Page 1


Έργα της συγγραφέως που εκδόθηκαν στη σειρά SILK: Ο Χορός της Ορχιδέας Κλεμμένη Ζωή Το Κορίτσι με το Μενταγιόν Παράνομη Αγάπη ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑΤΟΥ ΕΡΩΤΑ Το Στοίχημα του Γάμου Αναζητώντας Νύφη


Στις αδερφές μου: Μαίρη Ελίζαμπεθ, Μπάρμπαρα και Σάρον. Είστε οι καλύτερες.


Πρόλογος

Λονδίνο, 1807 Η εξώπορτα έκλεισε με πάταγο. Στη βιβλιοθήκη του πρώτου ορόφου, η λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ τινάχτηκε ξαφνιασμένη και το βιβλίο που κρατούσε έπεσε στο πάτωμα. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και όλοι στο σπίτι ήταν ήδη στα κρεβάτια τους και κοιμούνταν βαθιά. Φυσικά κι εκείνη είχε πλαγιάσει πριν από μία ώρα, αλλά είχε σηκωθεί επειδή δεν την έπαιρνε ο ύπνος κι έτσι αποφάσισε να πάει στη βιβλιοθήκη για να βρει ένα "βιβλίο να διαβάσει. Κανονικά δε θα έπρεπε να κυκλοφορεί κανείς εκείνη την ώρα στο σπίτι -και κυρίως να μη βροντά πόρτες. Καθώς στεκόταν με τ’ αυτιά τεντωμένα, η ησυχία της νύχτας διακόπηκε πάλι από ένα δυνατό θόρυβο, σαν κάτι να έσπασε, και μια βλαστήμια. Η Αϊρίν κατάλαβε και ηρέμησε. Αν και η εξήγηση της ήταν μάλλον δυσάρεστη, ήξερε πια ποιος προκαλούσε το θόρυβο στο ισόγειο. Χωρίς αμφιβολία ο πατέρας της, ο λόρδος Γουίνγκεϊτ, είχε επιστρέφει μεθυσμένος και παραπατούσε. Έσκυψε γρήγορα για να μαζέψει το βιβλίο από το πάτωμα· έπειτα έπιασε το κηροπήγιο και βγήκε νυχοπατώντας από τη βιβλιοθήκη. Αν και μόλις δεκαέξι χρόνων, ήταν η μόνη στο σπίτι που δεν την πτοούσε η βαναυσότητα του πατέρα της. Συχνά έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνον και τη μητέρα ή τον αδελφό της, τους ανθρώπους στους οποίους συχνότερα ξεσπούσε την οργή του. Όμως δεν ήταν ανόητη: όπως και οι άλλοι, έτσι κι εκείνη έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποφεύγει, ειδικά όταν γυρνούσε στο σπίτι μεθυσμένος. Προχώρησε αθόρυβα στο διάδρομο, ελπίζοντας ότι θα προλάβαινε να φτάσει στο άδυτο του δωματίου της πριν ανέβει ο πατέρας της. Ξαφνικά μια φωνή υψώθηκε από το ισόγειο, βαθιά και θυμωμένη, και ακολούθησε μια απάντηση. Η Αϊρίν κοντοστάθηκε και έσμιξε τα φρύδια της με απορία, προσπαθώντας να μαντέψει ποιος μιλούσε με τον πατέρα της. Ακούστηκε ένα δυνατό πλατάγισμα, σαν από σάρκα που συναντούσε σάρκα, και πάλι θόρυβος από κάτι που έσπασε. Έτρεξε στην κουπαστή, στο πρώτο σκαλοπάτι, και κοίταξε ~6~


κάτω στον προθάλαμο. Αν και η τελευταία καμπύλη της σκάλας της έκρυβε τη θέα, είδε τον πατέρα της ξαπλωμένο ανάσκελα και τα θραύσματα ενός βάζου σκορπισμένα γύρω του πάνω στο περσικό χαλί. Η παλιομοδίτικη πουδραρισμένη περούκα που επέμενε να φοράει, π α ρ’ ότι ήταν πια εντελώς ντεμοντέ, είχε γείρει λοξά σαν μικρό τριχωτό ζώο που κρεμόταν από το κεφάλι του. Από τη μύτη του κυλούσε ένα ρυάκι αίμα. Καθώς τον κοιτούσε μαρμαρωμένη από την κατάπληξη, ένας άντρας μπήκε στο οπτικό της πεδίο και πλησίασε βιαστικά το λόρδο Γουίνγκεϊτ. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη προς το μέρος της κι έτσι κατάφερε να δει μόνο ότι ήταν ψηλός και φορούσε το ίδιο επίσημο μαύρο κοστούμι όπως ο πατέρας της, αλλά όχι περούκα, και τα μαύρα μαλλιά του έπεφταν ελεύθερα. Ο άγνωστος έσκυψε, άρπαξε τον πατέρα της από τα πέτα και τον σήκωσε όρθιο. Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ ακούμπησε τα χέρια στο στήθος του άλλου άντρα και τον έσπρωξε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. «Θρασύτατο υποκείμενο», γρύλισε ο λόρδος, τραυλίζοντας από το μεθύσι, «πώς τολμάς να μου φέρεσαι έτσι;» «Θα τολμήσω πολύ περισσότερα!» αποκρίθηκε θυμωμένα εκείνος, τραβώντας τη γροθιά του προς τα πίσω. Η Αϊρίν δεν περίμενε να δει το χτύπημα. Έκανε μεταβολή και έτρεξε στο γραφείο του πατέρα της. Έφτασε στο βάθος του δωματίου και άνοιξε διάπλατα ένα από τα ντουλάπια με τις γυάλινες πόρτες. Έπιασε μια θήκη από ένα ράφι, την ακούμπησε στο γραφείο και την άνοιξε. Μέσα, ξαπλωμένα πάνω σε κόκκινο βελούδο, ήταν δυο πιστόλια μονομαχίας. Ήξερε ότι ο πατέρας της τα φυλούσε γεμάτα, αλλά έλεγξε βιαστικά τη θαλάμη για να βεβαιωθεί, πριν φύγει πάλι τρέχοντας, με ένα πιστόλι σε κάθε χέρι. Καθώς πλησίαζε στη σκάλα, οι ήχοι της συμπλοκής και οι φωνές δυνάμωσαν. Δεν έβλεπε πια τους άντρες· είχαν αλλάξει θέση. Όμως από το θόρυβο καταλάβαινε ότι ο καβγάς μαινόταν. Κατέβηκε το πρώτο κομμάτι της σκάλας τρέχοντας. Καθώς έστριβε τη γωνία, τους είδε πάλι να παλεύουν πιασμένοι στα χέρια δίπλα στο πλατύσκαλο. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, ο άγνωστος ελευθερώθηκε και χτύπησε τον πατέρα της με δύναμη στο στομάχι. Καθώς ο λόρδος διπλωνόταν στα δύο, ο άγνωστος του έδωσε μια δυνατή γροθιά στο σαγόνι. Ο πατέρας της τρέκλισε προς τα πίσω και σωριάστηκε στο πάτωμα. «Σταματήστε!» φώναξε η Αϊρίν. «Σταματήστε αμέσως!» Κανείς από τους δύο άντρες δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία, δε γύρισε καν να την κοιτάξει. Ο άγνωστος επιτέθηκε πάλι ~7~


στον πατέρα της, τον άρπαξε και τον σήκωσε. «Σταματήστε!» φώναξε πιο δυνατά. Όταν την αγνόησαν και πάλι, ύψωσε το ένα πιστόλι και πυροβόλησε στον αέρα. Άκουσε τον κρότο καθώς η σφαίρα χτύπησε στον πολυέλαιο πάνω από το κεφάλι της και μερικά πρίσματα έπεσαν με θόρυβο στο πάτωμα. Οι δύο άντρες μαρμάρωσαν. Ο άγνωστος ίσιωσε το σώμα του και γύρισε να την κοιτάξει και ο πατέρας της έστρεψε το θολό βλέμμα του πάνω της. Η Αϊρίν δεν το πρόσεξε. Τα μάτια της είχαν καρφωθεί στον άλλο άντρα. Ήταν ψηλός και οι φαρδιοί του ώμοι γέμιζαν το σακάκι με εντυπωσιακό τρόπο. Προφανώς ο ράφτης του δε χρειαζόταν να καταφύγει στις βάτες για να δώσει στο ρούχο το επιθυμητό σχήμα. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα σαν το κάρβουνο και γυάλιζαν στο φως που έριχναν οι απλίκες του τοίχου. Ήταν και κάπως πιο μακριά από όσο επέβαλλε η μόδα της εποχής. Το πρόσωπό του, γεμάτο αιχμηρές γωνίες και λεία επίπεδα -ωραίο, αλλά σκληρό και ανέκφραστο. Το μόνο ίχνος που πρόδιδε κάποιο συναίσθημα ήταν το ανεπαίσθητο κοκκίνισμα στα ζυγωματικά του και η απειλητική λάμψη στα μάτια του. Είχε δει άλλους άντρες πιο ωραίους από αυτόν· υπήρχε κάτι το ακατέργαστο και τραχύ πάνω του που τον διαφοροποιούσε από τους πιο κομψούς και φινετσάτους κυρίους της καλής κοινωνίας τους οποίους είχε συνηθίσει να συναναστρέφεται. Κι όμως την εντυπωσίασε πολύ περισσότερο από κάθε άλλον άντρα που είχε γνωρίσει. Κοιτάζοντάς τον, ένιωσε μια περίεργη, πρωτόγονη έλξη, κάτι σαν σφίξιμο βαθιά στο στομάχι της, και της φάνηκε εξαιρετικά δύσκολο να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του. «Αϊρίν;» είπε βραχνά ο πατέρας της ενώ προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του. «Ναι, εγώ είμαι», απάντησε εκνευρισμένη εκείνη, χωρίς να ξέρει αν ήταν περισσότερο ενοχλημένη με τον πατέρα της επειδή έφερνε το χάος στο σπίτι τους ή με εκείνο τον άγνωστο που προκαλούσε τόσο παράξενες και ενοχλητικές αντιδράσεις μέσα της. «Ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν;» «Μπράβο, κορίτσι μου», τραύλισε ο Γουίνγκεϊτ καθώς πάλευε να κρατηθεί όρθιος. «Σε σένα βασίζομαι». Η Αϊρίν έσφιξε τα χείλη της- την εξόργιζε το ότι ήταν αναγκασμένη να βοηθήσει τον πατέρα της. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, εκείνος ήταν η μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας και δυσφορίας στη ζωή όλων γύρω του. Οι υπηρέτες, η μητέρα της, ο αδερφός της και η ίδια πάντα ζούσαν με το φόβο του. Ήταν ευέξαπτος, έπινε χωρίς μέτρο και είχε την τάση ~8~


να μπλέκεται σε καβγάδες. Όταν ήταν μικρή, ήξερε μόνο ότι ο πατέρας της έκανε τη μητέρα της να κλαίει και τους υπηρέτες να τρέμουν. Με τον καιρό έμαθε να μένει μακριά του, ειδικά όταν παραπατούσε από το μεθύσι. Τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να καταλαβαίνει περισσότερα για τις ακολασίες του -τη χαρτοπαιξία και τις πόρνες που πήγαιναν χέρι-χέρι με τον αλκοολισμό του, τις σπατάλες του και τις κραιπάλες του. Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ ήταν ένας άσωτος, αλλά ακόμη χειρότερη ήταν η τάση του να γίνεται βάναυσος και να απολαμβάνει τον τρόμο που σκορπούσε γύρω του. Ωστόσο η Αϊρίν είχε διδαχθεί ότι όφειλε να τον αγαπά και να τον σέβεται απλώς και μόνο επειδή ήταν ο γεννήτοράς της. Ήταν ένα μάθημα που ποτέ της δεν είχε απολύτως εμπεδώσει. Γνώριζε ότι δεν ήταν τόσο καλόψυχη ώστε να τον συγχωρεί ή να τον αγαπά πάρα τα ελαττώματά του, όπως η μητέρα της. Ούτε και ήταν στο χαρακτήρα της να συμμορφώνεται με τις συμβάσεις, όπως ο αδελφός της ο Χάμφρι, έτσι ώστε να του προσφέρει αφοσίωση και σεβασμό απλώς και μόνο επειδή το απαιτούσε η συγγένεια. Η γνώμη της ήταν πως, αν κάποιος έφθανε στο σημείο να επιτεθεί στον πατέρα της, κατά πάσα πιθανότητα είχε κάθε λόγο να το κάνει. Όμως και πάλι δεν έπαυε να είναι πατέρας της και δεν μπορούσε να επιτρέψει σ’ εκείνο τον άγνωστο να τον σκοτώσει. «Δε νομίζετε πως είναι κάπως αργά για να μαλώνετε στον προθάλαμο;» είπε με τον ψυχρά αυταρχικό τόνο που είχε μάθει ότι ήταν πιο αποτελεσματικός όταν ερχόταν αντιμέτωπη μαζί του. Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ τράβηξε το σακάκι του και το ξεσκόνισε με τον αργό και υπερβολικά προσεκτικό τρόπο που χαρακτηρίζει συχνά τους μεθυσμένους. Σκούπισε το πρόσωπό του με τα χέρια και έμεινε έκπληκτος όταν είδε αίμα στις παλάμες του. «Ανάθεμα... μου έσπασες τη μύτη, παλιάνθρωπε!» είπε, κοιτάζοντας αγριωπά τον άγνωστο. Εκείνος, όμως, δεν καταδέχτηκε να του ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στην Αϊρίν. Ξαφνικά εκείνη συλλογίστηκε το θέαμα που παρουσίαζε. Δεν είχε μπει στον κόπο να ρίξει μια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της όταν αποφάσισε να βρει ένα βιβλίο για να διαβάσει. Τα πόδια της ήταν γυμνά και τα πυκνά ξανθά μαλλιά της, που τα είχε ελευθερώσει από τις φουρκέτες πριν ξαπλώσει, έπεφταν σγουρά και ελεύθερα στους ώμους και την πλάτη της. Της πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι οι απλίκες του πάνω ορόφου θα πρέπει να έριχναν το φως τους από πίσω της, αποκαλύπτοντας πιθανότατα το περίγραμμα του σώματός της, που ήταν γυμνό κάτω από το βαμβακερό νυχτικό, και κοκκίνισε ως τις ρίζες των ~9~


μαλλιών. Γιατί δε σταματά να μ ε κοιτάζει; Ήταν ολοφάνερο ότι ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου τρόπους. Ανασήκωσε το πιγούνι της και του ανταπέδωσε το βλέμμα, αποφασισμένη να μην αφήσει τον αγενή άγνωστο να αντιληφθεί την αμηχανία της. Με την άκρη του ματιού της, όμως, είδε τον πατέρα της να οπισθοχωρεί κλεφτά και να πιάνει ένα μικρό άγαλμα που στεκόταν πάνω σ’ ένα βάθρο μπροστά στον τοίχο. Ο λόρδος το ύψωσε και προχώρησε απειλητικά προς το μέρος του. «Όχι!» φώναξε η Αϊρίν, στρέφοντας το γεμάτο πιστόλι που κρατούσε στο αριστερό της χέρι προς το μέρος του. «Άφησέ το αμέσως κάτω!» Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ την κοίταξε βλοσυρά, αλλά άφησε το άγαλμα στη βάση του. Ο άγνωστος τον κοίταξε και χαμογέλασε περιφρονητικά. Έπειτα γύρισε και υποκλίθηκε στην Αϊρίν. «Σας ευχαριστώ, λαίδη μου». Η φωνή του ήταν βαθιά και τραχιά και η προφορά του φανέρωνε ότι δεν ήταν ευγενής. «Απλώς δε θέλω να τρέξει άλλο αίμα στο περσικό χαλί», αντιγύρισε καυστικά εκείνη. «Βγαίνει πολύ δύσκολα». Ο πατέρας της ακούμπησε στον τοίχο με ύφος σκυθρωπό, απαξιώντας να την κοιτάξει. Προς έκπληξή της, όμως, ο άγνωστος γέλασε κοφτά και η ευθυμία φώτισε το πρόσωπό του, κάνοντάς το για μια στιγμή να ζεστάνει και να μαλακώσει. Με κόπο συγκρατήθηκε να μην του χαμογελάσει. «Αδυνατώ να καταλάβω πώς έχει μια τόσο σπουδαία κόρη ο γερο-τράγος», είπε. Η Αϊρίν μόρφασε, ενοχλημένη με τον εαυτό της όσο και μ’ εκείνον. Ο άνθρωπος είχε μεγάλο θράσος για να της χαμογελάει με τέτοιο τρόπο. Και πώς ήταν δυνατόν να θέλει να του χαμογελάσει κι εκείνη; «Καλύτερα να πηγαίνετε τώρα», του απάντησε. «Αλλιώς θα με αναγκάσετε να φωνάξω τους υπηρέτες για να σας πετάξουν έξω». Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του για να της δείξει πόσο λίγο τον τρόμαζε η απειλή της, αλλά είπε μόνο: «Φυσικά. Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω». Πήγε κοντά στο λόρδο Γουίνγκεϊτ, που έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, τον έπιασε από το πουκάμισο με το ένα χέρι και έσκυψε προς το μέρος του. «Αν ακούσω άλλη φορά ότι ενόχλησες την Ντόρα, θα ξανάρθω και θα σου σπάσω τα κόκαλα. Κατάλαβες;» Ο πατέρας της κοκκίνισε από θυμό, αλλά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. ~ 10 ~


«Και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εκεί. Ποτέ». Τον κοίταξε απειλητικά κι έπειτα τον άφησε και πήγε στην εξώπορτα. Καθώς την άνοιγε, γύρισε και κοίταξε την Αϊρίν. «Καληνύχτα, λαίδη μου», είπε χαμογελώντας σαρδόνια. «Χάρηκα που σας γνώρισα». Έκανε μια υπόκλιση και έφυγε. Η Αϊρίν χαλάρωσε και μόνο τότε, που όλα είχαν τελειώσει, αντιλήφθηκε πόσο σφιγμένη ήταν. Τα πόδια της λύγισαν και κατέβασε πάλι το χέρι της. «Ποιος ήταν;» ρώτησε. «Κανένας», απάντησε ο πατέρας της, γυρνώντας προς τη σκάλα. Το βήμα του ήταν ασταθές και χρειάστηκε να πιαστεί από την κουπαστή για να μη σκοντάψει. «Ένας βρομερός απατεώνας... που νομίζει ότι μπορεί να μου μιλάει έτσι... έπρεπε να του δείξω εγώ». Κοίταξε την Αϊρίν με ύφος υπολογιστικό και ύπουλο. «Δώσε μου το πιστόλι, κόρη μου». «Ω, πάψε επιτέλους!» είπε εκείνη, νιώθοντας μια απέραντη κούραση έξαφνα. «Μη με κάνεις να μετανιώσω που δεν τον άφησα να σε σκοτώσει». Γύρισε και άρχισε πάλι να ανεβαίνει τα σκαλιά. Για καλό και για κακό, σκέφτηκε να πάρει τα πιστόλια στο δωμάτιό της, όπου δε θα μπορούσε να τα βρει ο πατέρας της. «Ωραίος τρόπος να μιλάς στον πατέρα σου», βρυχήθηκε ο λόρδος Γουίνγκεϊτ από χαμηλά. «Απαιτώ να μου δείχνεις σεβασμό». Η Αϊρίν γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Θα σου δείξω σεβασμό όταν θα σου αξίζει», του απάντησε κοφτά. «Είσαι άθλια κόρη», αντιγύρισε εκείνος, κοιτάζοντάς τη με αντιπάθεια. «Κανείς δεν πρόκειται να σε παντρευτεί τόσο ξιπασμένη που είσαι. Και τότε τι θα κάνεις;» «Θα πανηγυρίσω», αποκρίθηκε ανέκφραστα. «Γιατί, απ’ ό,τι βλέπω, μια ζωή χωρίς σύζυγο θα είναι πολύ ευχάριστη. Δεν πρόκειται να παντρευτώ ποτέ». Βλέποντάς τον να χάνει προς στιγμή τα λόγια του από την έκπληξη, γύρισε ικανοποιημένη και ανέβηκε στο δωμάτιό της.

~ 11 ~


Κεφάλαιο 1

Λονδίνο, 1816 Η Αϊρίν έπνιξε έναν αναστεναγμό ενώ η νύφη της συνέχιζε να περιγράφει - μ ε κάθε λεπτομέρεια- το φόρεμα που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Δεν ήταν ότι απεχθανόταν τις συζητήσεις περί μόδας· αντίθετα, την ενδιέφεραν πολύ περισσότερο από όσο θα ήθελε να παραδεχθεί οι ανταλλαγές απόψεων γύρω από τα στυλ, τα χρώματα και τα αξεσουάρ. Το να ακούει τη Μόρα να μιλάει για ρούχα ήταν που την έκανε να πλήττει θανάσιμα, γιατί οτιδήποτε κι αν συζητούσε η Μόρα περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της και τις προτιμήσεις της και την οξυδέρκειά της και την ομορφιά της. Η Μόρα ήταν, με απλά λόγια, ο ήλιος γύρω από τον οποίο όφειλαν να περιστρέφονται οι πάντες και τα πάντα, τουλάχιστον κατά τη δική της άποψη. Ήταν αφόρητα εγωπαθής, πράγμα που δε θα ενοχλούσε και τόσο την Αϊρίν, αν δεν ήταν παράλληλα αφόρητα πεζή και βαρετή. Έριξε διακριτικά μια ματιά στα πρόσωπα των άλλων γυναικών που βρίσκονταν εκεί. Καμία από τις τρεις επισκέπτριές τους δε φαινόταν τόσο βαριεστημένη ή αδιάφορη όσο εκείνη. Αναρωτήθηκε αν οι εκφράσεις τους αντικατόπτριζαν αυτό που ένιωθαν πραγματικά. Ήταν δύσκολο να καταλάβει, επειδή όλες οι καλοαναθρεμμένες κυρίες είχαν διδαχθεί, όπως κι εκείνη, να δείχνουν ευγενικό ενδιαφέρον όταν μιλούσαν οι άλλοι, όσο βαρετοί κι αν ήταν. Η μητέρα της, η λαίδη Κλερ, ήταν μία από τις γυναίκες που άκουγαν τώρα τη Μόρα με ένα ευχάριστο και γεμάτο ενδιαφέρον ύφος στο πρόσωπο. Φυσικά θα το θεωρούσε αγένεια να δείξει οτιδήποτε άλλο, όμως η Αϊρίν ήξερε ότι δεν ήταν απλώς ζήτημα καλής ανατροφής διακυβεύονταν πολύ σοβαρότερα πράγματα. Η μητέρα της φοβόταν να δείξει δυσαρέσκεια ή ακόμα και αδιαφορία για οτιδήποτε έλεγε ή έκανε η νύφη της. Τον τελευταίο χρόνο, από τότε που ο Χάμφρι είχε παντρευτεί τη Μόρα και την είχε φέρει να ζήσει ~ 12 ~


κοντά τους, η λαίδη Κλερ πρόσεχε πάντα τι έλεγε και τι έκανε, ξέροντας ότι η Μόρα ήταν τώρα η πραγματική κυρία του σπιτιού και είχε τη δύναμη να κάνει τη ζωή τη δική της και της κόρης της κόλαση. Φυσικά, κατά την άποψη της Αϊρίν, το να υποτάσσεται σε κάθε ιδιοτροπία της Μόρα είχε ήδη μετατρέψει τη ζωή της σε κόλαση, οπότε της φαινόταν ανόητο να πασχίζει τόσο πολύ να αποφύγει την οργή της. Ούτε και πίστευε ότι ο αδελφός της, ο Χάμφρι, ήταν τόσο αδύναμος ώστε να διώξει τη μητέρα και την αδελφή του από το σπίτι αν η Μόρα πρόβαλλε τέτοια αξίωση. Ωστόσο, ήξερε ότι είχε τη δυνατότητα να το κάνει, όπως και ότι ήταν στο χαρακτήρα της Μόρα να το απαιτήσει. Και δυστυχώς ήταν αλήθεια ότι εκείνη και η μητέρα της είχαν μείνει ουσιαστικά άπορες μετά το θάνατο του λόρδου Γουίνγκεϊτ, απολύτως εξαρτημένες από τη γενναιοδωρία του αδελφού της. Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ είχε πεθάνει πριν από τρία χρόνια πέφτοντας από το άλογό του ύστερα από μια γενναία οινοποσία. Η Αϊρίν είχε ξαφνιαστεί, είν’ η αλήθεια, λιγάκι από τη θλίψη που ένιωσε. Ύστερα από τόσα χρόνια προστριβών και παρά την περιφρόνηση που αισθανόταν για κείνον, είχε ανακαλύψει ότι κατά βάθος τον αγαπούσε παρά την άθλια συμπεριφορά του. Ωστόσο δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ο θάνατός του είχε προκαλέσει ταυτόχρονα μεγάλη ανακούφιση σε όλους όσοι σχετίζονταν μαζί του. Οι εισπράκτορες δεν παραμόνευαν πια έξω από το σπίτι τους· αυτό είχε σταματήσει από τη στιγμή που ο Χάμφρι κάλεσε τους πιστωτές τους και κατέστρωσε ένα σχέδιο προκειμένου να εξοφλήσει τα χρέη του πατέρα του. Οι ύποπτοι τύποι έπαψαν να τους χτυπούν την πόρτα, ζητώντας να μιλήσουν με το λόρδο Γουίνγκεϊτ. Σταμάτησαν πια να φοβούνται μήπως ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο που θα σπίλωνε το όνομά τους. Και, πάνω απ’ όλα, η παρουσία του δεν κρεμόταν πια πάνω από το σπίτι σαν μαύρο σύννεφο, αναγκάζοντας τους πάντες να τον αποφεύγουν ή να φοβούνται μήπως κάνουν κάτι που θα επέσυρε την οργή του. Μόνο μετά το θάνατό του, ακούγοντας μια από τις καμαριέρες να τραγουδά ένα χαρούμενο σκοπό καθώς γυάλιζε τα έπιπλα, συνειδητοποίησε η Αϊρίν π όσο σιωπηρό και κρύο ήταν ως τότε το σπίτι. Ξαφνικά, παρά το μαύρο στεφάνι στην εξώπορτα και το μαύρο ύφασμα που σκέπαζε το πορτραίτο του λόρδου Γουίνγκεϊτ, το σπίτι έγινε πιο φωτεινό και πιο χαρούμενο. Ο μικρός της αδελφός, ο Χάμφρι, ένας κάπως σοβαρός, ντροπαλός νέος, είχε φυσικά κληρονομήσει τον τίτλο και την ακίνητη περιουσία του πατέρα τους. Εκτός από τα κτήματα και το σπίτι στο ~ 13 ~


Λονδίνο, ο λόρδος Γουίνγκεϊτ δεν είχε κληροδοτήσει παρά μόνο χρέη στον διάδοχό του· για τη χήρα και την κόρη του δεν είχε μείνει τίποτα. Ο Χάμφρι όμως ήταν στοργικός γιος και αδελφός και ανέλαβε με προθυμία να συντηρήσει την Αϊρίν και την Κλερ. Δύο χρόνια μικρότερος της, πάντοτε τη σεβόταν και βασιζόταν σ’ εκείνη. Όταν ήταν παιδιά, η μεγάλη του αδελφή τον προστάτευε από τις κατάρες και τα χτυπήματα του πατέρα τους. Ο Χάμφρι είχε αναλάβει το έργο της εξόφλησης των οφειλών του πατέρα τους και την αποκατάσταση της περιουσίας, αφήνοντας την αδελφή του να χειρίζεται ό,τι αφορούσε τα του σπιτιού, όπως άλλωστε έκανε και πριν πεθάνει ο λόρδος Γουίνγκεϊτ. Η ζωή κυλούσε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, η περίοδος του πένθους είχε λήξει και συνέχιζαν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες. Τα χρέη είχαν εξοφληθεί κατά μεγάλο μέρος και παρ’ όλο που τα κτήματα ήταν υποθηκευμένα, η οικονομική τους κατάσταση ήταν αρκετά καλή έτσι ώστε είχαν τη δυνατότητα να ράψουν καινούρια φορέματα και να συμμετάσχουν στην κοσμική ζωή της πόλης. Η Αϊρίν ήξερε ότι ορισμένοι έβρισκαν τη ζωή της θλιβερή, επειδή ήταν είκοσι πέντε χρόνων και ακόμα ανύπαντρη, κινδυνεύοντας να μείνει γεροντοκόρη, αλλά δεν την ένοιαζε. Η ίδια ένιωθε ευτυχισμένη και χρήσιμη και δεν έμοιαζε σ’ εκείνες τις γυναίκες ανόητα θηλυκά, όπως τις χαρακτήριζε κρυφά- που νόμιζαν ότι η ζωή τους ήταν κενή αν δεν ήταν συνδεδεμένη με τη ζωή ενός άντρα. Έχοντας δει από κοντά τα βάσανα του έγγαμου βίου, ήταν βέβαιη ότι χωρίς σύζυγο θα ζούσε πιο ευτυχισμένη απ’ όσο οι περισσότερες παντρεμένες γυναίκες. Και τότε ο Χάμφρι είχε πάει για κυνήγι στο Βορρά με έναν φίλο. Η επίσκεψή του παρατάθηκε πρώτα μια εβδομάδα, μετά δύο και στο τέλος της τρίτης επέστρεψε σπίτι, ενθουσιασμένος και ευτυχισμένος, για να τους αναγγείλει ότι είχε αρραβωνιαστεί και ότι θα παντρευόταν. Η Μόρα Πόνσονμπι, κόρη ενός ντόπιου γαιοκτήμονα, είχε τραβήξει την προσοχή του ... και τελικά είχε κλέψει τη μοναχική καρδιά του. Ήταν ένα διαμάντι, τις πληροφόρησε, κι εκείνος ο τυχερότερος άνθρωπος του κόσμου. Και τις διαβεβαίωσε ότι θα αγαπούσαν τη Μόρα όσο κι ο ίδιος. Όταν τη γνώρισαν, δε δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν γιατί την είχε ερωτευτεί. Ήταν χαριτωμένη και έδειχνε μεγάλη προσοχή και τρυφερότητα στον Χάμφρι. Όμως δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι επίσης τον έλεγχε με τα χαριτωμένα νάζια της και με το να μετατρέπεται σε μία ψυχρή γυναίκα όταν δεν της έκανε τα χατίρια. ~ 14 ~


Όλο χαμόγελα, ευγένειες και σεβασμό απέναντι στη λαίδη Κλερ πριν παντρευτεί τον Χάμφρι, μετά το γάμο άλλαξε σκοπό και έκανε κατάληψη στο σπίτι σαν να υπήρχε μόνο εκείνη και καμία άλλη. Ως η νέα λαίδη Γουίνγκεϊτ, έδειξε ξεκάθαρα στην Κλερ και την Αϊρίν ότι τώρα εκείνη έκανε κουμάντο. Και παρ’ όλο που η Αϊρίν σκόπευε εξαρχής να της παραδώσει τα ηνία, η γυναίκα δεν της έδωσε καν την ευκαιρία να το κάνει. Απλώς πληροφόρησε την οικονόμο και τον μπάτλερ ότι από τώρα και στο εξής κάθε απόφαση που αφορούσε το σπίτι θα ήταν δική της. Η Μόρα άδραχνε κάθε ευκαιρία για να δείξει ότι ήταν η κυρία του σπιτιού, συμμετέχοντας σε κάθε συζήτηση, πληροφορώντας τον μπάτλερ ποιον επισκέπτη θα δέχονταν και ποιον όχι και κάνοντας δεκτές ή απορρίπτοντας αυθαίρετα προσκλήσεις για λογαριασμό της Κλερ και της Αϊρίν όπως δεχόταν ή απέρριπτε προσκλήσεις που απευθύνονταν σ’ εκείνη και το σύζυγό της. Η λαίδη Κλερ, σύμφωνα με την προσφιλή της τακτική, υποτάχτηκε πειθήνια σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Η Αϊρίν, φυσικά αρνήθηκε να σκύψει το κεφάλι και το αποτέλεσμα ήταν διαρκείς προστριβές ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Τώρα η Μόρα, καταλαβαίνοντας προφανώς την αδιαφορία της Αϊρίν, διέκοψε τις περιγραφές των φιόγκων που στόλιζαν τον ποδόγυρο του φορέματος της και γύρισε προς την κουνιάδα της με μάτια διάπλατα ανοιχτά και χαμογελώντας με έναν τρόπο που πάντα έβαζε την Αϊρίν στον πειρασμό να τη χαστουκίσει. «Όμως κάνουμε την καημένη την Αϊρίν να πλήξει με τις κουβέντες μας για φραμπαλάδες και βολάν, έτσι δεν είναι, καλή μου;» Στράφηκε χαρωπά προς τις άλλες γυναίκες και πρόσθεσε: «Η Αϊρίν ενδιαφέρεται ελάχιστα για τη μόδα, δυστυχώς. Όσο κι αν προσπαθώ, δεν έχω καταφέρει ακόμη να την πείσω να μ’ αφήσει να της αγοράσω κάτι». Κούνησε το κεφάλι της δήθεν με αδελφική απόγνωση για τις παραξενιές της Αϊρίν και οι απαλές σκούρες μπούκλες της αναπήδησαν. «Είστε τόσο γενναιόδωρη, καλή μου λαίδη Γουίνγκεϊτ», μουρμούρισε η κυρία Λίτλμπριτζ. «Είμαι απολύτως ικανοποιημένη με τα ρούχα μου», αποκρίθηκε ψυχρά η Αϊρίν. Η λαίδη Κλερ, όπως πάντα, μπήκε στη μέση για να αποτρέψει μια πιθανή σύγκρουση. «Δεσποινίς Κάντγουελ, πρέπει να μας πείτε οπωσδήποτε για το γάμο στο Ρέντφιλντς. Είμαι βέβαιη πως όλες ανυπομονούμε να ακούσουμε». Η μητέρα της Αϊρίν είχε επιλέξει το θέμα σοφά. Ο γάμος του υποκόμη Λέιτον και της Κόνστανς Γούντλι μία εβδομάδα νωρίτερα ~ 15 ~


ήταν η κορύφωση της κοσμικής σεζόν εκείνης της χρονιάς και μια πρόσκληση για την τελετή που έγινε στα κτήματα της οικογένειας Λέιτον ήταν περιζήτητη. Όσοι είχαν καταφέρει να παρευρεθούν θεωρούνταν ευπρόσδεκτοι παντού, απλώς και μόνο επειδή ήταν σε θέση να περιγράφουν το γάμο. «Ναι, πράγματι», συμφώνησε η κυρία Λίτλμπριτζ. Σαν αμετανόητη κοινωνική αριβίστρια που ήταν, τίποτε δεν αγαπούσε περισσότερο από το κουτσομπολιό και τη συλλογή ιστοριών που θα μπορούσε κατόπιν να επαναλάβει για να φανεί πιο σπουδαία απ’ όσο ήταν. «Πείτε μας, ήταν όμορφη η νύφη;» «Είναι όμορφη με τον τρόπο της», απάντησε διπλωματικά η μις Κάντγουελ. «Αλλά από ασήμαντη οικογένεια. Δεν είναι δυνατόν να μη σκεφτεί κανείς ότι ο υποκόμης παντρεύτηκε υποδεέστερή του». «Φυσικά». Η κυρία Λίτλμπριτζ κούνησε το κεφάλι της περισπούδαστα. «Μια απλή επαρχιωτοπούλα, όπως μαθαίνω». «Ακριβώς». Η μις Κάντγουελ της χαμογέλασε αχνά. «Όμως και ο Λέιτον ήταν ανέκαθεν κάπως... ε, αντισυμβατικός». Η Αϊρίν, που ήταν βέβαιη ότι η άποψη της μις Κάντγουελ για τον εκκεντρικό υποκόμη οφειλόταν περισσότερο στην αδιαφορία του πολύφερνου εργένη για το πρόσωπό της παρά σε οτιδήποτε άλλο, είπε: «Εγώ πάντως συμπαθώ πολύ τη μις Γούντλι - ή μάλλον τη λαίδη Λέιτον, θα έπρεπε να πω. Τη βρίσκω αναζωογονητικά ανεπιτήδευτη». Η Μόρα γέλασε ειρωνικά. «Εσύ ασφαλώς και θα το έβρισκες αξιοθαύμαστο αυτό, Αϊρίν. Όμως φοβάμαι πως δε θαυμάζουν όλοι την έλλειψη φινέτσας». «Αν δεν απατώμαι, η λαίδη Λέιτον ήταν καλή φίλη της αδελφής του υποκόμη, σωστά;» ρώτησε βιαστικά η λαίδη Κλερ. «Ω, ναι, η λαίδη Χόξτον την ανέλαβε υπό την προστασία της», επιβεβαίωσε η κυρία Λίτλμπριτζ. «Και φυσικά σύστησε την κοπέλα στον αδελφό της». «Και πριν τη συστήσει, τη μεταμόρφωσε κυριολεκτικά», πρόσθεσε η κυρία Κάντγουελ. «Η Κόνστανς Γούντλι ήταν εντελώς κακόγουστη πριν αναλάβει η λαίδη Χόξτον να τη μεταμορφώσει σε κύκνο». «Έχει μεγάλο ταλέντο σ’ αυτό», παρατήρησε η λαίδη Κλερ. «Πέρυσι είχε αναλάβει τη νεαρή Μπένμπορο, και πριν απ’ αυτή τη μις Έβερχαρτ. Και οι δύο καλοπαντρεύτηκαν». «Πράγματι», συμφώνησε η κυρία Κάντγουελ. «Η λαίδη Χόξτον έχει το θαυματουργό άγγιγμα. Όλοι γνωρίζουν ότι, αν αναλάβει μια κοπέλα, είναι βέβαιο πως θα καλοπαντρευτεί». «Ορίστε, Αϊρίν», είπε παιχνιδιάρικα η Μόρα. «Ίσως θα έπρεπε ~ 16 ~


να ζητήσουμε από τη λαίδη Χόξτον να σε βοηθήσει να βρεις σύζυγο». «Ευχαριστώ, Μόρα, αλλά δεν ψάχνω για σύζυγο», απάντησε ξερά, κοιτάζοντας τις άλλες γυναίκες κατάματα. «Δεν ψάχνεις για σύζυγο;» επανέλαβε ανάλαφρα η κυρία Λίτλμπριτζ και γέλασε. «Μα σ τ’ αλήθεια, Αϊρίν, ποια κοπέλα δεν ψάχνει για σύζυγο;» «Εγώ πρώτη-πρώτη», απάντησε κοφτά. Η κυρία Λίτλμπριτζ ανασήκωσε τα φρύδια της με κατάπληξη. «Αυτά τα λόγια είναι καλά όταν λέγονται για λόγους υπερηφάνειας», σχολίασε η Μόρα, ρίχνοντας μια ματιά γεμάτη νόημα προς τις επισκέπτριες. «Όμως τώρα βρίσκεσαι μεταξύ φίλων, Αϊρίν. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο προορισμός της γυναίκας είναι ο γάμος. Διαφορετικά, τι άλλο της μένει να κάνει; Να ζει όλη της τη ζωή στο σπίτι μιας άλλης;» Έκανε μια παύση και γύρισε προς το μέρος της. «Φυσικά ο λόρδος Γουίνγκεϊτ κι εγώ θα χαιρόμασταν πολύ να σε έχουμε κοντά μας όσο ζούμε. Όμως σκέφτομαι εσένα και την ευτυχία σου. Πραγματικά πρέπει να μιλήσεις στη λαίδη Χόξτον γι’ αυτό το ζήτημα. Άλλωστε είναι φίλη σου, σωστά;» Η Αϊρίν διέκρινε τη χαιρεκακία κάτω από το μελιστάλαχτο τόνο της νύφης της. Το γεγονός ότι προερχόταν από ευυπόληπτη αλλά άσημη οικογένεια και δεν είχε ζήσει, όπως η Αϊρίν, στην καλή κοινωνία, για να είναι γνωστή και αποδεκτή από τους σημαντικούς ανθρώπους, ήταν πάντα ένα αγκάθι στην καρδιά της Μόρα. «Ασφαλώς γνωρίζω τη λαίδη Χόξτον», απάντησε. «Όμως η γνωριμία μας είναι καθαρά κοινωνική. Δεν είμαστε στενές φίλες». «Α, ναι, σωστά. Άλλωστε είναι τόσο λίγοι εκείνοι τους οποίους θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις φίλους σου», αντιγύρισε η Μόρα. Η καυστική παρατήρησή της προκάλεσε μια στιγμιαία σιωπή αμηχανίας, αλλά τότε πήρε μια ντροπαλή έκφραση και έφερε τα χέρια στα μάγουλά της. «Αχ, Θεέ μου, πώς θα πρέπει να ακούστηκε αυτό! Φυσικά δεν εννοούσα ότι δεν έχεις φίλους, καλή μου αδελφή. Έχεις, και πολλούς μάλιστα. Έτσι δεν είναι, λαίδη Κλερ;» Έριξε μια παρακλητική ματιά στη μητέρα της Αϊρίν. «Ναι, φυσικά». Τα μάγουλα της Κλερ κοκκίνισαν. «Είναι η μις Λίβερμορ ...» «Βεβαίως!» αναφώνησε η Μόρα και η έκφρασή της έδειχνε πεντακάθαρα την ανακούφισή της επειδή η μητέρα της Αϊρίν είχε καταφέρει να βρει ένα παράδειγμα. «Αλλά και η σύζυγος του εφημέριου, πέρα στο εξοχικό, σε συμπαθεί τόσο πολύ». Σταμάτησε και ανασήκωσε τους ώμους σαν να παραιτούνταν από την άκαρπη προσπάθεια να βρει κι άλλους φίλους. Έσκυψε προς το μέρος της Αϊρίν ~ 17 ~


και είπε με ζέση: «Ξέρεις ότι με απασχολεί μόνο το συμφέρον σου, έτσι δεν είναι, καλή μου; Όλες μας θέλουμε μόνο να είσαι ευτυχισμένη. Δε λέω αλήθεια, λαίδη Κλερ;» «Ναι, φυσικά», συμφώνησε εκείνη, κοιτώντας με στενοχώρια την κόρη της. «Μα είμαι ευτυχισμένη, μητέρα», διαμαρτυρήθηκε η Αϊρίν και γυρίζοντας προς τη Μόρα, πρόσθεσε ξερά: «Πώς να μην είμαι ευτυχισμένη αφού ζω εδώ μαζί σου, αγαπημένη μου αδελφή;» Η Μόρα αγνόησε τα λόγια της και συνέχισε στον ίδιο τόνο. «Εγώ θέλω απλώς να σε βοηθήσω, Αϊρίν. Να βελτιώσω τη ζωή σου. Ασφαλώς το καταλαβαίνεις αυτό. Δυστυχώς δε σε γνωρίζουν όλοι τόσο καλά όσο εγώ. Βλέπουν μόνο τη στάση σου. Η τσουχτερή σου γλώσσα, καλή μου, κρατά τους ανθρώπους σε απόσταση. Όσο κι αν θέλουν να σε γνωρίσουν καλύτερα, ο . .. πώς να το πω ... σαρκασμός σου, η ωμότητά σου, τους τρομάζει. Γι’ αυτόν το λόγο έχεις τόσο λίγους επιστήθιους φίλους, τόσο λίγους θαυμαστές. Οι τρόποι σου απωθούν τους άντρες». Κοίταξε τις φίλες της για επιβεβαίωση. «Ένας άντρας δε θέλει μια γυναίκα που τον διορθώνει ή που του βάζει τις φωνές για το παραμικρό σφάλμα του. Δεν είναι αλήθεια, κυρίες μου;» Τα μάτια της Αϊρίν πέταξαν φωτιές και είπε με σφιγμένα δόντια: «Οι συμβουλές σου, αν και καλοπροαίρετες, μου είναι εντελώς άχρηστες. Όπως σου είπα, δε με ενδιαφέρει να βρω σύζυγο». «Ελάτε τώρα, λαίδη Αϊρίν», ξεκίνησε να λέει η κυρία Κάντγουελ με ένα ειρωνικό χαμόγελο που της τέντωσε τα νεύρα. Η Αϊρίν γύρισε προς το μέρος της και το βλέμμα της έκανε την άλλη γυναίκα να καταπιεί αυτό που ήταν έτοιμη να πει. «Δε θέλω να παντρευτώ. Αρνούμαι να παντρευτώ. Δε δέχομαι να δώσω σε κανέναν άντρα εξουσία πάνω μου. Δε θα γίνω κτήμα κανενός, ούτε θα επιτρέψω σε έναν άντρα με λιγότερο μυαλό από μένα να μου λέει τι πρέπει να σκεφτώ ή να πράξω». Σταμάτησε και έσφιξε τα χείλη της, μετανιώνοντας που είχε αφήσει τη Μόρα να την παρασύρει και να αποκαλύψει τόσο πολλά για τον εαυτό της. Απέναντι της, η Μόρα γέλασε χαριτωμένα και ρίχνοντας μια πονηρή ματιά στις άλλες γυναίκες, είπε: «Μα μια γυναίκα δε χρειάζεται να είναι υποχείριο ενός άντρα, καλή μου. Απλώς τον αφήνει να νομίζει ότι έχει τον έλεγχο. Αρκεί να ξέρει πώς να τον χειρίζεται έτσι ώστε να ικανοποιεί όλες τις επιθυμίες της. Το μυστικό, φυσικά, είναι να τον κάνεις να πιστεύει ότι όλα ήταν δική του ιδέα». Οι επισκέπτριες και η Μόρα γέλασαν και η κυρία Λίτλμπριτζ ~ 18 ~


πρόσθεσε: «Πράγματι, λαίδη Γουίνγκεϊτ, έτσι λειτουργεί ο κόσμος». «Δε μ’ ενδιαφέρουν η προσποίηση και τα τεχνάσματα», αντιγύρισε η Αϊρίν. «Προτιμώ να μείνω γεροντοκόρη παρά να καλοπιάνω κάποιον και να του λέω ψέματα για να μπορώ να κάνω ό,τι είναι αναφαίρετο δικαίωμά μου να κάνω». Η Μόρα πλατάγισε τη γλώσσα της και την κοίταξε με οίκτο. «Αϊρίν, καλή μου, δε λέμε ότι πρέπει να εξαπατάς κάποιον. Λέω απλώς ότι θα έπρεπε να εκμεταλλευτείς την ομορφιά σου και να κρύψεις... ορισμένες πλευρές του χαρακτήρα σου. Ντύνεσαι πολύ απλά». Έδειξε με περιφρόνηση προς την Αϊρίν. «Αυτό το φόρεμα που φοράς, για παράδειγμα. Γιατί θα πρέπει να έχει ένα τόσο μουντό καφέ χρώμα; Και δε χρειάζεται να βάζεις τόσο κλειστό ντεκολτέ. Γιατί να μη δείξεις λιγάκι τους ώμους σου; Ακόμα και οι βραδινές τουαλέτες σου είναι τόσο σοβαρές -κ α θόλου παράξενο που σπάνια σου ζητά κάποιος να χορέψετε! Δε σου φτάνει που είσαι τόσο ψηλή; Είναι ανάγκη να στέκεσαι και σαν να έχεις καταπιεί μπαστούνι και να χάνεις τη χάρη σου;» Η Αϊρίν διέκρινε τον πραγματικό εκνευρισμό κάτω από το μελιστάλαχτο τόνο της Μόρα και ήξερε ότι όσο κι αν η νύφη της απολάμβανε να επισημαίνει τα μειονεκτήματά της με το πρόσχημα του ενδιαφέροντος, κατά βάθος η έλλειψη θαυμαστών τη φόβιζε. Η Μόρα θα χαιρόταν να την ξεφορτωθεί και ο γάμος ήταν η μόνη ελπίδα να το πετύχει πέρα από το φόνο -πράγμα για το οποίο ούτε καν η Αϊρίν δε θα τολμούσε να την κατηγορήσει ότι ήταν ικανή. Όσο κι αν ο Χάμφρι ήταν υποχείριο της γυναίκας του, ακόμα και η Μόρα θα πρέπει να ήξερε ότι ποτέ δε θα δεχόταν να διώξει την ίδια του την αδελφή από το σπίτι. Και εν πάσει περιπτώσει θα γνώριζε ότι μια τέτοια άσπλαχνη συμπεριφορά απέναντι στην αδελφή του συζύγου της θα προκαλούσε την αποδοκιμασία της καλής κοινωνίας. Όχι, όσο η Αϊρίν παρέμενε ανύπαντρη, η Μόρα θα την είχε στην πλάτη της - ένα γεγονός που αναμφίβολα την εκνεύριζε όσο και την ίδια. «Και τα μαλλιά σου!» συνέχισε απτόητη. «Μα το Θεό, είναι τόσο ... ατημέλητα». Κοίταξε συνοφρυωμένη τη σγουρή χρυσαφένια χαίτη της που ήταν μαζεμένη σε έναν άχαρο κότσο. «Όμως το χρώμα τους είναι πολύ ωραίο. Και οι βλεφαρίδες σου είναι μακριές και ευτυχώς καστανές, όχι ανοιχτόχρωμες, κι έτσι δεν έχεις αυτό το άτονο βλέμμα που βλέπει κανείς στις περισσότερες ξανθές». «Ευχαριστώ, Μόρα», μουρμούρισε ξερά. «Τα κομπλιμέντα σου με συγκινούν».

~ 19 ~


Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Λέω απλώς ότι θα μπορούσες να γίνεις πολύ πιο ελκυστική αν προσπαθούσες λίγο. Θα νόμιζε κανείς ότι προσπαθείς να διώξεις τους άντρες αντί να τους προσελκύσεις». «Ίσως αυτή είναι η επιδίωξή μου». Για μερικές στιγμές επικράτησε σιωπή. Τότε η μις Κάντγουελ γέλασε νευρικά. «Λαίδη Αϊρίν! Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι σοβαρολογείτε». Η Αϊρίν δεν έκανε τον κόπο να της απαντήσει. Η μις Κάντγουελ δε θα καταλάβαινε ποτέ, όπως και καμία από τις άλλες γυναίκες που ήταν παρούσες, ότι πραγματικά δεν ήθελε να παντρευτεί. Ο γάμος ήταν ο στόχος κάθε γυναίκας, κατά την άποψή τους. Η εύρεση συζύγου ήταν ο κυριότερος λόγος για τον οποίο έκανε μια νεαρή γυναίκα το ντεμπούτο της -και συμμετείχε στις κοσμικές σεζόν από κει και πέρα, μέχρι να τυλίξει επιτέλους κάποιον. Οι μητέρες που είχαν κόρες της παντρειάς κατέστρωναν εκστρατείες σαν παλαίμαχοι στρατηγοί. Οι μάχες δίνονταν στις αίθουσες χορού, στα θεωρεία της όπερας και στους περιπάτους με τις ανοιχτές άμαξες μέσα από το Χάιντ Παρκ, και τα όπλα ήταν τα φορέματα, οι μπούκλες, οι λάγνες ματιές πάνω από τις ανοιχτές βεντάλιες και -τ ο φονικότερο όλων- το κουτσομπολιό. Η νίκη ήταν η αιχμαλωσία του περιζήτητου εργένη και ελάχιστες σκέφτονταν τα χρόνια που ακολουθούσαν αφότου το πολυπόθητο δαχτυλίδι είχε φορεθεί στο δάχτυλο. Δίχως αμφιβολία η μις Κάντγουελ και η μητέρα της έδιναν μία τέτοια λυσσαλέα μάχη. Ασφαλώς πίστευαν ότι οι διαμαρτυρίες της Αϊρίν ήταν απλώς δικαιολογίες επειδή εκείνη είχε χάσει αυτό τον πόλεμο, επειδή ήταν μια εικοσιπεντάχρονη γεροντοκόρη χωρίς άλλες προοπτικές παρά να ζήσει με την οικογένειά της ως το τέλος. Αναστέναξε. Δε ζήλευε καθόλου τη μις Κάντγουελ και τις φιλοδοξίες της για έναν καλό γάμο. Όμως στενοχωριόταν επειδή δεν κατάφερνε να επιστρατεύσει περισσότερη αταραξία για να αντικρίσει το μέλλον που την περίμενε επειδή δε θα παντρευόταν. Η Μόρα έσκυψε προς το μέρος της και ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της Αϊρίν, χαμογελώντας γλυκά. «Έλα, καλή μου, μην αναστενάζεις. Δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Θα σου βρούμε άντρα. Ίσως θα έπρεπε να επισκεφτούμε τη λαίδη Χόξτον». Η Αϊρίν μόρφασε, θυμωμένη με τον εαυτό της επειδή είχε φανερώσει στη Μόρα έστω και ελάχιστη από τη δυσφορία της αναστενάζοντας. «Μη λες ανοησίες. Σου είπα ότι δεν ψάχνω για σύζυγο. Και αν έψαχνα, δε θα ζητούσα από μια ελαφρόμυαλη σαν τη Φραντσέσκα Χόξτον να με βοηθήσει». Σηκώθηκε, αδιαφορώντας για ~ 20 ~


τους καλούς τρόπους. «Με συγχωρείτε, κυρίες μου, αλλά έχω ένα μικρό πονοκέφαλο». Έκανε μεταβολή και βγήκε από το σαλόνι χωρίς να περιμένει απάντηση. Μερικά τετράγωνα μακριά, ανυποψίαστη για το ότι ήταν το θέμα συζήτησης ανάμεσα στη λαίδη Γουίνγκεϊτ και τις φίλες της, η Φραντσέσκα Χόξτον καθόταν στο σαλόνι που ήταν ο πιο αγαπημένος της χώρος στο σπίτι, ένα μικρότερο και πιο ζεστό δωμάτιο από την επίσημη σάλα, διακοσμημένο με χαρούμενους τόνους του κίτρινου που αντανακλούσε κάθε αχτίδα του ήλιου από τα δυτικά παράθυρα. Ήταν ένα ευχάριστο μέρος, επιπλωμένο με κομμάτια που, αν και κάπως φθαρμένα, ήταν άνετα και πολύ αγαπητά σ’ εκείνη. Ήταν το δωμάτιο που χρησιμοποιούσε περισσότερο, ειδικά το φθινόπωρο και το χειμώνα, γιατί ήταν ζεστότερο από τα άλλα και κόστιζε λιγότερο το να διατηρεί αναμμένη φωτιά εκεί παρά στο μεγαλύτερο σαλόνι. Φυσικά η φωτιά δεν ήταν απαραίτητη τώρα, αφού βρίσκονταν στα μέσα Αυγούστου, αλλά και πάλι ήταν το δωμάτιο που προτιμούσε όταν ήταν μόνη. Επειδή η σεζόν είχε τελειώσει και πολλοί από τους ευγενείς είχαν επιστρέφει στις έδρες τους στην επαρχία, είχε ελάχιστους επισκέπτες εκείνη την περίοδο, μόνο τους στενότερους φίλους της. Κατά συνέπεια, το επίσημο σαλόνι έμενε κλειστό και η Φραντσέσκα περνούσε το χρόνο της εκεί. Καθόταν στο μικρό σεκρετέρ δίπλα στα παράθυρα με το λογιστικό βιβλίο ανοιχτό μπροστά της. Μέχρι πριν από λίγο μελετούσε τους αριθμούς, αλλά τώρα το μολύβι ήταν αφημένο στο κοίλωμα ανάμεσα στις σελίδες κι εκείνη κοιτούσε αφηρημένη το μικρό πλαϊνό κήπο όπου τα τριαντάφυλλα έκαναν την τελευταία πολύχρωμη εμφάνισή τους πριν μπει το φθινόπωρο. Το πρόβλημά της ήταν, όπως πάντα, τα χρήματα - ή μάλλον η έλλειψή τους. Ο μακαρίτης σύζυγός της έκανε αλόγιστες σπατάλες και λανθασμένες επενδύσεις και όταν πέθανε πριν από μερικά χρόνια την άφησε με ελάχιστα πέρα από τα κομψά ρούχα και τα κοσμήματά της. Τα κτήματά του, φυσικά, ως κληρονομιά ήταν μεταβιβάσιμα μόνο κατά σειρά διαδοχής και είχαν περάσει στον εξάδελφό του. Γι’ αυτό δεν είχε πια άλλο σπίτι εκτός από αυτό του Λονδίνου, που το είχε αγοράσει ο Άντριου και της το είχε κληροδοτήσει. Η Φραντσέσκα είχε κλείσει όλες τις πτέρυγες εκτός από μία σε μια απόπειρα να κάνει οικονομία και είχε απολύσει με μεγάλη στενοχώρια πολλούς από τους υπηρέτες, αφήνοντας μόνο ένα υποτυπώδες προσωπικό. ~ 21 ~


Επίσης είχε περιορίσει πολύ τα έξοδά της. Ακόμα κι έτσι, όμως, με δυσκολία τα έβγαζε πέρα. Τον ευκολότερο και πιο προφανή τρόπο να γίνει πλούσια - να ξαναπαντρευτεί- τον είχε αποκλείσει εξαρχής. Θα έπρεπε να βρεθεί σε πολύ χειρότερη κατάσταση για να ξαναμπεί με τη θέλησή της σ’ αυτόν το δρόμο. Άκουσε ένα θόρυβο στην πόρτα και γύρισε το κεφάλι της. Η προσωπική της καμαριέρα, η Μέισι, στεκόταν και την κοιτούσε διστακτικά. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και της έκανε νόημα να περάσει. «Κυρία, δεν ήθελα να σας ενοχλήσω, αλλά ήρθε πάλι το παιδί του χασάπη και επιμένει. Η μαγείρισσα λέει ότι δεν της πουλάει άλλο κρέας μέχρι να ξοφλήσει το λογαριασμό». «Φυσικά. Ναι». Η Φραντσέσκα άνοιξε το μικρό συρτάρι του σεκρετέρ της και έβγαλε ένα πορτοφόλι. Πήρε από μέσα ένα χρυσό νόμισμα και το έδωσε στην κοπέλα. «Αυτό θα τον ικανοποιήσει για ένα διάστημα». Η Μέισι το πήρε, αλλά συνέχισε να στέκεται εκεί με ύφος ανήσυχο. «Θα μπορούσα να πάρω κάτι για να πουλήσω, αν θέλετε. Το βραχιόλι, ίσως». Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του συζύγου της, για να επιβιώσει, η Φραντσέσκα είχε πουλήσει πολλά από τα κοσμήματά της και αρκετά άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Η Μέισι ήταν εκείνη που τα πήγαινε στον κοσμηματοπώλη ή τον αργυροχόο. Απ’ όλους τους ανθρώπους στον κόσμο, η Μέισι ήταν εκείνη που τη γνώριζε καλύτερα και στην οποία είχε τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Μόλις μερικά χρόνια μεγαλύτερη από τη Φραντσέσκα, η Μέισι ήταν καμαριέρα της από τη μέρα που είχε παντρευτεί το λόρδο Χόξτον και είχε σταθεί στο πλευρό της και στις χαρές και στις λύπες. Και ήταν η μόνη που δεν την παρότρυνε να απαλλαγεί από τα βάσανά της δεχόμενη την πρόταση γάμου κάποιου από τους πολλούς θαυμαστές της. Τα τελευταία χρόνια η Φραντσέσκα συντηρούσε με έξυπνο τρόπο τον εαυτό της αναλαμβάνοντας το ντεμπούτο πολλών νέων κοριτσιών και βοηθώντας τα να βρουν συζύγους. Αντιμετωπίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα που έδειχνε ότι είχαν αρχίσει να εξαντλούνται τα τιμαλφή για πώληση ή ενεχυριασμό, και ότι για μια γυναίκα της δικής της κοινωνικής θέσης δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι επιβίωσης εκτός από το να παντρευτεί ή να πουλήσει την τιμή της, κάθισε κάτω και απαρίθμησε τις ικανότητές της. Μόνο ένα πράγμα υπήρχε στο οποίο αρίστευε: στο να προσελκύει θαυμαστές.

~ 22 ~


Σ’ αυτό τον τομέα είχε ασφαλώς ορισμένα μεγάλα φυσικά πλεονεκτήματα. Το σώμα της ήταν λεπτό και λυγερό, τα μαλλιά της ξανθά σαν το χρυσάφι και τα μεγάλα μάτια της είχαν ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα. Όμως η επιτυχία της στους κοσμικούς κύκλους οφειλόταν σε κάτι περισσότερο από την εμφάνισή της. Με τον ίδιο τρόπο που η καταγωγή της από παλιά και ευυπόληπτη οικογένεια μπορούσε να της εξασφαλίσει μόνο μια αρκετά καλή θέση στην κοινωνική ιεραρχία αλλά όχι στην κορυφή, το ίδιο και στην ομορφιά της οφειλόταν μόνο ένα μέρος της γοητείας της. Γιατί η Φραντσέσκα είχε στυλ και προσωπικότητα. Ήξερε πώς να χαμογελάει για να σχηματίζεται εκείνο το λακκάκι στο μάγουλό της, πώς να κοιτάζει έναν άντρα πάνω από τη βεντάλια της για να τον κάνει να καρδιοχτυπήσει ή να πάρει ένα ύφος που θα έκανε και την πιο σκληρή καρδιά να λιώσει. Επειδή ήταν εύστροφη, μπορούσε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σχεδόν συζήτηση και να φέρει το χαμόγελο σε όλα σχεδόν τα χείλη. Ήξερε πώς να ντυθεί για κάθε περίσταση και είχε μια αλάθητη αίσθηση του χρώματος και της γραμμής, που σπανίως τη διέψευδε. Οι κοσμικές εκδηλώσεις ήταν το φυσικό της περιβάλλον και όχι μόνο διοργάνωνε αλησμόνητες δεξιώσεις, αλλά έδινε ζωή και στην πιο πληκτική συγκέντρωση. Όλη της τη ζωή βοηθούσε φίλους που είχαν απορίες σχετικά με το στυλ και το γούστο και όταν οδήγησε την κόρη ενός συγγενή του μακαρίτη συζύγου της με επιτυχία μέσα από τα επικίνδυνα νερά της κοσμικής σεζόν, ανταμείφθηκε παίρνοντας ως δώρο μια μεγάλη ασημένια φρουτιέρα από τους ευγνωμονούντες γονείς της κοπέλας. Τότε κατάλαβε ότι υπήρχε τρόπος να διατηρήσει τον τρόπο της ζωής της χωρίς να φαίνεται ότι καταφεύγει σ’ αυτό που προκαλούσε φρίκη στους Άγγλους αριστοκράτες: την επικερδή εργασία. Έβαλε ενέχυρο την ασημένια φρουτιέρα που της είχαν χαρίσει και με τα χρήματα πλήρωσε τους υπηρέτες και πολλούς από τους λογαριασμούς του νοικοκυριού. Ύστερα κατάφερε τεχνηέντως να βρεθεί στο δρόμο γυναικών που είχαν κορίτσια σε ηλικία γάμου, και ειδικά κορίτσια που δεν είχαν επιτυχία. Μια συμβουλή εδώ, μια προσφορά εκεί, και σύντομα είχε σταθερή ζήτηση από νεαρές κυρίες τις οποίες βοηθούσε να βρουν τον κατάλληλο σύζυγο. Το πιο πρόσφατο εγχείρημά της ήταν αποτέλεσμα ενός στοιχήματος με το δούκα του Ρόκφορντ. Ο δούκας της είχε υποσχεθεί ένα βραχιόλι αν κέρδιζε, και η Φραντσέσκα να κάνει μια επίσκεψη μαζί του στην κάπως τρομακτική γηραιή θεία του Οντίλια. Το στοίχημα ήταν παράλογο και το είχε δεχτεί μόνο επειδή την είχε κεντρίσει ο Ρόκφορντ. Όμως, προς έκπληξή της, η υπόθεση είχε ως αποτέλεσμα να ερωτευτεί ο αδελφός της και να παντρευτεί τη μις Κόνστανς ~ 23 ~


Γούντλι. Ήταν κάτι που δεν είχε καν φανταστεί η Φραντσέσκα, αλλά στο τέλος είχε αποδειχθεί χίλιες φορές καλύτερο. Ο δούκας της είχε δώσει φυσικά το βραχιόλι - ένα λεπτό στεφάνι από βαθυγάλαζα ζαφείρια ενώ μένα με λαμπερά διαμάντια. Βρισκόταν στο τελευταίο συρτάρι της κοσμηματοθήκης της, δίπλα σε ένα ζευγάρι ζαφειρένια σκουλαρίκια που της είχαν χαρίσει πριν από πολύ καιρό και δεν τα είχε πουλήσει. Σήκωσε το βλέμμα της προς την καμαριέρα που την κοιτούσε υπομονετικά. «Όχι, δε θα το πουλήσω ακόμη. Άλλωστε πρέπει να κρατά κανείς και ένα απόθεμα». «Μάλιστα, κυρία», είπε μόνο η καμαριέρα με ουδέτερο τόνο καθώς έβαζε το νόμισμα στην τσέπη της και γύρισε για να βγει από το δωμάτιο. Στην πόρτα σταμάτησε, έριξε μια τελευταία σκεφτική ματιά στην κυρία της και έφυγε. Η Φραντσέσκα ήξερε τι σήμαινε εκείνη η ματιά. Ήξερε ότι η καμαριέρα της ήταν περίεργη, όμως δεν ήταν αδιάκριτη, και στο κάτω κάτω της γραφής δεν είχε να της πει κάτι. Το βραχιόλι, όπως και ο Ρόκφορντ, ήταν ένα θέμα που δεν αφορούσε κανέναν. Αυτό που έπρεπε να σκεφτεί επειγόντως ήταν τι θα έκανε για να επιβιώσει μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη σεζόν. Ήταν μάλλον απίθανο να βρεθεί καμιά μητέρα ή πατέρας που θα αδημονούσε να παντρέψει μια κόρη μέχρι τον επόμενο Απρίλιο, όταν η καινούρια κοσμική σεζόν θα άρχιζε και οι ντεμπυτάντ θα εμφανίζονταν σε πολυάνθρωπες συγκεντρώσεις, χορούς και σουαρέ, όπου οι γονείς μπορούσαν να επιδείξουν τις νεαρές κόρες τους και να δουν τι υπήρχε από πλευράς πιθανών συζύγων. Βέβαια ήταν κι αυτό που συχνά αποκαλούσαν μικρή σεζόν και διαρκούσε χονδρικά από το Σεπτέμβριο ως το Νοέμβριο, στη διάρκεια της οποίας ορισμένοι από τους υπερεκλεπτυσμένους, έχοντας πλήξει από την απομόνωση στην εξοχή, επέστρεφαν στο Λονδίνο για να απολαύσουν τις διασκεδάσεις του. Ωστόσο δεν ήταν η κύρια εποχή για το κυνήγι συζύγου, όπως η κανονική σεζόν. Υπήρχαν πολύ λιγότερα νεαρά κορίτσια και, γενικά, πολύ λιγότερος κόσμος. Η Φραντσέσκα ήξερε ότι θα ήταν μάλλον απίθανο να βρει υποψήφια για να «βοηθήσει» στη διάρκεια αυτών των μηνών. Και ενώ το νόμισμα που είχε δώσει θα την απάλλασσε από τον κρεοπώλη για μερικές βδομάδες, υπήρχαν πολλοί άλλοι πιστωτές που σύντομα θα την ενοχλούσαν, και δεν είχε αρκετά για να τους πληρώσει όλους. Ίσως θα μπορούσε να βρει έναν ασημένιο δίσκο ή κάτι παρόμοιο για να πουλήσει- αναγκαστικά θα έπρεπε να ανέβει στη σοφίτα για να ψάξει σε όλα τα μπαούλα. Ακόμα κι έτσι, δεν πίστευε ότι ένα δυο μικρά ασημένια κομμάτια θα τη βοηθούσαν να ~ 24 ~


συντηρηθεί μέχρι τον Απρίλιο. Φυσικά θα μπορούσε να κλείσει το σπίτι και να πάει να μείνει στο Ρέντφιλντς, όπου είχε μεγαλώσει. Ήξερε ότι ο αδελφός της ο Ντόμινικ και η σύζυγός του θα τη δέχονταν με ανοιχτές αγκάλες, αλλά δεν ήθελε να γίνει βάρος στο νιόπαντρο ζευγάρι. Μόλις είχαν επιστρέφει από το ταξίδι του μέλιτος, και άλλωστε έφτανε που οι γονείς της έμεναν στη μικρή έπαυλη στην άλλη άκρη του δρόμου. Θα ήταν άδικο να φορτωθούν κι εκείνη. Όχι, στο Ρέντφιλντς θα περνούσε μόνο ένα μήνα τα Χριστούγεννα, όχι περισσότερο. Βέβαια θα μπορούσε να ακολουθήσει το παράδειγμα του καλού της φίλου σερ Λούσιεν ο οποίος, στις συχνές περιπτώσεις που έμενε χωρίς ρευστό, κατάφερνε πάντα να εξασφαλίζει μια πρόσκληση στη μία ή στην άλλη έπαυλη για μερικές εβδομάδες. Φυσικά ένας ωραίος, γοητευτικός εργένης ήταν πολύ πιο περιζήτητος προσκεκλημένος για να συμπληρώνει τον αριθμό μιας συντροφιάς, αφού κατά κανόνα οι γυναίκες περίσσευαν. Άλλωστε απεχθανόταν την ιδέα να καταφεύγει σε τεχνάσματα για να πείσει κάποιον να την καλέσει στο σπίτι του. Ίσως θα ήταν καλύτερα να επισκεφτεί κάποιο συγγενή της. Τη θεία Λουσίντα, με την αφόρητα βαρετή κόρη της, τη Μαριμπέλ. Θα ήταν χαρά τους να τη φιλοξενήσουν στο εξοχικό τους στο Σάσεξ και ύστερα από ένα διάστημα εκεί θα μπορούσε να περάσει μερικές εβδομάδες με την εξαδέλφη Άντελεϊντ, που ζούσε σε ένα τεράστιο αρχοντικό στο Νόρφοκ και πάντοτε δεχόταν με χαρά επισκέπτες που τη βοηθούσαν να επιβλέπει τα αμέτρητα κουτσούβελά της. Από την άλλη μεριά, δε θα έβλαπτε αν καθόταν να γράψει σε μερικούς φίλους και να αναφέρει πόσο τρομερά πληκτική ήταν η πόλη τώρα που όλοι είχαν φύγει... Η υπηρέτρια της σάλας την έβγαλε από την περισυλλογή της. «Κυρία, έχετε επισκέψεις». Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, γύρισε προς τη Φραντσέσκα και είπε βιαστικά: «Τους ζήτησα να περιμένουν για να δω αν είστε σπίτι...» «Ανοησίες!» ακούστηκε μια βροντερή γυναικεία φωνή. «Η Φραντσέσκα είναι πάντα στο σπίτι για μένα». Τα μάτια της Φραντσέσκα γούρλωσαν. Την ήξερε αυτή τη φωνή. Πετάχτηκε όρθια και ένιωσε ένα κακό προαίσθημα. Αυτή η φωνή ... Μια ψηλή, γεροδεμένη γυναίκα ντυμένη στα μοβ από την κορυφή ως τα νύχια μπήκε φουριόζα στο δωμάτιο. Το στυλ των ρούχων της ήταν εκτός μόδας τουλάχιστον μία δεκαετία, αλλά αυτή η παραδοξότητα δεν ήταν δείγμα έλλειψης χρημάτων, γιατί το βελούδο από το οποίο ήταν ραμμένα ήταν καινούριο και ακριβό και ~ 25 ~


το χέρι που τα είχε ράψει ανήκε σε αριστοτέχνη. Απλούστατα ήταν ένδειξη ότι η λαίδη Οντίλια Πενκάλι είχε επιβάλει τη θέλησή της σε βάρος των επιθυμιών κάποιας μοδίστρας, όπως συνήθιζε να κάνει σε όλους όσοι βρίσκονταν γύρω της. «Λαίδη Οντίλια», είπε ξεψυχισμένη η Φραντσέσκα, προχωρώντας με πόδια που έτρεμαν. «Δεν ... Τι απρόσμενη επίσκεψη». Η γυναίκα κάγχασε άκομψα. «Μη λες ψέματα, μικρή. Ξέρω ότι με φοβάσαι». Ο τόνος της δεν έδειχνε καμία στενοχώρια για το γεγονός. Το βλέμμα της Φραντσέσκα έπεσε πίσω από τη λαίδη Οντίλια, στον άντρα που την είχε ακολουθήσει στο σαλόνι. Ψηλός, με αριστοκρατικό παράστημα, κομψός και ωραίος, από την κορυφή των κατάμαυρων μαλλιών του μέχρι την άκρη από τις γυαλισμένες μαύρες μπότες του, κατασκευασμένες από τον Γουέστον. Ούτε μια τρίχα δεν ξέφευγε από τη θέση της και το πρόσωπό του ήταν ευγενικά ανέκφραστο, όμως η Φραντσέσκα μπορούσε να διακρίνει το σπίθισμα της κατεργαριάς και της ευθυμίας στα σκούρα μάτια του. «Λόρδε Ρόκφορντ», τον χαιρέτησε ψυχρά, με μια ιδέα εκνευρισμού στη φωνή. «Τι ευγενικό εκ μέρους σας που φέρατε τη θεία σας να με επισκεφτεί». Το στόμα του σφίχτηκε λιγάκι, ακούγοντας τα λόγια της, αλλά η έκφρασή του παρέμεινε ουδέτερη καθώς έκανε μια άψογη ευγενική υπόκλιση. «Λαίδη Χόξτον. Όπως πάντα, χαίρομαι που σας βλέπω». Η Φραντσέσκα έκανε νόημα στην υπηρέτρια. «Ευχαριστώ, Έμιλι. Φέρε μας λίγο τσάι, σε παρακαλώ ...» Η κοπέλα έφυγε με φανερή ανακούφιση. Η λαίδη Οντίλια πέρασε μπροστά από τη Φραντσέσκα και προχώρησε προς τον καναπέ. Καθώς ο δούκας έκανε μερικά βήματα προς τα μέσα, η Φραντσέσκα έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και ψιθύρισε: «Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» Ο Ρόκφορντ χαμογέλασε φευγαλέα και απάντησε με χαμηλή φωνή: «Σε βεβαιώνω ότι δεν ήταν στο χέρι μου». «Μην τα βάζεις με τον Ρόκφορντ», είπε με τη βροντερή της φωνή η λαίδη Οντίλια από τον καναπέ όπου καθόταν. «Του είπα ότι θα ερχόμουν να σε βρω είτε μαζί του είτε μόνη μου. Υποψιάζομαι ότι ήρθε περισσότερο για να προσπαθήσει να με χαλιναγωγήσει παρά για οτιδήποτε άλλο». «Αγαπητή θεία», απάντησε ο δούκας, «ποτέ δε θα είχα το θράσος να σας χαλιναγωγήσω με κανέναν τρόπο».

~ 26 ~


Η γηραιή κυρία κάγχασε πάλι. «Θα πρόσεξες πως είπα “να προσπαθήσει”». Του έριξε μια κατεργάρικη ματιά. «Ασφαλώς». Ο Ρόκφορντ έσκυψε με σεβασμό το κεφάλι προς το μέρος της. «Κάθισε λοιπόν, κορίτσι μου», πρόσταξε η λαίδη Οντίλια τη Φραντσέσκα, δείχνοντας μια καρέκλα. «Μην αφήνεις το παλικάρι να ξεροσταλιάζει όρθιο». «Ω, ναι, αμέσως». Κάθισε στην πλησιέστερη καρέκλα. Ο δούκας πήρε τη θέση του δίπλα στην ηλικιωμένη θεία του στον καναπέ. Η Φραντσέσκα ένιωσε πάλι δεκάξι χρόνων, όπως ένιωθε πάντοτε μπροστά στην επιβλητική παρουσία της λαίδης Πενκάλι. Δεν είχε αμφιβολία ότι η θεία του Ρόκφορντ είχε προσέξει το φόρεμά της -πάνω από τεσσάρων χρόνων και ξαναραμμένο σε πιο μοντέρνο στυλ - και πως οι κουρτίνες ήταν ξεθωριασμένες και πως το ένα πόδι του μπουφέ είχε μια μεγάλη χαρακιά. Προσπάθησε να χαμογελάσει. «Ο μολογώ ότι εκπλήσσομαι που σας βλέπω εδώ. Είχα ακούσει ότι δεν έρχεστε πια στο Λονδίνο». «Δεν έρχομαι αν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου, μικρή. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα ερχόμουν να ζητήσω τη βοήθειά σου. Ανέκαθεν σε θεωρούσα ελαφρόμυαλη». Το χαμόγελο της Φραντσέσκα πάγωσε. «Μάλιστα...» Ο δούκας ανακάθισε αμήχανα. « Θεία ...» «Καλά, μην ταράζεσαι τόσο πολύ», φώναξε η λαίδη. Έριξε μια ματιά στον Ρόκφορντ. «Δεν εννοώ πως δε μου αρέσει. Πάντα της είχα αδυναμία. Αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί». Ο Ρόκφορντ πίεσε τα χείλη του μεταξύ τους για να συγκροτήσει ένα χαμόγελο και απέφυγε να κοιτάξει τη Φραντσέσκα. «Η Φραντσέσκα το ξέρει», συνέχισε η λαίδη Οντίλια, κουνώ ντας κοφτά το κεφάλι. «Το θέμα είναι πως χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Ήρθα για να σε παρακαλέσω να μου κάνεις μια χάρη». «Ευχαρίστως», μουρμούρισε εκείνη ενώ την ίδια στιγμή έστυβε πυρετωδώς το μυαλό της για να μαντέψει τι είδους δυσάρεστη αγγαρεία θα της ανέθετε. «Ο λόγος που βρίσκομαι εδώ ... τέλος πάντων, θα το πω απλά. Ήρθα για να βρω σύζυγο για τον ανιψιό μου».

~ 27 ~


Κεφάλαιο 2

Για μια στιγμή μέσα στο δωμάτιο έπεσε νεκρική σιγή ύστερα από την ανακοίνωση εκείνης της τρομερής γυναίκας. Η Φραντσέσκα την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό κι άθελά της κοίταξε και τον Ρόκφορντ. « Ε ... δηλαδή ...» τραύλισε, νιώθοντας τα μάγουλά της να φουντώνουν. «Όχι αυτόν!» αναφώνησε η λαίδη Οντίλια και έβαλε τα γέλια. « Μ’ αυτόν πασχίζω σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Ακόμα κι εγώ έχω χάσει τις ελπίδες μου. Όχι, ο οίκος των Λάιλ θα πρέπει να συνεχιστεί μέσω εκείνου του ανόητου του Μπέρτραντ, αν πρόκειται να συνεχιστεί καν». Η προοπτική την έκανε να αναστενάξει βαθιά. «Συγνώμη ...» Η Φραντσέσκα ένιωσε τα μάγουλά της να γίνονται πια κατακόκκινα. « Δεν ... Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω». «Μιλάω για τον εγγονό της αδελφής μου». «Α! Κατάλαβα. Δεν είμαι... θέλω να πω, δε νομίζω πως έχω γνωρίσει την αδελφή σας, λαίδη μου». «Αχ, η Πάνσι», είπε η λαίδη Οντίλια και αναστέναξε πάλι. Από την έκφρασή της ήταν φανερό ότι δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση την αδελφή της. «Ήμασταν τέσσερις -εκτός από τα τρία παιδιά που πέθαναν μικρά, βέβαια. Εγώ ήμουν η μεγαλύτερη, έπειτα ο αδελφός μου ο οποίος, φυσικά, όταν μεγάλωσε έγινε δούκας. Αυτός ήταν ο παππούς του Ρόκφορντ. Μετά απ’ αυτόν ήταν η αδελφή μας η Μαίρη και, τέλος, η μικρότερη, η Πάνσι. Η Πάνσι παντρεύτηκε το λόρδο Ράντμπορν. Γκλάντιους ήταν τ’ όνομά του. Γελοίο όνομα. Η μητέρα του το διάλεξε, και πιο ανόητη γυναίκα απ’ αυτή δεν έχει υπάρξει. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Το πρόβλημα είναι ο εγγονός της Πάνσι, ο Γκίντεον. Ο γιος του λόρδου Σέσιλ». «Ω». Η Φραντσέσκα γνώριζε αυτό το όνομα. «Ο λόρδος Ράντμπορν». ~ 28 ~


Η λαίδη Οντίλια ένευσε καταφατικά. «Α, τώρα με καταλαβαίνεις, φαντάζομαι. Έχεις ακούσει τα κουτσομπολιά». «Να σας πω...» μουρμούρισε ντροπαλά. «Είναι μάταιο να το αρνείσαι. Όλη η καλή κοινωνία δε συζητούσε τίποτ’ άλλο τους τελευταίους μήνες». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της. «Μάλιστα». Η λαίδη Οντίλια είχε δίκιο. Είχε ακούσει τα κουτσομπολιά -και όχι μόνο αυτή αλλά όλη η καλή κοινωνία και σχεδόν όλο το Λονδίνο. Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν τεσσάρων χρόνων παιδάκι, ο Γκίντεον Μπανκς, κληρονόμος του τίτλου και της περιουσίας των Ράντμπορν, είναι απαχθεί μαζί με τη μητέρα του. Κανείς δεν ξαναείδε ούτε τη γυναίκα ούτε το παιδί. Και τότε, ύστερα από τόσα χρόνια που τον θεωρούσαν νεκρό, ο Γκίντεον Μπανκς είχε εμφανιστεί ξανά. Η επανεμφάνισή του και η ανάληψη του τίτλου και της περιουσίας του κόμη του Ράντμπορν ήταν το κυριότερο θέμα συζήτησης για κάμποσες εβδομάδες. Όλοι οι γνωστοί της Φραντσέσκα είχαν άποψη για το ζήτημα -για την εμφάνιση του κληρονόμου, για το πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια και για το αν, στην πραγματικότητα, ήταν απατεώνας. Τα ερωτήματα ήταν περισσότερα από τα στοιχεία, επειδή ελάχιστοι είχαν συναντήσει το νέο κόμη και λίγοι απ’ αυτούς είχαν πει κάτι σχετικά. Η Φραντσέσκα κοίταξε πάλι το δούκα. Τους τελευταίους μήνες τον είχε δει σε διάφορα μέρη και εκδηλώσεις, αλλά δεν της είχε πει ούτε λέξη για την επανεμφάνιση του χαμένου κληρονόμου. Για την ακρίβεια, δεν είχε καταλάβει καν ότι ο Ρόκφορντ είχε κάποια συγγένεια με την οικογένεια Μπανκς. Αυτό επιβεβαίωνε την πεποίθησή της ότι ο δούκας του Ρόκφορντ ήταν ο πιο κρυψίνους άνθρωπος που γνώριζε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμπεριφοράς του, σκέφτηκε με κάποιον εκνευρισμό. «Είμαι βέβαιη ότι τα περισσότερα απ’ όσα έχεις ακούσει είναι λάθος», παρατήρησε η λαίδη Οντίλια. «Γι’ αυτό καλύτερα ας σ’ τα πω όλα». «Ω, όχι, δεν είναι απαραίτητο», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα, διχασμένη ανάμεσα στην περιέργεια και την έντονη επιθυμία να απαλλαγεί από την παρουσία της λαίδης Οντίλια μια ώρα αρχύτερα. «Ανοησίες. Πρέπει να μάθεις την αλήθεια για το ζήτημα». «Άφησέ τη να σου τα πει», τη συμβούλεψε ο Ρόκφορντ. «Αφού ξέρεις ότι είναι πιο εύκολο». «Μη γίνεσαι αυθάδης, Σινκλέρ», τον επέπληξε η θεία του. Η Φραντσέσκα πρόσεξε με κάποια δυσαρέσκεια ότι εκείνος δε ~ 29 ~


φαινόταν να- πτοείται στο ελάχιστο από την αυστηρότητα της γυναίκας. «Λοιπόν», συνέχισε η λαίδη. «Είμαι βέβαιη ότι δεν το θυμάσαι, αφού κι εσύ ήσουν ακόμα παιδάκι τότε, αλλά η γυναίκα του ανιψιού μου του Σέσιλ και ο γιος του απήχθησαν πριν από είκοσι εφτά χρόνια. Φριχτή υπόθεση. Έλαβαν ένα γράμμα με το οποίο οι απαγωγείς απαιτούσαν λύτρα -ένα περιδέραιο με ρουμπίνια και διαμάντια, τρομερά άσκημο, αλλά ανεκτίμητης αξίας, φυσικά. Ανήκε στην οικογένεια ολόκληρες γενιές. Ο θρύλος λέει ότι τους το χάρισε η ευγνωμονούσα βασίλισσα Ελισάβετ όταν ανέβηκε στο θρόνο. Ο Σέσιλ τους έδωσε αυτό που ζήτησαν, αλλά οι απαγωγείς δεν ελευθέρωσαν τη γυναίκα και το παιδί του. Όλοι υποθέσαμε ότι τους σκότωσαν. Ο Σ έσιλ ήταν απαρηγόρητος, αλλά ήλπιζε πως κάποτε, με κάποιο τρόπο, θα ξαναγυρνούσαν. Πέρασαν πολλά χρόνια και στο τέλος παντρεύτηκε πάλι. Φυσικά, για να μπορέσει να τελέσει το γάμο, έπρεπε να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες έτσι ώστε η Σελήνη - η πρώτη κόμισσα- να κηρυχτεί νεκρή. Ήταν ήδη αγνοούμενη σχεδόν είκοσι χρόνια. Όμως δεν έκανε τίποτα για το παιδί. Φαντάζομαι πως δεν άντεχε να παραδεχτεί ότι ο γιος του ήταν νεκρός». Ανασήκωσε εκφραστικά τους ώμους της και συνέχισε. «Ξαφνικά όμως, πριν από ένα χρόνο, όταν πέθανε ο Σέσιλ, χρειάστηκε να γίνει κάτι. Αν ο Γκίντεον ζούσε ακόμα κάπου, θα γινόταν ο κληρονόμος του. Ωστόσο, η δεύτερη σύζυγος του Σέσιλ, η Τερέζα, του είχε χαρίσει γιο. Κι έτσι, αν ο Γκίντεον ήταν νεκρός, θα γινόταν κληρονόμος ο Τίμοθι. Πριν αρχίσουμε τις νομικές διαδικασίες, έβαλα τον Ρόκφορντ να κοιτάξει αν μπορούσε να μάθει κάτι για τον Γκίντεον». Η Φραντσέσκα κοίταξε το δούκα. « Δηλαδή ... δηλαδή εσύ τον βρήκες;» Ο Ρόκφορντ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δυστυχώς δεν μπορώ να δεχθώ τα εύσημα γι’ αυτό. Το μόνο που έκανα ήταν να προσλάβω έναν ερευνητή της αστυνομίας για να φροντίσει το ζήτημα. Εκείνος βρήκε τον Γκίντεον στο Λονδίνο. Είχε πάρει το όνομα Γκίντεον Κούπερ και ήταν κατά κάποιο τρόπο αυτοδημιούργητος. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν στην πραγματικότητα». «Δε θυμόταν τίποτα;» τον ρώτησε με έκπληξη. «Προφανώς όχι -εκτός από το μικρό του όνομα, φυσικά. Ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων όταν τον πήραν. Δε θυμάται τίποτα πριν από την εποχή που ήταν ένα χαμίνι στους δρόμους του Λονδίνου». «Μα κάποιος θα πρέπει να τον πήρε κοντά του, να τον φρόντισε», αντέτεινε η Φραντσέσκα. «Δεν ξέρουν τίποτε για το πώς έφτασε το παιδί στα χέρια τους; Από πού ήταν;» ~ 30 ~


«Τίποτε», δήλωσε με αποστροφή η λαίδη Οντίλια. «Λέει ότι ποτέ του δε γνώρισε γονείς, ότι μεγάλωσε με ένα τσούρμο αλητόπαιδα στα σοκάκια του Ιστ Εντ. Φαντάσου, ο γιος ενός κόμη, ένα παιδί με το αίμα των Λάιλ και των Μπανκς στις φλέβες του, να ζει με ξεροκόμματα σε κάποιο αχούρι, συναναστρεφόμενος κάθε καρυδιάς καρύδι!» Κούνησε το κεφάλι της και τα μοβ φτερά που καμπύλωναν πάνω από την παρωχημένα φουσκωτή κόμμωσή της ταλαντεύτηκαν σαν τρελά. «Μα πώς ξέρατε ότι ήταν ο Γκίντεον;» ρώτησε η Φραντσέσκα με περιέργεια. «Αν δεν μπορούσε καν να θυμηθεί, και δεν υπήρχε κανείς που τον μεγάλωσε...» «Ω, αυτός είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία». Ο τόνος της λαίδης φανέρωνε ότι δεν ήταν και τόσο ευχαριστημένη από το γεγονός. «Είχε το σημάδι - ένα μικρό μελανό λεκέ στην αριστερή του ωμοπλάτη. Ο Γκίντεον είχε ακριβώς το ίδιο σημάδι από τη γέννησή του. Το θυμάται η Πάνσι, το θυμάμαι κι εγώ. Φυσικά φαίνεται μικρότερο πάνω σε έναν ενήλικο, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία. Μοιάζει σαν ένα μικρό λοξό διαμάντι. Και φυσικά, έχει τα χαρακτηριστικά των Μπανκς. Αλλά το σαγόνι και τα μαλλιά των Λάιλ». «Κατάλαβα», είπε η Φραντσέσκα, αν και δεν πολυκαταλάβαινε. Η αλήθεια ήταν ότι, ενώ η ιστορία της λαίδης ήταν αναμφισβήτητα ενδιαφέρουσα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της την έλεγε. Για μια στιγμή κόμπιασε. «Ασφαλώς θα είστε πολύ ευτυχισμένη που βρέθηκε ύστερα από τόσο καιρό». Κοίταξε το δούκα, αλλά τίποτα στο εσκεμμένα ανέκφραστο πρόσωπό του δεν τη βοήθησε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Γύρισε πάλι προς τη λαίδη. «Δεν είμαι σίγουρη ... θέλω να πω ... γιατί χρειάζεστε τη βοήθειά μου - ή οποιουδήποτε άλλου, εδώ που τα λέμε - για να βρείτε κατάλληλη νύφη για το λόρδο Ράντμπορν. Γνωρίζετε τους πάντες. Και μάλιστα καλύτερα από εμένα». «Το ζήτημα δεν είναι να του βρούμε την κατάλληλη γυναίκα. To ζήτημα είναι να του βρούμε μία πρόθυμη να τον παντρευτεί», αποκρίθηκε η λαίδη Οντίλια. Η Φραντσέσκα έμεινε εμβρόντητη. «Μα με τον τίτλο και την περιουσία του, ασφαλώς...» «Ο λόρδος Ράντμπορν δεν είχε μεγάλη επαφή με την καλή κοινωνία. Ασφαλώς αυτό δεν έχει μείνει ασχολίαστο», απάντησε εκείνη, καρφώνοντάς τη με το διαπεραστικό βλέμμα της. « Ε ... δηλαδή ...» ψέλλισε εκείνη, αναζητώντας μια καλή απάντηση. Η αλήθεια ήταν ότι οι φήμες σχετικά με την απουσία του νεοεμφανισθέντος κόμη από τις κοσμικές εκδηλώσεις οργίαζαν. Αν και ~ 31 ~


είχε βρεθεί πριν από αρκετούς μήνες, δεν είχε συμμετάσχει σε καμία από τις δεξιώσεις της σεζόν. Οι εικασίες ήταν πολλές και ποικίλες από το ότι υπέφερε από κάποια αποκρουστική παραμόρφωση έως το ότι ήταν εγκληματίας ή και παράφρων. «Μη σκοτίζεις το κεφαλάκι σου γυρεύοντας τρόπο να μου το φέρεις μαλακά», συνέχισε η λαίδη Οντίλια με σκαιό ύφος. «Πίστεψέ με, έχω ακούσει όλες τις ιστορίες. Δεν είναι καμπούρης ούτε κοντός ούτε γεμάτος αποστήματα. Ούτε θεοπάλαβος. Όμως η αλήθεια είναι ό τ ι... πώς να το πω... φέρεται εντελώς λαϊκά». Πρόφερε τα λόγια ψιθυριστά, σαν να αποκάλυπτε ένα σκοτεινό μυστικό, και ίσιωσε τους ώμους της, περιμένοντας την αντίδραση της Φραντσέσκα. «Θεία Οντίλια, μήπως είστε κάπως αυστηρή με τον άνθρωπο;» διαμαρτυρήθηκε ο Ρόκφορντ. «Νομίζω ότι ο Ράντμπορν τα κατάφερε μια χαρά μόνος του, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες». «Έχεις δίκιο, αν μιλάμε για χρήματα», αντιγύρισε περιφρονητικά η λαίδη. « Απ’ αυτά έχει άφθονα». Ήταν προφανές ότι η οικονομική επιτυχία του ανιψιού της δεν την εντυπωσίαζε. «Όμως το χρήμα δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει έναν τζέντλεμαν», πρόσθεσε κοφτά. «Η ουσία είναι ότι το παρελθόν του είναι... σκοτεινό. Δε γνωρίζω τις λεπτομέρειες και, ειλικρινά, δεν ενδιαφέρομαι να τις μάθω». Κοίταξε αυστηρά τον Ρόκφορντ και μετά στράφηκε πάλι προς τη Φραντσέσκα. «Ζούσε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, μακριά από την επιρροή της οικογένειας και των ομοίων του. Το αποτέλεσμα είναι ότι δε διαθέτει εκείνες τις αρετές που χαρακτηρίζουν έναν ευγενή. Η ομιλία και οι τρόποι του είναι εντελώς άξεστοι και η μόρφωσή του τραγικά ελλιπής». «Ο Γκίντεον είναι πολύ καλλιεργημένος, θεία», τον υπερασπίστηκε πάλι ο Ρόκφορντ, όμως η θεία του ανέμισε απαξιωτικά το χέρι της. «Πουφ!» έκανε με περιφρόνηση. «Δε μιλάω για βιβλία, Σινκλέρ. Μιλάω για καλλιέργεια σε πράγματα που έχουν βαρύτητα - δεν ξέρει να χορεύει και δεν έχει ιδέα πώς να κρατήσει μια ευγενική συζήτηση. Καλά καλά δεν μπορεί να καθίσει πάνω σε άλογο». Έκανε μια παύση για να αφομοιώσουν οι συνομιλητές της αυτή την τρομερή πληροφορία. «Δείχνει μεγάλη οικειότητα στους υπηρέτες και στους κολίγους, αλλά δεν ανταλλάσσει σχεδόν λέξη με τους συγγενείς του ή τους ντόπιους προύχοντες. Ευτυχώς, καταφέραμε να τον πείσου- με να μένει ως επί το πλείστον στο Παρκ, αλλά τώρα επιμένει να γυρίσει στο Λονδίνο». «Μα έχει δουλειές εδώ», επισήμανε μειλίχια ο δούκας. ~ 32 ~


«Και τι θα γίνει αν κάποιος γνωστός μας τον δει να διεκπεραιώνει τις ... δουλειές του;» Η λαίδη έκανε πως ανατριχιάζει με θεατρινίστικο τρόπο στη σκέψη και μόνο. «Θεία Οντίλια, νομίζω ότι κανείς δε θα μπορούσε να σχολιάσει αρνητικά έναν άνθρωπο που μπαίνει σε μια τράπεζα ή συναντά τους υπαλλήλους του», αντιγύρισε εκείνος, και ο τόνος του φανέρωνε κάποιον εκνευρισμό. «Ελάτε τώρα, θα κάνετε τη λαίδη Χόξτον να νομίσει ότι θα έπρεπε να τον κλειδώσουμε στη σοφίτα». «Μακάρι να μπορούσα να τον κλειδώσω», αποκρίθηκε εκείνη. Ο δούκας έσμιξε τα σκούρα φρύδια του και πήρε μια βαθιά ανάσα πριν της απαντήσει. Η Φραντσέσκα διαισθάνθηκε πως σε λίγο θα γινόταν μάχη ανάμεσα σ’ εκείνους τους δυο μέσα στο σαλόνι της. «Μα, λαίδη Οντίλια», παρενέβη βιαστικά, «δυστυχώς δεν έχω καταλάβει σε τι με αφορούν όλα αυτά. Πώς να του συστήσω μια δεσποινίδα αν δεν τον ενδιαφέρει η καλή κοινωνία;» «Θέλει να κανονίσεις τη ζωή του δύστυχου ανθρώπου για λογαριασμό του», απάντησε καυστικά ο Ρόκφορντ. Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τα φρύδια της και είπε ψυχρά: «Ορίστε;» «Μη γίνεσαι δυσάρεστος, Σινκλέρ», τον μάλωσε η λαίδη Οντίλια. «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι αγενής απέναντι στη Φραντσέσκα επειδή ενοχλήθηκες μαζί μου». Ο Ρόκφορντ έσφιξε τα χείλη του, έριξε μια έντονη ματιά στη Φραντσέσκα, αλλά έσκυψε το κεφάλι ευγενικά και πειθήνια και είπε: «Φυσικά. Με συγχωρείτε, λαίδη Χόξτον. Δεν είχα πρόθεση να σας προσβάλω». «Μην ανησυχείτε», απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη, «έχω μάθει να μη δίνω ιδιαίτερη σημασία σε ό,τι λέτε». Ο δούκας την κοίταξε σαρκαστικά κάτω από τα φρύδια του, αλλά δεν είπε τίποτε περισσότερο. « Δεν εννοώ πως τον αντιπαθώ», συνέχισε η λαίδη Οντίλια, που δεν είχε αντιληφθεί όσα διαδραματίζονταν ανάμεσα στη Φραντσέσκα και το δούκα. «Άλλωστε δεν παύει να είναι ανιψιός μου και ελπίζω να μην ειπωθεί ποτέ ότι μίλησα υποτιμητικά για συγγενή μου - αν και, μα το Θεό, ο Μπέρτραντ έχει δοκιμάσει επανειλημμένα τις αντοχές μου. Ωστόσο ο Γκίντεον είναι ένας Λάιλ - ε ν μέρει, τουλάχιστον. Και δε φταίει αυτός αν δεν ξέρει να φερθεί. Γι’ αυτό έστυψα το μυαλό μου και βρήκα μια λύση». Έκανε μια παύση, κοίταξε τη Φραντσέσκα και δήλωσε: «Ο Γκίντεον πρέπει να παντρευτεί. Κι εσύ είσαι η γυναίκα που χρειαζόμαστε». «Ω!» Δηλαδή τι εννοεί; Να τον παντρευτώ εγώ; αναρωτήθηκε ~ 33 ~


η Φραντσέσκα. «Πρέπει να τον παντρέψουμε με μια ευυπόληπτη, σεμνή κοπέλα από αναμφισβήτητα καλή οικογένεια με σωστή ανατροφή. Και ας ελπίσουμε ότι θα καταφέρει να τον επηρεάσει, να τον οδηγήσει προς ορθότερη συμπεριφορά. Να τον εκπολιτίσει και να καλύψει τα ελαττώματά του. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρει, ε, τουλάχιστον θα φροντίσει να έχουν τα παιδιά του την ανατροφή που τους αρμόζει». Σταμάτησε και συνέχισε σε διδακτικό ύφος: «Ένας σωστός γάμος βοηθά πολύ στο να εξαλειφθεί το στίγμα ενός σκανδάλου. Αν μια γυναίκα με άψογες καταβολές είναι πρόθυμη να ενωθεί μαζί του με τα δεσμά του γάμου, τότε όλοι οι άλλοι θα είναι πιο πρόθυμοι να παραβλέψουν τα διάφορα ... προβλήματά του». «Μάλιστα», ξεκίνησε να λέει διατακτικά η Φραντσέσκα. «Όπως είπα, πιστεύω ότι δε θα δυσκολευτείτε να βρείτε κατάλληλη υποψήφια. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές κοπέλες από καλή οικογένεια που θα δέχονταν ευχαρίστως να παντρευτούν κάποιον που στις φλέβες του κυλά το αίμα των Μπανκς και των Λάιλ, όπως αναμφίβολα και πολλών άλλων σημαντικών οικογενειών». «Και βέβαια υπάρχουν», απάντησε ανυπόμονα η λαίδη Οντίλια. «Έφερα τουλάχιστον έξι τέτοιες κοπέλες στο Ράντμπορν Παρκ και έκανα τις συστάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι στις μισές περιπτώσεις οι κοπέλες ή οι γονείς τους αρνήθηκαν κατηγορηματικά μόλις τον γνώρισαν. Τις υπόλοιπες τις απέρριψε ο Γκίντεον. Φαντάσου... κοπέλες που εγώ η ίδια εγκρίνω, εκείνος τις απορρίπτει». «Ω, λυπάμαι...» είπε αμήχανα η Φραντσέσκα. «Η μις Μπένινγκτον είναι αλλήθωρη», είπε ο Ρόκφορντ. «Η μις Φάρνλεϊ είναι κουτορνίθι και η λαίδη Έλεν βαρετή έως θανάτου». «Και τι σημασία έχει;» ρώτησε η λαίδη Οντίλια. «Δεν είναι απαραίτητο να μιλάει μαζί τους». Το στόμα του Ρόκφορντ τρεμούλιασε στη μία άκρη του, αλλά είπε μόνο: « Ναι... Ωστόσο υποθέτω ότι κάποια στιγμή υποχρεωτικά θα έπρεπε να μιλήσει μαζί τους». «Αλλά θα έπρεπε να το περιμένω απ’ αυτόν», συνέχισε η θεία του, αγνοώντας το σχόλιο. «Ένας θεός ξέρει τι είδους γυναίκες προτιμά. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που πρέπει να του βρούμε κατάλληλη σύζυγο, και σύντομα μάλιστα. Όσο σκέφτομαι ποια μπορεί να μας φέρει αν τον αφήσουμε ελεύθερο ...» Κούνησε το κεφάλι της. «Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να τον υποχρεώσουμε να παντρευτεί καμία», συνέχισε, φανερά ενοχλημένη από αυτό το γεγονός. «Κι έτσι αποφασίσαμε να απευθυνθούμε σ’ εσένα». Κοίταξε τη Φραντσέσκα. ~ 34 ~


«Όλοι λένε ότι έχεις μεγάλη επιτυχία σ’ αυτό τον τομέα. Για δες, λόγου χάρη, πώς τα κατάφερες να παντρέψεις τη νεαρή Γούντλι με τον αδελφό σου - αν και τολμώ να πω ότι θα μπορούσες να του βρεις κάποια με μεγαλύτερη περιουσία. Πάντως φαίνεται πολύ ευχάριστη κοπέλα». «Θέλετε να σας βοηθήσω να βρείτε νύφη για το λόρδο Ράντμπορν;» αναφώνησε η Φραντσέσκα, νιώθοντας μια απέραντη ανακούφιση να την πλημμυρίζει όταν συνειδητοποίησε ότι η λαίδη Οντίλια δεν προσπαθούσε να την πείσει να παντρευτεί τον άνθρωπο. «Φυσικά, κοπέλα μου. Τι συζητάμε εδώ και μισή ώρα;» την αποπήρε εκείνη. «Ειλικρινά, Φραντσέσκα, θα έπρεπε να είσαι πιο συγκεντρωμένη». «Ναι, συγνώμη», απάντησε βιαστικά. «Αν και δεν μπορώ να καταλάβω πώς θα μπορούσες να τον πείσεις όταν όλες οι δικές μας προσπάθειες απέτυχαν. Όμως ο Ρόκφορντ με διαβεβαιώνει ότι είσαι το καταλληλότερο πρόσωπο γι’ αυτήν τη δουλειά». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε με κάποια έκπληξη. «Ναι», απάντησε εκείνος και έσκυψε μπροστά με σοβαρή έκφραση. «Ελπίζω να καταφέρεις να βρεις την κατάλληλη γυναίκα για τον Γκίντεον. Αρκετά υπέφερε ως τώρα στη ζωή του. Αξίζει λίγη ευτυχία». Τα μαύρα μάτια του ήταν καρφωμένα με επιμονή στο πρόσωπό της. Η Φραντσέσκα είχε αναρωτηθεί με τι τρόπο είχε εξαναγκάσει η λαίδη Οντίλια τον Ρόκφορντ να τη συνοδεύσει, αλλά τώρα καταλάβαινε ότι ο δούκας βρισκόταν εκεί από πραγματικό ενδιαφέρον για το λόρδο Ράντμπορν. Αντίθετα από την ηλικιωμένη θεία του, φαινόταν να ελπίζει πως η Φραντσέσκα θα έβρισκε στον Γκίντεον μια γυναίκα που δε θα έκανε ευτυχισμένη την οικογένειά του αλλά τον ίδιο. «Αν ερχόσουν στο Ράντμπορν Παρκ για να γνωρίσεις τον Γκίντεον και να καταλάβεις τι άνθρωπος είναι, νομίζω πως θα μπορούσες να βρεις τη σωστή γυναίκα γι’ αυτόν», συμπλήρωσε. «Κατάλαβα». Η Φραντσέσκα ένιωσε μια περίεργη συγκίνηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ο Ρόκφορντ θεωρούσε τις επιδόσεις της στο προξενιό στην καλύτερη περίπτωση αθώα ανοησία. «Ακριβώς αυτό πρέπει να γίνει», συμφώνησε η λαίδη Οντίλια. «Θα έρθεις στο Παρκ και θα τον γνωρίσεις. Τότε θα καταλάβεις. Και ίσως καταφέρεις να τον εκπολιτίσεις λιγάκι πριν συναντήσει τις κοπέλες που θα του διαλέξεις. Ό,τι άλλο κι αν έχει να σου προσάψει κανείς, οι τρόποι σου είναι πάντα άψογοι».

~ 35 ~


«Ω, ευχαριστώ», απάντησε ξερά η Φραντσέσκα. «Όμως δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Ότι θα μπορέσω να . ..» Κοίταξε τη λαίδη, τόσο επιβλητική με το βελούδινο μοβ φόρεμα και τα φουσκωτά μαλλιά, και σκέφτηκε ότι δε θα της άρεσε καθόλου να τη συναναστρέφεται σε καθημερινή βάση. Δεν αμφέβαλε καθόλου ότι θα έχωνε παντού τη μύτη της, θα αμφισβητούσε την κάθε της απόφαση και θα έκρινε σχολαστικά την κάθε της κίνηση. Επιπλέον ούτε και ο λόρδος Ράντμπορν της φαινόταν ευχάριστος χαρακτήρας για να ασχοληθεί μαζί του. Κ ι αν θα έπρεπε να συναναστρέφομαι και το δούκα; Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Οι σχέσεις της με τον Ρόκφορντ ποτέ δεν είχαν υπάρξει ομαλές. Το ένστικτο της έλεγε να αρνηθεί αυτό που της ζητούσε η λαίδη Οντίλια. Από την άλλη μεριά όμως δε γινόταν να μη σκέφτεται ότι θα ήταν ανόητο να αρνηθεί. Άλλωστε μόλις πριν από λίγο δεν αναρωτιόταν πώς θα επιβίωνε μέχρι την επόμενη άνοιξη; Αυτή φαινόταν να είναι η λύση των προβλημάτων της. Ήξερε ότι η λαίδη Οντίλια θα την αντάμειβε με γενναιοδωρία αν πετύχαινε στη δύσκολη αποστολή να βρει κατάλληλη νύφη για τον ανιψιό της. Και αν έμενε στο Παρκ, τα προσωπικά της έξοδα θα μειώνονταν σημαντικά. Επίσης έπρεπε να συνυπολογίσει και με τι τρόπο της είχε ζητήσει ο δούκας να τους βοηθήσει να βρουν σύζυγο στον Γκίντεον. Πώς μπορούσε να του αρνηθεί. «Πολύ καλά», είπε. «Θα κάνω ό,τι μπορώ». «Έξοχα!» Η λαίδη κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της. «Είχε δίκιο ο Ρόκφορντ ότι θα μπορούσαμε να βασιστούμε πάνω σου». «Έτσι είπε;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε με έκπληξη. «Φυσικά», απάντησε εκείνος με το αργό, σαρδόνιο χαμόγελο που σχεδόν πάντα κατάφερνε να την εκνευρίζει. «Ήξερα ότι δε θα μπορούσες να αντισταθείς σε κάτι που είναι καταδικασμένο εξαρχής να αποτύχει». «Λοιπόν», είπε η λαίδη Οντίλια, «ας έρθουμε στις λεπτομέρειες. Η νύφη θα πρέπει να είναι υπάκουο κορίτσι, φυσικά, και να γνωρίζει τις υποχρεώσεις της προς την οικογένεια. Δε θα χρησίμευε να βρούμε κάποια που θα αντιμιλάει και θα φέρνει αντίρρηση στην παραμικρή υπόδειξη». Με άλλα λόγια, σκέφτηκε η Φραντσέσκα, θα πρέπει να είναι κάποια που μπορεί να γίνει υποχείριό σου. «Θα πρέπει να έχει ευεργετική επίδραση πάνω στον Γκίντεον».

~ 36 ~


Δηλαδή να επιβάλλει στον άντρα της τη θέλησή της, μετέφρασε η Φραντσέσκα. «Και καλλιεργημένη, αλλά φυσικά όχι διανοούμενη». «Φυσικά», μουρμούρισε η Φραντσέσκα. Η λαίδη Οντίλια συνέχισε να απαριθμεί τις πολλές αρετές που όφειλε να έχει η μέλλουσα σύζυγος του ανιψιού της, και σε ένα μεγάλο μέρος τους ήταν αντικρουόμενες, η Φραντσέσκα όμως χαμογελούσε και ένευε ευγενικά ενώ σκεφτόταν άλλα και το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Την απασχολούσε περισσότερο το να μιλήσει με τις ελεύθερες γυναίκες της καλής κοινωνίας, ελπίζοντας πως θα έβρισκε μερικές κατάλληλες για τον κόμη Ράντμπορν, παρά 7ν’ ακούσει τις απόψεις της λαίδης Οντίλια σχετικά με το ζήτημα. Ήταν προφανές ότι είχε αποτύχει να βρει τη σωστή δεσποινίδα, οπότε η Φραντσέσκα δεν έβλεπε το λόγο να πάρει τις επιθυμίες της στα σοβαρά. Αφού ολοκλήρωσε επιτέλους τον κατάλογο των προσόντων που θεωρούσε απαραίτητα για τη μέλλουσα κόμισσα του Ράντμπορν, η λαίδη άρχισε να απαριθμεί πιθανές υποψήφιες. «Θα πρέπει να ξεκινήσεις από την κόρη του λόρδου Χάρλεϊ. Καλή οικογένεια. Και προσγειωμένη κοπέλα. Όχι απ’ αυτές που σηκώνουν τον κόσμο στο πόδι για το παραμικρό». Ο δούκας κούνησε το κεφάλι απαυδισμένος. «Θεία Οντίλια», διαμαρτυρήθηκε, «η κοπέλα είναι φανατική λάτρης της ιππασίας». Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα. «Φυσικά. Αφού είναι κόρη του Χάρλεϊ». «Μα ο Γκίντεον δεν ανεβαίνει καν σε άλογο». Εκείνη έκανε ένα μορφασμό περιφρόνησης. «Μα φυσικά δε θα θέλει μια γυναίκα που θα είναι διαρκώς μέσα στα πόδια του, σωστά; Εδώ δε μιλάμε για γάμο από έρωτα». «Φυσικά. Πώς μου διέφυγε;» μουρμούρισε ο δούκας. Πριν η λαίδη Οντίλια προλάβει να συνεχίσει την απαρίθμηση των διαθέσιμων νεαρών γυναικών, η υπηρέτρια εμφανίστηκε πάλι στην πόρτα και έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Ο κόμης Ράντμπορν, κυρία», ανακοίνωσε. Η λαίδη Οντίλια έχασε τη μιλιά της. Τη στιγμή που οι τρεις τους γυρνούσαν έκπληκτοι προς την πόρτα, ένας άντρας πέρασε δίπλα από την υπηρέτρια και μπήκε στο σαλόνι. «Γκίντεον!» αναφώνησε με κατάπληξη η λαίδη Οντίλια. Η Φραντσέσκα περιεργάστηκε τον επισκέπτη της με ενδιαφέρον. Δεν ήξερε πώς ακριβώς περίμενε να είναι ο χαμένος κληρονόμος, αλλά έτσι δεν τον είχε φανταστεί. Μάλλον είχε φανταστεί ότι θα ήταν αμήχανος και αδέξιος, σαν ψάρι έξω από το νερό. ~ 37 ~


Όμως εκείνος ο άνθρωπος φαινόταν τόσο αμήχανος όσο ένα κομμάτι μάρμαρο. Αν και πιο κοντός και λιγότερο λεπτός και κομψός από το δούκα, έδινε την εντύπωση ότι ήταν πιο μεγαλόσωμος. Ήταν γεροδεμένος, με πλατύ στέρνο και μυώδη μπράτσα. Φορούσε ένα καλοραμμένο μαύρο κοστούμι και γυαλισμένες μπότες που έλαμπαν σαν καθρέφτης και ανέδιδε μια αύρα πλούτου και δύναμης. Κι όμως, παρά τα ακριβά ρούχα και τον αέρα της αυτοπεποίθησης, υπήρχε κάτι το απροσδιόριστο πάνω του που πρόδιδε ότι δεν ήταν ευγενής. Ίσως έφταιγαν τα πυκνά μαύρα μαλλιά, κάπως πιο μακριά απ’ όσο ήταν της μόδας και χτενισμένα προς τα πίσω. Ήτο αυστηρό ύφος στο όμορφο πρόσωπό του, που ήταν πιο ηλιοκαμένο από των περισσότερων κυρίων της αριστοκρατίας. Αλλά όχι, σκέφτηκε η Φραντσέσκα - η διαφορά βρίσκεται στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και κάπως επιφυλακτικό, και είχε μια περίεργη ετοιμότητα, σημάδι ανθρώπου που είχε περάσει τη ζωή του στο δρόμο και όχι στα πούπουλα. Όταν άνοιξε το στόμα του, η εντύπωση ότι δεν ανήκε στην αριστοκρατία επιβεβαιώθηκε. Η γραμματική του ήταν σωστή και η φωνή του χρωματιζόταν από μια ανεπαίσθητη προφορά του Ιστ Εντ, αλλά ο λόγος του είχε μια χροιά που θα έβαζε σε υποψίες τον παρατηρητικό ακροατή ότι δεν ήταν «από μεγάλο τζάκι». «Λαίδη Οντίλια». Ο Γκίντεον χαιρέτησε τη θεία του με ένα κοφτό κούνημα του κεφαλιού και μετά κοίταξε ανέκφραστα το δούκα. «Ρόκφορντ». «Ράντμπορν», απάντησε εκείνος με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. «Τι απρόσμενη έκπληξη». «Χωρίς αμφιβολία», αντιγύρισε ξερά ο Γκίντεον. Ύστερα στράφηκε προς τη Φραντσέσκα και έκανε μια σύντομη αλλά ικανοποιητική υπόκλιση. «Λαίδη μου». Η Φραντσέσκα σηκώθηκε και του άπλωσε το χέρι της. «Λόρδε μου. Παρακαλώ, καθίστε κοντά μας». Εκείνος δέχτηκε με ένα νεύμα του κεφαλιού και διασχίζοντας το δωμάτιο, κάθισε σε μια καρέκλα κοντά στη λαίδη Οντίλια. «Λοιπόν, θεία», είπε σε ουδέτερο τόνο, «υποθέτω ότι γι’ άλλη μια φορά προσπαθείς να κανονίσεις τη ζωή μου». Εκείνη ανασήκωσε αγέρωχα το πιγούνι και τον κοίταξε κάπως αμυντικά. Η Φραντσέσκα συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι η λαίδη Πενκάλι φοβόταν λιγάκι εκείνο τον άνθρωπο. «Απλώς πασχίζω να σου βρω μια κατάλληλη σύζυγο», απάντησε. «Ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι το απαιτεί η θέση σου». Εκείνος κάρφωσε για λίγο πάνω της τα καταπράσινα μάτια του και στο τέλος είπε: «Γνωρίζω πολύ καλά τι απαιτεί η θέση μου». ~ 38 ~


Στράφηκε πάλι προς τη Φραντσέσκα. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και διεισδυτικό κι εκείνη σκέφτηκε ότι η έκφρασή του ήταν εξίσου ανεξιχνίαστη με του Ρόκφορντ, αλλά αντίθετα από το ευγενικά αινιγματικό πρόσωπο που έστρεφε ο δούκας στον κόσμο, το πρόσωπο του κόμη Ράντμπορν ήταν σαν από πέτρα. Τώρα, σκέφτηκε, θα μου πει ότι δε χρειάζεται βοήθεια για να βρει σύζυγο. «Ξέρω ότι η γιαγιά και η θεία μου ψάχνουν να μου βρουν νύφη για να με εξημερώσουν. Να με κάνουν πιο ευπαρουσίαστο -αφού αποδεκτός δεν πιστεύω ότι θα γίνω ποτέ». Η Οντίλια προσπάθησε χλιαρά να διαμαρτυρηθεί αλλά όταν εκείνος της έριξε μια κοφτή ματιά σώπασε. Ο Γκίντεον γύρισε πάλι στη Φραντσέσκα. «Φυσικά καταλαβαίνω ότι είναι απαραίτητο να παντρευτώ. Και δε διαφωνώ. Χωρίς αμφιβολία είστε εξίσου ικανή να μου βρείτε νύφη όπως η γιαγιά μου και η λαίδη Πενκάλι. Δε νομίζω ότι θα τα καταφέρετε λιγότερο καλά. Θα βασιστώ στην εκτίμηση του δούκα ότι ξέρετε τι κάνετε». «Είπες στον Γκίντεον ότι θα ερχόμασταν εδώ;» ρώτησε με κάποια έκπληξη η λαίδη Οντίλια τον Ρόκφορντ. «Μου φάνηκε σωστό, εφόσον τον αφορά», απάντησε ήρεμα εκείνος. «Παρακαλώ, λαίδη Χόξτον, αρχίστε να ψάχνετε την κατάλληλη νύφη για μένα», συνέχισε ο λόρδος Ράντμπορν. «Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνω ότι η εν λόγω κυρία θα πρέπει να έχει τη δική μου έγκριση, όχι της λαίδης Πενκάλι». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Βλέπετε, προτιμώ να μη φορτωθώ ισόβια μια ανόητη». «Ασφαλώς», αποκρίθηκε η Φραντσέσκα. «Καταλαβαίνω». «Πολύ ωραία. Και τώρα με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω». Σηκώθηκε. «Πρέπει να φροντίσω ορισμένα ζητήματα σχετικά με τις δραστηριότητές μου που η οικογένειά μου δεν εγκρίνει». «Φυσικά, λόρδε μου. Αναμφίβολα θα ξαναμιλήσουμε». Εκείνος τη χαιρέτησε με ένα κοφτό νεύμα και είπε αντίο στον εξάδελφο και τη θεία του. Προχώρησε με μεγάλες δρασκελιές προς την πόρτα κι εκεί στράφηκε και κοίταξε τη Φραντσέσκα. «Λαίδη Χόξτον ... θα μπορούσα να προτείνω μια δεσποινίδα που ίσως είναι κατάλληλη;» Η Φραντσέσκα έπιασε με την άκρη του ματιού της την κατάπληκτη έκφραση της λαίδης, αλλά κράτησε το βλέμμα της στραμμένο σ’ εκείνον. «Μα φυσικά, λόρδε μου. Ποια θα προτείνατε;» «Τη λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ».

~ 39 ~


~ 40 ~


Κεφάλαιο 3

Η Αϊρίν κοιτούσε τη μητέρα της που ακολουθούσε με χάρη τα βήματα ενός παραδοσιακού χορού με παρτενέρ τον εξάδελφό της, τον Χάρβιλ. Ο σερ Χάρβιλ, ο οικοδεσπότης της γιορτής, ήταν ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους με τους οποίους η λαίδη Κλερ έκρινε κόσμιο να χορεύει μια χήρα όπως ήταν εκείνη. Επίσης ήταν ένας από τους λιγοστούς ανθρώπους που κατάφερναν πάντα να την κάνουν να χαμογελάσει. Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αϊρίν περίμενε πάντα με ανυπομονησία τη γιορτή των γενεθλίων της λαίδης Σπενς. Και επειδή τη γιορτή τη διοργάνωνε ο σερ Χάρβιλ και όχι η σφιχτοχέρα σύζυγός του, ο χώρος ήταν ωραία στολισμένος και το δείπνο που προσφερόταν τα μεσάνυχτα μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο. «Τι χαριτωμένη γιορτούλα», παρατήρησε η νύφη της Αϊρίν που στεκόταν δίπλα της, κοιτάζοντας την αίθουσα με ένα μείγμα επιδοκιμασίας και περιφρόνησης. «Βέβαια η σάλα του χορού δεν είναι τόσο μεγαλόπρεπη όπως αυτή που έχουμε στο Γουίνγκεϊτ Χολ, αλλά την έχουν στολίσει πολύ ωραία». Η Αϊρίν έπνιξε έναν αναστεναγμό. Η Μόρα ήταν αριστοτέχνης στις προσβολές που παρουσιάζονταν ως φιλοφρονήσεις. Όμως είχε υποσχεθεί στη μητέρα της ότι δε θα μάλωνε με τη Μόρα εκείνο το βράδυ κι έτσι δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Η λαίδη Κλερ είναι στις ομορφιές της απόψε», συνέχισε η Μόρα. «Δε συμφωνείς, καλέ μου Χάμφρι;» Έστρεψε το μελιστάλαχτο χαμόγελό της προς τον αδελφό της Αϊρίν που στεκόταν από την άλλη πλευρά της. Ο Χάμφρι ανταπέδωσε το χαμόγελο στη σύζυγό του, ευχαριστημένος από το κομπλιμέντο της. «Ναι, πράγματι είναι πολύ όμορφη. Καλοσύνη σου που ~ 41 ~


το πρόσεξες». Η Αϊρίν δεν έπαυε ποτέ να εκπλήσσεται από την αφέλεια του αδελφού της. Ενώ ήταν πανέξυπνος, ποτέ δεν αντιλαμβανόταν ότι κάτω από την επίπλαστη γλυκύτητα της Μόρα κρύβονταν σουβλερά νύχια. «Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, εγώ νομίζω πως είναι υπέροχο που χορεύει». Ο Χάμφρι συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι; Δηλαδή τι λένε;» «Τίποτα», τον διαβεβαίωσε κοφτά η Αϊρίν, ρίχνοντας στη Μόρα μια προειδοποιητική ματιά. «Μα φυσικά», συμφώνησε εκείνη χωρίς ν’ αλλάξει ύφος. «Δεν είναι κακό για μια γυναίκα της ηλικίας της να χορεύει με τον εξάδελφό της -έστω και έναν τόσο ζωηρό χορό. Και ενώ θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, πολύ σωστά, ότι κάποιες γυναίκες θα το έκαναν με σκοπό να τραβήξουν πάνω τους την προσοχή, φυσικά η μητέρα σου δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο». «Όχι, ποτέ». Ο Χάμφρι κοίταξε τη γυναίκα του με κάποια ανησυχία. «Άκουσες να λένε τέτοιο πράγμα;» «Όχι», πετάχτηκε η Αϊρίν. «Κανείς δεν είπε τίποτα. Δεν είναι κακό να χορεύει η μητέρα, ακόμη κι αν ο παρτενέρ δεν ήταν ο εξάδελφός της. Και κανείς αξιόλογος άνθρωπος δε θα έλεγε κάτι τέτοιο», πρόσθεσε κοιτάζοντας με νόημα τη Μόρα. «Πράγματι», συμφώνησε εκείνη, παίρνοντας μια χαριτωμένα πεισματάρικη έκφραση. «Και αυτό θα πω σε όποιον έχει το θράσος να ισχυριστεί το αντίθετο». «Πολύ σωστά». Ο Χάμφρι χαμογέλασε στη γυναίκα του, αν και η έκφρασή του παρέμεινε κάπως ανήσυχη. Γύρισε πάλι και κοίταξε τη μητέρα του. «Και σε παρακαλώ μην πεις τίποτε στη μητέρα γι’ αυτό», πρόσθεσε η Αϊρίν με παγερή φωνή. «Θα ήταν πολύ σκληρό να την κάνεις να ανησυχήσει για κάτι που απολαμβάνει τόσο πολύ». «Μα φυσικά», συμφώνησε η Μόρα. «Αν και δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς γιατί η λαίδη Κλερ, ενώ είναι τόσο ευαίσθητη σ’ αυτά τα πράγματα, δεν προτίμησε να σηκωθεί σε κάποιον πιο σοβαρό χορό». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε ο Χάμφρι, ρίχνοντας μια τρυφερή ματιά στη γυναίκα του. «Πάντα σκέφτεσαι το καλό της μητέρας». «Χάμφρι!» είπε κοφτά η Αϊρίν. «Αν εσύ ή η Μόρα πείτε κάτι που θα χαλάσει τη διάθεσή της και την κάνετε να μετανιώσει επειδή χόρεψε με τον εξάδελφό της...» «Αϊρίν!» αναφώνησε με κατάπληξη η Μόρα και τα γαλανά της ~ 42 ~


μάτια βούρκωσαν. «Ποτέ δε θα πλήγωνα τη λαίδη Κλερ. Την αγαπώ σαν πραγματική μητέρα μου». «Αϊρίν, για το Θεό!» είπε αγανακτισμένα ο Χάμφρι. «Πώς ξεστόμισες τέτοια σκληρή κουβέντα; Ξέρεις τα αισθήματα που τρέφει η Μόρα για τη μητέρα». «Πράγματι», απάντησε ξερά εκείνη. «Ξέρω». «Μερικές φορές η γλώσσα σου είναι πολύ τσουχτερή. Ξέρεις πόσο ευαίσθητη είναι η Μόρα». «Έλα, Χάμφρι, αγάπη μου», είπε εκείνη πριν προλάβει να μιλήσει η Αϊρίν, «είμαι σίγουρη ότι δεν το είπε για να με πληγώσει. Είναι πολύ πιο δυνατή από άλλες γυναίκες. Δεν καταλαβαίνει πως τα λόγια μπορούν να πληγώσουν έναν πιο ήπιο χαρακτήρα». Η Αϊρίν έσφιξε τις γροθιές της και προσπάθησε να μην της δώσει την απάντηση που της άξιζε για να μην παίξει το παιχνίδι της. Παρά την ανοησία της, η Μόρα ήταν τετραπέρατη όταν ήθελε να στρέψει μια κατάσταση προς όφελος της. Βλέποντάς τη να καταπίνει τη γλώσσα της, η Μόρα της έριξε μια χαιρέκακα θριαμβευτική ματιά και γύρισε από την άλλη. «Ω, κοίτα, Αϊρίν, η λαίδη Χόξτον έρχεται προς τα εδώ. Ίσως τώρα σου δοθεί η ευκαιρία να της μιλήσεις, όπως λέγαμε τις προάλλες». «Για τι πράγμα να της μιλήσει;» ρώτησε ο Χάμφρι. « Δεν ήξερα ότι εσύ και η Φραντσέσκα Χόξτον είσαστε φίλες». «Δεν είμαστε», πήγε να πει η Αϊρίν. «Μη σκοτίζεσαι, καλέ μου», την διέκοψε η Μόρα, χαμογελώντας στον άντρα της. «Γυναικείες κουβέντες». «Α». Κούνησε το κεφάλι του, ικανοποιημένος επειδή η σύζυγος και η αδελφή του έκαναν εμπιστευτικές γυναικείες συζητήσεις. «Τότε δεν επιμένω». Υποκλίθηκε στη Φραντσέσκα που είχε φτάσει κοντά τους. «Λαίδη Χόξτον. Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω». «Λόρδε Γουίνγκεϊτ. Λαίδη Γουίνγκεϊτ. Λαίδη Αϊρίν». Τους χαμογέλασε με τη σειρά. «Τι ωραίος χορός, δε βρίσκετε;» Για μερικά λεπτά αντάλλαξαν τις συνηθισμένες ευγενικές κοινοτοπίες για τον ωραίο καιρό, την έλλειψη ψυχαγωγίας στο Λονδίνο τώρα που είχε λήξει η σεζόν, και τη ρώτησαν για την υγεία και την ευτυχία του αδελφού της και της νέα ς συζύγου του. Σε μια παύση της συζήτησης, η Φραντσέσκα στράφηκε προς την Αϊρίν και είπε: «Ετοιμαζόμουν να κάνω μια μικρή βόλτα στην αίθουσα. Θα θέλατε να με συνοδεύσετε;» Εκείνη την κοίταξε ξαφνιασμένη για μια στιγμή. «Μα ναι, φυσικά». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και έκανε μερικά βήματα στο πλάι. Η Αϊρίν την ακολούθησε, ρίχνοντας μια καχύποπτη ματιά στη ~ 43 ~


Μόρα καθώς απομακρυνόταν. Εκείνη είχε κανονίσει αυτή τη συνάντηση με τη λαίδη Χόξτον; Η έκπληξη στο πρόσωπό της φαινόταν ειλικρινής, αλλά... Κατευθύνθηκαν αργά προς την απέναντι πλευρά, όπου οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές για να μπαίνει ο βραδινός αέρας. Καθώς προχωρούσαν, αντάλλασσαν τις ίδιες ευγενικές κοινοτοπίες όπως και πριν και η περιέργεια της Αϊρίν αυξανόταν με κάθε βήμα. Της φαινόταν πολύ περίεργη σύμπτωση να κάνει τόσο εμφανή προσπάθεια να τη γνωρίσει η Φραντσέσκα Χόξτον μόλις δυο μέρες ύστερα από την παρότρυνση της Μόρα να της μιλήσει. Η Αϊρίν τότε είχε νομίσει ότι η Μόρα χρησιμοποιούσε απλώς τη λαίδη Χόξτον σαν πρόσχημα για να την κεντρίσει επειδή ήταν γεροντοκόρη και είχε τόσα ελαττώματα. Όμως μπορεί και να σοβαρολογούσε. Ίσως ήταν διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα προκειμένου να την παντρέψει και να την ξεφορτωθεί -και μαζί μ’ εκείνη και τη μητέρα της. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν όταν σκέφτηκε την εξευτελιστική πιθανότητα να είχε μιλήσει η Μόρα στη Φραντσέσκα Χόξτον για την ανικανότητά της να παντρευτεί. Τη φαντάστηκε να χαμογελάει γλυκά και να λέει πόσο λυπόταν την καημένη κουνιάδα της που δεν την ήθελε κανείς. Έσφιξε τα δόντια της και έριξε μια ματιά στη γυναίκα που περπατούσε δίπλα της. Είχε κανένα συμφέρον η λαίδη Χόξτον να κάνει χάρη στη Μόρα; Της φαινόταν απίθανο να είναι φίλες οι δύο γυναίκες. Και της φαινόταν ακόμα πιο απίθανο να είχε επιδιώξει η Φραντσέσκα τη φιλία της Μόρα. Όσο κι αν τη θεωρούσε επιπόλαιη, ήξερε ότι δεν ήταν ανόητη. Ήταν μια ραφινάτη οικοδέσποινα, μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της αριστοκρατίας. Πολλοί ήταν εκείνοι που επιζητούσαν την εύνοιά της και γνώριζε καλά τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ασφαλώς δε θα την ξεγελούσαν οι τρόποι της Μόρα, ούτε θα εντυπωσιαζόταν από το γεγονός ότι ήταν παντρεμένη με το λόρδο Γουίνγκεϊτ. Όχι, η Αϊρίν πίστευε ότι ήταν εντελώς απίθανο να έκανε κάποια χάρη στη Μόρα εκείνη τη στιγμή η Φραντσέσκα. Και παρ’ όλο που ανήκαν στον ίδιο κύκλο, ήταν εφτά ή οχτώ χρόνια μεγαλύτερη από την Αϊρίν και ποτέ δεν είχαν υπάρξει φίλες, οπότε η Αϊρίν δεν πίστευε ότι οι τυχόν παρακλήσεις της Μόρα να βοηθήσει την κουνιάδα της θα είχαν συγκινήσει τη Φραντσέσκα. Επιπλέον, δεν μπορούσε να ξεχάσει την έκφραση της έκπληξης στο πρόσωπο της Μόρα όταν την πήρε για να κάνουν μια βόλτα. Σίγουρα δεν ήταν τόσο καλή στην υποκριτική. Τότε παρέμενε το ερώτημα για ποιο λόγο την είχε προσεγγίσει ~ 44 ~


η Φραντσέσκα. Η Αϊρίν δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστέψει ότι ενδιαφερόταν για τη συντροφιά της. «Λαίδη Χόξτον», είπε έξαφνα, διακόπτοντας το διασκεδαστικό επεισόδιο που της διηγούταν εκείνη τη στιγμή η Φραντσέσκα. Εκείνη την κοίταξε κάπως ξαφνιασμένη και η Αϊρίν συνειδητοποίησε ότι είχε φερθεί για μια ακόμα φορά με αγένεια. Ήταν ένα ελάττωμα για το οποίο την κατηγορούσαν συχνά. «Με συγχωρείτε», συνέχισε, «δεν έπρεπε να σας διακόψω. Όμως με γνωρίζετε αρκετό καιρό και θα ξέρετε ότι μου αρέσουν οι καθαρές κουβέντες. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, για ποιο λόγο μου ζητήσατε να κάνω μαζί σας μια βόλτα στην αίθουσα». Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Γνωρίζω την προτίμησή σου στα απλά λόγια. Και παρ’ όλο που κατά κανόνα πιστεύω ότι η διακριτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την ευθύτητα, συμφωνώ ότι η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη τακτική. Σου ζήτησα λοιπόν να μου κάνεις συντροφιά γιατί μια παλιά οικογενειακή φίλη μού ζήτησε μια χάρη. Με παρακάλεσε να σε συστήσω σε κάποιον που επιθυμεί να σε γνωρίσει». «Τι;» Ήταν η σειρά της Αϊρίν να ξαφνιαστεί. «Μα ποιος ... γιατί...» «Μπορώ να υποθέσω μόνο ότι επειδή σε θαυμάζει», απάντησε η Φραντσέσκα και χαμογέλασε μ’ εκείνο το γατίσιο τρόπο της, κάπως αινιγματικά αλλά σαγηνευτικά ταυτόχρονα. Τα λόγια της αιφνιδίασαν τόσο πολύ την Αϊρίν που για μια στιγμή το μυαλό της σταμάτησε να δουλεύει. Τελικά ξαναβρήκε τη μιλιά της και αντιγύρισε: «Ειλικρινά, λαίδη Χόξτον, δεν είμαι καμιά αφελής επαρχιώτισσα. Έχετε την απαίτηση να το πιστέψω;» «Δε βλέπω για ποιο λόγο να μην το πιστέψεις», απάντησε εκείνη με απορία. «Φυσικά δε γνωρίζω τους λόγους και δε θα ήταν σωστό να ρωτήσω ποια είναι τα κίνητρά του. Γνωρίζω όμως ότι αυτός είναι συνήθως ο λόγος που ένας κύριος επιθυμεί να γνωρίσει μια κυρία. Και μη μου πεις ότι δίνεις τόσο μικρή αξία στον εαυτό σου ώστε να πιστεύεις πως κανένας άντρας δε θα σε θεωρούσε αξιοπρόσεκτη». Η Αϊρίν την κοίταξε σκεφτικά. Η λαίδη Χόξτον την είχε στριμώξει με αριστοτεχνικό τρόπο. «Δεν είναι ψεύτικη μετριοφροσύνη», είπε στο τέλος. «Απλώς έχω διαπιστώσει ότι η φήμη μου αποθαρρύνει τους κυρίους να επιδιώξουν μια γνωριμία μαζί μου». Τα μάτια της Φραντσέσκα έλαμψαν και το χαμόγελό της πλάτυνε. «Η φήμη σου, λαίδη Αϊρίν; Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοείς».

~ 45 ~


«Νόμιζα ότι θεωρείτε την ειλικρίνεια πολύ σημαντική», αντιγύρισε εκείνη. «Ξέρουμε και οι δύο ότι με θεωρούν στρίγκλα». Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Ε, ναι, αλλά ενώ εσύ δεν είσαι επαρχιώτισσα, εκείνος είναι». «Πώς;!» Η Αϊρίν ετοιμάστηκε να πει κάτι ακόμα, αλλά διαπίστωσε ότι η προσοχή της Φραντσέσκα είχε στραφεί αλλού. Κοίταζε κάπου πίσω από τον ώμο της Αϊρίν χαμογελώντας. Εκείνη σταμάτησε να μιλάει και γύρισε για να δει τι ήταν αυτό που την είχε αποσπάσει. Ήταν ένας άντρας. Ψηλός και ευρύστερνος, ερχόταν προς το μέρος τους με αποφασιστικό βήμα και της φάνηκε πως όλοι γύρω του ξαφνικά μίκρυναν. Όχι επειδή ήταν πιο μεγαλόσωμος από τους άλλους, αλλά επειδή είχε έναν αέρα, μια αύρα σκληρότητας και δύναμης, που τον έκανε να ξεχωρίζει. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, πυκνά και κάπως μακριά, και του έδιναν μια αλήτικη όψη παρά τα ακριβά ρούχα του. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο γωνίες και σκληρές γραμμές, με ψηλά, έντονα ζυγωματικά και σφιχτό σαγόνι. Τα ίσια φρύδια του ήταν σκούρα σαν τα μαλλιά του και τα μάτια του είχαν ένα βαθύ πράσινο χρώμα. Δεν τον γνώριζε κι όμως την πλημμύρισε η αίσθηση ότι κάπου τον είχε ξαναδεί. Μια οικειότητα που δεν -μπορούσε να εξηγήσει. Μια περίεργη αναστάτωση απλώθηκε μέσα της, κάτι ανάμεσα σε έξαψη και φόβο, μαζί με κάποιο άλλο, πρωτόγνωρο συναίσθημα που γέμισε με μια γλυκιά ζεστασιά τα σωθικά της. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; «Α, λόρδε Ράντμπορν», είπε η Φραντσέσκα, απλώνοντας το χέρι της για να τον χαιρετήσει. «Λαίδη Χόξτον». Έσκυψε για μια στιγμή πάνω από τα δάχτυλά της κι έπειτα κοίταξε την Αϊρίν. Το βλέμμα του δεν ήταν ασεβές ή τολμηρό, απλώς ερευνητικό, αλλά είχε μια αμεσότητα που την ξάφνιασε. Αυτός ο άνθρωπος ήταν συναρπαστικά διαφορετικός. Η Αϊρίν ένιωσε την επιθυμία να μάθει περισσότερα, να τον γνωρίσει, και αυτό την παραξένεψε, την ενόχλησε. «Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω στη λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ», είπε επιδέξια η Φραντσέσκα, γυρνώντας προς την Αϊρίν. «Λαίδη Αϊρίν, να σας συστήσω το λόρδο Γκίντεον, κόμη του Ράντμπορν. Ο λόρδος είναι ανιψιός της λαίδης Πενκάλι». Τότε κατάλαβε η Αϊρίν ποιος ήταν o χαμένος κληρονόμος του τίτλου και της περιουσίας των Μπανκς, γύρω από τον οποίο τόσες εικασίες είχαν γίνει τους τελευταίους μήνες. Αν και κανείς από τους

~ 46 ~


γνωστούς της δεν τον είχε συναντήσει, είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Της είχαν πει ότι ήταν εγκληματίας και ότι τον είχαν βγάλει από τη φυλακή χάρη στις υψηλές διασυνδέσεις της οικογένειας. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι ήταν τρελός και άλλοι νοητικά καθυστερημένος. Μερικοί υπαινίσσονταν πως είχε διαστροφές που δεν τολμούσαν καν να αναφέρουν μπροστά σε μια κυρία. Κάμποσοι υποστήριζαν ότι ήταν παραμορφωμένος και φρικτός στην όψη. Προφανώς όσοι πίστευαν όλες αυτές τις φήμες έπεφταν εντελώς έξω, σκέφτηκε η Αϊρίν. Άπλω σε το χέρι της, παίρνοντας μια ευγενική έκφραση που ήλπιζε ότι έκρυβε τον ενδιαφέρον της για τον άντρα που στεκόταν μπροστά της. «Πώς είστε, λόρδε Ράντμπορν». «Λαίδη Γουίνγκεϊτ». Πήρε το χέρι της και έκανε την ίδια κοφτή υπόκλιση όπως και στη Φραντσέσκα. Η Αϊρίν ένιωσε ένα ρίγος να απλώνεται στο χέρι της όταν τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της. Μα αυτό είναι γελοίο, επέπληξε τον εαυτό της -δεν ήταν παρά ένα απλό άγγιγμα, μια συνηθισμένη χειρονομία αβροφροσύνης που είχε δεχθεί άπειρες φορές ως τότε. Δε σήμαινε τίποτε, δεν έδειχνε τίποτε... κι όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτό που είχε νιώσει ήταν τελείως διαφορετικό από τις άλλες φορές που είχε δώσει το χέρι της για χαιρετισμό. Εκνευρίστηκε -μαζί του, με τη Φραντσέσκα που την είχε παρασύρει με πανουργία για να τους συστήσει, αλλά περισσότερο με τον εαυτό της επειδή ένιωθε τέτοια έξαψη και ενδιαφέρον. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για κείνη και το έβρισκε πέρα για πέρα ενοχλητικό. Γιατί ήταν μια γυναίκα που ήξερε πάντοτε τι της γινόταν. Για μια στιγμή επικράτησε μια αμήχανη σιωπή καθώς ο κόμης κοιτούσε την Αϊρίν και η Αϊρίν εκείνον. Είπε στον εαυτό της ότι αναμφίβολα ήταν μαθημένος να γοητεύονται μαζί του όλες οι ανύπαντρες γυναίκες που συναντούσε. Ό,τι κι αν έλεγαν οι φήμες γι’ αυτόν, δεν έπαυε να είναι κόμης και πάμπλουτος. Δεν είχε ιδέα γιατί επιθυμούσε να τη γνωρίσει, αλλά ήταν αποφασισμένη να του δείξει ότι της ίδιας της ήταν παντελώς αδιάφορος. Η Φραντσέσκα κοίταξε την Αϊρίν, τον κόμη, και πάλι την Αϊρίν. «Ωραίος χορός, δε συμφωνείτε; Ελπίζω να διασκεδάζετε, λόρδε Ράντμπορν». Εκείνος της έριξε μια αδιάφορη ματιά και συνέχισε να κοιτάζει την Αϊρίν. «Μπορώ να έχω αυτόν το χορό, λαίδη μου;» «Δε μου αρέσει ο χορός», απάντησε ξερά εκείνη. Με την άκρη των ματιών της είδε τα φρύδια της Φραντσέσκα να εκτοξεύονται προς τα πάνω όταν άκουσε την αγενή απάντησή της, αλλά την αγνόησε. ~ 47 ~


Ο λόρδος Ράντμπορν, ωστόσο, δεν πτοήθηκε από την άρνησή της. «Ευτυχώς, γιατί δεν είμαι καθόλου καλός χορευτής. Γιατί λοιπόν δεν κάνουμε ένα μικρό περίπατο για να μιλήσουμε;» Το θράσος του άφησε την Αϊρίν άφωνη. Όμως η Φραντσέσκα έσπευσε να απαντήσει στη θέση της. «Θαυμάσια ιδέα», είπε με έναν τόνο ευθυμίας στη φωνή. «Κι όσο εσείς είσαστε απασχολημένοι, εγώ θα πάω να υποβάλω τα σέβη μου στην οικοδέσποινα». Και μ’ αυτά τα λόγια έκανε μεταβολή και έφυγε βιαστικά, αφήνοντας την Αϊρίν μόνη με το λόρδο Ράντμπορν. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να πάρει το μπράτσο που της πρόσφερε, γιατί έβλεπε ότι είχαν τραβήξει ήδη την προσοχή πολλών. Αν τον απέρριπτε και τον άφηνε στα κρύα του λουτρού, αγνοώντας το απλωμένο μπράτσο του, θα τους σχολίαζε όλο το Μέιφερ την άλλη μέρα. Έτσι δέχθηκε με ένα αγέρωχο νεύμα και τον έπιασε αγκαζέ. Καθώς γυρνούσαν για να προχωρήσουν προς την άκρη της αίθουσας, η Αϊρίν χαιρέτησε με ένα νεύμα μερικές από τις κυρίες που τους κοιτούσαν. Ένιωθε τους μυς του λόρδου Ράντμπορν σαν σίδερο κάτω από το μανίκι του σακακιού του και ξαφνιάστηκε, διαπιστώνοντας ότι αυτή η αίσθηση έκανε μια ζεστασιά να απλωθεί μέσα της. «Η λαίδη Χόξτον μου εκμυστηρεύτηκε ότι εκφράσατε την επιθυμία να με γνωρίσετε», ξεκίνησε με το γνώριμο ευθύ τρόπο της. Είχε ανακαλύψει από καιρό ότι αυτή η αντιμετώπιση ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να αποθαρρύνει οποιονδήποτε έδειχνε ενδιαφέρον προς το πρόσωπό της. Δεν άρμοζε σε μια κυρία και δεν είχε καμία σχέση με τον τρόπο που φλέρταραν συνήθως οι άνθρωποι. «Αυτό είναι αλήθεια», απάντησε εκείνος. Τον κοίταξε ενοχλημένη. «Δε βλέπω το λόγο». «Αλήθεια;» Της έριξε μια ματιά γεμάτη ευθυμία, μια έκφραση που δεν της άρεσε καθόλου. «Αλήθεια. Είμαι είκοσι πέντε ετών και έχω μείνει προ πολλού στο ράφι». «Θεωρείτε δεδομένο ότι το ενδιαφέρον μου για εσάς έχει να κάνει με το γάμο;» Η Αϊρίν ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Μόλις σας είπα ότι δεν μπορώ να φανταστώ για ποιο λόγο ενδιαφέρεστε για μένα. Ωστόσο έχω διαπιστώσει ότι σπανίως οι άντρες ενδιαφέρονται για γεροντοκόρες».. «Ίσως ήθελα απλώς να ανανεώσω τη γνωριμία μας». «Τι;» Γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Είχε σκεφτεί πως της φαινόταν γνώριμος για κάποιο λόγο, και τώρα ένιωσε πάλι το ~ 48 ~


ίδιο.

«Τι εννοείτε;» «Έχουμε συναντηθεί κι άλλη φορά. Δε θυμάστε;» Τώρα της είχε κεντρίσει ολότελα το ενδιαφέρον. Περιεργάστηκε το πρόσωπό του και δεν πρόσεξε καν ότι εκείνη τη στιγμή περνούσαν την μπαλκονόπορτα και έβγαιναν στη βεράντα. «Επιτρέψτε μου να φρεσκάρω τη μνήμη σας», είπε εκείνος, οδηγώντας την προς τον χαμηλό πέτρινο τοίχο που περιέκλειε τη βεράντα. «Όταν γνωριστήκαμε, προσπαθήσατε να με σκοτώσετε». Η Αϊρίν τράβηξε το χέρι της από το μπράτσο του και στάθηκε απέναντι του. «Τι στην ευχή μου λέτε ...» Ξαφνικά θυμήθηκε. Είχαν περάσει χρόνια -σίγουρα δέκα το λιγότερο. Είχε ακούσει φασαρία στο ισόγειο και είχε τρέξει να δει τι συμβαίνει. Είχε δει αυτό τον άνθρωπο να γρονθοκοπεί τον πατέρα της και είχε βάλει τέλος στη συμπλοκή πυροβολώντας στον αέρα με ένα από τα πιστόλια μονομαχίας που είχε βρει στο γραφείο του. «Εσείς!» αναφώνησε. «Μάλιστα. Εγώ». Την κοίταξε κατάματα. «Δεν προσπάθησα να σας σκοτώσω», του απάντησε καυστικά. «Πυροβόλησα πάνω από το κεφάλι σας για να σας τραβήξω την προσοχή. Αν σας πυροβολούσα, τώρα θα ήσαστε νεκρός». Ήταν σίγουρη πως ακούγοντας τα λόγια της εκείνος θα έκανε αμέσως μεταβολή και θα έφευγε, αλλά προς μεγάλη της έκπληξη τον είδε να γελάει. Η έκφρασή του άλλαξε και τα μάτια του φωτίστηκαν από την ευθυμία· ξαφνικά της φάνηκε τόσο όμορφος που της κόπηκε η ανάσα. Το χρώμα που έβαψε αυτήν τη φορά τα μάγουλά της δεν ήταν από αμηχανία. «Χαίρομαι που βλέπω ότι δε μου κρατήσατε κακία», του είπε σαρκαστικά για να καλύψει την περίεργη, ανεξήγητη αντίδρασή της. Γύρισε και άρχισε να περπατάει κατά μήκος του πέτρινου τοίχου. Εκείνος την ακολούθησε. «Φυσικό ήταν. Κάθε παιδί θα προσπαθούσε να προστατέψει τον πατέρα του, σωστά; Πώς θα μπορούσα λοιπόν να σας κρατήσω κακία;» «Εφόσον είναι φανερό ότι γνωρίζατε τον πατέρα μου, φαντάζομαι πως ξέρετε και ότι δεν του άξιζε να τον προστατέψει κανείς». Ο Ράντμπορν ανασήκωσε τους ώμους του. «Το τι αξίζει στον καθένα δεν έχει να κάνει με τη σχέση ανάμεσα σε έναν πατέρα και το παιδί του, πιστεύω». «Ο πατέρας μου θα σας έλεγε ότι ήμουν αφύσικο παιδί». Την κοίταξε. «Με εμποδίσατε να του κάνω μεγαλύτερο κακό, έτσι δεν είναι;» ~ 49 ~


«Ναι, πράγματι». Δεν τον κοίταξε, αλλά έστρεψε το βλέμμα της προς τον κήπο. Δεν ήθελε να μιλάει για τον πατέρα της ούτε για τα αισθήματά της προς αυτόν. «Και πάλι όμως δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο εκφράσατε την επιθυμία να γνωρίσετε κάποια που σας απείλησε με πιστόλι». «Έτσι κι αλλιώς είχα τελειώσει με τον Γουίνγκεϊτ. Είχα πει αυτό που ήθελα να του πω». Σταμάτησε και κοίταξε κι εκείνος προς τον κήπο. «Όμως μου φανήκατε... ενδιαφέρουσα». Η Αϊρίν γύρισε προς το μέρος του. «Εγώ σας πυροβόλησα κι εσείς με βρήκατε ενδιαφέρουσα;» Το χαμόγελο ανασήκωσε και πάλι τις άκρες των χειλιών του. «Πάνω από το κεφάλι μου πυροβολήσατε. Μόλις τώρα δεν το είπαμε;» Η Αϊρίν συνοφρυώθηκε. «Δεν καταλαβαίνω πού θέλετε να καταλήξετε». «Σωστά μαντέψατε, λαίδη μου. Αυτό που με έφερε απόψε εδώ είναι η επιθυμία μου να παντρευτώ». «Ορίστε;» «Η οικογένειά μου επιθυμεί να με παντρέψει με μια καθώς πρέπει νεαρή κυρία. Βλέπετε, γι’ αυτούς είμαι πηγή αμηχανίας. Προφανώς ο τρόπος που έζησα ως τώρα θεωρείται σκανδαλώδης και έχει άσχημο αντίκτυπο πάνω τους. Ένας κόμης που δεν κάνει ιππασία, που η προφορά του δεν είναι καθαρή και αρκετά αριστοκρατική, είναι ένα αίσχος. Όσο για τα επιχειρηματικά μου ενδιαφέροντα... ε, γι’ αυτά δε θέλουν ούτε καν να μιλούν». Παρά τον ανάλαφρο τόνο του, τα λόγια του ήταν καυστικά και το βλέμμα του σκληρό. Η Αϊρίν κατάλαβε ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έτρεφε καμία συμπάθεια προς την οικογένεια που μόλις είχε γνωρίσει —ή ίσως περιφρονούσε όλη την αριστοκρατία εν γένει. Αναπόφευκτα ένιωσε μια κάποια συμπόνια. Άλλωστε επί χρόνια κι εκείνη αντιμετώπιζε την απαξίωση από πολλούς ομοίους της, ακόμα και από συγγενείς της, για τους ευθείς τρόπους της και την ωμή της γλώσσα. «Έτσι σκέφτηκαν ένα σχέδιο για να καλύψουν τα ελαττώματά μου παντρολογώντας με με μια γυναίκα από καλή οικογένεια», συνέχισε ο Ράντμπορν. «Νομίζω πως έτσι ελπίζουν ότι θα με καθοδηγήσουν προς μια πιο αποδεκτή συμπεριφορά. Ή τουλάχιστον θα κρύψουν κάπως τον άξεστο χαρακτήρα μου...» «Είστε ενήλικος», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν μπορούν να σας εξαναγκάσουν να παντρευτείτε». Ο Ράντμπορν μόρφασε. «Όχι. Μόνο να μου μιλούν γι’ αυτό το θέμα μέχρι να πεθάνω από πλήξη». ~ 50 ~


Η Αϊρίν χαμογέλασε κρυφά. Γνώριζε πολύ καλά τη δύναμη της ακατάπαυτης γκρίνιας. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Όμως ξέρω ότι πρέπει να παντρευτώ και να αποκτήσω διάδοχο. Αν αρνηθώ τώρα, απλώς αναβάλλω το αναπόφευκτο. Για λίγο έπαιξα με την ιδέα να παντρευτώ μια χορεύτρια της όπερας ή κάτι ανάλογο, απλώς και μόνο για να τους μπω στη μύτη. Αλλά θα ήταν άδικο να φέρω οποιαδήποτε γυναίκα σ’ αυτή τη θέση. Ούτε και θα ήθελα να γίνουν τα παιδιά μου αντικείμενο χλεύης ή περιφρόνησης. Συνεπώς, συμφωνώ ότι πρέπει να παντρευτώ μια κατάλληλη γυναίκα. Όπως έχω μάθει, δεν είστε ακόμα παντρεμένη ούτε αρραβωνιασμένη, και σύμφωνα με τη θεία μου, η οικογένειά σας πληροί απολύτως τις προϋποθέσεις. Η λαίδη Χόξτον δέχθηκε να βοηθήσει τη θεία μου σε αυτό το εγχείρημα κι έτσι της πρότεινα να σας συμπεριλάβει στις υποψήφιες». Η Αϊρίν τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό, τόσο εμβρόντητη που για μια στιγμή έχασε τη μιλιά της. «Με θεωρήσατε κατάλληλη για σύζυγό σας επειδή κάποτε σας απείλησα με ένα πιστόλι;» είπε στο τέλος. «Σκέφτηκα ότι μπορεί να είσαστε λιγότερο βαρετή από τις τρομοκρατημένες δεσποσύνες που μου έχουν παρουσιάσει ως τώρα», απάντησε εκείνος χαμογελώντας αχνά. Τον κοίταξε αγριωπά για μερικές στιγμές ακόμα και μετά ίσιωσε τους ώμους της αγέρωχα. «Είστε τρελός; Τα λόγια σας με προσβάλλουν για τόσους λόγους που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω». Εκείνος τινάχτηκε ξαφνιασμένος και το πρόσωπό του πήρε μια σκληρή έκφραση. ΕΙ φωνή του ήταν παραπλανητικά μειλίχια καθώς τη ρωτούσε: «ΕΙ ιδέα να με παντρευτείτε σας είναι προσβλητική;» «Περιμένετε να κολακευτώ επειδή με “θεωρήσατε κατάλληλη” μεταξύ άλλων υποψηφίων; Πρέπει να αισθανθώ ότι με τιμάτε επειδή με ξεχωρίσατε από τις άλλες, λες και είμαι καμιά φοράδα για πούλημα; Επειδή με θεωρήσατε λιγότερο βαρετή και ανάξια για εσάς από τις άλλες ανύπαντρες δεσποινίδες της αριστοκρατίας;» Το στόμα του σφίχτηκε. «Όχι έτσι όπως το παρουσιάζετε. Δεν προσπαθώ να αγοράσω σύζυγο. Θα ήταν ένας πρακτικός διακανονισμός, κάτι που θα συνέφερε πολύ και εσάς. Υπέθεσα ότι είχατε περάσει την ηλικία που οι νεαρές κυρίες κάνουν ανόητα όνειρα για τον έρωτα». «Πιστέψτε με, ποτέ και σε καμία ηλικία δεν έκανα ανόητα όνειρα για τον έρωτα», αντιγύρισε η Αϊρίν. Ο θυμός την έπνιγε και δεν την άφηνε να σκεφτεί καθαρά. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του με τις γροθιές σφιγμένες και τον αγριοκοίταξε. Η ψυχρότητά του την εκνεύριζε περισσότερο ~ 51 ~


από μια έκρηξη οργής. «Νομίσατε ότι ήθελα τόσο απεγνωσμένα να παντρευτώ, ότι είμαι τόσο ανίκανη να ζήσω χωρίς την καθοδήγηση ενός άντρα, ώστε θα έσπευδα να αδράξω την ευκαιρία;» «Νόμιζα ότι είσαστε αρκετά ώριμη και λογική ώστε να διακρίνετε τα οφέλη που θα προέκυπταν και για τους δύο από έναν τέτοιο διακανονισμό», αντέτεινε εκείνος. «Προφανώς έκανα λάθος». «Ναι. Προφανώς. Μπορεί να με βρίσκετε “κατάλληλη”, αλλά σας βεβαιώνω ότι εγώ δε βρίσκω σ’ εσάς τίποτε κατάλληλο για μένα!» Τα μάτια του πέταξαν σπίθες, ακούγοντας τα λόγια της. Η Αϊρίν σκέφτηκε ότι ο θυμός την είχε παρασύρει, αλλά αρνήθηκε να υποχωρήσει και να φανεί ότι την τρόμαζε εκείνος ο αγριεμένος άντρας που πυργωνόταν μπροστά της. Τον κοίταξε κατάματα και τίναξε το πιγούνι της προκλητικά. Ξαφνικά εκείνος άπλωσε το χέρι του και την έπιασε από τον καρπό, ακινητοποιώντας τη στο σημείο που στεκόταν - αν και δεν ήταν απαραίτητο, γιατί η Αϊρίν ποτέ δε θα έδειχνε αδυναμία φεύγοντας μακριά του. Την κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα του ήταν παγερό και σκληρό σαν γυαλί. «Δε βρίσκετε;» μουρμούρισε σε έναν τόνο που η ηρεμία του τον έκανε ακόμα πιο απειλητικό. «Νομίζω, λαίδη μου, ότι θα διαπιστώσετε το αντίθετο». Και σκύβοντας, έβαλε το άλλο του χέρι στον αυχένα της και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της.

~ 52 ~


Κεφάλαιο 4

Η Αϊρίν έμεινε ακίνητη, γιατί η κατάπληξη την είχε παραλύσει. Κανένας άλλος άντρας έως τότε δεν είχε το θράσος να τη φιλήσει. Τα χείλη του ήταν ζεστά πάνω στα δικά της, σφιχτά αλλά μαλακά, και ξύπνησαν μέσα της ένα πλήθος αισθήσεων που ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει. Ένιωθε μια έξαψη και ταυτόχρονα ήταν παγωμένη και ένα ρίγος απλωνόταν σε όλο της το σώμα και κατέληγε κάπου χαμηλά στην κοιλιά της. Το στόμα του πίεσε επίμονα το δικό της και τα χείλη της άνοιξαν ενστικτωδώς. Η γλώσσα του γλίστρησε μέσα, ξαφνιάζοντάς την ακόμα περισσότερο και στέλνοντας πιο έντονα ρίγη ευχαρίστησης παντού. Την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του, πιέζοντάς τη με δύναμη πάνω στο σώμα του, έτσι που η Αϊρίν ένιωσε την κάθε του λεπτομέρεια πάνω στο δικό της. Την περιέβαλλαν η δύναμη και η ζεστασιά του, το στήθος της συντριβόταν πάνω στο μυώδες στέρνο του. Αργότερα θα σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να την είχε τρομάξει η ευκολία με την οποία την είχε κρατήσει ακίνητη, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθε κανένα φόβο, μόνο την έξαψη της συγκίνησης, την ευχαρίστηση που έκανε το αίμα να κυλάει καυτό στις φλέβες της, το ξαφνικό ξύπνημα του κορμιού της. Ένιωσε τη ζεστασιά της ανάσας του στο μάγουλό της, άκουσε το βραχνό βογκητό του και άρχισε να .τρέμει μέσα στην αγκαλιά του, απροετοίμαστη για τις μυριάδες των συναισθημάτων που την πλημμύριζαν. Κάτι σαν να άνοιξε βαθιά μέσα της και μια απερίγραπτη λαχτάρα που δεν είχε νιώσει άλλη φορά ξεχύθηκε προς τα έξω. Έσφιξε με δύναμη τα γόνατά της μεταξύ τους, νιώθοντας απορία και δέος για την επιθυμία που την είχε κυριεύσει. Τα χέρια του γλίστρησαν αργά στην πλάτη της και σταμάτησαν στους γλουτούς της. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στη σάρκα της, ~ 53 ~


την ανασήκωσαν προς το μέρος του κι εκείνη ένιωσε τη σκληρή γραμμή της επιθυμίας του να πιέζει το στομάχι της, το στόμα του ρούφηξε άπληστα το δικό της και η γλώσσα του αιχμαλώτισε τη γλώσσα της. Η Αϊρίν έσφιξε τους ώμους του και αρπάχτηκε από πάνω του γιατί ο πόθος είχε κάνει τα γόνατά της να λυθούν. Η γλώσσα της συνάντησε τη δική του και ένιωσε ένα ρίγος να τον συνταράζει. Την αγκάλιασε πάλι, τόσο σφιχτά, λες και ήθελε να λιώσει και να γίνει ένα μαζί της. Η Αϊρίν τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και παραδόθηκε σ’ εκείνη την αίσθηση, σ’ εκείνη την επιθυμία που δεν είχε νιώσει άλλη φορά στη ζωή της, λαχταρώντας κάτι που δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει. Τότε ακούστηκαν φωνές και το ξύσιμο ενός παπουτσιού στο πλακόστρωτο πάτωμα της βεράντας. Καταλαβαίνοντας πως δεν ήταν πια μόνοι, ο Ράντμπορν κατέβασε απότομα τα χέρια του και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, αναστενάζοντας βαθιά. Τα μάτια του έλαμπαν, μεγάλα και σκοτεινά, και το πρόσωπό του φαινόταν σφιγμένο από την υπερένταση. Κοιτάχτηκαν. Το μυαλό της Αϊρίν ήταν άδειο. Το μόνο που ήξερε ήταν τα συναισθήματα που τη συγκλόνιζαν. Για μια στιγμή ο Ράντμπορν φάνηκε κατάπληκτος και αποσβολωμένος όπως εκείνη, αλλά τότε ανοιγόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε προς το βάθος της βεράντας, όπου ένα άλλο ζευγάρι στεκόταν και συζητούσε. Το γέλιο της γυναίκας αντήχησε στη σιγαλιά της νύχτας και μετά το ζευγάρι γύρισε και προχώρησε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λες και οι κινήσεις των άλλων είχαν διαλύσει τη μαγεία που τη κρατούσε ακίνητη, η Αϊρίν προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα. Το σώμα της έτρεμε ακόμα από το πάθος που την είχε κυριεύσει, αλλά το μυαλό της ήταν πάλι καθαρό. Συνειδητοποίησε με φρίκη ότι πριν από λίγο βρισκόταν στην αγκαλιά του Ράντμπορν, τον φιλούσε με πάθος, και ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είχε βγει στη βεράντα και να τους είχε δει. Η υπόληψή της θα καταστρεφόταν, φυσικά, αλλά δεν ήταν αυτό που την απασχολούσε περισσότερο. Εκείνο που την έκανε κυριολεκτικά να φρίξει ήταν η σκέψη ότι για μερικές φορές είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στο πάθος. Δεν είχε σκεφτεί τίποτε -ούτε το καλό της όνομα ούτε τι διακυβευόταν. Κυριολεκτικά τίποτε. Είχε παραδοθεί στη σαρκική επιθυμία, είχε τυφλωθεί από την ανάγκη, είχε κινηθεί από καθαρή επιθυμία, σαν το πιο πρωτόγονο κτήνος. Πάντοτε υπερηφανευόταν για την αυτοκυριαρχία της, για την ~ 54 ~


τετράγωνη λογική της. Έλεγε στον εαυτό της ότι δεν έμοιαζε σε τίποτα στον πατέρα της, που διαφεντευόταν από τα πάθη και τις ορμές του. Εκείνη σκεφτόταν πριν πράξει· ήθελε μια λογική και μετρημένη ζωή, απαλλαγμένη από τα προβλήματα που δημιουργούσε το συναίσθημα. Κι όμως εδώ δε βρισκόταν στον έλεγχο του νου της αλλά στο έλεος των ταπεινότερων ενστίκτων. Δε σκεφτόταν τίποτε, δεν επιθυμούσε τίποτε παρά μόνο να ικανοποιήσει τις σαρκικές ορέξεις της. Όπως ο πατέρας της, έτσι κι εκείνη, είχε κυριευτεί από μια πρωτόγονη πείνα και είχε αφεθεί στη δύναμή της. Όταν ο λόρδος Ράντμπορν την αγκάλιασε διά της βίας και τη φίλησε, θα έπρεπε να τον χαστουκίσει. Θα έπρεπε να του απαντήσει με τη σκληρή επιτίμηση που του άξιζε. Αντί γι’ αυτό, είχε λιώσει μέσα στην αγκαλιά του. Πλημμυρισμένη από επιθυμία, του είχε ανταποδώσει το φιλί, είχε τυλίξει τα χέρια της στο λαιμό του και είχε αρπαχτεί από πάνω του. Του είχε δοθεί σαν να ήταν η πιο αδύναμη γυναίκα, επιτρέποντάς του να την κάνει υποχείριό του. Να της επιβληθεί. Ήταν γεμάτη θυμό και αηδία για τον εαυτό της αλλά και για κείνον τον άνθρωπο που την είχε φέρει σ’ αυτή την κατάσταση. Τον κοίταξε αγριωπά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν το θυμό επειδή έδιωχνε από μέσα της τον πόθο που την είχε κυριεύσει νωρίτερα. Ο Ράντμπορν την κοιτούσε επίμονα και η Αϊρίν κατάλαβε ότι κι εκείνος είχε συνέλθει. Η άγρια λάμψη είχε σβήσει από τα μάτια του. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο και τα χείλη του σφιγμένα σε μια λεπτή γραμμή. «Τελικά φαίνεται ότι δεν είμαι και τόσο ακατάλληλος, σωστά;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. «Τουλάχιστον σε έναν τομέα». Η οργή ξεχείλισε από μέσα της και τον χαστούκισε με όλη της τη δύναμη. Το κεφάλι του γύρισε στο πλάι από τη δύναμη του χτυπήματος, και όταν στράφηκε πάλι προς το μέρος της το σημάδι που είχαν αφήσει τα δάχτυλά της ξεχώριζε ασπριδερό πάνω στο ηλιοκαμένο του δέρμα πριν αρχίσει να κοκκινίζει. Έσφιξε τα δόντια του και για μια στιγμή τα μάτια του άστραψαν από οργή, αλλά δεν είπε τίποτα. «Δε θα παντρευτώ κανέναν», είπε πνιχτά η Αϊρίν, έτοιμη σχεδόν να βάλει τα κλάματα. « Αλλά ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που αποφάσιζα να παντρευτώ, σίγουρα δε θα παντρευόμουν εσένα!» Έκανε μεταβολή και επέστρεψε φουριόζα στην αίθουσα του χορού χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η Φραντσέσκα είχε βρει ένα ωραίο σημείο απ’ όπου μπορούσε ~ 55 ~


να παρακολουθεί τους χορευτές και τις δύο πόρτες που οδηγούσαν στη βεράντα. Στεκόταν παράμερα από τους περισσότερους άλλους καλεσμένους και ελαφρά κρυμμένη πίσω από ένα φοίνικα σε γλάστρα, έτσι τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά δεν της είχε πιάσει κανείς κουβέντα. Είχε βρει εκείνο το μέρος λίγα λεπτά αφότου ο λόρδος Ράντμπορν είχε φύγει με την Αϊρίν Γουίνγκεϊτ. Την είχε εκπλήξει το γεγονός ότι ο κόμης είχε καταφέρει να πείσει την Αϊρίν να κάνει μια βόλτα μαζί του και, αν δεν έκανε λάθος, την είχε παρασύρει έξω στη βεράντα. Σκέφτηκε πως ο κόμης ήταν πολύ πιο αποφασιστικός ή έξυπνος από τους περισσότερους άντρες, γιατί η Αϊρίν σπάνια επέτρεπε σε κάποιον να της επιβάλει τη θέλησή του. Φυσικά ελάχιστοι είχαν το θάρρος να δοκιμάσουν. Η τσουχτερή γλώσσα και η απέχθειά της προς τις ερωτοτροπίες ήταν πασίγνωστα στους κύκλους της αριστοκρατίας, γι’ αυτό κανείς δεν τολμούσε ούτε να διανοηθεί να την κορτάρει. Βέβαια, η αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο του κόμη μόνο άντρα που είχε πρόθεση να κορτάρει δεν έδειχνε. Ίσως γι’ αυτόν το λόγο είχε πάει μαζί του η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε αν υπήρχε πιθανότητα να πετύχει ο κόμης εκεί που οι άλλοι είχαν αποτύχει. Η περιέργειά της είχε κεντριστεί όταν ο Ράντμπορν της ζήτησε να συμπεριλάβει τη λαίδη Αϊρίν στον κατάλογο με τις πιθανές νύφες. Πρώτα-πρώτα αναρωτήθηκε από πού την ήξερε. Μέχρι να τον βρει ο Ρόκφορντ και να τον οδηγήσει πάλι στους κόλπους της οικογένειάς του, ο Γκίντεον δεν κυκλοφορούσε στους ίδιους κύκλους με την Αϊρίν, και από τη στιγμή που επέστρεψε, τα πράγματα έδειχναν ότι λίγο πολύ έμενε απομονωμένος στα κτήματα με τους συγγενείς του. Πού και πότε είχε δει την Αϊρίν; Επιπλέον, γιατί ενδιαφερόταν για κείνη; Φυσικά η κοπέλα δεν ήταν άσχημη. Αντίθετα, κατά τη γνώμη της Φραντσέσκα ήταν μία από τις ελκυστικότερες γυναίκες στο Λονδίνο. Τα μεγάλα μάτια της είχαν ένα καθαρό ανοιχτοκάστανο χρώμα, σχεδόν χρυσαφένιο, και τονίζονταν υπέροχα από τις μακριές βλεφαρίδες και τα ωραία τοξωτά φρύδια που ήταν έναν τόνο πιο σκούρα από τα μαλλιά της. Τα χαρακτηριστικά της ήταν αρμονικά, αν και κάπως αδρά, και τα πυκνά σγουρά μαλλιά της της έδιναν μια λιονταρίσια όψη που ήταν πολύ εξωτική. Μπορεί να μην ήταν η κλασική καλλονή, αλλά ήταν όμορφη. Ή μάλλον θα μπορούσε να ήταν αν έκανε μια προσπάθεια να αναδείξει τα προσόντα της. Συνήθως κρατούσε τα μαλλιά της μαζεμένα σε έναν αυστηρό κότσο, κρύβοντας έτσι το πιο ωραίο χαρακτηριστικό της. Τα ρούχα της ήταν εξίσου αυστηρά· αν και από καλά υφάσματα, ήταν απλά ~ 56 ~


σε σημείο που να φαίνονται κακόγουστα. Δεν επέτρεπε τίποτε που θα μπορούσε να γλυκάνει λιγάκι την εμφάνισή της -αλλά ούτε και την προσωπικότητά της. «Κρυβόμαστε;» άκουσε κάποιον η Φραντσέσκα να λέει σε ξερό τόνο από πίσω της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Χαμογέλασε. Ο σερ Λούσιεν Τάλμποτ στεκόταν και την κοιτούσε με τη γνώριμη σαρκαστική του έκφραση και τα φρύδια ανασηκωμένα με εύθυμη απορία. «Ή μήπως κατασκοπεύουμε;» συμπλήρωσε καθώς προχωρούσε για να σταθεί δίπλα της και να ρίξει μια ματιά στην απέναντι πλευρά της αίθουσας. «Να σου κάνω συντροφιά;» «Φυσικά», του απάντησε χαμογελώντας. Ο σερ Λούσιεν ήταν ο παλιότερος και πιο αγαπημένος της φίλος και ο μόνος που γνώριζε τη δεινή οικονομική της κατάσταση. Επειδή κι εκείνος έμενε συχνά με άδειες τσέπες, είχε καταλάβει από καιρό ότι η Φραντσέσκα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Και μάλιστα, ειδικά το πρώτο διάστημα μετά το θάνατο του συζύγου της, είχε πάρει ο ίδιος μερικά αντικείμενα για να τα πουλήσει ή να τα ενεχυριάσει για λογαριασμό της, εφ’ όσον μια λαίδη δεν ήταν δυνατόν να κάνει τέτοια πράγματα. Αν και η Φραντσέσκα δεν του είχε πει ποτέ ότι οι «αποστολές» που αναλάμβανε τα τελευταία χρόνια επιλέγονταν με βάση τα οικονομικά οφέλη της μίας ή της άλλης μορφής, ήξερε ότι ο σερ Λούσιεν υποψιαζόταν πως δεν οδηγούσε τα νεαρά κορίτσια της αριστοκρατίας στα πεδία των γαμήλιων μαχών που ήταν η κοσμική σεζόν του Λονδίνου απλώς και μόνο για λόγους ψυχαγωγίας. «Περιμένω να επιστρέψει η Αϊρίν Γουίνγκεϊτ στην αίθουσα. Βγήκε στη βεράντα πριν από λίγα λεπτά με τον κόμη Ράντμπορν». «Η Αϊρίν Γουίνγκεϊτ;» αναφώνησε ο σερ Λούσιεν, και τα φρύδια του έγιναν πάλι δύο τόξα από την έκπληξη. «Τη δοκιμάζεις για να δεις αν είναι κατάλληλη για το ρόλο της κόμισσας;» Η Φραντσέσκα του είχε μιλήσει μια μέρα πριν σχετικά με το σχέδιο της λαίδης Οντίλια να παντρέψει τον κληρονόμο καθώς και το δικό της ρόλο στο παιχνίδι. Ο σερ Λούσιεν, ως ένας από τους εγκυρότερους κριτές σε θέματα γούστου και μόδας, της είχε φανεί επανειλημμένα χρήσιμος, βοηθώντας τη να παρουσιάσει κάποια από τις «κοπέλες» της. «Ο λόρδος Ράντμπορν μου ζήτησε συγκεκριμένα να τη συμπεριλάβω. Συμφώνησα να του τη γνωρίσω απόψε. Κι αμέσως μόλις του τη σύστησα, την πήρε κι έφυγε». «Βγήκε στη βεράντα;» ρώτησε ο φίλος της, χαμηλώνοντας την ένταση της φωνής του σε έναν τόνο γεμάτο υπονοούμενα. «Ε, αυτό ~ 57 ~


δεν το περίμενα ποτέ από τη Σιδηρά Παρθένο». «Σε παρακαλώ, μη χρησιμοποιείς αυτό τον ανόητο όρο. Δεν καταλαβαίνω τη μανία των αντρών να σκαρφίζονται τόσο υποτιμητικά προσωνύμια». «Καλό μου κορίτσι, αφού της ταιριάζει και το ξέρεις». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε θέλω ούτε να φανταστώ πώς αποκαλούν εμένα», συμπλήρωσε η Φραντσέσκα. «Μα αγάπη μου, εσένα σε αποκαλούν “Αφροδίτη”, τι άλλο;» της απάντησε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Κόλακα», είπε γελώντας χαριτωμένα. Ο σερ Λούσιεν έμεινε σιωπηρός για μερικές στιγμές και παρατηρούσε τα τεκταινόμενα στην αίθουσα μαζί της. Στο τέλος ρώτησε: «Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι την ξεχώρισε;» «Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι πώς ήξερε ποια είναι. Υποθέτω ότι την είδε κάπου και του έκανε εντύπωση. Είναι πολύ ελκυστική, με τον τρόπο της». «Θα μπορούσε να ήταν εκθαμβωτική αν έκανε μια προσπάθεια», συμφώνησε εκείνος. «Θεωρώ ότι ο κόμης είναι πολύ οξυδερκής αφού κατάφερε να ξεχωρίσει την ομορφιά της». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε ξερά: «Πιστεύεις ότι το ενδιαφέρον του θα αντέξει ύστερα από μια βόλτα μαζί της στη βεράντα;» «Δεν ξέρω. Γι’ αυτό περιμένω να τους δω. Ελπίζω να μην το βάλει αμέσως στα πόδια. Όσο το σκέφτομαι τόσο τείνω να πιστέψω ότι η λαίδη Αϊρίν είναι ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα ένευσε καταφατικά. «Για κάποιο λόγο είναι εμφανές ότι ενδιαφέρεται ήδη για κείνη. Και η λαίδη Αϊρίν θα ταίριαζε ιδανικά στις απαιτήσεις της λαίδης Οντίλια. Η καταγωγή της είναι εξαιρετική και από τους δύο γονείς». «Ο γερο-λόρδος Γουίνγκεϊτ ήταν λιγάκι μασκαράς», αντέτεινε εκείνος. «Ναι, αλλά η σκανδαλώδης συμπεριφορά του ποτέ δεν είχε δυσάρεστο αντίκτυπο στην υπόληψη της λαίδης Αϊρίν ή της μητέρας της και του αδελφού της. Κι αν υπάρχει μια γυναίκα που έχει τη δύναμη να συμμορφώσει έναν άντρα, είναι αυτή». «Και την εξυπνάδα να κρύψει τα ελαττώματα που δεν μπορεί να ξεριζώσει», συμπλήρωσε ο σερ Λούσιεν. «Ακριβώς. Και το σημαντικότερο είναι ότι η λαίδη Αϊρίν μπορεί να υψώσει το ανάστημά της στη λαίδη Οντίλια. Δε θα της επιτρέψει να επιβάλει τη θέλησή της». «Όπως πολύ καλά γνωρίζουμε ότι θα προσπαθήσει να κάνει». ~ 58 ~


«Φυσικά», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Και από τα ελάχιστα που γνωρίζω για τον κόμη, χρειάζεται μεγάλη δύναμη χαρακτήρα για να τα βγάλει κανείς πέρα και μαζί του». «Αλήθεια;» Ο σερ Λούσιεν γύρισε και την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Νόμιζα πως θα ήταν... πώς να το πω ...» «Υποχείριο της λαίδης Ο;» Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Δε νομίζω. Όταν εμφανίστηκε ήταν κάπως... απότομος, ας πούμε, αλλά κάθε άλλο παρά φοβισμένος. Αντίθετα, όταν κοίταξα τη λαίδη Οντίλια, μου φάνηκε ότι εκείνη τον φοβόταν λιγάκι». «Για φαντάσου. Αυτό θα ήταν πρωτοφανές», μουρμούρισε ο σερ Λούσιεν. «Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ. Έδινε την εντύπωση ότι συμφωνούσε με το σχέδιό της αλλά όχι ότι την υπάκουε. Α, στάσου!» Ίσιωσε το σώμα της και τον άδραξε από το μανίκι. «Να τη. Αχ, Θεέ μου, δε φαίνεται καθόλου χαρούμενη». Ο Λούσιεν ακολούθησε το βλέμμα της και είδε την Αϊρίν. Μόλις είχε μπει στην αίθουσα από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και τώρα προχωρούσε μέσα από τον κόσμο ευθυτενής και άκαμπτη. Καθώς περπατούσε, δεν κοίταζε ούτε δεξιά ούτε αριστερά της. Το σαγόνι της ήταν σφιγμένο, το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο και τα μάτια της άστραφταν από θυμό. Ο Λούσιεν πρόσεξε ότι ο κόσμος παραμέριζε στο πέρασμά της. «Δε θα έλεγα ότι πήγε καλά», μουρμούρισε στη Φραντσέσκα. Εκείνη αναστέναξε. «Δυστυχώς, έτσι νομίζω κι εγώ». Κοίταξε στο πλάι και είδε ότι ο δούκας του Ρόκφορντ ερχόταν προς το μέρος τους από την κατεύθυνση της αίθουσας χαρτοπαιγνίου. «Τι άλλο θα συμβεί», μουρμούρισε. Ο σερ Λούσιεν την κοίταξε και γύρισε προς τα κει. «Πάλι καλά», είπε γελώντας κοφτά. «Θα μπορούσε να ήταν η λαίδη Οντίλια». Η Φραντσέσκα γούρλωσε τα μάτια της. «Δάγκωσε τη γλώσσα σου, Λούσιεν! Τώρα θα εμφανιστεί στα σίγουρα». Εκείνος έπνιξε ένα γέλιο και είπε στο δούκα που είχε πλησιάσει: «Ρόκφορντ, καλέ μου φίλε. Όπως πάντα χαίρομαι που σε βλέπω». «Σερ Λούσιεν. Λαίδη Χόξτον». Στάθηκε δίπλα στη Φραντσέσκα. «Ομολογώ, λαίδη μου, ότι δε φαίνεσαι καθόλου χαρούμενη». Εκείνη τον κοίταξε παγερά. «Αυτό εξαρτάται από το αν έχεις φέρει μαζί σου και τη λαίδη Πενκάλι». «Όχι, είμαι στην ευτυχή θέση να πω ότι δεν είναι μαζί μου», απάντησε ο Ρόκφορντ. Μετά χαμογέλασε και πρόσθεσε: «Ωστόσο ~ 59 ~


νομίζω πως την είδα στην αίθουσα χαρτοπαιγνίου πριν από λίγο». «Ώστε γι’ αυτό έφυγες», αντιγύρισε με ξινό ύφος η Φραντσέσκα. «Μα φυσικά», παραδέχθηκε εκείνος χωρίς ίχνος ενοχής. «Μπορεί να μη θέλεις να τη βλέπεις, αλλά εσύ δεν έχεις την ατυχία να είσαι δεμένη μαζί της με δεσμούς αίματος. Μόνο τότε θα καταλάβαινες πόσο δειλός και υποταγμένος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος». «Τι ανοησίες είναι αυτές που λες», τον αποπήρε εκείνη. «Ποτέ δεν έχεις φοβηθεί κανέναν και τίποτε στη ζωή σου». Εκείνος την κοίταξε για μια στιγμή ερευνητικά και στο τέλος είπε: «Αχ, και να ’ξερες, λαίδη μου ...» Η Φραντσέσκα έκανε ένα μορφασμό και γύρισε το κεφάλι της αλλού. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ελαφρά και δεν ήξερε καν το γιατί. Ο Ρόκφορντ είχε μια ενοχλητική ικανότητα να την αναστατώνει. Καθώς το βλέμμα της σάρωνε το χώρο, είδε τον κόμη του Ράντμπορν να μπαίνει στην αίθουσα από την άλλη μπαλκονόπορτα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι φαινόταν ακόμα πιο μπουρινιασμένος απ’ όσο η λαίδη Αϊρίν. Η Φραντσέσκα κρυφοαναστέναξε. Κατά τα φαινόμενα αυτή η ευκαιρία είχε χαθεί. Ίσως ήταν λάθος της να τους συστήσει τόσο νωρίς. Όμως κάποια στιγμή ο κόμης θα μιλούσε με την Αϊρίν και πάλι το ίδιο πρόβλημα θα προέκυπτε. Άρα μάλλον ήταν καλύτερα που όλα είχαν τελειώσει νωρίς και δεν είχε χάσει άδικα το χρόνο της. «Ο φίλος σου ο λόρδος Ράντμπορν φαίνεται κάπως άγριος», παρατήρησε στον Ρόκφορντ. «Όχι δα και φίλος μου», διαμαρτυρήθηκε ήπια εκείνος. «Όμως φαντάζομαι ότι μπορεί να γίνει αρκετά... σκληρός. Υποψιάζομαι ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει στους δρόμους του Λονδίνου. Μεγάλωσε σε τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό που μεγαλώσαμε εμείς, λαίδη Χόξτον». «Πράγματι. Όμως και το δικό μας ήταν επικίνδυνο, για άλλους λόγους». Του έριξε μια ματιά και ο Ρόκφορντ την κοίταξε επίμονα. Δεν της απάντησε, αλλά η Φραντσέσκα κοίταξε βιαστικά αλλού γιατί αντιλήφθηκε τον σερ Λούσιεν να την παρατηρεί με περιέργεια. Ο δούκας στράφηκε προς το μέρος τους και είπε χαμηλόφωνα: «Το νου σας, φίλοι μου. Πλησιάζει η λαίδη Πενκάλι». Κάνοντας μια υπόκλιση, ψιθύρισε: «Δυστυχώς πρέπει να σας αφήσω». «Δειλέ», είπε η Φραντσέσκα. Εκείνος χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα και απομακρύνθηκε.

~ 60 ~


Δίπλα της, ο σερ Λούσιεν πήγε να φύγει, αλλά η Φραντσέσκα γύρισε και τον κάρφωσε στη θέση του με μια ματιά. Ο Λούσιεν αναστέναξε, έμεινε εκεί που ήταν και χαμογέλασε βεβιασμένα. «Λαίδη Πενκάλι», είπε, κάνοντας μια κομψή υπόκλιση. «Τι ασυνήθιστη χαρά να σας βλέπω». «Όχι κολακείες σ’ εμένα, Τάλμποτ», αποκρίθηκε ξερά εκείνη, αν και η Φραντσέσκα κατάλαβε ότι κρατιόταν για να μη χαμογελάσει. «Πήγαινε να εξασκήσεις το ταλέντο σου σε καμιά άλλη, εμπρός! Θέλω να μιλήσω με τη Φραντσέσκα». «Αμέσως, λαίδη μου». Ο Λούσιεν έριξε μια ματιά γεμάτη ευθυμία στη Φραντσέσκα καθώς υποκλινόταν στις δύο γυναίκες και έφευγε. «Αποφασίσαμε τι θα κάνουμε», συνέχισε η λαίδη Οντίλια χωρίς προεισαγωγές. «Θα οργανώσουμε μια δεξίωση στο Ράντμπορν Παρκ». «Πώς είπατε;» «Για να βρούμε ταίρι στον κόμη», συμπλήρωσε η ηλικιωμένη γυναίκα κάπως εκνευρισμένα, λες και η Φραντσέσκα ήταν καμιά αργόστροφη. «Αυτό δεν είναι το σχέδιό μας, το ξέχασες;» «Ασφαλώς και δεν το ξέχασα. Απλώς δεν καταλαβαίνω πώς μια δεξίωση...» «Θα είναι ο καλύτερος τρόπος να του παρουσιάσουμε τις κοπέλες που διαλέξαμε. Έχω πειστεί πλέον ότι στο Λονδίνο δεν πρόκειται να βρούμε τη συμβία που του ταιριάζει. Παραείναι κομψό και φινετσάτο. Είναι μοιραίο να φαίνεται σαν παρείσακτος ανάμεσα σε άντρες σαν τον Τάλμποτ. Παρεμπιπτόντως, πολύ κόλακας αυτός εδώ, αν θες τη γνώμη μου, αλλά να ξέρεις ότι τέτοιοι αρέσουν στις γυναίκες. Και σαν τον Ρόκφορντ. Αν και οι γυναίκες πάντα θα γοητεύονταν από τον Ρόκφορντ ακόμα κι αν ήταν κακάσχημος. Λογικό, αφού είναι δούκας. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα». Κοίταξε τη Φραντσέσκα επιτιμητικά, λες και έφταιγε εκείνη για την παράκαμψη από το θέμα. «Το ζήτημα είναι ότι αν απομακρύνουμε αυτές τις κοπέλες από τον πολιτισμό, χωρίς αμφιβολία ο ανιψιός μου θα τους φανεί πιο ελκυστικός». «Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές γυναίκες που θα έβρισκαν τον τίτλο και την περιουσία του κόμη πολύ ελκυστικά όπου κι αν τον έβλεπαν», αποκρίθηκε ξερά η Φραντσέσκα. «Ναι, μπορεί, αλλά δε θέλω να το διακινδυνεύσω. Γι’ αυτό θα πω στην Πάνσι να διοργανώσει μια δεξίωση. Θα ετοιμάσουμε μαζί τη λίστα των καλεσμένων. Προετοίμασε όσες κοπέλες θεωρείς κα-

~ 61 ~


τάλληλες και μετά έλα νωρίτερα στο Ράντμπορν Παρκ για να προετοιμάσεις τον Γκίντεον. Διόρθωσε λιγάκι όποιες ελλείψεις του μπορείς. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Είμαι σίγουρη ότι θα δεχθεί ευκολότερα υποδείξεις από σένα, γιατί όπως έχω καταλάβει, δεν του αρέσουν καθόλου αυτές που του κάνω εγώ». «Όχι δα!» μουρμούρισε η Φραντσέσκα. Η λαίδη Πενκάλι την κοίταξε πονηρά. «Μη θαρρείς πως δεν καταλαβαίνω πότε με ειρωνεύεσαι, μικρή. Ξέρω πολύ καλά ότι κάθε άντρας θα προτιμούσε να πάρει οδηγίες από μια ωραία κοπέλα όπως εσύ παρά από μια ηλικιωμένη γυναίκα που δε μασάει τα λόγια της». Κούνησε κοφτά το κεφάλι σαν να έβαζε τέλος στη συζήτηση. «Πότε θα έρθεις στο Ράντμπορν Παρκ;» Όπως πάντα, η μανία της λαίδης να δίνει εντολές εκνεύρισε τη Φραντσέσκα, αλλά συμφωνούσε ότι η ιδέα της ήταν λογική. Και μια επίσκεψη λίγων εβδομάδων στο Ράντμπορν Παρκ θα τακτοποιούσε προσωρινά το πρόβλημα της επιβίωσής της. «Δεν είμαι σίγουρη. Ασφαλώς χρειάζομαι μερικές μέρες για να ετοιμάσω τα πράγματά μου και να προετοιμάσω το έδαφος». «Μη χρονοτριβείς, νεαρά μου. Πρέπει να βάλουμε μπροστά το σχέδιό μας». «Ασφαλώς, αλλά...» Είδε το λόρδο Ράντμπορν να πλησιάζει και σταμάτησε. «Α, λόρδε Ράντμπορν. Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω». Αυτό, φυσικά, ήταν ψέμα. Δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει μαζί του. Φαινόταν πολύ εκνευρισμένος και κάτι της έλεγε ότι θα ξέσπαγε σ’ εκείνη για ό,τι είχε συμβεί με την Αϊρίν Γουίνγκεϊτ. Ο Ράντμπορν χαιρέτησε με. ένα κοφτό νεύμα τη Φραντσέσκα και μετά τη θεία του. «Λαίδη Χόξτον. Λαίδη Πενκάλι». «Γκίντεον», απάντησε η λαίδη Οντίλια. «Σε είδα να μιλάς με τη λαίδη Αϊρίν πριν από μερικά λεπτά». Τον κοίταξε με ελπίδα. Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Η λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ είναι ξιπασμένη, πεισματάρα και σνομπ. Είμαι βέβαιος ότι δεν κάνει για σύζυγός μου». Ακόμα και η λαίδη Οντίλια έμεινε άφωνη, ακούγοντας αυτή τη δήλωση. Η Φραντσέσκα έσπευσε να σπάσει τη σιωπή που ακολούθησε. «Κατάλαβα. Άρα τώρα έχουμε ακόμη σοβαρότερο λόγο για να προχωρήσουμε στο σχέδιό μας. Η θεία σας κι εγώ μόλις τώρα συζητούσαμε το ενδεχόμενο μιας δεξίωσης στο Ράντμπορν Παρκ. Ελπίζω να συμφωνείτε κι εσείς. Φαίνεται καλός τρόπος για να γνωρίσετε νεαρές κυρίες και να σας γνωρίσουν κι εκείνες. Μία ή δύο εβδομάδες στην εξοχή προσφέρουν πολύ περισσότερες ευκαιρίες από το να ~ 62 ~


περιφέρεται κανείς από χορό σε χορό εδώ στην πρωτεύουσα». Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Αναμφίβολα. Το αφήνω στα άξια χέρια σας. Και της θείας μου, φυσικά». «Πολύ ωραία». Η Φραντσέσκα ανακουφίστηκε. Ευτυχώς ο Ράντμπορν δεν ήθελε να κάνει σκηνή ούτε και να θεωρήσει εκείνη υπεύθυνη για ό,τι του είχε πει η Αϊρίν. «Και τώρα θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω. Έχω δουλειές. Με την άδειά σας». «Φυσικά». Η Φραντσέσκα δεν είχε καμία αντίρρηση να τον αφήσει να φύγει, αν και όπως ήταν φυσικό αναρωτήθηκε τι είδους δουλειές ήταν αυτές που απαιτούσαν την παρουσία του τέτοια ώρα. Η λαίδη Οντίλια χλόμιασε λιγάκι και κοίταξε γύρω για να δει αν είχε ακούσει κανείς τον ανιψιό της να μιλάει για δουλειές. Ο Ράντμπορν υποκλίθηκε, έκανε μεταβολή και άρχισε να απομακρύνεται. Ξαφνικά, ύστερα από μερικά βήματα, κοντοστάθηκε, γύρισε και επέστρεψε κοντά τους. «Λαίδη Χόξτον», είπε βλοσυρά, «όταν θα ετοιμάζετε τον κατάλογο των καλεσμένων...» Κόμπιασε και πρόσθεσε κοφτά: «Προσθέστε και τη λαίδη Αϊρίν».

~ 63 ~


Κεφάλαιο 5

Τ ο επόμενο πρωί, η Αϊρίν σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τη νύφη της που καθόταν απέναντι της στο τραπέζι. Η Μόρα ήταν ασυνήθιστα χλομή και τα βλέφαρά της βαριά και μελανά. Αν ήταν άλλη, η Αϊρίν θα αναρωτιόταν μήπως είχε πιει υπερβολικά το προηγούμενο βράδυ στο χορό των Σπενς. Ίσως δεν αισθάνεται καλά, σκέφτηκε. Ήταν ασυνήθιστα λιγομίλητη από την πρώτη στιγμή που είχε καθίσει στο τραπέζι για πρωινό και σκάλιζε ανόρεχτα το φαγητό της. Η Αϊρίν κοίταξε το δικό της πιάτο και πρόσεξε ότι ούτε εκείνη είχε φάει πολύ. Ωστόσο γνώριζε την αιτία της δικής της ανορεξίας. Ύστερα από την άδοξη κατάληξη που είχε η βόλτα της με το λόρδο Ράντμπορν, είχε περάσει την υπόλοιπη ώρα βράζοντας από θυμό. Ήθελε να φύγει από τη γιορτή αλλά η Μόρα δεν το είχε καν συζητήσει και στο τέλος είχε βρει μια ήρεμη γωνιά στο διάδρομο όπου πέρασε την υπόλοιπη βραδιά. Αν και δεν την ενόχλησε κανείς, κάθε άλλο παρά ευχάριστη ήταν η ώρα που έμεινε εκεί, γιατί στο μυαλό της έφερνε και ξανάφερνε την αγενή συμπεριφορά του λόρδου Ράντμπορν αλλά και τη δική της παράλογη αντίδραση. Ακόμα κι όταν τελικά έφυγαν από το χορό και κατέφυγε στο άδυτο του δωματίου της, δε βρήκε ησυχία. Πλάγιασε αλλά στριφογυρνούσε άυπνη στο κρεβάτι, επαναλαμβάνοντας νοερά τη στιγμή του φιλιού του στη βεράντα. Πέρασαν ώρες μέχρι να την πάρει ο ύπνος, αλλά ακόμα κι όταν κοιμήθηκε την τυραννούσαν λάγνα, ερωτικά όνειρα, ώσπου ξύπνησε με καρδιοχτύπι και λουσμένη στον ιδρώτα. Σαν αποτέλεσμα, είχε κατέβει για πρωινό αργοπορημένη, νιώθοντας σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου, και τσιμπολογούσε ανόρεχτα το φαγητό της. Έφαγε άλλη μια μικρή μπουκιά ομελέτα και κοίταξε τους άλλους που κάθονταν γύρω στο τραπέζι. Πρόσεξε ότι ο Χάμφρι και η ~ 64 ~


μητέρα της έριχναν κλεφτές ματιές γεμάτες ανησυχία στη Μόρα και αναρωτήθηκε τι είχε πάθει πάλι η νύφη της. Σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της, η Μόρα σήκωσε το κεφάλι και της είπε απότομα: «Δεν μπορώ να καταλάβω τι σ’ έπιασε χτες βράδυ και βιαζόσουν τόσο πολύ να φύγουμε από τη γιορτή, Αϊρίν. Μου χάλασες τη διάθεση». Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της με απορία. «Είχα πονοκέφαλο. Αλλά τελικά δε φύγαμε, οπότε δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο σου χάλασα τη διάθεση». « Αϊρίν...» είπε χαμηλόφωνα ο αδελφός της, με προειδοποιητικό τόνο. Τον κοίταξε και ένιωσε αδικημένη. Τόσο ξετρελαμένος ήταν με τη γυναίκα του ώστε δεν της επέτρεπε ούτε να εκφράσει τη γνώμη της; «Τι, Χάμφρι; Έκανα μια λογική ερώτηση. Δε συμφωνείς;» «Δεν είναι αυτό». Έριξε πάλι μια ανήσυχη ματιά στη γυναίκα του. «Είναι απαραίτητο να το συζητήσουμε την ώρα του φαγητού;» «Ήταν πολύ όμορφη γιορτή, δε συμφωνείτε;» βιάστηκε να προσθέσει η λαίδη Κλερ. «Εγώ διασκέδασα πολύ. Εσύ, Χάμφρι;» «Ναι, μητέρα, και βέβαια διασκέδασα». Της χαμογέλασε τρυφερά. «Χάρηκα που σε είδα ευτυχισμένη». «Ήταν πολύ ευχάριστη βραδιά», συμφώνησε η Μόρα. «Και δεν είχα πρόθεση να σε κατακρίνω, Αϊρίν. Απλώς θα ήθελα να κάνεις περισσότερη προσπάθεια. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους της λαίδης Χόξτον που ασχολήθηκε μαζί σου και έπειτα σε είδα μ’ εκείνο τον κύριο... Ποιος είπες ότι ήταν, μητέρα;» «Ο λόρδος Ράντμπορν», απάντησε η λαίδη Κλερ. «Ναι, έμεινα κατάπληκτη όταν μου τον έδειξε η Μόρα. και είπε ότι είχες κάνει βόλτα στην αίθουσα μαζί του. Δεν τον είχα δει άλλη φορά, αλλά η κυρία Σρούσμπερι μου είπε ότι ήταν ο κληρονόμος των Μπανκς που είχε απαχθεί πριν από χρόνια. Τι θλιβερή ιστορία». Κ ούνησε το κεφάλι της και πλατάγισε τη γλώσσα της με θλίψη. «Ναι, αλλά το σημαντικό είναι ότι σου είπε πως είναι πάμπλουτος», συνέχισε η Μόρα. «Πολύφερνος γαμπρός. Κι εσύ δεν έκανες τίποτα για να τον κερδίσεις, Αϊρίν, είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Αντίθετα, επέστρεψες και απαίτησες να φύγουμε αμέσως». «Δεν ενδιαφέρομαι για το λόρδο Ράντμπορν», δήλωσε κοφτά εκείνη. «Και βέβαια δεν ενδιαφέρεσαι!» φώναξε η Μόρα. «Για κανέναν άντρα δεν ενδιαφέρεσαι! Είσαι ο πιο αφύσικος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου ... Δε σε καταλαβαίνω. Μερικές φορές νομίζω ότι το κανείς επίτηδες για να μου μπεις στη μύτη». Την αγριοκοίταξε ~ 65 ~


και σούφρωσε με παιδιάστικο παράπονο τα χείλη της. Η Αϊρίν την κοίταξε εμβρόντητη. Αυτή η συμπεριφορά ήταν κάπως ασυνήθιστη, ακόμα και για τη Μόρα. «Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα», ξεκίνησε να της απαντάει ήρεμα. «Ω, μη μου μιλάς έτσι!» ξέσπασε εκείνη και αρπάζοντας την πετσέτα της, την πέταξε στο τραπέζι. «Δεν είμαι παιδί. Μου μιλάς λες και είμαι ανόητη. Και βέβαια έχει να κάνει μ’ εμένα! Αρνείσαι να παντρευτείς, ενώ κάθε φυσιολογική γυναίκα θα αδημονούσε, όμως εσύ προτιμάς να μένεις εδώ, έστω κι αν καταλήξεις γεροντοκόρη χωρίς δική σου ζωή. Προτιμάς να παρεμβαίνεις στη ζωή του Χάμφρι, να του λες διαρκώς τι πρέπει να κάνει και πώς να φερθεί...» Η Αϊρίν την κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό, εμβρόντητη από τα λόγια της. «Κι εσύ!» συνέχισε η Μόρα, γυρνώντας προς τον άντρα της, ενώ από τα μάτια της είχαν αρχίσει να αναβλύζουν δάκρυα. «Δεν περνάει ούτε μέρα χωρίς να ρωτήσεις την αδελφή σου τι πρέπει να γίνει. “Τι λες γι’ αυτό, Αϊρίν;”» τον μιμήθηκε με φωνή γεμάτη σαρκασμό. «“Τι να πω στο λόρδο Τάδε ή στο σερ Δείνα;” Ποτέ δε ζητάς τη γνώμη μου παρ’ όλο που είμαι η γυναίκα σου!» Ο Χάμφρι ανοιγόκλεισε τα μάτια του ξαφνιασμένος και για μια στιγμή δεν ήξερε τι να πει. Έπειτα έσκυψε μπροστά και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. «Καλή μου, τι είναι αυτά που λες; Και βέβαια με ενδιαφέρει η γνώμη σου». «Χ α!» Η Μόρα πετάχτηκε όρθια, τινάζοντας το χέρι του από πάνω της. «Δε νοιάζεσαι για μένα. Καθόλου δε νοιάζεσαι!» Και με ένα αναφιλητό βγήκε από το δωμάτιο. Οι άλλοι τρεις την κοίταξαν με κατάπληξη. «Χάμφρι! Αϊρίν!» είπε με ανησυχία η λαίδη Κλερ. «Τι... Γιατί...» «Ίσως θα έπρεπε να φύγω, Χάμφρι», είπε παγωμένα η Αϊρίν. Ανέκαθεν ήξερε ότι η Μόρα δεν τη συμπαθούσε και τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, αλλά δεν περίμενε τέτοιο μίσος εκ μέρους της νύφης της. «Όχι, όχι», είπε βιαστικά ο αδελφός της. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε, κοιτάζοντας μια προς την πόρτα και μια την Αϊρίν. «Μάλλον πρέπει να πάω κοντά της. Δεν ξέρω ... είναι τόσο ευέξαπτη τον τελευταίο καιρό». Γύρισε πάλι προς την αδελφή του με μια στενοχωρημένη έκφραση. «Σου ζητώ συγνώμη εκ μέρους της. Είμαι βέβαιος ότι δεν εννοούσε αυτά που είπε. Σε αγαπά, όπως και τη μητέρα, αλλά ... Ε, ναι, δεν ήθελε να το πούμε ακόμη σε κανέναν, αλλά βλέπω πως δε γίνεται αλλιώς. Η Μόρα είναι σε

~ 66 ~


ενδιαφέρουσα». Το πρόσωπό του κοκκίνισε ελαφρά και χαμογέλασε σχεδόν ντροπαλά. Η Αϊρίν τον κοίταξε με απορία, αλλά η Κλερ αναφώνησε με χαρά: «Περιμένει παιδί; Ω, Χάμφρι!» Έσφιξε τα χέρια πάνω στο στήθος της και το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Τι υπέροχα! Φαντάζομαι πόσο θα χάρηκες». «Παιδί;» Η Αϊρίν κοίταξε τη μητέρα της, μετά τον αδελφό της, χαμογέλασε, σηκώθηκε, πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Πόσο χαίρομαι!» «Το ήξερα ότι θα χαιρόσουν. Το είπα στη Μόρα ότι ήταν ανοησία να πιστεύει ότι δε θα χαρείς», απάντησε εκείνος με αφελή ειλικρίνεια. «Δεν είναι στα καλά της αυτό τον καιρό, αλλά τώρα καταλαβαίνεις γιατί είπε όσα είπε. Είναι ανοησία, φυσικά, αλλά ξέρω ότι δεν το έκανε με κακή πρόθεση». «Ασφαλώς», είπε εκείνη παρ’ όλο που δεν το πίστευε. «Όμως, Αϊρίν ...» Πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Θα μου κάνεις τη χάρη να αποφεύγεις δυσάρεστες συγκρούσεις μαζί της τις επόμενες βδομάδες; Είμαι βέβαιος ότι θα πάψει να είναι τόσο ευσυγκίνητη. Γιατί τώρα τη μια στιγμή γελάει και την άλλη κλαίει. Το παραμικρό την αναστατώνει». «Φυσικά. Σου υπόσχομαι να προσέχω τα λόγια μου», συμφώνησε εκείνη, παρ’ όλο που η καρδιά της. σφίχτηκε όταν σκέφτηκε τι θα έπρεπε να κάνει μέχρι να τελειώσει η εγκυμοσύνη της Μόρα. Αντίθετα από τον αδελφό της, υποψιαζόταν ότι η νύφη της θα εκμεταλλευόταν την κατάστασή της στο έπακρο. Ακόμα και μετά, για την ακρίβεια. Όταν θα είχε πια γεννήσει, θα απαιτούσε ακόμα μεγαλύτερη προσοχή ως μητέρα του παιδιού του Χάμφρι. «Ευχαριστώ», είπε ο αδελφός της χαμογελώντας πλατιά. «Το ήξερα ότι μπορώ να βασίζομαι σ’ εσένα». Τη χάιδεψε στοργικά στο χέρι μια τελευταία φορά και ετοιμάστηκε να φύγει. «Τώρα καλύτερα να πάω να της μιλήσω. Είμαι βέβαιος πως θα αισθάνεται απαίσια επειδή σου κακομίλησε». Η Αϊρίν τον άφησε να φύγει χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Αμφέβαλλε πολύ αν η Μόρα ένιωθε τύψεις για όσα είχε πει, αλλά δεν ήθελε να τον στενοχωρήσει. Ήξερε ότι η αγάπη του για τη Μόρα τον τύφλωνε και δεν τον άφηνε να δει τα ελαττώματά της. Γύρισε και κοίταξε τη μητέρα της που ακολουθούσε με το βλέμμα τον Χάμφρι και το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία. Τότε η λαίδη Κλερ γύρισε προς το μέρος της και η Αϊρίν είδε την έκφραση της χαράς να σβήνει σταδιακά από το πρόσωπό της. Ένιωσε ένα νυγμό ενοχής. Η μητέρα της ήταν η μόνη που είχε στενοχωρηθεί εξαιτίας του διαξιφισμού της με τη Μόρα. ~ 67 ~


«Αχ, Θεέ μου», είπε η μητέρα της αναστενάζοντας. «Φοβάμαι ότι θα περάσουμε μερικούς δύσκολους μήνες. Η Μόρα θα είναι σίγουρα... υπερευαίσθητη». «Αναμφίβολα», αποκρίθηκε ξερά εκείνη. «Αλλά μην ανησυχείς, θα βάλω τα δυνατά μου να συγκρατώ τη γλώσσα μου μπροστά της». «Το ξέρω, καλή μου». Η μητέρα της χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο έσβησε γρήγορα. Κοίταξε ένοχα προς την ανοιχτή πόρτα και χαμήλωσε τη φωνή της. «Φοβάμαι πως θα είναι δύσκολο να τα καταφέρεις. Δεν εννοώ τίποτε κακό για τη γυναίκα του αδελφού σου, αλλά...» «Το ξέρω ότι δεν εννοείς τίποτε κακό, μητέρα. Δεν υπάρχει πιο καλότροπος άνθρωπος από σένα. Η αλήθεια όμως είναι πως μερικές φορές η Μόρα γίνεται πολύ δύστροπη». «Είναι δύσκολο για ένα νεαρό ζευγάρι να έχει μια μητέρα κάτω από την ίδια στέγη. Μακάρι να μας είχε αφήσει μεγαλύτερο μερίδιο ο πατέρας σου. Δε θα ήταν υπέροχο αν είχαμε ένα δικό μας σπιτάκι;» Χαμογέλασε νοσταλγικά, σαν να το φανταζόταν. «Ασφαλώς». Μόνο που οι αναπολήσεις της Αϊρίν δεν ήταν τόσο νοσταλγικές όσο της μητέρας της. «Ο πατέρας όφειλε να σε είχε εξασφαλίσει». «Ε, ό,τι έγινε-έγινε». Η Αϊρίν ήξερε ότι ακόμα και τώρα η μητέρα της δεν ήθελε να πει κακό λόγο για τον άντρα της. «Εμείς τώρα πρέπει μόνο να βάλουμε τα δυνατά μας για να λειτουργεί το νοικοκυριό όσο πιο απρόσκοπτα γίνεται. Φυσικά η Μόρα θα προτιμά να έχει κοντά της τη δική της μητέρα και την αδελφή της, αν και θα στριμωχτούμε κάπως τόσοι άνθρωποι μέσα στο ίδιο σπίτι». Ξαφνικά έκανε μια παύση και συνοφρυώθηκε. «Ίσως δεν έπρεπε να χορέψω τόσο πολύ χτες βράδυ. Κατάλαβα ότι η Μόρα δυσαρεστήθηκε επειδή σηκώθηκα τόσες φορές να χορέψω με τον εξάδελφό μου. Ίσως δεν ήταν κόσμιο». «Ποτέ δε θα έκανες κάτι άκοσμο, μητέρα», τη διαβεβαίωσε η Αϊρίν. «Και δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό στο ότι χόρεψες με τον εξάδελφο και τους φίλους σου. Ζεις ανάμεσα σε αριστοκράτες από τα γεννοφάσκια σου και ξέρεις πολύ καλύτερα τι είναι σωστό και πρέπον, πόσο η κόρη ενός επαρχιώτη από το Γιόρκσαϊρ που ήρθε στην πόλη πριν από λίγο καιρό». «Αϊρίν!» Η λαίδη Κλερ έριξε μια ανήσυχη ματιά προς την πόρτα και μετά γύρισε πάλι σ’ εκείνη. « Δεν είναι σωστό να λες τέτοια πράγματα. Υποσχέθηκες να προσπαθήσεις να είσαι πιο διαλλακτική». «Θα προσπαθήσω», απάντησε εκνευρισμένα. «Αυτό όμως δε ~ 68 ~


σημαίνει πως δε θα λέω τη γνώμη μου. Τέλος πάντων, θα προσέχω να μην τη λέω μπροστά στη Μόρα. Αλλά μόνο για χάρη σου, μητέρα, όχι επειδή σέβομαι τις απόψεις ή τις ευαισθησίες της. Κατά τη γνώμη μου, είναι πιο χοντρόπετση κι από ελέφαντα». Παραδόξως, τα λόγια της έκαναν τη λαίδη Κλερ να γελάσει, αλλά αμέσως βιάστηκε να σκεπάσει το στόμα με την παλάμη της για να πνίξει το γέλιο, ενώ μια ξαφνιασμένη έκφραση έκανε τα μάτια της να γουρλώσουν. Για να το κρύψει, κούνησε το κεφάλι κοιτάζοντας την κόρη της αποδοκιμαστικά. Έπειτα ήπιε μια γουλιά τσάι και άφησε το φλιτζάνι κάτω. «Λοιπόν», είπε χαρωπά, «αν τελειώσαμε το πρόγευμά μας, πάμε να δούμε τι νήματα θα διαλέξουμε για μια μωρουδιακή κουβερτούλα. Δε θα είναι πολύ διασκεδαστικό να φτιάξουμε πράγματα για το μωρό;» «Ω, ναι». Η μητέρα της συνέχισε να φλυαρεί, χωρίς να δώσει σημασία στον ξερό τόνο της Αϊρίν. «Παπουτσάκια και σκουφάκια και ζακετάκια... αχ, δεν υπάρχει πιο γλυκό πράγμα από τα μωρουδίστικα ρουχαλάκια». Η Αϊρίν διαισθανόταν ότι αυτή η δουλειά θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη αν συμπαθούσε τη μέλλουσα μητέρα. Ωστόσο ήταν σημαντικό να ασχολείται η μητέρα της με ευχάριστα θέματα και να μην αναρωτιέται μήπως είχε δυσαρεστήσει τη νύφη της. Έτσι η Αϊρίν πήγε με τα νερά της αδιαμαρτύρητα και την ακολούθησε στο δωμάτιό της για να βγάλουν έξω τα νήματα και τις βελόνες ενώ η λαίδη Κλερ δεν έπαυε να μιλάει για σκουφάκια του ύπνου και κεντητά φορέματα και κουβερτούλες. Θα νόμιζε κανείς ότι ο ερχομός ενός βρέφους στον κόσμο απαιτούσε περισσότερα κομμάτια από την προίκα μιας μελλόνυμφης. Προσπάθησε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για τον άθλο που θα ήταν σίγουρα η απόφασή της να μη δυσαρεστήσει τη Μόρα γιατί ήξερε ότι έπρεπε να προσπαθήσει για χάρη της μητέρας της. Όμως εξοργιζόταν στη σκέψη και μόνο ότι θα ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με τις ιδιοτροπίες της, να μην εκφράζει τη γνώμη της όποτε διαφωνούσαν ή να χαμογελά ευγενικά όταν η Μόρα θα την κατέκρινε. Αν όμως δεν τα έκανε όλα αυτά, ήξερε ότι η μητέρα της θα στενοχωριόταν. Θα ζητούσε συγνώμη εκ μέρους της και θα προσπαθούσε να καλοπιάσει τη Μόρα αν εκείνη συγκρουόταν μαζί της και η Αϊρίν δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί ότι η μητέρα της θα υποτιμούσε τον εαυτό της με τέτοιο τρόπο μπροστά σε μια γυναίκα που κανονικά θα έπρεπε να ευχαριστεί την καλή της τύχη για μια τόσο καλή πεθερά όπως η λαίδη Κλερ. Σκέφτηκε για πολλοστή φορά πόσο ωραία θα ήταν αν μπορούσε να πάρει τη μητέρα της μακριά από αυτό το σπίτι. Γνώριζε ~ 69 ~


όμως πολύ καλά ότι ελάχιστοι τρόποι υπήρχαν για να κερδίσει μια αριστοκράτισσα χρήματα με έντιμο τρόπο -είτε να γίνει γκουβερνάντα είτε συνοδός ηλικιωμένης κυρίας. Αλλά ακόμα κι έτσι δε θα έφταναν για να νοικιάσει ένα σπίτι. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα σ’ αυτές τις δουλειές ήταν ότι η εργαζόμενη είχε κάπου να μείνει, αλλά φυσικά δεν μπορούσε να πάρει μαζί της κάποιο εξαρτώμενο απ’ αυτήν άτομο. Έστω όμως κι αν κατάφερνε να κερδίζει χρήματα είτε από μια τέτοια εργασία είτε ράβοντας είτε δουλεύοντας ως υπάλληλος σε κάποιο κατάστημα, η μητέρα της θα έφριττε αν της πρότεινε να φύγει από το σπίτι του γιου της για να μετακομίσει σε ένα δικό τους σπιτάκι. Κάτι τέτοιο θα αντανακλούσε άσχημα στον Χάμφρι και δε θα δεχόταν ποτέ να βλάψει με τέτοιο τρόπο το γιο της. Η ψυχή της Αϊρίν ήταν μαύρη όση ώρα σκεφτόταν πώς θα άλλαζε η ζωή τους με τη γέννηση ενός μωρού. Η Μόρα θα γινόταν ακόμα πιο αυτάρεσκη και ξιπασμένη επειδή θα έφερνε στον κόσμο το παιδί του λόρδου Γουίνγκεϊτ -ειδικά αν ήταν γιος και κληρονόμος. Μπο- ρούσε εύκολα να φανταστεί τις καυστικές παρατηρήσεις και τα χαιρέκακα σχόλιά της προς την Αϊρίν σχετικά με το γεγονός ότι εκείνη δε θα γνώριζε ποτέ τις χαρές και την ικανοποίηση της μητρότητας, τις χαμένες ευκαιρίες και την αδιαφορία της για την ανάγκη να βρει το πιο απαραίτητο για μια γυναίκα: ένα σύζυγο. Ανακουφίστηκε όταν η Μόρα έμεινε στο δωμάτιό της όλο το πρωί και δεν εμφανίστηκε παρά πολύ μετά το κολατσιό. Όμως το ευχάριστο διάλειμμα δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει για πολύ και νωρίς το απόγευμα κατέβηκε στο σαλόνι για να τους κάνει παρέα. Η λαίδη Κλερ είχε αρχίσει κιόλα να πλέκει μια κουβερτούλα. Ήταν πιο ωχρή απ’ όσο συνήθως και έπαιξε τέλεια το ρόλο της ανήμπορης, στέλνοντας υπηρέτες να της φέρουν το σάλι της, έπειτα τη βεντάλια της, μετά ένα σκαμνί για να ακουμπήσει τα πόδια της και επιτρέποντας στη λαίδη Κλερ να τη φροντίσει, να τακτοποιήσει το σάλι στους ώμους της, να πεταχτεί για να ισιώσει το σκαμνί όταν δεν τη βόλευε εντελώς. Η Αϊρίν, ωστόσο, κράτησε το στόμα της κλειστό και διατήρησε ένα ευγενικό χαμόγελο στα χείλη της όσο την άκουγε να φλυαρεί ακατάπαυστα για το επικείμενο ευτυχές γεγονός, διανθίζοντας τα σχόλιά της με συχνούς αναστεναγμούς και παράπονα. Όταν μία υπηρέτρια ήρθε για να αναγγείλει επισκέψεις, ανάσανε με ανακούφιση για τη διακοπή. Όμως ξαφνιάστηκε όταν η υπηρέτρια ανακοίνωσε πως η επισκέπτρια ήταν η λαίδη Χόξτον. Έριξε μια ματιά στη μητέρα της και διαπίστωσε ότι κι εκείνη είχε

~ 70 ~


ξαφνιαστεί. Η Φραντσέσκα Χόξτον δεν ήταν ποτέ συχνή επισκέπτρια στο σπίτι τους και από τότε που είχε καταφτάσει η Μόρα, οι επισκέψεις της είχαν σταματήσει εντελώς. Δεν την αδικούσε γι’ αυτό· και η ίδια θα απέφευγε τις βαρετές συζητήσεις της λαίδης Μόρα αν ήταν στο χέρι της. Όμως της φαινόταν παράξενο που είχε εμφανιστεί πάλι ξαφνικά, ειδικά ύστερα από την εξαιρετική μεταχείριση που της είχε επιφυλάξει το προηγούμενο βράδυ στη γιορτή. Η Μόρα, ωστόσο, δεν έδειξε να βρίσκει κάτι το περίεργο στην άφιξη της άλλης γυναίκας. Υποδέχθηκε τη λαίδη Χόξτον με ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά και ανοιχτές αγκάλες κι αφού τη χαιρέτησε εγκάρδια, άρχισε να φλυαρεί ακατάπαυστα χωρίς να αφήσει για αρκετά λεπτά στη λαίδη Χόξτον την ευκαιρία να αρθρώσει λέξη πέρα από ένα σποραδικό «Αλήθεια;» ή «Τι μου λέτε!» Η Αϊρίν δεν απόρησε καθόλου όταν πολύ σύντομα είδε τη Φραντσέσκα να μετακινείται ανήσυχα στο κάθισμά της και υποψιάστηκε ότι ετοιμαζόταν να διακόψει την επίσκεψή της με την πρώτη ευκαιρία. Πράγματι, όταν επιτέλους η Μόρα έκανε μια παύση για να πάρει ανάσα, η Φραντσέσκα έσπευσε να τους ανακοινώσει ότι λυπόταν πολύ αλλά δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο. «Ετοιμαζόμουν να κάνω έναν περίπατο στο πάρκο», εξήγησε. «Και πέρασα μόνο για να ρωτήσω τη λαίδη Αϊρίν αν θα ήθελε να με συνοδεύσει». Το πρόσωπο της Μόρα πήρε αμέσως μια σχεδόν κωμική έκφραση και η Αϊρίν έσπευσε να μιλήσει πριν προλάβει να βρει μια πρόφαση για να μην της επιτρέψει να φύγει. «Μα φυσικά, λαίδη Χόξτον, θα μου ήταν πολύ ευχάριστο». Κάλεσε μια υπηρέτρια για να της φέρει το μπονέ και τη φαρδομάνικη μπέρτα της και έπειτα πήρε βιαστικά τη Φραντσέσκα και έφυγαν, αδιαφορώντας για τους χονδροκομμένους υπαινιγμούς της Μόρα ότι ένας περίπατος με την άμαξα θα ήταν το καλύτερο φάρμακο για την αδιαθεσία της. «Ω, όχι, αδελφούλα», της είπε με ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο, ίδιο με της Μόρα, «δε νομίζω ότι ενδείκνυται για την κατάστασή σου. Τώρα θα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική, σωστά; Ξέχασες πως μόλις πριν από μερικά λεπτά παραπονιόσουν ότι σε πονά η μέση σου; Φοβάμαι πως μια διαδρομή με την άμαξα δε θα σε ωφελούσε καθόλου». Την κοίταξε με νόημα και απευθύνθηκε στη λαίδη Κλερ. «Δε συμφωνείς, μητέρα;» «Ω, ναι, η λαίδη Μόρα κι εγώ θα είμαστε μια χαρά εδώ», συμφώνησε η Κλερ, χτυπώντας χαϊδευτικά τη Μόρα στο μπράτσο. «Έτσι δεν είναι, καλή μου;» ~ 71 ~


Καθώς έβγαιναν από το σπίτι, η Φραντσέσκα δεν έκανε κανένα σχόλιο για την ολοφάνερη βιασύνη της Αϊρίν να απαλλαγεί από την παρουσία της νύφης της αλλά μιλούσε για ανώδυνα θέματα, τον καιρό, το ανοιχτό παϊτόνι της -«εντελώς ντεμοντέ πια, αφού πάνε δέκα χρόνια τώρα που μου το χάρισε ο λόρδος Χόξτον, αλλά ήταν το πρώτο δώρο που μου έκανε και δε θα μπορούσα να το πετάξω, έτσι δεν είναι;»- και το χορό των Σπενς το προηγούμενο βράδυ. Αμέσως μόλις ανέβηκαν στο εν λόγω παϊτόνι, ο αμαξάς ξεκίνησε και τράβηξαν κατά το Χάιντ Παρκ. Για μερικές στιγμές έμειναν σιωπηλές, απολαμβάνοντας την απαλή λιακάδα και το δροσερό αέρα της φθινοπωρινής μέρας. Η Αϊρίν γύρισε και κοίταξε τη σύντροφό της. Η Φραντσέσκα ένιωσε το βλέμμα της Αϊρίν πάνω της, γύρισε και το χαμόγελό της έκανε πάλι να φανεί εκείνο το χαριτωμένο λακκάκι στο μάγουλό της. «Μα το Θεό, σαν ν’ ακούω τα γρανάζια του μυαλού σου να γυρίζουν», είπε ανάλαφρα. «Εμπρός. Αφού δε μασάς τα λόγια σου». Η Αϊρίν γέλασε άθελά της. «Με εκπλήσσετε, λαίδη Χόξτον». «Σε παρακαλώ, λέγε με Φραντσέσκα. Γνωριζόμαστε από τον καιρό που έκανες το ντεμπούτο σου. Δε νομίζεις πως μπορούμε πια να μιλάμε μεταξύ μας στον ενικό;» «Γιατί;» αντιγύρισε εκείνη. «Πρόκειται να γίνουμε επιστήθιες φίλες;» Η ευθύτητά της δε φάνηκε να προσβάλλει τη λαίδη Χόξτον, αφού απλώς το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. «Σ’ αυτό προφανώς δεν μπορώ να σου απαντήσω. Όμως δε θα με παραξένευε καθόλου αν πολύ σύντομα γνωρίζουμε καλύτερα η μία την άλλη». «Και γιατί αυτό; Δεν εννοώ ότι έχω καμία αντίρρηση, αφού μόνο ευγνωμοσύνη μπορώ να νιώσω για το ότι με κάλεσες να κάνουμε μαζί μια βόλτα σήμερα, αλλά ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να ερμηνεύσω αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον σου για μένα». «Θα μπορούσα να πω ότι βρήκα πολύ αναζωογονητική την ειλικρίνειά σου χτες το βράδυ -άλλωστε δε θα ήταν ψέματα - και σκέφτηκα ότι θα έκανες πολύ ευχάριστο το απόγευμά μου με τη συντροφιά σου». «Και τι θα έλεγες αν αποφάσιζες να αποκαλύψεις τον πραγματικό λόγο για τον οποίο βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στην άμαξά σου; Σε πλεύρισε η λαίδη Γουίνγκεϊτ; Σου ζήτησε να ... με βοηθήσεις να βρω σύζυγο;» Στα μάγουλά της σχηματίστηκαν δύο κόκκινες κηλίδες θυμού. Η Φραντσέσκα την κοίταξε με έκπληξη. «Η λαίδη Γουίνγκεϊτ; Η μητέρα σου; Για ποιο λόγο να με ... Όχι, όχι, ποτέ δε μου είπε κάτι ~ 72 ~


τέτοιο». «Όχι η μητέρα μου. Η λαίδη Μόρα. Η γυναίκα του Χάμφρι. Σου μίλησε για μένα;» «Όχι. Σε βεβαιώνω. Γνωρίζω ελάχιστα τη λαίδη Γουίνγκεϊτ πώς σκέφτηκες ότι θα μου έλεγε ποτέ τέτοιο πράγμα;» «Επειδή βιάζεται να με παντρέψει και να με διώξει από το σπίτι», αποκρίθηκε η Αϊρίν κάπως πικρόχολα και έριξε ένα ντροπιασμένο βλέμμα στη Φραντσέσκα. «Συγνώμη. Θα με περνάς για πολύ ανόητη. Ξέρω ότι δεν είσαι φίλη με τη Μόρα. Αλλά να, τις προάλλες με ζάλισε πάλι λέγοντας ότι είμαι γεροντοκόρη και με πίεζε να απευθυνθώ σ’ εσένα. Έλεγε πως όσες κοπέλες ανέλαβες στο τέλος καλοπαντρεύτηκαν. Υποθέτω πως νομίζει ότι έχεις το μαγικό άγγιγμα. Και φοβήθηκα...» «Ποτέ δε θα συζητούσα για σένα με τη νύφη σου πίσω από την πλάτη σου», της απάντησε καλοσυνάτα η Φραντσέσκα. Η Αϊρίν την κοίταξε προσεκτικά και κατάλαβε ότι ήταν ειλικρινής. «Συγνώμη», είπε βιαστικά. «Ήταν λάθος μου να πιστέψω ότι θα συμμετείχες στις ραδιουργίες της Μόρα. Απλώς μου φάνηκε παράξενο, γιατί μόλις πριν από μερικές μέρες με παρότρυνε να ζητήσω τη βοήθειά σου». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της. «Καταλαβαίνω». Η έκφραση της συμπόνιας ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπό της. Η Αϊρίν κατάλαβε ότι η γυναίκα συμμεριζόταν την ανησυχία της περισσότερο απ’ όσο είχε φανταστεί. «Είμαι σίγουρη πως η κατάσταση είναι δύσκολη για σένα», πρόσθεσε με λεπτότητα. «Να ζεις με τη νύφη σου, που είναι και νιόπαντρη...» «Το απεχθάνομαι», είπε με πάθος. «Το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης είναι δικό μου, το ξέρω. Βλέπεις, έχω συνηθίσει να διευθύνω το νοικοκυριό, να είμαι κυρία του εαυτού μου. Φαίνεται πως μου είναι δύσκολο να παραδώσω τα ηνία». «Πάντως δυσκολεύομαι να φανταστώ εσένα και τη λαίδη Γουίνγκεϊτ να γίνεστε επιστήθιες φίλες». «Είναι θαύμα πώς δεν έχουμε πιαστεί ακόμα από τα μαλλιά», συμφώνησε η Αϊρίν με ένα ειρωνικό χαμόγελο και ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε πόσο εύκολο της ήταν να μιλάει στη Φραντσέσκα για τα προβλήματά της. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα τη συμπαθούσε, αλλά να που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Η Φραντσέσκα γέλασε. «Ε, τότε, ίσως θα ήταν σκόπιμο ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι το γάμο. Μόνο έτσι θα γλιτώσεις από τη Μόρα και θα είσαι κυρία στο σπίτι σου». «Όχι, έτσι θα γινόμουν κυρία στο σπίτι του συζύγου μου, χωρίς τίποτε δικό μου και υποχείριο ενός άντρα. Είναι πολύ πιο εύκολο να ~ 73 ~


ανέχομαι τα καυστικά σχόλια της Μόρα και τις γελοίες προσπάθειές της να ελέγξει τη ζωή μου. Τουλάχιστον στο σπίτι του Χάμφρι έχω έναν αδελφό που με υπερασπίζεται, αν και όχι πάντα, από τις εντολές της γυναίκας του. Και νομικά δε βρίσκομαι στο έλεός του. Ενώ όταν μια γυναίκα παντρεύεται, βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο έλεος του συζύγου της». Η Φραντσέσκα της έριξε μια ξαφνιασμένη ματιά, αλλά είπε μόνο: «Υπάρχουν γυναίκες που οι άντρες τους τις αγαπούν και τις σέβονται». «Αλλά πάντα είναι θέμα τύχης, σωστά;» Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Οι περισσότερες γυναίκες θέλουν να παντρευτούν. Είναι ικανοποιημένες με το ρόλο της συζύγου». «Θα μπορούσα να επισημάνω ότι εσύ δεν παντρεύτηκες ξανά, αν και πάνε χρόνια που πέθανε ο άντρας σου», της είπε πονηρά η Αϊρίν. Η λαίδη Χόξτον ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια της, αλλά συνήλθε αμέσως. «Ίσως επειδή δε βρήκα κάποιον που θα μπορούσε να με αγαπήσει όπως ο Άντριου». Η Αϊρίν μόρφασε. «Συγχώρεσέ με, αλλά γνώριζα το λόρδο Χόξτον. Ήταν ένας από τους συντρόφους του πατέρα μου στην κραιπάλη. Γνωρίζω πολύ καλά πώς περνούσε το χρόνο του, γιατί ξέρω πώς περνούσε ο πατέρας μου τον δικό του». «Θα ήταν ψέμα να πω ότι κάνεις λάθος», απάντησε ατάραχα εκείνη. «Ωστόσο η θέση μου ως χήρα είναι πολύ πιο εύκολη από τη δική σου ως εξαρτώμενη κουνιάδα. Για μένα είναι πολύ πιο εύκολο να αποφύγω το γάμο. Κι εν πάσει περιπτώσει, δεν είμαι παράδειγμα προς μίμηση». Γύρισε προς την άλλη μεριά και κοίταξε έξω το δρόμο. «Παντρεύτηκα λάθος άνθρωπο. Είμαι σίγουρη όμως ότι εσύ δε θα έκανες ποτέ το ίδιο λάθος μ’ εμένα». «Συγνώμη», είπε μετανιωμένη για τα σκληρά της λόγια η Αϊρίν. «Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι για τον άντρα σου. Συχνά ανοίγω το στόμα μου χωρίς να σκεφτώ. Είμαι περιβόητη γι’ αυτό, όπως ξέρεις. Δεν ήθελα να σε πληγώσω». «Όχι, μην ανησυχείς». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε. «Δεν είναι κακό να λες την αλήθεια σ’ εμένα... αν και δε θα σε συμβούλευα να ακολουθείς αυτή την τακτική με όλους. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι θα παρεξηγούσαν την ευθύτητά σου». · Η Αϊρίν της ανταπέδωσε το χαμόγελο και για μερικά λεπτά συνέχισαν τη βόλτα τους χωρίς να μιλούν. Στο τέλος είπε: «Όταν μου γνώρισες το λόρδο Ράντμπορν, χτες βράδυ, με πληροφόρησε ότι γυρεύει νύφη και σκεφτόταν να με συμπεριλάβει στις υποψήφιες». ~ 74 ~


«Ώστε έτσι...» Η Φραντσέσκα ανασήκωσε ανεπαίσθητα τα φρύδια της. «Νομίζω πως ο κόμης δε φημίζεται για το τακτ του». «Πράγματι. Τον πληροφόρησα ότι ο γάμος δε με απασχολεί και νόμιζα ότι η συζήτηση θα σταματούσε εκεί. Αλλά μετά ήρθες σπίτι μου για να με πάρεις μαζί σου στη βόλτα και να που καταλήξαμε να συζητάμε πάλι περί γάμου. Θέλεις να πιστέψω ότι είναι σύμπτωση;» Η Φραντσέσκα την περιεργάστηκε για μερικές στιγμές και στο τέλος ανασήκωσε τους ώμους της. «Η λαίδη Πενκάλι είναι θεία του λόρδου Ράντμπορν και ζήτησε τη βοήθειά μου. Έχεις δίκιο όταν λες ότι έχω αποκτήσει τη φήμη τ η ς...» έκανε μια αόριστη χειρονομία και το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση ευθυμίας, « .. ,προξενήτρας. Οι συγγενείς του κόμη επιθυμούν διακαώς να του βρουν σύζυγο. Ασφαλώς γνωρίζεις την τραγική Ιστορία του. Πιστεύουν λοιπόν ότι η κατάλληλη σύζυγος θα τον βοηθήσει να βρει τη θέση που του ανήκει δικαιωματικά στις τάξεις της αριστοκρατίας». «Και νομίζουν ότι εγώ είμαι κατάλληλη για σύζυγός του;» ρώτησε με κατάπληξη. «Τι με κάνει καλή υποψήφια γι’ αυτή τη θέση; Σκέφτηκαν ότι επειδή είμαι γεροντοκόρη είμαι και τόσο απελπισμένη ώστε να παντρευτώ τον οποιονδήποτε, έστω κι αν δεν τον γνωρίζω καν;» «Δεν είναι απαραίτητο να τον παντρευτείς χωρίς να τον έχεις γνωρίσει πρώτα», απάντησε μειλίχια η Φραντσέσκα. Βλέποντας τις σπίθες που πέταξαν τα μάτια της Αϊρίν, σήκωσε κατευναστικά τα χέρια της και το γάργαρο γέλιο της αντήχησε τριγύρω. «Όχι, όχι, μη με πυροβολείς, σε παρακαλώ! Αστειεύτηκα. Κανείς δε σου ζητά να τον παντρευτείς. Οι συγγενείς του μου ζήτησαν να σκεφτώ κατάλληλες νεαρές κυρίες που επιθυμούν να παντρευτούν και ο λόρδος Ράντμπορν μου ζήτησε να σε γνωρίσει, κι έτσι σε σύστησα σ’ αυτόν. Η γιαγιά του σκοπεύει να οργανώσει μια δεξίωση στην έπαυλη της οικογένειας - ή μάλλον η λαίδη Οντίλια σκοπεύει να της το επιβάλει, πράγμα που σημαίνει ότι θα γίνει οπωσδήποτε. Πιστεύω πως είναι χρέος μου να σου επισημάνω πως, αν αποφάσιζες να πας στη δεξίωση, θα σου δινόταν η ευκαιρία να γνωριστείς καλύτερα με το λόρδο Ράντμπορν». «Δε χρειάζεται να γνωριστώ καλύτερα με το λόρδο Ράντμπορν. Ούτε μ’ αυτόν ούτε με κανέναν άλλο. Έχω αποφασίσει προ πολλού να μην παντρευτώ ποτέ». Γύρισε προς τη Φραντσέσκα και την κοίταξε κατάματα. «Γνώριζες τον πατέρα μου, έτσι δεν είναι;» Εκείνη κοίταξε αλλού. «Ναι. Ξέρω τι άνθρωπος ήταν». «Δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρεις. Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι ~ 75 ~


στον κύκλο μας γνωρίζουν ότι ήταν άσωτος. Έκλυτος. Ότι έπαιζε χαρτιά κι έπινε και γλεντοκοπούσε με κοινές γυναίκες. Έκανε τη ζωή της μητέρας μου κόλαση. Όμως όχι μόνο εξαιτίας της συμπεριφοράς του έξω από το σπίτι. Όταν ήταν σπίτι, πίστεψέ με, όλοι μας ευχόμασταν να φύγει. Ήταν φωνακλάς, απαιτητικός, κακότροπος, και όποτε ήταν μεθυσμένος, δηλαδή σχεδόν πάντα, γινόταν εντελώς παράλογος και δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει τις γροθιές του για να επιβάλει την άποψή του. Όλοι μέσα στο σπίτι, από τη μητέρα μου μέχρι τον τελευταίο υπηρέτη, τον φοβόμασταν. Ορκίστηκα ότι δε θα βρεθώ ποτέ στη θέση τής μητέρας μου. Ότι δε θα γίνω ποτέ έρμαιο στις ιδιοτροπίες ενός άντρα». «Μα δεν καταλαβαίνεις; Μ’ αυτόν το γάμο θα αποκτήσεις δύναμη», αντέτεινε η Φραντσέσκα. «Η οικογένειά του μιλάει για γάμο από προξενιό, μια οικονομική δοσοληψία. Άρα θα έχεις μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη. Είμαι σίγουρη ότι θα τους πείσεις να υπογράψουν συμφωνία επιδόματος ή κάποιου άλλου είδους εγγυημένη αποζημίωση». «Ακόμα κι έτσι, από τη στιγμή που θα παντρευτούμε, θα βρίσκομαι υπό τον έλεγχό του. Δε θα έχω πια κανένα δικαίωμα. Θα είμαι υποχρεωμένη να ακολουθώ τις αποφάσεις του συζύγου μου». Η Φραντσέσκα δεν απάντησε και η Αϊρίν συνέχισε. «Εν πάσει περιπτώσει, αν δεχόμουν να κάνω έναν τέτοιο γάμο, δε θα παντρευόμουν το λόρδο Ράντμπορν». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν πάλι και τα μάτια της έλαμψαν. «Είναι αφόρητα αγενής και αγροίκος. Δεν έχω γνωρίσει άλλον που θα επιθυμούσα λιγότερο να γίνει σύζυγός μου. Είναι αλαζόνας και ξεροκέφαλος και...» Σταμάτησε και προσπάθησε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό της παίρνοντας βαθιά εισπνοή. «Τέλος πάντων, δεν έχει πια καμία σημασία. Απέρριψα ασυζητητί τις κρούσεις του χτες το βράδυ στο χορό και είμαι βέβαιη ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για μένα». Η Φραντσέσκα, που ως εκείνη τη στιγμή την παρατηρούσε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει αλλά σταμάτησε. Έμεινε για μερικές στιγμές σκεφτική και στο τέλος είπε: «Δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά αν επιμένεις, δε θα σε πιέσω. Ποτέ δε θα σου ζητούσα να κάνεις κάτι παρά τη θέλησή σου. Απλώς σκέφτηκα, όταν μου το είπε η λαίδη Οντίλια, ότι θα σε ενδιέφερε μια τέτοια πρόταση. Ανέκαθεν πίστευα ότι είσαι από τις γυναίκες που ορίζονται περισσότερο από τη λογική παρά από την καρδιά τους». Η Αϊρίν την περιεργάστηκε επίμονα. Δεν ήταν σίγουρη αν της έλεγε την αλήθεια ή αν προσπαθούσε με πανούργο τρόπο να την κάνει να αλλάξει απόφαση. Φυσικά είχε δίκιο ότι κατευθυνόταν από ~ 76 ~


τη λογική και όχι από το συναίσθημα, και από αυτή την άποψη καταλάβαινε ότι φαινόταν παράλογο να απορρίπτει έναν πρακτικό γάμο, που άλλες θα θεωρούσαν λογική λύση. Μήπως επέτρεπε στους φόβους της να την απομακρύνουν από μια απόφαση που θα ήταν ιδανική και για κείνη και για τη μητέρα της; Όμως παραμέρισε αμέσως αυτή τη σκέψη. «Με ορίζει η λογική μου. Ξέρω τι αποτελέσματα μπορεί να έχει ο γάμος κι έτσι δεν αφήνω τις ελπίδες μου να με παρασύρουν σε κάποια ανοησία». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση. «Σύμφωνοι. Τότε ας μην το συζητήσουμε άλλο». Άρχισε να μιλάει για άλλα πράγματα, ξαφνιάζοντας την Αϊρίν με την ευκολία που δέχθηκε να αλλάξουν θέμα. Της απάντησε, και σκέφτηκε για μια ακόμα φορά πως ήταν πολύ εύκολο να συζητά μαζί της. Μπορεί να μην κουβέντιαζαν για κάτι πολύ σοβαρό ή πρωτότυπο, αλλά ήταν ευχάριστη συνομιλήτρια και παρουσίαζε ακόμα και τα πιο τετριμμένα θέματα με ενδιαφέροντα τρόπο. Το γέλιο της ήταν αυθόρμητο και μεταδοτικό και η όλη της συμπεριφορά έκανε την Αϊρίν να αναρωτηθεί μήπως την είχε αδικήσει, θεωρώντας τη ανόητη και επιπόλαιη. Αν και δεν ανέλυε σημαντικά θέματα, ήταν εύστροφη και είχε μια ζεστασιά που αφαιρούσε από τα σχόλιά της κάθε ίχνος καυστικότητας. Προχωρούσαν αργά στο πάρκο, σταματώντας συχνά για να μιλήσουν με κάποιον αναβάτη ή επιβάτη άλλης άμαξας. Ήταν φανερό ότι η Φραντσέσκα γνώριζε τους περισσότερους αριστοκράτες και όλοι φαίνονταν πολύ πρόθυμοι να της απευθύνουν το λόγο. Η λαίδη Φένγουιτ-Τέιλορ, που καθόταν σε μια παμπάλαια μαύρη άμαξα με την ντροπαλή κόρη της δίπλα, τη χαιρέτησε και έσκυψε έξω από το παράθυρο για να συνομιλήσει μαζί της με βροντερή φωνή. Όπως έγινε σύντομα φανερό, η γυναίκα ήταν παλιά φίλη της μητέρας της Φραντσέσκα και μάλλον θα έμεναν εκεί για αρκετή ώρα. Η Αϊρίν βολεύτηκε στο κάθισμά της και άφησε τη σκέψη της να πλανηθεί χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο διάλογο των γυναικών. Το κακό ήταν ότι το μυαλό της γύρισε αμέσως στη γνωριμία της με το λόρδο Ράντμπορν το προηγούμενο βράδυ και βιάστηκε να σκεφτεί κάτι άλλο. Δε θα επέτρεπε σ’ αυτό τον άνθρωπο να κατατρύχει τις σκέψεις της. Άκουσε δίπλα τους το θόρυβο μιας άλλης άμαξας, αλλά δε γύρισε να κοιτάξει. Όμως η φωνή ενός άντρα την έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένη. «Λαίδη Αϊρίν! Επιτέλους σας βρίσκω!» Το σώμα της πάγωσε και αμέσως μετά πήρε φωτιά. Για μια ~ 77 ~


στιγμή της φάνηκε, εντελώς παράλογα, ότι είχε πάρει σάρκα και οστά από τις σκέψεις της. Γύρισε, με την καρδιά να βροντοχτυπάει. «Λόρδε Ράντμπορν».

~ 78 ~


Κεφάλαιο 6

Ο ωραίος μελαχρινός άντρας πήδηξε κάτω από την ψηλή κίτρινη άμαξά του με τα δύο άλογα και πέταξε τα γκέμια στο σωματώδη υπηρέτη του πριν πλησιάσει στο παϊτόνι της Φραντσέσκα. Η Αϊρίν γύρισε και την κοίταξε με καχυποψία. «Εσύ το κανόνισες αυτό;» ψιθύρισε. Όμως η Φραντσέσκα κοιτούσε το λόρδο Ράντμπορν με κατάπληξη. «Όχι!» είπε κουνώντας το κεφάλι της αρνητικά. «Σου ορκίζομαι ότι δεν είχα ιδέα πως θα ήταν εδώ». Η Αϊρίν σκέφτηκε πως, αν δεν της έλεγε την αλήθεια, ήταν η μεγαλύτερη θεατρίνα. «Να πάρει η ευχή», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. «Η ατυχία μου δεν περιγράφεται». «Λόρδε Ράντμπορν, εκπλήσσομαι που σας βλέπω εδώ», του είπε η Φραντσέσκα καθώς εκείνος πλησίαζε. «Δε φανταζόμουν ότι είστε ο τύπος του ανθρώπου που κάνει τον απογευματινό του περίπατο στο πάρκο». «Δεν είμαι», απάντησε κοφτά εκείνος. «Εσάς γύρευα». «Αλήθεια;» Ακούγοντας τα λόγια του, εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της και το πρόσωπό της πήρε μια υπεροπτική έκφραση που συνήθως ήταν πολύ αποτελεσματική όταν ήθελε να κόψει τον αέρα κάποιου ή να απαντήσει στην αγένειά του. Στον κόμη, όμως, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Απλώς σταμάτησε δίπλα τους και, ρίχνοντας μια αδιάφορη ματιά στις γυναίκες που κάθονταν στην άλλη άμαξα, συνέχισε να μιλάει με την Αϊρίν και τη Φραντσέσκα. «Συνόδευσα τη λαίδη Πενκάλι στο σπίτι του λόρδου Γουίνγκεϊτ πριν από λίγο», είπε στην Αϊρίν, παραλείποντας να τη χαιρετήσει ή να ξεκινήσει με κάποια ευγενική εισαγωγή. «Ήθελε να σας καλέσει σε μια συγκέντρωση στο Ράντμπορν Παρκ, αλλά δυστυχώς δεν ήσασταν εκεί». ~ 79 ~


«Πράγματι, δεν ήμουν», απάντησε κοφτά εκείνη. Αν και ο κόμης δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για όσους τους παρακολουθούσαν με περιέργεια, εκείνη δεν είχε διάθεση να τους δώσει τροφή για σχόλια. «Η λαίδη Γουίνγκεϊτ μας είπε πού είχατε πάει», συνέχισε. «Μάλιστα... κατάλαβα». Πράγματι, μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Η Μόρα, που είχε μυριστεί την ευκαιρία για ένα πιθανό προξενιό, είχε σπεύσει να τον στείλει ξοπίσω της. Έριξε μια κλεφτή ματιά προς την άλλη άμαξα. «Ίσως θα έπρεπε να γυρίσω σπίτι για να δω τη λαίδη Πενκάλι». «Έφυγε. Με παρακάλεσε να σας μεταφέρω την πρόσκληση». «Ευχαριστώ, αλλά...» Η Αϊρίν κοίταξε παρακλητικά τη Φραντσέσκα. Επιτέλους, εκείνη κατάλαβε. Κοίταξε προς την άλλη άμαξα, μετά τον Ράντμπορν, και είπε στην Αϊρίν: «Γιατί δεν κάνεις ένα μικρό περίπατο με το λόρδο Ράντμπορν για να συζητήσετε την πρόσκληση της λαίδης Οντίλια; Πιστεύω ότι μπορώ να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου ως επιτηρήτρια αν σας παρακολουθώ από εδώ». Γύρισε προς τις άλλες γυναίκες και χαμογέλασε. «Και ταυτόχρονα θα μπορώ να συνεχίσω τη συζήτησή μου με τη λαίδη Φένγουιτ Τέιλορ». Η εν λόγω λαίδη απογοητεύτηκε ολοφάνερα επειδή έχανε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον υπόλοιπο διάλογο ανάμεσα στον Ράντμπορν και την Αϊρίν, αλλά τουλάχιστον εκείνος συνειδητοποίησε επιτέλους ότι εξέθετε την Αϊρίν στα μάτια ξένων, γιατί έριξε μια παγερή ματιά στη λαίδη Φένγουιτ-Τέιλορ που περίμενε με ανυπομονησία να δει τι θα γινόταν και μετά άπλωσε το χέρι του για να βοηθήσει την Αϊρίν να κατέβει από την άμαξα. Εκείνη έβαλε το χέρι της στο δικό του και η πρώτη της εντύπωση ήταν το πόσο δυνατή και ζεστή ήταν η παλάμη του όταν τα δάχτυλά του έκλεισαν το χέρι της στη χούφτα του. Η ίδια περίεργη έξαψη που την είχε κυριέψει το προηγούμενο βράδυ την πλημμύρισε και τώρα. Αν και της πρόσφερε το μπράτσο του για να προχωρήσουν αγκαζέ, εκείνη δεν το πήρε και άρχισε να περπατά με τα χέρια της σφιγμένα μπροστά μεταξύ τους. Η Αϊρίν βγήκε από το φαρδύ μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν οι άμαξες και τα άλογα, διέσχισε το τμήμα με τη χλόη και προχώρησε σε ένα στενότερο μονοπάτι για περιπατητές, φροντίζοντας να μένει σχετικά κοντά στην άμαξα της λαίδης Χόξτον όπως επέβαλλαν οι κανόνες της κοσμιότητας. Ο λόρδος Ράντμπορν είπε χωρίς περιστροφές: «Ήλπιζα ότι θα

~ 80 ~


μπορούσατε να έρθετε στη συγκέντρωση που θα γίνει στο Ράντμπορν Παρκ. Θα είναι εκεί και η φίλη σας, η λαίδη Χόξτον, όπως και πολλοί άλλοι». «Πολλές άλλες νεαρές κυρίες σε ηλικία γάμου, εννοείτε;» τον ρώτησε με πανουργία. «Συγκεντρώνετε όλες τις πιθανές υποψήφιες για να τις συγκρίνετε και να τις κρίνετε;» Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του. «Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι όπως λέτε». «Αλήθεια; Πώς είναι τότε;» «Απλώς... ε, να ... φάνηκε πιο εύκολο να γνωριστώ με πολλές ταυτόχρονα». Έσφιξε τα χείλη του. «Ε, λοιπόν, ναι - με πολλές νεαρές κυρίες. Αλλά όχι για να τις συγκρίνω και να αποφανθώ. Μόνο επειδή είναι ένας πρακτικός τρόπος να γνωρίσω κάποια». «Πολλές κάποιες». «Ναι, πολλές», συμφώνησε εκνευρισμένα. «Ευχαριστώ, λόρδε Ράντμπορν, αλλά σας παρακαλώ να μεταφέρετε την ειλικρινή θλίψη μου στη λαίδη Πενκάλι γιατί δυστυχώς θα πρέπει να αρνηθώ την πρόσκλησή της. Δε με ενδιαφέρει να συμμετάσχω στο διαγωνισμό για το ποια θα κερδίσει το χέρι σας». Τα μάγουλά του κοκκίνισαν και είπε κοφτά: «Δεν είναι διαγωνισμός!» «Δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσατε να το χαρακτηρίσετε», αντιγύρισε ψυχρά εκείνη. «Θα υπάρχει ένας υποψήφιος γαμπρός, εσείς, και πολλές υποψήφιες νύφες από τις οποίες θα διαλέξετε μία. Κατά συνέπεια, όλες οι γυναίκες θα διαγωνίζονται για να κερδίσουν την εύνοιά σας, έτσι δεν είναι;» «Να πάρει οργή ! Έχετε μια πολύ εκνευριστική συνήθεια να διαστρέφετε τα λόγια του άλλου!» Της έριξε ένα βλέμμα που άστραφτε από οργή. «Αν σας είναι τόσο δύσκολο να μιλάτε μαζί μου, αναρωτιέμαι για ποιο λόγο με καλέσατε σε αυτή τη συγκέντρωση», αντιγύρισε εκείνη. «Κι εγώ απορώ». «Ορίστε, είδατε; Χωρίς αμφιβολία θα αισθάνεστε πολύ πιο άνετα αν δεν είμαι εκεί». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου», συνέχισε βλοσυρά εκείνος και προχώρησαν χωρίς να μιλούν για ένα δυο λεπτά. Η Αϊρίν σταμάτησε και γύρισε για να κοιτάξει προς την άμαξα της Φραντσέσκα. «Καλύτερα να επιστρέφω. Αν προχωρήσω λίγο ακόμα, δε θα με βλέπει η λαίδη Χόξτον». «Φυσικά», της απάντησε στον ίδιο παγερό τόνο και άρχισε να

~ 81 ~


προχωρά προς την άμαξα. «Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που σε τρομάζει τόσο πολύ», πρόσθεσε ύστερα από μερικές στιγμές. «Πώς είπατε;» Η Αϊρίν γύρισε και τον κοίταξε ενώ η αγανάκτηση είχε αρχίσει ήδη να φουντώνει μέσα της. «Δε φοβάμαι. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το είπατε αυτό». «Δε φοβάσαι; Τότε πώς θα χαρακτήριζες την αντίδρασή σου, αφού είσαι τόσο απρόθυμη έστω και να επισκεφτείς το Ράντμπορν Παρκ; Δε σου ζητώ να με παντρευτείς. Ούτε καν να το σκεφτείς». «Δεν έχω καμία φιλοδοξία να σας παντρευτώ, άρα είναι μάταιο να έρθω. Ας πάρει τη θέση μου κάποια άλλη, πιο πρόθυμη να παντρευτεί έναν κόμη». «Ασφαλώς και δε θέλεις να με παντρευτείς. Ούτε κι εγώ θέλω να σε παντρευτώ. Καλά-καλά δε γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Όμως αυτός είναι ο σκοπός της επίσκεψης - να γνωριστούμε. Να πάρουμε μια ιδέα για το αν θα μπορούσαμε να ταιριάζουμε». «Σας γνωρίζω ήδη αρκετά καλά», αντιγύρισε εκείνη σταματώντας και γυρνώντας προς το μέρος του. Σταμάτησε κι εκείνος και στάθηκε απέναντι της. «Αλήθεια; Πώς είναι δυνατόν, όταν δεν έχουμε περάσει περισσότερα από δεκαπέντε λεπτά μαζί;» «Μου δείξατε το χαρακτήρα σας χτες το βράδυ», του απάντησε και η ψυχραιμία της άρχισε να εξανεμίζεται όσο ο θυμός της φούντωνε. «Αυτό μου ήταν αρκετό». Τα μάτια του σπίθισαν και έσκυψε ελαφρά, φέρνοντας το πρόσωπό του κοντά στο δικό της. «Εμένα μου φάνηκε πως ανταποκρίθηκες μια χαρά στο χαρακτήρα μου». Η βαθιά φωνή του την έκανε να ριγήσει κι εκείνη η αλλόκοτη αίσθηση φτερούγισε πάλι μέσα της όπως και το προηγούμενο βράδυ. Έσφιξε τα χείλη της ενοχλημένη. «Είναι ολοφάνερο ότι παρά τον τίτλο σας δεν είστε τζέντλεμαν». «Γιατί; Επειδή δε διστάζω να πω την ενοχλητική αλήθεια; Έχεις δίκιο, λαίδη μου, δεν είμαι τζέντλεμαν. Πιστεύω στην ειλικρίνεια. Και νόμιζα ότι μοιάζουμε σ’ αυτό. Προφανώς έκανα λάθος». Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα, τα μάτια της άστραφταν και κάθε ίχνος της απόμακρης ψυχρής γυναίκας που ήταν εκεί πριν από μερικά λεπτά είχε χαθεί. Όμως η Αϊρίν δεν μπορούσε να δει τη φλογερή ομορφιά που αντίκριζε τώρα ο κόμης. Ήταν η άγρια και πρωτόγονη μεγαλοπρέπεια του προσώπου και του σώματος που είχε δει πριν από πολλά χρόνια και ήταν μοιραίο να τον συγκλονίσει, αν και εξωτερικά δεν έδειξε τίποτε. Μόνο έσφιξε τα δόντια και της γύρισε την πλάτη. ~ 82 ~


«Πώς τολμάς...» ξεκίνησε να του λέει, αλλά σταμάτησε εμβρόντητη, βλέποντάς τον να την αγνοεί και να απομακρύνεται. Έσφιξε φουρκισμένη το ύφασμα του φορέματος της, προσπαθώ- ντας να συγκρατήσει την οργή της. Είχε μια ακαταμάχητη επιθυμία να του φωνάξει σαν στρίγκλα, αλλά έτσι θα κατέφευγε σε μια συμπεριφορά τόσο αγενή και ποταπή όσο η δική του, γι’ αυτό πίεσε τον εαυτό της να συγκρατήσει την παρόρμηση. Κι έτσι, αντί να του φωνάξει, ξεροκατάπιε με δυσκολία, πνίγοντας τα γεμάτα μίσος λόγια που ανέβηκαν στα χείλη της, και τον πήρε στο κατόπι. Εκείνος την κοίταξε με την άκρη του ματιού, αλλά δε γύρισε το κεφάλι του. Από μεριάς της, η Αϊρίν δεν καταδέχτηκε καν να τον κοιτάξει. Τον έφτασε με μερικές γρήγορες δρασκελιές και συνέχισε να προχωράει δίπλα του. Σύντομα έφτασαν στην άμαξα της λαίδης Χόξτον και η Αϊρίν ανέβηκε, αγνοώντας το χέρι που της πρόσφερε ο λόρδος Ράντμπορν. Το βλέμμα της Φραντσέσκα πήγε από το απλωμένο χέρι του στο πρόσωπό του με την παγερή, πέτρινη έκφραση, και το βλέμμα του που έκοβε σαν γυαλί. Δεν είπε τίποτε, απλώς περιεργάστηκε φευγαλέα το εξίσου παγερό πρόσωπο της Αϊρίν και πρόσεξε το χρώμα που έβαφε τα μάγουλά της και το λαμπερό σαν λιωμένο χρυσάφι βλέμμα στα μάτια της. «Ωραία», είπε χαμογελώντας πλατιά. «Ήρθατε πάνω στην ώρα. Άρχισα να κουράζομαι και θα ήθελα να γυρίσω σπίτι. Λόρδε Ράντμπορν, ήταν μεγάλη χαρά που σας ξαναείδα». «Λαίδη Χόξτον». Ο τόνος του ήταν κοφτός και μετά βίας της έριξε μια ματιά πριν γυρίσει πάλι στην Αϊρίν. «Λαίδη Αϊρίν. Ελπίζω να αναθεωρήσετε την απόφασή σας και να σας δούμε στο Ράντμπορν Παρκ». Δίχως να περιμένει απάντηση, έκανε μεταβολή και έφυγε, χωρίς καν να ρίξει μια ματιά στους επιβάτες της άλλης άμαξας. Η Φραντσέσκα χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την κοινωνική της επιδεξιότητα για να απαγκιστρωθεί από τη λαίδη ΦένγουιτΤέιλορ πριν χάσει η Αϊρίν όλη την επίφαση ηρεμίας που κρατούσε με νύχια και με δόντια, όμως κατάφερε να αποχαιρετήσει ευγενικά τη γυναίκα και να δώσει εντολή στον αμαξά της να ξεκινήσει. Και πάνω στην ώρα. «Ω!» αναφώνησε η Αϊρίν, χτυπώντας με δύναμη τη γροθιά πάνω στο γόνατό της. «Τι φριχτός, φριχτός άνθρωπος!» «Υποψιάζομαι πως η συζήτησή σου με το λόρδο Ράντμπορν δεν είχε καλή κατάληξη», παρατήρησε ξερά η Φραντσέσκα. «Είναι ο πιο ξεροκέφαλος, εκνευριστικός, αυτάρεσκος, αντι-

~ 83 ~


παθητικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου! Αμφιβάλλω αν οι συγγενείς του θα καταφέρουν να βρουν γυναίκα πρόθυμη να τον παντρευτεί. Την περιμένει μια ζωή γεμάτη ...» Έκανε μια παύση, αναζητώντας την κατάλληλη λέξη. «Γεμάτη τι;» ρώτησε η Φραντσέσκα. «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα ήταν», της απάντησε βλοσυρά. «Το μυαλό μου δε φτάνει ως εκεί. Πάντως θα γίνει ο χειρότερος σύζυγος -απαιτητικός, εκνευριστικός και...» Σταμάτησε πάλι και ξεφύσηξε φουρκισμένα. «Θεούλη μου», είπε σιγανά η Φραντσέσκα. «Θα πρέπει να σου είπε κάτι στ’ αλήθεια τρομερό όταν μιλούσατε. Τι έγινε;» «Να σου πω ...» ξεκίνησε να λέει, έκανε μια παύση και τελικά συνέχισε. «Να, δεν είναι τόσο το τι είπε όσο ο τρόπος που το είπε. Δεν έχει καθόλου τρόπους. Και με κατηγόρησε -εμένα !- ότι με δυσαρεστεί η ειλικρίνειά του. Του αρέσει να κρύβει την αγένειά του κάτω από το μανδύα της “αλήθειας” και φαίνεται πως πιστεύει ότι δε θα έπρεπε να με προσβάλλουν όσα λέει. Ξέρεις ότι με κατηγόρησε πως φοβάμαι να αποδεχθώ την πρόσκληση της λαίδης Πενκάλι; Φοβάμαι!» Βλέποντας την επικίνδυνη λάμψη στα μάτια της, η Φραντσέσκα αποκρίθηκε με ειλικρίνεια: «Δεν μπορώ να σε φανταστώ φοβισμένη». «Φυσικά! Ποτέ μου δεν... Δηλαδή... βέβαια, έχω φοβηθεί στη ζωή μου. Και ποιος δεν έχει; Αλλά ποτέ δεν άφησα κανέναν να το δει! Ποτέ δεν απέφυγα να ακολουθήσω μια πορεία από φόβο για το πού θα καταλήξει». «Είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Όμως ο λόρδος Ράντμπορν δε σε ξέρει τόσο καλά ώστε να γνωρίζει τον πραγματικό χαρακτήρα σου». «Ακριβώς. Μιλάει σαν να ξέρει τι σκέφτομαι. Τι αισθάνομαι. Είναι παράλογο». «Ε, δεν είναι μαθημένος να κάνει μια πολιτισμένη συζήτηση. Αυτό είναι ασφαλώς αποτέλεσμα του ατυχούς τρόπου με τον οποίο δυστυχώς μεγάλωσε». Η Αϊρίν κάγχασε άκομψα. «Έχω γνωρίσει σταβλίτες με καλύτερους τρόπους από τους δικούς του. Ο χαρακτήρας του φταίει. Θα μπορούσε να έχει μεγαλώσει σαν πριγκιπόπουλο και πάλι θα φερόταν σαν αγροίκος». «Έστω κι έτσι, πιστεύω ότι δε θα δυσκολευτεί καθόλου να βρει μια γυναίκα πρόθυμη να ανεχθεί τη συμπεριφορά του. Όχι κάποια σαν εσένα, βέβαια. Αλλά κάποια που δε θα είχε τη δύναμη να του φέρει αντιρρήσεις όπως θα έκανες εσύ. Ή δε θα είχε την εξυπνάδα να του διδάξει πώς να φέρεται σωστά». ~ 84 ~


«Αναμφίβολα», απάντησε ειρωνικά. «Εκείνη θα έβλεπε μόνο τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου γάμου, τις ευκαιρίες, και όχι τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα». Η Φραντσέσκα κοίταξε την Αϊρίν καθώς συνέχιζε. «Και φυσικά, ορισμένες γυναίκες δεν μπορούν να αντισταθούν στον πειρασμό ενός ωραίου άντρα. Τα χαρακτηριστικά του είναι πολύ γοητευτικά». « Ναι... μάλλον», απάντησε και πρόσθεσε, ανασηκώνοντας τους ώμους: «Αν σου αρέσει αυτό το είδος ομορφιάς. Προσωπικά τον βρίσκω πολύ τραχύ. Είναι τόσο μεγαλόσωμος... και το ύφος του τόσο αγριωπό. Τα ζυγωματικά του είναι πολύ έντονα και το σαγόνι του πολύ τετράγωνο για να μπορείς να τον χαρακτηρίσεις όμορφο. Δε συμφωνείς;» Η Φραντσέσκα ένευσε καταφατικά. «Ναι, φυσικά. Ούτε και μ’ αρέσουν τα καστανά μάτια». «Όχι, τα δικά του είναι πράσινα», τη διόρθωσε. «Βρίσκω τα χρώματά του περίεργα, γιατί τα μαλλιά και τα φρύδια του είναι μαύρα και το δέρμα του σκούρο, οπότε θα περίμενε κανείς να είναι και τα μάτια του, αλλά είναι καταπράσινα. Καθόλου ωραία». «Έχεις απόλυτο δίκιο». «Και τα μαλλιά του πολύ μακριά». «Εντελώς ντεμοντέ». «Το στυλ των μαλλιών που θα περίμενες να δεις σε έναν κακοποιό, όχι σε έναν τζέντλεμαν». Σταμάτησε και έμεινε για λίγο σκεφτική. «Και έχει μια ουλή στην άκρη του φρυδιού του. Αφαιρεί πολλή από τη γοητεία του». «Αλήθεια; Εκπλήσσομαι πώς δεν το πρόσεξα». Η Αϊρίν κούνησε το κεφάλι της για έμφαση και έδειξε το δεξί της φρύδι. «Ακριβώς εδώ, δίπλα στην άκρη του φρυδιού». «Και δε χαμογελάει ποτέ», πρόσθεσε η Φραντσέσκα. Η Αϊρίν κοίταξε αλλού. « Ε ... τον είδα να χαμογελάει μία φορά και ήταν ...» Για μια στιγμή το πρόσωπό της γλύκανε. «Άλλαξε εντελώς». Κούνησε το κεφάλι της. «Αλλά φυσικά δεν μπορεί να περάσει κανείς τη ζωή του περιμένοντας για ένα χαμόγελο μια στο τόσο». «Ασφαλώς. Όσο γοητευτικό κι αν ήταν αυτό το χαμόγελο». «Ακριβώς». «Και άλλωστε η ομορφιά δεν είναι τόσο σημαντική. Τι επιπολαιότητα να διαλέγεις σύζυγο επειδή κάνει την καρδιά σου να χτυπά πιο γρήγορα!» «Πολύ σωστά». Η Αϊρίν αναστέναξε και γύρισε για να κοιτάξει τα κτίρια που προσπερνούσαν. Ύστερα από μια στιγμή σιωπής είπε: «Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτός και η θεία του πήγαν στο σπίτι ~ 85 ~


μου για να παραδώσουν την πρόσκληση. Τώρα η Μόρα ξέρει ότι είμαι καλεσμένη στο Ράντμπορν Παρκ και θα γίνει ανυπόφορη αν δεν πάω. Ανυπομονεί να παντρευτώ και να φύγω από το σπίτι, κι αν αρνηθώ να κάνω μια προσπάθεια για να τυλίξω τον κόμη, θα γίνει έξαλλη. Θα με τριβελίζει μέρα και νύχτα για ν’ αλλάξω γνώμη. Κι ακόμα χειρότερα, θα τρελάνει τη μητέρα και τον Χάμφρι, προσπαθώντας να κερδίσει την υποστήριξή τους». Η Φραντσέσκα την περιεργάστηκε. «Ίσως θα έπρεπε να πας στη γιορτή». Είδε το βλοσυρό της ύφος και βιάστηκε να προσθέσει: «Μη θυμώνεις μαζί μου. Άκουσέ με πρώτα. Σκέψου τα πλεονεκτήματα. Θα μπορούσες να απαλλαχτείς από τη νύφη σου για μία εβδομάδα ή και περισσότερο. Και θα μπορούσες να πάρεις μαζί τη μητέρα σου, γιατί φαντάζομαι πως δε θα έλεγε όχι σε μια ευκαιρία να ξεφύγει από αυτή τη γυναίκα. Αν φανεί στη λαίδη Γουίνγκεϊτ ότι ακολουθείς τις επιθυμίες της, θα σταματήσει να σε τριβελίζει. Για σκέψου το -μια ευλογημένη εβδομάδα ελευθερίας, όπου θα έχεις τη δυνατότητα να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς καβγά δες...» «Αν βρίσκομαι στο ίδιο μέρος με το λόρδο Ράντμπορν, τότε οι καβγάδες θα είναι αναπόφευκτοι», αντιγύρισε ξερά. «Χωρίς καβγάδες με τη λαίδη Γουίνγκεϊτ», διόρθωσε η Φραντσέσκα χαμογελώντας. «Και δεν είναι απαραίτητο να τον αρραβωνιαστείς απλώς και μόνο επειδή θα κάνεις μια επίσκεψη στο πατρικό του. Μπορείς απλούστατα να επιστρέψεις και να επικαλεστείς ασυμφωνία χαρακτήρων». «Και πάλι όμως θα ήμουν υποχρεωμένη να τον συναναστραφώ. Αμφιβάλλω αν θα καταφέρω να είμαι τόσες μέρες στο ίδιο μέρος μαζί του και να μην ξεσπάσει άγρια φιλονικία. Και άλλωστε θα αισθανόμουν άσχημα αν πήγαινα με δόλια προσχήματα. Αν έχω αποκλείσει εκ των προτέρων την πιθανότητα να γίνω σύζυγός του, θεωρώ ότι δε θα ήταν σωστό να εξαπατήσω τη λαίδη Πενκάλι και τη λαίδη Ράντμπορν. Θα ήταν λάθος να καταχραστώ τη φιλοξενία τους κάτω από αυτές τις συνθήκες». «Ανοησίες. Όσο κι αν αδημονούν να τον παντρέψουν, δεν είναι δυνατόν να έχουν την απαίτηση να δεχτούν την πρότασή του όλες οι γυναίκες που θα καλέσουν. Απλώς ελπίζουν ότι κάποια απ’ όλες θα τον βρει αρκετά γοητευτικό αν περάσει λίγο περισσότερο χρόνο μαζί του». «Απορώ πώς σκέφτηκαν ότι κάτι τέτοιο θα βοηθούσε», είπε σαρκαστικά η Αϊρίν. «Εγώ θα έλεγα ότι όσο λιγότερο χρόνο περνάει κάποια με το λόρδο Ράντμπορν τόσο πιθανότερο είναι να δεχτεί να τον παντρευτεί. Λίγα λεπτά μαζί του είναι αρκετά για να τρομάξει ακόμα και η πιο απελπισμένη για γάμο». ~ 86 ~


«Ε, ίσως αν τον γνωρίσει καλύτερα καταφέρει να δει πέρα από την τραχύτητα των τρόπων του. Ή ακόμα και να τη συνηθίσει». Η Αϊρίν ανασήκωσε τους ώμους της. «Μπορεί. Όμως είμαι σίγουρη ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σ’ εμένα. Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι ίσως να τον δω σαν σύζυγο κάποια στιγμή». Η Φραντσέσκα άφησε ένα μικρό αναστεναγμό. «Τι κρίμα. Θα απολάμβανα την παρουσία σου. Φαντάζομαι πως τώρα θα με περιτριγυρίζουν μόνο ελαφρόμυαλες κοπελίτσες... και η λαίδη Οντίλια». Έκανε ένα μορφασμό και η Αϊρίν γέλασε. «Λυπάμαι, Φραντσέσκα. Ειλικρινά, αν επρόκειτο να περάσω μία εβδομάδα μόνο με συντροφιά εσένα, ασφαλώς θα την απολάμβανα κι εγώ. Αλλά θα ήταν άδικο για τους Μπανκς -ακόμα και για το λόρδο Ράντμπορν». «Κι αν ...» Η Φραντσέσκα ανασηκώθηκε και απλώνοντας το χέρι, χτύπησε απαλά την Αϊρίν στον ώμο. Το πρόσωπό της φωτίστηκε, έσκυψε πιο κοντά της και είπε: «Αν δεν ερχόσουν με δόλια προσχήματα; Αν δήλωνες εξαρχής ότι δεν έχεις καμία πρόθεση να τον παντρευτείς;» «Δεν καταλαβαίνω. Τότε τι νόημα θα είχε να με καλέσουν;» «Για να με βοηθήσεις. Θα τους εξηγούσα ότι έχεις αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο να παντρευτείς το λόρδο Ράντμπορν - αν και θα το απέδιδα σε προσωπικούς σου λόγους και όχι στην αντιπάθειά σου γι’ αυτόν. Όμως, ξέρεις, η λαίδη Πενκάλι μού ζήτησε να πάω μια εβδομάδα νωρίτερα από τους άλλους καλεσμένους και να δω τι μπορώ να κάνω για να γίνει ο κόμης πιο συμπαθής στις κυρίες». «Και πώς σκοπεύεις να το καταφέρεις αυτό;» «Ασφαλώς δεν μπορώ να αλλάξω το χαρακτήρα του. Όμως νομίζω ότι υπάρχουν περιθώρια να τον κάνω πιο ελκυστικό για μια κοπέλα λιγότερο αποφασιστική από σένα». «Με λιγότερη κρίση, εννοείς», διόρθωσε η Αϊρίν και χαμογέλασε για να δείξει ότι δεν είχε πρόθεση να προσβάλει κανέναν. «Η λαίδη Οντίλια λέει ότι είναι κακός χορευτής. Μπορούμε να τον εξασκήσουμε στο χορό και θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν το κάναμε μαζί. Επίσης θα μπορούσαμε να του διδάξουμε το πρωτόκολλο και πώς να κάνει μια ευγενική συζήτηση». «Ως προς αυτό, σίγουρα χρειάζεται βελτίωση. Αν και κάποιοι θα σου έλεγαν ότι στα συγκεκριμένα θέματα είμαι η χειρότερη δασκάλα». Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Εγώ όμως είμαι καλή, και θα σε χρησιμοποιήσω για να κάνεις ωμές παρατηρήσεις σχετικά με τις ικανότητες και την πρόοδό του. Θα πρέπει να του ~ 87 ~


λέμε τι κάνει λάθος και σ’ αυτό μπορώ να βασιστώ πάνω σου, έτσι δεν είναι;» Χαμογέλασε κατεργάρικα στην Αϊρίν και εκείνη της το ανταπέδωσε. «Πολύ σωστά. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να επισημαίνω στο λόρδο Ράντμπορν τα λάθη του». «Ορίστε. Βλέπεις πόσο καλά μπορούμε να συνεργαστούμε; Πιστεύω ακράδαντα ότι η βοήθειά σου θα ήταν πολύτιμη στο εγχείρημα της βελτίωσης του κόμη. Καταλαβαίνω ότι θα χρειαστεί να περνάς πολλές ώρες μαζί του, αλλά δε νομίζω πως θα είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο αν γνωρίζει εξαρχής ότι δεν έχεις καμία πρόθεση να τον παντρευτείς. Θα δηλώσω χωρίς περιστροφές και σ’ εκείνον και στη λαίδη Οντίλια ότι είναι άσκοπο να σε πιέσει να αλλάξεις γνώμη». Η Αϊρίν διχάστηκε. Η ιδέα της άρεσε. Ίσως επειδή θα της έδινε την ευκαιρία να επισημαίνει στον εκνευριστικό κόμη τα αμέτρητα λάθη του. Ή ίσως επειδή έτσι θα ξέφευγε από τη νύφη της -κ αι τη φλυαρία της για τη γέννηση του μωρού- για δύο εβδομάδες. Ή επειδή θα έκανε συντροφιά με τη Φραντσέσκα, την οποία είχε αρχίσει να συμπαθεί όλο και πιο πολύ. Δεν ήταν σίγουρη γιατί, αλλά η προοπτική να πάει στο Ράντμπορν Παρκ την ενθουσίαζε. «Δεν ξέρω...» είπε εντέλει. «Μου φαίνεται αρκετά λογικό, αλλά δεν είμαι βέβαιη ότι ο λόρδος Ράντμπορν θα αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα την απόρριψή μου». Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Μπορεί να του κακοφανεί και να προσπαθήσει να σε μεταπείσει, αλλά δεν πιστεύω ότι θα γίνει πιεστικός. Δε μου φαίνεται κακός άνθρωπος. Απλώς... άκομψος». «Όχι! Ω, όχι», συμφώνησε βιαστικά. «Δεν είναι καθόλου κακός. Μόνο ... πεισματάρης, νομίζω. Και πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Αλλά αυτά δεν είναι ελαττώματα». «Κι εσύ είσαι απολύτως ικανή να αντισταθείς στις προσπάθειές του να σε μεταπείσει». «Φυσικά». Η Αϊρίν της χαμογέλασε. «Είμαι ικανή να αντιπαρατάξω την ξεροκεφαλιά μου απέναντι στο πείσμα οποιουδήποτε άλλου». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου γι’ αυτό. Και, ξέρεις, όταν έρθουν και οι άλλες δεσποινίδες, δε θα είναι απαραίτητο να ανέχεσαι διαρκώς την παρουσία του. Ασφαλώς θα αφιερώνει το χρόνο του σ’ εκείνες κι αυτές με τη σειρά τους θα προσπαθούν να κερδίσουν τη συμπάθειά του». «Μάλλον». Το χαμόγελο της Αϊρίν ξεθώριασε λιγάκι. «Θέλω τόσο πολύ να έρθεις ως βοηθός μου! Κι εσύ νομίζω θα ήθελες να απομακρυνθείς από τη νύφη σου και, αν θέλεις, να φέρεις ~ 88 ~


μαζί και τη μητέρα σου». «Είμαι βέβαιη ότι η μητέρα θα περνούσε υπέροχα», απάντησε σκεφτικά. «Φυσικά. Θα είναι εκεί η λαίδη Πενκάλι και η λαίδη Ράντμπορν και, παρ’ όλο που είναι μεγαλύτερές της, νομίζω ότι θα της είναι ευχάριστη η συντροφιά τους. Η λαίδη Οντίλια γίνεται πολύ διασκεδαστική όταν θέλει. Και για μένα θα είναι τεράστια βοήθεια». «Αλήθεια;» Η Αϊρίν της έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Ω, ναι», απάντησε η Φραντσέσκα με ειλικρίνεια. «Νομίζω ότι η παρουσία σου θα αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να βρει σύζυγο ο κόμης. Δεν τον γνωρίζω πολύ καλά και δεν ξέρω πώς θα φερθεί στις υποψήφιες νύφες. Εσύ όμως τον ξέρεις. Γνωρίζεις ποια στοιχεία της συμπεριφοράς του εκνευρίζουν και προσβάλλουν τους άλλους. Και μπορείς να μας κατευθύνεις με ακρίβεια εκεί που χρειάζεται αλλαγή. Επιπλέον, η παρουσία σου θα αφαιρέσει ένα μεγάλο μέρος του βάρους από τους ώμους μου. Μπορείς να τον συστήνεις στις άλλες νεαρές όταν θα έρχονται και να με βοηθάς να προετοιμάζουμε το έδαφος για να μιλήσει μαζί τους. Άλλωστε είναι πάντα πολύ πιο εύκολο όταν υπάρχουν πολλά άτομα που επιβλέπουν». «Ναι, φυσικά. Αλλά αρνούμαι να πιέσω κάποια κοπέλα να δεχθεί το κορτάρισμά του. Η συνείδησή μου δε μου επιτρέπει να του πλέξω το εγκώμιο, ειδικά σε μία νεαρή και ευεπηρέαστη κοπέλα». «Ω, όχι, ποτέ δε θα σου ζητούσα κάτι τέτοιο!» αποκρίθηκε η Φραντσέσκα με φρίκη. «Ένα αδύναμο κοριτσάκι θα ήταν η πιο ακατάλληλη για σύζυγός του. Η σωστή υποψήφια πρέπει να είναι δυνατή και ικανή να τα βγάλει πέρα μαζί του και με τους συγγενείς του. Εν πάσει περιπτώσει, θα ήταν μεγάλο λάθος να πείσεις κάποια παρά τη θέλησή της. Όμως το να του δώσεις την ευκαιρία να γίνει συμπαθής σε μια γυναίκα είναι εντελώς άλλο πράγμα». «Δεν το βρίσκω και πολύ πιθανό», είπε με αμφιβολία η Αϊρίν. «Μπορεί. Αλλά αξίζει να κάνουμε μια προσπάθεια. Για να είμαι ειλικρινής, τον λυπάμαι λίγο τον καημένο. Αν σκεφτείς τι φριχτά πράγματα έζησε όλα αυτά τα χρόνια ... Τον άρπαξαν από την οικογένειά του, τον ανάγκασαν να ζήσει μέσα στη φτώχεια και την εγκατάλειψη. Είναι θαύμα πώς επιβίωσε -πόσω δε μάλλον το ότι αποκαταστάθηκε στον τίτλο και την κληρονομιά του. Και, φυσικά, αυτή η κληρονομιά δεν μπορεί να αναπληρώσει το γεγονός ότι μεγάλωσε χωρίς τη μητέρα και τον πατέρα του. Του έκλεψαν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του». Η Αϊρίν ένιωσε ένα τσίμπημα συμπόνιας στην καρδιά της. «Έχεις δίκιο. Θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν. Είναι λάθος

~ 89 ~


να τον επικρίνω τόσο αυστηρά για τους τρόπους και τη συμπεριφορά του. Θα έπρεπε να τα παραβλέψω. Σε τελική ανάλυση δε φταίει εκείνος». Έμεινε για μερικές στιγμές σκεφτική. «Πολύ σωστά. Πες μου λοιπόν, θα μου κάνεις τη χάρη να έρθεις μαζί μου στο Ράντμπορν Παρκ;» Η Αϊρίν γύρισε προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Ναι. Νομίζω πως θα έρθω. Θα είναι χαρά μου να σε βοηθήσω, αρκεί να ξέρει ο λόρδος Ράντμπορν ότι δε θα είμαι μία από τις κοπέλες που θα συναγωνίζονται για το ποια θα έχει την τιμή να γίνει σύζυγός του». «Φυσικά», συμφώνησε βιαστικά η Φραντσέσκα. «Θα το δηλώσω με κάθε σαφήνεια σ’ αυτόν και τη λαίδη Οντίλια». Το χαμόγελο της Αϊρίν πλάτυνε. «Πολύ καλά, λοιπόν. Είμαστε σύμφωνες». Η άμαξα είχε φτάσει στο σπίτι της και σταμάτησε. Συμφώνησαν στα γρήγορα να συναντηθούν πάλι για να κανονίσουν τις λεπτομέρειες του ταξιδιού αφού πρώτα θα είχε συνεννοηθεί η Φραντσέσκα με τη λαίδη Οντίλια. Έπειτα η Αϊρίν κατέβηκε ανάλαφρα από την άμαξα και γνέφοντας αντίο στη Φραντσέσκα, ανέβηκε τα σκαλοπάτια του σπιτιού και στάθηκε στην πόρτα. Η Φραντσέσκα την κοιτούσε να απομακρύνεται και ταυτόχρονα το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, καταστρώνοντας σχέδια. Της είχε πει την αλήθεια: θα δήλωνε χωρίς περιστροφές σε όλους τους ενδιαφερομένους ότι η Αϊρίν δεν είχε καμία πρόθεση να παντρευτεί το λόρδο Ράντμπορν. Φυσικά το ζήτημα δε θα τελείωνε εκεί. Ο κόμης δεν ήταν από εκείνους που αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα την ήττα. Και με δεδομένη τη λεπτομερή περιγραφή της Αϊρίν για τον άνθρωπο που ισχυριζόταν ότι αντιπαθούσε, η Φραντσέσκα έτεινε να πιστέψει ότι η κοπέλα δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε μέσα στην ίδια της την καρδιά. Δε σκόπευε να την πιέσει να τον παντρευτεί. Όμως αυτό δε σήμαινε ότι δε θα της έδινε άφθονες ευκαιρίες να αλλάξει γνώμη από μόνη της. Έκανε νόημα στον οδηγό της να συνεχίσει για το σπίτι. Ήταν ώρα να πιάσει δουλειά.

~ 90 ~


Κεφάλαιο 7

Η βαριά παλιά άμαξα προχωρούσε στο δρόμο, μεταφέροντας τις τρεις γυναίκες στο Γούτον Μπεκ. Ήταν ένα χωριουδάκι με την πλατεία του, μια απλή και απέριττη πέτρινη εκκλησία και σειρές από καταστήματα και αγροικίες που σκαρφάλωναν στην πλαγιά. Για τις τρεις επιβάτισσες της άμαξας, όμως, ήταν σημαντικό, γιατί μόλις δύο χιλιόμετρα μακρύτερα από εκεί βρισκόταν το μεγάλο αρχοντικό της οικογένειας Μπανκς. Η λαίδη Οντίλια είχε δώσει στη Φραντσέσκα, στην Αϊρίν και στη λαίδη Κλερ την άμαξά της για το ταξίδι. Αν και παλιά, ήταν καλοδιατηρημένη και πολυτελής. Και στον τομέα της άνεσης δεν είχε τσιγκουνευτεί τίποτε. Ένα καλάθι με τρόφιμα και ποτά ήταν εκεί αν πεινούσαν ή διψούσαν και σκεπάσματα για τα γόνατά τους αν κρύωναν. Η Αϊρίν κοίταξε τη μητέρα της που είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στη γωνία της άμαξας και αναρωτήθηκε μήπως ήταν ώρα να την ξυπνήσει. Ήξερε ότι η λαίδη Κλερ θα ήθελε να έχει χρόνο να συγυριστεί πριν συναντήσει το λόρδο Ράντμπορν και την οικογένειά του. Και πάλι όμως λυπόταν να την ενοχλήσει. Από την έξαψη και τον ενθουσιασμό της επικείμενης επίσκεψης και την επιπλέον δουλειά που απαιτούνταν για να ετοιμαστεί, η μητέρα της δεν είχε κοιμηθεί αρκετά τις τελευταίες μέρες. Κατά τη γνώμη της, δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος για τις τόσες ετοιμασίες που είχαν κάνει με τόσο ενθουσιασμό η μητέρα της και οι άλλες. Πρώτα πρώτα, δε χρειαζόταν να αγοράσει καινούρια ρούχα. Είχε φέρει αντιρρήσεις, με το επιχείρημα ότι είχε άφθονα, αλλά η μητέρα της και -προς μεγάλη της έκπληξη - η νύφη της επέμεναν ότι δε γινόταν να συμμετάσχει σε μια τόσο σημαντική εκδήλωση χωρίς τουλάχιστον τρία καινούρια φορέματα. «Πρέπει να έχεις ένα καλό βραδινό φόρεμα, που δεν το έχουν δεν αμέτρητες φορές από την τελευταία σεζόν», επέμεινε η λαίδη ~ 91 ~


Μόρα, ξεχνώντας προσωρινά τα σχέδιά της για το παιδί που περίμενε. «Και μερικά καινούρια φορέματα επίσης. Δε συμφωνείς, μητέρα; Δεν είναι δυνατόν να την αφήσουμε να κυκλοφορεί ατημέλητη στο Ράντμπορν Παρκ». Η Αϊρίν είχε αιφνιδιαστεί τόσο πολύ από την ξαφνική γενναιοδωρία της ώστε είχε αφήσει να την παρασύρουν ως το εμποροραφείο και ο Χάμφρι είχε χαρεί τόσο πολύ βλέποντας τη μικρή του οικογένεια να πλέει σε πελάγη τέτοιας αρμονίας, ώστε είχε ανοίξει πρόθυμα το πορτοφόλι του, αφήνοντας εν λευκώ τις αγορές στη λαίδη Μόρα. Φυσικά, η Αϊρίν είχε συνειδητοποιήσει πολύ γρήγορα ότι πίσω από αυτή την έκρηξη καλής διάθεσης κρυβόταν η ανυπομονησία της να την ξεφορτωθεί μέσω ενός γάμου, όμως αυτό δεν την εμπόδισε να απολαύσει μια έξοδο με τη Μόρα που δε σκιαζόταν από διαξιφισμούς και λογομαχίες. Η Φραντσέσκα, όταν της μίλησε για την επίσκεψη στις μοδίστρες, αποφάσισε να πάει μαζί και η παρουσία της είχε ζωντανέψει, όπως ήταν αναμενόμενο, τη συντροφιά. Παρασυρμένη από τα γέλια και τις συζητήσεις και την ασυνήθιστη εγκαρδιότητα, η Αϊρίν είχε αγοράσει πολύ περισσότερα πράγματα από ό,τι συνήθιζε και, το σπουδαιότερο, φορέματα πιο χαριτωμένα και πιο ελκυστικά από εκείνα που φορούσε. Η Φραντσέσκα επέμενε ότι μόνο η τουαλέτα χορού από χρυσάφι σατέν ταίριαζε στην περίσταση και πράγματι, την είχε ενθουσιάσει τόσο πολύ η απαλή λάμψη του υφάσματος ώστε τελικά συμφώνησε κι εκείνη, αν και έμεινε ανυποχώρητη στο ότι έπρεπε να έχει μόνο μία σειρά φραμπαλάδες, όχι τρεις, στον ποδόγυρο και το ντεκολτέ να είναι δύο δάχτυλα πιο κλειστό. Έπειτα έπρεπε να διαλέξει μαλακά παπούτσια χορού που να της ταιριάζουν και μια αραχνοΰφαντη χρυσαφιά εσάρπα για να καλύπτει τα γυμνά μπράτσα της, κορδέλες και λουλούδια για τα μαλλιά της. Ύστερα απ’ αυτό δεν ήταν δύσκολο να πειστεί για το γκρίζο μαλλομέταξο φόρεμα ταξιδιού με τη μαύρη γάζα, το βαθυπράσινο απογευματινό και δύο καινούρια καθημερινά από απαλή μουσελίνα, καθώς και τα αξεσουάρ που οι άλλες γυναίκες αποφάνθηκαν ομόφωνα ότι ήταν απολύτως απαραίτητα. Κουρασμένες αλλά ικανοποιημένες, ολοκλήρωσαν τις αγορές τους και ετοιμάστηκαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους. Όμως η λαίδη Μόρα, κατενθουσιασμένη από την καινούρια φιλία της με μία από τις δημοφιλέστερες κυρίες της αριστοκρατίας, έσπευσε να αποδεχθεί την πρόταση της λαίδης Χόξτον να πάει στο σπίτι τους την άλλη μέρα και να τις βοηθήσει να ψάξουν στην γκαρνταρόμπα της Αϊρίν για να διαλέξουν τα υπόλοιπα ρούχα που θα χρειαζόταν στο ~ 92 ~


ταξίδι. Και η Αϊρίν, κατάκοπη και κάπως ανήσυχη για την έντονη εντύπωση που της είχε κάνει η χρυσαφιά τουαλέτα, δεν πρόβαλε ιδιαίτερες διαμαρτυρίες. Την επόμενη μέρα, η Φραντσέσκα κατέφθασε συνοδευόμενη από τη Μέισι, για την οποία δήλωσε ότι έκανε θαύματα με τη βελόνα, και όλες οι γυναίκες μαζεύτηκαν στο δωμάτιο της Αϊρίν και δεν άφησαν ούτε ένα φόρεμά της που να μην κοιτάξουν και να μη σχολιάσουν. Κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η καλαισθησία της Φραντσέσκα ήταν απαράμιλλη και οι ικανότητες της καμαριέρας στη ραπτική επίσης εντυπωσιακές. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, πρόσθεσε μια φρίλια εδώ, μια κορδέλα εκεί, ένα κομμάτι δαντέλα ή μια σειρά κόμπους από σατέν, χαμήλωσε ένα ντεκολτέ, μάκρυνε ή κόντυνε μανίκια, και τα φορέματα της Αϊρίν μεταμορφώθηκαν σε κάτι εντελώς διαφορετικό, πολύ πιο κολακευτικό και μοντέρνο. Διαμαρτυρήθηκε λιγάκι για τη σκληρότητα που έδειχναν στα ρούχα της, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τόσο ελκυστικό που δεν της έκανε καρδιά να τα μετατρέψει πάλι στο σχέδιο που είχαν πριν. Και τι σημασία έχει αν δεν ντύνομαι πια τόσο αυστηρά; αναρωτήθηκε. Αφού είχε ξεκαθαρίσει στο λόρδο Ράντμπορν ότι δεν την ενδιέφερε να γίνει γυναίκα του και, εν πάσει περιπτώσει, ο άνθρωπος αναζητούσε σύζυγο για καθαρά πρακτικούς λόγους, όχι για την εμφάνισή της. Δεν είχε καμία σημασία αν ήταν στις μεγάλες της ομορφιές- δε θα χρειαζόταν να αποκρούσει καμία πρόταση από μεριάς του. Επιπλέον, δεν υπήρχε πια λόγος να ντύνεται τ ό σ ο ... αυστηρά. Είχε κατοχυρώσει πλέον τον τίτλο της γεροντοκόρης. Είχε περάσει προ πολλού την ηλικία που οι περισσότεροι άντρες θεωρούσαν κατάλληλη όταν γύρευαν νύφη. Οπότε· δεν είχε νόημα να κρύβει την ομορφιά της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χαλαρώσει τον απλό κότσο που έκανε συνήθως τα μαλλιά της. Δε θα έβλαπτε να δοκιμάσει το γαλλικό στυλ με τις σγουρές μπούκλες που έπεφταν ελεύθερα όπως της είχε προτείνει η Μέισι, ή να βάλει ένα λουλούδι στα μαλλιά. Και παρ’ όλο που είχε την τάση να σαρκάζει για το χρόνο και τον κόπο που κατέβαλλαν οι περισσότερες γυναίκες στο ντύσιμο και να το θεωρεί ανόητη σπατάλη, παραδεχόταν ότι οι τελευταίες μέρες ήταν οι πιο ευχάριστες που είχε περάσει μαζί με τη νύφη της· πραγματικά, είχε απολαύσει τα γέλια και τα κουτσομπολιά και τη συντροφικότητα που επικρατούσε ανάμεσά τους καθώς ασχολούνταν με τα ρούχα της. Ήξερε όμως ότι η ευχάριστη ατμόσφαιρα οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη λαίδη Χόξτον. Φυσικά τα πράγματα δεν είχαν μείνει για πολύ έτσι. Η Μόρα δεν άντεχε να περάσει δέκα μέρες χωρίς να επικρίνει κάτι, ούτε η ~ 93 ~


Αϊρίν να μην αγανακτήσει από τις συμβουλές και τις υποδείξεις της. Όμως η σκέψη ότι σε μερικές μέρες θα απαλλασσόταν από την παρουσία της νύφης της έκανε την κατάσταση λιγότερο αφόρητη. Όταν μάλιστα ήρθαν και τα καινούρια της φορέματα, η διάθεσή της βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί και να μην τα δοκιμάσει, καμαρώνοντας λιγάκι μπροστά στον καθρέφτη. Ούτε και να καταπνίξει την έξαψη και τη χαρά που της προκάλεσε η σκέψη πόσο θα ξαφνιάζονταν οι άλλες νεαρές κυρίες όταν θα την έβλεπαν με τα καινούρια, πανέμορφα ρούχα της. Γιατί, παρ’ όλο που δεν την ενοχλούσε το ότι ήταν γεροντοκόρη, δεν μπορούσε να μην αισθάνεται άσχημα όταν οι άλλες της γυρνούσαν περιφρονητικά την πλάτη εξαιτίας της κατάστασής της. Η έξαψη και η αδημονία συσσωρεύονταν μέσα της τις τελευταίες δέκα μέρες, καθώς ετοίμαζε τα φορέματά της, έλεγχε να δει αν είναι καθαρά και σιδερωμένα, αν κάθε λασκαρισμένο κουμπί είχε ξαναραφτεί και βρισκόταν στερεωμένο στη θέση του, αν κάθε σκισμένος φιόγκος ή ξηλωμένος ποδόγυρος είχε επιδιορθωθεί. Και μόνο το να ετοιμάσει τις αποσκευές της είχε απαιτήσει πολύ χρόνο και κόπο. Αν και δεν ήταν προγραμματισμένο να μείνει στο Ράντμπορν Παρκ περισσότερο από δεκαπέντε μέρες, μια τέτοια επίσκεψη απαιτούσε μεγάλη γκαρνταρόμπα. Έπρεπε να πάρει παπούτσια για το χορό, και ένα δεύτερο ζευγάρι αν το πρώτο πάθαινε κάποια ζημιά. Χρειαζόταν μπότες ιππασίας για την πιθανότητα που θα της δινόταν η ευκαιρία να ιππεύσει, καθώς και μποτίνια περιπάτου για το πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο να κάνει μια βόλτα στην εξοχή. Και, φυσικά, τουλάχιστον δύο ή τρία ζευγάρια καθημερινά παπούτσια για να ταιριάζουν με τα φορέματά της. Όλα αυτά έπρεπε να καθαριστούν και να περάσουν από έλεγχο, να τυλιχθούν με προσοχή σε ύφασμα και να τοποθετηθούν στην κατάλληλη αποσκευή. Κι αυτό αφορούσε μόνο τα υποδήματα. Επίσης έπρεπε να πάρει μαζί της πολλά φορέματα, γιατί δεν ήταν δυνατόν να φοράει τα ίδια και τα ίδια τόσες μέρες. Επιπλέον χρειαζόταν μια στολή ιππασίας, ένα φόρεμα ταξιδιού για την άμαξα, ένα δυο φορέματα από πιο χοντρό ύφασμα για τους μεγάλους περιπάτους που σχεδίαζε να κάνει στο ύπαιθρο, πολλά καθημερινά, βραδινά για τα επίσημα δείπνα και, φυσικά, δύο από τις καλύτερες τουαλέτες χορού που διέθετε η γκαρνταρόμπα της για τις επίσημες δεξιώσεις που θα έδιναν οι Μπανκς στη διάρκεια των δύο εβδομάδων. Έπειτα ήταν τα νυχτικά, τα μεσοφόρια, οι καμιζόλες, κάλτσες κάθε ποιότητας και πυκνότητας, καθώς και ένα πρακτικό φανελένιο μεσοφόρι για την περίπτωση που θα έπιανε ψύχρα και το σπίτι των ~ 94 ~


Ράντμπορν είχε ρεύματα. Εκτός αυτών ήταν και τα πανωφόρια. Είχε μπει Σεπτέμβριος και ασφαλώς η θερμοκρασία θα έπεφτε όσο χρόνο θα βρισκόταν στο Ράντμπορν Παρκ. Έπρεπε να πάρει μαζί της τον καλό, μακρύ, βελούδινο μανδύα για να ρίξει πάνω της αν έβγαινε έξω φορώντας κάποιο βραδινό φόρεμα ή την τουαλέτα του χορού, καθώς και δύο μπέρτες με φαρδύ μανίκι για την ημέρα. Και τελευταία, αλλά καθόλου ασήμαντα, ήταν τα αξεσουάρ που θα τα συνόδευαν: γάντια, κοντά και μακριά, καθημερινά και αμπιγέ, καθώς και ένα ζευγάρι δερμάτινα ιππασίας. Κορδέλες και άλλα στολίδια. Μερικά κοσμήματα. Φυσικά, ήταν και τα καπέλα. Και η Μόρα, προς μεγάλη της έκπληξη, της έδωσε ένα μικρό μανόν από ζιμπελίνα για να μην κρυώνουν τα χέρια της. «Βέβαια δεν κάνει ακόμα τόσο κρύο», της είπε, «αλλά μπορεί να κρυώσει ο καιρός μέχρι να επιστρέψεις. Και τίποτε δε δείχνει μια γυναίκα πιο κομψή και εύθραυστη όσο το να κρατά στα χέρια της ένα μανσόν. Έχεις αρκετά ωραία χέρια. Θα πρέπει να τα αναδείξεις περισσότερο». «Ευχαριστώ», τραύλισε με έκπληξη η Αϊρίν. «Θα τα φροντίζω». «Μην το αμελήσεις», επέμεινε εκείνη, και η Αϊρίν βιάστηκε να βάλει το μανσόν μαζί με τα υπόλοιπα πράγματά της πριν αλλάξει γνώμη η νύφη της. Υπήρχαν τόσο πολλά που έπρεπε να κάνει ώστε τελικά κατάφερε να συγκρατήσει την ανυπομονησία της, αλλά την παραμονή, καθώς παρακολουθούσε τους υπηρέτες να μεταφέρουν τα μπαούλα στην άμαξα με την οποία θα τους ακολουθούσε η καμαριέρα και ο αμαξάς της λαίδης Χόξτον, άφησε τη συσσωρευμένη έξαψη να ξεχειλίσει από μέσα της. Άφηνε το Λονδίνο και τους αποπνικτικούς περιορισμούς των αριστοκρατικών κύκλων για την ελευθερία της εξοχής. Μαζί με τη μητέρα της θα απαλλάσσονταν από την γκρίνια και την ανταγωνιστική διάθεση της λαίδης Μόρα. Δε θα άκουγαν διαρκώς για τη «λεπτή κατάστασή» της και τους μήνες των θυσιών που απλώνονταν μπροστά της, τις λιποθυμικές τάσεις, τη ναυτία και μια ντουζίνα άλλες αδιαθεσίες που βασάνιζαν μια γυναίκα στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Και η μητέρα της θα άνθιζε μακριά από τις αρπάγες της Μόρα. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να την κάνει να χαίρεται που είχε δεχθεί να συνοδεύσει τη Φραντσέσκα στο Ράντμπορν Παρκ. Σκέφτηκε το λόρδο Ράντμπορν. Πιθανότατα θα ήταν εκεί για να τις υποδεχθεί όταν θα έφταναν και αναρωτήθηκε αν θα ήταν ψυχρός απέναντι της ή πεισματικά βέβαιος ότι θα κατάφερνε να της

~ 95 ~


αλλάξει γνώμη. Δε θα την κορτάριζε, φυσικά. Κατ’ αρχάς αμφέβαλλε αν γνώριζε καν τι σήμαινε η λέξη κόρτε. Όμως υποψιαζόταν ότι με κάποιο τρόπο θα προσπαθούσε να την πείσει ότι έπρεπε να τον παντρευτεί. Εφόσον χρειαζόταν μια σύζυγο, δε θα κατέθετε τόσο εύκολα τα όπλα. Φυσικά θα υπήρχαν κι άλλες νεαρές κυρίες εκεί, και υπήρχε πάντα η πιθανότητα να επικεντρώσει την προσοχή του σε μία από αυτές. Έσφιξε ασυναίσθητα τα χείλη της όταν το σκέφτηκε. Αυτό θα ήταν το πιο λογικό που θα μπορούσε να κάνει ο κόμης, εφόσον κάποια από τις άλλες νεαρές θα ήταν πιο πρόθυμη να ανταποκριθεί στις κρούσεις του και να απαρνηθεί την ελευθερία της για την ευκαιρία να γίνει κόμισσα, και υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ήλπιζε πως ο κόμης θα έβαζε στο μάτι κάποια άλλη. Όμως είχε την εντιμότητα να παραδεχθεί ότι θα την πρόσβαλλε λιγάκι αν αποδεικνυόταν πως ήταν τόσο ασήμαντη για κείνον ώστε θα μπορούσε ευκολότατα να την αντικαταστήσει με οποιαδήποτε άλλη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν παράλογο να τη δυσαρεστεί αυτή η σκέψη. Εφόσον δεν ήθελε να συνεχίσει να την πολιορκεί ο κόμης, η επίσκεψη θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη αν την άφηνε στην ησυχία της. Και δεν ήταν εγωκεντρική. Μπορεί να θιγόταν η περηφάνια της, αλλά αυτό θα της περνούσε γρήγορα. Αντίθετα, θα ήταν μεγάλη ανακούφιση αν ο κόμης έπαυε εντελώς να ασχολείται μαζί της. Μαζί με τη βαριά, παλιομοδίτικη άμαξά της, η λαίδη Οντίλια είχε στείλει και τον συντηρητικό ηλικιωμένο αμαξά της κι έτσι το ταξίδι ήταν αργό. Όμως την Αϊρίν δεν την ένοιαζε. Η Φραντσέσκα ήταν ευχάριστη συντροφιά και η μητέρα της, από τη στιγμή που απομακρύνθηκε από την επικριτική νύφη της, άρχισε να μιλάει και να γελάει χαρούμενα ώσπου την πήρε ο ύπνος κι έτσι ο χρόνος είχε κυλήσει πολύ ευχάριστα. Και όταν σταμάτησαν να μιλούν, η Αϊρίν είχε συντροφιά τις σκέψεις της. Της άρεσε να κοιτάζει το τοπίο γιατί ποτέ δεν είχε ταξιδέψει σ’ εκείνα τα μέρη. Ούτε και ήταν μαθημένη να μένει σε πανδοχεία, καθώς τα περισσότερα ταξίδια της, όπως εκείνο από τον τόπο καταγωγής της ως το Λονδίνο, δε διαρκούσαν περισσότερο από μία μέρα. Ήταν μια θαυμάσια καινούρια εμπειρία και σκόπευε να απολαύσει την κάθε της στιγμή. Τώρα, καθώς πλησίαζαν στον προορισμό τους, φούντωσε πάλι μέσα της η ανυπομονησία. Κάθε τόσο έσπρωχνε στην άκρη την κουρτίνα του παραθύρου, ελπίζοντας να διακρίνει από μακριά το Ράντμπορν Παρκ, αλλά δεν έβλεπε τίποτε εκτός από έναν ψηλό θαμνοφράχτη στο πλάι του στενού δρόμου που περνούσαν. Η άμαξα έστριψε σε έναν άλλο δρόμο, λιγότερο πολυσύχναστο και έσπρωξε ~ 96 ~


πάλι την κουρτίνα για να κοιτάξει, πιστεύοντας ότι είχαν μπει στον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού. Προσπέρασαν μια μικρή αγροικία, αλλά λίγο πιο κάτω μπήκαν σε ένα δασωμένο μέρος. Δεξιά και αριστερά τους υψώνονταν ψηλά δέντρα και τα κλαριά τους σχημάτιζαν σήραγγα πάνω από την άμαξα. Συνέχισαν αργά, πέρασαν μια πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις όχθες ενός ρυακιού και μερικές στιγμές αργότερα βγήκαν από τα δέντρα. Έβγαλε χωρίς ντροπές το κεφάλι της από το παράθυρο για να δει το σπίτι αμέσως μόλις θα φαινόταν. Μπροστά τους απλωνόταν μια μεγάλη έκταση με καταπράσινη χλόη που ανηφόριζε ομαλά και χωριζόταν στη μέση από το δρόμο που σχημάτιζε καμπύλη μπροστά στο σπίτι. Το ίδιο βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της πλαγιάς, ολομόναχο μέσα στη μεγαλοπρέπειά του, χωρίς δέντρα ή θάμνους μπροστά ή στο πλάι για να απαλαίνουν τις γραμμές του. «Θεέ μου», αναφώνησε αυθόρμητα με σιγανή φωνή. Δεν ήταν το μεγαλύτερο σπίτι που είχε δει ποτέ της, αλλά ήταν με τον τρόπο του ίσως το πιο εντυπωσιακό. Το κεντρικό τετράγωνο του οικοδομήματος είχε ύψος τεσσάρων ορόφων και στις άκρες του πλαισιωνόταν από δύο πανομοιότυπους πύργους που υψώνονταν άλλους δύο επιπλέον ορόφους. Το υπόλοιπο κτίσμα απλωνόταν δεξιά και αριστερά από τους πύργους σχηματίζοντας πτέρυγες με φεγγίτες και επικλινή στέγη αλλά κατά ένα όροφο χαμηλότερες από το κεντρικό τμήμα. Το όλο οικοδόμημα ήταν φτιαγμένο από κόκκινο τούβλο που η απόχρωσή του διέφερε από τμήμα σε τμήμα, με μερικά σκουρότερα εδώ κι εκεί. Η διακόσμηση στις κορυφές των πύργων ήταν από τερακότα σε απομίμηση πέτρας και το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν γύρω από τα παράθυρα. Ο χλομός φθινοπωρινός ήλιος, που είχε γείρει ήδη χαμηλά στον ορίζοντα, αντανακλούσε στα τζάμια με τα μολυβένια χωρίσματα και έριχνε σκιές στα πλάγια των πύργων, κάνοντας ακόμα πιο έντονη τη μεγαλοπρέπειά του. Η μητέρα της, που είχε ξυπνήσει από μόνη της, και η Φραντσέσκα έσκυψαν για να κοιτάξουν κι αυτές από τα παράθυρα της άμαξας και η λαίδη Κλερ επανέλαβε ψιθυριστά τα λόγια της Αϊρίν. «Μάλιστα», είπε ξερά η Φραντσέσκα. «Είναι φανερό ότι οι Μπανκς έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους». «Είναι... Δεν ξέρω πώς να το περιγράφω», είπε η Αϊρίν, εξακολουθώντας να κοιτάζει εντυπωσιασμένη. «Δε θα το έλεγα ακριβώς όμορφο, αλλά σίγουρα είναι επιβλητικό. Έχει μια γοητεία». «Εμένα μου φαίνεται πως είναι από κείνα τα μέρη που έχουν έναν δυο σκελετούς χτισμένους στα κελάρια. Ή ίσως έναν τρελό θείο πάνω στη σοφίτα», είπε η Φραντσέσκα. ~ 97 ~


Η Αϊρίν γέλασε. «Όχι, εμένα μου θυμίζει περισσότερο... να, κάτι που θα έχτιζε ένας κουρσάρος της ελισαβετιανής εποχής. Δε θα ταίριαζε σε έναν λάτρη της περιπέτειας; Τολμηρό και θαρραλέο;» «Μμμ, ίσως». Η Φραντσέσκα την κοίταξε περιπαιχτικά. «Αϊρίν, με ξεγέλασες. Δεν είχα καταλάβει ότι είσαι ρομαντική». Εκείνη κοκκίνισε λιγάκι και κάθισε ίσια στη θέση της. «Ανοησίες. Επειδή διακρίνει κάποιος τη γοητεία ενός μέρους δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα υποκύψει σ’ αυτήν». Για μια στιγμή η Φραντσέσκα δεν είπε τίποτε. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα και άλλαξε θέμα. «Είμαι σίγουρη ότι η λαίδη Οντίλια θα είναι εδώ για να μας υποδεχθεί. Γνωρίζετε τη λαίδη Πενκάλι, λαίδη Γουίνγκεϊτ;» ρώτησε, κοιτώντας τη μητέρα της Αϊρίν. «Την έχω συναντήσει, αλλά δε θα μπορούσα να πω ότι τη γνωρίζω», αποκρίθηκε διπλωματικά εκείνη. «Νομίζω πως όποιος συναντά για πρώτη φορά τη λαίδη Οντίλια τη γνωρίζει κιόλας», αποκρίθηκε χαμογελώντας η Φραντσέσκα. «Δεν είναι ο πιο διακριτικός άνθρωπος του κόσμου». Η Κλερ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μάλλον. Πιστεύω ότι η λαίδη Πενκάλι είναι πολύ ... ευθύς άνθρωπος. Και η ευθύτητα είναι μεγάλη αρετή». «Αναμφίβολα», απάντησε ξερά η Φραντσέσκα. «Εγώ δεν έτυχε να συναντήσω τη λαίδη Πενκάλι», είπε η Αϊρίν, κοιτάζοντας τη μητέρα της. «Έτσι δεν είναι; Όπως την περιγράφετε, αν την είχα γνωρίσει, μάλλον δε θα την ξεχνούσα». «Ω, ναι», συμφώνησε η λαίδη Κλερ. «Κι εγώ πιστεύω ότι δεν την έχεις συναντήσει. Δεν κυκλοφορεί πολύ πια. Και έρχεται σπάνια στο Λονδίνο». «Ένα γεγονός για το οποίο όλοι θα πρέπει να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη», είπε η Φραντσέσκα στην Αϊρίν. «Είμαι βέβαιη ότι εσένα δεν πρόκειται να σε τρομάξει, αλλά εγώ πάντα την έτρεμα. Όποτε ερχόταν στο Ντάνσι Παρκ, έκανα ό,τι μπορούσα για να αποφύγω να την επισκεφτώ. Δεν της ξεφεύγει τίποτε -είτε είναι ένας ξηλωμένος φραμπαλάς, μια μπούκλα που έχει φύγει από τη θέση της ή ένα στυλ που δε σε κολακεύει». «Όπως καταλαβαίνω, τη γνωρίζεις καλά. Είναι συγγενής σου;» Τα μάτια της Φραντσέσκα άνοιξαν διάπλατα. «Θεός φυλάξοι, όχι! Το πατρικό μου είναι κοντά στο Ντάνσι Παρκ, ένα από τα κτήματα του δούκα Ρόκφορντ. Είναι ένα ευχάριστο μέρος και η λαίδη Πενκάλι, που είναι θεία του δούκα, ερχόταν συχνά να τον επισκεφτεί όταν ζούσε εκεί». ~ 98 ~


«Γνωρίζεις τους άλλους που μένουν στο Ράντμπορν Παρκ;» ρώτησε η λαίδη Κλερ. «Όχι. Δεν έχω έρθει άλλη φορά. Δεν έχω δει ποτέ την αδελφή της λαίδης Πενκάλι. Είναι η γιαγιά του τωρινού κόμη, όπως κατάλαβα, και είμαι περίεργη να τη γνωρίσω. Αναρωτιέμαι αν μοιάζει καθόλου στη λαίδη Οντίλια. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς δύο τέτοιους χαρακτήρες στην ίδια οικογένεια». «Ποιος άλλος μένει στο Ράντμπορν Παρκ;» ρώτησε η Αϊρίν. «Νομίζω ότι και η δεύτερη σύζυγος του μακαρίτη κόμη μένει εκεί. Ξαναπαντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, αν δεν απατώμαι, αλλά ποτέ δε γνώρισα την κόμισσα. Δεν επισκέπτονταν το Λονδίνο, μάλλον επειδή ο κόμης ήταν ηλικιωμένος και είχε προβλήματα υγείας. Δε θυμάμαι το όνομά του. Απέκτησαν και ένα γιο, που είναι ακόμα ανήλικος. Θυμάμαι πως έγιναν πολλές συζητήσεις όταν έχασε τον τίτλο του με την εμφάνιση του Ράντμπορν. Ωστόσο γνωρίζω ελάχιστα πράγματα γι’ αυτούς. Δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχουν κι άλλα μέλη της οικογένειας τώρα. Η λαίδη Οντίλια έχει έναν τρόπο να παραλείπει αυτές τις “ασήμαντες λεπτομέρειες”». «Ε, θα το μάθουμε σύντομα», παρατήρησε η Αϊρίν και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Είχαν φτάσει σχεδόν στα μπροστινά σκαλιά του μεγάρου. Η πόρτα είχε ανοίξει και ένας αρχοντικός άντρας ντυμένος από την κορυφή ως τα νύχια στα μαύρα κατέβαινε τα σκαλοπάτια, ακολουθούμενος από δύο υπηρέτες με λιβρέες. Η Αϊρίν υπέθεσε ότι ήταν o μπάτλερ. Ο άντρας περίμενε μέχρι να σταματήσει τελείως η άμαξα κι έπειτα άνοιξε την πόρτα και υποκλίθηκε στις κυρίες που κάθονταν μέσα. «Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας καλωσορίσω στο Ράντμπορν Παρκ, κυρίες μου. Ελπίζω να μην ήταν πολύ κουραστικό το ταξίδι σας». «Όχι, καθόλου. Η διαδρομή ήταν πολύ ευχάριστη», τον διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα, παίρνοντας το χέρι του για να κατέβει από την άμαξα. Η Αϊρίν και η μητέρα της την ακολούθησαν. Και οι τρεις κοντοστάθηκαν μια στιγμή για να θαυμάσουν το πανύψηλο οικοδόμημα και ο μπάτλερ χαμογέλασε διακριτικά αλλά με υπερηφάνεια. «Το κεντρικό μέρος κτίστηκε από τον πρώτο κόμη του Ράντμπορν», τους είπε. «Φυσικά, υπήρχε ένα παλαιότερο κτίσμα, ένα αρκετά χαρακτηριστικό δείγμα της πρώιμης νορμανδικής περιόδου, αλλά είχε μείνει ακατοίκητο από την εποχή του Ερρίκου Η', όταν ο πρώτος κόμης οικοδόμησε το αριστούργημά του. Ο σκοπός του ήταν να συναγωνιστεί το ίδιο το Χάμπτον Κορτ, αλλά δυστυχώς ο ~ 99 ~


λόρδος Ράντμπορν πέθανε πριν προλάβει να υλοποιήσει το σχέδιό του. Ο δεύτερος κόμης δε συμμεριζόταν το αρχιτεκτονικό όραμα του πατέρα του και απλώς πρόσθεσε τις δύο πλευρικές πτέρυγες στο κεντρικό κτίσμα». «Υπάρχει τίποτε μέσα στους πύργους;» ρώτησε η Αϊρίν, κοιτάζοντας τις κορυφές των δύο στρογγυλών πλαϊνών τμημάτων. «Μόνο ελικοειδείς σκάλες, και φυσικά μια θαυμάσια θέα της εξοχής από την κορυφή, αν αποφασίσει κανείς ν’ ανέβει ως εκεί». «Θα ήθελα να το δω». «Τότε θα πρέπει να βρεις κάποιον νεότερο από εμένα για να σε συνοδεύσει», είπε η μητέρα της. «Προσωπικά θα μου αρκούσε η θέα από τα χαμηλότερα πατώματα». «Υπάρχουν πολλά πράγματα να δει κανείς μέσα στο ίδιο το μέγα- ρο, λαίδη μου», της είπε ο μπάτλερ. «Ονομάζομαι Χόροουζ. Παρακαλώ ειδοποιήστε με αν χρειαστείτε κάτι. Και τώρα, επιτρέψτε μου να σας οδηγήσω μέσα. Η χήρα κόμισσα και η λαίδη Πενκάλι σας περιμένουν». Ενώ οι δύο υπηρέτες ξεφόρτωναν την άμαξα, οι τρεις γυναίκες ακολούθησαν τον ευθυτενή μπάτλερ στο σπίτι και από τη μεγάλη επίσημη είσοδο πέρασαν σε ένα ευρύχωρο, πολυτελώς επιπλωμένο σαλόνι. Οι τρεις γυναίκες που κάθονταν εκεί γύρισαν όταν μπήκαν οι ταξιδιώτισσες. Η Αϊρίν είδε με την πρώτη ματιά ότι ο λόρδος Ράντμπορν δεν ήταν εκεί. Όχι πως αυτό είχε καμία σημασία. Αντίθετα, ήταν μεγάλη ανακούφιση το ότι δεν ήταν αναγκασμένη να τον χαιρετήσει. Αναρωτήθηκε πού βρισκόταν και αν η απουσία του έδειχνε περιφρόνηση προς το πρόσωπό της. Όχι ότι αυτό είχε καμία σημασία, όπως βιάστηκε να επαναλάβει νοερά. «Ήρθατε επιτέλους!» αναφώνησε με βροντερή φωνή η μία από τις τρεις γυναίκες. Τα μαλλιά της ήταν ολόγκριζα κάτω από το μαύρο σκουφάκι με τη δαντέλα. Φορούσε σκούρο μοβ μεταξωτό φόρεμα με παλιομοδίτικα φουσκωτή φούστα και σκληρό μπούστο. Ήταν μεγαλόσωμη και η εμφάνισή της ταίριαζε στη φωνή της. Σηκώθηκε από τον καναπέ όπου καθόταν και ήρθε προς το μέρος τους με όλη τη μεγαλοπρέπεια μιας φρεγάτας με ανοιχτά πανιά. Η Αϊρίν κατάλαβε αμέσως ότι ήταν η λαίδη Οντίλια. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα της στον καναπέ ήταν περίπου στην ίδια ηλικία, αλλά το αντίθετό της στην όψη και την εμφάνιση. Τα μαλλιά της κάτω από το δαντελένιο μαύρο μπονεδάκι ήταν κάτασπρα και σγουρά και το μαύρο φόρεμα που φορούσε ήταν σε μοντέρνο στυλ, με λεπτή γραμμή και λεπτή μέση, γαρνιρισμένο με μαύρη δαντέλα. Ήταν αδύνατη, σχεδόν κάτισχνη, και πιο κοντή από ~ 100 ~


τη λαίδη Οντίλια, αν και δυσκολευόταν κανείς να αντιληφθεί το πραγματικό της ύψος αφού ήταν σκυφτή, καμπουριασμένη. Όλα πάνω της φαίνονταν εύθραυστα και λεπτά, από τις απαλές άσπρες μπούκλες που ξέφευγαν από τις φουρκέτες κάτω από το μπονέ, μέχρι το μετάξι και τη δαντέλα που αγκάλιαζαν το σώμα της. Μια μαύρη εσάρπα με κρόσσια ήταν ριγμένη στους ώμους της και η μία της άκρη γλίστρησε και άρχισε να σέρνεται πίσω της καθώς σηκωνόταν διατακτικά και έκανε μερικά βήματα προς τα εμπρός με την ίδια διστακτικότητα. «Γεια σου, Φραντσέσκα», χαιρέτησε η λαίδη Οντίλια τη φίλη της Αϊρίν. «Δε φαίνεσαι καθόλου κουρασμένη από το ταξίδι». Μισογύρισε προς την ασθενική γυναίκα που στεκόταν πίσω της. «Βλέπεις, Πάνσι, σου είπα ότι δε θα πάθαιναν τίποτα. Δεν υποφέρουν όλοι όταν ταξιδεύουν, όπως εσύ». «Ναι, φυσικά, Οντίλια», απάντησε η άλλη γυναίκα με ένα χαμόγελο και κούνησε ντροπαλά το κεφάλι της. Η φωνή της ήταν λεπτή όπως και το παρουσιαστικό της, και παρ’ όλο που το χαμόγελό της ήταν φιλικό και το βλέμμα της ζεστό, η έκφρασή της είχε μια αφηρημάδα, σαν να μη βρισκόταν σε απόλυτη επαφή με τους άλλους στο δωμάτιο. Η Φραντσέσκα σύστησε την Αϊρίν και τη μητέρα της στη λαίδη Πενκάλι κι εκείνη με τη σειρά της έδειξε την αδελφή της, τη χήρα κόμισσα Ράντμπορν. Η λαίδη έσφιξε το χέρι της Αϊρίν. Τα δάχτυλά της ήταν λεπτά, οστεώδη, οι αρθρώσεις τους σαν κόμποι, και κρύα παρά τη ζεστασιά που επικρατούσε στο χώρο. «Πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω», είπε κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Να δεις που θα γίνουμε καλές φίλες». «Σας ευχαριστώ, λαίδη Ράντμπορν. Καλοσύνη σας». Δεν κατάλαβε για ποιο λόγο η γιαγιά του λόρδου Ράντμπορν φαινόταν τόσο πρόθυμη να γίνει φίλη της. Υπέθεσε ότι απλώς αυτός ήταν ο τρόπος της και ήλπισε ότι δεν είχε παραπλανηθεί από την αδελφή της για να πιστέψει ότι βρισκόταν εκεί με σκοπό να αποδεχθεί την πρόταση γάμου του εγγονού της. Έριξε μια ματιά στη Φραντσέσκα κι εκείνη ανασήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους της, αλλά εκείνη τη στιγμή η προσοχή της Αϊρίν έπεσε στην τρίτη γυναίκα που είχε σηκωθεί και πλησίαζε προς το μέρος τους. Ήταν ξανθή και χαριτωμένη, με λευκό δέρμα και μεγάλα, στρογγυλά γαλάζια μάτια. Το σώμα της ήταν χυμώδες και παρ’ ότι το μαυρόασπρο φόρεμα, που δήλωνε ότι μόλις έβγαινε από πένθος, είχε ψηλό λαιμό και κλειστό ντεκολτέ, οι καμπύλες της διαγράφονταν καθαρά και τονίζονταν από την ψηλή μέση και τη ζώνη του ~ 101 ~


φορέματος που έδενε κάτω από το στήθος. «Πώς είστε;» είπε σαρώνοντας με το ψυχρό της βλέμμα τη Φραντσέσκα, κατόπιν την Αϊρίν και τη λαίδη Κλερ. «Είμαι η κόμισσα Ράντμπορν». «Η χήρα του γιου μου, του Σέσιλ», εξήγησε η Πάνσι και τα μάτια της γέμισαν θλίψη. «Πάει ένας χρόνος τώρα που τον χάσαμε». «Καλώς ήλθατε στο Ράντμπορν Παρκ», συνέχισε σε ψυχρό τόνο η νεότερη λαίδη Ράντμπορν, αγνοώντας την Πάνσι και τα λόγια της. Η Αϊρίν την περιεργάστηκε με ενδιαφέρον. Η χήρα του κόμη ήταν πολύ νεότερη απ’ όσο είχε φανταστεί. Μεγαλύτερη από εκείνη και τη Φραντσέσκα, φυσικά, αλλά όχι κατά πολύ. Και δε φαινόταν ιδιαίτερα φιλική. Τα λόγια της ήταν ευγενικά, αλλά στα μάτια της υπήρχε μια σκληρότητα που δεν κρυβόταν. Η Αϊρίν είχε την εντύπωση ότι δεν ανυπομονούσε καθόλου να τις γνωρίσει. Αντίθετα, θα διακινδύνευε να υποστηρίξει ότι η κόμισσα θα προτιμούσε να μη βρίσκονταν εκεί. Εκείνο που δεν καταλάβαινε ήταν αν η αντιπάθειά της αφορούσε αποκλειστικά τη Φραντσέσκα και εκείνη ή αν θα αντιπαθούσε οποιαδήποτε γυναίκα καταλάβαινε ότι φιλοδοξούσε να γίνει η νέα κόμισσα του Ράντμπορν. Όμως, αν συνυπολόγιζε τον περιφρονητικό τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπίσει την άκακη πεθερά της, μάλλον ήταν απλώς κακότροπος χαρακτήρας. «Ασφαλώς θα θέλετε κάτι τονωτικό μετά το ταξίδι σας», είπε η λαίδη Οντίλια. «Θα πω να μας φέρουν τσάι». Πήγε στο κουδούνι χωρίς να προσέξει το σκληρό βλέμμα που έριξε η νεότερη κόμισσα στην πλάτη της. «Ίσως οι καλεσμένες μας προτιμούν να τις οδηγήσουν στα δωμάτιά τους», είπε η νεότερη λαίδη Ράντμπορν. «Σίγουρα ήταν κουραστικό ταξίδι». Η Οντίλια γύρισε και την κοίταξε με απορία. «Θα θέλουν να χαιρετήσουν τον Γκίντεον». Η κόμισσα κάγχασε. «Λες και είχε την ευγένεια να βρίσκεται εδώ για να υποδεχτεί τις καλεσμένες του». Η λαίδη Οντίλια ίσιωσε το σώμα της, παίρνοντας μια ακόμα πιο επιβλητική πόζα. «Με συγχωρείς, Τερέζα», είπε σε αυστηρό τόνο, «αλλά ο ανιψιός μου είχε μία επείγουσα εργασία και δεν μπορούσε να βρίσκεται εδώ. Μάλλον προέκυψε κάποιο ζήτημα με τα κτήματα, γιατί βλέπω ότι το Παρκ έχει περιπέσει σε άθλια κατάσταση τα τελευταία χρόνια». Η λαίδη Τερέζα της έριξε μια φαρμακερή ματιά, αλλά ήταν φανερό ότι δεν τολμούσε να υψώσει το ανάστημά της στην Οντίλια, ~ 102 ~


γιατί είπε σχεδόν με παράπονο: «Ο άντρας μου δεν αισθανόταν καλά τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Κι εγ ώ ... έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, αλλά δεν έχω επιχειρηματικό δαιμόνιο όπως ορισμένοι άλλοι». Αυτό το τελευταίο σχόλιο η Αϊρίν υποψιάστηκε ότι αφορούσε το νέο κόμη, που είχε δημιουργήσει δική του περιουσία πριν καν τον ανακαλύψει η οικογένειά του. Ήξερε ότι το επιχειρηματικό του δαιμόνιο θεωρούνταν ένα από τα πολλά ελαττώματα του χαρακτήρα του, αφού ένας αριστοκράτης ήταν υπεράνω πεζών θεμάτων όπως τα χρήματα, και μια κυρία ακόμα περισσότερο. Όμως κατά τη γνώμη της, η άγνοια και η ανικανότητα δεν ήταν λόγοι για να περηφανεύεται κανείς και ήταν ακόμα πιο ανόητο όταν αυτή η άγνοια οδηγούσε κάποιον στη φτώχεια. Είχε ζήσει πολλά χρόνια με ελάχιστα χρήματα, εξαιτίας της σπατάλης του πατέρα της, και δεν της άρεσε καθόλου. Το γεγονός ότι παρά τις αντίξοες συνθήκες της ζωής του ο Γκίντεον Μπανκς είχε καταφέρει όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να μεγαλουργήσει, ήταν περισσότερο αξιοθαύμαστο παρά αξιοκατάκριτο. Ήταν όμως φανερό ότι η νεαρή χήρα δε συμμεριζόταν την άποψή της. Πράγματι, η Αϊρίν συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή ότι η λαίδη Τερέζα έτρεφε μια έντονη αντιπάθεια για το νέο κόμη. Φυσικά ως ένα βαθμό αυτό ήταν κατανοητό, αφού αν δε βρισκόταν ο Γκίντεον, ο γιος της Τερέζας θα είχε κληρονομήσει τον τίτλο και κάθε μητέρα θα στενοχωριόταν για την απώλεια του γιου της. Όμως από την άλλη μεριά, και λαμβάνοντας υπόψη τον κακό χαρακτήρα της, υποψιαζόταν ότι η λαίδη μνησικακούσε επειδή και η ίδια είχε χάσει τη σπουδαιότητά της ως μητέρα του ανήλικου κόμη. Και επειδή ο λόρδος Ράντμπορν σχεδίαζε να παντρευτεί σύντομα, τη θέση της θα έπαιρνε κάποια άλλη. Αν και κατανοούσε την αντιπάθεια της λαίδης για τον καινούριο κόμη, δεν μπορούσε να τη συμπαθήσει γι’ αυτό. Κάτι της έλεγε ότι δε θα έκανε πολλή συντροφιά με τη λαίδη Τερέζα όσο θα διαρκούσε η επίσκεψή της και χαιρόταν γι’ αυτό. Και αν έκρινε από το ψυχρό της βλέμμα όταν της μιλούσε, καταλάβαινε ότι και η λαίδη Τερέζα δεν είχε καμία επιθυμία να γίνουν φίλες. Δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι στο τέλος η λαίδη Οντίλια επέβαλε τη γνώμη της και οι τρεις νεοφερμένες κάθισαν για να πάρουν το τσάι τους. Συζήτησαν τις λεπτομέρειες του ταξιδιού τους διεξοδικά και με κουραστική ακρίβεια, αλλά τελικά ήπιαν το ρόφημά τους, έφαγαν τα μικρά γλυκίσματα και η λαίδη τους επέτρεψε να ανέβουν στα δωμάτιά τους π α ρ’ όλο που ο λόρδος Ράντμπορν δεν είχε εμφανιστεί ακόμη. ~ 103 ~


Το δωμάτιο της Αϊρίν ήταν ευρύχωρο και σε καλή θέση, με παράθυρα δεξιά και αριστερά από το κρεβάτι και θέα στους πλαϊνούς κήπους. Έριξε μια ματιά έξω, αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί και πέρα από τον κήπο, που τώρα με τις πρώτες ψύχρες είχε χάσει πια τους ανθούς του, και να σταματήσει στα ψηλά δέντρα στο βάθος. Από εκεί φαινόταν ακόμα ένα κομμάτι των πίσω κήπων και το λιβάδι πέρα απ’ αυτούς. Στο βάθος, το ρυάκι που είχαν περάσει νωρίτερα το απόγευμα ξεδιπλωνόταν σαν λαμπερή κορδέλα στην κυματιστή γη. Το μέρος της πρόσφερε τη δυνατότητα για πολλούς ευχάριστους απογευματινούς περιπάτους, κάτι που της έλειπε πολύ στο Λονδίνο. Η άμαξα με τις αποσκευές τους δεν είχε φτάσει ακόμα, κι έτσι οι επιλογές της ήταν περιορισμένες μόνο στο περιεχόμενο των μικρότερων αποσκευών που είχαν τοποθετηθεί στην οροφή της άμαξας με την οποία είχαν ταξιδέψει. Σκέφτηκε ότι το σκούρο μπλε φόρμα που βρισκόταν σε μία από αυτές ταίριαζε απόλυτα στην περίσταση. Μια από τις καμαριέρες μπήκε στο δωμάτιο και προσφέρθηκε να επιστρέψει αργότερα για να τη βοηθήσει να τακτοποιήσει τα πράγματά της και να ετοιμαστεί για το δείπνο. Όμως η Αϊρίν δεν ήταν κουρασμένη από το ταξίδι. Αντίθετα, ήταν ακόμα ξεσηκωμένη και γεμάτη ανυπομονησία. Έτσι αποφάσισε να μην ξαπλώσει, αλλά να πλυθεί και να ντυθεί. Στέλνοντας την καμαριέρα να συνεχίσει τις δουλειές της, κάθισε για να χτενίσει τα μαλλιά της και να τα μαζέψει στον αυστηρό κότσο που έκανε πάντα. Όμως δεν είχε προλάβει να ξεκινήσει όταν μπήκε η Μέισι, η καμαριέρα της Φραντσέσκα, και την είδε. «Ω, όχι, λαίδη μου, όχι!» είπε, παίρνοντας τη βούρτσα από το χέρι της Αϊρίν. «Αφήστε με να σας χτενίσω εγώ. Μου υποσχεθήκατε ότι θα μου επιτρέψετε να δοκιμάσω ένα καινούριο χτένισμα που έχω υπόψη». «Μα πρέπει να βοηθήσεις τη λαίδη Χόξτον», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Όχι ακόμα. Η κυρία μου ποτέ δεν αρχίζει να ντύνεται από τόσο νωρίς για το δείπνο», απάντησε η Μέισι, αρχίζοντας ήδη να βγάζει επιδέξια τις φουρκέτες από τα μαλλιά της Αϊρίν καθώς μιλούσε. «Θα φτιάξω πρώτα τα μαλλιά σας και μετά θα ασχοληθώ με την τουαλέτα της λαίδης Χόξτον. Έχουμε άφθονο χρόνο». «Ναι, μα ...» «Αχ, μη μου πείτε ότι δε θα μ’ αφήσετε. Θέλω τόσο πολύ να ασχοληθώ με τις μπούκλες σας. Τα μαλλιά της κυρίας μου είναι όμορφα, βέβαια, αλλά εντελώς διαφορετικά από τα δικά σας. Έχετε ~ 104 ~


τόσο πυκνά μαλλιά ... κι αυτές οι μπούκλες!» «Αυτές οι μπούκλες είναι μπελάς», είπε η Αϊρίν, αλλά η κοπέλα απλώς χαμογέλασε, κούνησε το κεφάλι και της υποσχέθηκε ότι θα την έκανε να αλλάξει γνώμη. Και πράγματι, η Αϊρίν άλλαξε γνώμη μερικά λεπτά αργότερα, όταν η Μέισι τελείωσε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω για να καμαρώσει το έργο των χεριών της. «Ω, Θεέ μου!» αναφώνησε, κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. Το χτένισμα που της είχε φτιάξει η καμαριέρα απείχε πολύ από τον απλό σφιχτό κότσο στον οποίο περιοριζόταν συνήθως. Τα μαλλιά της έπεφταν ανάερα και με χάρη γύρω από το πρόσωπό της, μαζεμένα ψηλά και προς τα πίσω και μετά αφημένα ελεύθερα να κυματίζουν. Αν και γερά στερεωμένα με φουρκέτες, φαίνονταν απαλά και χαλαρά, σαν να ήταν έτοιμα να ξεχυθούν στους ώμους της από στιγμή σε στιγμή. Ήταν πραγματικά ένα πολύ ωραίο χτένισμα και χαμογέλασε στη Μέισι, κοιτάζοντάς την ικανοποιημένη μέσα από τον καθρέφτη. Η καμαριέρα έφυγε για να περιποιηθεί τη Φραντσέσκα και η Αϊρίν κάθισε μερικές στιγμές ακόμα μπροστά στον καθρέφτη. Ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να αισθάνεται τόση αυταρέσκεια, αλλά δεν μπορούσε να μη χαρεί με την εικόνα που παρουσίαζε. Ήταν πιο χαριτωμένη από ποτέ, πιο γλυκιά και προσιτή. Προσπάθησε να ξαναπάρει την αυστηρή έκφραση που είχε συνήθως, αλλά για κάποιο λόγο το πρόσωπό της αρνήθηκε να φανεί σκληρό. Σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο, αλλά έξω είχε σκοτεινιάσει και δεν έβλεπε πια τίποτε. Γύρισε πάλι στο δωμάτιο και αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να απασχοληθεί τη μία ώρα που απέμενε μέχρι να κατεβούν όλοι για το δείπνο. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναζητήσει τη βιβλιοθήκη και να βρει ένα βιβλίο για να διαβάσει, αλλά η ιδέα να κάνει κάτι τόσο στατικό όσο το διάβασμα δεν της άρεσε εκείνη τη στιγμή. Ήθελε να περπατήσει, αλλά δε γινόταν φυσικά να βγει για περίπατο τέτοια ώρα και με αυτό το φόρεμα. Τελικά θυμήθηκε ότι είχε δει ένα μακρύ διάδρομο στο πλάι της εισόδου όταν έφτασαν και σκέφτηκε να περπατήσει για λίγο εκεί, να θαυμάσει τα έργα τέχνης μέχρι να περάσει η ώρα. Έπιασε τη μαύρη εσάρπα για να σκεπάσει τα μπράτσα της που άφηναν γυμνά τα κοντά, φουσκωτά μανίκια του φορέματος της και βγήκε από το δωμάτιο. Προχώρησε αθόρυβα, γιατί δεν ήθελε τη συντροφιά κανενός, και κατέβηκε γρήγορα και αλαφροπάτητα τα σκαλοπάτια. Μόλις είχε αρχίσει να διασχίζει τον ευρύχωρο προθάλαμο ~ 105 ~


πηγαίνοντας προς τη στοά, όταν άκουσε μια αντρική φωνή. «Λαίδη Αϊρίν. Δε φαντάζομαι να το σκας από τώρα!» Το στομάχι της σφίχτηκε. Γύρισε, ξέροντας ποιος ήταν πριν καν τον δει. «Λόρδε Ράντμπορν».

~ 106 ~


Κεφάλαιο 8

Και ο Γκίντεον είχε ντυθεί και ήταν έτοιμος για το δείπνο. Με τα μακριά μαλλιά και το σκληρό, γωνιώδες πρόσωπο, φαινόταν λιγάκι εκτός τόπου και η έκφρασή του ήταν αταίριαστη με το επίσημο μαύρο κοστούμι, το κολλαριστό λευκό πουκάμισο και το μεγάλο σαν αβγό περιστεριού ρουμπίνι που στόλιζε τις πτυχές του λευκού λαιμοδέτη του. Προχώρησε προς το μέρος της και η Αϊρίν τον περιεργάστηκε, προσπαθώντας να επισημάνει τι ήταν αυτό που τον έκανε να διαφέρει από όλους τους γνωστούς της. Ίσως το ηλιοκαμένο δέρμα που τον έκανε να μοιάζει λίγο με πειρατή... Ίσως τα σχεδόν ατημέλητα μαύρα μαλλιά του που δημιουργούσαν την εντύπωση ότι η εμφάνισή του δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Όμως θεωρούσε ότι έφταιγαν κυρίως τα μάτια του -καταπράσινα σαν τα καινούρια φύλλα, αλλά σκληρά και καχύποπτα, σαν να βρισκόταν μονίμως σε επιφυλακή, έτοιμος για κάποια επίθεση ακόμα και καταμεσής εκείνου του τεράστιου σπιτιού. «Νωρίς κατέβηκες για δείπνο», παρατήρησε καθώς έφτανε κοντά της. Το σχόλιό του ήταν πεζό και τετριμμένο, αλλά το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της με έναν τρόπο που έκανε το αίμα της να βράσει. «Κι εσείς το ίδιο», του απάντησε ψυχρά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ένιωσε, όπως κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του, το ίδιο κράμα νευρικότητας και έξαψης που δεν είχε αισθανθεί με κανέναν άλλον. Ήταν όμως αποφασισμένη να μην τον αφήσει ποτέ να το καταλάβει. «Ας κάνουμε μια βόλτα στην πινακοθήκη όσο περιμένουμε», της πρότεινε, δείχνοντας τη μακριά στοά μπροστά τους, με τα παράθυρα από τη μία πλευρά και τους πίνακες από την άλλη. Η Αϊρίν ένευσε καταφατικά και προχώρησε προς τα εκεί χω4ρίς να πάρει το μπράτσο που της πρόσφερε. Σε όλο το μήκος ~ 107 ~


του διαδρόμου, οι κωνικοί πυρσοί που ήταν στερεωμένοι στον τοίχο έχυναν το φως τους στο χώρο και η λάμψη τους αντανακλούσε στα παράθυρα με τις μολυβένιες ενώσεις απέναντι. Η οροφή της στοάς ήταν ψηλή και ενισχυμένη με δοκάρια από σκούρο ξύλο που δημιουργούσαν μια υποβλητική και δραματική ατμόσφαιρα. Πορτραίτα ανδρών και γυναικών που η Αϊρίν υπέθεσε ότι ανήκαν στους προγόνους των Μπανκς κοσμούσαν τον τοίχο μαζί με πίνακες που απεικόνιζαν βουκολικές σκηνές. Υπήρχαν αγάλματα και ανθοδοχεία, άλλα σε στήλες και άλλα στο πάτωμα, και κατά διαστήματα κάτω από τα παράθυρα πάγκοι όπου μπορούσε κανείς να καθίσει για να θαυμάσει τα έργα τέχνης. Οι περισσότεροι πίνακες ήταν μάλλον πεζοί, αλλά τους περιεργάστηκε σαν να ήταν αριστουργήματα απλώς και μόνο επειδή έτσι είχε μια πρόφαση για να μην κοιτάζει το λόρδο Ράντμπορν. Επειδή είχε διαπιστώσει ότι το να τον κοιτάζει της προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση. Αφού πέρασαν μερικά πορτραίτα προγόνων με ύφος και εμφάνιση που παρέπεμπαν σε περασμένες εποχές, έφτασαν σε ένα μεγάλο πίνακα που απεικόνιζε ένα άλογο. Η Αϊρίν σταμάτησε και αναφώνησε αυθόρμητα: «Αυτό είναι το καλύτερο έργο που έχω δει ως τώρα!» Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του λόρδου. «Πράγματι. Πολύ καλύτερο από το πορτραίτο του ιδιοκτήτη του». Της έδειξε την εικόνα του άντρα που κρεμόταν δίπλα στο άλογο και μετά απ’ αυτόν το πορτραίτο μιας γυναίκας με βλοσυρή έκφραση. «Ή της συζύγου του. Βέβαια, απ’ ό,τι έμαθα, ο τρίτος κόμης του Ράντμπορν αγαπούσε περισσότερο το άλογό του απ’ όσο την κόμισσά του». Η Αϊρίν δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει, αν και το έκρυψε γρήγορα. «Φαντάζομαι ότι υπάρχουν πολλοί που θα μπορούσαν να το πουν αυτό». «Δεν έχεις καλή γνώμη για το γάμο, λαίδη Αϊρίν». Δεν του απάντησε· απλώς ανασήκωσε το φρύδι της και συνέχισε να περπατάει. «Ή μήπως για τους άντρες έχεις τόσο κακή άποψη, και όχι για το γάμο;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν καταλαβαίνω γιατί το λέτε αυτό». Συνέχισαν για μερικά λεπτά ακόμα χωρίς να μιλούν κι έπειτα ο λόρδος είπε: «Πάλι δυσαρεστήθηκες μαζί μου, όπως βλέπω». Του έριξε μια φευγαλέα ματιά. «Για ποιο λόγο να δυσαρεστήθηκα μαζί σας; Δε σας είχα δει καν μέχρι πριν από λίγο». Εκείνος κούνησε κοφτά το κεφάλι του. «Κατάλαβα. Θύμωσες ~ 108 ~


επειδή δεν ήμουν εκεί για να σε υποδεχθώ όταν έφτασες. Η θεία μου έσυρε ήδη τον εξάψαλμο γι’ αυτό». «Δεν ήσαστε εκεί;» ρώτησε ειρωνικά. «Ειλικρινά δεν το πρόσεξα». «Αλήθεια;» Ο κόμης χαμογέλασε αχνά. Η Αϊρίν πρόσεξε πόσο όμορφο ήταν το χαμόγελό του· είχε ξεχάσει ότι φώτιζε τα μάτια του. Θα πρέπει να χαμογελάει συχνότερα, σκέφτηκε, γιατί είναι δύσκολο να μείνει κανείς θυμωμένος μαζί του όταν χαμογελάει. «Ήταν πολύ μεγάλη αγένεια εκ μέρους σας... να περιφρονήσετε τις καλεσμένες σας». «Ακριβώς γι’ αυτό βρίσκεσαι εδώ. Για να βελτιώσεις τους τρόπους μου». «Λόρδε Ράντμπορν, φοβάμαι πως όσες προσπάθειες κι αν καταβάλει κανείς είναι αδύνατον να βελτιώσει τους τρόπους σας». Όπως φάνηκε, η παρατήρησή της δεν τον πρόσβαλε, γιατί το χαμόγελο παρέμεινε στα χείλη του. «Πράγματι. Ξέρεις όμως, λαίδη Αϊρίν, κάποιοι θα έλεγαν ότι κι εσύ δεν είσαι ιδιαίτερα ευγενική». Η Αϊρίν πήρε βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε να μιλήσει, αλλά τελικά γέλασε κοφτά και είπε: «Σ’ αυτό μάλλον έχετε δίκιο». Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε στα μάτια. «Ίσως θα ήταν σκόπιμο να ξεκινήσουμε από την αρχή. Άλλωστε εσείς κι εγώ θα συνεργαστούμε για τον ίδιο σκοπό, έτσι δεν είναι; Να σας βρούμε μια κατάλληλη νύφη». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Νομίζω πως αυτός ο στόχος είναι περισσότερο των συγγενών μου παρά δικός μου». Τον κοίταξε με έκπληξη. «Δηλαδή έκανα λάθος και δε σας ενδιαφέρει το ζήτημα; Δεν επιθυμείτε να παντρευτείτε;» «Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να παντρευτώ και φαντάζομαι πως είτε τώρα συμβεί είτε λίγο αργότερα δεν έχει καμία σημασία. Όμως δε βιάζομαι να γίνω σύζυγος και πατέρας, όχι». Συνέχισαν τη βόλτα τους στη στοά, αν και η Αϊρίν δίχως να το αντιληφθεί είχε αρχίσει να περιεργάζεται τον οικοδεσπότη της όσο και τα έργα τέχνης. «Νόμιζα ότι αδημονούσατε να βρείτε νύφη», είπε τέλος. Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά τον ώμο του. «Δεν έχω καμία αδημονία. Είμαι πρόθυμος να παντρευτώ -και μάλιστα μια γυναίκα από την τάξη τους- αλλά δεν αδημονώ καθόλου να φορτωθώ μια γυναίκα που θα με κοιτάζει αφ’ υψηλού μέχρι να πεθάνω ή που θα μου κάνει υποδείξεις για την προφορά, το ντύσιμο, τους άξεστους τρόπους μου». Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του και ρώτησε: «Εσύ θα ήθελες έναν τέτοιο σύντροφο;» ~ 109 ~


«Όχι φυσικά. Γι’ αυτό αρνούμαι να παντρευτώ». «Όμως εσένα κανένας αριστοκράτης δε θα σε θεωρούσε κατώτερη του». «Λόρδε Ράντμπορν, δεν καταλαβαίνετε. Οι σύζυγοι θεωρούνται κατώτερες από όλους τους άντρες». Γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Εκείνος σταμάτησε και την κοίταξε με έκπληξη. «Αυτό πιστεύεις;» «Τι άλλο να πιστέψω; Αχ, δε μιλάω για τις ανούσιες αβρότητες όπως να μένουν όρθιοι μέχρι να καθίσει μια γυναίκα ή να περπατούν προς τη μεριά του δρόμου για να την προστατεύουν, μιλάω για τα ουσιαστικά ζητήματα του έγγαμου βίου. Ένας άντρας παίρνει αποφάσεις για λογαριασμό της συζύγου του, της δίνει επίδομα για να αγοράζει διάφορες ανοησίες. Της υπαγορεύει τι να κάνει. Είναι αυτή συμπεριφορά ίσου προς ίσο;» Έσμιξε τα φρύδια του. «Ε, όχι, αλλά...» Τον κοίταξε προκλητικά. «Αλλά τι;» «Πάντως δεν μπορώ να φανταστώ οποιονδήποτε δικό σου σύζυγο να σου δίνει εντολές και να σου υπαγορεύει τι θα κάνεις», απάντησε χαμογελώντας. «Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό. Όμως απορώ πώς ένας άνθρωπος σαν εσάς είναι διατεθειμένος να παντρευτεί μια γυναίκα όπως αυτή που περιγράψατε». « Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα είμαι σε θέση να προστατεύσω τον εαυτό μου απέναντι σε μια τέτοια γυναίκα. Και αν είμαι τυχερός, ίσως βρω κάποια πιο ... ενδιαφέρουσα από εκείνες που μου έχουν παρουσιάσει ως τώρα. Επειδή τελικά ο γάμος είναι το μόνο που θα με κάνει αποδεκτό στα μάτια των συγγενών μου». Τα χείλη του συσπάστηκαν καθώς το έλεγε και για μια στιγμή από τα μάτια του πέρασε μια σκιά πριν την καταπιούν τα σκούρα βάθη τους. «Φαίνεστε απογοητευμένος από τους συγγενείς σας». «Πώς να μην είμαι; Ισχυρίζονται ότι το αίμα είναι σημαντικό γι’ αυτούς, αλλά δε βλέπω καμία τέτοια ένδειξη. Δε χαίρονται που βρήκαν και έχουν πάλι κοντά τους ένα μέλος της οικογένειας, σάρκα από τη σάρκα τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το ότι είμαι ο κληρονόμος. Η διαδοχή είναι το μοναδικό τους κίνητρο. Όσο για τα αισθήματά τους απέναντι μου -δεν έχουν κανένα. Η μόνη τους έγνοια είναι μήπως τους ντροπιάσω με τους άξεστους τρόπους μου κι έτσι βιάζονται να με παντρέψουν για να απαλλαγούν από την ντροπή». Η Αϊρίν αναγκάστηκε να κατεβάσει τα μάτια της γιατί δεν ά-

~ 110 ~


ντεχε το διαπεραστικό του βλέμμα. Ήταν πολύ δύσκολο να βρει αντίλογο στα όσα της έλεγε. «Μεγάλωσα στο Ιστ Εντ», συνέχισε με σχεδόν άχρωμη φωνή. «Πίστευα ότι ήμουν ορφανός. Δε θυμόμουν καθόλου αυτό το μέρος ή τους γονείς μου εκτός από μια ακαθόριστη εικόνα μιας γυναίκας να με κρατάει στην αγκαλιά της. Δε θυμάμαι το πρόσωπό της, μόνο μια αίσθηση τρυφερότητας και μια ευωδιά από πασχαλιές. Η πρώτη ζωντανή ανάμνηση που έχω είναι αυτή της πείνας. Πάντα πεινούσα. Ανήκα σε έναν άνθρωπο που είχε υπό τις διαταγές του ένα τσούρμο μικρούς πορτοφολάδες και κλέφτες. Του φαινόμουν χρήσιμος επειδή μπορούσα να τρυπώνω από χαραμάδες και να ανοίγω ένα παράθυρο ή μια πόρτα για τους συνεργούς μου. Είχα ταλέντο στο να ξαφρίζω τσέπες και ήμουν γρήγορος. Γι’ αυτό είχα αξία για κείνον. Αν δεν είχα, θα με είχε πετάξει έξω στο κρύο. Όμως μου έδινε φαγητό να τρώω -έστω κι αν ποτέ δε μου φαινόταν αρκετό- και ένα μέρος να κοιμάμαι. Δεν πήγα σχολείο. Μόνος μου έμαθα ανάγνωση και αριθμητική». Η καρδιά της γέμισε συμπόνια. «Λυπάμαι». Την κοίταξε αγριωπά. «Δε ζήτησα τον οίκτο σου. Σου περιγράφω απλώς πώς ήταν η ζωή μου, ο κόσμος που έζησα. Και ξαφνικά, μια μέρα εμφανίζεται ο Ρόκφορντ και με πληροφορεί ότι είμαι ο λόρδος Ράντμπορν και με αναζητά η οικογένειά μου. Τι να νιώσω γι’ αυτούς; Μου είναι ξένοι. Ξένοι που ενδιαφέρονται για μένα μόνο επειδή μπορώ να διατηρήσω το όνομα της οικογένειας. Είναι ευγενείς, το είδος των άχρηστων, αναίσθητων ανθρώπων που ανέκαθεν περιφρονούσα. Μέλη της αριστοκρατίας». Η Αϊρίν ένιωσε τον πόνο που κρυβόταν πίσω από τα λόγια του και αυθόρμητα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του και ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Μα είσαι κι εσύ μέλος της ίδιας τάξης», του υπενθύμισε μαλακά. «Όχι στην καρδιά μου». Το χέρι του σκέπασε το δικό της εκεί που ακουμπούσε πάνω στο μπράτσο του και τότε κάτι εύθραυστο, ζεστό και ανάλαφρο σαν πούπουλο τους ένωσε για μια στιγμή. Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα, που δεν είχε ξανανιώσει, εντελώς διαφορετικό από την επιθυμία που την είχε κάνει να λιώσει πριν από καιρό αλλά παραδόξως συνδεδεμένο μαζί της. Γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του, τον κοίταξε στα μάτια κι εκείνος έσκυψε και ξαφνικά το βλέμμα του γέμισε ένταση. Πλανήθηκε στο πρόσωπό της και σταμάτησε στα χείλη της. Η Αϊρίν ένιωσε τη μιλιά της να κόβεται, τα μέλη της να παραλύουν και κάτι πρωτόγνωρο την τύλιξε στον αόρατο ιστό του. ~ 111 ~


Καθώς τον κοιτούσε, με την καρδιά της να φτερουγίζει στο στήθος της και μια ζεστασιά να απλώνεται στους βουβώνες, άκουσε μια γυναικεία φωνή. Ήταν πολύ μακρινή και ακαθόριστη, αλλά της θύμισε ότι στέκονταν σε έναν από τους κύριους διαδρόμους του σπιτιού και ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να περάσει κάποιος από εκεί. Ήξερε τι εντύπωση θα έδιναν έτσι όπως στέκονταν κοντά ο ένας στον άλλο, με τα χέρια ενωμένα, ολομόναχοι. Ήταν μια σκηνή που απέπνεε οικειότητα -και το μόνο πράγμα που η Αϊρίν δεν ήθελε να πιστέψει κανείς. Το χειρότερο ήταν πως αν έμενε εκεί έστω και μια στιγμή περισσότερο, η σκηνή που θα παρουσίαζαν θα γινόταν πέρα για πέρα άσεμνη. Πισωπάτησε βιαστικά, κοκκινίζοντας. Τι είχε αυτός ο άνθρωπος και την έκανε να αντιδρά με αυτό τον αφύσικο τρόπο; Ποτέ άλλοτε δεν είχε δυσκολευτεί να κρατήσει αποστάσεις από έναν άντρα. Γύρισε ελαφρά προς το πλάι και, περισσότερο για να κρύψει την αμηχανία της παρά για άλλο λόγο, είπε: «Έστω κι αν έχεις μάθει να περιφρονείς τους αριστοκράτες, αυτοί οι άνθρωποι είναι συγγενείς σου». Πισωπάτησε κι εκείνος και όλη η ζεστασιά που είχε φανεί για μια στιγμή στα μάτια του τώρα χάθηκε εντελώς. «Συγγενείς που ποτέ δεν προσπάθησαν να βρουν και να φέρουν πίσω το παιδί τους; Η μητέρα μου ασφαλώς δε φταίει, αφού όπως φαίνεται τη σκότωσαν όταν με απήγαγαν. Οι άλλοι όμως; Ο πατέρας μου;» «Δεν είναι δυνατόν να τον κατηγορείς επειδή δε σε έσωσε! Η οικογένειά σου δεν ήξερε πού ήσουν και τι σου είχε συμβεί. Είχες απαχθεί. Δεν είχαν ιδέα ποιοι σε είχαν πάρει ή πού βρισκόσουν. Πίστεψαν ότι ήσουν νεκρός». Εκείνος την κοίταξε κατάματα. «Ένας πατέρας σταματάει ποτέ να αναζητά το παιδί του, έστω κι αν θεωρεί ότι είναι νεκρό;» «Μα έψαξαν. Έτσι δεν είναι;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Έτσι μου είπαν». «Γιατί το αμφισβητείς; Θεωρείς τον πατέρα σου διεφθαρμένο απλώς και μόνο επειδή ανήκε σε μια τάξη ανθρώπων που περιφρονείς;» «Όταν ο Ρόκφορντ ανέθεσε σε ερευνητή να με βρει, με βρήκε μέσα σε λίγους μήνες». Έκανε μια παύση για να της δώσει το χρόνο να το αφομοιώσει. «Και μην ξεχνάς ότι αυτό συνέβη είκοσι πέντε χρόνια μετά την απαγωγή. Αν ήταν εφικτό τότε, όταν τα ίχνη μου είχαν χαθεί πια προ πολλού, γιατί δεν κατάφεραν να με βρουν αμέσως μετά την απαγωγή;» Η Αϊρίν τον κοιτούσε σαν αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει. ~ 112 ~


Ο Γκίντεον της πρόσφερε το μπράτσο του κι εκείνη το πήρε. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς καθώς επέστρεφαν στον προθάλαμο όπου όλοι είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται για το δείπνο. Όταν έφθασαν στο μικρό σαλόνι, βρήκαν τη λαίδη Οντίλια και την αδελφή της, Πάνσι, καθισμένες στον καναπέ στο βάθος του δωματίου. Κάτι συζητούσαν και ενώ τα λόγια της λαίδης Οντίλια αντηχούσαν πεντακάθαρα στο χώρο, οι απαντήσεις της λαίδης Πάνσι ήταν αδύναμες σαν ψίθυρος. Το αποτέλεσμα ήταν κανείς να μην μπορεί να παρακολουθήσει μεν το διάλογό τους αλλά ούτε και να τον αγνοήσει, κατά συνέπεια όλοι οι υπόλοιποι στέκονταν τριγύρω και πάσχιζαν αμήχανα να κουβεντιάσουν δικά τους θέματα. Για βραδινό γεύμα δεν ήταν πολύς κόσμος. Εκτός από τη μητέρα της και τα μέλη της οικογένειας που είχε γνωρίσει ήδη η Αϊρίν, υπήρχε ένας ιερέας με το χαρακτηριστικό κολάρο του, μια παχουλή γυναίκα με μητρική φιγούρα που η Αϊρίν υπέθεσε ότι ήταν η σύζυγός του και ένας μεγαλύτερης ηλικίας άντρας, ψηλός και μελαχρινός, που στεκόταν μόνος του κοντά στο παράθυρο. Η λαίδη Οντίλια διέκοψε προς στιγμήν τη συζήτησή της για να τη συστήσει στους υπόλοιπους καλεσμένους. Η Αϊρίν επιβεβαιώθηκε πως η παχουλή γυναίκα ήταν η σύζυγος του εφημέριου και λέγονταν Λόνγκλεϊ. Ο άλλος κύριος, όπως πληροφορήθηκε, ήταν ο νεότερος γιος της Πάνσι, ο λόρδος Τζάσπερ. Ο θείος του Γκίντεον, σκέφτηκε καθώς εκείνος έκανε μια μικρή υπόκλιση. Η φυσική ομοιότητα ήταν εμφανής. Ο Τζάσπερ είχε τα ίδια πυκνά μαύρα μαλλιά αν και με ασημένιες πινελιές στους κροτάφους, και οι γραμμές του προσώπου του ήταν ίδιες. Ήταν πιο λεπτός και λιγότερο μυώδης από τον Γκίντεον και είχε μια φινέτσα που έλειπε από τον δεύτερο, έναν απροσδιόριστο αέρα που τον κατέτασσε στα προϊόντα του Ίτον και της Οξφόρδης, στα μέλη της ελίτ. Η στάση του ήταν κάπως απόμακρη και π α ρ’ όλο που έπιασε τη γνωστή ευγενική φλυαρία με την Αϊρίν -Ήταν άνετο το δωμάτιό της; Πώς της είχε φανεί το ταξίδι από το Λονδίνο; Είχε επισκεφτεί την περιοχή άλλη φορά ;- ήταν φανερό ότι δεν ενδιαφερόταν για τις απαντήσεις της. Κοίταξε τον Γκίντεον μια δυο φορές αλλά δεν του απηύθυνε το λόγο σχεδόν καθόλου. Η Αϊρίν αναρωτήθηκε τι άποψη είχε γι’ αυτόν και για την επιστροφή του στους κόλπους της οικογένειας. Αν δεν εμφανιζόταν ο Γκίντεον, αυτός ο άνθρωπος μπορεί να ήταν υποψήφιος για τη διαδοχή του τίτλου μετά το γιο της κόμισσας και σύμφωνα με τις παραδόσεις, ως ο εγγύτερος συγγενής του παιδιού, πιθανότατα θα γινόταν διαχειριστής της περιουσίας του μέχρι ~ 113 ~


να ενηλικιωθεί. Η άφιξη του Γκίντεον θα τον είχε σίγουρα υποβιβάσει σε λιγότερο σημαντικό ρόλο. Και ενώ ο Τζάσπερ δεν έδειχνε καμία από την εχθρότητα της Τερέζας προς το πρόσωπο του Γκίντεον, η Αϊρίν δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί ότι θα είχε δεχθεί πράγματι, όπως είχε πει και ο ίδιος, μια ψυχρή υποδοχή όταν γύρισε στο σπίτι του. Δεν ήταν καθόλου παράξενο το ότι ένιωθε πως η οικογένειά του τον περιφρονούσε. Ο θείος του φαινόταν επιεικώς αμήχανος όταν ήταν κοντά του· η Τερέζα δεν έκρυβε την αντιπάθειά της· και χωρίς αμφιβολία όλοι τον έβλεπαν σαν μια πηγή ντροπής που έπρεπε εσπευσμένα να καλύψουν μέσω του γάμου. Αν και δεν το ήθελε, δε γινόταν να μην τον συμπονέσει. Παρ’ όλο που κι εκείνη είχε τα προβλήματά της με τη Μόρα και παλαιότερα συγκρουόταν συχνά με τον πατέρα της, τουλάχιστον ήταν πάντα σίγουρη για την αγάπη της μητέρας της και του αδελφού της. Πώς ήταν άραγε να μην έχεις γνωρίσει καν τους γονείς σου; Να βρεθείς από τη μια στιγμή στην άλλη στα χέρια ανθρώπων που δε σ’ αγαπούν; Οι σκέψεις της διακόπηκαν από την άφιξη της Φραντσέσκα. Η λαίδη Χόξτον ήταν, παραδόξως, η τελευταία που ήρθε και μόλις μπήκε στο σαλόνι, έφυγαν για την τραπεζαρία. Η ατμόσφαιρα στη διάρκεια του δείπνου ήταν μάλλον αμήχανη και οι συζητήσεις περιορισμένες. Η λαίδη Οντίλια, που συνήθως δέσποζε σε ένα τραπέζι, τώρα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το φαγητό της παρά για τις συζητήσεις. Η Πάνσι φαινόταν ανίκανη να πει οτιδήποτε χωρίς να κοιτάξει πρώτα την Οντίλια ή την Τερέζα και ούτε ο λόρδος Ράντμπορν ούτε ο θείος του συνεισέφεραν ιδιαίτερα στους διαλόγους. Ακόμα και η αβίαστη κοινωνικότητα της Φραντσέσκα δεν ήταν ικανή να διατηρήσει τη συζήτηση γύρω από το τραπέζι ζωντανή αν και, με τη βοήθεια της Κλερ, έκανε ό,τι μπορούσε. Τελικά φάνηκε να καταθέτει τα όπλα και στο τραπέζι έπεσε βαριά σιωπή που έσπαγε μόνο από τον ήχο των μαχαιροπίρουνων πάνω στα πιάτα και το κροτάλισμα των κρυστάλλινων ποτηριών. Όσο περισσότερο τραβούσε σε μάκρος η σιωπή τόσο πιο δυσάρεστη γινόταν και η Αϊρίν κοίταξε ικετευτικά τη Φραντσέσκα που καθόταν απέναντι της. Αλλά πριν πει οτιδήποτε την πρόλαβε η Τερέζα. «Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, λαίδη Χόξτον», είπε με ψεύτικο χαμόγελο, «που ήρθατε για να μας βοηθήσετε με το λόρδο Ράντμπορν». Έριξε μια ματιά στον Γκίντεον, αλλά εκείνος δεν έδειξε καν ότι είχε ακούσει το σχόλιό της και συνέχισε να τρώει ανέκφραστος. Τα νεύρα της ~ 114 ~


Αϊρίν τεντώθηκαν και το στομάχι της σφίχτηκε, θυμίζοντάς της την εποχή που γευμάτιζε στο ίδιο τραπέζι με τον πατέρα της. Συχνά έρχονταν στιγμές που συνειδητοποιούσε ότι ο πατέρας της είχε πιει περισσότερο απ’ όσο του επέτρεπαν οι αντοχές του και ο κίνδυνος ήταν άμεσος. Τότε έμενε ακίνητη από φόβο, ξέροντας ότι από στιγμή σε στιγμή εκείνος θα έλεγε ή θα έκανε κάτι που αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε σκηνή. «Μα είναι μεγάλη μου χαρά να βοηθάω τη λαίδη Οντίλια», αποκρίθηκε ψυχρά η Φραντσέσκα. «Φοβάμαι ότι θα είναι μεγάλη, δοκιμασία για τις ικανότητες σας», συνέχισε η Τερέζα με ένα γελάκι. «Ο λόρδος Ράντμπορν έζησε μακριά από την κοινωνία για πολύ μεγάλο διάστημα». Τα δάχτυλα της Αϊρίν σφίχτηκαν γύρω από τη λαβή του μαχαιριού καθώς έλεγε: «Ναι, αυτό που συνέβη στο λόρδο Ράντμπορν ήταν τρομερό. Ωστόσο είμαι βέβαιη ότι οι συγγενείς του χάρηκαν πολύ ανακαλύπτοντας πως είναι ζωντανός και καλά στην υγεία του. Εσείς, όχι;» Η Τερέζα γύρισε και την κοίταξε. «Μα ναι, φυσικά. Απλώς ήταν εκπληκτικό το ότι κατάφερε και επιβίωσε μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο τόσα χρόνια.· Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσει ένας άνθρωπος της τάξης μας κάτω από τέτοιες συνθήκες». «Θα έλεγα ότι το να κρυώνει και να πεινάει είναι δύσκολο για κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία ανήκει», αντιγύρισε η Αϊρίν. «Μάλλον», απάντησε με αμφιβολία η Τερέζα. «Σας βεβαιώνω, λαίδη Τερέζα, ότι ήταν εξίσου δύσκολο και για τους συντρόφους μου και για εμένα», είπε ο Γκίντεον, ξαφνιάζοντάς τους όλους επειδή μίλησε. «Ασφαλώς ήταν. Τι ανοησίες είναι αυτές που λες, Τερέζα;» παρενέβη αποφασιστικά η λαίδη Οντίλια. Η Τερέζα της έριξε μια φαρμακερή ματιά, αλλά είπε μειλίχια: «Εννοούσα μόνο ότι μου φαίνεται πολύ δύσκολο να επιβιώσει ένας ευαίσθητος άνθρωπος σε τέτοιο περιβάλλον». «Ω, μα οι δικές μου ευαισθησίες είναι εντελώς παρακατιανές, σωστά, λαίδη μου;» αποκρίθηκε ο Γκίντεον τονίζοντας με ειρωνεία τον τίτλο της. Η Τερέζα γέλασε πάλι ψεύτικα και κοίταξε τους συνδαιτυμόνες σαν να προσπαθούσε να τους συμπαρασύρει στην ευθυμία της. «Φοβάμαι ότι στο λόρδο Ράντμπορν δεν αρέσει να του υπενθυμίζουν τις ελλείψεις του. Θυμόσαστε το πρώτο βράδυ που ήρθατε εδώ, λόρδε μου;» Τον κοίταξε προκαλώντας τον με το βλέμμα της. ~ 115 ~


«Αχ, εκείνο το ύφος σας όταν είδατε τις σειρές από μαχαίρια και πιρούνια και κουτάλια δίπλα στο πιάτο σας! Αμέσως κατάλαβα ότι θα έπρεπε α κάνουμε κάτι για να σας εκπαιδεύσουμε. Αν δεν απατώμαι, τότε ήταν που σας έγραψε η λαίδη Πάνσι, λαίδη. Οντίλια». Η Αϊρίν άφησε απότομα κάτω το μαχαιροπίρουνό της, νιώθοντας μέσα της την αγανάκτηση για λογαριασμό του Γκίντεον να βράζει. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. «Συχνά αισθάνομαι έτσι κι εγώ», είπε μειλίχια η Φραντσέσκα από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. «Αναρωτιέται κανείς γιατί είναι απαραίτητο να έχει διαφορετικά μαχαιροπίρουνα για κάθε πιάτο. Δε θα αρκούσε το ίδιο πιρούνι για το ψάρι και το κρέας;» «Αχ, λαίδη Χόξτον, ασφαλώς αστειεύεστε», είπε εύθυμα η Τερέζα. «Είχαν δίκιο όταν μου έλεγαν πόσο πνευματώδης είστε». Έσκυψε προς τη μεριά της και πρόσθεσε σε εμπιστευτικό τόνο: «Ωστόσο, φοβάμαι πως θα ανακαλύψετε ότι το να εξηγεί κανείς σε τι χρησιμεύει το κάθε σκεύος είναι το λιγότερο. Υπάρχουν κάποια πράγματα εγγενή στον άνθρωπο, πράγματα που δε μαθαίνονται, πράγματα που είναι ένδειξη ευγενούς καταγωγής». «Αλήθεια;» ρώτησε η Φραντσέσκα τόσο παγερά που κάποια πιο εύστροφη από την Τερέζα θα είχε καταλάβει αμέσως τον κίνδυνο. «Ω, ναι. Όταν δεν έχει κανείς φινέτσα ...» Έριξε μια γρήγορη ματιά στο λόρδο Ράντμπορν, για την πιθανότητα κάποιος από το τραπέζι να μην είχε καταλάβει το υπονοούμενο της. «Ε, φαίνεται και αυτό είναι δύσκολο να αλλάξει. Πώς να διδάξει κανείς την καλή ανατροφή;» Ακούμπησε στην καρέκλα της με ένα αυτάρεσκο ύφος στο πρόσωπο. Για μερικές στιγμές έπεσε σιωπή. Η Φραντσέσκα κοίταξε την Αϊρίν που φαινόταν εξαιρετικά εκνευρισμένη. Εκείνη της χαμογέλασε, τα μάτια της έλαμψαν επικίνδυνα και γύρισε προς την Τερέζα. «Λαίδη Τερέζα», είπε με παραπλανητική γλυκύτητα, «μου φαίνεται παράξενο το ότι δε σας έχω συναντήσει άλλη φορά. Μια γυναίκα με τόσο εμφανές γούστο και φινέτσα όπως εσείς, ασφαλώς θα έχει έρθει στο Λονδίνο. Γιατί δε σας έχω δει σε καμία από τις δεξιώσεις που γίνονται εκεί;» Το ύφος της Τερέζας ήταν ψυχρό καθώς της απαντούσε. «Δυστυχώς ο Σέσιλ -ο σύζυγός μου, ο λόρδος Ράντμπορν- δεν ήθελε να επισκέπτεται την πόλη. Του άρεσε το σπίτι και η εξοχή. Και φυσικά θεωρούσα χρέος μου να μένω κοντά του». «Μα πριν παντρευτείτε. Σίγουρα θα κάνατε το ντεμπούτο σας στο Λονδίνο. Πότε ήταν;» Τα λευκά μάγουλα της άλλης γυναίκας κοκκίνισαν. «Ούτε και ~ 116 ~


τότε επισκεπτόμουν το Λονδίνο. Ο πατέρας μου δεν ήταν κοινωνικός άνθρωπος και αποδοκίμαζε “τις επιπολαιότητες και τα καμώματα της λονδρέζικης ζωής”, όπως του άρεσε να λέει. Εξάλλου όταν παντρεύτηκα το λόρδο Ράντμπορν ήμουν πολύ νέα». «Μάλιστα. Τι κρίμα που και ο σύζυγός σας και ο πατέρας σας δε σας άφησαν να χαρείτε τη φινετσάτη ζωή που τόσο φανερά αγαπάτε και σας ταιριάζει». Η Αϊρίν της χαμογέλασε. «Αυτό, φυσικά, εξηγεί γιατί δε συναντηθήκαμε ποτέ. Όμως είμαι σίγουρη ότι θα έχω ακουστά την οικογένειά σας. Τι τίτλο είχε ο πατέρας σας; Φαντάζομαι πως θα ήταν κόμης, όπως ο λόρδος Ράντμπορν». Τα μάγουλα της Τερέζας έγιναν ακόμα πιο κόκκινα καθώς κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, δεν είναι κόμης». «Α, είναι ακόμα ανώτερος λοιπόν;» ρώτησε εντυπωσιασμένη η Αϊρίν. Απέναντι της, η Φραντσέσκα έκρυψε τα χείλη με τα δάχτυλά της αλλά τα μάτια της γέμισαν γέλιο. Κούνησε το κεφάλι της αποτρεπτικά στην Αϊρίν, αλλά εκείνη συνέχισε ακάθεκτη. «Ο πατέρας σας είναι μαρκήσιος; Μήπως δούκας, όπως ο εξάδελφος του λόρδου Ράντμπορν, ο Ρόκφορντ;» «Αχ, Θεούλη μου, όχι». Η Τερέζα γέλασε νευρικά και κοίταξε τους υπόλοιπους σαν να ζητούσε βοήθεια. «Α. Βαρόνος τότε;» «Ο πατέρας μου είναι ο κύριος Τσαρλς Έφινγκτον, γιος του σερ Χάντλι Έφινγκτον», απάντησε ξερά η Τερέζα. «Κατάλαβα», είπε η Αϊρίν κοιτάζοντάς την ψυχρά στα μάτια. «Δε χρειάζεται να έχει κανείς τίτλο για να έχει και καλή ανατροφή», είπε με θιγμένο ύφος. «Δε διαφωνώ καθόλου. Άρα λέτε ότι δεν είναι η οικογένεια αυτή που κάνει ευγενή έναν άνθρωπο αλλά οι τρόποι του -η μόρφωση και η ευγένεια, η λεπτότητα και η καλαισθησία του». «Ακριβώς», έσπευσε ανακουφισμένη να συμφωνήσει η Τερέζα. «Άρα ένας; έμπορος με καλούς τρόπους και μόρφωση είναι ίσος, αν όχι ανώτερος από έναν ευγενή». «Τι; Όχι βέβαια. Δεν είπα κάτι τέτοιο». «Μα αν δεν είναι η καταγωγή ενός ανθρώπου αυτή που εξασφαλίζει τη σωστή ανατροφή αλλά η αβρότητα ή ο τρόπος της ομιλίας του...» « Δεν είπα αυτό!» φώναξε η Τερέζα. «Τώρα διαστρεβλώνετε τα λόγια μου». Τρομερά εκνευρισμένη, κοίταξε πάλι τους άλλους σαν να τους ζητούσε βοήθεια. «Αϊρίν, σταμάτα να τη βασανίζεις», τη διέκοψε η λαίδη Οντίλια ~ 117 ~


που φαινόταν να το διασκεδάζει. «Είναι αδικία να διασταυρώνεις το ξίφος του με έναν τόσο υποδεέστερο αντίπαλο». Η Φραντσέσκα άφησε ένα κοφτό γέλιο και έσπευσε να το καλύψει βήχοντας. Η Τερέζα έριξε στην Οντίλια ένα βλέμμα που σκότωνε, αλλά δεν είπε τίποτε. «Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε, λαίδη Οντίλια», απάντησε εκείνη, αγνοώντας τη γεμάτη μίσος έκφραση με την οποία την κοιτούσε τώρα η Τερέζα, και έστρεψε την προσοχή της στο πιάτο της. Μετά το δείπνο, όταν οι κύριοι αποσύρθηκαν στο καπνιστήριο για πορτό και πούρα και οι κυρίες μεταφέρθηκαν στο σαλόνι της μουσικής, η Φραντσέσκα έπιασε την Αϊρίν αγκαζέ καθώς προχωρούσαν στο διάδρομο. «Ο τρόπος με τον οποίο υπερασπίστηκες το λόρδο Ράντμπορν ήταν αξιοθαύμαστος», της ψιθύρισε, σκύβοντας προς το μέρος της. «Ωστόσο φοβάμαι πως έκανες τη λαίδη Τερέζα εχθρό σου». Έδειξε με το κεφάλι τη γυναίκα που προχωρούσε μόνη της μπροστά από τις άλλες. Η Αϊρίν ήξερε ότι η Φραντσέσκα είχε δίκιο. Ακόμα και η πλάτη της Τερέζα ανέδιδε δυσαρέσκεια. Ανασήκωσε τους ώμους της. «Έχω αντιμετωπίσει πολύ πιο οργίλους ανθρώπους απ’ αυτήν και επιβίωσα. Δεν αμφιβάλλω ότι θα επιβιώσω και από την οργή της λαίδης Ράντμπορν». «Δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό», συμφώνησε εκείνη. «Όμως δε θέλω να την υποτιμήσω. Σε αντιπάθησε και της στέκεσαι εμπόδιο». Η Αϊρίν την κοίταξε παραξενεμένη. «Της στέκομαι εμπόδιο; Με ποιον τρόπο;» «Η Μέισι με ενημέρωσε για το τι σχολιάζεται στους κύκλους του υπηρετικού προσωπικού. Όπως φαίνεται, η λαίδη Ράντμπορν βασίζεται στο ότι ο Γκίντεον δε θα παντρευτεί. Κι αν δεν παντρευτεί, κληρονόμος θα γίνει ο γιος της, ο Τίμοθι. Αν όμως παντρευτεί, η θέση του Τίμοθι είναι επισφαλής. Κατά πάσα πιθανότητα ο Γκίντεον θα αποκτήσει ένα γιο - ή και πολλούς. Άρα η Τερέζα θα προτιμούσε να μείνει ανύπαντρος». «Κατά τη γνώμη μου, άδικα ελπίζει». Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Φαντάζομαι πως ελπίζει ότι αν συνεχίσει να κακολογεί τον Γκίντεον θα τρομάξει τις πιθανές νύφες». «Εγώ θα έλεγα ότι τα καταφέρνει μια χαρά και μόνος του, με το χαρακτήρα που έχει». «Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο, γιατί έσπευσες να τον υπερασπιστείς;» ~ 118 ~


Και η Αϊρίν την ίδια απορία είχε. Έδωσε στη Φραντσέσκα τη μόνη απάντηση που μπορούσε να σκεφτεί. «Επειδή μου αρέσει ακόμα λιγότερο να βλέπω τη λαίδη Ράντμπορν να τον κεντρίζει». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Ανέκαθεν απεχθανόμουν την αδικία σε κάθε της μορφή», συνέχισε η Αϊρίν. Δεν πρόσθεσε όμως ότι και η ίδια είχε ξαφνιαστεί από την ένταση του θυμού που ένιωσε, ακούγοντας τα λόγια της άλλης γυναίκας. «Το πιστεύω», μουρμούρισε η Φραντσέσκα. «Ωστόσο καταλαβαίνω ότι η παρέμβασή μου ήταν εντελώς περιττή. Άλλωστε ο λόρδος Ράντμπορν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και δεν έχει ανάγκη τη δική μου συνδρομή». «Μμμ. Φαντάζομαι πως η ανάγκη δεν παίζει μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την περίπτωση». «Τι εννοείς;» Η Αϊρίν την κοίταξε καχύποπτα. «Τι θα μπορούσα να εννοώ », αντιγύρισε εκείνη με μια αθώα έκφραση. «Δεν το έκανα επειδή αισθάνομαι κάτι γι’ αυτόν!» «Ω, όχι. Ασφαλώς όχι». Η Αϊρίν ετοιμάστηκε να σχολιάσει την απάντηση της Φραντσέσκα, γιατί θεωρούσε ότι υπαινισσόταν το αντίθετο από αυτό που έλεγαν τα λόγια της, αλλά της πέρασε από το μυαλό η σκέψη πως αν διαμαρτυρόταν υπερβολικά έντονα θα φαινόταν ανόητη. Έτσι κατάπιε απρόθυμα το σχόλιό της. Όμως δεν μπορούσε να κόψει με τον ίδιο αποφασιστικό τρόπο τις δικές της εικασίες. Γιατί είχε σπεύσει να τον υπερασπιστεί; Θα πίστευε κανείς ότι κανονικά έπρεπε να πάρει το μέρος της γυναίκας που τον αντιπαθούσε, αφού και η ίδια τον θεωρούσε τελείως άξεστο. Ασφαλώς τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα πόνο και θλίψη και χωρίς αμφιβολία είχε ψυχικά τραύματα από εκείνη την εποχή. Δεν ήθελε ούτε να φανταστεί πώς ένα παιδί μπορούσε να ζήσει τέτοια ζωή. Όμως αυτά τα γεγονότα δεν άλλαζαν την προσωπικότητά του, δεν τον έκαναν καλύτερο ή πιο ευγενικό ή λιγότερο εκνευριστικό. Η αλήθεια ήταν πως οι παρατηρήσεις της Τερέζας έδειχναν αγένεια και αναισθησία, αλλά η Φραντσέσκα είχε απαντήσει όπως θα απαντούσε κάθε κυρία. Με παγερή περιφρόνηση. Εκείνη γιατί είχε νιώσει χρέος της να αναμετρηθεί μαζί της; Επειδή ήταν ο χαρακτήρας της. Απλούστατα δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχη όταν η Τερέζα ξεστόμιζε τέτοια σκληρά, αλαζονικά

~ 119 ~


λόγια. Με τον ίδιο τρόπο θα αντιδρούσε ακόμη κι αν τα σχόλια απευθύνονταν σε κάποιον άλλο και όχι στον κόμη. Δεν ήταν τόσο σκληρή ώστε να αφήνει τέτοιες άδικες παρατηρήσεις αναπάντητες απλώς και μόνο επειδή δεν τον συμπαθούσε. Και όμως... για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να παρατρέξει τόσο εύκολα αυτό που είχε συμβεί. Οι σκέψεις της γυρνούσαν και ξαναγυρνούσαν στο ζήτημα όλη την υπόλοιπη βαρετή ώρα που πέρασε στο δωμάτιο της μουσικής ενώ η λαίδη Οντίλια διηγούνταν στη σύζυγο του πάστορα μια ατελείωτη ιστορία για κάποια γυναίκα που αυτή και η αδελφή της είχαν γνωρίσει πριν από σαράντα χρόνια. Κάθε τόσο σταματούσε για να παροτρύνει τη Φραντσέσκα να παίξει κάτι στο πιάνο, αλλά μετά επέστρεφε στην ιστορία της, υψώνοντας τη φωνή για να ακουστεί πάνω από τις απαλές νότες της μελωδίας. Εκείνη παρέμενε πειθήνια καθισμένη στο πιάνο και έπαιζε όσα κομμάτια ήξερε, στρέφοντας κωμικά τα μάτια της κάθε τόσο προς την Αϊρίν. Η Τερέζα καθόταν σε μια καρέκλα κάπως μακριά από την Αϊρίν και η λαίδη Κλερ δίπλα στην κόρη της στο στενό καναπέ και έβραζε σιωπηλά από ταραχή για τις καυστικές παρατηρήσεις της προς την οικοδέσποινα την ώρα του δείπνου. Οι άντρες δεν πήγαν κοντά τους μετά τα πούρα και το πορτό και η Αϊρίν τους συμμερίστηκε απολύτως. Χωρίς αμφιβολία είχαν υποστεί κι άλλες φορές τέτοια βαρετή βραδιά. Όταν είχε περάσει αρκετή ώρα ώστε να τηρηθούν και οι τύποι, η Αϊρίν σηκώθηκε και ζήτησε συγνώμη, λέγοντας ότι έπρεπε να αποσυρθεί γιατί ήταν και κουρασμένη από το ταξίδι. Η Φραντσέσκα έσπευσε να τη σιγοντάρει, συμπληρώνοντας ότι ήταν ώρα να πλαγιάσει. Η λαίδη Οντίλια τους έδωσε την άδεια να φύγουν κουνώντας απαξιωτικά το χέρι και σχολιάζοντας την έλλειψη αντοχής των σύγχρονων γυναικών, και οι δύο τους δεν έχασαν χρόνο για να εξαφανιστούν. Πέρασαν μια πολύ πιο ευχάριστη ώρα στο δωμάτιο της Φραντσέσκα, συζητώντας, αλλά όταν άκουσαν θορύβους από το ισόγειο και κατάλαβαν ότι και οι υπόλοιποι ετοιμάζονταν να διαλύσουν τη συντροφιά, η Αϊρίν βιάστηκε να επιστρέφει στο δικό της. Στάθηκε πάλι μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε το σκοτεινό κήπο κάτω χαμηλά. Ήταν δύσκολο να διακρίνει οτιδήποτε, γιατί το φεγγάρι ήταν μόλις ένα τέταρτο και ίσα που φώτιζε τις κορυφές των δέντρων και των θάμνων. Όμως εκείνη έμεινε εκεί και ατένιζε τη νύχτα, απολαμβάνοντας περισσότερο το σκοτάδι παρά τη θέα. Και τότε, στην άκρη του οπτικού της πεδίου φάνηκε ένα φως. Της τράβηξε την προσοχή και την έκανε να σκύψει παραξενεμένη

~ 120 ~


πιο κοντά στο παράθυρο. Το φως έβγαινε από ένα φανάρι που ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό του βηματισμού ενός άντρα. Σκίασε τα μάτια με τα χέρια της για να μην τη θαμπώνει το φως του δωματίου και κοίταξε πιο προσεκτικά. Ποιος περπατούσε στον κήπο τέτοια ώρα; Ο άντρας έσκυψε για να ανοίξει το μάνταλο μιας καγκελόπορτας, ύψωσε το φανάρι για να βλέπει καλύτερα και η φλόγα φώτισε το πρόσωπό του. Ήταν ο Γκίντεον. Η Αϊρίν ανασηκώθηκε ξαφνιασμένη. Τον ακολούθησε με το βλέμμα ώσπου εκείνος διέσχισε τον κήπο και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα πέρα μακριά. Λίγες στιγμές αργότερα η Αϊρίν ξαναείδε φευγαλέα το φως του φαναριού πίσω από τη συστάδα των δέντρων και μετά εξαφανίστηκε. Τι έκανε τέτοια ώρα στους κήπους; Δε φαινόταν να κάνει έναν τυχαίο περίπατο ή να είχε βγει για να καπνίσει ένα πούρο πριν πέσει για ύπνο. Το βήμα του ήταν αποφασιστικό και είχε πάρει μαζί του φανάρι για να φωτίζει το δρόμο. Ούτε είχε μείνει στον κήπο. Την τελευταία φορά που είχε δει το φως φαινόταν πολύ μακριά. Φυσικά θα μπορούσε να πηγαίνει στην ταβέρνα του χωριού· της είχε φανεί αρκετά ευχάριστο μέρος για έναν άντρα, ειδικά ύστερα από ένα βράδυ με τους συγγενείς του. Και ενώ οι περισσότεροι ευγενείς δε θα καταδέχονταν να πατήσουν το πόδι τους σε τόσο ταπεινά μέρη, μια ταβέρνα ταίριαζε καλά σε κάποιον που αισθανόταν άβολα στο ρόλο του αριστοκράτη. Όμως το χωριό και η ταβέρνα βρίσκονταν στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που είχε πάρει ο Γκίντεον, και επιπλέον ο δρόμος ήταν πολύς για να τον κάνει με τα πόδια. Σίγουρα θα είχε πάρει άλογο. Αλλά ούτε και προς τους στάβλους κατευθυνόταν. Τι σκάρωνε, τι έκανε; Τι βρισκόταν σ’ εκείνο το μέρος πέρα από λιβάδια και δάση και σκόρπιες αγροικίες; Είχε ραντεβού με κάποιον; Τι λόγο θα είχε να συναντηθεί με οποιονδήποτε μέσα στη νύχτα; Η ώρα ήταν πολύ περασμένη για οποιαδήποτε δραστηριότητα ... εκτός, φυσικά, αν πήγαινε να συναντήσει κάποια γυναίκα. Μήπως το ραντεβού του ήταν ρομαντικό; Ανοησίες, μάλωσε τον εαυτό της. Υπήρχαν ένα σωρό λογικές εξηγήσεις γιατί ένας άντρας θα ξεκινούσε για την εξοχή μόνος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Το ότι δεν μπορούσε να βρει καμία δε σήμαινε ότι δεν υπήρχαν. Άλλωστε, ακόμα κι αν είχε πράγματι ερωτικό ραντεβού, τι την απασχολούσε; Δεν καταλάβαινε καν γιατί έχανε το χρόνο της με το να το σκέφτεται. Ούτε και υπήρχε λόγος να νιώθει ζήλια σ’ αυτή τη σκέψη. ~ 121 ~


~ 122 ~


Κεφάλαιο 9

Τ η ν άλλη μέρα η Φραντσέσκα και η Αϊρίν ξεκίνησαν την εκστρατεία βελτίωσης των γαμήλιων προοπτικών του Γκίντεον. Η λαίδη Οντίλια τους εξήγησε ότι δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Οι υποψήφιες νύφες είχαν προσκληθεί και τις περίμεναν να φτάσουν σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Οι δύο γυναίκες συναντήθηκαν στην τραπεζαρία μετά το πρόγευμα, αλλά ο Γκίντεον άργησε μισή ώρα. Ίσως τον πήρε ο ύπνος και άργησε να ξυπνήσει ύστερα από τις χτεσινοβραδινές του περιπτύξεις, σκέφτηκε εκνευρισμένη η Αϊρίν. Όσο το σκεφτόταν τόσο πιο πιθανό της φαινόταν το ενδεχόμενο να έφυγε σαν τον κλέφτη για να συναντήσει κάποια γυναίκα. Ήταν εμφανώς αισθησιακός άντρας -άλλωστε και η ίδια είχε νιώσει τη δύναμη του φιλιού του. Και υπήρχαν ένα σωρό γυναίκες να δοθούν σε έναν άντρα με τη δική του ομορφιά, τα πλούτη και την κοινωνική θέση. Είναι αναμενόμενο, αποφάνθηκε, και παρ’ όλο που δεν την απασχολούσε καθόλου δεν ήταν δυνατόν να μην εκνευριστεί από τη χαρακτηριστικά αντρική συμπεριφορά του. Ήταν έτοιμος να βρει νύφη αλλά την ίδια στιγμή διατηρούσε σχέσεις με κάποια ερωμένη. Ή ούτε καν ερωμένη. Ίσως ήταν απλώς μια τυχαία περιπέτεια με κάποια γυναίκα ελαφρών ηθών. Βέβαια καταλάβαινε ότι τα συμπεράσματά της ήταν αυθαίρετα, αλλά δεν την εμπόδιζαν να αισθάνεται ενοχλημένη. Αναρωτήθηκε ποια να ήταν η γυναίκα - η σύζυγος ή η κόρη κάποιου αγρότη; Ασφαλώς θα έπρεπε να είναι κάποια που ζούσε εκεί κοντά. Ίσως υπήρχε κάποια πρόθυμη χήρα στην περιοχή, διατεθειμένη να διασκεδάσει τη μοναξιά της με τον ωραίο αριστοκράτη... ή μήπως κάποια από τις υπηρέτριες; Εξέτασε νοερά όσες είχε γνωρίσει, προσπαθώντας να μαντέψει ποια θα μπορούσε να έχει τραβήξει την προσοχή του Γκίντεον. ~ 123 ~


Αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να ανακαλύψει πού είχε πάει και αν είχε συναντήσει κάποιον και την επόμενη στιγμή συνειδητοποίησε πόσο ανόητες ήταν οι σκέψεις της. Τι σημασία είχε αν συναντούσε κάποια γυναίκα; Δεν την αφορούσε. Καλά θα έκανε να χαλιναγωγήσει τη φαντασία και την περιέργειά της και να συγκεντρωθεί στο έργο που είχε αναλάβει: να βοηθήσει τον Γκίντεον να παντρευτεί. Για τα υπόλοιπα ας ανησυχούσε η μέλλουσα σύζυγός του. Τελικά ο Γκίντεον έφτασε και φαινόταν εκνευρισμένος και βιαστικός. Η Αϊρίν κοίταξε επιδεικτικά το ρολόι πάνω στο γείσο του τζακιού. Ακολούθησε το βλέμμα της και έκανε μια γκριμάτσα ενόχλησης με τα χείλη του. «Μάλιστα, λαίδη Αϊρίν, άργησα», είπε εριστικά. «Δυστυχώς επέτρεψα σε κάποια ασήμαντα οικονομικά ζητήματα να εμποδίσουν το κυριότερο καθήκον μου στη ζωή -πώς θα μάθω να παριστάνω τον τζέντλεμαν». «Σας συγχωρούμε», είπε καλοσυνάτα η Φραντσέσκα. «Και δε χρειάζεται να μάθετε να προσποιείστε. Είστε ήδη τζέντλεμαν, λόγω καταγωγής». «Ναι, απλώς πρέπει να μάθετε να φέρεστε σαν τζέντλεμαν», πρόσθεσε καυστικά η Αϊρίν. «Και θα μάθω τρόπους από εσένα;» ρώτησε εκείνος ανασηκώνοντας το φρύδι του. «Ω, η Αϊρίν έχει τρόπους», απάντησε η Φραντσέσκα πριν προλάβει να μιλήσει εκείνη, ρίχνοντάς της μια αυστηρή ματιά. «Απλώς δεν επιλέγει πάντοτε να τους ακολουθεί». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Όπως άλλωστε κι εσείς, φαντάζομαι». Ο Γκίντεον χαμογέλασε. «Λαίδη Χόξτον, τολμώ να πω ότι μας βάλατε και τους δύο στη θέση μας». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε με τη σειρά της σαν να μοιραζόταν κάποιο κρυφό αστείο μαζί του, για να διαλύσει την ένταση της στιγμής. Η Αϊρίν, για πρώτη φορά στη ζωή της, θαύμασε τη διπλωματικότητα της Φραντσέσκα. Κοίταξε τον κόμη που είχε μπει στο δωμάτιο τόσο βιαστικός και εκνευρισμένος και τώρα φαινόταν ήρεμος, σχεδόν καλότροπος. Χαμογελούσε στη Φραντσέσκα και ξαφνικά η Αϊρίν ένιωσε μια τσιμπιά στην καρδιά της, τόσο ασυνήθιστη που την ξάφνιασε. Δεν ήταν δυνατόν! Μα ήταν παράλογο να ζηλεύει. Γύρισε βιαστικά αλλού και έσπευσε να αλλάξει θέμα. «Έχετε την καλοσύνη να καθίσετε εδώ, λόρδε Ράντμπορν;» Εκείνος πλησίασε εκεί που στεκόταν η Αϊρίν και κοίταξε το τραπέζι. Μπροστά στη θέση του ήταν αραδιασμένα μια σειρά από ~ 124 ~


ποτήρια και μαχαιροπίρουνα και ανάμεσά τους μια λινή πετσέτα από λευκό δαμασκηνό. «Α, κατάλαβα», είπε με έναν περιφρονητικό μορφασμό. «Τα περίφημα μαχαιροπίρουνα». «Δεν είναι δύσκολο να τα μάθετε». «Αχ, λαίδη μου, δεν είμαι και τόσο βέβαιος γι’ αυτό», της απάντησε ενώ καθόταν στη θέση του. «Κάποιοι από εμάς είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως». «Είμαι βέβαιη ότι εσείς δεν είστε», αντιγύρισε κοφτά εκείνη. «Και το πρώτο σας μάθημα είναι αυτό -απαγορεύεται να κάθεστε στο τραπέζι όταν οι κυρίες είναι όρθιες. Ένας τζέντλεμαν περιμένει να καθίσουν οι κυρίες πριν καθίσει κι εκείνος». «Μάλιστα ας ξεκινήσουμε πριν απ’ αυτό», είπε η Φραντσέσκα. «Όταν προσέρχεστε στο δείπνο, πρέπει να προσφέρετε το μπράτσο σας σε μία κυρία». «Οποιαδήποτε κυρία;» «Ω, όχι. Υπάρχει τάξη, φυσικά. Το χθεσινό δείπνο ήταν ανεπίσημο, μόνο μέλη της οικογένειας και λίγοι στενοί φίλοι. Όμως σε ένα πιο επίσημο δείπνο, εσείς ως οικοδεσπότης θα προσφέρετε το μπράτσο σας στην ανώτερη στην τάξη κυρία. Χτες αυτή η κυρία θα ήταν η γιαγιά σας. Βέβαια τόσο εκείνη όσο και η λαίδη Τερέζα είναι χήρες κόμισσες, αλλά λόγω της ηλικίας της προηγείται η γιαγιά σας. Και άλλωστε η λαίδη Πάνσι είναι κόρη δούκα». Καθώς συνέχιζε, έριξε ένα πονηρό βλέμμα στην Αϊρίν. «Και όπως γνωρίζουμε, η κόρη ενός δούκα είναι ανώτερη από την κόρη του δεύτερου γιου ενός βαρονέτου». Η Αϊρίν κοκκίνισε και έριξε μια ματιά στον Γκίντεον. Τον είδε να χαμογελάει και να της κάνει μια μικρή υπόκλιση. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ακόμα περισσότερο, αλλά δεν μπόρεσε να μην του ανταποδώσει το χαμόγελο και το βλέμμα του της ζέστανε την καρδιά. «Αυτό μην το πείτε στη λαίδη Οντίλια, φυσικά», συνέχισε η Φραντσέσκα με μια έκφραση ευθυμίας στο πρόσωπο, «αλλά αν και η ίδια είναι κόρη δούκα, λόγω του γάμου της είναι απλή βαρόνη. Άρα είναι πίσω από τις άλλες κατά σειρά τάξεως». «Παραδόξως, η θέση της θα ήταν ανώτερη αν είχε παντρευτεί κάποιον κατώτερο του βαρόνου», πρόσθεσε η Αϊρίν. «Γιατί τότε θα διατηρούσε τη θέση που είχε ως κόρη δούκα, που είναι ακριβώς μετά τη σύζυγο του πρωτότοκου γιου του δούκα αλλά πριν από τις συζύγους των νεότερων γιων του». Ο Γκίντεον την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Περιμένετε σ τ’ αλήθεια να θυμάμαι όλα αυτά τα πράγματα;» ~ 125 ~


«Αυτή τη στιγμή δεν είναι σημαντικό», είπε η Φραντσέσκα βιαστικά. «Και στο μέλλον ασφαλώς θα συμβεί κάτι που θα σας βοηθήσει να το θυμάστε». «Α, ναι», είπε ξερά εκείνος. «Ένα από τα πολλά πλεονεκτήματα του να παντρεύεσαι μια γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής». «Αυτή τη στιγμή ας ασχοληθούμε με το γεύμα. Συνοδεύετε την κυρία στην τραπεζαρία. Αϊρίν, εσύ θα είσαι η κυρία». Του έκανε νόημα με το κεφάλι να πάει κοντά της. Όταν την κοίταξε εμβρόντητη, εκείνη κούνησε το κεφάλι της αποφασιστικά. «Εμπρός, πρέπει να εξασκηθείτε. Προσφέρετέ της το μπράτσο σας». Ο Γκίντεον πήγε κοντά της και της πρόσφερε το μπράτσο του με τον αγκώνα λυγισμένο. «Πολύ ωραία. Σωστή στάση», είπε ενθαρρυντικά η Φραντσέσκα. Η Αϊρίν τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν προς το τραπέζι. «Και η Αϊρίν θα καθίσει σύμφωνα με τη θέση της», συνέχισε η Φραντσέσκα. «Φυσικά, σε ένα επίσημο δείπνο θα υπάρχουν κάρτες, άρα δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης. Κανονικά θα καθόταν εκεί». Έδειξε την κατάλληλη θέση. «Αλλά επειδή ζήτησα να τοποθετήσουν τα σερβίτσια έτσι, τώρα θα καθίσει δίπλα σας. Τραβήξτε την καρέκλα της και μετά, καθώς θα κάθεται, σπρώξτε την απαλά». Του ένευσε ενθαρρυντικά κι εκείνος αναστέναξε και τράβηξε την καρέκλα. Η Αϊρίν πήγε να καθίσει, αλλά ο Γκίντεον έσπρωξε την καρέκλα πολύ απότομα, έτσι που η άκρη της την χτύπησε στις κλειδώσεις και κάθισε με έναν άκομψο γδούπο. Γύρισε να τον κοιτάξει επιτιμητικά, κι εκείνος απάντησε στην αγριωπή ματιά της με ένα ανέκφραστο πρόσωπο. «Την επόμενη φορά καλό θα ήταν να μην το κάνετε τόσο ζωηρά», τον συμβούλεψε η Φραντσέσκα. «Συγνώμη, λαίδη μου», της απάντησε. «Νομίζω πως από εμένα θα έπρεπε να ζητήσετε συγνώμη», του υπενθύμισε η Αϊρίν ενοχλημένη. «Μα τι γούστο θα είχε τότε;» αντιγύρισε εκείνος, χαμογελώντας κρυφά καθώς καθόταν. Ανασήκωσε το φρύδι της, έτοιμη να του απαντήσει, αλλά η Φραντσέσκα την πρόλαβε. «Λοιπόν, ως προς τα σερβίτσια τώρα... Αϊρίν, δείξε στον κόμη σε τι χρησιμεύει το καθένα». Εκείνη την κοίταξε με αγανάκτηση, αλλά δε μίλησε. «Πολύ καλά». Έσκυψε προς το μέρος του και άρχισε να του δείχνει τα διάφορα μαχαιροπίρουνα. «Είναι τοποθετημένα σύμφωνα με τη σειρά που χρησιμοποιούνται. Το εξωτερικό είναι το πρώτο. Βλέπετε; Το κουτάλι της σούπας είναι το τελευταίο δεξιά από το σημείο που θα ~ 126 ~


αφήσουν το πιάτο. Μετά έρχεται το μαχαίρι του ψαριού που συνοδεύεται από το πιρούνι του ψαριού αριστερά, μετά το μαχαίρι και πιρούνι του κρέατος, το κουτάλι και το μαχαίρι της πουτίγκας και τελικά το μαχαίρι και το πιρούνι για το πιάτο μετά το επιδόρπιο. Τα κουτάλια για το παγωτό και το μαχαιροπίρουνο των φρούτων έρχονται μαζί με τα πιάτα τους». Καθώς μιλούσε είχε επίγνωση του πόσο κοντά του βρισκόταν. Ένιωθε την ανεπαίσθητη μυρωδιά της κολόνιας του που αναδιδόταν μαζί με τη ζεστασιά του σώματός του και όταν σήκωσε τα μάτια της για να δει αν την παρακολουθούσε, βρέθηκε ελάχιστους πόντους μακριά από το πρόσωπό του. Τραβήχτηκε πίσω αυθόρμητα και για να μη χάσει την ισορροπία της, άπλωσε αυτόματα το χέρι και έπιασε το μπράτσο του. Εκείνος την κοίταξε και η Αϊρίν κατάλαβε ότι τόση ώρα κοιτούσε εκείνη και όχι τα μαχαιροπίρουνα που της έδειχνε. «Με προσέχετε;» τον ρώτησε απότομα. «Φυσικά. Αλλά αυτό εδώ σε τι χρησιμεύει;» Της έδειξε το μικρό μαχαίρι με τη στρογγυλεμένη άκρη πάνω στο μικρό πιάτο αριστερά από τα σερβίτσια. «Αυτό είναι για να αλείφουμε το βούτυρο. Γι’ αυτό είναι τοποθετημένο πάνω στο πιάτο του ψωμιού. «Και ποιο απ’ όλα αυτά τα ποτήρια είναι για το ποτό;» «Κανένα. Οι υπηρέτες θα φέρουν τα ποτήρια του λικέρ ή του πορτό όταν έρθει η ώρα». Έσκυψε και πάλι κοντά του για να του δείξει τα διάφορα ποτήρια πάνω από τα μαχαίρια και τα πιρούνια. «Το ποτήρι του σέρι για τη σούπα. Ποτήρι για λευκό κρασί, με το ψάρι. Ποτήρι για κόκκινο κρασί, με το κρέας. Και φυσικά, του νερού. Αλλά δε χρειάζεστε να θυμάστε ποιο είναι το καθένα. Τα γεμίζουν οι υπηρέτες όταν έρχεται η ώρα». «Και ποιο είπες ότι είναι το πιρούνι για μετά το επιδόρπιο;» Η Αϊρίν έσκυψε για να του δείξει το μικρό πιρούνι που ήταν πιο κοντά στο σημείο όπου ο υπηρέτης θα τοποθετούσε το ασημένιο πιάτο. Συνέχισαν έτσι για κάμποση ώρα, επαναλαμβάνοντας τις διάφορες θέσεις και τα σερβίτσια. Κάθε φορά, ο Γκίντεον ξεχνούσε κι από ένα, ώσπου η Αϊρίν άρχισε να εκνευρίζεται. Με κάθε του λάθος ή παραδρομή, η έκφρασή του γινόταν πιο βλοσυρή και η προφορά του πλησίαζε περισσότερο αυτή που είχε στα παιδικά του χρόνια. Ακόμα και ή Φραντσέσκα φαινόταν απογοητευμένη. «Άλλη μια φορά, λόρδε Ράντμπορν», είπε αναστενάζοντας. «Ποιο είναι το μαχαίρι του ψαριού;» Εκείνος κοίταξε διστακτικά τα σερβίτσια που ήταν αραδιασμένα μπροστά του. «Τι να πω... τώρα όλα έχουν αρχίσει να μου ~ 127 ~


φαίνονται ίδια». Το χέρι του έμεινε για λίγο μετέωρο πάνω από το πιάτο. «Θα έλεγα... αυτό εδώ», είπε δείχνοντας αποφασιστικά το μαχαίρι του κρέατος. Η Αϊρίν βόγκηξε. «Όχι, όχι, όχι. Ειλικρινά, λόρδε μου, τα είπαμε τουλάχιστον είκοσι φορές». Έπιασε το χέρι του και το τράβηξε απότομα προς το μικρότερο μαχαίρι του ψαριού. «Αυτό είναι το μαχαίρι για το ψάρι. Πηγαίνει μαζί με το πιρούνι για το ψάρι, εκεί αριστερά. Είναι και τα δύο έξω από το μαχαίρι και το πιρούνι του κρέατος, μιας και το καλκάνι θα έρθει πριν από το ψητό. Δεν καταλαβαίνω γιατί δυσκολεύεστε να το μάθετε». Τον κοίταξε απαυδημένη. Το πρόσωπό του είχε την ίδια βλοσυρή, πέτρινη έκφραση όπως και πριν από μερικά λεπτά. Όμως κάτι στο βλέμμα του την έκανε να ξαφνιαστεί. «Φαίνεται πως παραείναι δύσκολα για μένα, λαίδη μου». Η φωνή του είχε ένα ελαφρό τρέμουλο και σταμάτησε, πιέζοντας τα χείλη του μεταξύ τους. Τα μάτια της Αϊρίν στένεψαν και έσκυψε προς το μέρος του για να τον κοιτάξει ερευνητικά. «Με κοροϊδεύετε, έτσι δεν είναι;» « Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις», είπε εκείνος, ανοίγοντας τα μάτια του με αθωότητα, αλλά το στόμα του άρχισε να κάνει συσπάσεις και πίεσε τα χείλη του με τις άκρες των δαχτύλων. «Ω!» Πετάχτηκε όρθια με τις γροθιές της σφιγμένες. «Πολύ με ταλαιπωρείτε, λόρδε μου! Δεν είναι δυνατόν να είστε τόσο αργόστροφος και να έχετε τόσες επιτυχίες στις επιχειρηματικές σας δραστηριότητες!» Ο Γκίντεον έβαλε τα γέλια, πράγμα που την εξόργισε ακόμα περισσότερο. Η Αϊρίν απομακρύνθηκε από το τραπέζι και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, εκτοξεύοντας ένα σωρό κατηγορίες. «Τι συμβαίνει τέλος πάντων μ’ εσάς; Γιατί σπαταλάτε το χρόνο μου; Είστε ο πιο ανάγωγος, αγενής άνθρωπος που έχω γνωρίσει!» Ενώ εκείνη βημάτιζε βγάζοντας καπνούς από την οργή, η Φραντσέσκα κοίταξε τον Γκίντεον από την άλλη άκρη του τραπεζιού και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Εννοείτε ότι τόση ώρα προσποιούμασταν;» Της ξέφυγε ένα μικρό γελάκι και σε λίγο γελούσε με την καρδιά της. «Τι σ’ έπιασε κι εσένα;» της φώναξε η Αϊρίν, κοιτάζοντας τώρα αγριωπά τη Φραντσέσκα. «Τρελάθηκες; Σπαταλήσαμε μισή ώρα για να μάθουμε σ’ αυτό τον ανόητο πράγματα που ήξερε ήδη!» Ο Γκίντεον γύρισε προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Δεν είναι τόσο δύσκολο, λαίδη μου. Νομίζω ότι δώσατε πολλή σημασία στα λόγια της Τερέζας χτες το βράδυ. Δεν πέρασα όλη μου τη ζωή ~ 128 ~


σε μια τρώγλη. Πάει καιρός τώρα που έχω τη δυνατότητα να διαθέτω δικό μου σεφ -και μάλιστα καλύτερο από αυτόν που μαγειρεύει σε αυτό το ερείπιο. Και ο μπάτλερ μου δε θα επέτρεπε ποτέ κάτι λιγότερο από ένα τέλεια στρωμένο τραπέζι. Ακόμα κι αν δεν ήξερα να τρώω σωστά όταν έφτασα εδώ, αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τι κάνουν οι άλλοι. Δεν είναι μαθηματικά του Ευκλείδη, ξέρετε, ούτε σκέψεις του Πλάτωνα». Τον κοίταξε σαστισμένη, με τα χέρια στη μέση. «Γιατί;» ρώτησε, υψώνοντάς τα αγανακτισμένη πριν επιστρέφει στη θέση της. Κάθισε κουνώντας το κεφάλι και είπε πάλι: «Γιατί θέλατε να πιστέψουμε ότι δεν ξέρετε τίποτε; Γιατί φέρεστε σαν αγροίκος ενώ δεν είστε;» «Γιατί έτσι αρέσει στους συγγενείς μου να πιστεύουν». Τα μάτια του έλαμψαν και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Και πώς αλλιώς θα σε έκανα να σκύψεις κοντά μου;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και μια ξαφνική ζεστασιά απλώθηκε στην κοιλιά της, ακούγοντας τα λόγια του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στη Φραντσέσκα για να δει αν τον είχε ακούσει, αλλά εκείνη γελούσε ακόμα με την κατεργαριά του και δε φαινόταν να έχει προσέξει τι συνέβαινε, έτσι η Αϊρίν ηρέμησε κάπως και γύρισε πάλι προ το μέρος του. Ο Γκίντεον την παρατηρούσε χωρίς να γελάει πια, αλλά με βλέμμα επίμονο και διαπεραστικό. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν και γύρισε αλλού αναστατωμένη. «Μη λέτε ανοησίες», είπε, αλλά ο τόνος της δεν ήταν τόσο αυστηρός όσο θα ήθελε. «Πολύ καλά, λοιπόν», είπε η Φραντσέσκα καθώς σηκωνόταν και το πρόσωπό της σοβάρεψε. «Ζητώ συγνώμη, λόρδε Ράντμπορν, επειδή έδωσα μεγάλη σημασία στο τι λένε οι άλλοι για εσάς. Ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από την αρχή. Μάλλον δε χρειάζεται να βελτιώσουμε τους τρόπους σας, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μένουμε εδώ η λαίδη Αϊρίν κι εγώ. Θα σας ρωτήσω, λοιπόν -υπάρχει κάποιος τομέας που πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να ωφεληθείτε από τις γνώσεις μας; Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για να προσαρμοστείτε ευκολότερα στις απαιτήσεις που έχουν από εσάς οι συγγενείς και οι ομότιμοι σας; Ή θα πρέπει να διακόψουμε τις προσπάθειές μας;» «Όχι», απάντησε χωρίς δισταγμό. «Είμαι βέβαιος ότι μπορείτε να με βελτιώσετε. Όμως ως προς τα σερβίτσια, δεν έχω να μάθω κάτι περισσότερο. Ο καμαριέρης μου φροντίζει να είμαι πάντοτε ντυμένος κατάλληλα. Και όπως είπατε, η σύζυγός μου θα φροντίσει να ξέρω τη σειρά προτεραιότητας σε κάθε περίσταση. Καταλαβαίνω ότι η ομιλία μου είναι λιγάκι λάθος, αλλά σας βεβαιώνω ότι έχω ~ 129 ~


κάνει μεγάλες προσπάθειες να τη βελτιώσω και με έχουν πληροφορήσει ότι φταίει ο χαρακτήρας μου και όχι η γραμματική μου που δε μιλάω πάντα σωστά. Γι’ αυτό έχω ελάχιστες ελπίδες -και δε με ενδιαφέρει άλλωστε- να μάθω να μιλάω σαν αριστοκράτης». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Ωστόσο, υπάρχει ένας τομέας στον οποίο θα ήθελα να βελτιώσω τις επιδόσεις μου. Είμαι φριχτός στο χορό». «Α», έκανε με ικανοποίηση η Φραντσέσκα. «Σε αυτό είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να σας βοηθήσουμε». Κοίταξε την Αϊρίν. «Δε συμφωνείς;» «Ναι, φυσικά». Έφυγαν από την τραπεζαρία και πήγαν στο δωμάτιο μουσικής. Η Αϊρίν είδε αμέσως πόσο επικίνδυνο θα ήταν να μάθει στον Γκίντεον χορό. Θα χρειαζόταν παρτενέρ για να εξασκηθεί και υποχρεωτικά θα έπρεπε να σταθεί κοντά του, θα ακουμπούσε το χέρι της στο δικό του, ίσως ακόμα και να την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Αν την είχε αναστατώσει τόσο πολύ το να είναι σκυμμένη κοντά του στο τραπέζι, δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να νιώσει όταν θα χόρευε μαζί του. «Να παίξω εγώ;» πρότεινε καθώς έμπαιναν και κατευθύνθηκε προς το πιάνο όπου είχε παίξει το προηγούμενο βράδυ η Φραντσέσκα για τη λαίδη Οντίλια. Η Φραντσέσκα γέλασε. «Ω, όχι, χρυσή μου, ξεχνάς ότι σε έχω ακούσει να παίζεις; Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να παίξω εγώ κι εσύ να χορέψεις με τον κόμη». Δυστυχώς η Αϊρίν ήξερε ότι η Φραντσέσκα είχε δίκιο. Ήταν εντελώς ατάλαντη στη μουσική και απεχθανόταν την καθημερινή εξάσκηση, έτσι η δεξιότητά της στο πιάνο ήταν ελάχιστη. Το γνώριζαν και οι δύο, αφού ζητούσαν συχνά από τις νεαρές ανύπαντρες κοπέλες να δείξουν το ταλέντο τους σε διάφορες κοινωνικές συγκεντρώσεις. Αν επέμενε να παίξει, η Φραντσέσκα θα καταλάβαινε ότι κάτι κρυβόταν πίσω από την επιμονή της και αν δεν ήθελε μία φορά να χορέψει με τον κόμη, δεν ήθελε δύο να κινήσει τις υποψίες της φίλης της. «Φυσικά», είπε καταθέτοντας τα όπλα. Κοίταξε τον Γκίντεον κι εκείνος της χαμογέλασε σαν να είχε καταλάβει για ποιο λόγο είχε προτείνει να παίξει πιάνο. Κι ακόμα χειρότερα, ήξερε γιατί ήταν απρόθυμη να χορέψει μαζί του -όχι επειδή την απωθούσε, αλλά επειδή συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Παρ’ ότι δεν το ήθελε, αισθανόταν έλξη για εκείνον. Φοβόταν να βρεθεί στην αγκαλιά του, να χορέψει μαζί του, επειδή την τρόμαζαν οι αντιδράσεις της.

~ 130 ~


«Να ξεκινήσουμε με βαλς;» ρώτησε η Φραντσέσκα, αρχίζοντας χωρίς να περιμένει απάντηση. «Ξέρω ότι δε χορεύεται συχνά εκτός Λονδίνου, αλλά πιστεύω ότι ο χορός θα είναι αρκετά επίσημος, άρα δε θα υπάρχει πρόβλημα. Και νομίζω πως είναι πολύ απλός. Αϊρίν, θα μάθεις τα βήματα στο λόρδο Ράντμπορν μέχρι να βρω μερικές παρτιτούρες;» Εκείνη γύρισε προς το μέρος του ενώ η Φραντσέσκα άρχισε να φυλλομετρά τις παρτιτούρες που ήταν πάνω στο πιάνο. «Γνωρίζω τα βήματα. Απλώς δεν είμαι πολύ καλός στο χορό. Πιστεύω ότι το μόνο που χρειάζομαι είναι εξάσκηση». «Ασφαλώς», απάντησε εκείνη, εκνευρισμένη από την αυταρέσκεια του χαμόγελού του και αποφασισμένη να μείνει ψυχρή και ανεπηρέαστη σε όλη τη διάρκεια του μαθήματος χορού. «Να δοκιμάσουμε πρώτα μερικά βήματα χωρίς μουσική;» «Όπως αγαπάς». Άπλω σε το χέρι του, την πήρε κοντά και ακούμπησε το άλλο στη μέση της. Η παλάμη του ήταν βαριά και ζεστή πάνω της, η λαβή του σταθερή και η Αϊρίν σκέφτηκε πόσο μεγάλο ήταν το χέρι του. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται λιγάκι όταν βρέθηκε τόσο κοντά του και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Ήταν ένας πολύ επιβλητικός άντρας και έπρεπε να θυμίζει διαρκώς στον εαυτό της ότι εκείνη δεν ήταν από τις γυναίκες που υποτάσσονται εύκολα. «Το πρώτο που πρέπει να θυμάστε είναι ότι δεν κάνει να κρατάτε τόσο σφιχτά μια κυρία», του είπε ήρεμα. «Το χέρι σας πρέπει να ακουμπάει ελαφρά στη μέση της». Εκείνος μετακίνησε λίγο πιο ψηλά το χέρι του και η Αϊρίν το έπιασε και άλλαξε θέση στον αντίχειρά του έτσι ώστε να βρίσκεται στη σωστή θέση. «Τώρα πρέπει να με κατευθύνετε προς τα εκεί που πηγαίνουμε, αλλά μαλακά, όχι απότομα σαν να σέρνατε ένα σακί με πατάτες. Μόνο με μια ελαφρά πίεση των δαχτύλων σας. Και δεν κρατάτε σφιχτά το άλλο μου χέρι, απλώς το στηρίζετε. Ναι, έτσι ακριβώς. Ωραία, ας ξεκινήσουμε». Άρχισε να μετρά στο χρόνο του βαλς και ξεκίνησαν να χορεύουν με κάπως άκαμπτο και αμήχανο βήμα. Τον κοίταξε καχύποπτα και ρώτησε: «Δε φαντάζομαι να υποκρίνεστε ότι δεν ξέρετε χορό!» Εκείνος γέλασε. «Όχι. Δυστυχώς έτσι χορεύω πάντα». «Το μόνο που χρειάζεστε είναι εξάσκηση», του απάντησε ενθαρρυντικά. «Καλή μου λαίδη, δε σας έχω ακούσει άλλη φορά να καταφεύγετε στο ευγενικό ψέμα. Μην αρχίσετε τώρα». ~ 131 ~


Άθελά της γέλασε. «Σύμφωνοι. Τότε επιτρέψτε μου να σας πω ότι δεν είστε ο χειρότερος καβαλιέρος που είχα στη ζωή μου, αλλά ούτε και ο καλύτερος. Αυτή είναι η αλήθεια. Όμως πιστεύω πραγματικά ότι με την εξάσκηση θα βελτιωθείτε». Εκείνος έκλινε ελαφρά το κεφάλι του. «Σας ευχαριστώ. Τότε θα εξασκηθούμε». Και πράγματι εξασκήθηκαν χορεύοντας στους ρυθμούς της Φραντσέσκα. Η προσπάθειά τους γινόταν πιο δύσκολη από την ανάγκη να παρακάμπτουν τα έπιπλα που υπήρχαν μέσα στο σαλόνι της μουσικής, που δεν προοριζόταν για χορό. Όμως αφού σκόνταψαν πάνω σε ένα σκαμνί και χτύπησαν πάνω σε μια καρέκλα, σταμάτησαν για να αλλάξουν θέση στις καρέκλες και να σχηματίσουν χονδρικά ένα νοητό κύκλο γύρω από τα εμπόδια. Αφού χόρεψαν για λίγο, ο Γκίντεον άρχισε να χαλαρώνει και οι κινήσεις του να γίνονται λιγότερο άκαμπτες, χωρίς να συγκεντρώνει την προσοχή του στα βήματα. Όσο αυξανόταν η αυτοπεποίθησή του κοιτούσε περισσότερο το πρόσωπό της παρά τα πόδια του. Για την ακρίβεια το κοιτούσε τόσο επίμονα που η Αϊρίν ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Προσπαθείτε να με υπνωτίσετε, σερ;» ρώτησε κάπως απότομα. «Με κοιτάζετε πολύ επίμονα και δεν είναι ευγενικό». «Συγνώμη. Ασφαλώς και γι’ αυτό φταίει η κακή ανατροφή μου», απάντησε ετοιμόλογα, χωρίς ίχνος μεταμέλειας στη φωνή του. «Είναι αγένεια να επισημάνω ότι κάτι έχει αλλάξει πάνω σας;» Η Αϊρίν ανασήκωσε το φρύδι της. «Κάτι έχει αλλάξει; Τι;» «Η εμφάνισή σας. Είναι διαφορετική από την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Τα μαλλιά σας, νομίζω. Είναι αλλιώς χτενισμένα». «Μια γυναίκα αλλάζει συχνά κόμμωση, λόρδε μου», αντιγύρισε. «Μου αρέσει η κόμμωση που είχατε χτες το βράδυ και η τωρινή. Είναι πιο θηλυκή, λιγότερο... αυστηρή. Κάνει έναν άντρα να σκέφτεται...» Τα λόγια του της προκάλεσαν καρδιοχτύπι. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να ρωτήσει, δεν ήταν σωστό. Ήταν επικίνδυνο. «Τι να σκέφτεται, λόρδε μου;» ρώτησε παρ’ όλα αυτά. «Ότι θα ήθελε να λύσει τα μαλλιά σας», απάντησε εκείνος και η βραχνάδα της φωνής του την έκανε να ριγήσει. «Να τα δει λυτά στους ώμους σας σε όλη τους τη χρυσή μεγαλοπρέπεια». Αυτή τη φορά ήταν η Αϊρίν που παραπάτησε και το χέρι του πίεσε τη μέση της, βοηθώντας τη να ισορροπήσει. «Δεν είναι πρέπον να συζητάμε για τέτοια πράγματα», είπε κοιτάζοντας αλλού.

~ 132 ~


«Τα λόγια σας είναι πολύ τολμηρά, λόρδε μου. Δείχνουν υπερβολική οικειότητα». «Δεν είναι ευγενικό αυτό;» τη ρώτησε σαρκαστικά. «Δεν είναι κόσμιο», τον διόρθωσε. «Ένας τζέντλεμαν δε μιλά σε μια ανύπαντρη γυναίκα με τέτοιο τρόπο». Ύψωσε τα μάτια της και τον κοίταξε κάπως αυστηρά, για να του δείξει ότι δεν είχε επηρεαστεί από τα λόγια του. «Α, μα αφού ξέρουμε και οι δύο ότι δεν είμαι τζέντλεμαν». Την κοίταξε στα μάτια, με έναν τρόπο που δεν της άφηνε καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Η σιγανή του φωνή ήταν σαν χάδι πάνω στο δέρμα της. Ένα τρέμουλο τη διαπέρασε. «Δεν πρέπει να λέτε τέτοια πράγματα στις κοπέλες που θα κορτάρετε», είπε κοφτά, πασχίζοντας να αγνοήσει την αντίδραση του σώματός της. «Δεν πρόκειται να μιλήσω έτσι σε καμία τους. Δε μ’ ενδιαφέρει καμία απ’ αυτές». «Ακόμα δεν τις γνωρίσατε». «Δε χρειάζεται να τις γνωρίσω για να ξέρω ότι θα είναι ανόητες και ελαφρόμυαλες ή ξιπασμένες και αντιπαθητικές. Καμία δε θα έχει να πει κάτι περισσότερο από όσα τις διδάσκουν απ’ τα γεννοφάσκια τους. Καμία δε θα μου φαίνεται τόσο ενδιαφέρουσα όσο εσύ». Η Αϊρίν πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Σας είπα ότι δε με ενδιαφέρει ο γάμος, λόρδε Ράντμπορν». «Μιας και έχεις βάλει σκοπό να διορθώνεις κάθε λέξη και κάθε μου κίνηση, δε νομίζεις ότι είναι καιρός να με φωνάζεις με τ’ όνομά μου;» «Αυτό είναι το όνομά σας». «Όχι. Ο κόμης του Ράντμπορν δεν είμαι εγώ. Είναι ένα πρόσωπο που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό που είμαι». Η φωνή του έγινε πιο σκληρή καθώς μιλούσε και το πρόσωπό του πήρε πάλι τη γνώριμη αυστηρή έκφραση. «Γκίντεον με φώναζαν όλη μου τη ζωή». Η Αϊρίν ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να του μιλάει στον ενικό· δε γνωρίζονταν παρά λίγες μέρες. Αν τον φώναζε Γκίντεον, θα έδειχνε μια οικειότητα που δεν υπήρχε. Κι όμως, ύστερα από μερικές στιγμές άκουσε τον εαυτό της να λέει: «Εντάξει, Γκίντεον». Το πρόσωπό του ηρέμησε και το χέρι του έσφιξε ελαφρά το δικό της. Η Αϊρίν κοίταξε αλλού. Ένιωθε πως είχε αρχίσει να παίρνει έναν επικίνδυνο κατήφορο. Πώς είχε ξεφύγει τόσο η κατάσταση από τον έλεγχό της; Είχε ξεκινήσει διορθώνοντάς τον, και πολύ σωστά, επειδή της μιλούσε με ανάρμοστο τρόπο και είχε καταλήξει να τον φωνάζει με το μικρό του όνομα, πράγμα που δεν έκανε ούτε με ~ 133 ~


άντρες που γνώριζε όλη της τη ζωή. Απλώς δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες καταστάσεις -στο συγκεκριμένο άνθρωπο, στις συνθήκες, στα συναισθήματα που φούντωναν μέσα της και ξεπηδούσαν στην επιφάνεια τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Ήξερε ότι είχε τη φήμη πικρόχολης. Κάποιοι ισχυρίζονταν ότι ο χαρακτήρας της και όχι η έλλειψη προίκας ήταν η αιτία που είχε μείνει ανύπαντρη. Όμως δεν την ένοιαζε αν ο κόσμος τη θεωρούσε δύστροπη και δηκτική. Προτιμούσε αυτό παρά να είναι μια άβουλη που χασκογελούσε και τραύλιζε και κοιτούσε με δέος έναν άντρα όσο ανόητος κι αν ήταν. Η λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ, σκέφτηκε, είναι μια γυναίκα που ξέρει τι θέλει. Δεν παρασύρεται εύκολα και σπάνια θαμπώνεται ή σαστίζει. Και κυρίως, γνωρίζει πολύ καλά τον εαυτό της. Κι όμως, από τότε που είχε γνωρίσει τον κόμη του Ράντμπορν τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τα συναισθήματά της ήταν πρωτόγνωρα και φερόταν με τρόπους που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα φερόταν και συχνά αμφιταλαντευόταν αναποφάσιστη. Αισθανόταν ότι δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο του εαυτού της κι αυτό ήταν κάτι που την τρόμαζε, γιατί συνέβαινε πρώτη φορά. Όταν η μουσική σταμάτησε και απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο, η Αϊρίν στράφηκε προς τη Φραντσέσκα, που φυλλομετρούσε τις παρτιτούρες, αναζητώντας κάποιο άλλο βαλς να παίξει. «Λαίδη Φραντσέσκα, νομίζω ότι θα ήθελα να ... να σταματήσουμε τώρα, αν δεν πειράζει». «Φυσικά», της απάντησε, κοιτάζοντάς τη με έκπληξη. «Συγνώμη. Κουράστηκες; Δεν το σκέφτηκα. Δεν έπρεπε να παίζω ασταμάτητα». Ο Γκίντεον την πλησίασε συνοφρυωμένος. «Ναι, καλύτερα να κάνουμε μια μικρή διακοπή. Να πω να μας φέρουν τσάι;» «Όχι, δεν είμαι... Δηλαδή, ναι, μάλλον έχετε δίκιο. Ας κάνουμε ένα διάλειμμα, αλλά δε θέλω τσάι. Καλύτερα ν’ ανέβω στο δωμάτιό μου. Έχω ένα μικρό πονοκέφάλο». Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια καθώς μιλούσε. «Αν δεν έχεις αντίρρηση, μπορούμε να συνεχίσουμε αύριο;» ρώτησε τη Φραντσέσκα. «Ασφαλώς. Άλλωστε υποψιάζομαι πως και ο λόρδος Ράντμπορν θα χαρεί να απαλλαγεί από εμάς ένα απόγευμα. Κι εγώ θα πάω να συζητήσω με τη λαίδη Οντίλια τις λεπτομέρειες της δεξίωσης». «Ευχαριστώ». Η Αϊρίν χαμογέλασε αχνά και χωρίς να ρίξει άλλη ματιά στον Γκίντεον βγήκε από το δωμάτιο.

~ 134 ~


Όταν βρέθηκε μόνη της, κάθισε στην καρέκλα κοντά στο παράθυρο και άρχισε να κατσαδιάζει τον εαυτό της για τη δειλία που είχε δείξει. Τι την είχε πιάσει και είχε τρέξει να κρυφτεί εκεί; Ήταν άλλη μία απόδειξη του πόσο περίεργα φερόταν το τελευταίο διάστημα. Δεν ήταν από τις γυναίκες που κατέφευγαν στην κοινωνικά αποδεκτή απάτη του πονοκέφαλου για να απαλλαγεί από κάτι. Δεν έτρεχε μακριά από έναν άντρα επειδή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του. Πολύ περισσότερο δεν το έβαζε στα πόδια επειδή δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της! Χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά της πάνω στο μπράτσο της καρέκλας. Δεν καταλάβαινε γιατί την επηρέαζε έτσι αυτός ο άνθρωπος. Καταλάβαινε όμως ότι δεν μπορούσε να του επιτρέψει να το συνεχίσει. Έπρεπε να ξαναβρεί τον εαυτό της. Αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο περίπατο, σαν αυτούς που απολάμβανε όταν ήταν στο εξοχικό τους. Λίγος καθαρός αέρας και ήπια άσκηση θα την τόνωναν, θα τη βοηθούσαν να δει τα πράγματα πιο καθαρά. Σηκώθηκε αποφασιστικά και φόρεσε τα ανθεκτικά μποτίνια για τον περίπατο που είχε φέρει μαζί της και ένα ψάθινο καπέλο με φαρδύ γείσο για να προστατέψει το πρόσωπό της από τον ήλιο. Ήξερε ότι έπρεπε να αλλάξει φόρεμα και να βάλει ένα πιο παλιό για να μη λερωθεί ο ποδόγυρος του καινούριου που φορούσε, αλλά δεν μπορούσε να ανοίξει μόνη της τα κουμπιά και δεν ήθελε να καλέσει την καμαριέρα για να τη βοηθήσει. Αν το έκανε, θα μάθαιναν όλοι ότι ετοιμαζόταν να βγει για περίπατο ενώ μόλις πριν από λίγο είχε επικαλεστεί κούραση και πονοκέφαλο. Κατέβηκε αθόρυβα την πίσω σκάλα και βγήκε από την πίσω πόρτα στον κήπο. Δεν καθυστέρησε περπατώντας στα περιποιημένα μονοπάτια του, αντίθετα έκοψε δρόμο και βγήκε στο λιβάδι. Δεν άργησε να φτάσει σε ένα από τα μικρά περάσματα που έβρισκε κανείς συχνά στην αγγλική ύπαιθρο. Δεν ήξερε πού οδηγούσε, αλλά το ακολούθησε επειδή της φάνηκε μάλλον απίθανο να την ξαναφέρει προς το σπίτι. Το μονοπάτι έβγαζε σε μια μικρή πλαγιά και είχε ωραία θέα στην ύπαιθρο. Κάτω χαμηλά φαινόταν το λιβάδι που κατέληγε σε αγροκτήματα και πιο μακριά οι λόφοι του Κότσγουολντ. Στα δεξιά της υπήρχαν δέντρα και άλλος ένας μικρός λόφος, που στην κορυφή του στεκόταν ένας παλιός πύργος από γκρίζα πέτρα και μέρος ενός τείχους από το ίδιο υλικό. Θα πρέπει να ήταν τα ερείπια του παλιού νορμανδικού κάστρου για το οποίο τους είχε μιλήσει από την πρώτη στιγμή της άφιξής ~ 135 ~


τους ο μπάτλερ. Σκέφτηκε ότι θα ήταν ενδιαφέρον να το εξερευνήσει αργότερα. Σταμάτησε για μια στιγμή και σκίασε τα μάτια της για να το περιεργαστεί. Ξαφνικά πίσω της άκουσε ήχο από οπλές αλόγου και το κουδούνισμα από τα εξαρτήματα της σαγής. Γύρισε για να κοιτάξει και είδε έναν άντρα να έρχεται προς το μέρος της καβάλα σε ένα μεγάλο καστανό άλογο. Το στομάχι της σφίχτηκε. Ο αναβάτης ήταν ο λόρδος Ράντμπορν. Και το μικρό, αθώο ψέμα της είχε αποκαλυφθεί.

~ 136 ~


Κεφάλαιο 10

Για μια στιγμή μέσα στον πανικό της σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια, αλλά τελικά αντιστάθηκε στην παρόρμηση. Μόλις πριν από λίγο δεν είχε ορκιστεί ότι 0α γινόταν πάλι δυνατή, θα ξανάβρισκε τους γνώριμους τρόπους της; Θα αντιμετώπιζε λοιπόν αυτό το πρόβλημα όπως πάντα: κατά μέτωπο. Ίσιωσε τους ώμους της και κοίταξε τον Γκίντεον που πλησίαζε. Θυμήθηκε πως η λαίδη Οντίλια είχε πει στη Φραντσέσκα ότι ήταν ανεπίδεκτος στην ιππασία, όμως εκείνη έβλεπε ότι τα κατάφερνε μια χαρά. Μπορεί να μην είχε το εντυπωσιακό στυλ πολλών γνωστών της, που ίππευαν από παιδιά, αλλά αυτό δεν αφαιρούσε τίποτε από την εικόνα που παρουσίαζε, με τους φαρδιούς, ίσιους ώμους του, τα δυνατά, γαντοφορεμένα χέρια του να κρατούν τα γκέμια και τους μυώδεις μηρούς του να πιέζουν τα πλευρά του αλόγου. Ξεροκατάπιε και ίσιωσε ακόμα περισσότερο το σώμα της. «Α, λαίδη Αϊρίν», είπε ο Γκίντεον καθώς σταματούσε μπροστά της. «Τι έκπληξη να σε βρω εδώ». «Πράγματι», αντιγύρισε εκείνη. «Κι εγώ εκπλήσσομαι που σε βλέπω εδώ. Με ακολούθησες;» «Όχι. Αν θυμάσαι, μας είπες ότι είχες πονοκέφαλο και νόμιζα ότι θα ήσουν κλεισμένη στο δωμάτιό σου», είπε ξεπεζεύοντας. Έπιασε τα χαλινάρια και τράβηξε μαζί του το άλογο καθώς την πλησίαζε. «Αποφάσισα να ρίξω μια ματιά σε μερικά αγροκτήματά μου, καθώς ξαφνικά είχα όλη την υπόλοιπη μέρα στη διάθεσή μου». Ξέροντας ότι έπρεπε να δώσει ορισμένες εξηγήσεις, η Αϊρίν απάντησε: «Σκέφτηκα ότι λίγος καθαρός αέρας θα βοηθούσε να περάσει ο πονοκέφαλος». «Α, κατάλαβα. Τότε θα περπατήσω μαζί σου... εκτός, φυσικά, αν προτιμάς να μείνεις μόνη». Η πρόκληση που είδε στο βλέμμα του δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη. «Όχι βέβαια. Εδώ που τα λέμε, υπάρχουν κάποια ~ 137 ~


πράγματα που θα ήθελα να συζητήσουμε, λόρδε μου». «Αλήθεια; Συμβουλές για τους τρόπους μου; Ή τις χορευτικές μου ικανότητες; Και νομίζω πως σου είπα να με φωνάζεις Γκίντεον». «Γκίντεον», επανέλαβε, αποφασίζοντας να υποχωρήσει σε αυτό το ασήμαντο σημείο. «Αν και, φυσικά, δε θα ήταν σωστό να σε φωνάζω έτσι μπροστά σε άλλους». «Πράγματι. Τότε σου επιτρέπω να με αποκαλείς λόρδο Ράντμπορν». «Ξέρω ότι για σένα όλα αυτά είναι αστεία, αλλά είναι οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ζούμε και δεν ωφελεί να μας βλέπουν να τους παραβιάζουμε. Ήδη με θεωρούν αρκετά εκκεντρική. Δε θέλω να δώσω περισσότερα δικαιώματα για να σχολιάζουν την τιμή μου». «Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι λόγο θα είχε κανείς να αμφισβητήσει την τιμή σου». «Ελπίζω να μην τους δώσω αφορμή να το κάνουν». Ο Γκίντεον κούνησε το κεφάλι με κατανόηση και συνέχισαν να περπατούν. «Λοιπό, για τι πράγμα ήθελες να με νουθετήσεις;» ρώτησε ύστερα από λίγο. «Δε θέλω να σε νουθετήσω. Απλώς να ... αποσαφηνίσω το γιατί βρίσκομαι εδώ. Συμφώνησα να έρθω για να βοηθήσω τη Φραντσέσκα, κι αυτό είναι όλο. Ελπίζω να το είπε στη θεία σου και σ’ εσένα». «Το είπε». «Επίσης προσπάθησα με κάθε τρόπο να σου πω ότι δεν έχω καμία πρόθεση να σε παντρευτώ». «Το είπες». Τον κοίταξε λοξά. «Όμως σήμερα το πρωί, μου έκανες ορισμένες παρατηρήσεις...» «Παρατηρήσεις;» «Κομπλιμέντα, θα έλεγα». Γύρισε και την κοίταξε με μια έκφραση γεμάτη αθωότητα. «Απαγορεύεται να σου κάνω κομπλιμέντα;» «Ήταν ο τρόπος που τα έκανες. Δεν ήταν η φιλοφρόνηση ενός ... ενός τζέντλεμαν προς μια γυναίκα που δε γνωρίζει. Ή ενός αδελφού προς την αδελφή του». «Όχι. Δεν ήταν οι φιλοφρονήσεις ενός αδελφού. Και είναι φυσικό, αφού δεν είμαι αδελφός σου». «Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω. Ή μάλλον κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Οι παρατηρήσεις σου ήταν ... Με φλερτάριζες». «Ούτε να φλερτάρω μαζί σου επιτρέπεται;» ~ 138 ~


«Όχι!» του απάντησε εκνευρισμένα. «Ω, μη με κοιτάζεις πάλι μ’ αυτό το ύφος! Ξέρεις πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Μου μίλησες με έναν ... πώς να το πω... με έναν αποπλανητικό τρόπο». Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Χαίρομαι που η πρόθεσή μου ήταν σαφής». «Μα σου είπα...» «Ξέρω τι μου είπες, Αϊρίν». «Τότε γιατί επιμένεις;» ρώτησε εκνευρισμένα, δίχως να προσέξει καν ότι την είχε φωνάξει με το μικρό της όνομα παρ’ όλο που δεν του το είχε επιτρέψει. «Επαναλαμβάνω, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σε παντρευτώ, οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί προσπαθείς. Ελπίζεις πως θα με κάνεις να αλλάξω γνώμη; Δεν πρόκειται, σε βεβαιώνω». «Ναι, βλέπω πόσο μεγάλο είναι το πείσμα σου». «Τώρα με προσβάλλεις». «Αν θυμάσαι, μόλις τώρα μου απαγόρεψες να σου κάνω κομπλιμέντα». Αναστέναξε φουρκισμένα και κοίταξε αλλού. Για λίγο συνέχισαν χωρίς να μιλούν. Ύστερα από μερικά λεπτά ο Γκίντεον είπε ήρεμα: «Εν πάσει περιπτώσει δε σου ζήτησα να με παντρευτείς. Ασφαλώς το πρόσεξες». «Όχι, αλλά κάνεις κρούσεις. Ο ίδιος το παραδέχτηκες». «Είπες μόνο ότι δεν πρόκειται να με παντρευτείς, δε μου απαγόρεψες... άλλα πράγματα». Σταμάτησε απότομα, γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε αγανακτισμένα. «Τι! Εννοείς... Τολμάς να πιστέψεις ότι... ότι...» Σταμάτησε να μιλάει γιατί δεν ήξερε τι να πει. Το χαμόγελο του ήταν πονηρό και καταχθόνιο, σαν να παραδεχόταν ότι ακριβώς αυτό συνέβαινε. Η Αϊρίν ήξερε ότι έπρεπε να προσβληθεί, να νιώσει απέχθεια, αλλά αντί γι’ αυτό διαπίστωσε ότι το χαμόγελό του, το φως στα καταπράσινα μάτια του γεννούσε έναν περίεργο πόνο μέσα της. Αναστέναξε βαθιά, ξέροντας ότι έπρεπε να απομακρυνθεί, να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, αλλά δεν μπορούσε. Δεν ήθελε, και αυτό ήταν το πιο παράδοξο απ’ όλα. «Ακόμα και μια γυναίκα τόσο φανατική κατά του γάμου δε χρειάζεται να απέχει από κάθε είδους σχέση», είπε διπλωματικά εκείνος. «Νομίζεις ότι θα έφτανα ποτέ στο σημείο να εξευτελιστώ με τέτοιο τρόπο; Να ατιμάσω το όνομά μου;» Τα έχασε και η ίδια από το πόσο έτρεμε η φωνή της. Άραγε εκείνος θα καταλάβαινε ότι το ίδιο έτρεμε και η ψυχή της; Κοιτάζοντας τα μάτια της ήταν αρκετό ~ 139 ~


για να καταλάβει ότι είχε ξυπνήσει μέσα της τον πόθο που αρνιόταν; «Ποτέ δε θα μπορούσες να ατιμάσεις το όνομά σου. Δε νομίζω ότι είσαι ικανή για κάτι τέτοιο». Έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος της, άφησε τα χαλινάρια και την έπιασε από τους ώμους. «Τι θέλεις να κάνουμε; Να αρνηθούμε αυτό που υπάρχει μεταξύ μας; Να ξεχάσουμε ότι όποτε σε αγγίζω το δέρμα σου παίρνει φωτιά κάτω από τα δάχτυλά μου; Ότι κάθε φορά που σε φιλώ ανταποκρίνεσαι;» Έκλεισε τα μάτια της, μη αντέχοντας να τον κοιτάζει, επειδή φοβόταν ότι θα τα ξεχνούσε όλα και θα έπεφτε στην αγκαλιά του. Λαχταρούσε να νιώσει τα χείλη του πάνω στα δικά της, θυμόταν τη γεύση τους, την υφή τους, και τα δικά της σκιρτούσαν στην ανάμνησή τους. «Όχι», ψιθύρισε με φόβο σχεδόν. «Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει τίποτε μεταξύ μας». «Νόμιζα πως ήσουν από τις γυναίκες που δε λένε ψέματα», αντιγύρισε εκείνος και την τράβηξε κοντά του. Την επόμενη στιγμή τα χείλη του ήταν πάνω στα δικά της, πεινασμένα και εξερευνητικά, και κάθε λογική σκέψη έσβησε από το μυαλό της. Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών για να τον φτάνει και το στόμα της πίεσε το δικό του με την ίδια λαχτάρα, τα χέρια της τυλίχτηκαν στο λαιμό του και κρατήθηκε από πάνω του ενώ εκείνη η ζεστασιά απλωνόταν μέσα της σαν καταιγίδα, παρασέρνοντας στο πέρασμά της/κάθε ίχνος λογικής. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε παρά μόνο η αίσθηση του σώματός του πάνω στο δικό της, η κάψα του πόθου στα λαγόνια της, ο ήχος της καρδιάς της που χτυπούσε σαν τρελή. Το φιλί τους ήταν ατελείωτο και γεμάτο πάθος, σαν να ήθελαν να χαθούν ο ένας μέσα στον άλλο. Η Αϊρίν έτρεμε μέσα στην αγκαλιά του, αδύναμη, ζαλισμένη, και όμως δεν επιθυμούσε να βάλει τέλος σ’ αυτό το φιλί. Τον ήθελε, ήθελε τη γεύση του και τη ζεστασιά του, τη σκληράδα του αρρενωπού κορμιού του. Λαχταρούσε να τον γευτεί, να τον πάρει μέσα της και την άφηνε κατάπληκτη το μέγεθος και η ένταση αυτής της επιθυμίας. Τα χέρια του γλίστρησαν στην πλάτη της, τη χάιδεψαν στα πλευρά, κατέβηκαν στις καμπύλες των γλουτών της. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στη μαλακή σάρκα και την πίεσε πάνω του, αποκαλύπτοντας π όσο πολύ την ήθελε. Η Αϊρίν δεν είχε αισθανθεί ποτέ άλλοτε έναν άντρα με τέτοιο τρόπο και δεν είχε φανταστεί καν τα συναισθήματα που θα της γεννούσε, αλλά κατάλαβε αμέσως τι ήταν και ο βουβός π όνος της επιθυμίας άρχισε να πάλλει χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της. ~ 140 ~


Έπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και συγκρότησε την ανάγκη που την έσπρωχνε να κολλήσει το σώμα της πάνω του, να ξεκουμπώσει τα ρούχα του και να χαϊδέψει το γυμνό του δέρμα. «Ω, Θεέ μου». Τραβήχτηκε μακριά, του γύρισε την πλάτη και σκέπασε το πρόσωπό της με χέρια που έτρεμαν. «Όχι! Τι κάνω;» Εκείνος βόγκηξε με απογοήτευση, την αγκάλιασε από πίσω και την τράβηξε πάνω του. Το ερεθισμένο του σώμα πίεσε τους γλουτούς της επίμονα και η Αϊρίν ένιωσε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα στο ρυθμό της ανάσας του καθώς έσκυβε για να τη φιλήσει στο λαιμό. «Το νιώθεις», μουρμούρισε βραχνά. «Μην αρνείσαι ότι φλέγεσαι από την ίδια επιθυμία όπως εγώ». «Δεν μπορώ. Δε γίνεται». «Είσαι τόσο σκληρή. Τόσο πεισματάρα. Δε σε νοιάζει καθόλου το ότι με βάζεις σε πειρασμό;» «Δεν προσπαθώ να σε παρασύρω». «Το ξέρω». Έβγαλε ένα επιφώνημα που ήταν μισό γέλιο, μισό βογκητό. «Αυτό είναι το χειρότερο. Δε χρειάζεται καν να προσπαθήσεις. Αρκεί να με κοιτάξεις μ’ αυτά τα χρυσαφένια μάτια σου, αρκεί να δω μια μπούκλα να ξεφεύγει από τη θέση της και το μόνο που σκέφτομαι είναι να σου λύσω τα μαλλιά για να τα δω να ξεχύνονται ελεύθερα, να τραβήξω τις φουρκέτες και να βυθίσω τα χέρια μου σ’ αυτές τις μπούκλες που είναι χρυσαφένιες σαν το μέλι... απαλές σαν το μετάξι». «Γκίντεον, σταμάτα!» Τραβήχτηκε μακριά και γύρισε προς το μέρος του σφίγγοντας τις γροθιές της για να σταματήσει τα δάχτυλά της να τρέμουν. «Δε θα σου επιτρέψω να με αποπλανήσεις. Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα μπορούσα ποτέ να γίνω ερωμένη σου;» «Όχι», απάντησε εκείνος, κοιτάζοντάς τη βλοσυρά. «Σε θέλω για γυναίκα μου, όπως ξέρεις πολύ καλά». «Σου είπα ότι δεν πρόκειται να σε παντρευτώ. Γιατί δε με πιστεύεις;» «Τι θέλεις να κάνω; Μου είπες ότι δε θέλεις να με παντρευτείς, αλλά δεν μπορείς να με αναγκάσεις να πάψω να προσπαθώ. Πίστεψες στ’ αλήθεια ότι θα δεχόμουν αδιαμαρτύρητα την άρνησή σου; Ότι δε θα έκανα τα πάντα για να αλλάξεις γνώμη; Να σε πείσω με όποιον τρόπο μπορώ;» Κοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές και στο τέλος η Αϊρίν άφησε τους ώμους της να χαλαρώσουν. «Όχι. Φαντάζομαι πως θα ήταν μάταιο να περιμένω κάτι τέτοιο». «Τόσο τρομερό θα ήταν;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος της. ~ 141 ~


Εκείνη οπισθοχώρησε και ένιωσε την πλάτη της να ακουμπάει απότομα πάνω στα πλευρά του αλόγου. Το ήρεμο ζώο δεν τινάχτηκε μακριά της, αλλά έμεινε στη θέση του και τέντωσε το λαιμό του για να βοσκήσει μια λαχταριστή τούφα χλόης. Ο Γκίντεον πλησίασε κοιτάζοντάς τη στα μάτια και τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο. Εξακολουθώντας να την κρατά αιχμάλωτη με το βλέμμα του, άφησε το χέρι του να κατεβεί αργά από το μάγουλο στο σαγόνι της και το λυγερό της λαιμό, κι έπειτα να σκεπάσει το στήθος της. Η Αϊρίν δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από τα δικά του, δεν μπορούσε καν να τραβηχτεί μακριά του όσο το χέρι του προχωρούσε τολμηρά από το στήθος στο στομάχι της κι από εκεί στο γοφό της. «Τόσο δυσάρεστη αγγαρεία θα ήταν για σένα να γίνεις γυναίκα μου;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς τη βαθιά στα μάτια. «Να κοιμάσαι στο κρεβάτι μου... να νιώθεις το χάδι μου ...» «Όχι», του απάντησε με ειλικρίνεια, αν και η φωνή της έτρεμε από την κάψα της φωτιάς που άφηνε η παλάμη του στο πέρασμά της. «Δε θα ήταν καθόλου άσχημο... για μερικές εβδομάδες, για ένα μήνα, μέχρι να κορεστεί αυτός ο πόθος που αισθάνεσαι για μένα». Τραβήχτηκε απρόθυμα μακριά από το χέρι του. «Μετά όμως, όταν το ενδιαφέρον σου θα έχει ατονήσει, δε θα αισθάνεσαι πια έτσι για μένα». «Νομίζω ότι υποτιμάς τον πόθο μου για σένα», της είπε ήρεμα. «Αλλά ας πούμε πως έχεις δίκιο. Όταν σβήσει αυτή η φωτιά που μας καίει, θα εξακολουθήσεις να είσαι γυναίκα μου. Θα έχεις το όνομά μου, την εκτίμησή μου, ακόμα και την περιουσία μου». «Δε θα έχω τίποτε πέρα από όσα θα αποφασίζεις εσύ να μου δίνεις», του αντιγύρισε. «Όταν η φωτιά σου θα έχει καταλαγιάσει, όταν θα έχεις πάρει αυτό που ήθελες, νομίζεις ότι η ωμή ειλικρίνειά μου θα εξακολουθεί να σου είναι επιθυμητή; Όχι, τότε θα ανακαλύψεις ότι είμαι αυθάδης και υπερβολικά ανεξάρτητη, ότι εκφράζω τη γνώμη μου χωρίς να με ενδιαφέρουν οι απόψεις και οι προτιμήσεις σου. Θα συνειδητοποιήσεις ότι είμαι εριστική και ισχυρογνώμων». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν με μια αστεία έκφραση. «Νομίζεις ότι αυτά δεν τα έχω ανακαλύψει ήδη;» «Μην αστειεύεσαι! Μπορεί να βρίσκεις τα επιχειρήματά μου αστεία και ασήμαντα, αλλά σε βεβαιώνω ότι δεν είναι. Αν βρισκόσουν εσύ στο έλεος κάποιου άλλου, χωρίς τίποτα δικό σου, ούτε καν δικαίωμα στο ίδιο σου το σώμα ... εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του, υποχρεωμένος να ζεις σύμφωνα με τους κανόνες του, τότε ούτε κι εσύ θα επιθυμούσες να βρεθείς σε τέτοια κατάσταση».

~ 142 ~


« Αϊρίν...» είπε με απορία και έκπληξη, «με θεωρείς στ’ αλήθεια τέτοιο τύραννο;» «Δεν ξέρω! Δε σε ξέρω!» Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα, το πρόσωπό της ωχρό, τα μάγουλά της δυο κόκκινες κηλίδες. «Ξέρω όμως πόσο εύκολα είναι να ρέουν σαν μέλι τα λόγια από το στόμα ενός άντρα όταν επιδιώκει να κερδίσει κάτι και πόσο γρήγορα τα ξεχνά αργότερα. Ξέρω ότι αν εμπιστευτώ κάποιον και κάνω λάθος, θα έχει καταστραφεί η ζωή μου. Θα μπορούσες να με χτυπάς και να μην παρεμβαίνει κανείς. Τα παιδιά που θα είχα κουβαλήσει μέσα στο ίδιο μου το σώμα και θα τα είχα γεννήσει με πόνο και αίμα θα ανήκαν σ’ εσένα και δε θα είχα κανένα δικαίωμα πάνω τους. Θα μπορούσες να τα πάρεις μακριά μου αν ήθελες. Ακόμα και τα ρούχα μου θα ήταν δικά σου. Για να ξοδέψω, χρήματα θα έπρεπε να μου δώσεις εσύ. Εσύ ...» «Θεέ μου», τη διέκοψε ο Γκίντεον. «Δεν είμαι τέτοιο τέρας! Όχι, δε με ξέρεις -ούτε εγώ σε ξέρω - αλλά δε σου έχω δώσει καμία αφορμή να πιστεύεις ότι θα φερόμουν ποτέ έτσι». «Όχι», αποκρίθηκε εκείνη, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Και χωρίς αμφιβολία με θεωρείς ανόητη επειδή σκέφτομαι τέτοια πράγματα. Μου το έχουν πει άλλοι, δε χρειάζεται να το επαναλάβεις». Την περιεργάστηκε για μια στιγμή και μετά είπε: «Εξαιτίας του πατέρα σου φοβάσαι τόσο πολύ το γάμο;» Τα λόγια του την εξαγρίωσαν. «Φοβάμαι;» αντιγύρισε θυμωμένα. «Δε φοβάμαι το γάμο. Απλώς τον εξετάζω λογικά, αυτό είναι όλο». Μετά όμως άφησε έναν αναστεναγμό, η σφιγμένη πλάτη της χαλάρωσε λιγάκι και πρόσθεσε σιγανά: «Τον ήξερες. Ήξερες τι άνθρωπος ήταν. Προφανώς σε αδίκησε με κάποιον τρόπο, αφού σε βρήκα να τον γρονθοκοπείς αλύπητα». Εκείνος την κοίταξε ερευνητικά. «Πολύ ενδιαφέρον. Θεωρείς δεδομένο ότι κυνήγησα τον πατέρα σου επειδή με αδίκησε». «Μην το παίρνεις πάνω σου. Απλώς γνώριζα τον πατέρα μου καλύτερα απ’ όσο γνωρίζω εσένα», του απάντησε ξερά. «Προτιμώ να το πάρω ως κομπλιμέντο, αν δεν έχεις αντίρρηση. Τέτοια λόγια βγαίνουν σπάνια από τα χείλη σου». «Σου επιτρέπω να το πάρεις με όποιον τρόπο θέλεις», του απάντησε και άρχισε πάλι να προχωρά στο μονοπάτι. Ο Γκίντεον την ακολούθησε και περπάτησε δίπλα της, οδηγώντας το άλογό του. «Τον ήξερα τον πατέρα σου. Ερχόταν συχνά στα μέρη μου. Επιτέθηκε σε μια γυναίκα που δούλευε για μένα. Είχε την κακή συνήθεια να θεωρεί δεδομένο ότι όποια γυναίκα έβγαζε το

~ 143 ~


ψωμί της μοιράζοντας χαρτιά στο τραπέζι του “φαραώ” ήταν πρόθυμη να κάνει κι άλλα πράγματα». Έσφιξε τα χείλη του. «Όταν του αρνήθηκε, τη χτύπησε». «Και γι’ αυτό ήρθες στο σπίτι μας;» «Ναι. Αλλά για να είμαι δίκαιος, θα πρέπει να πω ότι ο τρόπος που φέρεται ένας άντρας σ’ εκείνα τα μέρη του Λονδίνου δεν είναι απαραίτητα ο ίδιος με αυτόν που φέρεται στους ομοίους του, στην οικογένειά του». «Δεν ξέρω πώς φερόταν στους ομοίους του, αλλά ξέρω πώς αντιμετώπιζε όσους θεωρούσε κατώτερούς του. Και σε βεβαιώνω ότι η γυναίκα και τα παιδιά του συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτή την κατηγορία. Η μητέρα μου είναι μια γυναίκα με απεριόριστη υπομονή και καρτερία, αλλά πάντα της έβρισκε σφάλματα. Δεν ξέρω πώς ήταν πριν πέσει στα χέρια του, ξέρω όμως πως μπροστά του ήταν φοβισμένη και δειλή, αβέβαιη για ό,τι έλεγε ή έκανε. Κανείς μας δεν ήξερε τι θα του έδινε την αφορμή να ξεσπάσει. Έλειπε μέρες, βδομάδες, αλλά όταν κάποιος από εμάς έκανε το παραμικρό “λάθος” άρχιζε να ωρύεται. Και ξαφνικά άπλωνε το χέρι του και χτυπούσε τη μητέρα μου για το παραμικρό». «Λυπάμαι». «Αυτά έχουν περάσει πια. Όπως καταλαβαίνεις, όμως, δεν πένθησα ιδιαίτερα για το θάνατό του». «Εσένα σε χτυπούσε;» «Μια δυο φορές με πέταξε στην άκρη. Δεν ξέρω αν σκόπευε να μου κάνει κακό, αφού όταν έπινε γινόταν αδέξιος. Νομίζω ότι καμάρωνε λιγάκι για μένα επειδή δε δείλιαζα μπροστά του. Δε με έκανε να βάζω τα κλάματα ή να τρέμω, όπως η μητέρα και ο Χάμφρι». Ο Γκίντεον χαμογέλασε αχνά. «Ήσουν μια μικρή λέαινα». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Κατάλαβα από νωρίς ότι αν κάποιος έδειχνε φόβο έκανε χειρότερη τη θέση του. Νομίζω πως και με τα ζώα το ίδιο γίνεται. Όμως δεν ήταν απαραίτητο να νιώσω το χέρι του για να ξέρω τα αποτελέσματα του θυμού του. Έβλεπα τι έκανε στη μητέρα μου και αυτό μου αρκούσε. Ήξερα ότι σ’ εκείνη φερόταν χειρότερα επειδή ήταν γυναίκα του. Κάποτε μου είπε πόσο ευχάριστος ήταν απέναντι της όταν την κορτάριζε, πώς εκθείαζε τις αρετές και τα προτερήματά της. Μόνο μετά το γάμο άρχισε να τη θεωρεί ανόητη». Έριξε μια κλεφτή ματιά στον Γκίντεον. Της φαινόταν παράξενο που του μιλούσε για τον πατέρα της. Τέτοιου είδους ιστορίες δεν τις εκμυστηρευόταν κάποιος σε οποιονδήποτε. Και δεν καταλά-

~ 144 ~


βαινε γιατί της ήταν τόσο εύκολο να του μιλάει -ίσ ω ς επειδή γνώριζε από πρώτο χέρι την κακία του πατέρα της, ή ίσως επειδή η ζωή που είχε ζήσει ήταν πολύ πιο σκληρή από οποιοσδήποτε άλλου γνωστού της ή απλώς επειδή διαισθανόταν ότι δε θα αποκάλυπτε σε κανέναν άλλο τα μυστικά της. Και πάλι όμως αναρωτιόταν μήπως τώρα θα την έβλεπε με άλλο μάτι. Οι άντρες δε συμπαθούσαν τις γυναίκες που γνώριζαν πολλά για τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου. Ο Γκίντεον σταμάτησε, την έπιασε από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του. «Δεν είναι όλοι οι άντρες σαν τον πατέρα σου, ξέρεις. Πολλοί λατρεύουν τις γυναίκες-τους. Τους φέρονται με μεγάλη φροντίδα και τρυφερότητα». «Δεν είμαι πολύτιμος λίθος», του απάντησε ωμά, «για να με τυλίγουν σε ακριβό μετάξι και να προσέχουν μην πάθω τίποτε. Κανένα ς άντρας δε θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο, αλλά ακόμα κι αν έκανε την ανοησία να το πιστέψει, σε βεβαιώνω ότι πολύ σύντομα θα τον έβγαζα από τις αυταπάτες του. Υποψιάζομαι πως είμαι περισσότερο ένα αγκάθι στα πλευρά κάποιου». Πήγε να προχωρήσει, αλλά εκείνος την κράτησε. «Μην κάνεις το λάθος να με ταυτίζεις με τον πατέρα σου. Ή με οποιονδήποτε άλλο». Σήκωσε τα μάτια της που έλαμπαν σαν χρυσάφι στον απογευματινό ήλιο και τον κοίταξε. «Δε σε ταυτίζω με κανέναν. Αλλά αν πέφτω έξω, μέχρι να το διαπιστώσω θα είναι πολύ αργά. Σε βεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ». Λίγο μετά οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Γκίντεον συνέχισε για να επισκεφτεί τα κτήματά του και η Αϊρίν γύρισε στο σπίτι, λιγάκι παραξενεμένη από τη θλίψη που βάραινε την καρδιά της. Ήταν βέβαιη ότι αυτή τη φορά τον είχε πείσει· τώρα θα σταματούσε να την πολιορκεί και θα έστρεφε το ενδιαφέρον του στις γυναίκες που θα έρχονταν την επόμενη εβδομάδα. Κανονικά θα έπρεπε να είναι ανακουφισμένη, όχι μελαγχολική. Κι όμως, παρά τις προσπάθειές της, δεν μπορούσε να ελαφρύνει τη διάθεσή της. Πέρασε σχεδόν όλο το απόγευμα στο δωμάτιό της κοιτάζοντας με στενοχώρια έξω από το παράθυρο. Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει, μάλλον είχε αρχίσει να τρέφει φρούδες ελπίδες και να πλέκει κοριτσίστικα όνειρα περί αγάπης. Αλλιώς γιατί είχε αφήσει τη Φραντσέσκα και τις άλλες να την πείσουν να αγοράσει όλα εκείνα τα καινούρια φορέματα; Γιατί είχε δεχτεί να πάει στο Ράντμπορν Παρκ; Γιατί είχε επιτρέψει στη Μέισι να της αλλάξει χτένισμα;

~ 145 ~


Αυτό, τουλάχιστον, διορθωνόταν. Είχε ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον Γκίντεον και το βράδυ στο δείπνο θα έφτιαχνε τα μαλλιά της όπως τα χτένιζε τόσα χρόνια και θα φορούσε ένα από τα παλιά της φορέματα. Είχε κάνει το σωστό και σύντομα θα ξανάβρισκε την καλή της διάθεση. Έκανε αυτό που είχε σχεδιάσει, διάλεξε ένα καφέ μαλλομέταξο φόρεμα με απλή γαρνιτούρα από δαντέλα στο λαιμό και στα μανίκια και αρνήθηκε την πρόταση της Μέισι να της χτενίσει τα μαλλιά όπως και το προηγούμενο βράδυ. Δεν κατέβηκε νωρίτερα για δείπνο εκείνο το βράδυ, αλλά περίμενε μέχρι ν’ ακούσει την πόρτα της Φραντσέσκα και πήγε μαζί της. Έτσι απέφυγε να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γκίντεον πριν μαζευτούν οι υπόλοιποι για το δείπνο. Στο τραπέζι θα καθόταν μακριά του και δε θα ήταν απαραίτητο να του μιλήσει. Η ατμόσφαιρα ήταν παγερή και το δείπνο φαινόταν ατελείωτο κυρίως επειδή κανείς δε μιλούσε -εκτός από τη λαίδη Οντίλια, φυσικά, που πάντα έβρισκε ένα θέμα συζήτησης αν ήθελε. Προς το τέλος του, ωστόσο, ο Γκίντεον μίλησε ξαφνιάζοντάς τες, επειδή ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε πάρει μέρος στη συζήτηση. «Γιαγιά, ήθελα να σου πω ότι κάλεσα άλλο ένα άτομο στη δεξίωση την άλλη εβδομάδα». Η Αϊρίν είδε τις γυναίκες να τον κοιτάζουν με κατάπληξη όταν άκουσαν τα λόγια του. Η λαίδη Πενκάλι έμεινε εμβρόντητη. «Πώς είπες;» ρώτησε τελικά. «Κάλεσα ένα φίλο μου να έρθει εδώ την άλλη εβδομάδα. Πιρς Άλντεναμ λέγεται. Στη συντροφιά μάλλον υπερτερούν οι γυναίκες και μου φάνηκε καλή ιδέα να προσθέσω άλλον έναν άντρα στην ομάδα. Αφού θα υπάρχει και χορός...» Όταν καμία δεν είπε τίποτε αλλά εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν με κατάπληξη -και τρόμο, όπως φάνηκε στην Αϊρίν ο Γκίντεον συνέχισε ακάθεκτος. «Ενημέρωσα ήδη τον μπάτλερ και την οικονόμο, φυσικά, οπότε δε χρειάζεται να ανησυχείτε γι’ αυτό. Ωστόσο θεώρησα σκόπιμο να σας ενημερώσω, μήπως θελήσετε ν’ αλλάξετε κι εσείς τα σχέδιά σας αναλόγως». «Φίλο σου;» ρώτησε η λαίδη Οντίλια. «Τι εννοείς; Κάποιον που γνώριζες... πριν;» «Ακριβώς. Ο κύριος Άλντεναμ κι εγώ είμαστε φίλοι εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια. Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσετε». Η Τερέζα και η Πάνσι γύρισαν προς τη λαίδη Οντίλια κι εκείνη τις κοίταξε με τα φρύδια ανασηκωμένα πριν στραφεί πάλι στον κόμη.

~ 146 ~


«Δεν είναι δυνατόν να σοβαρολογείς», του είπε κοφτά. «Ασφαλώς σοβαρολογώ». «Αυτό είναι γελοίο! Δεν μπορείς να συστήσεις κάποιον από... από αυτούς τους ανθρώπους που γνώριζες στους κυρίους και στις κυρίες που έχουμε καλέσει». «Δεν μπορώ;» Ο τόνος του ήταν ήρεμος, αλλά η Αϊρίν διέκρινε το πείσμα και την αποφασιστικότητα που διέφευγαν από τη θεία του. Κοίταξε τη Φραντσέσκα που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον το διάλογο και γύρισε πάλι το κεφάλι της προς το λόρδο Ράντμπορν. «Ασφαλώς δεν μπορείς», βροντοφώναξε η λαίδη Οντίλια, ξαναβρίσκοντας το γνώριμο ύφος της. «Θα έπρεπε να με συμβουλευτείς πρώτα πριν τον καλέσεις. Θα σου έλεγα ότι δεν είναι σωστό. Ασφαλώς είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου το ότι δεν ξεχνάς αυτούς τους ανθρώπους, αλλά δεν είναι δυνατόν να έχεις την απαίτηση να συγχρωτίζονται με τους φίλους μας». «Πράγματι. Πιστεύεις λοιπόν ότι θα τον περιφρονήσουν;» συνέχισε εκείνος σκεφτικά. «Τότε είναι ευτύχημα το ότι ο Πιρς δεν πτοείται εύκολα». «Όχι, Γκίντεον. Δε με κατάλαβες. Δεν μπορείς να τον καλέσεις. Να του στείλεις άλλο σημείωμα και να του πεις να μην έρθει. Ίσως την επόμενη φορά που θα βρίσκεσαι στο Λονδίνο θα μπορούσες να τον επισκεφτείς». «Όχι, θεία». Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά το βλέμμα του ψυχρό σαν πάγος. «Μάλλον εσύ δεν κατάλαβες. Τον κάλεσα. Θα έρθει». Η λαίδη έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τελικά το έκλεισε απότομα και είπε προστακτικά: «Όχι. Το απαγορεύω». «Το απαγορεύεις;» επανέλαβε εκείνος με ένα μελιστάλαχτο τόνο που δεν ξεγέλασε καθόλου την Αϊρίν. Η λαίδη Οντίλια τον κοίταξε αυστηρά και η Αϊρίν σκέφτηκε ότι την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. «Λαίδη μου». Ο Γκίντεον έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της και τα λόγια του, ψυχρά και μετρημένα, έπεσαν σαν πέτρες από το στόμα του. «Φοβάμαι ότι σου έδωσα λάθος εντύπωση. Συναίνεσα στα σχέδιά σου για το μέλλον μου επειδή συμπίπτουν με τις προθέσεις μου. Δυστυχώς η συγκατάβασή μου σου έδωσε την εντύπωση ότι παρέδωσα τα ηνία της ζωής μου και του σπιτιού μου στα χέρια σου. Επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω ότι το Ράντμπορν Παρκ ανήκει σ’ εμένα και πως εσύ και όλοι όσοι βρίσκονται εδώ απόψε μένετε εδώ επειδή το επιτρέπω εγώ. Θα καλώ λοιπόν όποιον θέλω, όποτε θέλω. Και ενώ θα σου δείχνω το σεβασμό που αρμόζει στην ~ 147 ~


ηλικία σου και τη συγγένειά μας, δεν πρόκειται να υπακούσω ούτε τώρα ούτε ποτέ στις διαταγές σου. Ο Πιρς θα βρίσκεται εδώ την άλλη εβδομάδα και απαιτώ να του φέρεστε όλοι με σεβασμό. Ελπίζω να έγινα σαφής». Η λαίδη Οντίλια, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Απλώς κοιτούσε τον Γκίντεον με το στόμα ανοιχτό. Εκείνος περίμενε μια στιγμή και μετά κούνησε κοφτά το κεφάλι του. «Κυρίες μου. Μιας και είμαι ο μόνος άντρας εδώ απόψε, λέω να πάρω το πορτό μου στη βιβλιοθήκη. Με συγχωρείτε». Σηκώθηκε και βγήκε από την τραπεζαρία. Η σιγή δε διακόπηκε ούτε μετά την αποχώρησή του. Τελικά η Φραντσέσκα ήπιε μια γουλιά κρασί και είπε: «Πάντως είναι ολοφάνερο ότι στις φλέβες του κυλάει το αίμα των Λάιλ». Η Αϊρίν γέλασε κοφτά και βιάστηκε να κρύψει το στόμα της με την πετσέτα. «Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Τερέζα, κοιτάζοντας αλαφιασμένη τις άλλες. «Δε νομίζω ότι μπορείτε να κάνετε και πολλά πράγματα», παρατήρησε η Αϊρίν. «Εσύ!» της είπε η Τερέζα με μίσος. «Για σένα όλα είναι μια χαρά. Δε θα γίνεις εσύ ρεζίλι». «Ω, Θεέ μου», είπε η Πάνσι και τα μάτια της βούρκωσαν. «Φοβάμαι πως τώρα έχει θυμώσει πολύ μαζί μας. Οντίλια ...» Κοίταξε ικετευτικά την αδελφή της. «Για δες!» απάντησε εκείνη, φανερά ταραγμένη. «Για δες! Μη μου πείτε πως δεν είναι ένας αχάριστος; Έτσι μου έρχεται να πάψω να ασχολούμαι μαζί του και να γυρίσω στο Πενκάλι Χολ». «Όχι! Οντίλια!» αναφώνησε η Πάνσι και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. «Σε παρακαλώ, μη μας αφήνεις μαζί του». Το πρόσωπο της Οντίλια μαλάκωσε και χτύπησε καθησυχαστικά το χέρι της αδελφής της. «Έλα, έλα, ησύχασε, Πάνσι, αφού ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σ’ εγκαταλείψω ποτέ. Αν αποφασίσω να φύγω, θα έρθεις μαζί μου». «Λαίδη Ράντμπορν», είπε η Αϊρίν στην Πάνσι, «στη θέση σας δε θα ανησυχούσα. Δεν πιστεύω ότι ο λόρδος Ράντμπορν θα σας έβλαπτε ποτέ με κανέναν τρόπο. Δε μου έδωσε την εντύπωση μνησίκακου ανθρώπου». «Ασφαλώς και δεν πρόκειται να σου κάνει κακό, Πάνσι», είπε η λαίδη Οντίλια στην αδελφή της. «Αν και. δυστυχώς έχει αρχίσει να γίνεται ανυπάκουος». Έσμιξε σκεφτικά τα φρύδια της. «Γιατί τον έπιασε ξαφνικά το πείσμα;» «Ίσως, λαίδη μου, απλώς βαρέθηκε να του λένε τι να κάνει», ~ 148 ~


πρότεινε η Αϊρίν. «Κανείς απ’ όσους γνωρίζω δε θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα να του υπαγορεύουν ποιον μπορεί και ποιον δεν μπορεί να καλέσει στο ίδιο του το σπίτι». «Δε σου θύμισε λιγάκι τον πατέρα μας, Πάνσι;» ρώτησε σκεφτικά η Οντίλια την αδελφή της. Η μόνη απάντηση της Πάνσι ήταν ένα βογκητό απελπισίας. «Λοιπόν, είναι φανερό ότι η μικρή Φέρινγκτον δεν είναι κατάλληλη γι’ αυτόν», συνέχισε εκείνη. «Εντελώς άβουλη. Δε θα τολμήσει ούτε να του απευθύνει το λόγο. Κρίμα... Ευτυχώς που έχουμε εσένα, Αϊρίν». «Συγνώμη;» είπε εκείνη εμβρόντητη. «Λαίδη μου, αυτό που είπα το εννοούσα. Δεν έχω καμία πρόθεση να παντρευτώ το λόρδο Ράντμπορν». «Ναι, καλά», απάντησε περιφρονητικά η λαίδη. «Λόγια, λόγια, κορίτσι μου. Όλοι είδαμε πώς έσπευσες να τον υπερασπιστείς». «Απλώς ήμουν δίκαιη», διαμαρτυρήθηκε με πάθος. «Αυτό δε σημαίνει πως... τρέφω αισθήματα γι’ αυτόν». «Μμμ. Μπορεί». Η λαίδη της χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Εγώ όμως ελπίζω κάποια στιγμή να ξυπνήσεις και να δεις την αλήθεια... πριν απογοητευτεί ο Γκίντεον και διαλέξει κάποια από τις άλλες».

~ 149 ~


Κεφάλαιο 11

Η Αϊρίν ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρει ότι η λαίδη Οντίλια της έριχνε δόλωμα, προσπαθώντας να την κάνει να ζηλέψει όταν ανέφερε τις άλλες γυναίκες και την πιθανότητα να διαλέξει μία από εκείνες ο λόρδος Ράντμπορν. Ωστόσο δε σκόπευε να επιτρέψει στη λαίδη αλλά ούτε και σε κανέναν άλλο να τη χειραγωγούν. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι δεν είχε καμία σημασία αν ο Γκίντεον επέλεγε κάποια άλλη για σύζυγό του, ωστόσο είχε την εντιμότητα να παραδεχτεί ότι η σκέψη πως θα παντρευόταν άλλη την είχε κάνει να ζηλέψει κάπως. Ήταν όμως λογικό· τόσες μέρες που βρισκόταν εκεί, είχε αρχίσει να τον συμπαθεί και ήταν φυσικό να αναρωτιέται αν θα την επέλεγε σε περίπτωση που εκείνη αποφάσιζε να παντρευτεί. Επιπλέον την κολάκευε το ενδιαφέρον ενός τόσο ελκυστικού και πολύφερνου υποψήφιου γαμπρού. Όμως δε σκόπευε να παντρευτεί και δεν ήταν τόσο αδύναμη ώστε να αλλάξει γνώμη παρασυρμένη από αισθήματα, πόθο ή υπερηφάνεια. Ήλπιζε ότι δεν ήταν ούτε τόσο μικρόψυχη ώστε να επιθυμεί να δυστυχήσει ο Γκίντεον επειδή δε θα παντρευόταν εκείνη. Γι’ αυτό ήταν αποφασισμένη να αγνοήσει τα δυσάρεστα συναισθήματα που της χαλούσαν τη διάθεση καμιά φορά όταν τον κοιτούσε και τον φανταζόταν να κορτάρει άλλη. · Διατήρησε άκαμπτη την απόφασή της να καταπνίξει τη ματαιοδοξία που την είχε σπρώξει να φορέσει πιο χαριτωμένα φορέματα και να χτενίσει τα μαλλιά της με πιο θηλυκό, προκλητικό τρόπο. Δεν υπήρχε λόγος να τραβά την προσοχή του· αντίθετα, υπονόμευε τις επιθυμίες της. Επιπλέον, επιστρέφοντας στην παλιά της εμφάνιση, έδινε το μήνυμα και σ’ εκείνον και στις προξενήτρες του ότι δεν είχε καμία πρόθεση να κερδίσει την εύνοιά του. Συνέχισαν τα μαθήματα χορού καθώς και τις συζητήσεις που είχαν σκοπό να βελτιώσουν τους κοινωνικούς του τρόπους, αλλά ~ 150 ~


φρόντιζε να υπάρχει η πρέπουσα απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Γκίντεον και ένας τόνος επισημότητας. Έβλεπε τη Φραντσέσκα να την κοιτάζει απορημένη κι εκείνον με μια ενοχλητική ευθυμία, αλλά είχε βάλει σκοπό να μην επιτρέψει στη συμπεριφορά του να την επηρεάσει. Ήταν βέβαιη ότι ο Γκίντεον είχε σκοπό να την παρασύρει σε μία από τις γνωστές λογομαχίες τους, αλλά αντιστεκόταν σθεναρά επειδή ήξερε ότι πάντοτε κατέληγαν να την αναστατώνουν και να προκαλούν εκείνη τη γνώριμη οικειότητα που μόνο η ευγενική αλλά απόμακρη συμπεριφορά της αποθάρρυνε. Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν ένα χαλαρό πρόγραμμα δουλεύοντας το πρωί και σταματώντας τα μαθήματα λίγο πριν από το γεύμα. Το απόγευμα ο Γκίντεον κλεινόταν στο γραφείο του ή ασχολούνταν με κάποια υπόθεση στα κτήματα, έτσι η Φραντσέσκα και η Αϊρίν ήταν ελεύθερες να διαθέσουν το χρόνο τους με όποιο τρόπο ήθελαν. Η Φραντσέσκα βοηθούσε κυρίως στις προετοιμασίες της επόμενης εβδομάδας και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, η Αϊρίν συμμετείχε κι εκείνη. Επειδή οι ατελείωτες συζητήσεις γύρω από τις θέσεις των συνδαιτυμόνων, τις ανθοδέσμες, τα μενού και τη μουσική την έκαναν να πλήττει αφόρητα και τα σχόλια για τις υποψήφιες νύφες του Γκίντεον την εκνεύριζαν αφάνταστα, συχνά απέφευγε να καθίσει στο σαλόνι μετά το γεύμα και πήγαινε στη βιβλιοθήκη για να διαβάσει και να περάσει την ώρα της, ή στο δωμάτιό της για να συνεχίσει το κέντημα που έφτιαχνε με μισή καρδιά εδώ κι ένα μήνα ή να γράψει σε κάποια φίλη ή στον αδελφό της. Θα προτιμούσε να κάνει ένα μεγάλο περίπατο, αλλά ύστερα από το επεισόδιο της πρώτης μέρας στο Ράντμπορν Παρκ δίσταζε να βγει από το σπίτι με το φόβο μήπως πέσει πάλι πάνω στον Γκίντεον. Όμως η πλήξη και η ανησυχία συσσωρεύονταν μέσα της κι έτσι την τέταρτη μέρα της απραξίας αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στους κήπους όπου τα πράγματα ήταν πιο ακίνδυνα. Επιπλέον, αν ο Γκίντεον ήταν στο γραφείο του ή σε κάποιο από τα κτήματά του, δε θα χασομερούσε τριγυρνώντας στους κήπους. Σε μερικές μέρες θα έφταναν οι καλεσμένοι, πράγμα που δυστυχώς για κείνη σήμαινε ότι δε θα είχε πολλές ευκαιρίες να μείνει μόνη της. Πήρε το μπονέ της από το ράφι, βγήκε από την πίσω πόρτα στη βεράντα κι από εκεί κατέβηκε στον πάνω κήπο. Περπάτησε στο μονοπάτι, δένοντας ταυτόχρονα τις κορδέλες του καπέλου της καθώς προχωρούσε. Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό κατά νου, έπαιρνε όποιο μονοπάτι ανοιγόταν μπροστά της, θαυμάζοντας τα φθινοπωρινά φύλλα. Πέρασε κάτω από μια αψίδα με κισσό και στο τέλος της βρέθηκε σε ένα άνοιγμα του θαμνοφράχτη όπου σταμάτησε. ~ 151 ~


Εκεί μπροστά της, ένα μικρό αγόρι καθόταν στις φτέρνες και παρατηρούσε με προσήλωση ένα σαλιγκάρι. Ακούγοντάς τη να πλησιάζει, γύρισε απότομα και την κοίταξε τρομαγμένο, όταν όμως είδε ποια ήταν, ηρέμησε και σηκώθηκε. «Συγνώμη», είπε η Αϊρίν, «δεν ήθελα να σε ενοχλήσω». «Νόμιζα πως ήσασταν η μις Τάινγκ», της είπε θαρρετά. Ήταν όμορφο παιδί, γύρω στα πέντε, με πυκνά ξανθά μαλλιά και διάσπαρτες φακίδες στην ανασηκωμένη μυτούλα του. Τα μάτια του είχαν το ίδιο γαλάζιο χρώμα με της Τερέζας και η Αϊρίν κατάλαβε ότι ήταν ο γιος της, ο Τίμοθι, που ως εκείνη τη στιγμή είχε μείνει ανεξήγητα αόρατος. «Είναι η γκουβερνάντα μου», συνέχισε να της εξηγεί. «Και θα θυμώσει πολύ όταν ξυπνήσει και δει ότι έφυγα, αλλά ήταν πολύ ωραία μέρα και δεν μπορούσα να μείνω κλεισμένος μέσα». «Πράγματι είναι πολύ ωραία μέρα», συμφώνησε με σοβαρό ύφος εκείνη. Την περιεργάστηκε για μια στιγμή. «Είστε η κυρία που ήρθε για να παντρευτεί τον Γκίντεον, σωστά;» Η Αϊρίν ανασήκωσε τα φρύδια της. «Είμαι η λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ. Ήρθα για να βοηθήσω τον κόμη, αλλά όχι, δε σκοπεύω να τον παντρευτώ». «Έτσι λέει η μαμά. Είπε πως δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Όμως η λαίδη Πενκάλι λέει ότι έτσι θα γίνει. Και όλοι κάνουν πάντα αυτό που λέει η λαίδη Πενκάλι». «Έτσι, ε;» Η Αϊρίν χαμογέλασε αχνά. «Κι εγώ το ίδιο πιστεύω, αλλά νομίζω ότι αυτή τη φορά δε θα γίνει ·το δικό της». «Αλήθεια; Μακάρι. Δε θέλω να παντρευτεί ο Γκίντεον. Η μαμά λέει πως τότε θα έρθει το τέλος μου». «Το τέλος σου;» επανέλαβε σοκαρισμένη. «Τι θες να πεις;» Το παιδί ανασήκωσε και πάλι τους ώμους. «Δεν ξέρω ...» Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Νομίζω ότι δε συμπαθεί τον Γκίντεον». Αναστέναξε. «Δε θέλει να είμαι μαζί του, όμως εγώ τον συμπαθώ». Ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Είναι αδελφός μου, ξέρεις. Δεν είχα αδελφό μέχρι που ήρθε εκείνος». «Είναι πολύ ωραίο να έχεις αδελφό», συμφώνησε η Αϊρίν. «Έχω κι εγώ έναν». «Αλήθεια; Είναι τόσο γεροδεμένος όσο ο Γκίντεον;» «Ω, όχι, δε νομίζω. Ο αδελφός σου είναι πολύ γεροδεμένος». «Το ξέρω. Λέει πως όταν μεγαλώσω θα γίνω ψηλός. Το ελπίζω. Θα το ήθελα πολύ». ~ 152 ~


«Έχει δίκιο, φαντάζομαι. Και ο θείος σου ο Τζάσπερ είναι ψηλός». Ο Τίμοθι κούνησε το κεφάλι του με ενθουσιασμό. «Ναι. Ο θείος Τζάσπερ είναι καλός, αλλά όχι τόσο καλός όσο ο Γκίντεον. Δε μου μιλάει πολύ. Ούτε το θείο Τζάσπερ συμπαθεί η μαμά. Όμως εγώ δε νομίζω πως είναι κακός. Εσύ τι λες;» «Δεν τον γνωρίζω πολύ καλά για να ξέρω, αλλά δε μου έχει δώσει την εντύπωση κακού ανθρώπου. Απλώς είναι λιγομίλητος και σοβαρός». «Ο Γκίντεον είναι πολύ καλύτερος», επέμεινε ο Τίμοθι, επιστρέφοντας στο προσφιλές του θέμα. «Του αρέσει να βλέπει τα πράγματα που μαζεύω. Πέτρες και έντομα και διάφορα τέτοια. Γι’ αυτό έρχομαι εδώ κάτω όταν κοιμάται η μις Τάινγκ». «Κατάλαβα». Κοίταξε γύρω της με καρδιοχτύπι. Ο αναθεματισμένος άνθρωπος! Είναι ανάγκη να βρίσκεται παντού; «Πιστεύεις πως θα έρθει και σήμερα;» «Δεν ξέρω. Μπορεί». «Τότε ίσως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω στο σπίτι -για να μιλήσετε με την ησυχία σας, ο αδελφός σου κι εσύ». «Δε θα τον πειράξει αν είσαι εδώ», τη διαβεβαίωσε ο Τίμοθι. «Συμπαθεί τους ανθρώπους». «Αλήθεια;» Αυτή ήταν μια πλευρά του Γκίντεον που η Αϊρίν δεν είχε προσέξει. «Ναι, πάντα μιλάει με τους κηπουρούς και τους σταβλίτες. Μερικές φορές, όταν κατεβαίνω κρυφά στην κουζίνα για να τσιμπήσω καμιά λιχουδιά, τον βρίσκω να μιλάει και να γελάει με τις μαγείρισσες και τους υπηρέτες και όλους. Εκτός από τον Χόροουζ». Ο μικρός μιμήθηκε την έκφραση του μπάτλερ. «Δε νομίζω πως ο Χόροουζ τον συμπαθεί». «Αμφιβάλλω αν ο Χόροουζ συμπαθεί κανέναν», σχολίασε η Αϊρίν. Ο Τίμοθι άρχισε να χοροπηδάει πάνω κάτω και να φωνάζει τραγουδιστά: «Ο Χόροουζ δε συμπαθεί κανέναν, ο Χόροουζ δε συμπαθεί κανέναν!» Η Αϊρίν γέλασε με τα καμώματά του. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι αυτό το χαρούμενο, ζωηρό παιδάκι ήταν γιος της Τερέζας. Έλπιζε πως θα κατάφερνε να μείνει ανεπηρέαστο από την επιρροή της μητέρας του -όσο αυτό ήταν δυνατό. Ευτυχώς που αδιαφορούσε για τα αισθήματά της απέναντι στον Γκίντεον. Εξαιτίας του θορύβου που έκανε ο Τίμοθι δεν πρόσεξε το τρίξιμο από μπότες πάνω στο χαλίκι μέχρι τη στιγμή που ο ήχος ακούστηκε ακριβώς πίσω της. Γύρισε απότομα και είδε τον Γκίντεον να ξεπροβάλλει από την αψίδα με τον κισσό που είχε διαβεί κι εκείνη ~ 153 ~


μερικά λεπτά νωρίτερα. Όταν την είδε, σταμάτησε. «Α, λαίδη Αϊρίν. Και αναρωτιόμουν με ποιον μιλούσε ο Τίμοθι». «Λόρδε Ράντμπορν». Άργησα να φύγω, σκέφτηκε. Έπρεπε να είχε εξαφανιστεί αμέσως μόλις της είπε ο Τίμοθι ότι ήταν πιθανό να εμφανιστεί ο Γκίντεον. Της πέρασε από το μυαλό η σκέψη πως εκείνος θα σκεφτόταν ότι είχε πάει επίτηδες εκεί επειδή ήθελε να τον συναντήσει, γιατί ήξερε ότι υπήρχαν γυναίκες που μεθόδευαν προσεκτικά μια δήθεν τυχαία συνάντηση με έναν άντρα, ειδικά σε τέτοιου είδους επισκέψεις. «Είχα βγει μια βόλτα και συνάντησα τυχαία το νεαρό κύριο Τίμοθι», του εξήγησε και αμέσως το μετάνιωσε γιατί ήταν σαν να έψαχνε για δικαιολογία. «Της είπα ότι μπορεί να ερχόσουν», είπε ο μικρός, μπαίνοντας με χαρά στη συζήτηση. «Και ήρθες!» «Ναι, ήρθα. Και χαίρομαι διπλά γι’ αυτό, αφού έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να δω κι εσένα και τη λαίδη Αϊρίν». Το πρόσωπό του γλύκανε καθώς κοιτούσε το παιδί και όταν χαμογέλασε, το γνώριμο ύφος της επιφυλακτικότητας εξαφανίστηκε. «Τι έχεις να μου δείξεις σήμερα;» Κάθισε στις φτέρνες του δίπλα στον Τίμοθι για να έρθει στο ίδιο ύψος μ’ εκείνον. Ο Τίμοθι χαμογέλασε και άρχισε να ψάχνει στις τσέπες του και να βγάζει τους θησαυρούς του: πετραδάκια, βόλους, μισή πένα, ένα στραβό και σκουριασμένο καρφί και ένα παλιό κλειδί. «Ω, για δες αυτό», είπε ο Γκίντεον καθώς τα περιεργαζόταν με σοβαρότητα και έπιασε το κλειδί. «Φαίνεται πως είχε χαθεί από καιρό. Κάποιος θα στενοχωρήθηκε πολύ πριν από χρόνια όταν το έχασε, δε νομίζεις;» Ο Τίμοθι ένευσε καταφατικά και άρχισε να εξηγεί πότε και πού είχε βρεθεί καθένα από τα αντικείμενα που είχε θεωρήσει αξιόλογα για να τα δείξει στον Γκίντεον. Όταν τελείωσε τη μακροσκελή εξήγησή του, τον τράβηξε για να του δείξει το σαλιγκάρι που παρατηρούσε νωρίτερα, αλλά ανακάλυψε ότι το πλάσμα είχε διασχίσει εντέλει το μονοπάτι και είχε κρυφτεί κάτω από ένα θάμνο. Η Αϊρίν τους παρακολουθούσε, θαυμάζοντας τόσο την υπομονή του Γκίντεον με το παιδί όσο και την ολοφάνερη αγάπη του προς αυτό. Ως εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι δεν υπήρχε τρυφερότητα μέσα του, ειδικά μετά τη σκληρή στάση του απέναντι στη λαίδη Οντίλια. Όμως στον άντρα που άκουγε με τόση προσοχή το μικρό αγόρι ~ 154 ~


δεν υπήρχε ίχνος αυταρχικότητας. Ούτε και θα μπορούσε να μαντέψει ότι ο άντρας που έβλεπε μπροστά της τώρα σκόπευε να παντρευτεί με έναν τόσο ψυχρό και υπολογιστικό τρόπο. Ο Γκίντεον γύρισε, την είδε να τους παρατηρεί και της χαμογέλασε. Η καρδιά της φτερούγισε στο στήθος της όταν αντίκρισε το αβίαστο, ανεπιτήδευτο, πραγματικά χαρούμενο χαμόγελό του. Οι ψυχρές, σκληρές γωνίες του προσώπου του απάλυναν και ομόρφυναν, κάνοντάς το να φαίνεται πιο τρυφερό. Αυτή η ζεστασιά του τη συγκίνησε και του χαμογέλασε αυθόρμητα με τη σειρά της. Ο Γκίντεον σηκώθηκε σβέλτα. «Λοιπόν, αν και μου αρέσει πολύ που μιλάμε, Τίμοθι, και χάρηκα που είδα τους θησαυρούς σου, νομίζω πως η μις Τάινγκ θα σε γυρεύει παντού. Πρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι». Το παιδί υπάκουσε χωρίς ιδιαίτερες διαμαρτυρίες και γύρισαν για να πάρουν το μονοπάτι προς τα πίσω. Ο Γκίντεον κοντοστάθηκε δίπλα στην Αϊρίν. «Θα έρθετε μαζί μας, λαίδη μου;» «Ναι, σε παρακαλώ», πρόσθεσε ο Τίμοθι, απλώνοντας για να πιάσει το χέρι της. Κοίταξε πάλι τον Γκίντεον και δήλωσε χωρίς περιστροφές: «Τη συμπάθησα. Δε με μάλωσε που λερώθηκα». Έδειξε τους λεκέδες από χώμα στα γόνατά του. «Η λαίδη Αϊρίν είναι πραγματικό διαμάντι, σπάνια γυναίκα», συμφώνησε ο Γκίντεον, κοιτάζοντάς την εύθυμα. «Και νομίζω πως ούτε αυτή συμπαθεί τον Χόροουζ», συνέχισε o Τίμοθι. «Τότε σίγουρα είναι αντάξια της φιλίας μας», απάντησε εκείνος γελώντας. Ο Τίμοθι χαμογέλασε χαρούμενα. «Το ήξερα ότι θα τη συμπαθούσες». Γύρισε για να την κοιτάξει. «Θα έρθεις κι εσύ να μείνεις εδώ;» Η Αϊρίν αγνόησε το λοξό βλέμμα που της έριξε ο Γκίντεον και απάντησε: «Είμαι απλώς επισκέπτρια. Θα μείνω μόνο μια δυο εβδομάδες». «Α», έκανε ο μικρός με απογοήτευση. Βγήκαν στον πάνω κήπο και αμέσως είδαν μια αδύνατη, αλαφιασμένη γυναίκα με απλό καφετί φόρεμα από μάλλινο ύφασμα να κατεβαίνει βιαστικά το μονοπάτι, κοιτάζοντας πίσω από κάθε θάμνο καθώς περνούσε. Όταν τους είδε, έβγαλε μια κραυγή και έτρεξε κοντά τους. «Κύριε Τίμοθι! Επιτέλους σας βρήκα!» Σταμάτησε μπροστά τους και η έκφρασή της ήταν ένα κράμα θυμού για την εξαφάνιση του παιδιού και φόβου μπροστά στον κόμη του Ράντμπορν. «Χίλια συγνώμη, λόρδε μου. Λυπάμαι πολύ αν το παιδί σας ~ 155 ~


κούρασε. Σας υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να επαναληφθεί», είπε βιαστικά, απλώνοντας για να πιάσει το άλλο χέρι του παιδιού. Η Αϊρίν του έσφιξε καθησυχαστικά τα δάχτυλα πριν τον αφήσει, αν και ο Τίμοθι δεν έδειχνε να πτοείται από το θυμό της γκουβερνάντας του. «Μις Τάινγκ!» ακούστηκε μια στριγκή φωνή ψηλά από τη βεράντα. Όλοι γύρισαν και είδαν τη λαίδη Τερέζα να στέκεται εκεί με τα κουκλίστικα χαρακτηριστικά της παραμορφωμένα από την οργή. Σήκωσε το φόρεμα της και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια για να πάει κοντά τους. «Πάλι χάσατε τα ίχνη του, μις Τάινγκ;» φώναξε καθώς πλησίαζε και η φωνή της ήταν γεμάτη φαρμάκι. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα πεντάχρονο παιδί είναι πιο έξυπνο από ολόκληρη γυναίκα». «Συγνώμη, λαίδη μου», είπε η μις Τάινγκ μουδιασμένα, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση μπροστά στην Τερέζα με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα. «Νόμιζα ... νόμιζα πως έπαιζε στο δωμάτιό του και...» «Στον κήπο ήταν», μπήκε στη μέση η Αϊρίν επειδή λυπήθηκε τη γυναίκα. «Δεν έπαθε τίποτα». Η Τερέζα την κοίταξε αγριωπά. «Κι εσύ, μια γυναίκα ανύπαντρη, ξέρεις τόσο πολλά για τα παιδιά», είπε με σαρκασμό και περιφρόνηση. Η Αϊρίν δεν ήταν τόσο δειλή όσο η γκουβερνάντα, όμως, και το ύφος της Τερέζας δεν την πτόησε καθόλου. «Δεν είχα πρόθεση να υποτιμήσω την αγωνία που ασφαλώς θα πρέπει να νιώθει μια μητέρα όπως εσύ για το παιδί της. Ειλικρινά εκπλήσσομαι πώς δεν είχα δει τον Τίμοθι μέχρι τώρα, γιατί είμαι βέβαιη ότι περνάς πολύ χρόνο μαζί του». Η Τερέζα έγινε έξαλλη με την υπόγεια ειρωνεία της, αλλά η Αϊρίν συνέχισε πριν προλάβει να μιλήσει. «Ωστόσο, μολονότι δε γνωρίζω πολλά πράγματα για τα παιδιά, είμαι απολύτως βέβαιη ότι ο αδελφός του λόρδου Ράντμπορν δε θα πάθαινε ποτέ το παραμικρό στους κήπους του Ράντμπορν Παρκ. Μπορεί να μη φαινόταν από το σπίτι, αλλά εύκολα θα μπορούσε ν’ ακούσει κανείς τις φωνές του και χωρίς αμφιβολία οι κηπουροί που δουλεύουν στον κήπο θα τον είχαν προσέξει. Στο σύντομο χρόνο που ήμουν εκεί, τόσο εγώ όσο και ο λόρδος Ράντμπορν περάσαμε από το σημείο που βρισκόταν. Οπότε νομίζω πως μπορείς να ησυχάσεις. Ποτέ δεν κινδύνευσε». Το ύφος της Τερέζας δεν άλλαξε. «Μις Τάινγκ, πάρτε αμέσως ~ 156 ~


μέσα τον Τίμοθι», είπε χωρίς να κοιτάξει το γιο της ή την γκουβερνάντα. «Θα λογαριαστώ και με τους δυο σας αργότερα». «Μάλιστα, λαίδη μου». Η γυναίκα υποκλίθηκε και πάλι δουλικά στην Τερέζα και προχώρησε προς τη βεράντα, τραβώντας τον Τίμοθι μαζί της. Το παιδί γύρισε για να κοιτάξει τον Γκίντεον και την Αϊρίν και τους κούνησε κρυφά το χέρι. Η Αϊρίν χαμογέλασε, βλέποντας τη χειρονομία του, αλλά ο Γκίντεον δεν μπήκε στον κόπο να κρυφτεί και του έγνεψε αντίο. «Μακριά από το γιο μου!» τον πρόσταζε η Τερέζα. «Πώς είπες;» είπε εκείνος, κοιτάζοντάς την ανέκφραστα. «Αυτό που άκουσες! Δεν έχεις καμιά δουλειά να τον πλησιάζεις». «Αδελφός μου είναι», της υπενθύμισε. «Να μην ασχολείσαι μαζί του, δε σε αφορά!» Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του σαν να απορούσε με την ένταση της αντίδρασής της, αλλά δεν είπε τίποτε. Η Τερέζα όμως δεν είχε τελειώσει. «Τον ενθαρρύνεις να κάνει αταξίες. Πριν έρθεις, δεν το έσκαγε τόσο συχνά από την γκουβερνάντα του». «Ξέρει ότι κάνω συχνά έναν περίπατο αυτή την ώρα», απάντησε εκείνος. «Νομίζω ότι ελπίζει να με πετύχει εκεί. Αν βάζαμε ένα πρόγραμμα, λίγη ώρα κάθε μέρα, που θα μπορούσαμε να κάνουμε μαζί μια βόλτα, τότε μπορεί να μην έμπαινε στον πειρασμό να το σκάσει κι εσύ δε θ’ ανησυχούσες μήπως του συμβεί κάτι. Θα του έκανε καλό». «Εγώ λέω τι είναι καλό για τον Τίμοθι και τι όχι». Η Αϊρίν είχε την εντύπωση ότι η Τερέζα είχε θυμώσει ακόμα περισσότερο, ακούγοντας την πρόταση του Γκίντεον που στην ίδια φαινόταν απολύτως λογική. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες που θα πρότειναν να βγάζουν περίπατο ένα ζωηρό πεντάχρονο παιδί έστω και για λίγα λεπτά κάθε μέρα. Ετοιμάστηκε να πει στην Τερέζα τη γνώμη της, αλλά συνειδητοποίησε ότι με αυτό τον τρόπο μάλλον θα την εξαγρίωνε περισσότερο και δε θα βοηθούσε καθόλου την υπόθεση του Τίμοθι και του Γκίντεον. «Νομίζεις πως θέλω να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί σου ο γιος μου;» συνέχισε η Τερέζα. «Νομίζεις ότι θέλω να μιλάει σαν μαγαζάτορας ή να φέρεται σαν χαμίνι του δρόμου;» Η Αϊρίν έβγαλε ένα επιφώνημα, ακούγοντας αυτή την προσβολή, και έριξε μια ματιά στον Γκίντεον. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, τα χείλη του σφιγμένα. «Δυστυχώς βλέπω ότι είστε πολύ ταραγμένη, λαίδη μου. Χωρίς ~ 157 ~


αμφιβολία η ανησυχία για το γιο σας σάς κάνει να λέτε πράγματα για τα οποία θα μετανιώσετε αργότερα. Προτείνω να ξεχάσουμε και οι δύο αυτή τη συζήτηση». Έκλινε ελαφρά το κεφάλι του προς το μέρος της. «Υποθέτω ότι θα θέλετε να γυρίσετε στο σπίτι για να φροντίσετε το γιο σας». Γύρισε προς την Αϊρίν και της πρόσφερε το μπράτσο του. «Λαίδη Αϊρίν; Συνεχίζουμε τον περίπατό μας;» «Ναι, φυσικά». Τον έπιασε αγκαζέ και έφυγαν. Το μπράτσο του ήταν σαν σίδερο κάτω από το χέρι της. Του έριξε μια γρήγορη ματιά. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό σαν γρανίτης. «Μη δίνεις σημασία στο τι λέει η λαίδη Ράντμπορν. Είναι ανόητη». «Σ’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. «Λυπάμαι». «Για ποιο πράγμα; Εσύ δεν έκανες τίποτα». «Το ξέρω, αλλά και πάλι λυπάμαι που ήταν τόσο... αγενής». «Έχω γνωρίσει και χειρότερους ανθρώπους από την Τερέζα, πίστεψέ με». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τέλος πάντων, είναι η μόνη που έχει την αγένεια - ή την ανοησία - να μου λέει καταπρόσωπο αυτά που σκέφτονται όλοι οι συγγενείς μου». «Όχι, δε νομίζω ότι σκέφτονται τέτοια πράγματα. Άλλωστε δε μιλάς σαν μαγαζάτορας. Και οι τρόποι σου... μπορεί να μην είναι τόσο φινετσάτοι όσο μερικών κυρίων, αλλά έχω γνωρίσει πολλούς ευγενείς που είναι πέρα για πέρα άξεστοι, σε βεβαιώνω». Εκείνος χαμογέλασε και το πρόσωπό του φωτίστηκε λίγο καθώς την κοιτούσε. «Προσπαθείς να με κάνεις να νιώσω καλύτερα, λαίδη μου;» Ανασήκωσε το πιγούνι της. «Λέω απλώς την αλήθεια». «Η αλήθεια είναι πως ήμουν χαμίνι του δρόμου». «Ναι, αλλά είναι φανερό ότι έχεις αφήσει προ πολλού πίσω σου εκείνο το στάδιο της ζωής σου. Όπως καταλαβαίνω, ακόμα και πριν σε εντοπίσει ο δούκας του Ρόκφορντ, τα πήγαινες πολύ καλά». «Είχα αποκτήσει αρκετά χρήματα, αυτό είναι αλήθεια». «Και από μόνο του είναι αξιοθαύμαστο, δε συμφωνείς; Το ότι ξέφυγες από την κατάσταση που ζούσες, ότι απομακρύνθηκες από εκείνον τον άνθρωπο...» «Τον Τζακ Σπαρκς». «Και έπαψες να είσαι κλέφτης.. . » Έκανε μια παύση και πρόσθεσε κάπως ανήσυχα: «Έπαψες, έτσι δεν είναι;» Ο Γκίντεον γέλασε. «Ναι. Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να με βρουν οι αστυνόμοι και να με ρίξουν στη φυλακή. Όλες μου οι επιχειρηματικές δραστηριότητες είναι πια νόμιμες. Δεν ήταν πάντα, ~ 158 ~


αλλά κατάφερα να μπω στον ίσιο δρόμο εδώ και πολλά χρόνια. Δεν είχα καμία επιθυμία να τελειώσω τη ζωή μου στην κρεμάλα». Συνέχισαν χωρίς να μιλούν για λίγο και στο τέλος η Αϊρίν είπε: «Πώς τα κατάφερες;» «Να σταματήσω τις κλοπές, εννοείς;» τη ρώτησε με έκπληξη. «Θέλεις στ’ αλήθεια να μάθεις;» «Μα φυσικά, γιατί να μη θέλω; Πιστεύω ότι είναι πολύ ασυνήθιστη ιστορία». «Οι συγγενείς μου δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να τη μάθουν. Το κύριο μέλημά τους είναι να με εμποδίσουν να μιλώ για το παρελθόν μου, όχι να με ενθαρρύνουν». Η Αϊρίν ανασήκωσε τους ώμους της. «Εμένα με ενδιαφέρει. Φαντάζομαι ότι χρειάστηκε πολλή εξυπνάδα και θάρρος για να τα καταφέρεις». «Νομίζω ότι ήταν περισσότερο θέμα προσωπικού συμφέροντος παρά θάρρους. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί να κάνω εγώ όλη τη δουλειά και να δίνω σ’ αυτό τον άνθρωπο όλα μου τα κέρδη; Γιατί να αρκούμαι στα ψίχουλα που μου δίνει; Έτσι άρχισα να κρύβω ένα μέρος από τα χρήματα που έκλεβα και να μην τα δίνω στον Σπαρκς. Κατάφερα να βρω λίγη κλωστή και μια βελόνα και έραψα μια κρυφή τσέπη μέσα από το παντελόνι μου. Έπαιρνα λίγα χρήματα από κάθε πουγκί και τα έβαζα εκεί. Μερικές φορές με έδερνε με το μπαστούνι επειδή του φαινόταν ότι δεν είχα φέρει αρκετά, αλλά ένιωθα ότι άξιζε τον κόπο να κρατήσω κάτι για τον εαυτό μου. Ύστερα μεγάλωσα και ήμουν σε θέση να αμυνθώ όταν προσπαθούσε να με χτυπήσει». Έκανε μια παύση και στην αρχή η Αϊρίν σκέφτηκε ότι δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο. Τότε όμως είπε: «Και ύστερα από λίγο άρχισα να δουλεύω για τον εαυτό μου». «Έκλεβες;» «Μπορεί να μην ήταν πάντα απολύτως τίμια δουλειά, αλλά όχι, η κλοπή δεν ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο μου. Βάρυνα πολύ και δεν μπορούσα να σκαρφαλώνω σε παράθυρα ή να περνώ απαρατήρητος μέσα στο πλήθος. Ήμουν ψηλότερος από το μέσο όρο και πιο δυνατός. Ήξερα να παλεύω. Κι έτσι πρόσφερα τις υπηρεσίες μου σε ανθρώπους που χρειάζονταν προστασία». «Ανθρώπους που χρειάζονταν προστασία; Ποιους δηλαδή;» «Υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που ζουν στην κόψη του ξυραφιού, που έχουν εχθρούς αλλά δεν μπορούν να απευθυνθούν στις αρχές. Χρειάζονται λοιπόν ένα αξιόπιστο άτομο για να εμποδίζει άλλους να τους κλέβουν ή να τους κάνουν κακό, κι αν ξέρεις να κάνεις σωστά αυτή τη δουλειά, είναι πρόθυμοι να σε ανταμείψουν ~ 159 ~


πλουσιοπάροχα. Αυτό έγινε όταν ήμουν ακόμα παλικαράκι, πριν αρχίσω να μαθαίνω διάφορα. Πριν βρω καλύτερους και πιο εύκολους τρόπους για να βγάζω χρήματα». «Πώς το έκανες αυτό;» «Φρόντιζα να μαθαίνω από τους ανθρώπους για τους οποίους δούλευα. Έβλεπα πώς έβγαζαν χρήματα και πώς άλλοι κέρδιζαν χρήματα χάρη σ’ αυτούς. Είδα πώς πάει η αλυσίδα και ότι όσοι βρίσκονται στην κορυφή χρησιμοποιούν το μυαλό τους και όχι τα ποντίκια τους. Και ότι εκείνοι που έβγαζαν τα περισσότερα χρήματα τα έβγαζαν νόμιμα. Και το σημαντικότερο -δεν κινδύνευαν να καταλήξουν στη φυλακή ή με τη θηλιά στο λαιμό». «Και πώς πέρασες από την παρανομία στις νόμιμες επιχειρήσεις;» «Σταδιακά θα μπορούσες να πεις. Είχα το κομπόδεμά μου και έβαζα στην άκρη σχεδόν όλα όσα κέρδιζα. Δεν ήθελα να γίνω σαν τους άλλους νεαρούς που γνώριζα, οι οποίοι ξόδευαν μέχρι και την τελευταία δεκάρα που είχαν κερδίσει σε τζιν και γυναίκες. Ζούσα λιτά. Ο τελευταίος εργοδότης μου είχε ταβέρνες και χαρτοπαικτικές λέσχες καθώς και ορισμένες πιο ύποπτες επιχειρήσεις. Περνούσα αρκετό χρόνο και σ’ εκείνες, και σε μία γνώρισα κάποιον που δούλευε εκεί. Για την ακρίβεια, τον έσωσα από κάποιον δυσαρεστημένο πελάτη που πήγε να του κόψει το λαρύγγι». «Αλήθεια;» Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Θα πρέπει να ήταν πολύ δυσάρεστη μένος εκείνος ο πελάτης». «Ήταν μυστήριος τύπος. Ένας από τους “κυρίους” σας». «Η πράξη που μου περιγράφεις δεν ταιριάζει σε κανέναν από τους κυρίους που γνωρίζω», αντιγύρισε εκείνη. «Δεν του άρεσε που έχασε όλα του τα χρήματα από τον Πιρς». «Πιρς; Είναι ο ίδιος άνθρωπος που κάλεσες στη δεξίωση;» «Ναι, τον κέρδισε στα χαρτιά. Ρώτησέ τον, θα σου δείξει πρόθυμα την ουλή. Τρεις πόντους, ακριβώς εδώ». Της έδειξε το πλάι του λαιμού του. «Ο τύπος είχε μια μύτη από σπαθί κρυμμένη μέσα στο μπαστούνι του. Περίμενε τον Πιρς έξω από τη λέσχη, και τότε έστριψε το μπαστούνι και αυτό το πράγμα πετάχτηκε από την άκρη. Ο Πιρς πρόλαβε και το τίναξε, αλλά γλίστρησε και έπεσε στις υγρές πλάκες. Αυτό θα ήταν μάλλον το τέλος του, αλλά εκείνη τη στιγμή έτυχε να περνώ απέξω και είδα τι συνέβαινε. Άρπαξα το μπαστούνι από το χέρι του πελάτη και τον έδιωξα». «Έτσι όπως το περιγράφεις φαίνεται τόσο εύκολο ...» «Είχε ελάχιστη πείρα στην πάλη ενώ εγώ ήμουν έμπειρος. Και το μπαστούνι με την κρυφή αιχμή δε βελτίωσε ιδιαίτερα τις επιδόσεις του. Ύστερα απ’ αυτό ο Πιρς κι εγώ γίναμε φίλοι και αργότερα ~ 160 ~


συνεργάτες. Με δάνειο από τον εργοδότη μου και τα χρήματα που είχα αποταμιεύσει, αγόρασα ένα μικρό ακίνητο και το μετέτρεψα σε χαρτοπαικτική λέσχη. Ο Πιρς εκτελούσε χρέη διευθυντή, και ένας άλλος φίλος μου δούλευε επίσης εκεί. Είχαμε μεγάλη επιτυχία». «Τότε ήταν που γνώρισες τον πατέρα μου;» «Ναι. Ο λόρδος Γουίνγκεϊτ ήταν τακτικός πελάτης, τουλάχιστον στην αρχή». «Ώσπου τον πέταξες έξω». «Ναι». «Πιστεύω ότι διακινδύνευες πολλά διώχνοντάς τον. Αυτός και οι φίλοι του θα πρέπει να ήταν πολύτιμοι πελάτες». «Για μένα ήταν σημαντικότερο το να έχω τον έλεγχο της επιχείρησής μου. Δε θα επέτρεπα σε κανέναν να μου υπαγορεύει πώς να τη διευθύνω. Ούτε και σκόπευα να αφήσω έναν αριστοκράτη, ή οποιονδήποτε άλλο, να φέρεται άσχημα στους υπαλλήλους μου». Ανασήκωσε τους ώμους. «Και τελικά δε μου βγήκε σε κακό. Μπορεί να έχασα μερικούς πελάτες, αλλά η πολιτική μου προσέλκυσε άλλους που εκτιμούσαν το γεγονός ότι η λέσχη δεν επέτρεπε ανηθικότητες και παρόμοιες καταστάσεις από τις οποίες μαστίζονται οι περισσότερες ανάλογες επιχειρήσεις. Και αυτοί οι πελάτες αποδείχθηκαν πολύ πιο γενναιόδωροι και ανοιχτοχέρηδες από τον Γουίνγκεϊτ, τον Χόξτον και τη συντροφιά τους». «Άρα γνώριζες και το σύζυγο της λαίδης Χόξτον...» «Αρκετά ώστε να ξέρω πως είναι πιο ευτυχισμένη τώρα που χήρεψε». Συνέχισαν τον περίπατό τους. Η Αϊρίν είχε πολύ έντονη την αίσθηση της σιγαλιάς που επικρατούσε γύρω της και την παρουσία του Γκίντεον στο πλευρό της. «Παράξενο δεν είναι;» είπε σκεφτικά εκείνος. «Για τον εαυτό της δεν κατάφερε αυτό που κάνει με τόση επιτυχία για λογαριασμό άλλων». «Είναι ευκολότερο, υποθέτω, να βλέπει κανείς πιο καθαρά όταν δεν είναι προσωπικά αναμεμειγμένος». «Ή μπορεί να διδάχθηκε από το λάθος της». Ο Γκίντεον της έριξε μια ματιά. «Φαίνεται πως οι κυρίες πολύ συχνά δε φροντίζουν να εξασφαλίζουν οικονομικά τον εαυτό τους όταν παντρεύονται». «Η εμφάνιση και τα γλυκόλογα συχνά τις παρασέρνουν. Το ίδιο συνέβη και με τη μητέρα μου. Ίσως έτσι να έγινε και με τη Φραντσέσκα. Ο λόρδος Χόξτον ήταν ωραίος άντρας. Ο πόθος τυφλώνει τους ανθρώπους και δεν τους επιτρέπει να δουν το συμφέρον τους». Του έριξε μια λοξή ματιά και σκέφτηκε τη δική της επιθυμία που την παρέσερνε και την προκαλούσε να υποπέσει στο λάθος που ~ 161 ~


πάντα ορκιζόταν να αποφύγει. Εκείνος είδε το βλέμμα της και χαμογέλασε. Ξαφνικά σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος της και πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Ο πόθος δεν είναι απαραίτητα λάθος. Μπορεί να πάρει κανείς τη σωστή απόφαση και ταυτόχρονα να ακολουθήσει το δρόμο στον οποίο τον οδηγεί το πάθος». «Δεν είμαι σίγουρη αν η κρίση κάποιου μπορεί να λειτουργήσει σωστά σε μια τέτοια περίπτωση», αντιγύρισε εκείνη. «Τα αισθήματα και...» Ξερόβηξε και κοίταξε αλλού, γιατί δυσκολευόταν να μιλήσει όταν τον κοιτούσε στα μάτια. «Οι αισθήσεις σε δυσκολεύουν να σκεφτείς. Να δεις καθαρά το δρόμο σου». Ο Γκίντεον έφερε το χέρι της στα χείλη του και το φίλησε απαλά. «Αϊρίν... νομίζω ότι αυτή τη στιγμή οι αισθήσεις σου σού δίνουν μια πολύ καθαρή εικόνα για το πώς θα μπορούσε να ήταν αυτός ο γάμος. Αρκεί να αφήσεις τον εαυτό σου να το πιστέψει». Γύρισε το χέρι της και της έδωσε άλλο ένα φιλί στην παλάμη. Ένιωσε το χέρι της να τρέμει κι εκείνη κοίταξε το σκυμμένο κεφάλι του, είδε τις πυκνές βλεφαρίδες των ματιών του, την αισθησιακή καμπύλη των χειλιών του. Τα μαλλιά του χάιδεψαν τον καρπό της. Πάντα μου φαινόταν τόσο όμορφος; αναρωτήθηκε. Όταν τον πρωτογνώρισε, είχαν σβήσει όλοι οι άλλοι άντρες μπροστά του όπως τώρα; Δε θυμόταν το βλέμμα κανενός άλλου να την έχει μαγέψει τόσο, ούτε και άλλο χαμόγελο που να περιμένει με τόση αδημονία. Πότε και πώς είχε αρχίσει η καρδιά της να χτυπά σαν τρελή όταν τον έβλεπε; Σκέφτηκε την προσπάθειά της να μείνει μακριά του τις τελευταίες μέρες, προσπαθώντας να αποφύγει τα φιλιά που είχαν ανταλλάξει εκείνο το απόγευμα. Κι όμως, μετά τόσες μέρες, μετά τόσες ώρες και ώρες μακριά του, αρκούσε ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, ένα φιλί στο χέρι του για να κοπούν πάλι τα γόνατά της και να αρχίσει να βράζει το αίμα της. Ήταν τρομακτική αυτή η απώλεια αυτοελέγχου, η γνώση ότι κάποιος μπορούσε να την επηρεάσει τόσο καταλυτικά, τόσο γρήγορα, να κάμψει τις αντιστάσεις της. Κι όμως... κι όμως... Πού είναι το κακό να παντρευτώ έναν άντρα που με κάνει να νιώθω έτσι; αναρωτήθηκε. Άραγε αυτό που ένιωθε ήταν η ανοησία για την οποία κατηγορούσε τη Φραντσέσκα ή τη μητέρα της, που είχαν παντρευτεί και μετά το είχαν μετανιώσει; Ή ήταν απλώς ένα από τα πλεονεκτήματα ενός έξυπνου γάμου -κ ά τι που έδινε μια γλυκιά γεύση σε μια πρακτική απόφαση; Ο Γκίντεον σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Η ~ 162 ~


Αϊρίν αναρωτήθηκε αν μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις που βούιζαν σαν μελίσσι στο μυαλό της. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι καταλάβαινε πόσο την αναστάτωνε,’βλεπε την έκφραση της αντρικής ικανοποίησης στα μάτια του ακόμα και μέσα από τη φλόγα που σιγόκαιγε στα βάθη τους. · Ο Γκίντεον πλησίασε ώσπου βρέθηκαν πολύ κοντά. Εξακολουθούσε να κρατά το χέρι της και τώρα το έφερε στο μάγουλό του και το κράτησε εκεί. Η Αϊρίν ένιωσε τη ζεστασιά του, το λείο του δέρμα και το απαλό τσίμπημα από τα γένια του που είχαν αρχίσει πάλι να φυτρώνουν. Το φαντάστηκε πάνω στο δικό της μάγουλο, τα χείλη του να πιέζουν τα δικά της. Θυμήθηκε πώς την είχε χαϊδέψει εκείνο το απόγευμα μετά το πρώτο μάθημα χορού και τα στήθη της σφίχτηκαν από λαχτάρα. «Νομίζεις ότι με ξεγέλασες τις τελευταίες μέρες;» μουρμούρισε και η φωνή του είχε μια βραχνάδα που την έκανε να ριγήσει. «Ότι δεν μπορώ να δω κάτω από τα αυστηρά φορέματα; Ότι δε θυμάμαι πόσο πυκνά και απαλά είναι τα μαλλιά σου ή πώς αγκαλιάζουν οι μπούκλες τους το πρόσωπό σου; Έχω δει πώς ντύνεσαι, πώς στρίβεις τα μαλλιά σου σ’ αυτό τον κότσο που θυμίζει γκουβερνάντα». Έσκυψε προς το μέρος της και η ανάσα του τη χάιδεψε καθώς μιλούσε. «Σε ξέρω, Αϊρίν», συνέχισε χαμηλόφωνα και σοβαρά. «Σε έχω φιλήσει και σε έχω κρατήσει στην αγκαλιά μου. Γνωρίζω το πάθος που κρύβεις μέσα σου». Την έπιασε από το πιγούνι και ανασήκωσε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει στα μάτια. Η Αϊρίν πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα, ανήμπορη να μιλήσει ή να κουνηθεί. Θα με φιλήσει τώρα, σκέφτηκε. Θα σκύψει και θα με πάρει στην αγκαλιά του και τα χείλη του θα σμίξουν με τα δικά μου. Τη διαπέρασε ένα τρέμουλο και την έπνιξε ο φόβος, η προσμονή και η αβεβαιότητα. Για μερικές στιγμές ο Γκίντεον απλώς την κοιτούσε. Και όταν τελικά αποφάσισε να κάνει κάτι, δεν τη φίλησε με πάθος, αλλά της έδωσε μόνο ένα απαλό φιλί στα χείλη. «Μην αρνείσαι αυτό που θα μπορούσαμε να έχουμε», ψιθύρισε, πιέζοντας και πάλι απαλά το στόμα του στο δικό της κι εκείνη έγειρε πάνω του για να τον νιώσει λίγο ακόμα. «Σκέψου καλά πριν αποφασίσεις, λαίδη μου». Χάιδεψε το κάτω χείλος της με τον αντίχειρά του κι έπειτα έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε γρήγορα, αφήνοντάς τη να τον κοιτάζει τρέμοντας σύγκορμη.

~ 163 ~


Κεφάλαιο

12

Δε ν ήταν σίγουρη πόση ώρα έμεινε εκεί, παραζαλισμένη και άφωνη από τα συναισθήματα που στροβιλίζονταν μέσα της. Γύρισε και πήρε πάλι το μονοπάτι για το σπίτι περπατώντας αργά, βυθισμένη στις σκέψεις της. Τη μια στιγμή σκεφτόταν το συναπάντημα με την Τερέζα και τον Τίμοθι και την επόμενη τις απόψεις της για το γάμο και τα αισθήματά της για τον Γκίντεον, ώσπου ένιωσε ότι το κεφάλι της θα έσπαγε από τη ζαλάδα. Ευχόταν να υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει, αλλά φοβόταν να ζητήσει τη γνώμη της Φραντσέσκα ή της μητέρας της. Ήταν σίγουρη ότι η λαίδη Κλερ θα την παρότρυνε να παντρευτεί το λόρδο Ράντμπορν και υποψιαζόταν ότι και η Φραντσέσκα θα έκανε το ίδιο, αν και η διατύπωσή της θα ήταν πιο διακριτική. Δεν ήταν μαθημένη να αισθάνεται σύγχυση και αβεβαιότητα και δεν της άρεσε καθόλου. Όμως δεν μπορούσε να ξαναβρεί τη χαμένη της αποφασιστικότητα. Πλύθηκε και ετοιμάστηκε για το δείπνο, ακούγοντας με μισό αυτί τη φλυαρία της καμαριέρας. Μόνο όταν ετοιμάστηκε συνειδητοποίησε ότι είχε διαλέξει ένα από τα καινούρια, πιο κολακευτικά φορέματά της και είχε δώσει οδηγίες στην καμαριέρα να της χτενίσει τα μαλλιά με λιγότερο αυστηρό τρόπο. Κοιτάχτηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη και αναρωτήθηκε αν προλάβαινε να φορέσει κάτι πιο απλό. Αν όμως το έκανε, θα φαινόταν ακόμα πιο ανόητη και τελικά βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε στον προθάλαμο όπου συγκεντρώνονταν πριν από το δείπνο. Ξαφνιάστηκε βρίσκοντας τη Φραντσέσκα ήδη εκεί. Συνήθως ήταν η τελευταία που έμπαινε στο δωμάτιο, αλλά εκείνο το βράδυ είχε κατέβει νωρίς μαζί με τη λαίδη Οντίλια και την αδελφή της και ~ 164 ~


φαινόταν σκεφτική έτσι όπως στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, αρκετά μακριά από το βελούδινο καναπέ όπου συζητούσαν οι δύο γυναίκες. Διέσχισε το δωμάτιο και κάθισε κοντά της. Η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της, την κοίταξε και χαμογέλασε. «Α, ήρθες. Μόλις σκεφτόμουν πού να βάλω τη λαίδη Σόλσμπριτζ να καθίσει, γιατί μόλις έμαθα ότι έχει ένα πρόβλημα με τη λαίδη Φέρινγκτον επειδή είχε το θράσος να φορέσει ένα φόρεμα που έμοιαζε στο δικό της». «Ω, Θεέ μου! Αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα». «Ναι. Και το χειρότερο είναι ότι το φόρεμα ταίριαζε πολύ περισσότερο στην κυρία Φέρινγκτον παρά στη λαίδη. Μόλις το πληροφορήθηκα μέσω ενός γράμματος που μου έστειλαν, και τώρα μετανιώνω που κάλεσα και τη νεαρή Φέρινγκτον και τις κόρες της λαίδης Σόλσμπριτζ». Η Αϊρίν κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Είμαι βέβαιη ότι το πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». «Ασφαλώς. Ωστόσο θα προτιμούσα να μην καταλήξει σε δημόσιο μαλλιοτράβηγμα». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και το χαριτωμένο λακκάκι φάνηκε στο μάγουλό της. «Εκπλήσσομαι που σε βρίσκω κάτω τόσο νωρίς». «Εσύ φταις γι’ αυτό. Βλέπεις, έπρεπε να δραπετεύσω από το σαλόνι το απόγευμα και δεν είχα τίποτ’ άλλο να κάνω παρά να πάω στο δωμάτιό μου και να ετοιμαστώ για το δείπνο». «Και γιατί φταίω εγώ;» «Επειδή ο κύριος λόγος που με έκανε να θέλω να φύγω τρέχοντας από το σαλόνι ήταν επειδή η νεότερη λαίδη Ράντμπορν άρχισε να μου περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια πώς έσωσε τον Τίμοθι από τα νύχια σου το απόγευμα. Όπως κατάλαβα, εσύ και ο Γκίντεον προσπαθείτε να διαφθείρετε το γιο της». Η Αϊρίν μόρφασε. «Μίλησε απίστευτα προσβλητικά στον Γκί... στο λόρδο Ράντμπορν. Υποψιάζομαι ότι την ανέχεται μόνο για χάρη του γιου της. Αγαπά τον Τίμοθι, που είναι ένα αξιολάτρευτο παιδί και μου φαίνεται απίστευτο το ότι είναι γιος της Τερέζας». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Δεν το έχω δει το αγοράκι, αλλά αν δε μοιάζει στην Τερέζα δε θα πρέπει να είναι κακό παιδί». «Νόμιζα ότι θα χαιρόταν που ο άνθρωπος κάνει συντροφιά στο παιδί της. Τώρα που έμεινε ορφανό, το ωφελεί να έχει κοντά του έναν άντρα τον οποίο θαυμάζει. Όμως εκείνη είπε στον άνθρωπο ότι δε θέλει να αντιγράψει ο γιος της τους... τρόπους και την ομιλία του». «Η λαίδη Τερέζα είναι ανόητη», είπε ψυχρά εκείνη. «Και ~ 165 ~


παίρνω όρκο ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το παιδί της. Δεν έχω γνωρίσει πιο υπολογίστρια γυναίκα απ’ αυτή. Η λαίδη Οντίλια είναι βέβαιη ότι έκανε τον Τίμοθι για να είναι η μητέρα του κόμη του Ράντμπορν όταν πεθάνει ο Σέσιλ». Χαμογέλασε κάπως χαιρέκακα. «Θα ήθελα να έβλεπα την έκφρασή της όταν ο Ρόκφορντ ανακοίνωσε ότι είχε βρει τον νόμιμο διάδοχο». «Φραντσέσκα ...» ξεκίνησε να λέει, γιατί θυμήθηκε το σχόλιο που είχε κάνει για τον Γκίντεον την πρώτη βραδιά τους στο Ράντμπορν Παρκ. Η άλλη γυναίκα την κοίταξε, παραξενεμένη από τον ξαφνικά σοβαρό τόνο της. «Ορίστε». «Αναρωτιόμουν... δε σου φαίνεται κάπως παράξενο το ότι η οικογένεια δεν κατάφερε να εντοπίσει τον κόμη τόσα χρόνια που ήταν εξαφανισμένος, αλλά μετά ο δούκας τον βρήκε μέσα σε λίγους μήνες;» Η Φραντσέσκα την κοίταξε ερευνητικά. «Τι υπαινίσσεσαι;» «Δεν ξέρω. Όμως το πρώτο βράδυ που ήμασταν εδώ, ο Ράντμπορν σχολίασε πόσο εύκολα τον είχε βρει ο Ρόκφορντ και αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατόν να είχε δυσκολευτεί τόσο πολύ ο πατέρας του. Μου φάνηκε... παράξενο». «Θα καταλάβαινες αν ήξερες τον Ρόκφορντ», απάντησε εκείνη. «Είναι ο χαρακτήρας του τέτοιος. Δεν έχω γνωρίσει πιο εκνευριστικό άνθρωπο. Πάντα έχει δίκιο». Τα μάτια της πέταξαν σπίθες και τα χείλη της σφίχτηκαν καθώς σκεφτόταν τους ενοχλητικούς τρόπους του δούκα. «Είναι ο μόνος που θα πάρει μαζί του ομπρέλα σε έναν περίπατο. Και αν του επισημάνεις ότι έχει ήλιο και η ομπρέλα είναι περιττή, φυσικά μετά από λίγο θα βρέξει. Ή θα ψάχνεις ένα βιβλίο ή ένα σκουλαρίκι ή κάτι άλλο επί μέρες κι εκείνος θα καθίσει στον καναπέ, θα βάλει το χέρι του ανάμεσα στα μαξιλάρια και θα αναφωνήσει, “α, για δες, κάποιος ξέχασε εδώ ένα βιβλίο”. Είναι εκνευριστικά αποτελεσματικός». «Ω». «Επίσης», συνέχισε η Φραντσέσκα, έχοντας πάρει φόρα, «είναι εντελώς ξεροκέφαλος και τόσο πεισματάρης που συνεχίζει να συζητά κάτι όταν ένας λογικός άνθρωπος θα σταματούσε προ πολλού». Η Αϊρίν ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. «Κατάλαβα. Συγνώμη, νόμιζα ότι εσύ και ο δούκας είστε φίλοι». «Φίλοι;» επανέλαβε εκείνη σαρκαστικά. «Αμφιβάλλω αν η λέξη “φίλοι” μπορεί να περιγράφει αυτό που είμαστε. Θα μπορούσες να πεις ότι... γνωριζόμαστε καλά. Ή μάλλον από παλιά». Η Αϊρίν υποψιάστηκε ότι η ιστορία δεν ήταν τόσο απλή, αλλά ~ 166 ~


εκείνη τη στιγμή την απασχολούσε άλλο ζήτημα και δεν έδωσε συνέχεια. «Όμως δε σου φαίνεται λίγο παράξενο που ο Γκίντεον δεν είχε εντοπιστεί ως τώρα; Έστω κι αν ο δούκας είναι επίμονος άνθρωπος, θα νόμιζε κανείς ότι ο πατέρας του Ράντμπορν θα κινούσε γη και ουρανό και θα ήταν πιο αποτελεσματικός από το δεύτερο εξάδελφό του». Η Φραντσέσκα έσμιξε σκεφτικά τα φρύδια της. «Ναι, μπορεί και να έχεις δίκιο. Όμως όταν ο Ράντμπορν ήταν παιδί, μπορεί να τον έκρυβε κάποιος για να μην τον βρουν οι δικοί του. Όμως τώρα που είναι ενήλικος, δεν κρυβόταν πια. Αντίθετα, ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και κατά συνέπεια εύκολο να τον εντοπίσει κανείς». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Τι νομίζει ο Ράντμπορν ότι ο πατέρας του δεν προσπάθησε να τον βρει;» «Δεν είμαι σίγουρη. Μου φαίνεται απίθανο. Όμως το σκέφτηκα πολύ από τότε που το ανέφερε και υπάρχουν πολλά σκοτεινά σημεία στην ιστορία». «Σκοτεινά σημεία; Τι εννοείς;» «Να ... λόγου χάρη, γιατί οι απαγωγείς άρπαξαν και τη μητέρα και το παιδί; Ένα παιδί θα ήταν εύκολο να το εξουδετερώσουν. Θα περνούσε απαρατήρητο. Αλλά μια γυναίκα και ένα παιδί... Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να κρύψεις δύο άτομα. Μια γυναίκα είναι πιο δύσκολο να την κρύψεις ή να τη μεταφέρεις. Και μια μητέρα αποφασισμένη να σώσει το παιδί της ασφαλώς θα δώσει αγώνα, δε νομίζεις;» «Ναι. Ίσως όμως δεν μπορούσαν να αρπάξουν το παιδί παρά μόνο όταν ήταν μαζί με τη μητέρα του. Ήταν ακόμα πολύ μικρός, άρα θα έμενε πάντα κοντά στην γκουβερνάντα ή στη μητέρα του. Επίσης μπορεί να σκέφτηκαν ότι θα έπαιρναν περισσότερα λύτρα και για τους δύο». «Ζήτησαν λύτρα και για τους δύο;» «Ιδέα δεν έχω. Ποτέ δε ρώτησα». «Και τι απέγινε η μητέρα του; Αν το παιδί ελευθερώθηκε μόνο του, δε θα ήξερε πού να πάει και τι να κάνει. Δε θα θυμόταν πού είναι το σπίτι του, δε θα μπορούσε να πει σε κανέναν από πού είναι και ποιος ήταν ο πατέρας του. Κι αν το έκανε, μπορεί να νόμιζαν ότι τους κοροϊδεύει. Η μητέρα του όμως θα επέστρεφε». «Μπορεί να μην τους απελευθέρωσαν. Μπορεί να τον κράτησαν και να τον μεγάλωσαν». Η Αϊρίν σκέφτηκε για λίγο αυτό το ενδεχόμενο. Ήταν πιθανό ο Τζακ Σπαρκς για τον οποίο της είχε μιλήσει ο Γκίντεον να ήταν ο απαγωγέας. Αυτό όμως άφηνε ένα αναπάντητο ερώτημα. «Τότε τι έγινε η μητέρα του;» ~ 167 ~


«Μπορεί να τη σκότωσαν». «Και γιατί δεν έδωσαν πίσω το παιδί όταν ο πατέρας του πλήρωσε τα λύτρα; Όλοι υπέθεσαν ότι το παιδί είχε σκοτωθεί και γι’ αυτό δεν ξαναγύρισε. Όμως το παιδί ήταν ζωντανό». «Ποιο παιδί; Τι συζητάτε;» Η φωνή της λαίδης Οντίλια αντήχησε βροντερή από την άλλη άκρη του δωματίου. Η Φραντσέσκα την κοίταξε τρομαγμένα. «Τίποτε, τίποτε». «Τίποτε; Πώς είναι δυνατόν να μη συζητάτε για τίποτε;» «Συζητούσαμε για την απαγωγή του λόρδου Ράντμπορν», εξήγησε ήρεμα η Αϊρίν. «Η λαίδη Χόξτον δεν ήθελε να σας ενοχλήσει». Η γιαγιά του Γκίντεον έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, αλλά η αδελφή της απλώς μούγκρισε και είπε: «Προφανώς εσύ δεν έχεις τέτοιους ενδοιασμούς». «Θεωρώ ότι όταν κάποιος ρωτάει κάποιον για τι πράγμα συζητάει, τότε πρέπει να είναι προετοιμασμένος ν’ ακούσει ποιο είναι το θέμα της συζήτησης», αποκρίθηκε απτόητη η Αϊρίν. Για μια στιγμή τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας άστραψαν από ευθυμία. «Μάλιστα. Είσαι αυθάδικο πλασματάκι, ε;» «Πράγματι είναι», πετάχτηκε η Τερέζα. Η Αϊρίν δεν την είχε δει να μπαίνει όσο μιλούσε με τη Φραντσέσκα. Τώρα η Τερέζα προχώρησε και κάθισε κοντά στις ηλικιωμένες γυναίκες, κάπως μακριά από την Αϊρίν και τη Φραντσέσκα. «Διαπίστωσα επίσης ότι η λαίδη Αϊρίν ενδιαφέρεται πολύ για τις υποθέσεις των άλλων», πρόσθεσε φαρμακερά. Η λαίδη Κλερ, που έμπαινε εκείνη τη στιγμή, κοκκίνισε και έσπευσε να παρέμβει. «Λυπάμαι, λαίδη Οντίλια, δυστυχώς η Αϊρίν είναι υπερβολικά ευθύς μερικές φορές». «Η ειλικρίνεια δεν είναι κακό πράγμα, Κλερ. Μην ανησυχείς και μη στενοχωριέσαι. Είναι πάντα προτιμότερο να μιλάει κανείς με ευθύτητα παρά να είναι σαν εκείνα τα ανόητα κορίτσια που δεν μπορούν να αρθρώσουν μια φράση. Δε βρίσκω τίποτε το κακό στην υγιή περιέργεια». Έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα στην Τερέζα πριν κοιτάξει πάλι την Αϊρίν. «Τι έλεγες για την απαγωγή;» «Όλοι έχουν ακούσει γι’ αυτή, φυσικά, αλλά ποτέ δεν έμαθα λεπτομέρειες. Ίσως απλώς δεν ξέρω όλη την ιστορία, αλλά ορισμένα σημεία μου φαίνονται κάπως περίεργα». «Αλήθεια;» «Κατ’ αρχάς δεν είναι περίεργο που ο δούκας του Ρόκφορντ, έστω κι αν είναι πολύ ικανός άνθρωπος, κατάφερε να βρει τον κόμη με τόσο λίγη προσπάθεια ενώ κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει να τον εντοπίσει πρωτύτερα;» Τα μάτια της Πάνσι άνοιξαν διάπλατα, αλλά η Οντίλια απλώς ~ 168 ~


κούνησε το κεφάλι. «Α, αυτό αναρωτιέται ο Γκίντεον; Ομολογώ ότι κι εγώ πιστεύω πως ο Σέσιλ θα έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν ήμουν εδώ τότε, οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε για να βρεθούν ο Γκίντεον και η μητέρα του. Δεν μπορούσα να έρθω, παρά τις παρακλήσεις της Πάνσι, επειδή η μικρότερη κόρη μου ήταν ετοιμόγεννη εκείνες τις μέρες». Κοίταξε γύρω. «Η Πάνσι είναι η μόνη που μπορεί να σου μιλήσει για εκείνα τα γεγονότα. Συνέβησαν πολύ πριν έρθεις εσύ, Τερέζα». «Για την ακρίβεια, λαίδη Οντίλια, ήμουν εδώ», απάντησε απροσδόκητα εκείνη. Όταν όλες γύρισαν και την κοίταξαν με έκπληξη, πρόσθεσε: «Όχι εδώ στο Ράντμπορν Παρκ. Αλλά η οικογένειά μου ζει μόλις μερικά μίλια από εδώ. Θυμάμαι το σάλο που έγινε. Φυσικά ήμουν πολύ νέα -ακόμα δεν είχα κάνει το ντεμπούτο μου. Θα πρέπει να ήμουν ... γύρω στα δεκαπέντε. Η απαγωγή ήταν το μοναδικό θέμα συζήτησης επί μήνες. Φυσικά δε γνώριζα λεπτομέρειες, μόνο ό,τι άκουγα εδώ κι εκεί. Κανείς δε μιλάει σε ένα νεαρό κορίτσι για τέτοια θέματα». «Υποψιάζομαι ότι ο Σέσιλ δεν έκανε σωστά τις έρευνές του», παρατήρησε η Οντίλια. «Ανέκαθεν ήταν από αυτούς που αφήνουν την οργή να θολώνει την κρίση τους». «Οντίλια!» φώναξε με αγανάκτηση η αδελφή της. «Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα; Ο Σέσιλ έκανε ό,τι μπορούσε. Έστειλε τον Όουενμπι να συλλέξει στοιχεία, αλλά ποιος μπορούσε να βρει τους κακοποιούς τη στιγμή που δεν είχε ιδέα ποιοι ήταν ή πού είχαν πάει;» «Πώς απήχθηκαν ο λόρδος Ράντμπορν και η μητέρα του;» ρώτησε μαλακά η Αϊρίν την ηλικιωμένη γυναίκα. «Πώς;» Η Πάνσι την κοίταξε με απορία. «Τι εννοείς;» «Τους άρπαξαν από το σπίτι; Έκαναν τον περίπατό τους κάπου έξω;» « Ε... δεν είμαι απολύτως βέβαιη. Πάει τόσος καιρός». Η Πάνσι κοίταξε τα χέρια της που ήταν σταυρωμένα πάνω στα γόνατά της. «Τι φριχτή εποχή. Ο καημένος ο Σέσιλ ήταν απαρηγόρητος». Η λαίδη Οντίλια κάγχασε άκομψα. «Το φαντάζομαι. Σίγουρα έτρεχε πάνω κάτω στο σπίτι φωνάζοντας και σπάζοντας πράγματα χωρίς να κάνει κάτι χρήσιμο». «Οντίλια!» «Ασφαλώς ήταν πολύ αναστατωμένος», είπε κατευναστικά η Φραντσέσκα στην Πάνσι. «Δηλαδή δε θυμάστε αν η λαίδη Οντίλια και ο γιος της ήταν στο σπίτι ή τους απήγαγαν κάπου έξω;» επέμεινε η Αϊρίν. ~ 169 ~


«Έξω», απάντησε βιαστικά η γυναίκα, κουνώντας το κεφάλι της. «Ναι, θα πρέπει να ήταν έξω. Κανείς δε θα μπορούσε να μπει εδώ και να τους αρπάξει. Στον κήπο ή τ αν ... ναι, στον κήπο». «Δεν είδε κανείς τη σκηνή της απαγωγής;» «Όχι. Ήταν μόνοι τους. Οι απαγωγείς έφυγαν ανενόχλητοι». «Πώς μάθατε τι τους συνέβη;» «Τι; Μα ο Σέσιλ μου το είπε». «Και πώς το ήξερε; Έλαβε σημείωμα με το οποίο του ζητούσαν λύτρα;» «Ω! Ω, ναι! Μου είπε ότι του έστειλαν ένα γράμμα και απαιτούσαν να τους παραδώσει τα ρουμπίνια των Μπανκς για να πάρει πίσω το γιο του -και τη Σελήνη, φυσικά. Ένα υπέροχο περιδέραιο, δώρο της ίδιας της βασίλισσας Ελισάβετ προς την οικογένεια. Μέρος του θησαυρού που αποτελούσε την προίκα της Ισπανίδας βασίλισσας και ήταν πολεμικό τρόπαιο». Σταμάτησε να μιλάει ώσπου τελικά η αδελφή της την παρότρυνε να συνεχίσει. «Εμπρός, Πάνσι, πες μας τι έγινε μετά. Τι έκανε με το περιδέραιο;» « Ε ... το έδωσε στον υπηρέτη του, τον Όουενμπι. Δε θα τον θυμάσαι μάλλον. Ήταν ο καμαριέρης του Σέσιλ και τον είχε κοντά του από πολύ νέο. Ο Σέσιλ τον εμπιστευόταν τυφλά». «Και δεν του πέρασε από το μυαλό ότι αυτός ο άνθρωπος πήρε το περιδέραιο και απλώς προσποιήθηκε ότι το έδωσε στους απαγωγείς;» ρώτησε η Οντίλια. «Όχι! Ασφαλώς όχι! Ο Όουενμπι δε θα έκανε ποτέ κάτι που θα έβλαπτε τον Σέσιλ. Ποτέ. Πήρε το περιδέραιο και τους το έδωσε, αλλά δεν επέστρεψαν τον Γκίντεον». «Ούτε τη λαίδη Ράντμπορν», πρόσθεσε η Αϊρίν. «Ναι, σωστά». «Εννοείτε ότι αυτός ο καμαριέρης συνάντησε τους απαγωγείς; Κατάφερε να τους αναγνωρίσει;» «Τι; Όχι, όχι! Νομίζω ότι άφησε το περιδέραιο... κάπου. Και μετά περιμέναμε να ελευθερώσουν τον Γκίντεον, αλλά φυσικά δεν τον έκαναν. Υποτίθεται ότι θα τον άφηναν κοντά σε ... εμ ... μια μεγάλη βελανιδιά. Εκείνη που είναι στο δρόμο για την πόλη. Έτσι ο Όουενμπι τους άφησε το περιδέραιο, όταν όμως πήγε στο δέντρο, ο Γκίντεον δεν ήταν εκεί. Φυσικά ο Όουενμπι περίμενε ώρες ολόκληρες, αλλά το παιδί δε φάνηκε ποτέ. Όταν γύρισε στο σημείο που είχε αφήσει το περιδέραιο, είχε εξαφανιστεί». «Και τότε τι έκανε ο λόρδος Ράντμπορν;» ρώτησε η Φραντσέσκα με μεγάλη περιέργεια. «Μα έστειλε τον Όουενμπι να τους βρει, φυσικά. Έψαξε παντού. ~ 170 ~


Πήγε στο Λίβερπουλ, στο Σαουθάμπτον, σε όλα τα λιμάνια». «Στα λιμάνια;» επανέλαβε με έκπληξη η Αϊρίν. «Σκέφτηκε ότι οι απαγωγείς τον είχαν βγάλει από τη χώρα;» Η ηλικιωμένη γυναίκα σταμάτησε, την κοίταξε σαστισμένη και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. « Ε ... να σου πω... δεν είμαι σίγουρη. Ίσως και όχι. Έτσι δεν είναι;» κοίταξε γύρω σαν να αναζητούσε τις απαντήσεις στο δωμάτιο. Η αδελφή της την κοίταξε αυστηρά. «Πάνσι, σταμάτα να λες τέτοιες ανοησίες. Πού έστειλε ο Σέσιλ τον Όουενμπι να ψάξει;» « Ε ... ξέρω ότι ο άνθρωπος πήγε στο Λονδίνο για να κάνει έρευνες, αλλά κανείς δεν τους είχε δει», απάντησε ξέπνοα εκείνη. «Και αυτά είναι όλα κι όλα που θυμάσαι από την υπόθεση;» «Μα πάει τόσος καιρός! Και είχαμε γίνει όλοι μας άνω κάτω τότε. Η μνήμη μου... δεν είναι πολύ καλή». «Μου φαίνεται ότι πρέπει να μιλήσει κάποιος μ’ αυτόν τον Όουενμπι», παρατήρησε η Αϊρίν. «Ζει ακόμα, λαίδη Ράντμπορν;» Η Πάνσι γύρισε και την κοίταξε σχεδόν με τρόμο. «Όχι! Θέλω να πω ... ναι, ζει, αλλά δεν εργάζεται πλέον εδώ. Έφυγε... ε . .. μετά το θάνατο του Σέσιλ». «Μένει στο χωριό; Ο Γκίντεον -εννοώ ο λόρδος Ράντμπορν- θα μπορούσε να μιλήσει μαζί του». «Δε νομίζω πως είναι απαραίτητο», απάντησε ξέπνοα η ηλικιωμένη γυναίκα. «Δεν είναι ανάγκη να μιλήσει μαζί του ο εγγονός μου. Πιστεύω πως θα ήταν... πολύ οδυνηρό». «Ανοησίες!» είπε κοφτά η αδελφή της. «Γιατί να είναι οδυνηρό; Φαντάζομαι πως θα ήθελε να μάθει όσο περισσότερα γίνεται γι’ αυτό που του συνέβη. Καλύτερα δεν είναι να ξέρει πάρα να αναρωτιέται;» «Τι είναι καλύτερα να ξέρω;» Όλες γύρισαν προς την είσοδο, όπου ο Γκίντεον στεκόταν και τις κοιτούσε. «Τι είναι καλύτερα να ξέρω;» επανέλαβε. «Για τι να μην αναρωτιέμαι; Εγώ είμαι το παιδί για το οποίο μιλάς, θεία Οντίλια;» «Φυσικά. Η Αϊρίν θέλησε να μάθει τι σου συνέβη πριν από τόσα χρόνια». «Αλήθεια;» «Ναι», απάντησε ήρεμα εκείνη. «Λυπάμαι αν βρίσκετε το θέμα ενοχλητικό. Είχα ορισμένες απορίες...» «Όπως κι εγώ, καθώς ξέρετε. Και δε βρίσκω ενοχλητικό το θέμα. Αλλά πόσο χαρακτηριστικό να αντιστρέφετε τους όρους». Χαμογέλασε και γύρισε προς τη γιαγιά του. «Έπρεπε να σε είχα ρωτήσει νωρίτερα». ~ 171 ~


«Η Πάνσι μας έλεγε ότι ο άνθρωπος που έστειλε ο πατέρας σου να σε βρει ζει ακόμα», είπε η λαίδη Οντίλια, παίρνοντας πάλι τα ηνία. «Είμαι βέβαιη ότι θα είχε να σου πει πολύ περισσότερα». «Η γιαγιά σας ετοιμαζόταν να μας πει πού μένει τώρα ο Όουενμπι», πρόσθεσε η Αϊρίν, επαναφέροντας τη συζήτηση στην ερώτηση που είχε κάνει στην Πάνσι λίγο πριν μπει ο Γκίντεον στο δωμάτιο, μια ερώτηση που, όπως πρόσεξε, η γυναίκα είχε αποφύγει να απαντήσει. Είχε την εντύπωση ότι η γιαγιά του Γκίντεον απέφευγε γενικώς να μιλήσει για το όλο θέμα. Τότε η γυναίκα της έριξε μια ματιά που αν προερχόταν από άλλη θα ήταν φαρμακερή, αλλά από τα δικά της μάτια βγήκε περισσότερο σαν ικεσία. «Λαίδη Αϊρίν ... ειλικρινά...» Κοίταξε τον Γκίντεον, αλλά δε βρήκε συμπόνια από εκείνη την πλευρά. « Δε ν ... δεν είμαι σίγουρη για το πού πήγε ο καμαριέρης. Όμως, πραγματικά, Γκίντεον, δεν έχει νόημα να τον αναζητήσεις. Θα ήταν καλύτερα αν άφηνες το θέμα να κλείσει μια για πάντα». Εκείνος την κοίταξε για κάμποσες στιγμές. «Όχι, δε νομίζω. Λυπάμαι αν σε στενοχωρεί, γιαγιά, αλλά θα ήθελα να μιλήσω σ’ αυτό τον άνθρωπο. Όουενμπι είπες πως λέγεται;» «Σε παρακαλώ, Γκίντεον». Η λαίδη Πάνσι φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Σε τι θα ωφελούσε; Το πιθανότερο είναι να μη θυμάται πια ούτε αυτός. Πάνε τόσα χρόνια». «Ω, σταμάτα να κλαψουρίζεις!» την αποπήρε η λαίδη Οντίλια. «Λες και θα ξεχνούσε ότι όργωσε τη χώρα ψάχνοντας για τους απαγωγείς!» «Οντίλια! Σε παρακαλώ, μπορούμε να συζητήσουμε για κάτι πιο ευχάριστο;» Η έκφραση του Γκίντεον σκλήρυνε. «Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί είσαι τόσο απρόθυμη να συζητήσεις για το θέμα αυτό; Μήπως δε θέλεις να μάθω την αλήθεια; Φοβάσαι ότι θα μάθω πόσο λίγο νοιαζόταν για μένα ο πατέρας μου; Πόσο λίγο ενδιαφέρον έδειξε για να με βρει;» «Όχι! Ο Σέσιλ νοιαζόταν! Ήταν απαρηγόρητος! Μη σκεφτείς ούτε μια στιγμή ότι ο πατέρας σου αδιαφόρησε. Δεν έχω ξαναδεί πιο στενοχωρημένο άνθρωπο. Δεν της άξιζε η θλίψη του!» Όλο το δωμάτιο πάγωσε. Ξαφνικά έπεσε νεκρική σιγή. «Τι;» ρώτησε τελικά ο Γκίντεον. «Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν της άξιζε η θλίψη του; Για τη μητέρα μου μιλάς;» «Όχι! Δεν εννοούσα...» Η Πάνσι κοίταξε πανικόβλητη γύρω της. «Πάνσι!» είπε προστακτικά η λαίδη Οντίλια. «Σταμάτα τα μισόλογα. Πες μου αμέσως τι εννοούσες μ’ αυτό!» ~ 172 ~


Η ηλικιωμένη γυναίκα φαινόταν έτοιμη να λιποθυμήσει, αλλά τελικά ίσιωσε τους ώμους της. «Συγχώρησέ με, Σέσιλ ...» μουρμούρισε κοιτώντας ψηλά και μετά πρόσθεσε με πιο δυνατή φωνή: «Όμως αρνούμαι να σ’ αφήσω να πιστεύεις ότι ο πατέρας σου δεν ενδιαφερόταν για σένα, Γκίντεον. Η Σελήνη ήταν αυτή που σε χώρισε από τον πατέρα σου και τους συγγενείς σου». «Τι;» αναφώνησαν όλοι με μια φωνή. Η Πάνσι σήκωσε το πιγούνι της αγέρωχα. «Δε σε απήγαγαν, Γκίντεον. Η μητέρα σου το έσκασε με τον εραστή της και σε πήρε μαζί της».

~ 173 ~


Κεφάλαιο

13

Για αρκετή ώρα κανείς δε μίλησε, αφού όλοι είχαν χάσει τη φωνή τους από το σοκ. Η Αϊρίν έριξε μια ανήσυχη ματιά στον Γκίντεον, που είχε χλομιάσει και κοιτούσε σαν αποσβολωμένος τη γιαγιά του. Καθόλου παραδόξως, αυτή που μίλησε πρώτη ήταν η λαίδη Οντίλια. «Τρελάθηκες, Πάνσι;» «Όχι. Δεν τρελάθηκα», απάντησε εκείνη, αν και η φωνή της είχε χαμηλώσει τόσο πολύ ώστε ήταν δύσκολο να την ακούσει κανείς. «Αυτή είναι η αλήθεια». «Όχι! Δεν είναι δυνατόν!» κραύγασε η λαίδη Τερέζα. «Την απήγαγαν. Όλοι το ξέρουν. Πέθανε πριν από χρόνια και χρόνια!» «Εννοείς ότι ο Σέσιλ είπε σε όλους μας ψέματα τότε;» επέμεινε η Οντίλια. «Ότι εσύ μας είπες ψέματα;» Η Πάνσι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και ξαφνικά από τα μάτια της ανάβλυσαν δάκρυα που άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό της. «Ναι. Ναι. Είπαμε ψέματα. Σε όλους». Πίεσε το στόμα της με τα δάχτυλα σαν να ήθελε μάταια να σταματήσει τα λόγια που έβγαιναν από εκεί. «Όχι, όχι», βόγκηξε η λαίδη Τερέζα, κουνώντας το κεφάλι. «Μα γιατί;» ρώτησε η Αϊρίν με πείσμα. Η καρδιά της σφιγγόταν όσο προσπαθούσε να φανταστεί τον πόνο που ένιωθε εκείνη τη στιγμή ο Γκίντεον. Όλος του ο κόσμος είχε ανατραπεί πριν από μερικούς μήνες όταν τον είχε βρει ο δούκας και τώρα γινόταν για δεύτερη φορά άνω κάτω. «Γιατί προσποιηθήκατε ότι είχαν απαχθεί;» «Επειδή ο Σέσιλ δεν ήθελε να μάθει κανείς την αλήθεια!» φώναξε η Πάνσι. «Το σκάνδαλο...» «Το έκανε για να καλύψει το σκάνδαλο;» ρώτησε με φρίκη η Αϊρίν. «Όχι για τον εαυτό του! Για κείνη! Για τη Σελήνη το έκανε. Ακόμα και τότε δεν έπαψε να την αγαπά. Ήταν ... ήταν βέβαιος ~ 174 ~


ότι θα καταλάβαινε την τρέλα της και θα γυρνούσε κοντά του σε λίγες μέρες. Δεν ήθελε να υποφέρει από τα σχόλια και την κατακραυγή του κόσμου, αν μάθαιναν τι είχε κάνει». «Μάλλον ο εγωισμός του δεν του επέτρεπε να παραδεχθεί ότι η γυναίκα του τον είχε εγκαταλείψει!» είπε θυμωμένα η Οντίλια. «Οντίλια! Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα;» διαμαρτυρήθηκε η αδελφή της. «Ο Σέσιλ υπέφερε. Πάντα ήσουν άδικη μαζί του». «Κι εσύ ήσουν πάντα αδύναμη και υποχωρητική. Πώς ξέρεις ότι τον εγκατέλειψε;» «Μα μου το είπε ο Σέσιλ, φυσικά! Ποτέ δε θα έκρυβε κάτι τέτοιο από εμένα. Ήρθε και με βρήκε κρατώντας το γράμμα που του είχε αφήσει η Σελήνη. Ήταν λεκιασμένο από τα δάκρυά της, λες και την είχε εγκαταλείψει εκείνος. Του έλεγε ότι λυπόταν, αλλά αγαπούσε κάποιον άλλο και ότι θα έφευγε μαζί του εκείνη τη νύχτα. Τον ικέτευε να μην την αναζητήσει, να την αφήσει να φύγει. Ο Σέσιλ το βρήκε στο γραφείο του το άλλο πρωί». «Και την άφησε;» ρώτησε ο Γκίντεον. Η φωνή του ήταν ήρεμη, το πρόσωπό του σαν πέτρα. «Την άφησε να φύγει και να πάρει μαζί της το γιο του;» «Σου είπα, ήταν βέβαιος ότι θα ξαναγυρνούσε. Ήταν απολύτως βέβαιος ότι θα μετάνιωνε για την πράξη της και θα ερχόταν πάλι πίσω, θα του ζητούσε γονατιστή συγνώμη. Γι’ αυτό σκαρφίστηκε την ιστορία της απαγωγής της, είπε ότι το γράμμα που είχε βρει στο γραφείο του ήταν από τους απαγωγείς. Έδωσε στον Όουενμπι το περιδέραιο και του είπε να φύγει, δήθεν ότι πήγαινε να το αφήσει για λύτρα, αλλά φυσικά ο άνθρωπος το έφερε πάλι πίσω και ο Σέσιλ το έκρυψε και είπε ότι είχε εξαφανιστεί». Αναστέναξε και συνέχισε με φωνή που έτρεμε: «Ύστερα από λίγο, όταν κατάλαβε ότι η Σελήνη δεν επρόκειτο να γυρίσει ούτε να επικοινωνήσει άλλη φορά μαζί του, έπεσε σε μαύρη μελαγχολία. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και έχασε το ενδιαφέρον του για τα πάντα. Ακόμα και ο διαχειριστής των κτημάτων ερχόταν να συμβουλευτεί εμένα για τα προβλήματα που ανέκυπταν, γιατί ο Γκίντεον αρνιόταν να τον δεχθεί». Το πρόσωπό της γέμισε φρίκη καθώς τα θυμόταν. «Όμως τελικά ήρθε στα συγκαλά του», παρατήρησε η Οντίλια. «Ξέρω ότι δεν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του κλειδωμένος στο δωμάτιο, να θρηνεί». «Όχι βέβαια. Τελικά ξαναβρήκε τον εαυτό του. Άρχισε να ενδιαφέρεται σιγά σιγά για τα πράγματα γύρω του. Έστειλε πράγματι τον Όουενμπι για να αναζητήσει τον Γκίντεον, αλλά στο μεταξύ είχε ~ 175 ~


περάσει πολύς καιρός. Δεν κατάφερε να εντοπίσει τα ίχνη της Σελήνης ή του γιου τους. Ο Σέσιλ ήταν βέβαιος ότι αυτή και ο εραστής της είχαν καταστρώσει τα σχέδιά τους πριν φύγουν. Υποψιαζόταν ότι πήγαν κατευθείαν σε κάποιο λιμάνι και εγκατέλειψαν αμέσως τη χώρα. Ο Όουενμπι πήγε στο Λονδίνο, ακόμα και στο Λίβερπουλ, αλλά δεν κατάφερε να βρει τίποτε που να δείχνει ότι είχαν περάσει από εκεί ή ότι είχαν επιβιβαστεί σε κάποιο πλοίο, αν και φυσικά θα είχαν την προνοητικότητα να χρησιμοποιήσουν ψεύτικα ονόματα. Και θα μπορούσαν να είχαν φύγει από οπουδήποτε. Ο Σέσιλ έστειλε άνθρωπο στην Ευρώπη για να ψάξει, αλλά ούτε εκείνος κατάφερε τίποτε. Πιθανότατα είχαν φύγει για κάποια από τις αποικίες. Κάπου όπου θα ήταν αδύνατον να τους ανακαλύψει». «Μα για το γιο του τι έκανε;» ξέσπασε η Οντίλια. Η Αϊρίν κοίταξε τον Γκίντεον. Η ερώτηση της λαίδης έκαιγε και τη δική της γλώσσα, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει επειδή ήξερε πόση αγωνία ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Μόλις είχε μάθει ότι δεν ήταν κακοποιοί αυτοί που τον είχαν χωρίσει βίαια από την οικογένειά του και τον είχαν καταδικάσει σε μια ζωή γεμάτη βάσανα και φτώχεια αλλά η ίδια του η μητέρα. Και ο πατέρας του δεν είχε καν προσπαθήσει να τον πάρει πίσω, τουλάχιστον στην αρχή. Προφανώς όμως η λαίδη Οντίλια δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. «Ο Γκίντεον ήταν ο κληρονόμος του. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Σέσιλ δεν έψαξε να τον βρει και να τον πάρει πίσω». «Τον παρακάλεσα να αναζητήσει το παιδί», επέμεινε η Πάνσι. «Του υπενθύμισα ότι χρειαζόταν κληρονόμο. Δεν είχε σημασία αν εκείνη είχε φύγει. Διακυβευόταν η διαδοχή». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν τον ένοιαζε. Είπε ότι δεν είχε σημασία, ότι μπορούσε να τον κληρονομήσει ο αδελφός του. Αρνήθηκε να τρέξει πίσω από μια γυναίκα που δεν τον ήθελε. Που είχε στήσει τέτοια συνωμοσία για να γλιτώσει απ’ αυτόν». Κοίταξε τα σοκαρισμένα πρόσωπα των άλλων και πρόσθεσε ένοχα: «Δεν ήξερε ότι ο Γκίντεον ήταν μόνος του στο Λονδίνο. Ποτέ δε φανταστήκαμε ότι η Σελήνη θα εγκατέλειπε το παιδί της. Πώς να το ξέρουμε; Νομίζαμε ότι ο Γκίντεον ήταν καλά, ότι ήταν με τη μητέρα του». Η λαίδη Οντίλια κούνησε το κεφάλι της σαστισμένη. «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Ακόμα και από τον Σέσιλ. Πώς τον άφησες; Πώς φέρθηκες τόσο ανόητα;» «Δεν ήξερα!» φώναξε η Πάνσι, ξεσπώντας σε λυγμούς. «Δεν... δεν είχα κακή πρόθεση!» Ο Γκίντεον έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο.

~ 176 ~


«Ω, πάψε πια, Πάνσι», είπε ενοχλημένη η Οντίλια και τη χτύπησε μηχανικά στον ώμο. Λίγο πιο πέρα, η λαίδη Τερέζα φαινόταν κι εκείνη έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η Αϊρίν τις αγνόησε και τις δύο, πετάχτηκε όρθια και έτρεξε έξω. «Γκίντεον!» Εκείνος είχε φτάσει ήδη στα μισά του διαδρόμου, αλλά σταμάτησε και γύρισε για να την κοιτάξει. Η Αϊρίν πήγε βιαστικά κοντά του. «Στάσου! Έρχομαι μαζί σου». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, τα μάτια του αγριεμένα. «Όχι. Δεν είμαι καλή συντροφιά αυτήν τη στιγμή». Γύρισε και συνέχισε να προχωρά χωρίς να την περιμένει. Η Αϊρίν αγνόησε τα λόγια του και τον ακολούθησε. «Το ξέρω πολύ καλά», είπε, φτάνοντας κοντά του τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα της βεράντας, «αλλά ούτε και μόνος πρέπει να μείνεις». Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και βγήκε. Η Αϊρίν τον ακολούθησε, προσπαθώντας να προφταίνει τις μεγάλες δρασκελιές του. Φρόνιμα σκεπτόμενη, δεν έκανε καμία απόπειρα να του μιλήσει, απλώς κατέβηκε μαζί του στον κήπο. Τελικά, σαν να μην άντεχε άλλο, εκείνος ξέσπασε: «Προφανώς δεν έδινε δεκάρα για μένα! Με άφησε να φύγω χωρίς να προσπαθήσει να με φέρει πίσω». Την κοίταξε αγριεμένος. «Πώς είναι δυνατόν; Ένας πατέρας να μην ενδιαφέρεται για το γιο του; Ακόμα και η γιαγιά μου δε με έβλεπε παρά μόνο σαν κληρονόμο. Μόνο αυτό την ένοιαζε». «Ίσως ο πατέρας σου πίστευε ότι θα ήσουν πιο ευτυχισμένος κοντά στη μητέρα σου. Ήσουν πολύ μικρός, μόλις τεσσάρων. Και δεν ήξερε ότι γυρνούσες στους δρόμους του Λονδίνου, μην το ξεχνάς». Την κοίταξε ειρωνικά κι εκείνη δεν τόλμησε να επιμείνει στο επιχείρημά της. Ήξερε ότι ήταν σαθρό, τόσο που ούτε η ίδια το πίστευε καλά καλά. Ύστερα από λίγα λεπτά ο Γκίντεον σταμάτησε. Είχαν φτάσει σε μια απλωτή βελανιδιά στο άλλο άκρο του κήπου, ένα μεγάλο μοναχικό δέντρο πριν από το δάσος που ξεκινούσε λίγο πιο πέρα. Ένα σιδερένιο παγκάκι στεκόταν κάτω από τα σκιερά κλαδιά της και στη διάρκεια της ημέρας μπορούσε να καθίσει κανείς εκεί και να ατενίσει το τοπίο που απλωνόταν μπροστά του. Ο Γκίντεον έσφιξε τα χέρια του στην πλάτη του πάγκου και κοίταξε προς το βάθος του ορίζοντα λες και μπορούσε να δει στο σκοτάδι. Κούνησε το κεφάλι του και άρχισε πάλι να μιλάει χωρίς να ~ 177 ~


την κοιτάζει. «Η αδιαφορία του πατέρα μου δε με ενοχλεί και τόσο πολύ. Είχα καταλάβει από καιρό ότι δε νοιαζόταν αρκετά για μένα ώστε να με αναζητήσει. Όμως το να ανακαλύπτω τώρα ότι η μητέρα μου...» Δε συνέχισε. Η Αϊρίν άπλωσε το χέρι της και σκέπασε το δικό του. «Λυπάμαι πάρα πολύ». «Πίστευα ότι η μητέρα μου είναι νεκρή. Αλλιώς, έλεγα μέσα μου, δε θα με άφηνε. Από παιδί ακόμα ήμουν βέβαιος πως θα πρέπει να ήταν νεκρή, αλλιώς θα με είχε κρατήσει κοντά της. Όταν με βρήκε ο Ρόκφορντ και έμαθα για τη δήθεν απαγωγή, βεβαιώθηκα περισσότερο από ποτέ ότι ήταν νεκρή. Ήξερα βαθιά μέσα μου ότι εκείνη τουλάχιστον με αγαπούσε. Τώρα... μαθαίνω ότι με εγκατέλειψε, ότι έφυγε με τον εραστή της και παράτησε το παιδί της ολομόναχο στους δρόμους του Λονδίνου! Τι είδους γυναίκα θα έκανε κάτι τέτοιο; Τι είδους γυναίκα ήταν αυτή;» «Δεν ξέρεις τι απ’ όλα αυτά είναι αλήθεια! Ίσως η μητέρα σου πέθανε πράγματι! Δεν είναι δυνατόν να θυμηθείς τι συνέβη -ήσουν πολύ μικρός. Επειδή δε σας απήγαγαν, δε σημαίνει ότι σε εγκατέλειψε. Στο κάτω κάτω για ποιο λόγο θα σ’ έπαιρνε μαζί της αν δε σε ήθελε; Θα ήταν πιο εύκολο για κείνη να σ’ αφήσει πίσω. Είναι πιο πρακτικό να ταξιδεύει κανείς χωρίς παιδιά. Και θα πρέπει να ήξερε ότι ένας άντρας ήταν πιθανότερο να κυνηγήσει τη γυναίκα του αν είχε πάρει μαζί της το γιο και κληρονόμο του φεύγοντας. Όχι, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι σε πήρε μαζί της γιατί δεν άντεχε να σ’ αφήσει πίσω. Θα πρέπει να σ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Ό,τι κι αν αισθανόταν για τον άντρα της ή για το γάμο της ή για τον υποτιθέμενο εραστή της, εσένα θα πρέπει να σ’ αγαπούσε». «Και τότε πώς κατέληξα μόνος μου στο Λονδίνο;» «Δεν ξέρω. Δε νομίζω πως θα μάθουμε ποτέ. Ένα σωρό πράγματα μπορεί να συνέβησαν. Ίσως αρρώστησε και πέθανε εκεί, και ο άντρας που ήταν μαζί της σε εγκατέλειψε. Ή ίσως σας εγκατέλειψε και τους δύο και μετά εκείνη αρρώστησε και πέθανε, ή ακόμα ίσως κάποιος σε άρπαξε από κοντά της». «Ή μπορεί ο εραστής της να βαρέθηκε να σέρνει μαζί του ένα παιδί και απαίτησε να με αφήσει πίσω. Πρόδωσε τον άντρα της. Σπίλωσε το όνομά της. Γιατί θα δίσταζε να εγκαταλείψει ένα παιδί που της δυσκόλευε τη ζωή;» Η καρδιά της καιγόταν από συμπόνια για κείνον. Της ήταν αδύνατον να φανταστεί πώς ένιωθε στη σκέψη ότι τον είχε εγκαταλείψει η ίδια του η μητέρα. Παρά τα προβλήματα που είχε με τον

~ 178 ~


πατέρα της, τουλάχιστον ήταν σίγουρη ότι η μητέρα της την αγαπούσε. Πώς ήταν άραγε να μην έχει κανείς αυτή τη βέβαιη, ανιδιοτελή αγάπη; Ο Γκίντεον ήταν ολομόναχος σχεδόν από τη μέρα που είχε γεννηθεί, χωρίς κανέναν δίπλα του για να βασιστεί ή να εμπιστευτεί απολύτως. «Λυπάμαι», μουρμούρισε, ξέροντας πόσο ανεπαρκή ήταν τα λ ό για της. Δεν ήξερε με τι τρόπο να του δείξει τη συμπόνια της ούτε, φυσικά, να κατανοήσει πλήρως τι αισθανόταν. Ο Γκίντεον ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Αυτό το νέο δεν αλλάζει τη ζωή μου με κανέναν τρόπο. Άλλωστε δε θυμάμαι καθόλου τη μητέρα μου. Και ένας άνθρωπος που δεν τον γνωρίζεις δεν μπορεί ποτέ να σε προδώσει». «Ναι, όμως αυτό που πιστεύεις είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που θυμάσαι. Ήσουν βέβαιος ότι η μητέρα σου δε σε εγκατέλειψε, διαφορετικά θα αισθανόσουν προδομένος». «Αυτό που πιστεύω δεν αλλάζει τα γεγονότα. Μόνος μου ήμουν τότε, μόνος μου είμαι και τώρα». «Όχι, δεν είσαι μόνος σου!» φώναξε, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του, και άπλωσε το χέρι για να τον αγγίξει στο μπράτσο. Ετοιμάστηκε να του πει ότι ήταν μαζί του, αλλά την τελευταία στιγμή συνειδητοποίησε ότι κάτι τέτοιο υπονοούσε ένα δέσιμο μεταξύ τους που δεν υπήρχε. Μπορεί να ήταν μαζί του εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό δε θα κρατούσε για πολύ. Δε θα έμενε μαζί του ούτε ως σύζυγος ούτε ως φίλη στο τέλος αυτών των δύο εβδομάδων. Κατέβασε το χέρι της και κοίταξε αλλού. «Θέλω να πω... ότι θα παντρευτείς σύντομα. Θα έχεις τη συντροφιά και τη στήριξη της συζύγου σου, οπότε δε θα είσαι πλέον μόνος». Εκείνος γέλασε ξερά. «Μια γυναίκα που δε διστάζει να παντρευτεί έναν ανυπόληπτο τύπο μόνο για να κερδίσει πλούτη και τίτλο; Για κάποιο λόγο αδυνατώ να πιστέψω ότι από μια τέτοια γυναίκα μπορώ να περιμένω στήριξη και συντροφικότητα». «Δεν είναι απαραίτητο να γίνει έτσι». «Μη μου πεις ότι το πιστεύεις αυτό που λες. Δε συνάδει με την απροθυμία σου να παντρευτείς. Πώς να περιμένω υποστήριξη και συντροφικότητα, για να μην πω αγάπη, από μια γυναίκα που κατά τη γνώμη σου θα κακοποιώ και θα καταδυναστεύω;» «Δεν είπα ποτέ ότι θα καταδυναστεύεις ή ότι θα κακοποιείς τη γυναίκα σου». «Κάτι τέτοιο υπαινίχθηκες». «Όχι, απλώς δεν είμαι διατεθειμένη να σκλαβωθώ σε μια ζωή που με περιμένει αν κάνω λανθασμένη επιλογή. Δεν είμαι σαν τις

~ 179 ~


άλλες. Ελάχιστες γυναίκες περιμένουν ή έστω σκέφτονται το χειρότερο για το τι τους επιφυλάσσει ένας γάμος. Πολλές είναι ερωτευμένες με τους συζύγους τους. Άλλες υποστηρίζουν ότι ο γάμος είναι ένας συνεταιρισμός, η ένωση δύο ανθρώπων. Στη χειρότερη περίπτωση σου εξασφαλίζει μία σύζυγο και παιδιά -και θα αποκτήσεις την οικογένεια που δεν είχες όταν ήσουν μικρός». «Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω οικογένεια για τον εαυτό μου», απάντησε εκείνος κοφτά. «Σου το είπα όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Κάνω απλώς αυτό που είναι λογικό για έναν άντρα της θέσης μου. Με άλλα λόγια, το καθήκον μου. Δε σκοπεύω να παντρευτώ από έρωτα». «Τότε προσφέρεις στη γυναίκα σου μια κενή ζωή», του αντιγύρισε θυμωμένα. «Της προσφέρω πλούτη, τίτλο ευγενείας και ανέσεις. Το μόνο μείον σε αυτόν το διακανονισμό είμαι εγώ, γι’ αυτό θα φροντίσω να της επιβάλλω την παρουσία μου όσο το δυνατόν λιγότερο». Το πρόσωπό του ήταν σκληρό και σφιγμένο, το βλέμμα του ψυχρό σαν πάγος. Εκείνη τη στιγμή της φαινόταν ξένος. «Μπορώ να τη διαβεβαιώσω ότι κοντά μου δεν πρόκειται να πάθει κανένα κακό, ούτε να νιώσει ότι ασφυκτιά». «Όχι. Μόνο ότι την αγνοείς». «Γιατί σε ενδιαφέρουν οι προθέσεις μου απέναντι στη μέλλουσα σύζυγό μου; Έχεις δηλώσει αμέτρητες φορές ότι δε σε ενδιαφέρει αυτός ο ρόλος. Νόμιζα ότι μια τέτοια συνεννόηση θα σε εξυπηρετούσε στο έπακρο -θ α ήσουν ελεύθερη να ορίσεις τον εαυτό σου και δε θα αντιμετώπιζες κανένα από τα ενοχλητικά προβλήματα που δημιουργεί η παρουσία ενός συζύγου. Όμως μου είπες ξανά και ξανά ότι δε σκοπεύεις να με παντρευτείς. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί σε απασχολεί πώς θα είναι ο γάμος μου». «Δε με απασχολεί!» του φώναξε κοιτάζοντάς τον αγριωπά. Για κάμποσες στιγμές αναμετρήθηκαν με το βλέμμα, κοιτάζοντας θυμωμένα ο ένας τον άλλο. Στο τέλος ο Γκίντεον γύρισε στο πλάι και αναστέναξε. «Με συγχωρείς. Σ’ το είπα ότι είμαι κακή συντροφιά απόψε. Καλύτερα να πηγαίνω τώρα». Έφυγε και τράβηξε κατά το σπίτι. Η Αϊρίν τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται. Τελικά αναστέναξε και πήρε κι εκείνη το μονοπάτι. Ήταν ενοχλημένη, όχι μόνο με τον Γκίντεον αλλά και με τον εαυτό της. Δεν ήξερε γιατί είχε πει όσα του είχε πει. Ο Γκίντεον είχε δίκιο σε όλα. Δε σκόπευε να τον παντρευτεί· τον είχε βεβαιώσει ρητά γι’ αυτό πολλές φορές. Επομένως δεν την αφορούσε τι είδους γάμο θα έκανε. Μπορεί να ευχόταν ~ 180 ~


την ευτυχία του, αλλά δεν επηρέαζε με κανέναν τρόπο τη δική της ζωή. Τώρα που ήταν πιο ήρεμη, αντιλαμβανόταν το παράλογο της συζήτησής τους. Προσπαθούσε να τον πείσει χρησιμοποιώντας τα ίδια επιχειρήματα με τα οποία την πίεζαν η μητέρα της και άλλοι επί χρόνια. Πόσες φορές είχε ακούσει ότι ο γάμος είναι μια αληθινή ένωση ψυχών; Πόσο συχνά τη διαβεβαίωναν ότι ο άντρας της θα της παρείχε ευτυχία και αγάπη ως το θάνατό της; Πάντα γελούσε ειρωνικά με αυτές τις δηλώσεις. Κι όμως εκείνη τη μέρα τον είχε ζαλίσει με τις ίδιες ανοησίες. Μήπως κατά βάθος πιστεύω αυτές τις ρομαντικές ιδέες περί αγάπης και γάμου; Όχι, δεν ήταν δυνατό. Βέβαια εκείνο το απόγευμα ήταν κάπως αναστατωμένη ύστερα από τη συζήτησή της με τον Γκίντεον στον κήπο. Ίσως είχε κλονίσει τη βεβαιότητά της, ίσως την είχε κάνει να αναρωτηθεί για λίγο μήπως ήταν λάθος της να τον απορρίπτει. Όμως αυτή δεν ήταν παρά μια στιγμιαία ανοησία. Ήξερε τι σήμαινε γάμος στην πραγματικότητα. Όχι, δεν τα πίστευε αυτά που του είχε πει. Είχε απλώς προσπαθήσει να τον παρηγορήσει σε μια δύσκολη στιγμή, να τον κάνει να αισθανθεί καλύτερα. Κι έτσι του είχε πει το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό· αυτό που ευχόταν κι εκείνη να ήταν αληθινό. Σταμάτησε απότομα, αιφνιδιασμένη από τη σκέψη της. Δεν είχε αντιληφθεί ότι έτρεφε έναν τέτοιο ευσεβή πόθο, αλλά να που συνέβαινε. Όμως ήταν πρακτική, ρεαλίστρια, και δεν ήταν δυνατόν να κρύβει μέσα της μια τόσο ρομαντική άποψη για τον έρωτα και το γάμο. Όμως βαθιά μέσα της δεν ευχόταν να ήταν στ’ αλήθεια έτσι; Μήπως υπήρχε μια έντονη επιθυμία γι’ αυτού του είδους την αγάπη -μια επιθυμία που είχε ξυπνήσει ο Γκίντεον; Κάθισε σε ένα πέτρινο παγκάκι στην άκρη του μονοπατιού, γιατί ξαφνικά τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Ένιωθε σαν να μη γνώριζε πια τον εαυτό της. Και ήταν πάντα τόσο σίγουρη... τόσο βέβαιη ότι είχε δίκιο. Και μάλιστα έτρεφε μια μικρή αυτάρεσκη ικανοποίηση για το ότι δεν έμοιαζε στην πλειοψηφία των γυναικών. Αν όμως δεν ήταν τόσο απόλυτη στις πεποιθήσεις της αλλά απλώς δεν είχε γνωρίσει κάποιον που μπορούσε να την κάνει να νιώσει όπως ο Γκίντεον; Της άρεσε ο τρόπος που τη φιλούσε· της γεννούσε πρωτόγνωρα συναισθήματα που ούτε καν είχε ονειρευτεί ποτέ. Όμως την τρόμαζε κιόλας. Πού θα την οδηγούσε αυτή η επιθυμία; Ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να πάει ενάντια σε όλα όσα πί-

~ 181 ~


στευε τόσα χρόνια απλώς και μόνο επειδή είχε γεννηθεί αυτή η λαχτάρα μέσα της. Ακόμα κι αν μυστικά ευχόταν να μπορούσε να ανθίσει ένας έρωτας στο πλαίσιο ενός γάμου, τι σημασία είχε; Ήξερε ότι δεν ήταν παρά ευσεβής πόθος. Δεν ήταν πραγματικότητα. Κι αν χρειαζόταν υπενθύμιση γι’ αυτό, μόλις της την είχε δώσει ο ίδιος ο Γκίντεον, που πρόσφερε ένα γάμο τόσο ψυχρό και αδιάφορο, ώστε θα μπορούσε να παγώσει ακόμα και την πιο αισιόδοξη καρδιά. Όχι, ακόμα κι αν τα αισθήματά της είχαν αλλάξει, η πραγματικότητα παρέμενε ίδια. Ο γάμος ήταν μια παγίδα για τις γυναίκες και αν το ξεχνούσε, θα το μετάνιωνε όλη της τη ζωή. Συνειδητοποίησε ότι είχε φερθεί τόσο ανόητα όσο όλες εκείνες οι γυναίκες που κατέκρινε ως τώρα. Τουλάχιστον όμως το ήξερε και μπορούσε να βάλει ένα τέλος σε αυτή την ανόητη συμπεριφορά. Όσο κι αν τον συμπονούσε, όσο κι αν της άρεσε να μιλά μαζί του, δεν ήταν διατεθειμένη να του δώσει άλλη φορά την ευκαιρία να την πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο επιτρεπόταν. Δε θα υπήρχαν άλλοι περίπατοι μαζί του στον κήπο ή φλερτάρισμα την ώρα που χόρευαν. Βρισκόταν εκεί για να τον βοηθήσει να βρει την κατάλληλη σύζυγο. Οι υποψήφιες θα έφταναν σε δύο μέρες. Κι εκείνη θα φρόντιζε ώστε μία από αυτές να γίνει η νέα κόμισσα του Ράντμπορν. Κούνησε κοφτά το κεφάλι της, σαν να ανακοίνωνε μια τελεσίδικη απόφαση σε κάποιον που βρισκόταν απέναντι της, και σηκώθηκε. Ένιωθε έναν ακαθόριστό μικρό πόνο στο στήθος αλλά ήταν αποφασισμένη να τον αγνοήσει. Θα περνούσε σύντομα, άλλωστε, και θα επικέντρωνε την προσοχή της στο έργο που είχε αναλάβει. Ίσιωσε την πλάτη της, τέντωσε τους ώμους και προχώρησε προς το σπίτι.

~ 182 ~


Κεφάλαιο 14

Την επόμενη μέρα επικρατούσε αναβρασμός. Ο Γκίντεον έφυγε αμέσως μετά το πρόγευμα για το γραφείο του διαχειριστή του κτήματος και έλειψε όλη τη μέρα. Η απουσία του έδωσε τη δυνατότητα στη Φραντσέσκα και στην Αϊρίν να απαλλαγούν από τα μαθήματα χορού και να ασχοληθούν με την επικείμενη δεξίωση. Ευτυχώς που κανένας άλλος δε φαίνεται διατεθειμένος να το κάνει, σκέφτηκε η Αϊρίν. Η γιαγιά του Γκίντεον αποσύρθηκε στο δωμάτιό της γιατί δεν αισθανόταν καλά και η καμαριέρα της δεν επέτρεπε σε κανέναν να μπει, αλλά φυσικά η λαίδη Οντίλια έκαμψε τις αντιστάσεις της καημένης γυναίκας και μπήκε για να μιλήσει με την Πάνσι. Επειδή όμως αυτό που είχε οδηγήσει τη λαίδη Πάνσι σε αυτό το σημείο ήταν τα σκληρά λόγια που είχε ξεστομίσει η αδελφή της για κείνη και το γιο της το προηγούμενο βράδυ, η παρουσία της Οντίλια δε βοήθησε να βελτιωθεί η κατάστασή της. Η νεότερη λαίδη Ράντμπορν υπέφερε επίσης από νευρικό κλονισμό που της είχε προκαλέσει η είδηση. Κάθε τόσο ξεσπούσε σε κλάματα και δήλωνε ότι δεν έπρεπε να παντρευτεί ποτέ τον Σέσιλ. Ακόμα και η χαλκέντερη λαίδη Οντίλια ήταν φανερά αναστατωμένη από την εξέλιξη. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει η λαίδη Κλερ όλη της την ικανότητα στην επίλυση διαφορών και την παρηγόρηση για να συνεφέρει κάπως τις τρεις γυναίκες. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα όλες οι λεπτομέρειες της τελευταίας στιγμής να πέσουν στους ώμους της Φραντσέσκα και της Αϊρίν. Τα ανθοδοχεία έπρεπε να γεμίσουν, οι κάρτες των συνδαιτυμόνων να γραφτούν με ωραία πλαγιαστή καλλιγραφία, το πρόγραμμα του χορού να επιβεβαιωθεί, οι ερωτήσεις των αλαφιασμένων υπηρετών να απαντηθούν, τα μενού να εγκριθούν ή να αλλαχθούν και φυσικά ένα πλήθος προβλημάτων που προέκυπταν πάντα κάτι τέτοιες στιγμές να λυθούν. Επιτέλους, αργά το απόγευμα, η Αϊρίν κατάφερε να αποσπάσει ~ 183 ~


τη Φραντσέσκα από τα νύχια της οικονόμου και να την πάρει για έναν αναζωογονητικό περίπατο στους κήπους. «Δόξα τω Θεώ που με τράβηξες μακριά από το σπίτι», είπε η Φραντσέσκα αναστενάζοντας. Την έπιασε αγκαζέ και έστρεψε το πρόσωπό της προς τον ουρανό για να ρουφήξει το ζεστό ήλιο. «Τι γεγονός! Βέβαια έρχεται την πιο ακατάλληλη στιγμή και τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα επειδή δε γνωρίζω το υπηρετικό προσωπικό και το σπίτι. Νομίζω ότι ο Χόροουζ γυρεύει δικαιολογίες για να μου πει ότι αυτό και το άλλο δε γίνονται». «Τον αντιμετώπισες πολύ καλύτερα απ’ όσο αν ήμουν εγώ στη θέση σου», απάντησε η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Έχω μεγάλη πείρα. Ο μπάτλερ μας στο πατρικό των Χόξτον ήταν κάπως έτσι. Δεν ξέρεις πόσο ξελάφρωσα όταν τον κληρονόμησε μαζί με το σπίτι ο διάδοχος του λόρδου Χόξτον». Η Αϊρίν γέλασε. «Θα νόμιζε κανείς ότι ήταν δεμένος με τον τόπο». «Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που πραγματικά γίνονται ένα με τον τόπο. Πάντα έλεγε “μα εμείς στο Χ ο λ δεν το κάνουμε έτσι, λαίδη μου”. Λες και βρισκόταν εκεί από τότε που ο πρώτος λόρδος Χόξτον έβαλε το θεμέλιο λίθο». Μόρφασε ειρωνικά. «Πάντως θέλω να σε ευχαριστήσω για την πολύτιμη βοήθειά σου». «Νομίζω πως το να γράψω μερικές κάρτες για το τραπέζι και να γεμίσω μερικά ανθοδοχεία δεν ήταν καμία σπουδαία δουλειά. Άλλωστε έχω πολύ ελεύθερο χρόνο αφού ο Γκίντεον αποφάσισε να σταματήσει τα μαθήματα». «Ασφαλώς αναστατώθηκε από αυτά που έμαθε. Θα πρέπει να ήταν μεγάλο σοκ γι’ αυτόν. Μίλησες καθόλου μαζί του;» «Του μίλησα, αλλά δεν ωφέλησε σε τίποτε. Όσο κι αν τον αναστάτωσαν τα νέα, έμεινε αδάκρυτος». «Το προτιμώ χίλιες φορές. Έχοντας δίπλα μου την Τερέζα τις δύο τελευταίες ώρες, θα ήταν μια ευχάριστη αλλαγή. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα ήταν τόσο αδύναμη». «Και δεν είχε καν την παραμικρή ανάμιξη σε όσα έγιναν». «Ναι, αλλά φοβάται ότι αυτή η αποκάλυψη θα θέσει εν αμφιβάλω τη νομιμότητα του γάμου της». Η Αϊρίν αναστέναξε. «Δεν έχει άδικο. Αν η πρώτη λαίδη Ράντμπορν δεν έπεσε θύμα απαγωγής αλλά το έσκασε με τον εραστή της, πιθανότατα είναι ακόμα ζωντανή. Και αν ζει ακόμα, τότε ο λόρδος Ράντμπορν δεν είχε έννομο δικαίωμα να παντρευτεί την Τερέζα». «Ακριβώς. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο καημένος ο Τίμοθι

~ 184 ~


είναι νόθος και δε θα γίνει ποτέ κληρονόμος του Γκίντεον. Θα πρέπει να είναι τεράστια η απογοήτευση για την Τερέζα». «Όμως ο λόρδος Σέσιλ είχε φροντίσει πρώτα να κηρυχτεί νεκρή η μητέρα του Γκίντεον. Ακολούθησε όλες τις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος. Και η λαίδη δεν έχει εμφανιστεί τόσα χρόνια». «Ασφαλώς θα μπορούσε να πάρει διαζύγιο λόγω εγκατάλειψης συζυγικής στέγης. Όμως αυτό που είπε η λαίδη Οντίλια -και έκανε πάλι την Τερέζα να βάλει τα κλάματα- είναι πως αν ο λόρδος Σέσιλ γνώριζε πως η Σελήνη ζούσε, διέπραξε απάτη ζητώντας από το δικαστήριο να την κηρύξει νεκρή. Γιατί ασφαλώς θα χρειάστηκε να ορκιστεί ότι τη θεωρεί νεκρή, δε νομίζεις;» «Μάλλον. Πάντως είναι τρομερό μπέρδεμα. Για να πω την αλήθεια, τη λυπάμαι λιγάκι την Τερέζα». «Εγώ λυπάμαι την καημένη την Πάνσι. Η Οντίλια της έσυρε τα εξ αμάξης!» Η Αϊρίν χαμογέλασε. «Κατανοώ απολύτως την οργή της. Πιστεύω ότι ο πατέρας και η γιαγιά του Γκίντεον χειρίστηκαν την υπόθεση με το χειρότερο δυνατό τρόπο». Η Φραντσέσκα συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. «Απ’ ό,τι λέει η Οντίλια, γίνεται φανερό ότι ο λόρδος Σέσιλ πρώτα αντιδρούσε και μετά σκεφτόταν. Και η Πάνσι είναι ο πιο αναποφάσιστος και άβουλος άνθρωπος που έχω γνωρίσει». «Κατανοητό, αν έχεις μεγαλώσει στη σκιά της Οντίλια», παρατήρησε ξερά η Αϊρίν. «Ναι, ποιος μπορεί να ψέξει τη δύστυχη γυναίκα; Όλοι οι Λάιλ που γνώρισα είναι δυναμικοί και αυταρχικοί. Σχεδόν πάντα επιβάλλουν τη θέλησή τους και όταν συγκρούονται με κάποιον, είναι τρομερό». Έκανε πως ανατριχιάζει. «Φαντάζομαι την καημένη την Πάνσι να γίνεται σκόνη ανάμεσά τους». Έκαναν τον κύκλο του κεντρικού κήπου και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι ενώ μιλούσαν. Η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τη βεράντα που ανοιγόταν μπροστά τους. «Ώρα να επιστρέφουμε», είπε χωρίς ενθουσιασμό. Η Αϊρίν συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. «Ναι. Έχω κι άλλες κάρτες να γράψω πριν από το δείπνο». «Εσύ, Αϊρίν;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς τη. «Είσαι... καλά;» «Ναι, φυσικά», της απάντησε χαμογελώντας. «Τα νέα με ξάφνιασαν, αλλά δε με αφορούν». «Αφορούν όμως το λόρδο Ράντμπορν, οπότε...» Η Αϊρίν ανασήκωσε τους ώμους της. «Δε διαφωνώ, αλλά ακόμα κι έτσι με αφορούν ελάχιστα. Για να είμαι ειλικρινής, χάρηκα

~ 185 ~


που έφυγε από το σπίτι σήμερα. Μου έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ με άλλα πράγματα». Η Φραντσέσκα έσμιξε τα φρύδια της, κοιτώντας τη με απορία, και η Αϊρίν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να της δώσει εξηγήσεις, αλλά τη στιγμή εκείνη μπήκαν στο σπίτι από την πίσω πόρτα και σταμάτησαν ακούγοντας υψωμένες φωνές. Πίσω από την κλειστή πόρτα του μικρού σαλονιού εκεί κοντά γινόταν κάποια λογομαχία και μερικές στιγμές αργότερα ένας άντρας ακούστηκε να φωνάζει: «Αδύνατον!» Ακολούθησε η κλαμένη φωνή μια γυναίκας, αλλά ήταν πιο χαμηλή και δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τι έλεγε. Η Φραντσέσκα και η Αϊρίν κοιτάχτηκαν αμήχανα. Ήταν λεπτή η θέση τους και καμία από τις δύο δεν ήξερε αν έπρεπε να ξαναγυρίσουν στη βεράντα και να περιμένουν να τελειώσει ο καβγάς ή να προχωρήσουν αθόρυβα στο διάδρομο, ελπίζοντας να απομακρυνθούν πριν ανοίξει η πόρτα. Έμειναν για λίγο εκεί αναποφάσιστες, ενώ οι φωνές από μέσα συνεχίζονταν. «Όχι!» ακούστηκε να λέει ο άντρας. Συμπλήρωσε κάτι ακατάληπτο και μετά « .. .δεν το πιστεύω!» Η Αϊρίν κοίταξε τη φίλη της και έδειξε με το κεφάλι προς το βάθος του διαδρόμου. Η Φραντσέσκα ένευσε καταφατικά και προχώρησαν βιαστικά όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Κόντευαν να φτάσουν στον προθάλαμο της εισόδου όταν η πόρτα του σαλονιού άνοιξε με πάταγο. Η Αϊρίν αναπήδησε τρομαγμένη και γύρισε ενστικτωδώς προς τα εκεί. Ο Τζάσπερ, ο θείος του Γκίντεον, στεκόταν στο άνοιγμα και το πρόσωπό του είχε οργισμένη όψη. Πίσω του, από το εσωτερικό του σαλονιού, μια γυναίκα φώναξε παρακλητικά: «Πώς το ξέρεις; Δεν ήσουν καν εδώ! Είχες φύγει για να καταταγείς στο στρατό!» Ο Τζάσπερ στράφηκε προς το δωμάτιο και απάντησε θυμωμένα: «Όχι, δεν ήμουν εδώ και πάντα μετανιώνω γι’ αυτό! Έπρεπε να τους βρω και να τους φέρω πίσω!» Γύρισε πάλι προς το διάδρομο και για πρώτη φορά κοίταξε προς το σημείο όπου στέκονταν η Αϊρίν και η Φραντσέσκα, παραλυμένες από αμηχανία, και σταμάτησε απότομα. Πρόφερε μια βλαστήμια μέσα από τα δόντια του και προσπάθησε να συγκρατήσει την οργή του. Τελικά αναστέναξε και έκανε μια μικρή υπόκλιση προς το μέρος τους. «Κυρίες μου. Παρακαλώ να με συγχωρήσετε». Η Πάνσι βγήκε στην πόρτα στρίβοντας νευρικά ένα μαντίλι στα δάχτυλά της. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα, τα δάκρυα ~ 186 ~


αυλάκωναν τα μάγουλά της και φαινόταν ακόμα πιο εύθραυστη απ’ όσο συνήθως, λες και με το πρώτο φύσημα του αέρα θα κατέρρεε. «Ω!» Όταν είδε τις άλλες γυναίκες, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Ω, Θεέ μου». Σκούπισε τα μάτια της με το μαντίλι. «Τζάσπερ ...» «Ναι, μητέρα. Ξέρω. Κυρίες μου, σας ζητώ συγνώμη για τη σκηνή». Μισογύρισε προς την Πάνσι και χωρίς να την κοιτάζει, συνέχισε: «Μητέρα, ελπίζω να με συγχωρήσεις. Τα νέα με συγκλόνισαν». Έσφιξε τα χείλη του και σαν να μην μπορούσε να συγκρατηθεί, πρόσθεσε: «Αλλά κάνεις λάθος». Κοίταξε πάλι την Αϊρίν και τη Φραντσέσκα. «Δεν έχω γνωρίσει καλύτερη γυναίκα ή μητέρα από τη σύζυγο του Σέσιλ. Είμαι βέβαιος ότι δεν έφυγε με τον εραστή της. Και ποτέ δε θα εγκατέλειπε το παιδί της». Με αυτά τα λόγια, γύρισε, πέρασε από μπροστά τους και βγήκε από την μπροστινή πόρτα. Η μητέρα του βγήκε στο διάδρομο συνεχίζοντας να σκουπίζει τα μάτια της. «Τζάσπερ...» Όταν εκείνος δεν επέστρεψε, η γυναίκα κοίταξε τη Φραντσέσκα και την Αϊρίν. «Δεν καταλαβαίνει», τους είπε με απόγνωση. «Δεν καταλαβαίνει τι σκάνδαλο θα ξεσπούσε». Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν την άλλη μέρα και σχεδόν όλος ο χρόνος της Αϊρίν αναλώθηκε στο να βοηθήσει τη Φραντσέσκα να τους τακτοποιήσει, αφού η γιαγιά του Γκίντεον αρνήθηκε να βγει από το δωμάτιό της παρά τις επίμονες προσπάθειες της Οντίλια να την πείσει να κατέβει για να υποδεχθεί τους καλεσμένους τους. Η λαίδη Τερέζα εμφανίστηκε μεν στο σαλόνι, αλλά ήταν φανερό ότι παρά την ξιπασιά της δεν ήταν προετοιμασμένη για μια τέτοια περίσταση. Δε γνώριζε κανέναν από τους επισκέπτες και φαινόταν κάπως πτοημένη από το γεγονός ότι υποδεχόταν τόσους αριστοκράτες μαζεμένους. Δε μίλησε σχεδόν καθόλου, εκτός από μερικές κοινοτοπίες για τον καιρό, και αν κάποιος της έκανε μια ερώτηση, τον παρέπεμπε στη Φραντσέσκα ή την Αϊρίν. Ο πρώτος που έφτασε ήταν ο φίλος του Γκίντεον, ο Πιρς Άλντεναμ. Ξανθός, λεπτός και κομψά ντυμένος, όταν ο Χόροουζ τον συνόδευσε στο σαλόνι με ένα ύφος απόλυτης απαξίωσης, ο Άλντεναμ έκανε μια σχεδόν άψογη υπόκλιση στις κυρίες. «Είναι τιμή μου που σας γνωρίζω», δήλωσε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Αλλά και χαρά. Θα πρέπει όμως να μαλώσω τον φίλο μου, τον Γκίντεον. Δε με προετοίμασε για την ομορφιά των κυριών που θα συναντούσα εδώ. Έχω μείνει κατάπληκτος». «Ούτε κι εμάς ενημέρωσε ότι είστε τόσο κόλακας», απάντησε ~ 187 ~


χαμογελώντας η Αϊρίν, έχοντας συμπαθήσει αμέσως το χαρωπό χαμόγελό του και την απόλυτη έλλειψη αμηχανίας εκ μέρους του. Ο Άλντεναμ ήταν ολοφάνερα ένας άνθρωπος που αισθανόταν άνετα όπου κι αν βρισκόταν. «Γίνομαι πολύ πιο εύγλωττος όταν έχω μπροστά μου ωραίες κυρίες», της απάντησε. «Πιρς!» Ο Γκίντεον μπήκε στο σαλόνι χαμογελώντας πλατιά. «Μη μου πεις πως ξύπνησες νωρίς για να βρίσκεσαι εδώ τέτοια ώρα». «Γκίντεον!» Ο Πιρς γύρισε και χτύπησε τον φίλο του στην πλάτη, σφίγγοντας ταυτόχρονα το χέρι που του πρόσφερε. «Σε βεβαιώνω πως όχι. Έφτασα αργά χτες το βράδυ και δεν ήθελα να σας ενοχλήσω. ΓΓ αυτό κατέλυσα στο πανδοχείο και έπεσα αμέσως για ύπνο». «Θα στείλω κάποιον να φέρει τα πράγματά σου». Ο Πιρς κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και χαμογέλασε. «Ανοησίες. Είμαι μια χαρά εκεί. Το δωμάτιο είναι πολύ ωραίο». «Μη λες ανοησίες. Εδώ θα μείνεις».· Ο Πιρς κοίταξε φευγαλέα τις γυναίκες. «Μπορεί να μεγάλωσες χωρίς μητέρα και αδελφή, αλλά δε συνέβη το ίδιο και μ’ εμένα. Σε βεβαιώνω ότι ο φιλοξενούμενος της τελευταίας στιγμής κάνει το σπίτι άνω κάτω, και θα μας μισήσουν και τους δύο». Η Αϊρίν είδε τον Γκίντεον να τον κοιτάζει σκεφτικός και κατάλαβε ότι, όπως κι εκείνη, ήξερε πως ο φίλος του επέμενε να μείνει στο πανδοχείο για να μη τον φέρει σε σύγκρουση με τους συγγενείς του. Αυτό την έκανε να τον εκτιμήσει, όμως ήξερε ότι ο Γκίντεον δε θα επέτρεπε να μείνει ο φίλος του αλλού. Και έπειτα από όσα είχαν μεσολαβήσει, χρειαζόταν όσους φίλους γινόταν να έχει κοντά του. «Ω, όχι, κύριε Άλντεναμ, μας αδικείτε», είπε ανάλαφρα. «Δεν είμαστε πια και τόσο ανίκανες. Έχουμε ήδη προνοήσει για τη διαμονή σας». Αυτό ήταν αλήθεια. Η ίδια είχε φροντίσει να ετοιμαστεί ένα δωμάτιο για τον Άλντεναμ. Ο Πιρς της χαμογέλασε ξαφνιασμένος. «Είστε ευγενική και άξια εκτός από πολύ ωραία, λαίδη μου. Ωστόσο εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα ήταν ασυγχώρητα αγενές εκ μέρους μου». «Δεν είναι καθόλου αγενές. Το ότι φτάσατε καθυστερημένα δεν οφείλεται καθόλου σ’ εσάς αλλά στο λόρδο Ράντμπορν. Άρα, αν υπάρχει κάποια αγένεια, είναι εξ ολοκλήρου δική του -και σας βεβαιώνω ότι είμαστε όλοι μας μαθημένοι στην αγένεια του λόρδου». Ο Πιρς γέλασε βροντερά. «Εντάξει, λοιπόν. Με πείσατε, λαίδη ~ 188 ~


μου. Στείλε να φέρουν τα πράγματά μου, Γκιντ». «Αμέσως». Ο Γκίντεον κοίταξε την Αϊρίν και για μια στιγμή η παγωμένη έκφραση που είχε το πρόσωπό του τις τελευταίες μέρες αντικαταστάθηκε από ζεστασιά κι ευγνωμοσύνη. Την επόμενη στιγμή όμως ξαναπήρε το ύφος της ψυχρής ευγένειας και έκανε μεταβολή. «Έλα, Πιρς, θα σου δείξω τα κατατόπια. Κυρίες μου, μας επιτρέπετε». Ο Πιρς τις φιλοδώρησε με άλλη μία υπόκλιση και ένα αφοπλιστικό χαμόγελο και οι δύο άντρες έφυγαν. «Για δες!» αναφώνησε η Οντίλια. «Πολύ καθώς πρέπει νεαρός, θα έλεγα». «Δεν είναι καθόλου όπως περίμενα», ομολόγησε η Φραντσέσκα. «Από τον τρόπο ομιλίας και την εμφάνισή του θα μπορούσε πολύ εύκολα να τον περάσει κανείς για ευγενή». «Υποψιάζομαι ότι ο λόρδος Ράντμπορν μας παραπλάνησε λιγάκι ως προς το τι έπρεπε να περιμένουμε από τον κύριο Άλντεναμ», είπε ξερά η Αϊρίν. «Χωρίς αμφιβολία διασκέδασε βλέποντάς μας να αντιδρούμε με τρόμο στην προοπτική μιας αμήχανης κατάστασης». «Πάντως σίγουρα όλοι θα αναρωτηθούν ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος», είπε η Φραντσέσκα. «Τουλάχιστον δε θα αισθανθούν προσβεβλημένοι από την παρουσία του, ούτε θα θελήσουν να φύγουν για να μην τον υποστούν». Η Αϊρίν χαμογέλασε πονηρά. «Περίμενε να δούμε μήπως σε φέρουν σε σημείο να εύχεσαι να διώξει κάποιους απ’ αυτούς άρον άρον». Ο επόμενος καλεσμένος που μπήκε στο σαλόνι ήταν η μις Ροβένα Σάρτον, μια ξανθή με κουκλίστικο πρόσωπο, γαλανά μάτια και αλαβάστρινη επιδερμίδα. Έφτασε δύο ώρες αργότερα συνοδευόμενη από τον αδελφό της Πέρσι, που είχε τα ίδια χρώματα με την αδελφή του και ένα ευχάριστο, αν και κάπως αφηρημένο, χαμόγελο, και τη μητέρα της, μια στρουμπουλή, ευπροσήγορη γυναίκα στην οποία η Αϊρίν σκέφτηκε ότι θα έμοιαζε η Ροβένα ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια. Ο Γκίντεον, όπως είχε προβλέψει η Αϊρίν, δεν επανεμφανίστηκε στο σαλόνι και το ένστικτό της της είπε ότι δε θα τον ξανάβλεπαν νωρίτερα από το δείπνο. Ωστόσο δεν πρόβαλε καμία δικαιολογία για την απουσία του στις κυρίες. Άλλωστε αργά ή γρήγορα οι κοπέλες θα έρχονταν αντιμέτωπες με το χαρακτήρα του- οπότε δεν έβλαπτε να πάρουν μια πρόγευση όσο νωρίτερα γινόταν. Στα μέσα του απογεύματος έφτασε η κυρία Φέρινγκτον με την κόρη της, τη Νόρα, και για κακή τους τύχη λίγες στιγμές αργότερα έκανε την εμφάνισή της η λαίδη Σόλσμπριτζ με τις δύο θυγατέρες ~ 189 ~


της. Αμέσως μόλις αντίκρισε την ελκυστική μελαχρινή κυρία Φέρινγκτον καθισμένη στον καναπέ του σαλονιού να συζητά με τη λαίδη Οντίλια, έριξε μια φουρκισμένη ματιά στη Φραντσέσκα και στην Αϊρίν. «Λαίδη Σόλσμπριτζ. Φλόρα Μαριάν». Η Φραντσέσκα πήγε βιαστικά κοντά τους χαμογελαστή και με τα δύο χέρια απλωμένα. «Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω. Ασφαλώς θα θέλετε να ανεβείτε στα δωμάτιά σας και να φρεσκαριστείτε πριν χαιρετήσετε τους υπόλοιπους. Δυστυχώς η λαίδη Ράντμπορν είναι λίγο αδιάθετη σήμερα, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα είναι εδώ το βράδυ για να σας χαιρετήσει. Αϊρίν; Θα μπορούσες σε παρακαλώ να συνοδεύσεις τη λαίδη Σόλσμπριτζ και τα κορίτσια στα δωμάτιά τους; Γνωρίζετε φυσικά τη λαίδη Αϊρίν Γουίνγκεϊτ, έτσι δεν είναι;» Η Αϊρίν χαμογέλασε και απομάκρυνε τις τρεις γυναίκες από το σαλόνι πριν προλάβει η λαίδη Σόλσμπριτζ να σχολιάσει την παρουσία της ανταγωνίστριάς της στο Ράντμπορν Παρκ. Η διπλωματικότητα δεν ήταν το μεγαλύτερο χάρισμα της Αϊρίν, αλλά κατάφερε να αποφύγει τυχόν παράπονα από τη λαίδη με μια σειρά από σχόλια για τον καιρό και ερωτήσεις για το ταξίδι τους καθώς οδηγούσε τις τρεις γυναίκες στα δωμάτιά τους. Η Φραντσέσκα τις είχε τοποθετήσει στρατηγικά κοντά στην πρόσοψη του σπιτιού, όσο πιο μακριά γινόταν από το δωμάτιο που είχε παραχωρήσει στην κυρία Φέρινγκτον και την κόρη της, με τον ίδιο τρόπο που θα κάθονταν σε απομακρυσμένες θέσεις κάθε βράδυ στο τραπέζι. Καθώς η λαίδη Σόλσμπριτζ ήταν γνωστή για την αλαζονεία της -ό πως και για τα μεγάλα της χρέη - η Φραντσέσκα είχε φροντίσει να βάλει αυτή και τις κόρες της σε ευρύχωρα, ωραία δωμάτια, κοντά σ’ εκείνα της οικογένειας. Η κυρία Φέρινγκτον, από την άλλη μεριά, ήταν μια πρακτική γυναίκα που ήξερε ότι τα πλούτη του συζύγου της ήταν πολύ μεγαλύτερα από τη βαρύτητα που είχε η θέση του στους κόλπους της αριστοκρατίας και που η αυτοπεποίθησή της εδραζόταν σταθερά στη φήμη της σπάνιας καλλονής που κατείχε τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Συνεπώς δεν επρόκειτο να διαμαρτυρηθεί σε όποιο δωμάτιο κι αν έβαζαν εκείνη και την κόρη της. Η Αϊρίν έριχνε κλεφτές λοξές ματιές στις δύο κόρες της λαίδης Σόλσμπριτζ καθώς ανέβαιναν τη σκάλα. Έμοιαζαν μεταξύ τους και είχαν καστανά μαλλιά, καστανοπράσινα μάτια και την ίδια λεπτή, γαμψή μύτη με τη μητέρα τους. Επίσης είχαν τη δική της τάση να κοιτούν αφ’ υψηλού τους άλλους με ένα ύφος περιφρόνησης για τον υπόλοιπο κόσμο. Τις άφησε να εξερευνήσουν τα δωμάτιά τους και να ταλαιπω-

~ 190 ~


ρούν την υπηρέτρια που είχαν φέρει μαζί τους καθώς και την καμαριέρα που τους είχαν παραχωρήσει για να τις βοηθήσει να τακτοποιήσουν τα πράγματά τους. Επέστρεψε στο σαλόνι όπου πληροφορήθηκε ότι η κυρία Φέρινγκτον και η Νόρα είχαν αποφασίσει επίσης να ανεβούν στο δωμάτιό τους. Δεν πρόλαβε όμως να ξεκουραστεί γιατί αμέσως τη φώναξαν να επιλύσει ένα πρόβλημα με τη μαγείρισσα και ύστερα απ’ αυτό να καθησυχάσει την αναστατωμένη οικονόμο η οποία είχε προσβληθεί από τις απαιτήσεις της ψηλομύτας υπηρέτριας των Σόλσμπριτζ. Δεν πέρασε πολλή ώρα, και σε λίγο έφτασε ο λόρδος Χάρλεϊ και η κόρη του, ανεμοδαρμένοι και κεφάτοι, μιας και είχαν προτιμήσει να έρθουν έφιπποι παρά κλεισμένοι μέσα σε μια άμαξα. Τούτοι οι δύο έμοιαζαν όσο περισσότερο μπορεί να μοιάζουν πατέρας και κόρη και είχαν τον ίδιο εγκάρδιο, ευχάριστο χαρακτήρα, τα ίδια κατάξανθα μαλλιά και το τετράγωνο, γεμάτο φακίδες πρόσωπο. Διηγήθηκαν μια λεπτομερέστατη ιστορία για τη διαδρομή τους με τα άλογα, χωρίς να παραλείψουν, όπως φάνηκε στην Αϊρίν, ούτε ένα φράχτη ούτε ένα θάμνο, ρυάκι ή άλλο επικίνδυνο εμπόδιο που είχαν υπερπηδήσει τα άλογά τους, αρχίζοντας ο ένας εκεί που είχε σταματήσει ο άλλος. Ακούγοντάς τους, σκέφτηκε πως η λαίδη Χάρλεϊ μάλλον είχε ανακουφιστεί που δεν είχαν ταξιδέψει μαζί της με την άμαξα. Η λαίδη, που έφτασε μία ώρα αργότερα και σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμφάνισης, ήταν μια κοντή, νωθρή γυναίκα, που αφού χαιρέτησε τη λαίδη Οντίλια και τους υπόλοιπους αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για έναν υπνάκο. Οι τελευταίοι καλεσμένοι ήταν ο δούκας του Ρόκφορντ και η αδελφή του Καλάντρα, μια χαριτωμένη κοπέλα με μαύρα μαλλιά και μάτια σαν του αδελφού της, αλλά με έναν κεφάτο χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από την ήρεμη κομψότητα του δούκα. Όταν συμπληρώθηκε η ομάδα, το σπίτι είχε πια γεμίσει εντελώς παρά το γεγονός ότι οι αδελφές Σόλσμπριτζ και αρκετές μητέρες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο με τις κόρες τους. Ευτυχώς που ο δούκας, αν και η αδελφή του θα έμενε στο Ράντμπορν Παρκ, είχε αποφασίσει να μείνει σε ένα φίλο του που ζούσε εκεί κοντά και θα ερχόταν απλώς κάθε μέρα για να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις. Ούτε η λαίδη Οντίλια κατάφερε να τον πείσει ότι τα συγγενικά του καθήκοντα απαιτούσαν να μείνει με την οικογένειά του στο Ράντμπορν Παρκ. Η λαίδη Καλάντρα, που στεκόταν δίπλα στην Αϊρίν, της έριξε

~ 191 ~


μια κατεργάρικη ματιά και ψιθύρισε συνωμοτικά πίσω από την ανοιχτή βεντάλια της: «Αυτό που δεν καταλαβαίνει η θεία Οντίλια είναι ότι η παρουσία της αποτελεί έναν από τους λόγους που κάνουν τον Ρόκφορντ να θέλει να μείνει αλλού». Η Αϊρίν προσπάθησε να μη γελάσει. «Και πάλι όμως, είναι κρίμα που θα πρέπει να έρχεται από τόσο μακριά κάθε μέρα». «Ανοησίες», είπε η Κάλι, όπως τη φώναζαν η Φραντσέσκα και ο αδελφός της. «Θα περάσει πολύ καλύτερα απ’ όσο εμείς. Θα συζητά με τον κύριο Στρέδγουικ αυτά τα βαρετά πράγματα που του αρέσουν τόσο πολύ, όπως τα φυτά, οι πέτρες και κάτι πλάσματα με μακρόσυρτα λατινικά ονόματα. Και επειδή ο κύριος Στρέδγουικ είναι λόγιος και δεν έχει καμία επαφή με τα κοσμικά, δε δείχνει καμία δουλοπρέπεια απέναντι του, πράγμα που αρέσει πολύ στον αδελφό μου. Βαριέται τόσο πολύ όταν τον ζαλίζουν με τις χαιρετούρες και τις ευγένειες επειδή είναι δούκας. Όχι πως δεν του αρέσει που είναι δούκας, φυσικά, γιατί γίνεται πολύ υπερόπτης αν κάποιος τον προσβάλει και τον ικανοποιεί μόνο το καλύτερο. Νομίζω όμως ότι πολλές φορές αισθάνεται μεγάλη μοναξιά». Η Αϊρίν γύρισε και την κοίταξε με κάποια έκπληξη, γιατί δεν είχε γνωρίσει άλλον άνθρωπο τόσο συγκρατημένο και απόμακρο όσο ο δούκας. «Ω, Θεέ μου». Η Καλάντρα την κοίταξε μετανιωμένη. «Ορίστε, πάλι είπα περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Το κάνω συχνά. Ο αδελφός μου δε θέλει να ξέρει κανείς πώς αισθάνεται». Το αβίαστο χαμόγελο φάνηκε πάλι στο πρόσωπό της. «Δεν πρόκειται να σε μαρτυρήσω, σ’ το υπόσχομαι. Ούτε και θα χάσω την εκτίμησή μου γι’ αυτόν επειδή τώρα ξέρω ότι δεν είναι αναίσθητος». Η Αϊρίν διαπίστωσε ότι είχε συμπαθήσει το ζωηρό κορίτσι που δεν έδειχνε ούτε ίχνος από την αλαζονεία που θα περίμενε κανείς από κάποια με τη δική της κοινωνική θέση. Άραγε βρισκόταν εκεί για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό νύφης; Για κάποιο λόγο αυτή η σκέψη τη δυσαρέστησε. Όμως την έδιωξε από το μυαλό της και οδήγησε την Καλάντρα στο δωμάτιό της, απαριθμώντας της τις δραστηριότητες που είχε προγραμματίσει η Φραντσέσκα για τις επόμενες μέρες. Ύστερα επέστρεψε στο δικό της δωμάτιο γιατί σύντομα θα έπρεπε να ετοιμαστεί για το δείπνο. Το φόρεμα που είχε διαλέξει νωρίτερα ήταν απλωμένο πάνω στο κρεβάτι, αλλά όταν το κοίταξε και φαντάστηκε να κατεβαίνει στην τραπεζαρία μ’ εκείνο το απλό ρούχο ενώ όλες οι γυναίκες γύρω της θα φορούσαν τα καλά τους, κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να ~ 192 ~


το βάλει. Μπορεί να βρισκόταν εκεί μόνο με την ιδιότητα της βοηθού προξενήτρας, αλλά ξαφνικά έβαλε πείσμα να εμφανίζεται στις ομορφιές της όσο θα εκτελούσε τα χρέη της. Κάλεσε την υπηρέτρια και πήγε στην ντουλάπα για να βγάλει ένα από τα καινούρια φορέματα, μια μεταξωτή τουαλέτα σε σκούρο πράσινο χρώμα που δε θα κολάκευε τις περισσότερες επιδερμίδες αλλά φαινόταν υπέροχο με τα δικά της χρώματα. Όταν η καμαριέρα χαμογέλασε επιδοκιμαστικά με την απόφασή της να απορρίψει τα σκέτα, απλά φορέματα που φορούσε τελευταία και έφυγε για να σιδερώσει το φόρεμα, η Αϊρίν πήγε στο δωμάτιο της Φραντσέσκα για να παρακαλέσει τη Μέισι να τη βοηθήσει να φτιάξει τα μαλλιά της. Κατέβηκε μία ώρα αργότερα, απολύτως βέβαιη ότι ήταν εξίσου ελκυστική με κάθε άλλη γυναίκα εκεί. Μπήκε στο μικρό σαλόνι όπου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι και κοίταξε γύρω. Εντόπισε αμέσως τον Γκίντεον. Στεκόταν κοντά στο παράθυρο και μιλούσε με τη μις Σάρτον - αν και, στην πραγματικότητα, εκείνος που μιλούσε πιο πολύ ήταν ο Πιρς και η χαριτωμένη ξανθή απαντούσε χαχανίζοντας και παίζοντας ναζιάρικα τη βεντάλια της, ενώ ο Γκίντεον τους παρακολουθούσε βλοσυρός. Γύρισε να την κοιτάξει και για μια στιγμή της φάνηκε πως ήταν έτοιμος να αφήσει τη συντροφιά του και να πάει κοντά της, αλλά αμέσως έστρεψε πάλι το βλέμμα του προς τον Πιρς και τη Ροβένα. Η Φραντσέσκα πήγε κοντά της και έριξε μια ματιά στους καλεσμένους. «Λοιπόν; Πώς σου φαίνονται οι υποψήφιες;» Η Αϊρίν τις περιεργάστηκε με προσοχή πριν απαντήσει. «Νομίζω ότι οι αδελφές Σόλσμπριτζ είναι πολύ ψηλομύτες». «Σε διαβεβαιώνω ότι και οι δύο θα ήταν πρόθυμες να τον παντρευτούν». «Δεν εννοώ αυτό. Φοβάμαι ότι ο Γκίντεον θα τις απορρίψει. Η μις Σάρτον χασκογελάει πολύ. Όσο για τη μις Χάρλεϊ...». Έριξε μια ματιά στη νεαρή γυναίκα που εκείνη τη στιγμή συζητούσε με τον πατέρα της και τον αδελφό της Ροβένα Σάρτον για φοράδες. «Το ξέρω». Η Φραντσέσκα την κοίταξε με απόγνωση. «Είπα στη λαίδη Οντίλια να μην τη συμπεριλάβουμε. Πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι κανείς φανατικός ιππέας για να γοητευτεί από τη μις Χάρλεϊ - ή η μις Χάρλεϊ απ’ αυτόν. Όμως η λαίδη Χάρλεϊ είναι βαφτισιμιό της λαίδης Οντίλια και έχει βάλει σκοπό να την παντρέψει με τον Ράντμπορν. Η μις Φέρινγκτον πώς σου φαίνεται;». Η Αϊρίν την περιεργάστηκε. «Δεν είναι τόσο καλλονή όσο η μητέρα της». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Υπάρχει καμία ανάμεσά τους που να σου αρέσει; Νομίζω πως η μις Φέρινγκτον έχει πολλές πιθανότητες. ~ 193 ~


Μπορεί να μην είναι καλλονή, αλλά είναι σίγουρα πάνω από το μέσο όρο, δε συμφωνείς; Και ευχάριστος χαρακτήρας». «Ναι, είναι. Αλλά δεν τη βρίσκεις λιγάκι άνοστη;» Η Φραντσέσκα έκρυψε το χαμόγελό της και συνέχισε. «Η μις Σάρτον είναι πολύ χαριτωμένη, αν και κάπως ανόητη. Και οι αδελφές Σόλσμπριτζ δεν είναι άσχημες. Η Φλόρα είναι πιο όμορφη από τη Μαριάν, φυσικά, αλλά και η Μαριάν τρώγεται. Άλλωστε μην ξεχνάς ότι ο λόρδος Ράντμπορν δεν έχει την απαίτηση να παντρευτεί από έρωτα». «Ναι, έχεις δίκιο. Και είναι σίγουρο ότι από αυτές τις δύο δεν πρόκειται να τον βρει ποτέ». «Αϊρίν, δεν εγκρίνεις καμία; Θα νόμιζε κανείς ότι... ζηλεύεις!» «Ζηλεύω; Δεν καταλαβαίνω πώς το σκέφτηκες αυτό». «Δηλαδή δεν ισχύει; Δεν έχεις αναπτύξει μια ... συμπάθεια, ας το πω έτσι, προς το λόρδο Ράντμπορν;» «Όχι. Ούτε συμπάθεια ούτε τίποτε άλλο δεν έχω αναπτύξει για το λόρδο Ράντμπορν. Κάνεις μεγάλο λάθος». «Δεν αποκλείεται να κάνω λάθος. Απλώς μου φαίνεται ότι τις τελευταίες μέρες ο κόμης δείχνει μια προτίμηση στη συντροφιά σου». «Αν σκεφτείς ότι οι υπόλοιποι είναι συγγενείς του και δεν τους συμπαθεί, δε νομίζω ότι αυτό δείχνει καμία ιδιαίτερη προτίμηση στο πρόσωπό μου». «Κι εσύ; Τι αισθάνεσαι γι’ αυτόν;» Η Αϊρίν ετοιμάστηκε να πει ότι δεν αισθανόταν απολύτως τίποτα, αλλά κοίταξε τη Φραντσέσκα και απάντησε κάπως απρόθυμα: «Δεν ξέρω. Όμως δεν έχει και καμία σημασία, αφού δεν πρόκειται να παντρευτούμε. Ξέρεις πολύ καλά τις απόψεις μου περί γάμου, και ο λόρδος Ράντμπορν δεν ενδιαφέρεται για εκείνο το είδος του γάμου που θα μπορούσα έστω να δεχτώ. Οπότε δεν παίζει κανένα ρόλο το τι αισθάνομαι γι’ αυτόν». «Αλήθεια;» «Αλήθεια», της απάντησε κοφτά. «Απολύτως κανέναν. Βρίσκομαι εδώ για να τον βοηθήσω να βρει σύζυγο -άλλη σύζυγο. Πιστεύω ότι επιτέλους παραδέχθηκε πως δεν είμαι η κατάλληλη υποψήφια γι’ αυτή τη θέση». «Μάλιστα, κατάλαβα», είπε η Φραντσέσκα κοιτάζοντάς την πονηρά. «Τότε θα χαρώ πολύ αν με βοηθήσεις. Σε όλους άρεσε πολύ η ιδέα να κάνουμε μια μεγάλη βόλτα με τα άλογα στο κτήμα αύριο, αλλά οι μητέρες πιθανότατα θα θελήσουν να μείνουν στο σπίτι. Έτσι θα έχω τέσσερις άντρες και έξι νεαρές γυναίκες να επιβλέπω,

~ 194 ~


και είμαι απολύτως βέβαιη ότι ο λόρδος Χάρλεϊ δε θα μου είναι καθόλου χρήσιμος από αυτή την άποψη. Γι’ αυτό θα με υποχρέωνες ει με βοηθούσες να τους επιβλέπω». «Μα φυσικά. Είχα αποφασίσει έτσι κι αλλιώς να το κάνω». Είδε τη θεία του Γκίντεον να πλησιάζει σ’ αυτόν και την ομάδα του, φέρνοντας μαζί της τη λαίδη Σόλσμπριτζ και τις κόρες της. Η συζήτηση είχε ατονήσει, αλλά εκείνος δεν έφευγε παρ’ όλο που από την έκφρασή του ήταν φανερό ότι έπληττε. Παρέμεινε στη θέση του ακόμα κι όταν ο Πιρς απομακρύνθηκε. Η Αϊρίν κατάλαβε ότι έβαζε τα δυνατά του. Προσπαθούσε να γνωρίσει τις υποψήφιες της Φραντσέσκα, το πρώτο βήμα για να επιλέξει τη μέλλουσα σύζυγό του. Αυτή η σκέψη της προξένησε ένα μικρό τσίμπημα στο στήθος. Μήπως είχε δίκιο η Φραντσέσκα; Ζήλευε αυτές τις γυναίκες και την προσοχή που τους έδειχνε ο Γκίντεον; Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό ήταν γελοίο. Δεν είχε απορρίψει κάποια από τις κοπέλες ως ακατάλληλες με άλλα κριτήρια από αυτά που είχε παρουσιάσει στη Φραντσέσκα. Απλώς δεν πίστευε ότι ο Γκίντεον θα επέλεγε μία από αυτές. Καμία δεν του ταίριαζε. Καμία δεν ήταν αρκετά καλή. Με μία και μόνη εξαίρεση. «Η λαίδη Καλάντρα», είπε στη Φραντσέσκα σχεδόν με το ζόρι. «Τι;» «Θέλω να πω ότι η αδελφή του δούκα είναι πολύ ελκυστική και ευχάριστη, καθόλου ανόητη ή βαρετή. Είμαι σίγουρη ότι θα την εγκρίνει ο λόρδος Ράντμπορν». «Α, η Κάλι». Η Φραντσέσκα ανέμισε το χέρι της απαξιωτικά. «Δε θα την επέλεγα για τον κόμη. Η κοπέλα είναι σε θέση να διαλέξει όποιον επιθυμεί εκείνη. Έχει ένα εξαιρετικά καλό μερίδιο και είναι κόρη δούκα. Ούτε και θα την πίεζε ποτέ ο Ρόκφορντ να παντρευτεί αν δεν το ήθελε πραγματικά. Είναι η αδυναμία του, όσο κι αν παριστάνει τον αυστηρό αδελφό». Η Αϊρίν προσπάθησε να αγνοήσει το γεγονός ότι η καρδιά της ελάφρωσε έξαφνα. «Εννοείς ότι δε θα διάλεγε ποτέ το λόρδο Ράντμπορν;» «Δε νομίζω. Είναι βέβαια πιθανό, αλλά θεωρώ ότι της πέφτει πολύ... βαρύς. Άλλωστε είναι και συγγενείς, σωστά; Όχι πρώτα ξαδέλφια, βέβαια, αλλά... δεύτερα ή τρίτα; Όμως δεν πιστεύω πως θα τον επέλεγε ποτέ για σύζυγό της. Κάλεσα την Κάλι και τον Ρόκφορντ απλώς και μόνο επειδή είναι συγγενείς του και η παρουσία τους εδώ θα έκανε τη συγκέντρωση να φαίνεται πιο ... φυσιολογική. Λιγότερο... αυτό που είναι». ~ 195 ~


«Α, μάλιστα». Η Αϊρίν συγκρατήθηκε για να μη χαμογελάσει. «Κρίμα». «Ναι, πράγματι», πρόσθεσε ξερά η Φραντσέσκα και σκύβοντας πιο κοντά της, μουρμούρισε: «Καλή μου Αϊρίν, νομίζω ότι είσαι πιο πειστική όταν λες ψέματα στον εαυτό σου παρά στους άλλους». Και μ’ αυτό της χαμογέλασε και απομακρύνθηκε.

~ 196 ~


Κεφάλαιο

15

Η Αϊρίν είπε στον εαυτό της ότι η Φραντσέσκα έπεφτε έξω. Δεν έλεγε ψέματα στον εαυτό της για τα αισθήματά της προς τον Γκίντεον. Γνώριζε πολύ καλά ότι κινδύνευε να τον ερωτευτεί. Επίσης όμως ήξερε ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει να συμβεί. Δε θα άφηνε την καρδιά της να την οδηγήσει σε ανόητες αποφάσεις, όπως έκαναν τόσες και τόσες γυναίκες. Κρατήθηκε μακριά του, περιορίζοντας τον εαυτό της στο ρόλο του επιτηρητή και βοηθώντας τη Φραντσέσκα στα καθήκοντά της. Πέρασε την πρώτη μέρα περιοδεύοντας μαζί με τους υπόλοιπους στο κτήμα, αλλά δεν έκανε ιππασία δίπλα στον Γκίντεον, ούτε του μίλησε. Τον παρακολουθούσε να πλησιάζει πότε τη μία κοπέλα, πότε την άλλη και ακόμα να φλερτάρει λιγάκι, όπως της φάνηκε, με τη Νόρα Φέρινγκτον. Στο σαλόνι μετά το δείπνο εκείνο το βράδυ τον είδε να ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις με τις κοπέλες και να τις ακούει με προσοχή όσο έπαιζαν πιάνο ή τραγουδούσαν και μάλιστα όταν έπαιζε η Μαριάν Σόλσμπριτζ, στάθηκε δίπλα της και γυρνούσε τις παρτιτούρες. Την επόμενη μέρα, στη διάρκεια μιας παρτίδας τένις κάτω από το ζεστό φθινοπωρινό ήλιο και στο τσάι που ακολούθησε, τον είδε να χαρίζει την προσοχή του στην καθεμία με τη σειρά. Την ξάφνιασε κάπως η προσπάθειά του να γνωριστεί με τις υποψήφιες που είχαν διαλέξει η Φραντσέσκα και η θεία του γι’ αυτόν. Προφανώς είχε αποδεχθεί τη δική της άρνηση να παντρευτεί και είχε βάλει σκοπό να βρει κάποια πιο πρόθυμη. Δεν προσπάθησε να πιάσει συζήτηση μαζί της, ούτε και της ζήτησε να χορέψουν όταν οι κοπέλες καλόπιασαν την Πάνσι και την Οντίλια να τους επιτρέψει να μαζέψουν το χαλί στο κέντρο του σαλονιού μουσικής και να στήσουν έναν αυτοσχέδιο χορό. Ο Πιρς της ζήτησε να του κάνει την τιμή, όπως και ο θείος του Γκίντεον, ο Τζάσπερ, και ο κύριος Σάρτον, ακόμα και ο λόρδος Χάρλεϊ, αλλά ο Γκίντεον δεν την πλησίασε. ~ 197 ~


Η προσβολή του δεν πέρασε απαρατήρητη, γιατί καθώς σηκωνόταν κοιτώντας τα άλλα ζευγάρια που χόρευαν ένα ζωηρό παραδοσιακό χορό, η λαίδη Τερέζα πλησίασε και είπε: «Άστατα πλάσματα οι άντρες». Η Αϊρίν την κοίταξε ψυχρά. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε». «Αλήθεια;» Η Τερέζα χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους της. «Αν επιμένεις να προσποιείσαι ότι δεν είχες ελπίδες να τον τυλίξεις, ποια είμαι εγώ που θα φέρω αντιρρήσεις; Ευτυχώς λοιπόν που δεν τον είχες βάλει στο μάτι. Όποια τον παντρευτεί δε θα κερδίσει ποτέ την καρδιά του. Έχει μια ερωμένη λαϊκής καταγωγής στο Λονδίνο και είναι ερωτευμένος μαζί της». «Τι;» Η Αϊρίν την κοίταξε με κατάπληξη, αλλά τότε κατάλαβε ότι είχε αποκαλύψει πολλά για τα αισθήματά της στην άλλη γυναίκα και ανασήκωσε τους ώμους, προσπαθώντας να παραστήσει την αδιάφορη. «Πολλοί έχουν ερωμένες, ειδικά πριν παντρευτούν». «Αυτός σκοπεύει να την κρατήσει. Το όνομά της είναι Ντόρα. Τον άκουσα να μαλώνει με τη λαίδη Οντίλια γι’ αυτή. Ο Ράντμπορν είπε ότι δε θα την εγκαταλείψει ποτέ». Για μια στιγμή ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και ο πόνος που διαπέρασε την καρδιά της την άφησε άφωνη. Ντόρα. Είχαν περάσει δέκα χρόνια, αλλά θυμόταν καθαρά το όνομα. Το είχε προφέρει ο Γκίντεον την πρώτη φορά που τον είχε δει. Ήταν το όνομα της γυναίκας που προσπαθούσε να προστατέψει από τον πατέρα της. Για χάρη της δεν είχε διστάσει να τα βάλει με έναν ευγενή. Και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, ήταν ακόμη ερωμένη του. Προφανώς αυτή η Ντόρα κρατούσε την καρδιά του και γι’ αυτό η σύζυγός του δε θα κατάφερνε ποτέ να την κερδίσει. «Αλήθεια;» είπε εντέλει όσο πιο ψυχρά μπορούσε. «Τότε φαίνεται πως θα αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα με τον πατέρα του θα είναι με μια γυναίκα ενώ θα αγαπά μια άλλη». Τα μάτια της Τερέζας πέταξαν φωτιές. Γύρισε και έφυγε, αφήνοντας την Αϊρίν με την ενοχή πως είχε πει κάτι άδικο. Δεν έπρεπε να είναι τόσο σκληρή, έστω κι αν η Τερέζα την είχε πληγώσει. Όμως ήταν απροετοίμαστη για τον πόνο που είχε νιώσει ακούγοντας ότι ο Γκίντεον αγαπούσε κάποια άλλη και είχε ξεσπάσει χωρίς να σκεφτεί τα λόγια της ή τις επιπτώσεις που μπορεί να είχαν. Είναι αλήθεια αυτό που είπε η Τερέζα; αναρωτήθηκε. Ή το είχε πει επίτηδες για να την πληγώσει και να βάλει ένα αγκάθι ανάμεσα σ’ αυτή και τον Γκίντεον; Η Φραντσέσκα ήταν βέβαιη ότι η Τερέζα προσπαθούσε να την εμποδίσει να παντρευτεί τον Γκίντεον για να παραμείνει ο τίτλος στο γιο της. Όμως η λαίδη Ράντμπορν θα πρέπει να είχε δει ότι εκείνος δεν την κυνηγούσε πια και πως είχε στρέψει ~ 198 ~


όλη του την προσοχή στις άλλες γυναίκες. Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να της πει ψέματα. Φυσικά θα μπορούσε να είχε φερθεί έτσι από πίκα και μόνο, εκτοξεύοντας το δηλητήριό της προς τον πιο εύκολο στόχο. Αλλά γιατί να σκαρφιστεί μια τέτοια ιστορία; Τα λόγια που υποστήριζε ότι είχε ακούσει τον Γκίντεον να λέει στη θεία του ηχούσαν αρκετά αληθοφανή. Και δεν ήταν δυνατόν να είχε πετάξει αυτό το όνομα συμπτωματικά ή τυχαία. Ντόρα λεγόταν η γυναίκα που ο Γκίντεον είχε προειδοποιήσει τον πατέρα της να μην ενοχλήσει άλλη φορά πριν από τόσα χρόνια. Της είχε πει ότι του επιτέθηκε επειδή προστάτευε μία από τις υπαλλήλους του που μοίραζαν χαρτιά στο τραπέζι του «φαραώ», όμως το πάθος του δεν υπέκρυπτε κάτι περισσότερο από αυτό; Έτσι θα μπορούσε επίσης να εξηγηθεί η αδιαφορία του να βρει μια σύζυγο που θα μπορούσε να ερωτευτεί. Αν ο έρωτας της ζωής του ήταν μια γυναίκα την οποία δεν μπορούσε να παντρευτεί, επειδή ανήκαν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, θα ήταν πολύ φυσικό να παντρευτεί από καθήκον και να κρατήσει την ερωμένη του στην πόλη από αγάπη. Ένιωσε μια ελαφριά ναυτία και ξεροκατάπιε. Την είχε φιλήσει με τέτοιο τρόπο ενώ ήταν ερωτευμένος με άλλη; Ήξερε ότι δεν την αγαπούσε, ότι αυτό που υπήρχε μεταξύ τους ήταν μόνο πόθος, αλλά... της φαινόταν αποκρουστική η ιδέα ότι η επιθυμία του δεν έκρυβε καμία συμπάθεια, ότι στο αγκάλιασμά του δεν υπήρχε παρά μόνο σαρκικός πόθος. Κοίταξε γύρω της. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στο κέντρο του δωματίου όπου χόρευαν ο Γκίντεον και οι άλλοι. Κανείς δεν την κοιτούσε, κανείς δε θα το πρόσεχε αν έφευγε -λιγότερο απ’ όλους εκείνος. Γύρισε και ξεγλίστρησε απαρατήρητη από το δωμάτιο. Έξω στο διάδρομο κοντοστάθηκε. Είχε σκεφτεί να ανεβεί στο δωμάτιό της, αλλά ήταν σίγουρη ότι δε θα μπορούσε να ησυχάσει. Έτσι γύρισε και προχώρησε προς το βάθος του διαδρόμου, άνοιξε την πίσω πόρτα και βγήκε στη βεράντα. Στάθηκε για μια στιγμή και πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει. Τελικά κατέβηκε στον κήπο. Είχε λίγη ψύχρα, αλλά ο βραδινός αέρας δρόσισε τα ξαναμμένα της μάγουλα και δεν ήθελε να πάει πίσω για να πάρει μια εσάρπα. Άλλωστε δε θα έμενε πολύ, αφού το λειψό φεγγάρι δεν έριχνε αρκετό φως για να κάνει βόλτα στους κήπους όπου τα δέντρα και οι θάμνοι δημιουργούσαν κατασκότεινα σημεία. Προχώρησε στο κεντρικό μονοπάτι μέχρι το σημείο που χω-

~ 199 ~


ριζόταν και κύκλωνε το σιντριβάνι και στάθηκε για μια στιγμή κοιτώντας το νερό που έπεφτε κελαρύζοντας. «Αϊρίν». V Γύρισε ξαφνιασμένη προς τα πίσω και η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Ο Γκίντεον στεκόταν μερικά μέτρα μακριά της. Το κελάρυσμα του σιντριβανιού θα πρέπει να είχε σκεπάσει τον ήχο των βημάτων του. Ίσιωσε το σώμα της και ανασήκωσε ελαφρά το πιγούνι. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να καταλάβει ότι μαράζωνε για χάρη του. «Είσαι καλά; Σε είδα να φεύγεις από το σαλόνι». «Βγήκα να πάρω λίγο αέρα», απάντησε ατάραχα. «Έκανε πολλή ζέστη εκεί μέσα». Ήξερε ότι η δήλωσή της θα γινόταν πιο πειστική αν δεν έτρεμε από το κρύο αεράκι που έκανε τα γυμνά μπράτσα της να ανατριχιάζουν. «Τώρα όμως κρυώνεις». Έβγαλε το σακάκι του, πλησίασε και το έριξε στους ώμους της. Το ύφασμα διατηρούσε τη ζεστασιά του σώματός του και το άρωμά του. Έσφιξε τις άκρες και ξαφνικά φοβήθηκε ότι θα την έπαιρναν τα κλάματα. Τι στην οργή την είχε πιάσει; Την αγνοούσε όλο το βράδυ και τώρα μια τρυφερή χειρονομία του ήταν αρκετή για να την κάνει να κλάψει; Μα δεν ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες... Δεν είχε καμία σημασία αν λαχταρούσε να γείρει πάνω του, να ακουμπήσει το κεφάλι της στο σκληρό του στέρνο. Δεν είχε σημασία αν η παρουσία του τη μεθούσε, αν η ζεστασιά που ανέδιδε το σώμα του την τραβούσε σαν μαγνήτης, αν το άρωμά του έκανε το στομάχι της να φτερουγίζει. Δε θα έδειχνε αδυναμία. «Είδα ότι διασκέδαζες αρκετά στο χορό», είπε ξεροκαταπίνοντας. Εκείνος έκανε ένα μορφασμό. «Θα προτιμούσα να ...» «Γκίντεον!» φώναξε κάποιος από τη βεράντα, διακόπτοντας τη φράση του. Γύρισαν και είδαν τον θείο του να πλησιάζει βιαστικά. «Ω, με συγχωρείτε, λαίδη Αϊρίν», είπε ο Τζάσπερ. «Δε σας είδα εκεί που στέκεστε». «Δεν πειράζει. Έφυγα από το δωμάτιο μουσικής και ο Γκί... ο λόρδος Ράντμπορν με ακολούθησε για να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά». «Είστε καλά;» ρώτησε εκείνος, κατεβαίνοντας τα σκαλιά για να πάει κοντά τους. «Απολύτως». Χαμογέλασε, ελπίζοντας ότι το χαμόγελό της θα φαινόταν πιστευτό. «Βγήκα να κάνω έναν περίπατο και διαπίστωσα ~ 200 ~


ότι έχει ψύχρα». «Ήθελα να σου μιλήσω, Γκίντεον. Δεν κατάφερα να σε πετύχω μόνο σου απόψε», είπε στον ανιψιό του. «Παρακαλώ, με συγχωρείτε», είπε βιαστικά η Αϊρίν. «Να σας αφήσω μόνους σας να μιλήσετε». «Όχι, λαίδη μου, δεν ήθελα να φανώ αγενής», είπε βιαστικά εκείνος. «Είστε ευπρόσδεκτη να μείνετε. Άλλωστε μ’ εσάς μίλησα τις προάλλες γι’ αυτό το θέμα». «Ω». Κατάλαβε ότι εννοούσε εκείνο το απόγευμα πριν από δύο μέρες, όταν μαζί με τη Φραντσέσκα άκουσαν χωρίς να το θέλουν τη φιλονικία του με τη λαίδη Πάνσι. «Σχετικά με τη λαίδη Σελήνη;» «Ναι». Δίπλα της ο Γκίντεον πάγωσε και η Αϊρίν υποψιάστηκε ότι έψαχνε έναν τρόπο για να αποφύγει τη συζήτηση. «Σας παρακαλώ, μείνετε», είπε ο Τζάσπερ απευθυνόμενος και στους δύο. «Είναι σημαντικό. Θέλω να το ακούσετε και οι δύο. Φοβάμαι ότι σε έχουν παραπλανήσει για τη μητέρα σου, Γκίντεον». «Ναι, το ξέρω. Ο πατέρας μου προσποιήθηκε ότι την απήγαγαν». «Όχι. Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ για την πληροφορία ότι τον εγκατέλειψε. Ποτέ δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Σου τ’ ορκίζομαι. Αμέσως μόλις μου το είπε η μητέρα μου, κατάλαβα πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Η Σελήνη δε θα έφευγε ποτέ». «Τι είναι αυτά που λες; Τι εννοείς;» ρώτησε ο Γκίντεον. «Τι άλλο μπορεί να συνέβη;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε ο θείος του και από το ύφος του ήταν φανερό ότι αισθανόταν δυσφορία. «Όμως ξέρω ότι ποτέ δε θα έφευγε με έναν εραστή. Δεν μπορώ να επιτρέψω να πιστεύεις τέτοια πράγματα για τη μητέρα σου. Ήταν μια ... μια υπέροχη γυναίκα, καλή και ευγενική». « Θείε...» Το πρόσωπο του Γκίντεον μαλάκωσε λιγάκι και ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο του μεγαλύτερου άντρα σαν να ήθελε να τον παρηγορήσει. «Ξέρω ότι την είχες σε μεγάλη εκτίμηση. Είμαι βέβαιος πως όταν τη γνώρισες ήταν έτσι. Αλλά δεν ήσουν εδώ διαρκώς. Δεν ξέρεις πώς μπορεί να άλλαξε ή τι άλλο μπορεί να έκανε». «Ξέρω!» Ο Τζάσπερ τραβήχτηκε μακριά του. «Μη μου μιλάς συγκαταβατικά και μην προσπαθείς να με ηρεμήσεις. Να πάρει η οργή! Έχει σημασία αυτό που θέλω ^ α σου πω. Δεν είμαι κανένας ξεμωραμένος γέρος. Εσύ ήσουν ό,τι πολυτιμότερο είχε στη ζωή της. Ποτέ δε θα σ’ έπαιρνε μακριά από δω και ποτέ δε θα σ’ εγκατέλειπε. Ποτέ». ~ 201 ~


«Ίσως δεν τον εγκατέλειψε», είπε η Αϊρίν. «Δεν ξέρουμε τι συνέβη αφότου έφυγε από το Ράντμπορν Παρκ. Ίσως την εγκατέλειψε κι εκείνη ο εραστής της, ίσως πέθανε, αφήνοντας το γιο της ολομόναχο στο Λονδίνο, χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι». «Δεν είχε εραστή», είπε με πάθος ο Τζάσπερ. «Και δε θα στερούσε ποτέ από τον Γκίντεον τον πατέρα του και την κληρονομιά του. Ποτέ δε θα τον άφηνε εδώ για να φύγει μόνη της». «Δεν μπορείς να είσαι βέβαιος...» ξεκίνησε να λέει ο Γκίντεον. «Μπορώ! Και είμαι!» Το πρόσωπο του θείου του γέμισε πόνο. « Ξέρω... γιατί της ζήτησα να φύγει μαζί μου και αρνήθηκε». Απόλυτη σιωπή ακολούθησε τα λόγια του. «Ω, Θεέ μου», μουρμούρισε η Αϊρίν και κάθισε απότομα στο χαμηλό πέτρινο τοιχάκι γύρω από το σιντριβάνι. « Εσύ ...» Ο Γκίντεον κοίταξε απειλητικά τον θείο του. «Την αγαπούσα», δήλωσε απλά εκείνος και κάθισε δίπλα στην Αϊρίν. Στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατα και έπιασε το κεφάλι του. «Ο Θεός να με συγχωρήσει, αλλά την αγαπούσα. Πρόδωσα τον αδελφό μου. Την τιμή μου». «Να πάρει η οργή...» μουρμούρισε ο Γκίντεον και γύρισε προς τον κήπο. «Ήμουν τρελός γι’ αυτή», είπε με βουβό πόνο ο Τζάσπερ. «Την ικέτευα να αφήσει τον Σέσιλ, να φύγει μαζί μου. Την παρακάλεσα ξανά και ξανά. Της πρότεινα να πάμε στην Αμερική ή στις Αποικίες. Δε με ένοιαζε αν θα εγκατέλειπα την οικογένειά μου, το όνομά μου. Τίποτε δε με ενδιέφερε εκτός από εκείνη. Ήταν το πιο υπέροχο πλάσμα, το πιο γοητευτικό, το πιο καλόψυχο... Αλλά δε θα θέλετε ν’ ακούτε το παραλήρημα ενός γέρου». Σηκώθηκε και πήγε κοντά στον Γκίντεον. «Ξέρω ότι δεν είναι δυνατόν να έφυγε, γιατί νωρίτερα είχε αρνηθεί να φύγει μαζί μου. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να το κάνει αυτό σ’ εσένα. Ότι η θέση σου ήταν εδώ, στο Ράντμπορν Παρκ. Μια μέρα θα γινόσουν κόμης και δεν ήθελε να σου το στερήσει. Ούτε και δεχόταν να φύγει χωρίς εσένα. Έτσι αποφάσισε να μείνει κοντά στον Σέσιλ, χωρίς αγάπη, χωρίς ελπίδα, για χάρη σου και μόνο. Γι’ αυτό ξέρω ότι δεν είναι δυνατόν να έφυγε με τον εραστή της, αν υπήρξε ποτέ τέτοιο πρόσωπο, και να σε πήρε μαζί της. Και ποτέ, ό,τι κι αν γινόταν, δε θα σε εγκατέλειπε». «Γι’ αυτό καταταχθήκατε στο στρατό;» ρώτησε η Αϊρίν. «Ναι. Βρισκόμουν σε απόγνωση. Δεν μπορούσα να μείνω εδώ, αφού την αγαπούσα τόσο, και να τη βλέπω κάθε μέρα σαν σύζυγο του Σέσιλ. Δεν του άξιζε ούτε ένα δάκρυ της. Τον μισούσα επειδή του ανήκε και επειδή δεν κατάλαβε ποτέ του τι θησαυρό είχε στα ~ 202 ~


χέρια του. Άρχισα να καταλαβαίνω πως αν έμενα στο Ράντμπορν Παρκ μπορεί μια μέρα να τον σκότωνα για να την ελευθερώσω απ’ αυτόν. Έτσι υπέβαλα αίτηση για αξιωματικός και ζήτησα να με στείλουν σε ένα σύνταγμα στην Ινδία. Ήθελα να είμαι όσο το δυνατόν πιο μακριά για να μην πατήσω τον όρκο μου και επιστρέφω, έστω και με άδεια». Αναστέναξε και έτριψε κουρασμένα το πρόσωπό του. «Μακάρι να μην ήμουν τόσο αδύναμος, τόσο παρορμητικός. Μακάρι να είχα μείνει εδώ. Τότε δε θα είχε συμβεί τίποτε απ’ όλα αυτά». «Δεν πρέπει να κατηγορείτε τον εαυτό σας», του είπε η Αϊρίν με συμπόνια. «Πώς να ξέρατε τι θα συνέβαινε;» «Έφυγα γιατί ήμουν αδύναμος χαρακτήρας», επανέλαβε εκείνος πεισματικά και το βλέμμα του ήταν γεμάτο με μια θλίψη που η Αϊρίν ήξερε ότι δε θα τον εγκατέλειπε ποτέ. « Δεν άντεχα. Και ορίστε ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Ένας Θεός ξέρει τι της συνέβη». «Τι της συνέβη;» ρώτησε κοφτά ο Γκίντεον. «Δεν ξέρω». Ο Τζάσπερ τον κοίταξε. «Όμως είμαι σίγουρος ότι η Σελήνη δεν έφυγε με τη θέλησή της». Η Αϊρίν κατέβηκε για πρόγευμα την άλλη μέρα ήρεμη, αν και κάπως χλομή, και τίποτε δεν πρόδιδε την ανήσυχη νύχτα που είχε περάσει. Το προηγούμενο βράδυ, όταν εκείνη, ο Γκίντεον και ο Τζάσπερ επέστρεψαν στο σπίτι, ανέβηκε στο δωμάτιό της, αφήνοντας τους δύο άντρες να συζητήσουν μόνοι τους. Δεν ήξερε τι είχε ειπωθεί μεταξύ τους, αλλά για πολλή ώρα δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί καθώς το μυαλό της ήταν γεμάτο μπερδεμένες σκέψεις και την καρδιά της έπνιγαν αντικρουόμενα συναισθήματα. Σκεφτόταν διαρκώς τη μητέρα του Γκίντεον, ερωτευμένη με έναν άλλο, μακριά από εκεί. Τι είχε κάνει; Τι της είχε τύχει; Όλα τα ενδεχόμενα της φαίνονταν τρομακτικά. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε, τα όνειρά της ήταν ταραγμένα και κάθε τόσο ξυπνούσε κάθιδρη, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Το πρωί ξύπνησε με τις πρόβες αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από τις χαραμάδες στα πλάγια της κουρτίνας. Ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να την ξαναπάρει ο ύπνος κι έπειτα από τη νύχτα που είχε περάσει, θα προτιμούσε να μην ξανακοιμηθεί. Έτσι κάλεσε την καμαριέρα της και ντύθηκε, ύστερα κατέβηκε στην τραπεζαρία του πρωινού, πιστεύοντας ότι τόσο νωρίς δε θα έβρισκε κανέναν εκεί. Βρήκε όμως τον Γκίντεον. Ακούγοντάς τη να μπαίνει, σήκωσε το κεφάλι του. «Αϊρίν». Σηκώθηκε αμέσως.

~ 203 ~


«Λόρδε Ράντμπορν». Δίστασε για μια στιγμή κι έπειτα πλησίασε στην καρέκλα που είχε τραβήξει για κείνη και κάθισε, αποφασισμένη να φερθεί φυσιολογικά. «Πολύ λίγος κόσμος σήμερα το πρωί, βλέπω». «Ναι, είναι μάλλον νωρίς και νομίζω πως όλοι είναι κουρασμένο ι από το χτεσινό χορό». Ένας υπηρέτης πλησίασε για να της προσφέρει δίσκους από τον μπουφέ και τα επόμενα λεπτά η Αϊρίν βρήκε αφορμή να απασχοληθεί γεμίζοντας το πιάτο της και τρώγοντας. Ο Γκίντεον είχε τελειώσει ήδη το φαγητό του και ο υπηρέτης πήρε το πιάτο του, όμως εκείνος έμεινε και συνέχισε να πίνει αργά το τσάι του. Η Αϊρίν ένιωθε το βλέμμα του πάνω της, αλλά κρατούσε στραμμένη την προσοχή της στο φαγητό. Αισθανόταν πολύ δυσάρεστα. Η ένταση που υπέβοσκε μεταξύ τους τις τελευταίες μέρες επιδεινωνόταν από τις πολύ προσωπικές πληροφορίες που τους είχε δώσει ο θείος του το προηγούμενο βράδυ. Όταν πια η σιωπή τής έγινε αφόρητη, άφησε κάτω το πιρούνι της και τον κοίταξε. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Για ποιο πράγμα;» «Γι’ αυτό που σου είπε ο θείος σου χτες βράδυ. Δε ν ... αναρωτιέσαι τι έγινε;» «Ο θείος μου κι εγώ μιλήσαμε διεξοδικά χτες. Είχα επιβεβαιώσει ήδη από την οικονόμο ότι ο καμαριέρης του πατέρα μου ζει ακόμα εδώ στο χωριό. Είχα σκεφτεί να του μιλήσω, αλλά μετά ...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σκέφτηκα πως δεν ω φελούσε σε τίποτα. Και το ανέβαλα. Τώρα, όμως, σκοπεύω να μάθω όσο περισσότερα γίνεται. Ο θείος μου είπε ότι η γυναίκα που ήταν προσωπική καμαριέρα της μητέρας μου μένει επίσης εδώ. Θα τους δω και τους δύο, και σκέφτηκα... Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα αν ερχόσουν μαζί μου». «Ευχαρίστως», απάντησε χωρίς δισταγμό. «Αλλά δε θα προτιμούσες να πάρεις τον φίλο σου; Τον κύριο Άλντεναμ;» «Όχι. Στον Πιρς δεν έχω πει τίποτε απ’ όλα αυτά. Είναι φίλος μου, αλλά...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε μιλάμε για τέτοια πράγματα». «Πότε θα ήθελες να φύγουμε;» «Αν τελείωσες το φαγητό σου, μπορούμε να φύγουμε αμέσως. Θα πω να φέρουν την άμαξα μπροστά». Η Αϊρίν δεν κάθισε να το ξανασκεφτεί, ούτε περίμενε να δει αν η Φραντσέσκα ήθελε βοήθεια σε κάτι. Κούνησε μόνο το κεφάλι της καταφατικά και ανέβηκε στο δωμάτιό της για να φορέσει γάντια και

~ 204 ~


καπέλο και να ρίξει μια ελαφριά μπέρτα στους ώμους της. Όταν κατέβηκε πάλι, βρήκε την άμαξα να περιμένει στο προαύλιο μπροστά από το σπίτι και τον Γκίντεον να στέκεται στην ανοιχτή πόρτα για να τη βοηθήσει να επιβιβαστεί. Όταν βρέθηκε πάλι τόσο κοντά του στον περιορισμένο χώρο της άμαξας, άρχισε να αισθάνεται περίεργα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι να πει και το μυαλό της γυρνούσε συνέχεια στο πόσο κοντά της ήταν, πόσο εύκολα θα μπορούσε να απλώσει το χέρι της και να τον αγγίξει... κι όμως της φαινόταν πιο απόμακρος παρά ποτέ. «Έκανες πολύ ευσυνείδητες προσπάθειες να γνωρίσεις τις νεαρές κυρίες», του είπε εντέλει ξερά. «Ναι». Την κοίταξε αινιγματικά και γύρισε πάλι προς το παράθυρο. «Μίλησα με όλες τους. Και χόρεψα μαζί τους». «Το είδα». Κατάπιε τον κόμπο που της έφραξε ξαφνικά το λαιμό. «Ελπίζω να εγκρίνεις τις προσπάθειές μου». «Ναι, φυσικά». Με χαρά διαπίστωσε ότι η φωνή της ακουγόταν φυσιολογική. «Τα πήγες πολύ καλά». Κοίταξε κι εκείνη έξω από το παράθυρο και ύστερα απ’ αυτό έπεσε σιωπή. Ευτυχώς λίγα λεπτά αργότερα η άμαξα έφτασε στις παρυφές του χωριού. Βγήκαν από τον κεντρικό δρόμο και έστριψαν σε έναν παράδρομο γεμάτο στροφές, που τους έβγαλε σε μια σχετικά μεγάλη ξύλινη αγροικία. Μια υπηρέτρια με καθαρό γκρίζο φόρεμα και άσπρο καπελάκι τους άνοιξε, έκανε μια υπόκλιση και τους οδήγησε σε ένα μικρό σαλόνι στο μπροστινό τμήμα του σπιτιού. Έφυγε και ύστερα από λίγο την άκουσαν να φωνάζει από ένα πίσω παράθυρο: «Κύριε Όουενμπι, έχετε επισκέψεις». Δεν πέρασε πολλή ώρα και ένας ηλικιωμένος άντρας μπήκε στο σαλόνι. Το βλέμμα του πήγε πρώτα στον Γκίντεον και μετά στην Αϊρίν. Ήταν γεροδεμένος, όχι ψηλός, αλλά ρωμαλέος, με κοντοκουρεμένα γκρίζα μαλλιά. Φορούσε γκρίζο σακάκι και σκούρο παντελόνι και ένα απλό πουκάμισο χωρίς κολάρο· ήταν φανερό ότι βρισκόταν στην αυλή και δούλευε. Ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα σκέπαζε το μέτωπό του. Χαιρέτησε με ένα νεύμα τον Γκίντεον. «Λόρδε μου». «Είστε ο κύριος Όουενμπι;» ρώτησε εκείνος. «Σκέτο Όουενμπι, σερ. Έτσι με φώναζε ο κύριός μου». «Ο πατέρας μου;» «Μάλιστα». Ο Γκίντεον του σύστησε την Αϊρίν και ο άντρας τους έδειξε τις πολυθρόνες που ήταν τοποθετημένες μπροστά από το μικρό τζάκι. «Παρακαλώ, καθίστε. Κύριε, κυρία. Να σας προσφέρω ένα ~ 205 ~


τσάι; Νερό;» «Όχι, ευχαριστούμε. Ήρθαμε για να σου κάνουμε μερικές ερωτήσεις σχετικά με το βράδυ που η μητέρα μου κι εγώ... φύγαμε από το Ράντμπορν Παρκ». «Ευχαρίστως, σερ. Εννοείτε το βράδυ που σας απήγαγαν». «Αυτό συνέβη;» «Ασφαλώς, λόρδε μου». Έριξε μια γρήγορη ματιά στην Αϊρίν. «Ο λόρδος Ράντμπορν έλαβε ένα σημείωμα όπου του ζητούσαν εκείνο το περιδέραιο και μου το έδωσε μέσα σε ένα μικρό βελούδινο πουγκί με οδηγίες για το πού να το αφήσω. Έτσι και έκανα. Το άφησα κάτω από ένα στασίδι στην εκκλησία και μετά κατέβηκα στη γέρικη βελανιδιά για να περιμένω. Μόνο που κανείς δεν ήρθε για να σας παραδώσει». «Όουενμπι, σταμάτα», τον διέκοψε ο Γκίντεον. «Δεν υπάρχει λόγος να προσποιείσαι. Η γιαγιά μου μας έχει πει ήδη ότι η απαγωγή ήταν μια απάτη, ένα ψέμα που σκέφτηκε ο πατέρας μου για να καλύψει αυτό που συνέβη». «Έτσι, ε; Και τι σας είπε ότι συνέβη;» «Προτιμώ-να τ’ ακούσω από σένα». Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του. «Ο λόρδος Ράντμπορν πήγε στο δωμάτιο της λαίδης, αλλά δεν τη βρήκε εκεί. Σκέφτηκε πως ήταν κάτω, αλλά ούτε εκεί ήταν. Στην αρχή δεν ανησύχησε. Έψαξε λιγάκι στο σπίτι, ύστερα στον κήπο, σκέφτηκε πως θα είχε πάει καμιά βόλτα. Ρώτησε τους υπηρέτες αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε η γκουβερνάντα κατέβηκε τρέχοντας και φωνάζοντας σαν τρελή ότι είχες εξαφανιστεί. Όλοι άρχισαν να ψάχνουν έντρομοι. Και τελικά ο λόρδος βρήκε στο γραφείο του το σημείωμα που έγραφε ότι τον εγκατέλειπε». «Εσύ το είδες αυτό το σημείωμα;» ρώτησε ο Γκίντεον. «Εγώ; Όχι, σερ, πώς ήταν δυνατόν να δείξει ένα προσωπικό γράμμα σ’ εμένα. Όμως μου είπε ότι η κυρία τον είχε εγκαταλείψει. Ότι σας είχε πάρει μαζί της και είχε φύγει με έναν άλλο άντρα». Μόρφασε περιφρονητικά. «Καθόλου δε με παραξένεψε». «Γιατί;» ρώτησε η Αϊρίν, αιφνιδιασμένη από τον τόνο του. Ο άντρας μόλις που καταδέχτηκε να την κοιτάξει. «Επειδή ήξερα τι είδους γυναίκα είναι -και με το συμπάθιο, κύριε. Όλοι το έβλεπαν, εκτός από τον κόμη». Η Αϊρίν έμεινε κατάπληκτη από τη διαφορά ανάμεσα στη γνώμη αυτού του ανθρώπου για τη μητέρα του Γκίντεον και εκείνη που είχε εκφράσει ο θείος του. Ήταν ασυνήθιστο για έναν αφοσιωμένο υπηρέτη να μιλά άσχημα για τη σύζυγο του κυρίου του -και πολύ περισσότερο μπροστά στο γιο της. Προφανώς η μνησικακία ~ 206 ~


του Όουενμπι ήταν πολύ βαθιά. «Και τι έκανε ο πατέρας μου όταν διάβασε το γράμμα;» «Με έστειλε να σας βρω, αυτό έκανε. Δεν ήταν από εκείνους που θα την άφηναν να φύγει χωρίς να κάνουν κάτι. Δεν είπε σε κανέναν άλλο τι είχε συμβεί. Πήρα ένα άλογο και ήρθα στο χωριό. Ο κύριος έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά δε βρήκαμε κανέναν που να έχει δει μια γυναίκα με ένα παιδί, είτε μαζί με άντρα είτε χωρίς». «Πήρε άλογο από τους στάβλους; Πώς έφυγε;» «Δεν ξέρω πώς έφυγε. Ο κύριος ρώτησε τον σταβλάρχη αλλά του είπε ότι δεν έλειπε κανένα άλογο. Σκέφτηκα ότι θα είχε πάρει το παιδί και θα είχε κατέβει στη δημοσιά για να συναντήσει τον εραστή της. Ότι την περίμενε εκεί με κάποια άμαξα ή με άλογα». «Πόσον καιρό έψαχνε ο λόρδος Σέσιλ να τη βρει;» Ο άνθρωπος ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν έψαξε, μόνο το πρώτο πρωί. Σκέφτηκε ότι θα καταλάβαινε το λάθος της και θα γυρνούσε πίσω. Όμως έπρεπε να πει κάτι στους υπηρέτες και τους γείτονες κι έτσι σκαρφίστηκε την ιστορία της απαγωγής. Υπολόγιζε ότι κανείς δε θα έμπαινε σε υποψίες αν έλειπε μερικές μέρες και μετά γυρνούσε σαν να την είχαν ελευθερώσει. Μόνο που δε γύρισε. Δεν έμαθε ποτέ τίποτε για κείνη. Περίπου μια βδομάδα αργότερα με έστειλε να σας ψάξω. Όμως ήταν άσκοπο. Τα ίχνη είχαν χαθεί. Δε βρήκα κανέναν που να σας είχε δει και έπρεπε να προσέχω για να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ρώτησα στα λιμάνια, ρώτησα στις αποβάθρες. Κανείς δε θυμόταν μια γυναίκα με ένα παιδί, ούτε μια οικογένεια που να αντιστοιχούσε σε αυτή την περιγραφή». «Και μετά τι έκανες;» «Γύρισα πίσω. Τι άλλο να έκανα; Είχαν καλύψει πολύ καλά τα ίχνη τους. Δεν υπήρχε τρόπος να μάθουμε πού είχαν πάει. Νομίζω ότι αργότερα ο λόρδος προσέλαβε κάποιον άλλο να ερευνήσει για σας και τη λαίδη στην Ευρώπη, αλλά ούτε εκείνος κατάφερε τίποτε». Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Ύστερα απ’ αυτό ο λόρδος δεν ξαναβρήκε ποτέ τον εαυτό του». «Έμεινες στην υπηρεσία του πατέρα μου;» «Φυσικά. Μέχρι τη μέρα που πέθανε. Του έδινα το φάρμακό του και του πήγαινα φαγητό, αυτό το λίγο που μπορούσε να τρώει. Ήταν καλός άνθρωπος ο σερ Σέσιλ, και καλός εργοδότης». «Λιγότερο καλός πατέρας, όμως, κατά τη γνώμη μου», είπε η Αϊρίν. Ο καμαριέρης την κοίταξε περιφρονητικά. «Να με συγχωρείτε, μις, αλλά δεν τον γνωρίσατε. Ούτε τη γυναίκα. Τον κατέστρεψε σας

~ 207 ~


λέω. Του άξιζε καλύτερη απ’ αυτή τη...» Συγκρότησε το χαρακτηρισμό που ήταν έτοιμος να ξεστομίσει και κοίταξε κλεφτά τον Γκίντεον. «Από αυτή τη γυναίκα», πρόσθεσε. «Θα πίστευε κανείς πως ένας άντρας θα κατέβαλλε μεγαλύτερες προσπάθειες να βρει το γιο του», αντιγύρισε εκείνη. «Πίστευε ότι το παιδί θα ήταν πιο ευτυχισμένο κοντά στη μητέρα του», απάντησε με πείσμα ο Όουενμπι. «Δεν ήξερε ότι θα το παρατούσε στην πόλη για να κάνει τη ζωή της». «Πώς ξέρεις ότι με παράτησε;» ρώτησε ο Γκίντεον. «Τι; Τι εννοείτε;» «Πώς ξέρεις ότι με εγκατέλειψε στο Λονδίνο;» « Δεν το ξέρω. Απλώς υποθέτω ... Θέλω να πω... εκεί δε σας βρήκαν; Έτσι λένε, ότι ο δούκας σας βρήκε σε κάποιο χαμαιτυπείο στο Λονδίνο και κατάλαβε ότι είσαστε εσείς». Ο Γκίντεον ανασήκωσε τα φρύδια του. «Λιγάκι πιο γλαφυρό από την πραγματικότητα, ίσως, αλλά η αλήθεια ουσιαστικά είναι αυτή. Ναι, στο Λονδίνο ζούσα». «Και δεν μπορείτε να θυμηθείτε τίποτε άλλο;» ρώτησε ο Όουενμπι. «Πώς εσείς ή η μητέρα σας βρεθήκατε εκεί;» «Όχι, τίποτε. Θα ήθελα πολύ να ανακαλύψω τι συνέβη». «Μακάρι να μπορούσα να σας βοηθήσω, λόρδε μου, όμως σας είπα όλα όσα ήξερα». «Ο πατέρας μου δεν έλαβε ποτέ νέα της; Κανένα γράμμα; Καμία φήμη; Κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι την είδε κάπου;» « Απ’ όσο ξέρω, όχι». Δεν κατάφεραν να του αποσπάσουν περισσότερες πληροφορίες, αν και ο Γκίντεον συνέχισε να του κάνει ερωτήσεις. Η απάντησή του ήταν μονότονα η ίδια: τους είχε πει όλα όσα ήξερε. Η μητέρα του είχε φύγει με τον εραστή της, παίρνοντας μαζί και το γιο της. Ήταν φανερό ότι η επίσκεψη είχε τελειώσει. Ο Γκίντεον ευχαρίστησε τον άνθρωπο και τον αποχαιρέτησε ευγενικά. Μαζί με την Αϊρίν έφυγαν από την αγροικία. «Πάντως είναι συνεπής στις απαντήσεις του», παρατήρησε εκείνη καθώς η άμαξα απομακρυνόταν. «Και αποφεύγει συστηματικά να τις αναλύσει με λεπτομέρειες. Αναρωτιέμαι μήπως γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα λέει».

~ 208 ~


Κεφάλαιο 16

Η Αϊρίν τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Πολύ δυσοίωνο μου φάνηκε αυτό που είπες». ^ Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. « Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει κάτι ύποπτο, αλλά... ορισμένα πράγματα μου φαίνονται περίεργα. Παραδείγματος χάρη, δε δίστασε να εκφράσει τη γνώμη του για τη μητέρα μου». «Ναι, το πρόσεξα. Σίγουρα την έβλεπε με άλλο μάτι απ’ ό,τι ο λόρδος Τζάσπερ». «Αναρωτιέμαι ποια από τις δύο εικόνες είναι η αληθινή. Η αφοσιωμένη μητέρα, η γλυκιά και γοητευτική γυναίκα που λάτρευε ο θείος μου; Ή η αδίστακτη, διπρόσωπη μοιχαλίδα που απεχθανόταν ο Όουενμπι;» Άπλω σε αυθόρμητα το χέρι της και ακούμπησε το μπράτσο του. Η συμπόνια πλημμύρισε το στήθος της. «Φαντάζομαι ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Όμως νομίζω ότι η άποψη του λόρδου Τζάσπερ για κείνη είναι πιο ακριβής. Η αντίληψη του Όουενμπι ασφαλώς επηρεάζεται από την αγάπη και την αφοσίωσή του στον πατέρα σου». Ο Γκίντεον της χαμογέλασε και σκέπασε το χέρι της με το δικό του. «Σ’ ευχαριστώ για την καλοσύνη σου, αλλά τα λόγια του δε με πλήγωσαν. Ό,τι κι αν ήταν η μητέρα μου, η αλήθεια είναι ότι δεν τη θυμάμαι καθόλου. Και μολονότι δε θα ήθελα να πιστέψω ότι ήταν μια ψυχρή, διεφθαρμένη γυναίκα, δε θα είχε καμία επίπτωση στη ζωή μου αν ήταν. Όμως δε γίνεται να μην παραξενευτώ από τις απαντήσεις του. Είναι αλήθεια ότι ο Όουενμπι ήταν αφοσιωμένος υπηρέτης -υπηρετούσε τον σερ Σέσιλ από τη μέρα που έφυγε για το Ίτον, όπως μου είπαν. Και στη διαθήκη του ο πατέρας μου του άφηνε ένα γενναίο ποσό για τα χρόνια που του στάθηκε πιστός. Από την άλλη μεριά, ξέρω ότι συνήθως οι υπηρέτες διστάζουν να μιλήσουν άσχημα για οποιονδήποτε ανώτερο τους. Και σχεδόν όλοι οι ~ 209 ~


άνθρωποι αποφεύγουν να μιλήσουν άσχημα για τη μητέρα κάποιου». «Ναι. Η αλήθεια είναι ότι ήταν... πιο αγενής απ’ όσο περίμενα». «Και κάτι άλλο - δε φαινόταν να με συμπαθεί ιδιαίτερα. Το πρόσεξες;» «Δε μου διέφυγε. Βέβαια δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα εκδηλωτικός άνθρωπος. Και σίγουρα δεν είχε πολλή επαφή μαζί σου όταν ήσουν μικρός. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά είναι περιορισμένα στα δωμάτιά τους». «Αυτό είναι αλήθεια». «Είμαι βέβαιη ότι αν είχες μεγαλώσει εκεί, θα σε γνώριζε καλύτερα και θα είχε πιο τρυφερές αναμνήσεις από σένα». Ο Γκίντεον την κοίταξε και χαμογέλασε. «Αϊρίν, προσπαθείς να παρηγορήσεις την πληγωμένη μου καρδιά;» Εκείνη ανασήκωσε το φρύδι της και απάντησε κάπως απότομα: «Απλώς φάνηκες προβληματισμένος από το γεγονός ότι δε σε υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκάλες». «Σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». Της χαμογέλασε πάλι με έναν τρόπο που της ζέστανε την καρδιά. Η αμηχανία που υπήρχε ανάμεσά τους είχε χαθεί για την ώρα και ένιωσε πάλι κοντά του όπως και τότε που συζητούσαν για τις αποκαλύψεις της γιαγιάς του. «Ωστόσο», συνέχισε, «ούτε ο τρόπος του με πλήγωσε ούτε τα λόγια του, απλώς μου φάνηκε παράξενος. Δε νομίζεις κι εσύ πως, αφού ήταν τόσο αφοσιωμένος στον πατέρα μου, θα εκδήλωνε κάποια ανακούφιση ή ικανοποίηση για το γεγονός ότι ο γιος του κυρίου του βρέθηκε ζωντανός και γερός ύστερα από τόσα χρόνια; Θα περίμενα πως ένας οικογενειακός υπηρέτης θα ήταν πιο ...» «Εκδηλωτικός; Θα αναφωνούσε “αχ, κύριε Γκίντεον, δοξάζω το Θεό που σας έφερε πάλι κοντά μας μετά από τόσον καιρό”;» συμπλήρωσε εκείνη όταν δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. «Ακριβώς. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες, αλλά όποτε με κοιτούσε το βλέμμα του ήταν ψυχρό. Περιφρονητικό θα έλεγα». Έκανε μια παύση. «Νομίζεις ότι είμαι φαντασιόπληκτος;» «Όχι. Μόνο φαντασιόπληκτο δε θα μπορούσα να σε χαρακτηρίσω», του απάντησε με ειλικρίνεια. «Βέβαια δεν πρόσεξα καμία ιδιαίτερη ψυχρότητα απέναντι σου, αλλά φυσικά εσένα κοιτούσε, άρα θα ξέρεις καλύτερα. Αν σχημάτισες αυτή την εντύπωση, θα πρέπει να υπήρχε λόγος. Αλλά τι υποψιάζεσαι; Ότι μπορεί να ... τη σκότωσε;»

~ 210 ~


Η έκφρασή του σκοτείνιασε. «Μου φαίνεται κάπως υπερβολικό». «Να σου πω... Ήταν φανερό ότι την αντιπαθούσε έντονα. Ίσως ανακάλυψε το δεσμό της με το θείο σου και αποφάσισε να απαλλάξει τον πατέρα σου από την παρουσία της. Ίσως πλαστογράφησε το γράμμα. Ή ίσως ο πατέρας σου γνώριζε τι έκανε και τον βοήθησε να συγκαλύψει το έγκλημα. Ίσως ο λόρδος Σέσιλ δεν ήθελε να τον στερηθεί, ό,τι κι αν είχε κάνει». Αν η υποδοχή του Όουενμπι ήταν ψυχρή, η χαρά που είδαν στο πρόσωπο της παλιάς καμαριέρας της μητέρας του τους αποζημίωσε και με το παραπάνω. «Αχ, κύριέ μου! Ω, Θεέ μου!» Η γυναίκα άπλωσε τα χέρια της για να τον αγκαλιάσει αλλά θυμήθηκε τη θέση της, κοκκίνισε και έκανε μια υπόκλιση. «Λόρδε Ράντμπορν! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω. Παρακαλώ, περάστε, περάστε». Η γυναίκα, που λεγόταν Νάνσι Μπόναμ, τους οδήγησε στο μοναδικό μεγάλο δωμάτιο του μικρού σπιτιού της, μάζεψε ένα καλάθι της ραπτικής και το ακούμπησε βιαστικά πίσω από τον καναπέ ενώ ταυτόχρονα έδειχνε στον Γκίντεον την άνετη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. «Παρακαλώ, καθίστε. Να σας προσφέρω ένα τσάι; Πόσο χαίρομαι που ήρθατε, πόσο χαίρομαι», συνέχισε χαμογελώντας πλατιά και σκουπίζοντας ένα δάκρυ από την άκρη του ματιού της. «Συγχωρήστε με παρακαλώ, συνήθως δε συγκινούμαι τόσο εύκολα, αλλά να βλέπω το αγοράκι της κυρίας μου...» Σταμάτησε γιατί την έπνιξε η συγκίνηση. «Όχι, μη ζητάτε συγνώμη», απάντησε ο Γκίντεον και της χαμογέλασε κι εκείνος. «Έπρεπε να έχω έρθει νωρίτερα να σας δω. Δυστυχώς δεν ήξερα ... δε θυμάμαι καθόλου τα χρόνια που έζησα εδώ». «Δε θυμάστε τη μητέρα σας;» αναφώνησε με κατάπληξη εκείνη. «Αχ, τι τρομερό για σας. Ήταν τόσο γλυκιά, καλή γυναίκα. Μια πραγματική κυρία, πολύ ευγενική μαζί μου. Και σας αγαπούσε πολύ. Ήσαστε το φως των ματιών της, ξέρετε. Ορισμένες μητέρες δε δίνουν πολλή σημασία στα παιδιά τους, τα αφήνουν στις παραμάνες και στις γκουβερνάντες και δεν ασχολούνται μαζί τους, αλλά όχι η κυρά μου. Όποτε αρρωσταίνατε, ήταν πάντα στο πλευρό σας. Και όταν σας έβαζε το βράδυ για ύπνο, σας διάβαζε ένα παραμυθάκι. Σας άρεσε πολύ αυτό, πάρα πολύ». «Μιλήστε μου για τη μητέρα μου». Η γυναίκα δε χρειαζόταν παρότρυνση. Άρχισε να πλέκει το ε-

~ 211 ~


γκώμιο της λαίδης Ράντμπορν, εκθειάζοντας το χαρακτήρα, την ομορφιά και την καλοσύνη της. «Έχετε τα μάτια της, ξέρετε. Το ίδιο καταπράσινο χρώμα. Όλοι έλεγαν ότι μοιάζετε στον πατέρα σας, αλλά εγώ έβρισκα πως μοιάζατε περισσότερο στη λαίδη Σελήνη. Κι εκείνη είχε σκούρα μαλλιά και ήταν ψηλή. Μια γυναίκα γεμάτη φινέτσα, πραγματική λαίδη με όλη τη σημασία της λέξης. Ο κύριος ήταν πολύ τυχερός που την παντρεύτηκε, αν και ποτέ δεν το παραδέχτηκε. Οι Μπανκς ήταν πάντα περήφανη ράτσα. Και φυσικά η μητέρα του ήταν μια Λάιλ και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό. Όμως η μητέρα σας ήταν μια Γουόλμπριτζ και στο Νόρφοκ η οικογένειά της ήταν τόσο μεγάλη και τρανή όσο εδώ οι Μπανκς». Συνέχισε να μιλά για την οικογένεια της λαίδης και για την υπηρετική παράδοση της δικής της οικογένειας και μετά άρχισε να περιγράφει τις αγαθοεργίες της όχι μόνο απέναντι σ’ εκείνη αλλά και στους φτωχούς του χωριού. Τελικά, όταν έκανε μια παύση, ο Γκίντεον είπε γρήγορα: «Νάνσι, μπορείς να μου πεις τι έγινε τη μέρα που έφυγε;» «Αχ, εκείνη η αποφράδα μέρα!» Η γυναίκα δάκρυσε πάλι. Έβγαλε το μαντίλι από την τσέπη της και σκούπισε τα μάτια της. «Ποτέ δε φαντάστηκα... Είδα ότι δεν ήταν στο κρεβάτι της, βέβαια, το είδα αμέσως μόλις μπήκα στο δωμάτιο. Το κρεβάτι ήταν συγυρισμένο , όπως το είχα αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Δεν είχε κοιμηθεί εκεί. Δεν ήξερα τι να κάνω...» Κοίταξε τα χέρια της. «Δεν ήθελα να το πω στον κόμη. Δεν ήθελα να ... έχει προβλήματα μαζί του. Ο κύριος ήταν...» Σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε τον Γκίντεον. «Συνέχισε», της είπε εκείνος ήρεμα. « Δεν έχει σημασία τι θα πεις για κείνον ή για τη μητέρα μου. Ε ίνα ι... Δεν έχω καμία ανάμνησή τους. Δε γνώρισα κανέναν από τους δύο, οπότε δεν αισθάνομαι ό,τι νιώθει συνήθως κανείς για τους γονείς του. Ούτε θα με ευχαριστήσεις ούτε θα με δυσαρεστήσεις ό,τι κι αν πεις. Το μόνο που θέλω είναι να μάθω την αλήθεια». «Ο πατέρας σας ήταν ευέξαπτος άνθρωπος. Δε φερόταν πάντα καλά. Κι εκείνη ... δεν ήταν ευτυχισμένη». Έσκυψε και πάλι. Η Αϊρίν έγειρε προς το μέρος της. «Είπατε ότι δε θέλατε να έχει προβλήματα μαζί του. Γιατί σκεφτήκατε ότι θα είχε πρόβλημα; Θα θύμωνε; Δε θα ανησυχούσε απλώς επειδή η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί;» Η γυναίκα μετακινήθηκε ανήσυχα στη θέση της και αυτή τη φορά κοίταξε την Αϊρίν. «Ήταν καλή γυναίκα. Αυτό πρέπει να το καταλάβετε». «Δεν αμφιβάλλω ότι ήταν. Είχε... είχε τύχει να λείψει κι άλλα ~ 212 ~


πρωινά;» «Όχι», είπε η Νάνσι, κουνώντας το κεφάλι. «Όμως μερικές φορές, κάνα δυο, δηλαδή, δεν είχε γυρίσει στο δωμάτιό της το βράδυ. Όμως νωρίς το πρωί ήταν πάλι εκεί». Η Αϊρίν εξακολούθησε να κοιτάζει τη γυναίκα που απαντούσε με τόση απροθυμία. Ήξερε ότι η υπηρέτρια θα ήταν πιο πρόθυμη να μιλήσει για τη Σελήνη σε μια γυναίκα και ήθελε να την κάνει να ξεχάσει ότι ο γιος της λαίδης ήταν παρών. «Συναντούσε τον εραστή της;» Η Νάνσι μασούλησε νευρικά το χείλος της και έσφιξε τα χέρια της πάνω στα γόνατα. « Ναι... Θέλω να πω... έτσι νομίζω. Μια φορά αποκοιμήθηκα καθιστή στο δωμάτιό της, περιμένοντας να γυρίσει για να τη βοηθήσω να γδυθεί, και ξύπνησα όταν μπήκε. Θα πρέπει να ήταν τέσσερις το πρωί. Για ποιον άλλο λόγο θα ήταν ξύπνια τέτοια ώρα; Και είχε μια έκφραση στο πρόσωπό τη ς... όλο έξαψη και χαρά. Και άλλες φορές... φαινόταν λιγάκι πιο ευτυχισμένη. Ερχόταν από τον κήπο με την αγκαλιά γεμάτη λουλούδια και σιγοτραγουδούσε και χαμογελούσε. Υπήρχαν περίοδοι που ήταν χαρούμενη για βδομάδες στη σειρά. Και μετά γινόταν μελαγχολική... Την έπιανα να κάθεται και να κοιτάζει από το παράθυρο με μάτια δακρυσμένα». «Ξέρεις ποιος ήταν ο εραστής της;» Η Νάνσι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι. Ποτέ δε μου μίλησε γι’ αυτόν. Δεν ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση γιατί φοβόταν ότι ο κύριος μπορεί να με ρωτούσε. Όμως ανησυχούσε άδικα. Ποτέ δε θα του έλεγα τίποτα». «Φυσικά», την καθησύχασε η Αϊρίν. «Κι έτσι εκείνο το πρωί σκέφτηκες ότι είχε ραντεβού με κάποιον και είχε αργήσει». «Δεν έβρισκα καμία άλλη εξήγηση, αν και νόμιζα ότι είχε σταματήσει να τον βλέπει. Είχα πολύ καιρό να τη δω ... ευτυχισμένη». Η Αϊρίν γύρισε και κοίταξε τον Γκίντεον. Ήταν πολύ πιθανό τα σημάδια που έβλεπε η Νάνσι να σήμαιναν πως η λαίδη Σελήνη είχε δεσμό με τον Τζάσπερ. «Έτσι ξαφνιάστηκα λιγάκι και ανησύχησα», συνέχισε η γυναίκα, «αλλά δεν το είπα στον κύριο. Αχ, μακάρι να είχα πάει κατευθείαν σ’ εκείνον! Ίσως αν του το έλεγα αμέσως να είχε βρει τα ίχνη εκείνων των κακοποιών». Γύρισε προς τον Γκίντεον. «Θα έβρισκε εσάς και τη μητέρα σας σώους και αβλαβείς». «Μην κατηγορείτε τον εαυτό σας», την παρηγόρησε η Αϊρίν. «Δε φταίγατε εσείς. Κάνατε το μόνο που μπορούσατε να κάνετε. Ακόμα κι αν του το λέγατε αμέσως, είναι φανερό ότι η λαίδη έλειπε από ώρες, αφού δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι της. Στο μεταξύ θα βρίσκονταν πολύ μακριά». ~ 213 ~


«Σωστά», συμφώνησε ο Γκίντεον. «Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτ’ άλλο». «Σας ευχαριστώ, λόρδε μου», είπε η Νάνσι, χαμογελώντας του με ευγνωμοσύνη. Ξερόβηξε και σκούπισε πάλι τα μάτια της. «Όμως τότε η γκουβερνάντα κατέβηκε τρέχοντας», συνέχισε την ιστορία της, «και άρχισε να φωνάζει ότι ο νεαρός κύριος είχε εξαφανιστεί. Είπε ότι δεν τον βρήκε στο δωμάτιό του όταν σηκώθηκε και ότι έψαξε παντού αλλά δεν ήταν πουθενά. Και τότε ο λόρδος Ράντμπορν άρχισε να μου κάνει ερωτήσεις και αναγκάστηκα να του πω ότι και η κυρία μου ήταν άφαντη. Φοβήθηκα ότι θα γινόταν έξαλλος μαζί μου επειδή δεν του το είχα πει νωρίτερα, αλλά δε θύμωσε. Δε με ρώτησε καν γιατί δεν του το είπα πιο πριν. Ήταν ... ήταν τρομαγμένος». Πρόφερε τη λέξη με φωνή γεμάτη κατάπληξη. «Πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι. Συνήθως ήταν ένας σκληρός, ψυχρός άνθρωπος, αλλά εκείνη τη μέρα φαινόταν τρομαγμένος. Έβλεπα τα χέρια του να τρέμουν. Και τότε κατάλαβα ότι την αγαπούσε, έστω και με τον τρόπο του. Μου είπε ότι η κυρία μου και ο μικρός κύριος Γκίντεον είχαν εξαφανιστεί, ότι τους είχαν απαγάγει και ζητούσαν λύτρα». Αναστέναξε. «Έστειλε εκείνο τον Όουενμπι να τους παραδώσει τα λύτρα, αλλά δε σας έδωσαν πίσω. Και τότε κατάλαβα πως η κυρία μου ήταν νεκρή». «Σκέφτηκες ποτέ ότι ίσως να μην την είχαν απαγάγει;» ρώτησε η Αϊρίν. «Ότι μπορεί να είχε φύγει;» Η καμαριέρα της λαίδης την κοίταξε κάπως ένοχα. «Το σκέφτηκα, λαίδη μου. Αυτό σκέφτηκα από την πρώτη στιγμή. Μου φάνηκε παράξενο, βλέπετε, πώς είχαν μπει οι απαγωγείς στο σπίτι και είχαν αρπάξει εκείνη και το παιδί χωρίς να ξυπνήσουν κανέναν. Σκέφτηκα πως είχε εξαπατήσει τον κόμη, αν και μου φάνηκε πολύ σκληρό να του έχει φερθεί έτσι. Όμως ήταν τόσο δυστυχισμένη που σκέφτηκα ότι είχε χωρίσει με τον εραστή της, όποιος κι αν ήταν, και πως δεν μπορούσε να αντέξει άλλο και είχε αποφασίσει να φύγει για να πάει κοντά του. Αν είχε φύγει, θα σας είχε πάρει μαζί της, λόρδε μου, γιατί ξέρω ότι δε θα άντεχε να σας αφήσει πίσω. Κι έτσι... Γι’ αυτό δεν το είπα στον κύριο, αλλά πήγα στο δωμάτιό της και έψαξα τα ρούχα της για να δω αν έλειπε κανένα». «Και έλειπε;» ρώτησε η Αϊρίν όταν η γυναίκα σταμάτησε να μιλάει. «Όχι. Το μόνο φόρεμα που έλειπε ήταν εκείνο που φορούσε το προηγούμενο βράδυ. Όμως έλειπε ένα νυχτικό, εκείνο που είχα απλώσει στο κρεβάτι της, κα>«δεν έβρισκα πουθενά τη ρόμπα της. Και μου φάνηκε πως ένα δυο μεσοφόρια έλειπαν κι αυτά. Αλλά δεν ~ 214 ~


ήμουν σίγουρη. Είχε πολλά, και πάντα υπήρχαν μερικά στο πλυσταριό για πλύσιμο». «Δε θα της αρκούσαν τόσο λίγα πράγματα αν είχε αποφασίσει να φύγει». «Όχι, κυρία. Αλλά τέτοιος άνθρωπος ήταν. Δε θα ήθελε να πάρει τίποτε δικό του. Δε θα το έβρισκε σωστό». «Όλα τα κοσμήματά της ήταν στη θέση τους; Η βούρτσα των μαλλιών της; Το άρωμά της;» Η Νάνσι κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι μάλλον την είχαν απαγάγει. Μπορεί να μην ήθελε να πάρει μαζί της φορέματα, αλλά τη βούρτσα των μαλλιών και τον καθρέφτη της θα τα χρειαζόταν, έτσι δεν είναι; Και σε τι θα της χρησίμευε ένα άρωμα; Γι’ αυτό πίστεψα ότι ήταν αλήθεια -ότι είχαν μπει και είχαν αρπάξει εκείνη και το παιδί. Και θα άρπαξαν το νυχτικό και τη ρόμπα επειδή ήταν μπροστά τους, έτσι δεν είναι;» Συνοφρυώθηκε, πήγε να πει κάτι και σταμάτησε. «Τι;» ρώτησε γρήγορα η Αϊρίν. « Μόνο... το μικρό ρολόι του δωματίου της έλειπε». «Το ρολόι;» «Ναι. Παράξενο δεν είναι; Ένα ρολόι δεν είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς να πάρει όταν έχει σκοπό να απαγάγει κάποιον». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε η Αϊρίν. «Αλλά ούτε και κάτι που θα έπαιρνε κανείς μαζί του αν σκόπευε να εξαφανιστεί», πρόσθεσε ο Γκίντεον. «Πολύ σωστά, λόρδε μου, μόνο που είχε ιδιαίτερη αξία για κείνη. Ήταν της μητέρας της -έ να γαλλικό επίχρυσο ρολόι. Χαριτωμένο και όχι πολύ μεγάλο. Μπορούσες να το κρατήσεις στο χέρι σου. Το είχε πάνω στην τουαλέτα της. Απόρησα, γιατί ήξερα ότι δε θα ήθελε να το αποχωριστεί. Άλλωστε της ανήκε, δεν ήταν δικό του, και το φυλούσε σαν θησαυρό γιατί ήταν της μητέρας της που είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν κοριτσάκι. Έτσι σκέφτηκα πως ήταν σημάδι ότι το είχε σκάσει, αλλά...» Η φωνή της ράγισε και σταμάτησε μερικές στιγμές να μιλάει μέχρι να συνέλθει. «Όμως μετά σκέφτηκα ότι ήθελα απλώς να πιστεύω πως δεν ήταν νεκρή. Ότι δεν την είχαν αρπάξει και δε σας είχαν σκοτώσει και τους δύο. Η ελπίδα είναι πολύ δυνατό πράγμα, σε κάνει να πιστεύεις πράγματα που δεν ισχύουν. Το πιθανότερο είναι πως κάποιος από τους κακοποιούς σκέφτηκε ότι το ρολόι ήταν μικρό και εύκολο να μεταφερθεί και έτσι θα κέρδιζε μερικές λίρες ακόμα». Η Νάνσι σώπασε τότε. ~ 215 ~


«Είσαι σίγουρη ότι εκείνα τα βράδια που είχε αργήσει να πέσει για ύπνο ήταν μήνες πριν την απαγάγουν;» ρώτησε η Αϊρίν. Η γυναίκα ένευσε καταφατικά. «Ω, ναι, λαίδη μου. Ήταν μελαγχολική για μεγάλο διάστημα». Ύστερα απ’ αυτό δεν είχε πολλά άλλα να τους πει, εκτός από το να επαναλάβει πόσο χαιρόταν που ο Γκίντεον είχε επιστρέφει και πόσο ευτυχισμένη θα ήταν η μητέρα του αν το ήξερε. Λίγη ώρα αργότερα η Αϊρίν και ο Γκίντεον επέστρεψαν στην άμαξα. Για μεγάλο μέρος της διαδρομής εκείνος ήταν σιωπηλός και η Αϊρίν δεν τον ενόχλησε, ξέροντας ότι χρειαζόταν τη σιωπή για να αφομοιώσει όσα τους είχε πει η Νάνσι. Τελικά, όταν είχαν απομακρυνθεί αρκετά από το χωριό, ο Γκίντεον έσπασε τη σιωπή: «Είχε δίκιο για την ελπίδα, ξέρεις. Θέλεις να πιστέψεις τόσο πολύ κάτι, ώστε στο τέλος το πιστεύεις. Δε νομίζω πως θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια για το τι έγινε». «Είναι πολύ πιθανό», συμφώνησε εκείνη. Τα μάτια του είχαν μια θλίψη που της γεννούσε την επιθυμία να απλώσει το χέρι της και να σφίξει το δικό του, αλλά συγκρατήθηκε. «Το ζήτημα είναι πως αν ο θείος μου λέει την αλήθεια και η μητέρα μου δεν έφυγε με τον εραστή της, τα πράγματα περιπλέκονται». «Τι ακριβώς συνέβη στη λαίδη Σελήνη;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Τη σκότωσαν; Την άρπαξε κάποιος από το δωμάτιό της;» «Μα αφού ξέρουμε ότι η ιστορία της απαγωγής ήταν επινόηση του πατέρα σου. Άρα αυτή η πιθανότητα διαγράφεται. Είπε στον υπηρέτη του - αν τον πιστέψουμε ότι η λαίδη Σελήνη άφησε ένα γράμμα όπου του έγραφε ότι σε παίρνει και φεύγει». «Ένα γράμμα που διάβασε μόνο εκείνος. Το έδειξε στη γιαγιά μου, φυσικά, αλλά δε μου έδωσε την εντύπωση ότι εκείνη το διάβασε. Τον είδε μόνο να το κρατάει. Πολύ βολικό». «Θες να πεις... πιστεύεις πως ο πατέρας σου... τη δολοφόνησε;» η φωνή της χαμήλωσε καθώς το έλεγε, λες και αν το πρόφερε δυνατά θα έδινε αληθινές διαστάσεις στο ενδεχόμενο. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. « Δεν ξέρω. Η καμαριέρα φάνηκε πως τον φοβόταν. Ακόμα και η μητέρα του παραδέχθηκε ότι ήταν οξύθυμος. Δε θα ήθελα να σκεφτώ το ενδεχόμενο να τη σκότωσε, αλλά τι άλλο μας μένει να σκεφτούμε αν δεν το έσκασε; Θέλεις να πιστέψουμε πως κάποιος μπήκε στο σπίτι, την απήγαγε και τη σκότωσε; Αφού την εξανάγκασε να γράψει αυτό το γράμμα στον πατέρα μου για να φανεί ότι έφυγε με τη θέλησή της;»

~ 216 ~


Η Αϊρίν αναστέναξε. «Φαίνεται απίθανο». Έμεινε για λίγο σκεφτική και μετά συνέχισε. «Από την άλλη μεριά όμως, αν τη σκότωσε ο πατέρας σου, τι συνέβη σ’ εσένα; Πώς βρέθηκες μόνος στο Λονδίνο; Είναι παράλογο. Ήσουν ο μοναχογιός του, ο κληρονόμος του. Δεν είναι δυνατόν να σε μετέφερε στο Λονδίνο και να σε άφησε εκεί». «Πράγματι αυτό είναι ανεξήγητο. Όπως έχω καταλάβει, το μόνο που απασχολεί τους αριστοκράτες είναι η διαδοχή του τίτλου. Το ίδιο ισχύει αν τη σκότωσε ο Όουενμπι. Δε θα με πήγαινε στο Λονδίνο. Αλλά ποιος άλλος μπορεί να έφταιγε; Ποιος θα ήθελε να πεθάνει η μητέρα μου και να εξαφανιστώ εγώ;» «Ο πιθανότερος υποψήφιος είναι ο θείος σου, είναι ο μόνος που θα επωφελούνταν αν έπαυες να υπάρχεις αφού θα κληρονομούσε τον πατέρα σου μετά από σένα. Και αν ο πατέρας σου ήταν απαρηγόρητος, όπως λένε, ίσως ο Τζάσπερ πίστευε ότι δε θα ξαναπαντρευόταν». «Ναι, εκτός από μερικές μικρές λεπτομέρειες. Κυρίως το ότι η Τζάσπερ αγαπούσε τη μητέρα μου». «Σύμφωνα με τα δικά του λεγάμενα». Ο Γκίντεον την κοίταξε με έκπληξη. «Πω, πω, είσαι πολύ καχύποπτη. Εντάξει, ας δεχθούμε ότι έχουμε μόνο το λόγο του σ’ αυτό. Η δεύτερη ένστασή μου είναι ότι βρισκόταν στην Ινδία όταν συνέβησαν όλα αυτά. Και η γιαγιά μου το επιβεβαιώνει». «Ίσως πλήρωσε κάποιον. Μπορεί να έστειλε ένα δολοφόνο για να σας σκοτώσει, αλλά δεν άντεξε να δολοφονήσει ένα παιδί κι έτσι απλώς σε εγκατέλειψε κάπου». Εκείνος την κοίταξε για μερικές στιγμές. «Έχεις τρομακτικά γόνιμη φαντασία». Η Αϊρίν μόρφασε. «Υπάρχει και κάποιος άλλος που μου φαίνεται πολύ ύποπτος. Η λαίδη Τερέζα. Το ήξερες ότι η οικογένειά της ζούσε στην περιοχή;» «Όχι. Μα θα πρέπει να ήταν πολύ μικρή τότε». «Δεν είναι δα και τόσο νέα. Νομίζω πως είπε ότι ήταν δεκαπέντε ετών τότε. Ε ... ναι, είναι κάπως μικρή ηλικία, αλλά μπορεί να είχε βάλει σκοπό να γίνει κόμισσα του Ράντμπορν και έβγαλε από τη μέση αυτούς που της στέκονταν εμπόδιο -εσένα και τη μητέρα σου». «Αν ήμουν νεκρός τώρα, θα ήταν λογικό να την υποψιάζεσαι. Όμως μου φαίνεται υπερβολικό να σχεδίασε μια διπλή δολοφονία στα δεκαπέντε της και πολύ περισσότερο να την εκτέλεσε. Και πώς θα με μετέφερε στο Λονδίνο;» «Εντάξει. Δεν είναι πολύ λογική ιδέα», παραδέχθηκε εκείνη. ~ 217 ~


«Και μην ξεχνάς το γράμμα. Όποιος τη σκότωσε θα πρέπει να την έβαλε να το γράψει πρώτα». Έμεινε σιωπηλός για μερικές στιγμές και μετά είπε: «Ή απλώς έγινε όπως τα είπαν ο πατέρας μου και ο Όουενμπι. Η μητέρα μου έφυγε με τον εραστή της και με πήρε μαζί. Ίσως ο θείος Τζάσπερ δε θέλει να πιστέψει ότι η γυναίκα που αγαπούσε το έσκασε με κάποιον άλλο. Απατούσε τον πατέρα μου με τον αδελφό του, γιατί να μην απατήσει κι εκείνον με έναν άλλο; Και ποιος μας λέει ότι δεν ήθελε να είναι μαζί του περισσότερο απ’ όσο ήθελε να είναι με τον θείο μου;» . «Ή μπορεί να έφτασε σε ένα σημείο όπου δεν άντεχε πλέον να είναι με το λόρδο Σέσιλ», πρόσθεσε η Αϊρίν. «Είναι μια άλλη πιθανότητα που δε σκεφτήκαμε. Ήταν πολύ θλιμμένη, είπε η καμαριέρα της. Ίσως...» Τα μάτια του στένεψαν. «Αυτοκτόνησε;» Η Αϊρίν ένευσε καταφατικά. «Τότε προς τι όλη αυτή η σκηνοθεσία; Γιατί να πλέξουν ολόκληρη ιστορία;» «Η αυτοκτονία συνοδεύεται από μεγάλο στίγμα. Η εκκλησία...» «Πιστεύεις ότι η τοπική εκκλησία δε θα υποτασσόταν στη δύναμη της οικογένειάς μου; Ή ο ιατροδικαστής δε θα αποφαινόταν ότι ο θάνατός της ήταν ατύχημα;» «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του σκανδάλου». «Ναι, αλλά δε νομίζω πως θα βάραινε περισσότερο από αυτό που θα έπρεπε να κάνουν. Και τι απέγινε το πτώμα; Αν δεν έφυγε με τη θέλησή της, αν δολοφονήθηκε ή αυτοκτόνησε, θα έπρεπε να κάνουν κάτι με το πτώμα της. Να το κρύψουν κάπου». Η σκέψη της έφερε ναυτία. «Ναι. Φαίνεται μάλλον απίθανο ότι θα έφταναν ως εκεί εξαιτίας μιας αυτοκτονίας». «Και τι άλλο μένει; Ότι τρελάθηκε και τόσα χρόνια είναι κλειδωμένη στη σοφίτα;» «Ξέρω. Όλα αυτά είναι... εξωπραγματικά», συμφώνησε. «Νομίζω ότι η άποψη του θείου μου βασίζεται περισσότερο σ’ αυτό που θέλει να πιστεύει παρά στην αλήθεια». «Μα και η Νάνσι και o θείος σου συμφωνούν ότι ήσουν το κέντρο της ζωής της. Ό,τι κι αν της συνέβη, δε νομίζω ότι θα σε εγκατέλειπε. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο». «Πράγματι... αλλά μόνο αν πιστέψουμε στα λόγια της Νάνσι και του Τζάσπερ. Κι αυτά που λέει ο Όουενμπι; Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο πατέρας μου ήταν καλός κι εκείνη ανήθικη. Αλλά δε νομίζω πως έχει καμία σημασία ό,τι από τα δύο κι αν ισχύει. Και οι δύο γονείς μου ήταν ακατάλληλοι. Η μητέρα μου, μια άπιστη σύζυγος που δε ~ 218 ~


δίστασε να πάρει το παιδί της μακριά από το σπίτι του και την κληρονομιά του, και ο πατέρας μου, ένας άνθρωπος που δε νοιάστηκε να βρει το χαμένο του παιδί». «Ή απλώς ήταν άνθρωποι. Με τις αδυναμίες και τα ελαττώματά τους, όπως όλοι μας. Ίσως το μόνο έγκλημα της μητέρας σου ήταν ότι αγάπησε κάποιον άλλο». «Μ’ εκείνη την αγάπη που υμνούν οι ποιητές, ασφαλώς». Έκανε έναν κυνικό μορφασμό. «Ευτυχώς αυτό είναι ένα ελάττωμα από το οποίο δεν κινδυνεύω». «Έτσι φαίνεται», αποκρίθηκε εκείνη και ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. «Κανείς από τους δυο μας». Η άμαξα είχε στρίψει στο δρόμο που οδηγούσε στο Ράντμπορν Παρκ και λίγο αργότερα περνούσαν τη μικρή γέφυρα. Ο Γκίντεον έριξε μια ματιά προς το σπίτι που υψωνόταν στο βάθος και το πρόσωπό του γέμισε απροθυμία. Ξαφνικά σήκωσε το χέρι του και χτύπησε την οροφή της άμαξας. Το όχημα έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε. «Έλα», της είπε παρορμητικά και άνοιξε την πόρτα για να κατέβει. Γύρισε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι. «Σε παρακαλώ, θέλω να σου δείξω κάτι». Τον κοίταξε παραξενεμένη, αλλά στηρίχτηκε στο χέρι του και κατέβηκε. Ο Γκίντεον άρχισε να προχωρά παράλληλα προς τη γραμμή του δάσους κι εκείνη τον ακολούθησε γεμάτη περιέργεια.

~ 219 ~


Κεφάλαιο 17

Περπάτησαν για περίπου είκοσι λεπτά, μένοντας κοντά στο δάσος, κι έπειτα έκοψαν δρόμο μέσα από μια συστάδα δέντρων. Η Αϊρίν είδε ότι πλησίαζαν στα ερείπια του νορμανδικού κάστρου που κάποτε προστάτευε τη γη των Μπανκς, πολύ πριν τους δοθεί ο τίτλος ευγενείας. Είχε προσέξει εκείνο το μέρος στη διάρκεια του πρώτου περιπάτου της και είχε την επιθυμία να το εξερευνήσει, αλλά δεν είχε βρει ακόμη την ευκαιρία. Πριν από λίγες μέρες είχαν περάσει από εκεί με τα άλογα, και η λαίδη Καλάντρα είχε προτείνει να το δουν από κοντά, αλλά δεν είχαν σταματήσει γιατί η μις Σάρτον είχε δηλώσει με ένα ρίγος ότι της φαινόταν στοιχειωμένο. Και ο Γκίντεον είχε απαντήσει πεζά ότι ήταν απλώς ετοιμόρροπο. «Τα ερείπια;» τον ρώτησε τώρα, κοιτάζοντάς τον παραξενεμένη. «Αυτό θέλεις να μου δείξεις;» «Περίπου. Κάτι μέσα στον πύργο». «Νόμιζα ότι είναι ετοιμόρροπος, ότι είναι επικίνδυνο να μπούμε μέσα». Εκείνος χαμογέλασε πονηρά. «Για τη μις Σάρτον σίγουρα είναι». Η Αϊρίν γέλασε αυθόρμητα. Η περιφρονητική απάντησή του για τη Ροβένα Σάρτον της είχε δώσει μεγάλη ικανοποίηση. Την οδήγησε στον πύργο. Μέσα ήταν μισοσκότεινα, αλλά καθώς ανέβαιναν τη σκάλα, ρωγμές και τρύπες ανάμεσα στις πέτρες άφηναν το φως του ήλιου να περνά. Έφτασαν στον τελευταίο όροφο και ο Γκίντεον άνοιξε μια χοντρή ξύλινη πόρτα, αποκαλύπτοντας ένα δωμάτιο. Η Αϊρίν έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. Αντίθετα από τον υπόλοιπο πύργο, εδώ δεν υπήρχαν σκόνη και χαλάσματα. Ένα μεγάλο κομμάτι καραβόπανο έπεφτε λοξά από τα απομεινάρια της πεσμένης στέγης ως το νότιο τοίχο που έφτανε ως τη μέση, προστατεύοντας το χώρο από τα στοιχεία της φύσης. Ένα ~ 220 ~


κιλίμι ήταν απλωμένο στο βάθος και πάνω του ήταν τοποθετημένα μια στοίβα αφράτα μεγάλα μαξιλάρια, ένα χαμηλό τραπέζι. Λίγο πιο πέρα, δύο κεριά στέκονταν πάνω σε μια χαμηλή βιβλιοθήκη. Κοντά στον σκεπασμένο με καραβόπανο τοίχο στεκόταν ένα τηλεσκόπιο. «Γκίντεον!» αναφώνησε με κατάπληξη. «Δεν είχα ιδέα!» «Κανείς δεν το ξέρει». Πλησίασε στον τοίχο, ξετύλιξε ένα σκοινί από έναν κρίκο, το τράβηξε και το καραβόπανο σηκώθηκε αφήνοντας το δωμάτιο ανοιχτό προς το κενό. «Είναι υπέροχο», ψιθύρισε αντικρίζοντας τη θέα της υπαίθρου. Σήκωσε το κεφάλι της και ατένισε τον απογευματινό ουρανό. «Ώστε εδώ έρχεσαι τις νύχτες!» «Τι;» Ήταν η σειρά του να την κοιτάξει έκπληκτος. «Σε είδα μια δυο φορές, αργά το βράδυ, να περπατάς στους κήπους και αναρωτήθηκα πού πηγαίνεις». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε με ειλικρίνεια: «Νόμιζα ότι πήγαινες σε κάποια συνάντηση». «Αλήθεια; Πολύ ενδιαφέρον να μαθαίνω τη γνώμη που έχεις για μένα. Και ποιον θα μπορούσα να συναντήσω; Τη σύζυγο κάποιου κολίγου μου; Κάποια υπηρέτρια;» «Δεν ξέρω. Αλλά δεν έβρισκα άλλο λόγο για να ξεγλιστράς έτσι μέσα στο σκοτάδι, τέτοια ώρα. Δεν είχα ιδέα ότι είσαι αστρονόμος». «Δε νομίζω ότι θα μου άξιζε αυτός ο τίτλος», απάντησε εκείνος, πλησιάζοντας στο τηλεσκόπιο και σέρνοντας αργά την παλάμη πάνω του. «Για την ακρίβεια δεν είχα κανένα ενδιαφέρον για την αστρονομία, ούτε καν σκεφτόμουν γι’ αυτή, ώσπου ήρθα εδώ και βρήκα αυτό το τηλεσκόπιο. Προφανώς ανήκε στον παππού μου. Και αποφάσισα να το δοκιμάσω. Το στερέωμα με μάγεψε και αργότερα, όταν εξερευνούσα την περιοχή για να τη γνωρίσω, ανακάλυψαν τον πύργο και είδα πώς, με λίγο χτίσιμο, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παρατηρητήριο». Κοίταξε προς το βάθος του ορίζοντα. «Το βρήκα παρηγορητικό. Ήταν μια διέξοδος. Το έχω χρησιμοποιήσει πολύ συχνά τις τελευταίες μέρες». «Δηλαδή ... δεν απολαμβάνεις τη συντροφιά των κυριών;» τον ρώτησε δήθεν αδιάφορα, κρατώντας το βλέμμα της στο τοπίο. «Να πάρει η οργή!» απάντησε απότομα εκείνος. «Ασφαλώς και δεν την απολαμβάνω! Ποιος αντέχει ν’ ακούει τόσο γλυκερές συζητήσεις; Τα πάντα είναι τόσο “γλυκά”, τόσο “χαριτωμένα”, τόσο “υπέροχα” και “ευχάριστα”. Όταν ζητήσω μια γνώμη, η μόνη απάντηση που παίρνω είναι ένα χαζό γέλιο ή το ανέμισμα μιας βεντάλιας, ή ίσως ένα “αχ, λόρδε μου, δεν ξέρω. Εσείς τι πιστεύετε;” Τι σόι απάντηση είναι αυτή; Ξέρω τι πιστεύω εγώ». ~ 221 ~


Η Αϊρίν δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη γελάσει και ο Γκίντεον γύρισε και την κοίταξε βλοσυρά. «Ω, ναι, γέλα εσύ. Δεν είσαι υποχρεωμένη να το υφίστασαι. Νομίζεις πως δε σ’ έχω δει να φεύγεις σαν τον κλέφτη με την πρώτη ευκαιρία;» Η Αϊρίν ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να χαίρεται επειδή εκείνος δεν απολάμβανε το κυνήγι των νεαρών κυριών της συντροφιάς ούτε επειδή είχε προσέξει την απουσία της. «Για μένα δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα για να απολαύσω», του απάντησε και παρ’ όλο που ήξερε ότι δεν έπρεπε, πρόσθεσε: «Δε μου ζήτησες καν να χορέψουμε». Εκείνος την κοίταξε και κάτι άστραψε στα μάτια του. «Α, μας πείραξε αυτό, ε;» «Γι’ αυτό δε μου ζήτησες; Για να ενοχληθώ; Με τιμωρούσες;» «Δε σου ζήτησα», της απάντησε κοφτά, «επειδή δε θέλεις να γίνεις γυναίκα μου. Μου το δήλωσες χωρίς περιστροφές. Κατά συνέπεια πρέπει να ασχοληθώ μ’ εκείνες που θέλουν». Η Αϊρίν ετοιμάστηκε να του δώσει μια καυστική απάντηση, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε έξυπνο. Είχε δίκιο. Δε συμπεριλαμβανόταν στις υποψήφιες και θα ήταν χάσιμο χρόνου για εκείνον να χορέψει ή να μιλήσει μαζί της όταν θα έπρεπε να εξετάζει τα προσόντα των άλλων. «Φυσικά. Ξεχνώ ότι η φιλία και τα αισθήματα δεν έχουν καμία θέση στη ζωή σου». Τον κοίταξε προκλητικά, με το πιγούνι υψωμένο. Ο Γκίντεον έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, το βλέμμα του άστραψε και για μια στιγμή η ατμόσφαιρα φορτίστηκε από οργή και πάθος. Η Αϊρίν νόμισε ότι θα την τραβούσε στην αγκαλιά του και θα τη φιλούσε και μονομιάς όλο της το είναι ζωντάνεψε, το σώμα της γέμισε από μια πρωτόγνωρη κάψα. Ήξερε ότι αν τη φιλούσε, θα έπαιρνε φωτιά όπως το άχυρο όταν το αγγίζει η φλόγα του σπίρτου. Το ήξερε όσο τίποτ’ άλλο. Και τίποτ’ άλλο δεν την τρόμαζε τόσο πολύ. Γύρισε απότομα, απομακρύνθηκε από εκείνον και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Σχεδόν πριν καταλάβει τι ετοιμαζόταν να ξεστομίσει, είπε: «Μίλησέ μου για την Ντόρα». Για μερικές στιγμές επικράτησε σιωπή και γύρισε να τον κοιτάξει. «Τι; Γιατί ρωτάς για την Ντόρα;» «Αυτό το όνομα είπες, αυτή τη γυναίκα προσπαθούσες να προστατέψεις από τον πατέρα μου. Εκείνη τη νύχτα, όταν σας βρήκα ~ 222 ~


στην είσοδο του σπιτιού ...» «Ναι. Είναι η γυναίκα που μοίραζε χαρτιά στο τραπέζι του «φαραώ»». «Αυτό ήταν μόνο για σένα; Μια υπάλληλος;» «Όχι», της απάντησε κοιτώντας την ερευνητικά στα μάτια. «Αλλά γιατί μου κάνεις αυτή την ερώτηση; Ποιος σου μίλησε για την Ντόρα;» «Η Τερέζα. Και θυμόμουν το όνομα επειδή το είπες τότε. Θυμόμουν πως είπες στον πατέρα μου να μην απλώσει χέρι πάνω της άλλη φορά». «Και έχεις κάποιο πρόβλημα με την Ντόρα;» «Εγώ;» είπε εκείνη παρ’ όλο που η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Ο τρόπος που της απαντούσε δεν έδειχνε ότι η σχέση του με την Ντόρα ήταν αποκλειστικά επαγγελματική. «Όχι. Γιατί να έχω πρόβλημα με την Ντόρα; Δεν την έχω δει ποτέ μου». «Τότε προς τι το ενδιαφέρον;» «Περιέργεια, υποθέτω. Αναρωτιέμαι αν σκοπεύεις να μιλήσεις στη σύζυγό σου γι’ αυτή». «Και βέβαια θα της μιλήσω», απάντησε, εξακολουθώντας να την κοιτάζει επίμονα στα μάτια. «Είναι κομμάτι της ζωής μου. Η γυναίκα μου θα πρέπει να το κατανοήσει αυτό». «Άρα ένα μέρος του τιμήματος που θα πρέπει να πληρώσει για να γίνει κόμισσα είναι το να ανεχθεί την ερωμένη σου;» Δεν της απάντησε αμέσως. «Αυτό σου είπε η Τερέζα; Ότι η Ντόρα είναι ερωμένη μου;» «Ναι. Μου είπε ότι σε άκουσε να φιλονικείς γι’ αυτή με τη γιαγιά σου. Είπε ότι πληροφόρησες τη λαίδη Ράντμπορν ότι δε θα την αφή σεις ποτέ». Ο Γκίντεον αναστέναξε. «Η Ντόρα δεν είναι ερωμένη μου». Η Αϊρίν προσπάθησε να μην ξεφυσήξει από ανακούφιση. «Τη γνωρίζω χρόνια, από τότε που ήμουν παιδί. Μεγαλώσαμε μαζί. Ήταν ένα από τα παιδιά που μάζευε γύρω του ο Τζακ. Ήταν λίγο μικρότερη από μένα, πιο μικρόσωμη, πιο αδύναμη. Γίναμε φίλοι. Την προστάτευα. Μοιραζόμασταν το φαγητό μας, τα σκεπάσματά μας. Είναι... Όλη μου τη ζωή ήταν ο μόνος άνθρωπος που θεωρούσα δικό μου. Είναι σαν αδελφή για μένα. Όμως ποτέ δεν... Είναι αδιανόητο για μένα». Προς μεγάλη της έκπληξη, η έκφρασή του ήταν γεμάτη αμηχανία, ντροπή σχεδόν. «Κι αν θέλεις να ξέρεις, είναι αρραβωνιασμένη με τον Πιρς», συνέχισε. «Όμως ένα πράγμα που είπε η Τερέζα είναι αλήθεια. Δεν πρόκειται να την εγκαταλείψω. Ποτέ. Ούτε την Ντόρα ούτε τον Πιρς». Την κοίταξε προκλητικά. ~ 223 ~


«Φυσικά». Το χαμόγελό της ήταν εκθαμβωτικό. «Κανείς δε θα έπρεπε να σου ζητήσει κάτι τέτοιο». «Χα! Αυτό πες το στη λαίδη Οντίλια και στη γιαγιά μου». «Πιστεύω ότι κατά βάθος η λαίδη Οντίλια θαυμάζει την αφοσίωσή σου». «Και πιστεύεις ότι και κάποια από αυτές τις δεσποινίδες θα συμμεριστεί τα αισθήματά της;» Η Αϊρίν δίστασε να απαντήσει. Ειλικρινά αμφέβαλλε. Και το πιο εκνευριστικό ήταν ότι η σκέψη πως οι υποψήφιες νύφες τού φαίνονταν ανεπαρκείς τη γέμιζε χαρά. «Αν είναι η σωστή σύζυγος για σένα, ναι», απάντησε τελικά σαν να έκανε κήρυγμα. Ο Γκίντεον την κοίταξε επίμονα για μερικές στιγμές και ξαφνικά την έπιασε νευρικότητα. «Πρέπει να πηγαίνουμε, αλλιώς θα αργήσουμε στο δείπνο», είπε γυρνώντας του την πλάτη. «Ναι, φυσικά». Ο Γκίντεον κατέβασε το καραβόπανο, το στερέωσε στη θέση του και έφυγαν από τον πύργο. Το μεγαλύτερο γεγονός της εβδομάδας εκείνης ήταν ο χορός που είχε προγραμματιστεί για το επόμενο βράδυ. Μετά οι καλεσμένοι θα έμεναν μόνο άλλη μία μέρα και στη συνέχεια θα έφευγαν. Ο χορός θα έδινε σε όλους την ευκαιρία να φορέσουν τα καλά τους και να κάνουν μια λαμπερή εμφάνιση· η Αϊρίν ήταν βέβαιη ότι οι κοπέλες θα έβαζαν τα δυνατά τους για να εντυπωσιάσουν. Επί μία εβδομάδα σχεδόν παρακολουθούσε τις πέντε κοπέλες να φλερτάρουν και να κουβεντιάζουν με τον Γκίντεον - με μοναδική εξαίρεση την Αμάντα Χάρλεϊ, η οποία φαινόταν να έχει αναπτύξει ιδιαίτερη συμπάθεια για τον εξίσου φανατικό ιππέα, αδελφό της λαίδης Ροβένα Σάρτον, τον Πέρσι- και προγραμμάτιζε δραστηριότητες για να τους δώσει την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα μαζί του. Πραγματικά τις είχε βαρεθεί όλες και θα χαιρόταν να τις δει να φεύγουν σε δύο μέρες. Όσο για το χορό... Ε, είχε αποφασίσει εντελώς εγωιστικά να μη βοηθήσει καμία τους με κανέναν τρόπο. Αντίθετα, σκόπευε να ετοιμαστεί και να απολαύσει τη βραδιά. Θα έφευγε και η ίδια σε μερικές μέρες και η σκέψη ότι σύντομα αυτή και η μητέρα της θα επέστρεφαν κοντά στον αδελφό της και τη λαίδη Μόρα ήταν αρκετή για να της φέρει μελαγχολία. Έτσι, αποφάσισε να φορέσει τη χρυσή τουαλέτα του χορού που είχε αγοράσει ειδικά για την περίσταση, να χορέψει, να γελάσει και να διασκεδάσει. Και αν ο Γκίντεον αποφάσιζε πάλι να την αγνοήσει, ε!.. εκείνος θα έχανε! Την άλλη μέρα, αφού φόρεσε τη χρυσή τουαλέτα, χτένισε τα ~ 224 ~


μαλλιά της σε ελεύθερες μπούκλες μαζεμένες ψηλά στο κεφάλι, στερεώνοντας χρυσά στολίδια εδώ κι εκεί ανάμεσα στις πιο σκούρες τούφες, και τύλιξε την αραχνοΰφαντη εσάρπα από χρυσαφένιο ύφασμα στα γυμνά της μπράτσα. Κοιτώντας το είδωλό της, βεβαιώθηκε ότι είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Το απαλό, γυαλιστερό ύφασμα έκανε τα μάτια της να μοιάζουν με δυο κομμάτια χρυσάφι και τόνιζε το δέρμα της. Μπορεί να έμενε γεροντοκόρη σε όλη της τη ζωή, αλλά εκείνο το βράδυ ήταν πανέμορφη και αστραφτερή. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν. Πήγε στην αίθουσα του χορού με τη Φραντσέσκα, η οποία καθώς κατέβαιναν τη σκάλα τη διαβεβαίωσε ότι θα ήταν η πιο ωραία απ’ όλες εκείνο το βράδυ. Η Αϊρίν χαμογέλασε· τα λόγια της φίλης της την ευχαρίστησαν πολύ. Όμως αυτό το συναίσθημα δεν ήταν τίποτε μπροστά στη ζεστασιά που την πλημμύρισε όταν μπήκε στην αίθουσα και ο Γκίντεον την είδε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και η φωτιά που άστραψε μέσα τους ήταν κάτι το απερίγραπτο. Συνέχισε να την κοιτάζει για κάμποσες στιγμές και μόνο όταν κάποιος που στεκόταν δίπλα του τον άγγιξε στο μπράτσο κατάφερε να αποσπάσει το βλέμμα του από πάνω της και να συνεχίσει τη συζήτησή του. «Λοιπόν», είπε η Φραντσέσκα δίπλα της, «νομίζω ότι η αντίδραση του κόμη ήταν ακριβώς αυτή που επιδίωκες». Η Αϊρίν γύρισε και την κοίταξε. «Τίποτε δεν επιδίωκα». Η Φραντσέσκα γέλασε ανάλαφρα. «Αϊρίν, σε παρακαλώ, μην προσπαθείς να με κοροϊδέψεις». «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Μα για την εμφάνισή σου μιλάω, φυσικά. Τα μαλλιά, το φόρεμα -φρόντισες ιδιαίτερα τον εαυτό σου απόψε και το αποτέλεσμα είναι ολοφάνερο. Μοιάζεις με θεά. Μια χρυσή θεά. Και για ποιον άλλο θα ήθελες να πιστέψω ότι έκανες τόσο κόπο;» Ανασήκωσε πονηρά το φρύδι της. Η Αϊρίν κοκκίνισε. «Αν εννοείς το λόρδο Ράντμπορν, σε βεβαιώνω ότι δε με ενδιαφέρει καθόλου τι πιστεύει». «Ασφαλώς, ασφαλώς», αποκρίθηκε η Φραντσέσκα με το γατίσιο χαμόγελό της. «Ούτε και αυτό που είδα στα μάτια σου όταν γύρισε και σε κοίταξε σαν να ήθελε να σε καταβροχθίσει ήταν θρίαμβος». Τα μάγουλα της Αϊρίν έγιναν ακόμα πιο κόκκινα. «Φραντσέσκα! Όχι!» «Ναι». Ήθελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ήξερε ότι ήταν ανόητο. Ήθελε να δει εκείνο το βλέμμα στα μάτια του· το ερώτημα ήταν, γιατί; Και ~ 225 ~


γιατί ένιωθε τόση ικανοποίηση και χαρά για την επιτυχία της; Τόσο πολύ ήθελε να επισκιάσει τις άλλες κοπέλες που ήταν εκεί; Δεν αντιπαθούσε καμιά τους και της φαινόταν μικροπρέπεια. Άλλωστε καθεμία τους επιθυμούσε να γίνει η επόμενη κόμισσα του Ράντμπορν κι εκείνη δεν ήθελε καν το έπαθλο. Όμως ακόμα και τη στιγμή που το σκεφτόταν ήξερε ότι δεν ήταν απολύτως ειλικρινής με τον εαυτό της. Πράγματι δεν την ενδιέφερε να γίνει κόμισσα του Ράντμπορν, αλλά ήθελε το έπαθλο: εκείνο το βλέμμα στα μάτια του Γκίντεον. Δεν ήθελε να παντρευτεί. Αλλά ήθελε τον Γκίντεον. «Είμαι απαίσιος άνθρωπος», είπε χαμηλόφωνα στη Φραντσέσκα. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Όχι απαίσιος. Απλώς άνθρωπος. Ποια γυναίκα δε θέλει το θαυμασμό ενός άντρα; Ειδικά του άντρα που αγαπά...» «Φραντσέσκα! Κάνεις μεγάλο λάθος. Δεν αγαπώ τον Γκίντεον. Ομολογώ ότι ένιωσα κάποια ικανοποίηση επειδή... επειδή τον έκανα να με προσέξει. Και με ενόχλησε χωρίς λόγο το ότι έδινε την προσοχή του μόνο στις άλλες. Αλλά ξέρω πως είναι ανοησία μου. Ήθελα να τους δώσει προσοχή. Γι’ αυτό κοπιάσαμε τόσο πολύ να τον βελτιώσουμε». «Όχι. Εγώ δέχθηκα να τον βοηθήσω για να σε αναγκάσω να είσαι κοντά του μέχρι να συνειδητοποιήσεις τα αισθήματά σου. Οι άλλες βρίσκονται εδώ μόνο για να σε φέρουν στα συγκαλά σου αν δεν έρθεις από μόνη σου, ή σε περίπτωση που θυμώσει τόσο πολύ μαζί σου ώστε αποφασίσει να διαλέξει κάποια άλλη». Η Αϊρίν την κοίταξε εμβρόντητη. «Τι;» «Αϊρίν. Σε παρακαλώ». Την έπιασε αγκαζέ. «Καλό μου κορίτσι, είδα τι συνέβαινε μεταξύ σας από εκείνη τη μέρα στο πάρκο. Ήταν πασιφανές - ή τουλάχιστον σε κάποιον τόσο συνηθισμένο όπως εγώ να βλέπει ανθρώπους να ερωτεύονται- ότι είναι γραφτό σας». «Γραφτό μας;» επανέλαβε εκείνη ανέκφραστα. «Εννοείς να είμαστε μαζί; Τρελάθηκες; Όση ώρα ήμαστε στο πάρκο λογομαχούσαμε». «Πράγματι. Αλλά ήταν ο τρόπος που λογομαχούσατε. Είχατε ταραχτεί και οι δύο επειδή ο ένας αμφισβητούσε τις προκαταλήψεις του άλλου. Είχε ο καθένας σας τις παγιωμένες απόψεις του και ο άλλος δεν ταίριαζε σ’ αυτές. Όμως η έλξη ήταν ολοφάνερη. Ήξερα ότι ήταν θέμα χρόνου να το καταλάβεις. Είσαι έξυπνη κοπέλα». Η Αϊρίν είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Όλο αυτό...» έδειξε γύρω της. «Όλο αυτό ήταν μόνο... μια πρόφαση;» ~ 226 ~


«Ω, όχι. Δεν ήταν καθόλου πρόφαση. Πραγματικά χρειαζόμουν τη βοήθειά σου. Η συνδρομή σου ήταν καίρια». Της χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν από ευθυμία. Η Αϊρίν δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να θυμώσει, αλλά το χαμόγελο της Φραντσέσκα ήταν τόσο μεταδοτικό που ύστερα από μια στιγμή έχασε τη μάχη και γέλασε. «Είσαι εξωφρενική», είπε στη φίλη της κουνώντας το κεφάλι. «Ελπίζω όμως να μην απογοητευτείς πολύ όταν τα σχέδιά σου δε θα έχουν την κατάληξη που επιθυμούσες. Δε σκοπεύω να παντρευτώ το λόρδο Ράντμπορν». «Πραγματικά αυτό είναι πολύ δυσάρεστο», απάντησε απτόητη εκείνη. «Φοβάμαι ότι θα στενοχωρηθώ πολύ. Όμως...» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Αν δε σε συγκινεί, δε σε συγκινεί. Ο καημένος. Εξακολουθείς να τον βρίσκεις δυσάρεστο, ε; Ανυπόφορο τον χαρακτήρισες, αν θυμάμαι καλά. Εγωιστή, ενοχλητικό...» «Όχι! Θέλω να πω, είναι όλα αυτά, αλλά δεν τον αντιπαθώ. Όχι, καθόλου. Τον έχω εκτιμήσει αφάνταστα. Είναι δυνατός και άξιος, και όταν τον γνωρίζεις καταλαβαίνεις ότι έχει κοφτερό μυαλό. Είναι θαυμάσιος άνθρωπος. Όλοι -και κυρίως οι συγγενείς του τον έχουν αδικήσει κατάφωρα». «Αλήθεια;» μουρμούρισε η Φραντσέσκα. «Ω ναι. Και απορώ πώς τους ανέχεται. Κάποιος λιγότερο γενναιόδωρος θα τους είχε διώξει κακήν κακώς». «Εφόσον τον θαυμάζεις τόσο πολύ, απορώ γιατί αρνείσαι να τον παντρευτείς». «Ξέρεις πολύ καλά ότι δε σκοπεύω να παντρευτώ ποτέ». «Ναι, αλλά όταν μια γυναίκα γνωρίζει έναν άντρα που της αρέσει τόσο πολύ, αφήνει κατά μέρος τα σχέδια γιατί οι λόγοι που την ώθησαν να πάρει αυτές τις αποφάσεις παύουν πλέον να ισχύουν». «Ελπίζω να μην είμαι τόσο άστατη. Άλλωστε κι εκείνος δ ε ν ... δε σκοπεύει να κάνει έναν ουσιαστικό γάμο. Θα ήταν μάταιο να τον αγαπήσει μια γυναίκα αφού δε θέλει αγάπη. Ο γάμος για εκείνον» είναι επαγγελματική συμφωνία. Πρακτικό ζήτημα». «Αλήθεια έτσι είναι; Το βλέμμα που σου έριξε δεν ήταν και τόσο ψυχρό». «Ω, δεν είναι ψυχρός», απάντησε εκείνη και τα μάγουλά της κοκκίνισαν πάλι. «Αντίθετα, είναι πολύ θερμός. Αλλά αυτό δεν είναι αγάπη». «Α, έτσι. Ωστόσο πολλές γυναίκες θα πίστευαν ότι μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη ‘θερμότητα’ σε κάτι βαθύτερο. Θα πίστευαν ότι με λίγη προσπάθεια ένας τέτοιος άντρας μπορεί να αγαπήσει τη γυναίκα που τον αγαπά». ~ 227 ~


«Μπορεί. Αλλά δεν έχει σημασία. Ο γάμος δε με απασχολεί. Και είναι καλύτερο να αποφεύγεις τον πόνο που φέρνουν αυτές οι ελπίδες, γιατί το να αγαπάς κάποιον που δε συμμερίζεται τα αισθήματά σου θα πρέπει να είναι πραγματικά πολύ οδυνηρό». «Ναι, φαντάζομαι πως είναι». Για μια στιγμή το όμορφο πρόσωπο της Φραντσέσκα σκιάστηκε από τη θλίψη, όμως η έκφρασή της άλλαξε στη στιγμή. «Εσύ όμως είσαι δυνατή γυναίκα, Αϊρίν. Σε θαυμάζω. Ελάχιστες θα είχαν τη δύναμη να γυρίσουν την πλάτη τους στον άντρα που αγαπούν. Να αντέξουν τη σκέψη ότι δε θα τον ξαναδούν. Να επιστρέψουν σε μια ζωή σαν αυτή που έκανες μέχρι σήμερα. Πολλές δε θα άντεχαν τη σκέψη της μοναξιάς. Του πόνου». «Θα τα καταφέρω, είμαι σίγουρη», απάντησε με φωνή που έτρεμε ελαφρά. «Ασφαλώς θα τα καταφέρεις». Η Αϊρίν άλλαξε αποφασιστικά θέμα. «Βλέπω αρκετά καινούρια πρόσωπα απόψε», είπε κοιτώντας γύρω. «Ναι, είναι κάποιοι ντόπιοι τους οποίους η λαίδη Οντίλια θεωρεί αρκετά αξιόλογους για μια μεγάλη συγκέντρωση -έ να ς γαιοκτήμονας με την οικογένειά του, ο ιερέας και η σύζυγός του. Η πρόσκληση της λαίδης είναι προσταγή και αρκεί για να έρθουν κάποιοι για ένα βράδυ και μόνο. Τους τακτοποίησε στα δωμάτια της παλιάς πτέρυγας». «Δεν είναι τα πιο άνετα καταλύματα». «Όχι, αλλά “τους αρκούν” όπως είπε». Ξαφνικά το βλέμμα της έπεσε στο βάθος του δωματίου και το πρόσωπό της κέρωσε. «Τι θέλει αυτή εδώ;» «Τι; Ποια;» Η Αϊρίν ακολούθησε το βλέμμα της με περιέργεια και είδε μια γυναίκα με εντυπωσιακά χαρακτηριστικά που μιλούσε με τη λαίδη Οντίλια και την αδελφή της. Φαινόταν μεγαλύτερη της Φραντσέσκα κατά μερικά χρόνια, αλλά παρέμενε πολύ ωραία παρ’ όλο που πλησίαζε τα σαράντα. Ήταν ψηλή και χυμώδης, με κοκκινωπά μαλλιά και ανοιχτογάλανα μάτια. «Η λαίδη Σουίδινγκτον;» ρώτησε κάπως ξαφνιασμένη. Η γυναίκα, που ως πρόσφατα ήταν παντρεμένη με τον δεύτερο ηλικιωμένο σύζυγό της, δεν εμφανιζόταν συχνά στους κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου. Ζούσε με το λόρδο Σουίδινγκτον στα κτήματά του στην Ουαλία, μέχρι το θάνατό του, και μόλις πρόσφατα είχε επιστρέφει στην πρωτεύουσα για τη σεζόν. «Ναι. Η λαίδη Δάφνη». Η Φραντσέσκα την κοίταξε εχθρικά για μερικές στιγμές ακόμη κι έπειτα γύρισε πάλι προς την Αϊρίν, χαμογελώντας σφιγμένα. «Πίστευα ότι τόσο σύντομα μετά το θάνατο του ~ 228 ~


λόρδου Σουίδινγκτον δεν...» Σταμάτησε απότομα. «Αλλά φυσικά έπρεπε να το φανταστώ ότι το πένθος της δε θα κρατούσε πολύ. Και είχε πάντα στενές σχέσεις με τους Λάιλ. Η λαίδη Οντίλια τη λατρεύει». «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει κάποιος που λατρεύει η λαίδη Οντίλια», απάντησε με ειλικρίνεια εκείνη, αλλά δεν επέμεινε. Είδε τη Φραντσέσκα να κοιτάζει τριγύρω και να σταματάει όταν το βλέμμα της έπεσε στο δούκα του Ρόκφορντ ο οποίος στεκόταν και μιλούσε με την αδελφή του, την Κάλι. «Τέλος πάντων, δεν έχει καμία σημασία. Και τώρα με συγχωρείς, πάω να δω τι κάνουν τα κορίτσια μας». «Ναι, βέβαια». Η περιέργειά της είχε κεντριστεί, αλλά ήταν πολύ ευγενική για να ρωτήσει τη Φραντσέσκα τι συνέβαινε. Η φίλη της άρχισε να απομακρύνεται κι έπειτα γύρισε και την κοίταξε πονηρά. «Μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν τον ενδιαφέρει ο έρωτας, καλή μου, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι ενδιαφέρεται για σένα». Και κουνώντας κοφτά το κεφάλι για να δώσει έμφαση στα λόγια της, έφυγε. Η Αϊρίν δεν έμεινε μόνη για πολύ. Σύντομα πλησίασε ο Πιρς για να της ζητήσει ένα χορό, έπειτα έμεινε κοντά της για να κουβεντιάσουν και να χαζέψουν όσα συνέβαιναν. Και μέχρι να τελειώσει η βραδιά είχε χορέψει με όλους, ακόμα και με τον κάπως αυστηρό δούκα του Ρόκφορντ. Μόνο ένας δεν της μίλησε ούτε της ζήτησε να χορέψουν - ο μόνος που η Αϊρίν ήθελε να το κάνει. Ο Γκίντεον την παρακολουθούσε. Αυτό το ήξερε γιατί δυο τρεις φορές που είχε κοιτάξει προς το μέρος του είχε δει το βλέμμα του πάνω της. Στροβιλίζονταν στους ήχους του βαλς o καθένας με άλλο παρτενέρ, αλλά όση ώρα ήταν εκεί ήξερε ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη πάνω της. Κι όμως δεν της ζήτησε να χορέψουν. Κόντευαν μεσάνυχτα και σε λίγο η μουσική θα σταματούσε. Όλοι θα κατέβαιναν για να απολαύσουν το πλούσιο δείπνο που είχε ετοιμαστεί στην επίσημη τραπεζαρία. Η Αϊρίν είχε αρχίσει να απελπίζεται, περιμένοντας να έρθει κοντά της ο Γκίντεον, όταν ξαφνικά σήκωσε τα μάτια και τον είδε να πλησιάζει αποφασιστικά. Δεν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά του ούτε σταμάτησε για να μιλήσει με κανέναν, μόνο κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Η πρόθεσή του ήταν σαφέστατη. Η Αϊρίν έσφιξε τη βεντάλια της και το στομάχι της άρχισε να χορεύει από την αγωνία. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του και έμεινε εκεί. Είχε την αίσθηση ότι η καρδιά της θα ξεπηδούσε μέσα από το στήθος της από στιγμή σε στιγμή. ~ 229 ~


«Αϊρίν». Σταμάτησε μπροστά της. Έγειρε το κεφάλι της με χάρη στο πλάι, πασχίζοντας να παραστήσει την ατάραχη. «Λόρδε μου». Ο Γκίντεον έριξε μια ματιά στον κύριο Σάρτον που στεκόταν και μιλούσε μαζί της και ο άνθρωπος έσπευσε να εξαφανιστεί. «Με συγχωρείτε. Πρέπει να πω κάτι στον... ε . ..» Ψ έλλισε κάτι ακατάληπτο, έκανε μια βιαστική υπόκλιση και έφυγε. «Πιστεύω ότι αυτός είναι ο χορός μου», της είπε ο Γκίντεον. «Αλήθεια;» Ανασήκωσε το φρύδι της, εκνευρισμένη από τον τόνο του. «Δε θυμάμαι να μου τον ζήτησες». «Σ’ τον ζητώ τώρα». Ήταν έτοιμη· να αρνηθεί, αλλά τότε τον κοίταξε στα μάτια και τα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό της. Η επιθυμία ξύπνησε και τύλιξε το υπογάστριό της, κεντρισμένη από τη φλόγα της ματιάς του. Έτσι ένευσε καταφατικά και έπιασε το μπράτσο του. Προχώρησαν στο κέντρο της αίθουσας. Το χέρι του ήταν σαν σίδερο κάτω από την παλάμη της και ήξερε ότι το δικό της έτρεμε λίγο. Αναρωτήθηκε αν εκείνος μπορούσε να το νιώσει κι αν καταλάβαινε τα μπερδεμένα συναισθήματα που έβραζαν λίγο κάτω από την επιφάνεια. Γύρισε προς το μέρος του κι εκείνος έπιασε το χέρι της, ακουμπώντας το άλλο του χέρι στη μέση της. Στάθηκαν έτσι για κάμποσες στιγμές, καθώς οι πρώτες νότες του βιολιού αντηχούσαν στην αίθουσα και μετά όλη η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα βαλς και ο χορός ξεκίνησε. Ο Γκίντεον δε μιλούσε, αλλά ούτε και η Αϊρίν προσπαθούσε να βρει κάτι να πει. Ήταν μια στιγμή φορτισμένη, γεμάτη συγκινήσεις και συναισθήματα. Της αρκούσε να αισθάνεται το χέρι του γύρω της, τα δάχτυλά του να κρατούν τα δικά της. Της αρκούσε να κοιτάζει το πρόσωπό του και να βλέπει τον πόθο που ήταν ζωγραφισμένο ς στα μάτια του. Δε χρειαζόταν λόγια για να ξέρει τι αισθανόταν ο Γκίντεον· η ίδια ανάγκη λυσσομανούσε μέσα της. Και όταν η μουσική σταμάτησε και την οδήγησε προς τη βεράντα, δεν αντιστάθηκε. Ήταν κι άλλα ζευγάρια εκεί που απολάμβαναν το δροσερό αέρα της νύχτας. Η Αϊρίν τους έγνεψε και τους χαμογέλασε ανεμίζοντας τη βεντάλια της όπως έκαναν και οι άλλες κυρίες, με την πρόφαση ότι ήθελε να δροσίσει το πρόσωπό της. Προχώρησαν προς το βάθος της βεράντας, ώσπου ο Γκίντεον έριξε μια ματιά προς τους άλλους και κρύφτηκε πίσω από τη γωνία του σπιτιού, τραβώντας τη μαζί του. ~ 230 ~


Τα χέρια του έσφιξαν τα μπράτσα της, τη γύρισε προς το μέρος του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Θεέ μου, πόσο όμορφη είσαι. Με μάγεψες απόψε». «Αλήθεια;» Δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελο της ικανοποίησης. «Δεν το κατάλαβα. Δε μου μίλησες καθόλου όλο το βράδυ». «Έβαλα τα δυνατά μου για να μη σου μιλήσω. Όλη την εβδομάδα πάσχιζα να μη σου μιλήσω. Έλεος, Αϊρίν!» ξέσπασε. «Νόμιζα... ήλπιζα ότι θα σε ένοιαζε, ότι τουλάχιστον θα με πρόσεχες, αν έμενα μακριά σου. Έκανα υπομονή με όλες αυτές τις ανόητες ενώ μέσα μου προσευχόμουν να δεις, να καταλάβεις. Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι σημαίνει ζήλια, τουλάχιστον όχι για μένα. Είπα στον εαυτό μου ότι αν σε απωθεί τόσο πολύ η ιδέα ενός γάμου μαζί μου, τότε πρέπει να βρω άλλη». Την κοίταξε αγριεμένα, γεμάτος απελπισία. «Αλλά δεν μπορώ! Ξέρω ότι δε θα μπορέσω ποτέ!» Την έσφιξε στην αγκαλιά του και το στόμα του πήρε βίαια το δικό της. Τα χείλη του έκαιγαν από θυμό, τα φιλιά του ήταν γεμάτα φωτιά και ο πόθος απλώθηκε σαν αστραπή σε όλο της το κορμί. Έβγαλε ένα σιγανό βογκητό και τύλιξε τα χέρια της στη μέση του κάτω από το σακάκι. Τινάχτηκε λιγάκι ξαφνιασμένος κι εκείνη πήγε να τα τραβήξει, αλλά την εμπόδισε σφίγγοντάς τα με τα δικά του. «Όχι», μουρμούρισε. «Μη φεύγεις. Δεν έχεις ιδέα πόσο καιρό λαχταρώ να νιώσω τα χέρια σου πάνω μου». Τη φίλησε στα μαλλιά, στο πλάι του λαιμού. «Δεν έχεις ιδέα τι βάσανο είναι να στέκομαι εκεί και να τις ακούω να φλυαρούν και να χαχανίζουν κι εγώ να σκέφτομαι πόσο λυγερός φαίνεται ο λαιμός σου όταν γέρνεις το κεφάλι πίσω και γελάς, ή την καμπύλη που σχηματίζει το στήθος σου ή πώς αγκαλιάζει τους γοφούς σου το ύφασμα του φορέματος». Η Αϊρίν αναρίγησε, τόσο από τα λόγια του όσο κι από τη φλόγα στο βλέμμα του. «Γκίντεον...» Πίεσε τα χείλη του στη βάση του λαιμού της και άρχισε να ανεβαίνει. Το κεφάλι της έπεσε προς τα πίσω, αφήνοντας το λαιμό της ελεύθερο στην επίθεσή του. Το σώμα της βάρυνε και το αίμα άρχισε να κυλά καυτό στις φλέβες της. «Πώς είναι δυνατόν να διαλέξω κάποια από αυτές τις ανόητες, ανούσιες κοπέλες όταν είσαι εσύ εδώ;» ρώτησε με βραχνή φωνή. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα μπορούσα ποτέ να αρκεστώ στα χάχανα και στις κοινοτοπίες τους, όταν το μόνο που λαχταρώ είναι ν’ ακούσω μια καυστική παρατήρησή σου; Καίγομαι για σένα. Κάθε βράδυ που είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου σε σκέφτομαι και ο πόθος με τρελαίνει. Και ούτε μία φορά, ούτε μία, δεν έρχονται στο μυαλό μου τα γαλανά μάτια της μις Σάρτον. Ούτε και τα χέρια μου λαχταρούν να αγγίξουν τις καμπύλες της λαίδης Φλόρα. Το μόνο ~ 231 ~


που σκέφτομαι είναι δυο καστανά μάτια σαν λιωμένο χρυσάφι. Το μόνο που θέλουν να νιώσουν τα δάχτυλά μου είναι το στήθος σου... τους γοφούς σου...» Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω της, ζωντανεύοντας τα λόγια του, σκέπασαν το στήθος της και κατέβηκαν στους γοφούς της. «Μόνο εσένα θέλω», ψιθύρισε με τα χείλη του ν’ αγγίζουν την άκρη του στόματός της πριν το κατακτήσουν με βία, ανοίγοντάς το για να τρυπώσει μέσα εξερευνητικά η γλώσσα του. Η Αϊρίν άρχισε να τρέμει κάτω από την ένταση του πάθους που τη σάρωνε, άδραξε το πουκάμισό του και κρατήθηκε από πάνω του. Τα στήθη της είχαν βαρύνει και πονούσαν, οι άκρες τους είχαν σκληρύνει από την επιθυμία και πίεσε το σώμα της πάνω στο δικό του, λαχταρώντας να νιώσει τη σκληράδα του. Την άδραξε από τους γλουτούς και την έσφιξε πάνω του, άφησε τα χείλη της και άρχισε να σκεπάζει με φιλιά το λαιμό και τις απαλές καμπύλες του στήθους της. «Γίνε γυναίκα μου», ψιθύρισε με πάθος πάνω στο τρυφερό της δέρμα. «Παντρέψου με και βγάλε με από τη δυστυχία μου». Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. «Σε θέλω στο κρεβάτι μου. Σε θέλω δίπλα μου κάθε μέρα. Θέλω το πρόσωπό σου να είναι το τελευταίο που βλέπω πριν με πάρει ο ύπνος και το πρώτο όταν ξυπνώ». «Γκίντεον...» ψιθύρισε με φωνή ραγισμένη από τη συγκίνηση. «Δεν είμαι ποιητής για να μιλώ με ωραία λόγια», συνέχισε εκείνος. «Είμαι ωμός, σκληρός άνθρωπος, το ξέρω. Δεν μπορώ να σου προφέρω λόγια αγάπης. Νομίζω πως η αγάπη... δε ζει πια μέσα μου. Δεν ξέρω αν υπήρχε ποτέ. Όμως ξέρω ότι σε θέλω γυναίκα μου. Θέλω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου. Θέλω να σε γνωρίσω με όσους τρόπους μπορεί να γνωρίσει ένας άντρας μια γυναίκα. Και σου υπόσχομαι ότι θα σε φροντίζω και θα σε προστατεύω. Δε θα σου κάνω ποτέ κακό. Σου τ’ ορκίζομαι. Παντρέψου με, Αϊρίν». Τον κοίταξε σαστισμένη, διχασμένη. Τα λόγια του την είχαν λιώσει· φλεγόταν από πόθο κι όμως ένιωθε αδύναμη και ευάλωτη. Δεν την αγαπούσε· της το είχε πει χωρίς περιστροφές. Πώς ήταν δυνατό να ελπίζει ότι θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένη κοντά του χωρίς την αγάπη του; Αλλά πάλι πώς ήταν δυνατόν να ζήσει χωρίς αυτόν; «Γκίντεον... δεν ξέρω τι να πω». «Να πάρει η ευχή!» είπε εκείνος χαμηλόφωνα. «Δεν μπορείς για μια φορά στη ζωή σου να πεις ένα απλό ναι;» «Πρέπει να το σκεφτώ», απάντησε με φωνή που έτρεμε. Πάντα καμάρωνε για τη λογική της, για το ότι δεν άφηνε τα συναισθήματα να την παρασύρουν. ~ 232 ~


«Σταμάτα να σκέφτεσαι! Λυπήσου με, Αϊρίν». Για μερικές στιγμές κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλούν. Ένιωθε παγωμένη, ανήμπορη να σκεφτεί ή να μιλήσει. Προφέροντας μια βρισιά μέσα από τα δόντια του, την άφησε από την αγκαλιά του και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. « Δεν μπορώ να πάω πάλι εκεί μέσα. Πάω στον πύργο». Δεν είπε τίποτε περισσότερο. Την άφησε, προχωρώντας προς την άκρη της βεράντας, και κατέβηκε στον κήπο.

~ 233 ~


Κεφάλαιο 18

Η Αϊρίν έτρεξε ξοπίσω του, σταμάτησε στο πρώτο σκαλί και τον είδε να χάνεται στη σκοτεινιά του κήπου. Στάθηκε εκεί με τις γροθιές σφιγμένες, πασχίζοντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ένιωθε ένα κενό, σαν κάτι να είχε αφαιρεθεί βίαια από μέσα της και κατάλαβε ότι αυτό που της είχαν κλέψει ήταν η καρδιά της. Αγαπούσε τον Γκίντεον. Ούτε τα λόγια ούτε η λογική ούτε η σκέψη μπορούσαν να το αλλάξουν αυτό. Δεν ήξερε με σιγουριά πότε τον είχε ερωτευτεί, πότε η πρωτόγνωρη, έντονη επιθυμία που είχε νιώσει γι’ αυτόν από την πρώτη στιγμή είχε μετατραπεί σε κάτι βαθύτερο. Όμως με κάποιο τρόπο, σε κάποια άγνωστη στιγμή, του είχε δώσει την καρδιά της. Τον αγαπούσε και ήξερε ότι δεν ήθελε να τον χάσει. Νόμιζε ότι το χειρότερο που θα της συνέβαινε αν αρνιόταν να τον παντρευτεί θα ήταν να γυρίσει στη ζωή που έκανε κοντά στον αδελφό και τη νύφη της, αλλά τώρα συνειδητοποιούσε ότι η ζωή της θα ήταν πολύ χειρότερη -θα έπρεπε να ζήσει χωρίς τον Γκίντεον ως το τέλος. Η σκέψη και μόνο την έσκιζε σαν μαχαίρι. Έπιασε τα ξαναμμένα μάγουλά της. Βαθιά μέσα της ήξερε ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Δε θα της έκανε κακό, δε θα την καταπίεζε, δε θα έκανε τίποτε απ’ όλα εκείνα που της προκαλούσαν τρόμο και μόνο στην ιδέα του γάμου. Γιατί στο τέλος δεν ήταν οι φόβοι αυτό που την εμπόδιζε να δεχθεί. Εκείνο που την κατατρόμαζε ήταν η πιθανότητα να του δώσει την αγάπη της και να μην πάρει τη δική του σε αντάλλαγμα. Κι αυτό ήταν που τώρα την κρατούσε στο χείλος του γκρεμού. Αν πήγαινε κοντά του, αν τον παντρευόταν, θα του δινόταν απόλυτα, θα του πρόσφερε την αγάπη της, τον ίδιο της τον εαυτό. Όμως ο Γκίντεον είχε πει ότι δεν την αγαπούσε -ότι δε θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να αγαπήσει. Πώς θα έπεφτε λοιπόν με τη θέ~ 234 ~


λησή της σε μια τέτοια παγίδα; Να τον αγαπήσει παρ’ όλο που κινδύνευε να μην έχει ποτέ την αγάπη του; Όμως την ίδια στιγμή που το σκεφτόταν, συνειδητοποιούσε ότι το να μην του δώσει την αγάπη της μπορεί να οδηγούσε σε χειρότερη μοίρα, πολύ χειρότερη. Το να μην τον παντρευτεί ισοδυναμούσε με δειλία. Η μόνη έντιμη κατάληξη που μπορούσε να έχει η αγάπη της ήταν να του δοθεί. Αν δεν ακολουθούσε αυτόν το δρόμο, θα ήταν σαν να απαρνιόταν τον ίδιο της τον εαυτό. Θα παραδινόταν σε μια ζωή γεμάτη πίκρα και μοναξιά, και όλα αυτά επειδή φοβόταν να κάνει το μεγάλο βήμα. Έβγαλε μια σιγανή κραυγή και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Σηκώνοντας το φόρεμά της πάνω από τους αστραγάλους για να μην το πατήσει και σκοντάψει, έτρεξε στον κήπο ακολουθώντας το δρόμο που είχε πάρει ο Γκίντεον. Το φως του φεγγαριού ήταν το μόνο που τη βοηθούσε να βλέπει πού πηγαίνει, και όταν έφτανε σε κάποιο σημείο όπου τα δέντρα ή οι θάμνοι δημιουργούσαν σκοτεινά σημεία, συνέχιζε περπατώντας. Έφτασε τελικά στην άκρη του κήπου και βρέθηκε μπροστά στο μονοπάτι που οδηγούσε στα ερείπια. Στα δεξιά της απλωνόταν το δάσος, σκοτεινό και αδιαπέραστο. Άλλη φορά θα φοβόταν να περάσει από εκεί μόνη της τη νύχτα, αλλά εκείνο το βράδυ το μόνο που σκεφτόταν ήταν ο Γκίντεον. Εκεί μπροστά της υψώνονταν τα χαλάσματα του πύργου και επιτάχυνε το βήμα της ώσπου άρχισε πάλι να τρέχει. «Γκίντεον!» Φώναξε πάλι το όνομά του καθώς πλησίαζε βιαστικά στη βάση του πύργου. Σταμάτησε μπροστά στην κατεστραμμένη είσοδο, ακούμπησε το χέρι της στην πέτρα για να στηριχτεί και πήρε μια ανάσα. Ξαφνικά ένιωσε αμήχανα και αυτή τη φορά όταν πρόφερε το όνομά του, η φωνή της ακούστηκε διστακτική. «Γκίντεον;» Ακούστηκε τρίξιμο ξύλου πάνω σε πέτρα και η είσοδος φωτίστηκε από ψηλά. «Αϊρίν;» «Ναι». Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που σκέφτηκε ότι θα ακουγόταν ως εκεί πάνω. «Εδώ είμαι». «Αϊρίν!» Τα βήματά του ακούστηκαν βιαστικά στα πέτρινα σκαλοπάτια. Σταμάτησε στο πλατύσκαλο και την κοίταξε. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά μέσα στο λιγοστό φως και το δέρμα του προσώπου του φαινόταν τεντωμένο από την υπερένταση. «Η απάντησή μου είναι ναι», είπε με φωνή πνιγμένη από τη συγκίνηση. Εκείνος κατέβηκε τα υπόλοιπα σκαλιά δυο δυο, την έκλεισε στην αγκαλιά του και έκρυψε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Αϊρίν, Αϊρίν... κόντεψα να τρελαθώ. Νόμιζα ότι τα είχα καταστρέψει ~ 235 ~


όλα σαν ανόητος έτσι όπως έφυγα, εκβιάζοντάς σε να πάρεις μια απόφαση». Τη φίλησε στα μαλλιά, στο πρόσωπο ενώ τα λόγια ξεχύνονταν από το στόμα του. «Ήμουν έτοιμος να έρθω πίσω, να σου ζητήσω συγνώμη, να σου πω ότι θα περιμένω όσο χρειαστεί μέχρι να αποφασίσεις». Εκείνη γέλασε χαρούμενα. «Δε χρειάστηκε όμως, γιατί ήρθα τώρα, και έχω αποφασίσει. Σε θέλω. Θέλω να σε παντρευτώ». «Τότε θέλουμε το ίδιο πράγμα». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. «Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά -και ίσως να είναι η τελευταία». «Πιστεύεις ότι θα λογομαχούμε;» τον ρώτησε, ανοίγοντας τα μάτια της διάπλατα, δήθεν με έκπληξη και στενοχώρια. «Μα, καλέ μου, θα είμαστε σαν ένας άνθρωπος». «Αν έπαυες ποτέ να λογομαχείς μαζί μου, σου ορκίζομαι ότι δε θα ήξερα τι να κάνω. Για να είμαι ειλικρινής, θα φοβόμουν ότι κάτι κακό, πολύ κακό συμβαίνει». Τη μετέφερε στο δωμάτιο που είχε φτιάξει στον πύργο, την άφησε κάτω και έκλεισε την πόρτα. Στάθηκε για μερικές στιγμές και την κοιτούσε, ύστερα έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Λαίδη Ράντμπορν. Γυναίκα μου...» ψιθύρισε με συγκίνηση. «Δεν είμαι ακόμα γυναίκα σου», του υπενθύμισε. Έπιασε το χέρι της, το έφερε στα χείλη του και φίλησε τα ακροδάχτυλά της. «Τώρα είμαστε λογοδοσμένοι. Αρραβωνιασμένοι. Αύριο θα το πω στη γιαγιά μου και μετά θα γυρίσω μαζί σου στο Λονδίνο για να ζητήσω επίσημα το χέρι σου από τον αδελφό σου. Απόψε όμως πήρα τη μόνη απάντηση που με ενδιέφερε». Άνοιξε το χέρι της, το γύρισε και τη φίλησε στην παλάμη. «Μόνο ένα πράγμα θέλω να σου ζητήσω», είπε και τη φίλησε ξανά. «Τι πράγμα;» «Να παντρευτούμε σύντομα», της απάντησε και χαμογέλασε πονηρά. Τη χάιδεψε στο σαγόνι, ακολουθώντας με το βλέμμα την κίνηση του χεριού του καθώς κατέβαινε προς την τρυφερή σάρκα του λαιμού της, γλιστρώντας αργά όλο και πιο χαμηλά, ώσπου άγγιξε τη σαρκώδη καμπύλη του στήθους της και τρύπωσε στη σκοτεινή κοιλάδα ανάμεσά τους. Η Αϊρίν ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. «Δεν έχεις καθόλου υπομονή;» Τον κοίταξε προκλητικά και ανταμείφθηκε από το ελαφρό τρεμούλιασμα των δαχτύλων του πάνω στο δέρμα της.

~ 236 ~


«Δεν έχω καθόλου υπομονή όταν πρόκειται για σένα», απάντησε με ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις που αντί να την τρομάξει εκτόξευσε την επιθυμία της στα ύψη. Διέγραψε αργά με την παλάμη του την καμπύλη του ντεκολτέ της κι έπειτα σκέπασε το στήθος της με την παλάμη του πριν ανεβάσει πάλι το χέρι του και την πιάσει απαλά από τον αυχένα. «Σε θέλω τώρα», είπε με βραχνή φωνή. «Και για πάντα». Έσκυψε το κεφάλι για να τη φιλήσει απαλά, αφήνοντας τα χείλη . της και επιστρέφοντας πάλι σ’ αυτά ξανά και ξανά, και η Αϊρίν έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης όταν ένιωσε την άκρη της γλώσσας του πάνω στο στόμα της. Τον ένιωσε να χαμογελάει πάνω στα χείλη της πριν το στόμα του κολλήσει με λαχτάρα στο δικό της. Τη φίλησε για πολλή ώρα χωρίς να βιάζεται, εξερευνώ ντας και ξεσηκώνοντας τη μια πρωτόφαντη αίσθηση μετά την άλλη μέσα της. Η Αϊρίν ένιωθε λες και το σώμα της είχε λιώσει και έγειρε πάνω του, ακουμπώντας τα χέρια της στο στέρνο του για να κρατηθεί. Ο Γκίντεον χαμήλωσε τα χέρια του στη μέση της, κρατώντας την, ενώ το στόμα του συνέχιζε να τρυγά το δικό της. Όταν εντέλει σήκωσε το κεφάλι του, εκείνη κατέρρευσε πάνω του, ακουμπώντας· το μάγουλό της στο στήθος του. Έσκυψε και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού, ψιθυρίζοντας το όνομά της. «Είσαι τόσο όμορφη. Απόψε έμοιαζες με θεά. Χρυσαφένια και λαμπερή. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς θα έβρισκα μια ευκαιρία να σ’ αγγίξω». Για να αποδείξει την αλήθεια των λόγων του, έσυρε το χέρι του στην πλάτη της και το άφησε ακουμπισμένο στο γοφό της. Με την ίδια προσοχή και τρυφερότητα που την είχε φιλήσει άρχισε να τη χαϊδεύει, περνώντας τα χέρια του αργά, ερεθιστικά σε όλο της το κορμί. Τη γύρισε έτσι ώστε να ακουμπήσει με την πλάτη της πάνω του κι εκείνη παραδόθηκε πρόθυμα και με χαρά στο άγγιγμά του. Τυλίγοντας το ένα του χέρι στη μέση της, την κράτησε πάνω του ενώ με το άλλο άρχισε να εξερευνά τις καμπύλες του στήθους και της κοιλιάς της. Την ερέθισε ήρεμα, χωρίς να βιάζεται, χαϊδεύοντάς τη πάνω από το ύφασμα των ρούχων της, τρίβοντας απαλά με τα δάχτυλα τις ευαίσθητες κορυφές του στήθους της και κλείνοντας την αρμονική καμπύλη τους στην παλάμη του, σαν να ήθελε να ζυγίσει το βάρος τους πριν το κατεβάσει στο στομάχι και την επίπεδη κοιλιά της για να το ακουμπήσει τελικά στο χώρισμα ανάμεσα στα πόδια της. Η Αϊρίν έβγαλε μια κραυγή έκπληξης και έμεινε για λίγο άκαμπτη, αιφνιδιασμένη από το άγγιγμά του, αλλά τα δάχτυλά του προ-

~ 237 ~


χώρησαν αργά, ήρεμα, και λίγες στιγμές αργότερα άκουσε ένα βογκητό ευχαρίστησης να βγαίνει από τα χείλη της. Άρχισε να κινείται πάνω του, τρίβοντας το σώμα της στο δικό του, και η ικανοποίησή της ήταν μεγάλη όταν τον άκουσε να βογκά, γιατί κατάλαβε ότι τον ερέθιζε όσο την ερέθιζε κι αυτός. Γύρισε προς το μέρος του και άφησε τα χέρια της να πλανηθούν πάνω του. «Δείξε μου πώς να σε ικανοποιήσω. Άσε με να σου δώσω χαρά». «Ό,τι κάνεις μου δίνει χαρά», απάντησε και συγκράτησε άλλο ένα βογκητό όταν ένιωσε το χέρι της χαμηλά ανάμεσα στα πόδια του. «Μ’ αρέσει όταν κάνεις αυτό», είπε εκείνη, φέρνοντας αργά τα χέρια της στους γλουτούς του. «Ε σένα σ’ αρέσει;» ρώτησε, βυθίζοντας τα δάχτυλά της στη σάρκα του. Της απάντησε με ένα πνιχτό επιφώνημα και με το ξαφνικό τίναγμα του κορμιού του προς το μέρος της κι αυτό της αρκούσε ως απάντηση. Χαμογέλασε και τον χάιδεψε πάλι. Ύστερα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και άρχισε να βγάζει τις φουρκέτες από τα μαλλιά της. «Κάποτε μου είπες ότι ήθελες να δεις τα μαλλιά μου ξέπλεκα». Τα μάτια του έλαμψαν. «Θέλω». Την παρακολουθούσε ανασαίνοντας γοργά όσο τα δάχτυλά της ελευθέρωναν τη μία μπούκλα μετά την άλλη. Οι μακριές τρέσες κυλούσαν ανάμεσα στα δάχτυλά της, αγκαλιάζοντας τα χέρια και τα μπράτσα της, χαϊδεύοντας το δέρμα της. Την κοιτούσε ώσπου δεν άντεξε άλλο και τότε άπλωσε τα χέρια του και τα βύθισε στο χρυσαφένιο καταρράκτη. Τη φίλησε πάλι, αλλά αυτή τη φορά το φιλί του είχε μια βιασύνη, σαν να μη χόρταινε τη γεύση του στόματός της. Τραβήχτηκε για να λύσει την τουαλέτα της και τα χέρια του έτρεμαν. Με εξίσου αδέξια δάχτυλα άρχισε να ανοίγει ένα προς ένα τα κουμπιά του ώσπου το πουκάμισο έμεινε ανοιχτό. Η Αϊρίν έβαλε τα χέρια της από μέσα και χάιδεψε αργά τα γυμνά πλευρά και τις καμπύλες του στέρνου του. Ο Γκίντεον έμεινε ακίνητος, με τα χέρια ακουμπισμένα στους ώμους της, παραδομένος στο χάδι της. Δάγκωσε με δύναμη το κάτω χείλος του για να συγκρατήσει τα βογκητά που ξεπηδούσαν από μέσα του όσο τα άμαθα δάχτυλά της συνέχιζαν το αφόρητα ερεθιστικό τους χάδι. Εξερεύνησε τη μέση και το στήθος του, ζωγράφισε νοητούς κύκλους γύρω από τις επίπεδες ρώγες του και κατέβηκε στην τρυφερή σάρκα του στομαχιού του ώσπου έφτασε στο εμπόδιο της ζώνης. ~ 238 ~


«Θεέ μου... με πεθαίνεις...» μουρμούρισε ο Γκίντεον. Σήκωσε το κεφάλι της ξαφνιασμένη. «Να σταματήσω; Σε ενοχλεί;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, έπιασε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Όχι. Η απόλαυση είναι τόσο έντονη που γίνεται αβάσταχτη». Έβγαλε το πουκάμισό του και το πέταξε στην άκρη. «Όμως άφησέ με να σε χαϊδέψω εγώ τώρα». Έβαλε τα χέρια του μέσα από τους ώμους του φορέματος που τώρα ήταν ξεκουμπωμένο ως τη μέση και το κατέβασε, αποκαλύπτοντας τις τρυφερές λευκές καμπύλες που κρύβονταν κάτω από την καμιζόλα και το μεσοφόρι. Αφού έλυσε τα κορδόνια του, το άφησε να πέσει γύρω από τα πόδια της. Κοιτώντας με προσήλωση το πρόσωπό της, για να βλέπει τις αντιδράσεις της, έλυσε και τις κορδέλες που κρατούσαν την καμιζόλα κλειστή, απελευθερώνοντας το στήθος της. Κατέβασε το ύφασμα από τους ώμους της και ακολούθησε την πορεία του με το βλέμμα ώσπου σταμάτησε στις ρόδινες κορφούλες του. Η αναπνοή της κόπηκε. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι ένα του βλέμμα και μόνο θα είχε τη δύναμη να την ερεθίσει τόσο πολύ. Ο Γκίντεον άπλωσε τα χέρια του και αργά, απαλά, έσυρε τα δάχτυλά του στο στήθος της, διαγράφοντας κύκλους γύρω από το κέντρο τους που σκλήρυνε ακόμα περισσότερο κάτω από το άγγιγμά του. Η Αϊρίν τρεμούλιασε, απροετοίμαστη για την ευχαρίστηση που της έδινε το χάδι του. Δεν ήξερε, δεν είχε φανταστεί, ότι το άγγιγμα ενός άντρα θα την έκανε να αισθανθεί έτσι -τέτοια αναστάτωση, τέτοια απόλαυση, τέτοια λαχτάρα να νιώσει περισσότερα. Ο Γκίντεον σκέπασε το στήθος της με τις παλάμες του, φυλακίζοντας τις ρώγες της ανάμεσα στους αντίχειρές του. Έσκυψε το κεφάλι και πήρε τη μία στο στόμα του, χαϊδεύοντάς τη με τη γλώσσα του με τον ίδιο τρόπο που πριν από μια στιγμή τη χάιδευε με τον αντίχειρά του. Τα γόνατά της λύγισαν κάτω από αυτή την καινούρια αίσθηση και ένιωσε ευγνωμοσύνη για το δυνατό του χέρι που την κρατούσε από τη μέση και τη στήριζε. Βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του ενώ τα πρωτόγνωρα συναισθήματα στροβιλίζονταν μέσα της. Ακόμα και η αίσθηση των μαλλιών του ανάμεσα στα δάχτυλά της την ερέθιζε. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βογκητό. Ένιωθε υπέροχα ζωντανή και ευαίσθητη και στο παραμικρό άγγιγμα· ακόμα και το χάδι του νυχτερινού αέρα στο ξαναμμένο δέρμα της την έκανε να ριγεί από ευχαρίστηση. Και τότε ο Γκίντεον μετέφερε την τρυφερή επίθεσή του στο άλλο στήθος της και άρχισε αργά και μεθοδικά να το ερεθίζει κι εκείνο. Η Αϊρίν ανάσανε βαθιά και κατέβασε τα χέρια της στους ώμους ~ 239 ~


του. Χάιδεψε τη γραμμή της κλείδας του, τα μπράτσα του με τους γεροδεμένους μυς και μαγεύτηκε από την αντίθεση ανάμεσα στο λείο δέρμα και τους σμιλεμένους μυώνες. Ο Γκίντεον τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στα μαξιλάρια που ήταν ριγμένα στο πάτωμα κοντά στον τοίχο. Αφού την άφησε κάτω, αφαίρεσε και το τελευταίο κομμάτι υφάσματος που την κάλυπτε, λύνοντας τις κορδέλες που το συγκρατούσαν στη μέση της, και το κατέβασε ως τους αστραγάλους της πριν το τραβήξει, αφήνοντάς τη γυμνή στο βλέμμα του, μόνο με τις αραχνοΰφαντες κάλτσες που αγκάλιαζαν τα πόδια της δίχως να κρύβουν το καλλίγραμμο σχήμα τους, και τα λεπτά γοβάκια του χορού. Την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο πόθο και πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο και η Αϊρίν σκέφτηκε ότι μια αληθινή κυρία θα έπρεπε να νιώσει αποστροφή αντικρίζοντας αυτή την έκφραση στο πρόσωπό του. Όμως την έκανε να τον θέλει ακόμα περισσότερο. Ο Γκίντεον ακούμπησε τα χέρια του στους μηρούς της και άρχισε να κατεβάζει αργά πρώτα τη μία κάλτσα και μετά την άλλη, παίρνοντας και τις καλτσοδέτες μαζί. Έπειτα σήκωσε πρώτα το ένα της πόδι και μετά το άλλο, έβγαλε τα γοβάκια και τράβηξε από πάνω της τις κάλτσες. Τη φίλησε απαλά στο εσωτερικό του μηρού λίγο πιο πάνω από το γόνατο και επανέλαβε το ίδιο και στο άλλο της πόδι. Ύστερα την έπιασε και την τράβηξε στα μαξιλάρια δίπλα του. Η Αϊρίν ξάπλωσε κι εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει τα υπόλοιπα ρούχα του, πετώντας αδιάφορα τα επίσημα παπούτσια από τα πόδια του και κατεβάζοντας τις κάλτσες και τις καλτσοδέτες. Η θεϊκή του γύμνια τη συνάρπασε, αν και στην αρχή τρόμαξε λιγάκι όταν είδε την ατράνταχτη απόδειξη του πόθου του. Της ήταν δύσκολο να τον φανταστεί μέσα της, αλλά κατάλαβε ότι το σώμα της γνώριζε ενστικτωδώς περισσότερα πράγματα από την ίδια, γιατί στο θέαμά του μια γλυκιά κάψα απλώθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Ξάπλωσε δίπλα της και στηρίχτηκε με τον αγκώνα στο μαξιλάρι. Κοιτώντας τη στα μάτια, άφησε το χέρι του να ταξιδέψει αργά πάνω της, χαϊδεύοντας και ερεθίζοντας, ξεσηκώνοντας τη μία αίσθηση μετά την άλλη. Το δέρμα της είχε γίνει υπέροχα ευαίσθητο στο κάθε του άγγιγμα και ένιωθε μια κολασμένη επιθυμία ν’ ανοίξει τα πόδια της, μια επιθυμία που κατάφερε να ελέγξει αλλά μόνο ως τη στιγμή που το χέρι του κατέβηκε αργά στο κέντρο του σώματός της, πάνω από την κοιλιά της και ανάμεσα στους μηρούς της. Πήρε μια ανάσα που έτρεμε και έκλεισε τα μάτια της. Σκέφτηκε ότι κανονικά θα έπρεπε να αισθάνεται ντροπή, όχι εκείνο το

~ 240 ~


απίστευτο συναίσθημα, το γεμάτο ευχαρίστηση και ανυπόμονη προθυμία να του δοθεί. Ο Γκίντεον εξερεύνησε με προσοχή και τρυφερότητα τις ευαίσθητες πτυχές της σάρκας της κι εκείνη έβγαλε ένα βογκητό και πίεσε το σώμα της πάνω στα δάχτυλά του, γυρεύοντας τη λύτρωση. «Γκίντεον...» ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη, μουρμουρίζοντας: «Όχι ακόμα. Μη βιάζεσαι και θα είναι πιο εύκολο για σένα». «Σε θέλω», του είπε πιο επιτακτικά, ανοίγοντας τα μάτια για να τον κοιτάξει. «Το ξέρω. Το ξέρω. Και δεν έχεις ιδέα πόσο δύσκολο μου είναι να συγκρατηθώ», της απάντησε με βραχνή φωνή. Τη φίλησε στο λαιμό, στέλνοντας ρίγη σε όλο της το σώμα. «Όμως μη βιάζεσαι...» Φίλησε το στήθος της, παίζοντας με τις ρώγες του, τυραννώντας το ερεθιστικά με τα χείλη και τη γλώσσα του, φουντώνοντας τις φλόγες της επιθυμίας της. Και καθώς το έκανε, άφησε ένα του δάχτυλο να γλιστρήσει μέσα της, να τη χαϊδέψει, κι έπειτα άλλο ένα, προετοιμάζοντάς τη για να τον δεχτεί. Η Αϊρίν συστρεφόταν ανήσυχα, βυθίζοντας τις φτέρνες της στα μαξιλάρια και πιέζοντας το σώμα της πάνω στο χέρι του. Εκείνος γέλασε σιγανά, μεθυσμένος από την αντίδρασή της, και επιτέλους πήρε θέση από πάνω της. Την έπιασε από τους γοφούς, την ανασήκωσε και με αργές κινήσεις μπήκε μέσα της. Η Αϊρίν έβγαλε μια κραυγή όταν ο πόνος τη διαπέρασε σαν αστραπή και το σώμα της σφίχτηκε. Ο Γκίντεον σταμάτησε, περίμενε, και ύστερα από λίγο εκείνη χαλάρωσε. Αργά, προσεκτικά, με απέραντη τρυφερότητα, βυθίστηκε μέσα της γεμίζοντάς την και η Αϊρίν τύλιξε τα πόδια της στη μέση του για να μην αφήσει το παραμικρό κενό ανάμεσά τους. Άρχισε να κινείται στον ίδιο ρυθμό μαζί της και με κάθε του κίνηση κάτι αναδευόταν μέσα της, δυνάμωνε και συσσωρευόταν. Τότε το ένιωσε να εκρήγνυται και ήταν μια αίσθηση που όμοιά της δεν είχε νιώσει άλλη φορά, ούτε και θα μπορούσε να της δώσει όνομα. Το σώμα της τραντάχτηκε βίαια και αρπάχτηκε από πάνω του την ίδια στιγμή που κι εκείνος έφτανε στην κορύφωση, φωνάζοντας το όνομά της. Τα κύματα της ηδονής τη σάρωσαν απανωτά, το ένα μετά το άλλο, ξεκινώντας από το σημείο της ένωσής τους και κατακλύζοντας όλο της το είναι. Ο Γκίντεον έγειρε πάνω της κι εκείνη τον αγκάλιασε, συγκλονισμένη από αυτό που συνέβαινε. Ό,τι κι αν γινόταν, είτε ο Γκίντεον μάθαινε κάποτε να την αγαπά είτε όχι, εκείνη ήξερε ότι είχε βρει τον προορισμό της.

~ 241 ~


Κεφάλαιο 19

Την άλλη μέρα, όταν κατέβηκε για πρωινό, αναρωτήθηκε με κάποια ανησυχία πώς θα αντιδρούσε όταν θα τον αντίκριζε. Το προηγούμενο βράδυ, μετά το σμίξιμό τους, είχε επιστρέψει μαζί της στο σπίτι, κρατώντας την από τη μέση. Είχαν μιλήσει ελάχιστα, χορτασμένοι και ικανοποιημένοι για την ώρα, σταματώντας κάθε τόσο για να ανταλλάξουν φιλιά ή να σταθούν αγκαλιασμένοι. Περίμεναν μέχρι να πέσουν όλοι για ύπνο κι έπειτα η Αϊρίν τρύπωσε αθόρυβα από την πίσω πόρτα και ανέβηκε κλεφτά στο δωμάτιό της, ενώ εκείνος περίμενε αρκετά λεπτά πριν μπει με λιγότερη διακριτικότητα. Κουρασμένη και ευτυχισμένη, έπεσε αμέσως στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε με την υπέροχη ανάμνηση του έρωτά τους να της ζεσταίνει την καρδιά. Το πρωί όμως άρχισε να βλέπει τα προβλήματα που μπορεί να παρουσιάζονταν. Κατ’ αρχάς ήταν πολύ πιθανό κάποιος - ή κάποιοινα είχε προσέξει ότι εκείνη και ο Γκίντεον έλειπαν πολλές ώρες το προηγούμενο βράδυ. Αν έλεγαν κάτι; Τι θα απαντούσε; Δεν έπρεπε να χάσει τα λόγια της και να κοκκινίσει, γιατί αμέσως θα γινόταν φανερό ότι είχε κάνει κάτι ανάρμοστο. Όμως περισσότερο απ’ αυτό φοβόταν ότι όταν θα τον κοιτούσε όλοι θα καταλάβαιναν τι ένιωθε για εκείνον... τι είχαν κάνει. Και κάπου στα βάθη της καρδιάς της ελλόχευε ο φόβος ότι ο Γκίντεον θα είχε μετανιώσει για όλα, ότι στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει θα αναρωτιόταν πώς είχε κάνει την αποκοτιά να της ζητήσει να τον παντρευτεί. Όταν όμως μπήκε στην τραπεζαρία και τον είδε να κάθεται στο τραπέζι, όλες οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες της εξαφανίστηκαν στη στιγμή. Σήκωσε τα μάτια από το πιάτο του και παρ’ όλο που δε χαμογέλασε, στα μάτια του φάνηκε ένα έντονο βλέμμα που την καλωσόρισε πιο ζεστά από τα λόγια. «Λαίδη Αϊρίν». Σηκώθηκε και πλησίασε για να τραβήξει την ~ 242 ~


καρέκλα της. «Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά απόψε, έπειτα από την έξαψη... του χορού». Την κοίταξε και τα πράσινα μάτια του άστραψαν από κατεργαριά. «Ευχαριστώ, λόρδε Ράντμπορν, πέρασα μια υπέροχη νύχτα», απάντησε, ρίχνοντάς του κι εκείνη μια πονηρή ματιά ενώ καθόταν. «Θα πρέπει να είναι ο καθαρός αέρας της εξοχής». «Πάντα έβρισκα τον αέρα της εξοχής πολύ υγιεινό», δήλωσε η λαίδη Σόλσμπριτζ. «Αν και τα κορίτσια μου», πρόσθεσε με ένα χαμόγελο μητρικής στοργής, «δυσκολεύονται να ξυπνήσουν σήμερα. Αλλά, βλέπετε, αγαπούν τόσο πολύ το χορό». «Ήταν υπέροχος χορός», είπε η κυρία Σάρτον. «Τι θαυμάσια ορχήστρα, τι υπέροχα λουλούδια. Σας συγχαίρω, λαίδη Ράντμπορν, που έχετε τη σπάνια ικανότητα να προσφέρετε ψυχαγωγία τέτοιας ποιότητας στην επαρχία». Όλοι τότε άρχισαν να κάνουν φιλοφρονήσεις στις δύο κόμισσες, που δέχθηκαν τους επαίνους με χαμόγελα ευγνωμοσύνης. Η Αϊρίν έριξε μια κλεφτή ματιά στη Φραντσέσκα κι εκείνη της έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Τότε το βλέμμα της Αϊρίν έπεσε στη λαίδη Οντίλια και η γυναίκα της κούνησε το κεφάλι φανερά και με επιδοκιμασία, έτσι που η Αϊρίν κατάλαβε ότι ο Γκίντεον είχε μιλήσει ήδη στη θεία του για τα σχέδιά του να την παντρευτεί. Η σκέψη του γάμου τους τη γέμισε πάλι χαρά και έσκυψε στο πιάτο για να κρύψει το χαμόγελό της. Όταν τα σχόλια και οι έπαινοι για το χορό της προηγούμενης βραδιάς εξαντλήθηκαν, η Φραντσέσκα είπε ανάλαφρα: «Και τώρα, το μόνο που μένει είναι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε σήμερα». «Ω, ναι», συμφώνησε η μις Σάρτον με ένα χάχανο. «Τι θα κάνουμε; Δε θα ήταν διασκεδαστικό να παίξουμε τένις;» «Ειδικά το σερβίς σου είναι πολύ διασκεδαστικό, Ρο», απάντησε ο αδελφός της, ο Πέρσι. «Ουφ πια!» Τον κοίταξε μουτρωμένη. «Στοίχημα ότι εσύ θα θέλεις πάλι να πάμε ιππασία». «Θαυμάσια ιδέα», έσπευσε να συμφωνήσει η μις Χάρλεϊ. «Πού θα θέλατε να πάμε;» ρώτησε η Κάλι. «Το κτήμα το έχουμε δει όλο, έτσι δεν είναι;» Τόσο οι Χάρλεϊ όσο και ο κύριος Σάρτον έδειξαν να βρίσκουν αστεία την ιδέα ότι χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την ίδια τη χαρά του να βρίσκεται κανείς πάνω στη σέλα. «Υπάρχουν σπηλιές όχι μακριά από εδώ, κοντά στο ποτάμι», είπε ο Γκίντεον. «Δεν τις έχω δει, αλλά μου είπαν ότι είναι αρκετά ενδιαφέρουσες». ~ 243 ~


«Οι σπηλιές!» είπε η λαίδη Τερέζα, βγάζοντας ένα επιφώνημα. «Ω, όχι, δεν πρέπει να πάμε εκεί. Είναι πολύ επικίνδυνα». «Τι ανοησίες!» κάγχασε η λαίδη Οντίλια. «Έχω πάει πολλές φορές. Όταν ήμασταν νεότερες φυσικά, ε, Πάνσι; Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, με την προϋπόθεση ότι δε θα απομακρυνθεί κανείς και δε θα χαθεί». «Ο λόρδος Σέσιλ δεν επέτρεπε ποτέ σε κανέναν να πηγαίνει εκεί», αντιγύρισε θιγμένα η Τερέζα. «Προφανώς δε θα ήθελε να τριγυρίζουν άσκοπα», παρατήρησε η Οντίλια. «Και πολύ σωστά. Αλλά ποτέ δεν άκουσα να έχει πάθει κάτι κάποιος εκεί. Εσύ, Πάνσι;» «Όχι, καλή μου», απάντησε η αδελφή της, προσθέτοντας καλοσυνάτα προς την Τερέζα: «Υποθέτω ότι ο Σέσιλ φρόντιζε απλώς να μη συμβεί κάτι κακό σ’ εσένα και στον Τίμι. Και να προστατέψει τα σπήλαια από τους ξένους, ξέρεις. Γιατί έχει αναφερθεί πως έκαναν ζημιές στους σταλακτίτες. Όμως πραγματικά αξίζει τον κόπο να τα δει κανείς». «Τότε φαίνεται πως βρήκαμε τι θα κάνουμε σήμερα», είπε ο Πιρς και όλα τα νεότερα μέλη της συντροφιάς συμφώνησαν. «Είμαι σίγουρη ότι η μαγείρισσα θα μας ετοιμάσει μερικά καλάθια για πικνίκ», είπε η Φραντσέσκα, ρίχνοντας μια ματιά με νόημα στην Αϊρίν. Εκείνη κατάλαβε πως έπρεπε να μιλήσει με τη μαγείρισσα και την οικονόμο, καθώς είχε αναλάβει τις συνεννοήσεις και τα υπόλοιπα πρακτικά θέματα όλη την εβδομάδα που ήταν εκεί οι φιλοξενούμενοι. Έτσι, αμέσως μόλις τελείωσε το πρόγευμα, πήγε στην κουζίνα και έθεσε το ζήτημα. Η οικονόμος, η κυρία Τζέφρις, την είχε συμπαθήσει πολύ, μολονότι η Αϊρίν δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο. Την απέδιδε στη γενική ανικανότητα της λαίδης Τερέζας και της λαίδης Πάνσι να διευθύνουν ένα νοικοκυριό. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο συχνότερα η οικονόμος συμβουλευόταν εκείνη, και ακόμα και ο τρομερός Χόροουζ απευθυνόταν σ’ αυτή στις σπάνιες περιπτώσεις που δε γνώριζε με βεβαιότητα πώς έπρεπε να λύσει ένα ζήτημα σχετικό με τους φιλοξενούμενους. Ωστόσο της φάνηκε ότι εκείνη τη μέρα το χαμόγελο με το οποίο την υποδέχθηκε η κυρία Τζέφρις ήταν ακόμα πιο πλατύ και θερμό και οι διαβεβαιώσεις της ότι θα φρόντιζε να είναι τα καλάθια έτοιμα και να μεταφερθούν στις σπηλιές κατά τη μία το μεσημέρι για το κολατσιό της ομάδας ήταν γεμάτες σεβασμό. Η Αϊρίν πρόσεξε επίσης τα κλεφτά βλέμματα που της έριχναν οι υπηρέτες, καθώς και τα ψιθυρίσματα και τα χαμόγελά τους. ~ 244 ~


Μήπως είχαν μάθει ήδη για τον αρραβώνα της με τον Γκίντεον; Της φαινόταν μάλλον απίθανο, αφού είχε συμβεί μόλις το προηγούμενο βράδυ. Βέβαια, οι υπηρέτες τα μάθαιναν όλα πρώτοι. Χωρίς αμφιβολία ο Γκίντεον το είχε ανακοινώσει στη γιαγιά και στη θεία του και κάποια υπηρέτρια που ήταν εκεί κοντά το είχε ακούσει. Έκανε πως δεν πρόσεξε τη συμπεριφορά τους και αμέσως μόλις ολοκλήρωσε τις συνεννοήσεις της με την οικονόμο, έφυγε από την κουζίνα και επέστρεψε στο δωμάτιό της για ν’ αλλάξει. Κοιτάζοντας το πρόσωπό της στον καθρέφτη καθώς έβγαζε το πρωινό φόρεμα, της πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι οι υπηρέτες -ίσως ακόμα και η λαίδη Οντίλια- είχαν μαντέψει ότι κάτι συνέβαινε απλώς και μόνο κοιτάζοντάς τη. Δεν το είχε αντιληφθεί όταν ετοιμαζόταν για να κατεβεί στην τραπεζαρία το πρωί, αλλά το πρόσωπό της είχε μια λάμψη ευτυχίας που δεν κρυβόταν με κανέναν τρόπο. Τα μάγουλά της ήταν ροδαλά, τα μάτια της έλαμπαν και το στόμα της ήταν ανασηκωμένο προς τα πάνω σαν να ετοιμαζόταν να χαμογελάσει. Περιεργάστηκε την έκφρασή της, γυρνώντας το κεφάλι πρώτα από τη μια μεριά, μετά από την άλλη, και προσπάθησε να πάρει ένα πιο σοβαρό, ή έστω πιο ουδέτερο ύφος. Αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο και παραιτήθηκε γελώντας. Τι σημασία είχε αν όλοι καταλάβαιναν πως ήταν τρελά ερωτευμένη; Το μόνο που την απασχολούσε πια ήταν το μέλλον που την περίμενε με τον Γκίντεον. Και μάλιστα αδημονούσε να ξεκινήσει την καινούρια της ζωή. Όμως πρώτα έπρεπε να φύγουν οι καλεσμένοι. Και επειδή βιαζόταν να εξερευνήσει τις σπηλιές με τον Γκίντεον, φόρεσε γρήγορα τη στολή ιππασίας και στερέωσε το χαριτωμένο καπελάκι λοξά στο κεφάλι της, έτσι που το γυαλιστερό μαύρο φτερό να διαγράφει καμπύλη και να χαϊδεύει το πλάι του προσώπου της. Ψηλές μαύρες δερμάτινες μπότες και μαύρα δερμάτινα γάντια συμπλήρωναν την αμφίεση και έκανε μια τελευταία στροφή μπροστά στον καθρέφτη, ικανοποιημένη από την εικόνα που παρουσίαζε. Αντίθετα από τη μόδα της εποχής που ήθελε τα φορέματα με ψηλή μέση, το εφαρμοστό σακάκι της στολής αναδείκνυε πολύ ωραία τη σιλουέτα της και το ζεστό καφέ χρώμα της τόνιζε τη λευκότητα της επιδερμίδας της. Βέβαια εκείνη τη μέρα θα ήταν όμορφη ακόμα κι αν φορούσε κουρέλια· αυτή ήταν η τελευταία σκέψη που έκανε βγαίνοντας από το δωμάτιο. Στη διαδρομή προς τις σπηλιές κάλπαζε ανάμεσα στη Φραντσέσκα και την Καλάντρα, αφήνοντας τον Γκίντεον και τους άλ-

~ 245 ~


λους άντρες να ψυχαγωγούν τα υπόλοιπα κορίτσια. Δε θα ήταν κόσμιο, άλλωστε, να μονοπωλεί επιδεικτικά το ενδιαφέρον του. Πέρασαν το λιβάδι, έφτασαν στο ποταμάκι και προχώρησαν παράλληλα προς την όχθη του, ακολουθώντας το σταβλάρχη του Παρκ, τραβώντας προς τους λόφους και αφήνοντας πίσω τους τόσο το .χωριό όσο και το δρόμο που κατέληγε στο Λονδίνο. Σχεδόν ανεπαίσθητα, η όχθη άρχισε να στενεύει και το έδαφος να γίνεται ανηφορικό, ώσπου ύστερα από λίγη ώρα βρέθηκαν στον πυθμένα ενός μικρού φαραγγιού με πλαγιές από ασβεστόλιθο να ορθώνονται δεξιά και αριστερά τους. Τελικά ο σταβλάρχης σταμάτησε και είπε κάτι στον Γκίντεον, δείχνοντας προς μια γραμμή από θάμνους στη βάση του βράχου. Η Αϊρίν σκίασε τα μάτια της με το χέρι και πίσω τους διέκρινε μια σκιά πιο βαθιά και πυκνή από το δαντελωτό ίσκιο των κλαριών και των φυλλωμάτων. Ξεκαβαλίκεψε, έκαναν το ίδιο και οι άλλοι, και προχώρησαν στη μικρή ανηφοριά που έβγαζε στην είσοδο της σπηλιάς. Το στόμιό της έμοιαζε με κατάμαυρο χάσμα πάνω στον άσπρο όχθο και παρ’ όλο που από τη μια μεριά κλεινόταν εν μέρει από ένα μεγάλο βράχο, υπήρχε αρκετός χώρος για να περάσουν δύο άτομα δίπλα δίπλα από το άνοιγμα. Οι άντρες είχαν έρθει εφοδιασμένοι με φανάρια και τώρα τα άναψαν και η ομάδα άρχισε να μπαίνει στη σπηλιά. Η Φραντσέσκα και η Αϊρίν έμειναν τελευταίες και ο Ρόκφορντ μπήκε ύστερα από εκείνες, κλείνοντας την πομπή για να τους φωτίζει ιπποτικά το δρόμο. Ωστόσο δεν είχαν προλάβει να προχωρήσουν περισσότερο από μερικά βήματα όταν η μις Χάρλεϊ, παραδόξως, τρομαγμένη από το σκοτάδι και τον περιορισμένο χώρο -ίσως ακόμη και το ενδεχόμενο να καταρρεύσει η σπηλιά σταμάτησε και αρνήθηκε πεισματικά να προχωρήσει'. Η Φραντσέσκα αναστέναξε καρτερικά, είπε ότι θα περίμενε έξω μαζί της και ο κύριος Σάρτον έριξε μια ματιά γεμάτη στενοχώρια προς το σκοτεινό σπήλαιο, αλλά προσφέρθηκε μεγαλόψυχα να μείνει μαζί με τις κυρίες. Η υπόλοιπη ομάδα συνέχισε, έστω και ελαφρώς μικρότερη, την εξερεύνησή της. Στην αρχή η σπηλιά έμοιαζε περισσότερο με σήραγγα καθώς συνεχιζόταν στο ίδιο φάρδος με την είσοδό της, αλλά καθώς προχωρούσαν βρέθηκαν σε ένα μεγαλύτερο χώρο και εκεί σταμάτησαν, σχηματίζοντας ένα χαλαρό κύκλο. Η Αϊρίν κοίταξε γύρω της με δέος. Η σπηλιά ανοιγόταν προς όλες τις κατευθύνσεις και πέρα από

~ 246 ~


το σημείο που έφτανε το φως των φαναριών παντού οι βράχοι ξεπηδούσαν σαν στήλες από το έδαφος ή κρέμονταν από την οροφή στάζοντας υγρασία που αστραφτοκοπούσε στη λάμψη τους. Ο λόγιος φίλος του δούκα, ο κύριος Στρέδγουικ, είχε ακολουθήσει την ομάδα σαγηνευμένος από την προοπτική των σπηλαίων και τώρα, ο ντροπαλός αυτός άντρας που δεν είχε ανοίξει το στόμα του σε όλη τη διαδρομή άρχισε να μιλά με ενθουσιασμό για τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες που είχαν μπροστά τους, εξηγώντας τον τρόπο σχηματισμού τους και αναλύοντας τη σύσταση των αλάτων, των μετάλλων και των ασβεστόλιθων. Η Αϊρίν μισοάκουγε γιατί το μυαλό της ήταν μαγεμένο από την απόκοσμη ομορφιά που αντίκριζε και δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα η προέλευσή της. Όσο ο κύριος Στρέδγουικ μιλούσε, ο σταβλάρχης γύρισε στα άλογα και έφερε κάμποσους ψηλούς δαυλούς που στερέωσε στο χώμα και τους άναψε για να φωτιστεί καλύτερα ο κεντρικός θάλαμος της σπηλιάς. Έτσι μπορούσαν να πάρουν τα φανάρια τους και να συνεχίσουν την εξερεύνηση πιο βαθιά στο εσωτερικό της. Ο δούκας τους συμβούλευσε να μείνουν όλοι μαζί και να μην απομακρύνονται μόνοι τους και τέτοια ήταν η βαρύτητα και το κύρος των λόγω ν του, ώστε κανείς δεν τον παράκουσε. Η Αϊρίν προχώρησε μαζί τους και κάποια στιγμή ο Γκίντεον βρέθηκε δίπλα της. Υπήρχαν πολλά πράγματα να δουν, μικρότερες σήραγγες και θάλαμοι που ξεδιπλώνονταν ο ένας μετά τον άλλο, παράξενοι σχηματισμοί που έσταζαν νερό με μορφές που θύμιζαν πτυχωμένα παραπετάσματα και άλλες σαν μαρμαρωμένοι καταρράκτες. Κάθε τόσο κάποιος έδειχνε ένα σημείο λέγοντας πως έμοιαζε με γονατισμένο άνθρωπο, άλλος κάποιο διαφορετικό το οποίο παρομοίαζε με γιγάντιο μανιτάρι και ούτω καθεξής. Τελικά εκείνο που τους έκανε να βγουν από τη σπηλιά ήταν η πείνα. Επέστρεψαν στο φως της μέρας και βρήκαν το πικνίκ να τους περιμένει στρωμένο στην όχθη του ποταμού. Η Αϊρίν ετοιμάστηκε να πάει κοντά στη Φραντσέσκα, αλλά ο Γκίντεον την αγκάλιασε από τη μέση και τη σταμάτησε. «Όχι. Μείνε», της είπε χαμηλόφωνα. Εκείνη τον κοίταξε και χαμογέλασε, ένευσε καταφατικά και κάθισε δίπλα του στο βράχο. Αμέσως κατάλαβε ότι είχε κάνει σοφή επιλογή, γιατί παρ’ όλο που οι άλλοι κάθονταν δεξιά και αριστερά τους ο βράχος προεξείχε και τους έδινε τη δυνατότητα να βρίσκονται πιο μακριά από εκείνους χωρίς να φαίνεται ότι απομονώνονται ή κάνουν κάτι απρεπές. Κουβέντιασαν καθώς έτρωγαν, μιλώντας περισσότερο για τη

~ 247 ~


σπηλιά παρά για τους ίδιους, αλλά τα σημαντικά πράγματα λέγονταν με χαμόγελα και με ματιές. Αργότερα η Αϊρίν θα θυμόταν ελάχιστα πράγματα από αυτή τη συζήτηση, αλλά ποτέ δε θα ξεχνούσε την πληρότητα και τη γαλήνη, τη ζεστασιά και τη χαρά που αισθανόταν τότε. Ούτε και την έκφραση στο πρόσωπο του Γκίντεον, τη λάμψη των πράσινων ματιών του όταν τα άγγιζε το φως του ήλιου ή το θρόισμα των φύλλων όταν η αύρα περνούσε από μέσα τους. Αργότερα ήξερε ότι θα ανησυχούσε μήπως είχε κάνει λάθος απαντώντας καταφατικά στην πρότασή του. Θα αναρωτιόταν αν θα της ήταν αρκετός ο ρόλος της συζύγου του Γκίντεον, αν θα της έφτανε η φιλία και η εκτίμησή του τη στιγμή που δεν είχε την αγάπη του. Θα φοβόταν τις αμφιβολίες που θα την κυρίευαν τη νύχτα και θα την έκαναν να κλαίει, ξέροντας ότι τον αγαπούσε με όλη της την καρδιά, επειδή της είχε πει χωρίς περιστροφές ότι εκείνος δεν την αγαπούσε. Όμως αυτές οι ανησυχίες είχαν για την ώρα παραμεριστεί. Απολάμβανε το ζεστό του χαμόγελο, θυμόταν την αίσθηση των χειλιών του στο κορμί της. Εκείνες τις στιγμές, ό,τι κι αν ένιωθε για κείνη, της ήταν αρκετό. Έπιασε τη Φραντσέσκα να την κοιτάζει ερωτηματικά μερικές φορές στη διάρκεια του γεύματος και ήξερε ότι η φίλη της δεν ήταν η μόνη. Καν ο θείος του Γκίντεον έριχνε κάθε τόσο ματιές προς το μέρος τους. Όταν τελείωσαν το πικνίκ, πολλοί ήθελαν να επιστρέψουν στις σπηλιές· κυρίως ο φιλομαθής φίλος του δούκα που είχε δώσει ελάχιστη σημασία στα θαυμάσια εδέσματα, αφού δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να συζητά για τα θαύματα του σπηλαίου με τον Ρόκφορντ. Οι αδελφές Σόλσμπριτζ αποφάσισαν να αναπαυθούν δίπλα στο ποτάμι για λίγο αντί να γυρίσουν στη σκοτεινιά και την υγρασία της σπηλιάς, πράγμα που σήμαινε ότι η Φραντσέσκα και ο κύριος Σάρτον μπορούσαν να απαλλαγούν από την υποχρέωση να μείνουν με τη δεσποινίδα Χάρλεϊ και να ακολουθήσουν τους άλλους. Έτσι ξεκίνησαν και μπήκαν πάλι στη σπηλιά, με μεγαλύτερη άνεση τώρα που δεν τους τρόμαζε το απόκοσμο βάθος της. Η Αϊρίν και ο Γκίντεον προχωρούσαν συζητώντας και είχαν μείνει κάπως πιο πίσω από την υπόλοιπη ομάδα. Ξαφνικά τον ένιωσε να την πιάνει από το χέρι και να την τραβάει προς το μέρος του. Της έκανε νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει, ύψωσε το φανάρι του και την οδήγησε μακριά από τους άλλους. Η Αϊρίν τον ακολούθησε αμίλητη και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά γύρω, τρύπωσαν σε μία από τις άλλες σήραγγες. Έκλεισε το στόμα με την παλάμη της για να μη γελάσει και ~ 248 ~


συνέχισε να προχωρά χωρίς να κάνει θόρυβο, το ίδιο ανυπόμονη όσο κι εκείνος να αποδράσει από την ομάδα. Τελικά ο Γκίντεον έκρινε ότι είχαν απομακρυνθεί αρκετά. Γύρισε, την έκλεισε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. «Όλη μέρα περίμενα αυτή τη στιγμή», εκμυστηρεύτηκε και άφησε το φανάρι του κάτω για να μπορεί να την αγκαλιάσει και με τα δύο χέρια. «Θα με θεωρήσεις πολύ τολμηρή αν σου πω ότι κι εγώ το ήθελα;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον προκλητικά. «Ναι, και δοξάζω το Θεό γι’ αυτό», της απάντησε χαμογελώντας και τη φίλησε πάλι με πάθος στα χείλη. Ακούμπησε το μάγουλό του στην κορυφή του κεφαλιού της και στάθηκαν για λίγο έτσι αγκαλιασμένοι. Τη φίλησε στα μαλλιά και ψιθύρισε: «Ίσως θα μπορούσαμε να βρούμε ένα απομονωμένο σημείο και...» Η Αϊρίν γέλασε χαρούμενα. «Πάψε! Στο τέλος θα καταντήσω να γελώ ανόητα σαν τη μις Σάρτον». «Θεός φυλάξοι!» Τραβήχτηκε προς τα πίσω, την κοίταξε στα μάτια και τα χείλη του αιχμαλώτισαν ξανά τα δικά της σε ένα φλογερό φιλί. Την άφησε με έναν αναστεναγμό, έπιασε το φανάρι του από κάτω και προχώρησαν στη σήραγγα. «Είπα στη γιαγιά μου και τη θεία Οντίλια ότι δέχθηκες την πρότασή μου. Περιττό να σου πω πόσο χάρηκαν». «Είμαι βέβαιη ότι η Τερέζα δε θα χαρεί καθόλου», παρατήρησε ξερά εκείνη. Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Ευτυχώς δεν της πέφτει λόγος στο ζήτημα. Θα σε πείραζε αν έμενε στο Παρκ; Θα μπορούσε να μετακομίσει αλλού αν δεν αισθάνεσαι άνετα». «Α, όχι, πιστεύω ότι θα καταφέρω να την ανεχτώ», απάντησε χωρίς δισταγμό. «Δε θέλω να αναστατώσω τον Τίμοθι. Εξάλλου είναι αδελφός σου και ξέρω ότι του έχεις αδυναμία». «Είναι αλήθεια ότι του έχω». Της χαμογέλασε. «Αλλά σ’ εσένα έχω μεγαλύτερη. «Χαίρομαι που το ακούω. Θα φροντίσω να το επιβεβαιώσω το συντομότερο. Μου έχουν πει ότι δεν είναι πολύ εύκολο να συμβιώνει κανείς μαζί μου». «Μ’ εσένα;» Την κοίταξε με ψεύτικη έκπληξη. «Ποιος είχε το θράσος να πει τέτοιο πράγμα για σένα;» Τον κοίταξε λοξά κι εκείνος έσκυψε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, στα μάγουλα και στο σαγόνι. «Μου αρέσεις ακριβώς όπως είσαι. Αν ήταν εύκολο να ζω μαζί ~ 249 ~


σου, πιθανότατα θα είχα τρελαθεί σε δέκα μέρες». «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να διατηρήσεις την πνευματική σου διαύγεια», του απάντησε και πρόσθεσε σε πιο σοβαρό τόνο: «Γκίντεον... θέλω να σου πω κάτι». Την κοίταξε ξαφνιασμένος από το ύφος της. «Τι;» «Θα ήθελα να μείνει και η μητέρα μου εδώ. Δεν είναι ευτυχισμένη στο σπίτι με τη νύφη μου. Δεν το λέει, αλλά εγώ ξέρω ότι...» «Φυσικά», τη διέκοψε, αφήνοντας το χέρι της για να την αγκαλιάσει από τους ώμους. «Το θεωρούσα δεδομένο ότι θα έρθει να μείνει μαζί μας. Δε χρειαζόταν καν να το ζητήσεις». «Σ’ ευχαριστώ». Του χαμογέλασε. «Είμαι διατεθειμένος να σου χαρίσω πολύ περισσότερα πράγματα αν πρόκειται να με κοιτάζεις έτσι», είπε και έσκυψε πάλι για να τη φιλήσει. Το χέρι του κατέβηκε στο γλουτό της και την έσφιξε πάνω του. Μια καυτή φλόγα επιθυμίας τύλιξε μονομιάς το σώμα της και ρίγησε ολόκληρη. Ύψωσε το χέρι της και το έβαλε κάτω από το πουκάμισό του. Αναρωτήθηκε με έξαψη πώς θα ήταν αν την τραβούσε σε κάποια απομονωμένη εσοχή της σπηλιάς... Το φιλί τούς έγινε πιο φλογερό. Ο Γκίντεον άφησε απότομα κάτω το φανάρι, την αγκάλιασε σφιχτά και τη σήκωσε στον αέρα. Το στόμα του ταξίδεψε στο λαιμό της και το σκοτεινό χώρισμα ανάμεσα στα στήθη της και η ανάσα του βάρυνε. Έπειτα με ένα βογκητό την άφησε κάτω, έκανε μισό βήμα προς τα πίσω και πήρε βαθιά εισπνοή. Τα μάτια του έλαμπαν από πάθος. «Είσαι ακατανίκητος πειρασμός!» είπε βραχνά. «Έχω μόνο έναν όρο για το γάμο μας - να γίνει πολύ, πολύ σύντομα». «Συμφωνώ». Αναστέναξε τρεμουλιαστά και έτριψε τις ιδρωμένες παλάμες της στο φόρεμά της. «Καλύτερα όμως να γυρίσουμε κοντά στους άλλους πριν γίνει κανένα σκάνδαλο». «Ναι, έχεις δίκιο». Έπιασε το φανάρι και ξεκίνησαν πάλι, αλλά ύστερα από μερικές στροφές και παρακάμψεις σταμάτησε και κοίταξε γύρω. «Δε νομίζω πως ήρθαμε από δω». Κι εκείνη είχε αρχίσει να ανησυχεί τα τελευταία λεπτά. «Χαθήκαμε;» «Όχι ακριβώς. Αλλά νομίζω πως πρέπει να γυρίσουμε εκεί που ήμαστε». Πήραν πάλι τον ίδιο δρόμο προς τα πίσω, ακολουθώντας τη φαρδιά σήραγγα ως το σημείο που στένευε. Λίγο πιο κάτω κατέληγε σε ένα μεγαλύτερο θάλαμο -όχι τόσο μεγάλο όσο τον πρώτο που είχαν συναντήσει μπαίνοντας, αλλά πάλι ψηλοτάβανο. Η Αϊρίν ήταν ~ 250 ~


βέβαιη ότι δεν τον είχαν ξαναδεί. «Χαθήκαμε!» είπε με ένα ίχνος πανικού στη φωνή. Εκείνος έφερε το παγωμένο χέρι της στα χείλη του. «Μη φοβάσαι. Θα βρούμε το δρόμο, σ’ το υπόσχομαι». Σήκωσε ψηλά το φανάρι και κοίταξε γύρω. «Είναι πολύ ενδιαφέρον μέρος. Κοίτα τα ανοίγματα εκεί στο βάθος». Εκείνη κοίταξε τα σκοτεινά στόμια στην άκρη του κύκλου από κιτρινωπό φως που έριχνε το φανάρι. «Ελπίζω να μη σκοπεύεις να τα εξερευνήσουμε». «Όχι, αλλά θα ήθελα να επιστρέψω μια μέρα και να ρίξω μια ματιά». Ολοκλήρωσε τον κύκλο και το φως έπεσε στο τοίχωμα της σπηλιάς που ήταν από πίσω τους. «Τι περίεργο». «Ποιο είναι το περίεργο;» Εκείνος πλησίασε και έφερε το φανάρι πιο κοντά στην πέτρα. «Αυτός ο τοίχος. Κοίτα, δεν είναι σαν τους άλλους». Η Αϊρίν κοίταξε εκεί που της έδειχνε, παραξενεμένη παρά την ανησυχία της. «Μοιάζει σαν ... Φαίνεται σαν να έχουν στοιβάξει τη μία πέτρα πάνω στην άλλη». «Ακριβώς». Άφησε το φανάρι κάτω και κάθισε στις φτέρνες. «Δεν είναι συμπαγής βράχος, όπως παντού αλλού. Κοίτα». Έξυσε με το δάχτυλο του μια πέτρα και ξεκόλλησε το υγρό χώμα που την περιέβαλλε. «Αυτοί οι βράχοι με το χώμα ανάμεσά τους και στην κορυφή μοιάζουν με πρόχειρα φτιαγμένο τοίχο, αλλά το χώμα έχει αποσαθρωθεί από την υγρασία. Δες πόσο έχει κυλήσει στο έδαφος». Η Αϊρίν έσμιξε με απορία τα φρύδια της και έσυρε την παλάμη στην επιφάνεια. «Δίκιο έχεις. Κάποιος έχτισε έναν τοίχο εδώ. Αλλά γιατί;» «Δεν ξέρω. Είναι όμως παράξενο». Έτριψε με δύναμη τις πέτρες, ξεκολλώντας κι άλλο χώμα, και ανέβασε το χέρι του στο ψηλότερο σημείο. «Φτάνει ως εδώ. Και έχει φάρδος ένα μέτρο περίπου. Θα δω τι υπάρχει από πίσω», είπε αποφασιστικά. Άρχισε να σκάβει και με τα δύο χέρια, προσπαθώντας να αποκολλήσει μια πλατιά πέτρα. Αποσπάστηκε από τον τοίχο με ένα τρίξιμο και ύστερα απ’ αυτό η δουλειά έγινε πολύ πιο εύκολη. Η Αϊρίν έβγαλε τα γάντια της ιππασίας από την τσέπη της και τα φόρεσε, ύστερα γονάτισε κάτω για να τον βοηθήσει. Είχε μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι της και όσο το άνοιγμα μεγάλωνε τόσο πιο έντονη γινόταν. Πίσω από τις πέτρες ανοιγόταν ένα σκοτεινό κενό και ο αέρας μύριζε αποσύνθεση. Κάτι περίεργο συνέβαινε· τι δουλειά είχε ένας τοίχος μέσα σε ~ 251 ~


μια σπηλιά; Για ποιο λόγο είχαν κλείσει εκείνη την εσοχή; Ίσως επειδή οδηγούσε σε κάτι επικίνδυνο, κάποιο βάραθρο ίσως, αλλά γιατί δεν είχαν βάλει απλώς μια προειδοποιητική πινακίδα; Οι σπηλιές δε χρησιμοποιούνταν από κανέναν. Όπως είχε πει η Τερέζα, ο λόρδος Σέσιλ τις θεωρούσε επικίνδυνες. Προφανώς και όλοι οι άλλοι. Αναρωτήθηκε αν η κακή τους φήμη οφειλόταν σε κάτι περισσότερο από εδαφικές ανωμαλίες. Ίσως τις χρησιμοποιούσαν παράνομοι για ... Για ποιο λόγο; Δεν μπορούσε να βρει απάντηση, αλλά κάτι της έλεγε πως ο τοίχος είχε υψωθεί για να κρυφτούν λαθραία. Οι λαθρέμποροι ήταν το πρώτο που σκέφτηκε. Όμως η θάλασσα απείχε πολύ από εκεί. Ληστές, τότε. Που έκρυβαν τα κλοπιμαία τους στη σπηλιά ... αλλά για ποιο λόγο; Προσπάθησε να φανταστεί τι θα μπορούσε να είναι τόσο απαραίτητο να κρυφτεί ώστε να το σύρουν σ’ όλο το φαράγγι και μέσα από τόσες σπηλιές για να το κρύψουν εκεί μέσα. Σίγουρα αυτός που το είχε κρύψει θα ήθελε να μείνει εκεί πολύ καιρό. Όμως τα κλοπιμαία είχαν κάποια αξία για τον κλέφτη αν τα πουλούσε. Οι ληστές δεν έκρυβαν το χρυσάφι και το ασήμι επί χρόνια -άλλωστε πόσα θα μπορούσε να κλέψει κανείς εκεί στην εξοχή; Ο Γκίντεον έσκαβε όλο και πιο γρήγορα και το άνοιγμα μεγάλωνε ταχύτατα. Τελικά έγινε αρκετά μεγάλο ώστε να σηκώσει το φανάρι και να φωτίσει την εσοχή. Έσκυψαν μέσα. Το φως έφτανε μόλις μερικά μέτρα πιο πέρα, ίσα για να φωτίσει ένα πολύ μικρό σπήλαιο σαν φωλιά αγριμιού που δεν ήταν αρκετά ψηλό για να χωρά ένας όρθιος άντρας και το βάθος του έφτανε γύρω στα δυόμισι με τρία μέτρα. Το φως έλουζε τα τοιχώματα με μια αχνή αναλαμπή, αποκαλύπτοντας ένα αντικείμενο που βρισκόταν περίπου ένα μέτρο από το άνοιγμα. Είχε μήκος γύρω στο ενάμισι μέτρο και ήταν τυλιγμένο με λεπτό άσπρο ύφασμα. Δε θα μπορούσε να είναι παρά ένα ανθρώπινο πτώμα.

~ 252 ~


Κεφάλαιο 20

Η Αϊρίν το κοιτούσε άφωνη. Κάθισε απότομα πίσω στις φτέρνες της και κοίταξε τον Γκίντεον. Εκείνος βλαστήμησε χαμηλόφωνα. «Η Σελήνη». «Ω, Θεέ μου!» Έπιασε τα μάγουλά της. Συνειδητοποίησε ότι έτρεμε. Ο Γκίντεον είχε εκφράσει ακριβώς αυτό που σκεφτόταν κι εκείνη. Τράβηξε βιαστικά τις υπόλοιπες πέτρες, ελευθερώνοντας το σπήλαιο. Άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο μπράτσο του. «Αυτό δεν το ξέρουμε». Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;» «Δεν πρέπει να πειράξουμε... το πτώμα. Ίσως κάποιος μπορέσει να ...» «Την αναγνωρίσει;» συμπλήρωσε και κούνησε το κεφάλι του, κάπως πιο ήρεμος τώρα. «Ναι, έχεις δίκιο. Δε θα το αγγίξω. Αλλά θέλω να δω». Έσπρωξε το φανάρι προς τα μέσα και σύρθηκε από πίσω του. Η Αϊρίν τον ακολούθησε. «Δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό», της είπε γυρνώντας για να την κοιτάξει. «Δεν είναι κατάλληλο θέαμα για μια κυρία». «Πρέπει να το δω. Εσύ δε θα κοιτάξεις;» Της απάντησε καταφατικά με ένα νεύμα και δεν προσπάθησε να τη μεταπείσει. Πλησίασαν έρποντας και σήκωσε το φανάρι ψηλά για να φωτίσει το πτώμα. Το σώμα ήταν τυλιγμένο σαν μούμια με κάποιο σκούρο ύφασμα που τώρα πια είχε λιώσει. Το κεφάλι και οι ώμοι ήταν φασκιωμένοι με ένα λεπτό λευκό ύφασμα γεμάτο καφετιούς και κιτρινωπούς λεκέδες. Η Αϊρίν συνειδητοποίησε ότι ήταν ένα μεσοφόρι. Κάτω από το λεπτό σαν γάζα ύφασμα διαγραφόταν το σχεδόν ~ 253 ~


άσαρκο πια περίγραμμα ενός κρανίου και πάνω του ήταν ακόμα κολλημένες μερικές τούφες σκούρα μαλλιά. Κράτησε την αναπνοή της γιατί ξαφνικά της ήρθε ναυτία. Τραβήχτηκε προς τα πίσω και έκλεισε τα μάτια της. «Είσαι καλά;» άκουσε τον Γκίντεον να της λέει και ανοίγοντάς τα, τον είδε να την κοιτάζει με ανησυχία. «Δεν έπρεπε να το δεις. Πήγαινε έξω». «Όχι. Καλά είμαι». Ήταν ψέμα, φυσικά. Η ναυτία δεν της είχε περάσει ακόμη. Δεν είχε δει ποτέ της κάτι τόσο μακάβριο. Όμως δε θα άφηνε τον Γκίντεον μόνο όταν αυτό που κειτόταν μπροστά του ήταν αναμφίβολα το πτώμα της μητέρας του. Πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Είναι;» Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω με σιγουριά. Αλλά ποια άλλη θα μπορούσε να είναι;» Αναστέναξε, έπιασε το χέρι της και το έσφιξε τρυφερά. «Πρέπει να πάμε πίσω και να φέρουμε βοήθεια. Μερικούς άντρες. Ο θείος μου είναι ο μόνος που μπορεί να την αναγνωρίσει». Εκείνη ένευσε καταφατικά, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον κοίταξε στα μάτια. «Εντάξει... όμως... είσαι καλά;» Χαμογέλασε μελαγχολικά, έφερε το χέρι της στα χείλη του και τη φίλησε στα δάχτυλα. «Ναι. Έχει περάσει πολύς καιρός. Και τουλάχιστον τώρα ξέρω ότι δε μ’ εγκατέλειψε». Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της για μια στιγμή κι έπειτα ανασηκώθηκε. «Έλα. Πάμε να βρούμε τους άλλους». Σύρθηκαν πάλι έξω από την πνιγηρή εσοχή. Στάθηκαν στη σήραγγα και ανάσαναν με ανακούφιση. Η Αϊρίν έριξε μια ματιά γύρω. «Θα καταφέρουμε να βρούμε πάλι το δρόμο;» «Ναι, έστω κι αν δυσκολευτούμε. Πρέπει ν’ αφήσουμε κάποια πράγματα πίσω για να μας οδηγήσουν». «Έχω τις κορδέλες στα μαλλιά μου. Και τα γάντια μου». «Κι εγώ το ρολόι μου και την αλυσίδα του. Και τα μανικετόκουμπα. Θα βρούμε κι άλλα ν’ αφήσουμε στη διαδρομή». Πήραν το δρόμο της επιστροφής, αφήνοντας ένα αντικείμενο σε κάθε σημαντική στροφή. Δεν είχαν φτάσει αρκετά μακριά, όμως, όταν άκουσαν φωνές από το βάθος. Σταμάτησαν, αφουγκράστηκαν και ο Γκίντεον έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε. Η φωνή του αντήχησε στα τοιχώματα της σπηλιάς. Μια στιγμή αργότερα άκουσαν κάποιον ν’ απαντά: «Ράντμπορν;» Και μετά κάποιον άλλο να φωνάζει: «Γκίντεον;» «Πιρς!» φώναξε εκείνος. «Εδώ είμαστε! Ελάτε!» Συνέχισαν να κρατούν επαφή φωνάζοντας και η ένταση άλλοτε ~ 254 ~


μειωνόταν και άλλοτε αυξανόταν, ώσπου επιτέλους φάνηκε μια λάμψη και μια στιγμή αργότερα τρεις άντρες με φανάρια εμφανίστηκαν από μια καμπή της σήραγγας. Ο Πιρς και ο θείος του Γκίντεον πήγαιναν μπροστά και ακολουθούσε ο Ρόκφορντ. Το πρόσωπο του Τζάσπερ ήταν αυλακωμένο από την αγωνία κι ακόμα και ο Πιρς φαινόταν ανήσυχος. Μόνο ο δούκας ήταν ατάραχος όπως πάντα, λεπτός και ευθυτενής, και με το γκριζωπό παντελόνι και το σκούρο μπλε σακάκι του θα νόμιζε κανείς ότι είχε βγει για έναν περίπατο. «Δόξα τω Θεώ, φίλε μου!» φώναξε ο Πιρς, πλησιάζοντας βιαστικά. «Μας κάνατε και ανησυχήσαμε». « Ε... χαθήκαμε λιγάκι και μετά ... ανακαλύψαμε τυχαία κάτι». Η έκφρασή του θα πρέπει να τους παραξένεψε πολύ, γιατί ό,τι κι αν ετοιμάζονταν να πουν, σταμάτησαν. Ο Ρόκφορντ κοίταξε πρώτα τον Γκίντεον, μετά την Αϊρίν και τελικά πρόσεξε πως τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και φαίνονταν ατημέλητοι. Ο Πιρς έβγαλε ένα επιφώνημα και ο Τζάσπερ έγινε κατάχλομος. Έριξε μια ερωτηματική ματιά στον ανιψιό του. Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δεν ξέρω. Είσαι ο μόνος που μπορεί να μας πει με βεβαιότητα». Ο Τζάσπερ κοίταξε προς το βάθος της σπηλιάς και το πρόσωπό του γέμισε τόσο πόνο που η Αϊρίν δεν άντεχε να τον κοιτάζει. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και προχώρησε απρόθυμα, με τον Γκίντεον πλάι του. Ο Πιρς κοιτούσε τους δύο άντρες με δέος και κατάπληξη και ο Ρόκφορντ στράφηκε προς την Αϊρίν. «Η Σελήνη;» ρώτησε. «Δυστυχώς έτσι νομίζουμε». Ο Πιρς τους κοίταξε παραξενεμένος, αλλά προφανώς κατάλαβε ότι δεν ήταν ώρα για εξηγήσεις. Ο Γκίντεον και ο Τζάσπερ είχαν φτάσει κοντά στον τυλιγμένο σκελετό. Άκουσαν τον Τζάσπερ να βγάζει ένα πνιχτό επιφώνημα. «Είναι ένα νυχτικό. Είναι... τυλιγμένη σε ένα νυχτικό. Δεν ξέρω αν είναι δικό της. Βοήθησέ με». Άπλωσε το χέρι του και ο Γκίντεον πλησίασε για να τον βοηθήσει να το τραβήξει. Το ύφασμα διαλύθηκε κάτω από τα δάχτυλά τους και έπεσε σε μικρά κομμάτια και ψιλή σκόνη. «Ω, Θεέ μου...» ψιθύρισε και έσκυψε. «Το δαχτυλίδι της. Να και η βέρα της. Κι αυτή ... αυτή η καρφίτσα. Εγώ της την είχα χαρίσει. Χριστέ μου. Είναι η Σελήνη. Η Σελήνη». Ο Ρόκφορντ βγήκε μπροστά. «Λαίδη Αϊρίν, επιτρέψτε μου να σας συνοδεύσω κοντά στις άλλες κυρίες. Κύριε Άλντεναμ, αν έχετε την καλοσύνη να μείνετε εδώ, θα στείλω αμέσως το σταβλάρχη στο ~ 255 ~


Παρκ για να φέρει μια άμαξα. Η Φραντσέσκα και η Αϊρίν θα οδηγήσουν τους υπόλοιπους στο σπίτι και εγώ θα επιστρέφω αμέσως για να σας βοηθήσω αμέσως μόλις φύγουν». Ο Πιρς ένευσε καταφατικά. «Θα περιμένω». «Είσαι καλά;» ρώτησε ο δούκας την Αϊρίν καθώς την οδηγούσε μακριά από τον πρόχειρο τάφο. «Ναι. Ήταν... ήταν μακάβριο θέαμα, αλλά...» Ανασήκωσε τους ώμους της και χαμογέλασε αχνά. «Όποιον κι αν ρωτήσετε θα σας πει ότι δεν είμαι πολύ λεπτεπίλεπτη». «Δόξα τω Θεώ», απάντησε εκείνος αβίαστα. «Θα ήταν κάπως κουραστικό αν ήμουν αναγκασμένος να μεταφέρω μια λιπόθυμη γυναίκα μέσα από τόσες στοές. Ή μια υστερική». Της χαμογέλασε και η Αϊρίν ξαφνιάστηκε βλέποντας το πρόσωπό του να φωτίζεται και να γλυκαίνει με έναν τρόπο που δεν είχε ξαναδεί ως τώρα. «Ναι, φαντάζομαι πως θα ήταν κάπως δύσκολο», συμφώνησε και αναστέναξε. «Φοβάμαι πως ο Γκίντεον θα το πάρει βαριά. Ήδη προσπαθούσε να αποδεχθεί το γεγονός ότι η μητέρα του τον είχε εγκαταλείψει και τώρα ανακαλύπτει ότι δολοφονήθηκε... Γιατί δε φαντάζομαι να πρόκειται για κάτι άλλο εκτός από φόνο». «Δε βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να είναι. Η θεία Οντίλια μού είπε για την ιστορία της θείας Πάνσι -πως η λαίδη Σελήνη κλέφτηκε με κάποιον. Υποθέτω ότι θα μπορούσε να γράψει ένα σημείωμα λέγοντας ότι φεύγει και μετά να έρθει εδώ και να αυτοκτονήσει, αν και δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο θα ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι είχε φύγει. Και κυρίως δεν πιστεύω ότι θα αυτοκτονούσε και μετά θα τύλιγε το πρόσωπό της με το πανί». «Όχι. Μας φάνηκε ότι το κρανίο της ήταν... σπασμένο». «Μπερδεμένη υπόθεση. Τουλάχιστον ο Σέσιλ δε ζει και δε θα περάσει την αγωνία μιας δίκης». «Πιστεύετε ότι ο πατέρας του Γκίντεον τη σκότωσε;» «Εκείνος διάβασε το σημείωμα. Και ήταν ο μόνος, αν κατάλαβα σωστά όσα μου είπαν οι θείες μου. Νομίζω πως το έκανε αυτός -ή ο υπηρέτης του. Θα μπορούσε να βάλει αυτόν τον άνθρωπο να τη σκοτώσει. Ο Όουενμπι του ήταν αφοσιωμένος». «Μα γιατί πήρε τον Γκίντεον;» «Αυτό ξεπερνά τη φαντασία μου. Α, να ο κεντρικός θάλαμος μπροστά μας». «Γνωρίζετε καλά αυτά τα σπήλαια;» «Όχι. Πρώτη φορά έρχομαι». «Και πώς βρήκατε τόσο εύκολα το δρόμο;» Εκείνος χαμογέλασε. «Όταν αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι ~ 256 ~


εσύ και ο Γκίντεον είχατε λείψει περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς από ένα πρόσφατα αρραβωνιασμένο ζευγάρι, σημάδεψα το δρόμο που πήραμε για να μη χαθούμε όλοι». «Φυσικά». Τώρα καταλάβαινε περισσότερο τι σήμαιναν τα σχόλια της Φραντσέσκα για το δούκα. «Λαίδη μου!» Ο σταβλάρχης περίμενε στον κεντρικό θάλαμο μαζί με τον κύριο Σάρτον και πετάχτηκε όρθιος όταν τους είδε. «Εξοχότατε». «Η λαίδη Αϊρίν είναι απολύτως καλά», τον βεβαίωσε ο Ρόκφορντ. «Δυστυχώς εκείνη και ο κόμης έχασαν τον προσανατολισμό τους, αλλά τους βρήκαμε. Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου, Μπαρνς, αν έχεις την καλοσύνη να περιμένεις λίγο. Κύριε Σάρτον, μπορώ να βασιστώ σ’ εσάς ότι θα οδηγήσετε τις κυρίες με ασφάλεια πίσω στο σπίτι; Νομίζω ότι η λαίδη Αϊρίν πρέπει να επιστρέφει αμέσως. Όπως βλέπετε, είναι κάπως αναστατωμένη από τη δοκιμασία». Γύρισε προς το μέρος της και μουρμούρισε: «Θα μπορούσες να παραστήσεις την ταραγμένη τώρα». Η Αϊρίν έφερε αδύναμα το χέρι της στο στήθος. «Κύριε Σάρτον, δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω. Με συγχωρείτε, αλλά αισθάνομαι μια ελαφρά λιποθυμία». Εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να στηριχτεί πάνω του και της πρόσφερε το μπράτσο του. Ο δούκας γύρισε προς το σταβλάρχη και κάτι του είπε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος τον κοίταξε με κατάπληξη, αλλά κούνησε αδιαμαρτύρητα το κεφάλι του και έσπευσε να εκτελέσει την εντολή του Ρόκφορντ. Αμέσως μόλις βγήκαν από τη σπηλιά, η Φραντσέσκα έτρεξε κοντά στην Αϊρίν. «Είσαι καλά; Συνέβη κάτι; Πού είναι οι άλλοι;» «Δυστυχώς η εξόρμησή μας θα πρέπει να λήξει εδώ», είπε ο δούκας βγαίνοντας ξοπίσω τους. «Η λαίδη Αϊρίν είναι καλά, αλλά κάπως κουρασμένη. Λαίδη Χόξτον, μπορώ να σας μιλήσω;» Η Αϊρίν τους ακολούθησε με το βλέμμα καθώς ο Ρόκφορντ έπαιρνε τη φίλη της παράμερα και κάτι της έλεγε ψιθυριστά. Είδε τη Φραντσέσκα νά τον κοιτάζει εμβρόντητη κι εκείνον ν’ απλώνει το χέρι του προς το μέρος της αλλά να το τραβάει πάλι βιαστικά. Αντί να την αγγίξει, έκανε μια μικρή υπόκλιση και επέστρεψε βιαστικά στη σπηλιά. Η Φραντσέσκα γύρισε βιαστικά κοντά της. «Ω, Θεέ μου, τι... Δεν ξέρω καν πώς να το χαρακτηρίσω. Είσαι καλά, γλυκιά μου;» Ένευσε καταφατικά. «Ναι, αλλά πρέπει να τους μαζέψουμε όλους και να γυρίσουμε στο σπίτι, έπειτα να βρούμε έναν τρόπο να τους απασχολήσουμε έτσι ώστε να έχουμε χρόνο για να εξηγήσουμε στους συγγενείς του Γκίντεον τι έχει συμβεί». ~ 257 ~


«Κάτι θα σκεφτώ, μην ανησυχείς». Τους συγκέντρωσε όλους, επαινώντας τον κύριο Σάρτον για τη βοήθειά του και σχολιάζοντας τη δήθεν αναστάτωση της Αϊρίν. Τους υποσχέθηκε ότι θα έβρισκε κάποια άλλη ευχάριστη απασχόληση γι’ αυτούς μέχρι να βραδιάσει -ίσως ένα παιχνίδι κροκέ στο μπροστινό λιβάδι; Η ιδέα της φάνηκε να αρέσει αρκετά σε όλους και έτσι επέστρεψαν σχετικά γρήγορα στο σπίτι. Δεν είχαν μείνει και πολλές ώρες μέχρι να σκοτεινιάσει, παρ’ όλα αυτά προετοίμασε το παιχνίδι εκθειάζοντας γι’ άλλη μια φορά τις οργανωτικές ικανότητες του κυρίου Σάρτον και ορίζοντάς τον επικεφαλής. Μετά, αφού συνεννοήθηκε γρήγορα με τον μπάτλερ, πήρε την Αϊρίν και πήγαν στη βιβλιοθήκη για να περιμένουν τις γυναίκες της οικογένειας. Η λαίδη Οντίλια και η αδελφή της έφτασαν λίγα λεπτά αργότερα απορημένες, και πίσω τους ακολουθούσε η Τερέζα που φαινόταν απλώς ενοχλημένη. «Φραντσέσκα; Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η Οντίλια. «Γιατί έστειλες τον Χόροουζ να μας φωνάξει;» Η έκφρασή της άλλαξε. «Συνέβη κάτι στον Γκίντεον;» «Όχι, ο λόρδος Ράντμπορν είναι μια χαρά», βιάστηκε να τη βεβαιώσει και έριξε μια ματιά στην Αϊρίν. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση. «Ξέετε... βρήκαμε κάτι στη σπηλιά σήμερα. Είναι... Συγχωρήστε με, λαίδη Ράντμπορν», είπε στην Πάνσι, «αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το πω ανώδυνα. Ο γιος σας, ο λόρδος Τζάσπερ, αναγνώρισε το πτώμα της λαίδης Σελήνης». Ακόμα καν η Οντίλια έχασε τη μιλιά της, ακούγοντας αυτή τη δήλωση. Αμέσως όμως συνήλθε και. οι γυναίκες άρχισαν τις ερωτήσεις, αλλά η Αϊρίν δεν ήταν σε θέση να τους δώσει απαντήσεις. Έτσι περίμεναν σιωπηλές και γεμάτες αγωνία να επιστρέψουν οι άντρες με τη σορό. Η Αϊρίν πετάχτηκε όρθια όταν τελικά ακούστηκε ήχος βημάτων έξω στο διάδρομο. Μια στιγμή αργότερα η πόρτα άνοιξε και ο Τζάσπερ, ο Ρόκφορντ και ο Γκίντεον μπήκαν στη βιβλιοθήκη. Η Αϊρίν τον κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, τα μάτια του σκοτεινά και στο χέρι του κρατούσε κάτι τυλιγμένο σε ύφασμα. «Τζάσπερ;» Η Πάνσι σηκώθηκε και ξαφνικά φαινόταν ακόμα πιο γερασμένη. Τα χέρια της έτρεμαν και τα έσφιγγε μεταξύ τους για να σταματήσουν. «Είναι... είναι στ’ αλήθεια η Σελήνη;» Ο γιος της κούνησε το κεφάλι καταφατικά με ύφος βλοσυρό. «Ναι, είμαι βέβαιος. Υπήρχε μια καρφίτσα που φορούσε συχνά και η βέρα της». ~ 258 ~


«Τι έγινε;» ρώτησε σαν χαμένη. «Πώς είναι δυνατόν;» «Μήπως έχασε το δρόμο της;» ρώτησε η Οντίλια, κάνοντας μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια. «Μήπως έπεσε ή ...» Ο Γκίντεον την έκοψε απότομα. «Δολοφονήθηκε», είπε αγριεμένα και κοίταξε τη γιαγιά του. «Ο πατέρας μου τη δολοφόνησε». Η λαίδη Πάνσι κάθισε απότομα γιατί τα πόδια της δεν την άντεχαν άλλο. «Όχι! Δεν είναι δυνατόν! Κάποιος... κάποιος την απήγαγε. Την άρπαξε από το δωμάτιό της και την έσυρε ως εκεί». «Εδώ σκοτώθηκε», αντιγύρισε ξερά εκείνος. «Βρήκαμε αυτό παραχωμένο σε μια γωνιά της σπηλιάς». Τους έδειξε το αντικείμενο που κρατούσε, ανοίγοντας το ύφασμα. Ο Τζάσπερ γύρισε αλλού σαν να μην άντεχε να το βλέπει. Η Αϊρίν κοίταξε κατάπληκτη: ήταν ένα επίχρυσο ρολόι με βάση από λευκό μάρμαρο. Ήταν σχετικά μικρό σε μέγεθος και λεκιασμένο με κάτι καφετί, ενώ ο ίδιος λεκές έβαφε και το ύφασμα που ήταν τυλιγμένο γύρω του. Η γιαγιά του έβγαλε μια κραυγή αντικρίζοντάς το και έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. «Όχι! Όχι, δεν είναι δυνατόν!» «Είναι το ρολόι της, σωστά;» ρώτησε ο Γκίντεον. «Εκείνο που η καμαριέρα της μας είπε ότι ανήκε στη μητέρα της. Εκείνο που η λαίδη Σελήνη είχε πάνω στο κομοδίνο της. Μ’ αυτό της άνοιξαν το κεφάλι». Η Πάνσι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Πάψε», είπε ο Τζάσπερ και γύρισε πάλι προς τον Γκίντεον, αποφεύγοντας ακόμη να κοιτάξει το αντικείμενο που κρατούσε. «Είναι το ρολόι της Σελήνης. Σ’ το είπα ήδη. Άφησε τη μητέρα ήσυχη. Δεν ξέρει τίποτε για ό,τι έγινε». «Ασφαλώς και δεν ξέρει!» αναφώνησε η Οντίλια. «Κανείς μας δεν ήξερε τίποτε. Προφανώς κάποιος... κάποιος παράφρων έκανε διάρρηξη και...» «Αρκετά!» φώναξε ο Γκίντεον. «Αρκετά, φτάνουν τα ψέματα, φτάνουν οι υποκρισίες. Ο πατέρας μου τη σκότωσε. Και θα βρω τι ακριβώς συνέβη!» Έκανε μεταβολή και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο. Οι άλλοι τον κοιτούσαν εμβρόντητοι να απομακρύνεται. Το μόνο που διέκοπτε τη σιωπή ήταν τα αναφιλητά της λαίδης Ράντμπορν. «Τώρα πού στην οργή πάει;» ρώτησε ο Ρόκφορντ χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. «Στο σπίτι του Όουενμπι», είπε ο Τζάσπερ. «Πηγαίνω μαζί του». «Όχι, μείνε εδώ με τη μητέρα σου», τον πρόσταξε ο δούκας, ~ 259 ~


πιάνοντάς τον από το μπράτσο. Έδειξε με το κεφάλι τις δύο ηλικιωμένες γυναίκες που κάθονταν αγκαλιασμένες στον καναπέ για να αντλήσουν παρηγοριά η μία από την άλλη. «Θα πάω εγώ μαζί του». «Μα δεν ξέρεις πού να πας», διαμαρτυρήθηκε ο Τζάσπερ. «Ξέρω εγώ», είπε η Αϊρίν, ξεκινώντας ήδη για την πόρτα. «Θα σου δείξω». Με την προσταγή του Ρόκφορντ, οι σταβλίτες σέλω σαν σε χρόνο μηδέν δύο άλογα και ξεκίνησαν. Ο Γκίντεον είχε αρκετό προβάδισμα γιατί είχε πάρει το άλογο με το οποίο είχε πάει στη σπηλιά και δεν είχε ξεσελω θεί ακόμα. Όμως, όπως είχε πει κάποτε η θεία του, δεν ήταν δεινός ιππέας ενώ η Αϊρίν έκανε ιππασία όλη της τη ζωή και o δούκας κάλπαζε λες και είχε γεννηθεί πάνω στο άλογο. Επιπλέον τα δικά τους ήταν ξεκούραστα κι έτσι πήραν τον πιο δύσκολο αλλά πολύ πιο γρήγορο δρόμο μέσα από τα χωράφια και τα λιβάδια και βγήκαν στα ανατολικά του χωριού. Τη στιγμή που ξεπρόβαλλαν από το δρόμο, τον είδαν να ξεπεζεύει και να τρέχει στο σπίτι του πρώην καμαριέρη. Ο Ρόκφορντ και η Αϊρίν ξεκαβαλίκεψαν από τα άλογά τους και αφού τα έδεσαν βιαστικά στο φράχτη, έτρεξαν στο σπίτι. Καθώς έμπαιναν, η υπηρέτρια βγήκε ουρλιάζοντας. Όταν είδε τον Ρόκφορντ, τον άρπαξε από το μανίκι και φώναξε: «Σταματήστε τον! Σταματήστε τον σας παρακαλώ! Θα τον σκοτώσει!» Εκείνος τίναξε το χέρι της κοπέλας από πάνω του και συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Ακόμα και ο ορυμαγδός που ακουγόταν από το εσωτερικό του σπιτιού δε στάθηκε ικανός να τον ταράξει- απλώς προχώρησε βιαστικά και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Βρήκαν τον Γκίντεον στην κουζίνα, όπου προφανώς είχε καταδιώξει τον καμαριέρη. Ο Όουενμπι θα πρέπει να είχε προσπαθήσει να βγει από την πίσω πόρτα, αλλά τον είχε σταματήσει. Τώρα ήταν ζαρωμένος μπροστά από τον τοίχο και τον κοιτούσε σαν τρομαγμένο, παγιδευμένο ζώο. Ο Γκίντεον κρατούσε ένα σκαλιστήρι του τζακιού και στεκόταν στο κέντρο της κουζίνας, έτοιμος να κόψει το δρόμο στον άλλο είτε έτρεχε προς την πίσω πόρτα είτε προς το μπροστινό μέρος του σπιτιού. «Μην το αρνείσαι!» βρυχήθηκε τη στιγμή που ο Ρόκφορντ και η Αϊρίν έμπαιναν στην κουζίνα και κατέβασε το σκαλιστήρι με τόση δύναμη πάνω στο τραπέζι που μια σκλήθρα ξεκόλλησε από το ξύλο και έκανε τον Όουενμπι να αναπηδήσει και να κοιτάξει αλαφιασμένος γύρω του, σαν να σκεφτόταν ακόμα και να σκαρφαλώσει στον τοίχο. «Ξέρω ότι τη σκότωσες! Ή εσύ ή εκείνος! Ποιος από τους δύο;» « Δεν... δεν...» Τα χέρια του πήγαιναν νευρικά από τη μέση στο ~ 260 ~


λαιμό του κι από εκεί στον τοίχο πίσω του. «Λέγε!» Ο Γκίντεον χτύπησε πάλι με δύναμη το σίδερο. «Γκίντεον! Σταμάτα!» είπε κοφτά η Αϊρίν. «Δεν μπορεί να απαντήσει, τον έχεις κατατρομάξει». Εκείνος γύρισε ξαφνιασμένος. «Αϊρίν! Ρόκφορντ! Πώς στην οργή βρεθήκατε εδώ;» «Ν όμιζες ότι θα σ’ άφηνα να σκοτώσεις τον υπηρέτη του πατέρα σου πάνω στο θυμό σου; Δεν έχω καμία όρεξη να περάσω την πρώτη νύχτα του γάμου μας κάνοντάς σου επίσκεψη στη φυλακή». «Μη γίνεσαι ανόητη. Δεν πρόκειται να τον σκοτώσω». «Ασφαλώ ς όχι», συμφώνησε ο Ρόκφορντ. Πλησίασε και πήρε το σκαλιστήρι από το χέρι του Γκίντεον. Εκείνος τον κοίταξε με απέχθεια και γύρισε πάλι προς τον τρομοκρατημένο άντρα. «Αν θέλω, μπορώ να σε πνίξω με τα χέρια μου», του είπε. «Και πίστεψέ με, δεν πρόκειται να διστάσω αν δεν αρχίσεις να μιλάς. Και γρήγορα. Εγώ δε μεγάλωσα σαν τζέντλεμαν». «Είμαι βέβαιος ότι ο ... -Όο υ ενμ π ι είπαμε;- θα μας πει πρόθυμα τι συνέβη στη μητέρα σου», είπε ήρεμα ο Ρόκφορντ. «Έτσι δεν είναι, Όουενμπι;» «Δεν έκανα τίποτα», κλαψούρισε εκείνος γεμάτος φόβο. «Δε σκότωσα εγώ τή λαίδη Ράντμπορν. Τ’ ορκίζομαι!» «Δεν είπα ποτέ ότι τη σκότωσες εσύ», αποκρίθηκε βλοσυρά ο Γκίντεον. «Ο πατέρας μου τη σκότωσε, είμαι βέβαιος. Το μόνο που σου ζητάω είναι να μου πεις το γιατί. Πες μου τι έγινε». «Δεν ξέρω», του απάντησε μουτρωμένα. Όταν ο Γκίντεον έσφιξε τις γροθιές του και έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, ο υπηρέτης φώναξε: «Δεν ξέρω! Αλήθεια λέω, μα το Θεό! Δεν ήμουν εκεί όταν έγινε. Ε κ είνος... δηλαδή ο λόρδος Σέσιλ μου ε ίπ ε ... ε, να ... άκουσα το θόρυβο. Τον περίμενα στο δωμάτιό του για να τον βοηθήσω να ετοιμαστεί για να ξαπλώσει. Και τους άκουσα να μαλώνουν». «Για τι πράγμα;» ρώτησε η Αϊρίν. «Δεν ξέρω. Αλήθεια σας λέω. Άκουγα τις φωνές αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Μόνο μια φορά τον άκουσα να της φωνάζει κάτι για τα γράμματά της. Και όταν πήγα μέσα αργότερα είδα γράμματα να καίγονται στο τζάκι. Νομίζω ότι ο κύριος τα έριξε εκεί. Και μάλλον εκείνη είχε προσπαθήσει να τα βγάλει από τη φωτιά γιατί το σκαλιστήρι ήταν εκεί και στη βάση του τζακιού ήταν σκορπισμένες στάχτες και κάρβουνα». «Τι έγινε; Πήγες μέσα όταν άκουσες το θόρυβο;» ρώτησε ο ~ 261 ~


Γκίντεον. «Όχι, κύριε. Όχι αμέσως. Δε μου έπεφτε λόγος. Αφορούσε τον κύριο και την κυρία. Φοβόμουν για τη ζωή μου όταν τον έπιανε ο θυμός». «Και δηλαδή δεν έκανες... τίποτα;» ρώτησε περιφρονητικά εκείνος. «Ακριβώς», απάντησε αγέρωχα ο Όουενμπι. «Απλώς περίμενα. Δε μου έπεφτε λόγος». «Και πότε μπήκες στο δωμάτιο;» ρώτησε ο Ρόκφορντ, προλαβαίνοντας τον Γκίντεον. «Όταν την άκουσα να ουρλιάζει. Συνέχισαν για λίγο ακόμα να φωνάζουν και μετά της είπε ότι δε θα την άφηνε ποτέ να φύγει. Μετά εκείνη έβγαλε μια κραυγή, κάτι σαν “όχι!” ή “φύγε!” ή ίσως το όνομά του. Δε θυμάμαι. Μετά ούρλιαξε και τότε ακούστηκε εκείνος ο γδούπος και μετά κι άλλοι... Δεν ήξερα τι συνέβαινε, κι έτσι πήγα στην πόρτα και... τότε εκείνος την άνοιξε και με είδε. Και με τράβηξε μέσα στο δωμάτιο». Ο μικρόσωμος άντρας κόμπιασε, κοίταξε από τον έναν στον άλλο με αγωνία. Τελικά συνέχισε. «Την είδα πεσμένη στο πάτωμα. Μια καρέκλα ήταν αναποδογυρισμένη και σκέφτηκα ότι αυτός ήταν ο γδούπος που είχα ακούσει. Και η λαίδη Σελήνη ήταν πεσμένη στο πάτωμα, με το πλάι, και... και είδα ότι ήταν τελείως ακίνητη. Το κεφάλι τη ς ... υπήρχε αίμα στη μια πλευρά του. Είχε πέσει και είχε χτυπήσει πάνω στο τζάκι. Κατάλαβα πως ήταν νεκρή». Ανατρίχιασε. «Ήταν σαν να με κοιτούσε κατάματα». «Την είχε χτυπήσει με το ρολόι της;» « Ναι... Δεν ήταν πολύ μεγάλο. Θα πρέπει να το έπιασε και να τη χτύπησε μ’ αυτό. Και μετά, όταν έπεσε ... νομίζω πως τη χτύπησε μια δυο φορές ακόμα». Σταύρωσε προκλητικά τα χέρια του στο στήθος και κοίταξε αγριεμένα τον Γκίντεον. «Δεν έφταιγε εκείνος!» «Δεν έφταιγε εκείνος! Την ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου!» «Εκείνη τον εξώθησε στα άκρα. Τον τρέλαινε από τη ζήλια. Ο κύριος ήξερε ότι πλάγιαζε με τον αδελφό του... ω, ναι, κι εγώ το ήξερα. Ο καθένας θα μπορούσε να το καταλάβει βλέποντάς τους μαζί». «Μα ο λόρδος Τζάσπερ δεν ήταν καν εκεί», είπε η Αϊρίν. «Είχε φύγει για το στρατό μήνες νωρίτερα». «Νομίζω πως τα γράμματά του ήταν αυτά που εξόργισαν τον κύριο. Φαίνεται πως της έγραφε, και ο λόρδος Σέσιλ τα βρήκε». «Και γι’ αυτό τη σκότωσε;» ρώτησε ο Ρόκφορντ με κατάπληξη. «Δεν ήθελε να τη σκοτώσει», απάντησε με πείσμα εκείνος. «Έ-

~ 262 ~


χασε την ψυχραιμία του. Μου είπε: “Όουενμπι, θαρρώ πως τη σκότωσα. Δεν ξέρω τι έγινε. Έπιασα αυτό και...”». Έκανε μια παύση και επανέλαβε: «Δεν ήθελε να τη σκοτώσει». «Ε, είναι φανερό πως ήθελε όλα τα υπόλοιπα», είπε με μαύρο σαρκασμό ο Γκίντεον. «Ήταν σε θέση να σκεφτεί ψύχραιμα και να καταστρώσει ένα περίπλοκο σχέδιο. «Εγώ το σκέφτηκα το περισσότερο», τον διόρθωσε ο Όουενμπι χωρίς ίχνος υπερηφάνειας. «Του είπα να πει σε όλους ότι είχε φύγει. Αλλά μου απάντησε ότι το σκάνδαλο θα ήταν τεράστιο και πως δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Και... και μετά είπε ότι θα έλεγε πως την είχαν απαγάγει. Έτσι και κάναμε. Την τύλιξα στο νυχτικό που ήταν απλωμένο πάνω στο κρεβάτι και τυλίξαμε ένα δυο μεσοφόρια στο κεφάλι της. Καθάρισα το αίμα από το τζάκι με μερικά ακόμα. Έπειτα τύλιξα το ρολόι σε ένα άλλο και την κατεβάσαμε κάτω». «Εσύ τη μετέφερες στις σπηλιές;» ρώτησε με κατάπληξη ο Ρόκφορντ. «Τόση απόσταση; Μέσα στη νύχτα;» «Όχι τότε, σερ. Δεν υπήρχε χρόνος. Τη μετέφερα στον κήπο κι από εκεί στα χαλάσματα. Άφησα το πτώμα της εκεί και έβαλα μερικές πέτρες μπροστά. Μετά γύρισα και πήρα το παιδί. Το πήγα... το πήγα σ’ εκείνο τον άνθρωπο που ήξερα». «Στο Λονδίνο;» ρώτησε ο Γκίντεον. «Εσύ με πήγες στο Λονδίνο;» «Όχι! Όχι μέχρι το Λονδίνο. Μόνο μέχρι το Τσίπινγκ Κάμντεν. Ήταν ένας άνθρωπος εκεί που έπαιρνε ανεπιθύμητα παιδιά. Συχνά και ενήλικες -τους χτυπούσε και τους άφηνε αναίσθητους και ξυπνούσαν στα καράβια, πλήρωμα με το ζόρι. Του πήγα το παιδί». Καθώς το έλεγε αυτό δεν κοιτούσε τον Γκίντεον, λες και μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να απαλλαγεί από την ευθύνη της πράξης του. «Μετά γύρισα εδώ και κάναμε αυτό που είχαμε σχεδιάσει. Ο λόρδος Σέσιλ είπε σε όλους ότι τους είχαν απαγάγει. Και έκανε πως μου δίνει το περιδέραιο για να το παραδώσω στους απαγωγείς. Όμως εγώ ... εγώ πήγα στα χαλάσματα και τη μετέφερα στις σπηλιές. Και την έχτισα για να μην τη βρει ποτέ κανείς κατά λάθος. Ο λόρδος Σέσιλ απαγόρευσε σε όλους να πηγαίνουν εκεί, είπε ότι ήταν επικίνδυνο». Οι τρεις τους τον κοιτούσαν αμίλητοι. Η Αϊρίν είχε παγώσει από την ψυχρή περιγραφή του φόνου της λαίδης Σελήνης. Κοίταξε τον Γκίντεον που φαινόταν κάτωχρος.