Issuu on Google+


Βιβλία της ίδιας συγγραφέως που κυκλοφόρησαν από τη σειρά Best Sellers PLAZA: Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Τα βιβλία της σειράς PLAZA θα τα βρείτε στα περίπτερα, τους εφημεριδοπώλες και τα σούπερ μαρκετ. Αν έχουν εξαντληθεί, μπορείτε να απευθυνθείτε Στη ΛΑΜΨΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α. Ε. Τηλ. 210. 61. 54. 200

[2]


C. C. GIBBS Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ

Μετάφραση: Ανδρέας Σοκοδήμος Copyright © 2013 by C C Gibbs All rights reserved. Τίτλος πρωτοτύπου: Knight Takes Queen © για την ελληνική γλώσσα 2014 ΛΑΜΨΗ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ & ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ Την επιμέλεια της έκδοσης έχει ο ΟΜΙΛΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ Μετάφραση: Ανδρέας Σοκοδήμος Διόρθωση - Επιμέλεια: Βαγγελιώ Χατζηευστρατίου Στοιχειοθεσία; LEXIGRAM - Ε. ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Ιωάννα Μέντη Παραγωγή: DRAGPRESS ΕΚΤΥΠΩΤΤΚΗ Α. Ε. Υπεύθυνη σειράς: Νέλλη Καλαμαρά Συντονισμός έκδοσης: Μυρτώ Σιμιτοπούλου ISBN 978-960-373-287-7

-3-


κεφάλαιο 1 Λονδίνο, Μάιος. Η Κέιτ έβαλε την τελευταία μικροσκοπική μωρουδίστικη φόρμα στη στοίβα με τα βρεφικά ρούχα που βρίσκονταν πλάι της, πάνω στο παλιό ανατολίτικο χαλί, και μετά κοίταξε πίσω από το σωρό με τα σκισμένα περιτυλίγματα και τα άδεια κουτιά τον άντρα που ήταν γνωστός για τις βραχύβιες σχέσεις του. «Ντομινίκ, είσαι αλήθεια ενθουσιασμένος με το μωρό ή απλώς είσαι ευγενικός; Θα σε καταλάβαινα απόλυτα αν το θέμα του παιδιού ήταν κάτι που δε σε ενδιαφέρει καθόλου... Εννοώ ότι τα μωρά και αυτά τα όμορφα δώρα είναι τελείως έξω από το στυλ σου». Η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι απαραίτητο να δένουν τέλεια όλα αυτά μαζί». «Μου αρέσουν τα παιδιά». Η κατηγορηματική διαβεβαίωση του Ντομινίκ έφερε στο νου της πόσο πολύ ενθουσιαζόταν με τα ανίψια του στο Σαν Φρανσίσκο. Η Κέιτ όμως επέμενε σε αυτό το θέμα, επειδή είχε την τάση να αναλύει υπερβολικά τα πάντα και ο Ντομινίκ Κνάιτ, όντας δισεκατομμυριούχος και παγκόσμιας κλάσης πλεϊμπόι ήταν ο πιο απίθανος υποψήφιος πατέρας. «Παρ’ όλα αυτά έχεις συνειδητοποιήσει ότι η ανατροφή ενός παιδιού είναι μία σοβαρή δέσμευση για δεκαοχτώ τουλάχιστον χρόνια και ενδεχομένως περισσότερα, αν λάβεις υπόψη τις σπουδές στο κολέγιο, ίσως και στο πανεπιστήμιο και...» «Κέιτ, ξέρω τι κάνω». Καθόταν κι εκείνος στο πάτωμα, από την άλλη πλευρά του σωρού με τα τσαλακωμένα περιτυλίγματα και τα κουτιά. Χαμογέλασε συγκρατημένα καθώς σκεφτόταν τον υπαινιγμό της Κέιτ ότι δεχόταν το παιδί αυτό είτε από καθαρή -4-


ευγένεια είτε από άγνοια. «Επίσης πρέπει να σου πω ότι είμαι από φυσικού μου ευγενικός», πρόσθεσε, κοιτάζοντας με τα γαλανά μάτια του την πανέμορφη γυναίκα με τις πιτζάμες που τις στόλιζαν στάμπες από γατάκια... Το μωρό που θα ερχόταν είχε αλλάξει ριζικά την πορεία της ζωής του. «Ειδικότερα σε θέματα γάμου και πατρότητας. Γι’ αυτό, για να απαντήσω στο ερώτημά σου, είμαι πολύ περισσότερο ενθουσιασμένος για το μωρό μας από όσο νομίζεις. Ελπίζω αυτό να είναι ξεκάθαρο τώρα, αλλά και κάθε φορά που θα αμφισβητείς τα κίνητρά μου». Τώρα το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Και επειδή σε ξέρω καλά, είμαι σίγουρος ότι μετά από πέντε λεπτά θα μου κάνεις πάλι την ίδια ερώτηση». Ρούφηξε τη μύτη της. «Δεν μπορούν όλοι να είναι μέρα νύχτα απόλυτα σίγουροι για τον εαυτό τούς». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Μπορώ να αμφιβάλλω ότι εσύ έχεις πάντα δίκιο;» «Με θεωρείς έξυπνη, σωστά;» του είπε χαμογελώντας. «Αυτό είναι σίγουρο, μωρό μου. Πιο πνευματώδη γυναίκα από σένα δεν έχω γνωρίσει». Της έκλεισε πονηρά το μάτι. «Μαζί σου η ζωή μου απέκτησε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον». Εκείνη γέλασε. «Είσαι ο τέλειος διπλωμάτης! Στην ουσία έπρεπε να πεις ότι πότε πότε σου αρέσει και κανένα καβγαδάκι». Χαμήλωσε τα βλέφαρα και η λάμψη των ματιών του φαινόταν μέσα από τα ιδιαίτερα μακριά μαύρα ματόκλαδά του. «Χρειάζονται και τα καβγαδάκια, μωρό μου. Χωρίς αυτά ο γάμος δεν έχει νοστιμιά». Κοίταξε το πανάκριβο Καρτιέ ρολόι του. «Μια και μέχρι αύριο το μεσημέρι δεν έχω κλείσει κανένα ραντεβού, έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας. Εκτός αυτού, αν χρειαστεί, μπορώ να ακυρώσω κάποια ραντεβού». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε η Κέιτ χαμηλόφωνα. Εκείνος χαμογέλασε. «Προσπαθώ». Ξαφνικά η εικόνα των αμέτρητων θηλυκών απέναντι στα οποία φερόταν με ευγένεια ο απίστευτα όμορφος και σεξουαλικά ταλαντούχος διευθυντής της εταιρείας Κνάιτ έβαλε απότομο φρένο στο παιχνίδι της ερωτικής πρόκλησης. «Από δω και πέρα, φαντάζομαι, θα κρατάς την ιδιαίτερη ευγένειά σου μόνο για μένα», του είπε, σηκώνοντας αποφασιστικά το πιγούνι της. -5-


«Αυτό να λέγεται», έσπευσε να πει εκείνος, ενώ πριν από μερικούς μήνες θα θεωρούσε αδιανόητους αυτούς τους όρους. Έγειρε την πλάτη της πίσω και ακούμπησε στον ανοιχτόχρωμο μπεζ καναπέ. Τα πράσινα μάτια της έλαμπαν από ικανοποίηση. Χαμογέλασε στον άντρα που αγαπούσε. «Τελικά», είπε χαμηλόφωνα και ίσως διστακτικά, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι, «κατάφερα να τιθασεύσω τον υπ’ αριθμόν ένα πλεϊμπόι του δυτικού ημισφαιρίου;» Ένα νωχελικό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. «Σίγουρα ήθελες να τον τιθασεύσεις;» Τα λόγια του πλανήθηκαν για κάμποσο στο χώρο, όπου ξαφνικά απλώθηκε απόλυτη ησυχία. Τα ένιωσε σαν καρφιά στο κορμί της που άναψαν μέσα της μια φλόγα. Και ταυτόχρονα της προκάλεσαν αναστάτωση βαθιά μέσα της. «Τι εννοείς;» ρώτησε ψιθυριστά, ανασαίνοντας με δυσκολία. «Εννοώ ότι αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να μάθουμε αν αυτό πραγματικά ήθελες», είπε με ήπια φωνή και σηκώθηκε αργά από το πάτωμα αρκετή υπομονή είχε επιδείξει όση ώρα η Κέιτ ξετύλιγε τα κουτιά. Της έδωσε το χέρι του να πιαστεί για να σηκωθεί, έχοντας ανοιγμένα τα μακριά δάχτυλά του πάνω στα οποία υπήρχαν διάσπαρτες μαύρες τρίχες. Ένα ρίγος ικανοποίησης απλώθηκε στο κορμί της. Ο Ντομινίκ είχε φαρδείς ώμους, λεπτή μέση, φορούσε τζιν παντελόνι και ένα ξεβαμμένο μπλε μπλουζάκι. Η εικόνα του της έκοβε την ανάσα. Μακριά μαύρα μεταξένια μαλλιά, γαλανά μάτια γεμάτα φλόγα, πεταχτά ζυγωματικά και καλογυμνασμένο σώμα. Τέλεια ίσια μύτη και χείλη σαρκώδη, ερωτικά, αλλά και αυστηρά. Η συνολική εικόνα; Η τελειότητα στον άντρα. Κι όταν έσκυψε και το χέρι του έκλεισε μέσα το δικό της, η Κέιτ ανατρίχιασε από το άγγιγμά του και ένα μυρμήγκιασμα απλώθηκε στην κοιλιά της και από εκεί στη ραχοκοκαλιά της. Αναστατωμένη και ανήσυχη, είπε με πνιχτή φωνή: «Δυστυχώς, πέρασε πολύς καιρός και δε νομίζω ότι θα αντέξω για πολύ». Τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της και μετά τη σήκωσε και την πέρασε από την άλλη πλευρά του σωρού με τα τσαλακωμένα περιτυλίγματα και τα κουτιά. «Πάμε, λοιπόν, να κάνουμε κάτι γι' -6-


αυτό». «Δεν έχεις πολύ χρόνο στη διάθεσή σου», είπε με τρεμάμενη φωνή. «Σε προειδοποιώ». Την κοίταξε και χαμογέλασε πονηρά. «Δεν προλαβαίνουμε ούτε μέχρι το κρεβάτι να πάμε;» Κοίταξε με νόημα το πέος του που είχε σκληρύνει και πίεζε το παντελόνι του. «Το πουλί μου είναι πρόθυμο να ανταποκριθεί οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε, αρκεί να μου πεις τι προτιμάς». «Αυτή την ώρα δεν μπορώ να αποφασίσω!» Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πόσο εύκολα φούντωνε ερωτικά η Κέιτ. Την πήρε στα χέρια και με γοργά βήματα ξεκίνησαν για το διάδρομο. Σε λίγο έφτασαν στο υπνοδωμάτιό της. Με τέσσερις δρασκελιές πλησίασε το κρεβάτι και την έβαλε να ξαπλώσει πάνω στο λευκό κλινοσκέπασμα. Ύστερα ξεκούμπωσε γρήγορα το παντελόνι του κι εκείνη απαλλάχτηκε από το παντελόνι της πιτζάμας της. Ο Ντομινίκ ξάπλωσε με τα ρούχα ανάμεσα στα κατάλευκα πόδια της και, γνωρίζοντας καλά το παιχνίδι του βιαστικού έρωτα, έφερε με. επιδέξιες κινήσεις το άκρο του πέους του πάνω στην είσοδο του υγρού αιδοίου της. «Μμμ! Μην αργείς άλλο. Μπες μέσα μου!» Άκουσε την απότομη ανάσα της καθώς βυθιζόταν μέσα στο χυμώδες σώμα της. Όμως δεν είχε προλάβει να βάλει όλο το πέος του μέσα της και η Κέιτ έφτασε στην κορύφωση με μια δυνατή και κραυγή. Έσκυψε το κεφάλι του και την πλησίασε. «Συγνώμη, μωρό μου», ψιθύρισε και η καυτή ανάσα του χάιδεψε τα χείλη της. «Την επόμενη φορά θα τα πάμε καλύτερα. Και την επόμενη ακόμη καλύτερα. Δεν πρόκειται να φύγω. Θα μείνω εδώ». Με μια κίνηση μπήκε πιο βαθιά μέσα της. «Θα μείνω εδώ όσο με χρειάζεσαι». Άφησε ένα απαλό βογκητό καθώς το σκληρό όργανό του βυθίστηκε μέσα της και σήκωσε τους γλουτούς της παρασυρμένη από την ηδονή. Όταν εκείνος ανταποκρίθηκε με μια πιο βαθύτερη διείσδυση, η Κέιτ συνέχισε να βαριανασαίνει και να βογκάει από ηδονή. Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Σου άρεσε αυτό, γλυκιά μου;» Ένας ακόμη ανεπαίσθητος ήχος απόλαυσης και μία φιδίσια -7-


κίνηση της μέσης της. «Δεν ήταν αρκετό; Να προσπαθήσω περισσότερο;» Με μοναδική μαεστρία συνέχισε να μπαινοβγαίνει μέσα στην τρυφερή σάρκα της με την υγρή και μεταξένια απαλότητα. «Πώς ήταν αυτό;» «Μμμμ!» Ήξερε αυτή την αντίδρασή της. Είχε να την ακούσει δυόμισι μήνες. Χαμογέλασε όταν σκέφτηκε ότι ήταν ικανός να κάνει τα πάντα για να ακούσει αυτό τον ερεθιστικό ήχο. Όμως πριν καλά καλά σβήσει αυτή η σκέψη από το μυαλό τού, τον φρέναρε η ψυχρή λογική. Μη χαλαρώνεις, φίλε μου! Ούτε να είσαι βίαιος. Πήρε μια ανάσα και έδωσε στον εαυτό του την ευκαιρία να σκεφτεί λογικά και να συνειδητοποιήσει τη νέα πραγματικότητα. «Μωρό μου, θέλω να με κοιτάζεις», της είπε χαμηλόφωνα αγγίζοντας τρυφερά το μάγουλό της. Η Κέιτ σήκωσε το βλέμμα της και τότε ο Ντομινίκ είδε μια κάποια ενόχληση. «Ντομινίκ, δε χρειάζεται να με διατάζεις», ψέλλισε με παράπονο. «Αυτή τη φορά θέλω να φτάσω απόλυτα φυσιολογικά σε οργασμό. Δε μου αρέσουν οι βεβιασμένοι οργασμοί». Λες και το λάθος ήταν δικό του. Είχε προσπαθήσει να μην την απογοητεύσει. Της φέρθηκε με τον πιο άψογο τρόπο από τη στιγμή που του επέτρεψε να επιστρέψει στη ζωή της. «Δώσε μου λίγα λεπτά και θα νιώσεις τέλεια. Όμως πρέπει να με ενημερώσεις». Δίστασε και πήρε μια γρήγορη ανάσα. «Δε θέλω να κάνω κακό... στο μωρό, σ’ εσένα... Η κατάσταση αυτή είναι εντελώς άγνωστη σ’ εμένα. Εσύ θα πρέπει να μου πεις τι να κάνω. Εσύ θα με κατευθύνεις. Συνεννοηθήκαμε;» «Όλα είναι όπως πριν. Τίποτα δεν άλλαξε». Όταν είδε ότι σήκωσε το φρύδι του με απορία, η Κέιτ τον κοίταξε επίμονα για να τον διαβεβαιώσει γι’ αυτό. «Αλήθεια. Είμαι εντάξει». Αν εξαιρούσες κάποια ναυτία τις πρωινές ώρες, όλα ήταν εντάξει. Μόνο που τώρα δεν ήταν πρωί. «Γι' αυτό δε χρειάζεται να ανησυχείς». Έχοντας ξεχάσει κάθε ανησυχία, της χαμογέλασε πλατιά. «Εγώ απλώς είπα ότι πρέπει να με ενημερώνεις αν όλα πάνε καλά κι αν θέλεις να αλλάξω κάτι στη συμπεριφορά μου». -8-


«Τι θα έλεγες αν σου ζητούσα να κινείσαι λίγο περισσότερο;» είπε χαμογελώντας. Ο Ντομινίκ δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να απογοητευτεί. Εξαετίας της Κέιτ άλλαζε συνεχώς απόψεις για το ασθενές φύλο. Αλλά και για τη ζωή του γενικότερα. Για πολλά χρόνια ήταν μαθημένος να γίνεται πάντα αυτό που ήθελε και δε δεχόταν εντολές από κανέναν. «Αν μου το ζητήσεις με ωραίο τρόπο, ευχαρίστως να κάνω αυτό που θέλεις». Τον αγριοκοίταξε. Εκείνος κινήθηκε λίγο για να της δώσει να καταλάβει ότι μιλούσε σοβαρά. Αφού περίμενε να υποχωρήσει το τρέμουλό της, τον κοίταξε με μισόκλειστα βλέφαρα. «Έλα, μωρό μου, συμβιβάσου! Σε κανέναν από τους δυο μας δεν αρέσουν οι εντολές». Χαμογέλασε πονηρά. «Δοκίμασε να μου το ζητήσεις λίγο ευγενικά. Αυτό το θέλουμε και οι δύο, έτσι δεν είναι;» Στριφογύρισε τα μάτια της, αλλά και το τελευταίο νεύρο του σώματός της είχε εστιάσει την προσοχή του στο υπέροχο και μεγάλο πέος του Ντομινίκ που είχε γεμίσει το αιδοίο της. Οι χοντρές φλέβες του πέους του πάλλονταν μέσα της και χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό με την καρδιά της. Ο Ντομινίκ ως εραστής είχε τεράστιες αντοχές. Τι νόημα είχαν οι εγωισμοί; Γιατί να μην του πει εκείνες τις λίγες λέξεις που θα της εξασφάλιζαν ένα μοναδικό οργασμό; «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ. Άρχισε να κινείσαι πιο ρυθμικά. Τα είπα καλά τώρα;» «Πολύ καλά», είπε εκείνος χαμηλόφωνα. Τη φίλησε τρυφερά, τραβήχτηκε λίγο έξω από το αιδοίο της, και αμέσως είδε την απογοήτευση στο πρόσωπό της. Έσπευσε, λοιπόν, να προσθέσει: «Ετοιμάσου, μωρό μου. Ετοιμάσου!» Όμως και αυτή τη φορά γλίστρησε μέσα της αργά και προσεχτικά, γιατί ένας από τους δυο τους έπρεπε να σκεφτεί λογικά και συνήθως αυτός ήταν ο Ντομινίκ. Όταν το πέος του έφτασε όσο βαθύτερα μπορούσε μέσα της και πίεσε την τρυφερή σάρκα του αιδοίου της, τα βλέφαρα της Κέιτ χαμήλωσαν, η απογοήτευση εξαφανίστηκε και αμέσως άρχισε να αναστενάζει από ικανοποίηση. -9-


Εκείνος χαμογέλασε. Αυτή ακριβώς την αντίδραση περίμενε από εκείνη. Η Κέιτ έδειχνε ευτυχισμένη κι ευχαριστημένη. Χωρίς απότομο τρόπο ή βία. Πάντως, οι αμέσως επόμενοι μήνες θα έθεταν σε δοκιμασία την υπομονή και τη λογική. Όμως άξιζε τον κόπο, αφού ξανακέρδισε την Κέιτ. Άλλωστε το ήπιο σεξ ήταν αυτό που άρεσε στους περισσότερους. Ίσως θα έπρεπε να το συνηθίσει και εκείνος. Τώρα που είχαν ξεκαθαρίσει οι προτεραιότητές του, αποφάσισε να εστιάσει στη νέα μέθοδο έρωτα, κάτι παράξενο και πρωτόγνωρο γι’ αυτόν. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από το άγριο σεξ που έκανε μ’ αυτήν τη μικρόσωμη αλλά θερμή γυναίκα πάνω στην οποία ήταν ξαπλωμένος και τώρα είχε δεχθεί μέσα της το πέος του. Αφήνοντας τελείως στην άκρη τους εγωισμούς και πρόθυμος να χαρίσει ικανοποίηση επιστρατεύοντας όλες τις σημαντικές δεξιότητές του, άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της αργά, ενώ εκείνη υγραινόταν όλο και περισσότερο. Της εξήγησε τι θα έκαναν αργότερα, αφού προηγουμένως εκείνη είχε φτάσει σε έναν απολαυστικό οργασμό. Της είπε ακόμη ότι δε θα την άφηνε σε ησυχία όλη τη νύχτα, ότι θα πλημμύριζε το αιδοίο της με το σπέρμα του, αφενός επειδή μπορούσε να το κάνει και αφετέρου επειδή εκείνη ήταν πρόθυμη να το δεχτεί. «Έτσι δεν είναι;» ρώτησε χαμηλόφωνα και πιπίλισε το λοβό του αυτιού της απολαμβάνοντας τη γεύση της βελούδινης σάρκας της. Η βαθιά, αισθαντική φωνή του ζέστανε τις αισθήσεις της. Τα ελαφρά δαγκώματα την έκαναν να ανατριχιάσει, της έκοψαν την ανάσα, ενώ το τεράστιο πέος του της χάριζε τη μοναδική ηδονή που τόσο πολύ ποθούσε. Και καθώς εκείνος μπαινόβγαινε μέσα της με μοναδική μαεστρία, έχοντας συνέχεια στο νου του πώς να ερεθίσει την κλειτορίδα της και το σημείο της υπέρτατης ηδονής της, εκείνη έμενε κολλημένη πάνω του, ανασηκώνοντας συνεχώς το σώμα της για να δεχτεί καλύτερα τις επιθέσεις του πέους του. Ο Ντομινίκ άλλαξε το ρυθμό του θέλοντας να την ικανοποιήσει. Ήξερε ότι ήταν σε θέση να την ευχαριστήσει, έχοντας άλλωστε καταφέρει αυτόν το στόχο με τόσες και τόσες άλλες γυναίκες. Το ίδιο επιδίωκε τώρα και με την Κέιτ, και μάλιστα δίνοντας - 10 -


και την ψυχή του ακόμη. Πώς τόλμησε εκείνη να σκεφτεί ότι μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Ντομινίκ; Πώς νόμισε ότι θα μπορούσε να αντέξει χωρίς την ερωτική του φλόγα, τα μαγικά ερωτικά του τεχνάσματα και τη μοναδική αντοχή του; «Μη σταματήσεις ποτέ!» του είπε με κομμένη ανάσα κι ανασήκωσε το σώμα της να τον δεχτεί καλύτερα μέσα της. Ύστερα έβαλε τα χέρια της μέσα από το χαμηλωμένο τζιν του και έσφιξε γερά τα γυμνασμένα και μυώδη πισινά του. «Μην τολμήσεις να σταματήσεις!» είπε με τσιριχτή φωνή καθώς εκείνος προσπαθούσε να απομακρύνει τα χέρια της. «Μην ανησυχείς, γλυκιά μου». Η φωνή του ακούστηκε βαθιά, παιχνιδιάρικη. «Δε θα σταματήσω». Τη μια στιγμή έβγαλε όλο σχεδόν το πέος του έξω και την επόμενη το έσπρωξε πάλι μέσα της μέχρι εκείνο το σημείο όπου πάντα η αντίδρασή της είναι ν’ αρχίσει να βογκάει δυνατά. «Μμμμ!» Ένιωθε τα κόκαλά της να συνθλίβονται, το μυαλό της να γίνεται πολτός, το κορμί της να λιώνει ολόκληρο. «Μη σταματάς. Θέλω κι άλλο». Κουνούσε τη λεκάνη της προσπαθώντας να πάρει βαθύτερα μέσα της το πέος του. Ανυπομονούσε για την επόμενη επίθεσή του. «Κι άλλο! Πιο βαθιά!» Η κομμένη από τον πόθο ανάσα της και η τρεμουλιαστή φωνή της τον τρέλαναν. Ένιωσε πάλι τη ζήλια και την κτητικότητα, δυο έννοιες άγνωστες σε εκείνον μέχρι τη στιγμή που γνώρισε την Κέιτ. Ξαφνικά αποφάσισε να μείνει τελείως ακίνητος μέσα της. «Μωρό μου, ξέρεις ποιος είναι αυτός που σου κάνει έρωτα;» Η φωνή του είχε έναν τόνο καυστικό, λες και ήταν εκνευρισμένος. «Έχεις αντιληφθεί ποιος κάνει τώρα έρωτα μαζί σου;» Εκείνη είχε χάσει τη φωνή της. Προσπάθησε να κινήσει το σώμα της. Εκείνος όμως την ακινητοποίησε κρατώντας τη γερά από τη μέση. «Άνοιξε τα μάτια σου να δεις και πες μου». Τελικά μπόρεσε και τον άκουσε. Ή, μάλλον, η βαριά, αισθησιακή φωνή του καταγράφηκε στη μνήμη της. Μία έμμεση προσταγή που ευαισθητοποίησε κάθε σημείο του σώματός της και προκάλεσε ερωτικό σκίρτημα φέρνοντας στην επιφάνεια παλιότερες ερωτικές μνήμες. Προσπάθησε πολύ για να ανοίξει τα μάτια - 11 -


της, αλλά, αποπροσανατολισμένη από τη φλόγα που είχε φουντώσει μέσα της, από την προοργασμική ανατριχίλα που σάρωνε το μυαλό της, η προσοχή της εστιάστηκε στο ερωτικό ντελίριο. «Κέιτ!» Φωνή κοφτερή σαν ξυράφι. Εκείνη, όμως, βρισκόταν πολύ κοντά στον οργασμό και δεν τον άκουσε. Πιέζοντας τον εαυτό του να ηρεμήσει και υπενθυμίζοντάς του ότι δεν έπρεπε να φανεί σκληρός, συγκράτησε τελικά το θυμό του και ακούμπησε τρυφερά το κάτω χείλι της. «Εντάξει, γλυκιά μου. Ίσως την επόμενη φορά». Και με ύφος απολογητικό και συγκαταβατικό άρχισε να κινείται πάλι μέσα κι έξω από το αιδοίο της. «Έτσι! Έτσι μπράβο!» είπε με κομμένη ανάσα όχι ως απάντηση στα λόγια του που δεν άκουσε, αλλά ως έκφραση της απόλυτης ηδονής που ένιωθε. Ο οργασμός της έγινε πραγματικότητα όταν το πέος του απότομα και βίαια ακούμπησε στον πυθμένα του παλλόμενου αιδοίου της. Εκείνος έκλεψε από τα χείλη της τα τελευταία της λόγια, χαμογέλασε και ψέλλισε: «Ετοιμάσου, κορίτσι μου!» Κι άρχισε να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά, πιο αποφασιστικά και πιο συγκεκριμένα. Εκείνη κινούσε το σώμα της προς τα πάνω, δείχνοντας πόσο ποθούσε και διψούσε για τον έρωτά του. Φρόντιζε να συντονίσει τις κινήσεις της για να πετυχαίνουν την τέλεια επαφή κατά τη διείσδυση, ενώ ξαφνικά έφτασε στην κορύφωση και ο οργασμός της έγινε λάβα που σάρωσε ολόκληρο το σώμα της. Η ερωτική έξαρση απλώθηκε στη ραχοκοκαλιά της, χρωμάτισε τον κόσμο όλο με τα χρώματα της υπέρτατης ευτυχίας, έστειλε μηνύματα φλογερά στον εγκέφαλό της. Το άγριο βογκητό που έβγαινε από μέσα της αντηχούσε στους κρεμ τοίχους, αδιάψευστος μάρτυρας της αποχής από το σεξ για δέκα ολόκληρες εβδομάδες. Και εκείνη συγκλονιζόταν από τα αλλεπάλληλα κύματα οργασμού. Ο Ντομινίκ, που είχε ήδη αρχίσει να ποτίζει το φλογισμένο αιδοίο της, δεν άκουγε καθόλου την κραυγή της γιατί ήταν απορροφημένος από την προσπάθεια του να ικανοποιήσει τη δίψα του κορμιού της. Το μόνο που τον απασχολούσε τώρα ήταν ο δικός - 12 -


του οργασμός, καθώς ένα ποτάμι από καυτό και πηχτό σπέρμα εκτοξευόταν μέσα στη γυναίκα που εκείνος θεωρούσε μόνο δική του. Μετά από μία παρατεταμένη και ανεξέλεγκτη δίνη ερωτικού πάθους και ταυτόχρονης σεξουαλικής εκτόνωσης, τα πνιχτά βογκητά τους και οι κομμένες ανάσες τους υποχώρησαν και από κάποια στιγμή και μετά ακουγόταν μόνο το λαχάνιασμά τους. Λίγο αργότερα απλώθηκε απόλυτη ησυχία. Που κράτησε πολύ. Οι δύο εραστές βρίσκονταν στο κρεβάτι τυλιγμένοι με μια βελούδινη ευφορία. Τελικά, κι ενώ ακόμα ήταν μισοζαλισμένη και ξαναμμένη και για έναν ανεξήγητο λόγο φλεγόταν από έναν ανυπέρβλητο πόθο, η Κέιτ ψέλλισε: «Ντομινίκ, σε προειδοποιώ. Μπορεί ποτέ να μη χορτάσω τον έρωτά σου». Χρειάστηκαν ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου για να σηκώσει το κεφάλι του από το στρώμα, κοντά στον ώμο της. Κι ένα ακόμη δευτερόλεπτο για να αναπνεύσει φυσιολογικά. Μετά, στηριγμένος στους αγκώνες του, την κοίταξε και χαμογέλασε. «Μωρό μου, θα είμαι στη διάθεσή σου πάντα». Ενώ το πέος του βρισκόταν ακόμη μέσα της, λίγο πιο χαλαρό τώρα, εκείνος κουνήθηκε λίγο για να δηλώσει την παρουσία του. «Αρκεί να μου το ζητήσεις». Η Κέιτ σήκωσε τα χέρια, έστρωσε τα μαύρα μαλλιά του πίσω από τα αυτιά του και χαμογέλασε πονηρά. «Τέλεια! Γιατί είσαι δικός μου», του δήλωσε. «Μην το ξεχνάς». «Δικός σου είμαι, γλυκιά μου». Της χάιδεψε τρυφερά τα χείλη με το δάχτυλό του. «Ούτε εμένα μου αρέσει να μοιράζομαι τη γυναίκα μου. Ούτε εσύ να το ξεχάσεις αυτό ποτέ». «Γιατί να το κάνω;» Τεντώθηκε ναζιάρικα και νωχελικά και άθελά της τα σκεπασμένα με την πιτζάμα στήθη της ακούμπησαν στο δικό του. «Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα τόσο ευτυχισμένη, τόσο γεμάτη από αγάπη». Όταν τον κοίταζε με αυτό το ζεστό και σέξι ύφος, όταν τα ζεστά και πλούσια στήθη της ακουμπούσαν τρυφερά πάνω στο σώμα του, όταν το σχόλιό της ότι δε θα χόρταινε τον έρωτά του - 13 -


τον ερέθιζαν επικίνδυνα, ο Ντομινίκ ένιωθε την ανάγκη να οριοθετήσει με σαφή τρόπο τη σχέση τους. Ή, πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση ενός αρσενικού που του άρεσε να επιβάλλεται στις γυναίκες, ήθελε να οριοθετήσει οτιδήποτε του ανήκε αποκλειστικά. Χαϊδεύοντας το σμαραγδένιο δαχτυλίδι του αρραβώνα τους με τα σαράντα δύο καράτια που πρόσφατα είχε φορέσει στο δάχτυλο της Κέιτ, ο Ντομινίκ είπε χαμηλόφωνα: «Αυτό το δαχτυλίδι δείχνει ότι εμείς οι δυο, θα μείνουμε μαζί. Σήμερα, αύριο, πάντα. Λάθος, και οι τρεις. Εσύ, εγώ και το μωρό μας. Τίποτα και κανένας δε θα μας χωρίσει. Συμφωνείς;» Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και συγκρότησε τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της. «Τώρα τελευταία δακρύζω με το παραμικρό», δικαιολογήθηκε με κομμένη ανάσα. «Ειδικότερα όταν σκέφτομαι το μωρό μας. Κάποια στιγμή θα εκνευριστείς που έγινα τόσο ευσυγκίνητη». Γύρισε το χέρι του για να δει τα ρολόι του. «Μετά από εβδομήντα δύο ημέρες, δέκα ώρες και είκοσι τρία λεπτά χωρίς εσένα...» —κούνησε το κεφάλι του— «... αποκλείεται. Δεν υπάρχει περίπτωση, μωρό μου». Δάγκωσε τα χείλη της καθώς τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. «Μην κλαις. Όλα θα πάνε καλά από εδώ και πέρα». Έσκυψε, τη φίλησε στα μουσκεμένα μάγουλα και μετά τα σκούπισε με την άκρη του σεντονιού. «Θα δεις ότι δε θα αντιμετωπίσουμε κανένα πρόβλημα. Θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και μια και μιλάμε για ευτυχία», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή του, «ας ρίξουμε μια ματιά στο... καινούριο σώμα της εγκυμονούσας γυναίκας μου». Άρχισε να ξεκουμπώνει το πάνω μέρος της πιτζάμας της.

- 14 -


κεφάλαιο 2 Τα γαλάζια μάτια του Ντομινίκ έλαμψαν από ικανοποίηση όταν ξεκούμπωσε και το τελευταίο κουμπί της πιτζάμας της. «Νιώθω σαν παιδί την ώρα που ανοίγει τα χριστουγεννιάτικα δώρα του». «Αν γδυθείς κι εσύ», είπε η Κέιτ με ναζιάρικη φωνή, «θα νιώσω κι εγώ ανάλογη χαρά». Το χαμόγελό του ήταν επικίνδυνα σέξι. «Δε θα σου χαλάσω το χατίρι». «Πολύ πρόθυμο σε βλέπω», είπε και στη στιγμή έφερε στο νου της εικόνες από το παρελθόν του: γυναίκες, σχόλια σε πρωτοσέλιδα κουτσομπολίστικων εφημερίδων και άλλα παρόμοια. Την κοίταξε μέσα στα βουρκωμένα μάτια της και τα δάχτυλά του πάγωσαν. «Μήπως προτιμάς να γδυθώ πολύ αργά; Νομίζω ότι αυτό ουσιαστικά θέλεις». Γιατί κι εκείνος αυτό ήθελε. «Τι προτιμάς;» Αιφνιδιασμένη και ξαφνιασμένη, η Κέιτ άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Τώρα ζηλεύω περισσότερο από πριν. Θα το χρεώσω στις ορμόνες της εγκυμοσύνης γιατί δε θέλω να σκέφτομαι ότι είμαι ζηλιάρα». Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. «Πες μου ότι δε σε πειράζει, γιατί διαφορετικά θα αρχίσω πάλι να κλαίω». Εκείνος γέλασε. «Μωρό μου, ό, τι κι αν κάνεις, δε με ενοχλεί». Μετά η φωνή του έγινε πιο βελούδινη. «Και στην κόλαση και στον παράδεισο εγώ θέλω να είμαι μαζί σου. Δε θα με ενοχλήσεις ό, τι κι αν κάνεις. Ούτε οι ζήλιες ούτε τα κλάματα ούτε οι άλλες αντιδράσεις σου πρόκειται να με επηρεάσουν». - 15 -


Το χαμόγελό της έγινε πάλι φωτεινό. «Αλήθεια; Είμαι ελεύθερη να αντιδρώ όπως νιώθω;» «Φυσικά. Άλλωστε εσύ τώρα φροντίζεις το μωράκι μας. Επιτρέπεται να κάνεις οτιδήποτε. Ό,τι θελήσεις, να μου το λες. Θα φροντίζω να σου το φέρνω. Κι όταν θέλεις μια αγκαλιά για να κλάψεις, εδώ είμαι εγώ. Ό, τι ποθήσεις θα το έχεις». Πήρε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες του και έσκυψε κοντά της. «Κι όλα αυτά γιατί είμαι καλός στο να παίρνω αυτό που θέλω», πρόσθεσε με ψιθυριστή φωνή. «Κι εσύ, αν κατάλαβα καλά, θέλεις εμένα». «Δεν μπορείς να φανταστείς τι όνειρα κάνω για σένα». «Ακόμη κι όταν θα παχύνω;» Χαμογέλασε πονηρά. «Υποθέτω ότι θα εξαρτηθεί από το πόσο θα παχύνεις». Του έδωσε μια γροθιά. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ικανοποίηση. «Θα πετάξουμε όλες τις ζυγαριές που έχουμε στα σπίτια μας». «Εννοείς τα σπίτια σου». «Έιιι!» Την κοίταξε με ύφος ενοχλημένο. «Καλά. Τα σπίτια μας. Σε τρεις εβδομάδες», πρόσθεσε εκείνη χαμογελώντας. «Κανονικά θα έπρεπε να σου τις βρέξω τώρα. Πάντως, αν αρχίσεις να λες ανοησίες, δε θα διστάσω. Δεν έχει νόημα να τσακωθούμε για τα χρήματα. Ό, τι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Τελεία και παύλα». Κούνησε προκλητικά τη μέση της. «Μήπως προσπαθείς να αλλάξεις θέμα συζήτησης;» τη ρώτησε πονηρά. Το πέος του είχε ήδη πάρει το μήνυμα και σκλήρυνε στη στιγμή. «Αυτό κάνω», του είπε ναζιάρικα. «Δε θέλω να μιλάμε για χρήματα. Κι έπειτα, λόγω εγκυμοσύνης θεωρώ ότι έχω γίνει πιο σέξι». Την κοίταξε επίμονα. «Το πιστεύεις;». «Δεν έχω καμία αμφιβολία». Άφησε την ανάσα του να βγει αργά από μέσα του και σκέφτηκε να θέσει μερικά ερωτήματα γιατί, παρ’ όλο που ο Μαξ την παρακολουθούσε στο διάστημα του χωρισμού τους, υπήρχε πάντα - 16 -


πιθανότητα να του ξέφυγε κάποιος. Μετά, παίρνοντας πάλι βαθιά ανάσα, είπε προσέχοντας τη διατύπωσή του: «Θα σου κάνω μία μόνο ερώτηση και ζητώ συγνώμη εκ των προτέρων γιατί δεν έχω κανένα δικαίωμα να ρωτήσω αφού δεν ήμαστε μαζί. Μήπως όμως...» «Μόνο ο δονητής μου με άγγιξε. Ή, πιο συγκεκριμένα, ο δικός σου δονητής», έσπευσε να τον καθησυχάσει. Άφησε απότομα την ανάσα του. «Συγνώμη. Κανονικά δε θα έπρεπε να με ενοχλεί, αλλά, δυστυχώς, με ενοχλεί». «Μίλησέ μου ανοιχτά», ψέλλισε εκείνη και ταυτόχρονα τον απώθησε γιατί η ζήλια χάλασε τη διάθεσή της. Κανονικά δε θα έπρεπε να απομακρυνθεί. Ήταν πενήντα τουλάχιστον κιλά πιο βαρύς από εκείνη. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τον πρόσφατο συμβιβασμό τους, το αποφάσισε. Αποτραβήχτηκε αργά και ξάπλωσε πλάι της, στηρίζοντας το κεφάλι του στην παλάμη του. «Μωρό μου, εκείνη η εφιαλτική περίοδος τέλειωσε», είπε σιγανά. «Μόλις εκδοθεί το διαζύγιό μου στη Γαλλία, θα παντρευτούμε. Να το ανακοινώσεις και στη Νάνα». «Μην αλλάζεις θέμα. Κανονικά πρέπει να φας το ξύλο σου», είπε, αλλά λιγότερο θυμωμένη, γιατί ο Ντομινίκ ήταν πάντα ειλικρινής μαζί της. Εκείνος, παίρνοντας θάρρος, χαμογέλασε. «Αν θεωρείς ότι με αυτό τον τρόπο αλλάζω θέμα... τι να πω;» Γέλασε συγκρατημένα. «Σοβαρά;» «Ναι. Δε θέλω να μιλήσω καθόλου για την άθλια περίοδο που έζησα, ούτε καν να τη σκέφτομαι». Στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που απέτυχε και απείλησε να καταστρέψει τον ίδιο αλλά και την Κέιτ, ο Ντομινίκ συμφώνησε με ένα λευκό γάμο τρίμηνης διάρκειας, γιατί κινδύνευε η ζωή της Κέιτ, άσχετα αν εκείνη δεν το ήξερε. Την εποχή εκείνη, όταν προσπάθησε να της τα εξηγήσει όλα, παραλείποντας πολλές λεπτομέρειες που αφορούσαν τους κινδύνους που διέτρεχε εκείνη, η Κέιτ είχε γίνει έξω φρενών. «Αλήθεια, μωρό μου», πρόσθεσε, προχωρώντας τη συζήτηση προς ένα λιγότερο επώδυνο θέμα, «πρέπει να ενημερώσεις τη Νάνα. Βέβαια, θα στείλω αεροπλάνο να την παραλάβει, αλλά ίσως πρέπει να την ειδοποιήσουμε νωρί- 17 -


τερα». «Δεν μπορώ να της τηλεφωνήσω και να της πω ότι είσαι παντρεμένος, ότι εγώ είμαι έγκυος και ότι, αν όλα πάνε καλά, σύντομα θα πάρεις διαζύγιο και αν όντως συμβεί αυτό, εμείς θα παντρευτούμε. Όχι μόνο είναι ανόητο να της τα αραδιάσω όλα αυτά από τηλεφώνου, αλλά για να της πω το οτιδήποτε πρέπει να δω τα χαρτιά του διαζυγίου σου. Η Νάνα θα έχει το όπλο της γεμάτο και θα το στρέψει εναντίον σου μόλις κατεβεί από το αεροπλάνο, εκτός αν όλα είναι τακτοποιημένα. Τη γνώρισες. Μη μου πεις μετά ότι δεν ήξερες». «Δε μου φάνηκε παράλογη. Τα πήγαμε καλά μαζί». «Μη μου πεις ότι την κατάφερες κι αυτή;» Χαμογέλασε. «Εννοείς ότι εσένα σε κατάφερα;» «Αφού σε λίγο καιρό θα γίνουμε γονείς, φυσικά», τόνισε μάλλον ειρωνικά και ταυτόχρονα χάιδεψε τη μικρή ακόμη κοιλιά της. «Είμαι τυχερός», μουρμούρισε εκείνος ακουμπώντας ελαφρά την κοιλιά της. «Ειλικρινά, Κέιτ. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που θα αποκτήσουμε παιδί». Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Αφού το προτιμάς, όμως, τηλεφώνησε στη Νάνα μόλις τακτοποιηθούν όλες οι εκκρεμότητες». «Δεν είναι δυνατόν! Μιλάς σαν να ξέχασες κάπου την ομπρέλα σου και ��όλις την ξαναβρήκες, τα πάντα έγιναν όπως ήταν πριν». «Δε με πτοούν οι δυσκολίες, αρκεί να επανέλθει η ζωή μας εκεί που ήταν πριν». Οι μύες του πιγουνιού του τρεμόπαιξαν για λίγο και ξαφνικά το βλέμμα του έγινε κάπως ψυχρό. «Σου υπόσχομαι ότι θα γίνουν όλα όπως ήταν πριν». «Έτσι όπως μιλάς μου θύμισες τον τρόπο που μίλησες στους τραπεζίτες, στη Σιγκαπούρη. Μπορείς να σταματήσεις; Με τρομάζεις». Έτριψε τα μάτια του μηχανικά, χωρίς λόγο. «Συγνώμη», είπε σιγανά και ταυτόχρονα χάθηκε η ψυχρότητα από το βλέμμα του. «Αν μπορείς να αναβάλεις για λίγο τις κλοτσιές που θα μου έδινες στα πισινά, θα ήθελα να μου επιτρέψεις να χαιρετήσω το μωράκι μας». Έσκυψε και ακούμπησε την παλάμη του στην κοιλιά της. «Μωράκι μου, αυτός που μιλάει είναι ο μπαμπάς σου. Θα περά- 18 -


σουμε όμορφα μαζί εσύ, η μαμά κι εγώ. Και θα είσαι το επίκεντρο της προσοχής μας. Αλήθεια! Κι αν μου ζητήσεις να σου πάρω ένα πόνι, θα σου το πάρω». Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε, ενώ ταυτόχρονα αποτραβήχτηκε. «Αλήθεια, τα μωρά ακούνε όταν είναι στην κοιλιά;» «Έτσι νομίζω. Δεν είμαι σίγουρη. Κι εγώ παραλίγο να αποκτήσω ένα πόνι, αλλά ο παππούς μου δεν ήθελε να έχει και τη φροντίδα ενός στάβλου. Εσύ είχες πόνι;» «Ναι. Εγώ δεν ήθελα, αλλά ίσως το μωρό μας μοιάσει σ’ εσένα. Το άκουσες αυτό, μωράκι μου;» Χάιδεψε την κοιλιά της. «Η μαμά σου ήθελε να έχει πόνι». Κοίταξε την Κέιτ. «Νομίζω ότι πρέπει να προμηθευτούμε μερικά βιβλία για μωρά. Και οι δυο μας αγνοούμε βασικά πράγματα. Συγκεκριμένα, σκέφτομαι να τηλεφωνήσω στη Μέλανι. Θα μας στείλει αμέσως». Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του τζιν του κι άρχισε να σχηματίζει τον αριθμό του τηλεφώνου της αδερφής του στο Σαν Φρανσίσκο. «Τώρα;» «Είναι απόγευμα στο Σαν Φρανσίσκο. Αν τα αγοράσει σήμερα, αύριο θα τα παραλάβουμε. Εμείς δεν μπορούμε να πάμε να τα διαλέξουμε, γιατί θα μας αντιληφθούν οι φωτογράφοι. Ούτε θα ήταν φρόνιμο να ζητήσω από κάποιον υπάλληλό μου να τα αγοράσει. Η λύση της Μέλανι είναι η πιο ασφαλής». Χαμογέλασε. «Θα μας εξυπηρετήσει αμέσως. Θέλω να ενημερωθώ για τα μωρά. Βέβαια τη βοήθησα κι εγώ αρκετά με τα δύο πρώτα παιδιά της, αλλά όταν δεν είναι δικά σου, κάνεις μόνο ό,τι σου λένε οι άλλοι. Αυτό είναι το δικό μας μωρό. Θέλω να ξέρω τα πάντα... Έλα, Μελ. Χρειαζόμαστε μερικά βιβλία για μωρά. Ό, τι μπορείς να βρεις. Στείλε τα σήμερα κιόλας. Ειλικρινά είμαι κατενθουσιασμένος. Γιατί να μην είμαι άλλωστε; Ναι... Ναι... Πολύ καλύτερα. Μη με στενοχωρήσεις ξανά. Στείλε τα. Όχι, δεν μπορείς να μιλήσεις τώρα στην Κέιτ γιατί έχω μια συζήτηση μαζί της. Ναι.. Ναι... Γεια σου». Έκλεισε το τηλέφωνο και το άφησε στο κομοδίνο. «Τι εννοούσες λέγοντας “πολύ καλύτερα”;» «Τίποτα. Η Μέλανι προσπαθούσε να μου παραστήσει την έξυπνη. Αυτό είναι όλο». - 19 -


«Πες μου». «Είναι πολύ σοβαρό». «Τώρα είναι που έχεις εξάψει την περιέργεια μου». Το πρόσωπό του συννέφιασε. «Συνέβη πριν από πάρα πολύ καιρό». «Ντομινίκ, σε ενδιαφέρει να κάνουμε άλλη φορά έρωτα μαζί;» «Μα τι λες τώρα; Αυτό δεν το διαπραγματεύομαι». «Πρέπει να συμφωνήσω όμως κι εγώ για να γίνει κάτι». «Φυσικά», είπε με σοβαρό ύφος. Αναστέναξε. «Το κακό είναι ότι δεν μπορώ να αντέξω χωρίς σεξ. Η εγκυμοσύνη μεγάλωσε την ερωτική μου επιθυμία, αλλά στη συνέχεια μπορεί και να το βαρεθώ. Αν δε μου μιλήσεις, ίσως... βαρεθώ από αυτή τη στιγμή». «Καλά. Με έπεισες. Μόνο μη θυμώσεις με αυτά πού θα ακούσεις. Για να καταλάβεις, θα χρησιμοποιήσω μια πραγματική κατάσταση που αντιμετωπίζουν αρκετές φορές οι αθλητές τού σέρφινγκ. Όταν κάνεις σέρφινγκ και τα κύματα απειλούν να σε καταπιούν, ενώ φυσάει ένας δαιμονισμένος άνεμος που μπορεί να σε παρασύρει στα βαθιά και ξέρεις ότι δεν έχεις καθόλου τον έλεγχο, αφήνεις την τύχη να δουλέψει για σένα. Ξαπλώνεις πάνω στη σανίδα και κολυμπάς προς τα εκεί όπου πάει το κύμα. 'Όταν καταφέρεις και βγεις από τα μανιασμένα κύματα, τότε είσαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, αφού γλίτωσες από τους δύο δαίμονες, τα κύματα και τον αέρα. Αυτό είναι όλο». Αυτή την ιστορία σκόπευε να της πει. Βέβαια, η Κέιτ θα τρελαινόταν ακούγοντας για τους δύο πραγματικούς δαίμονες. «Δε θύμωσα καθόλου. Αντίθετα μου άρεσε η ιστορία σου». «Χαίρομαι που το ακούω». Πραγματικά χαιρόταν. Ευτυχώς, γλίτωσε. «Λοιπόν, μου επιτρέπεις τώρα;» είπε, δείχνοντας τα κουμπιά της πιτζάμας της. «Μπορώ να σου πω όχι; Μερικές φορές θα ήθελα να μπορούσα να ελέγχω πιο πολύ τον εαυτό μου». Χαμογέλασε και σήκωσε το βλέμμα του καθώς ξεκούμπωνε το δεύτερο κουμπί. «Εμένα μου αρέσει που δεν μπορείς να ελέγξεις τον εαυτό σου». «Τα πράγματα για σένα είναι πάντα εύκολα. Έτσι ήταν πά- 20 -


ντα, νομίζω. Δε μου αρέσει όμως καθόλου που είμαι κι εγώ μία σαν όλες τις άλλες». Σταμάτησε για λίγο, αναλογιζόμενος αν αυτό που έκανε τώρα θα μπορούσε να το κάνει και με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Θα μπορούσε να διακινδυνεύσει τη ζωή του, να προσφέρει τεράστια οικονομικά ανταλλάγματα στον ανεκδιήγητο Γκόρα που απειλούσε την Κέιτ, να παντρευτεί τη λάγνα μικροκαμωμένη ερωμένη του Γκόρα που στόχο της είχε να αυξήσει τις τραπεζικές καταθέσεις της οικογένειάς της; «Κέιτ, εσύ είσαι μοναδική και ξεχωριστή και δεν είσαι μία σαν όλες τις άλλες», της είπε τρυφερά και συνέχισε να την ξεκουμπώνει. «Ποτέ άλλοτε δεν έκανα πρόταση γάμου σε καμία. Ποτέ δε σκέφτηκα να αποκτήσω παιδί με καμία. Ποτέ δεν ήμουν τόσο ερωτευμένος. Θέλεις να σου τα δώσω και γραπτώς αυτά; Να τα βάλω σε πίνακα ανακοινώσεων; Να κάνω ανακοίνωση στον Τύπο;» Και με ένα συγκρατημένο χαμόγελο πρόσθεσε: «Χωρίς υπερβολές, αυτή θα ήταν πολύ συγκλονιστική είδηση». «Το θέλω να το δω γραμμένο σε αεροπανό», είπε η Κέιτ χωρίς πολλή σκέψη και αμέσως μετά χαμογέλασε. «Πάντως σε ευχαριστώ. Θέλω, όμως, να σου ομολογήσω ότι το μωρό το έχω συνέχεια μέσα στο μυαλό μου ό, τι και να κάνω». «Δεν πειράζει. Μου αρέσει που το σκέφτεσαι συνέχεια. Όπως μου αρέσει κι αυτό εδώ πολύ». Η φωνή του έγινε ψίθυρος μόλις άνοιξε το πάνω μέρος της πιτζάμας της. «Τα βλέπω μεγαλύτερα». Σήκωσε το βλέμμα του. «Από πότε μεγάλωσαν;» «Μιλάς σοβαρά; Δεν το πρόσεξα». «Αλήθεια σου λέω. Για να μην τα προσέξεις, μάλλον ήσουν πολύ απασχολημένη». Έβαλε την παλάμη του κάτω από το τρυφερό βουναλάκι του στήθους της και το σήκωσε. «Μάλλον πρέπει να φέρουμε την κυρία Χόθορν να τα δει και να φροντίσει να σου φέρει καινούρια σουτιέν στο καινούριο μέγεθος σου». «Όχι». «Αργότερα». Κάθισε καλύτερα και έπιασε το άλλο στήθος. «Όχι, ούτε αργότερα», του είπε. Για το θέμα αυτό είχαν συγκρουστεί και παλιότερα. «Μα πρέπει να φοράς φαρδιά πουλόβερ για να μη βλέπει τα - 21 -


στήθη σου ο κόσμος». Τα δάχτυλά του κινήθηκαν προς τις θηλές της, που κι αυτές ήταν πρησμένες. Τις έσφιξε ελαφρά. «Αυτά τα στήθη θα τα βλέπω μόνο εγώ». «Φαντάζομαι το μωράκι μας να πιάνει τα στήθη μου. Θα είναι μοναδική εμπειρία». Σήκωσε το βλέμμα του και χαμογέλασε. «Εντάξει. Θα τα μοιράζομαι με το μωρό μας. Οι θυσίες του πατέρα θα αρχίσουν πολύ νωρίς». «Πολύ πιο νωρίς από όσο φαντάζεσαι». Σήκωσε τα φρύδια της. «Αυτό τον καιρό τα στήθη μου είναι υπερευαίσθητα και όλη σχεδόν τη μέρα είμαι ξαναμμένη. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να με φροντίζεις συνέχεια». «Αυτά λες και το πέος μου διαμαρτυρήθηκε ήδη», είπε με κομμένη ανάσα. «Είσαι σίγουρη ότι δε θα σε βλάψει κι άλλο σεξ;» «Ούτε να το σκέφτεσαι», είπε με προειδοποιητικό τόνο στη φωνή της. «Πάντως πρέπει να συμβουλευτούμε κι ένα γιατρό για να είμαστε σίγουροι». Τον αγριοκοίταξε. «Αύριο. Όχι τώρα. Και μάλιστα γυναίκα γιατρό. Τον Κλίφτον δεν τον συμπαθώ». «Ακόμη είσαι ντυμένος», του είπε, μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στα λόγια του. Η προσοχή της ήταν όλη στραμμένη στον ρυθμικό παλμό ανάμεσα στους μηρούς της και στο ανοιχτό φερμουάρ του Ντομινίκ από το οποίο ξεπρόβαλλε το ερεθισμένο πέος του κάτω από το ριγέ άσπρο μπλε μποξεράκι του. «Θα προτιμούσα να γδυθείς το συντομότερο, αν δεν έχεις αντίρρηση». «Θα σε πείραζε αν είχα όντως αντίρρηση;» είπε χαμογελώντας πονηρά, καθώς έβγαζε βιαστικά το μπλουζάκι του. «Αν δε βιαστείς, αλίμονο σου!» Πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και τα μάτια της βούρκωσαν πριν ψελλίσει: «Μου έλειψες πάρα πολύ». Σε λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα είχε γδυθεί. Ήταν τόσο συγκινημένος από την αγάπη που ακτινοβολούσε η ματιά της, ώστε ήταν ικανός να της προσφέρει τα πάντα. Όμως της έδωσε αυτό που ήξερε ότι χρειαζόταν η Κέιτ τώρα. - 22 -


Πήρε γρήγορα θέση ανάμεσα στους μηρούς της, μπήκε μέσα της με ήπιες κινήσεις και βυθίστηκε προσεχτικά στο αιδοίο της, παρ’ όλο που εκείνη τον παρότρυνε να μην είναι τόσο προσεχτικός. Σε αυτό το θέμα υπήρχε ταύτιση απόψεων. «Έλα, Ντομινίκ! Πιο δυνατά!» τον παρότρυνε και έσφιξε γύρω από τα οπίσθιά του τα πόδια της, αγκαλιάζοντάς τον από την πλάτη και τραβώντας τον πιο κοντά. Εκείνος συνέχισε να είναι προσεχτικός, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι τα νύχια της καρφώθηκαν στην πλάτη του. Αυτό που συνέβαινε τώρα δε θα μπορούσε να το αγνοήσει, ακόμη κι αν το ήθελε. «Θα βάλω τα κλάματα αν δε με κάνεις να φτάσω σε οργασμό!» Έτσι εκείνος συμβιβάστηκε, όχι επειδή τον αποσυντόνιζαν τα κλάματά της, αλλά επειδή ήθελε να την ικανοποιήσει. Όμως, αντί να βυθιστεί πιο πολύ μέσα της, άρχισε να κινεί το πέος του με τρόπο που να ερεθίζει την κλειτορίδα της. «Αύριο θα πάμε σε ένα γιατρό», της είπε με φωνή πνιγμένη από τον ερωτικό πόθο. «Υποσχέσου μου ότι θα πάμε, γιατί αλλιώς θα τον βγάλω έξω και θα σε αφήσω». «Εντάξει... σύμφωνοι», είπε αναστενάζοντας και χαλάρωσε το σφίξιμο στην πλάτη του. «Αυτό που μου έκανες πριν επανάλαβέ το». «Αυτό εδώ εννοείς;» Της έκανε το χατίρι κι άρχισε να κινεί το πέος του πάνω στην κλειτορίδα της. Μετά το επανέλαβε κι άλλες φορές και ύστερα άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της και να κινεί τη μέση του αριστερά δεξιά. Οι κινήσεις αυτές την ξετρέλαιναν, κάνοντάς τη να ανασαίνει βαριά και η ανάσα της να βγαίνει από μέσα της καυτή. Ο Ντομινίκ έκανε αυτό για το οποίο τον λάτρευαν όλες οι γυναίκες, πιο πολύ και από τα πλούτη του. Στον έρωτα ο Ντομινίκ ήταν μαέστρος. Διέθετε φυσικό ταλέντο, μοναδικές ικανότητες και εμπειρίες, πολλές εμπειρίες, που μπορούσε να αξιοποιήσει και να διεγείρει ερωτικά κάθε γυναίκα. Τώρα ο Ντομινίκ αποφάσισε να χαϊδέψει με τα μακριά, έμπειρα δάχτυλά του τα στρογγυλά οπίσθια της Κέιτ και να νιώσει την - 23 -


απαλότητά τους σε όλο τους το μεγαλείο. Ταυτόχρονα ανασήκωνε το σώμα της, με το πέος του να πιέζει δυνατά τα τοιχώματα του αιδοίου της, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο την ηδονή της. «Μμμμ!» Εκείνος την παρακολουθούσε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο και έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του πέους του. Κινείτο ρυθμικά, την ωθούσε... συνέχεια προς την κορύφωση και τελικά πέτυχε το στόχο του. Η κορύφωσή της συνοδεύτηκε από κραυγές και βογκητά. Τα βογκητά της συνόδευαν τη δική του υπέροχη κορύφωση. «Μην κινηθείς», της είπε ψιθυριστά μετά από λίγα λεπτά, καθώς της ξετύλιγε τα πόδια που είχε στηρίξει στα οπίσθιά του για να τα ακουμπήσει στο στρώμα. «Θα χρειαστούμε μερικές πετσέτες». «Δεν μπορώ να κινηθώ», είπε με κομμένη ανάσα και τα μάτια ακόμα κλειστά. «Μπορεί να μην μπορέσω να κινηθώ ξανά». Η γλυκιά αφέλειά της τον ευχαριστούσε πάντα. Το σεξ ήταν μια σχετικά νέα εμπειρία για την Κέιτ. Κάθε οργασμό της τον αντιμετώπιζε με πολλή χαρά. «Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να ανησυχώ μήπως μου ξεφύγεις όσο θα λείπω;» είπε εκείνος και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Μην ανησυχείς και δεν πρόκειται ποτέ να σου φύγω. Είμαι σίγουρη ότι θα στενοχωρηθείς πολύ αν το τολμήσω». Ακόμη δεν είχε ανοίξει τα μάτια της και η φωνή της έσταζε μέλι, γεγονός που μαρτυρούσε την ικανοποίησή της. «Απεναντίας», είπε χωρίς να γυρίσει. «Με γλιτώνεις από τον κόπο να σε πιάσω και να σε φέρω σέρνοντας πίσω. Κι αυτό γιατί είσαι παντοτινά δική μου». Η φωνή του έπαψε να ακούγεται μόλις μπήκε στο μπάνιο. Ξαφνικά, σαν να ένιωσε ότι έμεινε χωρίς τη ζεστασιά του, σαν να είχε σκοτεινιάσει ολόκληρη η γη, άνοιξε τα μάτια της, ανασηκώθηκε και φώναξε με δυνατή φωνή: «Ντομινίκ!» Εμφανίστηκε στην πόρτα του μπάνιου κρατώντας μια στοίβα άσπρες πετσέτες. «Εδώ είμαι, μωρό μου». Αντιλήφθηκε τον πανικό στη φωνή της, γιατί ήξερε πολύ καλά το συναίσθημα της - 24 -


απώλειας. «Εγώ πάντα θα είμαι εδώ. Αν μου το επέτρεπες, θα σε έδενα με ένα λουράκι από τον καρπό μου», πρόσθεσε μπαίνοντας πάλι στο μπάνιο. «Θα πρέπει να μιλήσουμε σχετικά με αυτό». Η Κέιτ ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι και οι παλμοί της καρδιάς της επανήλθαν στο φυσιολογικό επίπεδο. «Ξαφνικά όλα έγιναν πιεστικά, πολύ έντονα συναισθηματικά... Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι πλησιάζω τα όρια της υστερίας. Ανησυχώ και συγκινούμαι για τα πάντα και για το τίποτα». «Λόγω της εγκυμοσύνης. Θα συζητήσουμε γι’ αυτό το θέμα με το γιατρό αύριο, θα ενημερωθούμε σχετικά με τις συναισθηματικές αντιδράσεις της εγκύου, θα διαβάσουμε τα βιβλία που θα μας στείλει η Μέλανι και θα δεχθούμε με χαρά όλες αυτές τις καινούριες αλλαγές που θα συμβούν στη ζωή μας. Εμένα δε θα με ενοχλεί το πόσο ανήσυχη ή ευσυγκίνητη θα είσαι, αρκεί να σε βλέπω. Άλλωστε, δεν ανησυχείς μόνο εσύ». Αφού πέταξε όλες τις πετσέτες εκτός από μία κοντά στα πόδια του κρεβατιού, κάθισε πλάι της, τη σκούπισε, ύστερα σκουπίστηκε κι εκείνος, την άφησε στο πάτωμα, ξάπλωσε πλάι της και την πήρε στην αγκαλιά του. «Ειλικρινά με κακομαθαίνεις», ψιθύρισε εκείνη καθώς βολευόταν καλύτερα κοντά του. «Θα μπορούσα να σηκωθώ και να πάω να πλυθώ. Έχω αρχίσει να τεμπελιάζω». «Μου αρέσει να σε κακομαθαίνω. Αλλά μην ανησυχείς». Αυτά τα λόγια έβγαιναν από τα χείλη κάποιου που δε συνήθιζε να κάνει χατίρια σε γυναίκες με άλλο τρόπο παρά μόνο χρησιμοποιώντας το πέος του. Αυτά τα λόγια έβγαιναν από τα χείλη κάποιου που σε όλα τα σπίτια του διέθετε υπηρετικό προσωπικό για να μην μπαίνει στον κόπο και ασχολείται ο ίδιος με τα πιο απλά καθημερινά πράγματα. «Μήπως κουράστηκες; Εγώ κουράστηκα λίγο». Η φωνή της ακουγόταν νυσταγμένη. Κοίταξε το ρολόι του. Δεν ήταν ακόμη ούτε εννιά. «Εγώ είμαι εντάξει, γλυκιά μου. Όμως πρέπει να μιλήσουμε για το πότε θα επιστρέψουμε στην πατρίδα μας, στην Αμερική. Εσύ θα πρέπει να κοιμάσαι όλο και πιο πολλές ώρες από εδώ και πέρα. Αν καθυστερήσουμε κι άλλο, δε θα είναι ασφαλές για σένα το ταξίδι μας». Μόλις άκουσε ότι έπρεπε να αφήσει τις επαγγελματικές της - 25 -


υποχρεώσεις, ξύπνησε μεμιάς. «Δεν μπορώ να γυρίσω αμέσως πίσω. Το συμβόλαιο συνεργασίας μου με τη CX Capital λήγει μετά από τρεις μήνες». Αναστέναξε. «Επίσης η Τζοάνα περιμένει από μένα να κάνω ό, τι πρέπει για τους πελάτες μας». Φρόντισε να κρατήσει την ψυχραιμία του. «Μήπως προτιμάς να γεννήσεις εδώ το μωρό μας;» «Δεν ξέρω. Δεν το έχω σκεφτεί». Κάποιος πρέπει να το σκεφτεί. «Δε θέλω να ακυρώσεις το συμβόλαιό σου. Μπορώ όμως να φροντίσω να βρούμε έναν αντικαταστάτη σου». «Μπορούμε να το συζητήσουμε αυτό αργότερα;» Τα βλέφαρά της άρχισαν πάλι να κλείνουν. «Είμαι πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να σκεφτώ». «Εντάξει, μωρό μου. Κοιμήσου». Όλα έδειχναν ότι στο εξής θα είχε να κάνει πολλή δουλειά τα βράδια. Αυτό δε θα ήταν και τόσο άσχημο αφού σχεδίαζε ήδη να της αφιερώνει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Αρκεί να την έπειθε να γυρίσουν στην πατρίδα. Όλα τα συμβόλαια μπορούν να ακυρωθούν. Η CX Capital μπορούσε σίγουρα να βρει μία άλλη ορκωτή λογίστρια σαν την Κέιτ. Ίσως να μην ήταν τόσο καλή όσο η Κέιτ, αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα του Ντομινίκ. Όσο για την Τζοάνα, είχε τη δυνατότητα να την αποζημιώσει τόσο καλά, ώστε θα μπορούσε μετά να προσλάβει όσους υπαλλήλους ήθελε για να αντικαταστήσουν την Κέιτ. Και πάλι μπορεί να μην ήταν τόσο καλοί όσο η Κέιτ, αλλά δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Ο Ντομινίκ ήταν για πρώτη φορά ερωτευμένος, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι θα άλλαζε προσωπικότητα. Ακόμη πίστευε ότι θα κέρδιζε τον έλεγχο σε ολόκληρο τον πλανήτη και σε αυτούς που τον κατοικούσαν. Όσο για την Κέιτ, ήταν πρόθυμος να κάνει συμβιβασμούς. Σε ποιο βαθμό; Αυτό εξαρτιόταν απολύτως από εκείνη. Μόλις η Κέιτ κοιμήθηκε βαθιά, σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε το τζιν του, πήρε το κινητό του από το κομοδίνο και πήγε στο δωμάτιο υποδοχής. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα, πληκτρολόγησε ένα όνομα και περίμενε όσο το τηλέφωνο που κάλεσε χτυπούσε. - 26 -


«Μήπως διακόπτω κάτι;» είπε ο Ντομινίκ όταν ο Τζάστιν τελικά εδέησε να απαντήσει. «Παρακολουθούμε μια συμφωνική ορχήστρα. Αναγκάστηκα να βγω στο διάδρομο». «Ωραία. Θα φροντίσω να είμαι σύντομος». «Όχι, όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα», τον καθησύχασε ο Τζάστιν. «Κάνουμε συζήτηση για μια δωρεά. Οι περισσότεροι φλυαρούν για τους οικονομικούς στόχους του ιδρύματος». «Πόσο δύσκολο θα είναι να ακυρωθεί το συμβόλαιο συνεργασίας της Κέιτ;» «Όχι ιδιαίτερα δύσκολο. Γιατί;» «Είναι έγκυος. Αυτό το μαθαίνεις μόνο εσύ. Επειδή αυτή την εποχή έχω κάτι προβλήματα, καλύτερα να μην το μάθει κανένας άλλος». Ο Τζάστιν δεν ήταν από αυτούς που ρωτούν. Όμως, αν μιλούσε ο Ντομινίκ για προβλήματα, μάλλον θα ήταν κάτι παράνομο. «Να πω τουλάχιστον συγχαρητήρια;» είπε ο Τζάστιν, που τον γνώριζε καλά. «Να πεις. Πρόκειται να παντρευτώ την Κέιτ και θα ήθελα να γυρίσουμε στην πατρίδα πριν προχωρήσει η εγκυμοσύνη της και υπάρχει κίνδυνος από ένα αεροπορικό ταξίδι. Όμως εκείνη μου λέει ότι δεν μπορεί να ακυρώσει το συμβόλαιό της. Ελπίζω να της αλλάξω γνώμη. Αν τα καταφέρω τελικά, μπορείς να φροντίσεις να χειριστείς εσύ το θέμα με την CX Capital;» «Κανένα πρόβλημα. Βέβαια ο Μπιλ θα στενοχωρηθεί που θα φύγει η Κέιτ, αλλά θα τα καταφέρει και χωρίς αυτήν. Με την ευκαιρία, θα περιμένω την πρόσκληση του γάμου σας. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Και μη με παρεξηγήσεις!» «Δε σε παρεξηγώ. Ούτε εγώ θα έβαζα στοίχημα. Βέβαια τα σχέδια για το γάμο θα τα αναλάβει εξ ολοκλήρου η Κέιτ. Αν αποφασίσει να καλέσει και άλλους εκτός από τους συγγενείς, θα στείλω αεροπλάνο να σε παραλάβει κι εσένα και τη Μάντι. Και μια και μιλήσαμε για τη Μάντι», πρόσθεσε ευδιάθετος ο Ντομινίκ, «πρέπει να έγινες πρόσφατα πατέρας κι εσύ. Πώς είναι η Μάντι και η κόρη σας;» - 27 -


Τον ξάφνιαζε ο Ντομινίκ ρωτώντας για μωρά και γεννητούρια. Μετά από μια μικρή σιωπή, ο Τζάστιν είπε: «Η μικρή γεννήθηκε πριν από τρεις εβδομάδες. Μητέρα και κόρη χαίρουν άκρας υγείας. Και η γκουβερνάντα είναι καταπληκτική. Η Μάντι μπορεί και κοιμάται όσο θέλει και έχει τη δυνατότητα να βγαίνει τα βράδια έξω». «Πώς τη βαφτίσατε τη μικρή;» «Είναι κάποιο όνομα από την οικογένεια μας». «Τη δική σου ή της Μάντι;» «Το όνομα της γιαγιάς της. Μπίατρις τη βγάλαμε». «Δεν είναι και τόσο κακό». «Μάλλον. Ευτυχώς που η μικρή είναι πολύ χαριτωμένη και θα ξεπεράσει το μειονέκτημα του ονόματος». «Με άλλα λόγια, εννοείς ότι είναι όμορφη σαν τη μητέρα της;» «Ευτυχώς, ναι. Και ειλικρινά χαίρομαι για σένα και την Κέιτ. Τα παιδιά είναι ευτυχία». «Μόλις άρχισα να το συνειδητοποιώ». Ο Τζάστιν έμεινε για λίγο στο διάδρομο του Ρόγιαλ Άλμπερτ Χολ μόλις τέλειωσε η τηλεφωνική συνομιλία και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει τα λόγια που άκουσε. Όχι μόνο επρόκειτο να παντρευτεί κάποιος για τον οποίο θα στοιχημάτιζε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά δήλωνε κιόλας ότι έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι τα παιδιά είναι ευτυχία! Δεν επρόκειτο ποτέ να ξαναβάλει στοίχημα για τίποτα. Με εξαίρεση τον βραχύβιο γάμο του Ντομινίκ, ο άντρας αυτός ποτέ δεν είχε μιλήσει σοβαρά για γάμο.

