταν η αδερφή του. Μόλις έφτασαν εκεί, της ζήτησε ο σερ Λούσιεν να χορέψουν. Όταν επέστρεψαν, η Κονστάνς διαπίστωσε απογοητευμένη ότι ο λόρδος Λέιτον δεν ήταν πια με τη Φραντσέσκα. Ωστόσο, ήταν πολύ απασχολημένη όλο το βράδυ για να της λείψει η παρουσία του. Σε κάθε πάρτι ήταν πολλοί οι άντρες που αποζητούσαν τη συντροφιά της λαίδης Χόξτον, εκείνο το βράδυ όμως ο αριθμός τους είχε διπλασιαστεί. Η Φραντσέσκα ήταν συνέχεια περικυκλωμένη από νεαρούς που ήθελαν να τους συστήσει την καινούρια φίλη της και η Φραντσέσκα το έκανε ευχαρίστως. Πριν τη μέση της βραδιάς, το καρνέ της Κονστάνς ήταν γεμάτο. Ήταν σίγουρη ότι η ξαφνική δημοτικότητά της οφειλόταν στο γεγονός ότι είχε χορέψει με το λόρδο Λέιτον και τον σερ Λούσιεν. Τίποτα δεν κάνει περισσότερο επιθυμητή μια γυναίκα όσο η προσοχή των άλλων αντρών. Όπως και να είχε το πράγμα, η Κονστάνς απολάμβανε πάρα πολύ τη βραδιά για να καθίσει να αναλύσει τους λόγους που κρύβονταν από πίσω. Χόρευε, μιλούσε, φλέρταρε και δεν ένιωθε πια καθόλου συνοδός –ή γεροντοκόρη. Ένιωθε νέα και γοητευτική, όπως της έλε~ 75 ~


γαν οι θαυμαστές της, και δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε ξαναδιασκεδάσει τόσο πολύ στη ζωή της. Πήγαιναν πολλά χρόνια, σκέφτηκε. Για την ακρίβεια, από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας της. Αν και δεν μπορούσε να κατηγορήσει το θείο και τη θεία της για σκληρότητα ή κακομεταχείριση, δεν υπήρχε αγάπη για εκείνη στο σπιτικό τους. Ήταν περισσότερο ένα είδος αριστοκρατικής υπηρέτριας, παρά ένα αγαπημένο μέλος της οικογένειας. Αλλά ούτε κι εκείνη απολάμβανε τη συντροφιά τους. Η ευτυχία της πήγαζε από μικροπράγματα –μια βόλτα την άνοιξη, μια επίσκεψη στο χωριό σε μια φίλη ή μια ώρα που περνούσε ήσυχα μόνη της διαβάζοντας. Δεν ήταν κάτι θεαματικό και κοσμικό όπως απόψε, που να την κάνει να θέλει να ξεσπάσει σε γέλια. Μέχρι σήμερα δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο γκρίζος είχε γίνει ο κόσμος της. Θα ευγνωμονούσε για πάντα τη Φραντσέσκα γι’ αυτό το συναίσθημα και ήξερε πως, ό,τι κι αν γινόταν, είχε κάνει καλά που είχε δεχτεί να πάρει μέρος στο σχέδιό της. Το μόνο που μείωσε την ευτυχία της ήταν όταν κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι της και έπιασε μια γυναίκα να την κοιτάζει με έντονη αντιπάθεια. Ξαφνιασμένη, η Κονστάνς της ανταπέδωσε για μια στιγμή το βλέμμα. Η γυναίκα ήταν ψηλή και σκουρομάλλα, με πολύ ανοιχτά γαλάζια μάτια. Η Κονστάνς υπολόγισε ότι θα πρέπει να ήταν μερικά χρόνια μικρότερη από την ίδια, και θα ήταν γοητευτική αν δεν είχε εκείνη τη σκληρή, περιφρονητική έκφραση στο πρόσωπό της. Στεκόταν δίπλα σε μια μεγαλύτερη γυναίκα που θα πρέπει να ήταν η μητέρα της, γιατί έμοιαζαν εκπληκτικά. Τόσο η μητέρα όσο και η κόρη κοιτούσαν την Κονστάνς με φαρμακερό βλέμμα. Η Κονστάνς έστρεψε αλλού το κεφάλι της, σοκαρισμένη και αβέβαιη. Ήταν σίγουρη πως δεν γνώριζε καμιά από τις δύο γυναίκες. Για την ακρίβεια, δεν νόμιζε ότι τις είχε ξαναδεί ποτέ, αν και μπορεί να είχαν διασταυρωθεί ξανά οι δρόμοι τους σε κάποιο πάρτι και να μην τις θυμόταν. Αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί οι δύο γυναίκες έδειχναν τέτοια αντιπάθεια για εκείνη. Γύρισε να ρωτήσει τη Φραντσέσκα ποιες ήταν, αλλά εκείνη κουβέντιαζε με έναν νεαρό που βιάστηκε να της συστήσει. Όταν εκείνος έφυγε, οι γυναίκες δεν στέκονταν πια εκεί όπου τις είχε δει η Κονστάνς. Τις έδιωξε λοιπόν από το μυαλό της και πήγε στην πίστα με τον επόμενο καβαλιέρο της. *** ~ 76 ~


Η Φραντσέσκα πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς παρακολουθώντας την Κονστάνς σαν περήφανη μητέρα. Όπως το είχε υποπτευθεί η Κονστάνς, εκείνη είχε ζητήσει από τον σερ Λούσιεν να χορέψει μαζί της, αλλά είχε χαρεί όταν, μετά το τέλος του χορού, εκείνος της είχε δηλώσει ότι η προστατευόμενή της ήταν όμορφη και γοητευτική. «Αλήθεια, τι τρέχει μ’ αυτή την κοπέλα;» τη ρώτησε ο πανέξυπνος σερ Λούσιεν στη συνέχεια. «Το ξέρω πως δεν είναι καμιά από τις πιτσιρίκες που σου ζητούν οι γονείς τους να τις καθιερώσεις. Απ’ ό,τι έχω ακούσει, έχει κάποια μακρινή συγγένεια μ’ εκείνη τη φρικτή λαίδη Γούντλι». «Αχ, Λούσιεν, με πληγώνεις», τον πείραξε η Φραντσέσκα. «Με θεωρείς εντελώς παραδόπιστη;» «Γλυκιά μου, το ξέρω ότι δεν είσαι. Τα τελευταία πέντε χρόνια θα μπορούσες να είχες διαλέξει οποιονδήποτε πλούσιο σύζυγο, αλλά δεν το έκανες. Ωστόσο δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επέλεξες αυτή την κοπέλα. Έχει περάσει προ πολλού την ηλικία για να κάνει το ντεμπούτο της. Θα έλεγα ότι είναι γνήσια γεροντοκόρη». «Είναι πιο νέα από μένα, γι’ αυτό ας μη θίγουμε ηλικίες, σερ. Αλλά αφού θέλεις να μάθεις, την επέλεξα εξαιτίας του Ρόκφορντ». «Του Ρόκφορντ!» Ο Λούσιεν φάνηκε έκπληκτος. «Τι σχέση έχει αυτός;» «Με προκάλεσε». «Α». Ο Λούσιεν χαμογέλασε αχνά. «Και, φυσικά, εσύ δεν μπόρεσες να μη σηκώσεις το γάντι που σου πέταξε». Η Φραντσέσκα του έριξε ένα απαξιωτικό βλέμμα. «Η ανταμοιβή μου αν κερδίσω θα είναι ένα βραχιόλι με ζαφείρια, και θα ήθελα να το αποκτήσω». «Κατάλαβα». Ο Λούσιεν έκανε μια παύση και συνέχισε: «Και τι δεσμεύτηκες να πετύχεις;» «Να βρω ένα σύζυγο στην Κονστάνς μέχρι το τέλος της σεζόν». «Α, παιχνιδάκι», είπε εκείνος κουνώντας αόριστα το χέρι του. «Δεν έχει περιουσία. Οι συγγενείς της σίγουρα δεν αποτελούν πλεονέκτημα. Και είναι τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτερη από τις κοπέλες που βρίσκονται σε ηλικία γάμου, σωστά; Αυτό σίγουρα θα είναι εκπληκτικά εύκολο. Και τι πειράζει που έχει περάσει ήδη ο πρώτος μήνας της σεζόν; Είμαι σίγουρος πως από κάπου θα καταφέρεις να ~ 77 ~


ξετρυπώσεις έναν κόμη... ή, τουλάχιστον, ένα βαρόνο». «Δεν είπα ότι θα πρέπει να είναι ένας σπουδαίος γάμος», τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα. «Απλά αποδεκτός». «Α, καλά τότε». Ο σερ Λούσιεν της χάρισε ένα μειδίαμα. «Εντάξει, το παραδέχομαι ότι μπορεί να αποδειχτεί δύσκολο. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν τόσο σημαντικό να της δείξεις το ενδιαφέρον σου απόψε», συνέχισε η Φραντσέσκα και χαμογέλασε. «Θα χρειαστώ τουλάχιστον δυο βδομάδες λιγότερες να την καθιερώσω τώρα που την ενέκρινες εσύ». Ο φίλος της την κοίταξε καχύποπτα. «Τι θέλεις από μένα;» «Λούσιεν! Λες και χρειάζεται να θέλω κάτι για να σου κάνω ένα κομπλιμέντο». Εκείνος δεν της απάντησε, απλά περίμενε με ανασηκωμένο το φρύδι. «Ω, πολύ καλά. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσες να με συνοδεύσεις στο Ρέντφιλντς την ερχόμενη βδομάδα». Εκείνος την κοίταξε πονεμένα. «Στην εξοχή; Φραντσέσκα, καλή μου, είσαι η αγάπη μου, αλλά να ταξιδέψω στην εξοχή;» «Στο Κεντ, Λούσιεν. Δε σου ζητάω να πας σε καμιά ερημιά». «Όχι, αλλά ένα επαρχιώτικο πάρτι; Θα είναι τρομερά ανιαρό». «Σίγουρα θα είναι, αφού το οργανώνουν οι γονείς μου. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζομαι την παρουσία σου, για να γίνει πιο ενδιαφέρον». «Μα γιατί;» «Επειδή αποφάσισα ότι αυτό το επαρχιώτικο πάρτι είναι ιδανικό για να συστήσω την Κονστάνς σε κάποιους επίδοξους γαμπρούς. Από τη στιγμή που δεν έχει περιουσία, πρέπει να φροντίσω οι συγκεκριμένοι κύριοι να έχουν το περιθώριο να περάσουν άφθονο χρόνο μαζί της, ώστε να ερωτευτούν την εξυπνάδα και το χαμόγελό της». «Δεν καταλαβαίνω γιατί χρειάζεσαι εμένα για να το πετύχεις αυτό. Απλά θα πιάσω μια θέση που θα έπρεπε να παραχωρήσεις στους εργένηδές σου». «Επειδή πρέπει να δελεάσω τους εργένηδες να έρθουν. Πόσοι νεαροί νομίζεις ότι θα θελήσουν να έρθουν ξέροντας ότι θα πρέπει να κάνουν παρέα με τον πατέρα μου, το λόρδο Μπέιζινγκστοκ και το ναύαρχο Θόρτον, που θα επικρίνουν την κατάντια της σημερινής νεολαίας πίνοντας το πόρτο τους; Ή ότι θα πρέπει να παίξουν ουίστ με τη χήρα δούκισσα του Τσάντλι;» ~ 78 ~


«Θεέ και Κύριε, θα είναι κι εκείνη εκεί;» «Είναι νονά της μητέρας μου, και δε θυμάμαι να έλειψε ποτέ. Χρειάζομαι λοιπόν κάποιο γλεντζέ για να τους πείσω. Νομίζω πως μπορεί να έρθει και ο Ντόμινικ. Μου φάνηκε κάπως πιο θετικός απόψε». «Τότε δε με χρειάζεσαι». «Δεν τολμώ να βασιστώ σ’ εκείνον. Ακόμα κι αν έρθει, τίποτε δε μου εγγυάται ότι δε θα τσακωθεί με τον πατέρα μου από το πρώτο βράδυ και δε θα επιστρέψει στο Λονδίνο. Εξάλλου, όσο πιο πολλούς ενδιαφέροντες άντρες έχω μαζί μου, τόσο το καλύτερο. Ο Ντομ θα είναι ιδανικός για τα σπορ κι εσύ θα δίνεις ζωή στις συζητήσεις». «Αγαπητή μου Φραντσέσκα, κάτι μου λέει πως η ξανθιά ομορφιά σου αρκεί και με το παραπάνω για να προσελκύσει κάμποσους γοητευτικούς εργένηδες», της είπε ο σερ Λούσιεν. «Παρ’ όλα αυτά, θα έρθω. Στο κάτω κάτω, θα το διασκεδάσω παρακολουθώντας τις δολοπλοκίες σου». «Το ήξερα ότι μπορούσα να βασίζομαι σ’ εσένα». «Και τι θα γίνει με τον... Ούτε ξέρω πώς να τον αποκαλέσω. Νέμεσή σου; Φίλο σου;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε σαστισμένη. «Αυτόν που σε προκάλεσε», της εξήγησε ο σερ Λούσιεν. «Τον Ρόκφορντ». «Α». Το πρόσωπό της ζωήρεψε. «Αυτόν». Ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Υποθέτω πως θα κάνει την εμφάνισή του, τουλάχιστον τη βραδιά του χορού, αν βρίσκεται στο Ντάνσι Παρκ», του απάντησε αναφέροντας ένα από τα πολλά εξοχικά του δούκα, που βρισκόταν κοντά στο πατρικό της. «Και περιμένεις ότι θα επιχειρήσει να σαμποτάρει τις προσπάθειές σου;» «Ο Σινκλέρ;» Η Φραντσέσκα γέλασε. «Δεν μπορώ να τον φανταστώ να κάνει τον κόπο να επηρεάσει τα γεγονότα. Προτιμά να παρακολουθεί σαν θεός, ενώ εμείς οι ασήμαντοι θνητοί προσπαθούμε να κατευθύνουμε τις ζωές μας». Ο σερ Λούσιεν ύψωσε τα φρύδια του διακρίνοντας την πικρία στη φωνή της. «Ε, πάντως, φαίνεται πως αποφάσισε να κατέβει από τον Όλυμπο, για την ώρα τουλάχιστον». Η Φραντσέσκα τον είδε να γνέφει σε κάποιον και γύρισε να κοιτάξει. Ο δούκας του Ρόκφορντ προχωρούσε αργά προς το μέρος τους, ~ 79 ~


σταματώντας κάθε τόσο να μιλήσει σε διάφορους γνωστούς του. Σήκωσε όμως το κεφάλι του και το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, δίνοντάς της να καταλάβει πως ο τελικός προορισμός του ήταν εκείνη. Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τους χορευτές στην πίστα, παριστάνοντας την αδιάφορη. Το διαισθάνθηκε όμως αμέσως όταν εκείνος την πλησίασε, και δεν γύρισε καν όταν ο Ρόκφορντ σταμάτησε δίπλα της και κοίταξε κι αυτός την πίστα. «Καταφέρατε να κάνετε το ασχημόπαπο πραγματικό κύκνο, λαίδη μου», της είπε μετά από λίγο σε τόνο που έδειχνε πως το διασκέδαζε. Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε. Όπως πάντα, το μελαγχολικό πρόσωπό του ήταν ανεξιχνίαστο. «Σας πληροφορώ ότι χρειάστηκε μικρή προσπάθεια εκ μέρους μου. Φοβάμαι, Ρόκφορντ, ότι κάνατε κακή επιλογή για το στοίχημά σας». Ένα αχνό χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του. «Περιμένετε ότι η δουλειά σας θα είναι εύκολη, έτσι;» «Εύκολη, όχι», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Αλλά έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες από τις άλλες δύο». «Χμ, μπορεί να διάλεξα κάπως βιαστικά», παραδέχτηκε ο δούκας. Την κοίταξε και η Φραντσέσκα σκέφτηκε πως ίσως υπήρχε μια υποψία γέλιου στα μάτια του. Της ήταν πολύ δύσκολο να είναι βέβαιη μαζί του. «Είμαι σίγουρος ότι θα εκμεταλλευτείτε την αδυναμία μου». «Φυσικά». Ο χορός είχε τελειώσει και η Κονστάνς γύρισε με τον καβαλιέρο της στο σημείο όπου στεκόταν η Φραντσέσκα με τον σερ Λούσιεν και το δούκα. Η Φραντσέσκα είδε την Κονστάνς να κοιτάζει κάπως φοβισμένη τον Ρόκφορντ. Η Φραντσέσκα σύστησε την προστατευόμενή της στο δούκα. Πίστευε πως αυτός ήταν ο λόγος που την είχε πλησιάσει εκείνος. Ξαφνιάστηκε όμως κάπως όταν, μετά την υπόκλισή του, ο Ρόκφορντ ζήτησε από την Κονστάνς να του χαρίσει τον επόμενο χορό. Τα μάτια της Κονστάνς άνοιξαν διάπλατα και κοίταξε τη Φραντσέσκα, και μετά πάλι τον Ρόκφορντ. «Ε, εγώ... φοβάμαι πως έχω υποσχεθεί ήδη τον επόμενο χορό, εξοχότατε», του απάντησε, δείχνοντας μάλλον ανακούφιση παρά λύπη. ~ 80 ~


«Α, κατάλαβα». Ο Ρόκφορντ έστρεψε το βλέμμα του στον άντρα που προχωρούσε προς το μέρος τους. «Στον Μίκλσαμ;» Η Κονστάνς τον κοίταξε μπερδεμένη. «Τι πράγμα;» Γύρισε και κοίταξε προς το μέρος που της έδειχνε ο Ρόκφορντ. «Α, ναι, σωστά. Στον κύριο Μίκλσαμ». Τα χαμόγελο του Ρόκφορντ ήταν κάπως πονηρό όταν χαιρέτησε τον νεοφερμένο. «Α, Μίκλσαμ. Είμαι σίγουρος πως δε θα είχες αντίρρηση να μου παραχωρήσεις τη θέση σου για τον επόμενο χορό με τη δεσποινίδα Γούντλι, σωστά;» Ο Μίκλσαμ, ένας μάλλον κοντόχοντρος νεαρός με στυλιζαρισμένα κόκκινα σγουρά μαλλιά και φακίδες στη μύτη και στα μάγουλα, ξαφνιάστηκε που του απηύθυνε το λόγο ο δούκας. Κοκκίνισε και κοίταξε το δούκα με δέος. «Ω. Ε... σ’ εσάς; Α, ναι. Βέβαια». Έκανε μια υπόκλιση στο δούκα. «Ευχαρίστως. Ε, εννοώ... συγνώμη, δεσποινίς Γούντλι». Κοίταξε κάπως παρακλητικά την Κονστάνς. «Πολύ καλά, τότε. Δεσποινίς Γούντλι;» Ο Ρόκφορντ πρόσφερε το μπράτσο του στην Κονστάνς. Εκείνη δίστασε, αλλά στη συνέχεια χαμογέλασε και τον έπιασε αγκαζέ. Η Φραντσέσκα παρακολούθησε το ζευγάρι να προχωράει προς την πίστα. «Τι διάβολο ετοιμάζεται να σκαρώσει;» μουρμούρισε. «Μπορεί να θέλει να τρομοκρατήσει το πουλάκι σου και να το κάνει να πετάξει μακριά», της είπε ο σερ Λούσιεν. «Όχι, ο Ρόκφορντ δε θα τολμούσε να σαμποτάρει τα σχέδιά μου», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Είχα απόλυτα δίκιο όταν είπα ότι θα το θεωρούσε κατώτερό του να προσπαθήσει να επηρεάσει το αποτέλεσμα». Παρακολούθησε το δούκα να ακουμπάει το χέρι του στη μέση της Κονστάνς και να την παρασύρει στο ρυθμό του βαλς. Της χαμογελούσε. Η Φραντσέσκα ένιωσε ένα τσίμπημα ενόχλησης. «Δεν πάει στο διάβολο», είπε και έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Ο σερ Λούσιεν της έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα. «Τι νομίζεις ότι κάνει, τότε;» «Κατά πάσα πιθανότητα προσπαθεί να με τσαντίσει», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Τότε φαίνεται ότι τα κατάφερε». «Ω, πάψε, Λούσιεν», του είπε εκνευρισμένα η Φραντσέσκα, «και ~ 81 ~


ζήτησέ μου να χορέψουμε». «Φυσικά, αγάπη μου», της απάντησε εκείνος με μια υπόκλιση.

~ 82 ~


Κεφάλαιο 6

Η Κονστάνς ένιωσε ένα ρυάκι παγωμένου ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη της. Δεν είχε φανταστεί ποτέ στη ζωή της ότι θα χόρευε με δούκα. Στην πραγματικότητα, δεν είχε πιστέψει ποτέ ότι θα της δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσει δούκα. Βέβαια, και ο λόρδος Λέιτον θα γινόταν μια μέρα κόμης, αλλά το αβίαστο χαμόγελο και οι άνετοι τρόποι του σ’ έκαναν να ξεχνάς τον τίτλο και την καταγωγή του. Ο Ρόκφορντ, όμως, ήταν δούκας μέχρι το κόκαλο. Η συμπεριφορά του μπορεί να μην ήταν σφιγμένη, η πλάτη του όμως ήταν αλύγιστη σαν σανίδα και είχε έναν αέρα αυτοπεποίθησης που διέθεταν μόνο όσοι κατάγονταν από παλιές αριστοκρατικές οικογένειες. Το γωνιώδες πρόσωπό του ήταν το ίδιο επιβλητικό με το παρουσιαστικό του –ψηλά ζυγωματικά, μαύρα φρύδια, μεγάλα, διαπεραστικά μαύρα μάτια. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα μπορούσες να νιώσεις εύκολα άνετα μαζί τους, σκέφτηκε η Κονστάνς. Εκείνη σίγουρα δεν ένιωθε καθόλου άνετα. Για αρκετή ώρα δεν της μίλησε, πράγμα που την έκανε να χαρεί, γιατί μπόρεσε να συγκεντρωθεί στα βήματά της. Κάτι της έλεγε ότι θα ήταν πολύ πιο άσχημο να κάνει κάποιο στραβοπάτημα μαζί του παρά με οποιονδήποτε από τους άλλους καβαλιέρους της. Εκείνος, προφανώς, δεν έδειχνε να βρίσκει τη σιωπή ανάμεσά τους αφύσικη. Μάλλον είχε συνηθίσει την επίδραση που ασκούσε στους άλλους. Ούτε έκανε καμιά προσπάθεια να διευκολύνει την κατάσταση. Απλά την κοιτούσε μ’ εκείνο το διαπεραστικό βλέμμα. «Βλέπω πως η λαίδη Χόξτον σας πήρε υπό την προστασία της», της είπε στο τέλος. Τα λόγια του ξάφνιασαν λίγο την Κονστάνς, γιατί είχε συνηθίσει ~ 83 ~


τη σιωπή ανάμεσά τους. «Ναι», του απάντησε κάπως επιφυλακτικά. «Η λαίδη Χόξτον είναι πολύ ευγενική». Δεν καταλάβαινε γιατί ο δούκας χόρευε μαζί της. Σίγουρα θα ήξερε ότι με την κίνησή του αυτή την ανέβαζε κοινωνικά, πράγμα που θα βοηθούσε τα σχέδια της λαίδης Χόξτον, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα να χάσει εκείνος το στοίχημα. Μπορεί να το έκανε από περιέργεια για το άτομό της ή μπορεί το τίμημα του στοιχήματος να ήταν τόσο ασήμαντο γι’ αυτόν, ώστε δεν τον ενδιέφερε. Κατά βάθος, όμως, η Κονστάνς ανησυχούσε μήπως είχε κάποιο απώτερο κίνητρο που χόρευε μαζί της, μήπως ήλπιζε να της αποσπάσει κάποια πληροφορία ή να τη σπρώξει να κάνει κάτι που θα κατέστρεφε την ευκαιρία της να διακριθεί στην υψηλή κοινωνία. Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του και η Κονστάνς υποπτεύθηκε ότι είχε μαντέψει τις σκέψεις της. «Πράγματι», της απάντησε με ένα μορφασμό. «Το έχω ακούσει κι εγώ αυτό». Η Κονστάνς τον κοίταξε, απορώντας λίγο με τον τόνο του. Δεν ήξερε αν ο δούκας και η Φραντσέσκα ήταν φίλοι, απλοί γνωστοί ή ακόμα και εχθροί. Της ήταν δύσκολο να καταλάβει. Είχε διαπιστώσει από πολύ νωρίς ότι στον καλό κόσμο ακόμα και οι άσπονδοι εχθροί χαμογελούσαν ο ένας στον άλλο σαν να ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Ακόμα και οι κυρίες που διοικούσαν τη λέσχη Όλμακ’ς συχνά έκαναν ανελέητα δυσμενή σχόλια η μία για την άλλη. Ο δούκας τη ρώτησε στη συνέχεια από πού ήταν, κι εκείνη του απάντησε, εξηγώντας του ότι ζούσε με τη θεία και το θείο της. «Και απολαμβάνετε το χρόνο σας στο Λονδίνο;» συνέχισε τις ερωτήσεις εκείνος. «Ναι, πάρα πολύ, σας ευχαριστώ. Το διασκεδάζω πολύ περισσότερο από τότε που γνώρισα τη λαίδη Χόξτον». «Έτσι γίνεται συνήθως». Η συζήτησή τους ήταν εντελώς πεζή. Η Κονστάνς δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει γιατί της είχε ζητήσει να χορέψουν. Σίγουρα όχι επειδή ήθελε να κάνει μια πνευματώδη συζήτηση μαζί της. «Αν ακολουθήσετε τις συμβουλές της λαίδης, είμαι σίγουρος ότι θα τα πάτε πολύ καλά», συνέχισε ο δούκας. «Το ελπίζω», του απάντησε η Κονστάνς. «Αν και δε νομίζω ότι ~ 84 ~


αυτό θα συνέφερε την εξοχότητά σας», πρόσθεσε. Την ξάφνιασε η τόλμη της, αλλά ειλικρινά την είχε κουράσει ο τρόπος που γυρόφερναν το θέμα που τους συνέδεε. Ο δούκας ύψωσε τα φρύδια του με έναν τρόπο που ακύρωνε τις προσποιήσεις. «Αλήθεια; Και γιατί θα ήθελα το κακό σας, δεσποινίς Γούντλι;» «Όχι ακριβώς το κακό μου. Αλλά ξέρω για το στοίχημα που βάλατε με τη λαίδη Χόξτον». «Σας το είπε εκείνη;» Φάνηκε πραγματικά ξαφνιασμένος. «Δεν είμαι εντελώς χαζή», τον αντέκρουσε η Κονστάνς. «Και είναι λιγάκι δύσκολο να μεταμορφώσεις μια γυναίκα, αν δεν της αποκαλύψεις τα σχέδιά σου». «Υποθέτω πως έχετε δίκιο», παρατήρησε ο δούκας και η Κονστάνς θα έπαιρνε όρκο ότι διέκρινε κάτι σαν χαμόγελο στα μάτια του. «Κι εσείς συμφωνείτε με το σχέδιό της;» «Δεν περιμένω ότι η λαίδη Χόξτον θα κερδίσει το στοίχημα», του απάντησε η Κονστάνς. «Δε βασίζομαι σ’ αυτό. Ωστόσο, με γοητεύει η ιδέα να ζήσω μια σεζόν στο Λονδίνο». Αυτή τη φορά ήταν σίγουρα χαμόγελο, γιατί φάνηκε φευγαλέα στα χείλη του. «Τότε ελπίζω να την απολαύσετε, δεσποινίς Γούντλι». Συνέχισαν να χορεύουν σιωπηλοί, αν και η σιωπή δεν της φαινόταν πια τόσο τεταμένη. Όταν το βαλς τέλειωσε, ο δούκας τη συνόδευσε κοντά στη Φραντσέσκα, η οποία όμως ήταν έτοιμη να πάει στην πίστα. Η Κονστάνς έριξε μια ματιά γύρω της και σκέφτηκε να βρει τη θεία της. Διασκέδαζε πάρα πολύ και δεν την είχαν απασχολήσει καθόλου η θεία και οι ξαδέρφες της, πράγμα για το οποίο ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής. Καθώς κοίταζε τριγύρω στο δωμάτιο, είδε ξανά τη νεαρή γυναίκα που την κοιτούσε νωρίτερα με μίσος. Δεν στεκόταν πια με τη μητέρα της, αλλά προχωρούσε προς την πίστα στο μπράτσο του λόρδου Λέιτον. Μήπως την είχε κοιτάξει με τέτοια αντιπάθεια επειδή ο λόρδος Λέιτον είχε χορέψει μαζί της προηγουμένως; Ήταν μάλλον παράλογο, σκέφτηκε η Κονστάνς. Στο κάτω κάτω, είχαν χορέψει μόνο ένα βαλς μαζί. Ωστόσο, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ένιωσε κι αυτή ένα τσίμπημα ζήλιας όταν είδε τον Λέιτον στην πίστα με μια άλλη γυναίκα. Όπως και να είχε το πράγμα, δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό, ~ 85 ~


έτσι προσπάθησε να το βγάλει από το μυαλό της και συνέχισε να ψάχνει για τη θεία και τις ξαδέρφες της. Διέσχισε το δωμάτιο, προσπερνώντας διάφορες παρέες. Ξαφνιάστηκε κάπως από τον αριθμό των ανθρώπων που τη χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα ή μια υπόκλιση. Μερικοί ήταν άντρες με τους οποίους είχε χορέψει νωρίτερα, αναγνώρισε επίσης κάποιες γυναίκες που είχαν έρθει να κουβεντιάσουν με τη λαίδη Χόξτον, αλλά τη χαιρέτησαν και πολλοί άλλοι που ήταν σίγουρη ότι δεν τους γνώριζε. Ήταν εκπληκτική, σκέφτηκε, η επιρροή που ασκούσε η φιλία της λαίδης Χόξτον. Καθώς προσπερνούσε μια μεγάλη παρέα που στεκόταν και κουβέντιαζε στην άκρη της πίστας, είδε επιτέλους την οικογένεια του θείου της. Τους πλησίασε, προσέχοντας ότι η θεία της την παρακολουθούσε βλοσυρή. Η Κονστάνς αναστέναξε βουβά. Ήταν φανερό ότι η θεία Μπλανς δεν ήταν ευχαριστημένη μαζί της. Η Κονστάνς σκέφτηκε ότι της κρατούσε ακόμα μούτρα για τον καβγά τους της προηγούμενης μέρας με αφορμή την επιμονή της Κονστάνς να πάει στο χορό με τη λαίδη Χόξτον. Η θεία Μπλανς δεν είχε προσπαθήσει να την εμποδίσει, συνειδητοποιώντας ότι θα ήταν ηλίθιο να έρθει σε ρήξη με τη λαίδη Χόξτον, αλλά η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως δεν της άρεσε που δεν είχε πια τον πλήρη έλεγχο των κινήσεων της ανιψιάς της. Η Κονστάνς χαιρέτησε τη θεία της μ’ ένα χαμόγελο, αλλά εκείνη δεν της το ανταπέδωσε. «Ώστε αποφάσισες να τιμήσεις επιτέλους και την οικογένειά σου με την παρουσία σου;» της είπε στυφά. «Υποθέτω όμως πως τώρα πια δεν είμαστε και τόσο σημαντικοί για σένα. Το μόνο που σ’ ενδιαφέρει πλέον είναι η λαίδη Χόξτον και οι φίλοι της». «Αυτό δεν είναι αλήθεια, θεία», της απάντησε η Κονστάνς, πασχίζοντας να παραμείνει ήρεμη. «Αλλά από τη στιγμή που η λαίδη Χόξτον είχε την καλοσύνη να μας τιμήσει με μια πρόσκληση για το πάρτι και να με συνοδεύσει η ίδια εδώ, το θεώρησα σωστό να παραμείνω μαζί της κατά τη διάρκεια του χορού». Η απάντησή της ήταν πολύ λογική, αλλά η θεία της την αντιμετώπισε μ’ ένα αποδοκιμαστικό ξεφύσημα. «Α, ναι, πολύ σωστό, μα την αλήθεια –να γίνεις θέαμα χορεύοντας με τους μισούς άντρες που βρίσκονται εδώ απόψε. Να συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι κανένα άγουρο κοριτσόπουλο και όχι μια ώριμη γυναίκα. Ντυμένη μ’ αυτό τον ~ 86 ~


τρόπο. Είμαι σίγουρη ότι όλοι γελούν με τη συμπεριφορά σου». Τα μάγουλα της Κονστάνς φλογίστηκαν –από ντροπή ή θυμό, δεν ήταν σίγουρη. «Θεία Μπλανς! Με αδικείτε. Γιατί έγινα θέαμα; Η λαίδη Χόξτον με είχε συστήσει σε όλους τους κυρίους με τους οποίους χόρεψα. Και είμαι σίγουρη ότι δεν ήταν καθόλου ανάρμοστο να χορέψω μαζί τους τη στιγμή που η λαίδη το ενέκρινε. Όσο για το φόρεμά μου...» Έριξε μια ματιά στο φόρεμά της και ύστερα κοίταξε της θείας της, που είχε πολύ πιο μεγάλο ντεκολτέ. «Δεν είναι καθόλου άσεμνο το φόρεμά μου». «Το χρώμα είναι πολύ νεανικό για σένα», της δήλωσε ξερά η θεία της. «Δεν είσαι πια κοριτσάκι, Κονστάνς. Μια γυναίκα της ηλικίας σου να χορεύει και να φλερτάρει με άντρες με τον τρόπο που το έκανες εσύ είναι... ξεδιάντροπο». «Δεν το ήξερα πως μια κοπέλα δεν πρέπει να χορεύει μετά από κάποια ηλικία», την αντέκρουσε η Κονστάνς. «Είμαι σίγουρη πως υπάρχουν αρκετές γυναίκες στην πίστα που θα έπρεπε να τις ενημερώσετε γι’ αυτό τον κανόνα». «Δε μιλάω για παντρεμένες γυναίκες», της είπε η θεία Μπλανς. «Ασφαλώς, μια παντρεμένη κυρία είναι απόλυτα αξιοπρεπές να χορέψει με το σύζυγό της ή κάποιο φίλο. Για μια γεροντοκόρη, όμως, είναι ανάρμοστο». «Γιατί;» ρώτησε η Κονστάνς. Η θεία της την κοίταξε ξαφνιασμένη. «Τι εννοείς γιατί;» «Ακριβώς αυτό», της απάντησε η Κονστάνς και τα μάτια της άστραψαν θυμωμένα. «Γιατί είναι ανάρμοστο να χορέψει μια γυναίκα όταν είναι ανύπαντρη; Σε ποια ηλικία πρέπει να σταματήσει να χορεύει αν δεν έχει παντρευτεί; Στα είκοσι; Στα είκοσι πέντε; Και αυτό ισχύει και για τους άντρες; Οι εργένηδες δεν επιτρέπεται να χορεύουν;» «Όχι βέβαια. Μη λες βλακείες», ξέσπασε η θεία Μπλανς. «Δεν υπάρχουν αυστηροί κανόνες. Απλά έχει επικρατήσει, όταν μια γυναίκα δεν έχει παντρευτεί, δε...» «Σταματά να υπάρχει;» ρώτησε η Κονστάνς. «Μα την αλήθεια, θεία Μπλανς, είναι σαν να λέτε ότι μια γυναίκα θα πρέπει να παραιτηθεί ντροπιασμένη από τη ζωή, αν δεν καταφέρει να τυλίξει κάποιο σύζυγο». «Πάντως, αν δεν κατάφερες να τυλίξεις κάποιο σύζυγο μέχρι ~ 87 ~


αυτή την ηλικία, δεν έχεις και πολλές ελπίδες να το κάνεις τώρα», την αντέκρουσε η θεία της συνοφρυωμένη. «Ήρθες στο Λονδίνο για να με βοηθήσεις με την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ, αλλά εσύ...» Έκανε μια κίνηση με τη βεντάλια της προς την πίστα, φανερά συγχυσμένη για να συνεχίσει. «Χόρεψες με όλους αυτούς τους άντρες και δε σύστησες κανέναν στις ξαδέρφες σου. Ούτε έναν». Προφανώς η λαίδη Γούντλι είχε φτάσει στην καρδιά του θέματος. «Χόρεψες με το δούκα του Ρόκφορντ –ένα δούκα!– και δεν έκανες την παραμικρή προσπάθεια να τον συστήσεις στις κόρες μου». «Ω». Η Κονστάνς έριξε μια ματιά στις ξαδέρφες της, που την κοιτούσαν μουτρωμένες, και ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής. Η θεία της είχε δίκιο, δεν είχε σκεφτεί καθόλου τις ξαδέρφες της. Είχε παρασυρθεί εντελώς από το δικό της ενθουσιασμό. Μετά το τέλος κάθε χορού, θα μπορούσε να γυρίζει κοντά στη θεία της και να συστήνει τους καβαλιέρους της στην οικογένειά της. Στο κάτω κάτω, δεν έφταιγαν οι ξαδέρφες της που η μητέρα τους τις έκανε να μοιάζουν με παραφορτωμένες τούρτες, πνιγμένες μέσα στους φραμπαλάδες των φορεμάτων τους. Χρειάζονταν κάθε βοήθεια και η Κονστάνς ήξερε πως θα μπορούσε να τις είχε φέρει σε επαφή με αρκετούς γοητευτικούς εργένηδες. «Ναι, θα θέλαμε να είχαμε μιλήσει στο δούκα», κλαψούρισε η Τζορτζιάνα. «Θα κάναμε την Τζέιν Μόρισεϊ να σκάσει από τη ζήλια της», πρόσθεσε η Μάργκαρετ, και οι δυο κοπέλες χασκογέλασαν μ’ αυτή τη σκέψη. Βέβαια, θύμισε η Κονστάνς στον εαυτό της, ακόμα κι αν σύστηνε κάποιον στις κοπέλες, αυτό δεν θα αποτελούσε εγγύηση ότι θα σημείωναν επιτυχία μαζί του. Λίγα λεπτά να άκουγε κάποιος τις ανούσιες κουβέντες της Τζορτζιάνα και της Μάργκαρετ, θα έφευγε τρέχοντας. «Λυπάμαι», απολογήθηκε. «Θα έπρεπε να σας είχα συστήσει. Θα φροντίσω να συστήσω τον επόμενο καβαλιέρο μου στη Μάργκαρετ και στην Τζορτζιάνα. Όπως και να έχει το πράγμα, η λαίδη Χόξτον μου είπε πως ο δούκας είναι ορκισμένος εργένης». «Εντάξει, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να παντρευτεί, έτσι δεν είναι;» την αντέκρουσε η λαίδη Γούντλι. «Πρέπει να αποκτήσει κληρονόμο. Και θα μπορούσε κάλλιστα να παντρευτεί μια από τις κόρες μου, έτσι δεν είναι;» ~ 88 ~


Πολύ σοφά, η Κονστάνς απέφυγε να της απαντήσει. Ήταν το είδος της παράλογης λογικής που χαρακτήριζε τον τρόπο σκέψης της θείας Μπλανς, και η Κονστάνς είχε μάθει από καιρό πως κάθε απόπειρα να της υποδείξει το λάθος και την ανακολουθία αυτού του συλλογισμού όχι μόνο ήταν μάταιη, αλλά φούντωνε και το θυμό της. «Είναι πολύ όμορφο πάρτι, δε συμφωνείτε;» είπε η Κονστάνς πρόσχαρα, αποφασίζοντας ότι η καλύτερη τακτική ήταν ν’ αλλάξει συζήτηση. Η λαίδη Γούντλι φάνηκε για μια στιγμή να θέλει να επιμείνει στην αθέτηση της υποχρέωσης της Κονστάνς απέναντι στις ξαδέρφες της, αλλά τελικά υπερίσχυσε η μεγαλύτερη αγάπη της για το κουτσομπολιό και άρχισε να της απαριθμεί τα μέλη της αριστοκρατίας που είχε δει και όσα ήξερε για τον καθένα. Η Κονστάνς την άκουγε με μεγαλύτερη προσοχή απ’ όση συνήθως σε μια προσπάθεια να την εξευμενίσει, αλλά οι σκέψεις της δεν άργησαν να ταξιδέψουν αλλού. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω της, ελπίζοντας να βρει κάτι για να αποσπάσει την προσοχή της θείας Μπλανς. Αισθάνθηκε ανακούφιση όταν είδε τη Φραντσέσκα να προχωράει προς το μέρος τους και της χαμογέλασε. «Λαίδη Χόξτον». Η θεία Μπλανς γύρισε και χαμογέλασε πλατιά στη Φραντσέσκα. «Λαίδη Χόξτον!» είπε υψώνοντας τη φωνή της. «Λυπάμαι που δεν κατάφερα να σας δω νωρίτερα. Έχει τόσο κόσμο. Κορίτσια, χαιρετήστε τη λαίδη Χόξτον». Η Τζορτζιάνα και η Μάργκαρετ χαιρέτησαν υπάκουα εν χορώ τη Φραντσέσκα, κι εκείνη τους ανταπέδωσε το χαιρετισμό μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού κι ένα χαμόγελο. «Τι κάνετε, λαίδη Γούντλι; Χαίρομαι πολύ που σας ξαναβλέπω». Αντάλλαξαν μερικές ακόμα κοινοτοπίες, σχολιάζοντας τη ζεστή βραδιά του Ιουνίου, το υπέροχο ποντς και την όμορφη αίθουσα του χορού. Η θεία Μπλανς θα μπορούσε να μιλάει όλο το βράδυ για τέτοια τετριμμένα θέματα, σκέφτηκε η Κονστάνς. Ωστόσο, όταν άρχισε να μιλάει για τις τουαλέτες των θυγατέρων της και είπε στη λαίδη Χόξτον να ρίξει μια ματιά στη φίνα γαλλική δαντέλα που στόλιζε το κορσάζ, η Φραντσέσκα βιάστηκε να τη διακόψει. «Σας είπε η Κονστάνς ότι την κάλεσα την ερχόμενη βδομάδα στο Ρέντφιλντς;» τη ρώτησε όταν η λαίδη Γούντλι σταμάτησε να πάρει ~ 89 ~


μια ανάσα. Η θεία Μπλανς κοίταξε ανέκφραστα την Κονστάνς. «Τι; Πού;» «Στο κτήμα του πατέρα μου στο Κεντ. Οι γονείς μου οργανώνουν κάθε καλοκαίρι ένα πάρτι εκεί. Δεν είναι μακριά από το Λονδίνο. Λίγες ώρες με την άμαξα. Κάλεσα την Κονστάνς να έρθει μαζί μου. Ελπίζω να μην έχετε αντίρρηση. Είναι για δυο βδομάδες και είμαι σίγουρη ότι θα πλήξω χωρίς την παρέα της». Η θεία Μπλανς στράφηκε προς το μέρος της ανιψιάς της και η Κονστάνς διέκρινε τη βαθιά αντιπάθεια στο βλέμμα της. Θα αρνιόταν να της επιτρέψει να πάει, σκέφτηκε η Κονστάνς, και αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η δική της αντίδραση. Αν την αψηφούσε και πήγαινε χωρίς την άδειά της, φοβόταν πως η θεία της δεν θα είχε κανέναν ενδοιασμό να την πετάξει από το σπίτι. «Ω λαίδη μου, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας», είπε η θεία Μπλανς στρέφοντας ξανά το βλέμμα της προς τη Φραντσέσκα. «Φοβάμαι όμως πως δεν μπορώ να επιτρέψω στην Κονστάνς να έρθει μόνη της. Θα ήταν ανάρμοστο να περάσει δυο βδομάδες ολομόναχη ανάμεσα σε ξένους. Βλέπετε, πρέπει να σκεφτώ την υπόληψή της». Η Φραντσέσκα ύψωσε ανεπαίσθητα τα φρύδια της και είπε ψυχρά: «Θα είναι μαζί μου, λαίδη Γούντλι. Δε θα είναι ασυνόδευτη, και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα πάρτι του κόμη είναι πολύ αξιοπρεπή». «Ω, είμαι σίγουρη γι’ αυτό, λαίδη Χόξτον», της απάντησε η θεία Μπλανς, καταφέρνοντας να δώσει στη φωνή της τόνο κολακευτικό και ανυποχώρητο συνάμα. «Και η φήμη σας είναι, φυσικά, αψεγάδιαστη. Αλλά παίρνω πολύ στα σοβαρά τις ευθύνες μου απέναντι στην Κονστάνς. Δεν μπορώ να της επιτρέψω να ταξιδέψει μόνη και να μείνει για δυο βδομάδες χωρίς να τη συνοδεύει κάποιο μέλος της οικογένειάς της». «Πράγματι». Η Φραντσέσκα κάρφωσε με το βλέμμα της τη θεία της Κονστάνς κι εκείνη της το ανταπέδωσε απτόητη. Ήταν ολοφάνερο τι επιδίωκε η θεία της, σκέφτηκε η Κονστάνς, και ένιωσε να ντρέπεται. Φοβήθηκε μάλιστα πως η Φραντσέσκα θα εγκατέλειπε την προσπάθεια να την πάρει μαζί της στο Ρέντφιλντς. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο πολύ ήθελε να πάει. Περίμενε, κρατώντας την ανάσα της. «Κατάλαβα», είπε η Φραντσέσκα ύστερα από λίγο, χαρίζοντας ~ 90 ~


στη λαίδη Γούντλι ένα ψυχρό χαμόγελο. «Φυσικά, όταν έκανα την πρόσκληση, δεν εννοούσα να έρθει μόνη της η Κονστάνς. Εσείς και ο σερ Ρότζερ και οι κόρες σας είστε επίσης καλεσμένοι». «Είστε πολύ ευγενική, λαίδη μου», της απάντησε η θεία Μπλανς και χαμήλωσε τα μάτια για να κρύψει τον θρίαμβό της. *** Έτσι, μια βδομάδα αργότερα, η Κονστάνς επιβιβάστηκε στην κλειστή άμαξα με τη θεία, το θείο και τις ξαδέρφες της και έφυγαν από το Λονδίνο για το Κεντ. Ήταν μια δύσκολη βδομάδα. Στο σπίτι δεν κουβέντιαζαν για τίποτε άλλο εκτός από το Ρέντφιλντς και τη διασκέδαση που τους περίμενε εκεί. Ακόμα και ο σερ Ρότζερ, που δεν ενθουσιαζόταν εύκολα, ανυπομονούσε να δει το σπίτι. Η αρχιτεκτονική ήταν ένα από τα χόμπι του, και τους είχε πει με μάτια που άστραφταν από ενθουσιασμό ότι το Ρέντφιλντς ήταν ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της ελισαβετιανής αρχιτεκτονικής στη χώρα. Η θεία Μπλανς, βέβαια, είχε υψώσει τα μάτια στον ουρανό, βρίσκοντας πολύ αλλόκοτη την προοπτική να απολαύσουν γι’ αυτόν το λόγο το Ρέντφιλντς. Κατά τη γνώμη της, το ίδιο το σπίτι δεν είχε ιδιαίτερη σημασία –αρκεί, φυσικά, να ήταν μεγαλόπρεπο. Εκείνο που μετρούσε ήταν οι άνθρωποι που θα βρίσκονταν εκεί. Είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βδομάδας κάνοντας επισκέψεις στις φίλες της με σκοπό να τις εντυπωσιάσει, αναφέροντας πάνω στην κουβέντα ότι θα έλειπε από την πόλη για λίγο επειδή θα πήγαινε σ’ ένα πάρτι στο Ρέντφιλντς. Ο δεύτερος στόχος της, φυσικά, ήταν να μάθει όσο γινόταν περισσότερα κουτσομπολιά για το λόρδο και τη λαίδη Σέλμπρουκ, την οικογένειά τους, το κτήμα τους και τους πιθανούς καλεσμένους τους. Όπως ήταν φυσικό, οι συχνές απουσίες της θείας Μπλανς είχαν σαν αποτέλεσμα να κάνει η Κονστάνς μόνη της όλες τις προετοιμασίες και το πακετάρισμα για τις δυο βδομάδες που θα έλειπαν. Έχοντας να βοηθήσει την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ να αποφασίσουν ποια φορέματα θα έπαιρναν μαζί τους – προσπαθώντας ταυτόχρονα να τις αποτρέψει να καταφύγουν σε απαίσιες επιλογές–, να ξαναράψει τα κουμπιά και τους φιόγκους που είχαν ξηλωθεί, να μαντάρει τα σκι~ 91 ~


σίματα, να δώσει οδηγίες στην οικονόμο για το διάστημα που θα έλειπαν και να δείξει στις υπηρέτριες πώς να διπλώσουν τα ρούχα που θα έπαιρνε μαζί της η οικογένεια, η Κονστάνς είχε ελάχιστο χρόνο για να ετοιμάσει τα δικά της πράγματα. Προς μεγάλη της ευχαρίστηση –που έκανε όλα τα υπόλοιπα προβλήματα να φαντάζουν μηδαμινά–, τα φορέματα που είχε παραγγείλει τόσο στη μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς όσο και σε μια άλλη, λιγότερο γνωστή μοδίστρα έφτασαν πριν την αναχώρησή τους. Με δυσκολία συγκρατούσε τον ενθουσιασμό της. Όπως ήταν αναμενόμενο, η θεία Μπλανς έριξε μια ματιά στα φορέματα που ήταν απλωμένα στο κρεβάτι της Κονστάνς και ξεφύσηξε αποδοκιμαστικά. «Είναι πολύ νεανικά για σένα, Κονστάνς. Καθόλου κατάλληλα για μια συνοδό. Δεν μπορώ να καταλάβω πού έχεις το μυαλό σου τον τελευταίο καιρό. Ελπίζω απλά να μη μας ντροπιάσεις στο Ρέντφιλντς». Η Κονστάνς ένιωσε το θυμό της να φουντώνει και γύρισε να κοιτάξει τη θεία της. Επί χρόνια έκανε ό,τι μπορούσε για να την ευχαριστήσει. Δεν περίμενε ποτέ από τη θεία της να μοιραστεί τα ενδιαφέροντά της ή να γίνει φίλη της, το ήξερε ότι ήταν πολύ διαφορετικές. Αλλά ο θείος, η θεία και οι ξαδέρφες της ήταν οι μόνοι της συγγενείς και είχε ελπίσει πως η θεία της θα την έβλεπε με κάποια αγάπη. Τις τελευταίες μέρες, όμως, από τότε που είχε γνωρίσει τη λαίδη Χόξτον, είχε καταλάβει ότι το μόνο που ενδιέφερε τη θεία Μπλανς σε ό,τι αφορούσε την Κονστάνς ήταν οι τρόποι που θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί. Και μόλις η Κονστάνς είχε ξεφύγει από το μονοπάτι που της είχε χαράξει, η θεία Μπλανς άρχισε να τη μειώνει και να την πληγώνει. «Θα βάλω τα δυνατά μου να μη σας ντροπιάσω», είπε η Κονστάνς ξερά, κοιτάζοντας τη θεία της κατάματα. «Θα πρέπει όμως να σας ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι συνοδός κανενός. Σας βοήθησα με την Τζορτζιάνα και τη Μάργκαρετ και θα συνεχίσω να το κάνω, αλλά συνοδός για τις κόρες σας είστε εσείς, όχι εγώ. Η λαίδη Χόξτον με κάλεσε στο Ρέντφιλντς για να διασκεδάσω, και αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω. Δε θα περνάω τις ώρες μου φέρνοντας ή κουβαλώντας πράγματα για εσάς και τις κόρες σας ούτε παίζοντας το ρόλο του προστάτη τους». Τα μάτια της θείας της άστραψαν θυμωμένα. «Μπα, μπα! Έγινες ~ 92 ~


πολύ αναιδής. Θα πρέπει να φταίει η επίδραση της λαίδης Χόξτον. Νομίζω ότι δεν είναι και τόσο καλή παρέα για σένα». «Αλήθεια; Τότε σίγουρα θα πιστεύετε πως θα ήταν καλύτερα να βγει η λαίδη Χόξτον από τη ζωή μας», είπε η Κονστάνς κοιτάζοντας προκλητικά τη θεία της. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά φάνηκε να το ξανασκέφτεται προτού μιλήσει. Σούφρωσε τα χείλια της και είπε: «Μια συμπεριφορά που είναι απόλυτα αποδεκτή για μια γυναίκα με την κοινωνική θέση της λαίδης Χόξτον δεν αρμόζει απαραίτητα σε μια ανύπαντρη γυναίκα, ιδιαίτερα αν δεν έχει προίκα κι ένα καλό όνομα για να πλασαριστεί». «Πιστεύω ότι το όνομα των Γούντλι είναι απόλυτα σεβαστό για τον καθένα», της είπε η Κονστάνς αποφασιστικά. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι έχετε διαφορετική γνώμη». Η θεία της φάνηκε σαστισμένη. «Δεν εννοούσα... Οι Γούντλι είναι μια πάρα πολύ καλή οικογένεια». Σταμάτησε και κοίταξε συνοφρυωμένη την Κονστάνς. «Δεν ξέρω γιατί καθόμαστε εδώ και κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Καλύτερα να επιστρέψουμε στο πακετάρισμα». Και λέγοντας αυτά, έριξε άλλη μια ξινισμένη ματιά στα ρούχα στο κρεβάτι και έφυγε από το δωμάτιο. Η Κονστάνς τέλειωσε το πακετάρισμα των αποσκευών της, προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό της τα λόγια που είχε ανταλλάξει με τη θεία της. Σκόπευε να απολαύσει αυτό το ταξίδι και ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει τη θεία της να της το χαλάσει. Έφυγαν την επόμενη μέρα, αφού πέρασαν ένα δύσκολο πρωινό μέχρι να φορτώσουν τις αποσκευές στην άμαξα. Το ταξίδι δεν ήταν μεγάλο, ευτυχώς, γιατί η Τζορτζιάνα ζαλιζόταν και κάθε τόσο έπρεπε να κάνουν στάση για να ηρεμήσει το στομάχι της. Έφτασαν στο Ρέντφιλντς αργά το απόγευμα. Διέσχισαν ένα όμορφο πάρκο με καστανιές και τρικουκιές με ροζ λουλούδια, ώσπου είδαν τελικά το σπίτι να εμφανίζεται μπροστά τους. «Ω!» Η Κονστάνς πήρε μια γρήγορη ανάσα θαυμασμού και έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο της άμαξας για να μπορέσει να το δει καλύτερα. Ο ήλιος που έδυε έλουζε με μια ζεστή λάμψη το κτίσμα από κόκ~ 93 ~


κινα τούβλα, αστραποβολώντας πάνω στα τζάμια των πολλών παραθύρων. Με ύψος τριών ορόφων, μυτερή στέγη και τρία αετώματα σε σχήμα πυραμίδας να προεξέχουν από την πρόσοψη σε κλασικό σχήμα Ε, ήταν ένα σπίτι επιβλητικό και φιλόξενο συνάμα. Κάμποσες καμινάδες πρόβαλλαν από τη γερτή στέγη της κεντρικής πτέρυγας, ενώ στην ανατολική πλευρά απλωνόταν μια μονώροφη πτέρυγα που στην ταράτσα της είχε μια στεγασμένη στοά. Ήταν ένα όμορφο σπίτι. Πώς μπορούσε ο λόρδος Λέιτον να μη θέλει να έρχεται εδώ; αναρωτήθηκε η Κονστάνς. Αν ήταν εκείνη η κληρονόμος ενός τόσο όμορφου σπιτιού, θα περνούσε όλο το χρόνο της εκεί. Η άμαξά τους σταμάτησε μπροστά στο κεντρικό αέτωμα που υψωνόταν λίγο πιο ψηλά από τα άλλα, σχηματίζοντας μια κλειστή βεράντα που οδηγούσε σε μια βαριά, ξύλινη πόρτα. Κατέβηκαν κοιτάζοντας με δέος το σπίτι, που ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό από κοντά. Στην πέτρα πάνω από τη βεράντα ήταν χαραγμένοι τρεις θυρεοί, ενώ σκαλίσματα στόλιζαν την πέτρινη αψίδα που οδηγούσε στην είσοδο. Ένας υπηρέτης με λιβρέα τους άνοιξε αμέσως την πόρτα και τους οδήγησε μέσα από ένα μεγάλο χολ στο σαλόνι. Η Κονστάνς διέσχισε το χολ με τα μάρμαρα περπατώντας πίσω από τον στητό υπηρέτη με το στομάχι της σφιγμένο από τη νευρικότητα. Κι αν η Φραντσέσκα δεν ήταν εκεί να τους υποδεχτεί; Δεν γνώριζε το λόρδο και τη λαίδη Σέλμπρουκ, και παρ’ όλο που την Κονστάνς και τους συγγενείς της τους είχε προσκαλέσει η κόρη τους, δεν μπορούσε να μην την προβληματίζει η πιθανότητα να τους ενοχλούσε η εισβολή μιας παρέας ανθρώπων που τους ήταν εντελώς άγνωστοι. Η Κονστάνς ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν είδε τη Φραντσέσκα να κάθεται σ’ έναν καναπέ στο σαλόνι και να κουβεντιάζει με μια γυναίκα που της έμοιαζε αρκετά ώστε να καταλάβει ότι ήταν η μητέρα της. Η Κονστάνς άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει στο δωμάτιο. Εκεί, δίπλα στο παράθυρο, στεκόταν ο λόρδος Λέιτον. Είχε γυρίσει το κεφάλι του μόλις μπήκαν και το φως που έμπαινε από το παράθυρο έπεφτε πάνω στα όμορφα χαρακτηριστικά του. Της χαμογέλασε και η καρδιά της Κονστάνς χτύπησε δυνατά. Η Φραντσέσκα πετάχτηκε όρθια βγάζοντας ένα μικρό επιφώνημα όταν τους είδε και έτρεξε να πιάσει την Κονστάνς από το χέρι. Την οδήγησε στη γυναίκα με την οποία κουβέντιαζε προηγουμένως και ~ 94 ~


άρχισε τις συστάσεις. Η λαίδη Σέλμπρουκ –η Κονστάνς είχε μαντέψει σωστά την ταυτότητά της– από κοντά έμοιαζε ακόμα περισσότερο με την κόρη της, παρ’ όλο που τα ξανθά μαλλιά της είχαν γκρίζες πινελιές και λεπτές ρυτίδες απλώνονταν στις άκρες των γαλανών ματιών της και του στόματός της. Δεν υπήρχε όμως ίχνος από τη ζεστασιά που φώτιζε τα χαρακτηριστικά της κόρης της. Η έκφρασή της ήταν συγκρατημένη – αν όχι ψυχρή, σκέφτηκε η Κονστάνς. Η λαίδη Σέλμπρουκ χαιρέτησε την Κονστάνς και την οικογένειά της μ’ ένα ευγενικό νεύμα και τους καλωσόρισε με μερικές μουρμουριστές λέξεις, αλλά δεν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον στην έκφρασή της. Ο λόρδος Σέλμπρουκ σηκώθηκε από την καρέκλα του για να τους χαιρετήσει. Οι τρόποι του ήταν το ίδιο συγκρατημένοι με της γυναίκας του, και μολονότι ήταν ένας όμορφος μεσήλικας, δεν είχε το γελαστό βλέμμα ούτε την άνετη συμπεριφορά που έκανε τόσο γοητευτικό το γιο του. «Έχετε γνωριστεί με τη λαίδη Ράδερφορντ και τη δεσποινίδα Μιούριελ Ράδερφορντ;» συνέχισε τις συστάσεις η Φραντσέσκα γυρίζοντας προς τους υπόλοιπους που βρίσκονταν στο δωμάτιο. «Λαίδη Ράδερφορντ, δεσποινίς Ράδερφορντ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον σερ Ρότζερ και τη λαίδη Γούντλι. Και τη δεσποινίδα Κονστάνς Γούντλι». Η Κονστάνς γύρισε προς την κατεύθυνση που έδειχνε η Φραντσέσκα και είδε μια σκουρομάλλα μεσήλικη γυναίκα και μια νεότερη κοπέλα με το ίδιο χρώμα μαλλιών που καθόταν δίπλα της. Την κοιτούσαν και οι δύο ψυχρά. Η Κονστάνς συνειδητοποίησε σοκαρισμένη ότι ήταν οι ίδιες γυναίκες που την είχαν κοιτάξει με αντιπάθεια στο χορό τις προάλλες. Η Κονστάνς υποκλίθηκε μουρμουρίζοντας έναν ευγενικό χαιρετισμό και τις περιεργάστηκε διακριτικά όσο η Φραντσέσκα σύστηνε τις ξαδέρφες της. Η Μιούριελ καθόταν με την πλάτη στητή, χωρίς να ακουμπάει πίσω στην καρέκλα της, με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Φορούσε ένα απογευματινό φόρεμα από λουλουδάτη μουσελίνα με φραμπαλαδάκι στο λαιμό και στον ποδόγυρο. Η κοριτσίστικη γραμμή του ερχόταν σε αντίθεση με το μάλλον αυστηρό πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν πολύ ανοιχτά γαλανά, εντείνοντας την παγερή συμπεριφορά της. Ήταν μια νεότερη εκδοχή της μητέρας της, ακόμα ~ 95 ~


και στη λεπτή μύτη και το σφιγμένο στόμα. «Δεσποινίς Γούντλι;» Η φωνή του λόρδου Λέιτον την απέσπασε από την παρατήρηση της δεσποινίδας Ράδερφορντ. Η Κονστάνς γύρισε και τον είδε να απομακρύνεται από το παράθυρο και να πλησιάζει. Τα χείλη του χαμογελούσαν και τα μάτια του είχαν εκείνη την ελαφρά πονηρή λάμψη. Την πλησίασε, πήρε το χέρι της κι έκανε μια υπόκλιση, κρατώντας το κάπως περισσότερη ώρα απ’ όση χρειαζόταν. Με την άκρη του ματιού της, η Κονστάνς είδε τη Μιούριελ Ράδερφορντ να σφίγγει τα χείλια της δυσαρεστημένη. «Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω», της είπε ο Λέιτον. Η Κονστάνς ξέχασε αμέσως τις Ράδερφορντ και του χαμογέλασε. «Λόρδε Λέιτον. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη θεία και το θείο μου». Εκείνος γύρισε προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, χαμογελώντας με την έμφυτη γοητεία του. «Σερ Ρότζερ. Λαίδη Γούντλι. Δεσποινίς Γούντλι. Δεσποινίς Γούντλι. Ελπίζω να είχατε καλό ταξίδι». Η Τζορτζιάνα και η Μάργκαρετ κοκκίνισαν και άρχισαν τα γελάκια επειδή τους είχε χαμογελάσει, αλλά και η θεία Μπλανς φάνηκε το ίδιο ευάλωτη στη γοητεία του. «Α, ναι, πράγματι, σας ευχαριστούμε, λόρδε μου», του απάντησε σχεδόν κοκέτικα. «Καλοσύνη σας που ρωτήσατε». «Παρ’ όλ’ αυτά, είμαι σίγουρη ότι θα νιώθετε εξαντλημένοι», είπε η Φραντσέσκα. «Θα θέλατε να σας οδηγήσω στα δωμάτιά σας τώρα;» Η Φραντσέσκα τους οδήγησε στη σκάλα, πιάνοντας φιλικά την Κονστάνς αγκαζέ. «Θα μπορούσε να σας δείξει ο Πέρλιου τα δωμάτιά σας», της είπε εμπιστευτικά. «Αλλά ήθελα να ξεφύγω από εκεί μέσα. Υποθέτω ότι πολλοί κάνουν ανιαρές συζητήσεις στον κόσμο, αλλά εγώ δε θέλω να τις ακούω. Νιώθω όμως λίγο ένοχη που άφησα μόνο του τον Ντομ να την υποστεί». Η Κονστάνς χαμογέλασε. «Κάτι μου λέει πως, αν θέλει, ο λόρδος Λέιτον δε θα δυσκολευτεί να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Τον έμαθες πολύ γρήγορα». Η Κονστάνς χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι το δωμάτιό της ήταν δίπλα στης Φραντσέσκα, μισό διάδρομο μακριά από τα δύο δωμάτια ~ 96 ~


που είχαν παραχωρήσει στο θείο, τη θεία και τις ξαδέρφες της. Υποπτεύθηκε ότι η Φραντσέσκα είχε φροντίσει αυτή τη διευθέτηση και την ευχαρίστησε σιωπηλά. Θα της ήταν πιο εύκολο να αποφύγει να βοηθάει τις ξαδέρφες της στο ντύσιμο, απ’ ό,τι αν έμενε στο δωμάτιο δίπλα τους. Είχαν ανεβάσει ήδη το μπαούλο της στο δωμάτιό της και μια καμαριέρα το είχε ανοίξει και κρεμούσε τα ρούχα στην ντουλάπα. Όταν την είδε, έκανε μια υπόκλιση και είπε: «Είμαι η Ναν, δεσποινίς. Αν θελήσετε κάτι, καλέστε με». Έδειξε το κουδούνι δίπλα στην πόρτα. «Η λαίδη Χόξτον μου είπε ότι θα σας χτενίζει η Μέιζι, αλλά θα σας βοηθάω εγώ να ντυθείτε. Το δείπνο σερβίρεται στις οκτώ. Θα θέλατε να ξαπλώσετε πρώτα λιγάκι;» Η Ναν βοήθησε την Κονστάνς να βγάλει την μπέρτα της καθώς μιλούσε, κοιτάζοντας μήπως υπήρχε κάποιος λεκές που χρειαζόταν καθάρισμα. Ύστερα την κρέμασε στη μεγάλη μαονένια ντουλάπα και πήρε το μπονέ και τα γάντια της. Στη συνέχεια έψαξε στο μπαούλο για το φόρεμα που θα φορούσε η Κονστάνς εκείνο το βράδυ και έφυγε βιαστικά να το σιδερώσει, αφήνοντάς τη να ξεπλύνει τη σκόνη του ταξιδιού από το πρόσωπο και τα χέρια της. Η Κονστάνς άφησε επίσης ελεύθερα τα μαλλιά της και τα βούρτσισε, νιώθοντας τον πονοκέφαλο που την είχε πιάσει στο ταξίδι να υποχωρεί εντελώς. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, όχι επειδή ήθελε να κοιμηθεί, αλλά για να απολαύσει την ηρεμία και τη μοναξιά ύστερα από το ταρακούνημα και την ατέλειωτη φλυαρία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Δεν το πήρε καν είδηση ότι αποκοιμήθηκε, μέχρι τη στιγμή που ξύπνησε λίγο αργότερα από το θόρυβο που έκανε η καμαριέρα επιστρέφοντας στο δωμάτιο. Η Ναν κρατούσε φρεσκοσιδερωμένο στα χέρια της το φόρεμα που είχε αποφασίσει η Κονστάνς να φορέσει εκείνο το βράδυ. Ήταν από λευκή δαντέλα με λευκή σατέν φόδρα, το κορσάζ ήταν φτιαγμένο με ροζ και λευκές λωρίδες και το βαθύ τετράγωνο ντεκολτέ ήταν γαρνιρισμένο με την ίδια λευκή δαντέλα. Η Ναν τη βοήθησε να το φορέσει και της κούμπωνε τα κουμπιά στην πλάτη, όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε η Φραντσέσκα, ακολουθούμενη από την καμαριέρα της. «Αχ, Κονστάνς!» Η Φραντσέσκα πήρε μια βαθιά ανάσα θαυμασμού. «Είναι πολύ χαριτωμένο. Η μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς έκανε ~ 97 ~


πολύ καλή δουλειά. Δείχνεις πανέμορφη. Τώρα κάθισε κάτω και άφησε τη Μέιζι να φτιάξει τα μαλλιά σου». Η Κονστάνς υπάκουσε και η Μέιζι άρχισε τα συνηθισμένα της μάγια με τα μαλλιά της, βάζοντας φουρκέτες και κατσαρώνοντας, μέχρι που έπεσαν σαν καταρράκτης από μπούκλες γύρω από το πρόσωπο της Κονστάνς. Όσο η Μέιζι δούλευε, η Φραντσέσκα τράβηξε μια καρέκλα και παρακολουθούσε, μιλώντας ταυτόχρονα. «Απόψε θα έχουμε πιο ενδιαφέρουσα παρέα», υποσχέθηκε στην Κονστάνς και ύστερα σταμάτησε μια στιγμή για να φτερνιστεί. «Αχ, Θεέ μου. Με συγχωρείς. Ήρθε ο Σίριλ Γουίλομπι –τον θυμάσαι, χόρεψες μαζί του στης λαίδης Σίμινγκτον. Και ο Άλφρεντ Πένροουζ. Ο λόρδος Ντάνμπορο». Η Κονστάνς την άκουγε με μισό αυτί όσο απαριθμούσε όλους τους καλεσμένους, ιδιαίτερα τους πολύφερνους εργένηδες, περιγράφοντάς της το παρουσιαστικό τους και το χαρακτήρα τους. Το μυαλό της Κονστάνς ήταν στην επερχόμενη βραδιά, και ιδιαίτερα στη σκέψη ότι θα ξανάβλεπε το λόρδο Λέιτον. Η έξαψη κόχλαζε μέσα της, συνδυασμένη με μια νευρική αβεβαιότητα. Αυτό το πάρτι τής φαινόταν κάτι ξεχωριστό, μια ιδιαίτερη στιγμή που θα μπορούσε να ζήσει ένα διαφορετικό είδος ζωής. Δεν θα ήταν η ανύπαντρη ανιψιά που είχε γίνει φόρτωμα στη θεία και στο θείο της και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους ευχαριστήσει επειδή ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη φιλανθρωπία τους, αλλά μια γοητευτική γυναίκα που θα απολάμβανε το είδος της ζωής για την οποία είχε γεννηθεί, της ζωής που θα ζούσε αν ο πατέρας της δεν είχε αρρωστήσει όταν εκείνη ήταν δεκαοκτώ χρονών. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορούσε να διώξει ολότελα από το μυαλό της την ανησυχία. Κι αν τελικά ρεζιλευόταν, όπως της είχε πει η θεία της; Αν οι άλλοι την έβλεπαν και σκέφτονταν ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί ή ότι ήταν πολύ μεγάλη για να ντύνεται και να φέρεται σαν νέα κοπέλα; «Ορίστε!» αναφώνησε η Φραντσέσκα και της χαμογέλασε πλατιά. «Είσαι πανέμορφη. Τέλεια. Κοίτα τον εαυτό σου». Η Κονστάνς έκανε αυτό που της είπε η Φραντσέσκα και πλησίασε τον ολόσωμο καθρέφτη στη γωνιά του δωματίου. Όταν είδε την εικόνα της, χαμογέλασε αυθόρμητα. Η γυναίκα που την κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη δεν ήταν απλά όμορφη, αλλά και σοφιστικέ. ~ 98 ~


Κανείς, σκέφτηκε, δεν θα μπορούσε να την πάρει τώρα για συνοδό. Η Φραντσέσκα ήρθε και στάθηκε δίπλα της, τυλίγοντας το χέρι της γύρω από τη μέση της Κονστάνς. «Έτοιμη;» Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι, νομίζω ότι είμαι έτοιμη». «Ωραία. Τότε πάμε κάτω να σκλαβώσουμε μερικές καρδιές».

~ 99 ~


Κεφάλαιο 7

Είχαν μαζευτεί όλοι στο χώρο που η Φραντσέσκα είχε πει στην Κονστάνς ότι ήταν ο προθάλαμος της επίσημης τραπεζαρίας. Ήταν ένα δωμάτιο μικρότερο από το σαλόνι όπου καθόταν νωρίτερα η οικογένεια, αλλά δεν είχε άλλα έπιπλα εκτός από κάποιες καρέκλες στις άκρες. Ο προθάλαμος ήταν γεμάτος κόσμο και ακουγόταν το βουητό των συζητήσεων. Η Κονστάνς σταμάτησε στην πόρτα, ξαφνιασμένη από τον αριθμό των προσκεκλημένων. Το δωμάτιο ήταν μια θάλασσα από άγνωστα πρόσωπα. «Μην ανησυχείς. Δε θ’ αργήσεις να τους γνωρίσεις όλους», την καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Έλα. Θα πρέπει πρώτα να σε συστήσουμε στη χήρα δούκισσα του Τσάντλι. Είναι η γηραιότερη καλεσμένη και νονά της μητέρας μου. Είναι θεόκουφη, γι’ αυτό θα σε κοιτάξει απαξιωτικά γνέφοντας κάπως έτσι». Η Φραντσέσκα έκανε μια επίδειξη κοιτάζοντας αφ’ υψηλού την Κονστάνς, προτείνοντας το πιγούνι της, και μετά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι της. «Έτσι κάνει με όλους, γι’ αυτό δεν πρέπει να προσβληθείς». Η δούκισσα καθόταν στο βάθος δίπλα στη λαίδη Σέλμπρουκ και παρακολουθούσε τους πάντες με ξινισμένη έκφραση. Τα μαλλιά της είχαν το γκρίζο χρώμα του ατσαλιού και ήταν τραβηγμένα ψηλά σε πολύ παλιομοδίτικο στυλ, αλλά δεν ήταν πουδραρισμένα. Το μαύρο φόρεμά της έμοιαζε κι αυτό να ανήκει σε μια άλλη εποχή, με μπανέλες και κρινολίνο που είχαν πάψει να είναι της μόδας τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια. Η αντίδρασή της, όταν η Φραντσέσκα έκανε μια υπόκλιση και της σύστησε την Κονστάνς, ήταν ακριβώς όπως την είχε προβλέψει η Φραντσέσκα και η Κονστάνς με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια. Μετά η Φραντσέσκα την πήρε να κάνουν μια βόλτα στο δωμάτιο, συστήνοντάς τη στους πάντες. Η Κονστάνς ένιωσε να ζαλίζεται και ~ 100 ~


φοβήθηκε ότι δεν θα θυμόταν ούτε τα μισά από τα ονόματα που είχε ακούσει. Αισθάνθηκε ανακούφιση όταν είδε τον Σίριλ Γουίλομπι, τον οποίο θυμόταν από το χορό. Υπήρχαν πολλοί άλλοι με τους οποίους είχε χορέψει στο χορό της λαίδης Σίμινγκτον, αν και δεν θυμόταν ποιοι ήταν, αλλά ευτυχώς η Φραντσέσκα τους χαιρέτησε χρησιμοποιώντας τα ονόματά τους. Υπήρχαν και αρκετές νεαρές κοπέλες που έδειχναν πολύ πιο ευχάριστες από τη Μιούριελ Ράδερφορντ, πράγμα που τη χαροποίησε επίσης. Με λίγη τύχη, σκέφτηκε, θα μπορούσε να αποφύγει να κάνει πολλή παρέα με τη δεσποινίδα Ράδερφορντ και τη μητέρα της. Καθώς έκαναν το γύρο του δωματίου, είδε το λόρδο Λέιτον να μπαίνει και, όπως είχαν κάνει εκείνες προηγουμένως, να πηγαίνει στη μητέρα του και τη δούκισσα για να υποβάλει τα σέβη του. Έστρεψε αλλού το βλέμμα της επειδή δεν ήθελε να την πιάσουν να κοιτάζει, αλλά όταν σήκωσε λίγο αργότερα το κεφάλι της, είδε το βλέμμα του λόρδου Λέιτον καρφωμένο επάνω της. Της χαμογέλασε και ύστερα στράφηκε πάλι στον άντρα δίπλα του, του είπε κάτι και απομακρύνθηκε. Η πορεία του Λέιτον ήταν αργή, καθώς σταματούσε κάθε τόσο να χαιρετήσει τους διάφορους καλεσμένους, αλλά η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως ερχόταν προς το σημείο όπου στεκόταν εκείνη. Συνέχισε να κουβεντιάζει με τη Φραντσέσκα και το λόρδο Ντάνμπορο, έναν μάλλον ανιαρό νεαρό, αλλά ήξερε ανά πάσα στιγμή πού βρισκόταν ο Λέιτον, έτσι παρακολουθούσε με μεγάλη δυσκολία την περιγραφή του ταξιδιού του Ντάνμπορο από το Λονδίνο. Ένιωσε την παρουσία του Λέιτον δίπλα της ένα δευτερόλεπτο προτού ακούσει τη φωνή του. «Ντάνμπορο. Κυρίες μου». «Λέιτον!» Η Φραντσέσκα γύρισε να χαιρετήσει τον αδερφό της φανερά ανακουφισμένη. Ο λόρδος Ντάνμπορο χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα. «Τι κάνεις, Λέιτον. Δεν περίμενα να σε δω εδώ. Η λαίδη Ράδερφορντ μου είπε σήμερα το πρωί ότι θα ερχόσουν, αλλά εγώ ήμουν σίγουρος για το αντίθετο. “Τον είδα το περασμένο Σάββατο”, της είπα, “στο Γουάιτ’ς, και είμαι σίγουρος ότι είπε πως δε θα έρθει”. Εκείνη δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε και επέμενε ότι το είχε πληροφορηθεί από την ίδια τη λαίδη Σέλμπρουκ, που φυσικά ήξερε καλύτερα, μια και αυτό είναι το σπίτι ~ 101 ~


της κι εσύ είσαι ο γιος της». «Ακριβώς», είπε ο Λέιτον, κόβοντας την εξιστόρηση του άλλου με την πείρα της μακροχρόνιας εξάσκησης. «Άλλαξα γνώμη». «Ναι, όλοι το κάνουμε», παραδέχτηκε ο άλλος. «Το ίδιο έκανα κι εγώ σήμερα το πρωί. Σκεφτόμουν να βάλω το μπλε σακάκι μου για να έρθω, είπα στον υπηρέτη μου να το βγάλει, πράγμα που έκανε. Όταν όμως σηκώθηκα το πρωί, σκέφτηκα, όχι, θα βάλω το καφέ. Είναι πιο βολικό για το ταξίδι, κατάλαβες;» «Βεβαίως», βιάστηκε να συμφωνήσει ο Λέιτον. «Αυτό θα είχα κάνει κι εγώ. Σου δόθηκε η ευκαιρία να κουβεντιάσεις με τον κύριο Καράδερς; Ενδιαφέρεται να αγοράσει δυο άλογα για την άμαξά του, και ξέρω ότι εσύ πήγες και είδες εκείνα τα δύο που προσπαθεί να πουλήσει ο Γουίνθροπ». «Αλήθεια;» Τα μάτια του λόρδου Ντάνμπορο άστραψαν από ενδιαφέρον. «Δε θα τον συμβούλευα να το κάνει. Όχι, καθόλου». Έριξε μια ματιά γύρω του. «Πρέπει να του μιλήσω». «Οπωσδήποτε», συμφώνησε η Φραντσέσκα. Ο Ντάνμπορο χρειάστηκε κάμποσες ακόμα προτάσεις ζητώντας συγνώμη ώσπου να τους απαλλάξει από την παρουσία του, αλλά τελικά άρχισε να διασχίζει το δωμάτιο πηγαίνοντας προς τον κύριο Καράδερς. Η Φραντσέσκα αναστέναξε βαθιά. «Σ’ ευχαριστώ, Ντομ, είσαι ο σωτήρας μας». «Ο Ντάνι σας διασκέδαζε με την ιστορία της ρόδας της άμαξάς του που έσπασε;» ρώτησε ο Λέιτον και τα μάτια του παιχνίδισαν. «Ναι, αν και δεν είχε φτάσει ακόμα στο σημείο που έσπασε», του απάντησε η Κονστάνς. «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Φάγαμε δέκα λεπτά για να φορτώσουμε την άμαξα. Αν το ταξίδι του ήταν τόσο ανιαρό όσο η διήγησή του, πάλι καλά που δεν εξέπνευσε στη διαδρομή». «Τι σ’ έπιασε να επιβάλεις την παρουσία του στη δεσποινίδα Γούντλι;» ρώτησε ο Λέιτον. «Τον απέφευγα τόσο καιρό, ώστε είχα ξεχάσει πόσο πολυλογάς είναι», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Παρακαλώ να με συγχωρέσεις, Κονστάνς. Θα τον διαγράψουμε από τη λίστα». Στράφηκε προς την πόρτα και συνέχισε: «Α, να και ο θείος με τη θεία σου. Θα πρέπει να ~ 102 ~


τους συστήσω. Θα κάνεις εσύ συντροφιά στη δεσποινίδα Γούντλι, Ντομ;» «Μετά χαράς», την καθησύχασε εκείνος. Η Φραντσέσκα έφυγε και ο λόρδος Λέιτον στράφηκε στην Κονστάνς. «Τη λίστα; Τι είδους λίστα κρατάτε με τη Φραντσέσκα;» Η Κονστάνς κοκκίνισε λίγο κάτω από το βλέμμα του. «Τίποτα σπουδαίο. Η λαίδη Χόξτον με θεωρεί το καινούριο της εγχείρημα. Είναι αποφασισμένη να μου βρει σύζυγο». «Κι εσείς; Ψάχνετε όντως για σύζυγο;» τη ρώτησε υψώνοντας το φρύδι του. Η Κονστάνς κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Δε χρειάζεται να ανησυχείτε ότι προστέθηκα κι εγώ στις ορδές που σας καταδιώκουν. Δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να περάσω στο στρατόπεδο των παντρεμένων». «Δηλαδή προτιμάτε να μην παντρευτείτε;» «Δεν είναι αυτό. Αλλά αν η επιλογή δεν είναι δική μου, ναι, προτιμώ να μην παντρευτώ. Και μια γυναίκα με λίγη προίκα δεν έχει πολλές επιλογές». Ύψωσε τους ώμους της και χαμογέλασε για να μειώσει την αιχμηρή νότα στα λόγια της. «Α, τότε είμαστε συνοδοιπόροι, δεσποινίς Γούντλι», είπε ο λόρδος μ’ ένα χαμόγελο. «Φυγάδες από το νυφοπάζαρο». «Ναι. Αν και εγώ δε χρειάζεται να κρύβομαι από τους διώκτες μου», του απάντησε πειρακτικά. «Αυτό δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Είναι τόσο λίγοι οι οξυδερκείς άντρες ανάμεσά μας;» «Μπορεί, όπως εσείς, να μην ενδιαφέρονται καθόλου για το γάμο», του είπε. «Και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον είναι πολύ επικίνδυνο για μια γυναίκα». Η Κονστάνς απολάμβανε τη στιχομυθία τους, την ανάλαφρη ανταλλαγή απόψεων πάνω σε κοινωνικά θέματα, αλλά εκείνη τη στιγμή γύρισε το κεφάλι της και βρέθηκε αντιμέτωπη με το δολοφονικό βλέμμα της δεσποινίδας Ράδερφορντ. Ο ανταγωνισμός αυτής της γυναίκας μείωσε κάπως την ευχάριστη διάθεσή της. Για ποιο λόγο την αντιπαθούσε τόσο; Χωρίς να ξέρει γιατί, σκέφτηκε ότι πρέπει να είχε κάποια σχέση με το λόρδο Λέιτον, και αναρωτήθηκε μήπως υπήρχε κάποιου είδους δεσμός ανάμεσα σ’ εκείνον και τη δεσποινίδα Ράδερφορντ. Η Κονστάνς κοίταξε πάλι τον Λέιτον. Την κοιτούσε κι εκείνος, ~ 103 ~


και το πρόσωπό του δεν αποκάλυπτε τίποτε άλλο εκτός από την ίδια ευχαρίστηση που είχε προσφέρει και σ’ εκείνη η συζήτησή τους. Σίγουρα αυτό δεν ήταν το βλέμμα ενός άντρα που ήταν δεσμευμένος με μια άλλη γυναίκα. Ούτε τα αστεία του για την απόδραση από το νυφοπάζαρο έδειχναν ότι ήταν αρραβωνιασμένος ή ότι σκεφτόταν να αρραβωνιαστεί. Θα πρέπει να έκανε λάθος για το λόγο που την αντιπαθούσε η Μιούριελ Ράδερφορντ, ή μπορεί η Μιούριελ να δυσανασχετούσε με οποιαδήποτε πιθανότητα ανταγωνισμού για κάποιον άντρα που της άρεσε. Όποιος και να ήταν ο λόγος, η Κονστάνς αποφάσισε να την αγνοήσει στο μέλλον. Ο Λέιτον άρχισε πάλι να της μιλάει, αλλά εκείνη τη στιγμή ανακοινώθηκε το σερβίρισμα του δείπνου, έτσι αναγκάστηκε να της ζητήσει συγνώμη για να συνοδέψει τη μητέρα του στο τραπέζι. Ο λόρδος Σέλμπρουκ προχωρούσε ήδη πρώτος προς τη δίφυλλη πόρτα, που τώρα είχε ανοίξει αποκαλύπτοντας τη μεγάλη τραπεζαρία. Η χήρα δούκισσα του Τσάντλι περπατούσε παραπαίοντας δίπλα του, στηριγμένη στο μπράτσο του. Ακολούθησαν ο λόρδος Λέιτον και η λαίδη Σέλμπρουκ και μετά όλοι οι υπόλοιποι καλεσμένοι. Ο σερ Λούσιεν, τον οποίο η Κονστάνς δεν είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε δίπλα της και της πρόσφερε το μπράτσο του, και εκείνη του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. Χωρίς τη Φραντσέσκα κοντά της, ένιωθε κάπως χαμένη ανάμεσα σε όλους αυτούς τους αγνώστους. Η θέση της ήταν προς το τέλος του τραπεζιού, μακριά από τη Φραντσέσκα και το λόρδο Λέιτον, που κάθονταν προς την κορυφή. Ευτυχώς, καθόταν ανάμεσα στον σερ Λούσιεν και τον Σίριλ Γουίλομπι, έναν ευχάριστο τριαντάρη με έξυπνα καστανά μάτια. Είχε νιώσει κάποια ανησυχία για τα θέματα που θα συζητούσε στο τραπέζι, αλλά ήξερε ότι ο σερ Λούσιεν ήταν ικανός να κρατήσει τη συζήτηση και για τους δυο τους. Είχε επίσης ξανακουβεντιάσει με τον κύριο Γουίλομπι και τον είχε βρει καλό συζητητή και ευγενικό. Έτσι το δείπνο, μια παρατεταμένη διαδικασία με τόσα πιάτα και επιλογές που κράτησε πολύ περισσότερο από μία ώρα, πέρασε ευχάριστα. Ο σερ Λούσιεν της έδωσε μουρμουριστά πληροφορίες για τις κοινωνικές καταβολές όλων όσοι κάθονταν στο τραπέζι, και όποτε γύριζε για να μιλήσει με τη δεσποινίδα Νόρτον που καθόταν δίπλα του από την άλλη μεριά, η Κονστάνς κουβέντιαζε με τον κύριο Γουί~ 104 ~


λομπι για τον Πόλεμο των Ρόδων, μία από τις πιο αγαπημένες ιστορικές περιόδους του πατέρα της. Ανακάλυψε ότι ο κύριος Γουίλομπι ήταν θαυμαστής του Εδουάρδου του Δ΄ και, όπως ο πατέρας της, μανιώδης μελετητής της ιστορίας. Είχε ένα μικρό αρχοντικό στο Σάσεξ και της περιέγραψε με πολλή αγάπη το χωριουδάκι Λόουερ Μπόξμπερι κοντά στο οποίο βρισκόταν. Η Κονστάνς απόλαυσε τη συζήτηση μαζί του και κατάλαβε πολύ καλά γιατί η Φραντσέσκα τον είχε συμπεριλάβει στους πιθανούς υποψήφιους γαμπρούς. Έξυπνος, μορφωμένος και καλλιεργημένος, ήταν ένας άντρας με περιεχόμενο – από αυτούς που θα χαιρόταν να παντρευτεί κάθε γυναίκα. Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι εκείνη δεν ένιωθε την παραμικρή έλξη γι’ αυτόν. Τα χαρακτηριστικά του ήταν κανονικά, η εμφάνιση και το ντύσιμό του όπως έπρεπε. Οι τρόποι του ευγενικοί και εκλεπτυσμένοι. Μπορεί να μη διέθετε το καυστικό πνεύμα του σερ Λούσιεν, για παράδειγμα, αλλά τουλάχιστον δεν του έλειπε η αίσθηση του χιούμορ –και τα σχόλιά του ήταν πολύ πιο ήπια από του σερ Λούσιεν. Όλες αυτές οι αρετές, όμως, δεν ξυπνούσαν μέσα της ούτε ίχνος από τη φλόγα και την έξαψη που ένιωθε κάθε φορά που έβλεπε το λόρδο Λέιτον να πλησιάζει. Βέβαια, δεν περίμενε τίποτε από το λόρδο Λέιτον και δεν σκόπευε να κάνει το λάθος να τον ερωτευτεί, γιατί ήξερε πόσο μάταιη θα ήταν η ελπίδα να τον παντρευτεί. Αλλά της ήταν αδιανόητο να παντρευτεί έναν άντρα για τον οποίο δεν θα ένιωθε κάποιο πάθος. Η φίλη της η Τζέιν έλεγε ότι η αγάπη θέλει ενδιαφέρον και φροντίδα, αλλά η Κονστάνς πίστευε πως έπρεπε να υπάρχει από την αρχή κάτι για να μπεις σ’ αυτή τη διαδικασία. Όσο συμπαθητικός κι αν ήταν ο κύριος Γουίλομπι, η Κονστάνς δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να περνάει όλη της τη ζωή μαζί του. Και μολονότι δεν είχε συναναστραφεί τους υπόλοιπους, κάτι της έλεγε πως το ίδιο θα ίσχυε για όλους τους άλλους άντρες που είχε καλέσει η Φραντσέσκα σε τούτο το πάρτι. Ο Άλφρεντ Πένροουζ ήταν ένας ακόμα από αυτούς που θυμόταν από το χορό της λαίδης Σίμινγκτον. Ήταν καταπληκτικός χορευτής, αλλά την περισσότερη ώρα μιλούσε για άλογα, λαγωνικά και κυνήγι. Και ο λόρδος Ντάνμπορο! Ε, δεν είχε καταφέρει να αντέξει ούτε δέκα λεπτά τη φλυαρία του, πόσο μάλλον να περνούσε μια ζωή μαζί του. Υπήρχαν, βέβαια, άλλοι ~ 105 ~


τρεις άντρες τους οποίους είχε συναντήσει απόψε, αλλά τα ονόματα των δύο τα είχε ήδη ξεχάσει. Ίσως κατάφερνε να νιώσει μια σπίθα για κάποιον από αυτούς, αν της δινόταν η ευκαιρία να τους γνωρίσει καλύτερα, αλλά ήξερε πολύ καλά τον εαυτό της και κάτι της έλεγε πως δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ειλικρινά ήλπιζε πως η Φραντσέσκα δεν θα απογοητευόταν πολύ αν η Κονστάνς δεν αρραβωνιαζόταν τελικά. Στο κάτω κάτω, την είχε προειδοποιήσει. Η Κονστάνς ήξερε ότι τη θεωρούσαν ανυπόφορα απαιτητική σε ό,τι αφορούσε τους άντρες, ένα πρόβλημα αρκετά δύσκολο για μια γυναίκα σε ηλικία γάμου και σχεδόν αξεπέραστο για μια γεροντοκόρη χωρίς προίκα. Οι ξαδέρφες της ενθουσιάζονταν με όποιον άντρα συναντούσαν, παραβλέποντας τις ανιαρές συζητήσεις του ή την υπερβολική αγάπη του για το πόρτο. Όπως και να είχε το πράγμα, η Κονστάνς είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν παράλογα αυτά που ζητούσε σε έναν άντρα –στο κάτω κάτω, παραδεχόταν ότι ο κύριος Γουίλομπι θα γινόταν εξαιρετικός σύζυγος–, αλλά ότι απλά δεν ήταν από τις γυναίκες που ερωτεύονταν εύκολα. Ή, όταν είχε πολύ κακή διάθεση, σκεφτόταν πως μάλλον ήταν από τις γυναίκες που δεν ερωτεύονται καθόλου. Κάποτε είχε ερωτευτεί. Είχε συμβεί μετά την επιδείνωση της αρρώστιας του πατέρας της, όταν είχαν μετακομίσει στο Μπαθ για λίγους μήνες, ελπίζοντας πως τα νερά εκεί θα τον θεράπευαν ή τουλάχιστον θα ανακούφιζαν την αρρώστια του. Εκεί είχε γνωρίσει τον Γκάρεθ Χάμιλτον. Είχε ζήσει μερικές ευτυχισμένες βδομάδες όσο εκείνος τη φλέρταρε, και για ένα διάστημα την πλημμύριζε λαχτάρα και ελπίδα. Αλλά όλα είχαν καταρρεύσει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας. Ο Γκάρεθ της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί, η Κονστάνς όμως είχε αναγκαστεί να απορρίψει την πρότασή του, δεν μπορούσε να παντρευτεί όσο ζούσε ακόμα ο πατέρας της. Είχε καθήκον απέναντί του και δεν μπορούσε να τον παρατήσει ενώ ήταν άρρωστος. Έτσι είχαν χωρίσει. Η Τζέιν συνήθιζε να λέει, αναστενάζοντας ρομαντικά, πως από τότε η Κονστάνς έκλαιγε το χαμένο έρωτά της. Η Κονστάνς δεν το πίστευε. Δεν ποθούσε ακόμα τον Γκάρεθ. Για την ακρίβεια, κάτω από κανονικές συνθήκες, ούτε καν τον σκεφτόταν. Αναρωτιόταν, ωστόσο, μήπως αυτή η εμπειρία την είχε πληγώσει κατά κάποιον τρόπο, αφαιρώντας της την ικανότητα να αγαπήσει. ~ 106 ~


Μετά το φαγητό, όταν οι κύριοι αποσύρθηκαν στο καπνιστήριο για να πιουν πόρτο και να καπνίσουν τα πούρα τους, οι κυρίες πήγαν στο δωμάτιο μουσικής. Η λαίδη Σέλμπρουκ ζήτησε από τη δεσποινίδα Ράδερφορντ να τους παίξει κάτι στο πιάνο και η σκουρομάλλα κοπέλα δέχτηκε. Πλησίασε στο πιάνο, ξεφύλλισε τις παρτιτούρες και κάθισε να παίξει. Η Κονστάνς όφειλε να παραδεχτεί ότι η Μιούριελ Ράδερφορντ ήταν καλή πιανίστρια. Αλλά το παίξιμό της, ενώ ήταν τεχνικά άψογο, δεν είχε πάθος και το κομμάτι που διάλεξε ήταν αργό και βαρύ. Από τη μια η μουσική, από την άλλη το χορταστικό γεύμα που μόλις είχαν απολαύσει, η Κονστάνς με δυσκολία κρατούσε τα μάτια της ανοιχτά. Απ’ ό,τι διαπίστωσε, η δούκισσα είχε χάσει ήδη τη μάχη. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το κεφάλι της γερμένο μπροστά. Τα δυο βαμμένα φτερά που στόλιζαν τα μαλλιά της έπεφταν καθώς έγερνε και κατά διαστήματα πεταγόταν και κοιτούσε αλαφιασμένη γύρω της, προτού ξανακλείσει τα μάτια της και ξανακοιμηθεί. Δίπλα στην Κονστάνς, η Φραντσέσκα αναστέναξε κουνώντας αργά τη βεντάλια της. Σήκωσε λίγο τη βεντάλια για να κρύψει το κάτω μέρος του προσώπου της και ψιθύρισε: «Η μητέρα κοιμάται νωρίς. Υποπτεύομαι πως θέλει να κάνουν και οι επισκέπτες της το ίδιο, γι’ αυτό βάζει τη Μιούριελ να παίζει». Ένα χαμόγελο ανέβηκε στα χείλη της Κονστάνς και χαμήλωσε το κεφάλι της για να το κρύψει. «Είσαι κακιά», της απάντησε. «Αλλά λέω την αλήθεια. Και τι δε θα έδινα αυτή τη στιγμή να ήμουν άντρας απλά και μόνο για ν’ αποφύγω αυτό». «Οι άντρες θα παραμείνουν στο καπνιστήριο μέχρι να σταματήσει να παίζει;» τη ρώτησε η Κονστάνς, ξαφνιασμένη. «Αν ξέρουν ότι παίζει η Μιούριελ, ναι, θα το κάνουν», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Και επειδή η μαμά τής ζητάει πάντα να παίξει...» Σταμάτησε στη μέση τη φράση της και φτερνίστηκε. Φτερνίστηκε άλλες δύο φορές, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να μειώσει το θόρυβο. «Να πάρει! Όλο φτερνίζομαι. Ελπίζω να μην άρπαξα κανένα κρύωμα». Η λαίδη Ράδερφορντ, που καθόταν μπροστά τους σε μια καρέκλα δίπλα στο πιάνο, γύρισε το κεφάλι της συνοφρυωμένη για να δει ποια διέκοπτε το παίξιμο της κόρης της με τα φτερνίσματά της. Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε απολογητικά. Την επόμενη στιγμή στήθηκε ~ 107 ~


στην καρέκλα της και έριξε μια σκανταλιάρικη ματιά προς το μέρος της Κονστάνς. Σήκωσε πάλι τη βεντάλια της και έγειρε προς το μέρος της ψιθυρίζοντας: «Ακολούθησέ με». Η Κονστάνς έγνεψε καταφατικά, σαστισμένη. Η Φραντσέσκα έγειρε πίσω στην καρέκλα της, συνεχίζοντας να κουνάει τη βεντάλια της με μια έκφραση ύποπτα αγγελική. Ύστερα άρχισε να βήχει. Στην αρχή μία φορά, μετά επανειλημμένα, ύστερα ακολούθησε ένα φτέρνισμα, που κατέληξε σ’ έναν πραγματικό παροξυσμό βήχα. Ήταν τόσο πειστική, που ανησύχησε ακόμα και η Κονστάνς. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε πνιχτά, γέρνοντας ανήσυχη προς το μέρος της. Η Φραντσέσκα είχε καλύψει το στόμα της, έτσι δεν μπορούσε να της απαντήσει, γι’ αυτό κούνησε το κεφάλι της. Δοκίμασε να σηκωθεί και η Κονστάνς την έπιασε αμέσως από το μπράτσο για να τη βοηθήσει. Μουρμουρίζοντας μια συγνώμη, η Κονστάνς και η Φραντσέσκα, που πάσχιζε ακόμα να πνίξει το βήχα της, έφυγαν από το δωμάτιο. Μόλις βγήκαν, η Φραντσέσκα έβηξε μερικές ακόμα φορές για τα προσχήματα και προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο, κοιτάζοντας την Κονστάνς με ένα πονηρό χαμόγελο. Η Κονστάνς έπνιξε το γέλιο της και ακολούθησε τη φίλη της. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε πάλι όταν έφτασαν στη βάση της σκάλας. Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε πονηρά και βιάστηκε να καλύψει το πρόσωπό της μ’ ένα μαντίλι γιατί την έπιασε πάλι φτέρνισμα. «Δεν είμαι σίγουρη», της απάντησε ειλικρινά. «Ο βήχας ήταν προσποιητός. Το φτέρνισμα όμως...» Ξερόβηξε και σκούπισε μαλακά τα μάτια της. Αναστέναξε. «Αχ, Θεέ μου, ειλικρινά ελπίζω να μην αναγκαστώ να χάσω την αυριανή έξοδο». «Ποια έξοδο;» τη ρώτησε η Κονστάνς καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. «Θα πάμε στην εκκλησία του χωριού». Η Φραντσέσκα σούφρωσε τη μύτη της. «Ο εφημέριος θα κάνει μια μικρή ομιλία για την ιστορία της. Είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα νορμανδικού πύργου... Α, υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν μπορώ να θυμηθώ. Θανάσιμα βαρετά, σίγουρα, αλλά τουλάχιστον θα είναι μια έξοδος στην οποία ~ 108 ~


δε θα συμμετάσχουν η μητέρα μου, η δούκισσα και η λαίδη Ράδερφορντ, άρα θα είναι πιο ευχάριστη». Η Κονστάνς γέλασε και η Φραντσέσκα πρόσθεσε χαμογελώντας: «Η θεία σου, πάντως, προσφέρθηκε να έρθει ως συνοδός, μια και δεν έχει δει την εκκλησία, και η μητέρα μου δέχτηκε αμέσως. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι θα υπάρχει περιθώριο για λίγη κουβεντούλα και κανένα φλερτάκι». Το πλάγιο βλέμμα που έριξε στην Κονστάνς ήταν ερωτηματικό και ταυτόχρονα γεμάτο ελπίδα. «Δε θα έλεγα όχι σε κάτι τέτοιο», της απάντησε εκείνη. «Απ’ ό,τι είδα, καθόσουν δίπλα στον κύριο Γουίλομπι», συνέχισε η Φραντσέσκα. «Πώς σου φάνηκε;» «Είναι πολύ καλός», απάντησε η Κονστάνς και μετά σταμάτησε. «Αλλά;...» επέμεινε η Φραντσέσκα. «Ελπίζω να μη με θεωρήσεις αχάριστη, Φραντσέσκα, αλλά πρέπει να σου πω ότι νομίζω πως υπάρχει πολύ μικρή ελπίδα εκείνος... εγώ... ε, το ξέρω ότι θα ακουστεί πολύ ματαιόδοξο εκ μέρους μου αυτό που θα πω, γιατί γνωριζόμαστε ελάχιστα και αμφιβάλλω, έτσι κι αλλιώς, αν θα μου κάνει ποτέ πρόταση γάμου, αλλά και να μου έκανε, δε θα μπορούσα να τη δεχτώ. Είναι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά αισθάνομαι ότι δε θα μπορέσω να τον αγαπήσω, και...» «Σώπα, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς», της είπε η Φραντσέσκα σφίγγοντάς της το χέρι. «Δεν πρόκειται να θυμώσω μαζί σου αν δεν αρραβωνιαστείς. Και σίγουρα δεν περιμένω να συμβεί αυτό μέσα στις επόμενες δυο βδομάδες! Έχουμε άφθονο χρόνο μπροστά μας... και υπάρχουν πολλοί άντρες στον κόσμο εκτός από τον Σίριλ Γουίλομπι. Μόνο εδώ, είναι ένας ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Υπάρχουν ο Άλφρεντ Πένροουζ και ο κύριος Κένγουικ και ο κύριος Καράδερς. Ο σερ Φίλιπ Νόρτον. Όχι ο λόρδος Ντάνμπορο, βέβαια –δεν ξέρω πώς μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να κάνει. Κι όταν επιστρέψουμε στο Λονδίνο, υπάρχουν εκατοντάδες αξιόλογοι άντρες εκεί». Η Κονστάνς ένιωσε την αγωνία που της έσφιγγε το στομάχι να υποχωρεί αισθητά. «Καλοσύνη σου που το λες αυτό. Ξέρω πόσο πολλά έχεις κάνει για μένα και, ειλικρινά, αισθάνομαι απέραντα ευγνώμων». «Σαχλαμάρες. Το έχω καταδιασκεδάσει. Εξάλλου, τι άλλο έχω ~ 109 ~


κάνει πέρα από το να βγω για ψώνια μαζί σου και να σου δώσω μερικές προσκλήσεις; Εγώ θα έπρεπε να σ’ ευχαριστήσω που μου έδωσες την ευκαιρία να δώσω λίγη ζωή σε τούτο το πάρτι. Είναι πάντα απελπιστικά βαρετό». Στο μεταξύ είχαν φτάσει στο δωμάτιο της Φραντσέσκα και αποφάσισε να χτυπήσει το κουδούνι για να έρθει η καμαριέρα της να τη βοηθήσει να γδυθεί. «Μετά τη μικρή παράσταση που έδωσα κάτω, νομίζω ότι είναι καλύτερα να πέσω στο κρεβάτι». Έτσι πήγε και η Κονστάνς στο δωμάτιό της. Η ησυχία που υπήρχε εκεί ήταν προτιμότερη από το ν’ ακούει τη Μιούριελ να παίζει πιάνο, αλλά δεν είχε διάθεση να πέσει ακόμα στο κρεβάτι και δεν είχε τι άλλο να κάνει. Αποφάσισε να κατέβει στη βιβλιοθήκη να βρει ένα βιβλίο να διαβάσει. Την είχε εντοπίσει όταν κατέβαιναν με τη Φραντσέσκα για το δείπνο. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με εκατοντάδες βιβλία και ήταν σίγουρη πως κάτι θα έβρισκε για να περάσει τη βραδιά της. Άναψε ένα κερί, κατέβηκε ξανά κάτω και διέσχισε το διάδρομο προς τη βιβλιοθήκη, φροντίζοντας να κινείται αθόρυβα σαν ποντίκι. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να την ακούσει κάποιος από το δωμάτιο της μουσικής και να κοιτάξει προς το διάδρομο, γιατί αν την έβλεπε, η ευγένεια απαιτούσε να ξαναγυρίσει στη συντροφιά. Ευτυχώς, το δωμάτιο μουσικής ήταν μετά τη βιβλιοθήκη, έτσι δεν θα χρειαζόταν να περάσει από μπροστά. Μια λάμπα πετρελαίου έκαιγε σ’ ένα τραπεζάκι στην είσοδο της βιβλιοθήκης. Η Κονστάνς μπήκε, έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της και δυνάμωσε τη λάμπα. Πλησίασε τα ράφια στα δεξιά και σήκωσε ψηλά το κερί της για να δει καλύτερα τους τίτλους. Άκουσε ένα θόρυβο πίσω της και γύρισε, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει ξέφρενα. Αναπήδησε και έβγαλε μια μικρή κραυγή όταν είδε έναν άντρα να κάθεται στον καναπέ και να την κοιτάζει πάνω από την πλάτη. Την επόμενη στιγμή αναγνώρισε το λόρδο Λέιτον και αναστέναξε ανακουφισμένη, φέρνοντας το χέρι στην καρδιά της. «Θα πρέπει να σταματήσουμε να συναντιόμαστε έτσι», της είπε εκείνος ανάλαφρα. «Θ’ αρχίσουν σίγουρα να μας κουβεντιάζουν». «Με κατατρομάξατε», τον αντέκρουσε η Κονστάνς, μιλώντας απότομα εξαιτίας της τρομάρας που είχε πάρει. «Πού ήσασταν; Δε σας ~ 110 ~


είδα όταν μπήκα». «Ξαπλωμένος», της απάντησε. Σηκώθηκε από τον καναπέ και την πλησίασε. «Κρυβόμαστε πάλι, έτσι; Από ποιον αυτή τη φορά; Από την τρομερή θεία; Όχι, μια στιγμή, ξέρω την απάντηση. Βρίσκεστε εδώ για τον ίδιο λόγο που βρίσκομαι κι εγώ. Η Μιούριελ βασανίζει το πιάνο». Η Κονστάνς άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι, αν και στη συνέχεια προσπάθησε να πάρει σοβαρό ύφος καθώς έλεγε: «Είναι εξαιρετική πιανίστρια». «Αναμφίβολα. Αλλά έχετε δίκιο. Δεν εκφράστηκα καλά. Τους ακροατές της βασανίζει, όχι το πιάνο». «Εσείς πάντως ήσασταν ασφαλής με τους άλλους άντρες στο καπνιστήριο», είπε η Κονστάνς. «Α, όχι, γιατί ήταν εκεί και ο πατέρας μου», της επισήμανε. Η Κονστάνς ύψωσε ελαφρά τα φρύδια της ακούγοντας αυτό το σχόλιο. Ήταν φανερό πως υπήρχε κάποια αποξένωση ανάμεσα στο Λέιτον και το λόρδο Σέλμπρουκ, πράγμα που είχε υποθέσει και από τον τυπικό τρόπο που αναφερόταν εκείνος στους γονείς του αλλά και από το γεγονός ότι επισκεπτόταν σπάνια το Ρέντφιλντς. Αναρωτήθηκε γιατί, αλλά, φυσικά, θα ήταν πολύ αγενές να ρωτήσει, έτσι δεν το έκανε. «Λυπάμαι που σας χάλασα την ησυχία», είπε. «Η παρουσία σας δε θα μπορούσε ποτέ να μου χαλάσει την ησυχία», τη διαβεβαίωσε ιπποτικά εκείνος. «Ελάτε. Καθίστε να κουβεντιάσουμε». Έδειξε τον καναπέ και τις πολυθρόνες στη μέση του δωματίου. Η Κονστάνς έριξε μια ματιά στην κλειστή πόρτα. Δεν ήταν σωστό να βρίσκεται τέτοια ώρα τη νύχτα μόνη με έναν άντρα, με την πόρτα κλειστή, ακόμα και σ’ ένα χώρο τόσο δημόσιο όπως ήταν η βιβλιοθήκη. Ο λόρδος την πλησίασε και της είπε πειρακτικά: «Φοβάστε να μείνετε μόνη μαζί μου; Υπόσχομαι να μην εκθέσω την υπόληψή σας». Η Κονστάνς ένιωσε το σφυγμό της να χτυπάει κάπως πιο γρήγορα. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε μείνει μόνη με τον Λέιτον και αυτό που είχε ακολουθήσει. Τον κοίταξε κατάματα, είδε στα μάτια του μια ξαφνική λάμψη και κατάλαβε πως σκεφτόταν κι αυτός εκείνο το φιλί. ~ 111 ~


Σήκωσε το χέρι του και άγγιξε με τους κόμπους των δαχτύλων του το πιγούνι της. «Το ξέρω. Δεν μπόρεσα να σας αντισταθώ την τελευταία φορά, άρα πώς μπορείτε να με εμπιστευθείτε τώρα; Αυτό σκέφτεστε, έτσι δεν είναι;» «Μια πολύ καλή ερώτηση, σίγουρα», τον αντέκρουσε κάπως ξέπνοη. Ένιωθε το δέρμα της ζεστό εκεί που την είχαν αγγίξει τα δάχτυλά του και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που αναρωτιόταν αν μπορούσε να την ακούσει κι εκείνος. «Εκείνη η φορά ήταν ένα αστείο», της απάντησε μαλακά. «Δε σας ήξερα, δεν περίμενα να σας ξαναδώ ποτέ. Ήταν απλά... μια τρελή, ευχάριστη στιγμή». «Και τώρα;» Η Κονστάνς δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από το δικό του. Ένιωθε περίεργα παράτολμη και τρομαγμένη συνάμα. «Τώρα είναι διαφορετικά, δε συμφωνείτε;» Ο Λέιτον παραμέρισε μια μπούκλα που είχε ξεφύγει από τα μαλλιά της και έπεφτε στο μάγουλό της. Ταξίδεψε το βλέμμα του στο πρόσωπό της και το κάρφωσε στο στόμα της. Τα μάτια του είχαν ένα σκούρο, βελούδινο μπλε χρώμα, τόσο έντονο και ζεστό, που σχεδόν το ένιωσε πάνω στο δέρμα της. Λες και την είχε πραγματικά αγγίξει, το δέρμα της μυρμήγκιασε και ένιωσε μια άγρια, πρωτόγονη φλόγα στα σωθικά της. Ξαφνικά δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ένιωσε την εισροή του αέρα καθώς έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και συνειδητοποίησε ότι είχε μισανοίξει τα χείλη της. «Επειδή είμαι φίλη της αδερφής σας, εννοείτε;» ρώτησε, προσπαθώντας να δείξει ανεπηρέαστη από το βλέμμα του. «Επειδή θα σήμαινε κάτι». Έμειναν για κάμποση ώρα ακίνητοι να κοιτάζονται στα μάτια. Η Κονστάνς σκέφτηκε ότι μπορεί να την ξαναφιλούσε. Και ένιωσε ένα μικρό σοκ όταν σκέφτηκε πόσο πολύ το ήθελε. Τα στήθη της ήταν πλούσια και βαριά, την πονούσαν, οι θηλές της ορθωμένες, και ξαφνικά είδε με τη φαντασία της τα χέρια του πάνω στο στήθος της. Κοκκίνισε, αλλά δεν ήξερε αν ήταν από ντροπή ή από επιθυμία. Ακόμα κι ο αέρας έμοιαζε να σπιθίζει ανάμεσά τους. Ύστερα ο Ντόμινικ κατέβασε το χέρι του και έκανε ένα βήμα πίσω. Η Κονστάνς ξεροκατάπιε και έστρεψε αλλού το βλέμμα της. «Ε... ~ 112 ~


καλύτερα να γυρίσω στο δωμάτιό μου». «Μα δε διαλέξατε κάποιο βιβλίο», της απάντησε. «Ω». Η Κονστάνς κοίταξε πάλι τα ράφια και τράβηξε ένα βιβλίο στα τυφλά. Το έσφιξε στο στήθος της σαν ασπίδα και ψιθύρισε: «Καληνύχτα, λόρδε μου». «Καληνύχτα, δεσποινίς Γούντλι. Καλόν ύπνο». Δεν έχω και πολλές ελπίδες για κάτι τέτοιο, σκέφτηκε η Κονστάνς καθώς διέσχιζε βιαστικά το διάδρομο και ανέβαινε τις σκάλες για το δωμάτιό της. Τα νεύρα της ήταν τόσο τσιτωμένα, ένιωθε τόσο οξυμένες τις αισθήσεις της, στο μυαλό της τριγύριζε τόσο έντονα αυτό που είχε συμβεί λίγο πριν, που ήταν σίγουρη ότι θα έμενε ξύπνια για ώρες. Επειδή θα σήμαινε κάτι. Τι εννοούσε μ’ αυτό; Τι θα σήμαινε; Αγάπη; Γάμο; Όχι, σίγουρα αυτό ήταν παράλογο, μόλις που γνωρίζονταν. Όμως ούτε θα σήμαινε κάτι ρηχό και επιπόλαιο, ένα «αστείο». Τότε, μήπως θα μπορούσε, αντίθετα, να σημαίνει κάτι βαθύ και ουσιαστικό; Ή τουλάχιστον ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση; Η Κονστάνς μπήκε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε το σκοτάδι έξω. Ίσως αυτό που εννοούσε ο λόρδος ήταν απλά πως, έτσι και την ξαναφιλούσε, η Κονστάνς θα έκανε ένα ακόμα βήμα προς τον κοινωνικό εξευτελισμό της. Ο κληρονόμος ενός κόμη δεν παντρεύεται ποτέ την απένταρη κόρη ενός βαρονέτου. Η Κονστάνς είχε προσέξει ότι, όταν η Φραντσέσκα της είχε απαριθμήσει απόψε τους διαθέσιμους γαμπρούς που βρίσκονταν στο Ρέντφιλντς, δεν είχε συμπεριλάβει το λόρδο Λέιτον. Η Φραντσέσκα τη συμπαθούσε, η Κονστάνς το ήξερε, αλλά προφανώς δεν τη θεωρούσε αποδεκτή νύφη για τον αδερφό της. Και σίγουρα το ίδιο ίσχυε για τον αυστηρό και τυπικό λόρδο Σέλμπρουκ και τη γυναίκα του. Επομένως, τα λόγια του πρέπει να ήταν μια προειδοποίηση προς εκείνη. Κι όμως, δεν είχαν ακουστεί σαν προειδοποίηση. Ειλικρινά, είχαν ακουστεί μάλλον σαν πρόσκληση. Ακούμπησε το κεφάλι της στην παραστάδα του παραθύρου, έκλεισε τα μάτια της και θυμήθηκε το φιλί τους –το άγγιγμά της ανάσας του στο δέρμα της, τα δυνατά, σαρκώδη χείλη του πάνω στα δικά της, την πείνα και τη φλόγα που την είχαν κυριεύσει. Κούνησε το κεφάλι της σαν να ήθελε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις ~ 113 ~


της και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Συνειδητοποίησε ότι έσφιγγε ακόμα το βιβλίο στο στήθος της και κατέβασε το χέρι της για να δει τον τίτλο. Ήταν το Λεβιάθαν του Τόμας Χομπς. Ό,τι έπρεπε για να χαλαρώσει και να την πάρει ο ύπνος, σκέφτηκε και ξέσπασε σε γέλια. Ακούμπησε το βιβλίο στην τουαλέτα και ξεκούμπωσε το φόρεμά της. Η Ναν, η καμαριέρα, της είχε πει να χτυπήσει το κουδούνι για να έρθει να τη βοηθήσει να γδυθεί, αλλά η Κονστάνς δεν ήθελε τη συντροφιά κανενός εκείνη τη στιγμή. Ήθελε να μείνει μόνη με τις σκέψεις της. Μπορεί να την κρατούσαν ώρες ξύπνια, αλλά δεν την ένοιαζε. Για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολύ καιρό ένιωθε απόλυτα ζωντανή. Και ήθελε να απολαύσει αυτή την αίσθηση στο έπακρο.

~ 114 ~


Κεφάλαιο 8

Το επόμενο πρωί, όταν η Κονστάνς κατέβηκε για το πρόγευμα, η Φραντσέσκα δεν ήταν εκεί. Έκανε μια ευχάριστη κουβέντα με τις δεσποινίδες Νόρτον, δύο ζωηρές αδερφές που είχαν έρθει με τον αδερφό τους τον Φίλιπ από το κτήμα τους στο Νόρφοκ. Απ’ ό,τι κατάλαβε η Κονστάνς, είχαν κάποιου είδους συγγένεια με τη λαίδη Σέλμπρουκ. Ζώντας κάτω από τη χαλαρή κηδεμονία του αδερφού τους, ο οποίος ήταν τόσο κλειστός και ήρεμος όσο εκείνες ήταν διαχυτικές και κοινωνικές, δεν είχαν κάνει ακόμα το ντεμπούτο τους, αν και η μία ήταν δεκαεπτά και η άλλη δεκαοκτώ, δηλαδή στην κατάλληλη ηλικία. Ήταν φανερό ότι θεωρούσαν την επίσκεψή τους στο Ρέντφιλντς πολύ σημαντική σε σχέση με τις επαρχιώτικες συνάξεις και τα μικρά τοπικά πάρτι στα οποία περιοριζόταν μέχρι τώρα η κοινωνική τους ζωή και έκαναν ένα σωρό υποθέσεις για την έξοδο στο χωριό που είχε προγραμματιστεί για εκείνη τη μέρα. Θα υπήρχε μια ανοιχτή άμαξα για τις μεγαλύτερες κυρίες και για όσες δεν ίππευαν, όπως πληροφόρησαν την Κονστάνς, αλλά για όποιον προτιμούσε να πάει έφιππος, θα υπήρχαν διαθέσιμα άλογα. Και αυτό σκόπευαν να κάνουν οι αδερφές Νόρτον. «Αν και, φυσικά, θα φανούμε πολύ αδέξιες μπροστά στη δεσποινίδα Ράδερφορντ», είπε η δεσποινίς Έλινορ Νόρτον στην Κονστάνς με ένα χαμόγελο που έδειχνε ότι δεν την ενδιέφερε καθόλου. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, είναι καταπληκτική ιππέας», πρόσθεσε η αδερφή της η Λίντια. «Έχει φέρει μάλιστα και το δικό της άλογο». «Χτες το απόγευμα μας είπε ότι της είναι αδιανόητο να ιππεύσει άλλο άλογο εκτός από το δικό της». «Δε θα περίμενα κάτι διαφορετικό», απάντησε ψυχρά η Κονστάνς. «Εσείς, δεσποινίς Γούντλι, ιππεύετε;» ρώτησε ο αδερφός τους ο ~ 115 ~


Φίλιπ, αποκαλύπτοντας ότι παρακολουθούσε τη φλυαρία των αδερφών του, γεγονός που εξέπληξε την Κονστάνς. Του χαμογέλασε. «Δεν είμαι τόσο πεπειραμένη όσο η δεσποινίς Ράδερφορντ, αλλά ναι, ιππεύω. Έχουν περάσει όμως πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που το έκανα και δυστυχώς δε σκέφτηκα να φέρω μαζί μου στολή ιππασίας». Πράγματι, είχε αφήσει τη στολή ιππασίας στο σπίτι τους στην επαρχία, δεν την είχε πάρει καν μαζί της στο Λονδίνο, γιατί δεν είχε φανταστεί ότι θα τη χρειαζόταν. Έτσι υπέθεσε πως θα πήγαινε με την ανοιχτή άμαξα, με τις «ηλικιωμένες κυρίες». Αλλά, τουλάχιστον, δεν θα υποχρεωνόταν να μπει στην παρέα της Μιούριελ Ράδερφορντ, κι αυτό την παρηγόρησε κάπως. Όταν τέλειωσε το πρόγευμα, ανέβηκε στο δωμάτιο της Φραντσέσκα, γιατί την είχε ανησυχήσει η απουσία της φίλης της. Δυστυχώς, ανακάλυψε ότι το κακό της προαίσθημα ήταν σωστό, γιατί, όταν χτύπησε την πόρτα, άκουσε μια βραχνή φωνή να της λέει να περάσει, κι όταν μπήκε στο δωμάτιο, βρήκε τη Φραντσέσκα, κουκουλωμένη μ’ ένα σάλι πάνω από τη νυχτικιά της, να κάθεται στο κρεβάτι ακουμπισμένη στα μαξιλάρια. Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο, τα μάτια της κόκκινα και έτρεχαν. «Αχ, Κονστάνς», κλαψούρισε βραχνά. «Δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι. Απ’ ό,τι φαίνεται, άρπαξα ένα αναθεματισμένο κρυολόγημα». «Προς Θεού, δεν υπάρχει λόγος να λυπάσαι», την καθησύχασε η Κονστάνς. «Δε νομίζω ότι άρπαξες επίτηδες το κρυολόγημα». «Δεν μπορώ να έρθω στην εκκλησία», γκρίνιαξε η Φραντσέσκα και μετά σταμάτησε και φτερνίστηκε αρκετές φορές. «Και βέβαια όχι», συμφώνησε η Κονστάνς. «Πρέπει να κάτσεις εδώ που είσαι και να γίνεις καλύτερα. Θα μείνω κι εγώ να σε φροντίσω». «Α, όχι! Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό!» φώναξε η Φραντσέσκα. «Η Μέιζι μπορεί να μου ανεβάσει το τσάι μου και να μου βάλει κρύες κομπρέσες στο μέτωπο. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα πας!» Η Φραντσέσκα έδειχνε τόσο ταραγμένη, που η Κονστάνς βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει ότι θα έκανε αυτό που της ζητούσε. «Δε μου αρέσει όμως καθόλου που θα σε αφήσω εδώ τόσο άρρωστη». Η Φραντσέσκα έβηξε, αλλά κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι της. «Όχι. Δε σε έφερα εδώ για να φροντίζεις μια άρρωστη. Πήγαινε ~ 116 ~


και φρόντισε να διασκεδάσεις». Η Κονστάνς ένιωσε πολύ εγωίστρια που εγκατέλειπε τη φίλη της, αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκε η Μέιζι μ’ ένα μπολ αχνιστό νερό γεμάτο μυρωδικά βότανα, που το ακούμπησε δίπλα στο κρεβάτι της κυράς της, διαβεβαιώνοντας την Κονστάνς ότι η Φραντσέσκα θα προτιμούσε να φύγει. «Η αλήθεια είναι, δεσποινίς», της είπε εμπιστευτικά η Μέιζι συνοδεύοντάς τη στην πόρτα, «ότι δε θέλει να τη βλέπουν οι άλλοι έτσι. Εμένα μ’ έχει συνηθίσει και ξέρω τι πρέπει να κάνω». Η Κονστάνς σκέφτηκε πως η αφοσιωμένη καμαριέρα φρόντιζε πολλά χρόνια τη Φραντσέσκα και ήξερε πολύ καλύτερα από εκείνη τι να κάνει για ν’ αναρρώσει η κυρά της. Έτσι κατέβηκε χωρίς τύψεις να βρει τους άλλους. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ζήλεψε λιγάκι όταν είδε τη Μιούριελ Ράδερφορντ καβάλα σε μια όμορφη κανελιά φοράδα. Η αντρική κοψιά της γκρίζας στολής της κολάκευε τη λεπτή σιλουέτα της, ενώ ένα καπελάκι που έμοιαζε με στρατιωτικό πηλήκιο στόλιζε τα μαύρα μαλλιά της. Η δεσποινίς Ράδερφορντ έλεγχε επιδέξια την ανυπομονησία της φοράδας της και το βλέμμα της ήταν σχεδόν ζεστό. Ήταν φανερό ότι αυτό το σκηνικό τής ταίριαζε. Ο Λέιτον ήταν επίσης έφιππος, όπως και τα περισσότερα νεαρά μέλη της παρέας, και η Κονστάνς δεν μπόρεσε να μην προσέξει την επιβλητική παρουσία του. Ψηλός, με φαρδιές πλάτες, έμοιαζε να έχει γεννηθεί πάνω στη σέλα. Θυμήθηκε ότι η Φραντσέσκα της είχε πει ότι είχε υπηρετήσει στους Ουσάρους, και μπορούσε πολύ εύκολα να τον φανταστεί έφιππο, να οδηγεί τους άντρες του στη μάχη. Η Κονστάνς αναγκάστηκε να επιβιβαστεί στην ανοιχτή άμαξα μαζί με τη θεία της και την ξαδέρφη της την Τζορτζιάνα, που έτρεμε τα άλογα, καθώς και με τη δεσποινίδα Κάθμπερτ, μια ήσυχη κοπέλα που, αν θυμόταν καλά, ήταν ανιψιά της δούκισσας. Στη διαδρομή, όπως το φοβόταν η Κονστάνς, κυριάρχησε η φλυαρία της θείας της, που εκθείαζε το φαγητό, τις ανέσεις του σπιτιού και, βέβαια, τον τρόπο που τους είχε διασκεδάσει η δεσποινίς Ράδερφορντ το προηγούμενο βράδυ. Της ήταν αδύνατο να κρύψει το θαυμασμό της για την επιδεξιότητα αυτής της κοπέλας στο πιάνο. Η Κονστάνς, που άκουγε με μισό αυτί τους επαίνους της θείας της για τη λαίδη Μιούριελ, ξαφνιάστηκε όταν είδε το λόρδο Λέιτον ~ 117 ~


να απομακρύνεται από τους υπόλοιπους ιππείς και να πλησιάζει την άμαξα. Έβγαλε το καπέλο του και τις χαιρέτησε με μια ευγενική υπόκλιση. Η Τζορτζιάνα και η θεία Μπλανς στήθηκαν στις θέσεις τους και τον χαιρέτησαν εγκάρδια, και η Κονστάνς πρόσεξε πως ακόμα και η δεσποινίς Κάθμπερτ ζωντάνεψε από την παρουσία του. Εκείνος κοίταξε την Κονστάνς. «Λυπάμαι που δεν κάνετε σήμερα ιππασία μαζί μας, δεσποινίς Γούντλι». «Κι εγώ, σερ, θα ευχόμουν να έκανα, αλλά δε σκέφτηκα να φέρω στολή μαζί μου», του απάντησε με ειλικρίνεια. «Είμαι σίγουρος ότι αυτό μπορεί πολύ εύκολα να διορθωθεί», της είπε εκείνος. «Όλο και κάποια στολή θα υπάρχει στο σπίτι που να σας κάνει. Θα πρέπει να βγούμε ένα απόγευμα ιππασία. Θα ήθελα να σας δείξω το κτήμα». «Θα μου άρεσε πολύ», του απάντησε η Κονστάνς και είδε με την άκρη του ματιού της τη θεία και την ξαδέρφη της να την αγριοκοιτάζουν. «Απ’ ό,τι έμαθα, έχετε μια πολύ όμορφη θερινή κατοικία», μπήκε στη συζήτηση η θεία Μπλανς. «Είμαι σίγουρη πως όλοι οι νέοι θα χαρούν πολύ να την επισκεφθούν. Δε θα το ήθελες κι εσύ, Τζορτζιάνα;» «Αχ, ναι, μαμά», απάντησε με λαχτάρα εκείνη. «Θα το αναφέρω στη μητέρα μου», είπε ήρεμα ο Λέιτον. «Θα μπορούσε να οργανώσει μια εκδρομούλα μέχρι τη θερινή κατοικία, αν δεν το έχει κάνει ήδη. Απ’ ό,τι θυμάμαι, κάναμε συχνά πικνίκ εκεί». Η Κονστάνς έκρυψε ένα χαμόγελο για τον επιδέξιο τρόπο με τον οποίο είχε αποφύγει ο Λέιτον το σαφή υπαινιγμό της θείας της να συνοδέψει ως εκεί την Τζορτζιάνα. «Το πικνίκ ακούγεται υπέροχη ιδέα», είπε και έγειρε λίγο την ομπρέλα της για να τον κοιτάξει. Εκείνος συνέχισε να καλπάζει δίπλα στην ανοιχτή άμαξα, κουβεντιάζοντας για την ξενάγηση που θα παρακολουθούσαν στην εκκλησία και για διάφορα άλλα θέματα. Την Κονστάνς δεν την ενδιέφερε πραγματικά το θέμα, αλλά την ευχαριστούσε να ταξιδεύει μαζί του. Ακόμα και η παρουσία της θείας και της ξαδέρφης της ήταν πιο ευχάριστη τώρα που ήταν κι εκείνος μαζί τους. Η Κονστάνς πρόσεξε ότι η Μιούριελ Ράδερφορντ κοιτούσε συχνά προς το μέρος τους με έκφραση ψυχρή. Και ήταν σίγουρη πως ~ 118 ~


δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη που ο Λέιτον δεν περνούσε τη ώρα του μαζί της. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν ανοησία της να αισθάνεται ότι αυτή η κοπέλα έτρεφε μια ιδιαίτερη αντιπάθεια για εκείνη. Ίσως κοίταζε όλες τις άλλες γυναίκες με την ίδια αποδοκιμασία. Τελικά, όταν η άμαξα πέρασε ένα μικρό γεφυράκι και σταμάτησαν να θαυμάσουν τη θέα, η δεσποινίς Ράδερφορντ οδήγησε το άλογό της δίπλα τους. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε, αν και η φωνή της δεν έκρυβε ανησυχία. «Πρέπει να γυρίσετε στο σπίτι;» Η Κονστάνς κατάλαβε πως η Μιούριελ ήλπιζε ότι η εικασία της ήταν σωστή και χάρηκε που μπορούσε να τη διαψεύσει. «Όχι, σταματήσαμε απλά να θαυμάσουμε τη θέα. Είναι ωραία, δε συμφωνείτε;» Η Μιούριελ την κοίταξε αφ’ υψηλού, σαν να ξαφνιάστηκε που η Κονστάνς της είχε απευθύνει το λόγο. Κοίταξε αδιάφορα το ρυάκι με τις ιτιές που έγερναν χαριτωμένα στη δυτική όχθη του. «Ναι, υποθέτω». Στράφηκε στον Λέιτον. «Ξαφνιάστηκα που σε είδα να μένεις τόσο πίσω, Ντόμινικ. Είναι τραυματισμένος ο Αρίων;» «Όχι, είναι υγιής όπως πάντα», της απάντησε αβίαστα εκείνος χαϊδεύοντας το λαιμό του αλόγου του. «Θα πρέπει να έχει εκνευριστεί με αυτό τον αργό ρυθμό», παρατήρησε η Μιούριελ μ’ ένα περιφρονητικό χαμόγελο. Ο Ντόμινικ ύψωσε το φρύδι του, δείχνοντας ελαφρά έκπληκτος. «Κριτικάρεις τον τρόπο που χειρίζομαι το άλογό μου, Μιούριελ;» Ακόμα και η δεσποινίς Ράδερφορντ είχε τη λεπτότητα να κοκκινίσει ακούγοντας την ερώτησή του. «Θεέ και Κύριε, όχι, και βέβαια όχι. Όλοι ξέρουν ότι ιππεύεις σαν Κένταυρος. Απλά ξαφνιάστηκα που ακολούθησες έναν τόσο αργό ρυθμό». «Απολάμβανα τη συζήτησή μου με τις ευγενικές αυτές κυρίες», της απάντησε άνετα ο Λέιτον. «Θα ήθελες να μας κάνεις παρέα;» Η δεσποινίς Ράδερφορντ κοίταξε την άμαξα. Ήταν φανερό πως το τελευταίο που ήθελε ήταν να την ακολουθήσει, αλλά ύστερα από μια σύντομη μάχη με τον εαυτό της, χαμογέλασε στον Λέιτον και είπε: «Ασφαλώς. Γιατί όχι;» Η υπόλοιπη διαδρομή δεν ήταν τόσο ευχάριστη, γιατί η Μιούριελ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να παρασύρει τον υποκόμη σε συζητήσεις γύρω από άτομα, μέρη και γεγονότα που δεν γνώριζαν ~ 119 ~


οι άλλες γυναίκες. Μολονότι ο Ντόμινικ φρόντιζε κάθε τόσο να συμπεριλαμβάνει στη συζήτηση τις άλλες γυναίκες, η δεσποινίς Ράδερφορντ την έστρεφε γρήγορα σε άλλο ένα άγνωστο θέμα. Ήταν ολοφάνερο πως τη Μιούριελ δεν την ενδιέφερε τόσο να συζητήσει όσο να δείξει στην Κονστάνς και στις άλλες γυναίκες ότι ήταν πολύ στενή φίλη με το λόρδο Λέιτον, ότι οι δυο τους ήταν μέλη ενός κύκλου στον οποίο δεν ανήκαν εκείνες. Ευτυχώς, η υπόλοιπη διαδρομή ήταν μικρή. Λίγο μετά τη γεφυρούλα μπήκαν στο ήσυχο χωριό Κάουντεν. Ο τετράγωνος, πέτρινος πύργος της εκκλησίας με τις επάλξεις ξεχώριζε πάνω από τα δέντρα και δεν άργησαν να σταματήσουν έξω από την αυλή της. Μια αψιδωτή πύλη με τριγωνική σκεπή οδηγούσε στο κοιμητήριο πίσω από την εκκλησία. Τα άλλα μέλη της συντροφιάς είχαν ξεπεζέψει ήδη, είχαν δώσει τα άλογά τους στους δύο ιπποκόμους που τους είχαν συνοδέψει και περίμεναν στη σκιά της πλαϊνής αυλής κουβεντιάζοντας μεταξύ τους. Ο Λέιτον ξεπέζεψε και γύρισε να βοηθήσει τις κυρίες να κατέβουν από την άμαξα. Όταν έφτασαν τους υπόλοιπους, είδαν ότι είχε προστεθεί και ο εφημέριος στην παρέα, ένας ασπρομάλλης στρογγυλοπρόσωπος κύριος με μαύρο ράσο που τους χαμογέλασε πλατιά. «Καλώς ήρθατε στον Άγιο Εδμόνδο», τους είπε πρόσχαρα, χοροπηδώντας ελαφρά στις μύτες των ποδιών του. «Δεν έχουμε συχνά τόσο διακεκριμένους επισκέπτες. Λόρδε Λέιτον». Έκανε μια υπόκλιση προς το μέρος του Λέιτον και το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ. Τους οδήγησε στο εσωτερικό της εκκλησίας, δείχνοντάς τους τον νορμανδικό πύργο που είχε κατασκευαστεί τον δέκατο τρίτο αιώνα και τα όμορφα μεταλλικά διακοσμητικά στις ξύλινες πόρτες. Όταν μπήκαν μέσα, συνέχισε να τους μιλάει για την ιστορική και την αρχιτεκτονική αξία του ναού με την πλούσια, δυνατή φωνή του, που σίγουρα θα αποτελούσε πλεονέκτημα όταν τελούσε τις λειτουργίες. Τους έδειξε την οκτάγωνη κολυμπήθρα του δέκατου πέμπτου αιώνα από ορείχαλκο και το ανατολικό παράθυρο με το φλαμανδικό βιτρό, μέσα από το οποίο φιλτραριζόταν το φως του ήλιου ρίχνοντας στις πέτρες του δαπέδου χρώματα που έμοιαζαν με κοσμήματα. Πέρασαν δίπλα από τους τάφους με τα ομοιώματα διαφόρων λόρδων και κυριών, μεταξύ των οποίων ήταν και το προφανές επίκεντρο ~ 120 ~


του ναού, μια εξαιρετικά λεπτομερής απεικόνιση σε πέτρα του σερ Φλόριαν Φιτζάλαν, που είχε ζήσει τον δέκατο τρίτο αιώνα, απόγονοι του οποίου ήταν όλοι οι άλλοι λόρδοι Λέιτον και οι κόμητες του Σέλμπρουκ που οι τάφοι και τα μνημεία τους βρίσκονταν κατά μήκος του ανατολικού τοίχου της εκκλησίας. Ήταν ξαπλωμένος, με το σπαθί στο πλευρό του, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος σαν να προσευχόταν και τα πόδια του ακουμπισμένα στο πιστό του κυνηγόσκυλο. Θαύμασαν τις μεσαιωνικές εικόνες των δώδεκα αποστόλων στους τοίχους που είχαν ξεθωριάσει σχεδόν εντελώς, καθώς και τις γοτθικές αψίδες, τα μαύρα στασίδια από καρυδιά και τον σκεπαστό άμβωνα. Η Κονστάνς πρόσεξε πως τα κλειστά στασίδια που προορίζονταν για την οικογένεια του κόμη ήταν πολύ πιο μεγάλα από τα υπόλοιπα και η πλάτη τους ήταν πολύ ψηλή, ώστε να κρύβει τα μέλη της οικογένειας από το υπόλοιπο εκκλησίασμα. Καθώς ο ιερέας τούς οδηγούσε προς το ιερό, περιγράφοντάς τους το σκαλιστό τέμπλο από ροδόξυλο και τον μαρμάρινο βωμό, η Κονστάνς έμεινε πίσω, κοιτάζοντας τα ομοιώματα και τους τάφους. Αν και θαύμαζε τις απρόσμενα εξαιρετικής τέχνης λεπτομέρειες του ναού, αυτό που την εντυπωσίασε περισσότερο ήταν τα αναθήματα πεθαμένων ανθρώπων που είχαν ζήσει και προσευχηθεί εκεί. «Οι Φιτζάλαν είμαστε αηδιαστικά εγωκεντρικοί, δε συμφωνείτε;» μουρμούρισε μια ειρωνική φωνή πίσω της και η Κονστάνς γύρισε και είδε τον Λέιτον. Της έδειξε μ’ ένα νεύμα την μπρούντζινη στήλη που απαριθμούσε όλες τις αρετές του πρώτου κόμη του Σέλμπρουκ. Η Κονστάνς χαμογέλασε. «Υποθέτω ότι οι περισσότεροι τάφοι και τα μνημεία περιγράφουν επαινετικά τους ανθρώπους στους οποίους είναι αφιερωμένοι». «Μμ, αναμφίβολα. Έχω δει όμως το πορτραίτο αυτού του τύπου, και σας διαβεβαιώνω ότι μοιάζει περισσότερο με τύραννο παρά με “ευγενικό και στοργικό πατέρα” ή “δίκαιο αφέντη”. Αντίθετα, αυτός...» Της έδειξε μια μπρούντζινη πλάκα λίγο πιο μπροστά στον τοίχο. «...έχει αδύναμο πιγούνι και κυνηγημένη όψη. Λέγεται πως η γυναίκα του ήταν μέγαιρα, πράγμα που ίσως εξηγεί τη φοβισμένη έκφρασή του». Η Κονστάνς γέλασε και τον επέπληξε παιχνιδιάρικα: «Νομίζω ότι είστε πολύ αυστηρός με τους προγόνους σας». ~ 121 ~


«Δε θα το λέγατε αυτό αν είχατε δει την πινακοθήκη με τα πορτραίτα τους. Θα σας τη δείξω αύριο και θα καταλάβετε». Συνέχισαν να προχωράνε αργά, κοιτάζοντας τα αγάλματα και τις επιγραφές. Ο Ντόμινικ της έδειχνε κάποια ονόματα και κάποιες φράσεις που του είχαν κινήσει την προσοχή όλα αυτά τα χρόνια, κάνοντας συχνά ειρωνικές παρατηρήσεις. «Σταματήστε», του είπε η Κονστάνς με ψεύτικη αυστηρότητα. «Θα με κάνετε να γελάσω μέσα στην εκκλησία και δεν είναι σωστό». Εκείνος έριξε μια ματιά στην παρέα τους, που είχε συγκεντρωθεί στο πλαϊνό παρεκκλήσι και άκουγε τον εφημέριο να εξηγεί την τεχνική των κάθετων παραθύρων. Την έπιασε από το μπράτσο και της έδειξε μ’ ένα νεύμα προς το πίσω μέρος της εκκλησίας. «Τότε πάμε να κουβεντιάσουμε έξω, όπου δε θα προσβάλουμε την ιερότητα του χώρου». Η Κονστάνς βγήκε μαζί του από την πλαϊνή πόρτα και βρέθηκαν στο παλιό νεκροταφείο στην πίσω αυλή. Ήταν ένας χώρος πράσινος και δροσερός, σκιασμένος από βελανιδιές και αιωνόβια έλατα, που διέθετε μια χαριτωμένη αφροντισιά. Λειχήνες κάλυπταν τις παλιές ταφόπλακες, πολλές από τις οποίες έγερναν πάνω σε άλλες. Κισσός κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του σιδερένιου φράχτη και απλωνόταν πάνω από την πύλη του νεκροταφείου. Τα λουλούδια στα πέτρινα βάζα έδιναν μια χρωματιστή νότα, ενώ τριανταφυλλιές, άγριες πια, σκαρφάλωναν στους χαμηλούς φράχτες που περιέβαλλαν κάποιους τάφους. Περπάτησαν χωρίς να μιλάνε πολύ, σταματώντας κάθε τόσο να διαβάσουν μια επιγραφή. Μερικές ήταν τόσο παλιές και καλυμμένες από τις λειχήνες, που ήταν αδύνατο να τις διαβάσεις. Άλλες ήταν συγκινητικές, σπαραχτικές, όπως το αγγελάκι που φυλούσε τον μικροσκοπικό τάφο ενός παιδιού. Άλλες πάλι περιέγραφαν την πικρή αλήθεια της ζωής και του θανάτου. Η Κονστάνς ένιωθε άνετα με τον Ντόμινικ. Συζήτησαν για τους τάφους των ανθρώπων που γνώριζε εκείνος. Συζήτησαν για την εκκλησία, για το χωριό, για το ίδιο το Ρέντφιλντς. Κάποια στιγμή ο Λέιτον τη ρώτησε για τους γονείς της, κι εκείνη έπιασε τον εαυτό της να του μιλάει για τη μητέρα της, που δεν τη θυμόταν γιατί είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν πολύ μικρή, και για τον πατέρα της, που την είχε μεγαλώσει, για τον ισχυρό δεσμό που τους συνέδεε. ~ 122 ~


«Πρέπει να τον αγαπούσατε πάρα πολύ», σχολίασε εκείνος. «Ναι. Ακόμα μου λείπει. Περάσαμε πολλές ώρες μαζί διαβάζοντας και κουβεντιάζοντας. Ξέρω ότι η γυναίκα του εφημέριου τα έβαζε συχνά μαζί του. Πίστευε πως ο πατέρας μου όφειλε να κάνει μεγαλύτερη προσπάθεια να με αποκαταστήσει. Την άκουσα μια φορά να τον κατηγορεί ότι ήταν εγωιστής. Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να ξέρει ότι, αν καθυστερούσε ένα δυο χρόνια να με φέρει στο Λονδίνο για να κάνω το ντεμπούτο μου, τελικά θα αρρώσταινε και δε θα μπορούσε να το κάνει. Και από τη στιγμή που αρρώστησε, δεν μπορούσα να τον αφήσω». «Θα πρέπει να ήταν οδυνηρό», της είπε με συμπόνια ο Λέιτον και την έπιασε από το μπράτσο για να τη βοηθήσει σ’ ένα κακοτράχαλο σημείο του μονοπατιού. Το άγγιγμά του της έφερε ένα ρίγος και η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Η χειρονομία του ήταν απλά ευγενική, κι όμως την επηρέασε. Η Κονστάνς τον κοίταξε και αναρωτήθηκε αν είχε νιώσει κι αυτός κάτι. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Υπήρχε ζεστασιά στο βλέμμα του, αλλά δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό σε ό,τι αφορούσε τα αισθήματά του για εκείνη. «Πάντως», συνέχισε εκείνος αφήνοντας το μπράτσο της και καρφώνοντας το βλέμμα του ίσια μπροστά του, «πρέπει να είναι υπέροχο να είσαι τόσο δεμένος με τον πατέρα σου». «Εσείς δεν είστε δεμένος με τον πατέρα σας;» ρώτησε η Κονστάνς, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. Από τη μέρα που είχε πάει στο Ρέντφιλντς, δεν είχε δει ακόμα τον Ντόμινικ να μιλάει με τον πατέρα του και, απ’ όσα είχε πει, ήταν φανερό ότι τέτοιου είδους δέσιμο του ήταν άγνωστο. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κι ένα πικρόχολο χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του. «Όχι, δεν είμαστε δεμένοι. Και αυτός θα ήταν ένας πολύ... διακριτικός τρόπος να το θέσει κανείς». Έφτασαν σ’ ένα τμήμα όπου ένας χαμηλός τοίχος χώριζε το χώρο από το υπόλοιπο νεκροταφείο. Ήταν εξαιρετικά φροντισμένος, με έναν πέτρινο οικογενειακό τάφο στο κέντρο που ήταν απομίμηση του Παρθενώνα σε μικρογραφία. Στην κορυφή, σκαλιστά αγγελάκια κρατούσαν ένα θυρεό με το όνομα των Φιτζάλαν. Γύρω από το κεντρικό μαυσωλείο υπήρχαν άλλοι τάφοι με μαρμάρινες πλάκες. ~ 123 ~


«Ο οικογενειακός μας τάφος», της είπε ο Λέιτον καθώς προχωρούσαν κατά μήκος του πέτρινου τοίχου που τον περιέβαλλε. «Εδώ βρίσκονται τα λιγότερο επιφανή μέλη και αυτά που πέθαναν πρόσφατα. Απ’ ό,τι φαίνεται, φοβόμαστε μήπως μας ξεχάσουν». Η Κονστάνς τον ακολούθησε, διαβάζοντας τα ονόματα και τις ημερομηνίες. Ο Ντόμινικ σταμάτησε στο πίσω μέρος του μνημείου και κοίταξε για λίγο ένα συγκεκριμένο τάφο. Για πρώτη φορά από τότε που τον είχε γνωρίσει η Κονστάνς, το πρόσωπό του ήταν σοβαρό και τα γαλανά μάτια του σκοτεινά από τη θλίψη. Κοίταξε το όνομα στην ταφόπλακα: Λαίδη Άιβι Φιτζάλαν, Πολυαγαπημένη Κόρη. Η λαίδη Άιβι είχε πεθάνει πριν δώδεκα χρόνια, έναν κρύο Γενάρη, και η Κονστάνς κατάλαβε διαβάζοντας την ημερομηνία γέννησης και θανάτου ότι ήταν μικρή, μόλις δεκάξι χρονών. «Ήταν η αδερφή μου», της είπε ο Ντόμινικ σιγανά. «Η πιο μικρή απ’ όλους μας». Η Κονστάνς έπιασε αυθόρμητα το χέρι του για να του δείξει τη συμπάθειά της και το κάλυψε με το άλλο χέρι της. «Λυπάμαι. Ήσασταν πολύ δεμένοι;» «Όχι όσο θα έπρεπε», της απάντησε και η φωνή του σφίχτηκε από την πίκρα. Η Κονστάνς τον κοίταξε κάπως έκπληκτη, προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε. Δεν μπορούσε όμως να του κάνει μια τόσο αδιάκριτη ερώτηση. Αρκέστηκε να του σφίξει απαλά το χέρι. Εκείνος την κοίταξε, της χαμογέλασε και της έσφιξε κι αυτός το χέρι. «Σας ευχαριστώ», μουρμούρισε. Ακούστηκαν φωνές από το κοιμητήριο και κοίταξαν προς το μέρος της εκκλησίας. Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας περιδιάβαιναν ανάμεσα στις ταφόπλακες. Η Μιούριελ Ράδερφορντ, κρατώντας την ουρά της στολής της, περπατούσε δίπλα στον κύριο Γουίλομπι, αλλά έψαχνε ολόγυρα με το βλέμμα της. Η Κονστάνς ένιωσε μια φευγαλέα παρόρμηση να κρυφτεί πίσω από το μεγάλο μαυσωλείο των Φιτζάλαν για να μην τη δει η δεσποινίς Ράδερφορντ, αλλά την έπνιξε. Κοίταξε τον Λέιτον και νόμισε ότι είδε τις άκρες του στόματός του να σφίγγονται σε ένα μορφασμό ενόχλησης. Ή μήπως απλά πρόβαλλε πάνω του τα δικά της συναισθήματα; «Υποθέτω πως δεν μπορούμε να τους αποφύγουμε άλλο», της είπε και άφησε το χέρι της. ~ 124 ~


Προχώρησαν προς τους άλλους. Η Μιούριελ τους είδε και η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι διάβασε την ενόχληση, αν όχι κάτι χειρότερο, στο πρόσωπό της. Κρατώντας σφιχτά αγκαζέ τον κύριο Γουίλομπι, η Μιούριελ πλησίασε προς το μέρος τους. «Λέιτον», είπε όταν πλησίασαν. «Τι γυρεύεις μέσα στο κοιμητήριο;» Ρίχνοντας ένα περιφρονητικό βλέμμα στην Κονστάνς, άφησε το μπράτσο του κυρίου Γουίλομπι και ήρθε και στάθηκε δίπλα στον Λέιτον, τυλίγοντας κτητικά το χέρι της στο μπράτσο του. «Θα πρέπει να ένιωσες απελπισμένα την ανάγκη να ξεφύγεις από την ομιλία του πάστορα για να αφήσεις να σε παρασύρουν εδώ έξω στους τάφους των προγόνων σου. Θανάσιμα βαρετό, θα έλεγα. Υποθέτω, όμως, πως οι τάφοι των σημαντικών οικογενειών παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον για τον υπόλοιπο κόσμο». Κοίταξε αφ’ υψηλού την Κονστάνς. Το υπονοούμενό της ήταν σαφές: Η Κονστάνς ήταν χαμηλότερης καταγωγής, άρα ήταν φυσικό να νιώθει δέος μπροστά στην οικογένεια των Φιτζάλαν, πράγμα που δεν ίσχυε για την ίδια, αφού ανήκε στην ίδια κάστα με τον Λέιτον. Η Κονστάνς έσφιξε δυνατά τη λαβή της ομπρέλας της, συγκρατώντας με δυσκολία την επιθυμία να της τη φέρει στο κεφάλι. «Αλλά για σας, φυσικά, η οικογένειά μου δεν είναι σημαντική, δεσποινίς Ράδερφορντ;» ρώτησε κάπως ειρωνικά ο Λέιτον υψώνοντας τα φρύδια του. «Τι πράγμα;» Η Μιούριελ φάνηκε σαστισμένη, κοκκίνισε και έδειξε να τα χάνει, πράγμα που ευχαρίστησε την Κονστάνς. «Ε, όχι, φυσικά, δεν εννοούσα...» Άφησε τη φράση της στη μέση, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να σώσει την κατάσταση. Η Κονστάνς την παρακολουθούσ ε σιωπηλή, χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να τη βοηθήσει. Ύστερα από λίγο, όμως, η σιωπή φορτίστηκε με τέτοια ένταση, που υπερίσχυσε ο καλός της χαρακτήρας. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δεσποινίς Ράδερφορντ γνωρίζει πολύ καλά και εσάς και την οικογένειά σας, έτσι είναι φυσικό να μη νιώθει καμιά περιέργεια, λόρδε μου», είπε. «Όσοι από εμάς είναι ξένοι θέλουν να μάθουν περισσότερα για τους προγόνους σας». Ο Ντόμινικ κοίταξε την Κονστάνς με μάτια που έπαιζαν. «Ωραία το θέσατε, δεσποινίς Γούντλι». ~ 125 ~


Η Μιούριελ, αντί να νιώσει ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια της Κονστάνς, την αγριοκοίταξε. «Νομίζω ότι είναι ώρα να επιστρέψουμε στο Ρέντφιλντς, Ντόμινικ». «Σίγουρα έχεις δίκιο», είπε ήρεμα ο Λέιτον και χαιρέτησε μ’ ένα γνέψιμο την Κονστάνς και τον κύριο Γουίλομπι, που είχε έρθει και είχε σταθεί δίπλα της. «Δεσποινίς Γούντλι. Γουίλομπι». Πήρε το μονοπάτι για να γυρίσει στην εκκλησία, με τη Μιούριελ γαντζωμένη στο μπράτσο του. Ο Γουίλομπι τους παρακολούθησε για λίγο κι ύστερα γύρισε στην Κονστάνς. «Περίεργη γυναίκα», σχολίασε και χαμογέλασε στην Κονστάνς. «Καλοσύνη σας να πείτε ό,τι είπατε». Η Κονστάνς ύψωσε τους ώμους της. «Ήταν μια αμήχανη στιγμή. Μπορεί η δεσποινίς Ράδερφορντ να μην το είπε προσβλητικά». «Μπορεί», συμφώνησε εκείνος. «Εδώ που τα λέμε, όλα όσα λέει είναι γενικά προσβλητικά, πράγμα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν καταλαβαίνει τι λέει. Ούτε λίγο ούτε πολύ, μου είπε ότι της κάνω για συνοδός στον περίπατο μέσα στο κοιμητήριο, μια και ο λόρδος Λέιτον και ο λόρδος Ντάνμπορο δεν ήταν διαθέσιμοι». Η Κονστάνς γέλασε. «Τότε θα έλεγα ότι εσείς ήσασταν πολύ καλός που της προσφέρατε το μπράτσο σας». Ο Γουίλομπι της χαμογέλασε. «Ε, βλέπετε, ήμουν κι εγώ πρόθυμος να συμβιβαστώ μαζί της, τη στιγμή που εσείς δεν ήσασταν διαθέσιμη. Έτσι όλα τακτοποιήθηκαν μια χαρά». Της πρόσφερε το μπράτσο του. «Μου επιτρέπετε να σας συνοδεύσω μέχρι την άμαξα;» Η Κονστάνς τον έπιασε αγκαζέ και σκέφτηκε πως δεν ήταν καθόλου δίκαιο να μην της προξενεί το άγγιγμα αυτού του ανθρώπου κάποιο σκίρτημα στην καρδιά. Η επιστροφή στο Ρέντφιλντς κύλησε χωρίς απρόοπτα. Ο κύριος Γουίλομπι κάλπαζε δίπλα στην άμαξα σε όλη τη διαδρομή και κάποια στιγμή πλησίασε και η Μάργκαρετ. Η Κονστάνς απέφυγε να κοιτάξει το λόρδο Λέιτον, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι έμεινε σε όλη τη διαδρομή δίπλα στη δεσποινίδα Ράδερφορντ. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η Κονστάνς πήγε πρώτα να δει τη Φραντσέσκα. Η φίλη της κοιμόταν, αλλά η Μέιζι της είπε ότι η λαίδη Χόξτον δεν ένιωθε καθόλου καλύτερα. Αντίθετα, ήταν μάλλον χειρότερα, είχε ανεβάσει πυρετό μέσα στη μέρα. ~ 126 ~


Η Κονστάνς προσφέρθηκε να αντικαταστήσει τη Μέιζι τις απογευματινές ώρες. Στην αρχή η καμαριέρα διαφώνησε, αλλά η Κονστάνς της επισήμανε ότι έπρεπε να φάει και να κοιμηθεί μερικές ώρες μονοκόμματα, αν σκόπευε να περάσει τη νύχτα της σ’ ένα ράντζο στο δωμάτιο της λαίδης Χόξτον, όπως της είχε πει. Τελικά η καμαριέρα πείστηκε και επέτρεψε στην Κονστάνς να αναλάβει τη φροντίδα της λαίδης για λίγες ώρες. Δεν ήταν καμιά δύσκολη δουλειά. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κάθεται δίπλα στο κρεβάτι της Φραντσέσκα και να απλώνει κάθε τόσο μια καινούρια κρύα κομπρέσα στο μέτωπό της. Η Φραντσέσκα ξύπνησε μια δυο φορές από μόνη της και η Κονστάνς την ξύπνησε μια τρίτη για να της δώσει μια κουταλιά από το τονωτικό που είχε αφήσει η Μέιζι στο κομοδίνο. Ο πυρετός δεν ήταν υψηλός και η Φραντσέσκα είχε απόλυτη διαύγεια. Ο εκνευρισμός της οφειλόταν περισσότερο στο ότι ήταν καθηλωμένη στο κρεβάτι. «Καλοσύνη σου που κάθεσαι μαζί μου», είπε βραχνά στην Κονστάνς. «Ανοησίες. Δε θα ήμουν καν εδώ, αν δεν ήσουν εσύ», της απάντησε εκείνη. «Έτσι κι αλλιώς, χαίρομαι που δεν είμαι υποχρεωμένη να περάσω το βράδυ μου με τη συντροφιά. Ήμουν παγιδευμένη μέσα σε μια άμαξα με τη θεία μου το μεγαλύτερο μέρος του απογεύματος και τ’ αυτιά μου ακόμα βουίζουν». Η Φραντσέσκα γέλασε, αλλά έκανε μια γκριμάτσα όταν το γέλιο της γύρισε σε βήχα. Όταν ο βήχας σταμάτησε, της είπε: «Και γιατί παγιδεύτηκες στην άμαξα μαζί της; Γιατί δεν πήγες έφιππη;» «Δεν έχω φέρει στολή μαζί μου. Δε σκέφτηκα να αγοράσω καινούρια και την παλιά μου την έχω αφήσει στο σπίτι στο Γουάιμπερν». «Ω Θεέ μου. Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί...» Η Φραντσέσκα κούνησε λυπημένη το κεφάλι της. «Ε, δεν έχει σημασία. Θα πω στη Μέιζι να σου κατεβάσει το στρίφωμα της δικής μου. Πάνω στο άλογο δε θα φαίνεται ότι θα είναι λιγάκι κοντή». «Α, όχι, δεν πρέπει να μου δανείσεις τη δική σου». «Μα εγώ δε θα τη χρησιμοποιήσω», της είπε η Φραντσέσκα και της έδειξε το κρεβάτι. «Απ’ ό,τι φαίνεται, θα περάσω τον περισσότερο χρόνο μου καθηλωμένη εδώ. Αλλά ακόμα κι όταν μπορέσω να σηκωθώ από το κρεβάτι, αμφιβάλλω αν θα βγω για ιππασία. Όχι, πρέπει να την πάρεις. Τι αξία έχει ένα πάρτι στην εξοχή αν δεν μπορείς ~ 127 ~


να κάνεις ιππασία;» Η Κονστάνς υποχώρησε, ξέροντας ότι η Φραντσέσκα είχε δίκιο. Δεν μπορούσε όμως να μη νιώσει και λίγο ένοχη. Θα ήταν τόσο πρόθυμη η Φραντσέσκα να της δανείσει τη στολή της, αν ήξερε ότι ο κύριος λόγος που είχε δεχτεί την προσφορά της ήταν επειδή ο λόρδος Λέιτον της είχε ζητήσει να βγει ιππασία μαζί του; Αναπόφευκτα ένιωσε ότι εξαπατούσε τη φίλη και ευεργέτιδά της, αποκρύπτοντάς της τις συναντήσεις της με το λόρδο Λέιτον. Από την άλλη, θα ήταν χαζό, ακόμα και αλαζονικό, να της μιλήσει για τις συζητήσεις που έκαναν οι δυο τους ή για το ότι την είχε προσκαλέσει να πάει μαζί του για ιππασία, σαν να πίστευε πως ο αδερφός της Φραντσέσκα ενδιαφερόταν σοβαρά γι’ αυτήν. Δεν μίλησε λοιπόν, θυμίζοντας στον εαυτό της ότι δεν είχε συμβεί τίποτε μεταξύ τους, ούτε θα συνέβαινε ποτέ. Η Κονστάνς πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς στο δωμάτιο της Φραντσέσκα και έφαγε το βραδινό της φαγητό από ένα δίσκο που είχε φέρει μια υπηρέτρια. Ήταν αργά όταν επέστρεψε φουριόζα η Μέιζι, μαζί μ’ έναν υπηρέτη που κουβαλούσε το ράντζο στο οποίο θα κοιμόταν δίπλα στη Φραντσέσκα. «Εντάξει, δεσποινίς», είπε στην Κονστάνς χαμογελώντας. «Τώρα που είμαι εγώ εδώ, μπορείτε να πάτε να κοιμηθείτε. Καλοσύνη σας που με αντικαταστήσατε». Έκανε το γύρο του κρεβατιού και ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπο της Φραντσέσκα. «Πώς ήταν;» «Την περισσότερη ώρα κοιμόταν», της απάντησε η Κονστάνς. «Κάποια στιγμή στριφογύρισε ανήσυχη και ξύπνησε, αλλά δεν άργησε να ξανακοιμηθεί». «Πάντως ο πυρετός δε φαίνεται να ανέβηκε», είπε η Μέιζι. «Αυτό είναι καλό. Ελπίζω να μην κολλήσετε κι εσείς, δεσποινίς. Η κυρά μου θα στενοχωρηθεί πολύ αν συμβεί κάτι τέτοιο». «Δε φαντάζομαι να κολλήσω», την καθησύχασε η Κονστάνς. «Είμαι πάντα υγιής. Γι’ αυτό πες στη λαίδη Χόξτον να μην ανησυχεί». Η Κονστάνς υποσχέθηκε ότι θα περνούσε το επόμενο πρωί να δει τη Φραντσέσκα και πήγε στο δωμάτιό της. Για μια ακόμη φορά, δεν μπορούσε να ησυχάσει και να κοιμηθεί. Σκεφτόταν συνέχεια το απόγευμα, τον περίπατο που είχε κάνει με τον Ντόμινικ στο κοιμητήριο –αλήθεια, αναρωτήθηκε, πότε είχε αρχίσει να τον σκέφτεται με το μικρό του όνομα; ~ 128 ~


Και γιατί, ακόμα κι όταν τον σκεφτόταν, είχε μια παράξενη αίσθηση πόνου μέσα της, λες και κάποιο κομμάτι του εαυτού της ήταν λειψό; Πώς ήταν δυνατόν να νιώθει ενθουσιασμό και φόβο και πόθο ταυτόχρονα; Δεν είχε παρά να θυμηθεί το χαμόγελό του για να νιώσει χαρούμενη. Κι όταν σκεφτόταν το χέρι του πάνω στο μπράτσο της, τα αρρενωπά, μακριά δάχτυλά του ν’ αγγίζουν τη σάρκα της ζεστά και δυνατά, ένιωθε πάλι εκείνη την πείνα και τη φλόγα που την είχαν κυριεύσει και τότε. Ο λόρδος Λέιτον δεν ήταν για εκείνη, το ήξερε. Έπρεπε να είναι προσγειωμένη και ρεαλίστρια και να διώξει αμέσως από το μυαλό της όλες τις σκέψεις που έκανε για εκείνον. Αλλά δεν μπορούσε. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι θα τον ξανάβλεπε την επόμενη μέρα.

~ 129 ~


Κεφάλαιο 9

Το επόμενο πρωί, μετά το πρόγευμα, η Κονστάνς πέρασε πάλι από το δωμάτιο της Φραντσέσκα. Όπως την πληροφόρησε η Μέιζι, ο πυρετός της Φραντσέσκα είχε πέσει τη νύχτα και η λαίδη ένιωθε καλύτερα, αλλά κοιμόταν. Προφανώς η καμαριέρα τα είχε όλα υπό έλεγχο, έτσι η Κονστάνς δεν βρήκε κανένα λόγο να μείνει. Κατέβηκε κάτω κάπως απρόθυμα. Κατά τη διάρκεια του προγεύματος είχε ακούσει ότι οι άντρες είχαν φύγει από νωρίς για κυνήγι και δεν υπήρχε κάποια άλλη προγραμματισμένη διασκέδαση για εκείνη τη μέρα. Χωρίς τη Φραντσέσκα ένιωθε κάπως εκτός τόπου, σαν να ήταν παρείσακτη. Σκέφτηκε να πάει στη βιβλιοθήκη να βρει ένα βιβλίο και να περάσει την ώρα της διαβάζοντας στο δωμάτιό της, αλλά αυτό θα φαινόταν αντικοινωνικό, ακόμα και αγενές. Τελικά διέσχισε τον κεντρικό διάδρομο στο ισόγειο, ώσπου έφτασε σ’ ένα μικρό καθιστικό που έμοιαζε πιο ζεστό από την αίθουσα μουσικής ή το μεγάλο σαλόνι. Εκεί κάθονταν αρκετές κυρίες, μεταξύ των οποίων η θεία της, η λαίδη Σέλμπρουκ, η λαίδη Ράδερφορντ και οι αδερφές Νόρτον, που έδειχναν λιγότερο ζωηρές εκείνο το πρωί. Η Κονστάνς δεν ήξερε αν η σιωπή τους και η νύστα τους οφείλονταν στο γεγονός ότι είχαν κουραστεί την προηγούμενη μέρα ή απλά έπλητταν με την παρέα. Στάθηκε διστακτική στην πόρτα, έτοιμη να κάνει μεταβολή και να φύγει, αλλά οι Νόρτον σήκωσαν το κεφάλι τους και την είδαν. «Δεσποινίς Γούντλι!» «Ελάτε να καθίσετε μαζί μας». Η μία από τις δύο κοπέλες σηκώθηκε, έπιασε την Κονστάνς από το μπράτσο σαν να φοβόταν πως θα της έφευγε και την οδήγησε στον καναπέ όπου κάθονταν. Βλέποντας τη ενθουσιώδη υποδοχή τους, η Κονστάνς κατάλαβε ότι η νωθρότητά τους οφειλόταν στη συντροφιά ~ 130 ~


των μεγαλύτερων γυναικών. «Σας άρεσε η επίσκεψη στον Άγιο Εδμόνδο;» τη ρώτησε η Έλινορ Νόρτον. «Ναι, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα», της απάντησε η Κονστάνς. Προτού προλάβει να συνεχίσει, πετάχτηκε η θεία της και άρχισε να εξηγεί: «Και βέβαια της άρεσε. Πώς θα μπορούσε να μην της αρέσει; Ήταν πολύ εκπαιδευτική. Σας ορκίζομαι, οι κόρες μου δε μιλούσαν για τίποτε άλλο χτες το βράδυ. Είναι πολύ όμορφη εκκλησία, λαίδη Σέλμπρουκ», είπε στην οικοδέσποινα, λες και η εκκλησία του Αγίου Εδμόνδου ήταν προσωπικό δημιούργημα της κόμισσας. Η θεία Μπλανς συνέχισε να μιλάει ακατάσχετα για τις αμέτρητες ομορφιές της εκκλησίας. Οι αδερφές Νόρτον μετακινήθηκαν ανήσυχα δίπλα στην Κονστάνς. Η Κονστάνς είδε τη λαίδη Ράδερφορντ να ανταλλάσσει μια ενοχλημένη ματιά με τη λαίδη Σέλμπρουκ και ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν από ντροπή για τη θεία της, αλλά ήταν φανερό ότι η θεία Μπλανς δεν είχε πρόβλημα, μια και προφανώς δεν είχε αντιληφθεί τις αντιδράσεις του ακροατηρίου της. Προσπαθώντας να σώσει τη θεία της από τον ίδιο της τον εαυτό, η Κονστάνς μπήκε στη συζήτηση μόλις η θεία της σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, ρωτώντας την Έλινορ πώς σκόπευαν εκείνη και η αδερφή της να περάσουν το απόγευμα. «Σκεφτήκαμε να κάνουμε μια βόλτα στον κήπο», της απάντησε εκείνη ζωηρεύοντας λίγο. «Ακούσαμε ότι είναι πολύ όμορφος», συμπλήρωσε η Λίντια. «Θα θέλατε να έρθετε μαζί μας;» «Καταπληκτική ιδέα», πετάχτηκε πάλι η θεία Μπλανς. «Εσείς οι νέοι θα πρέπει να εξερευνήσετε τον κήπο. Είμαι σίγουρη πως θα θέλουν να έρθουν και οι κόρες μου. Έκανα κι εγώ ένα μικρό περίπατο εκεί το πρωί και ήταν πολύ ευχάριστος». Συνέχισε να εκθειάζει τις ομορφιές του κήπου για κάμποση ώρα. Η Κονστάνς επιχείρησε μια δυο φορές να τη διακόψει και να βάλει και κάποιον άλλο στη συζήτηση, αλλά η θεία Μπλανς την έστρεφε σχεδόν αμέσως ξανά στον εαυτό της. Η Κονστάνς σκέφτηκε ότι η θεία της έδειχνε να έχει μια διεστραμμένη επιθυμία να εκνευρίσει τους πάντες γύρω της. Τελικά η λαίδη Σέλμπρουκ σηκώθηκε, πράγμα που αναχαίτισε για λίγο το χείμαρρο της φλυαρίας της θείας Μπλανς. ~ 131 ~


«Λυπάμαι, αλλά ελπίζω να με συγχωρέσετε», είπε η λαίδη Σέλμπρουκ μ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο. «Πρέπει να κουβεντιάσω με την οικονόμο το βραδινό μενού». Μ’ ένα νεύμα προς όλους, έφυγε από το δωμάτιο. «Τι ευγενική κυρία», παρατήρησε η θεία Μπλανς. «Υπέροχη γυναίκα». «Ναι, η καημένη, έχει περάσει πάρα πολλά», συμφώνησε η λαίδη Ράδερφορντ. «Αλήθεια;» Η θεία Μπλανς γύρισε και κοίταξε την άλλη γυναίκα με μάτια που άστραφταν από περιέργεια. Η λαίδη Ράδερφορντ είχε βρει τον καλύτερο τρόπο για να κάνει τη θεία της να σωπάσει, σκέφτηκε η Κονστάνς. Το κουτσομπολιό. «Γνώρισε πολλές τραγωδίες στη ζωή της», συνέχισε η λαίδη Ράδερφορντ. «Η μικρότερη κόρη της πέθανε πριν δέκα δώδεκα χρόνια. Ήταν μόλις δεκάξι χρονών. Ύστερα, πριν από μόλις δύο χρόνια, ο μεγάλος γιος τους, ο κληρονόμος, ο Τέρενς, έπεσε από το άλογό του και έσπασε το σβέρκο του. Αυτό τη συνέτριψε, φυσικά. Το ίδιο και το λόρδο Σέλμπρουκ. Ο Τέρενς ήταν το καμάρι τους. Πολύ γοητευτικός άντρας. Αν ζούσε, φυσικά η Μιούριελ αυτόν θα...» Σταμάτησε και κούνησε το κεφάλι της. «Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Εκείνος πέθανε και τώρα κληρονόμος είναι ο Ντόμινικ». Η λαίδη Ράδερφορντ αναστέναξε. Κοίταξε τους υπόλοιπους στο δωμάτιο και η Κονστάνς είχε την εντύπωση ότι το βλέμμα της ήταν ιδιαίτερα διαπεραστικό όταν έφτασε σ’ εκείνη. «Φοβάμαι ότι ο λόρδος Λέιτον τους έχει απογοητεύσει κάπως», συνέχισε. Σταμάτησε, και η Κονστάνς σκέφτηκε ότι το έκανε επίτηδες, περιμένοντας να τη ρωτήσει κάποιος γιατί τους είχε απογοητεύσει. Η Κονστάνς δεν μίλησε. Δεν είχε σκοπό να ενθαρρύνει αυτή τη γυναίκα να συνεχίσει το κουτσομπολιό της για τον Ντόμινικ. Δυστυχώς, η θεία της ενθάρρυνε γενικώς το κουτσομπολιό. «Για ποιο λόγο;» ρώτησε. «Βέβαια, δεν μπορεί να περιμένει κανείς από αυτόν να είναι ισάξιος με τον Τέρενς. Ο Τέρενς ξεπερνούσε τους περισσότερους άντρες –αθλητής, εξαιρετικός ιππέας και γοητευτικός σαν Έλληνας θεός. Έφερνε τέλεια εις πέρας οτιδήποτε αναλάμβανε». «Τον περιγράφετε σαν πρότυπο», παρατήρησε ξερά η Κονστάνς, ~ 132 ~


που τα υπερβολικά εγκώμια της άλλης γυναίκας την έκαναν να νιώσει μια διεστραμμένη αντιπάθεια για τον άνθρωπο. «Ναι, ήταν», συμφώνησε ειλικρινά η λαίδη Ράδερφορντ. «Ο Ντόμινικ δεν έχει ελπίδα να τον φτάσει. Πάντως, όλοι ήλπιζαν κάτι καλύτερο από εκείνον. Τζόγος, ποτό, γρονθοκοπήματα –ο Λέιτον έχει μπλέξει σε κάθε είδους φαυλότητα στο Λονδίνο. Κυκλοφορεί η φήμη ότι είναι ακόλαστος». Γύρισε πάλι και κάρφωσε την Κονστάνς με το βλέμμα της. «Ξεμυαλίζει κοπέλες τις οποίες δεν έχει καμιά πρόθεση να παντρευτεί, τις κάνει να πιστέψουν ότι έχει σοβαρές προθέσεις, που φυσικά δεν έχει, και στο τέλος τις παρατάει». Η Κονστάνς έκανε γροθιές τα χέρια της μπήγοντας τα νύχια στη σάρκα της. Το ήξερε πως τα λόγια της λαίδης Ράδερφορντ είχαν για στόχο εκείνη, ήταν μια προειδοποίηση για το τι θα της έκανε ο Λέιτον, μια και, φυσικά, η λαίδη Ράδερφορντ την είχε κατατάξει στην κατηγορία των γυναικών που ο Λέιτον δεν θα σκεφτόταν ποτέ να παντρευτεί. Δεν έδειξε όμως τίποτα, ούτε το θυμό ούτε τη δυσπιστία της. Αρνιόταν να πιστέψει το πορτραίτο του Ντόμινικ που σκιαγραφούσε η μητέρα της Μιούριελ. Η λαίδη Ράδερφορντ το έκανε από κακία, η Κονστάνς ήταν σίγουρη. Η λαίδη Ράδερφορντ, όμως, δεν θα μπορούσε να είχε βρει καλύτερο ακροατήριο από τη θεία Μπλανς, η οποία πήρε μια βαθιά ανάσα έκπληξης και αποδοκιμασίας. «Όχι! Και δείχνει τόσο αξιοπρεπής νέος». Η λαίδη Ράδερφορντ ύψωσε τους ώμους της και συνέχισε, χαμηλώνοντας συνωμοτικά τη φωνή της. «Το ποτό ήταν πάντα η καταστροφή του. Ακόμα και πριν γίνει ο κληρονόμος. Μέχρι και στην κηδεία της αδερφής του ήταν μεθυσμένος». «Όχι!» Η θεία Μπλανς έμεινε και πάλι με ανοιχτό το στόμα, φέρνοντας το χέρι στο στήθος της. «Ω, ναι». Η λαίδη Ράδερφορντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ήμουν εκεί. Τον είδα. Ήταν μεθυσμένος και φώναζε. Μεγάλη ντροπή. Έφτασε να έρθει στα χέρια με τον Τέρενς, όταν εκείνος προσπάθησε να τον απομακρύνει από το κοιμητήριο. Ο λόρδος και η λαίδη Σέλμπρουκ ένιωσαν πολύ ταπεινωμένοι». «Το φαντάζομαι!» Τα μάτια της θείας Μπλανς γυάλισαν ακούγοντας αυτή την ιστορία. «Θα πρέπει να ήταν φρικτό». ~ 133 ~


«Ήταν. Λίγο αργότερα έφυγε και κατετάγη στους Ουσάρους. Νομίζω ότι ο λόρδος Σέλμπρουκ τον έδιωξε από το Ρέντφιλντς». Η θεία Μπλανς κούνησε το κεφάλι της. Η Κονστάνς κοίταξε τις αδερφές Νόρτον, που ρουφούσαν την ιστορία της λαίδης Ράδερφορντ με ορθάνοιχτα μάτια. Ευχήθηκε να ήξερε τι είχε συμβεί πραγματικά για να μπορούσε να την αντικρούσει. Την ενοχλούσε που η λαίδη Ράδερφορντ διέδιδε αυτές τις ιστορίες για τον Ντόμινικ, σπιλώνοντας επίτηδες την υπόληψή του, και δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ότι το έκανε απευθυνόμενη βασικά σ’ εκείνη. «Παρ’ όλα αυτά», παρατήρησε ήρεμα κοιτάζοντας τη λαίδη Ράδερφορντ κατάματα, «νομίζω ότι η λαίδη Μιούριελ είναι φίλη με το λόρδο Λέιτον. Θα πίστευα ότι μια γυναίκα με τη δική της αψεγάδιαστη υπόληψη δε θα ήθελε να τη βλέπουν να κάνει παρέα μ’ ένα ρεμάλι». Η λαίδη Ράδερφορντ γούρλωσε τα μάτια της και έγινε ξαφνικά κατακόκκινη. Τα χέρια της έσφιξαν το κέντημα που είχε παρατήσει στην ποδιά της. «Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό», είπε απότομα, ρίχνοντας στην Κονστάνς ένα δολοφονικό βλέμμα. «Αλήθεια; Μα νόμιζα ότι μόλις τώρα είπατε ότι μια νέα κοπέλα δεν είναι ασφαλής μαζί του...» «Δε μιλούσα για μια κοπέλα σαν την κόρη μου, φυσικά. Η δική της υπόληψη είναι αναμφισβήτητη. Και εκείνος δε θα κυνηγούσε ποτέ μια κοπέλα καλής οικογένειας». «Α. Κατάλαβα». Η Κονστάνς δεν κατέβασε τα μάτια μπροστά στο άγριο βλέμμα της λαίδης, κι ας την αγριοκοίταζε τώρα και η θεία της. «Παρ’ όλα αυτά, τα προσχήματα...» «Δεν υπάρχουν προσχήματα», την αντέκρουσε η λαίδη Ράδερφορντ ξεσπώντας το θυμό της. «Η Μιούριελ είναι αρραβωνιασμένη με το λόρδο Λέιτον!» Η Κονστάνς ένιωσε σαν να δέχτηκε ψυχρολουσία. Ο Λέιτον αρραβωνιασμένος με τη Μιούριελ Ράδερφορντ; Προσπάθησε να παραμείνει ατάραχη, καθώς τα πάντα μέσα της φώναζαν ότι αυτό δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια.. Ένιωσε παρά είδε τη θεία της να στρέφει το αχόρταγο βλέμμα της πάνω της, ελπίζοντας σε κάποια αντίδραση εκ μέρους της. Η Κονστάνς ήταν αποφασισμένη να μην αφήσει καμιά τους να ~ 134 ~


καταλάβει πόσο την είχαν επηρεάσει τα λόγια της λαίδης Ράδερφορντ. «Αλήθεια;» είπε ψυχρά. «Είναι να απορεί κανείς που δεχτήκατε να δώσετε την κόρη σας σ’ έναν άντρα σαν αυτόν που μας περιγράψατε». Τα ανοιχτογάλαζα μάτια της λαίδης Ράδερφορντ θύμιζαν ψυχρή φλόγα. «Για τους ανθρώπους της τάξης μας, δεσποινίς Γούντλι, ο γάμος είναι μια συμμαχία ανάμεσα σε δύο οικογένειες, όχι μια ανόητη ένωση από έρωτα. Οι Φιτζάλαν είναι μια σημαντική οικογένεια. Μια μέρα ο Ντόμινικ θα γίνει κόμης του Σέλμπρουκ. Αυτά είναι τα σημαντικά πράγματα που πρέπει να σκεφτεί κανείς, όχι τις νεανικές τρέλες ενός άντρα». «Α, ναι», απάντησε η Κονστάνς. «Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν πιο σημαντικό να κάνουν ένα γάμο που θα βελτιώσει την κοινωνική θέση τους, παρά να παντρευτούν έναν άνθρωπο με αξιοπρέπεια». Τα μάτια της λαίδης Ράδερφορντ κόντεψαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους και για μια στιγμή η Κονστάνς νόμισε ότι θα της πετούσε το κέντημα στο κεφάλι. Και θα της άρεσε κάτι τέτοιο, γιατί θα έδειχνε πόσο είχε εκνευρίσει τη λαίδη Ράδερφορντ η πληρωμένη απάντησή της, μια και είχε υπαινιχθεί ευθέως ότι η κόρη της θα προχωρούσε σ’ ένα γάμο για να ανέβει κοινωνικά. Οι Ράδερφορντ ανήκαν στη μικρή αριστοκρατία. Ο λόρδος Ράδερφορντ ήταν ένας απλός βαρόνος, ο τίτλος του δεν ήταν παλιός, ενώ οι τίτλοι των Φιτζάλαν πήγαιναν αιώνες πίσω. Το όνομα των Ράδερφορντ δεν ήταν πιο αριστοκρατικό από των Γούντλι. Αυτή η υπενθύμιση θα έκανε έξω φρενών τη λαίδη Ράδερφορντ, αλλά ύστερα απ’ όσα είχε πει προηγουμένως, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ο γάμος αυτός απέβλεπε στην κοινωνική ανέλιξη. «Κονστάνς!» είπε στο τέλος η θεία της. «Τι αναίδεια!» «Αναίδεια;» επανέλαβε ωμά εκείνη. «Μα δεν είχα καμιά πρόθεση να φανώ αναιδής, θεία. Λυπάμαι, λαίδη Ράδερφορντ, νόμιζα ότι αυτό ακριβώς είπατε». Η λαίδη Ράδερφορντ την αγριοκοίταξε. «Δεν περίμενα από σένα να καταλάβεις τέτοια πράγματα». «Ναι, νομίζω ότι έχετε δίκιο», συμφώνησε η Κονστάνς. «Τώρα, με συγχωρείτε, κυρίες μου, λέω να κάνω μια βόλτα στον κήπο». Τις χαιρέτησε ονομαστικά μία μία κάνοντας μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι και προχώρησε αργά προς την πόρτα. Δεν θα τις άφηνε ~ 135 ~


να καταλάβουν ότι ήθελε να το βάλει στα πόδια, να βρεθεί όσο γινόταν πιο μακριά από το διαπεραστικό βλέμμα της λαίδης Ράδερφορντ και την κοφτερή γλώσσα της. Ο Ντόμινικ ήταν αρραβωνιασμένος! Διέσχισε το διάδρομο και τη σέρα και βρήκε την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Προχώρησε στο μονοπάτι χωρίς να ξέρει ή να νοιάζεται πού πήγαινε, σπρωγμένη από την επιθυμία της να βρεθεί μακριά. Κάποια στιγμή άκουσε φωνές και έστριψε αμέσως σ’ ένα πλαϊνό μονοπάτι για να αποφύγει αυτούς που πλησίαζαν. Το ακολούθησε και μπήκε σε μια στενή αλέα που οδηγούσε ακόμα πιο βαθιά στον κήπο. Τελικά κάθισε σ’ ένα παγκάκι σε μια εσοχή στον τοίχο του φράχτη. Τα κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου από την άλλη μεριά του φράχτη έπεφταν από πάνω, ρίχνοντας πυκνή σκιά γύρω της. Ήταν ένα ήσυχο σημείο, με εξαίρεση το περιστασιακό τιτίβισμα κάποιου πουλιού, και ο αέρας ήταν μυρωμένος από τα λουλούδια. Αλλά οι σκέψεις της Κονστάνς μόνο ήσυχες δεν ήταν. Το ένστικτό της την προειδοποιούσε, και αγκιστρώθηκε από αυτό για μερικά απελπισμένα λεπτά, ότι η λαίδη Ράδερφορντ έλεγε ψέματα. Έπρεπε να λέει ψέματα. Δεν μπορεί ο Λέιτον να ήταν αρραβωνιασμένος μ’ αυτή την ψυχρή, αντιπαθητική κοπέλα. Η λαίδη Ράδερφορντ το είχε πει απλά για να πληγώσει την Κονστάνς ή για να την προειδοποιήσει να κρατηθεί μακριά από τον άντρα που η κόρη της ήθελε ολοφάνερα για τον εαυτό της. Ήξερε όμως ότι αυτή η ιδέα ήταν πολύ τραβηγμένη. Αν η λαίδη Ράδερφορντ διέδιδε δημόσια ότι η κόρη της ήταν αρραβωνιασμένη μαζί του και στη συνέχεια αποδεικνυόταν ότι έλεγε ψέματα, η ταπείνωσή της θα ήταν μεγάλη. Όσο κι αν αντιπαθούσε την Κονστάνς, όσο κι αν ήλπιζε να παντρευτεί η κόρη της έναν κόμη, σίγουρα δεν θα διακινδύνευε να την πιάσουν να λέει ψέματα. Και θα ήξερε ότι το ψέμα της θα αποκαλυπτόταν –μόλις κάποιος από τους ακροατές της συνέχαιρε τον υποψήφιο γαμπρό ή ανέφερε το γάμο στο λόρδο ή στη λαίδη Σέλμπρουκ, το ψέμα θα έβγαινε στη φόρα. Έτσι, απρόθυμα, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο να είχε πει η λαίδη Ράδερφορντ ψέματα για τον αρραβώνα. Και αυτό σήμαινε ότι ο Ντόμινικ την είχε εξαπατήσει. Η σκέψη την αρρώστησε. ~ 136 ~


Ω, δεν της είχε πει ωμά ψέματα, από τη στιγμή που δεν είχε ισχυριστεί ποτέ του ότι δεν ήταν αρραβωνιασμένος. Αλλά η στάση του από την πρώτη στιγμή που είχαν γνωριστεί ήταν ένα ψέμα. Δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι είχε αρραβωνιαστικιά, δεν είχε θίξει καν το όνομα της Μιούριελ. Αντίθετα, έδειχνε να την αποφεύγει, κι όταν εκείνη ήρθε και τον συνάντησε το προηγούμενο απόγευμα, η Κονστάνς είχε την εντύπωση ότι τον ενόχλησε η παρουσία της. Και το κυριότερο, είχε φλερτάρει με την Κονστάνς, είχε αναζητήσει τη συντροφιά της σε πολλές περιπτώσεις και είχε κουβεντιάσει μαζί της σαν να μην είχε δεσμό με άλλη γυναίκα. Και το χειρότερο, το χειρότερο απ’ όλα, την είχε φιλήσει! Ενώ ήταν δεσμευμένος ηθικά και νομικά απέναντι σε μια γυναίκα, είχε ριχτεί σε κάποια άλλη. Αυτή ήταν συμπεριφορά παλιανθρώπου, και η Κονστάνς κατάλαβε ξεκάθαρα ότι το μόνο ενδιαφέρον του Λέιτον για εκείνη ήταν να την ξελογιάσει. Πρέπει να ήταν, όπως τον είχε αποκαλέσει η λαίδη Ράδερφορντ, ακόλαστος. Και δεν ήταν ένας απλός γυναικάς που διασκέδαζε με γυναίκες ελαφρών ηθών ή με τις έμπειρες κυρίες της αριστοκρατίας, παντρεμένες ή χήρες, που ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Ήταν από αυτούς που αποπλανούσαν παρθένες, νεαρές κοπέλες που η υπόληψή τους θα καταστρεφόταν για πάντα. Ήταν, με λίγα λόγια, ο τύπος του αδιάφορου ακόλαστου που η Κονστάνς θα ορκιζόταν ότι δεν μπορούσε να είναι. Το γκρέμισμα των ψευδαισθήσεών της ήταν πικρό. Ένιωθε πληγωμένη και προδομένη. Την πλήγωνε που ο Ντόμινικ ήταν αρραβωνιασμένος με μια άλλη γυναίκα, αλλά εκείνο που την πλήγωνε ακόμα περισσότερο ήταν ότι είχε κάνει λάθος στην εκτίμησή της γι’ αυτόν. Αργά, θλιμμένα, σηκώθηκε, διέσχισε τον κήπο και γύρισε στο σπίτι. Καθώς περνούσε μπροστά από το καθιστικό, άκουσε πολλές φωνές, ανάμεσά τους και αντρικές, και σκέφτηκε πως οι κυνηγοί θα πρέπει να είχαν γυρίσει. Αλλά δεν σταμάτησε, αντίθετα τάχυνε το βήμα της μέχρι που έφτασε στις σκάλες. Όταν ανέβηκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα και πήγε και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Ήθελε να φύγει, να μαζέψει τα πράγματά της και να εξαφανιστεί, αλλά αυτό ήταν αδύνατο. Δεν θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν ήθελε να παραμείνει πλέον εκεί, αλλά και να μπορούσε να το κάνει, αρνιόταν να παραδεχτεί ότι ήταν τόσο ~ 137 ~


αφελής ώστε να την εξαπατήσει ο λόρδος Λέιτον ή τόσο ανόητη ώστε να πληγωθεί μαθαίνοντας ότι εκείνος σχεδίαζε να παντρευτεί κάποια άλλη. Προφανώς, έπρεπε να μείνει. Και ήταν το ίδιο φανερό ότι έπρεπε να αποφύγει το λόρδο Λέιτον. Όσο όμως και να το ήθελε, δεν μπορούσε να μείνει κλεισμένη στο δωμάτιό της. Αυτό δεν θα ήταν μόνο ανέφικτο αλλά και δειλό. Εκτός αυτού, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να καταλάβει ότι η συμπεριφορά του υποκόμη ή τα νέα της λαίδης Ράδερφορντ την είχαν ενοχλήσει στο ελάχιστο. Έχοντας πάρει την απόφασή της, πήγε στο δωμάτιο της Φραντσέσκα και πρότεινε στη Μέιζι να κάνει ένα ακόμα διάλειμμα. Η Φραντσέσκα ξύπνησε μόλις μπήκε και της χαμογέλασε αδύναμα. «Ω καλή μου, φοβάμαι ότι ήμουν φρικτή οικοδέσποινα», της είπε και της άπλωσε το χέρι. Η Κονστάνς της χαμογέλασε καθησυχαστικά και έπιασε το χέρι της. «Όχι, και βέβαια όχι. Τα πέρασα μια χαρά μόνη μου. Η χτεσινή επίσκεψη στην εκκλησία του Αγίου Εδμόνδου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και σήμερα έκανα μια βόλτα στον κήπο, αφού πρώτα πέρασα λίγη ώρα με τη μητέρα σου, τη λαίδη Ράδερφορντ και τη θεία μου». Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα. «Ω Θεέ μου. Τώρα εκπλήσσομαι ακόμα περισσότερο που δεν είσαι θυμωμένη μαζί μου». Η Κονστάνς της χαμογέλασε καθώς ξεφούρνιζε το ψέμα της: «Δεν ήταν και τόσο άσχημα». «Καλοσύνη σου να μου λες ψέματα». Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Η Μέιζι λέει ότι είμαι καλύτερα. Τουλάχιστον, δεν έχω πια πυρετό. Αλλά νιώθω πολύ κουρασμένη. Δε θ’ αργήσω όμως να γίνω καλά». Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Και τότε σου υπόσχομαι πως θα είναι πιο διασκεδαστική η παρέα μου». «Μην ανησυχείς για μένα. Θα ήθελες να σου φέρω κάτι; Να σου διαβάσω;» «Όχι, μου αρκεί να καθίσεις εδώ μαζί μου. Για πες μου τα νέα». «Ε, δεν υπάρχουν και πολλά», της απάντησε η Κονστάνς και κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Την έτρωγε να ρωτήσει τη Φραντσέσκα αν ήταν αλήθεια ότι ο λόρδος Λέιτον ήταν αρραβωνιασμένος με τη Μιούριελ Ράδερφορντ, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί έναν τρόπο να το κάνει χωρίς να αποκαλύψει το ενδιαφέρον της για τον αδερφό της. ~ 138 ~


«Πες μου για τον κύριο Γουίλομπι και τους υπόλοιπους. Κατάφερε κάποιος απ’ όλους να σε συγκινήσει;» Η Κονστάνς κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και άφησε τον εαυτό της να στρέψει αλλού την προσοχή της. «Φοβάμαι πως θ’ ανακαλύψεις ότι είμαι πολύ δύσκολη περίπτωση. Σου υπόσχομαι, όμως, ότι θα βάλω τα δυνατά μου να περάσω περισσότερο χρόνο μαζί τους απόψε και αύριο». Στο κάτω κάτω, σκέφτηκε, με κάτι έπρεπε ν’ απασχοληθεί, αν ήθελε να κρατηθεί μακριά από το λόρδο Λέιτον. Μ’ αυτόν το στόχο κατά νου, η Κονστάνς κατέβηκε αργότερα για το δείπνο. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω της. Εντόπισε αμέσως την ψηλή σιλουέτα του Ντόμινικ, που στεκόταν στο βάθος και κουβέντιαζε με τον κύριο Νόρτον και τις αδερφές του. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την είδε κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. Η Κονστάνς έστρεψε αλλού το βλέμμα της, ψάχνοντας να βρει άλλη παρέα. Με την άκρη του ματιού της είδε το λόρδο Λέιτον να απομακρύνεται από τους Νόρτον και να κατευθύνεται προς το μέρος της. Προχώρησε βιαστικά προς την αριστερή πλευρά του δωματίου. Εκεί καθόταν η θεία της και, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να καθίσει μαζί της. Ευτυχώς, ο σερ Λούσιεν, που κουβέντιαζε με τον Άλφρεντ Πένροουζ, γύρισε εκείνη τη στιγμή το κεφάλι του, την είδε και της χαμογέλασε. «Αγαπητή δεσποινίς Γούντλι, ελάτε στην παρέα μας. Έχετε γνωριστεί με τον κύριο Πένροουζ, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, κύριε Πένροουζ». Το χαμόγελο της Κονστάνς ήταν τόσο λαμπερό από την ανακούφιση, ώστε ο Πένροουζ όρθωσε το παράστημά του και την κοίταξε με ενδιαφέρον. Συζήτησαν λίγα λεπτά για την επίσκεψη στην εκκλησία, για την οποία ο σερ Λούσιεν είπε –με ένα σπίθισμα στα μάτια του– ότι μετάνιωνε που την είχε χάσει. «Πράγματι, σερ, χάσατε», του είπε η Κονστάνς. «Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα». Ο κύριος Πένροουζ την κοίταξε τόσο σαστισμένος, που η Κονστάνς δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο που την πρόδωσε. «Ήταν σκέτη βαρεμάρα», είπε ωμά ο Πένροουζ στον Λούσιεν. «Εκτός αν είσαι από εκείνες τις ποιητικές ψυχές που τους αρέσει να ~ 139 ~


κόβουν βόλτες στα νεκροταφεία. Ή να θαυμάζουν αγάλματα ανθρώπων που έχουν πεθάνει τετρακόσια χρόνια πριν. Ήταν ανατριχιαστικό». «Αχ, δεσποινίς Γούντλι, ο κύριος Πένροουζ σας ξεμπρόστιασε με την ειλικρίνειά του. Τώρα πέστε μου στ’ αλήθεια, σας άρεσε η επίσκεψη;» τη ρώτησε ο σερ Λούσιεν χαμογελώντας της σκανταλιάρικα. Η Κονστάνς γέλασε. «Δεν πρόκειται να με στριμώξετε να κάνω κάποια κριτική, σερ Λούσιεν. Φοβάμαι πως είμαι μια από αυτές τις χαμένες ψυχές που τους αρέσει να κοιτάζουν τα αγάλματα των πεθαμένων. Είναι μια ιστορική εκκλησία. Και μια και δεν είχα ξαναπάει εκεί, βρήκα την επίσκεψη ενδιαφέρουσα». «Μπράβο, δεσποινίς Γούντλι. Χαίρομαι που σας ακούω να υποστηρίζετε με τέτοια θέρμη τις ταπεινές διασκεδάσεις της επαρχίας μας». Η Κονστάνς γύρισε όταν άκουσε τη φωνή του Λέιτον. Τους είχε πλησιάσει και στεκόταν ακριβώς πίσω της. Της χαμογέλασε κι εκείνη ένιωσε το γνώριμο πετάρισμα μέσα της. Για μια στιγμή ξέχασε τις αποφάσεις της. Δεν μπορεί ο λόρδος Λέιτον να ήταν ο άντρας που είχε περιγράψει η λαίδη Ράδερφορντ. Δεν μπορεί να ήταν ένας παλιάνθρωπος που κυνηγούσε νεαρές κοπέλες ενώ ήταν αρραβωνιασμένος με κάποια άλλη. Αλλά, βέβαια, θύμισε στον εαυτό της, κάποιος που συνηθίζει να εξαπατά δεν θα ήταν επιτυχημένος αν η πρόθεσή του να εξαπατήσει ήταν γραμμένη ξεκάθαρα στο πρόσωπό σου. Συγκράτησε τον εαυτό της και τον χαιρέτησε μ’ ένα ευγενικό νεύμα, αλλά τίποτε περισσότερο. «Λόρδε Λέιτον». Ύστερα έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον σερ Λούσιεν, που υποδέχτηκε θερμά τον Λέιτον. Το ίδιο έκανε και ο κύριος Πένροουζ και ο Λέιτον πλησίασε ένα ακόμα βήμα και ενώθηκε με την παρέα τους. Η Κονστάνς φρόντισε να μην κοιτάξει προς το μέρος του και, ευτυχώς, ο σερ Λούσιεν τον παρέσυρε σε μια συζήτηση που δεν χρειαζόταν τη συμμετοχή της. Όταν η συζήτηση των κυρίων παρατάθηκε για μερικά λεπτά, η Κονστάνς κοίταξε στο σημείο του δωματίου όπου καθόταν η θεία της και ζήτησε συγνώμη με τη δικαιολογία ότι θα έπρεπε να πάει να της μιλήσει. Αποχαιρέτησε και τους τρεις μ’ ένα γενικό νεύμα. Ο σερ Λούσιεν ~ 140 ~


και ο κύριος Πένροουζ απλώς της χαμογέλασαν κάνοντας μια υπόκλιση. Πρόσεξε, όμως, ότι ο λόρδος Λέιτον την κοίταζε διαπεραστικά. Η Κονστάνς γύρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά, προτού προλάβει εκείνος να μιλήσει. Ήξερε ότι θα φαινόταν παράξενο και επιδεικτικό αν την ακολουθούσε τώρα, έτσι ήλπιζε ότι θα ήταν ασφαλής μέχρι την ώρα του φαγητού. Αναγκάστηκε βέβαια να υπομείνει τη φλυαρία της θείας της, αλλά η εκτίμησή της ήταν σωστή. Ο Λέιτον δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τις πλησιάσει. Αργότερα, στο δείπνο, η Κονστάνς καθόταν στην αντίθετη πλευρά του τραπεζιού, προστατευμένη ανάμεσα στον σερ Λούσιεν και τον Σίριλ Γουίλομπι. Τη στιγμή που πήρε τη θέση της στο τραπέζι, πρόσεξε ότι ο σερ Λούσιεν την κοίταξε για μια στιγμή επίμονα και μετά κάρφωσε το βλέμμα του στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Η Κονστάνς είχε την εντύπωση ότι κοιτούσε τον Λέιτον και αναρωτήθηκε με κάποια ανησυχία αν είχε μαντέψει κάτι για εκείνη και το λόρδο Λέιτον. Ήταν τόσο προφανής η βιασύνη της να απομακρυνθεί από την παρέα μετά την άφιξη του Ντόμινικ; Ύστερα όμως ο σερ Λούσιεν στράφηκε πάλι προς το μέρος της και της χαμογέλασε, και η Κονστάνς ηρέμησε. Στράφηκε προς τον κύριο Γουίλομπι και τον ρώτησε για το πρωινό κυνήγι. Το δείπνο κύλησε ομαλά, το ίδιο και η υπόλοιπη βραδιά. Μετά το δείπνο, η Κονστάνς φρόντισε να καθίσει ανάμεσα στην ξαδέρφη της τη Μάργκαρετ και τη δεσποινίδα Κάθμπερτ. Η δεσποινίς Κάθμπερτ δεν άνοιξε σχεδόν καθόλου το στόμα της, ενώ η Μάργκαρετ μιλούσε ασταμάτητα. Η Κονστάνς, ωστόσο, δεν είχε διαλέξει αυτή τη θέση για να περάσει καλά, αλλά για να είναι βέβαιη ότι ο λόρδος Λέιτον δεν θα έβρισκε άδεια καρέκλα δίπλα της όταν οι άντρες θα επέστρεφαν στο σαλόνι. Πράγματι, όταν οι άντρες επέστρεψαν, ο λόρδος Λέιτον πήγε και στάθηκε δίπλα στο τζάκι, ακουμπώντας τον αγκώνα του στο γείσο καθώς κοίταζε γύρω του. Η Κονστάνς ένιωσε αρκετές φορές το βλέμμα του πάνω της, αλλά απέφυγε να κοιτάξει προς το μέρος του. Περίμενε μέχρι που σηκώθηκε η δεσποινίς Κάθμπερτ για να φύγει και την ακολούθησε, λέγοντας πως θα αποσυρόταν και εκείνη νωρίς. Παρά τη θέλησή της, έριξε μια γρήγορη ματιά προς το μέρος του Λέιτον και τον έπιασε να την παρακολουθεί συνοφρυωμένος καθώς έβγαινε με τη δεσποινίδα Κάθμπερτ από το δωμάτιο. Θα πλήρωνε, ~ 141 ~


βέβαια, τη βιαστική αναχώρησή της, γιατί αναγκάστηκε να περάσει τουλάχιστον δύο ώρες ολομόναχη στο δωμάτιό της, διαβάζοντας ή κοιτάζοντας απαρηγόρητη έξω από το παράθυρο μέχρι να νυστάξει και να πέσει για ύπνο. Αλλά και όταν έπεσε στο κρεβάτι, διαπίστωσε ότι δεν ήταν τόσο εύκολο να την πάρει ο ύπνος, καθώς συνέχιζαν να τη βασανίζουν οι ίδιες σκέψεις. Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, τα βλέφαρά της ήταν βαριά και ένιωθε κουρασμένη, έτσι αποφάσισε να μην κατέβει για πρωινό και να πάρει ένα τσάι με λίγες φρυγανιές στο δωμάτιό της. Ύστερα φόρεσε το πιο όμορφο από τα πρωινά της φορέματα, ελπίζοντας ότι, αν έβλεπε τον εαυτό της στις ομορφιές του, θα της έφτιαχνε το κέφι, και πήγε να δει τη Φραντσέσκα. Η Φραντσέσκα ήταν ακόμα μπουκωμένη από το κρυολόγημα και αδύναμη, αλλά ένιωθε κάπως καλύτερα και η Κονστάνς έμεινε και της διάβασε για μια δυο ώρες, μέχρι που την πήρε πάλι ο ύπνος. Στη συνέχεια κατέβηκε κάτω και σταμάτησε έξω από το άνετο καθιστικό όπου είχε περάσει την προηγούμενη μέρα το πρωινό της με τις υπόλοιπες κυρίες. Ετοιμαζόταν να μπει, όταν το βλέμμα της έπεσε στο λόρδο Λέιτον, που καθόταν βαριεστημένος σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Αμέσως προσπέρασε και συνέχισε όσο πιο γρήγορα και πιο αθόρυβα μπορούσε προς τη σέρα. «Μις Γούντλι!» Η Κονστάνς άκουσε το όνομά της και κοίταξε αυθόρμητα πίσω της. Ο Λέιτον είχε βγει στην πόρτα του καθιστικού και κοιτούσε προς το μέρος της. Χωρίς να του απαντήσει, η Κονστάνς έκανε μεταβολή και μπήκε στη σέρα. Διέσχισε τον γεμάτο φυτά χώρο σχεδόν τρέχοντας και βγήκε στη βεράντα. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια για τον κήπο. Είχε φτάσει σχεδόν στο μονοπάτι που είχε πάρει την προηγούμενη μέρα, όταν άκουσε πάλι τ’ όνομά της, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Ο Λέιτον την είχε ακολουθήσει στη βεράντα. Αυτή τη φορά δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Πέρασε το φράχτη με τους θάμνους και πήρε το μονοπάτι. Σήκωσε τη φούστα της και άρχισε να τρέχει, ακολουθώντας τα φιδογυρίσματά του. Άκουγε τα βήματα του Λέιτον πίσω της και κατάλαβε πως θα ήταν αδύνατο να του ξεφύγει. «Κονστάνς!» Η φωνή του ακούστηκε πολύ κοντά της. «Να πάρει ~ 142 ~


η οργή, θα σταματήσεις;» Εκείνη γύρισε απότομα για να τον αντιμετωπίσει. «Τι θέλεις;» «Γιατί με αποφεύγεις;» τη ρώτησε κοντανασαίνοντας από την προσπάθεια να την προλάβει, με τα φρύδια του σμιγμένα βλοσυρά. «Εσύ γιατί με ακολουθείς;» τον αντέκρουσε. «Επειδή διαφορετικά δε θα μου μιλήσεις», της απάντησε ο Λέιτον και συνοφρυώθηκε περισσότερο. «Τι στο διάβολο σ’ έπιασε; Γιατί με αποφεύγεις;» Η Κονστάνς έστησε το παράστημά της και του είπε ψυχρά: «Επειδή δε συνηθίζω να ξεμοναχιάζομαι με αρραβωνιασμένους άντρες». «Αρραβωνιασμένους!» Ο Λέιτον την κοίταξε για μια στιγμή ανέκφραστα και ύστερα θύμωσε. «Αρραβωνιασμένος εγώ;» Έκανε δύο γρήγορα βήματα και τη γράπωσε από τον καρπό. «Σου δείχνω για αρραβωνιασμένος;» Την τράβηξε προς το μέρος του, τύλιξε το άλλο χέρι του γύρω της και την έσφιξε δυνατά πάνω στο ψηλό, μυώδες σώμα του καθώς το στόμα του χαμήλωνε για να καλύψει το δικό της.

~ 143 ~


Κεφάλαιο 10

Η Κονστάνς ήταν πολύ σοκαρισμένη για να κινηθεί, ακόμα και να διαμαρτυρηθεί. Ο Λέιτον είχε τυλίξει σφιχτά τα χέρια του γύρω της και το στόμα του λεηλατούσε το δικό της καυτό και άπληστο. Άρχισε να τρέμει, εμβρόντητη από τον πόθο που ξύπνησε μέσα της το φιλί του. Είχε πάρει ξαφνικά φωτιά, ένιωθε απίστευτα ευαίσθητη σε κάθε άγγιγμα και κάθε αίσθηση, το αίμα έβραζε στις φλέβες της. Σκεφτόταν το φιλί του επί μέρες μετά από εκείνη την πρώτη φορά που της είχε κλέψει ένα φιλί στη βιβλιοθήκη της λαίδης Γουέλκομπ. Το σκεφτόταν κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, το ξαναζούσε νοερά. Το είχε μάλιστα ονειρευτεί. Αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν συγκρινόταν με την πραγματικότητα. Η καρδιά της σφυροκοπούσε, όλες οι αισθήσεις της λειτουργούσαν στο έπακρο. Το στόμα του βυθίστηκε στο δικό της, τα χείλη του απαιτούσαν, έπαιρναν, πρόσφεραν τέτοια ηδονή, που κόντευε να την πνίξει. Η σφοδρότητα του φιλιού του υποχώρησε, μέχρι που έμεινε μόνο πείνα και ένα πάθος τόσο έντονο, που έμοιαζε να γεμίζει κάθε πόρο του κορμιού της. Τα χέρια του χαλάρωσαν γύρω της και οι παλάμες του γλίστρησαν στην πλάτη της και στα πλευρά της, οι αντίχειρές του χάιδεψαν το πλάι του στήθους της καθώς τα χέρια του κατέβαιναν στη μέση και στους γοφούς της. Τα δάχτυλά του ήταν ανοιχτά, αγγίζοντας όσο μεγαλύτερο κομμάτι του κορμιού της μπορούσε, και το δέρμα του ήταν καυτό πάνω από τη λεπτή μουσελίνα του φορέματός της. Έκλεισε στις παλάμες του την καμπύλη των γλουτών της, χαϊδεύοντας και πιέζοντας, καθώς συνέχιζε να τη φιλάει. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στην απαλή σάρκα της, ανασηκώνοντάς την πιο ψηλά και πάνω του, έτσι ώστε να νιώσει τον σκληρό ανδρισμό του να πιέζει την κοιλιά της. ~ 144 ~


Τη διαπέρασε ένα ρίγος, τα λαγόνια της άρχισαν να πάλλονται και να φλέγονται, και λαχτάρησε να πιέσει το σώμα της ακόμα πιο δυνατά στο δικό του ώσπου να γίνουν ένα. Η φλόγα ανάμεσα στα πόδια της δυνάμωσε. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που ήθελε, αλλά το ήθελε πολύ. Εκείνος τράβηξε το στόμα του από το δικό της, μουρμουρίζοντας το όνομά της μ’ ένα σιγανό, τρεμουλιαστό ψίθυρο. Φίλησε το πρόσωπό της, χαϊδεύοντας και δαγκώνοντας με τα χείλια και τη γλώσσα του την ευαίσθητη σάρκα καθώς κατηφόριζε στο λαιμό της. Η Κονστάνς άφησε το κεφάλι της να πέσει πίσω, προσφέροντας σιωπηλά το λαιμό της στο στόμα του. Τα χέρια του γλίστρησαν πάλι προς τα πάνω στο κορμί της και έκλεισε στις παλάμες του τα στήθη της. Η Κονστάνς ρίγησε. Τα στήθη της ποθούσαν το άγγιγμά του και τώρα, καθώς χάιδευε με τα δάχτυλά του τις απαλές σφαίρες, την πλημμύρισε μια ευχαρίστηση που ξεσήκωσε μέσα της μια λαχτάρα για ακόμα περισσότερα. Ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε από το λαιμό του Ντόμινικ και το στόμα του αναζήτησε πάλι το δικό της. Τα μακριά δάχτυλά του πίεσαν απαλά τα στήθη της καθώς οι δείκτες του χάιδευαν ερεθιστικά τις θηλές της, μέχρι που έγιναν δυο σκληρές ακίδες. Και καθώς τα δάχτυλά του έπαιζαν με τις θηλές της, η γλώσσα του συνέχισε να τη βασανίζει, διεγείροντάς τη σχεδόν αβάσταχτα. Η Κονστάνς κινήθηκε ανήσυχα. Λαχταρούσε περισσότερα, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Τα χέρια της κινήθηκαν ενστικτωδώς, γλιστρώντας στο στήθος του και γύρω από τον αυχένα του, ώσπου χώθηκαν στα μαλλιά του. Καθώς τον χάιδευε, τα μαλλιά του χάιδεψαν σαν μετάξι το δέρμα της. Η Κονστάνς ένιωσε σαν να γλιστρούσε, ανίσχυρη, σε ένα φλεγόμενο πηγάδι πάθους, λαχταρώντας ταυτόχρονα τον ίδιο της τον αφανισμό. Ξαφνικά ακούστηκαν τσιριχτά γέλια και γυναικείες φωνές. Ο Ντόμινικ σφίχτηκε, ύστερα τεντώθηκε και έριξε μια ματιά γύρω του. Άρπαξε την Κονστάνς από το μπράτσο και την τράβηξε από το μονοπάτι. Περπάτησαν στο γρασίδι και χώθηκαν πίσω από ένα φράχτη με θάμνους, αναζητώντας καταφύγιο κάτω από μια πέργκολα καλυμμένη με περικοκλάδα. Κρυμμένοι στις σκιές, περίμεναν με όλες τις αισθήσεις τους σε ~ 145 ~


επιφυλακή, καθώς οι φωνές πλησίαζαν. Η Κονστάνς στεκόταν ελάχιστα εκατοστά μακριά του και τα μάτια της βρίσκονταν στο ίδιο ύψος με τους ώμους του. Ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του, μύριζε το άρωμά του. Η επιδερμίδα της ήταν τόσο ευαίσθητη και ξαναμμένη, που ένιωθε ακόμα και το άγγιγμα του αέρα πάνω της. Τα χέρια του, καυτά και βαριά πάνω στην επιδερμίδα της, την κρατούσαν από τα μπράτσα ακίνητη στη θέση της. Η Κονστάνς σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Είχε γυρίσει το κεφάλι του και προσπαθούσε να διακρίνει μέσα από τα φύλλα της περικοκλάδας το μονοπάτι όπου στέκονταν λίγο πριν. Και τότε συνειδητοποίησε πόσο εκτεθειμένοι ήταν εκεί, πόσο εύκολα θα μπορούσε να τους δει κανείς αν περνούσε από κει. Ήξερε ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν τους έβρισκαν σ’ αυτή την ενοχοποιητική θέση. Η υπόληψή της θα καταστρεφόταν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν το ρίγος του φόβου αυτό που τη συντάραζε μέχρι τα κατάβαθα του είναι της· ήταν η φλόγα του πόθου που είχαν ανάψει μέσα της τα χάδια και τα φιλιά του. Το κορμί της έτρεμε ακόμα από την ηδονή, παλλόταν από την επιθυμία. Αν ήθελε, θα μπορούσε να την είχε κάνει δική του κι εκείνη δεν θα είχε κάνει τίποτε για να τον σταματήσει. Αντίθετα, ήταν σίγουρη ότι θα τον παρότρυνε να συνεχίσει. Η σκέψη αυτή την πλημμύρισε με θυμό, περισσότερο για τον εαυτό της παρά για εκείνον. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αδύναμη; Να κατευθύνεται από το πάθος παραμερίζοντας τη λογική; Δεν ήταν να απορεί που ο Ντόμινικ της φερόταν σαν να ήταν καμιά τσούλα, τη στιγμή που εκείνη ήταν έτοιμη να φερθεί έτσι! Οι αδερφές Νόρτον και ο λόρδος Ντάνμπορο εμφανίστηκαν επιτέλους στο μονοπάτι λίγα εκατοστά από το σημείο όπου στέκονταν η Κονστάνς με τον Ντόμινικ προηγουμένως. Δεν κοίταξαν γύρω τους, δεν έστρεψαν καν το βλέμμα τους προς την πέργκολα όπου είχαν καταφύγει η Κονστάνς με το λόρδο Λέιτον. Ο Ντόμινικ έμεινε να τους κοιτάζει μέχρι που χάθηκαν στον κήπο με τις τριανταφυλλιές. Ύστερα χαλάρωσε και τα χέρια του ελευθέρωσαν τους ώμους της Κονστάνς. Εκείνη τραβήχτηκε μακριά του και ετοιμάστηκε να φύγει από την πέργκολα, αλλά εκείνος την άρπαξε από τον καρπό. «Όχι, περίμενε!» ~ 146 ~


«Άσε με να φύγω!» του φώναξε και τον αγριοκοίταξε. «Ή μήπως σκοπεύεις να με βιάσεις εδώ, στον κήπο της μητέρας σου;» Το στόμα του σφίχτηκε, το δέρμα γύρω του άσπρισε και τα μάτια του άστραψαν. «Και βέβαια όχι», της απάντησε κοφτά. «Τότε άσε με να φύγω», επέμεινε η Κονστάνς, κοιτάζοντας με νόημα το χέρι του που ήταν τυλιγμένο γύρω από τον καρπό της. Εκείνος την άφησε και άπλωσε τα χέρια του στο πλάι σαν να ήθελε να της δείξει πως δεν είχε καμιά πρόθεση να την αγγίξει ξανά. «Ζητώ συγνώμη για τη βίαιη συμπεριφορά μου. Ήμουν θυμωμένος και... Αυτό δεν είναι δικαιολογία. Δε θα έπρεπε να σε αρπάξω ούτε να...» Η ανάμνηση έκανε τα μάτια του να σκουρύνουν και το βλέμμα του ταξίδεψε για μια στιγμή στο στόμα της. Η Κονστάνς σκέφτηκε τι ήταν αυτό που έβλεπε, τα χείλη της πρησμένα από τα φιλιά του, φλογισμένα από το πάθος. Κοκκίνισε κι έκανε μεταβολή. «Σε παρακαλώ, περίμενε», της είπε με αγωνία και η φωνή του ήταν τώρα πιο σιγανή, πιο μαλακή. «Δε θα μου δώσεις τουλάχιστον την ευκαιρία να απολογηθώ; Είσαι τόσο άδικη ώστε να με καταδικάσεις χωρίς να μου δώσεις την ευκαιρία να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;» «Πώς τολμάς;» ξέσπασε η Κονστάνς. Τα μάτια της γυάλιζαν θυμωμένα όταν γύρισε πάλι προς το μέρος του για να τον αντιμετωπίσει. «Πώς μπορείς να φέρεσαι σαν να είμαι εγώ αυτή που έκανα κάτι κακό; Εσύ με άρπαξες και με κράτησες ενάντια στη θέλησή μου!» «Τώρα δε σε κρατάω. Σε παρακαλώ. Λυπάμαι που φέρθηκα σαν αγροίκος. Το μόνο που σου ζητάω είναι να με ακούσεις». Η Κονστάνς τον κοίταξε επίμονα για κάμποση ώρα. Ήθελε πάρα πολύ ν’ ακούσει την εξήγησή του, να της εξηγήσει όσα είχε ακούσει, ήξερε όμως πως μπορεί να ήταν απερίσκεπτο εκ μέρους της. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τον εαυτό της όταν βρισκόταν μαζί του. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Εντάξει. Θα σε ακούσω». «Σ’ ευχαριστώ». Την οδήγησε ακόμα πιο βαθιά στον κήπο και ύστερα από μερικά λεπτά έφτασαν σ’ ένα ξύλινο παγκάκι στη σκιά μιας ιτιάς. Τα χαμηλά κλαδιά της τους έκρυβαν εντελώς και βρίσκονταν μακριά από τα μο~ 147 ~


νοπάτια ώστε να περάσει κάποιος από εκεί κατά τύχη. Στάθηκαν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο και κοιτάχτηκαν. «Λοιπόν, πες μου τι άκουσες», είπε ο Ντόμινικ. «Γιατί νομίζεις ότι είμαι αρραβωνιασμένος;» «Μου το είπε η λαίδη Ράδερφορντ», του απάντησε. «Μου είπε ότι είσαι αρραβωνιασμένος με την κόρη της τη Μιούριελ». Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του. «Αλήθεια;» Έστρεψε αλλού το βλέμμα του σκεφτικός. «Θα πρέπει να είναι πολύ σίγουρη για τον εαυτό της. Ή πολύ απελπισμένη». «Δε μου φάνηκε να λέει ψέματα», παρατήρησε η Κονστάνς. «Θα ήταν πολύ ταπεινωτικό για εκείνη να την πιάσουν να λέει τέτοιο ψέμα». Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του. «Ναι. Μπορώ να καταλάβω γιατί την πίστεψες». Την πλησίασε, πήρε και τα δυο της χέρια στα δικά του και την κοίταξε επίμονα. «Αλλά αυτό που είπε είναι ψέμα. Δεν είμαι αρραβωνιασμένος με τη Μιούριελ Ράδερφορντ. Ποτέ δεν ήμουν και ποτέ δε θα είμαι. Μπορώ να σου το υποσχεθώ αυτό». Τα χέρια της Κονστάνς άρχισαν να τρέμουν μέσα στα δικά του από την ανακούφιση που την κυρίεψε. Ένιωσε ξαφνικά ξέπνοη, ζαλισμένη, έτοιμη να λιποθυμήσει, έτσι τραβήχτηκε και κάθισε απότομα στο παγκάκι. «Κονστάνς; Είσαι καλά;» Ο Λέιτον γονάτισε μπροστά της και την κοίταξε ανήσυχος. «Ναι. Εγώ...» Κούνησε το κεφάλι της, μη ξέροντας τι να πει. «Με πιστεύεις;» την πίεσε ο Ντόμινικ. «Σου ορκίζομαι ότι λέω την αλήθεια. Ρώτα τη Φραντσέσκα. Ρώτα τους γονείς μου. Δεν έχω κάνει πρόταση γάμου στη Μιούριελ». Η Κονστάνς τον κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, τα γαλανά μάτια του φάνταζαν πιο σκούρα εδώ στις σκιές του δέντρου και ήταν γεμάτα με μια ένταση που δεν είχε διακρίνει ποτέ πριν. Το βάρος που πλάκωνε το στήθος της όλη την προηγούμενη μέρα διαλύθηκε και η καρδιά της γέμισε χαρά. «Ναι», ψέλλισε, γιατί δεν εμπιστευόταν τη φωνή της. «Ναι, σε πιστεύω». Το πρόσωπό του έλαμψε από την ανακούφιση. Της χαμογέλασε, σήκωσε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Σ’ ευχαριστώ». Κάθισε στο παγκάκι δίπλα της, κρατώντας πάντα το χέρι της στο δικό του. Το σήκωσε πάλι και αυτή τη φορά φίλησε την παλάμη της, ~ 148 ~


το ακούμπησε στο μάγουλό του. Η Κονστάνς υποχώρησε σε μια στιγμή αδυναμίας και ακούμπησε το κεφάλι της στο μπράτσο του. Ύστερα αναστέναξε και τραβήχτηκε. «Μα γιατί να ισχυριστεί η λαίδη Ράδερφορντ κάτι τέτοιο, τη στιγμή που είναι τόσο εύκολο να αποκαλυφθεί η αλήθεια; Θα είναι ταπεινωτικό για εκείνη να το αρνηθείς». Ο Ντόμινικ ύψωσε τους ώμους του. «Υποθέτω ότι ήλπιζε πως δε θα είχες το θάρρος να με ρωτήσεις στα ίσια, ότι θα σκεφτόσουν πως σε είχα εξαπατήσει. Ή μπορεί να ήλπιζε να με στριμώξει, ότι από τη στιγμή που θα το είχε ανακοινώσει εκείνη, εγώ απλά θα συμφωνούσα. Ότι θα υποχωρούσα στην πίεση». «Γιατί θα πίστευε κάτι τέτοιο;» Ο Ντόμινικ της έριξε ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα. «Επειδή η λαίδη Ράδερφορντ δε με ξέρει. Έχει συνηθίσει να υποκύπτουν οι πάντες μπροστά στην ατσάλινη θέλησή της. Ο άντρας της και τα παιδιά της χορεύουν στο σκοπό που τους παίζει. Ξέρω πόσο υπεροπτική και κακότροπη είναι η Μιούριελ, πόσο της αρέσει να περνάει πάντα το δικό της. Σε διαβεβαιώνω, όμως, ότι δεν τολμάει να πάει κόντρα στη μητέρα της. Ίσως η λαίδη Ράδερφορντ σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να χειραγωγήσει κι εμένα». Ο Ντόμινικ αναστέναξε και σηκώθηκε. Άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Δεν υπάρχει αρραβώνας. Δεν έχουμε δώσει καν λόγο μεταξύ μας. Αλλά είναι βαθιά επιθυμία των γονιών μου να παντρευτώ τη Μιούριελ. Από τη μέρα που έγινα εγώ κληρονόμος του τίτλου με πιέζουν συνέχεια. Οι γονείς μου το θέλουν, η λαίδη Ράδερφορντ το θέλει, άρα το θέλει και ο λόρδος Ράδερφορντ». «Από τη στιγμή που το θέλουν τόσοι άνθρωποι, αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα συμφωνήσεις κι εσύ;» τον ρώτησε η Κονστάνς, νιώθοντας τη χαρά της να ψαλιδίζεται πάλι. «Όχι!» την αντέκρουσε απότομα εκείνος. «Για το Θεό, όχι! Θα προτιμούσα να κοιμηθώ με μια οχιά παρά να παντρευτώ τη Μιούριελ. Στην πραγματικότητα, δε νομίζω ότι θα υπήρχε και μεγάλη διαφορά». «Καλά, οι γονείς σου δεν καταλαβαίνουν πόσο απεχθάνεσαι αυτή την ένωση;» τον ρώτησε η Κονστάνς. Ο Ντόμινικ ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Οι γονείς μου δεν ενδιαφέρονται για τα αισθήματά μου πάνω στο θέμα. Δεν είναι κάτι σημαντικό. Το μόνο σημαντικό γι’ αυτούς είναι το κτήμα. Η οικογένεια». ~ 149 ~


Αναστέναξε και ξανακάθισε δίπλα της. «Το Ρέντφιλντς είναι μεγάλο κτήμα, αλλά με τα χρόνια έχουν συσσωρευτεί τα χρέη. Η οικογένεια χρειάζεται μια ένεση χρυσού. Ο πατέρας μου επέλεξε εμένα ως εξιλαστήριο θύμα για να πετύχει το ποθητό αποτέλεσμα». «Και οι Ράδερφορντ είναι πλούσιοι;» «Πάρα πολύ». Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του. «Παρά την πόζα τους, ο τίτλος του λόρδου Ράδερφορντ δεν είναι από τους παλιούς και υπάρχει το ψεγάδι του εμπορίου στο παρελθόν της οικογένειας. Βλέπεις, ο παππούς της λαίδης Ράδερφορντ έβγαλε τόσα χρήματα από το εμπόριο του μαλλιού, ώστε κατάφερε να παντρευτεί ο γιος του την κόρη ενός ευγενούς και η εγγονή του ένα βαρόνο. Και τώρα η λαίδη Ράδερφορντ ανυπομονεί να γίνει η κόρη της κόμισσα». «Κατάλαβα». «Ο πατέρας μου και η λαίδη Ράδερφορντ τα μαγείρεψαν μεταξύ τους. Τους βολεύει τέλεια και αδιαφορούν για τις επιθυμίες των άμεσα ενδιαφερομένων. Ο καθένας πρέπει να κάνει το καθήκον του. Το μόνο σημαντικό είναι η οικογένεια». «Και η Μιούριελ;» ρώτησε η Κονστάνς, αν και ήταν σχεδόν σίγουρη πως γνώριζε την απάντηση. Η Μιούριελ είχε δείξει καθαρά ότι θεωρούσε τον Λέιτον ιδιοκτησία της. «Νομίζω πως συμφωνεί. Είναι περήφανη και φιλόδοξη σαν τη μητέρα της. Έβαλε στο μάτι έναν κόμη επειδή οι πιθανότητες να βρει κάποιον με ανώτερο τίτλο ήταν ελάχιστες. Αν πίστευε πως θα μπορούσε να πετύχει κάτι με τον Ρόκφορντ, πίστεψέ με, θα είχε κυνηγήσει εκείνον. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εγώ θα ήμουν πολύ χαμηλά στη λίστα της, αν δεν είχε αρχίσει να νιώθει κάποια απόγνωση. Θεωρεί ότι δε διαθέτω... την απαιτούμενη υπόληψη για τη θέση μου». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε στραβά στην Κονστάνς. «Αλλά σίγουρα πιστεύει πως θα μπορέσει να στρώσει τον άστατο χαρακτήρα μου όταν θα παντρευτούμε». «Την έχω ικανή γι’ αυτό», συμφώνησε η Κονστάνς. «Οφείλω να ομολογήσω ότι χαίρομαι που δεν είσαι πρόθυμος να την παντρευτείς. Δεν μπορώ να συμπαθήσω τη δεσποινίδα Ράδερφορντ». «Ούτε εγώ. Ήξερα ότι ο πατέρας μου ήλπιζε να με καταφέρει να δεχτώ τον αρραβώνα σε τούτο το πάρτι. Αυτός ήταν ο λόγος που σχεδίαζα να μείνω μακριά». Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε. «Μέχρι που με πληροφόρησε η Φραντσέσκα ότι θα ήσουν κι εσύ εδώ». ~ 150 ~


Η Κονστάνς τον κοίταξε και ύστερα έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Η ζεστασιά που είδε στα μάτια του την τάραξε. Είχε χαρεί πολύ μαθαίνοντας ότι η ιστορία της λαίδης Ράδερφορντ για τον αρραβώνα του με την κόρη της ήταν ψεύτικη, αλλά ήξερε επίσης πολύ καλά ότι οι παράγοντες για τους οποίους επιδίωκε ο πατέρας του αυτόν το γάμο εξακολουθούσαν να ισχύουν. Η οικογένεια είχε την απαίτηση να παντρευτεί ο Ντόμινικ μια κληρονόμο. Επομένως, δεν ήταν κατάλληλη για εκείνον περισσότερο απ’ ό,τι ήταν πριν από λίγο. Δεν την είχε εξαπατήσει, δεν είχε φερθεί σαν παλιάνθρωπος, αλλά και πάλι θα έπρεπε κάποτε να κάνει ένα γάμο που θα ευχαριστούσε την οικογένειά του. Η Κονστάνς ήξερε πως θα ήταν σκέτη τρέλα να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί στο ολισθηρό μονοπάτι που οδηγούσε στον έρωτα. «Δεν είσαι όμως από αυτούς που παραβλέπουν το καθήκον τους», του είπε ήρεμα. Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του πάνω της, την περιεργάστηκε για λίγο και της απάντησε το ίδιο ήρεμα. «Όχι, υποθέτω ότι δεν είμαι. Αν και έχω κάνει ό,τι μπορώ για να το αγνοήσω τα τελευταία δύο χρόνια». Η Κονστάνς τον κοίταξε. Το σαγόνι του ήταν σφιγμένο και το πρόσωπό του είχε χάσει την ανέμελη έκφραση που είχε συνήθως. Βλέποντάς τον έτσι, δεν δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει στον πόλεμο για την πατρίδα του, που είχε πολεμήσει και είχε τραυματιστεί και είχε οδηγήσει τους άντρες του στη μάχη. Γνώριζε τι θα πει θυσία. Άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε μαλακά πάνω στο δικό του. Ήταν η ίδια παρηγορητική χειρονομία που είχε κάνει και στο κοιμητήριο μπροστά στον τάφο της αδερφής του. Εκείνος χαμογέλασε αχνά, γύρισε το χέρι του και, κλείνοντας μέσα του το δικό της, το έφερε στο στόμα του και πίεσε απαλά τα χείλη του στο δέρμα της. Η Κονστάνς ένιωσε ένα ηδονικό ρίγος να τη διαπερνά στο άγγιγμά του και βιάστηκε να τραβηχτεί, ελπίζοντας ότι εκείνος δεν είχε προσέξει την ανταπόκρισή της. «Κάποτε υπήρξα σχεδόν αρραβωνιασμένη», του είπε. Τον ένιωσε να κοκαλώνει δίπλα της. Ύστερα από λίγο τη ρώτησε: «Σχεδόν;» «Ναι. Μου έκανε πρόταση, αλλά του απάντησα ότι δεν μπορούσα ~ 151 ~


να τη δεχτώ». «Δεν τον αγαπούσες;» ρώτησε προσεκτικά ο Ντόμινικ. «Τον αγαπούσα. Ή έτσι νόμιζα. Αλλά μπορεί να μην ήταν αγάπη αυτό που ένιωθα, αφού κατάφερα να το ξεπεράσω τόσο γρήγορα». «Αλλά αρνήθηκες». «Δεν μπορούσα να τον παντρευτώ. Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος. Έπρεπε να μείνω κοντά του και να τον φροντίσω σε όλη τη διάρκεια της αρρώστιας του». Στο σημείο αυτό η Κονστάνς γύρισε και κοίταξε τον Ντόμινικ. «Καταλαβαίνω τι θα πει καθήκον και ότι προηγείται από οτιδήποτε άλλο». «Και εκείνος; Τι έκανε;» Η Κονστάνς ύψωσε τους ώμους της. «Το δέχτηκε. Συνέχισε τη ζωή του. Παντρεύτηκε ένα δυο χρόνια αργότερα». «Ήταν ηλίθιος», γρύλισε ο Ντόμινικ καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του. «Ήταν ηλίθιος που δε σε περίμενε». Της Κονστάνς της κόπηκε η ανάσα. Το βλέμμα του Ντόμινικ, καυτό και έντονο, φούντωσε τον πόθο μέσα της. Θυμήθηκε την αίσθηση των χεριών του πάνω στο κορμί της, τη γεύση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Ασυναίσθητα, έγειρε προς το μέρος του. Την επόμενη στιγμή εκείνος την έπιασε από τα μπράτσα, τη σήκωσε και την κάθισε στα πόδια του. Τύλιξε το ένα χέρι του στην πλάτη της για να τη στηρίξει και με το άλλο χέρι έπιασε το πιγούνι της και σήκωσε το κεφάλι της για να τη φιλήσει. Τη φίλησε για πολλή ώρα και βαθιά, κι εκείνη γαντζώθηκε από πάνω του, τυλίγοντας τα χέρια της στο σβέρκο του. Κάθε ντροπή και κάθε σεμνότητα έμοιαζαν να την έχουν εγκαταλείψει. Κόλλησε τολμηρά πάνω του, ανταποδίδοντας το φιλί του. Το ελεύθερο χέρι του Ντόμινικ ταξίδευε στο μπροστινό μέρος του σώματός της, χαϊδεύοντας και εξερευνώντας το, ενώ το στόμα του λεηλατούσε το δικό της. Τον ενοχλούσαν τα ρούχα της και έχωσε ανυπόμονα το χέρι του στο ντεκολτέ του φορέματός της, χαϊδεύοντας την απαλή σάρκα του στήθους της. Η Κονστάνς ξαφνιάστηκε με την πρωτόγνωρη αίσθηση των δαχτύλων του πάνω στη γυμνή σάρκα της, αλλά μετά το πρώτο ξάφνιασμα, το κορμί της ανταποκρίθηκε, καυτό και ξαναμμένο, και η θηλή της σκλήρυνε σαν μπουμπούκι. Τίποτε δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτά που της έκανε ο Ντόμινικ, για τον άγριο αισθησιασμό που ξυπνούσε μέσα της. Ένιωθε να ~ 152 ~


φλέγεται. Σε κάθε σημείο που άγγιζαν τα χέρια και τα χείλια του, η σάρκα της φλογιζόταν ακόμα περισσότερο. Τα στήθη πρήστηκαν όταν τα χάιδεψε, η ηδονή την πλημμύριζε και την ίδια στιγμή αποζητούσε περισσότερα, λαχταρούσε το άγγιγμά του. Έσφιξε τα πόδια της στο σημείο απ’ όπου πήγαζε ο πόθος, υγρός και επίμονος. Ο πόθος παλλόταν χαμηλά στην κοιλιά της και ένιωθε την ανάγκη για περισσότερα, αν και δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που ήθελε. Το φιλί της έγινε πιο άγριο, η γλώσσα της μπερδεύτηκε με τη δική του, αναζητώντας την ικανοποίηση που λαχταρούσε. Ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει πάνω στο γοφό της, τον πόθο του να πιέζει τη σάρκα της, και μετακινήθηκε ανήσυχα στα πόδια του. Ο Ντόμινικ βόγκηξε πνιχτά και τα χείλια του άφησαν τα δικά της, φιλώντας μανιασμένα το λαιμό της και κατηφορίζοντας μέχρι τη λευκή κοιλάδα του στήθους της. Βρήκε τους απαλούς, λευκούς λόφους του στήθους της και φίλησε την τρεμάμενη σάρκα τρυφερά, μέχρι που έφτασε στα σάρκινο εξόγκωμα της μιας θηλής της. Φίλησε τρυφερά το ευαίσθητο μπουμπούκι και η ηδονή ξεχύθηκε μέσα της, στέλνοντας πύρινες εκρήξεις στα λαγόνια της. Ένα βογκητό αφάνταστης ηδονής ξέφυγε από τα χείλη της και ένιωσε το αρρενωπό γέλιο του να της χαϊδεύει τη σάρκα. Μπορεί αυτό το γέλιο να την είχε ενοχλήσει, αν δεν είχε ακολουθήσει την επόμενη στιγμή το καυτό, υγρό χάδι της γλώσσας του, που άρχισε να διαγράφει κύκλους γύρω από τη θηλή της. Η Κονστάνς ανταποκρίθηκε γέρνοντας πάνω του και όλο το κορμί της σφίχτηκε. Έχωσε τα χέρια της στα μαλλιά του. Και ακριβώς τη στιγμή που νόμιζε ότι δεν θα μπορούσε να νιώσει μεγαλύτερη ηδονή από αυτή που της πρόσφερε η γλώσσα του, εκείνος άνοιξε το στόμα του και το έκλεισε γύρω από τη θηλή της, τραβώντας το μπουμπούκι στη καυτή, υγρή σπηλιά του στόματός του. Η αίσθηση έστειλε ένα ρίγος σε όλο το κορμί της. Κάθε ρούφηγμα του στόματός του έμοιαζε να τραβάει μια χορδή μέσα της που έφτανε μέχρι τα λαγόνια της. Κάθε χάδι της γλώσσας του ξεσήκωνε ακόμα μεγαλύτερη λαχτάρα μέσα της, ακόμα μεγαλύτερη ηδονή. Το χέρι του κινήθηκε αργά προς τα κάτω, χαϊδεύοντάς την πάνω από το ύφασμα του φορέματός της. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν και ~ 153 ~


μετά χαλάρωσαν, σουρώνοντας τη μουσελίνα. Η Κονστάνς τον ένιωθε τεντωμένο σαν χορδή τόξου, οι μύες του ήταν σκληροί και σφιγμένοι, σαν να συγκρατούσε με δυσκολία τον εαυτό του. Μουρμούρισε τ’ όνομά της, η ανάσα του χάιδεψε το στήθος της, που ήταν υγρό από τα φιλιά του, και το δέρμα της ανατρίχιασε. Κάτι σφίχτηκε ανάμεσα στα πόδια της, εντείνοντας τον πόθο της. Ο Ντόμινικ έτριψε μαλακά το πρόσωπό του στα απαλά, πρησμένα σάρκινα λοφάκια σάρκας και μετά τα έρανε με πεταχτά φιλιά. Τα χείλη του χάιδευαν σαν βελούδο το ευαισθητοποιημένο δέρμα της, και η Κονστάνς περίμενε, ανυπομονώντας με κάθε μόριο του κορμιού της να πάρει στο στόμα του και την άλλη θηλή της και να κάνει και σ’ αυτή τα μάγια του. Τσιτώθηκε ξέπνοη και της ξέφυγε ένας λυγμός όταν η γλώσσα του διέγραψε έναν κύκλο γύρω από την άλω και μετά τη φύσηξε απαλά. Προσπαθούσε να τη διεγείρει σε σημείο αβάσταχτο, σκέφτηκε η Κονστάνς και κινήθηκε ενστικτωδώς, τρίβοντας τους γοφούς της επάνω του και καμπυλώνοντας την πλάτη της για να του προσφέρει τη λευκή, απαλή σάρκα της. Ο Ντόμινικ αντέδρασε μ’ ένα βογκητό στις κινήσεις της και το στόμα του ρούφηξε, καυτό και υγρό, τη θηλή της. Ταυτόχρονα το χέρι του γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της, αποφασιστικό και επίμονο, αναζητώντας το καυτό κέντρο του πόθου της. Η Κονστάνς τινάχτηκε ξαφνιασμένη και έσφιξε δυνατά τα πόδια της γύρω από το χέρι του σαν να ήθελε να τον εμποδίσει. Τα δάχτυλά του όμως κινήθηκαν ρυθμικά πάνω από το ύφασμα, δοκιμάζοντας το έδαφος παιχνιδιάρικα, και τα πόδια της στο τέλος άνοιξαν, ενθαρρύνοντας σιωπηλά το άγγιγμά του. Έμεινε στην αγκαλιά του, χαλαρή και ζαλισμένη από τον πόθο, νιώθοντας ανοιχτή κι εκτεθειμένη απέναντί του μ’ έναν τρόπο που δεν είχε καμιά σχέση με τη γύμνια, γιατί, με εξαίρεση τα στήθη της, το φόρεμα κάλυπτε το υπόλοιπο σώμα της από το βλέμμα του. Ήταν λες και, στρώση στρώση, την είχε ξεγυμνώσει προσεκτικά απ’ όλες τις γνώριμές της συμβατικότητες –τη σεμνότητα που αποτελούσε πάντα την ασπίδα της, το ψυχρό προσωπείο της αρετής και της ηρεμίας– , αποκαλύπτοντας τη φλόγα που υπήρχε από κάτω, την κρυμμένη σεξουαλικότητά της που έσφυζε από καυτό πάθος. Παλλόταν, ποθούσε, λαχταρούσε να νιώσει την επιδερμίδα του πάνω στη δική της, τη θέρμη και την πείνα του στόματός του και αμέτρητα άλλα πράγματα ~ 154 ~


που δεν ήξερε, δεν καταλάβαινε αρκετά ώστε να τα ονοματίσει. Ήξερε, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, ότι ήθελε να την κάνει δική του, ότι λαχταρούσε να τον νιώσει όσο γινόταν πιο δικό της, ότι ήθελε να τον νιώσει να τη γεμίζει. Βαθιά μέσα της ένιωθε την πρωτόγονη ανάγκη να του ανήκει ολοκληρωτικά, και το γεγονός ότι δεν ήξερε τι σήμαινε να ανήκεις σε κάποιον δεν την εμπόδιζε να το θέλει. «Ντόμινικ...» Το όνομά του ξέφυγε σαν στεναγμός από το στόμα της. «Σε παρακαλώ...» Τα λόγια της τον ταρακούνησαν και σήκωσε το κεφάλι του. «Ντόμινικ;» Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο και αλλοιωμένο από τον πόθο, τα μάτια του βαριά και σκοτεινά. Έσφιξε το σαγόνι του, πασχίζοντας ολοφάνερα να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του. «Θεέ μου». Μια μακρόσυρτη, τρεμουλιαστή ανάσα ξέφυγε από τα χείλια του και έκλεισε τα μάτια του. «Δεν πρέπει. Δεν μπορούμε...» Η Κονστάνς έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, τόσο συνεπαρμένη ακόμα από την ανάμεικτη αίσθηση πόθου και σύγχυσης, που δεν μπορούσε καν να κουνηθεί. Ξαφνικά θυμήθηκε πού βρισκόταν και τι έκανε. Το αεράκι χάιδεψε τα στήθη της. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο και ανακάθισε, τραβώντας βιαστικά το φόρεμά της πάνω στα γυμνά στήθη της. «Πρέπει... πρέπει να φύγω», ψέλλισε με φωνή που έτρεμε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Μα τι είχε κάνει; Τι θα σκεφτόταν ο Ντόμινικ γι’ αυτή; «Περίμενε». Η φωνή του ακούστηκε χαμηλή και τραχιά. Την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος του, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει. «Σε θέλω», της είπε βραχνά, καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του. «Σε θέλω περισσότερο απ’ όσο θέλησα ποτέ μου οποιαδήποτε ή οτιδήποτε. Αλλά δεν μπορώ... δε θα σε πληγώσω». Η Κονστάνς δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της για να μιλήσει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, έκανε ένα βήμα πίσω κι ύστερα γύρισε απότομα κι έφυγε τρέχοντας μακριά του. Προχώρησε βιαστικά προς το σπίτι, διορθώνοντας με τα χέρια τα τσουλούφια που είχαν ξεφύγει από τα μαλλιά της και ισιώνοντας βιαστικά το μπούστο το φορέματός της. Προσευχήθηκε να μη συναντήσει κανέναν στο δρόμο, ~ 155 ~


γιατί, όσο κι αν είχε συγυριστεί, φοβόταν ότι το πρόσωπό της θα πρόδιδε αυτό που είχε κάνει. Όταν μπήκε στο σπίτι, ανέβηκε από τη στενή πίσω σκάλα που χρησιμοποιούσαν συνήθως μόνο οι υπηρέτες. Νιώθοντας ανακούφιση που δεν συνάντησε καμιά καμαριέρα να κατεβαίνει, διέσχισε βιαστικά το διάδρομο και μπήκε στο δωμάτιό της. Κλείδωσε την πόρτα πίσω της και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Για κάμποση ώρα κάθισε απλά εκεί, αφήνοντας το τρεμάμενο σώμα της και το μυαλό της να ηρεμήσουν. Τελικά σηκώθηκε και πλησίασε στον καθρέφτη. Τα μάτια της έλαμπαν, τα μάγουλά της ήταν ξαναμμένα και τα χείλη της σκούρα και σαρκώδη, σχεδόν μπλαβιασμένα. Παρουσίαζε ακριβώς την εικόνα που φοβόταν. Την εικόνα μιας γυναίκας που την είχαν φιλήσει με πάθος. Και έλαμπε. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο όμορφο τον εαυτό της. Ήταν φανερό πως το πάθος τής ταίριαζε. Κούνησε το κεφάλι της, απομακρύνθηκε από τον καθρέφτη και ξαναγύρισε στην καρέκλα. Μια ζωή την προειδοποιούσαν για τις αμαρτίες της σάρκας. Τώρα συνειδητοποιούσε ότι, μέχρι σήμερα, δεν ήξερε τι εννοούσαν αυτές που την προειδοποιούσαν. Ήθελε να δοθεί στον Ντόμινικ. Και το γεγονός ότι δεν το είχε κάνει οφειλόταν στη δική του αυτοσυγκράτηση, όχι στη δική της. Εκείνη την είχε αφανίσει το πάθος, την είχε παρασύρει σαν λαίλαπα. Έφερε πάλι στο μυαλό της τον αισθησιασμό που είχε πλημμυρίσει το κορμί της, την καυτή, απαιτητική φλόγα που είχε φωλιάσει στα λαγόνια της, και ένιωσε να ξαναπαίρνει φωτιά. Δεν είχε υποπτευθεί ποτέ της ότι έκρυβε τέτοιο αισθησιασμό, τέτοιο πάθος μέσα της. Είχε πληγωθεί, είχε αγαπήσει, αλλά ποτέ της δεν είχε νιώσει αυτή τη σαρωτική πείνα που την είχε κυριεύσει σήμερα, τον ασυγκράτητο, επίμονο πόθο που ήθελε να παραμερίσει τα πάντα. Την παραξένευε. Στην πραγματικότητα, τη σόκαρε. Ήταν όμως αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχτεί ότι την ενθουσίαζε κιόλας. Μπορεί αυτό να σήμαινε ότι δεν ήταν μια πραγματική κυρία, ότι δεν ήταν αρκετά εκλεπτυσμένη και ενάρετη. Την ενθουσίαζε όμως το πάθος που κόχλαζε στις φλέβες της. Δεν ήθελε να παραιτηθεί από αυτό το συναίσθημα. Αντίθετα, ήθελε να το νιώσει πιο έντονα. Ήθελε να την πάρει ο Ντόμινικ στην αγκαλιά του, να την πάρει ~ 156 ~


στο κρεβάτι του. Ήθελε να γνωρίσει όλες τις συγκινήσεις που μπορούσαν να ζήσουν ένας άντρας και μια γυναίκα. Και ήθελε να τις γνωρίσει στα χέρια του Ντόμινικ. Αλήθεια, αναρωτήθηκε, τι θα γινόταν αν πήγαινε στο δωμάτιό του απόψε; Αν του δινόταν; Θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του και θα τη φιλούσε μέχρι να σβήσουν τα πάντα και το μόνο που θα υπήρχε θα ήταν η κοινή τους απόλαυση; Ή θα συγκρατούσε πάλι τον εαυτό του, αποτρέποντάς τη να θυσιάσει το καλό της όνομα; Γιατί το ήξερε πως αυτό θα γινόταν αν παραδινόταν στην αγκαλιά του Ντόμινικ. Ο μελλοντικός κόμης του Σέλμπρουκ δεν θα μπορούσε να της προσφέρει την προστασία του ονόματός του. Αν και τον είχε πιστέψει όταν της είπε ότι δεν θα παντρευόταν τη Μιούριελ Ράδερφορντ, ήξερε τώρα ότι έπρεπε να παντρευτεί μια γυναίκα με περιουσία. Αυτό ήταν το καθήκον του απέναντι στο όνομά του και στην οικογένειά του. Δεν μπορούσε να αφήσει το παλιό αρχοντικό και τα κτήματα να ρημάξουν. Ως κεφαλή της οικογένειας, ήταν υποχρεωμένος να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να διατηρήσει το κύρος των Φιτζάλαν. Ο Ντόμινικ δεν ήταν από τους άντρες που παραμελούσαν το καθήκον τους. Θα έκανε αυτό που έπρεπε, ήταν σίγουρη, και αυτό σήμαινε ότι θα έκανε ένα γάμο συμφέροντος. Ένας γάμος μαζί της θα ήταν καταστροφικός. Εξάλλου, δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει πως θα ήθελε ποτέ να την παντρευτεί. Δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ λόγια αγάπης, το μόνο που υπήρχε ανάμεσά τους ήταν εκείνο το καυτό, σιωπηλό πάθος. Την ήθελε, η Κονστάνς δεν είχε καμιά αμφιβολία. Αλλά δεν την αγαπούσε, δεν μπορούσε ν’ αφήσει τον εαυτό του να την αγαπήσει. Έπρεπε να σκεφτεί καθαρά. Τον ήθελε. Θα της αρκούσε όμως να έχει το πάθος του, ξέροντας ότι δεν θα είχε ποτέ την αγάπη του ή το όνομά του; Ήταν πρόθυμη να διακινδυνεύσει τα πάντα για το πάθος;

~ 157 ~


Κεφάλαιο 11

Η κορυφαία στιγμή της σύναξης στο σπίτι των Φιτζάλαν ήταν ο χορός δυο βραδιές αργότερα. Η Κονστάνς φόρεσε την πιο όμορφη τουαλέτα της από ανοιχτό ροζ σατέν, καλυμμένη με μια τουνίκ από λευκή δαντέλα που είχε μεγάλο σκίσιμο στο πλάι και αποκάλυπτε τη φούστα από κάτω. Το κορσάζ με το τετράγωνο ντεκολτέ ήταν κεντημένο με μικρές πέρλες. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της ήταν σηκωμένα ψηλά και έπεφταν σε πλούσιες μπούκλες στολισμένες με ροζ σατέν κορδέλες και τριανταφυλλάκια. Κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη, η Κονστάνς σκέφτηκε ότι αυτό το φόρεμα άξιζε μέχρι την τελευταία δεκάρα τα χρήματα που είχε ξοδέψει. Χαμογέλασε στην εικόνα της, σκεπτόμενη την έκφραση του Ντόμινικ όταν θα την έβλεπε. Εκείνη και ο Ντόμινικ συμπεριφέρονταν πολύ προσεκτικά μετά το περιστατικό στον κήπο. Δεν απέφευγαν ο ένας τον άλλο, αλλά ούτε είχαν μείνει μόνοι. Είχαν κουβεντιάσει, αλλά μόνο παρουσία άλλων, και εκείνος είχε φροντίσει να μην την αγγίξει καθόλου, ούτε καν πιάνοντας το χέρι της για να τη χαιρετήσει ή προσφέροντάς της το μπράτσο του για να τη συνοδέψει στο διάδρομο. Έδειχνε αποφασισμένος να μην την εκθέσει, και εκείνη, αβέβαιη ακόμα για τα συναισθήματά της, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τον παρασύρει σε κάτι περισσότερο. Αλλά όποτε ο Λέιτον βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο μ’ εκείνη, η Κονστάνς ένιωθε αμέσως την παρουσία του, ακόμα και όταν δεν τον έβλεπε. Όποτε σήκωνε το κεφάλι της, το βλέμμα της στρεφόταν αυθόρμητα σ’ εκείνον και συχνά τον έπιανε να την κοιτάζει. Μετά από λίγο έβρισκε πάντα έναν τρόπο να την πλησιάσει και να κουβεντιάσει μαζί της, έστω και για λίγα λεπτά. Και όση ώρα μιλούσαν, την κοιτούσε ίσια στα μάτια και η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους σπίθιζε από την ένταση. ~ 158 ~


Η Κονστάνς υποπτευόταν ότι ήταν λάθος της που ήθελε να δει απόψε τα μάτια του να λάμπουν από τον πόθο, όταν θα την αντίκριζε μ’ αυτή την τουαλέτα. Αλλά δεν ήθελε να φορέσει τίποτε άλλο. Διέσχισε το διάδρομο και πήγε στο δωμάτιο της Φραντσέσκα, όπου βρήκε τη Μέιζι να φτιάχνει τις τελευταίες λεπτομέρειες στην τουαλέτα της κυράς της. Ήταν η πρώτη μέρα που η Φραντσέσκα είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και, μολονότι είχε πάρει έναν υπνάκο το απόγευμα, δεν είχε ξαναβρεί απόλυτα τον εαυτό της. Ωστόσο, είχε αναρρώσει σχεδόν εντελώς και δεν ήθελε για κανένα λόγο να χάσει το χορό. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε όταν είδε την Κονστάνς να μπαίνει στο δωμάτιο. «Τι όμορφη που είσαι απόψε!» «Όχι όσο εσύ», της απάντησε ειλικρινά η Κονστάνς. Σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για οποιαδήποτε γυναίκα να επισκιάσει τη Φραντσέσκα, μια οπτασία με το φόρεμα από μαύρο σατέν και τούλι που ήταν διακοσμημένο με μαύρες χάντρες στο μπούστο και στη φούστα. Τα μανίκια ήταν μακριά και αραχνοΰφαντα, τονίζοντας ακόμα περισσότερο τα κομψά, κατάλευκα χέρια της. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε κότσο ψηλά στο κεφάλι της, με ατίθασες μπούκλες να εξέχουν και μαύρες πέρλες να στολίζουν την προσεκτικά χτενισμένη μία πλευρά, ξεχωρίζοντας πάνω στην ανοιχτή απόχρωση των μαλλιών. Η τελευταία πινελιά ήταν μια σειρά από μαύρες πέρλες που αγκάλιαζαν τον λεπτό λαιμό της, τονίζοντας την κομψή γραμμή και τη λευκότητά του. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Καλοσύνη σου να το λες αυτό, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δε συνειδητοποιείς τη δική σου ομορφιά. Έλα, πάμε κάτω να θαμπώσουμε τους πάντες». Έπιασε την Κονστάνς αγκαζέ και κατέβηκαν τις σκάλες για τη μεγάλη αίθουσα του χορού που βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η αίθουσα χορού, όπως και η σέρα δίπλα της, έβγαζε στη βεράντα, και εκείνο το βράδυ οι μπαλκονόπορτες και τα μεγάλα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα για να δροσίζεται ο χώρος από τη νυχτερινή αύρα. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με λευκές και χρυσές πινελιές, τονίζοντας τη λάμψη των τριών κρυστάλλινων πολυελαίων που κρέμονταν στη σειρά στο κέντρο του δωματίου. Κρυστάλλινες σταγόνες κρέμονταν επίσης από τις απλίκες στους τοίχους. Μουσικοί έπαιζαν ~ 159 ~


σε μια μικρή εξέδρα στο βάθος, διακριτικά κρυμμένη πίσω από καταπράσινα φυτά. Τριαντάφυλλα σε μεγάλα βάζα σκόρπιζαν το λεπτό άρωμά τους στην ατμόσφαιρα. Η Κονστάνς πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά, απολαμβάνοντας την όμορφη εικόνα. Αυτός ο χορός τής φαινόταν ο πιο όμορφος απ’ όσους είχε πάει, αν και δεν θα μπορούσε να πει με ακρίβεια τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο υπέροχο. Μπορεί, σκέφτηκε, η ομορφιά του να οφειλόταν στην αναστάτωση και την ανυπομονησία που πλημμύριζαν το στήθος της. Έκαναν το γύρο του δωματίου, σταματώντας να μιλήσουν σε όλους. Υπήρχε πολύ περισσότερος κόσμος εκτός από αυτούς που είχαν μείνει όλη τη βδομάδα στο σπίτι, γιατί είχαν προσκληθεί και πολλοί ντόπιοι, καθώς και άλλοι που είχαν έρθει μόνο για το χορό και θα αναχωρούσαν την επόμενη μέρα. Κοντά σε μια από τις μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στη βεράντα συνάντησαν το δούκα του Ρόκφορντ, αυστηρά κομψό και τρομακτικό όπως πάντα. Δίπλα του στεκόταν μια νέα κοπέλα, που ενώ το πρόσωπό της ήταν ζωντανό, σε αντίθεση με το δικό του που έμοιαζε σμιλεμένο σε πέτρα, η ομοιότητα στα χρώματα και τα χαρακτηριστικά τους υποδήλωναν ότι ήταν συγγενείς. Έτσι η Κονστάνς δεν ξαφνιάστηκε όταν ο δούκας, αφού χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση τη Φραντσέσκα και εκείνη, είπε: «Δεσποινίς Γούντλι, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω την αδερφή μου, τη λαίδη Καλάντρα». «Λαίδη μου, τιμή μου που σας γνωρίζω», είπε η Κονστάνς στην κοπέλα, και εκείνη της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο και την κοίταξε με τα μαύρα, σπινθηροβόλα μάτια της. «Η χαρά είναι όλη δική μου, σας διαβεβαιώνω», απάντησε η Καλάντρα και της έσφιξε το χέρι. «Περίμενα ανυπόμονα αυτή τη βραδιά. Πέρασα τον τελευταίο μήνα στο Μπαθ με τη γιαγιά μου, και είναι φοβερά μονότονα εκεί πέρα. Ενθουσιάστηκα όταν ο Σινκλέρ μου είπε για το χορό». Σε αντίθεση με τον αδερφό της, η λαίδη Καλάντρα δεν ήταν ψηλή, αλλά τα μαλλιά της είχαν το ίδιο κατάμαυρο χρώμα με τα δικά του και τα μάτια της ήταν εξίσου σκούρα. Τα χαρακτηριστικά της, κανονικά και καλοσχηματισμένα, ήταν κομψά, θα μπορούσε να πει ~ 160 ~


κανείς, αν δεν ήταν τόσο έντονα κι αν δεν είχε εκείνο το μεγάλο λακκάκι στο ένα μάγουλο. Κουβέντιαζε με τη Φραντσέσκα και την Κονστάνς με έναν αυθορμητισμό και μια ευθύτητα που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τους τυπικούς τρόπους του δούκα. Ήταν φανερά πολύ μικρότερη από τον Ρόκφορντ, αλλά δεν έδειχνε να τον φοβάται, γεγονός που ξάφνιασε την Κονστάνς, γιατί ο Ρόκφορντ της φαινόταν φοβερά επιβλητική φιγούρα. «Πρέπει να έρθετε να με επισκεφθείτε», είπε η Καλάντρα με ειλικρίνεια στην Κονστάνς. «Ο Ρόκφορντ δε σκοπεύει να γυρίσει στο Λονδίνο πριν την ερχόμενη βδομάδα, και μέχρι τότε θα είμαι ολομόναχη σ’ εκείνο το τεράστιο σπίτι –ε, θα είναι και ο Ρόκφορντ, φυσικά, αλλά αυτός είναι απαίσια παρέα όταν είμαστε στην εξοχή, μιλάει συνέχεια με τον επιστάτη και ελέγχει τα βιβλία». Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της Κονστάνς και το χαμόγελό της έγινε εκτυφλωτικό. «Λέιτον! Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» Η Κονστάνς ένιωσε το στομάχι της να πεταρίζει όταν άκουσε το όνομα του Ντόμινικ. Γύρισε να τον χαιρετήσει, προσέχοντας να μη δείξει ανυπόμονη. «Λόρδε Λέιτον». «Λαίδη Καλάντρα. Ρόκφορντ. Φραντσέσκα», χαιρέτησε τους άλλους ο Ντόμινικ και γύρισε στην Κονστάνς. «Δεσποινίς Γούντλι». Το βλέμμα του ήταν ό,τι είχε ελπίσει η Κονστάνς. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και χαμήλωσε το βλέμμα της, όπως υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνει κάθε σεμνή κοπέλα, αν και στην προκειμένη περίπτωση το έκανε μάλλον για να κρύψει τη φλόγα που παιχνίδιζε και στα δικά της μάτια, παρά επειδή το απαιτούσαν οι καλοί τρόποι. «Ελπίζω ότι θα μου κάνετε την τιμή να μου χαρίσετε τον επόμενο χορό, δεσποινίς Γούντλι», συνέχισε ο Ντόμινικ. Η Κονστάνς ήξερε πως θα ήταν πιο σωστό να είχε ζητήσει από την αδερφή του δούκα να χορέψουν, μια και η λαίδη Καλάντρα ήταν πολύ ανώτερη κοινωνικά από εκείνη αλλά και καινούρια καλεσμένη, χάρηκε όμως που δεν το είχε κάνει. Θα της ήταν οδυνηρό να τον δει να φεύγει με την όμορφη, πλούσια και δημοφιλή Καλάντρα, η οποία προφανώς θα ήταν το τέλειο ταίρι γι’ αυτόν. Η Κονστάνς συγκατατέθηκε μ’ ένα μουρμούρισμα και πήρε το μπράτσο που της πρόσφερε για να την οδηγήσει στην πίστα. Οι τρεις άνθρωποι που είχαν αφήσει πίσω τους τους παρακολούθησαν καθώς ~ 161 ~


έφτασαν στην πίστα και άρχισαν να χορεύουν. Ύστερα από λίγο, ο Ρόκφορντ είπε σ’ έναν ελαφρά κοροϊδευτικό τόνο: «Αγαπητή μου λαίδη Χόξτον, πιστεύετε ότι είναι αθλητικό να κερδίσετε το στοίχημά σας μ’ αυτό τον τρόπο;» Οι δυο γυναίκες γύρισαν προς το μέρος του σαστισμένες. «Τι εννοείτε;» ρώτησε η Φραντσέσκα. «Το στοίχημά σας, αγαπητή μου κυρία, να βρείτε στη δεσποινίδα Γούντλι σύζυγο πριν το τέλος της σεζόν. Δε μου φαίνεται δίκαιο να τη ζευγαρώσετε με τον ίδιο σας τον αδερφό». Η Φραντσέσκα έμεινε εντελώς ακίνητη και τον κοίταξε. «Τι πράγμα;» «Τι είναι αυτά που λες, Σινκλέρ;» ρώτησε η αδερφή του. «Ποιο στοίχημα;» «Μη δίνεις σημασία», της απάντησε βιαστικά η Φραντσέσκα και τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. «Βάλαμε ένα ηλίθιο στοίχημα, αυτό είναι όλο». «Να βρεις σύζυγο στη δεσποινίδα Γούντλι;» ρώτησε με περιέργεια η Καλάντρα. «Τι ωραίο!» Γύρισε και κοίταξε το ζευγάρι στην πίστα. «Δείχνουν πολύ ταιριαστοί». «Όχι», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Ρόκφορντ, κάνετε λάθος. Δεν έκανα κανένα προξενιό ανάμεσα στην Κονστάνς και τον Ντόμινικ». Ο δούκας ύψωσε απορημένος το φρύδι του και της έδειξε αμίλητος μ’ ένα νεύμα το ζευγάρι. Με τον εκνευρισμό και την ανησυχία να φουντώνουν μέσα της, η Φραντσέσκα ακολούθησε το βλέμμα του στο σημείο όπου η Κονστάνς και ο Ντόμινικ χόρευαν έναν παραδοσιακό χορό. Ακόμα κι όταν απομακρύνονταν, δεν είχαν μάτια παρά μόνο ο ένας για τον άλλο, τα βλέμματά τους δεν χώριζαν ποτέ, κι όταν ξανάσμιγαν με τα χέρια προτεταμένα για να κάνουν τις κυκλικές φιγούρες, έδειχναν απόλυτα ταιριαστοί και εντελώς ξεκομμένοι από τους υπόλοιπους στην αίθουσα. Η Φραντσέσκα πήρε μια απότομη ανάσα καθώς τη χτύπησε η αλήθεια κατακούτελα. «Αχ, όχι...» βόγκηξε σιγανά. «Αχ, Θεέ μου, τι έκανα;» *** ~ 162 ~


Η Κονστάνς δεν συνειδητοποιούσε ότι το πρόσωπό της έλαμπε και ότι ο Ντόμινικ δεν τραβούσε στιγμή το βλέμμα του από πάνω της. Το μόνο που ήξερε ήταν πως αισθανόταν αφάνταστα ευτυχισμένη. Μπορεί να μην είχε μέλλον με τον Ντόμινικ, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία απόψε. Ήθελε να ζήσει αυτή τη στιγμή, να κρατήσει αυτή την υπέροχη ανάμνηση για πάντα. Αύριο, μεθαύριο και όλες τις υπόλοιπες μέρες θα φερόταν λογικά. Αργότερα θα απαριθμούσε στον εαυτό της όλους τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τον ερωτευτεί, όλη τη δυστυχία που θα ακολουθούσε αν το έκανε. Εκείνη τη στιγμή όμως θα είχε την ευχαρίστηση να τον κοιτάζει, να κινείται μαζί του, να ακουμπάει την παλάμη της στη δική του για να κάνουν τον κύκλο, με τα σώματά τους τόσο κοντά, που ένιωθε τη θέρμη του κορμιού του, μύριζε το άρωμα της επιδερμίδας του. Η μουσική σταμάτησε και η Κονστάνς έκανε μια μικρή υπόκλιση μπροστά του. Ύστερα πήρε το μπράτσο του, αλλά ο Ντόμινικ δεν την οδήγησε ξανά στην παρέα της. Αντίθετα, γύρισε προς την ανοιχτή μπαλκονόπορτα που έβγαζε στη βεράντα. Εκείνη τον ακολούθησε χαμογελώντας. Είχαν βγει και άλλα ζευγάρια, αποζητώντας λίγη δροσιά, και έκαναν βόλτα στη βεράντα, αλλά και στον κήπο κάτω. Ο Ντόμινικ και η Κονστάνς δεν κατέβηκαν τα σκαλοπάτια, παρέμειναν στη βεράντα, μακριά όμως από τις φωτισμένες μπαλκονόπορτες. Από κάτω έφτανε το βαρύ άρωμα των τριαντάφυλλων και σκιές κάλυπταν το χώρο πέρα από το τελευταίο παράθυρο του σπιτιού. Σταμάτησαν στη σκοτεινή άκρη της βεράντας και κοίταξαν τον κήπο. Τον έλουζε το απαλό φως του φεγγαριού και η Κονστάνς κοίταξε ψηλά για να δει το φεγγάρι που έλαμπε στον βελουδένιο ουρανό, πιο απαλό και πιο ζεστό από την έντονη λευκή λάμψη των αστεριών. Μια απαλή αύρα χάιδεψε τον γυμνό λαιμό και τους ώμους της, ανακάτεψε τις μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της. Γύρισε και κοίταξε τον Ντόμινικ. Στεκόταν πολύ κοντά της, μόλις μερικά εκατοστά μακριά, με το πρόσωπό του να φαντάζει ανάγλυφο στο φως του φεγγαριού. Ακόμα και με τόσο λίγο φως, ο πόθος ήταν ολοφάνερος στα μάτια του. Η Κονστάνς θυμήθηκε τα φιλιά που είχαν ανταλλάξει τις προάλλες στον κήπο, τον τρόπο που τα χέρια του χάιδευαν το κορμί της, ξυπνώντας μέσα της συναισθήματα που δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν, ούτε ακόμα ~ 163 ~


και με τον άντρα που κάποτε πίστευε πως ήταν ερωτευμένη. Παρά τη θέλησή της, αναρωτήθηκε αν τα συναισθήματα που την κατέκλυζαν κάθε φορά που αντίκριζε τον Ντόμινικ δεν ήταν απλός πόθος, αλλά κάτι πολύ πιο δυνατό, πολύ πιο μεγάλο. Μήπως είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται; Μήπως τον είχε ήδη ερωτευτεί; Ήθελε να τη φιλήσει, όσο ανάρμοστο κι αν ήταν αυτό. Ήθελε να ξανανιώσει το πάθος που είχε πυρπολήσει το κορμί της όταν την είχε φιλήσει τις προάλλες. Αναπόφευκτα αναλογίστηκε το μέλλον της μετά την αποψινή νύχτα. Σε λίγες μέρες θα έφευγε από το Ρέντφιλντς και μετά, λίγες βδομάδες αργότερα –ήξερε πόσο γρήγορα περνούσε ο καιρός–, η σεζόν της θα έπαιρνε τέλος. Πόσες φορές ακόμα θα έβλεπε τον Ντόμινικ όταν θα έφευγε από το πατρικό του; Γιατί, όταν θα έφευγε από το Λονδίνο, δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της χωρίς να ξαναγευτεί ποτέ τα χείλη του; Χωρίς να ξαναζήσει το πάθος; Θα μεγάλωνε παρακολουθώντας τις άλλες να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά, χωρίς να γνωρίσει ποτέ η ίδια αυτές τις χαρές; Ξαφνικά η προοπτική μιας τέτοιας ζωής τής φάνηκε τρομακτικά άχαρη. Μια σκέψη τρύπωσε στο μυαλό της. Δεν θα ήταν καλύτερα να βιώσει έστω και για μια φορά το πάθος σε όλη του την ένταση; Αν τελικά μάζευε αναμνήσεις, ήθελε πραγματικά να εξαιρέσει την πιο δυνατή, την πιο υπέροχη που θα μπορούσε να κρατήσει; Σκέφτηκε να ξαναφιλήσει τον Ντόμινικ, να λιώσει στην αγκαλιά του και να γίνει ένα μαζί του. Ήθελε να γνωρίσει όλες τις απολαύσεις που έκρυβε το μυώδες κορμί του. Ήθελε να γνωρίσει, να αισθανθεί, όλες τις απολαύσεις που ήταν ικανή να γευτεί η σάρκα της. Μπορεί να ήταν πρόστυχο εκ μέρους της, αλλά ήθελε να μάθει τι σημαίνει να ξαπλώνεις στην αγκαλιά ενός άντρα –όχι, όχι οποιουδήποτε άντρα, του Ντόμινικ. Το ήθελε τόσο πολύ, που ένιωσε να τρέμει. Και δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ότι, αν αρνιόταν αυτή την ευχαρίστηση στον εαυτό της, θα το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Για μια ακόμα φορά, η Κονστάνς σκέφτηκε να ξεχάσει κάθε λογική, κάθε συμβατικότητα, και να αρπάξει την ευκαιρία να ζήσει το πάθος. Ήταν μια τρομακτική, βασανιστική σκέψη. Κάποιες από αυτές τις σκέψεις της θα πρέπει να καθρεφτίστηκαν στο πρόσωπό της, γιατί ο Ντόμινικ άφησε ένα μικρό βογκητό και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Τη φίλησε τρυφερά, τα χείλη του πίεσαν ~ 164 ~


απαλά, έπαιξαν με τα δικά της, η γλώσσα του γεύτηκε την ευαίσθητη σάρκα της, αλλά καθώς το πάθος φούντωνε ανάμεσά τους, το φιλί του έγινε πιο άγριο, πιο απαιτητικό και η γλώσσα του τρύπωσε πεινασμένη βαθιά στο στόμα της. Τα μπράτσα του την έσφιξαν και την κόλλησε πάνω του. Η αγριότητα του φιλιού του δεν την τρόμαξε. Αντίθετα, ξύπνησε την ίδια λαχτάρα μέσα της, και τρίφτηκε πάνω του, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το λαιμό του για να τον τραβήξει ακόμα πιο κοντά της. Ο πόθος τούς άδραξε άγριος και απαιτητικός και φούντωσε μέσα τους καυτός. Ο σιγανός ήχος φωνών διαπέρασε τη θολούρα του πάθους τους και ο Ντόμινικ την τράβηξε βιαστικά ακόμα πιο βαθιά στις σκιές. Γύρισαν και κοίταξαν την αλέα από κάτω, όπου ένα ζευγάρι έκανε τον περίπατό του κουβεντιάζοντας. Ο Ντόμινικ άφησε την Κονστάνς από την αγκαλιά του, την πήρε από το χέρι και την τράβηξε ακόμα πιο πίσω. Εκείνη στάθηκε δίπλα του, περιμένοντας, παρακολουθώντας το άλλο ζευγάρι, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει και την ανάσα της να βγαίνει γρήγορη και κοφτή. Ο άντρας και η γυναίκα πλησίασαν, στάθηκαν εκεί που άρχιζαν οι σκιές. Οι στιγμές κύλησαν και τελικά έκαναν μεταβολή για να πάρουν το δρόμο του γυρισμού. Ο Ντόμινικ γύρισε προς την Κονστάνς και τα μάτια του άστραψαν στο σκοτάδι. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και φίλησε τους κόμπους των δαχτύλων της. «Πρέπει να επιστρέψουμε», ψιθύρισε βραχνά. Η Κονστάνς έγνεψε καταφατικά. Το παλλόμενο σώμα της αρνιόταν να κάνει αυτό που της ζητούσε, αλλά η Κονστάνς γνώριζε τους κινδύνους έτσι και παρέμεναν εκεί. Πιθανότατα είχαν ξεσηκώσει ήδη σούσουρο με την εξαφάνισή τους από το χορό για τόση πολλή ώρα. Σήκωσε τα χέρια της και τακτοποίησε τα μαλλιά και το φόρεμά της. Ευχήθηκε να μπορούσε να σβήσει το ίδιο εύκολα και την έκφραση του προσώπου της. Ακούμπησε τυπικά το χέρι της στο μπράτσο του και διέσχισαν τη βεράντα. Η Κονστάνς τον κοίταξε στο απαλό φως που έριχναν οι εξωτερικές λάμπες και ο Ντόμινικ της χαμογέλασε. Του ανταπέδωσε το χαμόγελο ντροπαλά και ύστερα έστρεψε αλλού το βλέμμα της, φοβούμενη πως πολλά από αυτά που ένιωθε θα καθρεφτίζονταν στο ~ 165 ~


πρόσωπό της. Εκείνος ξερόβηξε και της είπε: «Θα ήθελα να σε ξεναγήσω στο κτήμα». Τα λόγια του ήταν κοινότοπα, αλλά η βραχνάδα στη φωνή του της έφερε ρίγος. «Ναι, θα μου άρεσε», του απάντησε, προσπαθώντας να δώσει ανάλαφρο τόνο στη φωνή της. Μπήκαν μέσα, συνεχίζοντας να συζητάνε με επιτηδευμένο τρόπο τα σχέδιά τους να βγουν ιππασία. Η Κονστάνς ευχήθηκε να μην προκαλούσαν τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της περισσότερα σχόλια απ’ ό,τι τα υπόλοιπα κόκκινα πρόσωπα εκεί μέσα και να τα απέδιδαν στο χορό και στο συνωστισμό που υπήρχε στο δωμάτιο. «Άσε με να σου φέρω κάτι να πιεις», πρότεινε ο Ντόμινικ κι εκείνη του χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ». Με λίγη τύχη, ένα ποτήρι ποντς θα δρόσιζε την κάψα μέσα της. Ο Ντόμινικ την άφησε σε μία από τις πολυθρόνες που βρίσκονταν στην περίμετρο της αίθουσας του χορού και προχώρησε ανάμεσα στους χορευτές για να φτάσει στον μπουφέ με τα αναψυκτικά στην πέρα άκρη. Η Κονστάνς τον περίμενε, κοιτάζοντας αφηρημένα αυτούς που χόρευαν καθώς δρόσιζε το πρόσωπό της με τη βεντάλια της. Δεν πρόσεξε το άτομο που την πλησίαζε από το πλάι, παρά μόνο όταν έπεσε η σκιά του πάνω της. «Τι νομίζεις πως κάνεις;» σφύριξε μια γυναικεία φωνή, που ακούστηκε όπως οι σταγόνες της βροχής όταν πέφτουν πάνω σε καυτή πέτρα. Ξαφνιασμένη, η Κονστάνς ύψωσε το βλέμμα της και είδε τη Μιούριελ Ράδερφορντ να ορθώνεται από πάνω της σαν μια λεπτή, ψηλή κολόνα οργής. Η αδύνατη σαν σπιρτόξυλο σιλουέτα της ήταν ντυμένη με ένα λευκό, σχεδόν κοριτσίστικο φόρεμα που δεν την κολάκευε ιδιαίτερα. Η Κονστάνς συμπέρανε ότι το σχέδιο και το χρώμα είχαν επιλεγεί ώστε να ταιριάζει η Μιούριελ με τις νεαρές ντεμπιτάντ του κλασικού νυφοπάζαρου. Ήταν ωστόσο ολοφάνερο πως η Μιούριελ ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνες –πιο κοντά στα είκοσι οκτώ χρόνια της Κονστάνς παρά στα δεκαοκτώ ή δεκαεννιά– και το κοριτσίστικο φόρεμα τόνιζε τα πιο ηλικιωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της, που το μόνιμο ύφος περιφρόνησης το είχαν χαράξει με ~ 166 ~


ρυτίδες. Επιπλέον, το χρώμα του δεν κολάκευε καθόλου την κατάλευκη επιδερμίδα της, αντίθετα την έκανε να δείχνει ακόμα πιο χλομή. Κοίταζε την Κονστάνς συνοφρυωμένη, με το πρόσωπο σφιγμένο από το θυμό. Τα αχνά γαλανά μάτια της έμοιαζαν με παγάκια. Τα χέρια της ήταν σφιγμένα τόσο δυνατά σε γροθιές, που η Κονστάνς σκέφτηκε πως κινδύνευε να σπάσει τη βεντάλια που κρατούσε στο ένα. «Ορίστε;» ρώτησε ψυχρά η Κονστάνς και σηκώθηκε να την αντιμετωπίσει. «Πώς τολμάς;» αγρίεψε η Μιούριελ. «Το ξέρω ότι η μητέρα μου σου είπε ότι με τον Ντόμινικ έχουμε αρραβωνιαστεί ανεπίσημα, κι όμως εσύ εξακολουθείς να τον κυνηγάς. Σε είδα να φλερτάρεις μαζί του, να τον παρασύρεις έξω στη βεράντα». Η Κονστάνς ένιωσε το θυμό της να φουντώνει ακούγοντας τα προσβλητικά λόγια της Μιούριελ και της ήρθε να βάλει τις φωνές, αλλά διατήρησε τον τόνο της φωνής της ήρεμο και σιγανό καθώς έλεγε: «Προσέχετε, λαίδη Μιούριελ. Ξεπερνάτε τα όρια». «Μείνε μακριά του!» της φώναξε ωμά εκείνη. «Αν ήμουν στη θέση σας, λαίδη μου, θα χαμήλωνα τη φωνή μου. Δε θα θέλατε να δημιουργήσετε σκηνή μπροστά σε τόσο κόσμο». «Δε με νοιάζει!» την αντέκρουσε απότομα η Μιούριελ. «Καλύτερα να μάθουν όλοι τι σκαρώνεις!» «Αμφιβάλλω αν θα θέλατε να πληροφορηθούν όλοι ότι δεν είστε αρραβωνιασμένη με το λόρδο Λέιτον, παρά τα όσα διαδίδει η μητέρα σας», της απάντησε η Κονστάνς, ανταποδίδοντάς της το βλέμμα με ήρεμη, ακλόνητη αυτοπεποίθηση. Τα μάτια της Μιούριελ άστραψαν και για μια στιγμή η Κονστάνς νόμισε ότι θα τη χαστούκιζε. Στη συνέχεια όμως η Μιούριελ φάνηκε να ανακτά την αυτοκυριαρχία της και από τα χείλη της βγήκε ένα τραχύ, δυσάρεστο γέλιο. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα σε παντρευτεί;» ρώτησε η Μιούριελ με φωνή που έσταζε περιφρόνηση. «Κύριοι σαν το λόρδο Λέιτον δεν παντρεύονται τιποτένιες σαν εσένα. Απλά ερωτοτροπούν μαζί τους. Παντρεύονται γυναίκες σαν εμένα!» «Μιούριελ, προτείνω να κλείσεις το στόμα σου, προτού γελοιοποιηθείς περισσότερο απ’ όσο το έχεις ήδη κάνει», ακούστηκε μια ~ 167 ~


ψυχρή, αντρική φωνή. Οι δυο γυναίκες γύρισαν έκπληκτες και είδαν τον Ντόμινικ να στέκεται δίπλα τους. Δεν τον είχαν δει να πλησιάζει και η Κονστάνς αναρωτήθηκε πόση από τη συζήτησή τους είχε ακούσει. Κρατούσε μια κούπα με ποντς στο χέρι του και την έδωσε στην Κονστάνς κάνοντας μια μικρή υπόκλιση μπροστά της. Το πρόσωπό του ήταν μια ψυχρή, ευγενική μάσκα, αλλά η σκληρή έκφραση των γαλανών ματιών του πρόδιδε το θυμό του. «Ντο... Ντόμινικ». Η Μιούριελ έδειχνε φοβισμένη. «Δε σε είδα». «Προφανώς». Ο Ντόμινικ κοίταξε τη Μιούριελ και η Κονστάνς ένιωσε ένα αμυδρό τσίμπημα οίκτου ακόμα και για εκείνη, βλέποντάς την αντιμέτωπη με το παγερό βλέμμα του. «Φαίνεται πως τόσο εσύ όσο και η μητέρα σου έχετε πέσει θύματα παρανόησης, λαίδη Μιούριελ. Εσείς κι εγώ δεν είμαστε αρραβωνιασμένοι». Η Μιούριελ έδειξε σαν να είχε δεχτεί γροθιά, αλλά συνήλθε γρήγορα, άφησε ένα γελάκι και είπε: «Φυσικά, δεν έχουμε κάνει ακόμα την ανακοίνωση...» «Δε θα υπάρξει καμιά ανακοίνωση», της απάντησε ωμά ο Ντόμινικ. Η Μιούριελ πήρε μια κοφτή ανάσα και γούρλωσε τα μάτια της. Άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος από το λαιμό της. «Νομίζω ότι ο πατέρας μου και η μητέρα σου θα έπρεπε να είχαν ζητήσει τη γνώμη μου προτού κάνουν τις συμφωνίες τους. Θα σου παραχωρήσω το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, υποθέτοντας ότι ο πατέρας μου ενθάρρυνε τη λαίδη Ράδερφορντ κι εσένα να πιστέψετε ότι θα δεχόμουν τα σχέδια των γονιών μου για το μέλλον μου. Μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είναι έτσι. Δεν άφησα ποτέ τον κόμη να πιστέψει ότι θα παντρευόμουν την κοπέλα που θα μου υποδείκνυε. Ούτε είπα ποτέ σ’ εσένα ή στους γονείς σου κάτι που να υποδήλωνε ότι είχα σκοπό να ζητήσω το χέρι σου. Αυτό, τουλάχιστον, είμαι σίγουρος ότι το ξέρεις. Νόμιζα ότι αυτό θα απέτρεπε τη μητέρα σου κι εσένα να διαδώσετε τα παραμύθια που είπατε στη δεσποινίδα Γούντλι». Η Μιούριελ τον κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα. Κατάφερε να συνέλθει κάπως και είπε με σιγανή, βραχνή φωνή: «Ντόμινικ! Μη γίνεσαι ηλίθιος. Το ξέρεις ότι οι άνθρωποι της τάξης μας παντρεύονται ~ 168 ~


για πολύ σπουδαιότερους λόγους από τα γλυκανάλατα συναισθήματα». «Μιούριελ», της απάντησε ανυπόμονα εκείνος, «δεν πρόκειται...» «Όχι!» Η Μιούριελ σήκωσε ψηλά το χέρι της σαν να ήθελε να τον σταματήσει και χαμογέλασε ψυχρά. «Σε παρακαλώ. Μη. Δεν πρόκειται να καθίσω να σ’ ακούσω να λες κάτι που ξέρω ότι αργότερα θα το μετανιώσεις, όταν θα έχεις ξεπεράσει αυτή τη... χαζομάρα». Έριξε μια τελευταία δολοφονική ματιά στην Κονστάνς, έκανε μεταβολή και έφυγε. Το σαγόνι του Ντόμινικ σφίχτηκε και τα μάτια του άστραψαν επικίνδυνα. Η Κονστάνς νόμισε ότι θα έπαιρνε στο κατόπι τη Μιούριελ, αλλά εκείνη τη στιγμή τους πλησίασε η Φραντσέσκα αγκαζέ με τον σερ Λούσιεν και τους χαμογέλασε πλατιά. «Α, Ντόμινικ, αγάπη μου, εδώ είσαι!» αναφώνησε, λες και δεν τον είχε δει μισή ώρα νωρίτερα. Τον έπιασε από το μπράτσο και τον γύρισε προς το μέρος της. Ο Ντόμινικ σφίχτηκε, ύστερα προσπάθησε εμφανώς να χαλαρώσει και στράφηκε στην Κονστάνς. «Σας ζητώ συγνώμη, δεσποινίς Γούντλι». Η Κονστάνς έτρεμε, το στομάχι της είχε σφιχτεί από τα νεύρα, αλλά κατάφερε να κουνήσει το κεφάλι της και να χαμογελάσει. «Όχι, σας παρακαλώ, μην ανησυχείτε για μένα, λόρδε μου. Είμαι μια χαρά. Έχω αρχίσει να συνηθίζω τη συμπεριφορά της λαίδης Μιούριελ». «Τότε είστε πολύ πιο γενναία από μένα», παρατήρησε ο σερ Λούσιεν. «Ειλικρινά, αυτή η γυναίκα με τρομάζει». Οι άλλοι χαμογέλασαν και η προηγούμενη ένταση διαλύθηκε. Ο σερ Λούσιεν γύρισε στην Κονστάνς, έκανε μια κομψή υπόκλιση και της ζήτησε να χορέψουν. Εκείνη δέχτηκε με ευγνωμοσύνη. Έπρεπε να απομακρυνθεί από τον Ντόμινικ για να μπορέσει να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, και ένας χορός μ’ έναν επιδέξιο καβαλιέρο όπως ο σερ Λούσιεν ήταν ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν. Η Κονστάνς ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και αποχαιρέτησε μ’ ένα ευγενικό νεύμα τον Ντόμινικ και τη Φραντσέσκα. Η Φραντσέσκα παρακολούθησε τους φίλους της να απομακρύνονται, περίμενε να φτάσουν στην πίστα και να αρχίσει η ορχήστρα ~ 169 ~


να παίζει, κι ύστερα γύρισε στον αδερφό της. «Λοιπόν», του είπε σταυρώνοντας τα μπράτσα της και καρφώνοντάς τον με το σκουρογάλανο βλέμμα της που έμοιαζε τόσο με το δικό του, «μπορείς να μου πεις τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις;» Ο Ντόμινικ σφίχτηκε και τα μάτια του άστραψαν θυμωμένα. «Τι πράγμα; Κι εσύ τα ίδια;» Έκανε απότομα μεταβολή και απομακρύνθηκε. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε για λίγο και μετά τον ακολούθησε αναστενάζοντας. Τον πρόλαβε λίγο έξω από την αίθουσα χορού και τον έπιασε από το μανίκι. «Ντόμινικ, περίμενε». Εκείνος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της. Το πρόσωπό του ήταν μια ευγενική μάσκα. Η Φραντσέσκα έβρισε μέσ’ από τα δόντια της και, ρίχνοντας μια ματιά γύρω της, τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε μακριά από τη μουσική και το θόρυβο. Πήρε ένα κηροπήγιο από ένα τραπέζι, το άναψε από μια απλίκα στο διάδρομο και μετά άνοιξε μια από τις κλειστές πόρτες και τον παρέσυρε μέσα. Η Φραντσέσκα έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της. Βρίσκονταν στο μικρό ανατολικό καθιστικό που χρησιμοποιούσε η μητέρα της τα πρωινά. Δεν υπήρχε κανείς εκεί και το μοναδικό φως προερχόταν από το κερί που κρατούσε. Άφησε το κερί σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα και γύρισε προς το μέρος του Ντόμινικ. «Τι θέλεις, Φραντσέσκα;» τη ρώτησε ψυχρά εκείνος. «Ελπίζεις κι εσύ να κάνεις νύφη σου τη Μιούριελ Ράδερφορντ;» «Θεός φυλάξοι, όχι», τον αντέκρουσε ωμά εκείνη. «Ελπίζω να διαθέτεις αρκετή λογική ώστε να μη συνδέσεις τη ζωή σου μ’ αυτή την παγοκολόνα. Δε με νοιάζει ποια θα παντρευτείς. Αλλά σε προειδοποιώ, δε θα σε αφήσω να πληγώσεις την Κονστάνς Γούντλι. Τη συμπαθώ πολύ αυτή την κοπέλα». Από τα χείλη του Ντόμινικ βγήκε ένα κοφτό γέλιο που δεν είχε καμιά σχέση με ευθυμία. «Και νομίζεις ότι εγώ δεν τη συμπαθώ;» « Φοβάμαι ότι τη συμπαθείς πάρα πολύ», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Φοβάμαι ότι θα την παρασύρεις να σ’ ερωτευτεί και μετά θα της ραγίσεις την καρδιά». «Γιατί πιστεύεις ότι θα της ραγίσω την καρδιά;» «Επειδή γνωρίζουμε πολύ καλά και οι δυο μας πως πρέπει να παντρευτείς λεφτά», τον αντέκρουσε. ~ 170 ~


«Γιατί;» τη ρώτησε με μια νότα πικρίας στη φωνή. «Γιατί θα πρέπει να παντρευτώ για να ευχαριστήσω την αξιοθρήνητη οικογένειά μας; Το ξέρουμε πολύ καλά και οι δυο ότι η οικογένειά μας δεν αξίζει τέτοια θυσία». «Ναι, αλλά ξέρω κι εσένα», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Θα κάνεις το καθήκον σου. Πάντα το έκανες και πάντα θα το κάνεις». Ο Ντόμινικ την κοίταξε στα ίσια. «Θα με καταδίκαζες σε κάτι τέτοιο; Εσύ, περισσότερο από τον καθένα, ξέρεις τι θα πει γάμος χωρίς έρωτα». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της Φραντσέσκα και βιάστηκε να στρέψει αλλού το πρόσωπό της. «Να πάρει η οργή!» Ο Ντόμινικ διέσχισε το δωμάτιο και αγκάλιασε την αδερφή του από τους ώμους. «Να πάρει ο διάβολος τη γλώσσα μου», της είπε μαλακά. «Συγνώμη, Φραντσέσκα. Δε θα έπρεπε να το πω αυτό. Είσαι το τελευταίο άτομο που έπρεπε να ξεσπάσω την απογοήτευσή μου. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με». Εκείνη γύρισε και του χαμογέλασε δακρυσμένη. «Όχι, εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη». Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. «Αχ, Ντόμινικ, θέλω να βρεις την ευτυχία. Ειλικρινά το θέλω. Δε με νοιάζει η οικογένεια ή το Ρέντφιλντς ή οτιδήποτε άλλο, αρκεί να είσαι ευτυχισμένος. Δεν πρέπει να είσαι εσύ αυτός που θα πληρώσει για όλες τις απερισκεψίες που έκαναν οι πρόγονοί μας και κατασπατάλησαν τα χρήματά τους». Τραβήχτηκε και τον κοίταξε στο πρόσωπο. «Αγαπάς την Κονστάνς; Θέλεις να την παντρευτείς;» Ο Ντόμινικ την κοίταξε με ύφος βασανισμένο. «Δε... δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν κάποιος από την οικογένειά μας είναι ικανός να νιώσει τέτοιο συναίσθημα. Οι Φιτζάλαν είμαστε καταραμένοι». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της θλιμμένη. «Φοβάμαι πως έχεις δίκιο». Τραβήχτηκε και κάθισε στην κοντινότερη καρέκλα. Έστρωσε το φόρεμά της και είπε χαμηλόφωνα: «Η αλήθεια είναι πως εγώ έκανα έναν ηλίθιο γάμο –το ξέρουμε και οι δυο αυτό. Δεν κατάφερα να βοηθήσω ούτε τον εαυτό μου ούτε την οικογένεια. Δε θέλω να σε δω να κάνεις κι εσύ έναν τέτοιο γάμο. Θα ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένη αν παντρευόσουν την Κονστάνς. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια άλλη που θα μου άρεσε περισσότερο να είναι συγγενής μου». Ο Ντόμινικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι. Έχεις δίκιο. ~ 171 ~


Θα ήμουν παλιάνθρωπος αν κυνηγούσα τη δεσποινίδα Γούντλι». Πλησίασε στο παράθυρο, παραμέρισε την κουρτίνα και κοίταξε έξω τη νύχτα. Το πρόσωπό του ήταν ανεξιχνίαστο στις σκιές του μισοσκόταδου. «Ξέρω ποιο είναι το καθήκον μου. Πρέπει να κάνω ένα γάμο συμφέροντος».

~ 172 ~


Κεφάλαιο 12

Η Κονστάνς δεν ξανάδε τον Ντόμινικ εκείνο το βράδυ, αν και είχε κοιτάξει κάμποσες φορές διακριτικά στην αίθουσα γύρω. Η Φραντσέσκα έδειχνε προβληματισμένη και η Κονστάνς την είδε περισσότερες από μία φορές συνοφρυωμένη. Ήταν σίγουρη ότι τη Φραντσέσκα την είχε αναστατώσει η σκηνή με τη Μιούριελ. Φοβόταν ότι είχε μετανιώσει που την είχε φέρει στο πατρικό της. Οι γονείς του Ντόμινικ περίμεναν από αυτόν να παντρευτεί τη δεσποινίδα Ράδερφορντ. Μπορεί το ίδιο να περίμενε και η αδερφή του. Ο Ντόμινικ της είχε πει ότι η οικογένεια είχε ανάγκη από χρήματα και η Κονστάνς θυμήθηκε την επιδεξιότητα της φίλης της να εξοικονομεί χρήματα όταν την είχε βοηθήσει να ψωνίσει την καινούρια της γκαρνταρόμπα. Μπορεί η Φραντσέσκα, όπως οι υπόλοιποι, να είχε την ίδια ανάγκη να κάνει ο Ντόμινικ έναν πλούσιο γάμο. Και τι θα γινόταν αν η Φραντσέσκα πίστευε, όπως η Μιούριελ, ότι εκείνη ήταν η αιτία που ο Ντόμινικ αρνιόταν να παντρευτεί τη δεσποινίδα Ράδερφορντ; Δεν είχε προσέξει καμιά αλλαγή στη συμπεριφορά της απέναντί της, αλλά ούτε μπορούσε να απαλλαγεί από την αίσθηση ότι η Φραντσέσκα ανησυχούσε. Η Κονστάνς έπεσε για ύπνο ταραγμένη και την επόμενη μέρα, καθώς ντυνόταν, αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να προτείνει να φύγει από το Ρέντφιλντς και να επιστρέψει στο Λονδίνο. Δεν ήθελε να το κάνει, θα της ξεριζωνόταν η καρδιά αν το έκανε. Αλλά δεν ήθελε να κάνει κακό στη Φραντσέσκα. Δεν μπορούσε να ανταποδώσει όσα είχε κάνει η Φραντσέσκα για εκείνη καταστρέφοντας τις προοπτικές της οικογένειάς της. Αν δεν ήταν εκείνη εκεί, ίσως ο Ντόμινικ αποδεχόταν πιο εύκολα να παντρευτεί την κοπέλα που επιθυμούσαν οι γονείς του. Χωρίς την ~ 173 ~


αναστάτωση που του προκαλούσε η έλξη που αισθανόταν για την Κονστάνς, μπορεί να περνούσε περισσότερο χρόνο με τη Μιούριελ, να κουβέντιαζε μαζί της και να ανακάλυπτε... τι; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Η Μιούριελ ήταν μια ψυχρή, αντιπαθητική σνομπ. Η Κονστάνς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Ντόμινικ θα κατάφερνε ποτέ να τη συμπαθήσει, πόσο μάλλον να την ερωτευτεί. Η δική της απουσία δεν θα άλλαζε σε τίποτα το χαρακτήρα της Μιούριελ. Ούτε θα καταδίκαζε ποτέ τον Ντόμινικ σε μια ζωή με τη Μιούριελ, ακόμα και αν είχε τη δύναμη να το κάνει. Είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι ο Λέιτον δεν θα αποτελούσε μέρος της ζωής της στο μέλλον. Σε λίγες μέρες θα χώριζαν και κάποια στιγμή εκείνος θα παντρευόταν μια άλλη κληρονόμο, κάποια, όπως ήλπιζε η Κονστάνς, που θα ήταν καλύτερη από τη Μιούριελ Ράδερφορντ. Αλλά, για την ώρα, σίγουρα η δική της παρουσία εδώ δεν μπορούσε να αποβεί καταστροφική ούτε για εκείνον ούτε για την οικογένειά του. Ακόμα κι αν η Φραντσέσκα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, η Κονστάνς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα ήθελε στ’ αλήθεια να παντρευτεί ο αδερφός της μια γυναίκα σαν τη Μιούριελ. Μακροπρόθεσμα, είπε στον εαυτό της, δεν θα είχε καμιά σημασία αν έκλεβε λίγες μέρες ευτυχίας με τον Ντόμινικ. Σίγουρα δεν θα έβλαπτε κανέναν αν έβγαινε ιππασία μαζί του σήμερα στο κτήμα, όπως της είχε ζητήσει το προηγούμενο βράδυ. Θα πλήγωνε μόνο την καρδιά της. Ήξερε ότι βρισκόταν επικίνδυνα κοντά στο να τον ερωτευτεί, ότι κάθε στιγμή που περνούσε μαζί του ο κίνδυνος αυτός μεγάλωνε. Ένα μέρος του εαυτού της λαχταρούσε να ζήσει αυτό τον έρωτα, να νιώσει όλη την ευτυχία που φέρνει αυτό το συναίσθημα. Ένα άλλο κομμάτι της φοβόταν. Είχε ερωτευτεί και στο παρελθόν και είχε πονέσει, και ήξερε ότι αυτά που είχε αισθανθεί με τον Γκάρεθ –ο έρωτας και ο πόνος– θα ωχριούσαν μπροστά σ’ αυτά που θα προξενούσε ο Ντόμινικ στην καρδιά της. Η Κονστάνς πήγε στην ντουλάπα και έβγαλε τη στολή ιππασίας που της είχε φέρει η Μέιζι δυο μέρες μετά την εκδρομή τους στην εκκλησία του χωριού. Ήταν από σκούρο μπλε βελούδο και ήταν η στολή που φορούσε η Φραντσέσκα σε νεότερη ηλικία. Βρισκόταν εδώ στο Ρέντφιλντς και η Μέιζι είχε χρειαστεί να κατεβάσει μόνο λίγο το στρίφωμα ώστε να κάνει στην Κονστάνς. Παρά την αρρώστια της, ~ 174 ~


η Φραντσέσκα είχε φροντίσει να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες στην καμαριέρα της, πράγμα που είχε συγκινήσει βαθιά την Κονστάνς. Γνώριζε τη Φραντσέσκα μόλις λίγες βδομάδες, κι όμως ήταν πιο ευγενική μαζί της απ’ ό,τι οι ξαδέρφες της ή η θεία της. Η Μέιζι είχε βρει επίσης ένα παλιό ζευγάρι μπότες ιππασίας στην ντουλάπα της κυράς της, και, ευτυχώς, η Κονστάνς φορούσε το ίδιο νούμερο μ’ εκείνη, έτσι μπορούσε να τις βάλει. Η Κονστάνς δίστασε καθώς έφερνε ξανά στο νου της την απουσία του Ντόμινικ από το τελευταίο κομμάτι της προηγούμενης βραδιάς. Μπορεί τελικά να μην ήθελε να τη βγάλει σήμερα για ιππασία. Μπορεί να είχε μετανιώσει που της το πρότεινε ή μπορεί να είχε αλλάξει γνώμη για τη Μιούριελ και να είχε αποφασίσει πως, ό,τι και να γινόταν, έπρεπε να την παντρευτεί. Η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά της να σφιχτεί. Εκείνη τη στιγμή η Μέιζι εμφανίστηκε για να δει αν είχε ντυθεί η Κονστάνς ώστε να της φτιάξει τα μαλλιά. «Α, θα βγείτε για ιππασία, δεσποινίς;» τη ρώτησε και πήρε από τα χέρια της τη φούστα και το σακάκι. «Τότε θα σας τα σιδερώσω λίγο, όσο εσείς θα παίρνετε το πρωινό σας». «Δε... δεν είμαι σίγουρη αν θα βγω τελικά για ιππασία», της απάντησε η Κονστάνς. «Δεν πειράζει. Θα είναι έτοιμα. Τώρα, πώς θα θέλατε να σας χτενίσω σήμερα; Υποθέτω πως θα προτιμούσατε ένα απλό και μαζεμένο χτένισμα, αν είναι να βγείτε για ιππασία». Η Κονστάνς συμφώνησε και την άφησε να κάνει τη δουλειά της. Λίγα λεπτά αργότερα, όταν η Κονστάνς μπήκε στην τραπεζαρία, βρήκε γύρω από το μακρύ τραπέζι περισσότερα άτομα απ’ όσα συνήθως. Ο Ντόμινικ καθόταν στην πέρα άκρη του τραπεζιού, δίπλα στον πατέρα του. Απέναντί του κάθονταν η λαίδη Ράδερφορντ και η κόρη της. Ο Ντόμινικ έδειχνε απορροφημένος στη συζήτησή του με την κυρία Κένγουικ και το γιο της τον Παρκ, που καθόταν ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Φραντσέσκα. Η Κονστάνς έριξε μια ματιά προς το μέρος του, αλλά βιάστηκε να στραφεί αλλού, νιώθοντας τα βλέμματα των Ράδερφορντ να καρφώνονται πάνω της. Δίπλα στις Ράδερφορντ κάθονταν οι τρεις Νόρτον και η λαίδη Καλάντρα, η αδερφή του δούκα. Όταν η Κονστάνς κάθισε στην άδεια καρέκλα δίπλα στη Φραντσέσκα, η Καλάντρα γύρισε προς το μέρος ~ 175 ~


της και της χαμογέλασε φιλικά. «Γεια», της είπε. «Τελικά ο Ρόκφορντ υποχώρησε χτες το βράδυ και με άφησε να μείνω εδώ. Εκείνος, βέβαια, επέστρεψε στο σπίτι με την άμαξα». Έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο επιστάτης και τα λογιστικά βιβλία δεν μπορούσαν να περιμένουν». «Χαίρομαι που είστε ακόμα εδώ», της απάντησε η Κονστάνς ειλικρινά, γιατί είχε συμπαθήσει με την πρώτη ματιά αυτή την πρόσχαρη κοπέλα. «Α, ναι», συμφώνησε η Έλινορ Νόρτον. «Όσο περισσότεροι βγούμε για ιππασία, τόσο καλύτερα». «Ιππασία;» ρώτησε η Κονστάνς. «Δεν το ήξερες; Ο λόρδος Λέιτον θα μας ξεναγήσει όλους στο κτήμα σήμερα το απόγευμα», πετάχτηκε η αδερφή της η Λίντια. «Θα είναι διασκεδαστικό», συμφώνησε και ο αδερφός τους, ο σερ Φίλιπ. Η Κονστάνς γύρισε το κεφάλι της και συνάντησε το βλέμμα του Ντόμινικ για πρώτη φορά. Την κοιτούσε μάλλον θλιμμένα, αλλά είπε απλά: «Η δεσποινίς Γούντλι έχει συμφωνήσει ήδη να έρθει. Δεν μπορείτε να κάνετε πίσω τώρα». «Όταν ακούσαμε ότι ο λόρδος Λέιτον σχεδίαζε μια περιήγηση στο κτήμα, δεν μπορέσαμε ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό και ζητήσαμε να συμμετάσχουμε κι εμείς στην εξόρμηση», συνέχισε χαρούμενα η Έλινορ. Η Κονστάνς κοίταξε τη Μιούριελ κι εκείνη της ανταπέδωσε το βλέμμα αυτάρεσκα, αφήνοντάς της λίγες αμφιβολίες για το ποιος είχε διαδώσει το νέο. «Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα συμμετάσχετε κι εσείς, δεσποινίς Ράδερφορντ», της είπε ήρεμα, χωρίς να επιτρέψει στην ενόχληση να φανεί στη φωνή της. «Ναι, πράγματι», της απάντησε η Μιούριελ μ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο. «Δε θα την έχανα για τίποτε στον κόσμο». Ύστερα σηκώθηκε και έσπρωξε πίσω την καρέκλα της. «Τώρα, αν μου επιτρέπετε, λόρδε Σέλμπρουκ, πρέπει να φροντίσω κάποια πράγματα». «Ασφαλώς, λαίδη Μιούριελ». Ο κόμης της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο και ξαναγύρισε στην κουβέντα του με τον πατέρα της. ~ 176 ~


Η Κονστάνς κατάπιε την απογοήτευσή της. Προφανώς η Μιούριελ είχε κρυφακούσει τα σχέδια του Ντόμινικ να ξεναγήσει την Κονστάνς στο κτήμα και είχε αρπάξει την ευκαιρία για να μην τους αφήσει μόνους. Από το ανέκφραστο πρόσωπο του Ντόμινικ, όμως, κατάλαβε πως η Μιούριελ δεν είχε βελτιώσει και πολύ τη θέση της. Μπορεί να του την είχε φέρει, αλλά αυτό δεν τον είχε κάνει να την αγαπήσει περισσότερο. Πάντως, καλύτερα που θα είχαν παρέα, είπε στον εαυτό της. Θα απολάμβανε το χρόνο που θα περνούσε μαζί του, χωρίς να έχει να ανησυχεί για το πάθος που απειλούσε να την καταβροχθίσει κάθε φορά που ήταν μόνη μαζί του. Ήταν πολύ καλύτερα έτσι. Σίγουρα. «Θα έρθεις μαζί μας, Φραντσέσκα;» ρώτησε η Κονστάνς. Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, μόλις τώρα ανάρρωσα. Θα μείνω με τη μαμά και τις άλλες κυρίες». Η ξαδέρφη Μάργκαρετ έσπευσε να τους πληροφορήσει ότι θα συμμετείχε στην εξόρμηση. Το ίδιο έκαναν ο λόρδος Ντάνμπορο, ο κύριος Γουίλομπι και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους νεαρούς. Στην πραγματικότητα, από τους νέους, μόνο η ντροπαλή δεσποινίς Κάθμπερτ και η ξαδέρφη Τζορτζιάνα, που φοβόταν τα άλογα, θα έμεναν πίσω με τη Φραντσέσκα και τις μεγαλύτερες κυρίες. «Ο λόρδος Λέιτον μας υποσχέθηκε να μας πάει στο ύψωμα, απ’ όπου θα μπορέσουμε να δούμε ολόκληρη την κοιλάδα», είπε η Λίντια Νόρτον. «Δεν είμαι σίγουρη ότι θα ήθελα να ανέβω τόσο ψηλά», διαφώνησε η ξαδέρφη Μάργκαρετ. «Θέλει λίγο σκαρφάλωμα», τις ενημέρωσε η Καλάντρα. «Αλλά όταν φτάσεις εκεί πάνω, βλέπεις όλη την περιοχή». «Και θα πάρουμε το τσάι μας στη θερινή κατοικία», συμπλήρωσε η Έλινορ Νόρτον. «Ακούγεται υπέροχο», συμφώνησε η Κονστάνς και αφοσιώθηκε στο φαγητό της, ακούγοντας τις φλυαρίες γύρω της ενώ προσπαθούσε να προσαρμόσει τις προσδοκίες της για τη μέρα. Αργότερα σηκώθηκε από το τραπέζι με τη Φραντσέσκα και ανέβηκαν παρέα τις σκάλες για τα δωμάτιά τους. Όταν η Κονστάνς έφτασε στο δικό της, χαμογέλασε στη φίλη της κι έκανε να μπει. Αλλά σταμάτησε απότομα, βγάζοντας ένα επιφώνημα απόγνωσης. Πάνω στο κρεβάτι βρισκόταν η σκούρα μπλε βελούδινη στολή ~ 177 ~


ιππασίας που είχε σιδερώσει η Μέιζι και την είχε απλώσει εκεί για να τη φορέσει η Κονστάνς. Μόνο που δεν μπορούσε να φορεθεί πια, γιατί υπήρχαν δεκάδες κοψίματα στη φούστα και στο σακάκι, μετατρέποντας το ρούχο σε κουρέλι. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Φραντσέσκα ακούγοντας το επιφώνημα της Κονστάνς και την ακολούθησε στο δωμάτιο. «Θεέ και Κύριε!» αναφώνησε όταν είδε το ρούχο στο κρεβάτι. «Ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;» «Δεν ξέρω», της απάντησε η Κονστάνς, ανίκανη να κρύψει την πικρία από τη φωνή της. «Αλλά έχω μια βάσιμη υποψία». «Ναι, κι εγώ το ίδιο». Η Φραντσέσκα πλησίασε στο κρεβάτι και κοίταξε το σκισμένο ρούχο. Ύστερα γύρισε και κοίταξε την Κονστάνς με μια επικίνδυνη λάμψη στα μάτια της. «Μην ανησυχείς. Δε θα επιτρέψουμε στη Μιούριελ να σε βγάλει τόσο εύκολα από τη μέση». Η Κονστάνς της χαμογέλασε, συγκινημένη από την άμεση υποστήριξή της και την προθυμία της να βοηθήσει. Προφανώς, άδικα ανησυχούσε μήπως η Φραντσέσκα προτιμούσε τη Μιούριελ για τον αδερφό της. «Πώς όμως; Η παλιά στολή σου ιππασίας καταστράφηκε». «Θα φορέσεις την καινούρια που έφερα από την πόλη μαζί μου», της απάντησε η Φραντσέσκα. «Η Μέιζι μπορεί να κατεβάσει το στρίφωμα στο πι και φι. Η παρέα δεν πρόκειται να ξεκινήσει πριν περάσει μια ώρα περίπου. Και εγώ θα δανειστώ τη στολή της μητέρας μου. Δεν πειράζει που θα μου είναι λίγο φαρδιά. Δεν έχω να εντυπωσιάσω κανέναν σήμερα». «Μα νόμιζα ότι δε θα ερχόσουν», της είπε η Κονστάνς. «Δε θα ερχόμουν», της απάντησε βλοσυρά η φίλη της. «Αλλά η Μιούριελ μ’ έκανε ν’ αλλάξω γνώμη». Η Φραντσέσκα χτύπησε το κουδούνι για να έρθει η καμαριέρα της, της έδειξε το σκισμένο ρούχο και της εξήγησε τι ήθελε από εκείνη. Η Μέιζι, αφού έβγαλε ένα επιφώνημα φρίκης αντικρίζοντας την καταστροφή, στρώθηκε στη δουλειά για να ετοιμάσει τη στολή ιππασίας της Φραντσέσκα λες και ετοιμαζόταν για μάχη, ενώ η Φραντσέσκα πήγε στο δωμάτιο της μητέρας της να δανειστεί τη στολή της. Ευτυχώς, δεν είχαν πειράξει τις παλιές μπότες, γιατί το πόδι της Φραντσέσκα δεν θα έμπαινε στις μπότες της μητέρας της. ~ 178 ~


Μέχρι να μαζευτούν όλοι οι υπόλοιποι κάτω, η Μέιζι δεν είχε μακρύνει απλά τη στολή ιππασίας της Φραντσέσκα για την Κονστάνς, αλλά είχε στενέψει με μια γρήγορη ραφή και τη στολή της λαίδης Σέλμπρουκ για να ταιριάζει στη Φραντσέσκα. Η Φραντσέσκα και η Κονστάνς κατέβηκαν τις σκάλες για να συναντήσουν την υπόλοιπη παρέα που περίμενε στο χολ, και η Κονστάνς αναγκάστηκε να κρύψει ένα χαμόγελο όταν αντίκρισε την έκφραση έκπληξης και μετά θυμού που πέρασε φευγαλέα από το πρόσωπο της Μιούριελ μόλις την είδε. Της ανταπέδωσε το βλέμμα αγέλαστη, με την πρόκληση ζωγραφισμένη στα μάτια της. Τα χαρακτηριστικά της Μιούριελ σφίχτηκαν και έστρεψε απότομα αλλού το πρόσωπό της. Λίγο αργότερα βγήκαν όλοι έξω για να ιππεύσουν στα άλογα που είχαν φέρει οι σταβλίτες. Ο Ντόμινικ πλησίασε την Κονστάνς και της είπε: «Διάλεξα την Γκρέι Λέιντι για σένα. Είναι καλή φοράδα, ήρεμη και υπάκουη, αλλά όχι αργοκίνητη». Η Κονστάνς γύρισε και τον κοίταξε, νιώθοντας το στομάχι της να πεταρίζει, όπως κάθε φορά που άκουγε τη φωνή του. «Σ’ ευχαριστώ. Δεν έχω ιππεύσει πολύ τα τελευταία χρόνια». Η φοράδα της, το άλογο που ίππευε από τότε που ήταν δεκατεσσάρων χρονών, είχε γεράσει, είχε γίνει αργοκίνητη, αλλά δεν της έκανε καρδιά να την αντικαταστήσει. Κι όταν η φοράδα πέθανε, ο θείος της δεν της είχε αγοράσει άλλο άλογο. «Δεν ήμουν σίγουρος». Ο Ντόμινικ την οδήγησε στη φοράδα. Η Κονστάνς διέθεσε μερικά λεπτά για να γνωριστεί με τη φοράδα της, χαϊδεύοντάς της τη χαίτη και μιλώντας της. Ύστερα ο Ντόμινικ τη βοήθησε να ανέβει. Η Κονστάνς βολεύτηκε στη σέλα και πήρε τα χαλινάρια από τα χέρια του. Ο επιβήτορας του Ντόμινικ περίμενε ακριβώς δίπλα και εκείνος τον καβαλίκεψε και έμεινε κοντά στην Κονστάνς. Η μικρή συντροφιά βγήκε από την αυλή και πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στις φάρμες του κτήματος. Ο Ντόμινικ πήγαινε μπροστά, με την Κονστάνς δίπλα του. Η Κονστάνς συνειδητοποίησε γρήγορα γιατί η Φραντσέσκα είχε επιμείνει να τους συνοδεύσει, όταν η Μιούριελ ήρθε δίπλα τους, επιβλητική πάνω στο άλογό της, κάτι που η Κονστάνς είχε προσέξει και στην εκδρομή τους στην εκκλησία. ~ 179 ~


«Έλα, Ντόμινικ», είπε, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στην Κονστάνς. «Είμαι σίγουρη ότι ο Αρίων θέλει να ξεμουδιάσει. Έλα να παραβγούμε μέχρι το ρέμα». «Δεν μπορώ να εγκαταλείψω την υπόλοιπη συντροφιά», της απάντησε εκείνος ήρεμα. «Στο κάτω κάτω, εγώ είμαι ο οδηγός τους». «Και βέβαια δεν μπορείς», συμφώνησε η Φραντσέσκα, που τους είχε φτάσει κι εκείνη. «Έλα, Μιούριελ, θα παραβγώ εγώ μαζί σου». Η Μιούριελ έσφιξε το στόμα της. Σίγουρα αυτό που ήθελε δεν ήταν μια κούρσα συναγωνισμού με τη Φραντσέσκα μακριά από την υπόλοιπη παρέα. Από την άλλη, είχε παγιδευτεί από την πρότασή της. «Εντάξει», είπε κάπως απότομα και οι δυο γυναίκες ρίχτηκαν στον αγώνα καλπάζοντας. Ο Ντόμινικ και η Κονστάνς παρακολούθησαν τα δύο άλογα να απομακρύνονται αστραπιαία από τους υπόλοιπους. Κανείς δεν ξαφνιάστηκε που κέρδισε η Μιούριελ, γιατί ήταν εξαιρετική ιππέας. Παρ’ όλα αυτά, η κερδισμένη της μέρας ήταν η Φραντσέσκα, γιατί έμεινε συνέχεια δίπλα στη Μιούριελ, ακόμα κι όταν εκείνη επέστρεψε για να ενωθεί με την υπόλοιπη παρέα. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε η Μιούριελ να πλησιάσει τον Ντόμινικ, η Φραντσέσκα κατάφερνε να χωθεί ανάμεσά τους. Η Κονστάνς χαμογέλασε από μέσα της, συγκινημένη από την αφοσίωση της φίλης της. Η Κονστάνς δεν θυμόταν από πότε είχε να περάσει μια τόσο ευχάριστη μέρα. Εκείνη και ο Ντόμινικ κουβέντιαζαν και γελούσαν, άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τους υπόλοιπους της παρέας που βρίσκονταν κοντά τους. Ο Ντόμινικ έδειχνε τις φάρμες και τα σπαρτά που συναντούσαν στη διαδρομή, οδηγώντας τους στις παρυφές του δάσους και μέσα από τα λιβάδια. Γνώριζε τα ονόματα όσων έτυχε να συναντήσουν και ήξερε την ιστορία κάθε κομματιού αυτής της γης. Ήταν φανερό από τον τόνο της φωνής του ότι αγαπούσε το κτήμα, πράγμα που έκανε την Κονστάνς να αναρωτηθεί ακόμα περισσότερο γιατί είχε μείνει μακριά του τόσο πολύ καιρό. Δεν μπορεί ο μόνος λόγος να ήταν η επιθυμία των γονιών του να τον παντρέψουν με τη δεσποινίδα Ράδερφορντ. Οι γονείς του ήταν άκαμπτοι και τυπικοί άνθρωποι, δεν είχαν ίχνος από την άνεση και τη φιλικότητα που χαρακτήριζαν τη Φραντσέσκα και τον Ντόμινικ. Ωστόσο συνέβαινε συχνά να υπάρχουν διαφορετικές προσωπικότητες σε μια οικογένεια, χωρίς να δημιουργείται ~ 180 ~


συνήθως η απόσταση που είχε δει η Κονστάνς ανάμεσα στον Ντόμινικ και στους γονείς του. Το είχε προσέξει κατά τη διάρκεια της βδομάδας. Ο Ντόμινικ σπάνια ήταν κοντά στο λόρδο ή τη λαίδη Σέλμπρουκ, αλλά κι όταν συνέβαινε αυτό, έμενε μαζί τους για πολύ λίγο. Στο δείπνο καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού κοντά στον πατέρα του, αλλά μόνο επειδή το επέβαλλε το πρωτόκολλο. Η Κονστάνς δεν τον είχε δει ποτέ να πιάνει μια αβίαστη συζήτηση με τον κόμη. Έτσι και τους έβλεπε κανείς, θα τους έπαιρνε για απλούς γνωστούς. Κάτι θα πρέπει να είχε δημιουργήσει αυτό το ρήγμα ανάμεσά τους, σκέφτηκε, αλλά δεν είχε ιδέα τι θα μπορούσε να είναι. Ο Ντόμινικ, όσο άνετος κι αν ήταν στις συζητήσεις, σπάνια μιλούσε για το παρελθόν της οικογένειάς του. Τις λίγες φορές που τον είχε ακούσει να αναφέρεται στο παρελθόν, μιλούσε για το σύνταγμά του και την εκστρατεία στη Χερσόνησο. Έδειχνε να έχει πιο ευχάριστες αναμνήσεις από τους Ουσάρους παρά από την οικογένειά του. Χωρίς να το θέλει, η Κονστάνς αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί. Πήραν το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι αργά το απόγευμα και σταμάτησαν σε μια μικρή διακοσμητική λίμνη απ’ όπου φαινόταν το Ρέντφιλντς. Η θερινή κατοικία ήταν χτισμένη στην πέρα άκρη της λίμνης, ενώ ένα όμορφο μονοπάτι διέτρεχε όλη την όχθη. Όταν έφτασαν στη θερινή κατοικία, βρήκαν δύο υπηρέτες και δύο υπηρέτριες που τακτοποιούσαν τις τελευταίες λεπτομέρειες για το απογευματινό τσάι που είχαν φέρει μαζί τους από το μεγάλο σπίτι μέσα σε καλάθια. Είχαν στρώσει ολόλευκα δαμασκηνά τραπεζομάντιλα σε δύο μεγάλα ξύλινα τραπέζια. Πάνω στο ένα ήταν τοποθετημένη μια μεγάλη τσαγιέρα και στην άλλη άκρη του πιάτα με κέικ, μπισκότα, κουλουράκια και σάντουιτς. Μετά την απογευματινή ιππασία, το φαγητό ήταν κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενο και όλοι κάθισαν γύρω από το τραπέζι ανυπόμονοι. Όταν τέλειωσαν, έμειναν για λίγη ώρα καθισμένοι, συζητώντας νωχελικά. Ο σερ Φίλιπ και οι αδερφές του ήθελαν να βγουν βαρκάδα με τις δύο βάρκες που ήταν δεμένες στην προκυμαία, και ο νεαρός Παρκ Κένγουικ, που έδειχνε τσιμπημένος με τη δεσποινίδα Λίντια, προσφέρθηκε να γίνει ο τέταρτος της παρέας. Λίγο αργότερα, η Φραντσέσκα έπεισε τη Μιούριελ να κάνουν μια μικρή βόλτα γύρω από τη λίμνη. Η Μιούριελ δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό με την πρόταση και έριξε μια ματιά στην άλλη άκρη του ~ 181 ~


τραπεζιού, όπου καθόταν ο Ντόμινικ περιτριγυρισμένος από τους φίλους του. Αλλά η Φραντσέσκα αγνόησε την απροθυμία της και την έπιασε αγκαζέ, λέγοντας ότι χρειαζόταν τη γνώμη της για τις αλλαγές που σκόπευε να κάνει στη διακόσμηση του δωματίου μουσικής. Η Μιούριελ αναγκάστηκε να ενδώσει ευγενικά. Δίπλα στην Κονστάνς, η λαίδη Καλάντρα έπνιξε ένα γέλιο. «Η Φραντσέσκα δείχνει να έχει αναπτύξει μια ασυνήθιστη συμπάθεια για τη Μιούριελ». Η Κονστάνς την κοίταξε και είδε το γέλιο να παιχνιδίζει στα εκφραστικά σκούρα μάτια της Καλάντρα. Αυθόρμητα, χαμογέλασε κι εκείνη. «Πράγματι», συμφώνησε. «Η κακομοίρα η Μιούριελ, είμαι σίγουρη πως θα βρίσκεται σε απόγνωση. Ενώ θέλει να γαντζωθεί από το μπράτσο του Ντόμινικ, είναι πολύ σνομπ για να μην κολακευτεί από το ενδιαφέρον της λαίδης Χόξτον». Η Κονστάνς δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Η Καλάντρα έδειχνε να έχει εκτιμήσει με απόλυτη ακρίβεια την κατάσταση, αλλά η Κονστάνς δεν ήταν σίγουρη αν ήξερε το λόγο που έκανε η Φραντσέσκα όσα έκανε. «Ε, λοιπόν, πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη θυσία που έκανε η Φραντσέσκα για να σας προσφέρει αυτόν το χρόνο», συνέχισε χαρούμενα η Καλάντρα και γύρισε προς τον οικοδεσπότη τους. «Ντόμινικ, νωρίτερα υποσχέθηκες να μας δείξεις το ύψωμα». «Ασφαλώς». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε στην Καλάντρα. «Δεν έχεις παρά να το ζητήσεις». Έριξε μια ματιά προς τη λίμνη, όπου η Φραντσέσκα περπατούσε αργά αγκαζέ με τη δεσποινίδα Ράδερφορντ. «Ναι, υποθέτω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή». «Και η λαίδη Χόξτον;» ρώτησε ο Άλφρεντ Πένροουζ, που, όπως υποπτευόταν η Κονστάνς, είχε αρχίσει να ερωτεύεται τη Φραντσέσκα. «Δε θα θέλει να έρθει κι εκείνη;» «Α, όχι», τον βεβαίωσε στα γρήγορα η Καλάντρα. «Είμαι σίγουρη πως δε θα θέλει. Έχει πάει πολλές φορές και εξακολουθεί να νιώθει κάπως αδύναμη από την αρρώστια της. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι μπορεί να χαιρόταν αν τη συντροφεύατε στη βόλτα της με τη δεσποινίδα Ράδερφορντ». «Ε, ναι, θα μπορούσα». Ο Πένροουζ έδειξε να ενθουσιάζεται με την ιδέα και, ζητώντας συγνώμη, σηκώθηκε και έφυγε. ~ 182 ~


Για μια ακόμα φορά η Κονστάνς αντάλλαξε ένα βλέμμα με την Καλάντρα και με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη γελάσει. «Κακό κορίτσι», μουρμούρισε στην Καλάντρα. «Η λαίδη Φραντσέσκα θα σου το ξεπληρώσει αυτό». Η λαίδη Καλάντρα χασκογέλασε. «Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ. Όπως και να έχει το πράγμα, ύστερα από ένα απόγευμα με τη Μιούριελ, κάτι μου λέει ότι η Φραντσέσκα θα ενθουσιαστεί που θα έχει και κάποιον άλλο να μιλήσει». Αφού κουβέντιασαν λίγο ακόμα, αποφάσισαν νε ξεκινήσουν για το ύψωμα, απ’ όπου θα έβλεπαν όλη την περιοχή. Στην παρέα ήταν ο κύριος Καράδερς, ο κύριος Γουίλομπι, η ξαδέρφη της Κονστάνς, η Μάργκαρετ, η Κονστάνς και η λαίδη Καλάντρα. Έφυγαν αμέσως από το σπίτι και μπήκαν στο δάσος από τη βόρεια πλευρά. Για λίγη ώρα, η Καλάντρα έμεινε με το άλογό της δίπλα στην Κονστάνς. Ακριβώς πίσω τους, η Μάργκαρετ φλέρταρε ασύστολα με τον κατάξανθο και μάλλον ντροπαλό κύριο Καράδερς. Οι υπόλοιποι άντρες προχωρούσαν μπροστά ανάμεσα στα δέντρα. Το έδαφος σύντομα έγινε ανηφορικό, αναγκάζοντάς τους να προχωρήσουν ακόμα πιο αργά. «Μήπως η Φραντσέσκα βοηθάει εσένα ή τον αδερφό της –ή και τους δύο;» ρώτησε η Καλάντρα. «Τι πράγμα; Γιατί θα με βοηθούσε;» Η κοπέλα τής χαμογέλασε. «Ο αδερφός μου είναι σίγουρος ότι προσπαθεί να σε ζευγαρώσει με τον Ντόμινικ». Η Κονστάνς κοκκίνισε. «Εγώ είμαι σίγουρη πως όχι». Η Καλάντρα ύψωσε τους ώμους της. «Ε, δε θα έλεγα ότι ο Σινκλέρ είναι αυθεντία στα θέματα της καρδιάς. Στο κάτω κάτω, κοντεύει τα σαράντα και ούτε που σκέφτεται το γάμο. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι στον τρόπο που σε κοιτάζει ο Ντόμινικ...» Η μικρόσωμη φοράδα έχασε το βήμα της και η Κονστάνς συνειδητοποίησε ότι είχε παρασφίξει τα γκέμια. Χαλάρωσε τα δάχτυλά της. «Είμαι σίγουρη ότι κάνεις λάθος. Ο λόρδος Λέιτον δε μου έχει εκφράσει καμιά προτίμηση, δε μου έχει πει τίποτε...» «Ο Ντόμινικ δε θα έκανε ποτέ κάτι ανάρμοστο, είμαι σίγουρη», της είπε η Καλάντρα. «Είναι κύριος με τα όλα του, άσχετα με τα κουτσομπολιά που μπορεί να έχεις ακούσει γι’ αυτόν. Λένε ότι έχει ζήσει μια άσωτη ζωή τα τελευταία χρόνια στο Λονδίνο, αλλά εγώ ξέρω ότι ~ 183 ~


δεν έχει καμιά κακία μέσα του». Σταμάτησε και πρόσθεσε μ’ ένα μικρό χαμόγελο: «Ομολογώ ότι, όταν ήμουν νεότερη, είχα τσιμπηθεί άγρια μαζί του». «Αλήθεια;» Η Κονστάνς την κοίταξε κι ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της. Η λαίδη Καλάντρα, η αδερφή του πλούσιου και πανίσχυρου δούκα, θα ήταν η τέλεια νύφη για το λόρδο Λέιτον. «Α, ναι. Θα έπρεπε να τον έβλεπες με τη στολή των Ουσάρων. Ήταν υπέροχος. Αλλά το ξεπέρασα εδώ και καιρό». Κούνησε αδιάφορα το χέρι της. «Δεν είναι το είδος του άντρα που θα ήθελα να παντρευτώ». Αναστέναξε. «Αν και, απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, δεν έχω και πολλές ελπίδες να παντρευτώ ποτέ». Η Κονστάνς γέλασε. «Λαίδη μου, δεν μπορώ να φανταστώ ότι έχεις έλλειψη μνηστήρων». «Α, πράγματι, είναι πολλοί αυτοί που ζητούν το χέρι μου. Οι περισσότεροι όμως είναι προικοθήρες. Μερικές φορές είναι φοβερά δύσκολο να τους αντιληφθείς, αλλά έχω μάθει πια πως αυτοί που βιάζονται να μου ορκιστούν αιώνια αγάπη είναι αυτοί που λατρεύουν περισσότερο τα χρήματά μου. Όχι πως έχει καμιά σημασία, γιατί ο Σινκλέρ τους κάνει και το βάζουν στα πόδια». Αναστέναξε. «Το κακό είναι πως κάνει όλους τους μνηστήρες μου να το βάζουν στα πόδια. Ο Σιν μπορεί να γίνει... τρομακτικός». Η Κονστάνς χαμογέλασε αχνά. Είχε νιώσει κι εκείνη κάποιον τρόμο για τον επιβλητικό δούκα. «Σίγουρα αυτό δε θα πτοήσει το σωστό άντρα». «Μμ. Ελπίζω να έχεις δίκιο», είπε η Καλάντρα. «Διαφορετικά, φοβάμαι ότι θα πεθάνω γεροντοκόρη». Η ιδέα πως αυτή η πρόσχαρη κοπέλα, που ήταν όχι μόνο πλούσια αλλά και γοητευτική, θα έμενε ανύπαντρη φάνηκε τόσο εξωφρενική στην Κονστάνς, που έβαλε τα γέλια. Η Καλάντρα τη μιμήθηκε. «Το ξέρω ότι αυτά που λέω πρέπει να ακούγονται γελοία», παραδέχτηκε και γύρισε τη συζήτηση στη μόδα, ένα θέμα που τις απασχόλησε στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής. Η ανάβαση γινόταν ολοένα και πιο απότομη καθώς μιλούσαν, ώσπου τελικά ο Ντόμινικ σταμάτησε το άλογό του και γύρισε και τους κοίταξε. «Θα πρέπει να κάνουμε τον υπόλοιπο δρόμο με τα πόδια». Στην προοπτική του ποδαρόδρομου, η ιδέα να απολαύσουν τη ~ 184 ~


θέα από το ύψωμα έπαψε να είναι ελκυστική για τη Μάργκαρετ. «Μέχρι την κορυφή;» παραπονέθηκε καθώς ξεπέζευαν όλοι. «Μα δεν είμαι ντυμένη για πεζοπορία». Σούφρωσε τα χείλια της, κοίταξε την ουρά της στολής της που κρατούσε ριγμένη στο μπράτσο της κι ύστερα έστρεψε ικετευτικά το βλέμμα της στον κύριο Καράδερς. «Θα προτιμούσα να μείνω εδώ. Είναι όμορφο αυτό το μικρό ξέφωτο. Αν, βέβαια, είναι πρόθυμος να μείνει κάποιος μαζί μου...» Η αλήθεια ήταν ότι οι βαριές φούστες με τις ουρές της στολής ιππασίας των γυναικών μπορεί να ήταν πρακτικές, καθώς έπεφταν στα πλευρά του αλόγου όταν ίππευαν καθισμένες στο πλάι, αλλά δεν ήταν για πεζοπορία. Το ίδιο ίσχυε και για τις μαλακές μπότες τους. Αλλά η Μάργκαρετ ήξερε προτού ξεκινήσουν ότι το ανέβασμα θα ήταν απότομο, είχε εκφράσει τους ενδοιασμούς της και το πρωί στο πρόγευμα. Ήταν εξαιρετικά ενοχλητικό που είχε αποφασίσει να πάρει μέρος στην εξόρμηση ενώ βαριόταν να περπατήσει, έτσι η Κονστάνς ήταν σχεδόν σίγουρη ότι το είχε κάνει κυρίως για να έχει την ευκαιρία να είναι με τον κύριο Καράδερς. «Θα χαρώ να μείνω εγώ με τη δεσποινίδα Γούντλι», προσφέρθηκε ευγενικά ο κύριος Καράδερς. Η Κονστάνς αναστέναξε. «Ίσως θα έπρεπε να μείνω κι εγώ». Δεν είχε καμιά διάθεση να παραμείνει άπραγη στο ξέφωτο, χάνοντας την ευκαιρία να δει τη θέα από το ύψωμα, αλλά ένιωσε ότι ήταν καθήκον της να μην αφήσει μόνη την ξαδέρφη της με έναν άντρα που γνώριζε ελάχιστα. Μπορεί να μην ήταν σκανδαλώδες για μια κοπέλα να περάσει λίγη ώρα μόνη το απόγευμα με έναν κύριο ακόμα και σ’ ένα τόσο απομονωμένο μέρος, αλλά η ξαδέρφη της ήταν πολύ μικρή και πολύ ανόητη, και η Κονστάνς δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει αν την άφηνε μόνη, ιδιαίτερα ύστερα από τον τρόπο που φλέρταρε με τον κύριο Καράδερς. Και δεν μπορούσε ν’ αφήσει τη Μάργκαρετ σε συνθήκες που θα μπορούσαν ν’ αποδειχτούν καταστροφικές για την υπόληψή της. Η Καλάντρα κοίταξε την Κονστάνς, μετά τη Μάργκαρετ και τελικά είπε: «Α, όχι, εσύ δεν έχεις δει τη θέα. Θα μείνω εγώ. Νιώθω λίγο κουρασμένη και έχω ανέβει πολλές φορές στο ύψωμα». Η Κονστάνς της έριξε ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης. «Είσαι σίγουρη πως δε σε πειράζει;» ~ 185 ~


«Ασφαλώς», της απάντησε η Καλάντρα. «Ο μόνος λόγος που ήρθα ήταν επειδή δεν ήθελα να βρίσκομαι στη θερινή κατοικία όταν θα γύριζε η Μιούριελ από τη βόλτα στη λίμνη». Στο τέλος αποφάσισε και ο κύριος Γουίλομπι να μην ανέβει, επειδή το άλογό του έδειχνε σημάδια κόπωσης, έτσι συνέχισαν μόνο η Κονστάνς και ο Ντόμινικ για την κορυφή. Προχώρησαν οδηγώντας τα άλογά τους από τα χαλινάρια και γρήγορα χάθηκαν ανάμεσα στα δέντρα. Το μονοπάτι έγινε πιο απότομο και έμειναν σιωπηλοί για να μη λαχανιάσουν καθώς σκαρφάλωναν. Προσπέρασαν μια καλύβα με αχυροσκεπή, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά. Η Κονστάνς σκέφτηκε ότι έμοιαζε βγαλμένη από παραμύθι. «Ποιος μένει εκεί;» ρώτησε δείχνοντάς την. «Κανείς. Είναι έρημη εδώ και χρόνια», της απάντησε ο Ντόμινικ. «Μπορούμε ν’ αφήσουμε τα άλογά μας εδώ», συμπλήρωσε και έδεσε τα ζώα στα χαμηλά κλαδιά ενός δέντρου μπροστά στην καλύβα. «Την αποκαλούν Φρέντσμαν’ς Χάουζ», συνέχισε. «Δεν έχω ιδέα γιατί. Διηγούνται αμέτρητες ιστορίες γι’ αυτή την καλύβα. Κάποιες λένε ότι εδώ εξόρισαν έναν τρελό πρόγονο των Φιτζάλαν». «Α, όχι, πρέπει να έχει σχέση με μια τραγικά ρομαντική ιστορία», διαφώνησε η Κονστάνς. «Κοίταξέ την». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Το πιθανότερο είναι να αποσύρθηκε εδώ μια υπηρέτρια που είχε υπάρξει ερωμένη». «Αυτό είναι πολύ πεζό», διαμαρτυρήθηκε η Κονστάνς. Ο Ντόμινικ της χαμογέλασε και ξαφνικά η Κονστάνς ένιωσε την επίδραση του χαμόγελού το σε όλο της το σώμα, στο αίμα που παλλόταν στο λαιμό της και στον αέρα που κατέβασε στα πνευμόνια της. Το δέρμα της ήταν ζεστό από την αναρρίχηση και ένιωθε την αύρα να το χαϊδεύει. Συνειδητοποίησε επίσης ότι ήταν μόνοι σε τούτο το απόμερο σημείο, κάτι σπάνιο σε κάθε περίπτωση, αλλά ιδιαίτερα σε τούτη τη μεγάλη εξοχική σύναξη. Το βλέμμα του Ντόμινικ ταξίδεψε στο πρόσωπό της κι ύστερα άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά με τον αντίχειρά του το μάγουλό της. Το σύντομο, ανάλαφρο άγγιγμα ξύπνησε κάθε νεύρο του κορμιού της και η Κονστάνς ανατρίχιασε. «Κρυώνεις;» τη ρώτησε, και εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. ~ 186 ~


«Όχι. Καθόλου». Τον κοίταξε κατάματα και κατάλαβε ότι εκείνος ήξερε γιατί είχε ριγήσει, όπως ήξερε επίσης ότι το ξάναμμά της οφειλόταν μόνο εν μέρει στη ζέστη της μέρας. Σκέφτηκε ότι θα τη φιλούσε. Το ήθελε κι εκείνη. Ήθελε πολύ περισσότερα. Ήθελε να νιώσει πάλι τα χέρια του πάνω στο κορμί της, ήθελε να νιώσει τα χείλια του να ταξιδεύουν στη σάρκα της. Ήθελε το στόμα του να αιχμαλωτίσει τη θηλή της, να τη λούσει με την υγρή θέρμη του. Και μόνο μ’ αυτή τη σκέψη, ένιωσε τα στήθη της να πονάνε και οι θηλές της σκλήρυναν. Ο Ντόμινικ την πλησίασε ανεπαίσθητα. Ήξερε, σκέφτηκε η Κονστάνς. Ήξερε τι ακριβώς ήθελε, και το ήθελε κι εκείνος. Έμειναν για λίγο ακίνητοι, κοιτάζοντας απλώς ο ένας τον άλλο, και ακόμα κι ο αέρας ανάμεσά τους έμοιαζε να σπινθηρίζει. Μετά ο Ντόμινικ έκανε απότομα πίσω. «Θα πρέπει να προχωρήσουμε. Οι άλλοι δε θα θέλουν να μας περιμένουν πολλή ώρα». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της σφιγμένα. Είναι καλύτερα έτσι, σκέφτηκε, αλλά δεν της άρεσε καθόλου. Ο Ντόμινικ ξεκίνησε για την κορυφή και η Κονστάνς τον ακολούθησε. Το έδαφος έγινε βραχώδες και τα δέντρα λιγόστεψαν. Κάθε τόσο άπλωνε το χέρι του για να τη βοηθήσει σε κάποιο απότομο σημείο και η Κονστάνς ένιωθε το άγγιγμά του μέχρι τα κατάβαθα του είναι της. Τελικά έφτασαν στην κορυφή, ένα βράχο που προεξείχε πάνω από την κοιλάδα και πρόσφερε απεριόριστη θέα στην περιοχή από κάτω. «Ω!» Η Κονστάνς πήρε μια απότομη ανάσα. «Είναι πανέμορφα!» Ο Ντόμινικ έγνεψε καταφατικά απολαμβάνοντας τη θέα. «Αυτό ήταν πάντα ένα από τα αγαπημένα μου μέρη. Καθόμουν εδώ, κοιτούσα και ονειρευόμουν... ένα σωρό ανοησίες». «Είμαι σίγουρη ότι δεν ήταν ανοησίες», του απάντησε η Κονστάνς. Εκείνος ύψωσε τους ώμους του. «Ήταν πάντως αδύνατο να πραγματοποιηθούν». Την κοίταξε και της χαμογέλασε. «Στις μέρες μας δεν έχουν μεγάλη πέραση οι ιππότες ή οι κουρσάροι». Έδειξε μπροστά του. «Βλέπεις το ρέμα που κυλάει προς το Κάουντεν; Και εκεί στο βάθος είναι ο πύργος του Αγίου Εδμόνδου». Πιο κοντά, της έδειξε δύο από τις φάρμες που είχαν προσπεράσει νωρίτερα. ~ 187 ~


«Αγαπάς πολύ αυτή τη γη, έτσι δεν είναι;» παρατήρησε η Κονστάνς. Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος. «Γιατί το λες αυτό;» «Το διακρίνω στη φωνή σου. Στο γεγονός ότι γνωρίζεις όλους τους χωρικούς και τις οικογένειές τους. Στον τρόπο που τους ρωτάς για τον εαυτό τους». Το γεγονός ότι τα ήξερε όλα αυτά προκάλεσε ένα δυνατό πόνο στο στήθος της. Ήταν φανερό πως ο Ντόμινικ θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να προστατέψει το κτήμα. Ακόμα και να παντρευτεί μια κληρονόμο. «Μου κάνει εντύπωση που έμεινες μακριά τόσο καιρό», συνέχισε. Εκείνος την κοίταξε με βλέμμα έντονο και σκληρό. «Με τον πατέρα μου έχω... αποξενωθεί»» Η Κονστάνς δεν έκανε κανένα σχόλιο, γιατί δεν ήθελε να φανεί αδιάκριτη. Ύστερα από λίγο εκείνος συνέχισε: «Είχαμε μια διαφωνία εδώ και χρόνια οι δυο μας και μ’ έδιωξε από το κτήμα. Ύστερα από αυτό δεν μπορούσα να γυρίσω –δε θα γύριζα, ακόμα κι αν μπορούσα. Τότε έσπασα κάθε δεσμό με το Ρέντφιλντς. Μίσησα το μέρος. Μίσησα την οικογένειά μου». Η Κονστάνς έβγαλε ένα μικρό επιφώνημα και εκείνος την κοίταξε λέγοντας: «Δεν το εγκρίνεις». «Όχι. Ε... απλά με ξάφνιασες. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σε βαραίνει το παρελθόν σου». Σκέφτηκε τους άνετους τρόπους του, το αυθόρμητο χαμόγελό του. Είχε καταλάβει πως υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα σ’ εκείνον και τον πατέρα του, αλλά δεν είχε φανταστεί πόσο βαθύ ήταν. Ο πόνος ήταν ακόμα φανερός στη φωνή του. Ο Ντόμινικ μόρφασε. «Έκανα ό,τι μπορούσα για να ξεφύγω από το παρελθόν μου, αλλά διαπίστωσα ότι είναι δύσκολο να το ξεπεράσω». Η Κονστάνς πήρε το χέρι του και εκείνος της χαμογέλασε. «Αγαπητή μου Κονστάνς», της είπε, πιάνοντας με το άλλο χέρι του το πιγούνι της. «Είσαι πάντα τόσο ευγενική, τόσο έτοιμη να προσφέρεις την κατανόησή σου, τη ζεστασιά σου. Φοβάμαι ότι θα φρίξεις αν μάθεις την αλήθεια για την οικογένειά μου». «Είμαι σίγουρη ότι δεν είμαι τόσο ευγενική όσο νομίζεις», του ~ 188 ~


απάντησε μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Και ό,τι κι αν είναι η οικογένειά σου, εγώ ξέρω εσένα και την αδερφή σου, και κανείς από εσάς τους δυο δεν είναι κακός». «Μπορεί η Φραντσέσκα κι εγώ να μην είμαστε κακοί, αλλά απλά αδιάφοροι. Εγωιστές...» Ο Ντόμινικ αναστέναξε και την τράβηξε σ’ ένα μεγάλο βράχο. «Έλα, κάθισε εδώ μαζί μου, και θα σου μιλήσω για τους Φιτζάλαν».

~ 189 ~


Κεφάλαιο 13

«Η Φραντσέσκα κι εγώ ήμασταν πολύ κοντά στην ηλικία, έχουμε μόνο ένα χρόνο διαφορά», άρχισε να λέει ο Ντόμινικ αφού κάθισαν στο βράχο. Κρατούσε το χέρι της Κονστάνς στο δικό του και με το άλλο χέρι του διέγραφε σχέδια στην παλάμη της. Παρακολουθούσ ε το δάχτυλό του πάνω στο δέρμα της, δεν την κοιτούσε καθώς της διηγιόταν την ιστορία του. «Είχαμε ένα μεγαλύτερο αδερφό, τον Τέρενς», συνέχισε. «Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Είχαμε και μια μικρότερη αδερφή, την Άιβι». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Ήταν το μωρό. Ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Θυμάμαι ότι σκεφτόμουν πως έμοιαζε με αγγελούδι». Ο πόνος για την απώλεια στη φωνή του γέμισε με θλίψη την Κονστάνς και, παίρνοντας το χέρι του ανάμεσα στα δικά της, το έφερε στα χείλη της και το φίλησε τρυφερά. Για κάμποση ώρα κράτησε το χέρι του στο μάγουλό της, κι ύστερα ακούμπησε τα ενωμένα χέρια τους στην ποδιά της. «Αντίθετα, ο αδερφός μου μόνο άγγελος δεν ήταν. Ο Τέρενς ήταν πάντα νταής. Τρομοκρατούσε τη Φραντσέσκα κι εμένα όταν ήμασταν παιδιά, αλλά η Άιβι ήταν πολύ μικρότερη από εμάς τους τρεις, έτσι δεν ασχολιόταν μαζί της. Η γκουβερνάντα μας ήξερε τι ήταν ο Τέρενς και έκανε ό,τι μπορούσε για να προστατεύσει τη Φραντσέσκα κι εμένα απ’ αυτόν. Βέβαια, δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, γιατί οι γονείς μας δεν ήθελαν ν’ ακούσουν κακή κουβέντα για τον Τέρενς». Στην ανάμνηση, το στόμα του συστράφηκε με πικρία. «Ο Τέρενς ήταν ο κληρονόμος, ο τέλειος γιος. Κατά τη γνώμη του πατέρα και της μητέρας μου, δεν μπορούσε να κάνει κακό. Ευτυχώς, η Φραντσέσκα κι εγώ είχαμε ο ένας τον άλλο, έτσι ενώναμε τις δυνάμεις μας για να τον αντιμετωπίσουμε. Και, ακόμα καλύτερα, κάποια στιγμή εκείνος ~ 190 ~


έφυγε για το Ίτον και είχαμε να τον αντιμετωπίσουμε μόνο στις διακοπές». Σταμάτησε και κοίταξε τη θέα μπροστά. «Ο Τέρενς γινόταν καλύτερος καθώς μεγάλωνε. Όχι πως τον συμπάθησα ποτέ, αλλά μας άφηνε περισσότερο στην ησυχία μας. Δεν ξέρω αν είχε πάψει γενικά να το παίζει νταής ή αν το έκανε πλέον αποκλειστικά στο σχολείο. Όπως και να είχε το πράγμα, δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε συχνά μαζί του. Μετά το Ίτον πήγε για ένα δυο χρόνια στην Οξφόρδη και, όταν βαρέθηκε, έκανε το γύρο της Ευρώπης. Ύστερα έζησε ένα διάστημα στο Λονδίνο. Τελικά, όταν γύρισε για να εγκατασταθεί μόνιμα στο Ρέντφιλντς, εγώ δεν ερχόμουν συχνά στο σπίτι. Είχα αρχίσει τις σπουδές μου στην Οξφόρδη και απολάμβανα τη ζωή του νεαρού πλουσιόπαιδου στο Λονδίνο. Ούτε η Φραντσέσκα περνούσε πια πολύ χρόνο στο σπίτι. Έκανε το ντεμπούτο της και παντρεύτηκε. Κανείς από τους δυο μας δεν είχε συνειδητοποιήσει...» Σταμάτησε. Η Κονστάνς πάγωσε, το στομάχι της σφίχτηκε και σχεδόν ευχήθηκε να μη συνέχιζε την ιστορία του. «Αλλά τελικά, κάποια φορά που η Φραντσέσκα είχε έρθει στο σπίτι, η Άιβι της άνοιξε την καρδιά της. Ήταν φυσικά πολύ φοβισμένη για να μιλήσει στους γονείς μας και απόλυτα σίγουρη ότι εκείνοι δε θα την πίστευαν. Είπε στη Φραντσέσκα ότι ο Τέρενς την... τη βίαζε τα τελευταία δύο χρόνια. Είχε αρχίσει να το κάνει όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών. Ήταν απελπισμένη». «Ω Ντόμινικ», ψέλλισε η Κονστάνς και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του, γέρνοντας το κεφάλι της στον ώμο του. «Λυπάμαι πάρα πολύ». Εκείνος γύρισε προς το μέρος της, την αγκάλιασε και ακούμπησε το μάγουλό του στο κεφάλι της. Η φωνή του ήταν χαμηλή και βραχνή όταν συνέχισε. «Η Φραντσέσκα μου έγραψε. Με ικέτεψε να γυρίσω αμέσως στο Ρέντφιλντς για να τις βοηθήσω. Ήταν τρομοκρατημένη , αλλά ήλπιζε ότι όσο θα βρισκόταν εκείνη εκεί ο Τέρενς δε θα δοκίμαζε να πειράξει την Άιβι. Την πήρε να κοιμάται στο δωμάτιό της. Αλλά ο Τέρενς προσπάθησε να παρακάμψει τη Φραντσέσκα. Είπε στην Άιβι να βγουν ιππασία και εκείνη κατέφυγε τρομοκρατημένη στη Φραντσέσκα, που τον αντιμετώπισε στα ίσια, λέγοντάς του ότι ήξερε τα πάντα για εκείνον και τι είχε κάνει. Εκείνος, βέβαια, αρνήθηκε. Ορκίστηκε ότι η Άιβι τα είχε βγάλει όλα από το μυαλό της. Τότε ~ 191 ~


η Φραντσέσκα πήγε μαζί με την Άιβι στους γονείς μας και τους είπε τα πάντα. Και οι γονείς μας... οι γονείς μας πήραν το μέρος του Τέρενς. Όπως έκαναν πάντα. Δεν πίστεψαν την Άιβι. Η Φραντσέσκα τους παρακάλεσε ν’ αφήσουν την Άιβι να πάει να ζήσει μαζί της, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Είπαν ότι θα είχε άσχημο αντίκτυπο σ’ αυτούς. Φοβόνταν ότι η Άιβι θα διέδιδε τα “ψέματά” της για τον Τέρενς, για εκείνους». Ο Ντόμινικ άφησε την Κονστάνς και πετάχτηκε όρθιος, λες και του ήταν αδύνατο να μείνει άλλο ακίνητος. Άρχισε να πηγαινοέρχεται, κι εκείνη τον παρακολουθούσε ανίσχυρη, βλέποντας τον πόνο του και ευχόμενη να μπορούσε να τον απαλλάξει απ’ αυτόν. «Η Φραντσέσκα διαβεβαίωσε την Άιβι ότι δεν είχε χαθεί κάθε ελπίδα. Όταν θα έφτανα εγώ, της είπε, θα την παίρναμε από εκεί. Αλλά η Άιβι δεν την πίστεψε». Ο Ντόμινικ στράβωσε το στόμα του και τα μάτια του βούρκωσαν. «Και γιατί να την πιστέψει; Την είχαμε απογοητεύσει ήδη όλοι. Επί δύο χρόνια υπέμενε τις επιθέσεις του Τέρενς κι εμείς δεν είχαμε κάνει τίποτε». «Δεν το ήξερες!» του φώναξε η Κονστάνς και πετάχτηκε κι εκείνη όρθια. «Δεν μπορεί να περίμενε να το ξέρεις». «Ήξερα τι σόι άνθρωπος ήταν ο αδερφός μου. Θα έπρεπε να έδινα μεγαλύτερη προσοχή όταν ήμουν σπίτι. Θα έπρεπε να είχα ρωτήσει την Άιβι. Χριστέ μου, αν είχα κάνει απλά τον κόπο να την κοιτάξω πιο προσεκτικά, θα είχα διακρίνει τη δυστυχία της! Αλλά δεν το έκανα. Το καταδιασκέδαζα κάνοντας τη ζωούλα μου στο Λονδίνο». Γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του μακριά καθώς έλεγε: «Η Άιβι αυτοκτόνησε λίγο πριν την άφιξή μου. Έκλεψε το πιστόλι του πατέρα μου, πήγε στο δάσος και αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι». «Αχ, Ντόμινικ!» Η Κονστάνς τον πλησίασε νιώθοντας την καρδιά της να πονάει από τη λύπη. Στάθηκε πίσω του, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και ακούμπησε το μάγουλό της στην πλάτη του. «Λυπάμαι. Λυπάμαι πάρα πολύ». Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του πάνω από τα δικά της και την κράτησε σφιχτά. «Γι’ αυτό ρίχτηκα στον Τέρενς στο κοιμητήριο. Σίγουρα κάποιος θα σου διηγήθηκε αυτή την ιστορία. Και είμαι σίγουρος ότι δε θα ξαφνιαστείς που ο πατέρας μου πήρε πάλι το μέρος του Τέρενς. Με πέταξε έξω και μου είπε να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Κι εγώ του απάντησα πως δεν είχα καμιά επιθυμία να ξαναπατήσω το πόδι ~ 192 ~


μου στο σπίτι. Έφυγα. Ο θείος μου, ο αδερφός της μητέρας μου, με βοήθησε να καταταγώ στο στρατό και έφυγα για τη Χερσόνησο. Από τότε, δεν είδα ούτε μίλησα ξανά στους γονείς ή στον αδερφό μου, ως την ημέρα που πέθανε ο Τέρενς πέφτοντας από το άλογο. Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να μου ζητήσει να γυρίσω πίσω. Ήμουν πια ο κληρονόμος. Και έπρεπε να γυρίσω. Έστω κι αν ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω». Η Κονστάνς σφίχτηκε ακόμα περισσότερο πάνω του, σαν να μπορούσε μ’ αυτό τον τρόπο να απορροφήσει λίγο από τον πόνο του. Ο Ντόμινικ γύρισε, τύλιξε τα χέρια του γύρω της και έμειναν για πολλή ώρα έτσι. Η Κονστάνς άκουγε τον σταθερό ήχο της καρδιάς του κάτω από το αυτί της, ένιωθε τη ζεστασιά του να την τυλίγει. Το κορμί της πήρε ζωή, όπως συνέβαινε πάντα όταν βρισκόταν κοντά του, αλλά έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. Ήθελε να τον παρηγορήσει, ευχήθηκε να μπορούσε με κάποιο τρόπο να τον απαλλάξει από τη θλίψη. Ο Ντόμινικ έσκυψε και ακούμπησε το κεφάλι του στο δικό της. Η Κονστάνς ένιωσε το μάγουλό του να τρίβεται στα μαλλιά της. Την έσφιξε απαλά και πίεσε για μια στιγμή τα χείλια του στα μαλλιά της. «Σ’ ευχαριστώ», της ψιθύρισε. «Μακάρι να μπορούσα να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα», του απάντησε τρίβοντας κυκλικά με το χέρι της την πλάτη του. «Το κάνεις. Πίστεψέ με, το κάνεις». Δίστασε, σφίχτηκε ελαφρά, και η Κονστάνς έμεινε ακίνητη, περιμένοντας. Και τότε μια χοντρή σταγόνα έπεσε στον ώμο της, που την ακολούθησε μια δεύτερη στην πλάτη της. «Τι στην οργή;» Ο Ντόμινικ την άφησε, έκανε πίσω και κοίταξε τον ουρανό. Είχαν απορροφηθεί τόσο από την κουβέντα τους, που δεν είχαν προσέξει γύρω τους. Τα αραιά σύννεφα που έκαναν τη μέρα πιο δροσερή είχαν γίνει γκρίζα και απειλητικά. «Καλύτερα να γυρίσουμε». Ο Ντόμινικ την έπιασε από το μπράτσο και άρχισαν να κατεβαίνουν το λόφο, με τις σταγόνες να τους χτυπάνε όλο και πιο πυκνές. Το πετρώδες έδαφος είχε γίνει πιο ολισθηρό από τη βροχή και γλιστρούσαν κάθε τόσο, μειώνοντας αναγκαστικά την ταχύτητά τους. ~ 193 ~


Όταν έφτασαν στα δέντρα, τα κλαδιά τούς πρόσφεραν κάποια προστασία, αλλά ο αέρας και η βροχή δυνάμωσαν τόσο πολύ, που δεν είχε πια σημασία. Η Κονστάνς έβγαλε μια μικρή κραυγή και έφερε τα χέρια στο κεφάλι της για να συγκρατήσει το καπέλο της που το είχε ανασηκώσει ο αέρας. Αλλά δεν πρόλαβε και το καπέλο πέταξε ανάμεσα στα δέντρα. Γλίστρησε και θα έπεφτε, αν δεν την κρατούσε ο Ντόμινικ από το μπράτσο. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στη σάρκα της και την πόνεσαν, αλλά κατάφεραν να παραμείνουν όρθιοι. Μετά από μερικά βήματα, όμως, η μαλακιά σόλα της μπότας του γλίστρησε πάνω στα βρεγμένα φύλλα. Ο Ντόμινικ γλίστρησε μαζί της και άρχισαν να τρικλίζουν. Αρπάχτηκε από τα κλαδιά ενός δέντρου, αλλά την επόμενη στιγμή βρέθηκαν ξαπλωμένοι ανάσκελα στο έδαφος συνεχίζοντας να γλιστράνε, μέχρι που τους σταμάτησε η ρίζα ενός δέντρου. Ο Ντόμινικ ανακάθισε και την κοίταξε. Η Κονστάνς άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι και άπλωσε το χέρι της για να ξεμπλέξει ένα κλαράκι που είχε πιαστεί στα μαλλιά του. Εκείνος της χαμογέλασε, και αμέσως μετά γέλασε. Η βροχή έπεφτε τώρα πιο δυνατή, κυλούσε στο κεφάλι και το πρόσωπό του. Παραμέρισε τα μαλλιά με τα χέρια του, σηκώθηκε και έσκυψε να βοηθήσει και την Κονστάνς να σηκωθεί. Κατέβηκαν τρέχοντας την πλαγιά μέχρι το σημείο που είχαν δέσει τα άλογά τους. Τώρα η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς. Τα άλογα χλιμίντρισαν όταν ακούστηκε μια βροντή. Ο Ντόμινικ έδειξε τη μικρή καλύβα. «Πήγαινε μέσα. Θα περιμένουμε να περάσει η μπόρα. Όσο πάει και δυναμώνει. Θα βάλω τ’ άλογα στο υπόστεγο». Η Κονστάνς έγνεψε καταφατικά. Δεν είχε καμιά διάθεση να κατέβουν το λόφο κρατώντας τα άλογά τους και στη συνέχεια να πάνε έφιπποι μέχρι τη θερινή κατοικία μέσα στην καταιγίδα. Καθώς ο Ντόμινικ έλυνε τα ζώα για να τα οδηγήσει στο υπόστεγο, εκείνη έτρεξε στην καλύβα σηκώνοντας τη φούστα της όσο περισσότερο μπορούσε, αν και δεν καταλάβαινε γιατί το έκανε. Η βελούδινη στολή ιππασίας ήταν ήδη μουσκεμένη από τη βροχή και δεν είχε μόνο λασπωθεί στον ποδόγυρο, αλλά είχε και αρκετά σκισίματα στην πλάτη και στο πλάι από την πτώση τους. Άσε πια τα φύλλα και τα κλαράκια που είχαν κολλήσει πάνω της καθώς γλιστρούσε στο έδαφος. ~ 194 ~


Γύρισε το πόμολο και έσπρωξε. Η πόρτα έφερε κάποια αντίσταση, αλλά μετά υποχώρησε τρίζοντας και η Κονστάνς μπήκε μέσα. Άφησε την πόρτα ανοιχτή παρά τη βροχή, γιατί το φως μέσα στο σπιτάκι του ενός δωματίου ήταν λιγοστό. Και έκανε κρύο, έτσι όπως τα ρούχα της ήταν μουσκεμένα. Τη διαπέρασε ένα ρίγος. Τύλιξε τα χέρια γύρω της και προχώρησε πιο βαθιά στο δωμάτιο κοιτάζοντας τριγύρω. Δεν υπήρχαν και πολλά να δει. Ήταν ένας απλός και ελάχιστα επιπλωμένος χώρος. Ολόκληρο το σπίτι ήταν μόνο ένα δωμάτιο. Δυο μικρά παράθυρα, το ένα καλυμμένο σχεδόν εντελώς από τον κισσό απ’ έξω, ήταν η μόνη πηγή φωτός. Ένα κρεβάτι ήταν κολλημένο στον έναν τοίχο και υπήρχε ένα μικρό τραπέζι στο κέντρο του δωματίου. Δίπλα στο τραπέζι ήταν ένα σκαμνί και πιο κοντά στο μικρό τζάκι μια ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα. Μια κουρελού ήταν στρωμένη στο πάτωμα μπροστά στο κρεβάτι. Όλα ήταν καλυμμένα από ένα στρώμα σκόνης. Αναρωτήθηκε πόσο καιρό ήταν ακατοίκητη η καλύβα. Χρόνια και χρόνια, κατά τα φαινόμενα. Ο Ντόμινικ μπήκε στην καλύβα τρέχοντας και έλεγξε με μια ματιά το χώρο. «Δεν είναι ό,τι καλύτερο, φοβάμαι». Κοίταξε την Κονστάνς. «Τρέμεις». «Λιγάκι. Φταίει η υγρασία». «Η υγρασία;» Ο Ντόμινικ ύψωσε το φρύδι του. «Είσαι μουσκεμένη μέχρι το κόκαλο». Η Κονστάνς φαντάστηκε την εικόνα που παρουσίαζε και κοκκίνισε. Έφερε τα χέρια στα μαλλιά της. Είχαν λυθεί κατά τη διάρκεια της κατάβασής τους, που σχεδόν το ένα τρίτο το είχαν κάνει πεσμένοι στο έδαφος, και οι μπούκλες της έπεφταν μουσκεμένες στο πρόσωπο και στην πλάτη της, γεμάτες κλαράκια και φύλλα από την πτώση τους. Η στολή της είχε μουσκέψει και κολλούσε πάνω της γεμάτη λάσπες, κλαράκια και φύλλα. Η εμφάνισή της θα πρέπει να ήταν τρομακτική, σκέφτηκε. Ο Ντόμινικ πήγε στο τζάκι και έπεσε στο ένα γόνατο μπροστά του. «Ελπίζω να δουλεύει ακόμα», είπε ψάχνοντας να βρει το χερούλι για να ανοίξει το καπάκι της καμινάδας. Ύστερα στοίβαξε τα κούτσουρα που βρήκε δίπλα στο τζάκι. Η Κονστάνς ξεκίνησε να βγάζει από τα μαλλιά της όσα φύλλα και κλαράκια μπορούσε να βρει, ενώ ο Ντόμινικ έψαξε στο δωμάτιο και έξω, ~ 195 ~


ώσπου βρήκε αρκετά στεγνά κλαράκια και μικρά ξύλα για να τα χρησιμοποιήσει για προσάναμμα. Του πήρε λίγο χρόνο, αλλά τελικά κατάφερε ν’ ανάψει το τζάκι, που, σαν από θαύμα, τραβούσε αρκετά καλά ώστε να μη γυρίζει ο καπνός στο δωμάτιο. Η Κονστάνς έβγαλε όσες φουρκέτες είχαν απομείνει στα μαλλιά της, τις ακούμπησε στο τραπέζι και έστυψε το νερό από τις μπούκλες της. Στη συνέχεια χτένισε τα μαλλιά της με τα δάχτυλά της όσο καλύτερα μπορούσε, παρακολουθώντας τον Ντόμινικ να φουντώνει για τα καλά τη φωτιά. Εκείνος γύρισε προς το μέρος της. «Έλα να καθίσεις δίπλα στη φωτιά». Η Κονστάνς πλησίασε και σταμάτησε δίπλα του. Ο Ντόμινικ της χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι του για να βγάλει ένα φύλλο που είχε ακόμα στα μαλλιά της. «Πρέπει να έχω τα χάλια μου», μουρμούρισε η Κονστάνς. «Μου θυμίζεις νύμφη του δάσους», της απάντησε και το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Μια πολύ μουσκεμένη νύμφη του δάσους». «Είμαι πολύ μουσκεμένη», παραδέχτηκε η Κονστάνς και ρίγησε ξανά. «Θα έπρεπε να βγάλεις τα ρούχα σου», της είπε ο Ντόμινικ. Τα βλέμματά τους έσμιξαν. Τα λόγια του σαν να είχαν μείνει μετέωρα στον αέρα. Η Κονστάνς ένιωσε ξαφνικά ξέπνοη. «Ε... μμμ...» Φαντάστηκε τον εαυτό της να βγάζει τα ρούχα της μπροστά στον Ντόμινικ και, παραδόξως, το φούντωμα που ένιωσε μ’ αυτή τη σκέψη οφειλόταν περισσότερο στην προσμονή παρά στην ντροπή. Φαντάστηκε τα δάχτυλά του να ξεκουμπώνουν τη ζακέτα της, να τη βγάζουν, και το ρίγος που διαπέρασε το σώμα της δεν οφειλόταν πια στο κρύο. Εκείνος γύρισε αλλού απότομα, έριξε μια ματιά γύρω και διέσχισε το δωμάτιο με κινήσεις κάπως σπασμωδικές. Στα πόδια του κρεβατιού υπήρχε ένα μικρό μπαούλο. Το άνοιξε, έβγαλε μια κουβέρτα και την τίναξε. «Ορίστε, αυτή θα πρέπει να είναι λίγο πιο καθαρή από εκείνη που είναι στρωμένη στο κρεβάτι. Βγάλε το φόρεμά σου και τύλιξέ τη ~ 196 ~


γύρω σου. Θα απλώσουμε τα ρούχα σου στην καρέκλα να στεγνώσουν». Καθώς μιλούσε, έβγαλε το σακάκι του, σαν να ήθελε να της δώσει το παράδειγμα, και το κρέμασε στην πλάτη της κουνιστής πολυθρόνας. Τα δάχτυλά του ανέβηκαν στα κουμπιά του γιλέκου του και η Κονστάνς ακολούθησε με το βλέμμα τις κινήσεις του. Έμεινε να κοιτάζει τα μακριά, επιδέξια δάχτυλά του να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά, λες και της ήταν αδύνατο να κοιτάξει αλλού. «Έλα», της είπε εκείνος βραχνά. «Πρέπει να το κάνεις. Θα αρπάξεις κανένα κρυολόγημα. Θα... θα πάω έξω όσο θα γδύνεσαι». «Όχι, θα βραχείς. Η βροχή πέφτει ακόμα πιο δυνατά τώρα», διαμαρτυρήθηκε η Κονστάνς. «Είμαι ήδη βρεγμένος μέχρι το κόκαλο», της απάντησε. Είχε δίκιο, βέβαια. Το πουκάμισο, που το λεπτό ύφασμά του είχε γίνει σχεδόν διάφανο, κολλούσε στο στέρνο του. Η Κονστάνς μπορούσε να διακρίνει τις σκούρες θηλές του, τις γραμμές των μυών, τη σκιά του τριχώματος σε σχήμα V στο στέρνο του. Η κιλότα ιππασίας κολλούσε, εξίσου βρεγμένη, στα πόδια του, διαγράφοντας τους μυώδεις μηρούς και τους γλουτούς του. Ήταν χειρότερο απ’ ό,τι αν ήταν ολόγυμνος, σκέφτηκε, γιατί τώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο πέρα από αυτά που έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας της κάτω από τα ρούχα. Συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε και ένα έντονο κοκκίνισμα απλώθηκε από το λαιμό μέχρι τα μάγουλά της. Έπρεπε να πει κάτι, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κολλημένη στον ουρανίσκο της. «Αν... αν γύριζες την πλάτη σου...» Ο Ντόμινικ έγνεψε καταφατικά, έκανε μεταβολή, ξαναπήγε στο μπαούλο στα πόδια του κρεβατιού και έψαξε να βρει κι άλλη κουβέρτα. Η Κονστάνς γύρισε προς τη φωτιά και άρχισε να ξεκουμπώνει τη ζακέτα της στολής της με δάχτυλα που έτρεμαν. Ύστερα ξεκούμπωσε τη φούστα. Ήταν βαριά από το νερό και, γλιστρώντας γρήγορα προς τα κάτω, προσγειώθηκε στο δάπεδο μ’ έναν παφλασμό. Ύστερα έπιασε τις άκρες της ζακέτας και ετοιμάστηκε να τη βγάλει. Σκέφτηκε τον Ντόμινικ πίσω της και αναρωτήθηκε αν είχε γυρίσει πράγματι την πλάτη του ή στεκόταν εκεί και την παρακολουθούσ ε να γδύνεται. Η φλόγα που φούντωσε στα λαγόνια της την έκανε να ~ 197 ~


αναρωτηθεί τι από τα δύο θα προτιμούσε. Έβγαλε τη ζακέτα και σταμάτησε. Δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί κι έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Δεν θα έπρεπε να το είχε κάνει, σκέφτηκε. Ήταν μεγάλο λάθος, γιατί ο Ντόμινικ φερόταν σαν πραγματικός κύριος, έχοντας την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος της. Είχε βγάλει τις μπότες και το πουκάμισό του. Η πλάτη του ήταν γυμνή. Κάτω από τους φαρδιούς ώμους του ο κορμός του στένευε, καταλήγοντας στη λεπτή μέση του. Είδε τους μυς να πάλλονται στην πλάτη του καθώς έχωνε τα χέρια στο πλάι της κιλότας για να την κατεβάσει. Δεν ήταν εύκολο, γιατί είχε κολλήσει πάνω του και έπρεπε να την ξεκολλήσει από το δέρμα του. Η Κονστάνς κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος. Το να τον βλέπει γυμνό ήταν χειρότερο, πολύ χειρότερο, απ’ ό,τι να τον βλέπει με τα βρεγμένα ρούχα. Της ήταν αδύνατο να τραβήξει το βλέμμα της από τους σφιχτούς γλουτούς που κατέληγαν στους μυώδεις μηρούς του. Τα μακριά πόδια του, αν και μυώδη, ήταν λεπτά. Δεν είχε ξαναδεί άντρα γυμνό –ακόμα κι όταν σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να είναι ένας άντρας χωρίς ρούχα, κοκκίνιζε. Αλλά ήξερε ότι δεν περίμενε να είναι τόσο ακαταμάχητος. Δεν είχε φανταστεί ότι η γυμνή κορμοστασιά του θα τραβούσε το βλέμμα της μ’ αυτό τον τρόπο, ότι θα έκανε τα σωθικά της να λιώσουν και το στόμα της να γίνει κατάξερο. Θα πρέπει να έκανε κάποιο μικρό θόρυβο, γιατί εκείνη τη στιγμή ο Ντόμινικ γύρισε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο του και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η Κονστάνς ήξερε ότι θα έπρεπε να ξανακάνει στα γρήγορα μεταβολή και να κοιτάξει τη φωτιά. Θα έπρεπε να νιώθει ντροπή που την είχε πιάσει να τον κοιτάζει. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να ξαναγυρίσει ο Ντόμινικ αλλού το βλέμμα του, να βγάλει τη ζακέτα της και να τυλιχτεί με την κουβέρτα. Αντί γι’ αυτό, έπιασε τον εαυτό της να γυρίζει εντελώς προς το μέρος του. Αργά, προσεκτικά, με το βλέμμα της καρφωμένο στο πρόσωπό του, έβγαλε τη ζακέτα και την άφησε να πέσει στο πάτωμα. Στάθηκε μπροστά του φορώντας μόνο την πουκαμίσα και το μισοφόρι της. Ο Ντόμινικ γύρισε αργά προς το μέρος της. Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο, το δέρμα τεντωμένο πάνω στα κόκαλα. Την κοίταξε με ~ 198 ~


σκοτεινό βλέμμα, σφίγγοντας τα χέρια του σε γροθιές πάνω στα πόδια του. Η Κονστάνς τον περιεργάστηκε αργά. Ήταν μυώδης, δυνατός, αρρενωπός. Μπορούσε να διακρίνει τα πλευρά του, την καμπύλη των μυών κάτω από το λείο δέρμα των μπράτσων και του στέρνου του, το επίπεδο στομάχι του. Ξανθές, σγουρές τρίχες κάλυπταν τα πόδια και τα χέρια του και σχημάτιζαν ένα V στο στέρνο του, που κατέβαινε σε ευθεία μέχρι τον αφαλό του, για να καταλήξει σ’ ένα λαμπερό, κατσαρό θύσανο γύρω από τον ορθωμένο ανδρισμό. Ήταν αυτό το όργανο με το λείο δέρμα, επιμηκυμένο και διογκωμένο, που τράβηξε το βλέμμα της προς τα κάτω. Δεν ήξερε τι να περιμένει, δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι η θέα του πόθου του θα τη διέγειρε τόσο πολύ. Η ανάσα της άρχισε να βγαίνει ρηχή και γρήγορη. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της. Ένιωθε έξαψη, φόβο και εκατοντάδες άλλα συναισθήματα. Όλοι θα της έλεγαν ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό, το ήξερε. Έπρεπε να σταματήσει. Έπρεπε να ξαναφορέσει τα ρούχα της και να φύγει τρέχοντας από αυτό το σπίτι. Αλλά δεν θα το έκανε. Μπορεί να ενεργούσε παρορμητικά, αλλά όχι απερίσκεπτα. Αυτό ήθελε. Ήθελε τον Ντόμινικ. Ήξερε ότι εκείνος δεν θα την παντρευόταν, δεν μπορούσε να το κάνει. Ήξερε ότι οι άλλοι θα θεωρούσαν λάθος αυτό που ήταν έτοιμη να κάνει. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε τον Ντόμινικ. Ήθελε αυτή τη στιγμή. Ό,τι και να συνέβαινε στη ζωή της, ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του. Ήθελε να του ανοίξει την αγκαλιά της, να τον αφήσει να τη σφίξει στη δική του και να τη διδάξει όσα μπορούσαν να ζήσουν ένας άντρας και μια γυναίκα. Μπορεί η υπόλοιπη ζωή της να συνεχιζόταν άδεια και θλιβερή, αλλά, για την ώρα, θα γνώριζε το πάθος, θα χανόταν στην αγκαλιά του Ντόμινικ. Η Κονστάνς τράβηξε την άκρη του μπλε φιόγκου στο γιακά της πουκαμίσας της και τον έλυσε. Ξεκούμπωσε αργά μία μία τις κόπιτσες, μέχρι που το ρούχο άνοιξε από πάνω μέχρι κάτω, αποκαλύπτοντας μια λεπτή λωρίδα δέρματος στο κέντρο του στήθους της. Σήκωσε το χέρι της για να παραμερίσει εντελώς το ρούχο. «Κονστάνς...» είπε τραχιά ο Ντόμινικ. «Όχι. Δεν πρέπει». «Το θέλω». Εκείνος ξεροκατάπιε και την κοίταξε για μια ατέλειωτη στιγμή. ~ 199 ~


Όταν ξαναπρόφερε το όνομά της, ο τόνος του δεν ήταν προειδοποιητικός, ήταν ένας σιγανός αναστεναγμός πόθου. «Κονστάνς...» Προχώρησε προς το μέρος της αργά, με αθόρυβες δρασκελιές ζώου που κυνηγάει τη λεία του. Με το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του, η Κονστάνς έβγαλε την πουκαμίσα και την άφησε να πέσει στο πάτωμα. Την πλησίασε ακόμα περισσότερο, ενώ εκείνη ξεκούμπωνε το λευκό μισοφόρι της από μουσελίνα και το άφηνε και αυτό να πέσει στο πάτωμα. Ο Ντόμινικ σταμάτησε ελάχιστα εκατοστά μακριά της. Η Κονστάνς έκανε να λύσει και το μακρύ εσώρουχο, αλλά ο Ντόμινικ έπιασε τα χέρια της και τη σταμάτησε. Μ’ ένα αχνό χαμόγελο, έπιασε τη λεπτή κορδέλα και την έλυσε. Ακούμπησε τα χέρια του στα πλευρά της, τα δάχτυλά του χάιδεψαν το δέρμα της και ύστερα τα χαμήλωσε, χώνοντας τα χέρια του μέσα από το εσώρουχο, και το κατέβασε. Οι παλάμες του γλίστρησαν πάνω στη σάρκα της, φλογίζοντάς τη με τη θέρμη τους και αποκαλύπτοντας το δέρμα της εκατοστό εκατοστό. Η Κονστάνς κράτησε την ανάσα της όταν ένιωσε το δέρμα του πάνω στο δικό της. Τα ακροδάχτυλα και οι παλάμες του, τραχιές από τα πολλά χρόνια ιππασίας, άγγιζαν ανάλαφρα το απαλό δέρμα της, αφυπνίζοντας στην ευαίσθητη σάρκα τη συναίσθηση της διέγερσης. Το δέρμα της τσιτώθηκε και ένας πόνος άνθισε ανάμεσα στα πόδια της, ήπιος και παλλόμενος. Ο Ντόμινικ κάρφωσε το βλέμμα του στο στήθος της, στις θηλές της που είχαν σκληρύνει από το άγγιγμά του. Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ, προδίδοντας την αντρική του ικανοποίηση, και κατέβασε εντελώς το εσώρουχο, αφήνοντάς το να πέσει γύρω από τα πόδια της. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, με τα χέρια του στους γοφούς της, εξερευνώντας το κορμί της μόνο με τα μάτια του. Ύστερα το βλέμμα του ανέβηκε πάλι προς τα πάνω, αιχμαλωτίζοντας το δικό της. Συνέχισε να κρατάει την προσοχή της κοιτάζοντάς τη με βλέμμα καυτό και έντονο, καθώς τα χέρια του ανέβαιναν στα πλευρά της, αργά και απαλά, αντλώντας κάθε μόριο αισθησιασμού από τη σάρκα της. Χάιδεψε τα στήθη της, τα δάχτυλά του έπαιξαν με τα σκληρά μπουμπούκια των θηλών της και γλίστρησαν στις απαλές καμπύλες των μαστών της. Τα χέρια του περιπλανήθηκαν στην πλάτη της, κατέβηκαν και απλώθηκαν στους γοφούς της, πιέζοντας και χωρίζοντας τους γλουτούς της, προτού γλιστρήσουν στο πάνω μέρος ~ 200 ~


των μηρών της. Ο ορθωμένος ανδρισμός του πίεζε απαλά την κοιλιά της. Η Κονστάνς δάγκωσε το κάτω χείλος της, εκστασιασμένη από τις καινούριες απολαύσεις που της πρόσφεραν τα δάχτυλά του. Ύστερα, ξαφνιάζοντάς την ακόμα περισσότερο, γλίστρησε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Με κομμένη την ανάσα, άνοιξε ασυναίσθητα τα πόδια της για να του προσφέρει τον εαυτό της. Τα δάχτυλά του έπαιξαν με την ευαίσθητη σάρκα, χαϊδεύοντας και ανοίγοντας μαλακά τις απαλές πτυχές της. Η Κονστάνς ακούμπησε τα χέρια της στα μπράτσα του και έμπηξε τα δάχτυλά της στη σάρκα του, καθώς την κυρίευε αυτή η καινούρια, αβάσταχτη ηδονή. Ξεροκατάπιε και τον κοίταξε έκπληκτη. Εκείνος δεν τράβηξε στιγμή το βλέμμα του από το δικό της καθώς τα δάχτυλά του συνέχιζαν το μαγικό χάδι τους στη σάρκα της, παρατηρώντας κάθε ανεπαίσθητη αλλαγή στην έκφρασή της με κάθε νέα συγκίνηση που τη συνέπαιρνε. Η Κονστάνς δεν είχε νιώσει ποτέ συναισθήματα σαν αυτά που ξυπνούσε ο Ντόμινικ μέσα της, δεν είχε ονειρευτεί ποτέ πως θα μπορούσε να τη συνεπάρει τόσο πάθος, τόσο έντονη ηδονή. Ο Ντόμινικ δεν την είχε καν φιλήσει ακόμα, κι όμως εκείνη έτρεμε από μια σχεδόν τρομακτική ανάγκη, από απόλαυση τόσο συγκλονιστική, που νόμιζε ότι θα διαλυόταν. Και διαλύθηκε, βγάζοντας μια μικρή κραυγή καθώς τη συντάραζε το πάθος. Ξέσπασε στο κέντρο της ύπαρξής της, χτυπώντας την κατά κύματα. Σφίχτηκε πάνω του τρέμοντας σύγκορμη Έλιωσε. Δεν υπήρχε άλλη λέξη να το περιγράψει. Έλιωσε μέσα κι έξω. Το κορμί της χαλάρωσε, τα γόνατά της λύγισαν, θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα αν ο Ντόμινικ δεν είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε, το δέρμα του ήταν καυτό και υγρό κάτω από το μάγουλό της, η ανάσα του έβγαινε κοφτή. «Ντόμινικ...» Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε σαστισμένη. «Αυτό ήταν... περισσότερο από... Ήταν υπέροχο. Αλλά... εννοώ, εσύ...» Έκοψε στη μέση τα λόγια της και κοκκίνισε. Εκείνος της χαμογέλασε. Τα μάτια του γυάλιζαν καθώς έπαιρνε την κουβέρτα από την πολυθρόνα και την άπλωνε στο πάτωμα. «Μην ~ 201 ~


ανησυχείς, αγάπη μου», της είπε καθώς τη σήκωνε και την ξάπλωνε στην κουβέρτα, πριν ξαπλώσει κι εκείνος δίπλα της. «Μόλις αρχίσαμε». Και, επιτέλους, έσκυψε και τη φίλησε.

~ 202 ~


Κεφάλαιο 14

Τη φίλησε σαν να είχε όλο το χρόνο του κόσμου στη διάθεσή του. Το στόμα του, απαλά και αργά, αποζητούσε κάθε ευχαρίστηση. Στο φιλί του δεν υπήρχε κανένα ίχνος βιασύνης, καμιά ανυπομονησία να ικανοποιήσει τη δική του ανάγκη, μόνο μια ήρεμη, αργή εξερεύνηση. Η Κονστάνς, σαστισμένη και κορεσμένη, ανταπέδωσε τα φιλιά του με νωχελική ευχαρίστηση, τόσο ικανοποιημένη, που νόμιζε ότι της αρκούσε να μείνει ξαπλωμένη μαζί του εκεί για πάντα χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο. Έσυρε νωχελικά τα χέρια της στα μπράτσα του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του δέρματός του κάτω από τις παλάμες της, διαγράφοντας με τα δάχτυλά της τους μυς που φούσκωναν από κάτω. Συνειδητοποίησε ότι η ένταση που δεν πρόδιναν τα φιλιά του υπήρχε στο κορμί του. Τα μπράτσα του που τον στήριζαν ήταν τσιτωμένα σαν τεντωμένες χορδές και το δέρμα του, όπου το άγγιζε, ανατρίχιαζε. Η Κονστάνς ήξερε ότι ο πόθος κόχλαζε μέσα του και ότι ο αργός, τρυφερός τρόπος που της έκανε έρωτα ήταν αποτέλεσμα σιδερένιου αυτοέλεγχου. Την ευχαρίστησε η συνειδητοποίηση της έντασης του πόθου του, η επίγνωση ότι την ήθελε τόσο πολύ. Έσυρε το χέρι της στο κέντρο του στέρνου του και το ρίγος που τον συντάραξε φούντωσε μια καινούρια φλόγα μέσα της. Δεν περίμενε ότι θα διεγειρόταν τόσο γρήγορα ύστερα από τον κατακλυσμό των συναισθημάτων που είχε ήδη βιώσει λίγο πριν, και η φωτιά που άναψε μέσα της την ξάφνιασε. Θα πρέπει να έκανε κάποια κίνηση πάνω στην έκπληξή της, γιατί ο Ντόμινικ σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Τα μάτια του ήταν θολά από τον πόθο, τα χείλια του σκούρα και πρησμένα από τα φιλιά τους. Είδε την έκπληξη στα μάτια της και της ~ 203 ~


χαμογέλασε μ’ έναν τρόπο που φούντωσε τον πόθο της. «Πίστευες ότι αυτό ήταν όλο;» της ψιθύρισε, κι όταν η Κονστάνς έγνεψε καταφατικά, έσκυψε και φίλησε την άκρη των χειλιών της. «Υπάρχουν πολλά». Φίλησε την αντίθετη άκρη. «Πάρα πολλά ακόμα». Έσυρε την άκρη της γλώσσας του ανάμεσα στα χείλη της. «Σου το υπόσχομαι». Φίλησε τα μάγουλα, το πιγούνι, τα φρύδια της, τα απαλά σαν ροδοπέταλα βλέφαρά της, για να καταλήξει στο λοβό του αυτιού της. Τον φίλησε, τον χάιδεψε με τη γλώσσα του και μετά τον έκλεισε απαλά ανάμεσα στο δόντια του και τον δάγκωσε παιχνιδιάρικα. Ρίγη ηδονής τη διαπέρασαν, καταλήγοντας χαμηλά στην κοιλιά της. Η Κονστάνς κινήθηκε νευρικά από κάτω του, ανίκανη να παραμείνει ακίνητη κάτω από την παιχνιδιάρικη αυτή επίθεση. Ένιωσε τραχιά την κουβέρτα στην πλάτη της και η άγρια υφή της αύξησε ακόμα περισσότερο την ευχαρίστηση που της χάριζαν τα φιλιά του. Έβγαλε μια τρεμουλιαστή ανάσα και έσυρε τα χέρια της στα πλευρά και στην πλάτη του. Η υφή του σώματός του –η απαλότητα του δέρματος και οι σφιχτοί μύες από κάτω, οι σκληρές γραμμές του θώρακά του, οι αιχμηρές άκρες των οστών των ώμων και της κλείδας, οι σγουρές τρίχες στο στέρνο του– την ερέθισε. Η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο αυτί της και η Κονστάνς τινάχτηκε, νιώθοντας τον πόθο να φουντώνει στα λαγόνια της και ν’ απλώνεται σε ολόκληρο το κορμί της. Η ανάσα βγήκε τραχιά από το λαιμό της. Ο Ντόμινικ ήρθε από πάνω της, έσπρωξε τα πόδια του ανάμεσα στα δικά της και τα άνοιξε. Είχε στηρίξει το περισσότερο βάρος του στα χέρια του, αλλά ο θώρακάς του πίεζε τον δικό της και η Κονστάνς ένιωθε τον σκληρό, παλλόμενο ανδρισμό του πάνω στο πιο ευαίσθητο, πιο απόκρυφο σημείο του σώματός της. Ο Ντόμινικ έγραψε ένα μονοπάτι από φιλιά στο λαιμό της, δάγκωσε απαλά τους σκληρούς τένοντες και απόθεσε ένα φιλί απαλό σαν φτερό πεταλούδας στη λακκουβίτσα στη βάση του. Έκλεισε στη παλάμη του το στήθος της καθώς τα χείλια του κατηφόριζαν για να αγγίξουν απαλά τις πρησμένες σφαίρες. Φίλησε την απαλή σάρκα, σκορπώντας φιλιά με αφάνταστη υπομονή στην καμπύλη του στήθους της, ώσπου έφτασε στις θηλές της. Η γλώσσα του διέγραψε ξανά και ξανά κύκλους γύρω από την άλω και τελικά άγγιξε τη σκληρή κορυφή. ~ 204 ~


Η Κονστάνς ήθελε να πάρει το μικρό βόλο σάρκας στο στόμα του. Θυμόταν πολύ καλά την υγρή ζεστασιά του, τον πόθο που ξεσήκωνε μέσα της κάθε απαλό δάγκωμά του. Με κάθε ανάλαφρο πέρασμα της γλώσσας του αποζητούσε περισσότερο το στόμα του. Ασυναίσθητα, στερέωσε τις φτέρνες της στο πάτωμα και καμπύλωσε το κορμί της. Έσυρε τα νύχια της στην πλάτη του και έμπηξε τα δάχτυλά της στους γλουτούς του. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του και, επιτέλους, ρούφηξε τη θηλή της μέσα στο στόμα του. Η ανάσα της βγήκε τώρα σαν λυγμός και η φωτιά που ξαναφούντωσε στα λαγόνια της, τόσο απολαυστική, τόσο έντονη, άγγιζε τα όρια του πόνου. Η Κονστάνς ψέλλισε τ’ όνομά του, γύρισε το κεφάλι της και έσυρε τα χείλη της στο μπράτσο του που ήταν στηριγμένο δίπλα της. Το φίλησε, έμπηξε τα δόντια της στη σάρκα του καθώς ο πόθος της γινόταν ακόμα πιο έντονος. Τη στιγμή που σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει περισσότερο, ότι θα διαλυόταν από την αβάσταχτη ηδονή, εκείνος άφησε τη θηλή της. Κρέμασε το κεφάλι του για λίγο ανασαίνοντας βαριά. Την επόμενη στιγμή τη φίλησε ανάμεσα στα στήθη και μετά πήρε στο στόμα του την άλλη θηλή της. Η Κονστάνς βόγκηξε και καμπύλωσε πάλι το κορμί της. Ο πόθος παλλόταν ανάμεσα στα πόδια της, υγραίνοντας και προκαλώντας πόνο σ’ αυτό το ευαίσθητο σημείο του σώματός της. Ο Ντόμινικ κατέβασε το χέρι του και γλίστρησε το δάχτυλό του ανάμεσα στις μεταξένιες πτυχές. Η Κονστάνς πίστευε ότι η λαχτάρα της δεν θα μπορούσε να γίνει πιο έντονη, αλλά τώρα, κάτω από τα συνδυασμένα χάδια της γλώσσας και των δαχτύλων του, έγινε αφόρητη. Έτριψε τους γοφούς της πάνω του και άκουσε το πνιχτό βογκητό που ξέφυγε από τα χείλη του, σημάδι ότι είχε εξαντλήσει τα όρια της αυτοσυγκράτησης. Ο Ντόμινικ χαμήλωσε το σώμα του και άνοιξε περισσότερο τα πόδια της. Η Κονστάνς ένιωσε τον παλλόμενο ανδρισμό του να πιέζει το ευαίσθητο σημείο της. Βόγκηξε, άνοιξε ακόμα περισσότερο τα πόδια της και ανασηκώθηκε για να τον δεχτεί μέσα της. Ο ξαφνικός πόνος την έκανε να βγάλει μια πνιχτή κραυγή. Ο Ντόμινικ σταμάτησε, αλλά το σώμα του σφίχτηκε και ρίγησε από την προσπάθεια. Εκείνη όμως δεν την ένοιαζε ο πόνος, δεν άντεχε να περιμένει, έτσι έσυρε τα ~ 205 ~


χέρια της στα πλευρά και στους γοφούς του, προτρέποντάς τον να συνεχίσει. Ο Ντόμινικ διείσδυσε μέσα της και η Κονστάνς πήρε μια κοφτή ανάσα έκπληξης και απόλαυσης. Τη γέμιζε, εξωθώντας τη στα όριά της, και ήταν υπέροχο, λες και κάποιο κενό μέσα της είχε επιτέλους γεμίσει. Αλλά ταυτόχρονα ήθελε περισσότερα. Ήθελε να τον πάρει ακόμα πιο βαθιά μέσα της, να τον κάνει δικό της και να την κάνει δική του. Άρχισε να κινείται μέσα της και εκείνη συνειδητοποίησε πως αυτό ακριβώς ήθελε. Εκείνος τραβήχτηκε λίγο και η Κονστάνς έκανε να διαμαρτυρηθεί νομίζοντας ότι θα την άφηνε, αλλά έκανε λάθος. Μπήκε ξανά μέσα της, πιο δυνατά και πιο βαθιά. Από τα χείλη της βγήκε ένας ήχος ανάμεσα σε βογκητό και γέλιο, καθώς αφηνόταν στη απόλυτη ηδονή των κινήσεών του. Ο Ντόμινικ συνέχισε να κινείται μέσα της όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα... Και εκείνη κινήθηκε, συγχρονίζοντας τις κινήσεις της με τις δικές του, νιώθοντας τον πόθο να κορυφώνεται, μια τεράστια, καυτή μπάλα πόθου, καθώς η κάθε ώθηση γινόταν όλο και πιο έντονη. Αρπάχτηκε από την κουβέρτα από κάτω της σαν να φοβόταν πως θα πετούσε. Αυτή τη φορά της ήταν γνώριμη η αίσθηση εκτόξευσης και ήξερε ότι μετά το ξέσπασμα του πάθους μέσα της θα ήθελε περισσότερα. Μόνο που τώρα η κορύφωση της ηδονής ήταν ακόμα πιο έντονη, ακόμα πιο άγρια, γιατί τώρα τον είχε μέσα της, ήταν ενωμένη μαζί του σ’ αυτόν το μακρόσυρτο, τρελό χορό του πόθου. Και τότε, τελικά, ήρθε... Η ηδονή ξέσπασε καυτή στο επίκεντρο του πόθου της και απλώθηκε σε κάθε μόριο του κορμιού της. Έβγαλε μια κραυγή κολλώντας το κορμί της επάνω του, καθώς εκείνος έσπρωχνε για τελευταία φορά βαθιά μέσα της, ενώνοντας τη βραχνή κραυγή του με τη δική της. Η Κονστάνς τύλιξε τα χέρια της γύρω του, τα κορμιά τους σφίχτηκαν και έγιναν ένα μέσα στη θύελλα του πάθους. Ο Ντόμινικ χαλάρωσε πάνω της, ακουμπώντας το πρόσωπό του στο λαιμό της. Η Κονστάνς άκουσε την ανάσα του να ξαναβρίσκει σιγά σιγά τον κανονικό της ρυθμό, ένιωσε την ένταση να εγκαταλείπει το κορμί του. Δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τη θέληση να κουνηθεί ή να μιλήσει. Δεν μπορούσε καν να σκεφτεί μια λογική φράση, πόσο μάλλον να την αρθρώσει. ~ 206 ~


Ο Ντόμινικ τη φίλησε εκεί όπου ο λαιμός ενωνόταν με τον ώμο της, κι ύστερα κύλησε από πάνω της, πέρασε το χέρι του κάτω από το λαιμό και τους ώμους της και την κόλλησε επάνω του. Η Κονστάνς διαπίστωσε πως το κεφάλι της ταίριαζε τέλεια στην καμπύλη του ώμου του. Άπλωσε το μπράτσο της πάνω του, χάιδεψε το δέρμα του και έπλεξε τα δάχτυλά της στο τρίχωμα του στέρνου του. Ένιωθε γεμάτη, μεταχειρισμένη, λιγάκι πονεμένη... και απόλυτα ικανοποιημένη. Αυτό θα πει ν’ αγαπάς έναν άντρα, σκέφτηκε. Δεν το είχε γνωρίσει ποτέ πριν –και πώς θα μπορούσε; Δεν είχε βιώσει ποτέ πριν τον έρωτα σε όλη του την έκταση, τον τρόπο που η καρδιά, η ψυχή και το σώμα τυλίγονται γύρω από ένα άλλο άτομο, γίνονται ένα μαζί του, το αγγίζουν με κάθε δυνατό τρόπο. Ήταν άγριο και ήταν όμορφο. Δεν ήταν τόσο γλυκό και ιδανικό όσο το παρουσίαζαν. Κι όμως, ήταν χιλιάδες φορές πιο υπέροχο –σκανδαλιστικό, λουσμένο στον ιδρώτα, έντονο και οδυνηρά αληθινό. Ήξερε ότι όλα είχαν γίνει φοβερά πιο πολύπλοκα, αλλά δεν θα το σκεφτόταν αυτό τώρα. Τώρα ήθελε ν’ απολαύσει απλά τη στιγμή, να ρουφήξει και το τελευταίο ίχνος ευχαρίστησης και χαράς. Ο Ντόμινικ γύρισε το κεφάλι του και τη φίλησε στο μέτωπο. Χάιδεψε το μπράτσο της και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Έφερε το χέρι της στο στόμα του και φίλησε ένα ένα τα δάχτυλά της. «Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου». Η Κονστάνς χασκογέλασε. Ήξερε ότι ήταν χαζό εκ μέρους του να πιστεύει τέτοιο πράγμα, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να νιώσει απίστευτα χαρούμενη που το πίστευε. Εκείνος συνέχισε να απαριθμεί τις λεπτομέρειες της ομορφιάς της, αναγκάζοντάς τη να τον σταματήσει μ’ ένα φιλί. Στη συνέχεια πέρασαν κάμποσα λεπτά χωρίς να μιλήσει κανένας. «Κονστάνς», είπε στο τέλος ο Ντόμινικ, κι εκείνη διέκρινε τη νότα οριστικότητας στη φωνή του, τον τόνο της περίσκεψης και της λογικής. Ήταν σίγουρη ότι δεν ήθελε ν’ ακούσει αυτό που ετοιμαζόταν να της πει. «Όχι», του είπε βιαστικά και, στηριγμένη στον αγκώνα της, ακούμπησε το δάχτυλό της στα χείλη του. Τον φίλησε στο μάγουλο κι ύστερα έσκυψε το κεφάλι της κοντά στο δικό του και του ψιθύρισε: «Ας μην το κουβεντιάσουμε τώρα. Αργότερα θα έχουμε άφθονο ~ 207 ~


χρόνο». «Πρέπει να γυρίσουμε». «Το ξέρω». Χρειάστηκε να καταβάλει υπεράνθρωπη προσπάθεια για να τραβηχτεί μακριά του, αλλά το έκανε, φροντίζοντας να μην τον κοιτάξει, γιατί ήξερε πως αν το έκανε θα λύγιζε. Σηκώθηκε και μάζεψε τα εσώρουχά της, που είχαν προσγειωθεί επικίνδυνα κοντά στη φωτιά. Τουλάχιστον είχαν σχεδόν στεγνώσει, και τα φόρεσε στα γρήγορα. Η στολή ιππασίας, απλωμένη πάνω στην πολυθρόνα, ήταν, δυστυχώς, αρκετά υγρή ακόμα, γιατί το χοντρό ύφασμα είχε ρουφήξει μπόλικο νερό. Παρ’ όλα αυτά, αναγκάστηκε να τη φορέσει. Η φωτιά είχε σβήσει, αλλά ο Ντόμινικ, αφού ντύθηκε, ανασκάλεψε τις στάχτες για να βεβαιωθεί ότι δεν είχαν μείνει αναμμένα υπολείμματα. Η Κονστάνς τον παρακολουθούσε καθώς χτένιζε με τα δάχτυλα τα μαλλιά της, προσπαθώντας να τα σηκώσει σ’ έναν απλό κότσο και να τα πιάσει με τις φουρκέτες που είχαν απομείνει. Αλλά ήταν πολύ πυκνά, οι φουρκέτες ήταν λίγες και η έλλειψη καθρέφτη τη δυσκόλευε ακόμα περισσότερο να τα μαζέψει. Στο τέλος κατάφερε να τα στερεώσει, αν και δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι θα έμεναν στη θέση τους. Δεν αμφέβαλλε καθόλου πως είχε τα χάλια της –τα ρούχα της ήταν υγρά, τσαλακωμένα και λασπωμένα από το πέσιμο, τα μαλλιά της πρόχειρα πιασμένα. Αλλά δεν την ένοιαζε. Πετούσε ακόμα στο ροζ συννεφάκι του έρωτα. Ο Ντόμινικ άφησε τελικά τη φωτιά, γύρισε και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Το στόμα του μαλάκωσε, τα μάτια του σκούρυναν και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της ψιθυρίζοντας: «Κονστάνς». Της άνοιξε την αγκαλιά του κι εκείνη χώθηκε μέσα χωρίς δισταγμό, υψώνοντας το πρόσωπό της προς το δικό του. Τη φίλησε σφίγγοντάς την πάνω του, κι εκείνη τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του. Τελικά σήκωσε το κεφάλι του, πήρε μια βαθιά ανάσα και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Πρέπει να φύγουμε», της είπε, με τόνο όχι ιδιαίτερα πειστικό. «Το ξέρω». «Δεν το θέλω καθόλου». Η Κονστάνς χαμογέλασε, νιώθοντας την καρδιά της να γεμίζει ~ 208 ~


χαρά μπροστά στην απροθυμία του να φύγουν. «Πρέπει όμως». Έκανε ένα βήμα πίσω και τον έπιασε από το χέρι. «Θα μας περιμένουν». Εκείνος αναστέναξε. «Έχεις δίκιο». Έσκυψε, της έδωσε ένα άγριο φιλί και βγήκαν μαζί από το σπίτι. Ο Ντόμινικ έφερε τα άλογά τους από το υπόστεγο και άρχισαν να κατεβαίνουν το λόφο, κρατώντας τα ζώα από τα χαλινάρια. Η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη και γαλήνια και ο αέρας είχε τη γλυκιά ευωδιά της βροχής. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και ο ήλιος έλουζε με το χρυσαφένιο φως του το τοπίο. Προχωρούσαν πιασμένοι απ’ το χέρι και κάθε τόσο κοιτάζονταν. Η Κονστάνς ένιωθε σαν να ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι στον κόσμο. Τα πάντα θα άλλαζαν όταν θα ξανασυναντούσαν τους υπόλοιπους, το ήξερε, αλλά αρνιόταν να το σκεφτεί, καθώς απολάμβανε αυτή τη γλυκιά στιγμή. Όταν έφτασαν στο σημείο όπου είχαν αφήσει τη Μάργκαρετ, την Καλάντρα και τους δύο άντρες, δεν βρήκαν κανέναν. Δεν ήταν περίεργο, αν έπαιρνε κανείς υπόψη του την καταιγίδα που είχε ξεσπάσει. Αναμφίβολα θα είχαν γυρίσει στη θερινή κατοικία για να βρουν καταφύγιο. Ειλικρινά, η Κονστάνς χάρηκε που είχαν φύγει. Έτσι θα έμενε μερικά ακόμα λεπτά μόνη με τον Ντόμινικ, σκέφτηκε καθώς ανέβαιναν στα άλογα για να κάνουν τον υπόλοιπο δρόμο της επιστροφής. Όταν λίγα λεπτά αργότερα πήραν τη στροφή και αντίκρισαν τη λευκή θερινή κατοικία στο βάθος, ένιωσε ένα ξεκάθαρο αίσθημα απογοήτευσης. Το σύντομο ιντερλούδιο είχε τελειώσει. Εκείνη και ο Ντόμινικ θα έπρεπε να ξαναβρούν τον κανονικό ρυθμό της ζωής τους. Αναστέναξε ασυναίσθητα. «Το ξέρω», της είπε ο Ντόμινικ και την κοίταξε. «Δε θέλω να γυρίσω». Η Κονστάνς χαμογέλασε, ευχαριστημένη από αυτό που είχε πει, αλλά η διάθεσή της χαλούσε αστραπιαία. Θυμήθηκε όλους τους λόγους για τους οποίους ο Ντόμινικ δεν θα την παντρευόταν ποτέ. Για τους οποίους δεν θα μπορούσε ποτέ να την παντρευτεί. Σύντομα θα επέστρεφαν στο Λονδίνο και όλα θα τέλειωναν. Αλλά και νωρίτερα, όταν θα ξαναβρίσκονταν με τους υπόλοιπους καλεσμένους, θα έπρεπε ~ 209 ~


να προσέχουν τη συμπεριφορά τους. Ο Ντόμινικ δεν θα μπορούσε να την πιάσει από το χέρι και να την τραβήξει στην αγκαλιά του. Εκείνη δεν θα μπορούσε να τον κοιτάζει με την αγάπη να καθρεφτίζεται στο βλέμμα της. Ακόμα και ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι έπρεπε να είναι συγκρατημένο, αλλά ένας άντρας και μια γυναίκα που δεν ήταν καν λογοδοσμένοι... αυτοί απλά δεν μπορούσαν να δείξουν καν κάποια συμπάθεια ο ένας για τον άλλο, πόσο μάλλον να κάνουν κάτι σκανδαλώδες, όπως, για παράδειγμα, να αγγιχτούν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που επέβαλλε η τυπική συμπεριφορά. Καθώς πλησίαζαν προς τη θερινή κατοικία, η Κονστάνς πρόσεξε πως όλοι οι υπόλοιποι της παρέας είχαν βγει στα σκαλιά και τους κοιτούσαν. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Έριξε μια ανήσυχη ματιά προς το μέρος του Ντόμινικ. Κοιτούσε κι εκείνος την παρέα στα σκαλιά με πρόσωπο ανέκφραστο. Η Κονστάνς συνειδητοποίησε ξαφνικά πως βρίσκονταν σε ακόμα χειρότερη θέση απ’ ό,τι νόμιζε. Εκείνη και ο Ντόμινικ ακροβατούσαν στα όρια του σκανδάλου. Φυσικά, δεν έφταιγαν εκείνοι που είχε πιάσει βροχή ούτε ήταν κακό που είχαν αναζητήσει καταφύγιο. Αλλά αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι είχαν περάσει πάνω από δυο ώρες ολομόναχοι, τις μισές από αυτές κλεισμένοι σε μια καλύβα. Κατά πάσα πιθανότητα, τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο άσχημα αν η Μάργκαρετ, η Καλάντρα και οι υπόλοιποι τους περίμεναν εκεί όπου τους είχαν αφήσει. Κατ’ αρχήν, το διάστημα που θα είχαν περάσει ολομόναχοι δεν θα ήταν τόσο μεγάλο. Αλλά, το κυριότερο, θα είχαν γυρίσει όλοι μαζί στη θερινή κατοικία, κι αν η Μάργκαρετ, η Καλάντρα και οι υπόλοιποι δεν αποκάλυπταν ότι ο Ντόμινικ και η Κονστάνς είχαν φύγει μόνοι τους, θα μπορούσαν να το κρατήσουν μεταξύ τους. Βέβαια, αυτό ήταν ένα μεγάλο αν, αλλά, δεδομένου ότι η Μάργκαρετ ήταν ξαδέρφη της και, επομένως, είχε κάθε συμφέρον να προστατέψει το καλό τους όνομα, και ότι η Καλάντρα ήταν μια πολύ καλή κοπέλα και φίλη του Ντόμινικ και της Φραντσέσκα, θα υπήρχε αυτή η πιθανότητα. Αλλά όπως είχαν τα πράγματα, δεν μπορούσαν να κρύψουν το γεγονός ότι είχαν μείνει μόνοι. Η ελάχιστη ελπίδα που μπορεί να διατηρούσε ότι δεν θα ξεσπούσε κάποιο θυελλώδες σκάνδαλο έσβησε όταν είδε τη Μιούριελ να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια και να προχωράει έξαλλη προς το μέρος ~ 210 ~


τους. «Να πάρει ο διάβολος», μουρμούρισε ο Ντόμινικ μέσα από τα δόντια του κατεβαίνοντας από τη σέλα, αλλά δεν κοίταξε προς το μέρος της Μιούριελ καθώς έκανε το γύρο για να βοηθήσει την Κονστάνς να κατέβει. Ύστερα από λίγο, ανίκανη να συγκρατηθεί, η Μιούριελ ρώτησε στριγκά: «Πού ήσασταν;» Ο Ντόμινικ έκανε ένα βήμα μπροστά και στάθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη και στην Κονστάνς. Ύψωσε το φρύδι του με αριστοκρατική υπεροψία. «Δυστυχώς, η καταιγίδα μας έπιασε απροετοίμαστους». «Ναι, αυτό το βλέπω», τον αντέκρουσε η Μιούριελ, κοιτάζοντας με νόημα την Κονστάνς. Εκείνη κοκκίνισε και το χέρι της ανέβηκε αυθόρμητα στα μαλλιά της. Ένιωθε τα βλέμματα όλων στραμμένα πάνω της και ήξερε πως είχε τα χάλια της. Τα ρούχα της ήταν υγρά και λασπωμένα, τα μαλλιά της μπερδεμένα. Δεν φορούσε καν καπέλο, αφού της το είχε πάρει ο αέρας. «Είμαι σίγουρος πως ανησυχήσατε για την Κονστάνς κι εμένα», συνέχισε ο Ντόμινικ κοιτάζοντας στα ίσια τη Μιούριελ. «Ζητώ συγνώμη». «Ναι, φοβηθήκαμε ότι μπορεί να σας συνέβη κάτι τρομερό», μπήκε στη μέση η Φραντσέσκα κατεβαίνοντας βιαστικά τις σκάλες. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που είστε και οι δυο καλά». Άπλωσε το χέρι της και αγκάλιασε την Κονστάνς. «Κακομοιρούλα μου, θα πρέπει να ταλαιπωρήθηκες πολύ». Η Κονστάνς ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα ευγνωμοσύνης. Ήταν φανερό ότι η Φραντσέσκα την τύλιγε με τον προστατευτικό της μανδύα. Κι αν κάποια σαν τη λαίδη Χόξτον δεν έβρισκε κάτι άπρεπο σε ό,τι είχε συμβεί, αν εξακολουθούσε να συμπαθεί την Κονστάνς, με ποιο δικαίωμα θα μιλούσαν οι άλλοι; «Γίναμε κυριολεκτικά μουσκίδι», συμφώνησε ο Ντόμινικ. «Αλλά για καλή μας τύχη βρήκαμε καταφύγιο, έτσι γλιτώσαμε τα χειρότερα». «Καταφύγιο;» επανέλαβε η Μιούριελ δείχνοντας σαστισμένη, αλλά μετά μια λάμψη κατανόησης άστραψε στο πρόσωπό της και τα μάτια της πέταξαν φλόγες. «Σ’ εκείνη την καλύβα; Στο δρόμο για το ύψωμα; Μείνατε μόνοι σ’ εκείνη την καλύβα;» ~ 211 ~


«Μιούριελ, πάψε», της ψιθύρισε η Φραντσέσκα. Αλλά προφανώς η Μιούριελ δεν μπορούσε πλέον να σωπάσει. Ένα κακό χαμόγελο θριάμβου φώτισε το πρόσωπό της. Γύρισε προς την Κονστάνς και δήλωσε δυνατά: «Ήσασταν μόνη σας με το λόρδο Λέιτον τόσες ώρες σε μια καλύβα. Η υπόληψή σας, δεσποινίς Γούντλι, καταστράφηκε». Η Κονστάνς τσιτώθηκε. Πίσω από τη Μιούριελ άκουσε τα χαμηλόφωνα μουρμουρητά των υπόλοιπων καλεσμένων. Η πρώτη της παρόρμηση ήταν να φωνάξει ότι δεν είχε συμβεί τίποτε σ’ εκείνη την καλύβα, αλλά, βέβαια, αυτό δεν θα ήταν αλήθεια. Αν το έλεγε, θα διάβαζαν, άραγε, όλοι το ψέμα στο πρόσωπό της; «Μιούριελ, πάψε», πέταξε η Φραντσέσκα. «Τους έπιασε η καταιγίδα. Τι ήθελες να κάνουν; Να σταθούν έξω στη βροχή όλη την ώρα;» «Μια γυναίκα που νοιάζεται για το καλό της όνομα δε θα ανέβαινε ποτέ ολομόναχη εκεί πάνω μ’ έναν άντρα», χλεύασε η Μιούριελ. «Και έλειψαν περισσότερο απ’ όσο κράτησε η καταιγίδα, έτσι δεν είναι; Ποιος ξέρει τι μπορεί να συνέβη όλη αυτή την ώρα;» Η Κονστάνς ένιωσε τα βλέμματα όλων να καρφώνονται πάνω της. Κοκκίνισε αμήχανη. Η Μιούριελ έδειχνε αποφασισμένη να την ταπεινώσει δημόσια. Η Μιούριελ την κοίταξε καταπρόσωπο και τα μάτια της άστραψαν με κακία καθώς συνέχιζε χαιρέκακα: «Το όνομά σας κηλιδώθηκε. Η υπόληψή σας κουρελιάστηκε. Κανείς δε θα σκεφτεί πλέον να σας παν...» «Λαίδη Μιούριελ!» Η φωνή του Ντόμινικ ακούστηκε σαν καμτσικιά, σκληρή και ψυχρή, σταματώντας ακόμα και τη Μιούριελ στη μέση της φράσης της. «Είμαι σίγουρος πως, αν το σκεφτείτε καλύτερα, θα συνειδητοποιήσετε πως η υπόληψη της δεσποινίδας Γούντλι δεν έπαθε απολύτως τίποτα απλώς και μόνο επειδή αναζήτησε καταφύγιο από την καταιγίδα με τον άντρα που είναι αρραβωνιασμένη». Όλοι έμειναν άφωνοι από το σοκ. Η Φραντσέσκα και η Κονστάνς στράφηκαν ταυτόχρονα στον Ντόμινικ με ανοιχτό το στόμα. Η Μιούριελ απλά τον κοίταξε κατάχλομη, καθώς συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. «Όχι, Ντόμινικ...» ψέλλισε με φωνή που μόλις ακούστηκε. Εκείνος την κοίταξε ήρεμα υψώνοντας ελαφρά τα φρύδια του και ~ 212 ~


ύστερα στράφηκε στην Κονστάνς. «Συγνώμη, καλή μου, που το ανακοίνωσα τόσο ανεπίσημα. Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούσα να επιτρέψω σε κανέναν να σχηματίσει λανθασμένη εντύπωση». Γύρισε πάλι προς τους καλεσμένους που είχαν συγκεντρωθεί πίσω από τη Μιούριελ και τους κοίταξε με βλέμμα σκληρό. Οι εκφράσεις στα πρόσωπά τους κυμαίνονταν από σοκ μέχρι ασυγκράτητη περιέργεια, αλλά μπροστά στο ατσάλινο βλέμμα του Ντόμινικ όλοι πήραν την ευγενική, αδιάφορη έκφραση που ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της βρετανικής ευγενικής συμπεριφοράς. Η Καλάντρα ήταν αυτή που έσπασε πρώτη την παγωμένη σιωπή. «Τι υπέροχο νέο!» είπε. «Φραντσέσκα, πονηρούλα, δεν άφησες να σου ξεφύγει τίποτα». «Δεν μπορούσα», της απάντησε αβίαστα εκείνη. «Με είχαν ορκίσει να κρατήσω το στόμα μου κλειστό». «Συγχαρητήρια, Ντόμινικ», συνέχισε η Καλάντρα κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να πλησιάσει κοντά τους. «Και, Κονστάνς, είμαι ενθουσιασμένη που στο μέλλον θα μένεις κοντά μας. Η γειτονιά μας έγινε ήδη πιο φωτεινή». Έπιασε την Κονστάνς από τους ώμους, έγειρε το κεφάλι της, ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό της και της ψιθύρισε: «Είσαι καλά;» Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και είπε: «Σ’ ευχαριστώ». Της ήταν κάπως δύσκολο να μιλήσει με τον κόμπο που ένιωθε στο λαιμό της. Ο Θεός να είχε καλά τη Φραντσέσκα και την Καλάντρα για την ψυχραιμία και την καλοσύνη τους. Είχαν διαλύσει την αμήχανη στιγμή και είχαν δώσει, ίσως, έναν αέρα αλήθειας στα λόγια του Ντόμινικ. «Ντόμινικ, μην είσαι ηλίθιος!» πέταξε η Μιούριελ με σβησμένη φωνή. Η Φραντσέσκα γύρισε προς το μέρος της και της χαμογέλασε βλοσυρά. «Είμαι σίγουρη, Μιούριελ, πως τα ευχάριστα νέα σε ξάφνιασαν όσο και τους υπόλοιπους». Πλησίασε τη Μιούριελ, την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε παράμερα. Η φωνή της ήταν χαμηλή αλλά ατσάλινη όταν της είπε: «Σε παρακαλώ, προσπάθησε να μη γελοιοποιηθείς περισσότερο. Με τη συμπεριφορά σου κατάφερες να γίνει αυτό που δεν ήθελες. ~ 213 ~


Προτείνω να κλείσεις το στόμα σου προτού κάνεις μεγαλύτερο κακό, τόσο στον εαυτό σου όσο και στην οικογένειά σου». Το χαμόγελο δεν έσβησε στιγμή από τα χείλη της Φραντσέσκα καθώς κοίταζε με νόημα τη Μιούριελ στα μάτια. Η Μιούριελ τράβηξε απότομα το χέρι της με το πρόσωπό της αλλοιωμένο από το θυμό και έριξε ένα βλέμμα σκέτο δηλητήριο στην Κονστάνς. Ύστερα έκανε μεταβολή και πήγε στο άλογό της. Άρπαξε τα χαλινάρια από το χέρι του έκπληκτου σταβλίτη, ο οποίος όμως κατάφερε να συνέλθει έγκαιρα για να τη βοηθήσει να ανέβει στη σέλα. Μόλις ανέβηκε, η Μιούριελ έφυγε σαν βολίδα, χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά πίσω της. «Υποθέτω πως είναι πια καιρός να γυρίσουμε όλοι σπίτι», είπε ήρεμα η Φραντσέσκα στους υπόλοιπους καλεσμένους, λες και η συμπεριφορά της Μιούριελ ήταν απόλυτα φυσική. «Πρέπει να έρθεις μαζί μου, Κονστάνς», είπε η Καλάντρα. «Θέλω να μάθω τα πάντα για τα σχέδια του γάμου». Η Φραντσέσκα και η Καλάντρα δεν έφυγαν στιγμή από το πλευρό της Κονστάνς στο δρόμο της επιστροφής. Παρά το σχόλιο της Καλάντρα, δεν είπαν κουβέντα για τον υποτιθέμενο γάμο ή τον αρραβώνα. Για την ακρίβεια, εκτός από μια δυο φορές που τη ρώτησαν αν κρύωνε με τα βρεγμένα ρούχα, οι δυο γυναίκες μίλησαν ελάχιστα. Η Κονστάνς ένιωθε αφάνταστη ευγνωμοσύνη. Όπως ακριβώς υπολόγιζε η Καλάντρα –η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι αυτός ήταν ο σκοπός της–, κανένας άλλος δεν τόλμησε να της κάνει ερωτήσεις για τη σκηνή που είχε προηγηθεί από τη στιγμή που ίππευε ανάμεσα στη Φραντσέσκα και την Καλάντρα. Και για την ώρα η Κονστάνς δεν θα μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν, ούτε καν στη Φραντσέσκα. Νωρίτερα πετούσε στο ροζ συννεφάκι του έρωτα, αρνούμενη να σκεφτεί την πραγματικότητα. Αλλά η σκηνή με τη Μιούριελ την είχε συνεφέρει με το παραπάνω. Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο ηλίθια είχε φερθεί. Ήξερε ότι η ώρα που είχε περάσει μόνη με τον Ντόμινικ άγγιζε τα όρια του σκανδάλου. Αλλά δεν είχε καθίσει να το σκεφτεί καθαρά. Δεν είχε σκεφτεί ότι η ατημέλητη εμφάνισή της θα ενίσχυε τις υποψίες όλων. Είχε συμπεράνει ότι οι φίλοι τους θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποφύγουν το σκάνδαλο. Δεν της πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό ότι κάποια σαν τη Μιούριελ θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να παρουσιάσει τη χειρότερη δυνατή πλευρά της κατάστασης. ~ 214 ~


Η Κονστάνς ήξερε ότι θα έπρεπε να ήταν πιο προσεκτική, αν και δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς θα έπρεπε να είχε κάνει. Πάντως θα έπρεπε, τουλάχιστον, να ήταν πιο προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την επίθεση της Μιούριελ Ράδερφορντ. Επειδή δεν ήταν, ο Ντόμινικ είχε σπεύσει να σώσει την υπόληψή της. Και αυτό ήταν που την έκανε να νιώθει ακόμα χειρότερα. Οι ψίθυροι και τα βλέμματα των άλλων θα την έφερναν σε πολύ δύσκολη θέση, αλλά η κοινωνική της ταπείνωση δεν θα ήταν τίποτα μπροστά στην ενοχή που αισθανόταν για την αναγγελία του αρραβώνα τους από τον Ντόμινικ. Δεν κορόιδευε τον εαυτό της πιστεύοντας ότι το είχε κάνει επειδή ήθελε πράγματι να την παντρευτεί. Όχι, απλά είχε φερθεί σαν κύριος. Βλέποντας ότι η Μιούριελ ήταν αποφασισμένη να καταστρέψει την υπόληψη της Κονστάνς, είχε πει το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να τη σώσει –ότι ήταν αρραβωνιασμένοι. Και από τη στιγμή που το είχε πει, δεν μπορούσε τώρα να κάνει πίσω. Ένας κύριος δεν μπορούσε να διαλύσει έναν αρραβώνα χωρίς να δημιουργηθεί σκάνδαλο, ιδιαίτερα σε μια περίπτωση σαν αυτή, που διακυβευόταν η υπόληψη της νύφης. Είχε πια δεσμευτεί και έπρεπε να την παντρευτεί. Η Κονστάνς έριξε μια ματιά προς το μέρος του Ντόμινικ, που ίππευε δίπλα στην αδερφή του από την άλλη μεριά. Το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό, το σαγόνι του σφιγμένο. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν έξαλλος. Κοιτάζοντάς τον, ένιωσε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Πριν μια ώρα την κοιτούσε με πόθο – ίσως και με αγάπη. Τώρα ήταν σίγουρη πως το μόνο που ένιωθε για εκείνη ήταν θυμός. Ξαφνικά πέρασε από το μυαλό της μια ακόμα χειρότερη σκέψη. Κι αν ο Ντόμινικ πίστευε πως τον είχε παγιδεύσει για να πετύχει αυτό ακριβώς που είχε συμβεί; Η Κονστάνς είχε ακούσει κουτσομπολιά για γυναίκες που έκαναν ακριβώς αυτό, διακινδυνεύοντας να βρεθούν μ’ έναν άντρα σε συνθήκες που τις εξέθεταν, ώστε να τον αναγκάσουν να τις παντρευτεί. Δεν θα το άντεχε αν ο Ντόμινικ είχε τόσο άσχημη γνώμη για εκείνη. Μόλις έφτασαν στο σπίτι, οι ιπποκόμοι εμφανίστηκαν τρέχοντας να πάρουν τα άλογα. Ο Ντόμινικ πλησίασε την Κονστάνς και τη βοήθησε να κατέβει. Όταν την άφησε στο έδαφος, εκείνη κοίταξε ανήσυχη το πρόσωπό του, αλλά δεν κατάφερε να διαβάσει τις σκέψεις ~ 215 ~


του.

«Με συγχωρείς. Πρέπει να σε αφήσω», της είπε ήρεμα. «Έχω κάποια θέματα να φροντίσω». Η Κονστάνς κυριεύτηκε από νευρικότητα. Φοβόταν πως αυτά τα «θέματα» είχαν σχέση με την αναγγελία του αρραβώνα τους. «Ντόμινικ, όχι...» είπε χαμηλόφωνα και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Η Φραντσέσκα θα μείνει μαζί σου», είπε ο Ντόμινικ και κοίταξε την αδερφή του, που είχε σταθεί δίπλα τους. «Ασφαλώς», του υποσχέθηκε εκείνη. «Ωραία». Πήρε το χέρι της Κονστάνς κι έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Θα τα πούμε αργότερα». Η Κονστάνς τον παρακολούθησε ανήσυχη και ύστερα γύρισε στη Φραντσέσκα, ταραγμένη. «Δεν είχα τέτοιο σκοπό! Δεν ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο! Ω, τι φοβερό μπέρδεμα. Τι θα κάνουμε;» Η φίλη της την έπιασε ήρεμα αγκαζέ και της είπε χαμογελώντας: «Μα τίποτα, αγαπητή μου. Απλώς κράτα το κεφάλι σου ψηλά και την έκφρασή σου ευχάριστη και ατάραχη. Δεν πρέπει να αφήσεις κανέναν να μαντέψει ότι αυτό που είπε ο Ντόμινικ δεν ήταν αλήθεια». Η Κονστάνς ήθελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ήξερε ότι η Φραντσέσκα είχε δίκιο. Δεν μπορούσαν να μείνουν εκεί κουβεντιάζοντας το θέμα δημόσια. Έπρεπε να παίξει θέατρο μέχρι να μπορέσουν εκείνη και η Φραντσέσκα να μείνουν μόνες. Έτσι της ανταπέδωσε το χαμόγελο και προχώρησε μαζί της. Καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι, οι υπόλοιποι γύρισαν και τις κοίταξαν. Κάποιοι ευχήθηκαν στην Κονστάνς για τον αρραβώνα της και άλλοι επιχείρησαν να κάνουν ερωτήσεις. Αλλά η Φραντσέσκα έκοψε τις συζητήσεις, λέγοντας χαμογελαστή ότι έπρεπε να πάει τη μέλλουσα νύφη της να αλλάξει τα βρεγμένα ρούχα της προτού αρπάξει κανένα κρυολόγημα. Η Καλάντρα, πρόσεξε η Κονστάνς με ευγνωμοσύνη, απομακρύνθηκε μαζί με τις αδερφές Νόρτον, που έσκαγαν ολοφάνερα από ενθουσιασμό και περιέργεια, κουβεντιάζοντας για την καταιγίδα, την κούραση που αισθανόταν η ίδια μετά την περιπέτειά τους και ό,τι άλλο της ερχόταν στο μυαλό. Η Φραντσέσκα οδήγησε την Κονστάνς μέσα στο σπίτι και από εκεί στις σκάλες. Ευτυχώς η Μιούριελ δεν φαινόταν πουθενά. Όταν μπήκαν στο δωμάτιο της Κονστάνς και έκλεισαν την πόρτα πίσω ~ 216 ~


τους, η Φραντσέσκα της άφησε επιτέλους το μπράτσο και χτύπησε το κουδούνι. «Φραντσέσκα, σε παρακαλώ, πίστεψέ με», της είπε η Κονστάνς με ειλικρίνεια. «Δε φαντάστηκα ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο». «Πράγματι», της απάντησε εκείνη. «Ποιος θα το φανταζόταν ότι η Μιούριελ θα φερόταν τόσο ηλίθια; Είμαι σίγουρη ότι η μητέρα της θα την κατσαδιάσει για τα καλά που επέτρεψε στην κακία της να την παρασύρει, καταστρέφοντας ουσιαστικά κάθε ελπίδα της. Της αξίζει, βέβαια, αλλά δεν μπορώ να μη νιώσω κάποια λύπη γι’ αυτή. Η λαίδη Ράδερφορντ μεταμορφώνεται σε διάβολο όταν οργιστεί». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε σκεφτική: «Βέβαια, η λαίδη Ράδερφορντ με τρομάζει κι όταν δεν είναι θυμωμένη». «Μα δεν είναι σωστό! Δεν είναι δίκαιο για τον Ντόμινικ να αναγκαστεί να προσποιηθεί ότι είμαστε αρραβωνιασμένοι. Το λάθος δεν είναι δικό του. Πιάσαμε την κουβέντα στο ύψωμα και δεν πήραμε είδηση πώς πέρασε η ώρα. Δεν προσέξαμε τα σύννεφα που μαζεύτηκαν. Στη συνέχεια, όταν μας έπιασε η καταιγίδα, αναζητήσαμε καταφύγιο στην καλύβα. Τίποτα δεν έγινε». Λέγοντας αυτό το κατάφωρο ψέμα, η Κονστάνς απέφυγε να κοιτάξει κατάματα τη Φραντσέσκα. Γύρισε αλλού το κεφάλι της και είπε: «Ο Ντόμινικ δεν έκανε κάτι κακό μαζί μου. Δεν υπάρχει λόγος να με παντρευτεί. Σε παρακαλώ, πρέπει να με πιστέψεις, δεν είχα καμιά πρόθεση να αναγκάσω τον Ντόμινικ να με παντρευτεί». «Αυτό το ξέρω πολύ καλά», της απάντησε ήρεμα η Φραντσέσκα. «Νομίζεις πως δεν ξέρω πια τι είδους άνθρωπος είσαι;» Εκείνη τη στιγμή μπήκε η καμαριέρα που είχε καλέσει η Φραντσέσκα κι αυτή την έστειλε να ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο για την Κονστάνς και να της φέρει ένα τσάι. Όταν η καμαριέρα έκανε μια υπόκλιση και έφυγε, η Φραντσέσκα γύρισε πάλι στην Κονστάνς. «Τώρα, νομίζω ότι είναι καλύτερα να βγάλεις τα βρεγμένα ρούχα». Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και άρχισε να ξεκουμπώνει τη ζακέτα. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να ζητήσω να μου ανεβάσουν φαγητό στο δωμάτιο αντί να κατέβω για το δείπνο». «Α, όχι», της απάντησε αποφασιστικά η Φραντσέσκα. «Αυτό είναι ακριβώς το μόνο που δεν πρέπει να κάνεις. Το ξέρω πως σου είναι δύσκολο να τους αντικρίσεις όλους, αλλά είναι σημαντικό να τους ~ 217 ~


δείξεις ότι δεν έκανες κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεσαι. Ότι δεν έκανες κάτι κακό. Πρέπει να δώσεις την ευκαιρία στον Ντόμινικ, στην Καλάντρα και σ’ εμένα να δείξουμε ότι δε δίνουμε σημασία στα κουτσομπολιά». Η Κονστάνς ήξερε ότι η Φραντσέσκα είχε δίκιο. Αν η αδερφή ενός δούκα και η κόρη ενός κόμη την υποστήριζαν δείχνοντας ότι δεν πίστευαν τα κουτσομπολιά, θα ήταν πιο εύκολο να σταματήσουν οι φήμες που σίγουρα κυκλοφορούσαν τώρα. Μισούσε όμως την ιδέα ότι θα έπρεπε να χαμογελάει και να κουβεντιάζει με όλους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. «Το ξέρω. Απλά... είναι τόσο άδικο! Ο αέρας μου πήρε το καπέλο από το κεφάλι και τα μαλλιά μου μπερδεύτηκαν. Έγινα μούσκεμα και στη συνέχεια δεν μπόρεσα να τα ξαναχτενίσω καλά. Ξέρω πως έδειχνα χάλια. Αλλά το λάθος δεν ήταν του Ντόμινικ», επέμεινε η Κονστάνς. «Είναι ατυχές που η απουσία σας ήταν τόσο παρατεταμένη και δημόσια. Και ακόμα πιο ατυχές που η ξαδέρφη σου εγκατέλειψε την παρέα, υποχρεώνοντας την Καλάντρα και τους υπόλοιπους να μείνουν μαζί της», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Και το επιστέγασμα της ατυχίας είναι ότι η Μιούριελ είναι τόσο κακιά και ηλίθια, ώστε θα έκανε τα πάντα για να σε βλάψει, ακόμα και ρισκάροντας να χάσει αυτό ακριβώς που ήθελε». «Μα γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;» αναφώνησε η Κονστάνς. «Είμαι σίγουρη πως δε θα το είχε κάνει αν είχε συνειδητοποιήσει πώς θα αντιδρούσε ο Ντόμινικ. Αλλά έκρινε λάθος τον αδερφό μου, γιατί δεν τον ξέρει καθόλου. Πιστεύει πως είναι όλοι ανέντιμοι και χωρίς ηθικούς φραγμούς όπως η ίδια. Νομίζω ότι η Μιούριελ σκέφτηκε πως, αν σε στιγμάτιζε ως ανήθικη, ο Ντόμινικ θα απομακρυνόταν από σένα. Δεν κατάλαβε ότι εκείνος δε θα επέτρεπε ποτέ να σπιλωθεί η υπόληψή σου, ότι θα έκανε αυτό που επιβάλλει η εντιμότητα». Όσο μιλούσε, η Φραντσέσκα βοήθησε την Κονστάνς να βγάλει τη ζακέτα της και ύστερα άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά της φούστας της. «Η Μιούριελ είναι απελπισμένη, βέβαια. Αυτό θα πρέπει να θόλωσε την κρίση της. Σίγουρα βλέπει τον αδερφό μου σαν την τελευταία της ελπίδα να παντρευτεί. Η περιουσία των γονιών της μπορούσε ~ 218 ~


να της εξασφαλίσει πολλούς υποψήφιους μνηστήρες, αλλά κατάφερε με την ψυχρότητά της να τους διώξει όλους. Και, βέβαια, εξαρχής ο αριθμός των ελεύθερων αντρών που θα καταδεχόταν να παντρευτεί ήταν μάλλον μικρός, αφού αρνιόταν να σκεφτεί το ενδεχόμενο να παντρευτεί ένα βαρόνο. Για τη Μιούριελ ο γάμος είναι μόνο ένα μέσο για να βελτιώσεις την κοινωνική σου θέση». Η Κονστάνς κούνησε το κεφάλι της. «Ο Ντόμινικ δεν πρέπει να παντρευτεί αυτή τη γυναίκα», είπε με πάθος. Ύστερα έβγαλε τη φούστα της, την άφησε να πέσει στο πάτωμα και κάθισε για να βγάλει τις μπότες της. Η Φραντσέσκα πήγε στην ντουλάπα, πήρε τη ρόμπα της και της την κράτησε να τη φορέσει μόλις έβγαλε όλα τα ρούχα της. Η Κονστάνς ένιωσε και πάλι ζεστή για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε φορέσει τα υγρά ρούχα της στην καλύβα. Έσφιξε με ευγνωμοσύνη τη ρόμπα γύρω της και στράφηκε στη Φραντσέσκα. «Αλλά ο Ντόμινικ δεν πρέπει να παντρευτεί ούτε εμένα», είπε με ειλικρίνεια. «Αυτό το ξέρεις καλύτερα από μένα. Μου μίλησε για τα χρέη του κτήματος. Ξέρω ότι πρέπει να παντρευτεί για να βοηθήσει την οικογένειά του. Δεν μπορεί να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν έχει καν μια αξιοπρεπή προίκα, πόσο μάλλον περιουσία. Δεν μπορώ να τον αφήσω να κάνει τέτοιο λάθος». Η Φραντσέσκα την κοίταξε για κάμποση ώρα. «Καλή μου κοπέλα, θα πρέπει ν’ αφήσεις τον Ντόμινικ να αποφασίσει μόνος του τι θα κάνει. Ειλικρινά, δεν έχεις άλλη επιλογή. Κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει τον Ντόμινικ να κάνει κάτι αν δεν το θέλει. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Ήταν πάντα πολύ ανεξάρτητος». Παρ’ όλα αυτά, η Κονστάνς συνέχισε να τρώγεται. Δεν μπορούσε ν’ αφήσει τον Ντόμινικ να καταστρέψει τη ζωή του επειδή πίστευε πως είχε κάποια υποχρέωση απέναντί της. Ο προβληματισμός της συνεχίστηκε και όσο μούλιαζε στην μπανιέρα μετά την αναχώρηση της Φραντσέσκα, αλλά και αργότερα, όταν ήρθε η Μέιζι για να τη βοηθήσει να ντυθεί και να φτιάξει τα μαλλιά της. Δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα ότι ο Ντόμινικ θα αναγκαζόταν να την παντρευτεί. Και το χειρότερο, βέβαια, ήταν ότι εκείνη ήθελε να τον παντρευτεί. Είχε συνειδητοποιήσει σήμερα πόσο ερωτευ~ 219 ~


μένη ήταν μαζί του. Γι’ αυτό και είχε κάνει έρωτα μαζί του στην καλύβα. Και η καρδιά της πετάριζε κάθε φορά που επέτρεπε στον εαυτό της να σκεφτεί ότι θα γινόταν γυναίκα του. Αλλά, βέβαια, δεν μπορούσε να παραδοθεί σ’ αυτή την επιθυμία. Δεν μπορούσε να θυσιάσει το μέλλον του Ντόμινικ για τη δική της ευτυχία. Ήταν άνθρωπος του καθήκοντος και, αν την παντρευόταν, θα παρέβλεπε το καθήκον του. Και το σημαντικότερο, ήταν σίγουρη ότι δεν ήθελε να την παντρευτεί, ότι είχε ανακοινώσει τον αρραβώνα τους απλώς και μόνο για να προστατέψει την υπόληψή της. Δεν την αγαπούσε. Ακόμα και όταν έκαναν έρωτα, δεν της είχε πει ότι την αγαπούσε. Την ήθελε, γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Αλλά δεν την αγαπούσε όπως τον αγαπούσε εκείνη. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Αν είχε αγνοήσει το καθήκον του απέναντι στην οικογένειά του επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τη δυστυχία να περάσει την υπόλοιπη ζωή του χωρίς τη γυναίκα που αγαπούσε, τότε η Κονστάνς θα πετούσε κάθε επιφυλακτικότητα στον αέρα. Δεν θα την ένοιαζε αν αναγκαζόταν να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της μέσα στη φτώχεια, από τη στιγμή που θα ήταν με τον Ντόμινικ. Αλλά εκείνος δεν την αγαπούσε. Δεν της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί. Και δεν τον ήθελε χωρίς αγάπη, όπως δεν ήθελε να αναγκαστεί εκείνος να προχωρήσει σ’ αυτόν το γάμο. Κάτι έπρεπε να γίνει, το ήξερε, και ήταν η μόνη που μπορούσε να το κάνει. Κοίταξε το ρολόι στη σιφονιέρα. Είχε ακόμα χρόνο μέχρι το δείπνο. Έπρεπε να κάνει ό,τι μπορούσε για να διορθώσει αυτό το λάθος. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε αποφασιστικά από το δωμάτιό της.

~ 220 ~


Κεφάλαιο 15

Η Κονστάνς διέσχισε το διάδρομο για το δωμάτιο του θείου και της θείας της. Χτύπησε μαλακά την πόρτα κι όταν της απάντησε η θεία της, μπήκε. Ο θείος της καθόταν σε μια καρέκλα περιμένοντας τη γυναίκα του, που έφτιαχνε τα μαλλιά της και έψαχνε για τα κοσμήματά της στην τουαλέτα. Γύρισαν και κοίταξαν την Κονστάνς κάπως έκπληκτοι. «Α, έλα, κορίτσι μου», είπε ο θείος της ευδιάθετα. «Δε χρειάζεται να μας κοιτάς έτσι. Δεν είμαστε θυμωμένοι μαζί σου. Το διακινδύνευσες, πρέπει να πω, αλλά τελικά σου βγήκε». «Ήρθα να σας ζητήσω να μου επιτρέψετε να γυρίσω σπίτι», του είπε η Κονστάνς. «Τι πράγμα;» Ο θείος της την κοίταξε εμβρόντητος. «Μα τι είναι αυτά που λες, χαζοκόριτσο;» πρόσθεσε η θεία Μπλανς. «Γιατί θέλεις να γυρίσεις σπίτι; Ω, εντάξει, μπορεί να πλανάται μια υποψία σκανδάλου, αλλά ο λόρδος Λέιτον έκανε αυτό που έπρεπε και όλα θα ξεχαστούν σύντομα. Εκτός, βέβαια, αν τραβήξεις την προσοχή πάνω σου βάζοντάς το στα πόδια σαν φοβισμένος λαγός». «Το ξέρω ότι ο λόρδος Λέιτον είπε ότι είμαστε αρραβωνιασμένοι», συνέχισε η Κονστάνς. «Αλλά δεν είναι αλήθεια». «Μπορεί να μην ήταν όταν το είπε, αλλά τώρα είναι», την αντέκρουσε ο θείος της αυτάρεσκα. «Ήρθε και με βρήκε απόψε μόλις γυρίσατε και μου ζήτησε το χέρι σου επίσημα, όπως έπρεπε. Φυσικά, του έδωσα τη συγκατάθεσή μου. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είσαι τέτοια πονηρή αλεπού, Κονστάνς». Της χαμογέλασε σαν να μοιράζονταν κάποιο μυστικό. «Αλλά τα κατάφερες μια χαρά για τον εαυτό σου». ~ 221 ~


«Δεν έκανα τίποτε πονηρό!» διαμαρτυρήθηκε η Κονστάνς. «Πιστεύετε ότι τα κανόνισα όλα αυτά ώστε να αναγκάσω τον Ντόμινικ να με παντρευτεί;» Θα έπρεπε να το ξέρει πως, ακόμα κι αν η Φραντσέσκα ήξερε ότι δεν ήταν το είδος του ανθρώπου που θα έκανε τέτοιο πράγμα, η οικογένειά της δεν το ήξερε. «Αν όχι, ήσουν πράγματι πολύ τυχερή», είπε η θεία Μπλανς. «Δεν μπορώ να τον παντρευτώ», την αντέκρουσε η Κονστάνς. «Ο Ντόμινικ δεν επιθυμεί να με παντρευτεί. Το είπε μόνο και μόνο επειδή η Μιούριελ Ράδερφορντ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να δημιουργήσει σκάνδαλο». «Η ηλίθια», παρατήρησε η θεία της υψώνοντας τους ώμους της. «Ε, λοιπόν, η δική της απώλεια είναι δικό μας κέρδος. Για φαντάσου... θα έχουμε μια κόμισσα στην οικογένεια!» Η θεία Μπλανς χαμογέλασε πλατιά με μάτια που άστραφταν. «Βέβαια, είναι ν’ απορεί κανείς γιατί ένας τέτοιος άντρας δεν έστρεψε την προσοχή του στη Μάργκαρετ ή την Τζορτζιάνα, οι οποίες είναι σε πιο κατάλληλη ηλικία. Τέλος πάντων... η Μάργκαρετ έχει πολλές ελπίδες για τον γοητευτικό κύριο Καράδερς. Η προσοχή που της δείχνει τις τελευταίες μέρες είναι φανερή. Και από τη στιγμή που οι κόρες μου θα συγγενέψουν με έναν κόμη, οι ευκαιρίες τους θα είναι απεριόριστες. Θα μπορέσεις να τις συστήσεις σε όλη την αφρόκρεμα της κοινωνίας όταν θα γίνεις λαίδη Λέιτον». «Δεν πρόκειται να τις συστήσω σε κανέναν», της απάντησε κοφτά η Κονστάνς, «γιατί δε θα γίνω λαίδη Λέιτον». Η θεία της την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Τι πράγμα; Μα τι είναι αυτά που λες; Τρελάθηκες;» «Δεν τρελάθηκα. Αντίθετα, αρχίζω να πιστεύω πως είμαι η μόνη λογική εδώ πέρα. Ο Ντόμινικ δε θέλει να με παντρευτεί και δεν πρόκειται να τον αναγκάσω να το κάνει». «Να τον αναγκάσεις;» φώναξε ο θείος Ρότζερ. «Μα τι είναι αυτά που λες; Αφού μου ζήτησε ήδη το χέρι σου». «Μόνο επειδή αισθάνθηκε ότι έπρεπε να το κάνει», τον αντέκρουσε η Κονστάνς. «Δεν μπορείτε να δείτε τη διαφορά; Αισθάνεται αναγκασμένος να με παντρευτεί». «Φυσικά. Και πολύ σωστά. Ένας κύριος δεν μπορεί να παίζει με τα συναισθήματα μιας κυρίας», της δήλωσε ο θείος της. ~ 222 ~


Η Κονστάνς αναστέναξε. Ήταν φανερό ότι ο θείος και η θεία της δεν θα καταλάβαιναν ποτέ τις αντιρρήσεις της για τους λόγους της πρότασης. Τους ενδιέφεραν πολύ περισσότερο τα πλεονεκτήματα που θα τους πρόσφερε ο γάμος της με τον υποκόμη Λέιτον. Δεν μπορούσε να υπολογίζει στη βοήθειά τους. Θα έπρεπε να στραφεί στον Ντόμινικ. Θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τον λογικέψει. «Ζητώ συγνώμη για την ενόχληση», είπε και στράφηκε προς την πόρτα. «Τώρα επιτρέψτε μου να φύγω». Ο θείος της κάτι μουρμούρισε, αλλά η θεία της τη σταμάτησε μ’ ένα κοφτό: «Κονστάνς!» Εκείνη γύρισε πάλι προς το μέρος της. «Μάλιστα;» «Απλά να θυμάσαι αυτό, κορίτσι μου», της είπε αυστηρά η θεία Μπλανς. «Αν απορρίψεις την πρότασή του, το όνομά σου θα καταστραφεί. Δεν πρόκειται να ξαναδεχτείς άλλη πρόταση. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται να σε ξαναδεχτούν σε κανένα σπίτι». Η Κονστάνς κούνησε απλά το κεφάλι της και βγήκε από την πόρτα. Κατέβηκε τις σκάλες. Κόντευε η ώρα του δείπνου, αλλά ίσως κατάφερνε να βρει για λίγο μόνο του τον Ντόμινικ. Όταν μπήκε στον προθάλαμο όπου μαζεύονταν συνήθως οι προσκεκλημένοι πριν από το δείπνο, όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν και όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ο Ντόμινικ προχώρησε προς το μέρος της και αμέσως οι συζητήσεις ξανάρχισαν, αν και η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως όλοι συνέχιζαν να έχουν τα βλέμματά τους καρφωμένα πάνω τους, άσχετα με το τι συζητούσαν. Ο Ντόμινικ έκανε μια κομψή υπόκλιση μπροστά της. Η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι επίτηδες έδινε μεγαλύτερη έμφαση στο ενδιαφέρον του για εκείνη. «Κονστάνς, χαίρομαι που βλέπω ότι δείχνεις καλά. Ελπίζω να αισθάνεσαι και καλά». «Ναι, είμαι πολύ καλά». Του χαμογέλασε σφιγμένα. Έτσι όπως τους παρακολουθούσαν όλοι από κάθε γωνιά του δωματίου, δεν αισθανόταν άνετα να κουβεντιάσει μαζί του, τουλάχιστον για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις απλές τυπικότητες. «Κι εσύ; Ελπίζω να μην άρπαξες κανένα κρύωμα». Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι. Δεν κρύωσα καθόλου». Της πρόσφερε το μπράτσο του. «Έλα να πεις μια καλησπέρα στη Φραντσέσκα και στους γονείς μου». Οι γονείς του ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που θα ήθελε να δει – ~ 223 ~


εκτός ίσως από τη Μιούριελ και τη λαίδη Ράδερφορντ–, αλλά ήξερε πως αυτή η συνάντηση ήταν η πιο σημαντική για να καταλαγιάσουν τα κουτσομπολιά. Κατά πάσα πιθανότητα, οι γονείς του θα ήταν ευγενικοί μαζί της, αποφεύγοντας να δημιουργήσουν σκάνδαλο, αλλά κατά βάθος φοβόταν μήπως την απόπαιρναν, μήπως την ταπείνωναν μπροστά σε όλους. Δεν θα είχαν χαρεί καθόλου –γι’ αυτό ήταν σίγουρη– μαθαίνοντας ότι ο γιος τους είχε αρραβωνιαστεί μια αδέκαρη αντί για την κληρονόμο που είχαν διαλέξει γι’ αυτόν. Αλλά, ευτυχώς, την υποδέχτηκαν ευγενικά, αν και κάπως ψυχρά, πράγμα που της έδειξε ότι είχε μαντέψει σωστά την άποψή τους γι’ αυτό τον αρραβώνα. Πρόσεξε επίσης ότι κανείς από τους δύο δεν της έδωσε συγχαρητήρια. Η Φραντσέσκα, τουλάχιστον, τη χαιρέτησε με τη συνηθισμένη της ζεστασιά και φρόντισε να κρατήσει ζωντανή τη συζήτηση, αν και είχε πολύ λίγη βοήθεια από τους υπόλοιπους. Ο λόρδος και η λαίδη Σέλμπρουκ δεν έδειξαν να έχουν διάθεση για κουβέντες και η Κονστάνς, όσο και να ήθελε να βοηθήσει τη Φραντσέσκα, ένιωθε όλα τα βλέμματα στην αίθουσα καρφωμένα πάνω της. Έτσι, κοίταξε τη Φραντσέσκα προσποιούμενη ότι την παρακολουθούσε, αλλά δεν άκουγε ούτε τα μισά απ’ όσα έλεγε. Το χαμόγελο στο πρόσωπό της είχε παγώσει. Ο λόρδος και η λαίδη Σέλμπρουκ παρέμειναν στον κύκλο της συζήτησης, πράγμα που εξέπληξε την Κονστάνς. Φανταζόταν ότι θα έβρισκαν όσο και η ίδια τη συζήτηση επιτηδευμένη και αμήχανη. Μετά από λίγο, όμως, συνειδητοποίησε ότι και εκείνοι προσπαθούσαν να αποφύγουν να συζητήσουν με τους υπόλοιπους –ή να αφήσουν την Κονστάνς να μιλήσει σε οποιονδήποτε. Υπέθεσε ότι σκέφτονταν πως όσο λιγότερο συζητιόταν ο αρραβώναςέκπληξη, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα είχαν στη συνέχεια να τον διαλύσουν. Φυσικά, έτσι όπως είχε παγιδευτεί εκεί με τη Φραντσέσκα και τους γονείς του, δεν της δόθηκε η ευκαιρία να θίξει στον Ντόμινικ το θέμα της λήξης του αρραβώνα τους. Ήξερε ότι θα έπρεπε να περιμένει να τελειώσει το δείπνο. Επιτέλους τους κάλεσαν να περάσουν για το δείπνο και η Κονστάνς κατάφερε να απομακρυνθεί από τον Ντόμινικ και τους γονείς του. Φυσικά, είχε απομακρυνθεί επίσης από την προστασία της παρουσίας τους, και αυτό σήμαινε ότι οι υπόλοιποι θα έβρισκαν πια την ευκαιρία να της κάνουν ερωτήσεις. ~ 224 ~


Την παρηγόρησε κάπως το γεγονός ότι η Μιούριελ και η λαίδη Ράδερφορντ δεν ήταν παρούσες, γιατί οι δικές τους θα ήταν σίγουρα οι πιο δύσκολες και οι πιο αδιάκριτες. Οι αδερφές Νόρτον θα ήθελαν απλώς να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες για τον αρραβώνα και, δεδομένου ότι η Κονστάνς δεν ήξερε καμία, θα ήταν κάπως δύσκολο να τους απαντήσει, αλλά αυτές τουλάχιστον δεν θα είχαν καμιά πρόθεση να την πληγώσουν. Προς μεγάλη ανακούφιση της Κονστάνς, ο κύριος Γουίλομπι ήταν ευγενικός όπως πάντα. Αφού της έδωσε ψιθυριστά τα συγχαρητήριά του, δεν έθιξε ξανά το θέμα του αρραβώνα. Ούτε ανέφερε την απογευματινή τους εξόρμηση. Ο σερ Λούσιεν, που καθόταν από την άλλη μεριά, προφανώς είχε πάρει οδηγίες από τη φίλη του τη Φραντσέσκα, γιατί μιλούσε σκόπιμα και επί πολλή ώρα για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον αρραβώνα. Αλλά όταν τέλειωσε το φαγητό και οι κύριοι αποσύρθηκαν, η Κονστάνς έμεινε αντιμέτωπη με τις άλλες γυναίκες. «Είναι τόσο συναρπαστικό!» είπε η δεσποινίς Έλινορ Νόρτον πιάνοντας αγκαζέ την Κονστάνς καθώς έβγαιναν από την τραπεζαρία. Η αδερφή της πήρε θέση στην άλλη πλευρά της Κονστάνς. «Δεν είχα ιδέα ότι ήσασταν λογοδοσμένοι με το λόρδο Λέιτον», πρόσθεσε η δεσποινίς Λίντια. «Πόσο καιρό είστε αρραβωνιασμένοι; Πώς σου έκανε την πρόταση; Έπεσε γονατιστός μπροστά σου;» Η Κονστάνς ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Σας παρακαλώ, δεν είναι... Θέλω να πω, γνωρίζω το λόρδο Λέιτον πολύ λίγο καιρό». «Τι ρομαντικό!» αναφώνησε η Έλινορ φέρνοντας το χέρι στην καρδιά της. «Τον ερωτεύτηκες με την πρώτη ματιά;» «Ε, εγώ...» Η Κονστάνς έριξε μια απελπισμένη ματιά γύρω της, παρακαλώντας να έρθουν η Φραντσέσκα ή η Καλάντρα να τη σώσουν. «Ω Έλινορ, τη φέρνεις σε δύσκολη θέση», μάλωσε η Λίντια την αδερφή της και έσφιξε το μπράτσο της Κονστάνς. «Μη δίνεις σημασία στην Έλινορ», της είπε. «Κάνει σαν τρελή για τους γάμους και τους αρραβώνες». Μια και η Κονστάνς δεν έβρισκε καμιά ουσιαστική διαφορά στη συμπεριφορά των δύο αδερφών, δεν ήξερε τι να της απαντήσει. «Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να πω κάτι», είπε τελικά. «Ο λόρδος Λέιτον ~ 225 ~


δε θα έπρεπε να το είχε ανακοινώσει». «Ένας μυστικός αρραβώνας», μουρμούρισε ξέπνοη η Έλινορ. Η Κονστάνς φοβήθηκε πως είχε κάνει τα πράγματα χειρότερα. Ένας μυστικός αρραβώνας ακουγόταν κάπως ύποπτος. «Ε, δε θα έλεγα ότι ήταν ακριβώς μυστικός». «Αλλά, φυσικά, ο θείος και η θεία σου το γνώριζαν», είπε η Λίντια. «Η λαίδη Γούντλι μου διηγήθηκε τα πάντα». «Αλήθεια;» ρώτησε η Κονστάνς, μάλλον θορυβημένη από το νέο. Ένας Θεός ήξερε τι είχε σκαρφιστεί η θεία της να πει. Εκείνη τη στιγμή τις πλησίασε η Φραντσέσκα. «Δεσποινίς Νόρτον», είπε, «απόψε θα πρέπει να μας παίξετε εσείς κάτι στο πιάνο, μια και η λαίδη Μιούριελ δεν είναι μαζί μας». Οι αδερφές ξέχασαν για λίγο τις ερωτήσεις μέχρι να αποφασίσουν ποια από τις δύο θα έπαιζε. Η Φραντσέσκα πρότεινε τότε χαμογελώντας να παίξουν και οι δύο. «Και αυτή που δε θα παίζει μπορεί να γυρίζει τις παρτιτούρες για την άλλη», πρόσθεσε. Οι κοπέλες αποχαιρέτησαν στα γρήγορα την Κονστάνς και η Φραντσέσκα έμεινε δίπλα της. «Λυπάμαι πάρα πολύ», απολογήθηκε. «Δεν μπορούσα να ξεφύγω από τη δούκισσα. Κι αν την πρόσβαλλα, θα άκουγα τον εξάψαλμο από τη μητέρα μου». Η Κονστάνς χαμογέλασε. «Δε χρειάζεται ν’ απολογείσαι. Στην πραγματικότητα, εγώ θα έπρεπε να σου ζητήσω συγνώμη που σ’ έφερα σ’ αυτή τη θέση». «Ελπίζω ότι αυτό δε θα κρατήσει πολύ», της είπε η Φραντσέσκα. «Από τη στιγμή που θα βρείτε μια ευκαιρία με τον Ντόμινικ να το συζητήσετε, θα ξέρεις τι να απαντάς στις ερωτήσεις τους». Κάθισαν κοντά στην πόρτα του δωματίου μουσικής, και η Κονστάνς ένιωσε ανακούφιση όταν η Καλάντρα ήρθε και κάθισε στην άλλη καρέκλα δίπλα της. «Τουλάχιστον δε θα αναγκαστούμε να υπομείνουμε και απόψε τη Μιούριελ να παίζει», παρατήρησε η Καλάντρα πρόσχαρα. «Δε θα αναγκαστούμε να την υπομείνουμε καθόλου», πρόσθεσε η Φραντσέσκα. «Απ’ ό,τι άκουσα, φεύγει αύριο πρωί πρωί με τη μητέρα της». «Αλήθεια;» ρώτησε η Κονστάνς. «Δεν μπορεί να μείνει», είπε η Καλάντρα. «Όχι ύστερα από αυτό που έκανε σήμερα το απόγευμα. Άκουσα τη λαίδη Ράδερφορντ να της ~ 226 ~


τα ψέλνει την ώρα που πέρασα μπροστά από το δωμάτιό τους για να κατέβω για το δείπνο». Ανατρίχιασε κάπως υπερβολικά. «Σχεδόν τη λυπήθηκα τη Μιούριελ. Η μητέρα της στρίγκλιζε σαν καμιά μανάβισσα. Της φώναζε ότι είχε καταστρέψει κάθε της ελπίδα». «Δεν είχε ποτέ καμιά ελπίδα με τον Ντόμινικ», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Αλλά έχει διώξει και άλλους μνηστήρες. Θα πρέπει να βρει κάποιον που δε θα έχει καμιά αντίρρηση να τον αγοράσουν». «Και να τον παντρευτεί στα γρήγορα προτού του δοθεί η ευκαιρία να τη γνωρίσει καλύτερα», πρόσθεσε η Καλάντρα. «Κάλι, γίνεσαι κακιά», της είπε η Φραντσέσκα χαμογελώντας. Η Καλάντρα ύψωσε τους ώμους της. «Η Μιούριελ τα έριξε και στον Σινκλέρ, ξέρεις». Η Φραντσέσκα ύψωσε τα φρύδια της. «Αλήθεια; Πότε;» Η Καλάντρα ύψωσε πάλι τους ώμους της. «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη. Όταν ήμουν αρκετά μικρότερη. Τέλος πάντων, φαντάζεσαι πόσο θα της άρεσε να τυλίξει ένα δούκα. Αλλά, φυσικά, δεν είχε την παραμικρή πιθανότητα. Τη θυμάμαι να λέει στον Σινκλέρ ότι είναι πολύ αποτελεσματικό να τρώει ένα παιδί ένα χεράκι ξύλο. Φυσικά, κατά την άποψή της, η ανατροφή μου ήταν πολύ κακή». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Είμαι σίγουρη ότι ο Ρόκφορντ θα το εκτίμησε πολύ αυτό». «Όσο δε φαντάζεσαι. Της έριξε τέτοια κατσάδα, που ακόμα και η Μιούριελ έγινε κατακόκκινη από ντροπή». Η δεσποινίς Λίντια άρχισε να παίζει και σώπασαν. Η επιδεξιότητά της στο πιάνο δεν μπορούσε να συγκριθεί με της Μιούριελ Ράδερφορντ, αλλά το κομμάτι που έπαιζε ήταν πιο πρόσχαρο, κι όταν οι δυο αδερφές άρχισαν να τραγουδούν, η ατμόσφαιρα έγινε πολύ ευχάριστη. Οι άντρες ήρθαν να προστεθούν στην παρέα των γυναικών πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως. Βλέποντας η Κονστάνς τον τρόπο που ο Ντόμινικ και ο πατέρας του απέφευγαν ο ένας τον άλλο, υποπτεύθηκε πως η ατμόσφαιρα στο καπνιστήριο ήταν πιο ψυχρή απ’ ό,τι θα ευχαριστούσε τους καλεσμένους τους. Η Κονστάνς ένιωσε ένα καινούριο τσίμπημα ενοχής. Εξαιτίας της απόφασης του Ντόμινικ να την παντρευτεί, η ένταση ανάμεσα σε πατέρα και γιο ήταν χειρότερη από κάθε άλλη φορά. Ύστερα από ένα δυο τραγούδια, η παρέα άρχισε να διαλύεται και ~ 227 ~


αρκετοί από τους ηλικιωμένους αποσύρθηκαν. Η λαίδη Σέλμπρουκ, η οποία έδειχνε μάλλον δυστυχισμένη παρά κουρασμένη, ήταν από τις πρώτες που έφυγαν. Όσοι παρέμειναν στο δωμάτιο μουσικής χωρίστηκαν σε παρέες. Αρκετοί κάθισαν σ’ ένα τραπέζι να παίξουν χαρτιά, ενώ ο κύριος Καράδερς και κάποιοι άλλοι παρέμειναν κοντά στο πιάνο με τις αδερφές Νόρτον. Με το τραγούδι και τις συζητήσεις αυτών που έπαιζαν χαρτιά, υπήρχε αρκετός θόρυβος για να καλύψει μια ιδιαίτερη συζήτηση. Έτσι, όταν ο Ντόμινικ πλησίασε την Κονστάνς, εκείνη άρπαξε την ευκαιρία να του μιλήσει. Έκανε μια μικρή βόλτα μαζί του στο μακρύ, παραλληλόγραμμο δωμάτιο και τον σταμάτησε στην πέρα άκρη. «Ντόμινικ, πρέπει να κουβεντιάσουμε». «Ναι, πρέπει να αποφασίσουμε πού και πότε σου ζήτησα να με παντρευτείς», της απάντησε εκείνος χαμογελώντας αχνά. «Όχι. Όχι, δεν εννοούσα αυτό. Ντόμινικ, δεν πρέπει να το κάνεις». Εκείνος την κοίταξε ερωτηματικά. «Δεν πρέπει;» «Ναι. Μην κάνεις τον δύσκολο. Ξέρουμε και οι δυο ότι το να με παντρευτείς είναι το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να κάνεις». «Είναι αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να κάνω», την αντέκρουσε εκείνος. «Πρέπει να το καταλαβαίνεις». «Δε θα σε αφήσω να θυσιαστείς μόνο και μόνο επειδή η Μιούριελ Ράδερφορντ δημιούργησε μια σκηνή σήμερα το απόγευμα». «Κονστάνς, δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις τις επιπτώσεις αυτής της σκηνής. Το όνομά σου θα κηλιδωθεί αν δεν παντρευτούμε. Συνειδητοποιώ ότι μπορεί να μην είναι αυτό που επιθυμούσες». Δεν το επιθυμούσε; Και πού να ήξερες, σκέφτηκε η Κονστάνς. Ένας γάμος μαζί του ήταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε. Αλλά όχι κάτω από αυτές τις συνθήκες. Όχι επειδή ήταν αναγκασμένος να το κάνει. «Σίγουρα το στυλ της πρότασής μου δεν ήταν και τόσο ρομαντικό», συνέχισε εκείνος, «αλλά το θεώρησα ζωτικό να ενεργήσω γρήγορα για να αποτρέψω περισσότερα σχόλια της Μιούριελ». «Δε μ’ ενδιαφέρει το στυλ», τον αντέκρουσε η Κονστάνς. Την εξόργιζε ο τρόπος που ο Ντόμινικ γύριζε αυτή την κουβέντα, λες και ήταν εκείνη που δεν ήθελε αυτόν το γάμο, που έπρεπε να πειστεί για την αναγκαιότητά του. «Το ξέρω πως θα κηλιδωθεί η υπόληψή μου, ~ 228 ~


αλλά ούτε αυτό έχει σημασία». «Έχει σημασία για μένα», της απάντησε ήρεμα ο Ντόμινικ. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα μπορούσα να σου φερθώ τόσο ανέντιμα; Ύστερα απ’ ό,τι έγινε στην καλύβα;» Τα μάγουλα της Κονστάνς έγιναν κατακόκκινα. «Δεν το έκανα... για να σε αναγκάσω να με παντρευτείς!» Το πρόσωπό του γλύκανε. «Το ξέρω. Αλλά αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη μου. Μίλησα στο θείο σου και μου έδωσε την άδεια να ζητήσω το χέρι σου». «Στην πραγματικότητα, δε μου το ζήτησες», του είπε η Κονστάνς. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά. «Το ξέρω. Πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη γι’ αυτή την παράλειψη. Θέλεις να πέσω στα γόνατα τώρα;» Πήγε να το κάνει και η Κονστάνς τον άρπαξε από το μπράτσο μουρμουρίζοντας: «Ντόμινικ, μη!» Το γέλιο του την έκανε να ξεσπάσει. «Ε, λοιπόν, χαίρομαι που εσύ τουλάχιστον βρίσκεις αυτό το μπλέξιμο διασκεδαστικό!» «Πρέπει να γίνει», της απάντησε εκείνος σοβαρεύοντας. «Αν σε δυσαρεστεί η ιδέα, λυπάμαι. Αλλά αν εσένα δε σ’ ενδιαφέρει η γνώμη του κόσμου, εμένα μ’ ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να το παίξω παλιοτόμαρο». «Δε θα χρειαστεί κάτι τέτοιο», του απάντησε η Κονστάνς. «Αν σταματήσουμε να κουβεντιάζουμε για τον αρραβώνα, μετά από λίγο καιρό ο κόσμος θα τον ξεχάσει. Στο κάτω κάτω, δεν έχει γίνει καμιά επίσημη αναγγελία. Αν σε ρωτήσει κάποιος, θα μπορέσεις να πεις ότι ήταν μια... παρεξήγηση». «Θα υπάρχει πάντα μια σκιά γύρω από τ’ όνομά σου», της είπε απτόητος ο Ντόμινικ. «Δηλαδή είσαι ανένδοτος;» «Είμαι. Μίλησα με τους γονείς μου. Θα διοργανώσουμε άλλον ένα χορό στο τέλος της βδομάδας, μια βραδιά προτού φύγουν οι καλεσμένοι. Και θα κάνουμε την επίσημη αναγγελία». Η Κονστάνς αναστέναξε. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να τον μεταπείσει. Θα έκανε ό,τι και κάθε έντιμος άντρας. Στην πραγματικότητα, δεν θα περίμενε κάτι λιγότερο από αυτόν. Αλλά δεν άντεχε να του φορτώσει τέτοιο βάρος. Η οικογένεια, το κτήμα θα υφίσταντο τις συνέπειες της στιγμιαίας αδιακρισίας τους. Θα ήταν εντελώς διαφορετικό αν ήθελε να την παντρευτεί. Αν είχε ~ 229 ~


διαλέξει τον έρωτα και όχι τα χρήματα που χρειάζονταν για το κτήμα, τότε θα είχε δεχτεί την πρότασή του στη στιγμή. Θα δεχόταν ευχαρίστως να ζήσει μαζί του μέσα στη φτώχεια, αν χρειαζόταν. Αν της είχε μιλήσει έστω και μια φορά για αγάπη, αν της είχε πει έστω πόσο ευτυχισμένο θα τον έκανε ο γάμος τους, τότε θα πετούσε από τη χαρά της. Αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι το κίνητρό του ήταν η εντιμότητα, όχι η αγάπη. Ήταν «υπεύθυνος» για εκείνη. Δεν θα το έπαιζε «παλιοτόμαρο». Πώς θα μπορούσε να τον παντρευτεί, να περάσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί του με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει από την αγάπη της για εκείνον, ξέροντας ότι αυτός δεν την αγαπούσε; Ξέροντας ότι την είχε παντρευτεί επειδή ήταν πολύ έντιμος για να μην το κάνει; Ευχήθηκε να ήξερε τι να κάνει. Θα ήταν πιο εύκολο, βέβαια, να σταματήσει να αντιστέκεται, να δεχτεί να γίνουν η επίσημη αναγγελία και ο γάμος. Αυτό ήθελαν όλοι. Δεν θα αντιμετώπιζε την κηλίδωση της υπόληψής της. Και ίσως, με το χρόνο, ο Ντόμινικ κατέληγε να την αγαπήσει όσο τον αγαπούσε κι εκείνη. Κάποιες φορές οι άνθρωποι ερωτεύονταν σιγά σιγά, έτσι δεν ήταν; Υπήρχαν πολλά ζευγάρια που είχαν παντρευτεί επειδή το ήθελαν οι γονείς τους και στη συνέχεια είχαν ερωτευτεί. Αλλά, όχι, η Κονστάνς δεν μπορούσε να κοροϊδεύει τον εαυτό της. Υπήρχε τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να παντρεύεσαι επειδή αυτό περίμεναν οι άλλοι από σένα και στο να παντρεύεσαι επειδή είχες αναγκαστεί να το κάνεις. Ιδιαίτερα όταν παντρευόσουν κάποιον ενάντια στις επιθυμίες της οικογένειάς σου. Όταν αυτή η πράξη σου σήμαινε ότι θα έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου σε συνθήκες φτώχειας... και να καταδικάσεις και την οικογένειά σου στον ίδιο τρόπο ζωής. Στην περίπτωση του Ντόμινικ, σκέφτηκε η Κονστάνς, ο γάμος αυτός θα ήταν μια μόνιμη πηγή ενόχλησης. Κάθε φορά που θα την έβλεπε, θα θυμόταν ότι δεν είχε κάνει το χρέος του απέναντι στην οικογένεια, ότι δεν είχε τα χρήματα για να απαλλάξει τα κτήματά του από τα χρέη, να προσφέρει αυτά που θα ήθελε στα παιδιά του –και όλα αυτά εξαιτίας της Κονστάνς. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αγαπήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες. Αντίθετα, κατά πάσα πιθανότητα θα έφτανε να τη μισήσει. ~ 230 ~


Δεν μπορούσε να υποχωρήσει και να τον παντρευτεί, αποφάσισε. Έπρεπε να φανεί αποφασιστική. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Αν παρέμενε εκεί, ο Ντόμινικ θα προχωρούσε πεισματικά το σχέδιό του και θα ανακοίνωνε τον αρραβώνα τους στο τέλος της βδομάδας. Δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει. Και από τη στιγμή που θα γινόταν η επίσημη αναγγελία, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να κάνουν πίσω. Ο κόσμος μπορεί να είχε παραβλέψει τη σημερινή βιαστική δήλωσή του μπροστά στις κατηγορίες της Μιούριελ, αλλά κανείς δεν θα παρέβλεπε μια επίσημη αναγγελία. Θα ξεσπούσε σκάνδαλο αν κάποιος από τους δυο τους αρνιόταν στη συνέχεια να προχωρήσει στο γάμο. Η Κονστάνς ήξερε ότι έπρεπε να τον εμποδίσει να κάνει την αναγγελία, και ο μόνος τρόπος που μπορούσε να σκεφτεί για να το κάνει ήταν να φύγει από το Ρέντφιλντς. Προφανώς δεν είχε πετύχει τίποτα συζητώντας μαζί του. Αλλά δεν θα μπορούσε να ανακοινώσει και τον αρραβώνα του μαζί της αν εκείνη δεν ήταν εκεί. Τότε θα συνειδητοποιούσε πόσο σοβαρά του μιλούσε όταν του έλεγε ότι δεν ήθελε να την παντρευτεί επειδή έπρεπε. Το πρόβλημα, φυσικά, ήταν πώς θα έφευγε. Ο θείος και η θεία της είχαν αρνηθεί να τη γυρίσουν στο Λονδίνο. Επιθυμούσαν πάρα πολύ αυτόν το γάμο για να το κάνουν. Και η Κονστάνς δεν είχε αρκετά χρήματα για να νοικιάσει μια άμαξα να γυρίσει μόνη της. Είχε ξοδέψει τα περισσότερα χρήματά της για να αγοράσει φορέματα και αξεσουάρ στο Λονδίνο. Για να ανανεώσει αυτά που είχε ξοδέψει έπρεπε να ρευστοποιήσει κάποιες από τις επενδύσεις της, και αυτό θα έπαιρνε μέρες. Για μια στιγμή σκέφτηκε να δανειστεί από τη Φραντσέσκα, δεν θα κόστιζε πολύ αν έπαιρνε την ταχυδρομική άμαξα αντί να νοικιάσει μόνιππο. Αλλά κάτι της έλεγε ότι η Φραντσέσκα δεν θα ήταν και τόσο πρόθυμη να τη βοηθήσει. Δεν της είχε πει πριν μερικές ώρες να εμπιστευτεί τον Ντόμινικ πάνω σ’ αυτό το θέμα; Η Καλάντρα ήταν πολύ φιλική μαζί της, βέβαια, αλλά η Κονστάνς δεν μπορούσε να διανοηθεί να της ζητάει δανεικά για να το σκάσει. Το ίδιο ίσχυε και για όλους τους υπόλοιπους καλεσμένους στο Ρέντφιλντς. Ζήτησε συγνώμη και αποσύρθηκε νωρίς εκείνο το βράδυ. Της ήταν δύσκολο να συμπεριφέρεται ευγενικά και φιλικά όταν την απασχολούσαν τόσα προβλήματα και είχε κουραστεί να χαμογελάει και ~ 231 ~


να αποφεύγει τις ερωτήσεις των άλλων. Προς μεγάλη της έκπληξη, τη στιγμή που έφτανε στις σκάλες, τη σταμάτησε ένας υπηρέτης. «Δεσποινίς;...» Σταμάτησε και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Ο λόρδος θέλει να σας δει στο γραφείο του», της εξήγησε εκείνος κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. «Ο λόρδος Λέιτον;» ρώτησε η Κονστάνς σαστισμένη. Τον είχε αφήσει στο δωμάτιο μουσικής να κουβεντιάζει με τον σερ Λούσιεν και τη Φραντσέσκα. «Α, όχι, δεσποινίς, με συγχωρείτε. Ο λόρδος Σέλμπρουκ, θα έπρεπε να πω». Η Κονστάνς τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα, ακόμα πιο σαστισμένη. «Ε, ναι, βέβαια. Ευχαριστώ». Ένα μέρος της σύγχυσής της θα πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό της, γιατί ο υπηρέτης τη ρώτησε: «Θα θέλατε να σας οδηγήσω εγώ μέχρι εκεί, δεσποινίς;» «Ναι, ευχαριστώ». Η Κονστάνς ακολούθησε τον υπηρέτη με τη λιβρέα στο διάδρομο. Οι σκέψεις της ήταν μπερδεμένες. Τι θα μπορούσε να τη θέλει ο πατέρας του Ντόμινικ; Ο υπηρέτης χτύπησε την πόρτα, την άνοιξε και παραμέρισε για να περάσει η Κονστάνς. Ύστερα αποσύρθηκε και την έκλεισε πίσω του. Η Κονστάνς κοίταξε το λόρδο Σέλμπρουκ, που καθόταν πίσω από το τεράστιο μαονένιο γραφείο του. Εκείνος σηκώθηκε και της έδειξε μια καρέκλα με ίσια πλάτη απέναντι από το γραφείο του. «Δεσποινίς Γούντλι, παρακαλώ, καθίστε». Η Κονστάνς έκανε αυτό που της είπε, νιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι. Το δωμάτιο ήταν επιβλητικό, παντού κυριαρχούσαν το σκούρο ξύλο και τα ογκώδη έπιπλα, και η Κονστάνς κατάλαβε ότι ο κόμης είχε επιδιώξει επίτηδες να τη συναντήσει σ’ αυτό το περιβάλλον. Ήταν κι εκείνος εξίσου επιβλητικός, με σοβαρή και υπεροπτική έκφραση. Όταν η Κονστάνς κάθισε, κάθισε κι εκείνος πάλι πίσω από το γραφείο του, βάζοντας την τεράστια ξύλινη επιφάνεια ανάμεσά τους. Στη σκέψη ότι ο άνθρωπος αυτός προσπαθούσε σκόπιμα να την εκφοβίσει, η Κονστάνς όρθωσε πεισματάρικα το παράστημά της. Μπορεί μέσα της να έτρεμε, αλλά δεν θα τον άφηνε να το δει. Ο κόμης δεν μίλησε για κάμποση ώρα, αφήνοντας τη σιωπή να ~ 232 ~


βαρύνει ανάμεσά τους. Εκείνη περίμενε με μια ευγενική έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Σίγουρα ξέρετε γιατί θέλησα να σας δω», άρχισε να λέει ο κόμης στο τέλος. «Όχι, λόρδε μου, φοβάμαι ότι δεν ξέρω», απάντησε η Κονστάνς απλά. «Θα πρέπει να συνειδητοποιείτε ότι αυτός ο αρραβώνας δε συμφωνεί με τις προσδοκίες που έχω για το γιο μου». «Ναι». «Ο Ντόμινικ είναι ξεροκέφαλος όπως πάντα», συνέχισε ο κόμης. «Είναι ένας άντρας με ισχυρές αξίες», συμφώνησε η Κονστάνς. «Μπορείτε να το εκφράσετε όπως θέλετε», είπε ο κόμης υψώνοντας τους ώμους του. «Νομίζω πως θα ήταν ευκολότερο να συνεννοηθώ μαζί σας παρά με το γιο μου. Εσείς, είμαι σίγουρος, θα καταλάβετε καλύτερα ποιο είναι το συμφέρον σας». Θα προσπαθούσε να την πείσει να μην παντρευτεί τον Ντόμινικ, σκέφτηκε η Κονστάνς. Η ειρωνεία ήταν ότι εκείνη το είχε ήδη αποφασίσει. Θα συμφωνούσε μαζί του και θα του ζητούσε να της παραχωρήσει την άμαξά του για να επιστρέψει στο Λονδίνο. Ωστόσο, ο τρόπος του, τόσο απέναντί της όσο και απέναντι στον Ντόμινικ, την προκαλούσε να κάνει το αντίθετο από αυτό που της ζητούσε. «Καταλαβαίνω ότι θα έχετε μεγάλο όφελος από αυτόν το γάμο», της είπε ο κόμης ακουμπώντας τους αγκώνες στο γραφείο του και ενώνοντας τις παλάμες του. «Βέβαια, δε θα περίμενα να παραιτηθείτε από τα πάντα χωρίς κάποια ανταμοιβή. Είμαι έτοιμος να σας την προσφέρω». Η Κονστάνς έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Συγνώμη; Προτείνετε να με πληρώσετε για να μην παντρευτώ τον Ντόμινικ;» «Φυσικά». Ο κόμης έβγαλε ένα μικρό δερμάτινο πουγκί από ένα συρτάρι και το ακούμπησε στο γραφείο μπροστά του. Έλυσε τα κορδόνια και άπλωσε μια φούχτα χρυσά νομίσματα στο γραφείο. Η Κονστάνς κοίταξε τα νομίσματα και μετά πάλι τον κόμη. Της είχε προξενήσει τέτοια φρίκη η πρότασή του, που δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο λόρδος Σέλμπρουκ της χαμογέλασε σφιγμένα. «Φυσικά. Βλέπω ότι δεν τα θεωρείτε αρκετά. Το περίμενα». ~ 233 ~


Έβγαλε ένα βελούδινο ύφασμα και το ακούμπησε δίπλα στα νομίσματα. Προσεκτικά, παραμέρισε το ύφασμα, αποκαλύπτοντας ένα κολιέ με ρουμπίνια και διαμάντια που άστραφταν πάνω στο μαύρο βελούδο. «Είναι οικογενειακό κειμήλιο των Φιτζάλαν», της εξήγησε. «Ανήκει στην οικογένειά μου από την εποχή του δεύτερου κόμη. Το φοράει η γιαγιά μου στον πίνακα με το πορτραίτο της». Την κοίταξε. «Έχει πολύ μεγάλη αξία. Μπορείτε να το πουλήσετε και να φτιάξετε ένα γερό κομπόδεμα. Χωρίς να φορτωθείτε κι ένα σύζυγο». Η Κονστάνς σηκώθηκε από την καρέκλα της. Έτρεμε από θυμό, έτσι έσφιξε τα χέρια της για να μην τον αφήσει να το δει. «Αυτή τη γνώμη έχετε για μένα;» τον ρώτησε. «Πιστεύετε ότι θα δεχόμουν τα χρήματά σας για να μην παντρευτώ τον Ντόμινικ; Δε σας καταλαβαίνω, λόρδε μου, και είναι φανερό πως ούτε εσείς με καταλαβαίνετε. Δεν μπορείτε να με αγοράσετε. Δε θα ανταλλάξω το καλό μου όνομα με λεφτά και κοσμήματα». Έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την πόρτα. Εκεί σταμάτησε και τον ξανακοίταξε με μάτια που άστραφταν. «Δε σκοπεύω να παντρευτώ το γιο σας. Δε θα αφήσω τον Ντόμινικ να προχωρήσει σ’ ένα γάμο που δε θέλει επειδή αυτό επιβάλλει η εντιμότητα. Αλλά δε θα τον απαρνιόμουν ποτέ για χρήματα. Ή για να σας ευχαριστήσω. Αντίο, λόρδε μου. Θα φύγω από το σπίτι σας το συντομότερο δυνατό». Η Κονστάνς βγήκε από το δωμάτιο. Προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα θυμού που πλημμύριζαν τα μάτια της. Ένιωθε έξαλλη και ταπεινωμένη. Και ήθελε να φύγει αμέσως. Αλλά πώς θα το έκανε; Στην ανάγκη, θα μάζευε τα πράγματά της και θα πήγαινε με τα πόδια μέχρι το χωριό. Στη συνέχεια, δεν ήξερε τι θα έκανε. Θα έπρεπε να ζητήσει από τη Φραντσέσκα να της δανείσει τα χρήματα για την ταχυδρομική άμαξα, αν και έτρεμε τις ερωτήσεις της. Ίσως, αν δεν της έλεγε για ποιο λόγο χρειαζόταν τα χρήματα... Αλλά τι θα γινόταν αν η ταχυδρομική άμαξα δεν περνούσε από το χωριό την επόμενη μέρα; Τι θα έκανε; Κάτι της έλεγε ότι, όταν ο Ντόμινικ μάθαινε ότι είχε φύγει, θα έψαχνε να τη βρει. Θα αρνιόταν να την αφήσει να καταστρέψει το καλό της όνομα. Έπρεπε να φύγει ~ 234 ~


–να φύγει μακριά και γρήγορα. Ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες και διέσχισε το διάδρομο για το δωμάτιό της σκεφτική, με το κεφάλι σκυμμένο. Ξαφνικά σταμάτησε. Έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, συλλογισμένη, ύστερα έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την αντίθετη πλευρά του διαδρόμου. Χτύπησε κοφτά την πόρτα και μια φωνή τής φώναξε να περάσει. Η Κονστάνς άνοιξε την πόρτα και μπήκε να αντιμετωπίσει τη Μιούριελ Ράδερφορντ.

~ 235 ~


Κεφάλαιο 16

Η Μιούριελ συνοφρυώθηκε θυμωμένη. «Τι γυρεύεις εδώ; Ήρθες να θριαμβολογήσεις;» «Όχι», της απάντησε απλά η Κονστάνς. «Ήρθα να ζητήσω τη βοήθειά σου». «Μα την πίστη μου, έχεις μεγάλο θράσος», ακούστηκε μια πιο ηλικιωμένη φωνή και η Κονστάνς γύρισε και είδε τη μητέρα της Μιούριελ, καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. «Νομίζεις ότι θα σε βοηθήσουμε τη στιγμή που έκανες την κόρη μου περίγελο;» Η Κονστάνς συγκράτησε το θυμό της. «Λαίδη Ράδερφορντ, δεν έκανα τίποτε για να βλάψω εσάς ή την κόρη σας». Δεν το θεώρησε σοφό να προσθέσει ότι η Μιούριελ είχε γελοιοποιηθεί από μόνη της. «Ξέρω πολύ καλά τα αισθήματά σας για μένα. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι δε θα έχετε αντίρρηση να μου κάνετε αυτή τη συγκεκριμένη χάρη». Η ηλικιωμένη γυναίκα μισόκλεισε τα μάτια της πανούργα. «Γιατί;» «Επειδή θα δείτε ότι σας συμφέρει». «Μα τι είναι αυτά που λες;» πέταξε η Μιούριελ. «Άκουσα ότι σχεδιάζετε να φύγετε από το Ρέντφιλντς αύριο. Είναι αλήθεια;» «Ναι», της απάντησε η Μιούριελ πικρόχολα. «Θα φύγουμε σαν τους κλέφτες την αυγή. Όσο λιγότεροι είναι οι μάρτυρες του εξευτελισμού μου, τόσο το καλύτερο. Τι σχέση έχει αυτό μ’ εσένα;» «Σας ζητώ να μου επιτρέψετε να ταξιδέψω μέχρι το Λονδίνο μαζί σας». Οι δυο γυναίκες κοίταξαν την Κονστάνς σαν να τα είχε εντελώς χαμένα. «Τι πράγμα; Τρελάθηκες;» τη ρώτησε η Μιούριελ. ~ 236 ~


«Γιατί;» πρόσθεσε κοφτά η μητέρα της. «Δεν έχω καμιά επιθυμία να βλάψω το λόρδο Λέιτον», της απάντησε η Κονστάνς. «Ξέρω ότι πρέπει να κάνει έναν καλό γάμο. Τα λόγια του σήμερα ήταν ευγενικά και γενναιόδωρα. Δε θα πρέπει όμως να το πληρώσει για όλη την υπόλοιπη ζωή του επειδή φέρθηκε σαν κύριος». Αρνιόταν να παραδεχτεί μπροστά στη Μιούριελ και τη μητέρα της ότι δεν ήθελε να παντρευτεί τον Ντόμινικ επειδή εκείνος δεν την αγαπούσε, αυτό θα παραπήγαινε. «Δε θέλεις να τον παντρευτείς;» Η Μιούριελ έδειχνε εμβρόντητη. «Κάνω αυτό που είναι καλύτερο και για τους δυο μας», της απάντησε ξερά η Κονστάνς. «Ή το παίζεις πολύ πονηρά», μουρμούρισε η λαίδη Ράδερφορντ. Η Κονστάνς γύρισε και την κοίταξε. «Δεν ξέρω τι εννοείτε». Η λαίδη Ράδερφορντ την περιεργάστηκε για λίγο. Η Κονστάνς ήταν σίγουρη πως ζύγιζε τις προοπτικές που άνοιγε το αίτημά της για τη Μιούριελ. Θα συνειδητοποιούσε πως, αν η Κονστάνς έφευγε πριν την επίσημη αναγγελία του αρραβώνα, ήταν πολύ λίγες οι πιθανότητες να επιμείνει ο Ντόμινικ σ’ αυτή την παρωδία. Και από τη στιγμή που θα έμενε πάλι ελεύθερος, η λαίδη μπορούσε να ελπίζει ότι με τη βοήθεια του Σέλμπρουκ θα κατάφερναν να τον παντρέψουν με τη Μιούριελ. Η Κονστάνς δεν ένιωσε υποχρεωμένη να της πει πως ήταν σίγουρη ότι ο Ντόμινικ δεν θα παντρευόταν ποτέ τη Μιούριελ, ανεξάρτητα από τις δικές της πράξεις. «Λοιπόν...» είπε η λαίδη Ράδερφορντ στο τέλος. «Θέλεις να το σκάσεις από δω στα κρυφά; Χωρίς να ξέρει κανείς ότι έφυγες;» «Ναι». Η Κονστάνς ένιωσε τα μάτια της να πλημμυρίζουν δάκρυα, αλλά πάσχισε να τα συγκρατήσει. Της ήταν πολύ οδυνηρή η σκέψη ότι θα άφηνε τον Ντόμινικ χωρίς ούτε μια λέξη για να του εξηγήσει. Αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτε ούτε σ’ εκείνον ούτε στη Φραντσέσκα, γιατί φοβόταν ότι η φίλη της θα τον ειδοποιούσε αμέσως. Έπρεπε να το σκάσει στα κρυφά, διαφορετικά ο Ντόμινικ θα επιχειρούσε να τη σταματήσει. «Εντάξει», της είπε η λαίδη Ράδερφορντ σχεδόν ευχάριστα. «Θα φύγουμε αύριο πριν το πρόγευμα. Φρόντισε να είσαι έτοιμη». Η Κονστάνς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και έφυγε. Γύρισε στο δωμάτιό της και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Η καρδιά της ήταν βαριά σαν μολύβι στο στήθος της. ~ 237 ~


Προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να κάνει τα σχέδιά της. Όταν θα έφτανε στο Λονδίνο, θα πήγαινε στο σπίτι του θείου και της θείας της. Ήξερε ότι, ακόμα και χωρίς τους συγγενείς της, οι υπηρέτες θα την άφηναν να μπει. Βέβαια, πολύ σύντομα θα έπρεπε να μετακομίσει κάπου αλλού. Ο θείος Ρότζερ και η θεία Μπλανς θα γίνονταν έξαλλοι μαζί της εξαιτίας του σκανδάλου που θα δημιουργούσε, στερώντας τους μάλιστα τη δυνατότητα να συγγενέψουν με έναν κόμη. Θα μπορούσε όμως να μείνει στο σπίτι τους όσο χρειαζόταν για να ρευστοποιήσει κάποιο ποσό από τις επενδύσεις της, ώστε να έχει αρκετά μετρητά για να ταξιδέψει ως το Μπαθ. Είχε μια άλλη θεία που έμενε στο Μπαθ. Η Κονστάνς και ο πατέρας της την επισκέπτονταν συχνά όταν ο πατέρας της ήταν άρρωστος και πίστευε ότι η θεία Ντέμπορα θα δεχόταν να τη φιλοξενήσει. Βέβαια, δεδομένου ότι η θεία Ντέμπορα έπαιρνε μια μικρή σύνταξη χηρείας και ζούσε σ’ ένα πολύ μικρό σπίτι, δεν θα μπορούσαν να ζήσουν για πολύ καιρό μαζί στο διαμέρισμα, αλλά τουλάχιστον θα έδινε στην Κονστάνς το χρονικό περιθώριο να συνέλθει και να σκεφτεί τι θα έκανε στη ζωή της. Θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να αυξήσει το εισόδημά της. Τα χρήματα που έπαιρνε από τη μικρή κληρονομιά της δεν θα της έφταναν για να ζήσει. Υπέθετε πως δεν θα δυσκολευόταν να βρει μια θέση ως συνοδός κάποιας ηλικιωμένης κυρίας, αν και δεν την ενθουσίαζε αυτή η προοπτική. Βέβαια, αυτή η δυνατότητα θα έπαυε να υπάρχει αν ξεσπούσε μεγάλο σκάνδαλο γύρω από το όνομά της. Ίσως, αν εκείνη και η θεία Ντέμπορα κρατούσαν κοινό ταμείο, να μπορούσαν να νοικιάσουν ένα πιο μεγάλο σπίτι και να ζήσουν μαζί. Καθώς οι δυσάρεστες σκέψεις επιτάχυναν τις κινήσεις της, δεν της πήρε πολλή ώρα να μαζέψει τα πράγματά της. Το μπαούλο της ήταν σύντομα γεμάτο, καθώς και μια μικρή τσάντα. Σταμάτησε, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο γύρω και με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη βάλει τα κλάματα. Σκέφτηκε ότι δεν θα ξανάβλεπε τον Ντόμινικ –δεν θα έβλεπε ποτέ πια το χαμόγελό του ούτε θα άκουγε τη φωνή του, δεν θα ξανάβλεπε το βλέμμα του να καρφώνεται πάνω της. Ήταν τόσο σκληρό, τόσο άδικο. Πώς θα το άντεχε; Άραγε εκείνος θα τη μισούσε που θα έφευγε έτσι ξαφνικά, χωρίς καμιά εξήγηση; Ή θα αναστέναζε ανακουφισμένος; ~ 238 ~


Ήθελε να του γράψει ένα σημείωμα για να του εξηγήσει για ποιο λόγο το έκανε. Δεν θα ήθελε να τη θεωρήσει αδιάφορη και αχάριστη. Αλλά η λαίδη Ράδερφορντ είχε μαντέψει σωστά ότι η Κονστάνς έπρεπε να φύγει κρυφά, χωρίς να το ξέρει κανείς. Αν ο Ντόμινικ ήξερε πού πήγαινε, μπορεί να την ακολουθούσε. Κάτι της έλεγε ότι γινόταν πολύ πεισματάρης όταν πίστευε πως είχε δίκιο. Αν και το ταξίδι μέχρι το Λονδίνο δεν ήταν μεγάλο, ένας καβαλάρης θα μπορούσε εύκολα να προλάβει μια άμαξα προτού φτάσει στην πόλη. Αν όμως έφευγε νωρίς το πρωί και ο Ντόμινικ δεν το μάθαινε αμέσως, μπορεί να βρισκόταν στο Λονδίνο ή να πλησίαζε προτού καν αντιληφθεί εκείνος ότι είχε φύγει. Από τη στιγμή που θα έφτανε στο Λονδίνο, θα έλεγε στους υπηρέτες ότι δεν θα δεχόταν να δει το λόρδο Λέιτον και μετά από μια δυο μέρες θα έφευγε για τη θεία της και εκείνος δεν θα είχε ιδέα πού να τη βρει. Έπρεπε να φύγει κρυφά. Δεν μπορούσε να του πει τίποτα. Θα του έγραφε ένα γράμμα αφού έφευγε. Ή μπορούσε να του γράψει ένα γράμμα και να το αφήσει σε μια υπηρέτρια με την εντολή να μην του το δώσει πριν το μεσημέρι. Αλλά και αυτό δεν ήταν απόλυτα ασφαλές, γιατί αν ο λόρδος Λέιτον ρωτούσε τους υπηρέτες μήπως ήξεραν πού βρισκόταν η Κονστάνς, η υπηρέτρια θα φοβόταν τις συνέπειες αν δεν του έλεγε όσα γνώριζε. Όχι, ήταν πιο ασφαλές να μη γράψει τίποτε μέχρι να φτάσει στο Λονδίνο. Βέβαια, η αναχώρησή της θα τον θύμωνε και δεν ήθελε ο Ντόμινικ να έχει άσχημες αναμνήσεις από εκείνη, αλλά, ειλικρινά, έτσι ήταν καλύτερα. Θα ήταν πιο απίθανο να προσπαθήσει να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Μπορεί πάλι, σκέφτηκε η Κονστάνς, να κορόιδευε τον εαυτό της πιστεύοντας ότι ο Ντόμινικ θα έμπαινε στον κόπο να την ακολουθήσει. Ήθελε να την παντρευτεί επειδή πίστευε ότι αυτό ήταν το σωστό, όχι επειδή την αγαπούσε. Μπορεί και να χαιρόταν όταν μάθαινε ότι εκείνη είχε φύγει απαλλάσσοντάς τον από μια ανεπιθύμητη υποχρέωση. Με αυτές τις δυσάρεστες σκέψεις να στροβιλίζονται στο μυαλό της, η Κονστάνς άρχισε να ετοιμάζεται να πέσει για ύπνο. Έβγαλε τις φουρκέτες από τα μαλλιά της και τα βούρτσισε ανόρεχτα κι ύστερα γδύθηκε και φόρεσε τη νυχτικιά της. Κάθισε στο κρεβάτι και μάζεψε τα γόνατα κάτω από το πιγούνι της, τυλίγοντας τα μπράτσα γύρω από τα πόδια της. Για μια στιγμή ~ 239 ~


σκέφτηκε τον Ντόμινικ και όσα είχαν συμβεί ανάμεσά τους εκείνο το απόγευμα. Όσα είχαν ακολουθήσει δεν μπορούσαν να καταστρέψουν τις αναμνήσεις της από τις στιγμές που είχαν κάνει έρωτα. Αγαπούσε τον Ντόμινικ με όλη της την καρδιά, είχε ζήσει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της στην αγκαλιά του. Εκεί μέσα είχε νιώσει ζωντανή όσο ποτέ άλλοτε. Συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να τον ξαναδεί, χωρίς να ξαναζήσει για μια ακόμα φορά τη χαρά που είχε γνωρίσει νωρίτερα. Σηκώθηκε και φόρεσε τη ρόμπα της δένοντας τη ζώνη στη μέση της. Θα πήγαινε κοντά του απόψε. Όσο θλιβερή και να ήταν η υπόλοιπη ζωή της, θα είχε τουλάχιστον αυτές τις τελευταίες στιγμές έρωτα. Πήρε το κερί από το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της και το άναψε από τη λάμπα πετρελαίου. Ύστερα άνοιξε την πόρτα της και κοίταξε στο διάδρομο έξω. Ήταν σκοτεινός και όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Δεν άκουσε φωνές. Μάλλον, όσο εκείνη μάζευε τα πράγματά της, είχαν πάει όλοι για ύπνο. Σιγανά, προστατεύοντας τη φλόγα του κεριού με το χέρι της για να μη σβήσει από κανένα ρεύμα, γλίστρησε αθόρυβα στο διάδρομο. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του Ντόμινικ και κοίταξε προσεκτικά δεξιά και αριστερά. Έκανε να χτυπήσει, αλλά της φάνηκε πιο ασφαλές να γυρίσει απλά το πόμολο και να μπει. Μπορεί να ήταν λίγο αγενές, σκέφτηκε μ’ ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, αλλά ήλπιζε ότι δεν θ’ αργούσε να τον πείσει να παραβλέψει τη μικρή αυτή αγένειά της. Γύρισε αθόρυβα το πόμολο, άνοιξε την πόρτα, γλίστρησε μέσα και την έκλεισε πίσω της. «Τι στην ευχή;» Ο Ντόμινικ στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι και ακούγοντας την πόρτα γύρισε. Όταν την είδε χαλάρωσε και ξέσφιξε τις γροθιές του. «Κονστάνς... τι γυρεύεις εδώ;» Είχε αρχίσει ήδη να γδύνεται και φορούσε μόνο το παντελόνι του. Το στέρνο και τα πόδια του ήταν γυμνά. Βλέποντάς τον, η Κονστάνς ένιωσε τη γνώριμη πλέον φλόγα να φουντώνει στα λαγόνια της. «Ήθελα να σε δω», του είπε σιγανά και ακούμπησε το κερί στη σιφονιέρα δίπλα στην πόρτα. «Δε θα έπρεπε να έρθεις εδώ. Μπορεί κάποιος να σε δει». «Θα προτιμούσες να φύγω;» Το χέρι της έπιασε το φιόγκο της ~ 240 ~


ζώνης της και με μια τόλμη που δεν πίστευε πως διέθετε τον έλυσε, κατέβασε τη ρόμπα στους ώμους της και την άφησε να κυλήσει στο πάτωμα. Το βλέμμα του Ντόμινικ ακολούθησε την πορεία της ρόμπας κι ύστερα γύρισε ξανά στο πρόσωπό της. Η Κονστάνς διέκρινε ακόμα και μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου τον πόθο που ήταν ζωγραφισμένος στα χαρακτηριστικά του. «Όχι», της απάντησε χαμηλόφωνα με φωνή που παλλόταν από τον πόθο. «Όχι, δε θέλω να φύγεις». Διέσχισε το δωμάτιο, την πλησίασε, άπλωσε το χέρι του και γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά πίσω της. Το κορμί του απείχε ελάχιστα εκατοστά από το δικό της και η Κονστάνς διέκρινε το σφίξιμο των μυών του καθώς τεντωνόταν για να κλειδώσει. Εκείνος έγειρε προς το μέρος της παίρνοντας μια βαθιά, αργή ανάσα. «Μυρίζεις υπέροχα», της είπε και το έντονο τρέμουλο στη φωνή του ξύπνησε ένα ανάλογο τρέμουλο μέσα της. Η Κονστάνς έγειρε με λαχτάρα προς το μέρος του. Ήθελε να λιώσει στην αγκαλιά του. Ο Ντόμινικ έσυρε τα χείλια του στα μαλλιά της. Την κράτησε μαλακά ακίνητη από τα μπράτσα και έχωσε το πρόσωπό του στις μπούκλες της. Μόλις ένιωσε το άγγιγμα των χειλιών του, ρίγησε σύγκορμη, χαλάρωσε και του παραδόθηκε ολοκληρωτικά. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε. «Αισθάνεσαι... καλά; Δε θέλω να σε πονέσω». «Δε θα με πονέσεις», του απάντησε με σιγουριά. «Θέλω να με κάνεις πάλι δική σου». Τραβήχτηκε λιγάκι, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Της άρεσε αυτό που έβλεπε, το έντονο βλέμμα των σκληρών, λαμπερών ματιών του, το δέρμα του που τσίτωνε πάνω στα κόκαλα, το χαλαρό από τον πόθο στόμα του. «Σε θέλω», του είπε απλά. Το σαγόνι του σφίχτηκε και ένα σιγανό βογκητό βγήκε από τα χείλια του. Τύλιξε τα χέρια του γύρω της, την τράβηξε πάνω του και χαμηλώνοντας το πρόσωπό του στην καμπύλη του λαιμού της φίλησε την απαλή σάρκα σ’ εκείνο το σημείο. «Αχ, Κονστάνς, Κονστάνς, καταστρέφεις όλες τις καλές μου προθέσεις», της ψιθύρισε με τα χείλια του κολλημένα στο λαιμό της και ~ 241 ~


την ανάσα του να της φέρνει ρίγη συγκίνησης. Τα χείλια του ταξίδεψαν στο λαιμό της και παραμέρισε με το χέρι του τα μαλλιά της για να μπορέσει το στόμα του να τον εξερευνήσει ανεμπόδιστο. Έρανε τη γραμμή του πιγουνιού της με ανάλαφρα φιλιά που διέγειραν όλες τις απολήξεις των νεύρων της, ώσπου κατέληξε στο λοβό του αυτιού της. Παίρνοντας το σαρκώδη λοβό ανάμεσα στα δόντια του, τον δάγκωσε απαλά και ύστερα ακολούθησε το περίγραμμα του αυτιού της με τη γλώσσα του. Η Κονστάνς πήρε μια κοφτή ανάσα και ακούμπησε τα χέρια της στα πλευρά του. Το δέρμα του ήταν απαλό κάτω από τα δάχτυλά της, και κάτω από το δέρμα ένιωσε τη σκληρή καμπύλη των πλευρών του. Έσυρε τα χέρια της στην πλάτη του, στην αρχή προς τα πάνω και στη συνέχεια προς τα κάτω, μέχρι που άγγιξε το ζωνάρι του παντελονιού του. Τα δάχτυλά της ακολούθησαν την περιφέρεια της ζώνης, με τα νύχια της να χαράζουν μια λεπτή γραμμή, και ύστερα χώθηκαν στη ζώνη, γλίστρησαν προς τα κάτω μέσα από το ύφασμα και τα ακροδάχτυλά της άγγιξαν την καμπύλη των γλουτών του. Ένιωσε το τρέμουλό του και στα χείλη της χαράχτηκε ένα αισθησιακό χαμόγελο ικανοποίησης στη σκέψη ότι τον είχε διεγείρει. Ο Ντόμινικ κατέβασε τα χέρια του στους γοφούς της, άρπαξε τη νυχτικιά της και άρχισε να την ανεβάζει εκατοστό εκατοστό, ενώ το στόμα του παρέλυε τις αισθήσεις της. Φίλησε τα αυτιά, το λαιμό, το πρόσωπό της, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στα χείλη της, μέχρι που το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Μ’ ένα μικρό αναστεναγμό ικανοποίησης, η Κονστάνς ανταπέδωσε με πάθος το φιλί του. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κόλλησε πάνω του. Ο Ντόμινικ έχωσε τα χέρια του κάτω από τη νυχτικιά της και χάιδεψε το απαλό δέρμα των γλουτών της. Ακούμπησε τις παλάμες του στην πλάτη της και έσυρε τα δάχτυλά του κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Το δέρμα των χεριών του, πιο σκληρό από την απαλή σάρκα της, της ξυπνούσε ρίγη συγκίνησης όπου την άγγιζε. Τα χείλη του τρύγησαν τα δικά της, η γλώσσα του εξερεύνησε νωχελικά το στόμα της. Η Κονστάνς έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τα ακροδάχτυλά της πίεζαν το κρανίο του κάθε φορά που τη διαπερνούσε ένα καινούριο ηδονικό ρίγος. Ο πόθος φούντωνε μέσα της, καυτός και απαιτητικός. Έτριψε το κορμί της στο δικό του, ~ 242 ~


αποζητώντας την ικανοποίηση που λαχταρούσε. Εκείνος ρίγησε, κατέβασε τα χέρια του στους γλουτούς της και την ανασήκωσε προς το μέρος του. Ο πόθος της έγινε ακόμα πιο έντονος όταν ένιωσε επάνω της τη σκληρή απόδειξη του δικού του πόθου. Κινήθηκε από ένστικτο κι ένα βαθύ βογκητό ξεπήδησε από το λαιμό του. Ο Ντόμινικ τραβήχτηκε λίγο, άρπαξε τη νυχτικιά της από τον ποδόγυρο και της την έβγαλε από το κεφάλι. Την πέταξε στην πιο κοντινή καρέκλα και ύστερα έσκυψε και σήκωσε την Κονστάνς στα χέρια του. Εκείνη άφησε μια ξαφνιασμένη φωνούλα που γρήγορα μετατράπηκε σε γέλιο και, τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμό του, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Ο Ντόμινικ τη μετέφερε στο κρεβάτι του και την ξάπλωσε. Ετοιμάστηκε να τραβηχτεί, με τα χέρια του στα κουμπιά του παντελονιού του, αλλά η Κονστάνς έπιασε τα χέρια του και τον σταμάτησε. Την κοίταξε ερωτηματικά. «Άφησε εμένα», του ψιθύρισε βραχνά και, γονατίζοντας στο κρεβάτι, άρχισε να του ξεκουμπώνει τα κουμπιά. Ο Ντόμινικ έχωσε τα χέρια του στα μαλλιά της και χάιδεψε τις απαλές μπούκλες όσο εκείνη ξεκούμπωνε τα κουμπιά. Ο ανδρισμός του πίεζε το ύφασμα, παλλόταν κάτω από τα δάχτυλά της, και η Κονστάνς χαμογέλασε, σταμάτησε και έσυρε το χέρι της πάνω από το ύφασμα. Τα δάχτυλά του τράβηξαν αυτόματα τα μαλλιά της κι ένας περίεργος ήχος ξέφυγε από τα χείλη του. «Προσπαθείς να με σκοτώσεις;» Η Κονστάνς γύρισε και τον κοίταξε μ’ ένα αισθησιακό χαμόγελο απλωμένο στα χείλη της. «Όχι, μόνο να σ’ ευχαριστήσω». Έσυρε ένα νύχι της στο εξόγκωμα του παντελονιού του. «Δε σου αρέσει;» «Αλεπού». Ξεγύμνωσε τα δόντια του μ’ ένα λυκίσιο χαμόγελο. «Ναι, μου αρέσει. Θα σου δείξω αμέσως πόσο πολύ μου αρέσει». Έφερε τα χέρια του στους ώμους της σαν να ήθελε να την ξαπλώσει πίσω, αλλά η Κονστάνς κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, όχι, άφησέ με να τελειώσω». Ξεκούμπωσε ένα ακόμα κουμπί και ύστερα γλίστρησε τα δάχτυλά της κάτω από το ύφασμα, το παραμέρισε και τα άφησε να ταξιδέψουν προς τα κάτω. Τα ακροδάχτυλά της πέρασαν ανάμεσα στις ~ 243 ~


σγουρές τρίχες που βρήκαν εκεί και χάιδεψαν τη σατινένια επιδερμίδα του ανδρισμού του, εξερευνώντας την ερεθιστική αντίθεση του σκληρού και του απαλού. Ο ήχος της κοφτής ανάσας του τη διέγειρε ακόμα περισσότερο. Τράβηξε τα χέρια της έξω από το παντελόνι και έσυρε τα δάχτυλά της κοντά στις δυο πλευρές της σάρκας που τσίτωνε το ύφασμα, αλλά χωρίς να την αγγίζει. Οι δείκτες της χάιδεψαν την άρθρωση των ποδιών με τον κορμό του και μετά ανέβηκαν για να ξεκουμπώσουν τα δύο τελευταία κουμπιά. Το ορθωμένο πέος του πετάχτηκε από το ύφασμα που το περιόριζε καθώς η Κονστάνς κατέβαζε το παντελόνι, σέρνοντας τα δάχτυλά της στους γλουτούς και στην πίσω πλευρά των μηρών του. Ένα τελευταίο τράβηγμα, ένα τελευταίο χάδι, και το ρούχο έπεσε στο πάτωμα. Ο Ντόμινικ έβγαλε τα πόδια του από μέσα και το κλότσησε στην άκρη, με το κορμί του τσιτωμένο από τον πόθο. Η Κονστάνς τύλιξε το χέρι της στον ανδρισμό του και τα δάχτυλά της κινήθηκαν πάνω κάτω. Ο Ντόμινικ πήρε μια κοφτή ανάσα και, ύστερα από ένα μικρό τίναγμα ευχάριστης έκπληξης, αφέθηκε στα χάδια της, αλλά εκείνη, βλέποντας το τρεμούλιασμα στους σφιγμένους μυς των μηρών του, κατάλαβε την προσπάθεια που έκανε να συγκρατηθεί. Απομάκρυνε τα χέρια της και τα έσυρε στους μηρούς του. Τα πάντα πάνω του ήταν καινούρια και ερεθιστικά –η υφή της επιδερμίδας του, τα βογκητά του πόθου του, η γραμμή και η δύναμη των μυών του, τα μυριάδες σημάδια της διέγερσής του. Ήθελε να τα γευτεί, να τα αγγίξει, να τα εξερευνήσει όλα αυτή τη μοναδική νύχτα, να πάρει μαζί της όσο περισσότερες αναμνήσεις μπορούσε. Τράβηξε το βλέμμα της από το υπέροχο αρρενωπό κορμί του και τον κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο από τον πόθο, τα μάτια του θολά και σκοτεινά, τα χείλη του πρησμένα και χαλαρά. «Όταν με κοιτάζεις έτσι...» της ψιθύρισε, κι ύστερα σταμάτησε και ξεροκατάπιε. «Δε θέλω πολύ για να εκραγώ». «Μου αρέσει να σε κοιτάζω», του είπε με ειλικρίνεια, προκαλώντας του ένα βραχνό γέλιο με την απάντησή της. «Κονστάνς, θα με κάνεις να σου ριχτώ σαν παιδαρέλι», την προειδοποίησε βραχνά. «Δε θα με πείραζε», του ψιθύρισε, σέρνοντας τ’ ακροδάχτυλά της στον ορθωμένο ανδρισμό του και στον βαρύ σάκο στη βάση του. ~ 244 ~


Ο Ντόμινικ έβγαλε ένα πνιχτό βογκητό και άνοιξε περισσότερο τα πόδια του, επιτρέποντας στα περίεργα δάχτυλά της να τον αγγίξουν. Εκείνη τον έκλεισε στις παλάμες της σαν να υπολόγιζε το βάρος του. Ύστερα τον άφησε και ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι, τεντώνοντας νωχελικά τα χέρια πάνω από το κεφάλι της. Του χαμογέλασε καθώς εκείνος σάρωνε με το καυτό βλέμμα του το κορμί της. Την εντυπωσίαζε η τόλμη της, η ευχαρίστηση που ένιωθε έχοντας το βλέμμα του πάνω στο γυμνό κορμί της. Ο Ντόμινικ ανέβηκε στο κρεβάτι και κάθισε καβαλικευτά από πάνω της. Γέρνοντας πίσω στις φτέρνες του, ακούμπησε τα χέρια του στο στήθος της και τα κατέβασε αργά. Χωρίς να βιάζεται, άγγιξε και χάιδεψε όλο το σώμα της, αναζητώντας και το παραμικρό σημείο που θα την ανάγκαζε να βογκήξει, να αναστενάξει ή να ριγήσει από ευχαρίστηση. Γλίστρησε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα πόδια της και τα άνοιξε, προετοιμάζοντάς τη για να τον δεχτεί. Το βλέμμα του δεν έφυγε στιγμή από το πρόσωπό της όσο τα δάχτυλά του παραμέριζαν τις μεταξένιες πτυχές και χάιδευαν με κυκλικές κινήσεις το μικροσκοπικό κουμπί της ηδονής της, μέχρι που εκείνη έμπηξε τις φτέρνες της στο στρώμα και καμπύλωσε το κορμί της, κλαίγοντας σχεδόν από την ανάγκη που τη βασάνιζε. Η ηδονή φούντωνε μέσα της, οδηγώντας τη στο σημείο της κορύφωσης που θυμόταν πολύ καλά, αλλά ο Ντόμινικ τράβηξε ξαφνικά το χέρι του. «Όχι ακόμα», ψιθύρισε και έσκυψε να φιλήσει τα στήθη της. Η Κονστάνς φλεγόταν και παλλόταν σύγκορμη, λαχταρούσε τη λύτρωση, και διαμαρτυρήθηκε μ’ ένα βογκητό για την καθυστέρηση, αλλά το άγγιγμα της γλώσσας και των χειλιών του πάνω στην τρυφερή σάρκα του στήθους της ήταν το τέλειο αντιστάθμισμα στον πόθο που παλλόταν στα λαγόνια της. Κάθε παιχνίδισμα της γλώσσας του, κάθε πιπίλισμα της σκληρής θηλής αύξανε την ηδονή της, αλλά δεν ήταν αρκετά για να την οδηγήσουν στην κορύφωση. Κούνησε ανυπόμονα τους γοφούς της στο κρεβάτι. «Ντόμινικ... σε παρακαλώ», ψέλλισε. «Σε θέλω. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου». Η απάντησή του ήταν ένα βογκητό ασυγκράτητου πόθου. Μετατοπίστηκε ανάμεσα στα πόδια της, ανασήκωσε τους γοφούς της και μπήκε μέσα της. Η Κονστάνς ένιωσε ένα μικρό πόνο, αλλά το κορμί ~ 245 ~


της τον λαχταρούσε τόσο, που δεν έδωσε καμιά σημασία. Τον πήρε μέσα της και τύλιξε τα πόδια της γύρω του, απολαμβάνοντας τον τρόπο που τη γέμιζε. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια για καθυστερήσεις, παρά μόνο μια ξέφρενη κούρσα προς την ικανοποίηση, καθώς τα κορμιά τους, πεινασμένα και απαιτητικά, κινούνταν στον ίδιο ρυθμό προς την κορύφωση που τόσο λαχταρούσαν και οι δυο. Τη στιγμή του οργασμού ο Ντόμινικ έβγαλε μια άγρια κραυγή, και η Κονστάνς, φτάνοντας επίσης στη γλυκιά λύτρωση, γύρισε το κεφάλι της και έμπηξε τα δόντια της στο μπράτσο του για να πνίξει τα λόγια αγάπης που ανέβηκαν στα χείλη της. Ο Ντόμινικ σωριάστηκε πάνω της ξέπνοος. «Χριστέ μου», ψέλλισε χαϊδεύοντας το δέρμα της με τα χείλια του. «Με αποτέλειωσες». Μ’ ένα πνιχτό βογκητό, έτριψε το πρόσωπό του στο λαιμό της και γύρισε ανάσκελα, παρασύροντάς τη μαζί του, έτσι ώστε να είναι εκείνη τώρα από πάνω. Η Κονστάνς γέλασε, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ένιωθε πως θα μπορούσε να τον κοιτάζει για πάντα. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο από την ικανοποίηση, τα μάτια του λαμπερά, τα μάγουλά του φλογισμένα. Η αγάπη φούντωσε τόσο έντονα μέσα της, που με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην την εκφράσει με λόγια. Αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει. Δεν μπορούσε να του προσφέρει ό,τι πιο πολύτιμο είχε στην καρδιά της και να βρεθεί αντιμέτωπη με τον πόνο που θα ένιωθε όταν τα συναισθήματά της δεν θα έβρισκαν ανταπόκριση. Έτσι χαμογέλασε απλά και έσκυψε να του δώσει ένα τρυφερό φιλί στο στέρνο. Ύστερα ακούμπησε εκεί το μάγουλό της. Έμειναν έτσι, απρόθυμοι να κινηθούν, παρατείνοντας την ευχάριστη στιγμή. Ο Ντόμινικ τύλιξε αφηρημένα τα μαλλιά της στα δάχτυλά του και τα έφερε στα χείλη του. Η Κονστάνς διέγραφε νωχελικά κύκλους στο μπράτσο του. Τον ένιωσε να χαλαρώνει από κάτω της, το χέρι του να βαραίνει και να γλιστράει από τα μαλλιά της. Σηκώθηκε προσεκτικά στον αγκώνα της και τον κοίταξε. Είχε αποκοιμηθεί. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο και τα ματόκλαδά του έριχναν σκιές στα μάγουλά του. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από τρυφερότητα. Πώς θα το άντεχε να τον αφήσει; Εκείνη τη στιγμή μπήκε στον πειρασμό να μείνει. Να ξαναβγάλει ~ 246 ~


τα ρούχα της από το μπαούλο και να αφήσει τις Ράδερφορντ να φύγουν μόνες τους για το Λονδίνο. Ο Ντόμινικ μπορεί να μην την αγαπούσε, αλλά εκείνη του είχε προσφέρει ηδονή. Σίγουρα μπορούσε να χτίσει κανείς πάνω σ’ αυτό. Ήταν πολύ δύσκολο να παραιτηθεί απ’ όλα αυτά. Αναστέναξε και ξάπλωσε ανάσκελα. Κοίταξε τον ουρανό του κρεβατιού από πάνω τους. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που σκεφτόταν. Αγαπούσε τον Ντόμινικ πάρα πολύ, δεν μπορούσε να επιτρέψει στον πόθο να την αποτρέψει να κάνει το σωστό. Δεν μπορούσε να τον κρατήσει αιχμάλωτο μιας υπόσχεσης που της είχε δώσει επειδή ήταν κύριος. Έπρεπε να τον αφήσει ελεύθερο. Στηρίχτηκε πάλι στον αγκώνα της και τον κοίταξε. Ήταν αργά, ήξερε ότι έπρεπε να κοιμηθεί κι εκείνη, αλλά δεν την ένοιαζε. Θα μπορούσε να κοιμηθεί αύριο. Τώρα, αυτή η στιγμή ήταν η τελευταία που θα είχε με τον Ντόμινικ. Έτσι έμεινε και τον κοιτούσε που κοιμόταν, ακουμπώντας κάθε τόσο το κεφάλι της στον ώμο του. Όπως ήταν ξαπλωμένη δίπλα του, ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του, το ρυθμικό ανεβοκατέβασμα του στήθους του κάτω από το κεφάλι της. Τελικά, όταν συνειδητοποίησε πως σε λίγο θα ξυπνούσαν οι υπηρέτες, σηκώθηκε και πήγε νυχοπατώντας στο σημείο όπου βρίσκονταν τα ρούχα της. Φόρεσε τη νυχτικιά και τη ρόμπα της και την έδεσε σφιχτά. Πήρε το κερί της, που είχε μικρύνει πολύ, και έριξε μια τελευταία ματιά στον άντρα που κοιμόταν στο κρεβάτι. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και κοίταξε προσεκτικά έξω. Δεν είδε ψυχή, έτσι βγήκε, έκλεισε αθόρυβα την πόρτα και διέσχισε βιαστικά το διάδρομο για το δωμάτιό της. Όταν έφτασε εκεί, έκλεισε την πόρτα πίσω της και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν.

~ 247 ~


Κεφάλαιο 17

Όταν η Κονστάνς στέγνωσε τελικά τα δάκρυά της, πλύθηκε και φόρεσε το καφέ μαλλοβάμβακο φόρεμα που είχε αφήσει για το ταξίδι. Ήξερε πως ήταν ανώφελο να προσπαθήσει να κοιμηθεί προτού φύγει. Η καρδιά της πονούσε πάρα πολύ για να κοιμηθεί και, έτσι κι αλλιώς, μια ώρα ξεκούρασης δεν θα την ωφελούσε και πολύ. Δίπλωσε τη νυχτικιά και τη ρόμπα της, τις έχωσε στην τσάντα της και ύστερα κάθισε να γράψει ένα ευχαριστήριο γράμμα στην κόμισσα, όπως το απαιτούσε η ευγένεια, παρά τη συμπεριφορά του κόμη απέναντί της. Και δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έφευγε χωρίς να αφήσει ένα γράμμα στη Φραντσέσκα για να την ευχαριστήσει για τη φιλία και την καλοσύνη της. Ήξερε πως το διακινδύνευε, αλλά δεν μπορούσε να φανεί τόσο αγενής και να φύγει χωρίς λέξη. Θα ακουμπούσε τα γράμματα στο τραπέζι της εισόδου όπου οι υπηρέτες άφηναν όλη την αλληλογραφία. Η Φραντσέσκα θα σηκωνόταν μάλλον αργά το πρωί, και μέχρι να περάσει για την αλληλογραφία της ή να της πάει κάποιος υπηρέτης το γράμμα, η Κονστάνς θα βρισκόταν πια σχεδόν στο Λονδίνο. Όσο για τη λαίδη Σέλμπρουκ, ακόμα κι αν έπαιρνε νωρίς το γράμμα της, θα χαιρόταν τόσο με την αναχώρησή της, που δεν θα έθιγε το θέμα στον Ντόμινικ. Τώρα που το σκεφτόταν, δεν θα ήταν πιο επικίνδυνο ν’ αφήσει ένα γράμμα και για τον Ντόμινικ. Ό,τι ίσχυε για τη Φραντσέσκα ίσχυε και για εκείνον –θα σηκωνόταν αργά– και, έτσι κι αλλιώς, μόλις η Φραντσέσκα μάθαινε ότι είχε φύγει, θα ειδοποιούσε αμέσως τον αδερφό της. Έτσι έγραψε ένα γράμμα στον Ντόμινικ χύνοντας μερικά δάκρυα, αλλά τα σκούπισε και συνέχισε. Όταν τέλειωσε, σφράγισε τα τρία γράμματα και κατέβηκε αθόρυβα κάτω να τα αφήσει στο τραπέζι. Ύστερα επέστρεψε στο δωμά~ 248 ~


τιό της και κάθισε δίπλα στο μπαούλο της, περιμένοντας να ξυπνήσουν οι Ράδερφορντ. Οι υπηρέτες είχαν σηκωθεί προτού εμφανιστεί στην πόρτα της η λαίδη Ράδερφορντ, και η καμαριέρα της Κονστάνς κοίταξε έκπληκτη το μπαούλο και την τσάντα στα πόδια του κρεβατιού της. Η Κονστάνς της έβαλε ένα νόμισμα στο χέρι και της είπε να μην αναφέρει σε κανέναν την αναχώρησή της, διαβεβαιώνοντάς την ότι είχε γράψει στην κόμισσα. Η Ναν την κοίταξε κάπως διστακτικά, αλλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και έχωσε το νόμισμα στην τσέπη της. Λίγα λεπτά αφότου έφυγε η Ναν από το δωμάτιο, εμφανίστηκε στην πόρτα η λαίδη Ράδερφορντ. Η Κονστάνς πετάχτηκε αμέσως όρθια και πήρε τη μικρή τσάντα. «Θα πρέπει να στείλω έναν υπηρέτη να κατεβάσει το μπαούλο μου», είπε. «Ω, δε χρειάζεται να κάνεις τον κόπο. Άφησε εδώ τις τσάντες σου. Θα τις κατεβάσουν ο αμαξάς και ο σταβλίτης μου μαζί με τις δικές μας», απάντησε η λαίδη Ράδερφορντ τόσο μελιστάλαχτα, που η Κονστάνς τα έχασε. Αλλά, βέβαια, η λαίδη Ράδερφορντ είχε κάθε λόγο να διευκολύνει την αναχώρησή της, πιστεύοντας πως έτσι θα προωθούσε τα σχέδιά της για την κόρη της. Έτσι κατέβηκε μαζί της και μπήκε στην άμαξα. Κάθισε σε μια θέση απέναντι από τη λαίδη και τη Μιούριελ, που ήταν η λιγότερο προνομιακή, μια και έβλεπε στο πίσω μέρος. Δεν την ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε καμιά διάθεση να θαυμάσει το τοπίο. Εκείνο που σκόπευε να κάνει ήταν να κλείσει τα μάτια της και να προσποιηθεί την κοιμισμένη. Μ’ αυτό τον τρόπο, δεν θα ήταν υποχρεωμένη να ανοίξει συζήτηση με τη Μιούριελ και τη μητέρα της. Η Κονστάνς κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ήθελε να πάρει μια τελευταία εικόνα του Ρέντφιλντς μαζί της, αλλά ήταν ακόμα σκοτεινά έξω και το κτίριο πρόβαλλε μαύρο με φόντο τον ουρανό. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή και η είσοδος φωτισμένη, όπως και το παράθυρο του διαδρόμου από πάνω. Είδε τον αμαξά και το σταβλίτη να μεταφέρουν τις αποσκευές των Ράδερφορντ και τις δικές της και να τις δένουν στο πίσω μέρος και στη σκεπή της άμαξας. Το στομάχι της ήταν κόμπος όσο περίμενε. Φοβόταν ότι ο Ντόμινικ θα ξυπνούσε και θα μάντευε με κάποιο τρόπο ότι εκείνη έφευγε, ~ 249 ~


και ταυτόχρονα, βαθιά μέσα της, το ευχόταν. Αλλά τελικά κανείς δεν φάνηκε στην εξώπορτα. Οι αποσκευές φορτώθηκαν και η άμαξα απομακρύνθηκε αργά από το σπίτι. Η Κονστάνς έκλεισε τα μάτια της, γιατί δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της ότι δεν θα έβαζε τα κλάματα, και ήταν αποφασισμένη να μην το κάνει μπροστά στη λαίδη Ράδερφορντ και τη Μιούριελ. Δεν πίστευε ότι θα την έπαιρνε ο ύπνος, αλλά το κούνημα της άμαξας και ο θόρυβος από τις ρόδες τη νανούρισαν και αποκοιμήθηκε. Την ξύπνησαν φωνές. Άνοιξε τα μάτια της σαστισμένη. Η άμαξα έκοβε ταχύτητα. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πού βρισκόταν και τι έκανε και ανακάθισε. «Τι συμβαίνει; Γιατί σταματάμε;» ρώτησε κοιτάζοντας τη λαίδη Ράδερφορντ. «Δεν έχω ιδέα», της απάντησε εκείνη ψυχρά παραμερίζοντας την κουρτίνα του παραθύρου της για να κοιτάξει έξω. Η Κονστάνς παραμέρισε κι εκείνη την κουρτίνα δίπλα της και κοίταξε έξω. Η αυγή χάραζε στην ανατολή, μια χρυσαφένια γραμμή στον ορίζοντα με ροζ συννεφάκια από πάνω. Η άμαξα είχε σταματήσει και δυο καβαλάρηδες στέκονταν έξω από την πόρτα της. Ο ένας ξεπέζεψε και πλησίασε την άμαξα. «Λαίδη μου;» «Ναι;» Η μητέρα της Μιούριελ έσκυψε έξω από το παράθυρο. «Τι συμβαίνει; Γιατί όλες αυτές οι φωνές;» «Με έστειλε ο λόρδος Σέλμπρουκ, κυρία. Σας ζητάει να γυρίσετε στο Ρέντφιλντς αμέσως», της απάντησε ο άντρας και, βγάζοντας το καπέλο του, έκανε μια ευγενική υπόκλιση. Η Κονστάνς πήρε μια απότομη ανάσα. Όχι! Δεν μπορούσαν να γυρίσουν! «Να γυρίσουμε; Για ποιο λόγο;» ρώτησε η λαίδη Ράδερφορντ. «Δεν ξέρω, κυρία. Αλλά είπε πως ήταν επείγον. Κάτι πολύ σημαντικό». «Κατάλαβα. Ε... υποθέτω ότι πρέπει, αν είναι τόσο σημαντικό». «Λαίδη Ράδερφορντ! Όχι!» Η Κονστάνς δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την κραυγή της. Το σχέδιό της θα καταστρεφόταν αν γύριζαν. «Κάνε μεταβολή και γύρισε πίσω», διέταξε η λαίδη Ράδερφορντ τον αμαξά της. Καθώς η άμαξα άρχισε να στρίβει, εκείνη ξανάβαλε το κεφάλι της μέσα και κοίταξε ψυχρά την Κονστάνς. «Μην είσαι ~ 250 ~


ανόητη, κοπέλα μου. Πώς θα φαινόταν αν δε γυρίζαμε;» «Δεν ξέρω», την αντέκρουσε με ειλικρίνεια η Κονστάνς. «Αλλά θα καταστρέψει τα πάντα. Δεν μπορώ...» «Μη γίνεσαι παράλογη», την έκοψε η λαίδη Ράδερφορντ. «Ο Ντόμινικ δεν μπορεί να σε αναγκάσει να τον παντρευτείς με το ζόρι. Αν δε θέλεις να το κάνεις, δεν έχεις παρά να το πεις. Εγώ θα του πω ότι θα σε πάρω στο Λονδίνο μαζί μου και η υπόθεση θα τελειώσει εκεί». «Αλλά γιατί ο λόρδος Σέλμπρουκ μας καλεί πίσω;» Η λαίδη Ράδερφορντ ύψωσε τους ώμους της. «Θα το μάθουμε σύντομα. Μπορεί ο λόρδος Λέιτον να κατάλαβε το λάθος του». Τα μάτια της άστραψαν με κακία καθώς κοίταζε την Κονστάνς. Ύστερα γύρισε και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Μήπως είχαν ανακαλύψει τα γράμματα νωρίς; αναρωτήθηκε η Κονστάνς. Μήπως ο Ντόμινικ και οι γονείς του ήξεραν ότι το είχε σκάσει για να μην ανακοινώσουν τον αρραβώνα; Ή μήπως η καμαριέρα, παρά το νόμισμα που της είχε δώσει, είχε τρέξει κατευθείαν στον μπάτλερ και του είχε ανακοινώσει την αναχώρησή της; Αλλά ακόμα κι έτσι, γιατί ο λόρδος Σέλμπρουκ την καλούσε πίσω; Η Κονστάνς έκανε αυτό ακριβώς που ήθελε, χωρίς να χρειαστεί καν να τη δωροδοκήσει. Μπορεί να ήταν ο Ντόμινικ που είχε στείλει τον υπηρέτη, όχι ο κόμης. Μπορεί να είχε θυμώσει μαζί της που είχε φύγει αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα, τη στιγμή που εκείνος ήταν έτοιμος να θυσιάσει ολόκληρο το μέλλον του για χάρη της. Η Κονστάνς σταύρωσε τα χέρια στην ποδιά της. Δεν θα το άντεχε να αντιμετωπίσει έναν έξαλλο Ντόμινικ. Θυμόταν το θυμό του όταν της είχε μιλήσει για τη συμπεριφορά του αδερφού του απέναντι στην αδερφή τους. Η Κονστάνς δεν θα ήθελε να τον δει να την κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα. Ευχήθηκε απελπισμένα να μην είχε αφήσει τα γράμματα. Η διαδρομή ήταν σκέτη δοκιμασία για τα νεύρα της. Όταν τελικά έφτασαν στο κομψό, παλιό αρχοντικό, είχε μουδιάσει από τον τρόμο. Κατέβηκε απρόθυμα από την άμαξα πίσω από τη Μιούριελ και τη λαίδη Ράδερφορντ και τις ακολούθησε στην είσοδο. Προς μεγάλη της έκπληξη, είδε δυο υπηρέτες να βγαίνουν και να ξεφορτώνουν τις αποσκευές τους από την άμαξα. ~ 251 ~


Μπήκε στο σπίτι και βρήκε τον κόμη και την κόμισσα του Σέλμπρουκ να στέκονται στο χολ. Το πρόσωπο της λαίδης Σέλμπρουκ ήταν μια ψυχρή, υπεροπτική μάσκα, ενώ ο λόρδος Σέλμπρουκ έδειχνε έξαλλος. Η Κονστάνς έστρεψε λίγο το βλέμμα της και είδε πως κάμποσοι ακόμα είχαν κατέβει τις σκάλες, οι περισσότεροι μισοντυμένοι. Ο Ντόμινικ στεκόταν μπροστά από τους υπόλοιπους, στη βάση της σκάλας. Φορούσε πουκάμισο και παντελόνι, αλλά ήταν φανερό ότι είχε ντυθεί βιαστικά, γιατί το πουκάμισο δεν ήταν χωμένο στο παντελόνι και δεν φορούσε γιλέκο και σακάκι. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα ανακατεμένα από τον ύπνο μ’ έναν τρόπο που, παρά την ανησυχία της, η Κονστάνς τον βρήκε χαριτωμένο. Η Κονστάνς πρόσεξε επίσης ότι δεν έδειχνε θυμωμένος, αλλά σαστισμένος. Η Φραντσέσκα στεκόταν μερικά σκαλοπάτια πιο πάνω από τον Ντόμινικ. Φορούσε μια μπροκάρ ρόμπα και τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στην πλάτη της. Πίσω της στέκονταν κάμποσοι ακόμα από τους καλεσμένους. Η Κονστάνς πρόσεξε την Καλάντρα και το λόρδο Ντάνμπορο, καθώς και τους τρεις Νόρτον. Όλοι έδειχναν νυσταγμένοι και σαστισμένοι, σαν να τους είχαν σηκώσει από τα κρεβάτια τους. Η Κονστάνς έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο λόρδο Σέλμπρουκ, νιώθοντας πιο σαστισμένη από προηγουμένως. Δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε, αλλά η ψυχρή έκφραση και ο θυμός στο βλέμμα του αρκούσαν για να την πείσουν ότι κάτι άσχημο είχε στο μυαλό του. «Λοιπόν!» αναφώνησε ο κόμης καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω της. «Δεσποινίς Γούντλι! Έτσι ανταποδίδετε τη φιλοξενία μας;» «Πατέρα, τι συμβαίνει;» ρώτησε απότομα ο Ντόμινικ και κατεβαίνοντας τα υπόλοιπα σκαλοπάτια τους πλησίασε. «Κονστάνς; Γιατί είσαι με τη λαίδη Μιούριελ;» Την περιεργάστηκε και πρόσεξε τα γάντια, το μπονέ και το φόρεμα ταξιδιού που φορούσε. «Πού είχες πάει;» Η Κονστάνς όρθωσε το παράστημά της, ρίχνοντας μια ματιά στους υπόλοιπους καλεσμένους στη σκάλα. Δεν μπορούσε να του εξηγήσει μπροστά σε όλους. Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί, γιατί ο λόρδος Σέλμπρουκ συνέχισε χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να μιλήσει. «Θα σου πω τι συμβαίνει. Ξύπνησα το πρωί και ανακάλυψα ότι μας είχαν ληστέψει!» Ακούστηκε ένα μαζικό επιφώνημα από τους καλεσμένους στις ~ 252 ~


σκάλες. Η Κονστάνς κοίταξε τον κόμη εμβρόντητη. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να τον ακούσει να λέει. Η σκηνή διακόπηκε από την είσοδο των υπηρετών που είχαν βγει να ξεφορτώσουν την άμαξα. Έφεραν μέσα ένα μπαούλο και η Κονστάνς και οι Ράδερφορντ παραμέρισαν αυτόματα για να τους αφήσουν να περάσουν. Άφησαν το μπαούλο στο πάτωμα μπροστά στο λόρδο Σέλμπρουκ και η Κονστάνς διαπίστωσε έκπληκτη πως ήταν το δικό της. «Εξαφανίστηκε το κολιέ με τα ρουμπίνια της λαίδης Σέλμπρουκ», ανακοίνωσε ο κόμης καρφώνοντας πάλι με το βλέμμα του την Κονστάνς. «Τι έχετε να πείτε, δεσποινίς Γούντλι;» Η Κονστάνς τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. «Τρελάθηκες;» φώναξε η Φραντσέσκα και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για να πλησιάσει τον πατέρα της. «Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι το έκλεψε η Κονστάνς». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό», την αντέκρουσε ο κόμης κοιτάζοντας πάντα την Κονστάνς. «Για ποιον άλλο λόγο θα το έσκαγε μ’ αυτό τον τρόπο; Δεν είναι λίγο περίεργο που η δεσποινίς Γούντλι εξαφανίστηκε το ίδιο πρωί που εξαφανίστηκε και το κολιέ;» Ακούστηκε και πάλι ένα μουρμουρητό από τις σκάλες. Ο θυμός της Κονστάνς ξέσπασε ασυγκράτητος και είπε καθαρά: «Δεν πήρα τίποτε από αυτό το σπίτι, λόρδε μου». Με την άκρη του ματιού της είδε τον Ντόμινικ να κοιτάζει σκεφτικά μια εκείνη και μια τον πατέρα του. Ένιωσε τον πόνο να τη διαπερνά σαν μαχαιριά. Δεν μπορεί να την υποπτευόταν κι εκείνος! «Αλήθεια;» Ο κόμης ύψωσε το φρύδι του και έκανε νόημα σ’ έναν υπηρέτη. Εκείνος γονάτισε, έλυσε τα λουριά του μπαούλου και άνοιξε το καπάκι. Και εκεί, πάνω από τα καλοδιπλωμένα ρούχα της, υπήρχε ένα μικρό κουτί. Ο υπηρέτης στράφηκε στον κόμη κι εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο υπηρέτης τού έδωσε το κουτί και ο κόμης το άνοιξε. Μέσα υπήρχε διπλωμένο ένα κομμάτι ύφασμα από μαύρο βελούδο. Η Κονστάνς το αναγνώρισε και ένιωσε ξαφνικά αναγούλα. Ο κόμης ακούμπησε το βελούδινο ύφασμα στην αριστερή παλάμη του και το ξεδίπλωσε με το δεξί του χέρι. Ένα κομψό κολιέ με ρουμπίνια και διαμάντια άστραψε πάνω στο μαύρο βελούδο. ~ 253 ~


«Τότε πώς το εξηγείτε αυτό, δεσποινίς Γούντλι;» Η Κονστάνς ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει. Ο κόμης είχε βάλει το αναθεματισμένο κόσμημα στο μπαούλο της. Ήταν η μόνη εξήγηση. «Εσείς το σχεδιάσατε!» είπε ξέπνοη. «Όταν δε δέχτηκα να με δωροδοκήσετε προσφέροντάς μου το κολιέ, το βάλατε στο μπαούλο μου! Το ξέρατε ότι θα έφευγα, έτσι δεν είναι;» Η Κονστάνς γύρισε προς τη λαίδη Ράδερφορντ, καταλαβαίνοντας ξαφνικά τα πάντα. Δεν ήταν περίεργο που η λαίδη Ράδερφορντ είχε γίνει ξαφνικά τόσο ευχάριστη, ακόμα και εξυπηρετική απέναντί της. Είχε καταλάβει αμέσως τις ευκαιρίες που της πρόσφερε το γεγονός ότι η Κονστάνς ήθελε να το σκάσει κρυφά από το σπίτι και είχε τρέξει στον κόμη, προτείνοντάς του έναν τρόπο να την ξεφορτωθούν μια για πάντα, ώστε να μην μπορέσει να τους ξαναχαλάσει τα σχέδια. «Μαζί το σχεδιάσατε!» συνέχισε και το βλέμμα της πήγε από τη λαίδη Ράδερφορντ στον κόμη. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της το είχαν κάνει αυτό. Εγκατέλειπε τον Ντόμινικ και το σπίτι, αυτό θα έπρεπε να τους αρκούσε. Αλλά όχι. Μάλλον είχαν φοβηθεί ότι ο Ντόμινικ θα επέμενε στα σχέδιά του, ότι θα την κυνηγούσε και θα την έπειθε να γυρίσει πίσω. Αν όμως κατάφερναν να την ατιμάσουν μπροστά σε όλους, αν κατάφερναν να πείσουν τον Ντόμινικ ότι ήταν κλέφτρα, εμπλέκοντας το όνομά της σ’ ένα σκάνδαλο, τότε εκείνος δεν θα επέμενε να την παντρευτεί. Ήθελαν να σιγουρευτούν ότι δεν θα μπορούσε να τον παντρευτεί. Αδιαφορώντας αν με τις ενέργειές τους θα την κατέστρεφαν. «Κοπέλα μου!» αναφώνησε η λαίδη Ράδερφορντ. «Πρόσεχε τη γλώσσα σου. Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;» Γύρισε απότομα και κοίταξε το λόρδο και τη λαίδη Σέλμπρουκ. «Φαίνεται πως θρέψατε ένα φίδι στον κόρφο σας, λόρδε μου. Λαίδη Σίμπιλ, σας λυπάμαι κατάκαρδα. Το χτύπημα θα πρέπει να είναι πολύ μεγάλο. Και να φανταστεί κανείς πως ήταν σχεδόν νύφη σας». Η λαίδη Σέλμπρουκ δεν της απάντησε, αλλά έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Τουλάχιστον αυτή, σκέφτηκε η Κονστάνς, είχε την ευαισθησία να δείξει αμήχανη με τούτη τη φαρσοκωμωδία. Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Η Κονστάνς ένιωσε ~ 254 ~


τα βλέμματα όλων καρφωμένα πάνω της και συνειδητοποίησε έντρομη πως δεν είχε ιδέα πώς θα μπορούσε να διαψεύσει όσα είχε πει ο λόρδος Σέλμπρουκ λίγο πριν. Κανείς δεν ήξερε για τη συζήτησή τους στο γραφείο του το προηγούμενο βράδυ. Και ποιος θα περίμενε ότι ένας κόμης θα έκανε τέτοιο πράγμα; Ποιος θα πίστευε εκείνη και όχι αυτόν; «Δεν πήρα αυτό το κολιέ», είπε και θύμωσε με το τρέμουλο στη φωνή της. «Μου το προσφέρατε και αρνήθηκα να το πάρω. Παρ’ όλα αυτά, έφυγα από το Ρέντφιλντς. Είχατε αυτό που θέλατε. Πώς μπορέσατε να το κάνετε αυτό;» Γύρισε και κοίταξε τον Ντόμινικ. Εκείνος δεν την κοιτούσε, το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στον πατέρα του. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος της. Αν ο Ντόμινικ πίστευε τον πατέρα του, η καρδιά της θα γινόταν κομμάτια. Μεσολάβησε μια μακριά σιωπή. Στο τέλος την έσπασε ο Ντόμινικ. «Αυτό είναι το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις, πατέρα;» ρώτησε με παγερή φωνή. Ο λόρδος Σέλμπρουκ κοίταξε το γιο του με ύφος θιγμένο. «Τι εννοείς; Αυτή η κοπέλα έκλεψε ένα οικογενειακό μας κειμήλιο! Δεν μπορεί να είσαι τόσο ηλίθιος ή τόσο αφελής, ώστε να πιστέψεις τις διαμαρτυρίες της». «Όχι, δεν είμαι ηλίθιος», απάντησε ο Ντόμινικ ήρεμα, με τα γαλανά μάτια του να λάμπουν σαν θραύσματα γυαλιού. «Και φαντάζομαι πως και κανένας άλλος σε τούτο το δωμάτιο δεν είναι τόσο ηλίθιος ώστε να πιστέψει το παραμύθι που κατασκεύασες». Ο κόμης γούρλωσε τα μάτια του. «Πώς τολμάς...» «Όχι, πατέρα, εσύ πώς τολμάς», ξέσπασε ο Ντόμινικ κάνοντας ένα βήμα μπροστά για να αντιμετωπίσει τον πατέρα του, βάζοντας τον εαυτό του ανάμεσα στον κόμη και στην Κονστάνς. «Πώς μπόρεσες να επιτρέψεις στην απληστία και στην έχθρα σου να σε απογυμνώσουν από κάθε ίχνος εντιμότητας;» Ο πατέρας του φούσκωσε αγανακτισμένος και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά ο Ντόμινικ έκανε ένα ακόμα βήμα και πήρε το κολιέ από το χέρι του, μια κίνηση που φάνηκε να κόβει τη μιλιά του κόμη. Ο λόρδος Σέλμπρουκ κάτι ψέλλισε και προσπάθησε να πάρει πίσω το κολιέ, αλλά ο Ντόμινικ είχε ήδη γυρίσει κρατώντας το στο ~ 255 ~


χέρι του και το έδειξε στους καλεσμένους στις σκάλες, που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη σκηνή. «Το ξέρω ότι κανείς σας δε γνωρίζει τη δεσποινίδα Γούντλι όπως τη γνωρίζω εγώ. Μπορεί να μην είστε τόσο σίγουροι όσο εγώ πως δε θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό η ιδέα να κλέψει οτιδήποτε. Πιθανότατα δε γνωρίζετε ότι προσπάθησε να με πείσει να μην προχωρήσω στο γάμο μαζί της, επειδή πίστευε πως είχα υποχρέωση απέναντι στην οικογένειά μου να κάνω έναν καλό γάμο». Έκανε μια μικρή παύση. Τα βλέμματα όλων ήταν καρφωμένα πάνω του. Ακούγοντας τα λόγια του, η Κονστάνς ένιωσε την καρδιά της να ζεσταίνεται και τα μάτια της να βουρκώνουν. Από τη στιγμή που την πίστευε ο Ντόμινικ, τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. «Όπως και να έχει το πράγμα», συνέχισε ο Ντόμινικ, «ακόμα και αν δε γνωρίζετε τη δεσποινίδα Γούντλι, θα πίστευα ότι οποιοσδήποτε διαθέτει στοιχειώδη λογική –οποιοσδήποτε, τουλάχιστον, που το μυαλό του δεν έχει θολώσει από την απληστία– θα καταλάβαινε αμέσως πως μια γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί το μελλοντικό κόμη του Σέλμπρουκ και να αποκτήσει όχι μόνο αυτό το κολιέ αλλά και όλα τα άλλα κοσμήματα που βρίσκονται στο χρηματοκιβώτιο του Ρέντφιλντς και να έχει στη διάθεσή της αυτό το σπίτι και τα κτήματα και μια μεγάλη συλλογή από ασημένια και χρυσά πιάτα δε θα τα πετούσε όλα αυτά στον αέρα για να κλέψει ένα τιποτένιο κολιέ». Η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του ήταν εκκωφαντική. Τελικά, ο κόμης είπε με φωνή που μόλις που ακούστηκε. «Το κολιέ θα της πρόσφερε άμεσο κέρδος. Δε θα χρειαζόταν να περιμένει. Δε θα χρειαζόταν να σε παντρευτεί». «Όχι. Το ίδιο θα ίσχυε και αν είχε δεχτεί την προσφορά που της έκανες χτες το βράδυ», του απάντησε ήρεμα ο Ντόμινικ. «Σωστά; Και αν υποθέσουμε ότι προτίμησε να κλέψει το κολιέ, το οποίο θα μπορούσε να είχε αποκτήσει συμφωνώντας απλά να μη με παντρευτεί, μου φαίνεται περίεργο που δεν το είχε κρύψει, αλλά το είχε βάλει πάνω πάνω στο μπαούλο της, όπου θα το έβλεπε αμέσως οποιοσδήποτε τύχαινε να το ανοίξει. Χωρίς μάλιστα να του βάλει ένα λουκέτο. Όχι και τόσο έξυπνη κίνηση για κάποιον που είχε την ικανότητα να διαρρήξει το χρηματοκιβώτιο στο γραφείο σου. Από την άλλη, υποθέτω ότι η αμέλειά της να κρύψει τα κλοπιμαία δεν είναι πιο περίεργη ~ 256 ~


από το γεγονός ότι, ενώ διέρρηξε το χρηματοκιβώτιο, δεν έκλεψε κανένα άλλο κόσμημα, ούτε καν τα σκουλαρίκια και το βραχιόλι που είναι σετ μ’ αυτό το κολιέ. Και μια και μιλάμε για περίεργα πράγματα, μου φαίνεται ότι το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ότι έτυχε ν’ ανακαλύψεις ότι είχε χαθεί το κολιέ από τα χαράματα. Και ότι είχες ένα τόσο εξωπραγματικό ένστικτο, ώστε να μαντέψεις αμέσως πού ήταν κρυμμένο. Δε χρειάστηκε καν να φέρεις κάποια άλλη αποσκευή ή να ψάξεις την τσάντα που κρατάει στο χέρι της. Έψαξες κατευθείαν σ’ αυτό το μπαούλο». Το βλέμμα του Ντόμινικ έμεινε αρκετή ώρα καρφωμένο στον πατέρα του. Ύστερα γύρισε στην Κονστάνς. «Ο πατέρας μου σου πρόσφερε χτες αυτό εδώ το κολιέ με αντάλλαγμα να αρνηθείς να με παντρευτείς;» «Ναι». Ξαναγύρισε στον πατέρα του. «Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα έπεφτες τόσο χαμηλά, ώστε να δοκιμάσεις να δωροδοκήσεις μια κοπέλα μ’ αυτό». Γύρισε το χέρι του και άφησε το κολιέ να πέσει στο πάτωμα. Στη συνέχεια, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, σήκωσε το πόδι του και το πάτησε με το τακούνι του. «Απομίμηση», είπε ξερά και σήκωσε το πόδι του, αποκαλύπτοντας ένα σωρό από σκόνη και αλυσίδα. Επιφωνήματα ακούστηκαν στο δωμάτιο και τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν τώρα στον κόμη. Είχε χλομιάσει και ανοιγόκλεινε σπασμωδικά το στόμα του. «Νομίζω πως όλοι μας συνειδητοποιούμε τι συνέβη εδώ πέρα», συνέχισε ο Ντόμινικ και η φωνή του ήταν επικίνδυνα ήρεμη καθώς γύριζε στον πατέρα του. «Αλλά νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να παραδεχτείς μπροστά σε όλους τι προσπάθησες να κάνεις στη δεσποινίδα Γούντλι, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή απειλή να κηλιδωθεί το καλό της όνομα». Ο πατέρας του ύψωσε πεισματικά το πιγούνι του και η Κονστάνς ήταν σίγουρη ότι θα αρνιόταν να το κάνει. Ο Ντόμινικ ύψωσε το ένα του φρύδι και συνέχισε απτόητος: «Ή μήπως θα ήθελες να συνεχίσω και να διαφωτίσω τους πάντες για την οικογένειά μας;» ~ 257 ~


Τα ρουθούνια του κόμη πετάρισαν. Δυο κόκκινες βούλες εμφανίστηκαν στα μάγουλά του και τα μάτια του άστραψαν με μίσος. Αλλά στράφηκε προς το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο στις σκάλες και είπε: «Ο Λέιτον έχει δίκιο. Ήταν λάθος μου να κατηγορήσω τη δεσποινίδα Γούντλι». Ξεροκατάπιε και έριξε ένα τελευταίο δηλητηριώδες βλέμμα προς το μέρος της Κονστάνς. «Δεν έκλεψε εκείνη το κολιέ. Το έβαλε στο μπαούλο της ο υπηρέτης όταν το κατέβασε το πρωί». Ο υπηρέτης της λαίδης Ράδερφορντ, σκέφτηκε η Κονστάνς, και γύρισε προς το μέρος της. Η λαίδη Ράδερφοντ κοιτούσε τον κόμη με πρόσωπο πελιδνό. «Σέλμπρουκ, είσαι ηλίθιος», του είπε ξερά και έκανε μεταβολή λέγοντας: «Πάμε, Μιούριελ». Βγήκε από το σπίτι, ακολουθούμενη από την κόρη της. Όταν η Κονστάνς έστρεψε ξανά το βλέμμα της, διαπίστωσε ότι ο λόρδος και η λαίδη Σέλμπρουκ είχαν επίσης εξαφανιστεί από το χολ. Βασίλευε σιωπή, καθώς όσοι είχαν απομείνει κοιτούσαν ο ένας τον άλλο. «Λοιπόν», είπε η Φραντσέσκα, «ύστερα απ’ όλα αυτά, νομίζω ότι το μόνο που χρειαζόμαστε είναι το πρόγευμα». Τους προέτρεψε να κατέβουν από τη σκάλα και να πάνε στην τραπεζαρία. Η Κονστάνς ένιωσε αρκετούς να καρφώνουν το βλέμμα τους πάνω της καθώς την προσπερνούσαν, αλλά το αυστηρό πρόσωπο του Ντόμινικ δεν ενθάρρυνε κανέναν να σταματήσει και να της μιλήσει. Τελικά απέμειναν στο χολ οι δυο τους. Η Κονστάνς, που είχε γυρίσει αλλού το κεφάλι της μέχρι να περάσουν οι υπόλοιποι, στράφηκε πάλι στον Ντόμινικ. Η θλίψη στο πρόσωπό του της έσκισε την καρδιά. «Λυπάμαι, Ντόμινικ», ψέλλισε. «Αν είχα την παραμικρή ιδέα ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, δε θα είχα φύγει. Δεν ήθελα να βλάψω εσένα ή την οικογένειά σου». «Απεχθανόσουν τόσο την ιδέα να με παντρευτείς ώστε έπρεπε να το σκάσεις;» τη ρώτησε εκείνος βλοσυρός. «Όχι!» φώναξε η Κονστάνς τρομοκρατημένη και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Όχι, δεν ήταν αυτό! Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να σε παντρευτώ. Σ’ αγαπώ!» ~ 258 ~


Δεν είχε σκοπό να το παραδεχτεί μπροστά του –ποτέ–, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα λόγια όταν είδε το πληγωμένο βλέμμα του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Κάλυψε την απόσταση ανάμεσά τους με δυο μεγάλα βήματα και πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Το εννοείς αυτό; Αλήθεια;» «Ναι. Ναι, και βέβαια το εννοώ». «Κονστάνς...» Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του και, φέρνοντας τα χέρια της στα χείλη του, τα φίλησε. Μετά τα άφησε και την κοίταξε μ’ ένα χαζό χαμόγελο. «Το ήλπιζα. Έλεγα ότι με τον καιρό μπορεί... ότι θα έφτανες να με αγαπήσεις στο μέλλον, αλλά...» Σταμάτησε και συνοφρυώθηκε. «Γιατί το έσκασες; Και μάλιστα με τις Ράδερφορντ; Θα πρέπει να ήσουν απελπισμένη». «Φοβόμουν πως, αν έμενα, θα με έπειθες να σε παντρευτώ». «Και θα ήταν τόσο κακό αυτό;» «Ντόμινικ, ξέρεις γιατί. Σου είπα... δεν άντεχα να γίνω η αιτία της δυστυχίας σου. Να κάνω τον πατέρα σου κι εσένα να στραφείτε πάλι ο ένας εναντίον του άλλου. Να σε εμποδίσω να εκπληρώσεις το καθήκον σου απέναντι στην οικογένειά σου. Να μείνουν τα κτήματά σου φορτωμένα με χρέη επειδή εσύ έκανες έναν κακό γάμο». «Κονστάνς!» Ο Ντόμινικ την κοίταξε γεμάτος απόγνωση. «Σου είπα ότι θα πήγαιναν όλα καλά, ότι θα τα έβγαζα πέρα μόνος μου. Και θα το κάνω». «Μα πώς; Εγώ δεν έχω παρά ψίχουλα να συνεισφέρω σ’ αυτόν το γάμο». «Έχεις τον εαυτό σου, και αυτό φτάνει με το παραπάνω», της απάντησε ήρεμα. «Άκουσέ με. Δε χρειάζομαι πολλά χρήματα για να ζήσω. Στον πόλεμο αναγκαζόμουν συχνά να επιβιώνω με ό,τι κατάφερνα να βρω στην περιοχή. Και δε θα είμαστε απένταροι. Μπορεί να χρειαστεί να κάνουμε κάποια οικονομία, αλλά δε με νοιάζει. Έχω μια μικρή ιδιοκτησία στο Ντόρσετ. Μου την άφησε ο θείος μου, εκείνος που με βοήθησε να καταταγώ στο στρατό. Έχει ένα πολύ όμορφο αρχοντικό και ένα κτήμα που παράγει αρκετά για να ζήσουμε. Έχω επενδύσει τα χρήματα που πήρα όταν αποστρατεύτηκα, πράγμα που θα μας προσφέρει ένα επιπλέον εισόδημα. Αυτά μου φτάνουν για να ζήσω, αν σου φτάνουν κι εσένα». «Θα είναι μια υπέροχη ζωή!» τον διαβεβαίωσε η Κονστάνς. ~ 259 ~


«Αλλά τι θα γίνει με το Ρέντφιλντς; Και τους γονείς σου;» «Στη θέση σου, δε θα ανησυχούσα για τους γονείς μου», της είπε καυστικά ο Ντόμινικ. «Αλλά, βέβαια, δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Έχω πει ήδη στον πατέρα μου πως, αν συμφωνήσει με το σχέδιό μου, θα μετακομίσουμε στο Ρέντφιλντς και θα το αναλάβουμε αμέσως. Αν όχι –ή αν, μετά από τον τρόπο που σου συμπεριφέρθηκε σήμερα, δεν έχεις καμιά διάθεση να ζήσεις κοντά τους–, θα ζήσουμε στο αρχοντικό μου στην εξοχή μέχρι να κληρονομήσω το Ρέντφιλντς και θα μετακομίσουμε τότε εδώ. Θα πουλήσουμε το σπίτι στο Λονδίνο, μια και δεν υπάρχει όρος που να απαγορεύει την πώλησή του ορίζοντας ότι πρέπει να κληροδοτηθεί στον επόμενο κληρονόμο, και αυτό θα μας βοηθήσει να ξοφλήσουμε ένα μεγάλο μέρος από τα χρέη. Στη συνέχεια θα πρέπει να κάνουμε αρκετές οικονομίες, ανάμεσα σ’ αυτές να μην πηγαίνουμε στο Λονδίνο για τη σεζόν. Εμένα δε μ’ ενδιαφέρει η ζωή στο Λονδίνο, αρκεί να μη νιώθεις εσύ δυστυχισμένη από την απλή ζωή στην εξοχή». «Δε θα νιώθω καθόλου δυστυχισμένη. Όλη μου τη ζωή, αν εξαιρέσεις το φετινό καλοκαίρι, την έχω ζήσει απλά στην εξοχή». «Αν χρειαστεί, θα πουλήσω και την κληρονομιά που μου άφησε ο θείος μου, αν και θα προτιμούσα να την κρατήσω για το δευτερότοκο γιο μας ή την κόρη μας. Μπορώ επίσης να χρησιμοποιήσω τις επενδύσεις μου για να ξοφλήσω τα χρέη. Από τη μέρα που ήρθα, κουβέντιασα πολλές φορές με το γιο του διαχειριστή των κτημάτων και έχει πολύ καλές ιδέες για καινούριες μεθόδους καλλιέργειας που θα αυξήσουν το εισόδημά μας. Και υπάρχουν αρκετά άλλα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να μειώσουμε τα έξοδά μας. Οι Φιτζάλαν ξόδευαν σπάταλα τα εισοδήματά τους επί αιώνες. Μειώνοντας τα έξοδα, θα αυξήσουμε ταυτόχρονα τα έσοδά μας. Τα πρόσθετα έσοδα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μειωθούν τα χρέη. Μπορούμε να πουλήσουμε αρκετά άλογα. Έχουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόμαστε. Και δεν υπάρχει λόγος να έχουμε τρεις οικογενειακές άμαξες. Μπορούμε να πουλήσουμε τις δύο. Θα βοηθήσει κι αυτό να πληρώσουμε τα χρέη. Υπολογίσαμε με τον Φόρεστερ ότι θα μπορούσα να μειώσω στο μισό τα χρέη του Ρέντφιλντς στα πέντε πρώτα χρόνια. Και όταν φτάσει ο καιρός να το κληροδοτήσω στο γιο μας, θα τα έχουμε εξοφλήσει εντελώς». Η Κονστάνς χαμογέλασε, απολαμβάνοντας τον ενθουσιασμό ~ 260 ~


του. Ένιωθε μια ζεστασιά στη καρδιά της ακούγοντάς τον να λέει «ο γιος μας». Μακάρι... «Παρ’ όλα αυτά, η ζωή μας δε θα είναι μίζερη», βιάστηκε να την καθησυχάσει. «Δεν πρέπει να πιστέψεις ότι δε θα υπάρχουν πολυτέλειες. Ότι δε θα υπάρχει χαρά». Και μόνο η ζωή με τον Ντόμινικ θα ήταν μεγάλη χαρά για εκείνη, σκέφτηκε η Κονστάνς. Η σκέψη να μοιραστεί τη ζωή της μαζί του, να κάνουν σχέδια, να μεγαλώσουν μια οικογένεια τη γέμιζε με τέτοια λαχτάρα που ήθελε να κλάψει. «Θα ήταν πιο εύκολο αν παντρευόσουν μια πλούσια», του είπε μαλακά. Εκείνος της χαμογέλασε. «Ναι, αλλά όχι τόσο διασκεδαστικό», την αντέκρουσε. «Εξάλλου, δε θα το ήθελα αν δεν μπορούσα να σ’ έχω». «Τι είπες;» Η Κονστάνς τον κοίταξε. «Το εννοείς αυτό;» «Και βέβαια το εννοώ». Την κοίταξε περίεργα. «Διαφορετικά γιατί θα σου ζητούσα να με παντρευτείς;» «Δεν το είπες όμως!» του φώναξε η Κονστάνς. «Δεν είπες ποτέ ότι ήθελες να με παντρευτείς». «Δεν το είπα;» «Όχι. Στην πραγματικότητα, δε μου ζήτησες καν να σε παντρευτώ. Απλά ανακοίνωσες σε όλους ότι είμαστε αρραβωνιασμένοι. Και το έκανες αυτό μόνο και μόνο επειδή σε ανάγκασε η Μιούριελ. Το έκανες για να μην μπλεχτεί το όνομά μου σε σκάνδαλο. Δεν είναι αρκετός λόγος αυτός για να με παντρευτείς! Θέλω την αγάπη σου, Ντόμινικ. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου και δε θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ξέροντας πως με παντρεύτηκες μόνο επειδή ήσουν πολύ κύριος για να μην το κάνεις. Ξέροντας πως θα το μετανιώσεις. Ότι θα φτάσεις να με μισήσεις. Και δε θα το άντεχα αυτό». Εκείνος την κοίταξε. «Να σε μισήσω! Κονστάνς, δεν το ξέρεις ότι δε θα μπορούσα ποτέ μου να σε μισήσω; Σ’ αγαπώ. Δε θα το μετανιώσω ποτέ που σε παντρεύτηκα. Λυπάμαι που δε σου το ζήτησα με τον κατάλληλο τρόπο. Η Μιούριελ πράγματι με ανάγκασε να φερθώ βιαστικά, και λυπάμαι που έγιναν έτσι τα πράγματα. Βλέπεις, αναγκάστηκα να το ξεφουρνίσω μπροστά σε όλους, προτού μου δοθεί η ευκαιρία να ρωτήσω πρώτα εσένα». «Θέλεις να πεις ότι σκόπευες να μου ζητήσεις να σε παντρευτώ ~ 261 ~


προτού μιλήσει η Μιούριελ;» τον ρώτησε η Κονστάνς σαστισμένη. «Ναι, φυσικά. Είπες πως ήμουν πολύ κύριος ώστε να μη σε παντρευτώ αδιαφορώντας για το σκάνδαλο. Νομίζεις πως, όντας κύριος, θα σε έπαιρνα στο κρεβάτι μου αν δε σχεδίαζα ήδη να σε παντρευτώ;» Η Κονστάνς άφησε ένα ξέπνοο γελάκι. «Κι εσύ, αγάπη μου, δε νομίζεις ότι θα έπρεπε να με είχες ενημερώσει τότε;» «Είμαι ηλίθιος», της απάντησε. «Το παραδέχομαι ανοιχτά. Η μόνη μου δικαιολογία είναι ότι η ομορφιά σου μου αφαιρεί κάθε ικανότητα να σκεφτώ». Ο Ντόμινικ πήρε το χέρι της στο δικό του και έπεσε στο ένα γόνατο. «Δεσποινίς Κονστάνς Γούντλι, είστε η καρδιά της καρδιάς μου. Η μόνη γυναίκα που αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ. Σας προσφέρω την καρδιά μου, το χέρι μου, την περιουσία μου –ή, μάλλον, την περιουσία που δεν έχω. Θα θεωρήσω τον εαυτό μου πραγματικά πλούσιο αν δεχτείτε να μου εμπιστευτείτε το χέρι και την καρδιά σας. Θα με παντρευτείτε;» «Ναι», του απάντησε η Κονστάνς, γελώντας και κλαίγοντας ταυτόχρονα. «Ναι, ναι, θα σε παντρευτώ. Σ’ αγαπώ. Ω, σήκω πάνω, χαζούλη, και άσε με να σε φιλήσω». «Πολύ ευχαρίστως», μουρμούρισε ο Ντόμινικ και τη φίλησε. Και τον φίλησε κι εκείνη.

~ 262 ~


Επίλογος

Ο Ντόμινικ και η Κονστάνς παντρεύτηκαν στην εκκλησία του Αγίου Εδμόνδου στο Κάουντεν στα τέλη Ιουλίου. Πολλοί είπαν ότι ο γάμος τους δεν ήταν τόσο μεγαλόπρεπος όσο οι προηγούμενοι γάμοι των Φιτζάλαν, αλλά όλοι συμφώνησαν πως κανένας δεν ήταν πιο όμορφος ούτε είχαν υπάρξει ποτέ πιο ευτυχισμένοι νύφη και γαμπρός. Στο κάτω κάτω, ήταν ένας γάμος από έρωτα. Η λαίδη Καλάντρα και η λαίδη Φραντσέσκα ήταν οι παράνυφες της Κονστάνς, και μολονότι ήταν και οι δυο όμορφες γυναίκες, καμία από τις δύο δεν συγκρινόταν σε λάμψη με τη νύφη. Η αγάπη έλαμπε στα μάτια της Κονστάνς καθώς προχωρούσε στο διάδρομο προς το ιερό, όπου την περίμενε ο λόρδος Λέιτον με τον εφημέριο. Και ήταν τέτοια η έκφραση στα μάτια του Λέιτον καθώς την κοίταζε, που πολλές γυναίκες έπνιξαν έναν αναστεναγμό και στράφηκαν στους συζύγους τους, ευχόμενες να τις κοιτούσαν κι εκείνοι έτσι. Βγήκαν από την εκκλησία, σύζυγοι πια, κάτω από τις επευφημίες των ανθρώπων του χωριού και των εργατών τους, και γύρισαν στο Ρέντφιλντς για το γαμήλιο γεύμα. Οι υπηρέτες είχαν κόψει από τους κήπους όλα τα λουλούδια του καλοκαιριού για να διακοσμήσουν την αίθουσα του χορού, τα εδέσματα ήταν πλούσια και το ποτό έρεε άφθονο. Αν ο κόμης και η κόμισσα του Σέλμπρουκ δεν ήθελαν αυτόν το γάμο, όπως έλεγαν οι φήμες, το έκρυβαν καλά. Χαμογελούσαν, διασκέδαζαν και χόρευαν με τον συνηθισμένο συγκρατημένο ενθουσιασμό τους. Μετά το ταξίδι του μέλιτος στη Σκοτία, ο λόρδος και η λαίδη Λέιτον θα επέστρεφαν να ζήσουν στο Ρέντφιλντς. Μέχρι τότε, ο λόρδος και η λαίδη Σέλμπρουκ θα είχαν μετακομίσει στο αρχοντικό που προοριζόταν για τις χήρες των Φιτζάλαν, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω. Η λαίδη Σέλμπρουκ είχε περάσει τους τελευταίους δύο μήνες ~ 263 ~


ανακαινίζοντάς το σύμφωνα με το γούστο της και επιπλώνοντάς το με τα πιο αγαπημένα της κομμάτια. Ήταν καλύτερα έτσι, όπως είχε πει ο λόρδος Σέλμπρουκ σε όλους, μια και ο Ντόμινικ ανυπομονούσε να αναλάβει τη διαχείριση του κτήματος που μια μέρα θα γινόταν δικό του. Θα ακολουθούσαν πολλές αλλαγές, όλοι το ήξεραν αυτό, και οι περισσότεροι τις περίμεναν ανυπόμονα. Η οικογένεια των Φιτζάλαν αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του χωριού και οι άνθρωποι του Κάουντεν ήταν περήφανοι γι’ αυτούς. Αλλά ο τωρινός λόρδος και η λαίδη του Σέλμπρουκ δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς. Ήταν ολοφάνερο πως ο λόρδος και η λαίδη Λέιτον θα ήταν διαφορετικοί Ο γάμος τους είχε επίσης ενισχύσει τη φήμη της λαίδης Χόξτον ως προξενήτρας. Κυκλοφορούσε η φήμη, όχι μόνο στο Κάουντεν αλλά και στο Λονδίνο, καθώς και στους πιο αριστοκρατικούς κύκλους όλης της χώρας, ότι η λαίδη Φραντσέσκα είχε ανακαλύψει τη λαίδη Λέιτον σ’ ένα πάρτι και είχε καταλάβει αμέσως πως ήταν η τέλεια νύφη για τον αδερφό της. Είχε ένστικτο γι’ αυτά τα πράγματα, έλεγαν ορισμένοι –και αρκετοί συμφωνούσαν ότι δεν δίσταζε να δώσει την κατάλληλη στιγμή ένα μικρό σπρώξιμο, όταν ένα ζευγάρι αργούσε κάπως να βρει το δρόμο προς το πεπρωμένο του. Σίγουρα, πάντως, το ύφος της λαίδης Φραντσέσκα θύμιζε την παροιμιώδη γάτα που έφαγε το καναρίνι –και το έσκασε χωρίς να την πάρουν χαμπάρι. Στη γαμήλια δεξίωση, η Φραντσέσκα στάθηκε στη μια πλευρά της αίθουσας του χορού και παρακολουθούσε τους νεόνυμφους που χόρευαν βαλς. Ο Ντόμινικ χαμογελούσε στην Κονστάνς, σκύβοντας το ξανθόμαλλο κεφάλι του προς το μέρος της για ν’ ακούσει αυτά που του έλεγε. Το πρόσωπο της Κονστάνς ήταν στραμμένο προς το μέρος του, και ήταν τέτοια η λάμψη του, που η Φραντσέσκα ένιωσε για μια στιγμή την καρδιά της να σταματάει. «Τα καταφέρατε πάλι, λαίδη μου», ακούστηκε μια βαθιά, αντρική φωνή πίσω της. Η Φραντσέσκα γύρισε και είδε το δούκα του Ρόκφορντ. Η παρουσία του εκεί δεν την ξάφνιασε, αν και είχε να τον δει από τον καλοκαιρινό χορό, πριν από ένα μήνα. Ο δούκας είχε πάει σ’ ένα από τα άλλα σπίτια του για να επιβλέψει κάποιες εργασίες εκεί, όπως έκανε ~ 264 ~


συχνά, και η Φραντσέσκα είχε γυρίσει στο Λονδίνο για να βοηθήσει την Κονστάνς να διαλέξει το νυφικό και την προίκα της. Ήξερε όμως ότι ο δούκας θα ήταν στο γάμο και θα έψαχνε να τη βρει. Ήταν πάντα κύριος, ακόμα και όταν έχανε. Για την ακρίβεια, ίσως τότε ήταν ακόμα πιο κύριος. Του χαμογέλασε. «Μάλιστα, εξοχότατε, τα κατάφερα». «Όχι μόνο αρραβωνιάστηκε πριν το τέλος της σεζόν, αλλά και παντρεύτηκε», συνέχισε εκείνος με το γνώριμο σαρδόνιο ύφος του. «Ίσως θα έπρεπε να σας δώσω και μπόνους». «Αυτό που συμφωνήσαμε είναι αρκετό», του απάντησε η Φραντσέσκα. Ο δούκας έβαλε το χέρι του στην τσέπη του σακακιού του και έβγαλε ένα τετράγωνο κουτί. Εκείνη το πήρε και το έβαλε στην τσάντα της. «Δε θα το κοιτάξετε καν;» τη ρώτησε. «Σας έχω εμπιστοσύνη». «Αλήθεια;» Την κοίταξε σκεφτικά για μια στιγμή. «Ασφαλώς. Μπορεί να είστε αντιπαθητικός σε πολλά, αλλά πληρώνετε πάντα τα χρέη σας». «Μμ. Φοβάμαι πως μερικά μου παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο να τα πληρώσω». «Είστε πολύ μυστηριώδης σήμερα», του είπε η Φραντσέσκα. Εκείνος ύψωσε τους ώμους του. «Μπορεί να πληρώνω τα χρέη μου, αγαπητή μου λαίδη, αλλά δε μου αρέσει ποτέ να χάνω». Μ’ αυτά τα λόγια, ο Ρόκφορντ έκανε μια ευγενική υπόκλιση και απομακρύνθηκε. Η Φραντσέσκα τον παρακολούθησε με το βλέμμα μέχρι που χάθηκε μέσα στον κόσμο. Τα δάχτυλά της την έτρωγαν να βγάλει το κουτάκι από την τσάντα της και να το ανοίξει, αλλά δεν θα ήταν ευπρεπές. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Και αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να περιμένει να φύγουν πρώτα οι νεόνυμφοι. Ευτυχώς, ο Ντόμινικ και η Κονστάνς έδειχναν ανυπόμονοι να ξεκινήσουν το μήνα του μέλιτος. Δεν έμειναν για πολύ στη δεξίωση. Ανέβηκαν πάνω, άλλαξαν ρούχα και έφυγαν για το ταξίδι τους. Η Φραντσέσκα τους παρακολούθησε να ανεβαίνουν στην άμαξα νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό της. Μέσα από το παράθυρο της άμαξας, είδε τον Ντόμινικ να σκύβει ~ 265 ~


και να φιλάει την Κονστάνς και εκείνη να ακουμπά τρυφερά το χέρι της στο μάγουλό του. Για μια στιγμή το φως του ήλιου που έδυε πέρασε από το παράθυρο και τα πρόσωπά τους έλαμψαν μ’ ένα χρυσαφένιο φως. Η Φραντσέσκα αναγκάστηκε να σφίξει τα χείλια της για να πνίξει τα δάκρυά της. Έμεινε να τους κουνάει το χέρι μέχρι που τους έχασε από τα μάτια της. Ύστερα έκανε μεταβολή, προσπέρασε τους καλεσμένους και ανέβηκε τις σκάλες για το δωμάτιό της. Η δεξίωση θα συνεχιζόταν, αλλά εκείνη είχε κάνει το χρέος της και μπορούσε να αποσυρθεί. Η Μέιζι την περίμενε στο δωμάτιο. «Δεν μπορεί να τελειώσατε από τόσο νωρίς, λαίδη μου», της είπε και την πλησίασε χαμογελαστή. «Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι τέλειωσα. Νιώθω λίγο κουρασμένη, Μέιζι». «Δεν είναι ν’ απορεί κανείς. Να λύσω τα μαλλιά σας;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και η Μέιζι άρχισε να βγάζει τις φουρκέτες και να τις ακουμπάει στο κρυστάλλινο πιατάκι. Οι βαριές, χρυσαφένιες μπούκλες της Φραντσέσκα δεν άργησαν να πέσουν στην πλάτη της και η Μέιζι πήρε τη βούρτσα με την ασημένια λαβή και άρχισε να τις βουρτσίζει. Η Φραντσέσκα έβγαλε το κουτί από την τσάντα της και το άφησε στην τουαλέτα μπροστά της. Το άνοιξε και πήρε μια κοφτή ανάσα όταν αντίκρισε το βραχιόλι. Ήταν εκπληκτικό, μια περίτεχνη σύνθεση με ζαφείρια στο βαθύ μπλε χρώμα των ματιών της και διαμάντια. Έσυρε το δάχτυλό της πάνω στις πολύτιμες πέτρες. «Ω λαίδη μου», ψέλλισε η Μέιζι. «Είναι πανέμορφο». «Ναι, είναι», συμφώνησε η Φραντσέσκα αφηρημένα. Κάτω από το βραχιόλι υπήρχε η κάρτα του Ρόκφορντ με τα μεγάλα, ευανάγνωστα γράμματά του. Έβγαλε το βραχιόλι και το άπλωσε πάνω στην ανάστροφη της παλάμης της. Τα διαμάντια αντανακλούσαν κάθε μικρή αχτίδα φωτός. Τα ζαφείρια ήταν σκοτεινά και μυστηριώδη. Ήταν όμορφο και ολοφάνερα πανάκριβο. Ό,τι ακριβώς θα περίμενε από τον Ρόκφορντ. «Θέλετε να πάω στον κοσμηματοπώλη να το πουλήσω για λογαριασμό σας;» ρώτησε η Μέιζι. Αυτό έκαναν κάθε φορά που ένας γο~ 266 ~


νιός έκανε ένα δώρο στη Φραντσέσκα για να της εκφράσει την ευγνωμοσύνη του που είχε διευκολύνει το δρόμο της κόρης του για την εκκλησία. «Όχι», της απάντησε η Φραντσέσκα ύστερα από λίγο. «Πιστεύω ότι αυτό θα το κρατήσω». Η Μέιζι κοίταξε την κυρά της κάπως σοκαρισμένη, αλλά εκείνη δεν το πρόσεξε. Ήταν πολύ απασχολημένη να κοιτάζει το βραχιόλι. Η Φραντσέσκα σηκώθηκε και πήγε στη σιφονιέρα, πάνω στην οποία υπήρχε ένα μεγάλο κουτί από ξύλο τικ. Το άνοιξε, έβγαλε τα χωρίσματα και αποκάλυψε τον πάτο της κοσμηματοθήκης. Πίεσε τη ροζέτα που ήταν σκαλισμένη εκεί και αφαίρεσε το ξύλινο κομμάτι που έμοιαζε να είναι ο πάτος της. Από κάτω υπήρχε μια ακόμα θήκη. Μέσα στη θήκη υπήρχε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με διαμάντια και ζαφείρια. Ήταν το ίδιο όμορφα με το βραχιόλι, αν και τα είχε χρόνια. Ήταν επίσης ίδια με το καινούριο κόσμημα. Η Φραντσέσκα ακούμπησε μαλακά το βραχιόλι δίπλα στα σκουλαρίκια και έβαλε πάλι τον ψεύτικο ξύλινο πάτο στη θέση του. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα, Μέιζι», είπε καθώς τοποθετούσε πάλι τα χωρίσματα στη θέση τους και έκλεινε το καπάκι της κοσμηματοθήκης. «Πρέπει ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ποια θα αναλάβουμε στη συνέχεια».

~ 267 ~


Η δεύτερη ιστορία της σειράς ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ με τίτλο «Αναζητώντας Νύφη» θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 2010


Η Κονστάνς Γούντλι δεν ελπίζει πια σε γάµο. Είκοσι οκτώ ετών, ορφανή και χωρίς προίκα, δεν έχει καµιά πιθανότητα να τραβήξει την προσοχή κάποιου αξιόλογου γαµπρού. Το µόνο που µπορεί να κάνει είναι να συνοδεύσει τις µικρότε ρες ξαδέρφες της στον πρώτο τους χορό, όπου θα κάνουν το ντεµπούτο τους στην καλή κοινωνία του Λονδίνου. Αλλά υπολογίζει χωρίς το έµπειρο βλέµµα της λαίδης Φραντσέσκα Χόξτον... Η λαίδη Χόξτον έχει τη φήµη της καλύτερης προξενήτρας στο Λονδίνο. Και βάζει στοίχηµα µε τον δούκα του Ρόκφορντ ότι µπορεί να καλοπαντρέψει οποιαδήποτε κοπέλα µέσα στην αίθουσα του χορού –ακόµα και την Κονστάνς! Έτσι, η Φραντσέσκα αναλαµβάνει το ρόλο της καλής νεράιδας του παραµυθιού. Με τη βοήθειά της και τις οδηγίες της, η φτωχή, περιφρονηµένη Κονστάνς µέσα σε λίγο καιρό ανθίζει σαν λουλούδι. Μπροστά στα έκπληκτα µάτια των σνοµπ αριστοκρατών µεταβάλλεται σε µια λαµπερή, θελκτική νέα γυναίκα. Αλλά ένας άντρας απ’ όλους τη βρίσκει πραγµατικά ακαταµάχητη: ο γοητευτικός και διαβόητος για τις κατακτήσεις του λόρδος Ντόµινικ Λέιτον...

CANDACE CAMP - ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ #1 - Το Στοίχημα του Γάμου.pdf  

Η Κονστάνς Γούντλι δεν ελπίζει πια σε γάμο. Είκοσι οκτώ ετών, ορφανή και χωρίς προίκα, δεν έχει καμιά πιθανότητα να τραβήξει την προσοχή κάπ...