Page 1


Τίτλος πρωτοτύπου: The Courtshίp Dance Copyright © 2009 by Candace Camp © 2011 ΧΑΡΛΕΝ Ι Κ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤIΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. ISSN 978-960-620-287-2 Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Σωτηρούλα Παπαδοπούλου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. SILK -- ΤΕΥΧΟΣ 72 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤIΚΗ ΑΒΕΕ Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ. 210 3610 2 l 8


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΔΟΥΚΑ


Κεφάλαιο 1 Βλέποντας κάποιος τη λαίδη Φραντσέσκα Χόξτον να διασχίζει την αίθουσα χορού των Γουίτινγκτον, δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι έκανε τις προκαταρκτικές κινήσεις της νέας της εξόρμησης. Προχωρούσε με τον συνηθισμένο αβίαστο τρόπο της, σταματώντας κάθε τόσο να θαυμάσει μια τουαλέτα ή να φλερτάρει με κάποιον από τους πολλούς θαυμαστές της. Χαμογελούσε και κουβέντιαζε κουνώντας με χάρη τη βεντάλια της, μια οπτασία ντυμένη με ένα μεταξωτό φόρεμα στο αχνογάλανο του πάγου. Τα μαλλιά της, σηκωμένα ψηλά, έπεφταν σε έναν καταρράκτη από χρυσαφένιες μπούκλες στους ώμους της, ενώ τα σκούρα γαλανά μάτια της αναζητούσαν το θήραμά της. Πήγαινε σχεδόν ένας μήνας που είχε ορκιστεί στον εαυτό της να βρει μια σύζυγο για το δούκα του Ρόκφορντ, και απόψε σκόπευε να βάλει το σχέδιό της σε εφαρμογή. Είχε κάνει όλες τις προετοιμασίες. Είχε μελετήσει προσεκτικά όλες τις ανύπαντρες κοπέλες της υψηλής αριστοκρατίας , είχε κάνει τις έρευνές της και είχε καταλήξει σε τρεις που κατά την άποψή της θα ταίριαζαν στον Σινκλέρ. Και οι τρεις αυτές νεαρές κοπέλες θα βρίσκονταν εκείνο το βράδυ εκεί, ήταν σίγουρη. Ο χορός των Γουίτινγκτον ήταν ένα από τα σημαντικότερα κοσμικά γεγονότα της σεζόν, και όλες οι κοπέλες σε ηλικία γάμου θα έδιναν το παρόν, με εξαίρεση αυτές που ήταν άρρωστες. Και το κυριότερο, ήταν μεγάλες οι πιθανότητες να βρισκόταν εκεί και ο δούκας, επομένως η Φραντσέσκα θα μπορούσε να βάλει αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιό της. Ήταν καιρός να ξεκινήσει, το ήξερε -είχε καθυστερήσει. Δεν της χρειάζονταν ουσιαστικά τρεις ολόκληρες βδομάδες για να κατασταλάξει στις πιθανές νύφες για τον Ρόκφορντ. Ήταν πολύ μικρός ο αριθμός των νεαρών δεσποινίδων που διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα για να γίνουν δούκισσες. Αλλά για κάποιο λόγο, μετά το γάμο της Κάλι η Φραντσέσκα ένιωθε κακοδιάθετη και ασυνήθιστα απρόθυμη να κάνει επισκέψεις ή να πάει σε πάρτι και στο θέατρο. Ακόμα και ο καλός της φίλος, ο σερ Λούσιεν, είχε σχολιάσει την απροσδόκητη προτίμησή της να μένει μέσα. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να εντοπίσει με σιγουριά την αι-

4


τία, αλλά ξαφνικά όλα της φαίνονταν ανιαρά, σαν να μην άξιζε να κάνει τον κόπο. Η αλήθεια ήταν πως ένιωθε κάπως μελαγχολική, πράγμα που το απέδιδε στην ξαφνική αναχώρηση της Κάλι. Η Κάλι έμενε με τη Φραντσέσκα όσο έψαχνε μαζί της να βρει τον κατάλληλο σύζυγο, και τώρα είχε παντρευτεί και είχε φύγει. Έτσι τώρα, χωρίς το γέλιο και το λαμπερό χαμόγελο της Κάλι, το σπίτι της Φραντσέσκας φάνταζε άδειο. Παρ' όλα αυτά, θύμισε στον εαυτό της ότι είχε πάρει όρκο να αποζημιώσει τον Σινκλέρ, τον αδερφό της Κάλι, για την άδικη συμπεριφορά της απέναντί του πριν δεκαπέντε χρόνια. Ήταν, βέβαια, αδύνατο να διορθώσει τα πράγματα, αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον να κάνει μια χάρη στο δούκα και να του βρει την κατάλληλη σύζυγο. Στο κάτω κάτω, είχε μεγάλο ταλέντο σ' αυτό τον τομέα. Έτσι εκείνο το βράδυ είχε πάει με σκοπό να ξεκινήσει έναν μακρύ χορό φλερταρίσματος για λογαριασμό του Ρόκφορντ. Περιπλανήθηκε περιμετρικά στη μεγάλη αίθουσα χορού, έναν τεράστιο χώρο βαμμένο στις αποχρώσεις του λευκού και του χρυσού, με δρύινα πατώματα στο χρώμα του μελιού και από τρεις πελώριους κρυστάλλινους πολυέλαιους. Αμέτρητα ψηλά κηροπήγια με κεριά από λευκό μελισσοκέρι πρόσθεταν επιπλέον φωτισμό στο χώρο, όπως και οι λευκόχρυσες απλίκες στους τοίχους. Τα βάζα με τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα και τις πεόνιες κατά μήκος των τοίχων απάλυναν όλη αυτή τη λάμψη και γιρλάντες στόλιζαν την κουπαστή της μεγαλόπρεπης σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Ήταν ένας κομψός χώρος που θύμιζε παλάτι, και οι φήμες έλεγαν πως αυτή η σάλα ήταν ο λόγος που η λαίδη Γουίτινγκτον ήταν πρόθυμη να παραμείνει σε τούτο το παλιομοδίτικο αρχοντικό που βρισκόταν μακριά από το κοσμικό Μέιφερ. Η Φραντσέσκα προχώρησε μέσα στον κόσμο προς τη σκάλα. Θα χρησιμοποιούσε τη θέα από το πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου για να εντοπίσει τις γυναίκες που είχε κατά νου στην τεράστια σάλα. Ταίριαζε, σκέφτηκε, ανεβαίνοντας στη στριφογυριστή σκάλα, να αρχίσει την εξόρμησή της από το πάρτι των Γουίτινγκτον. Στο κάτω κάτω, εδώ είχε βάλει τέλος στη σχέση της με το δούκα του Ρόκφορντ

5


δεκαπέντε χρόνια πριν. Εδώ ήταν που είχε γίνει ο κόσμος της συντρίμμια. Εκείνη τη νύχτα τα λουλούδια ήταν όλα λευκά, θυμήθηκε, τεράστια μπουκέτα με τριαντάφυλλα, πεόνιες, καμέλιες και μυρωδάτες γαρδένιες με γυαλιστερά πράσινα φύλλα. Ήταν μια βραδιά απόλυτου θριάμβου για τη Φραντσέσκα -είχε κάνει το ντεμπούτο της μόλις λίγες βδομάδες πριν, και ήταν η αδιαφιλονίκητη καλλονή της σεζόν. Οι άντρες την τριγύριζαν σαν τις μέλισσες, τη φλέρταραν και την ικέτευαν για ένα χορό, της έκαναν δραματικές ερωτικές εξομολογήσεις και της έστελναν λουλούδια. Και όλο αυτό τον καιρό εκείνη φυλούσε σαν θησαυρό το μυστικό της, μεθυσμένη από αγάπη και ευτυχία μέχρι τη στιγμή που ένας υπηρέτης της είχε βάλει ένα σημείωμα στο χέρι. Τώρα η Φραντσέσκα έφτασε στον πρώτο όροφο και πήρε τη θέση της μπροστά στο κιγκλίδωμα, απ' όπου μπορούσε να βλέπει όλα τα ζευγάρια που χόρευαν κάτω. Το σκηνικό ήταν περίπου το ίδιο όπως και εκείνο το βράδυ χρόνια πριν. Οι τουαλέτες, βέβαια, ήταν διαφορετικές, όπως και τα χρώματα των τοίχων και η διακόσμηση. Αλλά η μεγαλοπρέπεια, η έξαψη, οι ελπίδες και οι ίντριγκες δεν είχαν αλλάξει. Η Φραντσέσκα κοίταζε τον κόσμο κάτω χωρίς στην ουσία να τον βλέπει. Αντίθετα, αναπολούσε το παρελθόν. «Είναι τόσο πληκτικό το πάρτι;» άκουσε μια γνώριμη φωνή δίπλα της. Η Φραντσέσκα γύρισε και χαμογέλασε στην ξανθιά γυναίκα. «Αϊρίν, χαίρομαι πολύ που σε βλέπω». Η λαίδη Αϊρίν Ράντμπορν ήταν μια εκτυφλωτική γυναίκα με πυκνά κατσαρά μαλλιά και ασυνήθιστα χρυσαφένια μάτια. Στα είκοσι εφτά της ήταν ανύπαντρη -και αποφασισμένη να μείνει γεροντοκόρη -, αλλά το περασμένο φθινόπωρο η Φραντσέσκα είχε αρχίσει να αναζητά σύζυγο για το λόρδο Ράντμπορν και είχε συνειδητοποιήσει ότι η Αϊρίν θα ήταν τέλεια γι' αυτόν. Οι δυο γυναίκες είχαν μεγαλώσει στον ίδιο περίπου κύκλο, έτσι η Φραντσέσκα γνώριζε την πεισματάρα και ντόμπρα Αϊρίν από χρόνια, αλλά οι δυο τους δεν ήταν φίλες. Φίλες είχαν γίνει ύστερα από τις δυο βδομάδες που είχαν περάσει

6


μαζί στο κτήμα των Ράντμπορν, όταν η Φραντσέσκα προσπαθούσε να σμίξει τον δύσκολο λόρδο Γκίντεον με μια νύφη από καλή οικογένεια. Τώρα η Φραντσέσκα θεωρούσε την Αϊρίν μία από τις καλύτερες φίλες της. Η Αϊρίν κοίταξε το πολύχρωμο πλήθος των χορευτών κάτω. «Είναι πραγματικά άχαρη η καινούρια φουρνιά των υποψήφιων για γάμο δεσποινίδων;» Η Φραντσέσκα ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της. Αν και με την Αϊρίν είχαν αποφύγει διακριτικά να θίξουν το θέμα, η Φραντσέσκα υποπτευόταν ότι η φίλη της είχε μαντέψει πως τα προξενιά ήταν μάλλον θέμα επιβίωσης παρά διασκέδασης για εκείνη. «Ειλικρινά, δεν τους έχω δώσει και τόσο μεγάλη προσοχή. Φοβάμαι πως μετά το γάμο της Κάλι νιώθω κάπως τεμπέλα». Η Αϊρίν της έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Είσαι στενοχωρημένη, έτσι; Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω;» Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν έχω κάτι στ' αλήθεια. Απλά αναπολούσα ... το μακρινό παρελθόν. Ένα άλλο πάρτι εδώ». Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει και στο μάγουλό της εμφανίστηκε το χαριτωμένο λακκάκι. «Πού είναι ο λόρδος Γκίντεον;» Στους έξι μήνες που ήταν παντρεμένοι, σπάνια έβλεπες την Αϊρίν χωρίς τον Γκίντεον στο πλευρό της. Το ζευγάρι ήταν ακόμα πιο ταιριαστό απ' ότι θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ η Φραντσέσκα. Λες και ο έρωτάς τους φούντωνε με κάθε μέρα που περνούσε. Η Αϊρίν άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι. «Τον περιέλαβε η θεία του με το που μπήκαμε». «Η λαίδη Οντίλια;» ρώτησε η Φραντσέσκα τρομαγμένη . «Θεέ και Κύριε, είναι εδώ;» Κοίταξε γύρω της φοβισμένη. «Είμαστε ασφαλείς εδώ», τη βεβαίωσε η Αϊρίν. «Δε νομίζω ότι θα ανέβει τις σκάλες. Γι' αυτό ανέβηκα κι εγώ εδώ μόλις βγήκα από την γκαρνταρόμπα και είδα ότι είχε στριμώξει τον Γκίντεον». «Και τον άφησες εκεί;» ρώτησε η Φραντσέσκα γελώντας. «Ντροπή σου, λαίδη Ράντμπορν. Και οι όρκοι που έδωσες;» «Οι γαμήλιοι όρκοι μου δεν ανέφεραν πουθενά τη θεία Οντίλια, σε διαβεβαιώνω», την αντέκρουσε η Αϊρίν χαμογελώντας.

7


«Ένιωσα λίγο ένοχη, αλλά θύμισα στον εαυτό μου ότι ο Γκίντεον είναι δυνατός άντρας και είναι πολλοί αυτοί που τον φοβούνται». «Ακόμα και οι πιο γενναίοι λυγίζουν μπροστά στη θεία Οντίλια. Θυμάμαι κάποτε που ακόμα και ο Ρόκφορντ το έσκασε από την πίσω πόρτα και πήγε στους στάβλους όταν είδε την άμαξά της να εμφανίζεται στην είσοδο, αφήνοντας τη μητέρα μου κι εμένα μαζί με τη γιαγιά του να την αντιμετωπίσουμε». Η Αϊρίν ξέσπασε σε γέλια. «Αυτό θα ήθελα να το είχα δει. Θα τον πειράξω σχετικά την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε». «Πώς είναι ο δούκας;» ρώτησε η Φραντσέσκα αδιάφορα χωρίς να κοιτάξει την Αϊρίν. «Τον έχεις δει τελευταία;» Η Αϊρίν την κοίταξε. «Πριν από καμιά βδομάδα περίπου. Πήγαμε μαζί στο θέατρο. Ο δούκας και ο Γκίντεον, εκτός από ξαδέρφια, είναι τώρα πια και καλοί φίλοι. Δεν μπορεί, όμως, σίγουρα θα έχεις δει κι εσύ τον Ρόκφορντ». Η Φραντσέσκα ύψωσε τους ώμους της. «Σπάνια μετά το γάμο της Κάλι. Φίλη είμαι στην πραγματικότητα με την αδερφή του, όχι με τον Ρόκφορντ». Η αλήθεια ήταν πως η Φραντσέσκα απέφευγε το δούκα μετά το γάμο της αδερφής του. Ένιωθε ένοχη τώρα που ήξερε ότι τον είχε αδικήσει. Και κάθε φορά που τον έβλεπε, η ενοχή της αυξανόταν. Ήξερε ότι θα έπρεπε να του ομολογήσει αυτό που είχε μάθει και να του ζητήσει συγνώμη για τις πράξεις της. Θα ήταν δειλία εκ μέρους της να μην το κάνει. Κι όμως, δεν μπορούσε να το κάνει. Ένιωθε τα σωθικά της να παγώνουνκ κάθε φορά που φανταζόταν τον εαυτό της να του το εξομολογείται να εκλιπαρεί τη συγγνώμη του. Ύστερα από τόσα χρόνια, είχαν καταφέρει να κάνουν ειρήνη μεταξύ τους, να γίνουν σχεδόν φίλοι. Τι θα γινόταν αν η ομολογία της ξυπνούσε πάλι το θυμό του; Μπορεί να τον άξιζε αυτόν το θυμό, αλλά και μόνο στην ιδέα η Φραντσέσκα ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται. Έτσι φρόντιζε να αποφεύγει τον Ρόκφορντ όσο μπορούσε. Αν πίστευε πως ο δούκας θα έδινε το παρόν σε κάποιο πάρτι, εκείνη δεν εμφανιζόταν, αλλά και όταν τον έβλεπε, φρόντιζε να κρατιέται μακριά του. Αν πάλι έρχο-

8


νταν πρόσωπο με πρόσωπο, όπως είχε συμβεί μια δυο φορές, η συμπεριφορά της ήταν αμήχανη και σφιγμένη και απομακρυνόταν στην πρώτη ευκαιρία. Βέβαια, αυτό έπρεπε να σταματήσει, αν ήθελε να καταφέρει να του βρει σύζυγο. Δε θα μπορούσε να τον φέρει σε επαφή με κάποια από τις επίδοξες συζύγους του αν συνέχιζε να τον αποφεύγει. «Η Κάλι μου είπε ότι ο Ρόκφορντ σου φέρθηκε άδικα», άρχισε να λέει προσεκτικά η Αϊρίν. «Άδικα;» Η Φραντσέσκα την κοίταξε σαστισμένη. «Όχι. Με ποιο τρόπο μου φέρθηκε άδικα;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε η φίλη της. «Υπέθεσα ότι θα είχε σχέση με το φλερτ του λόρδου Μπρόμγουελ προς την Κάλι». «Α, αυτό». Η Φραντσέσκα παραμέρισε την ιδέα με μια κίνηση του χεριού της. «Ο δούκας είχε τους λόγους του που ανησυχούσε. Η αδερφή του Μπρομ είχε δηλητηριάσει τη γνώμη του κόμη για τον Ρόκφορντ, αλλά...» Ύψωσε εκφραστικά τους ώμους της. «Οπως και να είχε το πράγμα, από τη στιγμή που ερωτεύτηκαν, εγώ μπορούσα να κάνω πολύ λίγα, και ο Ρόκφορντ το συνειδητοποίησε στη συνέχεια. Εξάλλου, δεν είμαι τόσο ευαίσθητη ώστε να με πτοήσει μια επίπληξη». Η Φραντσέσκα κοίταξε το πλήθος κάτω και η Αϊρίν ακολούθησε το βλέμμα της. «Ποιον ψάχνεις;» τη ρώτησε ύστερα από λίγο. «Τι πράγμα; Α, κανέναν». Η Αϊρίν ύψωσε τα φρύδια της. «Είσαι πολύ δραστήρια για να μην ψάχνεις κανέναν». Η Φραντσέσκα το έβρισκε δύσκολο να υποκρίνεται με την Αϊρίν. Η ευθύτητα της Αϊρίν έδειχνε να απαιτεί την ανάλογη συμπεριφορά και από εκείνη. Δίστασε, αλλά στο τέλος παραδέχτηκε. «Ήλπιζα να δω τη λαίδη Αλθία Ρόμπαρτ». «Την Αλθία;» επανέλαβε έκπληκτη η Αϊρίν. «Για ποιο λόγο;» Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Την αντιπαθείς;» Η Αϊρίν ύψωσε τους ώμους της. «Το αντιπαθώ είναι πολύ δυνατή λέξη.

9


Απλά δε θα τη διάλεγα για παρέα. Είναι πολύ ψηλομύτα για τα γούστα μου». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Ναι, η Αλθία έδειχνε λίγο απόμακρη, αλλά δεν ήταν σίγουρη πως η περηφάνια θα ήταν μειονέκτημα για μια μελλοντική δούκισσα. «Δεν την ξέρω καλά». «Ούτε εγώ», παραδέχτηκε η Αϊρίν. «Τι γνώμη έχεις για την Ντάμαρις Μπερκ;» «Την κόρη του λόρδου Μπερκ;» ρώτησε η Αϊρίν. «Του διπλωμάτη;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ακριβώς». Η Αϊρίν το σκέφτηκε για λίγο κι ύστερα ύψωσε τους ώμους της. «Ειλικρινά, δεν μπορώ να σου πω. Δεν έτυχε ποτέ να κινηθώ στους διπλωματικούς κύκλους». «Δείχνει αρκετά ευχάριστη». «Ευγενική», παραδέχτηκε η Αϊρίν. «Υποθέτω, όμως, πως αυτό περιμένει κανείς από μια γυναίκα που έχει μάθει να οργανώνει πάρτι για διπλωμάτες». Κοίταξε τη φίλη της με περιέργεια. «Γιατί ρωτάς; Μη μου πεις πως σου ζήτησαν να τις βοηθήσεις να βρουν σύζυγο». «Όχι», βιάστηκε να της απαντήσει η Φραντσέσκα. «Δε μου ζήτησαν κάτι τέτοιο. Απλώς τις έχω... υπόψη μου». «Α, τότε είναι κάποιος κύριος που ζήτησε τη βοήθειά σου», μάντεψε η Αϊρίν. «Ουσιαστικά όχι. Εγώ το σκέφτηκα. Μόνη μου». «Τώρα μου άναψες πραγματικά την περιέργεια. Θα κάνεις προξενιό σε κάποιον χωρίς να σου το έχει καν ζητήσει; Είναι κι αυτό κάποιο καινούριο στοίχημα που έβαλες με το δούκα;» Η Φραντσέσκα κοκκίνισε. «Α, όχι, δεν έχει καμιά σχέση. Σκέφτηκα... ε, να, υπάρχει κάποιος που αδίκησα κάποτε και ψάχνω να τον αποζημιώσω». «Βρίσκοντάς του σύζυγο;» τη ρώτησε η Αϊρίν. «Υπάρχουν πολλοί άντρες που δε θα σε ευχαριστούσαν γι' αυτή τη χάρη. Ποιος είναι αυτός ο άντρας;» Η Φραντσέσκα κοίταξε τη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της. Απ' όλες τις φίλες της, η Αϊρίν γνώριζε τα περισσότερα για εκείνη. Αν και η

10


Φραντσέσκα δεν της είχε μιλήσει ποτέ για το παρελθόν της, ο πατέρας της Αϊρίν ήταν φίλος με το μακαρίτη τον άντρα της, έτσι ήταν επόμενο να υποπτεύεται η Αϊρίν πόσο λίγη ευτυχία είχε βρει η φίλη της στο γάμο της. Αλλά και η Φραντσέσκα δεν είχε νιώσει ποτέ την ανάγκη να προσποιηθεί μπροστά της ότι της έλειπε ο Άντριου στα πέντε χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από το θάνατό του. Από την άλλη, δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν τι είχε συμβεί ανάμεσα σ' εκείνη και τον Ρόκφορντ χρόνια πριν, αλλά ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να το εξομολογηθεί στην Αϊρίν. «Αυτός ο άντρας είναι η αιτία της μελαγχολίας σου;» επέμεινε η Αϊρίν. «Νομίζω ότι αυτή οφείλεται στα γενέθλιά μου που πλησιάζουν σύντομα», της απάντησε η Φραντσέσκα, στη συνέχεια όμως αναστέναξε και της είπε: «Και λιγάκι επειδή τον πλήγωσα ενώ δεν το άξιζε. Λυπάμαι πολύ γι' αυτό που έκανα». Η Αϊρίν συνοφρυώθηκε. «Δεν μπορώ να σε φανταστώ να κάνεις κάτι τόσο φοβερό». «Νομίζω ότι εκείνος Θα διαφωνούσε μαζί σου», της απάντησε η Φραντσέσκα, και είδε τα μάτια της φίλης της να την κοιτάζουν με κατανόηση. «Κανείς δεν πρέπει να το μάθει αυτό -ούτε καν ο λόρδος Γκίντεον, γιατί τον γνωρίζει αυτό τον άντρα». Η Αϊρίν ύψωσε τα φρύδια της και η Φραντσέσκα διάβασε στα χρυσαφένια μάτια της ότι είχε μαντέψει την αλήθεια. «Ο δούκας; Μιλάς για τον Ρόκφορντ;» Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Έπρεπε να το φανταστώ ότι θα το μάντευες. Ναι, είναι ο Ρόκφορντ, αλλά θα πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δε θα το πεις σε κανέναν». «Ασφαλώς. Σου το υπόσχομαι. Ούτε καν στον Γκίντεον. Αλλά, Φραντσέσκα, δεν καταλαβαίνω. Ο Ρόκφορντ είναι φίλος σου. Τι στην ευχή μπορεί να του έχεις κάνει;» Η Φραντσέσκα δίστασε. Ένιωθε την καρδιά σαν μολύβι στο στήθος της, ο ξεχασμένος πόνος τη βάραινε πάντα. «Διέλυσα τον αρραβώνα μας».

11


Η Αϊρίν έμεινε και την κοιτούσε. «Το ήξερα ότι υπήρχε κάτι ανάμεσά σας!» αναφώνησε σιγανά. «Απλώς δεν ήμουν σίγουρη τι ήταν. Αλλά δεν έτυχε να ακούσω ποτέ κάτι σχετικά μ' αυτό. Δεν καταλαβαίνω. Θα έπρεπε να είχε δημιουργηθεί μεγάλο σκάνδαλο». «Όχι» . Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν υπήρξε σκάνδαλο. Ο αρραβώνας μας ήταν μυστικός». «Μυστικός; Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου στο δούκα». «Ω, δεν υπάρχει τίποτε ύποπτο στην υπόθεση», τη διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα. «Ο Ρόκφορντ ήταν πάντα πολύ καθώς πρέπει. Μου... μου είπε ότι δεν ήθελε να βρεθώ δεσμευμένη από έναν αρραβώνα στην πρώτη μου σεζόν. Βλέπεις, ήταν το καλοκαίρι που θα έκανα το ντεμπούτο μου. Ισχυρίστηκε πως μπορεί να άλλαζα γνώμη μετά την πρώτη μου σεζόν. Εγώ το ήξερα ότι δε θα άλλαζα, αλλά... ε, ξέρεις τώρα το δούκα. Αφήνει πάντα περιθώρια για κάθε ενδεχόμενο. Και σίγουρα με θεωρούσε επιπόλαια». «Ήσουν νέα», της είπε η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα ύψωσε τους ώμους της. «Ναι. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ήμουν ποτέ, δε θα γίνω ποτέ, σοβαρή αριστοκράτισσα». Χάρισε ένα χαμόγελο στη φίλη της. «Μια "πεταλούδα'', έτσι με έλεγε». «Δηλαδή δεν ταιριάζατε;» «Όχι, δεν ήταν αυτό. Ο Ρόκφορντ έδειχνε αρκετά ευχαριστημένος. Δεν εξέφρασε ποτέ την παραμικρή δυσαρέσκεια. Και εγώ...» Σταμάτησε και μεταφέρθηκε σε μια άλλη εποχή, με ένα αχνό χαμόγελο να τρεμοπαίζει στα χείλη της. «'Ήμουν απελπιστικά ερωτευμένη μαζί του -όπως μόνο μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα μπορεί να ερωτευτεί». Η Αϊρίν συνοφρυώθηκε. «Τότε τι συνέβη;» «Η Δάφνη συνέβη», της απάντησε βλοσυρά η Φραντσέσκα. «Η Δάφνη! Η λαίδη Σουίδινγκτον;» Η Αϊρίν την κοίταξε. «Η αδερφή του λόρδου Μπρόμγουελ;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Εκείνη ήταν η αιτία και της διαμάχης ανάμεσα στον Ρόκφορντ και τον Μπρομ, ο λόγος που ο δούκας δεν ήθελε να παντρευτεί ο κόμης την Κάλι. Δεν ήμουν η μόνη που ξεγελάστηκε από τα ψέματα της Δάφνης.

12


Πίστεψε και ο αδερφός της πως ο Ρόκφορντ είχε σχέση με τη Δάφνη». «Αχ, όχι! Φραντσέσκα...» Η Αϊρίν ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της φίλης της και την κοίταξε με συμπόνια. «Νόμιζες ότι ήταν ερωμένη του;» «Στην αρχή, όχι. Εκείνη μου το είπε στα ίσια ότι ήταν ερωμένη του, αλλά εγώ αρνήθηκα να την πιστέψω. Ήξερα τον Ρόκφορντ. Ή, μάλλον, νόμιζα ότι τον ήξερα. Μπορεί να μη με αγαπούσε όσο τον αγαπούσα εγώ, αλλά ήταν πολύ έντιμος για να παντρευτεί μια γυναίκα και να έχει μια άλλη για ερωμένη. Αλλά ένα βράδυ -σε τούτο εδώ το σπίτι-, ανακάλυψα ότι έκανα λάθος. Ένας υπηρέτης μού έφερε ένα σημείωμα τη στιγμή που τελείωνα ένα χορό. Έγραφε πως, αν πήγαινα στη σέρα, θα ανακάλυπτα κάτι ενδιαφέρον». «Ω Θεέ μου». «Ναι. Ω Θεέ μου. Νόμιζα πως μου το είχε στείλει ο δούκας. Φαντάστηκα πως θα μου είχε ετοιμάσει κάποια ρομαντική έκπληξη. Μου είχε χαρίσει ένα ζευγάρι ζαφειρένια σκουλαρίκια την προηγούμενη βδομάδα, λέγοντάς μου πως ήταν ότι πιο τέλειο είχε βρει, αλλά δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τη λάμψη των ματιών μου». Ο ήχος που βγήκε από τα χείλη της ήταν κάτι ανάμεσα σε αναστεναγμό και γέλιο. «Χριστέ μου, δεν ξέρεις πόσο μακρινό μου φαίνεται». «Εξακολουθείς να έχεις τα σκουλαρίκια;» τη ρώτησε η Αϊρίν. «Ασφαλώς. Ήταν πανέμορφα. Δεν τα φοράω, αλλά μου ήταν αδύνατο να τα αποχωριστώ. Βέβαια, του τα έδωσα πίσω στη συνέχεια, αλλά αρνήθηκε να τα πάρει, ρίχνοντάς μου ένα σκοτεινό βλέμμα». «Υποθέτω ότι τον έπιασες να ερωτοτροπεί με τη λαίδη Δάφνη;» συνέχισε η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, γυρίζοντας πίσω στο παρελθόν. Η καρδιά της ξεχείλιζε από αγάπη και ενθουσιασμό καθώς διέσχιζε βιαστικά τους διαδρόμους για τη σέρα. Ήλπιζε πως ο Ρόκφορντ είχε βρει κάποιο τρόπο να ξεκλέψουν μερικές στιγμές μόνοι οι δυο τους. Εδώ στην πόλη τούς ήταν ακόμα πιο δύσκολο απ' ότι όταν ήταν στα κτήματά τους, καθώς βρίσκονταν διαρκώς περιτριγυρισμένοι από συνοδούς και όλα τα μέλη της αριστοκρατίας.

13


Βέβαια, δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα του να της δώσει ραντεβού σ' ένα τόσο απομονωμένο σημείο. Ο δούκας πρόσεχε πάντα να μην την εκθέσει, να μην κάνει κάτι που θα μπορούσε να στιγματίσει την υπόληψή της. Μπορεί όμως εκείνο το βράδυ να τον είχε παρασύρει το πάθος. Η ιδέα αυτή είχε προκαλέσει ηδονικά ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα ήταν ο Σινκλέρ έτσι και τον πυρπολούσε το πάθος. Ο δούκας ήταν πολύ κομψός και συγκρατημένος, ανεπηρέαστος μπροστά και στην πιο μεγάλη κρίση, και πάντα άψογος στους τρόπους του. Είχαν υπάρξει όμως μια δυο περιπτώσεις που την είχε φιλήσει, που τα χείλια του είχαν αιχμαλωτίσει πιο απαιτητικά τα δικά της και η σάρκα του είχε φουντώσει, διεγείροντας και τη δική της, κι αυτό την είχε κάνει να αναρωτηθεί μήπως τελικά ο Σινκλέρ έκρυβε πιο άγρια και φλογερά ένστικτα μέσα του. Την επόμενη στιγμή αποτραβιόταν, βέβαια, αλλά η Φραντσέσκα είχε διακρίνει κάτι να αστράφτει στα μάτια του -κάτι που την είχε τρομάξει, αλλά με έναν σαγηνευτικό τρόπο. «Μπήκα στη σέρα», θυμήθηκε. «Είπα το όνομά του. Ο Σινκλέρ βρισκόταν στην άλλη άκρη και υπήρχαν κάτι πορτοκαλιές ανάμεσά μας. Προχώρησε προς το μέρος μου και είδα ότι η γραβάτα του ήταν λυμένη, τα μαλλιά του μπερδεμένα. Στην αρχή δεν κατάλαβα, αλλά ύστερα άκουσα ένα θόρυβο και κοίταξα πίσω του. Η Δάφνη είχε εμφανιστεί ανάμεσα στα δέντρα και το φόρεμά της ήταν ξεκούμπωτο μέχρι τη μέση». Ασυνείδητα, το πρόσωπο της Φραντσέσκας σκλήρυνε καθώς θυμόταν εκείνη τη στιγμή. Τα μαλλιά της Δάφνης πλαισίωναν ξεχτένιστα το πρόσωπό της. Τα κορδόνια του αραχνοΰφαντου κομπινεζόν της ήταν λυμένα και τα μεστά, λευκά στήθη της πρόβαλλαν σχεδόν γυμνά. Και είχε χαμογελάσει στη Φραντσέσκα όπως η γάτα που μόλις είχε καταπιεί το καναρίνι. Και η Φραντσέσκα είχε γίνει ερείπιο μέσα της. «Όταν τους είδα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν εντελώς ηλίθια. Δεν έτρεφα ψευδαισθήσεις ότι ο Ρόκφορντ ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί μου. Στο κάτω κάτω, μου είχε εκθέσει έναν έναν όλους τους πρακτι-

14


κούς λόγους που εμείς οι δυο θα γινόμασταν ταιριαστό ζευγάρι. Δε μου είχε κάνει καμιά παθιασμένη ερωτική εξομολόγηση, δεν είχε γράψει ωδές για το χαμόγελό μου, καμιά απ' αυτές τις βλακείες. Αλλά πίστευα ότι νοιαζόταν για μένα. Ήμουν σίγουρη ότι δε θα με πλήγωνε ποτέ, ότι θα μου φερόταν πάντα με σεβασμό. Και ήξερα πως θα γινόμουν καλή σύζυγος για εκείνον, πως θα τον έκανα τόσο ευτυχισμένο, ώστε κάποτε θα έφτανε να με αγαπήσει όσο τον αγαπούσα κι εγώ». «Ενώ εκείνος κοιμόταν με τη λαίδη Δάφνη, αν και ήταν αρραβωνιασμένος μαζί σου». «Ναι. Ε, όχι, όχι στην πραγματικότητα. Ήταν ψέμα. Αλλά εγώ δεν το ήξερα τότε, και δεν μπορούσα να αντέξω αυτό που πίστευα ότι ήταν αλήθεια. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως άλλες γυναίκες θα το είχαν αγνοήσει. Πως θα είχαν σκεφτεί με τη λογική ότι τίποτε δεν τις εμπόδιζε να γίνουν δούκισσες, κι ας ανήκε η καρδιά του δούκα σε κάποια άλλη. Εγώ όμως δεν μπορούσα. Έτσι διέλυσα τον αρραβώνα μας». «Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν η Δάφνη αυτή που είχε σκηνοθετήσει όλη τη σκηνή και σου είχε στείλει το σημείωμα;» «Ναι. Στο γάμο της Κάλι μου είπε ότι όλα ήταν ένα ψέμα. Ο δούκας δεν είχε κοιμηθεί μαζί της, πράγμα που εκείνος μου είχε ορκιστεί από τότε. Αλλά εγώ, βέβαια, δεν τον πίστεψα όταν προσπάθησε να με πείσει. Αρνήθηκα να τον ακούσω. Και στη συνέχεια, όταν με επισκέφθηκε, αρνήθηκα να τον δεχτώ». «Και αυτός είναι ο λόγος που παντρεύτηκες το λόρδο Χόξτον;» τη ρώτησε με μεγάλη οξυδέρκεια η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ήταν το άκρο αντίθετο του Ρόκφορντ -όλο τρυφερά λόγια και πληθωρικές χειρονομίες. Ήμουν τα άστρα και το φεγγάρι του, μου έλεγε». Έκανε μια μικρή γκριμάτσα. «Τα λόγια του ήταν βάλσαμο για την πληγωμένη καρδιά μου. Αυτή, είπα στον εαυτό μου, είναι αγάπη. Έτσι τον παντρεύτηκα . Δεν είχε τελειώσει ακόμα ο μήνας του μέλιτος όταν συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο λάθος είχα κάνει».

15


«Δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι». Η Αϊρίν πήρε το χέρι της Φραντσέσκας και το έσφιξε. «Όλα αυτά είναι πια μακρινό παρελθόν», της απάντησε εκείνη και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι η λαίδη Δάφνη παραδέχτηκε ότι είχε πει ψέματα». «Σε διαβεβαιώνω ότι δεν το έκανε καλοπροαίρετα. Νομίζω πως ήθελε να με κάνει να συνειδητοποιήσω πόσο ηλίθια υπήρξα. Είμαι σίγουρη ότι ήλπιζε πως θα μετάνιωνα που πέταξα στα σκουπίδια την ευκαιρία να γίνω δούκισσα». «Ενώ εσύ, αντίθετα, μετάνιωσες που αδίκησες τον Ρόκφορντ. Που τον πλήγωσες». «Θα πρέπει να θίχτηκε φοβερά η περηφάνια του», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Σίγουρα θα θύμωσε που αμφισβητήθηκε η εντιμότητά του, έστω κι αν ήξερε πως δεν έφταιγε σε τίποτα». «Αχ, Φραντσέσκα ... τι φρικτή ιστορία. Σίγουρα δεν πληγώθηκε μόνο εκείνος». «Όχι. Αλλά τουλάχιστον εγώ έφταιγα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι μου άξιζε αυτό που έπαθα. Εγώ ήμουν αυτή που πίστεψε τα ψέματά της. Εγώ ήμουν αυτή που δεν ήθελε να ακούσει την αλήθεια όταν εκείνος την είπε. Ο Σινκλέρ, όμως, δεν έκανε κανένα κακό». «Και νομίζεις ότι θα επανορθώσεις βρίσκοντάς του σύζυγο;» τη ρώτησε η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα διέκρινε το σκεπτικισμό στη φωνή της φίλης της. «Ξέρω πως δεν μπορώ να επανορθώσω αυτό που έκανα. Αλλά φοβάμαι ότι... Κι αν φταίω εγώ που ο Ρόκφορντ δεν παντρεύτηκε ποτέ;» Κοκκίνισε ελαφρά. «Δε λέω ότι πιστεύω πως του ράγισα την καρδιά για πάντα. Δεν έχω τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου ώστε να πιστεύω ότι καμιά άλλη γυναίκα δε θα μπορούσε να πάρει τη θέση μου. Αλλά φοβάμαι πως κλόνισα τόσο πολύ την εμπιστοσύνη του στις γυναίκες, ώστε να μη θέλει να παντρευτεί. Είχε συνηθίσει ήδη να ζει μόνος, και νομίζω πως του ήταν πιο εύκολο να συνεχίσει αυτό τον τρόπο ζωής. Ο Σινκλέρ κληρονόμησε τον τίτλο του πολύ μικρός και είχε ήδη μάθει πως οι άνθρωποι επιδίωκαν την εύνοιά του α-

16


πλώς και μόνο για τον τίτλο και τα λεφτά του. Νομίζω πως αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που τον συνάρπαζε σ' εμένα -γνωριζόμασταν από παιδιά και δεν ένιωθα κα νένα δέος μπροστά του. Τον ήξερα σαν άνθρωπο, δε μ' ένοιαζε ο τίτλος του ή οτιδήποτε άλλο. Στη συνέχεια, όμως, όταν δεν τον πίστεψα, όταν του φέρθηκα με έναν τρόπο που εκείνος θα πρέπει να τον θεώρησε προδοσία, φοβάμαι ότι έγινε ακόμα πιο απόμακρος και δύσπιστος απέναντι στους άλλους». «Μπορεί, αλλά αν δε θέλει να παντρευτεί...» «Μα πρέπει να παντρευτεί. Το ξέρει πολύ καλά, και το ξέρω κι εγώ. Είναι ο δούκας του Ρόκφορντ. Πρέπει να αποκτήσει κληρονόμο, έναν διάδοχο για να κληρονομήσει τον τίτλο και την περιουσία του. Και είναι πολύ υπεύθυνος για να μην το συνειδητοποιεί αυτό. Εγώ θα τον βοηθήσω απλώς να κάνει το χρέος του». Η Φραντσέσκα χάρισε ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στη φίλη της. «Κι εσύ θα πρέπει να ξέρεις καλύτερα από τον καθένα ότι έχω την ικανότητα να οδηγώ στην εκκλησία και τους απρόθυμους να παντρευτούν». Η Αϊρίν της αναγνώρισε ότι είχε δίκιο μ' ένα στυφό χαμόγελο. «Θα παραδεχτώ ότι είσαι ειδική στο να σμίγεις ακόμα και τους πιο επιφυλακτικούς. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι πώς θα αντιμετωπίσει ο δούκας το σχέδιό σου». «Ω, μα δε σκοπεύω να τον ενημερώσω», της απάντησε η Φρατσέσκα ευδιάθετα. «Γι' αυτό δεν πρέπει να πεις λέξη ούτε καν στον Γκίντεον. Είμαι σίγουρη ότι, αν το μάθει ο Ρόκφορντ, θα το θεωρήσει απαράδεκτη παρέμβαση εκ μέρους μου και θα απαιτήσει αμέσως να σταματήσω, έτσι δε σκοπεύω να του δώσω αυτή την ευκαιρία». Η Αϊρίν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Δε θα είναι δύσκολο να βρεις γυναίκες πρόθυμες να παντρευτούν το δούκα. Είναι ο πιο περιζήτητος εργένης στη χώρα». «Αυτό είναι αλήθεια. Είμαι σίγουρη ότι είναι πολλές αυτές που θα θέλουν να τον παντρευτούν, αλλά δεν είναι όλες κατάλληλες. Πρέπει να βρω την κατάλληλη γυναίκα για εκείνον, κι αυτό έχει αποδειχτεί πιο δύσκολο απ' όσο περίμενα. Από την άλλη, ο Ρόκφορντ αξίζει να

17


έχει δίπλα του μια ξεχωριστή γυναίκα, άρα δεν είναι να απορεί κανείς που δεν υπάρχουν πολλές». «Φαντάζομαι πως η Αλθία και η Ντάμαρις είναι δύο από αυτές. Ποια άλλη θα διάλεγες για το δούκα;» «Έχω καταλήξει σε τρεις. Εκτός από την Αλθία και την Ντάμαρις, υπάρχει και η λαίδη Κάρολαϊν Γουάιατ. Πρέπει να μιλήσω και με τις τρεις απόψε και να αποφασίσω πώς θα τις συστήσω στο δούκα». «Και τι θα γίνει αν δεν του αρέσει καμιά από τις τρεις;» τη ρώτησε η Αϊρίν. Η Φραντσέσκα ύψωσε τους ώμους της. «Τότε θα πρέπει να βρω άλλες. Όλο και κάποια θα του ταιριάζει». «Μπορεί να πω χαζομάρα», παρατήρησε η Αϊρίν, «αλλά μου φαίνεται ότι η καλύτερη υποψήφια θα ήσουν εσύ». «Εγώ;» Η Φραντσέσκα την κοίταξε έκπληκτη. «Ναι, εσύ. Εξάλλου, εσύ είσαι η μόνη γυναίκα που είμαστε σίγουρες ότι ο Ρόκφορντ θα ήθελε να παντρευτεί, από τη στιγμή που σου έχει κάνει ήδη μια πρόταση γάμου. Αν του ομολογούσες ότι ανακάλυψες το ψέμα και ότι λυπάσαι που δεν τον πίστεψες...» «Όχι, όχι», είπε ταραγμένη η Φραντσέσκα. «Αυτό αποκλείεται. Εγώ κοντεύω τα τριάντα τέσσερα, πολύ μεγάλη για να είμαι κατάλληλη σύζυγος για το δούκα. Φυσικά, θα παραδεχτώ το λάθος μου και θα του ζητήσω συγνώμη που φέρθηκα ηλίθια. Πρέπει να το κάνω. Αλλά εμείς οι δυο... όχι, αυτή η υπόθεση ανήκει στο παρελθόν». «Αλήθεια;» «Ναι, αλήθεια. Σε παρακαλώ, μη με κοιτάς μ' αυτό το δύσπιστο ύφος. Είμαι σίγουρη γι' αυτό. Το ξέρεις ότι έχω τελειώσει με το θέμα γάμος. Αλλά και να μην ήταν έτσι, έχει περάσει πολύς καιρός και έχουν μεσολαβήσει πάρα πολλά ανάμεσά μας. Ο δούκας δε θα με συγχωρήσει ποτέ που τον χώρισα -δε θα φτάσει ποτέ ως εκεί. Ο Ρόκφορντ είναι πολύ περήφανος άνθρωπος. Εξάλλου, όποια συναισθήματα κι αν έτρεφε κάποτε για μένα, έχουν πεθάνει προ πολλού. Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια. Ούτε εγώ τον αγαπώ πια. Πόσο μάλλον εκείνος. Δεν μπορεί να συνεχίζει να αγαπά μια γυναίκα που

18


τον απέρριψε. Επί χρόνια μόλις και μετά βίας μου μιλούσε. Μόλις τα τελευταία χρόνια καταφέραμε να ξαναγίνουμε φίλοι». «Ε, αν είσαι σίγουρη...» «Είμαι». Η Αϊρίν ύψωσε τους ώμους της. «Τότε τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Ε... Α! Να η λαίδη Αλθία». Η Φραντσέσκα είχε εντοπίσει τη λεία της να στέκεται πίσω από τα ζευγάρια που χόρευαν στην πίστα και να κουβεντιάζει με μια άλλη γυναίκα. «Θα ξεκινήσω από αυτή. Λέω να κουβεντιάσω λιγάκι μαζί της, μπορεί να κανονίσω και καμιά κοινή έξοδο. Στη συνέχεια θα φροντίσω να προστεθεί και ο Ρόκφορντ στην παρέα». «Αν αυτό είναι το σχέδιό σου, η τύχη φαίνεται να σου χαμογελάει», είπε η Αϊρίν γέρνοντας το κεφάλι της προς την αντίθετη μεριά της αίθουσας. «Μόλις έκανε την εμφάνισή του ο Ρόκφορντ». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει κάπως πιο γρήγορα και γύρισε προς το μέρος που της έδειχνε η φίλη της. Πράγματι, ήταν ο Ρόκφορντ, κομψός όπως πάντα, με μαύρο κοστούμι και λευκό πουκάμισο , και αναμφισβήτητα ο πιο γοητευτικός άντρας στην αίθουσα. Τα πυκνά μαύρα μαλλιά του έπεφταν επιμελώς ατημέλητα, ένα κούρεμα που πολλοί προσπαθούσαν να μιμηθούν αλλά λίγοι μπορούσαν να πετύχουν, και το ψηλόλιγνο κορμί του προσφερόταν για τα στενά παντελόνια και τα σακάκια που ήταν πλέον της μόδας. Δεν υπήρχε τίποτε επιδεικτικό πάνω του -το μόνο κόσμημα που φορούσε ήταν η καρφίτσα στη γραβάτα του από μαύρο όνυχα σαν τα μαλλιά του-, κι όμως, όταν τον έβλεπες, ήταν αδύνατο να μην καταλάβεις με την πρώτη ματιά ότι ήταν αριστοκράτης. Η Φραντσέσκα έσφιξε περισσότερο τη βεντάλια της όταν τον είδε να ρίχνει μια ματιά στην αίθουσα γύρω του. Κάθε φορά που τον έβλεπε τελευταία, ένιωθε μέσα της εκείνο το περίεργο μείγμα συναισθημάτων. Πήγαιναν χρόνια που είχε να νιώσει έτσι, νευρική και γεμάτη δέος, αλλά και αλλόκοτα συγκινημένη ταυτόχρονα. Τα λόγια της Δάφνης θα πρέπει να είχαν ανοίξει κάποια πόρτα, αφήνοντας τα

19


συναισθήματα του παρελθόντος να βγουν στην επιφάνεια, κι ας πίστευε πως ο χρόνος και η ωριμότητα τα είχαν σβήσει. Ήταν εντελώς χαζό, το ήξερε. Το γεγονός ότι γνώριζε τώρα ότι ο Ρόκφορντ δεν την είχε απατήσει στο παρελθόν δεν έκανε καμιά πραγματική διαφορά στη ζωή της. Τίποτε δεν είχε αλλάξει και τίποτε δε θα άλλαζε. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να αρνηθεί το σκίρτημα χαράς που ένιωθε κάθε φορά που τον έβλεπε. Ο Ρόκφορντ δεν ανήκε ποτέ στη Δάφνη, το όμορφο, καλοσχηματισμένο στόμα του δεν την είχε φιλήσει ποτέ, δεν είχε ψιθυρίσει ποτέ γλυκόλογα στ' αυτιά της. Τα χέρια του δεν την είχαν χαϊδέψει ποτέ, δεν της είχαν προσφέρει ποτέ κοσμήματα. Οι νοερές εικόνες που τη βασάνιζαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια δεν είχαν καμιά βάση, και δεν μπορούσε παρά να χαίρεται γι' αυτό. Η Φραντσέσκα τράβηξε το βλέμμα της και ξαφνικά άρχισε να ασχολείται με τα γάντια και τη βεντάλια της, να στρώνει τη φούστα της. «Πρέπει να του το πω», είπε μαλακά. Ήξερε πως δε θα μπορούσε να ξανανιώσει άνετα μαζί του αν δεν του αποκάλυπτε όσα είχε μάθει και αν δεν του ζητούσε συ γνώμη που δεν του είχε δείξει εμπιστοσύνη, που δεν τον είχε πι στέψει. Και, σίγουρα, δε θα μπορούσε να του βρει ταίρι αν κάθε φορά που τον έβλεπε τα νεύρα της τεντώνονταν σαν χορδές. Έπρεπε να του το πει... αλλά πώς; «Νομίζω πως θα έχεις τώρα την ευκαιρία», της είπε ξερά η Αϊρίν. «Τι πράγμα;» Η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της. Και είδε το δούκα του Ρόκφορντ να ανεβαίνει τη σκάλα προς το μέρος τους.

20


Κεφάλαιο 2 Η Φραντσέσκα κοκάλωσε, αν και ένιωθε την ακατανίκητη επιθυμία να το βάλει στα πόδια. Αλλά, βέβαια, δεν μπορούσε να το κάνει. Ο Ρόκφορντ είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω της. Θα ήταν αγένεια να του γυρίσει την πλάτη. Εξάλλου, η Αϊρίν είχε δίκιο, αυτή ήταν η ευκαιρία της να του εξηγήσει τα πάντα. Έτσι έμεινε στη θέση της και χαμογέλασε όταν τον είδε να τις πλησιάζει. «Λαίδη Χόξτον. Λαίδη Ράντμπορν», τις χαιρέτησε εκείνος με μια υπόκλιση. «Ρόκφορντ. Χαίρομαι που σε βλέπω», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Έχω καιρό να σε δω. Απουσίασες από αρκετά πάρτι». Θα έπρεπε να το ξέρει ότι εκείνος θα το είχε προσέξει. Σπάνια του ξέφευγε κάτι. «Είπα να... ξεκουραστώ λίγο μετά το γάμο της Κάλι». «Ήσουν άρρωστη;» Ο δούκας συνοφρυώθηκε. «Α, όχι. Όχι, καθόλου. Ε...» Η Φραντσέσκα έπνιξε έναν αναστεναγμό. Δεν είχε αρθρώσει ούτε δυο προτάσεις και είχε αρχίσει να χάνει τα λόγια της. Της ήταν πολύ δύσκολο να πει ψέματα στον Ρόκφορντ. Ακόμα και το πιο αθώο κοινωνικό ψεματάκι, που δε θα είχε αντίκτυπο σε κανέναν, πάγωνε στα χείλη της κάτω από τη σκοτεινή ματιά του. Ήταν φορές που ένιωθε ότι το βλέμμα του μπορούσε να εισχωρήσει βαθιά μέσα της, να διαβάσει την ψυχή της. Απέφυγε λοιπόν το βλέμμα του καθώς συνέχιζε. «Δεν ήμουν άρρωστη, απλά... κουρασμένη. Είναι φορές που η σεζόν μπορεί να κουράσει ακόμα κι εμένα». Κάτι της έλεγε ότι δεν την είχε πιστέψει. Την περιεργάστηκε λίγο ακόμα και παρατήρησε ευγενικά: «Σε διαβεβαιώνω ότι δε θα το μάντευε κανείς. Είσαι εκθαμβωτική όπως πάντα». Η Φραντσέσκα δέχτηκε το κομπλιμέντο με ένα χαριτωμένο νεύμα και εκείνος στράφηκε στην Αϊρίν. «Το ίδιο ισχύει και για εσάς, λαίδη μου. Ο γάμος φαίνεται να σας ταιριάζει».

21


«Πράγματι», παραδέχτηκε εκείνη κάπως ξαφνιασμένη. «Ο Ράντμπορν είναι εδώ απόψε;» τη ρώτησε. «Με ξαφνιάζει που δεν τον βλέπω στο πλευρό σας». «Δεν τον βλέπεις στο πλευρό της γιατί η Αϊρίν τον εγκατέλειψε», είπε η Φραντσέσκα χαμογελώντας. «Είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Αϊρίν. «Τον εγκατέλειψα στα νύχια της λαίδης Πενκάλι και ανέβηκα τις σκάλες σαν δειλή». «Θεέ και Κύριε, είναι εδώ η θεία Οντίλια;» ρώτησε εκείνος ρίχνοντας ένα θορυβημένο βλέμμα στην αίθουσα από κάτω. «Ναι, αλλά δεν πρόκειται να ανέβει τις σκάλες», του απάντησε η Φραντσέσκα. «Όσο παραμένουμε εδώ, είμαστε ασφαλείς». «Δε θα ήμουν και τόσο σίγουρος. Αυτή η γυναίκα δείχνει να αναγεννήθηκε μετά το πάρτι για τα ογδοηκοστά της γενέθλια», παρατήρησε ο Ρόκφορντ. Η Αϊρίν κοίταξε τη Φραντσέσκα και είπε ανάλαφρα: «Υποθέτω πως πρέπει να το παίξω καλή σύζυγος και να πάω να σώσω τον Γκίντεον, προτού χάσει την υπομονή του και της πει κάτι που αργότερα θα το μετανιώσει». Η Φραντσέσκα έπνιξε τον πανικό που ένιωσε όταν είδε τη φίλη της να φεύγει. Είχε κουβεντιάσει εκατοντάδες φορές με το δούκα, ήταν παράλογο να αισθάνεται ξαφνικά αμήχανη. «Τι κάνει η δούκισσα;» ρώτησε όταν έφυγε η Αϊρίν, μια και δε βρήκε κάτι καλύτερο να πει. «Η γιαγιά είναι μια χαρά και απολαμβάνει την παραμονή της στο Μπαθ. Εξακολουθεί να με απειλεί ότι θα έρθει για λίγες βδομάδες μέσα στη σεζόν, αλλά δε νομίζω να το κάνει. Νιώθει πολύ ανακουφισμένη που δε χρειάζεται πια να συνοδεύει την Κάλι». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Το θέμα αυτό είχε εξαντληθεί. Μετακινήθηκε νευρικά και κοίταξε πάλι την αίθουσα κάτω. Έπρεπε να του το πει, το ήξερε, δεν μπορούσε να συνεχίσει να συμπεριφέρεται έτσι νευρικά και αμήχανα κάθε φορά που τον συναντούσε. Τα τελευταία χρόνια είχε συνηθίσει να τον έχει πάλι φίλο της. Της άρεσε να κουβεντιάζει μαζί του στα πάρτι, οι συζητήσεις τους αυτές είχαν πάντα ενδιαφέρον και η ευστροφία του έκανε υπο-

22


φερτές και τις πιο βαρετές συγκεντρώσεις . Και μπορούσε να υπολογίζει ότι θα χόρευε ένα βαλς μαζί του, πράγμα που σήμαινε ότι τουλάχιστον ένας χορός της θα ήταν αβίαστος, θα έρεε πάνω στην πίστα. Έπρεπε να του ζητήσει συγνώμη. Έπρεπε να του ομολογήσει την αλήθεια και να του ζητήσει να τη συγχωρήσει, όσο κι αν την τρόμαζε αυτή η σκέψη. Σήκωσε το κεφάλι της και τον έπιασε να την περιεργάζεται σκεφτικός με τα μαύρα μάτια του. Ήξερε, σκέφτηκε η Φραντσέσκα. Ήταν πολύ διορατικός. Ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Μαζί τους. «Τι θα έλεγες για έναν περίπατο;» της πρότεινε προσφέροντάς της το μπράτσο του. «Έχω ακούσει ότι η πινακοθήκη των Γουίτινγκτον είναι πολύ όμορφη». «Ναι, ασφαλώς. Ευχάριστη πρόταση». Η Φραντσέσκα ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και πέρασε μαζί του τη δίφυλλη πόρτα που οδηγούσε σ' έναν μακρύ διάδρομο που διέτρεχε όλη τη μια πλευρά του αρχοντικού των Γουίτιγκτον. Η πινακοθήκη ήταν γεμάτη με πορτραίτα των προγόνων της οικογένειας, που πόζαραν μαζί με τα αγαπημένα άλογα ή τα σκυλιά τους, και άλλα αντικείμενα αξίας. Τη διέσχισαν κοιτάζοντας πότε πότε κάποιο πορτραίτο, αλλά χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν υπήρχε άλλος εκεί και τα βήματά τους αντηχούσαν κούφια στο καλογυαλισμένο παρκέ. Η σιωπή βάραινε ανάμεσά τους όλο και πιο αμήχανη με κάθε λεπτό που περνούσε. Την έσπασε πρώτος ο Ρόκφορντ: «Τελικά σε έχω προσβάλει ανεπανόρθωτα;» «Τι πράγμα;» Η Φραντσέσκα έστρεψε σαστισμένη τα μάτια της στο πρόσωπό του. «Τι εννοείς;» Εκείνος σταμάτησε και γύρισε να την κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, τα μαύρα φρύδια του σμιγμένα σε μια γραμμή. «Εννοώ ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι σε είδα σε λίγα πάρτι τις τελευταίες εβδομάδες, σε κάποια ήσουν, αλλά μόλις με έβλεπες έκανες μεταβολή και χανόσουν μέσα στον κόσμο. Κι αν, κατά τύχη, έπεφτες

23


πάνω μου και δεν μπορούσες να με αποφύγεις, άρπαζες την πρώτη ευκαιρία για να ζητήσεις συγνώμη και να φύγεις. Δεν μπορώ, λοιπόν, παρά να συμπεράνω ότι δε με έχεις συγχωρήσει για ό σα σου είπα εκείνη τη μέρα, όταν ανακάλυψα ότι ο Μπρόμγουελ συνέχιζε να φλερτάρει την Κάλι. «Όχι!» διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα ακουμπώντας αυθόρμητα το χέρι της στο μπράτσο του. «Αυτό δεν είναι αλήθεια. Δε σε κατηγόρησα ποτέ. Αλήθεια. Μπορεί να ήσουν λίγο απότομος, αλλά μου ζήτησες συγνώμη. Και ολοφάνερα είχες τους λόγους σου να ανησυχείς. Αλλά δεν μπορούσα να προδώσω την εμπιστοσύνη της Κάλι, που είχε κάθε δικαίωμα να αποφασίσει για το μέλλον της μόνη της». «Ναι, το ξέρω. Είναι πολύ ανεξάρτητη», είπε εκείνος με έναν αναστεναγμό. «Το ξέρω ότι δεν είχες πολλές επιλογές, και δεν είχα κανένα λόγο να περιμένω ότι θα έλεγχες την αδερφή μου. Άλλωστε, ούτε εγώ είχα καλύτερη τύχη στην περίπτωση. Και μόλις ξεπέρασα το θυμό μου, κατάλαβα ότι είχα άδικο. Σου ζήτησα συγνώμη και νόμιζα ότι την είχες δεχτεί. Ύστερα όμως άρχισες να μου κρύβεσαι». «Όχι, ειλικρινά... Δέχτηκα τη συγνώμη σου και δε σου κρατώ κακία γι' αυτά που είπες. Είχα βρεθεί και άλλες φορές αντιμέτωπη με τα νεύρα σου, ξέρεις». «Τότε γιατί είσαι θυμωμένη μαζί μου;» τη ρώτησε. «Ακόμα και στο γάμο της Κάλι, σε είδα ελάχιστα». Σταμάτησε απότομα και μετά πρόσθεσε: «Φταίει εκείνη η σκηνή στο κυνηγετικό περίπτερο; Το ότι...» Δίστασε. «Το ότι ξάπλωσες το μέλλοντα σύζυγο της αδερφής σου στο πάτωμα;» ρώτησε η Φραντσέσκα με ένα χαμόγελο να τρεμοπαίζει στα χείλη της. «Το ότι και οι δυο συμπεριφερθήκατε σαν ταύροι σε υαλοπωλείο, αναποδογυρίζοντας καρέκλες στο σαλόνι και ρίχνοντας κάτω τραπέζια και βάζα;» Ο Ρόκφορντ έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά σταμάτησε. Χαμογέλασε κι εκείνος. «Ε... ναι. Γιατί φέρθηκα σαν αλήτης και γελοιοποιήθηκα εντελώς». «Αγαπητέ μου δούκα», είπε μακρόσυρτα η Φραντσέσκα, με το γέλιο να αστράφτει στα μάτια της, «γιατί θα μου κακοφαινόταν αυτό;»

24


Εκείνος γέλασε κοφτά. «Έ, τουλάχιστον έχεις την ευγένεια να μην πεις ότι δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Αν και Θα πρέπει να σου θυμίσω ότι μπορεί εγώ να φέρθηκα σαν αλήτης, αλλά τουλάχιστον δεν αράδιασα τα ψέματα με το τσουβάλι όπως κάποιοι άλλοι». Της έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα. «Ψέματα!» Η Φραντσέσκα χτύπησε μαλακά το μπράτσο του με τη βεντάλια της, χωρίς να συνειδητοποιεί απόλυτα ότι η αμηχανία ανάμεσά τους είχε εξαφανιστεί και κουβέντιαζαν πάλι ξένοιαστα οι δυο τους. «Είστε πολύ άδικος, κύριε». «Έλα τώρα, δεν μπορείς να αρνηθείς ότι ήσουν πολύ... επινοητική, ας πούμε, εκείνο το πρωί». «Κάποιος έπρεπε να βάλει λίγη τάξη σ' εκείνο το χάος», τον αντέκρουσε. «Διαφορετικά θα βρισκόμασταν όλοι σε πολύ δύσκολη θέση». «Το ξέρω». Το πρόσωπό του σοβάρεψε και την ξάφνιασε όταν άπλωσε το χέρι του και πήρε το δικό της. «Ξέρω ότι έκανες πάρα πολλά για την Κάλι εκείνη τη μέρα. Και κέρδισες την αιώνια ευγνωμοσύνη μου για την "επινοητικότητά" σου. Και την καλή καρδιά σου. Η Κάλι θα είχε βρεθεί μπλεγμένη σε ένα φρικτό σκάνδαλο αν δεν ήσουν εσύ». Η Φραντσέσκα ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν κάτω από το επίμονο βλέμμα του και έστρεψε αλλού το πρόσωπό της. «Δεν υπάρχει λόγος να μ' ευχαριστείς. Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ την Κάλι. Τη νιώθω σχεδόν σαν αδερφή μου». Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι οι λέξεις που είχε διαλέξει ήταν ατυχείς και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Μήπως ο Ρόκφορντ θα τη θεωρούσε ξιπασμένη; Μήπως σκεφτόταν ότι ήθελε να του θυμίσει πως κάποτε λίγο είχε λείψει να παντρευτούν οι δυο τους; Γύρισε και άρχισε να προχωράει πάλι. Έσφιγγε τόσο δυνατά τη βεντάλια της, που ένιωθε τα ξυλαράκια να μπαίνουν στη σάρκα της. Εκείνος την ακολούθησε και προχώρησαν για λίγο αμίλητοι. Τον ένιωθε να την παρακολουθεί. Ο Ρόκφορντ ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και εκείνη το μόνο που έκανε ήταν να χειροτερεύει τα πράγματα παρατείνοντας την αγωνία της.

25


«Σου χρωστάω μια συγνώμη», του ξεφούρνισε ξαφνικά. «Ορίστε;» Η έκπληξη ήταν ολοφάνερη στη φωνή του. Η Φραντσέσκα σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος του και πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει. «Σε αδίκησα. Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν...» Σταμάτησε, νιώθοντας το λαιμό της να κλείνει. Εκείνος σφίχτηκε ανεπαίσθητα και η έκπληξη στο πρόσωπό του μετατράπηκε σε επιφυλακτικότητα. «Όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι;» ολοκλήρωσε τη φράση για λογαριασμό της. Η Φραντσέσκα έγνεψε καταφατικά και, διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το βλέμμα του, το απέφυγε. «Εγώ... Στο γάμο της Κάλι. Η λαίδη Σουίδινγκτον μου είπε... μου ομολόγησε ότι είπε ψέματα για σας τους δυο. Μου είπε ότι δεν υπήρχε ποτέ τίποτα ανάμεσά σας». Όταν εκείνος παρέμεινε σιωπηλός, η Φραντσέσκα ίσιωσε τους ώμους της και πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει πάλι. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, το βλέμμα του σκοτεινό, έτσι ούτε τώρα κατάφερε να μαντέψει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του. Ξεροκατάπιε και συνέχισε: «Ήταν λάθος μου. Σε κατηγόρησα άδικα. Θα έπρεπε να σε είχα ακούσει. Και ... και θέλω να ξέρεις ότι λυπάμαι για όσα σου είπα, για όσα έκανα». «Μάλιστα...» Ο Ρόκφορντ είχε μισογυρίσει το πρόσωπό του, αλλά στράφηκε πάλι προς το μέρος της. «Κατάλαβα». Έμεινε για λίγο ακόμα σιωπηλός και ύστερα είπε: «Δεν ξέρω τι να πω». «Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι να πούμε», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα καθώς γύριζαν και άρχιζαν να επιστρέφουν προς την αίθουσα χορού. «Η να κάνουμε. Έχουν τελειώσει όλα εδώ και χρόνια. Αλλά δε θα ένιωθα άνετα αν δε σου ομολογούσα το λάθος μου. Δεν περιμένω να με συγχωρήσεις. Ήθελα όμως να ξέρεις ότι έμαθα την αλήθεια και ότι λυπάμαι που σε έκρινα λάθος. Θα έπρεπε να γνώριζα καλύτερα το χαρακτήρα σου». «Ήσουν πολύ νέα», της απάντησε μαλακά. «Ναι, αλλά αυτό δεν είναι αρκετή δικαιολογία». «Ίσως».

26


Η Φραντσέσκα του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. Ανησυχούσε πως, όταν του το έλεγε, εκείνος θα την κατακεραύνωνε με κάποιο ψυχρό, καυστικό σχόλιο. Ή ότι θα της τα έψελνε με τα μάτια του να αστράφτουν οργισμένα ή ότι θα την παρατούσε και θα έφευγε. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι η εξομολόγησή της θα τον άφηνε άφωνο. Διάβηκαν τη δίφυλλη πόρτα που οδηγούσε στον εξώστη της αίθουσας χορού και σταμάτησαν, γυρίζοντας αμήχανα ο ένας στον άλλον. Η καρδιά της Φραντσέσκας βροντοχτυπούσε στο στήθος της. Δεν ήθελε να χωρίσουν έτσι απλά, χωρίς να ξέρει τι ένιωθε, τι σκεφτόταν εκείνος, χωρίς να ξέρει αν έβραζε από μέσα του ή αν αισθανόταν απλά ανακουφισμένος που εκείνη δεν τον θεωρούσε πλέον παλιάνθρωπο. Δε θα το άντεχε αν η ομολογία της είχε καταστρέψει την εύθραυστη φιλία που είχαν χτίσει με τα χρόνια. «Χορεύουμε;» τον ρώτησε σε μια παρόρμηση της στιγμής. Εκείνος της χαμογέλασε αχνά. «Ναι, γιατί όχι;» Της πρόσφερε το μπράτσο του και άρχισαν να κατεβαίνουν την καμπυλωτή σκάλα. Όταν έφτασαν στη βάση της, η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα βαλς. Ο Ρόκφορντ την τράβηξε στην αγκαλιά του και την παρέσυρε στην πίστα. Κάτι φτερούγισε μέσα της, ανεπαίσθητα αλλά επίμονα, και ένιωσε ξαφνικά νευρική και αβέβαιη, αλλά και τρελή από χαρά. Είχε χορέψει πολλές φορές με το δούκα τα τελευταία χρόνια, αλλά για κάποιο λόγο εκείνη τη στιγμή αισθανόταν κάτι διαφορετικό, κάτι καινούριο. Αισθανόταν ... σχεδόν όπως πριν από τόσα χρόνια. Αισθανόταν με όλο της το είναι τα δυνατά μπράτσα του που την αγκάλιαζαν, τη ζεστασιά του, το άρωμα της κολόνιας του που αναμειγνυόταν με τη μυρωδιά του κορμιού του, αυτή τη μοναδικά δική του μυρωδιά. Θυμήθηκε εκείνη τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων και το χορό που είχε δώσει ο δούκας στο Ντάνσι Παρκ, τότε που ο Ρόκφορντ την είχε πάρει στην αγκαλιά του για να χορέψουν βαλς, κι όταν εκείνη είχε σηκώσει το κεφάλι της να τον κοιτάξει, είχε ανακαλύψει ότι το παιδιάστικο ξεμυάλισμά της μαζί του είχε εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο δυνατό. Κοιτάζοντας στα βάθη των σκούρων ματιών του, είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν απελπιστικά, τρελά ερωτευμένη

27


μ' αυτό τον άντρα. Της είχε έρθει ζάλη από την έξαψη και είχε ριγήσει σύγκορμη νιώθοντάς τον τόσο κοντά της. Εκείνος της είχε ανταποδώσει το βλέμμα με ένα χαμόγελο, και τότε ένιωσε μέσα της μια κάψα όμοια με του καλοκαιρινού ήλιου. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε τώρα και ένιωσε τα μάγουλα της να κοκκινίζουν από αυτή την ανάμνηση. Έδειχνε ίδιος όπως τότε, μόνο που με τα χρόνια είχε γίνει ακόμα πιο γοητευτικός και οι αχνές ρυτίδες στις άκρες των ματιών του μαλάκωναν τις γωνίες που έκαναν το πρόσωπό του να δείχνει ψυχρό. Πάντα της θύμιζε λίγο πειρατή με τα κατάμαυρα μαλλιά, τα κατάμαυρα μάτια και τα ψηλά ζυγωματικά. Ιδίως όταν έσμιγε τα ίσια μαύρα φρύδια του και κάρφωνε κάποιον μ' εκείνο το διαπεραστικό, παγωμένο βλέμμα του. Κάτι τέτοιες στιγμές έμοιαζε επικίνδυνος. Αλλά όταν χαμογελούσε, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Τα πρόσωπό του φωτιζόταν, τα μάτια του έπαιρναν μια ζεστή λάμψη και το χαμόγελό του γινόταν προκλητικό. Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν δύσκολο να μην του ανταποδώσεις αυτό το χαμόγελο, να μη θελήσεις να το ξαναβγάλεις με κάποιο τρόπο στην επιφάνεια. Η Φραντσέσκα βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της, ενοχλημένη από το δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις της. Ευχήθηκε να μην είχε αντιληφθεί εκείνος το κοκκίνισμά της ή τι το είχε προκαλέσει. Ήταν παράλογο, βέβαια, να νιώθει τέτοια νευρικότητα και τέτοια λαχτάρα. Και ήταν για γέλια να κάνει όλες αυτές τις παιδιάστικες σκέψεις για την ομορφιά και το γοητευτικό του χαμόγελο. Είχε ξεπεράσει πια αυτά τα συναισθήματα -για τον Ρόκφορντ ή για οποιονδήποτε άλλο. Η κοριτσίστικη αγάπη της γι' αυτό τον άντρα είχε πεθάνει χρόνια πριν, είχε γίνει στάχτη εκείνες τις άυπνες νύχτες, είχε πνιγεί σε μια θάλασσα δακρύων. Πάσχισε να βρει ένα θέμα να σπάσει τη σιωπή. «Είχες νέα από την Κάλι;» «Πήρα ένα γράμμα της. Πολύ σύντομο, πρέπει να προσθέσω. "Το Παρίσι είναι όμορφο . Ο Μπρόμγουελ είναι υπέροχος. Ανυπομονώ να πάμε στην Ιταλία"».

28


Η Φραντσέσκα γέλασε. «Σίγουρα δεν μπορεί να είναι τόσο τηλεγραφικό». «Α, όχι, υπήρχαν μερικές ακόμα περιγραφές του Παρισιού. Αλλά σε γενικές γραμμές ήταν υπόδειγμα λακωνικότητας. Σχεδιάζουν να επιστρέψουν στο Λονδίνο σε μια βδομάδα -αν, βέβαια, δεν αποφασίσουν να παρατείνουν το μήνα του μέλιτος». «Ε, τουλάχιστον ακούγεται ευτυχισμένη». «Ναι. Πιστεύω ότι είναι. Παρά τα όσα πίστευα, ο Μπρόμγουελ φαίνεται να την αγαπάει». «Θα πρέπει να νιώθεις μοναξιά χωρίς εκείνη». «Το σπίτι είναι λιγάκι ήσυχο», παραδέχτηκε ο Ρόκφορντ με έ να αχνό χαμόγελο. «Αλλά ήμουν απασχολημένος». Ύψωσε το φρύδι του. «Κι εσύ;» «Αν ήμουν απασχολημένη; Ή αν ένιωθα μοναξιά χωρίς την Κάλι;» «Και τα δύο. Τους δύο μήνες πριν από το γάμο της ήταν περισσότερο στο σπίτι σου παρά στο δικό μου». «Αυτό είναι αλήθεια. Και μου λείπει», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Η Κάλι είναι... ε, η απουσία της δημιουργεί μεγαλύτερο κενό στη ζωή του άλλου απ' ότι θα μπορούσα να φανταστώ». «Ίσως θα έπρεπε να πάρεις κάποια άλλη δεσποσύνη υπό την προστασία σου», της πρότεινε ο Ρόκφορντ. «Είδα κάμποσες γυναίκες εδώ απόψε που θα χρειάζονταν την έμπειρη συμβουλή σου». «Α, αλλά καμία δεν έχει ζητήσει τη βοήθειά μου. Ξέρεις, είναι λίγο αγενές να προσφέρεις τη γνώμη σου χωρίς να σου τη ζητήσουν, να πεις στον άλλο έτσι αυθαίρετα τι θα μπορούσε να κάνει για να βελτιωθεί». «Μάλλον έχεις δίκιο. Αν και εύχομαι να μπορούσες να έλεγες μερικά λογάκια στη λαίδη Λίβερμορ». Η Φραντσέσκα έπνιξε ένα γελάκι και, ακολουθώντας το βλέμμα του Ρόκφορντ, είδε τη λαίδη Λίβερμορ να χορεύει με τον ξάδερφό της. Φορούσε το αγαπημένο της χρώμα, ένα έντονο εκάιγ που θα κολάκευε ελάχιστες γυναίκες. Η λαίδη Λίβερμορ δεν ήταν μία από αυτές. Και σαν να μην έφτανε το χρώμα, το φόρεμα είχε φραμπαλάδες στο λαιμό και στο στρίφωμα της φούστας. Ακόμα και τα κοντά, φουσκω-

29


τά μανίκια κατέληγαν σε δυο σειρές φραμπαλά. Μεταξωτές ροζέτες με μία πέρλα στο κέντρο στόλιζαν το κυματιστό τελείωμα και ενώνονταν μεταξύ τους με μια σειρά από πέρλες. Ένα καπελάκι στο ίδιο χρώμα, διακοσμημένο και αυτό με πέρλες, στόλιζε το κεφάλι της. «Φοβάμαι πως η λαίδη Λίβερμορ δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει», του είπε η Φραντσέσκα. Έκανε μια παύση και ύστερα τον ρώτησε: «Γνωρίζεις τη λαίδη Αλθία;» Με το που το είπε, ευχήθηκε να είχε δαγκώσει τη γλώσσα της. Τι της ήρθε και το ξεφούρνισε τόσο αδέξια; «Την κόρη του Ρόμπαρτ;» τη ρώτησε έκπληκτος ο δούκας. «Νομίζεις ότι χρειάζεται βοήθεια για να βρει σύζυγο;» «Α, όχι. Προς Θεού!» Η Φραντσέσκα άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι. «Είμαι σίγουρη ότι η λαίδη Αλθία δε χρειάζεται την παραμικρή βοήθεια εκ μέρους μου. Απλώς την πήρε το μάτι μου να χορεύει με τον σερ Κορνίλιους, αυτό είναι όλο». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Είμαι σίγουρη ότι δεν της λείπουν οι μνηστήρες. Είναι αρκετά γοητευτική, δε συμφωνείς;» «Ναι», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Υποθέτω ότι είναι». «Και ταλαντούχα, επίσης. Παίζει πολύ ωραία πιάνο». «Ναι, πράγματι. Την έχω ακούσει να παίζει». «Αλήθεια; Απ' ότι ξέρω, τη θαυμάζουν πολλοί». «Χωρίς αμφιβολία». Η απάντησή του την ενόχλησε κάπως. Δεν ήξερε γιατί, αλλά η αναγνώριση του ταλέντου της λαίδης Αλθία από το δούκα της προκάλεσε δυσφορία. Στο κάτω κάτω, η δουλειά της θα ήταν πολύ πιο εύκολη αν ο Ρόκφορντ έβρισκε ήδη τη γυναίκα του γούστου του. Και σίγουρα δεν ήταν τόσο ματαιόδοξη ώστε να μην αντέχει να τον ακούει να επαινεί μια άλλη γυναίκα. Παρ' όλα αυτά, ένιωσε μια απρόσμενη σουβλιά δυσαρέσκειας, κι ας είχε θίξει η ίδια το θέμα. Έστρεψε αλλού τη συζήτηση, αλλά αργότερα, όταν τέλειωσε η μουσική, παρέσυρε τον Ρόκφορντ προς την κατεύθυνση που είχαν πάρει η λαίδη Αλθία με το συνοδό της. Και ήταν τυχερή, γιατί ο λόρδος Κορνίλιους την αποχαιρέτησε τη στιγμή ακριβώς που πλησίαζαν εκείνοι.

30


«Λαίδη Αλθία», τη χαιρέτησε εκδηλωτικά η Φραντσέσκα. «Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω. Έχουμε πάρα πολύ καιρό να συναντηθούμε. Γνωρίζετε το δούκα του Ρόκφορντ, έτσι δεν είναι;» Η λαίδη Αλθία τους χάρισε ένα συγκρατημένο χαμόγελο. «Ναι, βέβαια. Χαίρομαι που σας βλέπω, σερ». Ο Ρόκφορντ πήρε το χέρι της και έκανε μια μικρή υπόκλιση, διαβεβαιώνοντάς την ευγενικά πως η χαρά ήταν όλη δική του, ενώ η Φραντσέσκα αξιολογούσε με το μάτι την άλλη γυναίκα. Η λαίδη Αλθία ήταν ψηλή και λεπτή, και η λευκή μεταξωτή τουαλέτα της ήταν καλαίσθητη, αν και κάπως συντηρητική για τα δικά της γούστα. Τα χείλη της ήταν υπερβολικά λεπτά και το πρόσωπό της πολύ μακρύ για να τη χαρακτηρίσει κανείς καλλονή, αλλά διέθετε πλούσια καστανά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια με μακριές, σκούρες βλεφαρίδες. Πολλοί άντρες θα τη χαρακτήριζαν όμορφη, η Φραντσέσκα ήταν σίγουρη γι' αυτό. Έριξε μια πλάγια ματιά στον Ρόκφορντ και αναρωτήθηκε αν ανήκε και αυτός στη συγκεκριμένη κατηγορία. Η λαίδη Αλθία ρώτησε ευγενικά να μάθει για τη γιαγιά του δούκα και τους γονείς της Φραντσέσκας και μετά τον συγχάρηκε για το γάμο της Κάλι. Τόσο η Φραντσέσκα, όσο και η λαίδη Αλθία και ο Ρόκφορντ έκαναν μια ζωή ολόκληρη τέτοιου είδους ευγενικές, ουσιαστικά αδιάφορες συζητήσεις, έτσι κατάφεραν να περάσουν κάμποσα λεπτά κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων. Όταν εξάντλησαν το θέμα του χορού της λαίδης Γουίτινγκτον -ο καλύτερος απ' όσους είχε δώσει ως τώρα, κατά της γνώμη της λαίδης Αλθία- και αφού κουβέντιασαν λίγο για τη μητέρα της λαίδης Αλθία, που είχε αναγκαστεί να μείνει εκείνο το βράδυ σπίτι της εξαιτίας μιας κρίσης νεύρων, πέρασαν στο τελευταίο έργο που είχε ανέβει πρόσφατα στην Ντρούρι Λέιν, το οποίο, όπως διαπίστωσαν, δεν είχε δει ακόμα κανείς από τους τρεις τους. «Μα πρέπει να πάμε!» αναφώνησε η Φραντσέσκα γυρίζοντας στη λαίδη Αλθία. Η Αλθία την κοίταξε ελαφρά ξαφνιασμένη, αλλά απάντησε απλά: «Ναι, φυσικά. Καλό ακούγεται».

31


Το πρόσωπο της Φραντσέσκας φωτίστηκε. «Και θα πείσουμε το δούκα να μας συνοδεύσει», είπε, και κοίταξε γεμάτη προσδοκία τον Ρόκφορντ. Εκείνος την κοίταξε κάπως έκπληκτος, αλλά είπε ατάραχα: «Ασφαλώς. Θα ήταν τιμή μου να συνοδεύσω δύο τόσο όμορφες κυρίες στο θέατρο». «Υπέροχα». Η Φραντσέσκα έστρεψε πάλι το βλέμμα της στην Αλθια, η οποία, όπως πρόσεξε, έδειχνε πολύ πιο πρόθυμη τώρα που θα έπαιρνε και ο δούκας μέρος στην έξοδο. «Ας ορίσουμε τότε μια μέρα. Να πούμε την Τρίτη;» Οι άλλοι δύο συμφώνησαν και η Φραντσέσκα τους χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. Το είχε παίξει άγαρμπα, το ήξερε. Συνήθως ήταν πιο επιδέξια στους χειρισμούς της. Δεν ήταν σίγουρη γιατί είχε φερθεί τόσο αδέξια στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά τουλάχιστον οι άλλοι δεν έδειξαν δυσαρεστημένοι ή καχύποπτοι. Συνέχισε τη συζήτηση μαζί τους για μερικά λεπτά ακόμα, και στη συνέχεια απομακρύνθηκε, αφήνοντας τον Ρόκφορντ και τη λαίδη Αλθία μόνους. Διέσχισε την αίθουσα χαιρετώντας διάφορους γνωστούς της και σταματώντας κάθε τόσο για να ανταλλάξει μερικές κουβέντες με κάποιους. Θα έπρεπε να νιώθει κάτι σαν θρίαμβο που είχε βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό της. Η αλήθεια, όμως, ήταν πως το μόνο που ένιωθε ήταν η αρχή ενός πονοκέφαλου. Σταμάτησε και έριξε μια ματιά γύρω της. Είδε την Αϊρίν στο βάθος της αίθουσας και την επόμενη στιγμή εντόπισε τον σερ Λούσιεν στην πίστα. Θα μπορούσε να πάει προς την Αϊρίν ή να περιμένει να τελειώσει ο σερ Λούσιεν το χορό του -ή να βρει αρκετούς άλλους για να κουβεντιάσει-, και σίγουρα υπήρχαν πολλοί άντρες που θα έσπευδαν να τη ζητήσουν σε χορό. Αλλά δεν είχε διάθεση να κάνει τίποτε απ' όλα αυτά. Οι κρόταφοί της είχαν αρχίσει να σφυροκοπάνε και ένιωθε βαριεστημένη και περίεργα άδεια. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει σπίτι της. Με πρόφαση τον πονοκέφαλο, που αυτή τη φορά ήταν αληθινός, αποχαιρέτησε την οικοδέσποινα και βγήκε έξω για να επιβιβαστεί στην άμαξά της. Το όχημα είχε κλείσει δεκαετία και είχε αρχίσει να

32


φθείρεται, αλλά ένιωσε όμορφα μόλις μπήκε, μακριά από τα φώτα, τη μουσική και τη φασαρία που έκανε όλος εκείνος ο κόσμος με τις κουβέντες του. *** Ο Φέντον, ο μπάτλερ της, ξαφνιάστηκε όταν την είδε να γυρίζει τόσο νωρίς στο σπίτι και τη ρώτησε ανήσυχος: «Είστε καλά, λαίδη μου; Μήπως κρυώσατε;» Ο Φέντον ήταν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια μπάτλερ της, τον είχε προσλάβει λίγο μετά το γάμο της με το λόρδο Χόξτον. Της ήταν απόλυτα αφοσιωμένος, όπως και οι υπόλοιποι υπηρέτες της. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να πληρώνει πάντα έγκαιρα τους μισθούς του προσωπικού της, αλλά εκείνος δεν είχε παραπονεθεί ποτέ και ήταν σίγουρη πως φρόντιζε να κόβει το βήχα σε ό ποιον σκεφτόταν να το κάνει. Η Φραντσέσκα του χαμογέλασε. «Όχι. Καλά είμαι. Έχω μόνο λίγο πονοκέφαλο». Πάνω, η καμαριέρα της, η Μέισι, αφού της έκανε τις ίδιες ερωτήσεις, βιάστηκε να της ξεπλέξει τα μαλλιά και να τα βουρτσίσει. Ύστερα, αφού τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμά της και να φορέσει τη νυχτικιά της, πήγε να της φέρει νερό με λεβάντα για να απαλύνει τον πονοκέφαλο. Πριν περάσει πολλή ώρα, η Φραντσέσκα βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της πάνω στα αφράτα μαξιλάρια, με μια πετσέτα βουτηγμένη στο νερό με τη λεβάντα στο μέτωπό της και τη λάμπα κηροζίνης δίπλα στο κρεβάτι της να καίει στη χαμηλή σκάλα. Αναστέναξε και έκλεισε τα μάτια της. Δε νύσταζε. Ήταν πολύ πιο νωρίς απ' ότι έπεφτε συνήθως για ύπνο. Και η αλήθεια ήταν πως ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει μόλις μπήκε στο σπίτι και άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα. Δυστυχώς, δε συνέβαινε το ίδιο με την ακεφιά που την είχε κυριέψει στο χορό. Η Φραντσέσκα δεν ήταν γυναίκα που καταβαλλόταν από τις ατυχίες της. Όταν ο άντρας της είχε πεθάνει πριν από πέντε χρόνια, αφήνοντάς τη με ελάχιστα πέρα από το σπίτι στο Λονδίνο, το μόνο περιουσιακό στοιχείο του που δε συνδεόταν άμεσα με τον τίτλο του ώστε να πρέπει να περάσει υποχρεωτικά στον επόμενο κληρονόμο, η

33


Φραντσέσκα δεν είχε καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια κλαίγοντας τη μοίρα της. Είχε βάλει τα δυνατά της να ξοφλήσει τα χρέη του, περιορίζοντας τα δικά της έξοδα στο ελάχιστο. Είχε κλείσει τη μια πτέρυγα του σπιτιού και είχε μειώσει το υπηρετικό προσωπικό. Στη συνέχεια, είχε αρχίσει να πουλάει τα ασημικά, ακόμα και τα κοσμήματά της. Είχε μάθει επίσης γρήγορα να κάνει οικονομία, μεταποιώντας τα παλιά της φορέματα αντί να αγοράζει καινούρια και φορώντας χα γοβάκια της μέχρι να λιώσουν οι σόλες τους. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν είχε αργήσει να διαπιστώσει ότι όσες οικονομίες και να έκανε, το μικρό εισόδημα που είχε κληρονομήσει ως νόμιμη μοίρα δεν ήταν αρκετό ώστε να συντηρήσει εκείνη και το λιγοστό προσωπικό της για πολύ καιρό. Οι περισσότερες γυναίκες στη θέση της θα είχαν επιδιώξει να βρουν καινούριο σύζυγο, αλλά μετά την εμπειρία της με τον πρώτο, η Φραντσέσκα ήταν αποφασισμένη να μην το επιχειρήσει ξανά. Χωρίς την οικονομική στήριξη ενός γάμου, ήξερε πως η αναπόφευκτη κατάληξη θα ήταν να αποσυρθεί στο σπίτι του πατέρα της, που τώρα ήταν του αδερφού της, και να ζήσει ως προστατευόμενο μέλος όλη την υπόλοιπη ζωή της. Αντί γι' αυτό, είχε βρει έναν τρόπο να αυξήσει το εισόδημά της. Δεν υπήρχαν, βέβαια, δουλειές για κυρίες, εκτός από αυτές της συνοδού νεαρών δεσποινίδων ή της γκουβερνάντας . Αλλά καμία απ' αυτές τις δύο προοπτικές δεν τη συγκινούσε, και, εκτός αυτού, ήταν σίγουρη ότι κανείς δε θα την προσλάμβανε γι' αυτές τις θέσεις. Τα ταλέντα της -το αψεγάδιαστο γούστο της, η ικανότητά της να διακρίνει τι είδους ντύσιμο Θα κολάκευε την εμφάνιση μιας γυναίκας αντί να την υποβιβάζει, η βαθιά γνώση της σε ότι αφορούσε τους κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου, η ευχέρειά της να φλερτάρει τόσο ακριβώς όσο έπρεπε και να δίνει ζωή ακόμα και στο πιο ανιαρό πάρτι ή αμήχανη σύναξη- δεν ανήκαν στην κατηγορία των οικονομικά εκμεταλλεύσιμων προσόντων. Όταν όμως άρχισαν να την πλησιάζουν μία μία οι κυρίες της υψηλής αριστοκρατίας και να την παρακαλούν να καθοδηγήσει τις άβγαλτες κόρες τους στα πρώτα βήματά τους στην κοινωνία, η Φραντσέσκα συνειδητοποίησε ότι τα ταλέντα της ήταν χρήσιμα στην κά-

34


θε μαμά που πρώτο της μέλημα ήταν να εξασφαλίσει έ ναν καλό γάμο για την κόρη της. Ελάχιστες θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν καλύτερα ένα άβγαλτο κοριτσόπουλο στα επικίνδυνα μονοπάτια της αριστοκρατίας, και καμιά δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία ώστε να διαλέξει το τέλειο φόρεμα και τα αξεσουάρ που θα κολάκευαν τη σιλουέτα ή θα έκρυβαν τα ελαττώματα και το κατάλληλο χτένισμα για οποιοδήποτε πρόσωπο. Η υπομονή, η διακριτικότητα και η πηγαία αίσθησή της του χιούμορ την είχαν βοηθήσει να αντέξει έναν δυστυχισμένο γάμο, καθώς και την επί δεκαπέντε χρόνια και πάντα επικίνδυνη ιδιότητα μιας από τις πιο περιζήτητες κυρίες του καλού κόσμου. Σίγουρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα ταλέντα της ώστε να εξασφαλίσει έναν καλό γάμο σε μια κοπέλα -και με λίγη τύχη να την οδηγήσει στον έρωτα. Η Φραντσέσκα έκανε προξενιά τρία χρόνια τώρα -πάντα, βέβαια, με το πρόσχημα ότι έκανε χάρη σε μια φίλη- και είχε καταφέρει, αν όχι να ζει καλά, τουλάχιστον να τα βγάζει πέρα. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να εξασφαλίζει τα έξοδα διατροφής και τους μισθούς του ολιγάριθμου προσωπικού της και να θερμαίνει το σπίτι της το χειμώνα -αρκεί να κρατούσε κλειστά τα μεγάλα δωμάτια με τα ρεύματα. Και επειδή εξασφάλιζε πολλή δουλειά στις μοδίστρες και στις καπελούδες, εκείνες της χάριζαν ένα φόρεμα ή ένα καπέλο που είχε παραγγείλει κάποια κυρία χωρίς να έρθει ποτέ να το πάρει ή της έκαναν μεγάλες εκπτώσεις όταν αγόραζε κάτι καινούριο. Σίγουρα δεν ήταν αυτή η ζωή που είχε ονειρευτεί για τον εαυτό της στα νιάτα της και ξόδευε πολύ περισσότερο χρόνο απ' όσο θα ήθελε ανησυχώντας αν θα κατάφερνε να πληρώσει τους λογαριασμούς της, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να ζει στο σπίτι της, ανεξάρτητη, όπως κάθε κυρία που θα ήθελε να τη σέβονται. Η μητέρα της θα σοκαριζόταν αν μάθαινε τη μυστική ενασχόληση της κόρης της -όπως και ένας ικανός αριθμός των μελών της αριστοκρατίας. Μπορεί αυτό που έκανε η Φραντσέσκα να μην ήταν αριστοκρατικό, αλλά το χαιρόταν ειλικρινά να παίρνει από το χέρι μια κοπέλα που δεν είχε την παραμικρή αίσθηση της μόδας και να τη μετατρέπει σε

35


μια κομψή και ελκυστική δεσποινίδα. Την ευχαριστούσε πραγματικά να βοηθάει ένα ζευγάρι να βρει το δρόμο του. Σε γενικές γραμμές, ήταν ικανοποιημένη από τη ζωή της. Ή, τουλάχιστον, ήταν μέχρι πρότινος. Τις λίγες τελευταίες βδομάδες, όμως, είχε αρχίσει να νιώθει ανικανοποίητη, εκνευρισμένη. Ήταν στιγμές που είχε νιώσει πολύ... μόνη. Αυτό ήταν παράλογο, βέβαια, γιατί το ημερολόγιό της ήταν διαρκώς γεμάτο με κοινωνικές εκδηλώσεις. Είχε προσκλήσεις για όλα τα βράδια της εβδομάδας, πολλές φορές περισσότερες από μία. Και κάθε μέρα την επισκέπτονταν σταθερά διάφοροι γνωστοί της, άντρες και γυναίκες. Ποτέ δεν της έλειπαν οι καβαλιέροι για χορό ή οι συνοδοί για κάποια έξοδο. Και αν είχε βρεθεί συχνά μόνη τις τελευταίες βδομάδες, ήταν από δική της επιλογή. Δεν είχε διάθεση να βγει και να συναντήσει κόσμο. Της έλειπε η Κάλι. Είχε συνηθίσει την παρέα της και το σπίτι της φαινόταν άδειο χωρίς εκείνη, όπως είχε παραδεχτεί και στο δούκα. Επίσης, όφειλε να ομολογήσει, υπέφερε από τις ενοχές και τις τύψεις για το τρομερό λάθος που είχε κάνει πριν από τόσα χρόνια. Η ζωή της θα είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά αν δεν είχε διαλύσει τον αρραβώνα της τότε, και δε θα ήταν ανθρώπινο αν δεν έκανε τη σύγκριση. Σίγουρα, αν είχε παντρευτεί τον Ρόκφορντ, δε θα την έτρωγε τώρα καθημερινά η έννοια πώς θα εξασφάλιζε το φαγητό της ή αν θα μπορούσε να μεταποιήσει για μια ακόμα φορά ένα παλιό φόρεμα. Αλλά πέρα από τα υλικά οφέλη, δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται αν θα είχε βρει την ευτυχία μαζί του. Πώς θα ήταν αν είχε παντρευτεί έναν έντιμο άντρα και όχι έναν ακόλαστο; Πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε παντρευτεί τον άντρα που αγαπούσε πραγματικά ; Θυμόταν τη μεθυστική συγκίνηση που ένιωθε τότε, κάθε φορά που βρισκόταν με τον Ρόκφορντ, την ευτυχία της κάθε φορά που της χαμογελούσε ... την ανατριχίλα της κάθε φορά που τη φιλούσε. Η συμπεριφορά του απέναντί της ήταν πολύ καθώς πρέπει και τα λίγα φιλιά που της είχε δώσει ήταν μάλλον σεμνά. Ακόμα κι έτσι,

36


όμως, θυμόταν ότι η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή όταν ήταν κοντά της και ένιωθε τις αισθήσεις της να ρουφάνε τη θωριά του, τον ήχο της φωνής του, τη μυρωδιά του κορμιού του. Σε μια δυο περιπτώσεις, τη στιγμή που τα χείλη του έσμιγαν με τα δικά της, τον είχε νιώσει να φουντώνει και να τη σφίγγει με πάθος πάνω του. Το στόμα του είχε γίνει για μια στιγμή απαιτητικό, είχε ανοίξει το δικό της, αλλά μετά τραβήχτηκε μακριά της ζητώντας της συγνώμη για την απρέπειά του. Η Φραντσέσκα ούτε που τον είχε ακούσει. Τον είχε κοιτάξει με χείλη μισάνοιχτα, ζαλισμένη από τη θύελλα των συναισθημάτων που μαινόταν μέσα της, από τη φλόγα που είχε φουντώσει στα σωθικά της, και είχε ριγήσει, λαχταρώντας περισσότερα από ένα φιλί. Αν είχε παντρευτεί τον Ρόκφορντ, μπορεί τώρα να ήταν περιτριγυρισμένη από παιδιά και να είχε έναν άντρα που θα την τιμούσε, ίσως και να την αγαπούσε. Μπορεί να ήταν ευτυχισμένη. Ένα δάκρυ ξέφυγε από την άκρη του ματιού της και κύλησε στο μάγουλό της. Άνοιξε τα μάτια της και σήκωσε το χέρι της να το σκουπίσει. Τι χαζομάρες, σκέφτηκε. Δεν ήταν πια ένα δεκαοκτάχρονο κοριτσόπουλο για να την παρασύρουν οι ρομαντισμοί. Η αλήθεια ήταν πως ο γάμος της με τον Σινκλέρ μπορεί να ήταν το ίδιο δυστυχισμένος, ακόμα κι αν είχε αποκτήσει παιδιά μαζί του. Όταν έλιωνε με τα φιλιά του Ρόκφορντ, δεν ήξερε τι ακολουθούσε μετά από τα φιλιά και τις αγκαλιές ή το πώς αυτές οι διεγερτικές συγκινήσεις μπορούσαν να σβήσουν όταν έρχονταν αντιμέτωπες με την πραγματικότητα του συζυγικού καθήκοντος. Αν είχα παντρευτεί το δούκα, είπε στον εαυτό της, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Η μόνη διαφορά θα ήταν πως θα πάγωνε και θα έμενε άκαμπτη στην αγκαλιά του Ρόκφορντ, και θα ήταν αυτός, όχι ο Άντριου, που θα έφευγε από το κρεβάτι τους βρίζοντας, αποκαλώντας τη Λαίδη των Πάγων -ή, μάλλον, Δούκισσα των Πάγων. Ένα θλιμμένο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της. Ο δούκας μπορεί να τη συμπαθούσε, αλλά θα ήταν παράλογο να ονειρεύεται ότι θα είχε κερδίσει την αγάπη του με τα χρόνια. Βέβαια, θα της είχε φερθεί με περισσότερο σεβασμό από τον Χόξτον. Δε θα την πρόσβαλλε ούτε

37


θα επιδείκνυε τις ερωμένες του μπροστά της. Αλλά σίγουρα θα είχε εκδηλώσει απέναντί της την ίδια δυσαρέσκεια με τον Άντριου στο συζυγικό κρεβάτι. Θα είχε χάσει κι αυτός το όποιο ενδιαφέρον του για εκείνη μόλις ανακάλυπτε ότι της ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί με το ίδιο πάθος. Και πόσο θα άντεχε η δική της αγάπη, καθώς θα υπέμενε κάθε βράδυ τη διείσδυσή του στο σώμα της, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά δε θα ήταν τόσο οδυνηρό και αναστενάζοντας με ανακούφιση όταν η συνουσία τελείωνε και εκείνος έφευγε από το κρεβάτι της; Δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι κάτι απ' όλα αυτά θα ήταν διαφορετικό μαζί του. Η Φραντσέσκα δε θα μετατρεπόταν, ως διά μαγείας, σε μια γυναίκα γεμάτη πάθος απλώς και μόνο επειδή θα είχε παντρευτεί άλλον άντρα. Θα ήταν χειρότερο, σκέφτηκε, να δει την απογοήτευση στο πρόσωπο του Ρόκφορντ, όταν εκείνος ανακάλυπτε ότι η γυναίκα του ήταν ψυχρή στο κρεβάτι. Και θα ήταν σίγουρα χειρότερο αν εκείνη έφτανε να τρέμει τις νυχτερινές επισκέψεις του άντρα που αγαπούσε. Όχι, ήταν πολύ καλύτερα που είχε ζήσει τη ζωή που είχε ζήσει ως τώρα. Καλύτερα που διατηρούσε ακόμα τις ευτυχισμένες αναμνήσεις από την αγάπη που έτρεφε κάποτε για τον Ρόκφορντ. Αλλά και εκείνος θα της ήταν ευγνώμων που δεν τον είχε παντρευτεί, αν ήξερε τι είδους γυναίκα ήταν. Μπορούσε ακόμα να παντρευτεί και να αποκτήσει απογόνους. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε από τις τρεις γυναίκες που του είχε διαλέξει θα μπορούσε να γίνει εξαιρετική σύζυγος και δούκισσα του Ρόκφορντ. Εκείνος θα μπορούσε εύκολα να ερωτευτεί κάποια από αυτές. Στο κάτω κάτω, η Φραντσέσκα είχε σημειώσει μέχρι τώρα τεράστια επιτυχία στα προξενιά της. Η υπόλοιπη ζωή του θα ήταν σίγουρα πολύ πιο ευτυχισμένη απ' ότι αν είχε παντρευτεί εκείνη. Και αυτή η κατάληξη θα την έκανε κι εκείνη ευτυχισμένη. Πολύ ευτυχισμένη, είπε στον εαυτό της. Γιατί λοιπόν, αναρωτήθηκε, και μόνο η σκέψη να οργανώσει το γάμο του με μια άλλη γυναίκα την έκανε να νιώθει αυτό το κενό μέσα της;

38


Κεφάλαιο 3 Η Φραντσέσκα περπατούσε στον κήπο του Ντάνσι Παρκ. Ο ήλιος έπεφτε ζεστός στην πλάτη της και ο αέρας μοσχομύριζε τριαντάφυλλα. Κάτω από το χρυσαφένιο φως, τα λουλούδια δημιουργού σαν ένα χρωματικό όργιο: μαβιοί καπουτσίνοι, λευκά και κίτρινα σκυλάκια, πελώριες ροζ και κόκκινες πεόνιες, και παντού τριαντάφυλλα σε όλα τα χρώματα που σκαρφάλωναν στις πέργκολες και στους τοίχους. Η αύρα ανάδευε τα λουλούδια σκορπίζοντας τα πέταλα και το άρωμά τους στον αέρα. «Φραντσέσκα». Γύρισε και είδε τον Ρόκφορντ. Ο ήλιος τον χτυπούσε από πίσω και δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του, αλλά αναγνώρισε τη φωνή, το παράστημα, το περπάτημά του. Χαμογέλασε, νιώθοντας τη συγκίνηση να την πλημμυρίζει. «Σε είδα από το γραφείο», συνέχισε εκείνος πλησιάζοντας. Η Φραντσέσκα κοίταξε τις γωνιές και τα βαθουλώματα του προσώπου του, λαχταρώντας να τα αγγίξει με τα ακροδάχτυλά της. Στο φως του ήλιου τα μάτια του έδειχναν πιο ανοιχτά απ' ότι στους εσωτερικούς χώρους, οι ίριδές τους, στο χρώμα της ζεστής σοκολάτας, αγκάλιαζαν τις κατάμαυρες κόρες. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο σφιχτό, καλοσχηματισμένο στόμα του. Τα χείλη του έδειχναν ζουμερά, και η σκέψη αυτή έκανε τα σωθικά της να λιώσουν. «Σινκλέρ». Το όνομά του βγήκε σαν ανάσα από τα χείλη της. Το στήθος της σφίχτηκε και ο λαιμός της έκλεισε, κάτι που της συνέβαινε συχνά όταν εκείνος βρισκόταν κοντά της. Τον ήξερε πολύ καλά, όπως ήξερε τον κήπο ή το σπίτι του, κι όμως, όποτε την πλησίαζε τελευταία ένιωθε ντροπαλή και ανυπόμονη, έσφυζε από ενέργεια, λες και δεν τον είχε ξανασυναντήσει ποτέ πριν. Ο Ρόκφορντ σήκωσε το χέρι του και έκλεισε το μάγουλό της στην παλάμη του. Το χέρι του ήταν σκληρό και πιο ζεστό ακόμα κι από το χάδι του ήλιου. Έσυρε τον αντίχειρά του στο μάγουλό της, άγγιξε το στόμα της. Διέγραψε τη γραμμή των χειλιών της και η εξαιρετικά ευαίσθητη σάρκα της πήρε ζωή κάτω από το πουπουλένιο άγγιγμά του.

39


Η φωτιά φούντωσε στο κορμί, στα λαγόνια της. Το κέντρο της θηλυκότητάς της άρχισε να πάλλεται ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν τέτοια η έκπληξή της, που πήρε μια γρήγορη ανάσα. Παρακολούθησε γεμάτη προσμονή το κεφάλι του να γέρνει προς το μέρος της, κι όταν τα χείλη τους έσμιξαν, έκλεισε υποταγμένη τα μάτια της. Η παλάμη του στο μάγουλό της έγινε ξαφνικά καυτή. Τύλιξε το άλλο χέρι του γύρω της και έσφιξε το απαλό κορμί της πάνω στο ατσάλινο δικό του. Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά να χτυπάει άγρια στο στήθος της και τα σωθικά της να λιώνουν σαν κερί. Ο Σινκλέρ πίεσε τα χείλη του στα δικά της, αναγκάζοντάς τη να ανοίξει το στόμα της. Μια απροσδόκητη και άγνωστη πείνα ξύπνησε μέσα της και έσφιξε τα πόδια της για να πνίξει τον πόθο που φούντωνε ανάμεσά τους. Έτρεμε σύγκορμη, η φωτιά λυσσομανούσε μέσα της, λαχταρώντας κάτι που έμοιαζε άπιαστο. Άνοιξε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει χωρίς να βλέπει τον ουρανό πάνω από το κρεβάτι της. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ακατάστατα και η επιδερμίδα της ήταν νωπή από τον ιδρώτα. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα και ένιωθε μια γλυκιά ζεστασιά ανάμεσα στα πόδια της. Για μια στιγμή ένιωσε χαμένη, αβέβαιη για το πού βρισκόταν και τι είχε συμβεί. Ύστερα κατάλαβε. Έβλεπε ... όνειρο. Ανακάθισε τρέμοντας ελαφρά και κοίταξε γύρω της σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι βρισκόταν πάντα στην κρεβατοκάμαρά της, στο σπίτι της. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό, τόσο αληθινό... Ρίγησε και τράβηξε τα σκεπάσματα στους ώμους της. Ο αέρας αγκάλιαζε ψυχρός την ιδρωμένη επιδερμίδα της. Είχε ονειρευτεί τον Ρόκφορντ στον κήπο του, στο Ντάνσι Παρκ, τη χρονιά προτού έρθει στο Λονδίνο για να κάνει το ντεμπούτο της. Αλήθεια, εκείνος που είχε δει ήταν ο νεαρός Ρόκφορντ; Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς το πρόσωπό του. Μπορούσε πάντως να θυμηθεί πολύ καθαρά τις συγκινήσεις που είχε ξυπνήσει το όνειρο μέσα της, τις ένιωθε ακόμα. Έκλεισε τα μάτια της και παραδόθηκε για μια στιγμή στα άγνωστα αυτά συναισθήματα. Ήταν περίεργο, δεν της ταίριαζε καθόλου να βλέπει τέτοια φλογερά, παθιασμένα όνειρα. Ρίγησε πάλι.

40


Ένιωθε ανολοκλήρωτη... λαχταρούσε ούτε και εκείνη ήξερε τι πράγμα, ήταν παγιδευμένη ανάμεσα στο κενό και στην κατάπληξη. Αυτός ήταν ο πόθος; αναρωτήθηκε. Και έφερνε πάντα τη γυναίκα σ' αυτή την κατάσταση -μόνη και αβέβαιη, να μην ξέρει αν θέλει να χαμογελάσει ή να κλάψει; Θυμήθηκε τη συγκεχυμένη λαχτάρα που την είχε κρατήσει ξύπνια μια ολόκληρη νύχτα τότε, να σκέφτεται τον Σινκλέρ και τα φιλιά του και να ονειρεύεται τη μέρα που θα γινόταν δική του. Βέβαια, τότε δεν είχε ιδέα τι σήμαινε αυτό το «δική του». Αυτό το είχε ανακαλύψει τη νύχτα του γάμου της, όταν ο Άντριου, χωρίς καμιά λεπτότητα, είχε σηκώσει τη νυχτικιά της και είχε αρχίσει να τη χουφτώνει μεθυσμένος. Η Φραντσέσκα θυμήθηκε την ταπείνωση καθώς εκείνος έτρωγε με τα μάτια του το γυμνό κορμί της, τον ξαφνικό φόβο της στη σκέψη ότι είχε κάνει ένα τρομερό λάθος. Ο άντρας της την είχε κοιτάξει πονηρά καθώς ξεκούμπωνε και κατέβαζε το παντελόνι του, ελευθερώνοντας τον κατακόκκινο, παλλόμενο ανδρισμό του. Έντρομη, είχε κλείσει τα μάτια της, ενώ εκείνος της άνοιγε τα πόδια και ανέβαινε πάνω της για να μπει απότομα μέσα της, ξεσχίζοντας την ευαίσθητη σάρκα της και κάνοντάς τη να ξεφωνίσει από τον πόνο. Ο Άντριου όμως είχε συνεχίσει απτόητος να σπρώχνει, να εισχωρεί όλο και πιο βαθιά, μέχρι που στο τέλος είχε σωριαστεί πάνω της μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Φραντσέσκα είχε χρειαστεί ένα λεπτό για να συνειδητοποιήσει ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Σέρνοντας και συστρέφοντας το κορμί της, είχε καταφέρει να ελευθερωθεί από κάτω του. Στη συνέχεια είχε κατεβάσει τη νυχτικιά της για να καλύψει το γυμνό κορμί της και του είχε γυρίσει την πλάτη. Είχε κουλουριαστεί σε μια μπάλα και είχε αφήσει τους λυγμούς της να ξεσπάσουν. Το επόμενο πρωί ο Άντριου της είχε ζητήσει συγνώμη που την είχε πονέσει και την είχε διαβεβαιώσει πως μόνο την πρώτη φορά πονούσε μια γυναίκα. Στο φως της μέρας, η Φραντσέσκα είχε ελπίσει πως τα πράγματα θα βελτιώνονταν. Αυτό δεν της είχε πει και η μητέρα της με μισόλογα, ότι το χειρότερο τελειώνει την πρώτη νύχτα του γάμου; Η Φραντσέσκα δεν είχε καταλάβει τι εννοούσε, αλλά θα πρέ-

41


πει να αναφερόταν σ' αυτό. Εξάλλου, ο Άντριου ήταν μεθυσμένος από το γλέντι του γάμου. Σίγουρα θα ήταν πιο τρυφερός και γλυκός όταν θα ήταν ξεμέθυστος. Και τώρα που ήξερε τι να περιμένει, δε θα ένιωθε τόση ντροπή και τόσο φόβο. Φυσικά, είχε κάνει λάθος. Ήταν αλήθεια πως η πράξη αυτή καθαυτή δεν ήταν πια τόσο επώδυνη, αλλά δεν της είχε προσφέρει ίχνος από τη γλυκιά λαχτάρα, τη λαμπερή ευτυχία που περίμενε να βρει στο γάμο της. Και, τη δεύτερη φορά, όταν ένιωσε τα χέρια του πάνω της, όταν τον ένιωσε να χουφτώνει τα στήθη της και να χώνει τα δάχτυλά του ανάμεσα στα πόδια της, αισθάνθηκε την ίδια ταπείνωση και αμηχανία. Κι όταν μπήκε μέσα της, τον ένιωσε να μωλωπίζει την ευαίσθητη σάρκα της, να τη βιάζει. Και μετά τα δάκρυά της κύλησαν πάλι ποτάμι. Μόνο που αυτή τη φορά ο Άντριου ήταν ξύπνιος και άκουσε τους λυγμούς της, με αποτέλεσμα να φύγει από το κρεβάτι της βρίζοντας. Τα πράγματα δεν καλυτέρευσαν ποτέ πραγματικά μεταξύ τους. Με τον καιρό, ο πόνος υποχώρησε -ήταν φορές που πονούσε ελάχιστα και άλλες καθόλου. Αλλά η εμπειρία ήταν πάντα ταπεινωτική και αμήχανη για εκείνη. Και, όπως ανακάλυψε, ο Άντριου ήταν περισσότερες φορές μεθυσμένος παρά ξεμέθυστος. Η Φραντσέσκα έτρεμε στη σκέψη ότι ο άντρας της θα ερχόταν στο κρεβάτι της με την ανάσα του να βρομάει πόρτο, θα χούφτωνε τα στήθη της, θα έμπηγε τα δάχτυλά του στους γλουτούς της και θα έμπαινε μέσα της με άγριες, βίαιες ωθήσεις. Είχε μάθει να κλείνει τα μάτια της, να γυρίζει αλλού το κεφάλι της και να σκέφτεται κάτι άλλο όσο βρισκόταν από κάτω του, και σύντομα όλα τελείωναν. Ο Άντριου την έβριζε για την απάθειά της και της έλεγε ότι ήταν ψυχρή σαν πάγος. Ακόμα και η πιο φτηνή πόρνη τού πρόσφερε περισσότερη ικανοποίηση από εκείνη, της έλεγε πικρόχολα, και αν του παραπονιόταν για τις απιστίες του, της θύμιζε πως δε θα χρειαζόταν να έχει ερωμένη αν είχε δίπλα του μια πραγματική γυναίκα. Η Φραντσέσκα ευχόταν να μπορούσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του, αλλά υποπτευόταν ότι ο Άντριου είχε δίκιο, ότι δεν ήταν

42


σαν τις άλλες γυναίκες. Είχε ακούσει άλλες παντρεμένες να κουβεντιάζουν και να χασκογελούν για όσα συνέβαιναν στο συζυγικό κρεβάτι και για τις επιδόσεις των συζύγων τους. Είχε ακούσει όσα ψιθύριζαν οι κυρίες πίσω από τις βεντάλιες τους για τη ρώμη κάποιου συγκεκριμένου κυρίου και τις εικασίες τους για τα προσόντα του κάτω από τα σεντόνια. Κατά τα φαινόμενα, οι άλλες γυναίκες απολάμβαναν, δεν αντιμετώπιζαν με τρόμο το συζυγικό κρεβάτι. Συχνά αναρωτιόταν μήπως είχε πεθάνει κάτι μέσα της όταν ο Ρόκφορντ της ράγισε την καρδιά. Από την άλλη, μπορεί ο Ρόκφορντ να είχε αισθανθεί την ψυχρότητά της ακόμα και πριν το γάμο, να ήταν η έλλειψη πάθους εκ μέρους της που τον είχε σπρώξει στην αγκαλιά της Δάφνης. Εκείνη είχε υποθέσει πως ήταν οι καλοί του τρόποι που τον εμπόδιζαν να την ξεμοναχιάσει σε μια γωνιά για να τη χαϊδέψει και να τη φιλήσει. Μήπως όμως εκείνος δεν το είχε κάνει επειδή είχε αντιληφθεί ότι ήταν ψυχρόαιμη σαν ψάρι; Παρηγορούνταν με τη σκέψη ότι, παρ' όλο το μαρτύριο, θα αποκτούσε τουλάχιστον παιδιά, αλλά και σ' αυτό το σημείο είχε κάνει λάθος. Έξι μήνες μετά το γάμο της με τον Άντριου, είχε μείνει έγκυος. Τέσσερις μήνες αργότερα, καθώς τσακώνονταν για τα πολλά χρήματα που έχανε εκείνος στον τζόγο, ο Άντριου την είχε αρπάξει από το μπράτσο και εκείνη, στην προσπάθειά της να τραβηχτεί μακριά του, είχε παραπατήσει, είχε πέσει πίσω πάνω στο κιγκλίδωμα της σκάλας και είχε κουτρουβαλήσει κάμποσα σκαλοπάτια. Λίγες ώρες αργότερα είχε αποβάλει και ο γιατρός την είχε πληροφορήσει συνοφρυωμένος ότι μπορεί να μην κατάφερνε να αποκτήσει ποτέ της παιδιά. Και είχε δίκιο. Η Φραντσέσκα δεν είχε ξαναμείνει έγκυος από τότε. Εκείνες ήταν οι πιο σκοτεινές μέρες της ζωής της, όταν συνειδητοποίησε ότι δε θα πραγματοποιούσε ποτέ το όνειρό της να κάνει οικογένεια . Δεν ήταν σίγουρη αν είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά το σύζυγό της, πάντως ήταν σίγουρη πως, όποια αγάπη και να είχε νιώσει κάποτε γι' αυτόν, είχε πεθάνει από τη στιγμή που είχαν γίνει αντρόγυνο. Και τώρα ήξερε πως δε θα είχε καν τη χαρά να αποκτήσει παιδιά.

43


Ήταν μεγάλη η ανακούφισή της όταν ο Άντριου άρχισε να επισκέπτεται όλο και σπανιότερα το κρεβάτι της, και ειλικρινά δεν την ένοιαζε που έλειπε όλο και πιο συχνά από το σπίτι πλαγιάζοντας με πόρνες και μπεκροπίνοντας. Δεν έμπαινε πια στον κόπο να κοντράρεται μαζί του παρά μόνο για τη μανία του για τον τζόγο, που έβαζε σε κίνδυνο τα ήδη επισφαλή οικονομικά τους. Όταν ο Άντριου σκοτώθηκε πέφτοντας μεθυσμένος από το άλογό του, δεν είχε καταφέρει να χύσει ούτε ένα δάκρυ για χάρη του. Εκείνο που είχε νιώσει στ' αλήθεια ήταν μια υπέροχη αίσθηση ελευθερίας. Μπορεί να είχε αγωνιστεί για να καταφέρει να επιπλεύσει μέσα σε τόσα χρέη, αλλά τα πέντε τελευταία χρόνια ήταν, τουλάχιστον, αφεντικό του εαυτού της. Δεν είχε πια να ανησυχεί μήπως εμφανιστεί μεθυσμένος ο Άντριου και απαιτήσει το κορμί της. Και τίποτε, σκέφτηκε, δε θα την έκανε να ξαναβρεθεί σ' εκείνη τη θέση. Δεν την ενδιέφερε ο γάμος. Υπήρχαν άντρες πολύ καλύτεροι από το λόρδο Χόξτον, αλλά κανείς, ήταν σίγουρη, δε θα καλοδεχόταν μια σύζυγο που δε θα ήταν πρόθυμη να μοιραστεί το κρεβάτι της μαζί του. Και εκείνη δεν είχε καμιά επιθυμία να επωμιστεί ξανά τα συζυγικά καθήκοντα, ακόμα και δίπλα σε έ ναν καλό άντρα. Μπορεί η έλλειψη πάθους εκ μέρους της να την καθιστούσε φρικιό, όπως την αποκαλούσε ο Άντριου, αλλά ήταν σίγουρη ότι αυτό δεν επρόκειτο να αλλάξει πλέον στην ηλικία της. Απλώς δεν την άγγιζε το πάθος. Ακριβώς αυτό ήταν που έκανε ακόμα πιο περίεργο το όνειρο που είχε δει πριν από λίγο. Τι ήταν εκείνη η φλογερή λαχτάρα που είχε νιώσει; Και τι σήμαινε; Από πού είχε ξεπηδήσει; Υπέθεσε ότι το όνειρο το είχαν προκαλέσει οι αναμνήσεις που την είχαν κατακλύσει εκείνο το βράδυ -συναισθήματα και συγκινήσεις που είχε νιώσει δεκαπέντε χρόνια πριν, τότε που ήταν ερωτευμένη με τον Ρόκφορντ. Εκείνες οι κοριτσίστικες ελπίδες και τα ανεκπλήρωτα συναισθήματα είχαν οδηγήσει σ' αυτό το όνειρο. Αυτά τα: συναισθήματα, όμως, δε σήμαιναν τίποτε για τη στείρα γυναίκα που ήταν τώρα. Τίποτε απολύτως. ***

44


Δυο μέρες αργότερα, η Φραντσέσκα βρισκόταν πάνω με την καμαριέρα της τη Μέισι και κουβέντιαζαν τους τρόπους που θα μπορούσαν να μεταποιήσουν ένα από τα φορέματά της ώστε να δείχνει καινούριο, όταν εμφανίστηκε ο μπάτλερ της και την πληροφόρησε ότι είχε έρθει να την επισκεφθεί ο σερ Άλαν Σέρμπορν. «Ο σερ Άλαν;» επανέλαβε μηχανικά εκείνη. «Τον γνωρίζω, Φέντον;» «Δε νομίζω, λαίδη μου», της απάντησε σοβαρά εκείνος. «Και πιστεύεις ότι πρέπει να τον δεχτώ;» «Δείχνει μάλλον απλοϊκός· Ένας τζέντλεμαν που περνάει τον περισσότερο χρόνο του στην επαρχία, αν θέλετε τη γνώμη μου». «Κατάλαβα. Ε, λοιπόν, μου άναψες την περιέργεια. Οδήγησέ τον στο σαλόνι». Όταν η Φραντσέσκα μπήκε στο σαλόνι λίγα λεπτά αργότερα, διαπίστωσε ότι η περιγραφή του μπάτλερ της για τον σερ Άλαν ήταν απόλυτα εύστοχη. Μετρίου αναστήματος, ούτε όμορφος ούτε άσχημος, ο άνθρωπος αυτός περνούσε μάλλον απαρατήρητος, αυτό όμως δε σήμαινε ότι του έλειπε η αξιοπρέπεια. Η άμαξα, οι τρόποι και η ομιλία του έδειχναν ότι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σαν τζέντλεμαν, αλλά δεν υπήρχε ίχνος αλαζονείας πάνω του. Τα ρούχα του, κομψά και καλής ποιότητας, δεν ήταν και η τελευταία λέξη της μόδας, πράγμα που, όπως είχε πει και ο Φέντον, έδειχνε ότι δεν ήταν άνθρωπος της πόλης, μια εντύπωση που ενίσχυαν και οι απλοί, ειλικρινείς τρόποι του. «Σερ Άλαν;» είπε κάπως ερωτηματικά η Φραντσέσκα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Εκείνος γύρισε από το πορτραίτο που θαύμαζε πάνω από το τζάκι και την κοίταξε με μάτια, ορθάνοιχτα από την έκπληξη. «Λαίδη Χόξτον. Συγνώμη ... δεν είχα συνειδητοποιήσει...» Σταμάτησε και ένα ρόδινο χρώμα έβαψε τα μάγουλά του. «Συγνώμη. Δε συνηθίζω να χάνω έτσι τα λόγια μου. Φοβάμαι ότι δεν ήμουν προετοιμασμένος να αντικρίσω μία λαίδη Χόξτον τόσο νέα και τόσο εκθαμβωτική όσο εσείς». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Ένα κομπλιμέντο ήταν πάντα ευχάριστο, ιδιαίτερα όταν ήταν τόσο αυθόρμητο και

45


αναπάντεχο όσο αυτό. «Θεέ μου», απάντησε σε τόνο πειρακτικό. «Με περιέγραψε κάποιος ως γριά και ασουλούπωτη;» Το κοκκίνισμα του σερ Άλαν έγινε πιο βαθύ καθώς ψέλλιζε: «Όχι. Προς Θεού, όχι, λαίδη μου. Κανείς δεν είπε κάτι τέτοιο. Απλώς όσα άκουσα για το κύρος και την κοινωνική επιρροή σας με έκαναν να σας φανταστώ πολύ μεγαλύτερη. Μια μητριαρχική φιγούρα ... μια...» Σταμάτησε. «Όσο μιλάω, τα κάνω χειρότερα». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Μην ανησυχείτε. Δε με προσβάλατε, ειλικρινά. Παρακαλώ, καθίστε, σερ». Του έδειξε τον καναπέ και ε κείνη κάθισε σε μια πολυθρόνα στα δεξιά. «Σας ευχαριστώ», δεχτήκατε ο σερ Άλαν την πρόσκλησή της. Κάθισε και γύρισε προς το μέρος της. «Ελπίζω να με συγχωρήσετε για την ενόχληση. Ήταν αυθαίρετο εκ μέρους μου, το ξέρω, να εμφανιστώ έτσι χωρίς να γνωριζόμαστε, αλλά ένας φίλος μου μου είπε ότι μπορεί να είχατε την καλοσύνη να με βοηθήσετε». «Αλήθεια; Ε, φυσικά, αν μπορώ». «Πρόκειται για την κόρη μου. Τη Χάριετ. Κάνει το ντεμπούτο της φέτος». «Κατάλαβα». Τώρα ήταν πιο σαφής ο λόγος που τον είχε φέρει στο κατώφλι της. Η Φραντσέσκα προσπάθησε να θυμηθεί κάποια κοπέλα που να την έλεγαν Χάριετ Σέρμπορν, αλλά δεν τα κατάφερε. Βέβαια, αυτό ακριβώς μπορεί να ήταν το πρόβλημα: η Χάριετ δεν είχε καταφέρει να κάνει εντύπωση με το ντεμπούτο της. «Είμαι χήρος», συνέχισε ο επισκέπτης της. «Τα τελευταία έξι χρόνια έζησα μόνος μου με τη Χάριετ. Η κόρη μου είναι ένα πολύ καλό και γλυκό κορίτσι. Ήταν υπέροχη συντροφιά για μένα και θα γίνει σπουδαία σύζυγος. Από τα δεκατέσσερά της κουμαντάρει σχεδόν μόνη το σπιτικό μου. Αλλά εδώ δε δείχνει να μπορεί να εγκλιματιστεί». Συνοφρυώθηκε, φανερά σαστισμένος. «Είναι δύσκολο για μια κοπέλα όταν πρωτοέρθει στο Λονδίνο», τον καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Δεν είναι ότι ανυπομονώ να την παντρέψω», βιάστηκε να συνεχίσει ο σερ Άλαν. «Ειλικρινά, το ξέρω ότι θα νιώσω πολύ μόνος ό-

46


ταν φύγει». Χαμογέλασε αχνά. «Αλλά δε μου αρέσει που τη βλέπω να μην απολαμβάνει την παραμονή της εδώ. Όμως πώς θα μπορούσε να την απολαύσει, τη στιγμή που στέκεται πάντα με την πλάτη στον τοίχο και δεν της ζητάει κανείς να χορέψουν;» «Πολύ σωστά». «Κάποιος με πληροφόρησε ότι εσείς μπορείτε να κάνετε θαύματα με τις κοπέλες που φαίνονται... ε, να υστερούν κάπως στην κοινωνική αρένα. Το ξέρω πως δεν έχετε κανένα λόγο να με βοηθήσετε μια και δε γνωριζόμαστε, αλλά ήρθα με την ελπίδα ότι θα δεχόσασταν να μου δώσετε κάποιες συμβουλές. Άκουσα πως είστε γενναιόδωρη γυναίκα». «Φυσικά, με μεγάλη μου χαρά θα σας βοηθήσω», τον διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα. Ο σερ Άλαν της είχε κάνει καλή εντύπωση από την πρώτη στιγμή και, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να απορρίψει μια τόσο αναπάντεχη ευκαιρία. Είχε αρχίσει ήδη να ψάχνει στις τάξεις των ανύπαντρων κοριτσιών να βρει αυτά που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την πείρα της -και που θα ήταν, βέβαια, πρόθυμα να ανοίξουν το πορτοφόλι τους για να το πετύχουν. «Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς θα μπορούσατε να κάνετε», συνέχισε κάπως αβέβαιος ο επισκέπτης της. «Ούτε εγώ», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Χωρίς αμφιβολία, θα βοηθούσε αν συναντούσα την κόρη σας». «Ναι, φυσικά. Θα τη φέρω ευχαρίστως να σας επισκεφθεί, αν το θέλετε». «Αυτό είναι ότι χρειάζεται. Γιατί δεν έρχεστε να με επισκεφθείτε αύριο το απόγευμα; Έτσι θα μπορέσω να γνωρίσω τη λαίδη Χάριετ και να αποκτήσω μια καλύτερη εικόνα του προβλήματος». «Υπέροχα». Ο σερ Άλαν της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Είστε πολύ καλή, λαίδη Χόξτον». «Στο μεταξύ, νομίζω ότι θα έπρεπε να μου πείτε τι περιμένετε, χμ, να συμβεί στη λαίδη Χάριετ αυτή τη σεζόν». Εκείνος την κοίταξε σαστισμένος. «Τι εννοείτε;»

47


«Ε, απ' ότι έχω καταλάβει, δεν έχουν όλοι οι γονείς τις ίδιες προσδοκίες. Μερικοί ελπίζουν να κάνει η κόρη τους ένα γρήγορο γάμο, άλλοι έναν προσοδοφόρο γάμο». «Α». Η έκφρασή του χαλάρωσε. «Εμένα δε με νοιάζει να παντρευτεί η κόρη μου, λαίδη μου. Θέλω να πω, αν η Χάριετ γνώριζε έναν καθώς πρέπει νεαρό και ήθελε να τον παντρευτεί, θα ήταν πολύ καλό, βέβαια. Αλλά είναι ακόμα πολύ νέα και δεν την έχω ακούσει να εκφράζει την επιθυμία να παντρευτεί. Εγώ το μόνο που θέλω είναι να ευχαριστηθεί το ντεμπούτο της εδώ. Η κόρη μου δεν παραπονιέται ποτέ, αλλά τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκε να επωμιστεί πολύ περισσότερε ς ευθύνες από τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Δικαιούται να το διασκεδάσει λιγάκι. Γι' αυτό ήρθαμε στο Λονδίνο για τη σεζόν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως βαριέται στα πάρτι. Θα της άρεσε να κουβεντιάσει λίγο και να χορέψει. Η μητέρα μου είναι η συνοδός της, αλλά έχει μεγαλώσει πια. Την κουράζει να τριγυρίζει με τη μικρή. Και είναι φορές που αναρωτιέμαι αν τα πάρτι στα οποία πηγαίνει εκείνη είναι διασκεδαστικά για τη Χάριετ». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της καθώς η εικόνα ξεκαθάριζε στο μυαλό της. «Φυσικά». Ο σερ Άλαν έδειχνε καλός και ευχάριστος άνθρωπος, ένας πατέρας που ήθελε το καλύτερο για την κόρη του, μια ευχάριστη αλλαγή από τους πατεράδες που την πλησίαζαν συνήθως. Οι περισσότεροι ενδιαφέρονταν περισσότερο να κάνουν οι κόρες τους έναν πλούσιο παρά έναν ευτυχισμένο γάμο, και ήταν ελάχιστοι αυτοί που εξέφραζαν, όπως ο σερ Άλαν, την επιθυμία να απολαύσουν οι κόρες τους το ντεμπούτο τους. Βέβαια, η καλοσύνη του δε σήμαινε απαραίτητα ότι θα ήταν πρόθυμος να ανοίξει και το πορτοφόλι του για να πετύχει το στόχο του. Υπήρχαν γονείς που περίμεναν από εκείνη να κάνει θαύματα με τις κόρες τους χωρίς να τους αγοράσει καινούρια φορέματα ή με το να φροντίσει να τους αγοράσει την καινούρια γκαρνταρόμπα με ψίχουλα. «Η πείρα με έχει διδάξει πως για να παρουσιαστεί όπως πρέπει μια νέα κοπέλα στην κοινωνία απαιτούνται συχνά προσαρμογές στην

48


γκαρνταρόμπα της, και κατά συνέπεια επιπλέον έξοδα», έθιξε λεπτά το θέμα. Ο σερ Άλαν κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας. «Φυσικά, αν το πιστεύετε. Αφήνω αυτό το θέμα στα χέρια σας. Φοβάμαι πως η μητέρα μου δεν ήταν ακριβώς το κατάλληλο άτομο για να διαλέξει τα φορέματα της κόρης μου για τη σεζόν». «Και σίγουρα θα χρειαστεί να δώσετε κι εσείς κάποιο χορό», συνέχισε η Φραντσέσκα, κι όταν είδε την ανήσυχη έκφραση του σερ Άλαν, βιάστηκε να προσθέσει: «Ή μπορούμε να τον οργανώσουμε εδώ. Μπορώ να αναλάβω εγώ όλες τις προετοιμασίες». «Ναι». Το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Αχ, ναι, θα ήταν το καλύτερο, αν είχατε αυτή την καλοσύνη. Και δεν έχετε παρά να στείλε τε όλους τους λογαριασμούς σ' εμένα». «Ασφαλώς». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. Ήταν πάντα ευχάρι στο να συνεργάζεται μ' έναν ανοιχτοχέρη γονιό, ιδιαίτερα όταν ήταν πρόθυμος να αφήσει όλες τις αποφάσεις στα χέρια της. Ο σερ Άλαν της ανταπέδωσε το χαμόγελο, φανερά ευχαριστημένος με το διακανονισμό. «Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω, λαίδη Χόξτον. Η Χάριετ θα ενθουσιαστεί, είμαι σίγουρος. Δε θα σας απασχολήσω άλλο. Σας φορτώθηκα ήδη περισσότερο απ' ότι είναι πρέπον». Ο σερ Άλαν έφυγε κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση και η Φραντσέσκα ξανανέβηκε πάνω πολύ πιο κεφάτη. Αν αναλάμβανε τη Χάριετ Σέρμπορν, θα είχε να ασχοληθεί με κάτι, κερδίζοντας ταυτόχρονα και κάποια έξτρα χρήματα που τα είχε πολλή ανάγκη τις εβδομάδες που θα ακολουθούσαν. Αν έκρινε από την ποιότητα των τελευταίων γευμάτων που είχε ετοιμάσει η μαγείρισσα, θα πρέπει να είχαν τελειώσει τα λεφτά που είχε στείλει στον Φέντον ο διαχειριστής του δούκα για τα έξοδα της Κάλι όσο εκείνη έμενε με τη Φραντσέσκα. Ο μπάτλερ και η μαγείρισσά της, βέβαια, είχαν κάνει πάλι τα μαγικά τους και είχαν καταφέρει να τους κρατήσουν τα μετρητά πολύ περισσότερες εβδομάδες απ' όσες είχε μείνει η Κάλι εκεί. Το σπιτικό της πάντως δεν είχε χρέη, και αυτό θα συνεχιζόταν μέχρι τα τέλη της σεζόν, χάρη στο δώρο που της είχε στείλει η γιαγιά της Κάλι, η γηραιά δούκισσα. Της είχε χαρίσει και η Κάλι, πριν φύγει,

49


ένα καμέο που είχε από τη μητέρα της, ένα πολύ γλυκό δώρο που είχε κλέψει αμέσως την καρδιά της Φραντσέσκας και δε θα το αποχωριζόταν, όσα λεφτά κι αν της απέδιδε. Λίγο αργότερα, όμως, της είχε στείλει και η δούκισσα ένα ασημένιο σετ για την τουαλέτα της για να της εκφράσει τις δικές της ευχαριστίες που την είχε απαλλάξει από τις σκοτούρες των προετοιμασιών του γάμου. Και αυτό το δώρο της άρεσε πολύ και δε θα ήθελε να στερηθεί τον όμορφο σκαλιστό δίσκο με τα διάφορα βαζάκια και τα μπουκαλάκια με τα αρώματα, αλλά την προηγούμενη μέρα τον είχε δώσει στη Μέισι να τον πάει στον κοσμηματοπώλη να τον πουλήσει. Παρ' όλα αυτά, τα μετρητά που θα της εξασφάλιζε αυτή η πώληση δε θα κρατούσαν για πάντα και μετά το τέλος τις σεζόν έρχονταν το μακρύ φθινόπωρο και ο χειμώνας, που οι ευκαιρίες να βγάλει χρήματα ήταν λιγοστές. Όσα και να ήταν τα χρήματα που θα έβγαζε βοηθώντας την κόρη του σερ Άλαν, ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτα. Εξάλλου, η ζωή της φαινόταν πάντα πιο όμορφη όταν είχε να ασχοληθεί με κάτι. Τώρα μάλιστα που θα είχε να ασχοληθεί με δύο πράγματα, θα ξεχνούσε για τα καλά την κατάθλιψη που είχε νιώσει τις προάλλες. Και το κέφι της έφτιαξε ακόμα περισσότερο όταν διαπίστωσε πως, κατά την απουσία της, η Μέισι είχε καταφέρει να ξετρυπώσει την ασημένια δαντέλα που είχε ξηλώσει το προηγούμενο φθινόπωρο από μια κατεστραμμένη τουαλέτα και που ήταν σίγουρη πως θα έδινε εντελώς άλλο αέρα στο βραδινό φόρεμα στο γκρίζο του περιστεριού που σκόπευε να φορέσει η Φραντσέσκα στο θέατρο. Οι δυο γυναίκες πέρασαν το υπόλοιπο απόγευμα μεταποιώντας το εν λόγω φόρεμα. Αντικατέστησαν το κομμάτι που έπεφτε πάνω από τη φούστα με γκρι βουάλ που αφαίρεσαν από ένα άλλο φόρεμα και γαρνίρισαν το λαιμό, τον ποδόγυρο και τα φουσκωτά μανίκια με την γκρίζα δαντέλα. Στη συνέχεια η Μέισι έραψε τις ξηλωμένες ραφές, πρόσθεσε μερικές ασημιές κορδέλες και το φόρεμα έδειξε πλουμιστό και καινούριο, εντελώς διαφορετικό από το φόρεμα που είχε φορέσει η κυρά της πριν ένα χρόνο. Η Φραντσέσκα θα έδειχνε πολύ κομ-

50


ψή μ' αυτό -δε θα της φαινόταν καθόλου ότι σε λίγο θα έκλεινε τα τριάντα τέσσερα. Όταν έφτασε το βράδυ της Τρίτης, και μαζί του η έξοδος για το θέατρο που είχε κανονίσει η Φραντσέσκα, ο δούκας έκανε την εμφάνιση του πριν την ώρα του, πράγμα όχι και τόσο ασυνήθιστο. Το ασυνήθιστο ήταν ότι και η Φραντσέσκα ήταν έτοιμη νωρίτερα. Παρ' όλα αυτά, όταν ο Φέντον την ειδοποίησε ότι ο Ρόκφορντ περίμενε κάτω, η Φραντσέσκα καθυστέρησε μερικά λεπτά προτού κατέβει να τον συναντήσει. Ήταν απρεπές για μια κυρία να δείξει ανυπόμονη, έστω κι αν ο εν λόγω κύριος ήταν ένας απλός φίλος και όχι κάποιος επίδοξος μνηστήρας. Ο Φέντον είχε περάσει τον Ρόκφορντ στο επίσημο σαλόνι και τώρα εκείνος στεκόταν μπροστά στο τζάκι και κοιτούσε το πορτραίτο της Φραντσέσκας που κρεμόταν από πάνω. Το πορτραίτο αυτό είχε ζωγραφιστεί όταν ήταν παντρεμένη με το λόρδο Χόξτον και κρεμόταν εκεί τόσα χρόνια, που εκείνη ούτε καν το πρόσεχε πια, το αντιμετώπιζε σαν ένα γνώριμο έπιπλο. Τώρα, πάντως, του έριξε μια ματιά και αναρωτήθηκε αν είχε όντως τόσο λαμπερό και βελούδινο δέρμα ή αν ήταν απλά ένα δείγμα του ταλέντου του καλλιτέχνη. Ο Ρόκφορντ έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του όταν άκου σε τα βήματά της και κάτι στο πρόσωπό του την έκανε να σταματήσει. Η στιγμή πέρασε, εκείνος της χαμογέλασε και η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τι ήταν εκείνο το κάτι που είχε διακρίνει στο πρόσωπό του... Ότι κι αν ήταν, πάντως, είχε κάνει την καρδιά της να χτυπήσει πιο γρήγορα απ' ότι συνήθως. «Ρόκφορντ», τον χαιρέτησε και προχώρησε απλώνοντας το χέρι της για να σφίξει το δικό του. Εκείνος γύρισε τότε τελείως προς το μέρος της και η Φραντσέσκα είδε ότι κρατούσε ένα μπουκέτο κατάλευκα τριαντάφυλλα στο χέρι του. Σταμάτησε ξανά και έφερε το χέρι στο στήθος της, νιώθοντας μια ευχάριστη έκπληξη. «Αχ, τι όμορφα! Σ' ευχαριστώ». Πλησίασε περισσότερο και τα πήρε από το χέρι του, κοκκινίζοντας από χαρά.

51


«Είναι μια μέρα νωρίτερα, το ξέρω, αλλά σκέφτηκα ότι μέχρι να χωρίσουμε απόψε θα έχει φτάσει η μέρα των γενεθλίων σου», της είπε. «Ω !» Ένα λαμπερό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της και τα μάτια της άστραψαν. «Το θυμήθηκες». «Φυσικά». Η Φραντσέσκα έκρυψε το πρόσωπό της στα τριαντάφυλλα και ρούφηξε το άρωμά τους, αν και ήξερε πως το έκανε κυρίως για να κρύψει το κοκκίνισμά της. «Σ' ευχαριστώ», επανέλαβε και τον κοίταξε πάλι. Δεν ήξερε γιατί είχε χαρεί τόσο πολύ που εκείνος είχε θυμηθεί τα γενέθλιά της -και της είχε προσφέρει λουλούδια για να το γιορτάσει. Αλλά ένιωσε πολύ πιο ανάλαφρη απ' ότι όλη την προηγούμενη βδομάδα. «Παρακαλώ». Τα μάτια του φάνταζαν σκούρα και απύθμενα στο θαμπό φως των κεριών. Η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε τι σκεφτόταν, Τη φανταζόταν ό πως ήταν πριν δεκαπέντε χρόνια; Την έβρισκε πολύ αλλαγμένη; Ενοχλημένη από την πορεία που είχαν πάρει οι σκέψεις της, του γύρισε την πλάτη και χτύπησε το κουδούνι για να έρθει ο μπάτλερ. Ο Φέντον, παρατηρητικός όπως πάντα, είχε δει το δούκα να κρατάει τα λουλούδια, έτσι εμφανίστηκε μ' ένα βάζο γεμάτο νερό στα χέρια. Το ακούμπησε στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ και η Φραντσέσκα ασχολήθηκε για κάμποσα λεπτά να τακτοποιήσει τα λουλούδια. «Πάντως ελπίζω», παρατήρησε ανάλαφρα κοιτάζοντας τα λουλούδια και όχι τον Ρόκφορντ, «ότι η μνήμη σου θα έχει την καλοσύνη να μη θυμάται με την ίδια ακρίβεια που θυμάται την ημερομηνία των γενεθλίων μου και τα χρόνια που έχουν προστεθεί στην πλάτη μου». «Κανείς δεν κινδυνεύει να μάθει το μυστικό σου από μένα», της απάντησε με περιπαικτική σοβαρότητα εκείνος. «Σε διαβεβαιώνω όμως ότι, ακόμα κι αν αποφάσιζα να αποκαλύψω την ηλικία σου, κανείς δε θα με πίστευε βλέποντάς σε». «Ένα πολύ όμορφο ψέμα», τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα και χαμογέλασε , κάνοντας το λακκάκι να εμφανιστεί στο μάγουλό της.

52


«Δε λέω ψέματα», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Κοιτούσα το πορτραίτο σου και σκεφτόμουν ότι δείχνεις αναλλοίωτη». Η Φραντσέσκα ήταν έτοιμη να του δώσει μια πληρωμένη απάντηση πάλι, όταν θυμήθηκε ξαφνικά το όνειρο της προηγούμενης νύχτας. Τον κοίταξε και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η έκφραση των ματιών του όταν την κοιτούσε, η βελούδινη αίσθηση των χειλιών του όταν άγγιξαν τα δικά της. Τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα και είδε τα μάτια του να σκουραίνουν ανεπαίσθητα και κάτι να αλλάζει στο πρόσωπό του. Θα με φιλήσει, σκέφτηκε, και ένιωσε το κορμί της να τρέμει από προσμονή.

53


Κεφάλαιο 4

Αλλά, φυσικά, δεν τη φίλησε. Αντίθετα, έκανε ένα βήμα πίσω και το πρόσωπό του πήρε εκείνη την ψυχρή, συγκρατημένη έκφραση που ήταν εντελώς αντίθετη από τη σπίθα που είχε πιστέψει πως είχε διακρίνει για μια στιγμή στο πρόσωπό του. Ήταν ένα παιχνίδι σμα του φωτός, αποφάσισε η Φραντσέσκα, των σκιών. Σίγουρα ο Φέντον, για να κάνει οικονομία, δεν είχε ανάψει αρκετά κεριά. «Με ξαφνιάζει που δεν οργάνωσες κάποιο πάρτι για να το γιορτάσεις», παρατήρησε κάπως σφιγμένα ο Ρόκφορντ . Η Φραντσέσκα έστρεψε αλλού το βλέμμα της, προσπαθώντας να ηρεμήσει το φτερούγισμα στο στομάχι της. Δεν μπορούσε να σκέφτεται εκείνο το γελοίο όνειρο. Δε σήμαινε τίποτα. Και, στο κάτω κάτω, ο Ρόκφορντ δεν είχε την παραμικρή ιδέα γι' αυτό το όνειρο. Δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει ταραγμένη και αμήχανη μπροστά του. «Μη γίνεσαι παράλογος», του απάντησε κοφτά. Ύστερα κάθισε σε μια καρέκλα και του έκανε νόημα να καθίσει κι εκείνος. «Έχω φτάσει σε μια ηλικία που καμιά γυναίκα δε θέλει να τραβάει την προσοχή του κόσμου στο γεγονός ότι μεγαλώνει». «Ναι, αλλά μας στερείς την ευκαιρία να γιορτάσουμε την παρουσία σου ανάμεσα σ' εμάς τους κοινούς θνητούς». Του έριξε ένα κοφτό βλέμμα. «Το παρατραβάς, δε νομίζεις;» Εκείνος της χαμογέλασε ειρωνικά. «Αγαπητή μου Φραντσέσκα, είμαι σίγουρος ότι έχεις συνηθίσει να σε αποκαλούν θεά». «Όχι άνθρωποι που είναι πασίγνωστοι για την ειλικρίνειά τους». Εκείνος γέλασε. «Παραδίνομαι. Είναι φανερό ότι βρήκα το δάσκαλό μου. Το ξέρω πολύ καλά ότι είναι αδύνατο να έχω τον τελευταίο λόγο όταν τα βάζω μαζί σου». «Χαίρομαι που σε ακούω να το παραδέχεσαι», του απάντησε χαμογελώντας εκείνη. «Τώρα... πιστεύω πως η λαίδη Αλθία μας περιμένει». «Ναι, βέβαια». Δεν έδειχνε να τον συναρπάζει και τόσο η ιδέα όσο είχε ελπίσει η Φραντσέσκα. Από την άλλη, θύμισε στον εαυτό της, το ήξερε ότι αυτό το σχέδιο

54


θα ήταν μια μακριά και δύσκολη μάχη με τον Ρόκφορντ. Δεν ήταν άνθρωπος που άλλαζε εύκολα, και θα χρειαζόταν αρκετός χρόνος και προσπάθεια για να πειστεί να αλλάξει το δρόμο που ακολουθούσε χρόνια τώρα. Εξάλλου, δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι η λαίδη Αλθία θα ήταν η κατάλληλη σύζυγος γι' αυτόν. Θυμήθηκε αυθόρμητα το σχόλιο που είχε κάνει η Αϊρίν τις προάλλες. Η Αλθία Ρόμπαρτ ήταν πράγματι λίγο σνομπ, και μολονότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα για μια δούκισσα, η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται αν μια τέτοια γυναίκα θα έκανε πραγματικά ευτυχισμένο τον Ρόκφορντ. Ο Σινκλέρ μπορεί να υιοθετούσε το «προσωπείο του δούκα», όπως το έλεγε η Κάλι, όποτε τον συνέφερε, αλλά συνήθως δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Ήταν ικανός να συζητάει με ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, και η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να φέρει στο μυαλό της ούτε μια περίπτωση που το είχε παίξει πολύ περήφανος για να βοηθήσει κάποιον. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς έβγαιναν από το σπίτι της για να μπουν στην κομψή άμαξα με την οποία κυκλοφορούσε ο Ρόκφορντ στην πόλη. Αυτή η άμαξα, για παράδειγμα, ήταν χαρακτηριστικό δείγμα της έλλειψης ματαιοδοξίας εκ μέρους του. Μολονότι ήταν ακριβή και καλοφτιαγμένη, δεν είχε το οικόσημο του δουκάτου στην πόρτα της. Ο Ρόκφορντ δεν επιδίωκε ποτέ το θαυμασμό του απλού κόσμου ούτε ένιωθε την ανάγκη να δηλώνει το όνομα και τον τίτλο του. Της άπλωσε το χέρι του για να ανέβει και στη συνέχεια κάθισε κι αυτός απέναντί της. Η Φραντσέσκα έγειρε πίσω στο παχύ, δερμάτινο κάθισμα και ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Το εσωτερικό της άμαξας ήταν σκοτεινό και μάλλον στενόχωρο, ένας χώρος ανεξήγητα πιο οικείος από το σαλόνι της. Η Φραντσέσκα δε θυμόταν αν είχε βρεθεί άλλη φορά μόνη μέσα σε μια άμαξα με τον Ρόκφορντ. Δεν είχε υπάρξει ποτέ συνοδός της τουλάχιστον όχι μετά από εκείνο το σύντομο διάστημα του αρραβώνα τους, και τότε εκείνη ήταν μια νέα, ανύπαντρη κοπελίτσα, οπότε τους συνόδευε πάντα η μητέρα της ή η γιαγιά του. Η Φραντσέσκα κοίταξε τα γαντοφορεμένα χέρια της στην ποδιά της, νιώθοντας

55


αφύσικα αμήχανη. Ήταν γελοίο, βέβαια. Ήξερε ότι είχε την ικανότητα να κρατήσει μια συζήτηση, κι όμως, τώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί το παραμικρό να πει -και μάλιστα με έναν άντρα που γνώριζε όλη της τη ζωή. Αλλά της ήταν αδύνατο να ξεχάσει το όνειρο που είχε δει και το όραμα στέγνωνε κάθε λέξη στο στόμα της και έκανε την καρδιά να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος της. Επιπλέον, δεν μπορούσε να ξεπεράσει την αίσθηση ότι ο Ρόκφορντ την κοιτούσε. Αλλά γιατί να μην την κοιτάει; Κάθονταν ο ένας απέναντι από τον άλλον με τα γόνατά τους να απέχουν μόλις ελάχιστα εκατοστά. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος να της προκαλεί το βλέμμα του νευρικότητα. Κι όμως, ένιωθε αμήχανη. Ευτυχώς, η διαδρομή μέχρι το σπίτι της λαίδης Αλθία κράτησε μόλις λίγα λεπτά. Η Φραντσέσκα περίμενε στην άμαξα, ενώ ο Ρόκφορντ κατέβηκε για να παραλάβει την Αλθία. Δεν άργησε να γυρίσει, και η Φραντσέσκα σημείωσε νοερά πως οι δυο τους προφανώς είχαν ανταλλάξει ελάχιστες τυπικές κουβέντες. Αλλά δεν μπορούσε να κατηγορήσει την Αλθία, τη στιγμή που είχε πάθει και η ίδια γλωσσοδέτη τα τελευταία λεπτά στην άμαξα με τον Ρόκφορντ. Παρ' όλα αυτά, είχε την εντύπωση πως η κοπέλα θα έπρεπε να είχε καταβάλει λίγη περισσότερη προσπάθεια. Καθώς στέκονταν δίπλα στην άμαξα ενώ ο αμαξάς τοποθετούσε ένα σκαμνάκι για να ανέβει η Αλθία, η Φραντσέσκα την άκου σε να λέει κάπως απογοητευμένη: «Α, δεν ήρθατε με τη δουκική άμαξα;» Ο Ρόκφορντ έστρεψε το βλέμμα του στη Φραντσέσκα, που τους παρακολουθούσε από το παράθυρο της άμαξας, και ύψωσε σαρδόνια το φρύδι του, πράγμα που την ανάγκασε να φέρει το χέρι στο στόμα της για να πνίξει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της. «Όχι, λαίδη μου. Μόνο η γιαγιά μου χρησιμοποιεί την άμαξα με το οικόσημο του δουκάτου. Παρ' όλα αυτά, θα μπορούσατε να πείτε ότι αυτή είναι η δουκική άμαξα, εφόσον ανήκει σ' εμένα». Η λαίδη Αλθία τον κοίταξε κάπως σαστισμένη. «Ναι, βέβαια, αλλά πώς την αναγνωρίζει κάποιος;» Η Φραντσέσκα έπνιξε έναν αναστεναγμό. Η λαίδη Αλθία έδει χνε να μη διαθέτει ίχνος λεπτότητας και χιούμορ.

56


«Αυτό είναι αλήθεια», της απάντησε ο δούκας και της άπλωσε το χέρι για να τη βοηθήσει να ανέβει. Η Αλθία κάθισε δίπλα στη Φραντσέσκα και τη χαιρέτησε αγέλαστη μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. «Καλησπέρα, λαίδη Χόξτον». «Καλησπέρα». Η Φραντσέσκα της χαμογέλασε. «Έχετε υπέροχη εμφάνιση». «Ευχαριστώ». Η Φραντσέσκα πικαρίστηκε λίγο που η λαίδη Αλθία δεν της ανταπέδωσε το κομπλιμέντο. Και εκείνο που την ενόχλησε περισσότερο ήταν πως η κοπέλα, μετά τη σύντομη απάντησή της, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να διατηρήσει τη συζήτηση. «Φαντάζομαι ότι οι γονείς σας είναι καλά στην υγεία τους», συνέχισε η Φραντσέσκα απτόητη. «Ναι, πολύ καλά, ευχαριστώ. Ο πατέρας σπάνια αρρωσταίνει, αλλά αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τους Ρόμπαρτ». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα πρόσεξε το γέλιο που έπαιξε φευ γαλέα στα μάτια του Ρόκφορντ. Η Αλθία, σκέφτηκε κάπως ενοχλημένη, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να δημιουργήσει καλή εντύπωση. «Και η λαίδη Ρόμπαρτ; Χαίρεται τη σεζόν; Ομολογώ ότι την έχω δει ελάχιστα αυτό το καλοκαίρι». «Αναγκάζεται να μένει συχνά στο πλευρό της νονάς μου», της απάντησε η Αλθία. «Της λαίδης Ερνέστα Ντάβενπορτ. Ξέρετε, της αδερφής του λόρδου Ρόντνι Άσεναμ». «Α». Η Φραντσέσκα γνώριζε τον Άσεναμ και την αδερφή του, ήταν και οι δύο μάλλον πουριτανοί. Απ' ότι θυμόταν, η λαίδη Ντάβενπορτ της είχε πει κάποτε ότι μια πραγματική κυρία δε γελάει δυνατά -μόνο οι κοινές γυναίκες χαχανίζουν. Αυτό είχε συμβεί την πρώτη σεζόν που είχε κάνει η Φραντσέσκα το ντεμπούτο της και είχε ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια μετά από ένα ατυχές περιστατικό. «Μεγάλωσαν μαζί, βλέπετε», συνέχισε η Αλθία. «Είναι πρώτες ξαδέρφες». «Μάλιστα». Η Αλθία προφανώς θεώρησε την απάντησή της ως ένδειξη εν διαφέροντος, γιατί επί αρκετή ώρα τους περιέγραψε το γενεαλογικό δέ-

57


ντρο των Άσεναμ, που διέθεταν δεσμούς με τις περισσότερες σημαντικές οικογένειες της Αγγλίας. Η Φραντσέσκα διατήρησε στο πρόσωπό της την ευγενική έκφραση που της είχε γίνει δεύτερη φύση από παιδάκι, νοερά όμως έψαξε ανάμεσα στις γόβες της αυτές που θα ταίριαζαν με το μεταξωτό βουάλ φόρεμα στο χρώμα της θάλασσας που είχε δει στο μα γαζί της μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς την περασμένη βδομάδα. Η γυναίκα που το είχε παραγγείλει της χρωστούσε ήδη πολλά και η μαντεμουαζέλ πολύ αμφέβαλλε αν θα την ξανάβλεπε ποτέ να διαβαίνει το κατώφλι του μαγαζιού της, έτσι είχε δεχτεί να το πουλήσει στη Φραντσέσκα στο ένα τρίτο της αρχικής τιμής του, αν η γυναίκα δεν την ξοφλούσε μέσα σε μια βδομάδα. Το φόρεμα ήταν πολύ μακρύ, αλλά αυτή ήταν μια λεπτομέρεια που η Μέισι θα μπορούσε να διορθώσει σε ελάχιστο χρόνο, και η Φραντσέσκα ήξερε πως χρειαζόταν απελπισμένα ένα καινούριο φόρεμα. Υπήρχε ένα όριο στις φορές που μπορούσες να μεταποιήσεις ένα φόρεμα ώστε να φαίνεται καινούριο και δεν έκανε καλό στην εικόνα μιας γυναίκας να εμφανίζεται πολύ συχνά με την ίδια τουαλέτα. Η περηφάνια ήταν αμάρτημα, η Φραντσέσκα το ήξερε, αλλά δεν ήθελε να ξέρει ο κόσμος πόσο κοντά βρισκόταν στα όρια της φτώχειας. Το πρόβλημα, ωστόσο, ήταν τα γοβάκια που έπρεπε να ταιριάξει. Όσο και να τα πρόσεχε, οι λεπτές σόλες τους φθείρονταν πάρα πολύ γρήγορα και δεν ήταν ένα είδος στο οποίο κάποιος θα μπορούσε να πετύχει μια καλή έκπτωση. Έτσι φρόντιζε να αγορά ζει ουδέτερα χρώματα που πήγαιναν με πολλά φορέματα. Αυτό που θα ταίριαζε τέλεια με το φόρεμα θα ήταν ένα ζευγάρι ασημένια σανδάλια, αλλά το έξοδο θα ήταν εξωφρενικό. Από την άλλη... θα ταίριαζαν και με πολλές άλλες τουαλέτες της. Ίσως θα έπρεπε να ανέβει πάλι στη σοφίτα να ψάξει τα μπαούλα. Μπορεί να έβρισκε κάτι αξίας που θα μπορούσε να πουλήσει. «Λαίδη Χόξτον;» Η Φραντσέσκα σήκωσε γρήγορα το κεφάλι της, ξέροντας πως είχε χαθεί εντελώς στις σκέψεις της. «Τι πράγμα; Συγνώμη. Αφαιρέθηκα». «Φτάσαμε», της απάντησε η Αλθία κάπως σφιγμένα. 58


«Α, μάλιστα». Η Φραντσέσκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και αντίκρισε το γνώριμο κτίριο του Ρόγιαλ Θίατερ. Κάτι της έλεγε πως η Αλθία είχε προσβληθεί από την αφηρημάδα της, αλλά η κοπέλα όφειλε να μάθει πως η ανάλυση του γενεαλογικού δέντρου μιας οικογένειας δεν είναι ότι καλύτερο για να κρατήσεις ζωντανό το ενδιαφέρον του άλλου. Θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να της διδάξει την τέχνη της συζήτησης, αν ήθελε να έχει κάποια ελπίδα να κερδίσει την εύνοια του Ρόκφορντ. Βέβαια, αυτό θα το έκανε αν αποφάσιζε πως η λαίδη Αλθία ήταν η γυναίκα που θα ήθελε εκείνη να κερδίσει την εύνοιά του. Και, ειλικρινά, η Φραντσέσκα είχε αρχίσει να έχει τις αμφιβολίες της. Ο Ρόκφορντ κατέβηκε από την άμαξα με ευλυγισία και άπλωσε το χέρι του να τις βοηθήσει να κατέβουν κι εκείνες. Η Φραντσέσκα κατάφερε να κρατηθεί λίγο πίσω καθώς προχωρούσαν προς την είσοδο του θεάτρου, αφήνοντας τον Ρόκφορντ και τη λαίδη Αλθία να προχωρήσουν δίπλα δίπλα. Στο κάτω κάτω, έπρεπε να του δώσει την ευκαιρία να τη γνωρίσει καλύτερα. Ίσως η Αλθία ένιωθε κάπως νευρική με την όλη κατάσταση -η παρουσία του Ρόκφορντ είχε μερικές φορές αυτή την επίδραση στους άλλους. Και ο εκνευρισμός έκανε τους ανθρώπους να φλυαρούν για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Η Φραντσέσκα τους περιεργάστηκε έτσι όπως προχωρούσαν λίγο μπροστά της. Ο Ρόκφορντ είχε γείρει ελαφρά το κεφάλι του προς το μέρος της Αλθία για να ακούει τι του έλεγε. Μπορεί να μην τον είχε ενοχλήσει η προηγούμενη φλυαρία της. Είχε δει άντρες πανευτυχείς και με τις πιο ελαφρόμυαλες γυναίκες. Και η Αλθία ήταν γοητευτική. Σκέφτηκε ότι δεν ήταν κακή ιδέα να πάει στο διάλειμμα να επισκεφθεί το θεωρείο κάποιου άλλου, ώστε να δώσει την ευκαιρία στο ζευγάρι να μείνει μόνο του χωρίς αυτό να είναι άπρεπο, τη στιγμή που θα βρίσκονταν μέσα σ' ένα θέατρο γεμάτο κόσμο. Θα έπρεπε να ρίξει μια ματιά γύρω της προτού αρχίσει το έργο για να εντοπίσει κάποιον γνωστό της. Γύρισε και κοίταξε τον υπόλοιπο κόσμο που έμπαινε στο θέατρο και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε ένα άγγιγμα στον αγκώνα της. Γύρισε και είδε τον Ρόκφορντ να την κοιτάζει ερωτηματικά. Τόσο εκείνος

59


όσο και η λαίδη Αλθία είχαν σταματήσει και την περίμεναν. «Αφαιρεθήκατε πάλι, λαίδη Χόξτον;» τη ρώτησε μ' ένα αχνό χαμόγελο. «Ε, χμμ...» Η Φραντσέσκα ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Συγνώμη. Φοβάμαι πως είμαι λιγάκι αφηρημένη απόψε». Μπήκαν στο θέατρο. Ο δούκας βρισκόταν τώρα στο πλευρό της Φραντσέσκας, ενώ η λαίδη Αλθία προχωρούσε μπροστά τους. Όταν όμως έφτασαν στο πολυτελέστατο θεωρείο του δούκα, η Φραντσέσκα κατάφερε να μανουβράρει την κατάσταση και να καθίσει προς τον τοίχο, αφήνοντας τη λαίδη Αλθία να καθίσει ανάμεσα σ' εκείνη και τον Σινκλέρ. Αποφεύγοντας και πάλι να συμμετάσχει στη συζήτησή τους, έγειρε μπροστά και επιθεώρησε τα γύρω θεωρεία με τα κιάλια της. Εντόπισε την κυρία Έβερσον με τον άντρα της και τις δύο κόρες τους. Θα μπορούσε να τους επισκεφθεί αργότερα, αν και η προοπτική δεν την ενθουσίαζε. Χαμήλωσε το κιάλια της και τους χαιρέτησε με ένα νεύμα, για κάθε ενδεχόμενο, και συνέχισε την αναζήτησή της. Ευχήθηκε να είχε πείσει τον σερ Λούσιεν να έρθει κι αυτός στο θέατρο απόψε, γιατί τότε θα μπορούσε να πάει στο θεωρείο όπου θα καθόταν εκείνος, σίγουρη ότι θα απολάμβανε μια κεφάτη συζήτηση. Καθώς συνέχιζε να κοιτάζει γύρω, ένιωσε εκείνο το περίεργο μυρμήγκιασμα, όπως όταν σε παρακολουθεί κάποιος. Κατέβασε τα κιάλια και περιεργάστηκε τα χώρο, πρώτα τα θεωρεία και μετά την αίθουσα κάτω. Ένα μικρό επιφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της όταν είδε τον άντρα που στεκόταν στο διάδρομο της πλατείας και την κοιτούσε. Το χέρι της έσφιξε ασυναίσθητα τη βεντάλια της. «Φραντσέσκα; Τι συμβαίνει;» άκουσε τον Ρόκφορντ να την ρωτάει καθώς έγερνε μπροστά και ακολουθούσε το βλέμμα της. «Διάβολε!» γρύλισε μέσα από τα δόντια του. «Ο Πέρκινς». Ο άντρας, βλέποντας ότι είχε τραβήξει την προσοχή της Φραντσέσκας, έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση. Η Φραντσέσκα έστρεψε αλλού το βλέμμα της χωρίς ένα νεύμα και κάθισε πίσω στην καρέκλα της.

60


«Τι γυρεύει αυτός εδώ;» ρώτησε αηδιασμένη. «Ποιος;» θέλησε να μάθει η λαίδη Αλθία κοιτάζοντας το πλήθος κάτω. «Ο Γκάλεν Πέρκινς», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Δε νομίζω ότι μου λέει κάτι αυτό το όνομα». «Δεν υπάρχει λόγος να σας λέει», τη διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα. «Λείπει από τη χώρα χρόνια». «Είναι ένα παλιόμουτρο», πρόσθεσε ο Ρόκφορντ, ρίχνοντας μια γρήγορη λοξή ματιά στη Φραντσέσκα. Το ξέρει, σκέφτηκε εκείνη, ότι ο Πέρκινς ήταν ένα από τα φιλαράκια του μακαρίτη του άντρα μου. Αν και καταγόταν από καλή οικογένεια, ο Πέρκινς είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι του για να αμαυρώσει το όνομά τους. Ήταν τζογαδόρος και μέθυσος και συντρόφευε το λόρδο Χόξτον σε πολλές από τις ακολασίες του. Ήταν μάλιστα τόσο τιποτένιος, θυμήθηκε η Φραντσέσκα με ένα σφίξιμο στο στομάχι, ώστε έφτασε στο σημείο να της ριχτεί, παρά τη φιλία του με τον άντρα της. «Τι γυρεύει στο Λονδίνο;» ρώτησε και γύρισε να εξηγήσει στην Αλθία. «Είχε διαφύγει στην ηπειρωτική Ευρώπη πριν από πολλά χρόνια επειδή είχε σκοτώσει κάποιον σε μονομαχία». Η Αλθία γούρλωσε τα μάτια της. «Ω Θεέ μου. Ποιον;» «Τον Έιβερι Μπάγκσο, το γιο του σερ Τζέραλντ», της απάντησε ο δούκας. «Και δεδομένου ότι ο σερ Τζέραλντ πέθανε πριν λίγο καιρό, υποθέτω ότι ο Πέρκινς αποφάσισε ότι ήταν ασφαλές να επιστρέψει. Τώρα που δεν υπάρχει ο σερ Τζέραλντ για να πιέσει τις Αρχές να τον συλλάβουν, μάλλον δεν κινδυνεύει. Έχουν περάσει επτά ή οκτώ χρόνια και, έτσι κι αλλιώς, οι αρχές έχουν την τάση να κάνουν τα στραβά μάτια σε τέτοια θέματα». «Είμαι σίγουρη ότι δε θα είναι ευπρόσδεκτος πουθενά», παρατήρησε αποφασιστικά η Αλθία, δηλώνοντας αυτό που, κατά τη γνώμη της, ήταν η μεγαλύτερη τιμωρία. «Ναι, το ίδιο είμαι σίγουρη κι εγώ», συμφώνησε η Φραντσέσκα. Ήταν φοβερό το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός μπορούσε να ζει και πάλι στο Λονδίνο ελεύθερος μετά απ' αυτό που είχε κάνει. Αλλά του-

61


λάχιστον εκείνη δεν είχε κανένα λόγο να τον συναναστρέφεται. Τώρα που είχε πεθάνει ο Άντριου, ο Πέρκινς δε θα ερχόταν πια σπίτι της, και η Αλθία είχε δίκιο όταν έλεγε ότι δε θα ήταν ευπρόσδεκτος σε κανένα καλό σπίτι, άρα δεν υπήρχε κίνδυνος να πέσει πάνω του σε κάποιο πάρτι. Έβγαλε από το μυαλό της τον Γκάλεν Πέρκινς και έστρεψε πάλι την προσοχή της στην παρέα της. Η συζήτηση κυλούσε με το ζόρι όσο εκείνη επιθεωρούσε την αίθουσα γύρω της, κι όταν εξαντλήθηκε και το θέμα του Πέρκινς, η Αλθία σώπασε πάλι. Έτσι η Φραντσέσκα πήρε πάνω της τη συζήτηση λέγοντας: «Έχετε διαβάσει το τελευταίο βιβλίο;» «Της λαίδης Ρούμορ;» μπήκε στη συζήτηση ο Ρόκφορντ μ' ένα στραβό χαμόγελο. «Της ποιας;» ρώτησε η Αλθία δείχνοντας σαστισμένη. «Ποιας λαίδης;» «Ρούμορ. Είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο», της εξήγησε η Φραντσέσκα. «Κανείς δεν ξέρει ποια κρύβεται από πίσω. Λέγεται πως είναι μέλος της υψηλής αριστοκρατίας». Η Αλθία την κοίταξε ανέκφραστα. «Και γιατί μια αριστοκράτισσα θα ήθελε να γράψει ένα βιβλίο;» «Λένε ότι είναι γεμάτο σκάνδαλα και φήμες -καμουφλαρισμένα, βέβαια. Όλοι τρέμουν μήπως τους έχει περιλάβει με την πένα της», συνέχισε η Φραντσέσκα. «Α, θα νιώσουν όμως ασήμαντοι αν δεν έχει ασχοληθεί καθόλου μαζί τους», πρόσθεσε ο Ρόκφορντ. Η Φραντσέσκα γέλασε. «Αυτό είναι αλήθεια». «Μα αυτό είναι παράλογο», είπε η Αλθία. «Κανείς δε θα ήθελε να συμπεριληφθεί σε ένα βιβλίο που ασχολείται με σκάνδαλα. Ποιος θα ήθελε να σπιλωθεί το όνομά του;» Η Φραντσέσκα σκέφτηκε ότι πραγματικά η Αλθία Ρόμπαρτ δε διέθετε καθόλου χιούμορ. Κοίταξε τον Ρόκφορντ και είδε την ευθυμία να παίζει στα μάτια του. «Έχετε δίκιο, φυσικά, λαίδη Αλθία», παρατήρησε μαλακά ο δούκας. «Δε θα μπορούσα να φανταστώ γιατί θα μου περνούσε από το μυαλό

62


κάτι τέτοιο». Έριξε ένα κωμικό βλέμμα στη Φραντσέσκα, και εκείνη αναγκάστηκε να γυρίσει το κεφάλι της για να κρύψει το χαμόγελό της. Αλλά η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά, και η Φραντσέσκα το κατάλαβε. Προφανώς η ανάλαφρη κοινωνική κουβεντούλα στην οποία η ίδια ήταν αυθεντία δεν έβρισκε ανταπόκριση στην Αλθία. Όφειλε, επομένως, να στρέψει τη συζήτηση σε ένα θέμα που θα ξυπνούσε το ενδιαφέρον της κοπέλας. Προσπάθησε να βρει ένα τέτοιο θέμα. Το πρόβλημα ήταν ότι δε γνώριζε καλά τη λαίδη Αλθία. «Σε λίγες μέρες είναι ο χορός της λαίδης Σίμινγκτον», είπε ύστερα από λίγο. «Θα πάτε, λαίδη Αλθία;» «Α, ναι. Είναι δεύτερη ξαδέρφη του πατέρα μου, ξέρετε». Η Φραντσέσκα έπνιξε ένα βογκητό. Είχε καταφέρει πράγματι να θίξει ένα θέμα που η άλλη απολάμβανε -τις οικογενειακές συγγένειες. «Α, κοιτάξτε, χαμηλώνουν τα φώτα», είπε ο Ρόκφορντ. «Το έργο θα αρχίσει σε λίγο». «Ναι, πράγματι». Ανακουφισμένη, η Φραντσέσκα έστρεψε την προσοχή της στη σκηνή. Όχι πως την πολυενδιέφεραν όσα διαδραματίζονταν εκεί. Την απασχολούσε περισσότερο το σχέδιό της. Απ' ότι έδειχναν τα πράγματα, είχαν αποτύχει όλες οι προσπάθειές της να κάνει τη λαίδη Αλθία να ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Θα ήταν καλύτερα, σκέφτηκε, να πραγματοποιήσει την ιδέα να επισκεφθεί στο διάλειμμα κάποιο άλλο θεωρείο, αφήνοντας τον Ρόκφορντ και την Αλθία μόνους. Φυσικά, θα ήταν πολύ καλύτερα αν μπορούσε να βρει κάποιον πιο ευχάριστο από τους Έβερσον. Ο κύριος Έβερσον πίστευε ότι ήταν ειδικός σε όλα και είχε την τάση να προσφέρει τη γνώμη του, είτε του την είχαν ζητήσει είτε όχι. Η κυρία Έβερσον, από την άλλη μεριά, είχε την τάση να κουβεντιάζει για τις αρρώστιες της, οι οποίες έδειχναν να είναι αμέτρητες, αλλά κατά τα φαινόμενα ποτέ δεν την εμπόδιζαν να παρευρίσκεται σε κάθε κοινωνική εκδήλωση. Οι κόρες τους, τουλάχιστον, είχαν πολύ λίγα να πουν -όχι πως ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς το λόγο, αφού οι γονείς τους κυριαρχούσαν σε

63


κάθε συζήτηση. Παρ' όλα αυτά, η Φραντσέσκα ήξερε ότι δεν είχε πολλές επιλογές. Όσο περνούσε η ώρα, σιγουρευόταν όλο και περισσότερο ότι η Αλθία Ρόμπαρτ δε θα ήταν η κατάλληλη σύζυγος για τον Ρόκφορντ, έπρεπε όμως να της δώσει άλλη μια ευκαιρία. Μπορεί, αν βρισκόταν μόνη της με το δούκα, να άνθιζε ξαφνικά. Έτσι, μόλις έπεσε η αυλαία και άναψαν τα φώτα, σηκώθηκε και στράφηκε στους άλλους. Αλλά ο Ρόκφορντ ήταν πιο γρήγορος από εκείνη. Είχε σηκωθεί κι εκείνος και, προτού προλάβει η Φραντσέσκα να μιλήσει, ρώτησε: «Κυρίες μου, Θα θέλατε να σας φέρω κάποιο αναψυκτικό; Ένα ποτήρι ραταφιά, μήπως;» «Τι ευγενικό εκ μέρους σας», του απάντησε στα γρήγορα η Φραντσέσκα προτού προλάβει να μιλήσει η Αλθία. «Αλλά όχι για μένα, ευχαριστώ. Νομίζω ότι θα πρέπει να πάω να χαιρετήσω την κυρία Έβερσον. Αλλά ίσως η λαίδη Αλθία θα ήθελε ένα ποτήρι». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε υψώνοντας τα φρύδια του. «Την κυρία Έβερσον;» «Ναι, την είδα απέναντι», του απάντησε η Φραντσέσκα με μια αόριστη κίνηση. «Ναι. Κι εγώ την είδα»«. Ο Ρόκφορντ την κοίταξε περίεργα. «Ε, τότε ... παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συνοδεύσω». «Τι πράγμα;» Τώρα ήταν η σειρά της Φραντσέσκας να τον κοιτάξει. «Εσείς;» Ήξερε ότι ο δούκας απέφευγε τον κύριο Έβερσον όπως ο διάβολος το λιβάνι από τότε που εκείνος είχε προσπαθήσει να τον παρασύρει να κάνει μια επένδυση στην Ινδία. Μόλις λίγες βδομάδες πριν, η Κάλι της είχε διηγηθεί, σκασμένη στα γέλια, πώς ο δούκας είχε περάσει ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο στο εξοχικό του λόρδου Κίμπρο προσπαθώντας να αποφύγει τον κύριο Έβερσον. Γιατί τώρα προσφερόταν να υποστεί την παρουσία του; «Ναι». Ο Ρόκφορντ της ανταπόδωσε το βλέμμα ανέκφραστα. «Εγώ». «Μα εγώ... Θέλω να πω...» «Ναι;» Ο δούκας ύψωσε το φρύδι του μ' εκείνο τον εξοργιστικό

64


τρόπο του. Η Φραντσέσκα ξεροκατάπιε. «Φυσικά. Πολύ ωραία». Στράφηκε στην άλλη γυναίκα με ένα χαμόγελο. «Λαίδη Αλθία, θα θέλατε να μας συντροφεύσετε κι εσείς;» Η Αλθία ανοιγόκλεισε τα μάτια της και κοίταξε προς την απέναντι μεριά του θεάτρου -σίγουρα θα αναρωτιέται, σκέφτηκε καυστικά η Φραντσέσκα, τι το τόσο ενδιαφέρον είχαν οι Έβερσον. «Ναι, εντάξει, απάντησε με μια μικρή καθυστέρηση και σηκώθηκε κι εκείνη. Ο Ρόκφορντ παραμέρισε για να αφήσει τις κυρίες να περάσουν πρώτες, αλλά προτού προλάβει η Φραντσέσκα να διανύσει τη μισή απόσταση προς την έξοδο, ακούστηκε ένα χτύπημα και η πόρτα άνοιξε. Στο άνοιγμα στεκόταν ο Γκάλεν Πέρκινς. Η Φραντσέσκα σταμάτησε απότομα, και για κάμποσα λεπτά έπεσε απόλυτη σιωπή στο θεωρείο. Ύστερα ο Πέρκινς υποκλίθηκε και μπήκε μέσα. «Λαίδη Χόξτοv, είστε πιο όμορφη όσο ποτέ άλλοτε. Φανταζόμουν ότι αυτά τα οκτώ χρόνια θα σας είχαν γεράσει, αλλά φαίνεται πως έχετε ανακαλύψει κάποιο μαγικό ελιξίριο». «Κύριε Πέρκινς», απάντησε η Φραντσέσκα με σφιγμένα χείλη, ενώ σκεφτόταν ότι δε θα μπορούσε να πει το ίδιο και για εκείνον. Δεν της άρεσε ποτέ αυτός ο άντρας, αλλά κάποτε ήταν γοητευτικός. Τα χρόνια της κραιπάλης είχαν πλαδαρέψει το άλλοτε σφριγηλό κορμί του και τις αδρές γραμμές του προσώπου του. Οι ξανθές μπούκλες του, χτενισμένες ακόμα επιμελώς ατημέλητες, είχαν χάσει μεγάλο μέρος της λάμψης τους και είχαν αραιώσει, και το βλέμμα των αχνογάλανων ματιών του ήταν κουρασμένο. «Παρακαλώ, δεχτείτε τα συλλυπητήριά μου για την απώλειά σας», συνέχισε ο Πέρκινς. «Ο λόρδος Χόξτον ήταν πολύ καλός φίλος και λυπήθηκα που έλειπα από τη χώρα όταν απεβίωσε». «Ευχαριστώ». Ο Ρόκφορντ προσπέρασε τις γυναίκες και στάθηκε μπροστά στη Φραντσέσκα. «Πέρκινς». «Ρόκφορντ», του απάντησε ο άλλος, δείχνοντας να διασκεδάζει με

65


την κίνηση του δούκα. «Ξαφνιάζομαι που σε βλέπω εδώ», συνέχισε ο Ρόκφορντ κοφτά. «Αλήθεια; Ήθελα να μιλήσω στη λαίδη Χόξτον. Δε θα μπορούσα να αγνοήσω μια παλιά φίλη». «Δεν ήμασταν ποτέ φίλοι», τον αντέκρουσε εκείνη. «Πολύ σκληρά λόγια», της απάντησε ο Πέρκινς. Το ειρωνικό χαμόγελο δεν είχε φύγει στιγμή από τα χείλια του. «Ύστερα από τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε, δεν περίμενα ότι θα ήσασταν τόσο αγενής». «Δεν εννοούσα ότι ξαφνιάστηκα που σε είδα εδώ, σε τούτο το θεωρείο», του εξήγησε κοφτά ο Ρόκφορντ, «αν και είναι κάπως ανάρμοστο εκ μέρους σου, τη στιγμή που δε σε προσκαλέσαμε. Αυτό που εννοούσα ήταν ότι δεν περίμενα να σε ξαναδώ στο Λονδίνο μετά την ξαφνική αναχώρησή σου πριν από οκτώ χρόνια». «Αυτά ανήκουν στο παρελθόν». «Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς τόσο απλά τη ζωή ενός ανθρώπου», τον αντέκρουσε ο Ρόκφορντ. «Βλέπω ότι δεν έχεις αλλάξει», είπε μακρόσυρτα ο Πέρκινς. «Πάντα ήσουν υποκριτικά ευσεβής». Γύρισε στη Φραντσέσκα και πρόσθεσε: «Αυτή τη φορά έχετε βάλει πιο ψηλούς στόχους, αγαπητή μου; Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόταν ο δύστυχος ο Άντριου». Η Φραντσέσκα σφίχτηκε. Όλα αυτά τα χρόνια είχε ξεχάσει πόσο βαθιά αντιπαθούσε αυτό τον άντρα. Αλλά ο δούκας μίλησε προτού προλάβει να ανοίξει το στόμα της για να τον βάλει στη θέση του. «Νομίζω πως είναι ώρα να φύγετε, κύριε Πέρκινς». Ο Πέρκινς έσφιξε τα χείλη του, και για μια στιγμή η Φραντσέσκα φοβήθηκε ότι θα αντιδρούσε οργισμένα -αν όχι κάτι χειρότερο-, στη συνέχεια όμως εκείνος χαλάρωσε. «Ασφαλώς, εξοχότατε». Πρόφερε τον τίτλο σαν προσβολή. Υποκλίθηκε στην Αλθία και τη Φραντσέσκα. «Κυρίες μου». Μετά έκανε μεταβολή και βγήκε από το θεωρείο. Για μερικά λεπτά δε μίλησε κανείς. Ύστερα η Αλθία είπε: «Πραγματικά, τι θρασύς άθρωπος. Μη μου πείτε ότι κάνατε στ' αλήθεια παρέα μαζί του, λαίδη

66


Χόξτον». «Όχι βέβαια», της απάντησε η Φραντσέσκα ενοχλημένη. «Ήταν γνωστός του μακαρίτη του άντρα μου, αυτό είναι όλο». «Πολύ απρεπές να έρθει εδώ», παρατήρησε η Αλθία. «Δε νομίζω ότι ο κύριος Πέρκινς σκοτίζεται για τους τύπους», παρατήρησε ξερά ο Ρόκφορντ. «Ε, τώρα δεν έχουμε χρόνο να κάνουμε επίσκεψη στους Έβερσον», είπε η Φραντσέσκα. «Ελάτε, ας καθίσουμε πάλι, λαίδη Αλθία». Την έπιασε αγκαζέ και την οδήγησε ξανά στις θέσεις τους. Η Αλθία βρέθηκε για μια ακόμα φορά καθισμένη ανάμεσα σ' εκείνη και τον Ρόκφορντ. Σε όλη τη διάρκεια της επόμενης πράξης, η Φραντσέσκα έριχνε κλεφτές ματιές στον Ρόκφορντ για να διαπιστώσει αν αυτός κοίταζε καθόλου την Αλθία. Το βλέμμα του ήταν συνέχεια καρφωμένο στη σκηνή, εκτός από μια φορά που τον έπιασε να κοιτάζει εκείνη. Κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της και χάρηκε που ήταν σκοτάδι. Ήλπιζε ότι οι προσπάθειές της δεν ήταν προφανείς. Ο Ρόκφορντ ήταν πάντα ενοχλητικά παρατηρητικός, κι αν καταλάβαινε τι σκάρωνε, μπορεί να τη διέταζε να σταματήσει. Το τέχνασμά της να επισκεφθεί ένα άλλο θεωρείο είχε αποτύχει, έτσι κατά τη διάρκεια του δεύτερου διαλείμματος έμεινε καθισμένη στη θέση της και έκανε μια τελευταία προσπάθεια να ανοίξει μια συζήτηση ανάμεσα στην Αλθία και τον Ρόκφορντ. Τελικά η συζήτηση έγινε κυρίως ανάμεσα σ' εκείνη και τον Ρόκφορντ, αν και η Φραντσέσκα έκανε ότι μπορούσε για να συμπεριλάβει και την Αλθία στην κουβέντα. Όταν ο Ρόκφορντ ανέφερε κάποιον μουσικοσυνθέτη, η Φραντσέσκα ρώτησε την Αλθία τι γνώμη είχε γι' αυτόν. Όταν εκείνος είπε ότι σκεφτόταν να επισκεφθεί το κτήμα του στην Κορνουάλη, η Φραντσέσκα τη ρώτησε αν της άρεσε η περιοχή. Όταν τέλος έγινε λόγος για το γέρικο άλογό της στο Ρέντφιλντς, η Φραντσέσκα γύρισε και ρώτησε την Αλθία αν της άρεσε η ιππασία. Ήταν πολύ κουραστικός αυτός ο τρόπος συζήτησης και ειλικρινά δεν ήξερε αν είχε ωφελήσει σε τίποτα. Η Αλθία απαντούσε μεν στις ερωτήσεις της, αλλά δεν ανέπτυσσε καθόλου το θέμα, έτσι η κουβέ-

67


ντα προχωρούσε μετ' εμποδίων. Η Φραντσέσκα δε φανταζόταν ότι ο δούκας θα αισθανόταν την ανάγκη να αναζητήσει τη συντροφιά της λαίδης Αλθία στο μέλλον, αλλά και να το έκανε, ήταν αποφασισμένη να τον αφήσει να το υποστεί μόνος του. Δεν είχε καμιά διάθεση να περάσει άλλο ένα βράδυ προσπαθώντας να της βγάλει τις λέξεις με το τσιγκέλι. Όταν το έργο τέλειωσε, ο Ρόκφορντ τις συνόδευσε στα σπίτια τους. Αφού συνόδευσε ευγενικά την Αλθία μέχρι την πόρτα της, ξαναγύρισε στην άμαξα για να πάει και τη Φραντσέσκα. Ο μπάτλερ της τους άνοιξε την πόρτα και, αφού έκανε μια υπόκλιση, πήγε για ύπνο. Η Φραντσέσκα στράφηκε προς τον Ρόκφορντ. Ξαφνικά ένιωσε απειλητική τη σιωπή του σπιτιού γύρω της. Απ' ότι θυμόταν, αυτή ήταν η πρώτη φορά που βρίσκονταν μόνοι -εντάξει, όχι εντελώς μόνοι, αλλά όσο μόνοι θα μπορούσαν να είναι. Οι υπηρέτες ήταν όλοι στα κρεβάτια τους πάνω. Και το αναμμένο κερί στο τραπεζάκι του χολ πρόσφερε τον μοναδικό φωτισμό. Η σιωπή ήταν βαριά, σχεδόν μια παρουσία από μόνη της, και πέρα από το κερί καιροφυλακτούσε το σκοτάδι. Κοίταξε το πρόσωπο του Ρόκφορντ και ένιωσε πάλι εκείνο το μυρμήγκιασμα που είχε νιώσει και τη βραδιά του χορού. Αλλά το στομάχι της βούλιαξε όταν πρόσεξε την έκφρασή του. Τα φρύδια του ήταν σμιγμένα και το στόμα του μια λεπτή γραμμή. Τα σκούρα μάτια του γυάλιζαν στο μισόφωτο. «Τι στο διάβολο νομίζεις ότι κάνεις;»

68


Κεφάλαιο 5 Η Φραντσέσκα ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Για μια στιγμή ένιωσε τόσο ξαφνιασμένη, που της ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Ύστερα ύψωσε το πιγούνι της και ρώτησε ψυχρά: «Συγνώμη; Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». «Σε παρακαλώ. Αυτή η αθώα έκφρασή σου μπορεί να πιάνει σε άλλους, αλλά όχι σ' εμένα που σε ξέρω από τότε που φορούσες κοντές φουστίτσες. Μιλάω για τη μικρή παράστασή σου απόψε». «Παράσταση; Δε νομίζεις ότι γίνεσαι λιγάκι δραματικός;» «Όχι. Εσύ πώς αλλιώς θα την έλεγες; Πρώτα το έφερες έτσι ώστε να πάμε οι τρεις μας στο θέατρο απόψε -αν και δεν είσαι φίλη της». «Κι εσύ πού το ξέρεις αυτό;» Ο Ρόκφορντ την κοίταξε ήρεμα. «Φραντσέσκα... σε -παρακαλώ, μη με υποτιμάς. Και στη συνέχεια, όταν πήγαμε στο θέατρο, άρχισες: "Πώς σας φαίνεται αυτό, λαίδη Αλθία;" και "Τι γνώμη έχετε γι' αυτόν το συνθέτη, λαίδη Αλθία;" Για να μην αναφέρω το σχέδιό σου να μας αφήσεις μόνους μας στο θεωρείο μου, ενώ εσύ θα πήγαινες να επισκεφθείς τους Έβερσον. Παραδέξου το. Ούτε λίγο ούτε πολύ, θέλησες να μου επιβάλεις την Αλθία Ρόμπαρτ απόψε. Και οφείλω να ομολογήσω ότι συνήθως δε φέρεσαι με τέτοια ατζαμοσύνη». «Ναι. Ε, λοιπόν, αν η γυναίκα είχε έστω και την παραμικρή ιδέα πώς να ανοίξει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με έναν άντρα, δε θα είχε χρειαστεί να το κάνω», του απάντησε η Φραντσέσκα θιγμένη. «Γιατί; Μη μου πεις ότι μ' έχει βάλει στο μάτι. Δεν μπορώ να τη φανταστώ να ρίχνει τη μύτη της για να κυνηγήσει οποιονδήποτε. Ούτε μπορώ να φανταστώ τη μητέρα της να ζητά τη βοήθεια οποιουδήποτε». «Όχι. Όχι, κανείς δε μου το ζήτησε. Η Αλθία δεν προσπαθεί να σε πιάσει στα δίχτυα της. Νομίζω ότι αυτό ήταν ξεκάθαρο». «Σε ξαναρωτώ, γιατί;». Η Φραντσέσκα έμεινε να τον κοιτάζει κάμποση ώρα, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει. Βλέποντας το δισταγμό της, ο Ρόκφορντ σταύρωσε τα μπράτσα του και ύψωσε το φρύδι του.

69


«Μην κάνεις τον κόπο να σκεφτείς κάποιο ψέμα. Το ξέρουμε και δύο ότι δε θα το πιστέψω». Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα. «Μάλλον όχι. Μπορείς να το δεχτείς ότι προσπαθούσα να σου κάνω χάρη;» «Φορτώνοντάς μου μια γυναίκα που μπορεί να απαριθμήσει το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς της μέχρι και πέντε γενιές πίσω;» την αντέκρουσε εκείνος. «Δεν ήξερα ότι ήταν τόσο πληκτική», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Δεν τη γνωρίζω καλά». «Κι όμως, σκέφτηκες ότι θα ήταν η τέλεια γυναίκα για μένα». «Όχι. Απλώς είναι μία από τις πιθανές υποψήφιες». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε φανερά άφωνος. Τελικά μίλησε, διαλέγοντας μία μία τις λέξεις του. «Και γιατί μπήκες στον κόπο να βρεις υποψήφιες;» «Ε, μα την αλήθεια, Ρόκφορντ, είναι καιρός να παντρευτείς πια. Είσαι τριάντα οκτώ χρονών και ως δούκας του Ρόκφορντ έχεις το καθήκον να...» «Γνωρίζω πολύ καλά την ηλικία μου, σ' ευχαριστώ», την έκοψε. «Όπως και τα καθήκοντά μου ως δούκα του Ρόκφορντ. Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί σκέφτηκες ότι ψάχνω για σύζυγο. Ή γιατί θα έπρεπε να ήσουν εσύ αυτή που θα μου έβρισκε τις υποψήφιες!» «Ρόκφορντ!» Η Φραντσέσκα κοίταξε προς τις σκάλες. «Σσσς. Θα μας ακούσουν οι υπηρέτες». Και λέγοντας αυτά, έκανε μεταβολή, πήρε το κηροπήγιο και μπήκε στο σαλόνι, κάνοντάς του νόημα να την ακολουθήσει. Ακούμπησε το κηροπήγιο στο πιο κοντινό τραπεζάκι και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Πολύ καλά». Τον κοίταξε και ίσιωσε τους ώμους της. «Θα σου πω, αφού επιμένεις». «Σε ακούω». Ο Ρόκφορντ την παρακολουθούσε βλοσυρός. Το κορμί του ήταν τεντωμένο σαν χορδή. «Το έκανα για να σε βοηθήσω», άρχισε να λέει η Φραντσέσκα κάπως νευρικά. «Μελέτησα τις διάφορες γυναίκες της αριστοκρατίας

70


και κατέληξα σ' αυτές που θα ήταν... κατάλληλες για να γίνουν δούκισσες. Δεν επιχείρησα να σου επιβάλω κάποια συγκεκριμένη. Απλώς σκέφτηκα πως, αν σου δινόταν η ευκαιρία να τις συναναστραφείς, μπορεί να συνειδητοποιούσες πως κάποια απ' όλες σου ταίριαζε». «Δε μου έχεις εξηγήσει ακόμα γιατί ένιωσες υποχρεωμένη να το κάνεις αυτό». «Για να σε αποζημιώσω γι' αυτό που σου έκανα!» ξέσπασε η Φραντσέσκα, καταπίνοντας τα δάκρυα που ένιωσε να ανεβαίνουν στα μάτια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε πιο ήρεμα: «Επειδή πίστεψα τη Δάφνη αντί για σένα. Επειδή δε σε εμπιστεύτηκα. Διέλυσα τον αρραβώνα μας. Ήθελα να επανορθώσω για το λάθος που έκανα πριν δεκαπέντε χρόνια». Ο Ρόκφορντ έμεινε να την κοιτάζει για κάμποσα δευτερόλεπτα. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό και η φωνή του τρομερά ήρεμη όταν είπε: «Διέλυσες τον αρραβώνα μας, κι όταν έμαθες ότι είχες άδικο, αυτή ήταν η αντίδρασή σου; Να μου βρεις μια σύζυγο για να αντικαταστήσεις εκείνη που έχασα;» «Όχι. Και βέβαια όχι», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Έτσι όπως το λες, το κάνεις να ακούγεται απαίσιο». «Πώς αλλιώς θα έπρεπε να ακουστεί;». «Δε σου την πρόσφερα ως αντικαταστάτριά μου. Αυτό είναι παράλογο. Απλά σκέφτηκα... ξέρω ότι δεν παντρεύτηκες όλα αυτά τα χρόνια. Και φοβήθηκα ότι... ε, ότι αυτό που σου έκανα σε επηρέασε και σε έστρεψε κατά του γάμου. Ότι σε έκανα να πιστέψεις πως οι γυναίκες δεν είναι άξιες εμπιστοσύνης, ότι θα σε απογοητεύαμε όλες. Ένιωσα υπεύθυνη». «Το ότι δεν παντρεύτηκα ήταν δική μου επιλογή, Φραντσέσκα». «Δεν μπορώ να μη νιώθω ότι, αν δεν ήμουν εγώ, αν δε σου είχα φερθεί όπως σου φέρθηκα, θα είχες παντρευτεί εδώ και πολύ καιρό», επέμεινε εκείνη. «Ανησυχούσα για σένα και σκέφτηκα πως τουλάχιστον αυτό το ταλέντο το διαθέτω, να ενώνω πετυχημένα ζευγάρια. Ειλικρινά, δεν, ήθελα να σε αναστατώσω . Προσπαθούσα να βοηθήσω. Θέλω να πω, κάποια στιγμή πρέπει να παντρευτείς». Εκείνος μόρφασε. «Τώρα μιλάς σαν τη γιαγιά μου». Της γύρισε την

71


πλάτη, απομακρύνθηκε μερικά βήματα και στράφηκε πάλι προς το μέρος της. «Με θεωρείς τόσο ανίκανο να βρω γυναίκα, ώστε να πρέπει να το κάνεις εσύ για μένα; Μου λείπει τόσο η γοητεία; Πιστεύεις ότι θα προκαλούσα φρίκη σε κάθε πιθανή υποψήφια έτσι και το επιχειρούσα μόνος μου;» Η Φραντσέσκα έμεινε να τον κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα. «Ε... εγώ...» Ο Ρόκφορντ ξαναγύρισε κοντά της έξαλλος από θυμό. «Είμαι τόσο αδέξιος; Πες μου, εσύ τουλάχιστον θα έπρεπε να το ξέρεις. Το φλερτ μου ήταν τόσο απαίσιο;» Η Φραντσέσκα τον κοιτούσε σαστισμένη, έτσι όπως ορθωνόταν πανύψηλος από πάνω της. Ο θυμός του τη συγκλόνισε. Στεκόταν πελώριος, πολύ κοντά της, και τα μάτια του άστραφταν με μια εσωτερική φλόγα. «Ήταν το φιλί μου τόσο αποκρουστικό;» συνέχισε εκείνος με φωνή που μόλις ακουγόταν. «Ήταν το άγγιγμά μου τόσο απωθητικό για σένα;» Ύστερα την ξάφνιασε ακόμα περισσότερο, όταν την άρπαξε από τα μπράτσα, την κόλλησε πάνω του και το στόμα του κάλυψε άγρια, απαιτητικά το δικό της. Η Φραντσέσκα ένιωσε να ριζώνει στο σημείο όπου στεκόταν, το μυαλό της να αδειάζει από κάθε σκέψη. Το μόνο που ένιωθε ήταν τα δάχτυλά του που έσφιγγαν άγρια τα μπράτσα της και την καυτή, σκληρή πίεση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Μια φλόγα φούντωσε μέσα της και άρχισε να τρέμει, έκπληκτη τόσο με αυτό που είχε κάνει ο Ρόκφορντ όσο και με τη δική της αντίδραση. Το φιλί του ήταν τόσο επίμονο, που τα χείλια της άνοιξαν και η γλώσσα του τρύπωσε μέσα. Η Φραντσέσκα ένιωσε το σώμα της να φλογίζεται και το δέρμα της να ανατριχιάζει. Αισθάνθηκε μια περίεργη αδυναμία, μια ζαλάδα, και θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα αν δεν την κρατούσε εκείνος από τα μπράτσα. Όσο ξαφνικά τη φίλησε, το ίδιο ξαφνικά την παράτησε. Τα μάτια του φάνταζαν λαμπερά και πελώρια. Ο Ρόκφορντ πρόφερε μια βρισιά και τράβηξε τα χέρια του από πάνω της. Ύστερα έκανε μεταβολή

72


και βγήκε από την πόρτα. Για πολλή ώρα, η Φραντσέσκα έμεινε εκεί όπου στεκόταν κοιτάζοντας την πόρτα. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της και η ανάσα της έβγαινε γρήγορη και κοφτή. Ένιωθε ζαλισμένη, κατακλυσμένη από ένα πλήθος διαφορετικά συναισθήματα. Τα λόγια του είχαν ματώσει την καρδιά της και ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Άθελά της τον είχε πληγώσει. Ήθελε να τρέξει πίσω του και να τον παρακαλέσει να μείνει και να την ακούσει. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον πληγώσει. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τον κάνει να το πιστέψει αυτό. Έπρεπε να του δώσει να καταλάβει πως οι προθέσεις της για ότι είχε κάνει δεν ήταν κακοπροαίρετες. Πώς ήταν δυνατόν τα σχέδιά της να είχαν εξελιχθεί σε τέτοια καταστροφή; Εντάξει, το περίμενε ότι μπορεί να εκνευριζόταν με τις μηχανορραφίες της, αλλά δεν το περίμενε ποτέ να εξοργιστεί τόσο. Και τώρα φοβόταν ότι μπορεί να είχε χάσει τον Ρόκφορντ για πάντα, ότι μπορεί να μην τον είχε πια ούτε σαν φίλο. Μ' αυτή τη σκέψη πάγωσε ολόκληρη. Και γιατί την είχε φιλήσει; Το φιλί του δεν μπορούσε με τίποτε να εκληφθεί ως έκφραση συναισθημάτων -ή, τουλάχιστον, καλών συναισθημάτων. Το στόμα του ήταν σκληρό, άγριο, είχε απαιτήσει τα χείλη της, δεν τα είχε χαϊδέψει. Υπήρχε περισσότερο θυμός παρά πάθος στον τρόπο που την είχε αρπάξει και είχε πιέσει το στόμα του στο δικό της. Ήταν σαν να την τιμωρούσε. Αλλά αυτό που είχε αισθανθεί εκείνη μόνο τιμωρία δεν ήταν. Η Φραντσέσκα ακούμπησε μαλακά τα ευαίσθητα χείλη της με τα ακροδάχτυλά της. Μπορούσε να νιώσει ακόμα την αίσθηση των χειλιών του στα δικά της, τη γεύση του στόματός του. Και βαθιά μέσα της αισθανόταν να λιώνει. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο ζωντανή τουλάχιστον όχι εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Ήθελε να πέσει στο κρεβάτι της και να ρίξει ένα γενναίο κλάμα. Ήθελε να κουλουριαστεί και να αφήσει την ανάμνηση αυτού του φιλιού να την ταξιδέψει ξανά. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καθόλου σίγουρη τι ήταν αυτό που ήθελε στ' αλήθεια.

73


Μπερδεμένη και συγκλονισμένη, έκανε μεταβολή, πήρε το κερί και ανέβηκε στο δωμάτιό της. *** Ο δούκας του Ρόκφορντ διάβηκε το κατώφλι του Γουάιτς χωρίς να κοιτάξει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν ήταν βέβαιος γιατί είχε πάει εκεί. Εκείνη τη στιγμή σίγουρα δεν είχε διάθεση για παρέα, αλλά ούτε άντεχε την προοπτική να γυρίσει στο πελώριο, άδειο Λιλ Χάουζ. Το μόνο που ήθελε, σκέφτηκε, ήταν να καθίσει με ένα μπουκάλι πόρτο και να πιει μέχρι να ξεχάσει. Έχοντας αυτό κατά νου, έκανε νόημα στον Τίμονς, τον μαιτρ, και σωριάστηκε σε μια καρέκλα σε ένα σημείο της αίθουσας όπου δεν καθόταν κανείς άλλος. Έγειρε πίσω το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να ξαναβρεί κάπως την ηρεμία του. Πώς στο διάβολο κατάφερε να τον κάνει άνω κάτω ύστερα από τόσα χρόνια; Ήξερε ότι όλοι τον θεωρούσαν γενικά ήρεμο άνθρωπο -ψύχραιμο σε περιπτώσεις κρίσης και καθόλου ευέξαπτο. Μόνο όταν βρισκόταν με τη Φραντσέσκα έπιανε τον εαυτό του έτοιμο να εκραγεί. Άκουσε βήματα να σταματούν δίπλα στην καρέκλα του, αλλά κράτησε τα μάτια του κλειστά, ελπίζοντας πως όποιος ήταν θα τον προσπερνούσε. Ο άλλος, όμως, δεν έκανε καμιά κίνηση να απομακρυνθεί, έτσι, ύστερα από λίγο, ο Ρόκφορντ αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια του. «Γκίντεον!» Δεν ήξερε ποιον περίμενε να δει -μάλλον κάποιον από τους τύπους που δε χάνουν την ευκαιρία να μιλήσουν σε ένα δούκα και δεν μπορείς να τους κρατήσεις με τίποτα μακριά-, πάντως σίγουρα όχι τον άντρα που στεκόταν εκείνη τη στιγμή δίπλα στην καρέκλα του. «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» «Είμαι μέλος της λέσχης», του απάντησε ο άλλος και ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Αν θυμάσαι, εσύ με σύστησες». Ο Ρόκφορντ μόρφασε. «Αυτό το ξέρω. Απλώς έρχεσαι σπάνια εδώ ιδιαίτερα τέτοια ώρα το βράδυ». Του έδειξε με το χέρι την καρέκλα στα δεξιά του. «Παρακαλώ. Κάθισε». «Θα μπορούσα να πω το ίδιο και για σένα». Ο Γκίντεον, κόμης του

74


Ράντμπορν, κάθισε στην καρέκλα που του έδειξε ο Ρόκφορντ. Ο Γκίντεον ήταν ξάδερφος του δούκα, ένας ακόμη ανιψιός της φοβερής και τρομερής λαίδης Οντίλια Πενκάλι, και μπορούσες να διακρίνεις μια αχνή οικογενειακή ομοιότητα ανάμεσά τους. Ήταν και οι δύο ψηλοί, με πυκνά, σκούρα μαλλιά, αλλά ο Γκίντεον ήταν λίγο πιο κοντός, είχε πιο φαρδιές πλάτες και έναν τόνο πιο ανοιχτά μαλλιά. Ωστόσο, δεν ήταν αυτά που τον έκαναν να διαφέρει από το δούκα, όσο ο τρόπος που στεκόταν και το πιο σκληρό και επιφυλακτικό πρόσωπό του. Αν και ήταν κόμης, ο λόρδος Ράντμπορν είχε μεγαλώσει στις άγριες γειτονιές του Ιστ Εντ του Λονδίνου, χωρίς να ξέρει ότι ήταν ο γιος του κόμη του Ράντμπορν. Πήγαινε περίπου ένας χρόνος που είχε αποκαλυφθεί η αλήθεια για την καταγωγή του, και σ' αυτό το διάστημα εκείνος και ο Ρόκφορντ είχαν γίνει φίλοι, κι αυτό όχι τόσο λόγω συγγένειας όσο επειδή ταίριαζαν ως χαρακτήρες. Ο δούκας ύψωσε τώρα αδιάφορα τους ώμους και είπε: «Το παραδέχομαι ότι δε μου πολυαρέσουν οι λέσχες. Φοβάμαι ότι είμαι βαρετός τύπος. Απλώς περνάω μια στις τόσες για ένα ποτηράκι προτού πάω για ύπνο. Αλλά εγώ δεν έχω μια όμορφη σύζυγο να με περιμένει σπίτι», κατέληξε κοιτάζοντας με νόημα τον άλλο άντρα. «Ούτε εγώ έχω», του απάντησε ο Γκίντεον. «Η Αϊρίν έφυγε με τη μητέρα της για να επισκεφθεί τη λαίδη Γουίνγκεϊτ, τη γυναίκα του αδερφού της. Βλέπεις, πλησιάζει ο καιρός που θα γεννήσει». «Α». Ο Ρόκφορντ κούνησε το κεφάλι του. «Και θέλει την Αϊρίν δίπλα της». Το συνήθως μελαγχολικό πρόσωπο του Γκίντεον φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. «Ειλικρινά, αμφιβάλλω. Η Μόρα και η Αϊρίν ταιριάζουν όσο ο σκύλος με τη γάτα -και αυτό όταν είναι στις καλές τους. Όχι, τη μητέρα της Αϊρίν θέλει δίπλα της, και η Αϊρίν απλά τη συνόδευσε στο ταξίδι. Η μητέρα της θα μείνει εκεί κάμποσες βδομάδες, αλλά η Αϊρίν θα γυρίσει σε μια βδομάδα, αν αντέξει να μείνει και τόσο. Για την ώρα, όμως, νιώθω σαν χαμένος». «Και δε σου αρέσει καθόλου, υποθέτω», του απάντησε ο Ρόκφορντ. Όλοι στην αριστοκρατία γνώριζαν τη βαθιά αφοσίωση του ξαδέρφου του στην καινούρια του σύζυγο. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι η

75


γυναίκα του τον έσερνε από τη μύτη -αν και κανείς δεν τολμούσε να του το πει κατάμουτρα. «Όχι». Ο Γκίντεον συνοφρυώθηκε. «Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Προτού γνωρίσω την Αϊρίν, τα περνούσα μια χαρά μόνος. Τώρα, όμως, είναι περίεργο πόσο άδειο μου φαίνεται το σπίτι χωρίς εκείνη». Ο Ρόκφορντ ύψωσε τους ώμους του. «Φοβάμαι πως αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το καταλάβει ο συγκεκριμένος εργένης». Ο Τίμονς εμφανίστηκε με ένα μπουκάλι πόρτο και, όντας παρατηρητικός, δύο ποτήρια. Οι δύο άντρες πέρασαν κάμποσα λεπτά σιωπηλοί πίνοντας το ποτό τους. Ύστερα ο Ράντμπορν έριξε μια ματιά στον Ρόκφορντ και είπε: «Δεν ήξερα αν είχες διάθεση για παρέα ή όχι. Φαινόσουν σαν... δεν ξέρω... σαν να χρειαζόσουν κάποιον για μάρτυρα». Ο δούκας γέλασε κοφτά. «Όχι. Δε θα μονομαχήσω. Απλώς... η λαίδη Χόξτον». Τέλειωσε το ποτό του και ξαναγέμισε το ποτήρι του. Η εξήγηση δε φάνηκε να διαφώτισε ιδιαίτερα τον Γκίντεον. «Έχεις... προβλήματα με την κυρία;» «Είναι η πιο εκνευριστική, η πιο δύσκολη η πιο... ανεκδιήγητη γυναίκα που γνώρισα ποτέ μου!» ξέσπασε ο Ρόκφορντ. Ο Γκίντεον ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Κα... κατάλαβα». «Όχι, είμαι σίγουρος ότι δεν κατάλαβες», τον αντέκρουσε ο δούκας. «Δεν έχεις περάσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια προσπαθώντας να τα βγάλεις πέρα μ' αυτή τη γυναίκα». Ο Γκίντεον μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. «Απόψε σκάρωσε το τελευταίο από τα κόλπα της. Ξέρεις τι κάνει;» Ο δούκας του έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Ξέρεις ποια είναι η τελευταία ηλιθιότητα που προσπαθεί να μου επιβάλει;» «Ειλικρινά, όχι». «Θέλει να μου βρει σύζυγο». Ο Ρόκφορντ μόρφασε λες και η τελευταία λέξη ήταν τόσο πικρή, που δεν άντεχε ούτε να την προφέρει. «Έχει βαλθεί να μου διαλέξει τη γυναίκα που κατά τη γνώμη της θα γίνει η καλύτερη δούκισσα του Ρόκφορντ». «Υποθέτω ότι εσύ δεν της το ζήτησες», είπε ο Γκίντεον. «Και βέβαια όχι. Πιστεύει ότι, αν μου βρει σύζυγο, Θα επανορθώ-

76


σει για... κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια». Σταμάτησε και κοίταξε τον Γκίντεον. «Να πάρει ο διάβολος, ας το πάρει το ποτάμι. Η αλήθεια είναι ότι διέλυσε τον αρραβώνα μας». Ο Γκίντεον τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. «Αρραβώνα; Εσύ και η λαίδη Χόξτον είστε αρραβωνιασμένοι;» Ο δούκας αναστέναξε. «Ήμασταν, πριν από πολλά χρόνια. Πριν γίνει λαίδη Χόξτον. Μιλάω για δεκαπέντε χρόνια πριν, τότε που ήταν απλώς η λαίδη Φραντσέσκα, η κόρη του κόμη του Σέλμπρουκ». «Μα πώς και δεν άκουσα ποτέ γι' αυτό; Θέλω να πω, εντάξει, δε Θα μπορούσα να το μάθω εκείνη την εποχή, αλλά από τότε που ξαναγύρισα στην οικογένεια... Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί η θεία Οντίλια ή η γιαγιά μου ή κάποιος άλλος δε μου το ανέφερε ποτέ». «Επειδή δεν το έμαθαν ποτέ ούτε εκείνες», του απάντησε ο Ρόκφορντ. «Ο αρραβώνας μας ήταν μυστικός». Αναστέναξε και ξαφνικά φάνηκε πιο μεγάλος, πιο κουρασμένος. «Η Φραντσέσκα είχε κλείσει μόλις τα δεκαοκτώ. Την ήξερα από πιτσιρίκα, βέβαια. Το Ρέντφιλντς, το κτήμα του Σέλμπρουκ, συνορεύει με τα κτήματά μου στο Ντάνσι Παρκ. Αλλά εκείνο τον τελευταίο χειμώνα, όταν ήταν δεκαεπτά, την είδα και...» Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Ήταν λες και έπεσαν οι παρωπίδες μου. Ήταν η δεύτερη μέρα των Χρστουγέννων και είχαμε οργανώσει ένα χορό. Είχε έρθει κι εκείνη, φορώντας επιτέλους μακριά τουαλέτα και μια μπλε κορδέλα στα μαλλιά της που ταίριαζε απόλυτα με τα μάτια της. Θαμπώθηκα». Κοίταξε τον Γκίντεον θλιμμένος. «Ξέρω τι εννοείς», τον βεβαίωσε εκείνος ξερά. «Ναι, υποθέτω ότι ξέρεις. Λοιπόν... την ερωτεύτηκα. Προσπάθησα να το πολεμήσω. Είπα στον εαυτό μου ότι ήταν πολύ νέα. Εκείνη έδειχνε να μου ανταποδίδει τα συναισθήματα, αλλά ήξερα ότι δεν είχε κάνει καν το ντεμπούτο της. Δεν είχε πάει σε κανένα πάρτι στο Λονδίνο, μόνο στην επαρχία. Γνώριζε πολύ λίγους άντρες πέρα από τους συγγενείς της και τους ντόπιους. Πώς ήταν δυνατόν να ήξερε στ' αλήθεια τι ήθελε η καρδιά της;» Ο Ρόκφορντ έμεινε σιωπηλός για λίγο, ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και κοίταξε σκεφτικός το ποτήρι του. Όταν σήκωσε πάλι το

77


κεφάλι του, το πρόσωπό του ήταν σοβαρό, άδειο από κάθε ίχνος συναισθήματος . «Τελικά δεν κατάφερα να κρατηθώ και να περιμένω να κάνει το ντεμπούτο της. Φοβήθηκα ότι, αν κρατιόμουν στα παρασκήνια, θα εμφανιζόταν κάποιος άλλος και θα μου την έπαιρνε». «Έτσι συμβιβάστηκες με ένα μυστικό αρραβώνα», είπε ο Γκίντεον. «Ακριβώς. Έβλεπα τα μάτια της να λάμπουν σαν αστέρια. Το ήξερα ότι πίστευε πως μ' αγαπούσε. Εγώ όμως φοβόμουν ότι είχε απλώς θαμπωθεί από το πρώτο της ειδύλλιο. Δεν άντεχα να την αφήσω ελεύθερη χωρίς να της εκφράσω το ενδιαφέρον μου, τις ελπίδες που έτρεφα για το μέλλον μας. Αλλά ούτε ήθελα να τη δέσω αμετάκλητα με έναν επίσημο αρραβώνα. Αν άλλαζε γνώμη ή αν συνειδητοποιούσε ότι δε με αγαπούσε τόσο όσο νόμιζε, θα μπορούσε να τον διαλύσει χωρίς σκάνδαλο». «Κατάλαβα». Ο Γκίντεον δεν είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε αριστοκράτες, αλλά είχε μάθει αρκετά για την κοινωνία στην οποία ζούσε πλέον ώστε να ξέρει ότι η διάλυση ενός αρραβώνα είναι ένα σκάνδαλο που μπορεί να στοιχειώσει, ιδιαίτερα μια γυναίκα, για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Ως εκ τούτου, κανείς από τους δύο ενδιαφερόμενους δεν αποφάσιζε να κάνει πίσω, ακόμα και όταν είχε σοβαρές αμφιβολίες για τον επικείμενο γάμο. «Δυστυχώς, στο τέλος αποδείχτηκε ότι είχα δίκιο. Εκείνη δε με αγαπούσε αρκετά». «Τι συνέβη;» Ο δούκας ύψωσε τους ώμους του. «Την εξαπάτησαν. Την έκαναν να πιστέψει ότι είχα σχέση με μια άλλη γυναίκα. Προσπάθησα να της εξηγήσω, να της πω την αλήθεια, αλλά δε με πίστεψε. Αρνήθηκε να με δει. Μέχρι να τελειώσει η σεζόν, είχε αρραβωνιαστεί το λόρδο Χόξτον. Τέλος της ιστορίας». «Μέχρι τώρα». Ο Ρόκφορντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Μέχρι τώρα». Άδειασε το ποτήρι του και άπλωσε το χέρι του να το ξαναγεμίσει. «Πρόσφατα ανακάλυψε ότι της είχαν πει ψέματα, ότι η εν λόγω κυρία είχε φροντίσει ώστε να μας πιάσει η Φραντσέσκα σε αμφιλεγόμενη στάση. Κατάλαβε ότι της είχα πει την αλήθεια και εκείνη είχε κάνει

78


λάθος, ότι με είχε αδικήσει». Ύψωσε το ποτήρι του στην υγειά του Γκίντεον. «Έτσι αποφάσισε να επανορθώσει βρίσκοντάς μου σύζυγο». Ο Γκίντεον παρακολούθησε σιωπηλός το δούκα να αδειάζει μονορούφι το ποτήρι του. Δεν είχε ξαναδεί τον Ρόκφορντ να πίνει με τέτοιο ρυθμό. Βέβαια, δεν τον είχε ξαναδεί και τόσο ... εκτός εαυτού. Ο δούκας ήταν ένας από τους πιο συγκρατημένους ανθρώπους που είχε γνωρίσει ποτέ, σπάνια έδειχνε το θυμό ή την ενόχλησή του. Αλλά εκείνο το βράδυ ήταν φανερά ταραγμένος και η οργή έβραζε μέσα του, έτοιμη να ξεχειλίσει από στιγμή σε στιγμή. Μια ματιά αρκούσε για να καταλάβει κανείς ότι έκανε προσπάθεια να τη συγκρατήσει. «Πώς στην ευχή της μπήκε στο κεφάλι να κάνει κάτι τέτοιο;» ξέσπασε ο Ρόκφορντ ακουμπώντας δυνατά το ποτήρι του στο τραπεζάκι ανάμεσά τους. «Θεέ μου, και να σκεφτείς ότι για λίγο ήμουν αρκετά ηλίθιος ώστε να πιστέψω...» Όταν δε συνέχισε, ο Γκίντεον τον πίεσε μαλακά: «Να πιστέψεις τι;» Ο Ρόκφορντ κούνησε το κεφάλι του, κάνοντας μια απαξιωτική κίνηση με το χέρι του. «Δεν έχει σημασία. Δεν είναι τίποτα». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Μου είπε ότι είχε μάθει την αλήθεια και μου ζήτησε συγνώμη. Και στη συνέχεια με στρίμωξε ώστε να τη συνοδεύσω μαζί με τη λαίδη Αλθία Ρόμπαρτ στο θέατρο. Νόμισα ...» «Ότι ήθελε να ξανα...» «Όχι!» τον έκοψε ο Ρόκφορντ. «Προς Θεού, όχι. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Απλώς σκέφτηκα ότι ίσως ήλπιζε να γίνουμε καλύτεροι φίλοι τώρα. Και τότε εκείνη προσπάθησε να μου φορτώσει τη λαίδη Αλθία. Ακούς εκεί, τη λαίδη Αλθία!» «Δεν τη γνωρίζω»» «Δε χρειάζεται να τη γνωρίσεις», του απάντησε ωμά ο δούκας. «Είναι όμορφη, αλλά πολύ ψηλομύτα για τα γούστα μου. Για να μην αναφέρω ότι ύστερα από δέκα λεπτά κουβέντας μαζί της είσαι έτοιμος για ύπνο». «Αγαπάς ακόμα τη λαίδη Χόξτον;» Ο Ρόκφορντ τον κοίταξε, ύστερα έστρεψε βιαστικά αλλού το βλέμμα του και είπε τραχιά: «Σαχλαμάρες. Και βέβαια όχι. Εντάξει, εξακο-

79


λουθώ να τρέφω κάποια συναισθήματα γι' αυτήν. Είμαστε παλιοί... εντάξει, όχι ακριβώς φίλοι, αλλά τη νιώθω σαν οικογένεια». Ο Γκίντεον ύψωσε με σκεπτικισμό το φρύδι του ακούγοντας την περιγραφή, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Δεν έτρεφα έναν ανεκπλήρωτο έρωτα γι' αυτήν όλα αυτά τα χρόνια», συνέχισε σταθερά ο δούκας. «Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω σ' αυτό που ήμασταν, σ' αυτό που νιώθαμε. Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε. Έχουν σβήσει από την καρδιά και των δύο τα συναισθήματα που νιώθαμε νέοι. Δεν είμαι θυμωμένος μαζί της επειδή ήλπιζα ότι εμείς οι δύο θα μπορούσαμε... Όχι, απλώς με τσάντισε η απόφασή της να πάρει στα χέρια της τη ζωή μου. Όλοι την αφήνουν να κάνει το δικό της. Είναι πολύ καλή στις μηχανορραφίες». Ο Γκίντεον χαμογέλασε. «Έχω προσωπική πείρα». «Αλλά να αποφασίσει για λογαριασμό μου;» Τα μάτια του Ρόκφορντ άστραψαν. «Να πιστεύει ότι αυτή είναι πιο ικανή να διαλέξει τη γυναίκα μου από μένα; Ότι χρειάζομαι τη βοήθειά της για να παντρευτώ;» Μια φλέβα πετάρισε στο σαγόνι του καθώς έσφιγγε τα δόντια του. Ο Ρόκφορντ γέμισε για τέταρτη φορά το ποτήρι του και ήπιε μια γερή γουλιά. «Και στη συνέχεια είχε το θράσος να μου κάνει κήρυγμα για τα καθήκοντά μου. Σ' εμένα! Λες και είμαι κανένα παιδαρέλι που κάνει το κέφι του χωρίς να νοιάζεται για το όνομα της οικογένειάς του. Λες και δεν έχω αφιερώσει όλη τη ζωή μου στον τίτλο και τα κτήματά μου από τότε που ήμουν δεκαοκτώ χρονών. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έκανε κι έναν υπαινιγμό ότι έχω ξεπεράσει την ηλικία γάμου. Λες και πρέπει να παντρευτώ την πρώτη ηλίθια και να κάνω παιδιά επειδή σε λίγο δε θα μπορώ!» Ο Γκίντεον έπνιξε το χαμόγελό του. «Είμαι σίγουρος ότι δεν ήθελε να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο». Ο δούκας κάτι γρύλισε και ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό του. «Συγνώμη αν χώνω τη μύτη μου -το ξέρεις ότι οι τρόποι μου δεν είναι και τόσο εκλεπτυσμένοι», άρχισε να λέει ο Γκίντεον. «Αλλά δεν έχεις σκοπό να παντρευτείς;»

80


«Και βέβαια θα παντρευτώ. Πρέπει. Κάποια στιγμή». «Δεν ακούγεσαι να ανυπομονείς». Ο Ρόκφορντ ύψωσε τους ώμους του. «Απλώς δεν έχω βρει μια γυναίκα που να θέλω να παντρευτώ. Όλοι μου θυμίζουν το καθήκον μου να αποκτήσω απογόνους, και υποθέτω ότι έχουν δίκιο. Η οικογένεια πρέπει να συνεχιστεί. Και ο ξάδερφός μου ο Μπέρτραμ δεν έχει καμιά όρεξη να κληρονομήσει μαζί με τον τίτλο του δούκα τη δουλειά και τις ευθύνες που τον συνοδεύουν . Αλλά σίγουρα έχω ακόμα χρόνο. Δεν είμαι ακόμα έτοιμος να εγκαταλείψω το θνητό τούτο σαρκίο». Κούνησε το ποτό στον πάτο του ποτηριού κοιτάζοντάς το βλοσυρός. «Κάποια μέρα θα βρω μια σύζυγο. Και θα το κάνω όποτε θέλω εγώ, χωρίς καμιά βοήθεια από τη λαίδη Χόξτον». «Οφείλω να ομολογήσω ότι στην περίπτωσή μου τα πήγε μια χαρά», είπε ήρεμα ο Γκίντεον παρακολουθώντας τον ξάδερφό του. «Δε θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερη σύζυγο από την Αϊρίν». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Ίσως θα έπρεπε να την αφήσεις να δοκιμάσει». Ο Ρόκφορντ ξεφύσηξε. «Θα της άξιζε να το κάνω». Αυτή η σκέψη σαν να του άρεσε. Σταμάτησε να μιλάει και κάρφωσε το βλέμμα του στο κενό. Στο τέλος ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του καθώς έπινε σκεφτικός μια ακόμα γουλιά. «Μπορεί και να το κάνω», μουρμούρισε. «Και τότε θα δούμε πόσο θα το χαρεί η λαίδη Χόξτον να μου βρει την κατάλληλη δούκισσά μου».

81


Κεφάλαιο 6 Ο σερ Άλαν έφτασε στο σπίτι της Φραντσέσκας το επόμενο από γεύμα μαζί με την κόρη του. Η Φραντσέσκα ανακουφίστηκε όταν τους είδε. Όλη μέρα ένιωθε αποκαρδιωμένη, φοβόταν ότι είχε χάσει τη φιλία του Ρόκφορντ για πάντα. Είχε αρχίσει κάμποσες δουλειές και τις είχε παρατήσει στη μέση, ανίκανη να συγκεντρωθεί σε κάτι, καθώς το μυαλό της ξαναγύριζε συνέχεια στο θυμό του. Ήταν τρομερά άδικο, σκεφτόταν, να θυμώσει ο δούκας τόσο μαζί της, ενώ το μόνο που είχε κάνει ήταν να προσπαθήσει να τον βοηθήσει. Μπορεί να είχε αποδειχτεί λίγο πιο αδέξια απ' ότι συνήθως, αλλά σίγουρα ο Ρόκφορντ μπορούσε να καταλάβει ότι δεν το είχε κάνει με κακές προθέσεις. Αν την είχε αφήσει να του εξηγήσει, ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να τον κάνει να καταλάβει -ή τουλάχιστον να τον εμποδίσει να εξοργιστεί. Δεν ήταν στο χαρακτήρα του να θυμώνει τόσο εύκολα και να μη θέλει να ακούσει τη φωνή της λογικής. Αλλά η Φραντσέσκα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι είχε αυτή την επίδραση πάνω του. Κάτι της έλεγε ότι τον ενοχλούσε ο επιπόλαιος χαρακτήρας της. Ο Ρόκφορντ ήταν πάντα σοβαρός -ε, όχι ακριβώς σοβαρός, γιατί διέθετε αίσθηση του χιούμορ και ένα υπέροχο γέλιο. Και, βέβαια, όταν χαμογελούσε, το δωμάτιο λες και φωτιζόταν ολόκληρο. Δεν ήταν ένα από εκείνα τα φοβερά και πάντα βλοσυρά πρόσωπα. Αλλά ήταν πάντα πολύ υπεύθυνος, πολύ προσηλωμένος στο καθήκον του, προσεκτικός και οργανωμένος σε ότι κι αν έκανε. Ήταν σπουδασμένος, θα μπορούσες να τον πεις διανοούμενο, και τα ενδιαφέροντά του κάλυπταν μια ευρεία γκάμα θεμάτων. Συνδιαλεγόταν με επιστήμονες και λόγιους πάνω σε διάφορα θέματα. Η Φραντσέσκα το ήξερε ότι θα έπρεπε να τη θεωρεί ελαφρόμυαλη και ρηχή, μια γυναίκα που ενδιαφερόταν μόνο για τα ρούχα, τα καπέλα και το κουτσομπολιό. Και αυτός ήταν ο λόγος, τότε που είχαν αρραβωνιαστεί, που φοβόταν ότι θα έφτανε μια μέρα που ο δούκας θα τη βαριόταν ή, ακόμα χειρότερα, θα την έβλεπε σαν ενόχληση. Και τώρα που του είχε περάσει από καιρό το ξεμυάλισμα μαζί της,

82


ήταν σίγουρη ότι την έβλεπε σαν ενόχληση. Παρ' όλα αυτά, την ξάφνιαζε η ακραία αντίδρασή του. Ευχόταν να είχε προσπαθήσει πιο διακριτικά να τον φέρει σε επαφή με την Αλθία, και είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της μέρας να σκέφτεται και να ξανασκέφτεται τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά. Όταν έφτασε ο σερ Άλαν, τον υποδέχτηκε εγκάρδια, χαρούμενη που μπορούσε να στρέψει την προσοχή της σε κάποιον άλλο. Ο σερ Άλαν της χαμογέλασε και η Φραντσέσκα διέκρινε ξανά τον αντρικό θαυμασμό στα μάτια του. Θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική μαζί του, γιατί δεν ήθελε να ενθαρρύνει τις όποιες ερωτικές βλέψεις του. Η Φραντσέσκα στράφηκε βιαστικά να χαιρετήσει την κόρη του και μετά χτύπησε το κουδούνι για το τσάι. Ύστερα τους κάλεσε να καθίσουν να κουβεντιάσουν. Όσο κουβέντιαζαν, παρακολουθούσε διακριτικά τη Χάριετ. Ήταν αρκετά χαριτωμένη κοπέλα, με όμορφα καστανά μάτια, πυκνά καστανά μαλλιά και μικρή, ανασηκωμένη μυτούλα. Το δέρμα της ήταν πολύ ηλιοκαμένο -προφανώς δε φρόντιζε να φοράει καπέλο όταν έβγαινε στο ύπαιθρο-, αλλά τουλάχιστον δεν είχε πανάδες ή φακίδες. Το πρόσωπό της ήταν ειλικρινές και αυθόρμητο και το χαμόγελό της φιλικό -δεν είχε την ψυχρή, αριστοκρατική έκφραση που ήταν αποδεκτή στην υψηλή κοινωνία. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, η Φραντσέσκα δεν είχε συναντήσει ακόμα κάποιον άντρα που να τον γοητεύει η συγκεκριμένη έκφραση. Ένα διαφορετικό χτένισμα στα μαλλιά της θα έκανε θαύματα, όπως και ένα μάθημα για το πώς να βγάζει τα φρύδια της. Και το φόρεμά της δεν της πήγαινε καθόλου. Ήταν άχαρο και σεμνό -η Φραντσέσκα δε χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ για να καταλάβει ότι τα ρούχα της κοπέλας τα διάλεγε η μητέρα του σερ Άλαν. «Ο πατέρας σας λέει ότι ενδιαφέρεστε να κάνετε πάταγο αυτή τη σεζόν», άρχισε φιλικά η Φραντσέσκα. Η Χάριετ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Ω, δεν έχω τόσο μεγάλες βλέψεις ώστε να θέλω να κάνω "πάταγο", λαίδη Χόξτον. Το να με προσέξει απλώς κάποιος θα ήταν πρόοδος». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. Της άρεσε ο ευθύς τρόπος της κοπέ-

83


λας. Βέβαια, θα έπρεπε να τη μάθει να τον κρύβει, αν ήθελε να σημειώσει επιτυχία. «Νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, αν το βάλουμε σκοπό». «Εγώ είμαι πρόθυμη να δοκιμάσω», απάντησε η Χάριετ και, χαμογελώντας στον πατέρα της, πρόσθεσε: «Φοβάμαι ότι ο μπαμπάς σπατάλησε άδικα μέχρι τώρα τα χρήματά του για μένα. Δε θα ήθελα να πάνε στράφι». «Έλα τώρα, Χάριετ», διαμαρτυρήθηκε με αγάπη ο πατέρας της. «Δε χρειάζεται να ανησυχείς για τέτοια πράγματα». «Το ξέρω ότι δε σε πειράζει»«, του απάντησε εκείνη. «Αλλά σιχαίνομαι τη σπατάλη σε οποιαδήποτε μορφή». «Τότε είσαι πρόθυμη να δεχτείς την καθοδήγησή μου;» τη ρώτησε η Φραντσέσκα. Δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο από έναν απρόθυμο μαθητή. «Αφήνομαι ολοκληρωτικά στα χέρια σας», τη διαβεβαίωσε η δεσποινίς Σέρμπορν. «Ξέρω ότι δε διαθέτω αρκετό κοινωνικό λούστρο. Ξέρω ότι υπάρχουν φορές που λέω πράγματα που κάνουν τους άλλους να με κοιτούν στραβά. Αλλά μαθαίνω γρήγορα, και είμαι πρόθυμη ν' αλλάξω -τουλάχιστον όσο διαρκεί αυτή η σεζόν». «Νομίζω πως θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μια εξόρμηση στα μαγαζιά», είπε η Φραντσέσκα, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον πατέρα της Χάριετ. Εκείνος συμφώνησε με ένα γνέψιμο και η Φραντσέσκα συνέχισε: «Επίσης, πιστεύω ότι θα ήταν καλή ιδέα, σερ Άλαν, να οργανώσουμε κάποιο πάρτι. Να καλέσουμε κάποια άτομα που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην προβολή της κόρης σας. Τις προάλλες είπατε ότι θα προτιμούσατε να αναλάβω εγώ...» «Αχ, ναι, λαίδη Χόξτον», βιάστηκε να συμφωνήσει ο σερ Άλαν. «Αν μπορούσατε -βλέπετε, τη μητέρα μου δεν τη βοηθάει η υγεία της. Ούτε πολυκυκλοφορεί στους κύκλους της αριστοκρατίας. Νομίζω ότι θα της έπεφτε πολύ βαρύ να οργανώσει κάτι τέτοιο. Όχι ότι δε θα ήταν πρόθυμη να το κάνει». Η έκφραση του πρόδωσε ότι αυτό το τελευταίο ήταν ψέμα. «Θα μπορούσα πολύ εύκολα να οργανώσω ένα μικρό σουαρέ ή ένα δείπνο εδώ», πρότεινε η Φραντσέσκα.

84


Ο άντρας αναστέναξε ανακουφισμένος. «Θα είναι ότι πρέπει, είμαι σίγουρος. Είναι πολύ αυτό που ζητάω, το ξέρω, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσείς θα μπορέσετε να χειριστείτε πολύ καλύτερα τα πάντα. Και φυσικά θα στείλετε όλους τους λογαριασμούς σ' εμένα -το ίδιο ισχύει και για τα φορέματα, φυσικά». «Θα χαρώ πολύ να κάνω την οικοδέσποινα», τον βεβαίωσε ειλικρινά η Φραντσέσκα. Της άρεσε να οργανώνει πάρτι και ήταν πολύ πιο ευχάριστο όταν δεν την περιόριζαν τα δικά της στενά οικονομικά. Λίγο αργότερα, η Χάριετ και ο πατέρας της σηκώθηκαν να φύγουν. Καθώς η Φραντσέσκα στεκόταν με τη Χάριετ και κουβέντιαζε τις λεπτομέρειες για την εξόρμησή τους στα μαγαζιά την επόμενη μέρα, μπήκε ο μπάτλερ για να αναγγείλει έναν ακόμα επισκέπτη. «Η εξοχότητά του, ο δούκας του Ρόκφορντ, λαίδη μου», ανακοίνωσε ο Φέντον. Η Φραντσέσκα γύρισε προς την πόρτα και είδε ξαφνιασμένη τον Ρόκφορντ να στέκεται στο διάδρομο πίσω από τον Φέντον. Το στομάχι της σφίχτηκε και ένιωσε ένα κοκκίνισμα να ξεκινάει από το λαιμό της. Δεν ήξερε τι να πει ή να σκεφτεί καθώς την πλημμύριζαν οι αναμνήσεις της προηγούμενης βραδιάς. Μέσα σε μια στιγμή πέρασε από την αμηχανία που της προκάλεσε το φιλί του στον πόνο που της προξένησαν τα θυμωμένα λόγια του και στον δικό της θυμό. «Ρόκφορντ. Δε... δε σας περίμενα. Ω, συγνώμη». Καθυστερημένα θυμήθηκε τους άλλους επισκέπτες της. «Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον σερ Άλαν Σέρμπορν και την κόρη του, τη δεσποινίδα Χάριετ Σέρμπορν. Σερ Άλαν, ο δούκας του Ρόκφορντ». Προς μεγάλη της έκπληξη, ο σερ Άλαν χαμογέλασε και είπε: «Σας ευχαριστώ, λαίδη Χόξτον, αλλά έχουμε γνωριστεί με το δούκα. Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω». «Σερ Άλαν». Ο δούκας χαιρέτησε με ένα νεύμα τον άλλο άντρα και εξήγησε στη Φραντσέσκα: «Γνωριστήκαμε με τον σερ Άλαν τις προάλλες στο Τάτερσαλ'ς. Οι πωλήσεις των αλόγων διοργανώνονται εκεί κάθε Δευτέρα και έχει γίνει ένας προσφιλής χώρος συνάθροισης των αντρών κάθε τάξης». «Ναι, και ο εξοχότατος είχε την ευγένεια να με αποτρέψει να αγο-

85


ράσω ένα άλογο για το κυνήγι που είχα βάλει στο μάτι». «Γνώριζα το συγκεκριμένο άλογο. Ωραίο ζώο, αλλά χωρίς νεύρο». Ο δούκας γύρισε προς τη Χάριετ λέγοντας: «Αλλά μέχρι τώρα δεν είχα τη χαρά να γνωρίσω την κόρη σας, σερ Άλαν». Τη χαιρέτησε με ένα νεύμα. «Δεσποινίς Σέρμπορν». Η Χάριετ, που κοιτούσε το δούκα με γουρλωμένα μάτια, βιάστηκε να κάνει μια υπόκλιση κοκκινίζοντας . «Τιμή μου, εξοχότατε». Στη συνέχεια, αφού ο σερ Άλαν ευχαρίστησε για μια ακόμα φορά τη Φραντσέσκα, πήρε τη Χάριετ και έφυγαν. Τότε ο δούκας στράφηκε πάλι στη Φραντσέσκα. «Ένα από τα σχέδιά σου;» τη ρώτησε ανασηκώνοντας το φρύδι του. «Αποφάσισα να ενδιαφερθώ για τη δεσποινίδα Σέρμπορν, ναι», του απάντησε εκείνη κάπως σφιγμένα, γιατί δεν ήταν σίγουρη πώς να τον αντιμετωπίσει. Ήταν μάλλον απίθανο να είχε έρθει για να της εκφράσει για δεύτερη φορά τη δυσαρέσκειά του για τις πράξεις της, αλλά δεν ήταν λογικό και να του έχει περάσει ο θυμός τόσο γρήγορα. Αλλά και να του είχε περάσει, εκείνη δεν ήταν πρόθυμη να ξεχάσει τόσο εύκολα τον τρόπο που την είχε κατσαδιάσει την προηγούμενη νύχτα. «Ήρθα να ζητήσω συγνώμη», της είπε εκείνος μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα. «Δεν έχω καμιά δικαιολογία για τον τρόπο που φέρθηκα χτες το βράδυ. Απλώς ελπίζω η μεγαλοψυχία σου να σου επιτρέψει να με συγχωρέσεις». «Υπάρχουν πολλοί που θα ισχυρίζονταν ότι είναι μάταιο να απευθύνεσαι στη μεγαλοψυχία μου», τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα κοφτά, αλλά, παρά τη θέλησή της, η συγνώμη του την είχε αφοπλίσει. Ο δούκας της χαμογέλασε. «Όποιος θα το ισχυριζόταν αυτό είναι φανερό ότι δε σε ξέρει». «Δεν ήθελα να σε θυμώσω, ξέρεις», του είπε. «Ήθελα απλώς να επανορθώσω για το λάθος μου, όχι να κάνω καινούριο». «Δε φταις εσύ για την αντίδρασή μου». Ύψωσε τους ώμους του. «Φοβάμαι ότι είμαι πολύ ευαίσθητος στο θέμα του γάμου. Η γιαγιά

86


μου με έχει στριμώξει πολλές φορές γι' αυτό το θέμα, το ίδιο και η θεία Οντίλια». «Ω Θεέ μου. Μισώ την ιδέα ότι φέρομαι σαν γιαγιά ή θεία». Η Φραντσέσκα δεν είχε καμιά διάθεση να παραμείνει θυμωμένη μαζί του. Και σίγουρα δεν ήθελε να θίξουν το θέμα του φιλιού του! Όχι, καλύτερα να ξεχνούσαν το όλο θέμα με χάρη. «Ελπίζω να δεχτείς μια βόλτα στο πάρκο ως κλάδο ελιάς», συνέχισε εκείνος. «Είναι μια όμορφη μαγιάτικη μέρα έξω». Την είχε ξαφνιάσει ξανά. Η Φραντσέσκα δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε βγει βόλτα μόνη με τον Ρόκφορντ -α, ναι, θυμόταν. Όταν ήταν αρραβωνιασμένοι, χρόνια πριν. Αλλά καλύτερα να μην το σκεφτόταν αυτό. «Ναι», του απάντησε με ένα χαμόγελο. «Ακούγεται πολύ ευχάριστο». Λίγα λεπτά αργότερα, ο δούκας της άπλωσε το χέρι για να ανέβει στην ανοιχτή άμαξά του, ένα κομψό όχημα που το κάθισμά του βρισκόταν τόσο ψηλά πάνω από το έδαφος, ώστε η Φραντσέσκα θα φοβόταν αν κρατούσε κάποιος άλλος εκτός από τον Ρόκφορντ τα ηνία. Ο Ρόκφορντ ανέβηκε δίπλα της, πήρε τα ηνία και ξεκίνησαν. Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να αρνηθεί τον ασυνήθιστο ενθουσιασμό που φούντωσε μέσα της. Μπορεί να είχε συνηθίσει να τη θαυμάζουν οι άντρες και να δεχόταν να φλερτάρει επιπόλαια μαζί τους, σπάνια όμως δεχόταν την πρόταση κάποιου για βόλτα στο πάρκο. Μ' αυτό τον τρόπο έκοβε το βήχα για κάτι περισσότερο. Ήταν μεθυστική η εμπειρία να κάθεται τόσο ψηλά και να έχει μια αμυδρή αίσθηση του κινδύνου, αλλά χωρίς να φοβάται πραγματικά, αφού δεν υπήρχε πιο επιδέξιος στα ηνία από τον Ρόκφορντ. Δε μίλησαν πολύ καθώς διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, γιατί η κίνηση ανάγκαζε τον Ρόκφορντ να έχει στραμμένη όλη την προσοχή του στον έλεγχο των δυνατών αλόγων του. Τη Φραντσέσκα δεν την πείραζε. Ειλικρινά, ήθελε κάποιο χρόνο για να προσαρμοστεί στα συναισθήματα που την κατέκλυζαν. Με τον Ρόκφορντ είχαν βγει πολλές φορές βόλτα στο Χάιντ Παρκ όταν ήταν αρραβωνιασμένοι. Όταν είχε έρθει στο Λονδίνο για την

87


πρώτη σεζόν της, της έλειπε τρομερά, γιατί στην εξοχή είχε συνηθίσει να τον βλέπει σχεδόν κάθε μέρα. Έκαναν ιππασία και βόλτες μαζί τόσο στους κήπους του Ρέντφιλντς όσο και στο Ντάνσι Παρκ, αλλά και περιπλανήσεις στο ύπαιθρο. Όταν εκείνος ερχόταν να την επισκεφθεί στο Ρέντφιλντς, δε βρίσκονταν κάτω από στενή παρακολούθηση, και τους ήταν πολύ εύκολο να κουβεντιάζουν και ν' ανταλλάσσουν ματιές. Δεν ήταν σπάνιο ακόμα και να αγγίξει με το χέρι του φευγαλέα τα δικά της. Αλλά όταν ήρθαν στο Λονδίνο, όλα αυτά είχαν αλλάξει. Όπου και να πήγαιναν, τους περιέβαλλε κόσμος. Το σαλόνι της Φραντσέσκας ήταν πάντα γεμάτο επισκέπτες και στα πάρτι υπήρχαν αμέτρητα πλήθη, καθώς και πολλοί άντρες που έψαχναν μια ευκαιρία να χορέψουν μαζί της ή να τη συνοδεύσουν στην όπερα. Εκείνη ένιωθε απελπισμένη και μόνη, και περίμενε ανυπόμονα τις φορές που ο δούκας την έπαιρνε για μια βόλτα στο πάρκο. Βέβαια, έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί ως προς τη συχνότητα και τη διάρκεια που μπορούσαν να έχουν αυτές οι βόλτες. Αν ο Ρόκφορντ της έδειχνε υπερβολική προσοχή, οι φήμες θα οργίαζαν. Αλλά η Φραντσέσκα ένιωθε πιο ευτυχισμένη σ' αυτές τις βόλτες απ' ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση κατά τη διάρκεια εκείνης της σεζόν. Οι αναμνήσεις εκείνων των στιγμών την πλημμύρισαν ξαφνικά τώρα και της έκοψαν την ανάσα. Ήταν η ίδια εποχή του χρόνου, υπήρχε η ίδια αίσθηση στην ατμόσφαιρα, το ζεστό χάδι του ήλιου στις πλάτες τους. Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί την έξαψή της σ' εκείνες τις βόλτες, την ξέπνοη χαρά της και μόνο που καθόταν εκεί, δίπλα στον Ρόκφορντ. Και τώρα εκείνος βρισκόταν το ίδιο κοντά της. Δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι της για να τον αγγίξει. Θυμήθηκε πόσο λαχταρούσε να το κάνει πριν δεκαπέντε χρόνια, πόσο ανησυχούσε μήπως εκείνος αποδοκίμαζε την τόλμη της, Πόσο φοβόταν μήπως τους δει κάποιος. Ο αέρας χάιδευε τα μάγουλά της και παιχνίδιζε με μια μπούκλα κάτω από το καπέλο της. Όλα γύρω της φαίνονταν πιο ζωηρά, τα φύλλα πιο γυαλιστερά, οι σκιές κάτω από τα δέντρα πιο πυκνές και πιο θελκτικές. Το διακριτικό άρωμα της κολόνιας του δούκα κέντριζε

88


τα ρουθούνια της και ένιωθε πολύ έντονα την παρουσία του δίπλα της. Θυμήθηκε το φιλί του την προηγούμενη νύχτα και τον τρόπο που την είχε κολλήσει πάνω στο σκληρό κορμί του, τα δυνατά μπράτσα του που την αγκάλιαζαν σφιχτά. Τα χείλη του που είχαν αιχμαλωτίσει τα δικά της... το βελούδινο και σαγηνευτικό στόμα του καυτό από τον πόθο. Η Φραντσέσκα ξεροκατάπιε και γύρισε στο πλάι, ελπίζοντας ότι το ξαφνικό κοκκίνισμα στα μάγουλά της θα έσβηνε προτού στρέψει εκείνος το βλέμμα του πάνω της. Μα πώς μπορούσε να αντιδρά μ' αυτό τον τρόπο στη σκέψη εκείνου του φιλιού, με τη σάρκα της να μυρμηγκιάζει, τους μυς της να σφίγγονται, το στομάχι της να φλογίζεται; Ευχήθηκε να μπορούσε να αρνηθεί την επίδραση που είχε το φιλί του πάνω της, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε. Ακόμα και εκεί νη τη νύχτα, στο όνειρό της, είχε συγκλονιστεί από το φιλί του, το κορμί της είχε λιώσει πάνω στο δικό του, το στόμα της είχε ανοίξει να καλοδεχτεί την απαιτητική γλώσσα του. «Σκέφτηκα πολύ χτες το βράδυ αυτά που μου είπες», άρχισε να της λέει ο Ρόκφορντ όταν έφτασαν στο Χάιντ Παρκ και δε χρειαζόταν πια να έχει στραμμένη όλη την προσοχή του στα ηνία. Η Φραντσέσκα, χαμένη στις σκέψεις της, ξαφνιάστηκε. «Ω;» είπε, ελπίζοντας να μην πρόσεξε εκείνος πόσο ξέπνοη βγήκε η φωνή της. «Ναι. Όταν ηρέμησα, συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο ήμουν απίστευτα αγενής, αλλά και ότι είχες απόλυτο δίκιο σε όσα μου είπες. Το ίδιο και η γιαγιά μου». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε έκπληκτη. «Εννοείς ...» Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι μου. «Ναι. Είναι καιρός να παντρευτώ. Πολύ το καθυστέρησα». «Α. Κατάλαβα. Δηλαδή ...» Η Φραντσέσκα ένιωσε μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι της, κάτι σαν τον ίλιγγο που αισθανόταν όταν κοιτούσε από πολύ ψηλά κάτω. «Αποφάσισα ότι είχες δίκιο. Είναι καιρός να ψάξω για νύφη. Αμφιβάλλω αν θα μου έρθει ξαφνικά η επιθυμία να παντρευτώ. Απλώς θα το βάλω στο πρόγραμμα και θα το κάνω».

89


«Η μοιρολατρική αποδοχή δεν είναι και τόσο καλή βάση για ένα γάμο», ξεφούρνισε η Φραντσέσκα, νιώθοντας εντελώς αποκαρδιωμένη από τα λόγια του δούκα. Ο Ρόκφορντ την κοίταξε υψώνοντας το φρύδι του. «Νόμιζα ότι αυτό ήθελες». «Όχι! Δεν ήθελα να σε σύρω στην εκκλησία . Ήθελα ... ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένο!» Με το που πρόφερε αυτές τις λέξεις, συνειδητοποίησε ότι ακούστηκαν λάθος. Έστρεψε αλλού το πρόσωπό της, ελπίζοντας ό τι δεν έδειχνε τόσο κόκκινη όσο ένιωθε. «Αυτό που εννοώ», συνέχισε, «είναι ότι ήλπιζα πως ο γάμος θα σου πρόσφερε την ευτυχία. Πως θα άλλαζε τη ζωή σου προς το καλύτερο». «Εσένα ο γάμος σε έκανε πιο ευτυχισμένη;» τη ρώτησε ήρεμα εκείνος. Η Φραντσέσκα του έριξε ένα έντονο βλέμμα κι ύστερα γύρισε αλλού το πρόσωπό της. Τα δάκρυα της έφραζαν το λαιμό. Δε θα του μιλούσε, δεν μπορούσε να του μιλήσει γι' αυτό. Ξεροκατάπιε, ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της και γύρισε προς το μέρος του με ένα πλατύ χαμόγελο. «Α, μα συζητούσαμε για σένα και τη δική σου ευτυχία, όχι για μένα», είπε, και βιάστηκε να συνεχίσει: «Τι σχεδιάζεις να κάνεις τώρα που αποφάσισες να παντρευτείς;» «Έκανα ήδη το πρώτο βήμα», της απάντησε κοιτάζοντάς τη σταθερά. «Ήρθα σ' εσένα». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε άφωνη για μια στιγμή. «Συ... συγνώμη;» «Υπάρχει καταλληλότερος άνθρωπος να με καθοδηγήσει σ' αυτό το εγχείρημα από τη γυναίκα που έχει φέρει εις πέρας τόσα πετυχημένα συνοικέσια;» τη ρώτησε ο Ρόκφορντ. «Σκέφτηκα ότι Θα μπορούσες να με βοηθήσεις να βρω μια νύφη». «Μα εγώ...» Η Φραντσέσκα ένιωσε κενή και περίεργα αδύναμη. Είχε σκεφτεί ένα σωρό πράγματα που μπορεί να της έλεγε ο Ρόκφορντ όταν τον είδε να φτάνει στο σπίτι της, αλλά σίγουρα όχι αυτό. «Νομίζω ότι έχουν υπερεκτιμηθεί οι ικανότητές μου».

90


«Ακόμα και τα μισά απ' όσα λέει ο κόσμος ότι έχεις πετύχει να είναι αλήθεια, πρέπει να διαθέτεις πραγματικό ταλέντο στο θέμα», την αντέκρουσε ο Ρόκφορντ. «Σίγουρα τα κατάφερες μια χαρά με τον ξάδερφό μου. Δε νομίζω να έχω δει άλλο άντρα τόσο ευτυχισμένο από το γάμο του. Και ο αδερφός σου με τη γυναίκα του είναι πολύ ευτυχισμένοι. Τους είδα πρόσφατα και δείχνουν το ίδιο ερωτευμένοι όπως τη μέρα που παντρεύτηκαν -μπορεί και περισσότερο». «Αυτές είναι ασυνήθιστες περιπτώσεις . Και δεν είναι δικό μου κατόρθωμα η... η αγάπη που βρήκαν». «Αν δεν ήσουν εσύ, όμως, κανένα από αυτά τα ζευγάρια δε θα ήταν μαζί σήμερα», της επισήμανε εκείνος. «Ούτε η αδερφή μου με τον Μπρόμγουελ». «Δεν μπορεί να σ' ευχαριστεί το τελευταίο». «Από τη στιγμή που η Κάλι είναι ευτυχισμένη, με ευχαριστεί και με το παραπάνω». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Όπως και να 'χει το πράγμα, έχεις κάνει ήδη ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς. Αν κατάλαβα καλά χτες το βράδυ, έχεις καταλήξει σε αρκετές πιθανές νύφες για μένα». «Δε με δουλεύεις;» Η Φραντσέσκα περιεργάστηκε επίμονα το πρόσωπό του. «Θέλεις στ' αλήθεια να σε βοηθήσω;» «Γι' αυτό βρίσκομαι εδώ». Τον κάρφωσε πάλι με το βλέμμα της και στο τέλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Εντάξει, τότε. Θα σε βοηθήσω». «Υπέροχα». Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε από απέναντι μια ανοιχτή άμαξα, κι όταν πλησίασε είδαν μέσα τη λαίδη Γουίτινγκτον και την επιστήθια φίλη της, την κυρία Γουίτσφιλντ. Δεδομένου ότι η άμαξα της Γουίτινγκτον σταμάτησε δίπλα τους, ο Ρόκφορντ δεν μπορούσε να προσπεράσει χαιρετώντας μ' ένα απλό νεύμα. Έπρεπε να σταματήσει κι αυτός και να ανταλλάξει μερικές κουβέντες με τις κυρίες και, φυσικά, να πει μερικά επαινετικά λόγια για το χορό της λαίδης Γουίτινγκτον και το πόσο είχαν διασκεδάσει όλοι και να ρωτήσει για την υγεία των οικογενειών τους. Η Φραντσέσκα ένιωσε τα βλέμματα των δυο γυναικών να καρφώ-

91


νονται περίεργα πάνω της και ήταν σίγουρη ότι σε λίγο θα κυκλοφορούσε σε όλη την αριστοκρατία το νέο ότι είχε βγει βόλτα στο Χάιντ Παρκ με την ανοιχτή άμαξα του δούκα. Μολονότι ήξεραν όλοι ότι γνωρίζονταν από παλιά, δε χρειαζόταν κάτι παραπάνω από ένα απλό σπάσιμο της ρουτίνας, όπως αυτό, για να οργιάσουν οι γλώσσες. Τελικά κατάφεραν να συνεχίσουν τη βόλτα τους και ο δούκας ξαναγύρισε αμέσως στην προηγούμενη συζήτησή τους. «Πες μου, πόσες υποψήφιες έχεις βρει για μένα;» «Τι πράγμα; Α. Περιόρισα τη λίστα σε τρεις νεαρές δεσποινίδες». «Σε τόσο λίγες;» Ο Ρόκφορντ την κοίταξε έκπληκτος. «Είμαι τόσο λίγο δημοφιλής;» Η Φραντσέσκα έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό. «Το ξέρεις ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Υπάρχουν αμέτρητες γυναίκες που θα έδιναν τα πάντα για να βρεθούν στη θέση της μνηστής του δούκα. Αλλά έπρεπε να είμαι πολύ επιλεκτική». «Και ποια ήταν τα κριτήριά σου, αν επιτρέπεται;» «Φυσικά, πρέπει να διαθέτουν όμορφο πρόσωπο και παρουσιαστικό». «Είμαι τυχερός που το πήρες αυτό υπόψη σου». Η Φραντσέσκα του έριξε ένα εύγλωττο βλέμμα και συνέχισε: «Πρέπει να κατάγονται από καλές οικογένειες, αν και δε νομίζω να σε απασχολεί το θέμα της περιουσίας τους». Ο δούκας έγνεψε καταφατικά. «Σωστή, όπως πάντα». «Επίσης, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είναι αρκετά έξυπνες ώστε να μπορούν να συζητούν μ' εσένα και τους φίλους σου, αν και δε φαντάζομαι ότι θα έχεις την απαίτηση να είναι τόσο μορφωμένες όσο εσύ και ο λόγιος κύκλος σου. Θα πρέπει επίσης να διαθέτουν την ικανότητα να διοργανώνουν τα δείπνα και τα πάρτι που οφείλει να διοργανώνει μια δούκισσα και να ανοίγουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τους σημαντικούς καλεσμένους. Και θα πρέπει να διαθέτουν τις γνώσεις και την ικανότητα να επιβλέπουν ένα πολυάριθμο προσωπικό -στην πραγματικότητα το προσωπικό πολλών σπιτιών. Επίσης, θα πρέπει να μπορούν να εκπληρώσουν τα υπόλοιπα καθήκοντα που απαιτούνται από μια δούκισσα, όπως οι επαφές με τις οικο-

92


γένειες των χωρικών που νοικιάζουν τα κτήματά σου και με την τοπική αριστοκρατία στα διάφορα μέρη όπου διαθέτεις περιουσία. Και, βέβαια, θα πρέπει να αρέσουν πρώτα σ' εσένα». «Είχα αρχίσει ν ' αναρωτιέμαι αν το είχες σκεφτεί αυτό καθόλου», μουρμούρισε εκείνος. «Ειλικρινά, Ρόκφορντ, μη γίνεσαι παράλογος. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η γυναίκα σου δε θα πρέπει να είναι ματαιόδοξη και εγωκεντρική. Δε θα πρέπει να είναι αγενής, ελαφρόμυαλη ή αρρωστιάρα». Ο δούκας γέλασε . «Αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί κατέληξες σε τόσο λίγες υποψήφιες». Η Φραντσέσκα γέλασε μαζί του. «Ξέρω ότι έχεις υψηλές απαιτήσεις». «Ναι, πάντα είχα», συμφώνησε εκείνος. Η Φραντσέσκα έπιασε αμέσως το υπονοούμενό του. Τι εννοούσε, ότι εκείνη κάλυπτε τις υψηλές απαιτήσεις του; Του έριξε ένα γρήγορο βλέμμα. Τον έπιασε να την κοιτάζει και κοκκίνισε, νιώθοντας ανόητα ευχαριστημένη και κάπως σαστισμένη . Ξερόβηξε και έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Ξαφνικά δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Είναι φανερό ότι η πρώτη σου επιλογή ήταν η Αλθία Ρόμπαρτ», είπε εκείνος σπάζοντας την αμηχανία της στιγμής. «Αναρωτιέμαι γιατί». «Είναι πολύ ελκυστική», του απάντησε η Φραντσέσκα, υπερασπιζόμενη την επιλογή της. «Επίσης, ο πατέρας της είναι ο κόμης του Μπράιντκομπ και η αδερφή του είναι παντρεμένη με το λόρδο Χάουαρντ. Η οικογένειά της είναι πολύ καλή, και σίγουρα έχε επίγνωση των καθηκόντων που θα αναλάβει ως δούκισσα του Ροφορντ». «Είναι όμως πολύ υπεροπτική», παρατήρησε ο Ρόκφορντ, ρίχνοντάς της ένα κωμικό βλέμμα. «Υπέθεσα ότι αυτό θα ταίριαζε σε μια δούκισσα», τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα. «Χμμ, αλλά μπορεί να μην ταιριάζει στο δούκα». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Εντάξει. Το πα-

93


ραδέχομαι ότι η λαίδη Αλθία ήταν κακή επιλογή». «Ναι, προτείνω να την αφήσουμε έξω από τις μελλοντικές μας προσπάθειες. Ή μπορούμε να την κρατήσουμε για ρεζέρβα, έτσι και βρεθώ σε κατάσταση απελπισίας». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Όχι, φοβάμαι πως ούτε και τότε. Δε νομίζω πως ακόμα και το καθήκον μου να αποκτήσω απογόνους θα με έπειθε να αντέξω μια ζωή δίπλα στη λαίδη Αλθία». «Τη σβήνουμε από τη λίστα. Τι γνώμη έχεις για την Ντάμαρις Μπερκ; Είναι έξυπνη και ικανή κοπέλα. Η μητέρα της έχει πεθάνει, έτσι παίζει αυτή την οικοδέσποινα στο σπίτι του λόρδου Μπερκ τα τελευταία δύο χρόνια. Και τη στιγμή που ο λόρδος είναι στην κυβέρνηση, η κόρη του έχει συνηθίσει να δίνει επίσημα γεύματα και να συναναστρέφεται σημαντικούς ανθρώπους». «Έχω γνωρίσει τη λαίδη Ντάμαρις». «Και τι γνώμη έχεις γι' αυτή;» «Δεν είμαι σίγουρος. Δεν την είδα ποτέ ως τη μελλοντική δούκισσά μου. Αλλά δε θυμάμαι και να την αντιπάθησα». «Εντάξει, θα την έχουμε υπόψη μας. Συμφωνείς;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Η τελευταία είναι η λαίδη Κάρολαϊν Γουάιατ». Ο δούκας συνοφρυώθηκε σκεφτικός. «Δε νομίζω ότι τη γνωρίζω». «Κάνει το ντεμπούτο της φέτος». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε έκπληκτος και σαστισμένος. «Μια κοπέλα που μόλις εγκατέλειψε τα μαθητικά θρανία;» «Είναι λιγάκι νέα», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. «Αλλά στην πραγματικότητα η οικογένειά της είναι η καλύτερη από τις τρεις. Μπορεί ο πατέρας της να είναι ένας απλός βαρονέτος, αλλά η μητέρα της είναι η μικρότερη κόρη του δούκα του Μπέλινγκαμ και η γιαγιά της από τη μεριά του πατέρα της είναι μία Μόρλαντ». «Εντυπωσιακό». «Τη γνώρισα και δε δείχνει ούτε ελαφρόμυαλη ούτε χαζοχαρούμενη. Δεν την άκουσα ούτε μια φορά να χασκογελάει ή να ενθουσιάζεται με το τίποτα». «Πολύ καλά. Θα την έχω υπόψη μου», της απάντησε, και ύστερα 94


από λίγο πρόσθεσε: «Αλλά οφείλω να παρατηρήσω ότι έχεις διαλέξει μάλλον πάρα πολύ νέες γυναίκες για μένα. Είμαι, αν θυμάσαι, τριάντα οκτώ χρονών». Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα. «Ναι, πράγματι. Σκέτο ραμολί, είμαι σίγουρη». «Είναι καμιά τους πάνω από είκοσι ένα;» «Η λαίδη Ντάμαρις είναι είκοσι τριών και η λαίδη Αλθία είκοσι ενός». Ο δούκας ύψωσε το φρύδι του. «Ε, είναι δύσκολο να βρεις κατάλληλες υποψήφιες ανάμεσα στις μεγαλύτερες γυναίκες», υπερασπίστηκε η Φραντσέσκα τις επιλογές της. «Αν είναι όμορφες και διαθέτουν όλα τα προσόντα που ψάχνει κανείς, συνήθως παντρεύονται γρήγορα». «Υπάρχουν χήρες που βρίσκονται πιο κοντά στην ηλικία μου», της θύμισε ο δούκας. «Ναι, αλλά... δε σκέφτηκα κάποια χήρα ως πιθανή νύφη για σένα». «Γιατί όχι; Μερικές χήρες είναι από τις ομορφότερες γυναίκες της αριστοκρατίας». Η Φραντσέσκα κοκκίνισε. Εκείνη εννοούσε; Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος άντρας, θα ήταν σίγουρη ότι φλέρταρε μαζί της. Αλλά ο Ρόκφορντ δε φλέρταρε -και σίγουρα όχι μαζί της. Κι όμως... θυμόταν μια εποχή που είχε φλερτάρει μαζί της --με τον δικό του τρόπο, βέβαια. Ακόμα και όταν την πείραζε, της έριχνε κάτι βλέμματα που την άναβαν, την αναστάτωναν -ακριβώς όπως και τώρα. Ήλπιζε ότι δεν έδειχνε τόσο φουντωμένη όσο ένιωθε. «Σίγουρα είναι σημαντικό για έναν άντρα η γυναίκα του να μην έχει ξαναπαντρευτεί. Να είναι...» Η Φραντσέσκα κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Ένιωθε μεγάλη αμηχανία να θίγει τέτοια θέματα, και μάλιστα με τον Ρόκφορντ. Τελικά ολοκλήρωσε τη φράση της χαμηλόφωνα. «Να είναι ανέγγιχτη». Εκείνος δεν της απάντησε, έτσι βιάστηκε να συνεχίσει: «Εξάλλου, υπάρχει και το θέμα των παιδιών. Μια νεαρή γυναίκα έχει περισσότερο ... περισσότερο χρόνο...» «Α, ναι, ο πολύτιμος κληρονόμος», είπε ξερά εκείνος. «Τον είχα ξε-

95


χάσει. Διαλέγουμε μια φοράδα αναπαραγωγής, όχι μια γυναίκα για μένα». «Όχι! Σινκλέρ!» Η Φραντσέσκα γύρισε προς το μέρος του καθώς η ανησυχία παραμέριζε την αμηχανία της. «Δεν είναι έτσι». «Δεν είναι;» Το χαμόγελό του ήταν ειρωνικό. «Τουλάχιστον απέσπασα ένα "Σινκλέρ" από τα χείλη σου». Η Φραντσέσκα κοίταξε πάλι αλλού, ανίκανη να αντιμετωπίσει το βλέμμα του. Γιατί ένιωθε τόσο άβολα δίπλα του σήμερα; Έτσι όπως φερόταν, θα την περνούσε κανείς για μαθητριούλα. «Αυτό είναι το όνομά σου», του είπε κάπως ξέπνοη. «Ναι, αλλά έχω να το ακούσω από τα χείλη σου πάρα πολλά χρόνια». Ο τόνος της φωνής του έκανε την καρδιά να αναπηδήσει στο στήθος της. Γύρισε, το βλέμμα της συνάντησε το δικό του και ένιωσε να χάνεται στα απύθμενα βάθη των σκούρων ματιών του. Θυμήθηκε μια άλλη φορά που είχε κοιτάξει αυτά τα μάτια και είχε νιώσει να πνίγεται στα βάθη τους. Είχε προφέρει και τότε το όνομά του, είχε ψιθυρίσει, «Σινκλέρ», σαν προσευχή, και εκείνος την είχε φιλήσει, την είχε κολλήσει πάνω του και είχε αιχμαλωτίσει πεινασμένος τα χείλη της. Η ανάμνηση εκείνου του φιλιού ξεσήκωσε μια πυρκαγιά μέσα της και ο σφυγμός άρχισε να πάλλεται ξέφρενα στο λαιμό της. Τράβηξε το βλέμμα της από το δικό του και, πασχίζοντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της, είπε: «Υπάρχουν ... σκέφτηκα δύο ακόμα γυναίκες. Είναι και οι δύο μεγαλύτερες από τις άλλες». «Αλήθεια;» Ο περίεργος τόνος είχε χαθεί, τώρα η φωνή του είχε ξαναβρεί τον συνηθισμένο ξερό, ελαφρά ειρωνικό τόνο της. «Και ποιες είναι αυτές οι γηραιές κυρίες;» «Η λαίδη Μαίρη Κάλντεργουντ, η μεγάλη κόρη του λόρδου Κάλντεργουντ. Νομίζω ότι είναι γύρω στα είκοσι πέντε. Και η λαίδη Εντουίνα ντε Γουίντερ, η χήρα του λόρδου Ντε Γουίντερ. Αυτή είναι λίγο μεγαλύτερη. Η λαίδη Μαίρη είναι πολύ έξυπνη, αλλά μάλλον ντροπαλή. Γι' αυτό δεν την ανέφερα νωρίτερα» . «Θα χαρώ να τις γνωρίσω και τις δύο», της απάντησε ο δούκας. «Τώρα, πες μου, πώς προτείνεις να έρθω σε επαφή με όλες τις υπο-

96


ψήφιες; Σχεδιάζεις να οργανώσεις ένα πάρτι και να τις μαζέψεις όλες μαζί όπως έκανες στην περίπτωση του Γκίντεον; Είναι βολικό, δε λέω, να τις συγκεντρώσεις όλες σ' ένα μέρος. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήθελα να είμαι υποχρεωμένος να διαλέξω μία απ' όλες μόλις τελειώσουν οι δυο βδομάδες». «Όχι , δε βλέπω να υπάρχει τέτοιος λόγος. Όπως ξέρεις, η περίπτωση του λόρδου Ράντμπορν ήταν ειδική, πράγμα που δεν ισχύει μ' εσένα. Όπως και να το κάνουμε, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο. Βρισκόμαστε στην αρχή της σεζόν και όλοι βρίσκονται στο Λονδίνο. Είμαι σίγουρη ότι δε θα δυσκολευτώ να κανονίσω να τις γνωρίσεις στα διάφορα πάρτι που θα πηγαίνεις. Αν και...» Η Φραντσέσκα σταμάτησε σκεφτική. «Γιατί δεν έρχεσαι στο πάρτι που θα οργανώσω για την κόρη του σερ Άλαν την ερχόμενη βδομάδα; Η παρουσία σου θα βοηθήσει τη Χάριετ να εδραιώσει τη θέση της στην κοινωνία και ταυτόχρονα θα έχεις την ευκαιρία να κουβεντιάσεις με τη λαίδη Ντάμαρις και τις υπόλοιπες». «Πολύ εξυπηρετικό εκ μέρους σου». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε επιφυλακτικά, μη ξέροντας πώς να εξηγήσει τον ξερό τόνο του. Εκείνος όμως της χαμογέλασε και πρόσθεσε: «Θα αφεθώ ολοκληρωτικά στα χέρια σου. Είμαι σίγουρος ότι θα μου βρεις την τέλεια σύζυγο». «Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ», του απάντησε. «Ωραία. Τότε ας κουβεντιάσουμε κάτι πιο διασκεδαστικό. Άκουσες για το στοίχημα του σερ Χιούγκο Γουόλντεν με το μικρό γιο του λόρδου Μπέρι;» «Να αναμετρηθούν με τις άμαξες;» Η Φραντσέσκα γέλασε. «Ναι, το άκουσα. Και απ' ότι μου είπαν, ο σερ Χιούγκο κατέληξε σε ένα κοτέτσι». Ο Ρόκφορντ γέλασε. «Όχι, όχι, στο κοτέτσι κατέληξε κάποιος άμοιρος κληρικός που βρέθηκε στο δρόμο ανάμεσά τους. Απ' όσο ξέρω, ο σερ Χιούγκο έπεσε σε μια λίμνη με πάπιες». Η υπόλοιπη βόλτα τους πέρασε με ευχάριστη κουβεντούλα. Αφού ανέλυσαν τα τελευταία κουτσομπολιά και τα πολιτικά νέα, μίλησαν για τις αλλαγές που σκόπευε να κάνει ο αδερφός της στο Ρέντφιλντς.

97


Η προηγούμενη αμηχανία είχε χαθεί εντελώς και η Φραντσέσκα έπιασε τον εαυτό της να κουβεντιάζει και να γελάει αβίαστα μαζί του. Η Φραντσέσκα σκέφτηκε ότι πήγαινε πάρα πολύς καιρός από τότε που είχε κουβεντιάσει τόσο ανέμελα με τον Ρόκφορντ. Στα νιάτα της, δεν ήταν μόνο ο άντρας που αγαπούσε αλλά και στενός φίλος της. Και δεν ήταν μόνο η ραγισμένη καρδιά της αλλά και η έλλειψη της συντροφιάς του που είχαν μαυρίσει τα πρώτα χρόνια που ζούσε μακριά του. Δε θυμόταν να είχε αισθανθεί την ίδια συντροφικότητα και τρυφερότητα με κάποιον άλλο. Ίσως τώρα να μπορούσαν να ξαναγίνουν φίλοι, σκέφτηκε, όταν εκείνος τη γύρισε σπίτι. Η Φραντσέσκα πήγε στο παράθυρο του σαλονιού και τον παρακολούθησε να ξανανεβαίνει στην ψηλή, ανοιχτή άμαξα. Έπιασε το βλέμμα της να καρφώνεται στα μακριά, μυώδη πόδια του, στα δυνατά χέρια του που έπιασαν επιδέξια τα ηνία. Τώρα που είχαν γκρεμιστεί τα εμπόδια του παρελθόντος, θα μπορούσαν να περάσουν και άλλα τέτοια απογεύματα μαζί, κουβεντιάζοντας και γελώντας. Εκείνη δεν κουβαλούσε πια το βάρος της προδοσίας του και εκείνος... ε, θα πρέπει να είχε ξεπεράσει το θυμό του, για να έρθει εδώ σήμερα και να της ζητήσει συγνώμη. Θα μπορούσαν να βρουν μαζί τη σύζυγο που του ταίριαζε, είπε στον εαυτό της. Κι όταν θα γινόταν αυτό, θα απαλλασσόταν και εκείνη από την ενοχή. Θα τον είχε βοηθήσει να βρει την ευτυχία. Εκείνος θα είχε σύζυγο και παιδιά και εκείνη θα είχε τη φιλία του. Τότε γιατί ένιωθε αυτό το περίεργο κενό μέσα της; αναρωτήθηκε καθώς τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται.

98


Κεφάλαιο 7 Η Φραντσέσκα ήταν πολύ απασχολημένη την επόμενη βδομάδα με την καινούρια γκαρνταρόμπα της Χάριετ και τον προγραμματισμό του πάρτι. Είχε αποφασίσει να οργανώσει ένα μικρό σουαρέ. Τίποτε ιδιαίτερα μεγάλο, όπου θα χανόσουν μέσα στον κόσμο, ούτε κάτι υπερβολικά εξεζητημένο, όπου όλοι θα ήταν σφιγμένοι. Το πρώτο της μέλημα ήταν η λίστα των καλεσμένων. Θα έπρεπε να καλέσει αρκετά σημαντικές οικοδέσποινες ώστε να διευκολύνει την είσοδο της Χάριετ στην υψηλή κοινωνία, αλλά όχι τις πολύ αυστηρές που θα αποδοκίμαζαν τον ειλικρινή και ντόμπρο χαρακτήρα της κοπέλας. Και, φυσικά, το ίδιο το πάρτι θα έπρεπε να είναι διασκεδαστικό και να μείνει σε όλους αξέχαστο, όχι μόνο για χάρη της Χάριετ, αλλά και για τη δική της φήμη ως οικοδέσποινας. Από την άλλη, δεν έπρεπε ν' αφήσει αυτό το τελευταίο να επισκιάσει τη Χάριετ. Τουλάχιστον, σε ότι αφορούσε τον Ρόκφορντ δεν είχε να κάνει πολλά. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα έρχονταν όλοι όσους θα καλούσε και καμιά πολύφερνη νεαρά δε θα έχανε την ευκαιρία να κάνει παρέα με το δούκα. Το επόμενο πρωί η Φραντσέσκα έδιωξε από πάνω της την περίεργη και εκνευριστική στενοχώρια που την είχε πλακώσει το προηγούμενο βράδυ. Όταν είχε να οργανώσει ένα πάρτι, βρισκόταν στο στοιχείο της, και τώρα της ήταν διπλά ευχάριστο, αφού δεν είχε να σκεφτεί τα έξοδα. Κάθισε στο γραφείο της και άρχισε να φτιάχνει τη λίστα των καλεσμένων και τα μενού. Σταμάτησε το απόγευμα να πάει για ψώνια με τη Χάριετ, άλλη μια αγαπημένη της ασχολία. Από τη στιγμή που ο σερ Άλαν της είχε δώσει το πράσινο φως να ξοδέψει όσα χρήματα ήθελε, μπορούσε να ψάξει για την καινούρια γκαρνταρόμπα της Χάριετ χωρίς ενδοιασμούς. Πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του απογεύματος στην αγαπημένη της μοδίστρα, κι όταν έφυγαν, η Χάριετ είχε παραγγειλει τρεις καινούριες βραδινές τουαλέτες, τέσσερα πρωινά φορέματα, ένα φόρεμα περιπάτου και μια όμορφη μπέρτα. Και επειδή η μαντεμουαζέλ Ντυ

99


Πλεσίς ενθουσιάστηκε με τη μεγάλη παραγγελία, είπε στη Φραντσέσκα ότι θα μπορούσε να αγοράσει τη γαλαζοπράσινη τουαλέτα που είχε βάλει στο μάτι σε ακόμα χαμηλότερη τιμή. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος και δεν μπόρεσε να του αντισταθεί, έτσι προχώρησε και σ' αυτή την αγορά, για τον εαυτό της αυτή τη φορά. Πάντως, όταν πήγαν στην καπελού, αντιστάθηκε στον πειρασμό και δεν αγόρασε καινούριο μπονέ, αν και βρήκε ένα κομψό ψάθινο καπελάκι με μπλε φόδρα που τόνιζε το γαλάζιο των ματιών της. Η καμαριέρα της είχε προσθέσει μια καινούρια σατινέ νια κορδέλα στο περσινό μπονέ της και το είχε στολίσει μ' ένα ματσάκι κατακόκκινα κεράσια, και μπορούσε να βγάλει μια χαρά το καλοκαίρι της μ' αυτό. Κι όμως, δεν μπόρεσε να μη ρίξει μια τελευταία ματιά όλο λαχτάρα στο καπελάκι που είχε αφήσει πίσω της καθώς έβγαιναν από το μαγαζί. Παρ' όλα αυτά, το διασκέδαζε σχεδόν το ίδιο να ψωνίζει για κάποιον άλλο όσο και όταν ψώνιζε για τον εαυτό της, έτσι ρίχτηκε με τα μούτρα να αγοράσει όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ για τη μεταμόρφωση της Χάριετ. Η επόμενη στάση τους ήταν στον υποδηματοποιό, όπου αγόρασαν δύο ζευγάρια γοβάκια για τις καινούριες βραδινές τουαλέτες της Χάριετ και ένα ζευγάρι μποτίνια. Στη συνέχεια πήγαν στο Γκράφτον'ς να αγοράσουν ένα κασμιρένιο σάλι για να αντικαταστήσουν το παλιομοδίτικο σάλι που είχε χαρίσει στη Χάριετ η γιαγιά της, αλλά και μαντιλάκια, γάντια κα διάφορα αξεσουάρ για τα μαλλιά της κοπέλας. Η Φραντσέσκα χάρηκε όταν βρήκε και εκείνη μια σατινένια κορδέλα στο ίδιο γαλαζοπράσινο χρώμα με την τουαλέτα που είχε αγοράσει, γιατί θα στόλιζε τέλεια τα μαλλιά της. Μπορεί να της έραβε και μερικές ψεύτικες περλίτσες, σκέφτηκε. Η έξοδός τους ολοκληρώθηκε με μια επίσκεψη στο Γκούντερ'ς για παγωτό λεμόνι, προτού γυρίσουν στο σπίτι της Φραντσέσκας, κουρασμένες αλλά απόλυτα ικανοποιημένες με τους εαυτούς τους, με τα κουτιά από το Γκράφτον'ς και την καπελού στοιβαγμένα στο κάθισμα της άμαξας. Τα φορέματα και τα παπούτσια, βέβαια, θα έκαναν αρκετές μέρες για να ετοιμαστούν, αν και η μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς τους είχε υποσχεθεί ότι θα έβαζε τα δυνατά της ώστε η μία από τις

100


τουαλέτες της Χάριετ να είναι έτοιμη για το πάρτι της Φραντσέσκας την ερχόμενη βδομάδα. «Ελπίζω ο πατέρας σου να μην έχει αντίρρηση για τους λογαριασμούς όταν θα τους πάρει στα χέρια του», παρατήρησε η Φραντσέσκα, ανησυχώντας μήπως τελικά το είχε παρακάνει με τα ψώνια της Χάριετ. Ο σερ Άλαν είχε δείξει να αδιαφορεί για τα έξοδα, δεδομένου όμως ότι έμενε στην επαρχία, η Φραντσέσκα δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ήξερε για τι ποσά μιλούσαν. «Α, όχι», την καθησύχασε η Χάριετ. «Δεν είναι καθόλου τσιγκούνης, ιδιαίτερα σε ότι έχει σχέση με τα έξοδα του ντεμπούτου μου. Δεν ίδρωσε το αυτί του με αυτά που ξόδεψε η γιαγιά, αν και εγώ θεώρησα πολύ ακριβά τα φορέματα για το στυλ τους. Τα βρήκα άχαρα, και όταν είδα τις άλλες κοπέλες στα πάρτι, βεβαιώθηκα ότι είχα δίκιο». «Είμαι σίγουρη ότι η γιαγιά σου έχει συνηθίσει σ' ένα πιο παλιό στυλ». Η Χάριετ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Δε θέλω να την κακολογήσω, λαίδη μου. Είναι καλόκαρδη. Αλλά κουράζεται εύκολα. Τα ψώνια και τα πάρτι την εξοντώνουν. Φοβάμαι, επίσης, ότι η μοδίστρα της δεν έχει το ταλέντο της μαντεμουαζέλ Ντυ Πλε σίς. Και είναι πολύ πιο ακριβή. Ακόμα και ο μπαμπάς φάνηκε κάπως απογοητευμένος όταν με είδε με τα ρούχα της καινούριας μου γκαρνταρόμπας -αν και είναι πολύ καλός για να το πει». «Νομίζω ότι θα μείνει πολύ ευχαριστημένος όταν σε δει με τα φορέματα που αγοράσαμε σήμερα». Η Χάριετ χαμογέλασε. «Θαύμα. Θα το ευχαριστηθώ να μην αισθάνομαι πια σαν ταπετσαρία τοίχου. Πιστεύετε ότι την επόμενη φορά που θα πάμε σε χορό θα μου ζητήσει κάποιος να χορέψουμε; Θα πάμε σε χορό, δε θα πάμε;» «Φυσικά. Σε πολλούς. Έχουμε κάμποσες βδομάδες μέχρι να τελειώσει η σεζόν. Και από τη στιγμή που οι φίλοι μου, ο σερ Λούσιεν και ο δούκας του Ρόκφορντ, θα σου ζητήσουν να χορέψετε, δε νομίζω ότι θα περάσεις ξανά απαρατήρητη». «Ο δούκας!» αναφώνησε η Χάριετ χλομιάζοντας και ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της. «Πιστεύετε ότι ο δούκας θα χορέψει μαζί

101


μου;» «Θα φροντίσω εγώ να το κάνει». «Αχ, όχι, λαίδη μου, δε θα τολμούσα να χορέψω με έναν τέτοιο άντρα. Μπορεί να σκοντάψω και να τον πατήσω, και τότε θα πεθάνω από την ντροπή μου». «Ανοησίες. Ο δούκας είναι καταπληκτικός χορευτής. Θα σε καθοδηγήσει εκείνος». «Δεν ανησυχώ για εκείνον», της είπε ειλικρινά η κοπέλα. «Κι αν γελοιοποιηθώ; Δεν έχω ιδέα τι θα μπορούσα να κουβεντιάσω με ένα δούκα. Θα με πιάσει τρακ, το ξέρω». «Θα σου δοθεί η ευκαιρία να συνομιλήσεις μαζί του στο πάρτι μου, και στη συνέχεια δε θα σου φαίνεται πια τόσο φοβερός». Η Χάριετ δε φάνηκε να πείστηκε. «Είναι πολύ αριστοκρατικός. Δεν υπάρχει άντρας που να μπορεί να συγκριθεί στην κομψότητα μαζί του, ότι και να φοράει». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε η Φραντσέσκα. Ακόμα και με σακάκι και καφέ παντελόνι, ο Ρόκφορντ θα επισκίαζε οποιονδήποτε άντρα με επίσημο βραδινό ένδυμα. Ήταν αυτό το κάτι στο παράστημά του. «Και είναι απίστευτα γοητευτικός», συνέχισε η Χάριετ. «Ίδιος ο Σατανάς με αυτά τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατάμαυρα μάτια του. Δε συμφωνείτε, λαίδη Χόξτον;» «Ναι. Είναι ένας πολύ γοητευτικός άντρας». «Και δούκας... Είμαι σίγουρη ότι δε συνηθίζει να συναναστρέφεται γυναίκες σαν εμένα». «Κι όμως, δεν είναι καθόλου υπερόπτης» , την καθησύχασε η Φραντσέσκα. «Αντιμετωπίζει τους πάντες με σεβασμό. Τον έχω δει να μιλάει στους χωρικούς και στους υπηρέτες του με μεγάλη ευγένεια. Δεν είναι ούτε αγενής ούτε αλαζονικός. Ρώτα τον πατέρα σου». «Ο μπαμπάς πιστεύει ότι είναι άψογος τζέντλεμαν. Μου το είπε όταν επέστρεψε από το Τάτερσαλ'ς τις προάλλες. Ο δούκας πρότεινε στον μπαμπά να έρθει να σας δει». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα γύρισε ξαφνιασμένη. «Δε μου το ανέφερε».

102


«Α, ναι . Ο μπαμπάς δεν μπορούσε να πιστέψει τη γενναιοδωρία του, τη στιγμή μάλιστα που μόλις είχαν γνωριστεί». «Ο δούκας είναι πολύ γενναιόδωρος -και ξέρει να κρίνει χαρακτήρες. Είμαι σίγουρη ότι συμπάθησε με την πρώτη ματιά τον πατέρα σου και αποφάσισε ότι άξιζε τη φιλία του». Παρά τα όσα είπε στη Χάριετ, η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μην ξαφνιαστεί από την κίνηση του δούκα να συστήσει στον σερ Άλαν να την πλησιάσει. Υπέθεσε πως ο σερ Άλαν θα πρέπει να του έθιξε την αδυναμία της κόρης του να εγκλιματιστεί στην υψηλή κοινωνία, αν και ήταν ένα κάπως περίεργο θέμα συζήτησης ανάμεσα σε δύο κυρίους, και μάλιστα στο Τάτερσαλ'ς. Αλλά και να το κουβέντιασαν, δεν μπορούσε να φανταστεί το δούκα να συστήνει στον άλλο άντρα να ζητήσει τη βοήθειά της. Χαιρόταν, βέβαια, που το είχε κάνει, αλλά δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την αίσθηση ότι ο Ρόκφορντ είχε φερθεί ασυνήθιστα για το χαρακτήρα του προκειμένου να τη βοηθήσει στις προσπάθειές της Αλλά όχι, σίγουρα όχι. Ο δούκας δε γνώριζε την οικονομική της στενότητα. Κανείς δεν τη γνώριζε. Χρόνια τώρα, έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να κρύψει τις δυσκολίες της. Εξάλλου, ακόμα κι αν είχε μαντέψει ο Ρόκφορντ ότι βρισκόταν στα όρια της φτώχειας και είχε αντιληφθεί ότι χρησιμοποιούσε το ταλέντο της για να τα βγάλει πέρα, δεν είχε κανένα λόγο να προσπαθήσει να τη βοηθήσει. Όχι. Η ιδέα ήταν παράλογη. Ο σερ Άλαν θα πρέπει να είχε θίξει το θέμα και ο Ρόκφορντ θα την είχε σκεφτεί επειδή είχε βοηθήσει τον ξάδερφό του τον Γκίντεον. Δεν κρυβόταν τίποτε περισσότερο πίσω από αυτό. Για να στρέψει τη συζήτηση σε κάτι λιγότερο ανησυχητικό από τις προθέσεις του Ρόκφορντ, η Φραντσέσκα ρώτησε: «Τι ελπίζεις να πετύχεις αυτή τη σεζόν;» «Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω τι εννοείτε». Η Χάριετ συνοφρυώθηκε. «Θα ήθελα να διασκεδάσω. Και θα ήθελα να ευχαριστηθεί ο μπαμπάς. Θέλει τόσο πολύ να περάσω καλά αυτή τη σεζόν». «Ελπίζεις να βρεις σύζυγο;» Ο σερ Άλαν της είχε πει πως στόχος

103


των προσπαθειών τους δεν ήταν ο γάμος, αλλά η Φραντσέσκα δεν ήταν σίγουρη αν ο πατέρας γνώριζε ποιες ακριβώς ήταν οι προσδοκίες της κόρης. Τα μάγουλα της κοπέλας κοκκίνισαν. «Α, όχι, λαίδη Χόξτον. Αυτό δε με νοιάζει. Θέλω να πω... δεν είμαι εγώ κατάλληλη να παντρευτώ ένα λόρδο. Δεν έχω καμιά επιθυμία να μείνω στο Λονδίνο ούτε να ενταχθώ στον κύκλο της υψηλής αριστοκρατίας. Κατά βάθος είμαι κορίτσι της επαρχίας. Μου αρέσουν οι συντροφιές των φίλων μου και οι επισκέψεις σε ανθρώπους που γνωρίζω εκεί. Μου αρέσει να πηγαίνω καλάθια με φαγητό στους χωρικούς του πατέρα μου όταν είναι άρρωστοι, να ρωτάω τους ανθρώπους για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Αυτή η ζωή μου αρέσει. Μου ταιριάζει. Δε θέλω να αφήσω τον μπαμπά. Και...» Δίστασε και το κοκκίνισμά της έγινε πιο βαθύ. «Υπάρχει ένα αγόρι -ο γιος του τοπικού άρχοντα. Το σπίτι τους δεν είναι μακριά από το δικό μας. Ξέρω ότι ο μπαμπάς τον συμπαθεί, αν και μου λέει ότι θα μπορούσα να έχω πιο υψηλές βλέψεις». «Α, κατάλαβα», είπε η Φραντσέσκα. «Αλλά εσύ δε θέλεις να έχεις πιο υψηλές βλέψεις». Η Χάριετ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την κατανόηση της αριστοκράτισσας. «Ακριβώς. Τον λένε Τομ και τον γνωρίζω όλη μου τη ζωή. Ήταν σκέτο πειραχτήρι μικρός και μου έλεγε ιστορίες με φαντάσματα για να με φοβίζει. Αλλά πέρυσι που πήγα για πρώτη φορά στο πανηγύρι, χορέψαμε και. .. τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Τώρα είναι πολύ πιο ευγενικός. Όταν έρχεται για επίσκεψη, κουβεντιάζουμε διάφορα θέματα και, μόλις φύγει, ανυπομονώ να ξανάρθει. Είναι πολύ περίεργο. Τον γνωρίζω από παιδί, κι όμως είναι σαν να τον γνώρισα τώρα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;» «Ναι», της απάντησε η Φραντσέσκα με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. «Καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοείς». *** Η Φραντσέσκα καθόταν στο γραφείο στο πρωινό σαλόνι και σχεδίαζε τη διακόσμηση για το σουαρέ της, όταν μπήκε ο μπάτλερ της. Κρατούσε έναν μικρό ασημένιο δίσκο που είχε πάνω ένα λευκό επι-

104


σκεπτήριο. «Ήρθε ένα... άτομο να σας δει, λαίδη μου», άρχισε να της λέει, και η Φραντσέσκα κατάλαβε αμέσως από το επιφυλακτικό πρόσωπο του και από τις λέξεις που χρησιμοποίησε ότι ο μπάτλερ δεν ενέκρινε τον επισκέπτη. «Ο κύριος Γκάλεν Περκινς». «Ο Πέρκινς!» Τι στην ευχή γυρεύει εδώ; «Πες του ότι δε δέχομαι» «Τι πράγμα; Θα φερόσασταν έτσι σε έναν παλιό φίλο;» Ο Πέρκινς εμφανίστηκε πίσω από τον μπάτλερ. Η Φραντσέσκα σηκώθηκε αλύγιστη. «Δε νομίζω ότι υπήρξαμε ποτέ φίλοι, κύριε Πέρκινς». Ο Φέντον έριξε ένα βλέμμα αντιπάθειας στον άντρα και στράφηκε πάλι στη Φραντσέσκα. Ο τόνος του ήταν παγωμένος όταν ρώτησε: «Θέλετε να συνοδεύσω τον κύριο Πέρκινς στην έξοδο, λαίδη μου;» Ο Πέρκινς του χαμογέλασε μοχθηρά. «Για δοκίμασε». «Όχι, δεν πειράζει, Φέντον». Η Φραντσέσκα ήταν σχεδόν σίγουρη ότι ο Πέρκινς δε θα έφευγε με το μαλακό και φοβήθηκε ότι μπορεί να χτυπούσε τον ηλικιωμένο Φέντον. «Θα μιλήσω στον κύριο Πέρκινς». «Πολύ καλά». Ο Φέντον έκανε μια μικρή υπόκλιση και πρόσθεσε: «Θα βρίσκομαι ακριβώς απ' έξω, αν με χρειαστείτε». Ο μπάτλερ προσπέρασε τον Πέρκινς και πήρε επιδεικτικά θέση στο χολ απέναντι από την πόρτα. Ο Πέρκινς μπήκε στο δωμάτιο λέγοντας: «Έχετε έναν πολύ πιστό ιππότη, αγαπητή μου λαίδη. Είμαι σίγουρος ότι μπορεί να σας προστατέψει από κάθε κίνδυνο». «Γιατί ήρθατε, κύριε Πέρκινς;» τον ρώτησε ξερά η Φραντσέσκα. «Τι ελπίζετε να πετύχετε μπαίνοντας διά της βίας να με δείτε;» «Μα είναι πολύ καθώς πρέπει να έρθω να εκφράσω τα σέβη μου στη χήρα ενός παλιού φίλου», παρατήρησε ο Πέρκινς, πάντα με το κοροϊδευτικό μειδίαμα στα χείλη του. «Μου εκφράσατε τα συλλυπητήριά σας τις προάλλες στο θέατρο», του θύμισε η Φραντσέσκα. «Άρα δε θεωρώ την επίσκεψη απαραίτητη». Ο Πέρκινς πλεύρισε το γραφείο και βρέθηκε πιο κοντά της απ' ότι θα ήθελε η Φραντσέσκα, αλλά δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω, γιατί

105


ήξερε πως εκείνος θα το έπαιρνε ως ένδειξη φόβου εκ μέρους της. Τα αχνογάλανα μάτια του καρφώθηκαν ξεδιάντροπα στο κορμί της. «Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει έναν άντρα που θέλει να ανανεώσει τη γνωριμία του με μια τόσο όμορφη γυναίκα όσο εσείς», της είπε. Η Φραντσέσκα έκανε γροθιά τα χέρια της. Την έτρωγαν να χστουκίσει ακούγοντας τον τόσο προσβλητικό και γεμάτο υπονοούμενα τόνο του. «Θα πρέπει να νιώθει πολλή μοναξιά μια χήρα», συνέχισε εκείνος. «Να ζει έτσι μόνη όπως εσείς». «Η μοναξιά μου δε θα γίνει ποτέ τόσο αφόρητη ώστε να αναζητήσω τη συντροφιά σας», του απάντησε εκείνη. Ο Πέρκινς ύψωσε τους ώμους του. «Πολύ καλά, τότε. Ας μιλήσουμε για δουλειές». «Για δουλειές;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε έκπληκτη. «Τι δουλειές; Δεν έχω καμιά δουλειά μαζί σας». «Φοβάμαι πως θα διαφωνήσω». Της χαμογέλασε μ' εκείνο τον ενοχλητικά κοροϊδευτικό τρόπο και οι ρυτίδες της άσωτης ζωής έκαναν την εμφάνισή τους γύρω από τα μάτια του. Ο Πέρκινς έβαλε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε ένα χαρτί κα το ξεδίπλωσε. «Με τον Άντριου είχαμε παίξει χαρτιά λίγο πριν αναγκαστώ να φύγω για την ηπειρωτική Ευρώπη...» «Θέλετε να πείτε, λίγο πριν σκοτώσετε κάποιον». Ο Πέρκινς ύψωσε τους ώμους του χωρίς το παραμικρό ίχνος μεταμέλειας στο πρόσωπό του. «Ένας άντρας οφείλει να υπερασπίζεται την τιμή του». «Αν διαθέτει». «Ο σύζυγός σας είχε χάσει πολλά», συνέχισε ο Πέρκινς, αγνοώντας το σχόλιό της. «Κάτι που συνέβαινε συχνά, φοβάμαι. Είχε ξεμείνει από μετρητά και είχε παίξει ήδη τα μανικετόκουμπα και την καρφίτσα της γραβάτας του. Δεν μπορούσα να δεχτώ κάποια εγγυητική επιστολή από εκείνον, γιατί σπάνια τις πλήρωνε. Έτσι, στον τελευταίο γύρο έπαιξε το σπίτι του. Λυπάμαι που το λέω, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, το έχασε».

106


Η Φραντσέσκα τον κοίταξε ανέκφραστα. Ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει και για μια στιγμή της ήταν αδύνατον να κινηθεί ή να μιλήσει. Στο τέλος είπε κάπως τραχιά: «Τι εννοείτε; Ποιο σπίτι; Το Χόξτον Χολ; Αυτό περνάει μόνο στο νόμιμο κληρονόμο, δεν μπορεί ούτε να πουληθεί ούτε να μεταβιβαστεί». «Αυτό το ξέρω», της απάντησε ο Πέρκινς κοιτάζοντάς τη διαπεραστικά . «Ανεξάρτητα από τις παρέες που κάνω, δεν είμαι ηλίθιος. Γι' αυτό του είπα ότι θα έπρεπε να παίξει το δικό του σπίτι». Η Φραντσέσκα πάγωσε, αλλά πάσχισε να μη φανεί ο φόβος στο πρόσωπό της. «Λέτε ψέματα». «Έτσι νομίζετε;» Ο Πέρκινς άπλωσε προς το μέρος της το χαρτί που κρατούσε ώστε να μπορέσει να το διαβάσει. «Πιστεύετε πραγματικά ότι ο Άντριου ήταν ανίκανος να κάνει κάτι τέτοιο;» Τα μάτια της Φραντσέσκας διέτρεξαν τη σελίδα, στάθηκαν στους επίσημους όρους της πώλησης και κατέληξαν στην ξεθωριασμένη και εφιαλτικά γνώριμη υπογραφή στο τέλος: Άντριου, λόρδος Χόξτον. Ένιωσε ένα βάρος να πιέζει τα πνευμόνια της και για μια στιγμή φοβήθηκε ότι θα λιποθυμούσε. Δεν ήταν δυνατόν. Σίγουρα ο Άντριου, ακόμα και ο Άντριου, δε θα μπορούσε να της το είχε κάνει αυτό! Αλλά, βέβαια, ήξερε ότι μπορούσε. Ο Άντριου σπάνια σκεφτόταν τις επιπτώσεις, και ειδικά τις επιπτώσεις σ' εκείνη. Ξεροκατάπιε, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε στα μάτια, νιώθοντας το θυμό να βράζει μέσα της. «Έξω από το σπίτι μου». Το κοροϊδευτικό χαμόγελο φάνηκε πάλι στα χείλη του. «Το δικό μου σπίτι, φοβάμαι, λαίδη μου». «Έχεις την εντύπωση ότι θα σου το παραδώσω έτσι απλά;» τον ρώτησε η Φραντσέσκα. «Σε διαβεβαιώνω πως όχι. Δεν είμαι καμιά εύθραυστη καλαμιά που θα λυγίσει στον πρώτο αέρα. Έχω σημαντικούς φίλους που διαθέτουν επιρροή και δύναμη . Εξάλλου, είμαι σίγουρη πως πλαστογράφησες αυτό το έγγραφο. Δε βλέπω κανένα μάρτυρα να προσυπογράφει». Ο Πέρκινς έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και ορθώθηκε απειλητικά από πάνω της, με τα ανοιχτογάλανα μάτια του να γυαλί ζουν ψυχρά. «Ούτε εγώ είμαι καμιά εύθραυστη καλαμιά, λαίδη μου».

107


Η επίσημη προσφώνηση ακούστηκε σαν χλευασμός από τα χείλη του. «Υπάρχουν μάρτυρες. Δυο άντρες που έπαιζαν μαζί μας χαρτιά, για να μην αναφέρω τις πόρνες και τη μαντάμ του πορνείου. Αν δε μου μεταβιβάσετε το σπίτι, θα σας πάω στα δικαστήρια. Και τότε θα εμφανιστούν όλοι για μάρτυρες». Ύψωσε τα φρύδια του και πρόσθεσε μελιστάλαχτα: «Αν αυτό θέλετε». Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν γροθιά, πετυχαίνοντας το στόχο του. Αν τον πολεμούσε για το σπίτι, θα αποκάλυπτε τη σκανδαλώδη συμπεριφορά του συζύγου της δημόσια, με αποτέλεσμα η ίδια να συρθεί στη λάσπη των κουτσομπολιών. Όλοι θα κουβέντιαζαν την άσωτη ζωή του Άντριου, την αγάπη του για τον τζόγο, το ποτό και τον ποδόγυρο. Κράτησε όμως στητή την πλάτη της και τον κοίταξε στα μάτια καθώς επαναλάμβανε βλοσυρά: «Δε θα φύγω από αυτό το σπίτι». Εκείνος την κοίταξε για λίγο ακόμα, ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω και είπε ανέμελα: «Βέβαια, θα μπορούσα να κάνω και σ' εσάς την ίδια προσφορά που έκανα στον Άντριου τότε. Του είπα ό τι, αν μου έφερνε τα χρήματα για τα οποία έπαιξε το σπίτι, θα έσκιζα το χαρτί». Η Φραντσέσκα χαλάρωσε ελαφρά. Μπορεί τελικά να υπήρχε κάποιος τρόπος να ξεμπλέξει από αυτή την ιστορία. Ο Πέρκινς το μόνο που ήθελε ήταν χρήματα. «Και ποιο ήταν το ποσό;» «Πέντε χιλιάδες λίρες». Η Φραντσέσκα ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της και πιάστηκε από την άκρη του γραφείου της για να στηριχτεί. Θα μπορούσε να της είχε ζητήσει το φεγγάρι. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να καταφέρει να βρει πέντε χιλιάδες λίρες. «Του έδωσα δυο βδομάδες περιθώριο για να βρει τα χρήματα, αλλά τότε, δυστυχώς, αναγκάστηκα να φύγω από την πόλη εξαιτίας του... περιστατικού με τον Μπάγκσο». «Περιστατικού; Έτσι αποκαλείτε εσείς το φόνο;» Ο Πέρκινς συνέχισε σαν να μην την είχε ακούσει: «Περίεργο, βέβαια, αλλά ο Χόξτον δε θεώρησε ποτέ απαραίτητο να μου στείλει τα χρήματα που μου χρωστούσε». Κούνησε το κεφάλι του σαν να τον απογοήτευε η έλλειψη εντιμότητας ανάμεσα σε φίλους. 108


«Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να είμαι πρόθυμος να δώσω και σ' εσάς την ίδια διορία. Αν μου δώσετε τα χρήματα σε δυο βδομάδες, θα σκίσουμε το χαρτί». Η Φραντσέσκα ήξερε πως, και μια ζωή να της έδινε περιθώριο, πάλι δε θα κατάφερνε να μαζέψει αυτά τα χρήματα . Παρ' όλα αυτά, αναφώνησε: «Δυο βδομάδες! Δεν είναι δυνατόν να περιμένετε να μαζέψω τόσα χρήματα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Χόξτον διέθετε πολύ μεγαλύτερες πηγές εισοδήματος από μένα. Εγώ πρέπει... να γράψω στους γονείς μου και... και σε άλλους. Πρέπει να μιλήσω με το διαχειριστή μου. Σίγουρα καταλαβαίνετε ότι αυτός ο χρόνος δεν επαρκεί. Δώστε μου μερικούς μήνες». «Μερικούς μήνες!» χλεύασε ο Πέρκινς. «Περίμενα επτά ολόκληρα χρόνια για να αποκτήσω αυτό το σπίτι. Γιατί να περιμένω κι άλλο;» «Θα είναι πιο απλό αν καταφέρω να σας δώσω τα χρήματα», τον αντέκρουσε απελπισμένα η Φραντσέσκα. «Τι να το κάνει αυτό το σπίτι ένας εργένης; Και δεν μπορώ να βρω τόσα πολλά χρήμα τα σε τόσο σύντομο διάστημα. Σας παρακαλώ. Μόνο δύο μήνες». Εκείνος την κοίταξε για κάμποση ώρα και ύστερα της είπε κοφτά: «Πολύ καλά. Θα σας δώσω τρεις βδομάδες». Η πρόταση του δεν ήταν καλή, αλλά η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, ευχαριστημένη γι' αυτή την παράταση. «Πολύ καλά». Ο Πέρκινς της χαμογέλασε με έναν τρόπο που της έφερε ανατριχίλα και έκανε μια υπόκλιση. «Θα τα ξαναπούμε τότε, αγαπητή μου λαίδη Χόξτον», είπε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Φέντον τον ακολούθησε μέχρι την έξοδο. Μόλις τον έχασε από τα μάτια της, η Φραντσέσκα σωριάστηκε στην καρέκλα της. Ήταν- θαύμα που τα πόδια της την είχαν κρατήσει όρθια τόση ώρα. Ακούμπησε τους αγκώνες της στο γραφείο και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Την κυρίεψε τρόμος. Πώς θα μπορούσε να βρει τόσα χρήματα; Μετά βίας κατάφερνε να τα βγάζει πέρα με τα καθημερινά έξοδα και της είχαν μείνει πολύ λίγα πράγματα να πουλήσει. Η άμαξά της ήταν παλιά και τα άλογά της γέρικα, θα της απέφεραν πολύ λίγα. Όλα τα κοσμήματα που είχε ή-

109


ταν ψεύτικα, με εξαίρεση το βραχιόλι και τα σκουλαρίκια που της είχε χαρίσει ο δούκας και το καμέο της Κάλι. Και όλα να τα πουλούσε, δε θα μάζευε ούτε το ένα δέκατο του ποσού που έλεγε ο Πέρκινς ότι του χρωστούσε. Ακόμα κι αν έγδυνε το σπίτι από κάθε έπιπλο και ασημικό, πάλι δε θα κατάφερνε να μαζέψει αυτό το ποσό. Το μόνο από τα υπάρχοντά της που θα μπορούσε να της αποφέρει ένα σεβαστό ποσό ήταν το ίδιο το σπίτι Μόνο που, αν το πουλούσε για να δώσει στον Πέρκινς τα χρήματα, δε θα είχε πού να μείνει. Ίσως όμως κατάφερνε να το πουλήσει για περισσότερα χρήματα από αυτά που της ζητούσε ο Πέρκινς και να της έμεναν αρκετά για να πληρώσει ένα μικρότερο σπίτι σε μια λιγότερο αριστοκρατική περιοχή. Αλλά η πώληση ενός σπιτιού απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο από τις τρεις βδομάδες που της είχε δώσει ο Πέρκινς και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τον πείσει να της δώσει μεγαλύτερη διορία. Εκτός αυτού, αν μάθαινε ότι προσπαθούσε να πουλήσει το σπίτι, κάτι της έλεγε ότι θα την πήγαινε στα δικαστήρια για να εμποδίσει την πώληση. Ούτε στον πατέρα της μπορούσε να απευθυνθεί. Εκείνος είχε ήδη οδηγήσει τα κτήματά του στα όρια της χρεοκοπίας και είχε αναγκαστεί να παραχωρήσει τη διαχείρισή τους στον αδερφό της τον Ντόμινικ. Ο Ντόμινικ θα τη βοηθούσε, αν μπορούσε, αλλά πάσχιζε κι αυτός να εξυγιάνει τα οικονομικά των κτημάτων. Είχε πουλήσει ακόμα και το σπίτι που είχε κληρονομήσει από το θείο τους για να απαλλαγεί από κάποια χρέη και να κάνει τις απαραίτητες βελτιώσεις ώστε να γίνουν πάλι τα κτήματα κερδοφόρα. Δεν μπορούσε να του ζητήσει να βάλει σε κίνδυνο -τις προσπάθειές του και να δημιουργήσει καινούρια χρέη για να ξεπληρώσει εκείνη το σπίτι της. Δε θα μπορούσε ποτέ να του επιστρέψει αυτά τα χρήματα. Και της ήταν αδύνατον να σκεφτεί σε ποιον άλλο θα μπορούσε να στραφεί. Δε θα μπορούσε να ζητήσει από τους φίλους της ένα τόσο μεγάλο ποσό και δεν είχε άλλους συγγενείς. Ούτε είχε στενές σχέσεις με τον ξάδερφο και κληρονόμο του λόρδου Χόξτον -όχι πως θα είχε και εκείνος διαθέσιμα τόσα μετρητά. Ο Άντριου είχε ξεκοκαλίσει όλα τα εισοδήματα των κτημάτων μαζί με όλα τα άλλα.

110


Θα μπορούσε, βέβαια, να πολεμήσει τον Πέρκινς μέχρις εσχάτων. Θα μπορούσε να αρνηθεί να φύγει από το σπίτι. Μπορεί εκεί νος να μην την πήγαινε πραγματικά στα δικαστήρια -αν και είχε δείξει αποφασισμένος να το κάνει. Αλλά και να την πήγαινε, υπήρχε πάντα η πιθανότητα το έγγραφο να ήταν πλαστό. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο Άντριου ήταν ικανός να παίξει το σπίτι του σε μια παρτίδα χαρτιά, αλλά δεν είχε επίσης καμιά αμφιβολία ότι ο Πέρκινς ήταν ικανός να πλαστογραφήσει το έγγραφο. Αν, όμως, τον ανάγκαζε να την πάει στα δικαστήρια, ήταν σίγουρη ότι εκείνος θα πραγματοποιούσε την απειλή του να φέρει τους βρομερούς γνωστούς του άντρα της στη δίκη και να εξευτελίσει δημόσια την υπόληψή της. Ακόμα κι αν το έγγραφο ήταν πλαστό και δεν υπήρχαν μάρτυρες, ήταν σίγουρη πως με λίγα χρυσά νομίσματα ο Πέρκινς θα μπορούσε να βρει δυο άντρες και κάμποσες πόρνες να καταθέσουν ότι ο λόρδος Χόξτον είχε υπογράψει πράγματι μπροστά τους και του είχε παραχωρήσει το σπίτι. Η Φραντσέσκα δεν άντεχε ούτε να διανοηθεί ότι θα αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο τέτοιου σκανδάλου, με το όνομά της να φιγουράρει σε όλες τις εφημερίδες και να αποτελεί αντικείμενο κουτσομπολιού σε όλο το Λονδίνο, από τον υψηλότερο τιτλούχο μέχρι την τελευταία καμαριέρα. Και στο τέλος μπορεί, έτσι κι αλλιώς, να έχανε το σπίτι της. Η υπογραφή του Άντριου στο χαρτί έμοιαζε να είναι γνήσια. Τι θα έκανε αν έχανε το σπίτι της; Πού θα πήγαινε; Στο Ρέντφιλντς, όπου θα έπρεπε να ζήσει όλη την υπόλοιπη ζωή της εξαρτώμενη από τη γενναιοδωρία του αδερφού της; Το ήξερε ότι ο Ντόμινικ και η γυναίκα του, η Κονστάνς, θα την καλοδέχονταν χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία. Αλλά έτρεμε στη σκέψη να τους γίνει φόρτωμα, όπως έτρεμε και στη σκέψη πως δε θα είχε πια τίποτα δικό της. Και το να ζει ολόκληρο το χρόνο μακριά από το Λονδίνο θα ήταν σαν εξορία. Ίσως με τα ψίχουλα που έπαιρνε από τη νόμιμη μοίρα που είχε κληρονομήσει να κατάφερνε να νοικιάσει ένα δωμάτιο κάπου στο Λονδίνο. Αλλά τι ζωή θα ήταν αυτή; Χωρίς σπίτι, χωρίς υπηρέτες, χωρίς χρήματα για να αγοράζει φορέματα και με όλους στην αρι-

111


στοκρατία να ξέρουν ότι ήταν άπορη, δε θα μπορούσε να διατηρήσει με τίποτα την περίοπτη θέση της στον καλό κόσμο. Θα της ήταν αδύνατο να συνεχίσει να συμπληρώνει το εισόδημά της καθοδηγώντας άλλες κοπέλες της αριστοκρατίας στο ντεμπούτο τους. Όχι, σκέφτηκε θλιμμένη, πνίγοντας τα δάκρυά της. Η αλήθεια ήταν ότι αντιμετώπιζε την καταστροφή. Αν δεν κατάφερνε με κάποιο τρόπο να αποτρέψει τον Πέρκινς, θα ερχόταν το τέλος του κόσμου της.

112


Κεφάλαιο 8 Η Φραντσέσκα ξύπνησε το επόμενο πρωί με μια εφιαλτική αίσθηση τρόμου. Την προηγούμενη νύχτα είχε αποκοιμηθεί κλαίγοντας καθώς σκεφτόταν την τραγική της θέση και ο ύπνος της ήταν γεμάτος αόριστα και ταραγμένα όνειρα, από τα οποία θυμόταν μόνο το φόβο της. Αρκετά ταραγμένη, κάθισε να φάει τις φρυγανιές και να πιει το τσάι που της είχε φέρει η Μέισι, με το μυαλό της να τρέχει καθώς τσιμπολογούσε ανόρεχτα το πρωινό της. Μακάρι να είχε κάποιον να συμβουλευτεί, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν. Ο πιο κοντινός της άνθρωπος ήταν ο αδερφός της και θα έδειχνε μεγάλη κατανόηση για το πρόβλημά της, αλλά ήξερε πως, αν του μιλούσε, εκείνος θα προσπαθούσε να τη βοηθήσει, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα καταστρεφόταν οικονομικά ο ίδιος. Επομένως, δεν μπορούσε να του μιλήσει. Ο σερ Λούσιεν ήταν πάντα ο καλύτερος φίλος της, και μολονότι δεν το κουβέντιαζαν, γνώριζε τα οικονομικά της προβλήματα. Αλλά είχε και εκείνος τα δικά του οικονομικά προβλήματα, το ίδιο σοβαρά με τα δικά της, και η Φραντσέσκα ήξερε ότι δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Εκτός αυτού, ο Λούσιεν δεν είχε ιδέα από οικονομικά, άρα θα έπεφτε στο ίδιο αδιέξοδο μ' εκείνη. Τελευταία είχε αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση με την Αϊρίν, η οποία ήταν έξυπνη γυναίκα, και η Φραντσέσκα υποπτευόταν ότι είχε μια γενική ιδέα για την οικονομική της στενότητα. Πιθανότατα τα η Αϊρίν θα μπορούσε να κατεβάσει καμιά ιδέα και μάλλον θα ήταν σε θέση να τη βοηθήσει, δεδομένου ότι ο άντρας της ο Γκίντεον ήταν ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους του Λονδίνου. Αλλά τα σωθικά της Φραντσέσκας σφίχτηκαν και μόνο στη σκέψη να ζητήσει τη βοήθεια της Αϊρίν. Δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί με αυτό τον τρόπο μια φίλη. Ουσιαστικά δεν είχε άλλο πιο κοντινό της πρόσωπο πέρα από τους δικούς της. Ή... Τον Σινκλέρ.

113


Το όνομα του δούκα ξεπήδησε αυθόρμητα στη σκέψη της, αλλά το έδιωξε από το μυαλό της και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της, σαν να ήθελε να εμποδίσει αυτή τη σκέψη να πάρει δια στάσεις. Δε θα μπορούσε να πάει τρέχοντας στο δούκα. Δε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί με τέτοιο τρόπο την παλιά σχέση τους ή την καλοσύνη του. Δεν του ήταν τίποτα τώρα και για κανένα λόγο δε θα ήθελε να νιώσει υποχρεωμένος να τη βοηθήσει. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι θα ήταν μεγάλη ανακούφιση να του εξομολογηθεί το πρόβλημά της, αλλά θα ήταν και μεγάλη ταπείνωση. Και, στο κάτω κάτω, ο άνθρωπος δεν της χρωστούσε τίποτα. Όχι. Έπρεπε να λύσει το πρόβλημά της μόνη της. Παραμερίζοντας το δίσκο με το πρωινό της, σηκώθηκε και πήρε την κοσμηματοθήκη της. Την άνοιξε και έψαξε το περιεχόμενο, διαχωρίζοντας τα ψεύτικα κοσμήματα από αυτά που είχαν κάποια αξία. Η συλλογή με τα πολύτιμα ήταν αξιοθρήνητα μικρή: το μαργαριταρένιο κολιέ που της είχαν χαρίσει οι γονείς της στα δέκατα όγδοα γενέθλιά της, το καμέο που της είχε χαρίσει η Κάλι, τα ζαφειρένια σκουλαρίκια που της είχε δώσει ο δούκας ως δώρο για τον αρραβώνα τους και το ζαφειρένιο βραχιόλι που είχε κερδίσει το περασμένο καλοκαίρι σε ένα στοίχημα που είχε βάλει μαζί του. Το δαχτυλίδι του γάμου της και όποια άλλα κοσμήματα της είχε δωρίσει ο άντρας της τα είχε πουλήσει προ πολλού για να κερδίσει τα προς το ζην. Της είχαν απομείνει μόνο τα κομμάτια που αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να τα αποχωριστεί. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να τα αποχωριστεί ακόμα και τώρα. Είχε όμως άλλη επιλογή; Όταν η Μέισι επέστρεψε για να πάρει το δίσκο, η Φραντσέσκα της είπε: «Έχω μερικά πράγματα να πουλήσω στον κοσμηματοπώλη». Η καμαριέρα της την κοίταξε έκπληκτη. «Αλήθεια; Δεν το ήξερα», της είπε και συνοφρυώθηκε, μια και στην παρούσα φάση δεν μπορούσε να διακρίνει τα σημάδια μιας επικείμενης οικονομικής καταστροφής. «Πρέπει να πουλήσω ότι μπορώ. Μόλις ντυθώ, θα ρίξω μια ματιά στα ασημικά στο κελάρι του μπάτλερ. Νομίζω ότι θα πρέπει να τα ξεφορτωθούμε όλα».

114


Η Μέισι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Όλα, λαίδη μου;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Πόσο λες να πουληθούν; Μπορούμε να πουλήσουμε και τα κρυστάλλινα ποτήρια; Και τα έπιπλα; Πόσα χρήματα λες να πιάσουμε από αυτά;» Η Μέισι κούνησε το κεφάλι της. «Μα, λαίδη μου, κι εσείς τι θα χρησιμοποιείτε; Δεν μπορεί να δώσετε όλα τα ασημικά και τα πιάτα σας». «Τα περισσότερα», επέμεινε η Φραντσέσκα ανένδοτη. «Θα περιοριστώ και θα δίνω μόνο μικρά δείπνα από δω και στο εξής, αυτό είναι όλο. Και είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσαμε να πουλήσουμε επίσης τα περισσότερα από τα ασημένια κηροπήγια. Αφού τελειώσω με το κελάρι του μπάτλερ, θα ανέβω και στη σοφίτα. Και θα πρέπει να πω στον αμαξά να πουλήσει και την άμαξα και τα άλογα». «Να πουλήσει την άμαξά σας! Λαίδη μου, τι συνέβη;» φώναξε η Μέισι. «Δε θα έχετε τίποτα. Τι θα κάνετε;» «Πρέπει να το κάνω». Η Φραντσέσκα σκέφτηκε το μέλλον της και ένιωσε την αποφασιστικότητά της να κλονίζεται. Ποιο το όφελος να σώσει το σπίτι, αν έπρεπε να παραιτηθεί από τη ζωή της για να το κάνει; Ατσάλωσε την αποφασιστικότητά της και συνέχισε: «Θα στείλω να καλέσω το διαχειριστή μου». «Δε θα πουλήσετε και το καταπίστευμά σας, έτσι;» τη ρώτησε η Μέισι, δείχνοντας ακόμα πιο θορυβημένη από πριν, αν αυτό ήταν δυνατό. Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Δεν μπορώ να αφήσω τον εαυτό μου ξεκρέμαστο εντελώς. Αλλά πρέπει να δω αν μπορώ να πουλήσω το σπίτι». Παρά την κατάπληξη και τις διαμαρτυρίες της καμαριέρας της, η Φραντσέσκα παρέμεινε αμετάπειστη και πέρασε όλη τη μέρα της επιθεωρώντας το σπίτι και καταγράφοντας όλα όσα θα μπορούσε να πουλήσει. Ο άνθρωπος που διαχειριζόταν τις υποθέσεις της, όσο μικρές και να ήταν, ήρθε να τη δει αργότερα μέσα στη μέρα και κλείστηκαν στο καθιστικό της για σχεδόν μια ώρα. Όταν εκείνος έφυγε, η Φραντσέσκα ένιωσε εξουθενωμένη, και έμεινε εκεί καθισμένη κάμποση ώρα κοιτάζοντας απλά να πέφτει το

115


σούρουπο. Όσα είχε κάνει ήταν άχρηστα, εντελώς ανώφελα, σκεφτόταν. Ακόμα και να πουλούσε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, Θα συγκέντρωνε ένα ελάχιστο μέρος από το ποσό που χρειαζόταν. Αν πουλούσε και το καταπίστευμα, θα το πλησίαζε κάπως, αλλά και πάλι δε θα είχε όλα τα λεφτά και στη συνέχεια θα έπρεπε να ζήσει μόνο με τα ψίχουλα που θα έβγαζε βοηθώντας άλλες κοπέλες να βρουν συζύγους. Μόνο αν πουλούσε το σπίτι θα εξασφάλιζε τα απαραίτητα χρήματα, αλλά το ήξερε ήδη από το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε ζητήσει από τον κύριο Πέρκινς περισσότερο χρόνο, ότι για να βρει αγοραστή θα της έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο από τις τρεις βδομάδες που της είχε δώσει εκείνος. Ο διαχειριστής είχε δεχτεί να δοκιμάσει να το πουλήσει, αν και της είχε πει ότι, αν χρειαζόταν χρήματα, θα ήταν καλύτερα να το νοικιάσει κατά τη διάρκεια της σεζόν. Αυτό όμως δε θα έλυνε το πρόβλημά της, και δεν είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της να του εξηγήσει γιατί χρειαζόταν τόσο απελπισμένα και τόσο γρήγορα χρήματα. Όπως και να 'χε το πράγμα, θα έπρεπε να δώσει στη Μέισι να πουλήσει ότι μπορούσε. Στο κάτω κάτω, θα χρειαζόταν χρήματα για δικηγόρο, αν αποφάσιζε να αντιμετωπίσει τον Πέρκινς στο δικαστήριο. Ξαναπήρε την κοσμηματοθήκη και" έβγαλε τα σκουλαρίκια και το βραχιόλι. Οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι αυτά, σκέφτηκε. Όλη τη βδομάδα, όσο έκανε τις ετοιμασίες για το πάρτι της Χάριετ, την έτρωγε η ανησυχία. Αλλά όσο και να το σκεφτόταν, όσα δάκρυα κι αν έχυνε τα βράδια μόνη στην κρεβατοκάμαρά της, δεν κατάφερνε να βρει μια λύση. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της τις ανησυχίες της για τον Πέρκινς και το σπίτι και να συγκεντρωθεί στην επιτυχία του σουαρέ που ετοίμαζε. Προς μεγάλη της ικανοποίηση, οι απαντήσεις στις προσκλήσεις της ήρθαν πολύ γρήγορα και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι δέχτηκαν με χαρά να παρευρεθούν. Όταν ανοίχτηκε η αίθουσα χορού -ένα από τα δωμάτια της ανατολικής πτέρυγας που ήταν μονίμως κλειστό και ελάχιστα επιπλωμένο-, για τον προσεκτικό καθα-

116


ρισμό της απαιτήθηκε η πρόσληψη δύο ακόμα υπηρετριών και ενός υπηρέτη. Μόλις ολοκληρώθηκε ο καθαρισμός, ξεκίνησε ο στολισμός της αίθουσας και του μπροστινού χολ, έγινε η επιλογή των κρασιών και αποφασίστηκε το τελικό μενού. Πέρα από αυτές τις ετοιμασίες, η Φραντσέσκα είχε τις ιδιαίτερες συναντήσεις της με τη Χάριετ, κατά τις οποίες της μάθαινε τα μυστικά της συμμετοχής σε συζητήσεις , τη στρατηγική του φλερταρίσματος και τις γνώσεις που χρειαζόταν για να ανταποκριθεί στις κοινωνικές απαιτήσεις της σεζόν. Ευτυχώς, η Χάριετ ήξερε να χορεύει και είχε δεχτεί πρόθυμα να χρησιμοποιεί καθημερινά τις λοσιόν που της είχε υποδείξει η Φραντσέσκα για να πάρει ένα πιο γλυκό χρώμα η ηλιοκαμένη επιδερμίδα της. Το δύσκολο ήταν να την πείσει να συγκρατήσει τη γλώσσα της. Δεν ήταν επαναστάτρια, απλώς δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί θα θεωρούσε κάποιος ωμό τον ντόμπρο τρόπο της ή γιατί κάποια από τα θέματα που έθιγε θα έκαναν πολλές κυρίες να την κοιτάξουν στραβά. Παρ' όλες τις ασχολίες της, όμως, η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να διώξει τον Πέρκινς και τις απειλές του από το μυαλό της. Μπορεί να τις παραμέριζε κατά τη διάρκεια της μέρας, αλλά τη νύχτα, όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι της, έρχονταν πάλι να τη βασανίσουν. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε να ζήσει; Δεν μπορούσε να βρει μια απάντηση ούτε να ησυχάσει. Έκανε ξανά και ξανά τις ίδιες σκέψεις, καλύπτοντας το ίδιο έδαφος, χωρίς καμιά επιτυχία. Στριφογύριζε ανήσυχη στο κρεβάτι της και στο τέλος σηκωνόταν, φορούσε τη ρόμπα της και καθόταν στο στρογγυλό παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της και κοιτούσε τον άδειο δρόμο κάτω. Το πρωί μετάνιωνε πικρά για το ξενύχτι της. Την πονούσε το κεφάλι της και είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της. Αν δε φροντίσεις να κοιμηθείς παραπάνω, θα φτάσεις να μοιάζεις με κακιά μάγισσα, μάλωνε τον εαυτό της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να καθησυχάσει τις ανησυχίες της. Είχε μπροστά της μόλις μια βδομάδα και λίγες μέρες για να αποφασίσει. Θα έμενε στο σπίτι της και θα αντιμετώπιζε το σκάνδαλο όταν ο Πέρκινς θα την έσερνε στα δικαστήρια; Ή θα παραιτούνταν

117


από το σπίτι της και θα έβρισκε καταφύγιο στο Ρέντφιλντς; Δεν μπορούσε να χωνέψει καμιά από αυτές τις δύο επιλογές. Η ημέρα του πάρτι έφτασε επιτέλους. Ήταν μια γλυκιά, ασυννέφιαστη βραδιά, χωρίς την παραμικρή προοπτική βροχής που θα εμπόδιζε κάποιους να έρθουν. Η Φραντσέσκα, ντυμένη με το καινούριο ανοιχτοπράσινο μεταξωτό φόρεμά της και ένα ασημένιο σάλι στους γυμνούς ώμους της, υποδεχόταν τους καλεσμένους της με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο. Εκείνο το βράδυ, τουλάχιστον, ήταν αποφασισμένη να διώξει κάθε ανησυχία από το μυαλό της. Δεν είχε δώσει άλλο πάρτι αυτή τη σεζόν και σκόπευε να το απολαύσει. Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχτηκε, δεν είχε και πολύ χρόνο να το απολαύσει. Είχε να ασχοληθεί με τη Χάριετ, η οποία ήταν πολύ χαριτωμένη με την καινούρια λευκή τουαλέτα της και τα μαλλιά της χτενισμένα σε μπούκλες από την καμαριέρα της Φραντσέσκας. Έπρεπε να τη συστήσει σε όλους τους νεαρούς που είχε καλέσει, καθώς και στις κυρίες που θα μπορούσαν να της ανοίξουν τις πόρτες των κύκλων της αριστοκρατίας. Θα ήταν πολύ να ελπίζει σε μια πρόσκληση στο Όλμακ, το ήξερε αυτό, αλλά ευχόταν να της εξασφαλίσει προσκλήσεις για αρκετά ενδιαφέροντα πάρτι. Όταν δεν ήταν απασχολημένη με τη Χάριετ, έπρεπε να φροντίσει για την προώθηση του άλλου σχεδίου της -να συστήσει τον Ρόκφορντ στις γυναίκες που είχε διαλέξει γι' αυτόν. Με μεγάλη της χαρά διαπίστωσε ότι είχαν έρθει και οι τέσσερις υποψήφιες και είχε καταφέρει με επιδεξιότητα να συμπεριλάβει την καθεμιά χωριστά κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της βραδιάς σε μια συζήτηση με το δούκα. Σε όλη τη διάρκεια του πάρτι, ότι κι αν έκανε, η Φραντσέσκα δεν άφηνε από τα μάτια της το δούκα. Και χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι ο Ρόκφορντ έκανε μια προσπάθεια να συζητήσει για λίγη ώρα χωριστά με κάθε υποψήφια. Κάποια στιγμή, όταν κοίταξε προς το μέρος του, τον είδε να κουβεντιάζει με τη λαίδη Ντάμαρις, να χαμογελάει, μετά να γελάει και το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο. Ένιωσε μια διαπεραστική σουβλιά στο στήθος της και της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Χαζομάρα της, βέβαια. Ήταν φυσικό να απολαμβάνει ο Σινκλέρ τη

118


συζήτηση με τη λαίδη Ντάμαρις. Ήταν έξυπνη και εκλεπτυσμένη, είχε ταλέντο στη συζήτηση. Και δεν ήταν καθόλου άσχημη. Μπορεί να ήταν κοντούλα, αλλά είχε ωραίο σώμα με πλούσιες καμπύλες, απαλές καστανές μπούκλες και ζωηρά καστανά μάτια. Κατά τη γνώμη της Φραντσέσκας, η γυναίκα αυτή συγκέντρωνε τα περισσότερα προσόντα ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον του δούκα. Η λαίδη Εντουίνα ντε Μόργκαν, από την άλλη, σκέφτηκε η Φραντσέσκα, ήταν η πιο όμορφη απ' όλες. Είχε κατάμαυρα μαλλιά και λαμπερά πράσινα μάτια, αν και τα χαρακτηριστικά της ήταν κάπως έντονα. Όσο για τη λαίδη Μαίρη, πολύ φοβόταν ότι, δεδομένου του σεμνού και μελετηρού χαρακτήρα της, δε θα τολμούσε να μιλήσει καν με το δούκα. Χάρηκε, όμως, όταν είδε κάποια στιγμή τον Ρόκφορντ να μιλάει μαζί της, γιατί φανταζόταν ότι θα έπρεπε να καταβάλει κανείς μεγάλη προσπάθεια για να την πείσει να πει δυο λόγια έστω. Ξαφνιάστηκε, ωστόσο, και μάλιστα ευχάριστα, όταν ξαναγύρισε λίγα λεπτά αργότερα το κεφάλι της και διαπίστωσε ότι η κουβέντα τους συνεχιζόταν και η λαίδη Μαίρη επιχειρηματολογούσε ζωηρά. Η Φραντσέσκα χαμογέλασε νοερά. Αν κάποιος μπορούσε να το καταφέρει αυτό, σίγουρα αυτός ήταν ο Ρόκφορντ. Ήταν υπομονετικός. Καλός. Και γοητευτικός. Με λίγα λόγια, ήταν πρότυπο τζέντλεμαν -ή μάλλον του σωστού τζέντλεμαν. Αναπόφευκτα αναρωτήθηκε αν έστω και μία από τις γυναίκες που του είχε διαλέξει ήταν αρκετά καλή γι' αυτόν. Αλλά κι αυτό ήταν χαζό -όπως ο πανικός της απώλειας που είχε νιώσει νωρίτερα, όταν τον είδε με την Ντάμαρις Μπερκ. Φυσικά και θα ήταν ευτυχισμένος με οποιαδήποτε από αυτές τις γυναίκες. Η Φραντσέσκα είχε ψάξει προσεκτικά να τις βρει και, παρ' όλο που καμιά δεν ήταν τέλεια, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βρεθεί κάποια τέλεια. Στο κάτω κάτω, ούτε ο δούκας ήταν τέλειος. Στην πραγματικότητα, μπορούσε να γίνει ξεροκέφαλος. Ήταν εξωφρενικά σίγουρος για τον εαυτό του και είχε την εκνευριστική συνήθεια να υψώνει σαρδόνια το φρύδι του -και το χειρότερο ήταν πως ο αποδέκτης του υψωμένου φρυδιού συνήθως είχε άδικο.

119


Αλλά η Φραντσέσκα δεν πέρασε όλη τη βραδιά με το νου της μόνο στη δουλειά. Κατάφερε να κουβεντιάσει λίγο με τον σερ Άλαν, που την ηρεμούσε με τον ευχάριστο και καταδεκτικό τρόπο του. Στο πάρτι βρισκόταν επίσης ο σερ Λούσιεν, όπως και ο λόρδος και η λαίδη Ράντμπορν. Η Αϊρίν την έκανε να γελάσει, περιγράφοντας το ταξίδι στη νύφη της. «Η επικείμενη μητρότητα δε βελτίωσε καθόλου το χαρακτήρα της λαίδης Μόρα. Δόξα τω Θεώ που θα μείνει η μητέρα μου μαζί της και όχι εγώ. Εγώ σίγουρα θα την καρύδωνα προτού γεννήσει. Τη μια στιγμή ζεσταίνεται, την άλλη κρυώνει. Σου ζητάει να της βάλεις μαξιλάρια πίσω από την πλάτη και αμέσως μετά να τα βγάλεις. Και πρέπει να τη βοηθάς για να σηκωθεί από την καρέκλα, γιατί έχει γίνει σαν βαρέλι από το πάχος». Η Αϊρίν σταμάτησε σκεφτική. «Υποθέτω πως δεν είναι σωστό να γελάω μ' αυτό, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Η Μόρα λέει πως πήρε τόσα κιλά επειδή θα γεννήσει στον Χάμφρι ένα μεγάλο και γερό γιο, αλλά εγώ πιστεύω ότι χόντρυνε τόσο επειδή καταβροχθίζει τεράστιες μερίδες φαγητού -για να μην αναφέρω το κουτί με τις σοκολάτες που έχει πάντα δίπλα της». «Είσαι κακιά», είπε η Φραντσέσκα γελώντας. «Ναι, είμαι», παραδέχτηκε η Αϊρίν αμετανόητη. «Υποθέτω πως θα γίνω κι εγώ έτσι πελώρια σε λίγο». Η Φραντσέσκα κοίταξε τη φίλη της. «Αϊρίν! Είσαι;... Θέλεις να πεις;...» Η Αϊρίν της χαμογέλασε με κάποια μυστικοπάθεια. «Ναι. Είμαι. Δεν το ξέρει κανείς άλλος εκτός από εσένα και τη μαμά. Δεν έχω κλείσει ακόμα τους τρεις μήνες και η μητέρα λέει ότι αυτή είναι η πιο επικίνδυνη περίοδος. Δε θέλουμε να το ανακοινώσουμε στην οικογένεια του Γκίντεον προτού σιγουρευτούμε κάπως ότι η εγκυμοσύνη μου θα έχει επιτυχή έκβαση. Φαντάζεσαι τι θα γίνει έτσι και το μάθει η θεία Οντίλια;» «Χριστέ μου, ναι. Αχ, Αϊρίν». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε πλατιά στη φίλη της και έσφιξε το χέρι της στα δικά της. «Χαίρομαι πολύ για σένα. Είμαι σίγουρη ότι ο Γκίντεον θα πετάει στα σύννεφα με το νέο».

120


«Όχι περισσότερο από μένα», παραδέχτηκε η Αϊρίν κάπως ντροπαλά. «Το ξέρεις ότι ποτέ δε με ενθουσίαζε η ιδέα των μωρών και της μητρότητας . Αλλά αυτές τις τελευταίες βδομάδες... Αχ, Φραντσέσκα, δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο ανυπόμονη και ευτυχισμένη, κι ας περνάω το μισό πρωινό με ναυτίες. Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Δε σκέφτομαι καν να πάω κόντρα στον Γκίντεον. Είμαι σίγουρη ότι εκείνος πιστεύει ότι φταίει η κατάστασή μου -και με φροντίζει τόσο πολύ, ανησυχεί για μένα τόσο πολύ, που έβαλα τα κλάματα από τη συγκίνηση. Πράγμα που τον έπεισε ακόμα περισσότερο ότι είμαι πολύ άρρωστη. Η αλήθεια όμως είναι ότι αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένη και δεν μπορώ να πάω κόντρα σε κανέναν. Ε, εκτός από τη Μόρα, φυσικά». «Και εγώ είμαι πολύ χαρούμενη για σένα», της είπε η Φραντσέσκα με ειλικρίνεια. «Πρώτα η Κονστάνς και τώρα εσύ. Σε λίγο θα έχουμε ένα σωρό μωρά να μπουσουλάνε τριγύρω». «Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα γίνεις νονά του -ή νονά της», είπε η Αϊρίν. «Είμαι σίγουρη ότι η Κονστάνς Θα σου έχει ζητήσει ήδη να γίνεις νονά του δικού της μωρού, αλλά θέλω να γίνεις και του δικού μου». Τα μάτια της Φραντσέσκας γέμισαν αυθόρμητα δάκρυα και ευχήθηκε η φίλη της να τα ερμήνευε ως δάκρυα χαράς. Χαιρόταν αφάνταστα για τον Γκίντεον και την Αϊρίν, όπως είχε χαρεί για τον αδερφό της και την Κονστάνς, όταν η νύφη της της είχε γράψει τα νέα. Βαθιά μέσα της, όμως, ήξερε πως η χαρά της σκιαζόταν από την απώλεια του δικού της μωρού. Ένα μέρος του εαυτού της έκλαιγε όχι από χαρά, αλλά επειδή εκείνη δε θα γνώριζε ποτέ τη μητρότητα. «Και βέβαια. Θα είμαι η πιο αφοσιωμένη και τρυφερή νονό που έχεις γνωρίσει ποτέ σου», της υποσχέθηκε. «Ώστε εδώ είστε!» ακούστηκε μια γνώριμη φωνή στα αριστερά τους. Οι δυο γυναίκες γύρισαν ταυτόχρονα και αντίκρισαν μια μαυρομάλλα καλλονή με μια υπέροχη μπλε ελεκτρίκ τουαλέτα να προχωράει προς το μέρος τους κρατώντας αγκαζέ έναν ψηλό, γοητευτικό άντρα. «Κάλι!» φώναξε η Φραντσέσκα και έτρεξε στη φίλη της. «Ω Θεέ

121


μου! Δεν ξέρεις πόσο ξαφνιάζομαι που σε βλέπω! Δεν το ήξερα ότι είχες γυρίσει. Ο αδερφός σου δε μου είπε λέξη». Η Φραντσέσκα τράβηξε την αδερφή του Ρόκφορντ στην αγκαλιά της και η Κάλι την έσφιξε πάνω της γελώντας. «Τον έβαλα να μου ορκιστεί ότι δε θα σου έλεγε τίποτα. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Φτάσαμε με τον Μπρομ την ώρα που ο Σινκλέρ ετοιμαζόταν να φύγει για το σουαρέ σου και του είπα ότι θα ερχόμουν να σε δω οπωσδήποτε, κι ας μην ήμασταν καλεσμένοι. Έπρεπε όμως να πλυθούμε και να ντυθούμε, έτσι τον έβαλα να μου υποσχεθεί ότι δε θα σου έλεγε τίποτα μέχρι να έρθουμε». «Είστε πάντα ευπρόσδεκτοι εδώ», τη διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα, κάνοντας ένα βήμα πίσω για να κοιτάξει τη φίλη της. «Το ξέρεις αυτό. Είσαι πανέμορφη». «Χάρη στην τουαλέτα». Τα μάτια της Κάλι παιχνίδισαν ευτυχισμένα. «Την αγόρασα στο Παρίσι». «Όχι χάρη στην τουαλέτα», την αντέκρουσε αποφασιστικά η Φραντσέσκα. «Τότε ίσως είναι η έγγαμη ζωή». Η Κάλι κοίταξε με αγάπη τον άντρα της. Ψηλός, με φαρδιές πλάτες και λεπτό, μυώδες κορμί, ο Μπρόμγουελ ήταν ένας από τους πιο γοητευτικούς άντρες στους κύκλους της αριστοκρατίας. Στην πραγματικότητα, μόνο ο δούκας μπορούσε να τον ξεπεράσει στη γοητεία. Είχε πυκνά, κατάμαυρα μαλλιά και βαθυγάλανα μάτια. Εξωτερικά, έμοιαζε πολύ με την εκτυφλωτική αδερφή του, τη λαίδη Δάφνη, ευτυχώς όμως στο χαρακτήρα διέφερε εντελώς από εκείνη. Εξαιτίας των ψεμάτων της αδερφής του, ο Μπρόμγουελ μισούσε επί χρόνια το δούκα, και όταν είχε αρχίσει να φλερτάρει την Κάλι, το είχε κάνει περισσότερο για να εκνευρίσει τον Ρόκφορντ παρά για οτιδήποτε άλλο. Τελικά, όμως, είχε συνειδητοποιήσει ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η Κάλι και τα αισθήματά του για εκείνη. Είχε συμφιλιωθεί ακόμα και με το δούκα, όταν έμαθε τα ψέματα της αδερφής του. Βέβαια, αυτό είχε γίνει αφού πρώτα είχαν πιαστεί άσχημα στα χέρια οι δυο τους, αλλά το περιστατικό αυτό, χάρη στην

122


περίεργη ιδιοσυγκρασία των αντρών, τους είχε κάνει να εκτιμήσουν ακόμα περισσότερο ο ένας τον άλλο. Ο λόρδος Μπρόμγουελ τις χαιρέτησε με μια υπόκλιση. «Λαίδη Χόξτον. Λαίδη Ράντμπορν. Χαίρομαι που σας βλέπω τόσο καλά». «Κι εσείς μια χαρά φαίνεστε, σερ», του ανταπέδωσε ζεστά το χαιρετισμό η Φραντσέσκα. Στις αρχές της σχέσης του με την Κάλι, η Φραντσέσκα είχε φοβηθεί πως ο Μπρόμγουελ μπορεί να πλήγωνε τη φίλη της και τον παρακολουθούσε σαν γεράκι. Αλλά ήταν ολοφάνερο ότι ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, και η Κάλι ήταν μια πολύ ευτυχισμένη γυναίκα. «Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω» , πρόσθεσε η Αϊρίν. «Ελπίζω να χαρήκατε το ταξίδι σας». «Πρέπει να είδα όλους τους καθεδρικούς ναούς της Γαλλίας και της Ιταλίας», παραπονέθηκε προσποιητά ο Μπρόμγουελ. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η γυναίκα μου είχε τέτοια τρέλα με τις εκκλησίες». «Δεν είναι οι εκκλησίες, αν και είναι κι αυτές πολύ όμορφες. Είναι τα έργα τέχνης», εξήγησε η Κάλι. Οι τέσσερις κουβέντιασαν για κάμποσα λεπτά για τα αξιοθέατα που είχε επισκεφθεί το ζευγάρι στο μήνα του μέλιτος. Ύστερα η Αϊρίν πήρε τον κόμη για να βρουν τον Γκίντεον και η Φραντσέσκα τράβηξε την Κάλι στις καρέκλες όπου καθόταν λίγο πριν με την Αϊρίν. «Είσαι ευτυχισμένη, έτσι;» τη ρώτησε και περιεργάστηκε με το βλέμμα το πρόσωπό της. «Απίστευτα, αφάνταστα ευτυχισμένη», της απάντησε η Κάλι. «Αν ήξερα ότι θα απολάμβανα τόσο την έγγαμη ζωή, θα είχα παντρευτεί χρόνια πριν». «Κάτι μου λέει ότι έχει σχέση ο συγκεκριμένος σύζυγος με την ευτυχία σου». Το πρόσωπο της Κάλι έλαμψε. «Τον αγαπώ, Φραντσέσκα. Περισσότερο απ' όσο είχα φανταστεί. Ή μπορεί η αγάπη μου να μεγαλώνει απλώς μέρα με τη μέρα. Δεν πίστευα ότι αυτή η αγάπη θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερη από την αγάπη που ένιωθα γι' αυτόν τη μέρα που παντρευτήκαμε, κι όμως γίνεται».

123


«Χαίρομαι πολύ για σένα, γλυκιά μου». Η Φραντσέσκα συμπαθούσε πάντα την Καλάντρα -στο κάτω κάτω τη γνώριζε από μωράκι-, αλλά τους τελευταίους μήνες είχαν συνδεθεί στενά οι δυο τους. Η Κάλι της είχε πει κάποτε ότι την ένιωθε σχεδόν σαν αδερφή της, και το ίδιο αισθανόταν και η Φραντσέσκα. «Πες μου τα τελευταία νέα», την παρότρυνε η Κάλι. «Νιώθω σαν να έλειπα αιώνες -αν και ταυτόχρονα μου φαίνεται ότι ο χρόνος πέρασε χωρίς να το καταλάβω». Η Φραντσέσκα άρχισε να της διηγείται τα τελευταία κουτσομπολιά. Της φάνηκαν όμως εξαιρετικά λίγα και πρόσθεσε απολογητικά: «Δυστυχώς, δεν πήγα σε τόσα πάρτι όσα συνήθως. Πιθανόν να μην είμαι εντελώς ενήμερη». «Ήσουν άρρωστη;» τη ρώτησε η Κάλι κοιτάζοντάς την ανήσυχη. Η Φραντσέσκα χαμήλωσε το βλέμμα μπροστά στην ερευνητική ματιά της φίλης της. Ξαφνικά φοβήθηκε πως η Κάλι θα μάντευε πόσο στενοχωρημένη ήταν τον τελευταίο καιρό. «Όχι, και βέβαια όχι. Είμαι λίγο κουρασμένη ... είχα πολλές δουλειές μ' αυτό το πάρτι». «Είναι υπέροχο». Η Κάλι έριξε μια ματιά γύρω. «Βέβαια, αυτό δε χρειάζεται να σου το πω εγώ. Διαθέτεις ένα μαγικό άγγιγμα. Ο Σινκλέρ μου είπε ότι δίνεις αυτό το πάρτι για τη Χάριετ Σέρμπορν. Την ξέρω;» «Όχι, ήρθε πρόσφατα από την επαρχία. Είναι η κοπέλα που μιλάει αυτή τη στιγμή με τον Όσκαρ Κόβεντρι». «Α, ναι. Πολύ χαριτωμένη. Μια ακόμα προστατευόμενη σου;» «Κάπως έτσι». Το βλέμμα της Κάλι σταμάτησε ξαφνικά την περιπλάνησή του. «Ποια είναι αυτή η κοπέλα με την οποία μιλάει ο αδερφός μου;» Η Φραντσέσκα ακολούθησε το βλέμμα της Κάλι. Ο Ρόκφορντ στεκόταν δίπλα σε μια χαριτωμένη νεαρή ξανθούλα που τον κοιτούσε μαγεμένη. «Είναι η λαίδη Κάρολαϊν Γουάιατ. Κάνει φέτος το ντεμπούτο της. Είναι η κόρη του σερ Άβεριλ Γουάιατ». «Σερ Άβεριλ ...» Η Κάλι συνοφρυώθηκε , γρήγορα όμως το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Α, είναι η κόρη της λαίδης Μπέατρις;»

124


«Ακριβώς. Η εγγονή του Μπέλινγκαμ». «Χριστέ μου, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ο Σινκλέρ κουβεντιάζει μαζί της τόση ώρα. Συνήθως οι νεαρές κοπέλες του προξενούν ανία μέχρι δακρύων. Λες να ενδιαφέρεται γι' αυτήν;» «Μπορεί. Είναι πολύ χαριτωμένη», της απάντησε η Φραντσέσκα. Πράγματι, ο Ρόκφορντ μιλούσε πολλή ώρα μαζί της. Εκείνη δεν έδειχνε να μιλάει πολύ, απλά άκουγε, γνέφοντας ελαφρά και χαμογελώντας πότε πότε κοκέτικα κουνώντας τη βεντάλια της. Συνέχισαν να παρακολουθούν το ζευγάρι. Ο Ρόκφορντ εξακολουθούσε να μιλάει και η λαίδη Κάρολαϊν εξακολουθούσε να χαμογελάει. «Θα έλεγα ότι εκείνη δε συμμετέχει και πολύ στη συζήτηση», παρατήρησε η Φραντσέσκα κάπως κοφτά. «Δε νομίζω ότι ο Ρόκφορντ τη βρίσκει ιδιαίτερα διασκεδαστική». Μόλις πρόφερε αυτές τις λέξεις, συνειδητοποίησε ότι ακούστηκαν λίγο απότομες. Έριξε μια ματιά στην Κάλι, να δει αν η φίλη της το είχε προσέξει. «Βέβαια», πρόσθεσε σε πιο ευχάριστο τόνο, «πολλοί άντρες προτιμούν αυτό τον τύπο γυναίκας». Έπιασε, ωστόσο, τον εαυτό της να ελπίζει ότι ο Ρόκφορντ δεν ανήκε σ' αυτή την κατηγορία. Μα για ποιο λόγο είχε συμπεριλάβει στη λίστα αυτή την κοπέλα; Δεν ήξερε γιατί, αλλά ξαφνικά η σκέψη ότι ο Ρόκφορντ θα μπορούσε να ερωτευτεί αυτή τη δροσερή κοπέλα της φάνηκε αβάσταχτη. Αυτό, φυσικά, ήταν εντελώς παράλογο. Δε θα έπρεπε να έχει καμιά σημασία για εκείνη ποια γυναίκα θα διάλεγε ο δούκας. Είχε προσπαθήσει να βρει γυναίκες που Θα του άρεσαν. Ο στόχος ήταν να ερωτευτεί ο Ρόκφορντ, αυτός δεν ήταν; Τι την ένοιαζε εκείνη αν διάλεγε αυτή τη νεαρή ξανθομαλλούσα που θα μπορούσε να είναι κόρη του; Στο κάτω κάτω, και η ίδια η Φραντσέσκα ήταν μια δροσερή ξανθομαλλούσα κάποτε. «Δε θα έλεγα ότι ο αδερφός μου είναι αυτής της γνώμης», παρατήρησε η Κάλι, και η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά της ναι ζεσταίνεται.

125


Από το διάδρομο ακούστηκαν δυνατές αντρικές φωνές και η Φραντσέσκα τράβηξε το βλέμμα της από τον Ρόκφορντ και τη λαίδη Κάρολαϊν για να δει τι συνέβαινε. Και τότε είδε τον Πέρκινς να κάνει την είσοδό του και τον μπάτλερ της δίπλα του να προσπαθεί να τον εμποδίσει. «Ω Θεέ μου». Η Φραντσέσκα ένιωσε το στομάχι της να δένεται κόμπος. Ο Πέρκινς είχε έρθει να χαλάσει και το πάρτι της; Μπορούσε πολύ εύκολα να τον φανταστεί να διατυμπανίζει σε όλους ότι τούτο το σπίτι δεν ήταν πραγματικά δικό της. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε στην Κάλι και αμέσως σηκώθηκε και προχώρησε προς την ανοιχτή δίφυλλη πόρτα. «Α, λαίδη Χόξτον». Ο Πέρκινς της χαμογέλασε ενοχλητικά αυτάρεσκα. «Χαίρομαι που σας βλέπω. Παρακαλώ, πείτε στον υπηρέτη σας ότι είμαι ευπρόσδεκτος στο παρτάκι σας». «Τι γυρεύετε εδώ;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα η Φραντσέσκα, αγνοώντας την υπόδειξή του. «Δε σας κάλεσα». «Είμαι σίγουρος ότι απλώς σας διέφυγε», της απάντησε. «Δε θα θέλατε να παραλείψετε να καλέσετε έναν παλιό φίλο του συζύγου σας». «Σας παρακαλώ, φύγετε». Τι θα έκανε αν της δημιουργούσε σκηνή; «Μου δώσατε τρεις βδομάδες μέχρι...» Το χλευαστικό μειδίαμά του έγινε ακόμα πιο πλατύ. «Μέχρι τι πράγμα, λαίδη μου;» Όπως συνήθως, η προσφώνηση ακούστηκε σαν προσβολή από τα χείλη του. «Κύριε Πέρκινς, σας παρακαλώ...» «Λαίδη Χόξτον», άκουσε την ψυχρή, αυστηρή φωνή του δούκα πίσω της. Η Φραντσέσκα στράφηκε προς το μέρος του, ανακουφισμένη. « Ρόκφορντ...» «Μήπως θα μπορούσα να σας βοηθήσω;» Στράφηκε στον Πέρκινς και το ψυχρό, ανέκφραστο βλέμμα του έκανε τη Φραντσέσκα να τα χάσει. «Τι γυρεύεις εδώ;» «Μα είμαι καλεσμένος της λαίδης. Με το μακαρίτη το λόρδο Χόξτον ήμασταν πολύ καλοί φίλοι». Κοίταξε τη Φραντσέσκα. «Θα χαρώ πολύ να διηγηθώ στον κόσμο λεπτομέρειες της φιλίας

126


μας, αν κάποιος αμφισβητήσει το δικαίωμα της παρουσίας μου εδώ». «Θέλεις να τον πετάξω έξω;» ρώτησε ο δούκας χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από τον Πέρκινς. Ο Πέρκινς, ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Λες και θα μπορούσες». Ο δούκας δε μίλησε, απλώς τον κοίταξε για λίγο έντονα και ο Πέρκινς ήταν ο πρώτος που έστρεψε αλλού το βλέμμα. Ύστερα ο Ρόκφορντ στράφηκε ερωτηματικά στη Φραντσέσκα. «Όχι»«, βιάστηκε να απαντήσει εκείνη ακουμπώντας το χέρι της στο μπράτσο του δούκα. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να βγάλει ο Ρόκφορντ τον Πέρκινς σηκωτό έξω ενώ εκείνος θα έβριζε χυδαία και θα ωρυόταν ότι το σπίτι της ήταν ουσιαστικά δικό του. «Σε παρακαλώ, όχι. Δε... δε θέλω να γίνει σκηνή και να χαλάσει το πάρτι της λαίδης Χάριετ. Θα ήταν κρίμα». Ο Ρόκφορντ συνοφρυώθηκε. Ήταν φανερό ότι δεν ενέκρινε την απόφασή της να επιτρέψει την παρουσία αυτού του άντρα στο σπίτι της. Τον κοίταξε .παρακλητικά. «Ρόκφορντ, σε παρακαλώ...» «Εντάξει», υποχώρησε εκείνος με χάρη. «Όπως επιθυμείς. Πρόσεχε, Πέρκινς, θα σε παρακολουθώ συνέχεια». «Απορώ πώς δεν έχω πεθάνει ήδη από το φόβο μου», απάντησε σαρκαστικά ο Πέρκινς. «Περάστε. Γιατί δεν πηγαίνετε να σερβιριστείτε;» είπε η Φραντσέσκα κάνοντας μια αόριστη κίνηση προς το τραπέζι με τα ποτά. Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ότι, εφόσον του είχε επιτρέψει να μείνει, ο Πέρκινς δε θα έκανε καταστροφικές αποκαλύψεις. Ευτυχώς το πάρτι πλησίαζε στο τέλος του. Θα αναγκαζόταν να υπομείνει την παρουσία του το πολύ για μία ώρα. Δυστυχώς, όμως, στην περίπτωση του Πέρκινς αυτή η ώρα μπορούσε ναι σου φανεί μια αιωνιότητα. Η Κάλι εμφανίστηκε δίπλα της και την έπιασε αγκαζέ. «Έλα να με συστήσεις στη δεσποινίδα Σέρμπορν. Θα ήθελα να τη γνωρίσω». «Ασφαλώς». Η Φραντσέσκα στράφηκε με ευγνωμοσύνη στη φίλη της και απομακρύνθηκαν από τον Πέρκινς. «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» τη ρώτησε η Κάλι. «Ο Σινκλέρ έ-

127


γινε έξαλλος όταν τον είδε». «Κανείς. Ήταν ... ήταν γνωστός του συζύγου μου. Είναι ένας τιποτένιος. Αλλά δεν μπορούσα να καταστρέψω το πάρτι της Χάριετ επιτρέποντας στον Ρόκφορντ να τον πετάξει έξω». «Και βέβαια όχι», συμφώνησε η Κάλι. «Αλλά μην ανησυχείς, έτσι και πάει να κάνει καμιά φασαρία, θα τον αναλάβει ο Σινκλέρ. Το ίδιο και ο Μπρομ, φαντάζομαι. Το ξέρεις ότι οι δυο τους έχουν γίνει σχεδόν φίλοι; Οι άντρες είναι τα πιο περίεργα πλάσματα». Η Φραντσέσκα γέλασε. Ήταν δύσκολο να μη χαλαρώσει όταν είχε δίπλα της την Κάλι. «Έχεις απόλυτο δίκιο». Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε αρκετά καλά. Η Φραντσέσκα κυκλοφορούσε ανάμεσα στους φίλους της, ρίχνοντας κάθε τόσο ματιές ολόγυρα για να δει πού βρισκόταν ο Πέρκινς. Τον είδε να περνάει από το τραπέζι με τα ποτά και αργότερα να περιφέρεται στο δωμάτιο χαιρετώντας με ένα νεύμα διαφόρους κυρίους. Μερικοί φάνηκαν νευρικοί με την παρουσία του και η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε αν τον γνώριζαν από τα χαρτοπαικτικά τραπέζια. Ίσως ανησυχούσαν και αυτοί για τα όσα θα μπορούσε να αποκαλύψει. Κάποια στιγμή αργότερα κοίταξε πάλι γύρω της, και αυτή τη φορά διαπίστωσε ότι ο Πέρκινς είχε εξαφανιστεί. Ξανακοίταξε πιο αργά, αλλά και πάλι δεν κατάφερε να τον εντοπίσει πουθενά. Της φάνηκε περίεργο. Ο Πέρκινς δεν ήταν από τους ανθρώπους που χάνονταν αθόρυβα μέσα στη νύχτα. Άρχισε να περιφέρεται μέσα στον κόσμο και να τον ψάχνει. Όταν επέστρεψε στο σημείο απ' όπου είχε ξεκινήσει, ήταν πια σίγουρη ότι ο Πέρκινς δε βρισκόταν στην αίθουσα. Και είχε προσέξει ότι έλειπε άλλο ένα άτομο: ο Ρόκφορντ. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Μήπως είχε καταφέρει ο Ρόκφορντ να βγάλει αθόρυβα τον Πέρκινς από το σπίτι; Δεν μπορούσε παρά να χαρεί γι' αυτό, αλλά δεν τολμούσε ούτε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να είχε συμβεί από τη στιγμή που θα έβγαιναν έξω. Βέβαια, ο Ρόκφορντ μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του. Ήταν λεπτός και αθλητικός και από τους αριστοκράτες που ασκούνταν στην πυγμαχία. Είχε ακούσει μάλιστα ότι στη Λέσχη του Κυρίου

128


Τζάκσον πυγμαχούσε με τον ίδιο τον Τζάκσον, μια τιμή που ο Τζάκσον δεν έκανε σε πολλούς. Δεν αμφέβαλλε για τις ικανότητές του, αφού μάλιστα τον είχε δει με τα ίδια της τα μάτια να παλεύει με τον Μπρόμγουελ πριν από τρεις μήνες. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, δε θα ανησυχούσε γι' αυτόν. Αλλά ο Πέρκινς ήταν άλλη υπόθεση. Η Φραντσέσκα ήταν σίγουρη ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ακολουθούσε κανέναν κανόνα τιμής όταν ερχόταν στα χέρια. Αν ο Ρόκφορντ τον έβαζε κάτω, κανείς δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να αντιδράσει. Κοίταξε συνοφρυωμένη γύρω της και αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να ζητήσει τη βοήθεια του Γκίντεον, ίσως και του λόρδου Μπρόμγουελ. Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε δει πουθενά ούτε αυτούς. Μήπως είχαν αναλάβει και οι τρεις να βγάλουν τον Πέρκινς από το σπίτι της; Για μια στιγμή χαλάρωσε. Σ' αυτή την περίπτωση, ο Ρόκφορντ δε θα διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Η ανακούφισή της όμως δεν κράτησε πολύ. Ο Πέρκινς θα γινόταν έξαλλος αν είχαν κάνει κάτι τέτοιο. Και δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει πάνω στην οργή του. Τι θα γινόταν αν τους ξεφούρνιζε την ιστορία του; Ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. Μισούσε τη σκέψη ότι ο Ρόκφορντ θα μάθαινε το μέγεθος της άθλιας συμπεριφοράς του Χόξτον. Ξεκίνησε να βρει την Κάλι και ξαφνιάστηκε κάπως όταν την είδε να κουβεντιάζει με τη λαίδη Γουάιατ και την κόρη της, την Κάρολαϊν. Μόλις τις πλησίασε, όμως, η Κάλι ζήτησε συγνώμη με ένα χαμόγελο και βρέθηκε στο πλευρό της. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω», της ψιθύρισε. «Ένιωθα σαν να ήμασταν ναυαγοί σε νησί. Δεκαπέντε λεπτά τώρα, κανείς δε μας πλησίασε. Ήμουν παγιδευμένη εκεί να ακούω τη λαίδη Γουάιατ να μου μιλάει για τον τοκετό της μικρότερης αδερφής της. Επειδή είμαι πλέον παντρεμένη, δεν είναι λόγος να ακούω τρομακτικές ιστορίες για γέννες». «Μάλλον όχι», συμφώνησε η Φραντσέσκα . «Αν το ήξερα, θα είχα έρθει νωρίτερα. Έψαχνα τον άντρα σου». Η Κάλι χαμογέλασε. «Συγνώμη. Φοβάμαι πως νιώθω ακόμα λιγάκι

129


χαζοχαρούμενη κάθε φορά που ακούω να τον αποκαλούν έτσι. Δεν ξέρω πού είναι». Έριξε μια ματιά γύρω. «Την τελευταία φορά που τον είδα πήγαινε μαζί με το λόρδο Ράντμπορν να κουβεντιάσουν με τον Σινκλέρ. Μάλλον θα το έσκασαν στον κήπο να καπνίσουν κανένα πούρο». «Κατάλαβα». Ώστε ήταν όλοι μαζί. Αλλά μπορεί να είχαν βγει όντως να καπνίσουν και να κάνουν λίγη παρέα μεταξύ τους. «Να ‘τοι», είπε η Κάλι κοιτάζοντας προς την πόρτα. Η Φραντσέσκα γύρισε και είδε το λόρδο Ράντμπορν και το λόρδο Μπρόμγουελ να μπαίνουν στην αίθουσα. Ο Ρόκφορντ, όμως, δε φαινόταν πουθενά. Μήπως είχε κάνει λάθος; Μήπως ο Ρόκφορντ είχε πάει να λογαριαστεί μόνος του με τον Πέρκινς; 'Η μήπως είχε φύγει απλώς από το πάρτι και το ίδιο ίσχυε και για τον Πέρκινς, και εκείνη ανησυχούσε χωρίς λόγο; «Να πάμε προς το μέρος τους;» τη ρώτησε η Κάλι. «Θέλεις να κουβεντιάσεις κάτι μαζί του;» «Τι πράγμα; Α, όχι. Δεν είναι τίποτε σημαντικό». Η Φραντσέσκα το ήξερε ότι η φίλη της θα έβρισκε τη συμπεριφορά της περίεργη, και η αλήθεια ήταν πως ένιωθε σαν χαζή. Αλλά δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να ρωτήσει τον Μπρόμγουελ αυτό που ήθελε να μάθει. Αν είχε όντως βοηθήσει να ξεφορτωθούν τον Πέρκινς, δεν υπήρχε περίπτωση να το παραδεχτεί σ' εκείνη, κι αν όχι, το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να ξυπνήσει ερωτηματικά σ' εκείνον και στην Κάλι. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή είδε ένα ζευγάρι να κατευθύνεται προς το μέρος τους, έτσι είπε: «Α, να ο λόρδος και η λαίδη Χάμπτον. Φαίνονται έτοιμοι να μας αποχαιρετήσουν. Το έχεις προσέξει ότι είναι πάντα οι πρώτοι που φεύγουν από μια εκδήλωση;» Και λέγοντας αυτά, άφησε τη φίλη της για να τους πλησιάσει . Στη συνέχεια άρχισαν να φεύγουν σιγά σιγά και οι υπόλοιποι καλεσμένοι, έτσι πήγε και στάθηκε σ' ένα σημείο κοντά στην πόρτα του χολ για να μπορεί να τους αποχαιρετήσει πιο εύκολα. Προτού περάσει πολλή ώρα, είχαν φύγει όλοι και ήρθαν οι υπηρέτες για να καθαρίσουν το χώρο. Η Φραντσέσκα ανέβηκε τις σκάλες για το δωμάτιό της. Επειδή η Μέισι ήταν απασχολημένη κάτω, παι-

130


δεύτηκε να ξεκουμπώσει το φόρεμά της χωρίς τη βοήθεια της καμαριέρας της και να λύσει τα μαλλιά της. Ύστερα φόρεσε τη ρόμπα της και κάθισε μπροστά στο πεζούλι του παραθύρου και άρχισε να βουρτσίζει τα μαλλιά της. Το ένα φύλλο ήταν ελαφρά ανοιχτό και η νυχτερινή αύρα ήταν ευχάριστη μετά την αποπνικτική ζέστη του πάρτι. Είχε μόλις τελειώσει το βούρτσισμα των μαλλιών της, όταν είδε μια αντρική σιλουέτα να εμφανίζεται στο τέλος του τετραγώνου. Έγειρε μπροστά μισοκλείνοντας τα μάτια της. Ήταν πολύ δύσκολο να διακρίνει χαρακτηριστικά μέσα στο σκοτάδι, αλλά από την κορμοστασιά και το περπάτημα κατάλαβε ότι ήταν ο Ρόκφορντ. Τον είδε να σταματά μπροστά στο σπίτι της και να κοιτάζει πάνω. Το δωμάτιό της ήταν σκοτεινό, γιατί είχε αφήσει το κερί στο πάτωμα ακριβώς δίπλα από την πόρτα. Ο δούκας δίστασε, κοιτάζοντας την είσοδο. Η Φραντσέσκα χτύπησε το τζάμι, κάνοντάς τον να σηκώσει αμέσως το κεφάλι του προς τα πάνω. Εκείνη άνοιξε το παράθυρο και έσκυψε προς τα έξω. «Ρόκφορντ» , ψιθύρισε δυνατά τ' όνομά του. Όταν εκείνος την είδε, έβγαλε το καπέλο του και έκανε μια κομψή υπόκλιση. Η Φραντσέσκα του έδειξε την είσοδο και στη συνέχεια απομακρύνθηκε από το παράθυρο, πήρε το κερί και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιό της.

131


Κεφάλαιο 9 Ο δούκας περίμενε στο πλατύσκαλο όταν η Φραντσέσκα ξεκλείδωσε τη βαριά πόρτα και την άνοιξε. Αμέσως ακούμπησε το δάχτυλό της στα χείλη της και του έκανε νόημα να μη μιλήσει, γιατί ήξερε ότι οι υπηρέτες καθάριζαν ακόμα την αίθουσα χορού. Καλύτερα να μην έπαιρναν είδηση ότι είχε βάλει έναν άντρα στο σπίτι της τέτοια ώρα, ακόμα κι αν αυτός ήταν ο δούκας του Ρόκφορντ. Οι δικοί της υπηρέτες ήταν διακριτικοί, αλλά δεν μπορούσε να εγγυηθεί και γι' αυτούς που είχε προσλάβει ο Φέντον για το πάρτι. Ο Ρόκφορντ ύψωσε τα φρύδια του βλέποντας την κίνησή της, αλλά μπήκε υπάκουα χωρίς να μιλήσει. Η Φραντσέσκα έριξε άλλη μια ματιά προς τη φωτισμένη αίθουσα κι ύστερα του έκανε νόημα να την ακολουθήσει στο διάδρομο. Τον οδήγησε στο πρωινό καθιστικό στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ήταν το αγαπημένο της δωμάτιο -ήταν επίσης αυτό που απείχε περισσότερο από το δωμάτιο που καθάριζαν οι υπηρέτες. Όταν μπήκε ο δούκας, εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω του και πήγε να ανάψει μια λάμπα. Ύστερα στράφηκε πάλι προς το μέρος του και του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα σταυρώνοντας τα μπράτσα της. «Εμπρός. Ομολόγησε». «Ευχαρίστως», της απάντησε ανάλαφρα. «Τι ακριβώς θα ήθελες να ομολογήσω;» «Μου φαίνεται πολύ ύποπτο το γεγονός ότι ο κύριος Πέρκινς εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα από το πάρτι». «Μπορεί να βαρέθηκε. Αμφιβάλλω αν τον θεώρησε ευπρόσδεκτο κάποιος από τους καλεσμένους σου». Η Φραντσέσκα ύψωσε το φρύδι της. «Πρόσεξα επίσης ότι εσύ και η κουστωδία σου εξαφανιστήκατε το ίδιο διάστημα». Εκείνος χαμογέλασε. «Η κουστωδία μου; Σε παρακαλώ, πες μου, ποια είναι η κουστωδία μου;» «Ο λόρδος Ράντμπορν και ο λόρδος Μπρόμγουελ. Τι κάνατε;» «Υποδείξαμε απλώς στον κύριο Πέρκινς ότι θα περνούσε πολύ κα-

132


λύτερα κάπου αλλού... και στη συνέχεια τον συνοδεύσαμε για να σιγουρευτούμε ότι θα έφτανε ασφαλής». «Σινκλέρ! Τον χτυπήσατε;» «Ειλικρινά, Φραντσέσκα, για τι είδους αγροίκο με περνάς;» τη ρώτησε διώχνοντας ένα χνούδι από το μανίκι του άψογου μαύρου σακακιού του. «Θα έλεγα ότι δε σε θεωρούσα καθόλου αγροίκο, μέχρι που σε είδα να προσπαθείς να σπάσεις το κεφάλι του μέλλοντα γαμπρού σου». «Τότε δεν ήταν ακόμα μέλλον γαμπρός μου», της θύμισε μαλακά εκείνος. «Εξάλλου, ο λόγος που χτύπησα τον Μπρόμγουελ ήταν πολύ πιο σοβαρός. Πίστευα ότι προσπαθούσε να καταστρέψει την τιμή της αδερφής μου. Ο Πέρκινς ήταν απλώς... ένας ενοχλητικός». «Δηλαδή μόνο του μιλήσατε;» ρώτησε η Φραντσέσκα. Ο δούκας ύψωσε τους ώμους του. «Ναι. Ο Γκίντεον πρότεινε να τον ρίξουμε στον Τάμεση...» Ακούγοντας το τρομαγμένο επιφώνημά της, ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του και συνέχισε σε εμπιστευτικό τόνο: «Φταίει, βλέπεις, ο τρόπος που μεγάλωσε ο Γκίντεον. Ο Μπρόμγουελ κι εγώ τον μεταπείσαμε, αλλά φρόντισα να ξεκαθαρίσω στον Πέρκινς ότι η τύχη του θα ήταν χειρότερη έτσι και τολμούσε να σε ενοχλήσει ξανά». «Τι είπε... έκανε κάποιο δυσάρεστο σχόλιο;» «Είπε κάμποσα που δεν μπορώ να επαναλάβω σε μια κυρία. Πάντως τίποτε ουσιαστικό». Την περιεργάστηκε με απορία. «Πες μου, γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ αυτός ο αχρείος; Είμαι σίγουρος ότι δεν τον είχες προσκαλέσει εδώ απόψε». «Όχι βέβαια. Δε μ' ενδιαφέρει καθόλου αυτός ο άνθρωπος. Ή, μάλλον, με ενδιαφέρει, αλλά όχι με την καλή έννοια. Είναι πανούργος. Φοβήθηκα μήπως σου έκανε κακό, αφού θέλεις να μάθεις». Η Φραντσέσκα έκανε μεταβολή και διέσχισε το δωμάτιο. «Αν και, απ' ότι φαίνεται, δε χρειαζόταν να ανησυχήσω». Ο δούκας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και η έκφρασή του μαλάκωσε. Ύστερα σταμάτησε. «Όχι, δε χρειαζόταν. Ο Πέρκινς δεν είναι απειλή». «Μπορεί να περάσει στην αντεπίθεση», του είπε ανοίγοντας ένα 133


καρυδένιο ντουλάπι. «Μπορώ να τον χειριστώ». «Πολύ καλά. Μπράντι;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, η Φραντσέσκα έβγαλε ένα μπουκάλι και γέμισε δυο ποτήρια. Το μπράντι δε θεωρούνταν γυναικείο ποτό και η ίδια έπινε σπάνια, αλλά φρόντιζε να το έχει σχεδόν αποκλειστικά για το φίλο της τον σερ Λούσιεν. Αλλά απόψε, σκέφτηκε, το μπράντι είναι ότι πρέπει. Ο Ρόκφορντ την παρακολουθούσε καθώς σέρβιρε τα ποτά. Αναρωτήθηκε αν η Φραντσέσκα είχε σκεφτεί καν ότι είχε τρέξει να του ανοίξει την πόρτα φορώντας μόνο τη ρόμπα της και με τα μαλλιά να πέφτουν ξέπλεκα στην πλάτη της σαν χρυσαφένιος καταρράκτης. Κάποτε είχε ονειρευτεί να βρεθεί μαζί της έτσι -βέβαια, στα ονειροπολήματά του είχε κάθε δικαίωμα να την πλησιάσει και να την πάρει στην αγκαλιά του, να σύρει το χέρι του στα μεταξένια μαλλιά της. Γύρισε απότομα και κάθισε σε μια καρέκλα. «Γιατί του επέτρεψες να μείνει απόψε;» Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Μου φάνηκε η πιο εύκολη λύση. Δεν ήθελα να δημιουργηθεί σκηνή και φοβάμαι πως ο Πέρκινς είναι από τους τύπους που δημιουργούν εύκολα σκηνές. Εξάλλου, ήταν φίλος του Άντριου. Δε... δεν ήθελα να είμαι φανερά αγενής μαζί του». Έδωσε στο δούκα ένα ποτήρι και κάθισε στον καναπέ απέναντι του. Ο Ρόκφορντ ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. «Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ εύκολο να είσαι αγενής με τους περισσότερους φίλους του Χόξτον». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της, αλλά προσπάθησε να το κρύψει πίνοντας μια γουλιά μπράντι. Το ποτό κατέβηκε στον οισοφάγο της σαν βελούδινη φλόγα και τη χαλάρωσε. Αναστέναξε, ήπιε μια ακόμα γουλιά και ανέβασε τα πόδια της στον καναπέ δίπλα της, σαν κοριτσάκι. Κοίταξε τον Ρόκφορντ απέναντί της. Ήταν τόσο ικανός, τόσο δυνατός. Ήταν φυσικό να μην τον ανησυχεί ο Πέρκινς. Θα μπορούσε να τον λιώσει σαν έντομο. Για μια στιγμή σκέφτηκε να του μιλήσει για την απειλή του Πέρκινς, να εμπιστευτεί τους χειρισμούς αυτής της άθλιας υπόθεσης στα

134


επιδέξια χέρια του. Βιάστηκε να ξαναστρέψει το βλέμμα στο ποτό της και στριφογύρισε το κεχριμπαρένιο υγρό στο ποτήρι της. Δεν είχε κανένα δικαίωμα, καμιά αξίωση από τον Ρόκφορντ. Θα ήταν αδιανόητο θράσος εκ μέρους της να του μιλήσει για τα προβλήματά της. Όντας ο τζέντλεμαν που ήταν, μπορεί να προσπαθούσε να τα λύσει για λογαριασμό της, αλλά αυτό θα ήταν λάθος. Εξάλλου, θα ήταν πολύ ταπεινωτικό να φανερώσει στον άντρα που δεν είχε παντρευτεί τι φρικτό, ανόητο λάθος είχε κάνει με τον άντρα που είχε τελικά επιλέξει. Να του αποκαλύψει ότι ζούσε στα όρια της φτώχειας, ότι με δυσκολία κατάφερνε να βρει, χρήματα για το φαγητό, τα ρούχα και τους υπηρέτες της. Επίσης, μπορεί ο Ρόκφορντ να νόμιζε ότι του ζητούσε τα χρήματα για να ξεπληρώσει τον Πέρκινς, πράγμα που θα την καταντρόπιαζε . Ήπιε στα γρήγορα άλλη μια γουλιά από το ποτό της. Ο Ρόκφορντ κάρφωσε το βλέμμα του στο μπροστινό μέρος της ρόμπας της. Τα πέτα ήταν ελαφρώς ανοιχτά και αποκάλυπταν ένα μέρος της καμπύλης του στήθους της, αλλά και της σκοτεινής κοιλάδας, ανάμεσά τους. Αναπόφευκτα αναρωτήθηκε τι φορούσε κάτω από τη ρόμπα. Αν φορούσε νυχτικιά, θα πρέπει να είχε βαθύ ντεκολτέ. Μπορεί όμως να είχε ρίξει απλά τη ρόμπα πάνω από τα εσώρουχά της, οπότε θα φορούσε από κάτω μόνο ένα λεπτό κομπινεζόν και την κιλότα της. Έκανε να μιλήσει και ξαφνιάστηκε από τη βραχνάδα της φωνής του. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του και δοκίμασε πάλι. «Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε για, χμ, τις κυρίες που σκεφτόμαστε». «Ναι, βέβαια». Η Φραντσέσκα χάρηκε που θα μπορούσε να στρέψει σε άλλο θέμα τις σκέψεις της. «Πώς σου φάνηκε η λαίδη Ντάμαρις;» «Δείχνει πολύ ικανή, όπως είπες. Και ταλαντούχα στη συζήτηση». «Αυτό σημαίνει ότι την προτιμάς;» Ο έπαινός του ήταν μάλλον ψυχρός, αλλά ο Ρόκφορντ ήταν πολύ συγκρατημένος άντρας. «Όχι ιδιαίτερα. Δε νομίζω ότι κέρδισε κάποια την προτίμησή μου». «Μίλησες κάμποση ώρα με τη λαίδη Μαίρη. Με ξάφνιασες. Εμένα μου είχε φανεί μάλλον ντροπαλή όσες φορές τη συναναστράφηκα».

135


Ο Ρόκφορντ σούφρωσε τα χείλη του. «Νομίζω ότι με θεώρησε πολύ γέρο για να τρομάξει. Πιστεύω ότι με κατατάσσει στην ίδια κατηγορία με τον πατέρα της και τους φίλους του». «Γέρο!» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα και ξέσπασε σε γέλια. «Ω Θεέ μου». «Μπορείς να γελάς όσο θέλεις», την αντέκρουσε εκείνος. «Επίτρεψέ μου όμως να σου θυμίσω, αγαπητή μου, ότι δεν είσαι πολύ μικρότερη από μένα». «Σωστά. Είμαι κι εγώ μια μπαμπόγρια». Του χαμογέλασε πονηρά. «Πάντως μπορεί να καταφέρεις να κάμψεις τις αντιστάσεις της. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αργότερα θα καταφέρεις να την πείσεις ότι δεν είσαι ακόμα εντελώς χούφταλο». «Μεγάλος κόπος». «Και η λαίδη Κάρολαϊν;» Η Φραντσέσκα θυμήθηκε το σφίξιμο που είχε νιώσει όταν τον είχε δει με τη νεαρή κοπέλα. Τώρα σκέφτηκε ότι μάλλον είχε ζηλέψει τα νιάτα της. Αλλά δεν μπορούσε να επιτρέψει σ' αυτό να την επηρεάσει -ή να δοκιμάσει να επηρεάσει εκείνον. Ο δούκας έσφιξε το στόμα του. «Να πάρει η οργή, Φραντσέσκα! Πώς σου ήρθε να μου φορτώσεις αυτή την κοπέλα; Ελπίζω να μην ξανασυναντήσω ποτέ στη ζωή μου τόσο βαρετή γυναίκα». Η Φραντσέσκα έσφιξε ελαφρά τα χείλη της για να πνίξει το γέλιο της. Δε θα έπρεπε να νιώσει τέτοια χαρά ακούγοντας ότι εκείνος είχε αντιπαθήσει την κοπέλα, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την ευχαρίστηση που φούντωσε μέσα της. «Ήταν ανίκανη να κουβεντιάσει για οτιδήποτε», συνέχισε εκεί νος κάπως καυστικά. «Και να είχε κάποια γνώμη, στάθηκε αδύνατο να την ανακαλύψω. Κάθε φορά που της έκανα μια ερώτηση, μου απαντούσε ζητώντας τη δική μου γνώμη. Τι νόημα έχει αυτό; Τη γνώμη μου την ήξερα ήδη». Η Φραντσέσκα κατάπιε το γέλιο της. «Ίσως θα έπρεπε να δώσεις άλλη μια ευκαιρία στη λαίδη Κάρολαϊν . Στο κάτω κάτω, είναι πολύ νέα και μπορεί να νιώθει συστολή δίπλα σ' έναν άντρα σαν εσένα». «Σ' έναν άντρα σαν κι εμένα;» επανέλαβε ο Ρόκφορντ, καρφώνοντάς τη με τα μαύρα μάτια του. «Τι εννοείς; Υπονοείς ότι τρομάζω

136


τον κόσμο; Ότι είμαι ψυχρός και αλύγιστος; Ή μήπως αναφερόσουν στην προχωρημένη ηλικία μου;» Αυτή τη φορά η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να πνίξει το γέλιο της. «Μερικές φορές γίνεσαι κάπως... τρομακτικός. Στο κάτω κάτω, είσαι ένας δούκας, κι όταν παίρνεις εκείνο το ύφος -ξέρεις τώρα, σαν να ακούμπησε ένα κουτάβι τις λασπωμένες πατούσες του στις καινούριες μπότες σου...» «Κάνε μου τη χάρη. Ποτέ δε φέρομαι άσχημα στα κουτάβια», την αντέκρουσε εκείνος συγκρατώντας με δυσκολία το χαμόγελό του. «Και πρέπει να παρατηρήσω ότι εσύ δεν έχεις δείξει ποτέ το παραμικρό δέος επειδή είμαι δούκας. Ούτε καν όταν ήσουν δέκα τεσσάρων χρονών». «Είναι δύσκολο να νιώσεις δέος για κάποιον όταν τον έχεις δει να γλιστράει από τη στέγη ενός στάβλου μέσα σε μια στοίβα άχυρα». Ο Ρόκφορντ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. «Πότε έγινε αυτό;» «Στο Ντάνσι Παρκ, όταν εγώ ήμουν εννιά χρονών κι εσύ δεκατρία. Εσύ, ο Ντομ κι εγώ είχαμε βγει για ιππασία και σταματήσαμε στη φάρμα του Τζέιμι Έβανς. Ο ιπποκόμος προσπάθησε να μας σταματήσει, αλλά μάταια. Υπήρχε μια μεγάλη στοίβα άχυρα και ο Ντομ ανέβηκε στο φράχτη και πήδησε μέσα, προκαλώντας και εμένα να το κάνω». «Κι εσύ είπες: "Εγώ θα πηδήσω από τη στέγη!" Βέβαια. Πώς Θα μπορούσα να το ξεχάσω αυτό; Ήσουν αδιόρθωτη». «Ε, το έκανα απλώς και μόνο επειδή είπες στον Ντόμινικ ότι ήμουν πολύ μικρή για να πηδήσω και έπρεπε να σου αποδείξω ότι δεν ήμουν. Και τότε εσύ με διέταξες να μην το κάνω». «Α, ναι. Και, φυσικά, αυτός ήταν ο σίγουρος τρόπος για να το κάνεις αμέσως. Βλέπεις, δεν ήμουν τόσο σοφός στα δεκατρία μου». «Μετά πήδησες και εσύ από τη στέγη». «Αφού εσύ ήσουν τόσο τολμηρή, δεν μπορούσα να υστερήσω». «Δεν περίμενα τίποτε άλλο από σένα!» αναφώνησε η Φραντσέσκα με κωμική απόγνωση. «Έριχνες πάντα το φταίξιμο σ' ε μένα». «Επειδή τις περισσότερες φορές ήταν δικό σου. Ήσουν ένα σκανταλιάρικο διαβολάκι».

137


«Και εσύ είχες μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Τότε είναι ν' απορεί κανείς γιατί με ακολουθούσες παντού». «Δεν έκανα τέτοιο πράγμα», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα, και πρόσθεσε με μεγάλη αξιοπρέπεια: «Απλώς εσύ και ο Ντομ τύχαινε να πηγαίνετε εκεί που ήθελα να πάω κι εγώ». Εκείνος γέλασε και τα σκούρα μάτια του φωτίστηκαν. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Ένα ακόμα μπράντι;» «Καλύτερα όχι. Νιώθω πολύ ευχάριστα. Αν πιω κι άλλο, θα μεθύσω», του απάντησε πίνοντας την τελευταία γουλιά της και σηκώθηκε. «Εσύ θα ήθελες ένα ακόμα;» «Όχι. Είμαι μια χαρά». Η Φραντσέσκα πήρε το ποτήρι του και πήγε στο ντουλάπι, όπου ακούμπησε τα ποτήρια τους δίπλα στο μπουκάλι. Ύστερα ρώτησε ανάλαφρα, χωρίς να τον κοιτάξει. «Λοιπόν, κατέληξες σε κάποια προτίμηση ;» «Προτίμηση; Τι εννοείς;» «Για μία από τις κοπέλες». Η Φραντσέσκα γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Σου αρέσει κάποια περισσότερο από τις άλλες;» Ο δούκας την κοίταξε για μια στιγμή και ύστερα της απάντησε ωμά: «Ναι, προτιμώ κάποια». «Ποια;» Η Φραντσέσκα ξαναγύρισε κοντά του. Η ερώτηση της φάνηκε ξαφνικά πολύ σημαντική. Ποια γυναίκα τού είχε τραβήξει την προσοχή; Σκόπευε να τη φλερτάρει; «Όχι τη λαίδη Κάρολαϊν», της απάντησε ξερά και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Η φωνή του ήταν σιγανή όταν συνέχισε: «Για πες μου, αγαπητή μου, σκοπεύεις να επιβλέψεις προσωπικά και το φλερτ μου;» Έτσι όπως στεκόταν τόσο κοντά του και τον κοιτούσε στο πρόσωπο, η Φραντσέσκα ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα που τη ζέστανε αλλά και την τρόμαξε ταυτόχρονα. Θυμήθηκε εκείνη τη φορά στη στέγη του στάβλου, τότε που είχε πηδήσει στη στοίβα με τα άχυρα, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή από το φόβο, αλλά νιώθοντας και κάτι αλλόκοτο να την τραβάει να το κάνει. Ένιωθε κάτι πα-

138


ρόμοιο τώρα καθώς κοιτούσε τα μαύρα μάτια του. Τράβηξε το βλέμμα της από το δικό του, γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και είπε κάπως ξέπνοα: «Είμαι σίγουρη ότι αυτό θα καταφέρεις να το χειριστείς μια χαρά μόνος σου». «Στη θέση σου, δε θα ήμουν τόσο σίγουρος», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Στο κάτω κάτω, κοίταξε τις προσπάθειες που έκανα στο παρελθόν να σαγηνεύσω γυναίκες. Είναι φανερό ότι δε σημείωσαν καμιά τρομερή επιτυχία». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Ίσως θα έπρεπε να μου δώσεις μερικά μαθήματα για την τέχνη του φλερτ». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα ύψωσε προκλητικά το πιγούνι της. «Δεν το βρίσκω απαραίτητο. Είμαι σίγουρη ότι ξέρεις πολύ καλά πώς να κολακεύσεις μια γυναίκα». Η ανάσα της έβγαινε πολύ κοφτή, το ήξερε. Ήταν παράλογο να νιώθει έτσι -ζεστή και χαλαρή, κι όμως κυριευμένη από ένα τρεμούλιασμα καταπιεσμένης προσμονής. «Να της πω, δηλαδή, ότι τα μαλλιά της λάμπουν σαν χρυσάφι στο φως του κεριού;» τη ρώτησε εκείνος καρφώνοντας το βλέμμα του στα μαλλιά της. «Ή ότι τα μάτια της αστράφτουν σαν ζαφείρια;» «Δε θα πρέπει να το παρατραβήξεις», τον αντέκρουσε, πασχίζοντας να υιοθετήσει έναν ανάλαφρο τόνο. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά τα μαλλιά της με την ανάστροφη της παλάμης του. «Είναι η καθαρή αλήθεια». Η βραχνή φωνή του αντιλάλησε μέσα της. «Δε... δε νομίζω ότι η αλήθεια είναι και τόσο καλή ιδέα όταν περιγράφει κάποιος μια γυναίκα». «Ούτε ακόμα κι όταν η επιδερμίδα της είναι λεία και απαλή;» τη ρώτησε εκείνος σέρνοντας τους κόμπους των δαχτύλων του στο μάγουλό της. «Ή όταν τα χείλια της έχουν τέλειο σχήμα;» Έσυρε τον αντίχειρά του στο πάνω χείλος της. «Και περιμένουν να τα φιλήσεις;» «Δείχνεις πολύ επιδέξιος σ' αυτό», ψέλλισε η Φραντσέσκα πεταρίζοντας τα βλέφαρά της. Η φλόγα που είχε φουντώσει μέσα της είχε ξυπνήσει όλα τα νεύρα του κορμιού της. «Τι θα έπρεπε να κάνω στη συνέχεια;» Χαμήλωσε το κεφάλι του τόσο κοντά της, που ένιωθε τη ζεστή ανάσα του στο μάγουλό της. Το

139


απαλό χάδι της την έκανε να ανατριχιάσει. «Ένα φιλί στο χέρι δεν παρεξηγείται ποτέ». Πήρε το χέρι της στο δικό του και το έφερε στα χείλη του, πιέζοντας απαλά το στόμα του στη ράχη του. Ύστερα το γύρισε και φίλησε την παλάμη. Το στόμα του ήταν ζεστό και απαλό πάνω στη σάρκα της και το άγγιγμά του έκανε τη φλόγα μέσα της να πυρπολήσει τα σωθικά της. Κρατώντας πάντα το χέρι της, ο Ρόκφορντ φίλησε ένα ένα τα δάχτυλά της. Ύστερα την κοίταξε με μάτια που σιγόκαιγαν. «Αυτό θα ήταν ευχάριστο;» Η Φραντσέσκα, κυριευμένη από έναν κατακλυσμό πρωτόγνωρων και συγκλονιστικών συναισθημάτων, δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να του ανταποδώσει το βλέμμα με μάτια ορθάνοιχτα και λαμπερά. Εκείνος την πλησίασε περισσότερο και σήκωσε το χέρι του για να σύρει πάλι τους κόμπους των δαχτύλων του στο μάγουλό της. «Ή μήπως αυτό», της ψιθύρισε καθώς έσκυβε και ακουμπούσε τα χείλια του στο μάγουλό της. Φίλησε το περίγραμμα του πιγουνιού της και στη συνέχεια κατέβηκε στην απαλή επιδερμίδα του λαιμού της. Το χέρι του σύρθηκε χαμηλά στο μπράτσο της και η Φραντσέσκα ευχήθηκε ασυνείδητα να μην υπήρχε το εμπόδιο της ρόμπας ανάμεσά τους. Χαϊδεύοντας με τη μύτη του το λαιμό της, κατέβηκε πιο χαμηλά, πόντο πόντο, μέχρι που έφτασε στο γιακά της ρόμπας της. Η Φραντσέσκα άρχισε να τρέμει. Ξαφνικά τα γόνατά της λύθηκαν και φοβήθηκε πως από στιγμή σε στιγμή θα λύγιζαν και θα σωριαζόταν στο πάτωμα. Με δυσκολία συγκράτησε το βογκητό που ανέβηκε στα χείλη της μόλις το στόμα του βρήκε τη λακκουβίτσα στο κέντρο του λαιμού της. Όταν η γλώσσα του άρχισε να χαϊδεύει περιμετρικά τα λεπτά κόκαλα γύρω από τη λακκουβίτσα, η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη σιγανή κραυγή έκπληξης και ευχαρίστησης που ξέφυγε από τα χείλη της. «Λένε», συνέχισε ο Ρόκφορντ, και τα χείλη του ανέβηκαν τώρα στο αυτί της, «ότι μερικές γυναίκες προτιμούν κάτι τέτοιο». Φίλησε το

140


αυτί της και μετά δάγκωσε ελαφρά το λοβό. Η Φραντσέσκα ξεροκατάπιε και τα χέρια της ανέβηκαν αυθόρμητα στο στήθος του, αρπάζοντας τα πέτα του για να κρατηθεί καθώς ο κόσμος κλυδωνιζόταν γύρω της. «Σινκλέρ...» Ο Ρόκφορντ έσυρε τη γλώσσα του στο πτερύγιο του αυτιού της, στέλνοντας ρίγη ηδονής σ' ολόκληρο το κορμί της. Η Φραντσέσκα ένιωσε τις θηλές της να σκληραίνουν, να την πονάνε, και ένα σπασμό ανάμεσα στα πόδια της. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ κάτι τέτοιο, αυτή την προσμονή, αυτή την πείνα που απλωνόταν στα λαγόνια της. Ύστερα τα χέρια του έπιασαν τη ζώνη της ρόμπας της, την έλυσαν και το ένα του χέρι γλίστρησε από κάτω. Η παλάμη του ακούμπησε στο στομάχι της, με μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα στο δέρμα της και το δικό του το λεπτό ύφασμα του κομπινεζόν. Το χέρι του σύρθηκε προς τα πάνω, μέχρι που έκλεισε στην παλάμη του το στήθος της. «Μια άλλη γυναίκα μπορεί να επιθυμεί κάτι σαν... αυτό». Η φωνή του, χαμηλή και βραχνή, τη διαπέρασε σαν να την είχε αγγίξει. Τα δάχτυλά του διέτρεξαν στο στήθος της, χαϊδεύοντας τη θηλή της, που σκλήρυνε και ορθώθηκε ακόμα περισσότερο. Μια άναρθρη κραυγή βγήκε από τα χείλη της. «Αν και σίγουρα θα υπάρξουν κάποιες που θα το θεωρήσουν αυτό πολύ τολμηρό». Τα δάχτυλά του γλίστρησαν κάτω από το κομπινεζόν και άγγιξαν τη γυμνή σάρκα της. Η Φραντσέσκα φοβήθηκε πως, αν δεν κρατιόταν από τα πέτα του, τα γόνατά της θα είχαν λυγίσει και θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα. «Ίσως θα ήταν καλύτερα...» Ο Σινκλέρ τη γύρισε μαλακά να ακουμπήσει την πλάτη της πάνω του και ανασήκωσε με το ένα χέρι του τα μαλλιά της, αφήνοντας ακάλυπτο τον αυχένα της. Έσκυψε και τη φίλησε στο σημείο εκείνο. Η γλώσσα του παιχνίδισε ανάλαφρη σαν πούπουλο στην κορυφή της ραχοκοκαλιάς της. Το ρίγος που τη διαπέρασε έκανε τη Φραντσέσκα να γείρει αδύναμα πίσω στο σκληρό στέρνο του. Ο Ρόκφορντ ακούμπησε το άλλο χέρι του στο στομάχι της και την κόλλησε πάνω του. Καθώς φιλούσε το πλάι του λαιμού της, το χέρι του διέτρεξε το κορμί της, αγκάλιασε τα στήθη της και στη συνέχεια κατέβηκε χαμηλά προς το

141


κέντρο του πόθου της. Η Φραντσέσκα πήρε μια σιγανή ανάσα λαχταρώντας το άγγιγμά του, περιμένοντας ανυπόμονα τη στιγμή που τα δάχτυλά του θα γλιστρούσαν ανάμεσα στα πόδια της. Αντί γι' αυτό, όμως, ο Ρόκφορντ τη γύρισε πάλι προς το μέρος του. Η Φραντσέσκα ένιωθε σαν άβουλη πάνινη κούκλα στα χέρια του. «Πάντως, γενικά», της ψιθύρισε φιλώντας πρώτα το ένα μάγουλό της και μετά το άλλο, «αυτό θα ήταν το καλύτερο απ' όλα». Τα χείλια του χάιδεψαν ανάλαφρα τα δικά της μία φορά, δεύτερη, και τέλος τα αιχμαλώτισαν με πάθος. Η Φραντσέσκα έλιωσε στην αγκαλιά του και, τυλίγοντας τα μπράτσα της στο λαιμό του, άφησε το στόμα της να ανοίξει κάτω από το δικό του. Το φιλί του έγινε τώρα άγριο, η γλώσσα του χώθηκε βαθιά, απαιτητικά στο στόμα της. Έτσι την είχε φιλήσει και εκείνη τη νύχτα τις προάλλες και, ό πως τότε, το φιλί του έβαλε φωτιά σ' ολόκληρο το κορμί της. Ένιωθε το δέρμα της, σφιχτό και τσιτωμένο, να ανατριχιάζει από την κορφή μέχρι τα νύχια από αυτή την καινούρια εμπειρία. Τα σώματά τους ήταν σφιχτά ενωμένα, με μοναδικό χώρισμα τα ρούχα τους, και η Φραντσέσκα έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να μην υπήρχαν ούτε αυτά. Ήθελε να νιώσει τη σάρκα του πάνω στη δική της. Ήθελε, συνειδητοποίησε παθιασμένα, να τρίψει το κορμί της πάνω στο δικό του. Εκείνος τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την έσφιξε δυνατά, τρυγώντας αχόρταγα τα χείλη της. Η Φραντσέσκα γραπώθηκε από πάνω του, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος της. Είχε αφεθεί ολότελα στην εμπειρία, κυριευμένη από συναισθήματα που δεν μπορούσε καν να ονοματίσει. Λαχταρούσε και πονούσε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, κυριευμένη από μια πείνα που δεν είχε αισθανθεί ποτέ άλλοτε. Ο Ρόκφορντ διέκοψε το φιλί με ένα βογκητό και έκρυψε το πρόσωπό του στο λαιμό της. «Φραντσέσκα. Χριστέ μου...» Έκοψε στη μέση τη φράση του και για μια στιγμή το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λαχανιασμένες ανάσες τους. Τελικά ο Ρόκφορντ είπε με φωνή που έτρεμε: «Νομίζω πως αυτό το

142


μάθημα είναι καλύτερα να σταματήσει εδώ». Η Φραντσέσκα έγνεψε καταφατικά, πολύ ζαλισμένη για να μιλήσει. Ο Ρόκφορντ πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και τη φίλησε ανάλαφρα στο μέτωπο. Ύστερα έκανε μεταβολή και έφυγε, δια σχίζοντας βιαστικά την πόρτα και στη συνέχεια το διάδρομο. Η Φραντσέσκα έτρεξε στην πόρτα και στάθηκε εκεί, παρακολουθώντας τον να ανοίγει την εξώπορτα και να φεύγει. Το σπίτι γύρω της ήταν σκοτεινό. Αυτό την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι οι υπηρέτες είχαν τελειώσει την τακτοποίηση της αίθουσας χορού και είχαν πάει για ύπνο. Γύρισε αργά στον καναπέ και σωριάστηκε εκεί ένα κουβάρι. Τι είχε συμβεί μόλις τώρα; Ένιωθε αδύναμη και άτονη, αλλά ταυτόχρονα ζωντανή και γεμάτη ενέργεια. Ήθελε να τρέξει πίσω από τον Σινκλέρ και να τον φωνάξει να γυρίσει. Ήθελε να ριχτεί στην αγκαλιά του και να τον ικετεύσει να την ξαναφιλήσει. Ήθελε ... Θεέ και Κύριε, δεν ήξερε τι ήθελε. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν ότι δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι. Πολύ, πολύ παλιά, τότε που ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ρόκφορντ, είχε νιώσει κάποιες σπίθες πόθου, κάποιες εκρήξεις συναισθημάτων που ήταν κρυμμένα βαθιά μέσα της. Αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει αυτή την καυτή λάβα στα σωθικά της. Δεν είχε αισθανθεί ποτέ τη σάρκα της να καίγεται από τις συγκινήσεις, την καρδιά να χτυπά στο στήθος της έτοιμη να σπάσει. Ούτε είχε λαχταρήσει τόσο απεγνωσμένα ακόμα περισσότερα. Αυτό ένιωθαν οι άλλες γυναίκες; Αυτό ήταν που έκανε τις παντρεμένες να χασκογελούν μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν πονηρές ματιές όταν μιλούσαν για τους συζύγους τους; Ανυπομονούσαν να έρθει η νύχτα για να καλοδεχτούν τον άντρα τους στο κρεβάτι τους, ξέροντας ότι θα βίωναν μια καυτή, ηδονική εμπειρία; Έκλεισε τα μάτια της και βούλιαξε στα βελούδινα μαξιλάρια του καναπέ. Αν ο Σινκλέρ δεν είχε σταματήσει, αν δεν είχε κάνει πίσω, .θα είχε καταλήξει στο κρεβάτι μαζί του; Θα είχε απολαύσει ένα παθιασμένο ζευγάρωμα; Η σκέψη έκανε τα μάγουλά της να φλογιστούν. Σηκώθηκε και άρχι-

143


σε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, τρίβοντας τα χέρια στα μπράτσα της λες και μ' αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να διώξει τις περίεργες συγκινήσεις που την είχαν κατακλύσει. Ήταν παράλογο, το ήξερε. Μερικά φιλιά δεν ήταν το ίδιο με το να πέσεις στο κρεβάτι με έναν άντρα. Το γεγονός ότι είχε ανταποκριθεί με τέτοιο πάθος στο άγγιγμα του Σινκλέρ δε σήμαινε ότι θα απολάμβανε και τη συνέχεια. Στο κάτω κάτω, είχε μαγευτεί και όταν πρωτογνώρισε τον Άντριου. Ο σφυγμός της χτυπούσε πιο γρήγορα όταν βρισκόταν κοντά του και ένιωθε μεθυσμένη από τα τρυφερά, μελωδικά του γλυκόλογα. Όλα αυτά, όμως, είχαν καταλήξει σε οικτρή απογοήτευση όταν τελικά βρέθηκαν στο συζυγικό κρεβάτι. Οι τρυφερές ματιές και τα γλυκά φιλιά είχαν δώσει τη θέση τους στα ιδρωμένα βογκητά λαγνείας. Το ίδιο θα γινόταν και με τον Ρόκφορντ. Θα ήταν ηλίθιο να ελπίσει κάτι άλλο. Ένας άντρας δεν αρκείται μόνο στα φιλιά και στα χάδια. Θα ήθελε να τη ρίξει στο κρεβάτι, να της βγάλει τα ρούχα και να μπει μέσα της. Και εκείνη θα το μετάνιωνε, θα το απεχθανόταν, όπως είχε συμβεί με τον Άντριου, και θα παρέμενε ψυχρή και κοκαλωμένη κάτω από το άγγιγμά του. Και τότε ο Σινκλέρ θα την κοιτούσε με απογοήτευση, ακόμα και με αηδία, όπως είχε κάνει ο Άντριου. Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Αυτό θα ήταν ακόμα χειρότερο απ' ότι ήταν στο γάμο της -οι γλυκές αναμνήσεις από την αγάπη που είχε μοιραστεί με τον Σινκλέρ θα καταστρέφονταν μπροστά στην πραγματικότητα της ψυχρότητάς της στο κρεβάτι. Θα προτιμούσε οτιδήποτε άλλο εκτός από το να δε τον Σινκλέρ να την κοιτάζει όπως την κοιτούσε κάποτε ο Άντριου. Αναστενάζοντας, βγήκε από το δωμάτιο και ανέβηκε τις σκάλες για να πάει στο μοναχικό κρεβάτι της.

144


Κεφάλαιο 10 Τις αμέσως επόμενες μέρες η Φραντσέσκα δεν είδε καθόλου το δούκα. Ήταν αναμενόμενο, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της. Η συμμετοχή της στην προσπάθεια να του βρει νύφη είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Τώρα εξαρτιόταν από εκείνον αν θα συνέχιζε το φλερτάρισμα. Βέβαια, την ενδιέφερε να δει ποια γυναίκα θα διάλεγε τελικά, αλλά δεν μπορούσε να περιμένει να αναμειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο από δω κι εμπρός στην όλη διαδικασία. Ένιωθε λιγάκι χαμένη, πράγμα που ήταν επίσης αναμενόμενο. Η αναζήτηση της κατάλληλης γυναίκας, οι προετοιμασίες του πάρτι, όλα αυτά είχαν καλύψει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου της. Δεν ήταν περίεργο, λοιπόν, που η ζωή της έμοιαζε ξαφνικά άδεια, ακόμα και ανούσια. Εξακολουθούσε να έχει τη φροντίδα της Χάριετ Σέρμπορν, αλλά τώρα πια δε χρειαζόταν να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια. σχεδίαζε να πάει στην όπερα με τον σερ Άλαν και τη Χάριετ προς το τέλος της βδομάδας και θα έπαιρνε μαζί της τη Χάριετ την επόμενη μέρα σε μια μουσική βραδιά, όπως και σε αρκετά πάρτι στο μέλλον. Η πραγματική δουλειά, όμως, είχε τελειώσει. Η Φραντσέσκα ήταν σίγουρη ότι η προστατευόμενη της θα δεχόταν προσκλήσεις από τις κυρίες στις οποίες την είχε συστήσει στο σουαρέ και η βελτίωση της εμφάνισής της με την καινούρια γκαρνταρόμπα και την αλλαγή στο χτένισμα έφτανε για να της εξασφαλίσει καβαλιέρους και το ανάλογο φλερτάκι στους χορούς. Η Φραντσέσκα θα το φρόντιζε με μερικούς εύστοχους υπαινιγμούς στους νεαρούς που επέμεναν να την πολιορκούν και να χορεύουν μαζί της στις διάφορες δεξιώσεις. Και δεδομένου ότι ούτε ο πατέρας ούτε η κόρη έδειχναν να ενδιαφέρονται να βρει γαμπρό η Χάριετ αυτή τη σεζόν, η Φραντσέσκα δε χρειαζόταν να καταφύγει σε άλλους ελιγμούς. Δεν ήταν περίεργο, λοιπόν, που ένιωθε λίγο βαριεστημένη, ακόμα και μόνη. Ούτε ότι το μυαλό της γύριζε συνέχεια σ' εκείνο το αλλόκοτο περιστατικό ανάμεσα σ' εκείνη και τον Ρόκφορντ.

145


Όποτε σκεφτόταν το άγγιγμα του Ρόκφορντ στο σώμα της, αισθανόταν αυθόρμητα ένα αισθησιακό τρέμουλο. Έκλεινε τα μάτια της και άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί για λίγο από την ανάμνηση. Γιατί το είχε κάνει αυτό ο δούκας; αναρωτιόταν. Τι είδους παιχνίδι έπαιζε; Δεν είχε πιστέψει ούτε για μια στιγμή ότι περίμενε από εκείνη να χάψει τον ισχυρισμό του ότι ήθελε τη συμβουλή της. Αν ήταν κάποιος άλλος άντρας, θα έλεγε ότι είχε βαλθεί να την ξε λογιάσει. Αλλά αυτό ήταν παράλογο. Δεν ήταν; Ο Ρόκφορντ ήξερε πολύ καλά να φλερτάρει. Είχε φλερτάρει μαζί της τότε που την πολιορκούσε -με τον δικό του ξερό, συγκρατημένο τρόπο. Και υπήρχε μια υποψία φλερτ σε όλες τις συζητήσεις τους όλα αυτά τα χρόνια, αν και μερικές φορές άγγιζε τα όρια της αντιπαράθεσης . Αλλά δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να την αποπλανήσει -ούτε και καμιά άλλη κυρία, απ' ότι ήξερε. Ω, δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι δεν είχε ποτέ του ερωμένη. Εντάξει, είχε κάνει λάθος για τη λαίδη Δάφνη, αλλά θα ήταν εντελώς χαζή να πιστέψει ότι ένας τζέντλεμαν με την ηλικία και την κοινωνική θέση του δούκα δεν είχε σχετιστεί ποτέ με κάποια ξανθιά καλλονή -μια χορεύτρια της όπερας, μια ηθοποιό, μια επαγγελματία εταίρα. Με αυτές τις γυναίκες, ναι, μπορεί να είχε φερθεί όπως είχε φερθεί και στην ίδια εκείνη τη νύχτα. Με μια γυναίκα, όμως, από καλή οικογένεια οι κανόνες ήταν διαφορετικοί. Ένα ς τζέντλεμαν φλέρταρε και στη συνέχεια παντρευόταν μια λαίδη. Δεν την αποπλανούσε αργά τη νύχτα στο σπίτι της. Τουλάχιστον, όχι ένας τζέντλεμαν σαν το δούκα του Ρόκφορντ. Από την άλλη, όφειλε να παραδεχτεί κοκκινίζοντας, μια λαίδη δε θα κατέβαινε ποτέ να ανοίξει με τέτοια μυστικότητα την πόρτα σε έναν τζέντλεμαν τόσο αργά τη νύχτα. Ούτε θα κλεινόταν σε ένα δωμάτιο μαζί του, φροντίζοντας να μην την πάρουν είδηση οι υπηρέτες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχε πιει και μπράντι μαζί του -το είχε

146


προτείνει η ίδια. Και το χειρότερο, είχε κατέβει απερίσκεπτα φορώντας τη ρόμπα της και από κάτω μόνο τα εσώρουχά της. Οποιοσδήποτε άντρας θα ήταν δικαιολογημένος αν σκεφτόταν ότι πήγαινε γυρεύοντας. Όταν το έβλεπε από αυτή τη σκοπιά, ζάρωνε από ντροπή. Ήταν γνωστό ότι οι χήρες ήταν πιο χαλαρές σε θέματα ηθικής από τις ανύπαντρες κοπέλες -τουλάχιστον διέθεταν πολύ μεγαλύτερη πείρα. Οι χήρες δε βρίσκονταν κάτω από αυστηρή επιτήρηση, κι όταν μια γυναίκα δεν αποκτούσε παιδιά ύστερα από χρόνια γάμου όπως εκείνη, τότε ήταν μάλλον απίθανο να ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο από ένα εξώγαμο παιδί. Και στους εξεζητημένους κύκλους της υψηλής αριστοκρατίας δεν ήταν ασυνήθιστο να δημιουργεί μια γυναίκα εξωσυζυγικές σχέσεις μετά το γάμο της χωρίς να την εξοστρακίσουν, εφόσον ήταν διακριτική. Παρ' όλα αυτά, η Φραντσέσκα ήταν πάντα πολύ προσεκτική, φρόντιζε να μη δώσει σε κανέναν την παραμικρή αιτία να πιστέψει ότι ήταν χαλαρών ηθών. Τι στην ευχή την είχε πιάσει και είχε φερθεί όπως είχε φερθεί ε κείνο το βράδυ; Μήπως ο Ρόκφορντ είχε συμπεράνει, εξαιτίας του ντυσίματός της, ότι δε θα του αντιστεκόταν ή ακόμα και ότι πήγαινε γυρεύοντας; Πώς θα μπορούσε να τον αντικρίσει ξανά, αν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο για εκείνη; Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να μην αναρωτιέται γιατί, αν ο δούκας είχε πιστέψει ότι ήταν πρόθυμη, είχε σταματήσει. Η ίδια σίγουρα δεν είχε κάνει τίποτε που θα του έδειχνε ότι ήταν απρόθυμη. Και αυτό, συνειδητοποίησε, ήταν το χειρότερο απ' όλα: ο Ρόκφορντ είχε χάσει το ενδιαφέρον του για εκείνη. Μπορεί ο δούκας να μην είχε νιώσει την ίδια έξαψη μ' εκείνη. Μπορεί ακόμα και σ' αυτό το πρώιμο στάδιο να είχε διαισθανθεί την ψυχρότητα που προκαλούσε κάποτε το θυμό και την απόγνωση του Άντριου. Η σκέψη αυτή έκανε τα μάτια της να γεμίσουν δάκρυα. Είχε σταματήσει εδώ και καιρό να κλαίει επειδή είχε απογοητεύσει τον άντρα της. Η αλήθεια ήταν πως είχε χαρεί που αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκείνος να επισκέπτεται όλο και πιο σπάνια το κρεβάτι της. Τη στενοχωρούσε που ήταν κατώτερη από τις άλλες γυναίκες, αλλά είχε

147


πάψει να λυπάται που ο Χόξτον είχε απογοητευτεί μαζί της. Τώρα, όμως, στη σκέψη ότι μπορεί ο Ρόκφορντ να είχε διαισθανθεί την πραγματική ψυχρότητα της φύσης της, της ερχόταν να κλάψει. Και καθώς περνούσαν οι μέρες, σκεφτόταν αναπόφευκτα ότι η απουσία του οφειλόταν στον ίδιο λόγο που είχε βάλει τόσο απότομα τέλος στο φιλί τους και είχε φύγει. Δε θα έπρεπε να νιώθει τέτοια απόρριψη, το ήξερε. Ακόμα και αν είχε μείνει ο δούκας, δε θα είχε κοιμηθεί μαζί του -σίγουρα όχι. Δεν ήθελε να δημιουργήσει σχέση μαζί του ούτε με κανέναν άλλο άντρα. Ευτυχώς, η περίοδος της ζωής της που δεν είχε μπορέσει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις ενός άντρα είχε τελειώσει. Επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθει αποκαρδιωμένη επειδή ο άντρας που είχε αγαπήσει κάποτε δεν είχε δοκιμάσει να ολοκληρώσει την αποπλάνησή της. Και θα έδιωχνε από το μυαλό της αυτό το θέμα. Πίεσε τον εαυτό της να ασχοληθεί με την αλληλογραφία της, που την είχε παραμελήσει τελευταία, αλλά... μέσα σε λίγα λεπτά οι σκέψεις της πήραν ένα άλλο, γνώριμο μονοπάτι. Όποτε κατάφερνε να διώξει από το μυαλό της τον Ρόκφορντ και τα φιλιά τους, άρχιζε να ανησυχεί για τον Πέρκινς. Είχε φοβηθεί πως θα εμφανιζόταν ξανά στο κατώφλι της, έξαλλος με τη συμπεριφορά του Ρόκφορντ απέναντί του, αλλά δεν το είχε κάνει. Αυτό θα έπρεπε να την είχε ανακουφίσει, αλλά όχι. Ξέροντας ότι θα μπορούσε να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή, ένιωθε τα νεύρα της συνεχώς τσιτωμένα και την αγωνία της να αυξάνεται καθώς πλησίαζε η μέρα που θα έπρεπε να του ξοφλήσει το υποτιθέμενο χρέος της. Η Φραντσέσκα δεν είχε ιδέα τι θα έκανε, τι θα του έλεγε όταν θα ερχόταν και θα απαιτούσε να τον πληρώσει. Έσπαγε το μυαλό της να βρει ένα επιχείρημα που θα τον έπειθε να μην πραγματοποιήσει την απειλή του, έναν τρόπο να αποδείξει ότι της έλεγε ψέματα, ένα σχέδιο που θα τη βοηθούσε να απαλλαγεί από το χρέος που εκείνος ισχυριζόταν ότι του όφειλε. Αλλά οι σκέψεις της ήταν ασυνάρτητες, μπερδεμένες, ότι και να του πρόσφερε δε θα κάλυπτε το ποσό. Ο Πέρκινς θα πρέπει να ήξερε, όπως το ήξερε κι εκείνη, ότι δε θα μπο-

148


ρούσε να μαζέψει ποτέ στη ζωή της αυτά τα λεφτά, και σίγουρα δεν ήθελε να περιμένει. Ο Πέρκινς δεν ήταν άνθρωπος που θα έδειχνε κατανόηση. Δυο μέρες μετά το πάρτι, η Φραντσέσκα βρισκόταν στο καθιστικό της και προσπαθούσε να αθροίσει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να πλησιάσει το ποσό που ζητούσε ο Πέρκινς, όταν άκουσε τη φωνή της Κάλι στο χολ. Πετάχτηκε όρθια, νομίζοντας ότι θα ήταν και ο Ρόκφορντ μαζί τις. Αλλά η Κάλι είχε έρθει μόνη της, και η Φραντσέσκα μάλωσε τον εαυτό της για τη μικρή απογοήτευση που είχε νιώσει. Την παραμέρισε με ένα χαμόγελο, πήρε τα χέρια της επισκέπτριάς της και τα έσφιξε με αγάπη. «Κάλι, μόλις τώρα σε σκεφτόμουν. Έλεγα να σε επισκεφθώ το απόγευμα». «Τότε χαίρομαι που σε πρόλαβα», της απάντησε η Κάλι, ανταποδίδοντάς της το χαμόγελο. Η Φραντσέσκα χτύπησε να τους φέρουν τσάι και κάθισαν να τα πουν με την ησυχία τους. Τη νύχτα του πάρτι μόλις που είχαν προλάβει να θίξουν επιφανειακά κάποια θέματα. Δυστυχώς, η Φραντσέσκα έμαθε ότι η φίλη της θα έφευγε την επομένη για τα κτήματα του άντρα της. «Όχι, δεν πρέπει να φύγεις! Μόλις τώρα γύρισες», διαμαρτυρήθηκε. «Το ξέρω. Αλλά ο Μπρομ έχει μείνει ήδη πάρα πολύ καιρό μακριά από τα κτήματά του. Λέει ότι τα έχει παραμελήσει τρομερά γύρισε σπίτι του μόνο για λίγες μέρες πριν το γάμο μας». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε . «Ναι, το θυμάμαι. Είχε πει πως θα ελειπε και τους δύο μήνες του αρραβώνα σας, αλλά δεν κατάφερε να μείνει μακριά σου πάνω από δυο βδομάδες». Η Κάλι γέλασε βραχνά, γεμάτη ικανοποίηση. «Αυτό είναι αλήθεια. Βέβαια, τότε ισχυρίστηκε ότι είχε βρει λιγότερη δουλειά να τον περιμένει από αυτή που πίστευε». «Θα μου λείψεις τρομερά». «Πρέπει να έρθεις να με επισκεφθείς», της είπε η Κάλι. «Δε θα γνω-

149


ρίζω ψυχή εκεί. Θα είναι φοβερά μοναχικά: Πρέπει να έρθεις μόλις λήξει η σεζόν». «Θα έχεις τον Μπρόμγουελ», της υπενθύμισε η Φραντσέσκα. «Και κάτι μου λέει πως θα σου είναι αρκετός. Δε θέλω να μπω ανάμεσα σ' ένα νιόπαντρο ζευγάρι». «Δε θα μπεις καθόλου ανάμεσά μας. Μέχρι τότε, θα έχουμε πια παλιώσει. Και ο Μπρομ θα είναι απασχολημένος. Θα είναι η εποχή του θερισμού». «Εντάξει, μπορεί, για λίγες μέρες». «Τουλάχιστον για ένα μήνα», επέμεινε η Κάλι, και η Φραντσέσκα ενέδωσε γελώντας. Στη συνέχεια κουβέντιασαν διάφορα, δίνοντας έμφαση στα φορέματα που είχε αγοράσει η Κάλι στο Παρίσι. Φορούσε ένα από αυτά εκείνη τη μέρα, ένα μεταξωτό λιλά με κοντά, φουσκωτά μανίκια, πάνω από τα οποία έπεφτε ένα δεύτερο κομμάτι ύφασμα σε σχήμα πέταλου. Το θέμα αυτό τις απασχόλησε ευχάριστα μέχρι που μπήκε ο Φέντον για να αναγγείλει την επίσκεψη της λαίδης Μάνερινγκ. Η Φραντσέσκα απογοητεύτηκε που η καινούρια επισκέπτρια είχε συντομεύσει το χρόνο που θα ήταν μόνη με την Κάλι, αλλά έκανε νόημα στον μπάτλερ να την αφήσει να περάσει. Η λαίδη Μάνερινγκ ήταν μία από τις οικοδέσποινες που ήλπιζε ότι θα προσκαλούσε μία, ίσως και δύο φόρες τη Χάριετ στο μέλλον. «Λαίδη Χόξτον. Λαίδη Μπρόμγουελ», είπε χαρούμενα η καινούρια επισκέπτρια. «Τι ευχάριστη έκπληξη που σας βρίσκω κι εσάς εδώ». Στη συνέχεια έπιασαν μια ευγενική συζήτηση για το πάρτι της Φραντσέσκας αλλά και για τον όμορφο γάμο της Κάλι. Ύστερα η λαίδη Μάνερινγκ έγειρε προς το μέρος της Κάλι και είπε με ένα χαμόγελο όλο νόημα: «Αναρωτιέται κανείς, λαίδη Μπρόμγουελ, μήπως ακολουθεί και άλλος γάμος στην οικογένεια των Λιλ». «Συγνώμη;» Η Κάλι την κοίταξε ανέκφραστα. «Μα, ο αδερφός σας, αγαπητή μου. Φαίνεται να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τη μεγάλη κόρη των Κάλντεργουντ, έτσι δεν είναι;» Η Φραντσέσκα ένιωσε ξαφνικά μια παγωμένη γροθιά να της σφίγγει το στομάχι. «Τη λαίδη Μαίρη;»

150


«Ναι, αυτήν εννοώ». Η λαίδη Μάνερινγκ κούνησε καταφατικά το καλοχτενισμένο κεφάλι της. «Τον είδα να κουβεντιάζει μαζί της τις προάλλες στο πάρτι σας, λαίδη Χόξτον. Το ανέφερα, μάλιστα, και στο λόρδο Μάνερινγκ -ότι κουβέντιασαν αρκετή ώρα και πόσο ασυνήθιστο ήταν για τη συγκεκριμένη κοπέλα. Και έδειχνε πολύ χαριτωμένη. Όταν καταφέρει να ξεπεράσει εκείνη τη φοβερή συστολή της και σου χαμογελάσει, βλέπεις ότι στην πραγματικότητα είναι πολύ γοητευτική». «Ναι», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Και γλυκιά, επίσης. Αλλά σίγουρα μια συζήτηση σε ένα πάρτι δεν οδηγεί απαραίτητα σε ειδύλλιο». Τα μάτια της επισκέπτριας ζωήρεψαν. «Α, μα αυτό είναι το θέμα. Χτες την είδα πάλι μαζί του. Είχαν βγει βόλτα με την ανοιχτή άμαξα του δούκα. Και η κοπέλα κουβέντιαζε με τον Ρόκφορντ σαν να ήταν παλιοί φίλοι. Είναι πολύ ασυνήθιστο για εκείνη. Και για εκείνον. Είναι φυσικό, λοιπόν, να αναρωτιέται κανείς μήπως έχει αρχίσει το φλερτ». Η Φραντσέσκα συνέχισε να χαμογελάει ευγενικά. «Πράγματι». «Εγώ δε θα έδινα και μεγάλη σημασία σε όλα αυτά», είπε η Κάλι. «Δεν έχω ακούσει να ενδιαφέρεται ειδικά για κάποια κοπέλα ο Ρόκφορντ». Όταν αφήνει κατά μέρος τα προσχήματα, η έκφραση της Κάλι μπορεί να συναγωνιστεί σχεδόν εκείνη του δούκα, σκέφτηκε η Φραντσέσκα. Η λαίδη Μάνερινγκ εγκατέλειψε αμέσως αυτό το θέμα και έστρεψε τη συζήτηση στο δείπνο που σχεδίαζε για την ερχόμενη βδομάδα, ρωτώντας διακριτικά τη Φραντσέσκα αν πίστευε ότι θα ήθελαν να παρευρεθούν σ' αυτό ο ευγενικός σερ Άλαν και η κόρη του. Η Φραντσέσκα πίεσε τον εαυτό της να βγάλει κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό της και να βοηθήσει την Χάριετ Σέρμπορν. Καθώς προχωρούσε η συζήτηση, είχε την αίσθηση πως η λαίδη Μάνερινγκ ενδιαφερόταν περισσότερο για το χήρο πατέρα της λαίδης Χάριετ. Παρ' όλα αυτά, δε δίστασε να εκμεταλλευτεί αυτό το ενδιαφέρον για να προωθήσει την είσοδο της Χάριετ στην καλή κοινωνία. Η λαίδη Μά-

151


νερινγκ ήταν μία από τις πιο δημοφιλείς οικοδέσποινες και τα πάρτι της συγκέντρωναν πάντα καλό κόσμο. Εκτός αυτού, αν κατάφερνε να εξασφαλίσει και μια ρομαντική σχέση για τον σερ Άλαν προωθώντας τη σεζόν της Χάριετ, τόσο το καλύτερο. Έτσι απάντησε πρόθυμα στις ερωτήσεις της λαίδης Μάνερινγκ για τους Σέρμπορν, προσθέτοντας μερικές ακόμα πληροφορίες. Η Φραντσέσκα κατάφερε να μείνει συγκεντρωμένη στη συζήτηση, αλλά αργότερα, όταν η λαίδη, Μάνερινγκ και η Κάλι έφυγαν, είπε στον Φέντον πως δε βρισκόταν στο σπίτι για κανέναν επισκέπτη και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Πήγε στο παράθυρο και έμεινε να κοιτάζει το δρόμο κάτω, αλλά το μυαλό της δεν κατέγραφε στην πραγματικότητα όσα έβλεπε. Ώστε ήταν η Μαίρη Κάλντεργουvτ αυτή που είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του Ρόκφορντ. Θα έπρεπε να το φανταστεί ότι η επιλογή του δούκα δε θα ήταν αυτή που περίμενε εκείνη. Από τις γυναίκες που του είχε διαλέξει, η λαίδη Μαίρη ήταν η τελευταία που θα πίστευε ότι θα του τραβούσε την προσοχή. Όχι πως η κοπέλα είχε κάποιο ελάττωμα βέβαια. Η φήμη της ήταν αψεγάδιαστη και η καταγωγή της εξαιρετική. Απλώς δε θα σκεφτόταν ποτέ ότι θα τραβούσε το δούκα μια τόσο ήσυχη και ντροπαλή κοπέλα. Αν μη τι άλλο, ήταν το ακριβώς αντίθετο από την ίδια τη Φραντσέσκα. Από την άλλη, δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι ο Ρόκφορντ θα ήθελε μια κοπέλα ανάλογη με εκείνη που είχε διαλέξει πριν δεκαπέντε χρόνια. Παρ' όλα αυτά, πίστευε πως η ομορφιά και η ζωντάνια θα τον τραβούσαν περισσότερο από τα υπόλοιπα προσόντα της. Αλλά πάλι, όπως είχε τονίσει και η λαίδη Μάνερινγκ, η Μαίρη ήταν όμορφη όταν το πρόσωπό της ζωήρευε, και κατά τα φαινόμενα ο Ρόκφορντ είχε καταφέρει να εξουδετερώσει τη συστολή της κοπέλας. Εξάλλου, ο δούκας ήταν πια μεγαλύτερος κατά δεκαπέντε χρόνια και σίγουρα θα είχε φτάσει να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχαν πολύ σημαντικότεροι λόγοι για να επιλέξει μια σύζυγο από τη φυσική έλξη που είχε νιώσει για τη Φραντσέσκα όταν ήταν νέοι. Του Ρόκφορντ του άρεσε να διαβάζει και να συναναστρέφεται

152


μορφωμένους άντρες. Κατά συνέπεια, θα του ήταν πολύ ευχάριστο να έχει μια σύζυγο με την οποία θα μπορούσε να κουβεντιάζει για σοβαρά και σημαντικά θέματα. Ακόμα και τότε, παλιά, η Φραντσέσκα ήξερε ότι ήταν πολύ επιπόλαιη για το δούκα. Τώρα πια θα πρέπει να το είχε συνειδητοποιήσει κι εκείνος. Βέβαια, ήταν πολύ νωρίς ακόμα. Δεν μπορούσε να πει κανείς ότι θα παντρευόταν αυτή την κοπέλα απλώς και μόνο επειδή της είχε δείξει μια δυο φορές ενδιαφέρον. Αν και, όπως η λαίδη Μάνερινγκ, η Φραντσέσκα ήξερε πόσο σπάνιο ήταν να δείξει ο Ρόκφορντ κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια νεαρή γυναίκα. Ήταν από τους άντρες που απέφευγαν τα κουτσομπολιά όπως ο διάβολος το λιβάνι και, επιπλέον, ξέροντας πόσο ψηλά βρισκόταν στην κλίμακα των πολύφερνων γαμπρών, ήταν πολύ κύριος για να δώσει ελπίδες σε μια ανύπαντρη δεσποσύνη. Για εκείνον, μια δημόσια εμφάνιση με μια κοπέλα σε ηλικία γάμου, και μάλιστα σε μια βόλτα με την άμαξα, όπου ήταν εντελώς μόνοι και αφοσιωμένοι επί αρκετή ώρα ο ένας στη συντροφιά του άλλου, ήταν ένδειξη ότι ενδιαφερόταν σοβαρά γι' αυτήν. Επιπλέον, μια τέτοια κίνηση λίγες μόλις μέρες αφότου τον είχαν δει όλοι να συνομιλεί για ώρα μαζί της σ' ένα πάρτι θα προκαλούσε εικασίες που θα οδηγούσαν σε κουτσομπολιά. Ο Ρόκφορντ το ήξερε πολύ καλά αυτό, όπως και κάθε αριστοκράτης. Κι όμως, το είχε κάνει. Τέτοιου είδους συμπεριφορά από έναν άλλο άντρα μπορεί να σήμαινε από εκδήλωση απλού ενδιαφέροντος μέχρι κάτι πολύ πιο σοβαρό. Αν τον έβλεπαν να χορεύει και μια δυο φορές μαζί της σε κάποιο πάρτι, τότε οι γλώσσες θα έπαιρναν φωτιά. Βέβαια, η Φραντσέσκα είχε το πλεονέκτημα απέναντι στη λαίδη Μάνερινγκ να γνωρίζει ότι ο δούκας έψαχνε για σύζυγο. Δεν της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση που ο Ρόκφορντ είχε κουβεντιάσει ή είχε επισκεφθεί ή είχε βγει βόλτα με τις γυναίκες που είχε υπόψη του. Ωστόσο, ξέροντάς το αυτό, καταλάβαινε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο ότι η εκδήλωση ιδιαίτερου ενδιαφέροντος εκ μέρους του θα οδηγούσε στο γάμο. Και το γεγονός ότι είχε βγάλει βόλτα τη λαίδη Μαίρη με την ανοιχτή άμαξά του σήμαινε ότι την είχε ξεχωρίσει από

153


τις άλλες. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον άλλο λόγο γι' αυτές τις κινήσεις του Ρόκφορντ εκτός από αυτόν που είχε συμπεράνει η λαίδη Μάνερινγκ: ο δούκας σκεφτόταν σοβαρά τη λαίδη Μαίρη για σύζυγό του. Ήξερε ότι θα έπρεπε να νιώθει χαρούμενη που οι προσπάθειές της είχαν αποδώσει ήδη καρπούς. Αυτό ήθελε κι εκείνη: να επανορθώσει για το κακό που του είχε κάνει. Ήθελε να βρει ο δούκας μια γυναίκα να της χαρίσει την καρδιά του. Ήθελε να βρει ο Ρόκφορντ την ευτυχία. Γιατί λοιπόν ένιωθε αυτό το ανεξήγητο βάρος στο στήθος της; Γιατί δεν μπορούσε να διακρίνει το δρόμο κάτω από τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της; *** Το επόμενο απόγευμα, η Φραντσέσκα ήταν στο γραφείο της και άνοιγε τις προσκλήσεις που είχε λάβει πρόσφατα, όταν εμφανίστηκε ο Φέντον στην πόρτα. «Η εξοχότητά του, ο δούκας του Ρόκφορντ». Η Φραντσέσκα πετάχτηκε όρθια, χτυπώντας το γόνατό της στο γραφείο. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερις μέρες από το πάρτι της, και μετά την κουβέντα της με την Κάλι και τη λαίδη Μάνε ρινγκ την προηγούμενη μέρα είχε πείσει τον εαυτό της πως δε θα ξανάβλεπε πια τον Ρόκφορντ παρά σποραδικά, όπως τα τελευταία χρόνια. Κι όμως, εκείνος είχε έρθει. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν και ένιωσε κάποια ντροπή καθώς αναρωτιόταν αν ο παλιός υπηρέτης της είχε προσέξει την αντίδρασή της. «Παρακαλώ, πες του να περάσει», είπε παίρνοντας μια ευγενική έκφραση για να τον καλωσορίσει. Ο Ρόκφορντ έκανε την είσοδό του ένα λεπτό αργότερα και αμέσως το δωμάτιο της φάνηκε μικρότερο. Η Φραντσέσκα νόμιζε ότι ήταν προετοιμασμένη. Είχε περάσει πολύ χρόνο νουθετώντας τον εαυτό της για τον τρόπο που θα έπρεπε να φερθεί όταν θα τον έβλεπε ύστερα απ' όσα είχαν συμβεί την τελευταία φορά που ήταν μαζί -

154


ιδιαίτερα μετά το φανερό ενδιαφέρον του για τη λαίδη Μαίρη Κάλντεργουντ. Αλλά τώρα, βλέποντάς τον μπροστά της, διαπίστωσε ότι ήταν πιο δύσκολο απ' όσο φανταζόταν. Δεν μπόρεσε να εμποδίσει την ανάμνηση του φιλιού του να τρυπώσει στο μυαλό της. Ένιωσε να κοκκινίζει και βιάστηκε να χαμηλώσει τα μάτια της. Τι σκεφτόταν εκείνος; Τι ένιωθε τώρα που την ξανάβλεπε; Πίεσε τον εαυτό της να τον ξανακοιτάξει και τον πλησίασε απλώνοντας το χέρι της για να τον χαιρετήσει. «Ρόκφορντ, τι ευχάριστη έκπληξη. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να σε ξαναδώ». «Αλήθεια;» Την πλησίασε καρφώνοντας το βλέμμα του στο πρόσωπό της με μια έκφραση εκνευριστικά ανεξιχνίαστη. «Κι εγώ που νόμιζα ότι είχα γίνει τόσο τακτικός επισκέπτης στο σπίτι σου, ώστε η εμφάνισή μου θα προκαλούσε κάποιο σχόλιο του τύπου: "Ά, εσύ είσαι πάλι;"». «Είμαι σίγουρη πως η εμφάνισή σου δεν προκαλεί ποτέ τέτοιου είδους σχόλια», τον αντέκρουσε η Φραντσέσκα. Ο Ρόκφορντ έκλεισε το χέρι της στο δικό του και έκανε μια υπόκλιση. Η Φραντσέσκα ένιωσε τη σάρκα του πάνω στη δική της -ζεστή και λίγο πιο τραχιά. Γιατί το άγγιγμα του ξεσήκωνε μέσα της συναισθήματα που δεν είχε ξεσηκώσει κανένας άλλος; Έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να της είχε φιλήσει το χέρι αντί να κάνει μια απλή υπόκλιση. Έσφιξε τα χείλια της και γύρισε δείχνοντας προς τις καρέκλες που ήταν τοποθετημένες κοντά, δημιουργώντας μια οικειότητα στο χώρο. «Παρακαλώ, κάθισε. Θα ήθελες να πιεις κάτι;» Εκείνος έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι του και πέρασαν τα λίγα επόμενα λεπτά κουβεντιάζοντας ευγενικά για τον καιρό, την υγεία τους, τη χαρά τους που ξαναείδαν την Κάλι και τη λύπη τους που έφυγε για το καινούριο της σπίτι τόσο γρήγορα. Τελικά η Φραντσέσκα αποφάσισε πως είχε περάσει αρκετή ώρα ώστε να θίξει το θέμα που δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. «Χαίρομαι που ακούω ότι φλερτάρεις τη λαίδη Μαίρη». Ο δούκας ύψωσε ελαφρά τα φρύδια του και χαμογέλασε αχνά.

155


«Αλήθεια; Αυτό λέει ο κόσμος;» «Απ' ότι κατάλαβα, την έβγαλες βόλτα με την ανοιχτή άμαξά σου». «Ναι, πράγματι». Συνέχισε να την κοιτάζει μ' εκείνο το ελαφρά αινιγματικό χαμόγελο. «Αλλά αυτό δεν είναι κανένα αξιοσημείωτο γεγονός». «Αγαπητέ μου δούκα, κάθε ένδειξη ενδιαφέροντος εκ μέρους σου σίγουρα τραβάει την προσοχή». Εκείνος μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. «Αυτό σημαίνει ότι νιώθεις μια προτίμηση για τη λαίδη Μαίρη;» συνέχισε η Φραντσέσκα ύστερα από λίγο. Δε συνήθιζε να πιέζει για πληροφορίες, αλλά δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. Το πρόσωπό του εξακολουθούσε να μην προδίδει τίποτε. «Είναι μια ευχάριστη νέα κοπέλα». Τελικά ο Ρόκφορντ μπορούσε να γίνει φοβερά εκνευριστικός. Αλλά και εκείνη δε θα γινόταν μια γυναικούλα που ψάρευε κουτσομπολιά. Της ήταν όμως δύσκολο να ξεχάσει το όλο θέμα. Γιατί δεν παραδεχόταν ότι είχε αναπτύξει κάποια αδυναμία για την κοπέλα; «Ναι, είναι», συμφώνησε η Φραντσέσκα. «Και έξυπνη». «Έτσι δείχνει». «Παρ' όλα αυτά, υποθέτω ότι εξακολουθείς να είσαι ανοιχτός απέναντι σε όλες τις υποψήφιες που κουβεντιάσαμε». «Ασφαλώς». Οι άκρες των χειλιών του τραβήχτηκαν ξανά σ’ ένα χαμόγελο. «Αυτός είναι και ο λόγος της σημερινής μου επίσκεψης». «Αλήθεια; Θέλεις να κουβεντιάσουμε τις εν λόγω κυρίες; Ή μήπως θα ήθελες και κάποιες άλλες επιλογές; Δε σου ταιριάζουν αυτές;» Η Φραντσέσκα ένιωσε το κέφι της να φτιάχνει αισθητά: «Είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα να σκεφτώ μερικές ακόμα». «Όχι. Πιστεύω ότι αυτές αρκούν», της απάντησε. «Αυτό που είχα κατά νου ήταν να δημιουργήσω μια ακόμα ευκαιρία για να πολιορκήσω τη μελλοντική σύζυγό μου. Αποφάσισα ότι θα έπρεπε να δώσω ένα χορό». «Ασφαλώς. Αυτό θα ήταν εξαιρετική ιδέα». «Θέλω να με βοηθήσεις στις ετοιμασίες». Η Φραντσέσκα ένιωσε τη χαρά να την πλημμυρίζει. «Αλήθεια; Με

156


κολακεύεις αφάνταστα», του είπε και πρόσθεσε διστακτικά: «Αλλά δε νομίζω ότι είναι σωστό να το κάνω εγώ». «Ξέρεις κάποια καλύτερη;» την προκάλεσε εκείνος. «Καμιά δεν μπορεί να ξεπεράσει το ταλέντο σου ως οικοδέσποινας». «Χαίρομαι αφάνταστα που σ' ακούω να το λες αυτό, αλλά δε... Θέλω να πω, θα το θεωρήσουν περίεργο. Δε μας συνδέει τίποτα». «Έτσι νομίζεις;» τη ρώτησε, και το βλέμμα του, αναμφισβήτητα ζεστό τώρα, χάιδεψε το πρόσωπό της. Ύστερα στράφηκε αλλού και η ζεστασιά χάθηκε από τα μάτια του. «Στο παρελθόν, κάτι τέτοια ζητήματα τα κανόνιζε η γιαγιά μου, και στο πρόσφατο παρόν το ρόλο της οικοδέσποινας στο σπίτι μου τον έπαιζε η Κάλι. Αλλά καμιά από τις δύο δε βρίσκεται εδώ τώρα. Και δεν μπορώ να ζητήσω από τη γιαγιά μου να έρθει τρέχοντας στο Λονδίνο στην ηλικία της για να οργανώσει ένα χορό για χάρη μου». «Έχεις απόλυτο δίκιο. Αλλά είμαι σίγουρη ότι ο μπάτλερ σου είναι ικανός και με το παραπάνω να αναλάβει τις προετοιμασίες». «Δε λέω, ο Κράνστον είναι ικανότατος», συμφώνησε ευδιάθετα ο Ρόκφορντ. «Αλλά είναι συνηθισμένος να εκτελεί σχέδια, όχι να τα καταστρώνει. Εξάλλου, δε διαθέτει το ταλέντο σου. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι απαραίτητη μια κυρία με γούστο, όπως εσύ». «Νομίζεις πως θα με καταφέρεις με τις κολακείες;» τον ρώτησε η Φραντσέσκα, πασχίζοντας να παραστήσει τη σοβαρή. «Σίγουρα το ελπίζω». Αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να μη γελάσει.«Είσαι ξεδιάντροπος». «Έτσι μου έχουν πει». «Το ξέρεις ότι δε θα είναι ευπρεπές. Θα γίνουν κουτσομπολιά». «Δεν υπάρχει λόγος να το μάθει κανείς», της απάντησε υψώνοντας τους ώμους του. «Δε θα σου ζητήσω να υποδεχτείς τους καλεσμένους μαζί μου». Τα σκούρα μάτια του την κοιτούσαν διαπεραστικά όταν τη ρώτησε: «Θα ήσουν πρόθυμη να το κάνεις... αν το κρύψουμε από τον κόσμο;» Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Ξαφνικά, εντελώς τρελά, αναρωτήθηκε μήπως τα λόγια του σήμαιναν κάτι περισσότερο από το προφανές.

157


«Ίσως», του απάντησε ήρεμα. «Αν και πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος που θα μπορούσε να σε βοηθήσει καλύτερα». «Όχι». Συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. «Πρέπει να είσαι εσύ».

158


Κεφάλαιο 11 Η Φραντσέσκα τον κοίταξε, νιώθοντας τα λόγια του να αντηχούν μέσα της. Για μια στιγμή, ακόμα και η ατμόσφαιρα φάνηκε να λαμπυρίζει ανάμεσά τους. Ύστερα τράβηξε απότομα το βλέμμα της, φοβούμενη ότι ο Ρόκφορντ μπορεί να άκουγε το σφυγμό που βροντοχτυπούσε στ' αυτιά της, να έβλεπε ότι ανάσαινε πιο γρήγορα. «Πολύ καλά», του απάντησε ήρεμα, «αν αυτό θέλεις». «Αυτό θέλω». Υπήρχε μια αμυδρή νότα θριάμβου στη φωνή του όταν σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος της. Της άπλωσε το χέρι του και η Φραντσέσκα το έπιασε αυτόματα και σηκώθηκε. Της χαμογέλασε. «Τι θα κάνουμε; Υποθέτω ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το Λιλ Χάουζ, σωστά;» «Σκοπεύεις να δώσεις ένα μεγάλο χορό;» «Έτσι λέω. Ένα χορό που θα σου δώσει το περιθώριο να αναπτύξεις το ταλέντο σου». Η Φραντσέσκα του έριξε ένα πονηρό βλέμμα. «Μπορεί να το μετανιώσεις». Της χαμογέλασε. «Ποτέ, αν και είμαι σίγουρος ότι θα βάλεις τα δυνατά σου να με δοκιμάσεις. Όπως και να 'χει το πράγμα, μπορείς να κάνεις εν λευκώ ότι επιθυμείς -και το εννοώ με την πιο ευπρεπή σημασία, φυσικά». Αυτό το τελευταίο υπογράμμισε τη διπλή έννοια της φράσης του, δεδομένου ότι ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούσε συνήθως ένας άντρας με την ερωμένη του, και η Φραντσέσκα ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Μα τι της συνέβαινε; Φερόταν λες και ήταν κανένα άβγαλτο κοριτσόπουλο και όχι μια πεπειραμένη κυρία που είχε κάνει εδώ και δεκαπέντε χρόνια το ντεμπούτο της. «Α, βλέπω ότι σ' έκανα να κοκκινίσεις. Με συγχωρείς». Παρά τα λόγια του, η φωνή, του Ρόκφορντ πρόδιδε μάλλον ικανοποίηση παρά μεταμέλεια. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε και είδε τα μαύρα μάτια του να λάμπουν. «Δε λυπάσαι καθόλου, αντιπαθέστατε άντρα. Σε πληροφορώ όμως

159


ότι φταίει η καλοκαιρινή ζέστη, όχι το σχόλιό σου, που κοκκίνισα και πρέπει να δείχνω σαν μαγείρισσα». Ακούμπησε τα μάγουλά της αμήχανα. «Όποιος και να είναι ο λόγος, δείχνεις πανέμορφη». Για μια στιγμή το πρόσωπό του σοβάρεψε, ύστερα όμως της χαμογέλασε και συνέχισε ανάλαφρα: «Και το ξέρεις πολύ καλά». Έκανε ένα βήμα πίσω. «Έλα. Χτύπα να σου φέρει η υπηρέτρια το καπέλο σου. Θα πάμε στο Λιλ Χάουζ». «Τώρα;» «Ναι, γιατί όχι; Δεν υπάρχει λόγος να μην ξεκινήσουμε αμέσως, υπάρχει; Πάρε και την καμαριέρα σου μαζί, αν ανησυχείς για τους κανόνες καλής συμπεριφοράς. Θα πρέπει να δεις το χώρο, την αίθουσα χορού. Πώς αλλιώς θα καταστρώσεις τα σχέδιά σου;» «Αλήθεια, πώς;» Η Φραντσέσκα ήξερε πως στο σημείο αυτό ο Ρόκφορντ είχε δίκιο. Παρ' όλα αυτά, δεν ήταν σωστό να πάει στο σπίτι ενός τζέντλεμαν, τη στιγμή που δεν έμενε εκεί και κάποια γυναίκα συγγενής. Η Μέισι ταξίδεψε στην άμαξα μαζί τους. Παρ' όλο που μια χήρα είχε το προνόμιο μεγαλύτερης ανεξαρτησίας από μια γυναίκα που δεν είχε παντρευτεί ποτέ, η Φραντσέσκα ήξερε ότι δεν επιτρεπόταν να τη δουν να μπαίνει στο σπίτι ενός εργένη μόνη. Όταν όμως έφτασαν στο επιβλητικό Λιλ Χάουζ από λευκή πέτρα, η Μέισι ακολούθησε τον υπηρέτη στην πτέρυγα του προσωπικού, αφήνοντας τη Φραντσέσκα μόνη στο χώρο υποδοχής με το δούκα. «Με ξαφνιάζει που δεν απαίτησες από την καμαριέρα σου να μας συνοδεύσει σε όλη την περιπλάνησή μας στο σπίτι», την πείραξε ο Ρόκφορντ. «Είμαι τόσο τρομακτικός;» Η Φραντσέσκα ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό. «Έλα τώρα, Σινκλέρ, το ξέρεις ότι δε θα μπορούσα να έρθω στο σπίτι σου χωρίς εκείνη. Εξάλλου, εσύ πρότεινες να την πάρω μαζί μου. Έτσι καλύπτουμε τα νώτα μας και οι δύο. Φαντάζομαι το ύφος του Κράνστον αν σε έβλεπε να μπαίνεις εδώ μέσα με μια ασυνόδευτη κυρία». Σταμάτησε και τον κοίταξε. «Και εννοώ εμένα. Υποθέτω ότι έχεις ξαναφέρει άλλες γυναίκες εδώ».

160


Ο δούκας την κοίταξε ανέκφραστα. «Έλα τώρα, Ρόκφορντ, δεν είμαι αφελής», του είπε. «Στο κάτω κάτω, έχεις πατήσει προ πολλού τα τριάντα. Το ξέρω ότι πρέπει ναι υπήρξαν γυναίκες στη ζωή σου». «Όχι εδώ», της απάντησε απλά. Ήταν περίεργο, αλλά ένιωσε την απάντησή του να τη ζεσταίνει. Ο Ρόκφορντ δεν ήταν άνθρωπος που θα ατίμαζε το σπίτι του, την οικογένειά του ή τη γυναίκα του με οποιονδήποτε τρόπο. Δε θα έφερνε γυναίκες με τις οποίες είχε εφήμερες σχέσεις στο σπίτι των γονιών του, στο σπίτι που μια μέρα θα ζούσαν η γυναίκα του και τα παιδιά του. Αν τον είχε παντρευτεί, θα την τιμούσε πάντα, το ήξερε, και για μια στιγμή την έπνιξε η θλίψη. Η ζωή της θα ήταν πολύ διαφορετική αν είχε παντρευτεί τον Σινκλέρ. Η Φραντσέσκα έστρεψε αλλού το πρόσωπό της, φοβούμενη ότι η έκφρασή της θα πρόδιδε τα συναισθήματά της. Ο Ρόκφορντ είχε πάντα την ικανότητα να μαντεύει τις σκέψεις της. Θύμισε αυστηρά στον εαυτό της πως, μπορεί ο Σινκλέρ να έμοιαζε ελάχιστα στον Άντριου, αλλά δεν έπαυε να είναι άντρας. Θα της φερόταν με σεβασμό, θα την τιμούσε, αλλά δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι θα ήταν πιο ευτυχισμένος στο κρεβάτι τη από το μακαρίτη το σύζυγό της: Θα το έκανε βέβαια πιο διακριτικά, αλλά θα κατέφευγε κι αυτός σε άλλες γυναίκες, όταν ανακάλυπτε ότι εκείνη ήταν ψυχρή, ότι δε διέθετε ίχνος πάθους. Και, ειλικρινά, ήταν άπιαστο όνειρο να πιστεύει ότι, αν είχε παντρευτεί τον Σινκλέρ, η φύση της θα άλλαζε και θα ξεχείλιζε από μέσα της το πάθος. Διώχνοντας τις ανόητες και άχρηστες σκέψεις από το μυαλό της, έριξε μια ματιά γύρω της. Το χολ της εισόδου στο Λιλ Χάουζ ήταν πελώριο, με μια μεγάλη, διπλή καμπυλωτή σκάλα στο κέντρο. Πίσω από τη σκάλα, ένας διάδρομος οδηγούσε στη σέρα και στην είσοδο του κήπου, ενώ στα αριστερά υπήρχε ένας διάδρομος που έβγαζε στην κουζίνα και στα διαμερίσματα του προσωπικού. Στα δεξιά ξεκινούσε η επιβλητική πινακοθήκη, στρωμένη με μάρμαρα Καράρα, όπου ήταν κρεμασμένα πορτραίτα προηγούμενων δουκών και δουκισσών, καθώς και των παιδιών τους και των κατοι-

161


κίδιων ζώων τους. Κομψές απλίκες στους τοίχους φώτιζαν το χώρο το βράδυ, αλλά τη μέρα τα μεγάλα παράθυρα στον εξωτερικό τοίχο τον πλημμύριζαν με ένα χρυσαφένιο φως. Μακριές βελούδινες κουρτίνες στο χρώμα του ξερού χόρτου κρέμονταν στα παράθυρα, τραβηγμένες περίτεχνα στην άκρη και δεμένες σε μεταλλικά στηρίγματα. «Πάντα μου άρεσε το Λιλ Χάουζ», είπε η Φραντσέσκα. Ο δούκας την κοίταξε, και η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε αν σκεφτόταν κι εκείνος πως το σπίτι αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει δικό της κάποτε. Η σκέψη αυτή την τάραξε και βιάστηκε να στρέψει αλλού το πρόσωπό της, νιώθοντας τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Μήπως εκείνος νόμιζε ότι το μετάνιωνε που είχε χάσει αυτό το επιβλητικό σπίτι; «Κι εμένα μου αρέσει», της απάντησε, και προς μεγάλη της ανακούφιση δε διέκρινε κάτι στη φωνή του που να έδειχνε ότι είχε βρει αφύσικη την παρατήρησή της. «Αν και είναι κάπως παλιομοδίτικο, φοβάμαι. Σίγουρα η γυναίκα μου θα θελήσει να αλλάξει πολλά πράγματα. Να βάλει τη δική της σφραγίδα». «Αχ, όχι!» διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα, και τα έχασε κάπως όταν συνειδητοποίησε ότι δεν της άρεσε καθόλου αυτή η ιδέα. «Ελπίζω να μην το κάνει. Είναι όμορφο έτσι ακριβώς όπως είναι. Εγώ δε θα άλλαζα τίποτα». Αλλά, βέβαια, δεν της έπεφτε κανένας λόγος πάνω σ' αυτό το θέμα. Κοκκίνισε για μια ακόμα φορά στη σκέψη πως τα λόγια της θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν και έριξε μια ματιά στο δούκα ευτυχώς, ο Ρόκφορντ κοιτούσε αλλού και δεν έδειχνε να έχει προσέξει το στραβοπάτημά της. Ο Ρόκφορντ άνοιξε μια δίφυλλη πόρτα στ' αριστερά. Αυτή η πόρτα, καθώς και μια ακόμα στο βάθος του διαδρόμου, οδηγού σε στην αίθουσα χορού, που απλωνόταν μέχρι το πίσω μέρος του σπιτιού. Τρεις πελώριοι πολυέλαιοι κρέμονταν από το ταβάνι και το πάτωμα ήταν στρωμένο με το ίδιο ροδόχρωμο μάρμαρο που ήταν στρωμένη και η πινακοθήκη. Κατά μήκος του πλαϊνού τοίχου υπήρχε μια σειρά ψηλά παράθυρα που καλύπτονταν από βαριές μπροκάρ κουρτίνες σε

162


σκούρα καφέ απόχρωση, ενώ κατά μήκος του πίσω τοίχου υπήρχαν τρεις διπλές μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στη βεράντα. «Αν γίνει σ' αυτό το δωμάτιο, ο χορός θα πρέπει να είναι μεγαλόπρεπος» , τον προειδοποίησε. «Δεν του ταιριάζει τίποτε λιγότερο. Οι προετοιμασίες θα πάρουν χρόνο». «Ένα πάρτι στο τέλος της σεζόν, τότε. Μπορεί και ένα πάρτι αρραβώνων». Η Φραντσέσκα ένιωσε το γνώριμο πια σφίξιμο στο στομάχι της. Ήταν τόσο σίγουρος, λοιπόν, για την επιλογή του; Θα πρέπει να ήταν η λαίδη Μαίρη. Από όσα της είχε πει, ήταν σίγουρη ότι είχε απορρίψει την Κάρολαϊν Γουάιατ και την Αλθία Ρόμπαρτ. Η λαίδη Ντάμαρις θα της φαινόταν πιο καλή επιλογή και η λαίδη Ντε Μόργκαν ήταν πιο όμορφη. Αλλά εκείνος είχε συζητήσει περισσότερη ώρα με τη Μαίρη Κάλντεργουντ και εκείνη είχε βγάλει περίπατο με την ανοιχτή άμαξά του. Βέβαια, είχε πάει περίπατο με την ανοιχτή άμαξά του και με η Φραντσέσκα, αλλά αυτό ήταν εντελώς διαφορετικό. «Θα έχεις τον απαραίτητο χρόνο για να κάνεις τις ετοιμασίες μέχρι τότε, έτσι δεν είναι;» συνέχισε ο δούκας. Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Θα βρισκόταν ακόμα στο Λονδίνο ύστερα από μερικές βδομάδες; Αν ο Πέρκινς πραγματοποιούσε τις απειλές του, θα είχε φύγει από το σπίτι της. Πώς θα μπορούσε να ασχοληθεί με την προετοιμασίες του πάρτι του Ρόκφορντ; Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει και του είπε: «Ναι, βέβαια. Δε χρειάζεται να προσθέσει κανείς πολλά στοιχεία διακόσμησης εδώ μέσα». Διέσχισαν την επιβλητική αίθουσα χορού προς τις μπαλκονόπορτες στην άλλη άκρη. Η Φραντσέσκα στάθηκε εκεί και κοίταξε τη βεράντα και τον κήπο από κάτω. Το οικόπεδο ήταν πολύ μεγάλο για σπίτι στην πόλη και είχε μεγάλο κήπο. «Θα ήθελες να επεκτείνεις το πάρτι και στον κήπο;» τον ρώτησε γυρίζοντας προς το μέρος του. «Θα μπορούσαμε να κρεμάσουμε σειρές με φώτα στα δέντρα».

163


«Όπως στους Κήπους του Βόξολ;» «Ε... ναι. Κάπως έτσι. Αλλά όχι τόσο κραυγαλέα -και ελπίζω ότι δε θα σημειωθούν οι ακραίες συμπεριφορές που παρατηρούνται εκεί. Πάντως, θα μπορούσαμε να βάλουμε μερικά τραπεζάκια και καρέκλες στη βεράντα». Του έδειξε με το χέρι της. «Εκεί, που είναι κάπως πιο απομονωμένα. Θα μπορούσαμε να φωτίσουμε τα σκαλοπάτια και να διακοσμήσουμε τους πάγκους γύρω από το σιντριβάνι». «Ακούγεται όμορφο», συμφώνησε ο Ρόκφορντ ανοίγοντας μία από τις μπαλκονόπορτες. «Έλα, πάμε να ρίξουμε μια ματιά στον κήπο από κοντά». Της πρόσφερε το μπράτσο του και διέσχισαν μαζί τη βεράντα. Κατέβηκαν τη σκάλα και περιδιάβηκαν τον κήπο με βήμα αργό, κοιτάζοντας γύρω τους. Η Φραντσέσκα του έδειξε τα σημεία όπου θα μπορούσαν να στερεώσουν τα κηροπήγια και του είπε ότι οι φαρδιές κορδέλες που θα έμπλεκαν στα κάγκελα θα έδιναν γιορταστικό τόνο στη βεράντα και στις σκάλες. Θα ήταν σκέτη απόλαυση να σχεδιάσει αυτό το πάρτι, σκέφτηκε -αν δεν την πλάκωνε σαν μολύβι η σκέψη ότι οργάνωνε αυτή τη λαμπερή γιορτή για μια άλλη γυναίκα. «Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε όλο τον κήπο», συνέχισε όταν έκαναν το γύρο του σιντριβανιού και προχώρησαν πιο βαθιά στον κήπο. «Θα μπορούσαμε να οριοθετήσουμε τα μονοπάτια σε κάποια σημεία, εμποδίζοντας την πρόσβαση από κει και πέρα». Ο Ρόκφορντ ύψωσε τους ώμους του. «Είμαι σίγουρος ότι ο αρχικηπουρός δε θα το εγκρίνει, αλλά νομίζω ότι θα ήταν πιο ευχάριστο να είναι ανοιχτός όλος ο κήπος». Ένας ψηλός, καταπράσινος φράχτης με θάμνους χώριζε τον κήπο στα δύο. Στη μέση είχε μια αψίδα που οδηγούσε στο πίσω μέρος. Πίσω από τον όμορφο φράχτη, υπήρχαν εκατοντάδες τριανταφυλλιές που γέμιζαν τον αέρα με το μεθυστικό άρωμά τους. Εδώ ο κήπος ήταν λιγότερο αυστηρός, τα παρτέρια δεν είχαν συμμετρικά σχήματα και τα λουλούδια άνθιζαν ελεύθερα. «Είναι όμορφος», ψέλλισε η Φραντσέσκα. Είχε έρθει σε πολλά πάρτι στο Λιλ Χάουζ και είχε κάνει πολλές επισκέψεις στη χήρα δούκισσα και στην Κάλι, αλλά ποτέ δεν είχε προχωρήσει τόσο βαθιά στον κή-

164


πο, ποτέ δεν είχε περάσει το φράχτη με τους θάμνους. «Η μητέρα μου λάτρευε τον κήπο», της είπε ήρεμα ο Ρόκφορντ. «Είχε συγκρουστεί με τη γιαγιά μου γι' αυτό το θέμα -ήταν η μοναδική φορά που την άκουσα να τολμά να διαφωνήσει με τη δούκισσα. Ενθάρρυνε τον κηπουρό να αφήσει το πίσω μέρος του κήπου να αναπτυχθεί άναρχα». «Δε γνώριζα καλά τη μητέρα σου», είπε η Φραντσέσκα, «αλλά είμαι σίγουρη ότι θα μου άρεσε, κρίνοντας από αυτό τον κήπο». «Δεν ερχόταν τακτικά στο Ντάνσι Παρκ μετά το θάνατο του πατέρα μου. Και εσύ ήσουν παιδί όταν πέθανε εκείνος –δώδεκα ή δεκατριών χρονών, αν θυμάμαι καλά. Η μητέρα μου ήταν... ήταν μια γλυκιά, ρομαντική γυναίκα. Είχαν παντρευτεί από έρωτα. Η οικογένειά της ήταν αρκετά καλή, αλλά όχι τόσο σπουδαία όσο των Λιλ. Ο παππούς και η γιαγιά μου πίστευαν ότι ο πατέρας μου θα μπορούσε να είχε βρει καλύτερη νύφη, και είμαι σίγουρος ότι η μητέρα μου το ένιωθε αυτό. Δεν αμφιβάλλω ότι θα αισθάνθηκε δέος όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου. Μπορείς να φανταστείς τι σημαίνει να μπαίνεις μέσα σε μια οικογένεια και να έχεις πεθερά τη γιαγιά μου και εξ αγχιστείας συγγενή τη θεία Οντίλια». «Θεός φυλάξοι!» είπε η Φραντσέσκα, καταθορυβημένη από την ιδέα. «Από μόνη της, οποιαδήποτε από αυτές τις δύο γυναίκες είναι ικανή να σε τρομάξει. Την καημένη τη μητέρα σου». Ο Ρόκφορντ χαμογέλασε. «Δε νομίζω πως εκείνη την πείραξε όσο θα πείραζε άλλες γυναίκες. Πιστεύω, μάλιστα, πως ήταν φορές που χαιρόταν με την καθοδήγηση της γιαγιάς μου. Δεν ένιωθε πάντα άνετα στο ρόλο της δούκισσας. Παρ' όλα αυτά, ήταν τέλεια για τον πατέρα μου. Ήταν πολύ ερωτευμένοι οι δυο τους. Ήταν επίσης μια πολύ καλή και στοργική μητέρα, μια μητέρα που δεν άφηνε τη φροντίδα των παιδιών της αποκλειστικά στις νταντάδες». «Ε, λοιπόν, πέτυχε σε δύο σημαντικούς ρόλους. Ο ρόλος της δούκισσας είναι ασήμαντος μπροστά τους». Ο δούκας την κοίταξε. «Αυτό πίστευα κι εγώ. Και ο πατέρας μου το ίδιο. Για τη γιαγιά, βέβαια, το καθήκον μετράει πάνω απ' όλα. Η οικογένεια. Το όνομα».

165


Η Φραντσέσκα ύψωσε τους ώμους της. «Πρέπει να αναλαμβάνουμε τις υποχρεώσεις μας, φυσικά. Αλλά σίγουρα η αγάπη και η ευτυχία είναι πιο σημαντικές». «Έτσι νομίζεις; Δε θα το έλεγα, κρίνοντας από την επιμονή σου να παντρευτώ» . Η Φραντσέσκα σταμάτησε και τον κοίταξε. «Με συγκρίνεις πάλι με τη γηραιά δούκισσα; Μα την αλήθεια, Ρόκφορντ... μπορείς να γίνεις εξοργιστικός. Εγώ δεν είπα ότι πρέπει να παντρευτείς για την οικογένειά σου. Το σημαντικό είναι να είσαι ευτυχισμένος». Εκείνος την κοίταξε για λίγο και ένα χαμόγελο παιχνίδισε στις άκρες των χειλιών του. «Χαίρομαι που σε ακούω να το λες αυτό». Η Φραντσέσκα ένιωσε ένα περίεργο ρίγος να τη διαπερνά. Δεν ήθελε να το αναλύσει, έτσι γύρισε και συνέχισε να περπατάει λέγοντας: «Γιατί δεν άρεσε στη μητέρα σου το Ντάνσι Παρκ;» «Δεν ήταν τόσο ότι δεν της άρεσε, όσο το ότι δυσκολευόταν να φύγει από το Μάρκασλ. Μετά το θάνατο του πατέρα, αποσύρθηκε από τον κόσμο. Σπάνια ερχόταν στο Λονδίνο για τη σεζόν. Δεν το απολάμβανε πια. Στην πραγματικότητα είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος από τη χαρά της ζωής. Ταξίδευε ολοένα και λιγότερο, προτιμώντας να μένει στο χώρο όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της κοινής ζωής της με τον πατέρα μου. Ένιωθε πιο κοντά του στο Μάρκασλ». «Τι θλιβερό. Θέλω να πω, μπορεί να ήταν ευγενικό, αλλά ήταν και πολύ θλιβερό να ζει έτσι τη ζωή της». «Ήταν. Τη λυπόμουν. Κι όμως...» «Κι όμως τι;» τον ρώτησε η Φραντσέσκα όταν εκείνος δε συνέχισε, πιάνοντάς τον αυθόρμητα πάλι αγκαζέ. Ο δούκας κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. «Φοβάμαι ότι θα με θεωρήσεις πολύ εγωιστή. Εύχομαι να μην την είχε απορροφήσει τόσο η θλίψη της. Ήταν λες και είχαν πεθάνει ταυτόχρονα και οι δυο γονείς μας. Η Κάλι ήταν μικρούλα. Σε λίγο δε θα μπορούσε καν να θυμηθεί τον πατέρα μας. Αλλά για εκείνη η μητέρα μας ήταν... ένα φάντασμα. Μια χλομή εκδοχή της γυναίκας που ήταν κάποτε. Η Κάλι δε θυμάται τη γεμάτη ζωντάνια γυναίκα που ήταν η μητέρα μας στην αρχή. Μεγάλωσε δίπλα σε μια σιωπηλή και θλιμμένη γυναίκα, μια

166


γυναίκα αποτραβηγμένη από τη ζωή των υπολοίπων». «Θα πρέπει να σου έλειπε κι εσένα», παρατήρησε η Φραντσέσκα. «Πράγματι. Υπήρχαν στιγμές που λαχταρούσα απελπισμένα την καθοδήγησή της. Ήμουν μόλις δεκαοκτώ χρονών και ένιωθα τον τίτλο να με βαραίνει. Βέβαια, υπήρχε η γιαγιά να με συμβουλεύει». «Η στυλοβάτης του Καθήκοντος και της Υπευθυνότητας», μουρμούρισε η Φραντσέσκα. Ο Ρόκφορντ χαμογέλασε αχνά. «Ναι. Τουλάχιστον στην περίπτωσή της δε χρειαζόταν να ανησυχείς μήπως δεν είχε γνώμη. Ήταν πάντα σίγουρη ποιο ήταν το σωστό». «Αλλά δεν πρέπει να ήταν και η πιο τρυφερή γυναίκα». «Όχι. Αυτό όχι. Δε σε ενέκρινε, ξέρεις». Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε σαστισμένη. «Το ήξερε; Ότι εσύ κι εγώ...» «Εγώ δεν της είπα τίποτα», τη διαβεβαίωσε ο Ρόκφορντ. «Αλλά έβλεπε την προσοχή που σου έδειχνα εκείνη την τελευταία χρονιά. Ήξερε ότι περνούσα ασυνήθιστα πολύ χρόνο στο Ντάνσι Παρκ αντί για την έδρα της οικογένειας και μάντεψε το λόγο. Η γιαγιά ήταν πάντα τετραπέρατη». «Ω Θεέ μου». Η Φραντσέσκα έκανε ένα μορφασμό. «Θα πρέπει να έγινε έξαλλη μαζί μου, τότε, όταν εγώ...» «Όχι. Απ' ότι θυμάμαι, μου είπε ότι ήταν ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να περιμένω από σένα. Και μου τόνισε ότι ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να μου συμβεί, ότι έτσι μπορούσα να ζητήσω σε γάμο τη μικρότερη αδερφή του Κάρμπορο». «Τη λαίδη Όλσπο;» ρώτησε η Φραντσέσκα εμβρόντητη. «Ε, δεν ήταν παντρεμένη με το λόρδο Όλσπο τότε, αλλά ναι, τη λαίδη Κάθριν». Η Φραντσέσκα συνέχισε να τον κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα, κάνοντάς τον να σκάσει στα γέλια. «Ω!» αναφώνησε τότε εκείνη χτυπώντας τον παιχνιδιάρικα στο μπράτσο. «Με δουλεύεις». «Όχι, καθόλου. Αυτή ήταν η επιλογή της γιαγιάς μου. Και στηριζόταν κυρίως στο γενεαλογικό δέντρο και στην προίκα της νύφης. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ένα μεγάλο κομμάτι γης που θα κληρονο-

167


μούσε εκείνη μετά το θάνατο της γιαγιάς της. Το κομμάτι αυτό βρισκόταν δίπλα στα κτήματά μου στην Κορνουάλη, πράγμα που θα μεγάλωνε αισθητά την κτηματική μου περιουσία». «Μα έχει πεταχτά δόντια και δε διαθέτει ίχνος χιούμορ», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Και είναι κάμποσα χρόνια μεγαλύτερη από σένα». «Τέσσερα», παραδέχτηκε ο Ρόκφορντ. «Παρ' όλα αυτά, με καλούσε το καθήκον». Η Φραντσέσκα ξεφύσηξε εντελώς αταίριαστα για μια κυρία. «Όχι και πολύ βροντερά, υποθέτω». «Όχι. Στην πραγματικότητα ήταν ένας αχνός ψίθυρος, σε ότι με αφορούσε. Η γιαγιά το πήρε πολύ άσχημα, αλλά ξαναπέρασε σε λίγους μήνες στην επίθεση βρίσκοντάς μου άλλη κοπέλα -και στη συνέχεια άλλη, κι άλλη. Πάντως, τα λίγα τελευταία χρόνια σταμάτησε να μου μιλάει σχετικά, εκτός από τις φορές που αναστενάζει και με κοιτάζει με νόημα, ειδικά όταν διαβάζει ότι γεννήθηκε ο ένας ή ο άλλος κληρονόμος». «Υποθέτω ότι για όλα ρίχνει το φταίξιμο σ' εμένα», είπε η Φραντσέσκα και αναστέναξε σαν μάρτυρας. «Όχι, κάθε άλλο», της απάντησε ο Ρόκφορντ. «Χαίρεται αφάνταστα να ρίχνει όλο το φταίξιμο σ' εμένα. Για την ακρίβεια, τα τελευταία χρόνια της αρέσει να μου θυμίζει ότι ήμουν πολύ ανόητος που σε άφησα να μου φύγεις». «Σινκλέρ, δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι ...» «Όχι, να μη λυπάσαι», την έκοψε εκείνος καλύπτοντας το χέρι της πάνω στο μπράτσο του με το δικό του. «Έκανα κι εγώ τα λάθη μου. Άφησα την αναθεματισμένη την περηφάνια μου να μπει εμπόδιο στο δρόμο μου. Θα έπρεπε να είχα...» Έκοψε στη μέση τη φράση του και ύψωσε τους ώμους του. «Δεν έχει σημασία τώρα. Αλλά δε θέλω να νιώθεις υπεύθυνη. Ήμασταν και οι δύο νέοι και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Θα πρέπει πια να το ξεχάσουμε». Το χέρι του ήταν ζεστό πάνω στο δικό της και η Φραντσέσκα ένιωσε έντονη την επιθυμία να ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του. Τον φαντάστηκε να τυλίγει το χέρι του γύρω από τους ώμους της, να

168


την τραβάει κοντά του και εκείνη να ακουμπάει το κεφάλι στο στέρνο του και να ακούει τον σταθερό χτύπο της καρδιάς του κάτω από το αυτί της. Κάτι παιχνίδισε στα σκοτεινά βάθη των ματιών του και η Φραντσέσκα φοβήθηκε ξαφνικά ότι είχε μαντέψει τις σκέψεις της. Γύρισε βιαστικά αλλού το κεφάλι της, τράβηξε το χέρι της από το μπράτσο του και συνέχισε να προχωράει. Ο Ρόκφορντ ακολούθησε δίπλα της και ύστερα από λίγο τη ρώτησε: «Θα ήθελες να δεις τον κήπο της μητέρας;» Η Φραντσέσκα γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Νόμιζα ότι αυτός ήταν ο κήπος της». «Ναι, αλλά όχι ο ιδιωτικός της. Υπάρχει ένας κρυφός κήπος». Η Φραντσέσκα έριξε μια περίεργη, γεμάτη ενδιαφέρον ματιά γύρω της. Ο Ρόκφορντ χαμογέλασε και την πήρε από το χέρι. «Έλα. Θα σου τον δείξω». Την οδήγησε στο πίσω μέρος του κήπου, όπου μια σειρά οξιές ήταν φυτεμένες κατά μήκος του τοίχου. Εκεί που τέλειωναν οι οξιές, ο τοίχος σχημάτιζε μια μύτη και συνέχιζε ανατολικά μέχρι που συναντούσε τον πλαϊνό τοίχο της ιδιοκτησίας. Τόσο ο πλαϊνος τοίχος όσο και ο χαμηλός τοίχος ανάμεσα στις οξιές ήταν καλυμμένοι με καταπράσινο κισσό που θρόιζε στην αύρα, δημιουργώντας κάτι σαν σιγανό ψίθυρο. Ο Ρόκφορντ προχώρησε μέχρι τη γωνία, και εκεί, ανάμεσα στον τοίχο και την τελευταία οξιά, υπήρχε μια στενή, ξύλινη πόρτα μ' έναν μεταλλικό κρίκο. Ο Ρόκφορντ τράβηξε τον κρίκο και η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο. Μπήκε μέσα κι έκανε νόημα στη Φραντσέσκα να μπει κι εκείνη. Ύστερα την ακολούθησε, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. «Ω!» Η Φραντσέσκα έβγαλε ένα χαρούμενο επιφώνημα. Στο κέντρο που μικρού κήπου υπήρχε μια λιμνούλα όπου έπλεαν νούφαρα. Στην πέρα γωνία, ένα πέτρινο πρόσωπο εκτόξευε από το στόμα του νερό που κατέληγε σε μια γούρνα, και από εκεί κυλούσε στις καλλιτεχνικά τοποθετημένες πέτρες από κάτω. Το γαλήνιο κελάρυσμά του αναμειγνυόταν με το θρόισμα των φύλλων των δέντρων και του κισσού πίσω από τον τοίχο. Μια ιτιά στόλιζε την άλλη γωνιά του κήπου, ενώ ένα σκαλιστό, σιδερένιο παγκάκι ήταν τοποθετημένο

169


δίπλα στη λιμνούλα. Σε όλο τον υπόλοιπο κήπο άνθιζαν λουλούδια μέσα σ' ένα όργιο χρωμάτων και αρωμάτων Σε άλλα σημεία σκαρφάλωναν στους τοίχους και σε άλλα κρέμονταν προς τα κάτω σαν αναποδογυρισμένες κοσμηματοθήκες. Πάνω σε ψηλούς μίσχους κρέμονταν βαριά τα κεφάλια τους ή απλώνονταν σαν χαλί στο έδαφος ή δημιουργούσαν πολύχρωμες συστάδες. Ήταν φανερό ότι κάποιος φρόντιζε σχολαστικά τον κήπο, σκέφτηκε η Φραντσέσκα. Δεν έβλεπες πουθενά ούτε ένα αγριόχορτο. Από την άλλη, κανείς δεν εμπόδιζε τα λουλούδια να απλωθούν και να πλεχτούν μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα υπέροχο συνονθύλευμα. «Είναι πανέμορφος ...» ψέλλισε η Φραντσέσκα κοιτάζοντας ολόγυρα. «Και τόσο υπέροχα ...» «Υπερβολικός;» μάντεψε ο Ρόκφορντ. «Όχι, κάθε άλλο», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Πλούσιος, αυτή τη λέξη θα χρησιμοποιούσα εγώ. Τον λατρεύω». «Το ίδιο και η μητέρα μου». Ο Ρόκφορντ την ακολούθησε καθώς άρχισε να περιπλανιέται ανάμεσα στα λουλούδια, σταματώντας κάθε τόσο να θαυμάσει πότε το ένα και πότε το άλλο. «Ο πατέρας μου ζήτησε να περιφράξουν αυτό το μέρος του κήπου και να το γεμίσουν λουλούδια αποκλειστικά και μόνο για εκείνη. Ήταν το δώρο του στη δεύτερη επέτειο του γάμου τους. Της έλειπαν πάντα οι κήποι του Μάρκασλ όταν έρχονταν στο Λονδίνο για τη σεζόν, έτσι εκείνος έδωσε εντολή να φυτέψουν όλα τα αγαπημένα της λουλούδια. Μπορούσε να έρχεται και να κλειδώνεται εδώ ήσυχη όποτε ήθελε». «Να κλειδώνεται; Δεν είδα κανένα κλειδί». «Κλειδώνει μόνο από μέσα». Ο Ρόκφορντ της έδειξε την πόρτα πίσω, στην οποία υπήρχε πράγματι εσωτερικά μια μπάρα που μπορούσες να την τραβήξεις και να κλειδώσεις την πόρτα. «Κανένα παιδί, κανένας υπηρέτης, καμιά πεθερά δεν μπορούσε να την ενοχλήσει εδώ. Ούτε καν ο σύζυγός της, αν δεν το ήθελε εκείνη. Της άρεσε να ζωγραφίζει, να διαβάζει ή απλά να κάθεται και να μην είναι η... δούκισσα».

170


«Και εσύ τον διατήρησες όπως ήταν». Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε. «Ναι. Πάνε πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που μπήκε εκείνη εδώ μέσα. Ήρθε μόνο μία ή δύο φορές στο Λονδίνο μετά το θάνατο του πατέρα. Αλλά δεν μπορούσα ν' αλλάξω το παραμικρό». «Φυσικά. Είναι πανέμορφος». Έριξε άλλη μια ματιά γύρω της. «Τον επισκέπτεσαι συχνά;» «Πότε πότε. Αλλά ... αυτός είναι ο κήπος της δούκισσας». Η Φραντσέσκα σήκωσε το κεφάλι της και τον έπιασε να την παρακολουθεί. Το αεράκι πήρε μια μπούκλα από τα μαλλιά της και την έριξε στο μάγουλό της. Ο Ρόκφορντ άπλωσε το χέρι του και την απομάκρυνε από το πρόσωπό της με τους κόμπους των δαχτύλων του. Δηλαδή, αναρωτήθηκε η Φραντσέσκα, αυτός ο κήπος θα γινόταν της Μαίρης Κάλντεργουντ; Η σκέψη έκανε την καρδιά της να σφιχτεί στο στήθος της. Ήθελε αυτός ο κήπος να είναι δικός της, αλλά ήξερε ότι αυτή η ξαφνική κτητικότατα που αισθάνθηκε επεκτεινόταν και αλλού -ήθελε αυτός ο άντρας να είναι δικός της. Πονούσε γι' αυτά που είχε χάσει. Για εκείνον. Για τη ζωή που δε θα γνώριζε ποτέ. Για τα παιδιά, τις ελπίδες και το γέλιο. Αλλά ήξερε ότι αυτές οι επιθυμίες της ήταν μάταιες. Η εποχή που θα μπορούσε να αποκτήσει όλα αυτά τα πράγματα και να ζήσει μια διαφορετική ζωή, αγκαλιάζοντας τον έρωτα, είχε περάσει προ πολλού. Όσο κι αν πονούσε, δεν μπορούσε να τη φέρει πίσω. Μα καλά, αναρωτήθηκε, είμαι τόσο εγωίστρια; Πώς μπορούσε να φθονεί τον Ρόκφορντ επειδή είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τη, ευτυχία; Αν ήταν η λαίδη Μαίρη η γυναίκα που ήθελε εκείνος να γίνει η δούκισσά του, τότε αυτή θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να τον βοηθήσει να την κερδίσει. Και όσο γλυκό κι αν ήταν το χάδι του στο μάγουλό της, θα ήταν σκέτη τρέλα να ενδώσει σε οποιαδήποτε νοσταλγική παρόρμηση να ξαναζωντανέψει τον έρωτα που είχαν κάποτε μοιραστεί με τον Σινκλέρ. Μπορεί εκείνος να την κοιτούσε τώρα με έναν τρόπο που την έκανε να θέλει να λιώσει στην αγκαλιά του, μπορεί να λαχταρούσε να κολλήσει τα χείλια της στα δικά του και να νιώσει τη φλόγα να πυρ-

171


πολεί τα σωθικά της όπως τη νύχτα που την είχε φιλήσει, ήξερε όμως ότι αυτό θα ήταν τρέλα. Ο Σινκλέρ μπορεί να την ήθελε, ή μπορεί να ήθελε απλά την ανάμνηση που είχε από εκείνη. Και ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή τον ήθελε και η ίδια. Αν έγερνε προς το μέρος του, αν ακουμπούσε τα χέρια της στο στέρνο του και τον κοιτούσε στα μάτια, ήξερε ότι εκείνος θα τη φιλούσε. Και ένιωθε μια προσμονή, μια ελπίδα να λουλουδίζει μέσα της ότι, αν την ξαναφιλούσε, θα βίωνε πάλι τις πρωτόγνωρες συγκινήσεις που την είχαν πλημμυρίσει εκείνη τη νύχτα. Για λίγα λεπτά θα ένιωθε υπέροχα ζωντανή. Αλλά αυτό θα ήταν φευγαλέο. Αυτό που χρειαζόταν ο Σινκλέρ ήταν μια σύζυγος, μια γυναίκα που θα του γεννούσε παιδιά και θα μοιραζόταν τη ζωή του, μια γυναίκα που θα του ανταπέδιδε το πάθος του και θα γέμιζε τη ζωή του με αγάπη. Δε χρειαζόταν μια γυναίκα που βαθιά μέσα της ήταν ψυχρή και στείρα. Και η Φραντσέσκα ήξερε, ύστερα από τόσα χρόνια γάμου με τον Άντριου χωρίς παιδιά, ότι εκείνη δε θα μπορούσε να χαρίσει στον Σινκλέρ ούτε το πάθος ούτε τα παιδιά που του άξιζαν. Έκανε μεταβολή και είπε χαμηλόφωνα: «Είναι αργά. Πρέπει να γυρίσω σπίτι». «Φραντσέσκα...» Ο Ρόκφορντ άπλωσε το χέρι του και την έπιασε από τον καρπό. «Περίμενε». «Όχι. Τον ξανακοίταξε, με μάτια σκοτεινά και πελώρια από την ένταση των συναισθημάτων της. «Όχι. Πρέπει να πηγαίνουμε». Ελευθέρωσε το χέρι της από το πιάσιμό του και βγήκε βιαστικά από τον κήπο.

172


Κεφάλαιο 12 Η Φραντσέσκα έκανε ότι μπορούσε για να μη σκέφτεται όσα είχαν συμβεί ανάμεσα σ' εκείνη και τον Ρόκφορντ στον κήπο της μητέρας του. Οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους ήταν ανήκουστη. Η αγάπη που είχε νιώσει για τον Σινκλέρ είχε πεθάνει εδώ και καιρό και δεν ήταν σίγουρη ότι εκείνος την είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά. Το μόνο που ένιωθαν τώρα ήταν πόθος, που τον πυροδοτούσε σίγουρα η γνώση ότι το ειδύλλιό τους είχε λήξει πικρά και απότομα. Το τελευταίο. πράγμα που χρειαζόταν οποιοσδήποτε από τους δύο αυτή τη στιγμή ήταν μια σχέση. Ο Ρόκφορντ ήταν έτοιμος για γάμο. Και εκείνη έπρεπε να επικεντρωθεί στην προσπάθεια να μη χάσει το σπίτι της από τον κύριο Πέρκινς. Εξάλλου, οποιαδήποτε σχέση ήταν καταδικασμένη να έχει άσχημο τέλος. Οι αναλαμπές του πόθου της θα έσβηναν μόλις έφταναν στην κρεβατοκάμαρα και το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να ντροπιαστεί μπροστά στον Σινκλέρ. Δεν μπορούσε, δε θα επέτρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο. Πέρασε το επόμενο πρωινό αθροίζοντας τα ποσά από τα αντικείμενα που είχαν καταφέρει να πουλήσουν η Μέισι και ο Φέντον. Ο Φέντον είχε ξεφορτωθεί κάμποσα πράγματα, είχε επιμείνει όμως πεισματικά να κρατήσει τα ασημένια πιατικά και μαχαιροπίρουνα και μερικές μεγάλες πιατέλες σερβιρίσματος , όπως και τα κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια και τα πορσελάνινα φλιτζάνια. Η Φραντσέσκα δεν είχε επιμείνει. Είχαν πουληθεί επίσης τα μαργαριτάρια της, πράγμα που τη στενοχώρησε, όπως και τα ασημένια κηροπήγια, με εξαίρεση αυτά που χρησιμοποιούνταν στο σαλόνι και στην επίσημη τραπεζαρία. Παρ' όλα αυτά, το ποσό που είχε συγκεντρωθεί ήταν τρομερά μικρό. Αλλά αυτό το ήξερε από πριν. Το πολύ να της έφτανε να προσλάβει ένα δικηγόρο. Η ιδέα να εμφανιστεί στο δικαστήριο την έκανε να παγώνει. Πέρασε το απόγευμα καταστρώνοντας σχέδια για το πάρτι του Ρόκφορντ, μια ασχολία που της έφτιαξε αισθητά το κέφι. Ήταν υπέροχο να έχει στη διάθεσή της μια πελώρια αίθουσα και μια αστεί-

173


ρευτη πηγή χρημάτων να χρησιμοποιήσει, και άφησε τη φαντασία της να δημιουργήσει ελεύθερα. Ωστόσο, δεν μπορούσε να μη θυμηθεί την ανέμελη παρατήρηση του Σινκλέρ ότι στο χορό αυτό μπορεί να ανακοίνωνε τους αρραβώνες του, και αυτή η σκέψη έσβησε κάθε χαρά της. Το επόμενο βράδυ θα δινόταν το σουαρέ των Χάβερσλι. Η Φραντσέσκα δε σκόπευε να πάει, αλλά ήταν σίγουρη ότι θα ήταν εκεί οι Κάλντεργουντ, αφού η λαίδη Κάλντεργουντ και η κυρία Χάβερσλι ήταν εξαδέλφες και φίλες. Αν πήγαινε και η λαίδη Μαίρη, δεν ήταν πολύ πιθανό να πάει και ο Ρόκφορντ; Αν οι φήμες που είχε ακούσει είχαν βάση, θα πήγαινε σίγουρα. Η Φραντσέσκα ήθελε να τους δει μαζί. Δεν ήξερε γιατί, αλλά της είχε κολλήσει αυτή η ιδέα. Αν τους παρακολουθούσε , ήταν βέβαιη ότι θα μπορούσε να εκτιμήσει το μέγεθος του ενδιαφέροντος του Ρόκφορντ για τη Μαίρη. Όσο το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο ήθελε να τους δει με τα μάτια της. Εξάλλου, προσπάθησε να εξηγήσει λογικά την απόφασή της, θα ήταν ένας επιπλέον τρόπος να βοηθήσει τη Χάριετ, αν ζητούσε από εκείνη και τον πατέρα της να τη συνοδεύσουν. Μέχρι να φτάσει η ώρα να ανέβει για ν' αλλάξει για το δείπνο, είχε πείσει τον εαυτό της να πάει στο σουαρέ και κάθισε να γράψει ένα σημείωμα στον σερ Άλαν, καλώντας εκείνον και την κόρη του να τη συνοδεύσουν το επόμενο βράδυ. Όπως αποδείχτηκε, είχε συμπεράνει σωστά: οι Κάλντεργουντ ήταν πράγματι στο σουαρέ. Η Φραντσέσκα ένιωσε αυθόρμητα τεράστια ανακούφιση όταν είδε ότι ο δούκας δεν ήταν εκεί, αλλά τον είδε να κάνει την εμφάνισή του λίγο αργότερα. Εντάξει, τουλάχιστον δεν είχε έρθει μαζί τους, σκέφτηκε. Η Φραντσέσκα κατάφερε να μη χάσει σχεδόν καθόλου από τα μάτια της τη λαίδη Μαίρη και τον Ρόκφορντ όλο το βράδυ. Σε μια στιγμή τους είδε να πιάνουν μια σοβαρή συζήτηση και λίγο αργότερα εκείνος πήγε και της έφερε ένα ποτήρι ποντς. Βέβαια, κάποια στιγμή τον είδε να συζητάει και με τη λαίδη Ντε Μόργκαν, και λίγο αργότερα με τη λαίδη Ντάμαρις και τον πατέρα της, αλλά δυσκολεύτηκε να

174


ζυγίσει το ενδιαφέρον του για την κοπέλα, μια και η συζήτηση έδειχνε να διεξαγόταν κυρίως ανάμεσα στους δύο άντρες. Έκανε ότι μπορούσε για να μην προδώσει το ενδιαφέρον της, αλλά κάποια στιγμή ο σερ Λούσιεν, που στεκόταν δίπλα της, σχολίασε ξερά: «Κατασκοπεύουμε το δούκα, έτσι;» «Τι πράγμα;» Η Φραντσέσκα γύρισε ξαφνιασμένη προς το μέρος του. «Όχι βέβαια. Μη γίνεσαι ανόητος». Παρ' όλα αυτά, φοβήθηκε ότι το κοκκίνισμα που έβαψε τα μάγουλά της διέψευσε τα λόγια της. Και ο σερ Λούσιεν επιβεβαίωσε τους φόβους της ρίχνοντάς της ένα βλέμμα όλο νόημα. «Χμμ. Τότε είμαι σίγουρος ότι δεν ενδιαφέρεσαι ν' ακούσεις τις φήμες που κυκλοφορούν στις λέσχες». «Φήμες; Τι φήμες; Για τον Ρόκφορντ;» «Ακριβώς». «Ο κόσμος τρελαίνεται για κουτσομπολιά», του απάντησε ήρε μα η Φραντσέσκα και κοίταξε στην απέναντι μεριά της αίθουσας σαν να μην την ενδιέφερε το θέμα. Όταν όμως ο σερ Λούσιεν δε συνέχισε, αναγκάστηκε να τον πιέσει. «Τι λένε;» Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του, αλλά της είπε απλά: «Α, ότι ο δούκας έχει βγει στη γύρα ψάχνοντας για νύφη». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα γύρισε προς το μέρος του, παύοντας να το παίζει αδιάφορη. «Το υπαινίχθηκε ο ίδιος;» «Αμφιβάλλω. Είναι δύσκολο να του πάρεις λέξη. Αλλά έχουν προσέξει όλοι ότι φέτος είναι πολύ πιο κοινωνικός από άλλες χρονιές. Πηγαίνει σε πάρτι, στο θέατρο. Κάνει κοινωνικές επισκέψεις, βόλτες με κυρίες στο πάρκο. Και στις δεξιώσεις που πηγαίνει σπάνια φεύγει λίγη ώρα μετά την άφιξή του, όπως συνήθιζε να κάνει στο παρελθόν. Τον έχουν δει συχνά να κουβεντιάζει όχι μόνο με συγγενείς και φίλους, αλλά και με αρκετές νεαρές γυναίκες που δεν είχε δείξει αν να προσέχει στο παρελθόν». «Κατάλαβα». Η Φραντσέσκα έκανε μια παύση. Τα ήξερε όλα αυτά. Στην πραγματικότητα, εκείνη τον είχε ενθαρρύνει να τα κάνει. Αλλά τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν τα έκανε να φαντάζουν πιο πραγματικά -πιο τελεσίδικα. «Και τον συνδέουν με κάποιο συγκεκρι-

175


μένο όνομα;» «Αυτό που ακούγεται περισσότερο είναι το όνομα της μεγάλης κόρης του Κάλντεργουντ». «Της Μαίρης». «Ναι. Είναι λιγάκι ντροπαλή, αλλά την έχουν δει να κάνει ζωηρές συζητήσεις με το δούκα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Ρόκφορντ την επισκέφθηκε σπίτι της και την πήρε βόλτα με την ανοιχτή άμαξά του. Όλα αυτά είναι ασυνήθιστα σημάδια ενδιαφέροντος». Η Φραντσέσκα ύψωσε τους ώμους της. «Υποθέτω. Παρ' όλα αυτά, μου φαίνονται λίγα για να μιλάει ο κόσμος για γάμο. Ο Ρόκφορντ είναι διαβόητος εργένης». «Γι' αυτό ακριβώς αυτά τα μικρά σημάδια μπήκαν στο μικροσκόπιο και βγήκε το συμπέρασμα ότι ψάχνει για νύφη. Ο δούκας αποφεύγει συστηματικά να συνδεθεί το όνομά του με κάποια συγκεκριμένη κυρία, που θα δώσει τεράστιες διαστάσεις στην παραμικρή ένδειξη ενδιαφέροντος εκ μέρους του. Ένας άντρας, όταν ψάχνει για νύφη, δείχνει το ενδιαφέρον του προς την κοπέλα με πολλούς τρόπους λουλούδια, περίπατοι, επισκέψεις, βόλτες με την άμαξα, ποιήματα. Στην περίπτωση του Ρόκφορντ, λίγες μόνο επισκέψεις αρκούν». «Εξακολουθώ να πιστεύω πως ο κόσμος βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα. Μπορεί απλώς να βγαίνει λίγο περισσότερο τώρα επειδή η Κάλι δε μένει πια στο Λιλ Χάουζ. Μπορεί να θέλει παρέα». «Μπορεί. Αλλά όταν ένας άντρας θέλει παρέα, περνάει περισσότερο χρόνο στο Γουάιτ'ς, δε συναναστρέφεται κοπέλες σε ηλικία γάμου». Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της κάπως αφηρημένη και γύρισε να ρίξει μια ματιά γύρω. Ο Ρόκφορντ δε φαινόταν πουθενά τώρα, αλλά είδε τη Μαίρη Κάλντεργουντ να κάθεται στον τοίχο απέναντι μαζί με μία από τις αδερφές της. Δίπλα της, ο Λούσιεν ακολούθησε το βλέμμα της. «Βέβαια, σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να συναναστραφεί και τον Κάλντεργουντ ως πεθερό του. Αυτό θα πρέπει να είναι αρκετά αποτρεπτικό». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Δεν είναι λόγος αυτός για να μη διαλέξει ένας άντρας μια κοπέλα».

176


«Δεν ξέρω. Αν τον κάνεις πεθερό, θα είσαι αναγκασμένος να κουβεντιάζεις μαζί του, και ο άνθρωπος είναι πολύ βαρετός». «Αυτό είναι αλήθεια. Ίσως θα έπρεπε να το επισημάνεις στον Ρόκφορντ». Ο σερ Λούσιεν ξεφύσηξε χλευαστικά. «Δεν πρόκειται να με δεις με τίποτα να επιχειρώ να δώσω στον Ρόκφορντ συμβουλές για την ερωτική του ζωή. Μπορεί μερικοί να βρίσκουν τη ζωή μου άχρηστη, αλλά για μένα είναι πολύτιμη». Η Φραντσέσκα έγειρε το κεφάλι της και περιεργάστηκε τη λαίδη Μαίρη και την αδερφή της. «Δείχνει κάπως... άχρωμη για τον Ρόκφορντ, δε συμφωνείς;» Ο σερ Λούσιεν την κοίταξε συλλογισμένα. «Δεν ξέρω. Είναι ντροπαλή. Μπορεί, όταν κάποιος τη γνωρίσει καλά, να τη βρει πνευματώδη». «Δεν μπορώ να τη φανταστώ να τα βγάζει πέρα με τις κοινωνικές υποχρεώσεις του δούκα. Μόλις της συστήσεις κάποιον, κατεβάζει το βλέμμα της και κοκκινίζει». «Αρμόζουσα συστολή, θα μπορούσε να σου πει κάποιος», παρατήρησε ο Λούσιεν. «Ούτε η εμφάνισή της θα περίμενε κανείς να τραβήξει τον Ρόκφορντ». «Μήπως διακρίνω μια νότα ζήλιας;» ρώτησε μακρόσυρτα ο σερ Λούσιεν. Η Φραντσέσκα γύρισε και είδε το μειδίαμα του φίλου της. «Σαχλαμάρες. Γιατί να ζηλέψω;» Εκείνος δεν της απάντησε, απλώς την περιεργάστηκε για λίγο και ύστερα είπε: «Ακούγεται και το όνομα μιας άλλης γυναίκας που έχει τραβήξει την προσοχή του Ρόκφορντ»«. «Ποιας;» τον ρώτησε έκπληκτη η Φραντσέσκα. «Της λαίδης Χόξτον». Για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη. Τελικά κατάφερε να βρει τη φωνή της. «Εγώ; Τι παράλογο». Έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό. «Μα με τον Ρόκφορντ γνωριζόμαστε μια ζωή». «Η μακρόχρονη γνωριμία δεν αποκλείει το γάμο».

177


«Είμαστε φίλοι, αυτό είναι όλο». «Ούτε και η φιλία αποκλείει το γάμο. Αν και κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτή δε θα διατηρηθεί μετά την τελετή» Ο Λούσιεν έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Δεν μπορείς να αρνηθείς ότι η σχέση σου με το δούκα έγινε πολύ πιο φιλική τις τελευταίες βδομάδες». «Τι στην ευχή εννοείς;» Η Φραντσέσκα άνοιξε τη βεντάλια της και άρχισε να την κουνάει μαλακά. Ξαφνικά η αίθουσα χορού της φάνηκε πολύ πιο ζεστή. «Πήγε και μαζί σου βόλτες με την άμαξα στο πάρκο, όπως ακριβώς και με τη λαίδη Μαίρη». «Μία βόλτα», τον διόρθωσε στα γρήγορα η Φραντσέσκα. «Το ίδιο και με τη λαίδη Μαίρη», επανέλαβε ο Λούσιεν. «Και έχεις χορέψει πολλές φορές μαζί του». «Δεν είναι ασυνήθιστο να μου ζητήσει ο Ρόκφορντ να χορέψουμε». «Τρεις φορές μέσα σε δυο βδομάδες». «Κρατάς λογαριασμό;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε έκπληκτη, «Σίγουρα είναι τόσο πολλές επειδή απλώς ο δούκας εμφανίζεται σε περισσότερα πάρτι». «Και σε έχει επισκεφθεί κάμποσες φορές». «Είμαστε φίλοι. Το ξέρεις αυτό». «Για πες μου, πόσες κοινωνικές επισκέψεις σού έκανε ο δούκας τα τελευταία χρόνια;» Η Φραντσέσκα προσπάθησε πυρετωδώς να τις μετρήσει. «Δε θυμάμαι», του είπε στο τέλος. «Αλλά είμαι σίγουρη ότι ήταν αρκετές. Μόνο το Γενάρη μου έκανε δύο, είμαι βέβαιη γι' αυτό». «Κάποια άλλη περίοδο που να μην έμενε η αδερφή του μαζί σου;» «Ειλικρινά, Λούσιεν, πώς περιμένεις να θυμάμαι τέτοιες μικρολεπτομέρειες;» Τον κοίταξε ενοχλημένη. «Ελπίζω να μην είσαι εσύ αυτός που πυροδοτεί τέτοιες ηλίθιες φήμες». «Και βέβαια όχι. Δε θα έκανα ποτέ κουτσομπολιά για σένα». Ο σερ Λούσιεν φάνηκε πληγωμένος. «Πάντως, δεν μπορώ να μην προσέξω μερικά πράγματα. Και θα περίμενα από μια φίλη να με ενημερώσει, αν...» «Σε παρακαλώ, άφησέ τα αυτά κατά μέρος, Λούσιεν. Δε σε ενημέ-

178


ρωσα επειδή δεν έχω τίποτα να σου πω. Ο Ρόκφορντ δεν ενδιαφέρεται για μένα, και δε ζηλεύω». Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει για λίγο ακόμα και ύστερα υποχώρησε. «Πολύ καλά. Θα συνεχίσω τότε να παίρνω μυστήριο ύφος και να μη λέω κουβέντα όταν θα με ρωτάει ο κόσμος». «Λούσιεν! Θα πρέπει να διαψεύδεις τον κόσμο!» «Τρελάθηκες; Δεν μπορεί να εξασφαλίσει κανείς το δείπνο του με διαψεύσεις». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μη γελάσει και ο Λούσιεν άρχισε να της διηγείται τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν για την κόμισσα του Όξμορ και τη σχέση της με τον καλλιτέχνη που είχε προσλάβει ο άντρας της να ζωγραφίσει το πορτραίτο της. Η Φραντσέσκα τον άκουγε με μισό αυτί, ερευνώντας πάλι το χώρο με το βλέμμα της. Είδε πως η Μαίρη Κάλντεργουντ καθόταν τώρα μόνη της. Και σκέφτηκε πως αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία να ανοίξει μια κουβέντα με την κοπέλα. «Συγνώμη», διέκοψε με την πρώτη ευκαιρία τη φλυαρία του Λούσιεν. «Πρέπει να μιλήσω με κάποιον». Έφυγε σχεδόν μόλις τελείωσε τη φράση της, έτσι δεν είδε το συλλογισμένο βλέμμα με το οποίο την παρακολούθησε ο φίλος της να διασχίζει την αίθουσα και να πλησιάζει τις καρέκλες όπου καθόταν η Μαίρη. Σταμάτησε μια δυο φορές για να ανταλλάξει ένα χαιρετισμό ή να θαυμάσει το φόρεμα ή την κόμμωση κάποιας κυρίας, γιατί δεν ήθελε να φανεί πως πήγαινε κατευθείαν στην κοπέλα. Όταν πλησίασε αρκετά, γύρισε και άφησε το βλέμμα της να πέσει στη Μαίρη, λες και την είχε προσέξει μόλις εκείνη τη στιγμή. «Λαίδη Μαίρη», είπε χαμογελαστή και την πλησίασε. «Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω». Η κοπέλα πετάχτηκε όρθια και έκανε μια υπόκλιση. «Λαίδη Χόξτον. Τι κάνετε; Ε... κι εγώ χαίρομαι που σας ξαναβλέπω». Τα μάγουλα της κοπέλας έγιναν κατακόκκινα και κάρφωσε το βλέμμα της στα παπούτσια της. Η Φραντσέσκα προσποιήθηκε ότι δεν πρόσεξε την αμηχανία της.

179


Πώς στην ευχή κατάφερνε αυτή η κοπέλα να κουβεντιάσει άνετα με τον Ρόκφορντ, που συνήθως τρόμαζε πολύ πιο θαρραλέους ανθρώπους από αυτήν; Η Φραντσέσκα κάθισε στην καρέκλα δίπλα σ' εκείνη που καθόταν η Μαίρη. Η κοπέλα έδειξε να θορυβείται κάπως, αλλά ξανακάθισε στην καρέκλα της, αν και άκρη άκρη, σαν να ήταν έτοιμη να το σκάσει. «Χάρηκα πολύ που μπορέσατε να έρθετε στο μικρό σουαρέ μου την περασμένη βδομάδα», άρχισε να λέει η Φραντσέσκα. Το κοκκίνισμα της Μαίρης έγινε πιο βαθύ. «Α, ναι. Συγνώμη ... θα έπρεπε να το είχα πει... εννοώ, χαίρομαι πολύ που με καλέσατε. Που μας καλέσατε, εννοώ». «Ελπίζω να διασκεδάσατε», συνέχισε η Φραντσέσκα, αγνοώντας το κοκκίνισμα και το τραύλισμα της Μαίρης. «Ναι, ήταν πολύ όμορφα». Η Μαίρη χαμογέλασε με δυσκολία, σαν να της έκανε κόπο, και βιάστηκε να στρέψει αλλού το βλέμμα της. «Ελπίζω οι γονείς σας να είναι καλά», συνέχισε η Φραντσέσκα την ευγενική ψιλοκουβεντούλα. Η Μαίρη δεν τη βοηθούσε πολύ με τις κοφτές απαντήσεις της ούτε έκανε καμιά προσπάθεια να ανοίξει εκείνη κάποιο θέμα. Έτσι η Φραντσέσκα σκέφτηκε πως ήταν αμαρτία να συνεχίσει να τη βασανίζει με τυπικότητες και μπήκε κατευθείαν στο θέμα που την είχε φέρει μέχρι εκεί, σίγουρη ότι η Μαίρη δε θα πρόσεχε την απότομη αλλαγή στη συζήτηση. «Δείξατε να απολαμβάνετε τη συζήτησή σας με το δούκα του Ρόκφορντ στο πάρτι μου», παρατήρησε. Η στάση της Μαίρης άλλαξε αυτόματα. Σήκωσε το κεφάλι της και το πρόσωπό της έλαμψε ξαφνικά, σαν να φωτίστηκε από κάποιο εσωτερικό φως. Τα φώτα καθρεφτίστηκαν στους φακούς των στρογγυλών γυαλιών της καθώς έλεγε: «Ναι. Είναι ο πιο υπέροχος άντρας, δε συμφωνείτε;» «Αξιοθαύμαστος, πράγματι», συμφώνησε η Φραντσέσκα πνίγοντας έναν αναστεναγμό. Η κοπέλα ήταν φανερά τσιμπημένη μι: τον Ρόκφορντ. Και ήταν φυσικό. Κάθε κοπέλα θα ήταν, ακόμα κι αν συνήθως προτιμούσε τα βιβλία της. Ο Σινκλέρ ήταν γοητευτικός, πνευματώ-

180


δης και δυνατός, είχε όλα όσα θα ήθελε μια γυναίκα σε έναν άντρα. Η Μαίρη κούνησε με ενθουσιασμό το κεφάλι της. «Είναι πολύ ευγενικός. Συνήθως -εντάξει, είμαι σίγουρη ότι το προσέξατε- δεν πιάνω εύκολα κουβέντα. Αλλά ο δούκας είναι τόσο ευχάριστος, σου δείχνει τέτοια προσοχή. Στην πραγματικότητα δεν είχα καν προσέξει ότι συζητούσα μαζί του, μέχρι τη στιγμή που κατάλαβα ότι φλυαρούσα ακατάσχετα». Η Φραντσέσκα έγνεψε ευγενικά, αν και ένιωσε κάπως σαστισμένη. Αναρωτήθηκε αν και η Κάρολαϊν Γουάιατ έβρισκε το δούκα τόσο εύκολο στη συζήτηση. Αλλά, βέβαια, θα πρέπει να είχε μεγάλη διαφορά η συμπεριφορά του όταν συζητούσε με μια κοπέλα που είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του. «Θα πρέπει να με θεωρείτε πολύ ανόητη», συνέχισε η λαίδη Μαίρη, χαμογελώντας με τρόπο που έδειχνε ότι επέκρινε τον εαυτό της. «Εσείς είστε φίλη με το δούκα πάρα πολύ καιρό». «Ναι, πράγματι». Η Φραντσέσκα πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, να αγνοήσει τον κόμπο που είχε σφίξει το στήθος της. «Είναι ένας καταπληκτικός τζέντλεμαν». Η Μαίρη της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Το ξέρω. Είμαι πολύ τυχερή». Η Φραντσέσκα πάλεψε να διατηρήσει το χαμόγελο στα χείλη της. Η κοπέλα πίστευε ήδη ότι ήταν τυχερή; Ήταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της και την επιρροή της στο δούκα; Αν είχε ακούσει αυτή τη δήλωση από μια άλλη γυναίκα, η Φραντσέσκα θα τη θεωρούσε ανόητα υπεροπτική. Αλλά η Μαίρη Κάλντεργουντ δεν ήταν υπεροπτικός τύπος. Απλά ήταν πολύ άπειρη για να ξέρει ότι δεν έπρεπε να μιλάει με τόση βεβαιότητα μέχρι να ζητήσει ο δούκας επίσημα το χέρι της. Από την άλλη, μπορεί ο Ρόκφορντ να το είχε ζητήσει και απλώς να μην το είχε πει σ' εκείνη. Η σκέψη αυτή την πλήγωσε σαν μαχαιριά. Ξαφνικά ένιωσε πως δεν άντεχε να καθίσει άλλο εκεί και να ακούει την ευτυχισμένη φλυαρία της κοπέλας, να βλέπει τα μάτια της να αστράφτουν . Αντάλλαξε μερικές ακόμα ευγενικές κουβέντες μαζί της, που δε θυμόταν καν αργότερα, και έφυγε. Απομακρύνθηκε από τον κόσμο και βγήκε στο χολ. Εκεί βρήκε μια

181


απομονωμένη εσοχή και κάθισε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Μήπως είχε δίκιο ο Λούσιεν και αυτό που ένιωθε ήταν ζήλια; Ήθελε να γελάσει και να ισχυριστεί ότι ήταν παράλογο, όπως είχε πει σ' εκείνον, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Καθώς προετοίμαζε το πάρτι του Σινκλέρ, τη βασάνιζε η σκέψη ότι το πάρτι αυτό μπορεί να ήταν το πάρτι του αρραβώνα του. Ήταν κακία εκ μέρους της, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της, να μη θέλει να βρει ο Ρόκφορντ τον έρωτα με τη Μαίρη. Η κοπέλα δεν είχε τίποτε στραβό. Ήταν γλυκός χαρακτήρας και ο έρωτας καθρεφτιζόταν φανερά στο πρόσωπό της. Και αυτό ακριβώς άξιζε στον Σινκλέρ: μια κοπέλα που να τον αγαπά, μια καλή σύζυγος. Αυτό ήθελε κι ε κείνη γι' αυτόν. Έτσι δεν ήταν; Κι όμως, δεν μπορούσε να αρνηθεί τον πόνο στο στήθος της όταν τους σκεφτόταν μαζί. Την έκαιγε η αγανάκτηση όταν τον σκεφτόταν ερωτευμένο. Το ήξερε ότι ήταν κακό... και λάθος. Και ήταν αποφασισμένη να πνίξει αυτό το συναίσθημα. Θα καταπολεμούσε την κακία που έκαιγε μέσα της. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να γίνει σαν εκείνες τις γυναίκες που εύχονταν να μην είναι ένας άντρας ευτυχισμένος απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να τον έχουν εκείνες. Θα μπορούσε να το κάνει, σίγουρα. Μπορεί να μην ήταν σοβαρή γυναίκα, αλλά μπορούσε να πει με σιγουριά ότι δεν ήταν κακιά. Είχε ξεκινήσει αυτή την υπόθεση επειδή ήθελε να είναι ευτυχισμένος ο Σινκλέρ, και εξακολουθούσε να το θέλει. Αν ήταν η Μαίρη Κάλντεργουντ η γυναίκα που θα τον έκανε ευτυχισμένο, θα έβρισκε έναν τρόπο να χαρεί γι' αυτό. Το μόνο πρόβλημα ήταν να βρει πώς θα το έκανε. *** Η τελευταία προθεσμία που της είχε δώσει ο Πέρκινς πλησίαζε, αλλά η Φραντσέσκα αρνιόταν να σκεφτεί το θέμα. Εκτός κι αν γινόταν κάποιο θαύμα, δε θα μπορούσε να βρει τα χρήματα που της ζητούσε. Έτσι της έμεναν δύο επιλογές: ή να αρνηθεί να φύγει από το σπίτι της ή να το εγκαταλείψει υπάκουα. Και μολονότι έτρεμε στη σκέψη, ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε όταν θα ερχόταν η ώρα. Όσα ελαττώματα κι αν είχαν οι Φιτζάλαν, ήταν πάντα αγωνιστές.

182


Έτσι προτιμούσε να ασχολείται με τις προετοιμασίες του πάρτι του Ρόκφορντ και δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Κράνστον, τον ικανότατο μπάτλερ του δούκα. Θα μπορούσε να του στείλει ένα σημείωμα ζητώντας του να την επισκεφθεί. Ήξερε ότι αυτό ήταν το σωστό. Αντί γι' αυτό, όμως, αποφάσισε να πάει εκείνη στο Λιλ Χάουζ να κουβεντιάσει μαζί του. Θα έπαιρνε και τη Μέισι μαζί της, έτσι η κίνησή της θα ήταν καθώς πρέπει. Και θα μπορούσε να του δείξει πιο εύκολα τι ήθελε μέσα στην αίθουσα χορού. Μπορεί να έπεφτε και πάνω στο δούκα, αλλά μετά το σουαρέ των Χάβερσλι είχε τραβήξει γερά τα χαλινάρια στον εαυτό της. Ήταν σίγουρη ότι είχε εξορκίσει το δαίμονα της ζήλιας από μέσα της. Στο κάτω κάτω, ήταν ένα στιγμιαίο συναίσθημα και η λογική μπορούσε να το νικήσει. Εξάλλου, κατά πάσα πιθανότητα ο Ρόκφορντ δε θα ήταν στο σπίτι. Δεν ήταν, όπως αποδείχτηκε, και η Φραντσέσκα σκέφτηκε ότι όλα είχαν εξελιχθεί κατ' ευχήν. Ο Κράνστον φάνηκε να ξαφνιάζεται όταν την είδε, αν και το έκρυψε καλά, με εξαίρεση τα αχνογάλανα μάτια του που έλαμψαν από περιέργεια βλέποντάς τη να στέκεται με την καμαριέρα της στο κατώφλι του Λιλ Χάουζ. Όταν η Φραντσέσκα του εξήγησε ότι είχε έρθει για να κουβεντιάσει μαζί του τις λεπτομέρειες για τον επικείμενο χορό του δούκα, η συγκρατημένη ευγενική έκφρασή του εξαφανίστηκε και ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, πράγμα που συνέβαινε για πρώτη φορά, απ' ότι θυμόταν η Φραντσέσκα. «Φυσικά, λαίδη μου,. Θα χαρώ ιδιαίτερα να σας βοηθήσω. Έχω κάτοψη της αίθουσας χορού και σχεδιάγραμμα με όλες τις θέσεις». «Υπέροχα», του απάντησε η Φραντσέσκα, ενώ σκεφτόταν πως αυτή η μεθοδικότητα θα έκανε τον Φέντον να ζηλέψει. «Υπάρχει κάπου ένα τραπέζι όπου θα μπορούσαμε να καθίσουμε; ...» «Φυσικά. Αν δεν έχετε αντίρρηση, λαίδη μου, υπάρχει το τραπέζι στο καθιστικό του προσωπικού. Εκεί καταστρώνω τα περισσότερα από τα σχέδιά μου. Ή, ίσως, θα ήταν πιο κατάλληλη η βιβλιοθήκη». «Το τραπέζι στο καθιστικό του προσωπικού είναι ότι πρέπει». Έτσι,

183


ενώ η Μέισι πήγε να πιει ένα τσάι και να κουτσομπολέψει με την οικονόμο, της οποίας είχε κερδίσει τη φιλία στην προηγούμενη επίσκεψη χάρη στους επαίνους της για την Κάλι, η Φραντσέσκα κάθισε στο τραπέζι της τραπεζαρίας του προσωπικού και ο Κράνστον άπλωσε μπροστά της μια μεγάλη κάτοψη της αίθουσας χορού. Η τραπεζαρία ήταν ένας ευχάριστος χώρος και τη χώριζε από την κουζίνα ένα μικρό χολ. Στα αυτιά τους έφτανε ο ήχος από τα κατσαρολικά, αλλά ήταν αρκετά πνιχτός ώστε να μην ενοχλεί. Ο Κράνστον, περιποιητικός, της έφερε ένα φλιτζάνι τσάι και μια γεμάτη τσαγιέρα, καθώς και ένα πιάτο με μπισκότα. Ύστερα στάθηκε όρθιος ελαφρά πίσω και στο πλάι της. «Κάθισε, Κράνστον», του είπε η Φραντσέσκα δείχνοντας την καρέκλα δίπλα της. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, λαίδη μου, αλλά...» Η Φραντσέσκα ήξερε ότι ο μπάτλερ ήταν πολύ τυπικός, αλλά ήξερε επίσης πως τελευταία υπέφερε από τα γόνατά του. Και εκείνη είχε μεγάλη εμπειρία στο χειρισμό ηλικιωμένων υπηρετών. «Σε παρακαλώ, κάθισε», επέμεινε. «Θα μας είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσουμε έτσι. Δε θα είμαι αναγκασμένη να γυρίζω κάθε τόσο το κεφάλι μου για να σε βλέπω». «Ασφαλώς, λαίδη μου, αφού το θέλετε». Ο μπάτλερ κάθισε δίπλα της, αλλά στητός και άκρη άκρη, σαν να ήταν έτοιμος να πεταχτεί όρθιος ανά πάσα στιγμή, και τράβηξε την καρέκλα του λίγο πιο πίσω από τη δική της. «Έχω εδώ μια προκαταρκτική λίστα με τους καλεσμένους», του είπε η Φραντσέσκα και ακούμπησε ένα χαρτί στο τραπέζι. «Σκέφτηκα να της ρίξεις μια ματιά για να δεις μήπως κατά τύχη ξέχασα κάποιον που πρέπει να καλέσουμε ή έβαλα κάποιον που δε θα έπρεπε». «Είμαι σίγουρος ότι οι επιλογές σας είναι απόλυτα σωστές», τη διαβεβαίωσε ο Κράνστον, αλλά έβαλε τη λίστα παράμερα για να την κοιτάξει αργότερα. Η Φραντσέσκα έβγαλε ύστερα ένα μολύβι και άρχισε να του περιγράφει τις ιδέες της για τη διακόσμηση, σχεδιάζοντάς τες πάνω στην

184


κάτοψη της αίθουσας χορού. Ο Κράνστον κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του, κρατώντας σημειώσεις σ' ένα χαρτί. Δεν άργησαν να περάσουν στα ποτά, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να πάρει και η μαγείρισσα μέρος στη συζήτηση . Η μαγείρισσα, που δούλευε και αυτή χρόνια στο σπίτι των Λιλ, ήταν μια στρουμπουλή γυναίκα με γκρίζα μαλλιά και τα μυώδη μπράτσα α τόμου που μια ζωή ολόκληρη ζύμωνε ψωμί και ανακάτευε σούπες. Όπως όλες οι μαγείρισσες που γνώριζε η Φραντσέσκα, θεωρούσε την κουζίνα της βασίλειό της, έτσι ήρθε κάπως επιφυλακτικά όταν τη φώναξαν. Η Φραντσέσκα όμως δε χρειάστηκε πολύ για να την κερδίσει, και σε λίγο άρχισε και αυτή να κουνάει καταφατικά το κεφάλι της, συμφωνώντας με όλες τις προτάσεις της. «Μπα, μπα», ακούστηκε μια καλλιεργημένη αντρική φωνή από την πόρτα. «Πάτε να μου κλέψετε τους υπηρέτες μου, λαίδη Χόξτον; Μήπως θα έπρεπε να θυμώσω;» Γύρισαν και οι τρεις τα κεφάλια τους προς την πόρτα, όπου στεκόταν ο δούκας ακουμπισμένος στο κούφωμα, με ένα αχνό χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του. «Πολύ θα το ήθελα, αλλά στη συνέχεια θα έπρεπε να αντιμετωπίσω την οργή του δικού μου προσωπικού», του απάντησε η Φραντσέσκα, ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο. Και σκέφτηκε, όπως είχε κάνει τις προάλλες, πως, αν τον είχε παντρευτεί, η σκηνή αυτή, θα μπορούσε να ήταν καθημερινή. Αλήθεια, πόσες φορές θα είχε σηκώσει το κεφάλι της και θα τον είχε δει να την παρακολουθεί από την πόρτα; «Τότε δε μου μένει παρά να συμπεράνω ότι καταστρώνετε σχέδια για το χορό», συνέχισε ο Ρόκφορντ. «Ναι. Θα ήθελες ν' ακούσεις πού σκοπεύω να βάλω τη διακόσμηση;» «Καλύτερα να μου δείξεις», της πρότεινε εκείνος. «Και στη συνέχεια, αν θέλεις, θα μπορούσαμε να πιούμε τσάι». «Υπέροχη ιδέα», του απάντησε η Φραντσέσκα με ειλικρίνεια. «Ωραία. Κράνστον, τσάι στο πρωινό καθιστικό, θα έλεγα. Σε είκοσι λεπτά;»

185


Ο Κράνστον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και έφυγε με τη μαγείρισσα για την κουζίνα. Ο Ρόκφορντ γύρισε στη Φραντσέσκα και της πρόσφερε το μπράτσο του. Διέσχισαν τον μακρύ διάδρομο, βγήκαν στο χώρο υποδοχής και από εκεί μπήκαν στην ακόμη πιο μακριά πινακοθήκη που οδηγούσε στην τεράστια αίθουσα χορού. «Σκέφτηκα πως θα ήταν προτιμότερο να δείξω επιτόπου στον Κράνστον πού θα ήθελα να μπουν τα διακοσμητικά», εξήγησε η Φραντσέσκα, σκεπτόμενη ότι ο Ρόκφορντ μπορεί να απορούσε που είχε έρθει σπίτι του να κουβεντιάσει με τον Κράνστον αντί να του ζητήσει να πάει εκείνος στο δικό της. «Αλλά εκείνος είχε την κάτοψη της αίθουσας χορού με σημειωμένες όλες τις λεπτομέρειες, έτσι μπόρεσα και του τα σχεδίασα όλα εκεί». «Ο Κράνστον κάνει θαύματα στην οργάνωση. Δεν αμφιβάλλω ότι έχει την κάτοψη όλων των δωματίων του σπιτιού, με σημειωμένη τη θέση κάθε επίπλου. Τίποτε δεν ξεφεύγει από την προσοχή του Κράνστον. Δεν αμφιβάλλω ότι έμεινε εκστατικός μπροστά σε κάποια που ενδιαφέρεται για τη διακόσμηση και τα μενού. Φοβάμαι πως με βρίσκει απελπιστικά ανεπαρκή σε τέτοια θέματα. Είμαι σίγουρος πως νιώθει πολύ έντονα την έλλειψη της Κάλι». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και του έσφιξε ελαφρά το μπράτσο. «Όπως κι εσύ, φαντάζομαι». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε και χαμογέλασε αχνά. «Έχεις δίκιο. Νόμιζα ότι είχα συνηθίσει την απουσία της τότε που έμενε μαζί σου, αλλά ανακάλυψα πως είναι εντελώς διαφορετικό το συναίσθημα όταν ξέρεις ότι δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω σε ένα δυο μήνες. Πρέπει να χαίρομαι για εκείνη, γιατί ξέρω ότι είναι ευτυχισμένη με τον Μπρόμγουελ, αλλά μακάρι να μην ήταν τα κτήματά του τόσο μακριά όσο το Γιόρκσαϊρ». «Τουλάχιστον το Μάρκασλ βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην περιοχή», τον παρηγόρησε η Φραντσέσκα. «Ναι. Σίγουρα θα επισκεπτόμαστε πιο συχνά ο ένας τον άλλο όταν θα γυρίσω σπίτι». Η Φραντσέσκα ένιωσε ένα σφίξιμο μοναξιάς στη σκέψη πως τότε εκείνη θα έμενε πίσω ολομόναχη. Χρειάστηκε ένα λεπτό για να συ-

186


νειδητοποιήσει ότι ήταν παράλογη -δεν ήταν ποτέ μόνη στο Λονδίνο, ακόμα κι όταν τέλειωνε η σεζόν. Εκτός αυτού, αν ο Πέρκινς πραγματοποιούσε την απειλή του, πιθανότατα δε θα βρισκόταν καν στο Λονδίνο, αλλά απομονωμένη στο Ρέντφιλντς. Καθώς έμπαιναν στην αίθουσα χορού, έστρεψε αποφασιστικά αλλού τη συζήτηση. «Πώς θα σου φαινόταν να συμπέσει το πάρτι σου με τον εορτασμό του θερινού ηλιοστάσιου; Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε για εκείνη την ημερομηνία και να μετατρέψουμε το σπίτι σου σε νεραϊδοχώρα. Ο Κράνστον πιστεύει ότι προλαβαίνουμε. Θα μπορούσαμε να βάλουμε παντού πρασινάδα και ανάμεσα λευκά λουλούδια κάθε είδους». Συνέχισε να περιγράφει χαρούμενη τα θαύματα που θα μπορούσαν να γίνουν με δίχτυ και τούλι κεντημένα με ασημένιες πούλιες και απλωμένα στο ταβάνι για να αντανακλούν τα φώτα. Ύστερα από λίγα λεπτά σταμάτησε να μιλάει και τον κοίταξε υψώνοντας το φρύδι της. «Σε έχω κάνει να βαρεθείς μέχρι δακρύων, έτσι;» τον ρώτησε αναστενάζοντας. «Κάθε άλλο. Με ταξιδεύεις», τη διαβεβαίωσε εκείνος χαμογελώντας στραβά. «Ψεύτη». Ο δούκας γέλασε. «Είμαι σίγουρος ότι θα είναι υπέροχα. Θα θαμπωθούν όλοι. Θα περάσουν ολόκληρη τη νύχτα χορεύοντας και θα επιστρέψουν στα σπίτια τους δηλώνοντας ότι καμιά οικοδέσποινα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη λαίδη Χόξτον» . «Το πάρτι θα είναι δικό σου, όχι δικό μου», του θύμισε εκείνη. «Είμαι σίγουρος ότι όλος ο κόσμος θα καταλάβει ότι πίσω από την εκπληκτική διοργάνωση δε θα κρύβεται η δική μου ιδιοφυία. Όλη αυτή η κομψότητα και η τσαχπινιά θα μπορούσαν να είναι μόνο δικές σου. Θα έρθεις ντυμένη ως νύμφη Τιτάνια -μια οπτασία στο λευκό και το ασημί;» Τα μάτια της Φραντσέσκας άστραψαν. «Ωραία ιδέα. Ίσως θα έπρεπε να κάνουμε το πάρτι σου μασκέ». Ο δούκας βόγκηξε. «Σε παρακαλώ, όχι. Το μασκέ της θείας Οντίλια

187


ήταν αρκετό για φέτος». «Μα εσύ δεν ήρθες καν μεταμφιεσμένος!» διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Δε θα πρέπει να σου ήταν και τόσο δύσκολο». «Όχι, αλλά με έπρηξαν όλοι να μεταμφιεστώ, και αυτό ίσως είναι χειρότερο». Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της χαμογελώντας. Περπατούσαν μέσα στη μεγάλη αίθουσα όσο κουβέντιαζαν, αλλά τώρα ο Ρόκφορντ σταμάτησε και την κοίταξε. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα ερωτηματικά, αβέβαιη. «Θα πρέπει να μου φυλάξεις τον πρώτο χορό», της είπε. Κάτω από το βλέμμα του, η Φραντσέσκα ένιωσε ξαφνικά ασυνήθιστα ντροπαλή. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Μα θα πρέπει να επιβλέπω, να φροντίζω να πάνε όλα καλά. Δε θα έχω ώρα για να χορέψω». «Σαχλαμάρες. Την επίβλεψη θα την αναλάβει ο Κράνστον. Εσύ θα ανοίξεις το χορό μαζί μου». Η Φραντσέσκα περιεργάστηκε το πρόσωπό του. Το βλέμμα των σκούρων ματιών του της έκοψε την ανάσα. «Μα σίγουρα... μία από τις νεαρές κυρίες -η λαίδη Μαίρη, για παράδειγμα- θα έπρεπε να έχει αυτή την τιμή». «Όχι», της απάντησε εκείνος. «Μόνο εσύ». Την ξάφνιασε όταν την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε στην πίστα μουρμουρίζοντας ένα βαλς. Η Φραντσέσκα γέλασε, ακολούθησε το ρυθμό και άρχισαν να στροβιλίζονται στο δωμάτιο. Μπορεί να ήταν μέρα και να μην υπήρχε η παραμικρή διακόσμηση στην αίθουσα, αλλά για μια στιγμή της φάνηκε μαγική. Ένιωθε τους σκληρούς μυς του μπράτσου του κάτω από το χέρι της, τα δάχτυλά του μακριά και ευλύγιστα στη μέση της να την καθοδηγούν μαλακά. Τελικά ο Ρόκφορντ σταμάτησε και για μια στιγμή έμειναν εκεί να κοιτάζονται, με το χέρι της πάντα στο μπράτσο του και το δικό του στη μέση της. Αν και δεν είχαν χορέψει πολύ, η ανάσα του έβγαινε πιο βαριά, το στήθος του ανεβοκατέβαινε ρυθμικά. Τα μάτια του άστραφταν σκοτεινά. Η Φραντσέσκα ένιωσε την ξαφνική θέρμη στα χέρια του. Το στόμα του μαλάκωσε και έγειρε πιο κο-

188


ντά της. Ήξερε ότι θα τη φιλούσε, ήξερε ότι εκείνη θα έπρεπε να τραβηχτεί. Αντί γι' αυτό, έκλεισε τα μάτια της.

189


Κεφάλαιο 13 Ύστερα τα χείλια του κάλυψαν τα δικά της, απαλά και ερευνητικά. Τα χέρια του δεν κουνήθηκαν από τα σημεία που την άγγιζαν όσο χόρευαν. Δεν την τράβηξε πάνω του ούτε την άγγιξε κάπου αλλού. Μόνο τα χείλια του μιλούσαν για εκείνον καθώς τη φιλούσε γλυκά, με λαχτάρα -ικετευτικά, παιχνιδιάρικα, προκαλώντας την. Η Φραντσέσκα έτρεμε. Ήθελε να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και να τυλίξει τα μπράτσα της στο λαιμό του. Ήθελε να κολλήσει πάνω του και να του ανταποδώσει το φιλί. Ήθελε να παραμερίσει τα πάντα -σύνεση, λογική- και να παραδοθεί. Να ξεχάσει ότι εκείνος ήταν έτοιμος να κάνει πρόταση γάμου σε μια άλλη γυναίκα. Να ξεχάσει το παρελθόν, να μη σκέφτεται πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό το φιλί. Αλλά όπως δεν μπορούσε να τραβηχτεί, δεν μπορούσε ούτε να κάνει το επόμενο βήμα. Έζησε απλά τη στιγμή, εύθραυστη και οδυνηρά γλυκιά, ρουφώντας τη γλύκα των χειλιών του. Τελικά ο Ρόκφορντ διέκοψε το φιλί και σήκωσε το κεφάλι του. Κανείς τους δε μίλησε. Ακούστηκαν βήματα στη μεγάλη πινακοθήκη απ' έξω και ο Ρόκφορντ απομακρύνθηκε από κοντά της. Ένας υπηρέτης εμφανίστηκε στην πόρτα για να τους ανακοινώσει ότι είχε σερβιριστεί το τσάι. Ο Ρόκφορντ γύρισε στη Φραντσέσκα και της πρόσφερε το μπράτσο του, φαινομενικά άνετος και συγκρατημένος όπως πάντα. Εκείνη τον έπιασε αγκαζέ ελπίζοντας ότι έδειχνε το ίδιο άνετη και βγήκαν μαζί από την αίθουσα. Αντί όμως να ακολουθήσουν τον υπηρέτη, ο Ρόκφορντ την οδήγησε στην μπαλκονόπορτα και από εκεί στη βεράντα και σε μια άλλη πόρτα απέναντι. «Αυτό είναι το πρωινό καθιστικό», της είπε καθώς έμπαιναν μέσα. «Είναι το αγαπημένο μου δωμάτιο, αν και συνήθως το προτιμώ αργά το απόγευμα, όπως τώρα». Η Φραντσέσκα κατάλαβε γιατί του άρεσε αυτό το δωμάτιο. Ήταν μεγάλο και άνετα επιπλωμένο, με έναν ολόκληρο τοίχο τζαμαρία που έβλεπε στη βεράντα και στον μεγάλο κήπο κάτω. Προστατευμένο

190


από τον δυτικό ήλιο, ήταν ευχάριστα δροσερό και σκιερό, αλλά ταυτόχρονα με ανεμπόδιστη, υπέροχη θέα. «Είναι πανέμορφο», ψέλλισε και προχώρησε προς τις καρέκλες και το χαμηλό τραπεζάκι όπου ο μπάτλερ είχε αφήσει το δίσκο με το τσάι. Σέρβιρε τσάι στα φλιτζάνια τους, και για μια ακόμη φορά σκέφτηκε ότι αυτή θα μπορούσε να ήταν η ζωή της. Έμοιαζε τόσο φυσικό και σωστό. Το πρόσωπό του της ήταν το ίδιο γνώριμο με το δικό της. Κι όμως, ήξερε ότι ποτέ δε θα της φαινόταν συνηθισμένο, ακόμα κι αν ήταν παντρεμένοι χρόνια. Τώρα, όπως και κάθε φορά που τον έβλεπε, ένιωσε το σφυγμό της να πεταρίζει. Κουβέντιασαν πίνοντας το τσάι τους και τρώγοντας τα τετράγωνα κεκάκια και τα μικρά σάντουιτς. Κουβέντιασαν για το χορό, αλλά και για το γράμμα που είχε πάρει εκείνο το πρωί η Φραντσέσκα από το πατρικό της. Ο Ντόμινικ ήταν ευχαριστημένος από την ανοιξιάτικη σπορά και η Κονστάνς, που έμπαινε στον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης της, χόντραινε πανευτυχής. «Θα πας στο Ντάνσι Παρκ για να είσαι κοντά της;» τη ρώτησε ο δούκας. Η Φραντσέσκα έγνεψε καταφατικά. «Θα μείνω εδώ ένα μήνα με έξι βδομάδες ακόμα και στη συνέχεια θα φύγω. Δεν έχει οικογένεια, ξέρεις, εκτός από εμάς -με εξαίρεση εκείνη την αντιπαθέστατη θεία και το θείο της, και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα θέλει εκείνη τη γυναίκα δίπλα της μια τέτοια στιγμή. Αλλά ούτε τη μητέρα μου θα τη διάλεγε κανείς για μια τέτοια στιγμή. Όχι ότι εγώ, βέβαια, ξέρω από μωρά, αλλά αυτή τη βοήθεια μπορεί να της την προσφέρει η νοσοκόμα. Εγώ μπορώ απλώς να κάνω λίγη ευχάριστη παρέα στην Κονστάνς». «Είμαι σίγουρος ότι θα της προσφέρεις μεγάλη ανακούφιση. Μπορεί να σε δω κι εγώ εκεί. Σκοπεύω να πάω στο Ντάνσι Παρκ πριν από το φθινόπωρο». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε λίγο σαστισμένη. «Θα περίμενα να μείνεις εδώ μετά...» Σταμάτησε απότομα. Ο δούκας συνοφρυώθηκε. «Μετά από τι;»

191


«Τίποτε. Δε με αφορά. Απλώς σκεφτόμουν, να, ότι θα έκανες τις προετοιμασίες του γάμου σου». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε επίμονα για μια στιγμή. «Σοβαρά;» «Ναι. Στο κάτω κάτω, δείχνεις να βαδίζεις προς αυτή την κατεύθυνση. Μόνος σου είπες ότι στο πάρτι θα ανακοίνωνες τους αρραβώνες σου, και έχεις δείξει έντονο ενδιαφέρον για τη λαίδη Μαίρη. Πρέπει να πω ότι έκανες εξαιρετική επιλογή. Μόλις τις προάλλες, στο σουαρέ των Χάβερσλι, εκείνη μου δήλωσε μαγεμένη μαζί σου». «Αλήθεια;» Ύψωσε τα μαύρα φρύδια του. «Πολύ ενδιαφέρον». «Α, ναι». Η Φραντσέσκα ένιωσε το γνώριμο πλέον τσίμπημα ζήλιας μέσα της, αλλά ήταν αποφασισμένη να μείνει ανεπηρέαστη. Δεν είχε σημασία αυτό που είχε συμβεί πριν μερικά λεπτά στην αίθουσα χορού. Δεν είχε σημασία πώς αισθανόταν εκείνη. Έκανε να συνεχίσει, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν έντονες φωνές στο διάδρομο, κάτι τόσο ασυνήθιστο στην ήρεμη και αριστοκρατική ατμόσφαιρα του Λιλ Χάουζ, που τόσο η Φραντσέσκα όσο και ο Ρόκφορντ σταμάτησαν την κουβέντα τους και κοίταξαν προς την πόρτα. «...πρέπει να τον δω!» ακούστηκε μια υψωμένη και εκνευρισμένη αντρική φωνή. «Δε με νοιάζει τι κάνει!» Στη συνέχεια ακούστηκε η πιο βαθιά και ήρεμη φωνή του μπάτλερ του Ρόκφορντ, αλλά ήταν φανερό πως οι προσπάθειές του να λογικέψει τον άλλο άντρα ήταν μάταιες. Ο Ρόκφορντ σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. «Κράνστον; Τι συμβαίνει;» «Πρέπει να σας δω!» Αν και η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να δει τον φανερά ταραγμένο νεαρό άντρα, μπορούσε να ακούσει καθαρά τα λόγια του. «Είμαι ο Κιτ Μπράουνινγκ . Ο Κρίστοφερ Μπράουνινγκ. Νομίζω ότι ξέρετε γιατί βρίσκομαι εδώ». Ο Ρόκφορντ συνοφρυώθηκε. «Υποτίθεται ότι θα ερχόσασταν να με δείτε αύριο το πρωί». Αναστέναξε και έκανε νόημα στον επισκέπτη να περάσει. «Πολύ καλά. Εντάξει, Κράνστον. Θα τον δω». Στράφηκε στη Φραντσέσκα. «Συγνώμη. Δε θα μου πάρει πάνω από ένα λεπτό». Ο Κρίστοφερ Μπράουνινγκ μπήκε σαν σίφουνας στο δωμάτιο και η

192


Φραντσέσκα διαπίστωσε κάπως ξαφνιασμένη ότι φορούσε το μαύρο κοστούμι και το κολάρο των αγγλικανών ιερέων. Τα λεπτά, ξανθά μαλλιά του ήταν σηκωμένα όρθια σαν να τα είχε ανακατέψει με τα δάχτυλά του και το λεπτό, ασκητικό πρόσωπό του ήταν χλομό και σφιγμένο. Έδειχνε φοβισμένος και θυμωμένος ταυτόχρονα, και αντιμετώπισε τον πολύ πιο εύσωμο δούκα με ύφος περιφρονητικό. «Δε θα σας επιτρέψω να το κάνετε αυτό!» δήλωσε στον Ρόκφορντ. «Αλήθεια;» Ο Ρόκφορντ τον περιεργάστηκε κάπως περίεργος. «Και τι είναι αυτό που δε θα μου επιτρέψετε να κάνω;» «Δε θα σας αφήσω να την πάρετε. Μπορεί να την έχετε θαμπώσει με τον αριστοκρατικό αέρα, το τεράστιο σπίτι και το χρυσάφι που σίγουρα θα έχετε, αλλά ξέρω ότι αυτά τα πράγματα δεν πρόκειται να την κάνουν ευτυχισμένη. Είναι μια ήσυχη, μελετηρή κοπέλα. Δεν της αρέσει τίποτε περισσότερο από ένα καλό -βιβλίο δίπλα στο τζάκι ή μια ήρεμη βόλτα στην εξοχή. Δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη ως δούκισσα». «Μάλιστα», απάντησε μαλακά ο Ρόκφορντ και, από τον τρόπο που τραβήχτηκε το στόμα του, η Φραντσέσκα κατάλαβε ότι με δυσκολία συγκρατούσε το γέλιο του. «Να υποθέσω ότι μιλάτε για τη λαίδη Μαίρη Κάλντεργουντ;» «Ασφαλώς! Για ποια άλλη θα μιλούσα; Σέρνετε και καμιά άλλη άμοιρη κοπέλα από τη μύτη;» Το ενδιαφέρον της Φραντσέσκας αυξήθηκε όταν άκουσε το όνομα της λαίδης Μαίρης και περιεργάστηκε πιο προσεκτικά τον νεαρό άντρα. «Δεν ήξερα ότι "έσερνα από τη μύτη" τη λαίδη Μαίρη, πόσο μάλλον και κάποια άλλη κοπέλα. Θα είχατε την καλοσύνη να μου πείτε για τι πράγμα μιλάτε;» «Μιλάω για την πολιορκία που της κάνετε. Ω, μη νομίζετε ότι δεν το έχω ακούσει. Τα κουτσομπολιά φτάνουν ακόμα και στον ιερό χώρο της εκκλησίας». «Ναι. Αναμφίβολα. Και αυτά τα κουτσομπολιά που έφτασαν ως την εκκλησία...» «Μη με χλευάζετε!» Ο Μπράουνινγκ άναψε και τα μάγουλά του

193


φλογίστηκαν. «Το γεγονός ότι είστε πλούσιος και ισχυρός δε σημαίνει ότι είστε καλύτερος από μένα. Δε σας δίνει το δικαίωμα να με παραμερίσετε γελώντας». «Έχετε απόλυτο δίκιο», του απάντησε ο Ρόκφορντ. «Και, ειλικρινά, δε σας χλεύασα. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι με ξάφνιασε κάπως η επιθετικότητά σας». «Σίγουρα θα νομίζατε ότι ο δρόμος για την καρδιά της λαίδης είναι ανοιχτός για σας. Εγώ όμως, σερ, θα σταθώ εμπόδιο μπροστά σας». «Το βλέπω». Ο δούκας έφερε το χέρι στα χείλη του και η Φραντσέσκα κατάλαβε πως προσπαθούσε να κρύψει το χαμόγελο που του προκάλεσαν τα λόγια του νεαρού. «Η λαίδη Μαίρη αγαπά εμένα! Θα παντρευτούμε. Έχουμε δώσει όρκο ο ένας στον άλλο. Ξέρω ότι δεν τον δώσαμε στην εκκλησία και ότι ο πατέρας της δεν εγκρίνει το γάμο μας, αλλά ξέρω επίσης ότι βαθιά στην καρδιά της εκείνη θεωρεί τον όρκο μας ιερό όπως κι εγώ. Όλα αυτά τα έκανε ο πατέρας της, το ξέρω. Την πιέζει να παντρευτεί εσάς». Επομένως ο Ρόκφορντ είχε ζητήσει ήδη τη λαίδη Μαίρη σε γάμο! Η Φραντσέσκα ένιωσε σαν να είχε χωθεί ένα μεγάλο χέρι στο στήθος της και της έσφιγγε την καρδιά. «Αγαπητέ μου κύριε Μπράουνινγκ», είπε ο Ρόκφορντ, «όσο διαφωτιστικά κι αν είναι όλα αυτά, φοβάμαι ότι θα πρέπει να συντομεύετε. Όπως βλέπετε, διακόψατε το τσάι μου στη μέση». «Α, ναι, το βλέπω!» τον αντέκρουσε ο νεαρός ρίχνοντας μια ματιά στη Φραντσέσκα. «Σαλιαρίζετε με τις πεταχτούλες σας ενώ η γλυκιά μου Μαίρη...» Η Φραντσέσκα γούρλωσε τα μάτια της ακούγοντας την περιγραφή του νεαρού για το άτομό της και πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ρόκφορντ είχε κάνει ήδη ένα βήμα προς το μέρος του Μπράουνινγκ και το σκληρό βλέμμα του έκανε τον νεαρό να κλείσει το στόμα του. «Θα παραβλέψω τους αχαρακτήριστους τρόπους σας, επειδή είναι φανερό πως η αγάπη σας για τη λαίδη Μαίρη σας έχει τρελάνει. Πάντως, σας διαβεβαιώνω ότι δε θα σας επιτρέψω να κακολογήσετε τη συγκεκριμένη κυρία, είτε βρίσκομαι εγώ μπροστά είτε όχι. Έγινα σα-

194


φής;» «Ν-ναι». Ο Μπράουνινγκ ξεροκατάπιε και έκανε ένα βήμα πίσω. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στη Φραντσέσκα και μουρμούρισε: «Συγνώμη, κυρία». Η Φραντσέσκα έγνεψε βασιλικά με το κεφάλι της. Την ενδιέφερε πολύ η συζήτηση για να ασχοληθεί με παράπλευρα ζητήματα. «Τώρα, σχετικά με το... πρόβλημα που έχετε μαζί μου», συνέχισε ο Ρόκφορντ. «Το ξέρετε ότι σας κάλεσα να με επισκεφθείτε αύριο το πρωί;» «Το ήξερα. Υπέθεσα ότι θα θέλατε να μου ανακοινώσετε τον αρραβώνα σας με τη λαίδη Μαίρη. Αλλά τι είδους άντρας θεωρήσατε ότι είμαι, αν νομίζατε ότι θα καθόμουν με σταυρωμένα χέρια και θα σας άφηνα να μου την πάρετε;» «Θεώρησα ότι είστε ένας άντρας με περισσότερη κρίση από αυτή που δείχνετε αυτή τη στιγμή», του πέταξε ο Ρόκφορντ. «Δε μιλήσατε με τη λαίδη Μαίρη; Δε σας είπε γιατί ήθελα να σας δω;» «Όχι», του απάντησε ο Μπράουνινγκ κάπως σφιγμένα. «Δεν την έχω δει ακόμα. Μου έστειλε ένα σημείωμα να τη συναντήσω σήμερα το απόγευμα στο πάρκο, αλλά δεν πήγα. Έ-έπρεπε να αντιμετωπίσω πρώτα εσάς. Δεν μπορούσα να την αφήσω να μου πει ότι θα παντρευόταν εσάς χωρίς να τη διεκδικήσω». Ίσιωσε τους ώμους του και ύψωσε το πιγούνι του κοιτάζοντας τον Ρόκφορντ κατάματα. «Ε, λοιπόν, αν είχατε πάει να τη δείτε», είπε ο δούκας, «είμαι σίγουρος ότι θα σας είχε πληροφορήσει ότι έχω υπόψη μου μια, διαθέσιμη ενορία. Και σκέφτομαι να σας την παραχωρήσω. Είναι η ενορία του Σεντ Σουίδιν στο Όβερμπαϊ, κοντά στο αρχοντικό μου στο Ντάνσι Παρκ». Ο κληρικός τον κοίταξε εμβρόντητος και στη συνέχεια με λαχτάρα. Ύστερα, σαν να θυμήθηκε τι παιζόταν, σοβάρεψε και η στάση του έγινε ακόμα πιο αλύγιστη, αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. «Δε λέω, είναι μια θέση που θα την ήθελε κάθε κληρικός. Αλλά δεν μπορώ να δεχτώ αυτή τη δωροδοκία για να κάνω τα στραβά μάτια και να σας αφήσω να παντρευτείτε τη γυναίκα που αγαπώ». «Θεέ και Κύριε!» αναφώνησε ο Ρόκφορντ. «Ειλικρινά, αν συνεχίσε-

195


τε αυτές τις ανοησίες, σας εγγυώμαι ότι δε θα σας κάνω την προσφορά. Δεν προσπαθώ να σας δωροδοκήσω, ηλίθιε! Δεν ενδιαφέρομαι να παντρευτώ τη λαίδη Μαίρη Κάλντεργουντ». Ο κύριος Μπράουνινγκ έμεινε να κοιτάζει τον Ρόιςφορντ με ανοιχτό το στόμα. Αλλά και η Φραντσέσκα δεν τον κοίταξε με λιγότερη έκπληξη. «Μα όλοι λένε ότι εσείς... ότι της δείχνετε ιδιαίτερο ενδιαφέρον», ξεφούρνισε ο νεαρός. «Πέρασα αρκετό χρόνο μαζί της ακούγοντάς τη να πλέκει το εγκώμιό σας», του απάντησε ο Ρόκφορντ. «Και από τη γνώμη της για σας, μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι δείχνετε περισσότερη φρόνηση όταν βρίσκεστε μαζί της». Ακούγοντας τα λόγια του, ο Μπράουνινγκ είχε το φιλότιμο να κοκκινίσει, και η Φραντσέσκα αναγκάστηκε να σφίξει τα χείλια της για να πνίξει το γάργαρο γέλιο που ανέβηκε στο λαιμό της. Ξαφνικά ένιωθε πολύ πιο χαρούμενη, σχεδόν ενθουσιασμένη. «Η λαίδη Μαίρη μου διηγήθηκε όλη την ιστορία για τον τρόπο που ναυάγησαν οι ελπίδες σας», συνέχισε ο Ρόκφορντ. «Μου εκμυστηρεύτηκε την καθόλου παράλογη απαίτηση του πατέρα της να μην παντρευτεί έναν άντρα που δεν μπορεί να της προσφέρει μια άνετη ζωή. Μια ενορία θα σας πρόσφερε τη δυνατότητα να συντηρήσετε τη σύζυγο και την οικογένειά σας, και υποθέτω ότι θα ενθάρρυνε τον πατέρα της κυρίας να εγκρίνει το γάμο σας. Η λαίδη Μαίρη ζήτησε τη βοήθειά μου και εγώ της υποσχέθηκα να σας μιλήσω για το κενό που δημιουργήθηκε πρόσφατα στην ενορία του Σεντ Σουίδιν». Ο κύριος Μπράουνινγκ έμεινε εκεί και κοιτούσε το δούκα, δείχνοντας από την έκφραση του προσώπου του ότι μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε την ευκαιρία που του δινόταν, αλλά και τι ακριβώς μπορεί να του είχε κοστίσει η παρορμητική συμπεριφορά του. «Ω», είπε στο τέλος αδύναμα. Ύστερα ίσιωσε πάλι τους ώμους του και συνέχισε πνιχτά: «Συγνώμη, σερ. Δε... δε θα σας ενοχλήσω περισσότερο». Υποκλίθηκε μπροστά στον Ρόκφορντ και αμέσως μετά μπροστά στη Φραντσέσκα ..«Κυρία». Όταν έκανε μεταβολή να φύγει, ο Ρόκφορντ είπε: «Αύριο το πρωί

196


στις δέκα». Ο Μπράουνινγκ γύρισε πάλι προς το μέρος του.«Δηλαδή θα... θα με δεχτείτε;» «Ναι. Φοβάμαι πως ο έρωτας μας κάνει όλους να χαζεύουμε. Θα ήθελα να μιλήσω μαζί σας κάτω από... καλύτερες συνθήκες». «Ευχαριστώ, εξοχότατε». Η αλλαγή στο πρόσωπο του νεαρού ήταν θεαματική. Τώρα έλαμπε γεμάτο ελπίδα. «Είμαι τόσο... Σας ευχαριστώ». Φάνηκε να αποφασίζει ότι έπρεπε να κόψει τις πολλές κουβέντες και, αφού έκανε άλλη μια υπόκλιση, βγήκε από το δωμάτιο, «Μπα, μπα», είπε ανάλαφρα η Φραντσέσκα. «Ώστε τώρα βρίσκεις άντρες για τις υποψήφιες συζύγους σου;» Ο Ρόκφορντ γύρισε προς το μέρος της χαμογελώντας λοξά. «Δεν τον βρήκα εγώ. Μου τον παρουσίασαν». «Ναι, αλλά θα φροντίσεις ώστε να μπορέσει να τον παντρευτεί». Ο Ρόκφορντ ύψωσε τους ώμους του και επέστρεψε στην καρέκλα απέναντί της. «Ανακάλυψα πως δε μ' ενδιέφερε καθόλου να φλερτάρω μια κοπέλα που ήταν ήδη ερωτευμένη με άλλον άντρα». «Ήθελες να το κάνεις;» «Προσπάθησα». «Ώστε όλα αυτά -η βόλτα στο πάρκο, οι επισκέψεις-ήταν ...» «Συζητήσεις σχετικά με την επιθυμία της να παντρευτεί τον κύριο Μπράουνινγκ και το πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό». Δεν ήταν λοιπόν να απορεί που η Μαίρη Κάλντεργουντ του είχε πλέξει το εγκώμιο εκείνο το βράδυ! Τώρα η Φραντσέσκα είδε τη συζήτηση που είχε μαζί της κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Η Μαίρη πίστευε ότι ήταν τυχερή όχι επειδή την ήθελε ο δούκας, αλλά επειδή θα τη βοηθούσε να παντρευτεί τον άντρα που ήθελε εκείνη. Γέλασε. «Θα έπρεπε να σου θυμώσω. Με άφησες να πιστέψω ότι ενδιαφερόσουν γι' αυτήν!» «Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο». Δεν το είχε πει; Η Φραντσέσκα δε θυμόταν τι ακριβώς είχε ειπωθεί. Πάντως, σίγουρα δεν της είχε πει όλη την αλήθεια για την κοπέλα.

197


Δεν της είχε αναφέρει λέξη για το σχέδιό του να βρει δουλειά στον άντρα που αγαπούσε εκείνη. Κανονικά θα έπρεπε να του θυμώσει, αλλά δεν την ένοιαζε. «Σκοπεύεις ακόμα να του παραχωρήσεις την ενορία του Σεντ Σουίδιν;» τον ρώτησε. «Μάλλον». Ο δούκας ύψωσε τους ώμους του. «Φαντάζομαι ό τι θα είναι μια καλοδεχούμενη αλλαγή για τους ενορίτες του Σεντ Σουίδιν να έχουν έναν παθιασμένο πάστορα. Ο τελευταίος μετά βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά την ώρα της λειτουργίας». «Δεν τον βρίσκεις λιγάκι... παρορμητικό ;» Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του Ρόκφορντ. «Είναι παρορμητικός. Αλλά ελπίζω το σημερινό να του έγινε μάθημα. Αν μου φανεί και αύριο ασταθής χαρακτήρας, δε θα του προσφέρω την ενορία. Αλλά είναι νέος και ερωτευμένος, και όλοι κάνουμε ηλιθιότητες σε τέτοιες περιπτώσεις». «Πράγματι», απάντησε μαλακά η Φραντσέσκα. Αυτό ήταν κάτι που το ήξερε πάρα πολύ καλά. Τελείωσε το τσάι της με πολύ καλύτερη διάθεση και, ειλικρινά, μπήκε στον πειρασμό να καθυστερήσει την αναχώρησή της όσο μπορούσε. Αλλά είχε προγραμματίσει να πάει το βράδυ στην όπερα με τον σερ Άλαν και την κόρη του και έπρεπε να φύγει. Ο Ρόκφορντ, όπως ήταν αναμενόμενο, επέμεινε να επιστρέψουν εκείνη και η καμαριέρα της στο σπίτι με την άμαξά του, αντί να περπατήσουν τα λίγα τετράγωνα μέχρι εκεί. Η Φραντσέσκα βυθίστηκε στο παχύ δερμάτινο κάθισμά της και αναλογίστηκε τι μπορεί να σήμαιναν όσα είχε ανακαλύψει. Ο Ρόκφορντ είχε απορρίψει ήδη την Αλθία Ρόμπαρτ και την Κάρολαϊν Γουάιατ, και τώρα ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ενδιαφερόταν ούτε για τη Μαίρη Κάλντεργουντ. Μήπως δεν έψαχνε σοβαρά για σύζυγο; Σ' αυτή την περίπτωση, τι σήμαινε το σχόλιό του ότι θα ανακοίνωνε τους αρραβώνες του στο πάρτι; Μπορεί να σήμαινε ότι κάποια από τις δύο κυρίες που απέμεναν θα κέρδιζε την εύνοιά του -ή την είχε κερδίσει ήδη. Στο κάτω κάτω, η Ντάμαρις έδειχνε πιο έτοιμη απ' όλες να αναλάβει τα καθήκοντα της

198


δούκισσας, ενώ η λαίδη Ντε Μόργκαν ήταν η πιο γοητευτική απ' όλες. Ωστόσο, απ' όσο είχε δει εκείνη, ο δούκας δεν έδειχνε καθόλου ερωτευμένος με καμιά από τις δύο αυτές κυρίες. Δεν τις είχε αναφέρει ούτε μια φορά. Και σύμφωνα με τα κουτσομπολιά, μόνο η λαίδη Μαίρη είχε τραβήξει την προσοχή του. Αλλά αν δεν έψαχνε σοβαρά για σύζυγο, τότε γιατί είχε έρθει σ' εκείνη και της είχε ζητήσει να τον βοηθήσει να οργανώσει το χορό; Και ύστερα απ' όσα της είχε πει για το σκοπό αυτού του χορού, γιατί την είχε φιλήσει; *** Χαμένη σ' αυτές τις σκέψεις, μόλις έφτασε σπίτι της, ανέβηκε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρά της. Ήταν ήδη ώρα να ετοιμαστεί για την έξοδό της με τους Σέρμπορν. Έκανε μπάνιο και τσίμπησε στα γρήγορα το ελαφρό δείπνο που της ανέβασαν στο δωμάτιό της μ' ένα δίσκο. Το έκανε συχνά αυτό όταν δειπνούσε μόνη σπίτι τα βράδια, ιδιαίτερα όταν είχε να ντυθεί για να βγει έξω. Ήταν πιο εύκολο για τους υπηρέτες, αλλά και εκείνη ένιωθε πάντα κάπως χαζή όταν έτρωγε μόνη στο πελώριο τραπέζι. Σιγοτραγουδούσε όταν κάθισε στην τουαλέτα και η Μέισι ξεκίνησε τη μακρόχρονη διαδικασία του χτενίσματός της, σηκώνοντας ψηλά τα μαλλιά της. Η Μέισι ήταν σωστή καλλιτέχνης στην κομμωτική και δεν έπρεπε να την πιέζεις. Η Φραντσέσκα άνοιξε την κοσμηματοθήκη και κοίταξε τα σκουλαρίκια της. Πήρε ένα ζευγάρι από γαγάτη και το ξανάφησε. Άνοιξε το μικρό, κρυφό συρταράκι στον πάτο. Έβγαλε τα ζαφειρένια σκουλαρίκια που της είχε χαρίσει ο Ρόκφορντ πριν δεκαπέντε χρόνια και τα ακούμπησε στην παλάμη της. Κοίταξε τα όμορφα μπλε πετράδια που φωτίζονταν από τα διαμαντάκια που τα περιστοίχιζαν. Δεν τα είχε φορέσει ποτέ. Στην αρχή δεν το είχε κάνει επειδή ο αρραβώνας τους ήταν μυστικός, και στη συνέχεια την πονούσε και μόνο η σκέψη να τα φορέσει. Ακόμα και όταν τα χρόνια είχαν ελαττώσει τον πόνο, δεν ένιωθε άνετα να τα φορέσει. Της φαινόταν λάθος. Τώρα όμως σκέφτηκε πως ήταν εντελώς ηλίθιο να κρύβει αυτά τα όμορφα κοσμήματα. Ιδιαίτερα εκείνο το βράδυ που θα φορούσε μια

199


σκούρα μπλε τουαλέτα. Φόρεσε τα σκουλαρίκια στ' αυτιά της και γύρισε το κεφάλι της πρώτα αριστερά και μετά δεξιά, παρατηρώντας την εντύπωση που δημιουργούσαν όταν το φως έπεφτε στα διαμάντια. «Ω λαίδη μου!» Η Μέισι κράτησε την ανάσα της γεμάτη θαυμασμό. «Είναι πανέμορφα, και πηγαίνουν τέλεια με το φόρεμά σας». «Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε στην καμαριέρα της στον καθρέφτη. «Θα φορέσετε και το βραχιόλι;» «Δεν ξέρω». Η Φραντσέσκα έβγαλε το βραχιόλι με τα ζαφείρια και τα διαμάντια. Δεν ήταν βαρύ, αλλά η δουλειά του ήταν πολύ φίνα και τα πετράδια αρίστης ποιότητας, η επιτομή της κομψότητας και του καλού γούστου που θα περίμενε κανείς σε ένα κόσμημα που είχε διαλέξει ο Ρόκφορντ. Το έβαλε στον καρπό της και το θαύμασε. «Ξέρεις... πιστεύω ότι θα το βάλω». Η Μέισι τη βοήθησε να φορέσει την τουαλέτα από βαθύ μπλε βουάλ που έπεφτε πάνω από μια φούστα σε ανοιχτότερο τόνο. Η αντίθεση των χρωμάτων επαναλαμβανόταν και στα μανίκια. Η Φραντσέσκα είχε βάλει μόλις τα γοβάκια της, όταν ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Η καμαριέρα και η κυρία της αλληλοκοιτάχτηκαν έκπληκτες. Ήταν πολύ νωρίς για να έχει έρθει ο σερ Άλαν και, όπως και να 'χε το πράγμα, εκείνος δε θα χτυπούσε με τέτοια αγένεια. Περίεργη, η Φραντσέσκα πήγε στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της και την άνοιξε, ενώ η Μέισι έβγαλε την ελαφριά κάπα, τη βεντάλια και τα γάντια της και τα ακούμπησε στο κρεβάτι. Από κάτω αντήχησε μια τραχιά και επιθετική αντρική φωνή. Η Φραντσέσκα σφίχτηκε. Δεν αναγνώρισε τόσο τη φωνή όσο τον τρόπο. Τι γύρευε εκεί ο κύριος Πέρκινς; Είχε υποσχεθεί να περιμένει μέχρι το Σάββατο. Έσφιξε το πόμολο με το χέρι της, νιώθοντας τα σωθικά της να δένονται κόμπος. Θα έπρεπε να το περιμένει ότι δε θα κρατούσε το λόγο του. Δίστασε. Δεν ήθελε να κατέβει και να τον αντιμετωπίσει, και

200


για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να καθίσει στο δωμάτιό της και να αφήσει τον Φέντον να τα βγάλει πέρα μαζί του. Αυτή όμως ήταν μόνο μια φευγαλέα σκέψη, γιατί ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναγκάσει ο Φέντον να φύγει και ο Πέρκινς ήταν πολύ άξεστος για να δεχτεί να φύγει με το καλό. Στην πραγματικότητα, δε θα την ξάφνιαζε αν έμπαινε με το ζόρι και ανέβαινε τις σκάλες να τη βρει. Έπρεπε να τον ξεφορτωθεί προτού έρθει ο σερ Άλαν. Αναστέναξε, λοιπόν, και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. Όσο πλησίαζε, άκουγε τις φωνές να υψώνονται και τα πνεύματα να αγριεύουν, κι όταν έφτασε στη γωνία της σκάλας, είδε τον Πέρκινς να αρπάζει τον μπάτλερ από το πουκάμισο και να τον ταρακουνάει. «Μα το Θεό, θα με δει, διαφορετικά θα σου δείξω!» Το πρόσωπο του Φέντον έγινε βυσσινί από την οργή και η Φραντσέσκα κατέβηκε τρέχοντας τα τελευταία σκαλοπάτια. «Εδώ είμαι, κύριε Πέρκινς, επομένως μπορείτε να σταματήσετε να φωνάζετε». Εκείνος άφησε τον Φέντον και έκανε μεταβολή. Η Φραντσέσκα βρισκόταν τώρα λίγα μέτρα μακριά του και διαπίστωσε πως τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και το πρόσωπό του πιο πλαδαρό από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Η μυρωδιά του αλκοόλ τη χτύπησε στη μύτη «Εσύ», είπε βαριά. «Ναι, εγώ». «Λαίδη μου», άρχισε να λέει ο Φέντον, τρέμοντας σχεδόν από την οργή. «Ναι, Φέντον, το ξέρω. Έκανες ότι μπορούσες για να τον σταματήσεις. Αλλά νομίζω ότι είναι καλύτερα να μιλήσω με τον κύριο Πέρκινς. Θα θέλατε να με ακολουθήσετε;..:» Έδειξε προς το σαλόνι κι ύστερα προχώρησε προς τα εκεί με τον Πέρκινς να την ακολουθεί. Όταν έφτασαν στο σαλόνι, η Φραντσέσκα γύρισε να τον αντιμετωπίσει. «Λοιπόν. Τι θέλετε εδώ πέρα; Έχω σχέδια γι' απόψε. Δε σας περίμενα μέχρι το Σάββατο». «Μπορεί να μη θέλω να περιμένω μέχρι το Σάββατο», την αντέ-

201


κρουσε εκείνος. «Ύστερα από τον τρόπο που με πετάξατε έξω από το πάρτι σας την περασμένη βδομάδα, αποφάσισα ότι δεν υπάρχει λόγος να κρατήσω τους τύπους». Με ένα αναιδέστατο χαμόγελο, σωριάστηκε σε μια καρέκλα χωρίς να περιμένει να καθίσει πρώτα εκείνη. Πνίγοντας την αηδία της, η Φραντσέσκα κάθισε στον καναπέ απέναντί του και είπε ήρεμα: «Εγώ δεν είχα καμιά σχέση μ' αυτό. Ωστόσο, όταν κάποιος εμφανίζεται σε ένα πάρτι απρόσκλητος, υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένει κάποια αγένεια». «Από τον υψηλότατο δούκα δεν περιμένω τίποτε άλλο», χλεύασε ο Πέρκινς. «Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερο από εμάς τους υπόλοιπους. Ο Χόξτον θα στριφογύριζε στον τάφο του αν ήξερε ότι σας γυροφέρνει». Ο Πέρκινς της έριξε ένα εχθρικό βλέμμα. «Σίγουρα ελπίζει να σας σπιτώσει ως την επόμενη ερωμένη του». Η Φραντσέσκα πήρε μια απότομη ανάσα, ξαφνιασμένη από τι λόγια του. Ο θυμός που φούντωσε μέσα της την έκανε να πεταχτεί όρθια. «Πώς τολμάτε να ξεστομίζετε τέτοια ψέματα; Ο Ρόκφορντ δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο». Ο Πέρκινς γέλασε κοφτά. «Κάθε άντρας θα το έκανε». «Αυτό είναι παράλογο», είπε η Φραντσέσκα σφιγμένα. « Ο Ρόκφορντ είναι έντιμος άντρας». «Η εντιμότητα δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Στην περίπτωση ο πόθος κινεί τα νήματα». «Δε θα μπορούσατε ποτέ να καταλάβετε έναν άντρα σαν τον Ρόκφορντ». Ο Πέρκινς ύψωσε το φρύδι του. «Ο άντρας είναι άντρας, ότι πόζα και να πάρει, αυτό σας το διαβεβαιώνω». Ένα κακό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Μη μου πείτε πως νομίζετε ότι μπορείτε να τον καταφέρετε να σας παντρευτεί;» «Και βέβαια όχι !» Η Φραντσέσκα έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε από κοντά του. «Το καλό που σας θέλω», συνέχισε ο Πέρκινς. «Αυτός θα παντρευτεί μόνο από καθήκον και τίποτε άλλο». Η Φραντσέσκα σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος του και τον κοί-

202


ταξε όσο πιο υπεροπτικά μπορούσε. «Το ξέρω πολύ καλά αυτό. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχω καμιά πρόθεση να προσπαθήσω να τον "καταφέρω" να με παντρευτεί. Όπως δεν έχω και καμιά πρόθεση να κουβεντιάσω την προσωπική μου ζωή μαζί σας». «Εντάξει, λοιπόν. Ας κουβεντιάσουμε για δουλειές. Έχετε τα λεφτά μου;» Ο Πέρκινς σταύρωσε τα μπράτσα τού και περίμενε κοιτάζοντάς την. Η Φραντσέσκα του ανταπέδωσε το βλέμμα και ένιωσε ξαφνικά τον στιγμιαίο θυμό της να σβήνει και να βγαίνει στην επιφάνεια ο φόβος που τη στοίχειωνε δυόμισι βδομάδες τώρα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, αν και ένιωθε πολύ πιο άνετα μακριά του. Σκέφτηκε πως ήταν σημαντικό, όπως και στην περίπτωση των ζώων, να μην αφήσει τον Πέρκινς να καταλάβει ότι φοβόταν. «Ε...» Η φωνή της έτρεμε, και σταμάτησε. Δοκίμασε πάλι, προσπαθώντας να δώσει ατσάλινη χροιά στον τόνο της. Είχε φτάσει η ώρα και έπρεπε να δοκιμάσει να σώσει το σπίτι της. «Έχω να σας κάνω μια πρόταση», είπε τελικά.

203


Κεφάλαιο 14 «Αλήθεια;» χλεύασε ο Πέρκινς. «Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;» «Είμαι έτοιμη να σας πληρώσω ένα ποσό σήμερα -ας πούμε διακόσιες λίρες». Τώρα που είχε αρχίσει, αισθανόταν πιο ήρεμη. Το είχε σκεφτεί πολύ και είχε αποφασίσει ότι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει. «Το ποσό αυτό θα είναι επιπλέον του ποσού που ισχυρίζεστε ότι σας χρωστούσε ο άντρας μου. Σε αντάλλαγμα, θα μου δώσετε ένα λογικό χρονικό περιθώριο ώστε να μπορέσω να συγκεντρώσω όλο το ποσό». «Θα σας δώσω; Και ποιο θεωρείτε εσείς λογικό χρονικό περιθώριο;» «Έξι μήνες». «Έξι μήνες; Μου ζητάτε να περιμένω έξι μήνες για να πάρω ένα σπίτι που δικαιωματικά μου ανήκει; Λαίδη μου, νομίζω ότι υπερεκτιμάτε τη δύναμη της πειθούς σας», της απάντησε εκείνος και σηκώθηκε. «Δεν έχετε να χάσετε τίποτα», τον διαβεβαίωσε στα γρήγορα η Φραντσέσκα. «Αν δεν καταφέρω να συγκεντρώσω τα χρήματα, θα κρατήσετε τις διακόσιες λίρες». Δεν του είπε, φυσικά, ότι δεν είχε συγκεντρώσει ακόμα όλο το ποσό. Αν ο Πέρκινς δεχόταν, θα έπρεπε να πουλήσει την άμαξα και τα άλογά της για να το συμπληρώσει. «Κι αν καταφέρω να σας πληρώσω τις πέντε χιλιάδες λίρες σε έξι μήνες, θα έχετε βγάλει διακόσιες λίρες παραπάνω από αυτές που ζητήσατε», συνέχισε. «Αν το σκεφτείτε, πιστεύω πως θα δείτε ότι σας συμφέρει». «Δηλαδή μου λέτε ότι θα πρέπει να σας αφήσω να μείνετε στο σπίτι τζάμπα άλλους έξι μήνες». Ο Πέρκινς προχώρησε προς το μέρος της. Η Φραντσέσκα τον αντιμετώπισε, αρνούμενη να κάνει πίσω. «Καθόλου τζάμπα. Πιστεύω ότι οι διακόσιες λίρες είναι ένα πολύ γενναιόδωρο νοίκι γι' αυτό το διάστημα. Και δε θα έχετε να αντιμετωπίσετε ούτε τα έξοδα ούτε τη φασαρία να με πάτε στα δικαστήρια.

204


Θα πρέπει να ξέρετε ότι δε θα είναι τόσο εύκολο όσο νομίζετε να μου πάρετε το σπίτι μου μ' αυτό τον τρόπο». «Και πώς σκοπεύετε να συγκεντρώσετε τα χρήματα σε έξι μήνες, τη στιγμή που δεν μπορείτε να τα βρείτε τώρα;» τη ρώτησε. «Τι σκέφτεστε να κάνετε, να πουλήσετε το σπίτι; Μπορώ να το πουλήσω και μόνος μου μόλις το πάρω στα χέρια μου -και να τσεπώσω ολόκληρο το τίμημα και όχι μόνο το χρέος του συζύγου σας. Γιατί θα σας άφηνα να το κάνετε εσείς αυτό;» «Επειδή αυτό που κάνετε είναι ποταπό», πέρασε στην επίθεση η Φραντσέσκα. «Να μου πάρετε το σπίτι μου επειδή ο άντρας μου έβαλε ένα ηλίθιο στοίχημα χρόνια πριν!» «Ποταπό, έτσι;» Στο στόμα του ζωγραφίστηκε πάλι ένα χλευαστικό χαμόγελο. «Πάντα είχατε πολύ άσχημη γνώμη για μένα. Δε θέλατε να λερώνω με την παρουσία μου το σπίτι σας, σωστά; Με κοιτούσατε αφ' υψηλού από την πρώτη στιγμή που διάβηκα το κατώφλι σας. Δεν ήμουν αρκετά καλός για τον άντρα σας». Ο Πέρκινς βρισκόταν τώρα τόσο κοντά της, που η Φραντσέσκα μπορούσε να μυρίσει ξανά το αλκοόλ στην ανάσα του, αλλά έμεινε ακίνητη στη θέση της, ελέγχοντας την έκφρασή της. «Ενθαρρύνατε τον Άντριου στην αλόγιστη συμπεριφορά του», του απάντησε. «Δεν είπα ποτέ ότι ήταν ανώτερός σας». «Δε χρειαζόταν να το πείτε. Μπορούσα να το δω στο πρόσωπό σας. Και στο δικό του. Ήταν ένας Χόξτον, η οικογένειά του είχε έρθει με τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, ενώ εγώ ήμουν απλά ο μικρότερος γιος ενός γαιοκτήμονα. Ε, λοιπόν, η καταγωγή μου είναι εξίσου καλή με του οποιουδήποτε». «Δε με ενοχλούσε η καταγωγή σας, αλλά ο τρόπος που είχατε επιλέξει να ζείτε τη ζωή σας». «Δεν ήμουν χειρότερος από τον αξιοσέβαστο σύζυγό σας». «Σπουδαία φιλοφρόνηση!» «Κι όμως, εκείνος ήταν αρκετά καλός ώστε να τον παντρευτείτε, ενώ εγώ δεν άξιζα ούτε ένα χαμόγελό σας». Ο Πέρκινς κάλυψε την απόσταση ανάμεσά τους και το σκοτεινό βλέμμα του έσπρωξε τη Φραντσέσκα να κάνει ένα βήμα πίσω. «Κάθε φορά που σας πλησίαζα,

205


απομακρυνόσασταν. Ακριβώς όπως τώρα. Αν σας έκανα ένα κομπλιμέντο, με ειρωνευόσασταν. Αν σας άγγιζα, παραμερίζατε αμέσως το χέρι μου». «Τι περιμένατε;» τον αντέκρουσε. «Ήμουν παντρεμένη γυναίκα. Δεν είχα καμιά πρόθεση να φλερτάρω ούτε μ' εσάς ούτε με κανέναν άλλο. Ο σύζυγός μου ήταν φίλος σας. Μόνο ένας τιποτένιος άνθρωπος θα ριχνόταν στη γυναίκα του». «Τιποτένιος, ε;» Ο Πέρκινς έκανε άλλο ένα βήμα και η Φραντσέσκα οπισθοχώρησε πάλι. Πίσω της ήταν ο τοίχος. Ήξερε ότι, αν οπισθοχωρούσε περισσότερο, θα έπεφτε πάνω του, έτσι γύρισε να φύγει. Αλλά ο Πέρκινς άπλωσε το χέρι του, ακούμπησε την παλάμη του στον τοίχο και της έκλεισε το δρόμο. «Όχι τόσο γρήγορα, λαίδη μου. Έχω να σας κάνω και εγώ μια πρόταση». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα στο στήθος της, το στομάχι της είχε παγώσει, αλλά δε θα τον άφηνε να καταλάβει ότι φοβόταν. Ήταν σίγουρη πως ο Πέρκινς ήλπιζε ακριβώς σε μια τέτοια αντίδραση εκ μέρους της. «Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;» τον ρώτησε, και χάρηκε όταν η φωνή της ακούστηκε απόλυτα ψύχραιμη. «Μπορείτε να συνεχίσετε να ζείτε εδώ. Χωρίς νοίκι. Δε θέλω τις διακόσιες λίρες. Ύστερα από ένα διάστημα, θα ξεχάσω ακόμα και το χρέος». Της χαμογέλασε ψυχρά και η έκφρασή του της έφερε αναγούλα. Σήκωσε το άλλο χέρι του και έσυρε τα ακροδάχτυλά του στο μάγουλό της. «Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να είστε η... μαιτρέσα του σπιτιού». Η Φραντσέσκα τον κοίταξε εμβρόντητη. «Μη δείχνετε τόσο σοκαρισμένη. Το κάνουν γυναίκες σαν εσάς κάθε μέρα, μόνο που εσείς θέλετε να το τυλίξετε με ωραία λόγια και ευγενικούς τρόπους. Πουλιέστε για να ζείτε μια άνετη ζωή. Πουληθήκατε στον Χόξτον. Πουλιέστε στον Ρόκφορντ. Αν Θέλετε να μείνετε εδώ, θα πουληθείτε και σ' εμένα». Η Φραντσέσκα κατάφερε επιτέλους να νικήσει την παράλυσή της και τραβήχτηκε μακριά. «Θα αστειεύεστε!» «Όχι, δεν αστειεύομαι». Στη φωνή του υπήρχε μια νότα ευθυμίας

206


καθώς πρόσθετε κοροϊδευτικά: «Αν το σκεφτείτε, είμαι σίγουρος ότι θα δείτε πως είναι προς το συμφέρον σας». «Δεν πρόκειται να γίνω ποτέ μαιτρέσα σας», του πέταξε η Φραντσέσκα και η απέχθεια που ένιωθε ήταν τόσο έντονη στο πρόσωπό της, που ακόμα και μεθυσμένος τη διέκρινε. «Θα προτιμούσα να πεθάνω από την πείνα παρά να κοιμηθώ μαζί σας!» «Αλήθεια;» Το πρόσωπό του πάγωσε και σκλήρυνε, κάθε υποψία γέλιου εξαφανίστηκε και τη γράπωσε από το μπράτσο. «Για να δούμε». Την τράβηξε τόσο άγρια και απότομα, που η Φραντσέσκα παραπάτησε, έγειρε μπροστά και έπεσε βαριά στο στέρνο του. Εκείνος την άφησε, αλλά μόνο για να τυλίξει το μπράτσο του γύρω της και να την κολλήσει πάνω του. Με το άλλο χέρι του έπιασε το πρόσωπό της και το σήκωσε προς το μέρος του. Έντρομη, η Φραντσέσκα τον πάτησε με όλη της τη δύναμη στο πόδι, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που είχε φορέσει γόβες με τακούνι. Το μπράτσο του χαλάρωσε αυτόματα και μια σιγανή κραυγή πόνου βγήκε από τα χείλη του, έτσι εκείνη βρήκε την ευκαιρία να του ξεφύγει. Έτρεξε στο τζάκι, άρπαξε το σκαλιστήρι και γύρισε προς το μέρος του κραδαίνοντας το αυτοσχέδιο όπλο. «Φύγετε από δω, διαφορετικά θα βάλω να σας πετάξουν έξω!» «Αλήθεια;» χλεύασε ο Πέρκινς και προχώρησε προς το μέρος της. «Πιστεύετε ότι εκείνο το ραμολιμέντο μπορεί να με πετάξει έξω; Πολύ θα ήθελα να τον δω να δοκιμάζει». «Σταματήστε! Αν με αγγίξετε, θα σας κλείσω στη φυλακή. Θέλετε να αναγκαστείτε να το ξανασκάσετε στην Ευρώπη;» «Δε θα μπορείτε να πείτε πολλά όταν τελειώσω μαζί σας», της είπε με ένα ψυχρό, απειλητικό χαμόγελο. Έκανε άλλο ένα βήμα προς το μέρος της. «Θα το απολαύσω να σας ρίξω από το θρόνο σας». Όρμησε προς το μέρος της, και η Φραντσέσκα του ρίχτηκε με όλη της τη δύναμη στριγκλίζοντας. Διαπίστωσε κατάπληκτη ότι κατάφερε να τον χτυπήσει δυνατά στο μπράτσο, προκαλώντας έ ναν ικανοποιητικό γδούπο. Αλλά τη στιγμή που τραβιόταν για να τον ξαναχτυπή-

207


σει, εκείνος τύλιξε τη γροθιά του γύρω από το σκαλιστήρι, της το πήρε από τα χέρια και το πέταξε πίσω του, σπάζοντας ένα τραπεζάκι. Η Φραντσέσκα ξεφώνισε πάλι και γύρισε να το βάλει στα πόδια, αλλά εκείνος την κυνήγησε. Ευτυχώς, τα πέντε κοκτέιλ με τζιν που είχε κατεβάσει προτού έρθει τον εμπόδισαν να υπολογίσει σωστά την απόσταση. Το πόδι του πιάστηκε σε μια καρέκλα και έπεσε στα γόνατα. Πετάχτηκε ξανά όρθιος, αλλά σταμάτησε όταν άκουσε ένα πιστόλι να οπλίζει. «Ούτε βήμα παραπάνω, εκτός αν θέλετε να αποκτήσετε μια τρύπα στο στήθος», ακούστηκε η φωνή του Φέντον, λιγότερο ήρεμη απ' όσο συνήθως. Τόσο η Φραντσέσκα όσο και ο Πέρκινς γύρισαν προς τον άντρα που είχε μιλήσει. Αν δεν ήταν τόσο φοβισμένη, η Φραντσέσκα μπορεί να είχε γελάσει βλέποντας τον ηλικιωμένο μπάτλερ της, ατσαλάκωτο όπως πάντα, χωρίς να ξεφεύγει ούτε τρίχα από τα μαλλιά του, να στέκεται κρατώντας ένα από τα δύο πιστόλια μονομαχίας του Άντριου. Δίπλα του, η μαγείρισσα κράδαινε ένα σιδερένιο τηγάνι. Και ενώ στέκονταν εκεί, ένα σιωπηλό ταμπλό, ακούστηκαν βιαστικά βήματα στις σκάλες. Την επόμενη στιγμή όρμησαν στο σαλόνι η Μέισι και μια ακόμα υπηρέτρια. Η Μέισι κρατούσε ένα ψαλίδι και η υπηρέτρια μια σκούπα. Τελευταίος μπήκε τρέχοντας ο λαντζιέρης, κρατώντας τον μπαλτά της μαγείρισσας και με τα δυο του χέρια. Η Φραντσέσκα ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν βλέποντας τους πιστούς υπηρέτες της. «Σ' ευχαριστώ, Φέντον. Σας ευχαριστώ όλους. Νομίζω ότι ο κύριος Πέρκινς είναι έτοιμος να φύγει». Ο Πέρκινς της έριξε μια ματιά όλο μίσος. «Νομίζετε ότι κερδίσατε; Νομίζετε ότι θα εξαφανιστώ ήσυχα; Κάνατε την επιλογή σας και τώρα θα πρέπει να υποστείτε τις συνέπειες. Αποσύρω την πρότασή μου. Τώρα θα πρέπει να με παρακαλέσετε γονατιστή για να σας κάνω τη χάρη». «Αυτό δε θα γίνει ποτέ!» «Έτσι νομίζεις;» Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από το θυμό. «Θα δούμε πώς θα κελαηδάς όταν σε πετάξω στο δρόμο. Εξευτελισμένη μπροστά σε όλους τους αξιότιμους φίλους σου. Ά-

208


φραγκη και άστεγη, αντιμέτωπη με την προοπτική να μπεις για χρέη στη φυλακή... αν όχι κάτι χειρότερο». Γέλασε με κακία. «Σε φαντάζομαι να προσπαθείς να ζήσεις σε κάποια βρομερή σοφίτα, παγωμένη και πεινασμένη. Πώς νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις; Θα γίνεις μοδίστρα; Θα ξεστραβώνεσαι με μια βελόνα και τα δάχτυλα γεμάτα χιονίστρες επειδή δε θα έχεις λεφτά να ζεστάνεις το άθλιο δωματιάκι σου; Ή θα γίνεις πωλήτρια -και θα πουλάς καπέλα στις γυναίκες που ήταν κάποτε φίλες σου; «Δε θα σε προσλάβουν, ξέρεις. Ούτε καν για τόσο ταπεινές δουλειές. Εσύ μπορεί να καταπιείς την περηφάνια σου και να ψάξεις για δουλειά, αλλά κανείς δε θα σου δώσει. Δεν είσαι αρκετά έξυπνη για να γίνεις γκουβερνάντα -όχι πως καμιά λογική γυναίκα θα σε προσλάμβανε. Ούτε για να καρικώνεις κάνεις. Να σφουγγαρίζεις πατώματα; Να μαγειρεύεις; Να πλένεις πιάτα;» συνέχισε να χλευάζει. «Λαίδη μου, δε διαθέτεις κανένα ταλέντο. Ο μόνος τρόπος να βγάλεις το ψωμί σου είναι ανάσκελα». «Σκάσε!» ξεφώνισε η Φραντσέσκα, τρέμοντας από οργή. «Πάψε. Έξω από το σπίτι μου και μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ. Κατάλαβες;» «Α, ναι, κατάλαβα πολύ καλά», της απάντησε. «Τώρα φρόντισε να καταλάβεις κι εσύ. Αν δεν έχεις φύγει από το σπίτι μέχρι αύριο το βράδυ, θα σε βγάλω με το ζόρι. Και κανείς από τους... ιππότες σου» έριξε μια περιφρονητική ματιά στους υπηρέτες που είχαν μαζευτεί στην πόρτα-«δε θα μπορέσει να με σταματήσει». Και λέγοντας αυτά, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την πόρτα. Οι υπηρέτες που βρίσκονταν εκεί φρόντισαν να παραμερίσουν για να τον αφήσουν να περάσει και ο Φέντον τον ακολούθησε από απόσταση, σημαδεύοντάς τον πάντα. Η Φραντσέσκα σωριάστηκε σε μια καρέκλα, νιώθοντας ξαφνικά τα πόδια της πολύ αδύναμα για να την κρατήσουν όρθια. Οι υπηρέτες είχαν βγει στο κατόπι του Πέρκινς, εκτός από τη Μέισι, που έτρεξε και γονάτισε δίπλα στην καρέκλα της κοιτάζοντάς την ανήσυχη. «Είστε καλά, κυρία;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Έτρεμε ακόμα

209


και οι σκέψεις της ήταν μπερδεμένες. Ήθελε να ξεσπάσει σε λυγμούς και μόνο η αξιοπρέπεια που της είχαν εμφυσήσει από παιδί τη βοήθησε να λειτουργήσει. «Ναι, φυσικά», κατάφερε να ψελλίσει, αν και χρειάστηκε να καταπιεί τα δάκρυά της για να συνεχίσει: «Λ-λέω να ανέβω στο δωμάτιό μου». Σηκώθηκε, ελπίζοντας ότι τα πόδια της θα την κρατούσαν μέχρι την κρεβατοκάμαρά της, και η Μέισι πετάχτηκε κι αυτή όρθια. «Θέλετε να σας βοηθήσω;» Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και κατάφερε να χαμογελάσει αχνά. «Όχι. Καλά είμαι. Απλώς... θέλω να μείνω λίγο μόνη μου να σκεφτώ». Βγήκε από το δωμάτιο, με τη Μέισι να την ακολουθεί αβέβαιη. Οι υπόλοιποι υπηρέτες κουβέντιαζαν ψιθυριστά μαζεμένο στην είσοδο, αλλά σταμάτησαν μόλις την είδαν να βγαίνει από το σαλόνι. Ο Φέντον έκανε ένα βήμα μπροστά και οι άλλοι στάθηκαν από πίσω του, κοιτάζοντάς τη με αγωνία και συμπόνια. «Λαίδη μου, αν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να σας βοηθήσουμε...» άρχισε συγκρατημένα ο Φέντον, με πρόσωπο σφιγμένο από την ανησυχία. «Σ' ευχαριστώ, Φέντον. Θα ήθελα να ενημερώσεις τον σερ Άλαν όταν έρθει ότι είμαι αδιάθετη...» «Ασφαλώς, λαίδη μου». Ο Φέντον υποκλίθηκε σοβαρός. Η Φραντσέσκα κούνησε το κεφάλι της και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Τα πόδια της έτρεμαν και κρατήθηκε από την κουπαστή για να στηριχτεί. Τα συναισθήματα έβραζαν μέσα της, απειλώντας να ξεσπάσουν είτε με φωνές είτε με δάκρυα -δεν ήταν σίγουρη με τι από τα δύο, μπορεί και με τα δύο. Ένιωσε τα ανήσυχα βλέμματα των υπηρετών της καρφωμένα στην πλάτη της καθώς ανέβαινε και με δυσκολία κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Μόλις που πρόλαβε να μπει στο δωμάτιό της και να κλείσει την πόρτα πριν ξεσπάσει σε λυγμούς. Σωριάστηκε στο πάτωμα, ακούμπησε το κεφάλι στα μπράτσα της πάνω σε μια καρέκλα και έκλαψε. Η οργή, ο φόβος και η ντροπή μπερδεύονταν μέσα της, απειλώντας

210


να καταλήξουν σε ένα κατακλυσμιαίο ξέσπασμα. Τι θα έκανε; Πώς θα ζούσε; Τα λόγια του Πέρκινς τη χτυπούσαν σαν μαστίγιο, γκρεμίζοντας τα αναχώματα που είχε χτίσει γύρω της τις τελευταίες βδομάδες. Ήξερε ότι ο αδερφός της θα την έπαιρνε στο σπίτι του, δε θα ήταν αναγκασμένη να ζήσει στο δρόμο όπως την είχε φανταστεί ο Πέρκινς. Αλλά ένιωθε βαθιά ταπεινωμένη, απόλυτα συντετριμμένη στη σκέψη ότι θα ζούσε όλη την υπόλοιπη ζωή της ως εξαρτώμενη συγγενής. Δε θα είχε σπίτι, δε θα είχε τίποτα δικό της, παρά τα ρούχα που θα φορούσε. Θα ζούσε πάντα εξαρτημένη από την καλοσύνη των άλλων, κάπου στο περιθώριο της ζωής του Ντόμινικ και της Κονστάνς, παρατηρώντας τα παιδιά τους, το γάμο τους, την ευτυχία τους. Θα έπρεπε να παραιτηθεί από τη ζωή που είχε πασχίσει να στήσει μετά το θάνατο του Άντριου. Όλη η εξυπνάδα της, όλες οι προσπάθειές της να εξασφαλίσει αρκετά χρήματα για να συντηρήσει τον εαυτό της και τη μικρή της οικογένεια των υπηρετών θα πήγαιναν χαμένες. Δε θ' αναγκαζόταν να ξεσπιτωθεί μόνο εκείνη, αλλά και ο Φέντον και το υπόλοιπο προσωπικό. Δε θα μπορούσε να έχει την απαίτηση να απορροφήσει ο αδερφός της το κόστος τόσων υπηρετών, ακόμα κι αν κάποιοι από αυτούς θα ήταν πρόθυμοι να ξεριζωθούν και να πάνε να ζήσουν στην επαρχία. Η μαγείρισσά της δε θα δυσκολευόταν να βρει αλλού δουλειά. Τι θα γινόταν όμως ο Φέντον; Ήταν πια πολύ γέρος για να βρει καινούρια θέση. Το χειρότερο απ' όλα, ωστόσο, ίσως ήταν η επίγνωση ότι όλη η αριστοκρατία θα μάθαινε το χάλι της. Άλλοι θα τη λυπόνταν και άλλοι θα την περιφρονούσαν. Αλλά ότι και να ένιωθαν, θα υπήρχε μια δόση συγκαταβατικότητας στη συμπεριφορά τους. Όλοι θα μάθαιναν ότι είχε αποτύχει. Όλοι θα μάθαιναν τι είδους σύζυγος ήταν ο Χόξτον, πόσο λίγο την είχε αγαπήσει, πόσο ηλίθια είχε χαραμίσει τις ζωές τους. Μπορεί η αγάπη που είχε απομείνει πλέον μέσα της για τον Άντριου να ήταν ελάχιστη, αλλά ντρεπόταν αφάνταστα στη σκέψη ότι θα ανακάλυπταν και οι άλλοι πως ο γάμος της ήταν ένα αξιοθρήνητο ναυάγιο. Ακόμα και να κέρδιζε τη δικαστική διαμάχη με τον Πέρκινς, η ζωή της θα γινόταν κοινό μυστικό, θα την κουτσομπόλευ-

211


αν όλοι. Ανατρίχιαζε και μόνο που το σκεφτόταν. Και σχεδόν πονούσε σωματικά με την προοπτική να ζήσει ο Πέρκινς στο σπίτι της -να περιφέρεται στα δωμάτιά της, να κάθεται στο αγαπημένο της καθιστικό, να κοιμάται εκεί, στην κρεβατοκάμαρά της. Προσπάθησε απελπισμένα να βρει έναν τρόπο να σώσει την κατάσταση, αλλά το μυαλό της γύριζε χωρίς να μπορεί να συγκεντρωθεί. Άκουσε μια αντρική φωνή από κάτω και κατάλαβε πως είχε έρθει ο σερ Άλαν. Ήταν ένας καλός, ευγενικός άντρας, μαγεμένος, μπορεί και κάπως θαμπωμένος από εκείνη. Αν τον ενθάρρυνε λιγάκι, θα την ερωτευόταν. Θα μπορούσε να τον παντρευτεί και να ξεφύγει από τη ζοφερή ζωή που απλωνόταν μπροστά της. Ήταν σίγουρη πως οι περισσότερες γυναίκες αυτό θα έκαναν. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε. Δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να παντρευτεί έναν άντρα που δεν αγαπούσε απλώς και μόνο για να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή. Ωστόσο, τι άλλη διέξοδο είχε; Πάνω από δυο βδομάδες τώρα προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από αυτό το μπέρδεμα, αλλά δεν είχε καταλήξει πουθενά. Πετάχτηκε όρθια και άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, σκουπίζοντας τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό της. Έτρεμε από τα νεύρα της και της ήταν αδύνατο να μείνει ακίνητη. Τα δάκρυά της τη μια στέρευαν και την άλλη έτρεχαν ποτάμι, ενώ κάθε τόσο της ξέφευγε και κάποιος λυγμός. Πάνω στην απελπισία της, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Μόνο μια σκέψη διαπέρασε τη θολούρα της, μόνο μια λέξη κατάφερε να την ηρεμήσει κάπως: Σινκλέρ. Γύρισε και άρπαξε τη λεπτή κάπα που της είχε αφήσει η Μέισι στο κρεβάτι. Την έριξε στους ώμους της και κατέβηκε αθόρυβα τις σκάλες. Όταν έφτασε στη γωνία, έριξε μια ματιά και ανακουφίστηκε όταν διαπίστωσε πως οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί στην κουζίνα για να κουβεντιάσουν τα αποψινά γεγονότα. Νυχοπατώντας, κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια και βγήκε από την εξώπορτα, κλείνοντάς τη μαλακά πίσω της. Σήκωσε την κουκού-

212


λα της κάπας της για να κρύψει το πρόσωπό της και προχώρησε βιαστικά στο δρόμο. Ένας υπηρέτης με μια κομψή λευκή και μπλε λιβρέα άνοιξε την πόρτα και συνοφρυώθηκε όταν αντίκρισε μια γυναίκα στο κατώφλι. «Εμπρός, πάρε δρόμο! Τι νομίζεις πως κάνεις;» της είπε ωμά και έκανε να κλείσει την πόρτα. «Όχι!» φώναξε η Φραντσέσκα και άπλωσε το χέρι της να τον σταματήσει. Ήξερε ότι ο υπηρέτης θα πρέπει να την είχε πάρει για πόρνη ή κάτι τέτοιο, και καταλάβαινε το λόγο. Καμιά αξιοπρεπής κυρία δε θα εμφανιζόταν στην πόρτα ενός τζέντλεμαν έτσι, ασυνόδευτη. Αλλά δεν μπορούσε να τον αφήσει να την κρατήσει έξω. «Φώναξε τον Κράνστον», του είπε, και ο συνδυασμός της καλλιεργημένης φωνής της και του ονόματος του μπάτλερ θα πρέπει να τον έβαλε σε σκέψεις, γιατί δίστασε. «Περιμένετε εδώ», είπε στο τέλος κλείνοντας την πόρτα. Λίγα λεπτά αργότερα η πόρτα ξανάνοιξε και εμφανίστηκε ο ικανότατος και ατσαλάκωτος μπάτλερ του Ρόκφορντ. Ο Κράνστον της έριξε μια περιφρονητική ματιά, μέχρι που η Φραντσέσκα σήκωσε το χέρι της και έσπρωξε λίγο πίσω την κουκούλα της για να μπορέσει εκείνος να δει το πρόσωπό της. Ο Κράνστον γούρλωσε τα μάτια του. «Λαίδη μου!» «Σε παρακαλώ, πρέπει να τον δω», του είπε χαμηλόφωνα. «Φυσικά, φυσικά. Παρακαλώ, περάστε. Συγνώμη». Η Φραντσέσκα τράβηξε πάλι την κουκούλα της, γιατί δεν ήθελε να αφήσει τους άλλους υπηρέτες να δουν το πρόσωπό της, και ο Κράνστον την οδήγησε γρήγορα στο διάδρομο και από κει στο γραφείο του Ρόκφορντ. Το δωμάτιο ήταν άδειο, αλλά ο μπάτλερ της είπε να περάσει και πήρε την κάπα της. «Θα ειδοποιήσω αμέσως την εξοχότητά του ότι ήρθατε», τη διαβεβαίωσε, χωρίς το παραμικρό ίχνος της περιέργειας που θα πρέπει να ένιωθε φυσιολογικά να αλλοιώνει το πάντα ανέκφραστο πρόσωπό του. «Σ' ευχαριστώ, Κράνστον» .

213


Ο μπάτλερ έφυγε κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Η Φραντσέσκα έκανε μεταβολή. Η τρελή απόγνωση που την είχε κάνει να έρθει τρέχοντας στον Ρόκφορντ είχε αρχίσει να υποχωρεί και την έζωσαν οι αμφιβολίες. Τι θα σκεφτόταν για κείνη, που είχε έρθει στο σπίτι του μ' αυτό τον τρόπο; Άκουσε βιαστικά βήματα στο διάδρομο και ο Ρόκφορντ όρμησε μέσα συνοφρυωμένος. Την κοίταξε και πρόσεξε αμέσως το αυλακωμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της, τη σφιγμένη στάση της. «Φραντσέσκα! Θεέ μου. Τι συνέβη;» Έκλεισε την πόρτα πίσω του και προχώρησε προς το μέρος της με απλωμένα τα χέρια. «Είσαι άρρωστη; Μήπως ο Ντομ; Ο Σέλμπρουκ;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, όχι, τίποτε απ' αυτά». Πήρε στα ζεστά, δυνατά χέρια του τα δικά της. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της και ένας τρεμουλιαστός λυγμός ξέφυγε από τα χείλη της. «Λυπάμαι! Δεν έπρεπε να έρθω εδώ, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω!» «Και βέβαια έπρεπε να έρθεις σ’ εμένα», της απάντησε οδηγώντας τη σε έναν μικρό καναπέ. Την έβαλε να καθίσει και κάθισε δίπλα της. «Πού αλλού θα πήγαινες; Πες μου απλώς τι συμβαίνει». «Και θα το φροντίσεις για χάρη μου;» τον ρώτησε προσπαθώντας να χαμογελάσει, αλλά ένιωσε τα χείλη της να τρέμουν. «Θα βάλω τα δυνατά μου», τη διαβεβαίωσε. Ξαφνικά η Φραντσέσκα άρχισε να κλαίει. Προσπάθησε να συγκρατηθεί. Νόμιζε ότι δεν είχε άλλα δάκρυα να χύσει, αλλά η καλοσύνη που υπήρχε στο χαμόγελό του, η ανησυχία στα μάτια του τη συγκίνησαν και τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι. «Αχ, Σινκλέρ, λυπάμαι , δεν έπρεπε... είμαι τόσο φοβισμένη...» «Φραντσέσκα, γλυκιά μου...» Ο Ρόκφορντ την πήρε στα γόνατά του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Το γλυκόλογο, η παρηγοριά της αγκαλιάς του της ράγισαν την καρδιά και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς, κρύβοντας το πρόσωπό της στο στέρνο του. Γραπώθηκε από τα πέτα του και αφέθηκε να κλάψει, ανίκανη να μιλήσει ή να σκεφτεί λογικά.

214


Εκείνος της χάιδεψε την πλάτη, τα μαλλιά, έλυσε μερικές από τις μπούκλες που η Μέισι είχε χτενίσει τόσο προσεκτικά. Και όσο τη χάιδευε, της μουρμούριζε γλυκόλογα. Σιγά σιγά οι λυγμοί της υποχώρησαν, η ανάσα της έγινε πιο αργή και τα δάκρυα σταμάτησαν. Έγειρε πάνω στο στέρνο του, καθησυχασμένη από την αίσθηση των δυνατών χεριών του γύρω της, από τον σταθερό χτύπο της καρδιάς του κάτω από το αυτί της. Οι απαλές κινήσεις των χεριών του ήταν αφάνταστα παρηγορητικές. Για την ώρα τουλάχιστον, ένιωσε ασφαλής, τη ζέστανε η θέρμη του κορμιού του. Θα μπορούσε να πιστέψει ότι δε θα της συνέβαινε ποτέ τίποτα όσο βρισκόταν εκεί. Ταυτόχρονα, όμως, συνειδητοποίησε ότι το άγγιγμά του είχε ξυπνήσει και κάτι άλλο μέσα της. Έκλεισε τα μάτια της έκπληκτη μ' αυτό το συναίσθημα, ιδιαίτερα μια τέτοια στιγμή. Κάτι χάιδεψε πάλι τα μαλλιά της και συνειδητοποίησε σαστισμένη ότι πρέπει να ήταν τα χείλια του, να την είχε φιλήσει. Το χέρι του γλίστρησε στο μπράτσο της. Ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το λαιμό, και αμέσως μετά τα χείλη του σύρθηκαν απαλά στη σάρκα της. Η Φραντσέσκα πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και το κορμί της πήρε φωτιά. Οι θηλές της ορθώθηκαν, σκλήρυναν και πίεσαν το λεπτό ύφασμα του φορέματός της. Έγειρε το κεφάλι της μπροστά, για να του δώσει μεγαλύτερη πρόσβαση στο λαιμό της, και τον ένιωσε να σφίγγεται, το δέρμα του να καίει. Το στόμα του χάιδεψε σαν βελούδο τον αυχένα της. Η ανάσα του έβγαινε τραχιά, την έκανε ν' ανατριχιάζει, να τρέμει. Ήθελε να λιώσει, να γίνει ένα μαζί του. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ της έτσι -τόσο τρωτή, και ταυτόχρονα να απολαμβάνει αυτή την τρωτότητα. Ένιωσε έναν καυτό παλμό χαμηλά στην κοιλιά της και έναν πόνο βαθιά μέσα της. Λαχταρούσε να την κάνει δική του, να βυθιστεί βαθιά μέσα της. Η ένταση του πόθου της ήταν τόσο καινούρια και τόσο διαφορετική, που την έκανε να κοκαλώσει. Ο Ρόκφορντ σφίχτηκε. «Ω Θεέ μου, με συγχωρείς, Φραντσέσκα. Ήρθες σ' εμένα για να σε βοηθήσω, κι εγώ...» Τη σήκωσε μαλακά και την κατέβασε από τα γόνατά του. Η Φρα-

215


ντσέσκα ένιωσε στερημένη και ευχήθηκε να την ξανάπαιρνε στην αγκαλιά του. Αλλά ευτυχώς δεν είχε χάσει τα λογικά της και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Πήρε το κατάλευκο μαντίλι που της έδωσε χωρίς να τον κοιτάξει, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε καθώς σκούπιζε τα δάκρυα από το πρόσωπό της. Ο Ρόκφορντ έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό και σηκώθηκε κι εκείνος παρακολουθώντας την. Η Φραντσέσκα γύρισε πάλι προς το μέρος του και τον έπιασε να την κοιτάζει επίμονα. Το κοκκίνισμα ξεκίνησε από το λαιμό και ανέβηκε στα μάγουλά της. «Λυπάμαι». «Σταμάτα να το λες αυτό». Η φωνή του ακούστηκε τραχιά και φάνηκε να το συνειδητοποιεί. Έκλεισε τα μάτια του και χαλάρωσε. «Φραντσέσκα ... πες μου τι σε βασανίζει. Είπες ότι φοβόσουν. Ποιος σε φόβισε; Τι συνέβη;» Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα, μαζεύοντας το κουράγιο της. Ξαφνικά η ιδέα που της είχε κατέβει νωρίτερα στην κρεβατοκάμαρά της μέσα στην απελπισία της δεν της φαινόταν πια και τόσο εφικτή. «Ήήρθα να σου ζητήσω ένα δάνειο». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε εμβρόντητος. «Το ξέρω πως είναι φοβερά ανάρμοστο», βιάστηκε να συνεχίσει η Φραντσέσκα, «και είχα ορκιστεί ότι δε θα σου το ζητούσα, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη λύση και δεν αντέχω στη σκέψη εκείνου του άντρα στο σπίτι μου. Πρέπει να κάνω κάτι!» «Άντρα! Ποιου άντρα; Θέλεις να πεις ότι κάποιος άντρας διέρρηξε το σπίτι σου;» «Όχι, όχι. Δεν το διέρρηξε. Είναι ο Πέρκινς». «Ο Γκάλεν Πέρκινς;» Τα σκούρα μάτια του άστραψαν για μια στιγμή επικίνδυνα. «Ο Πέρκινς είναι στο σπίτι σου;» Ο Ρόκφορντ κατευθύνθηκε στην πόρτα και η Φραντσέσκα έτρεξε πίσω του και τον έπιασε από το χέρι. «Όχι! Όχι, δεν είναι εκεί τώρα. Τα λέω εντελώς λάθος. Σε παρακαλώ, γύρισε πίσω και κάθισε. Άφησέ με να ξεκινήσω από την αρχή». «Εντάξει». Την άφησε να τον οδηγήσει πίσω στον καναπέ και κάθισε μαζί της. Τον κρατούσε ακόμα από το χέρι και έπλεξε τα δάχτυλά

216


του στα δικά της. «Πες μου». «Ο λόρδος Χόξτον ...» «Ξεκινάει από τόσο παλιά;» «Ναι. Ο Άντριου ήταν... απερίσκεπτος». Ο δούκας άφησε να του ξεφύγει ένα κοφτό, τραχύ γέλιο που δεν έκρυβε ίχνος χιούμορ. «Ο λόρδος Χόξτον ήταν ηλίθιος». Η Φραντσέσκα πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά τελικά ύψωσε α διάφορα τους ώμους της. «Ναι, ήταν. Είχες δίκιο για εκείνον», παραδέχτηκε και έστρεψε αλλού το πρόσωπό της, επειδή αν τον κοίταζε δε θα μπορούσε να συνεχίσει. «Ήμουν χαζή που τον παντρεύτηκα. Εσύ προσπάθησες να με προειδοποιήσεις, αλλά δε σε άκουσα. Λυπάμαι». Σ' αυτό το σημείο η Φραντσέσκα τον κοίταξε και την ξάφνιασε ο πόνος που είδε στα μάτια του. «Εγώ λυπάμαι. Το ήξερα ότι ήταν ανώφελο να σου μιλήσω τη στιγμή που είχες βρει έναν καινούριο έρωτα, αλλά έπρεπε να προσπαθήσω. Και τα έκανα μούσκεμα». «Ήμουν σίγουρη ότι με προειδοποίησες εναντίον του απλώς και μόνο επειδή ήσουν... χολωμένος». Ο Ρόκφορντ είχε επιστρέψει από το κτήμα του μετά την ανακοίνωση του αρραβώνα της και της είχε πει με ψυχρό και σκληρό τρόπο ότι έκανε πολύ μεγάλο λάθος να παντρευτεί έναν ηλίθιο σαν τον Άντριου Χόξτον. Η Φραντσέσκα θυμόταν ακόμα τον πόνο που είχε νιώσει ξαναβλέποντάς τον, και ήξερε πως ήταν αυτός ο πόνος παρά η όποια αγάπη της για τον Άντριου που την είχε κάνει να βγει έξαλλη από το δωμάτιο, αρνούμενη να τον ακούσει. «Ήμουν χολωμένος», παραδέχτηκε εκείνος μορφάζοντας. «Αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δε σου έλεγα την αλήθεια. Απλώς το χειρίστηκα απαίσια. Θα ήταν καλύτερα να σου είχα γράψει ένα γράμμα, παρά να εμφανιστώ έτσι στο κατώφλι σου. Θα μπορούσα ναι είχα αναπτύξει πιο καλά αυτά που ήθελα να σου πω. Φοβάμαι πως οι σκέψεις μου δεν ήταν ποτέ καθαρές όταν βρισκόμουν κοντά σου. Θα έπρεπε να σου είχα αποδείξει τι είδους άνθρωπος ήταν ο Χόξτον, να έμενα εκεί μέχρι να σε πείσω να με ακούσεις και να με πιστέψεις. Αλλά άφησα την αναθεματισμένη την περηφάνια μου να με επηρεάσει». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε και του έσφιξε το χέρι. «Αχ, Σινκλέρ. Σε

217


παρακαλώ, μην κατηγορείς τον εαυτό σου. Το λάθος ήταν δικό μου και κανενός άλλου που παντρεύτηκα αυτό τον άντρα. Θα έπρεπε να ήμουν πιο προσεκτική. Δε θα έπρεπε να είχα βιαστεί να παντρευτώ. Ήταν απλά... ήθελα να τον ερωτευτώ. Ήθελα να πιστέψω ότι αυτός ήταν ο τέλειος άντρας για μένα. Ήμουν πληγωμένη και μόνη και θυμωμένη μαζί σου». Τον κοίταξε στα μάτια. «Αποκάλεσες τον Άντριου ηλίθιο, αλλά εγώ ήμουν δέκα φορές πιο ηλίθια που βιάστηκα να παντρευτώ για να σου αποδείξω ότι δε μου είχες ραγίσει την καρδιά». Εκείνος έμεινε ακίνητος, με τα δάχτυλά του να σφίγγουν τα δικά της. Συνειδητοποιώντας πόσα πολλά του είχε αποκαλύψει, η Φραντσέσκα πετάχτηκε όρθια και απομακρύνθηκε από κοντά του. «Αλλά δεν είναι αυτή η ουσία της ιστορίας μου. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, όταν πέθανε ο λόρδος Χόξτον, δε μου άφησε σχεδόν τίποτα. Στην πραγματικότητα μου άφησε κάμποσα χρέη να πληρώσω. Από τότε που πέθανε, τα βγάζω πέρα με το ζόρι». «Το ξέρω», της απάντησε εκείνος ήρεμα. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε. «Το ξέρεις;» Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Είναι κοινό μυστικό; Το ξέρουν όλοι στην αριστοκρατία;» «Όχι, όχι», βιάστηκε να την καθησυχάσει. Σηκώθηκε κι αυτός και την πλησίασε. «Μόνο εγώ το ξέρω. Γνώριζα τι άνθρωπος ήταν και είχα τις υποψίες μου για την κατάσταση στην οποία μπορεί να σε είχε αφήσει. Και... έκανα μερικές διακριτικές ερωτήσεις». Η ντροπή της έγινε πιο μεγάλη. Όλα αυτά τα χρόνια, ο άνθρωπος από τον οποίο ήθελε να κρύψει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τα οικονομικά της προβλήματα το ήξερε. «Θα πρέπει να με θεώρησες απίστευτα ηλίθια». «Όχι, καθόλου». Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Υποθέτω πως δε θα είχε και τόση σημασία. Πάντα γνώριζες το χειρότερο εαυτό μου». Ένα αχνό χαμόγελο άστραψε για μια στιγμή στο πρόσωπό του και ύστερα χάθηκε. «Αυτό είναι αλήθεια. Κι εσύ τον δικό μου». Η παρατήρησή τού την έκανε να χαμογελάσει. «Αλήθεια; Τότε ο χειρότερος εαυτός σου είναι αστεία υπόθεση».

218


«Το ίδιο και ο δικός σου». Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά της να ζεσταίνεται και ξεροκατάπιε για να πνίξει τη συγκίνησή της. Έστρεψε αλλού το πρόσωπό της και ξερόβηξε. «Λοιπόν, έμαθα να κάνω οικονομίες -θα ξαφνιαζόσουν πολύ αν με έβλεπες να ψωνίζω». Έτσι όπως είχε γυρισμένο το κεφάλι της, δεν μπόρεσε να δει τον πόνο και τις τύψεις που καθρεφτίστηκαν στο πρόσωπό του. «Κατάφερα να τα βγάλω πέρα. Αλλά τώρα ο Πέρκινς...» «Τι δουλειά έχει ο Πέρκινς, που να πάρει ο διάβολος;» «Κέρδισε το σπίτι μου από τον Άντριου σε μια παρτίδα χαρτιά». Η Φραντσέσκα γύρισε προς το μέρος του, νιώθοντας την οργή της να φουντώνει πάλι. «Εκείνος ο...μπάσταρδος έπαιξε το σπίτι μου σε μια παρτίδα χαρτιά!» Τα μάτια του Ρόκφορντ άστραψαν και άρχισε να βρίζει. Η Φραντσέσκα δεν ήξερε αν έβριζε τον Πέρκινς ή το μακαρίτη τον άντρα της. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ξαφνικά ένιωσε πολύ καλύτερα. «Ο Πέρκινς μου είπε ότι, αν του πληρώσω τα λεφτά που του χρωστούσε ο Άντριου, θα σκίσει το χαρτί με το οποίο του παραχώρησε εκείνος την κυριότητα του σπιτιού. Πούλησα ότι μπόρεσα, αλλά το ποσό ξεπερνάει τις δυνατότητές μου. Αν όμως...» Ξεροκατάπιε, μη τολμώντας να τον κοιτάξει στα μάτια. Αυτό που του ζητούσε ήταν εντελώς ανάρμοστο. Μια γυναίκα δεν μπορεί να πάρει ένα τόσο μεγάλο ποσό από έναν άντρα χωρίς να υπονομεύσει την υπόληψή της, και φοβήθηκε πως εκείνος μπορεί να σχημάτιζε πολύ άσχημη ιδέα γι' αυτήν που του το ζητούσε. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει. Ύστερα είπε βιαστικά: «Αν μου δανείσεις εσύ αυτά τα χρήματα, θα μπορέσω να του τα δώσω. Θα σου τα επιστρέψω, σου το υπόσχομαι. Θα πουλήσω το σπίτι και τα χρήματα που θα πάρω θα είναι αρκετά ώστε...» «Δε θα πουλήσεις το σπίτι σου», της είπε ο Ρόκφορντ. «Ή θα πρέπει να το πουλήσω ή θα πρέπει να το νοικιάζω κατά τη διάρκεια της σεζόν. Αλλά αν κάνω το δεύτερο, θα μου πάρει χρόνια για να σου ξεπληρώσω το δάνειο και, ειλικρινά, αν πουλήσω, θα

219


μπορέσω να σε ξοφλήσω και να αγοράσω ένα πιο μικρό σπίτι». «Δε θα το πουλήσεις. Δε θα το νοικιάσεις. Και δε θα υπάρξει δάνειο». Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε, νιώθοντας το στομάχι της να σφίγγεται από την απόγνωση. Το πρόσωπο του δούκα ήταν τόσο σκληρό, τα μάτια του τόσο ανέκφραστα και ψυχρά, που πάγωσαν τα λόγια στα χείλια της. «Ανάθεμά με, αν επιτρέψω σ' αυτό τον αγύρτη να πάρει το σπίτι σου. Ο Κράνστον θα καλέσει τον αμαξά να σε πάει σπίτι σου», της είπε και προχώρησε προς την πόρτα. «Ρόκφορντ ! Τι κάνεις;» Η Φραντσέσκα τον ακολούθησε ανήσυχη. Εκείνος γύρισε και της απάντησε κοφτά: «Πάω να δω τον Πέρκινς».

220


Κεφάλαιο 15 «Σινκλέρ! Όχι!» Η Φραντσέσκα έτρεξε πίσω του, τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε να σταματήσει. «Τι θα κάνεις; Δε θα σε αφήσω να ξοφλήσεις έτσι απλά το χρέος για λογαριασμό μου». «Μην ανησυχείς. Αμφιβάλλω αν θα αλλάξουν χέρια χρήματα. Κάτι μου λέει ότι ο Πέρκινς θα ανακαλύψει πως τον συμφέρει να επστρέψει στην Ευρώπη πάραυτα». «Σινκλέρ!» Η Φραντσέσκα γούρλωσε τα μάτια της θορυβημένη. «Εννοείς ότι θα πας να πιαστείς στα χέρια μαζί του; Όχι, δεν πρέπει να το κάνεις. Ειλικρινά, δεν αξίζει τον κόπο. Θα πληγωθείς». Ο δούκας ύψωσε το φρύδι του. «Υπονοείς ότι δεν μπορώ να κάνω καλά μια νυφίτσα σαν τον Πέρκινς;» «Έχει σκοτώσει άνθρωπο!» «Θεωρούμαι κι εγώ καλός σκοπευτής -με το δικό μου ταπεινό τρόπο». «Αυτό το ξέρω». Η Φραντσέσκα μόρφασε. «Εσύ όμως είσαι τζέντλεμαν, υπακούς σε έναν κώδικα τιμής, ενώ ο Πέρκινς δεν πρόκειται να σεβαστεί κανέναν κανόνα». «Ειλικρινά, σε ότι αφορά τον Πέρκινς, ούτε εγώ νιώθω να δεσμεύομαι από κανέναν κανόνα». «Όχι, σε παρακαλώ ... δεν πρέπει να μπλέξεις σε μονομαχία. Δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν πάθαινες κάτι». «Η πίστη σου σ' εμένα είναι λιγάκι υποτιμητική, αγαπητή μου», της είπε ο δούκας, κι όταν είδε ότι ήταν έτοιμη ν' αρχίσει πάλι τις διμαρτυρίες, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και ακούμπησε το δείκτη του στα χείλη της. «Δε θα γίνει καμιά μονομαχία. Αυτό μπορώ να σου το υποσχεθώ. Μπορώ να περιποιηθώ κατάλληλα τον Πέρκινς και χωρίς μονομαχία». Η Φραντσέσκα άφησε το μπράτσο του, αλλά παρέμεινε συνοφρυωμένη. «Δε θα πολεμήσει δίκαια. Δεν μπορείς να του έχεις εμπιστοσύνη». «Πίστεψέ με, δεν έχω τέτοιο σκοπό». Ο δούκας απομακρύνθηκε και, όταν έφτασε στην πόρτα, γύρισε

221


πάλι προς το μέρος της και την κοίταξε. Η Φραντσέσκα στεκόταν στη μέση του δωματίου και τον παρακολουθούσε απελπισμένη. Τα γαλανά μάτια της φάνταζαν πελώρια στο χλομό πρόσωπό της. Μουρμουρίζοντας μια βρισιά μέσα από τα δόντια του, γύρισε κοντά της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Ξαφνιασμένη, η Φραντσέσκα ούτε που κουνήθηκε αρχικά, ύστερα όμως τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του και κόλλησε πάνω του. Ο Ρόκφορντ τη φίλησε αργά, χωρίς να βιάζεται, και όταν τελικά την άφησε, ήταν ξέπνοη και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Ύστερα εκείνος έφυγε, βγήκε στο χολ και φώναξε τον Κράνστον. Η Φραντσέσκα σωριάστηκε σε μια καρέκλα ζαλισμένη. Άκουγε τον Ρόκφορντ και τον μπάτλερ του να συνομιλούν χαμηλόφωνα στο διάδρομο, αλλά δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Λίγο αργότερα, ο Κράνστον εμφανίστηκε στην πόρτα και έκανε μια υπόκλιση. «Λαίδη μου, η άμαξα περιμένει στην πόρτα να σας πάει σπίτι». «Σ' ευχαριστώ, Κράνστον». Η Φραντσέσκα προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερε. Ο Κράνστον της κράτησε την κάπα της και εκείνη τη φόρεσε και την έδεσε μπροστά. Σήκωσε την κουκούλα για να κρύψει το πρόσωπό της και ακολούθησε τον μπάτλερ στην εξώπορτα. Η άμαξα του Ρόκφορντ την περίμενε απ' έξω και ο Κράνστον τη βοήθησε να ανέβει. Η Φραντσέσκα αναρωτήθηκε τι μπορεί να σκεφτόταν ο ηλικιωμένος μπάτλερ γι' αυτά τα περίεργα πήγαιν' έλα, αλλά το πρόσωπό του δεν αποκάλυψε καμιά από τις σκέψεις του. Ήλπιζε ότι θα ξανάβλεπε το δούκα πριν την αναχώρησή της, αλλά ο Ρόκφορντ θα πρέπει να είχε φύγει αμέσως μόλις έδωσε τις οδηγίες στον μπάτλερ του. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από τα νεύρα και πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ο Σινκλέρ θα ήταν μια χαρά, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της. Είχε ακούσει τον Ντόμινικ να λέει ότι ο Ρόκφορντ ήταν «άπιαστος» και ότι θα ήθελε να τον έχει με το μέρος του σ' έναν «καβγά». Και τα δυο σχόλια η Φραντσέσκα τα είχε εκλάβει ως επαινετικά για τις ικανότητες του δούκα στη μάχη. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να μην ανησυχεί. Ο Πέρκινς δε θα

222


δίσταζε να πυροβολήσει έναν άοπλο άντρα. Αν ο Σινκλέρ σκοτωνόταν προσπαθώντας να τη βοηθήσει, δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της. Μακάρι να μην είχε σκεφτεί ποτέ να καταφύγει τρέχοντας στο Λιλ Χάουζ. Καλύτερα να έχανε το σπίτι της παρά να τραυματιζόταν ή να σκοτωνόταν ο Ρόκφορντ. Κι όμως, κάτω από την ενοχή και την ανησυχία, υπήρχε και ένα άλλο συναίσθημα, μια έντονη συγκίνηση -ευγνωμοσύνη, ναι, αλλά και κάτι ακόμα. Σίγουρα ένιωθε αγαλλίαση στη σκέψη ότι μπορεί να μην αναγκαζόταν να φύγει από το σπίτι της, αλλά ήταν και κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό. Ήταν μια βαθιά, γλυκιά ζεστασιά, μια εσωτερική ικανοποίηση επειδή ήξερε ότι ο Σινκλέρ τη νοιαζόταν ακόμα. *** Ο δούκας του Ρόκφορντ δεν άργησε να εντοπίσει τον Γκάλεν Πέρκινς. Πρώτα πήγε σε μια χαρτοπαικτική λέσχη στην Παλ Μαλ που ήξερε ότι σύχναζε παλιά ο λόρδος Χόξτον. Η λέσχη λειτουργούσε ακόμα, αλλά δεν είδε πουθενά τον Πέρκινς. Αφού έκανε μερικές γρήγορες ερωτήσεις στον ιδιοκτήτη, έμαθε ότι ο Πέρκινς δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτος εκεί πέρα, γιατί το είχε σκάσει από τη χώρα αφήνοντας ένα σημαντικό χρέος πίσω του. Πάντως, τώρα μπορούσε να τον βρει κανείς μερικά κτίρια πιο κάτω στην Παλ Μαλ ή σε μια λέσχη στην Μπένετ. Πράγματι, ο Πέρκινς ήταν στη δεύτερη λέσχη, αλλά ήταν τόσο απορροφημένος στα ζάρια, που ούτε καν γύρισε να κοιτάξει όταν ο Ρόκφορντ μπήκε στην αίθουσα. Ο δούκας ξαναβγήκε αθόρυβα, έδωσε ένα χρυσό νόμισμα στον πορτιέρη για να του φωνάξει τον Πέρκινς και περίμενε έξω. Δέκα λεπτά αργότερα, ο γεροδεμένος πορτιέρης άνοιξε την πόρτα και οδήγησε τον Πέρκινς έξω. Ο Πέρκινς έριξε μια ματιά γύρω του και είπε επιθετικά: «Μα τι στην οργή λες; Εγώ δε βλέπω κανέναν». Ο πορτιέρης ύψωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Το μόνο που μου είπε ήταν ότι έχει να σου πληρώσει ένα χρέος». Ο Ρόκφορντ βγήκε από τις σκιές. «Εγώ είμαι». Ο Πέρκινς γούρλωσε τα μάτια του και πήγε να κάνει μεταβολή για να ξαναμπεί μέσα, αλλά ο Ρόκφορντ τον άρπαξε από το μπράτσο και

223


τον τράβηξε αποφασιστικά στο δρόμο. «Εμείς οι δυο πρέπει να μιλήσουμε». Ο Πέρκινς προσπάθησε να του ξεφύγει. «Δεν πας στο διάβολο. Εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». «Όχι;» Ο Ρόκφορντ άφησε το μπράτσο του Πέρκινς και του έδωσε μια γροθιά στο στομάχι. Ο Πέρκινς διπλώθηκε στα δύο καθώς ο αέρας έβγαινε σφυρίζοντας από τα πνευμόνια του και ο Ρόκφορντ τον αποτελείωσε με μια γροθιά στο σαγόνι που του μάτωσε τα χείλια. Ο Πέρκινς παραπάτησε και σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο. Ο πορτιέρης τούς παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον και ο δούκας του έκανε νόημα να πλησιάσει. «Βοήθησέ με να βάλουμε το φιλαράκο μας σε ένα ταξί. Νομίζω πως είναι ώρα να πάει σπίτι». Ο πορτιέρης χαμογέλασε στραβά, πλησίασε, άρπαξε τον Πέρκινς από το μπράτσο και τον σήκωσε όρθιο. Ο Ρόκφορντ έκανε νόημα σε μια αγοραία άμαξα και οι δυο άντρες έβαλαν τον χλομό Πέρκινς που αγκομαχούσε μέσα. Ο Ρόκφορντ κάθισε απέναντι από τον Πέρκινς. «Πού μένεις;» Ο Πέρκινς τον κοίταξε απειλητικά, αμίλητος. Ο Ρόκφορντ αναστέναξε. «Θέλεις πραγματικά να περάσουμε στο δεύτερο γύρο; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα, βέβαια, αλλά φοβάμαι ότι εσένα θα σε κουράσει». Αυτή τη φορά ο Πέρκινς μουρμούρισε μια διεύθυνση. Ο Ρόκφορντ την είπε στον αμαξά, βολεύτηκε πίσω στη θέση του, σταύρωσε τα μπράτσα του και έμεινε να κοιτάζει επίμονα τον άντρα απέναντί του. Ο Πέρκινς είχε τυλίξει προστατευτικά το μπράτσο στο στομάχι του και είχε λουφάξει στη γωνιά της άμαξας, αποφεύγοντας το βλέμμα του δούκα. Όταν ο αμαξάς σταμάτησε μπροστά σ' ένα στενό κτίριο από καφέ τούβλα, ο Ρόκφορντ έπιασε τον Πέρκινς από το μπράτσο και τον κατέβασε από την άμαξα. Τον άφησε για μια στιγμή για να πληρώσει τον αμαξά και τότε εκείνος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να το σκάσει. Αβίαστα, ο Ρόκφορντ άπλωσε το πόδι του και του έβαλε τρικλοπο-

224


διά, σωριάζοντάς τον στο πεζοδρόμιο. Αφού έδωσε στον αμαξά τα λεφτά του, έσκυψε και σήκωσε τον Πέρκινς. Αιμορραγώντας τώρα όχι μόνο από τα χείλη αλλά και από ένα καινούριο κόψιμο στο μάγουλο, ο Πέρκινς δεν πρόβαλε πια καμιά αντίσταση όταν τον οδήγησε στα σκαλιά και στη συνέχεια μέσα στο κτίριο. Όταν μπήκαν, χρειάστηκε να ανέβουν άλλη μια σειρά σκαλοπάτια και ο Πέρκινς καθυστέρησε να βρει τα κλειδιά του, αλλά τελικά μπήκαν σ' ένα δωμάτιο. Με μια σπρωξιά, ο Ρόκφορντ τον έριξε στο κρεβάτι. «Να πάρει ο διάβολος!» ξέσπασε ο Πέρκινς. «Τι νομίζεις πως κάνεις;» συνέχισε παλεύοντας να ανακαθίσει. «Σε στέλνω πίσω στην Ευρώπη». «Τι πράγμα; Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». «Ω, εγώ λέω ότι θα πας. Πρώτα, όμως, θα μου δώσεις το χαρτί με το οποίο υποτίθεται ότι ο λόρδος Χόξτον σου μεταβίβασε την κυριότητα του σπιτιού του. Ύστερα θα φύγεις από αυτή τη χώρα και δε θα γυρίσεις ποτέ ξανά». «Βρε, δεν πας στο διάβολο!» Το ξέσπασμα του Πέρκινς θα ήταν πιο εντυπωσιακό αν δεν είχε παραπατήσει όταν πετάχτηκε όρθιος, πράγμα που τον ανάγκασε να αρπαχτεί από την κολόνα του κρεβατιού για να μην πέσει. «Δεν μπορείς να με αναγκάσεις να πάω πουθενά». Ο Ρόκφορντ ύψωσε εκφραστικά το φρύδι του. Ο Πέρκινς τον κοίταξε πεισματάρικα για μια στιγμή και μετά έστρεψε αλλού το βλέμμα του. «Καλά, καλά», κλαψούρισε πηγαίνοντας στην γκαρνταρόμπα, απ' όπου και έβγαλε έναν πάνινο σάκο. Άνοιξε το σάκο και τον ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι. Μετά γύρισε στο μικρό κομοδίνο δίπλα. Με την πλάτη στραμμένη στον Ρόκφορντ, έχωσε το χέρι του μέσα στο συρτάρι. Όταν στράφηκε, επιτέθηκε στον Ρόκφορντ κρατώντας στο χέρι του ένα μαχαίρι. Ο Ρόκφορντ τον απέφυγε επιδέξια και του έδωσε μια μπουνιά στα νεφρά. Ο Πέρκινς έγειρε μπροστά, παραπατώντας από τη δύναμη του χτυπήματος. Ο Ρόκφορντ του ρίχτηκε, τον άρπαξε από το χέρι

225


που κρατούσε το μαχαίρι και το γύρισε πίσω από την πλάτη του. Η λαβή του στον καρπό του άλλου έμοιαζε με ατσάλινη τανάλια και δε δυσκολεύτηκε ν' ανοίξει τα δάχτυλα του Πέρκινς και να του πάρει το μαχαίρι. «Τώρα», είπε ρίχνοντας το μαχαίρι στην τσέπη του σακακιού του, «ελπίζω ότι μπορείς να συνεχίσεις να μαζεύεις τα πράγματά σου. Άλλο ένα τέτοιο κόλπο και θα βρεθείς στο πλοίο χωρίς τα υπάρχοντά σου». «Κόντεψες να μου βγάλεις το χέρι», κλαψούρισε ο Πέρκινς τρίβοντας τον ώμο του. «Έχεις τρελαθεί;» «Σε διαβεβαιώνω ότι είμαι απόλυτα λογικός». «Εσένα δε σε πείραξα ποτέ. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου φέρεσαι έτσι». «Προσέβαλες μια γνωστή μου κυρία. Αυτό μου δίνει κάθε δικαίωμα. Τώρα, δώσε μου το σημείωμα». Ο Πέρκινς έκανε μια πικρόχολη γκριμάτσα. «Το παλιογύναικο! Ώστε αυτή είναι η τιμή της για να γίνει αγαπητικιά σου;» Ο Ρόκφορντ τίναξε τη γροθιά του και πέτυχε τον Πέρκινς στο μάγουλο, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα. Προτού προλάβει να αντιδράσει ο Πέρκινς, ο δούκας έκανε την κίνησή του και τον ακινητοποίησε ακουμπώντας την μπότα του στο λαιμό του. «Θα μπορούσα να σου κάνω ότι θέλω», του είπε σε τόνο συζήτησης. «Ελπίζω να είσαι αρκετά έξυπνος ώστε να το καταλαβαίνεις. Αν ήθελα, θα μπορούσα να σου συνθλίψω το λαιμό αυτή τη στιγμή». Πίεσε την μπότα του περισσότερο στο λαρύγγι του Πέρκινς. «Θα μπορούσα να σε σκοτώσω εδώ και τώρα και ύστερα να βάλω τους υπηρέτες μου να πετάξουν το πτώμα σου στον Τάμεση. Και κανείς δεν επρόκειτο να αντιληφθεί ή να ενδιαφερθεί για την εξαφάνισή σου». Έκανε μια παύση και συνέχισε: «Τώρα... θα σου το πω μία ακόμα φορά. Δώσε μου το σημείωμα». Ο Πέρκινς είχε γίνει κάτασπρος σαν κιμωλία ακούγοντας τα λόγια του δούκα. Έψαξε σαν τρελός στην εσωτερική τσέπη του και έβγαλε ένα χαρτί. Το σήκωσε ψηλά. Ο Ρόκφορντ χαλάρωσε κάπως την πίεση της μπότας του και έσκυ-

226


ψε να πάρει το χαρτί. Το ξεδίπλωσε και το διάβασε σφίγγοντας τα χείλη του. Ύστερα το ξαναδίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του. «Πες μου», είπε πάλι σε τόνο συζήτησης. «Ρωτάω απλώς από περιέργεια. Ήταν τόσο μεγάλο κορόιδο ο Χόξτον ώστε να σου γράψει αυτό το σημείωμα;» Ο Πέρκινς έσφιξε πεισματικά το σαγόνι του και ο Ρόκφορντ πίεσε το πόδι του περισσότερο. «Όχι!» Ο Πέρκινς πάσχισε να πάρει ανάσα. «Εγώ το έγραψα. Μπορούσα πάντα να μιμηθώ το γραφικό του χαρακτήρα. Ο κοκορόμυαλος! Ούτε ξέρω πόσες φορές πλαστογράφησα σημείωμά του. Ήταν πάντα πολύ λιώμα για να το θυμάται». Ο Ρόκφορντ ξεφύσηξε περιφρονητικά και τράβηξε το πόδι του από το λαιμό του άλλου. Ο Πέρκινς σηκώθηκε παραπατώντας. «Θα φύγεις από την Αγγλία αύριο», του είπε ο δούκας παγωμένα. «Κι αν ξαναγυρίσεις ποτέ, σου υπόσχομαι ότι θα χρησιμοποιήσω όλο το βάρος της περιουσίας και του ονόματός μου ώστε ναι δικαστείς για το φόνο του Έιβερι Μπάγκσο. Έγινα σαφής;» Μίσος καθρεφτίστηκε στα μάτια του Πέρκινς, αλλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και σήκωσε το χέρι του για να σκουπίσει το φρέσκο αίμα που έτρεξε από τα χείλη του. «Ωραία», συνέχισε ο Ρόκφορντ. «Ειλικρινά, εύχομαι να μη σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου. Φρόντισε να μη με απογοητεύσεις». Και λέγοντας αυτά, έκανε μεταβολή και βγήκε από την πόρτα. Πίσω του, ο Πέρκινς αγριοκοίταξε για μια στιγμή την πόρτα, ύστερα γύρισε και πλησίασε σφιγμένος το σάκο στο κρεβάτι. Τον πήρε και τον πέταξε στον τοίχο. «Αυτό θα το δούμε», γρύλισε βλοσυρά. «Θα το δούμε, που να πάρει η οργή». *** Η Φραντσέσκα κάθισε στο σαλόνι, χωρίς να κάνει τον κόπο να ανέβει πάνω για να αλλάξει. Ήταν σίγουρη ότι ο Ρόκφορντ θα ερχόταν να τη δει όταν θα τέλειωνε με τον Πέρκινς, κι αν δεν το έκανε, φοβόταν ότι αυτό θα σήμαινε το χειρότερο. Δεν μπορούσε να πέσει για ύπνο με μια τέτοια απειλή να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της.

227


Έτσι έβγαλε τα παπούτσια της και κουλουριάστηκε στην πιο αναπαυτική πολυθρόνα, αφού τη γύρισε ώστε να μπορεί να βλέπει έξω από το μπροστινό παράθυρο. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά. Έλεγε στον εαυτό της ότι δε χρειαζόταν να ανησυχεί. Ο Ρόκφορντ θα κανόνιζε τον Πέρκινς χωρίς να πάθει κανένα κακό. Δεν τον είχε δει ποτέ ανέτοιμο ή να τον πιάνουν στον ύπνο. Ήταν έξυπνος, δυνατός και δε θα άφηνε τον Πέρκινς να του τη φέρει μπαμπέσικα. Αλλά όσο και να καθησύχαζε τον εαυτό της, δεν μπορούσε να διώξει το φόβο της. Αν πάθαινε κάτι ο Σινκλέρ εξαιτίας της, δεν ήξερε τι θα έκανε. Η σκέψη αυτή τη διέλυε. Έκλεισε τα μάτια της και έσφιξε δυνατά τα χέρια στην ποδιά της. Δε θα έπρεπε να είχε καταφύγει τρέχοντας στον Ρόκφορντ. Ήταν χαζό εκ μέρους της. Εγωιστικό. Κι όμως, ήξερε ότι δε θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι άλλο. Κι αν της δινόταν η ευκαιρία να το επαναλάβει, θα έκανε σίγουρα το ίδιο. Ήταν γεγονός πως απ' όλους τους συγγενείς και φίλους που είχε σ' αυτό τον κόσμο, στον Ρόκφορντ θα έτρεχε πάντα αν είχε πρόβλημα. Κι αυτό, συνειδητοποίησε, ήταν η ουσία της ζωής της. Ο Ρόκφορντ τη γνώριζε καλύτερα από τον καθένα. Ήταν ο βράχος, το κέντρο του κόσμου της, ο μόνος άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να βασίζεται. Είχε αγνοήσει αυτό το γεγονός για χρόνια, το είχε αρνηθεί, είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της για να προσποιηθεί ότι δεν ήταν αλήθεια. Είχε ζήσει ως σύζυγος κάποιου άλλου άντρα και του ήταν πιστή σε όλα, με εξαίρεση το κυριότερο. Η καρδιά της ανήκε στον Σινκλέρ. Και θα του ανήκε για πάντα. Δε βαυκαλιζόταν με την ιδέα ότι υπήρχε κάποιο μέλλον γι' αυτούς. Ήταν φανερό ότι ο Ρόκφορντ έτρεφε κάποιο πάθος για εκείνη - κρίνοντας από τα φιλιά και τα χάδια του, Θα ήταν δύσκολο να το αρνηθεί. Ήταν όμως αρκετά λογική ώστε να ξέρει ότι το πάθος δε σήμαινε και αγάπη, και σίγουρα δε σήμαινε γάμο. Η Φραντσέσκα είχε χάσει κάθε ελπίδα για κάτι τέτοιο όταν διέλυσε τον αρραβώνα τους. Ο δούκας ήταν πολύ περήφανος για να κάνει δεύτερη φορά πρόταση γάμου σε μια γυναίκα που τον είχε απορρί-

228


ψει. Ακόμα κι αν άφηνε την τρελή φαντασία της να πιστέψει ότι ο Ρόκφορντ θα ήθελε να την παντρευτεί, αυτό θα σήμαινε πως θα αθετούσε το καθήκον του απέναντι στο όνομα και την οικογένειά του αν παντρευόταν μια στείρα γυναίκα. Όχι, ο Ρόκφορντ γνώριζε το καθήκον του και θα παντρευόταν τη γυναίκα που έπρεπε να παντρευτεί. Διαφορετικά, γιατί είχε δεσμευτεί να βρει σύζυγο; Δε θα γνώριζε την εκπλήρωση της αγάπης της. Παρ' όλα αυτά, ένιωθε μια ζεστασιά βαθιά μέσα της και μόνο που ήξερε ότι υπήρχε. Η καρδιά της ήταν ένα ψυχρό πράγμα μέσα της επί τόσα χρόνια, που τώρα ήταν μια μεθυστική εμπειρία να τη νιώθει να πλημμυρίζει ξανά από γλυκά συναισθήματα. Έγειρε μπροστά και είδε έναν άντρα να προχωράει προς το σπίτι. Περίμενε σφιγμένη να πλησιάσει. «Ο Σινκλέρ!» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα όταν διέκρινε καθαρά τη σιλουέτα του δούκα. Πετάχτηκε όρθια, πήρε το κερί και πήγε βιαστικά προς την πόρτα. Ακούμπησε το κερί στο τραπεζάκι του χολ, τράβηξε το σύρτη και άνοιξε σιγανά την πόρτα. Ο Ρόκφορντ είχε μπει μόλις από το δρόμο στην αλέα της. «Σινκλέρ!» Ο Ρόκφορντ την κοίταξε και χαμογέλασε. Η Φραντσέσκα κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια και ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Εκείνος τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της, τη σήκωσε ψηλά και το στόμα του βρήκε το δικό της. Έμειναν κάμποση ώρα έτσι, με τα χείλια τους κολλημένα, ξεχνώντας τον κόσμο γύρω τους. Στο τέλος η Φραντσέσκα θυμήθηκε πού βρίσκονταν και τι έκανε, έτσι τον άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω, αφήνοντας να της ξεφύγει ένα τρεμουλιαστό γελάκι. «Δεν ξέρεις πόσο ανησύχησα. Έλα, έλα μέσα...» Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο σπίτι, ρίχνοντας μια ματιά στον σκοτεινό δρόμο. Όπως και την άλλη φορά που την είχε επισκεφθεί ο δούκας αργά τη νύχτα, γλίστρησαν αθόρυβα στο διάδρομο μέχρι το μικρό άνετο

229


καθιστικό και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. «Τι έγινε;» τον ρώτησε η Φραντσέσκα γυρίζοντας να τον κοιτάξει. «Είδες τον Πέρκινς;» «Τον είδα». Έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού» του και έβγαλε ένα χαρτί. Το ξεδίπλωσε και της το έδωσε. «Ορίστε το σημείωμα. Θα πρότεινα να το κάψεις». Η Φραντσέσκα άπλωσε το χέρι της και πήρε το χαρτί, μη τολμώντας να το πιστέψει. Το χέρι της έτρεμε. «Δε... δεν τον πλήρωσες, έτσι;» «Όχι. Σου τ' ορκίζομαι». «Ούτε τον σκότωσες;» Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Ούτε τον σκότωσα. Τον έπεισα να φύγει από την Αγγλία. Δε νομίζω ότι θα τον ξαναδούμε». «Αχ, Σινκλέρ!» Η Φραντσέσκα πίεσε το χέρι στα μάτια της για να συγκρατήσει τα δάκρυα που απειλούσαν να κυλήσουν. «Υποθέτω πως είναι λάθος -νομικά το σπίτι μπορεί να είναι δικό του-, αλλά δεν μπορώ να μη νιώσω χαρά που τον έδιωξες». «Το σπίτι δεν είναι δικό του. Ο Πέρκινς παραδέχτηκε πως το σημείωμα είναι πλαστό, όπως το περίμενα. Ένας Θεός ξέρει ότι ο Χόξτον ήταν αρκετά ηλίθιος για να του το γράψει, αλλά αν ο Πέρκινς είχε αυτό το σημείωμα στα χέρια του εδώ και επτά χρόνια, σίγουρα θα είχε κάνει κάποια κίνηση, ακόμα κι από την εξορία. Και δε θα ήταν καθόλου πρόθυμος να δεχτεί χρήματα από σένα αντί για το σπίτι. Με το που γύρισε, Θα σε είχε πάει κατευθείαν στα δικαστήρια». «Ω». Η Φραντσέσκα το σκέφτηκε. «Σίγουρα έχεις δίκιο. Θα μπορούσα να τον πολεμήσω στο δικαστήριο. Θα έπρεπε να το είχα κάνει αντί να ενοχλήσω εσένα». «Έκανες αυτό ακριβώς που έπρεπε. Αν τον είχες προκαλέσει, θα σου είχε κάνει τη ζωή κόλαση με ψέματα και κουτσομπολιά. Ο άνθρωπος αυτός είναι φίδι. Για μένα δεν ήταν πρόβλημα. Λυπάμαι μόνο που περίμενες τόσο καιρό να μου πεις τι ήταν αυτό που σε προβλημάτιζε. Θα ήθελα πολύ να σε είχα γλιτώσει απ' αυτές τις βδομάδες αγωνίας».

230


Τα λόγια του, η τρυφερή έκφραση στα μάτια του έσπασαν την αυτοκυριαρχία της και άρχισε να κλαίει. «Φραντσέσκα... γλυκιά μου, όχι...» Την πλησίασε και την πήρε μαλακά στην αγκαλιά του. «Μην κλαις». Φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της. «Εγώ το έκανα για να είσαι ευτυχισμένη». «Είμαι!» Η Φραντσέσκα άφησε να της ξεφύγει ένα τρεμουλιαστό γελάκι. «Έχω πάρα πολύ καιρό να νιώσω τόσο ευτυχισμένη». Εκείνος γέλασε και έσφιξε τα μπράτσα του γύρω της, τρίβοντας το μάγουλό του στα μαλλιά της. «Τόσο ευτυχισμένη που κλαις». «Ακριβώς». Η Φραντσέσκα τραβήχτηκε λίγο και τον κοίταξε, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάγουλά της. Τα γαλανά μάτια της άστραφταν γεμάτα χαρά και τρυφερότητα. Εκείνος πήρε μια κοφτή ανάσα. «Φραντσέσκα...» «Ήσουν τόσο ευγενικός, τόσο καλός. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ευγνώμων σου είμαι». «Δε θέλω την ευγνωμοσύνη σου», της απάντησε εκείνος με φωνή τραχιά από την ταραχή. «Έτσι κι αλλιώς την έχεις, αλλά και πολύ περισσότερα». Σηκώθηκε τολμηρά στις μύτες των ποδιών της και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και έμειναν να κοιτάζονται για κάμποση ώρα στα μάτια. Ύστερα ανασηκώθηκε ξανά και το στόμα της βρήκε το δικό του. Φιλήθηκαν άγρια, παθιασμένα, οι γλώσσες τους έμπλεξαν σε έναν πρωτόγονο χορό πάθους. Η φλόγα φούντωσε μέσα τους. Τα χέρια του Ρόκφορντ κατέβηκαν ανυπόμονα στους γλουτούς της και την πίεσε πιο δυνατά πάνω του. Η Φραντσέσκα τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του κολλώντας πάνω του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του σκληρού κορμιού του πάνω στο δικό της. Μια βαθιά, απροσδιόριστη λαχτάρα ξύπνησε μέσα της, που φούντωνε περισσότερο με κάθε κίνηση των δαχτύλων του, με κάθε χάδι των χειλιών του. Οι αισθήσεις της ζωντάνεψαν, όπως γινόταν πάντα όταν βρσκόταν μαζί του. Το δέρμα της έγινε εξαιρετικά ευαίσθητο, νιώθοντας και το παραμικρό άγγιγμα του αέρα. Η όραση, η ακοή, η όσφρησή

231


της -όλες είχαν οξυνθεί τόσο, που ένιωσε να την παρασύρει μια θύελλα αισθήσεων. Έσυρε το χέρι της στον αυχένα του, ψηλαφώντας τις αιχμηρές κοντές τρίχες, και στη συνέχεια χάιδεψε τα μεταξένια, πιο μακριά, πυκνά και μαλακά μαλλιά. Έχωσε τα δάχτυλά της μέσα νιώθοντας τις μπούκλες να χαϊδεύουν το δέρμα της και πίεσε τα ακροδάχτυλά της στο κρανίο του. Το βογκητό που ξέφυγε τότε από τα χείλη του Ρόκφορντ πυροδότησε το πάθος της. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της, ο σφυγμός της χτυπούσε σαν τρελός. Τα μπράτσα του την έσφιξαν τόσο δυνατά που σχεδόν τη μελάνιασαν, σαν να ήθελε να ενώσει τα δυο κορμιά τους σε ένα. Η Φραντσέσκα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήθελε κι εκείνη -να τον νιώσει μέσα της, να γίνει ένα μαζί του, να ενωθούν με έναν τρόπο που δε θα τους χώριζε τίποτα. Άρχισε να τρέμει, σχεδόν φοβισμένη από την ένταση της επιθυμίας της. «Όχι». Ο Ρόκφορντ τραβήχτηκε, πασχίζοντας να πάρει ανάσα. «Δε σε θέλω μ' αυτό τον τρόπο. Δεν πρέπει να νιώθεις ότι μου χρωστάς κάτι». Πέρασε το χέρι στα μαλλιά του και πήρε μια βαθιά ανάσα πασχίζοντας να μιλήσει ήρεμα. «Δε θα σε εκμεταλλευτώ». Την κοίταξε, και το βλέμμα των μαύρων ματιών του ήταν τόσο καυτό, τόσο έντονο, που φούντωσε ακόμα περισσότερο τον πόθο της. «Δε χρειάζεται να μου ξεπληρώσεις αυτό που έκανα. Δεν το έκανα για να...» «Σσσς». Η Φραντσέσκα σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε το δάχτυλό της στα χείλη του. «Το ξέρω ότι δεν είναι αυτός ο λόγος που με βοήθησες». Κοίταξε το αγαπημένο πρόσωπό του και ο πόθος που καθρεφτιζόταν στα χαρακτηριστικά του φούντωσε τις αισθήσεις της. «Η επιλογή είναι δική μου. Το θέλω». Καθώς το έλεγε αυτό, συνειδητοποίησε πόσο αλήθεια ήταν. Παρά το φόβο που καιροφυλακτούσε μέσα της, παρά την τρομακτική αγωνία ότι όλος αυτός ο πόθος και η λαχτάρα μπορεί να μετατρέπονταν για μια ακόμη φορά σε κρύα στάχτη, παρά τους αμέτρητους λόγους που δε θα έπρεπε να συνεχίσουν, εκείνη το ήθελε. Το ήθελε όσο δεν

232


είχε θελήσει τίποτε στη ζωή της. Στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που ήθελε στον κόσμο ήταν εκείνος. Χαμογέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά του, σηκώνοντας το πρόσωπό της προς το δικό του.

233


Κεφάλαιο 16 «Φραντσέσκα ...» Το όνομά της ήχησε στη γλώσσα του γεμάτο πείνα και ελπίδα. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και τη σήκωσε στα χέρια του. Τη φίλησε πεινασμένα, απελπισμένα, και η Φραντσέσκα αρπάχτηκε από πάνω του με το ίδιο πάθος, ανταποδίδοντάς του το φιλί, χώνοντας τα χέρια της μέσα στο σακάκι του. Ο Ρόκφορντ ήταν η άγκυρά της μέσα σ' αυτή τη θύελλα των συναισθημάτων και των αισθήσεων. Ήταν ο δημιουργός του αβάσταχτου πόθου της και μόνο αυτός θα μπορούσε να τον ικανοποιήσει. Αμαθής και αδέξια από την ανάγκη που φούντωνε μέσα της, ανέβασε τα χέρια της στους ώμους του και από εκεί στα μαλλιά του, νιώθοντας όμως ότι αυτό δεν ήταν αρκετό, καθώς ο πόθος μεγάλωνε με κάθε άγγιγμα. Ήθελε να εξερευνήσει τη σάρκα του, τα δάχτυλά της έτρεμαν από την επιθυμία να αγγίξουν το γυμνό κορμί του. Με μια τόλμη που δεν είχε βιώσει μέχρι τώρα, έχωσε το χέρι της κάτω από το σακάκι του. Το μετάξι του γιλέκου του ήταν λείο και δροσερό κάτω από τα δάχτυλά της, και η αίσθηση αυτή ξεσήκωσε κύματα επιθυμίας μέσα της, αλλά ούτε αυτό ήταν αρκετό. Ήθελε να τον αγγίξει, να τον νιώσει. Αλλά πάνω απ' όλα ήθελε να νιώσει τα χέρια του στο κορμί της. Ο Σινκλέρ την άφησε κάτω, έβγαλε το σακάκι του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Η Φραντσέσκα ξεκούμπωσε τα κουμπιά του γιλέκου του, κάπως αδέξια πάνω στη λαχτάρα και τη βιασύνη της. Ταυτόχρονα ο Σινκλέρ τράβηξε το προσεκτικά δεμένο φουλάρι του και το πέταξε εκεί που είχε πετάξει και το σακάκι του. Την επόμενη στιγμή ακολούθησε το γιλέκο του. Την τράβηξε πάνω του σαν να μην άντεχε να περιμένει άλλο και αιχμαλώτισε το στόμα της με το δικό του. Εκείνη, τώρα που δεν την εμπόδιζαν πια τα εξωτερικά ρούχα του, έσυρε ελεύθερα τα χέρια της στην πλάτη και στο στέρνο του. Μπορούσε πλέον να νιώσει τη ζεστασιά του δέρματός του μέσα από το λεπτό ύφασμα του πουκαμίσου, αλλά και πάλι ήθελε περισσότερα. Έπιασε το πουκάμισό του

234


στη γροθιά της, το τράβηξε μέχρι που το έβγαλε από το παντελόνι του και γλίστρησε το χέρι της κάτω από το ύφασμα πάνω στο γυμνό δέρμα του. Ένιωσε τη σάρκα του να τρέμει κάτω από τα δάχτυλά της, ένιωσε τη θέρμη του κορμιού του. Χάιδεψε με τα χέρια της την πλάτη του και μετά έσυρε πάνω στο δέρμα του τα νύχια της ανάλαφρα, γνωρίζοντάς το, εξερευνώντας το, άλλοτε μπήγοντάς τα ελαφρά και άλλοτε διαγράφοντας κυκλικά σχέδια. Ο Ρόκφορντ πήρε μια κοφτή ανάσα και η Φραντσέσκα ένιωσε να τον διαπερνά ένα ρίγος. Έχωσε τα χέρια του στα μαλλιά της, ελευθερώνοντάς τα από τις φουρκέτες της και αφήνοντας τις μπούκλες της να πέσουν ελεύθερες. Έσκυψε το κεφάλι του και έσυρε τα χείλια του στην τρυφερή, λευκή σάρκα του λαιμού της. Ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της και πρόφερε μια σιγανή βρισιά όταν έπιασε τα μικροσκοπικά κουμπιά από πέρλες. Όταν η Φραντσέσκα γέλασε αυθόρμητα, εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν από θυμηδία, απογοήτευση και πόθο. «Το βρίσκεις αστείο, έτσι;» ψευτογρύλισε. «Το βρίσκω πολύ γνώριμο», τον αντέκρουσε, και βάλθηκε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά του πουκαμίσου του. «Λέω ν' ασχοληθώ καλύτερα μ' αυτά». Η μόνη του απάντηση ήταν ένα μουρμουρητό καθώς έσκυβε να ξαναφιλήσει το λαιμό της. Αυτή τη φορά ξεκίνησε από το πιγούνι της και προχώρησε προς το αυτί της. Τα χείλια του άγγιξαν το σκουλαρίκι της. Σταμάτησε και σήκωσε για μια ακόμα φορά το κεφάλι του. Μισόκλεισε τα μάτια του καθώς κοίταζε το σκουλαρίκι. Έσυρε τον αντίχειρά του πάνω στο κόσμημα. «Φοράς τα σκουλαρίκια που σου χάρισα». Η Φραντσέσκα κοκκίνισε, νιώθοντας ξαφνικά ντροπή. «Ναι». Ο Ρόκφορντ την κοίταξε ερευνητικά στα μάτια. Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να μαντέψει τις σκέψεις του και ένιωσε ένα ρίγος ανησυχίας στη ραχοκοκαλιά της. Τι θα γινόταν αν τα σκουλαρίκια τού θύμι-

235


ζαν το χάσμα ανάμεσά τους, το θυμό και την αγανάκτηση που θα πρέπει να είχε νιώσει όταν εκείνη είχε διαλύσει τον αρραβώνα τους; Τι θα γινόταν αν σκεφτόταν ότι η Φραντσέσκα έπαιρνε πολλά ως δεδομένα; Αλλά εκείνος χαμογέλασε και είπε: «Σου πηγαίνουν πολύ». Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το βραχιόλι στον καρπό της, κι ύστερα σήκωσε το χέρι της και φίλησε απαλά το δέρμα ακριβώς πάνω από το κόσμημα. Η Φραντσέσκα ένιωσε το σφυγμό της να πάλλεται προδοτικά κάτω από το στόμα του. Ο Ρόκφορντ έσυρε το δάχτυλό του στη βάση του λαιμού της. «Χρειάζεσαι κάτι ασορτί και εδώ, δε συμφωνείς;» Προτού προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί, έσκυψε και φίλησε την ευαίσθητη λακκουβίτσα του λαιμού της. Η Φραντσέσκα έκλεισε τα μάτια της και προσευχήθηκε να μην την προδώσουν τα γόνατά της. Ήταν αστείο πώς μια τόση δα τρυφερή κίνηση μπορούσε να κάνει τα σωθικά της να λιώσουν σαν κερί. «Σινκλέρ...» Χάιδεψε τα μαλλιά του.«Αχ, Σιν». Το στόμα του χάραξε ένα πύρινο μονοπάτι στο πλάι του λαιμού της και μέχρι ψηλά στο αυτί της, προκαλώντας της ρίγος. Μουρμούρισε το όνομά της με φωνή βραχνή από τον πόθο. Δεν της είχε φερθεί ποτέ πριν έτσι, σκέφτηκε η Φραντσέσκα -τόσο τολμηρά, τόσο ερεθιστικά ... τόσο πεινασμένα. Η αντίδρασή της ήταν ένα ορμητικό κύμα καυτού πόθου. Έχωσε τα χέρια της μέσα από τις άκρες του ξεκούμπωτου πουκαμίσου του και εξερεύνησε τους γραμμωτούς μυς και το σκληρό τρίχωμα του στέρνου του. Τα ακροδάχτυλά της βρήκαν τις μικρές, σκληρές θηλές του και τις χάιδεψαν κυκλικά. Ένα σιγανό βογκητό ξεπήδησε από το λαιμό του και το στόμα του αναζήτησε πάλι το δικό της. Τα δάχτυλά του άρχισαν να ξε κουμπώνουν ανυπόμονα τα κουμπιά του φορέματός της -η Φραντσέσκα ήταν σίγουρη πως άκουσε ένα δυο κουμπιά να ξηλώνονται και κάποιο σκίσιμο εδώ κι εκεί, αλλά δεν την ένοιαζε. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι τα χέρια του άγγιζαν τώρα τη γυμνή σάρκα της πλάτης της, δίνοντάς της καινούρια ζωή.

236


Ο Σινκλέρ κατέβασε το φόρεμά της και το άφησε να πέσει γύρω από τα πόδια της. Ύστερα έσκυψε και φίλησε τον ώμο, την κλείδα, την απαλή καμπύλη του στήθους της, κόβοντάς της την ανάσα. Παραμέρισε μαλακά με τα δάχτυλά του τη δαντέλα της πουκαμίσας της και η μετατόπιση του υφάσματος ήταν σαν χάδι πάνω στην ευαίσθητη επιδερμίδα της. Η άκρη της δαντέλας σύρθηκε πάνω στη θηλή της, κάνοντάς τη να σκληρύνει. Τα μάτια του, βαριά και σκοτεινά από τον πόθο, παρακολουθούσαν την πορεία του υφάσματος και των δαχτύλων του πάνω στο στήθος της. Η Φραντσέσκα ρίγησε όταν ένιωσε το άγγιγμα της σάρκας του πάνω στη θηλή της, που σκλήρυνε ακόμα περισσότερο. Ο Ρόκφορντ έσυρε τα ακροδάχτυλά του πάνω στο ροδαλό μπουμπούκι, έπαιξε μαζί του και η Φραντσέσκα ένιωσε το κέντρο του πόθου της να υγραίνεται και να θερμαίνεται με έναν τρόπο που την ξάφνιασε. Αλλά ύστερα, όταν εκείνος έσκυψε το κεφάλι του και πήρε τη θηλή της στο στόμα του, το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη. Η Φραντσέσκα βόγκηξε, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της, πράγμα που φάνηκε να τον διεγείρει περισσότερο. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την ανασήκωσε, τραβώντας τη θηλή της πιο βαθιά στο στόμα του. Τη ρούφηξε απαλά κυκλώνοντας τη με τη γλώσσα του, οδηγώντας τον πόθο της στα ύψη. Με κάθε κίνηση της γλώσσας του, το σημείο χαμηλά στην κοιλιά της υγραινόταν και παλλόταν ακόμα πιο έντονα, αποζητώντας ικανοποίηση. Ήθελε να τυλίξει τα πόδια της γύρω του και να τριφτεί πάνω του μ' έναν τρόπο που οποιαδήποτε άλλη στιγμή θα την είχε κάνει να κοκκινίσει. Ο Ρόκφορντ κατέβασε απότομα και την άλλη άκρη της πουκαμίσας και έστρεψε την προσοχή του στο άλλο στήθος της. Η Φραντσέσκα έπνιξε ένα λυγμό και έμπηξε τα δάχτυλά της στα μπράτσα του. Τελικά εκείνος την άφησε να συρθεί πάνω στο κορμί του μέχρι που τα πόδια της άγγιξαν πάλι το πάτωμα. Τα χέρια του κατεβήκαν στους γλουτούς της, τα δάχτυλά του μπήχτηκαv στην τρυφερή σάρκα και την πίεσαν πάνω στη σκληρή απόδειξη του πόθου του. Και εκείνη, με μια προκλητικότητα που θα την είχε σοκάρει πριν μερικές βδομάδες, κίνησε τους γοφούς της, τρίφτηκε πάνω του και χαμογέλασε γεμάτη

237


ικανοποίηση όταν ένιωσε την άμεση ανταπόκριση του κορμιού του. Ο Ρόκφορντ τράβηξε την κορδέλα που συγκρατούσε την πουκαμίσα, την έλυσε, τράβηξε το εσώρουχο στους ώμους της και το άφησε να πέσει. Η Φραντσέσκα έβγαλε τα γοβάκια της και έφερε τα χέρια στην πλάτη της για να λύσει τις κορδέλες του κομπινεζόν και της κιλότας της, ώστε να μη βρουν τα χέρια του άλλα εμπόδια. Τα εσρουχά της ήταν τώρα μια λίμνη στα πόδια της. Τα μάτια του Σινκλέρ ταξίδεψαν αργά προς τα κάτω, θαυμάζοντας κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Η Φραντσέσκα θυμήθηκε την ντροπή που είχε νιώσει την πρώτη φορά που είχε αντικρίσει ο άντρας της το γυμνό κορμί της στο κρεβάτι, την παρόρμησή της να καλυφτεί και την ανυπομονησία με την οποία εκείνος είχε απομακρύνει τα χέρια της. Τώρα ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν έτσι όπως στεκόταν γυμνή κάτω από το βλέμμα του Σινκλέρ, αλλά ήξερε ότι αυτό το κοκκίνισμα δεν ήταν τόσο από ντροπή, όσο από τον πόθο που έκαιγε το κορμί της καθώς αισθανόταν το βλέμμα του να τη χαϊδεύει σαν να ήταν τα χέρια του. Ο Ρόκφορντ έβγαλε το ξεκούμπωτο πουκάμισό του, και η Φραντσέσκα έπιασε τον εαυτό της να εξερευνά με το βλέμμα της το στέρνο του με την ίδια λαχτάρα που την είχε κοιτάξει εκείνος. Συνειδητοποίησε, κάπως έκπληκτη, ότι ήθελε να δει και το υπόλοιπο κορμί του. Και όχι απλά να το δει. Λαχταρούσε να το αγγίξει, να το φιλήσει, να το χαϊδέψει. Ένιωθε μέσα της μια βαθιά ανάγκη ναι τον γνωρίσει με κάθε δυνατό τρόπο, να τον κατακτήσει, να τον αφήσει να την κατακτήσει και εκείνος, να γίνει κομμάτι του. Τον παρακολούθησε να βγάζει στα γρήγορα τις μπότες του και μετά τα υπόλοιπα ρούχα του, με το σφυγμό της να χτυπάει όλο και πιο γρήγορα με κάθε ρούχο που πετούσε ο Σινκλέρ από πάνω του. Στη συνέχεια την έπιασε από τα χέρια, γονάτισε στο πάτωμα και την τράβηξε μαζί του. Η Φραντσέσκα ξάπλωσε πάνω στα σωριασμένα εσώρουχά της και τα μαλλιά της απλώθηκαν γύρω της σαν αστραφτερή, χρυσαφένια βεντάλια. Σφίχτηκε λίγο καθώς σκέφτηκε: Θα γίνει τώρα. Θα με πλημμυρίσει η παγωμάρα, η αδιαφορία, ακόμα και η αηδία. Αυτή θα ήταν η στιγμή

238


που θα ανακάλυπτε ότι τίποτε δεν είχε αλλάξει μέσα της ότι τίποτε δε θα ήταν διαφορετικό με τον Σινκλέρ. Θα πάγωνε, η γλυκιά ζεστασιά στα λαγόνια της θα έσβηνε, και θα διαπίστωνε ότι ήταν τρελή να πιστέψει πως η εμπειρία αυτή θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε άλλη κατάληξη. Ο Ρόκφορντ ξάπλωσε στο πλευρό του δίπλα της, στηρίχτηκε στο βραχίονά του και περιεργάστηκε το πρόσωπό της. «Πάντα ονειρευόμουν να σου κάνω έρωτα στο κρεβάτι μου, να δω τα μαλλιά σου να απλώνονται στα μαξιλάρια μου». Έσυρε το χέρι του στα μαλλιά της και από κει στο μάγουλο και στο λαιμό της, λέγοντας: «Αλλά σε θέλω πάρα πολύ για να περιμένω». Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε αργά και τρυφερά. Το στόμα του δε βιαζόταν καθόλου, πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με τα λόγια που της είχε πει. Αλλά η Φραντσέσκα διαισθάνθηκε το πάθος που κρυβόταν κάτω από αυτές τις κινήσεις. Το έδειχναν ο γρήγορος σφυγμός του, το πιάσιμο της ανάσας του, η καυτή σάρκα του. Καταλάβαινε ότι είχε επιστρατεύσει όλη τη θέλησή του για να συγκρατηθεί. Όπως ένα φράγμα που συγκρατεί τα νερά, χαλιναγωγούσε τον πόθο του για να γευτεί την ευχαρίστηση της κάθε στιγμής. Και εκείνη το μόνο που ένιωθε ήταν ευχαρίστηση. Το κορμί της φλογίστηκε και χαλάρωσε. Δεν ένιωθε κανένα φόβο, καμιά ανησυχία. Έπλεε μέσα στην απόλαυση , βιώνοντας συναισθήματα που δεν περίμενε ποτέ να νιώσει. Έσυρε το χέρι της στο μπράτσο του, απολαμβάνοντας την υφή της σάρκας του -απαλή στο εσωτερικό του αγκώνα, σφιχτή στους μυς του μπράτσου του και κάπως τραχιά από τις τρίχες. Τα ακροδάχτυλά της μυρμήγκιασαν καθώς τον άγγιζε, στέλνοντας ορμητικά κύματα πόθου στα λαγόνια της. Το χέρι της ανέβηκε στον ώμο του και από εκεί στην πλάτη του, όσο μακριά μπορούσε να φτάσει. Πώς ήταν δυνατόν να είχε φοβηθεί ότι αυτή η εμπειρία δε θα ήταν υπέροχη; Παρ' όλα αυτά, τη στιγμή που έκανε αυτή τη σκέψη, θύμισε στον εαυτό της ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, ότι ο Σινκλέρ θα σταματούσε σε κάποιο σημείο τα φιλιά και τα χάδια και θα χωνόταν ανάμεσα στα πόδια της, αποζητώ-

239


ντας την ολοκλήρωση του πόθου του. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, πίστεψε ότι είχε έρθει η ώρα της αλλαγής, αλλά εκείνος άφησε το στόμα της απλώς για να εξερευνήσει το λαιμό και το στήθος της, χαράζοντας ένα πύρινο μονοπάτι με τα χείλια και τη γλώσσα του, διεγείροντάς την ακόμα περισσότερο με κάθε φιλί. Καθώς το στόμα του ταξίδευε πάνω της, το χέρι του κατέβηκε χαμηλά στο σώμα της και τη χάιδεψε αργά, βασανιστικά. Τα πόδια της μετακινήθηκαν ανυπόμονα κάτω από το χέρι του και η φλόγα του πόθου στα λαγόνια της φούντωσε ακόμα περισσότερο. Το στόμα του γλίστρησε πάνω στο στήθος της και κινήθηκε αργά, αδυσώπητα προς τη θηλή της, αφήνοντάς την ξέπνοη από την προσμονή. Η Φραντσέσκα περίμενε να τον νιώσει να ρουφάει τη θηλή της βαθιά στο στόμα του, και με κάθε άγγιγμα της γλώσσας, των δοντιών του, η ανυπομονησία της αυξανόταν, μέχρι που το κορμί της τεντώθηκε σαν χορδή τόξου, το δέρμα της ίδρωσε και η ανάσα άρχισε να βγαίνει τραχιά από το λαιμό της. Έμπηξε τα δάχτυλά της στους ώμους του, κυριευμένη από μια πρωτόγονη παρόρμηση να σύρει τα νύχια της σε όλη την πλάτη του, μέχρι χαμηλά στους γλουτούς του. Και τότε, επιτέλους, το στόμα του έκλεισε γύρω από τη θηλή της, υγρό και βελούδινο, και άρχισε να τη ρουφάει και να τη χαϊδεύει με τη γλώσσα του. Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσέ να συγκρατήσει ένα έντονο, σχεδόν οδυνηρό βογκητό ικανοποίησης, και μετακίνησε τους γοφούς της πάνω στο στρώμα από τα εσώρουχα. Απαντώντας στη σιωπηρή λαχτάρα της, ο Ρόκφορντ έσυρε το χέρι του στο μηρό της μέχρι ψηλά στο στομάχι της, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο το τριχωτό τρίγωνο ανάμεσα στα πόδια της. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το μεταξένιο τρίγωνο, πλέχτηκαν με το τρίχωμα και γλίστρησαν στις υγρές, καυτές πτυχές της σάρκας της. Η Φραντσέσκα τινάχτηκε και προσπάθησε να τραβηχτεί, νιώθοντας ντροπή που εκείνος θα αισθανόταν την αφύσικα υγρή περιοχή. Αλλά τα δάχτυλά του ακολούθησαν την κίνησή της, γλιστρώντας επίμονα μέσα της με έναν τρόπο που την ανάγκασε να βογκήξει και να πιέσει τις φτέρνες της στο πάτωμα. Την επόμενη στιγμή, τα δάχτυλά του άρχισαν να εξερευνούν το πιο απόκρυφο σημείο της, χαϊ-

240


δεύοντας τρυφερά την ευαίσθητη σάρκα, μέχρι που η Φραντσέσκα, ξετρελαμένη από τον πόθο, άρχισε να συστρέφει τους γοφούς της και να πιέζει το σώμα της πάνω στο χέρι του. Ένα σιγανό κλαψούρισμα ηδονής ξεπήδησε από τα χείλια της και έκρυψε το πρόσωπό της στο μπράτσο του για να το πνίξει. Κάτι φούντωνε μέσα της, ένας σκληρός και οδυνηρός κόμπος λαχτάρας, μέχρι που ένιωσε την απελπισμένη ανάγκη να ουρλιάξει. Και τότε ένιωσε όλη την ύπαρξή της να εκτοξεύεται, και αυτή τη φορά φώναξε, μπήγοντας τα δόντια της στο μπράτσο του. Ένα παλιρροϊκό κύμα ηδονής την παρέσυρε και άρχισε να τρέμει από την έντασή της, χαμένη στη σωματική απόλαυση. Άκουσε το βογκητό του και τον ένιωσε να ακουμπάει για μια στιγμή το κεφάλι του στο στήθος της, σαν να προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Κι όταν τελικά εκείνη έμεινε χαλαρή και αποχαυνωμένη από κάτω του, ο Σινκλέρ ανέβηκε πάνω της και παραμέρισε τα πόδια της. Η Φραντσέσκα τα άνοιξε πρόθυμα, γιατί, πάρα την αφάνταστη ικανοποίηση που είχε βιώσει, υπήρχε ακόμα ένας πόνος μέσα της, μια λαχτάρα που θα έβρισκε ικανοποίηση μόνο όταν εκείνος έμπαινε μέσα της. Αλλά ο Ρόκφορντ δεν μπήκε ακόμα μέσα της. Αντί γι' αυτό, στηρίχτηκε στους αγκώνες του και ξεκίνησε το αργό, ηδονικό τα ξίδι του στο άλλο στήθος της με φιλιά και χάδια της θηλής της. Η Φραντσέσκα ένιωσε έκπληκτη τον πόθο να ξαναφουντώνει μέσα της -αυτή τη φορά, μάλιστα, ξέροντας ποια θα ήταν η κατάληξη, η προσμονή της ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Ο Ρόκφορντ τραβήχτηκε, φυσώντας ανάλαφρα την υγρή, ροδαλή θηλή της, που ανατρίχιασε και σκλήρυνε ακόμα περισσότερο. Στο μεταξύ, είχε πιάσει την άλλη θηλή της ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του και τη μάλαζε απαλά. Ο πόθος ήταν πια τόσο άγριος μέσα της, που της ερχόταν να κλάψει από την ανάγκη για ολοκλήρωση. Μουρμούρισε το όνομά του και τα χέρια της κατέβηκαν στους γλουτούς του και τους χάιδεψαν. «Σε παρακαλώ», ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ ...» Και τότε εκείνος μπήκε μέσα της ανασηκώνοντας τους γοφούς της

241


και την έκανε δική του πιέζοντας αργά και σταθερά. Η Φραντσέσκα έβγαλε ένα βογκητό νιώθοντάς τον να τη γεμίζει, κατάπληκτη από την αίσθηση πλήρωσης, από την υπέροχη ορθότητα της ένωσής τους. Ο Σινκλέρ άρχισε να κινείται μέσα της, και η τριβή των έντονων παλινδρομικών του κινήσεων εκτόξευσε τον πόθο της στα ύψη. Ύστερα, για μια ακόμη φορά, έφτασε σε οργασμό, και αυτή τη φορά άφησε τον εαυτό της να παραδοθεί στα πρωτόγονα ένστικτα, γδέρνοντας με τα νύχια της την πλάτη του και μπήγοντας τα δάχτυλά της στους γλουτούς του. Ο Σινκλέρ έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, έφτασε στην κορύφωση και παραδόθηκαν στη θύελλα του πάθους. Η Φραντσέσκα τύλιξε τα μπράτσα και τα πόδια της γύρω του, αρπάχτηκε από πάνω του και άφησε την καταιγίδα να τους παρασύρει. *** Την είχε πλακώσει με το βάρος του, το κεφάλι του πίεζε τη λακκούβα στον ώμο της, αλλά τη Φραντσέσκα δεν την ένοιαζε. Ήταν τέτοια η χαρά μέσα της, που μπορεί και να πετούσε αν δεν τη συγκρατούσε το βάρος του. Τον έσφιξε δυνατά, απολαμβάνοντας την αίσθηση του κορμιού του πάνω στο δικό της. Η σάρκα του ήταν καυτή και ιδρωμένη, η ανάσα του της γαργαλούσε το λαιμό. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, κύλησαν στα μάγουλά τη και σήκωσε το χέρι της να τα σκουπίσει. «Φραντσέσκα;» Ο Σινκλέρ κύλησε από πάνω της, κοίταξε το πρόσωπό της και συνοφρυώθηκε. «Τι συμβαίνει; Κλαις;» Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αμήχανη και κατάπιε τα δάκρυά της. «Συγνώμη». «Είσαι καλά; Σε πόνεσα;» «Όχι! Αχ, όχι!» βιάστηκε να τον καθησυχάσει.«Δεν ξέρω γιατί κλαίω. Απλώς ήταν πάρα πολύ όμορφα». Άρχισε πάλι να κλαίει και σκούπισε ανυπόμονα τα δάκρυά της. «Ω Θεέ μου...» Ο Σινκλέρ γέλασε, και το γέλιο του ήταν βαθύ από την ικανοποίηση. Την πήρε στην αγκαλιά του, κόλλησε την πλάτη της στο στήθος του και έμειναν εκεί ξαπλωμένοι, με τα κορμιά τους ενωμένα. Έτριψε τη μύτη του στα μαλλιά της, της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στον αυχέ-

242


να. «Ήταν όμορφα». «Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ έτσι. Νόμιζα...» Η Φραντσέσκα σταμάτησε, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως του φανέρωνε πάρα πολλά. «Ποτέ;» Η φωνή του έκρυβε έκπληξη. «Εννοείς...» Ο Σινκλέρ έκανε μια παύση και μετά συνέχισε σκεφτικός: «Εννοείς ότι δεν ένιωσες ποτέ... Ω, να πάρει, δεν μπορώ να σκεφτώ ένα διακριτικό τρόπο να το θέσω... Δεν είχες φτάσει ποτέ σε οργασμό;» Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Η φωνή της ήταν πολύ σιγανή όταν μίλησε. «Όχι. Το ξέρω ότι πρέπει να με θωρείς αλλόκοτη. Και, ειλικρινά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κουβεντιάσουμε». Μα γιατί στην ευχή είχε θίξει αυτό το θέμα; αναρωτήθηκε, αναθεματίζοντας την απερισκεψία της. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μάθει ο Σινκλέρ για την ψυχρότητά της στο παρελθόν. Αυτό θα τον έκανε ν' αρχίσει να αναρωτιέται για εκείνη. «Δε σε βρήκα καθόλου αλλόκοτη», της απάντησε εκείνος φιλώντας πάλι τα μαλλιά της. «Σε βρήκα» -έσυρε το χέρι του στα πλευρά της, ακολουθώντας την καμπύλη της μέσης και των γοφών της«απολαυστικότατη». Της έδωσε άλλο ένα φιλί, αυτή τη φορά στην κορυφή του ώμου της. «Αυτόν που δεν καταλαβαίνω είναι ο μακαρίτης ο άντρας σου». «Ήταν πολύ διαφορετικά μαζί του. Το... το μισούσα!» Η ένταση με την οποία το είπε τη σόκαρε κάπως. «Συγνώμη. Το ξέρω ότι μάλλον πιστεύεις ότι είμαι απαίσια». Έσφιξε τα χείλια της για να μην της ξεφύγουν κι άλλα λόγια. «Φυσικά και δεν το πιστεύω». Την έσφιξε ακόμα περισσότερο πάνω του, τυλίγοντάς τη με τη ζεστασιά και τη δύναμή του. «Πιστεύω ότι ο λόρδος Χόξτον ήταν ακόμα μεγαλύτερος κόπανος απ' ότι νόμιζα». Τα λόγια ξεχύθηκαν τότε από το στόμα της και στάθηκε αδύνατον να τα σταματήσει. «Ο Άντριου έλεγε ότι ήμουν ψυχρή, η πριγκίπισσα των πάγων. Προσπάθησα να μην είμαι, αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν ήταν ... καθόλου... όπως απόψε. Μισούσα το άγγιγμά του. Το ξέρω ότι ήμουν απαίσια σύζυγος. Δε θα έπρεπε να τον είχα παντρευτεί.

243


Δεν τον αγαπούσα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήμουν ερωτευμένη, αλλά από την πρώτη μέρα που παντρευτήκαμε κατάλαβα ότι είχα κάνει ένα φοβερό λάθος. Το σμίξιμό μας ήταν αμήχανο και οδυνηρό. Πέρασα τη μισή πρώτη νύχτα του γάμου μου κλαίγοντας». Ξεροκατάπιε και πρόσθεσε ανάλαφρα: «Υποθέτω πως δεν είναι περίεργο που με έβρισκε ανεπιθύμητη. Ή που στράφηκε σε άλλες γυναίκες. Τα έκανα μούσκεμα». «Σταμάτα», της είπε κοφτά ο Σινκλέρ. Στηρίχτηκε στον αγκώνα του και τη γύρισε ανάσκελα, ώστε να μπορεί να την κοιτάζει στο πρόσωπο. «Άκουσέ με. Είσαι μια πανέμορφη γυναίκα, γεμάτη πάθος. Δε διέκρινα την παραμικρή ψυχρότητα πάνω σου. Είσαι απίστευτα ποθητή, και ότι κι αν σου είπε ο ηλίθιος ο Χόξτον, το φταίξιμο δεν ήταν δικό σου». Έσκυψε και της έδωσε ένα άγριο, παθιασμένο φιλί. «Κατάλαβες;» Η Φραντσέσκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, νιώθοντας τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Ο Σινκλέρ έσυρε τους κόμπους των δαχτύλων του στο μάγουλό της και η έκφρασή του μαλάκωσε. «Λυπάμαι για τη δυστυχία σου. Που δε γνώρισες την ηδονή. Αλλά είμαι αρκετά εγωκεντρικός ώστε να χαίρομαι που εκείνος δεν... έζησε ποτέ αυτό μαζί σου». Χαμογέλασε και τα μαύρα μάτια του άστραψαν πονηρά. «Και νιώθω ... νιώθω μια αηδιαστική αυταρέσκεια και ικανοποίηση που γνώρισες την ηδονή μαζί μου και όχι μαζί του». Έσκυψε και τη φίλησε πάλι. «Γι' αυτό», συνέχισε, τονίζοντας τα λόγια του με φιλιά στο πρόσωπο και στο λαιμό της, «σκοπεύω να αφιερώσω ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου για να σου αποδείξω πόσο πολύ υστερείς στον τομέα της ψυχρότητας» . Ένα γάργαρο γέλιο ξέφυγε από το λαιμό της. «Αλήθεια;» «Αλήθεια. Θα είναι το πρωταρχικό μου μέλημα. Θα ανακαλύψουμε όλους τους τρόπους που σε διεγείρουν». Έσυρε το δάχτυλό του στο κορμί της, στο στήθος της και χαμογέλασε όταν είδε τις θηλές της να ανταποκρίνονται αμέσως στο άγγιγμά του και να σκληραίνουν. «Θα χρειαστεί κάποιος χρόνος και λίγη προσπάθεια, φοβάμαι, αλλά νομίζω ότι είναι καθήκον μου να τους ανακαλύψω όλους».

244


Έσκυψε και χάιδεψε με τα χείλη του τα ευαίσθητα μπουμπούκια. «Είσαι ένας άντρας πολύ αφοσιωμένος στο καθήκον του», του είπε η Φραντσέσκα. «Είμαι», συμφώνησε εκείνος και το χέρι του γλίστρησε πιο χαμηλά. Η Φραντσέσκα κράτησε απότομα την ανάσα της και καμπύλωσε το κορμί της, νιώθοντας ένα ξαφνικό άναμμα μέσα της. Τα μάτια της θόλωσαν από τον πόθο καθώς ψέλλιζε: «Κιόλας;» «Μμμ. Έτσι νομίζω», της απάντησε βραχνά ο Σινκλέρ. «Πιστεύω ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να αρχίσω την έρευνά μου αμέσως. Δε θα ήθελα να με κατηγορήσει κανείς ότι παραμέλησα το καθήκον μου». «Όχι...» Η Φραντσέσκα αναστέναξε, νιώθοντας ένα καινούριο ηδονικό κύμα να την παρασύρει καθώς τα δάχτυλά του εξερευνούσαν το κέντρο του πόθου της. «Δεν μπορούμε να αφήσουμε ναι συμβεί κάτι τέτοιο». Ο Σινκλέρ τη φίλησε, και τα πάντα έσβησαν από το μυαλό της.

245


Κεφάλαιο 17 Η Φραντσέσκα ξύπνησε αργά το επόμενο πρωί. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και ο ήλιος τρύπωνε μέσα από τις κουρτίνες και πλημμύριζε το δωμάτιο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, για μια στιγμή σαστισμένη. Ύστερα οι αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας κατέκλυσαν το μυαλό της. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, αλλά χαμογέλασε και χώθηκε πιο βαθιά κάτω από τα σκεπάσματα. Άπλωσε το χέρι της στο μαξιλάρι όπου είχε ξαπλώσει ο Σινκλέρ το κεφάλι του το προηγούμενο βράδυ. Εκείνος, βέβαια, είχε φύγει. Αφού είχαν ξανακάνει έρωτα κάτω, την είχε ανεβάσει στο κρεβάτι της, όπου είχαν ξαπλώσει αγκαλιά για λίγο, απόλυτα ικανοποιημένοι. Στο τέλος την είχε πάρει ο ύπνος, και στη συνέχεια εκείνος θα πρέπει να είχε φύγει αθόρυβα. Η Φραντσέσκα το περίμενε αυτό. Ο Ρόκφορντ θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να προστατεύσει την τιμή της, ακόμα και στα μάτια των δικών της υπηρετών. Αυτή η σκέψη την έκανε να ανοίξει αμέσως τα μάτια της και να ανασηκωθεί, ρίχνοντας μια ματιά στο δωμάτιο γύρω της. Όταν είδε τα ρούχα της διπλωμένα σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, αναστέναξε ανακουφισμένη και ξανάπεσε πίσω στα μαξιλάρια. Δόξα τω Θεώ, ο Σινκλέρ είχε σκεφτεί να ανεβάσει τα ρούχα της και να μην τα αφήσει ένα ενοχοποιητικό κουβάρι στο πάτωμα του καθιστικού της. Τεντώθηκε, απολαμβάνοντας την αίσθηση των σεντονιών πάνω στο γυμνό κορμί της. Μπορεί από δω και στο εξής να καταργούσε εντελώς τις νυχτικιές, σκέφτηκε, και γέλασε μόνη της. Δεν ήξερε πώς, αλλά ο Σινκλέρ την είχε μετατρέψει σε λάγνα γυναίκα μέσα σε μια νύχτα. Μόλις είχε ξυπνήσει και αναρωτιόταν τι της επιφύλασσε το αποψινό βράδυ και αν ο Ρόκφορντ θα ξαναρχόταν κοντά της Αλλά αυτό ήταν απόλυτα αποδεκτό, είπε στον εαυτό της. Στο κάτω κάτω, είχε να αναπληρώσει μπόλικα χρόνια. Σηκώθηκε και φόρεσε τη ρόμπα της. Απ' ότι έδειχναν τα πράγματα, η καμαριέρα της είχε αποφασίσει να μην την ξυπνήσει και είχε αφήσει το δίσκο με το πρωινό στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα της.

246


Τόσο το τσάι όσο και οι φρυγανιές είχαν κρυώσει, αλλά η Φραντσέσκα τα καταβρόχθισε, γιατί ξαφνικά ένιωσε να πεθαίνει από την πείνα. Χτύπησε το κουδούνι να έρθει η καμαριέρα της και της είπε να της ετοιμάσει το μπάνιο. Η περιέργεια ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της Μέισι και η Φραντσέσκα ήξερε πως όλοι οι υπηρέτες της πέθαιναν να μάθουν νέα μετά τη χτεσινοβραδινή σκηνή με τον Πέρκινς. Θα έπρεπε να τους ενημερώσει ότι το πρόβλημα είχε λυθεί και ότι δε χρειαζόταν ν' ανησυχούν για το μέλλον τους, αλλά για την ώρα δεν είπε τίποτα. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να μουλιάσει μέσα στην μπανιέρα και να ονειρευτεί τον Σινκλέρ. Δε θα είχαν, βέβαια, κανένα πολύχρονο μέλλον οι δυο τους. Η Φραντσέσκα ήταν αρκετά ρεαλίστρια ώστε να ξέρει ότι η ονειρική νύχτα που είχαν περάσει μαζί το πολύ πολύ να τους οδηγούσε σε μια βραχυπρόθεσμη σχέση. Ναι, αγαπούσε τον Ρόκφορντ, αλλά ενώ εκείνος είχε απολαύσει σίγουρα τον έρωτά τους, δεν της είχε δείξει με κάποιο τρόπο ότι την αγαπούσε. Το πάθος δε σήμαινε για τους άντρες το ίδιο πράγμα που σήμαινε για τις γυναίκες. Τον πόθο του Σινκλέρ δεν τον πυροδοτούσε η αγάπη, όπως συνέβαινε στη δική της περίπτωση. Αλλά και να την αγαπούσε, πάλι δε θα άλλαζε τίποτα. Ο δούκας του Ρόκφορντ έπρεπε να παντρευτεί και να αποκτήσει απογόνους, ανεξάρτητα από τις πραγματικές επιθυμίες του Σινκλέρ Λιλ. Και ο Σινκλέρ ήταν υπεύθυνος άνθρωπος. Υπάκουε στο καθήκον και όχι στις επιθυμίες του. Δεν μπορούσε να παντρευτεί μια στείρα γυναίκα . Θα έπρεπε να διαλέξει μια πιο νέα νύφη και να αποκτήσει παιδιά μαζί της. Αλλά σίγουρα δε χρειαζόταν να το κάνει αυτό αμέσως. Ήταν φανερό ότι δεν ενδιαφερόταν για καμιά από τις γυναίκες που του είχε διαλέξει. Στην πραγματικότητα , τις δύο τις αντιπαθούσε και είχε βοηθήσει την τρίτη να αρραβωνιαστεί με άλλον άντρα. Ούτε είχε δώσει ελπίδες σε κάποια από τις άλλες, ήταν μετρημένος όπως πάντα. Θα μπορούσε να περιμένει μερικούς μήνες ακόμα. Ίσως ένα δυο χρόνια... Στο κάτω κάτω, ένας άντρας μπορούσε να αποκτήσει απογόνους σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία από τη δική του.

247


Και μέχρι να παντρευτεί, θα μπορούσαν να είναι μαζί -ή τουλάχιστον μέχρι να τη βαρεθεί. Θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια σχέση και κανείς στην αριστοκρατία δε θα νοιαζόταν, αρκεί να ήταν διακριτικοί. Στο κάτω κάτω, εκείνη ήταν χήρα και εκείνος εργένης. Κανείς δε θα πληγωνόταν από τις πράξεις τους. Ήταν συνηθισμένο ακόμα και παντρεμένες αριστοκράτισσες να δημιουργούν σχέσεις, συνήθως όμως αφού τελείωναν με το θέμα των απογόνων. Μπορεί να γίνονταν κάποια ψιθυριστά κουτσομπολιά, αλλά αν ήταν προσεκτικοί -και δεδομένου ότι ο Ρόκφορντ είχε τη φήμη άριστου σκοπευτή-, ήταν μάλλον απίθανο να ξεσπάσει σκάνδαλο. Αλλά και να ξεσπούσε, ήταν πρόθυμη να το διακινδυνεύσει. Στο κάτω κάτω, η δική της υπόληψη θα σπιλωνόταν, όχι η δική του. Θα της ήταν δύσκολο, το ήξερε, όταν θα έφτανε η στιγμή να τον αφήσει, αλλά ήταν πρόθυμη να το διακινδυνεύσει και αυτό. Ήταν αποφασισμένη να αδράξει αυτή τη στιγμή ευτυχίας. Στη συνέχεια, βέβαια, θα έκανε το σωστό. Δε θα κατέστρεφε τη ζωή τού Ρόκφορντ. Για την ώρα, όμως, σκόπευε να απολαύσει το μερίδιό της στην ηδονή. Πέρασε τη μέρα της μέσα σε ένα σύννεφο ευτυχίας. Όταν ντύθηκε, κατέβηκε στην κουζίνα και κάλεσε όλους τους υπηρέτες της. Τους ευχαρίστησε για τη βοήθειά τους το προηγούμενο βράδυ και στη συνέχεια τους διαβεβαίωσε ότι το πρόβλημα με τον κύριο Πέρκινς είχε λυθεί. Ο άνθρωπος αυτός δε θα ξαναρχόταν στο σπίτι, τους πληροφόρησε μ' ένα χαμόγελο. Η ανακούφισή τους ήταν φανερή, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί η περιέργειά τους. Αλλά δε σκόπευε να τους εξηγήσει ότι είχε καταφύγει τρέχοντας στον Ρόκφορντ και εκείνος είχε αναλάβει τον Πέρκινς για λογαριασμό της. Μπορεί να έλεγε κάτι περισσότερο αργότερα στη Μέισι. Στο κάτω κάτω, είναι πολύ δύσκολο για μια γυναίκα να κρυφτεί από την προσωπική της καμαριέρα. Αλλά για την ώρα ήθελε να κρατήσει για τον εαυτό της ότι είχε σχέση με το δούκα. Κάτι της έλεγε πως με την παραμικρή αναφορά στο όνομά του το πρόσωπό της θα έλαμπε, αποκαλύπτοντας την αλήθεια. Προσπάθησε να καταπιαστεί με τις καθημερινές ασχολίες της, αλ-

248


λά της ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί. Κάθισε στο γραφείο να ασχοληθεί με την αλληλογραφία της, που την είχε παραμελήσει πολύ τελευταία. Έπρεπε να είχε γράψει στην Κονστάνς μέρες τώρα. Αλλά μόλις έβγαλε το χαρτί και άρχισε να γράφει, έπιασε τις σκέψεις της να γυρίζουν στον Σινκλέρ, στο χαμόγελό του, στις λεπτές ρυτίδες στις άκρες των ματιών του ή στα όσα είχαν κάνει την προηγούμενη νύχτα οι δυο τους. Και αυτές οι σκέψεις δεν άργησαν να επιταχύνουν το σφυγμό της και να φουντώσουν τη φλόγα μέσα της. Προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της και άρχισε πάλι να γράφει, αλλά ύστερα από λίγο εγκατέλειψε την προσπάθεια και αποφάσισε να ασχοληθεί με κάτι άλλο, που απαιτούσε λιγότερη προσοχή. Άρχισε να ράβει, αλλά σε λίγο διαπίστωσε πως ούτε το μαντάρισμα ούτε το ράψιμο των φραμπαλάδων μπορούσαν να την αποσπάσουν από τις σκέψεις της. Οι απογευματινοί επισκέπτες της θα τη βοηθούσαν να περάσει πιο γρήγορα την ώρα της, σκέφτηκε, αλλά σύντομα ανακάλυψε πως είχε πέσει έξω, επειδή έπρεπε να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια ώστε να παρακολουθεί τις κουβέντες τους και να δείχνει εν διαφέρον. Τουλάχιστον κανείς δεν την είχε δει όταν είχε παρατήσει το ράψιμο στην ποδιά της και είχε καρφώσει αφηρημένα το βλέμμα στον απέναντι τοίχο μ' ένα ονειροπόλο χαμόγελο στα χείλη της καθώς αναλογιζόταν τα φιλιά του Σινκλέρ. Έχασε τον ειρμό της συζήτησης τόσες φορές, που μία από τις επισκέπτριές της τη ρώτησε μήπως ένιωθε αδιάθετη, ενώ κάποια άλλη αργότερα της έριξε ένα παγωμένο βλέμμα φεύγοντας. Ύστερα ήρθε να την επισκεφθεί ο δούκας του Ρόκφορντ. Ο Φέντον ανακοίνωσε την άφιξή του την ώρα που η Φραντσέσκα καθόταν στο σαλόνι μαζί με τη λαίδη Φέρινγκαμ και την κόρη της. Η Φραντσέσκα ένιωσε την καρδιά να ανεβαίνει στο λαιμό της και πετάχτηκε όρθια προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε. Σοβαρή, προσπαθώντας να φανεί ότι έτσι υποδεχόταν κάθε επισκέπτη της, έγνεψε στον μπάτλερ της λέγοντας: «Παρακαλώ, πες του να περάσει». Δεν τόλμησε να κοιτάξει τη λαίδη Φέρινγκαμ ή την κόρη της καθώς ατσάλωνε τα νεύρα της για να αντικρίσει πάλι τον Σινκλέρ. Δεν έ-

249


πρεπε ν' αφήσει τίποτε απ' όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους να καθρεφτιστεί στο πρόσωπό της. Η διακριτικότητα, στο κάτω κάτω, έπρεπε να είναι το σύνθημά της. Ο Ρόκφορντ μπήκε στο δωμάτιο πίσω από τον μπάτλερ και η Φραντσέσκα είδε τη φευγαλέα απογοήτευση στο βλέμμα του όταν αντίκρισε τις άλλες επισκέπτριες. Σταμάτησε στην πόρτα προτού μπει στο δωμάτιο και έκανε μια υπόκλιση μπροστά της. «Λαίδη Χόξτον». «Ρόκφορντ. Χαίρομαι που σας βλέπω», τον χαιρέτησε εκείνη, προσέχοντας να δώσει ουδέτερο τόνο στη φωνή της. Ένιωθε κάπως ξαναμμένα τα μάγουλά της και ευχήθηκε να μην είχε κοκκινίσει τουλάχιστον όχι έντονα ώστε να το προσέξουν οι άλλες. Του άπλωσε το χέρι της. Ήθελε απελπισμένα να νιώσει το άγγιγμά του, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε ν' αφήσει να φανεί αυτή η επιθυμία στο πρόσωπό της. Τα δάχτυλά του έσφιξαν φευγαλέα τα δικά της προτού της αφήσει το χέρι. Η Φραντσέσκα επέτρεψε στον εαυτό της να τον κοιτάξει για μια στιγμή στα μάτια και στη συνέχεια χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να κοιτάξει αλλού. Χαμογέλασε γενικά και έδειξε μια καρέκλα. «Παρακαλώ, καθίστε. Νομίζω ότι γνωρίζετε τη λαίδη Φέρινγκαμ και την κόρη της, τη λαίδη Κότγουελ». «Ναι, φυσικά». Ο Ρόκφορν υποκλίθηκε μπροστά στις άλλες κυρίες και τις χαιρέτησε ευγενικά, ενώ η Φραντσέσκα καθόταν πάλι στην καρέκλα της προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της. Ήταν παράλογο, είπε στον εαυτό της, που το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή ήταν ο Ρόκφορντ ξαπλωμένος επάνω της, με το κορμί του να γυαλίζει από τον ιδρώτα, την ανάσα του να βγαίνει κοφτή, τα μάτια του μαύρα σαν πίσσα, ενώ έμπαινε μέσα της. Έβγαλε το μαντίλι της και σκούπισε στα κλεφτά το πρόσωπό της. Έδειχνε και κάποιος άλλος ξαναμμένος ή ήταν μόνο εκείνη; Αναρωτήθηκε πόσο παράξενο θα φαινόταν αν καλούσε τον Φέντον και του ζητούσε να ανοίξει ένα ακόμα παράθυρο. Είχε πέσει ησυχία στο δωμάτιο και η Φραντσέσκα κοίταξε γύρω της, συνειδητοποιώντας ότι κάτι της είχε διαφύγει. Βλέποντας τους

250


υπόλοιπους να έχουν καρφώσει τα βλέμματά τους πάνω της, κατάλαβε ότι περίμεναν κάποια απάντηση από εκείνη. «Με... με συγχωρείτε. Φοβάμαι ότι αφαιρέθηκα λιγάκι. Σκεφτόμουν ότι κάνει λίγη ζέστη. Θα θέλατε να πω να μας ανοίξουν ένα ακόμα παράθυρο;» «Αχ, όχι, είναι πολύ ευχάριστα έτσι», τη διαβεβαίωσε η νεότερη επισκέπτρια. «Μόλις σας ρώτησα αν διασκεδάσατε στο πάρτι της λαίδης Σμάιδ Φούλτον την περασμένη βδομάδα. Εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι είχε μεγάλο σαματά». «Πράγματι. Αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος ενός πάρτι;» απάντησε η Φραντσέσκα με ένα χαμόγελο, προσπαθώντας να θυμηθεί κάτι από εκείνο το πάρτι. Εκεί δεν ήταν που είχε δει τον Ρόκφορντ να μιλάει με τη Μαίρη Κάλντεργουντ; Όχι, αυτό είχε γίνει στο σουαρέ των Χάβερσλι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί σχεδόν τίποτε από εκείνο το βράδυ, εκτός από το με ποιες είχε μιλήσει ο δούκας και τους επαίνους της λαίδης Μαίρης για το άτομό του. Έριξε άλλη μια κλεφτή ματιά προς το μέρος του Ρόκφορντ. Την παρακολουθούσε, και υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που έκανε τη σάρκα της να φλογιστεί. Προσπάθησε να του ρίξει μια επιτιμητική ματιά, αλλά πολύ φοβόταν ότι μόνο επιτιμητική δεν ήταν. Μα καλά, πότε θα έφευγαν αυτές οι γυναίκες; Δεν είχαν ξεπεράσει εδώ και ώρα τα όρια μιας ευγενικής απογευματινής επίσκεψης; Η λαίδη Φέρινγκαμ, ωστόσο, συνέχιζε να φλυαρεί, αυτή τη φορά για την καινούρια ανοιχτή άμαξα του λόρδου Τσέστερφιλντ, που ο μικρότερος γιος του την είχε κάνει κομμάτια εκείνο το πρωί σε μια παράλογη κούρσα με τον κύριο Γουίλιαμ Άρμπεθνοτ. Η Φραντσέσκα έκανε ότι μπορούσε για να βγάζει επιφωνήματα, να αναστενάζει και να χαμογελάει στα κατάλληλα σημεία, αλλά δεν μπόρεσε να ελέγξει το βλέμμα της που ξαναγύριζε συνέχεια στο δούκα. Η ανακούφισή της ήταν τεράστια όταν η λαίδη Φέρινγκαμ ανακοίνωσε επιτέλους ότι έπρεπε να φύγουν. Ευχήθηκε μόνο να μη διέκριναν οι άλλες τη χαρά που καθρεφτίστηκε στα μάτια της όταν σηκώθηκε να τις αποχαιρετήσει. Μόλις έφυγαν, η Φραντσέσκα γύρισε πάλι προς το μέρος του Ρόκ-

251


φορντ, που την πλησίασε με δύο γρήγορες δρασκελιές, πήρε τα χέρια της στα δικά του, τα έφερε στα χείλια του και φίλησε τους κόμπους των δαχτύλων της. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι είχαν ριζώσει εδώ πέρα», της είπε ανάμεσα στα φιλιά. Η Φραντσέσκα άφησε να της ξεφύγει ένα χαρούμενο γελάκι. «Κι εγώ το ίδιο. Αχ, Σινκλέρ ...» Το όνομά του ακούστηκε σαν αναστεναγμός από τα χείλη της καθώς κάρφωνε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, με τα χαρακτηριστικά της να λάμπουν από ένα εσωτερικό φως. Εκείνος πρόφερε μια σιγανή βρισιά, την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος. Όταν κάποια στιγμή αργότερα έβαλαν τέλος στο αγκάλιασμά τους, το πρόσωπο της Φραντσέσκας ήταν αναψοκοκκινισμένο, τα μάτια της έλαμπαν και τα απαλά χείλη της ήταν σχεδόν μελανιασμένα. «Όταν με κοιτάς έτσι, ξεχνάω τα πάντα», της είπε εκείνος βραχνά. «Πρέπει να μιλήσουμε». «Αλήθεια;» τον αντέκρουσε ανάλαφρα, και του χαμογέλασε προκλητικά. «Εγώ μπορώ να σκεφτώ μια σειρά άλλα πράγματα που θα προτιμούσα να κάνουμε». «Αλεπουδίτσα». Ο Ρόκφορντ σήκωσε πάλι το χέρι της και αυτή τη φορά φίλησε την παλάμη της. «Το ξέρεις ότι κι εγώ θα το προτιμούσα, αλλά πρέπει να σου πω...» Στο διάδρομο ακούστηκε ένα διακριτικό βήξιμο και αποχωρίστηκαν βιαστικά. Ο Ρόκφορντ γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του στο τζάκι σαν να ήταν το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο. Η Φραντσέσκα έκανε μια γκριμάτσα, αλλά γρήγορα σοβάρεψε και γύρισε να κοιτάξει τον μπάτλερ της. «Ναι, Φέντον;» «Έχει έρθει να σας δει η κυρία Φρέντερικ Γουίλμπερφορς, κυρία». Η Φραντσέσκα πολύ θα ήθελε να του πει να πληροφορήσει την επισκέπτρια ότι δεν ήταν στο σπίτι, αλλά η κυρία Γουίλμπερφορς θα πρέπει να είχε δει τις άλλες επισκέπτριες να βγαίνουν από το σπίτι της, κι αν αρνιόταν να τη δεχτεί, θα την πρόσβαλλε. Και η κυρία

252


Γουίλμπερφορς, που είχε ανέβει κοινωνικά με το γάμο της, ήταν πολύ ευαίσθητη σε τέτοια θέματα. Η Φραντσέσκα έπνιξε έναν αναστεναγμό και είπε στον Φέντον να της πει να περάσει. Ύστερα γύρισε στον Σινκλέρ και του είπε χαμηλόφωνα: «Λυπάμαι πολύ». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας της πονηρά. «Θα περιμένω», της απάντησε. Η Φραντσέσκα γύρισε πάλι προς την πόρτα για να υποδεχτεί με ένα χαμόγελο την επισκέπτρια, ελπίζοντας πως δεν υπήρχε τίποτε στο πρόσωπό της που να πρόδιδε αυτό που είχε κάνει πριν την άφιξη της κυρίας Γουίλμπερφορς. Σίγουρα ο σφυγμός της χτυπούσε ακόμα ξέφρενα και δεν τόλμησε να κοιτάξει προς το μέρος του δούκα. Ευτυχώς, ο Ρόκφορντ γνώριζε τον άντρα της κυρίας Γουίλμπερφορς, ο οποίος καταγόταν από μια πόλη κοντά στα κτήματα, του δούκα στην Κορνουάλη, και για κάμποσα λεπτά η συζήτηση κύλησε γύρω από το άτομό του. Στη συνέχεια ατόνησε και η Φραντσέσκα δεν κατάφερε να τη ζωντανέψει όπως συνήθιζε. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει η γυναίκα και να την αφήσει μόνη της με τον Ρόκφορντ. Όταν φύγει, σκέφτηκε η Φραντσέσκα, θα πω στον Φέντον ότι δε θα δεχτώ άλλες επισκέψεις. Αλλά τι δικαιολογία θα μπορούσε να βρει για την παρατεταμένη επίσκεψη του Σινκλέρ; Σύμφωνα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, ο δούκας θα έπρεπε να φύγει πριν την κυρία Γουίλμπερφορς. Ήδη βρισκόταν εκεί περισσότερη ώρα απ' όση κρατούσε συνήθως μια απογευματινή επίσκεψη. Αναρωτήθηκε αν η κυρία Γουίλμπερφορς θα το πρόσεχε ή θα θαμπωνόταν τόσο που είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μ' ένα δούκα, ώστε δε θα έδινε καμιά σημασία στο κοινωνικό του παραστράτημα. Τελικά, προς μεγάλη της έκπληξη, ο Σινκλέρ σηκώθηκε και ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να τις αφήσει. Η Φραντσέσκα με δυσκολία συγκρατήθηκε να μη διαμαρτυρηθεί. Κατάφερε να του χαμογελάσει βεβιασμένα και του άπλωσε το χέρι της. «Καλοσύνη σας που ήρθατε», του είπε σφιγμένα. Εκείνος της χαμογέλασε. «Ελπίζω να ξανάρθω σύντομα».

253


Τα λόγια του την έκαναν να τον κοιτάξει στα μάτια και είδε το γέλιο να παίζει στα σκοτεινά βάθη τους. «Ω. Ε, ναι, μη διστάσετε καθόλου. Θα ήθελα πολύ να σας δείξω τον κήπο μου». Ο Ρόκφορντ χαμογέλασε πάλι. «Είμαι σίγουρος ότι είναι όμορφος. Καλή σας μέρα, λαίδη Χόξτον». Η Φραντσέσκα ανέχτηκε την υπόλοιπη επίσκεψη της κυρίας Γουίλμπερφορς κρύβοντας με δυσκολία τη δυσφορία της. Η γυναίκα φλυαρούσε ασταμάτητα για την ευγένεια και τους καλούς τρόπους του δούκα, την έλλειψη υπεροψίας εκ μέρους του, το όμορφο παρουσιαστικό του, μέχρι που η Φραντσέσκα ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές. Παρ' όλα αυτά, συνέχισε να χαμογελάει και να κουνάει το κεφάλι της σαν αυτόματο, αλλά η ίδια μιλούσε ελάχιστα -το τελευταίο που ήθελε ήταν να τραβήξει αυτή η συζήτηση σε μάκρος. Μόλις έφυγε η κυρία Γουίλμπερφορς, η Φραντσέσκα διέσχισε το διάδρομο και βγήκε από την πίσω πόρτα στο κηπάκι που υπήρχε πίσω από το σπίτι. Ήταν περίκλειστο με τοίχους, αλλά δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα μονοπατάκι που οδηγούσε στην είσοδο υπηρεσίας και κατέληγε στην πόρτα του κήπου. Η Φραντσέσκα προχώρησε τώρα προς τα εκεί, ελπίζοντας πως είχαν καταφέρει να συνεννοηθούν με τον Σινκλέρ με τα λόγια που είχαν ανταλλάξει κατά την αναχώρησή του. Η πόρτα του κήπου δεν είχε πετούγια απ' έξω, αλλά μπορούσες να την ανοίξεις από μέσα. Η Φραντσέσκα σήκωσε τώρα την μπάρα και την άνοιξε. Ο δούκας στεκόταν ακριβώς απ' έξω, ακουμπώντας νωχελικά στον τοίχο. Η Φραντσέσκα γέλασε ενθουσιασμένη όταν εκείνος τρύπωσε μέσα, έκλεισε την πόρτα πίσω του και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Φιλήθηκαν, διαγράφοντας μικρούς κύκλους, και γραπώθηκε από πάνω του, ζαλισμένη από τον πόθο. Πέρασαν κάμποσα λεπτά προτού ο Ρόκφορντ τη στήσει πάλι στα πόδια της, αλλά για αρκετή ώρα η Φραντσέσκα ένιωθε πολύ ζαλισμένη για να μιλήσει. Εκείνος την έπιασε από το χέρι, την οδήγησε πιο βαθιά στον κήπο και τελικά σταμάτησε δίπλα σε ένα παγκάκι. Ήταν ένα όμορφο σημείο, που το έκρυβε ο εξωτερικός τοίχος και

254


ευωδίαζε από τις τριανταφυλλιές που ήταν φυτεμένες ολόγυρα. Η Φραντσέσκα κάθισε, έτοιμη να κουρνιάσει στο στήθος του Σινκλέρ με το μπράτσο του τυλιγμένο στους ώμους της. Όταν εκείνος δεν κάθισε δίπλα της, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε σαστισμένη. «Έλα, κάθισε μαζί μου», τον κάλεσε χαμογελώντας και του άπλωσε το χέρι. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και το πρόσωπό του σοβάρεψε. «Ήρθα εδώ για να σου μιλήσω, και διαπιστώνω ότι όταν βρίσκομαι κοντά σου, ξεχνάω όλες τις προθέσεις μου». Το χαμόγελο της Φραντσέσκας έγινε πιο πλατύ, αναδεικνύοντας το λακκάκι στο μάγουλό της. «Δε με πειράζει». Ο Ρόκφορντ ανταποκρίθηκε αυθόρμητα στο χαμόγελό της, αλλά επέμεινε: «Όχι. Όχι αυτή τη φορά. Σκοπεύω να τελειώσω με αυτό που έχω να σου πω προτού μας διακόψει κάποιος άλλος». Η Φραντσέσκα αναστέναξε. «Πολύ καλά. Συνέχισε». Εκείνος την κοίταξε, πήγε να μιλήσει, σταμάτησε και ξεκίνησε πάλι. «Δεν είμαι εξοικειωμένος μ' αυτά τα πράγματα». Πήρε μια ανάσα. «Λαίδη Χόξτον...» «Λαίδη Χόξτον!» επανέλαβε η Φραντσέσκα και άρχισε να γελάει. «Πώς φτάσαμε σ' αυτό;» Πάγωσε όταν πρόσεξε το σοβαρό ύφος του. «Σινκλέρ, τι συμβαίνει; Τι προσπαθείς να μου πεις;» Ξαφνικά ένιωσε σίγουρη πως είχε έρθει να της πει ότι λυπόταν γι' αυτό που είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα, ότι δεν μπορούσε να της επιτρέψει να τον αποπροσανατολίσει από το στόχο του να βρει τη γυναίκα που θα γινόταν η δούκισσά του. Έδεσε τα χέρια στην ποδιά της και τα κοίταξε, προσπαθώντας να μην κλάψει. «Φραντσέσκα», διόρθωσε εκείνος. «Πρέπει να ξέρεις το ενδιαφέρον μου για σένα... την ελπίδα μου ότι... Ω, να πάρει η οργή! Σου ζητάω να με παντρευτείς!» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε άφωνη. Είχε βάλει με το μυαλό της ένα σωρό κακά βλέποντας τη σοβαρή έκφρασή του, αλλά όχι αυτό. Εκείνος την κοίταξε έντονα και μετά βόγκηξε σιγανά. «Να πάρει η οργή! Τα έκανα μούσκεμα». Έπεσε στο ένα γόνατο μπροστά της. «Λυπάμαι. Φραντσέσκα, σε παρακαλώ...» Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έ-

255


βγαλε ένα μικρό κουτί. Το άπλωσε προς το μέρος της. «Θα μου κάνεις την τιμή να δεχτείς να γίνεις γυναίκα μου;» Εκείνη βρήκε επιτέλους τη μιλιά της. «Όχι!» Πετάχτηκε όρθια και τον κοίταξε με φρίκη. «Σινκλέρ, όχι! Δεν μπορώ να σε παντρευτώ!» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε και σηκώθηκε όρθιος. «Πάλι; Αρνείσαι πάλι;» «Όχι! Σινκλέρ, όχι. Σε παρακαλώ, μη θυμώνεις...» «Και τι στην οργή περιμένεις να κάνω;» ξέσπασε εκείνος. «Τι νόημα είχε η χτεσινή νύχτα; Μου εξέφρασες την ευγνωμοσύνη σου; Ευχαριστώ, αλλά δε χρειαζόμουν πληρωμή». Η Φραντσέσκα έριξε πίσω το κεφάλι της σαν να την είχε χαστουκίσει και τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. «Δε σε πλήρωσα. Σου δόθηκα επειδή...» Σταμάτησε, ανίκανη να του ομολογήσει την αγάπη της τη στιγμή που εκείνος την κοιτούσε τόσο ψυχρά. Ο Ρόκφορντ ύψωσε τα φρύδια του. «Ναι; Επειδή;» Έκανε μια γκριμάτσα και απομακρύνθηκε. «Χριστέ μου, τι ηλίθιος που είμαι». Προχώρησε μερικά βήματα και γύρισε πάλι προς το μέρος της, καρφώνοντάς τη με το σκοτεινό βλέμμα του. «Τι περίμενες; Μια νύχτα; Δύο;» «Όχι. Εγώ... απλά όχι γάμο». «Μια σχέση;» Έδειξε ακόμα πιο εμβρόντητος. «Μου λες δηλαδή ότι σκέφτηκες να βλεπόμαστε στα κλεφτά, κρύβοντας τη σχέση μας απ' όλο τον κόσμο; Κι εγώ τι θα έκανα; Θα παντρευόμουν μια άλλη γναίκα και θα είχα ταυτόχρονα μια σχέση πίσω από την πλάτη της; Αυτή τη γνώμη έχεις για μένα; Για τέτοιο άντρα μ' έχεις;» Τα δάκρυα έπνιξαν τη Φραντσέσκα. «Όχι! Όχι, σε παρακαλώ, Σινκλέρ...» «Χριστέ μου! Νόμιζα ότι μ' αγαπούσες. Πίστεψα ότι ύστερα από τόσα χρόνια είχες συνειδητοποιήσει... ήθελες...» Μια βρισιά ξέφυγε από τα χείλη του και ακολούθησε ένα πικρό γέλιο. «Αλήθεια, πόσες φορές μπορεί να γελοιοποιηθεί ένας άντρας για χάρη σου;» Κούνησε το κεφάλι του. «Ε, λοιπόν, αυτή είναι η τελευταία φορά για μένα. Αντίο, λαίδη μου, δε θα σας ενοχλήσω περισσότερο». Η Φραντσέσκα έμεινε για μια στιγμή παγωμένη από τη φρίκη.

256


Ύστερα έτρεξε πίσω του. «Σινκλέρ, περίμενε! Όχι!» Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και πέταξε το κουτάκι που είχε στα χέρια του στο χώμα μπροστά της. «Ορίστε. Πρόσθεσε κι αυτό στη συλλογή σου». Πήγε στην πόρτα, την άνοιξε και έφυγε. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του, βυθίζοντας τον κήπο σε μια ηχηρή σιωπή. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να σκεφτεί, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Άρχισε να τρέμει και τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό! Δεν μπορεί εκείνος να είχε βγει από τη ζωή της μ ' αυτό τον τρόπο! Έπεσε στα γόνατα, νιώθοντας ξαφνικά πολύ αδύναμη για να παραμείνει όρθια. Παρά τη ζεστασιά του απογευματινού ήλιου, εκείνη ένιωθε παγωμένη ως το κόκαλο και έτρεμε σύγκορμη. Άπλωσε το χέρι της, πήρε το κουτάκι που της είχε πετάξει και το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα απλό και κομψό δαχτυλίδι, ένα μεγάλο κίτρινο διαμάντι σε σχήμα αχλαδιού. Το διαμάντι των Λιλ, το γαμήλιο δαχτυλίδι των δουκισσών του Ρόκφορντ. Τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω του και σωριάστηκε στο χώμα σφίγγοντάς το στο στήθος της. *** «Λαίδη μου; Λαίδη μου;» Η φωνή της Μέισι ήχησε κοντά στο αυτί της. «Τι συμβαίνει; Είστε άρρωστη;» Η Φραντσέσκα άνοιξε τα μάτια της και είδε την καμαριέρα της γονατισμένη από πάνω της να την κοιτάζει ανήσυχη. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα βρισκόταν εκεί, εξουθενωμένη και απελπισμένη. Ανακάθισε ζαλισμένη και συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα το κουτάκι με το δαχτυλίδι και το έσφιγγε στην καρδιά της. «Είμαι καλά, Μέισι. Μην ανησυχείς». «Λαίδη μου, τι συνέβη; Η Μπες σας είδε εδώ πεσμένη και έβγαλε μια τέτοια στριγκλιά που θα μπορούσε να αναστήσει και πεθαμένους. Σας πήρε για νεκρή». Η Φραντσέσκα ξεροκατάπιε. «Νεκρή ήμουν, αλλά όχι όπως το εννοείς εσύ». Σηκώθηκε στα γόνατα και η Μέισι την έπιασε από το

257


μπράτσο και τη βοήθησε να σηκωθεί εντελώς. «Ο Φέντον νόμισε ότι ήταν εδώ έξω μαζί σας και η εξοχότητά του νωρίτερα. Δε... δε σας το έκανε εκείνος αυτό, έτσι;» «Όχι! Όχι, εκείνος δε θα με χτυπούσε ποτέ. Όχι. Φοβάμαι πως εγώ το έκανα αυτό στον εαυτό μου». Η Φραντσέσκα προσπάθησε να χαμογελάσει στην καμαριέρα της, αλλά ήξερε πως η προσπάθειά της ήταν μάταιη. «Λέω να πάω στο δωμάτιό μου τώρα. Ειλικρινά, είμαι καλά. Πες σε όλους να μην ανησυχούν. Είμαι απλώς... κουρασμένη». «Δεν πιστεύω να ξαναγύρισε εκείνος ο αγύρτης, έτσι;» επέμεινε η Μέισι καθώς προχωρούσαν προς την πίσω είσοδο. «Ο Πέρκινς;» Η Φραντσέσκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Αυτός έφυγε για πάντα. Απλώς... χειρίστηκα κάτι πάρα πολύ άσχημα. Νομίζω...» Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Νομίζω ότι δε θα ξαναδούμε εδώ το δούκα». «Τι πράγμα;» Η καμαριέρα γούρλωσε τα μάτια της. «Μα, λαίδη μου...» «Σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να το κουβεντιάσω τώρα. Πρέπει να ανέβω στο δωμάτιό μου να ξεκουραστώ». Μπήκαν στο σπίτι και ανέβηκαν από την πίσω σκάλα. Όταν έφτασαν στο δωμάτιο της Φραντσέσκας, η Μέισι βοήθησε την κυρά της να βγάλει το φόρεμά της και να φορέσει τη ρόμπα της. Το ρούχο ήταν ζεστό, αλλά η Φραντσέσκα συνέχισε να τρέμει, και η Μέισι άναψε το τζάκι για να τη ζεστάνει. Αργότερα της ανέβασε ένα δίσκο με το δείπνο της και ένα τσάι. Η Φραντσέσκα δεν κατάφερε να κατεβάσει μπουκιά, αλλά ήπιε με ευχαρίστηση το ζεστό ρόφημα. Έμεινε για πολλή ώρα να κοιτάζει μουδιασμένη τη φωτιά, αφήνοντας τις σκέψεις της να ακολουθήσουν ένα μακρύ και μάταιο μονοπάτι. Το ένστικτό της της έλεγε να τρέξει στον Ρόκφορντ, να ριχτεί στην αγκαλιά του και να τον παρακαλέσει να την ακούσει -να τον πείσει με κάποιο τρόπο να την ακούσει. Θα του εξηγούσε τα πάντα και εκείνος θα καταλάβαινε γιατί είχε αρνηθεί την πρότασή του. Θα παραδεχόταν ότι είχε δίκιο. Δεν μπορούσαν να παντρευτούν, θα το καταλάβαινε κι εκείνος αν το σκεφτόταν λιγάκι.

258


Θα του έλεγε πώς ένιωθε, θα τον έπειθε ότι δεν είχε αρνηθεί την πρότασή του επειδή δεν τον αγαπούσε -πώς ήταν δυνατόν να πιστεύει ο Σινκλέρ κάτι τέτοιο ύστερα απ' όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους! Αλλά, βέβαια, ήξερε ότι δεν μπορούσε να τρέξει κοντά του. Ο Ρόκφορντ δε θα δεχόταν να τη δει καν. Ήταν πολύ θυμωμένος, πολύ παγερός. Και μόνο που θυμόταν την ψυχρή περιφρόνηση με την οποία της είχε πετάξει το δαχτυλίδι, τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα. Αποφάσισε να του γράψει ένα γράμμα, και κατέβηκε κάτω στο γραφείο σαν τον κλέφτη για να μην την πάρουν είδηση οι υπηρέτες της. Άρχισε να γράφει και να σκίζει τη μια σελίδα μετά την άλλη, προσπαθώντας να του δώσει μια εξήγηση. Τίποτε δεν ήταν αρκετό, τίποτε δεν μπορούσε να εκφράσει τη φρίκη και τη θλίψη της τη στιγμή που είχε αντικρίσει την έκφρασή του. Τίποτε, σκέφτηκε, δε θα τον έκανε να τη δεχτεί πίσω. Τη μισούσε. Η αδέξια άρνησή της τον είχε πληγώσει βαθιά. Δε θα τη συγχωρούσε ποτέ. Η Φραντσέσκα αναθεμάτισε τη βλακεία της. Θα έπρεπε να ήταν καλύτερα προετοιμασμένη. Θα έπρεπε να το ξέρει ότι ο Σινκλέρ, έχοντας βαθιά ριζωμένους τους κώδικες τιμής, θα θεωρούσε καθήκον του να της κάνει πρόταση γάμου εφόσον είχε κοιμηθεί μαζί της. Ανεξάρτητα αν ήταν λογικό ή συνετό, θα της πρόσφερε την ευκαιρία να διατηρήσει την υπόληψή της. Αν είχε καθίσει να το σκεφτεί, αντί να πλέει σε πελάγη ευτυχίας όλη μέρα, θα είχε συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια πρόταση γάμου. Και θα είχε παρουσιάσει συντονισμένα και λογικά τους λόγους της άρνησής της. Με λίγη σκέψη, θα είχε καταφέρει να αποφύγει να τον θυμώσει και να τον πληγώσει. Αλλά ίσως όλα αυτά ήταν χαζομάρες. Ίσως τίποτα δε θα μπορούσε να αποτρέψει αυτό που είχε συμβεί. Το θέμα ήταν πως ήταν ξεροκέφαλη και παρορμητική. Τον ήθελε, ήθελε να ζήσει αυτή τη συγκλονιστική οικειότητα μαζί του, αυτή τη ζωτική ηδονή, και είχε αφήσει τον εαυτό της να πιστέψει ότι θα μπορούσαν να τα έχουν όλα. Είχε

259


αφήσει τον πόθο της να την οδηγήσει, και ιδού το αποτέλεσμα: Είχε χάσει τον Ρόκφορντ όχι μόνο ως εραστή αλλά και ως φίλο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτε χειρότερο. Πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς να έχει το χαμόγελό του να τη ζεσταίνει; Χωρίς να την κοιτάζει υψώνοντας εξοργιστικά το ένα του φρύδι; Χωρίς να τον βλέπει να πηδά ένα φράχτη σαν να ήταν ένα με το άλογό του; Αναστέναξε τρεμουλιαστά, έκλεισε τα μάτια της και έγειρε πίσω στην καρέκλα της. Μπορεί ύστερα από μερικές μέρες... όταν με το χρόνο θα είχε καταλαγιάσει η οργή του, όταν μπορούσε να σκεφτεί πιο λογικά, να του έστελνε ένα γράμμα και να του τα εξηγούσε όλα. Αλλά όχι, μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. Θα έπρεπε να τον αφήσει να φύγει χωρίς να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις πράξεις της. Να βάλει ένα τέλος σε όλα, ώστε να μπορέσει εκείνος να συνεχίσει τη ζωή του. Θα τύλιγε το γαμήλιο δαχτυλίδι των Λιλ και θα του το επέστρεφε την επόμενη μέρα χωρίς καμιά εξήγηση. Η σκέψη όμως καρφώθηκε στην καρδιά της σαν μαχαίρι. Δεν ήταν σίγουρη αν θα είχε τη δύναμη να φερθεί τόσο μεγαλόψυχα. Τελικά η κούραση την κατέβαλε και έπεσε στο κρεβάτι της. Αλλά τότε, εντελώς παράλογα, δεν έλεγε να την πάρει ο ύπνος. Έμεινε ξύπνια για πολλές ώρες, κοιτάζοντας απλά το σκοτάδι και μετανιώνοντας για τις πράξεις της. Όταν τελικά αποκοιμήθηκε, πετάχτηκε σχεδόν αμέσως. Άνοιξε τα μάτια της και έμεινε ακίνητη και σφιγμένη, προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που την είχε ξυπνήσει. Το σπίτι ήταν σιωπηλό και ύστερα από λίγο ξανάκλεισε τα μάτια της, λέγοντας στον εαυτό της ότι ήταν απλά η στενοχώρια της που την είχε ξυπνήσει. Άκουσε μια σανίδα του πατώματος να τρίζει και γύρισε. Μια σκοτεινή αντρική φιγούρα στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού της. Για μια στιγμή η καρδιά της γέμισε ελπίδα. Ο Σινκλέρ! Ύστερα όμως η φιγούρα έκανε βιαστικά το γύρο του κρεβατιού κρατώντας κάτι σκούρο, και συνειδητοποίησε έντρομη ότι δεν ήταν ο Σινκλέρ που είχε έρθει να την πάρει πάλι στην αγκαλιά του, αλλά ο Πέρκινς.

260


Άνοιξε το στόμα της να φωνάξει, αλλά κάτι βαρύ και σκούρο την τύλιξε, κάνοντάς τη να σωπάσει.

261


Κεφάλαιο 18 Η Φραντσέσκα ξεφώνισε, αλλά η φωνή της βγήκε τόσο πνιχτή, που ήξερε ότι κανένας δε θα την άκουγε. Άρχισε να παλεύει άγρια μέσα στο σκούρο ύφασμα, αλλά ο απαγωγέας της τη χτύπησε με τη γροθιά του τόσο δυνατά που τη ζάλισε. Εκμεταλλευόμενος το στιγμιαίο πλεονέκτημα, την έριξε στον ώμο του και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Η Φραντσέσκα, κρεμασμένη ανάποδα, με κομμένη την ανάσα, δεν μπόρεσε να βγάλει παρά μια πνιχτή κραυγή. Προσπάθησε να παλέψει πάλι, αλλά έτσι όπως ήταν τυλιγμένη μέσα στην κουβέρτα και με το χέρι του να κρατάει ακίνητα τα χέρια και τα πόδια της, δεν κατάφερε και πολλά καθώς εκεί νος κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες. Τη στιγμή που ο Πέρκινς άνοιγε την εξώπορτα, της φάνηκε πως άκουσε μια κραυγή από το πίσω μέρος του σπιτιού, αλλά με τον πάταγο που έκανε η πόρτα κλείνοντας δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Το επόμενο που κατάλαβε ήταν να την πετάει σε ένα σκληρό πάτωμα, κόβοντάς της την ανάσα. Τον άκουσε να πηδάει και αυτός πίσω της, να κλείνει μια πόρτα και ξαφνικά το πάτωμα από κάτω της άρχισε να κινείται. Τότε συνειδητοποίησε πως ο Πέρκινς θα πρέπει να είχε μια άμαξα να τους περιμένει και τώρα απομακρύνονταν με μεγάλη ταχύτητα. Προτού προλάβει να ξαναβρεί την ανάσα της ώστε να σκίσει την κουβέρτα, ο Πέρκινς την τράβηξε μόνος του. Ύστερα τη σήκωσε απότομα στο κάθισμα, τύλιξε ένα φουλάρι στους καρπούς της και τις έδεσε τα χέρια μπροστά της. Η Φραντσέσκα τον κλότσησε και προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός και, μολονότι έβρισε όταν οι κλοτσιές της τον πέτυχαν, δεν άφησε τα χέρια της μέχρι που τα έδεσε σφιχτά. Η Φραντσέσκα έβγαλε μια στριγκλιά τώρα που είχε ξαναβρεί την ανάσα της, αλλά ο Πέρκινς την αγνόησε και αυτή. Κάτι της έλεγε ότι οι κραυγές της δεν ωφελούσαν, γιατί τις έπνιγε ο θόρυβος της άμαξας. Εξάλλου, βρίσκονταν στο Λονδίνο, και ποιος θα σκεφτόταν να κυνηγήσει μια άμαξα απλώς και μόνο επειδή από μέσα ακούγονταν 262


κάποιες φωνές; Όταν ο Πέρκινς έδεσε καλά τους καρπούς της, έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη του και το έχωσε στο στόμα της λέγοντας άγρια: «Σκάσε, ανάθεμά σε. Σκάσε! Θεέ μου, τι τσιρίδα». Άρχισε να λύνει τη γραβάτα του και η Φραντσέσκα εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να ριχτεί στην απέναντι μεριά της άμαξας, μακριά του. Έφτυσε το μαντίλι από το στόμα της και έβγαλε άλλη μια τσιρίδα. Εκείνος έβρισε και έσκυψε να πιάσει το μαντίλι τη στιγμή που η άμαξα έστριβε σε μια γωνία, με αποτέλεσμα να βρεθεί φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Η Φραντσέσκα του έδωσε μια γρήγορη κλοτσιά. Είχε σημαδέψει το κεφάλι του, αλλά εκείνος ήταν αρκετά γρήγορος και την απέφυγε, ωστόσο το πόδι της βρήκε τον ώμο του. Ύστερα, αντί να χάσει το χρόνο της προσπαθώντας να τον ξαναχτυπήσει, γλίστρησε προς την πόρτα και γύρισε το πόμολο. Η άμαξα είχε μειώσει ταχύτητα για να πάρει τη στροφή και τώρα μείωνε κι άλλο. Όταν άνοιξε την πόρτα, η Φραντσέσκα είδε ότι είχαν μπει σε μια περιοχή με λαϊκή αγορά. Οι μανάβηδες έστηναν τους πάγκους τους με το πρώτο χάραμα, έτσι η άμαξα δεν μπορούσε να συνεχίσει με την προηγούμενη γρήγορη ταχύτητά της. Η Φραντσέσκα κρατούσε πάντα το πόμολο με την πρόθεση να πηδήσει έξω, αλλά την τελευταία στιγμή δίστασε. Φοβήθηκε ότι η άμαξα πήγαινε ακόμα πολύ γρήγορα. Όταν όμως είδε τον Πέρκινς να σηκώνεται και να ορμάει προς το μέρος της, πήδησε, κάνοντας μια προσευχή να μην κυλήσει κάτω από τις ρόδες. Έπεσε , αλλά, αντί να πέσει στο δρόμο όπως φοβόταν, βρέθηκε πεσμένη με το πλευρό πάνω σε έναν πάγκο γεμάτο φρούτα. Ο μανάβης που ξεφόρτωνε καφάσια με δαμάσκηνα και κεράσια έβγαλε μια οργισμένη κραυγή και παράτησε το καφάσι που κρατούσε κάτω. Την άρπαξε από το μπράτσο και την έβγαλε από την κατεστραμμένη πραμάτεια του. «Να πάρει η οργή, κυρά μου. Τι στην οργή νομίζεις ότι κάνεις;» Η Φραντσέσκα τραβήχτηκε με όλη της τη δύναμη για να του ξεφύγει. Πίσω της άκουγε τον Πέρκινς να φωνάζει στον αμαξά να σταμα-

263


τήσει. Με όση δύναμη της είχε απομείνει, κατάφερε να ελευθερώσει το μπράτσο της από τη λαβή του μανάβη και άρχισε να τρέχει. Το καλντερίμι ήταν ανώμαλο και ένιωθε τα πόδια της να πονάνε, ενώ ταυτόχρονα δυσκολευόταν να τρέξει με τα χέρια δεμένα. Συνέχισε όμως να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πίσω της άκουγε φωνές και σφυρίγματα και κάποιος χτύπησε παλαμάκια για να την ενθαρρύνει καθώς περνούσε τρέχοντας δίπλα του, λες και παρακολουθούσε κούρσα. Αλλά κανείς δεν επενέβη για να σταματήσει τον Πέρκινς και τα βήματά του ακούγονταν όλο και πιο κοντά πίσω της. Ρίχτηκε πάνω της, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δυο στο δρόμο. Έχοντας όλο το βάρος του Πέρκινς πάνω της, η Φραντσέσκα χτύπησε άσχημα στο έδαφος, και για μια ακόμα φορά της κόπηκε η ανάσα. Όλο το κορμί της μωλωπίστηκε από την πτώση και το κεφάλι της άρχισε να κουδουνίζει καθώς χτυπούσαν δυνατά τα δόντια της μεταξύ τους. Ο Πέρκινς πετάχτηκε όρθιος, τη σήκωσε στα χέρια του και τη μετέφερε ξανά στην άμαξα. Η Φραντσέσκα, που πάσχιζε να βρει την ανάσα της, δεν μπορούσε ούτε να διαμαρτυρηθεί και η αντίστασή της ήταν αδύναμη. «Σώπα, καλή μου», της είπε εκείνος εκνευριστικά ήρεμα. «Το ξέρω ότι είσαι ταραγμένη». Γύρισε στους μανάβηδες που είχαν μαζευτεί και είπε: «Ζητώ συγνώμη για λογαριασμό της γυναίκας μου. Δεν είναι ο εαυτός της τελευταία. Χάσαμε το παιδί μας, βλέπετε. Φοβάμαι ότι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να της σαλέψει λιγάκι». «Όχι!» κατάφερε να φωνάξει η Φραντσέσκα. «Έλα, έλα. Μην ανησυχείς. Θα γυρίσουμε σπίτι και ο γιατρός θα τα φροντίσει όλα». «'Ει!» φώναξε ο εύσωμος μανάβης που ο πάγκος του είχε ρη μάξει. «Και ποιος θα πληρώσει γι' αυτά; Πρώτο πράγμα! Ήρθε και μου τα έκανε όλα λίμπα». Ο Πέρκινς έβγαλε από την τσέπη του μερικά νομίσματα, τα πέταξε στο μανάβη κι εκείνος φάνηκε να ηρεμεί. Ύστερα ανέβασε τη Φραντσέσκα στην άμαξα. «Έλα τώρα, αγάπη μου, ησύχασε», της είπε δυνατά και ανέβηκε 264


στην άμαξα κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Εκείνη του ρίχτηκε να τον νυχιάσει, αλλά ο Πέρκινς κατάφερε να αποφύγει τα χέρια της και, τυλίγοντας τα μπράτσα του γύρω της, την έριξε κάτω στο πάτωμα . Η άμαξα κύλησε πάλι στο δρόμο, με τους δυο τους να παλεύουν μέσα. Δεδομένου, όμως, ότι ο Πέρκινς ήταν πιο δυνατός και τα χέρια της δεμένα, ο αγώνας ήταν άνισος. Αν και η Φραντσέσκα πάλευε με όλη της τη δύναμη, ο Πέρκινς κατάφερε να τη φιμώσει με το φουλάρι του, πνίγοντας τις κραυγές της. Στη συνέχεια έδεσε σφιχτά με ένα κομμάτι σκοινί και τους αστραγάλους της. «Ωραία!» Έγειρε πίσω στην άκρη του καθίσματος και την κοίταξε. «Ώστε είμαστε αγριόγατες, έτσι; Δεν το περίμενα ποτέ από σένα». Ένα αργό, διαβολικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Ίσως τελικά η αποψινή νύχτα αποδειχτεί πιο ενδιαφέρουσα απ' ότι φανταζόμουν. Ποτέ δε μου άρεσαν οι γυναίκες που κάθονται σαν κούτσουρα από κάτω σου. Τι λες, θα μου χαρίσεις ένα καλό πήδημα;» Έσυρε τα χέρια του στο κορμί της και της Φραντσέσκας της ήρθε αναγούλα από την αηδία. «Και έχεις περισσότερες καμπύλες απ' ότι πίστευα», συνέχισε ο Πέρκινς και γέλασε όταν την είδε να τον αγριοκοιτάζει. «Α, ναι, είναι πολύ καλύτερα όταν δεν μπορείς να βγάλεις άχνα». Σηκώθηκε και κάθισε στο κάθισμα, χωρίς να κάνει τον κόπο να σηκώσει και εκείνη. Η Φραντσέσκα κατάφερε να ανακαθίσει και να συρθεί στο απέναντι κάθισμα, όσο γινόταν πιο μακριά του. Τα πόδια της την πονούσαν από το τρέξιμο στο καλντερίμι και το σκοινί στους αστραγάλους της ήταν τόσο σφιχτό, που ήξερε ότι σε λίγο θα μούδιαζαν. Αλλά και τα χέρια της ήταν πολύ σφιχτά δεμένα και τα μαλλιά της την πονούσαν, έτσι όπως τα τραβούσε πίσω το φίμωτρο που ήταν τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι της. Ήταν μελανιασμένη και πονούσε σ' όλο της το κορμί, αλλά σχεδόν καλοδεχόταν τον πόνο. Την εμπόδιζε να βυθιστεί στην απελπισία. Πού πήγαιναν; Γατί την είχε απαγάγει; Φοβόταν πως ήξερε πολύ καλά τι σκόπευε να της κάνει ο Πέρκινς όταν θα έφταναν στον προορισμό τους. Ξεροκατάπιε και ένιωσε να παγώνει στη σκέψη τού τι την περίμενε.

265


Προσπάθησε να στρέψει κάπου αλλού τις σκέψεις της. Αναρωτήθηκε αν είχε δει κάποιος από τους υπηρέτες της τον Πέρκινς ναι τη βγάζει από το σπίτι. Σίγουρα εκείνος δεν είχε φροντίσει να κάνει ησυχία όταν την είχε κατεβάσει τρέχοντας από τις σκάλες. Μπορεί να είχε ξυπνήσει κάποιον. Αλλά και να είχε πεταχτεί κάποιος υπηρέτης από τον ύπνο του και να είχε αναγνωρίσει τον Πέρκινς, τι θα έκανε; Οι υπηρέτες της δε θα είχαν ιδέα πού την πήγαινε. Και από ποιον θα ζητούσαν βοήθεια; Ο Φέντον μπορεί να σκεφτόταν τον Ρόκφορντ, αλλά αν πήγαιναν στο δούκα, θα νοιαζόταν ο Σινκλέρ για το τι της συνέβαινε; Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται καθώς τον σκεφτόταν να αδιαφορεί, ψυχραμένος ακόμα από το θυμό του. Η Μέισι μπορεί να πήγαινε στην Αϊρίν. Τώρα που η Κάλι έλειπε από την πόλη, η Αϊρίν ήταν η πιο στενή της φίλη και εκείνη που θα μπορούσε πιθανότατα να τη βοηθήσει. Ο Ντόμινικ, φυσικά, θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να τη βοηθήσει, αλλά έμενε στο Ρέντφιλντς, μια μέρα απόσταση με την άμαξα. Αν ο Φέντον αποφάσιζε να καταφύγει σ' εκείνον, μέχρι να επιστρέψουν στο Λονδίνο, τα δικά τους ίχνη θα είχαν πια χαθεί. Και εκείνη... Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο Πέρκινς θα είχε πάρει την εκδίκησή του μέχρι τότε. Το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ότι οι υπηρέτες της θα κατέφευγαν στην Αϊρίν. Η φίλη της θα τη βοηθούσε και ο άντρας της ήταν από τους ανθρώπους που ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Θα στήριζε σ' αυτό τις ελπίδες της -ότι κάποιος από τους υπηρέτες της είχε ξυπνήσει έγκαιρα ώστε να δει τον Πέρκινς να τη βγάζει σηκωτή από το σπίτι, και ότι ο Φέντον ή η Μέισι θα είχαν τη λογική να τρέξουν αμέσως στην Αϊρίν να την ειδοποιήσουν. Αν δεν το έκαναν... Αλλά όχι, αρνιόταν να το σκεφτεί αυτό. Αντίθετα, θα έπρεπε να σκαρφιστεί έναν τρόπο να το σκάσει, να χαλαρώσει τα δεσμά της και να αιφνιδιάσει τον Πέρκινς. Του γύρισε όσο μπορούσε περισσότερο την πλάτη και κουλουριάστηκε. Υποπτευόταν πως εκείνος θα σκεφτόταν ότι είχε μαζευτεί επειδή τον φοβόταν και το μισούσε που του έδινε αυτή την ικανοποίηση, αλλά ήταν πιο σημαντικό να κρύψει τα χέρια της ώστε να μην τα βλέπει εκείνος. Στα κρυφά, άρχισε να τσιτώνει το φουλάρι

266


όσο γινόταν περισσότερο. Το ύφασμα χώθηκε στη σάρκα της, την πόνεσε, αλλά δε θα άφηνε αυτό να τη σταματήσει. Ήταν πολύ πιο μαλακό από το σκοινί με το οποίο της είχε δέσει τους αστραγάλους και, μολονότι αυτό σήμαινε ότι είχε μπορέσει να το δέσει πιο σφιχτά και σίγουρα, σήμαινε επίσης ότι μπορούσε να τεντωθεί πιο εύκολα. Δυστυχώς, επειδή ήθελε να κρύψει αυτό που έκανε, οι κινήσεις της έπρεπε να είναι περιορισμένες. Όσο κι αν τραβούσε και έστρεφε, δεν κατάφερε να χαλαρώσει παρά ελάχιστα τα δεσμά της. Δεν ήταν αρκετό για να γλιστρήσουν τα χέρια της από μέσα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κόμπος σφίχτηκε ακόμα περισσότερο με το τράβηγμα και ήταν σχεδόν αδύνατο να τον λύσει. Χρειαζόταν κάτι κοφτερό για να κόψει τα δεσμά της, αλλά δεν υπήρχε τίποτα διαθέσιμο Καθώς προσπαθούσε να λύσει το φουλάρι που έδενε τα χέρια της, κουνούσε ταυτόχρονα τα πόδια της όσο μπορούσε χωρίς να γίνει αντιληπτή. Αλλά ήταν ακόμα πιο δύσκολο να χαλαρώσει το σκοινί. Της ήταν αδύνατο να ελευθερωθεί από τα δεσμά της, σκέφτηκε τελικά, απελπισμένη. Μετά από λίγη ώρα ένιωσε την άμαξα να κόβει ταχύτητα και γύρισε, προσπαθώντας να διακρίνει έξω από το παράθυρο. Οι κουρτίνες, όμως, το κάλυπταν εντελώς και δεν μπορούσε να δει τίποτα. Κοίταξε τον Πέρκινς και είδε να ζωγραφίζεται στα χείλια του εκείνο το γνώριμο χαμόγελο που την έκανε να ανατριχιάζει. «Ναι. Φτάσαμε. Δεν μπορεί να νόμιζες ότι θα έχανα χρόνο για να πάρω αυτό που θέλω. Δεν είμαι άνθρωπος που του αρέσει να περιμένει». Η Φραντσέσκα τσιτώθηκε και του έριξε ένα άγριο βλέμμα, αλλά εκείνος αρκέστηκε να γελάσει. «Α, ναι, αγριοκοίταζέ με όσο θέλεις. Σε λίγο όλα θ' αλλάξουν. Τότε θα με παρακαλάς». Έγειρε προς το μέρος της. «Και εκείνος ο μπάσταρδος ο Ρόκφορντ θα πρέπει να ζήσει ξέροντας ότι τον πρόλαβα. Δε θα του αρέσει αυτό του ψηλομύτη του δούκα, σωστά; Να ανακαλύψει ότι η πολύτιμη λαίδη του είναι ένα παλιογύναικο, όπως και όλες οι άλλες. Να μάθει ότι σε πήδηξα προτού του δοθεί εκείνου η ευκαιρία».

267


Η Φραντσέσκα πολύ θα ήθελε να του δώσει μια πληρωμένη απάντηση, αλλά την εμπόδιζε το φίμωτρο. Περίμενε τσιτωμένη. Όταν θα την έβγαζε από την άμαξα, θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία της να δημιουργήσει σαματά, αν και έτσι δεμένη και φιμωμένη δεν ήταν σίγουρη αν θα τα κατάφερνε. Αλλά αν είχαν σταματήσει σε κάποιο πανδοχείο, δεν μπορεί, θα υπήρχε κι άλλος κόσμος εκεί και όλο και κάποιος μπορεί να βρισκόταν να του ζητήσει το λόγο βλέποντάς τον να κουβαλάει μια δεμένη και φιμωμένη γυναίκα. Από την άλλη, ήταν ακόμα νύχτα, ούτε χάραμα καλά καλά. Ακόμα και σε ένα πανδοχείο μπορεί να μην κυκλοφορούσε ψυχή. Αλλά το χειρότερο απ' όλα θα ήταν να βρίσκονταν σε κάποιο σπιτάκι στα περίχωρα της πόλης, όπου δε θα υπήρχε κανείς να τους δει ή να απορήσει. Ο Πέρκινς έσκυψε προς το μέρος της κι εκείνη τραβήχτηκε στη γωνία, έτοιμη να δώσει μάχη. Προς μεγάλη της έκπληξη, όμως, εκείνος δεν την έπιασε από το μπράτσο για να την τραβήξει έξω. Αντίθετα, έπιασε το φουλάρι που έδενε τους καρπούς της, τύλιξε την άκρη του σε μια μικρή μπάρα δίπλα στην πόρτα και την έδεσε εκεί. Ύστερα έπιασε το σαγόνι της ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του, την τσίμπησε ελαφρά, της έκλεισε το μάτι και βγήκε από την άμαξα. Η Φραντσέσκα τον κοίταξε με ανίσχυρη οργή. Τράβηξε απότομα τα δεσμά της, αλλά ήταν δεμένα γερά. Στη συνέχεια προσπάθησε να λύσει τον καινούριο κόμπο με τα δάχτυλα της, που είχαν λίγο χώρο να κινηθούν, αλλά ήταν σφιχτός και τα χέρια της ήταν πια μουδιασμένα και τα δάχτυλά της αδέξια. Δεν κατάφερε και πολλά. Κλότσησε το πλαϊνό τοίχωμα της άμαξας απελπισμένη. Ο θόρυβος που έκανε την ενθάρρυνε και συνέχισε να κλοτσάει και με τα δύο πόδια, κάνοντας όσο περισσότερη φασαρία μπορούσε. Αλλά κανείς δεν ήρθε να δει τι συνέβαινε. Της φάνηκε ότι έμεινε μια αιωνιότητα εκεί έξω, τη μια να κλοτσάει και την άλλη να προσπαθεί να λύσει τα δεσμά της. Είχε φτάσει να αναρωτιέται μήπως ο Πέρκινς σκόπευε να την αφήσει εκεί ολομόναχη την υπόλοιπη νύχτα. 268


Στο τέλος, όμως, η πόρτα άνοιξε και ο Πέρκινς ξαναμπήκε μέσα. «Είσαι και φασαριόζα, έτσι; Νόμιζα ότι θα είχες κουραστεί πια». Η άμαξα πλημμύρισε από την μπόχα του αλκοόλ και η Φραντσέσκα κατάλαβε πως είχε περάσει την περισσότερη ώρα του μέσα πίνοντας. «Έκλεισα δωμάτιο για μένα και για την κακομοίρα τη γυναίκα μου που είναι άρρωστη», της είπε και έβγαλε από ένα συρτάρι κάτω από το κάθισμα ένα ύφασμα, που το ξεδίπλωσε και αποκάλυψε μια σκούρα μπέρτα με κουκούλα. Ο Πέρκινς κάθισε δίπλα της, έριξε την μπέρτα στους ώμους της και την έδεσε μπροστά. Η Φραντσέσκα δεν μπορούσε να κάνει και πολλά για να τον εμποδίσει πέρα από το να τον κλοτσήσει με τα δεμένα πόδια της, αλλά εκείνος τα ακινητοποίησε με την μπότα του στο πλάι της άμαξας και τα κράτησε εκεί. Τελικά της έβαλε και την κουκούλα, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της. Αντί να προσπαθήσει να λύσει τον κόμπο με τον οποίο είχε δέσει το φουλάρι στην μπάρα, έβγαλε ένα μαχαίρι, τον έκοψε και άφησε το υπόλοιπο κομμάτι να κρέμεται εκεί. Η Φραντσέσκα προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του, αλλά μάταιος κόπος. Εκείνος τύλιξε την μπέρτα γύρω της, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τις κινήσεις της, και την έβγαλε από την άμαξα. Κρατώντας τη στα χέρια του σφιχτά, σαν να κουβαλούσε ένα παιδί, μπορούσε να κρατάει την μπέρτα στη θέση της και ταυτόχρονα να περιορίζει τις κινήσεις της. Επιπλέον, η μπέρτα έκρυβε τα δεσμά στους καρπούς και στους αστραγάλους της, ενώ η κουκούλα, τραβηγμένη μπροστά, κάλυπτε το φιμωμένο πρόσωπό της. Αν την έβλεπε κάποιος, θα νόμιζε ότι ήταν κοιμισμένη ή άρρωστη. Παρ' όλα αυτά, πάσχισε να κινηθεί, ελπίζοντας πως θα τον έκανε να χάσει την ισορροπία του ή πως θα τραβούσε την προσοχή κάποιου, και ξεφώνισε πίσω από το φίμωτρο. Αλλά ο ήχος βγήκε εντελώς πνιχτός και αμφέβαλλε αν θα έδινε κανείς σημασία στις αδύναμες κινήσεις της αν, βέβαια, υπήρχε κανείς κάπου εκεί κοντά για να τις δει. Κρίνοντας από τα λόγια του, θα πρέπει να βρίσκονταν σε κάποιο πανδοχείο, αλλά ήταν ακόμα πολύ νωρίς το πρωί για να κυκλοφο-

269


ρούν οι υπόλοιποι πελάτες. Μπορεί να μην ήταν πλέον πίσσα σκοτάδι, αλλά μόλις που είχε χαράξει. Μόνο οι υπηρέτες θα είχαν ξυπνήσει και θα δούλευαν στην κουζίνα, δε θα στέκονταν στους διαδρόμους παρακολουθώντας τους πελάτες να ανεβαίνουν στα δωμάτιά τους. Δεν είχε καμιά ελπίδα, το ήξερε, αλλά συνέχισε να παλεύει. Οι προσπάθειές της θα πρέπει να είχαν κάποια επίδραση πάνω του, γιατί τον άκουσε να αγκομαχά και κάποια στιγμή βόγκηξε και παραλίγο να του φύγει από τα χέρια. Την άφησε κάτω για να ανοίξει την πόρτα, κρατώντας το χέρι του σφιχτά τυλιγμένο γύρω της. Ύστερα την έσπρωξε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω τους, γυρίζοντας το κλειδί στην κλειδαριά. Βρίζοντας, τη σήκωσε, την πέταξε στο κρεβάτι κι ύστερα της γύρισε την πλάτη και πήγε σ' ένα μικρό κομό πάνω στο οποίο υπήρχε ένας δίσκος με ένα μπουκάλι ποτό και ποτήρια. Έβαλε ένα ποτό, το κατέβασε μονορούφι και ξαναγέμισε το ποτήρι του. Η Φραντσέσκα κατάφερε να συρθεί στην άκρη του κρεβατιού. Αν ο Πέρκινς γινόταν στουπί στο μεθύσι, μπορεί να κατάφερνε να του ξεφύγει. Ήξερε πως θα ήταν μάλλον μάταιο να προσπαθήσει να το σκάσει ακόμα και από έναν μεθυσμένο όσο οι αστράγαλοί της ήταν δεμένοι. Παρ' όλα αυτά, έπρεπε να προσπαθήσει. Διαφορετικά, η μόνη της επιλογή θα ήταν να παραδοθεί στη συντριβή και στην απόγνωση. Ο Πέρκινς την κοίταξε όσο έπινε το δεύτερο ποτό. Εκείνη έμεινε ακίνητη, αποφεύγοντας να στραφεί κατευθείαν προς το μέρος του. Τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού της. Όταν εκείνος γύρισε για να βάλει και τρίτο ποτό, σήκωσε τα χέρια της στο φίμωτρο και το τράβηξε προς τα κάτω. Ήταν σφιχτό και δύσκολο να το μετακινήσει, αλλά το ένιωσε να υποχωρεί και τράβηξε πιο δυνατά. Ο Πέρκινς πέταξε μια βρισιά και άφησε με πάταγο το ποτήρι στο δίσκο. Διέσχισε το δωμάτιο με γρήγορες δρασκελιές και της έφραξε το στόμα με το χέρι του τη στιγμή που εκείνη ετοιμαζόταν να ξεφωνίσει. Ύστερα ξανατράβηξε το φίμωτρο στη θέση του. Η Φραντσέσκα κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι, αλλά εκείνος την άρπαξε και

270


την πέταξε πάλι πάνω, σπρώχνοντάς την τόσο ψηλά στο στρώμα, που το κεφάλι της κόλλησε στο ξύλινο κεφαλάρι. Το χτύπημα τη ζάλισε για μια στιγμή και ένιωσε έναν έντονο πόνο στο κεφάλι. Ο Πέρκινς έπιασε την άκρη του φουλαριού που κρεμόταν από τους καρπούς της, την τύλιξε σε μια από τις κολόνες του κρεβατιού και την έδεσε σφιχτά. Στη συνέχεια, τραβήχτηκε πίσω λαχανιασμένος και την κοίταξε. «Ορίστε! Δε θα μπορέσεις να το σκάσεις τώρα, θα μπορέσεις; Είσαι δεμένη σαν γουρούνα έτοιμη για σφαγή, σωστά;» Χαμογέλασε, προφανώς ευχαριστημένος από την εικόνα. «Πολύ σύντομα θα σε κάνω και να σκούζεις ανάλογα». Γέλασε, πήρε πάλι το μπουκάλι και ξαναγέμισε το ποτήρι του. Το σήκωσε ,ειρωνικά στην υγειά της και ήπιε. «Αλήθεια, θα του άρεσε του δούκα να σε δει έτσι; Θα του άρεσε να πάρει τ' απομεινάρια μου;» Χαμογέλασε. «Θα του κοβόταν τότε η έπαρση, δε συμφωνείς;» Ξαναγέμισε το ποτήρι του και κάθισε στην καρέκλα. Οι κινήσεις του όσο έπινε γίνονταν όλο και πιο αδέξιες, έτσι, μάλλον σωριάστηκε παρά κάθισε και το ουίσκι ξεχείλισε από το ποτήρι του. Ξάπλωσε πίσω, απλώνοντας τα πόδια μπροστά του. «Ο αλαζονικός μπάσταρδος. Ακούς να μου πει να φύγω από τη χώρα. Λες και θα υποκλινόμουν μπροστά του όπως όλοι οι υπόλοιποι» . Ξεφύσηξε αηδιασμένος. «Δεν ξέρει, όμως, τον Γκάλεν Πέρκινς, σου το λέω να το ξέρεις. Κανείς δεν μπορεί να γίνει αφεντικό μου, πόσο μάλλον εκείνος». Αφού τελείωσε το ποτό του, άφησε το ποτήρι του στο κομό και σηκώθηκε. Προχώρησε παραπατώντας προς το κρεβάτι. Όταν την έφτασε, έγειρε στην κολόνα και την κοίταξε. Τα μάτια του γυάλιζαν μοχθηρά. Ύστερα έχωσε το χέρι του στο λαιμό της νυχτικιάς της και την τράβηξε, σκίζοντάς τη μέχρι τη μέση. Η Φραντσέσκα τσίριξε πίσω από το φίμωτρο και του επιτέθηκε με τα πόδια της, καταφέρνοντας να τον χτυπήσει με τα καλάμια της. Το χτύπημα τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, να παραπατήσει και να πέσει πάνω στο κομοδίνο. Η μοχθηρία στο βλέμμα του μετατράπηκε σε απροκάλυπτο μίσος. Κατάφερε να σηκωθεί και όρμησε προς το μέρος της, σηκώνοντας 271


το χέρι του να τη χτυπήσει. Εκείνη την ώρα, κάτι χτύπησε την πόρτα. Ο Πέρκινς γύρισε σαστισμένος τη στιγμή που ένα καινούριο χτύπημα έσπαγε την κλειδαριά και η πόρτα άνοιξε απότομα, στέλνοντας με φόρα στο δωμάτιο τον Ρόκφορντ.

272


Κεφάλαιο 19 Ο Ρόκφορντ διέσχισε το δωμάτιο με δυο μεγάλες δρασκελιές και έδωσε στον Πέρκινς μια γροθιά στο σαγόνι, και εκείνος έπεσε προς τα πίσω και χτύπησε στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι. Καθώς πάσχιζε ζαλισμένος να σηκωθεί, ο δούκας τον άρπαξε από το πουκάμισο, τον στριφογύρισε και, πιάνοντάς τον από την πλάτη του σακακιού, τον πέταξε με όλη του τη δύναμη στον τοίχο δίπλα στην πόρτα. Ο Πέρκινς έκανε γκελ στον τοίχο και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ο Ρόκφορντ γύρισε στη Φραντσέσκα. «Θεέ μου. Είσαι καλά;» Μαλακά, ένωσε το μπροστινό μέρος της νυχτικιάς της για να καλύψει τη γύμνια της και της έλυσε το φίμωτρο από το στόμα. «Σινκλέρ! Αχ, Σινκλέρ!» Η Φραντσέσκα έπνιξε τα δάκρυα που απειλούσαν να πλημμυρίσουν τα μάτια της. «Δόξα τω Θεώ που ήρθες! Αλλά... πώς βρέθηκες εδώ;» Εκείνος έσκυψε, φίλησε το μέτωπό της, κι ύστερα γύρισε και άρχισε να λύνει τον κόμπο με τον οποίο ήταν δεμένη στην κολόνα του κρεβατιού. Πίσω του ο Πέρκινς σηκώθηκε πρώτα στα τέσσερα και μετά εντελώς όρθιος. Παραπατώντας από το μεθύσι, έφερε το χέρι του πίσω από το σακάκι του και τράβηξε ένα μαχαίρι. «Όχι! Σινκλέρ! Πρόσεχε!» φώναξε η Φραντσέσκα. Ο Ρόκφορντ γύρισε και είδε τον Πέρκινς να του ορμάει με το μαχαίρι. Τραβήχτηκε στο πλάι, άρπαξε το μπράτσο του Πέρκινς και με τα δυο του χέρια και το χτύπησε στα κατωπόδαρα του κρεβατιού. Ακούστηκε ένα κρακ, ο Πέρκινς ούρλιαξε και το μαχαίρι έπεσε από το χέρι του. Τότε ο Ρόκφορντ τον άρπαξε από το πουκάμισο, τον έστησε όρθιο και του έδωσε δυο γροθιές στο πρόσωπο με το άλλο χέρι. Μόνο επειδή τον κρατούσε παρέμεινε ο Πέρκινς όρθιος. Ο δούκας τον στριφογύρισε, τον έπιασε από το γερό μπράτσο, του το γύρισε πίσω από την πλάτη και τον πέταξε πάλι στον τοίχο δίπλα στην πόρτα. Ο Πέρκινς έβγαλε ένα βογκητό πόνου και άρχισε να διαμαρτύρεται: «Όχι! Όχι! Παράτα με. Μου έσπασες το μπράτσο!» «Είσαι πολύ τυχερός αν σου έσπασα μόνο το μπράτσο», τον αντέ-

273


κρουσε ψυχρά ο Ρόκφορντ. «Είναι μεγάλος ο πειρασμός να σου σπάσω και το τελευταίο κόκαλο του κορμιού σου που τόλμησες να αγγίξεις τη λαίδη Χόξτον». Για να δώσει έμφαση στα λόγια του, ξανατράβηξε τον Πέρκινς και τον κόλλησε πάλι στον τοίχο. «Είσαι ένα σκουπίδι και, μα το Θεό, εύχομαι να σε είχα ξεπαστρέψει τις προάλλες». «Δεν έκανα τίποτα! Ρώτησέ τη! Ρώτησέ τη! Δεν τη βίασα. Το ορκίζομαι. «Σινκλέρ! Μην τον σκοτώσεις», βιάστηκε να επέμβει η Φραντσέσκα. «Είναι αλήθεια. Δεν πρόλαβε». Ο Ρόκφορντ έσφιξε το σαγόνι του και ύστερα από αρκετή ώρα γρύλισε: «Τότε θα πρέπει να χαίρεσαι, γιατί αν την είχες πειράξει, θα φρόντιζα να βρεις έναν πολύ αργό και βασανιστικό θάνατο. Όπως έχουν τα πράγματα, θα σε στείλω απλά στη φυλακή και θα κάνω ότι περνάει απ' το χέρι μου για να δικαστείς για το φόνο του Έιβερι Μπάγκσο». Ο Πέρκινς άρχισε να τραυλίζει κάποιες διαμαρτυρίες, αλλά ο Ρόκφορντ τον αγνόησε και τον έσυρε στο διάδρομο, όπου είχε μαζευτεί κάμποσος κόσμος και παρακολουθούσε τη σκηνή με μεγάλο ενδιαφέρον. «Ορίστε, πανδοχέα, πάρε αυτό τον άντρα και δεσ’ τον». Ο Ρόκφορντ πέταξε τον Πέρκινς στα χέρια του εύσωμου άντρα που στεκόταν μπροστά από τους υπόλοιπους. Όταν ο πανδοχέας έκανε να διαμαρτυρηθεί, ο δούκας τον κάρφωσε με το παροιμιώδες βλέμμα του και του είπε: «Εκτός αν σκοπεύεις να περάσεις κι εσύ τη νύχτα σου στη φυλακή επειδή βοήθησες και υπέθαλψες αυτό τον εγκληματία, προτείνω να τον δέσεις και να καλέσεις το δικαστή». Ακούγοντας τη δήλωσή του, οι συγκεντρωμένοι τον κοίταξαν σιωπηλοί με γουρλωμένα μάτια. Ο Ρόκφορντ ξαναμπήκε στο δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Μια που η κλειδαριά δε δούλευε πια, σφήνωσε μια καρέκλα κάτω από το πόμολο για να τους προστατέψει από τα αδιάκριτα βλέμματα και γύρισε βιαστικά στο κρεβάτι. Άρπαξε το μαχαίρι του Πέρκινς από το στρώμα όπου είχε πέσει,

274


έκοψε το φουλάρι και ελευθέρωσε τη Φραντσέσκα από την κολόνα του κρεβατιού όπου ήταν δεμένη. Ύστερα έκοψε τον κόμπο που έδενε τους καρπούς της και το σκοινί στους αστραγάλους της, ενώ η ίδια ξετύλιγε το φουλάρι από τα χέρια της. Αμέσως ένιωσε τα χέρια και τα πόδια της να μουδιάζουν, καθώς το αίμα άρχισε να κυκλοφορεί και πάλι απότομα, και έσφιξε τα χείλια της για να μην ουρλιάξει από τον ξαφνικό πόνο. Ο Ρόκφορντ πέταξε το μαχαίρι στο κομοδίνο και άρχισε να της τρίβει τα πόδια, σε μια προσπάθεια να τα ζεστάνει. Ύστερα από λίγο άφησε τα πόδια της και άπλωσε το χέρι του για να παραμερίσει τρυφερά τα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Είσαι καλά; Ειλικρινά; Μήπως σε πλήγωσε;» Αντί για απάντηση, η Φραντσέσκα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και σφίχτηκε πάνω του. Την αγκάλιασε κι εκείνος με την ίδια δύναμη και για κάμποση ώρα έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι, λες και μ' αυτό τον τρόπο θα κατάφερναν να σβήσουν την προηγούμενη νύχτα από το μυαλό τους. «Δεν ξέρεις πόσο φοβήθηκα», μουρμούρισε η Φραντσέσκα. «Δε μου έκανε κακό, αν εξαιρέσεις μερικές μελανιές και καρούμπαλα. Αλλά φοβήθηκα πολύ. Ήμουν σίγουρη πως κανείς δε θα κατάφερνε να με βρει έγκαιρα». «Δόξα τω Θεώ που ο μπάτλερ και η καμαριέρα σου ήρθαν να με βρουν τρέχοντας μόλις τον είδαν να σε βγάζει σηκωτή από το σπίτι. Και εγώ πήγα κατευθείαν εκεί που έμενε, ελπίζοντας πως θα σε είχε μεταφέρει εκεί. Βρήκα μόνο τον υπηρέτη του να μαζεύει τα πράγματά τους, και δε μου πήρε πολύ χρόνο να ανακαλύψω τον προορισμό του Πέρκινς». Πίεσε τα χείλια του στον κρόταφό της και μουρμούρισε: «Πέθανα χίλιες φορές απόψε, καθώς σκεφτόμουν πως μπορεί να μην έφτανα κοντά σου έγκαιρα. Πως μπορεί ο υπηρέτης να ήταν πιο πονηρός απ' ότι πίστευα και να με είχε παραπλανήσει. Και μόνο που σκεφτόμουν πως θα σου έκανε κακό...» «Είμαι καλά», τον διαβεβαίωσε η Φραντσέσκα και γύρισε να του δώσει ένα ανάλαφρο φιλί.

275


Αμέσως μετά τον ξαναφίλησε, αυτή τη φορά αργά, αισθησιακά. Όταν τραβήχτηκε, ο Ρόκφορντ πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της σε ένα παθιασμένο φιλί. Όλος ο φόβος και η οργή του όσο κυνηγούσε τον Πέρκινς και τη Φραντσέσκα ξέσπασε τώρα σε ένα αχαλίνωτο πάθος. Ένα ρίγος διαπέρασε τη Φραντσέσκα καθώς τύλιγε τα μπράτσα της στο λαιμό του. Φιλήθηκαν πεινασμένα, απελπισμένα, λες και από στιγμή σε στιγμή θα τους χώριζαν. Κυλίστηκαν στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι, τα χέρια και τα χείλια τους συνέχισαν την εξερεύνηση μέσα σε μια θύελλα πάθους. Άρχισαν να τραβούν τα ρούχα τους, χωρίς να σταματήσουν να φιλιούνται. Σταμάτησαν μόνο για να βγάλει ο Σινκλέρ τις μπότες του και να τις πετάξει στο πάτωμα. Η νυχτικιά της, σκισμένη όπως ήταν, ήταν εύκολο να βγει. Με τα ρούχα του, όμως, το πράγμα δεν ήταν τόσο απλό, έτσι ακούστηκαν κουμπιά να ξηλώνονται, ακόμα και κάποιο σκίσιμο, όταν ο Ρόκφορντ τράβηξε το πουκάμισο και έβγαλε το παντελόνι του. Επιτέλους ήταν γυμνοί, και έτοιμοι ο ένας για τον άλλο. Ο Ρόκφορντ μπήκε άγρια και γρήγορα μέσα της και η Φραντσέσκα τύλιξε χέρια και πόδια γύρω του, κλαίγοντας σχεδόν με λυγμούς από τον πόθο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκτός από αυτούς, καμιά σκέψη, κανένα συναίσθημα, παρά μόνο ο πόθος που τους ένωνε τόσο σφιχτά, ώστε δεν ήξερες πού τέλειωνε το κορμί του ενός και άρχιζε του άλλου. Και έτσι παραδόθηκαν στη θύελλα του πάθους, ώσπου τελικά έφτασαν σε μια έκρηξη ηδονής που τους άφησε ξέπνοους και υπέροχα εξαντλημένους. Στο τέλος, ο Ρόκφορντ κύλησε από πάνω της, τύλιξε το χέρι του γύρω της και με το άλλο χέρι τράβηξε το χράμι του κρεβατιού και το έριξε πάνω τους. Η Φραντσέσκα κούρνιασε δίπλα του, πολύ αδύναμη και πολύ εξαντλημένη για να μιλήσει, και μέσα στην ευχάριστη ζεστασιά της αγκαλιάς του αποκοιμήθηκε. *** Την ξύπνησαν οι θόρυβοι του πανδοχείου. Είχε κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση που την είχε πάρει ο

276


ύπνος . Τα χέρια του Σινκλέρ ήταν ακόμα τυλιγμένα γύρω της, η κουβέρτα όμως είχε γλιστρήσει εδώ και ώρα από τα κορμιά τους. Χαμογέλασε όταν σκέφτηκε την εικόνα που θα αντίκριζε κάποιος έτσι και έμπαινε στο δωμάτιο. Θα πρέπει να κουνήθηκε, γιατί ο Σινκλέρ ξύπνησε αμέσως δίπλα της. Η Φραντσέσκα ένιωσε την ξαφνική ένταση στα χέρια του καθώς σήκωνε το κεφάλι του και μετά ξαναξάπλωνε χαλαρώνοντας. «Πώς νιώθεις;» τη ρώτησε φιλώντας την κορυφή του ώμου της. «Υπέροχα -και λιγάκι πονεμένη». Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στη σπονδυλική στήλη της και σταμάτησαν σε ένα χτυπημένο σημείο χαμηλά στην πλάτη της και σ' ένα άλλο στα πλευρά της. «Θα έπρεπε να τον είχα σκοτώσει, τον βρομερό μπάσταρδο», γρύλισε. «Σε χτύπησε;» «Μια φορά, την ώρα που με απήγαγε». Η Φραντσέσκα σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε ένα ευαίσθητο σημείο στις ρίζες των μαλλιών της. Τώρα ήταν η σειρά των χειλιών του Σινκλέρ να ακολουθήσουν τρυφερά το μονοπάτι που είχαν χαράξει λίγο πριν τα δάχτυλά του. «Τελικά, μπορεί να πω στο δικαστή να τον αφήσει ελεύθερο, και στη συνέχεια να φροντίσω να μην τον ξαναδεί ποτέ κανείς μπροστά του». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Σ' ευχαριστώ για τη σκέψη, αλλά δε θα ήθελα να κάνεις κάτι τέτοιο. Στο τέλος θα νιώσεις ένοχος». «Δε νομίζω». «Ε, εγώ δεν το θέλω». Η Φραντσέσκα έπλεξε τα δάχτυλά της στα δικά του. «Οι άλλες μελανιές είναι από την πάλη μας μέσα στην άμαξα. Α, και από τον πάγκο του μανάβη όπου προσγειώθηκα». «Τον ποιον;» Η Φραντσέσκα χασκογέλασε, βρίσκοντας το περιστατικό πολύ αστείο εκ των υστέρων. «Τον πάγκο του μανάβη. Όταν με απήγαγε, περάσαμε μέσα από την αγορά. Ο χώρος ήταν γεμάτος μανάβηδες που έστηναν τους πάγκους τους. Ο αμαξάς αναγκάστηκε να κόψει ταχύτητα, έτσι πήδησα από την άμαξα -τότε δε μου είχε δέσει ακόμα 277


τα πόδια, βλέπεις- και προσγειώθηκα ανάμεσα σε λαχανικά και φρούτα. Αρκετά μαλακά, θα έλεγα, αλλά γέμισα μελανιές». «Ανάγκασες δηλαδή το λεχρίτη να σε κυνηγήσει». Ο Ρόκφορντ γέλασε δυνατά. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι θα του έκανες τη ζωή δύσκολη». «Φοβάμαι όμως ότι είχα φτάσει στα όριά μου», συνέχισε η Φραντσέσκα και πιάνοντας το χέρι του φίλησε την παλάμη του. «Σ' ευχαριστώ που ήρθες να με βρεις». «Πάντα». Ο Ρόκφορντ φίλησε το λαιμό της στο σημείο που ενωνόταν με τον ώμο της. «Θα πρέπει να έχεις κουραστεί να με σώζεις», του είπε τώρα μαλακά η Φραντσέσκα. «Δε θα κουραστώ ποτέ να σε σώζω», τη διαβεβαίωσε εκείνος. Μετά στηρίχτηκε στον αγκώνα του και τη γύρισε ανάσκελα για να μπορεί να βλέπει το πρόσωπό της. «Ελπίζω να είμαι πάντα κοντά σου όταν με χρειάζεσαι. Αλλά ξέρεις κάτι, εσύ έσωσες μόνη σου τον εαυτό σου. Αν δεν του είχες αντισταθεί -παλεύοντας , φωνάζοντας και πηδώντας μέσα στα λαχανικά και τα φρούτα-, δε θα είχα προλάβει να φτάσω κοντά σου έγκαιρα. Εσύ τον καθυστέρησες -με το κουράγιο... τη δύναμή σου». Η Φραντσέσκα ένιωσε τη συγκίνηση να την πνίγει και του χαμογέλασε. Εκείνος έσκυψε, τη φίλησε και τραβήχτηκε αναστενάζοντας. «Αν μείνω κι άλλο εδώ, δε θα μπορέσω να φύγω καθόλου». «Να φύγεις;» Η Φραντσέσκα τον είδε να γυρίζει και να σηκώνεται από το κρεβάτι. Ανακάθισε και τράβηξε το σεντόνι για να καλύψει το στήθος της, νιώθοντας ξαφνικά ντροπαλή, τώρα που εκείνος είχε εγκαταλείψει το κρεβάτι. «Γιατί; Πού θα πας;» Ο Ρόκφορντ φόρεσε το παντελόνι του και συνέχισε με τα υπόλοιπα ρούχα του όσο της εξηγούσε: «Θα κάνω μια επίσκεψη στο δικαστή σχετικά με τον Πέρκινς. Να σου παραγγείλω φαγητό και να πω να σου ετοιμάσουν ένα μπάνιο, αν θέλεις;» «Αχ, ναι!» Ένα μπάνιο θα ήταν θείο δώρο, αν και το γουργούρισμα στο στομάχι της ήταν εξίσου επιτακτικό. Ο Ρόκφορντ της χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο, έσκυψε, ακού-

278


μπησε τις γροθιές του στο στρώμα και τη φίλησε ανάλαφρα στη μύτη. «Και σκέφτηκα να σου βρω κάποιο ρούχο να φορέσεις. Αν και θα ήταν σκέτη απόλαυση το ταξίδι της επιστροφής στο σπίτι μ' εσένα να φοράς μόνο αυτή τη νυχτικιά, φαντάζομαι πως εσύ θα προτιμούσες ένα φόρεμα». «Πράγματι», παραδέχτηκε η Φραντσέσκα. Παρ' όλα αυτά, δεν μπόρεσε να μη νιώσει κάπως χαμένη όταν εκείνος έβγαλε την καρέκλα κάτω από το πόμολο της πόρτας και έφυγε. Μπορεί ο Σινκλέρ να την είχε επαινέσει για το κουράγιο και την επινοητικότητά της την προηγούμενη νύχτα, εκείνη όμως ήξερε πολύ καλά πως έτρεμε από το φόβο της συνέχεια -και ένα μέρος της αγωνίας εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα της, και ας ήξερε πως ο Πέρκινς βρισκόταν πλέον στη φυλακή. Δυο καμαριέρες ανέβασαν μια μακριά, μεταλλική μπανιέρα. Δεν είχε καμιά σχέση με τη γυαλιστερή πορσελάνινη μπανιέρα που είχε η Φραντσέσκα στο σπίτι της, αλλά οι καμαριέρες τη γέμισαν με ζεστό νερό και ένιωσε τέτοια ανακούφιση όταν βυθίστηκε μέσα, που ξέχασε αμέσως ότι η μπανιέρα δεν ήταν καλής ποιότητας. Η φλυαρία των υπηρετριών τη βοήθησε να χαλαρώσει και ναι ξεπεράσει κάπως την ανησυχία της. Ακόμα και η περιέργειά τους και τα πλάγια βλέμματα που της έριχναν ήταν τόσο φυσιολογικά, που η Φραντσέσκα ένιωσε να ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Όταν έφυγαν οι κοπέλες, έγειρε πίσω και χαλάρωσε. Τα βλέφαρά της έκλεισαν από την κούραση, αλλά άνοιξε αμέσως τα μάτια της μόλις κάποιος έσπρωξε την πόρτα. Όταν είδε τον Ρόκφορντ να στέκεται στο άνοιγμα, χαλάρωσε πάλι. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε πάλι την πόρτα πίσω του. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί αργά στο κορμί της και ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. «Δείχνεις πολύ προκλητική, οφείλω να ομολογήσω», της είπε και πέταξε αυτά που κρατούσε στο κρεβάτι. «Τι θα έλεγες να με συντροφεύσεις;» του πρότεινε με θράσος εκείνη και έγειρε πίσω στο νερό χωρίς να κάνει τον κόπο να καλύψει το κορμί της. Το χαμόγελό του έγινε τώρα πιο πλατύ.«Κάτι μου λέει πως δεν υ-

279


πάρχει αρκετός χώρος εκεί μέσα και για τους δυο μας». Κάθισε στην καρέκλα και έβγαλε τις μπότες του. «Πολύ ευχαρίστως, όμως, θα σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου και θα σε σκουπίσω». Έβγαλε και το σακάκι του και άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του προχωρώντας προς το μέρος της. Ύστερα έσκυψε, ακούμπησε τα χέρια του στις άκρες της μπανιέρας και τη φίλησε. Τα χείλια του γεύτηκαν τα δικά της αργά, αισθησιακά, κι όταν σήκωσε το κεφάλι του, η Φραντσέσκα ένιωσε το ίδιο ζεστή και υγρή με το νερό γύρω της. Του χαμογέλασε και το ζεστό, θολό βλέμμα της τον προσκαλούσε. Εκείνος την έπιασε από τα μπράτσα, τη σήκωσε, και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Η Φραντσέσκα χασκογέλασε. «Θα γίνεις μούσκεμα». «Δε με νοιάζει», της είπε και το στόμα του ρούφηξε το δικό της. Έκαναν έρωτα, αυτή τη φορά χωρίς να βιάζονται, αντίθετα με την προηγούμενη νύχτα. Αντάλλαξαν φιλιά και χάδια με τόσο οδυνηρή βραδύτητα, που λίγο έλειψε να φτάσουν στην ολοκλήρωση. Συγκρατήθηκαν ξανά και ξανά, μέχρι που τα κορμιά τους γλιστρούσαν από τον ιδρώτα, η ανάσα τους έβγαινε κοφτή και η σάρκα τους καιγόταν από τον πόθο. Μετά, επιτέλους, ενώθηκαν, παρασυρμένοι από ένα κύμα πάθους τόσο ορμητικό, που τους συντάραξε σύγκορμους. Στη συνέχεια, έμειναν αγκαλιασμένοι, πλέοντας νωχελικά σε έναν κόσμο χρυσαφένιας, ζεστής ατονίας. Ο Σινκλέρ έσυρε το χέ ρι του στο μπράτσο της και έτριψε τη μύτη του στα μαλλιά της. «Φραντσέσκα ...» «Μμμ;» «Για ότι κακία είπα χτες, σου ζητώ συγνώμη». Η Φραντσέσκα τσιτώθηκε, νιώθοντας μια ξαφνική ανησυχία. «Σινκλέρ, μη...» «Σε παρακαλώ, άφησέ με να τελειώσω. Θέλω να σε παντρευτώ. Όποτε αποφασίσεις εσύ, όποτε σου αρέσει. Θέλω να γίνεις γυναίκα μου». «Σε παρακαλώ, μη χαλάς τη στιγμή», του απάντησε και κύλησε μακριά του, αλλά εκείνος άπλωσε το χέρι του, την έπιασε από το μπράτσο και την κράτησε στη θέση της.

280


«Όχι, δε θα σ' αφήσω να το κάνεις αυτό. Δεν πρόκειται να σ' αφήσω να το βάλεις πάλι στα πόδια και να μου φύγεις». «Δεν το βάζω στα πόδια». Γύρισε και τον κοίταξε. Ένιωσε ξαφνικά γυμνή και εκτεθειμένη μπροστά του, έτσι τράβηξε το σεντόνι στο στήθος της και ανακάθισε για να τον αντιμετωπίσει. «Πώς αλλιώς θα το έλεγες εσύ;» Ο Ρόκφορντ ανακάθισε κι εκείνος και άφησε το μπράτσο της. «Ανεξάρτητα από τον τρόπο που φέρθηκα χτες, δεν είμαι ηλίθιος, Φραντσέσκα. Χτες μίλησε η περηφάνια μου, ο πόνος μου γι' αυτό που συνέβη πριν δεκαπέντε χρόνια. Αλλά όταν άφησα τον εαυτό μου να δει το θέμα καθαρά, το κατάλαβα ...» Έσφιξε τη γροθιά του και τη χτύπησε στο στήθος του. «Το ξέρω ότι μ' αγαπάς. Και μη μου πεις όχι». «Και βέβαια σ' αγαπώ!» Τα μάτια της Φραντσέσκας γέμισαν δάκρυα. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρπαξε τα ρούχα που είχε αφήσει εκεί ο Σινκλέρ νωρίτερα. Δεν μπορούσε να τσακώνεται μαζί του γυμνή. Φόρεσε στα γρήγορα τα εσώρουχα και το απλό φόρεμα. Ο Ρόκφορντ τη μιμήθηκε. Φόρεσε το παντελόνι του και το κούμπωσε ψηλά ώστε να μην του πέσει. Την πλησίασε. Τα μάτια του γυάλιζαν από θυμό και απόγνωση και τα έντονα ζυγωματικά του είχαν κοκκινίσει. «Τότε, γιατί, για όνομα του Θεού, αρνείσαι να με παντρευτείς;» της φώναξε έξαλλος. «Να πάρει η οργή, Φραντσέσκα, δεν πιστεύω να μου το παίζεις κοκέτα;» «Όχι βέβαια!» Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε με τα χέρια στη μέση, σφίγγοντας πεισματικά το σαγόνι της. «Πώς μπόρεσες ακόμα και να σκεφτείς κάτι τέτοιο; Αν είχες καθίσει χτες να με ακούσεις αντί να φύγεις σαν πληγωμένος ταύρος, Θα σου είχα εξηγήσει». Ο Ρόκφορντ έσμιξε τα φρύδια του, τα μάτια του άστραψαν, και η Φραντσέσκα φοβήθηκε για μια στιγμή ότι θα ξεσπούσε οργισμένος. Εκείνος όμως έσφιξε το σαγόνι του και της είπε: «Εξήγησέ μου τώρα. Θα προσπαθήσω να μη φερθώ σαν ταύρος». Η Φραντσέσκα πήρε μια ανάσα. Τώρα που είχε την ευκαιρία, ανακάλυπτε ότι της ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσει. Τα δάκρυα απειλούσαν να πλημμυρίσουν τα μάτια της και να κλείσουν το λαιμό της. Τα

281


κατάπιε. «Είμαι λογική». «Λογική!» «Ναι, λογική. Σκέφτομαι το μέλλον, το δικό σου μέλλον». «Εκτός κι αν θέλεις να με δεις να βυθίζομαι σε μια ατέλειωτη μοναξιά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτεσαι το μέλλον μου», την αντέκρουσε εκείνος. «Είσαι δούκας. Πρέπει να κάνεις έναν καλό γάμο». «Και εσύ δεν είσαι αρκετά καλή ώστε να γίνεις δούκισσα;» Ο Σινκλέρ ύψωσε τα φρύδια του. «Οφείλω να ομολογήσω, καλή μου, πως δε σε είχα για τόσο μετριόφρονα». «Το ξέρεις ότι εγώ δεν κάνω για δούκισσα», διαμαρτυρήθηκε η Φραντσέσκα. «Δε φταίει η καταγωγή μου, εγώ φταίω». «Και γιατί, παρακαλώ, δε σου ταιριάζει αυτός ο ρόλος;» «Για πολλούς λόγους! Δεν είμαι ούτε σοβαρή ούτε αριστοκρατική. Δε με απασχολούν σημαντικά θέματα, δε μελετώ επιστημονικά βιβλία ούτε κάνω λόγιες συζητήσεις. Το κουτσομπολιό, η μόδα και τα πάρτι -αυτά είναι τα πράγματα που γνωρίζω. Είμαι άμυαλη και επιπόλαιη. Δεν ταιριάζουμε καθόλου οι δυο μας. Δε θα αργήσεις να με βαρεθείς και να μετανιώσεις που με παντρεύτηκες». «Φραντσέσκα ... γλυκιά μου... για γυναίκα που γνωρίζει τόσο πολλά για τον έρωτα, είναι φορές που γίνεσαι εντελώς χαζή. Αν ήθελα κάποια ακριβώς ίδια μ' εμένα, θα μπορούσα μια χαρά να ζήσω και μόνος μου. Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να παντρευτώ κάποια κουλτουριάρα ή κάποια βαρετή ή κάποια που να κορδώνεται συνέχεια για την οικογένειά της. Σου υπόσχομαι να διαβάζω εγώ όλα τα επιστημονικά βιβλία και να ασχολούμαι με όλα τα σημαντικά θέματα που θα μας αφορούν. Και εσύ...» Το πρόσωπό του μαλάκωσε. «Εσύ θα δίνεις τα πάρτι μας και θα μαγεύεις τους φίλους μας, θα κερδίσεις την αγάπη των χωρικών μου και θα κάνεις τους πάντες να αναρωτιούνται πώς κατάφερα να βρω ένα θησαυρό σαν εσένα. Και κάθε μέρα θα πλημμυρίζεις τα μάτια μου με την ομορφιά σου». Ο Σινκλέρ την έπιασε από τους ώμους και τη φίλησε απαλά στα χείλη. «Πίστεψέ με, ξέρω πολύ καλά τι θα πει μετανιώνω. Αυτός είναι ο λόγος που υποφέρω δεκαπέντε χρόνια τώρα. Δεν πρόκειται να το 282


μετανιώσω ποτέ που θα σε παντρευτώ. Η επιπολαιότητά σου, η αγάπη σου για τη διασκέδαση, το γέλιο σου, το χαμόγελό σου -αυτά είναι μερικά από τα πράγματα που με μαγεύουν τόσο σ' εσένα. Θέλω να γελάω. Και ναι, θέλω να έχω κάποιον που να με κάνει να καταπίνω την περηφάνια μου πότε πότε. Για όνομα του Θεού, δεν το καταλαβαίνεις; Έχεις όλα όσα θα μπορούσα να θέλω σε μια γυναίκα». Τα λόγια του έκαναν την καρδιά της να φουσκώσει από αγάπη. Ήθελε να υποχωρήσει, να παραδεχτεί ότι τίποτε δε θα την έκανε πιο ευτυχισμένη από το να τον παντρευτεί. Αλλά δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να το κάνει αυτό. Έπρεπε να φανεί δυνατή. Τραβήχτηκε και του είπε: «Δεν είμαι νέα. Είμαι χήρα». «Δε με νοιάζει». Σταύρωσε τα μπράτσα του και την κοίταξε. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα γεμάτη απόγνωση. Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος και ένιωθε τόσο χαμένη και τόσο γεμάτη θυμό, που νόμιζε ότι θα εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Στο τέλος, σαν να της το είχε βγάλει κανείς από μέσα της με το ζόρι, φώναξε: «Δεν μπορώ να κάνω παιδιά!» Ο Σινκλέρ την κοίταξε για μια στιγμή, κι ύστερα την πλησίασε, την τράβηξε μαλακά στην αγκαλιά του και την έσφιξε στο στήθος του. «Ω Θεέ μου, Φραντσέσκα ... λυπάμαι». Φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της και ακούμπησε το μάγουλό του στα μαλλιά της. Η τρυφερότητά του την έκανε να λιώσει. Έμεινε στην αγκαλιά του, ρουφώντας τη δύναμη και τη ζεστασιά του, αλλά και την παρηγοριά που δεν της είχε προσφέρει ο πατέρας του παιδιού που είχε χάσει. Ο Ρόκφορντ τη σήκωσε στα χέρια του και κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο, κρατώντας την πάντα στην αγκαλιά του. Για πολλή ώρα έμειναν καθισμένοι εκεί, χωρίς να μιλούν, με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο δικό της, τυλιγμένοι στη θλίψη. Στο τέλος η Φραντσέσκα ανακάθισε αναστενάζοντας, και σκούπισε τα δάκρυα που είχαν τρέξει στα μάγουλά της. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε ο Ρόκφορντ. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Είχα... είχα μείνει έγκυος και απέβαλα, και ο γιατρός μού είπε ότι πιθανότατα δε θα μπορούσα να αποκτήσω

283


παιδιά. Είχε δίκιο. Δεν ξανάμεινα ποτέ έγκυος από τότε». Του χάρισε ένα αχνό, σύντομο χαμόγελο και σηκώθηκε. Απομακρύνθηκε. «Τώρα καταλαβαίνεις». «Καταλαβαίνω ότι κουβαλούσες ένα βαρύ φορτίο θλίψης όλα αυτά τα χρόνια», της απάντησε προσεκτικά εκείνος και σηκώθηκε. «Αυτός είναι ο λόγος που αρνήθηκες να με παντρευτείς;» «Ναι, φυσικά!» Η Φραντσέσκα γύρισε και τον κοίταξε. «Μη μου κάνεις τον χαζό. Ο δούκας του Ρόκφορντ δεν μπορεί να παντρευτεί μια στείρα γυναίκα. Πρέπει να αποκτήσεις απογόνους. Έχεις καθήκον, ευθύνη απέναντι στο όνομα και την οικογένειά σου». «Σε παρακαλώ, πάψε να μου μιλάς για το καθήκον μου», την αντέκρουσε εκείνος με πρόσωπο σφιγμένο. «Μια ζωή υπακούω στο καθήκον. Από τα δεκαοκτώ μου έχω κάνει ότι περνάει από το χέρι μου για να τιμήσω το όνομά μου, να μην το σπιλώσω, να μην το προδώσω με οποιονδήποτε τρόπο. Στην πραγματικότητα, πάσχισα να το βελτιώσω. Αλλά δεν πρόκειται να θυσιάσω τη ζωή μου στο βωμό του Ρόκφορντ. Δεν είμαι μόνο ο δούκας του Ρόκφορντ. Είμαι ο Σινκλέρ Λιλ. Και θα παντρευτώ όποια θέλω. Δε θα παντρευτώ ούτε για την οικογένειά μου ούτε για το όνομά μου ούτε για τον τίτλο μου. Θα παντρευτώ για μένα! Και εσύ είσαι η γυναίκα που θέλω για σύζυγό μου. Εσύ είσαι η γυναίκα που αγαπώ». Η Φραντσέσκα έμεινε να τον κοιτάζει. «Με... με αγαπάς;» Εκείνος της ανταπέδωσε το βλέμμα σαστισμένος. «Ναι, φυσικά. Γι' αυτό δεν κουβεντιάζουμε τόση ώρα; Σ' αγαπώ. Θέλω να σε παντρευτώ». Η Φραντσέσκα ένιωσε ξαφνικά τα γόνατά της αδύναμα και πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα. «Εγώ... μα, δε μου το είπες ποτέ». Ο Σινκλέρ την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. «Δε σου το είπα ποτέ; Σου ζήτησα να γίνεις γυναίκα μου. Για την ακρίβεια, σου το ζήτησα τρεις φορές! Για ποιον άλλο λόγο θα σου το ζητούσα;» «Επειδή η οικογένειά μου είναι παλιά και έχει διασυνδέσεις. Θα γινόμουν αποδεκτή. Μου τα εξήγησες όλα αυτά όταν μου ζήτησες να σε παντρευτώ την πρώτη φορά. Μου είπες πόσο σωστός θα ήταν ένας γάμος μεταξύ μας και πόσο θα συμφωνούσαν όλοι μ' αυτόν.

284


Γνωριζόμασταν πολύ καλά και οι οικογένειές μας...» «Εσένα προσπαθούσα να πείσω», την έκοψε ο Σινκλέρ. «Όχι τον εαυτό μου. Εγώ ήξερα ότι ήθελα να σε παντρευτώ, και αυτό δεν είχε καμιά σχέση με την οικογένειά σου». «Με ποθούσες. Αυτό το καταλαβαίνω. Το ξέρω πως το πρόσωπο και η σιλουέτα μου γοητεύουν τους άντρες». «Εμένα δε με γοητεύεις απλά. Και αυτό ίσχυε πάντα. Όταν σε είδα να χορεύεις στο σπίτι μου εκείνα τα Χριστούγεννα, με τα μαλλιά σου χτενισμένα ψηλά και φορώντας για πρώτη φορά μακριά τουαλέτα, θαμπώθηκα. Έχασα την καρδιά μου ολοκληρωτικά, απόλυτα. Φραντσέσκα... καίγομαι για σένα. Νιώθω πάλι σαν σχολιαρόπαιδο. Κάθε φορά που σε βλέπω να μπαίνεις, νιώθω τα γόνατά μου να λύνονται». «Αλήθεια;» Η Φραντσέσκα έγειρε το κεφάλι της και ένα χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Αλλά όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι, ποτέ... ε, μόλις και μετά βίας με φιλούσες». Ο Σινκλέρ άφησε να του ξεφύγει ένα βογκητό. «Προς Θεού, Φραντσέσκα! Ήσουν δεκαοκτώ. χρονών. Μόλις είχες αφήσει τα θρανία. Τι περίμενες, να σε αρπάξω και να σε αποπλανήσω;» «Όχι βέβαια, αλλά... δεν πίστευα ότι με αγαπούσες». «Είσαι τόσο ανεκδιήγητη, που θα έπρεπε να σε ταρακουνήσω. Προσπαθούσα να φερθώ σαν τζέντλεμαν, μολονότι δεν ένιωθα καθόλου έτσι όταν βρισκόμουν κοντά σου». Πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Έμενα ξύπνιος τις νύχτες και σε σκεφτόμουν. Ήταν τέτοιος ο πόθος μου, που μου ήταν αδύνατον να κοιμηθώ. Και αυτό ισχύει ακόμα». «Μα... αυτό δεν είναι αγάπη». «Ο πόθος από μόνος του δεν κρατάει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Τόσο καιρό σ' αγαπώ. Όσο και αν προσπάθησα να διώξω αυτή την αγάπη από μέσα μου, δεν τα κατάφερα. Καμιά άλλη γυναίκα δε μου κέντρισε το ενδιαφέρον». «Μην πας να μου πεις τώρα ότι έμεινες ανέραστος δεκαπέντε χρόνια». «Όχι, δε θα σου πω ψέματα. Υπήρξαν άλλες γυναίκες, αλλά δεν αγάπησα ποτέ καμία. Δεν ένιωσα την επιθυμία να παντρευτώ καμία

285


απ' αυτές. Όταν διέλυσες τον αρραβώνα μας, έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να σε μισήσω και στη συνέχεια να σε ξεχάσω. Κάθε φορά που πήγαινα σε ένα πάρτι και σε έβλεπα με τον Χόξτον, ήταν σαν να μου έμπηγαν ένα μαχαίρι στην καρδιά. Έτσι έμεινα μακριά. Περνούσα περισσότερο χρόνο στα κτήματά μου και λιγότερο στο Λονδίνο. Ύστερα ο Χόξτον πέθανε και... Είναι κακία από μέρους μου, το ομολογώ, αλλά ένιωσα πανευτυχής τη μέρα που έμαθα το θάνατό του». «Γιατί δεν είπες ποτέ κάτι;» «Τι να έλεγα; Εξακολουθούσες να έχεις άσχημη γνώμη για μένα. Πώς μπορούσα να σε πείσω ότι η Δάφνη είχε πει ψέματα; Ύστερα από τόσα χρόνια, μου φαινόταν ακατόρθωτο. Και... εντάξει, μερικές φορές η περηφάνια μου είναι ο χειρότερος εχθρός μου. Είπα στον εαυτό μου ότι δε σκόπευα να συρθώ στα πόδια σου. Η αγάπη σου για μένα είχε πεθάνει χρόνια πριν. Δεν έβλεπα κανένα σημάδι ότι θα μπορούσα να την ξανακερδίσω. Είχαμε αναπτύξει ένα είδος φιλίας. Και μπορεί... μπορεί να μην ήμουν τόσο γενναίος ώστε να διακινδυνεύσω να ραγίσει η καρδιά μου για δεύτερη φορά. Αλλά αυτό τον τελευταίο χρόνο τα πράγματα μου φάνηκαν πιο... εύκολα ανάμεσά μας. Όταν μου είπες ότι η Δάφνη σου ομολόγησε το ψέμα της, ξύπνησε μέσα μου η ελπίδα ότι μπορεί να άλλαζαν τα αισθήματά σου για μένα». «Τότε γιατί άρχισες να ψάχνεις για σύζυγο; Γιατί ζήτησες τη βοήθειά μου για να το πετύχεις;» «Χριστέ μου, Φραντσέσκα, τι ήθελες να κάνω;» Έκανε ένα μορφασμό απόγνωσης και απομακρύνθηκε από κοντά της. Άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Μου είπες ότι ήθελες να επανορθώσεις βρίσκοντάς μου σύζυγο! Ήταν φανερό ότι δεν αισθανόσουν τίποτα για μένα. Αλλά συνειδητοποίησα... Εντάξει, στην αρχή έγινα έξαλλος και ήθελα να ξεσπάσω πάνω σου, αλλά μετά κατάλαβα ότι αυτός θα ήταν ένας τρόπος για να περνάω περισσότερο χρόνο μαζί σου. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να σε σαγηνεύσω με το πρόσχημα ότι ήθελα να μου βρεις σύζυγο». «Έτσι, αντί να φλερτάρεις εκείνες τις κοπέλες...»

286


«Προσπάθησα να φλερτάρω εσένα». Η Φραντσέσκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γελάκι που ξέφυγε από τα χείλη της. «Τι χαζοί που είμαστε και οι δυο μας». «Ναι», συμφώνησε ο Σινκλέρ. «Νομίζω πως ίσως είμαστε». Την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Σ' αγαπώ, Φραντσέσκα, περισσότερο από οτιδήποτε ή από οποιονδήποτε στον κόσμο. Θέλω να σε παντρευτώ». «Μα ο κληρονόμος σου...» αντιστάθηκε εκείνη, αποφεύγοντας να γείρει πάνω του. «Στο διάβολο ο κληρονόμος μου. Μπορεί να κληρονομήσει τον τίτλο ο ξάδερφός μου ο Μπέρτραμ ή οι γιοι του. Κι αν δεν αποκτήσει ούτε αυτός γιους, ας περάσει ο τίτλος σε κάποιον άλλο μακρινό συγγενή. Τότε, έτσι κι αλλιώς, εγώ θα είμαι νεκρός και δε νομίζω ότι θα με νοιάζει. Αυτό που μ' ενδιαφέρει είναι τα χρόνια που μου απομένουν να ζήσω... και θέλω να τα ζήσω μαζί σου». Άπλωσε το χέρι του και την έπιασε από το πιγούνι. «Φραντσέσκα... αγαπημένη μου... είσαι η μόνη γυναίκα που θέλω για δούκισσά μου. Θα με παντρευτείς;» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε, αλλά για λίγο της ήταν αδύνατο να μιλήσει από τον κόμπο που της έφραζε το λαιμό. «Ναι, Σινκλέρ. Θα σε παντρευτώ», ψέλλισε τελικά. *** Παντρεύτηκαν δυο μέρες αργότερα στο Λιλ Χάουζ. Η τελετή ήταν απλή, χωρίς συγγενείς και φίλους. Οι μόνοι παρόντες την ώρα που ο δούκας περνούσε στο δάχτυλο της Φραντσέσκας το δαχτυλίδι των Λιλ ήταν ο Γκίντεον και η Αϊρίν, ως μάρτυρες. Ο Ρόκφορντ είχε βγάλει μια ειδική άδεια προτού της ζητήσει να τον παντρευτεί εκείνη τη μέρα στον κήπο της και είχε ζητήσει από τον Κρίστοφερ Μπράουνινγκ, τον αρραβωνιαστικό της λαίδης Μαίρης, να του ανταποδώσει τη χάρη και να τους παντρέψει αμέσως. Όπως είπε στη Φραντσέσκα, δεν είχε καμιά πρόθεση να της δώσει την ευκαιρία να του φύγει ξανά. Και η Φραντσέσκα είχε συμφωνήσει μαζί του χαμογελώντας. Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να σπαταλήσει καθόλου χρόνο για να γίνει γυναίκα του. Στη συνέχεια, μετά την αναχώρηση των φίλων τους, ο Ρόκφορντ

287


την πήρε από το χέρι και της είπε: «Έλα. Σου έχω ένα δώρο». Η Φραντσέσκα γέλασε και τον ακολούθησε στις σκάλες. «Κι άλλο δώρο; Μα με έχεις γεμίσει δώρα. Κοσμήματα ... τα φορέματα που παρήγγειλα χτες στη μαντεμουαζέλ Ντυ Πλεσίς». «Αυτά δεν είναι παρά η πρώτη σταγόνα, έχουμε καιρό μέχρι να γεμίσει ο κουβάς», τη διαβεβαίωσε εκείνος με ένα χαμόγελο. «Έχω σκοπό να σου αγοράσω τόσα ρούχα, που ακόμα κι εσύ δε θα μπορέσεις να τα φορέσεις. Και γοβάκια. Και κοσμήματα. Θα αγοράσουμε ότι φόρεμα και ότι μπιχλιμπίδι θέλεις στο Παρίσι, στο μήνα του μέλιτος. Έχω να σε αποζημιώσω για πάρα πολλά χρόνια, για όλα εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούσα, που δεν είχα το δικαίωμα να κάνω κάτι για σένα, παρά να στέκομαι παράμερα και να σε παρακολουθώ να αγωνίζεσαι να τα βγάλεις πέρα». Την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του και από εκεί στη συνεχόμενη γκαρνταρόμπα. Ξεκλείδωσε μια πορτούλα στον τοίχο και αποκάλυψε ένα ντουλάπι που είχε στα ράφια του διάφορες κοσμηματοθήκες. Ο Σινκλέρ πήρε μία από μαόνι και την ακούμπησε στο τραπέζι της κρεβατοκάμαρας . «Κι άλλα κοσμήματα;» ρώτησε γελώντας η Φραντσέσκα. «Πόσα κοσμήματα έχουν οι Λιλ;» «Είναι εξωφρενικός ο αριθμός τους, σε διαβεβαιώνω», της απάντησε ο άντρας της. «Αυτά όμως διαφέρουν. Δεν ανήκουν στην οικογένεια των Λιλ. Είναι δικά σου». Τα λόγια και η έκφρασή του της κίνησαν την περιέργεια και άνοιξε το κάτω συρτάρι της μικρής κοσμηματοθήκης. Μέσα αντίκρισε μια αστραφτερή τιάρα. Την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. Η τιάρα αυτή ήταν της γιαγιάς της και της την είχε χαρίσει τη μέρα του γάμου της με το λόρδο Χόξτον. Η Φραντσέσκα κοίταξε τον Σινκλέρ με μάτια πελώρια. «Δεν καταλαβαίνω». Εκείνος της έδειξε με ένα νεύμα την κοσμηματοθήκη και η Φραντσέσκα συνέχισε να ανοίγει συρτάρια, βγάζοντας κολιέ, βραχιόλια, σκουλαρίκια και δαχτυλίδια... κάθε είδους κόσμημα που ήταν κάποτε δικό της. Τα σμαράγδια των Χόξτον που της είχε κάνει δώρο ο Άντρι-

288


ου τη μέρα του γάμου τους... μια καρφίτσα με σμαράγδια και ζαφείρια που της είχε χαρίσει ο Ντομ... το κολιέ με τις πέρλες που της είχαν χαρίσει οι γονείς της. «Αυτά είναι τα πράγματα που πούλησα !» Η Φραντσέσκα τον κοίταξε. «Εσύ... εσύ τα αγόρασες;» Ο Σινκλέρ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Είδα μια μέρα ένα κολιέ στον κοσμηματοπώλη και θυμήθηκα ότι σε είχα δει να το φοράς. Ήμουν σίγουρος γι' αυτό, και με τους κατάλληλους χειρισμούς κατάφερα να του αποσπάσω την πληροφορία. Ο κοσμηματοπώλης παραδέχτηκε ότι η καμαριέρα σου του πουλούσε διάφορα κοσμήματα για λογαριασμό σου. Έτσι το αγόρασα, και του ζήτησα να φέρνει ότι του πουλούσες σ' εμένα». «Ώστε γι' αυτό κατάφερνα να τα πουλάω σε τόσο καλές τιμές! Κι εγώ που νόμιζα ότι το χρωστούσα στην εκπληκτική ικανότητα της Μέισι στα παζάρια». Η Φραντσέσκα γέλασε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Δε φαντάστηκα ποτέ ότι ήσουν εσύ...» «Τα χρυσά και τα ασημένια σκεύη είναι κάτω, στο κελάρι του μπάτλερ». «Όχι! Αγόρασες και όλα εκείνα; Μα δε χρειαζόταν να το κάνεις αυτό». «Είχα τις αμφιβολίες μου αν είχαν κάποια συναισθηματική αξία για σένα, αλλά έπρεπε να σιγουρευτώ...» Έκοψε στη μέση τη φράση του και ύψωσε τους ώμους του. «Ότι θα έπαιρνα τις καλύτερες τιμές πουλώντας τα», αποτέλειωσε η Φραντσέσκα για λογαριασμό του. «Λυπάμαι. Δεν κατάφερα να αγοράσω το δαχτυλίδι του γάμου σου. Ο κοσμηματοπώλης μού είπε ότι το είχε πουλήσει ήδη». «Δεν έχει σημασία. Κανένα από αυτά δεν έχει σημασία για μένα». Του χαμογέλασε με πρόσωπο που άστραφτε, πασχίζοντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Τώρα καταλάβαινε το μέγεθος της αγάπης του. Τι είχε κάνει για εκείνη όλα αυτά τα χρόνια, σιωπηλά, χωρίς να περιμένει καμιά ανταπόδοση, πιστεύοντας ότι εκείνη δεν τον αγαπούσε, ξέροντας ότι είχε πιστέψει τα ψέματα που της είχαν πει γι' αυτόν. Κι όμως, είχε

289


αγοράσει μυστικά τα πράγματα που πουλούσε εκείνη, απλώς και μόνο επειδή ήθελε να τη βοηθήσει. Επειδή δεν άντεχε να τη βλέπει να παλεύει με τη φτώχεια. Και τώρα έβλεπε πόσο συχνά είχε χειραγωγήσει καταστάσεις προκειμένου να βγάλει εκείνη μερικά επιπλέον χρήματα -το στοίχημα που είχε βάλει τον προηγούμενο χρόνο μαζί της να βρει σύζυγο για την Κονστάνς, τον τρόπο με τον οποίο είχε σπρώξει τη θεία του να έρθει σ' επαφή μαζί της προκειμένου να βρει σύζυγο για τον Γκίντεον, το επίδομα διατροφής που είχε συμφωνήσει με τον μπάτλερ της όταν η Κάλι έμενε σπίτι της, που ήταν σίγουρη ότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που χρειαζόταν. Ξεροκατάπιε και πήρε το χέρι του στα δικά της. «Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι ήθελες να τα αγοράσεις. Σ' αγαπώ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσα να σου πω». «Αυτό είναι καλό. Γιατί εγώ σ' αγαπώ ακόμα περισσότερο». Έφερε το χέρι της στα χείλη του και το φίλησε. Τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από το βραχιόλι με τα ζαφείρια που της είχε χαρίσει μετά το στοίχημά τους. Η Φραντσέσκα το είχε φορέσει εκείνη τη μέρα μαζί με τα ζαφειρένια σκουλαρίκια. Το φόρεμά της δεν την απασχόλησε, αλλά αυτά τα δώρα του είχαν μεγάλη σημασία για εκείνη. Ο Σινκλέρ έτριψε σκεφτικός τα ζαφείρια με τον αντίχειρά του. «Σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να πληρώσω ένα γενναίο ποσό γι' αυτό. Φοβήθηκα μήπως το είχες πουλήσει αλλού. Τις προάλλες, όταν σε είδα να το φοράς μαζί με τα σκουλαρίκια μου... Αυτά γιατί δεν τα πούλησες;» «Δεν μπορούσα να τα πουλήσω», του απάντησε και τα δάκρυα που συγκρατούσε τόση ώρα άστραψαν σαν πετράδια στα μάτια της. «Ήταν τα μόνα που είχα από σένα». «Αχ, αγάπη μου». Ο Σινκλέρ την τράβηξε στην αγκαλιά του και την έσφιξε με πάθος. «Τώρα με έχεις ολόκληρο. Για πάντα». Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε.

290


Επίλογος Χριστούγεννα, δεκαοκτώ μήνες αργότερα Το Μάρκασλ ήταν διακοσμημένο για τις γιορτές. Το πελώριο σπίτι ήταν γεμάτο γκι και κλαδιά από έλατα. Τα Χριστούγεννα απείχαν αρκετές μέρες ακόμα, αλλά οι επισκέπτες είχαν αρχίσει ήδη να συγκεντρώνονται. Η Κάλι και ο Μπρομ είχαν έρθει πριν δύο μέρες, το ίδιο και η Αϊρίν με τον Γκίντεον. Η Κονστάνς με τον Ντόμινικ είχαν φτάσει το προηγούμενο βράδυ, φέρνοντας μαζί τους φρέσκο χιόνι. Η χήρα δούκισσα είχε εγκατασταθεί στο συνηθισμένο της δωμάτιο στον νότιο πύργο, όσο γινόταν πιο μακριά από την παιδική πτέρυγα. Εκεί βρισκόταν και το δωμάτιο των γονιών της Φραντσέσκας, του κόμη και της κόμισσας του Σέλμπρουκ, όπως και της θείας Οντίλια. Μπορεί η θεία Οντίλια να είχε κλείσει τα ογδόντα ένα, αλλά δε σκόπευε να χάσει ένα τέτοιο μνημειώδες γεγονός. Είχαν περάσει τριάντα εννιά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε βαφτιστεί ο μελλοντικός δούκας του Ρόκφορντ. Γιατί γι' αυτόν το λόγο είχαν έρθει οι καλεσμένοι, όχι για τα Χριστούγεννα, αν και όλοι σκόπευαν να παραμείνουν για να τα γιορτάσουν εκεί. Τριών μηνών, ο Μάθιου Σινκλέρ Ντόμινικ Λιλ, ο πέμπτος μαρκήσιος του Άσλοκ, ο οποίος μια μέρα θα κληρονομούσε τον βαρύ τίτλο του δούκα του Ρόκφορντ, θα βαφτιζόταν. Ο εφημέριος του Σεντ Σουίδιν, ο ίδιος εφημέριος που είχε παντρέψει τους γονείς του πριν ενάμιση χρόνο, θα τελούσε τη βάφτιση μαζί με τον εφημέριο της τοπικής ενορίας, που κοιτούσε τον νεότερο άντρα με κάποια ζήλια, προσέχοντας να διατηρήσει τα προνόμιά του ως ο εφημέριος του Αγίου Εδουάρδου του Ομολογητή, της οικογενειακής εκκλησίας των Λιλ εδώ και γενιές. Ήταν ένα γεγονός που είχε χρόνια να δει το Μάρκασλ. Οι ντόπιοι δεν είχαν τη χαρά να δουν το γάμο του δούκα και της δούκισσας του Ρόκφορντ, κατά συνέπεια, όλοι ήταν αποφασισμένοι να τους μείνουν αλησμόνητες αυτές οι δύο βδομάδες. Είχαν οργανωθεί χοροί, τσάγια και ένα σωρό εσωτερικές δραστηριότητες, αλλά και εξωτερι-

291


κές εξορμήσεις ανάλογα με τον καιρό, όπως πατινάζ στη μικρή λίμνη, η οποία ευτυχώς είχε παγώσει πριν το χιόνι και μάλλον θα παρέμενε παγωμένη. Οι υπηρέτες είχαν περάσει βδομάδες ολόκληρες να ετοιμάσουν το σπίτι, κάνοντας τις απαραίτητες επισκευές, καθαρίζοντας και στολίζοντας με ζέση. Μέσα σ' αυτό τον ενάμιση χρόνο είχαν αγαπήσει όλοι τη δούκισσα και ήθελαν να την κάνουν περήφανη. Είχαν παραγγείλει διάφορα καλούδια από το Λονδίνο, αλλά και από το Νόριτς και το Κέμπριτζ. Η μαγείρισσα ήταν απασχολημένη μέρα νύχτα κυνηγώντας τους βοηθούς της ανελέητα, και είχαν προσληφθεί επιπλέον υπηρέτες για να βοηθήσουν τόσο στην κουζίνα όσο και στο καθάρισμα και στο σερβίρισμα. Το χερουβείμ που αποτελούσε το επίκεντρο όλων αυτών των εορτασμών, το μωράκι με τις μαύρες μπούκλες και τα κατακόκκινα μάγουλα, κοιμόταν του καλού καιρού στο κρεβατάκι του, αγνοώντας την τύχη που το περίμενε σε λιγότερο από μια ώρα. Στο διάδρομο, λίγο πιο κάτω από το δικό του δωμάτιο, η παιδική πτέρυγα αντηχούσε από τις φωνές και τα χαχανητά της Άιβι Φιτζάλαν. Δεκάξι μηνών, η μικρούλα έριχνε κλεφτές ματιές κάτω από το τραπέζι και έτρεχε γύρω γύρω για να ξεφύγει από τον πατέρα της που την κυνηγούσε. Ο λόρδος Ντόμινικ Λέιτον, δείχνοντας ότι δεν είχε καμιά διάθεση να την πιάσει, σταμάτησε να μπουσουλάει, έσκυψε κάτω από το τραπέζι και της φώναξε «Μπου!» προκαλώντας καινούρια χαχανητά στη μικρή. Η μητέρα της, η Κονστάνς, στην αρχή της δεύτερης εγκυμοσύνης της, παρακολουθούσε ήρεμα το κυνηγητό κουβεντιάζοντας με την Αϊρίν που καθόταν στον καναπέ δίπλα της, με ένα αγοράκι ενός έτους με κατάξανθες μπούκλες μπροστά στα γόνατά της. Ο μικρός στεκόταν γραπωμένος από τη φούστα της μητέρας του για να μην πέσει και παρακολουθούσε την Άιβι και τον Ντόμινικ, βγάζοντας κάθε τόσο και μια χαρούμενη στριγκλιά. Οι δυο γυναίκες είχαν πρωτογνωριστεί τα προηγούμενα Χριστούγεννα στο Ρέντφιλντς, όταν όλες οι συγγενικές οικογένειες είχαν μαζευτεί εκεί και στο Ντάνσι Παρκ για τις γιορτές. Αλλά είχαν γίνει

292


γρήγορα φίλες και είχαν διατηρήσει αυτή τη φιλία με μακροσκελή γράμματα. Δεν μπορούσαν, όμως, να τα γράψουν όλα στα γράμματα, έτσι είχαν πολλά νέα να ανταλλάξουν ακόμα. Τα περισσότερα θα έπρεπε να τα επαναλάβουν, βέβαια, όταν θα επέστρεφε και η Κάλι, που είχε πάει στην κρεβατοκάμαρά της να θηλάσει τον πέντε μηνών γιο της, τον Γκρέισον. Στο μεταξύ, ο Μπρομ και ο Γκίντεον είχαν βολευτεί στη βιβλιοθήκη κάτω, έχοντας ανοίξει σίγουρα μια από τις αγαπημένες επαγγελματικές συ ζητήσεις τους. Αυτό ήταν ένα θέμα που θα μπορούσε να τους κρατήσει απασχολημένους για ώρες, αν δεν πήγαινε κάποια από τις γυναίκες τους να τους ξεβολέψει για να πάνε στη βάφτιση. «Έφτασε σχεδόν η ώρα, αγάπη μου», είπε η Κονστάνς στον Ντόμινικ. «Καλύτερα να αφήσεις την νταντά να βάλει την Άιβι για τον υπνάκο της». Συγκρατήθηκε, βέβαια, και δεν πρόσθεσε ό τι, έτσι όπως είχε ξεσηκώσει ο Ντομ την κόρη τους με το παιχνίδι του, η νταντά θα δυσκολευόταν περισσότερο απ' ότι συνήθως να τη βάλει για ύπνο. «Το ξέρω. Το ξέρω. Πρέπει να αλλάξω για την τελετή». Ο αδερφός της Φραντσέσκας σηκώθηκε από το πάτωμα, άρπαξε την κόρη του, την πέταξε ψηλά στον αέρα, της έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο στομάχι και την παρέδωσε στην νταντά που περίμενε υπομονετικά. «Δε γίνεται κανείς κάθε μέρα νονός». Η Αϊρίν έδωσε κι εκείνη το γιο της, τον Φίλιπ, στη δική του νταντά, αφού έτριψε χαϊδευτικά τη μύτη της στο μυρωδάτο λαιμουδάκι του. Ύστερα έπιασε αγκαζέ την Κονστάνς και βγήκαν από το δωμάτιο, ακολουθούμενες από τον Ντόμινικ. «Ξέρεις, ποτέ δεν πίστευα ότι θα ήθελα να γίνω μητέρα», είπε η Αϊρίν. «Και τώρα δεν αντέχω να τον αφήνω καθόλου. Όπου να 'ναι θα περπατήσει. Νιώθω λες και η ζωή του με προσπερνάει». Η Κονστάνς κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας. «Το ξέρω. Μου φαίνεται σαν χτες που η Άιβι ήταν τοσοδούλα σαν τον μικρό Γκρέισον». Αναστέναξε. «Η κακομοίρα. Δεν ξέρω πώς θα τα βγάλει πέρα μεγαλώνοντας με τόσα αγόρια γύρω της. Ή θα γίνει αγοροκόριτσο ή φοβερή τσαχπίνα». Η Αίρίν γέλασε. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνει το ίδιο ήρεμη και αξια-

293


γάπητη με τη μητέρα της». Σταμάτησαν και οι τρεις και έριξαν μια ματιά στο δωμάτιο ό που κοιμόταν ο Μάθιου. Στα πόδια του κρεβατιού στέκονταν οι γονείς του και κοιτούσαν με αγάπη το μωρό τους. Έξω από το δωμάτιο, οι άλλοι τρεις αντάλλαξαν μια χαμογελαστή ματιά και συνέχισαν στο διάδρομο. Η Φραντσέσκα έπιασε αγκαζέ τον Σινκλέρ, ακούμπησε το κεφάλι της στο μπράτσο του και αναστέναξε ευτυχισμένη. «Εξακολουθώ να μην μπορώ να το πιστέψω. Κάθε φορά που τον κοιτάζω μου φαίνεται πως έχω μπροστά μου ένα θαύμα». Ο δούκας έσκυψε και φίλησε τα κατάξανθα μαλλιά της γυναίκας του. «Μα είναι θαύμα». Η Φραντσέσκα χαμογέλασε. «Ναι, και μπορεί να υπάρξουν κι άλλα». Ο Ρόκφορντ έπνιξε ένα βογκητό. «Ελπίζω όχι πολύ σύντομα». Η εγκυμοσύνη της Φραντσέσκας ήταν εννιά μήνες αγωνίας για εκείνον, κι όσο κι αν αγαπούσε το γιο του, δεν ανυπομονούσε να επαναλάβει την εμπειρία. Τύλιξε το χέρι του γύρω από τους ώμους της γυναίκας του και την έσφιξε στο πλευρό του. «Ευτυχισμένη;» τη ρώτησε ψιθυριστά, γέρνοντας το σκουρόμαλλο κεφάλι του πάνω στο κατάξανθο δικό της. «Απόλυτα», είπε εκείνη. «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα αποκτούσα παιδί, και τώρα έχω ένα υγιές, πανέμορφο, τέλειο αγοράκι...» Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φίλησε τον Σινκλέρ στα χείλη. «Και ότι θα ήμουν τόσο τρελά ερωτευμένη με τον άντρα μου». «Και μάλιστα μετά από δεκαοκτώ ολόκληρους μήνες γάμου», την πείραξε εκείνος. «Αυτό κι αν είναι θαύμα». «Όχι. Δεν είναι καθόλου θαύμα», του απάντησε, σοβαρεύοντας ξαφνικά. «Γιατί θα συνεχίσω να είμαι ερωτευμένη με τον άντρα μου μια ολόκληρη ζωή. Νομίζω πως γι' αυτό κατάφερα να συλλάβω χρειαζόταν αγάπη για να γίνει». «Αν είναι έτσι, ο Θεός να μας βοηθήσει. Θα γεμίσουμε κουτσούβελα». Ο δούκας ξαναφίλησε τη γυναίκα του, με μεγαλύτερο πάθος αυτή

294


τη φορά. Στο τέλος σήκωσε το κεφάλι του αναστενάζοντας. «Πρέπει να πηγαίνουμε. Δεν μπορούμε να αργήσουμε, διαφορετικά μπορεί να βρούμε τους δύο εφημέριους να έχουν πιαστεί στα χέρια πάνω από την κολυμπήθρα». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Αυτό μπορεί να γίνει, έτσι κι αλλιώς, μέχρι να φτάσει το τέλος της τελετής». Γύρισε και κοίταξε πάλι το γιο της. «Είναι κρίμα να τον ξυπνήσουμε». «Όλο και κάτι θα κάνουμε». Ο Ρόκφορντ πήρε το γιο του στα χέρια του και τύλιξε την κουβερτούλα γύρω του. Το μωρό τινάχτηκε λίγο, αλλά ύστερα κούρνιασε στο μπράτσο του πατέρα του χωρίς να ξυπνήσει. Με το κοιμισμένο μωρό στο ένα μπράτσο του δούκα και τη Φραντσέσκα να τον κρατάει αγκαζέ από το άλλο, βγήκαν και οι τρεις από το δωμάτιο για να σμίξουν με τις οικογένειές τους και να γιορτάσουν μαζί τους το μέλλον.

295