- 28 -


κεφάλαιο 3 Ο Ντομινίκ πήγε στο μπαράκι, άνοιξε την πόρτα και με ικανοποίηση διαπίστωσε ότι η Κέιτ δεν είχε πετάξει τα μπουκάλια με το ουίσκι. Πιο συγκεκριμένα, κανένας δεν είχε ακουμπήσει κανένα μπουκάλι όσους μήνες έλειπε εκείνος. Αφού σέρβιρε ένα διπλό ουίσκι από μια μάρκα πενήντα ετών, κάθισε στην ανοιχτοπράσινη πολυθρόνα. Καθώς έπινε το ουίσκι του, άρχισε να σκέφτεται το πρόγραμμά του για τις επόμενες μέρες. Ύστερα, έχοντας χαλαρώσει χάρη σ’ αυτό το υπέροχο ποτό που ζέστανε τις αισθήσεις του, άφησε στο πλάι του το άδειο ποτήρι, πήρε το κινητό του και έκανε ένα τηλεφώνημα. Μπορεί να ήταν αργά για ένα επαγγελματικό τηλεφώνημα, αλλά θα διαπίστωνε αν ήταν πολλά τα χρήματα που πλήρωνε στην υπεύθυνη για τις προετοιμασίες του γάμου του, «Κύριε Κνάιτ», είπε εκείνη μόλις σήκωσε το τηλέφωνο. «Δεν είναι ώρα για επαγγελματικά τηλεφωνήματα». Σίγουρα της έδινε περισσότερα από όσα θα έπρεπε. «Ζητώ συγνώμη, κυρία Άστινγκς, αλλά θα ήθελα να κλείσουμε ένα ραντεβού στο σπίτι μου αύριο το βράδυ. Όποια ώρα σας εξυπηρετεί μετά τις εφτά. Η αρραβωνιαστικιά μου εργάζεται». «Θα προτιμούσα πρωί». «Δυστυχώς, αυτό δεν είναι δυνατόν». Δε σκόπευε να λογομαχήσει μαζί της. Ο οικονομικός διευθυντής του, ο Ρόσκο, είχε ήδη μεταφέρει ογδόντα χιλιάδες δολάρια στον τραπεζικό λογαριασμό της. Ήταν αρκετά χρήματα για να την απασχολήσει ένα ή δύο βράδια. Περίμενε, λοιπόν, υπομονετικά την απάντησή της. Άλλωστε - 29 -


δεν ήταν και η μοναδική που μπορούσε να αναλάβει τις προετοιμασίες ενός γάμου στο Λονδίνο. «Πολύ καλά, κύριε Κνάιτ», είπε εκείνη ψύχραιμα μετά από παρατεταμένη σιωπή. «Εκτιμώ το γεγονός ότι είστε συνεργάσιμη, κυρία Άστινγκς». Η φωνή του ακούστηκε σαν απαλό χάδι. «Τη διεύθυνσή μου στο Ίτον Πλέις την έχετε. Θα ήθελα να ζητήσω και μια χάρη. Η αρραβωνιαστικιά μου είναι λίγο ευέξαπτη. Θα εκτιμούσα πολύ αν δε λαμβάνατε υπόψη τα καυστικά σχόλια που πιθανόν να κάνει. Είναι το παν για μένα. Δε θα ήθελα να τη στενοχωρήσω». «Σύμφωνοι, κύριε Κνάιτ. Θα κάνω ό,τι καλύτερο». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Η Ολίβια Ρος έχει μόνο καλά λόγια να πει για εσάς. Προφανώς φροντίσατε ώστε ο γάμος της να μείνει αξέχαστος». «Το ζευγάρι ήταν πολύ ταιριαστό. Κι οι δύο προέρχονταν από παλιές καλές οικογένειες του Σάσεξ». Ο Ντομινίκ κατάλαβε ότι ήθελε να του τονίσει εμμέσως πως συναναστρεφόταν με την αφρόκρεμα της βρετανικής αριστοκρατίας. Κι αυτό του άρεσε. Όμως δεν του άρεσε η συγκαταβατικότητά της. «Ο Μαξ είναι το δεξί μου χέρι. Είναι ένας ξεχωριστός υπάλληλός μου. Θα τον δείτε αύριο». Πολύ σπάνια επιστράτευε τη θέση την οποία κατείχε, αλλά στην προκειμένη περίπτωση το έκανε. Λόγω της μελαγχολικής διάθεσης της Κέιτ, ήθελε να δώσει στην κυρία Άστινγκς να καταλάβει τι πραγματικά σήμαινε να τον έχει πελάτη της, είτε ανήκε στις τάξεις της αριστοκρατίας είτε όχι. Αδιαφορώντας για την ενόχληση της κυρίας Άστινγκς που εκδηλώθηκε με ένα ρούφηγμα της μύτης, πρόσθεσε: «Θα μπορούσατε να φέρετε μαζί σας και μια σχεδιάστρια μόδας; Καταλαβαίνω ότι σας αφήνω λίγο χρόνο για να προετοιμαστείτε, αλλά η δεσποινίς Χαρτ μπορεί να θελήσει να δει μερικά σχέδια νυφικών». «Αυτό δε γίνεται», απάντησε εκείνη κοφτά. «Οι καλύτερες είναι ήδη απασχολημένες και τα ραντεβού τους είναι κλεισμένα πριν από χρόνια. Πρέπει να αρκεστείτε σε κάποιο έτοιμο νυφικό». Δεν ξεστόμισε αυτό που ήταν έτοιμο να βγει από τα χείλη του, ότι δηλαδή δε συνηθίζει να κάνει συμβιβασμούς. Ούτε τον - 30 -


ενδιέφερε που οι σχεδιάστριες ήταν κλεισμένες πολλά χρόνια πριν. «Θα σας παρακαλούσα να βρείτε μια καλή σχεδιάστρια και θα πληρώσω ό, τι ζητήσει», προτίμησε να πει με τον πιο ήπιο τρόπο που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να ξεπεράσει ανυπέρβλητα εμπόδια. «Μήπως έτσι μπορούμε να κάνουμε κάτι;» Πίσω από αυτή τη φράση του κρυβόταν μία άλλη: είμαι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους αυτού του πλανήτη και μπορώ να λαδώσω όποια γρανάζια χρειαστεί για να τα κάνω να κινηθούν. Η φωνή της κυρίας Άστινγκς ακούστηκε ψυχρή και μουδιασμένη, αλλά οι λέξεις της ήταν αυστηρές και επιλεγμένες μία μία: «Αφήστε με να σκεφτώ, κύριε Κνάιτ, για να δω τι μπορώ να κάνω». «Τέλεια», είπε εκείνος ευδιάθετος. «Ήξερα ότι μπορούσα να στηρίζομαι σ’ εσάς. Θα τα πούμε αύριο γύρω στις εφτά. Καλό σας βράδυ». Πάτησε ένα πλήκτρο για να ολοκληρώσει την κλήση του, ακούμπησε πλάι του το κινητό και κάθισε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα. Καταλάβαινε πολύ καλά τι σήμαιναν τα πιεστικά ωράρια. Εκείνος όμως ήταν διατεθειμένος να πληρώσει ό, τι χρειαζόταν για να πετύχει το σκοπό του. Νόμιζε ότι αυτό το είχε δώσει κι άλλη φορά να το καταλάβει η κυρία Άστινγκς. Όμως αυτή τη φορά ήταν απόλυτα ξεκάθαρος. Περίμενε να δει αποτελέσματα. Τις επόμενες δύο ώρες απάντησε σε μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μίλησε με τον Μαξ άπειρες φορές, συνεννοήθηκε με τον οικονόμο του, τον Μάρτιν, για το τι έπρεπε να προσφέρει στην κυρία Άστινγκς το βράδυ και, τέλος, μίλησε στο τηλέφωνο με την αδερφή του για τις προετοιμασίες του γάμου, μη τυχόν κι έπρεπε να κάνει κάτι ακόμη εκτός από το να υπογράφει και να δίνει επιταγές. Όμως η πρώτη ερώτησή του δεν είχε σχέση με το γάμο. «Την εποχή που ήσουν έγκυος κοιμόσουν πολύ;» «Ναι. Πήγαινα νωρίς το βράδυ για ύπνο και κοιμόμουν και το μεσημέρι. Δεν το θυμάσαι;» «Εγώ τότε ήμουν δεκαέξι χρόνων. Δεν ερχόσουν μαζί μου για - 31 -


σέρφινγκ. Γιατί θα έπρεπε να το είχα προσέξει;» «Ρωτάς επειδή μάλλον το ίδιο κάνει και η Κέιτ». «Κοιμάται από τις εννιά. Είχα αρχίσει να ανησυχώ». «Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Εκτός αυτού, μου είπε ότι δουλεύει πολλές ώρες. Αυτό μάλλον δεν είναι σωστό στην κατάστασή της». «Μην το λες σ’ εμένα. Πες το στην ίδια», είπε ο Ντομινίκ. «Προσπαθώ να την πείσω να διακόψει τη συνεργασία της και να καθίσει στο σπίτι». «Έπαψες να την επηρεάζεις;» ρώτησε αστειευόμενη η Μέλανι. Γέλασε συγκρατημένα. «Αυτό δε θα συμβεί ποτέ». Τώρα γέλασε κι εκείνη. «Τελικά βρήκες το δάσκαλό σου». «Δε θα το έλεγα». Η Κέιτ δεν ήταν το μόνο άτομο που διέθετε μεγάλη αυτοπεποίθηση. «Πάντως είναι πολύ ανταγωνιστική και πεισματάρα», πρόσθεσε με ύφος ενοχλημένο. «Σαν κι εσένα. Αλήθεια, αδερφέ μου, πρέπει να καταλάβεις ότι είσαι κι εσύ απίστευτα πεισματάρης, για να μην πω ξεροκέφαλος». Δε σκόπευε να του θυμίσει τις αντιπαραθέσεις με τη μητέρα τους, παρ’ ότι η γλώσσα της "την έτρωγε». «Πάντως μη γίνεσαι γκρινιάρης. Είσαι τυχερός που έχεις την Κέιτ». «Το ξέρω», είπε. «Συγκεκριμένα, γι’ αυτό σε πήρα. Αύριο θα συναντηθούμε με κάποια που ρυθμίζει τις λεπτομέρειες γάμου και θέλω διάφορες συμβουλές». «Την ενημέρωσες γι’ αυτό; Σου το λέω γιατί ξέρω πώς λειτουργείς, Ντομινίκ». Στη μικρή σιωπή που ακολούθησε, ακούστηκε ένα σιγανό, ειρωνικό γέλιο. «Βάζω στοίχημα ότι δεν της το είπες. Τι συμβαίνει μ’ εσένα; Δεν έχεις καταλάβει ότι η Κέιτ δεν είναι σαν όλες τις άλλες που χαμογελούν και κάνουν ό, τι τους λες; Αν θέλεις τη συμβουλή μου, άκουσέ με. Πρώτα απ’ όλα, να είσαι πολύ ευγενικός μαζί της όταν θα της αναφέρεις το ραντεβού αυτό. Να της πας το πρόγευμά της στο κρεβάτι. Εσύ ο ίδιος κι όχι το υπηρετικό σου προσωπικό. Μετά ρώτησε την αν έχει αντίρρηση γι’ αυτό το ραντεβού». «Ακόμη κι αν ακολουθήσω τις συμβουλές σου, μπορεί να απαντήσει αρνητικά». - 32 -


«Επειδή ξέρω πώς ενεργείς», είπε η Μέλανι κοφτά, «φαντάζομαι ότι μπορείς να της αλλάξεις γνώμη αν προσπαθήσεις πραγματικά. Έχεις τον τρόπο σου εσύ». Ο Ντομινίκ ξεφύσηξε δυνατά. «Καλά, καλά. Θα της πάω το πρόγευμα στο κρεβάτι. Μετά θα τη ρωτήσω. Σ’ ευχαριστώ, Μέλανι. Πες μου τώρα κάτι άλλο. Η εγκυμοσύνη της Κέιτ θα δυσκολέψει τη σχεδιάστρια του νυφικού;» «Είμαι σίγουρη ότι θα την πληρώσεις όσο-όσο. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δε θα είναι με τη σχεδιάστρια αλλά ενδεχομένως με την Κέιτ. Αν ήμουν στη θέση σου, θα φρόντιζα να δώσω στη μέλλουσα γυναίκα μου να καταλάβει ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για σένα. Σε κάθε έγκυο αρέσει να την περιποιείται ο άντρας της, να την ενθαρρύνει και να είναι πολύ ευγενικός μαζί της, αλλά δυστυχώς καμία από αυτές τις συνήθειες δε φρόντισες να αποκτήσεις. Γι’ αυτό θα σου συνιστούσα να κάνεις ένα εντατικό σεμινάριο». «Τι είναι αυτά που μου τσαμπουνάς; Άκου! Για πόσο καιρό πρέπει να προσέχω τη συμπεριφορά μου;» Αναστέναξε. «Αδερφέ μου, πάρε την Κέιτ κι ελάτε εδώ. Μπορώ να βοηθήσω καλύτερα όταν θα είστε κοντά. Όμως σκέψου καλά», του τόνισε με στόμφο. «Και να θυμάσαι ότι χωρίς την Κέιτ είσαι δυστυχισμένος. Εκείνη σε κάνει χαρούμενο. Εκείνη, ανόητε, είναι το κλειδί της ευτυχίας σου». «Καλά. Εντάξει. Το πήρα το μήνυμα. Θα της είμαι απόλυτα αφοσιωμένος, για πάντα». Πήρε μια μακρόσυρτη εισπνοή. «Όμως είναι πολύς καιρός. Πάρα πολύς καιρός». «Υπάρχει κι η άλλη λύση. Να κάθεσαι μόνος στο σπίτι σου και να παίζεις το πουλί σου. Τα έμαθα από τον Ματ. Εγώ απλώς σου ��έω ποιες εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν». Έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά συνέχισε τις αδερφικές συμβουλές. «Και έχει υπόψη σου ότι αφοσίωση δε σημαίνει να αγοράζεις στην Κέιτ πανάκριβα πράγματα». Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του. «Αυτά ακριβώς μου λέει κι εκείνη». «Τότε ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις». «Ναι, αλλά δε σημαίνει ότι καταλαβαίνω. Παλιότερα τα α- 33 -


κριβά δώρα βοηθούσαν την κατάσταση. Συγκεκριμένα, ήταν πάρα πολύ αποτελεσματικά». «Εκείνο που έχει σημασία είναι να κάνεις κάτι για εκείνη», του εξήγησε η Μέλανι. Εκτός από το να κάνω έρωτα μαζί της όταν δεν κοιμάται, που όπως έδειχναν τα πράγματα ήταν η μοναδική της απαίτηση; «Και τι ακριβώς να κάνω;» Ο Ντομινίκ ήξερε να κάνει δώρα και να κάνει έρωτα. Όλα τα υπόλοιπα του φαίνονταν δύσκολα. «Φρόντισε να μάθεις τι αρέσει στην Κέιτ. Ρώτησε την τι χρειάζεται. Τι είδους βιβλία, ποια μουσική, ποια μορφή ψυχαγωγίας προτιμάει. Την απάντηση στο τελευταίο την ήξερε. «Ρώτησε την αν θέλει να περνάει κάποιο χρόνο μαζί με φίλες της για κουτσομπολιό. Εμένα μου αρέσει αυτό. Α, και να μην ξεχάσεις να τη ρωτήσεις αν της αρέσει να ξυπνάει αργά το πρωί, γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σε ξυπνάει κάποιος όταν...» «Επιτέλους, σταμάτα! Την περιπλέκεις πολύ την κατάσταση. Εντάξει, θα ξεκινήσω με το πρόγευμα στο κρεβάτι και μετά θα προχωρήσω στα υπόλοιπα». «Έτσι μπράβο, αδερφούλη! Είμαι σίγουρη ότι θα τα πας περίφημα. Και μην ξεχνάς ότι αρέσεις στις γυναίκες». «Ευχαριστώ που μου το θύμισες, γιατί είχα αρχίσει να χάνω την αυτοπεποίθησή μου». Γέλασε. «Καλά, με έπεισες». «Πάντως δε θα ήθελα να τα κάνω θάλασσα. Μου λείπει πολύ η Κέιτ όταν είναι μακριά μου». «Να της το πεις αυτό. Πες της τι νιώθεις και πάψε να την καθοδηγείς». «Εντάξει, Μέλανι. Ευχαριστώ. Ελπίζω να τα πούμε σύντομα από κοντά».

- 34 -


κεφάλαιο 4 Το πρόγευμα στο κρεβάτι, ήταν μια υπέροχη ιδέα. Της έδειξε ότι νοιαζόταν για εκείνη, ότι ήταν ευγενικός, πρόθυμος να βοηθήσει και αφοσιωμένος. Όμως μόλις η Κέιτ τελείωσε το πρόγευμά της, ο Ντομινίκ της αφοσιώθηκε με τον τρόπο που του άρεσε περισσότερο. Κι όπως αποδείχτηκε, της... αφοσιώθηκε τρεις φορές πριν τη μεταφέρει στο ντους, όπου της έκανε έρωτα άλλη μία φορά και μετά την έβαλε να καθίσει σε ένα σκαμπό για να την πλύνει. Κι ενώ εκείνη ήταν μισοζαλισμένη ακόμη από τους απανωτούς οργασμούς, ο Ντομινίκ τη σαπούνισε και την ξέπλυνε. Ύστερα πήγε και στάθηκε πίσω της, την έφερε κοντά του, ανάμεσα στα σκέλια του, και άρχισε να της λούζει τα μαλλιά. «Αυτό είναι τέλειο!» είπε εκείνη μετά από λίγο ψιθυριστά. «Τι μου κάνεις;» «Σε λούζω». «Κάνεις και κάτι. Ναι. Και είναι απίστευτο. Και, νιώθω να ερεθίζομαι». Αισθανόταν ένα ζεστό μούδιασμα στη ραχοκοκαλιά της που σιγά-σιγά απλώθηκε σε όλο το κορμί της. Και το αιδοίο της άρχισε να πάλλεται. «Λίγο μασάζ σου κάνω. Αυτό είναι όλο». Πριν από χρόνια, όταν έμενε ακόμη με την αδερφή του, εκείνη του έλεγε συχνά: «Αυτό αρέσει στα κορίτσια. Εκείνο δεν τους αρέσει». Κι εκείνος πάντα την άκουγε. Ήταν σαν να μάθαινε μια ξένη γλώσσα που τον βοηθούσε να κινείται σε έναν άγνωστο για εκείνον κόσμο. Όμως και οι κατά καιρούς επισκέψεις του στην Ινδία τον είχαν βοηθήσει να τελειοποιηθεί στην τέχνη της σωματικής επαφής. Το άγγιγμα των δαχτύλων δεν ανακούφιζε μόνο, δημιουργούσε κι ένα κύμα επιθυμίας. - 35 -


Η ερωτική επιθυμία σήμανε συναγερμό στις αισθήσεις της. «Δε φανταζόμουν ποτέ ότι μπορούσα να έρθω σε οργασμό μόνο με το άγγιγμα». «Αυτό εννοείς;» «Ναι... ναι». Η φωνή της ακούστηκε πνιχτή καθώς πλησίαζε πάλι προς τον οργασμό. Όταν τα βογκητά της υποχώρησαν, της είπε χαμηλόφωνα: «Σύντομα πρέπει να φύγουμε». Έλεγχε τακτικά την ώρα. «Θα τα καταφέρεις;» Με τα μάτια κλειστά, κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Πάλεψε για λίγο με τις σκέψεις του και τελικά αποφάσισε να αφήσει για αργότερα τη συζήτηση σχετικά με τη δουλειά της. Ύστερα τη βοήθησε να ξεπλυθεί, σκουπίστηκαν και οι δύο και πήγαν μαζί στο βεστιάριο. Η Κέιτ στεκόταν ολόγυμνη μπροστά στους καθρέφτες που υπήρχαν μπροστά από τα ανοιχτά φύλλα της ντουλάπας με τα ρούχα της. Κι ενώ ακόμη δεν είχε συνέλθει από τους αλλεπάλληλους οργασμούς, χάιδεψε ελαφρά την κοιλιά της. «Θέλω να φορέσω κάτι άνετο, αλλά δεν μπορώ να εμφανιστώ με φόρμα στη δουλειά μου». Χαμογέλασε. «Αν ήμουν εγώ ο εργοδότης σου, θα σου το επέτρεπα». «Τώρα που το συζητάμε, το ακούω σαν μια πολύ δελεαστική πρόταση». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Αυτό μπορείς να μου το βεβαιώσεις και γραπτώς;» «Μετά από μερικούς ακόμη οργασμούς, όλα μπορούν να συμβούν», του είπε με μια πονηρή λάμψη στα μάτια. «Δε θα εγκαταλείψω την προσπάθεια. Αυτό πιστεύω ότι το έχεις αντιληφθεί». Η φωνή του είχε πάψει πλέον να έχει αστείο τόνο. Γύρισε απότομα κι άρχισε να ψάχνει τα ρούχα στη ντουλάπα. Εκείνη πήρε μια γρήγορη ανάσα. «Ντομινίκ, δεν μπορώ να κάνω συνεχώς υποχωρήσεις. Θέλω να ζήσω κι εγώ τη ζωή μου». Γύρισε απότομα. «Συγνώμη. Δεν κατάλαβα καλά. Τη ζωή σου, είπες;» - 36 -


«Ξέρεις τι εννοώ». «Πες μου εσύ καλύτερα», είπε και περίμενε ακίνητος. «Εγώ δεν είμαι σίγουρος». «Δε θέλω να με εξουσιάζουν. Ούτε θέλω να ανήκω στην εταιρεία Κνάιτ όπου τον πρώτο λόγο τον έχεις παντού εσύ. Μη με αγριοκοιτάζεις, Σε αγαπώ. Θα βρούμε μια λύση». Άφησε την ανάσα του να βγει αργά από μέσα του και υπενθύμισε στον εαυτό του ότι έπρεπε να δείχνει κατανόηση. Ύστερα θυμήθηκε ότι η Κέιτ ήταν πιο ευέξαπτη τώρα λόγω της εγκυμοσύνης. Και προειδοποίησε για μια ακόμα φορά τον εαυτό του ότι έπρεπε να προσέξει να μην τα κάνει θάλασσα. «Έχεις δίκιο», είπε με φωνή που ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Θα βρούμε μια λύση». Γύρισε προς την ντουλάπα και έπιασε μια κρεμάστρα. Την έβγαλε να της έδειξε το φόρεμα που ήταν κρεμασμένο. «Τι λες γι’ αυτό; Δεν είναι εφαρμοστό. Σου αρέσει;» «Όπως νομίζεις. Δε με νοιάζει. Το ξέρεις». «Ομολογώ, μωρό μου, ότι είναι απόλαυση να προσπαθώ να σε βοηθήσω να ντυθείς». Ξεκρέμασε από την κρεμάστρα ένα μαύρο μεταξωτό φόρεμα με κεντημένα πολύχρωμα λουλούδια. «Πού να το φανταζόμουν;» είπε χαμογελώντας. «Πρόσθεσες μια καινούρια, ευχάριστη, νότα στη ζωή μου». «Κι εσύ», είπε εκείνη σιγανά κοιτάζοντας το ολόγυμνο κορμί του, «πρόσθεσες έναν ολόκληρο κόσμο απόλαυσης στη δική μου. Έλα εδώ...» «Όποια στιγμή αποφασίσεις, μωρό μου, να σταματήσεις τη δουλειά, είμαι μαζί σου». Έδειξε το ρολόι του. «Θα περιμένω την απόφασή σου». Τον αγριοκοίταξε. «Είσαι κακομαθημένος». «Δε χρειάζεται να είμαι». Σήκωσε τα φρύδια. «Λοιπόν;» «Τέλος πάντων», ψέλλισε. «Πρέπει να φύγω». «Φρόντισε να γυρίσεις νωρίς», της είπε και πήγε στη συρταριέρα για να πάρει ένα μαύρο δαντελένιο κιλοτάκι που ταίριαζε με το ντύσιμό της. «Να με ενημερώσεις και θα είμαι εδώ». Της το έδωσε πηγαίνοντας κοντά της. «Δεν μπορώ να φύγω από τη δουλειά», είπε αναστενάζοντας. Αυτός ο αναστεναγμός της τον ενθάρρυνε. Μπορεί, τελικά, - 37 -


να καταλάβαινε πολύ γρήγορα τι ήταν καλύτερο για εκείνη στην κατάσταση που βρισκόταν. «Κρίμα! Τέλος πάντων, θα το συζητήσουμε μια άλλη φορά». Πέταξε το φόρεμα σε μια καρέκλα και γονάτισε μπροστά της. «Σήκωσε το πόδι σου», είπε ψιθυριστά. «Τώρα σήκωσε και το άλλο». Ανέβασε σιγά-σιγά το κιλοτάκι της στους μηρούς της και αφού το στήριξε στη σωστή του θέση, σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. «Κάποια στιγμή πρέπει να πάμε να ψωνίσουμε ρούχα εγκυμοσύνης». Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα αποστροφής. Ο Ντομινίκ σηκώθηκε. «Μήπως προτιμάς να έρθει κάποιος στο σπίτι να διαλέξουμε;» «Όχι βέβαια», διαμαρτυρήθηκε. «Τα ρούχα της εγκυμοσύνης είναι απαίσια». «Τα έχεις δει;» «Όχι. Εσύ;» «Τα έχω δει», είπε παίρνοντας το φόρεμα. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο τρεμόπαιξε στην άκρη των χειλιών της. «Και τελικά;» Χαμογέλασε αμήχανα. «Απογοητεύτηκα». Γέλασε κι εκείνη. «Τελικά τι θα κάνουμε;» «Αν δε θέλεις να φοράς ρούχα εγκυμοσύνης, να μένεις γυμνή στο κρεβάτι». Χαμογέλασε πονηρά. «Το προτιμώ». «Ναι... τώρα που το λες το βρίσκω κι εγώ δελεαστικό». Άφησε τα δάχτυλα της να γλιστρήσουν πάνω στη σμιλεμένη κοιλιά της. «Θέλεις να το δοκιμάσουμε τώρα;» ρώτησε με φωνή γεμάτη νάζι. «Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα πας τελικά στη δουλειά σου». «Μήπως έχουμε λίγο χρόνο;» Ο τόνος της φωνής της φανέρωνε μια κρυφή ελπίδα. «Δυστυχώς εσύ όχι. Εγώ έχω. Το δικό μου ωράριο είναι ευέλικτο». Την κοίταζε ίσια στα μάτια. «Εσύ αποφασίζεις. Εγώ είμαι πάντα έτοιμος». Κοίταξε το ερεθισμένο πέος του, άφησε την κομμένη ανάσα της να βγει και σούφρωσε προκλητικά τα χείλη της. «Τι κρίμα! Δε γίνεται». Κατέβασε το φερμουάρ του φορέματος της και το κράτησε. - 38 -


Η Κέιτ έκανε ένα μορφασμό. «Η κατάσταση αυτή είναι εκνευριστική». «Συμφωνώ». «Δε μου αρέσει η ψυχραιμία σου τη στιγμή που εγώ είμαι τόσο αναστατωμένη». «Μωρό μου, ξέρεις τι πιστεύω εγώ γι’ αυτή την περίπτωση. Δε θέλω να δουλεύεις. Θέλω να είσαι μαζί μου συνέχεια. Απλώς σήμερα το πρωί δε θέλω να σε δυσκολέψω περισσότερο». Έσμιξε τα φρύδια. «Έγινα σαφής;» Άφησε ένα ακατάληπτο επιφώνημα. «Καλά. Εντάξει. Προχωράμε». «Δηλαδή;» ρώτησε πολύ προσεχτικά. «Να ντυθώ... αυτό εννοώ». «Ρώτησα για να μη γίνει καμιά παρεξήγηση». Πέρασε το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της, τη γύρισε προς το μέρος του, ανέβασε το φερμουάρ, τη γύρισε πάλι και της έδειξε μια καρέκλα. «Κάθισε. Πάω να φέρω τα παπούτσια». Πριν, όμως, φέρει τα παπούτσια της φόρεσε ένα μποξεράκι και το παντελόνι του. Αυτό ήταν σκόπιμο, για να της τονίσει ότι δεν έκαναν έρωτα επειδή εκείνη ήθελε να πάει στη δουλειά της. Πάντως, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πετύχει αυτό που ήθελε. Όχι όμως σήμερα το πρωί. «Βλέπω ότι εσύ ντύθηκες», είπε κάπως απογοητευμένη. «Μωρό μου, δε γίνονται όλα χωρίς θυσίες». «Κι αν θέλω να γίνουν θυσίες;» Το γκρι παντελόνι του Ντομινίκ τόνιζε την αρρενωπότητά του. Η μορφή του καλογυμνασμένου κορμιού του είχε χαραχθεί ανεξίτηλα στο μυαλό της. Μια φλόγα κι ένα δυνατός πόθος άρχισαν να συσσωρεύονται μέσα της και να ερεθίζουν όλα τα νεύρα του κορμιού της. Εκείνος άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό, της έδωσε τα πράσινα σανδάλια με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο της έδειχνε το κρεβάτι. «Εγώ σου είπα ήδη τι θέλω. Εσύ θα αποφασίσεις τώρα τι θέλεις». Ακολούθησε μια μακριά σιωπή. Μετά η Κέιτ σήκωσε το ένα της πόδι. Η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα, σκέφτηκε ο Ντομινίκ. Άλ- 39 -


λωστε με τον καιρό είχε μάθει να είναι υπομονετικός. Γονάτισε μπροστά της, της φόρεσε τα παπούτσια, έδεσε τα λουράκια, σηκώθηκε και τη βοήθησε να σηκωθεί. «Είσαι κουρασμένη;» ρώτησε χαμηλόφωνα όταν άκουσε τον ελαφρύ αναστεναγμό της και είδε τα βλέφαρά της να κλείνουν. «Πάντα». «Αν κουραστείς στη δουλειά σου και θέλεις να φύγεις, τηλεφώνησέ μου να έρθω να σε πάρω». Χαμογέλασε. «Ευχαριστώ, αλλά όταν αρχίσω να εργάζομαι, συνέρχομαι αμέσως. Τα επίπεδα της αδρεναλίνης μου ανεβαίνουν». «Πρέπει να μιλήσουμε με ένα γιατρό για να βεβαιωθούμε ότι το αεροπορικό ταξίδι δε θα επηρεάσει , την εγκυμοσύνη σου. Τι λες, να βρούμε ένα γιατρό σήμερα;» Στριφογύρισε τα μάτια της. Επειδή αυτό δε σήμαινε σίγουρα όχι, άλλαξε θέμα και τη ρώτησε: «Πού είναι το τηλέφωνό σου και η τσάντα σου για να σου τα φέρω;» «Τα άφησα στην κουζίνα, αν θυμάμαι καλά», είπε και χασμουρήθηκε. Πόσο πολύ ήθελε να πέσει να ξανακοιμηθεί, αλλά κάτι τέτοιο δε γινόταν. Πέντε λεπτά μετά ο Ντομινίκ συνόδευε την Κέιτ έξω από το διαμέρισμά του έχοντας κρεμάσει την τσάντα της στον ώμο του. Ο Τζέικ, που περίμενε ακουμπισμένος στο πλάι του αυτοκινήτου, βιάστηκε να ανοίξει την πίσω πόρτα και να τους υποδεχτεί με ένα χαμόγελο.. «Καλημέρα, αφεντικό. Καλημέρα, δεσποινίς Χαρτ. Ευτυχώς, σήμερα θα έχουμε καλό καιρό». «Πράγματι είναι υπέροχη μέρα», παρατήρησε ο Ντομινίκ. Η Κέιτ χαμογέλασε στον οδηγό, που κι αυτός, όπως και όλοι οι άντρες της προσωπικής ασφάλειας του Ντομινίκ, ήταν καλογυμνασμένος και έτοιμος για δράση. «Καλημέρα, Τζέικ». «Αργήσαμε λίγο», είπε ο Ντομινίκ μόλις μπήκε και κάθισε στο πίσω κάθισμα μαζί με την Κέιτ. «Θα φροντίσω να φτάσετε στην ώρα σας. Στις εννιά. Σωστά;» Ο Ντομινίκ κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ο Τζέικ έκλεισε - 40 -


την πόρτα και δευτερόλεπτα μετά ξεκίνησαν. Επειδή το θέμα του ραντεβού με την κυρία Αστινγκς το είχαν συζητήσει ελάχιστα, και μάλιστα ανάμεσα στους αλλεπάλληλους οργασμούς της Κέιτ, ο Ντομινίκ ήθελε να βεβαιωθεί ότι το θυμόταν. Μόλις, λοιπόν, η Κέιτ ετοιμάστηκε να κατεβεί από το αυτοκίνητο, της είπε; «Φαντάζομαι, δε θα υπάρχει πρόβλημα με το ραντεβού μας στις εφτά». Το κενό βλέμμα της δεν τον καθησύχασε. Στην οργή! Μήπως δε Θα έπρεπε να την ξαναρωτήσει: «Α, ναι. Σύμφωνοι. Αφού το θεωρείς τόσο απαραίτητο». «Δε θα κρατήσει για πολύ», είπε και θυμήθηκε την αδερφή του, την οποία πραγματικά έπρεπε να ευχαριστήσει για τις συμβουλές της. «Τηλεφώνησε μου όταν θέλεις να έρθω να σε πάρω». Τη φίλησε στο μάγουλο και της έδωσε την τσάντα της, μέσα στην οποία ο προσωπικός μάγειράς του της είχε βάλει ένα μικρό πακέτο με φαγητό. «Στις εξίμισι είναι καλά; Σήμερα έχω βαρύ πρόγραμμα». «Προτιμώ στις έξι. Θα προλάβεις να φας και κάτι». «Μήπως στις έξι και τέταρτο; Ένα σάντουιτς είναι αρκετό». Δε σκόπευε να μείνει έξω από την είσοδο της CX Capital και να προσπαθεί να πείσει την Κέιτ ότι στην κατάστασή της έπρεπε να τρώει πιο υγιεινά. «Σύμφωνοι. Στις έξι και τέταρτο», είπε χαμογελαστός. Μετά έμεινε και την κοίταζε που διέσχιζε το πεζοδρόμιο, ενώ όλοι οι άντρες είχαν στρέψει το βλέμμα τους πάνω της. Αυτό το κοντομάνικο εμπριμέ φόρεμα αποκαλύπτει τις γάμπες και τα στήθη της, σκέφτηκε ο Ντομινίκ. Στην οργή! Αύριο θα της δώσω να φορέσει κάτι λιγότερο αποκαλυπτικό. Έσφιξε γερά τις γροθιές του για να συγκρατηθεί και να μη γρονθοκοπήσει κανέναν και περίμενε μέχρι τη στιγμή που η Κέιτ χάθηκε πίσω από τις περιστρεφόμενες πόρτες. Ύστερα ο Ντομινίκ μπήκε πάλι στο αυτοκίνητο. Μόλις ο οδηγός έκλεισε την πόρτα, ο Ντομινίκ έγειρε μπροστά και κατέβασε το πτυσσόμενο τραπεζάκι του αυτοκινήτου. Ο Τζέικ τακτοποιήθηκε στη θέση του οδηγού πριν γυρίσει να τον ρωτήσει: «Πού θα σας πάω τώρα, αφεντικό;» «Περίμενε λίγο εδώ. Θέλω να γράψω ένα σύντομο σημείωμα. - 41 -


Ύστερα πήγαινε σε κάποια εταιρεία ταχυμεταφορών. Πρέπει να παραδώσω το σημείωμα». Μισή ώρα μετά η Τζοάνα Θορπ, η συνάδελφος της Κέιτ στην εταιρεία CX Capital, παρέλαβε ένα φάκελο από ένα μεταφορέα με ποδήλατο, ντυμένο και εξοπλισμένο όπως ένας ποδηλάτης: με ειδικό εφαρμοστό κολάν, κράνος και για να με ακάλυπτες τις άκρες των δάχτυλων. Καθώς έψαχνε στην τσάντα της να βρει να του δώσει φιλοδώρημα, ο νεαρός ποδηλάτης κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ο αποστολέας φρόνησε ήδη και μου έδωσε πενήντα λίρες. Μην κάνετε τον κόπο». Και με ένα φιλικό χαιρετισμό, βγήκε από το γραφείο της. Στο μπροστινό μέρος του φακέλου ήταν γραμμένο το όνομά της: Δεσποινίς Τζοάνα Θορπ. Μόλις γύρισε το φάκελο από την άλλη μεριά, είδε ένα σκούρο μπλε μονόγραμμα που εξηγούσε τη μυστηριώδη αυτή μέθοδο παράδοσης. Με προσεχτικές κινήσεις, η Τζοάνα Θορπ άνοιξε το φάκελο. Ύστερα έβγαλε έξω το σημείωμα. Αν τυχόν και την παρακολουθούσε κάποιος, θα νόμιζε ότι είχε δεχτεί απειλητικό σημείωμα για βόμβα. Πήρε το σημείωμα και το ακούμπησε στο γραφείο, ακριβώς μπροστά της, πριν αρχίσει να το διαβάζει: Δεσποινίς Θορπ, Θα μου κάνετε τη χάρη να βρεθούμε αύριο το μεσημέρι για φαγητό στο Λε Γκαβρός; Παρακαλώ, μην πείτε τίποτα στην Κέιτ. Θα σας εξηγήσω. Με εκτίμηση, Ντομινίκ Κνάιτ. Ικανοποιημένη από την ησυχία που επικρατούσε στο γραφείο της, η Τζοάνα διάβασε πάλι το σημείωμα, περιεργάστηκε το πανάκριβο επιστολόχαρτο, χάιδεψε με το δάχτυλό της το ανάγλυφο μονόγραμμα στο πάνω άκρο του χαρτιού. Μετά, αφού έριξε μια ματιά στο ρολόι, έβαλε το σημείωμα στο συρτάρι του γραφείου της. Όπως αποδείχτηκε, το σημείωμα του Ντομινίκ ήρθε στην πιο κατάλληλη χρονική στιγμή. Κι εκείνη είχε να πει ένα δυο πράγματα στον Ντομινίκ Κνάιτ. - 42 -


Επειδή η Κέιτ δεν έβγαινε ποτέ έξω το μεσημέρι για φαγητό, και μια και σήμερα δεν αρκέστηκε μόνο σε μια σοκολάτα αλλά σε διάφορα άλλα υγιεινά σνακ, η Τζοάνα πέρασε από το γραφείο της καθώς έβγαινε έξω. Της χαμογέλασε και είπε: «Περίφημα. Θέλεις όταν γυρίσω να σου φέρω καφέ, τσάι ή κάτι να φας;» Η Κέιτ σήκωσε το μπολάκι με το ρυζόγαλο. «Τώρα έχω σεφ και με περιποιείται». Ύστερα έδειξε μια κόκκινη πάνινη τσάντα πάνω στο γραφείο της. «Και μία ειδική θήκη μεταφοράς τροφίμων». Η Τζοάνα χαμογέλασε. «Τουλάχιστον βοηθάς την οικονομία να κινηθεί». «Σωστά δεν πράττω; Νοιάζομαι για το καλό της κοινωνίας». «Χαίρομαι που είσαι ευτυχισμένη». Η Τζοάνα ήξερε κάθε λεπτομέρεια για τον Ντομινίκ και την πολύμηνη απουσία του. Στην αρχή, είχε πλήρη άγνοια. Στη συνέχεια όμως και σταδιακά τα έμαθε όλα. «Να υποθέσω ότι όλα πάνε καλά τώρα;» «Ναι». Η Κέιτ έκανε το σήμα της νίκης. «Μερικές φορές είναι όλα τόσο όμορφα, που διστάζω να πιστέψω ότι συμβαίνουν αληθινά». Χαμογέλασε! «Η γιαγιά μου κι εγώ είμαστε προληπτικές». «Εδώ που τα λέμε, αυτός είναι ο τυχερός που σε έχει», είπε η Τζοάνα με κάπως δηκτικό τόνο, γιατί της δημιουργήθηκαν αμφιβολίες για το πρόσωπο του Ντομινίκ Κνάιτ όταν αναζήτησε πληροφορίες γι’ αυτόν στο Διαδίκτυο. Η Κέιτ χαμογέλασε πάλι. «Αυτό του το λέω κι εγώ. Αλήθεια, μπορείς όταν θα έρχεσαι να μου φέρεις παγωμένο τσάι; Θα με βοηθήσει να μείνω δυνατή μέχρι τη λήξη του ωραρίου μου».

- 43 -


κεφάλαιο 5 Ο Ντομινίκ καθόταν ήδη στη θέση του σε ένα γωνιακό τραπέζι, όταν ήρθε ο μετρ συνοδεύοντας την Τζοάνα. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του, σηκώθηκε και της έδωσε το χέρι του. «Ντομινίκ Κνάιτ. Χαίρω πολύ και σ’ ευχαριστώ που ήρθες». Είχε δει φωτογραφίες της συνεργάτιδάς της Κέιτ, αλλά από κοντά ήταν πολύ πιο εντυπωσιακή. Ψηλή, μαύρα μαλλιά κομμένα σε αυστηρό στιλ, μέτρια ομορφιά, λίγα κιλά παραπάνω και ένα βυσσινί καλοραμμένο σύνολο. Αγέλαστη. Η λέξη «συννεφιασμένη» θα ταίριαζε στην περίπτωσή της. «Τζοάνα Θορπ», είπε εκείνη μάλλον ψυχρά. «Όμως αυτό το γνωρίζεις ήδη». «Ναι, χάρη στους πολύ ικανούς συνεργάτες μου»: Έγνεψε στον μετρ να αποχωρήσει κι ανέλαβε ο ίδιος να τη βοηθήσει να καθίσει. Μετά πήγε λίγο πιο πέρα και κάτι είπε χαμηλόφωνα σε έναν άντρα που τον πλησίασε. Τελικά, κάθισε κι εκείνος και χαμογέλασε ευγενικά στην Τζοάνα. Ανάμεσά τους πάνω στο τραπέζι υπήρχαν κρυστάλλινα ποτήρια, πορσελάνινα πιατικά και ασημένια μαχαιροπίρουνα. «Εκτιμώ πολύ που δέχτηκες να συναντηθούμε. Αν δεν έχεις αντίρρηση, παρήγγειλα ήδη. Σκέφτηκα ότι με αυτό τον τρόπο θα είχαμε περισσότερο χρόνο να συζητήσουμε». «Αναφορικά με την Κέιτ». Συνέχισε να μιλάει με ύφος τυπικό, σαν να μην ήθελε να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μελαχρινή ομορφιά του Ντομινίκ. Πράγματι ήταν απίστευτα γοητευτικός, και καλογυμνασμένος. Το πανάκριβο γκρι κοστούμι από πολύ γνωστό οίκο ραπτικής του Λονδίνου δεν μπορούσε να κρύψει το καταπληκτικό σώμα του. Kαι χαρισματικός. Η Τζοάνα δεν ήταν η μόνη που τον "έτρωγε" κυριολεκτικά με τα μάτια. - 44 -


«Ακριβώς, την Κέιτ εννοώ», είπε χαμηλόφωνα. Χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα του, σαν να προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά, και μετά την κοίταξε. «Ανησυχώ για την Κέιτ. Δουλεύει πολλές ώρες. Κι αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό». «Γιατί;» Κοφτό, επικριτικό ύφος. Του ήταν δύσκολο να αποκαλύψει τα προσωπικά του σε μια άγνωστη. «Ας πούμε απλώς ότι είναι μια καλή φίλη μου». «Τόσο καλοί φίλοι είστε που γνωρίζεις ότι η Κέιτ είναι έγκυος;» είπε η Τζοάνα. «και μη μου πεις ότι δεν το ξέρεις, γιατί τότε δε βλέπω το λόγο για να συζητήσουμε». Ετοιμάστηκε να φύγει. «Σε παρακαλώ». Τέντωσε το χέρι του προς το μέρος της να την εμποδίσει. «Ξέρω ότι η Κέιτ είναι έγκυος». Η Τζοάνα κάθισε καλύτερα στη θέση της, αλλά η ματιά της ήταν κοφτερή σαν μαχαίρι. «Τότε να υποθέσω ότι είσαι έτοιμος να κάνεις κάτι γι’ αυτό». Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη του Ντομινίκ. «Σκοπεύω να αποκαταστήσω την Kέιτ το συντομότερο». «Θα ήταν καλύτερα να το είχες κάνει χτες, πριν μια εβδομάδα, ή ένα μήνα νωρίτερα». Έσμιξε τα σκούρα μαύρα φρύδια του. «Δηλαδή έχετε συζητήσει οι δυο σας αυτό το θέμα;» «Όχι. Εκείνη δε μου έχει πει λέξη. Όμως δεν είμαι αφελής να μην έχω παρατηρήσει την πρωινή της αδιαθεσία». «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, η Κέιτ συνειδητοποίησε ότι είναι έγκυος σχετικά πρόσφατα». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα μπορούσα να της το είχα πει κι εγώ, αλλά θεώρησα ότι δεν ήταν δουλειά μου να το κάνω». «Mια και ήρθαμε στο θέμα της δουλειάς...» Ο Ντομινίκ σταμάτησε, έκανε ένα νεύμα και ο σερβιτόρος γέμισε τα ποτήρια τους με σαμπάνια. Μόλις έφυγε, ο Ντομινίκ σήκωσε το ποτήρι του. «Πίνω στην αμοιβαία επωφελή επιχειρηματική συμφωνία μας». Ήπιε τη μισή σαμπάνια του, ακούμπησε στο τραπέζι το ποτήρι, έγειρε ελαφρά προς το μέρος της Τζοάνα και είπε σιγανά: «Θα σου κάνω μια πρόταση. Θα ήθελα να αγοράσω τις μετοχές που έχει η Κέιτ στην εταιρεία σου. Επίσης, θα ήθελα να πληρώσω κι ένα σεβαστό ποσό επιπλέον ώστε να μπορέσεις να προσλάβεις - 45 -


όσο προσωπικό θέλεις για να πάει καλά η επιχείρησή σου. Τα κίνητρά μου είναι καθαρά εγωιστικά και σε παρακαλώ να τα λάβεις υπόψη σου. Θέλω να πάρω την Κέιτ στην πατρίδα μου, αλλά εκείνη νομίζει ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει εσένα και την εταιρεία CX Capital». «Τι λέει για όλα αυτά η Κέιτ;» Έσμιξε τα φρύδια του. «Έχει σημασία;» «Έχει». Τον κοίταξε με αυστηρό ύφος. «Η ερώτησή μου είναι απλή». «Τότε η απλή απάντησή μου είναι ότι εκείνη δεν το ξέρει». «Το φαντάστηκα. Τι θα πει, όμως, όταν ανακαλύψει αυτό που έκανες;» Ο Ντομινίκ άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Χτες βράδυ κοιμήθηκε στις εννιά. Στην κατάστασή της δεν πρέπει να εργάζεται και μάλιστα τόσο πολλές ώρες. Εγώ προσπαθώ να επισπεύσω την αποχώρησή της από την εταιρεία. Όσον αφορά το τι θα πει», συνέχισε ανασηκώνοντας τους ώμους, «θα το διαπιστώσω αν δεχτείς την πρότασή μου». «Εγώ μπορώ να απαντήσω από τώρα. Δε θα της αρέσει καθόλου». Χαμογέλασε σφιγμένα. «Τζοάνα, μη με παρεξηγήσεις γι’ αυτό που θα πω, αλλά αυτό δε σε αφορά. Επίσης, πάρε υπόψη σου ότι σου δίνω μια ευκαιρία να επεκτείνεις την επιχείρησή σου. Και μην ξεχνάς ότι η Κέιτ τελικά θα αποχωρήσει. Αν δεν το κάνει τώρα ή αν δεν το κάνει μόλις λήξει το συμβόλαιό της με την εταιρεία σου, θα το κάνει μόλις γεννήσει. Τότε θα ξανασκεφτεί την καριέρα της». «Πώς το ξέρεις; Πολλές μητέρες εργάζονται». Ο Ντομινίκ έπαιξε λίγο με το μαχαίρι πλάι στο πιάτο του και μετά σήκωσε το βλέμμα του να την κοιτάξει. «Προτιμώ να μη λογομαχήσουμε για την Κέιτ». Το χαμόγελό του κάθε άλλο παρά χαμόγελο ήταν. «Δε νομίζω ότι θα την ενοχλούσε αν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία που θα σου επέτρεπε να αγοράσεις τις μετοχές της. Άλλωστε, κι εκείνη κι εγώ θέλουμε πάρα πολύ αυτό το μωρό». «Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα αυτό;» «Μάλλον επειδή δε γνωριζόμαστε καλά», αποκρίθηκε ο Ντο- 46 -


μινίκ κάνοντας έναν ανεπαίσθητο μορφασμό. «Kαι επειδή δε με αφορά», δήλωσε η Τζοάνα. «Και γι' αυτό», είπε κοιτάζοντας την ίσια στα μάτια. «Και τώρα, αντί να συνεχίζουμε αυτή την άχαρη συζήτηση, θα ήθελα να σου πω τις λεπτομέρειες της πρότασής μου». «Εντάξει». Τώρα η Τζοάνα ένιωθε πολύ καλύτερα αφού ο Ντομινίκ δήλωσε ότι χαιρόταν για τον ερχομό αυτού του παιδιού. «Σ’ ευχαριστώ. Θα καλύψω το ποσό που έχει η Κέιτ στην εταιρεία σου. Το ποσό αυτό θα υπερκαλύπτει τις προσδοκίες σου. Θα σου πληρώσω κι ένα ποσό για να προσλάβεις νέο προσωπικό. Πες μου μόνο πόσα χρήματα θα χρειαστείς». «Θα πρέπει να σκεφτώ». «Το καταλαβαίνω». Μετακινήθηκε κάπως στην καρέκλα του μόλις ήρθε ο σερβιτόρος και έφερε το φαγητό τους: μύδια ψητά και σούπα μινεστρόνε από χτένια, φιλέτο βοδινού με άγρια μανιτάρια και σάλτσα με κόκκινο κρασί, σουφλέ με διπλή στρώση κρέμας και ποικιλία πολύχρωμων λαχανικών. «Δεν ήξερα τις προτιμήσεις σου. Μπορείς να επιλέξεις». Χαμογέλασε πλατιά, γιατί ήταν σίγουρος ότι η Τζοάνα θα δεχόταν την προσφορά του. «Καλή σου όρεξη». Κι αμέσως μετά άρχισε να κόβει το φιλέτο του. Τελειώνοντας, ο Ντομινίκ άφησε στο πιάτο το μαχαίρι και το πιρούνι του. «Θα εκτιμούσα πολύ αν ήσουν διακριτική σε αυτό το θέμα. Οι σκανδαλοθηρικές εφημερίδες με παρακολουθούν συνεχώς και δεν έχω καμία διάθεση να μάθουν τίποτα απ’ όσα συμφωνήσαμε. Ούτε θέλω να νιώσει άβολα η Κέιτ. Έτσι, λοιπόν, αν τελικά συμφωνήσεις και καταλήξεις σε ένα ποσό, θα ήθελα να το στείλεις στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Θα σου δώσω τα στοιχεία. Ο Μαξ θα φροντίσει να πάρεις την επιταγή σου. Το τι θα αποφασίσεις να πεις στην Κέιτ για το νέο επιχειρηματικό σου σχέδιο είναι δικό σου θέμα». Η Τζοάνα έφαγε το σουφλέ της όση ώρα μιλούσε ο Ντομινίκ. Ο Ντομινίκ περίμενε να πάρει ο σερβιτόρος το πιάτο της. «Αν θέλεις να με ρωτήσεις κάτι, μη διστάσεις». «Φαίνομαι για άνθρωπο που διστάζει;» Ετοιμάστηκε να πάρει το πιάτο της με το μοσχάρι. «Μη με παρεξηγήσεις που θα το πω, αλλά μάλλον θέλεις να - 47 -


μου κόψεις τη σπλήνα. Έτσι δείχνεις», είπε ο Ντομινίκ με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. «Τη σπλήνα, όχι. Μάλλον την καρδιά. Αν έχεις...» είπε σηκώνοντας το βλέμμα, ενώ συνέχισε να κόβει το φιλέτο της. «Ομολογώ ότι κι εγώ πρόσφατα ανακάλυψα ότι έχω καρδιά. Στην αρχή ξαφνιάστηκα και μετά θορυβήθηκα. Τώρα όμως είμαι ευτυχής και ικανοποιημένος». Για πρώτη φορά στη ζωή μου. Όμως αυτό δεν το αποκάλυψε σε μια σχεδόν άγνωστη του. Τον κοίταζε στα μάτια έχοντας σηκωμένο το πιρούνι, έτοιμη να βάλει στο στόμα της μια μπουκιά,. «Μακάρι να μη λες ψέματα όσον αφορά το γάμο σου με την Κέιτ. Της αξίζει ένας άντρας στο πλευρό της. Κι αυτός ο άντρας πρέπει να γνωρίζει την αξία της. Η Κέιτ είναι μία αξιόλογη γυναίκα. Kαι πανέξυπνη». «Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά. Όμως υπήρχαν κάποιοι σοβαροί λόγοι που τους τελευταίους μήνες είχαμε απομακρυνθεί». Την κοίταξε επίμονα. «Και η ζωή μου ήταν απελπιστική». Για μια στιγμή διέκρινε κάποια θλίψη στα μάτια του. Μετά της χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο που έκανε τις γυναίκες από τα γειτονικά τραπέζια να γυρίσουν προς το μέρος του, γιατί ήταν αδύνατο να αγνοήσουν την ομορφιά του Ντομινίκ Κνάιτ. Η παρουσία του μαγνήτιζε τις γυναίκες, λες και βρισκόταν ως ηθοποιός πάνω στη σκηνή, με το φως να πέφτει πάνω του και μια πρωτόγνωρη ενέργεια να αναβλύζει από μέσα του. «Ελπίζω να καταλήξουμε σε συμφωνία», της είπε σπάζοντας τη βαριά σιωπή. Μετά από αυτό το χαμόγελο που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει, η Τζοάνα αναρωτιόταν αν θα έλεγε ποτέ όχι οποιαδήποτε γυναίκα. Ένιωθε, όμως, ενοχές για την αντίδρασή της στο χαμόγελό του, γι' αυτό και η φωνή της ήταν κοφτή και απότομη όταν μίλησε. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι». «Ρώτησέ με ό,τι θέλεις», είπε εκείνος ευγενικά, παρ’ όλο που είχε δει παρόμοιες γυναικείες αντιδράσεις από την εποχή της εφηβείας του. Δεν έδωσε σημασία στα γυναικεία βλέμματα μέσα στην αίθουσα. Ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. «Μας έστειλες κάποιους πελάτες;» «Άμεσα, όχι». - 48 -


«Έμμεσα μήπως;» Σήκωσε ελάχιστα τούς ωμούς. «Έχω πολλές γνωριμίες. Κι έχω πολλές εταιρείες. Εσύ και ή Κέιτ κάνατε πάρα πολύ καλή δουλειά. Είμαι πολύ ευχαριστημένος και θα ήθελα να συνεχίσω να συστήνω την εταιρεία σας». Χάρη στην ψύχραιμη στάση του, η Τζοάνα βρήκε ξανά την ψυχική ισορροπία της. «Δεν ξέρω αν αυτό είναι απαραίτητο». «Δεν κάνει κακό πάντως». Χαμογέλασε. «Εκτός αν δε σας αρέσει το κέρδος». Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Γιατί το κάνεις αυτό;» «Γιατί να μην το κάνω; Αφού η εταιρεία σας είναι πολύ καλή». «Αυτό το ξέρεις επειδή...» Από τα χείλη του βγήκε ένας ακατάληπτος ήχος. «Το έκανα επειδή διαπίστωσα ότι πλήρωνα πολύ περισσότερους φόρους για την επιχείρησή μου στη Βόρεια Θάλασσα με τις ανεμογεννήτριες. Πολύ υψηλή φορολογία. Γι’ αυτό θα ήθελα να σε ευχαριστήσω». «Η εταιρεία με τις ανεμογεννήτριες ήταν δική σου;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Η Κέιτ παρατήρησε την απόκλιση». «Μην είσαι μετριόφρων. Κι εσύ θα μπορούσες να την παρατηρήσεις». Η Τζοάνα χαμογέλασε. «Αυτό είναι αλήθεια». «Ώστε τη θεωρείς καλή εταιρεία;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα και κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Ναι, πολύ καλή». Της έδωσε το χέρι του. «Να δώσουμε τα χέρια;» Η Τζοάνα παρατήρησε ότι το χέρι της ήταν πάρα πολύ μικρό συγκριτικά με το δικό του. Κι αν δε συμπαθούσε τόσο πολύ την Κέιτ, σίγουρα θα τη ζήλευε για το μέλλον που την περίμενε. Ο Ντομινίκ Κνάιτ ήταν εκθαμβωτικός. Και πρόθυμος να την κάνει πλούσια. Αυτό δεν έπρεπε να το ξεχάσει. Έγειρε την πλάτη του στη ράχη της καρέκλας. «Ελπίζω να σου αρέσει η σοκολάτα», είπε με ευγενικό τρόπο, έχοντας παρατηρήσει το ύφος μιας γυναίκας που αγωνίζεται να κρατηθεί σοβα- 49 -


ρή. «Τουλάχιστον στην Κέιτ αρέσει. Για την ακρίβεια της αρέσουν οι τρούφες». Και να ήθελε, δεν μπορούσε να μη χαμογελάσει όταν θυμήθηκε τους δυο τους που έτρωγαν -τρούφες στο μπαρ του ξενοδοχείου Ριτζ-Κάρλτον στο Χονγκ Κονγκ την πρώτη βραδιά που πέρασαν μαζί. «Το παρατήρησες;» βιάστηκε να πει και μετά έκανε νεύμα στο σερβιτόρο. «Το ξέρω. Βέβαια δύσκολα θα βρεις γυναίκα που να μην της αρέσει η σοκολάτα». «Σωστά». Σε λίγο ήρθε πάλι ο σερβιτόρος και τους έφερε το επιδόρπιο από το οποίο φυσικά δεν έλειπε η μους σοκολά. «Kι αυτή η λιχουδιά με το τυρί είναι υπέροχη». Χαμογέλασε. «Θα τη δοκιμάσεις;». «Όχι, ευχαριστώ». «Μήπως θέλεις καφέ; Καπουτσίνο; Λίγη ακόμη σαμπάνια;» «Προτιμώ καφέ». «Εντουάρντο, δύο καπουτσίνο». Παραμέρισε το πιάτο του με το επιδόρπιο και κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του. «Χαίρομαι πολύ που είσαι συνεργάσιμη, δεσποινίς Θορπ. Δε βρίσκω λόγια για να σε ευχαριστήσω». «Παρακαλώ. Κι εγώ ευχαριστώ για τη γενναιοδωρία σου». Χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Θέλεις να υπάρχει το όνομά σου στην επιχείρηση;» «Δε μιλάς σοβαρά, φαντάζομαι». «Όχι φυσικά». Γέλασε. «Τελικά έχεις χιούμορ». «Kι εσύ δεν είσαι τελείως τέρας». «Χαίρομαι που το λες. Αν τυχόν χρειαστείς ποτέ περισσότερα κεφάλαια, μη διστάσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου. Θα πω στον Μαξ να φροντίσει να θυμάται το όνομά σου. Ο Μαξ είναι ο φύλακας άγγελός μου». Έγνεψε προς το επιδόρπιό της. «Πώς σου φαίνεται;» Αντί για απάντηση, κούνησε απλώς το πιρούνι της πάνω από το σχεδόν άδειο πιάτο της. «Θέλεις λίγο ακόμη;» - 50 -


«Γιατί όχι;» Δεν πρόλαβε να σηκώσει το χέρι του και ο σερβιτόρος ήρθε πάλι στο τραπέζι τους. «Από ένα ακόμη», είπε ο Ντομινίκ δείχνοντας το πιάτο του. «Φέρε μας και ένα κρασί Τέιλορ του 1966». Κοίταξε την Τζοάνα. «Θα πιεις κι εσύ λίγο κρασί για να γιορτάσεις μαζί μου;» «Ναι. Γιατί όχι; Έχω κι εγώ τους λόγους μου για να γιορτάσω. Και αφού τώρα δώσαμε τα χέρια και δεν μπορείς να αθετήσεις τη συμφωνία μας...» «Αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις», είπε ψυχρά ο Ντομινίκ διακόπτοντάς την. «Το ξέρω. Όμως αυτή τη συμφωνία εσύ τη θέλεις περισσότερο από μένα». Η Τζοάνα τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε. «Θα έκανες τα πάντα για την Κέιτ. Έτσι δεν είναι;» Δεν απάντησε αμέσως. «Πιθανόν», είπε τελικά. «Tι θέλεις;» «Γιατί πρέπει κάποιος να θέλει πάντα κάτι;» «Είναι φυσικό». Ο τόνος της φωνής του είχε μια αιχμή. «Εσύ τι ζητάς; Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να σε ικανοποιήσω». «Με τρομάζεις. Θα αντέξω όμως γιατί κατάφερα και άντεξα τον αλκοολικό πατέρα μου. Έτσι, λοιπόν, δεν τρομάζω εύκολα». «Κι εμένα oι γονείς μου δεν αγαπούσαν τα παιδιά. Μπορούμε, αν θέλεις, να συγκρίνουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε. Όμως δεν απάντησες στην ερώτησή μου. Εσύ τι θέλεις;» «Την ευτυχία της Κέιτ». «Αυτό μπορώ να σου το εγγυηθώ», αποκρίθηκε κοφτά. «Και τι άλλο;» Στον δικό του κόσμο υπήρχε πάντα και κάτι άλλο. «Αν μετά τη γέννηση του μωρού της θελήσει να επιστρέφει στη δουλειά, θα της το επιτρέψεις;» «Σίγουρα ξέρεις ότι της Κέιτ της αρέσει να κάνει αυτό που θέλει», παραδέχτηκε, αλλά το ύφος του ήταν αινιγματικό. «Για το τι θα κάνεις εσύ δεν είμαι σίγουρη. Δε θα μου άρεσε καθόλου να φανταστώ ότι θα εγκαταλείψει την καριέρα της για να σε ευχαριστήσει». «Αν η Κέιτ θέλει να επιστρέψει στη δουλειά, θα φροντίζω εγώ το μωρό. Δε θα αφήσω να μεγαλώσει το παιδί μου κάποια γκουβερνάντα». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο σαγόνι του. «Τώρα έπαψες - 51 -


να ανησυχείς;» Έγειρε απότομα την πλάτη της πίσω. «Θα κάνεις τέτοιο πράγμα;» ρώτησε γεμάτη δυσπιστία. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. «Θεωρείς ότι δεν μπορώ να ταΐσω μωρό ή να αλλάξω την πάνα του;» «Όχι». «Τότε σε περιμένει μια έκπληξη. Παιδιά δεν έχω, αλλά βοήθησα την αδερφή μου να μεγαλώσει τα δύο δικά της. Εκείνη την εποχή ήμουν δεκαέξι χρόνων. Δε με ενοχλούσε που μου έδινε εντολές. Τα παιδιά της με αγαπούσαν πολύ όπως κι εγώ αυτά». «Είναι απίστευτο!» είπε έκπληκτη. «Τώρα σου έδιωξα και την παραμικρή αμφιβολία;» «Τελείως». «Ωραία. Μην ανησυχείς πλέον, δεσποινίς Θορπ. Θα φροντίσω την Κέιτ και το μωρό μας. Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό». Έγειρε ελαφρά προς το μέρος της για να τονίσει τα λόγια του. «Εγώ το μόνο που θέλω από σένα είναι να με βοηθήσεις να πάρω την Κέιτ στο σπίτι μου». «Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ». «Σε ευχαριστώ πολύ». Βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα του και της χάρισε ένα πολύ γοητευτικό χαμόγελό του. «Α, να! Ήρθε και το κρασί». Στη συνέχεια το γεύμα κύλησε μέσα σε ευχάριστο και φιλικό κλίμα, αλλά ήταν επόμενο αφού ο Ντομινίκ φερόταν όσο καλύτερα μπορούσε και ήταν αποφασισμένος να γοητεύσει την Τζοάνα Θορπ αποφεύγοντας κάθε λάθος κίνηση. Αν ήθελε ο Ντομινίκ, μπορούσε να γοητεύσει και την πιο δύσκολη αντίπαλο. Και συχνά το έκανε αυτό για λιγότερο ουσιαστικούς λόγους. Σήμερα η τύχη είχε σταθεί στο πλευρό του. Κατάφερε να πάρει αυτό ακριβώς που ήθελε: να φύγει η Κέιτ από το Λονδίνο.

- 52 -


κεφάλαιο 6 Ο Ντομινίκ κάθισε να δειπνήσει στο χώρο της βιβλιοθήκης του κι όχι στην εντυπωσιακή θολωτή τραπεζαρία του Ίτον Πλέις. «Κέιτ, κάτι πρέπει να φας», είπε χαμηλόφωνα, παραμερίζοντας το πιάτο με τις γαρίδες και τα λαζάνια. Το ύφος του φανέρωνε προβληματισμό. «Μήπως προτιμάς να σε ταΐσω εγώ;» Βολεύτηκε καλύτερα στη θέση της και πήρε βαθιά ανάσα. «Συγνώμη, αλλά τώρα τελευταία έχω γίνει πολύ τεμπέλα». «Πρέπει να ξεκουράζεσαι». Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε κοντά στο παράθυρο που είχε θέα προς τον κήπο. Εκεί σήκωσε από την καρέκλα της την Κέιτ και κάθισε εκείνος παίρνοντάς τη στα γόνατά του. «Αν δε σου αρέσουν οι γαρίδες, δοκίμασε τα λαζάνια. Ζήτησα από τη Νάνα να μας στείλει τη συνταγή της». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δηλαδή της τηλεφώνησες;» «Δε μιλήσαμε πολύ. Απλώς ήθελα να μάθω πώς μαγειρεύεται αυτό το φαγητό, Μου είχες πει ότι είναι το αγαπημένο σου». «Δε φαντάζομαι να ανέφερες τίποτα για την εγκυμοσύνη μου;» Έγειρε για να πιάσει το πιάτο με τα λαζάνια και μετά γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Γιατί να το κάνω;» Πήρε το πιάτο πιο κοντά. «Πες της το εσύ, όταν θα είσαι έτοιμη». Η Κέιτ άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Εκείνος χαμογέλασε και πήρε μια κουταλιά για να τη σερβίρει στο πιάτο. «Σε ό,τι αφορά τη Νάνα, δεν επιτρέπονται λάθη». «Όμως τα κουτσομπολιά κυκλοφορούν». «Δε νομίζω ότι η Νάνα δίνει σημασία σε αυτά. Μωρό μου, ηρέμησε. Δοκίμασε το φαγητό για να μου πεις αν ο Κουιν εκτέλεσε - 53 -


σωστά τη συνταγή της Νάνα. Οπότε κι αν της μιλήσεις για την εγκυμοσύνη σου, θα χαρεί». Πήρε ένα πιρούνι και τσίμπησε λίγα λαζάνια. «Άνοιξε το στόμα σου. Έλα! Πώς σου φαίνεται;» «Μμμμ!» Μασούσε και χαμογελούσε ταυτόχρονα. «Είναι όντως καλομαγειρεμένα. Τα δοκίμασα όταν ήμουν στην κουζίνα». Ο Ντομινίκ τάισε την Κέιτ λαζάνια και μετά άρχισε να την καλοπιάνει για να φάει τελικά το μισό μπολ με τα ροδάκινα και τη σαντιγί. Όταν κάποια στιγμή, κουνώντας το κεφάλι, δήλωσε ότι δεν ήθελε άλλο, εκείνος της είπε: «Σ’ ευχαριστώ, μωρό μου. Τα πήγες περίφημα. Kαι μην ξεχνάς ότι τώρα τρως για δύο άτομα. Πρέπει να σταματήσεις να τρως πίτσες και σοκολάτες». Χαμογέλασε. «Πάντως, με εντυπωσιάζεις με τη ζωντάνια σου». «Και να σκεφτείς ότι δεν έχουμε όλοι τον προσωπικό μας μάγειρα». «Τώρα πλέον έχεις. Γι’ αυτό φρόντισε να αλλάξεις το μενού σου». Χαμογέλασε. «Κι αν δεν το κάνω;» «Να φτιάξουμε μια λίστα και να σημειώνουμε πότε τρως σωστά;» «Αυτό θέλεις ή μήπως να με κάνεις να φτάνω σε οργασμό όταν τρώω σωστά;» Ο Ντομινίκ γέλασε. «Ακόμη καλύτερα. Έτσι θα βγούμε κερδισμένοι και οι δύο». Τέντωσε το χέρι της και ακούμπησε με το δάχτυλό της το κάτω χείλι του. «Θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε αυτό τον κανόνα τώρα; Δε σε είδα καθόλου από το πρωί...» Πήρε βαθιά ανάσα. «Από λεπτό σε λεπτό θα έρθει η κυρία που θα αναλάβει τις προετοιμασίες του γάμου», της υπενθύμισε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σβέρκο του, σήκωσε το βλέμμα της και είπε ψιθυριστά: «Δεν μπορεί να μας περιμένει; Δε θα αργήσουμε». Αναστέναξε. «Μωρό μου, μην το κάνεις αυτό». Απομάκρυνε το ένα χέρι της από το σβέρκο του, γύρισε την παλάμη της και τη φίλησε. Ύστερα της έκλεισε την παλάμη μέσα στη δική του. «Αφιέρωσε στην κυρία Άστινγκς δέκα λεπτά και μετά θα κάνω ό,τι - 54 -


μου ζητήσεις μέχρι αργά τη νύχτα». Χαμογέλασε. «Νομίζω ότι η πρότασή μου σε συμφέρει». «Εντάξει», είπε η Κέιτ με μισόκλειστα μάτια. «Όμως θα ήθελα να μου δώσεις ένα φιλί». «Ένα φιλί. Μόνο ένα!» «Δε μου έχεις εμπιστοσύνη;» Τον κοίταξε με μάτια γεμάτα αθωότητα. «Όχι όταν με κοιτάζεις έτσι». Έσκυψε, τη φίλησε όπως θα φιλούσε μια ηλικιωμένη θεία του. Χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του. Μόνο στο μάγουλο. Ένα σύντομο και γλυκό φιλί. Ύστερα τη σήκωσε από τα γόνατά του, την έβαλε να σταθεί στα πόδια της και σηκώθηκε από την καρέκλα. «Έλα, μωρό μου». Της χάιδεψε τρυφερά με το δάχτυλό του το μπράτσο. «Και μη μουτρώνεις. Σε δέκα λεπτά θα είμαι απόλυτά δικός σου». «Νιώθω κουρασμένη, βαριέμαι, αλλά και πολύ ξαναμμένη ερωτικά», ψέλλισε. «Θα μουτρώνω, λοιπόν, όποτε θέλω». Ευτυχώς που είχε ήδη πει στην κυρία Άστινγκς ότι η Κέιτ μπορεί να είναι κακόκεφη. «Ίσως καταφέρουμε να τελειώσουμε και σε λιγότερο από δέκα λεπτά». Την έπιασε από το χέρι. «Εσύ απλώς πρέπει να συμφωνήσεις σε μερικά πράγματα που θα μας π��οτείνει. Μετά θα κοιτάξεις κάποια σχέδια νυφικών για να μπορεί ο σχεδιαστής να ξέρει από πού θα ξεκινήσει». «Ή μπορείς να επιλέξεις εσύ το νυφικό, όσο εγώ θα συζητώ μαζί της. Έτσι θα τελειώσουμε γρηγορότερα», του είπε χαμογελώντας. «Μην ανησυχείς και δε θα σε φέρω σε δύσκολη θέση. Σου το υπόσχομαι». «Δε θα με φέρεις σε δύσκολη θέση, μωρό μου, το ξέρω. Απλώς πρέπει να ξεκινήσουμε τις προετοιμασίες». «Είσαι πάρα πολύ καλός». Του έσφιξε το χέρι. «Ευχαριστώ». «Μ’ εσένα είναι εύκολο να είμαι καλός». Την τράβηξε κοντά του. «Είσαι το παν για μένα». «Αν συνεχίσεις έτσι, θα βάλω πάλι τα κλάματα». «Όχι, σε παρακαλώ». Τη φίλησε στη μύτη. «Δεν υπάρχει λόγος να κλαις». Χαμογέλασε. «Δεν έχεις χρόνο, άλλωστε». Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα. «Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης για να μην έχουμε δάκρυα... Λες ο σχεδιαστής να παραξενευτεί - 55 -


όταν του ζητήσουμε να μην είναι στενό στη μέση;» «Όχι. Τους πληρώνουμε για να μην... παραξενεύονται». «Μπορούμε επομένως να παραγγείλουμε κάτι απλό. Χωρίς ουρά, χωρίς βέλο, χωρίς πολλά πολλά και σκοντάψω». «Αυτό θα το αποφασίσουμε μαζί. Γρήγορα μάλιστα». Προσποιήθηκε την έκπληκτη. «Αλήθεια; Δηλαδή μπορώ να έχω άποψη;» «Μέσα σε κάποια όρια, μωρό μου. Δε θα ήθελα η γυναίκα που θα παντρευτώ να είναι ντυμένη με φόρμα». «Δε μου κάνουν πλέον οι φόρμες». «Ευχάριστο αυτό». Άφησε το χέρι της, κούμπωσε το γιακά του πουκαμίσου του, έδεσε τη γραβάτα του, κούμπωσε το σακάκι και μετά την έπιασε πάλι από το χέρι. «Πάμε», της είπε χαμογελώντας. Σε μια γωνία του καθιστικού που ήταν περίτεχνα διακοσμημένο κάθονταν δύο γυναίκες, η μία πλάι στην άλλη, σε έναν καναπέ με ταπετσαρία με μπλε ρίγες. Η όλη διακόσμηση του χώρου παρέπεμπε σε νεοκλασικό στιλ. Θολωτή οροφή βαμμένη στο χρώμα του ουρανού. Αρχαιοελληνικού τύπου κίονες. Ανοιχτόχρωμο χαλί στο δάπεδο. Για κάποιον που ήξερε από διακόσμηση, το στιλ αυτό θα το αναγνώριζε αμέσως. Ήταν το σήμα κατατεθέν του οίκου Άνταμ Μπράδερς. Ο Μάρτιν ακουμπούσε τον μεγάλο ασημένιο δίσκο με το σερβίτσιο του τσαγιού πάνω στο τραπεζάκι τη στιγμή που ο Ντομινίκ έμπαινε με την Κέιτ. «Ευχαριστώ που ήρθατε», είπε ο Ντομινίκ καθώς πήγαιναν προς το μέρος των δύο γυναικών. «Ζητώ συγνώμη για την προχωρημένη ώρα. Όμως δε θα σας απασχολήσουμε για πολύ». Σύστησε την Κέιτ στην κυρία Αστινγκς και εκείνη με τη σειρά της σύστησε τη νεαρή γυναίκα που καθόταν πλάι της. Ο Μάρτιν σέρβιρε τσάι και ποτό τις γυναίκες, τσάι την Κέιτ και ουίσκι τον Ντομινίκ. Μετά σέρβιρε κουλουράκια με πολύχρωμο γλάσο σε όλους. Μόλις ολοκληρώθηκε αυτή η διαδικασία, αποχώρησε. «Λόγω της προχωρημένης ώρας», είπε η κυρία Αστινγκς μόλις έφυγε ο Μάρτιν, «ας περάσουμε αμέσως στο θέμα μας». Το - 56 -


ύφος της έδειχνε ότι δεν της άρεσαν τα βραδινά ραντεβού. «Βρήκα ένα μικρό ξωκλήσι κάπου εδώ κοντά». Κοίταζε τον Ντομινίκ χαϊδεύοντας ασυναίσθητα την τριπλή σειρά από μαργαριτάρια που είχε στο λαιμό της. «Δεν έκλεισα ώρα, γιατί έχουν πολλές ώρες διαθέσιμες. Μου είπατε ότι ο γάμος θα γίνει τον επόμενο μήνα». Ο Ντομινίκ στράφηκε προς την Κέιτ. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να πάμε σε μια κοντινή εκκλησία. Έχεις αντίρρηση;» Κοίταξε το πιάτο της. «Βλέπω ότι ο Μάρτιν δε σου σέρβιρε κουλουράκια σοκολάτας. Κι όμως του το είχα ζητήσει». «Δεν πειράζει», είπε η Κέιτ κοκκινίζοντας. «Σίγουρα;» Συμπεριφέρονταν σαν να μην είχαν επισκέψεις. Της χαμογέλασε και η φωνή του έγινε τρυφερή. «Είναι με γέμιση τρούφας». «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ». Η φωνή της έτρεμε. Μπορεί ο Ντομινίκ να αδιαφορούσε που τους άκουγαν, αλλά η Κέιτ είχε παρατηρήσει το σοκ στο πρόσωπο της κυρίας Άστινγκς. Τελικά ο Ντομινίκ κατάλαβε την αμηχανία της Κέιτ. «Καλά. Αργότερα ίσως», είπε ήρεμα και σκύβοντας τη φίλησε στο μάγουλο. «Ώστε συμφωνείς κι εσύ με το ξωκλήσι;» «Αποφάσισε εσύ. Αλήθεια σου λέω», ψέλλισε η Κέιτ και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Ήταν φανερό ότι θα προτιμούσε να βρισκόταν κάπου αλλού. «Δε δίνω ιδιαίτερη σημασία σε αυτά. Αν επρόκειτο να αποφασίσω εγώ, θα πρότεινα ο γάμος μας να γίνει μέσα σε μια ντουλάπα». Δεν την ενδιέφεραν οι εντυπωσιακές τελετές. «Σε αυτή την περίπτωση», είπε ο Ντομινίκ στην κυρία Αστινγκς, «το μόνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι η μυστικότητα». Κοίταξε με νόημα τη λεπτή κυρία με τα γκρίζα μαλλιά και το αυστηρό ύφος. «Δε θέλουμε ούτε δημοσιογράφους ούτε παπαράτσι». «Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο, κύριε Κνάιτ», είπε η κυρία Άστινγκς καταπίνοντας την απέχθειά της για την άνεση που έδειχνε ο Ντομινίκ Κνάιτ. Οι Αμερικανοί δε δίνουν πολλή σημασία στους τύπους. Ο Ντομινίκ μιλούσε τρυφερά στην αρραβωνιαστικιά του λες και εκείνη και η Αμπιγκέιλ δεν υπήρχαν. «Κι η δεξίωση - 57 -


θα γίνει εδώ, όπως ζητήσατε», πρόσθεσε με ένα προσποιητό χαμόγελο, μια και ο κύριος Κνάιτ ήταν φοβερά άνετος και στο θέμα της αμοιβής της. «Πράγματι. Έτσι η μυστικότητα εξασφαλίζεται πολύ καλύτερα. Το μενού μπορείτε να το συζητήσετε με τον σεφ μου όποια ώρα βολεύει εσάς. Αν θελήσει κάτι η Κέιτ, θα σας ενημερώσουμε. Στην κάβα μας υπάρχει άφθονο κρασί. Τη διακόσμηση και τα λουλούδια στο ξωκλήσι και εδώ θα τα φροντίσετε εσείς. Αν τυχόν χρειαστείτε τίποτα άδειες ή καμιά παρέμβαση από τον πρόξενο, ενημερώστε με. Για τη λίστα των καλεσμένων, γιατί δεν ξεκινάτε με πενήντα άτομα και...» «Πενήντα;» ρώτησε έκπληκτη η Κέιτ. «Ή και λιγότερα», πρόσθεσε ο Ντομινίκ χαμογελώντας της. «Εσύ αποφασίζεις». «Εγώ σκέφτηκα να ήμαστε μόνο εμείς». «Και η Νάνα. Κι η Μέλανι με την οικογένειά της». Χαμήλωσε το βλέμμα. «Να καλέσουμε τη συγκάτοικό σου, τη Μεγκ; Μήπως θέλει να έρθει με κάποιον φίλο ή φίλους της; Αλλά κι η Νάνα μπορεί να θελήσει να φέρει φίλες της από τη λέσχη του μπριτζ». «Μη μου πεις! Ζήτησε τέτοιο πράγμα;» Η Κέιτ έφερε αμέσως στο μυαλό της το ξινισμένο ύφος της Γιαν Φόγκελ. «Όχι. Απλώς σκέφτηκα ότι είναι φίλες πάνω από πενήντα χρόνια», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Τέλος πάντων, όλες αυτές τις λεπτομέρειες δεν είναι ανάγκη να τις συζητήσουμε τώρα». Έπιασε το χέρι της Κέιτ. «Σωστά;» είπε κοιτάζοντας την κυρία Άστινγκς με έναν τρόπο σαν να της ζητούσε να συμφωνήσει. Εκείνη το κατάλαβε αμέσως. «Σωστά», αποκρίθηκε, παρ’ ότι αναρωτήθηκε: Μήπως ο Ντομινίκ νόμιζε ότι ήταν καμιά ταχυδακτυλουργός και οι γάμοι γίνονταν τόσο εύκολα: «Ωραία: Το πρόβλημα λύθηκε», είπε ικανοποιημένος ο Ντομινίκ. «Τώρα ας ρίξουμε μια ματιά σε σχέδια νυφικών». Η κυρία Άστινγκς είχε φροντίσει να φέρει ένα μακρύ κατάλογο με τα ονόματα των σημαντικότερων πελατών της σχεδιάστριας και τα σχόλιά τους. Ανεξάρτητα όμως από τις περγαμηνές της, η Αμπιγκέιλ Στρέιχαν θύμιζε πιο πολύ μια αβάν γκαρντ φοιτήτρια. Μια τούφα από τα κατάξανθα ίσια μαλλιά της ήταν - 58 -


βαμμένη ροζ, φορούσε μαύρο μίνι μπλουζοφόρεμα, ασπρόμαυρο ριγέ παντελόνι και ψηλοτάκουνες δερμάτινες μπότες σε μοβ χρώμα. Η Κέιτ συμπάθησε αμέσως και την ίδια και το ζεστό χαμόγελό της. «Θα ήθελα κάτι ριχτό», είπε καθώς η Αμπιγκέιλ άνοιγε ένα ντοσιέ πάνω στο τραπέζι που υπήρχε ανάμεσά τους. «Είναι έγκυός», εξήγησε χαμογελαστός ο Ντομινίκ. «Το κατάλαβα», είπε η Αμπιγκέιλ. «Συγχαρητήρια». Η κυρία Αστινγκς έσφιξε τόσο πολύ τα χείλη της που άσπρισαν. Η Κέιτ δεν το πρόσεξε, γιατί εκείνη τη στιγμή είχε γείρει μπροστά να δει τα σχέδια της Αμπιγκέιλ. Ο Ντομινίκ όμως το πρόσεξε, αλλά παρατήρησε ότι η κυρία Αστινγκς κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μετριάσει την αυστηρότητα του ύφους της με ένα χλιαρό χαμόγελο. Έξυπνη γυναίκα. Τον Ντομινίκ δεν τον ενδιέφερε η γνώμη της για τη ζωή του, με την προϋπόθεση φυσικά ότι θα εκτελούσε κατά γράμμα τις οδηγίες του. Το σημαντικότερο που της ζήτησε ήταν η μυστικότητα. Πριν από την τελετή, ούτε ο Γκόρα, ο μαφιόζος που είχε απειλήσει την Κέιτ, ούτε η άπληστη οικογένεια της πρώην γυναίκας του —για την ακρίβεια, θα γινόταν πρώην σε λίγες μέρες—, ούτε το ευρύ κοινό θα έπρεπε να ξέρουν τα σχέδιά τους. Η κυρία Αστινγκς έδειχνε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει την απόλυτη μυστικότητα. «Μου αρέσει το φόρεμά σου», είπε η Αμπιγκέιλ στην Κέιτ, δείχνοντας το ριχτό ένδυμά της με τα κεντήματα. «Πάει τέλεια με την ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα σου και τα καστανά μαλλιά σου». «Ευχαριστώ. Ο Ντομινίκ μου το αγόρασε. Έχει πολύ ωραίο γούστο. Σ’ αυτό τον τομέα είμαι τυχερή». «Ναι, αλλά εσύ κάνεις τα ρούχα να φαίνονται όμορφα πάνω σου. Άρα, είναι κι αυτός τυχερός». «Αναμφίβολα ναι», είπε ο Ντομινίκ, περνώντας το μπράτσο του στους ώμους της Κέιτ και σκύβοντας τη φίλησε στο μάγουλο. «Είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στη γη». Η Κέιτ κοκκίνισε. Την ξαναφίλησε. Πάντα τον μάγευε η γλυκιά αφέλειά της. Η Κέιτ ήταν μοναδική στον κόσμο του, πολύ καλύτερη από κάθε - 59 -


άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει ως τώρα, απόλυτα φυσική, γεμάτη φρεσκάδα και, το κυριότερο, έτοιμη πάντα για έρωτα. Ήταν η μόνιμη ερεθιστική φαντασίωσή του. Άλλαξε τη στάση του σώματός του για να κρύψει το ερεθισμένο πέος του, τράβηξε το χέρι του από τους ώμους της και αμέσως έστρεψε την προσοχή του στη συζήτηση για το νυφικό. «Αυτό το κοντό, ανάλαφρο φόρεμα φοριέται πολύ εύκολα». Η σχεδιάστρια της έδειξε ένα σχέδιο ενός μεταξωτού κρεμ φορέματος, με σηκωμένο το γιακά με μια πιέτα στην άκρη των μανικιών, που κούμπωναν με τρία μόνο επενδυμένα μεταξωτά κουμπιά. «Ή αυτό το φόρεμα, που θα κρύβει πολύ καλύτερα την κοιλιά σου». «Δε χρειάζεται», είπε ο Ντομινίκ και γύρισε προς την Κέιτ. «Μην το σκέφτεσαι. Από τη στιγμή που θα παντρευτούμε, ας το μάθει όλος ο κόσμος. Δε με απασχολεί». «Ναι, αλλά εγώ μπορεί να μη θέλω ακόμη να το μάθει όλος ο κόσμος». Σήκωσε τα χέρια σε ένδειξη παραίτησης. «Συγνώμη, μωρό μου. Εσύ αποφασίζεις». Οι δύο νεότερες δεν έδωσαν σημασία στην κυρία Αστινγκς, που ρούφηξε τη μύτη της για να δείξει την αποστροφή της. Ο Ντομινίκ την κοίταξε έχοντας σμίξει τα φρύδια. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» τη ρώτησε. «Όχι... όχι. Κανένα. Απλώς είμαι λίγο συναχωμένη», κατάφερε να ψελλίσει. Ακόμη και σε μια γυναίκα τολμηρή και αποφασιστική σαν την κυρία Αστινγκς, η παγερή ματιά του Ντομινίκ είχε άμεσα αποτελέσματα. Ο Ντομινίκ γύρισε ψύχραιμα πάλι προς τα σχέδια και έδειξε κάποιο απλό σχέδιο αμάνικου φορέματος σε κοκαλι χρώμα. «Αυτό εδώ μου αρέσει. Μάλιστα έχει και ένα σακάκι στο ίδιο χρώμα που θα μπορούσε να φορεθεί αν δεν είναι καλός ο καιρός». «Εμένα μου αρέσει εκείνο με το γιακά», είπε η Κέιτ, «Τότε αυτό να φορέσεις». Κοίταξε χαμογελώντας τη νεαρή σχεδιάστρια. «Πότε μπορείτε να το ετοιμάσετε; Δεν ξέρω αν σας το ανέφερε η κυρία Αστινγκς, αλλά η τιμή δε θα παίξει κανέναν απολύτως ρόλο. Αν χρειάζεται να προσλάβετε περισσότερο - 60 -


προσωπικό, μη διστάσετε». «Σε δύο ή το πολύ σε τρεις μέρες μπορώ να το τελειώσω». «Περίφημα». Σηκώθηκε αργά από τον καναπέ, έδωσε το χέρι του στην Κέιτ και τη βοήθησε να σηκωθεί. «Θα πρέπει να πάρω μέτρα», είπε η Αμπιγκέιλ. Η Κέιτ διαμαρτυρήθηκε με ένα συγκρατημένο επιφώνημα. «Θα σας βοηθούσε αν σας στέλναμε το φόρεμα που φοράει τώρα η Κέιτ;» ρώτησε ο Ντομινίκ. «Θα χρειαστεί να γίνει και κάποια πρόβα». «Πόσο χρόνο θα χρειαστείτε για να τελειώσετε το φόρεμα;» «Μία μέρα. Μόνο». Χαμήλωσε το βλέμμα του για να κοιτάξει την Κέιτ στα μάτια. «Δεν είναι άσχημο, αν χρειαστούμε μία μόνο πρόβα. Συμφωνείς;» «Ναι, αλλά μετά τη δουλειά μου», είπε η Κέιτ απευθυνόμενη στη σχεδιάστρια. Ο Ντομινίκ κοίταξε την Αμπιγκέιλ. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Σύμφωνοι. Σε λίγα λεπτά θα σας στείλουμε κάτω το συγκεκριμένο φόρεμα. Χαρήκαμε για τη γνωριμία, δεσποινίς Στρέιχαν. Κι εσείς, κυρία Αστινγκς, όπως πάντα, μας βοηθήσατε πολύ. Όποιες απορίες έχετε μπορείτε να τις πείτε στον Μάρτιν. Από εδώ και στο εξής θα φροντίσει εκείνος για όλα. Θα του πω να έρθει». «Σας ευχαριστώ», είπε η Κέιτ. «Χάρηκα που σας γνώρισα». Και στρεφόμενη προς την Αμπιγκέιλ, είπε χαμογελαστά: «Μου αρέσουν πολύ τα σχέδιά σας». «Θα μπορούσαμε, φαντάζομαι, να μιλήσουμε με τη δεσποινίδα Στρέιχαν για να σου φτιάξει μερικά ρούχα εγκυμοσύνης». Ο Ντομινίκ ακούμπησε το μπράτσο του στους ώμους της Κέιτ. «Σε αυτό τον τομέα δηλώνουμε πλήρη άγνοια και οι δύο. Τουλάχιστον σκεφτείτε την πρότασή μου», είπε ο Ντομινίκ μόλις είδε την Αμπιγκέιλ να διστάζει. «Η Κέιτ πιστεύει ότι τα ρούχα εγκυμοσύνης είναι άχαρα. Ίσως εσείς μπορέσετε να της αλλάξετε γνώμη». «Θα το σκεφτώ, αλλά δεν είναι το αντικείμενό μου». «Οι δημιουργίες σου αρέσουν στην Κέιτ και γι' αυτό ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε. Θα πω στον Μάρτιν να σας δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Τηλεφωνήστε μου όποια ώρα θέλε- 61 -


τε». Γύρισε προς την Κέιτ και την κοίταξε στα μάτια. «Συμφωνείς, μωρό μου;» «Ναι... ναι. Μου αρέσει η απλότητα των φορεμάτων σας», είπε χαμογελώντας στην Αμπιγκέιλ. «Δεσποινίς Στρέιχαν, εντυπωσιάσατε την αρραβωνιαστικιά μου. Συνήθως δεν ασχολείται πολύ με το ντύσιμό της. Φροντίστε να μου τηλεφωνήσετε». Καθώς ο Ντομινίκ κι η Κέιτ έφευγαν πιασμένοι από το χέρι, η κυρία Αστινγκς είπε μουρμουρίζοντας: «Εγώ στη θέση σου δε θα απέρριπτα την πρότασή του; Ο άνθρωπος αυτός δε λογαριάζει καθόλου το χρήμα». «Είναι ερωτευμένος μαζί της. Θέλει να την κάνει ευτυχισμένη». «Ναι. Ίσως. Όμως πιο πολύ θέλει να γίνεται το δικό του. Οι άνθρωποι σαν τον Ντομινίκ Κνάιτ είναι αδίστακτοι. Δε θα ήθελα να είμαι η σύζυγός του και να αποφασίζαμε να χωρίσουμε. Σίγουρα δε θα ήταν καθόλου εύκολος αντίπαλος. Και λάβε υπόψη σου ότι τα περισσότερα παντρεμένα ζευγάρια χωρίζουν. Βρίσκουν κάτι που τους ταιριάζει καλύτερα και προχωρούν». «Παρ’ όλα αυτά εσύ αναλαμβάνεις την προετοιμασία γάμου τέτοιων αντρών». Η κυρία Άστινγκς της χάρισε ένα από τα σπάνια χαμόγελά της. «Τα διαζύγια κάνουν καλό στην επιχείρησή μου. Μερικοί μεγιστάνες έχουν κάνει τέσσερις γάμους ο καθένας. Και πάντα με πολλές τυμπανοκρουσίες και πανηγυρισμούς. Ειλικρινά με εκπλήσσει η απλότητα του γάμου που μου ανέθεσε να προετοιμάσω ο κύριος Κνάιτ». «Δε νομίζω ότι αρέσουν οι φαμφάρες στην αρραβωνιαστικιά του». «Ίσως. Άλλωστε εκείνος έχει κάνει ήδη ένα γάμο. Αυτό το ξέρεις;» «Όχι. Επομένως μπορεί να θέλει κι αυτός μια ήρεμη τελετή». «Ο Ντομινίκ Κνάιτ είναι πολύ πιο παράξενος από ό,τι οι περισσότεροι πελάτες μου. Και πιο απαιτητικός». Ανασήκωσε τους ώμους. «Και πιο γενναιόδωρος. Όμως... Α, να, έρχεται ο άνθρωπός του». - 62 -


κεφάλαιο 7 Ξέχασα να σου πω ότι τηλεφώνησε σήμερα η Αμάντα, η γυναίκα του Τζάστιν, και μας κάλεσε σε δείπνο αύριο», είπε η Κέιτ καθώς περπατούσαν στο χολ. «Δεν είναι κάτι επίσημο, είπε. Ευτυχώς. Επίσης μου ζήτησε συγνώμη για την καθυστερημένη πρόσκλησή της, αλλά λόγω του μωρού δεν μπορεί εύκολα να προγραμματίσει. Εσύ μπορείς;» «Φυσικά. Ό,τι θέλεις εσύ!» «Μίλησα ήδη στην Τζοάνα και έτσι δε χρειάζεται να πάω το Σάββατο στη δουλειά». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Θαυμάσια. Το Σάββατο θα είσαι όλη δικιά μου». «Και θα ξεκουραστώ λίγο κι εγώ». «Μπορείς να κάνεις κι άλλα πράγματά». Την κοίταξε. «Το ξέρεις». «Θα δούμε». 'Ενα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. «Μη με πιέζεις». Άραγε της μίλησε κιόλας η Τζοάνα; «Η πρότασή μου είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό μόνο ήθελα να πω». «Κύριε Κνάιτ, θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθει αν αποφασίσω να γίνω στέλεχος της εταιρείας Κνάιτ», είπε η Κέιτ σφίγγοντας το χέρι του μέσα στην παλάμη της. «Περιμένω πώς και πώς την απόφασή σου», είπε ο Ντομινίκ με ένα πονηρό χαμόγελο. «Πάντως, πολύ με εκπλήσσεις που με αποκαλείς κύριο Κνάιτ. Μου δίνεις την εντύπωση, δεσποινίς Χαρτ, ότι θα είσαι μια υποδειγματική υπάλληλος». Εκείνη γέλασε. «Υποθέτω ότι αυτό θα ήθελες κι εσύ». «Από σένα θέλω τα πάντα. Μπορεί ως εργοδότης να είμαι αυστηρός, αλλά σ’ εσένα θα επιτρέψω τα πάντα. Και το ξέρεις». - 63 -


Ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο στα χείλη της. «Να υποθέσω ότι θα είμαι η ευνοούμενη υπάλληλός σου;» «Από κάθε άποψη. Όμως, μια και ανοίξαμε αυτό το θέμα», είπε προσέχοντας τα λόγια του, «αν αποφασίσεις να εργαστείς στην εταιρεία μου, θα μπορούσαμε να αναλάβουμε μαζί τη διοίκησή της. Ως ισότιμοι εταίροι. Θα έχεις κι εσύ δικαίωμα βέτο, τις ίδιες αρμοδιότητες, την ίδια δυνατότητα να δίνεις εντολές. Το μόνο που θα χρειαστεί να κάνεις είναι να απαντήσεις θετικά». «Είναι τρελό», είπε εκείνη με κομμένη ανάσα. «Δεν έχω ιδέα από...» «Έχεις και παραέχεις. Ξέρεις τι χρειάζεται μια εταιρεία. Κάποια βασικά πράγματα. Πώς μπαινοβγαίνουν τα χρήματα, ποια ποσά, πόσο συχνά, αν τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλά ή όχι ικανοποιητικά. Εγώ μπορώ να σου μάθω πώς να κλείνεις συμφωνίες. Μην παριστάνεις τη μετριόφρονα. Μπορείς να κάνεις τα πάντα και το ξέρεις». «Με τρομάξεις». «Αυτό θα το θεωρήσω φιλοφρόνηση». «Είναι,», έσπευσε να πει και κατάπιε με δυσκολία. Είδε τα μάτια της να βουρκώνουν και βιάστηκε να την πάρει στην αγκαλιά του. «Σε λατρεύω, μωρό μου. Χωρίς όρους και προϋποθέσεις». Έσκυψε, τη φίλησε και συνέχισαν να προχωρούν. «Ούτε βιάζομαι να μου απαντήσεις. Εγώ απλώς έβαλα την πρόταση στο τραπέζι. Θα δεχτώ την όποια απόφασή σου. Αλήθεια», πρόσθεσε, στρέφοντας τη συζήτηση σε ένα λιγότερο επώδυνο θέμα, «τι ώρα είναι το αυριανό δείπνο; Στις οχτώ;» Χαμογέλασε. «Εσύ έπρεπε να γίνεις διπλωμάτης». «Οι διπλωμάτες δεν κερδίζουν χρήματα. Εκτός αυτού, εγώ δε θα άντεχα και θα έδερνα όποιον μου έλεγε ανοησίες. Πάντως σε ευχαριστώ», της είπε χαμογελώντας και με ένα νεύμα χαιρέτησε έναν υπηρέτη που συνάντησαν καθώς έστριβαν για να πάνε στη σκάλα που οδηγούσε πάνω. «Η πρόσκληση ήταν για τις οχτώ», είπε η Κέιτ. «Όμως ζήτησα από την Αμάντα μήπως θα μπορούσαμε να πάμε στις εφτά. Τώρα πλέον νιώθω κουρασμένη από πολύ νωρίς. Η Αμάντα είπε ότι δεν είχε καμία αντίρρηση γιατί κι εκείνη θέλει να ξεκουράζεται - 64 -


το βράδυ, άσχετα αν έχει γκουβερνάντα για το μωρό της». «Θα πάμε, λοιπόν, νωρίς». Ο Ντομινίκ άρχισε, να ανεβαίνει αργά τη σκάλα. «Θα έρθω να σε πάρω στις πέντε από τη δουλειά, θα γυρίσουμε στο σπίτι, θα αλλάξουμε και ύστερα θα πάμε με το αυτοκίνητο στο σπίτι τους». Απ’ ό,τι ήξερε, δεν ήταν κάπου μακριά. «Σίγουρα δε σε ενοχλεί να πάμε;» «Όχι. Κι αφού η Αμάντα γέννησε πρόσφατα, θα έχει να μας πει πολλά για την περίοδο της εγκυμοσύνης. Νομίζω ότι πρέπει να τους το πούμε, αλλά με την προϋπόθεση ότι δε θα πουν σε κανέναν τίποτα». «Σίγουρα;» «Δεν έχεις εμπιστοσύνη στον Τζάστιν και την Αμάντα;» «Φυσικά και τους εμπιστεύομαι», είπε η Κέιτ χαμογελώντας. «Μάλλον θα κρατήσω και σημειώσεις». «Κι οι δύο θα κρατήσουμε σημειώσεις». Έστριψε στο πρώτο κεφαλόσκαλο και κινήθηκε προς την επόμενη σκάλα με τα πιο στενά σκαλοπάτια. «Τώρα θυμήθηκα ότι ο Μαξ μίλησε με την Ολίβια και εκείνη του πρότεινε μια γυναικολόγο στην οποία τηλεφώνησα και της έκλεισα ραντεβού». «Καλά έκανες». «Ναι. Πρέπει οπωσδήποτε να πάμε. Κι έχουμε αργήσει κιόλας». «Σωστά», είπε αναστενάζοντας. «Πότε είναι το ραντεβού;» «Την ερχόμενη Δευτέρα». Τα βήματά τους δεν ακούγονταν καθώς πατούσαν πάνω στο παχύ χαλί. «Τρεισήμισι το μεσημέρι. Ήταν το αργότερο ραντεβού που ήταν διαθέσιμο. Συγκεκριμένα, είναι το τελευταίο της ημέρας». «Κάτι θυμήθηκα τώρα», είπες η Κέιτ με νάζι μόλις σταμάτησαν μπροστά σε μια διπλή πόρτα. «Είχες υποσχεθεί ότι αν δεχόμουν να αφιερώσω δέκα λεπτά στη σχεδιάστρια και στην κυρία που ανέλαβε τις λεπτομέρειες του γάμου, θα ήσουν δικός μου όλη τη νύχτα». «Είναι αλήθεια, μωρό μου. Εσύ αποφασίζεις για τις λεπτομέρειες». Άνοιξε βιαστικά την πόρτα, μπήκαν μέσα στο δωμάτιο και μετά την έκλεισε απαλά. - 65 -


«Υπέροχο!» Το βλέμμα της περιεργαζόταν το τεράστιο δωμάτιο. Οι τοίχοι βαμμένοι μπεζ. Φρεσκογυαλισμένα έπιπλα, μεγάλο κρεβάτι με κουνουπιέρα σε ανοιχτό πράσινο χρώμα, τοιχογραφίες με νεράιδες που έπαιζαν σε ένα τοπίο στην εξοχή. Πολλές συνεχόμενες μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στη βεράντα και είχαν θέα προς τον κήπο. Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση βάφοντας χρυσαφένιο τον ορίζοντα. «Ειλικρινά είναι εντυπωσιακό». Εκείνος δε βαριόταν ποτέ να την κοιτάζει. «Μωρό μου, είσαι πανέμορφη», είπε σιγανά. Εκείνη του χαμογέλασε. Ω Θεέ μου, αυτό το χαμόγελό της τον έκανε πάντα να νιώθει ότι ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. «Καλά θα κάνεις να κρατήσεις τη σημερινή εικόνα μου, γιατί μέρα με τη μέρα θα χοντραίνω όλο και πιο πολύ. Έχε το υπόψη σου. Θα θέλω να ακούω συνέχεια κολακευτικά λόγια. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξα παχιά». Το βλέμμα της πήρε μια λάμψη, μάλλον προκλητική. «Kαι δε θέλω να ακούω τα κολακευτικά λόγια που έλεγες σε όλες μέχρι τώρα». «Μην ανησυχείς. Αυτά πέρασαν, γλυκιά μου. Αυτά που λέω σ’ εσένα δεν τα έχω πει σε καμιά άλλη ούτε πρόκειται να τα πω». «Όλα θα πάνε καλά εφόσον με αγαπάς πραγματικά, τρελά και με πάθος». Μια τέτοια απαίτηση θα την είχε κάνει έξω φρενών κάτω από άλλες συνθήκες. «Θα σε αγαπώ πάντα, μωρό μου. Τον υπερθετικό βαθμό θα τον χρησιμοποιώ μόνο για σένα. Η καρδιά μου σου ανήκει. Η καρδιά μου που έπαψε να είναι ψυχρή», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Και φυσικά σου ανήκουν και όλα τα υπάρχοντά μου». Τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Αν δε σου είναι πολύ δύσκολο, αυτή τη στιγμή ενδιαφέρομαι μόνο για ένα δικό σου... πράγμα». Χαμήλωσε το βλέμμα του. «Αν πρόσεξες, κάποιος... άλλος έδειξε νωρίτερα το ενδιαφέρον του». «Ντομινίκ, με ξαφνιάζεις!» είπε με κομμένη ανάσα καθώς η ματιά της εστιάστηκε στο ερεθισμένο πέος του που πίεζε το - 66 -


παντελόνι του. «Πρέπει να σταματήσουμε τη συζήτηση. Το θέλω τώρα. Οι ορμόνες μου έχουν τρελαθεί εντελώς...» «Το ξέρω». Και χωρίς καθυστέρηση τη γύρισε, άνοιξε το φερμουάρ του φορέματος της και της το έβγαλε. «Πήγαινε να ξαπλώσεις». Της έδωσε ένα ελαφρύ χτύπημα στα πισινά. «Επιστρέφω αμέσως». Με γοργά βήματα άνοιξε την πόρτα, βγήκε και διέσχισε βιαστικά το διάδρομο μέχρι το κεφαλόσκαλο. «Κοίταξε με!» φώναξε. Όταν ο υπηρέτης γύρισε προς το μέρος της φωνής, ο Ντομινίκ του πέταξε το φόρεμα της Κέιτ. «Δώσ’ το στον Μάρτιν», του είπε δυνατά για να τον ακούσει. «Να του πεις επίσης ότι δε θέλω να μας ενοχλήσει κανείς». «Μάλιστα, κύριε». Συγκροτώντας το χαμόγελό του, ο νεαρός υπηρέτης έπιασε το φόρεμα. «Θα του το πω», είπε, αλλά μάλλον μόνο ο ίδιος άκουσε την απάντησή του. Ο Ντομινίκ είχε διασχίσει τη μισή περίπου απόσταση μέχρι το δωμάτιό του και είχε ήδη βγάλει το σακάκι του. Ακολούθησε το λύσιμο της γραβάτας. Μετά από λίγο, όταν μπήκε στο υπνοδωμάτιο, πέταξέ τα ρούχα σε μια καρέκλα, έβγαλε βιαστικά το πουκάμισό του και τα πέταξε μαζί με τη ζώνη του παντελονιού του. Απορροφημένος από αυτό που έκανε, δε σκεφτόταν τίποτ’ άλλο μέχρι τη στιγμή που άκουσε ένα σιγανό αναστεναγμό. Η Κέιτ ήταν ξαπλωμένη στη μέση του κρεβατιού, ελκυστική και χυμώδης, σαν τη θεά Αφροδίτη, περιστοιχισμένη από πολλά μαξιλάρια. Στα πόδια της βρισκόταν το κλινοσκέπασμα. Ήταν πολύ πιο ελκυστική τώρα που ήταν έγκυος. Τα στήθη της μαγνήτιζαν το βλέμμα, οι γλουτοί της ήταν λίγο πιο στρογγυλεμένοι, ενώ η κάπως πεταχτή κοιλιά της του έκοβε την ανάσα, λες και αυτό που τους συνέβαινε ήταν ένα σπάνιο επίτευγμα. Φώναξε σιγανά το όνομά του. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και η φωνή της αδύναμη από τον πόθο. Εκείνος βγήκε βίαια από την ονειροπόλησή του. «Σε πολύ λίγο, μωρό μου, θα είμαι πλάι σου». Απαλλάχτηκε βιαστικά από τα παπούτσια του και άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του. «Έλα... Τώρα». Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα καθώς πίεζε το τριχωτό βουναλάκι του αιδοίου της με τα δυο της χέρια, σαν να - 67 -


ήθελε έτσι να συγκροτήσει: την έντονη επιθυμία της. «Μη διανοηθείς να φτάσεις σε οργασμό χωρίς εμένα!» της είπε αυστηρά. «Μωρό μου, άνοιξε τα μάτια σου». Τα μάτια της άνοιξαν ελάχιστα. «Τότε να βιαστείς να έρθεις», είπε και στο βλέμμα της διέκρινε τον πόθο. Τον ήθελε οπωσδήποτε τώρα, αυτή τη στιγμή. «Ευχαριστώ που με πρόσεξες», είπε χαμηλόφωνα και χαμογέλασε πονηρά καθώς κατέβαζε ταυτόχρονα το παντελόνι και το μποξεράκι του. «Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά το εργαλείο σου τα πρόσεξε όλα», είπε, γνέφοντας προς το ορθωμένο πέος του. «Κι εγώ πάντως το σκεφτόμουν όλη μέρα». «Τότε ετοιμάσου να μας δεχτείς, μωρό μου. Θα σου κάνουμε επίσκεψη». Ανατρίχιασε όταν ένα κύμα ηδονής σάρωσε το κορμί της. Ο επιτακτικός τόνος της φωνής του ήταν το έναυσμα που πυροδότησε τον πόθο της. «Βλέπω ότι είσαι έτοιμη», συνέχισε, βγάζοντας ό,τι είχε απομείνει πάνω του, «αλλά για να σε επισκεφθώ πρέπει να ανοίξεις πιο πολύ τα πόδια σου». Αυτόματα εκείνη τα άνοιξε ακόμα περισσότερο. Ο Ντομινίκ πλησίασε στο κρεβάτι. «Μωρό μου, είπα να τα ανοίξεις πολύ». Έγνεψε προς το πέος του. «Δε θα χωρέσει, αν δεν...» Αμέσως τα χέρια της κατηφόρισαν και με τα δάχτυλά της έπιασε και άνοιξε τα υγρά και φουσκωμένα χείλη του αιδοίου της. «Πιο πολύ», της είπε με ήπιο τρόπο. «Εκτός... εκτός αν δε θέλεις να μπω μέσα σου». Η Κέιτ άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό καθώς η βαθιά φωνή του, η έμμεση απειλή και η όμορφη υπόσχεση μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο την επιθυμία της. «Περιμένω», ψιθύρισε και μετά χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Κι αυτό γιατί εκείνη είχε βυθίσει τα δάχτυλά της πιο βαθιά μέσα στο αιδοίο της και το είχε ανοίξει με τρόπο που μπορούσε να τον ερεθίσει η θέα του. «Έτσι μπράβο», είπε με φωνή που ακούστηκε με δυσκολία. - 68 -


«Όταν υπακούς, θα επιβραβεύεσαι». Έγειρε κοντά της κι άρχισε να χαϊδεύει απαλά την κλειτορίδα της. «Μην κινείς εσύ τα δάχτυλά σου», της είπε και συνέχισε να πιέζει ρυθμικά την κλειτορίδα της κάνοντας τη να βογκάει από ηδονή. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα. «Θα ήθελα να σου ζητήσω μια απλή χάρη», είπε μέσ’ από σφιγμένα δόντια. Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Δεν είναι η πρώτη φορά. Μπορεί και να θέλω να παίξω για λίγο μαζί σου». «Ναι, αλλά εγώ μπορεί να μη θέλω», είπε εκείνη εκνευρισμένη. Χάιδεψε το φαλλό του με το δάχτυλό του. «Αυτός εδώ όμως θέλει παιχνίδια». Άθελά της έγλειψε τα χείλη της καθώς κοίταζε το ερεθισμένο πέος του σε όλο του το μεγαλείο να πλησιάζει την επίπεδη κοιλιά του. Το πονηρό χαμόγελό του μαρτυρούσε ικανοποίηση. «Σου αρέσει αυτός;» Με κομμένη ανάσα, τρελαμένη και φουντωμένη, άργησε κάπως να απαντήσει. «Αφού το ξέρεις...» Αυτό ποτέ δεν είχε σημασία στο παρελθόν. Δηλαδή το πόσο πολύ τον ποθούσε μια γυναίκα. «Ωραία», είπε σιγανά. «Τώρα, μωρό μου, πες μου ότι είσαι δική μου. Ότι με θέλεις σαν τρελή». Χαμήλωσε με αργές κινήσεις και βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Σύντομα πλησίασε το ερεθισμένο πέος του στη σχισμή της, αλλά έμεινε απ’ έξω. «Μόνο εμένα ποθείς». «Ναι, μόνο εσένα ποθώ. Ντομινίκ, σε παρακαλώ...» Η φράση της δεν ολοκληρώθηκε γιατί ένα βαθύ βογκητό βγήκε από τα χείλη της καθώς ο Ντομινίκ γλιστρούσε αργά μέσα στην υγρή και φιλόξενη φωλιά της. Έκλεισε τα μάτια κι άφησε την έντονη απόλαυση να απλωθεί στο κορμί του. «Πάντα και μόνο εμένα, μωρό μου. Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο». Η φωνή του μόλις που ακουγόταν. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της μη μπορώντας να πει λέξη, αφού η ηδονή είχε μουδιάσει κάθε νεύρο του σώματός της ωθώντας την προς τον οργασμό. - 69 -


Έπλεξε τα χέρια της γύρω από το σβέρκο του, σήκωσε τα πόδια της, τα στήριξε στη μέση του και άφησε το κορμί της να ανοίξει διάπλατα για χάρη του. «Ευχαριστώ, μωρό μου». Η φωνή του ψίθυρος και χάδι πάνω στα τρυφερά τα χείλη της. Ένιωσε το ανεπαίσθητο χαμόγελό της και απόρησε πώς μια τόσο ασήμαντη κίνηση του χάριζε μια τόσο ανεξήγητη ικανοποίηση. Όμως η Κέιτ ήταν υγρή και παθιασμένη και μάλλον εκείνη έδινε το ρυθμό στον έρωτά τους. Εκείνος τη φιλούσε τρυφερά. «Μωρό μου, βιάζεσαι...» «Σε θέλω τώρα! Τώρα!» απάντησε λαχανιασμένη. Ανήμπορη εντελώς. Αυτή τη στιγμή την περίμενε όλη τη μέρα. Περίμενε αυτό που συνέβαινε τώρα, το άγγιγμά του, το σκληρό κι ασυγκράτητο πέος του να βυθίζεται, να πιέζει, να τρίβεται μέσα της. Κι εκείνος να μπαίνει ολόκληρος. Ναι... Ναι... Αυτό ήταν! Ξαφνικά η ανάσα της σταμάτησε από την ηδονή. Άρχισε να τρέμει και ταυτόχρονα να λιώνει. Και να βογκάει. Όμως η Κέιτ ήταν αχόρταγη, άγρια και αδίστακτη ως προς την ανάγκη της και εκείνος συνέχισε να ικανοποιεί τις άγριες επιθυμίες της. Μέχρι τη στιγμή που της είπε ψιθυριστά: «Αρκετά, μωρό μου. Πρέπει να σταματήσουμε. Εσύ τρέμεις ολόκληρη». Μετά άρχισε να την ποτίζει με τους χυμούς του. Και έτσι έβαλε ένα προσωρινό τέλος στις απαιτήσεις της. Τον κοίταζε ενοχλημένη. «Κι αν εγώ θέλω κι άλλο;» «Καμία αντίρρηση, αλλά όχι τώρα. Δεν ξέρουμε αν επιτρέπεται στην κατάστασή σου. Πρέπει να το συζητήσουμε με τη γιατρό. Ας μην το παρακάν��υμε». «Εγώ νιώθω υπέροχα». «Δεν έχω καμία αντίρρηση», είπε ήρεμος και κάθισε πλάι της. «Ούτε εγώ έχω. Δεν είμαι υπάλληλός σου που πρέπει να μου δίνεις εντολές», διαμαρτυρήθηκε. Προφανώς είχε ξεχάσει ότι της είχε προσφέρει μια θέση πλάι του στην εταιρεία του. Ο Ντομινίκ δαγκώθηκε για να μην της δώσει μια "πληρωμένη" απάντηση και πήρε μια αργή ανάσα. «Κέιτ, ξέρω ποια είσαι. Απλώς ανησυχώ για την υγεία σου». «Γιατί δεν αφήνεις εμένα να ανησυχώ γι’ αυτό;» - 70 -


Άλλη μια φορά που χρειάστηκε να συγκρατηθεί. «Θα νιώθω καλύτερα μετά την ενημέρωσή μας από τη γιατρό», είπε συγκρατώντας τον εκνευρισμό του. «Εγώ όμως νιώθω πολύ καλύτερα μετά από μερικούς οργασμούς». Έσμιξε τα φρύδια με θυμό. «Μη συμπεριφέρεσαι σαν παιδί». «Κι εσύ μη μου φέρεσαι σαν αφέντης! Βρες κάποια άλλη γι’ αυτόν το ρόλο». Έστρεψε για λίγο το βλέμμα του αλλού, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του. Ύστερα κατέβασε τα πόδια του και κάθισε στην άκρη τού κρεβατιού, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα γύρισε και τη σήκωσε πάνω κι εκείνη με μεγάλη ευκολία. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Πριν προλάβει να ολοκληρώσει με κομμένη ανάσα την ερώτησή της, βρέθηκε ξαπλωμένη μπρούμυτα πάνω στα γόνατά του. «Πόσες φορές σου έχω πει να μην κάνεις πολλές ερωτήσεις;» Προσπαθούσε να την κρατήσει σε αυτή τη θέση. «Δε μ’ αρέσει καθόλου Αυτό που πας να κάνεις». «Σου το έχω ξανακάνει», είπε εκείνος μη δίνοντας σημασία στις διαμαρτυρίες της. «Και πάντα έχω κάθε λόγο να το κάνω». «Ντομινίκ, μην το κάνεις! Μη!» Προσπάθησε να του αντισταθεί καθώς το χέρι του γλιστρούσε ανάμεσα στους μηρούς της για να τους ανοίξει. «Μην κλείσεις τα πόδια!» της είπε επιτακτικά και την ίδια στιγμή ακούμπησε το δάχτυλό του πάνω στην κλειτορίδα της. Της κόπηκε η ανάσα από την ξαφνική κορύφωση της απόλαυσής της. Το είναι της ολόκληρο σαρώθηκε από την ηδονή. Κι η Κέιτ ήταν ανήμπορη να αντιδράσει. «Πρέπει κάποτε να μάθεις να υπακούς, Κέιτ. Δεν μπορεί να γίνεται πάντα το δικό σου». Την επόμενη στιγμή η παλάμη του χτύπησε δυνατά τα οπίσθιά της. Τσίριξε από τον πόνο. Οι γλουτοί της πάλλονταν, πονούσαν και έτσουζαν. Μετά ένιωσε ένα φτερούγισμα ανάμεσα στους μηρούς της και ανατρίχιασε από την ένταση του πόθου. Δευτερόλεπτα αργότερα αυτό το γλυκό τρεμούλιασμα συνοδεύτηκε από - 71 -


υγρασία μέσα στο αιδοίο της. «Περιμένω μια απάντηση!» Άλλη μία δυνατή ξυλιά στα πισινά. Αυτή τη φορά έμεινε το ίχνος της παλάμης του πάνω στη λευκή επιδερμίδα της, με την ερωτική επιθυμία της να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Την επόμενη στιγμή το άλλο χέρι του βρήκε την κλειτορίδα της και με αργές και έμπειρες κινήσεις του δαχτύλου του κατάφερε να την κάνει να βογκάει. «Δεν άκουσα την απάντησή σου», είπε εκείνος υψώνοντας τη φωνή. Άλλη μια δυνατή ξυλιά. Αντίθετα, το χάδι πάνω στην κλειτορίδα της ήταν απαλό, ερεθιστικό. «Περιμένω!» Η ανάσα της Κέιτ ήταν κοφτή. Το κορμί της γεμάτο πόθο και η ερωτική της επιθυμία στα ύψη. Το δέρμα της, στο σημείο που τη χτυπούσε, την έτσουζε και από στιγμή σε στιγμή η κορύφωσή της πλησίαζε, «Κέιτ, περιμένω να μου απαντήσεις, γιατί αύριο δε θα μπορείς να καθίσεις σε καρέκλα». Άλλη μια δυνατή ξυλιά στα ταλαιπωρημένα οπίσθιά της. «Πες μου ότι καταλαβαίνεις ποιος έχει τον πρώτο λόγο σε αυτή τη σχέση». Κι άλλη μια ξυλιά. Κάθε φορά η επιδερμίδα της γινόταν πιο έντονα κόκκινη εκεί που την άγγιζε το χέρι του. «Εσύ, Ντομινίκ! Εσύ!» κατάφερε να πει με δυσκολία καθώς το δάχτυλό του γλίστρησε μέσα της και βρήκε το σημείο της υπέρτατης ηδονής της. «Αν θέλω, μπορώ να συνεχίσω έτσι μέχρι το βράδυ. Θέλω να ακούσω επί λέξει τη φράση: “Ξέρω ποιος έχει τον πρώτο λόγο σε αυτή τη σχέση”. Θέλω να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να έχεις συνέχεια το πέος μου μέσα σου». Την επόμενη στιγμή ο Ντομινίκ αναστέναξε καθώς η Κέιτ έφτανε πάλι σε οργασμό. «Ούτε κι εγώ ξέρω τι θα κάνω τελικά μ’ εσένα!» Αν ήταν η Κέιτ σε θέση να απαντήσει, σίγουρα θα είχε διαφωνήσει μαζί του. Όταν τελικά η ανάσα της επανήλθε στα φυσιολογικά επίπεδα και σταμάτησαν τα ρίγη της, σήκωσε το κεφάλι της, του χαμογέλασε και είπε: «Τώρα, Ντομινίκ, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι ξέρω ποιος έχεις το πάνω χέρι σε αυτή τη σχέση». Της χαμογέλασε πονηρά. «Μόνο που θα το ξεράσεις μέχρι - 72 -


την επόμενη φορά που θα θέλεις να φτάσεις πάλι σε οργασμό». «Θα πάμε να δούμε τη γιατρό και αυτή θα μάς λύσει όλες τις απορίες», δήλωσε η Κέιτ. Την κοίταζε στα μάτια και μετά της είπε ήρεμα: «Μέχρι τότε, όμως, θα είμαστε πιο προσεχτικοί. Εντάξει;» Κούνησε το κεφάλι της συμφωνώντας. «Εντάξει». Τη σήκωσε με πολλή ευκολία, σαν να ένα μωρό. «Ανησυχώ. Αυτό είναι όλο». Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι μπρούμυτα. «Μου είσαι θυμωμένη; Σε πόνεσα;» Έσκυψε και έδωσε στα κοκκινισμένα οπίσθιό της ένα φιλί απαλό σαν χάδι. «Συγνώμη». Άλλο ένα τρυφερό φιλί. «Συγνώμη, μωρό μου». Κι άλλα φιλιά στο ίδιο μέρος. Μετά, τα φιλιά του μετακινήθηκαν αργά προς την πλάτη της, έφτασαν πιο ψηλά και κατέληξαν στο σβέρκο. «Να σου φέρω ένα βρεγμένο πανί να βάλεις στα πανέμορφα οπίσθιό σου;» τη ρώτησε ψιθυριστά. Γύρισε ανάσκελα και τέντωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. «Αυτό που θέλω είναι να σε νιώσω απαλά μέσα μου καθώς θα ετοιμάζομαι για ύπνο». Δίστασε για λίγο, αλλά μετά είπε: «Αρκεί το “απαλά” να είναι αυτό που ξέρω εγώ». Χαμογέλασε. Τα μάγουλά της κοκκινισμένα και η μορφή της γλυκιά. «Εντάξει. Αφού εσύ έχεις τον πρώτο λόγο». Ο Ντομινίκ γελούσε ακόμη καθώς έμπαινε μέσα της αργά και προσεχτικά. Όταν εκείνη αποκοιμήθηκε, ο Ντομινίκ περίμενε για μία σχεδόν ώρα πριν σηκωθεί από το κρεβάτι. Στο μεταξύ απαντούσε μέσω του κινητού του στην ηλεκτρονική αλληλογραφία του. Όταν η Κέιτ κοιμήθηκε για τα καλά, σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιο που βρίσκονταν τα ρούχα του, φόρεσε μια φόρμα κι ένα μπλουζάκι και κατέβηκε στο ισόγειο, στη βιβλιοθήκη του. Λίγα λεπτά μετά εμφανίστηκε στην πόρτα ο Μάρτιν. «Είναι όλα καλά, κύριε; Μήπως θέλετε κάτι;» Ο Ντομινίκ σήκωσε το βλέμμα του από την οθόνη του υπολογιστή του. «Φέρε μου κάτι να φάω, γιατί δεν έφαγα πολύ και πείνασα». «Το παρατήρησε κι ο σεφ. Θέλετε και κρασί;» - 73 -


«Μισό μπουκάλι μόνο. Λέω να το μειώσω». «Είμαι σίγουρος ότι η δεσποινίς Χαρτ εκτιμά τη στήριξή σας». Ο Ντομινίκ έσμιξε με απορία τα φρύδια. «Εννοώ ότι αφού εκείνη δεν μπορεί να πιει, προσαρμόζεστε κι εσείς ανάλογα. Το ίδιο έκανε κι ο γαμπρός μου όταν η Τζένι έμεινε έγκυος». «Α, μάλιστα. Δηλαδή είσαι παππούς τώρα;» «Έχω δύο εγγόνια. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι». «Να σου ζήσουν». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε συγκρατημένα. «Ομολογώ ότι είναι πολύ όμορφο να κάνεις όνειρα για ένα παιδί». «Δε θα το μετανοήσετε, κύριε». Ο Ντομινίκ έσκυψε λίγο το κεφάλι. «Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, πρέπει να το ζήσει». «Πράγματι». Ο επικεφαλής του υπηρετικού του προσωπικού ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά μετά κοντοστάθηκε. «Τηλεφώνησε ο κύριος Ρος δύο φορές. Του είπα ότι είχαμε εντολή να μη σας ενοχλήσουμε». «Θα του τηλεφωνήσω εγώ. Σε παρακαλώ, στείλε κάποιον να καθίσει έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου μου. Θα το εκτιμούσα πολύ. Και να του πεις να με ειδοποιήσει αμέσως μόλις ξυπνήσει η Κέιτ. Επίσης, μόλις μου φέρεις το φαγητό, μπορείς να πας να ξεκουραστείς για απόψε». «Σας ευχαριστώ». «Μένεις μακριά;» Οχτώ χρόνια εργαζόταν κοντά του ο Μάρτιν, αλλά ποτέ δε σκέφτηκε να τον ρωτήσει. «Όχι πολύ μακριά. Συνήθως έρχεται και με παίρνει ο γαμπρός μου. Η οικογένειά του και η δική μου συγκατοικούμε», πρόσθεσε όταν είδε την απορία στο πρόσωπο του Ντομινίκ. «Από ανάγκη γίνεται αυτή η συγκατοίκηση; Συγνώμη αν γίνομαι αδιάκριτος, αλλά, αν θέλεις, κάποια αύξηση, πολύ ευχαρίστως θα...» «Όχι, ευχαριστώ. Ο μισθός μου είναι πολύ καλός. Απλώς η γυναίκα μου θέλει να έχει κοντά της τα παιδιά και τα εγγόνια της». Χαμογέλασε. «Συμφωνώ κι εγώ». «Σε περίπτωση που αλλάξεις γνώμη, μπορούμε σίγουρα να βοηθήσουμε να πάρεις εσύ ή η κόρη σου ένα επιπλέον στεγαστικό - 74 -


δάνειο». «Είμαστε ευχαριστημένοι έτσι όπως είμαστε. Αυτή η συγκατοίκηση μας εξυπηρετεί όλους». «Καταλαβαίνω», είπε ο Ντομινίκ, αλλά φυσικά δεν έλεγε αλήθεια, αφού προερχόταν από μια οικογένεια στην οποία υπήρχαν συνεχείς συγκρούσεις. «Αφού είσαι σίγουρος...» «Απολύτως, κύριε. Πάντως σας ευχαριστώ», είπε ο Μάρτιν χαμογελώντας. «Θα φροντίσω να σας φέρουν το φαγητό σύντομα». Έκανε επιτόπου στροφή, βγήκε και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Εντυπωσιακό, σκέφτηκε. Ο Μάρτιν συγκατοικεί με την οικογένεια της κόρης του κι όλα κυλούν ομαλά. Χαμογέλασε. Υπήρχαν πολλά ακόμη που μπορούσε να μάθει για την οικογενειακή ζωή. Και δεν είχε πολύ χρόνο. Πήρε το κινητό του. «Τηλεφώνησες;» «Ακούγεσαι χαρούμενος», είπε ο Μαξ. «Είμαι. To ήξερες ότι ο Μάρτιν συγκατοικεί με την οικογένεια της κόρης του;» «Ναι. Μένουν σε κάποιο εξοχικό βόρεια του Λονδίνου. Το αγόρασε την εποχή που άρχισε να δουλεύει σ’ εμάς». «Είπε ότι του αρέσει αυτή η ζωή». «Λατρεύει την κόρη και τα εγγόνια του». «Προφανώς τα πηγαίνει καλά και με το γαμπρό του». «Και φυσικά εσύ έπεσες από τα σύννεφα». «Όντως. Πάντως σε ευχαριστώ που ασχολείσαι εσύ με τα θέματα του προσωπικού. Εγώ δεν ήξερα απολύτως τίποτα για την οικογενειακή του ζωή». «Εσύ απλώς τους πληρώνεις με καλούς μισθούς. Δεν παραπονιούνται που δε συζητάς μαζί τους». «Φαίνεται ότι η Κέιτ με βοήθησε να ανοίξω τα μάτια μου και να γνωρίσω έναν κόσμο που υπάρχει πέρα από...» «...πέρα από εσένα!» Ο Ντομινίκ γέλασε. «Πράγματι. Πέρα από εμένα». «Η Κέιτ μάλλον κοιμάται». «Ναι. Κι απόψε νύσταξε νωρίς», είπε ο Ντομινίκ ευδιάθετα. «Καλά θα κάνεις να το συνηθίσεις. Η Ολίβια κοιμόταν συνέ- 75 -


χεια όταν ήταν έγκυος». «Αυτό μου λένε όλοι. Υποθέτω ότι το πρόγραμμά μου θα είναι περίεργο». «Αυτό μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Σου τηλεφώνησα επειδή η Star Mining αρχίζει να ανησυχεί. Κι εσύ είσαι ο μόνος που πρέπει να αποφασίσει. Σου προτείνουν την εκμετάλλευση ενός από τα δύο κοιτάσματα παλλαδίου. Ή και των δύο». «Ποια είναι;» «Ένα στη Ρωσία κι ένα στον Καναδά». «Δεν μπορώ να ασχοληθώ τώρα με τη Ρωσία. Είναι, πολύ μακριά και δε θέλω ν’ αφήνω λεπτό την Κέιτ από κοντά μου. Θύμισέ μου πάλι, πού βρίσκεται αυτό στον Καναδά;» «Στο Θάντερ Μπέυ». «Τέλεια. Θα το αναλάβουμε». Το παλλάδιο και οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται ευρύτατα ως καταλύτες σε οργανικές χημικές αντιδράσεις αλλά και στους καταλυτικούς μετατροπείς των αυτοκινήτων. Επίσης χρησιμοποιούνται σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, στον καθαρισμό του υδρογόνου, στην κατασκευή κοσμημάτων, ανθεκτικών εργαλείων και οργάνων ακρίβειας. Συγκεκριμένα, το παλλάδιο παίζει βασικό ρόλο στην τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τους καταλύτες που μετασχηματίζουν μέχρι το 90% των βλαβερών ουσιών των καυσαερίων σε λιγότερο επικίνδυνες ουσίες. Αρκετές εταιρείες του Ντομινίκ ασχολούνταν με θέματα του περιβάλλοντος. «Το είχα καταλάβει ότι θα σε ενδιέφερε». «Σίγουρα. Η περιοχή αυτή βρίσκεται μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από τη Μινεσότα όπου μένει η γιαγιά τής Κέιτ». «Τελικά, πότε θα έρθεις στην Αμερική;» «Δεν ξέρω ακόμα. Το παλεύω. Τι έμαθες από το γιατρό στη Ρώμη;» «Η ερωμένη του Γκόρα μπορεί να γεννήσει πρόωρα, Το μωρό ίσως γεννηθεί από μέρα σε μέρα. Το διαζύγιό σου θα βγει μία μέρα μετά, σύμφωνα με το δικηγόρο σου». «Ευτυχώς. Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο απλά. Τα δύσκολα πότε έρχονται;» «Μπορεί ποτέ». - 76 -


«Η πείρα μου λέει το αντίθετο. Πάντως είμαι αισιόδοξος». «Δεν κάνει κακό η αισιοδοξία. Επίσης, θα σου πω, ότι την ερχόμενη εβδομάδα σκοπεύω να πάω στο σπίτι μου». «Δε νομίζω ότι υπάρχει πρόβλημα. Αρκεί, βέβαια, να έχεις ανοιχτό το τηλέφωνό σου». «Πάντα». Μεσολάβησε κάποιο κενό. Ύστερα ο Ντομινίκ μίλησε χαμηλόφωνα. «Αλήθεια, την εποχή που η Ολίβια επρόκειτο να γεννήσει, ένιωθες σαν να ξαναγεννιόσουν;» «Εσύ με ρωτάς τέτοιο πράγμα; Εσύ που έχεις κάνει τόσα και τόσα στη ζωή σου;» «Ώστε είναι ένας πραγματικά καινούριος κόσμος! Και δε νιώθω μόνο εγώ έτσι». «Είναι ένας όμορφος κόσμος, όντως. Περίμενε και θα το διαπιστώσεις». «Τα πάντα είναι ήδη τέλεια. Είμαι αναστατωμένος». «Μόλις τελειώσει η περιπέτεια με τον Γκόραν μπορείς να ηρεμήσεις». «Σίγουρα». «Έμαθα από τον Μάρτιν ότι σταμάτησες να πίνεις. Αυτό θα βοηθήσει να καλμάρουν τα νεύρα σου». «Δεν το κάνω για να περάσουν τα νεύρα μου. Απλώς σκέφτηκα ότι δε θέλω να καταλήξω να γίνω σκληρός πότης σαν τον πατέρα μου». «Αυτό δεν ήταν το μόνο του ελάττωμα». Ο Ντομινίκ γέλασε. «Λίστα ολόκληρη από ελαττώματα. Λοιπόν, πήγαινε τώρα να κοιμηθείς. Θα σε δω αύριο στο γραφείο».

- 77 -


κεφάλαιο 8 Η μαύρη Μερσεντές σταμάτησε έξω από το σπίτι του Τζάστιν και της Αμάντα σας εφτά ακριβώς. «Τζέικ, μην κατεβείς. Θα ανοίξω εγώ την πόρτα», είπε ό Ντομινίκ. «Έλα να μας πάρεις σε μία ώρα». «Εντάξει, αφεντικό». Η Κέιτ έριξε μια ματιά γεμάτη απορία στον Ντομινίκ. «Μία ώρα μόνο;» «Καλού κακού, ας είναι εδώ. Δε θέλω να περιμένουμε όποτε αποφασίσουμε ότι. πρέπει να φύγουμε. Ούτε ο Τζέικ έχει πρόβλημα να περιμένει εδώ». Η Κέιτ δάγκωσε το χείλι της και έσμιξε τα φρύδια. «Νόμιζα ότι είπες ότι δεν είχες αντίρρηση να έρθουμε; Θα μπορούσα να είχα τηλεφωνήσει στην Αμάντα και να έβρισκα κάποια πρόφαση». «Ειλικρινά δεν έχω αντίρρηση, Σου ορκίζομαι, μωρό μου. Άλλωστε ο Τζέικ πάντα παρακολουθεί ταινίες όσο περιμένει. Έτσι μπορούμε να μείνουμε όσο θέλεις». Ο Ντομινίκ άνοιξε την πίσω πόρτα και της έδωσε το χέρι του. «Είσαι έτοιμη για κουβεντούλα;» Χαμογέλασε. «Εγώ είμαι πανέτοιμος». «Κι εγώ». «Πιο πολύ θέλω να δω το μωρό». Ο Τζέικ κατάφερε να κρύψει το σοκ του και αργότερα είπε στον Μαξ ότι έπεσε κυριολεκτικά από τα σύννεφα. Ο Τζέικ ήταν ο προσωπικός οδηγός του Ντομινίκ από την πρώτη μέρα που ιδρύθηκε η εταιρεία Κνάιτ και έτσι ήξερε πολύ καλά ότι το αφεντικό του δεν ενδιαφερόταν ποτέ για μωρά. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Ωραία!» Έπιασε το χέρι του. «Επομένως δεν είμαι μόνο εγώ γεμάτη περιέργεια για το μωρό». «Όχι βέβαια. Πάντως, από τότε που πρωτογνωριστήκαμε εί- 78 -


χα βγάλει το συμπέρασμα ότι έχουμε ένα κοινό χαρακτηριστικό: την περιέργεια». Τη βοήθησε να βγει από το αυτοκίνητο. Άλλο ένα χαμόγελό της. «Δεν ξέρω για την περιέργεια, αλλά ξέρω ότι από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα μου φάνηκες πολύ σέξι». «Κι εγώ σε πόθησα πολύ περισσότερο από όσο θα έπρεπε». «Αυτά τα καθορίζει η μοίρα», είπε ευδιάθετη. «Ή, ίσως, η τύχη μου». Την τράβηξε κοντά του. «Πρέπει να πάμε μέσα οπωσδήποτε; Αν θέλεις, θα μπορούσαμε σε δέκα λεπτά να βρισκόμαστε στο κρεβάτι μας όπου θα σε κάνω να νιώσεις πραγματικά όμορφα». «Πολύ δελεαστική η πρότασή σου», ψιθύρισε εκείνη και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει. Μόλις όμως αντίκρισε την πρόσοψη του τετραώροφου κτιρίου με τα κόκκινα τούβλα, πάτησε κανονικά πάλι κάτω. «Πολύ αργά», είπε αναστενάζοντας. «Ο Τζάστιν είναι στο παράθυρο». Ο Ντομινίκ αντέδρασε με ένα μουγκρητό. «Το θετικό πάντως είναι», είπε η Κέιτ χαμογελώντας του, «ότι θα δούμε το μωρό». Τακτοποίησε λίγο το μπλουζάκι της. «Πες μου τώρα ότι ντύθηκα σωστά, γιατί το μέρος αυτό είναι μάλλον αριστοκρατικό». Ο Ντομινίκ είχε επιλέξει να της φορέσει ένα πράσινο κάπρι κι ένα ασορτί σακάκι πάνω από το μπλουζάκι της. Τα σκουλαρίκια με τις πολύχρωμες πέτρες κι ένα μπρασελέ με σχέδιο ζέβρας σέ χρυσό και σμάλτο ολοκλήρωναν την όμορφη εμφάνισή της. «Είσαι υπέροχη, μωρό μου. Είσαι η γλυκιά μητέρα του παιδιού μου». Κι η Αμάντα φυσικά θα αναγνώριζε αμέσως ότι το ντύσιμό της ήταν μεν πρόχειρο αλλά επώνυμων σχεδιαστών. «Δεν είμαι σίγουρη για το “γλυκιά”». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε πονηρά. «Εγώ σε βρίσκω γλυκιά σαν τη ζάχαρη. Και μην ξεχνάς ότι ζω σε έναν κόσμο όπου ο ένας αγωνίζεται να βγάλει το μάτι του άλλου». «Αυτό να το θεωρήσω φιλοφρόνηση; Δεν είμαι σίγουρη». «Μόλις γυρίσουμε στο σπίτι μας, μωρό μου, θα φροντίσω να σου δείξω τι ακριβώς αισθάνομαι». «Μετά από αυτό έχω κάποιο κίνητρο να θέλω να φύγουμε - 79 -


γρήγορα», είπε χαμηλόφωνα και του έκλεισε πονηρά το μάτι. Την κοίταξε κι εκείνος με μια πονηρή λάμψη στα μάτια. «Σε αυτή την περίπτωση, κατάφερα να πετύχω το στόχο μου». Η στολισμένη με μπρούντζινα διακοσμητικά πόρτα άνοιξε πριν πλησιάσουν και ο Τζάστιν με την Αμάντα τούς υποδέχτηκαν θερμά. Μετά από τις τυπικές φιλοφρονήσεις και αφού πέρασαν μέσα, τους συνόδευσαν στο μικρό καθιστικό για ένα ποτό. «Εγώ δεν πίνω», ψέλλισε η Κέιτ, που βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα κοντά στην Αμάντα. «Δεν το έχω πει ακόμη σε όλους. Είμαι έγκυος». «Υπέροχα!» είπε η Αμάντα. Κοίταξε τον Ντομινίκ. «Συγχαρητήρια και στους δυο σας». «Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι», είπε ο Ντομινίκ, που κάθισε λίγο πιο πέρα. Ο Τζάστιν σέρβιρε ανθρακούχο ποτό χωρίς οινόπνευμα και όταν επέστρεψε από το μπαράκι για να ρωτήσει τι θα έπινε ο Ντομινίκ, εκείνος απάντησε: «Κι εγώ το ίδιο θα πιώ». Ο Τζάστιν τον κοίταξε για λίγο επίμονα. «Φαντάζομαι, θα αστειεύεσαι». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. « Καθόλου». «Να πάρει η οργή! Συγνώμη, κυρίες μου. Δε γίνεται να πιώ μόνος μου». Και πήγε και σέρβιρε δυο ουίσκι. Οι δυο γυναίκες είχαν ήδη ξεκινήσει συζήτηση για τα μωρά, όταν ο Τζάστιν έφερε το ουίσκι στον Ντομινίκ. Ο Τζάστιν τον κοίταξε με απορία και με νόημα, αλλά όταν είδε ότι ο Ντομινίκ δεν αντέδρασε, προτίμησε να πει: «Το συγκεκριμένο ουίσκι θα σου αρέσει. Είναι σαράντα χρόνων». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας. «Συμπτωματικά, έχω κι ένα αποστακτήριο». «Από πότε;» Ο Τζάστιν κάθισε κοντά στο τραπεζάκι και σήκωσε το ποτήρι του για πρόποση. Σήκωσε κι ο Ντομινίκ το δικό του. «Σχεδόν δέκα χρόνια. Στην υγειά σου». Και ήπιε την πρώτη γουλιά από ένα πραγματικά υπέροχο ουίσκι με γεμάτη γεύση και έντονο άρωμα. «Δηλαδή σε βοηθάω να πλουτίσεις περισσότερο χάρη σε αυτό - 80 -


το κορυφαίο ουίσκι», είπε ο Τζάστιν χαμογελώντας συγκρατημένα. Το ύφος του Ντομινίκ έλαμψε από ικανοποίηση. «Δεν είσαι ο μόνος. Θέλεις να σου στείλω ένα κιβώτιο;» «Μπορώ να αρνηθώ μια τέτοια πρόταση;» «Για το ουίσκι;» Ο Τζάστιν γέλασε σιγανά και χαμηλώνοντας τη φωνή του είπε: «Νομίζεις ότι μπορείς να αλλάξεις;» «Εσύ άλλαξες», είπε ο Ντομινίκ στον ίδιο τόνο. «Ή μήπως όχι;» «Ναι... σωστά. Μόνο που εγώ δεν ήμουν σαν κι εσένα. Ούτε κατά διάνοια». «Όσο μεγαλύτερη η προσπάθεια, τόσο πιο γλυκιά η νίκη. Πίστεψε με». Ο Ντομινίκ σήκωσε το ποτήρι του. «Στην υγεία του γάμου και της οικογένειας». Ο Τζάστιν άργησε κάπως να συνέλθει από την έκπληξη... Ο Ντομινίκ δεν άνοιγε ποτέ. Ήταν ο πιο κλειστός συναισθηματικά άνθρωπος που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα. Ήταν πάντα ψύχραιμος, συγκρατημένος, απόμακρος. Ακόμη και σας ιδιωτικές σεξουαλικές λέσχες όπου οι περισσότεροι άντρες εκδήλωναν τον ενθουσιασμό τους, ο Ντομινίκ ποτέ δεν εκδηλώθηκε. Όμως ο Τζάστιν δεν είχε φτάσει επαγγελματικά εδώ που βρισκόταν χωρίς να διαθέτει αντανακλαστικά... ταύρου. «Συμφωνώ απόλυτα», είπε σηκώνοντας το ποτήρι του. «Στην υγεία των υπέροχων συζύγων κα�� των παιδιών». Ο Ντομινίκ άδειασε το ποτό του, άφησε το ποτήρι στο τραπεζάκι και αρνήθηκε την πρόταση του Τζάστιν να του το ξαναγεμίσει. Μετά έγειρε προς το μέρος των γυναικών, κοίταξε την Κέιτ στα μάτια και χαμογελώντας ρώτησε: «Έχασα κάποια πολύ ενδιαφέροντα πράγματα μήπως;» Εκείνη χαμογέλασε, «Κάποιες λεπτομέρειες για το ντάντεμα των μωρών. Δε νομίζω ότι σε ενδιαφέρουν». «Εγώ μπορώ να αναλάβω να αλλάζω τις πάνες». «Τζάστιν, άκουσέ τον!» είπε η Αμάντα. «Ο Ντομινίκ δε θα κοιμάται στις δύο μετά τα μεσάνυχτα την ώρα του θηλασμού». «Δε χάνεις ευκαιρία να μη με εκθέσεις!» είπε εκείνος γκρινιά- 81 -


ρικα και πήγε και κάθισε στον καναπέ, πλάι στη γυναίκα του. Ο Ντομινίκ ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ κοιμάμαι ελαφρά και γι’ αυτό θα ξυπνάω». «Εγώ όμως όχι», είπε η Κέιτ χαμογελώντας στον Ντομινίκ. «Το παν είναι η συνεργασία και η κατανόηση. Εγώ πάντως δε δυσκολεύομαι». «Μπορείς πάντως να με ξυπνάς όταν θα πρέπει να μετακινήσω το μωρό στο άλλο μου στήθος». «Ή θα μπορώ να μετακινήσω ο ίδιος το μωρό στο άλλο σου στήθος», είπε ο Ντομινίκ με τρυφερότητα. «Πώς σου φαίνεται αυτή η ιδέα;» Ο Τζάστιν χαμογέλασε. «Ηρεμήστε εσείς οι δύο!» «Νομίζω ότι είναι πολύ ευχάριστη αυτή η εικόνα», σχολίασε η Αμάντα. Η Κέιτ κοκκίνισε. «Ξανασυνδεθήκαμε πρόσφατα. Ο Ντομινίκ έλειπε τον τελευταίο καιρό». «Δεν ήταν δική μου επιλογή. Πάντως τώρα γύρισα πάλι πίσω». Αναστέναξε. «Δουλειές, βλέπετε», πρόσθεσε κοφτά. «Κάποιες φορές είναι πολλές οι απαιτήσεις της δουλειάς». Μετά σκόπιμα άλλαξε θέμα συζήτησης, γιατί προτιμούμε να μη μιλήσουν άλλο για την πρόσφατη απουσία του. «Αμάντα, μίλησε μας για τα μωρά». Η φωνή του έγινε ξαφνικά πολύ ζεστή. «Μας ενδιαφέρει να μάθουμε όσο πιο πολλά γίνεται, για προφανείς λόγους. Μέχρι που σκεφτήκαμε να κρατήσουμε και σημειώσεις για όσα θα μας πείτε». «Θέλετε να δείτε τα αγγελούδια μας;» «Μπορούμε;» Η Κέιτ ήταν έτοιμη να πεταχτεί όρθια. «Δίσταζα να σας το ζητήσω». «Μη διστάζεις καθόλου», είπε ο Τζάστιν και σηκώθηκε. «Είμαστε ξετρελαμένοι με τα μωρά μας». Ο Ντομινίκ σηκώθηκε, πήγε κοντά στην Κέιτ και την έπιασε από το χέρι. «Κι εμείς κοντεύουμε να τρελαθούμε ήδη». Η Κέιτ τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Εντελώς!» «Πάντως είναι μία πολύ ευχάριστη τρέλα», είπε ο Ντομινίκ και θυμήθηκε τις περιπέτειές τους στον Χονγκ Κονγκ. «Από την πρώτη κιόλας επαφή μας!» Η φωνή του έγινε απαλή σαν βελούδο. - 82 -


Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα και κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Τα μάτια της βούρκωσαν. «Δε θέλω τέτοια», ψιθύρισε ο Ντομινίκ, την τράβηξε κοντά του και της χάιδεψε την πλάτη. «Όλα θα πάνε καλά». Ο Τζάστιν σκεφτόταν ότι τώρα πλέον τα είχε δει όλα. Η Αμάντα σκεφτόταν πόσο ωραία ήταν τώρα που ο Ντομινίκ δεν ήταν πλέον μόνος του. Όσο για το ζευγάρι των καλεσμένων τους, αυτοί είχαν ξεχάσει πού βρίσκονταν. Καθώς ή σιωπή παρατεινόταν, η Αμάντα κι ο Τζάστιν κοιτάχτηκαν, μη ξέροντας αν θα έπρεπε να παρέμβουν: Ξαφνικά το κλάμα ενός μωρού διέκοψε τη σιωπή. «Οχ!» έκανε χαμηλόφωνα η Αμάντα. «Κανονικά το μωρό μου έπρεπε να κοιμάται για δύο ακόμη ώρες». «Ντομινίκ, ακούς το μωρό;» Η Κέιτ ανοιγόκλεισε τα δακρυσμένα μάτια της και χαμογέλασε πρώτα σε εκείνον και ύστερα στην Αμάντα. «Μπορώ να την κρατήσω στην αγκαλιά μου; Αν δεν έχετε αντίρρηση φυσικά». «Το συζητάς; Α, να, σταμάτησε. Πρέπει να την πήρε η γκουβερνάντα της. Της είχα αφήσει το μπιμπερό έτοιμο μη τυχόν και ξυπνούσε νωρίτερα. Ελάτε». Η Αμάντα έδειξε προς τα πού θα πήγαιναν. «Πάμε να δείτε τα αγγελούδια μας». Το δωμάτιο των παιδιών ήταν ευρύχωρο, πλάι ακριβώς στο μεγάλο υπνοδωμάτιο. Η Κέιτ κι ο Ντομινίκ καμάρωναν το μωρό καθώς το τάιζε η γκουβερνάντα. Μερικές φορές είναι περιττά τα επαινετικά λόγια που αφορούν τα μωρά, γιατί όλα σχεδόν τα μωρά είναι πανέμορφα. Έτσι κι η Μπι. Πανέμορφο μωράκι. Η Κέιτ σκούντησε τον Ντομινίκ στο πλευρό, χαμογέλασε και του είπε πολύ σιγανά: «Τι έχεις να πεις;» «Δε βλέπω την ώρα να γεννηθεί το δικό μας», είπε εκείνος το ίδιο σιγανά χαμογελώντας. «Θα αλλάξει τελείως η ζωή μας με αυτό το μωρό». «Εμείς όμως θα κάνουμε τα πάντα για να ανταποκριθούμε, σωστά;» Γέλασε. «Φυσικά». Κοίταξε τους οικοδεσπότες. «Συγνώμη για την ταραχή μας, αλλά αυτό το σκηνικό είναι τελείως άγνωστο σ’ - 83 -


εμάς». «Τα έχουμε χάσει», πρόσθεσε η Κέιτ. «Ναι, Όντως». Αυτή ήταν μία ακόμη σκηνή από εκείνες που θα καταγράφονταν ανεξίτηλα στη μνήμη του Τζάστιν. Ο Ντομινίκ Κνάιτ ομολογούσε ότι τα είχε χάσει βλέποντας ένα μωρό. Κανένας από όσους γνώριζαν τον Ντομινίκ δε θα φανταζόταν ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ένας τόσο αδίστακτος και απρόσιτος άντρας ποτέ δε θα εκδηλωνόταν με τόση τρυφερότητα. Η Αμάντα αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή. «Ελάτε να σας δείξω τον Άνταμ», πρότεινε και τους οδήγησε σε ένα διπλανό δωμάτιο. «Πολύ γλυκός», σχολίασε η Κέιτ μόλις στάθηκε πλάι στο κρεβατάκι του και τον κοίταζε που κοιμόταν έχοντας στην αγκαλιά του ένα λούτρινο λαγουδάκι. Γύρισε και κοίταξε τον Τζάστιν. «Σου μοιάζει». «Το ίδιο λέει κι η μητέρα μου». «Θα ήθελα πολύ να τον κρατήσω στα χέρια μου, αλλά κάποια άλλη φορά για να μην τον ξυπνήσω. Βέβαια ένα μωράκι σε αυτή την ηλικία δεν έχει καμία αντίρρηση να το πάρουν αγκαλιά». «Κι αυτός έχει τις; παραξενιές του», είπε η Αμάντα. «Κυρίως όταν είναι κουρασμένος. Όμως έχεις δίκιο. Του αρέσει να τον κρατούν αγκαλιά. Αν θέλεις, θα πω στην γκουβερνάντα να μας φέρει τη μικρή κάτω μόλις τελειώσει το τάισμά της. Όταν κοιμάται ο Άνταμ, είναι πιο εύκολο να τον κρατήσεις αγκαλιά». Η Κέιτ κοίταξε τον Ντομινίκ, χαμογέλασε και μετά γύρισε πάλι προς την Αμάντα. «Πολύ θα το ήθελα. Μπορεί να το κρατήσει κι ο Ντομινίκ. Είμαστε εντυπωσιασμένοι αλλά και μπερδεμένοι. Η εγκυμοσύνη μου ήταν τόσο απρόσμενη...» «Δεν είστε οι μόνοι. Εμείς δε σκοπεύαμε να αποκτήσουμε παιδιά τόσο γρήγορα μετά το γάμο, αλλά...» «Η Αμάντα ξέχασε να πάρει ένα δυο από τα χάπια της αντισύλληψης», είπε ο Τζάστιν χαμογελώντας πονηρά. «Αυτό συνέβη γιατί με πήρες απροειδοποίητα να πάμε εκδρομή ένα Σαββατοκύριακο», πρόσθεσε εκείνη χαμογελώντας στο σύζυγό της. «Βέβαια το γεγονός μας χαροποίησε ιδιαίτερα. Κι - 84 -


εσείς, πάντως, φαίνεστε πολύ ευτυχισμένοι». Κοίταξε τον Ντομινίκ και την Κέιτ. «Είναι μοναδικό συναίσθημα», παραδέχτηκε ο Ντομινίκ. «Το πιο συγκλονιστικό. Έτσι δεν είναι, μωρό μου;» Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στο μάγουλο. «Συμφωνώ και επαυξάνω», αποκρίθηκε η Κέιτ και αμέσως σκέφτηκε ότι η ζωή τής είχε φερθεί μέχρι τώρα πάρα πολύ καλά. Δέκα περίπου λεπτά αφότου κατέβηκαν στο ισόγειο, ήρθε κι η γκουβερνάντα με το μωρό. Η Κέιτ το πήρε στην αγκαλιά της και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται καθώς κρατούσε πάνω της αυτό το πλασματάκι. «Είναι μια σταλιά», σχολίασε ψιθυριστά και μετά σήκωσε το βλέμμα της. «Ντομινίκ, έλα κοντά να τη δεις». Εκείνη τη στιγμή οι δυο άντρες κοίταζαν τη συλλογή από μπουκάλια ουίσκι του Τζάστιν. «Μου επιτρέπεις να πάω να δω το μωρό, έτσι;» τον ρώτησε ο Ντομινίκ. Καθώς πήγαινε προς την Κέιτ, που καθόταν στον καναπέ κρατώντας το μωράκι στην αγκαλιά της, ένιωσε να τον πλημμυρίζει μεγάλη χαρά. Όταν πλησίασε, έσκυψε και χάιδεψε τρυφερά το χεράκι του μωρού. «Κοίτα! Κοίτα! Χαμογελάει! Την είδες;» ρώτησε η Κέιτ. «Την είδα», είπε σιγανά ο Ντομινίκ. «Ήταν ένα νυσταγμένο χαμόγελο». «Είναι πανέμορφη, δε συμφωνείς;» «Και λίγα λες». «Θα έχεις πρόβλημα αν βγει κορίτσι και το δικό μας;» «Ό,τι και να είναι, μωρό μου, θα το λατρεύω». «Είσαι σίγουρος;» Έσκυψε μπροστά για να την κοιτάξει κατάματα. «Είμαι χίλια τοις εκατό σίγουρος», είπε ψιθυριστά. «Ποτέ να μην αμφιβάλεις για την αγάπη μου. Σύμφωνοι; Το κατάλαβες; Η αγάπη μου για σένα και το μωρό μας είναι πάνω απ’ όλα και απ’ όλους». Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, γιατί από τη συγκίνησή της δεν μπορούσε να μιλήσει. Η Αμάντα κοίταξε τον Τζάστιν, έγνεψε στην γκουβερνάντα, σηκώθηκε κι η ίδια γρήγορα από την καρέκλα της και έφυγαν. Ο Ντομινίκ κι η Κέιτ ούτε που το πήραν είδηση. - 85 -


«Μερικές φορές η λέξη “αγάπη” είναι πολύ λίγη για να περιγράψει αυτό που νιώθω για σένα», συνέχισε χαμηλόφωνα ο Ντομινίκ και της χαμογέλασε. «Πρέπει να βρω κάποια πιο συγκλονιστική λέξη». «Υπεραγάπη μήπως;» «Ναι. Κάτι τέτοιο». Σηκώθηκε και κάθισε πλάι της στον καναπέ. «Πρέπει να τους φέραμε σε δύσκολη θέση». Της έδειξε με το χέρι του το άδειο δωμάτιο. «Βέβαια αυτό δε με ενοχλεί καθόλου». «Εσένα ποτέ δε σε ενοχλεί τίποτα». Ανασήκωσε τους ώμους. «Θα σου μάθω πώς να μην παίρνεις κι εσύ στα σοβαρά τους άλλους». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Κι εγώ θα σου επιτρέψω να κρατήσεις το μωρό, αν μου υποσχεθείς ότι θα είσαι προσεχτικός». «Αλήθεια; Θα μου κάνεις αυτή τη χάρη;» Του άρεσε η ιδέα. «Πρόσεχε πολύ!» είπε και, αφού σήκωσε το μωρό τρυφερά, το έβαλε στην αγκαλιά του Ντομινίκ. «Ωωω! Τώρα που κράτησα, μου φάνηκε ακόμα πιο μικρή». Ο Ντομινίκ πήρε το πλασματάκι στην αγκαλιά του κρατώντας το κεφαλάκι του μέσα στην παλάμη του. «Τα μωρά μεγαλώνουν γρήγορα», σχολίασε εκείνος χαμογελαστός. «Θυμάμαι τη Νικόλ μωρό. Βέβαια εκείνη είχε κατάμαυρα μαλλάκια. Αυτή εδώ η μικρή έχει ξανθά. Της άρεσε πολύ η κούνια». «Δε θα σου επιτρέψω να βάλεις το μωρό μας σε κούνια!» «Την κουνούσα σιγά. Ίσα ίσα που ταλαντευόταν. Της άρεσε πολύ της Νικόλ». «Καλά. Αν είναι έτσι, θα το δούμε». Σήκωσε το βλέμμα του και της χαμογέλασε. «Εσύ θα αποφασίζεις τα πάντα για το μωρό μας;» «Προς το παρόν, ναι». «Είσαι πολύ ελκυστική όταν π��ίζεις το ρόλο της μητέρας», είπε χαμηλόφωνα. «Αλήθεια, θα παρεξηγηθούν αν τους πούμε ότι θέλουμε να φύγουμε τώρα;» Την κοίταξε με πονηρό βλέμμα. Εκείνη χαχάνισε συγκρατημένα. Το μωράκι σκίρτησε στην αγκαλιά του Ντομινίκ. Εκείνος έκλεισε το στόμα της Κέιτ με ένα φιλί και προσπάθησε να ηρεμήσει το μωρό κουνώντας το απαλά. Αμέσως η μικρή - 86 -


Μπι ξανακοιμήθηκε. «Βλέπω ότι ξέρεις να παίζεις καλά το ρόλο σου!» είπε η Κέιτ έκπληκτη. «Το διαπίστωσες, έτσι; Εσύ δεν έτυχε ποτέ να φροντίσεις μωρό;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Mια δυο φορές ίσως, αλλά πάντα ήταν εκεί και η Νάνα». «Επομένως εγώ είμαι ο έμπειρος. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ποιος θα φροντίζει το μωρό μας», πρόσθεσε χαμογελώντας πονηρά. «Ναι. Όσο θα είσαι στη δουλειά...» «Κανένα πρόβλημα. Βέβαια εσύ θα πρέπει να είσαι κάπου κοντά, γιατί θα χρειαζόμαστε το μητρικό γάλα σου». Σήκωσε το βλέμμα του. «Μπορείς να έχεις το γραφείο δίπλα από το δικό μου. Θα μπορούσαμε να συνεργαζόμαστε στα πάντα. Σου αρέσει ως ιδέα;» «Πολύ δελεαστική, κύριε Κνάιτ», απάντησε με νάζι. «Αλήθεια, σου έχω αναφέρει ότι στα περισσότερα γραφεία μου έχω και ένα υπνοδωμάτιο για τις νύχτες που μένω ως αργά; Μόλις το μωρό μας θα κοιμηθεί, θα κλείνουμε την πόρτα και θα βολευόμαστε στον καναπέ του γραφείου μου. Δε θα είναι πολύ ωραία;» Ακούμπησε την πλάτη της στη ράχη του καναπέ, έκλεισε τα μάτια και είπε: «Έτσι όπως τα περιγράφεις, νομίζω ότι βλέπω κάποιο όνειρο». «Θα ζήσεις αυτό το όνειρο αν δεχτείς να εργαστείς μαζί μου». Άνοιξε τα μάτια. «Μιλάς σοβαρά; Δε μου κάνεις πλάκα λέγοντας ότι θέλεις να εργαστώ στην εταιρεία σου;» «Ποτέ δεν αστειεύομαι σε θέματα επαγγελματικά και ιδίως όταν αφορούν την εταιρεία μου». «Με άλλα λόγια, μου λες ότι θα μπορούσαμε να φροντίζουμε το μωρό μας μαζί». «Αυτό εννοώ. Αν όμως εσύ δε θέλεις, μπορώ και μόνος μου». Τον κοίταξε έκπληκτη. «Θα έφτανες μέχρι αυτό το σημείο;» «Για σένα, Κέιτ, θα έκανα τα πάντα», είπε τρυφερά. «Δεν υπάρχει τίποτα που δε θα το έκανα». - 87 -


Τα μάτια της Κέιτ βούρκωσαν. Ο Ντομινίκ έβαλε το μωρό στο άλλο του χέρι και τράβηξε την Κέιτ κοντά του. «Μην ανησυχείς, μωρό μου. Κλάψε, αν θέλεις, αλλά όχι δυνατά για να μην ξυπνήσει το... μωρό». Τον χτύπησε στο πλευρό ελαφρά. «Στην τσέπη μου έχω χαρτομάντιλα». Η Κέιτ έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτομάντιλο και σκούπισε τα μάτια της. «Συμπεριφέρεσαι σαν πρόσκοπος», του είπε 'ψιθυριστά. «Είσαι προετοιμασμένος για τα πάντα». «Αυτό πες το στον Μάρτιν. Εκείνος έβαλε τα χαρτομάντιλα στην τσέπη μου. Η κόρη του έχει δύο μωρά. Μάλλον θα ξέρει». Άλλαξε τη στάση του σώματός της και τον κοίταζε έκπληκτη. «Σου είπε τέτοιο πράγμα;» «Ηρέμησε, γλυκιά μου. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Απλώς διαπίστωσα ότι μου έβαλε χαρτομάντιλα στην τσέπη και κατάλαβα πώς σκέφτηκε. Συνήθως δε βάζω χαρτομάντιλα στο τζιν μου. Πάντως πρέπει να τον ευχαριστήσει... Αστειεύομαι» βιάστηκε να προσθέσει όταν είδε ότι εκείνη θορυβήθηκε. «Θα τον ευχαριστήσω εγώ». Γέλασε ειρωνικά. «Είσαι ανυπόφορος, το ξέρεις;» «Παρ’ όλα αυτά εσύ με αγαπάς». «Πώς να μη σε αγαπάω όταν ξέρεις να φροντίζεις μωρά;». «Χαίρομαι. Δώσε μου τώρα ένα φιλί. Μετά θα καθίσουμε για φαγητό και θα φύγουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Πείνασα πολύ». «Εσύ πάντα πεινασμένος είσαι», ψιθύρισε εκείνη. Ύστερα έστρωσε κάπως τον τσαλακωμένο γιακά του πουκαμίσου του. Ο Ντομινίκ γύρισε και τη φίλησε. «Φροντίζω να τρώω για να έχω δυνάμεις, μωρό μου. Άλλωστε εσύ είσαι που θέλεις να κάνουμε συνέχεια έρωτα». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Είσαι έτοιμη; Όσο πιο γρήγορα τελειώσουμε με το φαγητό, τόσο πιο γρήγορα θα φύγουμε». Σηκώθηκε από τον καναπέ κρατώντας στην αγκαλιά του το μωρό. Με το άλλο χέρι του βοήθησε την Κέιτ να σηκωθεί κι εκείνη. «Μίλησα πριν από λίγο με τη μαγείρισσα», είπε η Αμάντα που μπήκε ξαφνικά στο καθιστικό. «Θα ειδοποιήσω την γκουβερνάντα - 88 -


να πάρει τη μικρή κι εμείς θα πάμε για φαγητό». Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο. Πορσελάνινα σκεύη, ασημικά, ποτήρια κρασιού, κηροπήγια κι ένα ανθοδοχείο με τριαντάφυλλα... Η Αμάντα έπαιζε τέλεια το ρόλο της οικοδέσποινας φροντίζοντας να είναι όλα στη θέση τους και τα πάντα στην εντέλεια. Η απλή πρόσκληση για την αποψινή βραδιά σήμαινε κοσμήματα με μαργαριτάρια αντί για διαμάντια και απλό φόρεμα αντί βραδινό ένδυμα. Ο Τζάστιν, πάντως, φορούσε τζιν παντελόνι όπως ο Ντομινίκ, ενώ κανένας από τους δύο δεν έδινε σημασία στο ποιος σέρβιρε τα φαγητά, αλλά το τι περιείχαν τα πιάτα. Και οι δύο λάτρευαν το καλό φαγητό. «Θα το συνηθίσεις», είπε ευγενικά ο Τζάστιν όταν είδε τη ματιά της Κέιτ να ακολουθεί τη νεαρή γυναίκα που τους σέρβιρε το φαγητό. «Εγώ, όταν ξεκίνησα, στηριζόμουν στις υποτροφίες και στα σπουδαστικά δάνεια, αλλά τώρα πλέον δε δίνω την παραμικρή σημασία». «Νομίζω ότι έχεις δίκιο», είπε ευγενικά η Κέιτ, παρ’ όλο που ήξερε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να συνηθίσει το υπηρετικό προσωπικό. Η αλήθεια ήταν ότι αναρωτιόταν πού έμενε η νεαρή γυναίκα που τους σέρβιρε, αν είχε δικά της παιδιά, μέχρι πόσο αργά εργαζόταν μια βραδιά σαν κι αυτή και με ποιο τρόπο πήγαινε στο σπίτι της. Ο Ντομινίκ χαμογέλασε με το ψέμα της Κέιτ. «Η Κέιτ είναι ανυπότακτη. Έτσι δεν είναι, μωρό μου Δεν της αρέσουν οι αλλαγές». Τον κοίταξε και χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. «Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να αλλάξω». «Ή ότι θέλεις να αλλάξεις. Σωστά;» «Ίσως», είπε χαμηλόφωνα, ενοχλημένη που ο Τζάστιν κι η Αμάντα τους παρακολουθούσαν ως θεατές σε αγώνα τένις. «Θα βρούμε μια λύση», είπε ο Ντομινίκ. «Δε θέλω να στενοχωριέσαι. Κρασί θα πιείς;» Ο τόνος της φωνής του φανέρωνε το μεγάλο ενδιαφέρον του. «Μήπως δεν πρέπει να φας πολύ; Νιώθεις καλά;» - 89 -


«Ειλικρινά, Ντομινίκ, είμαι πάρα πολύ καλά»; Η Κέιτ δεν επρόκειτο να πει ότι δεν της άρεσε η σάλτσα με σολομό, ενώ τα λαχανικά που χρησιμοποιήθηκαν ως γαρνιτούρα ήταν υπέροχα. Ούτε τα μανιτάρια τη συγκινούσαν ποτέ. Απέφυγε, λοιπόν, να φάει μανιτάρια και τσιμπολόγησε το ριζότο με το οποίο συνοδεύονταν. Έφαγε με ευχαρίστηση τις πατάτες ογκρατέν και λίγη μπριζόλα, αλλά δεν προχώρησε πιο πέρα όταν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να παχύνει. «Δε σου αρέσει η μπριζόλα;» ρώτησε ο Ντομινίκ. Κι ο Τζάστιν και ο Ντομινίκ είχαν πάρει και δεύτερη μερίδα. «Πολύ ωραία ήταν», είπε η Κέιτ χαμογελώντας στην Αμάντα. «Απλώς δεν πεινάω πολύ». Η Αμάντα κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Σε καταλαβαίνω απόλυτα». «Παρ’ ότι δεν πεινάς, μωρό μου, πρέπει να φας», την παρότρυνε ο Ντομινίκ με ήπιο τρόπο. «Μήπως θέλεις κάτι άλλο; Ψωμί ψημένο και αλειμμένο με φιστικοβούτυρο; Αυτό ξέρω ότι σου αρέσει». «Όχι τώρα. Χόρτασα». Ο Τζάστιν κι η Αμάντα είχαν μείνει έκπληκτοι. Δεν είχαν ακούσει άλλη φορά τον Ντομινίκ να μιλάει με τόση στοργή σε γυναίκα. Μέχρι τώρα τις γυναίκες τις έβλεπε μόνο ως σκεύος ηδονής. Ο Ντομινίκ γύρισε προς την Αμάντα. «Μήπως έχετε σοκολατούχο γάλα;» Την αιφνιδίασε με την ερώτησή του. «Ξέρεις... μπορεί... δεν είμαι απόλυτα σίγουρη». «Θα πάω να ρωτήσω τον σεφ», είπε ο Ντομινίκ και σηκώθηκε. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι υπόλοιποι, πήγε προς το δωμάτιο του μπάτλερ. Η Κέιτ ήθελε πάρα πολύ να ανοίξει η γη και να ’την καταπιεί. Πάνω στην αμηχανία της, στριφογύρισε τα μάτια της και είπε με φωνή που ακούστηκε με πολλή δυσκολία: «Συγνώμη. Απ’ ό,τι βλέπετε, ο Ντομινίκ ανησυχεί υπερβολικά και θέλει να έχει λόγο στο τι πρέπει να φάω και πόσο». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους του», είπε η Αμάντα, η οποία στο - 90 -


μεταξύ είχε συνέλθει από το σοκ. «Είμαι σίγουρη ότι το κάνει καλοπροαίρετα». Η Κέιτ αναστέναξε. «Με τον δικό του, μοναδικό τρόπο. Μου αρέσει πολύ η πίτσα, αλλά ο Ντομινίκ δεν το εγκρίνει». «Η πίτσα είναι πολύ θρεπτική», παρατήρησε η Αμάντα. Αλήθεια, αυτό το πίστευε; Ο Τζάστιν χαμογέλασε. «Η μητέρα μου έκανε πίτσες μόνη της. Εγώ μεγάλωσα τρώγοντας πίτσες, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είμαι παχύς». Ήταν όμως σωματώδης όπως ο Ντομινίκ. «Αυτό θα ήταν καλά να το έλεγες στον Ντομινίκ», είπε η Κέιτ, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την υποστήριξή του. «Έτσι θα γλιτώσω από πολλά βάσανα». «Το τελευταίο που είπες, το άκουσα», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας. Στο χέρι του κρατούσε ένα μεγάλο ποτήρι με σοκολατούχο γάλα. «Τζάστιν, να μας δώσεις τη συνταγή. Όσο για σένα, μωρό μου, αν πιείς το γάλα σου, σου έχω μια ευχάριστη έκπληξη». Όλοι οι παρόντες κατάλαβαν τι εννοούσε. Τράβηξε μια καρέκλα πλάι στην Κέιτ, αντί για τη θέση απέναντι της, και αδιαφορώντας τελείως για τη δολοφονική ματιά της, της έδωσε το ποτήρι. «Πιες το, μωρό μου. Θα σου κάνει καλό». «Αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα», είπε σχεδόν ξεψυχισμένα και πήρε το ποτήρι. «Ευχαρίστως», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Μήπως θέλεις καλαμάκι;» Αυτό που θα ήθελε εκείνη την ώρα ήταν να του έδινε ένα χέρι ξύλο. Όμως, επειδή αυτό δεν μπορούσε να γίνει, προτίμησε να πιει το γάλα κάτω από το χαρούμενο βλέμμα του Ντομινίκ και το έκπληκτο βλέμμα του ζευγαριού. Κι ενώ η ατμόσφαιρα είχε ηλεκτριστεί επικίνδυνα, εμφανίστηκε η μαγείρισσα φέρνοντας μπαμπάδες με ρούμι γαρνιρισμένους με ρώγες σταφυλιού και ζαχαρωμένα κουμκουάτ. Άφησε την πιατέλα στο τραπέζι και ύστερα έκοψε το γλυκό με τον δικό της μοναδικό τρόπο και το σέρβιρε. Το επιδόρπιο ήταν πολύ γευστικό, όσο άλλωστε μαρτυρούσε και η εμφάνισή του, ενώ το ρούμι και η σαντιγί που το συνόδευαν συμπλήρωναν τη μοναδική του - 91 -


εμφάνιση. Η Κέιτ το δοκίμασε αμέσως. Παρ’ όλο που καταλάβαινε την ανησυχία του Ντομινίκ και την ανάγκη για σωστή και υγιεινή διατροφή κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, η αλήθεια ήταν ότι η όρεξή της δεν ήταν όπως πριν. «Βλέπω ότι το επιδόρπιο σου άρεσε», σχολίασε ο Ντομινίκ κοιτάζοντας το σχεδόν άδειο πιάτο της. «Πάντως σε ευχαριστώ που δέχτηκες να πιείς το γάλα», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Κι εγώ σε ευχαριστώ που το έφερες», απάντησε εκείνη στον ίδιο τόνο. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου». Έγειρε κοντά της και είπε ψιθυριστά στο αυτί της: «Θα είμαι ακόμη πιο ευγενικός όταν φύγουμε από εδώ». Πήρε βαθιά ανάσα καθώς ένα τρέμουλο συγκλόνισε το κορμί της και ένιωσε να την καίει μια φλόγα χαμηλά στην κοιλιά της. «Κάνε υπομονή μερικά ακόμη λεπτά», ψιθύρισε ο Ντομινίκ. Μετά σήκωσε το βλέμμα του, χαμογέλασε στον Τζάστιν και άπλωσε το χέρι του να πιάσει την κανάτα με το κρασί που κρατούσε προς το μέρος του ο φίλος του. Μετά από μερικά λεπτά, καθώς το προσωπικό μάζευε τα πιάτα τού επιδόρπιου και οι δύο άντρες απολάμβαναν το κρασί τους, η Αμάντα κατάλαβε ότι στένευαν πλέον τα χρονικά περιθώρια για να κάνει την ερώτηση που την έκαιγε, γι’ αυτό και το τόλμησε εκείνη τη στιγμή. «Θα ήθελα να ρωτήσω», είπε κοιτάζοντας πότε την Κέιτ και πότε τον Ντομινίκ, «πότε σκοπεύετε να παντρευτείτε. Φυσικά, αν θέλετε μου απαντάτε». «Μάντι! Προς Θεού!» είπε με σφιγμένα τα δόντια ο Τζάστιν και καρφώνοντας τη σύζυγό του με τη ματιά του. «Αυτή η ερώτηση είναι πολύ προσωπική». Κοίταζε τον Ντομινίκ κι έκανε ένα μορφασμό. «Συγνώμη». «Κανένα πρόβλημα». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε ανέμελα στον Τζάστιν. «Έχουμε ήδη αναθέσει τις λεπτομέρειες σε μια ειδική σε τέτοια θέματα. Συγκεκριμένα, στην κυρία Άστινγκς». Η Αμάντα γούρλωσε τα μάτια. «Αλήθεια; Στην κυρία Άστινγκς;» Το ύφος της έμοιαζε με κάποιου που έβλεπε έναν επισκέπτη από τον Άρη. «Είναι πολύ δύσκολος χαρακτήρας και πολύ κουραστική». - 92 -


«Θα πληρωθεί αδρά. Εμένα μου φάνηκε ευχάριστο άτομο». «Ευχάριστο άτομο; Δε θα το έλεγα». «Μου κοστίζει λίγο περισσότερο, αλλά με καταλαβαίνει. Ακόμη όμως δεν έχουμε αποφασίσει τι είδους τελετή θέλουμε». Ο Ντομινίκ κοίταξε την Κέιτ. «Βέβαια, αν αποφασίσουμε να κάνουμε ανοιχτό γάμο, θα σας στείλουμε πρόσκληση». «Εγώ ανησυχώ», είπε η Κέιτ. «Κι ο Ντομινίκ δε θέλει να ανησυχώ». «Θα το συνηθίσω», είπε ο Ντομινίκ στην Κέιτ χαμογελώντας. «Όπως κι εγώ προσπαθώ να συνηθίσω έναν άντρα που θέλει να ελέγχει τα πάντα», είπε εκείνη με σκωπτικό ύφος. «Κάνουμε κι οι δυο αλλαγές για να προσαρμοστούμε», δήλωσε ο Ντομινίκ. Η Αμάντα απέφυγε να πει το σχόλιο που βρισκόταν στην άκρη των χειλιών της. Ο Τζάστιν κόντεψε να πνιγεί με το κρασί του. Λίγο αργότερα, καθώς η πόρτα της κυρίας εισόδου έκλεισε πίσω από τους καλεσμένους τους, η Αμάντα κοίταξε το σύζυγό της σαστισμένη. «Περίμενες ποτέ ότι ο Ντομινίκ Κνάιτ θα σκεφτόταν να κάνει αλλαγές στη ζωή του;» «Ναι, αλλά μόνο αν αφορούσαν τον τρόπο χρήσης των χειροπεδών ή των αλυσίδων για τα πόδια», είπε ο Τζάστιν με νόημα. «Ακριβώς!» Η Αμάντα είχε ενημερωθεί για τις περίεργες συνήθειες του Ντομινίκ στο σεξ από τον Τζάστιν που τον ήξερε από παλιά. «Τελικά πιστεύεις ότι αυτοί οι δυο θα παντρευτούν;» «Έτσι φαίνεται. Ο Ντομινίκ έχει βάλει την Κέιτ στο... στόχαστρό του περισσότερο από τέσσερις μήνες. Αυτό όχι μόνο είναι ασυνήθιστο αλλά και πρωτοφανές γι’ αυτόν. Οι σχέσεις του με γυναίκες κρατούσαν ώρες, όχι μήνες». «Με μόνη εξαίρεση τη γυναίκα του». Ο Τζάστιν γέλασε ειρωνικά. «Τους είδες μαζί. Την Τζούλια την αντιμετώπιζε ως φίλη. Μία πολύ καλή φίλη. Τελείως διαφορετικά από όσα είδαμε απόψε. Ο Ντομινίκ δεν έχανε την ευκαιρία απόψε να αγγίζει την Κέιτ. Επίσης ο Ντομινίκ κι η Τζούλια ποτέ δε μίλησαν για παιδιά. Ο Ντομινίκ θέλει πραγματικά αυτό το παιδί. Κι αν κρίνουμε τα συναισθήματά του με βάση το μέγεθος - 93 -


του δαχτυλιδιού που χάρισε στην Κέιτ, τη σκέφτεται πολύ σοβαρά». «Αυτό είναι αλήθεια. Πρώτη φορά βλέπω τόσο μεγάλο διαμάντι». «Ελάχιστοι βλέπουν πραγματικά διαμάντια. Είναι σπάνιο θέαμα». «Εκείνος, βέβαια, έχει τα χρήματα να τα αγοράσει». Ο Τζάστιν σήκωσε το φρύδι του. «Ναι, αλλά δεν έτυχε να αγοράσει διαμάντι για καμία άλλη γυναίκα στο παρελθόν». Η Αμάντα χαμογέλασε. «Αλήθεια, τι να φορέσω στο γάμο τους;» «Περιμένεις να πω ότι είναι καλύτερα να αγοράσεις κάτι καινούριο;» «Αυτός πρέπει να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους σε αγαπώ. Μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου». Χαμογέλασε. «Εσύ μπορείς να διαβάσεις τη δική μου;» Σειρά της να γελάσει. «Πάντα μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις σου. Δεν αλλάζουν ποτέ». «Λοιπόν;» «Αν μείνουμε στο καθιστικό του ισογείου, δεν πρόκειται κανείς να μας ακούσει». «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ». Της έπιασε το χέρι, την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε. «Τώρα, το μόνο που απομένει είναι να μου πεις τι ακριβώς θέλεις», ψιθύρισε με τα χείλη του πάνω στα δικά της.

- 94 -


κεφάλαιο 9 Λίγο πριν τις εννιά γύρισαν στο σπίτι τους. Στις δέκα η Κέιτ κοιμήθηκε και έτσι ο Ντομινίκ είχε όλο το υπόλοιπο βράδυ για τον εαυτό του. Φόρεσε το κάτω μέρος της πιτζάμας του, τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι, έβαλε πάνω τον υπολογιστή του και δούλεψε μέχρι τα μεσάνυχτα. Σκέφτηκε ότι αν μπορούσε να ζωγραφίσει, αυτήν ακριβώς τη σκηνή θα αποτύπωνε στον καμβά: η όμορφη σύντροφος και μετά από λίγο καιρό σύζυγός του, που ήταν έγκυος στο παιδί τους, να κοιμάται δίπλα του, με την ικανοποίηση αποτυπωμένη στο πρόσωπό της από την πρόσφατη ερωτική συνεύρεσή τους. Κι εκείνος να πληκτρολογεί στον υπολογιστή του μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, έχοντας το ένα χέρι του ακουμπισμένο στο σώμα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο τέλειος πίνακας. Τα είχε όλα. Κι ο Ντομινίκ επίσης. Ευτυχώς, η Κέιτ δεν έδειχνε κάθετα αντίθετη στην προοπτική να εργαστεί στην εταιρεία του. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον οι αντιρρήσεις της τώρα δεν ήταν τόσο έντονες. Κι αυτό ήταν ένα ενθαρρυντικό στοιχείο. Το ότι ένιωθε τόσο αισιόδοξος μπορεί να οφειλόταν στο προχωρημένο της ώρας ή, ίσως, στην παρουσία της Κέιτ ή στο ότι άφησε τις σκέψεις του να πλανηθούν σε κάποιο φανταστικό και λαμπερό κόσμο. Με τη φαντασία του έβλεπε την Κέιτ σύντροφό του στη ζωή και συνεργάτιδά του στην εταιρεία του. Μια ριζική αλλαγή πορείας ύστερα από τριάντα δύο χρόνια εργένικης ζωής. Μια αλλαγή που σηματοδοτούσε τη μετάβαση προς μια τέλεια κατάσταση, προς μια πιο αγνή σχέση. Γιατί σίγουρα αυτό που του συνέβαινε τώρα ήταν ένα θαύμα, από κάθε άποψη. - 95 -


Όμως, οι δαίμονες του Ντομινίκ από το παρελθόν δεν ήταν διατεθειμένοι να τον αφήσουν ήσυχο και τώρα τριβέλιζαν το μυαλό του προειδοποιώντας τον για τους κινδύνους της νέας ζωής του: «Φίλε, αυτή η ευτυχία δεν είναι για σένα αλλά για άλλους». Και ξαφνικά βγήκαν στην επιφάνεια όλοι οι γνωστοί δαίμονες του. Του επισήμαιναν να μην κυνηγάει άπιαστα όνειρα, να μην εμπιστεύεται τους ανθρώπους, του θύμιζαν τις αμέτρητες φορές που τον πρόδωσαν κάποιοι στη ζωή του και του έκλεψαν κομμάτι της ψυχής του. Έσφιξε δυνατά τα δόντια όταν θυμήθηκε όλα αυτά τα μοναχικά χρόνια που έζησε χωρίς ένα απάνεμο λιμάνι όπου να μπορεί να ξαποστάσει. «Στην οργή!» έβρισε δυνατά, προσπαθώντας έτσι να διώξει όλες αυτές τις ενοχλητικές φωνές και πασχίζοντας να αντισταθεί στην απομόνωση και να εξαφανίσει τον κυνισμό που κάποτε βάραινε την ψυχή του. «Στην οργή!» Τα βλέφαρα της Κέιτ τρεμόπαιξαν και άνοιξαν. «Τι ώρα είναι;» Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και η φωνή της αλλοιωμένη από τον ύπνο. «Συγνώμη, μωρό μου. Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω», ένιωσε την ένταση που τον ταλαιπωρούσε να υποχωρεί σιγά-σιγά και τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του να παίρνει τέλος. Η ζεστασιά στο βλέμμα της Κέιτ ήταν βάλσαμο πάνω στις πληγές του παρελθόντος. «Περασμένα μεσάνυχτα. Συνέχισε τον ύπνο σου, μωρό μου». «Έλα, ξάπλωσε κι εσύ». Τα δάχτυλά της σύρθηκαν πάνω στην κουβέρτα με μια κίνηση που θύμιζε ελιγμούς φιδιού. «Θέλω να με πάρεις στην αγκαλιά σου». «Πρέπει να κοιμηθείς», της είπε σιγανά. «Δε θέλω να κοιμηθώ», μουρμούρισε και κούνησε λίγο τη μύτη της που όταν το έβλεπε ο Ντομινίκ πάντα χαμογελούσε. «Σε χρειάζομαι». Τέλος στην ηρεμία. «Σε ένα λεπτό». Έκλεισε τον φορητό υπολογιστή του και τον ακούμπησε στο πάτωμα. Στο μεταξύ εκείνη είχε ξεσκεπαστεί τελείως και είχε γυρίσει πλευρό έτσι που η καμπύλη των γλουτών της τονιζόταν με φόντο τις κουρτίνες, ενώ τα μεγάλα, στητά στήθη της πίεζαν το ένα το - 96 -


άλλο. Οι ερεθισμένες θηλές τους ήταν ροδαλές, προκαλώντας τον Ντομινίκ να τις βάλει στο στόμα του και να τις πιπιλίσει. «Μωρό μου, τι θέαμα είναι αυτό; Δεν το χορταίνω με τίποτα», είπε με κομμένη ανάσα. Παραμέρισε την καρέκλα κι έπιασε το κορδόνι που συγκροτούσε την πιτζάμα στη μέση του. Ένα δευτερόλεπτο μετά την έβγαλε και αμέσως έπεσε στο κρεβάτι. Φιλούσε και πιπίλιζε τις πεταχτές θηλές της, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τις αντιδράσεις του προσώπου της καθώς έφτανε, μισοκοιμισμένη, δύο απανωτές φορές σε οργασμό. Κι όταν ψέλλισε γεμάτη γλύκα, «Σε ευχαριστώ, Ντομινίκ. Τώρα θα συνέχιζα τον ύπνο μου», της άνοιξε τους μηρούς απολαμβάνοντας το σιγανό βογκητό της καθώς βυθιζόταν στο υγρό και φιλόξενο αιδοίο της. Ήταν έτοιμη, απολαυστική, χυμώδης. Όλοι οι δαίμονες που τον βασάνιζαν μέχρι πριν από λίγο εξαφανίστηκαν Ο πόθος, το καυτό πάθος, η έντονη επιθυμία του κορμιού του κατάφερε να τους διώξει. Πνίγηκαν μέσα στον ωκεανό της ευτυχίας. Το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο ήταν αφιερωμένο στην ξεκούραση και την τεμπελιά. Τις πιο πολλές ώρες τις πέρασαν στο κρεβάτι. Το φαγητό τους τους το άφηναν έξω από την πόρτα. Μια μόνο φορά χρειάστηκε να πάνε στο διπλανό δωμάτιο για να μπει το προσωπικό να αλλάξει σεντόνια και να καθαρίσει η μπάνιο τους. Αργά το βράδυ του Σαββάτου κατέβηκαν στο ισόγειο για να απολαύσουν το ξεχωριστή δείπνο που είχε ετοιμάσει ο Κουίν ειδικά για την Κέιτ. Ανησυχώντας που η Κέιτ δεν είχε πολλή όρεξη, Ο Ντομινίκ νωρίς το πρωί του Σαββάτου έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη Νάνα και της ζήτησε να του στείλει συνταγές από τα αγαπημένα της φαγητά. O Κουίν έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να ετοιμάσει όσα πιο πολλά από αυτά από τις τέσσερις τα ξημερώματα που ήρθε η απάντηση από τη Νάνα. Ο Ντομινίκ και η Κέιτ, ξυπόλυτοι και πρόχειρα ντυμένοι με πιτζάμες, μπήκαν στην ευρύχωρη τραπεζαρία που φωτιζόταν με κηροπήγια. «Όλα φαίνονται υπέροχα», σχολίασε η Κέιτ όταν έκλεισε η πόρτα και έμειναν μόνοι τους. «Βλέπω και πολλά λουλούδια». Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν το θεσπέσιο άρωμα των τριαντά- 97 -


φυλλων. Τα φαγητά περίμεναν σε σκεπασμένες πιατέλες στο τραπέζι. Τέσσερα κηροπήγια φώτιζαν το μακρόστενο τραπέζι από μαόνι. Ανάμεσα στις πιατέλες και τα κηροπήγια ήταν τοποθετημένα διάφορα ανθοδοχεία. Η Κέιτ χαμογέλασε στον Ντομινίκ. «Μήπως το παράκανες με τα λουλούδια;» «Μπορεί», είπε χαμογελώντας. «Είναι ειδικά για σένα. Εγώ συνήθως τρώω στη βιβλιοθήκη». «Πώς έχεις συνηθίσει όλη αυτή τη χλιδή και την πολυτέλεια;» Η ταπετσαρία στον τοίχο είχε πάρει μια ελαφριά θαλασσί απόχρωση κάτω από το διάχυτο φως των κεριών. Οι κουρτίνες στο χρώμα του βερίκοκου σκέπαζαν όμορφα τα πανύψηλα παράθυρα και το φρεσκογυαλισμένο παρκέ άστραφτε. Η αίθουσα είχε πολύ ψηλό ταβάνι, αλλά δεν το διαπίστωνες εύκολα γιατί φως των κεριών τρεμόπαιζε. «Η παρουσία σου χαρίζει την πολυτέλεια στο χώρο», είπε σιγανά και κοίταξε πάλι γύρω του, σαν να έβλεπε κι εκείνος το χώρο αυτό για πρώτη φορά. Ή μπορεί και να τον έβλεπε όντως για πρώτη φορά. Το σπίτι αυτό το είχε δει ο Ντομινίκ μέσω του υπολογιστή του και του το αγόρασε ο άνθρωπός του στο Λονδίνο. Εκείνος σπάνια έμενε εδώ. Συνήθως κοιμόταν στο γραφείο του ή στη λέσχη όποτε βρισκόταν στο Λονδίνο. Ο Ντομινίκ, κρατώντας την Κέιτ από το χέρι, μπήκε πρώτος στην πολυτελέστατη τραπεζαρία. «Έλα να δούμε τι μας ετοίμασε ο Κουίν». Ο μπουφές μάλλον ήταν φτιαγμένος για γίγαντες. Η Κέιτ χρειάστηκε να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της για να κοιτάξει τι περιείχαν οι σκεπαστές ασημένιες πιατέλες και Ντομινίκ σήκωνε το ένα μετά το άλλο τα καπάκια τους. Στη μία υπήρχε ντοματόσουπα γαρνιρισμένη με σάντουιτς από ψητό τυρί. Στην επόμενη ψητά παιδάκια περιχυμένα με τη σάλτσα που η Νάνα έφτιαχνε πάντα τέλεια. Σαλάτα με τριών ειδών φασόλια κι ένα κέικ καρότου με τυρί σε κρέμα από πάνω. Επειδή το μενού αυτό κάτι της θύμιζε, η Κέιτ γύρισε στον Ντομινίκ. «Πάλι μίλησες με τη Νάνα;» Ο τόνος της φωνής της φανέρωσε την ανησυχία της. «Μη σε πιάνει πανικός. Της έστειλα ηλεκτρονικό μήνυμα». - 98 -


Την πήρε να πάνε στο τραπέζι. «Το μόνο που της ζήτησα είναι να μου στείλει μερικές συνταγές. Δεν της ανέφερα τίποτ’ άλλο». Τράβηξε μια καρέκλα με ψηλή ράχη που βρισκόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. «Έλα, μωρό μου, κάθισε. Θα σερβίρω εγώ. Το σκαμπό για τα πόδια θέλεις να σου το φέρω πιο κοντά;» Έσκυψε και το τράβηξε κοντά στα πόδια της που κρέμονταν. «Δε θ’ αργήσω να της μιλήσω για την εγκυμοσύνη μου». Η Κέιτ ακούμπησε τα γυμνά πόδια της πάνω στο βελούδινο κάλυμμα του σκαμπό. «Όχι ακόμη όμως», πρόσθεσε και έκανε ένα μορφασμό. «Δε με απασχολεί πότε θα της μιλήσεις, αρκεί να είσαι συνέχεια κοντά μου», είπε χαμογελώντας. «Βλέπεις, έχω τις προτεραιότητες μου». Ήγειρε την πλάτη της πίσω και χαμογέλασε. «Κι εμένα μου αρέσει να είμαστε μόνοι οι δυο μας». «Χαίρομαι που το ακούω. Έτσι γλιτώνω από την ταλαιπωρία να σε κρατώ κάπου κλειδωμένη», είπε καθώς πήγαινε προς τον μπουφέ. «Πολύ αστείο!» «Όχι, Κέιτ, δεν αστειεύομαι». «Καλά θα κάνεις να αστειεύεσαι». Ο Ντομινίκ γύρισε εκνευρισμένος, προς το μέρος της, αλλά την τελευταία στιγμή κατάφερε να συγκρατήσει τα νεύρα του. «Ξέρεις πολύ καλά τι είσαι για μένα, σωστά;» Μίλησε τόσο σιγανά, που η φωνή του μόλις που ακούστηκε. «Δεν είναι λογικό, όμως, ούτε καν να περνάει από το μυαλό σου ότι θα με κλειδώσεις κάπου», είπε η Κέιτ. «Το ξέρω, μωρό μου. Έχεις δίκιο. Ξέφυγα λίγο». Αυτό δε σήμαινε ότι δε θα το έκανε. Ένα πλατύ, γλυκό χαμόγελο. «Πεινάς όσο κι εγώ; Ή μήπως πείνασα επειδή τα φαγητά της Νάνα έχουν τόσο υπέροχη μυρωδιά;» Ο Ντομινίκ ανέλαβε το σερβίρισμα. Η Κέιτ προτιμούσε να μην κυκλοφορούν ανάμεσά τους σερβιτόροι, ενώ εκείνος προτιμούσε την ησυχία του. Μετά από λίγο, κι αφού πήγε και ήρθε αρκετές φορές για να υπάρχουν στο τραπέζι τους όλα τα φαγητά, κάθισε δεξιά από την Κέιτ. Όλα ήταν γευστικότατα σπιτικά - 99 -


φαγητά, παρ’ όλο που τον όρο «σπιτικό» δεν τον πολυκαταλάβαινε ο Ντομινίκ. Τα φαγητά ήταν τέλεια. Με έκπληξη έβλεπε την Κέιτ να τρώει με όρεξη, κάτι που δεν είχε συμβεί από την ημέρα της επιστροφής του. Πέρασε μισή ώρα περίπου που έτρωγαν σιωπηλοί και πρώτος ο Ντομινίκ έσπασε τη σιωπή λέγοντας: «Μη βιάζεσαι. Έχεις χρόνο να απολαύσεις το φαγητό σου». «Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό που έκανες», είπε η Κέιτ γλείφοντας από τα δάχτυλά της τη σάλτσα μπάρμπεκιου. «Δε σου αρέσει το κέικ καρότου;» «Μωρό μου, έφαγα ήδη τρία κομμάτια». «Έχει μείνει πολύ ακόμη». «Αργότερα... ίσως». «Εγώ μάλλον θα φάω ένα ακόμη από αυτά τα υπέροχα ψητά σάντουιτς που ο σεφ φρόντισε να τα φτιάξει έτσι ώστε να μοιάζουν με λαγουδάκια». Ο Ντομινίκ έβαλε ένα στο πιάτο της. «Η Νάνα μου είπε ότι σου αρέσουν τα λαγουδάκια». «Τα πέτυχε όλα ο σεφ. Μέχρι και κομμάτια ελιάς χρησιμοποίησε για μάτια και μακαρόνια για μουστάκια. Το τρίχωμά τους πώς το έφτιαξε άραγε;». «Δεν ξέρω». Έκοψε μια μπουκιά. «Στο σπίτι μας δεν ασχολιόμαστε τόσο πολύ με τις λεπτομέρειες. Η Νάνα χρησιμοποιεί το εξάρτημα με το οποίο κόβει τη ζύμη», είπε με γεμάτο το στόμα. «Αυτά εδώ, όμως, μοιάζουν καταπληκτικά με πραγματικά λαγουδάκια». Έβαλε στο στόμα της τις δυο τελευταίες μπουκιές και τις απόλαυσε κλείνοντας τα μάτια. «Kαι η γέμιση τυριού είναι τέλεια», είπε μετά από λίγο. «Βέβαια τη γεύση τη βοηθάει και το βούτυρό στο οποίο ψήνονται». Σκούπισε τα δάχτυλά της σε μια πετσέτα που της έδωσε ο Ντομινίκ. «Με κακομαθαίνεις, αλλά μου αρέσει». Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί. «Μου άρεσε πολύ το φαγητό μας». «Kι εμένα μου αρέσει να σε βλέπω να τρως. Φαντάζομαι, αυτό θα αρέσει και στο μωρό μας. Θα έχουμε υπόψη μας τη Νάνα όταν θέλεις να τρως κάτι ξεχωριστό». «Αν δεν έχει αντίρρηση ο μάγειράς σου να εκτελεί αυτές τις - 100 -


περίπλοκες συνταγές...». «Δεν τον ενοχλεί». «Αυτό το λες εσύ. Εκείνος όμως κουράζεται». «Δε νομίζω να έχει κανένα πρόβλημα. Γι' αυτό, λοιπόν, αν θέλεις κανένα σάντουιτς με φιστικοβούτυρο ή μαρμελάδα ή κανένα μπολ με δημητριακά, ζήτησε το. Με την ευκαιρία, να σου πω ότι η Νάνα έστειλε και μια συνταγή για ψωμί. Έτσι αύριο το πρωί το πρόγευμα θα περιλαμβάνει σάντουιτς με μπέικον». «Μη μου πεις! Σε αγαπώ πολύ-πολύ. Να βάλουμε και μαγιονέζα;» Γέλασε. Του θύμιζε αθώο κοριτσόπουλο, με μάτια που λάμπουν, σγουρά κόκκινα μαλλιά ανακατωμένα και χαμόγελο ευτυχίας. «Ναι, μωρό μου. Και μαγιονέζα. Η Νάνα έστειλε και μια συνταγή για μαγιονέζα». «Ντομινίκ, είσαι πολύ γλυκός. Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω που θυμήθηκες τα σάντουιτς με μπέικον». «Αν τελείωσες το φαγητό, μπορείς να μου πεις το ευχαριστώ σου ξεκουμπώνοντας το πάνω μέρος της πιτζάμας σου», είπε χαμηλόφωνα κι ένα νωχελικό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. Η Κέιτ έγειρε την πλάτη της στη ράχη της καρέκλας και μετά ξεκούμπωσε τα μαργαριταρένια κουμπιά της πανάκριβης μπλε πιτζάμας της. Την άνοιξε εντελώς και χαμογέλασε. «Ορίστε!» «Τέλεια!» Η φωνή του ήταν απαλή σαν βελούδο, αλλά η ματιά του θύμιζε ματιά αρπακτικού. «Μου φαίνεται, θα τα φιλήσω». «Πού, εδώ;» Άγγιξε τις θηλές της με τα δάχτυλά της «Εδώ, τώρα». Άνοιγε τους μηρούς της και έγειρε το κεφάλι πίσω στην καρέκλα της. «Εσύ τους ζήτησες να φέρουν αυτή την τόσο αναπαυτική καρέκλα; Για να τη χρησιμοποιήσεις γι’ αυτά που σκέφτεσαι να μου κάνεις;» Εκείνος χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Ξέρεις ότι διευθύνω ολόκληρους επιχειρηματικούς κολοσσούς, Κέιτ», είπε και βολεύτηκε πλάι της σε μια άνετη πολυθρόνα από μαόνι. Η αμφίεσή του —το γκρίζο κοντομάνικο μπλουζάκι και η φανελένια πιτζάμα του— ταίριαζε τέλεια με το υπόλοιπο ντεκόρ. «Μπορώ να φροντίσω και - 101 -


μια γυναίκα». «Μπορεί. Ίσως!» είπε με νάζι, με μάτια μισόκλειστα και εμφανή τα σημάδια του ερωτικού πόθου. «Όχι “ίσως”! Βγάλε την πιτζάμα σου». «Κι αν δεν τη βγάλω;» Προσπάθησε να αστειευτεί σηκώνοντας ειρωνικά το φρύδι. «Θα τη βγάλω εγώ». Έσπρωξε πίσω την πολυθρόνα του, σηκώθηκε, πλησίασε στο τραπέζι, παραμέρισε το ένα κηροπήγιο και έκανε χώρο στο τραπέζι. Εκείνη ανακάθισε στη θέση της. «Τι κάνεις;». «Σκοπεύω να σε φάω για επιδόρπιο». «Όχι εδώ!» «Εδώ, Κέιτ! Γι’ αυτό αδειάζω το τραπέζι». «Μπορεί να μπει κάποιος», είπε διατακτικά και έγνεψε προς την πόρτα. «Μην ανησυχείς». Μίλησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, συνεχίζοντας τις προετοιμασίες. «Όχι, Ντομινίκ. Μην είσαι τόσο σίγουρος». Την κοίταξε, πήρε μια κοφτή ανάσα και μετά στάθηκε όρθιος. Γύρισε, πήγε προς τη διπλή πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο, την κλείδωσε και μετά κλείδωσε και την πόρτα που χρησιμοποιούσε το υπηρετικό προσωπικό. Επέστρεψε στο τραπέζι, την κοίταξε στα μάτια και σήκωσε το ένα φρύδι. «Καλύτερα τώρα;» «Όχι ακριβώς. Τώρα ξέρουν σίγουρα ότι εμείς εδώ κάνουμε έρωτα». Έφερε στο νου του όλες τις φορές που βρέθηκε στις ιδιωτικές λέσχες σεξ όπου όλοι έκαναν έρωτα με όλους τους άλλους. Συγκρότησε τον εκνευρισμό του και της είπε με ήπιο τόνο: «Μωρό μου, αποφάσισε. Ανοιχτές τις θέλεις τις πόρτες ή κλειδωμένες; Το ότι εμείς οι δυο θα κάνουμε έρωτα είναι δεδομένο». «Θα μπορούσα να αρνηθώ». «Δε θα το κάνεις». «Θα μπορούσα». Γέλασε. «Δοκίμασέ με». «Μην είσαι εγωιστής». - 102 -


«Μωρό μου, δεν είμαι εγωιστής. Σκέψου ότι κι εσύ θέλεις να κάνεις έρωτα. Κοίταξέ με». Της έγνεψε προς τα κάτω. «Φαντάζομαι, θα θέλεις να τον δοκιμάσεις αυτόν εδώ». Η Κέιτ πήρε μια βεβιασμένη ανάσα καθώς κοίταζε το ερεθισμένο πέος του κι αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό το ελκυστικό, πελώριο πέος που απειλούσε να σκίσει το μαλακό ύφασμα της πιτζάμας του. Πολύ θα ήθελε να μην έλιωνε από πόθο και να μπορούσε να πάρει την απόφασή της πιο ψύχραιμα. «Έλα, γλυκιά μου, πλησίασε και ξάπλωσε στο τραπέζι». Η φωνή του ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Θα έρθεις μόνη σου ή θα σε πάρω εγώ;» Ακολούθησε σιωπή όσο μέσα της πάλευαν οι αντιρρήσεις της με τον πόθο της, όπως πάντα άλλωστε. Σηκώθηκε από την καρέκλα της. Χαμογελώντας, κινήθηκε προς το μέρος της, έσκυψε να τη φιλήσει στο μάγουλο και μετά πήρε το σκαμπό στο οποίο στήριζε πριν τα πόδια της. Την έπιασε από το χέρι, την οδήγησε κοντά στο τραπέζι, άφησε το χέρι της και έσκυψε να χαϊδέψει το βελούδινο ύφασμα του σκαμπό. Ο Ντομινίκ ήταν σιωπηλός και φάνταζε πολύ παράξενος κάτω από το φως των κεριών. Οι σκιές τόνιζαν τα αδρά χαρακτηριστικά του, τα σκούρα φρύδια του, τα κορακίσια μαλλιά του. Το ανάστημά του γιγαντωνόταν μέσα στο λιγοστό φως. «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνουμε αυτό;» Προσπάθησε να κρύψει την ανησυχία στη φωνή της. «Είμαι απόλυτα σίγουρος». Την κοίταξε. «Βγάλε την πιτζάμα σου. Σε παρακαλώ. Ή μήπως θέλεις να σε βοηθήσω;» Η φωνή του απαλή σαν χάδι. Ο τόνος της αυστηρότητας είχε χαθεί. «Να με βοηθήσεις». Ο Ντομινίκ πρόσεξε το βλέμμα της. Ήξερε να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα συμβιβαζόταν. Χαμογέλασε. «Ευχαρίστως, μωρό μου». Γύρισε για να τη βλέπει καλύτερα και τα χέρια του κατέβασαν αργά-αργά το πάνω μέρος της πιτζάμας της. Την έβγαλε, την ακούμπησε στο τραπέζι, γονάτισε μπροστά της, κατέβασε το παντελόνι της πιτζάμας και - 103 -


μετά το άφησε να γλιστρήσει στο πάτωμα. Ταυτόχρονα της χάιδευε απαλά τους γλουτούς και τους μηρούς καθώς σηκωνόταν πάλι όρθιος. «Έχεις τέλειο κορμί», μουρμούρισε. «Είσαι η γυναίκα που με εμπνέει». Την έπιασε από τη μέση τρυφερά και άρχισε να τη χαϊδεύει στη βάση της ραχοκοκαλιάς της. Η Κέιτ ένιωθε όμηρος του πανύψηλου άντρα, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι τον έλεγχε με τα κάλλη της. «Κι εσύ με εμπνέεις», ψέλλισε με κομμένη ανάσα. «Κι έχεις τεράστιες παλάμες». «Όντως έχω». Μιλούσε με ήρεμη αλλά σίγουρη φωνή και με μια πρωτόγνωρη αλαζονεία. «Ελπίζω να μη μας πάρει πολύ χρόνο». Εκείνος χαμογέλασε. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Αρκεί απλά να σε αγγίξω». «Σωστά». Τον κοίταξε στα μάτια με ένα ύφος γεμάτο προσμονή και πάθος. «Λοιπόν; Τι θα κάνουμε τώρα;» «Μου φαίνεται ότι μάλλον πρέπει να προχωρήσουμε», είπε με ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Πρέπει, γιατί αλλιώς θα τελειώσεις πρώτη, πριν από μένα». Την έπιασε πιο γερά από τη μέση, τη σήκωσε και την έβαλε πάνω στο τραπέζι. Ύστερα έσκυψε, πήρε από κάτω την πιτζάμα της και την ακούμπησε στο τραπέζι. «Είδες που το θυμήθηκα; Είσαι ευχαριστημένη τώρα;» Από την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν στο Χονγκ Κονγκ η Κέιτ θυμόταν την άνεση με την οποία αντιμετώπιζε ο Ντομινίκ τους συνεργάτες του. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Η συμπεριφορά σου είναι άψογη. Να περιμένω να ακολουθήσουν πρωτόγνωρες εμπειρίες;» «Όχι, μωρό μου». Έβαλε την παλάμη του ανάμεσα στους μηρούς της και το μεσαίο δάχτυλό του βρήκε τη σχισμή του αιδοίου της. «Διαπιστώνω ότι είσαι έτοιμη για όλα», σχολίασε κοιτάζοντάς τη με νόημα μέσα στα μάτια. Κανονικά θα έπρεπε να προσπαθήσει να αντισταθεί σε αυτή τη λάγνα ματιά του, αλλά ο γλυκός πόνος ανάμεσα στα χείλη του αιδοίου της που της προκαλούσαν οι κινήσεις του δάχτυλου του γινόταν πιο επίμονος. Θυμήθηκε τις παλιότερες επαφές τους, τη γλυκιά βία του και την ανελέητη ικανοποίηση που της πρόσφερε. - 104 -


Ύστερα άρχισε να χαϊδεύει την κλειτορίδα της. Τώρα πια όλες οι σκέψεις της έσβησαν... Την κατέκλυσε ο πόθος και τα βογκητά της ηδονής της συγκλόνιζαν όλο το κορμί της. Ασυναίσθητα άνοιξε τους μηρούς της, έτοιμη να του παραδοθεί. Εκείνος, σαν έμπειρος στρατηγός, αναγνώρισε τη νίκη του. «Θέλεις λίγο ακόμη, μωρό μου;» Πίεσε περισσότερο την κλειτορίδα της με μεγάλη μαεστρία. Μια φωτιά απλώθηκε μέσα στο υγρό και παλλόμενο αιδοίο της, που συνοδεύτηκε από μια κραυγή. Μια κραυγή που έκανε αντίλαλο μέσα στο τεράστιο αυτό δωμάτιο. Το τρέμουλό της ήταν φανερό και ο βαθύς αναστεναγμός της συνοδεύτηκε από ένα γλυκό χαμόγελο. Την επόμενη στιγμή, όταν το βλέμμα της συνάντησε το δικό του, διαπίστωσε ότι χαμογελούσαν και οι δύο. «Μέχρι στιγμής καλά πάμε. Δεν κάνω κάτι πρωτόγνωρο ή ασυνήθιστο» είπε σιγανά, αλλά χαιρόταν την κάθε στιγμή μαζί της. «Πώς τα καταφέρνεις και μένεις τόσο ψύχραιμος;» ρώτησε, σμίγοντας ελαφρά τα φρύδια της. Ανασήκωσε τους ώμους. «Έχω μάθει να πειθαρχώ. Εσύ, όμως, αφήνεις τελείως ελεύθερο τον εαυτό σου», πρόσθεσε με ένα πονηρό χαμόγελο. Χαμήλωσε τα χέρια του, άνοιξε αργά και τρυφερά τους μηρούς της και ύστερα έπιασε τους αστραγάλους: της. Σήκωσε τα πόδια ψηλά αποκαλύπτοντας το αιδοίο της σε όλο του το μεγαλείο. «Όμως είναι γνωστό ότι τα ετερώνυμα έλκονται, σωστά;» Χαϊδεύοντας απαλά την τρυφερή και ροδαλή σάρκα του αιδοίου της, πήρε βαθιά ανάσα. «Μωρό μου, αυτό είναι το τέλειο θέαμα». Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του, της χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο και συνέχισε τη συζήτηση. «Προβλέπω ένα ρόδινο μέλλον για εμάς τους δύο». «Αρκεί να μην αλληλοσκοτωθούμε στο μεταξύ». «Δε νομίζω. Ας ευχηθούμε για το καλύτερο», είπε εκείνος κλείνοντας πονηρά το μάτι. Χάιδεψε απαλά το υγρό και ερεθισμένο αιδοίο της και τα δάχτυλά του γλίστρησαν πάνω στους χυμούς της. Ανατρίχιασε καθώς ένα κύμα ηδονής απλώθηκε στο σώμα της. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και κατάλαβε ότι - 105 -


ήταν αδύνατο πια να φρενάρει τις ορμές της. Έπιασε γερά το βελούδινο ύφασμα του σκαμπό και σταθεροποίησε το κορμί της. «Είσαι καλά, μωρό μου;» «Έχω υπάρξει και καλύτερα», ψέλλισε εκείνη. «Και μη μου πεις τώρα να χαλαρώσω και να συγκρατηθώ». «Δε σκόπευα να σου το ζητήσω». Τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά πάνω στις θηλές της και μετά τις έσφιξαν. Αμέσως ένα κύμα πόθου και ηδονής κατηφόρισε προς το αιδοίο της. «Μωρό μου, κι οι δυο ποθούμε το ίδιο πράγμα. Απλώς το πετυχαίνουμε με διαφορετικό τρόπο». Θα μπορούσε να σχολιάσει τα λόγια του αν δεν ήταν τόσο πολύ απορροφημένη από την έντονη επιθυμία για εκτόνωση που είχε απλωθεί σε ολόκληρο το είναι της. Τα μαλλιά του χάιδεψαν το μάγουλό της και η ανάσα του ζέστανε το αυτί της. «Ηρέμησε, γλυκιά μου. Θα καθυστερήσω λίγο». Η Κέιτ άνοιξε αργά τα βλέφαρά της. «Δε σε χρειάζομαι». «Ούτε για λίγο;» Η απότομη και κοφτή ανάσα της συνοδεύτηκε από έναν τρεμουλιαστό αναστεναγμό καθώς ο Ντομινίκ έβαλε πρώτα ένα δάχτυλο και ύστερα ένα δεύτερο μέσα στο παλλόμενο αιδοίο της και βρήκε αμέσως το σημείο της υπέρτατης ηδονής της. «Θέλεις να κάνουμε μια συμφωνία;» τη ρώτησε. Αργά, επανήλθε στην πραγματικότητα κι ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Τι είδους συμφωνία;» «Να έρθεις μία φορά σε οργασμό και μετά να με αφήσεις να παίξω». Πίεσε τα δάχτυλά του βαθύτερα, αναγκάζοντας την ουσιαστικά να δώσει την απάντηση που εκείνος ήθελε. Όμως, πρώτα ήθελε να της προσφέρει την ερωτική εκτόνωση. Άλλωστε, πάντα θεωρούσε αγένεια να επιδιώκει τη δική του μόνο ικανοποίηση. Τα μάτια της είχαν κλείσει πάλι και γι’ αυτό της μίλησε “ψιθυριστά. «Λοιπόν; Τι απαντάς;». «Ναι, φυσικά», είπε με απόλυτη φυσικότητα που τον άφησε έκπληκτο. Η ματιά της ήταν θολή, τα βλέφαρα μισόκλειστα, αλλά δελε- 106 -


αστικό το θέαμα. «Προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου μαζί σου». Η Κέιτ όμως χρειάστηκε να προσπαθήσει για να μιλήσει. «Πολύ καλά, μωρό μου», είπε χαμογελώντας. «Γιατί όμως δε θέλεις να εκτονωθείς;» Ταυτόχρονα κινούσε τα δάχτυλά του πάνω στο κουμπί της υπέρτατης ηδονής της. «Δεν είμαστε σε καλό δρόμο;» Η απάντησή της ήταν μια κοφτή ανάσα. «Καλά είναι εδώ;» Άλλο ένα απαλό χάδι που προκάλεσε ένα βαθύ αναστεναγμό της. «Εδώ πώς σου φαίνεται;» Προσεχτικά και με ήρεμες κινήσεις έβαλε τα δάχτυλά του πιο βαθιά μέσα της. Μη περιμένοντας πλέον κάποια απάντησή της αφού η ανάσα της είχε γίνει βαθιά και διακεκομμένη, ο Ντομινίκ κινούσε τα δάχτυλα του ρυθμικά και ταυτόχρονα έτριβε την κλειτορίδα της και τα χείλη του υγρού αιδοίου της, πετυχαίνοντας ένα ρυθμό κινήσεων που ταίριαζε με το ρυθμό που εκείνη κινούσε τη μέση της. Ο Ντομινίκ έπαιζε ένα παιχνίδι που το είχε παίξει πάμπολλες φορές στο παρελθόν. Σε λίγο η Κέιτ έτρεμε ολόκληρη, τα δάχτυλά του ήταν μουσκεμένα από τους χυμούς της και το πρόσωπο και ο λαιμός της είχαν κοκκινίσει ελαφρά. «Δεν ήμουν άγριος, μωρό μου, συμφωνείς;» ψιθύρισε εκείνος. Ήξερε την απάντηση. «Όχι... όχι... έτσι...» είπε εκείνη με κομμένη ανάσα. Βρισκόταν σε μια κατάσταση έκστασης και είχε την αίσθηση ότι αν τέντωνε τα χέρια της θα έπιανε τα άστρα. Ήταν πολύ κοντά. Ο Ντομινίκ ένιωθε τις πρώτες μικρές συσπάσεις στο εσωτερικό του αιδοίου της. «Μωρό μου, θέλεις να προχωρήσω περισσότερο; Πες μου αν τυχόν είμαι κάπως βίαιος». Έβαλε κι ένα τρίτο δάχτυλο μέσα της. «Πώς νιώθεις τώρα; Είναι καλύτερα έτσι;» Η αναπνοή της κόπηκε καθώς τα δάχτυλά του άγγιξαν το κέντρο της ηδονής της. «Έτσι... Έτσι! Ναι!» Οι πρώτοι δυνατοί σπασμοί. Το παλιρροϊκό κύμα που χύθηκε ορμητικό μέσα της. Έτρεμε ολόκληρη πλέον. Η φωνή της είχε μετατραπεί σε συγκρατημένα βογκητά, ενώ μέσα της συσσωρευόταν μια ένταση που χρειαζόταν εκτόνωση μέσα από έναν οργασμό. Το απότομο ουρλιαχτό της συνέπεσε με τις δυνατές κινήσεις - 107 -


των δαχτύλων του Ντομινίκ που βυθίστηκαν πολύ βαθιά μέσα της. Το ουρλιαχτό μετατράπηκε σε δυνατές κραυγές. Ο Ντομινίκ πλησίασε τα χείλη του στα δικά της και της έκλεισε το στόμα. Τώρα η Κέιτ του ανήκε ολοκληρωτικά. Μέσα σε αυτό τον άγριο και ξέφρενο οργασμό της η Κέιτ του είχε παραδοθεί ψυχή τε και σώματι. Ένας επικίνδυνος συνδυασμός. Και καλά θα έκανε ο Ντομινίκ να κρύψει τα συναισθήματά του. Βέβαια αυτό δεν ταίριαζε σε κάποιον που ήθελε πάντα να έχει την απόλυτη υπεροχή, την υπέρτατη εξουσία. Καθώς το τρέμουλό της άρχισε να υποχωρεί, την πήρε στην αγκαλιά του, τη στήριξε πάνω του και της έδωσε να καταλάβει ότι μπορούσε να υπολογίζει σε εκείνον. Το χαμόγελό της ήταν κάπως ντροπαλό όταν άνοιξε τα μάτια της. Έγειρε πάνω στο μπράτσο του και τον κοίταξε επίμονα στα μάτια. «Σ’ ευχαριστώ που δέχτηκες να γίνεις ο... υπηρέτης μου». Το ύφος του έλαμψε. «Προσωρινά. Μη βιάζεσαι». «Μήπως πρέπει να ζητήσω συγνώμη για κάτι που δεν έπρεπε να κάνω;» «Όχι, μωρό μου. Ποτέ». Χαμογέλασε. «Μπορώ να το αντέξω». Έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη της, ενώ εκείνη τύλιξε τα δικά της γύρω από το σβέρκο του. «Θα σε παρακαλούσα τώρα να μειώσεις κάπως το ρυθμό σου». Τη φίλησε στα ροδαλά χείλη της. «Πρέπει να πάρω το επιδόρπιό μου». «Να υποθέσω ότι το επιδόρπιό σου θα είμαι εγώ;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Σωστά υποθέτεις». Τα χέρια του γλίστρησαν απαλά πάνω στην πλάτη της και κατηφόρισαν προς τα κάτω. Ήταν σίγουρη ότι αυτή τη διαδικασία την είχε επαναλάβει πολλές φορές στο παρελθόν. «Δεν έχω καμία αντίρρηση», πρόσθεσε η Κέιτ και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω του, είδε ότι έφερε πιο κοντά τους το κηροπήγιο. «Δεν έχω καμία αντίρρηση να παίξουμε διάφορα παιχνίδια». «Σ’ ευχαριστώ», είπε εκείνος αντί να πει, «Το ξέρω». «Βολεύεσαι έτσι που έχεις τα πόδια σου;» «Τώρα που έφτασα σε οργασμό, όλα μου αρέσουν κι όλα μου - 108 -


φαίνονται βολικά. Λατρεύω τη ζωή, λατρεύω το σύμπαν». Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Αυτό το είπες και την πρώτη μας βραδιά που περάσαμε μαζί στο Χονγκ Κονγκ. Μέχρι τότε δεν το είχα ξανακούσει». «Αυτό συμβαίνει επειδή μέχρι τότε γνώριζες άλλου είδους γυναίκες». «Τι να πω... Σίγουρα πάντως δεν είχα γνωρίσει τόσο δροσερή, τόσο ανάλαφρη γυναίκα όσο εσύ». «Άρα ήμουν κάτι πρωτόγνωρο για σένα». «Από χίλιες δυο απόψεις». Πήρε το πρόσωπό της μέσα στις μεγάλες παλάμες του, πλησίασε το πρόσωπό του και είπε απαλά, ψιθυριστά: «Άρχισα να πιστεύω στα θαύματα». Η αθωότητα του βλέμματός της έγινε πολύ πιο γλυκιά κάτω από το φως των κεριών. Η ωριμότητα του κορμιού της πιο μεθυστική καθώς οι πλούσιες καμπύλες της λούζονταν στο φως που τρεμόσβηνε. «Πρέπει να με ειδοποιήσεις αν τυχόν το παρακάνω, γιατί μόνος μου δε θα το καταλάβω», της είπε στον ίδιο τόνο. «Όταν είμαι ερεθισμένος, δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου». Χαμογέλασε. «Τώρα το μόνο που βλέπω και το μόνο που με ενδιαφέρει είσαι εσύ». Χαμογέλασε κι εκείνη. «Ευτυχώς που δε με βλέπεις σαν όλες τις άλλες». Προς το παρόν τουλάχιστον, όχι. «Όχι, μωρό μου. Είσαι το στολίδι πάνω σε αυτό το τραπέζι». «Τουλάχιστον τώρα θα σε νιώσω καθόλου μέσα μου;» Της δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλι και μετά της είπε ψιθυριστά: «Μόλις τελειώσουμε τα παιχνίδια». Όταν κατάλαβε ότι την ενόχλησε η απάντησή του, πρόσθεσε: «Δε θα αργήσουμε πάντως». Ο Ντομινίκ πήρε με το δάχτυλό του λίγο τυρί σε κρέμα και το άλειψε στη θηλή της. Εκείνη άλλαξε αμέσως τη στάση του σώματός της και πήρε βαθιά ανάσα. «Είναι κρύο;» τη ρώτησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του. Όμως ήξερε τι ακριβώς σήμαινε αυτή η ανάσα της. Ένιωσε τη θηλή της να σκληραίνει κάτω από το δάχτυλό του. Παρ’ ότι βιαζόταν να απολαύσει το... επιδόρπιό του, πήρε λίγη ακόμη κρέμα τυριού με τον αντίχειρά του και συνέχισε να την απλώνει - 109 -


αργά και στις δύο θηλές της. Φρόντισε να αλείψει μόνο τις θηλές και τους σκουρόχρωμους κύκλους γύρω τους κι ό,τι είχε πέσει λίγο πιο πέρα το πήρε με τη γλώσσα του. Όταν τελείωσε, τραβήχτηκε πίσω για να καμαρώσει το αριστούργημά του, αφήνοντας τη φαντασία του ελεύθερη: πώς θα ένιωθε η Κέιτ αγγίζοντάς την, ερεθίζοντας την και τελικά κάνοντας έρωτα μαζί της. Η επιδερμίδα της ήταν χλομή κάτω από το λιγοστό φως του χώρου. Το φως των κεριών είχε απλωθεί ως χρυσοκίτρινος πέπλος πάνω στο κορμί της. Τώρα, λόγω εγκυμοσύνης, τα στήθη της ήταν πιο χυμώδη και πιο πλούσια, οι γλουτοί της, πιο πεταχτοί και στρογγυλοί. Μια τέτοια γυναίκα θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του συμβόλου της θηλυκότητας. Κι η πανέμορφη αυτή γυναίκα ήταν όλη δική του. Ελκυστική, χυμώδης και μέσα στην κοιλιά της έκρυβε τον καρπό του έρωτά τους. Αυτή η πανέμορφη Αφροδίτη τον ερέθιζε με τις χάρες της. Κι αυτή η γυναίκα τώρα τον περίμενε να της κάνει έρωτα. «Πώς νιώθεις τώρα που σε άλειψα;» Περιττή ερώτηση. Η Κέιτ αναστέναζε ελαφρά, ενώ το αιδοίο της ήταν ήδη υγρό. Τα μάγουλά της κόκκινα. «Κάνε μου τη χάρη και γλείψε μου το δάχτυλο». Της έβαλε το δάχτυλό του στο στόμα. «Αργότερα θα σου δώσω να γλείψεις και το πέος μου». Η καλυμμένη εντολή του την ενόχλησε κάπως και η γλώσσα της έμεινε ακίνητη πάνω στο δάχτυλό του. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε τη στάση του σώματός της πάνω στο σκαμνάκι για τα πόδια, υγρασία κύλησε άφθονη μέσα στο αιδοίο της και το σώμα της ολόκληρο άνοιξε διάπλατα για να τον υποδεχθεί. «Μωρό μου, σου αρέσει αυτό;» Η αντίδρασή της ήταν άμεση. Ο Ντομινίκ μύριζε τη μυρωδιά του αιδοίου της, ένιωθε την κάψα, τον πόθο της. «Δε θα χρειαστεί να περιμένεις πολύ», είπε και τράβηξε το δάχτυλό του από το στόμα της. Την επόμενη στιγμή το έβαλε μέσα στο παλλόμενο αιδοίο της κι άρχισε να το κινεί, ερεθίζοντας παράλληλα τη διογκωμένη κλειτορίδα της. «Τι βλέπω; Η κλειτορίδα σου είναι διογκωμένη! Πιστεύεις ότι μπορείς να περιμένεις;» Πήρε μια βαθιά, τρεμουλιαστή ανάσα και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. - 110 -


«Κέιτ, κοίταξε με. Μίλησε μου». Όταν το κοίταξε, αντίκρισε το κοφτερό βλέμμα του. «Δεν μπορώ», είπε μάλλον φοβισμένη. «Δεν μπορείς ή δε θέλεις;» ρώτησε εκείνος. «Και τα δύο». Η Κέιτ έτρεμε σύγκορμη. «Λυπάμαι, μωρό μου, αλλά αυτή τη φορά προηγούμαι εγώ». Έσφιξε τους μηρούς της σαν να ήθελε να παγιδεύσει μέσα τους τη φλόγα που είχε απλωθεί στο κορμί της. «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ!» «Κέιτ, άκουσέ με!» Έπιασε με δυο δάχτυλά του το πιγούνι της, σήκωσε λίγο το κεφάλι της και της ψιθύρισε στο αυτί: «Αυτή τη φορά είναι η σειρά μου». Έκλεισε τα μάτια και έβαλε την παλάμη της ανάμεσα στους μηρούς της. Ο Ντομινίκ τράβηξε απότομα το χέρι της.. «Μήπως πρέπει να σου δέσω τα χέρια; Μη με αναγκάσεις, γιατί θα το κάνω. Δε θέλω να αγγίζεις το αιδοίο σου». Σήκωσε το χέρι της και δάγκωσε ελαφρά το ένα δάχτυλό της. «Έγινα κατανοητός;» Τράβηξε το χέρι της μακριά του. «Με πονάς!» «Τότε να προσέχεις, όταν σου. μιλάω», είπε κάπως θυμωμένα. «Τώρα πιάσε με τα δυο σου χέρια το ένα στήθος σου και σήκωσε το. Έτσι μπράβο. Πιο ψηλά. Ακόμη πιο πολύ...» Η Κέιτ άλλαξε για άλλη μια φορά τη στάση του σώματός της και σήκωσε το στήθος της τόσο που μόρφασε από τον πόνο. «Έτσι μπράβο», είπε εκείνος με απαλή φωνή, ενώ περιεργαζόταν το πλούσιο στήθος της. Οι παλάμες της ίσα-ίσα που φαίνονταν κάτω από τη βελούδινη σάρκα της. Της χαμογέλασε πλατιά. «Κοίτα τώρα τι έκανες!» Ο αυταρχισμός. του και οι ερωτικές εντολές του πάντα επιδρούσαν σαν αφροδισιακό για την Κέιτ, που τώρα έτρεμε ανεξέλεγκτα. Το αιδοίο της παλλόταν δυνατά και οι αισθήσεις σήμαναν συναγερμό. Απάντηση δεν του έδωσε. «Κοίτα εδώ!» επανέλαβε εκείνος. «Μόλις σήκωσες το στήθος σου η θηλή σου πετάχτηκε έξω. Ξεχωρίζει παρ’ όλο που είναι αλειμμένη με κρέμα τυριού. Πρέπει να την καλύψω». Ο Ντομινίκ άλειψε ξανά τη θηλή της με κρέμα τυριού. «Σήκωσε τώρα και το - 111 -


άλλο σου στήθος. Κι η άλλη θηλή σου φαίνεται». Την κάλυψε κι αυτή με κρέμα. «Τώρα προσπάθησε να χαλαρώσεις». Άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό καθώς κοίταζε τις ροδαλές θηλές της που πρόβαλλαν δειλά κάτω από την αλειμμένη κρέμα τυριού. «Μωρό μου, δε συγκρατιέσαι με τίποτα. Τι θα κάνω μ’ εσένα; Και μη τυχόν μου ζητήσεις να σου κάνω έρωτα!» Αναστέναξε πάλι καθώς οι θηλές της πρόβαλαν πάλι. «Tι συμβαίνει τώρα;» αναρωτήθηκε θυμωμένος. «Βάλε τη θηλή σου στο στόμα μου και μπορεί να σου επιτρέψω τελικά να φτάσεις στην κορύφωση». Ήταν έτοιμη να εκραγεί. Κάθε άγγιγμα ήταν πολύ επικίνδυνο. Το κορμί της είχε πάρει φωτιά. Μόλις το στόμα του Ντομινίκ έκλεισε πάνω από τη θηλή της κι άρχισε να τη βυζαίνει δυνατά, η Κέιτ ένιωσε τη φλόγα να απλώνεται παντού στο σώμα της. Καθώς το κύμα της ηδονής σάρωνε το κορμί της, ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Μια δυνατή, ξέφρενη κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της, το κορμί της άρχισε να συσπάται βίαια μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα και η Κέιτ κατέρρευσε. Ο Ντομινίκ την πήρε στην αγκαλιά του θορυβημένος. Τον είχε ξαφνιάσει η ένταση και η τραχύτητα τού οργασμού της. Η γυναίκα αυτή εκτονωνόταν πάντα πολύ βίαια. Αυτό ήταν φυσιολογικό; Μήπως έπρεπε να ανησυχεί: Την επόμενη στιγμή όμως κι ενώ ο φόβος και η αγωνία του είχαν κορυφωθεί, η Κέιτ αντέδρασε με έναν παρατεταμένο αναστεναγμό. «Μμμ! Ντομινίκ!» ψέλλισε κι έγειρε πίσω. Χάιδεψε με τα δάχτυλά της τα μάγουλά του, το λαιμό, τους ώμους του... «Δε βρίσκω λόγια να σε ευχαριστήσω. Ειλικρινά αυτή τη φορά είδα αστράκια». Ένιωσε μια τεράστια ανακούφιση. «Χαίρομαι, μωρό μου. Είσαι καλά δηλαδή;» «Καλύτερα δε γίνεται», είπε συνοδεύοντας τη φράση της με έναν άλλο αναστεναγμό απόλαυσης. «Δε θέλω να χωρίσουμε ποτέ». Το πρόσωπό της έλαμψε από ένα πλατύ χαμόγελο. «Ούτε εγώ, μωρό μου». Πήρε το ένα χέρι της από τον ώμο του, πλησίασε την παλάμη της στο στόμα του και φιλώντας τη στον καρπό προσπάθησε να νιώσει το σφυγμό της. «Όμως μάλλον πρέπει να κάνουμε κι ένα διάλειμμα. Ο τελευταίος οργασμός σου - 112 -


με ανησύχησε. Ήρθε πολύ γρήγορα και με πολύ εκρηκτικό τρόπο». Έσφιξε τα χείλη της. «Όχι... Όχι. Ήταν τέλειος. Καταπληκτικός!» Άφησε την ανάσα του να βγει βιαστικά από μέσα του. «Εγώ όμως ταράχτηκα, μωρό μου». «Ίσως επειδή δεν έχεις κάνει έρωτα με άλλη έγκυο μέχρι τώρα». Στο διάβολο! «Γι’ αυτό πρέπει να πάμε στη γιατρό. Να με ενημερώσει για τα πάντα και κυρίως για το θέμα του σεξ». «Να κάνεις υπομονή μέχρι τη Δευτέρα που έχουμε κλείσει ραντεβού. Μέχρι τότε να στηρίζεσαι σ’ εμένα», είπε χαρούμενη, λες και ήταν ειδική σε αυτό τον τομέα. «Δε με πείθεις», είπε εκείνος κοφτά. Χαμογέλασε. «Τότε συμβιβάσου. Την άλλη θηλή μου να μου τη βυζαίνεις πιο ελαφρά». «Μονά ζυγά δικά σου τα θέλεις», της είπε γελώντας. «Άλλωστε εσύ δεν έφτασες σε οργασμό», του είπε όλο νάζι. «Μάλιστα είπες ότι θα τελειώσεις μέσα μου. Μου το υποσχέθηκες». Δεν είναι δυνατόν! Οι λέξεις θα τελειώσεις μέσα μου είχαν την αναμενόμενη αντίδραση του πέους του. Στην οργή η λογική πήγε μεμιάς περίπατο και το πέος του σκλήρυνε μεμιάς. «Το είδες;» είπε εκείνη δείχνοντας τον διογκωμένο φαλλό του. «Κι εσύ το θέλεις». «Φυσικά και το θέλω. Η επιθυμία μου είναι να κάνουμε έρωτα ασταμάτητα». Αναστέναξε. «Απλώς προσπαθώ να είμαι προσεχτικός και να έχω συνέχεια στο μυαλό μου ότι μέσα στη κοιλιά σου κουβαλάς το παιδί μας». Αν η Κέιτ δεν είχε πιάσει το κεφάλι του και δεν το είχε πλησιάσει στη θηλή της κι αν δεν του είχε σπρώξει το χέρι ανάμεσα στους μηρούς της, το πέος του δε θα είχε σκληρύνει τόσο. Ούτε θα της έλεγε εμμέσως πλην σαφώς πως έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Και αφού η Κέιτ έπαιρνε αμέσως φωτιά, θα έφτανε σύντομα σε οργασμό και όλα θα τελείωναν γρήγορα χωρίς καμία συνέπεια για - 113 -


το έμβρυο. Ο Ντομινίκ σηκώθηκε και, κοιτάζοντας κατευθείαν στα μάτια, είπε ψυχρά: «Καλά. Μία φορά μόνο. Μετά θα πάμε πάνω. Πρέπει να συμφωνήσεις». «Φυσικά», είπε χαμογελαστή. «Όπως θέλεις». Την κοίταζε με αυστηρό ύφος. «Κέιτ, μιλάω σοβαρά». «Εντάξει, εντάξει». Σήκωσε το χέρι της σαν να ήθελε να δώσει όρκο. «Ορκίζομαι». «Καλά θα κάνεις να μην αστειεύεσαι μαζί μου. Λίγο θέλω για να πω το όχι». Τα λόγια του τα τόνισε χειρονομώντας μπροστά στο πρόσωπό της. «Κατάλαβα. Μία φορά μόνο. Μην ανησυχείς». Όμως εκείνος ανησυχούσε μόλις έφερνε στο μυαλό του τον τελευταίο οργασμό της. Ανησυχούσε τόσο, που της είπε: «Μπορώ να σου έχω εμπιστοσύνη;» «Ντομινίκ, κάνεις σαν να διαπραγματευόμαστε την παγκόσμια ειρήνη. Συμφωνήσαμε. Μία φορά μόνο. Θα συμπεριφερθώ υπεύθυνα». Προς στιγμήν απόρησε κι ο ίδιος με τον εαυτό του που συζητούσε με μια γυναίκα για το αν θα έκαναν μία φορά μόνο έρωτα. Βέβαια δε χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ για. να θυμηθεί ότι το σεξ χωρίς φραγμούς και αναστολές δεν τον είχε οδηγήσει πουθενά, πόσο μάλλον δεν του είχε χαρίσει ευτυχία. «Εντάξει, λοιπόν», είπε με κρύα καρδιά, λες και ήταν έτοιμος να πέσει στον γκρεμό. Έβγαλε βιαστικά το μπλουζάκι του, έλυσε το κορδόνι της πιτζάμας του και δευτερόλεπτα μετά στάθηκε ολόγυμνος μπροστά της. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα χέρια του κι αυτό τον ενοχλούσε. Ποτέ ο Ντομινίκ δεν έχανε τον έλεγχο. «Ντομινίκ, με ξετρελαίνεις!» είπε η Κέιτ με κομμένη ανάσα. «Είσαι τέλειος! Απίθανος!» Έγειρε προς το μέρος του και δοκίμασε να πιάσει το πέος του. Εκείνος πρόλαβε να τραβηχτεί πίσω. Ξαναμμένος όπως ήταν, την έπιασε, τη σήκωσε από το σκαμπό, τη γύρισε ανάποδα, με μια σπρωξιά παραμέρισε το σκαμπό και της είπε επιτακτικά: «Μωρό μου, στηρίξου στα τέσσερα». Τη βοήθησε να στηριχτεί. «Ελπίζω να μη σε ενοχλεί που το τραπέζι είναι πολύ χαμηλό». Τον κοίταξε λοξά, χαμογέλασε, κούνησε προκλητικά τα πισι- 114 -


νά της, σαν να είχε μήνες να έρθει σε οργασμό, και τον ρώτησε χαμογελώντας: «Σε βολεύει σε αυτό το ύψος;» «Μωρό μου, με ανάβεις», είπε με σφιγμένα δόντια, ενώ η ματιά του εστιαζόταν στα ροδαλά χείλη του υγρού αιδοίου της που είχαν για φόντο τους βελούδινους μηρούς και τον υπέροχο πισινό της. «Αυτή τη φορά θέλω να μου κάνεις άγριο και δυνατό έρωτα», είπε με νάζι και γύρισε για να τον δει. Η ματιά της μαρτυρούσε τον πόθο και την προσμονή. Και δε σταματούσε να κουνάει τα οπίσθιά της. «Με έχεις τρελάνει. Σε παρακαλώ!» «Κι εγώ, μωρό μου, τρελαμένος είμαι». Δε θυμόταν πότε είχε νιώσει τόσο ερεθισμένος. Ίσως τότε που ήταν δεκατεσσάρων και αυνανιζόταν πολλές φορές την ημέρα. «Όμως μετά τον τελευταίο συγκλονιστικό οργασμό σου, καλύτερα να μην το παρακάνουμε». «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ!» είπε η Κέιτ τρέμοντας. «Είμαι πολύ καλά. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Το έχω ανάγκη. Τώρα! Μη με βασανίζεις άλλο. Κάνε μου τη χάρη!» Η φωνή της, με κάθε λέξη, υψωνόταν ολοένα και περισσότερο. Ο Ντομινίκ πήρε μια ανάσα και προσπάθησε να συγκρατηθεί. Όμως στην εσωτερική πλευρά των μηρών της κυλούσαν ήδη οι χυμοί του αιδοίου της γεγονός που σήμαινε ότι η Κέιτ ήταν πάλι έτοιμη. Πώς ήταν δυνατόν να συγκροτηθεί όταν μπροστά του λικνίζονταν αυτά τα τέλεια οπίσθια και η υγρή φωλιά της περίμενε την επίθεσή του: Αν και ο Ντομινίκ δεν είχε χάσει ακόμη κάθε ίχνος λογικής, μπήκε μέσα της προσεχτικά. Τον υποδέχτηκε με μια κραυγή απογοήτευσης. «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε. «Μωρό μου, προσπαθώ να μη σε πονέσω», ψέλλισε και προσπάθησε να αντισταθεί στην πρόκληση που αποτελούσε το αιδοίο της. Σημασία είχε να μη χάσει από δω και πέρα καθόλου τον έλεγχο. Τελικά συγκρατήθηκε με πολύ κόπο, αλλά παρ’ όλα αυτά την έπιασε γερά από τα οπίσθια. Αν δεν ήταν βυθισμένος σε αυτές τις σκέψεις, ίσως προλάβαινε να αντισταθεί. Η Κέιτ έπιασε γερά το μηρό του και τον τράβηξε προς το μέρος της, ενώ ταυτόχρονα έσπρωχνε απότομα τα - 115 -


οπίσθιό της προς το μέρος του. Ο Ντομινίκ διαπίστωσε με έκπληξη ότι η Κέιτ είχε πολλή δύναμη όταν βρισκόταν σε παροξυσμό πάθους. Ταυτόχρονα αναρωτιόταν πόσο ακόμα θα μπορούσε να αντισταθεί και να τη γλιτώσει από τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως ήταν κι αυτός άντρας, σίγουρα όχι καλόγερος, και δεν μπορούσε να αντιστέκεται επ’ άπειρον. Ξαφνικά την άκουσε να του λέει: «Πιο δυνατά! Πιο άγρια!» Η αυτοπειθαρχία της και η αυτοσυγκράτηση πήγαν περίπατο. Αυτή την ώρα η Κέιτ ποθούσε πολύ αυτό το πέος που είχε μέσα της. Ο Ντομινίκ άρχισε να βυθίζεται μέσα της με απότομες και βίαιες κινήσεις, που γίνονταν όλο και πιο δυνατές με κάθε καινούρια διείσδυση. Η Κέιτ ούρλιαζε. Όμως ακόμη κι όταν ήταν κάποιος ερεθισμένος ερωτικά και φώναξε σαν πληγωμένο ζώο, ο Ντομινίκ ήξερε να ξεχωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στην ευχαρίστηση και τον πόνο από στην κραυγή μιας γυναίκας. Γι’ αυτό και δε σταμάτησε. Ούτε εκείνη. Χτυπιόταν και λικνιζόταν ταυτόχρονα. Ο Ντομινίκ βυθίστηκε μέσα της και μόλις ένιωσε ότι κόπηκε η ανάσα της κι άρχισε να πάλλεται γύρω του, έμεινε βαθιά μέσα της, συμπεριφερόμενος σαν κύριος ακόμη και σε μια γυναίκα σε αυτή την έξαλλη κατάσταση, την οποία όμως αγαπούσε. Περίμενε, ανέβαλε, συγκροτούσε την έκρηξή τού. Μέχρι τη στιγμή που ο οργασμός της έλιωσε το είναι της. Ελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου μετά έφτασε κι εκείνος στην κορύφωση με ένα μουγκρητό. Έτρεμε ολόκληρος και ριγούσε καθώς τελείωνε μέσα της. Μετά, για κάμποση ώρα που τους ήταν αδύνατο να υπολογίσουν, έμειναν κι οι δύο ακίνητοι. Ο Ντομινίκ την κρατούσε γερά, γιατί μετά από τόσο έντονους κι απανωτούς οργασμούς ήταν εξαντλημένη. Κι οι δύο ανάσαιναν βαριά και δύσκολα, αλλά και τους δύο τους είχε τυλίξει ένα τεράστιο κύμα ικανοποίησης. Ο Ντομινίκ στάθηκε γερά στα πόδια του και πήρε την Κέιτ στα χέρια. Κάθισε πρώτος εκείνος, την ακούμπησε στα γόνατά του και άρχισε να της χαϊδεύει απαλά την πλάτη μέχρι που εκείνη άνοιξε τα μάτια. «Μωρό μου, ειλικρινά λυπάμαι», της είπε ψιθυρι- 116 -


στά. «Δεν έπρεπε να συμπεριφερθώ έτσι». Εκείνη χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς. Εγώ σου το ζήτησα». «Παρ’ όλα αυτά δεν έπρεπε να φερθώ τόσο βάρβαρα. Νιώθω πολύ άσχημα». Του χάιδεψε το σαγόνι με το δάχτυλό της. «Μη ζητάς συγνώμη. Σ’ αγαπώ. Δεν έκανες τίποτα κακό». «Πρέπει να πάμε σε γιατρό. Μετά θα ηρεμήσω και θα πάψω να ανησυχώ». Χαμογέλασε όταν την είδε προβληματισμένη. «Εντάξει. Το θέμα έκλεισε. Θα σε βοηθήσω να ντυθείς και θα πάμε πάνω». Πήρε μια πετσέτα, σκουπίστηκε, τη σκούπισε κι εκείνη και μετά της φόρεσε τις πιτζάμες ενώ η Κέιτ καθόταν στα γόν��τά του. Ύστερα σηκώθηκε και την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα της. «Μπορείς να σταθείς μόνη σου ή θα πέσεις;» «Είμαι πιο δυνατή από όσο νομίζεις», του δήλωσε χαμογελώντας. Δε διαφώνησε μαζί της, αλλά παρ’ όλα αυτά την κρατούσε με το ένα χέρι από τον ώμο, ενώ με το άλλο φορούσε το παντελόνι της πιτζάμας του. Δεν ασχολήθηκε καθόλου με το μπλουζάκι του. Την πήρε στα χέρια, βγήκαν από την τραπεζαρία, προσπέρασαν το υπηρετικό προσωπικό που βρισκόταν στο διάδρομο και ανέβηκαν στο υπνοδωμάτιό τους. Η Κέιτ είχε ήδη κοιμηθεί στην αγκαλιά του. Τόσο δυνατή είναι η Κέιτ, φίλε μου. Έχε το υπόψη. Αφού την έβαλε στο κρεβάτι, ο Ντομινίκ έκανε ένα γρήγορο ντους και ύστερα πήρε μερικά τηλεφωνήματα. Για μία περίπου ώρα ασχολήθηκε με τα ηλεκτρονικά του μηνύματα και μετά με δύο εκθέσεις που έπρεπε να μελετήσει οπωσδήποτε. Μόλις τελείωσε, ξάπλωσε κι εκείνος στο κρεβάτι, πήρε την Κέιτ στην αγκαλιά του και, όταν χαλάρωσε λίγο, αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε απότομα και κοίταξε αμέσως το ρολόι. Στο διάβολο! Τρεις τα ξημερώματα είναι. Πήρε το χέρι της Κέιτ που ήταν ακουμπισμένο στο στήθος του, το έφερε κοντά στα χείλη του, το φίλησε και μετά την κοίταξε νυσταγμένος. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε εκείνη. «Πείνασα», της αποκρίθηκε και ανασηκώθηκε. «Τι θέλεις να σου φέρω;» - 117 -


«Σκέφτηκα εκείνα τα σάντουιτς με τυρί. Πάντως, αν μου πεις πώς θα πάω να τα φέρω, θα πάω». «Εγώ θα πάω». Κατέβασε τα πόδια του στο πάτωμα. «Αποκλείεται να βρεις την κουζίνα στα σκοτεινά». «Δε χρειάζεται να τα ζεστάνεις. Τα σάντουιτς αυτά τρώγονται και κρύα». Σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος της. «Κρύα; Αστειεύεσαι;» «Εμένα μου αρέσουν κρύα». «Αφού το προτιμάς... Τίποτ’ άλλο;» Έσκυψε να πιάσει τη ρόμπα του. «Φέρε και μερικά από τα άλλα σάντουιτς που έμειναν». Έδεσε την καρό ρόμπα του. «Αυτά δεν μπορείς να τα φας κρύα». «Δεν έτυχε ποτέ να φας κάτι κατευθείαν από το ψυγείο που έχει φτιαχτεί την προηγούμενη μέρα; Όλα στο ψυγείο είναι κρύα. Και γευστικά». «Δε λέω ότι δεν το έχω κάνει ποτέ». Τακτοποίησε τη ρόμπα του. «Αλλά σε πιστεύω». Λίγο αργότερα, κι ενώ στεκόταν πλάι στην πόρτα, είπε: «Είναι η τελευταία σου ευκαιρία, αν θέλεις να παραγγείλεις κάτι άλλο». «Λες να περίσσεψαν μερικά από εκείνα τα κέικ σοκολάτας;» «Ελπίζω όχι. Αυτά τα φάγαμε προχτές». «Η γέμιση με τρούφα έχει πολύ ωραία γεύση. Και οι τρούφες δε χαλάνε εύκολα». Αναστέναξε. «Δε θέλω να αρρωστήσεις». «Τουλάχιστον ρίξε μια ματιά. Η γέμιση της τρούφας είναι καταπληκτική ύστερα από μέρες». «Θα κοιτάξω. Πάντως δε σου υπόσχομαι τίποτα. Τα υπόλοιπα που ζήτησες θα τα φέρω». «Θέλω μερικές τρούφες». «Αν δεν ήταν τρεις τα ξημερώματα, θα έστελνα κάποιον να μας φέρει, αλλά τώρα δε γίνεται». «Δε ζήτησα να πάει κανείς πουθενά». «Ναι, αλλά επιμένεις να μου σπας τα νεύρα για μερικά μπαγιάτικα κουλουράκια με γέμιση τρούφας». - 118 -


Χαμογέλασε. «Έστω και ένα αν βρεις, μου αρκεί. Εκτός αν βρεις περισσότερα». «Θα δω τι μπορώ να κάνω», είπε γκρινιάρικα. «Όμως επαναλαμβάνω ότι δε σου υπόσχομαι τίποτα». «Καλά. Συμβιβάζομαι με τα υπόλοιπα που ζήτησα». Γέλασε. «Λες ψέματα. Εντάξει, λοιπόν. Μείνε σκεπασμένη για να μην κρυώσεις. Ίσως αργήσω λίγο». Και πραγματικά άργησε κάπως, γιατί δεν είχε ξαναμπεί ποτέ στην κουζίνα αυτού του σπιτιού του στο Λονδίνο. Ήξερε ότι βρισκόταν στο ισόγειο, αλλά έκανε δύο λάθος επιλογές διαδρομής: τη μία κατέληξε στο κελάρι των κρασιών και την άλλη στο λεβητοστάσιο. Τελικά επέστρεψε στη σκάλα από όπου είχε κατεβεί και μετά ξύπνησε τον Κουίν. Οχτώ άλλα μέλη του υπηρετικού του προσωπικού εμφανίστηκαν στη στιγμή, καθένα με διαφορετική αμφίεση, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι διερωτώμενοι αν το αφεντικό τους μέθυσε, γιατί άλλη φορά δεν έτυχε να κατεβεί νύχτα στο ισόγειο. Ο Κουίν ξεπρόβαλε ανάμεσα στους υπόλοιπους κουμπώνοντας το πουκάμισό του. «Ζητώ συγνώμη που σας ξύπνησα», είπε ο Ντομινίκ. «Όμως η δεσποινίς Χαρτ πείνασε και όσο κι αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω την κουζίνα». «Από εδώ ελάτε, κύριε», είπε ο Κουίν γνέφοντάς προς τα δεξιά. «Οι υπόλοιποι μπορείτε να επιστρέφετε στα δωμάτιά σας. Θα ήθελα να σας υποσχεθώ ότι αυτό δε θα ξανασυμβεί, αλλά δεν μπορεί! Και σας ζητώ εκ των προτέρων συγνώμη για την αναστάτωση που θα προκαλεί η δεσποινίς Χαρτ επειδή θα πεινάει, παράξενες ώρες. Μπορεί όμως να μην της αρέσουν πάντα τα περισσεύματα από το χτεσινό φαγητό». «Δεν υπάρχει πρόβλημα, κύριε», είπε ο Κουίν και έγνεψε στους υπόλοιπους να αποχωρήσουν. «Ακολουθήστε με». Τελικά αποδείχτηκε ότι η κουζίνα βρισκόταν στην μπροστινή πλευρά του κτιρίου και μόλις ο Κουίν άναψε τα φώτα, ο Ντομινίκ κοίταζε έκθαμβος τον τεράστιο χώρο. «Λες και είμαστε έτοιμοι για κάποιο επίσημο δείπνο». - 119 -


«Στην ουσία η κουζίνα αυτή φτιάχτηκε έτσι ώστε να μπορούν να τρώνε εδώ οι υψηλοί καλεσμένοι. Γύρω στα 1890 κατοικούσε εδώ ένα πάμπλουτος ο οποίος μάλιστα είχε τιμηθεί με τον τίτλο του ιππότη χάρη στη θαυμάσια φιλοξενία που πρόσφερε στους βασιλείς». «Μη μου πεις!» Ο Κουίν χαμογέλασε. «Έτσι είναι. Όποιος θέλει τίτλους, πρέπει να κάνει τέτοιου είδους θυσίες». «Εμένα δε με απασχολεί καθόλου αυτό το θέμα». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε στον σεφ του, που ήταν ικανός για τα πάντα. Ο Μαξ τον είχε ανακαλύψει, όπως άλλωστε και όλο το υπόλοιπο προσωπικό, και ο Ντομινίκ έβαζε στοίχημα ότι στο παρελθόν ο Κουίν ήταν άνθρωπος της πιάτσας. «Εμένα δε μου αρέσουν οι κοσμικές εκδηλώσεις». «Το παρατήρησα», είπε χαμηλόφωνα ο Κουίν με μακρόσυρτη ιρλανδέζικη προφορά. «Πείτε μου τι επιθυμείτε στις τρεις τα ξημερώματα». «Λίγο ύπνο», είπε χαμογελώντας ο Ντομινίκ. «Όμως προηγουμένως θα ήθελα...» Και απαρίθμησε όσα πράγματα του είχε ζητήσει η Κέιτ. Κάθισε στον μακρόστενο ανοξείδωτο πάγκο της κουζίνας όσο ο Κουίν έβαζε σε ένα μεγάλο δίσκο ότι του είχε ζητήσει ο εργοδότης του. «Σίγουρα δε θέλετε να σας ζεστάνω κάτι;» «Αυτή την εντολή πήρα. Προσωπικά...» Ο Ντομινίκ δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. «Όμως καλύτερα να μην το διακινδυνεύσουμε. Έχεις παιδιά, Κουίν;» Τέτοιου είδους αναστατώσεις στη διάρκεια της νύχτας τού θύμιζαν τα παιδιά της αδερφής του, της Μέλανι. «Έχω, αλλά τώρα είναι μεγάλα. Με τη γυναίκα μου μεγάλωσαν. Εγώ έλειπα συχνά». «Σ’ αγαπούν;» Κάτι στον τόνο της φωνής του Κουίν επέτρεψε στον Ντομινίκ να του κάνει αυτή την ερώτηση. Ή, ίσως, το γεγονός ότι ξαναθυμήθηκε τη δική του οικογένεια και το πώς είχε μεγαλώσει εκείνος. «Ναι. Είμαστε καλοί φίλοι. Όποτε μπορούσα, πήγαινα στο - 120 -


σπίτι και τα έβλεπα». «Η οικογένειά σου ζει στο Λονδίνο;» «Ο γιος μου σπουδάζει σε μια σχολή μαγειρικής στο Παρίσι. Η κόρη μου είναι δασκάλα στο Μπράιτον. Η γυναίκα μου είναι λογίστρια και ασχολείται με την τήρηση των βιβλίων σας, κύριε. Είναι στο βάθος του διαδρόμου». «Ω! Συγνώμη που δεν το ήξερα αυτό. Ο Μαξ έχει αναλάβει τις προσλήψεις». «Κανένα πρόβλημα. Οι μισθοί που δίνετε είναι τόσο καλοί, που δεν έχει σημασία να ξέρετε αυτές τις λεπτομέρειες. Να και το τελευταίο!» Ο σεφ τακτοποίησε στο δίσκο και το τελευταίο κομμάτι κέικ με τα χοντρά δάχτυλά του. «Πείτε στη δεσποινίδα Χαρτ ότι η γέμιση τρούφας είναι καλή. Το κέικ μπορεί να το πετάξει. Έχει σκληρύνει κάπως». «Άσχετα με αυτό, μπορεί να της προσκαλέσει κάποιο πρόβλημα;» «Όχι. Είχα βάλει στην κατάψυξη τα περισσεύματα για να τα φάει το προσωπικό. Παρ’ όλο που μπορεί κάποιος να τα φάει κι απευθείας από την κατάψυξη, εγώ τα ζέστανα λίγο. Δεν υπάρχει λόγος να της το πείτε». «Είμαι καλός σε αυτά», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας αμυδρά. «Έτσι είναι οι περισσότεροι άντρες». «Είναι θέμα επιβίωσης». «Ακριβώς. Να σας βοηθήσω να τα πάτε πάνω;» «Όχι». Ο Ντομινίκ πήρε το δίσκο. «Σε ευχαριστώ για την κατανόηση. Πάντως δε νομίζω ότι θα είναι η τελευταία φορά που κατεβαίνω εδώ στη μέση της νύχτας». «Όποτε θέλετε, κύριε. Δώστε τις ευχές μου στη δεσποινίδα Χαρτ». Ύστερα από λίγο ο Ντομινίκ καθόταν και κοίταζε την Κέιτ που έτρωγε. Μόλις τελείωσε και την τελευταία μπουκιά, ακούμπησε το δίσκο στο τραπεζάκι και ξάπλωσε πάλι για να κοιμηθεί. Τι είχε πάθει και κοιμόταν τόσο πολύ; Σίγουρα έπρεπε να ρωτήσουν γιατρό. Την Κυριακή έμειναν στο κρεβάτι μέχρι αργά, διάβασαν τις - 121 -


εφημερίδες ξαπλωμένοι, έφαγαν πρωινό στο κρεβάτι και λίγο αργότερα και το μεσημεριανό. Το απόγευμα η Κέιτ κοιμήθηκε πάλι και ο Ντομινίκ άνοιξε τον φορητό υπολογιστή του. Καθώς το διήμερο της ανάπαυσης πλησίαζε προς το τέλος του, έμειναν για να δουν μια ταινία στην τηλεόραση... πού αλλού;... στο κρεβάτι.

- 122 -


κεφάλαιο 10 Ντομινίκ, άραγε είναι φυσιολογικό που νιώθω συνεχώς κουρασμένη τώρα που είμαι έγκυος;» ρώτησε με νυσταγμένη φωνή η Κέιτ όταν τη Δευτέρα το πρωί τη σκούντησε για να την ξυπνήσει. «Μπα! Τι βλέπω; Είσαι ντυμένος;» Ο Ντομινίκ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού ντυμένος επίσημα. «Τι ώρα είναι;» «Μωρό μου, είναι ήδη αργά», είπε. «Σκέφτηκα να σε αφήσω να κοιμηθείς λίγο παραπάνω μια και έκανες ντους χτες το βράδυ. Όμως πρέπει να φύγουμε». Την ξεσκέπασε, σηκώθηκε, έσκυψε και, αδιαφορώντας αν θα τσαλάκωνε το κοστούμι του, την πήρε στα χέρια και τη μετέφερε στο μπάνιο. Την έβαλε να σταθεί μπροστά στο νιπτήρα, της ετοίμασε την οδοντόβουρτσα, της έδωσε κι ένα ποτήρι νερό και της είπε: «Βούρτσισε τα δόντια σου. Ο Κουιν έχει ήδη ετοιμάσει το πρόγευμα. Μπορείς να φας στο αυτοκίνητο. Εγώ θα σε περιμένω στο βεστιάριο». Λίγο μετά ο Ντομινίκ άκουσε το νερό από το καζανάκι να τρέχει, τη βρύση του νιπτήρα και μετ�� απόλυτη σιωπή. Που κράτησε αρκετά. Είχε ξεκινήσει να πάει πάλι στο μπάνιο, όταν η Κέιτ εμφανίστηκε στο υπνοδωμάτιο. Μια πανέμορφη γυναίκα με πλούσιες καμπύλες, όμορφα στήθη, ροδαλά μάγουλα. «Πρέπει να με πήρε ο ύπνος», ψέλλισε η Κέιτ τρίβοντας τα μάτια της με την αθωότητα μικρού παιδιού. Έχοντας τιθασεύσει τις ορμές του και έχοντας αποφασίσει για το τι θα έκαναν στη συνέχεια, ο Ντομινίκ χαμογέλασε χλιαρά. «Μάλλον σήμερα δε σε βλέπω έτοιμη για να πας στη δουλειά». «Αν συνεχιστεί αυτή η υπνηλία, ούτε εγώ νομίζω ότι θα τα - 123 -


καταφέρω να συνεχίσω τη δουλειά». «Είναι ευκαιρία, λοιπόν, να επαναλάβω την πρότασή μου να εργαστείς κοντά μου. Όποτε το αποφασίσεις, μωρό μου, πες μου το». Άνοιξε την πόρτα του βεστιάριου. «Νιώθω πολύ κουρασμένη», είπε εκείνη μπαίνοντας στο βεστιάριο. «Έπρεπε να ρωτήσω την Αμάντα αν κοιμόταν τόσο όσο εγώ όταν ήταν έγκυος». «Θα ρωτήσεις τη γιατρό το απόγευμα. Θα έρθω να σε πάρω στις τρεις. Όμως τώρα μην κάθεσαι», έσπευσε να προσθέσει. «Πρέπει να σε ντύσω και να πάμε στο αυτοκίνητο». Αν ρωτούσες κάποιον από τους γνωστούς του Ντομινίκ αν θα μπορούσε να τον φανταστεί τόσο εξυπηρετικό απέναντι σε γυναίκα, θα σε κοιτούσε και θα γελούσε. Αυτός ο άντρας ποτέ δεν άλλαζε συνήθειες με τις γυναίκες. Ποτέ δεν το είχε κάνει. Μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε η Κέιτ. Όμως εκείνη δεν είχε τρόπο να γνωρίζει ότι ο Ντομινίκ ήταν περιποιητικός μόνο απέναντι της και γι’ αυτό δεχόταν τις περιποιήσεις του ως κάτι φυσιολογικό. Και αφού η Κέιτ δεν είχε πια πολλές δυνάμεις εξαιτίας της εγκυμοσύνης, ο Ντομινίκ δεν είχε καμία αντίρρηση να κάνει για εκείνη τα πάντα. Ακόμη και να την ταΐσει εκείνος το σάντουιτς με μπέικον στο αυτοκίνητο για να μη λερώσει τα χέρια της και μυρίζουν στο γραφείο. «Απορώ πώς μπορείς και τρως μπέικον το πρωί», της είπε καθώς την έβλεπε να το καταβροχθίζει. «Πώς δε σου φέρνει αναγούλα». «Δεν ξέρω», είπε η Κέιτ καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά. «Μάλλον επειδή το έχω συνηθίσει. Δεν μπορώ να βρω κάποια άλλη εξήγηση». «Συγνώμη που σε ρωτώ», της είπε χαμογελώντας. «Έλα, μωρό μου, πιες τώρα το σοκολατούχο γάλα για να πάει κάτω το σάντουιτς». Της έδωσε ένα μικρό θερμός. «Θα σου τα ξεπληρώσω όλα όσα μου κάνεις. Θα σε φροντίσω κι εγώ», υποσχέθηκε χαμογελώντας όταν του επέστρεψε το θερμός. «Με φροντίζεις ήδη, Κέιτ. Κάνεις την κάθε μέρα μου ξεχωριστή. Γι’ αυτό άφησε με να σε περιποιούμαι. Με ευχαριστεί». - 124 -


«Εντάξει. Αφού επιμένεις...» Τον έκανε να γελάσει και χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι χάρη στην Κέιτ τον τελευταίο καιρό γελούσε. «Πότε πότε χρειάζεσαι να σου τραβούν το αυτάκι γιατί δε φροντίζεις τον εαυτό σου». Τον κοίταζε καθισμένη αναπαυτικά στο δερμάτινο μαύρο κάθισμα της λιμουζίνας. Φορούσε εκρού κοστούμι, που ήταν ό,τι καλύτερο για τον σημερινό ανοιξιάτικο καιρό. Τα μαλλιά του περιποιημένα όπως πάντα και το χαμόγελό του γοητευτικό. «Νομίζω ότι ξέρω κάποιον ειδικό γι’ αυτό», ψιθύρισε χαμογελώντας. «Δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση, μωρό μου. Σοβαρά σου μιλάω. Πρέπει να σταματήσεις τη δουλειά». Αναστέναξε και συνέχισε: «Θέλω να σε έχω συνέχεια δίπλα μου... Στην οργή, φτάσαμε!» Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από τα γραφεία της CX Capital. «Δεν το θέλεις μόνο εσύ αυτό», είπε κι εκείνη αναστενάζοντας. Η ματιά της είχε καρφωθεί στο ερεθισμένο πέος του και στη στιγμή το σώμα της αντέδρασε. «Ο Τζέικ θα σε βοηθήσει να κατεβείς». Η φωνή του βαριά, σοβαρή. «Δεν μπορώ να εμφανιστώ σε αυτή την κατάσταση. Πάντως, Κέιτ, σκέψου το. Πρέπει να σταματήσεις τη δουλειά». «Να σταματήσω, δηλαδή, επειδή το λες εσύ;» τον ρώτησε, φανερά ενοχλημένη. «Ναι. Επειδή το λέω εγώ», είπε με σφιγμένα δόντια και μετά στράφηκε στον οδηγό του. «Σ’ ευχαριστώ, Τζέικ. Βοήθησε, σε παρακαλώ την Κέιτ». Η Κέιτ κατέβηκε. «Στις τρεις θα περάσω να σε πάρω», της υπενθύμισε. «Δε με παρατάς, λέω εγώ;» «Θα το δούμε αυτό μετά το ραντεβού μας με τη γιατρό», είπε εκείνος με νόημα. Καθώς η Κέιτ προχωρούσε προς την είσοδο του κτιρίου, ο Ντομινίκ έδωσε το θερμός στον Τζέικ. «Πήγαινε μαζί της. Αν πάω εγώ, είναι ικανή να μου το πετάξει στο κεφάλι». Μισή ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που η Κέιτ μπήκε στο γραφείο της και ακόμα καθόταν μπροστά στη μαύρη οθόνη του υπολογιστή της σκεπτόμενη διαρκώς την επίμονη απαίτηση του - 125 -


Ντομινίκ, να παραιτηθεί από τη δουλειά της. Ένιωθε άσχημα γιατί από τη φύση της ήταν ανεξάρτητο άτομο και δεν της άρεσε να της υπαγορεύουν τις κινήσεις της. Ποιος ήταν αυτός που της έδινε διαταγές; Τι ήταν; Το σκυλάκι του; Ποιος του είπε ότι ήθελε να είναι κτήμα κάποιου άντρα; Βέβαια, δεν έπαυε να υπενθυμίζει στον εαυτό της ότι ο Ντομινίκ ήξερε πόσο πολύ της άρεσε το σεξ μαζί του κι αυτό το χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης. Σκέφτηκε να επιστρέφει στο διαμέρισμά της. Ακόμη, πέρασε από το μυαλό της να φύγει και να μη γυρίσει να κοιτάξει πίσω της ποτέ ξανά, όπως συμβαίνει στον κινηματογράφο ή στα μυθιστορήματα του δέκατου ένατου αιώνα όπου στο τέλος οι γυναίκες εξαφανίζονται. Κι ενώ η Κέιτ, όπως όλες αυτές οι ηρωίδες πού θυσιάζονταν στα μυθιστορήματα, σκεφτόταν να φύγει και να μη γυρίσει να δει πίσω της ποτέ ξαναμπήκε στο γραφείο της ένας πανύψηλος νεαρός κρατώντας με δυσκολία ένα μεγάλο ανθοδοχείο γεμάτο πανέμορφα λευκά λουλούδια από ακριβό ανθοπωλείο. Ο θυμός της εξατμίστηκε στη στιγμή, όπως το χιόνι λιώνει και εξατμίζεται στον ισημερινό. Ως διά μαγείας. Η αγάπη, τελικά, είναι ένας διαρκής πόλεμος ανάμεσα σε θυμό, αγωνία, προσμονή. Όμως ειλικρινά, όσο θυμωμένη κι αν ήταν μαζί του, άσχετα με το πόσο πεισματάρης ήταν ο Ντομινίκ, στο τέλος παραδεχόταν ότι μόνο εκείνος μπορούσε να την κάνει τόσο ευτυχισμένη. Μόλις ο νεαρός ακούμπησε το ανθοδοχείο στο γραφείο της και ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω, ίσιωσε το κορμί, του περιμένοντας σαν στρατιώτης εντολές από ανώτερο του. Το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε με αγωνία, ενώ καμιά δεκαριά φορές άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, αλλά μετά το έκλεισε. Το πρόσωπό του είχε αλλάξει πολλά χρώματα. Κι ενώ η Κέιτ αναρωτιόταν μήπως και είχε πάρει τη δόση του πρωί πρωί, εκείνος βιάστηκε να πει: «Μου είπε να σας πω τη φράση “Σου ζητώ συγνώμη”. Μου είπε ακόμη ότι ξέρετε εσείς τι εννοεί». Μετά γύρισε επιτόπου και σχεδόν τρέχοντας έφυγε από το γραφείο της. Η Κέιτ ήλπιζε ότι ο Ντομινίκ είχε δώσει ένα γενναίο φιλοδώρημα στον νεαρό. Πάντως, η γλυκιά χειρονομία του Ντομινίκ μαλάκωσε την καρδιά της. Ήταν καλός σε αυτά ή μπορεί εκείνη να είχε την τάση να τον συγχωρεί εύκολα ή, ίσως, έτσι ήταν η - 126 -


αγάπη: Να ξεχνάς στη στιγμή γιατί είσαι θυμωμένος. Να κάνεις υποχωρήσεις που ποτέ στο παρελθόν δεν έκανες. Να νιώθεις τρισευτυχισμένη όταν περιμένεις μωρό, ενώ κάποτε η μητρότητα ήταν στα πολύ μακρινά του σχέδια... Έγειρε μπροστά, πήρε το φακελάκι με την κάρτα και την έβγαλε να τη διαβάσει. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν του Ντομινίκ. Χίλια συγνώμη. Είμαι πολύ ανόητος. Απόψε θα σε φροντίσω ιδιαίτερα για να σε αποζημιώσω για την κακή συμπεριφορά μου. Στο κάτω μέρος του σημειώματος είχε βάλει την υπογραφή του και πλάι είχε σχεδιάσει μια χαμογελαστή φαταούλα. Για πρώτη φορά στη ζωή του. Η Κέιτ δεν μπορούσε να ξέρει ότι αυτό ο Ντομινίκ το έκανε για πρώτη φορά, αλλά χαμογέλασε όταν το είδε. Αμέσως του έστειλε μήνυμα: Μπορεί και να σε συγχωρήσω. Και από κάτω πρόσθεσε μια φατσούλα που όχι μόνο χαμογελούσε, αλλά και χοροπηδούσε και κινούσε τα χέρια, γιατί έτσι ένιωθε κι εκείνη τώρα. Ήταν πολύ ευτυχισμένη. Έτσι και οι δύο ξεκίνησαν τα καθημερινά τους καθήκοντα με πολύ καλή διάθεση. Η Κέιτ μάλιστα παρέβλεψε την οκνηρία δύο νεαρών συνεργατών της. Απλώς τους έστειλε προειδοποιητικό μήνυμα στο κινητό τους λέγοντάς τους ότι στο εξής δε θα τους συγχωρούσε. Ο Ντομινίκ ήταν τόσο ευδιάθετος, που ο Μαξ με πολλή προσπάθεια κατάφερε να συγκρατηθεί και να μην τον ρωτήσει πού οφειλόταν αυτή η ευδιαθεσία του. «Ξέρω αυτό το ύφος», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας στον Μαξ, που καθόταν απέναντι του. «Μη με ρωτήσεις όμως». «Δε φταίω εγώ». Ο Μαξ κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του και κοίταζε τον Ντομινίκ σκεφτικός. «Σε έχω ξαναδεί έτσι, αλλά όχι στο γραφείο». Σειρά του Ντομινίκ να χαμογελάσει. «Να φροντίσεις να το συνηθίσεις. Προτιμώ αυτή φυσική διάθεση». «Αυτό σημαίνει ότι άλλαξες πάρα πολύ», δήλωσε κοφτά ο Μαξ. «Ναι, φίλε μου. Πετάω. Είμαι πολύ ευτυχισμένος. Σκέφτομαι - 127 -


μάλιστα να μη συνεχίσω την αντιπαλότητα μου με τον ηλίθιο τον Λάρι που προσπάθησε να μου κάνει έξωση από τα γραφεία στο Σαν Φρανσίσκο». «Αν υποχωρήσεις, θα το ξανακάνει. Θα καταλάβει ότι είσαι ενδοτικός». «Ναι, τώρα ίσως είμαι». «Ας ελπίσουμε ότι δε θα συνεχιστεί για πολύ», μουρμούρισε ο Μαξ. «Διαφορετικά θα υποφέρεις». Ο Ντομινίκ έγειρε την πλάτη του στη ράχη της καρέκλας, σταύρωσε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο στον Μαξ. «Μην ανησυχείς. Τον Λάρι θα τον... περιποιηθώ αργότερα. Το ξέρω ότι θα το ξαναδοκιμάσει». Ο Μαξ βολεύτηκε καλύτερα στη θέση του, ανακουφισμένος από τα τελευταία λόγια του Ντομινίκ, «Ευχάριστο αυτό. Για λίγο νόμιζα ότι έβλεπα έναν εντελώς άλλο άνθρωπο». Ο Ντομινίκ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, κατέβασε τα χέρια και έγειρε λίγο μπροστά. «Όχι βέβαια. Εσύ με γνωρίζεις καλύτερα απ’ όλους. Βέβαια σκοπεύω να αλλάξω κάπως τη συμπεριφορά μου ή, τουλάχιστον, να προσέχω πού και πότε θα συμπεριφέρομαι απαίσ��α. Δεν ξέρω αν θα το θεωρήσεις είδηση αυτό, αλλά η Κέιτ θα έρθει στην εταιρεία μας». «Το έχω καταλάβει ότι την πιέζεις. Πότε;» «Όταν την πείσω να παραιτηθεί από τη δουλειά της». «Η Τζοάνα πήρε την επιταγή της». Ό Ντομινίκ σήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Ζήτησε πολλά;». «Όχι πολλά». «Τότε να της στείλεις και μια άλλη επιταγή για το ευχαριστώ. Το είκοσι τοις εκατό». «Αυτό θα την κάνει ευτυχισμένη». «Εμένα ακόμη περισσότερο, εφόσον βέβαια πείσει την Κέιτ να παραιτηθεί». «Αυτό σημαίνει ότι όλοι είμαστε χαρούμενοι», σχολίασε σιγανά ο Μαξ. «Έτσι εξηγείται η σημερινή διάθεσή σου. Να σου θυμίσω, όμως, ότι σήμερα το απόγευμα έχουμε μια τηλεδιάσκεψη». «Θα λείψω για λίγο και θα έρθω αργότερα. Στις τρεισήμισι - 128 -


έχω να πάω με την Κέιτ στο γιατρό. Αυτή τη φορά διαλέξαμε γυναίκα». «Έχει σημασία το φύλο του γιατρού;». «Έχει». Αυτό το αυστηρό και κοφτό ύφος είχε συνηθίσει ο Μαξ. Αντίθετα με το τρισευτυχισμένο ύφος που είχε πριν λίγο ο Ντομινίκ παρ’ ότι ο Λάρι είχε καταφέρει να κάνει το δικό του. «Θέλεις να μείνει η Έλεν μέχρι το τέλος της διάσκεψης;» «Όχι. Μπορεί να φύγει στις πέντε. Θα τα καταφέρω και μόνος μου». Η δόκτωρ Φούλερ ήταν νέα, λεπτοκαμωμένη, είχε αγορίστικη εμφάνιση και μακριά καστανά μαλλιά χτενισμένα αλογοουρά. Ακόμη και το χαμόγελό της που τόνιζε τα πεταχτά δόντια της ήταν ελκυστικό. Τους υποδέχτηκε στην πόρτα του ιατρείου της και τους έσφιξε το χέρι. Τους ζήτησε να καθίσουν μπροστά στο γραφείο της, κάθισε κι εκείνη και τους χαμογέλασε πάλι. «Καταλαβαίνω ότι δεν πρόκειται για κάποιο επείγον περιστατικό, αλλά έχετε να ανάγκη να συζητήσετε». Ο Ντομινίκ είχε ζητήσει από δύο φίλους της που ήταν γιατροί να τους κλείσει αυτό το ραντεβού. «Δεν ξέρουμε τίποτα γύρω από θέματα εγκυμοσύνης», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας ευγενικά. «Γι’ αυτό και έχουμε κάποια καίρια ερωτήματα». Ανασήκωσε αμήχανα τους ώμους. «Εμείς, τουλάχιστον, τα θεωρούμε σοβαρά». Κοίταξε την Κέιτ, της χάιδεψε τρυφερά το χέρι, που ήταν ακουμπισμένο στο μπράτσο της πολυθρόνας. Η φωνή του ακούστηκε τρυφερή. «Θέλεις να ξεκινήσεις εσύ;» Η Κέιτ χαμογέλασε. «Εντάξει». Άλλη λέξη ή ματιά δεν αντάλλαξαν. Όμως η γιατρός κατάλαβε πως ήταν μιά σχέση τρυφερή και φυσικά ξαφνιάστηκε που είχε μπροστά της τον Ντομινίκ Κνάιτ. Τον είχε ξανασυναντήσει άλλη μια φορά. Εκείνος δεν τη θυμόταν, εκείνη όμως τον θυμόταν κι ένιωσε έκπληξη που ακόμη κι ο κύριος Κνάιτ μπορούσε να είναι τρυφερός. Οι φήμες τον ήθελαν - 129 -


εντελώς διαφορετικό. Ο Ντομινίκ παρατήρησε την αμηχανία της γιατρού. Ο ίδιος δεν ένιωθε άβολα για τα αισθήματα του, η Κέιτ δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τίποτα και η γιατρός περίμενε. «Μωρό μου, ρώτησε ό,τι θέλεις τη γιατρό». Άγγιξε πάλι τρυφερά το χέρι της Κέιτ. «Συγνώμη που αφαιρέθηκα», είπε η Κέιτ μουδιασμένη. «Ή μήπως κοιμήθηκα και δεν το κατάλαβα; «Αυτή είναι και η πρώτη μου ερώτηση. Είναι φυσιολογικό να νιώθω κουρασμένη συνέχεια; Αν εξαιρέσουμε την υπνηλία, δεν έχω άλλα προβλήματα. Βέβαια το πρωί έχω κάποια ναυτία». Έκανε ένα μορφασμό. «Πάντως, μέρα με τη μέρα βελτιώνεται η κατάσταση, αλλά δε μου περνάει τελείως. Πόσο καιρό θα κρατήσει αυτό;» Η γιατρός απάντησε στις ερωτήσεις της Κέιτ και ύστερα στου Ντομινίκ που αφορούσαν την ανορεξία της Κέιτ: Επίσης, της εξέφρασε και την ανησυχία του για τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών τους. Σε καμία ερώτησή του δεν πήρε κατηγορηματική απάντηση, πράγμα που δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα να ηρεμήσει. Στο τέλος όμως η γιατρός πρόσθεσε: «Δεν έχετε μόνο εσείς αυτές τις απορίες. Την πρώτη φορά όλα τα ζευγάρια τα ίδια ρωτούν». Χαμογέλασε. «Με τον καιρό μαθαίνει κάποιος. Έχετε άλλες ερωτήσεις;» Περίμενε λίγο και μετά είπε στην Κέιτ να περάσει στο εξεταστήριο. Ο Ντομινίκ πήγε με την Κέιτ στο εξεταστήριο και στάθηκε πλάι της κρατώντας της το χέρι όταν εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η γιατρός χαμογέλασε στην Κέιτ. «Θα ήθελα τώρα να μου πεις αν νιώθεις δυσφορία». Κι άρχισε να την εξετάζει. «Όλα φαίνονται φυσιολογικά», είπε μετά από λίγο κι ο Ντομινίκ βοήθησε την Κέιτ να σηκωθεί. «Θα σου γράψω κάποιες βιταμίνες και θα σου δώσω ένα φυλλάδιο με οδηγίες για να αντιμετωπίσεις την πρωινή ναυτία. Όταν νιώθεις κουρασμένη, να κοιμάσαι. Και να μην ανησυχείς καθόλου. Μερικές γυναίκες χρειάζονται περισσότερο ύπνο στην περίοδο της εγκυμοσύνης. Να έρθεις να σε δω σε ένα μήνα». Μόλις βγήκε από το εξεταστήριο η γιατρός, ο Ντομινίκ έσκυψε και ψιθύρισε στην Κέιτ: «Θα σε περιμένω στο σαλόνι μέχρι - 130 -


να ντυθείς. Εντάξει;» Βγήκε βιαστικά και πρόλαβε τη γιατρό στο διάδρομο. «Έχω και μια ερώτηση που δε θα ήθελα να κάνω μπροστά στην Κέιτ». Ο Ντομινίκ Κνάιτ ήταν γοητευτικός και χωρίς τα πλούτη ή τη δύναμή του. Ο γαμπρός της, που φιλοδοξούσε κάποτε να διακριθεί ως βουλευτής αλλά και ως ο καλύτερος καλοντυμένος άντρας, θα εντυπωσιαζόταν με το ντύσιμο του Ντομινίκ. «Θέλετε να πάμε στο γραφείο μου να το συζητήσουμε ιδιαιτέρως;» Ο Ντομινίκ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν υπάρχει λόγος. Ήθελα να ρωτήσω ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει στο έμβρυο το Ντεπό Πρόβερα. Διάβασα πολλά στο Διαδίκτυο. Κάποιες υπερβολικές και κάποιες πειστικές και λογικές παρατηρήσεις. Η Κέιτ έκανε μια ένεση λίγο καιρό πριν μείνει έγκυος». «Σε αυτή την περίπτωση θα γνωρίζετε ότι σύμφωνα με μερικές μελέτες δεν υπάρχει κίνδυνος για τον έμβρυο. Άλλες, πάλι, μελέτες κρατούν επιφυλάξεις ως προς τα ποσοστά θνησιμότητας. Δε γνωρίζουμε γιατί δεν έγιναν εκτεταμένες μελέτες στον πληθυσμό, παρ’ ότι στη Βρετανία τη συγκεκριμένη ουσία τη χορηγούσαμε ως αντισυλληπτικό από το 2008». Χαμογέλασε διατακτικά. «Μακάρι να μπορούσα να σας δώσω πιο κατηγορηματική απάντηση. Προφανώς η συγκεκριμένη εγκυμοσύνη ήταν απρογραμμάτιστη. Σας ανησυχεί το γεγονός;» Μπορεί να ήταν το ύφος της ή ο τόνος της φωνής της, αλλά ο Ντομινίκ κατάλαβε απόλυτα το μήνυμα της γιατρού. «Το μόνο που με ανησυχεί είναι η υγεία του μωρού. Και άσχετα αν η εγκυμοσύνη αυτή ήταν προγραμματισμένη ή απρογραμμάτιστη, είμαστε ευτυχισμένοι και οι δύο». «Χαίρομαι που το ακούω». Ο Ντομινίκ Κνάιτ ήταν ευτυχισμένος που θα γινόταν πατέρας! Όλοι ήξεραν ότι δεν τον ενδιέφερε πολύ να φτιάξει οικογένεια. Η γιατρός υπέθετε ότι βιάζονταν να τη συναντήσουν για να συζητήσουν το ενδεχόμενο διακοπής της κύησης στα πρώτα της στάδια. Τον Ντομινίκ Κνάιτ τον είχε γνωρίσει σε ένα πάρτι. Η κοινοβουλευτική επιτροπή στην οποία μετείχε ο Ίαν, ο γαμπρός της, είχε ασχοληθεί με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας αιολικού πάρκου στη Βόρεια Θάλασσα, μια εταιρεία που ανήκει, στον - 131 -


Ντομινίκ Κνάιτ. Ο Ντομινίκ φρόντισε να διοργανώσει αυτό το πάρτι για να πείσει κάποιους να τον υποστηρίξουν. Εκείνο το βράδυ κυκλοφορούσε έχοντας στο πλάι του μια αστραφτερή γυναίκα. Αν θυμόταν καλά, ήταν κάποια ξανθιά. Ο Ντομινίκ είχε γοητεύσει τους πάντες και ειδικότερα τις βουλευτίνες. Η γιατρός δεν ξεχνούσε με τίποτα το βλέμμα του Ντομινίκ Κνάιτ όταν του συστήθηκε. Ένα ψυχρό, αποφασιστικό βλέμμα που μάγευε τους πάντες. Όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Ντομινίκ ήταν από τους ελάχιστους που ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος. Βέβαια ο ίδιος δεν ήξερε πόσο πολύ μαγνήτιζε τα βλέμματα όλων. «Μήπως ανησυχεί η αρραβωνιαστικιά σας γι’ αυτό το θέμα;» Έδειξε ότι ξαφνιάστηκε, μια και σκεφτόταν άλλα πράγματα. «Δεν το έχουμε συζητήσει. Μπορεί να ανησυχεί, αλλά δε μου είπε τίποτα». Τα χείλη του έτρεμαν λίγο. «Υποθέτω ότι θα το έψαξε ήδη». Χαμογέλασε. «Πιθανόν να αποφεύγουμε κι οι δύο αυτό το θέμα». «Ναι, είναι πολύ λεπτό». «Το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Πάντως σας ευχαριστώ για το χρόνο σας». «Παρακαλώ. Θα τα ξαναπούμε σε ένα μήνα». Θα προτιμούσε να μην την ξαναδεί. Το προσωπικό τον αεροσκάφος βρισκόταν στο Χίθροου και οι πιλότοι του περίμεναν σήμα τον. Χαμογέλασε. «Θα φροντίσω να κλείσω ραντεβού».

- 132 -


κεφάλαιο 11 Τα γραφεία της εταιρείας του Ντομινίκ στεγάζονταν σε ένα κλασικό αρχοντικό της βικτοριανής εποχής στις όχθες του Τάμεση. Τα είχε αγοράσει ειδικά γι’ αυτήν ακριβώς τη θέα. Το δικό του γραφείο, στον δεύτερο όροφο, είχε θέα προς ένα όμορφο τμήμα του ποταμού. Γι’ αυτόν το λόγο φρόντισε να τοποθετήσει τεράστια παράθυρα μόλις αγόρασε το κτίριο. Στην είσοδο του κτιρίου στεκόταν ένα φρουρός και στο γκισέ της υποδοχής καθόταν μια ρεσεψιονίστ. Ο Ντομινίκ τους χαιρέτησε με ένα νεύμα κι ένα χαμόγελο καθώς συνόδευε την Κέιτ στο ασανσέρ, που ήταν κοντά στη σκάλα η οποία οδηγούσε στον πάνω όροφο και έδενε τέλεια με την όλη διακόσμηση ένας συνδυασμός αρ ντεκό και αιγυπτιακής τεχνοτροπίας. Η Κέιτ χαμογέλασε καθώς της άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ με τη διακόσμηση από χρυσό σφυρήλατο σίδερο. «Η διακόσμηση αυτής της πόρτας είναι καταπληκτική», είπε η Κέιτ μπαίνοντας μέσα. «Πράγματι», είπε εκείνος μπαίνοντας μετά από εκείνη. «Δεν αλλάξαμε μόνο την παλιά πληρώνοντας αρκετά χρήματα, αλλά και όλο το μηχανισμό». Έκλεισε την πόρτα, πάτησε ένα κουμπί και ο θάλαμος άρχισε να ανεβαίνει. «Τώρα πλέον το ασανσέρ είναι απολύτως ασφαλές». «Ευτυχώς». Τον κοίταξε με σκωπτική διάθεση. «Πόσοι έχασαν τη ζωή τους εδώ μέσα;» «Δεν ξέρω. Πάντως μην παίζεις με τον γενικό διευθυντή της εταιρείας. Εσύ θα βγεις χαμένη». «Εμένα μου αρέσουν τα παιχνίδια μαζί του», είπε χαμηλόφω- 133 -


να και τον πλησίασε. «Είναι μία από τις πιο αγαπημένες μου ασχολίες». Τέντωσε το χέρι της προς ένα από τα πλήκτρα στην κονσόλα του ασανσέρ. «Αν πατήσω αυτό εδώ το κουμπάκι, θα...» «Α, μάλιστα! Κατάλαβα», είπε εκείνος απομακρύνοντας το χέρι της από το πλήκτρο. «Γιατί όχι;» Ειλικρινά την ξάφνιασε η αντίδρασή του. Ποτέ άλλοτε ο Ντομινίκ Κνάιτ δεν είχε αρνηθεί πρόταση για σεξ. «Γιατί εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος, ούτε η ώρα είναι κατάλληλη», αποκρίθηκε ήρεμα. «Κι αν το θέλω εγώ;» επέμεινε. «Δε θα μας πάρει πολύ». Την κοίταξε αυστηρά. «Κέιτ, μάλλον δε μιλάς σοβαρά». Η άρνησή του έμοιαζε με χαστούκι δυνατό στο πρόσωπό της. Έκανε ένα βήμα πίσω και είπε με απόλυτη ψυχραιμία: «Πώς ξέρεις τι θέλω να κάνουμε; Ξέρεις να διαβάζεις τη σκέψη;» Ο θάλαμος του ασανσέρ σταμάτησε στον όροφο όπου βρισκόταν το γραφείο του Ντομινίκ. «Τότε είναι καλύτερα να σε περιμένω έξω, στο αυτοκίνητο», είπε με ύφος που έδειχνε την πραγματική ενόχλησή της. Ο Ντομινίκ θύμωσε. «Δε θέλω να περιμένεις στο αυτοκίνητο». Τον κοίταξε προκλητικά. «Εσύ το ξεκίνησες». «Είσαι τρελή;» «Αν εγώ είμαι τρελή, εσύ είσαι θεότρελος. Kαι μη μου αγριεύεις. Και να θυμάσαι», είπε με μάτια που γυάλιζαν από αγανάκτηση, «όταν εσύ θέλεις να κάνουμε έρωτα, εγώ δεν αρνούμαι». Αυτό ήταν αλήθεια. Πολύ μεγάλη αλήθεια. Ο Ντομινίκ προσπάθησε να συγκρατήσει το θυμό του. Άλλωστε αυτή η ευέξαπτη γυναίκα ήταν ο έρωτας της ζωής του, η μητέρα του παιδιού του και ο ήλιος που ζέσταινε τον κόσμο του. «Συγνώμη, Κέιτ», είπε με πολλή ευγένεια και έχοντας καταπνίξει το θυμό του. «Αν μου πεις καθαρά ότι θέλεις να κάνουμε έρωτα τώρα, θα το εκτιμήσω ανάλογα». Άφησε τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια του. «Θα το εκτιμήσω πάρα πολύ». «Κι εμένα με συγχωρείς», είπε με κομμένη ανάσα και μετανιωμένη, όταν είδε ότι ο Ντομινίκ υποχώρησε κι ήταν έτοιμος να της κάνει το χατίρι. «Είμαι πολύ εγωίστρια και γίνομαι πιεστική - 134 -


ενώ έχεις τόσες έννοιες και είσαι ήδη κουρασμένος. Ειλικρινά συγνώμη. Εκνευρίζομαι εύκολα». «Κι εγώ επίσης». Έσκυψε, την κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε. «Πάμε να τελειώσω τη δουλειά που πρέπει και μετά θα κάνουμε έρωτα όπως εμείς ξέρουμε. Εντάξει;» Συγκρατήθηκε για να μη σχολιάσει ειρωνικά τα λόγια του και του είπε: «Καλά». Σαν μια λογική ενήλικη γυναίκα με κατανόησή και σεβασμό προς τη γνώμη του άλλου. «Τέλεια». Της άνοιξε την πόρτα και της έδειξε με το χέρι του προς τα αριστερά. Οι τοίχοι του διαδρόμου ήταν επενδυμένοι με ξύλο και στολισμένοι με πίνακες σε χρυσές κορνίζες, όλοι με θέμα τη θάλασσα. Αυτό φανέρωνε την ιδιαίτερη προτίμηση του Ντομινίκ στο υγρό στοιχείο. Στο πάτωμα ήταν στρωμένο ένα παχύ χαλί που καθώς περπατούσαν τα πέλματά τους βυθίζονταν στο πέλος του. «Η συγκεκριμένη τηλεδιάσκεψη μπορεί να αργήσει κάπως. Αν νυστάξεις, κοιμήσου, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ. Εδώ είμαστε. Φτάσαμε». Άνοιξε μια διπλή συρόμενη πόρτα και περίμενε την Κέιτ να μπει πρώτη μέσα σε ένα χώρο με άπλετο φως και πολλή θέα. Σε όλους τους τοίχους υπήρχαν βιβλιοθήκες, δύο μικρά σαλονάκια με καρέκλες και ένα τζάκι. Στο κέντρο του χώρου ήταν τοποθετημένο ένα μεγάλο τραπέζι με βαριές καρέκλες πάνω σε ένα λουλουδένιο περσικό χαλί. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε μία άλλη διπλή πόρτα που οδηγούσε σε ένα γραφείο. Πλάι στην πόρτα υπήρχε ένα γραφείο στο οποίο καθόταν μια υπάλληλος υποδοχής η οποία τους κοίταζε επίμονα με τα γυαλιά της που είχαν σκούρο σκελετό, κάνοντας τα μάτια της να μοιάζουν με της κουκουβάγιας. Η Κέιτ έριξε μια έκπληκτη ματιά στον Ντομινίκ, αλλά εκείνος χαμογελούσε στη γεροδεμένη, γκριζομάλλα γυναίκα με το μοβ ταγέρ και το ροζ κραγιόν στα σαρκώδη χείλη. «Καλό απόγευμα, Έλεν». Έδειξε τις κίτρινες μαργαρίτες στο ανθοδοχείο που ήταν στο γραφείο της. «Από τον κήπο σου είναι;». «Φυσικά». «Έπρεπε να το ξέρω, σωστά;» «Δέκα χρόνια πάνε τώρα», είπε εκείνη κοφτά και η ματιά της - 135 -


στράφηκε προς την Κέιτ. «Έπρεπε να το γνωρίζετε». «Όλο το ξεχνάω, συγνώμη», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Έλεν, να σου συστήσω την Κέιτ, την αρραβωνιαστικιά μου. Κέιτ, από εδώ η κυρία Λάγκντον». Η υπάλληλος του Ντομινίκ προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή της στο άκουσμα της λέξης «αρραβωνιαστικιά». «Θα παρακαλούσα να με λέτε απλά Έλεν», είπε εκείνη χαμογελώντας. Παρ’ όλο που ο Μαξ της είχε αναφέρει τη νέα προσωπική κατάσταση του Ντομινίκ, εκείνη δεν τον πίστεψε, κυρίως επειδή την τελευταία δεκαετία είχαν παρελάσει πολλές γυναίκες μπροστά από το γραφείο της. Άλλες τις της είχε συστήσει, άλλες όχι. Η Τζούλια ήταν η μόνη που είχε παραμείνει στο γραφείο του για κάμποσες ώρες. «Κι εμένα όλοι με φωνάζουν Κέιτ». Κι η Κέιτ κατάφερε να κρύψει το σοκ που ένιωσε μόλις αντίκρισε αυτή την ηλικιωμένη κυρία. «Σχεδόν όλοι», πρόσθεσε, κοιτάζοντας τον αγαπημένο της. «Εκτός από τον Ντομινίκ». «Εκπλήσσομαι». Η ματιά της γυναίκας γύρισε στον εργοδότη της. «Ο κύριος Κνάιτ προτιμάει συνήθως την απλότητα σε όλες τις πτυχές της ζωής του». «Κι η Έλεν προσπαθεί να μου μάθει τρόπους». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Ειλικρινά, πιστεύετε ότι μπορείτε να του μάθετε; Μέχρι τώρα, πάντως, δεν έχω παρατηρήσει καμιά αλλαγή». «Έτσι μπράβο!» Η Έλεν ξεσπάθωσε στρέφοντας απειλητικά το δάχτυλό της προς τον Ντομινίκ και το μοβ βερνίκι νυχιών γυάλισε κάτω από το φως. «Τώρα έχω μια σύμμαχο». «Όλοι σας βαλθήκατε να μου μάθετε διάφορα πράγματα», είπε ο Ντομινίκ ψύχραιμος. «Προσπαθήστε. Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξω». Αν οι ετοιμασίες για το γάμο είναι μια ένδειξη, σκέφτηκε η Έλεν, τότε θα γίνουν σημαντικές αλλαγές. «Αν το επιθυμείτε κι εσείς, σίγουρα θα αλλάξετε», είπε σηκώνοντας τα φρύδια της. «Δεν πρόκειται να πω τίποτα περισσότερο». «Καλύτερα να μην πεις». Την κοίταξε επίμονα. «Σοβαρά μιλάω». - 136 -


«Όπως επιθυμείτε, κύριε». Πάντως την ενόχλησε που ο Ντομινίκ σκέφτηκε ότι μπορεί να αποκάλυπτε κάποια προσωπικά του θέματα. Για λίγο ακολούθησε σιωπή. «Δεν ήθελα να σε προσβάλω, Έλεν», είπε σε ήπιο τόνο, όπως συνήθιζε όταν ήθελε να χειριστεί κάτι με διπλωματικό τρόπο. «Ελπίζω να με καταλαβαίνεις». «Φυσικά. Κανένα πρόβλημα». Παραμερίζοντας τους εγωισμούς, ευχαριστήθηκε που ο Ντομινίκ νοιαζόταν για μια γυναίκα τόσο ώστε φρόντιζε να την προστατέψει. Προς στιγμήν η Κέιτ αναρωτήθηκε τι συνέβαινε. Μήπως η Έλεν ήταν κάποια συγγενής του; Μήπως τον εκβίαζε; Γιατί ο Ντομινίκ έγινε ξαφνικά συγκαταβατικός; «Ο Μαξ μου είπε να σας θυμίσω ότι ο Χομπς συνεργάστηκε με μια κοινοπραξία και είναι μάλλον ευερέθιστος», είπε η Έλεν με απόλυτα επαγγελματικό ύφος. «Αν θέλετε τη συμβουλή μου, μη χρησιμοποιείτε πολύ προκλητική γλώσσα», πρόσθεσε με ένα μάλλον μητρικό τόνο. Ο Ντομινίκ έκανε ένα μορφασμό. Βλέποντας τον, η Κέιτ είχε την αίσθηση ότι μπροστά της είχε έναν ατίθασο νεαρό. Την επόμενη όμως στιγμή ο Ντομινίκ «φόρεσε» πάλι την προστατευτική πανοπλία του. «Ευχαριστώ για τη συμβουλή», είπε μάλλον αδιάφορα. «Με εκνευρίζουν πάντως αυτοί που παριστάνουν τους ηθικολόγους». «Ο Χομπς όμως έχει πολύ χρήμα. Έτσι λέει ο Μαξ». Ο Ντομινίκ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω αν του αξίζει να έχει τόσα χρήματα. Αλήθεια, πόσα έχει;» «Ένα δισεκατομμύριο. Γι’ αυτό ίσως θα έπρεπε να τον σέβεστε λίγο». «Θα το σκεφτώ», είπε ο Ντομινίκ, αλλά από το ύφος του φαινόταν ότι δε θα τηρούσε την υπόσχεσή του. «Δεν είναι πολλά το ένα δισεκατομμύριο. Ο Μαξ, πάντως, είναι πολύ συντηρητικός». «Ξέρετε όμως ότι προτιμάει να ξοδεύει τα χρήματα των άλλων, όχι τα δικά του». «Εγώ δεν είμαι έτσι. Δεν ενδιαφέρομαι όταν υπάρχουν πολλοί - 137 -


όροι και προϋποθέσεις». «Η απόφαση είναι δική σας», είπε ψύχραιμα η Έλεν. Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ, Έλεν. Είναι καλό να ξέρω ότι μπορώ ακόμη να αποφασίζω ο ίδιος για τις κινήσεις μου». Το σιγανό ρούφηγμά της μύτης της Έλεν θύμισε στην Κέιτ τη Νάνα. «Επίσης ο Μαξ είπε ότι μπορεί να επιστρέψει πριν ολοκληρωθεί η σύσκεψη», είπε με επαγγελματικό ύφος. «Θα εξαρτηθεί από το πόσο θα κρατήσει η σύσκεψη στο υπουργείο Ναυτιλίας». «Δεν τον χρειάζομαι έτσι κι αλλιώς. Ούτε εσένα χρειάζομαι. Μπορείς να φύγεις. Θα τα πούμε το πρωί. Με την ευκαιρία, μου αρέσει το μοβ χρώμα των νυχιών σου», είπε ο Ντομινίκ κι ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. «Είναι πολύ εντυπωσιακά». Η Κέιτ παρατήρησε ότι τα μάτια της Έλεν έλαμψαν από ικανοποίηση πίσω από το σκελετό των γυαλιών της που θύμιζαν κουκουβάγια. «Θεώρησα ότι θα ήταν καλό να υπάρχει μια αντίθεση με τις κίτρινες μαργαρίτες μου». «Σε αυτά, Έλεν, είσαι πολύ καλή. Ο τέλειος συνδυασμός. Τώρα άδειαζέ μου τη γωνιά. Ξέρω ότι ο Μάικ προτιμάει να πίνει μαζί σου ένα ποτό πριν από το βραδινό φαγητό». «Μην ξεχάσετε τον Χομπς». Όπως κάθε μητέρα, η Έλεν δε δίσταζε να επαναλαμβάνει τις συμβουλές της. «Πώς σου φαίνεται αν του συγχωρήσω τα τρία πρώτα λάθη του που θα μου σπάσουν τα νεύρα;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Πώς καταφέρνετε και επιβιώνετε, απορώ». Όμως χαμογελούσε όταν έπαιρνε την τσάντα της που ήταν πάνω στο γραφείο της. Ο Ντομινίκ έβαλε την Κέιτ στο γραφείο του, της έδειξε την πανοραμική θέα προς τον Τάμεση και μετά της πρότεινε να καθίσει σε έναν πράσινο δερμάτινο καναπέ. «Βολέψου όπου θέλεις. Η Έλεν φρόντισε να παραγγείλει κάτι να φας». «Συγγενής σου είναι;» ρώτησε η Κέιτ και κάθισε. «Δεν είσαι τόσο τρυφερός με πολλούς ανθρώπους». Χαμογέλασε. «Μόνο μ’ εσένα είμαι τρυφερός». - 138 -


«Τρυφερός όμως είσαι και με την Έλεν. Τι συμβαίνει;» «Συγγενής μου δεν είναι. Δουλεύει κοντά μου πολύ καιρό. Και νομίζω ότι μαζί της πρέπει να είμαι τρυφερός». Ένα α��όμη πλατύ χαμόγελο καθώς πήγαινε προς το γραφείο του. «Μετά το κυρίως πιάτο, υπάρχει και επιδόρπιο. Τρούφες». «Γιατί δε μου απαντάς;» «Νομίζω ότι σου απάντησα ήδη». Γύρισε και την κοίταξε, καλά. «Μωρό μου, δεν είμαι καλός στα συναισθηματικά θέματα. Αυτό το ξέρεις. Την Έλεν τη συμπαθώ. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλη εξήγηση». «Εντάξει. Αφού μόνο αυτό θέλεις να μου πεις...» Σήκωσε τα πόδια της, τα στήριξε αναπαυτικά στον καναπέ και έγειρε την πλάτη της στο μπράτσο του. Ένας ελαφρύς αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη του. «Ειλικρινά, θα ήθελα να μπορούσα να δώσω μια πιο πειστική απάντηση, μωρό μου. Δυστυχώς, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια θέση για τα συναισθήματα, σ’ εμένα υπάρχει ένα κενό». Χαμογέλασε. «Γι’ αυτό φταίνε οι γονείς μου. Όπως και για πολλά άλλα. Έλα τώρα, φάε για να ακολουθήσουν και οι τρούφες». Η Κέιτ προτίμησε να χαμογελάσει και να μη συνεχίσει αυτή τη συζήτηση, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι αν ο Ντομινίκ δεν ήθελε να απαντήσει, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αναγκάσει κανείς. Άλλωστε στις υπεκφυγές ήταν δεξιοτέχνης. «Κι αν ζητήσω να φάω πρώτα τις τρούφες; Μην ξεχνάς ότι δεν είσαι εσύ αυτός που αποφασίζει για μένα». Γέλασε. «Αυτό θέλει συζήτηση. Όχι όμως τώρα». Έδειξε το κουτί με τις τρούφες. Πάνω από το πτώμα μου θα περάσεις για να φας πρώτα τις τρούφες». «Θα μπορούσα να το επιχειρήσω», είπε χαμηλόφωνα και άρχισε να ξεκουμπώνει το σακάκι της. Ο Ντομινίκ πήρε το κουτί με τις τρούφες, το έβαλε σε ένα συρτάρι και το κλείδωσε. «Δε νομίζω να μπορέσεις». Η Κέιτ σταμάτησε το ξεκούμπωμα απογοητευμένη. «Θα σου πω όμως ότι φέρεσαι άσχημα στη μητέρα του παιδιού σου». «Ναι, αλλά κάνω καλό στο μωρό μας». Κάθισε στην καρέκλα του, ξεκούμπωσε το σακάκι του, χαλάρωσε τη γραβάτα του και το - 139 -


πρώτο κουμπί από το πουκάμισό του. «Μόλις γυρίσουμε στο σπίτι, θα σου φερθώ άψογα. Γι’ αυτό, σαν καλή μανούλα, φάε τώρα τη σαλάτα σου. Ξέρω ότι αυτή η σαλάτα σου αρέσει. Μετά θα ξεκλειδώσω το συρτάρι». «Είσαι σκέτος τύραννος», μουρμούρισε. Εκείνος χαμογέλασε. «Αν υπακούσεις, θα σε ανταμείψω. Πρώτα θα απολαύσεις τις τρούφες και ύστερα εμένα, με όποιον τρόπο θέλεις». Τον κοίταξε, χαμογέλασε διστακτικά και αινιγματικά. «Πολύ δελεαστικές προτάσεις κάνετε, κύριε Κνάιτ». «Πράγματι, δεσποινίς Χαρτ. Πάντως κι εσύ δίνεις τα πάντα για το σεξ και τη σοκολάτα». Χαμογελούσε όλο το πρόσωπό του. «Δεν αρνείσαι ποτέ αυτή την πρόταση». Της έδειξε το δίσκο πλάι στον καναπέ. «Μία σαλάτα, ένα κουτί τρούφες και μόλις τελειώσω με αυτή την αναθεματισμένη τηλεδιάσκεψη, θα φύγουμε για το σπίτι. Μετά στο κρεβάτι απευθείας για να ανοίξουμε τα δώρα μας. Και φυσικά πρώτη που θα χαρείς το δώρο θα είσαι εσύ. Και όχι μία φορά, πολλές. Εντάξει;» «Τέτοια πρόταση μπορώ να την απορρίψω;» είπε εκείνη χαμογελώντας. «Και τα περί... δώρων που είπες στο τέλος είναι πολύ δελεαστικά». Ο τόνος της φωνής του χαμήλωσε και ταυτόχρονα έγειρε μπροστά. Το βλέμμα του εξέπεμπε έναν έντονο μαγνητισμό. «Αφού σου αρέσει η λέξη μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε σε όλες τις συμφωνίες μας». «Ντομινίκ, με ερεθίζεις...» Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη φωνή του να χαϊδέψει τα αυτιά της, ενώ το σώμα της άρχισε να φλέγεται από πόθο. Εκείνος κοίταξε το ρολόι για να δει αν είχε χρόνο, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια και αποφάσισε να ανοίξει την τηλεόραση. Βρήκε ένα σταθμό και περίμενε την Κέιτ να ανοίξει τα μάτια της. Μετά από λίγο τα άνοιξε και είπε κάπως ενοχλημένη: «Τρελάθηκες ή είναι ιδέα μου;». «Μ’ εσένα, μωρό μου, είμαι τρελός συνεχώς. Λίγο έλειψε να ξεχάσω την τηλεδιάσκεψη», «Δεν την έχασες πάντως». - 140 -


Την κοίταξε επίμονα. «Όχι. Μήπως θέλεις να την αναβάλω;» «Όχι, όχι... Ναι, ναι!» είπε μπερδεμένη καθώς τον είδε να πιάνει το τηλέφωνό του. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και βολεύτηκε καλύτερα στη θέση του. «Ό,τι πεις εσύ, μωρό μου. Πάντως αυτές τις τρέλες μόνο για σένα τις κάνω. Θα με τρελάνεις εσύ». Χαμογέλασε. «Με τα καμώματά σου, φυσικά», Η Κέιτ ανάσανε βαθιά και αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στα καμώματα που θύμιζαν κακομαθημένο κοριτσόπουλο. Έβγαλε τον αέρα από μέσα της και μίλησε ως ώριμη γυναίκα. «Μία ώρα μόνο. Μετά θα πάμε στο σπίτι, εντάξει;» «Το πολύ μια ώρα. Θα φροντίσω να τελειώσουμε νωρίτερα». «Ευχαριστώ». Το κακομαθημένο κοριτσόπουλο είπε τουλάχιστον ένα ευχαριστώ. «Στο μεταξύ εγώ θα φάω κάτι για χάρη του μωρού μας, εντάξει;» «Αν το κάνεις, θα σε ευγνωμονώ». «Πόσο πολύ;» Γέλασε. «Τόσο που δε θα θέλεις άλλο». «Μήπως είμαι πολύ απαιτητική;» Το χαμόγελό της ήταν παιχνιδιάρικο, όπως άλλωστε και το παίξιμο των βλεφάρων της. «Σε ρωτάω γιατί θα μπορούσα να γίνω και καλύτερη». «Μέχρι στιγμής έχω αντέξει μαζί σου». «Είσαι απίστευτα αξιαγάπητος», του είπε με νάζι. «Και ξέρω ότι είμαι η μόνη γυναίκα που σου το έχει πει αυτό». «Είναι γεγονός, μωρό μου. Η πρώτη!» Η πρώτη που σημαίνει, κάτι για μένα, «Ωραία, λοιπόν. Υπόσχομαι ότι θα είμαι φρόνιμη»· «Μόνο για λίγη ώρα, γλυκιά μου. Μετά θα... παίξουμε όση ώρα θέλεις». Έτσι, αφού η Κέιτ έφαγε τη σαλάτα της, ο Ντομινίκ της πήγε το κουτί με τις τρούφες και είπε: «Είσαι η καλύτερη μαμά». Το ακούμπησε στα γόνατά της, τη φίλησε στο μέτωπο, ξαναγύρισε στο γραφείο του κι άρχισε να βάζει σε λειτουργία τη μία μετά την άλλη τις οθόνες. «Σε περίπτωση που θελήσεις, μωρό μου, να εργαστείς στην εταιρεία μας, θα ήταν χρήσιμο να ακούσεις αυτή τη συζήτηση. Θα συζητήσουμε για ένα καινούριο έργο στην περιοχή του Θάντερ - 141 -


Μπει». Σήκωσε το βλέμμα της από το κουτί με τις τρούφες και τον κοίταξε. «Εννοείς το Θάντερ Μπέι στον Καναδά;» «Ακριβώς. Η εταιρεία μας νοίκιασε μια περιοχή στο υπέδαφος της οποίας υπάρχει το ορυκτό παλλάδιο. Το ορυχείο θα είναι έτοιμο να λειτουργήσει σε τρία ή τέσσερα χρόνια». «Ξέρεις πόσο κοντά βρίσκεται το Θάντερ Μπει με το μέρος όπου μένει η Νάνα;» Συνέχισε να πατάει πλήκτρα. «Το ξέρω». «Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισες να επενδύσεις σ’ αυτή την περιοχή;» Σήκωσε το βλέμμα του από το πληκτρολόγιο και χαμογέλασε. «Ακριβώς. Εναλλακτικά, μπορούσα να επιλέξω κάποια περιοχή στη Ρωσία. Επίσης, έχουμε σοβαρές προτάσεις από δύο επενδυτές, οι οποίοι ξέρουν ότι χρειάζεται κάποιος χρόνος μέχρι να υπάρξει απόδοση. Ο ένας, ο Χομπς που ανέφερε η Έλεν, είναι ένας πολύ ηθικολόγος που μπορεί και να τον απορρίψω. Ο άλλος επενδυτής είναι μηχανικός που έχει ήδη άλλα δύο ίδια ορυχεία παλλαδίου». «Γιατί ενδιαφέρεται αφού έχει ήδη δύο;» «Για τους λόγους που ενδιαφέρομαι κι εγώ. Υπάρχει χρήμα. Και έχε υπόψη σου ότι με τον Άντον τα πηγαίνουμε πολύ καλά. Γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια». «Να υποθέσω, λοιπόν, ότι αυτός δεν είναι ηθικολόγος;». «Ακριβώς». Η φωνή του είχε πάρει μια άλλη χροιά. «Έχει τις ίδιες αντιλήψεις μ’ εσένα». «Είχε. Όμως μην το προσμετρήσεις αρνητικά γι’ αυτόν. Είναι έξυπνος και θετικός. Και είναι χρήσιμος σε αρκετούς τομείς. Αν θέλεις, μπορείς να του μιλήσεις ελεύθερα. Θα ήθελες να σου τον συστήσω;» «Ευχαριστώ, όχι». Έδειξε την κατηγορηματική άρνησή της σηκώνοντας το χέρι. «Εγώ απλώς θα παρακολουθώ». Ο Ντομινίκ χάρηκε που την Κέιτ την ενδιέφερε η συζήτηση. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε, γιατί η γυναίκα αυτή ήταν απρόβλεπτη. «Μια προειδοποίηση μόνο. Αν ο Χομπς με εκνευρίσει, θα τον - 142 -


αποκλείσω. Ίσως φερθώ κάπως απότομα. Μην ξαφνιαστείς». «Πολύ δύσκολα ξαφνιάζομαι μ’ εσένα πια». Χαμογέλασε. «Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά γοητευτικά χαρίσματά σου». Κοίταξε το ρολόι του. «Ένα λεπτό ακόμη. Μωρό μου, θα ήθελα να ακούσεις για να μαθαίνεις πώς να διαπραγματεύεσαι», είπε χαμηλόφωνα. «Το ξέρω. Θα προσέχω». Ο Ντομινίκ ένιωθε ευτυχισμένος. Λες και ο Αλαντίν με το τζίνι του είχε αποφασίσει να εκπληρώσει τρεις επιθυμίες του και μετά, όταν πέταξε το λυχνάρι, έπεσε κι έσπασε και πλημμύρισε το χώρο με διαμάντια. «Σ’ ευχαριστώ, Κέιτ», είπε κοιτάζοντάς την επίμονα. «Ειλικρινά σε ευχαριστώ». Μετά πάτησε τέσσερα πλήκτρα και άνοιξαν οι τέσσερις οθόνες στον τοίχο. «Καλό απόγευμα, κύριοι». Ο Ντομινίκ πήρε το σοβαρό ύφος του “ψυχρού επιχειρηματία. «Είστε έτοιμοι για τη συζήτηση;» Η Κέιτ παρακολουθούσε μαγεμένη τον Ντομινίκ που παρουσίαζε με το πρόγραμμα, τους βραχυχρόνιους και μακροχρόνιους στόχους, τις ενδεχόμενες δυσκολίες στη συνεργασία τους με τις ξένες χώρες και την ιεράρχηση των προβλημάτων. Ήταν προφανές ότι οι δύο ηλικιωμένοι κύριοι είχαν συνεργαστεί ξανά με τον Ντομινίκ. Τον εμπιστεύονταν για να επενδύσουν πάλι σ’ αυτόν, έκριναν ρεαλιστικό το χρονοδιάγραμμα για την πιθανή κερδοφορία και έδωσαν την έγκρισή τους αφού πήραν απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Ο Άντον μιλούσε με νοτιοαφρικανική προφορά, ήταν ξανθός, με φαρδείς ώμους, γοητευτικός και ηλιοκαμένος. Ως έμπειρος μηχανικός το μόνο ερώτημα που έθεσε ήταν αν θα μπορούσε να αντέξει τον πολύ βαρύ χειμώνα του Καναδά. «Άντον, το μόνο που θέλω από σένα είναι τα κεφάλαιά σου», είπε με ήπιο τόνο ο Ντομινίκ. «Εσύ μπορείς να ξεκουράζεις τον πισινό σου στο Παρίσι». «Τώρα που μίλησες για πισινούς... Είδα την Ντανιέλ...» «Ξέρεις, είναι εδώ κι η αρραβωνιαστικιά μου», έσπευσε να τον προειδοποιήσει ο Ντομινίκ. «Συγνώμη, φίλε μου» είπε ο Άντον και ύστερα από ένα δευτερόλεπτο σιωπής σφύριξε. «Στάσου ένα λεπτό. Άκουσα καλά; - 143 -


Αρραβωνιαστικιά σου είπες;» «Πολύ καλά άκουσες», είπε σε αυστηρό τόνο ο Ντομινίκ. «Ας μιλήσουμε τώρα για τις άδειες που χρειαζόμαστε». «Δεν είναι δυνατόν! Δε σε πιστεύω! Μάλλον αστειεύεσα��!» «Άντον, άρχισες να με εκνευρίζεις. Έχεις να ρωτήσεις κάτι για τη δουλειά μας;» Ο Άντον γέλασε. «Με δουλεύεις!» «Θα συνεχιστεί για πολύ αυτή η ανούσια συζήτηση;» είπε ενοχλημένος ο κύριος Χομπς με το παχύ πρόσωπο. «Ηρέμησε, Χομπς», είπε ο Άντον. «Μη μου πεις ότι προσβλήθηκες!» «Είμαι ήρεμος αλλά δεν μπορώ να περιμένω», απάντησε κοφτά ο Χομπς σμίγοντας τα φρύδια. «Δε με πείθεις. Η ζωή σου είναι απίστευτα πληκτική. Αλήθεια, πότε απόλαυσες για τελευταία φορά έναν πραγματικά ωραίο πισινό;» Και έσπευσε να προσθέσει με ένα ειρωνικό χαμόγελο: «Βέβαια, τι συζητάμε; Εσένα μπορεί και να μη σου σηκώνεται πλέον. Ξέρεις τι λένε για όσους φοράνε παπιγιόν;» Ο Ντομινίκ αναστέναξε βαριεστημένα. «Άντον, έλεος! Μεθυσμένος είσαι;» «Πρέπει να είμαι μεθυσμένος για να πω ότι ο Χομπς μπορεί κάλλιστα να αυτοκτονήσει επειδή από εδώ και πέρα η ζωή του δεν πρόκειται να βελτιωθεί;» Ο Ντομινίκ και ο Άντον γέλασαν. Ο Χομπς έγινε κόκκινος από θυμό. «Δεν πρόκειται να δώσω ούτε ένα δολάριο, αν είναι αυτός εδώ συνεταίρος», είπε με έμφαση ο Χομπς, που του είχε κυριολεκτικά σηκωθεί η τρίχα. «Ηρέμησε, Χομπς», είπε ο Ντομινίκ. «Ο Άντον είναι μεθυσμένος. Όμως σε θέματα ορυχείων ξέρει καλά τη δουλειά του». «Υπάρχουν κι άλλοι μηχανικοί ορυχείων. Οι οποίο, μάλιστα, δε μεθάνε. Ούτε λένε συνέχεια πρόστυχα λόγια». «Χομπς, όλοι λένε άστοχες κουβέντες», είπε συγκρατημένα ο Ντομινίκ. «Μην το κάνεις θέμα». «Με συγχωρείς!» διαμαρτυρήθηκε ο Χομπς. «Αυτός εδώ με πρόσβαλε! Αποφάσισε, Κνάιτ! Ή εκείνος ή εγώ». «Λυπάμαι που το βλέπεις έτσι, Χομπς. Ίσως συνεργαστούμε - 144 -


κάποια άλλη φορά». Ο Ντομινίκ έσβησε την οθόνη στην οποία εμφανιζόταν ο Χομπς. «Άντον, ευχαριστήθηκες τώρα; Μπορούμε να επανέλθουμε στην επαγγελματική συζήτησή μας;». «Σαφώς. Πότε είναι ο γάμος;» «Βούλωσε το, επιτέλους. Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου. Πάμε παρακάτω για να τελειώνουμε». Η συζήτηση στράφηκε στην προμήθεια μηχανημάτων εξόρυξης, στην κατασκευή του δρόμου και του σιδηροδρόμου μέσα από το δάσος και στην εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Μόλις θα έπαιρναν τις σχετικές άδειες, θα συναντιόνταν στο εργοτάξιο. Στη συνέχεια συμφώνησαν για την ημερομηνία της επόμενης επικοινωνίας τους και η τηλεδιάσκεψη ολοκληρώθηκε. «Έχεις το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών», είπε η Κέιτ μόλις έκλεισαν οι οθόνες. «Κατάλαβα σωστά;» «Σωστά κατάλαβες. Κι αυτό είναι απαραίτητο», είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας. «Θέλω να έχω τον έλεγχο. Και μόνο σε μεγάλα έργα σαν κι αυτό βρίσκω συνεταίρους. Για να στηθεί ένα ορυχείο χρειάζονται χρόνια. Συνήθως, όταν αγοράζω κάποια εταιρεία, είμαι ο μοναδικός ιδιοκτήτης. Έτσι δεν είμαι αναγκασμένος να ασχολούμαι με άτομα σαν τον Χομπς». «Ήσουν αποφασισμένος να μη συνεργαστείς μαζί του, σωστά;» Σήκωσε τους ώμους. «Πιθανόν. Δεν τον συμπαθώ. Ο Μαξ τα πηγαίνει καλύτερα με κάτι κόπανους σαν τον Χομπς». «Μου έδωσε την εντύπωση ότι...» «...ότι είναι κόπανος;» «Πιο πολύ με γριά παράξενη μου φάνηκε». «Τέτοια είναι η γυναίκα του», είπε ο Ντομινίκ κλείνοντας τον υπολογιστή του. «Αστειεύεσαι τώρα! Είναι παντρεμένος;» «Μωρό μου, δεν κατάλαβες καλά. Το άτομο αυτό έχει χρήμα. Αν ήθελε, θα μπορούσε να έχει πολλές γυναίκες». «Σοβαρά; Πολλές γυναίκες;» ρώτησε με μια χροιά ενόχλησης. «Ηρέμησε, μωρό μου. Γενικά κι αόριστα μιλούσα. Εμένα μόνο εσύ με ενδιαφέρεις». Χαμογέλασε και το βλέμμα του στράφηκε προς την πόρτα. «Φύγε!» είπε ο Ντομινίκ υψώνοντας τον τόνο - 145 -


της φωνής του. «Δεν έχουμε να πούμε λέξη». «Είναι μια σταλιά», είπε ο καλοντυμένος άντρας που στεκόταν στην πόρτα και κοίταζε την Κέιτ. «Μικρή. Ξέρω ότι δε σου αρέσουν οι μικρόσωμες, αλλά υποθέτω ότι η αγνή ομορφιά της σε συνδυασμό με το πλούσιο στήθος της θα σε κάνουν να αλλάξεις γνώμη...» Πριν ολοκληρώσει ο άντρας τη φράση του, ο Ντομινίκ σηκώθηκε από το γραφείο του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Κέιτ, μην του δίνεις σημασία», είπε χαμηλόφωνα καθώς περνούσε πλάι από τον καναπέ. «Επιστρέφω σε ένα λεπτό». Καθώς ο Ντομινίκ απομάκρυνε τον άντρα εκείνο με σπρωξιές, η Κέιτ τον άκουσε να λέει: «Τι στο διάβολο θέλεις εδώ;» Η Κέιτ δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για το ποιος έκανε τον Ντομινίκ να πεταχτεί όρθιος σαν ελατήριο. Παρ’ όλο που οι ομοιότητες ήταν ελάχιστες. Διαφορετικό χρώμα μαλλιών, αρκετά κοντύτερος, πολύ ασαφείς ομοιότητες των χαρακτηριστικών. Κι άσχετα με τον αέρα που διέθετε ο ηλικιωμένος αυτός άντρας, τα επιπλέον κιλά, τα τραχιά χαρακτηριστικά προσώπου λόγω της ηλικίας και της κατανάλωσης οινοπνευματωδών μεγάλωναν τις διαφορές ανάμεσα σε πατέρα και γιο. Η Κέιτ ήταν σίγουρη ότι ο πατέρας του Ντομινίκ ήταν πολύ μεθυσμένος. Ο Ντομινίκ έβγαλε σπρώχνοντας τον πατέρα του στο χολ και ύστερα στο διάδρομο, κρατώντας τον γερά από το μπράτσο. «Είσαι απαίσιος!» είπε με σφιγμένα δόντια ο Ντομινίκ και ήταν τόσο πολύ θυμωμένος για τα σχόλια του πατέρα του για την Κέιτ, που σκεφτόταν σοβαρά να τον δείρει. «Νόμιζα ότι βρισκόσουν στο Λος Άντζελες». «Με παρακολουθείς;» Ο Τσαρλς Κνάιτ ήταν πολύ αλαζονικός σε βαθμό που να μην καταλαβαίνει από φόβο. Ή, ίσως, θεωρούσε το γιο του ακόμη μικρό, όπως τότε που τον εγκατέλειψε. Ή, δεν αποκλείεται, το ποτό να του έδινε αυτό το θάρρος. «Προσπαθώ». Ο πατέρας τον πρέπει να είχε ταξιδέψει αεροπορικώς χτες το βράδυ για τον προφανή λόγο. Και σαν να διάβασε τις σκέψεις του γιου του, και με κομμένη ανάσα καθώς αντιστεκόταν στα σπρωξίματά του, είπε: «Θέλω να - 146 -


συμμετάσχω στη δουλειά με την εξόρυξη του παλλαδίου». «Δυστυχώς!» είπε ο Ντομινίκ με σφιγμένα δόντια. Είτε επειδή δεν τον άκουσε είτε επειδή δεν τον ενδιέφερε, ο Τσαρλς Κνάιτ ύψωσε τον τόνο της φωνής του. «Έχω γνωστούς στην κυβέρνηση του Καναδά. Με μεγάλη επιρροή». «Τρελάθηκες τελείως; Ξέχασες τι προσπάθησες να μου κάνεις με τη NASA;» «Δεν ήταν κάτι προσωπικό. Απλώς ανέκυψε κάποιο πρόβλημα». «Για μένα ήταν προσωπικό. Προσπάθησες να με χρεοκοπήσεις». «Αυτό συνέβη πριν από χρόνια». Ο πατέρας του Ντομινίκ ανάσαινε βαριά. «Ξέχασέ το. Είμαι πατέρας σου». «Δεν είσαι». Στο μεταξύ είχαν φτάσει στο πλατύσκαλο. «Κανονικά θα έπρεπε να σου δώσω μια σπρωξιά να πας κατρακυλώντας κάτω. Κανένας δε θα στενοχωριόταν για σένα», είπε θυμωμένα ο Ντομινίκ, που κατέβαινε δυο δυο τα σκαλιά τραβώντας πίσω του τον πατέρα του σαν να ήταν καμιά λούτρινη κούκλα. «Ούτε για σένα ούτε και για την πιο πρόσφατη συμβία σου». «Τι μπορείς να ξέρεις εσύ από γάμο;» είπε ο πατέρας του με κομμένη ανάσα. «Παντρεύτηκες ποτέ;» «Άκουσέ με, γεροξεκούτη!» είπε έξω φρενών ο Ντομινίκ μόλις έφτασε στο ισόγειο και συνέχισε να τον τραβάει προς την έξοδο. «Αν τολμήσεις να έρθεις σε επαφή με οποιονδήποτε από τους επενδυτές μου, θα πω στη γυναίκα σου για την γκόμενα που σπίτωσες στο διαμέρισμά σου στο Μαλιμπού. Μπορεί η Νίκι να θέλει για τον εαυτό της την πανάκριβη Μερσεντές που έδωσες στην Τάνια. Κι αν τυχόν αυτό δεν καταφέρει να σε συγκρατήσει, θα βάλω κάποιον να σου τσακίσει τα κόκαλα. Και μη νομίσεις ότι δε θα το κάνω». Άνοιξε την πόρτα, πέρασε πρώτος έξω, τον έσυρε τραβώντας προς τη σκάλα και μετά στο αυτοκίνητό του που ήταν παρκαρισμένο έξω. «Και να μην ξανάρθεις εδώ! Και να μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου». Ο Τσαρλς Κνάιτ πλησίασε παραπατώντας την πόρτα του αυτοκινήτου του που είχε ήδη φροντίσει να ανοίξει ο άναυδος οδηγός του. - 147 -


«Φράνκο», είπε ο Ντομινίκ με πολύ αυστηρό τόνο στον οδηγό, «αν φερθείς ανόητα και τον ξαναφέρεις σ’ εμένα όπου κι αν τύχει να βρίσκομαι, θα βάλω να σου τρυπήσουν τα λάστιχα. Κι αν τύχει και αστοχήσουν, μπορεί οι σφαίρες να βρουν το παρμπρίζ. Και υπόψη ότι οι σφαίρες αυτές μπορούν να τρυπήσουν στρατιωτικά οχήματα. Συνεννοηθήκαμε; Εγώ είμαι πιο επικίνδυνος από τον πατέρα μου». Ο Ντομινίκ δεν πρόλαβε να συνεχίσει, γιατί ο οδηγός έκλεισε γρήγορα την πόρτα και πάτησε δυνατά το γκάζι. Ο Ντομινίκ έγειρε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά για να ξεπιαστεί ο σβέρκος του. Βέβαια αυτό δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα. Ήταν πιασμένος ολόκληρος. Πήρε βαθιά ανάσα και ξεκίνησε για να πάει πάνω και να ζητήσει συγνώμη από την Κέιτ. Όμως σταμάτησε όταν είδε τον Μαξ να κατεβαίνει τρέχοντας από τη σκάλα. «Ερχόμουν από το γκαράζ όταν σε είδα με τον πατέρα σου», είπε ο Μαξ ταραγμένος μόλις τον πλησίασε. «Τι έγινε;» «Το ευτύχημα είναι ότι έφυγε», είπε ο Ντομινίκ μορφάζοντας. «Ήρθε να μου πει ότι ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στο έργο της εξόρυξης του παλλαδίου. Μπορείς να το πιστέψεις; Νόμιζε ότι θα τον δεχόμουν επειδή είναι πατέρας μου». «Δεν είναι δυνατόν!» είπε έκπληκτος ό Μαξ. «Δεν ντρέπεται καθόλου;» «Καθόλου. Και μίλησε απαίσια στην Κέιτ. Παραλίγο να τον δείρω άσχημα». «Ευτυχώς που δεν το έκανες», είπε θορυβημένος ο Μαξ. «Θα δημιουργούσες πρόβλημα χωρίς λόγο». «Κι η Κέιτ τι θα έλεγε; Πιθανότατα δε θα καταλάβαινε γιατί έστειλα τον πατέρα μου στο νοσοκομείο». Ο Ντομινίκ ανασήκωσε τους ώμους και τους ανεβοκατέβασε αρκετές φορές γιατί είχε πιαστεί η πλάτη του. «Ποιος τον άφησε να μπει μέσα;» «Ο καινούριος θυρωρός. Εργάζεται στην εταιρεία μας μία εβδομάδα». «Έπρεπε να τον είχαμε ενημερώσει. Κανένας δεν πρέπει να μπαίνει χωρίς την έγκρισή μου. Να φροντίσεις να αναρτηθεί μία - 148 -


φωτογραφία του πατέρα μου στο χώρο ανάπαυσης των θυρωρών για να τον μάθουν. Να μην επαναληφθεί αυτό». Έγνεψε προς την είσοδο. «Αυτός εκεί είναι ο καινούριος;» Ο Μαξ γύρισε να κοιτάξει. «Ναι». «Θα πάω ν�� του μιλήσω». Ο Ντομινίκ διέσχισε με γοργό βήμα την απόσταση μέχρι το γραφείο του θυρωρού και στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια. Ο Μαξ φρόντιζε να προσλαμβάνει φύλακες και θυρωρούς με ορισμένες προδιαγραφές όσον αφορά το ύψος και το βάρος. «Το είδες πριν από λίγο το περιστατικό, έτσι δεν είναι; Κατά κάποιον τρόπο ευθύνεσαι κι εσύ γι’ αυτό», είπε ο Ντομινίκ αυστηρά. Ο νεαρός χαμήλωσε το βλέμμα και το κεφάλι του με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά γυάλισε από το φως του ήλιου που έπεφτε πάνω του. «Έχετε δίκιο», ψέλλισε. «Κανονικά θα έπρεπε να σε απολύσω, αλλά ο Μαξ είπε ότι είσαι καινούριος. Κοίταξέ με. Το λάθος να. μην επαναληφθεί. Αυτός που έδιωξα σπρώχνοντας ήταν ο πατέρας μου. Να μην επιτραπεί η είσοδός του ποτέ ξανά σε αυτό το κτίριο. Έγινα σαφής;» «Μάλιστα». «Και δε θα δεχθώ καμία δικαιολογία». «Μου είπε ότι ήταν ο πατέρας σας». Τα μάτια του νεαρού ήταν βουρκωμένα και η φωνή του έτρεμε. Ο Ντομινίκ άφησε έναν αναστεναγμό. «Ηρέμησε. Ο πατέρας μου είναι θεότρελος. Εσένα η οικογένειά σου μπορεί να είναι φυσιολογική». «Έτσι νομίζω». Ο νεαρός θυρωρός αναρωτήθηκε αν ο Ντομινίκ προσπαθούσε να τον δοκιμάσει. Την επόμενη στιγμή ο θυμός του Ντομινίκ έσβησε και ό νεαρός είπε με πιο πολύ θάρρος: «Πραγματικά το πιστεύω. Είμαι παντρεμένος κι έχω κι ένα παιδί». «Μπράβο. Να φροντίσεις να τους στηρίξεις όπως πρέπει», είπε ο Ντομινίκ, που είχε μαλακώσει ακόμη περισσότερο. Κρίνοντας ότι μπορούσε πλέον να μιλήσει πιο ελεύθερα, ο θυρωρός είπε: «Το ξέρω πολύ καλά». «Μπράβο. Εντάξει». Ο Ντομινίκ έτριψε για λίγο τον πιασμένο σβέρκο του, ενώ ο νεαρός κρατούσε ακόμη και την ανάσα του. - 149 -


«Αν έχεις κάποιες απορίες... Αλήθεια, πώς σε λένε;». «Φορμπς». «Λοιπόν, Φορμπς, αν έχεις κάποιες απορίες, να ρωτάς πάντα τον Μαξ —ή τον Λίο, αν λείπει ο Μαξ. Ή όποιον άλλο θεωρείς ότι γνωρίζει πιο πολλά από εσένα, που στην προκειμένη περίπτωση είναι όλοι οι υπόλοιποι». Τα τελευταία του λόγια τα τόνισε με ένα χαμόγελο. «Και φρόντισε να μη μου χαλάσεις άλλη φορά τη μέρα. Θα πω στον Μαξ να αναρτήσει μια φωτογραφία του πατέρα μου στο χώρο ανάπαυσης των θυρωρών. Συνεννοηθήκαμε;» «Μάλιστα, κύριε». Ο Ντομινίκ άφησε έναν αναστεναγμό και κατέβασε το χέρι του από το σβέρκο του. «Πόσων χρόνων είναι το παιδί σου;» «Τριών μηνών». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Κοιμάσαι αρκετά;». «Αρκετά». «Αγοράκι ή κοριτσάκι;». «Αγοράκι». «Συγχαρητήρια». «Σας ευχαριστώ». «Θα σου τονίσω για άλλη μία φορά να είσαι πιο προσεχτικός», είπε κοφτά ο Ντομινίκ. Μετά γύρισε απότομα, άνοιξε την πόρτα της εισόδου και μπήκε μέσα. Ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα, έφτασε στον δεύτερο όροφο και διέσχισε το διάδρομο ανοιγοκλείνοντας τις παλάμες του για να ξεμουδιάσουν. Ξαφνικά ένιωσε μια παράξενη ευτυχία που ήξερε ότι τον περίμενε η Κέιτ στο γραφείο του. Μετά από λίγο στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας του γραφείου του και χαμογελούσε στη γυναίκα που είχε δώσει νόημα στη ζωή του και ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. «Αυτός ήταν ο πατέρας μου», της είπε. «Ζητώ συγνώμη για την αγένειά του. Το συνηθίζει να είναι χυδαίος και επιθετικός. Λυπάμαι για όλα είπε. Λυπάμαι πολύ». «Δε φταις εσύ, Ντομινίκ. Μην ανησυχείς». Της χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ, μωρό μου. Αν είμαστε λίγο τυχεροί, δε θα μας απασχολήσει άλλη φορά. Ο θυρωρός που τον άφησε να μπει κατάλαβε το λάθος του. Είσαι έτοιμη να φύγουμε - 150 -


για το σπίτι;» «Φυσικά». Σηκώθηκε από τον καναπέ. «Εσύ είσαι καλά;». «Ναι, πολύ καλά». «Δε μοιάζετε με τον πατέρα σου». «Σ’ ευχαριστώ». «Πιο πολύ μοιάζεις στο θείο σου που έχει την εταιρεία με τα ιστιοφόρα». «Αυτό πιστεύω κι εγώ. Να κλείσουμε όμως αυτό το θέμα ή πρέπει να σου δώσω κάποιες εξηγήσεις;» «Ας το αφήσουμε καλύτερα». Χαμογέλασε. «Στη διαδρομή προς το σπίτι ας μιλήσουμε για το όνομα που θα δώσουμε στο μωρό μας». Το χαμόγελό του μαρτυρούσε τρυφερότητα και ικανοποίηση. «Κέιτ, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τυχερός νιώθω που σε γνώρισα». Η Κέιτ χαμογέλασε πονηρά. «Ο Μαξ με βρήκε». «Ναι, αλλά εγώ σε έπεισα να συνεργαστούμε». Αυτή τη φορά το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. Έσκυψε και τον κοίταξε μέσα στα μάτια. «Κι εγώ αισθάνομαι τυχερή». Στο δρόμο τηλεφώνησε ο γιατρός από τη Ρώμη. «Πότε;» ρώτησε με σοβαρό ύφος ο Ντομινίκ. «Γιατί τόση καθυστέρηση;» Μετά πρόσθεσε: «Ευχαριστώ». Έκλεισε το τηλέφωνο και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του. «Πολύ γρήγορα τελείωσες αυτό το τηλεφώνημα. Προβλήματα;» ρώτησε η Κέιτ, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει το ύφος του. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «'Οχι. Συγκεκριμένα το πρόβλημα λύθηκε. Το μωρό γεννήθηκε». Δε σκόπευε να μπει σε λεπτομέρειες για την περίοδο που είχαν χωρίσει με την Κέιτ εξαιτίας του αναγκαστικού γάμου του. Έκλεισε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες του και της χαμογέλασε. «Είμαστε ελεύθεροι. Μωρό μου, θέλεις να παντρευτούμε αύριο; Επιτέλους είμαστε ελεύθεροι». - 151 -


«Αλήθεια;» Την τσιριχτή φωνή της την άκουσε κι ο Τζέικ παρ’ όλο που τους χώριζε ένα διπλό τζάμι. Ο Ντομινίκ γέλασε, την πήρε στην αγκαλιά του και της είπε με απαλή, βελούδινη φωνή: «Όλα τελείωσαν. Επιτέλους, τα βάσανα του τελευταίου τριμήνου τελείωσαν». «Τώρα είσαι μόνο δικός μου». «Πάντα ήμουν δικός σου, αλλά τώρα είμαι και νόμιμα δικός σου». «Αγόρι ή κορίτσι;» «Δε ρώτησα. Ούτε με νοιάζει. Εσύ δέχεσαι; Μιλάω σοβαρά. Παντρευόμαστε αύριο;» «Ξέρω ότι ίσως σε απογοητεύσω, αλλά δεν μπορείς να περιμένεις μέχρι το τέλος της εβδομάδας; Αύριο έχω δουλειά», είπε διατακτικά. Ο Ντομινίκ ήξερε πόσο ενδιαφερόταν η Κέιτ για τη δουλειά της. Πάντα το ήξερε. «Εντάξει, μωρό μου. Στο τέλος της εβδομάδας. Άλλωστε κι η κυρία Άστινγκς θα νιώσει καλύτερα αν δεν την πιέσουμε πολύ χρονικά. Έχει διορία τεσσάρων ημερών». «Δηλαδή είσαι ευχαριστημένος;» Γύρισε μέσα στην αγκαλιά του για να τον βλέπει στο πρόσωπο. «Λίγο», είπε χαμογελώντας. «Εσύ;» «Εγώ δεν έχω λόγια». «Επομένως, τι θα γιορτάσουμε απόψε;» «Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;» «Θα ήθελες να πάμε έξω για φαγητό;». «Δε με συγκινεί ιδιαίτερα η ιδέα». «Να πάμε στο θέατρο;». «Έτσι κι έτσι». «Να επισκεφθούμε τον Τζάστιν και την Αμάντα;». «Αν συνεχίσεις, θα αλλάξω γνώμη για το γάμο». «Να υποθέσω ότι θέλεις να νιώσεις κάμποσους οργασμούς;» «Πόσους δηλαδή;» «Μωρό μου, από σένα εξαρτάται...»

- 152 -


κεφάλαιο 12 Ζητώ συγνώμη, αλλά θα πιώ δυο ποτά στα γρήγορα». Ο Ντομινίκ γύρισε από το μπαρ όπου στεκόταν και χαμογέλασε στην Κέιτ. «Θέλω να πιώ και να πνίξω το θυμό που ξύπνησε μέσα μου ο πατέρας μου». Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Στο πρόσωπό του φάνηκε η κούραση. Μετά σήκωσε το βλέμμα, την είδε και η έκφρασή του άλλαξε αμέσως. «Είμαι τυχερός που είσαι εδώ μαζί μου», είπε χαμηλόφωνα. «Δε θα ήθελα να βρίσκομαι κάπου αλλού». «Τότε είμαι πολύ τυχερός». Χαμογέλασε η θλίψη στο βλέμμα του εξαφανίστηκε. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τους γονείς μου», πρόσθεσε ψιθυρίζοντας και μετά έσφιξε τα δόντια. «Δεν ξέρω αν ενδιαφέρονται, πραγματικά για το καλό μου... Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί νομίζουν ότι μπορούν να ανακατεύονται στη ζωή μου». Η Κέιτ ήθελε να πει ότι είναι ανεκδιήγητοι και ψυχοπαθείς, αλλά προτίμησε να φανεί ιδιαίτερα ευγενική. «Το καλό είναι ότι ο πατέρας σου έφυγε. Είσαι τυχερός». Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Έχεις δίκιο, είμαι τυχερός». «Βέβαια, δεν ξέρω καλά τους γονείς σου», πρόσθεσε ήρεμα. «Πίστεψέ με, είναι προτιμότερο να μην τους μάθεις ποτέ», είπε εκείνος κοφτά. Μετά σήκωσε το μπουκάλι. «Αυτό λόγω ειδικών περιστάσεων. Υπόσχομαι ότι δε θα μου γίνει συνήθεια». Του χαμογέλασε από τον καναπέ όπου καθόταν. «Πιες λίγο και για μένα». Έγνεψε κουνώντας το κεφάλι του. «Είναι ευχάριστο που η γυναίκα μου έχει κατανόηση». - 153 -


«Κι εσύ δείχνεις μεγάλη κατανόηση». Ξαφνικά η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους έγινε απίστευτα ζεστή. «Και μου αρέσει αυτό». «Τελικά το αποφάσισες!» είπε κλείνοντας το μάτι. «Σε τέσσερις μέρες, μωρό μου, θα ενωθούμε μαζί για πάντα». «Έχεις τον τρόπο να πείθεις τις γυναίκες». «Μία μόνο θέλω να πείθω». Της έριξε μια κλεφτή ματιά καθώς σέρβιρε ένα ακόμη ποτό. «Μία μόνο». «Ελπίζω να το πιστεύεις αυτό που λες», είπε, προσπαθώντας να μιμηθεί το ύφος του. «Γιατί αλλιώς η ζωή σου θα γίνει κόλαση. Οχ! Τι είπα; Έπρεπε να παντρευτούμε πρώτα και μετά να το πω». Γέλασε: «Λες να μην το ξέρω ήδη, μωρό μου; Όμως η κόλαση, όπως την εννοείς εσύ, δεν έχει καμία σχέση με το πώς την εννοώ εγώ. Γι’ αυτό βάλε τα δυνατά σου, γιατί δεν πρόκειται να απαλλαγείς από μένα ποτέ. Αν παντρευτούμε, θα μείνουμε παντρεμένοι για πάντα. Και μια και το θυμήθηκα... Πρέπει να τηλεφωνήσεις στη Νάνα. Ενημέρωσέ τη για το γάμο, για το μωρό και για ό,τι άλλο νομίζεις ότι πρέπει να γνωρίζει». Ακούμπησε το μπουκάλι στο μπαρ. «Η Νάνα θα θέλει να μάθει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Θα της τηλεφωνήσω αύριο. Δεν είμαι σε φόρμα το βράδυ». «Εμένα δε με ρώτησε πολλά πράγματα όταν συναντηθήκαμε», είπε ο Ντομινίκ ανασηκώνοντας τους ώμους. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Μάλλον υπέθεσε ότι δε θα δεχόσουν ανάκριση». «Θέλεις να πεις ότι στάθηκα τυχερός;». «Και λίγα λες». «Κατάλαβα». Δεν της είπε ότι ήταν ειδικός στο να κρύβει λόγια. «Όμως η Νάνα θα χρειαστεί χρόνο για να ετοιμαστεί», επέμεινε. «Το ξέρω. Υπόσχομαι να της τηλεφωνήσω αύριο». «Δίνεις την εντύπωση ότι το έχεις προγραμματίσει». Δε σκόπευε να αντιδικήσει μαζί της. Άλλωστε είχε ήδη στείλει ένα αεροπλάνο για να την παραλάβει, ενώ ένας οδηγός περίμενε τηλεφώνημά του ενώ αναπαυόταν σε κάποιο ξενοδοχείο σε μικρή απόσταση από το σπίτι της. Μέσα σε δέκα ώρες η Νάνα μπορούσε να βρίσκεται στο Λονδίνο. «Στην υγειά σου». Σήκωσε το ποτήρι του - 154 -


προς το μέρος της Κέιτ και μετά άδειασε μονορούφι το ποτό του. Το ξαναγέμισε λέγοντας: «Αυτό είναι το τελευταίο».. Και μετά ακούμπησε το μπουκάλι στο μπαρ. Βρίσκονταν σε ένα μικρό, ζεστό δωμάτιο, στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Το τραπέζι πλάι στο παράθυρο ήταν ήδη στρωμένο. Ένα ανθοδοχείο γεμάτο φρέσκα λουλούδια στο κέντρο του τραπεζιού. Η ατμόσφαιρα ευωδιαστή. Κι ένα κηροπήγιο με τα κεριά αναμμένα και τις φλόγες τους να τρεμοπαίζουν. Η Κέιτ καθόταν κουλουριασμένη στην άκρη ενός αναπαυτικού καναπέ, με τα πόδια τραβηγμένα κοντά στο σώμα της, το κεφάλι ακουμπισμένο στο μπράτσο της και τη ματιά της στον άντρα που αγαπούσε. Αυτές τις στιγμές δεν την ενδιέφεραν καθόλου τα κηρύγματα υπέρ της ελευθερίας των γυναικών. Αυτές οι στιγμές ήταν υπέροχες, μοναδικές. Είχαν αλλάξει ρούχα και φορούσαν κάτι πιο ανάλαφρο. Κοντομάνικα μπλουζάκια και φόρμες. Εκείνη φορούσε μια πράσινη πάνω στην οποία ήταν γραμμένη με ασημόσκονη η λέξη «μανούλα». Ο Ντομινίκ φορούσε μια γκρίζα δημιουργία του οίκου Αρμάνι και εξέπεμπε ερωτισμό όπως πάντα. Το σώμα του ήταν καλογυμνασμένο, λες και ασχολιόταν πολλές ώρες την ημέρα με τη γυμναστική, πράγμα που δε συνέβαινε. Βέβαια κάθε πρωί κολυμπούσε στη μεγάλη πισίνα που υπήρχε στο σπίτι. «Έχε υπόψη σου ότι δεν επιτρέπεται να κοιτάξεις ποτέ άλλη γυναίκα», είπε χαμηλόφωνα η Κέιτ. «Και να ξέρεις ότι όσο θα μεγαλώνει η κοιλιά μου, θα γίνομαι πιο παράλογη». Γύρισε από το μπαρ κρατώντας το ποτήρι του. «Μήν ανησυχείς, μωρό μου. Δε με ενδιαφέρουν καθόλου οι άλλες γυναίκες». Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. «Αν δεχτείς την πρότασή μου να έρθεις να εργαστείς στην εταιρεία μου, όλα θα πηγαίνουν ρολόι. Δεν πρόκειται να φύγω ποτέ από το πλάι σου». «Αυτό θα έλυνε το πρόβλημα της ζήλιας μου». «Και της δικής μου», είπε χαμογελώντας καθώς πήγαινε προς το μέρος, της. «Βέβαια αυτό που νιώθω εγώ για σένα περιγράφεται καλύτερα με δυο λέξει: μου ανήκεις». «Ντομινίκ», είπε προειδοποιητικά η Κέιτ. «Μην αρχίζεις πάλι τα ίδια». - 155 -


Άδειασε μονορούφι το ποτό του, ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι και μετά κάθισε πίσω από την Κέιτ. Την πήρε ανάμεσα στα πόδια του και την τράβηξε με την πλάτη στο στήθος του. «Εντάξει. Τέλος». Ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό της. «Μπορείς να το αρνείσαι όσες φορές θέλεις. Σε καταλαβαίνω». Μιλούσε ψιθυριστά και ταυτόχρονα τα χέρια του γλίστρησαν στην κοιλιά της. Μόλις έφτασαν στο αιδοίο της άρχισαν να το χαϊδεύουν απαλά. «Μην το κάνεις αυτό... όχι». Ένας ελαφρύς αναστεναγμός. Κατέβασε το χέρι της, έβαλε την παλάμη της ανάμεσα στο αιδοίο της και το χέρι του και άρχισε να τρίβεται μόνη της. «Θέλω πιο απαλά». «Πώς να αντιδράσω τώρα; Να φερθώ ευγενικά ή άγρια;» Τη φίλησε τρυφερά στο αυτί. «Πες μου τους κανόνες του παιχνιδιού». Ένα γρήγορο χτύπημα στην πόρτα έσπασε τη γλυκιά σιωπή που επικρατούσε στο δωμάτιο. «Στην οργή!» διαμαρτυρήθηκε μουρμουρίζοντας η Κέιτ. Εκείνη τη στιγμή τα δάχτυλα του Ντομινίκ την άγγιζαν σε όλα τα ευαίσθητα σημεία ερεθίζοντας την και μεγαλώνοντας την επιθυμία της. Ο Ντομινίκ τράβηξε το χέρι του και το ακούμπησε στο μπράτσο του καναπέ, «Μόλις τελειώσεις με το φαγητό, μωρό μου, είναι η ώρα της διασκέδασης», ψιθύρισε εκείνος. «Προς το παρόν, περιμένουμε κόσμο. Εντάξει;» Πήρε μια ανάσα, την έβγαλε σχεδόν αμέσως και ύστερα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Περάστε», είπε δυνατά ο Ντομινίκ. Ήταν πρακτικό άτομο. Πρώτα έπρεπε να φάει καλά η Κέιτ. Μετά είχαν στη διάθεσή τους όλη τη νύχτα για να παίξουν, αν και μία ώρα μετά το φαγητό την Κέιτ θα την έπαιρνε ο ύπνος. «Μόλις τελειώσουμε από εδώ», είπε χαμηλόφωνα, «θα σε πάω πάνω». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε όταν είδε να μπαίνει πρώτος ο Κουίν και να τον ακολουθούν τρεις σερβιτόροι με δίσκους. «Μυρίζει ωραία. Πεινάω πολύ». Σηκώθηκε από τον καναπέ κρατώντας αγκαλιά την Κέιτ και μετά από ένα δυο βήματα την άφησε να σταθεί μόνη της στα πόδια της. - 156 -


Μόλις κάθισαν στο τραπέζι, ο Κουίν ανέλαβε να τους εξηγήσει τι έφερε. Τους έδειξε πρώτα την κανάτα με το σοκολατούχο γάλα και είπε στον Ντομινίκ ότι αν ήθελε μπορούσε να του φέρει κρασί. Όταν ο Ντομινίκ απέρριψε την πρότασή του με ένα νεύμα, ο Κουίν ειδοποίησε ένα σερβιτόρο να πάρει τα μπουκάλια του κρασιού και μετά χαμογέλασε στην Κέιτ. «Απόψε θα φροντίσω να είναι κάποιος στην κουζίνα μη τυχόν και σας ανοίξει η όρεξη κατά τη διάρκεια της νύχτας». Η Κέιτ κοίταξε τον Ντομινίκ και ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει όταν αντίκρισε τον σεφ που είχε την κορμοστασιά του Ντομινίκ. «Δε χρειάζεται. Θα τα καταφέρω και μόνη μου». «Κουίν, άφησέ το και θα δούμε», είπε καλοσυνάτα ο Ντομινίκ, αλλά κοίταζε τον σεφ με νόημα κι εκείνος κατάλαβε το μήνυμα που του έστελνε το βλέμμα του: Εγώ θα ήθελα να είναι απόψε κάποιος στην κουζίνα. Ο Κουίν έγνεψε καταφατικά. «Πολύ καλά, κύριε». Μόλις Ο Κουίν και οι σερβιτόροι έφυγαν κι έκλεισαν την πόρτα, η Κέιτ είπε γλείφοντας τα χείλια της: «Ωωω! Πίτα με βατόμουρα». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Συνταγή της Νάνα». «Το βλέπω». Το γλάσο στην επιφάνεια ήταν το... σήμα κατατεθέν της Νάνα. «Πού βρήκατε βατόμουρα αυτή την εποχή;» «Δεν ξέρω. Θέλεις να ρωτήσω;» «Όχι. Μπορείς όμως να σπρώξεις την πιατέλα με την πίτα πιο κοντά μου». Ο Ντομινίκ διαμαρτυρήθηκε με ένα μουγκρητό. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Κάνω ότι δεν το άκουσα». Κι ανασηκώθηκε από την καρέκλα της για να τραβήξει μόνη της την πιατέλα. «Πρώτα πρέπει να φας κάτι με πρωτεΐνες». «Ξέρεις, Ντομινίκ, αυτό με τις πρωτεΐνες λέγεται κρέας. Όμως ακόμη δεν έγινες ο προσωπικός διαιτολόγος μου». «Κι όμως, μωρό μου, είμαι». Της πήρε την πιατέλα από το χέρι και της μίλησε με ήπιο τόνο. «Και τώρα κάθισε στη θέση σου σαν καλό κορίτσι. Υπόσχομαι ότι μπορείς να φας την πίτα ως επιδόρπιο». Μέσα της ένιωσε μια αναστάτωση. Το ίδιο συνέβαινε κάθε - 157 -


φορά που ο Ντομινίκ της έδινε διαταγές με αυτό το σοβαρό ύφος. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν την κοίταξε με ύφος αυταρχικό και αυστηρό. «Πού ακριβώς θα τη φάω;» ρώτησε ψιθυριστά η Κέιτ και κάθισε στην καρέκλα της. Την κοίταξε λίγο επίμονα καθώς ακουμπούσε την πιατέλα στο τραπέζι. «Όπου θέλεις εσύ. Υπάρχει επίσης σαντιγί». «Θεέ μου!» Πήρε μια βιαστική ανάσα, έκλεισε για λίγο τα μάτια και αφού άφησε τον αέρα να βγει από μέσα της, είπε με φωνή τρεμάμενη: «Αυτή η ερωτική έξαρση είναι εκνευριστική. Γίνομαι ανεξέλεγκτη». «Χαλάρωσε, μωρό μου». Χαμογέλασε. «Εγώ αυτό το θεωρώ το καλύτερο δώρο». «Σίγουρα δε σε ενοχλεί όταν...» «Καθόλου. Ποτέ δεν πρόκειται να με ενοχλήσει. Μόλις φας, θα πάμε πάνω και θα κάνουμε ό,τι θέλεις εσύ. Το πουλί μου στις προσταγές σου. Όμως τώρα κάνε μου το χατίρι. Φάε κάτι που θα σε στηρίξει. Μια χοιρινή μπριτζόλα, πατάτες, αρακά, καρότα... Αλήθεια, αυτά σου αρέσουν;» «Είναι τα αγαπημένα μου», είπε κι ένιωσε την ερωτική της έξαρση να υποχωρεί χάρη στον εύστοχο χειρισμό της κατάστασης από τον Ντομινίκ. «Ίσως σε πείσω να προτιμήσεις τον αρακά και τα καρότα». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Δες το σαν όρο για τον πατέρα του παιδιού μου. Πώς σου φαίνεται αυτό;» Ο Ντομινίκ γέλασε. «Νομίζω ότι θα υπακούσω». Χαχάνισε ευχαριστημένη. Έτσι ο Ντομινίκ κατάφερε να πετύχει το στόχο του, που δεν ήταν άλλος από το φάει η Κέιτ υγιεινά και θρεπτικά φαγητά. Όταν τελείωσαν ξάπλωσαν και οι δύο στον καναπέ και είδαν μια εκπομπή στην τηλεόραση για ανάδειξη ταλέντων. Η αλήθεια είναι ότι ο Ντομινίκ απολάμβανε περισσότερο τα επιφωνήματα και τα σχόλια της Κέιτ περισσότερο από την ίδια την εκπομπή. Κι όταν κάτι της άρεσε πολύ, γύριζε και τον ρωτούσε: «Δεν ήταν καταπληκτικό αυτό;» «Πράγματι», της απαντούσε εκείνος τρισευτυχισμένος. Ένιωθε υπέροχα από τότε που ξανάσμιξε με την Κέιτ. Όποτε αναλογιζόταν ότι σε λίγο καιρό θα γινόταν πατέρας, ένιωθε την καρδιά - 158 -


του να σκιρτάει και να στεγνώνει ο λαιμός του από την αγωνία και τη χαρά. Σύντομα θα αποκτούσαν παιδί! Μόλις τελείωσε η εκπομπή που έβλεπαν, ο Ντομινίκ τη ρώτησε ποιο πρόγραμμα ήθελε να παρακολουθήσουν στη συνέχεια. «Πίτα με βατόμουρο σερβιρισμένη στο κρεβάτι», του απάντησε εκείνη με αυστηρό ύφος. «Πάνω που νόμιζα ότι την ξέχασες!» Η Κέιτ άλλαξε τη στάση του σώματός της και ακούμπησε το πιγούνι της στο στήθος του. «Εσύ την ξέχασες;» είπε, ευτυχισμένη μέσα στην αγκαλιά του. «Όλα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στη ζωή μου είναι καινούρια και πρωτόγνωρα. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Κάνω βήματα αργά και. προσεχτικά, σαν να φοβάμαι μην πατήσω καμία νάρκη». Τον κοίταξε απορημένο. «Θέλεις να πεις ότι σου δημιουργώ προβλήματα;» Έκανε ένα μορφασμό. «Τώρα πώς το έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;» «Εγώ θα ήθελα να με προσέχεις, να με κοιτάς συνέχεια στα μάτια, να με φροντίζεις», είπε εκείνη καθώς σηκωνόταν από το καναπέ. «Φέρνεις εσύ την πίτα και εγώ τη σαντιγί; Πώς σου φαίνεται η ιδέα;» Γέλασε. «Ωραία το θέτεις. Καλύτερη πρόταση δεν έχω ξανακούσει». «Μη με αναγκάσεις να σε χαστουκίσω!» Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Μια διόρθωση, μωρό μου», της είπε καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ. «Αυτή η τελευταία φράση σου είναι ακόμη καλύτερη». Το χαμόγελό της έγινε ακόμη πιο πλατύ. «Εκτιμώ το γεγονός ότι αντιλαμβάνεσαι αμέσως τι θέλω να πω». «Εκτιμάς επίσης το γεγονός ότι σε κάνω να φτάσεις σε οργασμό καμιά δεκαριά συνεχόμενες φορές». Μια ματιά της όλο νάζι. «Έτσι είμαι ��γώ». Την τράβηξε κοντά του. «Μην περηφανεύεσαι μόνο για τον εαυτό σου», της είπε σιγανά. «Κάτι κάνω κι εγώ...» - 159 -


Τον κοίταξε με μισόκλειστα βλέφαρα, σαν να ήθελε να τον προκαλέσει. «Αλήθεια;» «Δε μου απάντησες», είπε εκείνος ψύχραιμα. «Ντομινίκ, ξέρεις ότι μόνο εσένα αγαπώ», είπε ζαρώνοντας τη μύτη της με νάζι. «Δεν υπάρχει κανένας άλλος στη ζωή μου. Ποτέ δεν υπήρξε. Ικανοποιήθηκες τώρα;» Τον συγκλόνιζε η ομολογία της ότι ήταν μόνο δική του. Είχε ανάγκη να την ακούσει να το λέει. Ο Ντομινίκ ποτέ δεν ήταν κτητικός. Ήξερε να μοιράζεται τα πάντα στον κόσμο των σεξουαλικών παιχνιδιών του. Ποτέ δε ζήλεψε γυναίκα. Ούτε καν την Τζούλια. Ακόμη και την εποχή που ήταν παντρεμένος με την Τζούλια και είχε σταματήσει να κυνηγάει γυναίκες, δεν τη ζήλευε. «Συγνώμη, μωρό μου». Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο με τα ακροδάχτυλά του. «Ελπίζω με τον καιρό να βελτιωθώ, γιατί ακόμη κι εγώ τρομάζω με τον εαυτό μου που είμαι τόσο πολύ κτητικός». Άφησε αργά την ανάσα της να βγει από μέσα της, τον αγκάλιασε από τη μέση και του χαμογέλασε. «Να με ειδοποιήσεις αν νιώσεις αυτή την ανάγκη», είπε αναστενάζοντας. «Ή, ακόμη καλύτερα, να με ενημερώσεις κι εσύ αν γίνω πολύ κτητική». «Με άλλα λόγια, είμαστε και οι δυο για δέσιμο». «Ας ελπίσουμε ότι αυτό δε θα επηρεάσει το μωρό». «Λυπάμαι, αλλά όσον αφορά το παιδί μας, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα είμαι και με το παραπάνω κτητικός». «Τότε καλύτερα να προσπαθήσεις από τώρα να ελέγξεις αυτή την τάση σου». Τα χείλη της τρεμόπαιξαν. «Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί γονείς, πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τους εγωισμούς μας». «Κρίμα που αυτό δεν το είπε κανένας στους δικούς μου γονείς», είπε ο Ντομινίκ με μια δόση σαρκασμού. «Μη μου πεις όμως ότι θέλεις να τους μοιάσεις!» «Προς Θεού!» Κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Εντάξει. Το κατάλαβα. Πρέπει να προσπαθούμε να συμπεριφερόμαστε σωστά». Την κοίταξε με μια πονηρή λάμψη στα μάτια. «Ελπίζω αυτό να μη σημαίνει ότι δε θα φάμε πίτα με βατόμουρο και σαντιγί». - 160 -


«Μην κοροϊδεύεις. Δε νομίζω να εννοούσα να γίνουμε συντηρητικοί». «Ευτυχώς! Ησύχασα τώρα». «Αφού ξέρω ότι μπορείς να τα καταφέρεις, αν θέλεις» είπε με νάζι και χάιδεψε το στήθος του με το δάχτυλό της. «Πολύ καλύτερα από σένα», παρατήρησε ο Ντομινίκ. «Δε θα ήθελα να συνεχίσουμε αυτή την ανούσια συζήτηση». Γιατί εκείνος είχε δίκιο. Έκανε ένα βήμα πίσω και άλλαξε θέμα συζήτησης. «Φέρε την πίτα». «Όπως επιθυμείτε!» Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Ή μήπως να πάμε μαζί να τη φέρουμε;» Δεν της άφησε περιθώρια. Την πήρε στα χέρια του. Του χάρισε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. «Μήπως έχω κι άλλη επιλογή;». «Αργότερα... ίσως».

- 161 -


κεφάλαιο 13 «Έχω αιμορραγία!» Ο ψίθυρος της Κέιτ ακούστηκε σαν έκρηξη βόμβας μέσα στ’ αυτιά του Ντομινίκ. Η αδρεναλίνη πλημμύρισε το σώμα του και σε κλάσματα δευτερολέπτου ξύπνησε. Γύρισε αστραπιαία προς το πλάι, άναψε το πορτατίφ και μετά ξαναγύρισε προς το μέρος της ελπίζοντας —ενώ ακόμη δεν είχε ξυπνήσει τελείως ότι κατάλαβε λάθος. Όμως η Κέιτ είχε χλομιάσει και στα μάτια της είχε φωλιάσει ο φόβος. «Κάτι δεν πάει καλά», είπε με κομμένη ανάσα και έσπρωξε τα σκεπάσματα από πάνω της. Ο Ντομινίκ κοίταξε χαμηλά και προς στιγμήν ο κόσμος ολόκληρος πάγωσε. Από τα χείλη του δεν μπορούσε να βγει κανένας ήχος και η καρδιά του σταμάτησε απότομα να χτυπάει. Η λίμνη αίματος κάτω από τα πόδια της Κέιτ ήταν σκουρόχρωμη και συνέχιζε να απλώνεται. Είχε την αίσθηση ότι τα πάντα είχαν παγώσει γύρω του. «Μωρό μου, μην κινείσαι», κατάφερε τελικά να πει, καταβάλλοντας υπερπροσπάθεια. Σκόπιμα μιλούσε ήρεμος και μετρώντας τα λόγια του. Ταυτόχρονα πήρε το κινητό από το κομοδίνο του. «Μείνε εκεί που είσαι». Αφού σχημάτισε τον αριθμό του Τζέικ, σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Θα τηλεφωνήσω να έρθει το αυτοκίνητο». Πήρε τη φόρμα του από το πάτωμα, φόρεσε όπως-όπως το ένα μπατζάκι, μετά το άλλο, ανέβασε τη φόρμα πάνω κι άρχισε να βρίζει σιγανά γιατί το τηλέφωνο χτυπούσε και ο Τζέικ δεν απαντούσε. Τελικά απάντησε στο πέμπτο χτύπημα. «Χρειάζομαι - 162 -


αμέσως το αυτοκίνητο στην είσοδο!» είπε ο Ντομινίκ με ύφος επιτακτικό, αλλά η φωνή του ήταν ψιθυριστή για να μην τον ακούει η Κέιτ. Δεν περίμενε απάντηση. Έβαλε γρήγορα το κινητό στην τσέπη του, πήρε από κάτω το μπλουζάκι του, το φόρεσε και μετά έβαλε τα παπούτσια του. «Σε ένα λεπτό θα είναι εδώ ο Τζέικ», είπε στην Κέιτ. Φρόντισε να μιλήσει όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε, όπως θα έκανε σε ένα παιδί που ξύπνησε από τον ύπνο του από κάποιον εφιάλτη. «Μην ανησυχείς καθόλου. Ο Τζέικ είναι πολύ καλός οδηγός και πολύ σύντομα θα είμαστε στο νοσοκομείο». Τράβηξε τα σκεπάσματα από την πλευρά που κοιμόταν εκείνος, παραμέρισε την τούφα των μαλλιών του που έπεφτε στα μάτια του και σκέπασε την Κέιτ με την κουβέρτα. «Όχι. Καλύτερα να φορέσω ρούχα». Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αρνηθεί. Είδε την τρομαγμένη έκφραση της Κέιτ και αρκέστηκε να πει: «Καλά. Εντάξει». Σήκωσε το μπλουζάκι της και το παντελόνι της φόρμας της που ήταν πεταμένα στο πάτωμα και ύστερα τη βοήθησε να σηκωθεί από το ματωμένο σεντόνι. «Περίμενε να σε ντύσω», της είπε γλυκά. Την έντυσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά μερικά δευτερόλεπτα μετά το παντελόνι της φόρμας της άρχισε να μουσκεύει με αίμα και μάλιστα η κηλίδα μεγάλωνε με ανησυχητική ταχύτητα. «Πάω να φέρω μερικές πετσέτες», είπε ο Ντομινίκ, προσπαθώντας να παραστήσει τον “ψύχραιμο, αν και μέσα του έτρεμε ολόκληρος. «Επιστρέφω αμέσως». Η Κέιτ προσπαθούσε κι εκείνη να κρατήσει την ψυχραιμία της και πίεζε τον εαυτό της να εστιάσει την προσοχή της σε κάποιες θετικές σκέψεις. Πριν από λίγο, όμως, είχε δει το αίμα στο σεντόνι και τώρα στη φόρμα της. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Έπρεπε να είχε προσέξει περισσότερο τη διατροφή της, να καταναλώνει λιγότερη καφεΐνη, να μην εργάζεται πολλές ώρες τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης. Έπρεπε να είχε κάνει πιο συνετές επιλογές σχετικά με πολλά θέματα που αφορούσαν την εγκυμοσύνη της. Νιώθοντας τρομερές τύψεις, έφερε στο νου της όλα εκείνα τα πράγματα που όχι μόνο θα μπορούσε αλλά και θα έπρεπε να είχε κάνει και εκείνη τα είχε αγνοήσει. Κατηγορούσε τον εαυτό της που δεν αναπαυόταν όσο έπρεπε, που δεν τρεφόταν σωστά και - 163 -


που δεν έπαιρνε βιταμίνες. Τα λάθη ήταν όλα δικά της. Πάνω στην ταραχή της έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό της: από εδώ και στο εξής θα φρόντιζε να γίνει μια καλή μητέρα. Θα εφάρμοζε πιστά όλους τους κανόνες. Το ορκιζόταν στον εαυτό της. Θα έφτιαχνε ολόκληρο κατάλογο. Και θα επέτρεπε στον Ντομινίκ να της υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις της ως εγκύου. Μόνο που τώρα ήθελε απεγνωσμένα να σταματήσει αυτή η αιμορραγία. Είχε τρομοκρατηθεί. Τι να σήμαινε άραγε αυτή η αιμορραγία: «Θέλω να μου πεις ότι όλα θα πάνε καλά», είπε αγχωμένη στον Ντομινίκ καθώς επέστρεφε με τις πετσέτες. «Απλώς θέλω να μου το πεις». «Μωρό μου, θα το έλεγα έτσι κι αλλιώς». Έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά. «Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Θα το ξεπεράσουμε. Θα δεις». Ήξερε τι έπρεπε να πει. Ήταν έτοιμος να πει κάθε λογής ψέμα μόνο και μόνο για να της δώσει θάρρος.. Καθώς σηκώθηκε, είδε την κηλίδα αίματος στο παντελόνι της φόρμας της και λίγο έλειψε να εκραγεί. Παρ’ όλα αυτά πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει. «Πρέπει να σε τυλίξω καλά. Μη διαμαρτυρηθείς ότι υπερβάλλω. Κράτα τις αντιρρήσεις σου για αργότερα». Η Κέιτ γέλασε. Για μια στιγμή ο Ντομινίκ ένιωσε καλύτερα. Μόνο για μια στιγμή, όμως, γιατί το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν μάλλον ήταν πολύ σοβαρό. Όμως δεν είχε χρόνο για να ασχοληθεί με αυτές τις σκέψεις. Τύλιξε την Κέιτ με τις πετσέτες, τη σκέπασε με την κουβέρτα, την πήρε στην αγκαλιά του και αμέσως μετά ξεκίνησε τρέχοντας προς το διάδρομο. Ανέβηκε τη σκάλα, έφτασε στο πλατύσκαλο και συνέχισε προς την πτέρυγα του σπιτιού απ’ όπου μπορούσε να κατέβει στο κάτω πάτωμα. Για πρώτη φορά ευγνωμονούσε τον Μάρτιν που επέμενε να προσλάβουν νυχτερινό φύλακα. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως μόλις τους είδε. «Βρες τον Μαξ. Πες του να επικοινωνήσει με το κοντινότερο νοσοκομείο και τη γιατρό Φούλερ». Ο Ντομινίκ ήταν σαφής και κατηγορηματικός. Και ψύχραιμος, γιατί δεν ήθελε να πανικό βάλει την Κέιτ. «Οι αριθμοί τηλεφώνου υπάρχουν στη μνήμη της συσκευής πάνω στο γραφείο μου. Να πει στη γιατρό να έρθει αμέσως στο νοσο- 164 -


κομείο. Άνοιξέ μας τώρα την πόρτα και μετά φύγε τρέχοντας!» , Άσχετα αν ο Ντομινίκ μιλούσε ψύχραιμα, ο νυχτοφύλακας κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε από τη στιγμή που είδε τον Ντομινίκ να τρέχει κρατώντας στην αγκαλιά του την Κέιτ. Άνοιξε την κύρια είσοδο και μετά έφυγε τρέχοντας για το γραφείο του Ντομινίκ. Ο Ντομινίκ βγήκε από την κύρια είσοδο, κατέβηκε τη σκάλα και ταυτόχρονα κοίταζε στο δρόμο να δει το αυτοκίνητό του. Ο κοιτώνας του Τζέικ ήταν πάνω από το γκαράζ, στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Μερικά λεπτά απόσταση. Που στην οργή είναι; Από την αγωνία και την ταραχή του ο Ντομινίκ πηγαινοερχόταν όσο περίμεναν το αυτοκίνητο. Και παράλληλα προσπαθούσε να εμψυχώσει την Κέιτ λέγοντας: «Μωρό μου, σύντομα ο Τζέικ θα είναι εδώ. Μην ανησυχείς: Μια χαρά είσαι. Η γιατρός πηγαίνει ήδη στο νοσοκομείο... Μήπως κρυώνεις; Μήπως ζεσταίνεσαι; Όταν τελειώσει αυτή η περιπέτεια σκέφτομαι να πάμε για μια εβδομάδα διακοπές και να κοιμόμαστε στην παραλία. Τι λες;» Κατά βάθος όμως είχε τρομοκρατηθεί κι ο ίδιος. Ήξερε πόσο εύκολο είναι κάποιος να λιποθυμήσει από την έντονη αιμορραγία. «Πολύ καλή ιδέα», ψέλλισε η Κέιτ. Προσπαθούσαν και οι δύο να αντιμετωπίσουν την κρίση με ψυχραιμία και. να μην πανικοβληθούν. Η Κέιτ, όμως, ήξερε και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία. Όταν ρώτησε «Πόσο μακριά είναι το νοσοκομείο;» Η φωνή της έτρεμε παρ’ όλο που έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μην το δείξει. «Είναι κοντά, μωρό μου». Ο Ντομινίκ ταράχτηκε όταν είδε το πρόσωπό της ιδρωμένο και άκουσε την τρεμουλιαστή φωνή της. Μήπως κινδύνευε να πάθει σοκ; «Με τον Τζέικ θα πάμε πιο γρήγορα από ό,τι με ασθενοφόρο», είπε ο Ντομινίκ όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Πολύ σύντομα θα είμαστε εκεί». «Θεέ μου, τι έπαθα!» είπε ξαφνικά η Κέιτ όταν ένιωσε αίμα να τρέχει στο μηρό της. «Άρχισα να ανησυχώ πολύ!» Δεν τόλμησε να πει ότι φοβόταν μήπως χάσει το μωρό, γιατί δεν ήθελε να κάνει αρνητικές σκέψεις. «Ντομινίκ, πες μου ότι θα γίνω καλά. Πες το μου!» Ξαφνικά ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι και έκανε ένα μορφασμό. - 165 -


Προς στιγμήν τα έχασε όταν την άκουσε να υψώνει τον τόνο της φωνής της. «Όλα θα πάνε καλά». Μίλησε με ύφος καθησυχαστικό, παρ’ όλο που μέσα του έτρεμε. «Θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά». Ο Ντομινίκ ήξερε τι θα ήθελε να ακούσει, γιατί το ίδιο ήθελε κι εκείνος. Ήθελε να επανέλθει η ζωή τους στον φυσιολογικό ρυθμό και να ζουν ευτυχισμένοι, ήρεμος ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. «Η γιατρός θα σε φροντίσει όπως πρέπει, Είναι καλή επιστήμονας. Όλοι λένε ότι είναι η καλύτερη. Ξέρει τι πρέπει να κάνει». Μιλούσε χαμηλόφωνα και έλεγε παρηγορητικά λόγια, άσχετα αν όλα ήταν ψέματα. Μόλις έρθει το αυτοκίνητο... «Α, να τος, ήρθε ο Τζέικ. Επιτέλους! Θα φύγουμε, μωρό μου». Ευχαριστώ, Θεέ μου. Η Κέιτ είχε γίνει άσπρη σαν το πανί. Το αυτοκίνητο σταμάτησε με απότομο φρενάρισμα κοντά στο πεζοδρόμιο. Ο Τζέικ πετάχτηκε έξω και κούμπωσε βιαστικά το πάνω κουμπί του παντελονιού του. Το πουκάμισό του ήταν ακόμη ξεκούμπωτο και φορούσε σαγιονάρες. Τρέχοντας να ανοίξει την πόρτα, ρώτησε με κομμένη ανάσα: «Πού πηγαίνουμε;» «Στο νοσοκομείο Σεντ Μαίρη. Και μη σταματάς ούτε στα κόκκινα φανάρια», είπε κοφτά ο Ντομινίκ μπαίνοντας μέσα με την Κέιτ στην αγκαλιά του. Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Ντομινίκ την έβαλε να καθίσει πιο αναπαυτικά στα γόνατά του και είδε τον Τζέικ να πηγαίνει τρέχοντας προς την πόρτα του οδηγού. «Κάποιο πολύ μεγάλο λάθος πρέπει να έκανα», είπε με φωνή τρεμάμενη η Κέιτ, που αν και που προσπαθούσε να κρατηθεί ψύχραιμη, δεν τα κατάφερνε. «Έπρεπε να είχα φροντίσει καλύτερα τον εαυτό μου. Έπρεπε να είχα πάει νωρίτερα σε κάποιο γιατρό κι όχι να...» «Μωρό μου, μην το κάνεις αυτό», είπε χαμηλόφωνα ο Ντομινίκ, καθώς το αυτοκίνητο ξεκινούσε με μεγάλη ταχύτητα. «Δεν υπάρχει λόγος να κατηγορείς τον εαυτό σου. Δεν έκανες κανένα λάθος». Μάλλον εκείνος έκανε λάθος. Λεν έπρεπε να κάνουν τόσο συχνά έρωτα. Τουλάχιστον εκείνος όφειλε να είναι πιο λογικός. - 166 -


«Λες να χάσουμε το...» «Δεν ξέρουμε», της είπε βιαστικά, χωρίς να την αφήσει να τελειώσει τη φράση της, επειδή δεν ήθελε ούτε και ως ενδεχόμενο να το σκέφτεται. Ακόμη έτρεφε ελπίδες. «Δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα. Ας περιμένουμε να μας πει η γιατρός τι συμβαίνει. Εντάξει, μωρό μου;» Όμως κι εκείνος αγωνιούσε όλο και πιο πολύ. Το αίμα είχε μουσκέψει τη φόρμα και τις πετσέτες αλλά και τη φόρμα του Ντομινίκ. «Τρέξε πιο γρήγορα, Τζέικ!» είπε επιτακτικά. «Στην ανάγκη, να καβαλήσεις και πεζοδρόμια!» Ο Τζέικ Πάτησε κι άλλο γκάζι και το αυτοκίνητο ανέπτυξε μεγαλύτερη ταχύτητα. «Δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι γι’ αυτή την αναστάτωση», είπε ξεψυχισμένα η Κέιτ. «Μωρό μου, δε φταις εσύ». Αγωνία και κατανόηση φαίνονταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. «Ούτε να το σκέφτεσαι. Σε λίγο θα είμαστε στο νοσοκομείο. Η γιατρός Φούλερ θα σε φροντίσει». Ευτυχώς αυτή την προχωρημένη ώρα η κίνηση στο δρόμο ήταν ελάχιστη. Ο Τζέικ έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τη μείωνε κάπως μόνο όταν πλησίαζαν στις διασταυρώσεις με τη μεγαλύτερη κίνηση. Επίσης, κάθε φορά που περνούσε με κόκκινο φανάρι, πατούσε παρατεταμένα το κλάξον, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε να κάνει ελιγμούς για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητα των οποίων οι οδηγοί δεν αντέδρασαν αμέσως. Μετά από εφτά ατελείωτα λεπτά μπήκαν στη ράμπα των επειγόντων περιστατικών και τότε ο Τζέικ φρέναρε απότομα. «Εγώ πάω να φέρω τη γιατρό», είπε κοφτά ο Ντομινίκ. «Εσύ τρέξε να ειδοποιήσεις ότι ήρθαμε». Άνοιξε την πόρτα πρώτα και βγήκε γρήγορα από το αυτοκίνητο. «Μωρό μου, είσαι ασφαλής εδώ. Κοίτα! Έρχονται κιόλας». Το τηλεφώνημα του Μαξ είχε κινητοποιήσει τους γιατρούς, που βγήκαν τρέχοντας από την πόρτα και συνόδευαν τον Ντομινίκ που κρατούσε στα χέρια την Κέιτ μέχρι το πλησιέστερο φορείο. Μετά, όταν ξάπλωσε την Κέιτ, γύρισε προς το γιατρό που είχε αθλητικό σώμα και δε φαινόταν καθόλου νυσταγμένος, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις με άλλους γιατρούς. Ο Ντο- 167 -


μινίκ μίλησε χαμηλόφωνα. «Η Κέιτ έχασε σημαντική ποσότητα αίματος». Η ματιά του γλίστρησε πρώτα προς το λερωμένο παντελόνι της φόρμας του και ύστερα στις κουβέρτες, θέλοντας να δώσει έμφαση στα λόγια του. «Είναι εδώ η γιατρός Φούλερ;» «Έρχεται». Ο γιατρός απευθύνθηκε στην Κέιτ. «Εμείς θα σας φροντίσουμε μέχρι να έρθει η γιατρός σας! Εσείς προσπαθήστε να ηρεμήσετε. Το πρόβλημά σας θα αντιμετωπιστεί. Μήπως ξέρετε την ομάδα αίματός σας;». «Μηδέν αρνητικό». «Στην ίδια ομάδα ανήκω κι εγώ», είπε αμέσως ο Ντομινίκ. Ο γιατρός κοίταξε τον Ντομινίκ. «Θα δούμε». Μετά έγνεψε σε μια νοσοκόμα και ύστερα γύρισε πάλι στην Κέιτ. «Θα σας βάλουμε έναν ορό, καλού κακού. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας». Έλεγξε την ένδειξη στο πιεσόμετρο και μίλησε σε έναν άλλο νοσοκόμο. «Πες στη Σάρα να φέρει δύο». Μετά στράφηκε πάλι στην Κέιτ. «Πότε άρχισε η αιμορραγία;» Ο Ντομινίκ αποφάσισε να μιλήσει εκείνος αντί για την Κέιτ. «Η Κέιτ με ξύπνησε στις δέκα, δηλαδή πριν από ένα τέταρτο. Μωρό μου, μήπως ξέρεις πότε άρχισε η αιμορραγία;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Στην αρχή νόμιζα ότι το έβλεπα στο όνειρό μου». «Πόσων μηνών είστε;» «Τριών», είπε ο Ντομινίκ, που ήθελε να κρατήσει το χέρι της Κέιτ, αλλά φοβόταν μήπως κάτι τέτοιο εμπόδιζε τους γιατρούς σε ό,τι έκαναν. «Το διαπιστώσαμε πρόσφατα». Ο Ντομινίκ στεκόταν στα πόδια της Κέιτ για να μη φαίνονται τα αίματα στα μπατζάκια της φόρμας του. Όμως η αγωνία του κορυφωνόταν καθώς κοίταζε την οθόνη του μηχανήματος παρακολούθησης της καρδιάς και έβλεπε ότι η πίεσή της μειωνόταν συνέχεια. «Γιατρέ, είστε σίγουρος ότι μπορείτε να σταματήσετε την αιμορραγία;» τον ρώτησε καρφώνοντάς τον με το βλέμμα του. Ο γιατρός καθυστέρησε να απαντήσει. «Το πρόβλημα δεν είναι να σταματήσουμε την αιμορραγία». Ο Ντομινίκ κατατρόμαξε από τη διφορούμενη απάντηση του γιατρού. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του ήταν να τον αρπάξει από τα πέτα, να τον ταρακουνήσει και να απαιτήσει - 168 -


μια πιο ξεκάθαρη απάντηση. Όμως έκρινε τελικά ότι δεν άξιζε να καταφύγει στη βία τώρα που κινδύνευε η ζωή της Κέιτ. Προτίμησε, λοιπόν, να ελέγξει το εκρηκτικό του ταπεραμέντο και μόνο ένα ρυθμικό τικ στο σαγόνι του έδειχνε πόσο πολύ προσπαθούσε να συγκρατηθεί. «Μήπως χρειάζεται να καλέσουμε πιο εξειδικευμένους γιατρούς; Έχω γνωριμίες που θα μας βοηθήσουν». Ο τόνος της φωνής του ήταν ήρεμος, αλλά με κάθε λέξη του ήταν φανερό πως ήθελε να τονίσει τη δύναμη και την εξουσία που διέθετε. «Θέλω να φροντίσετε τη σύζυγό μου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Συνεννοηθήκαμε;» Το συγκεκριμένο νοσοκομείο εξυπηρετούσε πλούσιους και διάσημους και συνεπώς ο γιατρός είχε αντιμετωπίσει κι άλλες φορές τόσο απαιτητικούς ασθενείς. Όμως αυτός ο άντρας που είχε τώρα μπροστά του φαινόταν σκληρός και αδίστακτος και αρκετά διαφορετικός από τους περισσότερους αλαζόνες πλούσιους. Ήταν σίγουρος ότι από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να άλλαζε η συμπεριφορά του και να γινόταν επικίνδυνος. «Η γιατρός Φούλερ θα έρθει σύντομα. Είναι η καλύτερη. Στο μεταξύ», πρόσθεσε με ψύχραιμο τόνο ο γιατρός, «προτείνω να χρησιμοποιήσουμε έναν ορό». Ο Ντομινίκ πήρε μια ανάσα και την έβγαλε αμέσως. Η ματιά του συνέχισε να καρφώνει το γιατρό για κάμποσο ακόμη. Μετά άρχισε σταδιακά να χαλαρώνει το σφίξιμο των δοντιών του «Γιατρέ, συγχωρέστε με», είπε μετανιωμένος. Μετά, γυρίζοντας προς την Κέιτ, ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Θεέ μου! Ήταν ακόμη πιο χλομή τώρα και η ανάσα της πολύ πιο εξασθενημένη. Στο μεταξύ ο θάλαμος είχε αδειάσει. Γύρω τους επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Αυτό τρόμαξε ακόμα περισσότερο τον Ντομινίκ. «Ντομινίκ!» Η ξεψυχισμένη φωνή της Κέιτ τον προσγείωσε στην πραγματικότητα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συνηθίσει το δυνατό φως. «Εδώ είμαι, μωρό μου». Κατάφερε να χαμογελάσει και, παραμερίζοντας όσους βρίσκονταν στο δρόμο του, την πλησίασε και στάθηκε πλάι της. «Πώς είσαι, κορίτσι μου;» ρώτησε πιάνοντάς της το χέρι. - 169 -


«Σε χρειάζομαι. Και τώρα και πάντα». Εκείνος έκλεισε την παλάμη της μέσα στη δική του. Ακόμη και τώρα που ξετυλιγόταν μπροστά τον μια τραγωδία, εκείνος είχε την Κέιτ να αγαπάει. Αλλά κι εκείνη να τον αγαπάει. Δεν μπορούσε να ζητήσει περισσότερα. «Μωρό μου, άκουσέ με. Σφίξε μου το χέρι. Θα σου βάλουν ορό». Μέχρι τη στιγμή που ήρθε η γιατρός Φούλερ, ύστερα από λίγο, μια νοσοκόμα είχε βάλει ορό στο χέρι της Κέιτ και είχαν βελτιωθεί η πίεση αίματος και το χρώμα της. Όμως η αιμορραγία δεν είχε σταματήσει. «Νομίζω ότι έχουμε κάποιο πρόβλημα», είπε κοφτά η γιατρός μπαίνοντας στο θάλαμο και φορώντας τα πλαστικά γάντια της. «Κέιτ, πώς νιώθεις;» «Φοβάμαι. Ανησυχώ. Πολύ». «Το καταλαβαίνω. Ας ρίξουμε μια ματιά να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει». Μετά από μία σύντομη εξέτασή η γιατρός κοίταξε πρώτα τον Ντομινίκ με ύφος μάλλον προβληματισμένο. Ύστερα γύρισε προς την Κέιτ και μιλώντας χαμηλόφωνα είπε: «Δυστυχώς αυτά τα συμπτώματα δείχνουν ότι θα αποβάλεις». Ο Ντομινίκ το είχε υποθέσει, αλλά πάντα ήλπιζε. Η δήλωση όμως της γιατρού ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι. Η Κέιτ δεν κατάφερε να συγκροτήσει τα δάκρυα της που κύλησαν στα μάγουλά της. «Δηλαδή δεν μπορούμε να γλιτώσουμε το μωρό;» Η φωνή της σιγανή, σαν ψίθυρος. «Δεν μπορούμε να το κρατήσουμε;» Κοίταξε τον Ντομινίκ. «Ντομινίκ, πες της να κάνει κάτι». Τον ικέτευε. Η ελπίδα στο βλέμμα της δεν είχε ακόμη σβήσει τελείως. «Εντάξει, μωρό μου», είπε τρυφερά. «Άφησέ με να το συζητήσουμε για να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Γύρισε και κοίταξε τη γιατρό Φούλερ στα μάτια. «Υπάρχει έστω και μια μικρή πιθανότητα να γλιτώσουμε το μωρό; Ξέρω ότι σε αυτό το νοσοκομείο εργάζονται οι καλύτεροι γιατροί, αλλά αν υπάρχει κάπου αλλού κάποιος άλλος... Μπορώ να διαθέσω κάποιο ιδιωτικό αεροπλάνο, ή να νοικιάσω στην ανάγκη, και να φέρουμε κάποιους ειδικούς γιατρούς μήπως...» Η γιατρός κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Λυπάμαι. Η αι- 170 -


μορραγία είναι τέτοια που είναι πλέον αδύνατο να κρατήσουμε το έμβρυο στη ζωή. Ξέρω ότι σας στενοχωρώ, αλλά η αποβολή κατά τον τρίτο μήνα της κύησης δεν είναι σπάνιο φαινόμενο». Η γιατρός έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά συνέχισε: «Η αιμορραγία όμως δεν είναι φυσιολογική και γι’ αυτό πρέπει η Κέιτ να μπει αμέσως στο χειρουργείο». Ο Ντομινίκ γύρισε στην Κέιτ. «Είναι πολύ αργά», είπε με σιγανή φωνή. «Άκουσες και μόνη σου τη γιατρό». Η απόγνωση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Όχι, Θεέ μου!» ψέλλισε. Εκείνος έσκυψε και. της μίλησε στο αυτί. «Κέιτ, σ’ αγαπώ. Πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου. Όμως τώρα πρέπει να σταματήσουν την αιμορραγία. Εντάξει, μωρό μου;» Για το μωρό δεν ήταν σε θέση να πει τίποτα. Δεν άντεχε. Με το μωρό θα δημιουργούσε κι εκείνος για πρώτη φορά τη δική του οικογένεια. Όμως, χωρίς την Κέιτ, δε θα είχε τίποτα. Ούτε ζωή, ούτε ελπίδα, ούτε ευτυχία. Γι’ αυτό και της σκούπισε τα δάκρυα με το δάχτυλό του, ίσιωσε το κορμί του, της έσφιξε ελαφρά το χέρι και είπε χαμηλόφωνα: «Θέλεις να ρωτήσω μήπως με αφήσουν να μπω κι εγώ μαζί σου στο χειρουργείο; Έτσι δε θα μείνεις ούτε στιγμή μόνη σου». «Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Τι κάναμε λάθος;» Ο πόνος ήταν εμφανής στο βλέμμα της. «Σίγουρα κάτι δεν κάναμε καλά». Η φωνή της ήταν τόσο αδύναμη που ο Ντομινίκ ένιωσε ότι δε θα άντεχε και θα κατέρρεε. «Όχι, μωρό μου, δεν έκανες κάτι που δεν έπρεπε». Αν κάποιος έκανε κάποιο κακό αυτός ήταν εκείνος. «Αφού άκουσες τη γιατρό...» Της μιλούσε με φωνή απαλή, καθησυχαστική, αλλά κατά βάθος ήθελε να τής πει με επιτακτικό τρόπο: Πρέπει να μπεις στο χειρουργείο ΤΩΡΑ! Ήξερε, όμως, ότι θα την τρομοκρατούσε και γι’ αυτό συνέχισε να προσποιείται τον ψύχραιμο και τον ήρεμο. «Η γιατρός είπε ότι η περίπτωση αυτή είναι συνηθισμένη. Συμβαίνει και σε άλλους, όχι μόνο σ’ εμάς. Έλα, χαμογέλασε μου τώρα. Είμαι πλάι σου. Δε θα φύγω ούτε στιγμή από κοντά σου. Και να ήθελες να απαλλαγείς από την παρουσία μου, δε θα μπορούσες». Του χάρισε ένα πολύ αμυδρό χαμόγελο. «Έχω ανάγκη ένα φι- 171 -


λί σου». Πριν γνωρίσει την Κέιτ, ο Ντομινίκ απέφευγε πάντα να εκδηλώνεται με τρυφερότητα μπροστά σε άλλους. Όμως τώρα, παρ’ όλο που τους κοίταζαν δέκα ζευγάρια μάτια, της έδωσε ένα τρυφερό, παρατεταμένο φιλί. Μετά, σηκώνοντας ελαφρά το πρόσωπό του, της χαμογέλασε και είπε: «Τώρα νιώθεις καλύτερα;» Εκείνη χαμογέλασε διατακτικά. «Είμαστε έτοιμοι για τη συνέχεια;» Μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού. Ο Ντομινίκ φάνηκε να ανακουφίζεται. Μετά ένα αργό, γλυκό χαμόγελο στα χείλη του. «Έτσι μπράβο, μωρό μου». Γύρισε προς τους παρισταμένους και με ύφος αποφασιστικό και επιτακτικό είπε: «Θα χρειαστώ μια ιατρική μπλούζα γιατί θα έρθω κι εγώ στο χειρουργείο μαζί με την Κέιτ».

- 172 -


κεφάλαιο 14 Εννέα φιάλες αίμα χορήγησαν στην Κέιτ μέχρι να ξεπεράσει το πρόβλημα της αιμορραγίας της. Ο Ντομινίκ έζησε μια πολύ οδυνηρή εμπειρία μέσα στο χειρουργείο. Νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό μπαινόβγαιναν, γιατροί έδιναν κοφτές εντολές και όλοι όσοι στέκονταν γύρω από το χειρουργικό τραπέζι ήταν σοβαροί και προβληματισμένοι. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το περιστατικό της Κέιτ ήταν αρκετά σοβαρό. Οι φλέβες της Κέιτ παρουσίαζαν κάθε λίγο πρόβλημα και οι γιατροί αναγκάζονταν να αναζητήσουν μια άλλη, πιο γερή φλέβα, μέχρι που τελικά και τα δύο μπράτσα της Κέιτ γέμισαν τρυπήματα μέχρι να οριστικοποιηθεί η θέση του ορού, τρόμαξε τον Ντομινίκ αντί να τον ενθουσιάσει. Η ζωή της Κέιτ κρεμόταν τελικά από μια κλωστή. Μέχρι τώρα ο Ντομινίκ δεν είχε ζήσει ποτέ τέτοια κατάσταση. Μπορεί να είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή του, αλλά τις είχε αντιμετωπίσει ψύχραιμα. Τώρα όμως αντιδρούσε εντελώς διαφορετικά. Τώρα είχε ανατριχιάσει ολόκληρος. Είχε ιδρώσει. Κι αυτό γιατί η Κέιτ ήταν το θαύμα που ο Ντομινίκ ακόμη δεν είχε πιστέψει ότι του άξιζε να το ζει. Η Κέιτ είχε μεταμορφώσει την γκρίζα ύπαρξή του, την είχε φωτίσει με χαρά και λάμψη, του είχε χαρίσει ευτυχία και του την πρόσφερε απλόχερα. Κι εκείνος την αγαπούσε με έναν τρόπο που αγαπούσαν μόνο όσοι δεν είχαν αγαπήσει ποτέ πριν. Η Κέιτ ήταν ο κόσμος όλος γι’ αυτόν. Ήταν η ζωή του, η ψυχή του, το είναι του όλο. Χρειάστηκε να συγκροτήσει την ψυχραιμία του και να μην απειλήσει όλους τους παριστάμενους γιατρούς σε περίπτωση που - 173 -


κάτι δεν πήγαινε καλά στην εγχείρηση και δε σταματούσε η αιμορραγία. Έπειτα από μία ώρα περίπου, τα κατάφεραν και τότε ο Ντομινίκ ένιωσε τεράστια ανακούφιση και κατάλαβε πώς νιώθει ένας καταδικασμένος σε θάνατο που τελικά αποφασίζουν να του δώσουν χάρη. Για λίγο δεν μπορούσε να κινηθεί. Είχε μουδιάσει. Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ανάσαινε με δυσκολία και οι χτύποι της καρδιάς του ήταν ακανόνιστοι. Μόνο το μυαλό του πανηγύριζε με τον δικό του τρόπο τη νίκη. Μόλις συνήλθε, πλησίασε στο χειρουργικό τραπέζι και στάθηκε πλάι στην Κέιτ, έχοντας παρακάμψει κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις των γιατρών. Ήθελε να την αγγίξει, να τη νιώσει. Την πλησίασε μόλις ο αναισθησιολόγος τής έβγαλε τη μάσκα από τη μύτη. Ακόμα και πάνω στο χειρουργικό τραπέζι ήταν γι’ αυτόν η ομορφότερη γυναίκα, σκέφτηκε, νιώθοντας τρελά ερωτευμένος. «Θα ξυπνήσει μετά από αρκετή ώρα», είπε η γιατρός Φούλερ. Ο Ντομινίκ δε σήκωσε το βλέμμα του. «Η αιμορραγία σταμάτησε οριστικά;». «Ναι». «Είστε σίγουρη;» Ο Ντομινίκ άγγιξε τρυφερά το μάγουλο της Κέιτ και μετά κοίταξε τη γιατρό για να δει το ύφος της καθώς θα του απαντούσε. Ήθελε οπωσδήποτε να είναι σίγουρος. «Απολύτως. Βρήκαμε την προβληματική φλέβα και την απομονώσαμε». Τώρα πραγματικά ηρέμησε. «Πότε μπορούμε να επιστρέφουμε στο σπίτι μας; Μπορώ να πάρω νοσοκόμες να τη φροντίζουν και ό,τι άλλο χρειαστεί». «Σε δύο μέρες μάλλον. Στην αρχή θα είναι λίγο αδύναμη». Λ Αδιαφορώντας για τον πόνο που ένιωθε, αποφάσισε να κάνει την ερώτηση που τον βασάνιζε: «Τελικά δεν υπήρχε τρόπος να γλιτώσετε το μωρό; Έστω μια μικρή πιθανότητα;». «Δυστυχώς. Η...» «Η σύζυγός μου». «Η σύζυγός σας στάθηκε τυχερή που ήρθε εδώ γρήγορα». «Παρ’ όλα αυτά όμως...» «Η αιμορραγία ήταν πολύ σοβαρή και ήταν δύσκολο να τη - 174 -


σταματήσουμε. Σπάνιες φορές εμφανίζεται τόσο μεγάλη αιμορραγία». Ο Ντομινίκ προσπάθησε να συγκρατήσει τον πανικό του. «Πρέπει να ανησυχούμε, γιατρέ; Υπάρχει περίπτωση να επαναληφθεί αυτό και στο μέλλον;» «Δεν μπορώ να σας απαντήσω με βεβαιότητα. Δυστυχώς. Μακάρι να μπορούσα. Κάθε εγκυμοσύνη είναι ξεχωριστή και οι λόγοι που εμφανίζονται τέτοιες ανωμαλίες είναι άγνωστοι». «Καταλαβαίνω. Εσείς γνωρίζετε πολύ καλύτερα και σας ευχαριστώ», είπε χαμηλόφωνα. «Σας ευχαριστούμε κι εγώ και η Κέιτ». «Παρακαλώ. Η Κέιτ θα παραμείνει για λίγο στο θάλαμο εντατικής θεραπείας», είπε η γιατρός Φούλερ. «Είναι θέμα ρουτίνας. Θα χρειαστεί πάνω από μία ώρα μέχρι να ξυπνήσει. Θέλετε να με ρωτήσετε κάτι άλλο;» «Όχι. Ή, μάλλον, ναι. Πότε μπορεί να ταξιδέψει η Κέιτ; Θα ήθελα να πάμε αεροπορικώς στην πατρίδα μας το συντομότερο». «Θα έρθω αύριο να δω πώς εξελίσσεται η κατάστασή της. Τότε θα σας απαντήσω». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. Η γιατρός ξεκίνησε για να φύγει. «Εντάξει. Και πάλι σας ευχαριστώ». Δέκα λεπτά αργότερα η Κέιτ βρισκόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο Ντομινίκ φρόντισε να προσλάβει επιπλέον νοσοκόμες, για να τη φροντίζουν και βγήκε στο διάδρομο, αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη για να μπορεί να τη βλέπει. Ύστερα έβγαλε το κινητό του κι άρχισε να κάνει τηλεφωνήματα. Το πρώτο ήταν στη Νάνα. «Συγνώμη που σου τηλεφωνώ τόσο αργά» αλλά ήθελα να σου πω ότι η Κέιτ είναι στο νοσοκομείο. Πριν από λίγη ώρα βγήκε από το χειρουργείο. Όμως μην ανησυχείς, είναι καλά». Το ότι πριν από λίγη ώρα η Κέιτ δεν ήταν καθόλου καλά το κράτησε για τον εαυτό του. «Είναι την Εντατική και έχει στο πλευρό της μια αποκλειστική νοσοκόμα. Εγώ στέκομαι έξω ακριβώς από την πόρτα του θαλάμου της για να μπορώ να τη βλέπω συνέχεια. Κοιμάται ήσυχα». «Κάτι μου λέει ότι η Κέιτ έχασε το μωρό. Λυπάμαι». - 175 -


«Η Κέιτ σου το είπε;» ρώτησε έκπληκτος ο Ντομινίκ. «Εμένα μου είχε πει ότι δε θα σου το έλεγε». «Δε χρειάστηκε να μου το πει. Επέμενες να σου πω ποια φαγητά προτιμάει περισσότερο η Κέιτ, που κατάλαβα. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη ευφυΐα. Έχω ήδη ετοιμαστεί και ο ξάδερφός μου, ο Μόντι, θα με πάει στο αεροδρόμιο. Του είπα ότι θα ταξιδέψω για το Λονδίνο. Μια και η Κέιτ ήταν έγκυος υπέθεσα ότι θα φερόσουν ως πραγματικός τζέντλεμαν και θα την παντρευόσουν». «Θέλω να ξέρεις ότι την Κέιτ θα την είχα παντρευτεί πολύ νωρίτερα, αλλά αντιμετώπιζα κάποια σοβαρά προβλήματα». Δεν της είπε .περισσότερα, αφού η Κέιτ δεν έδειχνε τόσο πρόθυμη να τα αποκαλύπτει όλα στη γιαγιά της. Πάντως ο Ντομινίκ διαπίστωνε ότι η Νάνα δεν ταραζόταν με τίποτα. «Τώρα σε εκτιμώ περισσότερο. Είχα αρχίσει να ανησυχώ για το τι συμβαίνει. Η Κέιτ απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις μου». «Την προβληματίζει το τι θα σκεφτείς. Της έλεγα να σου τηλεφωνήσει και να σου μιλήσει ανοιχτά για όλα». «Κανονικά εσύ θα έπρεπε να μου είχες τηλεφωνήσει. Ανησυχούσα». «Δεν μπορούσα να σε αναστατώσω. Η Κέιτ μου το είχε απαγορεύσει». «Τελικά είσαι πολύ τρυφερός κάτω από το προσωπείο του' δυνατού άντρα». «Μόνο για την Κέιτ... και για μερικούς άλλους». Σκέφτηκε τη Μέλανι, την οικογένειά της και τη Νάνα. Θαύμαζε την ιδιόμορφη γοητεία της, τη χωρίς προϋποθέσεις αγάπη της για την Κέιτ και το κοφτερό σαν ξυράφι μυαλό της. Ήταν μια γυναίκα που αντιλαμβανόταν τι είναι σημαντικό στη ζωή. «Εφόσον είσαι τρυφερός και καλός με την Κέιτ μου, είμαι χαρούμενη». «Διακρίνω μια έμμεση απειλή σε αυτή τη φράση;» είπε ο Ντομινίκ χαμογελώντας συγκρατημένα. «Δεν είναι έμμεση αλλά ευθεία η απειλή μου, αγαπητέ μου!» είπε με ύφος πρώην διευθύντριας σχολείου που έδειχνε αποφασιστικότητα. «Μαθαίνω τη ζωή που κάνουν οι πλούσιοι. Όμως αυτή - 176 -


η ζωή δε βοηθάει να διαρκέσει ένας γάμος. Εύχομαι να τηρήσεις τους όρκους που θα δώσεις στο γάμο σου αλλιώς θα έχεις να κάνεις μαζί μου. Λοιπόν, πες μου πότε ορίσατε το γάμο». Αφού άκουσε τον εξάψαλμο για μία από τις ελάχιστες φορές στη ζωή του, και από κάποιο άτομο με το οποίο δεν ήθελε να συγκρουστεί, ο Ντομινίκ μίλησε πολύ ευγενικά: «Μόλις έρθεις στο Λονδίνο. Βέβαια θα προτιμούσα να ερχόσουν μόνο για το γάμο μας». Πήρε βαθιά ανάσα, αλλά δεν ήταν προετοιμασμένος για τον έντονο πόνο που του προκαλούσε η απώλεια του μωρού τους. «Αυτή την ώρα η Κέιτ σε χρειάζεται. Είναι πολύ στενοχωρημένη και κλαίει. Κι εγώ το ίδιο». «Σε τέτοιες στιγμές δεν αρκεί μόνο η συμπαράσταση. Μακάρι να μπορούσα να κάνω περισσότερα», είπε χαμηλόφωνα η Νάνα. «Πόσων μηνών ήταν η Κέιτ;». «Τριών». Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της. «Είναι συνηθισμένο αυτό το φαινόμενο. Αν κάτι πάει στραβά σε μια εγκυμοσύνη, συμβαίνει σε αυτόν το μήνα». «Λίγο πολύ αυτά είπε και η γιατρός. Μπορείς να το πεις εσύ στην Κέιτ; Είναι αναστατωμένη και νομίζει ότι εκείνη φταίει γι’ αυτό που έγινε. Περιμέναμε κι οι δυο με πολλή αγωνία το μωρό μας». Σταμάτησε για λίγο. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή τού ακούστηκε αλλαγμένη. «Δεν είναι εύκολο να το αποδεχτείς». «Το ξέρω. Γνωρίζω επίσης ότι με τον καιρό θα το ξεπεράσεις», είπε η Νάνα με κατανόηση αφού κι εκείνη είχε ζήσει απώλειες. «Το ίδιο και η Κέιτ. Είναι δυνατός χαρακτήρας». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε συγκρατημένα. «Αυτό είναι σίγουρο». «Υπονοούμενο ήταν αυτό; Σε ταλαιπωρεί μήπως;». «Συνέχεια». «Καλά σου κάνει. Τουλάχιστον αυτή ταράζει λίγο τα νερά και δεν ακολουθεί όλους εκείνους που σου λένε συνέχεια ναι. Τώρα πρέπει να κλείσουμε για να τηλεφωνήσω στον Μόντι», είπε βιαστικά. «Ως εθελοντής πυροσβέστης είναι συνηθισμένος να δέχεται τηλεφωνήματα όλο το εικοσιτετράωρο. Μετά θα κλείσω θέση στην επόμενη διαθέσιμη πτήση και Θάσου τηλεφωνήσω πάλι». - 177 -


Ο τόνος της φωνής της έσβησε σιγά-σιγά προς το τέλος της συνομιλίας. «Περίμενε!» είπε φωναχτά ο Ντομινίκ. «Μην κλείσεις. Με ακούς;» «Σε ακούω. Όμως; όσο πιο γρήγορα τηλεφωνήσω στον Μόντι τόσο γρηγορότερα Θα ξεκινήσω». «Δε χρειάζεται να καλέσεις τον ξάδερφό σου. Στο Πάινς Μοτέλ υπάρχει αυτοκίνητο και οδηγός μου που περιμένει. Ο Τόμας θα έρθει να σε παραλάβει και να σε πάει στο αεροδρόμιο. Κι εκεί υπάρχει έτοιμο αεροπλάνο». «Με τρομάζεις! Είσαι πανούργος κι εσύ σαν κι εμένα». Αυτό είναι καλό ή κακό; Ήθελε να τη ρωτήσει τι εννοούσε, αλλά προτίμησε να πει: «Μου δίνεις την εντύπωση ότι έχεις να μου δώσεις κάποιες συμβουλές». «Και βέβαια έχω να σου δώσω. Άλλωστε εγώ έχω προϋπηρεσία σαράντα χρόνων σε αυτά. Και πίστεψέ με, επειδή ήμουν αναγκασμένη να πείσω για κάτι ένα διαβολάκι δώδεκα χρόνων, μια φαντασμένη κοπελίτσα του δημοτικού κι ένα σωρό άλλα παιδιά με τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες και να καταφέρω να αλλάξουν τη λανθασμένη πορεία τους, χρειάστηκε να λέω αθώα ψέματα ή και να εκτοξεύω μια δυο απειλές. Όμως η Κέιτ δεν είναι τέτοιος χαρακτήρας σε περίπτωση που δεν το ξέρεις». «Το ξέρω. Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά που μου είπες, πάντως». «Η Κέιτ είναι σαν τον παππού της. Τα λέει έξω από τα δόντια. Κυριολεκτικά. Θα τον συμπαθούσες κι εσύ τον Ρόι. Όλοι τον συμπαθούσαν». Ανάσανε βαθιά και ο τόνος της φωνής της έγινε πάλι αυστηρός. «Στην ουσία πάλι. Θα πω στον Μόντι να έρθει να πάρει το σκύλο μου, τον Λεόν. Εσύ ειδοποίησε τον οδηγό σου ότι σε ένα τέταρτο από τώρα θα είμαι έτοιμη». Ο Ντομινίκ άκουσε το κλείσιμο της τηλεφωνικής γραμμής και χαμογέλασε. Η Νάνα θα έκανε καλή παρέα στην Κέιτ. Και σε εκείνον. Θα βοηθούσε να φτιάξει η μελαγχολική διάθεσή τους. Η Νάνα μπορούσε να τους στηρίξει με τον καλύτερο τρόπο. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο κι ενώ κρατούσε ακόμη το κινητό του στο χέρι, έκλεισε τα μάτια και ξαφνικά μεγάλη εξάντληση. - 178 -


«Είσαι καλά;» Ο Ντομινίκ αναγνώρισε τη φωνή και άνοιξε τα μάτια. «Έκλεισα τα μάτια μήπως ηρεμήσω λίγο. Χάσαμε το μωρό». Άφησε τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια του. «Ατυχία!» «Λυπάμαι», είπε ο Μαξ. «Όση ώρα βρισκόσουν στο χειρουργείο, μίλησα με τις νοσοκόμες. Όμως είδα και τα αίματα στο κρεβάτι και κατάλαβα ότι υπήρχε πρόβλημα». Ο Μαξ του έδειξε μια μικρή τσάντα που κρατούσε. «Σου έφερα μερικά ρούχα. Ο θυρωρός της νυχτερινής βάρδιας πήγε στο δωμάτιό σου και εκείνος με ενημέρωσε. Η Κέιτ, φαντάζομαι, θα τρομοκρατήθηκε». «Προσπαθούσε να είναι ψύχραιμη, αλλά δεν τα κατάφερε. Κι οι δυο μας ήμαστε τρομαγμένοι: Έχασε πολύ αίμα και η αιμορραγία δεν έλεγε να σταματήσει». Ο Ντομινίκ ανάσανε βαθιά. Ακόμη δεν μπορούσε να ξεχάσει τις σκηνές που έζησε πριν από λίγη ώρα. «Κι οι γιατροί δυσκολεύτηκαν να σταματήσουν την αιμορραγία. Εγώ έτρεμα». Έβγαλε την ανάσα από μέσα του και έσκυψε να δει μέσα από το άνοιγμα της πόρτας για να σιγουρευτεί ότι όλα πήγαιναν καλά. «Η Κέιτ θα γίνει σύννομα καλά, αλλά ακόμη δεν έχει ξυπνήσει. Η γιατρός είπε ότι πρέπει να περάσει μία ώρα τουλάχιστον». Κούνησε κυκλικά τους ώμους του για να ξεμουδιάσει, ξεστόμισε σιγανά μια βρισιά και συνέχισε χαμηλόφωνα: «Έζησα στιγμές πιο εφιαλτικές από αυτές στην Αγκόλα. Τόσο άσχημη ήταν η κατάσταση. Τέλος πάντων. Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Μπορείς να αναλάβεις τις λεπτομέρειες για την πτήση της Νάνα και να φροντίσεις να την παραλάβει κάποιος από το αεροδρόμιο; Η Νάνα θα ξεκινήσει σε μιάμιση περίπου ώρα από τώρα». «Θα πάω να την παραλάβω εγώ». «Ευχαριστώ. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα». Ο Ντομινίκ έτριψε τα μάτια του. «Συγνώμη», είπε. «Πώς αντιμετωπίζει ο κόσμος παρόμοιες καταστάσεις;» «Με υπομονή. Χρειάζεται χρόνος, υποθέτω». Δυο άντρες που συνήθως δεν έκαναν τέτοιου είδους ψυχαναλυτικές συζητήσεις, τώρα προσπαθούσαν να βρουν μαζί μια διέξοδο, χάρη της φιλίας και λόγω της θλίψης που τους είχε τσακίσει. - 179 -


«Ποτέ άλλοτε δεν ήθελα παιδιά», είπε ο Ντομινίκ κοιτάζοντας στο κενό. Ύστερα η ματιά του γύρισε προς τον Μαξ. Ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό σίγουρα το ήξερες. Όμως με την Κέιτ...» Κόμπιασε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει από τη συγκίνηση. Όταν μίλησε πάλι, η φωνή του ακουγόταν με πολλή δυσκολία. «Είχα ξετρελαθεί με την ιδέα ότι η Kέιτ θα έφερνε στον κόσμο το παιδί μας». «Αυτό κάνει τα πράγματα χειρότερα, πιο επώδυνα». «Και λίγα λες». Κίνησε πάλι κυκλικά τους ώμους του. «Λοιπόν», είπε χτενίζοντας πρόχειρα με το χέρι του τα μαλλιά του. «Περίμενε να αλλάξω ρούχα και μετά φεύγεις. Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα και να περιμένω ώσπου να ξυπνήσει η Κέιτ». Ο Ντομινίκ πήρε την τσάντα που του έφερε ο Μαξ. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. Ειλικρινά». Μετά από λίγα λεπτά ο Ντομινίκ βγήκε από τις τουαλέτες φορώντας καθαρά ρούχα. Ποιος σκέφτηκε τα παπούτσια;» ρώτησε τον Μαξ, που τραβήχτηκε από τον τοίχο όπου ακουμπούσε. «Φυσικά ο Μάρτιν. Εκείνος έδωσε οδηγίες στο θυρωρό επιστρέφοντας στο σπίτι. Εγώ είχα φύγει πριν γυρίσει. Ο Μάρτιν όμως είναι ο άνθρωπος που σε φροντίζει», είπες ο Μαξ χαμογελώντας συγκρατημένα. «Κι εδώ που τα λέμε τα κατάφερε τέλεια. Έγινες άλλος άνθρωπος Βέβαια, κάτω από αυτές τις συνθήκες κανείς δεν μπορεί να περιμένει κάτι καλύτερο». Ο Ντομινίκ φορούσε γκρι παντελόνι, μπεζ πουκάμισο με το γιακά ανοιχτό και τα μανίκια διπλωμένα. Μαύρη ζώνη, μαύρα παπούτσια και τα μαλλιά του βρεγμένα και χτενισμένα προς τα πίσω. «Είναι προτιμότερο να είμαι ντυμένος έτσι πρόχειρα και να βρίσκομαι δίπλα στην Κέιτ, παρά άψογα ντυμένος και χωρίς εκείνη. Πολύ καλύτερα έτσι». Ο Ντομινίκ έβγαλε το κινητό από την τσέπη τ��υ. «Θα τηλεφωνήσω στην κυρία Άστινγκς να την ενημερώσω για το γάμο». «Μα είσαι λογικός άνθρωπος εσύ; Θα ξυπνήσεις το... θηρίο στις πέντε τα ξημερώματα και θα ζητήσεις να ετοιμάσει τις λεπτομέρειες του γάμου σου που θα γίνει σε οχτώ ώρες; Τι να πω; Έχεις κότσια!» - 180 -


«Έχω. Το χτεσινοβραδινό περιστατικό με έπεισε ότι πρέπει να γίνουμε με την Κέιτ νόμιμο ζευγάρι. Έτσι, όσο γρηγορότερα παντρευτούμε τόσο καλύτερα την εξασφαλίζω». Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σβήσει από τη μνήμη του τις σκηνές που έζησε χτες το βράδυ. «Ένας εφιάλτης!» ψέλλισε για να ακούσει μόνο ο ίδιος. Μετά χαμογέλασε συγκρατημένα. «Τι σου έλεγα; Α, ναι! Να με ενημερώνεις με μηνύματα για την πτήση της Νάνα για να ξέρω πότε θα φτάσει στο Λονδίνο. Προς το παρόν 6ε θα ήθελα κάτι άλλο». Έτριψε τη μύτη του. «Κι η ζωή συνεχίζεται. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;» Ο Μαξ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Υπομονή. Μόνο αυτό». «Μερικές φορές αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να συνεχίσεις μετά από μια κακοτυχία, Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν!» Ο Ντομινίκ έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά σήκωσε το χέρι κρατώντας το κινητό του. «Λέω να κάνω τα τηλεφωνήματα που πρέπει. Εσύ φρόντισε να με ενημερώνεις. Θα τα πούμε αργότερα. Α, και δε χρειάζεται να στολιστείς ιδιαίτερα για το γάμο». Του έδειξε το ντύσιμό του. «Εγώ έτσι θα παντρευτώ». «Θα θέλει να έρθει κι ο Λίο. Κι ο Ντάνι», Ο Μαξ αναστέναξε. «Κι o Μάρτιν», πρόσθεσε. «Κι ο Κουίν», συμπλήρωσε ο Ντομινίκ. «Ποιους θα καλέσεις» αποφάσισε το εσύ. Εγώ μόνο τη Νάνα θα καλέσω». «Την Έλεν όχι;» «Φυσικά, ναι. Θα καλέσουμε όποιον νομίζεις ότι πρέπει να έρθει». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Δε δίνει ιδιαίτερη σημασία στο ποιος θα είναι καλεσμένος. Πάντως νομίζω ότι είμαι τυχερός». «Η Κέιτ θα μπορεί;» Ο Ντομινίκ κάτι πήγε να πει, αλλά μετά άλλαξε γνώμη. «Αν δε νιώθει εντελώς καλά, θα το κανονίσουμε για αύριο. Θα πω στην κυρία Άστινγκς ότι μπορεί να αλλάξει η μέρα ξαφνικά». «Πολύ θα ήθελα να τη βλέπω όταν θα της το λες αυτό. Θα ήθελα να βλέπω τις φωτιές που θα βγαίνουν από τα αυτιά της!». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε συγκρατημένα. «Φωτιές δε θα βγάζει, Μαξ. Απλώς θα αυξήσει το ύψος της αμοιβής της. Πολύ λογική γυναίκα. Μου αρέσει να συνεργάζομαι με τέτοια άτομα». Άρχισε να ψάχνει τον τηλεφωνικό κατάλογο στο κινητό του. - 181 -


«Από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει η Κέιτ. Θέλω να έχω τελειώσει με αυτά τα τηλεφωνήματα». Πάτησε ένα πλήκτρο και έφερε το κινητό στο αυτί του.

- 182 -


κεφάλαιο 15 Ο Ντομινίκ είμαι. Θα ήθελα κάποια πράγματα». «Ευχαρίστως», είπε ο Μάρτιν. «Και με την ευκαιρία, κύριε, το προσωπικό κι εγώ εκφράζουμε τη θλίψη μας γι’ αυτό που συνέβη». «Ευχαριστώ. Θλιβερό γεγονός. Όμως με παρηγορεί το γεγονός ότι η Κέιτ συνέρχεται». Πήρε μια βαθιά ανάσα, την έβγαλε αμέσως και συνέχισε το τηλεφώνημα με σοβαρό ύφος. «Θέλω να κάνετε κάποιες δουλειές». Έβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του και η φωνή του σταθεροποιήθηκε. «Πρώτα απ’ όλα θέλω να καθαρίσετε το υπνοδωμάτιο». «Το έχουμε ήδη κάνει, κύριε». «Ωραία. Να πάει κάποιος στο διαμέρισμα της Κέιτ και να μαζέψει όλα τα μωρουδίστικα πράγματα. Επίσης να μαζέψετε και όσα μπλουζάκια γράφουν πάνω τους διάφορα πράγματα που δε θα βοηθούσαν να τα έβλεπε η Κέιτ. Να τα κρύψετε μαζί με τα μωρουδιακά. Να με ενημερώσετε για το πού τα βάλατε μη τυχόν και θελήσει να τα δει η Κέιτ, δε νομίζω να ζητήσει κάτι τέτοιο, αλλά αν το κάνει, πρέπει να ξέρω πού βρίσκονται. Προσωπικά θα ήθελα να τα δώσουμε κάπου όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω τι θα ήθελε η Κέιτ». «Μείνετε ήσυχος, κύριε». «Κάτι άλλο τώρα. Θα επικοινωνήσει μαζί σας η κυρία Άστινγκς. Θα της τηλεφωνήσω σε λίγο για να την ενημερώσω για το γάμο. Κι αν το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας της Κέιτ, θα ήθελα να παντρευτούμε σήμερα το απόγευμα. Ο Μαξ ανέλαβε να φτιάξει τον κατάλογο των καλεσμένων. Συνεννοήσου μαζί του για τις όποιες προσθήκες. Μαζί θα μιλήσουμε μόλις επικοινωνήσω με την Κέιτ. Ακόμη δεν ξύπνησε από τη νάρκωση. Θέλεις να με - 183 -


ρωτήσεις κάτι;» «Όχι. Θα φροντίσω για όλα όσα μου είπατε, κύριε». «Περίφημα. Θέλω να φροντίσεις για τη σαμπάνια. Η αίθουσα υποδοχής του νοσοκομείου δε χωράει πολύ κόσμο. Θα πιούμε με την Κέιτ ένα ποτό για το καλό, αλλά όλοι εσείς οι υπόλοιποι πρέπει να γιορτάσετε το γεγονός με τον κατάλληλο τρόπο». «Σύμφωνοι. Η συγκεκριμένη σαμπάνια είναι μοναδική». «Μια φορά παντρεύεται κάποιος, Μάρτιν». Ο οικονόμος του Ντομινίκ τα έχασε προς στιγμήν. Ο εργοδότης του έκανε ότι δε θυμόταν τον προηγούμενο γάμο του. Από την άλλη πλευρά όμως, όταν τους είδε ο Μάρτιν μαζί με την Τζούλια, κατάλαβε ότι αυτό που ένιωθε ο Ντομινίκ για εκείνη ήταν στοργή και φιλία και όχι πάθος. «Συμφωνώ απολύτως, κύριε.. Μια ειδική περίσταση όπως ο γάμος, απαιτεί μια ξεχωριστή σαμπάνια». Κι ο Μάρτιν ήξερε τι θεωρούσε ο Ντομινίκ ξεχωριστή σαμπάνια. Ο Ντομινίκ είχε πληρώσει τεσσεράμισι εκατομμύρια δολάρια στη δημοπρασία για να πάρει τις σαράντα έξι φιάλες της σαμπάνιας Βεβ Κλικό που βρέθηκαν στο κουφάρι ενός ναυαγισμένου πλοίου στη Βαλτική Θάλασσα. «Κρίμα όμως που ήρθαν έτσι τα πράγματα», συνέχισε ο Ντομινίκ. Κατάπιε με δυσκολία και μετά είπε: «Θα τα ξαναπούμε, Μάρτιν». Έβαλε βιαστικά το κινητό στην τσέπη του, και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Περίμενε να συνέλθει πριν συνεχίσει. Δεν ήταν τόσο εύκολο, όμως. Δοκίμασε να ηρεμήσει παίρνοντας ρυθμικές ανάσες. Όταν μετά από λίγο ένιωσε καλύτερα, πλησίασε την πόρτα του θαλάμου της Κέιτ, την άνοιξε λίγο περισσότερο και είπε σιγανά σαν να τον άκουγε: «Επιστρέφω σε πέντε λεπτά. Εντάξει;» Η νοσοκόμα στο πλευρό της Κέιτ χαμογέλασε. «Κοιμάται ήρεμα». «Δε θα αργήσω να επιστρέφω». Βγήκε στο διάδρομο κλείνοντας πίσω του την πόρτα σιγανά. Μπήκε στο ασανσέρ, κατέβηκε στο ισόγειο και βγήκε έξω. Διέσχισε το πεζοδρόμιο και πήγε μέχρι την άκρη του κτιρίου. Ύστερα - 184 -


έστριψε στη γωνία κι άρχισε να χτυπάει με τις γροθιές του τον τοίχο μέχρι να πονέσει. Νόμιζε ότι με αυτό τον τρόπο θα έδιωχνε τη θλίψη που τον είχε κυριεύσει. Ο Ντομινίκ άκουσε ένα επιφώνημα έκπληξης και γύρισε. «Άσε με ήσυχο», είπε θυμωμένος. «Μην ασχολείσαι μαζί μου». Ο έκπληκτος νεαρός, που όπως έδειχνε η ταμπελίτσα στο πέτο του ήταν υπάλληλος του νοσοκομείου, επιτάχυνε το βηματισμό του για να φύγει. Ο Ντομινίκ στήριξε το μέτωπό του στον τοίχο, άφησε τα ματωμένα χέρια του να κρέμονται στα πλάγια του σώματός του και περίμενε να καταλαγιάσει ο θυμός του. Ήθελε να φωνάξει δυνατά στον κόσμο, να τον κάνει να σταματήσει να κινείται και να ξεσπάσει σε κάποιον, οποιονδήποτε. Όμως ήξερε ότι η Κέιτ ήθελε κατανόηση, συμπόνια και πάνω απ’ όλα αγάπη τώρα. Και φυσικά όχι τον άγριο θυμό του. Αυτή η τελευταία σκέψη αντήχησε μέσα στα αυτιά του, και μάλιστα ήταν τόσο επίμονη, που τελικά ο θυμός του υποχώρησε. Μετά, όπως και κάθε άλλη φορά, τα πάντα ηρέμησαν και γαλήνεψαν. Κάθε ανάσα του ήταν αργή. Και σιγάσιγά μέσα από τη θολούρα του θυμού άρχισε να προβάλλει δειλάδειλά ο υπόλοιπος κόσμος. Η κρίση πέρασε. Απομακρύνθηκε από τον τοίχο, κοίταξε τα ματωμένα χέρια του, τίναξε το αίμα και έκανε ένα μορφασμό. Ευτυχώς που βρισκόταν σε νοσοκομείο και η θέα του αίματος δε σόκαρε κανένα όταν έμπαινε στην είσοδο. Εκείνος πήγε στις τουαλέτες, έπλυνε τα χέρια του με νερό κρύο, τα σκούπισε με χαρτί και κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη. Στο πουκάμισό του υπήρχαν κηλίδες αίματος. Έβγαλε το πουκάμισό τού και προσπάθησε να ξεπλύνει το αίμα. Είχε μάθει τον τρόπο από την Πάτι, την οικονόμο του σπιτιού του στο Σαν Φρανσίσκο. Έστυψε το πουκάμισο, το ξαναφόρεσε και κοιτάχτηκε πάλι στον καθρέφτη. Σοβαρέψου κάποτε! είπε μονολογώντας στον εαυτό του. Αυτή τη φορά τον δικαιολογούσε. Ποιος θα έπαιρνε αψήφιστα την απώλεια του παιδιού του; Δεν είχε διάθεσή να τηλεφωνήσει πάλι στον Μάρτιν. Αργότερα θα του έφερναν καθαρό πουκάμισο. Ξεκίνησε για να πάει στο θάλαμο της Κέιτ, άνοιξε αργά και αθόρυβα την πόρτα της κι έβαλε μέσα το κεφάλι του για να δει. Είδε την Κέιτ και μιλώντας - 185 -


σιγανά είπε: «Κοιμάται ακόμη;» Η νοσοκόμα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, «Θα είμαι στο διάδρομο για να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Ελάτε να με ειδοποιήσετε μόλις ξυπνήσει η Κέιτ. Διαφορετικά, μόλις τελειώσω, θα έρθω εγώ». Ένευσε πάλι καταφατικά. Βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα, έκανε μερικά βήματα πιο πέρα και τηλεφώνησε στην αδερφή του. «Τι ευχάριστη έκπληξη!» είπε η Μελάνι. «Μακάρι να ήταν και για μένα», είπε εκείνος και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Η Κέιτ έχασε το παιδί». «Μη μου πεις!» ψέλλισε εκείνη. «Λυπάμαι πολύ, αδερφέ μου. Φαντάζομαι πόσο άσχημα θα νιώθεις κι εσύ κι η Κέιτ. Εκείνη πώς είναι;» «Καλά. Πριν από μερικές ώρες όμως δεν ήταν. Παρουσίασε ακατάσχετη αιμορραγία και οι γιατροί είδαν κι έπαθαν να τη συνεφέρουν. Στο χειρουργείο ήμουν κι εγώ και είχα τρελαθεί». Δεν επεκτάθηκε περισσότερο γιατί δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει με τις λεπτομέρειες της περιπέτειας της Κέιτ. «Όμως συνήλθε γρήγορα. Τώρα κοιμάται. Απλώς σου τηλεφώνησα για να σε ενημερώσω γι’ αυτή την άσχημη εξέλιξη». «Εσύ πώς είσαι;» «Έχω γίνει κομμάτια. Οι γροθιές μου είναι γδαρμένες και γεμάτες αίματα. Αυτή είναι η κατάστασή μου». «Μη μου πεις ότι χτύπησες κανέναν!» είπε η Μέλανι υψώνοντας τη φωνή της. «Δε χτύπησα κανέναν. Μην ανησυχείς». Σκούπισε το μέτωπό του με την παλάμη του και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και να φανταστείς η ζωή μας κυλούσε μια χαρά. Έπρεπε να περιμένω ότι κάτι κακό θα μας συνέβαινε. Όμως μπορείς να μου πεις, γιατί έπρεπε να χάσουμε το μωρό μας;» είπε και η φωνή του ράγισε. «Αδερφέ μου, πολύ θα ήθελα να είμαι εκεί δίπλα σου τώρα. Να έρθω στο Λονδίνο; Εσύ πες μου τι θέλεις να κάνω». «Αυτό που θέλω δε θα γίνει». Έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Αισθάνομαι απαίσια. Το φαντάζεσαι;» Η Μελάνι δεν τον άφησε να συνεχίσει. «Ντομινίκ, θέλεις να - 186 -


έρθει κάποιος να είναι μαζί σου αυτές τις δύσκολες ώρες;» «Σκέφτηκα, ή μάλλον σκεφτόμουν, μήπως ερχόταν η Νικόλ να μας κρατάει το μωρό. Όπως έκανα εγώ για σένα. Υπέθετα ότι θα ήταν πολύ όμορφο. Οικογενειακή αλληλοϋποστήριξη κι άλλα τέτοια συναφή». Έβγαλε τον αέρα που είχε στα πνευμόνια του. «Ονειρεύομαι ακόμα». «Αδερφέ μου, μπορείτε να κάνετε κι άλλα παιδιά. Μπορεί να ακούγεται παράξενο τώρα, αλλά έτσι είναι», είπε με φωνή βελούδινη. «Θα δούμε». Δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να ξαναπάρει αυτό το ρίσκο. «Αυτή την ώρα είμαι τόσο πολύ πληγωμένος που δεν μπορώ ούτε να το σκεφτώ. Παιδί χάσαμε. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ το θέλαμε κι οι δυο. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό τον κόσμο». Η φωνή του λύγισε από τη συγκίνηση. «Να πάρει! Ξέρεις, σύντομα θα έρθουμε στην πατρίδα». Αναστέναξε πάλι. «Θα έρθουμε στη Μινεσότα ή θα πάμε στο Σαν Φρανσίσκο. Από την Κέιτ θα εξαρτηθεί. Θα σε ενημερώσω σχετικά». Η φωνή του ακούστηκε πάλι κανονικά. Η Μέλανι υπέθεσε ότι ο αδερφός της συνήλθε, όπως πάντα, σχετικά γρήγορα. «Χαίρομαι που θα γυρίσεις. Όπου κι αν εγκατασταθείτε, θα έρθουμε να σας δούμε». «Ευχαριστώ. Θα είναι πολύ καλό. Όμως δε θα ήθελα να το μάθει η μητέρα». Τη λέξη «μητέρα» την πρόφερε με τρόπο που έδειχνε την απέχθειά του. Μόνο κάποιος που ήξερε το ιστορικό της σχέσης μάνας και γιου θα καταλάβαινε αυτή τη διαφορά. «Δεν επρόκειτο να της το πω. Ποτέ. Και το ξέρεις αυτό, Ντομινίκ». «Καλά θα κάνεις να προετοιμάσεις τα παιδιά, τουλάχιστον τα μεγαλύτερα. Η Έλι είναι πολύ μικρή για να καταλάβει κάτι. Δε θέλω να αναμειχθεί η μητέρα σε αυτή την υπόθεση». «Θα ήταν ό,τι χειρότερο για σένα σε αυτή τη φάση. Κανείς δε θα πει τίποτα». «Ωραία. Ευχαριστώ». Σταμάτησε προς στιγμήν και όταν ξαναμίλησε, η φωνή του ήταν περίεργη. Μιλούσε με δυσκολία. «Μέλανι, πάντα μπορούσα να αντιμετωπίζω όλα μου τα προβλήματα. Το ξέρεις. Και πάντα φρόντιζα - 187 -


να βελτιώνω την κατάσταση. Όμως αυτή τη φορά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα». Πήρε μια βιαστική ανάσα. «Ήμουν τελείως ανήμπορος. Ένιωσα πολύ απαίσια, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γι’ αυτό...» —ο τόνος της φωνής του έγινε πιο κοφτός και αυστηρός «...σήμερα το απόγευμα θα παντρευτώ την Κέιτ, αν νιώθει αρκετά δυνατή. Η ζωή παίζει πολλά ύπουλα παιχνίδια. Δε θέλω να περιμένω. Όταν επιστρέφουμε στην πατρίδα, να φροντίσεις να μας κάνεις μια γιορτή. Ελπίζω να μη σε ενοχλεί που το ζητάω με αυτό τον τρόπο. Στην ουσία δε με νοιάζει!» είπε προσπαθώντας να δώσει κάποια χροιά αστείου στα λόγια του. «Κι εγώ το ίδιο θα έκανα στη θέση σου», είπε η Μέλανι. «Κι αν θέλεις τη γνώμη μου, έπρεπε να είχατε ήδη παντρευτεί». «Δε γινόταν. Ξέρεις τον λόγο. Ή σε ένα βαθμό τουλάχιστον». «Δηλαδή ξεπεράστηκαν όλα τα προβλήματα;». «Ακριβώς». «Καταλαβαίνω ότι αυτό έδιωξε μερικές από τις έγνοιες σου». «Φυσικά. Δε χρειάζεται να περιμένουμε άλλο. Κυριολεκτικά μετράω τις ώρες μέχρι το γάμο μου με τόση αγωνία όσο τα μικρά παιδιά τον ερχομό των Χριστουγέννων». «Αυτό που συμβαίνει είναι πολύ καλύτερο». «Σαφέστατα. Ο γάμος είναι ένα ευτυχές γεγονός που θα έρθει να σβήσει πολλές άσχημες σκέψεις». «Η Κέιτ είναι νέα. Κι οι δυο είστε νέοι. Έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας». «Το ξέρω, Μέλανι, κι ευχαριστώ που μου το θυμίζεις. Μόνο που θα χρειαστεί να περάσει λίγος χρόνος μέχρι να το ξεπεράσουμε». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είχα πάει και ψώνιζα μωρουδιακά. Σου το είχα πει; Ήταν όλα τόσο μικρούλια. Πολύ γλυκά, πολύ χαριτωμένα. Τέλος πάντων. Ξέρεις, πρέπει να επικοινωνήσω με την κυρία που θα φροντίσει τις λεπτομέρειες του γάμου και δε μ' ενδιαφέρει αν αυτή την ώρα κοιμάται. Πρέπει να τη ρωτήσω αν μπορεί να φροντίσει σε τόσο σύντομο χρόνο να γίνει ο γάμος». «Είμαι σίγουρη ότι μπορεί. Το χρήμα κάνει τα πάντα δυνατά». «Είναι αλήθεια. Θα σου τηλεφωνήσω πάλι για να με συγχαρείς για την αλλαγή της οικογενειακής μου κατάστασης». - 188 -


«Θα προτιμούσα να μιλήσω με την Κέιτ. Μ’ εσένα μπορώ να μιλήσω όποτε θέλω», είπε αυστηρά. Γέλασε. «Θα δω τι μπορώ να κάνω για σένα». Έκλεισε το τηλέφωνο και συνέχισε να χαμογελάει. Μετά θυμήθηκε άτι η αδερφή του κατάφερνε σχεδόν πάντα να τον κάνει να βλέπει τον κόσμο με περισσότερη αισιοδοξία. Η Μέλανι ήξερε να συμπονάει. Το είχε έμφυτο ή το είχε μάθει με τα χρόνια. Βέβαια μετά από λίγο η μελαγχολία επέστρεψε κι ένιωσε πληγωμένος όπως και πριν. Προσπάθησε να παρηγορήσει τον εαυτό του λέγοντας ότι είχε ακόμη την Κέιτ. Ήταν τυχερός που δεν την έχασε κι εκείνη. Και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι έπρεπε να νιώθει τυχερός που την είχε ακόμη.

- 189 -


κεφάλαιο 16 Η φωνή της κυρίας Αστινγκς ακούστηκε νυσταγμένη, αλλά το καλό ήταν ότι είχε απαντήσει και έτσι τον Ντομινίκ δεν τον ενδιέφερε καθόλου αυτή η λεπτομέρεια. «Κάτω από άλλες συνθήκες θα ζητούσα συγνώμη γι’ αυτό το πολύ πρωινό τηλεφώνημα, αλλά έχω άσχημη διάθεση και αν με εξυπηρετούσατε χωρίς πολλές ερωτήσεις, θα το εκτιμούσα. Αυτό σημαίνει ότι θα σας πληρώσω που χάλασα τον ύπνο σας και για τη δυσάρεστη διάθεσή μου, σε περίπτωση που δεν έγινα σαφής. Ακούστε τώρα τι θέλω από εσάς. Θα πρέπει να κρατήσετε σημειώσεις. Θα περιμένω». Από τον τόνο της φωνής της φάνηκε ότι η κυρία Αστινγκς είχε ξυπνήσει εντελώς όταν γύρισε ξανά στο τηλέφωνο. «Βρίσκομαι στο γραφείο μου», είπε. «Τι θέλετε;» Λίγο έλειψε να τη φιλήσει από το τηλέφωνο. «Αυτή τη στιγμή που μιλάμε η δεσποινίς Χαρτ βρίσκεται στο νοσοκομείο Σεντ Μαίρη. Ακόμη δεν έχει αναρρώσει πλήρως, αλλά θα ήθελα να την παντρευτώ σήμερα. Επικοινωνήστε με όποιους πρέπει για να φροντίσετε να γίνει η τελετή στο δωμάτιό της. Πληρώστε τους όσα ζητήσουν και υποσχεθείτε τους ό,τι θέλουν. Θέλω να γίνει ο γάμος σήμερα το απόγευμα. Αν πρέπει να μιλήσω κι εγώ με κάποιον, πείτε μου το όνομά του, το τηλέφωνό του και θα του τηλεφωνήσω. Στην ανάγκη χρησιμοποιήστε και το όνομα του πρωθυπουργού. Άλλωστε μου χρωστάει κάποια χάρη. Πιο συγκεκριμένα, δύο», έσπευσε να τονίσει με στόμφο. «Αν χρειαστεί, θα του τηλεφωνήσω κι εγώ ο ίδιος. Δε θέλω καμία αντίρρηση σε αυτό το θέμα. Έγινα σαφής;» Κατάπιε με δυσκολία, αλλά μετά θυμήθηκε ότι της πρόσφερε όσα χρήματα ήθελε και τελικά μίλησε με ψυχρό επαγγελματισμό: «Βεβαίως. Ήσαστε απόλυτα σαφής. Τι - 190 -


είδους δεξίωση σκέφτεστε να κάνετε; Οι θάλαμοι του νοσοκομείου δεν είναι ευρύχωροι». «Θα φροντίσω ώστε η Κέιτ να μπει στον μεγαλύτερο. Θα το φροντίσω μόλις κλείσουμε το τηλεφώνημά μας». «Λουλούδια θέλετε;» «Φυσικά. Θέλω ανοιχτόχρωμα κίτρινα τριαντάφυλλα». Της κόπηκε η ανάσα όταν θυμήθηκε ότι της είχε ζητήσει λευκά τριαντάφυλλα για την εκκλησία και τη δεξίωση. Συγκεκριμένα της είχε ζητήσει πάρα πολλά τριαντάφυλλα. Κι εκείνη είχε παραγγείλει τρεις χιλιάδες. Δεν κατάφερε να καθαρίσει το λαιμό της εύκολα. «Πόσα κίτρινα τριαντάφυλλα προτιμάτε;» «Δεν ξέρω τι να πω. Θέλω μόνο να χαμογελάσει η Κέιτ μόλις τα δει. Ο θάλαμός της θέλω να είναι ευχάριστος. Να παραγγείλετε ό,τι κρίνετε απαραίτητο». «Πολύ καλά». Δε σκόπευε να του αναφέρει τι σκέφτηκε. Ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσει τα τρεις χιλιάδες λευκά τριαντάφυλλα που είχε παραγγείλει. Όμως φαίνεται πως ο δισταγμός της δεν έγινε αντιληπτός, γιατί ο Ντομινίκ είπε: «Αλήθεια, τα λευκά τριαντάφυλλα που είχα παραγγείλει, στείλτε τα σε τίποτα ιδρύματα. Πώς σας φαίνεται η ιδέα;» «Τέλεια ιδέα». Τώρα άρχισε να καταλαβαίνει γιατί ο Ντομινίκ ήταν εκατομμυριούχος. Ήταν ένα άτομο με καταπληκτική μνήμη. «Νομίζω ότι ο εφημέριος θα απουσιάσει τις επόμενες δύο μέρες από την πόλη. Να απευθυνθώ στον βοηθό του;» «Μας κάνει όποιος μπορεί να διαβάσει τις κατάλληλες ευχές του γάμου. Αν δεν είναι διαθέσιμος ο βοηθός του εφημέριου, ας είναι ο δήμαρχος. Δε δίνω σημασία στη θρησκευτική πλευρά της τελετής. Όσον αφορά τη δεξίωση, μιλήστε με τον Μάρτιν και τον Κουίν μόλις ενημερωθείτε για τις λεπτομέρειες από το νοσοκομείο. Δε με νοιάζει τίποτ’ άλλο, εκτός από την τελετή. Βέβαια θα ήθελα να είναι η καλύτερη τελετή που επιτρέπουν οι συνθήκες. Επικοινωνήστε με τη δεσποινίδα Στρέιχαν για να βρει κάτι κατάλληλό να φορέσει η Κέιτ στο κρεβάτι. Επίσης πείτε της να μου στείλει το λογαριασμό για το νυφικό και για το χρόνο της που αφιέρωσε για να ράψει τα φορέματα της εγκυμοσύνης. Ούτε αυτά - 191 -


θα τα χρειαστούμε τώρα». Αδιαφορώντας για το επιφώνημα έκπληξης της κυρίας Άστινγκς, συνέχισε: «Αν έχετε κάποιες απορίες, μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε. Θα είμαι στο νοσοκομείο, κοντά στην Κέιτ. Θα τα πούμε το απόγευμα, εκτός αν στο μεταξύ σας τηλεφωνήσω για την όποια αλλαγή στα σχέδιά μας». Έμεινε για λίγο στον ήσυχο διάδρομο μέχρι να ηρεμήσει. Οι πληγωμένοι κόμποι των δάχτυλών του τον πονούσαν πολύ. Ακούμπησε το πουκάμισό του με την παλάμη του. Κόντευε τελικά να στεγνώσει. Καθώς κατευθύνονταν προς το θάλαμο των νοσοκόμων, ρώτησε κάποια νοσοκόμα ευγενικά: «Με ποιον πρέπει να μιλήσω για κάποια αλλαγή θαλάμου;» Ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση όταν συνάντησε ένα καλοσυνάτο υπάλληλο και έναν ακόμη, πιο καλοσυνάτο υπεύθυνο του νοσοκομείου που τον κάλεσαν και ήρθε εσπευσμένα από το σπίτι του που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Με συνοπτικές διαδικασίες ο υπεύθυνος φρόντισε να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες για να δοθεί στην Κέιτ ο μεγαλύτερος και πιο πολυτελής θάλαμος του νοσοκομείου, Ο Ντομινίκ δε χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει το όνομα του πρωθυπουργού, άσχετα αν τόνισε ότι η κεντρική είσοδος του νοσοκομείου έδειχνε παρωχημένη και είπε ότι ευχαρίστως θα μπορούσε να φροντίσει για την ανακαίνισή της, αν τελικά η μελλοντική σύζυγός του μεταφερόταν για να νοσηλευτεί στον καλύτερο θάλαμο, Ο Ντομινίκ ήταν πάρα πολύ ευγενικός, μιλούσε με βελούδινη φωνή και εξέπεμπε θετική αύρα. Όποτε ήθελε, ήταν ικανός να φερθεί με τον πιο ευγενικό και άψογο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση ήθελε πλήρη, χωρίς όρους συγκατάθεση, αφού η κυρία Άστινγκς ήταν πιθανό να ζητήσει μερικές ακόμη αλλαγές στην πολιτική του νοσοκομείου. Μόλις επιτεύχθηκε συμφωνία, ο Ντομινίκ χαμογέλασε, σηκώθηκε από την καρέκλα του και έτεινε εγκάρδια το χέρι του προς τον κύριο Πιτ Ράλστον. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως και σκόπιμα έκανε ότι δεν είδε τους πληγωμένους κόμπους των δαχτύλων του Ντομινίκ όταν πήγε να του σφίξει το χέρι. «Θα επικοινωνήσει μαζί σας κάποιος συνεργάτης μου», είπε ο Ντομινίκ. «Πείτε του τι θα χρειαστείτε για την ανακαίνιση της - 192 -


εισόδου και θα σας στείλει τη σχετική επιταγή. Ήσαστε πάρα πολύ εξυπηρετικός». «Ευχαρίστησή μας να σας εξυπηρετήσουμε, κύριε Κνάιτ. Τις καλύτερες ευχές μας για το γάμο σας». Το χαμόγελο του Ντομινίκ ήταν αστραφτερό. «Σας ευχαριστώ. Ανυπομονώ για την τελετή». Καθώς ο Ντομινίκ έβγαινε από το γραφείο, ο Ζιλ Πιτ Ράλστον κοίταζε ερευνητικά τον νεαρό αυτό άντρα που ήταν γνωστός στο Λονδίνο για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και τις παραξενιές του. Ήταν άγνωστο αν ο δεύτερος γάμος του θα επιβίωνε, κι αυτό εξαιτίας του άτακτου τρόπου ζωής του. Όμως το νοσοκομείο θα αποκτούσε μια ολοκαίνουρια κεντρική είσοδο και γι’ αυτό ο Πιτ Ράλστον δε νοιαζόταν για το πόσο σύντομος θα ήταν αυτός ο γάμος αφού ο Ντομινίκ Κνάιτ θα πλήρωνε όλα τα έξοδα. Έχοντας πλέον γλιτώσει από την κριτική και την περιέργεια του Πιτ Σάλστον ο Ντομινίκ επέστρεψε στο θάλαμο της Κέιτ, μίλησε για λίγο με τη νοσοκόμα και μετά τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε πλάι στο κρεβάτι. Επέλεξε τη δεξιά πλευρά, αφού στο αριστερό χέρι της υπήρχαν ακόμη ο ορός και στο δάχτυλό της το ειδικό κλιπ για τη μέτρηση του οξυγόνου. Η καρέκλα ήταν ευρύχωρη, με αναπαυτικό μαξιλάρι κι άνετη. Ο Ντομινίκ αποκοιμήθηκε καθισμένος σχεδόν αμέσως. «Έι!» Στο άκουσμα του ψιθύρου της Κέιτ ο Ντομινίκ ξύπνησε, ανασηκώθηκε και χαμογέλασε. «Γεια σου, μωρό μου», είπε τρυφερά και έγειρε προς το μέρος της για να πάρει το χέρι της μέσα στα δικά του. «Πώς νιώθεις;» «Λυπημένη». «Κι εγώ». Κοίταξε τη νοσοκόμα. «Μας αφήνετε, παρακαλώ, για λίγο μόνους;» Μόλις η πόρτα του θαλάμου έκλεισε, η Κέιτ κοίταξε τους πληγωμένους κόμπους του και έσμιξε με απορία τα φρύδια. «Χτυπούσα τις γροθιές μου στον τοίχο». «Τραυματίστηκες πολύ». «Περισσότερο πονάει η καρδιά μου. Για κάποια περίοδο ζή- 193 -


σαμε ένα πραγματικά όμορφο όνειρο, ένα τέλειο όνειρο. Οι δυο μας...» Σταμάτησε, πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Θα τα καταφέρουμε μαζί». Η Κέιτ βούρκωσε. «Δεν υπάρχει λόγος να με παντρευτείς τώρα που… συνέβη αυτό». Ακόμη κι εκείνη απέφευγε να πει κάποιες επώδυνες λέξεις. «Μπορούμε να επιστρέφουμε στην παλιά...» Της έκλεισε το στόμα με το δάχτυλό του. «Δε θα πας πουθενά. Δε θα σου το επιτρέψω. Γι’ αυτό μην αρχίζεις να λες τίποτα». Την κοίταξε για λίγο μέσα στα μάτια και μετά τράβηξε το δάχτυλό του από τα χείλη της. «Απλώς προσπαθώ να φερθώ ευγενικά και να...» «Δεν ακούω τίποτα», είπε κοφτά. «Η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα». Χαμογέλασε με δυσκολία. «Αφού δε θέλεις να σου φέρομαι ευγενικά, τότε απαιτώ να με παντρευτείς τώρα, επειδή είμαι τόσο πολύ στενοχωρημένη». Γούρλωσε τα μάτια του. «Τώρα αμέσως;» «Τι θα κάνεις να σου πω τώρα αμέσως;» Χάρηκε που διέκρινε στο βλέμμα της μια σχεδόν ανεπαίσθητη λάμψη που έδειχνε σκωπτική διάθεση από την πλευρά της. «Τότε θα το κάνουμε. Και θα τρελάνουμε εντελώς την κυρία Αστινγκς». «Ήσουν πάντα πολύ καλός μαζί μου... πολύ γενναιόδωρος και... με νοιαζόσουν και...» Δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. «Πρέπει να σταματήσω να κλαίω». «Μωρό μου, θα περάσει λίγος χρόνος», είπε “ψιθυριστά και σκούπισε με το σεντόνι τα δάκρυά της. «Και θα χρειαστεί να αλλάξεις τρόπο σκέψης. Όμως κι οι δυο μάς κοντεύουμε να τρελαθούμε με αυτό που συνέβη». Την τελευταία φράση του τη συνόδευσε με ένα χλιαρό χαμόγελο. «Λόγω της τρέλας μας ίσως χρειαστεί να περάσει λίγο περισσότερος χρόνος από όσο κανονικά θα έπρεπε». Ρούφηξε τη μύτη της και ανταπέδωσε ένα τρεμάμενο χαμόγελο. «Αν προσπαθούσες να με κάνεις να νιώσω καλύτερα, νομίζω ότι τα κατάφερες. Έτσι νομίζω τουλάχιστον», πρόσθεσε αναστενάζοντας. «Προσπαθώ να κάνω και τους δυο μας να νιώσουμε καλύτε- 194 -


ρα». Κατάπιε με δυσκολία, πήρε μια ανάσα και πάλεψε για να συγκροτήσει την ψυχραιμία του. «Εμείς οι δυο μαζί, μωρό μου, μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Σιγά-σιγά θα μπορέσουμε. Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό το λεπτό». Ακούμπησε το μέτωπό του στο χέρι της για λίγο και μετά την κοίταξε με αποφασιστικό βλέμμα. Ο κόσμος όλος θαρρείς και συρρικνώθηκε μόνο οι δυο τους βρίσκονταν σε αυτό τον μικρό, αναστατωμένο παράδεισό τους. Τα δυνατά χέρια του Ντομινίκ έκλειναν ανάμεσα τους την παλάμη της. «Εσύ κι εγώ», είπε εκείνη κουνώντας το κεφάλι, παρ’ όλο που στην τωρινή κατάστασή της δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα. Όμως ήθελε να του φερθεί καλά όπως κι εκείνος σε εκείνη. Και τώρα ο Ντομινίκ ζητούσε κάτι που σπάνια ζητούσε. «Βέβαια θα ήθελα να σου ζητήσω μια μικρή χάρη, αν δεν έχεις αντίρρηση». Την κοίταξε με μια εύλογη απορία. «Μην το σκέφτεσαι,. Μπορείς να ζητήσεις τα πάντα. Σου το έχω ξαναπεί αυτό. Η προσφορά μου συνεχίζει να ισχύει». Η μικρή ρυτίδα που υπήρχε από την ανησυχία της ανάμεσα στα δυο της φρύδια σβήστηκε. «Εντάξει. Θα ήθελα να είναι κι η Νάνα στο γάμο μας». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Πολύ σύντομα θα προσγειωθεί στο Λονδίνο. Ή, δεν αποκλείεται, να είναι ήδη καθ’ οδόν από το αεροδρόμιο του Χίθροου». «Μη μου πεις!» τσίριξε η Κέιτ. «Σοβαρά;» Το πρόσωπό της έλαμψε. «Ντομινίκ, είσαι απίστευτος!» Γέλασε. «Μου αξίζει μήπως ένα φιλί επειδή είμαι απίστευτος;». «Σου αξίζουν όλα τα φιλιά που μπορώ να σου δώσω!» Η φωνή της ξαφνικά μαλάκωσε και το κάτω χείλι της έτρεμε. «Πώς ήξερες ότι ήθελα κοντά μου τη Νάνα;» «Το υπέθεσα», είπε χαμηλόφωνα. «Προσωπικά θα ήθελα να σε πάρω να γυρίσουμε στην πατρίδα μετά την τελετή αν η δόκτωρ Φούλερ μας πει ότι μπορείς να μπεις σε αεροπλάνο». Είδε κάποιο μορφασμό της. «Αν θέλεις, σκέψου το κι αυτό». Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα. «Κι η δουλειά μου τι θα γίνει; Η - 195 -


Τζοάνα;» «Θα καταλάβουν. Θα τους μιλήσω». «Και με το συμβόλαιο που έχω υπογράψει; Η Τζοάνα δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της». «Θα λυθεί το θέμα με το συμβόλαιό σου και με την Τζοάνα. Κάνε μου αυτή τη χάρη, μωρό μου». «Η ιδέα της επιστροφής στην πατρίδα μου αρέσει πάρα πολύ», ψέλλισε. «Μίλησε και με τη Νάνα. Άκουσε τη γνώμη της. Μπορούμε να επιστρέψουμε στη Μινεσότα ή στο Σαν Φρανσίσκο. Εγώ συμπαθώ και τις δύο αυτές περιοχές. Η Τζοάνα θα δείξει κατανόηση. Όσο για την εταιρεία CX Capital, είναι μεγάλη εταιρεία και σε μία εβδομάδα θα σε έχουν ξεχάσει τελείως. Το ξέρουμε καλά κι οι δυο αυτό». «Με άλλα λόγια μου λες να αποχωρήσω;». «Σου λέω ότι μπορώ να το φροντίσω». Μεσολάβησε ένα πολύ σύντομο κενό. «Μιλάς σοβαρά;». «Πες μου το ναι και θα δεις». Έκλεισε για δευτερόλεπτα τα μάτια της και μετά τα άνοιξε κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. «Εντάξει». Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι περίμενε, την απάντησή της κρατώντας την ανάσα του. «Περίμενε λίγο να ρωτήσω τον Μαξ ποια ώρα θα φτάσει η πτήση της Νάνα». Άφησε ένα σιγανό αναστεναγμό ανακούφισης και σκόπιμα άλλαξε θέμα συζήτησης τώρα που του είχε δώσει την άδεια να εφαρμόσει τα σχέδιά του. Έστειλε μήνυμα στον Μαξ, περίμενε απάντηση και μετά της χαμογέλασε. «Έρχονται στο Λονδίνο. Θέλεις να μιλήσεις στη Νάνα;» Δάγκωσε για λίγο τα χείλη της και μετά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά προσπαθώντας να μην βάλει πάλι τα κλάματα. Η Νάνα ήταν πάντα εκείνη που τη γαλήνευε και την παρηγορούσε όταν αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Ήξερε πώς να κάνει τον πόνο της μικρότερο ή ανεκτό. Όταν ήταν πιο μικρή, η Νάνα μπορούσε να διώξει τη στενοχώρια της με τη φράση: «Πάμε να φτιάξουμε κουλουράκια με σοκολάτα. Θα αρέσουν και στον παππού». Και μέχρι τη στιγμή που δοκίμαζαν τα κουλουράκια που έβγαζαν από τον φούρνο, η Κέιτ είχε ξεχάσει αυτό που είχε προ- 196 -


καλέσει την παιδική αναστάτωση και τα κλάματα. «Χαίρομαι πολύ που έρχεται», ψέλλισε η Κέιτ και κατάπιε με δυσκολία. «Θεέ μου...» Τα λόγια της χάθηκαν μέσα στους λυγμούς και τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της. Ο Ντομινίκ πετάχτηκε από τη θέση του, κοίταξε γύρω του, χαμήλωσε το προστατευτικό πλαϊνό του κρεβατιού και ξάπλωσε πλάι της για να μπορέσει να την πάρει στην αγκαλιά του. Κρατώντας την προσεχτικά σαν να ήταν φτιαγμένη από γυαλί, έσκυψε και πλησίασε τα χείλη του στα δικά της. Της έδωσε ένα ανάλαφρο φιλί. Μετά σκούπισε τα μάγουλά της και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Μόλις έρθει η Νάνα, θέλω να παντρευτούμε. Δεν αντέχω να περιμένουμε άλλο». Χαμογέλασε και της χάρισε το πιο γοητευτικό χαμόγελό του. «Πρέπει να μου κάνεις το χατίρι». Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, ρούφηξε τη μύτη και προσπάθησε να του ανταποδώσει το χαμόγελο. «Μπορεί αυτό το χαμόγελο να μην είναι από τα καλύτερά σου, αλλά το δέχομαι. Και συνοδεύεται και από πολλή... υγρασία. Πάντως δεν είσαι μόνο εσύ που νιώθεις την ανάγκη να κλάψεις». Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Όμως, μωρό μου, τα πράγματα θα βελτιωθούν. Δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα». «Ελπίζω... Το εύχομαι. Δε φαντάζομαι να σε ενοχλεί που ως νύφη θα κλαίω», είπε ανάμεσα σε αναφιλητά. «Κλάψε όσο θέλεις. Δε θα με στενοχωρήσει καθόλου αφού θα γίνεις επίσημα η γυναίκα μου». Σκούπισε τα μάγουλά της με το σεντόνι. «Μόνο που θα χρειαστεί να προσλάβουμε ειδικά κάποιον να σου σκουπίζει κάθε λίγο τα μάτια. Θα χρειαστούμε και μια στοίβα από χαρτομάντιλα». Της έπιασε το χέρι. «Μιλάω σοβαρά τώρα. Άφησε με να τηλεφωνήσω στην κυρία Άστινγκς να της πω να επισπεύσουμε την τελετή». Η Κέιτ τον κοίταξε έκπληκτη. Εκείνος γέλασε. «Σήμερα το πρωί την ξύπνησα από τις πέντε. Αυτή την ώρα που μιλάμε εκείνη κάνει προετοιμασίες». Αυτή τη φορά ο Ντομινίκ διέκρινε ένα πραγματικό χαμόγελο στα χείλη της. «Αρχίζω να υποψιάζομαι τι συμβαίνει», μουρμούρισε η Κέιτ. «Μη βάζεις τίποτα κακό στο νου σου. Μου φέρθηκε ευγενικά - 197 -


και ήταν εξυπηρετική». «Και σίγουρα θα πρόσθεσε και μερικά ακόμη μηδενικά στο ποσό της αμοιβής της όσο εσύ της μιλούσες». «Και λοιπόν; Ας προσθέσει. Τώρα θέλω ένα πραγματικό φιλί για να μπορέσω να αντέξω τις επόμενες ατέλειωτες ώρες μέχρι να γίνει ο γάμος μας». Η δόκτωρ Φούλερ μπήκε ξαφνικά μέσα στο θάλαμο και διέκοψε το φιλί τους βήχοντας για να καθαρίσει δήθεν το λαιμό της. Ο Ντομινίκ σήκωσε το βλέμμα του. «Καλημέρα», είπε χωρίς να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του. Η Κέιτ κοκκίνισε. «Φύγε από το κρεβάτι», του είπε θυμωμένη. Αργά αργά τράβηξε τα χέρια του από την Κέιτ, σηκώθηκε από το κρεβάτι και χαμογελώντας στη γιατρό είπε: «Η Κέιτ νιώθει καλύτερα». «Χαίρομαι που το ακούω αυτό. Θα την εξετάσουμε και αν δούμε ότι όλα πάνε καλά, θα τη μεταφέρουμε σε έναν απλό θάλαμο». Η γιατρός κοίταξε τη νοσοκόμα που μπήκε μετά από εκείνη κρατώντας κάποιο μπλοκ με σημειώσεις και μετά κοίταξε την οθόνη πλάι στο κρεβάτι. «Οι καρδιακοί παλμοί πολύ καλοί, το οξυγόνο πάρα πολύ καλό. Ας ελέγξουμε για τυχόν αιμορραγία». Η εξέταση ήταν σύντομη και ανώδυνη. «Βρισκόμαστε στο στάδιο της ανάρρωσης», είπε μετά από λίγο. «Μπορούμε να της βγάλουμε τον ορό και το μετρητή οξυγόνου από το δάχτυλο. Οι ζωτικές λειτουργίες σου επανήλθαν στο φυσιολογικό επίπεδο». Χαμογέλασε. «Έτσι είναι τα νιάτα. Μήπως άρχισες κιόλας να πεινάς;» «Πάρα πολύ». «Μπορείς να παραγγείλεις ό,τι θέλεις. Η κουζίνα του νοσοκομείου είναι πολύ καλή». «Έχω ήδη πει να μας φέρουν φαγητό απ’ έξω», είπε ο Ντομινίκ. «Εντάξει. Κανένα πρόβλημα. Επίσης, Κέιτ αν δε νιώθεις κάποια ζαλάδα, μπορείς να σηκωθείς να περπατήσεις με λίγη βοήθεια. Τον ορό θα τον αφήσουμε μέχρι να τελειώσει η φιάλη. Επειδή μπορεί να νιώθεις κάποιες ενοχλήσεις για λίγο, θα πω να σου δώσουν κάποιο αναλγητικό. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;». - 198 -


«Πόσο σύντομα μπορούμε να προσπαθήσουμε για να κάνουμε πάλι μωρό;» βιάστηκε να ρωτήσει η Κέιτ. «Δε βιαζόμαστε», είπε αποφασιστικά ο Ντομινίκ, που φοβόταν πολύ μήπως κάτι τέτοιο είχε συνέπειες στην υγεία της. «Ντομινίκ, ρωτάω απλώς για να ξέρω», ψέλλισε η Κέιτ συγκρατώντας με δυσκολία τα δάκρυά της. «Μωρό μου, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω», είπε εκείνος και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να την πάρει στην αγκαλιά του. «Ό,τι θέλεις εσύ». Για κάποιον που ήταν κάθετος στις αποφάσεις του μέχρι τώρα στη ζωή του, η προθυμία του να υποχωρήσεις στην επιθυμία της Κέιτ σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα ήταν ένα αξιοσημείωτο μέτρο της αγάπης του. «Εσύ θα αποφασίσεις», είπε χαμηλόφωνα και σκούπισε τα μάτια της. «Κέιτ, οι περισσότερες γυναίκες νιώθουν όπως εσύ τώρα», τη διαβεβαίωσε η γιατρός, που είχε ζήσει πολλές ανάλογες στιγμές. «Όλες σχεδόν έχουν την ίδια επιθυμία. Μόλις η περίοδός σου επανέλθει κανονικά, θα είσαι έτοιμη να συλλάβεις πάλι». «Ορίστε, μωρό μου. Δε θα περιμένουμε για πολύ», είπε ο Ντομινίκ μιλώντας τρυφερά. Η Κέιτ κατάφερε να χαμογελάσει μουδιασμένα. «Θα αποφασίσουμε μαζί». «Ευχαριστώ, μωρό μου. Απλά ανησυχώ για σένα. Αυτό είναι όλο». Κοίταξε τη γιατρό. «Υπάρχει τρόπος να μάθουμε αν η Κέιτ θα αιμορραγήσει άλλη φορά;» «Πολύ αμφιβάλλω. Όμως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τίποτα». «Θα βοηθούσε την Κέιτ αν ξεκουραζόταν περισσότερο σε περίπτωση που μείνει πάλι έγκυος;» ρώτησε ο Ντομινίκ. «Συνιστούμε να αποφεύγεται η έντονη σωματική άσκηση, αλλά κατά τα άλλα, μπορεί να συνεχίσει μια απόλυτα φυσιολογική ζωή. Οι έγκυες δεν πρέπει να κουράζονται πολύ. Και όχι υπερβολές!» πρόσθεσε η δόκτωρ Φούλερ με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ήταν ικανός να προσλάβει αποκλειστικά μια γυναικολόγο να συγκατοικεί μαζί τους σε περίπτωση που η Κέιτ θα έμενε έγκυος. Αυτή τη φορά δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει. Όμως αυτή η - 199 -


συζήτηση μπορούσε να περιμένει. Ο Ντομινίκ χαμογέλασε στη γιατρό; «Μπορούμε τώρα να μεταφέρουμε την Κέιτ σε έναν άλλο θάλαμο;». «Φυσικά». «Τις αμέσως επόμενες μέρες μπορούμε να επιστρέφουμε αεροπορικώς στην πατρίδα μας;». «Δεν υπάρχει πρόβλημα». «Εγώ καλού κακού έχω πάντα ένα γιατρό που με συνοδεύει στα ταξίδια μου. Θα του πω να έρθει μαζί μας». «Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Θα τα ξαναπούμε αύριο». Μόλις έφυγε η γιατρός ο Ντομινίκ πήγε στη ρεσεψιόν και ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί προσωρινά η Κέιτ σε κάποιον άλλο θάλαμο για να μην κουραστεί από τις προετοιμασίες στον καλύτερο θάλαμο του νοσοκομείου. Στο μεταξύ υπέθετε ότι η κυρία Αστινγκς θα είχε επιστρατεύσει ολόκληρο συνεργείο συνεργατών για να μεταφέρει τα απαραίτητα για το γάμο. Λίγο αργότερα η Κέιτ μεταφέρθηκε στο θάλαμό της. Ο Μάρτιν ήρθε κι έφερε το φαγητό που είχε ετοιμάσει ο Κουίν. Ο οικονόμος του σπιτιού δεν είχε αναφέρει τίποτα για την αποβολή της Κέιτ. Ο Ντομινίκ είχε προειδοποιήσει τους πάντες να μην το θίξουν καθόλου αυτό το θέμα, ούτε να εκφράσουν τη λύπη τους. Λίγη ώρα αργότερα και ενώ η Κέιτ κόντευε να τελειώσει το γεύμα της με ένα σωρό από τα αγαπημένα της φαγητά, μπήκε στο θάλαμο η Νάνα ντυμένη με ένα άψογο μπλε σύνολο με βαθύ ντεκολτέ. «Άκουσα ότι σήμερα παντρεύεσαι», είπε η Νάνα κλείνοντας πονηρά το μάτι της. «Δε θα το έχανα αυτό με τίποτα. Σου είπε ο Ντομινίκ ότι ετοιμαζόμουν εδώ κι εβδομάδες;» Η Κέιτ ένιωσε τη διάθεσή της να βελτιώνεται ως διά μαγείας, λες και κάποιος γύρισε κάποιο διακόπτη και τα άλλαξε όλα. Χαμογέλασε. «Νάνα, σ’ ευχαριστώ που ήρθες». Η Νάνα ρουθούνισε ειρωνικά. «Νόμιζες ότι θα μπορούσε να με είχες αποφύγει; Εκτός αυτού, ο Ντομινίκ έχει πάρει εντολή να με ενημερώνει για την κατάστασή σου όταν εσύ δεν έχεις διάθεση να απαντάς στα ερωτήματά μου». Έδωσε την τσάντα της στον Ντομινίκ καθώς πλησίαζε προς το κρεβάτι. «Γι’ αυτό, αγαπητή - 200 -


μου, σε προειδοποιώ. Από εδώ και πέρα θα έχω πλήρη ενημέρωση». Άνοιξε την αγκαλιά της και έγειρε πάνω από το κρεβάτι. «Έλα, τώρα, αγκάλιασε με». Ο Ντομινίκ έκανε ένα μορφασμό καθώς έψαχνε πού να ακουμπήσει τη βαριά τσάντα της Νάνα. Δεν ήταν συνηθισμένος να του φέρονται σαν να ήταν αχθοφόρος ή υπηρέτης. Πλησίασε στο παράθυρο και ακούμπησε τη μαύρη δερμάτινη τσάντα στο περβάζι. Μετά γύρισε προς τη Νάνα και έσπρωξε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι. «Εσύ πήγαινε να κοιμηθείς», είπε η Νάνα χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του. «Φαίνεσαι κουρασμένος. Θα μείνω εγώ κοντά στην Κέιτ». «Όντως πρέπει να πας στο σπίτι να ξεκουραστείς μερικές ώρες», είπε χαμηλόφωνα η Κέιτ. «Δεν κοιμήθηκες καθόλου χτες βράδυ». «Δεν πάω πουθενά. Καλά είμαι εδώ». Ο Ντομινίκ πλησίασε στο κρεβάτι. «Όμως, μια και είναι εδώ η Νάνα, θα λείψω για να κάνω μερικά τηλεφωνήματα». Έσκυψε και φίλησε την Κέιτ «Μωρό μου, δε θα αργήσω». «Εντάξει», ψέλλισε εκείνη. «Πάντως μέχρι τώρα σου φέρθηκα ευγενικά». Της χαμογέλασε ενώ το πρόσωπό του βρισκόταν ακόμη κοντά στο δικό της. «Είσαι ακόμη εξαντλημένη. Η κατάστασή σου δε σε αφήνει να φερθείς σκληρά». «Σε αυτή την περίπτωση απόλαυσε το σύντομο διάλειμμα εξαιτίας της κατάστασής μου», συνέχισε χαμηλόφωνα. «Αυτό θα κάνω». Έκλεισε πονηρά το μάτι. «Θα σου λείψω;». «Πάρα πολύ». «Έτσι μπράβο. Αυτό μου αρέσει σ’ εσένα. Το θάρρος σου». Μόλις ο Ντομινίκ έφυγε κλείνοντας πίσω του την πόρτα η . Νάνα άρχισε τις ερωτήσεις: «Τελικά ποιος νίκησε; Τα τραύματα στους κόμπους των δάχτυλων του είναι σοβαρά». «Νικητής αναδείχτηκε κάποιος τοίχος. Όταν κάτι πάει στραβά, εγώ κλαίω, ο Ντομινίκ χτυπάει. Ευτυχώς όχι εμένα», έσπευσε να διευκρινίσει όταν είδε τα φρύδια της Νάνα να σμίγουν. «Είναι τόσο καλός μαζί μου που νιώθω τύψεις επειδή εγώ δεν μπορώ να του προσφέρω όσα εκείνος». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ο Ντομινίκ - 201 -


ήθελε πολύ αυτό το μωρό. Κι οι δυο μας το θέλαμε. Το παιδί αυτό θα ήταν το δώρο μου για τον Ντομινίκ. Εκείνος ποτέ δε γνώρισε την πραγματική οικογένεια». «Λυπάμαι, γλυκιά μου. Όμως η ζωή δεν προχωράει πάντα σύμφωνα με τα σχέδιά μας. Μακάρι να ήταν έτσι. Ακόμη και τα πιο καλά καταστρωμένα σχέδια πάνε στραβά κάποιες φορές. Δε μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα». «Αυτό πες το στον Ντομινίκ». «Μάλλον το καταλαβαίνει κάθε φορά ��ου θα κοιτάζει τις πληγές του. Όσο για τις αναποδιές της ζωής, κι εγώ έζησα κάμποσες μέχρι τώρα. Πρώτα έχασα τη μητέρα σου. Ύστερα έχασα τον παππού. Όμως δεν ήρθα εδώ για να σου κάνω μαθήματα ψυχραιμίας. Αν θέλεις πάντως, μπορώ να σε κάνω να ευθυμήσεις λίγο». «Κάνε ό,τι μπορείς. Συνέχεια κλαίω. Θέλω να ξεχώσω». Η Νάνα χτύπησε το χέρι της Κέιτ. «Δεν είναι κακό να κλαίει κάποιος, γλυκιά μου. Και μάλλον θα κλαις για κάμποσο καιρό ακόμη. Κι εγώ απέβαλα πριν μείνω έγκυος στη μητέρα σου και ξέρω πώς νιώθεις. Στην περίπτωσή μου όμως ο παππούς το είδε αυτό σαν σημάδι. Άσχημο μάλιστα, καθώς πάρα πολλοί φίλοι του και συμπολεμιστές στο Βιετνάμ είχαν αποκτήσει παιδιά με αναπηρίες. Οι φίλοι του ήξεραν ότι η κακοτυχία τους οφειλόταν στα χημικά που χρησιμοποίησαν ενάντια στον εχθρό. Χρόνια ολόκληρα αγωνίζονταν να αποζημιωθούν για τα προβλήματα υγείας που παρουσίαζαν τα παιδιά τους. Ακόμη κι όταν το Δημόσιο έχασε τη δίκη, η αποζημίωση που δόθηκε σε κάθε βετεράνο του Βιετνάμ ήταν μόλις τρεις χιλιάδες δολάρια». «Πολύ άσχημη εμπειρία, φαντάζομαι», είπε με κομμένη ανάσα η Κέιτ. «Φυσικά και ήταν πολύ άσχημη. Για πολλές μάλιστα οικογένειες. Ο παππούς σου δεν ήθελε τα χρήματα. Οι δουλειές του πήγαιναν πάντα καλά. Εκείνος δεν ήθελε ένα παιδί που θα υπέφερε επειδή εκείνος είχε ζήσει ένα χρόνο σε μια χώρα που συστηματικά την “ψέκαζαν με το φονικό υγρό. Έτσι, μετά την αποβολή μου, ήταν ακόμη πιο αμετάπειστος και δεν ήθελε παιδιά. “Όχι άλλα μωρά, Λόρι Λι”, μου είπε. Κι όποτε με φώναζε με τα δυο μου ονόματα ήξερα ότι δεν επρόκειτο να αλλάξει άποψη». - 202 -


Η Κέιτ την κοίταζε εμβρόντητη. «Πολύ σωστά υπέθεσες», παραδέχτηκε ωμά η Νάνα. «Δεν τον άκουγα. Θεωρούσα ότι είχα κι εγώ λόγο σε αυτή την απόφαση. Έτσι, όταν έμεινα έγκυος στη μητέρα σου, δεν το είπα στον παππού σου παρά μόνο όταν έγιναν πέντε μηνών. Εγώ ήμουν πάντα αδύνατη και ο Ρόι εργαζόταν πολλές ώρες και νόμιζα ότι θα μπορούσα να περάσω απαρατήρητη». «Και τι είπε ο παππούς όταν το έμαθε;» «Δεν είπε λέξη. Απλώς έκανε επιτόπου στροφή, έφυγε και τον ξαναείδα μετά από δύο εβδομάδες. Κοιμόταν στο κατάστημα. Επέστρεψε ξημερώματα ενός Σαββάτου. Θα το θυμάμαι για πάντα. Ήταν καλοκαίρι, δηλαδή εποχή με πολλή δουλειά για εκείνον. Στεκόταν στην πόρτα του δωματίου μας και με κοίταζε θλιμμένος όσο ποτέ άλλοτε. ‘‘Έχω αφήσει στο πόδι μου τον Βίνι”, μου είπε, λες και τον ρώτησα. Μετά συνέχισε χαμηλόφωνα —ο παππούς σου ποτέ δεν ύψωνε τον τόνο της φωνής του: “Λόρι, σ’ αγαπώ. Δε θα επέστρεφα από το Βιετνάμ αν δε σε αγαπούσα τόσο. Δεν ήθελα με τίποτα να πεθάνω στον πόλεμο. Γι’ αυτό, λοιπόν, αφού το θέλεις εσύ αυτό το παιδί, το θέλω κι εγώ. Αν γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα, θα το φροντίσουμε. Καλύτερα να μην ξανασυζητήσουμε αυτό το θέμα”. Κι έτσι έγινε. Η μητέρα σου γεννήθηκε υγιής και όμορφη. Τώρα σου τα λέω αυτά για να καταλάβεις ότι κάποιο κακό που έγινε δεν είναι σίγουρο ότι θα ξαναγίνει. Και είμαι σίγουρη ότι αν μιλήσεις με άλλες γυναίκες που απέβαλαν, οι περισσότερες έχουν αποκτήσει μια υπέροχη οικογένεια. Δε λέω ότι δεν πρέπει να κλαις που έχασες το μωρό σου. Είναι απόλυτα φυσικό. Όμως δεν είναι το τέλος του κόσμου». Ξαφνικά χαμογέλασε. «Και είμαι απόλυτα σίγουρη ότι ο Ντομινίκ δε θα πει όπως ο παππούς σου ότι δε θέλει άλλα παιδιά. Δες το, γλυκιά μου, σαν ένα απλό ατύχημα». «Μετά από σένα και τον παππού επόμενο είναι να έχω κληρονομήσει το πείσμα σας». Της έκλεισε πονηρά το μάτι. «Εγώ προτιμώ να θεωρώ το πείσμα θετικό χαρακτηριστικό. Κάτι σαν την επιμονή και τη δύναμη». «Και σαν να θέλεις να γίνεται πάντα το δικό σου», ψιθύρισε η - 203 -


Κέιτ. Η Νάνα γέλασε. «Μπορεί. Μερικές φορές. Ή και πιο συχνά. Μπορεί να μη θυμάσαι πολύ τη μητέρα σου, αλλά κι εκείνη ήξερε τι ήταν αυτό που ζητούσε. Εγώ πάντα κατηγορούσα τον παππού κι εκείνος εμένα για ξεροκεφαλιά. Συνεπώς νομίζω ότι έχεις την κληρονομική προδιάθεση κι εσύ». «Σ’ ευχαριστώ, Νάνα. Τώρα έχω μια δικαιολογία». Η Κέιτ χαμογέλασε και το βλέμμα της φάνηκε πιο ζεστό τώρα. «Μάλιστα τώρα που μου είπες για τη δική σου αποβολή, άρχισα να ελπίζω. Το χρειαζόμουν αυτό». «Γι’ αυτό σου το είπα. Όταν θέλεις ενθάρρυνση, να μου το λες. Κι εσύ όταν έρθεις στα χρόνια μου, θα έχεις να διηγείσαι πολλές ενθαρρυντικές ιστορίες. Αλήθεια, τώρα που το θυμήθηκα, σε συγκινεί το γεγονός ότι παντρεύεσαι; Εγώ πάντως συγκινήθηκα. Ευτυχώς γιατί είχα αρχίσει να ανησυχώ». «Λυπάμαι που δε σου το είπα νωρίτερα, αλλά για λίγο καιρό η κατάσταση ήταν μπερδεμένη». «Δε με ενδιαφέρει λεπτομερής αναφορά. Ό,τι κι αν έγινε, πάει, πέρασε. Άλλωστε η αγάπη είναι περίπλοκο πράγμα. Το ίδιο και η ζωή. Δεν μπορείς να περιμένεις ότι όλα θα πηγαίνουν στην εντέλεια πάντα. Πίστεψε με. Το ξέρω καλά αυτό».

- 204 -


κεφάλαιο 17 Ο πολυτελής θάλαμος σουίτα του νοσοκομείου ήταν έτοιμος πριν τις πέντε το απόγευμα, γεγονός που έδινε στην κυρία Άστινγκς το δικαίωμα να κομπάζει για τα επόμενα δέκα χρόνια τουλάχιστον. Μέσα σε δώδεκα ώρες είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Ο Μαξ συνόδευσε τη Νάνα στην αίθουσα αναμονής για να τη συστήσει στους καλεσμένους του γάμου και ο Ντομινίκ συνόδευσε την Κέιτ στον καινούριο θάλαμο έτσι ώστε να νιώθει άνετα πριν ξεκινήσει η τελετή. Σταμάτησε έξω από την πόρτα κρατώντας αγκαζέ την Κέιτ και θαύμασε τον στολισμένο χώρο κάπως προβληματισμένος. Το θέαμα του θύμιζε σκηνικό της θεατρικής παράστασης Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός. Η Κέιτ πάντως κοίταξε το θάλαμο και χαμογελούσε. Ύστερα από λίγο είπε: «Θεέ μου, τι βλέπω!» Ήταν φανερό ότι η ανάσα της είχε κοπεί από τον θαυμασμό και τότε ο προβληματισμός στο ύφος του Ντομινίκ χάθηκε στη στιγμή. «Κίτρινα τριαντάφυλλα όπως εκείνο το πρωί στο Χονγκ Κονγκ», ψέλλισε κοιτάζοντας τον Ντομινίκ. «Τελικά είσαι ρομαντικός». «Μόνο για σένα, μωρό μου. Ήθελα να σε δω να χαμογελάς». Έκλεισε πονηρά το μάτι. «Πολύ καλή δουλειά, κύριε Κνάιτ». Τη φίλησε στο μάγουλο. «Ήταν ευχαρίστησή μου, δεσποινίς Χαρτ». «Όχι για πολύ. Εννοώ το δεσποινίς Χαρτ». «Πράγματι». Της χάρισε ένα από εκείνα τα χαμόγελά του που της έκοβαν την ανάσα. «Τελικά τα όνειρα γίνονται κάποτε πραγματικότητα». - 205 -


Ξαφνικά ήρθε κι η κυρία Άστινγκς ντυμένη κομψά με ένα γαλάζιο σύνολο επώνυμου σχεδιαστή και μαργαριτάρια και με τα μαλλιά της άψογα περιποιημένα παρά το γεγονός ότι τις τελευταίες δώδεκα ώρες δε στάθηκε ούτε λεπτό σε ησυχία. Έδινε συνέχεια εντολές σε κόσμο και κοσμάκη για να καταφέρει τελικά να ετοιμαστεί η τελετή που άξιζε στο όνομα και στο κύρος του κυρίου Κνάιτ. Παρ’ όλα αυτά, κι ενώ ρωτούσε τον Ντομινίκ αν του άρεσε το αποτέλεσμα, συνέχισε να έχει κάποια αγωνία. «Καλύτερα να ρωτήσετε την Κέιτ», είπε ο Ντομινίκ ευδιάθετος. «Όλα γίνονται για εκείνη». Ο πολυτελής θάλαμος ήταν πνιγμένος κυριολεκτικά στα κίτρινα τριαντάφυλλα που ευωδίαζαν το χώρο με την απαλή μυρωδιά τους. Δεκάδες μεγάλα ανθοδοχεία και βάζα στολισμένα με περίτεχνο τρόπο. Χιλιόμετρα από διακοσμητικές γιρλάντες και συνθέσεις περίτεχνα τοποθετημένες. Ένα μακρύ τραπέζι, ακουμπισμένο στον έναν τοίχο, είχε πάνω του ένα λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο με κρόσσια, παρ’ ότι αρχικά η ιδέα αυτή δε συγκινούσε ιδιαίτερα την κυρία Άστινγκς. Όμως, όταν επέμενε ο διακοσμητής της, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να του ζητήσει μάλιστα συγνώμη, κάτι που δε συνήθιζε. Σήμερα πάντως έπρεπε να το κάνει, μια και τα πράγματα ήταν πάρα πολύ πιεσμένα για εκείνη. Ο Νάιτζελ Μπελ καταλάβαινε τον περιορισμένο χρόνο της, αλλά κατάφερε να της αποσπάσει τη συγκατάθεση για να κάνει εκείνος αυτά που είχε στο μυαλό του. Τελικά το τραπέζι διακοσμήθηκε με μεσαιωνική λαμπρότητα. Ψηλά, εντυπωσιακά κηροπήγια, σειρές ολόκληρες από ψηλά κρυστάλλινα ποτήρια σαμπάνιας και ασημένια σερβίτσια που περίμεναν να υποδεχθούν τα φαγητά που ετοίμασε ο Κουίν. Μόλις ολοκληρώθηκε η διακόσμηση του χώρου, ο επιφανής διακοσμητής που τον σήκωσαν στις πέντε το πρωί από το κρεβάτι του για να ετοιμάσει το χώρο για χάρη του Ντομινίκ Κνάιτ, έφερε την κυρία Άστινγκς να της δείξει με ύφος θριαμβευτή το δημιούργημά του. «Είναι εντυπωσιακό, κυρία Άστινγκς», είπε χαμηλόφωνα η Κέιτ, θαμπωμένη από την τελειότητα, πράγμα που επεδίωκε ο Νάιτζελ Μπελ. «Πραγματικά εντυπωσιακό». - 206 -


Η κυρία Άστινγκς ηρέμησε και το έδειξε. Όσοι γνώριζαν το αυταρχικό στυλ της θα εκπλήσσονταν αν την έβλεπαν τώρα. «Χαίρομαι που σας άρεσε. Ο κύριος Κνάιτ ζήτησε τα ανοιχτόχρωμα κίτρινα τριαντάφυλλα». «Ξέρει ότι μου αρέσουν». Η Κέιτ κοίταξε τον Ντομινίκ και τα ματιά της έλαμπαν. «Έτσι δεν είναι;» «Τυχαίνει να διαθέτω πολύ καλή μνήμη, Κέιτ», είπε εκείνος με απαλή, βελούδινη φωνή. «Νομίζω ότι κι εσύ το γνωρίζεις αυτό». Η κυρία Άστινγκς έβηξε από αμηχανία. «Θα ήθελα να σας συστήσω τον ιερέα», είπε βιαστικά και έδειξε έναν ηλικιωμένο ντυμένο στα μαύρα που στεκόταν κοντά στο παράθυρο. «Ευχαρίστως», είπε ψύχραιμα ο Ντομινίκ. «Περιμένετε όμως πρώτα να βάλω την Κέιτ να ξαπλώσει. Είναι λιγάκι εξασθενημένη. Αλήθεια, η δεσποινίς Στρέιχαν έστειλε κάτι για να φορέσει η Κέιτ;». «Θα το βρείτε στη ντουλάπα». Λίγα λεπτά αργότερα η Κέιτ βρισκόταν στο κρεβάτι και η κυρία Άστινγκς έγνεψε στον ιερέα να πλησιάσει. Έγιναν οι κατάλληλες συστάσεις και ο Ντομινίκ τον ευχαρίστησε που δέχτηκε να έρθει για την τελετή σε τόσο σύντομο χρόνο. Του είπε ότι ο Μαξ βρισκόταν στην αίθουσα αναμονής με τους καλεσμένους και στη συ��έχεια τον παρακάλεσε να βγουν για λίγο έξω από το θάλαμο για να ντυθεί και να ετοιμαστεί η Κέιτ. