Page 1

1


η νύχτα της μάγισσας

2


Aν Eβεραρντ Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ

3


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: NIGHT OF THE WITCH COPYRIGHT: ANN EVERARNT 1996 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ COSMOBOOKS, ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5, 176 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ Τηλ: 95.84.594 95.92.914 95.83.913 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση των βιβλίων με το σήμα "COSMOBOOKS LTD" ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

4


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Την είδε στην είσοδο του μετρό, τη στιγμή που εκείνη περνούσε σε κάποια απόσταση από μπροστά του για να κατέβει τις σκάλες θα μπορούσε όμως να μην την είχε δει και καθόλου. Σε μια πόλη σαν το Λονδίνο κάτι τέτοια περιστατικά συνέβαιναν τόσο σπάνια, που θα μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει αξιομνημόνευτα. Ήταν άλλωστε η ώρα της μεγάλης απογευματινής κίνησης. Ακόμα κι αν πήγαινες γυρεύοντας για να εντοπίσεις κάποιο συγκεκριμένο άτομο σ' εκείνο το βιαστικό, απρόσωπο πλήθος, πάλι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να το διακρίνεις. Κι ο Μπροντ Χάμοντ σίγουρα δεν πήγαινε γυρεύοντας για τίποτε εκείνο το απόγευμα. Είχε περάσει μια εξοντωτική μέρα με απανωτά συμβούλια και συσκέψεις, είχε καταφέρει ν' αποφύγει έντεχνα κάμποσες προσκλήσεις για δείπνο, και τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να φτάσει στο ξενοδοχείο του, να κάνει ένα μπάνιο, να παραγγείλει κάτι να φάει, και μετά να πέσει για ύπνο. Είχε μάλιστα σκεφτεί να πάρει ταξί για να γυρίσει στο "Ντόρτσεστερ". Η απόσταση όμως ήταν σχετικά μικρή, κι εξάλλου λίγο περπάτημα θα τον βοηθούσε να χαλαρώσει απ' την ένταση μιας παραφορτωμένης μέρας. Καθ' οδόν όμως για την Παρκ Λέιν όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο του, σταμάτησε σε μια είσοδο του μετρό για ν' αγοράσει εφημερίδα κι εκεί την είδε να περνάει από μπροστά του και να κατεβαίνει βιαστικά τις σκάλες για τον υπόγειο. Για μια στιγμή ο Μπροντ έμεινε να την κοιτάζει σαν απολιθωμένος, ανίκανος να πιστέψει σ' αυτό που του έλεγαν τα μάτια του. Αμέσως μετά όμως αντέδρασε αστραπιαία πέταξε ένα νόμισμα στον εφημεριδοπώλη, και την ακολούθησε στις σκάλες τρέχοντας σχεδόν για να μην τη χάσει μες στο πλήθος. Έμεινε ωστόσο στα πέντ' έξι μέτρα πίσω της, ξέροντας πως οι διάδρομοι του μετρό δεν ήταν το ιδανικότερο μέρος για να την προσεγγίσει σ' αυτή τη φάση. Μπορούσε να εκτιμήσει το μέγεθος και 5


την απιθανότητα της σύμπτωσης που την είχε φέρει στο δρόμο του εκείνη τη μέρα. Το Λονδίνο ήταν μια πολύ μεγάλη πόλη, εκείνος το επισκεπτόταν αραιά και πού, κι όταν το επισκεπτόταν κινιόταν σε χώρους και σε κύκλους που μάλλον απέκλειαν το ενδεχόμενο να συμπέσει μαζί της. Να όμως που είχε συμβεί το απίθανο· κι ο Μπροντ δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει, αυτή τη μοναδική ευκαιρία που του δινόταν, από βιαστικούς και αδέξιους χειρισμούς. Έτσι την ακολούθησε ως το δεύτερο επίπεδο κι έμεινε σε κάποια απόσταση όσο περιμεναν το τρένο, φροντίζοντας να μην τον αντιληφθεί εκείνη, και προσπαθώντας να αγνοήσει το σφυγμό του που παλάβωνε και την καρδιά του που ήταν ακόμη ανίκανη να ξαναβρεί το φυσιολογικό της ρυθμό. Ήταν καταπληκτικό, σκεφτόταν καθώς ξανάβρισκε σιγά-σιγά την αυτοκυριαρχία του, είχαν περάσει τόσα χρονιά, κι ωστόσο θα την αναγνώριζε με την ίδια ευκολία σε κάθε περίπτωση. Του είχαν αρκέσει τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που την είχε ατενίσει καταπρόσωπο, τη στιγμή που εκείνη τον προσπερνούσε στην είσοδο του μετρό χωρίς καν να τον κοιτάζει· με την πρώτη φευγαλέα ματιά, η καρδιά του είχε σχεδόν σταματήσει απ' το ξάφνιασμα και την ταραχή. Τα χρόνια δεν την είχαν αλλάξει σχεδόν καθόλου. Είχε τα ίδια πλούσια σκουροκόκκινα μαλλιά που χάιδευαν τους ώμους της με το λαμπερό, χυτό τους μετάξι τα ίδια βαθύσκιωτα, πράσινα ματιά με τις πυκνές βλεφαρίδες, τη λεπτή μύτη και το γενναιόδωρο στόμα. Το ίδιο πρόσωπο που θα ήταν δύσκολο να το ξεχάσει κανείς, ακόμα κι αν είχαν περάσει τα διπλάσια χρόνια πανέμορφο. γυναικείο μαζί και παιδικό, προκλητικό και συνάμα παράδοξα αθώο. Το σώμα της είχε μείνει επίσης εξίσου λεπτά και νεανικό, όσο μπορούσε να κρίνει προσπαθώντας να υπολογίσει τι βρισκόταν κάτω απ' το μακρύ, ριχτό της παλτό. Ήταν ένα χοντρό ρούχο, σίγουρα όχι σινιέ μοντελάκι, και αναμφισβήτητα πολυφορεμένο το κρατούσε σφιγμένο γύρω της, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της και την κρεμαστή της τσάντα ανάμεσα τους, στραμμένη αδιάφορα προς τα κει απ' όπου θα ερχόταν το τρένο. Δυο-τρεις άντρες, πρόσεξε ο Μπροντ, την κάρφωναν με το βλέμμα. Διόλου αφύσικο παρά τη μάλλον αφρόντιστη εμφάνισή της. ήταν μια εντυπωσιακά όμορφη γυναίκα. Όταν ήρθε το τρένο ο Μπροντ μπήκε μαζί της στο βαγόνι, μισο6


κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω απ' την εφημερίδα που προσποιούταν ότι διάβαζε κι όταν εκείνη κατέβηκε σ' ένα σταθμό προς το τέλος της γραμμής, την ακολούθησε εξίσου διακριτικά, αφήνοντας μια σχετικά μεγάλη απόσταση ανάμεσα τους. Δεν είχε σκοπό να την πλησιάσει στη μέση του δρόμου. Το πιθανότερο. εκείνη θα έφευγε χωρίς να του δώσει την ευκαιρία να της μιλήσει. Είχε φροντίσει να εξαφανιστεί ολ' αυτά τα χρόνια σίγουρα δε θα είχε ούτε τώρα μεγάλη διάθεση ν' αποκαταστήσει επαφές με το παρελθόν. Την ακολούθησε έτσι απαρατήρητος σ' όλη την διαδρομή της στους κακοφωτισμένους δρόμους εκείνης της υποβαθμισμένης φτωχογειτονιάς μέχρι που την είδε να μπαίνει σ' ένα σπίτι, εξίσου φτωχικό αλλά σχετικό πιο καλοδιατηρημένο από τα γειτονικά του. Ο Μπροντ έμεινε στο απέναντι πεζοδρόμιο με τα μάτια καρφωμένα στην πρόσοψη του σπιτιού. Πολύ σύντομα είδε να φωτίζεται το ένα από τα δυο παράθυρα του πάνω ορόφου κάποιο χέρι τράβηξε την κουρτίνα και το έκρυψε τη θέα του δωματίου, όχι όμως πριν διακρίνει εκείνος τη λεπτή της σιλουέτα πίσω από το τζάμι. Εδώ λοιπόν μένει, σκέφτηκε ο Μπροντ και για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ αναρωτήθηκε αν είχε όντως το δικαίωμα να εισβάλλει απρόσκλητος στη ζωή της κουβαλώντας μαζί και την βαριά σκιά του παρελθόντος; δεν ήξερε πια τίποτα για κείνη. Πιθανότατα να ήταν παντρεμένη να είχε παιδιά. Τι δουλειά είχε αυτός ν' ανακατεύεται, την είχε δει είχε βεβαιωθεί ότι ήταν ζωντανή. Τώρα μπορούσε να φύγει. Αντί όμως να φύγει, συνέχισε να στέκεται σαν ριζωμένος στο πεζοδρόμιο με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο απέναντί του, προσπαθώντας ακόμα να ελέγξει την αναστάτωση του και να οργανώσει ένα στοιχειώδες σχέδιο δράσης. Το σκεφτόταν ακόμα όταν είδε την πόρτα της εισόδου να ανοίγει και πάλι. Και την κοπέλα με τα σκουροκόκκινα μαλλιά να ξαναβγαίνει στο δρόμο. Είχε σκοτεινιάσει πια για τα καλά, κι ήταν τώρα πιο εύκολο να την ακολουθήσει απαρατήρητος. Δεν πήγαν άλλωστε πολύ μακριά, λίγους δρόμους πιο κάτω, εκείνη μπήκε σ ένα φαστφουντάδικο. Ο Μπροντ έμεινε να την παρακολουθεί από απέναντι, μέσα από την τζαμαρία, μέχρι που την είδε να παίρνει το δίσκο με το φαγητό της και να κάθεται σ' έναν απόμερο τραπεζάκι. Διέσχισε τότε εκείνος το δρόμο, μπήκε στο μαγαζί, πήρε έναν καφέ και πλησίασε αργά, νωχελικά στο τραπέζι της. Κάθισε με μια ρευστή κίνηση απέναντι της κι είπε αδιάφορα, σαν να έκανε την 7


πιο κοινότυπη παρατήρηση του κόσμου. «Γεια σου λοιπόν, Κατρίνα. Που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;» Βλέποντας κάποιον να στρώνεται με τόση άνεση στο τραπέζι της παρόλο που το μισό μαγαζί ήταν άδειο, η κοπέλα είχε σηκώσει ξαφνιασμένη το κεφάλι. Αντικρίζοντας τον όμως τα μάτια της ορθάνοιξαν, και για μια στιγμή ο Μπροντ έμεινε με την εντύπωση πως είχε χάσει όλο της το χρώμα έκτος αν έφταιγε ο έντονος φωτισμός νέον που κυριαρχούσε στην αίθουσα και που φώτισε για πρώτη φορά άπλετα το πρόσωπο της Τα χαρακτηριστικά έδειχναν σφιγμένα αλλά του ήταν αδύνατο να διαβάσει την έκφραση της ήταν έκπληξη, ενόχληση, απορία ή φόβος; Πέραναν μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα μέχρι ν' ακούσει τη φωνή της. «Ορίστε;» έκανε τελικά η κοπέλα, κρατώντας ένα χάμπουργκερ στον αέρα, ανάμεσα στο πιάτο και στο αισθησιακό της στόμα. Ο Μπροντ συνέχισε να την κοιτάζει σταθερά στα μάτια. «Έλα τώρα· μη μου πεις πως δε με θυμάσαι καθόλου. Δεν έχω αλλάξει πια τόσο πολύ σ' αυτά τα χρόνια. Ούτ' εσύ έχεις αλλάξει, άλλωστε- θα σε αναγνώριζα οπουδήποτε κι αν σ' έβλεπα». Τα μάτια της στένεψαν. «Μήπως κάνετε κάποιο λάθος;» τον ρώτησε παγερά. «Όχι, δεν κάνω λάθος», είπε άνετα ο Μπροντ, κρύβοντας τέλεια μια σπίθα δικαιολογημένης ενόχλησης. «Πίστευα βέβαια πως θα περίττευε να σου συστηθώ, αλλά είμαι ο Μπροντ Χάμοντ. Θα σε καταλάβω απόλυτα αν μου πεις ότι δε θέλεις να μου μιλήσεις, μην προσπαθείς όμως να με πείσεις πως δε με αναγνωρίζεις κιόλας! Εντάξει, μπορεί να μην ήμουν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή σου, αλλά με ξέρεις από τότε που μπουσουλούσες ακόμα». Τώρα τον κοιτούσε σαν να είχε να κάνει με κάποιον τρελό. Πολύ καλή προσποίηση, σκέφτηκε ο Μπροντ, ανίκανος πάντως να καταλάβει τι σκοπό εξυπηρετούσε αυτό το σόου. Είχε την έντονη εντύπωση πως εκείνη παράπαιε ανάμεσα σε δυο επιλογές να μείνει και να τον βρίσει, ή να σηκωθεί και να φύγει τρέχοντας. Όταν του ξαναμίλησε όμως, η φωνή της ήταν ξερή και συγκρατημένη. «Σας είπα, κάνετε λάθος. Μπορείτε τώρα να μ' αφήσετε να φάω με την ησυχία μου;» Ο Μπροντ πήρε βαθιά ανάσα. Δεν είχε την απαίτηση να τον αναγνωρίσει εκείνη με την πρώτη ματιά, ούτε καν να δεχτεί να του μιλήσει· αλλά πήγαινε πολύ να υποκρίνεται πως δεν αναγνώριζε ούτε το όνομά του. Δεν καταλάβαινε το παιχνίδι της, ούτε είχε την 8


παραμικρή διάθεση να το παίξει κι ο ίδιος. «Εντάξει», επέμεινε μαλακά. «Αντιλαμβάνομαι τους ενδοιασμούς σου, σέβομαι τις επιλογές σου και δεν προτίθεμαι να σου επιβάλω τίποτα, ούτε καν την παρουσία μου. Επιπλέον, σου δίνω το λόγο μου πως κανείς δε θα μάθει ότι σε συνάντησα, αν δεν το επιτρέψεις εσύ». Έλπιζε πως η δήλωσή του θα την καθησύχαζε και θα την έκανε να χαλαρώσει λίγο αντί να μαλακώσει όμως, η κοπέλα έδειξε ακόμα πιο ενοχλημένη. «Λυπάμαι», του είπε παγερά, «αλλά δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε. Σας το είπα και προηγουμένως, κάνετε λάθος. Μπορείτε να μ' αφήσετε ήσυχη τώρα;» Ο Μπροντ συγκρότησε όπως-όπως τον εκνευρισμό του. Δεν ήταν τύπος που θύμωνε εύκολα, αλλά δεν ήταν κι ο τύπος που θα ανεχόταν παθητικά να τον κοροϊδεύουν εν ψυχρώ. Είπε ωστόσο ήρεμα: «Δε θέλω τίποτε από σένα, πίστεψέ με. Μόνο να συζητήσουμε λίγο· να μάθω πώς είσαι και πώς ζεις, αν το θέλεις βέβαια κι εσύ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να με φοβάσαι, Κατρίνα». Η έκφρασή της ήταν εντελώς απαγορευτική όταν του αποκρίθηκε ψυχρά: «Μου φαίνεται πως δεν καταλαβαίνετε αγγλικά, κύριε πώς-σας-λένε. Σας είπα, κάνετε λάθος. Πόσες φορές πρέπει να το επαναλάβω για να το πιάσετε; Δεν είμαι η Κατρίνα σας, που να πάρει! Μπορείτε τώρα να μ' αφήσετε στην ησυχία μου; Δε γουστάρω να τρώω με παρέα, εντάξει;» Ο Μπροντ έμεινε να την κοιτάζει αμίλητος. Στη ζωή του μέχρι τότε είχε μάθει να επιβάλλεται στους τρίτους με διάφορους τρόπους, και σίγουρα τα πολλά λόγια δεν ήταν ένας απ' αυτούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκούσε μόνο το ύφος του πολύ συχνά και μόνο ένα του βλέμμα. Έτσι και τώρα, κάτι στα μάτια του έκανε την ψυχρή προκλητικότητα να σβήσει απ' το πρόσωπό της· όταν του ξαναμίλησε, η φωνή της ακούστηκε κάπως μαλακωμένη. «Λυπάμαι πολύ αν σας απογοητεύω», του είπε κατεβάζοντας τα μάτια, «αλλά δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο. Καλή σας νύχτα». Ο Μπροντ έγειρε πίσω, στην πλάτη της σκληρής, άβολης πλαστικής καρέκλας. Είχε την αίσθηση πως αυτή η συζήτηση ξέφευγε εντελώς απ' τον έλεγχό του. Δεν ήθελε να την πιέσει υπερβολικά κάθονταν σε δημόσιο χώρο, κι εκείνη μπορούσε σε κάθε στιγμή να προκαλέσει επεισόδιο. Είχε πάει απρόσκλητος στο τραπέζι της, κι είχε αγνοήσει την επιθυμία της να την αφήσει ήσυχη. Βρισκόταν ήδη στην πολύ μειονεκτική θέση να παρενοχλεί μια γυναίκα, κι 9


αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Στα τριανταέξι του, ο Μπροντ διέθετε όχι μόνο το δυναμισμό, αλλά και την ανάλογη πείρα για να μπορεί να χειριστεί οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση. Ήξερε άλλωστε απ' την αρχή πως η συζήτησή τους δε θα ήταν εύκολη· ήταν όμως εντελώς απροετοίμαστος γι' αυτή την παράλογα αρνητική της στάση. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν του πέρασε απ' το μυαλό πως μπορεί να είχε κάλει όντως λάθος. Ελέγχοντας όπως-όπως τον εκνευρισμό του, είπε ευγενικά: «Θα έχεις σίγουρα κάποιο σοβαρό λόγο για ν' αρνείσαι την ταυτότητά σου. Αν σου υποσχεθώ να τον σεβαστώ απόλυτα, τι λες, θα τα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε;» Στα λόγια του το πρόσωπό της φούντωσε και τα μάτια της στένεψαν επικίνδυνα. Του είπε στεγνά: «Δεν πρόκειται να συνεννοηθούμε, για τον πολύ απλό λόγο πως δεν είμαι η Κατρίνα σου, κύριε απαυτέ μου. Πώς να στο πω επιτέλους για να το χωνέψεις; Δε με λένε Κατρίνα, τελεία και παύλα. Θε λένε Λιζ Φένγουικ, αν και δε βλέπω σε τι μπορεί αυτό να αφορά εσένα. Κάνε μου τώρα τη χάρη να φύγεις απ’ το τραπέζι μου. Θέλω να φάω μόνη, αν δε σε πειράζει!» Με μιαν απότομη κίνηση, έφερε το χάμπουργκερ στο στόμα της και το δάγκωσε άγρια, σαν να ήθελε να ξεσπάσει πάνω του τον εκνευρισμό της. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται πάνω απ' το τραπέζι. Ύστερα ο Μπροντ είπε αργά. «Λιζ Φένγουικ. Και θέλεις να το πιστέψω; Τα μάτια της πέταξαν φλόγες. «Δε θέλω απολύτως τίποτε κύριε αποτέτοιε μου. Ξηγηθήκαμε;» Ο Μπροντ έγειρε πάλι στην πλάτη του καθίσματος. Έμεινε να την κοιτάζει συνοφρυωμένος με τα χέρια στις τσέπες, κι η κοπέλα του αντιγύρισε εξίσου βλοσυρά το βλέμμα, δαγκώνοντας συγχρόνως το χάμπουργκερ. Στη μικρή τους αντιπαράθεση εκείνη κατέβασε πρώτη τα μάτια, λέγοντας απηυδισμένη: «Μήπως θα πρέπει να σου δείξω πιστοποιητικό γέννησης για να το πάρεις απόφαση;» «Θα ήταν μια καλή ιδέα». της αντιγύρισε στεγνά ο Μπροντ. «Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις σ' αυτό το παραμύθι. Σου είπα .δε σκοπεύω να κοινολογήσω το γεγονός ότι σε συνάντησα. Κατρίνα. Δεν έχεις κανένα λόγο να κρύβεσαι από μένα». Μ' ένα βαθύ στεναγμό. η κοπέλα άφησε το μισοφαγωμένο χάμπουργκερ στο πιάτο, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κι είπε καυ10


στικά. Σωστή μονομανία σου έχει γίνει αυτή η Κατρίνα. Συμβουλευτικές ποτέ κανέναν ειδικό για την περίπτωση σου;» Ο Μπροντ χρειάστηκε να δώσει μάχη με τον εαυτό του για να συγκρατήσει τα κύματα της οργής που φούντωναν μέσα του. Τα κατάφερε ωστόσο να πει ήρεμα: «Μια τέτοια ομοιότητα θα ήταν εξωφρενική. Ακόμα και η φωνή είναι ίδια, που να πάρει! Αν είσαι πάντως. Αν είσαι πάντως η Λιζ Φένγουικ προφανώς σου χρωστάω κάποιες εξηγήσεις». « Δε θέλω εξηγήσεις. κύριε πως-σε-λένε. Δε με αφορούν καθόλου». «Τότε σου οφείλω μια συγνώμη», παρατήρησε ο Μπροντ. επιστρατεύοντας το πιο γοητευτικό του χαμόγελο ένα χαμόγελο που από πείρα ήξερε πως δε θα άφηνε ασυγκίνητη καμιά γυναίκα. Άφησε ωστόσο ολότελα παγερή κι ακλόνητη τη Λιζ Φένγουικ. «Δέκτη η συγνώμη». του είπε παγερά. «Τελειώσαμε τώρα;» Ο Μπροντ έλεγξε όπως-όπως την παρόρμησή του να τη βουτήξει και ν' αρχίσει να την ταρακουνάει. «Δεν είχα σκοπό να σ' ενοχλήσω». είπε με μια ηρεμία που τη βρήκε κι ο ίδιος αξιοθαύμαστη. Όσο εκείνη συνέχιζε να τον ακούει, υπήρχε η αμυδρή πιθανότητα να βρει κάποια ρωγμή στην πανοπλία της. «Της μοιάζεις όμως καταπληκτικά. Βέβαια έχουν περάσει έντεκα χρονιά... Θα πρέπει κανείς να το λάβει αυτό υπ' όψιν του». Τα μάτια της στένεψαν. «Για μισό λεπτό, να καταλάβω κι εγώ θέλεις να πεις πως έχεις έντεκα χρονιά να δεις την Κατρίνα σου;» «Ναι». Εκεί της ξέφυγε ένα κόφτο. σκληρό γέλιο. «Έντεκα ολόκληρα χρονιά», έκανε ανασηκώνοντας τα όμορφα φρύδια της. «Δηλαδή πόσων χρόνων ήταν αυτή η Κατρίνα όταν την είδες για τελευταία φορά;» «Δεκαεφτά». «Δεν είναι δυνατόν», έκανε η κοπέλα, και ξαναγέλασε κοφτά. «Ξέρεις πόσο μπορεί ν' αλλάξει ένας άνθρωπος μέσα σε έντεκα χρόνια; Πόσο μάλλον ένα κορίτσι δεκαεφτά χρόνων! Αν θέλεις τη γνώμη μου, το πιθανότερο είναι πως δε θα την αναγνώριζες πια, ακόμα κι αν ερχόσασταν πρόσωπο με πρόσωπο, κι εκείνη σου μιλούσε πρώτη!» «Μπορεί να 'ναι κι έτσι», είπε ξερά ο Μπροντ. «Κι εσύ πόσων χρόνων είσαι;» «Δε σε αφορά αυτό», του πέταξε απότομα. «Δεν είμαι πάντως είκοσι οχτώ!» 11


«Εγώ θα έλεγα πως είσαι ακριβώς είκοσι οχτώ», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Και πίστεψέ με, δεν πέφτω ποτέ έξω σε τέτοιους υπολογισμούς». «Εσύ μπορείς να λες ό,τι θέλεις», του αντιγύρισε επιθετικά. «Δεκάρα δε δίνω, φτάνει να τα λες μακριά απ' το τραπέζι μου. Δε βλέπω γιατί πρέπει να τρώω εγώ στη μάπα μια τέτοια ασυνάρτητη συζήτηση!» «Ούτ' εγώ βλέπω γιατί πρέπει να με αντιμετωπίζεις με τόση εχθρότητα». είπε παγερά ο Μπροντ, παλεύοντας να κρατήσει τα τελευταία ίχνη της υπομονής του. «Δε νομίζω ότι έχω κάνει τίποτε που ν' αξίζει αυτού του είδους τη συμπεριφορά!» Τα μάγουλά της φούντωσαν απ' την οργή. «Α, μα εσύ είσαι σωστή κολλιτσίδα», του πέταξε σφυριχτά. Αφήνοντας το μισοφαγωμένο χάμπουργκερ στο πιάτο, σηκώθηκε μ' ένα τελευταίο δολοφονικό βλέμμα, του έστρεψε την πλάτη και βγήκε βιαστικά απ' το φαγάδικο. Την πρόλαβε πιο πέρα, έξαλλος και μαζί της. και με τον εαυτό του που είχε αφεθεί να χάσει τόσο εύκολα το παιχνίδι. Καθώς εκείνη επιτάχυνε το βήμα για να του ξεφύγει, την έπιασε πάλι απ' το μπράτσο και την τράβηξε πίσω. «Όχι, γλυκιά μου, δεν μπορείς να φεύγεις έτσι», της πέταξε κοντανασαίνοντας απ' την οργή. «Δε νομίζεις ότι το παρατράβηξες ως εδώ;» «Είσαι... είσαι εντελώς τρελός», έκανε ασθμαίνοντας η κοπέλα, και για πρώτη φορά στα μάτια της καθρεφτιζόταν ένας φόβος που συνόρευε με τον πανικό. Κοίταξε γύρω της αλαφιασμένη· ο δρόμος όμως ήταν σκοτεινός και έρημος, κι είχαν αφήσει το φαστφουντάδικο αρκετά μέτρα πίσω. «Δεν είμαι τρελός», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Είμαι απλά θυμωμένος. Δε μ' αρέσει να με κοροϊδεύουν τόσο χοντρά, ξέρεις». «Άφησέ με αμέσως, αλλιώς θα βάλω τις φωνές», είπε σφυριχτά η κοπέλα. «Εντάξει, θα σ' αφήσω». Προσπάθησε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του και να μιλήσει πάλι συγκροτημένα. «Δε θέλω άλλωστε τίποτε από σένα, μόνο λα συζητήσουμε με ειλικρίνεια. Δώσε μου μόνο μια ευκαιρία, εντάξει; Δε 0α σε απασχολήσω περισσότερο από μισή, μια ώρα. Μπορούμε να πάμε κάπου όπου να είμαστε μόνοι κα ήσυχοι, και..» «Α, τώρα μάλιστα», έκανε καυστικά η κοπέλα. «Να λοιπόν που φτάσαμε στην ουσία του πράγματος. Δεν ήταν ανάγκη ξέρεις να Μου πουλήσεις όλο αυτό το παραμύθι για την Κατρίνα. 12


Θα μπορούσες μια χαρά να μου τα ρίξεις στα ίσια απ' την αρχή. Θα ήταν πιο τίμιο, και θα το εκτιμούσα σίγουρα περισσότερο». «Δεν είχα κανένα σκοπό να σου τα ρίξω, ούτε στα ίσια, ούτε αλλιώς», είπε παγερά ο Μπροντ. «Μην προσπαθείς να θολώσεις τα νερά με ηλίθιες παρατηρήσεις. Ξέρεις πολύ καλά ποιος είμαι, και ξέρεις εξίσου καλά πως δεν προσπάθησα να σε ψωνίσω. Άκουσέ με, Κατρίνα, και μετά » «Δεν είμαι η Κατρίνα», του πέταξε μπουρινιασμένη, καταφέρνοντας επιτέλους να ελευθερώσει το χέρι της απ' τα δάχτυλά του, «Που να σε πάρει ο διάβολος, δεν είμαι η Κατρίνα! Πήγαινε στον αγύριστο κύριος, εντάξει;» Και στρέφοντάς του την πλάτη, βάλθηκε να τρέχει προς την κατεύθυνση του σπιτιού της. Ο Μπροντ δεν μπήκε στον κόπο να την ακολουθήσει. Έμεινε μόνο να την παρακολουθεί με τα μάτια, βαριανασαίνοντας και σφίγγοντας ανίσχυρα τις γροθιές του, μέχρι που εκείνη χάθηκε στο σκοτάδι του δρόμου. Η Λιζ έφτασε στο σπίτι λαχανιασμένη, με την ψυχή στο στόμα. Είχε κάνει το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου τρέφοντας· δεν είχε σταθεί καν για να κοιτάξει πίσω της και να διαπιστώσει αν ο άντρας την είχε ακολουθήσει. Η καρδιά της γοργοχτυπούσε κι η ανάσα της έβγαινε κοφτή καθώς άνοιγε την πόρτα της εισόδου κι έμπαινε στο στενό χολ, όπου την υποδέχτηκαν μια έντονη μυρωδιά κρεμμυδιών κι οι δυνατοί ήχοι της αναμμένης τηλεόρασης. Τράβηξε βιαστικά για τη σκάλα, αλλά δεν είχε ανέβει ούτε πέντε σκαλιά όταν τη σταμάτησε η φωνή της σπιτονοικοκυράς της. «Εσύ είσαι, Λιζ;» «Ναι, κυρία Μπράουν». Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει απ' τη Μάγκι Μπράουν έμεινε λοιπόν στα μισά της σκάλας, με το χέρι στο λιγδιασμένο ξύλινο κάγκελο. Η κυρία Μπράουν αναδύθηκε απ' το βάθος του χολ, σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της. Ήταν ψηλή και χοντρή, κι είχε σαφή αδυναμία στα ζωηρόχρωμα, φανταχτερά ρούχα. Τα βαμμένα της μαλλιά άστραψαν πλατινένια στο φως της λάμπας. «Είχες βγει έξω, χρυσή μου;» «Είχα πάει να φάω, κυρία Μπράουν». Η δήλωσή της θα έπρεπε να ήταν αρκετή· αλλά το κοφτερό μάτι της Μάγκι Μπράουν είχε πιάσει όλα τα σημάδια της έξαψης πάνω της, «Μα εσύ φαίνεσαι αναστατωμένη, χρυσή μου. Συμβαίνει τίποτα; Δείχνεις να σε τρόμαξε κάτι!» 13


Ήταν εξαιρετικά οξυδερκής, η Λιζ έπρεπε να της το αναγνωρίσει. Τόσα χρόνια επιμελούς ενασχόλησης με τις υποθέσεις των τρίτων, είχαν μεταβάλει τη Μάγκι Μπράουν σε λαγωνικό ολκής. «Ναι», είπε δισταχτικά, «η αλήθεια είναι πως τρόμαξα λίγο. Ήταν ένας άντρας εκεί έξω. και...» «Ω. Θεέ μου», ανέκραξε με ιερή αγανάκτηση η κυρία Μπράουν. Στα νιάτα της. η Λιζ το ήξερε καλά αυτό, η Μάγκι είχε ασκήσει μ' επιτυχία το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Ήταν όμως ξύπνια και καπάτσα, κι είχε καταφέρει να μην της τρώει ο ένας κι ο άλλος νταβατζής τα λεφτά. Είχε μαζέψει ένα γερό κομπόδεμα κι είχε αγοράσει τούτο το σπίτι, όπου νοίκιαζε και δωμάτια στον πρώτο όροφο, βγάζοντας έτσι ένα καλό εισόδημα. Ύστερα είχε βρει κι είχε παντρευτεί έναν φουκαρά δημοτικό υπάλληλο, ένα ανθρωπάκι που δε θα τολμούσε ποτέ να υψώσει το ανάστημά του ενάντια στην τρομερή και φοβερή συμβία του. Απ' τη στιγμή όμως που απέκτησε οικονομική και κοινωνική εξασφάλιση. Η Μάγκι Μπράουν είχε μεταβληθεί σε άτεγκτο και μαχητικό στυλοβάτη των ηθών. Περνούσε τον καιρό της καταδυναστεύοντας το σύζυγο και τους νοικάρηδές της, χώνοντας τη μύτη της στις υποθέσεις των γειτόνων της. στηλιτεύοντας την ηθική παρακμή, και κατακεραυνώνοντας τους άθεους και ξεδιάντροπους ξένους, που είχαν φέρει τη διαφθορά στα ιερά εδάφη της Μεγάλης Βρετανίας. Το κοφτερό της μάτι κι η τσουχτερή της γλώσσα, μαζί με την ακατανίκητη τάση της στο κουτσομπολιό, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος της γειτονιάς. Τη Λιζ όμως τη συμπαθούσε και την είχε πάρει, εντελώς αυθαίρετα, κάτω απ' την προστασία της. «Τούτη η γειτονιά», έλεγε τώρα, «ήταν κάποτε αξιοπρεπής και ευυπόληπτη». Αυτό βέβαια ήταν δικό της εφεύρημα εκείνη ειδικά η γειτονιά, ήταν πάντα κακόφημη. «Όλη τούτη η πόλη ήταν κάποτε αξιοπρεπής και ευυπόληπτη. Στις μέρες μου. κανένας άντρας δε θα τολμούσε να ενοχλήσει στο δρόμο μια κυρία. Οι άνθρωποι είχαν σεβασμό και αρχές». Ήταν ικανή να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο με τις ώρες· σ' αυτήν όμως την περίπτωση, προείχε η περιέργειά της να μάθει τι είχε συμβεί. Άφησε λοιπόν τον φιλιππικό στη μέση και ρώτησε μ' ενδιαφέρον: «Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Τι σου έκανε;» Η Λιζ ανασήκωσε τους ώμους. «Μου κόλλησε και δε με άφησε να φάω», είπε ουδέτερα. «Ήρθε και στρώθηκε στο τραπέζι μου στο 14


και μου έλεγε διάφορες ασυναρτησίες ,ότι με γνώριζε τάχα από παλιά, ότι ήμουν κάποια γνωστή του που είχε χαθεί και άλλα τέτοια». « Δεν το πιστεύω ανέκραξε με ιερή αγανάκτηση η κυρία Μπράουν, που μονίμως έπεφτε απ' τα σύννεφα μ αυτά που γινόταν στον κόσμο, λες και ήταν καμιά δεσποσύνη του μεσαίωνα αποκλεισμένη στον πύργο της. « Ήρθε δηλαδή και σου ρίχτηκε μέσα στο φαστφουντάδικο;» «Ε ναι και μετά βγήκε μαζί μου και δε με άφηνε να φύγω», .... Σε μερικές περιπτώσεις η κυρία Μπράουν μπορούσε να γίνει πολύτιμος σύμμαχος , κι η Λιζ ήξερε ποτέ τη συνέφερε να το παίζει μισοκακόμοιρη. « Μ' άρπαξε απ’ το μπράτσο και μου ζήτησε να πάμε κάπου μόνοι οι δυο μας. Εκεί φοβήθηκα στ' αλήθεια συμπεριφερόταν σα μανιακός. Κατάφερα τελικά να του ξεφύγω. κι ήρθα σπίτι τρέχοντας» «Θα ήθελα να τον δω αυτόν τον κύριο, που διαλέγει να τρομάζει απροστάτευτες γυναίκες τη νύχτα», δήλωσε μαχητικά η κυρία Μπράουν φέρνοντας τα χέρια στη φαρδιά της μέση |. "Δεν έχουν πιο ούτε ιερό ούτε όσιο. Μήπως σε πήρε κι από πίσω, χρυσό μου;» «Δεν ξέρω», είπε μ ένα στεναγμό η Λιζ. «Δε γύρισα να κοιτάξω. Μπορεί να με ακολούθησε από μακριά». Ήταν απόλυτα σίγουρη για το αντίθετο αλλά δε χρειαζόταν να το πει αυτό στη Μάγκι Μπράουν. Όχι, ο άντρας δεν την είχε ακολουθήσει, παρά την προηγούμενη επίμονη του και μόλις εκείνη τη στιγμή συνδύαζε η Λιζ αυτό το γεγονός. με την ανησυχητική σκέψη πως ίσως ο Χάμοντ δεν είχε πέσει τυχαία πάνω της σ' εκείνο το μίζερο φαστφουντάδικο. Οπωσδήποτε δεν ήταν το είδος του ανθρώπου που θα έμπαινε να πιει τον καφέ ταυ ο ένα τέτοιο ελεεινό στέκι, και σε μια γειτονιά σαν τη δική της. Δε χρειαζόταν να είναι κανείς ιδιαίτερα παρατηρητικός για να μάντευε. πως κάποιος σαν αυτόν θα κυκλοφορούσε αποκλειστικά απ' την πλευρά του Γουέστ Εντ. και πως θα δειπνούσε στα καλύτερα ρεστοράν και στις πιο εκλεκτές ιδιωτικές λέσχες. Τι δουλειά είχε ένας τέτοιος τύπος σε μια γειτονιά σαν της Μάγκα Μπράουν; Όχι. δεν μπορεί να είχε βρεθεί εκεί τυχαία. Το πιθανότερο. είχε έρθει μαζί της απ' το κέντρο του Λονδίνου, με τον υπόγειο. Εκεί την είχε εντοπίσει, και την είχε ακολουθήσει μέχρι εδώ. Τώρα άλλωστε που το καλοσκεφτόταν, ήταν σίγουρη πως είχε νιώσει πίσω της μιαν επίμονη παρουσία όσο περίμενε το τρένα εκείνη την αλλόκοτη αίσθηση που είχες όταν βάραινε πάνω σου ένα 15


έντονο, σταθερό βλέμμα. Κι αν ο Χάμοντ την είχε ακολουθήσει σ' όλη τη διαδρομή ως το φαστφουντάδικο. ήξερε ήδη πολύ καλά πού έμενε· γι' αυτό άλλωστε την είχε αφήσει να του φύγει τόσο εύκολα προηγουμένως. «Καλύτερα τότε να βγω έξω να κοιτάξω», δήλωσε με την ίδια μαχητικότητα η κυρία Μπράουν. «Μείνε εσύ εδώ, Λιζ, και θα σου τον κανονίσω αυτόν τον... » «Όχι, κυρία Μπράουν, μην κάνετε τον κόπο Σίγουρα δε θα κάθεται απ' έξω να περιμένει να βγούμε. Θα έχει φύγει τώρα πια, είμαι βέβαιη. Σας το λέω μόνο για να ξέρετε. Αν έρθει κανείς και με ζητήσει αυτές τις μέρες, μην του πείτε ότι μένω εδώ. Ήταν πολύ φορτικός. Έκανε σαν... σαν μονομανής. Αν μάθει πού μένω θα μου κολλήσει σαν τσιμπούρι». Η κυρία Μπράουν φούσκωσε ολόκληρη αϊτό αγανάκτηση. "Ας τολμήσει να δείξει το πρόσωπο του εδώ, και θα σου τον συγυρίσω εγώ! Θεέ μου, πού βαδίζει αυτός ο κόσμος;.., Πακιστανός φαντάζομαι θα ήταν ή μήπως ήταν κανένας αράπης;» «Όχι, όχι, ήταν λευκός όσο κι εμείς, κυρία Μπράουν. Ψηλός, αθλητικός, με σκουροκάστανα μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια. Δείχνει πολύ κύριος καλοντυμένος, ξέρετε τώρα. Και ματσωμένος. Μπορεί να σε ξεγελάσει με την πρώτη ματιά, αλλά είναι θεόμουρλος στο βάθος. Μου έλεγε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, και δεν ξεκόλλαγε με τίποτα. Δεν του φαίνεται, αλλά πρέπει να είναι επικίνδυνος αν βλέπατε πώς με άρπαξε στη μέση του δρόμου...» Τα χόντραινε λίγο, αλλά αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσει την υποστήριξη της σπιτονοικοκυράς της. Η κυρία Μπράουν πέταξε άλλον ένα πύρινο φιλιππικό για τους παρανοϊκούς ανώμαλους που απειλούσαν τις τίμιες γυναίκες, για τους κινδύνους που έκρυβε η νύχτα, και για τη θλιβερή παρακμή εκείνης της γειτονιάς, που ήταν κάποτε τόσο αξιοπρεπής και ευυπόληπτη. Βρήκε επίσης την ευκαιρία να αναφέρει τη γειτόνισσα που το έκανε με τον ταχυδρόμο, κερατώνοντας τον τίμιο βιοπαλαιστή άντρα της. «Σίγουρα το παιδί της είναι δικό του», ενημέρωσε τη Λιζ με ιερή αγανάκτηση. «Την έχω δει εγώ πώς του τρίβεται, κι η Μάγκι Μπράουν δεν πιάνεται κορόιδο, ξέρεις». Ύστερα τη βεβαίωσε με σθένος πως ο θρασύτητος ενοχλητικός θα πέρναγε πρώτα απ' το πτώμα της πριν φτάσει στον παρθενικό κοιτώνα της νοικάρισσας της, και τελικά ευδόκησε να αποσυρθεί 16


μεγαλόπρεπα στο καθιστικό της, όπου με το ένα μάτι παρακολουθούσε τις σαπουνόπερες στην τηλεόραση, και με το άλλο έκοβε την παραμικρή κίνηση στο δρόμο. Μ' ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης, ανέβηκε επιτέλους κι η Λιζ στο δωμάτιό της. Έκλεινε τώρα τρία χρόνια στο σπίτι της κυρίας Μπράουν. Κρατούσε μόνο τούτο το δωμάτιο, κι ήταν υποχρεωμένη να μοιράζεται το μπάνιο με άλλα τρία άτομα όταν όμως έκλεινε την πόρτα της, δεν την ενοχλούσε κανείς. Το δωμάτιο ήταν σχετικά ευρύχωρο, και στη μια του άκρη, πίσω από ένα πρόχειρο χώρισμα, είχε εγκαταστήσει μιαν αυτοσχέδια κουζίνα. Η κυρία Μπράουν ισχυριζόταν πως αυτό απαγορευόταν απ' τον κανονισμό που είχε εμπνευστεί η ίδια, αλλά στην περίπτωση της Λιζ έκανε τα στραβά μάτια. ' Είχε βολευτεί στ' αλήθεια μια χώρο, και το νοίκι ήταν πραγματική πολύ χαμηλό· αυτό άλλωστε ήταν το κύριο προσόν και του σπιτιού και της άθλιας φτωχογειτονιάς όπου βρισκόταν. Κι απ' την άλλη, ή κυρία Μπράουν είχε αρκετά χρήματα για να το συντηρεί σε κάπως ανεκτή κατάσταση. Βέβαια οι ταπετσαρίες ήταν λεκιασμένες, τα έπιπλα παλιά και φθαρμένα, η μπανιέρα ραγισμένη... Αυτό όμως ήταν το λιγότερο. Θ' ένα βαθύ στεναγμό η Λιζ έκλεισε πίσω της την πόρτα, και χωρίς ν' ανάψει το φως πήγε στα τυφλά ως το παράθυρο. Τράβηξε ελάχιστα την κουρτίνα, κι έψαξε με το βλέμμα τον κακοφωτισμένο δρόμο. Όσο μπορούσε να δει. δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω. Αυτό βέβαια δε σήμαινε και πολλά ο Χάμοντ θα μπορούσε να είναι καλά κρυμμένος στις σκιές του δρόμου, παρακολουθώντας κι εκείνος αθέατος το σπίτι. Ή μπορεί να ξαναρχόταν κάθε νύχτα από κει και πέρα, καραδοκώντας για μια ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει. Απ' την άλλη όμως μπορεί να μην ξαναρχόταν ποτέ πια. Ίσως είχε πειστεί τελικά πως είχε να κάνει μόνο με τη Λιζ Φένγουικ, κι όχι με την περίφημη Κατρίνα του και πως η Λιζ Φένγουικ δεν ήταν διατεθειμένη να καλλιεργήσει τη γνωριμία τους, ούτε να έχει τίποτε περισσότερο μαζί του. Έμεινε κάμποσο ακόμα στο παράθυρο, παρακολουθώντας άγρυπνα την αραιή κίνηση στο δρόμο. Ύστερα, προσωρινά καθησυχασμένη, πήγε να φτιάξει έναν καφέ βάζοντάς τα με τον εαυτό της που είχε αφήσει να την ταράξει τόσο αυτό το περιστατικό. Ήταν εντελώς ασήμαντο, σκέφτηκε πεισματικά, και τελικά την αφορούσε ελάχιστα. 17


Μια άλλη γυναίκα στη θέση της θα το είχε απολαύσει κιόλας. Εντελώς απρόσμενα, σ' εκείνη την υποβαθμισμένη γειτονιά όπου μπορούσες να περιμένεις μόνο το χειρότερο, την είχε πλευρίσει ένας άντρας που έμοιαζε να έρχεται από κάποιον άλλοκόσμο· ένας άντρας που θα μπορούσε άνετα να ενσαρκώσει τους κρυφούς πόθους της κάθε γυναίκας. Λίγα θηλυκά θα έμεναν ασυγκίνητα απ' την παρουσία του Μπροντ Χάμοντ, σκέφτηκε η Λιζ, ξαναφέρνοντας στο νου της τη μορφή του. Το αδρό, απόλυτα αντρίκειο πρόσωπο με τα δυνατά χαρακτηριστικά, τα πυκνά σκουροκάστανα μαλλιά και τα χρυσοπράσινα μάτια το καταπληκτικό, δεμένο, αρμονικό σώμα με τις αβίαστες, ρευστές του κινήσεις. Σίγουρα οι περισσότερες γυναίκες θα τον έβρισκαν σκανδαλιστικά σέξι όχι μόνο εξαιτίας της εντυπωσιακής αρρενωπής του εμφάνισης αλλά κι επειδή όλα πάνω του φώναζαν πως ο Μπροντ Χάμοντ διέθετε εξουσία, και πως την ασκούσε. Απόπνεε αβίαστα τον αναμφισβήτητο αέρα που το κύρος και η δύναμη αν κι η ίδια είχε αφήσει τη Μάγκι Μπράουν να εννοήσει πως επρόκειτο για κάποιον βλαμμένο σεξομανή ήξερε ωστόσο πως τίποτε δε βρισκόταν πιο μακριά απ’ την αλήθεια Ο Μπροντ Χάμοντ δεν της είχε ριχτεί στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ίχνος ερωτικού ενδιαφέροντος στα βλέμμα του όσο είχε μείνει μαζί της. κι η Λιζ δεν ήταν τόσο ηλίθια που ν' αφεθεί σε ανώφελες αυταπάτες. Οι δρόμοι τους είχαν διασταυρωθεί για λίγο, και θα χώριζαν πάλι αναπόφευκτα. Πιθανότατα δε θα τον ξανασυναντούσε ποτέ της ακόμα όμως κι αν εκείνος ξαναρχόταν. πεισματικά προσκολλημένος στην πεποίθηση του πως είχε ξαναβρεί την Κατρίνα του, πάλι τίποτε δε θ' άλλαζε. Εκείνη ήταν η Λιζ Φένγουικ, όχι η Κατρίνα, κι αργά ή γρήγορα ο Μπροντ Χάμοντ θα το έπαιρνε απόφαση πως είχε κάνει λάθος, και θα έβγαινε απ' τη ζωή της το ίδιο απότομα όπως είχε μπει. Θα ξαναγύριζε στον στεγανό, απαραβίαστο κόσμο του, κι εκείνη θα έμενε στον δικό της στα τρισάθλια δωμάτια που νοικιάζονταν με κοινόχρηστο μπάνιο, στην γκαζιέρα πίσω απ' το νοβοπάν, στη μυρωδιά του κρεμμυδιού και του κάρι, στην υγρασία και τη μούχλα αυτών των σπιτιών που δεν έβλεπαν ποτέ τον ήλιο. Αυτός ήταν ο δικός της ζωτικός χώρος, ανάμεσα σε ταλαίπωρους μεροκαματιάρηδες, σε εξαθλιωμένους άνεργους και μετανάστες, σε πόρνες και τραβεστί και ναρκομανείς, και σε συμμορίες ανηλίκων. 18


Ξαφνικά ένιωσε ολότελα αποκαμωμένη. Κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα με τις βουλιαγμένες σούστες, κι έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να ελέγξει την τρεμούλα που την είχε πιάσει από τη στιγμή που την άρπαζε ο Χάμοντ έξω απ' το φαστφουντάδικο. Την είχε τρομάξει στ' αλήθεια η επιμονή του, η ένταση στο βλέμμα του κι η δύναμη που είχε βάλει στην ατσάλινη λαβή του· ακόμα περισσότερο όμως την είχε τρομάξει η οργή που έβγαινε από μέσα του σαν καυτερό κύμα. Δεν την καταλάβαινε, όπως δεν καταλάβαινε γιατί αποδέκτης της έπρεπε να είναι η ίδια. Εκείνη τη στιγμή είχε φοβηθεί πως δε θα κατάφερνε να του ξεφύγει, κι είχε πανικοβληθεί στ' αλήθεια. Τώρα όμως, στη σχετική ασφάλεια του δωματίου της και με τη Μάγκι Μπράουν Κέρβερο στην κάτω πόρτα, μπορούσε να δει πόσο γελοία και ασήμαντα ήταν όλ' αυτά. Ο Μπροντ Χάμοντ δε συνιστούσε κανένα κίνδυνο, κι ας ήταν από κείνους τους άντρες που θα έπρεπε να είχαν τεθεί υπό απαγόρευση, όπως τα επικίνδυνα εκρηκτικά. Ο κίνδυνος όλος προερχόταν από τις δικές της αντιδράσεις απέναντι του από τον τρόπο που είχε σπαρταρίσει η καρδιά της αντικρίζοντας τον, κι από τον τρόπο που είχαν λυθεί τα γόνατα της όταν την είχαν αγγίξει τα μακριά δυνατά του δάχτυλα. Τώρα όμως είχε τελειώσει κι αυτό και το πιθανότερο δεν θα επαναλαμβανόταν ποτέ πια. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να πάψει να σκέπτεται αυτό το τυχαία συνάντηση και να βγάλει οριστικά απ' το μυαλό της τον Μπρομ Χάμοντ. Αν ήθελε να αγχωθεί με κάτι είχε ένα σωρό άλλα ζωτικά προβλήματα να την απασχολήσουν. Στην περίπτωσή της ήταν μάλλον περιττό να αγχώνεται και με ανώφελες φαντασιώσεις.

19


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Παρά τις μεγάλες της αποφάσεις όμως, πέρασε όλη την υπόλοιπη βδομάδα οι. συναγερμό, καρδιοχτυπώντας κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε σε κάποια ψηλή αντρική σιλουέτα, τρέμοντας και συγχρόνως προσδοκώντας το ενδεχόμενο να τον ξαναδεί Οι φόβοι τις όμως αποδείχτηκαν αβάσιμοι· ο Μπροντ Χάμοντ είχε πεισθεί προφανώς ότι είχε κάνει λάθος, κι είχε εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Η ίσως οι δικοί της συλλογισμοί ήταν όλοι λάθος, κι εκείνος δεν είχε ιδέα πού να τη βρει. Την είχε όντως συναντήσει τυχαία στο φαστφουντάδικο, και μετά την είχε χάσει. Το πιθανότερο, δε θα την ξανάβρισκε ποτέ πια. Την Κυριακή το πρωί όμως, την ώρα που κατέβαινε με το σάκο της στον ώρα, η κυρία Θπράουν που προφανώς περίμενε στημένη να την ακούσει να φεύγει, βγήκε απ' τα βάθη του αδύτου της και τη σταμάτησε στα μισά. -Πας στης αδερφής σου, χρυσό μου;» «Ναι βέβαια, κυρία Θπράουν». Δεν ήταν δα και τίποτε το καινούριο αυτό κάθε Κυριακή πρωί, εδώ και τρία χρόνια, από τότε δηλαδή που η Μπρέντα είχε εγκατασταθεί στο Λιτλ Χάμπτον, ένα μικρό χωριό έξω απ' το Κόλτσεστερ, η Λιζ έφευγε για να περάσει δυο μέρες μαζί της. Επέστρεφε πάλι την Τρίτη το πρωί, και πήγαινε κατευθείαν στο κομμωτήριο για δουλειά. Αυτές οι δυο μέρες ήταν η μοναδική όαση σε μια εβδομάδα σκληρής δουλειάς και ανάλογης στέρησης. Θα έδινε βέβαια οτιδήποτε για να γινόταν να περνάει κάθε μέρα της ζωής της στο Λιτλ Χάμπτον, οι ελάχιστες όμως δουλειές που θα μπορούσε να κάνει σ' ένα τέτοιο μέρος, ακόμα κι αν κατάφερνε να τις βρει, ίσα που θα της επέτρεπαν να επιβιώνει η ίδια κι εκείνη έπρεπε όχι μόνο να συντηρεί τον εαυτό της, την Μπρέντα και τον Τζέισον, αλλά να μαζέψει και αρκετά χρήματα για να εξασφαλίσει στοιχειωδώς το μέλλον τους. 20


Το μόνο τους περιουσιακό στοιχείο ήταν εκείνο το ταπεινό σπιτάκι στο Λιτλ Χάμπτον. Κατά τα άλλα, η ίδια είχε μόνο μια υποτυπώδη ασφάλεια που δεν κάλυπτε στην πραγματικότητα τίποτα, κι η Μπρέντα ήταν εντελώς ανασφάλιστη και ουσιαστικά ανίκανη να εργαστεί μετά το φοβερό της ατύχημα πριν τέσσερα χρόνια. Χώρια που καμιά απ' τις δυο τους δεν είχε τα προσόντα για να βρει κάποια αξιόλογη δουλειά με πιασούμενο μισθό. Κάποτε η Λιζ είχε αρχίσει να παρακολουθεί μαθήματα αισθητικής. Θετά όμως το ατύχημα που είχε αφήσει την Μπρέντα σ' αυτή τη θλιβερή κατάσταση, δεν είχε πια ούτε το χρόνο, ούτε το χρήμα για να συνεχίσει τέτοιες πολυτέλειες. Τα είχε κόψει όλα, κι είχε βρει εκείνη τη δουλειά στο κομμωτήριο "Λέιντι'ς Πάρλορ", που όμως δεν κάλυπτε ούτε τα δικά της έξοδο Οι οικονομίες τους εξανεμίζονταν με ασύλληπτα γοργούς ρυθμούς κι είχαν φτάσει πια στο μηδέν όταν η Λιζ, μετά από μια φοβερή περίοδο αγωνίας και ανέχειας, είχε καταφέρει να πιάσει δουλειά στο νάιτ-κλαμπ "Κόκο". Το να σερβίρεις βέβαια μισομεθυσμένους, εξημμένους πελάτες σ' ένα στριπτιζάδικο δήθεν πολυτελείας, φορώντας μόνο ένα ολόσωμο δικτυωτό κολάν με τρία μικροσκοπικά κομμάτια υφάσματος που κάλυπταν τα απολύτως απαραίτητα απ' την μπροστινή πλευρά, και τίποτε από πίσω, δεν ήταν η ιδανικότερη απασχόληση. Της άφηνε όμως πολύ περισσότερα χρήματα απ' όσα θα μπορούσε να βγάλει κάνοντας οτιδήποτε άλλο. Ο μισθός ήταν πολύ καλός και το πουρμπουάρ ακόμα καλύτερα ειδικά αν δε δυσανασχετούσες όταν οι πελάτες άπλωναν το ξερό τους πάνω σου. Η Λιζ είχε μάθει έγκαιρα να μη δυσανασχετεί. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να επιβιώσει και τελικά το να επιτρέπεις σε μια θρασύτατη παλάμη να σου χουφτιάζει πότεπότε τους γυμνούς γλουτούς, ήταν απείρως προτιμότερο απ' το να κάνεις πεζοδρόμιο. Όπως και να 'χε, οι σερβιτόρες στο "Κόκο" δεν ήταν πόρνες. Το κλαμπ άλλωστε απευθυνόταν σε πελατεία κάποιου επιπέδου, και λειτουργούσε με μιαν επίφαση κοσμιότητας και αξιοπρέπειας. Δεν ενθάρρυναν την ασύδοτη συμπεριφορά' οι σερβιτόρες δεν έπρεπε μόνο να είναι όμορφες, ψηλές και καλλίγραμμες, αλλά να φαίνονται και καθώς πρέπει. Να είναι χαμογελαστές και φιλικές, και συγχρόνως συγκροτημένες κι απόμακρες. Αυτό ήταν λίγο δύσκολο να το πετύχεις όταν κυκλοφορούσες με τακούνι στιλέτο και μόνο ένα δικτυωτό κολάν πάνω στο γυμνό 21


κορμί σου, αλλά τελικά κάπου μάθαινες να ισορροπείς ανάμεσα στην προκλητικότητα και τη συγκράτηση, και να αποθαρρύνεις ευγενικά οτιδήποτε ξεπερνούσε τα εσκεμμένα αγγίγματα. Όχι, τελικά το "Κόκο" ήταν ιδανική περίπτωση για μια γυναίκα όπως εκείνη, που ήταν εντελώς ανειδίκευτη και είχε κατεπείγουσα ανάγκη να κερδίζει πολλά χρήματα. Τα έσοδά της απ' το κλαμπ ήταν αξιόλογα, και το ότι ξεθεωνόταν στη δουλειά ήταν το λιγότερο. Πήγαινε στο κομμωτήριο στις δέκα το πρωί, έφευγε στις πέντε, και στις οχτώμιση βρισκόταν στο "Κόκο", κομπλέ με το δικτυωτό κολάν, για να δουλέψει πάλι του σκοτωμού μέχρι αργά τη νύχτα που τέλειωνε το πρόγραμμα. Η χειρότερη μέρα βέβαια ήταν το Σάββατο, και τα κορίτσια τρώγονταν, μεταξύ τους και με τη διεύθυνση, γιο το ποια θα έπαιρνε το ρεπό της εκείνη τη μέρα Η Λιζ όμως είχε λύσει το πρόβλημα απ' την αρχή, Καθώς το κομμωτήριο ήταν ανοιχτό και το Σάββατο το πρωί, είχε κανονίσει να πηγαίνει και στις δυο της δουλειές όλα τα Σάββατα, προκειμένου να έχει μόνιμα δυο συνεχόμενες ελεύθερες μέρες την εβδομάδα. Έτσι έπαιρνε το ρεπό της Κυριακή κι αμέσως μετά Δευτέρα, τη μέρα δηλαδή όπου οι συνάδελφοί της πήγαιναν πρόθυμο να τεμπελιάσουν στη θέση της. Η ίδια όμως ήταν ευχαριστημένη που μπορούσε να περνάει δυο συνεχόμενες μέρες στο Λιτλ Χάμπτον, κι ας ξεπατωνόταν μόνιμα τα Σάββατα. Την Κυριακή το πρωί τρόμαζε να ξυπνήσει και να σηκωθεί απ' το κρεβάτι· τα πόδια της πονούσαν απ' την ορθοστασία, το κεφάλι της ήταν βαρύ απ' το ξενύχτι, και κουτουλούσε κυριολεκτικά απ' τη νύστα. Τα πρωινά της Κυριακής ήταν πάντα τα χειρότερά της, αλλά εκείνη σηκωνόταν ηρωικά νωρις-νωρις, για να εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα γινόταν την αργία της, κι έτρεχε να προλάβει το τρένο για το Έσσεξ, πολλές φορές με μόνο έναν καφέ στο στομάχι της. «Συγνώμη, κυρία Μπράουν», είπε τώρα, όσο πιο ευγενικά μπορούσε, γιατί δεν είχε καμιά διάθεση ν' αποξενώσει τη σπιτονοικοκυρά της. «Αλλά πρέπει να τρέξω θα χάσω το τρένο». «Ωπα, έχεις ώρα ακόμα. Έλα να πιούμε ένα φλιτζάνι τσάι. Σου έχω νέα!» Τα "νέα" ήταν οπωσδήποτε με κεφαλαία, αν έκρινε απ' την εξημμένη και συνάμα αινιγματική έκφραση της Μάγκι, που την είχε αρπάξει κιόλας απ' το μπράτσο και την τραβούσε αλύπητα προς την κουζίνα. «Είναι επείγον», της ψιθύρισε συνωμοτικά. «Από χτες το βράδυ περιμένω να στα πω». Την ανάγκασε να καθίσει σε μια απ' τις πορτοκαλί πλαστικές καρέκλες, που μαζί με το ασορτί τραπέζι και την έντονα κίτρινη λαδομπογιά στους τοίχους, συνέθεταν ένα 22


ντεκόρ απόλυτα ταιριαστό με την προσωπικότητα της κυρίας Μπράουν. «Και πώς είναι τώρα η καημένη η αδερφή σου;» ρώτησε καθώς γέμιζε δυο φλιτζάνια, από μια τσαγέρα όπου επέπλεαν κάμποσο μεταχειρισμένα σακουλάκια τσάι. Η Λιζ δεν έκανε καν τον κόπο να δυσφορήσει ενδόμυχα ήξερε τις απόψεις της κυρίας Μπράουν για την οικονομία. Δε θα πέταγε τα σακουλάκια, παρά μόνο όταν πια θα τα είχε ξεζουμίσει μέχρι την τελευταία καφετιά σταγόνα. «Είναι πολύ καλύτερα», είπε μ' ένα στεναγμό. «Βγαίνει τώρα περισσότερο, κι έχει γνωριστεί μ' όλους τους γείτονες. Ασχολείται αρκετά με τον κήπο της όλο το χρόνο τρώμε απ' τα λαχανικά που καλλιεργεί. Επιπλέον έμαθε να πλέκει πολύ καλά, κι εκτός που φτιάχνει τώρα όλα τα πλεκτά της οικογένειας, παίρνει πότε-πότε και παραγγελίες απ' τις κυρίες στο χωριό έτσι, για να βγάζει ένα χαρτζιλίκι». Βιαζόταν φοβερά, κι ευχόταν να έρθει Μάγκι γρήγορα στο θέμα αν έχανε αυτό το τραίνο θα έπρεπε να περιμένει μια ώρα για το επόμενο. Από την άλλη όμως δεν μπορούσε να την πιέσει, η Μάγκι ήθελε να γίνονται τα πράγματα με τους δικούς της ρυθμούς κι η Λιζ είχε αντιλήφθη απ' την αρχή πως ένας τρόπος νια κρατάει το νοίκι της σ' αυτά τα χαμηλά επίπεδα, ήταν να πηγαίνει με να νερά της σπιτονοικοκυράς της. „Τι φοβερό··. σχολίασε η Μάγκι καθώς έστρωνε τον υπολογίσιμο όγκο της στην καρέκλα απέναντι απ' της Λιζ. "Μια τόσο νέα και όμορφή γυναίκα... Φοβερό, φοβερό. Ποτέ δεν ξέρεις όμως. Ακόμα κι έτσι, μπορεί να βρει κάποιον ν' αποκατασταθεί». Μετά το κουτσομπολιό, αυτό ήταν το αγαπημένο της θέμα μέσα στ' άλλα ήταν και δεινή προξενήτρα. Αν περνούσε απ' το χέρι της, θα πάντρευε τους πάντες γύρω της και μετά θα τους έλεγχε αλύπητα. «Μπορεί», συμφώνησε πρόθυμα η Λιζ, που φρόντιζε να συμφωνεί σε μόνιμη βάση μαζί της αλλά καθώς έφερνε στο νου της τη μορφή της Μπρέντα, με το σακατεμένο πρόσωπο και το κομμένο πόδι, κάγχασε σχεδόν με την ιδέα της Μάγκι. «Πρέπει όμως να γνωρίσει και κανέναν άντρα», αποφάνθηκε η κυρία Μπράουν. «Δεν αποκλείεται να γίνει κι αυτό στο μέλλον», είπε με άλλον ένα στεναγμό η Λιζ. «Τώρα έχει ξεθαρρέψει κάπως ειδικά από τότε που έβαλε το ψεύτικο πόδι και έμαθε να το χρησιμοποιεί. Στην αρχή βέβαια δεν ήθελε ούτε να βγαίνει απ' το σπίτι ακόμα και τα ψώνια της τα έκανε μια γειτόνισσα, και της τα άφηνε έξω απ' την πόρτα». 23


«Φοβερό, φοβερό», ξανάπε η Μάγκι, ανατριχιάζοντας επιδεικτικά. «Μπορεί όμως ακόμα και τώρα να βρει κάποιον να την πάρει, να εξασφαλιστεί τουλάχιστον οικονομικά». Δεν είχε δει βέβαια ποτέ πώς είχε καταντήσει η Μπρέντα, όχι τόσο απ' την παραμόρφωση, όσο απ' την κατάθλιψη και την ψυχολογική κατάρρευση. Κανείς που θα την ήξερε από παλιά δε θα μπορούσε ν' αναγνωρίσει σ' αυτό το δύσμοιρο πλάσμα την αλλοτινή πανέμορφη, ελκυστική κι ολοζώντανη Μπρέντα, κι ας πάσχιζε εκείνη με αξιοθαύμαστη γενναιότητα να το ξεπεράσει και να προσαρμοστεί. Κι η Λιζ σιχαινόταν να συζητάει για όλ' αυτά με τη Μάγκι Μπράουν, που την έλλειψη ευαισθησίας της τη συναγωνιζόταν μόνο η έλλειψη διακριτικότητάς της δεν έβλεπε όμως πώς θα μπορούσε να της κόψει τη φόρα, χωρίς να της γίνει και δυσάρεστη. «Βέβαια», συνέχισε ακάθεκτη η κυρία Μπράουν, «η αδερφή σου έχει κι εκείνο το σπιτάκι, δεν είν' έτσι; Οπωσδήποτε θα βοηθούσε αν είχε και λίγο ρευστό, αλλά ποτέ δεν ξέρεις μπορεί και πάλι να βρεθεί κανένας καλός άνθρωπος που να θέλει ν' ακουμπήσει κάπου». Δεν πας στον αγύριστο, ηλίθια γυναίκα, είπε από μέσα της η Λιζ απ' έξω όμως κούνησε το κεφάλι και συμφώνησε με τη γνωστή προθυμία «Μου είπατε πως έχετε νέα», είπε μετά, πίνοντας και τις τελευταίες γουλιές από το μάλλον αηδιαστικό της τσάι. «Ά, βέβαια .. », έκανε θριαμβευτικά η Μάγκι. «λίγο τσάι ακόμα, Λιζ;» «Έχω ήδη πιει μισή κανάτα, κυρία Μπράουν. Θα τρέχω συνέχεια στην τουαλέτα». « Έτσι είναι το καλύτερο για να καθαρίζει τα νεφρά», δήλωσε ικανοποιημένη η κυρία Μπράουν. «Όπως σου έλεγα λοιπόν, έχω νέα. Ήρθε εδώ ένας άντρας!» Η καρδιά της Λιζ σπαρτάρησε δεν είπε όμως κουβέντα. «Εχτές το βραδάκι ήταν»·, συνέχισε η Μάγκι, καθυστερώντας σκόπιμα τη στιγμή της αποκάλυψης για ν' ανεβάσει την ένταση. « Στις πέντε, στις έξι; Θα σε γελάσω. Αν είχες έρθει στο σπίτι μετά τη δουλειά, θα τον έβλεπες.·, "Δεν προλάβαινα», είπε σβησμένα η Λιζ. «Έπρεπε να κάνω τα ψώνια μου ενδιάμεσα, κι έτσι πήγα κατευθείαν στο "Κόκο". Ποιος άντρας κυρία Μπράουν; Πώς ήταν;» "Θα σου πω, θα σου πω. Ήρθε λοιπόν το βραδάκι και χτύπησε το κουδούνι. Με το που του άνοιξα την πόρτα, κατάλαβα αμέσως 24


ότι κάτι έτρεχε. Δε μου γέμισε το μάτι, κι εγώ, όπως ξέρεις, δεν πιάνομαι εύκολα κορόιδο. Τον κόβω από δω, τον κόβω από κει, λέω μια, έχει γούστο να είναι σχετικός με την υπόθεσή μας! Και τι μου λέει, θαρρείς; Με ρώτησε αν είχα δωμάτιο για νοίκιασμα!» "Πώς ήταν από εμφάνιση;» ρώτησε η Λιζ, μη βλέποντας τι σχέση μπορεί να είχε αυτό με την "υπόθεσή τους". «Ψηλός, αθλητικός και καστανός», αναφώνησε πανηγυρικά η κυρία Μπράουν. -Ήταν και καλοντυμένος. Όχι τίποτε υπερβολικό, βέβαια με υπάλληλο έμοιαζε κάπως. Είχε λίγη φαλάκρα, και.. » «Δεν είν' αυτός», είπε αδύναμα η Λιζ. «Ο τύπος που σας έλεγα είχε όλα του τα μαλλιά. Κι ήταν... εξαιρετικά εμφανίσιμος. Θα σας είχε κάνει εντύπωση αν τον βλέπατε». «Όχι, δεν μπορώ να πω ότι αυτός ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμος», είπε σουφρώνοντας τα φρύδια η Μάγκι. Για μια στιγμή φάνηκε να ξεφουσκώνει ύστερα όμως δήλωσε θριαμβευτικά: «Μπορεί να μην ήταν ο ίδιος· αυτός όμως ρώτησε για σένα! Είπε πως έψαχνε για στέκι στην περιοχή, και πως είχε ακούσει από μια φίλη του ότι νοίκιαζα δωμάτια. Τον ρώτησα ποια φίλη του' και ξέρεις τι μου αποκρίθηκε; Λιζ Φένγουικ, όπως τ' ακούς! Σου λέει τίποτε αυτό;» Η Λιζ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Μιλάω με τόσο κόσμο, που θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Να είχε ακούσει για μένα από τη φίλη ή τη γυναίκα του». »Μα είπε πως ήσουν φίλη του!» «Μπορεί να το είπε για ν' απλουστεύσει τα πράγματα». «Και γιατί με ρώτησε αν έμενες όντως εδώ;» «Μπορεί να ήθελε να βεβαιωθεί ότι είχε τη σωστή διεύθυνση». «Μπα. Εμένα δε μου το βγάζεις απ' το μυαλό πως είχε έρθει ν. πληροφορίες. Εγώ όμως δεν πιάνομαι εύκολα κορόιδο. Του είπα λοιπόν πως δεν ήξερα καμιά Λιζ Φένγουικ, κι ούτε είχα δωμάτια νοίκιασμα και του έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα. Καλά δεν έκανα;» Αντί να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα, θα μπορούσε ακόμα καλύτερα να τον είχε ψαρέψει έντεχνα, σκέφτηκε η Λιζ' είπε όμως, δείχνοντας όσο περισσότερο ενθουσιασμό γινόταν: «Πολύ καλά κάνατε, κυρία Μπράουν. Ξέρω πως μπορώ πάντα να βασίζομαι σ' εσάς' είσαστε πραγματικά μια φοβερά έξυπνη γυναίκα». Ήταν τα κατάλληλα λόγια για να κάνουν τη Μάγκι να φουσκώσει σαν διάνος κι αφού τη βεβαίωσε γι' άλλη μια φορά πως εκείνη δεν πιανόταν εύκολα κορόιδο, την πήγε τελικά προστατευτικά ως την εξώπορτα κι έμεινε στο κεφαλόσκαλο κουνώντας της το χέρι, 25


λες και η Λιζ έφευγε για κανένα ταξίδι στην άκρη της γης. Έχασε τελικά το τρένο της εκείνη τη μέρα κι έτσι είχε μια ολόκληρη ώρα απραξίας στο σταθμό της Λίβερπουλ Στριτ για να ξανασκεφτεί απ' όλες τις μεριές όσα της είχε πει η Μάγκι, και να συμφωνήσει ενδόμυχα μαζί της πως ναι, ήταν πολύ παράξενο που κάποιος είχε φτάσει μέχρι της κυρίας Μπράουν, ρωτώντας αν έμενε εκεί η Λιζ Φένγουικ. Δεν ανέφερε όμως τίποτε απ' όλ' αυτά στην Μπρέντα. Το θέμα άλλωστε ήταν εντελώς ασήμαντο, και το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να το ξεχάσει κι εκείνη. Ποτέ έτσι κι αλλιώς δε μετέφερε τα προβλήματά της στο Λιτλ Χάμπτον. Η Μπρέντα περιμενε πως και πως τις επισκέψεις της, κι ακόμα περισσότερό τις περιμενε ο Τζέισον κι αν η Λιζ ένιωθε κατάκοπη, αγχωμένη ή και εντελώς απελπισμένη, παρίστανε πάντα την ανέμελη για χάρη τους. Εκείνη την Κυριακή καταχάρηκε όταν έμαθε πως η Μπρέντα είχε καλέσει τον εφημέριο και τη γυναίκα του για το τσάι. Ήταν μια απ' τις θετικές κινήσεις που είχε αρχίσει να κάνει τώρα τελευταία, σε μια προσπάθεια να πάψει να κρύβεται απ' τους άλλους ανθρώπους και να ενταχθεί όσο πιο καλά γινόταν στον κοινωνικό περίγυρο. Πέρασαν μια ευχάριστη μέρα, κι όταν πια αργά το βράδυ έπεισαν τον Τζέισον να πάει για ύπνο, έμειναν οι δυο τους μπροστά στο αναμμένο τζάκι, κουβεντιάζοντας ήσυχα όπως κάθε Κυριακή βράδυ. «Φαίνεσαι κατάκοπη», είπε η Μπρέντα, βλέποντας σε μια στιγμή τη Λιζ να προσπαθεί να πνίξει ένα χασμουρητό. «Βάζω στοίχημα πως δεν πρόλαβες να κοιμηθείς ούτε δυο ώρες χτες το βράδυ». «Το έχασες», είπε η Λιζ. «Παρακοιμήθηκα μάλιστα, αν θέλεις την αλήθεια· γι' αυτό έχασα το πρωινό τρένο». «Αναρωτιέμαι», είπε πικρά η Μπρέντα, χωρίς να πάρει καθόλου υπ' όψιν της τη δήλωση της Λιζ, «πόσο θα μπορέσεις ν' αντέξεις ακόμα. Είναι πάρα πολλή δουλειά πολύ άγχος και πολλές ευθύνες. Άλλες στη θέση σου θα είχαν τσακίσει από καιρό». «Είσαι πολύ ευφάνταστη», την αποπήρε η Λιζ. «Δεν κουράζομαι ούτε στο μισό απ' όσο ισχυρίζεσαι εσύ. Στο κομμωτήριο κάθομαι όλη μέρα. Τα τηλέφωνα σηκώνω μόνο, και κλείνω τα ραντεβού». Η αλήθεια βέβαια ήταν πολύ διαφορετική· όλες τις δουλειές έκανε, ακόμα και το σφουγγάρισμα. «Και το βράδυ στο "Κόκο", δουλεύω συνολικά μια, μιάμιση ώρα. Πιο πολύ με κουράζει η απραξία, αν θέλεις να μάθεις». 26


«Ναι, τώρα σε πίστεψα», είπε πικρά η Μπρέντα. «Θαρρείς είμαι ηλίθια, Λιζ; Δεν ξέρω ότι σκοτώνεσαι στη δουλειά, και με τις χειρότερες συνθήκες μάλιστα;» Φυσικά το ήξερε όπως κι εκείνη, έτσι κι η Μπρέντα ήταν γυναίκα της πιάτσας, κι ήξερε από πρώτο χέρι πώς λειτουργούσαν τα πράγματα. Αυτό όμως δεν ήταν λόγος για να παραδεχτεί η Λιζ πως δεν ήταν όλα ακριβώς ρόδινα. Θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πει στην Μπρέντα με τι άγχος, τι αγωνία, και επίσης με τι κούραση πορευόταν. Κάποιες νύχτες ήταν τόση η εξάντλησή της, που δυσκολευόταν να ξαναντυθεί για να φύγει απ' το "Κόκο". Μια φορά είχε μείνει κι είχε αποκοιμηθεί σε μια πολυθρόνα την είχε βρει και την είχε ξυπνήσει αξημέρωτα η καθαρίστρια. Ένιωθε μόνιμα κατάκοπη και νυσταγμένη, και το χειρότερο ήταν ότι έπρεπε να δείχνει ξεκούραστη, χαμογελαστή κι ανέμελη, ειδικά το βράδυ στο κλαμπ. Κανείς δεν ήθελε να βλέπει σκουντούφλες και κακομοιριασμένες σερβιτόρες ένα γύρω, κι εκείνη δεν είχε καμιά ουσιαστική εξασφάλιση. Θα μπορούσαν σε κάθε στιγμή να την αντικαταστήσουν, με μια υποτυπώδη προειδοποίηση λίγων ημερών, και μια εξίσου υποτυπώδη αποζημίωση. Η Λιζ ζούσε συνέχεια μ' αυτό το άγχος, ξέροντας πως θα της ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξαναβρεί μια δουλειά που να της αφήνει τόσα λεφτά και να μην απαιτεί συγχρόνως άλλες παραχωρήσεις κι αν σταματούσε να βγάζει τόσα λεφτά, θα πήγαινε στ' αλήθεια χαμένη. Όσο κι αν μάζευε σαν μερμήγκι όλ' αυτά τα χρόνια, κάνοντας αιματηρές οικονομίες, δεν είχε καταφέρει ν' αποταμιεύσει παρά ελάχιστα χρήματα, που ίσα θα κάλυπταν τις ανάγκες τους για ένα-δυο μήνες. Αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος ν' αγχώσει και την Μπρέντα με όλ' αυτά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να της περιγράφει τις συνθήκες της δουλειάς της, τις παλάμες που ζούπαγαν γυμνή σάρκα, τις πρόστυχες προτάσεις, τους άντρες που επιχειρούσαν να την ψωνίσουν όταν αργά τη νύχτα έβγαινε στο δρόμο για να τρέξει να προλάβει κάποιο απ' τα νυχτερινά λεωφορεία ούτε τα πεντακόσια μέτρα του τρόμου που μεσολαβούσαν απ' την κοντινότερη στάση μέχρι το σπίτι της κυρίας Μπράουν μια διαδρομή που μετά τα μεσάνυχτα μπορούσαν να σου συμβούν τα πάντα, από βιασμούς μέχρι μαχαιρώματα. Αρκετά ένοχη αισθανόταν ήδη η Μπρέντα με την επίγνωση ότι δεν μπορούσε να συνεισφέρει οικονομικά, κι ότι η ύπαρξή της είχε 27


καταντήσει, κατά τη γνώμη της βέβαια, δυσβάσταχτο φορτίο για κάποιον τρίτο' δεν υπήρχε λόγος να την κάνει να νιώσει ακόμα χειρότερα. Κοίταξε τώρα το παραμορφωμένο, αλλά τόσο οικείο και αγαπητό πρόσωπο απέναντι της' έτσι όπως κρατούσε το κεφάλι σκυμμένο η Μπρέντα, μια κουρτίνα ασημόξανθα μαλλιά μισοκάλυπτε το κατεστραμμένο της μάγουλο, δίνοντας φευγαλέα την ψευδαίσθηση μιας ομορφιάς που είχε χαθεί για πάντα. Αυτό το πρόσωπο που κάποτε προκαλούσε τους τρίτους να στραφούν να το ξανακοιτάξουν, τώρα τους έκανε να αποστρέφουν με φρίκη το βλέμμα. Οι απανωτές πλαστικές δεν είχαν καταφέρει να επανορθώσουν τη ζημιά μιαν ελάχιστη βελτίωση είχαν επιφέρει μόνο. Η ίδια η Μπρέντα είχε λιποθυμήσει βλέποντας τον εαυτό της μετά το ατύχημα. Κι ούτε είχε θεωρήσει σπουδαία παρηγοριά το γεγονός πως είχε χάσει μόνο ένα πόδι, πως είχε γλιτώσει το δεξί της μάτι, και πως δεν είχε μείνει παράλυτη διά βίου. Έτσι σακατεμένη σωματικά και ψυχικά, είχε τρέξει να κρυφτεί στο απομονωμένο της σπιτάκι στο Λιτλ Χάμπτον, όσο πιο μακριά γινόταν απ' τα μάτια του κόσμου και παρά τις ψυχοθεραπείες, είχαν περάσει πάνω από δύο χρόνια πριν βρει το κουράγιο να δείξει και πάλι το πρόσωπό της σε κάποιους τρίτους. Σ' αυτό το διάστημα έκανε ό,τι μπορούσε για να συνεισφέρει στα οικονομικά τους, αλλά δεν ήταν οπωσδήποτε σε θέση να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση όχι μόνο εξαιτίας της ψυχολογικής της κατάστασης και της σωματικής της αναπηρίας, αλλά κι επειδή οι θέσεις εργασίας δεν αφθονούσαν στο Λιτλ Χάμπτον. Λίγο πιο πέρα από κει που καθόταν τώρα, υπήρχε ένα καλάθι γεμάτο κουβάρια μαλλί και βελόνες πλεξίματος. Η θέα τους έφερε ξαφνικά καυτά δάκρυα στα μάτια της Λιζ. Ξεροκατάπιε για να διώξει τον κόμπο που της είχε σταθεί στο λαιμό, κι είπε αποφασιστικά: «Ποτέ δε θα μπορούσα να ονειρευτώ καλύτερες συνθήκες εργασίας με τα δικά μου προσόντα, το ξέρουμε κι οι δυο αυτό. Πίστεψε με, τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως τα φαντάζεσαι. Εγώ είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη απ' τη ζωή μου εσύ γιατί πρέπει να τρώγεσαι συνέχεια;» Η Mπρέντα κούνησε πικρά το κεφάλι κι είπε κουρασμένα: «Μην προσπαθείς να με κάνεις να νιώσω λιγότερο ένοχη που τα περιμένω όλα από σένα». Ύστερα πρόσθεσε πνιχτά: «Δε θα μπορούσα ποτέ να ξεπληρώσω τα όσα κάνεις εσύ για μένα Λιζ. Σου οφείλω τα πάντα· την ίδια μου τη ζωή». 28


«Εγώ σου οφείλω τα πάντα· είπε βραχνά η Λιζ. «Εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω όσα έκανες και κάνεις για μένα. Έτσι κι αλλιώς όμως. δεν κάνω τίποτε από υποχρέωση ηντ0 το κάνω επειδή σ' αγαπώ κι επειδή θα με πλήγωνε αφόρητα να μην το κάνω γι' αυτό σε παρακαλώ μην πεις άλλες ανοησίες εντάξει;» «Εντάξει», είπε με ένα αδύναμο χαμόγελο η Μπρέντα. «Κοιτάζω να βρω μια πιο αποδοτική απασχόληση, ξέρεις αν τα καταφέρω θα μπορέσεις ν' αφήσεις τουλάχιστον τη μια δουλειά σου να ξεκουραστείς λίγο» « Ναι, σιγά», είπε γελώντας ξένοιαστα η Λιζ. «Δεν έχω καμιά διάθεση να πεθάνω από ανία, πίνοντας ατέλειωτα φλιτζάνια τσάι στην κουζίνα της κυρίας Μπράουν». Πίσω στο Λονδίνο, η Μάγκι ούτε είχε δει. ούτε είχε ακούσει τίποτε ύποπτο. «Τον κατατρόμαξα τον παλιάνθρωπο» δήλωσε θριαμβευτικά στη Λιζ. «Ούτε που τόλμησε να επανεμφανιστεί στη γειτονιά. Στο είπα, δεν πιάνομαι εύκολα κορόιδο. Και τι κάνει η καημένη η αδερφή σου, χρυσή μου; Τη βρήκες καλύτερα αυτή τη φορά;» «Ήταν μία χαρά, κυρία Μπράουν. ευχαριστώ. Είχε καλέσει μάλιστα για τσάι τον εφημέριο και τη γυναίκα του. Έφτιαξε μόνη της τα ωραιότερα βουτήματα που θα έχετε δοκιμάσει ποτέ. Πάντα έπιαναν τα χέρια της στην κουζίνα». «Μπορεί να βρει, κανέναν να εκτιμήσει τη μαγειρική της», αποφάνθηκε αισιόδοξα η κυρία Μπράουν. «Φοβερό, φοβερό», ξανάπε μετά κουνώντας το κεφάλι. «Μια τόσο νέα γυναίκα, χήρα μ ένα παιδί... Και μετά αυτό! Τι να πεις μερικοί τα έχουν όλα, κι άλλοι τίποτα. Ο άνθρωποι έχουν ξεφύγει από το δρόμο του Θεού, αγαπητή μου, γι' αυτό μας συμβαίνουν όλ' αυτά τα ανίερα πράγματα. Δεν συμφωνείς;» Τη βεβαίωσε πως συμφωνούσε απόλυτα. Η βδομάδα προχώρησε, και τίποτε ύποπτο δεν ήρθε να ταράξει γνώριμη ρουτίνα της. Πιθανότατα, ο άγνωστος που είχε εμφανιστεί στης κυρίας Μπράουν ήταν αυτό ακριβώς που είχε δηλώσει: κάποιος που έψαχνε να νοικιάσει δωμάτιο στη γειτονιά. Απ ότι φαινόταν, το επεισόδιο με τον Μπροντ Χάμοντ ήταν πια οριστικά παρελθόν. 'Όπως το είχε ευχηθεί, δε θα τον ξανασυναντούσε ποτέ της. Σ' αυτή τη διαπίστωση ένιωθε ένα παράλογο μίγμα έντονης ανακούφισης και εξίσου σφοδρής απογοήτευσης. Προσπάθησε ωστόσο αποφασιστικά να πνίξει κάθε σκέψη του Μπροντ Χάμοντ, και συνέχισε να δουλεύει με τους αλύπητους ρυθμούς της. Την Παρασκευή το βράδυ όμως, όταν εμφανίστηκε στο 29


"Κόκο", της είπαν πως την ήθελε ο διευθυντής. Πήγε στο γραφείο του Τζέρεμι Ρόμπινς με την ψυχή στο στόμα και το νου στο χειρότερο, σπάνια ο διευθυντής καλούσε στο γραφείο του κάποια απ' τις σερβιτόρες, και ποτέ για καλό. Κι είχε φυσικά δίκιο το ένστικτό της δεν την είχε ξεγελάσει. "Κοίτα. Λιζ», είπε ξερά ο Ρόμπινς. «Λυπάμαι που στο λέω έτσι αλλά σ' ένα μήνα σχολάς από δω. Τελειώνει η συνεργασία μας· κοίτα να βρεις στο μεταξύ κάτι άλλο». Τον κοίταζε άναυδη. «Θα... γιατί;» ρώτησε τελικά, προσπαθώντας να καταπολεμήσει τη λιποθυμική τάση που την έπνιγε ξαφνικά σε κύματα. «Τι έκανα;» «Τίποτε δεν έκανες. γλυκιά μου. Μια χαρά κοπέλα είσαι, αλλά το αφεντικό στέλνει κάποιον άλλη και δεν ξέρω πού να τη βολέψω. Μια από σας πρέπει να φύγει, κι εσύ είσαι η παλιότερη. Ξέρεις πως καλό είναι να ανανεώνεται το προσωπικό πότε-πότε· είναι κουραστικό να βλέπεις τις ίδιες φάτσες ένα γύρω. Οι πελάτες θέλουν ποικιλία». Μέσα από ένα πέπλο ομίχλης, τον ρώτησε πικρά: «Μήπως την ποικιλία τη θέλεις εσύ, Τζέρι;» «Μη λες βλακείες ξέρεις ότι εγώ δεν πάω με τα κορίτσια». Αυτό ήταν αλήθεια. Δεν πήγαινε με τα κορίτσια, του άρεσε όμως να τις δοκιμάζει πριν τις προσλάβει. «Ναι», είπε πικρά η Λιζ. «ξέχασες τις πίπες που μ' έβαλες να σου κάνω για να με διαλέξεις απ' τις άλλες υποψήφιες!» «Αυτό ήταν άλλο. Έτυχε να το κάνουμε κέφι εκείνη τη μέρα, και συνέβη». «Εσύ μπορεί να το έκανες κέφι», του πέταξε σκληρά, «εγώ όμως πήγα μετά και ξέρασα στην τουαλέτα!» Και τώρα ακόμα, μετά τόσον καιρό, της ερχόταν η ίδια αναγούλα όταν θυμόταν εκείνη την αηδιαστική σκηνή. Ειχε μπει στο γραφείο του, αφού πρωτα είχε φορέσει το δικτυωτό κολάν που της είχαν δώσει μόλις έφτασε στο "Κόκο" άρρωστη απ' την αγωνία, παρακαλωντας συνέχεια από μέσα της να πάρει αυτή τη δουλειά με οποιοδήποτε κόστος. Στην τρισάθλια οικονομική κατάσταση που βρισκόταν εκείνη την περίοδο, δεν της έμενε καμιά εναλλακτική λύση πέρα απ' την πορνεία. Μέχρι πριν λίγους μήνες δεν είχε σχεδόν κανένα προβλήματα έσοδα της Μπρέντα τους επέτρεπαν να ζουν παραπάνω κι από άνετα. Κι ύστερα είχε έρθει η καταστροφή, με τη μορφή ενός τροχαίου. 30


Τώρα η Μπρέντα ήταν σε τραγική κατάσταση, κι όλες τους οι οικονομίες είχαν εξανεμιστεί, καθώς δε διέθεταν κανενός είδους ασφάλιση για να καλυφθούν οι πανάκριβες πλαστικές και οι ψυχοθεραπείες, και κανένα άλλο έσοδο πέρα απ' όσα έβγαζε η Λιζ απ' την πρωινή δουλειά που είχε καταφέρει να βρει στο κομμωτήριο. Είχαν αναγκαστεί ν' αφήσουν το όμορφο σπίτι όπου ζούσαν μέχρι τότε τώρα η Μπρέντα κι ο Τζέισον βρίσκονταν στο φτωχικό σπιτάκι στο Λιτλ Χάμπτον, κι εκείνη είχε πιάσει το δωμάτιο στης κυρίας Μπράουν κι έψαχνε απεγνωσμένα μια δεύτερη δουλειά, που θα ήταν τουλάχιστον πιο καλοπληρωμένη απ' την πρώτη. Τώρα, μισόγυμνη και παγωμένη απ' την αγωνία, αντιμετώπιζε τον Τζέρεμι Ρόμπινς, έναν ψυχρό άντρα γύρω στα σαράντα πέντε, που την εξέταζε μ έναν απόλυτα στεγνά κι επαγγελματικό τρόπο. Τρέμοντας απ' το τρακ. αλλά αποφασισμένη να δεχτεί τα πάντα προσκειμένου να πάρει τη δουλειά, η Λιζ ακολούθησε πειθήνια τις εντολές ναι» «Κάνε μια στροφή, αργά-αργά. Έτσι. Σκύψε τώρα μπροστά... Γύρνα απ' την άλλη να δω τα βυζιά σου. Καλή φαίνεσαι». Σαν να ήταν γελάδα στο παζάρι. Ύστερα την είχε βάλει να περιμένει σ' ένα διπλανό δωμάτιο αποθήκη, μέχρι να δει τη μια ακόμα υποψήφια που απέμενε, Λίγο μετά, φώναξε πάλι τη Λιζ στο γραφείο του κάτω απ' το αλαφιασμένο της βλέμμα κατέβασε το παντελόνι του, έγειρε στην πλάτη της πολυθρόνας κι είπε ξερά: «Έλα ξέρεις τι πρέπει να κάνεις».. Η Λιζ ήξερε και το έκανε κλείνοντας τα μάτια και πολεμώντας απελπισμένα να πνίξει τα δάκρυα και τα κύματα της αναγούλας που αναστάτωναν το στομάχι της. Όταν εκείνος τελείωσε, στέναξε με βαθιά ικανοποίηση και ρίχνοντας της μια χαϊδευτική ξυλιά στον πισινό, Είπε ευχαριστημένος: «Είχα ανάψει το κάτι άλλο μ' όλους αυτούς τους κώλους που είδα σήμερα. Μπράβο, είσαι σπουδαίο κορίτσι ήσουν η καλύτερη απ' όλες. Έλα τη Δεύτερα να πιάσεις δουλειά». Έτσι απλά την είχε προσλάβει κι έτσι απλά την απέλυε τώρα. Ξαφνικά τα είδε όλα κόκκινα. «Καλά που το έκανες μόνο μια φορά». του πέταξε κοντανασαίνοντας. «Αν είχες επιχειρήσει και δεύτερη. θα στο είχα δαγκώσει!» «Ναι. σιγά», είπε βαριεστημένα ο Ρόμπινς. «Θα το έκανες πάλι με την ίδια τέχνη, να ’σαι σίγουρη μωρό μου. Και μη μου παριστάνεις τώρα πως εκείνη ήταν η πρώτη πίπα που πήρες για να πιάσεις 31


μια δουλειά!» Ο θυμός της έσβησε όπως είχε ανάψει. Στη θέση που βρισκόταν, δεν είχε την πολυτέλεια να θυμώνει κιόλας. Έβαλε τις παλάμες της στο γραφείο του κι είπε απελπισμένα: «Θα βοηθούσε να... να στο ξανάκανα τώρα;» «Γλυκιά μου. ειλικρινά δεν περνάει τίποτε απ' το χέρι μου. Αυτά είναι εντολές του αφεντικού. Δεν είναι πως δε σε κάνω κέφι, καταλαβαίνεις μεταξύ μας. θεογκόμενα είσαι, και μου το έκανες κούκου απ' την αρχή. Οπότε θέλεις το κάνουμε κατ' ίδιαν, και με το αζημίωτο μάλιστα για σένα. Αλλά δε θέλω να σε κοροϊδέψω όσες πίπες και να μου κάνεις, στη δουλειά δεν πρόκειται να μείνεις πέρα απ' αυτόν το μήνα. Βλέπεις, είμαι ειλικρινής μαζί σου. Και μη σκας τόσο πολύ θα βρεις κάτι άλλο. Έξω στην αγορά υπάρχει μεγάλη ζήτηση για γκομενάκια με κώλο σαν τον δικό σου». Κι αυτό ήταν όλο. Βγαίνοντας απ' το γραφείο του. η Λιζ έπεσε έτσι παραζαλισμένη πάνω στη συνάδελφό της τη Ρόουζ. Θε μια μικρή κραυγή ξαφνιάσματος η άλλη κοπέλα τη συγκράτησε και τη βοήθησε να φτάσει μέχρι τη πιο κοντινό κάθισμα. «Λιζ, για τ' όνομα του Θεού... Τι τρέχει; Είσαι άρρωστη;» «Θεέ , με απέλυσε», τραύλισε η Λιζ. Τα δόντια της κροτάλιζαν απ' την ταραχή. «Τι θα κάνω τώρα: Θεέ μου, τι θα κάνω τώρα;» « Έλα Λιζ. ηρέμησε· δεν ήρθε δα και το τέλος του κόσμου. Θα βρεις άλλη δουλειά, θα δεις. Είσαι πεπειραμένη σερβιτόρα, και τόσο όμορφη, που θα βρεις αμέσως κάτι καλό. Κοίτα, ξέρω πως ζητάν μπαργούμαν για το μπαρ όπου συχνάζει ο φίλος μου...» «Δεν έχω ιδέα από μπαρ», είπε μ' ένα αναφιλητό η Λιζ. «Κι είμαι πια πολύ μεγάλη για τέτοιες δουλειές, Ρόουζ. Γιατί να πάρουν εμένα. όταν η πιάτσα είναι γεμάτη δεκαεξάχρονα που τα δίνουν όλα γιο εξευτελιστικά μεροκάματα; Εγώ μπροστά τους είμαι γριά!» Της φαινόταν σαν να είχε έρθει όντως το τέλος του κόσμου· και της πήρε πάνω από μισή ώρα μέχρι να συνέλθει κάπως και να ετοιμαστεί για τη δουλειά. Έτρεμε όμως ακόμα και κινιόταν σαν αυτόματο. χωρίς να καλοκαταλαβαίνει τι έκανε. Μόνο η μακριά της εξοικείωση με το χώρο και τη δουλειά τη βοηθούσε να τα βγάλει πέρα. Έτσι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα, μέχρι τη στιγμή που την πλεύρισε πάλι η Ρόουζ για να τη ρωτήσει αν αισθανόταν καλύτερα. «Θα δεις, όλα θα φτιάξουν. Λιζ. Θα κοιτάξω κι εγώ μήπως σου βρω τίποτα θα το πούμε και στις άλλες κοπέλες να 'χουν το νου τους. Έλα, 32


προσπάθησε να συνέλθεις λίγο. Είσαι χλομή σαν πεθαμένη όχι βέβαια πως αυτό χαλάει την ομορφιά σου», πρόσθεσε ανάλαφρα, στην προσπάθεια της να της δώσει κουράγιο. «Μπροστά σου δε φτουράει καμιά από μας. Τον είδες εκείνον τον τύπο στο τραπέζι εννιά. πώς σε τρώει με τα μάτια;» «Όχι», είπε αχνά η Λιζ. Δεν είχε δει τίποτα, κι ούτε την ενδιέφερε να δει το παραμικρό. «Δες τον τώρα που θα βγεις. Κάθεται μαζί με κάποιον άλλον, αλλά ο δικός σου ξεχωρίζει αμέσως. Ένας σκέτος κούκλος, στ' ορκίζομαι. Από εκείνους τους άντρες που σε ισοπεδώνουν και ματσωμένος μάλιστα. Σε τρώει με τα μάτια απ' τη στιγμή που κάθισαν στο τραπέζι τους. Ούτε το στριπ-τιζ κοιτάζει, ούτε τίποτα· δεν έφαγε καλά-καλά για να ξελιγώνεται για χάρη σου. Έλα Λιζ, για τ' όνομα του Θεού, χαμογέλασε λίγο! Δεν ήρθε δα και το τέλος του κόσμου. Θα βρεις κάτι πολύ καλύτερο, θα δεις!» Η Λιζ χαμογέλασε ξεψυχισμένα. «Να 'σαι καλά, Ρόουζ. Σ' ευχαριστώ για την υποστήριξη. Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρω». Έσφιξε τα δόντια και τράβηξε για να δώσει την παραγγελία της στο πάσο. Ήταν τόσο αναστατωμένη και τόσο χαμένη στους θλιβερούς της συλλογισμούς, που ούτε ένα τόσο δα καμπανάκι δεν είχε χτυπήσει μέσα της στα λόγια της Ρόουζ. Την κοίταζε ένας άντρας και σιγά, τι έγινε. Οι άντρες πήγαιναν στο "Κόκο" ειδικά για να κοιτάξουν. Συνέχισε να κάνει σαν αυτόματο τη δουλειά της, και μόνο πολύ αργότερα συνειδητοποίησε πως είχε πάλι εκείνη την παράξενη αίσθηση, σαν να βάραινε πάνω της ένα έντονο, επίμονο βλέμμα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, και όπως πάντα μισοσκότεινη. Η Λιζ σήκωσε το κεφάλι και στράφηκε αργά προς τα κει όπου βρισκόταν το τραπέζι εννιά, στην άλλη άκρη του κλαμπ, όπου σερβίριζε απόψε η Σάνον. Πάνω απ' τα κεφάλια των θαμώνων κι απ' τα τραπέζια με τα κεριά και τ' ακριβά σερβίτσια, τα μάτια της συναντήθηκαν μ' ένα ζευγάρι έντονα, σκοτεινά μάτια. Η καρδιά της σπαρτάρησε στο στήθος της, και της ήρθε πάλι κάτι σαν σκοτοδίνη. Στράφηκε απότομα απ' την άλλη, τρέμοντας τόσο πολύ, που φοβήθηκε ότι θα της έπεφτε ο δίσκος απ' τα χέρια. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να φύγει τρέχοντος απ' την αίθουσα· τελικά όμως τα κατάφερε να φτάσει σαν αυτόματο μέχρι το πάσο. Κι αφήνοντας το δίσκο της, έτρεξε να χωθεί σαν κυνηγημένη στην τουαλέτα. 33


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ο Μπροντ την περίμενε υπομονετικά να βγει απ' την πίσω πόρτα του κλαμπ στο δρομάκι, νωχελικά γερμένος πάνω στην αστραφτερή μαύρη Τζάγκουαρ, με τα χέρια στις τσέπες και το πρόσωπο σκοτεινό κι αγέλαστο. Έδινε μια τέλεια εικόνα αδιαφορίας και ψυχραιμίας, αλλά μέσα του έβραζε κι έβραζε έτσι απ' τη στιγμή που την είχε δει να περιφέρεται μ' εκείνη την εξοργιστικά χυδαία αμφίεση, μαζεύοντας πάνω της τα πρόστυχα, πεινασμένα βλέμματα των θαμώνων του "Κόκο". Όταν την είδε επιτέλους να βγαίνει, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού κι είπε ουδέτερα: «Μπες μέσα, Κατρίνα θα σε πάω εγώ στο σπίτι». Το πρόσωπό της, που όση ώρα την παρακολουθούσε μέσα στην αίθουσα ήταν άσπρο σαν πανί, φούντωσε στο λεπτό. Τα μάτια της στένεψαν κι η φωνή της ακούστηκε σφυριχτή όταν του πέταξε μισοπνιγμένη: «Δεν είμαι η Κατρίνα σου, που να σε πάρει! Τι θέλεις πάλι εδώ; Γιατί ήρθες απόψε; Πώς με ανακάλυψαν οι σπιούνοι σου; Τι διάβολο ζητάς από μένα;» «Αν περιμένεις απάντηση σ' όλες αυτές τις ερωτήσεις», τις αντιγύρισε συγκρατημένα, «καλύτερα να μπεις στο αμάξι. Θα μας πάρει ώρα μέχρι να σου εξηγήσω». «Δεν πρόκειται να μπω στο αμάξι σου», του πέταξε άγρια, κι έκανε να φύγει εκείνος όμως της έκλεισε με το σώμα του το δρόμο. «Θέλω μόνο να σε πάω σπίτι σου. Δε μου φαίνεσαι και πολύ καλά απόψε». «Να μη σ' ενδιαφέρει πώς φαίνομαι», του είπε επιθετικά. «Κάνε μου τώρα τη χάρη να μ' αφήσεις να περάσω, εντάξει; Απόψε ειδικά δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα και με τον κάθε τρελάρα που έχει παραισθήσεις. Αρκετά βάσανα έχω από μόνη μου, κύριε πώς-σε-λένε. Δε μου χρειάζονται κι άλλες ενοχλήσεις!» «Το όνομα είναι Χάμοντ», της είπε ξερά, παρόλο που ήξερε πως εκείνη αποκλειόταν να το έχει ξεχάσει. «Και το μόνο που θέλω είναι 34


να σε πάω στο σπίτι σου με ασφάλεια και άνεση. Είναι πολύ αργά, και δείχνεις χάλια. Σου δίνω το λόγο μου, απόψε δεν επιδιώκω τίποτε περισσότερο». Ένας βαθύς στεναγμός ξέφυγε απ' τα χείλια της. Τώρα που είχε βγάλει το έντονο κραγιόν που φορούσε στο κλαμπ, έδειχναν κάτασπρα στο σκληρό φως της λάμπας του δρόμου. «Το ήξερα πως δε θα γλίτωνα έτσι εύκολα από σένα», του είπε με ραγισμένη φωνή. «Είσαι θεόμουρλος, φίλε, το 'χεις πάρει χαμπάρι; Αν θέλεις κάτι συγκεκριμένο, πες το να τελειώνουμε. Αλλά για τ' όνομα του Θεού, πάψε να με σκοτίζεις μ' αυτές τις μαλακίες για την Κατρίνα!» «Όταν λες κάτι συγκεκριμένο», είπε στεγνά ο Μπροντ, «υποθέτω θα εννοείς ότι προσφέρεσαι για άλλου είδους εξυπηρετήσεις· τουλάχιστον αυτό θα φανταζόταν ο καθένας, σ' ένα τέτοιο μέρος και μια τέτοια ώρα». «Ω που να σε πάρει», του πέταξε εξοργισμένη, κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Κοίτα, μάγκα, σαν πολύ δεν τράβηξε το αστείο; Όχι, δεν προσφέρομαι για άλλου είδους εξυπηρετήσεις· και όχι, δε θα μπω στο πηδημένο το αμάξι σου. Κι αν συνεχίσεις να μ' ενοχλείς, θα μπήξω τις φωνές· πίστεψε με, θα μας ακούσουν μέχρι το Πικαντίλι!» Η απειλή της άφησε τον Μπροντ παγερά αδιάφορο. Αν εκείνη τολμούσε να την κάνει πράξη, δε θα του ήταν καθόλου δύσκολο να της κλείσει αποτελεσματικά το στόμα με το χέρι του, και μετά να τη σηκώσει σαν φτερό και να την πετάξει μέσα στο "πηδημένο του το αμάξι". Η εξάντληση όμως ήταν γραμμένη ολοκάθαρα στο κομμένο της πρόσωπο, στα τραβηγμένα της χαρακτηριστικά, στο βλέμμα της που θόλωνε από κάτι πολύ κοντά στην απόγνωση. Και παρόλο που η αντίδρασή της τον εξόργιζε τώρα όσο και την πρώτη φορά, δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σ' αυτά τα απελπισμένα μάτια. «Εντάξει», είπε τελικά, συγκροτώντας όπως-όπως τις παρορμήσεις του. «Τότε άφησέ με να σου βρω ένα ταξί». «Δε μου χρειάζεται ταξί», του πέταξε σκληρά. «Δε μου χρειάζεται τίποτε από σένα! Το μόνο που θέλω είναι να μη σε ξαναδώ μπροστά μου. Συνεννοηθήκαμε;» Τον προσπέρασε μ' έναν επιτυχημένο ελιγμό, και βάλθηκε ν' απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντος προς τον κεντρικό δρόμο. Γι' άλλη μια φορά ο Μπροντ προτίμησε να μην την ακολουθή35


σει. Το Σόχο βέβαια δεν ήταν η ιδανικότερη συνοικία για να κυκλοφορεί μόνη της μια γυναίκα μετά τη μια το πρωί· κι όλα του τα ένστικτα του έλεγαν να τρέξει πίσω της και να τη δει τουλάχιστον να μπαίνει σώα σ' ένα ταξί. Ήξερε όμως πως αν την έπαιρνε από πίσω, εκείνη θα πείσμωνε περισσότερο. Φαινόταν άλλωστε απόλυτα ικανή να τα βγάλει πέρα και χωρίς τη βοήθειά του όπως τα έβγαζε πέρα τόσα χρόνια τώρα» Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Αυτή η σκληρή ψημένη γυναίκα δεν είχε καμιά σχέση με την καλομαθημένη παραχαϊδεμένη Κατρίνα Μακλέινν που κρατούσε ακόμα στη μνήμη του εκείνος. «Σε νιώθω ανήσυχη», είπε η Μπρέντα την Κυριακή το βράδυ, συμβαίνει τίποτα; Αν έχεις κάποιο πρόβλημα, Λιζ, μη μ' αφήνεις απ' έξω». Η Λιζ γέλασε όσο πιο ανέμελα γινόταν. «Δεν έχω τίποτα. Εσύ έχεις υπερτροφική ανασφάλεια». «Κάτι σε απασχολεί, το νιώθω». «Ναι, πρώτη φορά είναι», την κορόιδεψε»; η Λιζ. «Δεν έχει περάσει μέρα που να μη νιώθεις ότι με απασχολεί κάτι», Δε θα της έλεγε τι την απασχολούσε, ακόμα κι αν εξαρτιόταν η ζωή της απ' αυτό ειδικά όχι τώρα, που η Μπρέντα έδειχνε για μια φορά ασυνήθιστα ανεβασμένη. Για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια την έβλεπε η Λιζ τόσο ήρεμη, και συνάμα τόσο ζωντανή. Εκείνη αντίθετα ένιωθε σαν πεθαμένη απ' την Παρασκευή το βράδυ. Δε σκόπευε βέβαια να το βάλει κάτω· απ' την Τρίτη κιόλας θ' άρχιζε να ψάχνει για δουλειά. Αλλά ξέροντας τι γινόταν στην πιάτσα, την έπιανε μαύρη απελπισία. Για μια γυναίκα χωρίς προσόντα και χωρίς προϋπηρεσία σε κανέναν σοβαρό κλάδο, οι μόνες δουλειές που άφηναν καλά λεφτά ήταν οι δουλειές της νύχτας· ένας τομέας δηλαδή που είχε πλημμυρίσει από φυντανάκια, πρόθυμα όπως είχε πει στη Ρόουζ να κάνουν τα πάντα για εξευτελιστικά μεροκάματα. Ποιος θα την έπαιρνε εκείνη, όταν μπορούσε να προσλάβει στη θέση της μια πολύ πρόθυμη δεκαεφτάχρονη; Ακόμα και για τις περισσότερες απ' αυτές τις δουλειές ήταν εντελώς ανειδίκευτη, κι όσο πιο ανειδίκευτος ήσουν στο χώρο της νύχτας, τόσο πιο βαθιά χωνόσουν στο βούρκο. Στριπ-τιζ, πιπσόουζ μασάζ, σεξ-σόουζ, πορνοταινίες... Αυτές ήταν οι τελικές διέξοδοι. Έξω απ' αυτόν το χώρο, δε θα είχε καμιά πιθανότητα. Ακόμα κα αν έβρισκε κάποια βραδινή δουλειά που θα μπορούσε να τη συνδυάσει με το ωράριό της στο κομμωτήριο, δεν έβλεπε πώς θα τα έ36


βγαζε πέρα με τα μεροκάματα πείνας του ανειδίκευτου. Θα υπήρχαν ίσως θέσεις για σερβιτόρες σε παμπ και εστιατόρια, αν και αυτό φαινόταν αμφίβολο με την ανεργία που μάστιζε ειδικά τους νέους· αλλά θα ήταν όπως πάντα, θέσεις με αστείες αποδοχές, και χωρίς καμιά εξασφάλιση. Άλλη πάντως περίπτωση με τόσα λεφτά όσα στο "Κόκο" δε θα ξανάβρισκε, ήταν σίγουρη γι' αυτό· εκτός βέβαια αν το αποφάσιζε να κάνει άλλες παραχωρήσεις. Για άλλη μια φορά στη ζωή της άρχιζε να ορθώνεται απειλητικό το φάσμα της πορνείας. Αυτή ήταν η τελευταία διέξοδος το πεζοδρόμιο, με όλα όσα συνεπαγόταν. Ο πάτος του βαρελιού Η έσχατη φρίκη. Πολύ φοβούταν πως τίποτε δε θα την έσωζε, πέρα από ένα θαύμα Να κερδίσει το Λότο, για παράδειγμα, ή να εμφανιστεί σαν από ' μηχανής θεός κάποιος παλαβός εκατομμυριούχος, που θα ήθελε να χαρίσει λεφτά του. Αλλά είχε ακόμα ένα μήνα μπροστά της για να το παλέψει, παρακαλώντας συγχρόνως να γίνει κάποιο τέτοιο θαύμα. Ως τότε, δεν υπήρχε λόγος να ζει κι η Μπρέντα μ' αυτή την αγωνία. Μες στη σκοτούρα και την απελπισία της, είχε αφήσει την επανεμφάνιση του Χάμοντ να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η σκέψη του όμως εισέβαλε και πάλι επιτακτικά στο νου της, την Τρίτη που γύρισε στο Λονδίνο Κατεβαίνοντας στο σταθμό της Λίβερπουλ Στριτ, η Λιζ έπιασε τον εαυτό της να κοιτάζει νευρικά τριγύρω, περιμένοντας να πιάσει κάποια ύποπτη κίνηση. Δεν της φαινόταν καθόλου απίθανο να την παρακολουθεί, ο ίδιος ή κάποιος σπιούνος του σαν αυτόν που είχε εμφανιστεί στης κυρίας Μπράουν γιατί τελικά, δικός του σπιούνος πρέπει να ήταν. Όλον αυτό τον καιρό προφανώς την παρακολουθούσαν, αλλιώς δεν έβλεπε πως θα τα είχε καταφέρει να την εντοπίσει ο Χάμοντ στο "Κοκο". Ο Θεός μόνο ήξερε πόσα είχε μάθει πια για τη ζωή της. Λοιπόν δε δίνω δεκάρα, σκέφτηκε τελικά σηκώνοντας περήφανο το κεφάλι. Ας κάνει ό,τι θέλει· ας με παρακολουθεί μέχρι τη Δεύτερα Παρουσία. Το χρόνο του μόνο θα χάνει και το χρήμα του. Γυρίζοντας στο σπίτι απ' το κομμωτήριο, έψαξε για τη Μάγκι μήπως και μάθαινε κάτι νεότερο. Η σπιτονοικοκυρά της όμως δε φαινόταν πουθενά, παρόλο που εκείνη την ώρα βρισκόταν συνήθως στο σπίτι, παρακολουθώντας μανιωδώς τα απογευματινά σίριαλ. Αφού χτύπησε και ξαναχτύπησε μάταια την πόρτα της, η Λιζ παράτησε την προσπάθεια κι ανέβηκε στο δωμάτιό της. 37


Το πρώτο αφύσικο πράγμα που αναλήφθηκε ήταν πως η πόρτα της. που εκείνη την κλείδωνε πάντα πριν φύγει, ήταν αυτή τη φορά ξεκλείδωτη. Όταν όμως την άνοιξε αλαφιασμένη, σίγουρη πως θα της είχαν διαρρήξει το δωμάτιο, έμεινε κοκαλωμένη στο άνοιγμα, κοιτάζοντας σαν χαζή μέσα. Αν κάτι ήταν στ' αλήθεια αφύσικο κι εξωπραγματικό, ήταν αυτό που έβλεπαν τώρα τα μάτια της: ο Μπροντ Χάμοντ, υπέρκομψος και ελκυστικός σαν το διάβολο, στρωμένος με όλη του την άνεση στη βουλιαγμένη της πολυθρόνα. Η Λιζ μπήκε μέσα σαν αυτόματο κι έκλεισε πάλι πίσω της την πόρτα. Και το μόνο που βρήκε να πει εκείνη τη στιγμή, ήταν ένα ανέκφραστο: «Πώς μπήκες εδώ μέσα;» «Μου άνοιξε η σπιτονοικοκυρά σου», της αποκρίθηκε με απάθεια. Τα μάτια του την κάρφωναν σαν κοφτερές λεπίδες. «Η κυρία Μπράουν; Δεν το πιστεύω. Δεν είναι δυνατόν! Η Μάγκι λείπει. Αν σου είχε ανοίξει, θα ήταν εδώ και θα περίμενε για να μου το πει τουλάχιστον!» υ «Δε λείπει· κάτω είναι, αλλά προφανώς σου κρύβεται. Ίσως βρίσκει λίγο δύσκολο να σου εξηγήσει». «Ίσως», είπε τρίζοντας τα δόντια η Λιζ. «Τότε κάνε μου τη χάρη να μου εξηγήσεις εσύ». Της ήταν αδύνατο να πιστέψει σε τέτοια προδοσία όχι. η Μάγκι δε θα το έκανε ποτέ αυτό, να βάλει έναν άγνωστο στο δωμάτιό της και μετά να εξαφανιστεί, όταν μάλιστα ήξερε πως κάτι ύποπτο συνέβαινε, κι ήταν προετοιμασμένη. «Κάθισε κάπου», είπε στεγνά ο Μπροντ, «και θα σου εξηγήσω τα πάντα». «Δε χρειάζεται να καθίσω», είπε σφιγμένα η Λιζ. «Αν έχεις κάτι να πεις, πες το κι εξαφανίσου. Έγκαιρα, πριν σε πετάξω έξω». Της αποκρίθηκε ξερά: «Δε νομίζω πως θα σου ήταν τόσο εύκολο να με πετάξεις έξω, κορίτσι μου». Είχε βέβαια δίκιο· όχι μια γυναίκα, αλλά και οι περισσότεροι άντρες θα δυσκολεύονταν απ' ό,τι έδειχνε να πετάξουν έξω τον Μπροντ Χάμοντ. Σίγουρα τους μυς που διαγράφονταν κάτω απ' το υπέρκομψο σακάκι του, δεν τους είχε για τη φιγούρα. «Ωστόσο», συνέχισε ψυχρά εκείνος, «δε θέλω να φτάσουμε στο σημείο να επιβάλω την παρουσία μου βασιζόμενος στη δύναμή του ισχυρότερου. Θα προτιμούσα οπωσδήποτε να μου δώσεις εσύ την ευκαιρία να σου εξηγήσω με την άνεσή μου». «Ωραία λοιπόν, σου τη δίνω», είπε ξερά η Λιζ. «Προχώρα». Δεν είχε κουνήσει από κει που στεκόταν, φορώντας ακόμα το μακρύ της παλτό και με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο. 38


«Η αλήθεια είναι», είπε με απάθεια ο Χάμοντ, «πως αυτές τις μέρες γνωρίστηκα λίγο καλύτερα με τη σπιτονοικοκυρά σου. Στην αρχή βέβαια με αντιμετώπισε με τεράστια καχυποψία όπως όμως όλες οι ανόητες γυναίκες, έχει κι αυτή δυο μεγάλες αδυναμίες το χρήμα και την κολακεία». Η Λιζ δεν είπε τίποτα. Η καρδιά της έκανε τούμπες στο στήθος της απ' τη στιγμή που είχε ανοίξει την πόρτα και τον είχε αντικρίσει. Το πρώτο σοκ τώρα περνούσε, αφήνοντας στη θέση του όχι μόνο οργή, αλλά κι ένα λίγωμα στο στομάχι, μιαν αλλόκοτη αδυναμία, μια πίκρα που έμοιαζε απύθμενη· κι ακόμα χειρότερα, την αίσθηση ότι ήταν ολότελα παγιδευμένη. «Πέρα απ' αυτό», συνέχισε ήρεμα ο Χάμοντ, «φαίνεται πως με συμπάθησε κιόλας. 'Όταν τη διαβεβαίωσα πως ήμουν συγγενής σου και ενδιαφερόμουν να φροντίσω για σένα, έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Της είπα πως ήθελα να συζητήσουμε κάπου ήσυχα οι δυο μας, και μου πρότεινε η ίδια να σε περιμένω στο δωμάτιό σου-·. «Ωραία», είπε η Λιζ με κόπο. «Και τώρα που μου εξήγησες με την άνεσή σου, μπορείς να φύγεις». Είχε την εντύπωση πως αν εκείνος έμενε μισό λεπτό ακόμα μέσα στο στενό ζωτικό της χοίρο, Θα την εγκατέλειπαν και τα τελευταία ίχνη του κουράγιου της. Ήταν άλλο πράγμα να συναντάει κάποιον σαν τον Μπροντ Χάμοντ στο δρόμο, κι εντελώς άλλο να τον έχει στο δωμάτιό της, με την κυριαρχική του παρουσία να επικαλύπτει αλύπητα τον τομέα της δικής της μίζερης ύπαρξης. Εκείνος χαμογέλασε ψυχρά, «ξέρεις κάτι, Κατρίνα; Δεν έκανα τόσο κόπο μόνο και μόνο για να μπω εδώ μέσα και να ξαναβγώ άπρακτος». Στα λόγια του, η Λιζ τα είδε πάλι όλα κόκκινα. «Αν με ξαναπείς Κατρίνα», του πέταξε μισοπνιγμένη, «θα σε σκοτώσω! Πώς διάβολο να στο πω δεν είμαι η Κατρίνα!» «Έχεις δίκιο», είπε ξερά ο Χάμοντ, εντελώς ανεπηρέαστος απ' την παιδιάστικη απειλή της. «Δεν είσαι η Κατρίνα το λάθος οφειλόταν σε κεκτημένη ταχύτητα. Τώρα θα καθίσεις να συζητήσουμε ήσυχα;» «Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτε οι δυο μας!» «Ω, ναι», είπε ήρεμα εκείνος. «Έχουμε να συζητήσουμε για δουλειές. Για μια δουλειά, συγκεκριμένα, που αν την αναλάβεις μπορεί να λύσει το οικονομικό σου πρόβλημα». «Και τι ξέρεις εσύ για το οικονομικό μου πρόβλημα;» τον ρώτησε σαρκαστικά. Είχε συνέχεια την πολύ έντονη εντύπωση πως 39


όσο βρισκόταν κι αυτός εκεί μέσα, το οξυγόνο λιγόστευε επικίνδυνα. Θα 'θελε να δώσει με οποιονδήποτε τρόπο τέλος σ' αυτή τη συνομιλία, αλλά το δόλωμα που της είχε πετάξει είχε πιάσει τόπο. Η λέξη "δουλειά" χόρευε προκλητικά στο μυαλό της. «Δε χρειάζεται να ξέρω κάτι συγκεκριμένο για να καταλήξω σε συμπεράσματα. Αν δεν είχες οικονομικό πρόβλημα δε θα έμενες εδώ που μένεις, και δε θα έτρεχες κάθε μέρα απ' τη μια δουλειά στην άλλη. Έχω άδικο;» «Βλέπω ξέρεις σχεδόν τα πάντα για μένα», είπε πικρά η Λιζ. «Ξέρω αρκετά φρόντισα να τα μάθω αυτές τις τελευταίες μέρες». Απρόσμενα της χαμογέλασε, κι η Λιζ σκέφτηκε αυτόματα πως αυτό το καταραμένο το χαμόγελό του θα μπορούσε όντως να ισοπεδώσει την κάθε γυναίκα, όπως είχε πει κι η καημένη η Ρόουζ. Από μια μεριά καταλάβαινε τη Μάγκι Μπράουν. Αυτός ο άντρας ήταν κακιά ταραχή ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, κι η άτεγκτη σπιτονοικοκυρά της θα είχε λιώσει σαν βούτυρο στο τηγάνι. Θα την έπαιρνε όμως ο διάβολος αν αφηνόταν να λιώσει κι εκείνη. «Φαντάζομαι», είπε σαρκαστικά, «όταν έχει κανείς φουσκωμένο το πορτοφόλι, μπορεί ν' αγοράσει τα πάντα από πληροφορίες, μέχρι την εύνοια της Μάγκι Μπράουν!» «Όπως το λες», συμφώνησε ατάραχος ο Μπροντ. «Δε φαντάστηκες βέβαια ότι θα άφηνα το θέμα να λήξει έτσι; Όχι, βλέπω το περίμενες... Ήξερες πως δε θα το έβαζα κάτω». «Δε χρειάζεται να είναι κανείς μάγος για να μαντέψει πως όταν κολλήσεις κάπου, δεν ξεκολλάς με τίποτα», είπε σαρκαστικά η Λιζ «Λοιπόν, πες ό,τι έχεις να πεις, να ξεμπερδεύουμε. Πριν αρχίσεις όμως, πάρτο οριστικά χαμπάρι: δεν είμαι η Κατρίνα σου, τελεία και παύλα. Είμαι η Λιζ Φένγουικ!» «Εντάξει», είπε ήρεμα ο άντρας. «Είσαι η Λιζ Φένγουικ, τελεία και παύλα». Τον κοίταξε με στενεμένα μάτια, απρόθυμη να δεχτεί ότι εκείνος είχε πεισθεί επιτέλους. «Το πιστεύεις στ' αλήθεια;» ρώτησε καχύποπτα. «Ή το λες έτσι, για να με καλοπιάσεις;» «Τώρα ναι, το πιστεύω στ' αλήθεια άσχετα αν καμιά φορά ξεχνιέμαι και παρασύρομαι απ' αυτή τη διαβολική ομοιότητα». Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει καχύποπτα. «Και γιατί το πιστεύεις τώρα;» «Επειδή στο μεταξύ έμαθα ποια είσαι», της αποκρίθηκε αβίαστα. «Σου είπα, φρόντισα να πάρω κάποιες πληροφορίες. Και δεν 40


υπάρχει κανένας λόγος να θυμώνεις», πρόσθεσε βλέποντας το μπουρινιασμένο της βλέμμα. «Αφού ασχολήθηκα μαζί σου, ήταν φυσικό να μάθω ορισμένα πράγματα». «Εσύ μπορεί να το βλέπεις φυσικό», του πέταξε αγριεμένη, «εμένα όμως δε μου αρέσει καθόλου να με παρακολουθούν και να μαθαίνουν για πάρτη μου πράγματα που δεν έχω ιδέα ποια είναι!» «Αν σ' ενοχλεί τόσο αυτό», είπε ατάραχος ο Χάμοντ, «να σου τα πω για να τα τσεκάρεις. Έμαθα λοιπόν πως λέγεσαι όντως Λιζ Φένγουικ, πως έχεις γεννηθεί στο Λονδίνο, πως ορφάνεψες σε σχετικά μικρή ηλικία. Τέλειωσες το γυμνάσιο αλλά δεν έκανες άλλες σπουδές. Δούλεψες για λίγο από δω κι από κει, ύστερα πήγες να ζήσεις με την αδερφή σου, που είχε μείνει χήρα μ' ένα μωρό. Η Μπρέντα έτσι δεν τη λένε; δούλευε σαν φυσιοθεραπεύτρια, έτσι εσύ ανέλαβες το σπίτι και τη φροντίδα του παιδιού. Αργότερα άρχισες να παρακολουθείς μαθήματα αισθητικής. Τα λέω σωστά μέχρι εδώ;» Η Λιζ κρατήθηκε με το ζόρι για να μην του γελάσει κατάμουτρα. Όσα της έλεγε ήταν αυτά που ήξερε, ή πίστευε ότι ήξερε η σπιτονοικοκυρά της. Εκείνη είχε ενημερώσει τον Χάμοντ για το παρελθόν της, επαναλαμβάνοντας τα ανώδυνα ψέματα που της έλεγε τόσα χρόνια η ίδια η Λιζ. Κι αναρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε ο αγέρωχος κύριος Χάμοντ αν ήξερε όλες εκείνες τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες που αγνοούσε η Μάγκι. Αν ήξερε για παράδειγμα πως η Μπρέντα δεν είχε χηρέψει ποτέ, επειδή απλούστατα δεν είχε παντρευτεί ποτέ της· ή πως το "φυσιοθεραπεύτρια" ήταν ευφημισμός για τον όρο "πόρνη πολυτελείας". Πως στο σπίτι τους, όσο η Λιζ φρόντιζε το νοικοκυριό και τον Τζέισον, η Μπρέντα δεχόταν εκλεκτούς πελάτες στην πολυτελή της κρεβατοκάμαρα. Κούνησε ωστόσο καταφατικά το κεφάλι. «Σωστά. Προχώρα παρακάτω». Όχι βέβαια πως δεν ήξερε τι θ' άκουγε· ήθελε μόνο να δει μήπως ο Χάμοντ ήξερε καμιά λεπτομέρεια που ίσως την είχε μάθει από αλλού, κι όχι απ' τη Μάγκι. «Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν συνέβη ένα φοβερό ατύχημα στην αδελφή σου». Την ώρα που οδηγούσε την Μπε Εμ Βε της, συμπλήρωσε νοερά η Λιζ. «Δυστυχώς, η κοπέλα σακατεύτηκε και παραμορφώθηκε άσχημα. Δεν μπορούσε πια να δουλέψει, και περιέργως. ήταν ανασφάλιστη». «Ήταν ελεύθερη επαγγελματίας», έσπευσε να το δικαιολογήσει η Λιζ. «Και πολύ νέα ακόμα' δεν είχε προβλέψει έγκαιρα για άλλου 41


είδους εξασφάλιση. Έβγαζε καλά λεφτά και μπορούσε να αποταμιεύει μεγάλα ποσά. Πίστευε πως θα συνέχιζε να δουλεύει έτσι για καιρό ακόμα' πως είχε χρόνο να σκεφτεί το μέλλον». «Απ' ό,τι φαίνεται, δεν είχε», παρατήρησε ουδέτερα ο Μπροντ. «Από κει και πέρα, σας πήρε η κάτω βόλτα. Ξοδέψατε ό,τι είχατε και δεν είχατε για τις διάφορες εξειδικευμένες θεραπείες που δεν κάλυπτε η ασφάλεια του αυτοκινήτου, κι όλο εκείνο το διάστημα εσύ ήσουν άνεργη. Όταν η αδερφή σου αποθεραπεύτηκε σχετικά, εγκαταστάθηκε σ' ένα σπιτάκι που είχατε στο Λιτλ Χάμπτον». Το ήξερε βέβαια κι αυτό, σκέφτηκε η Λιζ δεν ήξερε όμως πως το σπιτάκι ήταν κληροδότημα από κάποιον γέρο πελάτη της Μπρέντα, που της το είχε αφήσει πεθαίνοντας σαν αναγνώριση για τις "υπηρεσίες" της όσο ζούσε. Η Μπρέντα δεν είχε δώσει πολλή σημασία σ' αυτό το κληροδοσία. Το σπίτι ήταν μικρό, κακοσυντηρημένο και απομονωμένο. Αντί όμως να το πουλήσει, είχε προτιμήσει να πληρώσει τον σχετικά χαμηλό φόρο κληρονομιάς και να το κρατήσει, με την αόριστη σκέψη πως κάπου στο μέλλον θα μπορούσαν να το επισκευάσουν και να το χρησιμοποιούν τα Σαββατοκύριακα, κυρίως για χάρη του Τζέισον. Θετά το ατύχημα όμως, όταν πια δεν μπορούσε ούτε να διανοηθεί να μείνει στο Λονδίνο, κι όταν τα οικονομικά τους απέκλειαν οποιοδήποτε έξοδο μεγαλύτερο απ' το νοίκι που πλήρωνε η Λιζ στην κυρία Μπράουν, εκείνο το σπιτάκι αποδείχτηκε θείο δώρο. «Εσύ όμως είχες ήδη βρει δουλειά σ' ένα κομμωτήριο», συνέχισε ο Μπροντ, «κι έτσι έμεινες στο Λονδίνο. Έπιασες αυτό το δωμάτιο και βρήκες μια δεύτερη δουλειά, στο "Κόκο". Σ' όλ' αυτά τα χρόνια, εσύ συντηρείς και την αδερφή και τον ανιψιό σου. Περνάς τις Κυριακές και τις Δεύτερες μαζί τους, κι όλη την υπόλοιπη βδομάδα δουλεύεις ασταμάτητα. Ουσιαστικά δεν έχεις καθόλου πρόσωπά ζωή Δε βγαίνεις, δεν πας διακοπές και δεν έχεις φίλο. Αυτά είναι κι όλα όσα ξέρω για σένα' αν έκανα πουθενά λάθος, διόρθωσε με». «Όχι», είπε πνιχτά η Λιζ. «Δεν έκανες λάθος». «Απ' ότι φαίνεται, τα έβγαλες πέρα παλικαρίσια. Τι θα κάνεις όμως τώρα, που σε διώχνουν απ' το Κόκο";» Τα μάτια της ορθάνοιξαν. «Κι αυτό πού στο διάβολο το ξέρεις εσύ;» Σίγουρα δεν το είχε μάθει απ' τη Μάγκι· η Λιζ δεν της είχε λέξη σχετικά. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Μου το είπε η κοπέλα που με 42


σερβίριζε στο κλαμπ. Τη ρώτησα γιατί έδειχνες ξαφνικά άρρωστη" και μου είπε πως ήταν απ' το σοκ, επειδή σε ειδοποίησαν πως απολύεσαι στο τέλος του μήνα». Ηλίθια Σάνον, σκέφτηκε η Λιζ. Ανασήκωσε όμως κι εκείνη τους ώμους, κι είπε στεγνά: «Θα βρω κάτι άλλο στο μεταξύ». «Τότε μπορεί να σ' ενδιαφέρει η πρότασή μου». Έγειρε πίσω στην πλάτη της πολυθρόνας, κοιτάζοντάς την σταθερά στα μάτια. Που να τον πάρει ο διάβολος, είναι ελκυστικός σαν αμαρτία, σκέφτηκε η Λιζ. ανίκανη ν' αντέξει το βλέμμα του. Ο Μπροντ Χάμοντ θα μπορούσε να τρελάνει την κάθε γυναίκα Δεν το έπαιζε γόης, κάθε άλλο μάλιστα. Στην πραγματικότητα έδινε την πλαστή εντύπωση πως αγνοούσε, και αδιαφορούσε εντελώς για την επίδραση που ασκούσε στο άλλο φύλο. Έτσι κι αλλιώς όμως δε θα χρειαζόταν να κάνει επίδειξη γοητείας για να έχει σωρό τις κατακτήσεις· οι γυναίκες θα τον κυνηγούσαν πάντα, κι ακόμα περισσότερο επειδή έδειχνε τόσο ψυχρός και αμέτοχος. Κι εκείνος φυσικά το ήξερε αυτό, και το εκμεταλλευόταν ασύστολα. Είχε μπει αυθαίρετα στο δωμάτιό της, της είχε επιβάλει με το έτσι θέλω την παρουσία του, και τώρα την παρέσυρε ατάραχος προς τα κει όπου ήθελε ο ίδιος. Απέναντι του η Λιζ δεν είχε άλλο όπλο πέρα από μια παράλογη και ουσιαστικά ανώφελη επιθετικότητα· και σ' αυτήν κατέφυγε γι' άλλη μια φορά στην προσπάθειά της ν' αντιδράσει. «Αν η πρότασή σου αφορά το κρεβάτι μου», είπε σκληρά, «καλύτερα να μην την ακούσω καθόλου!» Το μετάνιωσε βέβαια αμέσως μόλις το είπε, αλλά ήταν αργά πια για να πάρει πίσω τα λόγια που πρόδιναν τις μύχιες της σκέψεις. Είδε τα χείλια του να σφίγγονται ανεπαίσθητα, τα μάτια του να στενεύουν. «Δεν αφορά το κρεβάτι σου», της είπε κοφτά. «Στο διευκρίνισα απ' την πρώτη στιγμή, νομίζω δεν έχω τέτοιες βλέψεις. Αν ήθελα να σε ψωνίσω, να 'σαι σίγουρη πως θα το είχαμε κάνει κιόλας προ πολλού οι δυο μας». «Αντρική μετριοφροσύνη», κάγχασε η Λιζ. «Πες κι άλλα τέτοια' είναι καλύτερο κι απ' το σινεμά». Τα μάτια του άστραψαν κάτω απ' τις πυκνές σκουρόχρωμες βλεφαρίδες. «Μη με προκαλείς, Λιζ Φένγουικ». Νιώθοντας πως την έπαιρνε οριστικά ο κατήφορος, αλλά ανίκανη να σταματήσει, του αντιγύρισε προκλητικά: «Γιατί, τι θα μου κάνεις: Θα με πάρεις στα στιβαρά σου μπράτσα και θα με λιώσεις μ' ένα φιλί: Γλυκέ μου, δεν πέφτω εγώ με τέτοια. Ο μόνος τρόπος για 43


να με ρίξεις εμένα, είναι να βάλεις πάνω στο τραπέζι τόσα λεφτά, που να τα δω και να μην μπορώ να πω όχι. Τόσα πολλά, που πραγματικά δεν αξίζει τον κόπο να τα δώσει κανείς για να πλαγιάσει με μια γυναίκα. Ούτε καν με την καλύτερη βιζιτού», κατέληξε σαρκαστικά. Της είπε στεγνά: «Μη μιλάς σαν πόρνη, Λιζ. Δε με πείθεις». Η Λιζ ένιωσε να φουντώνει ξαφνικά ολόκληρη. «Δε σε πείθω;» Σηκώθηκε απ' την άκρη του κρεβατιού όπου είχε καθίσει πριν λίγο, και τον αντιμετώπισε αγριεμένη. «Και πού ξέρεις εσύ τι είμαι εγώ; Πού ξέρεις τι έχω κάνει, τι σκέφτομαι, τι γουστάρω; Νομίζεις πως επειδή αποστήθισες όσα σου είπε η Μάγκι Μπράουν, μπορείς να καταλάβεις ή να κρίνεις, κύριε Χάμοντ; Που να πάρει ο διάβολος, πού ξέρεις εσύ αν εγώ είμαι πόρνη ή όχι;» «Είσαι;» τη ρώτησε κοφτά. «Ήμουνα», του πέταξε άγρια, στρέφοντάς του την πλάτη. «Και θα μπορούσα να ξαναγίνω σε κάθε στιγμή με την ίδια ευκολία! Αν συμβεί κι αυτό», πρόσθεσε καυστικά, «θα είσαι ο πρώτος που θα ειδοποιήσω. Θ' αλλάξει η ταρίφα, και θα σου έρθω πολύ πιο συμφερτική τότε!» Στη σιωπή που ακολούθησε τον άκουσε που την πλησίαζε νωχελικά από πίσω ένιωσε την εγγύτητά του, το βλέμμα του που βάραινε πάνω της, τη θέρμη του κορμιού του. Ανατρίχιασε σύγκορμη τη στιγμή που τα μακριά του δάχτυλα τυλίγονταν σε μια σκουροκόκκινη τούφα απ' τα μαλλιά της. «Κοίταξέ με», της είπε, χαμηλόφωνα αλλά επιτακτικά, κι εκείνη ίσα που τα κατάφερε να πει ένα πεισματικό «όχι». Της είχε έρθει εκείνη τη στιγμή μια ανεξήγητη αδυναμία. Τα γόνατά της κόπηκαν ίσα που μπόρεσε να κάνει ένα βήμα για ν' απομακρυνθεί από κοντά του. Τα μαλλιά της γλίστρησαν σαν βαρύ μετάξι απ' τα δάχτυλά του καθώς έγερνε κόντρα στον τοίχο, δαγκώνοντας άγρια τα χείλια της για να μην ξεσπάσει σε λυγμούς. Έκανε συγχρόνως κι εκείνος ένα βήμα προς το μέρος της, παγιδεύοντάς την αλύπητα ανάμεσα στο σώμα του και στον τοίχο. «Κοίταξέ με», ξανάπε με την ίδια ένταση, αναγκάζοντάς την αυτή τη φορά να στραφεί προς το μέρος του. Τα μουσκεμένα της μάτια συναντήθηκαν με τις χρυσαφιές φλόγες στο βλέμμα του και το επόμενο δευτερόλεπτο, χανόταν τρέμοντας στην αγκαλιά του. 44


Δε θα ξέρε να πει πώς είχε συμβεί αν είχε πέσει μόνη στα μπράτσα του, ή αν την είχε τραβήξει πρώτος εκείνος πάνω στο σκληρό, καυτό του σώμα. Το μόνο που κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ήταν πως βρισκόταν ξαφνικά κολλημένη πάνω του, με το άρωμα του κορμιού του στα ρουθούνια της και με τα μάτια του να βυθίζονται σαν υγρή φωτιά στα δικά της. Ύστερα το στόμα του βρήκε τα χείλια της, και βάλθηκε να τη φιλάει με πεινασμένο πάθος. Δεν ήταν φιλί αυτό ήταν σαν έκρηξη ανάγκης. Η Λιζ κρεμάστηκε από πάνω του ασθμαίνοντας, και ρούφηξε γλώσσα του με μια λαχτάρα που δε διέφερε και πολύ απ' τον Δεν είχε ιδέα για πόση ώρα φιλιόντουσαν σαν τρελαμένοι. λαχανιάζοντας κι αγκομαχώντας, βουλιάζοντας όλο και περισσότερο στη δίνη της επιθυμίας. Άκουγε την κοφτή του ανάσα κι ένιωθε τα χέρι του παντού πάνω της, καθώς το σώμα της έλιωνε όταν κερί κόντρα στους σκληρούς του μυώνες· και θα είχε χάσει τελείως τον έλεγχο αν σε μια στιγμή δε συνειδητοποιούσε πως ανάμεσα στα καυτά, λαίμαργα φιλιά τους, εκείνος της ψιθύριζε σπασμένα: «Κατρίνα, αχ. Κατρίνα...» Παλεύοντας ξαφνικά σαν αγριόγατα, τα κατάφερε να ξεφύγει απ' την αγκαλιά του. Ο Μπροντ έμεινε να την κοιτάζει σαστισμένος, με τα μαλλιά ανακατωμένα, το πρόσωπο ξαναμμένο, τα μάτια του που έλαμπαν σαν τοπάζια. Τόσο όμορφος στην παραφορά του πόθου του, που η θέα του τρύπησε σαν μαχαιριά την καρδιά της. Ήταν ο πιο επιθυμητός άντρας που είχε συναντήσει ποτέ της αλλά εκείνη ήταν η Λιζ Φένγουικ, όχι η Κατρίνα. Δεν μπορούσε ν' αφεθεί σε τέτοιες αυταπάτες. Το ήξερε αυτό απ' την πρώτη στιγμή. Του είπε σκληρά: «Δεν είμαι η Κατρίνα. Σε παρακαλώ, φύγε τώρα·. Την κοιτούσε με τα μάτια ακόμα θολά απ' τον πόθο, και μετο πρόσωπο χλομό και σφιγμένο. «Ναι», είπε τελικά. «Δεν είσαι η Κατρίνα. Είσαι η Λιζ Φένγουικ, πρώην και επίδοξη πόρνη, ή κάπως έτσι». Χαμογέλασε άχρωμα. «Τείνω συνέχεια να το ξεχνάω». «Θέλω να φύγεις», είπε ξεψυχισμένα η Λιζ. «Τώρα». «Όχι πριν συζητήσουμε για τις δουλειές μας». Ξανάβρισκε πάντως γοργά τον αυτοέλεγχό του μέσα σε δευτερόλεπτα είχε ξαναγίνει ο αγέρωχος, αλαζονικός, εξουσιαστικός Μπροντ Χάμοντ. «Ζητώ συγνώμη αν παραφέρθηκα προηγουμένως. Θα φροντίσω να μην ξανασυμβεί». 45


Τον ρώτησε πνιχτά: «Τι διάβολο θέλεις από μένα; Ένα αντίγραφο της Κατρίνας σου; Την ψευδαίσθηση ότι αγγίζεις εκείνη;» «Ίσως», της αποκρίθηκε αργόσυρτα. «Κι εσύ πόσα θα 'θελες για να συνεχίσεις να μου προσφέρεις αυτή την ψευδαίσθηση;» Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν χαστούκι. Του είπε κατάχλομη: «Αυτό ξέχασέ το· δεν υπάρχει τιμή για τέτοιο πράγμα στον κόσμο». „Κι όμως υπάρχει». Βολεύτηκε πάλι στην πολυθρόνα, απλώνοντας μπροστά τα μακριά του πόδια και στρώνοντας όπως όπως τα μαλλιά του. Δέκα, είκοσι χιλιάδες λίρες; Αν αρχίζαμε τα παζάρια, σίγουρα κόπου θα καταλήγαμε. τι λες κι εσύ:» Τον κοίταζε εμβρόντητη. «Τώρα... τώρα μιλάς σοβαρά;» Τα μάτια του καρφώνονταν αλύπητα πάνω της. «Ας υποθέσουμε ότι μιλάω σοβαρά, αν υποθέσουμε ότι κάνουμε το παζάρι. Θε πόσα θα ήσουν ικανοποιημένη;» «Δε.... δεν το πιστεύω», έκανε τρέμοντας η Λιζ. «Αν αυτό είναι χιούμορ » «Δεν είναι χιούμορ· είναι μια υπόθεση εργασίας. Αν σου πρότεινω να μείνεις μαζί μου παριστάνοντας την Κατρίνα, με πόσα θα δεχόσουν να συνεργαστείς. Λιζ Φένγουικ;» «Να μείνω μαζί σου:» τραύλισε η Λιζ. «Εννοείς βέβαια να... να γίνω ερωμένη σου> -Να κοιμάσαι μαζί μου. ναι· για ένα μήνα, ας πούμε. Πόσο εκτιμάς τις υπηρεσίες σου γι' αυτό το χρονικό διάστημα;» Τον κοίταζε άναυδη, ανίκανη ν' αποφασίσει αν αυτή η συζήτηση συνέβαινε στην πραγματικότητα, ή αν ήταν απλά μέρος μιας παραίσθησης. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι είχε μιλήσει η ίδια, όταν άνοιξε το στόμα κι είπε βραχνά: «Εξήντα χιλιάδες λίρες». Ύστερα έμεινε ν' ακούει την ηχώ των λόγων της. και ν' αναρωτιέται αν έπρεπε να τσιμπηθεί για να ξυπνήσει. Ο άντρας χαμογέλασε ψυχρά. «Όλα τα πράγματα έχουν την τιμή τους, όπως βλέπεις· ακόμα και τα πιο παρατραβηγμένα. Αλλά αυτό δεν ήταν παρά μια υποθετική περίπτωση. Βλέπεις, Λιζ, δε μου έχει τύχει ποτέ να πληρώσω μια γυναίκα για να κοιμηθεί μαζί μου, και δεν προτίθεμαι βέβαια ν' αρχίσω από τώρα». «Για τ' όνομα του Θεού», έκανε μισοπνιγμένη η Λιζ. «Είσαι τόσο... τόσο αναίσχυντος, τόσο τιποτένιος, που να μου παίζεις τέτοια παιχνίδια; Γιατί το έκανες αυτό: Για να με εξευτελίσεις εντελώς;» «Όχι», της αποκρίθηκε ήρεμα. «Μόνο για να δω μέχρι πού είσαι 46


διατεθειμένη να φτάσεις για το χρήμα. Όχι, Λιζ, δε θα σου δώσω εξήντα χιλιάδες λίρες για να γίνεις ερωμένη μου· θα σου δώσω όμως εξήντα χιλιάδες λίρες αν δεχτείς να έρθεις για λίγες μέρες στο Γιορκσάιρ, και να παραστήσεις την Κατρίνα Μακλέιν».

47


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Εκεί, η Λιζ τα χρειάστηκε. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν αφέθηκε να πέσει σαν ξεφουσκωμένη κούκλα στην άκρη του κρεβατιού κι είπε άτονα: «Αν αυτό δεν είναι αστείο, τότε είσαι στ' αλήθεια θεόμουρλος». Ύστερα είπε με κάτι σαν λυγμό: «Εξήντα χιλιάδες λίρες. Θα τι στο διάβολο θέλεις από μένα; Να κάνω βιομηχανική κατασκοπεία, ή να δολοφονήσω κανέναν ανταγωνιστή σου;» Της είπε ήρεμα: «Το μόνο που θέλω, είναι να έρθεις στο Γιορκσάιρ και να συναντήσεις τον Ντάγκλας Μακλέιν». «Α», έκανε ανόητα η Λιζ. «Και ποιος είναι ο Ντάγκλας Μακλέινν:» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Έχεις δίκιο, δε σου έχω μιλήσει γι' αυτόν είναι ο παππούς της Κατρίνας». «Α», ξανάπε η Λιζ. Ακόμα δεν μπορούσε να συνέλθει απ' το σοκ των όσων άκουγε. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, αλλά της ήταν αδύνατο να ελέγξει την τρεμούλα που την είχε καταλάβει. «Και θέλεις να μου δώσεις εξήντα χιλιάδες λίρες για να πάω να δω τον παππού της Κατρίνας; Είσαι με τα καλά σου;» «Ίσως θα έπρεπε ν' ακούσεις πρώτα την ιστορία», είπε αργόσυρτα ο Μπροντ. «Αν φυσικά σ' ενδιαφέρει το θέμα, και θεωρείς ότι υπάρχουν πιθανότητες να έρθουμε σε κάποια συνεννόηση». Το ψυχρό του βλέμμα αντιγύριζε ατάραχο το δικό της. Τίποτε πάνω του δε θύμιζε εκείνη τη στιγμή τον παθιασμένο άντρα που πριν λίγα μόλις λεπτά την είχε κρατήσει ασθμαίνοντας στην αγκαλιά του, κι είχε αποζητήσει με τόσο πάθος τα φιλιά της. Τώρα την κοιτούσε παγερά, απόλυτα κύριος του εαυτού του, κυριαρχώντας εμφανώς και στο παιχνίδι που παιζόταν ανάμεσά τους. Και ενώ η Λιζ ήξερε πως το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να έρθει σε κάποια συνεννόηση μαζί του, τα χείλια της ήταν ανίκανα να προφέρουν την άρνηση που θα σταματούσε εκεί το θέμα. Στο κάτω-κάτω, επρόκειτο για εξήντα χιλιάδες λίρες αν βέβαια εκείνος της έλεγε αλήθεια, και δεν της έπαιζε κάποιο κακόγουστο 48


παιχνίδι. Κι έτσι, αντί για οτιδήποτε άλλο, είπε αχνά: «Ξεκίνα- μ' έχει φάει η περιέργεια ν' ακούσω επιτέλους ποια ήταν και τι έκανε αυτή η περίφημη Κατρίνα. Θα καθόμουν να το ακούσω, ακόμα κι αν μου είχες τάξει μόνο εξήντα λίρες». Ο Μπροντ δεν είχε παρά να ξεκινήσει την ιστορία απ' την αρχή: η Κατρίνα Μακλέινν ήταν η εγγονή του "θείου" Ντάγκλας γιατί εκείνος τον αποκαλούσε "θείο" από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, παρόλο που οι Χάμοντ και οι Μακλέιν συνδέονταν μόνο με μακροχρόνια φιλία, κι όχι με καθεαυτό συγγενικούς δεσμούς. Οι Χάμοντ. επιχειρηματίες στον τομέα των μάλλινων υφασμάτων. ήταν φυσικό να ενδιαφερθούν κάποτε για το υφαντουργείο των Μακλέιν έτσι, εκτός από γείτονες και φίλοι, ο παππούς του Μπροντ κι ο πατέρας του Ντάγκλας είχαν γίνει και συνέταιροι. Μ' αυτή την επιτυχημένη ένωση κεφαλαίων και επιχειρηματικού δαιμόνιου, η παλιά. σταθερή επιχείρηση είχε μεταβληθεί σε μια απ' τις μεγαλύτερες και πιο πρωτοποριακές της Βρετανίας, κι είχε επεκταθεί δυναμικά σε πολλούς παρεμφερείς τομείς. 0 Ντάγκλας Μακλέιν δε θα είχε κανένα παράπονο απ' τη ζωή του. αν ο μοναχογιός κι η νύφη του δεν είχαν σκοτωθεί στην πτώση ενός ιδιωτικού αεροσκάφους, αφήνοντας ορφανό ένα κοριτσάκι μόλις τριών χρόνων. Αυτή η τραγωδία είχε σφραγίσει τη ζωή του Ντάγκλας και της Έλινορ Μακλέιν. Είχαν κρατήσει φυσικά τη μικρή Κατρίνα στο Φέντον Γκέιτ, το επιβλητικό αρχοντικό τους στο Γιορκσάιρ, και της είχαν αφοσιωθεί με κάτι σαν μονομανία. Τη λάτρευαν, κι έκαναν ό,τι περνούσε απ' το χέρι τους για να είναι ευτυχισμένη. Δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα πέθανε κι η Έλινορ, αφήνοντας όλη την ευθύνη της μικρής στον Ντάγκλας, που έπινε κυριολεκτικά νερό στ' όνομα της εγγονής του. Τίποτε δεν ήταν αρκετά καλό για την Κατρίνα την παραχάιδευε, της έκανε όλα τα χατίρια, και την πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού. Μεγαλώνοντας, η Κατρίνα είχε εξελιχθεί από αξιολάτρευτο κοριτσάκι σε πραγματική καλλονή. Ο Μπροντ δε θα ξεχνούσε ποτέ τι εντύπωση του είχε κάνει όταν την είχε δει, στα δεκάξι της, στο πάρτι ενός κοινού φίλου. Έτσι που είχαν βέβαια οι σχέσεις του με τους Μακλέιν, την ήξερε από μωρό και δεν είχε πάψει ποτέ να τη βλέπει, ακόμα και στις περιορισμένες διακοπές που έκανε στο πατρικό του, ανάμεσα σε δυο φοιτητικές περιόδους. Όσο θυμόταν τον εαυτό του, μπαινόβγαινε στο σπιτικό των Μακλέιν σαν να ήταν δικό του περνούσε 49


όμως την Κατρίνα οχτώ χρόνια, και την αντιμετώπιζε πάντα σαν ένα χαρτωμένο, αλλά ελαφρά αδιάφορο πιτσιρίκι. Τώρα το πιτσιρίκι έμοιαζε να έχει μεταβληθεί μέσα σε μια νύχτα σε ολοκληρωμένη γυναίκα κι ήταν χοντρικά το ωραιότερο κορίτσι που είχε δει ποτέ του. Ένα εκτυφλωτικό πλάσμα που άστραφτε απ' τη χαρά της ζωής, και μάζευε γύρω του τους άλλους όπως φως μαζεύει τις νυχτοπεταλούδες. Έκανε βέβαια θραύση στ' αγόρια της περιοχής· αλλά παρά πρόσχαρη και ζεστή διάθεσή της, δεν ξανοιγόταν περισσότερο με κανέναν. Φλερτάριζε με την ψυχή της, δεν έδινε όμως ιδιαίτερη σημασία σε κανέναν. Δεν ήταν άλλωστε παρά μόνο δεκάξι χρόνων, κι ο Ντάγκλας έλεγχε ακόμα με σιδερένια πυγμή τη ζωή της. Ο Μπροντ δεν είχε καμιά σχέση με τη συνηθισμένη τρελοπαρέα της, κι οι επαφές του μαζί της περιορίζονταν στα αυστηρά οικογενειακά πλαίσια. Εδώ κι ένα χρόνο άλλωστε είχε εγκατασταθεί στο Σέφιλντ, όπου διεύθυνε μια επιχείρηση ετοίμων ενδυμάτων του πατέρα του και πήγαινε στο πατρικό του μόνο για σποραδικές και σύντομες επισκέψεις, κυρίως κάποια Σαββατοκύριακα. Στις αρχές όμως του χειμώνα ο πατέρας του έπαθε μιαν ελαφριά καρδιακή προσβολή, κι οι γιατροί τού σύστησαν ανάπαυση, ηρεμία, και παρατεταμένες διακοπές. Οι Χάμοντ αποφάσισαν να περάσουν λίγους μήνες στο ήπιο κλίμα της Σικελίας, κι ο Μπροντ χρειάστηκε να πάρει εν μέρει τη θέση του πατέρα του και στο υφαντουργείο. Ο Ντάγκλας Μακλέινν ήταν πια μεγάλος άνθρωπος, και κουρασμένος· δεν μπορούσε ν' ανταπεξέλθει μόνος του στις απαιτήσεις μιας τόσο μεγάλης επιχείρησης, κι εξάλλου ήταν καιρός να μυηθεί κι ο νεότερος εταίρος στα μυστικά της διαχείρισής της. Έτσι ο Μπροντ αναγκάστηκε να πηγαίνει πολύ συχνότερα στο Ρέξχαμ, όπου ήταν το πατρικό του και θα 'ταν δύσκολο να μην ακούσει τις φήμες που άρχισαν να κυκλοφορούν λίγο αργότερα, πως η Κατρίνα δεν έδινε σημασία σε κανένα νεαρό της ηλικίας της, επειδή ήταν απλά ξετρελαμένη με τον Πολ Τρέιβερς, τον άντρα της ξαδέρφης της. Η Φράνσις Μακλέινν, μοναχοκόρη και πλούσια κληρονόμος του αδερφού του Ντάγκλας, είχε παντρευτεί παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειας και των φίλων της, έναν άντρα δεκαπέντε χρόνια νεότερο της. Δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική για την ακρίβεια, ήταν η πιο αντιπαθητική, στριφνή, ψηλομύτα και κακότροπη γυναίκα της περιοχής. Είχε περάσει τα σαράντα πεντε πριν καταφέρει να βρει σύζυγο, παρά τα λεφτά της. 50


Κι είχε τότε παντρευτεί στα τυφλά τον Πολ Τρέιβερς, έναν διαβολικά γοητευτικό και εντελώς άχρηστο, απ' όσο ήξεραν όλοι, άντρα. Ο Πολ δήλωνε ζωγράφος, αλλά οι κακές γλώσσες έλεγαν πως ζούσε μονίμως απομυζώντας τις πλούσιες φιΔενάδες του, μέχρι που είχε βρει κι είχε αρπάξει την ευκαιρία της ζωής του την ελάχιστα ελκυστική, αλλά πάμπλουτη Φράνσις Μακλέινν. Στα πλαίσια του γάμου τους η Φράνσις τον συντηρούσε πλουσιοπάροχο, τον καταδυνάστευε αλύπητα, και τον χρησιμοποιούσε σαν απόλυτο κτήμα της Ο ωραίος Πολ γνωρίζοντας πολύ καλά που βρισκόταν το συμφέρον του κι η εξασφάλισή του, την ανεχόταν αγόγγυστα πίσω από την πλάτη της όμως. έκανε κι αυτός ότι ήθελε. Οι κουτσομπόληδες έλεγαν πως δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη περίμεναν κι οι κακόβουλοι με αρρωστημένη ανυπομονησία να δουν τι θα γινόταν αν ποτέ η Φράνσις τον έπιανε να τσιλημπουρδίζει. Εκείνη την εποχή ο Τρέιβερς ήταν τριανταέξι χρόνων, κι η Κατρίνα δεκαεφτά. Ο παππούς της δεν είχε ποτέ ιδιαίτερα θερμές σχέσεις με την ανιψιά του. αλλά οι δυο οικογένειες διατηρούσαν τις τυπικές συγγενικές και γειτονικές τους επαφές. Θα ήταν παράδοξο να μην κεντρίσει κάποτε η πανέμορφη Κατρίνα τον ενδιαφέρον του υπερδραστήριου 'ξάδερφου της'. Για ένα διάστημα στο τέλος εκείνης της άνοιξης, η Φράνσις έλειπε μια φορά χρόνο επισκεπτόταν οπωσδήποτε ένα σοφιστικέ μέρος στην Ελβετία, οπού έχανε τα περιττά κιλά που μάζευε το χειμώνα κι έκανε επίσης όλων των ειδών τις αναζωογονητικές θεραπείες. Πίσω στο Γιόρκσαϊρ, ο Πολ είχε πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να τον απασχολήσουν με πρώτο και καλύτερο την επιχείρηση κατάκτησης της Κατρίνας. Όλοι είχαν προσέξει πως εκείνο τον καιρό όλοι είχαν προσέξει ότι βλέπονταν πολύ συχνότερα απ' όσο θα δικαιολογούσαν μέχρι τότε σχεδόν τυπικές σχέσεις τους. Έκαναν μαζί ιππασία συναντιόταν στο τένις στο γκολφ, και αρκετές φορές η Κατρίνα είχε θεαθεί αργά το βράδυ στο αυτοκίνητο του Τρέιβερς, ή σε μπαράκια της περιοχής παρέα με τον "ξάδερφό" της. Τα κουτσομπολιά έβραζαν αν και κάπως συγκρατημένα για την ώρα, συγκρατημένα επειδή ο γερο-Μακλέινν ήταν εξαιρετικά σεβαστός στην περιοχή ειδικά αφού ήταν ο κυριότερος εργοδότης σε ακτίνα κάμποσων χιλιομέτρων . Τα περισσότερα νοικοκυριά είχαν τουλάχιστον ένα μέλος τους που δούλευε στις επιχειρήσεις του. " Απ' την άλλη εξίσου αγαπητή ήταν κι η Κατρίνα. κι όλοι κάκιζαν τον Τρέιβερς για το ξελόγιασμα της. Ήταν φανερό πως αυτός ο 51


ακαμάτης παλιάνθρωπος εκμεταλλευόταν την αθωότητα και την απειρία του κοριτσιού για να πάρει αυτό που ήθελε, και μετά βέβαια να επιστέψει στην συζυγική παστάδα σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Γιατί βέβαια εκεί θα ξαναγύριζε ακόμα κι αν ο ίδιος το σκεφτόταν να χωρίσει τη Φράνσις και να πάρει την ακόμα πλουσιότερη Κατρίνα ο Ντάγκλας Μακλέινν θα του έκοβε τα πόδια. Γνωρίζοντας τον άτεγκο χαρακτήρα του γέρου, την αδυναμία του για την Κατρίνα την απόλυτη περιφρόνησή του για τον Τρέιβερς, ήξεραν όλοι ότι δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να του επιτρέψει να πάρει την εγγονή του ή έστω μια λίρα απ' την περιουσία του. Αυτό το ήξερε καλύτερα απ' όλους o ίδιος ο Πολ Τρέιβερς και σίγουρα δεν ήταν ο τύπος που θα διακινδύνευε να χάσει την καλοπέραση του δίπλα στη Φράνσις για τα πράσινα μάτια της ζωηρής και παθιάρας πιτσιρίκας. Κι η Κατρίνα όμως δεν ήταν ο τύπος που το έβαζε εύκολα κάτω. Ήταν θεληματική και μάλλον παράφορη κι είχε την τάση έτσι παραχαιδεμένη. Όπως ήταν απ’ τον παππού της να διεκδικεί πάντα αυτό που επιθυμούσε. Ο Πολ Τρέιβερς έπαιζε κυριολεκτικά με την φωτιά και θα γινόταν χαμός αν αυτή η ιστορία δεν έπαιρνε σύντομα τέλος, πριν επιστρέψει η Φράνσις κι αρχίσουν να σφίγγουν τα πράγματα. Ούτε σκιά όμως ψιθύρου δεν είχε φτάσει στα αφτιά του γέρο Μακλέιν και ούτε βέβαια μπορούσε να υποψιαστεί από μόνος του πως η άμεμπτη Κατρίνα του το καμάρι και η χαρά της ζωής του, που μέχρι τότε δεν είχε δεσμό ούτε με αγόρια της ηλικίας της είχε συνάψει σχέσεις με τον εντελώς απορριπτέο άντρα της ξαδέρφης της - έναν παντρεμένο που την περνούσε κοντά είκοσι χρόνια, που όλοι γνώριζαν το ποιόν του και που λειτουργούσε τόσο καιρό σαν ζιγκολό της μεσόκοπης συζύγου. Γ ι' αυτό κι όταν ξέσπασε το σκάνδαλο ήταν εντελώς απροετοίμαστος και ο ιδανικός κι ασφαλής κόσμος του ήρθε το πάνω κάτω . «Χρόνια είχε να συμβεί τέτοιο σκάνδαλο στην περιοχή» είπε ουδέτερα ο Μπροντ. Η Φράνσις είχε επιστρέψει στο Γιορκσάιρ κι οι δυο εραστές δεν είχαν πια πολλές ευκαιρίες να συναντιόνται ανενόχλητοι. Μια μέρα που η γυναίκα του έλειπε και δεν την περίμεναν μέχρι αργά το βράδυ, ο Πολ διακινδύνεψε να πάει στο σπίτι του την Κατρίνα. Η Φράνσις γύρισε απρόσμενα και τους έπιασε μαζί στο κρεβάτι ολόγυμνους. να κάνουν' αυτό που φαντάζεσαι. Κλασική περίπτωση». «Α». είπε μόνο η Λιζ. 52


«Έγινε φυσικά το έλα να δεις και μετά η Φράνσις πήγε καρφωτή στον γέρο-Μακλέιν και έκανε τη σκηνή της ζωής της. Ο Ντάγκλας κόντεψε να πάθει αποπληξία απ' το σοκ και την ταραχή. Ζήτησε προφανώς εξηγήσεις απ' την' εγγονή του· δεν ήμουν βέβαια παρών και δεν ξέρω τι διαμείφθηκε μεταξύ τους. αλλά μπορώ να το φανταστώ μέσες - άκρες . Ο Ντάγκλας ήταν πάντα απόλυτος από χαρακτήρα και τηρούσε απαρέγκλιτα τις αρχές του. Είχε ζήσει μιαν άμεμπτη ζωή. Κι έβαζε πάνω απ' όλα την αξιοπρέπεια και την τιμή του». «Νόμιζα πως πάνω απ' όλα έβαζε την εγγονή του», παρατήρησε καυστικά η Λιζ. «Λάτρευε την Κατρίνα χωρίς αμφιβολία εκείνη όμως όχι μόνο τον είχε απογοητεύσει οικτρά, αλλά είχε προκαλέσει κι ένα φοβερό σκάνδαλο μέσα στην οικογένεια, διασύροντας το όνομά του. Δεν ήταν κάτι που θα το κατάπινε εύκολα ο γέροΜακλέιν. Ήταν τότε εβδομήντα χρονών πολύ μεγάλος για να διαθέτει κατανόηση και επιείκεια για νεανικά σφάλματα. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ, αλλά η ουσία είναι πως η Κατρίνα έφυγε ,από το σπίτι με τη θέλησή της ή όχι, και σίγουρα δεν έφυγε μαζί με τον Πολ Η Φράνσις μάζεψε την επομένη κιόλας τον άντρα της, και ταξίδι αναψυχής. Όταν επέστρεψαν, εκείνος δεν τολμούσε να την κερατώσει, αλλά ούτε να κοιτάξει άλλο θηλυκό. Λίγο αργότερα αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Ισπανία, κι έκτοτε έρχονται σπάνια στο Γιορκσάιρ, για καμιά σύντομη επίσκεψη· είμαι απόλυτα σίγουρος πως ο Πολ κι η Κατρίνα δεν ξανασυναντήθηκαν στο μεταξύ". «Κι εκείνη δεν ξαναγύρισε ποτέ στο Φέντον Γκέιτ». Ο Μπροντ πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Όχι, δεν ξαναγύρισε ποτέ δεν έστειλε καν ένα μήνυμα. Κανείς δεν την ξανάδε, ούτε κανείς άκουσε γι' αυτήν. Αν ο Ντάγκλας είχε κάνει έγκαιρα κάποιες ενέργειες να την εντοπίσει, ίσως την είχε ξαναβρεί αλλά δεν ασχολήθηκε παρά μόνο όταν ήταν πια πολύ αργά για να ξαναβρεθούν τα ίχνη «Αν κατάλαβα καλά», είπε στεγνά η Λιζ, «μου λες πως ο παππούς της δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την ξαναβρεί; Δεν ανέφερε την εξαφάνιση της δεν κινητοποίησε κανέναν;» «Όχι. Δεν έκανε απολύτως τίποτα». Η Λιζ γέλασε ξερά. «Φαντάζομαι τι θα έκανε αν δεν τη λάτρευε κιόλας». είπε σαρκαστικά. «Θα δεν ήταν παρά ένα κορίτσι δεκαεφτά χρόνων! Έφυγε απ' το σπίτι της σε τέτοιες συνθήκες, πιθανότατα σε κατάσταση σοκ. και τώρα έρχεσαι και μου λες πως κανείς 53


δεν ασχολήθηκε έστω να ειδοποιήσει την αστυνομία για την εξαφάνισή της; Σπουδαίος παππούς μα την αλήθεια ήταν ο πολύτιμος Μακλέιν σου!» «Ήταν μεγάλο σφάλμα από μέρους του, συμφωνώ», είπε συγκροτημένα ο Μπροντ. «Απ' την άλλη όμως δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ, ούτε ποια ήταν η στάση της ίδιας της Κατρίνας. Μπορεί να έφυγε οικειοθελώς, να απαίτησε κιόλας να μην επιχειρήσουν να έρθουν πια σε επαφή μαζί της. Δεν ήταν δα και καμία οσιομάρτυρας. ξέρεις· ήταν απόλυτα αξιολάτρευτη, αλλά μπορούσε να γίνει σκληρή σαν ατσάλι όταν δεν περνούσε το δικό της. Ήταν φοβερά αποφασιστική, και εξίσου πεισματάρα με τον παππού της». «Και πάλι, αυτός δε θα ήταν λόγος για να μην ψάξει εκείνος να τη βρει», είπε αγριεμένη η Λιζ. «Τα δικά σου μάτια ίσως δεν έχουν δει όσα τα δικά μου, αλλά φαντάζομαι ακόμα κι εσείς της άρχουσας τάξης έχετε κάποια αμυδρή ιδέα για το που μπορεί να καταλήξει ένα κορίτσι δεκαεφτά χρόνων, όταν το ’χει σκάσει απ' το σπίτι και δεν έχει πού να καταφύγει! Να σε πληροφορήσω πως οι περισσότερες ανήλικες πόρνες ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, και δουλεύουν όλες για τα οργανωμένα δίκτυα πορνείας, πηγμένες μάλιστα στα ναρκωτικά;» «Ευχαριστώ», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Τα ξέρω όλ' αυτά, δε ζω στον Άρη· κι ούτε υπάρχει λόγος να επιτίθεσαι σ' εμένα. Και εγώ και οι γονείς μου λείπαμε εκείνη την εποχή απ' το Γιορκσάιρ· δεν είχαμε την παραμικρή ανάμιξη σ' αυτή την ιστορία». «Δεν επιτίθεμαι σ' εσένα», είπε ξερά τι Λιζ. «Δεν επιτίθεμαι σε κανέναν, έτσι κι αλλιώς. Εγώ προσωπικά δε δίνω δεκάρα τι έκανε ένας εμπαθής και άσπλαχνος γέρος πριν έντεκα χρόνια!» «Σπεύδεις όμως να τον καταδικάσεις», είπε εξίσου ξερά κι ο Μπροντ. «Δεν έχεις ιδέα πώς είχαν τα πράγματα, ούτε πόσο είχε καταρρακωθεί ο Ντάγκλας απ' αυτή την ιστορία. Περισσότερο συντριμμένος ήταν, παρά θυμωμένος. Κι απ' όσο μου εκμυστηρεύθηκε εκ των υστέρων, στην αρχή αρνιόταν να πιστέψει πως η Κατρίνα είχε φύγει για τα καλά. Στο βάθος ήταν σίγουρος πως θα είχε πάει να μείνει σε καμιάς φίλης της, ή έστω σε κανένα κοντινό ξενοδοχείο, και πως σύντομα θα επέστρεφε για να τα ξαναφτιάξουν. Βλέπεις δεν είχε καθόλου δικά της λεφτά, πέρα απ' το χαρτζιλίκι που της έδινε ο παππούς της για να ψωνίζει ρούχα και να κινείται. Πολλά λεφτά για χαρτζιλίκι, βέβαια, αλλά όχι αρκετά για να κάνει 54


οτιδήποτε άλλο. Γι' αυτό ήταν τόσο σίγουρος ο Ντάγκλας ότι θα ξαναγύριζε. Όσο περνούσε όμως ο καιρός κι η Κατρίνα δεν εμφανιζόταν, τόσο πιο πολύ πεισμάτωνε κι εκείνος. Αρνιόταν να συζητήσει γι' αυτήν· απαγόρευσε ν' αναφέρουν ακόμα και τ' όνομά της μες στο σπίτι. Έδινε την εντύπωση πως την είχε διαγράψει οριστικά, στο βάθος όμως τον έτρωγε ο καημός». Η Λιζ γέλασε στεγνά. «Ο καημός ή οι τύψεις;» ρώτησε καυστικά. «Γιατί απ' όσο κατάλαβα εγώ, το πιθανότερο είναι πως το κορίτσι δεν έφυγε μόνο του απ' το σπίτι. Μάλλον την πέταξε ο παλιόγερος με τις κλοτσιές στο δρόμο». «Μπορεί να έγινε κι έτσι», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Ο Ντάγκλας δε μου μίλησε ποτέ για κείνο το βράδυ, και δυστυχώς δεν είμαι σε θέση να απορρίψω την άποψή σου. Όπως και να 'χει όμως, το μετάνιωσε πικρά. Αυτή η ιστορία τον τσάκισε κυριολεκτικά άρχισε να κλείνεται στον εαυτό του, να βγαίνει όλο και σπανιότερα, να βλέπει όλο και λιγότερους ανθρώπους. Έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Έπαψε ν' ασχολείται ακόμα και με την επιχείρησή του, και περνούσε τις μέρες του σ' ένα δωμάτιο, μπροστά στην τηλεόραση. Ύστερα, μια μέρα που πήγα να τον δω, τον βρήκα στο καθιστικό με δεκάδες φωτογραφίες της Κατρίνας απλωμένες ένα γύρω. Εκείνος καθόταν μες στη μέση και τις κοιτούσε». Σταμάτησε. περιμένοντας φανερά κάποιαν αντίδρασή της· η Λιζ όμως δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Φαινόταν τόσο γερασμένος και τόσο απελπισμένος», συνέχισε ο Μπροντ. «Η εγγονή του ήταν ό,τι είχε και δεν είχε σ' αυτόν τον κόσμο. κι εκείνος είχε μόλις συνειδητοποιήσει πως την είχε χάσει οριστικά. Τότε ήταν που άρχισε τις προσπάθειες να την ξαναβρεί· μέχρι και αγγελίες στα προσωπικά των "Τάιμς" έβαζε κάθε βδομάδα. Δε βγήκε όμως τίποτα, κι ο Ντάγκλας κατέρρεε όλο και περισσότερο. Έπαθε κατάθλιψη, αρνιόταν και να φάει ακόμα. Από κει που δε μιλούσε ποτέ για την Κατρίνα, τώρα δε σταματούσε να μιλάει για κείνη. Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε περιορίσει για λόγους υγείας τις δραστηριότητες του, κι εγώ ανέλαβα εξ' ολοκλήρου τη διεύθυνση του υφαντουργείου. Αυτό μας έφερε ακόμα πιο κοντά, εμένα και τον Ντάγκλας. Σιγά-σιγά έγινα κάτι σαν υποκατάστατο γιου γι' αυτόν, και μαζί ο εξομολογητής του. Ξέρω ότι δεν έπαψε ποτέ να τον τρώει το σαράκι για την Κατρίνα. Ακόμα κι όταν ξεπέρασε εκείνη τη φάση της κατάθλιψης και το πήρε πια οριστικά απόφαση πως δε θα την ξανάβλεπε ποτέ, δεν έπαψε λεπτό να θρηνεί για την απώλειά της». 55


Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή και βλέποντας πως εκείνη δεν είχε σκοπό να κάνει κανένα σχόλιο, ο Μπροντ ρώτησε μαλακά: «Δεν έχεις τίποτε να πεις;» «Είσαι τρελός», είπε η Λιζ. «Είσαι στ' αλήθεια τρελός αν νομίζεις πως θα έρθω μαζί σου στο Γιορκσάιρ, να παριστάνω τη μετανοούσα Κατρίνα στον παππού της. Και απορώ πώς φαντάστηκες ότι θα δεχόμουν να πάω να βάλω οικειοθελώς το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου!» «Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα έκανες κάτι οικειοθελώς», της αντιγύρισε στεγνά. «Αν το φανταζόμουν, δε θα σου πρόσφερα εξήντα χιλιάδες λίρες για να το κάνεις». Το πρόσωπό της συσπάστηκε. Ακόμα και η απλή αναφορά σε τόσα πολλά χρήματα, έκανε την καρδιά της να πεταρίζει στο στήθος της. «Σκέψου πόσο θ' αλλάξει η ζωή σου μ' ολ' αυτά τα λεφτά», συνέχισε αλύπητα ο Μπροντ. «Σκέψου μόνο τις νύχτες που θα πηγαίνεις για ύπνο, χωρίς το άγχος της ημέρας που ξημερώνει. Άλλος στη θέση σου θα έκανε τα πάντα για τόσα χρήματα». «Κι εγώ θα έκανα τα πάντα για τόσα χρήματα», του πέταξε επιθετικά. «Αλλά αυτό που έχεις κατά νου είναι εντελώς ανεφάρμοστο, δεν το καταλαβαίνεις:» «Πες μου το γιατί, και θα το συζητήσουμε». «Μα τώρα, σοβαρά, θέλεις να πάω στον Ντάγκλας Μακλέιν και να παραστήσω ότι είμαι η εγγονή του;» «θέλω να πας στον Ντάγκλας Μακλέιν, να συμφιλιωθείς μαζί του, και να τον πείσεις πως είσαι καλά κι ευτυχισμένη». «Αυτό είναι η πιο παρανοϊκή ιδέα που άκουσα ποτέ μου'». Την είχε πιάσει πάλι η ίδια ακατάσχετη τρεμούλα ένιωθε τα σαγόνια της τόσο σφιγμένα, που με δυσκολία άρθρωνε τις λέξεις. «Μα είναι δυνατόν να πιστεύεις πως μπορώ να ξεγελάσω τον ίδιο τον Μακλέιν «Γιατί όχι; Αφού ξεγέλασες εμένα, θα μπορούσες να ξεγελάσεις τον οποιονδήποτε». «Όχι και τον παππού της, για τ' όνομα του Θεού!» «Ειδικά τον παππού της». «Θ' αστειεύεσαι βέβαια», του αντιγύρισε απελπισμένη. «Δεν αστειεύομαι καθόλου. Πίστεψέ με, η ομοιότητά σου με την Κατρίνα είναι όντως εκπληκτική. Δε θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ ιδανικότερη σωσία της». «Πώς μπορείς να είσαι τόσο βέβαιος;» Η φωνή της έβγαινε σχε56


δόν στριγκή απ' την αγωνία. «Στο κάτω-κάτω, έχεις να τη δεις έντεκα χρόνια! Ποιος σου εγγυάται πως δε σε γελάει η μνήμη σου;» Της είπε αργά: «Όσα χρόνια και να περνούσαν, δε θα μπορούσα να ξεχάσω πώς ήταν η Κατρίνα δεν ήταν απ' τους τύπους που ξεχνιούνται τόσο εύκολα. Κι αυτά τα έντεκα χρόνια που ανέφερες, αποτελούν σίγουρα πλεονέκτημα. Αν υπάρχουν κάποιες διαφορές κάποια πράγματα που δεν κολλάνε αμέσως, θα μπορούσε εύκολα κανείς να τ' αποδώσει στο διάστημα που μεσολάβησε. Σ' αυτά τα χρόνια η Κατρίνα από κορίτσι έγινε γυναίκα είναι εύλογο να έχει αλλάξει σε πολλά. Κανείς δε θα περίμενε να ξαναβρεί το πανομοιότυπο εκείνου του δεκαεφτάχρονου κοριτσιού, ξέρεις». «Ακόμα κι έτσι, ο παππούς της θ' αντιληφθεί την απάτη απ' την πρώτη στιγμή. Μόλις ανταλλάξουμε δυο-τρεις κουβέντες, κι ακούσει τη φωνή μου!» «Θα με υποχρεώσεις», της αντιγύρισε βαριεστημένα, «αν πάψεις να με θεωρείς ολότελα ηλίθιο. Φαντάστηκες θα συλλάμβανα ένα τέτοιο σχέδιο, και θα πλήρωνα από πάνω εξήντα χιλιάδες λίρες για να το βάλω σε εφαρμογή, αν δεν ήμουν λογικά σίγουρος για την επιτυχία του; Όσον αφορά τη φωνή, μπορώ να σου πω με απόλυτη πεποίθηση πως κάπως έτσι θα περίμενα να είναι κι η φωνή της Κατρίνας στα εικοσιοχτώ της. Αν δεν έμοιαζε τόσο ο τόνος της φωνής, θα είχα αντιληφθεί απ' την πρώτη στιγμή το λάθος μου. Είναι άλλωστε κι όλα τ' άλλα η κοψιά, το σουλούπι, ο τρόπος που μιλάς κι ο τρόπος που κινείσαι. Κι αν υπάρχουν κάποιες διαφορές, ο Ντάγκλας ειδικά δεν πρόκειται να τις αντιληφθεί. Έχει καταπέσει πολύ τώρα τελευταία. Είναι πια ογδονταενός χρόνων δε βλέπει καλά, η μνήμη του έχει εξασθενίσει, οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Μένει σχεδόν όλη μέρα στο κρεβάτι, κι έχουμε μια νοσοκόμα να τον φροντίζει γιατί είναι σχεδόν ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί. Και οπωσδήποτε δεν έχει πια πνευματική διαύγεια. Χοντρικά, καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του κι έχει κάποια επαφή με το περιβάλλον εκεί όμως που μιλάει κι αλλάζει συνέχεια κουβέντα και λέει άλλ' αντ' άλλων ή ξεχνάει τι του έλεγαν το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο. «Μου λες όμως ότι έχει επαφή με το περιβάλλον» έκανε απελπισμένη η Λιζ «Αλλιώς δεν θα υπήρχε προφανώς λόγος να του παρουσιάσεις την Κατρίνα. Θα ξέρει σίγουρα ποιαν περιμένει να δει. Θα θέλει να μιλήσει με την εγγονή του, κι εγώ τι διάβολο περιμένεις να πω σ' ένα άγνωστο άνθρωπο;» «Δεν θα σ' αφήσω να πας εκεί απροετοίμαστη. Θα σου πω όλα όσα χρειάζεται να ξέρεις, Θα στήσουμε μαζί την ιστορία που θα του 57


πεις και θα προβάρουμε όλες τις πιθανές ερωτήσεις κι απαντήσεις. Δεν πρόκειται άλλωστε να έχετε εκτεταμένες συζητήσεις οι δυο σας. Δεν γίνεται να μιλήσει κανείς με τον κανείς με τον Ντάγκλας για πάνω από δυο τρία λεπτά το πολύ ενδιάμεσα τον παίρνει ο ύπνος και κοιμάται εκεί που βρίσκεται». «Αρκούν ένα - δυο λεπτά για να κάνω κάποιο χοντρό λάθος. Κι αν ρωτήσει κάτι που εσύ δε θα το ξέρεις;» «Μη φέρνεις συνεχεία τον κατακλυσμό», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Είσαι πανέξυπνη γυναίκα· δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πώς να τα βγάλεις πέρα μ' έναν γέροντα στην κατάσταση του Ντάγκλας. Είσαι απόλυτα ικανή να απαντήσεις με αοριστολογίες να στρέψεις αλλού την κουβέντα, ή να τον ψαρέψεις στην κάθε έντεχνα στο κάτω-κάτω θα είμαι κι εγώ εκεί, και θα 'χω το νου μου «Κι οι άλλοι άνθρωποι που θα είναι στο σπίτι;» «Απ' το προσωπικό, κάνεις δεν έχει γνωρίσει την Κατρίνα· μόνο ο γέρο κηπουρός. και πίστεψε με. η εξωτερική σου εμφάνιση θ' αρκέσει για να τον πείσει. Δε θα έχεις άλλωστε κανένα λόγο ν' αναπτύξεις στενότερες σχέσεις μαζί του». «Αν έρθει κανένας επισκέπτης: Κανένας συγγενής, κανένας φίλος που θα γνώριζε από παλιά την Κατρίνα;» " Δεν πρόκειται να κοινοποιήσουμε την άφιξή σου, ούτε να προσκαλέσουμε κανέναν. Άλλωστε ο Ντάγκλας ζει τα τελευταία χρόνια εντελώς απομονωμένος απ' τον κόσμο. Κανείς δε θα ερχόταν να τον ποτέ ακάλεστος, εκτός ίσως απ' τους γονείς μου, αλλά κι αυτοί λείπουν στο εξωτερικό. Εδώ και χρόνια περνούν τους χειμώνες σε ήπια κλίματα». «Τα κάνεις όλα ν' ακούγονται τόσο εύκολα», είπε εξουθενωμένη η Λιζ. Όλη αυτή την ώρα, μπροστά στα μάτια της χόρευε το ακατανίκητο όραμα ενός τραπεζικού λογαριασμού που θα περιείχε εξήντα χιλιάδες λαχταριστές λίρες. Στην απελπιστική κατάσταση που βρισκόταν. ακόμα και τα μισά θα της φαίνονταν πακτωλός. Και δεν είχε παρά να πει ναι στον Μπροντ Χάμοντ για να λύσει όλα της τα προβλήματα μόνο που αυτό το ναι δεν έβγαινε με τίποτα. -Θα είναι εύκολα», είπε ήρεμα ο Μπροντ. -Το μόνο που κάνεις είναι να έρθεις να σε δει ο Ντάγκλας, και να του πεις ένα παραμύθι που θα τον καθησυχάσει». «Και δίνεις εξήντα χιλιάδες λίρες γι' αυτό;» ρώτησε αποκαμωμένη η Λιζ. «Μια ολόκληρη περιουσία μόνο και μόνο για να καθησυχάσεις έναν γέρο άνθρωπο ; »w ' 58


«Δεν είναι ένας οποιοσδήποτε γέρος άνθρωπος», της αποκρίθηκε ξερά. -Είναι κάτι σαν δεύτερος πατέρας για μένα. 'Έντεκα χρόνια τώρα τον βλέπω να μαραζώνει για την Κατρίνα. Δε θέλω να τελειώσει τις μέρες του μ' αυτό τον καημό και μέχρι τώρα δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για ν' αλλάξω την κατάσταση. Τώρα όμως μπορώ και δεν προτίθεμαι ν' αφήσω την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη». «Και δε σ' ενοχλεί που το σχέδιό σου αποβλέπει στην εξαπάτηση ενός γέρου ανθρώπου; Δε σκέφτεσαι τι θα γίνει αν ανακαλύψει την, απάτη;» «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ο Ντάγκλας θα περιμένει να δει, την Κατρίνα, και θα δει την Κατρίνα. Εξάλλου θ' αρκούσε να του πω εγώ ότι είσαι η Κατρίνα, για να το πιστέψει πέρα από κάθε αμφιβολία. Στην κατάσταση που είναι, με εμπιστεύεται τυφλά». Η Λιζ κατέβασε τα μάτια κι έμεινε να κοιτάζει το τριμμένο πάπλωμα στο κρεβάτι. Ένιωθε το βλέμμα του να βαραίνει ασήκωτο πάνω της ένιωθε τα μάγουλά της να φλογίζονται και να παγώνουν αμέσως μετά ένιωθε ένα κενό στο στομάχι, κι είχε συνέχεια την αίσθηση πως ο αέρας λιγόστευε στο δωμάτιο. Σαν να μην έφταναν όλα τ' άλλα, ήταν και θεονήστικια με καφέδες την είχε βγάλει όλη μέρα. Σήκωσε τελικά το κεφάλι κι είπε με κόπο; «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να σου απαντήσω έτσι, απ' τη μια στιγμή στην άλλη. Πρέπει να το σκεφτώ πρώτα». Τη ρώτησε ψυχρά: «Θέλεις τις εξήντα χιλιάδες λίρες, ή όχι; Γιατί αν τις θέλεις, καλά θα κάνεις να μην το σκεφτείς για πολύ. Ίσως δεν κατάλαβες τι υπονόησα προηγουμένως, αλλά πόσα περιθώρια θαρρείς έχει ακόμα ο Ντάγκλας; Η καρδιά του είναι πολύ εξασθενημένη· θα μπορούσε να σταματήσει από στιγμή σε στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα μάλιστα. Ο άνθρωπος σβήνει μέρα με τη μέρα, κι αν πεθάνει μέχρι να πάρεις εσύ την απόφασή σου, δε θα έχω όπως καταλαβαίνεις κανένα λόγο να σου δώσω εσένα εξήντα χιλιάδες λίρες για να πας να δεις τον τάφο του!» Το κομμένο, χλομό της πρόσωπο συσπάστηκε στα λόγια του. 0 πειρασμός ήταν ακατανίκητος, κι εκείνος το ήξερε, και θα τη σφυροκοπούσε αλύπητα μέχρι να την ακούσει να του λέει ναι. «Το θέμα είναι στ' αλήθεια πολύ απλό», ξανάπε ο Μπροντ. «Ας μην το περιπλέκουμε χωρίς λόγο». Απλό; Η Λιζ θα 'θελε να καγχάσει στα λόγια του. Φυσικά, ήταν απλό για τον κύριο Χάμοντ· λίγο ακριβό βέβαια, αλλά απλό χωρίς αμφιβολία Θα έπρεπε να είναι εξίσου απλό και για κείνη. Το θαύμα 59


που χρειαζόταν τόσο απεγνωσμένα είχε γίνει· ο τρελός εκατομμυριούχος που ήθελε να πετάξει τα λεφτά του, είχε εμφανιστεί με την επικίνδυνα ελκυστική μορφή του Μπροντ Χάμοντ, παγιδεύοντάς την σ' ένα απ' τα χειρότερα διλήμματα που είχε αντιμετωπίσει ποτέ της. Δεν είχε την παραμικρή διάθεση να μπλέξει σε τέτοιες καταστάσεις προπαντός δεν είχε την παραμικρή διάθεση να μπλέξει σε καταστάσεις όπου θα εμπλεκόταν και ο Μπροντ Χάμοντ. Δεν ήθελε να τον βλέπει. δεν ήθελε ν' ακούει τη βαθιά, ψυχρή φωνή του, δεν ήθελε να υφίσταται την επικίνδυνη εγγύτητά του. Τα φιλιά που είχαν ανταλλάξει ζεματούσαν ακόμα σαν νωπές σφραγίδες από καυτό σίδερο αλλά αυτό που έκαιγε χειρότερα, ήταν ο τρόπος που είχε βρει εκείνος στο λεπτό τον αυτοέλεγχό του, και η απόλυτη αδιαφορία του τώρα. Τα ένστικτά της όλα της έλεγαν ν' αρπαχτεί απ' οπουδήποτε για να μην ενδώσει στον πειρασμό και εντελώς παράλογα, της έλεγαν συγχρόνως να πει το ναι, να πάρει τις εξήντα χιλιάδες λίρες, και να πάει μαζί του όχι απλά στο Γιορκσάιρ, αλλά και στην άκρη του κόσμου ακόμα. Είπε ωστόσο τρεμάμενα, προσπαθώντας να ξεγελάσει πρώτα πρώτα τον εαυτό της: «Δεν είναι δυνατόν να έρχεσαι να μου κάνεις μια τέτοια παρανοϊκή πρόταση, και να θέλεις να αποφασίσω μέσα σε πέντε λεπτά. Εσένα μπορεί να σου φαίνεται απλό, εγώ όμως δεν είμαι καθόλου σίγουρη πως μπορώ να σηκώσω το βάρος μιας τέτοιας εξαπάτησης. Ένας ετοιμοθάνατος γέρος που πέρασε έντεκα χρόνια αποζητώντας την εγγονή του... Κι εγώ να έχω όλη την ευθύνη της λύτρωσής του. Είναι πολύ βαρύ, πρέπει να το παραδεχτείς. Κι απ' την άλλη, κανείς δε μου εγγυάται πως δε θα βρεθώ τελικά στη φυλακή με τις πλαστοπροσωπίες που ετοιμάζεις!» «Σου είπα, ο Ντάγκλας δεν πρόκειται να αντιληφθεί την πλαστοπροσωπία· κι αν την αντιλαμβανόταν όμως, η ευθύνη θα ήταν πάλι δική μου, όχι δική σου. Άντε, το πολύ-πολύ να θύμωνε μαζί μου δε θα είχε όμως κανένα λόγο, και καμιά δυνατότητα να βάλει στη φυλακή εσένα!» «Ω, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις», είπε απελπισμένη η Λιζ. «Δεν εννοούσα αυτό· ο Μακλέιν σου μπορεί να μην αντιληφθεί ποτέ την απάτη, αλλ' απ' ό,τι μου λες πεθαίνει, κι είναι προφανώς πολύ πλούσιος άνθρωπος. Με την ευκαιρία, ποιος τον κληρονομεί αν συμβεί το μοιραίο;» Ο Μπροντ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα. Πιθανότατα 60


η Κατρίνα». «Το πρόσωπο δηλαδή που θέλεις να υποδυθώ. μπορεί να δικαιούται μετά το θάνατό του όλη αυτή την περιουσία», είπε στεγνά Λιζ. -Τι θα συμβεί τότε, αν σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του κι αποκαλυφθεί η απάτη;» Το βλέμμα του τη διαπέρασε σαν στιλέτο. «Μην μπερδεύεις, πράγματα», είπε ψυχρά ο Μπροντ. «Σου ζήτησα να παραστήσεις για λίγες μέρες την Κατρίνα, όχι να πας να διεκδικήσεις την περιουσία της. Κι όσο δεν επιδιώκεις κάποιο παράνομο όφελος, ξέρεις ότι μπορείς να παραστήσεις όποιον θέλεις χωρίς την παραμικρή ποινική ευθύνη». «Και ποιος θα πιστέψει ότι δεν προσπάθησα να εξαπατήσω το γέρο για οικονομικό όφελος; Η εμφάνισή μου εκεί σίγουρα δε θα περάσει απαρατήρητη· αν μη τι άλλο, θα με δει το προσωπικό, κι απ' ό,τι μου λες κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται η Κατρίνα, ούτε αν είναι ακόμα εν ζωή. Αν ο μη γένοιτο πεθάνει ο γέρος εδώ κοντά και δεν εμφανιστεί τότε η Κατρίνα να πάρει τα λεφτά της. τι λες, δε θα φανεί παράξενο τουλάχιστον στους δικηγόρους του;» Την κοίταζε με στενεμένα μάτια. «Και τι προτείνεις; Να τα διεκδικήσεις εσύ, για να μη φανεί παράξενο στους δικηγόρους του Μακλέιν;» Η Λιζ ξεφούσκωσε απότομα. «Όχι βέβαια! Απλά δε θέλω ν' αρχίσουν να ψάχνουν για μένα τα λαγωνικά τους, και ν' ανακαλύψου τελικά όλη την απάτη». «Ακόμα και να την ανακαλύψουν, εσύ δε φέρεις καμιά ποινική ευθύνη. Όσο δεν πας να παραλάβεις την κληρονομιά της Κατρίνας. δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα». «Κι αν αποφάσιζα να το ρισκάρω;» τον ρώτησε προκλητικά. «Μου φαίνεται πως είσαι υπερβολικά ριψοκίνδυνος με τις επιλογές σου, κύριε απαυτέ μου. Με βάζεις στο κόλπο χωρίς να ξέρεις τίποτε για μένα, ούτε για το τι είμαι ικανή να κάνω!» Ένα ειρωνικό χαμόγελο ανασήκωσε τις γωνιές των χειλιών του. «Και πώς φαντάζεσαι θα μπορούσες να υφαρπάξεις την κληρονομιά της Κατρίνας, αφού δεν είσαι η Κατρίνα και δεν μπορείς να αποδείξεις ότι είσαι;» «Θα έχω μάρτυρες ότι ο γέρος με αναγνώρισε σαν τη χαμένη του εγγονή», είπε επιθετικά η Λιζ. Εκείνος γέλασε ψυχρά. «Είμαι κι εγώ εδώ, γλύκα, θυμάσαι; Όσο 61


κι αν μου είσαι συμπαθής, δε φαντάζεσαι βέβαια ότι θα σου επέτρεπα να κάνεις κάτι τέτοιο;» «Αλήθεια;» έκανε προκλητικά η Λιζ. «Και πώς θα με σταματούσες;» «Τόσο απλά: θα έλεγα στους εκτελεστές της διαθήκης την αλήθεια». «Και δε θα σ' ένοιαζε;» «Γιατί να με νοιάζει; Οι ενέργειες μου έχουν απόλυτα αγαθό Σκοπό γέλασε πικρά. «Σωστά πώς μου διέφυγε. Ο καλός Σαμαρίτης κύριος Χάμοντ. Μήπως όμως το παρακάνεις λίγο με τις αγαθοεργίες; Εξήντα χιλιάδες λίρες είναι μυθικό ποσό, κύριε Χάμοντ ούτε επαγγελματίες δολοφόνοι δεν παίρνουν τόσα για δυο μέρες δουλειά. Ή είσαι ολότελα αφελής, που δε σου φαίνεται, ή με δουλεύεις χοντρά, ή ετοιμάζεις κάτι τόσο σκοτεινό που το δικό μου μυαλό δεν μπορεί να το πιάσει!» «Τόση καχυποψία», παρατήρησε σαρκαστικά ο Μπροντ, «αποτελεί φυσικό ταλέντο. Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω πως τις εξήντα χιλιάδες λίρες μου τις ζήτησες εσύ η ίδια». Τα ωχρά της μάγουλα πήραν φωτιά. «Στις ζήτησα, επειδή με άφησες να πιστέψω ότι ήθελες κάτι άλλο». «Γ ι' αυτό το κάτι άλλο δηλαδή, δε θεώρησες ότι το ποσόν ήταν μυθικό», συμπέρανε καυστικά ο Μπροντ. «Αν είναι όντως αυτή η ταρίφα σου, κορίτσι μου, διόλου περίεργο που έχεις τέτοιες αναδουλειές». «Που να πάρει ο διάβολος», ξέσπασε έξαλλη η Λιζ, «μη μου κάνεις εμένα το βλάκα, κύριε αποτέτοιε μου, εντάξει; Σου ανέφερα ένα εξωφρενικό ποσό, μόνο και μόνο για να σε ξεφορτωθώ!» «θα μπορούσες απλά να μου πεις ότι δε δέχεσαι εσύ όμως τσίμπησες αμέσως». «Ήμουν παραζαλισμένη. Τα είχα χάσει μ' αυτά που άκουγα!» «Δεν ήσουν παραζαλισμένη. Ήσουν έτοιμη να παίξεις το παιχνίδι, και θα το έλπιζες με πολύ λιγότερα αν εγώ είχα αρχίσει τα παζάρια». «Όχι, δε θα το όπλιζα με λιγότερα, φίλε, να 'σαι σίγουρος», του αντιγύρισε τρέμοντας απ' την οργή. «Όχι μαζί σου, πάντως!» «Γιατί όχι; Δε νομίζω ότι είμαι λιγότερο ελκυστικός από κάποιον άλλο τυχαίο πελάτη». «Δε γουστάρω τους πλουτοκράτες», του πέταξε μέσ' απ' τα σφιγμένα της δόντια. 62


«Καλό κι αυτό», της αντιγύρισε καυστικά. «Αν μάλιστα σκεφτείς πως οι πλουτοκράτες είναι οι μόνοι που μπορούν να εξασφαλίσουν τις εξωφρενικά υπερτιμημένες υπηρεσίες σου. Εξάλλου μια επαγγελματίας δε διαλέγει, έτσι δεν είναι; Τα πιάνει απ' όπου της λάχει». «Δεν είμαι πια στο επάγγελμα», είπε κάτωχρη η Λιζ. «Ήσουν όμως έτοιμη να ξαναμπείς έστω και προς εξήντα χιλιάδες λίρες». «Ναι», του αντιγύρισε προκλητικά. «Για εξήντα χιλιάδες λίρες θα έμπαινα οπουδήποτε, και στην κόλαση ακόμα!» «Εγώ δε σου ζητάω τόσα πολλά», της είπε σαρκαστικά, «και πάλι δεν μπορώ να σε πείσω. Εκτός αν έχεις λόγους να θεωρείς το Γιορκσάιρ χειρότερο απ' την κόλαση. Δε λέω το κλίμα εκεί είναι σκληρό αλλά και πάλι...» Η Λιζ' έκλεισε στιγμιαία τα μάτια. Ένιωθε πολύ κοντά στα όριά της το κεφάλι της γύριζε και το τράβηγμα στο στομάχι γινόταν ανυπόφορο. Δεν άντεχε άλλο τη συζήτηση με τον Μπροντ Χάμοντ ούτε είχε κανένα νόημα να συνεχίσει να εφευρίσκει ανόητες αντιρρήσεις, τη στιγμή που μέσα της είχε ήδη αποφασίσει να δεχτεί. «Μου εγγυάσαι πως δε θα έχω τραβήγματα;» ρώτησε αχνά. «Όσο περνάει απ' το χέρι μου. όχι, δε θα έχεις». «Ωραία θα μπορούσα να έρθω για δυο μέρες. Αν όμως ο γέρος απαιτήσει να μείνω εκεί, μαζί του;» «Δε νομίζω πως ο Ντάγκλας είναι σε θέση να απαιτήσει τίποτα, είπε στεγνά ο Μπροντ. «Να το ζητήσει, μπορεί θα το ξεχάσει βέβαια το αμέσως επόμενό λεπτό χώρια που στην κατάστασή του, θα χάψει χωρίς συζήτηση οποιαδήποτε δικαιολογία του σερβίρεις. Όπως για παράδειγμα ότι δεν μπορείς ν' αφήσεις τη δουλειά σου». «Δε νομίζω πως θα παραιτηθεί τόσο εύκολα», βόγκηξε η Λιζ. «Στην καλύτερη περίπτωση, θα μου ζητήσει να ξαναπάω να τον δω με πρώτη ευκαιρία!» «Δε θα σε βλάψει να ξαναπάς για μια-δυο μέρες». Το ψυχρό του βλέμμα έκανε επιτιμητικά το γύρο του δωματίου. «Μετά απ' αυτό εδώ». είπε καυστικά, «οπωσδήποτε θα εκτιμήσεις διπλά τη διαμονή σ' ένα σπίτι σαν το Φέντον Γκέιτ. Είμαι σίγουρος πως θα ζητήσεις από μόνη σου να ξαναγυρίσεις». «Δε θα 'σαι με τα καλά σου», έκανε αγριεμένη η Λιζ. «Σου είπα, θα έρθω για δυο. το πολύ τρεις μέρες, και μετά τέρμα. Δε σκοπεύω να μπλεχτώ περισσότερο σ' αυτή την ιστορία, ούτε βέβαια ν' αφήνω κάθε τόσο τη δουλειά μου για να τρέχω στο Γιορκσάιρ!» 63


«Τώρα μου φαίνεται ότι με δουλεύεις», είπε ξερά ο Μπροντ. «Θα εισπράξεις εξήντα χιλιάδες λίρες, κορίτσι μου μπορείς να πεις οριστικά αντίο και στις δύο πανάθλιες δουλειές σου, και να ξεκινήσεις τη ζωή σου σε νέες βάσεις, μακριά απ' τα καταγώγια με τις γυμνόκωλες σερβιτόρες. Θ' αυτή την προοπτική δε νομίζω πως θα αποτελεί πρόβλημα αν δεν ξαναπατήσεις το πόδι σου στο "Λέιντι'ς Πάρλορ" ή στο "Κόκο". Καλά θα έκανες μάλιστα να τα άφηνες από τώρα σκοπεύω να σε πάω στο Ρέξχαμ την επόμενη βδομάδα, άρα αυτές τις μέρες θα έχουμε πολλή δουλειά. Αν βλεπόμαστε τακτικά, πιστεύω πως θα προλάβω να σε προετοιμάσω κατάλληλα». «Λυπάμαι, δε γίνεται», είπε στριφνά η Λιζ, τρέμοντας στην προοπτική να τον συναντάει τακτικά από κει και πέρα. «Δεν μπορώ ν' ασχολούμαι συνέχεια μ' αυτό το θέμα. Πες τώρα ό,τι έχεις να πεις, να τελειώνουμε». «Δεν νομίζω ότι αρκεί ένα βράδυ για να γίνει η δουλειά μας» της αποκρίθηκε ξερά. «Όσο δυσάρεστο και να σου είναι, αναγκαστικό θα υπομένεις κι αν έπρεπε να δυσανασχετεί κάποιος απ' τους δυο μας, αυτός είμαι εγώ που θ' αφήσω τις υποθέσεις μου στον αέρα για να εισπράξεις εξήντα χιλιάδες λίρες απ' το δικό μου πορτοφόλι κορίτσι μου» «Ένταξη», είπε χαμηλόφωνα με τα μάτια κατεβασμένα και τα μάγουλα να καίνε σαν φωτιά Τελεία η επιθετικότητα δε βοηθούσε και πολύ απέναντι στον Μπροντ Χάμοντ Εκείνος τα κατάφερνε να βρίσκετε πάντα από πάνω χωρίς να γίνεται ούτε τόσο δα επιθετικός. «Ένταξη θα γίνει όπως το θες την Κυριακή όμως θα πάω στις αδελφής μου» «Κι εγώ θα πάω στο Γιόρκσαϊρ να προετοιμάσω κάπως τον Ντάγκλας για την επίσκεψή σου. Αν εμφανιστείς ξαφνικά απ' το πουθενά ο φουκαράς θα πάθει σοκ. Δε νομίζω πως η καρδία του θα αντέξει τέτοια συγκίνηση. Θα επιστρέφω την επόμενη Τρίτη, και στο μεταξύ κοίταξε να προσαρμοστείς στο ρόλο σου Προσπάθησε να σκέφτεσαι το Ντάγκλας σαν 'παππού' αυτό θα βοηθήσει και καλά θα κάνεις να σκέφτεσαι κι εμένα σαν 'Μπροντ' σκέτο. Ποτέ δε με φώναξε η Κατρίνα κύριε Χάμοντ στο παρελθόν πόσο μάλλον κύριε „πως - σε λένε' άλλα τέτοια γραφικό Και για τ' όνομα του Θεού προσπάθησε να αμβλύνεις λίγο την επιθετικότητά σου. Δε βρίσκεσαι σε θέση άμυνας κάνεις δε σε επιβουλεύεται, κι επιπλέον η Κατρίνα ήταν ένα πολύ γλυκό κορίτσι έκτος βέβαια όταν έπιανα τα μπουρίνια της» «Έντεκα χρόνια φαντάζομαι θα την έχουν αλλάξει κι εκείνη». 64


Είπε στεγνά η Λιζ. Εν πάση περιπτώσει θα προσπαθήσω και μιας κι αρχίζουμε μαθήματα μπορείς να μου πεις τι ρόλο έπαιξες εσύ σ' Αυτή την ιστορία;» Τα μάτια του στένεψαν. «Σου είπα στενός οικογενειακός φίλος». «Κόφ' την πλάκα» είπε σκληρά η Λιζ «Προηγουμένως με βούτηξες και με φίλαγες σαν λιμασμένος κι όλη την ώρα με αποκαλούσες Κατρίνα». «Και λοιπόν;» Για μια φορά τα μάτια της συνάντησαν από μονά τους τα δικά του. «Μου φαίνεται» είπε σαρκαστικά. «ή ήσουν όντως κατουρημένος με την Κατρίνα;» Το πρόσωπό του ήταν σκληρό σαν πέτρα όταν της πέταξε κοφτά «Δεν βλέπω σε τι μπορεί να αφορά αυτό εσένα». Άρχισε να με αφορά απ’ τη στιγμή που επιχείρησες να με χρησιμοποιήσεις σαν υποκατάστατο της» είπε η Λιζ για μια φορά εντελώς απτόητη απ' τον τόνο του «Δεν πρόκειται να επαναληφτεί» «Αυτό είναι το μόνο σίγουρο-, του αντιγύρισε καυστικά -Από δω και πέρα θα φυλάω τα νώτα μου, κύριε Χάμοντ. Οπωσδήποτε όμως θα ήθελα να ξέρω πού βαδίζω!» μ ' Με μιαν απότομη κίνηση εκείνος σηκώθηκε όρθιος, κυριαρχώντας ασφυκτικά στο χώρο με το ύψος του. Της είπε παγερά: «Δεν είμαι διατεθειμένος να συζητήσω μαζί σου για πράγματα που έτσι κι αλλιώς θα σου ήταν αδύνατο να συμμεριστείς. Αφού όμως θέλεις τόσο να μάθεις, θα σου πω μόνο αυτό: η Κατρίνα ήταν τότε δεκαεφτά χρόνων, κι εγώ κοντά εικοσιέξι επιπλέον, ερωτευμένος και αρραβωνιασμένος με την κοπέλα που έγινε εκ των υστέρων σύζυγος μου. Απαντάει αυτό στις ερωτήσεις σου;» «Δεν ήξερα ότι ήσουν παντρεμένος», είπε τρεμουλιαστά η Λιζ. «Δεν είμαι πια», την πληροφόρησε στεγνά. «Με τη Λόρι χωρίσαμε πριν χρόνια. Ασυμφωνία χαρακτήρων και καθώς δεν είχαμε παιδιά, δεν υπήρχε κανένας λόγος να παρατείνουμε μια συμβίωση που καταπίεζε και τους δυο μας. Εκείνη την εποχή όμως, πριν έντεκα χρόνια, πίστευα πως η Λορι ήταν η ιδανική σύντροφος για μένα. Ήμουν ερωτευμένος μαζί της, την αγαπούσα ειλικρινά, κι ετοιμαζόμουν για το γάμο μας. Αυτό νομίζω τα λέει όλα». Για δέκατα του δευτερολέπτου, τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν σπαθιά ξιφομάχων. Πρώτη κατέβασε η Λιζ τα μάτια ύστερα όμως ρώτησε χαμηλόφωνα: «Κι η Κατρίνα, πού κολλάει σ' όλ' αυτά;» 65


Για μια στιγμή της φάνηκε ότι εκείνος δε θ' απαντούσε. Το πρόσωπό του έμοιαζε με παγερή, απαγορευτική μάσκα τελικά όμως της είπε αργόσυρτα: «Έχει καμιά σημασία; Ό,τι κι αν συνέβη πριν έντεκα χρόνια, δεν μπορεί να έχει πια σχέση με το τώρα. Προπαντός, δεν αφορά τη συμφωνία μας. Δε θα την αφορούσε, ακόμα κι αν ήσουν η ίδια η Κατρίνα».

66


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Βγαίνοντας στο δρόμο, ο Μπροντ συνειδητοποίησε πως αντί να νιώθει βαθιά ανακούφιση που είχε καταφέρει τελικά τη Λιζ Φένγουικ να δεχτεί την πρότασή του, έβραζε αντίθετα απ' την πιο παράλογη και καταστροφική οργή. Μπήκε στο αυτοκίνητο του βροντώντας πίσω του την πόρτα, αλλά δεν ξεκίνησε αμέσως. Έμεινε για λίγο να βαριανασαίνει στο σκοτάδι με το χέρια να σφίγγουν ασυναίσθητα το τιμόνι, έξαλλος όχι μαζί της, αλλά με τον εαυτό του που είχε αφεθεί να παρασυρθεί· να χαθεί στην ψευδαίσθηση ως το λαιμό, σαν κανένας ξελιγωμένος έφηβος και να χάσει έστω για λίγα λεπτά κάθε έλεγχο. Μόνο και μόνο για ν' ακούσει μετά τα λόγια που έτσουζαν τώρα τόσο άσχημα: μου φαίνεται,, ή ήσουν όντως καψουρεμένος με την Κατρινα. Η κακόηχη, λαϊκή λέξη έδινε στην περίπτωση μιαν άσχημη απόχρωση χυδαιότητας. Η Λιζ Φένγουικ την είχε διαλέξει σκόπιμα, για να τον ενοχλήσει· κι ίσως δεν ήξερε ούτε η ίδια πόσο κοντό είχε πέσει στην αλήθεια. Ίσως η λέξη καψουρεμένος να ήταν η μόνη που μπορούσε να περιγράφει τι είχε πάθει τότε με την Κατρίνα, κι ας ήταν όντως ερωτευμένος και αρραβωνιασμένος με μιαν άλλη γυναίκα. Είχε γνωρίσει τη Λόρι αφού τέλειωσε το πανεπιστήμιο κι ήταν η τέλεια σύντροφος, αυτό ακριβώς που έψαχνε ο Μπροντ μέσα από τις άφθονες περιπέτειες στο ενεργητικό του. Άρεσε τρελό στις γυναίκες, απ' την εφηβεία του κιόλας· αλλά ποτέ δεν είχε βρει καμία που να ήθελε να μοιραστεί τη ζωή του μαζί της, μέχρι που είχε συνδεθεί με τη Λόρι Γούντγουορντ. Η εξαιρετικά αρμονική τους σχέση εξελισσόταν φυσιολογικά, κι κείνη την εποχή, πριν έντεκα χρόνια, οι δυο τους όχι μόνο είχαν ορίσει την ημερομηνία του γάμου τους, αλλά ζούσαν κιόλας μαζί στο Σέφιλντ, στην άνετη έπαυλη που διατηρούσαν οι Χάμοντ στα περίχωρα της πόλης. Ύστερα αρρώστησε ο Άλμπερτ Χάμοντ, κι ο Μπροντ βρέθηκε 67


να μοιράζει τις μέρες του ανάμεσα στο Σέφιλντ και στο Ρέξχαμ· έτσι είχε όλο και περισσότερες ευκαιρίες να συναντάει την Κατρίνα, αφού μάλιστα ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει συχνά-πυκνά στο Φέντον Γκέιτ. Ο Ντάγκλας υπέφερε όλο το χειμώνα από ρευματισμούς απέφευγε όσο γινόταν τη μετάβαση στο εργοστάσιο· ο Μπροντ επισκεπτόταν στο σπίτι σχεδόν κάθε φορά που έπρεπε να διεκπεραιώσει μαζί του διάφορα εργασιακά θέματα, ή να τον συμβουλευτεί για όσα δεν κατείχε ακόμα ο ίδιος. Κι η Κατρίνα να βρίσκεται πάντα ένα γύρω, πανέμορφη κι αισθησιακή μέχρι απελπισίας... Ένα εκρηκτικό μίγμα πρόκλησης και αθωότητας. σεξουαλικότητας και απειρίας. Κι είχε που να την έπαιρνε ο διάβολος το φλερτ στο αίμα της. Τα βλέμματα της, ακόμα και τα πιο αθώα, θα ήταν σκέτη πρόκληση για κάθε αρσενικό. Τα χαμόγελά της μοίραζαν υποσχέσεις που η ίδια ίσως δεν τις υποπτευόταν καν. Ακόμα κι ο τρόπος που τίναζε πίσω τα μαλλιά της, αρκούσε για να εξάψει τη φαντασία. Ήταν πια ολόκληρη γυναίκα, κι ας αρνιόταν να το δει αυτό ο Ντάγκλας, που της φερόταν ακόμα σαν να είχε να κάνει μ' ένα ζαβολιάρικο κοριτσάκι. Μια γυναίκα που τρελαινόταν να παίζει με τη φωτιά. Ο Μπροντ δεν ήταν ανόητος, κι είχε μεγάλη πείρα σ' αυτόν τον τομέα. Ήξερε πότε τον προκαλούσε μια γυναίκα, ακόμα κι όταν το έκανε μεταξύ αστείου και σοβαρού, όπως η Κατρίνα. Όλον εκείνο το χειμώνα, η διαβολεμένη μικρή μάγισσα έκανε ό,τι περνούσε απ' το χέρι της για να τον ανάψει' κι όταν έκρινε ότι το είχε παρακάνει, συμμαζευόταν απότομα και γινόταν πάλι αδιάφορη, απόμακρη και σεμνή σαν κολεγιάδα. Το ίδιο βέβαια έκανε με όλους τους αρσενικούς γύρω της κι ο Μπροντ θα το διασκέδαζε ανάλογα, αν η μικρή δεν ήταν εγγονή του Ντάγκλας, που τη φύλαγε σαν Κέρβερος, και που ερμήνευε τα φλερτάκια της σαν εκφράσεις παιδιάστικης αφέλειας. Μπορεί να ήταν κι έτσι, φυσικά' ο Μπροντ όμως δεν έβλεπε τίποτε το παιδιάστικο στο άγριο και ανυπόκριτο φλερτ που του έκανε η Κατρίνα, ούτε στην τάση που είχε να τον αγγίζει δήθεν τυχαία με κάθε ευκαιρία, να κολλάει πάνω του, να του προτείνει, αθώα τάχα, τα σαρκώδη, μισάνοιχτα χείλια της, ή να κυκλοφορεί με ό,τι πιο αποκαλυπτικό διέθετε η γκαρνταρόμπα της, κάθε φορά που ήξερε πως ο Μπροντ ήταν εκεί κι ο παππούς της δεν ήταν. Εκείνος προσπαθούσε ν' αγνοήσει τις προκλήσεις της. Ήξερε πως όλ' αυτά δεν ήταν παρά ένα ανώδυνο παιχνίδι που η Κατρίνα 68


το έπαιζε με όλους ανεξαιρέτως, δοκιμάζοντας τα φτερά της πριν πετάξει για την πρώτη πραγματική ερωτική της αναζήτηση. Ο ίδιος πάντως δεν είχε την παραμικρή διάθεση να την ενθαρρύνει. Αγαπούσε τη Λόρι, ζούσε μαζί της, μοιραζόταν τα πάντα μαζί της το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν τέτοιου είδους παιχνιδάκια, και μάλιστα με την ανήλικη εγγονή του "θείου" Ντάγκλας. Κι επειδή δεν γινόταν να αποφεύγει την Κατρίνα, ούτε να παίρνει τη Λόρι μαζί του κάθε φορά που πήγαινε στο Φέντον Γκέιτ, άλλαξε εντελώς τακτική από φιλικός και ευπροσήγορος που ήταν πάντα μαζί της άρχισε να φέρεται τόσο ψυχρά και αδιάφορα, που θα έπρεπε να είναι ολότελα ηλίθια μια γυναίκα για να μην της κοπεί αυτόματα η φόρα. Η Κατρίν σίγουρα δεν ήταν ηλίθια, Έπιασε αμέσως την αλλαγή στη διάθεση του , και μετά από ένα μικρό διάστημα απορίας και αμηχανίας άρχισε να του κρατάει ολοφάνερα μούτρα στιγμές-στιγμές μάλιστα γινόταν αδικαιολόγητα επιθετική και πικρόχολη μαζί του. Λ Δεν ήταν παρά πληγωμένος εγωισμός, σκεφτόταν ο Μπροντ, και θα της περνούσε γρήγορα. Σύντομα θα έβρισκε ένα άλλο θύμα να πάρει τη θέση του. Εκείνος πάντως δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει την ψυχική του γαλήνη για να διευκολύνει τα πειράματα αυτού του διαβολοθήλυκου. Λίγο αργότερα, προς το τέλος του χειμώνα, άκουσε και τους πρώτους ψίθυρους για την Κατρίνα και τον Τρέιβερς κι εδώ δεν επρόκειτο για απλό φλερτ, αν έκρινε απ' όσα συνέβαιναν. Του ίδιου βέβαια δεν του έπεφτε λόγος, κι ήταν στ' αλήθεια ανεξήγητο πόσο πολύ ενοχλήθηκε όταν είδε ένα βράδυ την Κατρίνα να βγαίνει, αγκαλιά με τον Πολ, από ένα μπαράκι έξω απ' το Ρέξχαμ. Έμεινε να τους κοιτάζει βράζοντας από ένα εκρηκτικό μίγμα σοκ και οργής, και χρειάστηκε να δώσει μάχη με τον εαυτό του για να μην ορμήσει να σπάσει τα μούτρα του Τρέιβερς, και μετά ν' αρπάξει την Κατρίνα και να την πάει σέρνοντας στον παππού της. Δεν έκανε ωστόσο κανένα απ' αυτά τα πρωτόγονα πράγματα δεν υπέκυψε καν στον πειρασμό να ενημερώσει τον Ντάγκλας για όσα συνέβαιναν πίσω απ' την πλάτη του, και πίσω απ' την πλάτη της Φρύνους. Το θέμα δεν τον αφορούσε δεν μπορούσε για κανένα λόγο να τον αφορά, όσο κι αν ήταν βαρύ να σκέφτεται πως εκείνο το ρεμάλι ο Τρέιβερς είχε βαλθεί να εκμεταλλευτεί τον αυθορμητισμό και το πάθος ενός κοριτσιού, που το περνούσε κοντά είκοσι χρόνια. 69


Έτσι δεν είπε λέξη, ούτε καν στην ίδια την Κατρίνα. Προσπάθησε φιλότιμα να πάψει να τη σκέφτεται στην αγκαλιά του Τρέιβερς, κι επίσης να πάψει να βράζει απ' την οργή όταν το σκεφτόταν και τα κατάφερε σχετικά μέχρι το βράδυ που βρέθηκε, χωρίς τη Λόρι, σε μια εκδήλωση στην τοπική λέσχη. Είχαν μπουφέ, και μετά χορό κι ήταν μαζεμένη εκεί όλη η ελίτ της περιοχής, ανάμεσα σ' αυτούς κι η Κατρίνα με συνοδό ένα νεαρό της ηλικίας της, από εκείνους που τους έσερνε μόνιμα πίσω της σαν σκυλάκια. 0 Μπροντ είχε παρευρεθεί για τυπικούς λόγους. Σκόπευε μάλιστα να φύγει νωρίς και να επιστρέφει εκείνο κιόλας το βράδυ στο Σέφιλντ. H ώρα όμως πέρασε, κι όταν σε κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του, είδε πως ήταν πολύ αργά για μια τόσο μακρινή διαδρομή· κουρασμένος, και φοβόταν πως θα τον έπιανε νύστα στο δρόμο. Τηλεφώνησε λοιπόν στη Λορι να μην τον περιμένει, και σταθερά αποφασισμένος να μην ξενυχτήσει περισσότερο, κοίταξε να ξεγλιστρήσει έντεχνα απ' τους γνωστούς και τους φίλους που βρίσκονταν στη δεξίωση, και να φύγει για το πατρικό του. Εκείνη την ώρα το κέφι είχε ανάψει για τα καλά. Τα ποτά έρρεαν άφθονα, κι η Κατρίνα, απ' όσο μπορούσε να κρίνει ο Μπροντ, ήταν ελαφρά μεθυσμένη. Χόρευε ασταμάτητα με τους φίλους της και φαινόταν να αγνοεί επιδεικτικά τον Τρέιβερς, όπως άλλωστε τον αγνοούσε απ' την αρχή της βραδιάς. Η λέσχη βέβαια ήταν γεμάτη κόσμο, ο Πολ καθόταν με άλλη παρέα, και μπροστά στους τρίτους οι δυο τους φέρνονταν πάντα συγκροτημένα και διακριτικά. Ο Μπροντ όμως είχε απ' την πρώτη στιγμή την εντύπωση πως εκείνο το βράδυ το παράνομο ζευγαράκι δεν ήταν στις καλύτερές του. Χαιρετώντας κάθ' οδόν δυο-τρεις ακόμα γνωστούς, βγήκε από την αίθουσα και τράβηξε για το πάρκινγκ. Άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου του όταν ξαφνικά, σαν απ' το πουθενά, ξεπρόβαλε δίπλα του η Κατρίνα. Το πρόσωπό της έδειχνε παράδοξα χλομό στο ψυχρό φως της αλέας. Του είπε πνιχτά: «Μπορείς σε παρακαλώ να με πας σπίτι; Είναι όλοι τύφλα εκεί μέσα δεν τους αντέχω άλλο». «Μα ναι, φυσικά», είπε ο Μπροντ τι άλλο να έλεγε, άλλωστε; «Μπες μέσα και βάλε τη ζώνη σου». Έκανε ό,τι της είπε, κι έμεινε μετά αμίλητη στο κάθισμά της. Η υπερένταση ξεχυνόταν από πάνω της σε κύματα· γέμιζε σχεδόν χειροπιαστή το εσωτερικό της Πορσε του. 70


Ο Μπροντ ήξερε πως δεν έπρεπε να εμπλακεί στις υποθέσεις της· αλλά στάθηκε αδύνατο να εμποδίσει τον εαυτό του να ρωτήσει τελικά: «Συμβαίνει τίποτα; Φαίνεσαι αναστατωμένη». «Δε συμβαίνει τίποτα». Έσκυψε το κεφάλι και τα μαλλιά της κύλησαν σαν κουρτίνα, κρύβοντας το πρόσωπό της. Και παρόλο που ο Μπροντ δεν είχε την παραμικρή διάθεση ν' ανακατευτεί στα προσωπικά της, εκείνη τη στιγμή κάτι τον έπιασε κάτι εντελώς ακατανόητο. Τη ρώτησε κοφτά: «Τσακώθηκες με τον Τρέιβερς;» «Με τον Πολ;» έκανε πνιχτά η Κατρίνα. «Τι ιδέα! Γιατί να τσακωθώ με τον Πολ;» «Δεν ξέρω εσύ θα μου πεις». «Τι στο καλό νομίζεις;» τον ρώτησε αδύναμα. «Πως έχω κάτι με τον Πολ;» Η «Δεν έχεις;» Δεν του απάντησε κι εκείνος, ανεξήγητα εκνευρισμένος απ' τη σιωπή της. είπε ξερά: «Ο κόσμος το 'χει τούμπανο, κι εμείς κρυφό καμάρι. Δεν υπάρχει κανείς ένα γύρω που να μην ξέρει ότι συναντιέσαι στα κρυφά με τον Τρέιβερς. Ακόμα κι εγώ σας έχω δει μαζί, που έρχομαι σαν επισκέπτης. Και μη μου πεις πως στις νυχτερινές σας συναντήσεις παίζετε τις κουμπάρες!» «Κι αν είναι έτσι», είπε αχνά η Κατρίνα, «τι σε νοιάζει εσένα;» «Δε με νοιάζει. Γιατί να με νοιάζει; Δεν είμαι ο κηδεμόνας σου. Σαν απλός φίλος του παππού σου, σου μιλάω. Τι δουλειά έχεις εσύ μαζί του; Τι περιμένεις απ' αυτόν τον άνθρωπο;» «Πρέπει πάντα να περιμένει κανείς κάτι από μια σχέση;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα. «Δεν αρκεί απλά να τη χαίρεται;» Η απάντησή της τον έκανε, αδικαιολόγητα, να τα δει όλα κόκκινα· κι αντί να δώσει τέλος στη συζήτηση, ρώτησε ξερά; «Έχεις σχέσεις μαζί του, ναι ή όχι;» « Ίσως», είπε η Κατρίνα. «Δεν έχει ίσως· λέγε, ναι ή όχι;» «Για τ' όνομα του Θεού, ανάκριση μου κάνεις;» «Τον αγαπάς; Κοιμάσαι μαζί του; Τι στο καλό επιδιώκεις να χωρίσει τη Φράνσις και να πάρει εσένα;» «Κι αν σου πω ναι σε όλα», του απάντησε προκλητικά, «σε τι μπορεί να σε αφορά αυτό; Το είπες και μόνος σου, δεν είσαι ο κηδεμόνας μου. Να μη σε νοιάζει τι κάνω!» «Είναι ναι σε όλα;» επέμεινε σκληρά ο Μπροντ. «Ναι, ναι, ναι», του απάντησε επιθετικά. «Ικανοποιήθηκες τώρα; θα σταματήσεις την κατήχηση;» 71


«Εντάξει», της είπε κοφτά, συγκροτώντας όπως-όπως την οργή του. «Δεν πρόκειται να αναμειχθώ περισσότερο. Το θέμα δε μ' ενδιαφέρει καθόλου, κι ούτε έχω κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνω. Είσαι μεγάλο κορίτσι πια είσαι ελεύθερη ν' αποφασίζεις με ποιον θέλεις να πηγαίνεις». «Αυτό είναι το μόνο σίγουρο», είπε ξερά κι η Κατρίνα, κι έμεινε να κοιτάζει το σκοτεινό τοπίο έξω απ' το παράθυρο. Πάνω απ' το απαλό γουργουρητό του μοτέρ, η ανάσα της ερχόταν γρήγορη και κοφτή στ' αφτιά του. Ο Μπροντ έπρεπε να κάνει προσπάθειες για να συγκροτήσει τα νεύρα του και να μην τα βγάλει πάνω στην οδήγηση. Δεν ήθελε να μπλέκεται μαζί της· δεν ήθελε να συζητάει μαζί της, ούτε να την έχει στο αυτοκίνητό του, στο σκοτάδι της νύχτας, τόσο παθητική κι ευάλωτη όσο φαινόταν τώρα, έτσι που έγερνε προς την πόρτα, σαν να ήθελε να βάλει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσά τους. Πλησίαζαν τώρα στο Φέντον Γκέιτ ο δρόμος όμως που είχε πάρει διασταυρωνόταν με το δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του. Και ξαφνικά άκουσε την Κατρίνα να λέει πνιχτά: «Δε θέλω να πάω από τώρα· μπορείς να με κεράσεις πρώτα έναν καφέ;» «Και πού στο καλό φαντάζεσαι ότι μπορώ να σου βρω καφέ τέτοια ώρα;» ρώτησε σκληρά ο Μπροντ. «Στο σπίτι σου», του είπε σβησμένα. Ήταν τόσο το ξάφνιασμα του, που φρενάρισε αυτόματα κι ήρθε να σταθεί στην άκρη του δρόμου. «Στο σπίτι μου», επανέλαβε άχρωμα. «Ναι. Σε παρακαλώ, Μπροντ, χρειάζομαι λίγο χρόνο πριν πάω σπίτι. Πρέπει να σου μιλήσω. Σε παρακαλώ...» Η φωνή της έσβησε σε κάτι σαν λυγμό. Κατέβασε πάλι το κεφάλι κι έμεινε να κοιτάζει αμίλητη μπροστά της, παλεύοντας με την ανάσα της. «Τι στο καλό», είπε ο Μπροντ, ακόμα τόσο ξαφνιασμένος, που δεν είχε απόλυτη συναίσθηση του τι έκανε όταν άπλωσε το χέρι και της ανασήκωσε το πιγούνι. «Μα εσύ κλαις! Τι τρέχει, Κατρίνα;» Τον κοίταξε βουβή, με τα τεράστια μάτια της πλημμυρισμένα δάκρυα. Ύστερα κατέβασε πάλι το κεφάλι, σκουπίζοντας νευρικά τα μάγουλά της με τη ράχη της παλάμης της. Ο Μπροντ δε θυμόταν να την είχε ξαναδεί ποτέ να κλαίει. Στο μυαλό του η σκέψη της ταυτιζόταν πάντα μ' ένα λαμπερό χαμόγελο ή μ' ένα γάργαρο γέλιο άντε, το πολύ με μερικά μπουρινιασμένα βλέμματα. 72


Τώρα ξαφνικά ακόμα κι η στάση του κορμιού της πρόδινε μια τόσο έντονη απελπισία, που θα έπρεπε να είναι κανείς από πέτρα για να μη συγκινηθεί. Το μουσκεμένο πρόσωπό της ήταν παράδοξα ικετευτικό· το βλέμμα που του είχε ρίξει, μια μαχαιριά πόνου και ανάγκης. Κι ήταν όλη μαζί τόσο όμορφη, τόσο σέξι και λαχταριστή, που για μια στιγμή του κόπηκε η ανάσα. Ήξερε πως δεν έπρεπε για κανένα λόγο να παρατείνει αυτή τη συγκυρία που τους είχε φέρει αναπάντεχα μαζί και μόνους μες στη νύχτα. Δεν ήταν όμως ούτε εκείνος τόσο νηφάλιος όσο θα 'θελε δεν είχε μεθύσει, δεν ήταν ζαλισμένος, αλλά το λίγο ποτό που είχε καταναλώσει, σε συνδυασμό με τα δάκρυα και το λουλουδάτο άρωμά της, αρκούσε απ' ό,τι φαινόταν για να θολώσει την κρίση του. Η φωνή του βγήκε ολότελα πνιγμένη. «Είναι πολύ αργά για καφέ, ξέρεις». Αλλά ακόμα και τη στιγμή που το έλεγε, το χέρι του γύριζε σαν από μόνο του το κλειδί στη μηχανή. Το δυνατό αυτοκίνητο ξεκίνησε πάλι με το απαλό του γουργουρητό· κι αντί να συνεχίσει ευθεία μπροστά, βρέθηκε να στρίβει στον ιδιωτικό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του. Είχε την εντύπωση πως λειτουργούσε σαν αυτόματο· κι ωστόσο είχε απόλυτη επίγνωση του τι έκανε όταν σταμάτησε μπροστά στο σπίτι και της άνοιξε την πόρτα για να μπει μέσα. Η καρδιά του όμως γοργοχτυπούσε όμως κι η ανάσα του είχε αρχίσει ξαφνικά να βαραίνει αφύσικα. Άναψε ένα φως και είπε ουδέτερα: «Κάθισε κάπου' πάω να φτιάξω καφέ». «Δεν μπορεί να περιμένει λίγο;» ρώτησε αχνά η Κατρίνα. Στο χαμηλό φως τα μαλλιά της στραφτάλιζαν σαν να ήταν πασπαλισμένη σκουροκόκκινη χρυσόσκονη. «Για ποιο λόγο;" ρώτησε όσο πιο ψυχρά γινόταν ο Μπροντ. «Όσο πιο γρήγορα τον πιεις, τόσο πιο γρήγορα θα πάμε κι οι δυο για ύπνο. Τον ρώτησε σιγανά: «Γιατί μου φέρεσαι έτσι; Κάποτε ήμασταν φίλοι. Τι άλλαξε στο μεταξύ;» Τα καταπράσινα μάτια της έδειχναν ακόμα υγρά έτσι που καθρέφτιζαν το φως της λάμπας. Ήταν ολομόναχοι οι δυο τους' η κυρία Έλστρι, η οικονόμος των Χάμοντ, περνούσε εκείνο τον καιρό τις νύχτες με την άρρωστη αδερφή της. Ο Μπροντ είχε όλη την ευχέρεια να μετανιώσει για την άσκεφτη απόφαση που είχε πάρει πριν λίγα λεπτά '«Άλλαξαν πολλά», της είπε κοντανασαίνοντας ξαφνικά. «Γι' αυτό μην αρχίσεις πάλι τα ίδια, εντάξει;» 73


' «Τα ίδια;» επανέλαβε αχνά το κορίτσι. «Ποια ίδια;» «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ», της πέταξε εκνευρισμένος. «Δεν είσαι πια παιδί. Κατρίνα' θα έπρεπε να ξέρεις πως όταν κανείς παίζει με τη φωτιά, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τσουρουφλιστεί!» «Κι αν εγώ θέλω να τσουρουφλιστώ;» Τον πλησίαζε αργά-αργά, με τα μάτια να λάμπουν σαν σμαράγδια στο ωχρό της πρόσωπο. «Τότε πήγαινε να παίξεις με κάποια άλλη φωτιά», είπε ξερά ο Μπροντ. «Εγώ δεν προσφέρομαι για τέτοιους πειραματισμούς». Το πρόσωπό της συσπάστηκε. «Δηλαδή δε σου αρέσω; Δε με θέλεις καθόλου;» «Δεν είν' αυτό το θέμα». Θα τι διάβολο του συνέβαινε; Είχε κάνει το πρώτο ολέθριο σφάλμα να τη φέρει σπίτι του' και τώρα, αντί να την αρπάξει απ' τ' αφτί και να την πάει τραβώντας ως το αυτοκίνητο κι από κει κατευθείαν στο Φέντον Γκέιτ, καθόταν και άνοιγε τέτοιου είδους συζητήσεις μαζί της! Ξαφνικά ένιωθε να αποσυντονίζεται, σαν να έχανε ο χωροχρόνος τη συνοχή του. «Τότε ποιο είναι;» ρώτησε αχνά η Κατρίνα. Ήταν τώρα τόσο κοιτά του. που σχεδόν τον άγγιζε. Μ' ένα βαθύ στεναγμό, ο Μπροντ έβαλε τα χέρια του στους ώμους της, σαν να περίμενε πως μ' αυτή την απλή κίνηση θα σταματούσε το αναπόφευκτο. «Ξέρεις πολύ καλά ποιο είναι το θέμα», της είπε βραχνά. «Είσαι η εγγονή του Ντάγκλας, και ακόμα ανήλικη· επιπλέον εγώ είμαι αρραβωνιασμένος, και πρόκειται πολύ σύντομα να παντρευτώ μιαν άλλη γυναίκα. Δε νομίζεις πως αρκούν όλ' αυτά;» «Δε σου ζήτησα γάμο», του είπε πνιγμένα, και το επόμενο δευτερόλεπτο είχε τυλίξει τα μπράτσα της γύρω του και το πανέμορφο σώμα της έλιωνε κόντρα στο δικό του. «Ω, σε παρακαλώ», του ψιθύρισε σπασμένα. «σε παρακαλώ, Μπροντ, μη με διώξεις απόψε» «Για τ' όνομα του Θεού», έκανε αγκομαχώντας ο Μπροντ διάβολο θέλεις από μένα;» «Δεν ξέρεις;» τον ρώτησε ξεψυχισμένα. «Αχ, Μπροντ, δεν μπορεί να μην καταλαβαίνεις... Προσπαθώ τόσον καιρό τώρα να στο δείξω αλλά εσύ » «Σταμάτα», την πρόσταξε τραχιά, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να κάνει κάτι για να δώσει τέλος σ' αυτή την αλλοπρόσαλλη σκηνή αλλά το τρυφερό της στήθος πίεζε το στέρνο του, οι μηροί της έκαιγαν πάνω στους δικούς του, η μεθυστική της ανάσα χάιδευε προκλητικά τα χείλια του. «Σταμάτα, Κατρίνα, για τ' όνομα του θεού...» 74


«Είσαι ο πιο υπέροχος άντρας του κόσμου». Η φωνή της, μισόσβηστη και λιγωμένη, έκανε παλαβά πράγματα στη λειτουργία της καρδιάς του. « Κράτησε με απόψε... Πάρε με, Μπροντ, σε παρακαλώ, πάρε με... Απόψε. Τώρα. Σε παρακαλώ...» «Το ποτό σε χτύπησε κατακέφαλα», είπε κοντανασαίνοντας ο Μπροντ. «Δεν έχεις ιδέα τι λες...» Μήπως είχε πια κι αυτός ιδέα τι έλεγε ή τι έκανε; Κι από σίδερο να ήταν, δε θα τα κατάφερνε εκείνη τη στιγμή να συγκροτήσει τη διέγερσή του. Οι λαγόνες του κόλλαγαν στη λεκάνη της κι οι παλάμες του γλιστρούσαν ασυναίσθητα απ' τη λεπτή της μέση μέχρι χαμηλά, στη λαχταριστή καμπύλη των γλουτών της. Η ανάσα του κοβόταν, ο λαιμός του έκλεινε, τα μηλίγγια του σφυροκοπούσαν αλλά συνέχιζε να το παλεύει ηρωικά. «Μην το κάνεις αυτό», βόγκηξε απελπισμένος όταν ένιωσε το κάτω μέρος του κορμιού της να τρίβεται αισθησιακά πάνω του. «Μα δεν καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν και κάποια όρια στο τι μπορεί ν' αντέξει ένας άντρας;» «Δε θέλω ν' αντέξεις», του ψιθύρισε μισανοίγοντας τα προκλητικά, σαρκώδη της χείλια. «Φίλησε με... Αχ, Μπροντ, φίλησέ με...» «Όχι, Κατρίνα, για τ' όνομα του Θεού... Δεν ξέρεις τι κάνεις!» «Ξέρω», του είπε βαριανασαίνοντας. «Σε θέλω... Δε θέλησα ποτέ τίποτε περισσότερο στη ζωή μου». Στα λόγια της, ποτάμια λάβας ξεχύθηκαν στο αίμα του. Δεν ήταν πια σε θέση να ελέγξει το κορμί του έσκυψε και τη φίλησε, κι απ' τη στιγμή που τα χείλια του αιχμαλώτισαν τα δικά της, έχασε τον κόσμο. Ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει ο Μπροντ τι είχε πάθει εκείνο το βράδυ. Αν ήταν μεθυσμένος, θα το καταλάβαινε· αλλά δεν ήταν. Είχε παραδοθεί στη μικρή μάγισσα χωρίς να δώσει καμιά ουσιαστική μάχη, χωρίς καν μια τελευταία σκέψη για τη Λόρι. Τίποτε άλλωστε δε φαινόταν να έχει πια σημασία, πέρα απ' το κορίτσι που έλιωνε στην αγκαλιά του κι απ' τη δική του απερίγραπτη επιθυμία ξεχυνόταν σαν άγριος χείμαρρος κι έσπαζε κάθε φράγμα. Η μόνη πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή ήταν το σώμα της που έκαιγε η ανάσα της που έκαιγε, τα φιλιά της που έκαιγαν πάνω του. Αυτό και η αίσθηση πως θα μπορούσε και να πεθάνει για να την αποκτήσει «Πάρε με» του ψιθύριζε εκείνη βραχνά καθώς πάλευαν να γδύσουν ο ένας τον άλλον πάνω στη μοκέτα. Σε παρακαλώ, μη σταματάς τώρα. Σε θέλω, σε θέλω τόσο... Κάνε με δική σου». Μπροστά σ' αυτή την παράδοση, ο Μπροντ εγκατέλειψε και τις 75


ελάχιστες αντιστάσεις του. Η σκληράδα του γλιστρούσε πάνω στο βελούδινο, υγρό της δέρμα, κι εκείνη βογκούσε. Τα πόδια της άνοιγαν και τυλίγονταν γύρω απ' τη μέση του· το σώμα της έτρεμε σπασμωδικά στην αγκαλιά του. Σε μια στιγμή απόλυτης τρέλας κόλλησε τα χείλια του στα δικά της, και με μια πνιχτή κραυγή βαθιάς απόλαυσης, μπήχτηκε μέσα της μ' όλη τη δύναμη της παραφοράς του. Ακόμα και μέσα στην παραζάλη του όμως, το κατάλαβε αμέσως. Το σώμα της σφίχτηκε αφύσικα κάτω απ' το δικό του, κι όσο κι αν την έπνιγε το βαθύ φιλί του. δεν μπόρεσε να καλύψει την κραυγή πόνου που της ξέφυγε τη στιγμή της διείσδυσης. Για κλάσματα δευτερολέπτου, ο Μπροντ πάγωσε ολόκληρος. Έκανε λίγο πίσω κι είδε το συσπασμένο της πρόσωπο και τα μάτια που είχαν γεμίσει δάκρυα. Ρώτησε ξεψυχισμένα, χωρίς να τολμά ακόμα να το πιστέψει: «Ήμουν... είμαι ο πρώτος;» «Ναι» του ψιθύρισε ασθμαίνοντας μέσα απ' τα δάκρυά της. «Ω, Μπροντ. ναι. ναι...» Του χαμογέλασε αχνά, με μιαν έκφραση απόλυτης ευδαιμονίας στο πρόσωπο. «Μη σταματάς, σε παρακαλώ, μη σταματάς τώρα...» Τον έσφιξε συγχρόνως μ' όλη της τη δύναμη, κλείνοντας τον σαν σε μέγγενη ανάμεσα στα πόδια της. Το κορμί άρχισε ν' ανασηκώνεται ρυθμικά, παγιδεύοντάς τον στα καυτά, βελούδινα βάθη του. «Θεέ και Κύριε», είπε μόνο ο Μπροντ, ακροβατώντας ανάμεσα στο σοκ. και στην πανίσχυρη ανάγκη του να μην κάνει τώρα πια πίσω. Για λίγα δευτερόλεπτα χαοτικής σύγχυσης, ένα μέρος του εαυτού του τον πρόσταζε πανικόβλητο να σταματήσει αμέσως, κι ένα άλλο του φώναζε ξέφρενα πως αφού το κακό είχε πια γίνει, δεν είχε νόημα να σταματήσει στα μισά. Το δεύτερο μέρος κέρδισε τη μάχη· το σώμα του. φυλακισμένο αλύπητα στα βάθη του δικού της, παραδόθηκε οριστικά. Η σάρκα της ήταν σκέτη έκσταση. Οι ελαστικοί της μυώνες ρουφούσαν αχόρταγα την ικμάδα του. τα φιλιά της μεθούσαν σαν κρασί τα παθιασμένα λόγια κι οι κραυγές της ανέβαζαν τη διέγερσή του σε επίπεδα πόνου. Όλες του οι σκέψεις πνίγηκαν σε ωκεανό επιθυμίας, καθώς το δυνατό του σώμα μπαινόβγαινε σαν να είχε δική του θέληση στα σωθικά της. Σ' ολόκληρο το φάσμα των σεξουαλικών του σχέσεων μέχρι τότε δεν υπήρχε ούτε μια εμπειρία που να μπορούσε έστω να συ76


γκριθεί με την τρέλα που βίωνε μαζί της. Η ένταση ανέβαινε με τέτοιο ταχύτητα και σφοδρότητα, που του φάνηκε πως δεν πέρασαν παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να βρεθεί, παραληρώντας, στο κατώφλι του οργασμού. Και καθώς δάγκωνε άγρια το κάτω του χείλος, παλεύοντας απελπισμένα ν' αναδυθεί απ' τα βάθη της απόλαυσης και να της δώσει μια ευκαιρία να τον προλάβει, αισθάνθηκε το κορμί της να συσπάται λυτρωτικά γύρω απ' τη σκληράδα του, παρασύροντάς τον σε μια πρωτόγνωρη, ανείπωτη έκρηξη ηδονής. Ποτέ του δεν είχε ξανανιώσει τέτοιο πράγμα ήταν κοντά εικοσιέξι χρόνων, το είχε κάνει άπειρες φορές μέχρι τότε με τις πιο πεπειραμένες και θερμές γυναίκες και ποτέ δεν είχε ζήσει τέτοιες στιγμές, με καμία. Η ένταση της ηδονής του έφερε σχεδόν λιποθυμία. Έγειρε μισοπεθαμένος στο πλάι, και για λίγο η μόνη του έγνοια ήταν να μπορέσει να γεμίσει τα πνευμόνια του με οξυγόνο. Εκείνη ήταν ακόμα κολλημένη πάνω του, τρέμοντας τώρα σαν φύλλο στην αγκαλιά του. Ο Μπροντ άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε παραζαλισμένος. Στο χαυνωμένο της βλέμμα έβλεπε όχι μόνο όσα είχε αφήσει να συμβούν, αλλά και όσα απειλούσαν να συμβούν από κει και πέρα. Το μόνο που ήθελε πραγματικά εκείνη τη στιγμή, ήταν να τη σφίξει παράφορα στην αγκαλιά του, να τη γεμίσει με χιλιάδες φιλιά, να της πει πράγματα που δε θα τα είχε πει ποτέ σε καμιάν άλλη, ούτε καν στη Λόρι. Αλλά έχοντας απαλλαχτεί προσωρινά απ' τη βασανιστική τρέλα της επιθυμίας, ήταν σε θέση ν' αντιληφθεί πως αν αφηνόταν λίγο περισσότερο στις παρορμήσεις του, θα ήταν πια αδύνατο να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις αυτού που είχε συμβεί. Μέσα του λυσσομανούσε ένα χάος συναισθημάτων, όπου του ήταν αδύνατο να βάλει έστω μια στοιχειώδη τάξη· το μόνο που φαινόταν πιο ξεκάθαρο απ' τα υπόλοιπα, ήταν μια φοβερή αίσθηση ενοχής και οργής ενάντια στον εαυτό του. Αξιοθρήνητα αδύναμος, ανίκανος να ελέγξει τα ένστικτά του, είχε αφεθεί να κάνει αυτό που ακόμα δεν είχε τολμήσει να κάνει ούτε ο Πολ Τρέιβερς. Δεν είχε καμιά δικαιολογία ούτε τις προκλήσεις της Κατρίνας, ούτε καν την άγνοια του για το ότι ήταν ακόμα παρθένα. Παρθένα ή όχι, εκείνος δε θα έπρεπε να την είχε αγγίξει καθόλου απ' την αρχή. Αντί γι' αυτό είχε πέσει πάνω της σαν λυσσασμένο κτήνος, τόσο 77


ξέφρενα που ι δεν του είχε δοθεί το περιθώριο ν' αντιληφθεί έγκαιρα ότι n κοπέλα ήταν ανέγγιχτη, και να σταματήσει πριν συμβεί το ανεπανόρθωτο. Τώρα ήταν αργά πια να το μετανιώνει. Έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του, και την άκουσε να του ψιθυρίζει τρεμουλιαστά: «Θύμωσες μαζί μου;» Τη ρώτησε αποκαμωμένος: «Γιατί δε μου το είπες απ' την αρχή; «Γιατί με άφησες να σου κάνω κάτι τέτοιο;» «Έχει τόση σημασία;» τον ρώτησε σπασμένα. «Εσύ τι λες;» της αντιγύρισε σκληρά, σπρώχνοντας πέρα το μπράτσο της που ερχόταν να τυλιχτεί γύροι απ' τη μέση του. Δεν ήταν ότι δεν το ήθελε· αντίθετα, λαχταρούσε την επαφή της με τόση σφοδρότητα, που ήξερε πως στο άγγιγμά της θα έχανε πάλι όλες του τις αντιστάσεις. «Το θέλαμε κι οι δυο», είπε αχνά η Κατρίνα. «Γιατί κάνεις τώρα σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσμου;» «Δεν ξέρω τι ακριβώς ήθελες εσύ», της πέταξε καυστικά, «εγώ όμως σίγουρα δεν είχα καμιά διάθεση να σε ξεπαρθενέψω! Για τ' όνομα του Θεού, δεν έχεις καμιά συναίσθηση του τι συνέβη;» Το πρόσωπό της είχε πανιάσει. «Εντάξει, δεν έγινε και τίποτε τόσο φοβερό», του είπε αδύναμα. «Κάποτε θα γινόταν, στο κάτωκάτω· δε θα έμενα αιώνια παρθένα. Κάποιος θα ήταν μοιραία ο πρώτος». «Γιατί έπρεπε να είμαι εγώ, που να πάρει;» «Επειδή... επειδή ήθελα να είσαι εσύ», έκανε ξεψυχισμένα η Κατρίνα. «Είναι τόσο κακό που διάλεξα εσένα;» «Θα μπορούσες να είχες διαλέξει κάποιον που να είσαι ερωτευμένη μαζί του, και που να σε θέλει εξίσου κι εκείνος!» «Κι εσύ με ήθελες», του αντιγύρισε βουρκωμένη. «Και βέβαια όχι», της πέταξε σκληρά, περισσότερο για να βάλει φρένο στον εαυτό του, παρά σ' εκείνη. «Αν δε με ήθελες, δε θα το έκανες», του είπε απελπισμένα. «Γιατί δεν το παραδέχεσαι;» Μπροστά στο αναστατωμένο, ωχρό, ικετευτικό της πρόσωπο, έπρεπε να μαζέψει και τα τελευταία ψήγματα της θέλησής του για να μπορέσει να κρατήσει κάποιον αυτοέλεγχο. «Δεν πρόκειται να παραδεχτώ τίποτε τέτοιο», είπε σκληρά. «Δεν είμαι καθόλου διατεθειμένος να μπλέξω σε ιστορίες, Κατρίνα, γι' αυτό ας βάλουμε τα πράγματα κάτω, να το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή αυτό το θέμα. Το ότι με παρέσυρες και κάναμε έρωτα, δε σημαίνει απαραίτητα ότι σε ήθελα κιόλας!» 78


«Όχι;» έκανε ξεψυχισμένα εκείνη. «Για τ' όνομα του Θεού, προσπάθησε να καταλάβεις», της είπε απελπισμένος, παλεύοντας με νύχια και με δόντια ενάντια στην παρόρμησή του να κόψει την κουβέντα, να την πάρει στην αγκαλιά του και να την πνίξει στα φιλιά. «Δε λέω ότι δεν είσαι όμορφη κι επιθυμητή. η ότι δε θα σε ήθελα κάτω από ορισμένες συνθήκες όμως πως είμαι δεσμευμένος με μιαν άλλη γυναίκα, πως ζω μαζί της πως ετοιμάζομαι να την παντρευτώ. Είμαι ερωτευμένος με τη Λόρι Κατρίνα. κι αυτό δεν είναι κάτι το καινούριο δε στο έκρυψα ποτέ» «Το ξέρω». Η φωνή της ίσα που ακούστηκε. Είχε κατεβάσει τώρα τα μάτια, κι έδειχνε οδυνηρά μικρή κι ευάλωτη. Η θέα της τον πλήγωνε αβάσταχτα, αλλά ήξερε πως δεν είχε τα περιθώρια για ποτέ περισσότερο. «Απ' την άλλη»», συνέχισε αλύπητα, «εσύ παίζεις ακόμα με τον έρωτα. Τώρα αποφάσισες ξαφνικά ότι έπρεπε να πάψεις να είσαι; παρθένα, και διάλεξες εμένα γι' αυτό το σκοπό, χωρίς να σκεφτείς καθόλου πως ίσως εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος ν' απατήσω την κοπέλα μου για να διακορεύσω κάποιαν άλλη. Ήρθες εδώ σκόπιμα και υπολογισμένα για να με παρασύρεις· μου προσφέρθηκες αναφανδόν, και πίστεψε με, εμείς οι άντρες είμαστε έτσι φτιαγμένοι, που δεν μπορούμε εύκολα ν' αντισταθούμε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, ακόμα κι αν η συγκεκριμένη γυναίκα μάς είναι κατά τα άλλα εντελώς αδιάφορη. Ήταν φοβερό λάθος μου που σ' έφερα εδώ, το παραδέχομαι. Φέρω όλη την ευθύνη για ό,τι έγινε, και δεν προτίθεμαι να ρίξω το φταίξιμο σ' εσένα. Δεν έπρεπε για κανένα λόγο ν' αφεθώ να παρασυρθώ, αλλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ πως ό,τι συνέβη, συνέβη σε μια στιγμή σαρκικής αδυναμίας και μόνο. Κι αν ήξερα ότι ήσουν ανέγγιχτη, δε θα το έκανα για κανένα λόγο. Αλλά πώς στο καλό να το υποψιαστώ; Παραδέξου το, δεν είχες καθόλου τη συμπεριφορά παρθένας κι εξάλλου, νόμιζα πως εσύ κι ο Τρέιβερς είχατε ολοκληρωμένες σχέσεις!» «Όχι, δεν είχαμε», είπε άτονα η Κατρίνα. «Βλακεία σου που πίστεψες κάτι τέτοιο». «Τι στο καλό», έκανε μπουρινιασμένος ο Μπροντ. «Εσύ μόνη σου μου είπες ότι πλάγιαζες μαζί του!» «Λοιπόν, είπα ψέματα», δήλωσε με απάθεια η Κατρίνα. Ήταν ακόμα πολύ χλομή, αλλά φαινόταν να ξαναβρίσκει την πόζα της. Το βλέμμα της ήταν τώρα σκληρό, το πρόσωπό της αλλόκοτα σφιγμένο. Έμοιαζε ξαφνικά εντελώς διαφορετική· καμιά σχέση με το κορίτσι που του είχε προσφερθεί με τόση εγκατάλειψη. 79


«Γιατί, που να πάρει;» τη ρώτησε εξουθενωμένος. «Γιατί ήθελα να μου το κάνεις, και ήξερα πως θα ήταν ευκολότερο έτσι». Έμεινε να την κοιτάζει σαν ηλίθιος· κι εκείνη του έστρεψε την πλάτη, και μαζεύοντας το σωρό τα ρούχα της απ' το πάτωμα, τράβηξε για το μπάνιο. Νιώθοντας σαν να τον είχαν χαστουκίσει βάναυσα, ο Μπροντ συγκράτησε όπως όπως την οργή του, μάζεψε τα ρούχα του, και πήγε να πλυθεί και να ντυθεί στο βεσέ. Ήταν έτοιμος όταν εκείνη επέστρεψε αγέρωχη στο καθιστικό λέγοντας κοφτά: «Φεύγουμε τώρα;» «Μια στιγμή», είπε παγερά ο Μπροντ. «Πριν φύγουμε, κάνε μου χάρη να μου εξηγήσεις τι εννοούσες προηγουμένως. Τι πάει να πει, ήθελες να στο κάνω και θα ήταν ευκολότερο έτσι; και γιατί που να πάρει έπρεπε σώνει και καλά να στο κάνω; Γιατί εγώ, σε τελευταία ανάλυση, κι όχι κάποιος άλλος;» Δεν ήξερε τι ήθελε ν' ακούσει η απάντησή της όμως τον έκανε σχεδόν να πέσει ανάσκελα με τον κυνισμό της. Χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει, του είπε στεγνά: «Κοίτα, μην το παίρνεις προσωπικά θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε στη θέση σου. Διάλεξα εσένα επειδή ήσουν πιο πεπειραμένος απ' τους άλλους υποψήφιους. Σκέφτηκα πως θα ήξερες τι να κάνεις, πολύ καλύτερα απ' όσο ο Όλιβερ Γουέλμπι, ας πούμε, που δεν έχει πάει ακόμα με γυναίκα. Αυτό ήταν όλο». «A, έτσι», έκανε σαν χαμένος ο Μπροντ, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως βαστιόταν με τα δόντια για να μην την αρπάξει κι αρχίσει να την ταρακουνάει μέχρι λιποθυμίας. «Και γιατί δεν κατέφευγες τόσον καιρό στις υπηρεσίες του Τρέιβερς; Αν αληθεύουν τα μισά απ' όσα έχω ακούσει για το άτομό του, πρέπει να είναι πολύ πιο πεπειραμένος από μένα και άπειρα πιο πρόθυμος!» Κρατώντας του σταθερά γυρισμένη την πλάτη, του είπε ξερά: «Αν θέλεις όλη την αλήθεια, εγώ το επεδίωξα, αλλά ο Πολ δεν αποφάσιζε να το κάνει. Δεν ξέρω, ίσως φοβόταν πως αν με ξεπαρθένευε θα είχα μετά τίποτε φοβερές απαιτήσεις, και θα μπλέκαμε άσχημα μ' εκείνη τη φοράδα τη Φράνσις. Έχει κολλήσει πάνω της σαν στρείδι, και δε λέει να ξεκολλήσει κι εγώ δεν αντέχω άλλο να είμαι μαζί του και να μην είμαι. Αν περίμενα τον Πολ να το πάρει απόφαση και να χωρίσει τη γυναίκα του, θα πέθαινα παρθένα». «Τι διάβολο θέλεις να πεις;» έκανε τρέμοντας ο Μπροντ. «Πως 80


ήρθες να σε ξεπαρθενέψω, επειδή αρνήθηκε να το κάνει ο Πολ Τρέιβερς;» «Κάπως έτσι», είπε στεγνά η Κατρίνα, ψάχνοντας για το τσαντάκι της. «Κι επίσης για να του αποδείξω ότι υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια». Στράφηκε επιτέλους να τον κοιτάξει με το πρόσωπο ακόμα κατάχλομο, αλλά σφιγμένο αποφασιστικά. Την κοίταζε εμβρόντητος δεν ήταν καλά-καλά δεκαεφτά ένα ποτήρι κόκα-κόλα και του ανέπτυσσε το σκεπτικό της με την αταραξία έμπειρης σαραντάρας. «Έτσι απλά» είπε, μόνο όταν κατάφερε να ξαναβρεί την φωνή του. « Τι έγινε δε στο κάνει αυτός που θέλεις- ε καλά θα στο κάνει κάποιος άλλος, Αυτό δεν είναι;» «Περίπου» είπε προκλητικά η Κατρίνα. «Και παρ' όλα αυτά ισχυρίζεσαι ότι τον αγαπάς κιόλας;» Η Κατρίνα σήκωσε περήφανα το κεφάλι ρίχνοντας πίσω ένα χείμαρρο σκουροκόκκινα μαλλιά «Και βέβαια τον αγαπάω», είπε επιθετικά «τον αγαπάω τρέλα, και θέλω να είμαι ολοκληρωτικά δική του έτσι όμως που έχουν τα πράγματα, θα περιμένω χρόνια απ' ότι φαίνεται. Μπορεί όμως αυτό που έγινε απόψε να τον ταρακουνήσει. Ποτέ δεν ξέρεις. Αν πιστέψει ότι με χάνει, μπορεί να πάρει επιτέλους την απόφαση». «Σίγουρα», είπε μισοπνιγμένος ο Μπροντ. «Είναι βέβαια και κάτι άλλο που δεν το σκέφτηκες αν σε βρει έτοιμη και ξεπαρθενεμένη, μπορεί να πάψει επίσης να έχει τους σχετικούς ενδοιασμούς του!» «Ω ναι. Το σκέφτηκα κι αυτό», του αντιγύρισε προκλητικά. «Μπορείς τώρα σε παρακαλώ να με πας στο σπίτι:» Καλύτερα θα του ερχόταν να τη στραγγαλίσει, σκέφτηκε ο Μπροντ, ψάχνοντας για τα κλειδιά του. Ξαφνικά ένιωθε εντελώς άρρωστος. Πήρε και το σακάκι του απ' τον καναπέ, κι είπε μεσ' απ' τα σφιγμένα του δόντια: -Ελπίζω τουλάχιστον να το ευχαριστήθηκες». «Ω να. ήταν πολύ καλό», είπε ευγενικά η Κατρίνα. «Πόνεσα λίγο βέβαια, αλλά όχι όσο φανταζόμουν. Να σου πω. δε θα μου ήταν δυσάρεστο να τό ξανακάνουμε καμιά φορά στο μέλλον χωρίς άλλη δέσμευση, εννοείται». -Δε νομίζω πως θα ήταν και τόσο καλή ιδέα», της πέταξε μισοπνιγμένος. σφίγγοντας ασυναίσθητα τις γροθιές του. -Μάλλον έχεις δίκιο», συμφώνησε η Κατρίνα. «Εντάξει», είπε 81


μετά. ρίχνοντας μια ματιά στο κάτωχρο πρόσωπό του και ερμηνεύοντας την ταραχή του με τη δική της λογική. «Δεν τρέχει τίποτα και μην ανησυχείς, κανείς δεν πρόκειται να μάθει ποιος έκανε τη ζημιά ούτε ο παππούς, ούτε η Λόρι. Ούτε καν στον Πολ δε θα το πω. Άσ' τον ν' αναρωτιέται». «Ευχαριστώ, είσαι εξαιρετικά μεγαλόψυχη», της πέταξε σαρκαστικά. και βροντώντας πίσω τους την εξώπορτα την ακολούθησε βράζοντας μέχρι την Πόρσε. Κάλυψαν τη μικρή απόσταση ως το Φέντον Γκέιτ μες στην πιο παγωμένη σιωπή και μόνο όταν έφτασαν εκεί κι ο Μπροντ παρκάρισε μπροστά στο σπίτι, στράφηκε και της είπε στεγνά: «Σκέφτηκες πως αυτή η νύχτα μπορεί να έχει και άλλες συνέπειες;» -Μπα. δεν υπάρχει τέτοιος φόβος», είπε ανέμελα η Κατρίνα «Ήμουν προετοιμασμένη, και το χάπι είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό» «Προετοιμασμένη;» έκανε βράζοντας ο Μπροντ. Από ένα σημείο πέρα, κάθε της λέξη πλήγωνε σαν μαχαιριά. «Βέβαια. Αφού επεδίωκα κάτι τέτοιο, ήταν φυσικό να πάρω έγκαιρα τα μέτρα μου». Ο Μπροντ έσφιξε ανίσχυρα τα χέρια του γύρω απ' το τιμόνι. Ω! το έγκλημα δεν ήταν μόνο προμελετημένο, ήταν και σχεδιασμένο προσεχτικά· τόσος κυνισμός, τον ίδιο τον αρρώσταινε. Δεν την περνούσε παρά μόνο κάτι παραπάνω από οχτώ χρόνια, κι όμως ένιωθε σαν δεινόσαυρος μπροστά της. Αν το χάσμα των γενεών άρχιζε από τόσο μικρές διαφορές ηλικίας, δεν ήθελε ούτε να σκέπτεται τι είδους χάσμα θα τον χώριζε στο μέλλον απ' τα παιδιά του. Της είπε μεσ' απ’ τα σφιγμένα του δόντια: «Είναι ευτύχημα που η γενιά σου έμαθε να πηγαίνει ακόμα και στα παρθεναγωγεία με τα αντισυλληπτικά στο τσεπάκι. Ομολογώ πως θα μου ήταν πολύ δυσάρεστο να βρεθώ αντιμέτωπος και με άλλου είδους επιπτώσεις». «Γιατί, τι φαντάζεσαι ότι θα σου ζητούσα να κάνεις;» τον ρώτησε καυστικά. «Να χωρίσεις τη Λόρι και να πάρεις εμένα;» «Αν κρίνω απ' όσα βλέπω», της αντιγύρισε στον ίδιο τόνο, «το πιθανότερο είναι πως θα μου ζητούσες απλά να σε βοηθήσω ν' απαλλαχτείς απ' τον ανεπιθύμητο καρπό!» «Έκανες διάνα», είπε στεγνά η Κατρίνα, και χωρίς να προσθέσει τίποτ' άλλο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε αγέρωχα απ' το χαμηλό αυτοκίνητο. Μετά από μια άγρυπνη νύχτα, ο Μπροντ έφυγε νωρίς-νωρίς το άλλο πρωί για το Σέφιλντ, αποφασισμένος να διαγράψει οριστικά 82


αυτό το επεισόδιο, και να μην το αφήσει να επηρεάσει πιο ουσιαστικά τη ζωή του. Στο κάτω-κάτω δεν είχε συμβεί τίποτε το τόσο τρομερό, επαναλάμβανε στον εαυτό του καθώς οδηγούσε, αξύριστος και καταβεβλημένος απ' την άσχημη νύχτα που είχε περάσει, προς το σπίτι και τη Λόρι. Μπορεί να ένιωθε τώρα φοβερά ένοχος, αλλά τι μερίδιο ευθύνης του αναλογούσε στην πραγματικότητα; Σίγουρα εκείνος και μόνο εκείνος έφταιγε για όσα είχαν συμβεί. Απ' την άλλη όμως δεν την είχε βιάσει· δεν την είχε αποπλανήσει, δεν είχε επιχειρήσει να την ξελογιάσει, ούτε καν να τη γοητεύσει. Αντίθετα, εκείνο το αχαρακτήριστο, κυνικό και πωρωμένο νυμφίδιο τον προκαλούσε άγρια εδώ και μήνες· και μόλις της είχε δοθεί η ευκαιρία, είχε βάλει αμέσως σ' εφαρμογή ένα ψυχρό σχέδιο για να τον αποπλανήσει εκείνη. Δεν τον έκανε καν κέφι· τον είχε χρησιμοποιήσει σαν υποκατάστατο ενός άλλου άντρα, σαν σεξουαλικό εργαλείο, σαν μέσον για να χάσει την παρθενιά της. Σαν πεπειραμένο επιβήτορα, που θα ήξερε πώς να της το βάλει καλύτερα απ' όσο οι άπραγοι νεαροί φίλοι. Αυτό έτσουζε στ' αλήθεια άσχημα. Περισσότερο ακόμη κι απ' αισθήματα ενοχής του απέναντι στη Λόρι και στον Ντάγκλας. Γιατί στο κάτω-κάτω. αυτό που είχε συμβεί δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν απιστία απέναντι στη σύντροφό του και όσο για τον Ντάγκλας, του άξιζε ίσως κάτι τέτοιο. Τόσα χρόνια πήγαινε γυρεύοντας. Εκείνος την είχε χαλάσει, με το να της τα κάνει όλα καλά. Την είχε παραχαϊδέψει αρκετά για να τη μεταβάλει σ' αυτό το κακομαθημένο, αλαζονικό πλάσμα, που θεωρούσε πως ήταν δικαίωμά του να βγαίνει στον κόσμο και να παίρνει αυτό που ήθελε με κάθε τρόπο. Ένιωθε τώρα τόσο εξοργισμένος μαζί της, που του ερχόταν να γυρίσει πίσω, να πάει να τη βρει, και να της δώσει το ξύλο της ζωής της. Ήταν αχαρακτήριστο από μέρους της να τον μπλέξει έτσι επειδή ο Τρέιβερς, που φοβόταν τη γυναίκα του όσο τίποτε στον κόσμο, δεν τολμούσε να ξανοιχτεί μ' αυτόν τον πρασινομάτικο μικρό διάβολο. Όχι, τελικά δεν ήθελε να της δώσει απλά ένα χέρι ξύλο ήθελε να την πνίξει. Ήθελε επίσης να την ξαναπάρει στην αγκαλιά του, να μυρίσει το άρωμά της, ν' αγγίξει το μεταξένιο δέρμα της, να χαθεί στα βαθυπράσινα μάτια της, να ξαναφιλήσει τα τρυφερά της χείλια και μετά να μπει μέσα της και να την κάνει να ξεχάσει κάθε άλλον άντρα, για πάντα. 83


Στα μισά της διαδρομής για το Σέφιλντ, ο Μπροντ συνειδητοποίησε πως περισσότερο κι απ' τον πληγωμένο του εγωισμό, τον έτσουζε η επίγνωση πως δεν υπήρχε περίπτωση να ξανασυμβεί τίποτε απ' όλ' αυτά. Κι αν υπήρχε και κάτι ακόμα χειρότερο, ήταν η επίγνωση πως ζήλευε τον Τρέιβερς σαν κολασμένος. Τον τρέλαινε η σκέψη πως η Κατρίνα θα τα κατάφερνε αργά ή γρήγορα να χωθεί και στο δικό του κρεβάτι. Ένιωθε τόσο άρρωστος, που σε κάποιο σημείο σταμάτησε, ξέροντας πως θα του ήταν αδύνατο ν' αντιμετωπίσει τη Λόρι μ' όλο αυτό το συναισθηματικό κομφούζιο που μαινόταν μέσα του. Για κάμποση ώρα έμεινε παρκαρισμένος στην άκρη του αυτοκινητόδρομου, χαμένος σε κάτι που έμοιαζε με θολό πανικό. 'Ύστερα συνήλθε κάπως. Δε συνέβαινε τίποτε, στ' αλήθεια τίποτε που δε θα μπορούσε να το γιατρέψει μια νύχτα καλού ύπνου, κι η παρουσία της Λόρι στο πλευρό του. Του πήρε όμως μέρες μέχρι ν' αποστασιοποιηθεί κάπως απ' τα γεγονότα εκείνης της μοιραίας βραδιάς, και να ξεπεράσει τη συναισθηματική του σύγχυση. Ωστόσο η μικρή, αθέλητη παρασπονδία του συνέχιζε να παρεμβάλλεται ανάμεσα σ' εκείνον και στη Λόρι και ρίχνει τη σκιά της στη σχέση τους· κι αυτό δεν οφειλόταν μόνο στις ενοχές του. Τη μέρα που αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως πλάγιαζε με τη Λόρι ενώ από μέσα του ευχόταν να ήταν στη θέση της η Κατρίνα. τον έπνιξε ο πανικός. Δεν είχε ιδέα τι του είχε κάνει η μικρή μάγισσα ότι κι αν ήταν πάντως, απειλούσε άμεσα τη σχέση του με τη σύντροφο του. Και δεν έμεναν παρά ελάχιστοι μήνες μέχρι το γάμο τους. Δεν είχε τα περιθώρια να επιτρέψει στη φαντασία του τέτοια παιχνίδια. Έπρεπε με κάθε θυσία να πάψει ν' αντιδρά σαν πεισμωμένος έφηβος. Δεν ένιωθε στο κάτω-κάτω τίποτε για την Κατρίνα. μόνο ίσως μια ποταπή επιθυμία, που κι αυτήν τη συντηρούσε κυρίως ο πληγωμένος του εγωισμός. Άλλωστε δεν την είχε ξαναδεί καθόλου στις τρεις βδομάδες που είχαν μεσολαβήσει από κείνο το βράδυ. Ευτυχώς στο μεταξύ ο καιρός είχε φτιάξει, κι είχαν υποχωρήσει οι ρευματισμοί του Ντάγκλας έτσι μπορούσαν να συναντιούνται στο εργοστάσιο, κι όχι στο Φέντον Γκέιτ. Απ' την άλλη, ούτε η Κατρίνα έδειχνε καμιά διάθεση να τον συναντήσει, αλλιώς θα της ήταν εξαιρετικά εύκολο να τον στριμώξει κάπου, όσο κι αν προσπαθούσε αυτός να την αποφύγει. Το πιθανότερο ήταν πως τον απέφευγε κι εκείνη εξίσου. Τι να 84


τον έκανε άλλωστε από κει και πέρα; Είχε πάρει αυτό που ήθελε, και χώρα μπορούσε ν' ασχοληθεί αποκλειστικά με το πρόβλημα Πολ Τρέιβερς. Η Φράνσις είχε επιστρέφει απ' την Ελβετία, κι η ζωή των δύο εραστών θα είχε γίνει σίγουρα πολύ πιο δύσκολη. Το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν εκείνες τις μέρες η Κατρίνα, ήταν προφανώς ο περιστασιακός της εραστής της μιας νύχτας. Ένα βράδυ όμως, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει απ' το πατρικό του για το Σέφιλντ, χτύπησε το τηλέφωνο κι ο Μπροντ ένιωσε να χάνει όλο του το χρώμα όταν άκουσε τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Μπροντ;» έκανε λίγο ξέπνοα η Κατρίνα. «Εγώ είμαι πάλι». Μαζεύοντας όπως-όπως κάποια ψήγματα αυτοκυριαρχίας, της είπε ψυχρά: «Ήμουν έτοιμος να φύγω». Η καρδιά του ωστόσο έκανε τούμπες στο στήθος του, κι οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. «Δε θα σε καθυστερήσω», είπε αχνά το κορίτσι. «Απλά... να, σκέφτηκα μήπως θα μπορούσα να περάσω από κει για λίγο». Ζαλάδα του ήρθε στα λόγια της. Είχε σηκώσει το τηλέφωνο στο καθιστικό, ένα δωμάτιο ασφυχτικά γεμάτο απ' τις αναμνήσεις εκείνης της μοιραίας βραδιάς. Πάνω στην παχιά μοκέτα διακρινόταν ακόμα ένας μικροσκοπικός λεκές από αίμα, που η κυρία 'Ελστρι δεν τον είχε προσέξει, ή είχε αμελήσει να τον βγάλει. «Γιατί;» τη ρώτησε παγερά. «Συμβαίνει τίποτε το αξιοσημείωτο;» «Όχι βέβαια. Απλά σκέφτηκα... Ήμουν μόνη, και σκέφτηκα πως θα ήθελες να με κεράσεις ένα ποτό·· » Το αίμα όλο του ανέβηκε το κεφάλι Ώστε λοιπόν αυτό το αναίσχυντο νυμφίδιο είχε αποφασίσει να παίξει λίγο ακόμα μαζί αδιαφορώντας εντελώς για την αναστάτωση που έφερνε στη του, για τα δικά του αισθήματα, για τις ηθικές του αναστολές Τρέμοντας απ' την οργή, της είπε σκληρά: «Τι τρέχει. Κατρίνα; Μη μου πεις πως ο Τρέιβερς δεν επωφελήθηκε ακόμα απ' το δρόμο που άνοιξα προς όφελος του!» Την άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα. Του αποκρίθηκε σιγανά: «Αυτό δεν έχει σχέση με τον Πολ». «Αλήθεια;» έκανε σαρκαστικά ο Μπροντ. «Τότε με τι έχει;· Ήθελα μόνο να σε δω», του αποκρίθηκε τρεμουλιαστά. «Να με δεις, ή να με πείσεις να σε ρίξω πάλι στο κρεβάτι;» της αντιγύρισε βράζοντας απ' την οργή. «Μπορεί να είναι κι αυτό», είπε συγκρατημένα η Κατρίνα. «Δε θα το ήθελες;» 85


Πνίγοντας όπως-όπως μιαν εξωφρενική παρόρμηση να της πει ναι. της απάντησε παγερά: Όχι, δε θα το ήθελα. Λυπάμαι, Κατρίνα. αλλά θα σε παρακαλέσω να μη με ξαναενοχλήσεις από δω και πέρα καλή σου νύχτα». Έτρεμε σύγκορμος όλη την ώρα που οδηγούσε σαν μανιακός προς το Σέφιλντ. Έτρεμε επειδή ήταν εξοργισμένος κι επειδή ήξερε πως λίγο είχε λείψει να της πει 'έλα'. Και μετά να μείνει κλεισμένος μια βδομάδα μαζί της μες στο σπίτι. κάνοντας της έρωτα σαν τρελαμένος. Έτρεμε επίσης, επειδή δεν ήξερε αν θα τα κατάφερνε να της πει όχι και την επόμενη φορά. Εκείνη τη νύχτα, όσο κι αν προσπάθησε απελπισμένα, δεν κατάφερε να κάνει έρωτα στη Λόρι. Το είναι του όλο λαχταρούσε την Κατρίνα με μιαν επιθυμία που άγγιζε τα όρια της οδύνης. Κι ένιωθε άρρωστος απ' την ενοχή και την αγωνία. Στις μέρες που ακολούθησαν κατάφερε να συμμαζέψει κάπως τις παρορμήσεις του. και να δώσει πάλι κάποια επίφαση ηρεμίας στη ζωή του. Ύστερα εκείνη του ξανατηλεφώνησε όχι στο σπίτι, αλλά στο ιδιαίτερο γραφείο του, στο Σέφιλντ. Ακούγοντας τη φωνή της. τον έλουσε κρύος ιδρώτας. «Σε παρακαλώ. μην κλείσεις το τηλέφωνο», είπε ικετευτικά η Κατρίνα, ερμηνεύοντας σωστά τη νεκρική σιωπή που είχε πέσει στην άλλη άκρη της γραμμής. «Πρέπει να σου μιλήσω». «Έχουμε να πούμε τίποτα εμείς οι δυο;» τη ρώτησε μέσ' απ' τα σφιγμένα του δόντια. «θέλω να σε δω. Σε παρακαλώ, θα μου τηλεφωνήσεις όταν έρθεις σπίτι; Σε παρακαλώ. Μπροντ!» «Νομίζω» είπε αποκαμωμένος ο Μπροντ. «αυτό στο ξεκαθάρισα τις προάλλες Κατρίνα ότι δεν είμαι διατεθειμένος να σε ξαναδώ και σου ζήτησα να μη με ξαναενοχλήσεις. Πνιχτός ήχος που ήρθε στ' αφτιά του έμοιαζε πολύ με λυγμό αλλά ο Μπροντ είχε μάθει όλα της τα κόλπα. Η Κατρίνα χρησιμοποιούσε εξίσου καλά την γαλιφιά την πρόκληση ή τα δάκρυα προκειμένου να περάσει το δικό της. Αυτή τη φορά είναι διαφορετικό είπε σπασμένα. «Δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι θέλω, θέλω μονο να συζητήσουμε. Γυμνοί σαν τους πρωτοπλάστους πάνω στη μοκέτα;» της πέταξε σαρκαστικά. Λυπάμαι κορίτσι μου αλλά δε γίνεται. Αν το χρειάζεσαι τόσο πολύ προσπάθησε να ρίξεις τον Τρέιβερς η οποιονδήποτε άλλον σου καθίσει τέλος πάντων. Εγώ δεν ενδιαφέρομαι». 86


Της έκλεισε εκεί πάνω το τηλέφωνο. Κι αμέσως μετάνιωσε πικρά για την αποτομιά του θα μπορούσε να ήταν κάπως πιο ανεκτικός. Σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη μέρα. Δεν υπήρχε λόγος να την απορρίψει μ' αυτό τον τρόπο δεν ήταν παρά ένα παραπλανημένο κοριτσάκι στο κάτω- κάτω. Τι κοριτσάκι δηλαδή μια γυναίκα με το διάβολο στο κορμί ήταν κι εκείνος δεν είχε άλλη άμυνα απέναντί της πέρα από την αγένεια, την αποτομιά και την σκληρότητα στην ανάγκη. Δεν ένιωθε περήφανος γι' αυτό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Αν αφηνόταν να μαλακώσει θα ήταν χαμένος από χέρι. Ήταν ήδη χαμένος από χέρι μόνο που αρνιόταν από καιρό να το παραδεχτεί. Εκείνη την μοιραία νύχτα η μικρή μάγισσα είχε μπει Κυριολεκτικά στο αίμα του. Ίσως μάλιστα να είχε συμβεί αυτό κι από πολύ πιο πριν ίσως να την είχε ποθήσει υποσυνείδητα από την πρώτη στιγμή που είχε αντιληφτεί πως η Κατρίνα είχε πάψει να είναι παΐδι και είχε γίνει μια εκθαμβωτική γυναίκα. Θα έπρεπε να τη βγάλει, από μέσα του με κάθε θυσία. Την επόμενη κιόλας τακτοποίησε εσπευσμένα τις εκκρεμότητες του, έπεισε τη Λόρι να ζητήσει δυο εβδομάδων άδεια απ' το Κέντρο Ερευνών. οπού εργαζόταν, και την πήρε για ένα ρομαντικό ταξίδι στις Μαλβίδες Το ταξίδι δεν ήταν και τόσο ρομαντικό όσο θα ήθελε ο ίδιος δυο εβδομάδες ωστόσο ηρεμίας και απομόνωσης με τη Λόρι. τον έπεισαν πως είχε θεραπευτεί από μια τουλάχιστον αρρωστημένη έμμονη ιδέα. Επιστρέφοντος στην Αγγλία ένιωθε πάλι δυνατός, ατσαλωμένος πανέτοιμος ν' αντιμετωπίσει όλες τις προκλήσεις της Κατρίνας. Για μια φορά όμως δε χρειάστηκε να βάλει τις αντιστάσεις του σε δοκιμασία γιατί όσο αυτός έλειπε στις Μαλδίβες, πασχίζοντας να οικοδομήσει την άμυνα του απέναντι της. η Κατρίνα είχε φύγει από το Φεντον Γκειτ. και απ' τη ζωή του.

87


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 «Για τ' όνομα του Θεού», είπε ξερά ο Μπροντ, «σου είπα, δεν έχεις κανόνα λόγο να είσαι νευρική. Όλα θα πάνε καλά, ειδικά αν πάψεις να τρέμεις σαν τρομαγμένο κουνέλι!» «Δεν τρέμω», είπε σφιγμένα η Λιζ. «Δεν τρέμεις; Εγώ ακούω τα δόντια σου που κροταλίζουν». Η Λιζ δεν ήξερε αν κροτάλιζαν τα δόντια της· το σίγουρο πάντως ήταν πως τα σωθικά της έτρεμαν σαν ζελές κι έτρεμαν έτσι από εκείνη τη μέρα που είχε ανοίξει την πόρτα της, κι είχε δει τον Μπροντ Χάμοντ να την περιμένει αραγμένος στην παλιά της πολυθρόνα. Ποτέ της δεν ήταν δειλή ή αναποφάσιστη· και στη ζωή της τα είχε βγάλει πέρα με πολύ πιο δύσκολες καταστάσεις. Ήξερε άλλωστε απ' την αρχή τι συνεπαγόταν η απόφαση που είχε πιεστεί να πάρει· ήξερε τι θα είχε να αντιμετωπίσει, το είχε ξεκαθαρίσει μες στο μυαλό της, κι είχε υπολογίσει πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα τα κατάφερνε. Τώρα που είχε μπει στο χορό, θα χόρευε όσο καλύτερα γινόταν, κοιτάζοντας να μπλέξει όσο το δυνατόν λιγότερο. Λογικά, ο Μακλέιν δε θα της δημιουργούσε πρόβλημα. Δεν ήταν παρά ένας γέρος, άρρωστος άνθρωπος που τα είχε μισοχαμένα κι όλες αυτές τις μέρες εκείνη προετοιμαζόταν για τη συνάντησή τους. Είχε ξεκαθαρίσει τι θα του έλεγε και πώς θα όπλιζε το ρόλο της. Μέσα στα όρια του εφικτού, θα μπορούσε να πείσει και ν' αποφύγει τις παγίδες. Στην πραγματικότητα, αυτό που την αποσυντόνιζε και την έκανε να τρέμει δεν ήταν η προοπτική της συνάντησης με τον Μακλέιν ήταν η συνεχής και αναπόφευκτη παρουσία του Μπροντ Χάμοντ στη ζωή της. Η εγγύτητά του την αναστάτωνε τόσο πολύ, που της έφερνε μια σχεδόν σωματική δυσφορία. Όλες αυτές τις τελευταίες μέρες έτρεμε 88


την κάθε συνάντησή τους, παρόλο που εκείνος, όπως της το είχε υποσχεθεί, δεν την είχε ξαναγγίξει, κι ούτε της είχε ρίξει έστω ένα βλέμμα που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν ερωτικό. Εκείνη μάλιστα την πρώτη βραδιά είχε φύγει απ' το δωμάτιό της μ ένα ξερό καληνύχτα τόσο παγερός και απροσπέλαστος, που η Λιζ είχε μείνει να ελπίζει ανόητα, και μαζί να φοβάται αρρωστημένα, πως ίσως άλλαζε γνώμη και να μην ξαναρχόταν καθόλου. Κατεβαίνοντας αργότερα για να πάει στο "Κόκα", έπεσε πάνω Στη Μάγκι Μπράουν που είχε ξεθαρρέψει στο μεταξύ κι είχε αφήσει την περιέργεια της να πάρει το πάνω χέρι. «Χρυσό μου, έφυγε ο συγγενής σου;» Συγκρατώντας όπως-όπως την αγανάκτηση της, η Λιζ είπε ευγενικά «Ναι κυρία Μπράουν,. και τώρα πρέπει να τρέξω στη δουλειά. «Καλά δεν πειράξει να καθυστερήσεις πέντε λεπτά" Η υπόθεση κατά τη γνώμη της Μάγκι, είχε πολύ ψωμί. «Μα τι εξαιρετικός κύριος χρυσή μου. Τι συζητούσατε τόσες ώρες;» «Διάφορα οικογενειακά θέματα», είπε αόριστα η Λιζ. Ο κύριος Χάμοντ είναι ξάδερφος μου. κι είχα να τον δω χρόνια». «Τι ωραία » αποφάνθηκε η Μάγκι. «Είναι πολύ ευχάριστο να συναντιούνται οι συγγενείς ποτέ πότε. Κι ο ξάδερφος σου, χρυσό μου, είναι τόσο τζέντλεμαν Δεν υπάρχουν πια πολλοί τέτοιοι στον κόσμο. Και πως έγινε και χαθήκατε τόσα χρονιά;» «Ζούσε στο εξωτερικό», είπε η Λιζ. -Τώρα που επέστρεψε, έψαξε αμέσως να μας βρει··. «A», έκανε με νόημα η κυρία Μπράουν. «Πάντως φαίνεται να νοιάζεται πολύ για την οικογένεια του. Το γλυκερό της ύφος δεν ξεγέλασε τη Λιζ ήξερε πως ακόμα κι αν ο Χαμοντ ήταν πραγματικός της ξάδερφος, η Μάγκι θα έβγαζε έτσι κι αλλιώς τα δικά της συμπεράσματα. Αλλά ο ξάδερφος την είχε καταγοητεύσει σε τέτοιο σημείο, που προφανώς πίστευε πως άξιζε να κολαστεί η Λιζ για χάρη του. «Ελπίζω να κάνει το καθήκον του από δω και πέρα», πρόσθεσε με νόημα, κι ήταν σαν να είχε πει ξεκάθαρα, ελπίζω να φανείς έξυπνη και να του τα μασήσεις κανονικά. «Ω. δεν έχω τέτοιες απαιτήσεις από τον κύριο Χάμοντ», είπε ανέμελα η Λιζ. «Είναι όμως καλά δικτυωμένος, και μπορεί να μου εξασφαλίσει καμία πιο αξιοπρεπή δουλειά··. «Έκανα λοιπόν καλά που του άνοιξα την πόρτα», συμπέρανε αυτάρεσκα η Μάγκι. «Μόλις μου μίλησε, είδα με τι κύριο είχα να κάνω. Δε γελιέμαι εύκολα εγώ έχω πείρα απ' τον κόσμο, και το μάτι 89


μου κόβει. Και τι ωραίος άντρας. αγαπητή μου··, πρόσθεσε μ' ένα στεναγμό γιατί θα έσκαγε αν δεν το έλεγε «Τι σώμα ήταν αυτό, τι πρόσωπο... Σαν σταρ του σινεμά. δε βρίσκεις, χρυσό μου;» -Οπωσδήποτε, κυρία Μπράουν». τη βεβαίωσε ευγενικά η Λιζ, κι έφυγε τρέχοντος για το σταθμό του μετρό. Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε πολύ άσχημα, και την επομένη στο κομμωτήριο σερνόταν στα πόδια της. Στις πέντε όμως το απόγευμα όταν βγήκε απ' το "Λέιντις Πάρλορ" στο δρόμο, τα γόνατά κόπηκαν από έναν εντελώς διαφορετικό λόγο. Απ' έξω, γερμένος νωχελικά σε μια κολόνα και ωραίος σαν κακός ήρωας μέσα στα πανάκριβα σπορ ρούχα του, την περίμενε ο Μπροντ Χάμοντ. «Πάμε κάπου να φάμε», της είπε ουδέτερα, «και μετά την αράζουμε όπου προτιμάς». «Δεν είμαι ντυμένη για φαΐ έξω», είπε στριφνά η Λιζ, προσπαθώντας να πείσει την καρδιά της να ξαναβρεί το φυσιολογικό της ρυθμό. Αλλά ο σφυγμός της παλάβωνε, κι ένιωθε πάλι να παγώνει και να ζεσταίνεται ταυτόχρονα. «Δεν είχα σκοπό να σε πάω στο "Ριτζ", ούτε στο "Μπελβεντέρε" , της πέταξε, ξαφνικά εκνευρισμένος. Πήγαν τελικά σε μια ήσυχη πιτσαρία· κι ύστερα, καθώς οι επιλογές ήταν ή το ξενοδοχείο του, ή το σπίτι της κυρίας Μπράουν, η Λιζ προτίμησε το δεύτερο. Το κακό έτσι κι αλλιώς είχε γίνει, κι η Μάγια δεν επρόκειτο να τους παρεξηγήσει περισσότερο απ' όσο τους είχε παρεξηγήσει ήδη. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το Σάββατο το βράδυ, όταν ο Μπροντ θεώρησε πως την είχε προετοιμάσει ικανοποιητικά. Όλες εκείνες τις μέρες την υποχρέωνε να αναφέρεται στον Μακλέιν σαν "παππού", και ο ίδιος την αποκαλούσε σταθερά "Κατρίνα". Ακούγοντας πάλι αυτό το όνομα που είχε αρχίσει να το μισεί, η Λιζ αντέδρασε αγριεμένη εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. «Κατρίνα, τελεία και παύλα», της δήλωσε ξερά. «Θα συνηθίσεις να το ακούς, όπως θα συνηθίσω κι εγώ να το λέω. Δεν πρόκειται να σε φωνάζω Λιζ, και μετά να ξεχαστώ και να σε φωνάξω έτσι μπροστά στον παππού σου». Είχε βέβαια δίκιο αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα αν εξέφραζε τις απόψεις του με κάπως λιγότερη αλαζονεία, σκεφτόταν βράζοντας η Λιζ, αποφασισμένη ν' αρπαχτεί από οτιδήποτε προκειμένου να συντηρήσει την επιθετικότητά της απέναντι του. Ο κύριος Χάμοντ ό90


μως αρεσκόταν να το παίζει αφέντης. Δεν πρότεινε ποτέ τίποτα διέταζε μόνο. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τρέξεις κι απόψε στο κλαμπ», της είχε δηλώσει την πρώτη μέρα. «Που να πάρει, θα σου δώσω εξήντα χιλιάδες λίρες! Είναι τόσο ανάγκη να συνεχίσεις να εμφανίζεσαι με τα οπίσθια έξω;» Του είχε πει αγριεμένη: «Το πώς εμφανίζομαι εγώ δε σε αφορά καθόλου εσένα. Και ναι, είναι απόλυτη ανάγκη. Αν μου τη σκάσεις εσύ, ας έχω τουλάχιστον τις αποδοχές αυτού του μήνα!» «Δεν πρόκειται να σου τη σκάσω, και το ξέρεις». «Αν δεν πάρω τα ψιλά στο χέρι», είπε ξερά η Λιζ, «δε σταματάω από πουθενά». «Σου είπα, θα στα δώσω πριν φύγουμε για το Ρέξχαμ». «Γιατί όχι τώρα; Φοβάσαι μην τα πάρω κι εξαφανιστώ;» «Ακριβώς», της αποκρίθηκε στεγνά. «Γι' αυτό θα σου δώσω τα λεφτά προτού μπούμε στο αεροπλάνο για το Γιορκσάιρ κι από κει πέρα δε θα σ' αφήσω απ' τα μάτια μου». « Μισητό υποκείμενο, σκέφτηκε λυσσώντας η Λιζ, ευχαριστημένη που μάζευε συνέχεια τόσους πολλούς λόγους για να τον αντιπαθεί ολόψυχα. Πραγματικά, η παρουσία του την αρρώσταινε. Είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της πως δεν άντεχε την αλαζονεία του, δεν άσχετο στυλ του, δεν άντεχε τα πανάκριβα ρούχα του, και προπαντός δεν άντεχε το σεξ-απίλ του. Ο Μπροντ Χάμοντ μπορεί να ήταν τοπίο συναρπαστικό αρσενικό που είχε τύχει ποτέ στο δρόμο της, αλλά δεν είχε καμιά απολύτως θέση στη δική της ζωή και στο δικό της κόσμο. Ας πήγαινε κάπου αλλού να ασκήσει την καταστροφική του γοητεία εκείνη θα τον αντιμαχόταν μέχρι τελικής πτώσεως. Τουλάχιστον είχε καταφέρει να περιορίσει τις συναντήσεις τους σε μόνο δύο πολύ καταπιεστικές ώρες την ημέρα. Και παρόλο που εκείνος είχε απαιτήσει να την πηγαίνει και να τη φέρνει απ' το "Κόκο", η Λιζ του το είχε ξεκόψει με τόση λύσσα, που τελικά πέρασε το δικό της. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να καλομάθει σε τέτοιες περιποιήσεις αν αφηνόταν στις επικίνδυνες ψευδαισθήσεις που της δημιουργούσε ο Μπροντ Χάμοντ, θα πήγαινε χαμένη. Δεν έπρεπε να ξεχνάει λεπτό πως κι η πιο ασήμαντη προσδοκία σε σχέση μ' αυτόν τον άντρα, θα ήταν θανάσιμο λάθος. Ευτυχώς, είχε ατέλειωτα αποθέματα αντιδραστικότητας για να οχυρωθεί πίσω τους κι επίσης ατέλειωτα αποθέματα κυνισμού και 91


αυτογνωσίας, ώστε να μην κινδυνεύει να πέσει θύμα κάποιας αυταπάτης. Θετά από όλη αυτή την ψυχολογική πίεση, η Λιζ δεν έβλεπε την ώρα να μιλήσει στην Μπρέντα. Δεν ήθελε όμως να τα συζητήσει όλ' αυτά απ' το τηλέφωνο, κι έτσι περίμενε αναγκαστικά να έρθει η Κυριακή, να της τα πει από κοντά. Έφυγε για το Λιτλ Χάμπτον, πιο προβληματισμένη και αγχωμένη από κάθε άλλη φορά. 'Όταν έφτασε όμως στο σπίτι, ο Τζέισον, που περίμενε πάντα με λαχτάρα τις επισκέψεις της, έτρεξε να πέσει στην αγκαλιά της σφίγγοντας στα μπράτσα του ένα τρισχαριτωμένο, μαλλιαρό κουτάβι. Η Λιζ τους αγκάλιασε και τους δυο, ύστερα πήρε τρυφερά στα χέρια της το σκυλάκι. Ο Τζέισον ήθελε ένα δικό του ζωάκι από καιρό τώρα, και δεν έδειχνε διατεθειμένος να αρκεστεί στις δυο κεραμιδόγατες που είχε υιοθετήσει η Μπρέντα. Η απόκτηση όμως και σκύλου θα σήμαινε μια επιβάρυνση στα οικονομικά τους, κι η Μπρέντα το ανέβαλε συνέχεια με διάφορα προσχήματα. Τώρα το αγόρι τη ρώτησε με λαχτάρα: «Μπορώ να τον κρατήσω δεν είν' έτσι; Ο Τομ είπε πως αν δεν τον θέλουμε, θα τον πάρει πίσω. Αλλά δε θέλω να τον δώσω. Είναι τόσο γλυκούλης, και νομίζω πως με αγάπησε κι αυτός τώρα πια. Αχ, σε παρακαλώ, άφησέ με να τον κρατήσω!» «Μα φυσικά», είπε χαμογελώντας η Λιζ. Με εξήντα χιλιάδες λίρες στην τράπεζα, μπορούσαν να κρατήσουν και κροκόδειλο αν ήθελαν. «Και ποιος είναι αυτός ο Τομ, μπορώ να μάθω;» ρώτησε μετά, χαμογελώντας στο κουτάβι που γαργαλιόταν όταν του έξυνε την κοιλιά. «Είναι ο καινούριος μας γιατρός», παρενέβη η Μπρέντα. «Αυτός που ήρθε όταν συνταξιοδοτήθηκε ο γιατρός Χέμινγκς. Θυμάσαι; Στο είχα πει τότε». «Πού να θυμάμαι τώρα», είπε ανέμελα η Λιζ. Ξαφνικά όμως συνειδητοποίησε πως υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα κάτι τόσο απροσδιόριστο, που δε θα το έπιανε ποτέ αν από έναν περίεργο συνειρμό το μυαλό της δεν το συνδύαζε με όλη την αλλαγή που είχε νιώσει στην Μπρέντα αυτό τον τελευταίο καιρό. «Το έφερε χτες το απόγευμα στον Τζέισον», συνέχισε η Μπρέντα, «και τον κάλεσα σήμερα για φαί. Δε σε πειράζει, έτσι δεν είναι;» «Να με πειράζει;» έκανε ξαφνιασμένη η Λιζ. «Ξέρεις πολύ καλά πως κάτι τέτοιες πρωτοβουλίες σου μ' ενθουσιάζουν». 92


Είδε την Μπρέντα να κοκκινίζει ελαφρά, κι οι κεραίες της ορθώθηκαν αυτόματα. «Πες μου γι' αυτόν», την παρότρυνε μαλακά. «Ω, δεν έχω πολλά να πω. Τον πρωτοείδαμε το Νοέμβρη, όταν ο Τζέισον έπαθε εκείνη τη γρίπη κι έμεινε τρεις μέρες στο κρεβάτι. Σου είχα πει τότε πως τον κουράρισε ο γιατρός Μπέιτς. Ήρθε δυοτρεις φορές να τον δει, και γνωριστήκαμε κάπως. Κι από τότε περνάει καμιά φορά να δει τι γινόμαστε. Χτες έφερε το κουτάβι στον Τζέισον, και θεώρησα πως έπρεπε να τον καλέσω για φαγητό. Αυτό είν' όλο». Μια ματιά στον Τζέισον βεβαίωσε τη Λιζ πως έτσι απασχολημένος που ήταν στην αυλή με το κουτάβι του, δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει να τις διακόψει. «Έλα τώρα», είπε στην Μπρέντα. «Δεν είμαι κι ολότελα βλάκας, ξέρεις άσε τις υπεκφυγές και πες μου τι συμβαίνει κι έχεις τόσα κέφια τώρα τελευταία. Επίσης τι συμβαίνει και ροδοκοκκινίζεις κάθε φορά που λες το όνομα Μπέιτς». «Μα τι σου περνάει απ' το μυαλό;» διαμαρτυρήθηκε η Μπρέντα, αλλά η διαμαρτυρία της δεν ακούστηκε καθόλου πειστική. «Ο γιατρός Μπέιτς είναι ένας πολύς ευγενικός και καταδεκτικός άνθρωπος, και μας έχει φερθεί με μεγάλη καλοσύνη». «Κι έτσι γίνατε φίλοι». είπε ενθουσιασμένη η Λιζ. «Πες μου κι άλλα». «Ε όχι ακριβώς φίλοι» είπε συγκρατημένα η Μπρέντα «Απλά περνάει καμιά φορά και τα λέμε. Είχε μια φοβερή τραγωδία στη ζωή του» πρόσθεσε βιαστικά . «Πριν λίγα χρόνια η γυναίκα του και το παιδί του έπεσαν θύματα τροχαίου. Το παιδί σκοτώθηκε επιτόπου και η γυναίκα του τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Επέζησε έτσι κάποια χρόνια αλλά είχε ένα πολύ άσχημο αιμάτωμα στον εγκέφαλο που δεν γινόταν ν' αφαιρεθεί. Και τελικά, εκεί που όλοι πίστευαν ότι θα τα κατάφερνε. η φουκαριάρα έπεσε μια μέρα ξερή και πέθανε πριν προλάβουν καν να τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Καταλαβαίνεις τι πλήγμα ήταν ολ' αυτά για τον καημένο τον Τομ, που λάτρευε το παιδί του, και τη γυναίκα του». «Φριχτό», συμφώνησε η Λιζ. που δεν της είχε διαφύγει η άνετη του οικείου "Τομ", αντί για το "ο γιατρός Μπέιτς". «Για πολύ καιρό μετά απ' αυτό έζησε αποτραβηγμένος απ' τον κόσμο και δεν ασκούσε ιατρική. Όταν το ξεπέρασε κάπως και ξαναγύρισε στη δουλειά του ήρθε με δική του επιλογή στο Λιτλ Χάμπτον. Αγόρασε το ιατρείο του γιατρού Χέμινγκς και αφοσιώθηκε αποκλει93


στικά στους ασθενείς του. Όπως εγώ», πρόσθεσε σιγανά «έτσι κι αυτός έχει γίνει... ας πούμε, μοναχικός τύπος. Αυτός είναι ο λόγος που του αρέσει να έρχεται να συζητάμε κάπου-κάπου. Κι είναι και κάτι άλλο». Η φωνή της πνίγηκε για τα καλά, «Δεν τον τρομάζει η όψη μου». «Κανέναν δεν τρομάζει η όψη σου», είπε απαλά η Λιζ, αλλά η Μπρεντα γελασε πικρά. «Όλους τους τρομάζει· θα τρόμαζε και τον Τομ εξίσου, αν δεν είχε περάσει τα ίδια με τη γυναίκα του. Είχε παραμορφωθεί κι εκείνη άσχημα κι έζησε έτσι μετά το ατύχημά της. Ίσως... ίσως ο Τομ να νιώθει κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια για την περίπτωσή μου, επειδή του θυμίζει τι υπέφερε ένα αγαπητό του πρόσωπο». «Του αρέσεις;» ρώτησε χωρίς πολλά-πολλά η Λιζ. Η Μπρεντα κατέβασε το κεφάλι. «Σε ποιον θα μπορούσα ν' αρέσω εγώ;» -Μη λες ανοησίες», είπε η Λιζ, και πιάνοντάς της το πιγούνι την ανάγκασε να σηκώσει τα μάτια να την κοιτάξει. «Μπορεί να είσαι παραμορφωμενη, εντάξει δε θα σου πω ψεύτικες παρηγοράς. Αλλά υπάρχει μια άλλη ομορφιά εκτός απ' την εξωτερική, κι η δική σου ακτινοβολεί θέλεις δε θέλεις, επειδή είσαι ο πιο ζεστός, ο πιο μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος άνθρωπος του κόσμου. Αν ο Τομ σου είναι τόσο αξιόλογος όσο λες, θα το έχει δει από καιρό». «Δεν ξέρω», είπε με κόπο η Μπρεντα. «Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Η αλήθεια είναι πως δείχνει να επιδιώκει τη συντροφιά μου. Αφήνει και κάτι περίεργα υπονοούμενα... Αλλά Θεέ μου, πώς θα μπορούσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Είναι αδύνατον να με κοιτάξει κάποιος και να μην ανατριχιάσει από φρίκη» «Εγώ δεν ανατριχιάζω» είπε η Λιζ «ούτε ο Τζεισον οι φίλοι σου εδώ οι γείτονες, οι συντοπίτες, κανείς δεν ανατριχιάζει και το ξέρεις . Σε συμπαθούν όλοι και επιδιώκουν να σε βάλουν στον κύκλο τους. Ύστερα μου λες πως έτσι ήταν η γυναίκα του» «Εκείνη όμως την είχε γνωρίσει πριν γίνει έτσι» «Τι χαζή που είσαι» είπε η Λιζ «εσένα σου αρέσει;» «Πάρα πολύ» ομολόγησε κατακόκκινη η Μπρεντα. «Μην φανταστείς ότι είναι κανένας μορφονιός ένας συνηθισμένος άντρας κοντά στα πενήντα είναι. Ούτε ψηλός ούτε αθλητικός, ούτε τίποτε τέτοιο, Αλλά είναι τόσο γλυκός άνθρωπος. Βγάζει τέτοια καλοσύνη πού θέλεις να είσαι συνεχεία μαζί του. Ενδιαφέρεται ειλικρινά για τους ανθρώπους κι είναι καλοπροαίρετος και ανεκτικός. Να δεις μόνο με πόση τρυφερότητα φέρεται στον Τζέισον! Αυτό και μόνο 94


θα έφτανε να τον συμπαθήσω. Κι είναι και κάτι άλλο. Λιζ· του μίλησα με κάθε ειλικρίνεια για το παρελθόν μου. κι εκείνος είπε πως δεν ηταν κι αυτό παρά μια επιλογή και πως μπορούσε να το καταλάβει, και ούτε έδειξε να τον επηρέασε σε τίποτα. Θε άφησε μάλιστα να εννοήσω πως η ειλικρίνεια μου τον είχε συγκινήσει πως με εκτιμούσε ακόμα περισσότερο μετά απ' αυτό» «Θεέ μου» είπε ανάλαφρα η Λιζ. -εδώ μου φαίνεται ότι πλέκεται ένα πολύ ρομαντικό ειδύλλιο. Και γιατί στο καλό δε μου μίλησες ποτέ γι' αυτό μέχρι τώρα;» «Δεν ήξερα τι να πω» είπε απελπισμένη η Μπρέντα. «Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει, εντάξει, είμαστε ίσως' φίλοι, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση για τίποτε περισσότερο και δε θέλω να μου μπαίνουν τέτοιες ιδέες στο κεφάλι. Δε θέλω να παρασυρθώ και να γελοιοποιηθώ ολότελα. Ούτε να γίνω αντικείμενο οίκτου!» «Είσαι αρκετά έξυπνη για να ξέρεις ποτέ κινδυνεύεις να γελοιοποιηθείς και ποτέ όχι»-, είπε μαλακά η Λιζ. «Δεν πηγαίνεις γυρεύοντας στο κάτω-κάτω. Σύντομα θα φανεί τι τρέχει, και πράττεις ανάλογα. Αλλά μην το αποκλείεις απ' την αρχή Μπρέντα μη λες αυτό δεν μπορεί να συμβεί σε μένα». «Ίσως έχεις δίκιο» είπε αποθαρρημένη η Μπρέντα. Για πρώτη εκείνη φάνηκε να προσέχει το ασυνήθιστα κομμένο πρόσωπο της Λιζ «Θα εσύ είσαι χάλια», είπε ανήσυχη. «Βάζω στοίχημα ότι δεν πρόλαβες πάλι να κλείσεις μάτι όλη νύχτα». «Κι αυτό » είπε στενάζοντας η Λιζ. «και ένα σωρό άλλα. Κι αν δεν θέλεις να σου καεί το φαί πάμε στην κουζίνα να σου τα πω απ' την αρχή, θα μας πάρει περισσότερο απ' όσο φαντάζεσαι». Της είπε τα πάντα , αυτή τη φορά χωρίς να της κρύψει τίποτα. Κι ύστερα καθώς η Μπρέντα την κοίταζε αναστατωμένη, και δικαιολογημένα πληγωμένη που τόσον καιρό η Λιζ δεν της είχε αναφέρει ούτε καν την απόλυσή της απ' το "Κόκο", κατέληξε χαμηλόφωνα: «Έχω μπλέξει πολύ άσχημα, όπως βλέπεις. Δεν ξέρω πώς θα καταφέρω να τα βγάλω πέρα, αλλά τι μπορούσα να κάνω Μπρέντα; Δεν είχα καμιά άλλη λύση, καμιά διέξοδο. Δε θα στο έλεγα, βέβαια, αλλά ήμουν σίγουρη πως δε μου έμενε παρά μόνο το πεζοδρόμιο». «Ω, Λιζ», πρόφερε η Μπρέντα με τα μάτια βουρκωμένα. «Κι εγώ να μην ξέρω τίποτα... Γιατί δε μου το είπες απ' την αρχή; Γιατί να τα περνάς όλ' αυτά μόνη σου;» «Δεν ήθελα να σε αγχώσω», είπε πνιχτά η Λιζ. «Και στο μεταξύ βέβαια εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός ο Χάμοντ. Μα το φαντάζεσαι, Μπρέντα; Εξήντα χιλιάδες λίρες, όλες δικές μας! Θα λύσουμε 95


οριστικά το πρόβλημά μας. Θα έρθω να μείνω εδώ, μαζί σας, και θα βρω μια άνετη δουλειά στο Κόλτσεστερ ή οπουδήποτε εδώ γύρω...» Ξαφνικά ήταν και τα δικά της μάτια γεμάτα δάκρυα. Δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει, όσο κι αν προσπαθούσε. Έγειρε πάνω απ' το παλιό ξύλινο τραπεζίτης κουζίνας, χώνοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της. «Φαντάζομαι θα... θα τα καταφέρω», τραύλισε σπασμένα. «Τι άλλο να έκανα; Δεν μπορούσα να πω όχι. Τα λεφτά ήταν πάρα πολλά, και δεν υπήρχε άλλη λύση. Δε θα δεχόμουν σε καμιά περίπτωση, Μπρέντα, πίστεψέ με... ξέρω πόσο άσχημα πάω να μπλέξω, και πόσο δύσκολα θα είναι τα πράγματα. Αλλά τώρα πια δε γίνεται να κάνω πίσω». Τελικά τίποτε δεν ανακούφιζε τόσο καλά, όσο ένα γερό κλάμα στην κουζίνα. Όταν συνήλθε κάπως έπλυνε το πρόσωπό της, άφησε την Μπρέντα στη μαγειρική της, και πήρε τον Τζέισον και το κουτάβι του για μια βόλτα στην εξοχή. Το κατάμαυρο σκυλάκι άκουγε κιόλας στο πολύ ταιριαστό όνομα "Μπλάκι"· και παρόλο που η Λιζ προσπάθησε να πείσει τον Τζέισον πως ένα τόσο κοινότοπο όνομα δεν ταίριαζε σ' έναν εξαιρετικό και διακεκριμένο σκυλάκο όπως ο δικός τους, εκείνος ήταν αμετακίνητος στην επιλογή του. «Τώρα πάει πια, το έμαθε κι αν αρχίσω να τον φωνάζω "Τουταγχαμών" που θέλεις εσύ, οι φίλοι μου θα πέσουν κάτω και θα χτυπιούνται απ' τα γέλια». Η Λιζ αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως σ' αυτό το σημείο ο μικρός είχε μάλλον δίκιο. Γύρισαν στο σπίτι κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι κι όταν αργότερα έφτασε ο περίφημος Τομ Μπέιτς, η Λιζ είχε την ευχέρεια να διαπιστώσει πως ήταν όντως ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Βασανισμένος, τσακισμένος απ' τη ζωή, αλλά καλοκάγαθος, ευχάριστος κι ενδιαφέρων. Δεν ήταν σίγουρα κανένας κούκλος αλλά ήταν συμπαθέστατος με την μπακίτσα και τη φαλακρίτσα του και ολοφάνερα τσιμπημένος με την Μπρέντα. Δεν υπήρχε περίπτωση να πέφτει έξω. Δεν ήξερε βέβαια αν στο παραμορφωμένο πρόσωπο της καινούριας του φίλης ο Τομ Μπέιτς έβλεπε ακόμα την αδικοχαμένη γυναίκα του ή αν η Μπρέντα τον είχε όντος γοητεύσει με την έμφυτη καλοσύνη και την γλύκα που έβγαινε αβίαστα από μέσα της, η ουσία όμως ήταν ότι κάλος γιατρός δεν έβλεπε τίποτε άλλο όσο ήταν εκείνη ένα γύρω. Την κοιτούσε και άστραφτε ολόκληρος. 96


Την ώρα που έφευγε η Λιζ προσπάθησε να τον ξεβγάλει ως την αυλόπορτα. Εκεί αντάλλαξαν τις συνηθισμένες εγκαρδιότητες , και ο γιατρός έκανε να φύγει μετά όμως κοντοστάθηκε κι είπε σιγανά: «Είναι ίσως άκαιρο να το συζητάω αλλά υποθέτω κατάλαβες ότι η φιλία μου με την Μπρέντα είναι πολύ σημαντική για μένα». «Κάτι κατάλαβα» είπε χαμογελώντας η Λιζ «κι η δική σου για κείνη ξέρεις». Της είπε χαμηλόφωνα: Ήμουν έρημος και χαμένος αυτά τα τελευταία δυο χρόνια Λιζ. Όταν γνώρισα την Μπρέντα ένιωσα πως υπήρχε επιτέλους ένας άνθρωπος να με καταλάβει, να συμμεριστεί την μοναξιά και την απελπισία μου να μου προσφέρει ηθική υποστήριξη κι ανιδιοτελή συμπαράσταση. Είναι υπέροχη γυναίκα στ' αλήθεια . Δεν σε πειράζει να σε ρωτήσω πως... πως βλέπει κι εκείνη το θέμα». Η Λιζ τον κοίταξε κατευθείαν στα γλυκά παρακαλεστικά του μάτια. Του είπε αργά: «Η Μπρέντα έχει πάρα πολλές πληγές Τομ το καταλαβαίνεις , έχεις ζήσει κι εσύ παρόμοιες καταστάσεις. Έχει όμως και πολλά αποθέματα αγάπης και αφοσίωσης μέσα της, που αν δεν τα βγάλει κάποτε θα την πνίξουν. Αν σε ενδιαφέρει στ’ αλήθεια η φιλία δείξε άπλα λίγο υπομονή, δωσ' της μια ευκαιρία». «Δεν με ενδιαφέρει μόνο η φιλία της» είπε με ειλικρίνεια ο Τομ. « Η Μπρέντα είναι κάτι παραπάνω από απλή φίλη για μένα. Τη νιώθω σαν αδελφή ψύχη, όσο κι αν ακούγεται μελοδραματικό, θα ήθελα να ξανοιχτώ λιγάκι αλλά δεν τολμώ». Η Λιζ του χαμογέλασε ενθαρρυντικά «Καιρός λοιπόν να γίνεις πιο τολμηρός . Μην βασανίζεσαι άλλο Τομ, και μην το πολυσκέφτεσαι. Μίλα της γι’ αυτά που αισθάνεσαι , κι ίσως εκπλαγείς απ’ την αντίδραση της». Χώρισαν σε μια ατμόσφαιρα πραγματικής εφορίας αλλά στις ερωτήσεις της Μπρέντα τι έλεγαν στη αυλόπορτα η Λιζ απάντησε με αοριστολογίες προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της Ότι κι αν ήταν να μάθει η Μπρέντα θα το μάθαινε πολύ καλύτερα απ’ τον ίδιο τον Τομ Μπέιτς. Μετά από αυτό το πολύ ευχάριστο διάλλειμα, είχε επιστρέψει στο Λονδίνο και στον Μπροντ Χάμοντ, που εμφανίστηκε την επόμενη μέρα στις πέντε ακριβώς έξω από το «Λέιντι'ς Πάρλορ» « Μίλησα με τον πάππου σου και σε περιμένει εναγώνια νομίζω ότι μπορούμε να φύγουμε αύριο έκτος αν υπάρχει άλλο κώλυμα». «Όχι» είπε ξεροκαταπίνοντας η Λιζ «δεν υπάρχει Ας φύγουμε αύριο». 97


«Πώς θέλεις να πάρεις τα λεφτά σου: Με επιταγή, ή με άλλο τρόπο;» «Έχω ένα λογαριασμό στην τράπεζα», είπε πνιγμένα η Λιζ. «Θα σου δώσω τον αριθμό του». ..Ωραία θα φροντίσω να τακτοποιηθεί αυτό το θέμα, και μπορείς να πας να το τσεκάρεις πριν φύγουμε. Κοιμήσου λοιπόν νωρίς απόψε και θα έρθω να σε πάρω αύριο το πρωί». -Δεν μπορώ να κοιμηθώ νωρίς· δουλεύω το βράδυ». «Όχι. δε δουλεύεις», της είπε κοφτά. «Δεν πρόκειται να ξαναδουλέψεις σ' εκείνο το καταγώγιο. Θα πέσεις να κοιμηθείς νωρίς, γιατί αύριο θέλω να είσαι ξεκούραστη και σε φόρμες». «Δεν μπορώ να τους κρεμάσω έτσι», διαμαρτυρήθηκε η Λιζ, κι αμέσως μετά σκέφτηκε, γιατί όχι; Εκείνο το καθίκι ο Ρόμπινς δεν είχε και πολλούς ενδοιασμούς σε μιαν ανάλογη περίπτωση. Κι ένιωσε μια σαδιστική ικανοποίηση στη σκέψη πως ο Τζέρι θα σκύλιαζε απ' το κακό του, καθώς τα υπόλοιπα κορίτσια δεν αρκούσαν για να καλύψουν την αίθουσα, κι εκείνος δε θα ήξερε πώς να τα βολέψει τελευταία στιγμή. Λοιπόν, ας βάλει το δικτυωτό κολάν ο ίδιος κι ας σερβίρει στη θέση μου, σκέφτηκε η Λιζ με κακιά ευχαρίστηση. Την επομένη το πρωί, κάθ' οδόν για το αεροδρόμιο, ο Μπροντ σταμάτησε μπροστά στην τράπεζά της προκειμένου να ελέγξει η Λιζ με την κάσκαρντ το λογαριασμό της. Παραζαλισμένη, έμεινε να κοιτάζει το 'υπόλοιπο λογαριασμού", συνειδητοποιώντας πως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πιστέψει ούτε μια φορά στ' αλήθεια πως ο Μπροντ Χάμοντ θα της έδινε όντως εξήντα ολόκληρες χιλιάδες λίρες. Κι όμως, να που τις είχε δώσει το αυτόματο μηχάνημα δεν μπορούσε να λέει ψέματα. Ο άνθρωπος πρέπει να ήταν εντελώς τρελός τελικά δεν εξηγιόταν αλλιώς. Το μαγικό νούμερο χόρευε κάτω απ' τα μάτια της. και της ερχόταν ξαφνικά ζαλάδα. Τρόμαξε να ξεκολλήσει απ' την οθόνη του μηχανήματος, να πάρει την κάρτα της και να επιστρέφει στο αυτοκίνητο. Δεν του είπε λέξη, κι εκείνος έβαλε μπροστά χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Στο αεροδρόμιο τους περίμενε το ιδιωτικό του αεροσκάφος, που τους είχε φέρει με την αναμενόμενη άνεση και πολυτέλεια στο Γιορκσάιρ· και τώρα η Λιζ καθόταν δίπλα του σ' ένα πανάκριβο σπορ αμάξι, κάθ' οδόν για το Φέντον Γκέιτ. και τα σωθικά 98


της έτρεμαν σαν ζελές απ' το άγχος, την υπερένταση και την αγωνία. «Όλα θα πάνε καλά», ξανάπε ο Μπροντ. αφήνοντας τη δημοσιά για να πάρει ένα στενότερο δρόμο, πλαισιωμένο από πανύψηλα δέντρα. «Ξέρεις τι να του πεις, και ξέρεις πάνω-κάτω τι θα σου πει κι εκείνος. Λίγα λεπτά υπόθεση είναι μόνο, θα περάσουν». «Να δω τι θα πεις αν ο πολύτιμος "παππούς" μου μυριστεί την απάτη και μας μείνει στα χέρια απ' το σοκ», είπε σαρκαστικά η Λιζ» αλλά εκείνος απαξίωσε να της απαντήσει. Στο τέλος του δρόμου πέρασαν από μιαν ανοιχτή πύλη κι ανηφόρησαν μια μακριά αλέα κάτω από φροντισμένες δεντροστοιχίες. Το παλιό αρχοντικό ορθώθηκε μεγαλόπρεπο μπροστά τους. Ο Μπροντ φρενάρισε μαλακά στις λείες πλάκες μπροστά στην επιβλητική σκάλα της εισόδου. «Φτάσαμε», είπε μόνο, σκύβοντας μπροστά για να της ανοίξω την πόρτα. Το μπράτσο του την άγγιξε φευγαλέα κι εκείνη έκανε αυτόματα πίσω, σαν να την είχε αγγίξει φλόγα. Ένας ηλικιωμένος άντρας ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους· το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο έμοιαζε να λάμπει από χαρά «Μις Κατρίνα! Μις Κατρίνα!» Βγαίνοντας με κόπο απ' το χαμηλό αυτοκίνητο, η Λιζ στράφηκε να τον αντιμετωπίσει. Ήταν προφανώς ο Τζίμι Μπούλοκ, ο κηπουρός λαχανιασμένος και κατασυγκινημένος. «Τι χαρά ήταν αυτή για όλους μας, μις! Μετά τόσα χρόνια... Δεν έχετε αλλάξει καθόλου, μις Κατρίνα, στο λόγο μου. Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα!» «Σ' ευχαριστώ, Τζίμι», είπε πνιχτά η Λιζ· ο Μπροντ της είχε πει να του μιλάει στον ενικό, και με μεγάλη άνεση. «Κι εγώ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω». Το πρώτο μου τεστ, σκέφτηκε συγχρόνως, κι αναρωτήθηκε πυρετικά αν είχε φερθεί πειστικά, ή αν ήταν υπερβολικά σφιγμένη. Η καρδιά της φτεροκοπούσε στο στήθος της, κι ένιωθε τα γόνατά της να λύνονται. «Στείλε κάποιον να πάρει τις αποσκευές μας», παρενέβη ο Μπροντ, «και βάλε το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Θα μείνω εδώ απόψε». Πήρε ύστερα τη Λιζ απ' το μπράτσο και ανέβηκε μαζί της τα φαρδιά σκαλοπάτια ως την εξώπορτα, που την άνοιγε ήδη μια εύσωμη γυναίκα γύρω στα εξήντα. «Κύριε Χάμοντ, μις, καλωσήρθατε». Τα μάτια της περιεργάζονταν τη Λιζ με ανυπόκριτο ενδιαφέρον. «Είχατε καλό ταξίδι; Είμαι 99


η κυρία Τέιλορ», συστήθηκε στη Λιζ. «Χαίρομαι τόσο που σας βλέπω θα σας αναγνώριζα οπουδήποτε, ξέρετε. Είσαστε ακριβώς όπως στις φωτογραφίες!» «Χάρηκα κι εγώ, κυρία Τέιλορ». Τα σαγόνια της σφίγγονταν απ' την ταραχή της ήταν αδύνατο να χαμογελάσει, έστω τυπικά. «Πώς είναι ο παππούς μου;» Επιτέλους, την είπα τη λέξη, σκεφτόταν συγχρόνως και την είπα καλά. «Ε, όσο να 'ναι, έχει αναστατωθεί μ' όλ' αυτά. Σήμερα κάνει σαν θηρίο στο κλουβί. Ούτε να φάει ήθελε, ούτε τίποτα. Η μις Φρίαρς τον έβαλε πριν λίγο να ξαπλώσει, αλλά είναι τόσο εξημμένος, που να πιστεύω να μείνει για πολύ στο κρεβάτι». Ο Μπροντ κοίταξε το κατάχλομο πρόσωπο της Λιζ. «Νομίζω πως σου έκανε καλό να πιείς ένα φλιτζάνι τσάι», είπε ουδέτερα. «Την κούρασε το ταξίδι», εξήγησε στην κυρία Τέιλορ. «Αν ο παππούς της κοιμάται. ας την αφήσουμε πρώτα να συνέλκει κι εκείνη». Η Λιζ βρέθηκε μόνη μαζί του σ' ένα άνετο καθιστικό. «Φαίνεσαι έτοιμη να λιποθυμήσεις», είπε ξερά ο Μπροντ. «Προσπάθησε να συγκρατήσεις λίγο τον εαυτό σου, εντάξει;» -Εντάξει», ψέλλισε η Λιζ. Έτρεμε σύγκορμη τώρα, και δεν είχε νόημα να προσπαθεί να του το κρύψει. Όταν όμως ήπιε το ζεστό τσάι που τους σερβίρισε η κυρία Τέιλορ και πίεσε τον εαυτό της να φάει κι ένα μπισκότο, συνήλθε κάπως. Για την ώρα. τουλάχιστον, είχε γλιτώσει τη λιποθυμία. Θα έπρεπε να το ήξερα, σκέφτηκε εξουθενωμένη· όπως πάντα, στην πράξη τα πράγματα ήταν πολύ δυσκολότερα απ' ό,τι στη θεωρία. «Ίσως ήταν πολύ αυτό που σου ζήτησα», είπε απρόσμενα ο Μπροντ, και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε η Λιζ πως βρισκόταν κι εκείνος σε μεγάλη υπερένταση. Ήταν κομμένος, και τα χείλια του έδειχναν αφύσικα σφιγμένα. «Ίσως», συμφώνησε αχνά μαζί του. «Αλλά θα τα καταφέρω». Το βλέμμα του της ξανάφερνε τη λιποθυμική τάση. Απέστρεψε τα μάτια κι έμεινε να κοιτάζει το φλιτζάνι της, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στην ιστορία που είχαν συμφωνήσει να πει στον Μακλέινν. Στον παππού, διόρθωσε τον εαυτό της. Όταν ξαναμπήκε η κυρία Τέιλορ στο καθιστικό, για να τους αναγγείλει πως ο κύριος Μακλέινν είχε ξυπνήσει κι ανυπομονούσε να δει την εγγονή του, η Λιζ σηκώθηκε κι ακολούθησε σαν πρόβατο τον Μπροντ ως το επάνω πάτωμα. 100


Ξαφνικά το κεφάλι της ήταν εντελώς άδειο δεν είχε πια ιδέα τι θα έλεγε ή τι θα έκανε, κι ήταν αδύνατο να προσδιορίσει τα αισθήματα και τις αντιδράσεις εκείνης της στιγμής, μπροστά στην πόρτα του Ντάγκλας Μακλέινν. Η πόρτα άνοιγε, μια γυναίκα έβγαινε απ' το δωμάτιο χαιρέτισε ευγενικά τη Λιζ, και αντάλλαξε με τον Μπροντ μερικές λέξεις που εκείνη ούτε καν τις άκουσε. Έκανε σχεδόν στα τυφλά ένα βήμα μπροστά και μπήκε στο δωμάτιο. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε, κι η προσοχή της όλη ήταν στραμμένη στον ηλικιωμένο άντρα που καθόταν σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Τα θολά του μάτια την κάρφωναν με φοβερή ένταση. Βλέποντάς την να μπαίνει μέσα είχε μισοσηκωθεί, στηριγμένος στα μπράτσα της πολυθρόνας του. Η Λιζ προχώρησε σαν αυτόματο προς το μέρος του. Είχε την αμυδρή εντύπωση πως η πόρτα έκλεινε πίσω δυο τους μόνους· αλλά δεν μπορούσε να είναι κείνη τη στιγμή. Τ' αφτιά της βούιζαν, κι όλα γύρω της έμοιαζαν ξαφνικά να τρεμουλιάζουν ανεπαίσθητα. Σαν να περπατούσε σε μια θάλασσα από βαμβάκι, ήρθε και στάθηκε μπροστά στον Ντάγκλας Μακλέιν. Έμεινε να τον κοιτάζει τρέμοντας, ανίκανη ν' αρθρώσει λέξη, κι εκείνος της αντιγύρισε βαριανασαίνοντας το βλέμμα. W| «Λοιπόν, Κατρίνα», είπε τελικά, κι η φωνή του βγήκε ολότελα ραγισμένη. «Βρήκες βλέπω το δρόμο για το σπίτι. Ποιος θα το έλεγε μετά τόσα χρόνια. Απορώ πώς τολμάς τώρα να εμφανίζεσαι μπροστά μου. Κανονικά θα έπρεπε να σου είχα απαγορεύσει την είσοδο νεαρή μου κυρία». Πάνω στα ρυτιδιασμένα, γέρικα μάγουλά του, το δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. Η Λιζ άνοιξε το στόμα για να πει κάτι, αλλά κανένας ήχος βγήκε απ' τα χείλια της. «Βλέπω δεν έχεις τίποτε να πεις», άκουσε να λέει ο Μακλέιν. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν άλλο και ξαφνικά βρέθηκε γονατισμένη μπροστά στην πολυθρόνα του, με το μέτωπο ν' ακουμπάει στα γόνατά του. Η φωνή της βγήκε αγνώριστη, πνιχτή και σπασμένη. «Συγχώρεσε με, παππού», είπε ξεψυχισμένα. «Συγχώρεσε με δεν ήξερα ότι θα πληγωνόσουν τόσο». Ένιωσε την παλάμη του να στέκεται στα μαλλιά της, να τα χαϊδεύει τρυφερά. «Φτάνει που με συγχώρεσες εσύ, Κατρίνα», είπε πνιχτά ο Μακλέιν. «Φτάνει που ήρθες πάλι πίσω. Το μόνο που ζητούσα απ' τη ζωή, ήταν να σε ξαναδώ μια φορά πριν πεθάνω». 101


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Αργά το ίδιο βράδυ, καθώς η Λιζ κατέβαινε τις σκάλες για το καθιστικό , έπεσε πάνω στον Μπροντ Χάμοντ. Όλη εκείνη την επεισοδιακή μέρα, τα είχε καταφέρει να μείνει σχετικά μακριά του. Δεν είχε δυσκολευτεί ιδιαίτερα να το πετύχει όπως ήταν ψυχικό, ο Μακλέινν ήθελε να τη μονοπωλήσει, κι επιπλέον φαινόταν πολύ πιο ακμαίος απ' όσο της τον είχε παραστήσει ο Μπροντ για να την πείσει να πάει να τον δει. Ήταν βέβαια καταβεβλημένος, αλλά όχι περισσότερο απ' όσο κάθε άνθρωπος στην ηλικία του. Η Έμα Φρίαρς φαινόταν να λειτουργεί μάλλον σαν συνοδός, παρά σαν νοσοκόμα κι ο Μακλέινν της είχε πει ο ίδιος πως η καρδιά του ήταν εξασθενημένη, αλλά όχι πια και στα πρόθυρα του θανάτου. Κατά τα άλλα, απείχε πολύ απ' την εικόνα του γέρου που τα είχε μισοχαμένα. που είχε διαλείψεις, και που λαγοκοιμόταν συνέχεια εκεί που βρισκόταν. Όταν πέρασε η πρώτη συγκίνηση έδειξε εξαιρετικά ζωηρός, και γεμάτος απρόσμενη ενεργητικότητα. Δήλωσε μάλιστα πως είχε σιχαθεί να τρώει το δείπνο του από ένα δίσκο στα γόνατά του, και πως θα κατέβαινε να φάει με τους άλλους, στην τραπεζαρία. Ακολούθησε ένα μικροεπεισόδιο με τη νοσοκόμα του, που διαμαρτυρόταν ότι η κατάστασή του δεν του επέτρεπε ν' ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, και μάλιστα το βράδυ. Ο Μακλέινν όμως στα ογδόντα ένα του ήταν εξίσου ισχυρογνώμων όσο και στα εβδομήντα και τελικά πέρασε το δικό του. Φυσικά ο Μπροντ ήταν παρών στο δείπνο, όπως ήταν γενικά παρών εκεί γύρω όλη τη μέρα. Απ' την άνεσή του μέσα στο Φέντον Γκέιτ, η Λιζ έβγαλε το συμπέρασμα πως προφανώς περνούσε περισσότερο χρόνο στο σπίτι του Μακλέινν, παρά στο δικό του. Φερόταν στο προσωπικό σαν να ήταν εκείνος το αφεντικό ευγενικά βέβαια αλλά συγκαταβατικά, με την απόλυτη αυτοπεποίθηση του εργοδότη κι εκείνοι ανταποκρίνονταν ανάλογα. 102


Το πιθανότερο ο Χάμοντ τους προσλάμβανε, κι είχε ο ίδιος την πλήρη ευθύνη για όσα συνέβαιναν στο σπίτι. Ο Μακλέιν του φερόταν όντως σαν να ήταν γιος του, κι ήταν ολοφάνερη η αγάπη κι η εκτίμηση που έτρεφε για τον νεότερο άντρα. Η Λιζ, ξέροντας ότι δεν την έπαιρνε να δημιουργήσει ερωτηματικά, χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της την αυτοσυγκράτηση για να μην αφήσει τον Ντάγκλας να μαντέψει πόσο εξοργισμένη ήταν με τον Μπροντ Χάμοντ εκείνο το βράδυ, παρόλο που η παρουσία του στο τραπέζι την είχε γλιτώσει από κάμποσους σκοπέλους. Τουλάχιστον είχε την ετοιμότητα να παρεμβαίνει κάθε τόσο στη συζήτηση. και ν' αποσπά την προσοχή του Μακλέιν φέρνονται κουβέντα διάφορο εργασιακά θέματα, και δίνοντας έτσι την ευκαιρία να παίρνει πότε-πότε μιαν ανάσα. Ευτυχώς αυτή η ασήκωτη μέρα έφτανε στο τέλος της, ο Ντάγκλας κατάφερε ν' ανέβει τη σκάλα με τη βοήθεια του Μπροντ και της Εμα Φρίαρς. κι αμέσως απαίτησε απ' την αγανακτισμένη νοσοκόμα του να τον αφήσει μόνο με την εγγονή του. «Δεν την αντέχω αυτή τη γυναίκα», γκρίνιαξε καθώς η Λιζ τον βοηθούσε να καθίσει στην πολυθρόνα του. «Έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο της. μου φαίνεται. Μετράει τις μπουκιές που τρώω και δε μ αφήνει να πιω ούτε ένα ποτηράκι. Άσε που είχε το θράσος να μου πετάξει όλα μου τα πούρα!» «Αν είσαι άρρωστος, παππού», είπε η Λιζ. «τότε καλά έκανε». «Δεν είμαι καθόλου άρρωστος», διαμαρτυρήθηκε ο Ντάγκλας «Τι στο καλό πάθατε όλοι και θέλετε να με βγάλετε άχρηστο: «Έλα: κάθισε κοντά μου. Κατρίνα εδώ. στα πόδια μου. όπως καθόσουν πάντα». Τα μάτια του έλαμπαν από αγάπη και τρυφερότητα. «Απ' τη στιγμή που μου είπε ο Μπροντ πως σε είχε συναντήσει στο Λονδίνο μου πέρασαν όλα ακόμα και οι ρευματισμοί. Μην τους ακούς τι λένε, δεν έχω τίποτα. Θα ζήσω ακόμα πενήντα χρόνια, φτάνει να σ' έχω κοντά μου». Η Λιζ ξεροκατάπιε. Το θέμα είχε μπει και στην πρώτη τους συζήτηση. το μεσημέρι, αλλά εκείνη είχε καταφέρει να το αποφύγει έντεχνα. παρόλο που βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου πανικού, σίγουρη πως θα της ήταν αδύνατο τελικά να τα βγάλει πέρα με τόσα ψέματα, πως θα ξεχνούσε τι έπρεπε να πει και θα τα έκανε κυριολεκτικά θάλασσα. Εκείνη η πρώτη τους συνάντηση όμως είχε πάει παραπάνω κι από καλά ο Ντάγκλας είχε χάψει σαν κουφέτα όλα τα παραμύθια που τόσες μέρες τώρα έστηναν, εκείνη κι ο Μπροντ, για τις δήθεν 103


σπουδές που είχε κάνει, ή για τις διάφορες αξιόλογες δουλειές που είχε βρει και δεν την είχε πιέσει ούτε τόσο δα. Τώρα, κάμποσες ώρες αργότερα, η Λιζ ένιωθε κάπως ξεθαρρεμένη. και πολύ πιο ψύχραιμη. Πήρε το ρυτιδιασμένο του χέρι στα δικά της κι είπε μαλακά: «Ξέρεις πως δεν μπορώ να μείνω για πολύ αυτή τη φορά. Θα έρθω όμως να σε ξαναδώ με πρώτη ευκαιρία, και στο μεταξύ θα σου τηλεφωνώ κάθε μέρα». Δεν είχε τι άλλο να πει. Η δικαιολογία που είχαν επινοήσει με τον Μπροντ. ότι τάχα ήταν αδύνατο ν' αφήσει τη δουλειά της. φαινόταν τώρα ολότελα γελοία. Ποια δουλειά της. για τ' όνομα του Θεού δεν παρίστανε δα και τον υφυπουργό εξωτερικών. Σε ένα λογιστικό γραφείο υποτίθεται δούλευε, σαν γραμματέας. Αυτό το παραμύθι θα ήταν αρκετό, αν ο Μακλέινν ήταν στην άθλια κατάσταση που της είχε περιγράφει ο Μπροντ. Όχι όμως τώρα. Θε την διαύγεια και την οξύνοια που έδειχνε. Αν του έλεγε μια τέτοια δικαιολογία εκείνος θα της αντιπρότεινε αμέσως να της εξασφαλίσει δουλειά δέκα κλάσεις επάνω, στη γιγάντια επιχείρηση του ,και οπουδήποτε αλλού γιατί σίγουρα δε θα του έλειπαν ανάλογες προσβάσεις σε όλο τον επιχειρησιακό περίγυρο της περιοχής. Και φυσικά δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να δεχτεί ασυζήτητη τις όποιες της δηλώσεις της. «Σε θέλω εδώ γύρω», είπε κάνοντας μια πλατιά χειρονομία, «είναι δίκαιο και το ξέρεις. Σε περίμεναν έντεκα χρόνια, Κατρίνα έντεκα -χρόνια που εγώ τα έχασα απ' τη ζωή σου. Τιμωρήθηκα ίσως όπως μου άξιζε έλπιζα όμως πως θα σε είχα κοντά μου σ' αυτό το λίγο που μου μένει να ζήσω». « Θα ζήσεις ακόμα πενήντα ολόκληρα χρόνια», είπε χαμογελώντας αχνά η Λιζ και του έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι. Εκείνος χαμογέλασε πικρά. «Αν ξαναφύγεις», είπε σιγανά, «δεν θα έχει νόημα να ζήσω ούτε πενήντα μέρες παραπάνω» Νιώθοντας άλλη μια φορά εντελώς παγιδευμένη, η Λιζ έψαξε πυρετικά για κάτι να αντιτάξει σ' αυτή τη δήλωση. Είπε τελικά, ξέροντας πως ουσιαστικά δεν έλεγε τίποτα: «Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να συζητάμε κάτι τέτοιο. Άσε να δούμε πώς θα πάει το πράγμα». Τα μάτια του στένεψαν ελαφρά. «Σ' εμένα μιλάς τώρα, Κατρίνα και μην θαρρείς ότι επειδή πέρασαν έντεκα χρόνια, δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω πότε καταφεύγεις σε υπεκφυγές. Γιατί δε θέλεις να μείνεις μαζί μου; Αν φοβάσαι ότι θα σε καταπιέζω ή οτιδήποτε, καλύτερα να το πεις κατευθείαν». «Δεν είναι αυτό», είπε απελπισμένη η Λιζ. 104


«Τότε δε με συγχώρεσες ποτέ στ' αλήθεια νιώθεις ακόμα πικρία όσα συνέβησαν και δε δίνεις δεκάρα για μένα» «Ούτε αυτό είναι, και το ξέρεις!» «Τότε τι είναι:» Βλέποντάς την να κατεβάζει τα μάτια, ξαναρώτησε μαλακά. «Πρόκειται για κάποιον άντρα; Έχεις κάποιο σοβαρό δεσμό έτσι δεν είναι;» Θα ήθελε να του πει ναι και να ξεμπερδεύει, αλλά ήξερε πως αυτό θα έμπλεκε ακόμα χειρότερα στο λαβύρινθο. Ο Ντάγκλας θα ζητούσε να μάθει λεπτομέρειες θα απαιτούσε ίσως να γνωρίσει τον υποτιθέμενο σύντροφό της. και πώς θα μπορούσε τότε η Λιζ να του πει όχι; Σήκωσε τελικά τα μάτια και είπε αχνά: «Δεν πρόκειται για άντρα τώρα δα, δεν υπάρχει κανένας άντρας στη ζωή μου». «Δεν το πιστεύω», είπε χαϊδευτικά ο Ντάγκλας. «Είσαι τόσο όμορφη όσο και στα δεκαεφτά σου κι αν θυμάμαι καλά, από τότε κιόλας τ αγόρια συνωστίζονταν μπροστά στην πόρτα μας. Δεν μπορεί να άλλαξαν τόσο πολύ τα πράγματα στο μεταξύ!» "Δεν είμαι πια δεκαεφτά χρόνων», είπε χαμηλόφωνα η Λιζ πίστεψε με. δεν υπάρχει κανένας άντρας ουσιαστικά, δεν κανένας όλ' αυτά τα χρόνια». Το οστεώδες χέρι του Ντάγκλας έσφιξε τρυφερά το δικό της «Κανένας», επανέλαβε ουδέτερα τα λόγια της. «Μόνο εκείνος. Και βλέποντας την να σηκώνει πάλι ξαφνιασμένη το κεφάλι, πρόσθεσε ρεμβαστικά: «Πάντα ήσουν τρελή μαζί του, κι ας προσπαθούσες' μου ρίξεις στάχτη στα μάτια. Αλλά ο γέροπαππούς σου δεν έτρωγε κουτόχορτο. Είχα μαντέψει απ' την αρχή τι συνέβαινε». «Δε. δε μου έδειξες ποτέ τίποτα», τραύλισε η Λιζ. Τι διάβολο μου λέει τώρα, αναρωτήθηκε σαν χαμένη. «Πίστευα πως θα ήταν καλύτερα να μην παρέμβω. Ήσουν πόντο φοβερά ατίθαση και πεισματάρα, και φοβόμουν πως αν πάταγα πόδι, τα πράγματα θα χειροτέρευαν. Προτίμησα να το αφήσω να ξεθυμάνει μόνο του. Ήμουν βέβαιος πως εκείνος θα κρατούσε τις αποστάσεις του, για τους ευνόητους λόγους με τον καιρό θα σου περνούσε κι εσένα, και θα έβρισκες κάποιον ελεύθερο και διαθέσιμο Ήταν λάθος μου, τ' ομολογώ. Αν είχα κάνει κάτι -αν σε είχα στείλει κάπου μακριά, ας πούμε ίσως κι εσύ να μην έκανες τόσα σφάλματα μαζεμένα. Ειλικρινά όμως, δεν περίμενα πως θα είχε τέτοια εξέλιξη το θέμα». «Δε θέλω να το συζητήσω τώρα δα», είπε πνιχτά η Λιζ, προσπα105


θώντας ακόμη απεγνωσμένα να μαντέψει πού το πήγαινε ο Μακλέινν -Τότε δε θα το συζητήσουμε. Στο υποσχέθηκα, δεν πρόκειται να σε ξαναπιέσω σε τίποτε από δω και πέρα. Θα το εκτιμήσω όμως αν μου πεις τι είναι αυτό που σε κρατάει τώρα πια μακριά απ' το σπίτι. Αν είναι εκείνη η παλιά ιστορία, δεν έχεις κανένα λόγο να βασανίζεις άλλο τον εαυτό σου. Το πρόβλημα έτσι κι αλλιώς έχει απομακρυνθεί εδώ και πολύ καιρό». «Όχι. δεν πρόκειται για κείνη την ιστορία», είπε σφιγμένα η Λιζ «Πίστεψέ με, την ξεπέρασα από χρόνια». Μη βλέποντας καμιά άλλη λύση, αποφάσισε να βουτήξει με το κεφάλι στα βαθιά. «Συμβαίνει μόνο ότι έχω μια φίλη που με βοήθησε πάρα πολύ στη ζωή μου και τώρα αυτή η γυναίκα είναι ανήμπορη κι αβοήθητη, και περιμένει σχεδόν τα πάντα από μένα. Δε θα μπορούσα να την εγκαταλείψω σ' αυτή τη φάση, παππού προσπάθησε σε παρακαλώ να με καταλάβεις». Του μίλησε για την Μπρέντα, προσαρμόζοντας τα δεδομένα στις απαιτήσεις της στιγμής και μπλέκοντας με τη γνωστή της άνεση αλήθειες και ψέματα ανάκατα. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει απ' την υπερένταση και στέναξε με ανείπωτη ανακούφιση όταν είδε το βλέμμα της κατανόησης στα μάτια του Μακλέινν. «Πάντα έτσι ήσουν», της είπε συγκινημένος. «Το πιο συμπονετικό. αφοσιωμένο και γενναιόψυχο πλάσμα, κι ας έδειχνες εγωίστρια κι αλαζονική στους τρίτους. Κάποιος που δε θα σε ήξερε, δε θα φορούσε να φανταστεί πόσο τρυφερή και πονετική ήσουν. Είχες μεγάλη καρδιά, και μαζί μια σπάνια δύναμη χαρακτήρα. Αυτό δεν έπρεπε να το ξεχάσω σε μια συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχα δείξει τότε περισσότερη κατανόηση κι ευαισθησία». Πλησίαζε πάλι σ' εκείνο το επικίνδυνο θέμα που η Λιζ ήθελε να το αποφύγει με κάθε θυσία' ευτυχώς όμως, τη στιγμή που πελαγοδρομούσε ανάμεσα σε εικασίες και υπεκφυγές, με τον πονοκέφαλο να της σουβλίζει αλύπητα το κρανίο, ήρθε να τη σώσει η Έμα Φρίαρς, αγανακτισμένη που ο ασθενής της είχε καθυστερήσει μια ολόκληρη ώρα να πάει για ύπνο. «Είναι πολύ αργά, κύριε Μακλέιν», είπε αυστηρά, με το στεγνό της πρόσωπο σουφρωμένο. «Ώρα να πάμε για ύπνο τώρα». «Μαζί οι δυο μας;» έκανε στριφνά ο Ντάγκλας. «Δεν το βλέπω πολύ πιθανό, μις Φρίαρς». «Ελάτε, αφήστε τα αστειάκια. Αν δεν ξαπλώσετε τώρα, αύριο θα νιώθετε χάλια και δε θα μπορέσετε να χαρείτε την εγγονή σας». «Κούνια που σε κούναγε», είπε μουτρωμένος ο Ντάγκλας, αλλά 106


ήταν κι εκείνος αποκαμωμένος απ' την κούραση και τη συναισθηματική φόρτιση κι έτσι δέχτηκε τελικά να πει καληνύχτα στη Λιζ και να την αφήσει να βγει, σχεδόν παραπατώντας, απ' το δωμάτιό του. Η Λιζ στάθηκε απ' έξω, στηριγμένη στην κάσα της πόρτας, παίρνοντας βαθιές εισπνοές και προσπαθώντας να ξεπεράσει μια αίσθηση ναυτίας που την είχε πιάσει ξαφνικά. Ένιωθε ολότελα εξουθενωμένη, άρρωστη κυριολεκτικά απ' την εναγώνια προσπάθεια να γίνει πιστευτή, κι απ' τις τύψεις επίσης. "Ήταν άλλο πράγμα να σχεδιάζεις να ξεγελάσεις κάποιον, κι άλλο να το θέτεις σε εφαρμογή. Είχε περάσει μια απ' τις χειρότερες και πιο αγχωτικές μέρες της ζωής της, και δεν μπορούσε να νιώσει καν μια παροδική αίσθηση ικανοποίησης στη σκέψη πως χοντρικά τα είχε καταφέρει ν' ανταπεξέλθει. Αντίθετα, είχε όλο και πιο έντονη την αίσθηση πως ήταν εντελώς παγιδευμένη σε μια παρανοϊκή κατάσταση, και πως ακροβατούσε στο κενό. Παρόλο που σπάνια έπινε, τώρα, με τα σαγόνια σφιγμένα απ' την υπερένταση και με τις σκέψεις σωστό κουβάρι στο μυαλό της, αποφάσισε πως μόνο ένα δυνατό ποτό θα τη βοηθούσε να χαλαρώσει κάπως και να αξιολογήσει σωστά όσα είχαν συμβεί εκείνη την ατέλειωτη μέρα αλλιώς, το ήξερε, δε θα τα κατάφερνε να κλείσει μάτι. Θ' αυτή τη σκέψη στράφηκε και κατέβηκε τη φαρδιά σκάλα του αρχοντικού, ξέροντας πως θα έβρισκε κάτι να πιει στο μπαρ του καθιστικού. Πριν φτάσει όμως ως εκεί, κοκάλωσε στα μισά. Ένα ασυγκράτητο ρίγος ανεβοκατέβηκε στη ραχοκοκαλιά της όταν είδε την πανύψηλη σιλουέτα του Μπροντ Χάμοντ να προβάλει στην πόρτα της βιβλιοθήκης και την κατέλαβε μια φοβερή αδυναμία, μια αίσθηση ότι βυθιζόταν κάπου όπου δεν έπρεπε για κανένα λόγο να βυθιστεί. «Έλα μια στιγμή μέσα», είπε κοφτά ο Μπροντ. «Θέλω να σου μιλήσω». Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε η Λιζ εκείνη τη στιγμή. Δεν είχε το κουράγιο να τα βγάλει πέρα και με την παρουσία του ακόμα κι η οργή που ένιωθε για κείνον όλη μέρα είχε σβήσει κι όταν έσβηνε η οργή της. οι αντιστάσεις της έπεφταν στο μηδέ. Του είπε στεγνά: «Είμαι πολύ κουρασμένη. Δεν μπορούμε αφήσουμε για αύριο;» 107


«Πέρνα μέσα», είπε ξερά ο Μπροντ, και το βλέμμα του δεν άφηνε περιθώρια για άλλες αντιρρήσεις. Μισώντας τον εαυτό της υπέκυπτε τόσο εύκολα, η Λιζ μπήκε στο δωμάτιο με την όμορφη λινή επένδυση στο τοίχους, και με μόνο φωτισμό τη φωτιά που έκαιγε στο τεράστιο τζάκι. «Κάθισε κάπου», είπε ο Μπροντ, «και θα σου φτιάξω ένα ποτό Φαίνεσαι να το έχεις ανάγκη». Η Λιζ αφέθηκε να καθίσει σε μια απ' τις δερμάτινες πολυθρόνες Τα πόδια της έτρεμαν, το στομάχι της σφιγγόταν, το μυαλό της είχε αδειάσει ξαφνικά από κάθε σκέψη. Ένιωθε πιο τρισάθλια απ' όσο είχε νιώσει όλη εκείνη την εφιαλτική μέρα. «Ουίσκι;» ρώτησε ο Μπροντ, με την πλάτη του γυρισμένη. «Κάν' το διπλό», είπε αδύναμα η Λιζ. Τον παρακολούθησε που της γέμιζε το ποτήρι τον είδε να στρέφεται και να έρχεται αργά προς το μέρος της, αφήνοντας το ποτό της στο χαμηλό τραπέζι δίπλα της κι ύστερα να γέρνει νωχελικά στο βαρύ μαονένιο γραφείο πίσω του, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα καρφωμένο αλύπητα πάνω της. Οι φλόγες πίσω του ζωγράφιζαν ένα χρυσάφι περίγραμμα γύρω απ' την επιβλητική του σιλουέτα, αφήνοντας το πρόσωπό του σε σχετικό σκοτάδι. Την άφησε να πιει δυο γερές γουλιές πριν ξαναμιλήσει. «Λίγο ποτό πάντα βοηθάει», είπε ουδέτερα. Η Λιζ έκλεισε εξουθενωμένη τα μάτια. «Καλοσύνη σου που με σκέφτηκες», είπε καυστικά. «Αυτό ήταν μόνο, ή ήθελες και τίποτ' άλλο;» Της είπε αργόσυρτα: «Σκέφτηκα πως θα ήταν καλά να συζητήσουμε λίγο οι δυο μας απόψε. Μετά από μια τόσο φορτισμένη μέρα, φαντάστηκα πως θα ήθελες ίσως να μου μιλήσεις κι εσύ». «Δεν έχω τίποτε να σου πω», έκανε πεισματικά η Λιζ, ψάχνοντας για κάποια ψήγματα οργής μέσα της. «Τίποτε απολύτως;» Ο τόνος του άλλαξε. «Ούτε, ας πούμε, ένα ευχαριστώ;» Την περιγελούσε κιόλας από πάνω; Με το καυτερό ποτό να της ζεσταίνει κάπως το στομάχι, η Λιζ πίστεψε πως θα μπορούσε άνετα να περάσει στην αντεπίθεση. «Για ποιο λόγο να σου πω ευχαριστώ; Επειδή μ έμπλεξες σ αυτήν την τραγελαφική κατάσταση, ίσως;» «Σ έμπλεξα;» Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν σε μια πολύ καλή επίδειξη απορίας. «Πως σ έμπλεξα δηλαδή; Εγώ νόμιζα μέχρι τώρα ότι έμπλεξες με την απόλυτη θέληση σου, εισπράττοντας μάλιστα εξήντα χιλιάδες λίρες για να μπλέξεις!» 108


«Μην μου κοπάνας συνέχεια τις εξήντα χιλιάδες λίρες», είπε αγανακτισμένη π Λιζ, ξαναβρίσκοντας μέσ' απ' το σαρκασμό του την επίφαση επιθετικότητας που της χρειαζόταν για να τον αντιμετωπίσει. «Το ξέρεις ότι με έφερες ως εδώ με ένα σωρό αισχρά ψέματα. Με άφησες να πιστέψω πως ο Μακλέιν ήταν στα πρόθυρα του θανάτου, ότι δεν καταλάβαινε τίποτα, πως δε θα είχε απαιτήσεις· κι όταν ήρθα εδώ βρήκα έναν σχετικά ακμαίο και ζωηρό γέροντα, που τα έχει τετρακόσια. που κρατάει απόλυτα τον έλεγχο της κατάστασης, και που δε θα επέτρεπε σε κανέναν να τον ξεγελάσει για περισσότερο ,απ' όσο ότι ήθελε ο ίδιος. Όλη τη μέρα προσπαθώ ν' ακροβατήσω σ' ένα τεντωμένο σκοινί· ειλικρινά, δεν έχω ιδέα πώς τα κατάφερα. Και τώρα ο Μακλέινν σου έχει την απαίτηση να μείνω μαζί του! Τι θα κάνω εγώ από δω και πέρα; Πώς θα καταφέρω να βγω απ' το παιχνίδι έτσι που μπλέχτηκα; Κι ακόμα χειρότερα, για πόσο ακόμα θα μπορώ να το παίζω, χωρίς να τα κάνω θάλασσα και να προδοθώ;» «Δεν είδα να δυσκολεύτηκες ιδιαίτερα μέχρι τώρα», της αποκρίθηκε ψυχρά. «Αντίθετα, τα κατάφερες πολύ καλύτερα απ' όσο θα περίμενε κανείς. Ο Ντάγκλας δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι είσαι η εγγονή του. Είμαι σίγουρος πως ακόμα κι αν κάνεις τα πιο χοντρά λάθη από δω και πέρα, πάλι δε θα του μπει στο μυαλό η παραμικρή υποψία». «Επειδή κανείς δε θέλει να ξεκολλήσει από μιαν ευχάριστη αυταπάτη», είπε πικρά η Λιζ. «Θα κρατιόταν με νύχια και με δόντια απ' αυτήν, και θα συνέχιζε να ξεγελάει τον εαυτό του ότι είναι αλήθεια, για να μη χρειαστεί ν' αντιμετωπίσει την τραυματική πραγματικότητα!» «Βλέπω είσαι αυθεντία στην ψυχολογία», της αντιγύρισε καυστικά. «Όλη η ουσία πάντως είναι ότι πετύχαμε το σκοπό μας. Εσύ πήρες τις εξήντα χιλιάδες λίρες σου, ο Ντάγκλας είναι πανευτυχής, κι εγώ νιώθω ότι τα λεφτά μου έπιασαν τόπο. Όλα πάνε μια χαρά, και ειλικρινά δε βλέπω γιατί πρέπει να κοιτάς τώρα με τόση απέχθεια, κάποιον που σου έδωσε την ευκαιρία να λύσεις όλα σου τα προβλήματα!» «Όλα μου τα προβλήματα άρχισαν απ' τη στιγμή που σε συνάντησα σ' εκείνο το καταραμένο το φαστφουντάδικο», είπε σκληρά η Λιζ. «Αν δε με είχες πλευρίσει, τώρα δε θα ήμουν εδώ, παγιδευμένη σε μιαν αδιέξοδη κατάσταση!» «Είμαι απόλυτα πεπεισμένος», είπε καυστικά ο Μπροντ, «πως δεν υπάρχουν αδιέξοδες καταστάσεις για σένα, μις Φένγουικ. Όπως 109


και να σε ρίξουν, εσύ θα πέσεις με τα πόδια. Δες πώς τα έβγαλες πέρα σήμερα· με κάποια υπερένταση, χωρίς αμφιβολία, αλλά στοίχημα πως δε θα ήρθες ούτε για μια στιγμή σε πραγματικά δύσκολη θέση!» «Επειδή ήταν η πρώτη μέρα», έκανε μπουρινιασμένη «Επειδή ο Μακλέινν σου έχει τη συνήθεια να μονοπωλεί την κουβέντα και να απαντάει ο ίδιος στις ερωτήσεις που θέτει κι επίσης επειδή δεν έχει πια να κάνει μ' ένα κορίτσι δεκαεφτά χρόνων, αλλά με ώριμη γυναίκα που έχει έρθει απλά σαν επισκέπτρια, και που δεν τον παίρνει να την πιέσει ιδιαίτερα. Σήμερα, κάθε φορά που φτάνουμε σε κάποιο επικίνδυνο θέμα, ήταν πολύ εύκολο να του ζητήσω να μην το συζητήσουμε. Τι θα γίνει όμως από δω και πέρα; Σε πόσες ερωτήσεις θα χρειαστεί να μην απαντήσω, και πόσες φορές θα πρέπει να του πω, πού να Θυμάμαι τώρα:» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, καρφώνοντας την με το αινιγματικό του βλέμμα. «Πόσες λες εσύ;» Αφήνοντας το ποτήρι της, η Λιζ σηκώθηκε απότομα έτρεμε σύγκορμη απ' την ταραχή και την απελπισία. «Θα έμπλεξες σκόπιμα», του πέταξε σφυριχτά. «Έτσι δεν είναι, κύριε Χάμοντ; Θε παραπλάνησες ηθελημένα, ξέροντας πως δε θα δεχόμουν ποτέ να πάρω μέρος σ' αυτή την κωμωδία αν ήξερα σε τι κατάσταση ήταν ο γέρος. Αλλά μη σου περνάει απ' το μυαλό πως παγιδεύτηκα μόνο εγώ! Τι θα κάνεις αν γυρίσω μεθαύριο στο Λονδίνο και δεν ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου εδώ; Τι θα κάνεις αν πάω καρφωτή στον Μακλέινν και του αποκαλύψω όλη την αλήθεια;» Εκείνος γέλασε στα λόγια της το γέλιο του όμως ήταν παγερό κι έκοβε σαν ατσάλι. Της είπε ευχάριστα; «Μη με απειλείς εμένα, καλό μου κορίτσι. Καλά θα κάνεις να θυμάσαι πως δεν είμαι ούτε τόσο υπομονετικός, ούτε τόσο υποχωρητικός όσο δείχνεις να πιστεύεις εσύ τώρα. Ως εδώ τα πήγαμε σχετικά ανεκτά οι δυο μαςαν επιχειρήσεις όμως ν' αλλάξεις τους όρους του παιχνιδιού, σίγουρα δε θα είμαι εγώ ο χαμένος». «Αυτό τι είναι πάλι;» έκανε αγριεμένη η Λιζ. «Μια προειδοποίηση, θα έλεγα». Της χαμογέλασε ψυχρά. «Πήρες εξήντα χιλιάδες λίρες για να κάνεις σωστά μια δουλειά και θα συνεχίσεις να την κάνεις χωρίς να μου βάζεις ψευτοδιλήμματα, και χωρίς να επιχειρείς να παίξεις με τα νεύρα μου σε κάθε ευκαιρία. Έγινα αντιληπτός;» «Δηλαδή», έφριξε η Λιζ, «εσύ πιστεύεις πως προσπαθώ απλά να 110


παίξω με τα νεύρα σου; Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τη σπουδαιότητά σου, κύριε Χάμοντ, αν νομίζεις πως θα έκανα τόσο κόπο μόνο και μόνο για να εκνευρίσω εσένα!» θε φρίκη άκουσε τη φωνή της να σπάει στην επόμενη κιόλας φράση. «Μου είσαι τ... τόσο αδιάφορος, που είναι σαν να μην υπάρχεις καθόλου!» σταμάτησε κοντανασαινοντας, συνειδητοποιώντας πως είχε το σφάλμα που η ίδια προσπαθούσε τόσες μέρες τώρα να αποφύγει και που ο Μπροντ Χάμοντ το περίμενε πώς και πώς: είχε φέρει την κουβέντα σε προσωπικό επίπεδο, και με τόσο παιδαριώδη τρόπο μάλιστα, που μόνο ένας ηλίθιος δε θα μάντευε τι κρυβόταν πίσω απ' την πεισματική δήλωσή της. Ο Μπροντ Χάμοντ δεν ήταν ηλίθιος κι ήταν, απ' ό,τι φαινόταν, εξίσου οργισμένος με την ίδια. Τώρα ξαφνικά τα μάτια του πετούσαν φλόγες. και το πρόσωπό του έδειχνε σφιγμένο, σκληρό σαν σκαλισμένο σε πέτρα. «Αδιάφορος;» της πέταξε σαρκαστικά. «Εγώ δε θα το έλεγα ακριβώς έτσι. Αν σου ήμουν απλά αδιάφορος, δε θα μου ζητούσες κάποτε εξήντα χιλιάδες λίρες για να πλαγιάσεις μαζί μου!» «Εκείνο... εκείνο ήταν μπίζνες», τραύλισε πανικόβλητη η Λιζ. «Κι εσύ άλλωστε δεν ενδιαφερόσουν για το... το εμπόρευμα το μόνο που ήθελες, ήταν να τσεκάρεις πόσο μεγάλη ήταν η οικονομική μου ανάγκη. Μου το διευκρίνισες αυτό παραπάνω κι από καλά, παραδόξου το!» Εκείνος γέλασε σκληρά. «Κι εσύ πιστεύεις πάντα όλα όσα σου λένε, μις Φένγουικ; Τόσα χρόνια στην πιάτσα, και δεν έμαθες ότι σ' αυτό που αποκαλείς μπίζνες, κανείς δε βγάζει ποτέ όλα του τα χαρτιά στο τραπέζι;» «Τι... τι θέλεις να πεις;» τον ρώτησε ξεψυχισμένα η Λιζ, νιώθοντας το αίμα να φεύγει ορμητικά απ' το πρόσωπό της. «Πως με εξαπάτησες ως προς το σκοπό σου; Πως με τις εξήντα χιλιάδες λίρες, ήθελες να πάρεις και αυτό, και το... το άλλο;» Του ξέφυγε το ίδιο σκληρό, κοφτό γέλιο. «θ' αρέσει ο τρόπος που το θέτεις, γλυκιά μου σαν πραγματική μπίζνεσγούμαν. Προπαντός να μη θιγούν τα συμφέροντά σου. Έχεις δίκιο άλλωστε πώς μπορεί το ευτελές ποσόν των εξήντα χιλιάδων λιρών να καλύπτει και τέτοιες παραχωρήσεις; Ωραία λοιπόν, ας ξαναμπούμε στις μπίζνες. Τα πολλά λόγια περιττεύουν είμαι πρόθυμος να αναθεωρήσω τη συμφωνία μας. Αν συμφωνείς κι εσύ, πες μου πώς θέλεις να γίνει». Σαν αυτόματο, η Λιζ έκανε ένα ακόμα βήμα πίσω. Το κεφάλι της 111


γύριζε κι η φωνή βγήκε σχεδόν στριγκή απ' το λαρύγγι τής. «Δεν πρόκειται να γίνει με κανένα τρόπο», είπε κοντανασαινοντας. «Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να με δελεάσει αρκετά για να βρεθώ στο κρεβάτι σου, κύριε Χάμοντ!» «Πώς το λες αυτό; Δεν έχεις ιδέα τι θα ήμουν διατεθειμένος να δώσω». «Ό,τι και να δώσεις-» «Δεν είναι συνετό να προτρέχεις, γλυκιά μου», την έκοψε καυστικά. «Θα 'ταν καλύτερα να ρωτούσες πρώτα τι είμαι διατεθειμένος να δώσω η απάντηση μπορεί να σε εξέπληττε, ξέρεις». Έμεινε να τον κοιτάζει βαριανασαίνοντας, με την καρδιά να πεταρίζει στο στήθος της και το σφυγμό να παλαβώνει. Τα μάτια του αντιμετώπισαν τα δικά της σαν παγερές χειμωνιάτικες θάλασσες αλλά στον κρόταφό του χτυπούσε ξέφρενα μια μικρή φλέβα. Δε ήταν μόνο οργή αυτό. Ήταν και κάτι άλλο, κάτι τόσο σκοτεινό κι επικίνδυνο, που της έφερνε ξαφνικά ζαλάδα. Κι αντί για οτιδήποτε άλλο, ρώτησε ξεψυχισμένα: «Τι θα ήσουν διατεθειμένος να δώσεις;» «Οτιδήποτε», της αποκρίθηκε στεγνά. «Ό,τι ζητήσεις». Τα λόγια του έπεσαν και βούλιαξαν σε μια πηχτή λίμνη σιωπής Η Λιζ συνέχισε να τον κοιτάζει ακίνητη σαν πετρωμένη, με τα μάτια ορθάνοιχτα και με τους χτύπους της καρδιάς της ν' αντιλαλούν εκκωφαντικοί στο κεφάλι της. Της φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα πριν καταφέρει να ξαναμιλήσει. «Οτιδήποτε κι αν ζητήσω», επανέλαβε πνιχτά τα λόγια του, «μόνο και μόνο για να γίνω Κατρίνα στη θέση της Κατρίνας; Για να υποδυθώ ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι που δεν υπάρχει πια, και που τίποτε στον κόσμο δεν μπορεί να ξαναφέρει πίσω; Θεέ μου, θα πρέπει να είσαι εντελώς τρελός, τελικά εκτός αν συμβαίνει κάτι που εγώ δεν μπορώ ούτε να το διανοηθώ. Θα τι διάβολο είχες εσύ με την Κατρίνα; Τι μπορεί να σήμαινε για σένα, αφού μου είπες πως τότε ήθελες μιαν άλλη γυναίκα;» Τα μάτια του δεν άφηναν στιγμή τα δικά της· έμοιαζαν να τη διαπερνάνε αλύπητα, μέχρι τα πιο μύχια βάθη της ψυχής της. Της είπε στεγνά: «Ήθελε κι εκείνη κάποιον άλλον άντρα». «Ώστε αυτό ήταν», πρόφερε με κόπο η Λιζ ένιωθε ξαφνικά ολότελα εξουθενωμένη. «Ήθελε έναν άλλον άντρα, κι αυτό προφανώς δεν το άντεχε ο εγωισμός σου! Τι ακριβώς έγινε, κύριε Χάμοντ την είχες βάλει στο μάτι και δε σου κάθισε;» «Εσύ τι λες πως έγινε;» τη ρώτησε αργόσυρτα. 112


«Αν κρίνω απ' όσα μου είπες», του αντιγύρισε καυστικά, «μάλλον δεν της κάθισες εσύ. Το μόνο που δεν καταλαβαίνω είναι πώς σου έμεινε αυτό το απωθημένο, αφού ήσουν ερωτευμένος με κάποιαν άλλη, και δεν ήθελες καν την Κατρίνα στ' αλήθεια!» Της είπε χαμηλόφωνα: «Δεν υπάρχει χειρότερη έμμονη ιδέα, Λιζ, από μια επιθυμία που δεν ικανοποιήθηκε αρκετά για να σβήσει μόνη της». «Αυτό ήταν όλο;» Της ξέφυγε ένα πικρό γέλιο. «Μια επιθυμία που δεν πρόλαβε να πεθάνει φυσιολογικά; Ειλικρινά με απογοητεύεις, κύριε Χάμοντ. Περίμενα πως θα στήριζες καλύτερα την πρότασή σου να αναπληρώσω την Κατρίνα· πως θα μου μιλούσες τουλάχιστον για κάποιο βαθύ και άσβεστο πάθος. Δε θα με έπειθες ευκολότερα, θα ήταν όμως κάπως πιο ρομαντικό, και δε θα ξεφτίλιζε έτσι την κουβέντα. Αλλά μια ανικανοποίητη επιθυμία; Όχι, δε νομίζω πως ασχοληθούμε με κάτι τόσο φτηνό και κοινότοπο όσο χρήμα κι αν δώσεις. δε θα με πείσεις να πουληθώ για να ικανοποιήσεις εν πείσμα σου!» «Ποιος μίλησε για χρήματα.» ρώτησε αργόσυρτα ο άντρας. σταυρώνοντας νωχελικά τα μπράτσα μπροστά στο φαρδύ του στήθος του. Του έριξε ένα μπουρινιασμένο βλέμμα. «Παίζεις ακόμα μαζί μου έτσι; Προτείνεις τρέλα πράγματα, μόνο και μόνο για να δεις την αντίδραση μου! Εσύ δε μίλαγες προηγουμένως για αντάλλαγμα κύριε Χάμοντ.» «Δεν εννοούσα απαραίτητα χρήματα δε φταίω εγώ αν εσύ ερμηνεύεις τα πάντα με βάση μια ψυχρή λογιστική. Δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτε πέρα απ' τα χρήματα, αναρωτιέμαι;» Μέσα στη σαστιμάρα της. η Λιζ έπεσε σαν τυφλή στην παγίδα, «Υπάρχει τίποτ' άλλο πέρα απ' τα χρήματα, κύριε Χάμοντ:» «Φυσικά», είπε ο Μπροντ, και ξεκόλλησε επιτέλους απ' το γραφείο οπού τόση ώρα έγερνε σ' εκείνη την απατηλό νωχελική στάση. Το μεγαλόπρεπο σώμα του έκρυψε ολοκληρωτικά τη φωτιά που τριζοβολούσε στο τζάκι, καθώς την πλησίαζε αργά, αλύπητα, σαν πάνθηρας που εντόπισε επιτέλους τη λεία του και συσπειρώνεται για να πχ επιτεθεί. «Φυσικά υπάρχει, Λιζ· υπάρχει πρώτα-πρώτα αυτό». Η Λιζ επιχείρησε να κάνει ένα ακόμα βήμα πίσω, αλλά ήταν πια αργά για στρατηγικές υποχωρήσεις· το ανακάλυψε μισό δευτερόλεπτο αργότερα, όταν τα πόδια της αρνήθηκαν να υπακούσουν στην πυρετική εντολή της, κι όταν η καρδιά της παραφρόνησε και το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει σαν να είχε αδειάσει μιαν ολόκληρη 113


μπουκάλα ουίσκι, κι όχι μόνο δυο γουλιές απ' το ξεχασμένο της ποτήρι. Τα μάτια του έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα στο χλομό του πρόσωπο καθώς την τραβούσε αλύπητα στην αγκαλιά του. Η κοφτή του ανάσα της έκαψε τα χείλια, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν βρεθούν φυλακισμένα στα δικά του. Το σκληρό του φιλί ανάγκασε το στόμα της ν' ανοίξει διψασμένο για να πάρει βαθιά μέσα την γλώσσα του. Αν υπήρχε κάποια αντίσταση από μέρους της, έσβησε κι αυτή σ' θλιβερό λυγμό καθώς η σάρκα της ερχόταν να κολλήσει σφιχτά στο καυτό, ξαναμμένο του σώμα. Εκείνος πέρασε το ένα του χέρι γύρω απ' τη μέση της, της κράτησε με το άλλο ακίνητο το κεφάλι. και βάλθηκε να τη φιλάει ατέλειωτα, πυρετικά, μ' ένα σχεδόν βάναυσο πάθος. Την άφησε ύστερα κι έκανε λίγο πίσω, κοιτάζοντας το αναστατωμένο πρόσωπό της και τα δάκρυα που ανάβλυζαν ασυγκράτητα τα μάτια της. Έστρωσε μηχανικά τα ατίθασα τσουλούφια που έπεφταν ακατάστατα στο μέτωπο, κι είπε λίγο βραχνά: «Υπάρχει βέβαια αυτό θα μπορούσα να έχω κάθε στιγμή δωρεάν το ξέρω και το ξέρεις. Το ξέρουμε κι οι δυο απ' την πρώτη μέρα γιατί με ήθελες και τότε όσο με θέλεις τώρα. Ίσως όμως δεν έχεις αντιληφθεί πόσο σε θέλω εγώ Θε τι τρόπο». Ανίκανη να πει κουβέντα, τρέμοντας σύγκορμη απ' το ρίγη τον είδε να της στρέφει την πλάτη, να βάζει ουίσκι και σόδα στο ποτήρι του, και να το πίνει σχεδόν μονορούφι. Δεν μπορούσε να κινηθεί από κει που στεκόταν δεν μπορούσε καλά-καλά ν' ανασάνει. Της φαινόταν πως μακριά από την αγκαλιά του, το σώμα της μαράζωνε και στέγνωνε σαν φθινοπωρινό φύλλο, Όταν εκείνος στράφηκε πάλι να την κοιτάξει, η φλέβα στον κρόταφο του χτυπούσε σαν τρελαμένη. Της είπε αργά: «Θα σου έδινα όσα χρήματα κι αν ζήταγες. Αλλά δεν ήταν αυτό που είχα υπόψη μου. Για να μη μακρηγορούμε, σου ζητάω να με παντρευτείς Λιζ Φένγουικ. Αν σ' ενδιαφέρει η πρότασή μου, πες μου ένα ξερό ναι να τελειώνουμε». Η Λιζ αφέθηκε να γλιστρήσει στην άκρη της πολυθρόνας. Έτρεμε τώρα σπασμωδικά, κι όσο κι αν προσπαθούσε να μιλήσει, οι ήχοι δεν έβγαιναν με τίποτα. Α, τώρα δεν τη γλιτώνω, σκέφτηκε πυρετικά. Τώρα σίγουρα θα λιποθυμήσω. Η φωνή έφτασε τελικά ως το στόμα της, και τα κατάφερε ν' αρθρώσει πνιγμένα: «Μου ζήτησες να σε παντρευτώ, ή εγώ παράκουσα;» 114


Θε το πρόσωπο αφύσικα σφιγμένο, της είπε ξερά: «Δεν παράκουσες· σου ζήτησα όντως να με παντρευτείς. Δε φανταζόμουν βλέπεις πως η πρότασή μου θα ήταν τέτοιο σοκ για σένα». «Είσαι... πρέπει να είσαι εντελώς τρελός τελικά», τραύλισε μισοπνιγμένη η Λιζ. «Θέλεις να... να παντρευτείς εμένα; Γιατί, που να πάρει; Επειδή απλά μοιάζω στην Κατρίνα; Τόσο φοβερό απωθημένο σου έχει αφήσει αυτή η γυναίκα; Πρέπει να είσαι πραγματικά άρρωστος, για να φτάνεις σε τέτοιο σημείο προκειμένου να αγοράσεις μια παραίσθηση!» «Που να πάρει ο διάβολος», της πέταξε, ξαφνικά εξοργισμένος. Βρόντηξε το ποτήρι του πάνω σ' ένα έπιπλο και μ' ένα βήμα βρέθηκε από πάνω της, αρπάζοντάς την βάναυσα απ' τους ώμους. «Μπορείς να ξεχάσεις για λίγο την Κατρίνα; Η Κατρίνα τελείωσε, και τώρα είμαστε εδώ μόνο εμείς οι δύο- σ' εσένα μιλάω, όχι σε κανένα φάντασμα απ' το παρελθόν!» Ασυναίσθητα, είχε αρχίσει να την ταρακουνάει. «Γιατί δε θέλεις να καταλάβεις αυτό το απλό πράγμα; Εσένα θέλω, όχι μια ξεφτισμένη ανάμνηση! Κι αν μόνο δεχόσουν να μιλήσουμε ανοιχτά για μια φορά, δε θα χρειαζόταν να γίνεται αυτή η παιδαριώδης συζήτηση τώρα!» «Να μιλήσουμε ανοιχτά», έκανε πανιασμένη η Λιζ. «Έχεις δίκιο, ας μιλήσουμε ανοιχτά. Είμαστε μόνο εμείς οι δύο, πολύ σωστά. . Ένας κύριος που κολυμπάει στο χρήμα, και μια πρώην πόρνη που κάποτε την εξέδιδε ο προαγωγός της. Δεν έχουμε τίποτε το κοινό μεταξύ μας πέρα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου και τα δικά σου αποθαμένα. Σκούπισε σπασμωδικά με τη ράχη της παλάμης της τα δάκρια που έτρεχαν ασταμάτητα στα μάγουλά της. «Ο κόσμος μου δεν αγγίζει πουθενά τον κόσμο μου, κύριε Χάμοντ ο δικός σου είναι αυτός που είναι και ο δικός μου είναι το πεζοδρόμιο κι η γειτονιά της κυρίας Μπράουν». Της είπε κατάχλομος «Δε με νοιάζει δε δίνω δεκάρα τι ήσουν ή έκανες πριν δεν το καταλαβαίνεις;» «Δίνω εγώ», του αντιγύρισε υστερικά, σπρώχνοντάς τον μ' όλη τη δύναμη πέρα στην προσπάθεια της να ξεφύγει απ' τη μέγκενη των χεριών του και να καταφέρει να σταθεί όρθια. «Δε θέλω να έχω μαζί σου τίποτε απολύτως!» Ελευθερώθηκε τελικά απ' τα χέρια του κι έμεινε να τον κοιτάζει βαριανασαίνοντας. «Είχες δίκιο» του πέταξε φουρτουνιασμένη. «Δε μου είσαι απλά αδιάφορος- αν θέλεις όλη την αλήθεια, οι προτάσεις σου μου φέρνουν αναγούλα!" Δεν μπορούσε νο διαβάσει την έκφρασή του, αλλά κάτι στα μάτια του 115


την έκανε να θέλει να ξεσπάσει σε λυγμούς. Πρόσθεσε σπασμένα: «Και δεν την αγαπούσες καν αυτή τη γυναίκα!» Το πρόσωπό του ήταν ξαφνικά τόσο αλλοιωμένο, που για μια στιγμή η Λιζ φοβήθηκε πως θα τη χαστούκιζε. Εκείνος όμως περιορίστηκε ν' ανασηκώσει τους ώμους. «Έχεις δίκιο», είπε τελικά, κι η όψη του είχε την παγερότητα του πολικού χειμώνα. «Δεν την αγαπούσα καν αυτή τη γυναίκα. Δεν ήταν παρά ένα πείσμα, επειδή θεώρησα Ότι μου χρωστούσε κάτι». «Τι πράγμα;» ρώτησε σβησμένα η Λιζ. Της έστρεψε την πλάτη με κάτι σαν κοφτό γέλιο. Ψάρεψε το ποτήρι του από κει που το είχε αφήσει, και το γέμισε πάλι με ουίσκι. Ύστερα γύρισε και την κοίταξε με τα ψυχρά του μάτια σκληρά σαν στιλετα. "Μου χρωστούσε», είπε αργόσυρτα, «μου χρωστούσε την ευκαιρία να την αποπλανήσω κι εγώ με τη σειρά μου· να την κάνω να με λαχταράει εκείνη για έντεκα ολόκληρα χρόνια. Να ψάχνει εναγώνια να με βρει σε κάθε άντρα που θα πλάγιαζε μαζί του από κει και πέρα. Ένα σκληρό χαμόγελο στράβωσε το στόμα του. «Ανόητο και ανώριμο, θα πεις, και θα 'χεις δίκιο· φαίνεται όμως πως επιτέλους το ξεπέρασα. Μην ταράζεσαι άλλο· η πρότασή μου έπαψε να ισχύει. Δεν έχεις πια κανένα λόγο να νιώθεις αναγούλα». Εκεί επάνω η Λιζ στράφηκε μ' ένα πνιχτό λυγμό, κι έφυγε τρέχοντος απ' το δωμάτιο.

116


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Ο Μπροντ είχε πιει ενα ακόμα ποτήρι ουίσκι πριν ανεβει στο δωμάτιο που κρατούσαν πάντα στο Φεντον Γκειτ για δική του χρήση. Είχε μπει μεσα στο συνεχόμενο μπάνιο κι είχε κάνει ενα ζεστό, χαλαρωτικό ντους πριν ξαπλώσει στο φαρδύ του κρεβάτι, με την μπουκάλα που είχε προνοήσει να πάρει μαζί του στο κομοδίνο δίπλα του. Είχε γεμίσει το κρυστάλλινο ποτήρι που άφηνε πάντα εκεί η κυρία Τειλορ, και το είχε αδειάσει αργάαργά, ελπίζοντας πως όλο αυτό το ποτό θα τον ζάλιζε αρκετά για να τον στείλει για ύπνο. Τώρα του φαινόταν πως είχαν περάσει ώρες από εκείνο το πρώτο ποτήρι. Είχε ακολουθήσει άλλο ενα. κι ενώ τώρα βρισκόταν στο τρίτο, στριφογύριζε ακόμα ανίκανος να κοιμηθεί, ανίκανος να χαλαρώσει, ανίκανος να τιθασεύσει εστω τις παρορμήσεις του. Είχε προσπαθήσει ηρωικά να τις αγνοήσει' και μετά να τις πνίξει με κάθε τροπο πίσω απο ένα προσωπείο παγερής αδιαφορίας, πίσω απο ένα προκάλυμμα λογικής, πίσω απο το τείχος των έντεκα χρόνων που είχαν περάσει στο μεταξύ, και που ωστόσο δεν είχαν περάσει ποτέ στ' αλήθεια. Μάταια βέβαια' δεν αρκούσαν οι προθέσεις για να πνιγεί μια τόσο παλιά και βαθιά ανάγκη. Τόσες μέρες, απλά κορόιδευε τον εαυτό του. Εκείνη είχε δίκιο απ' τη στιγμή που την είχε πρωτοαντικρίσει έξω απ' το λονδρέζικο μετρό, το μυαλό του είχε αρχίσει να επεξεργάζεται τρόπους για να την παγιδεύσει. Την ώρα που της μιλούσε στο φαστφουντάδικο, αντιμέτωπος με την αρνητική της στάση, κατέστρωνε κιόλας με το αναμφισβήτητο επιχειρηματικό του δαιμόνιο ένα προσεχτικό σχέδιο για να την κλείσει στο δίχτυ που έστηνε. Είχε χάσει μέρες και χρήμα μαζεύοντας πληροφορίες, κι ήξερε πια σχεδόν τα πάντα για τη Λιζ Φένγουικ όταν είχε χρησιμοποιήσει εκείνο το ρεμάλι, τον Τζέρεμι Ρόμπινς, που θα πούλαγε και τη μάνα του ακόμα για χίλιες λίρες· δεν είχε χρειαστεί άλλωστε να του δώσει 117


περισσότερα, για να δεχτεί αυτός ν' απολύσει μιαν ακόμα σερβιτόρα μέσα στις άλλες. Ύστερα είχε βάλει το τυρί στη φάκα, και το είχε αφήσει να κάνει τη δουλειά του. Κι όλον αυτό τον καιρό, κορόιδευε ηθελημένα τον εαυτό του πως τα έκανε όλα για χάρη του Ντάγκλας. Δεν ήταν v καθόλου περήφανος για τον τρόπο που είχε δράσει και τα αήθη ψέματα που της είχε πει, αλλά τι άλλο μπορούσε να αν δεν είχε διαλέξει αυτόν το δρόμο, δε θα πετύχαινε τίποτα. Όχι πως τελικά είχε πετύχει και πολλά, σκέφτηκε πικρά, πίνοντας μια ακόμη γουλιά απ' το ποτήρι του. Είχε δώσει βέβαια μια μεγάλη χαρά στον Ντάγκλας· κι εξίσου σημαντικό, είχε δώσει και σ' εκείνη την ευκαιρία να ξεφύγει οριστικά απ' τη μιζέρια, την ταλαιπωρία και το άγχος μιας πανάθλιας διαβίωσης όπως επίσης κι απ' την ξεβρακωσιά στο Κόκο", ή κι απ' οτιδήποτε χειρότερο θα μπορεί να της προκύψει στο μέλλον. Ο,τι κι αν γινόταν από κει και πέρα, αυτό δεν υπήρχε πια περίπτωση ν' αλλάξει, μέσα στην οργή, την ανάγκη και την απελπισία που τον έπνιγαν εκείνη τη νύχτα, είχε τουλάχιστον αυτή την παρηγοριά. Μόνο που δεν αρκούσε για να ελαφρώσει το σφίξιμο στην καρδιά, και την αίσθηση ότι είχε παίξει, κι είχε χάσει. Όχι, δεν είχε πετύχει τίποτε στ' αλήθεια. Είχε επιχειρήσει να γυρίσει πίσω, να ξεγελάσει το χρόνο, να αναστήσει την αυταπάτη που είχε επιζήσει σε μια γωνιά του μυαλού του. Κι αντί γι' αυτό είχε βρει μόνο μια σκληρή, ανένδοτη γυναίκα, που δεν είχε την παραμικρή διάθεση να του χαρίσει έστω μια ψευδαίσθηση· ούτε καν με ανταλλάγματα που κάθε άλλη γυναίκα, ακόμα και σε πολύ καλύτερη θέση απ' αυτήν, θα τα είχε αρπάξει στον αέρα. Η Λιζ Φένγουικ όμως τα είχε απορρίψει με οργή και απέχθεια· ακόμα και τη στιγμή που είχε παραδοθεί στα φιλιά του, ήταν ολόκληρη γεμάτη οργή και απέχθεια, κι ας είχε ανταποκριθεί φαινομενικά το σώμα της στο δικό του. Ο Μπροντ δεν ήταν ανόητος· ήξερε πόσο λίγη σημασία είχε αυτού του είδους η ανταπόκριση, ή η αναμφισβήτητη σωματική έλξη που έκαιγε ανάμεσά τους απ' την πρώτη στιγμή. Εκείνος ήταν ένας ελκυστικός, ρωμαλέος άντρας με μεγάλη πείρα στην ερωτική προσέγγιση, κι εκείνη μια ασυνήθιστα όμορφη γυναίκα που απ' όσο είχε μάθει ο Μπροντ, ζούσε χρόνια τώρα σαν καλόγρια. Οποιοσδήποτε λογικά ελκυστικός άντρας στη θέση του, θα τα είχε καταφέρει το ίδιο καλά αν προλάβαινε να την καταλάβει 118


εξ απροόπτου, σε εξίσου φορτισμένες συνθήκες. Δεν είχε εισπράξει παρά μόνο μια επιφανειακή σωματική ανταπόκριση στη δική του σεξουαλικότητα κι ήταν σίγουρος πως αν είχε επιμείνει λίγο περισσότερο στη βιβλιοθήκη, εκείνη θα πάγωνε αυτόματα και θα έδινε πραγματική μάχη για να του ξεφύγει. Πίσω απ' τα φιλιά που της είχε πάρει, υπήρχε μόνο ξερή άρνηση. Ήταν τόσο απλό δεν τον είχε θελήσει ποτέ πραγματικά, δε θα τον ήθελε ποτέ από κει και πέρα. Δεν έμενε παρά να το πάρει απόφαση κι εκείνος· δεν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί το είδωλο της Κατρίνας που κρατούσε στη φαντασία του τόσα χρόνια. Ήταν καιρός πια να το ξεπεράσει και να πάψει ν' ασχολείται. Αν χρειαζόταν μια γυναίκα, υπήρχε η Στέφανι, η Τζούλια, η Τίνα, η Θάργκοτ, ορδές από δαύτες. Αν όχι τόσο διαβολικά όμορφες όσο άγρια σέξι όσο η Λιζ Φένγουικ, οπωσδήποτε όμως άπειρα πιο πρόθυμες. Κι αν δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί εκεί κοντά, δεν έβλεπε πώς θα μπορούσε ν' ανταπεξέλθει την επομένη σ' εκείνο το συμβούλιο που είχε στις δέκα το πρωί, και που θα του ήταν αδύνατο να το αναβάλει την τελευταία στιγμή. Θ' ένα βαθύ στεναγμό, γύρισε μπρούμυτα κι έκλεισε πάλι πεισματικά τα μάτια. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει από ώρα στα μάτια της, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Το όμορφο δωμάτιο της Κατρίνας, που η κυρία Τέιλορ το είχε ετοιμάσει με φροντίδα για να την υποδεχτεί, έμοιαζε τόση ώρα να στενεύει και να κλείνει γύρω της σαν κελί φυλακής. Κουβαριασμένη στο κρεβάτι, η Λιζ παράτησε την προσπάθεια. Δεν υπήρχε περίπτωση να κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Θέσα στην αγωνία που την έπνιγε, έκανε την εντελώς παιδιάστικη ευχή να μπορούσε να κοιμηθεί και μετά να ξυπνήσει, ασφαλής και αλώβητη, στη μικροσκοπική κρεβατοκάμαρα που μοιραζόταν με τον Τζέισον στο Λιτλ Χάμπτον κι ο Μπροντ Χάμοντ να μην είχε υπάρξει ποτέ, παρά μόνο σε ένα κακό όνειρο. Αλλά ο Μπροντ Χάμοντ υπήρχε σε κάτι που έμοιαζε να εξελίσσεται σε ζωντανό εφιάλτη, και τα λόγια που της είχε πει πριν πόσες ώρες; στη βιβλιοθήκη, είχαν μπηχτεί ένα προς ένα μέσα της, σαν ισάριθμες μαχαιριές. Δεν έφταιγε ο Μπροντ, βέβαια έφταιγε αποκλειστικά και μόνο εκείνη η ηλίθια, ρομαντική, καταστροφική πλευρά του εαυτού της, που χρόνια τώρα η Λιζ προσπαθούσε απελπισμένα να την πνίξει, αλλά που επέμενε να επιζεί και να τη βάζει σε μπελάδες. 119


Ήταν τόσο τραγικά ηλίθια, που όλον αυτό τον καιρό είχε επιτρέψει ν' ανθίσει σε κάποια γωνιά του είναι της, η ελπίδα πως ο Μπροντ Χάμοντ μπορεί να την ήθελε στ' αλήθεια. Άρπα την τώρα, Λιζ Φένγουικ, είπε πικρά στον εαυτό της. Στην πραγματικότητα, ούτε σαν υποκατάστατο δε σε ήθελε το μόνο που επιζητούσε ήταν να πάρει μια ανώφελη ρεβάνς, από μια γυναίκα που δεν του ήταν ουσιαστικά τίποτε, ούτε τότε, ούτε τώρα πια. Ήταν βέβαια παράλογο να νιώθει τόση απελπισία και οδύνη σ' αυτή τη διαπίστωση. Στο τέλος-τέλος, ποτέ δεν περίμενε τίποτε περισσότερο. Στην πραγματικότητα δεν περίμενε ούτε καν αυτό. Είχε κάνει άλλωστε ό,τι μπορούσε για να το αποφύγει. Και τώρα καθόταν κι έκλαιγε σαν μωρό επειδή δεν υπήρχε τρόπος να το έχει. Μπρος κοιμήσου ανόητη πρόσταζε τον εαυτό της. Όσα δάκρια και να χύσεις δεν πρόκειται να βγει τίποτα. Έκανε να γυρίσει από την άλλη, αλλά σταμάτησε με κομμένη την ανάσα, στην απόλυτη ησυχία της νύχτας, το ελαφρύ τρίξιμο της πόρτας ακούστηκε εκκωφαντικό. Ο χαμηλός φωτισμός του διαδρόμου μπήκε απ' το καρέ διαγράφοντας την πανύψηλη σιλουέτα του Μπροντ Χάμοντ κι αμέσως μετά η πόρτα έκλεισε πάλι, αφήνοντας το φως έξω , και μόνο τη βασανισμένη του ανάσα στο σκοτάδι. Η Λιζ έμεινε κοκαλωμένη στο κρεβάτι, ανίκανη να κινηθεί ή μιλήσει ή και να σκεφτεί ακόμα Είδε τη σιλουέτα του. λίγο πιο σκοτεινή απ το σκοτάδι γύρω τους. να πλησιάζει αργά προς το μέρος της . Στα ρουθούνια της έφτασε η φίνα μυρωδιά της κολόνιας του ανακατεμένη με την αναμφισβήτητη οσμή του οινοπνεύματος. Πόσο έχει πιει αναρωτήθηκε μ ένα πρώτο ρίγος πανικού, κι ανασηκώθηκε σπασμωδικά στο κρεβάτι τη στιγμή ακριβώς που ερχόταν εκείνος να καθίσει στην άκρη του. «Τι θέλεις εδώ μέ -άρχισε να λέει πνιχτά αλλά ο Μπροντ έβαλε την παλάμη του και της έκλεισε το στόμα της είπε βραχνό: «Σσς. Μη μιλάς. Φτάνουν πια τα λόγια. Αντί να συζητάμε οι δυο μας, θα έπρεπε να το είχαμε κάνει αυτό απ' την πρώτη στιγμή, ίσως τότε να είχαμε βρει μιαν άκρη». Σαν να ξύπναγε επιτέλους από βαθύ ύπνο η Λιζ βάλθηκε να παλεύει άγρια, προσπαθώντας να του ξεφύγει Εκείνος όμως ήταν άπειρα δυνατότερος με το τεράστιο σώμα και τους ατσάλινους μυώνες του. Όλες της οι προσπάθειες να του αντισταθεί ήταν καταδικασμένες απ' την αρχή. Κι όχι μόνο επειδή ο Μπροντ ήταν σωματικά δυνατότερος. Το στιβαρό, ξαναμμένο του σώμα δε δυσκολεύτηκε καθόλου ν' 120


ακινητοποιήσει το δικό της ανάμεσα στο βάρος του και στο κρεβάτι. Η αντίστασή της έμοιαζε απλά να τον ερεθίζει ακόμα περισσότερο. Η καυτή του ανάσα με την έντονη μυρωδιά του ουίσκι, ήταν γοργή και κοφτή σαν λαχάνιασμα όταν έβγαλε επιτέλους την παλάμη του απ' το στόμα της κι επιχείρησε να σφραγίσει τα χείλια της με τα δικά του. Η Λιζ πάλεψε λυσσασμένα ν' αποφύγει το φιλί του σπρώχνοντας τον πίσω και τραυλίζοντας απελπισμένα. «Φύγε. Μπροντ, φύγε... Είσαι μεθυσμένος. Είείσαι αηδιαστικός...» «Το ξέρω», της αποκρίθηκε βίαια, πετώντας την πίσω σαν να ήταν κουρέλι. -Πάντα ήμουν για σένα. Ποτέ δε θα μ' έβλεπες διαφορετικά, αλλά έπαψα να σκοτίζομαι γι' αυτό. ξέρεις". Κρατώντας την παγιδευμένη πάνω στο στρώμα, άπλωσε το ένα χέρι και άναψε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι· ένα απαλό ρόδινο ο ως πλημμύρισε το δωμάτιο, αποκαλύπτοντας τα τραβηγμένα, αλλοιωμένα χαρακτηριστικά του την έκφραση της οργής και της παραφοράς, τα μάτια του που πετούσαν φλόγες κι επίσης το συσπασμένο, μουσκεμένο ξαφνικά απ' το δάκρια πρόσωπο της Λιζ. Πάλεψε πανικόβλητη να του ξεφύγει ή τουλάχιστον να στρέψει αρκετά το κεφάλι για να μην μπόρεσε να κοιτάξει εκείνος μες στα προδοτικά μάτια της « Φύγε Μπροντ για τ όνομα του θεού, δεν σε θέλω» «Σε θέλω εγώ κι αυτό φτάνει» της αντιγύρισε βάναυσα και ανασηκώνοντας το σώμα του τράβηξε πέρα τα σκεπάσματα που βρίσκονταν ακόμα ανάμεσα τους Δε φορούσε παρά μόνο μια μεταξωτή ρόμπα η ανοιχτή κι αυτή από μπροστά κι η καυτή του σάρκα ήρθε να κολλήσει εξουσιαστικά επάνω στη δίκη της με μόνο εμπόδιο το βαμβακερό νυχτικό της που είχε ανέβει πάνω απ’ τους γοφούς διάρκεια της άγριας προσπάθειας της να του ξεφύγει «Σταμάτα» την πρόσταξε τροχιά. «Σταμάτα που να σε πάρα Δε θέλω να σε βιάσω» «Φύγε άφησε με Σε σιχαίνομαι, το καταλαβαίνεις;» «Δε μ ενδιαφέρει. Άνοιξε το στόμα. Φίλησε με. Κατρίνα Φίλησε με» «Δ-δεν είμαι η Κατρίνα» τραύλισε πανικόβλητη η Λιζ, πνιγμένη ξαφνικά στους λυγμούς. «Σκάσε. Σκάσε σκάσε... Απόψε είσαι αυτό που θέλω εγώ και θα σε πάρω έτσι όπως θέλω εγώ Το κατάλαβες;·· Με το σώμα της αποτελεσματικά αιχμαλωτισμένο απ' το δικό του. έβαλε τις παλάμες του και της ακινητοποίησε και το κεφάλι. «Φίλησε με Τώρα» -Σε μισώ'" 121


-Το ξέρω. Φίλησε με. που να πάρει. Δε θέλω να σε βιάσω αλλά θα το κάνω κι αυτό αν χρειαστεί. Άνοιξε το στόμα, πριν σε αναγκάσω να το ανοίξεις!» «Δ-δεν μπορείς να με α-αναγκάσεις», τραύλισε μ' ένα λυγμό η Λιζ. κι εκείνος γέλασε σκληρά. «Μπορώ όμως να σε πνίξω», της αντιγύρισε βίαια. «Ίσως μάλιστα αυτό να το ευχαριστηθώ περισσότερό κι απ' το σεξ μαζί σου!» «Άφησε με αμέσως αλλιώς θα ουρλιάξω!» Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται βαριανασαίνοντας. εκείνος έξαλλος απ’ την οργή, εκείνη απλά πανικόβλητη. Ύστερα ο άντρας στηρίχτηκε στα χέρια του κι ανασηκώθηκε αργά από πάνω της. με τα φουρτουνιασμένα του μάτια σταθερά καρφωμένα στα δικά της. «Μπρος Ούρλιαξε». «Δε με πιστεύεις, ε;» έκανε απελπισμένη η Λιζ. «Έχει σημασία τι πιστεύω εγώ: Αν θέλεις να ουρλιάζεις, ορίστε η ευκαιρία σου. Άρπαξε την». Ξαφνικά της κόπηκε εντελώς η ανάσα. Όχι να ουρλιάζει, αλλά ούτε να αναπνεύσει δεν μπορούσε έτσι που την καθήλωνε το βλέμμα του. Ορθωνόταν από πάνω της σαν οργισμένος θεός του σκότους πανέμορφος πανίσχυρος κι εκδικητικός διαβάζοντας στα μάτια της αυτό ακριβώς που της συνέβαινε, ότι τα σωθικά της αναστατώνονταν στη θέα του, ότι η καρδιά της λιγωνόταν, ότι το σώμα της έλιωνε από την ασυγκράτητη λαχτάρα απ' την ασυγκράτητη λαχτάρα να του δοθεί χωρίς όρους. Αν όλα αυτά ήταν μέρος ενός σκοτεινού εφιάλτη, επρόκειτο ωστόσο για.. εφιάλτη που το υποσυνείδητό της λαχταρούσε απεγνωσμένα να τον ζήσει. Να αφεθεί, να παραδοθεί εντελώς, ακόμα και ξέροντας πως αυτό ήταν το μόνο που ζητούσε εκείνος, όταν η ίδια θα ήθελε να του προσφέρει τα πάντα Χρειάστηκε να κάνει σκληρή προσπάθεια για να πείσει τα χείλια της να κινηθούν. «Είσαι τόσο πιωμένος», πρόφερε ξεψυχισμένα, δε σε νοιάζει ούτε αυτό;» Της είπε βαριά: «Δεν ούρλιαξες· και δε θα σου δώσω άλλη ευκαιρία Αργά-αργά. με το βλέμμα του να καίει συνέχεια πάνω της σαν φωτιά. το δυνατό του σώμα έγερνε πάλι προς το μέρος της. τα χείλη του πλησίαζαν τα χείλια της. η ανάσα του έσμιγε με τη δική της. Η φωνή του βγήκε βραχνή, σπασμένη. «Είμαι πιωμένος, έχεις δίκιο μη βασίζεσαι όμως σ' αυτό για να γλιτώσεις. Το πιοτό δε μου το ρίχνει.. κάθε άλλο μάλιστα. Ξέρεις ότι θα στο κάνω, κι εσύ δε θα μπορείς, ούτε θα θέλεις να με σταματήσεις. Εδώ. θα το κάνουμε μαζί 122


όλη τη νύχτα κι αν ουρλιάζεις, θα είναι μόνο από ηδονή. Θα κραυγάζεις και θα βογκάς, και θα ξαναρχίζεις μετά, και θα τελειώνουμε μαζί ξανά και ξανά, μέχρι να σε χορτάσω και να σε βγάλω απ' το σύστημα μου' μέχρι ν' αφήσω τη σφραγίδα μου πάνω σου για τα επόμενα έντεκα χρόνια!» «Όχι. Μπροντ. όχι έτσι», τραύλισε γι' άλλη μια φορά αλαφιασμένη η Λιζ. κάνοντας μιαν ακόμα προσπάθεια ν' αποστρέψει το πρόσωπό της. Τα λόγια που φαίνονταν να ηδονίζουν τόσο εκείνον, την ίδια την ξέσκιζαν σαν μαχαιριές. Θα ’θελε να είχε τη δύναμη να τον σπρώξει πέρα, να του φωνάξει υστερικά ότι δεν ήταν η Κατρίνα κι ούτε έφταιγε εκείνη για όλα τ' απωθημένα που είχε κρατήσει μέσα του' να του δώσει να καταλάβει πως μια πράξη βίαιου, τυφλού σεξ δε θα διόρθωνε τίποτε απολύτως, ούτε στο βάθος του παρελθόντος του, ούτε στο περίπλοκο, αδιέξοδο παρόν που βίωναν. Και μετά να φύγει τρέχοντος μες στη νύχτα, και να μην τον ξανασυναντήσει ποτέ της. Αλλά απέναντι του δεν είχε καμιά άλλη αντίσταση πέρα από ένα βουβό κλάμα και τις παθητικές, ανίσχυρες αρνήσεις της, που τον ίδιο τον άφηναν παγερά αδιάφορο. Το ήξερε άλλωστε απ' την αρχή· δεν υπήρχε τρόπος ν' αντιδράσει στη φωτιά που της άναβε το πλησίασμά του. Οι παλάμες του της κρατούσαν ακίνητο το κεφάλι, τα πανέμορφα μάτια του φυλάκιζαν αβίαστα τα δικά της, το άρωμα του κορμιού του τη μεθούσε η καυτή του σκληράδα κόλλαγε και τριβόταν γρανίτινη πάνω στην κοιλιά της. Καιγόταν σαν λαμπάδα στην αγκαλιά του, κι εκείνος πιθανότατα το ήξερε και το απολάμβανε σαδιστικά. Αλλά δεν του αρκούσε η ανταπόκριση του κορμιού της. «Ναι. έτσι». της ψιθύριζε σκληρά. ««Έτσι, Κατρίνα, έτσι... Επειδή έτσι μ' αρέσει εμένα. Για μια φορά θα γίνει με τον δικό μου τρόπο αγάπη μου». Οι λέξεις έβγαιναν κομματιαστές, σχεδόν ασύνδετες μεταξύ τους. «Γλυκιά. όμορφη μου Κατρίνα... Θα στο κάνω όλη τη νύχτα θα στο κάνω έτσι κι αλλιώς, αλλά θέλω να μου το ζητήσεις εσύ η ίδια. Μπρος, παρακάλεσέ με να στο κάνω. Πες, σε παρακαλώ Μπροντ, πάρε με απόψε κι ας πεθάνω...» «Θεέ μου, όχι». ψέλλισε η Λιζ. «Όχι, Μπροντ, όχι...» «Πες το, πού να πάρει. Πες μου πόσο με λαχταρούσες μια ζωή... Πες μου γιατί δεν είχες κανέναν άντρα όλ' αυτά τα χρόνια. Είσαι τόσο όμορφη. Χριστέ μου το ωραιότερο πλάσμα που είδα ποτέ μου! θα μπορούσες να ήσουν μοντέλο, σταρ του σινεμά... Να έχεις ουρές τους άντρες να σε συντηρούν σε βασιλικό στυλ. Γιατί δεν το έκανες: 123


Γιατί προτίμησες να τραβιέσαι στο "Κόκο;" Πες μου!» «Μη. Μπροντ. μη...» «Πες μου πως ήταν επειδή ήθελες έναν μόνο άντρα στον κόσμο και μετά πες μου πως αυτός ο άντρας ήμουν εγώ, κι όχι ο Πολ Τρέιβερς!» Θεέ μου, δεν το αντέχω άλλο, σκέφτηκε με απόγνωση η Λιζ. «Κι αν το πω», του αντιγύρισε σχεδόν υστερικά, «σε τι θα ωφελήσει; Θ' ανάψεις περισσότερο στήνοντας τέτοιες ψευδαισθήσεις; Θα το ευχαριστηθείς καλύτερα αν ακούσεις κι ένα ψέμα παραπάνω;» «Ω. που να σε πάρει», της πέταξε βάναυσα. «Το κάνεις επίτηδες, έτσι δεν είναι: θέλεις να με τρελάνεις ολότελα, αλλά δε θα σου περάσει!» Την είχε αρπάξει απ' τα μπράτσα και τα δάχτυλά του μπήγονταν αλύπητα στη σάρκα της. «Γιατί, που να πάρει, γιατί δεν μπορείς να πεις ένα ψέμα: Τι θα σου κοστίσει;» «Είσαι τύφλα στο μεθύσι», τραύλισε πανικόβλητη η Λιζ. «Δεν ξέρεις ούτε τι λες. ούτε π κάνεις! Τι θέλεις για τ' όνομα του Θεού από μένα: Αν είναι μόνο ένα πήδημα, κάν' το να τελειώνουμε! Τι χρειάζονται όλα τ' άλλα;» «Σκάσε, παλιοθήλυκο», της πέταξε εξαγριωμένος. «Γιατί φαντάστηκες σ' έφερα εδώ; Γιατί μπήκα σ' όλον αυτό τον κόπο; Γιατί σου έδωσα εξήντα χιλιάδες λίρες, όταν μπορούσα σε κάθε στιγμή να σε έχω τζάμπα: Τι υπέθεσες ότι συνέβαινε ότι ήμουν τόσο βιτσιόζος που να σκορπάω ολόκληρες περιουσίες για περιστασιακά πηδήματα με τσούλες του δρόμου; Πώς σου ήρθε ότι πρόκειται μόνο για ένα πήδημα, πανάθεμά σε;» «Μα γι' αυτό πρόκειται», του αντιγύρισε υστερικά, παλεύοντας πάλι απελπισμένα να του ξεφύγει. «Όλα τ' άλλα είναι μόνο στο θολωμένο σου μυαλό! Όταν ξεμεθύσεις, θα -» «Ω, σκάσε πριν σε σκοτώσω», την πρόσταξε άγρια. Θε μια βίαιη κίνηση της τράβηξε το σλιπ, αρκετά ίσα για ν' αφήσει ένα στενό πέρασμα' και βάζοντας όλη τη μεθυσμένη δύναμη του ατσάλινου κορμιού του, μπήχτηκε στον υγρό, γλιστερό της κόλπο, γεμίζοντας τον μέχρι ψηλά. Κι αν η Λιζ είχε επιχειρήσει να κλείσει τα πόδια, πάλι δε θα μπορούσε να τον κρατήσει έξω' πάλι ο φαλλός του θα βυθιζόταν μέσα της σαν καυτερή μαχαιριά, ανοίγοντας αβίαστα το δρόμο του στα σωθικά της. Η κραυγή της έσμιξε με το βαθύ του βογκητό τη στιγμή της διείσδυσης· αμέσως μετά το στόμα του ήρθε να σφραγίσει το στόμα της, κι η γλώσσα του όρμησε κυριαρχικά να βρει τη δική της. Ήταν η στιγμή της ολοκληρωτικής υποταγής, που εκείνος την 124


απαιτούσε πεισματικά τόση ώρα, κι εκείνη λαχταρούσε ενδόμυχα να του την προσφέρει. Δεν είχε νόημα ούτε να υποκριθεί πως δεν το ήθελε. Ρίγη έκστασης συγκλόνισαν τη σάρκα της καθώς ρουφούσε διψασμένα τη γεύση του στο στόμα της και τη σκληρή του δύναμη στα σκοτεινά της βάθη. Τα νύχια της μπήχτηκαν ασυναίσθητα στην πλάτη του, κι όλα τ' άλλα υποχώρησαν και χάθηκαν μπροστά στην απερίγραπτη ηδονή της παράδοσης. Αφέθηκε οριστικά. Το σώμα της βάλθηκε ν' ανεβοκατεβαίνει σπασμωδικά, ρουφώντας αλύπητα τον φαλλό που σφυροκοπούσε τα βάθη του, στον ίδιο άγριο ρυθμό που λεηλατούσαν και τα χείλια του τα δικά της. Κι ανάμεσα απ' τα παθιασμένα, άγρια φιλιά τους, οι βραχνές, σπασμένες της κραυγές έμοιαζαν ν' ακολουθούν ένα απότομο κρεσέντο ηδονής, που κορυφωνόταν σε μια λαχανιαστή, επώδυνη σειρά αναφιλητών. Μέσα της, το καυτό του μέλος έσφυζε καθώς χωνόταν όλο και πιο βαθιά κι όλο και πιο γρήγορα με κάθε άγρια κίνησή του. Δεν της μιλούσε πια· τώρα τα χείλια του άφηναν τα δικά της μόνο για ν' αρπάξουν τις ρώγες της πάνω απ' το λεπτό ύφασμα του νυχτικού της, και για να ρουφήξουν μετά αχόρταγα όλα τα ευαίσθητα σημεία στο λαιμό και στους ώμους της. Κι η ανάσα του ήταν σαν ένα συνεχές, βασανισμένο βογκητό. Ατέλειωτα ρίγη διαπερνούσαν το κορμί της, απλώνοντας την αφόρητα γλυκιά αίσθηση της ηδονής μέχρι και το τελευταίο μόριο του είναι της. Η ανάσα της κοβόταν, το σώμα της τρεμούλιαζε σπασμωδικά. Δεν άντεχε άλλο, κι εκείνος το ήξερε, και τη σφυροκοπούσε ανελέητα για να πάρει αυτό που βιαζόταν να του δώσει το κορμί της. Ξαφνικά, νιώθοντας πόσο κοντά την είχε φέρει στην κορύφωση, βάλθηκε πάλι να της μιλάει, σπασμένα, επίμονα, προτρεπτικά. «Τελειώνεις; Πες μου. Σ' αρέσει; Το θέλεις τώρα, δεν το θέλεις: Τελειώνεις, ναι, τελειώνεις... Δεν πρόλαβα καλά-καλά να στο βάλω το ήθελες σαν τρελή, αγάπη μου. Έλιωνες για μένα... Έλα δωσ' το μου τώρα. τώρα... Σε περιμένω. Έλα αγάπη μου, έλα τώρα .. Νιώθω τους σπασμούς σου. γλυκιά μου. αγάπη μου, ομορφιά μου... Ω. Θεέ μου. είσαι υπέροχη. Σωστή τίγρη. Ω, Θεέ μου...» Το κορμί της τον άρπαξε αλύπητα, σφίγγοντάς τον σπασμώδη στη δίνη ενός ανυπόφορα έντονου οργασμού. Με το σώμα ανασηκωμένο σαν τεντωμένη χορδή και το κεφάλι ριγμένο πίσω, η Λιζ αφέθηκε να τελειώσει κραυγάζοντας ασυγκράτητα, γαντζωμένη από πάνω του σπαρταρώντας στην αγκαλιά του. 125


Ένιωσε τα μπράτσα του να σφίγγονται γύρω της και τα χείλια του ν' αποζήσουν τρελαμένα τα δικά της, σαν να ήθελαν να πιουν κάθε της πνοή εκείνη τη στιγμή της ολοκλήρωσης· κι αφέθηκε στο βαθύ φιλί του με την ανάσα να βγαίνει σαν λυγμός, τα μάτια γεμάτα δάκρυα απόλαυσης, την καρδιά να φτεροκοπάει σαν αλαφιασμένο πουλί στο στήθος της. Ένας μικρός θάνατος, σκέφτηκε μέσα στη θολούρα της, ξαναφέρνοντας στο νου της μια φράση που είχε ακούσει κάποτε. Ένας θάνατος στην αγκαλιά του... Αυτό δεν ήθελες τόσον καιρό, Λιζ Φένγουικ: Να λιώσεις και να χαθείς στο κορμί του, να γίνεις μέρος του είναι του, να γίνει κι αυτός μέρος του εαυτού σου. Να σβήσετε κι οι δυο μαζί σε μιαν απύθμενη θάλασσα ηδονικής ανυπαρξίας. Αλλά δεν είχε γίνει ακριβώς έτσι. Άνοιξε τα μάτια και τον είδε να γέρνει κυριαρχικός από πάνω της. με το πρόσωπο σφιγμένο στην προσπάθειά του να συγκρατηθεί για να μην τελειώσει μαζί της. Ένα τελευταίο πνιχτό βογκητό της ξέφυγε. καθώς το δακρυσμένο της βλέμμα τον εκλιπαρούσε για κάτι που θα έδινε μια σκιά τρυφερότητας στο βίαιο σμίξιμό τους. Τα δικά του μάτια όμως ήταν σκληρά, κι όταν της χαμογέλασε το χαμόγελό του της τρύπησε την καρδιά πέρα ως πέρα. «Το ήθελες σαν τρελή», της είπε βραχνά. «Δεν είχα ξαναδεί γυναίκα σε τέτοια κάψα και πού είσαι ακόμα». Μπήχτηκε πάλι θριαμβευτικά μέσα της με τα μάτια να λάμπουν άγρια, σαν πυρωμένα τοπάζια. «Θα στο κάνω μέχρι να πέσεις λιπόθυμη... Θα παρακαλάς να σταματήσω, ξέρεις πόσες ώρες μπορώ να το κρατήσω έτσι: Ατέλειωτες· ειδικά όταν είμαι λίγο πιωμένος κι όταν έχω δίπλα μου ένα θηλυκό τόσο λυσσασμένο για έρωτα όσο εσύ, γλυκιά μου». Η Λιζ έκλεισε εξουθενωμένη τα μάτια. Του είπε σπασμένα: «Σε παρακαλώ άφησέ με, Μπροντ. Τελείωνε μ' αυτό που κάνεις, και άφησέ με... Δεν αντέχω άλλο». «Αυτό ξέχασέ το», της είπε σκληρά. «Δε θα φύγω από δω μέσα παρά μόνο όταν το θελήσω εγώ. Για μια φορά, Κατρίνα, θα σ' αφήσω όταν μου κάνει κέφι εμένα!» «Δεν είμαι η Κατρίνα σου», έκανε απελπισμένη η Λιζ. «Δεν είμαι, κι ούτε θέλω να γίνω! Δεν μπορείς να το καταλάβεις αυτό το απλό πράγμα:» «'Όχι», της πέταξε στεγνά, και βγαίνοντας από μέσα της στάθηκε πάνω απ' το πρόσωπό της σαν άγριος, αποφασισμένος κατακτητής. Της είπε βαριανασαίνοντας: «Εσύ το ευχαριστήθηκες η σειρά μου τώρα. Δείξε μου πόσο με θέλεις». 126


«Όχι, Μπροντ άφησέ με!» «Άνοιξε το στόμα». Μέσα από ένα ποτάμι δάκρυα, του είπε σπασμένα. «Δεν το θέλεις καν πραγματικά προσπαθείς μόνο να με ταπεινώσεις. Γιατί, Μπροντ, γιατί: Γιατί πρέπει να με κουρελιάζεις έτσι;» «Ήσουν δίκη μου απ' την πρώτη μέρα», της αντιγύρισε σκληρά. «Θα έπρεπε να το ξέραμε κι οι δυο καλύτερα... Δε θα έπρεπε να σε είχε αγγίξει άλλος άντρας». Έσπρωξε τους λαγόνες του προς το μέρος της. κολλώντας τη σκληράδα του πάνω στα ερεθισμένα της χείλια. «Τώρα θα τα πάρω όλα. Θα μου τα δώσεις θες δε θες, γι' αυτό περιττεύει να μου λες όχι. Άνοιξε το στόμα· άνοιξέ το!» Θεέ μου. αυτό είναι στ' αλήθεια σωστός εφιάλτης, σκέφτηκε η Λιζ· και πάλι όμως, το στόμα της άνοιγε σαν από μόνο του για να πάρει την αντρίκεια δύναμή του, όχι επειδή της το επέβαλλε εκείνος, αλλά επειδή το είναι της ολόκληρο λαχταρούσε να το κάνει. Μ' ένα σπασμό βαθιά στα σπλάχνα της, έκλεισε τα χείλια της γύρω του και τον ρούφηξε απολαυστικά, με το βλέμμα καρφωμένο στο συσπασμένο πρόσωπό του. Σ' αγαπώ, Μπροντ Χάμοντ, του έλεγαν τα μάτια της. Νόμιζα πως αδιαφορούσα, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Σ' αγαπώ, Θα σ' αγαπώ όσο υπάρχω... Ακόμα όμως κι αν το είχε πει με λόγια, εκείνος δε θα το πρόσεχε. Βαριανάσαινε τώρα τόσο πολύ κι οι κινήσεις του είχαν γίνει τόσο έντονες, που η Λιζ ήταν σίγουρη πως όπου να 'ταν θα τον ένιωθε να τελειώνει. Ξαφνικά όμως ο Μπροντ τραβήχτηκε απότομα κι έγειρε κοντανασαίνοντας στο πλάι. «Θεέ μου, παρά τρίχα», έκανε πνιχτά. Ξανάβρισκε την ανάσα του, και μαζί όλη εκείνη τη σκοτεινή εμπάθεια για την Κατρίνα. «Είσαι πολύ καλή στις παραλλαγές, αλλά δε φτάνει αυτό για να με θέσεις εκτός μάχης», δήλωσε σκληρά. «Έχουμε δρόμο μπροστά μας ακόμα». Την τράβηξε στην αγκαλιά του και βάλθηκε να τη φιλάει με άγριο πάθος, κολλώντας πάνω της το σκληρό του μέλος που τρέμιζε απελπισμένα στην εναγώνια αναζήτηση της ολοκλήρωσης. «Αγκάλιασέ με», της ψιθύριζε μέσ' απ' τα βογκητά του. «Φίλα με, Κατρίνα, φίλα με. Δείξε μου πως το θέλεις κι εσύ, κι ας είναι ψέμα...» Χαμένη γι' άλλη μια φορά στην έκσταση της αγκαλιάς του, η Λιζ δεν μπήκε καν στον κόπο να του πει πως δεν ήταν η Κατρίνα. Δε θα είχε άλλωστε νόημα να του το πει, το ήξερε. Τώρα εκείνος τη φιλούσε σαν τρελός σ' όλο της το σώμα, κάνο127


ντας την ένταση ν' ανεβαίνει κατακόρυφα. Η γλώσσα του σεργιανούσε πάνω στο στομάχι και την κοιλιά της, μέχρι που τρύπωσε επιτακτικά ανάμεσα στο τρίχωμα της ήβης της, ψάχνοντας για το τρυφερό σάρκινο εξόγκωμα που έσφυζε απ' την επιθυμία. Η Λιζ σπαρτάρησε και κραύγασε βραχνά, κι εκείνος της άνοιξε τα πόδια ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο, κόλλησε πάνω της το στόμα του, και βάλθηκε να τη ρουφάει αλύπητα. Ύστερα, καθώς τα πόδια της τινάζονταν σπασμωδικά στον αέρα κι η ανάσα της γινόταν γοργά κοφτό, κουρελιασμένο αναφιλητό, ο Μπροντ ανασηκώθηκε πάλι κατακτητικά από πάνω της, την ανάγκασε να στραφεί, και μπήκε μέσα της από πίσω. Το αλύπητο σφυροκόπημα ξανάρχισε βαθιά στα σωθικά της κι η ανάσα του, βαριά και κοφτή στον αυχένα της, έφερνε μαζί λέξεις, λέξεις σπασμένες που την έκαναν να λιώνει και να σβήνει στα μπράτσα του. «Έτσι, αγάπη μου, έτσι... Θε κάνεις τρελό, το ξέρεις; Σε θέλω, σε θέλω... όσο δε θέλησα ποτέ άλλη γυναίκα. Δε θα μπορούσα να σου πω πόσο. Θεέ μου, είμαι άρρωστος για σένα...» Τα λόγια έβγαιναν με κόπο, σ' ένα επώδυνο αγκομαχητό ύστερα έγιναν πάλι επιτακτικά, σκληρά σαν ραπίσματα. «Πες μου ότι με θέλεις κι εσύ το ίδιο. Πες μου ότι δε θέλησες ποτέ κανέναν άλλο εκτός από μένα. Πες το. Πες το, Κατρίνα!» «Μπροντ, για τ' όνομα του Θεού, μην ξαναρχίζεις!» «Που να σε πάρει, διαβολοθήλυκο. Πες μου αυτό που σου λέω. Για μια φορά, πες το να το ακούσω!» Συγχρόνως μπηγόταν με μανία μέσα της, επιχειρώντας συνειδητά να την πονέσει. «Σταμάτα, Μπροντ, σταμάτα... Με πονάς!» «Δεν είδες τίποτε ακόμα. Λέγε. Πες μου πως ήμουν ο πρώτος κι ο μόνος. Πες μου πως ήθελες μόνο εμένα κι όχι τον Πολ Τρέιβερς. Τώρα ειδαλλιώς θα σε κάνω να ουρλιάζεις απ' τον πόνο!» «Είσαι τρελός», ψέλλισε αγκομαχώντας η Λιζ, πασχίζοντας να ξεφύγει απ' τη μέγγενη των μπράτσων του. «Άφησέ με, ά -» Εκείνη τη στιγμή, μες στη θολούρα και την απόγνωσή της, ένιωσε τη σκληράδα του λίγο πιο πίσω, να προσπαθεί να σπάσει ένα ακόμη φράγμα. Πανικόβλητη, συστράφηκε ολόκληρη σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγει απ' αυτή την έσχατη παραβίαση. Εκείνος όμως την ανασήκωνε κιόλας σαν φτερό απ' τη μέση, σφίγγοντάς την ανελέητα πάνω του και εμποδίζοντάς την να του φύγει. Θε το ένα χέρι την κράτησε έτσι κολλημένη πάνω στο κορμί του με το άλλο βάλθηκε να σπρώχνει με δύναμη για να σπάσει οριστικά την αντίσταση του κορμιού της. 128


«Θεέ μου, όχι, όχι εκεί», τον ικέτευσε η Λιζ πνιγμένη στα δάκρυα, ξέροντας πως όλες της οι δυνάμεις δεν αρκούσαν για να το αποτρέψουν. «Σε παρακαλώ Μπροντ, όχι εκεί, πονάω!» «Λέγε τον ήθελες περισσότερο από μένα; Ήσουν τρελή μαζί του δεν είν' έτσι; Λοιπόν, ας πονέσεις κι εσύ λίγο τώρα. Μη σφίγγεσαι είναι χειρότερα». «..Άφησε με. Μπροντ, άφησέ με! Θα φωνάξω!» «Τολμά να φωνάξεις, και θα δεις τι έχει να γίνει. Πες μου αυτό που σου είπα». -«Εντάξει εντάξει, είναι όπως τα λες! Θα μ' αφήσεις τώρα;» «Γιατί ήρθες μαζί μου εκείνο το βράδυ; Ποιον έκανες κέφι; Λέγε!» «Θεέ μου, άφησε με!» -«Γιατί πήγες και πηδήχτηκες μετά μαζί του; Που να σε πάρει, γιατί πήγες μαζί του;» Σ' ένα αποκορύφωμα τυφλής οργής, μ' όλο του το σώμα να τρέμει σπασμωδικά, έσπασε το φράγμα και μπήχτηκε σκληρός σαν γρανίτης μέσα της. Ο οξύτατος πόνος την έκανε να κραυγάσει ασυγκράτητα, αλλά εκείνος πρόλαβε να βάλει την παλάμη του και να της κλείσει το στόμα. «Αυτό», της είπε άγρια, «αυτό δε θα το ξεχνούσα ακόμα κι αν περνούσαν εκατό χρόνια, όχι έντεκα. Αυτό πληρώνεις τώρα· όλα τα άλλα τα αντιπαρέρχομαι. Δε σκοτίζομαι, δε δίνω δεκάρα για σένα σ' έφερα εδώ μόνο και μόνο για να μου δοθεί η ευκαιρία να σου κάνω αυτό, έτσι· να σ' ακούσω να ουρλιάζεις απ' τον πόνο. Το κατάλαβες; Λέγε. Το κατάλαβες;» Πνιγμένη στους λυγμούς, η Λιζ κούνησε σαν αυτόματο το κεφάλι. Τα δάκρυα της έτρεχαν και μούσκευαν την παλάμη που της έφραζε το στόμα. -Βρομά. Παλιοθήλυκο. Θη θαρρείς ότι νοιάζομαι για σένα. Δε θα νοιαζόμουν αν είχες πλαγιάσει με χίλιους αλήτες πριν ή μετά από μένα... Τώρα πια δε δίνω δεκάρα. Δεν είσαι πια ούτε μια ανάμνηση, Κατρίνα. Τέλειωσες. Οριστικά. Εδώ. απόψε... Έτσι». Έχωσε εξουθενωμένος το πρόσωπό του στα μαλλιά της, με τους μυώνες του να τρεμίζουν και την ανάσα βαριά σαν αγκομαχητό. Θετά από λίγο όμως ρώτησε πνιχτά: «Δεν πονάει τόσο τώρα, έτσι δεν είναι;» Του κούνησε πάλι αρνητικά το κεφάλι, ολότελα αποκαμωμένη, ακροβατώντας στα όρια της κατάρρευσης. Η παλάμη του ελευθέρωσε το στόμα της και γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της, χαϊδεύοντας ερεθιστικά. Της είπε σπασμένα: «Ήθελα όμως να το θέλεις κι εσύ το ίδιο». Και ξαφνικά, έτσι που έτρεμε μουσκεμένη απ' τον ιδρώτα στην αγκαλιά του. κι η τελευταία παθητική της άμυνα κατέρρευσε σαν 129


πύργος από τραπουλόχαρτα. Τα λόγια που ήθελε τόση ώρα να του πει. ανέβηκαν και την έπνιξαν. «Το ήθελα κι εγώ το ίδιο», έκανε αγκομαχώντας. «Το ήθελα. Μπροντ, το ήθελα...» «Όχι», της είπε τρέμοντας. «Δεν το ήθελες καθόλου, κι ούτε το ’χες ξανακάνει έτσι, το ξέρω. Πες μου την αλήθεια». «Το ήθελα επειδή το ήθελες κι εσύ», του ψιθύρισε σπασμένα. «Επειδή μου το έκανες εσύ, καρδιά μου...» Τι λέω τώρα, σκέφτηκε συγχρόνως, τρέμοντας απ' τον πιο σκοτεινό φόβο. Τι του αποκαλύπτω, Χριστέ μου, και γιατί; Αλλά είχε ξεπεράσει το στάδιο όπου μπορούσε να κρατήσει κλειστό το στόμα της. Θε την ανάσα να πιάνεται και να κόβεται στο λαιμό της, συνέχισε ασυγκράτητα; «Θα σ' άφηνα να κάνεις ό,τι κι αν ήθελες, και θα το ήθελα κι εγώ το ίδιο... Το ξέρεις. Το ήξερες απ' την πρώτη στιγμή. Δε θα είχε γίνει τίποτε αν δεν το ήθελα κι εγώ εξίσου. Δε θα είχες κάνεις τίποτε αν δεν ήσουν βέβαιος γι' αυτό, Μπροντ, το ξέρεις και το ξέρω...» Της είπε πνιχτά: «Θεέ μου, τι μου κάνεις, μικρή μάγισσα...» Κι ύστερα είπε, «αγάπη μου, αχ, αγάπη μου, πες μου το πάλι...» «Σε θέλω», ψιθύρισε η Λιζ αποκαμωμένη. «Σε θέλω... Ό,τι κι αν έκανες, θα το δεχόμουν». «Είσαι τρελή», της ψιθύρισε, «που μου βάζεις τέτοιες ιδέες...» Την έσφιγγε πάνω του μ' ένα ολότελα ασυγκράτητο πάθος, τρέμοντας σύγκορμος, αγκομαχώντας σχεδόν απ' την επιθυμία καθώς τη φίλαγε στα μαλλιά και στους γυμνούς της ώμους. Αφέθηκε να γείρει μαζί της στο κρεβάτι, με το βαρύ του σώμα σωριασμένο πάνω στο δικό της. «Αγάπη μου, ομορφιά μου... Είναι όλο μέσα. Θα το αφήσω εκεί για πάντα, μωρό μου, για πάντα...» Η φωνή του έβγαινε εντελώς κουρελιασμένη. «Είμαι τρελός για σένα. Θα 'θελα να μπορούσα να σε φάω... Ποτέ δεν έχω νιώσει έτσι με καμιά άλλη γυναίκα. Σ' αρέσει τώρα; Σ' αρέσει έτσι; Πες το· θέλω να τ' ακούσω». «Μ' αρέσει, Μπροντ, μ' αρέσει τρελά... Μην το βγάλεις, αγάπη μου, μην το βγάλεις...» «Δε θα το έβγαζα», της είπε πνιγμένα, «ακόμα κι αν ήξερα πως γι' αυτό θα πεθάνω». Την κρατούσε σφιχτά στα μπράτσα του, σαν να φοβόταν πως αν χαλάρωνε λίγο το αγκάλιασμά του εκείνη θα διαλυόταν και θα χανόταν οριστικά από κοντά του. Η Λιζ στράφηκε και του πρόσφερε τα χείλια της· κι ο Μπροντ τα πήρε μ' ένα βογκητό λαχτάρας και πάθους, κάνοντας συγχρόνως μια μικρή, δοκιμαστική κίνηση προς τα βάθη του κορμιού τας. Ήταν κι οι δυο τους μούσκεμα στον ιδρώτα, εκείνος απ' την 130


προσπάθεια, εκείνη απ' την αγωνία. Ο πόνος όμως είχε υποχωρήσει, αφήνοντας μόνο στη θέση του κάτι που έμοιαζε πολύ με μαζοχιστική έκσταση, και μαζί τα πρώτα σκιρτήματα της ηδονής· και καθώς το δυνατό του σώμα έπαιρνε πάλι το ρυθμό του, η Λιζ του παραδόθηκε χωρίς αναστολές, κραυγάζοντας βραχνά σ' ένα ακόμα τρελό κρεσέντο επιθυμίας και απόλαυσης. Ήξερε πως ούτε εκείνος θα μπορούσε ν' αντέξει τόση ένταση· κι έτσι κλεισμένος ασφυχτικά στην παγίδα του κορμιού της, τον ένιωσε να τελειώνει βαθιά μέσα της με μια σειρά δυνατούς σπασμούς, βογκώντας πνιχτά και μπήγοντας τα δόντια του στον ώμο της όσο κορμί του σπαρταρούσε στην κορυφή της ηδονής, μαζί με το δικό της. Αργά το πρωί, όταν η Λιζ ξύπνησε από έναν βαρύ ύπνο απόλυτης εξάντλησης, ο Μπροντ δεν ήταν δίπλα της στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή στο βύθισμά της τον είχε νιώσει ν' ανασηκώνεται, να σκύβει από πάνω της. να της ψιθυρίζει κάτι... Εκείνη την ώρα πρέπει να είχε φύγει αλλά μέσα στον ύπνο της δεν τον είχε καταλάβει. Με το κεφάλι βαρύ και τα μέλη μουδιασμένα, σηκώθηκε όπως όπως και σύρθηκε μέχρι το μπάνιο. Το μυαλό της έμοιαζε θολό, σαν να είχε πέσει πάνω του πηχτή ομίχλη. Μπήκε παραπατώντας στην ντουσιέρα κι έμεινε κάμποση ώρα κάτω απ' το νερό, μέχρι που συνήλθε κάπως κι ένιωσε πως ξανάβρισκε τον έλεγχο των κινήσεών της. Πονούσε παντού από κάτω της, κι ήταν φυσικό να πονάει· χτες το βράδυ ο Μπροντ είχε κάνει ό,τι περνούσε απ' το χέρι του για να της ξεσκίσει το κορμί και να κουρελιάσει την ψυχή της. Κι εκείνη τον είχε αφήσει να την πάρει με όλη την οργισμένη μανία που έβραζε μέσα του χωρίς αγάπη, χωρίς τρυφερότητα, χωρίς καμιά ταύτιση. Του είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά, τον είχε αφήσει να κοιτάξει στα μύχια του είναι της. Θεέ μου, τι άφησα να συμβεί χτες το βράδυ, αναρωτήθηκε παθητικά καθώς πήγαινε να γείρει πάλι αποκαμωμένη στο κρεβάτι. Και πώς την είχε πάρει εκείνος, τρυγώντας θριαμβευτικά την παράδοσή της, λεηλατώντας το καθετί που έβρισκε στο πέρασμά του... Κι ύστερα, όταν πια είχε βγάλει τ' απωθημένα του πάνω στην ενδοτική της σάρκα, είχε βγει από μέσα της, είχε γείρει στο πλάι κι είχε πει: «Αυτό ήθελα' χρόνια τώρα το φανταζόμουν κάπως έτσι... Έπρεπε να το κάνω για να ησυχάσω. Αλλά Θεέ μου, με πέθανε...» Χωρίς να πει τίποτ' άλλο, είχε γείρει μετά στο πλευρό αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει στον ώμο της, κι είχε αποκοιμηθεί κλεισμένος έτσι όπως ήταν στην αγκαλιά της. 131


Η Λιζ τον κράτησε σφιχτά πάνω της, με το κεφάλι του χωμένο στο γούβωμα του ώμου της, κι έμεινε ν’ αφουγκράζεται την απαλή, ρυθμική του ανάσα. Στο κατώφλι της εξάντλησης και του ύπνου, ήταν εύκολο ν' αφεθεί σε ψευδαισθήσεις· να πιστέψει πως ήταν δικός της, και πως θ' ακολουθούσαν αμέτρητες άλλες νύχτες μ' αυτόν γερμένο βαρύ πάνω της, να κοιμάται εξαντλημένος μετά τον έρωτά τους. Ήταν αδύνατο να συγκροτήσει τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της. Έμεινε για ώρα έτσι, κλαίγοντας σιωπηλά, χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά κι αγγίζοντας με τα χείλια της το μέτωπό του, νιώθοντας να πνίγεται απ' όλα όσα δεν είχε τολμήσει να του πει ούτε μέσα στην απόλυτη παράδοσή της. Ύστερα την είχε πάρει ένας βαθύς ύπνος εξάντλησης κι όταν ξύπνησε, ο Μπροντ δεν ήταν πια στην αγκαλιά της. Οι ψευδαισθήσεις είχαν σβήσει κι αυτές σαν ανώφελο όνειρο, κι εκείνη ήξερε πολύ καλά τι της έμενε να κάνει. Όταν πήγε να τον βρει στο δωμάτιό του, ο Ντάγκλας είχε ξυπνήσει, είχε κάνει την τουαλέτα του, και τώρα διαπληκτιζόταν ως συνήθως με την Έμα Φρίαρς. Το πρόσωπό του όμως έλαμψε όταν την είδε. «Έλα μέσα, Κατρίνα καλή σου μέρα, καρδούλα μου». Με μια κίνηση του χεριού έδιωξε τη νοσοκόμα του, κι έμειναν γι' άλλη μια φορά οι δυο τους μόνοι. Το εξεταστικό του βλέμμα, ακόμα κι έτσι θολωμένο όπως ήταν απ' τον καταρράκτη, δε θα μπορούσε να μην πιάσει τις σκιές που είχε αφήσει η νύχτα στο πρόσωπό της. Τα μάτια του στένεψαν ελαφρά. «Τι τρέχει, Κατρίνα; Δεν κοιμήθηκες καλά; Έλα κάτσε εδώ κοντά μου, και πες μου τι έχεις». Νιώθοντας σαν να πέθαινε ολόκληρη από μέσα, η Λιζ κάθισε με κόπο στο παχύ χαλί μπροστά στην πολυθρόνα του. Έγειρε εξουθενωμένη κι ακούμπησε το μέτωπό της στα γόνατά του. «Πες μου», επέμεινε μαλακά ο Ντάγκλας, αποθέτοντας τρυφερά το χέρι του στα μαλλιά της. Ένας φοβερός κόμπος της έκλεινε το λαιμό, και χρειάστηκε να ξεροκαταπιεί αρκετές φορές μέχρι να μπορέσει να βγει η φωνή της. Είπε χαμηλόφωνα: «Πρέπει να σου μιλήσω δε γίνεται να σε ξεγελάω άλλο. Ξέρω πως θα είναι σοκ για σένα, κι ελπίζω να μπορέσεις να με συγχωρήσεις... Σου είπα ένα σωρό ψέματα ήρθα εδώ αποφασισμένη να σ' εξαπατήσω. Νόμιζα πως θα ήταν απλό, να όμως που δεν ήταν... Έχασα εντελώς τον έλεγχο της κατάστασης, και δεν έχω άλλο 132


τρόπο να βγω απ' το αδιέξοδο». Σήκωσε το κεφάλι και τα βουρκωμένα της μάτια συνάντησαν τα δικά του το βλέμμα του ήταν γεμάτο ανησυχία, ερωτηματικά κι αγάπη. Η καρδιά της σφίχτηκε οδυνηρά στο στήθος της. Θα 'θελε να βρισκόταν εκείνη τη στιγμή οπουδήποτε αλλού, να κάνει οτιδήποτε άλλο. Μάζεψε ωστόσο το κουράγιο της και συνέχισε αποφασιστικά: «Πρέπει να φύγω δε γίνεται να μείνω παραπάνω ούτε καν μέχρι το μεσημέρι. Ειδοποίησα ένα ταξί να έρθει να με πάει στο σταθμό του τρένου. Θα είναι εδώ σε δυο ώρες». Κι ύστερα, προσπαθώντας να αγνοήσει το σοκ και την αναστάτωση στα γέρικα μάτια του, πρόσθεσε αχνά: «Δε θέλω να σε πληγώσω, αλλά πριν φύγω είμαι υποχρεωμένη να σου αποκαλύψω την αλήθεια έχεις κάθε δικαίωμα να τη μάθεις».

133


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Πίσω στο Λιτλ Χάμπτον, η Μπρέντα βρισκόταν σε τέτοια έξαψη και αναστάτωση, που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί αρκετά ούτε για να μαγειρέψει. Κάθε λίγο και λιγάκι παράταγε την κατσαρόλα, έκλεινε το μάτι, και πήγαινε να καθίσει στο τραπέζι με το πρόσωπο μες στις παλάμες της, ή να κάνει άλλα, εξίσου άσχετα και ασυνάρτητα πράγματα. Είχε βέβαια κι εκείνη το δίκιο της μόλις πριν τέσσερις μέρες, το βράδυ της Τετάρτης που η Λιζ είχε φύγει για το Γιορκσάιρ, είχε εμφανιστεί στην πόρτα της ένας καταφανώς αμήχανος, ταραγμένος και αναψοκοκκινισμένος Τομ Μπέιτς, και της είχε ζητήσει με τον πιο αξιαγάπητα επίσημο τρόπο να μιλήσουν για λίγο κατ' ιδίαν, επί προσωπικού. Έτσι κι αλλιώς βέβαια κατ' ιδίαν ήταν οι δυο τους δεν υπήρχε κανένας άλλος στο σπίτι, εκτός απ' τον Τζέισον που κοιμόταν ήδη βαθιά, κι απ' τον Μπλάκι που ροχάλιζε επίσης, στο καλάθι του δίπλα στη σόμπα. Έτσι μια ξαφνικά πανικόβλητη και αλαφιασμένη Μπρέντα τον είχε περάσει στο μικροσκοπικό καθιστικό, είχε φέρει με χέρια που έτρεμαν άσχημα καφέ, κι είχε καθίσει μετά κατάχλομη απέναντι του, περιμένοντας. «Θεέ μου, πρέπει να έχω τρελαθεί εντελώς», εξομολογήθηκε τέσσερις μέρες αργότερα στη Λιζ, τρέμοντας ακόμα, γελώντας άσχετα ενδιάμεσα, και βουρκώνοντας κάθε λίγο και λιγάκι. «Μάλλον στον ύπνο μου το είδα, και τώρα νομίζω πως έγινε στ' αλήθεια». Αυτό που είχε γίνει ήταν πως ο καλός γιατρός είχε καταφέρει τελικά, μέσα από ένα δαίδαλο υπονοουμένων, να της δώσει να καταλάβει ότι επιθυμούσε μια σύσφιξη των σχέσεών τους· πιθανότατα, αν το επιθυμούσε κι εκείνη βεβαίως, μέχρι και οριστικής δεσμεύσεως, στην εκκλησία ή στο ληξιαρχείο, αδιάφορα. «Και τι στο καλό του είπες εσύ;» είχε ρωτήσει η Λιζ με την ψυχή στο στόμα. «Είπα... είπα πως η φιλία του μου ήταν πολύτιμη. Πως δεν είχα 134


σκεφτεί ποτέ πως δε θα μπορούσα να φανταστώ... Πως με κατελάμβανε εξ απροόπτου, και χρειαζόμουν χρόνο να... να το χωνέψω λίγο». «Λοιπόν, είσαι μεγάλο βλήμα», ξέσπασε αγανακτισμένη η Λιζ. εκείνος τι είπε;» Εκείνος είχε ζαρώσει ακούγοντας τα λόγια της· ύστερα, πολύ καταπτοημένος, είχε πει πως το ήξερε ότι δεν ήταν κανένας γόης, δεν ήταν καν ελκυστικός σαν άντρας έλπιζε όμως κάπου στο βάθος πως ίσως της είχε κινήσει λίγο το ενδιαφέρον σαν άνθρωπος. Μια μισολιπόθυμη Μπρέντα είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει πως τον έβρισκε παραπάνω κι από ελκυστικό, αλλά της ήταν εντελώς αδύνατο να πιστέψει ότι μπορεί να την έβρισκε ελκυστική εκείνος. «Κι αυτός τι είπε;» ξαναρώτησε εναγώνια η Λιζ. «Έλα, λέγε που να πάρει! Θα με σκάσεις!» Εκεί είχε παρατηρήσει το φαινόμενο, να πνίγεται κάποιος απ' τα γέλια και τα κλάματα συγχρόνως. «Μου... μου είπε», τραύλιζε η Μπρέντα μέσ' απ' τις παλάμες της, «εί..είπε πως... πως για εκείνον ήμουν η ωραιότερη γ…γυναίκα του κόσμου, και πως πως αν μόνο του έλεγα το ν…ναι, θα περνούσε όλη την… την υπόλοιπη ζωή του αποδεικνύοντάς το». «Κι εσύ τι είπες, που να πάρει;» «Εί-είπα τ..τελικα πως... πως αν ήταν τ…τοσο σίγουρος, εντάξει, ας δοκιμάζαμε. Μόνο να μου έδινε μια… μια μικρή προθεσμία... Κι εκείνος είπε ότι φ..φοβόταν μήπως... μήπως αλλάξω γνώμη». «Τελικά είσαι όντως βλήμα», αποφάνθηκε η Λιζ. «Βρε βλάκα, τ' αφήνουν αυτά τα πράγματα να τρενάρουν; Αυτός είναι τόσο δειλός σε ό,τι σε αφορά, που μπορεί να μην τολμήσει ποτέ να σου ξανακάνει πρόταση!» «Δεν ξ…ξέρεις τίποτα», είπε γελώντας και κλαίγοντας μαζί η Μπρέντα. «Τελικά φαίνεται το έχει π…πάρει πολύ ζεστά. Αν είναι δυνατόν!» Το είχε πάρει τόσο ζεστά, που αντί να της δώσει μια μικρή προθεσμία, είχε εμφανιστεί και την επομένη στο κατώφλι της, είχε μπει μέσα με όσο τουπέ θα μπορούσε να βρει κάποιος σαν τον Τομ Μπέιτς, κι αυτή τη φορά είχε αφήσει τα υπονοούμενα στην πάντα. Της είχε ανακοινώσει σε στυλ σχεδόν Έρολ Φλιν, ότι την αγαπούσε, την ήθελε, κι ήταν πεπεισμένος πως οι δυο τους ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. «Δεν πρόκειται να περιμένω περισσότερο, Μπρέντα», της είχε πει όλο ζέση. «Πες μου τώρα το ναι, και κάνε με ευτυχισμένο». 135


Έτσι ακριβώς το είχε θέσει. Η Μπρέντα, γι' άλλη μια φορά μισολιπόθυμη αλλά τώρα από ευτυχία, του είχε πει ένα τρεμάμενο ναι μεσ' απ' τα βάθη της καρδιάς της· κι από εκείνη τη στιγμή μέχρι την Κυριακή που είχε πάει η Λιζ στο χωριό, πετούσε σταθερά σε σύννεφα ευτυχίας, δυσπιστίας, έκστασης και αγωνίας. «Θέλει όντως να με παντρευτεί. Μα το βρίσκεις εσύ λογικό. Λιζ; Είναι δυνατόν να με θέλει εμένα κάποιος σαν τον Τομ Μπέιτς. αναρωτιέται από πάνω πώς μπορεί να θέλω εγώ κάποιον σαν αυτόν. Αν είναι δυνατόν νομίζει πως είναι εντελώς ασήμαντος και σαν εμφάνιση. και σαν προσωπικότητα!» « Μεταξύ μας, δεν είναι και κανένας σταρ του Χόλυγουντ», είπε , για να της αναπτερώσει κυρίως το ηθικό κι όχι βέβαια για να τον Τομ Μπέιτς. «Δεν θα σαι καλά! Ο Τομ είναι ο πιο ελκυστικός άντρας που έχω δει ποτέ μου. Όχι. πρέπει να το παραδεχτείς, Λιζ· είναι κούκλος. Έχει το πιο γλυκό πρόσωπο του κόσμου, και το σώμα του επίσης είναι εξίσου ελκυστικό». Κάτι ήξεραν αυτοί που έλεγαν πως ο έρωτας τύφλωνε ολότελα. «Χωρίς αμφιβολία», συμφώνησε πρόθυμα η Λιζ, -είναι ένας πολύ γλυκός κι ελκυστικός άντρας. Αλλά κι εσύ, Μπρέντα, άσχετα απ' το -ατύχημα σου, ήσουν σωστή καλλονή. Και τώρα ακόμη, όταν σε κοιτάζει κάνεις απ' τη μια μεριά θαμπώνεται. Όχι βέβαια πως χρειάζεται να σε κοπάζει ο Τομ απ' τη μια μεριά για να μαγευτεί· απ' ό,τι είδα εγώ. όπως και να σε κοιτούσε ξελιγωνόταν το ίδιο». «Ναι. δεν είναι απίστευτο; Όχι. μάλλον στον ύπνο μου το είδα... Τσιμπιέμαι συνέχεια για να ξυπνήσω, ξέρεις, αλλά δε γίνεται τίποτα. Κι αύριο, λέει ο Τομ. θα πάει να μου αγοράσει ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Θα το φαντάζεσαι. Λιζ: Θα φοράω το δαχτυλίδι του στον -παράμεσο!» Κι άλλα κλάματα εκεί, κι άλλα γέλια. Η φουκαριάρα κόντευε να παλαβώσει μ' όλα αυτά τα καταπληκτικά και απίστευτα που της συνέβαιναν. μετά από τόσα χρόνια απόγνωσης και μαύρης δυστυχίας. Τώρα το σπίτι γέμιζε απ' την ευτυχία της, κι έμοιαζε να λάμπει όσο και το πρόσωπό της. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει, έδειχνε γιορταστική· ακόμα κι ο σκύλος φαινόταν να έχει πιάσει τη διαφορά. Πρώτος βέβαια την είχε πιάσει ο Τζέισον, που έδειχνε πιο χαρούμενος και πιο ξένοιαστος παρά ποτέ. Όπως η Μπρέντα, άλλωστε. είχε κι αυτός άλλον ένα λόγο να πλέει σε πελάγη ευτυχίας: αυτή τη φορά, η Λιζ είχε έρθει στο Λιτλ Χάμπτον για να μείνει. Τέρμα πια οι αποχαιρετισμοί κάθε Τρίτη πρωί τέρμα τα πήγαιν' 136


έλα στο Λονδίνο, κι εκείνα τα πρωινά κυριακάτικα τρεξίματα μετά τα βάρβαρα ξενύχτια του Σαββατόβραδου, για το σταθμό της Λίβερπουλ. Στριτ. Τέρμα το "Λέιντι'ς Πάρλορ". το "Κόκο", το σπίτι της κυρίας Μπράουν κι η Μάγκι με τις χοντράδες και την αρρωστημένη της περιέργεια τέρμα κι οι αγωνίες της Μπρέντα όσο τη σκεφτόταν να κυκλοφορεί μόνη τις νύχτες στο Σόχο. και μετά στους κακοφωτισμένους. επικίνδυνους δρόμους της γειτονιάς της. Η χαρά τους ήταν το μόνο βάλσαμο για την ψυχή της Λιζ· αν δεν υπήρχαν κι αυτά τα ευχάριστα, ήταν σίγουρη πως θα είχε πεθάνει. Ένιωθε ήδη ολότελα πεθαμένη απ' την Πέμπτη που είχε γυρίσει, στο Λονδίνο Είχε φύγει απ' το Φέντον Γκέιτ χωρίς να δει καθόλου τον Μπροντ. που δεν είχε φανεί ακόμα όταν ήρθε το ταξί της να πάρει Το ήξερε άλλωστε πως θ' αργούσε να επιστρέφει απ' τη δουλεία το είχε πει ο ίδιος στην κυρία Τέιλορ πριν φύγει εκείνο το πρωί, κι η κυρία Τέιλορ το είχε πει στη Λιζ με τη σειρά της. Κι εκείνη είχε βιαστεί να φύγει όσο πιο νωρίς γινόταν, ακριβώς για ν αποφύγει να τον συναντήσει. Δε θα άντεχε να ξαναδεί το Μπροντ Χάμοντ μετά την προηγούμενη νύχτα, ούτε βέβαια το πρωινό που είχε ακολουθήσει, και τη συζήτησή της με τον Μακλέιν Φτάνοντας ώρες αργότερα στο σταθμό του Κινγκς Κρος, ένιωθε ολότελα ράκος, σωστό συντρίμμι της ζωής. Δεν είχε καν το κουράγιο να τηλεφωνήσει στην Μπρέντα για να της πει ότι είχε επιστρέψει κι η μόνη της ανακούφιση εκείνο το βράδυ, ήταν που για μια φορά η Μάγκι Μπράουν έλειπε όταν η Λιζ έφτασε στο σπίτι. Είχε περάσει μια φοβερή νύχτα απελπισίας και οδύνης, αλλά το πρωί κατάφερε να συμμαζέψει κάπως τα κουρέλια του εαυτού της και να βγει να τακτοποιήσει τις δουλειές της. Είχε να κάνει αρκετά σ' εκείνες τις δυο μέρες μέχρι την Κυριακή· να ειδοποιήσει την Μάγκι Μπράουν ότι θα έφευγε, και να υποστεί για μια ακόμη φορά τη νοσηρή της περιέργεια και δυο ατέλειωτες ώρες στην πορτοκαλοκίτρινη κουζίνα της· να περάσει απ' το "Λέιντι'ς Πάρλορ" για να τους ειδοποιήσει πως σταματούσε, οριστικό κι όχι μόνο για μια βδομάδα, όπως τους είχε αφήσει να πιστεύουν μέχρι τότε. Είχε επίσης να φροντίσει ένα σωρό άλλες εκκρεμότητες, να πακετάρει τα ελάχιστα πράγματά της και να κάνει διάφορα απαραίτητα ψώνια. Ίσα που πρόλαβε να τα βολέψει σε δυο μέρες· αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να μείνει ούτε μια ώρα παραπάνω στο Λονδίνο. Την Κυριακή θα πήγαινε όπως πάντα στο Λιτλ Χάμπτον, και δε θα ξαναγύριζε ποτέ στη μεγαλούπολη. Δεν είχε πολλά ευχάριστα να θυμάται απ' τη ζωή της εκεί αντίθετα, οι περισσότερες αναμνήσεις της 137


ήταν επιεικώς ζοφερές. Αυτό που χρειαζόταν απαραίτητα τώρα, ήταν λίγες μέρες με μόνο την παρέα της Μπρέντα και του Τζέισον, για να συνέλθει και να ανασυγκροτηθεί κάπως. Δεν είχε άλλα άμεσα σχέδια για την ώρα της ήταν αδύνατο να σκεφτεί τις προοπτικές του μέλλοντος. Οι ελάχιστες αποφάσεις που είχαν αποκρυσταλλωθεί μέσα της, μπορούσαν να περιμένουν ακόμα λίγες μέρες πριν μπουν σε εφαρμογή. Τα πράγματα άλλωστε είχαν πάρει κιόλας το φυσιολογικό τους δρόμο, κι ό,τι κι αν έκανε εκείνη, δεν υπήρχε περίπτωση να βιάσει ή να αναστείλει τη ροή τους. Τίποτε δεν περνούσε πια απ' το χέρι της, κι η μόνη βεβιασμένη κίνηση που είχε κάνει εκείνες τις μέρες, να φύγει δηλαδή σαν κυνηγημένη απ' το Φέντον Γκέιτ, δεν ήταν παρά άσκεφτη, παιδιάστικη, ανώριμη πράξη που δεν την είχε οδηγήσει πουθενά. Δεν την είχε απαλλάξει απ' τον Μπροντ Χάμοντ ή απ' την ανυπόφορα οδυνηρή ανάμνησή του· δεν είχε σβήσει τα δικά της αισθήματα ούτε είχε διαγράψει εκείνη τη νύχτα όπου την είχε πάρει σαν οργισμένος κατακτητής, μόνο και μόνο για να βγάλει ένα παλιό του απωθημένο. Το μόνο που είχε πετύχει με τη φυγή της, ήταν να κόψει τις ελάχιστες γέφυρες ανάμεσά τους. Γι' αυτό άλλωστε το είχε κάνει κι εκείνη· μες στην απελπισία της, της είχε φανεί πως ήταν η πιο αποτελεσματική λύση. Έπρεπε ν' απομακρυνθεί με κάθε θυσία από κοντά του, να πάψει να τον βλέπει, να πάψει να τον σκέφτεται, να πάψει να κάνει ανώφελο όνειρα και να στήνει παιδαριώδεις αυταπάτες. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. έστω με τον πιο οδυνηρό τρόπο, πως δεν μπορούσαν να έχουν τίποτε οι δυο τους, κι ούτε θα είχαν ποτέ τίποτα, ακόμα κι αν μοιράζονταν χίλιες τέτοιες νύχτες σ' ένα κρεβάτι. Αυτό άλλωστε το ήξερε απ' την πρώτη μέρα κι αν στην πορεία είχε καταφέρει να το ξεχάσει, δεν της έφταιγε κανένας άλλος, μόνο το ξερό της κεφάλι. Δεν είχε τώρα νόημα να υποφέρει σαν κολασμένη επειδή δεν είχε τον Μπροντ Χάμοντ, επειδή δε θα ξαναμοιραζόταν καμιά στιγμή πάθους ή έστω οικειότητας μαζί του, κι επειδή εκείνος δεν την είχε αγαπήσει. Κι ήταν ολότελα ηλίθιο να περιμένει πως ίσως, ίσως ο Μπροντ να ξαναρχόταν να τη βρει μια μέρα. Δεν υπήρχε καμιά τέτοια περίπτωση μετά από όσα είχαν συμβεί 138


στο Φέντον Γκέιτ, εκείνος σίγουρα δε θα είχε την παραμικρή διάθεση να την ξανασυναντήσει, ούτε καν για τυπικούς λόγους. Βλέποντας την Μπρέντα να βρίσκεται σ' αυτή την απερίγραπτη κατάσταση ευφορίας, παραζάλης και ανασφάλειας, δεν είχε θελήσει να τη φορτώσει και με τα δικά της προβλήματα. Έτσι της είχε δώσει, όπως έκανε άλλωστε τις περισσότερες φορές, μια παραλλαγμένη προς το καλύτερο εκδοχή της ιστορίας· και φυσικά είχε παραλείψει εντελώς ν' αναφερθεί στη νύχτα που είχε περάσει με τον Μπροντ Χάμοντ. Αποφασισμένη να μην αφήσει κανέναν να μαντέψει την άθλια ψυχολογική της κατάσταση, επιστράτευσε με αρκετή επιτυχία μια επίφαση ανεμελιάς που δεν την ένιωθε καθόλου. Η Κυριακή πέρασε ευχάριστα, κι ακόμα περισσότερο επειδή από νωρίς κιόλας το απόγευμα εμφανίστηκε ο ερωτοχτυπημένος Τομ Μπέιτς, που τους πήρε όλους για μια βόλτα με το αυτοκίνητό του. Το βράδυ όμως στην κρεβατοκάμαρα, με την ήσυχη ανάσα του Τζέισον στο σκοτάδι, ο πόνος επέστρεψε με ανυπόφορη σφοδρότητα. Της φαινόταν πως θα έσπαγε η καρδιά της απ' την αγωνία· της φαινόταν πως τα σωθικό της έλιωναν, πως το είναι της ολόκληρο διαλυόταν και χανόταν σε μια χοάνη οδύνης. Έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι έκλαψε σπαραχτικά, για όλα όσα είχε χάσει για όσα δεν είχε αποκτήσει ποτέ· για τα ανώφελα αισθήματά της για τον Μπροντ και τα λόγια που της είχε πει, για τον Μπροντ και την αγκαλιά του, για την ανάσα του που δε θα την αισθανόταν ποτέ ξανά πάνω στο πρόσωπό της, για το σ' αγαπώ που δε θα το άκουγε ποτέ απ' τα χείλια του. 'Όταν κάποτε κόπασε το κλάμα της, σηκώθηκε εξουθενωμένη να πάει να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Ευτυχώς ο Τζέισον δεν είχε πάρει είδηση. Κοιμόταν σαν αγγελούδι, ευτυχισμένος και στον ύπνο του όσο ήταν και όλη την υπόλοιπη μέρα. Η Λιζ τράβηξε στοργικά τα σκεπάσματα για να του καλύψει τους ώμους δε θα ξανακλάψω ποτέ, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Αυτή η ιστορία τελείωσε οριστικά. Δε θα ξανακλάψω ποτέ πια για τον Μπροντ Χάμοντ. Την επομένη άφησε σε κάποια στιγμή την Μπρέντα να πλέκει με μανία ένα πουλόβερ που είχε αρχίσει πριν τρεις μέρες για τον καλό της, και πήγε στο Κόλτσεστερ για να διεκπεραιώσει διάφορες δουλειές. Εδώ και χρόνια χρειάζονταν ένα σωρό πράγματα στο σπίτι, που δεν είχαν ποτέ την ευχέρεια να αποκτήσουν. Ήθελε επίσης να πάει στο τοπικό υποκατάστημα της τράπεζάς της, και στην τηλεφωνική εταιρεία. 139


Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν επέστρεψε στο σπίτι. Προλάβαινε να ξεκουραστεί και να φάει κάτι πριν γυρίσει ο Τζέισον απ' το σχολείο μετά θα μπορούσαν να πάνε μια βόλτα οι δυο τους, μαζί με τον Μπλάκι. Η Μπρέντα, που σ' αυτά τα χρόνια δεν έβγαινε απ' το σπίτι παρά μόνο όταν ήταν πολύ μεγάλη ανάγκη, δεν προσφερόταν για τέτοιες πολυτέλειες· κι η Λιζ φρόντιζε να καλύπτει τα κενά κάθε φορά που βρισκόταν στο Λιτλ Χάμπτον κι ο καιρός ήταν λογικά ανεκτός. Εκείνη ήταν μια ψυχρή αλλά ανέφελη μέρα. Στην αυλή, που η Μπρέντα την είχε μεταβάλει σ' έναν καταπράσινο παράδεισο, ο Μπλάκι έπαιζε σαν τρελός, κυνηγώντας πότε τη σκιά και πότε την ουρά του. Η Λιζ κοντοστάθηκε χαμογελώντας κι έσκυψε να τον χαϊδέψει. Την ίδια όμως στιγμή είδε την πόρτα της κουζίνας ν' ανοίγει και την Μπρέντα να προβάλει στο άνοιγμα, γνέφοντάς της επιτακτικά και κάνοντάς της συγχρόνως νόημα να μη μιλήσει. Φαινόταν αναστατωμένη. Η Λιζ κάλυψε σαν αστραπή τα λίγα μέτρα που τις χώριζαν. «Μπρέντα;» «Σσσς... Περίμενα να σε προλάβω», έκανε συνωμοτικά η Μπρέντα, λαχανιάζοντας σχεδόν απ' την αγωνία. «Έχεις έναν... έναν επισκέπτη». Το πρόσωπο της Λιζ κέρωσε. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει ποιος ήταν ο επισκέπτης για κανέναν άλλον δε θα έκανε η Μπρέντα έτσι. Της ήρθε ξαφνικά λιποθυμιά. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει δε γινόταν να βγάλει λέξη απ' το στόμα της. «Είναι στο καθιστικό και πίνει καφέ», είπε κοντανασαίνοντας η Μπρέντα. «Και δείχνει... δείχνει κάπως ανυπόμονος». Αυτό πρέπει να ήταν ο ευφημισμός του αιώνα. «Αν θέλεις να τον δεις, καλύτερα να τον δεις μόνη. Εγώ θα είμαι εδώ γύρω και θα έχω το νου μου», πρόσθεσε με νόημα. Η Λιζ ίσα που κατάφερε να κουνήσει το κεφάλι. Ένιωθε ξαφνικά να χάνει τον κόσμο. Πιάστηκε σπασμωδικά απ' τον παραστάτη της πόρτας, παίρνοντας βαθιές εισπνοές. Ώστε είχε έρθει. Δεν το περίμενε στ' αλήθεια δεν το περίμενε. Τώρα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μπήκε τελικά στην κουζίνα κι από κει κατευθείαν στο καθιστικό. Στάθηκε στην πόρτα του μικρού δωματίου φορώντας ακόμα το μακρύ της παλτό και με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο, όπως κάποτε άλλοτε, στο δωμάτιό της στης κυρίας Μπράουν. 140


Αντίκρυ της, αραγμένος νωχελικά στην παλιά τους πολυθρόνα, βρισκόταν ο Μπροντ Χάμοντ τόσο εξωπραγματικός σ' εκείνο το ταπεινό περιβάλλον, όσο και την πρώτη φορά, στο φτωχικό δωμάτιο της Μάγκι. Μόνο που σήμερα έδειχνε σαφώς πιο ταλαιπωρημένος· το πρόσωπό του ήταν κομμένο και τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα, σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου καλά την προηγούμενη νύχτα. Βλέποντάς την όμως να εμφανίζεται στην πόρτα, σηκώθηκε μ' όλη την άγρια χάρη του αιλουροειδούς που είχαν πάντα οι κινήσεις του, ατενίζοντάς την απ' το επιβλητικό του ύψος με τα μάτια μισόκλειστα και τα χείλη σφιγμένα. Και καθώς εκείνη συνέχιζε να στέκει σαν πετρωμένη στο κατώφλι του δωματίου, είπε ξερά: «Προφανώς δε με περίμενες, αυτό όμως δεν είναι λόγος να λιποθυμήσεις κιόλας. Έλα κάθισε κάπου δείχνεις έτοιμη να σωριαστείς κάτω». Κι όταν η Λιζ επιτέλους σάλεψε, ίσα για να φτάσει και να καθίσει στην άκρη του καναπέ, πρόσθεσε στον ίδιο τόνο: «Έπρεπε να το ήξερες ότι θα 'ρχόμουν. Πώς φαντάστηκες ότι θα το άφηνα έτσι το πράγμα;» Σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, του είπε άχρωμα: «Δεν είχες κανένα λόγο να έρθεις». «Ω, ναι», της πέταξε στεγνά. «Είχα κάμποσους πολύ σοβαρούς λόγους να έρθω, κι εσύ τους ξέρεις όλους, έναν προς έναν». «Θα ξαναρχόμουν στο Φέντον Γκέιτ», του είπε με το στόμα εντελώς στεγνωμένο. «Μπορούσες αν ήθελες να με δεις εκεί. Τρόμαξες... τρόμαξες την Μπρέντα. κι αυτό είναι το σπίτι της. Δεν τις αρέσουν οι... οι απρόσκλητοι επισκέπτες». «Αλήθεια;» της αντιγύρισε σαρκαστικά. «Εκείνη δε με άφησε να εννοήσω τίποτε τέτοιο. Να μη σου πω ότι μου φάνηκε ιδιαίτερα ανακουφισμένη όταν της είπα ποιος ήμουν». Τα μάτια του έπεσαν στο τραπεζάκι δίπλα του. όπου βρισκόταν ένας δίσκος με καφέ και κουλουράκια. «Σκοτώθηκε να με περιποιηθεί. Μου έπιασε ακόμα και ψιλή κουβέντα για να περάσει η ώρα». «Θα μπορούσες αν ήθελες να με είχες βρει στο Λονδίνο». ψέλλισε η Λιζ. «Ήμουν εκεί μέχρι την Κυριακή το πρωί». «Θα ήθελα αν μπορούσα να σε είχα βρει την Πέμπτη το μεσημέρι». τη διόρθωσε ψυχρά, «προτού φύγεις απ' το Φέντον Γκέπ. Αφού όμως εσύ προτίμησες να εξαφανιστείς έγκαιρα, σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να περιμένω μέχρι να τακτοποιηθείς και να ηρεμήσεις κάπως. Μεταξύ μας, δεν είχα και τόση διάθεση να συζητήσω μαζί σου με τη Μάγκι Μπράουν να στήνει αφτί έξω απ' την πόρτα!» 141


«Δε φαντάστηκα ότι θα ήθελες να συζητήσουμε», είπε ξεψυχισμένα η Λιζ. «Νόμιζα πως το θέμα είχε λήξει». «Έτσι νόμισες;» Του ξέφυγε ένα κοφτό γέλιο. «Πώς είχε λήξει, δηλαδή; Με το να πάρω πίσω τις εξήντα χιλιάδες λίρες μου. μήπως; Και πώς φαντάστηκες», πρόσθεσε σκληρά βλέποντας τη σύσπαση στο κατάχλομο πρόσωπό της, «ότι θα δεχόμουν έναν τέτοιο... διακανονισμό; Δεν είμαι ψιλικατζής, κορίτσι μου κι όταν κάνω μια συμφωνία, εγώ τουλάχιστον δεν υπαναχωρώ στα μισά, ούτε ζητάω τα λεφτά μου πίσω!» Η Λιζ δεν είπε λέξη. Η καρδιά της βούλιαζε στο στήθος της κι ένιωθε αφύσικα παγωμένη, παρόλο που η Μπρέντα είχε ανάψει τη σόμπα του γκαζιού στο φουλ και το δωμάτιο είχε κιόλας ζεστάνει. Η παγωνιά ερχόταν σε παραλυτικά κύματα, κατευθείαν απ' τα βάθη της ψυχής της. «Φαντάζομαι», συνέχισε σαρκαστικά ο Μπροντ, «ακόμα κι εσύ θ' αντιληφθείς πως δεν αισθάνθηκα ακριβώς ευτυχής όταν ο Ντάγκλας μου πρότεινε να με... αποζημιώσει για τα έξοδα που είχα κάνει. Χρειάστηκε να δώσω μάχη για να τον πείσω να το ξεχάσει. Που να πάρει, ήταν ανάγκη να του το πεις κι αυτό; Δε σκέφτηκες καν να βάλεις ένα φραγμό στην κρίση ειλικρίνειας που σε είχε πιάσει; Του είπες όλα τ' άλλα θα μπορούσες τουλάχιστον ν' αφήσεις απ' έξω τις εξήντα χιλιάδες λίρες!» Και βλέποντας πως εκείνη συνέχιζε να μένει αμίλητη με σκυμμένο το κεφάλι, πρόσθεσε ξερά; «Δεν ήρθα πάντως για να σου πω αυτό· ήρθα κυρίως για να δώσω οριστικά τέλος σ' αυτή την κωμωδία». Της έστρεψε την πλάτη και πήγε να σταθεί στο παράθυρο, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα στο λαχανόκηπο της Μπρέντα. Όταν στράφηκε πάλι προς το μέρος της το πρόσωπο του ήταν αλλόκοτα σφιγμένο. Της είπε κουρασμένα «Δεν το αντέχω άλλο αυτό το παιχνίδι. Ας παίξουμε για μια φορά με ανοιχτά χαρτιά, εντάξει; Το ξέρεις ότι το ξέρω, και το ξέρω ότι το ξέρεις ότι το ξέρω. Δεν έχεις κανένα λόγο, πότε δεν είχες εδώ που τα λέμε να συνεχίζεις , δεν έχω ιδέα γιατί το έκανες». «Ήσουν βέβαιος απ' την αρχή έτσι δεν είναι; Τον ρώτησε αποκαμωμένη. «Αμφέβαλλες; Για όνομα του Θεού δεν δείχνω δα για τόσο ηλίθιος. Ήμουν χίλια τα εκατό βέβαιος κι όλες οι λυσσασμένες σου διαβεβαιώσεις για το αντίθετο δεν αρκούσαν για να κλονίσουν την πεποίθηση μου. Απορώ ειλικρινά πως φαντάστηκες πως θα μπορούσες να με ξεγελάσεις προφανώς βασιζόσουν αποκλειστικά και μόνο ότι είχαν περάσει έντεκα χρόνια. Έλπιζες και συ ότι είχες αλλάξει 142


αρκετά και πως η δική μου μνήμη έπαιζε παιχνίδια!» Του είπε ξεψυχισμένα: «Νόμιζα ότι με είχες πιστέψει τελικά... Από ένα σημείο ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Έδειχνες να έχεις πειστεί και ούτε το ξανασυζήτησες. Έκαψες ακόμα και να πετάς υπονοούμενα. «Από ένα σημείο και πέρα», της αποκρίθηκε κουρασμένα. «συνειδητοποίησα πως για να πετύχω το σκοπό μου, ήταν να πάω με τα νερά σου να σε αφήσω να πιστέψεις ότι με είχες πείσει. Επέμενες τόσο παθιασμένα στην ιστορία σου, που ήταν ολοφάνερο αν συνέχιζα να σου πηγαίνω κόντρα εσύ απλά θα γινόσουν όλο και πιο αρνητική. Θα μου έλεγες ένα "άντε στο διάβολο", και θα μου το ξέκοβες οριστικά. θα μου ήταν αδύνατο από κει και πέρα να σε προσεγγίσω. Γι' αυτό προτίμησα να παίξω το παιχνίδι. Προσποιήθηκα ότι κατάπια τα παραμύθια που μου αράδιασε με όλη της την καλοπιστία η κυρία Μπράουν πως δεν ήξερα τίποτε περισσότερο. Δε σου είπα τίποτε ούτε όταν προδόθηκες μόνη σου, σ' εκείνη την πρώτη μας συζήτηση στο δωμάτιό σου». «Δεν νομίζω ότι προδόθηκα». διαμαρτυρήθηκε αχνά η Λιζ. «Δεν... δεν είπα τίποτα». « Και βέβαια είπες. Όταν σου διηγήθηκα την ιστορία της Κατρίνας εσύ παρατήρησες αυθόρμητα, „κι εκείνη δεν επέστρεψε ποτέ στο Φέντον Γκέιτ. Δεν απορούσες να ξέρεις το όνομα του σπιτιού της δε σου το είχα αναφέρει ούτε μια φορά μέχρι τότε. Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα πολύ εύκολα να είχα αποκαλύψει την μπλόφα δεν το έκανα όμως, παρόλο που ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα πολύ να συγκρατηθώ. Δεν με συνέφερε να το κάνω. Όσο πίστευες ότι σε έπαιρνε για την άσχετη Λιζ Φένγουικ. υπήρχε μια πιθανότητα να σε ρίξω. Θα αγνοούσα και θα κάλυπτα όσα λάθη κι αν έκανες εκείνη τη μέρα». H Λιζ δεν είπε λέξη. Κρατούσε πάλι σκυμμένο το κεφάλι, και σώμα της έμοιαζε άτονο και χαλαρό, σαν να ‘χε φύγει κάθε ζωή μέσα της. «Δεν είχα άλλο δρόμο πέρα από το να υποκριθώ πως είχα χάψει τις μπούρδες που μου έλεγες», συνέχισε μ ένα στεναγμό ο Μπροντ, «Σε είχα ξαναβρεί σαν από θαύμα, και το μόνο που μ' ενδιέφερε ήταν να σε πάω πίσω στο Ντάγκλας όχι μόνο για χάρη του αλλά και τη δική σου . Στην άθλια κατάσταση που βρισκόσουν, μόνο όφελος θα είχες αν αποκαθιστούσες τις σχέσεις σου με τον παππού σου. Εκείνη την πρώτη μέρα στο φαστφουντάδικο σε πλησίασα πιστεύοντας πως θα ήταν σχετικά απλό να σε πείσω. Θα συζητούσαμε σαν 143


παλιοί φίλοι, θα σου μιλούσα για τον Ντάγκλας και τη λαχτάρα του να σε ξαναδεί, για το πόσο είχε μετανιώσει και πόσο συνορεμένος αισθανόταν. Θα σου έλεγα την αλήθεια πως στη διαθήκη του αναφέρεσαι σαν μοναδική κληρονόμος, και πως σου δινόταν μια ανέλπιστη ευκαιρία να λύσεις οριστικά τα προβλήματα σου αν δεχόσουν να ξεχάσεις τι είχε μεσολαβήσει και να τα ξαναφτιάξεις μαζί του. Εσύ όμως αντέδρασες με τον πιο απρόσμενο και παράλογο τρόπο, Όχι μόνο αρνιόσουν να συζητήσεις μαζί μου, αλλά έκανες κιόλας πως δε με γνώριζες· κι ακόμα χειρότερο, αρνιόσουν πεισματικά την ταυτότητά σου». «Δεν ήθελα να έχω πια καμιά σχέση με τα παλιά», είπε πνιχτά η Λιζ ξαναβρίσκοντας επιτέλους τη μιλιά της. «Ούτε με τον παππού, ούτε με το Φέντον Γκειτ, ούτε με το παρελθόν...» Απέφυγε να προσθέσει, προπαντός όχι μ' εσένα. «Δεν ήθελα ούτε ν' ακούσω για όλ' αυτά. Δεν ήθελα να ξέρει κανείς που βρισκόμουν, ούτε καν αν ήμουν ζωντανή. Για μένα το θέμα Φέντον Γκέιτ είχε τελειώσει οριστικά πριν έντεκα χρόνια. Είχα μιαν άλλη ζωή. μιαν άλλη ταυτότητα μιαν άλλη οικογένεια, αν το θέλεις. Είχα πάψει να είμαι η Κατρίνα Μακλέινν πριν έντεκα ολόκληρα χρόνια, και δεν είχα καμιά διάθεση να ξαναγίνω η Κατρίνα Μακλέινν. Για πολλούς λόγους, κι επίσης επειδή δεν ανήκα πια σ' εκείνο τον κόσμο. Έντεκα χρόνια είναι πάρα πολλά, ξέρεις». Της είπε σιγανά: «Θα μπορούσες να μου τα είχες πει όλ' αυτά από εκείνο το βράδυ στο φαστφουντάδικο. Θα είχα σεβαστεί τις επιλογές σου, ακόμα κι αν δεν τις καταλάβαινα». Το βλέμμα του έπιασε φευγαλέα το βλέμμα της. κι η έκφραση στα μάτια του τη χτύπησε σαν μαχαιριά. Του είπε αχνά: «Ίσως και να στα έλεγα αν είχα λίγο χρόνο να σκεφτώ λογικά... Όταν όμως σε είδα τόσο ξαφνικά κι αναπάντεχα μπροστά μου, τα έχασα ολότελα. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι έπαθα εκείνη τη στιγμή». Δεν είχε κανένα λόγο να του μιλήσει για τον τυφλό πανικό που την είχε καταλάβει, για το μυαλό της που είχε παραλύσει ολότελα, για την καρδιά της που φαινόταν έτοιμη να σταματήσει απ' το σοκ, για το σφίξιμο στο στομάχι και το άδειασμα που είχε νιώσει εκείνη τη στιγμή μέσα της. Αν του μίλαγε για ολ' αυτά έπρεπε να του πει και για τα άλλα. «Κι έτσι έκανα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν να αρνηθώ ότι σε γνώριζα» συνέχισε παθητικά. «Σκέφτηκα πως αν παρίστανα την άσχετη θα έφευγες και θα έληγε το επεισόδιο . Δεν περίμενα ότι... θα γινόσουν τόσο φορτικός». Εκείνος γέλασε πικρά 144


«Να μια καλή λέξη», παρατήρησε δηκτικά, Φορτικός . Πολύ ωριαία το είπες, Αλλά αφού έβλεπες πόσο φορτικός είχα γίνει γιατί συνέχιζες το παιχνίδι; Γιατί να μη με πιάσεις μια φορά και να μου τα πεις έξω απ' τα δόντια;» «Δεν ξέρω». τραύλισε η Λιζ. «Ήταν υποθέτω ευκολότερο μα κολλήσω στο παραμύθι μέχρι να βαρεθείς και να φύγεις. Δε φανταζόμουν ότι το είχες πάρει τόσο ζεστά... Υποπτευόμουν βέβαια ότι είχες βάλει να μαζέψουν πληροφορίες για μένα, κι όταν σε είδα στο "Κόκο" βεβαιώθηκα πως είχα δίκιο έλπιζα όμως πως αν συνέχιζα ν' αρνούμαι ποια ήμουν, θα εγκατέλειπες τελικά τις προσπάθειες, δεν είχα ιδέα ότι σχεδίαζες να με παρασύρεις πίσω στο Φέντον Γκειτ». Τη ρώτησε αργόσυρτα: -Και πώς εξηγούσες εσύ την επιμονή μου; Τι φανταζόσουν ότι επεδίωκα;» «Δεν... δεν το σκεφτόμουν καθόλου», είπε με τα μάγουλα ξαφνικά φλογισμένα η Λιζ. «Δεν έδινα σημασία υπέθετα... υπέθετα πως είχες απλά πεισμώσει, κι ήθελες μόνο να αποκαλύψεις την μπλόφα μου». Προτιμούσε να πεθάνει, παρά να του πει τι ηλίθιες προσδοκίες της είχε δημιουργήσει η επιμονή του. «Όταν ήρθες εκείνη την ημέρα στο δωμάτιό μου και μου έκανες την πρότασή σου, αφέθηκα να πιστέψω πως όσα έλεγες ήταν αλήθεια. Πως είχες πειστεί ότι δεν ήμουν η Κατρίνα, κι ήθελες απλά μια σωσία της για να ξεγελάσεις τον Ντάγκλας. Έπαιξες το ρόλο σου στην εντέλεια, κι ήσουν φοβερά πειστικός. Μερικά απ' όσα έλεγες ήταν βέβαια κάπως τραβηγμένα απ' τα μαλλιά, αλλά τα παρουσίαζες με τόση φυσικότητα, που πίστεψα τελικά ότι τα πίστευες κι εσύ εξίσου. Έπεσα σαν βλάκας στην παγίδα», κατέληξε πικρά. «Ο καθένας θα έπεφτε», της είπε μαλακά. «Την είχα στήσει καλά, και το δόλωμα ήταν εξαιρετικά ελκυστικό». «Δεν ήταν μόνο οι εξήντα χιλιάδες λίρες», του είπε με κάτι σαν πνιγμένο λυγμό στη φωνή. «Ακόμα και για τόσα λεφτά, ακόμα και στην άσχημη κατάσταση που βρισκόμουν, δεν ξέρω αν τελικά θα το έκανα. Δεν ήθελα να γυρίσω πίσω δεν ήθελα να ξαναδώ τον παππού. Για μένα είχε πάψει να υπάρχει πριν έντεκα χρόνια». Κατάπιε όπως-όπως το αναφιλητό που απειλούσε να σπάσει εντελώς τη φωνή της. «Δε μ' ενδιέφερε πια αν ζούσε ή αν πέθαινε, και προπαντός δεν ένιωθα να του χρωστάω τίποτα. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα, ήταν να πάω να τον δω. Απ' την άλλη όμως ήθελα απελπισμένα εκείνα τα λεφτά. Ήταν ένα φοβερό δίλημμα, κι ακόμα χειρότερο επειδή δε γινόταν πια να σου αποκαλύψω την αλήθεια». Θα 145


προτιμούσε να πεθάνει εκείνη τη μέρα παρά να του την αποκαλύψει, σκέφτηκε πικρά, αλλά δεν του το είπε. «Αν δεχόμουν την πρότασή σου θα έπρεπε να συνεχίσω να παριστάνω την άσχετη σ' εσένα να λέω ψέματα στον παππού, να παίζω θέατρο μαζί σου, να ισορροπώ συνέχεια στην κόψη του ξυραφιού, κι όλ' αυτά κάτω απ' το βάρος μιας φοβερής συναισθηματικής φόρτισης, που δεν είχα ιδέα αν θα κατάφερνα να την αντέξω. Αυτή η επιστροφή στο Φέντον Γκέιτ θα ήταν σωστή κάθοδος στην κόλαση». «Το ήξερα», της είπε ήρεμα. «Πιέζοντάς σε εκείνη τη μέρα, και μάλιστα με μοχλό πίεσης τις εξήντα χιλιάδες λίρες, δεν επεδίωκα απλά να σε φέρω να δεις τον Ντάγκλας επεδίωκα κυρίως να σε στριμώξω αρκετά για να σπάσεις και να μου πεις επιτέλους την αλήθεια. Εσύ όμως δεν έσπασες». «Παραλίγο θα το πετύχαινες», του αντιγύρισε πικρά. «Θε είχες μπλέξει πολύ άσχημα προσπαθούσα να το μεθοδεύσω έτσι που να μπορέσω να πάρω τα λεφτά χωρίς να μπλέξω ακόμα χειρότερα. Ήξερα όμως πως αρκούσε να πάω μια φορά στο Φέντον Γκέιτ-, για να μην μπορώ πια να ξεμπλέξω ποτέ μου. Δεν ήθελα ν' αποκαταστήσω σχέσεις με τον παππού, και δεν ήθελα να εμπλακώ σ' ένα τέτοιο ανεκδιήγητο διπλό και τριπλό παιχνίδι μεταξύ μας. Δεν ήθελα ούτε τα λεφτά του», συνέχισε ξεροκαταπίνοντας. «Είχα επιζήσει έντεκα χρόνια χωρίς τη βοήθειά του, μπορούσα να επιζήσω μια χαρά κι από κει και πέρα. Είχα πάρα πολλή πικρία μέσα μου. Δεν ήθελα να τον ξαναδώ ούτε για όλη την περιουσία των Μακλέιν. Οι εξήντα χιλιάδες λίρες δεν ήταν αρκετές για να με πείσουν να γυρίσω πίσω, παίζοντας μάλιστα ένα τόσο περίπλοκο παιχνίδι». Εκείνος γέλασε πικρά. «Ήξερα απ' την αρχή πως κάπως έτσι θα αντιδρούσες. Απ' τη στιγμή που αρνιόσουν τόσο πεισματικά ότι ήσουν η Κατρίνα, ήταν πολύ πιθανό να απορρίψεις τελικά και την πρότασή μου, και τις εξήντα χιλιάδες λίρες. Γι' αυτό σου είπα όλα εκείνα τα ψέματα για την κατάσταση του Ντάγκλας. Έπρεπε να σε πείσω πως αυτή η επίσκεψη δε θα είχε καμιά συνέχεια αν δεν το ήθελες η ίδια και επίσης πως με τον Ντάγκλας σε κατάσταση προχωρημένης άνοιας, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα για σένα. Ένας Ντάγκλας ακμαίος και διαυγής δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να εκλάβει μιαν άσχετη σωσία της Κατρίνας σαν την ίδια την Κατρίνα ένας Ντάγκλας όμως που θα τα είχε χαμένα, θα μπορούσε να ξεγελαστεί πολύ πιο εύκολα. Έτσι θα σκεφτόταν ο καθένας έτσι θα σκεφτόμουν κι εγώ. Έτσι ακριβώς περίμενα να σκεφτείς κι εσύ ότι θα σκεφτόμουν». 146


«Έπεσα σαν ηλίθια στην παγίδα», ξανάπε πνιχτά η Λιζ. «Τσίμπησα αμέσως μόλις μου είπες πως τα είχε χάσει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή υποπτευόμουν πως δε με πίστευες καθόλου, και φοβόμουν ότι προσπαθούσες απλά να με παγιδεύσεις. Όταν μου είπες πώς είχαν τα πράγματα, αφέθηκα να πιστέψω ότι έλεγες αλήθεια, κι ότι βασιζόσουν κι εσύ στην άνοια του παππού για να πετύχει τα σχέδιό σου. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να συνεχίσω να σε ξεγελάω. Ήθελα απεγνωσμένα τις εξήντα χιλιάδες λίρες, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό Ήταν προπαντός κάτι άλλο..." Ήταν πολλά άλλα, αρκούσε όμως να του αναφέρει μόνο το ένα. "Νόμιζα πως αδιαφορούσα πια εντελώς για τον παππού όταν όμως μου είπες πως ήταν ετοιμοθάνατος, δεν ξέρω, κάτι έπαθα. Σαν να έσβησαν εκείνη τη στιγμή όλα όσα είχαν συμβεί, κι όλες οι πικρίες του παρελθόντος". Κατέβασε το κεφάλι για να μην τον αφήσει να δει τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια της. «Τον αγαπούσα τόσο πολύ άλλοτε», είπε όταν κατάφερε να σταθεροποιήσει λίγο τη φωνή της. «Ήταν άλλωστε ο μοναδικός πατέρας που είχα γνωρίσει. Με είχε μεγαλώσει με τόση αγάπη και φροντίδα. που δεν ένιωσα ποτέ την έλλειψη των γονιών μου... Κι αυτό δεν είναι κάτι που διαγράφεται έτσι εύκολα. Ότι κι αν συνέβη στη συνέχεια, δεν κατάφερε ποτέ να σβήσει την αγάπη που του είχα. Κι ήθελα ξαφνικά απεγνωσμένα να προλάβω να τον δω πριν πεθάνει να του πω ότι τον αγαπούσα και τον νοσταλγούσα όλ' αυτά τα χρόνια, κι ότι δεν τον είχα ξεγράψει ποτέ στ' αλήθεια...» Σκούπισε μηχανικά τα μάτια της, παίρνοντας βαθιά ανάσα. «Έτσι το αποφάσισα· και μόνο όταν έφτασα στο Φέντον Γκέιτ κατάλαβα πως με είχες παγιδεύσει ξεδιάντροπα». «Μην περιμένεις να ζητήσω συγνώμη γι' αυτό», είπε ουδέτερα ο Μπροντ. «Θα έκανα και πολύ χειρότερα για να σε φέρω πίσω. Μου έφτανε να έρθεις μια φορά να δεις τον Ντάγκλας μετά τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους. Θα τα έβρισκες κάπως μαζί του, θα του έλεγες τελικά την αλήθεια. Υπήρχαν κι ένα σωρό λεφτά στη μέση, που ακόμα κι αν δεν τα έπαιρνες τώρα αμέσως, θα τα κληρονομούσες ωστόσο κάπου στο μέλλον θα έβγαινες έτσι κι αλλιώς οριστικά απ' τη μιζέρια». Σταμάτησε για λίγο, κοιτάζοντάς την έντονα. «Πίστευα ωστόσο πως θ' αναγκαζόσουν ν' ανοίξεις και σε μένα τα χαρτιά σου», «Όχι αν κατάφερνα να παίξω σωστά το ρόλο μου», του είπε αχνά. «Δε θα μπορούσες να κάνεις διαφορετικά. Εγώ είμαι το δεξί 147


χέρι του Ντάγκλας· εγώ διαχειρίζομαι όλες τις υποθέσεις του, κι είμαι επίσης απ' τους εκτελεστές της διαθήκης του. Αργά ή γρήγορα θα αποκαλυπτόταν η αλήθεια. Πριν φτάσουμε όμως ως εκεί, περίμενα πως θα μου την έλεγες από μόνη σου. Δεν ήθελα να σου πω αναφανδόν πως η μπλόφα σου δεν είχε πιάσει σ' εμένα· είχες προφανώς κάποιους πολύ σοβαρούς λόγους ν' αρνείσαι τόσο πεισματικά την ταυτότητά σου, και δε θα κέρδιζα τίποτε εκβιάζοντας σε για να την αποκαλύψεις. Σου έδωσα ωστόσο κάθε ευκαιρία μου μιλήσεις με ειλικρίνεια. Σε πίεσα όσο μπορούσα, σου έστησα παγίδες, προσπάθησα επίσης να σε κάνω να θυμώσεις αρκετά για να ξεσπάσεις. Έκανα τα πάντα ακόμα και πράγματα που δεν σχεδιάσει να κάνω», πρόσθεσε βαριά. «Εσύ όμως συνέχισες να κολλάς στο παραμύθι, ξέροντας μάλιστα πως εγώ ήξερα πολύ καλά ποια ήταν η αλήθεια». «Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρη γι' αυτό», είπε αναψοκοκκινίζοντας η Λιζ. «Όταν... όταν άρχισες να εκδηλώνεσαι, το απέδωσα στο μεθύσι σου». Της ήταν αφόρητα οδυνηρό έστω και ν' αναφέρεται σ' εκείνη τη νύχτα. «Πίστεψα πως είχα ακόμα τα περιθώρια να ξεμπλέξω, αν δεν παραδεχόμουν τίποτε και συνέχιζα να παίζω το παιχνίδι. Αποφάσισα να κάνω το βλάκα, και να προσποιηθώ ότι δεν έτρεχε τίποτα». Κατέβασε πάλι το κεφάλι, ανίκανη ν' αντέξει την ένταση στο βλέμμα του. Στη σιωπή που έπεσε, άκουσε καθαρά τη βαριά του ανάσα. «Γιατί;» τη ρώτησε τελικά ο Μπροντ. «Γιατί να μπεις σε όλον αυτό τον κόπο, όταν μπορούσες μια χαρά να παραδεχτείς την αλήθεια και να ξεμπερδεύεις;» «Ήμουν... ήμουν σε κατάσταση σύγχυσης», τραύλισε η Λιζ. «Είχα μπλέξει πια άσχημα μ' όλ' αυτά τα ψέματα... Δε γινόταν να σε πιάσω ξαφνικά και να σου πω ότι τόσον καιρό σε κορόιδευα». «Αλήθεια;» Η σαφής ειρωνεία στη φωνή του τη ζεμάτισε. «Δε δυσκολεύτηκες όμως καθόλου να πιάσεις τον Ντάγκλας και να του πεις το ίδιο πράγμα δε δυσκολεύτηκες να του αναφέρεις τις εξήντα χιλιάδες λίρες, και να του πεις ότι δεν ήθελες να μου είσαι υποχρεωμένη. Του αφηγήθηκες με κάθε λεπτομέρεια πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Του είπες προφανώς και άλλα πολλά, που εκείνος αρνείται να τα αποκαλύψει για την ώρα. Κι όταν σου πρότεινε να κρατήσεις τα λεφτά που σου είχα δώσει και να τακτοποιήσει εκείνος την... οφειλή σου προς εμένα, εσύ δέχτηκες χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία». Η Λιζ δεν τόλμησε να κάνει κανένα σχόλιο. 148


«Τα έκανες όλ' αυτά, κι ωστόσο τώρα ισχυρίζεσαι πως δεν μπορούσες να πεις σ' εμένα αυτό το πολύ απλό πράγμα πως ναι, ήσουν όντως η Κατρίνα; Όταν μάλιστα ήξερες πολύ καλά ότι το ήξερα κι εγώ απ' την αρχή; Τι νόημα είχε πια όλη αυτή η κωμωδία, αφού ο κυρίως ενδιαφερόμενος είχε μάθει την αλήθεια; Πες μου μόνο αυτό, Κατρίνα γιατί επέμενες τόσο λυσσασμένα να συνεχίσεις να με εξαπατάς εμένα και μόνο εμένα;» «Δε... δε θέλω να το συζητήσω άλλο», του είπε πνιγμένα. «Ωραία πες μου τότε γιατί σηκώθηκες κι έφυγες σαν κλέφτρα απ' το Φέντον Γκέιτ. Δεν είχες πια κανένα λόγο να φύγεις έτσι, αφού είχες ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον παππού σου κι εκείνος συνέχισε να σε θέλει κοντά του κι ακόμα περισσότερο τώρα. Γιατί έφυγες σαν κυνηγημένη την Πέμπτη το μεσημέρι. Κατρίνα; Γιατί εξόρκισες τον Ντάγκλας να μη μου αποκαλύψει τίποτα; Τι σημασία είχε πια. αφού το θέμα είχε λήξει και δε θα γινόταν να μου κρυφτείς άλλο; Τι φοβόσουν από μένα και βιάστηκες να ξεκόψεις όπως-όπως μαζί μου;» Του είπε ραγισμένα: «Σε παρακαλώ, άφησε αυτή την κουβέντα. Δεν έχει νόημα. Δε χρειάζεται να πούμε τίποτ' άλλο. Δεν καταλαβαίνω καν γιατί ήρθες, αφού ήξερες τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια!» «Ναι», της είπε κουρασμένα. «Ήξερα πια τα πάντα. Ελάχιστες βέβαια κουβέντες πήρα απ' τον Ντάγκλας, αφού σου είχε υποσχεθεί να μη μου πει τίποτα, αλλά δε θα χρειαζόμουν τις εκμυστηρεύσεις του για να συμπληρώσω τα κενά. Κι αν ήρθα εδώ, δεν ήταν για να μου επιβεβαιώσεις εσύ όσα ξέρω. Ήρθα μόνο για να πάρω απάντηση σ' αυτό το απλό ερώτημα; γιατί κρυβόσουν μόνο από μένα; Γιατί επέμενες τόσο πεισματικά να ξεγελάσεις μόνο εμένα, Κατρίνα;» Του είπε άχρωμα; «Μη με λες Κατρίνα. Κανείς δε με λέει Κατρίνα εδώ μέσα». «Ναι», είπε βαριά ο Μπροντ. «Ναι, εδώ σε φωνάζουν όλοι Λιζ. Πολύ φυσικά' ακόμα κι αυτό όμως θα σε πρόδινε. Φαντάστηκες δεν ήξερα ποιο ήταν το δεύτερο όνομά σου; Κάθριν Ελίζαμπεθ σε είχαν βαφτίσει, κι απ' ό,τι μου είχε πει κάποτε η μακαρίτισσα η γιαγιά σου, η μητέρα σου είχε διαλέξει να σε φωνάζει Λιζ. Ο παππούς σου όμως προτιμούσε το πρώτο σου όνομα, και μάλιστα στη σκοτσέζικη εκδοχή του. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την καταγωγή της οικογένειάς σας. Τόσες γενιές στην Αγγλία, κι εκείνος νιώθει ακόμα σοβινιστικά Σκοτσέζος». 149


Η Λιζ δεν είπε λέξη. «Εντάξει λοιπόν το Λιζ, το καταλαβαίνω' το Φένγουικ όμως πού το ψάρεψες; Απ' όσο μπόρεσα να μάθω, το χρησιμοποιείς απόλυτα νόμιμα. Και δεν είναι καν το όνομα της υποτιθέμενης αδερφής σου -την Μπρέντα τη λένε Φάρμερ. Πού βρήκες το Φένγουικ, Κατρίνα;» Του είπε ξεψυχισμένα: «Ήταν το επώνυμο του άντρα μου. Παντρεύτηκα κάποτε... όταν πρωτοήρθα στο Λονδίνο». Σήκωσε επιτέλους το κεφάλι να τον κοιτάξει, κι η έκφραση στα σκοτεινά του μάτια την τρόμαξε. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο σαν να πονούσε και στον κρόταφό του τρέμιζε πάλι εκείνη η μικρή φλέβα. Της είπε ωστόσο ουδέτερα: «Μάλιστα. Να λοιπόν που αρχίσαμε να βρίσκουμε μιαν άκρη. Υποθέτω θα το είπες κι αυτό στον Ντάγκλας, δεν είν' έτσι;» «Ναι», ψέλλισε αχνά η Λιζ. «Πού βρίσκεται τώρα ο σύζυγός σου;» «Δ..δεν ξέρω», τραύλισε η Λιζ. «Χωρίσαμε... πριν πολλά χρόνια». «Ωραία». Βάλθηκε να πηγαινοέρχεται μέσα στο μικρό δωμάτιο, δίνοντας ξαφνικά την εντύπωση ενός μεγάλου, δυνατού αιλουροειδούς, κλεισμένου σε πολύ μικρό και πολύ στενό κλουβί. 'Ύστερα, τόσο απότομα που η Λιζ δεν πρόλαβε ούτε να προβλέψει την κίνησή του, βρέθηκε από πάνω της κρατώντας την γερά απ' τους ώμους, κοιτάζοντας την κατάματα με τα διαπεραστικά, σκληρά, οργισμένα του μάτια. «Τι συνέβη πριν έντεκα χρόνια;» ' Η ερώτηση τη χτύπησε σαν χαστούκι, Κλείνοντας ασυναίσθητα μάτια, του είπε αχνά: «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση. Είπες ότι είχες να πεις, και... εντάξει, παραδέχομαι ότι έσφαλλα. Χειρίστηκα πολύ άσχημα την υπόθεση, το παραδέχομαι. Έχεις ίσως κάθε λόγο να είσαι θυμωμένος, και σου ζητώ συγγνώμη. Νομίζω πως δε χρειάζεται να δώσουμε συνέχεια· ας τελειώνουμε εδώ, Μπροντ. Σε παρακαλώ φύγε τώρα». Η οργή έβγαινε από πάνω του σε κύματα όταν της πέταξε μέσ' απ' τα σφιγμένα του δόντια: «Θα φύγω όταν κρίνω εγώ ότι τελειώσαμε. Κατρίνα. Και στο μεταξύ δεν απάντησες στην ερώτησή μου τι συνέβη πριν έντεκα χρόνια;» Τα δάχτυλά του μπήγονταν αλύπητα στη σάρκα της, αλλά δεν ήταν αυτό που την πονούσε. Πολύ περισσότερο πλήγωναν τα μάτια του, παρά τα δάχτυλά του. Του είπε ξεψυχισμένα: «Ό,τι κι αν συνέβη τότε δε σε αφορά εσένα, Μπροντ δεν αφορά πια κανέναν». «Πώς το ξέρεις, που να σε πάρει ο διάβολος;» Την ταρακου150


νούσε τώρα άγρια, βράζοντας απ' την οργή. «Πώς μπορείς να το ξέρεις; Λέγε. Τι συνέβη πριν έντεκα χρόνια;» «Σταμάτα». τον ικέτευσε σπασμένα. «Σε παρακαλώ, σταμάτα... Δεν είναι δεν είναι το κατάλληλο μέρος για...» Την άφησε τότε κι έκανε πίσω βαριανασαίνοντας. Την κάρφωσε παγερά με τα μάτια, κι είπε ξερά: «Έχεις δίκιο δεν είναι κατάλληλο το μέρος για να κάνω αυτό που θα ήθελα. Πες μου λοιπόν από μονή σου. πριν χάσω εντελώς την υπομονή μου: τι συνέβη πριν έντεκα χρόνια. Κατρίνα;» Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σε μια απ' τις παράδοξες, απρόβλεπτες και παραλυτικές συμπτώσεις της μοίρας, η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι ένας ξαναμμένος Τζέισον όρμησε με φόρα στο καθιστικό. Είχε αρχίσει κιόλας να τη φωνάζει απ' την εξώπορτα' και με τη φούρια που μπήκε στο δωμάτιο, δεν πρόλαβε καν να προσέξει ότι είχαν επισκέπτη. «Μαμά, μαμά, έλα να δεις τι κάνει ο Μπλάκι! Δε θα το πιστεύεις!» Πίσω του, με κάμποσο δευτερόλεπτα διαφορά, όρμησε στο σπίτι κι η Μπρέντα αναμαλλιασμένη, κατάχλομη, με το ένα χέρι στο στήθος της που ανεβοκατέβαινε κοφτά, δηλώνοντας σαφώς ότι είχε επιχειρήσει να τον ακολουθήσει τρέχοντος. Η μικρή σκηνή πάγωσε στο χρόνο: ο Τζέισον με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα και το γέλιο ακόμη στο στόμα· η Μπρέντα που κοντανάσαινε στην πόρτα με το πρόσωπο κατάχλομο και το χέρι καρδιά η Λιζ. ασάλευτη σαν πέτρινο άγαλμα στην άκρη του Κι ο Μπροντ όρθιος από πάνω της, με το πρόσωπο σταχτί και τα μάτια παγωμένα απ' το σοκ. Για μερικά ατέλειωτα κλάσματα δευτερολέπτου η σκηνή συνέχισε ν' αποτυπώνεται ολοζώντανη στα ακίνητα βλέμματα ύστερα ακούστηκε η φωνή της Μπρέντα, λαχανιαστή απ' την προσπάθεια και -ην ταραχή: «Συγνώμη, Λιζ δεν-δεν τον πρόφτασα». Δε θα μπορούσε να τον προφτάσει, βέβαια, με μόνο ένα πόδι δικό της και το άλλο προσθετικό. Ο Τζέισον είχε γυρίσει προφανώς απ' τον πίσω δρόμο- συχνά έμπαινε στο σπίτι καβαλώντας το χαμηλό πέτρινο τοιχάκι της αυλής. Κι η Μπρέντα. που τόση ώρα περίμενε απ' έξω για να τον προλάβει, δεν τον είχε αντιληφθεί έγκαιρα. Σαν αυτόματο, η Λιζ άνοιξε το στόμα κι άκουσε τον εαυτό της να λέει ψύχραιμα: «Είναι εντάξει, Μπρέντα, μην ανησυχείς». Τραβούσε συγχρόνως τον Τζέισον κοντά της με το μπράτσο γύρω του, 151


πιέζοντας όσο μπορούσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, έστω παγωμένο, για χάρη του παιδιού. «Έλα, αγάπη μου, πες καλησπέρα στον κύριο Χάμοντ». Ήταν ένα πολύ γλυκό αγόρι· είχε στο μεταξύ όλο τον καιρό να πιάσει τη βαριά ατμόσφαιρα στο δωμάτιο, αυτό όμως δεν τον έκανε να ξεχάσει τους καλούς του τρόπους. Είπε ευγενικά: «Καλησπέρα, κύριε Χάμοντ. Θε συγχωρείτε που μπήκα έτσι και σας διέκοψα, Ο Μπλάκι όμως είχε πιάσει με το στόμα την άκρη της ουράς του, και στριφογύριζε σαν σβούρα πάνω στα πλακάκια». Σαν να ξυπνούσε από έναν πολύ βαθύ ύπνο, ο Μπροντ άπλωσε το χέρι αφήνοντας ένα αδύναμο χαμόγελο ν' ανασηκώσει τις γωνιές των χειλιών του. «Το έκανε αυτό, στ' αλήθεια: Πολύ θα ήθελα να το είχα δει». Το μικρό χεράκι του αγοριού χάθηκε στην παλάμη του. «Μπλάκι. φαντάζομαι, λέγεται εκείνο το υπέροχο κουτάβι που κυλιόταν πριν λίγο στην αυλή· εσένα όμως πώς σε λένε;» «Τζέισον, κύριε». Του χαμογέλασε συνεσταλμένα. «Χαίρομαι που σας άρεσε», ξανάπε με ανανεωμένο ενθουσιασμό. «Είναι καταπληκτικό σκυλάκι. Μου το χάρισε ο θείος Τομ δηλαδή, δεν είναι ακόμα θείος μου. αλλά θα γίνει όταν παντρευτεί τη θεία Μπρέντα. Εκείνος μου είπε να τον φωνάζω θείο στο μεταξύ, κι όχι γιατρό Μπέιτς ή σκέτο Τομ». «Αλήθεια: Αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Και πόσων χρόνων είσαι, Τζέισον;» «Ε...» Ζήτησε βοήθεια με το βλέμμα απ' τη μητέρα του. «Αφού έχω κλείσει τα δέκα, δεν είμαι πια έντεκα;» «Δέκα και λίγων μηνών-», είπε πνιγμένα η Λιζ και το βλέμμα της που τόση ώρα απέφευγε απεγνωσμένα το βλέμμα του Μπροντ στράφηκε ικετευτικό στην Μπρέντα. «Έλα Τζέισον»», είπε άτονα εκείνη. «Πάμε να μαζέψεις τον Μπλάκι σου έχει βαλθεί να ρημάζει τις πατατιές, κι εμένα δε μ' ακούει ότι κι αν λέω»». Παρά τον αυθόρμητο και παρορμητικό χαρακτήρα του, ο Τζέισον ήταν ακόμα πολύ υπάκουος. Τράβηξε λοιπόν πειθήνια το χέρι του απ' το χέρι του άντρα, είπε ένα ευγενικό, -συγνώμη, πρέπει να πιάσω τον Μπλάκι γιατί ξεθάβει τις πατάτες που φύτεψε η θεία Μπρέντα», και μ ένα τελευταίο βλέμμα πρώτα στον Μπροντ και μετά στη μητέρα του, ακολούθησε χωρίς χρονοτριβή την Μπρέντα έξω απ' το σπίτι. Στο δωμάτιο έπεσε νεκρική σιωπή κανένας ήχος δεν την έσπαγε, ούτε καν το θρόισμα μιας ανάσας. Ο Μπροντ την κοιτούσε 152


από ψηλά σαν πετρωμένος, και τα πυρετικά του μάτια κάρφωναν χωρίς έλεος το κάτασπρο πρόσωπό της. Το δικό του είχε ακόμα εκείνη την ανησυχητική απόχρωση προς το σταχτί. Ύστερα της έστρεψε απότομα την πλάτη και πήγε πάλι να κολλήσει στο παράθυρα. Έξω στην αυλή, ο Τζέισον κυνηγιόταν ξεφωνίζοντας με τον Μπλάκι ενώ η Μπρέντα, γονατιστή ανάμεσα στα φυτά της, παρίστανε ότι τάχα διόρθωνε τις ζημιές που είχε κάνει το κουτάβι. Μέσα στο καθιστικό, όπου η Λιζ δεν είχε σαλέψει ακόμα απ' την άκρη του καναπέ, η βασανισμένη ανάσα του Μπροντ Χάμοντ ακουγόταν σαν υπογράμμιση στην αφόρητη σιωπή. Πρώτος την έσπασε εκείνος. Είπε άχρωμα: «Ώστε αυτό ήταν... Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα». Κι ύστερα πρόσθεσε πικρά: «Νόμιζα βλέπεις πως ήταν του Πολ Τρέιβερς».

153


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «Νόμιζα πως ήταν του Τρέιβερς», επανέλαβε μετά, κι η φωνή του είχε έναν τόνο βαθιάς κατάπληξης, ανάμικτης με κάτι σαν σκοτεινή απορία. Στράφηκε να την κοιτάξει κάνοντας συγχρόνως ένα ακόμα βήμα προς το μέρος της. Το πρόσωπό του φάνταζε ακόμα κατάχλομο αγνώριστο σχεδόν. «Ήξερα φυσικά ότι υπήρχε ένα παιδί ήξερα σχεδόν τα πάντα. Το να εξαφανιστεί κανείς σε μία χοάνη σαν το Λονδίνο είναι απ' τα πιο απλά πράγματα στον κόσμο ειδικά όταν έχει φροντίσει ν' αλλάξει νομότυπα το όνομά του και να κόψει κάθε επαφή με το παρελθόν. Αν όμως εντοπίσεις και πάλι αυτό το άτομο, από κει και πέρα είναι παιχνιδάκι να μάθεις λεπτομέρειες για τη ζωή του. Λίγος χρόνος μόνο Χρειάζεται, κι ένα-δυο στοιχεία για να ξεκινήσεις ένα όνομα, μια διεύθυνση. Έτσι και στην περίπτωσή σου απ' τη στιγμή που σε εντόπισα, ήταν πολύ εύκολο να μάθω αυτά που ήθελα. Δε ζούσες αποκομμένη απ' τον κόσμο. Υπήρχε μια υποτυπώδης οικογένεια, ένα παιδί, ένα σπίτι φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι, ονόματα, αρχεία, ημερομηνίες... Όταν έχεις να πληρώσεις, μπορείς να μάθεις τα πάντα». Η Λιζ δεν έκανε κανένα σχόλιο. Δεν ήξερε τι όψη παρουσίαζε η ίδια, εκείνος όμως έδειχνε σαν να είχαν περάσει στο μεταξύ χρόνια από πάνω του, τόσο κομμένο ήταν το πρόσωπό του. «Αυτό φοβόσουν κι εσύ, έτσι δεν είναι;» Ακόμα κι η φωνή του ακουγόταν αγνώριστη. «Πως αν δεν κατάφερνες να με πείσεις ότι ήσουν η άσχετη Λιζ Φένγουικ, θ' ασχολιόμουν μετά να βρω την άκρη μόνος μου. Ήξερες πως αν μάθαινα για τον Τζέισον, όσο λυσσασμένα και να το αρνιόσουν μετά, δε θα με έπειθες. Αυτό κυρίως ήθελες ν' αποφύγεις». Έμεινε να την κοιτάζει από ψηλά, με τα χέρια στις τσέπες, περιμένοντας προφανώς ν' ακούσει κάποιο σχόλιό της εκείνη όμως δεν είπε λέξη. «Ήξερα πως το παιδί ήταν δικό σου κι όχι της Μπρέντα», συνέχισε πικρά ο Μπροντ. «Νόμιζα όμως πως ήταν του Πολ Τρέιβερς η 154


ηλικία του δεν άφηνε περιθώρια για να έχει παρεμβληθεί κανένας άλλος. Δεν τον είχα δει βλέπεις ποτέ μέχρι τώρα αν τον είχα δει, θα ήξερα πως δε γινόταν να είναι του Τρέιβερς». Σταμάτησε για μια στιγμή, ύστερα ρώτησε κοφτά: «Το ξέρει αυτό ο Ντάγκλας;» Επιτέλους τα χείλια της κατάφεραν να σαλέψουν. «Τώρα ναι», του είπε ξεψυχισμένα. «Όταν πρωτοήρθα στο Φέντον Γκέιτ δεν του ανέφερα τίποτα. Δεν ήμουν σίγουρη πώς θα με αντιμετώπιζε, ούτε αν θα είχε συνέχεια αυτή η πρώτη επαφή. Κι ύστερα τον ξέρεις τώρα τι σκουριασμένες ιδέες είχε πάντα. Δεν υπήρχε λόγος να έρθουμε πάλι σε ρήξη. Έτσι όμως όπως είχαν τα πράγματα, αποφάσισα να του το πω. Είχε αλλάξει με τα χρόνια κι έδειχνε πρόθυμος να δεχτεί τα πάντα. Είχε το δικαίωμα να το μάθει, και για κείνον, και για χάρη του Τζέισον. Αν το αποδεχόταν, υπήρχε μια περίπτωση να τον εξασφαλίσει. Κι αν πάθαινα στο μεταξύ τίποτα εγώ, το παιδί θα είχε κάποιο αποκούμπι». Σταμάτησε ξεροκαταπίνοντας. Το σκληρό, επίμονο βλέμμα του την τρύπαγε σαν μαχαιριά. «Όλ' αυτά τα χρόνια ζούσα με το άγχος του τι θ' απογινόταν ο Τζέισον αν μου συνέβαινε εμένα κάτι», συνέχισε άτονα. «Υπήρχε βέβαια κι η Μπρέντα, κι αν μπορούσε θα τον φρόντιζε καλύτερα κι από μένα. Τον αγαπάει σαν δικό της, κι αν κάτι την κράτησε στη ζωή μετά το ατύχημά της, ήταν κυρίως η παρουσία του Τζέισον το γεγονός ότι έπρεπε να τον έχει εδώ όσο εγώ έμενα στο Λονδίνο. Δε γινόταν βέβαια να κρατήσω το παιδί μαζί μου σ' εκείνες τις συνθήκες, και να τον αφήσω αμολητό στο έλεος της κάθε συμμορίας και του κάθε εμπόρου ναρκωτικών. Η μόνη λύση ήταν να μείνει με την Μπρέντα στο Λιτλ Χάμπτον κι αυτό έδωσε ένα σκοπό στη ζωή της, σε μια φάση όπου είχε πια παραιτηθεί απ' όλα κι ευχόταν μόνο να πεθάνει. Ωστόσο αν μου συνέβαινε κάτι εμένα, η Μπρέντα δε θα μπορούσε να τον ζήσει · δεν μπορούσε να ζήσει ούτε τον εαυτό της. Το παιδί θα κατέληγε στην κοινωνική πρόνοια, κι από κει ίσως σε κάποια αδιάφορη θετή οικογένεια ή απλά στο ορφανοτροφείο». «Τι φοβόσουν ότι θα μπορούσε να σου συμβεί;» τη ρώτησε άχρωμα. «Δεν ξέρω. Οτιδήποτε. Κινιόμουν σ' έναν όχι και τόσο ασφαλή κόσμο, και σε άσχημες ώρες. Αν ρίξεις μια ματιά στο αστυνομικό δελτίο θα δεις τι εννοώ. Συνέχεια βρίσκουν γυναίκες μαχαιρωμένες, πνιγμένες, ξεκοιλιασμένες... Άλλες χάνονται χωρίς να ξαναβρεθούν ποτέ τα ίχνη τους. Μια φορά, πριν ενάμιση χρόνο, έπεσα γυρίζοντας στο σπίτι πάνω σε μια συμμορία αληταράδων. Με χτύπησαν με μαχαίρι και μου άρπαξαν την τσάντα. Ευτυχώς η μαχαιριά 155


με πήρε ξώφαλτσα, κι εγώ έσπευσα να πέσω κάτω και να κάνω την ψόφια- πήραν τότε την τσάντα μου κι εξαφανίστηκαν. Αν είχα προβάλει αντίσταση, θα με σκότωναν επιτόπου. Μπορεί να με σκότωναν έτσι κι αλλιώς, για το κέφι τους. Δεν ξέρεις πόσο φτηνή είναι η ανθρώπινη ζωή στον κόσμο της νύχτας», κατέληξε κουρασμένα. Το σφιγμένο του πρόσωπο είχε πάλι ένα χρώμα πολύ κοντά στο γκρίζο. «Αυτά φοβόμουν», συνέχισε αποκαμωμένη η Λιζ. «Κι όταν είδα πώς ήταν η κατάσταση στο Φέντον Γκέιτ, κι ότι ο παππούς ήταν διατεθειμένος να δεχτεί και να κάνει τα πάντα, το αποφάσισα. Έπρεπε να το μάθει ήταν εκεί, ήταν σε καλή κατάσταση, και θα μπορούσε να εξασφαλίσει το παιδί μου». Της είπε αργά, μ' έναν σκοτεινό, επικίνδυνο τόνο στη φωνή: «Ήμουν κι εγώ εκεί κι εγώ θα μπορούσα πολύ καλύτερα απ' τον Ντάγκλας, μάλιστα. Εμένα όμως δε σκόπευες να μου το πεις, ακόμα και ξέροντας πως αργά ή γρήγορα θα το ανακάλυπτα. Κάποτε αναπόφευκτα θα τον έφερνες στο Φέντον Γκέιτ όσο κι αν φρόντιζες να με αποφεύγεις. Κάποτε μοιραία θα τον έβλεπα και θα καταλάβαινα Είναι Χάμοντ απ' άκρη σ' άκρη, χωρίς αμφιβολία. Θα έπρεπε να είναι τυφλός κανείς για να μην το δει. Αλλά βέβαια υπάρχουν και τα τεστ πατρότητας. «Δεν θα το επέτρεπα ποτέ» είπε σφιγμένα η Λιζ «Δεν μπορεί να γίνει τίποτε χωρίς την έγκριση μου» «Απλά το ανέφερα με την έγκρισή σου ή χωρίς , δεν μου χρειάζεται το τεστ πατρότητας για να ξέρω αν ο Τζέισον είναι παιδί μου ή όχι. Δεν έχει πάρει από κανέναν άλλο ούτε καν από σένα, Και ηλίθιος να ήμουν θα έβλεπα την ομοιότητα». "Για ποιαν ομοιότητα μιλάς;» διαμαρτυρήθηκε άτονα η Λιζ. «Δεν είναι παρά ένα αγοράκι δέκα χρόνων δεν μπορείς να..» «Σταμάτα για το Θεό» την έκοψε κουρασμένα. «Με κάνεις τρελλό όταν υποτιμάς την νοημοσύνη μου. Αν θέλεις να συνεχίσουμε να παίζουμε έχει καλώς, αυτό το θέμα όμως δε σηκώνει παιχνίδια», ξαναπήγε στο παράθυρο για να ρίξει μια ματιά έξω. «Ξέρει ο Ντάγκλας ποιος είναι ο πατέρας;» «Τώρα. τώρα ναι». Η απάντηση βγήκε εντελώς ξεψυχισμένα. «Δε νομίζω ότι τον εξέπληξε και πολύ αυτό πάντως. Υποθέτω... και τότε ακόμα φοβόταν μη συμβεί κάτι τέτοιο βασιζόταν απλά στη δική σου εντιμότητα και αυτοσυγκράτηση λόγω... λόγω των συνθηκών. Θε άφησε να το εννοήσω καθαρά σε μια συζήτηση που είχαμε 156


την Τετάρτη. Δεν κατάλαβα τότε πού το πήγαινε νόμισα πως αναφερόταν στον Πολ. Ήξερε φυτικά πως ήμουν έγκυος πριν έντεκα χρονιά. Όταν όμως γύρισα, την πρώτη φορά που μιλήσαμε, ανάμεσοι στα άλλα ψέματα του είπα πως τότε είχα κάνει λάθος, και πως τελικά δεν ήμουν. Θετά απ' αυτό ήταν βέβαια δύσκολο να τον πιάσω την επομένη και να ανασκευάσω τα πάντα. Έβλεπα όμως πως δεν είχα άλλη λύση, και πως αυτή ήταν η καλύτερη ευκαιρία. Δεν ξέρω αν τελικά θα του αποκάλυπτα ποιος ήταν ο... ο πατέρας· αλλά με πρόλαβε τελικά ο ίδιος. Θόλις άκουσε ότι υπήρχε όντως ένα παιδί, αυτή τη φορά κατά κάποιον τρόπο μάντεψε αμέσως την αλήθεια. Δε θα είχε νόημα να τον ξεγελάσω άλλο». «Μάλιστα», είπε άχρωμα ο Μπροντ. «Το ήξερε φυσικά κι η Μπρέντα όλ' αυτά τα χρόνια. Ήξερε επίσης ότι δεν ήθελες να το μάθω εγώ γι' αυτό κόντεψε να λιποθυμήσει σήμερα, όταν της ξέφυγε ο Τζέισον κι ήρθε μέσα». Η Λιζ έσκυψε εξουθενωμένη το κεφάλι. «Γιατί προσπαθούσες τόσο απεγνωσμένα να μου το κρύψεις;» τη ρώτησε αποκαμωμένος. «Γιατί μου το έκρυβες όλ' αυτά τα χρόνια: Γιατί τουλάχιστον δε μου το είπες όταν ξαναβρεθήκαμε, παρά προτίμησες να καταφύγεις σ' εκείνη την ηλίθια φάρσα για να ξεφύγεις: Τι φοβόσουν πως θ' αρνιόμουν ν' αναλάβω τις ευθύνες. Πως δε θα πίστευα ότι ήταν δικός μου, επειδή τότε μου είχες έπαιρνες το χάπι; Ή απλά σου ήμουν τόσο απεχθής, που προκειμένου να με κρατήσεις μακριά σου φρόντισες να μη μάθω καν εγώ ότι μας συνέδεε κάτι; Αυτό ήταν; Θε απεχθανόσουν τόσο, που θα έκανες οτιδήποτε για να μην έχουμε περισσότερες επαφές οι δυο μας;» Τα μάτια του έκαιγαν σαν φλόγες στο κατάχλομο πρόσωπό του Δεν άντεχε το βλέμμα του δε θ' άντεχε λεπτό παραπάνω. Του είπε ραγισμένα: «Σε παρακαλώ, Μπροντ, άσε αυτή τη συζήτηση... Σε παρακαλώ!» «Όλη εκείνη η κωμωδία αυτό το σκοπό είχε», συνέχισε αλύπητο ο Μπροντ. «Δεν ήταν ότι δεν ήθελες να έχεις σχέσεις με το παρελθόν ήταν μόνο που δεν ήθελες να έχεις σχέσεις μ' εμένα. Τώρα καταλαβαίνω πολλά... Πριν έντεκα χρόνια έκανες μιαν επιπόλαιη επιλογή. κι έμεινες κατά λάθος έγκυος από έναν άντρα που σου ήταν αδιάφορος· που τον ήθελες μόνο σαν πεπειραμένο επιβήτορα, κι όχι βέβαια σαν πατέρα του παιδιού σου. Προφανώς δε συγχώρεσες ποτέ ούτε τον εαυτό σου ούτε εμένα γι' αυτή την απρόοπτη εξέλιξη. Δε μου συγχώρεσες το γεγονός ότι ήμουν κατά λάθος 157


πατέρας ενός παιδιού που θα έπρεπε να είχε πατέρα τον Πολ Τρέιβερς». Σταμάτησε για να πάρει ανάσα, κι ύστερα είπε βαριά: «Θεέ μου, θα μπορούσα να σε σκοτώσω γι' αυτό, ξέρεις». Στη σιωπή, άκουσε την ανάσα της που έβγαινε σαν αγκομαχητό. «Σταμάτα», ψέλλισε σβησμένα η Λιζ. «Σε παρακαλώ, σταμάτα πια... Δεν αντέχω άλλο!» Τα μάτια του έψαχναν πυρετικά για τα δικά της, σαν να γύρευαν ν' ανοίξουν δρόμους ως τα βάθη της ψυχής της. «Αυτό δεν ήταν;» τη ρώτησε πικρά. «Προσπάθησες να με κρατήσεις με κάθε τρόπο μακριά σου· χρειάστηκε να μεθοδεύσω την απόλυσή σου απ' το "Κόκο", να σου προσφέρω εξήντα χιλιάδες λίρες και να σου αραδιάσω τα πιο ξεδιάντροπα ψέματα, για να σε πείσω να έρθεις στο Φέντον Γκέιτ και να ανεχτείς κι εμένα για λίγες μέρες». Αγνοώντας εντελώς την κατάπληξη και το σοκ που είχαν καταγραφτεί στο πρόσωπό της τη στιγμή που αναφερόταν στο "Κόκο", συνέχισε με την ίδια πίκρα: «Ήρθες βέβαια, αλλά δε σταμάτησες λεπτό να μου δείχνεις πόσο απεχθής σου ήμουν. Ακόμα κι όταν σου ζήτησα να με παντρευτείς, απέρριψες την πρότασή μου με την ίδια απέχθεια. Δεν κάθισες καν να τη συζητήσεις· και μόνο η ιδέα σε αρρώσταινε». Σταμάτησε πάλι, περιμένοντας ολοφάνερα κάποιαν αντίδρασή της. Το επίμονο, πυρετικό του βλέμμα έψαχνε μάταια για το δικό της εκείνη κρατούσε χαμηλωμένο το κεφάλι. «Κι ωστόσο», συνέχισε βαριά ο Μπροντ, «εκείνη τη νύχτα στο Φέντον Γκέιτ με άφησες σε μια στιγμή να εννοήσω πως ίσως τελικά να μη σου ήμουν τόσο απεχθής όσο έδειχνες. Δεν είμαι εντελώς ανόητος ξέρεις μπορώ να ξεχωρίσω πότε με κάνει απλά κέφι μια γυναίκα και πότε μου δίνεται με κάθε μόριο του είναι της. Φαίνεται ότι τελικά έκανα λάθος Ερμήνευσα εσφαλμένα μια καθαρά σωματική σου ανάγκη. Την επόμενη κιόλας, εσύ θεώρησες καλύτερα λα φύγεις χωρίς λα μου πεις ούτε αντίο. Να κόψεις οριστικά το νήμα». Αυτή τη φορά τα μάτια της σηκώθηκαν για να συναντήσουν τα δικά του Το βλέμματά τους έσμιξαν με τόση εναγώνια ένταση. Που ακόμα κι ο αέρας γύρω τους φάνηκε να σπιθίζει από ηλεκτρισμό. «Κατρίνα» είπε βραχνά ο Μπροντ, και καλύπτοντας μ' ένα βαθύ στεναγμό τα δυο βήματα που τον χώριζαν από τον καναπέ, ήρθε να καθίσει δίπλα της. Καθώς εκείνη έκρυβε μ' ένα βογκητό οδύνης το πρόσωπο της στις παλάμες της, την τράβηξε βαριανασαίνοντας στην αγκαλιά του. Τη ρώτησε πνιχτά: -Τι σήμαινε για σένα εκείνη η νύχτα; Σε παρακαλώ πες μου την αλήθεια... Για τ' όνομα του Θεού, δε βλέπεις ότι 158


είμαι στα όρια της αντοχής μου; Θα τρελαθώ αν δεν ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση. Έχω πέντε μέρες να κοιμηθώ. Δεν μπορώ να φάω, δεν μπορώ να δουλέψω, δεν μπορώ να κάνω πια τίποτα, κι αυτό δε συμβαίνει μόνο τώρα' συμβαίνει απ' την πρώτη μέρα που σε ξαναβρήκα!» «Ουτ' εγώ κοιμάμαι πια από τότε», ψέλλισε σπασμένα η Λιζ. «Αλλά μη μου το κάνεις αυτό. Μπροντ... Δεν το αντέχω!» Του ξέφυγε ένα βογκητό. «Εσύ γιατί μου το κάνεις;» ρώτησε αχνά. και σκύβοντας για να πάρει τα χείλια της, τη φίλησε σαν να ήταν αυτό το τελευταίο φιλί που θα έδινε ποτέ σε γυναίκα. Την είχε τραβήξει ολόκληρη στην αγκαλιά του κι εκείνη είχε χωθεί τρέμοντας στα μπράτσα του, είχε αφεθεί να φωλιάσει στη ζεστασιά του στήθους του, κι έλιωνε σαν κερί στη φωτιά του κορμιού του. Όταν της άφησε τα χείλια, το μόνο που κατάφερε να πει ήταν ένα ξεψυχισμένο. «Μπροντ;» «Αχ. Κατρίνα», είπε πνιχτά εκείνος, φέρνοντας το κεφάλι της να κουρνιάσει στον ώμο του. Την κράτησε έτσι σφιχτά πάνω του, με το πρόσωπο χωμένο στα μαλλιά της και την καρδιά του να βροντοχτυπάει. Της είπε σβησμένα: «Ήσουν η μοναδική γυναίκα που αγάπησα στη ζωή μου δεν υπήρξε, κι ούτε θα υπάρξει ποτέ καμιά άλλη. Αυτό είν’ όλο, και θα έπρεπε να στο είχα πει, έτσι απλά, πριν έντεκα χρόνια». Πριν έντεκα χρόνια, όπως ο Ντάγκλας έτσι κι ο Μπροντ ήταν βέβαιος στην αρχή πως η Κατρίνα θα επέστρεφε αργά η γρήγορα. Πρώτα-πρώτα, επειδή δεν είχε στ' αλήθεια πού να πάει· κι έπειτα, εξαετίας του Τρέιβερς. Έτσι πεισματάρα κι επίμονη που ήταν δε θα είχε καμιά πρόθεση να παραιτηθεί απ' τη μεγάλη της αγάπη προς όφελος της Φράνσις. Εκτός βέβαια αν στο μεταξύ είχε βρει κανέναν άλλον κι είχε φύγει μαζί του. Διόλου απίθανο κι αυτό, με την επιπολαιότητα αμοραλισμό που τη διέκριναν. Όπως και να 'χε, τον ίδιο δεν τον αφορούσε καθόλου αυτό θέμα. Η Κατρίνα δεν του ήταν τίποτα. Τώρα είχε φύγει, κι εκείνος ήταν φυσικό να λυπάται γι' αυτό ίσως μάλιστα θα ήταν εξίσου κακό να νιώθει και κάπως ανακουφισμένος. Αντί γι' αυτό όμως ένιωθε μιαν αφόρητη αίσθηση απώλειας εγκατάλειψης. και μιαν ανυπόφορη οδύνη. Η Κατρίνα είχε φύγει, κι ήταν σαν να είχε φύγει το πιο αναγκαίο πράγμα απ' τη ζωή του. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε τι ακριβώς ένιωθε για κείνη, και αυτό δεν του είχε συμβεί μέσα σε μια νύχτα. 159


Όλη εκείνη την τελευταία χρονιά, αργά και σταθερά, η Κατρίνα είσδυε μέσα του μέχρι που είχε κατακτήσει θριαμβευτικά και ης αισθήσεις, και την καρδιά του. Εκείνη τη μοιραία νύχτα δεν είχε υποκύψει στις προκλήσεις της είχε απλά υποκύψει στην ασυγκρότητη επιθυμία του να την αποκτήσει, και μετά να την κρατήσει δίκη του για πάντα. Κι ας πάσχιζε απεγνωσμένα να πείσει και τον εαυτό του και εκείνη πως ότι είχε συμβεί. είχε συμβεί σε μια στιγμή σαρκικής αδυναμίας. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς στη ζωή του υπήρχε η Λόρι, κι όλες οι υποσχέσεις που της είχε δώσει. Και στη ζωή της υπήρχε ο Πολ Τρέιβερς. Όσο εκείνος αγωνιζόταν να πνίξει τα ένοχα αισθήματα του και να φερθεί σαν έντιμος άνθρωπος απέναντι στη σύντροφο του, η Κατρίνα δεν είχε χάσει τον καιρό της είχε πηδήξει με αξιοθαύμαστη άνεση στο κρεβάτι του μόνου άντρα που ήθελε στ' αλήθεια. Αυτή η σκέψη τον σκότωνε. Τον γέμιζε μ' ένα δολοφονικό μίγμα ζήλιας, λύσσας κι ανημποριάς. Ακόμα κι αν είχε διαλύσει για χάρη της το δεσμό του με τη Λόρι, σκεφτόταν βράζοντας απ' την οργή, πάλι δε θα κατάφερνε τίποτα. Η Κατρίνα δε θα τον ήθελε, ήθελε τον Τρέιβερς, κι εκεί τέλειωνε το θέμα. Δεν είχε νόημα να βασανίζεται άλλο, και δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να πληγώσει και τη γυναίκα που τον αγαπούσε, τον ήθελε χωρίς όρους και τον εμπιστευόταν τυφλά. Έτσι όταν ήρθε η ώρα -την παντρεύτηκε σ' ένα γάμο αντάξιο των Χάμοντ, κι έβαλε τα δυνατά του να γίνει πρότυπο συζύγου. Η αρμονία όμως που χαρακτήριζε άλλοτε τις σχέσεις τους, είχε πεθάνει οριστικά η Κατρίνα συνέχιζε, απ' το πουθενά όπου είχε καταφύγει, να ρίχνει βαριά τη σκιά της ανάμεσά τους. Ο γάμος τους δεν κράτησε ούτε δυο χρόνια, παρόλο που η Λόρι δεν έμαθε ποτέ ποια ήταν η αιτία που τους είχε αποξενώσει βαθμιαία. Τη Λόρι είχαν διαδεχτεί άλλες γυναίκες υπερβολικά πολλές μάλιστα κι όλες όμορφες, ελκυστικές, σέξι κι ενδιαφέρουσες, η Κατρίνα υποχωρούσε στα βάθη της μνήμης του, σαν παλιά πληγή που έκλεινε με το χρόνο. Τα παράλογα αισθήματα του ξεθώριαζαν κι ας συνέχισε εκείνη να του χαμογελάει μεσ' απ' τις της φωτογραφίες στο Φέντον Γκέιτ το ίδιο ξεθώριαζε κι η οδύνη μέχρι που δεν έμεινε παρά η θάμπη ανάμνηση του πόνου, σαν αδιόρατη πίκρα. σαν νοσταλγική υπόμνηση των όσων χάνονται στο διάβα του χρόνου. Έντεκα χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας καμία φορά πίσω, ένιωθε πως είχε ξορκίσει οριστικά το φάντασμα της. Η Κατρίνα δε 160


σήμαινε πια - τίποτε γι' αυτόν εκείνο το σφοδρό πάθος που του είχε εμπνεύσει κάποτε, είχε σβήσει οριστικά. Ήταν απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό μέχρι τη μέρα που στάθηκε αγοράσει μια εφημερίδα, κι είδε τη Λιζ Φένγουικ να περνάει βιαστικά από μπροστά του· «Νόμιζα πως σε είχα ξεπεράσει». της είπε τώρα, σφίγγοντάς την απελπισμένα στην αγκαλιά του. «Κι έφτασε να σε ξαναδώ για να συνειδητοποιήσω πως αν δεν αγάπησα ποτέ καμίαν άλλη γυναίκα, ήταν επειδή δεν είχα πάψει λεπτό ν' αγαπώ εσένα. Ναι, έπρεπε να στο είχα πει πριν έντεκα χρόνιο... Θα στο έλεγα έτσι κι αλλιώς αν δεν είχες φύγει τότε απ' το Φέντον Γκέιτ κάποια στιγμή δε θα άντεχα, και θα στο έλεγα. Θα ήταν ίσως ανώφελο, ποιος ξέρει... Ίσως είναι εντελώς ανώφελο και που στο λέω τώρα», κατέληξε πικρά. «Μπροντ». ψέλλισε μισοπεθαμένη η Λιζ. »Μπροντ. για τ' όνομα του Θεού, μην παίζεις μαζί μου! Μέχρι πριν λίγες μέρες μου έλεγες... μου έλεγες πως ήθελες μόνο να πάρεις τη ρεβάνς, επειδή τότε δε σου είχε δοθεί η ευκαιρία να με χορτάσεις!" «Ξέχνα τις βλακείες που έλεγα», της είπε πνιχτά, γεμίζοντάς της το πρόσωπο με φιλία. «Ήμουν απλά τρελός από έρωτα, κι εσύ μου έδειχνες με κάθε τρόπο πως σου ήμουν από αδιάφορος μέχρι αποκρουστικός. Εγώ πέθαινα από ανάγκη, κι εσύ αρνιόσουν και την ταυτότητά σου ακόμα προκειμένου να με κρατήσεις μακριά σου. Κι ένιωθα τόσο πληγωμένος απ' τη στάση σου, που επιχειρούσα ηθελημένα να σε πληγώσω εξίσου. Απ' την άλλη τι ήθελες να σου πω. τη στιγμή που έβλεπα πως ήσουν εντελώς αρνητική, και εχθρική μάλιστα, απέναντι μου: Είχα κάνει ό,τι μπορούσα για να σε παγιδεύσω στο Φέντον Γκέιτ όχι για χάρη του Ντάγκλας, αλλά για δική μου· επειδή ήθελα να σε κρατήσω εκεί, για πάντα κοντά μου. Και δεν έβλεπα να βγαίνει τίποτα. Ακόμα κι όταν σου έκανα πρόταση γάμου, άκουσα πως οι προτάσεις μου σου έφερναν αναγούλα!» «Μα... μα με είχες αφήσει να πιστέψω ότι με πίστευες Και νόμιζα... Θεέ μου, νόμιζα πως -» «Τι πράγμα; Πως περιφερόμουν στον κόσμο κάνοντας αβέρτα προτάσεις γάμου σε άσχετες αλήτισες που μάζευα απ' το δρόμο· Για τ' όνομα του Θεού, και μόνο απ' αυτό θα έπρεπε να είχες βεβαιωθεί πως ήξερα πολύ καλά ποια ήσουν, και πως σε ήθελα για σένα την ίδια, όχι για να στήσω αυταπάτες! Η μόνη αυταπάτη που επιζητούσα ήταν να μ' αφήσεις να πιστέψω, έστω για μια νύχτα, πως με ήθελες κι εσύ το ίδιο. Ήμουν τόσο τρελός για σένα, που έφτασα στο σημείο να θέλω να εξαγοράσω την εύνοιά σου με το μεγαλύτερο 161


αντάλλαγμα που θα μπορούσα να προσφέρω για να σε δελεάσω, Ή έστω, να εξαγοράσω την ψευδαίσθηση ότι είχα την εύνοιά σου». Τα χείλια της ίσα που σάλεψαν. «Θεέ μου, Μπροντ, γιατί μου τα λες όλ' αυτά; Τόσες μέρες τώρα, ήσουν πιο σκληρός κι από πέτρα!«Κι εσύ δεν μπορούσες να δεις πίσω απ' την επιφάνεια-, της αντιγύρισε πικρά. «Δε μάντεψες ούτε για μια στιγμή πόσο τρελός ήμουν για σένα κι ως πού θα μπορούσα να φτάσω για να σε κρατήσου κοντά μου. Δεν κατάλαβες τίποτα, ούτε Όταν ήρθα μισομεθυσμένος στο κρεβάτι σου και κόντεψα να σε βιάσω!» «Νόμιζα... νόμιζα πως ήθελες μόνο να βγάλεις το άχτι σου για όσα είχαν γίνει στο παρελθόν», πρόφερε ξεψυχισμένα η Λιζ. «Θεέ μου, τι ανόητη γυναίκα πήγα κι αγάπησα», είπε μ' ένα βογκητό ο Μπροντ. «Έτσι θαρρείς θα έβγαζα το άχτι μου χύμα στην αγκαλιά σου; Έτσι διαλυμένος θα ερχόμουν να παραδοθώ οριστικά, έντεκα χρόνια αργότερα, εκλιπαρώντας για ανώφελα ψέματα; Και το πρωί, όταν σου είπα πριν φύγω, σ' αγαπώ τρελά και θα τα ξεκαθαρίσουμε όλα μόλις γυρίσω, πάλι για να βγάλω το άχτι μου το είπα;» «Δεν... δεν το άκουσα», ψέλλισε σπασμένα η Λιζ. Κοιμόταν τόσο βαθιά εκείνο το πρωί· ολότελα εξαντλημένη απ' τις ώρες του βίαιου έρωτά τους, κι απ' τις ώρες επίσης της αγρύπνιας, με το σώμα του βαρύ στην αγκαλιά της. «Θεέ μου, η κάθε γυναίκα στη θέση σου θα έβλεπε τι μου συνέβαινε. Νόμιζα πως το έβλεπες κι εσύ, και πως απλά δεν έδινες δεκάρα. Όταν ήρθα στο δωμάτιό σου, ήμουν σε άθλια κατάσταση. Ήμουν ίσως γεμάτος οργή, αλλά μόνο επειδή δεν μπορούσα να σε στριμώξω αρκετά για να παραδεχτείς ότι ήσουν η Κατρίνα, κι επειδή εσύ δε με ήθελες ούτε με το πιο προσωπικό αντάλλαγμα που μπορούσα να σου δώσω. Χριστέ μου, σε λαχταρούσα έντεκα ολόκληρα χρόνια· και ξαφνικά σε είχα ξαναβρεί, κι εσύ ήσουν πιο μακριά μου παρά ποτέ. Πήγαινα να τρελαθώ εκείνο το βράδυ πραγματικά, μου φαινόταν ότι θα τρελαινόμουν αν δε σ' ανάγκαζα με κάποιο τρόπο να παραδεχτείς πως με ήθελες κι εσύ το ίδιο· πως με ήθελες το ίδιο όλ' αυτά τα χρόνια!» «Μπροντ», του είπε σχεδόν υστερικά, «σε παρακαλώ, μη μου λες τέτοια πράγματα! Μη μ' αφήνεις να τα πιστέψω... Ω, Θεέ μου, δεν έχεις ιδέα τι σημαίνουν για μένα!» Τη ρώτησε βραχνά: «Πράγματι, τι σημαίνουν; Πολύ θα ήθελα να το μάθω»… «Δεν μπορεί να μην το ήξερες», του είπε απελπισμένη. «Για τ 162


όνομα του Θεού, ακόμα κι ο παππούς το είχε καταλάβει! Μια ολόκληρη ζωή σ' αγαπούσα, Μπροντ! Ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί σου οπό τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου!» Η φωνή του ακούστηκε ολότελα σβησμένη. «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά τώρα, έτσι δεν είναι;» Μέσ' από ένα κύμα λυγμών του ψιθύρισε ραγισμένα: «Δεν αγάπησα ποτέ κανέναν άλλον εσύ ήσουν ο πρώτος κι ο τελευταίος. Ο ήρωας, το ίνδαλμά μου, η μοναδική μου αγάπη. Σ' αγαπούσα όταν ήμουν πέντε χρόνων, κι όταν ήμουν έξι, και δέκα και δεκαπέντε, κι ακόμα περισσότερο όταν ήμουν δεκάξι και δεκαεφτά. Κι όλ' αυτά τα χρόνια που έζησα μακριά σου, συνέχισα να σ' αγαπώ με τον ίδιο τρόπο. Νόμιζα όμως πως είχα μάθει πια να ζω χωρίς εσένα· κι όταν σε ξανασυνάντησα, πανικοβλήθηκα. Δεν ήθελα να ξανανοίξουν οι πληγές, ούτε ν' αρχίσω πάλι να ελπίζω πως μπορεί να γινόταν κάποιο θαύμα και να 'ρχόσουν να μου πεις μια λέξη αγάπης. Αχ να 'ξέρες πόσο σε μίσησα που είχες ξαναμπεί στη ζωή μου, όταν το είχα πάρει απόφαση πως δε θα σε ξανάβλεπα ποτέ πια!» «Δεν είναι δυνατόν», έκανε ο Μπροντ σαν χαμένος. «Για το Θεό, τι είναι αυτά που μου λες τώρα; Θέλεις να με τρελάνεις; Ξέχασες τι συνέβη πριν έντεκα χρόνια;» «Πριν έντεκα χρόνια», του αποκρίθηκε με μια σαφή απόχρωση υστερίας στη φωνή, «δεν ήμουν παρά ένα ανόητο κορίτσι που δεν ήξερε τίποτε απ' τη ζωή και τους ανθρώπους. Ήμουν χαζή σαν βλήτο και απελπιστικά ερωτευμένη μαζί σου. Το μόνο που ήξερα ήταν πως εσύ είχες μιαν άλλη γυναίκα, και πως εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να ζήσω χωρίς εσένα. Ήξερα επίσης πως αν δεν έκανα κάτι στα γρήγορα, θα παντρευόσουν τη Λόρι κι εγώ θα σ' έχανα για πάντα. Και τότε άρχισα να κάνω τα λάθη ένα-ένα!» «Θεέ και Κύριε», είπε πανιασμένος ο Μπροντ. «Μα εσύ -» «Προσπαθούσα απεγνωσμένα να σου τραβήξω την προσοχή», είπε αγκομαχώντας η Λιζ. «Κι όσο πιο πολύ προσπαθούσα, τόσο πιο ψυχρός και αδιάφορος γινόσουν εσύ. Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινες ήξερες τι μου συνέβαινε, κι ήθελες να με αποθαρρύνεις!» «Τι να καταλάβαινα, που να πάρει; Εσύ τότε φλερτάριζες με τους πάντες! Νόμιζα πως έκανες... πρακτική εξάσκηση μαζί μου!» «Δεν έκανα πρακτική εξάσκηση. Προσπαθούσα να σε κατακτήσω», είπε μ' ένα λυγμό η Λιζ. «Προσπαθούσα να σε κάνω να ξεχάσεις τη Λόρι και να ερωτευτείς εμένα. Ήμουν τόσο ηλίθια, που σκεφτόμουν πως αφού με ήθελαν τόσοι άντρες, θα μου ήταν εύκολο να ρίξω κι εσένα!» 163


«Κατρίνα». της είπε πνιχτά, παίρνοντας το μουσκεμένο της πρόσωπο στις παλάμες του και κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια. «Κατρίνα, αγαπημένη μου, ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά, εντάξει; Αν ένιωθες έτσι για μένα, γιατί τότε έκανες σαν τρελή για κείνο το ρεμάλι τον Τρέιβερς;» «Δεν έκανα σαν τρελή για τον Πολ», του είπε απελπισμένα. «Αν θέλεις όλη την αλήθεια, τον έβρισκα απόλυτα γλοιώδη. Έβγαινα μαζί του μόνο και μόνο για να σε κάνω να ζηλέψεις. Τον έπαιρνα και τον γύριζα σ' όλα τα στέκια όπου ήξερα ότι σύχναζες, κι εκείνος ερχόταν σαν σκυλάκι, και προσπαθούσε μετά να μου βάλει χέρι. Α, ήταν ολότελα αηδιαστικός. Δεν τολμούσε βέβαια να ξανοιχτεί έτρεμε και τη Φράνσις, και τον παππού μου. Αλλά έλπιζε πως μπορεί να έβγαζε στο τέλος κάτι, έστω κι απ' έξω-απ' έξω. Σαν ξελιγωμένος έκανε φυσικά, μ' εκείνη την αλόγα που είχε πάει κι είχε παντρευτεί. Αυτό εκμεταλλευόμουν κι εγώ· ομολογώ πως τον χρησιμοποιούσα ξεδιάντροπα. Το μόνο που ήθελα, ήταν να με δεις με κάποιον γοητευτικό κι έμπειρο άντρα και να καταλάβεις τι έχανες. Όταν όμως με είδες μαζί του, δεν το ανέφερες μετά καθόλου· δε μου πέταξες καν ένα υπονοούμενο!» «Αν θέλεις την αλήθεια», της είπε ξερά, βράζοντας πάλι απ' την πιο παράλογη ζήλια, «δεν ήθελα απλά να σου πετάξω ένα υπονοούμενο· ήθελα να σου κόψω τα πόδια που έβγαινες μαζί του! Κι εκείνο το βράδυ μες στο αυτοκίνητό μου, όταν βάλθηκες να μου μιλάς γι' αυτόν...» «Όταν άρχισες να με ρωτάς για τον Πολ, αφέθηκα να πιστέψω ότι είχες τσιμπήσει, και σκέφτηκα πως θα ήταν καλό να ρίξω λίγο λάδι στη φωτιά. Σου είπα, ήμουν εντελώς χαζή· κι ήμουν επίσης γεμάτη ρομαντικές ιδέες. Πίστευα πως το σεξ ήταν κάτι πολύ σημαντικό, που έδενε οριστικά τους ανθρώπους. Εκείνο το βράδυ, ναι, το παραδέχομαι· άδραξα την ευκαιρία για να σε αποπλανήσω. Ήθελα να κάνω έρωτα μαζί σου, όχι μόνο επειδή σε ήθελα σαν άντρα, αλλά προπαντός επειδή λαχταρούσα να σου δοθώ· να γίνω δική σου. Ήμουν σίγουρη πως αν συνέβαινε αυτό, όλα μετά θα άλλαζαν ανάμεσά μας. Ήταν το τελευταίο μου χαρτί, και μου δινόταν μια μοναδική ευκαιρία να το χρησιμοποιήσω. Σκέφτηκα πως θα γίνονταν όλα ευκολότερα αν σε άφηνα να πιστέψεις πως δεν υπήρχε άλλο... εμπόδιο. Θετά βέβαια θα ανακάλυπτες πως ήμουν ανέγγιχτη, και τότε θα σου έλεγα πώς ένιωθα για σένα. Ήμουν σίγουρη πως αν τα κατάφερνα να σε παρασύρω, μετά θα με ήθελες κι εσύ όσο σε ήθελα εγώ. Θεέ μου, ήμουν ολότελα τρελή για σένα», κατέληξε θλιβερά. 164


«Και ολότελα ηλίθια!» Την τράβηξε και την έσφιξε πάλι παθιασμένα πάνω του. «Ήσουν πολύ λιγότερο ηλίθια από μένα. Εσύ δεν ήσουν παρά ένα μικρό παρορμητικό κι αυθόρμητο κοριτσάκι, εγώ όμως ήμουν ολόκληρος άντρας, και θα έπρεπε να είχα τη σύνεση και το θάρρος να δω τι μου συνέβαινε. Όταν έγινε ότι έγινε μεταξύ μας, το μόνο που ήθελα μετά ήταν να σε πάρω στην αγκαλιά μου και να σου μιλήσω για όλα όσα ένιωθα για σένα να σου πω ότι ήθελα απελπισμένα, και ότι τολμούσες να ξαναδείς τον Πολ θα σας σκότωνα και τους δυο επιτόπου. Ήμουν ήδη τρελός για σένα ο Θεός μόνο ξέρει ότι την είχα πατήσει μαζί σου, κι ας αρνιόμουν ηρωικά να το παραδεχτώ». «Λες αλήθεια τον ρώτησε τρέμοντας. 0 Μπροντ γέλασε πικρά «Σου φαίνομαι να λέω ψέματα; Εκείνη τη νύχτα συνειδητοποίησα πως είχα χάσει τα μυαλά μου μαζί σου και τότε πανικοβλήθηκα. Υπήρχε βλέπεις κι η Λόρι, κι η ευθύνη μου απέναντι της. Απ' την άλλη δεν είχα ιδέα τι ήθελες εσύ από μένα. Δεν μπορούσα να σε καταλάβω, ούτε να μαντέψω τα αισθήματα σου Στην αρχή νόμιζα πως με φλερτάριζες μόνο για να παίξεις. Ύστερα πίστεψα ήσουν ξετρελαμένη με τον Πολ όλοι αυτό πίστευαν εξάλλου. Όταν με παρέσυρες και κάναμε έρωτα, μπερδεύτηκα όλως διόλου κι όταν μου έκανες εκείνες τις απαράδεκτες εξηγήσεις σου, πήγα να τρελαθώ ολότελα». «Πριν τις κάνω», του είπε σιγανά, «μου είχες κάνει κι εσύ τις δικές σου». «Ω!! Το ξέρω, το ξέρω,», της είπε απελπισμένος. «Σου είπα, πήγαινα να τρελαθώ Το μόνο που έβλεπα εγώ ήταν πως ενώ ήμουν δεσμευμένος με μιαν άλλη γυναίκα, ξαφνικά ήθελα εσένα με τόση σφοδρότητα που αν αφηνόμουν έστω τόσο δα, θα έφτανα σίγουρα σε ακραίες καταστάσεις. Κι εσύ πιθανότατα έπαιζες μαζί μου όπως έπαιζες με όλους τούς άντρες μόνο που το παιχνίδι μάς είχε πάει για μια φορά πολύ μακριά. Αν δεν κρατούσα μιαν άμυνα, θα το διέλυα την επομένη κιόλας με τη Λόρι, και θα έτρεχα μετά με τη γλώσσα έξω ξοπίσω σου, να σε μαζεύω απ' τα βρακιά του Τρέιβερς ή και δεν ξέρω ποιανού άλλου!» «Όταν μου διευκρίνισες πως επρόκειτο μόνο για μια μηχανική σωματική αντίδραση», είπε άτονα η Λιζ, «κι ότι δεν ένιωθες απολύτως τίποτε για μένα... Ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι πέθαινα. Όλα γκρεμίστηκαν μέσα μου στο λεπτό. Είχα τόσο μεγάλες προσδοκίες... Μου είχες κάνει έρωτα μ' όλο εκείνο το πάθος, κι αυτό, έτσι άσχετη που ήμουν εγώ τότε, το εξέλαβα σαν εκδήλωση 165


τρελής αγάπης. Κι ύστερα συνειδητοποίησα πως αντί να είσαι ερωτευμένος. ήγουν έξαλλος μαζί μου αντί για τρυφερότητα και πάθος, εισέπραττα μόνο οργή και σκληρότητα. Τότε κατάλαβα πως είχαν τελειώσει όλα. Δε θα είχε πια κανένα νόημα να σου μιλήσω για τα αισθήματα μου, και το μόνο που μ' ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να μη σ' αφήσω να με λυπηθείς, ή να γελάσεις κιόλας σε βάρος μου. Έτσι σου είπα ένα σωρό αρλούμπες για το λόγο που είχα μαζί σου. για την αγάπη μου για τον Πολ, και για το χάπι επίσης. Δεν ήθελα ούτε να φανταστείς πως είχες κάποια υποχρέωση απέναντι μου δεν ήθελα πια τίποτε από σένα. Ήθελα μόνο να πεθάνω». νι «Γι' αυτό πήγες μετά με τον Τρέιβερς;» τη ρώτησε σκληρά, γιατί κάθε σχετική νύξη, ακόμα και μετά από έντεκα χρόνια, ξυπνούσε μέσα του το ίδιο ανεξέλεγκτο κύμα ζήλιας και δολοφονικής οργής' «Επειδή δε σ' ένοιαζε πια με ποιον θα πήγαινες, ή για να μ' εκδικηθείς που σε είχα απορρίψει;» Τον κοίταξε στα μάτια κι είπε άχρωμα: «Φαντάστηκες θα μπορούσα μετά απ' αυτό να πάω ηθελημένα με κάποιον άλλον άντρα; Και μάλιστα με τον Πολ, που τον σιχαινόμουν; Θεέ μου, δεν κατάλαβες τίποτα; Σε αγαπούσα τρελά· ήθελα να είμαι δική σου και μόνο δική σου. Ήθελα να σου ανήκω για πάντα να μην αφήσω ποτέ άλλον άντρα να με αγγίξει. Α, στ' αλήθεια ήμουν μια εξωφρενικά ρομαντική ηλίθια!» «Κι εγώ είμαι ένας αθεράπευτος ζηλιάρης», της είπε ταπεινά. «Συγχώρεσε με, αγάπη μου... Μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να το ελέγξω. Και τώρα ακόμα με τρελαίνει η σκέψη ότι σε άγγιξε αυτός μετά από μένα. Με τρέλαινε όλ' αυτά τα χρόνια... Δεν το χώνεψα ποτέ στ' αλήθεια. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν μόνο πληγωμένος εγωισμός, αλλά ήξερα πολύ καλά τι ήταν. Ήσουν δική μου, έπρεπε να ήσουν δική μου κι εγώ σε είχα αφήσει, έτσι εν ψυχρώ, στον Τρέιβερς. Είχα πετάξει άσκεφτα το ωραιότερο πράγμα που είχε συμβεί στη ζωή μου, για να κερδίσω μόνο δυο χρόνια αφόρητης ανίας με μιαν αδιάφορη γυναίκα, κι έντεκα χρόνια στέρησης από σένα. Ακόμα κι αν εσύ προτιμούσες τον Πολ, έπρεπε να είχα κάνει ό,τι περνούσε απ' το χέρι μου για να σε κρατήσω για τον εαυτό μου. Όχι, δεν ήταν πληγωμένος εγωισμός· ήταν ζήλια και απελπισία. Συγχώρεσε με, αλλά φαίνεται πως ακόμα δεν κατάφερα να το ξεπεράσω... Μη μου δίνεις σημασία· πες μου τα όλα, καρδιά μου. Ό,τι κι αν είναι, θέλω να το μάθω». Του είπε απλά: «Ήμουν έγκυος, και δεν είχα ιδέα τι να κάνω. Ήθελα το μωρό το ήθελα απεγνωσμένα. Αφού δεν μπορούσα να 166


έχω εσένα, ας είχα τουλάχιστον το παιδί σου. Αλλά ο παππούς θα με σκότωνε αν το μάθαινε. Αν ήθελα να κρατήσω το μωρό θα έπρεπε να φύγω απ' το σπίτι, κι εγώ δεν είχα αρκετά χρήματα για τέτοιες περιπέτειες. Τότε προσπάθησα να έρθω σ' επαφή μαζί σου. Αν ανταποκρινόσουν θετικά, θα σου ζητούσα χρήματα τάχα για να κάνω έκτρωση· ήξερα πόσο αδιάφορη σου ήμουν, και δε θα άντεχα ούτε να φανταστείς ότι πήγαινα να σε μπλέξω. Εσύ όμως δε δέχτηκες να συζητήσουμε. Μόνο που δε μου έκλεισες το τηλέφωνο στα μούτρα, και τις δύο φορές που επιχείρησα να σε προσεγγίσω». Τώρα ήταν τόσο χλομός, που ακόμα και τα χείλια του είχαν ασπρίσει. Της είπε συντριμμένος: «Αν ήξερα τι συνέβαινε... Αχ Θεέ μου αν μόνο ήξερα τι συνέβαινε, θα είχα βρει εκείνη την τόση δα αφορμή που μου έλειπε για ν' αφήσω τη Λόρι και να πάρω τρέχοντος εσένα. είτε με ήθελες κι εσύ, είτε όχι. Δε θα είχαμε χάσει όλ' αυτά χρόνια αγάπη μου... Εσύ δε θα είχες ζήσει αυτή την κόλαση, κι ο Τζέισον δε θα είχε μεγαλώσει χωρίς τον πατέρα του. Στάθηκα ηλίθιος εγκληματικά ηλίθιος. Δεν έχω κανένα ελαφρυντικό ούτε καν τη συναισθηματική σύγχυση όπου βρισκόμουν εκείνο τον καιρό. Δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου δεν τολμώ καν να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις», κατέληξε ραγισμένα. Η απελπισία του τη σύντριβε· της ήταν αδύνατο να βλέπει αυτή την έκφραση στα βασανισμένα του μάτια. Του πήρε το πρόσωπο στις παλάμες της κι είπε σπασμένα: «Δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, Μπροντ. Δεν έφταιγες εσύ, αγάπη μου το λάθος ήταν όλο δικό μου. Δεν έπρεπε να σου είχα πει ότι έπαιρνα το χάπι!» «Ό,τι κι αν μου είχες πει, εγώ έπρεπε να είχα υποψιαστεί πως κάτι συνέβαινε. Έπρεπε να σε είχα δει και να σου είχα μιλήσει έπρεπε να είχα ενδιαφερθεί έτσι κι αλλιώς περισσότερο, όχι να προσπαθώ να σε αποφύγω με κάθε τρόπο επειδή απλά ήξερα πως δεν είχα καμιά άμυνα απέναντι σου!» «Εγώ έπρεπε να σου το είχα πει ξεκάθαρα τότε», του ψιθύρισε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, «όχι να παριστάνω πως ήθελα κάτι άλλο. Δε μου ήταν όμως καθόλου εύκολο να σου πω απ' το τηλέφωνο ότι σε είχα ξεγελάσει σχετικά με το χάπι. Φοβόμουν πως θα γινόσουν πάλι έξαλλος που σε είχα μπλέξει έτσι. Δεν είχα ιδέα πώς να χειριστώ τέτοιες καταστάσεις. Αποφάσισα να βασιστώ στο... σεξ-απίλ μου. Αν τα κατάφερνα να βρεθώ μαζί σου, θα σε συγκινούσα ίσως αρκετά για να καθίσεις να μ' ακούσεις χωρίς να εξοργιστείς εντελώς. Όταν είδα πως εσύ 167


δεν ήθελες πια ούτε να μου μιλάς, πανικοβλήθηκα. Δεν υπήρχε κανείς άλλος να στραφώ, εκτός απ' τον Πολ». «Ω, Θεέ μου», βόγκηξε ο Μπροντ, κρύβοντας το πρόσωπό του στις παλάμες του. «Ω, Θεέ μου, τι έκανα...» «Σταμάτα, Μπροντ», τον παρακάλεσε μ' ένα αναφιλητό. «Αγάπη μου, δεν ήταν δικό σου το λάθος εγώ φέρθηκα ανεύθυνα κι επιπόλαια απ' την αρχή μέχρι το τέλος. Έπρεπε να ήξερα τι με περίμενε, αλλά βλέπεις, όπως πάντα, δεν κάθισα να το σκεφτώ προηγουμένως. Πήγα και τον βρήκα μια μέρα που η Φράνσις έλειπε, του είπα ότι είχα μείνει έγκυος από κάποιον άσχετο που είχε εξαφανιστεί στο μεταξύ, και του ζήτησα να μου δανείσει μερικά χρήματα, τάχα για να το ρίξω. Και τότε αυτός μου είπε πως θα μου έδινε όσα ήθελα, φτάνει να πλάγιαζα μαζί του». «Α, το κτήνος», είπε τρέμοντας σπασμωδικά ο Μπροντ. «Α, αυτή τη φορά θα τον σκοτώσω όταν τον πιάσω στα χέρια μου θα τον σκίσω σε λουρίδες!» «Κι εμένα μου ήρθε να τον σκοτώσω εκείνη την μέρα» είπε κοντανασαίνοντας η Λιζ. «Αλλά δεν είχα καμιά εναλλακτική και έτσι είπα ναι. Κι εκεί, όταν με έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε τα προτακτικά γύρισε αναπάντεχα η Φράνσις και μας έπιασε στα πράσα. Ούτ' εκείνος πρόλαβε να κάνει τίποτα, ούτε εγώ να πάρω τα λεφτά μου. Έγινε τότε χαμός με τη Φράνσις σωστό μακελειό Εγώ δεν μπορούσα να της εξηγήσω τι συνέβαινε κι ο Πολ ισχυριζόταν πως τον κυνηγούσα λυσσασμένα από καιρό και πως είχα πάει εκεί και του είχα ριχτεί ξεδιάντροπα Κι αφού με ξεμάλλιασε η Φράνσις, πήρε μετά τη σκυτάλη ο παππούς Ήταν, ήταν μια φοβερή σκηνή. Ποτέ δεν είχα ξαναζήσει τέτοιο πράγμα ήταν έξαλλος, κι εγώ βρισκόμουν σε κατάσταση σοκ κι απόλυτου πανικού. Όταν με ρώτησε μήπως είχα μείνει έγκυος με τα παιχνιδάκια μου με τον Τρέιβερς, προσπάθησα ν αρνηθώ εκείνος όμως κατάλαβε από την αντίδραση μου πως ήμουν όντος έγκυος. Και τότε σκύλιασε ολότελα « Γιατί δεν του είπες την αλήθεια;» βόγκηξε γιατί δεν του είπες τι είχε συμβεί μ' εμένα, και ποιανού ήταν το παιδί;» «Δεν ήθελα να σε εκθέσω», είπε μέσα από άλλο ένα κύμα λυγμών η Λιζ. «Δεν ήθελα να σε πιέσει ο παππούς να με πάρεις και να με μισείς όλη σου τη ζωή γι' αυτό. Εξάλλου σου είχα πει ότι έπαιρνα χάπι φοβόμουν ότι εσύ δεν θα πίστευες ποτέ ότι το παιδί ήταν δικό σου, κι ότι εγώ δεν θα είχα κανένα τρόπο να αποδείξω ποιανού ήταν». «Κι έτσι προτίμησες ν' αφήσεις τον Ντάγκλας να σε πετάξει με 168


τις κλοτσιές στο δρόμο!» «Δε με πέταξε ο παππούς στο δρόμο» είπε αγκομαχώντας η Λιζ. «Μου είπε βέβαια πως είχα πάψει να είμαι εγγονή του, και άλλα πολλά τέτοια. Είπε επίσης πως θα φρόντιζε να με στείλει κάπου μέχρι να γεννήσω και πως μετά θα έδινε το παιδί για υιοθεσία και μένα θα με έκλεινε σε μια ψυχιατρική κλινική για νυμφομανείς απ' όπου θα φρόντιζε να μην ξαναβγώ κι άλλα τέτοια τραγικά. Τον πίστεψα φυσικά ήμουν απόλυτα τρομοκρατημένη. Το μόνο πράγμα που με ενδιέφερε ήταν να κρατήσω το μωρό μου. Έτσι το ίδιο βράδυ το έσκασα και πήγα στο Λονδίνο. Είχα ελάχιστα χρήματα αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε, το πραγματικά επείγον ήταν να εξαφανιστώ για να μην με ξαναβρεί ο παππούς. Μετά κάπως θα τα κατάφερνα Την κοίταζε πανιασμένος, ξεροκαταπίνοντας σπασμωδικά ολοφάνερα ανίκανος πια να μιλήσει. Της ράγιζε η καρδιά να τον βλέπει να υποφέρει έτσι. Θα ’θελε να μη χρειαζόταν να του πει τίποτε θα ’θελε να μπορούσαν να διαγράψουν όλα όσα είχαν συμβεί και να ξαναρχίσουν απ' το σημείο όπου της είχε πει. ήσουν η μοναδική γυναίκα που αγάπησα στην ζωή μου. Μόνο αυτό είχε πια σημασία ήταν σαν να είχε ζήσει όλη της ζωή περιμένοντας αυτή τη μοναδική ανεπανάληπτη στιγμή ολοκλήρωσης στην αγκαλιά του. Συνέχισε όμως παρά τον κόμπο που της είχε σταθεί στο λαιμό: «Ήμουν εντελώς άσχετη τότε: δεν είχα ιδέα πόσο δύσκολη ήταν η ζωή στην πραγματικότητα. Μέχρι τόνε είχε μεγαλώσει ασφυκτικά προστατευμένη. Τίποτε δυσάρεστο δε με είχε αγγίξει ποτέ. Δεν είχα ιδέα τι αντιμετώπιζα. Ήμουν μια ανύπαντρη μητέρα, άνεργη, ανειδίκευτη , και ανήλικη επίσης· και δεν είχα σκοπό να καταφύγω σε κάποιο σχετικό ίδρυμα, γιατί φοβόμουν πως θα έβρισκαν και θα ειδοποιούσαν τον κηδεμόνα μου, ή πως θα μου έπαιρναν έτσι κι αλλιώς το παιδί με το πρόσχημα ότι δεν ήμουν σε θέση να το ζήσω καλό, Πίστευα πως θα τα κατάφερνα μόνη μου. Τώρα πώς πίστεψα κάτι τέτοιο, μην το ρωτάς· ούτ' εγώ δεν ξέρω πια. Σχεδίαζα να βρω μια δουλειά, να πιάσω ένα νόστιμο δωμάτιο, να κάνω καινούριους φίλους που θα με συνέτρεχαν στην ανάγκη. Κι αντί γι' αυτό», κατέληξε πνιχτά, «βρήκα τον Φένγουικ». Εκεί σταμάτησε την είχε πιάσει ξαφνικά μια αλλόκοτη τρεμούλα. Η φωνή της κόπηκε κι έσβησε οριστικά καθώς ο Μπροντ την τραβούσε μ' ένα βογκητό να κουρνιάσει πάλι στην αγκαλιά του, ξαναβρίσκοντας τη μιλιά του, της είπε με κόπο: «Μη μου πεις αν δεν το αντέχεις. Μεταξύ μας, έχω την εντύπωση πως ούτε εγώ θα το αντέξω...» 169


«Πρέπει να ξέρεις», ψέλλισε η Λιζ. «Πρέπει να σου τα πω όλα. Ήταν ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου όπου έμεινα φτάνοντας στο Λονδίνο. Ένα παράξενο ξενοδοχείο στ' αλήθεια, αλλά τότε δεν είχα αρκετή πείρα για να κρίνω είχα κοιτάξει μόνο να βρω κάτι φτηνό, για να κρατήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα λεφτά μου μέχρι να βρω δουλειά. Ο τύπος μου έδειξε μεγάλη συμπάθεια απ' την αρχή, κι εγώ πίστεψα πως ήταν φίλος κι ήθελε να βοηθήσει. Ύστερα κατάλαβα πως είχε άλλα στο νου του. Όταν είδε πως κλοτσούσα άσχημα και πως τίποτε δε θα έβγαινε μ' αυτό τον τρόπο, μου πρότεινε αναπάντεχα να παντρευτούμε. Ήθελε να φροντίσει για μένα και για το μωρό όταν θα γεννιόταν, μου είπε κι αν τον παντρευόμουν, κανείς δε θα μπορούσε να μου πάρει το παιδί από κει και πέρα, ούτε καν ο παππούς αν ποτέ μ' έβρισκε και πάλι. Κι εγώ βέβαια τον πίστεψα. Η λέξη "γάμος" με είχε καθησυχάσει· δεν μπορούσε να έχει κακό σκοπό, αφού μου έκανε μια έντιμη πρόταση». Ακόμα και τώρα, έμενε κατάπληκτη κάθε φορά που θυμόταν πόσο ανόητη, αφελής και εύπιστη είχε φανεί και σ' εκείνη την περίπτωση. «'Ήταν μια καλή λύση, το έβλεπα κι εγώ», συνέχισε σβησμένα. «Δεν τον ήθελα καθόλου, αλλά είχα ήδη οξύ πρόβλημα επιβίωσης. Δεν τα είχα καταφέρει να βρω παρά μόνο σποραδικές δουλειές του Ποδαριού τα λεφτά μου τελείωναν, η εγκυμοσύνη μου προχωρούσε, και ζούσα συνέχεια με το φόβο πως από στιγμή σε στιγμή ανακάλυπτε ο παππούς τα ίχνη μου. Χρώσταγα ήδη νοίκι πέντε εβδομάδων στον Φένγουικ, και συχνά δεν είχα αρκετά ούτε για να φάω ήταν μια φρίκη να τον έχω άντρα μου και να κοιμάμαι μαζί του αλλά κάλλιο αυτό παρά να πέθαινα απ' την πείνα, κι εγώ και το μωρό. Του είπα το ναι, και για ένα διάστημα τα πήγαμε σχετικά καλά οι δυο μας. Λίγο μετά όμως που γεννήθηκε ο Τζέισον, ο Φένγουικ απαίτησε ν' αρχίσω να παίρνω πελάτες. Δεν τα βγάζαμε πέρα μ' ένα μωρό στην οικογένεια, είπε στην αρχή ύστερα έπαψε λα μιλάει, κι άρχισε λα δέρνει άσχημα». "Ω, Θεέ μου», είπε μισοπνιγμένος ο Μπροντ. Έδειχνε ξαφνικά εντελώς άρρωστος. «Εγώ αντιστάθηκα λυσσαλέα· αλλά ήμουν έρμαιο στα χέρια του. Δεν είχα δουλειά, δεν είχα χρήματα, δεν είχα φίλους. Δε θα 'ξερα πού να καταφύγω μ' ένα ανήμπορο μωρό στην αγκαλιά. Ο Φένγουικ με σάπιζε στο ξύλο ύστερα άρχισε να απειλεί πως θα χτύπαγε το μωρό, πως θα το έπαιρνε και θα το εξαφάνιζε, πως θα με κατάγγελλε στο Τμήμα Ηθών για πορνεία, κι όταν θα μ' έβαζαν 170


μέσα θα το άφηνε να πεθάνει απ' την πείνα. Ήμουν τόσο τρομοκρατημένη, που δε σκέφτηκα ποτέ να τον καταγγείλω εγώ στην αστυνομία· δε θα τολμούσα άλλωστε να το κάνω, αφού ήμουν πεπεισμένη πως θα ανακάλυπταν την ταυτότητά μου, θα ειδοποιούσαν τον παππού, και βέβαια θα μου έπαιρναν αμέσως το παιδί και θα το έδιναν για υιοθεσία. Και τελικά υπέκυψα· κι ο Φένγουικ άρχισε να μου στέλνει πελάτες στο δωμάτιό μας στο ξενοδοχείο». Έγειρε εξουθενωμένη πάνω στο στέρνο του, παλεύοντας με τα δάκρυά της, κι εκείνος την έσφιξε απελπισμένα στα μπράτσα του, τρέμοντας σύγκορμος καθώς της ψιθύριζε σπασμένα λόγια αγάπης ανάμεσα σ' ένα χείμαρρο φιλιά που απόθετε στο πρόσωπο και στα μαλλιά της. «Την πρώτη φορά νόμιζα πως θα πέθαινα», του είπε σβησμένα όταν κατάφερε να ξαναμιλήσει. «Θετά την τέταρτη φορά, βούτηξα το μωρό και το 'σκασα με μόνο ένα παλτό στην πλάτη και μερικά πράγματα του παιδιού σ' ένα σάκο. Δεν είχα καν αρκετά χρήματα για να του πάρω γάλα. Και φοβόμουν πως αν μ' έβρισκε ο Φένγουικ θα με σκότωνε ήταν ο άντρας μου στο κάτω-κάτω. Πίστευα πως θα μπορούσε σε κάθε στιγμή να με ξαναπάρει πίσω με το ζόρι, και με τις ευλογίες της αστυνομίας μάλιστα. Και τότε μπήκα στην απελπισία μου σ' ένα θάλαμο, και χρησιμοποίησα τα τελευταία μου κέρματα για να τηλεφωνήσω στο Φέντον Γκέιτ». Την κοίταζε, χλομός σαν πεθαμένος. «Το σήκωσε ο παππούς κι όταν του είπα, "παππου, είμαι η Κατρίνα και πρέπει να με βοηθήσεις', μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Δε με ρώτησε καν τι ήθελα, ή από πού τηλεφωνούσα». Σταμάτησε τρέμοντας τώρα σπασμωδικά. «Αυτό ήταν που ένιωθα πως δε θα μπορούσα ποτέ να του συγχωρήσω», συνέχισε μετά σβησμένα Εκείνη τη φοβερή μέρα... Ήταν όμορφη, ζεστή θυμάμαι. Είχα καθίσει σ' ένα παγκάκι και προσπαθούσα να σκεφτώ τι να κάνω από πέρα. Δεν είχα ιδέα πού ν' απευθυνθώ κι ήμουν τόσο απελπισμένη και σοκαρισμένη απ' την αντίδραση του παππού, που το μυαλό ο μου είχε σταματήσει ολότελα. Δεν έβλεπα άλλη λύση πέρα από το να πέσω με το μωρό στο ποτάμι. Ο Τζέισον κλαψούριζε απ' την πείνα είχε βραχεί κιόλας ο δύστυχος, και δε γινόταν να τον αλλάξω. Ο Θεός μόνο ξέρει τι όψη είχα εκείνη την ώρα, και τι θέαμα παρουσίαζα στους περαστικούς. Σαν καμιά εξαθλιωμένη ηρωίδα «Ντίκενς», πρόσθεσε μ' ένα σπασμωδικό γέλιο. «Και τότε ήταν που με βρήκε η Μπρέντα», κατέληξε αποκαμωμένη. 0 Μπροντ δεν είπε και πάλι λέξη. Εδώ και κάμποση ώρα της έ171


δινε την εντύπωση πως βρισκόταν επικίνδυνα κοντά στη λιποθυμία. «Ήταν μια όμορφη και καλοντυμένη κοπέλα μας προσπέρασε, υστέρα κοντοστάθηκε και ξαναγύρισε πίσω. Κάθισε δίπλα μου, τάχα για να ξεκουραστεί, και μου έπιασε την κουβέντα. Μου είπε εκ των υστέρων πως της είχε ραγίσει η καρδιά όταν με είδε σ' εκείνη την άθλια κατάσταση, κίτρινη σαν το κερί, με μελανιές στο πρόσωπο και απλανές βλέμμα, και μ' ένα μωρό που είχε αρχίσει πια να κλαίει απελπισμένα απ' την πείνα. Με πήρε εκείνη τη μέρα σπίτι της, με τάισε, έπλυνε και τάισε τον Τζέισον, και μας έδωσε ένα δωμάτιο να περάσουμε τη νύχτα. Την επομένη μου πρότεινε να μείνω εκεί, με αντάλλαγμα να της κρατάω το σπίτι. Δεν είχε στ' αλήθεια ανάγκη από οικιακή βοηθό ερχόταν σταθερά μια παραδουλεύτρα και της έκανε τις δουλειές. Και φαντάζομαι, το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν να έχει δυο άσχετα άτομα μες στα πόδια της, τη στιγμή που έφερνε συχνά στο σπίτι κάποιους πελάτες». Σταμάτησε πάλι για να του ρίξει ένα διερευνητικό βλέμμα αυτό που είδε στο πρόσωπό του τη συγκίνησε μέχρι τα βάθη της ψυχής της. «Αποφάσισε να με κρατήσει απο σκέτη συμπόνια», συνέχισε σταθερά, παρόλο που τα χείλια της έτρεμαν όπως και τα δικά του. «Δεν ήταν παρά μια πόρνη πολυτελείας, αλλά ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου. Ζεστή, γλυκιά, μεγαλόκαρδη... και απίστευτα αγνή, παρά τη δουλειά που έκανε. 'Ήταν τότε πανέμορφη κι έβγαζε ένα σωρό λεφτά. Είχε κάμποσους σταθερούς πελάτες, που της είχαν μεγάλη αδυναμία. Το σπίτι που μέναμε το πλήρωνε ένας απ' αυτούς, ένας μεγαλόσχημος λεφτάς που την επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα. Αλλά μόνο πόρνη δε θα μπορούσες να πεις την Μπρέντα. Το 'χε σκάσει μικρή απ' το σπίτι της, επειδή ο πατριός της την κακοποιούς είχε μπλέξει κι αυτή στην αρχή με κάτι κυκλώματα, τα κατάφερε όμως τελικά να ξεφύγει και να δουλέψει ανεξάρτητη»-Σταμάτησε γι' άλλη μια φορά, καθώς την είχαν πνίξει πάλι το δάκρυα. «Μην κλαις άλλο», είπε βραχνά ο Μπροντ. «Με σκοτώνει να σε βλέπω έτσι καρδιά μου... Της σκούπισε με δάχτυλα που έτρεμαν-, ολοφάνερα τα δάκρυα που αυλάκωναν τα μάγουλά της. πριν σκύψει να τη φιλήσει ατέλειωτα, παθιασμένα στο στόμα. -Ήθελε.., ήθελε να μαζέψει αρκετά χρήματα για να μπορέσει να βγει κάποτε απ' το επάγγελμα-, συνέχισε σπασμένα η Λιζ. «Ωστόσο δε δίστασε να συντηρεί κι εμένα και τον Τζέισον επί χρόνια. Μου 172


στάθηκε όντος σαν αδερφή καλύτερα από αδερφή. Εκείνη με βοήθησε να ξεμπλέξω απ' τον Φένγουικ και να πάρω το διαζύγιο κι όταν ξεπετάχτηκε λίγο ο Τζέισον. εκείνη με πίεσε να σπουδάσω κάτι. Αν δεν είχε μεσολαβήσει το ατύχημά της. θα ήμουν διπλωματούχος αισθητικός τώρα. Περισσότερο με είχε σαν παιδί της. παρόλο που είχαμε μόνο δέκα χρόνια διαφορά μεταξύ μας. Και λάτρευε κυριολεκτικά τον Τζέισον... Αγαπούσε πάντα τα παιδιά, αλλά δεν το έβλεπε πιθανό ν' αποκτήσει κάποτε δικά της. Εμείς οι δυο ήμασταν η μοναδική πραγματική οικογένεια που είχε στη ζωή της και για μας στάθηκε πραγματική μητέρα όλ' αυτά τα χρόνια. Ποτέ δε θα μπορέσω να της ξεπληρώσω όσα έκανε για μένα δεν ξέρω καν τι θα είχαμε απογίνει εγώ κι ο Τζέισον, αν δεν ήταν η Μπρέντα. Θα έκανα οτιδήποτε για να τη βοηθήσω τώρα που έχει την ανάγκη μου. Θα έβγαινα και στην πορνεία ακόμα αν χρειαζόταν... Γι' αυτό θέλησα να κρατήσω τις εξήντα χιλιάδες λίρες, παρόλο που ο παππούς αποφάσισε μες στον ενθουσιασμό του να μου κόψει ένα πλουσιοπάροχο επίδομα. Πήγα σήμερα και τις μετέφερα στ' όνομά της έτσι που ό,τι και να γίνει από δω και πέρα, να έχει τουλάχιστον μια μίνιμουμ εξασφάλιση. Δε θα θέλει να τις κρατήσει βέβαια, αλλά εγώ θα της πω ότι είναι δώρο για το γάμο της, και θα επιμείνω μέχρι θανάτου». Της είπε με κόπο: «Δε θα έχει μόνο μια μίνιμουμ εξασφάλιση η Μπρέντα. Θα έχει οτιδήποτε επιθυμήσει. Θα φροντίσω εγώ προσωπικά να μην της λείψει τίποτε από δω και πέρα. Θα τη στείλω στα καλύτερα κέντρα πλαστικής αποκατάστασης του κόσμου έχουν τώρα προηγμένες τεχνικές που κάνουν θαύματα σε περιπτώσεις σαν τη δική της. Θα κάνω τα πάντα για κείνη. Μου φρόντισε ό,τι πολυτιμότερο έχω στον κόσμο εσένα και το παιδί μας... Αυτό δεν ξεπληρώνεται με τίποτα». Κόπηκε εκεί, κι η Λιζ τον είδε να σφίγγει σπασμωδικά τα χείλια σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελέγξει τη συγκίνησή του. Πέρασαν κάμποσο δευτερόλεπτα μέχρι να καταφέρει να της ξαναμιλήσει, βραχνά και σπασμένα, σφίγγοντάς την στην αγκαλιά του και με τα χείλια του να τρέμουν πάνω στα μαλλιά της. «Μωρό μου, λουλούδι μου, πώς άφησα να σου συμβούν όλ' αυτά; Τι σου έκανα; Γι' αυτό δεν ήθελες πια ούτε να με βλέπεις. Γι' αυτό Με μισούσες τόσο» «Δε σε μισούσα, καρδιά μου ποτέ δε σε μίσησα. Προσπαθούσα ν' αμυνθώ, επειδή σ' αγαπούσα τόσο τρελά και δε μπορούσα να σε έχω. Νόμιζα κι εγώ πότε-πότε ότι σε είχα ξεπεράσει είχα αφήσει 173


πίσω το χειρότερο. σκεφτόμουν. Ο μεγάλος πόνος είχε περάσει. και δεν είχα πια καιρό ούτε για αναμνήσεις. Ύστερα σε ξαναείδα, και τότε συνειδητοποίησα πως σ' αγαπούσα περισσότερο παρά ποτέ, πως το μαρτύριο ξανάρχιζε, και πως δεν είχα πάλι καμιά ελπίδα. Δεν ήθελα να ξαναμπλέξω μαζί σου για κανένα λόγο δε θ' άντεχα να ξαναπεράσω τα ίδια, να σε θέλω απελπισμένα κι εσύ να μη με θέλεις». «..Κι ωστόσο, το ήξερες ότι σε ήθελα», της είπε πνιχτά. «Από εκείνη τη μέρα στο σπίτι της κυρίας Μπράουν... Δεν μπορεί να μην το κατάλαβες, μωρό μου δε θα φίλαγα έτσι μια γυναίκα που θα μου ήταν αδιάφορη, που να πάρει!» «Ναι», του είπε αναψοκοκκινίζοντας. «Φυσικά το ήξερα ότι υπήρξα κάποια... έλξη. Αλλά δε μου έφτανε μόνο αυτό, κι ήξερα πως δε θα μπορούσα να έχω τίποτ' άλλο. Δεν ήμουν καν εκείνη η Κατρίνα που ήξερες κάποτε. Αν δε με ήθελες τότε, γιατί να με θέλεις τώρα, στην άθλια κατάσταση που βρισκόμουν και μετά από όσα είχαν μεσολαβήσει; Κι ύστερα τα πράγματα μπερδεύτηκαν τόσο, που δεν ήξερα πια ούτε τι ήθελες, ούτε τι μου γινόταν. Το μόνο που φαινόταν σίγουρο ήταν πως δεν υπήρχε περίπτωση να με αγαπήσεις, ούτε σαν Κατρίνα, ούτε σαν σωσία της και πως μου ήταν πια αδύνατο να σηκώσω το συναισθηματικό βάρος όλων αυτών που μου συνέβαιναν κι όλων όσων σου έκρυβα. Γι' αυτό έφυγα έτσι απ' το Φέντον Γκέιτ. Μετά από κείνη τη νύχτα...» «Μη μου θυμίζεις εκείνη τη νύχτα», την έκοψε μ' ένα βογκητό οδύνης. «Θεέ μου, φέρθηκα σαν κτήνος... Ήθελα μόνο να σε κάνω να πονέσεις όσο πονούσα κι εγώ, και δεν έβλεπα άλλο τρόπο πέρα απ' την επιβολή της σωματικής μου υπεροχής· έτσι κι αλλιώς τίποτ' άλλο δε φαινόταν να σ' αγγίζει». Του πήρε το πρόσωπο στις παλάμες της και τον φίλησε με πάθος στο στόμα. «Με είδες να διαμαρτυρηθώ; Αν κάτι με πόνεσε, δεν ήταν η επιβολή της σωματικής σου υπεροχής· ήταν μόνο που πίστεψα πως δε συμμετείχε τίποτε περισσότερο». Της είπε σβησμένα: «Πήρες την ψυχή μου ολόκληρη εκείνη τη νύχτα· δεν έμεινε τίποτε για μένα. Δε θα είμαι ποτέ πια ολόκληρος μακριά σου. Σ' αγαπώ, Κατρίνα. Σ' αγαπώ όσο δεν μπορείς να φανταστείς, αλλά δεν ξέρω αν φτάνει αυτό για να εξιλεωθώ, καρδιά μου...» «Σταμάτα», του ψιθύρισε τρυφερά. «Σταμάτα πια, αγαπημένε μου... Θα μου έφτανε σε κάθε περίπτωση να έρθεις να μου πεις μια λέξη αγάπης. Αυτό θα αρκούσε για να σου συγχωρήσω τα πάντα ακόμα κι αν είχες φταίξει στ' αλήθεια. Μου άρκεσε να δω τον παππού 174


να κλαίει για να ξεχάσω όλα όσα είχαν γίνει και για κείνον έλεγα πως δε θα τον συγχωρούσα ποτέ όσο ζούσα. Όταν όμως τον είδα έλιωσε η καρδιά μου... Ήταν ένας ρημαγμένος άνθρωπος, που σε μια στιγμή πείσματος και ταραχής μου είχε κλείσει το τηλέφωνο χωρίς να μιλήσει κι ύστερα, απ' ό,τι μου είπε, είχε περάσει όλη την υπόλοιπη μέρα πάνω απ' τη συσκευή, παρακαλώντας να ξαναπάρω Τότε ήταν που κατέρρευσε· και μετά βάλθηκε να με ψάχνει απεγνωσμένα. αλλά ήταν πολύ αργά πια. Τώρα μόνο μπορώ να καταλάβω τη στάση του··. Τη ρώτησε σιγανά: «Μπορείς στ' αλήθεια;» «Ήταν λογικό ν' αντιδράσει έτσι ο παππούς··, του απάντησε σταθερά. «Δεν ήταν δίκαιο, δεν ήταν σπλαχνικό, αλλά ήταν λογικό για κάποιον με τη νοοτροπία του. Τον είχα ρεζιλέψει, είχα μείνει υποτίθεται έγκυος από κάποιον που για κείνον ήταν κόκκινο πανί, κι ύστερα τον είχα αψηφήσει κι είχα φύγει απ' το σπίτι αφήνοντάς του μόνο ένα σημείωμα που έλεγε πως έφευγα, και πως δεν ήθελα να τον ξαναδώ ποτέ όσο ζούσα. Ύστερα, απρόσμενα, του είχα τηλεφωνήσει απ' το πουθενά κι εκείνος μες στη σύγχυσή του έκανε μιαν άσκεφτη κίνηση που τη μετάνιωνε μετά πικρά επί δέκα χρόνια». Του χαμογέλασε αχνά. «Τώρα βέβαια είναι τρισευτυχισμένος· όχι μόνο επειδή με ξαναβρήκε, αλλά κι επειδή έμαθε πως έχει έναν υπέροχο δισέγγονο, που επιπλέον δεν είναι γιος του Πολ, αλλά δικός σου». Της χαμογέλασε κι εκείνος αδύναμα. «Δε λείπει κάτι για να συμπληρωθεί η ευτυχία του;» «Λείπει;» ρώτησε πνιχτά η Λιζ. Την έσφιξε πάνω του με κάτι σαν αγωνία. «Εκείνη η πρόταση που σου έκανα στο Φέντον Γκέιτ, ισχύει πάντα. Αν νομίζεις πως μπορείς να με συγχωρήσεις... Αν ακόμα μ' αγαπάς, Κατρίνα, μη μου πεις πάλι όχι!» Τώρα ήταν εκείνη χλομή σαν πεθαμένη, κι η φωνή της έτρεμε άσχημα όταν μίλησε. «Σ' αγαπώ περισσότερο κι απ' τη ζωή μου. Αλλά δε σ' ενοχλεί εκείνη η ιστορία με... με τον Φένγουικ;» «Είσαι τρελή», της είπε βραχνά. «Είσαι τρελή που σκέφτεσαι έστω ότι θα μ' ενοχλούσε. Δε μ' ενοχλεί' πονάει σαν μαχαιριά, αλλά ξέρεις το γιατί. Ποτέ δε θα νιώσω ότι υπάρχει τρόπος να εξιλεωθώ για όλα όσα έγινα αιτία να υποστείς. Αν όμως μου δώσεις μια ευκαιρία, θα περάσω όλη μου τη ζωή προσπαθώντας να σε αποζημιώσω... Κατρίνα, αγάπη μου, δε θα μπορούσα να ζήσω ούτε ώρα παραπάνω χωρίς εσένα. Πες μου το ναι, καρδιά μου, και θα κάνω ό,τι περνάει 175


απ' το χέρι μου για να μην το μετανιώσεις ποτέ όσο ζούμε». «Αν το θέλεις στ' αλήθεια», άρχισε τρέμοντας η Λιζ, αλλά την έκοψε μ' ένα παράφορο φιλί που την άφησε ξέπνοη στην αγκαλιά «Αν το θέλω στ' αλήθεια;» τη ρώτησε βαριανασαίνοντας. «Θα δε ποτέ δε θέλησα τίποτ' άλλο. Ειλικρινά, Κατρίνα, θα τρόμαζες αν μπορούσες να διανοηθείς πόσο το θέλω!» «Θα τρόμαζες κι εσύ», του αντιγύρισε αδύναμα, με την καρδιά σπαρταράει από ευτυχία. «Τότε είναι ναι;» «Ναι», του ψιθύρισε αχνά. «Ναι, Μπροντ, και βέβαια ναι. Φαντάστηκες θα μπορούσα να σου πω όχι;» «Ειλικρινά. δεν ξέρω τι φαντάστηκα», της είπε εξουθενωμένος το χρώμα είχε αρχίσει όμως να ξαναγυρίζει στα μάγουλά του. «Τα πάντα φαντάστηκα, υποθέτω». Της χαμογέλασε αδύναμα, χαϊδεύοντας της με απερίγραπτη τρυφερότητα τα μαλλιά. «Πως ίσως όλα αυτά να ήταν ένα όνειρο, πως ίσως να διαλυόσουν και να χανόσουν στον αέρα' πως ίσως να με μισούσες στο βάθος, και να μην το είχες καταλάβει ακόμα. Πως ίσως τελικά να μου έλεγες όχι, και τότε πώς θα συνέχιζα εγώ χωρίς εσένα; Αλλά μου είπες ναι, Κατρίνα, κι από δω και πέρα δε θα σε ξαναφήσω να φύγεις ούτε λεπτό από κοντά μου». Μ' ένα βαθύ στεναγμό, έσκυψε και την ξαναφίλησε άγρια, ατέλειωτα στα χείλια. Όταν την άφησε, έτρεμαν κι οι δυο σύγκορμοι. Της είπε πνιχτά: «θα σας πάρω όλους πίσω στο Γιορκσάιρ· εσένα, τον Τζέισον, τον Μπλάκι, την Μπρέντα αν το θέλει, ακόμα και τον αρραβωνιαστικό της. Δε θα χωρίσουμε ποτέ πια, ούτε για μια ώρα. Θα καλύψουμε το χαμένο χρόνο, αγάπη μου, στο υπόσχομαι θα γνωρίσω τον γιο μου, θα τον κάνω να μ' αγαπήσει... Ή μήπως είναι πολύ αργά πια για να περιμένω ένα τέτοιο θαύμα;» Του χαμογέλασε συγκινημένη. «Πώς θα μπορούσε κανείς να μη σε αγαπήσει; Είσαι ο πιο υπέροχος άντρας του κόσμου. Θα γίνεις το ίνδαλμά του, Μπροντ, όπως ήσουν και το δικό μου από τότε που σε πρωτοείδα. Ο Τζέισον είναι ένα φοβερά γλυκό παιδάκι· καλόβολος, τρυφερός και συναισθηματικός. Θα σ' αγαπήσει ανεπιφύλακτα και χωρίς όρους. Θα δεις, θα τρελαθεί απ' τη χαρά του όταν μάθει πως είσαι ο μπαμπάς του που ήρθε να μας πάρει στο σπίτι. Κάτι τέτοιο έλπιζε όλ' αυτά τα χρόνια, κι ας έπαψε εδώ και καιρό να το αναφέρει». Κάτω απ' το ερωτηματικό του βλέμμα, τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Αλήθεια;» έκανε ανάλαφρα ο Μπροντ. «Και πώς έγινε αυτό, 176


καρδιά μου;» «Κοίτα», είπε αναψοκοκκινίζοντας η Λιζ, «μη φανταστείς ότι... ότι συζητούσα μαζί του αυτό το θέμα. Είναι άλλωστε τόσο μικρός ακόμα. Αλλά κάποτε χρειάστηκε να του εξηγήσω πού ήταν ο δικός του μπαμπάς, και δε μου πήγαινε να του πω πως ήταν ο Φένγουικ και πως τον είχα χωρίσει, ούτε κανένα παραμύθι πως δήθεν είχε πεθάνει και άλλα τέτοια. Έτσι του είπα ότι ο μπαμπάς του... ότι τέλος πάντων μας αγαπούσε και τους δυο πάρα πολύ, αλλά ήταν υποχρεωμένος να μένει κάπου μακριά, κι έτσι δε γινόταν να βρίσκεται κοντό μας. Βλακεία μου θα πεις, γιατί σίγουρα θ' άρχιζε ν' αναρωτιέται μεγαλώνοντας. αλλά να... Κάτι έπρεπε να πω, και δε μου 'ρχόταν τίποτ' άλλο». «Μάλιστα», είπε ο Μπροντ, και στα χείλια του έπαιζε ένα ολότελα σκανδαλιστικό χαμόγελο. «Και τι άλλο ξέρει για μένα;» «Ε.. Τίποτε ιδιαίτερο». Τα μάγουλά της τώρα είχαν πυρώσει. «Το άφησα λίγο φλου το πράγμα' επειδή όμως με ρώτησε, του είπα πως τον μπαμπά του τον έλεγαν... Άντριαν». Τα μάτια του άστραφταν ξαφνικά σαν τοπάζια. «Μικρή μάγισσα», της είπε βραχνά. «Κάνεις ό,τι μπορείς για να με τρελάνεις, έτσι δεν είναι;» «Τι στο καλό», έκανε βουρκωμένη η Λιζ. «Φαντάστηκες ότι μόνο εσύ ήξερες το δεύτερο όνομά μου; Εξίσου καλά ήξερα κι εγώ το δικό σου, κύριε Μπρόντρικ Άντριαν Χάμοντ!» Της είπε σπασμένα: «Μη μιλάς· φίλα με μόνο, και μη σταματήσεις να με φιλάς μέχρι να πεθάνω». Δε βρίσκονταν βέβαια στο πιο κατάλληλο μέρος για την πραγματοποίηση μιας τόσο ακραίας επιθυμίας. Απ' την κουζίνα, διαπερνώντας τις δύο ενδιάμεσες κλειστές πόρτες, έρχονταν πνιγμένοι οι ήχοι που πρόδιναν πως η Μπρέντα είχε μαζέψει τον Τζέισον και του έβαζε να φάει. Δεν ήταν το πιο κατάλληλο μέρος ούτε για να μένουν κλεισμένοι με τις ώρες, ούτε για να φιλιούνται παθιασμένα, αγκομαχώντας απ' το πάθος και την ανάγκη, ούτε βέβαια για τίποτε περισσότερο. Αλλά το μικρό δωμάτιο έκλεινε σαν κουκούλι γύρω τους, αφήνοντας τους μόνους στον κόσμο. Δυο λεπτά μόνο ακόμα, σκέφτηκε η Λιζ, χαμένη σε μια δίνη αγάπης και επιθυμίας. «Δυο λεπτά μόνο», του ψιθύρισε πνιχτά πριν αγγίξουν τα χείλια της τα δικά του, κι εκείνος πρόλαβε να της πει βαριανασαίνοντας, «εντάξει, δυο λεπτά μόνα θ' αντέξω γι' απόψε». Αλλά πέρασε πολλή-πολλή ώρα πριν καταφέρουν να σηκωθούν 177


παραζαλισμένοι για να πάνε στην κουζίνα να βρούνε τους άλλους. ΤΕΛΟΣ

178


Η νύχτα της μάγισσας Εκείνος ήθελε να τη χρησιμοποιήσει σαν υποκατάστατο μιας άλλης γυναίκας. Εκείνη ήθελε μόνο να μείνει μακριά του. Το παρελθόν όμως ζωντάνευε αδυσώπητα γύρω τους, παγιδεύοντάς τους στα αδιέξοδα του παρόντος... Ο Μπροντ Χάμοντ δεν ήταν μόνο καταστροφικά ελκυστικός ήταν εξίσου επικίνδυνος και από πολλές άλλες απόψεις. Απ' τη στιγμή που την είχε πλευρίσει, επιμένοντας πως στο πρόσωπό της είχε αναγνωρίσει κάποιαν άλλη, η Λιζ ήξερε πως θα έμπλεκε άσχημα μαζί του. Δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μ' αυτόν τον άντρα, ούτε με τον κόσμο του πλούτου και της δύναμης που αντιπροσώπευε, και που τον χώριζε ένα αβυσσαλέο χάος από τον πανάθλιο δικό της κόσμο της νύχτας. Εκείνος όμως δεν έδειχνε διατεθειμένος να το βάλει κάτω, κι όταν της πρόσφερε ένα εξωφρενικό ποσό για να εξασφαλίσει τη συνεργασία της, η Λιζ δεν μπόρεσε τελικά να αρνηθεί. Στην απελπιστική κατάσταση που βρισκόταν, μοναδική της σανίδα σωτηρίας ήταν τα χρήματα που της έταζε ο Χάμοντ για να τη δελεάσει. Πίστευε άλλωστε πως το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να υποδυθεί ένα ρόλο για δυο-τρεις μέρες· μέχρι που ανακάλυψε πως ο Μπροντ ήθελε να τη βάλει στη θέση μιας γυναίκας που είχε εξαφανιστεί πριν χρόνια, και να πάρει μιαν ανώφελη ρεβάνς για τα ταραγμένα γεγονότα ενός οδυνηρού παρελθόντος. Την είχε παγιδεύσει μ' ένα σωρό ψέματα σ' ένα επικίνδυνο παιχνίδι μυστικών, ψευδαισθήσεων και σκοτεινού πάθους ένα παιχνίδι που εκείνος ήταν αποφασισμένος να το φτάσει στα άκρα, επιβάλλοντας τη θέληση του ακόμα και με τη δύναμη του ισχυρότερου . 179

ΑΝ ΕΒΕΡΑΡΝΤ - Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ - TANGO ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ  

Εκείνος ήθελε να τη χρησιμοποιήσει σαν υποκατά-στατο μιας άλλης γυναίκας. Εκείνη ήθελε μόνο να μείνει μακριά του. Το παρελθόν όμως ζωντάνευε...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you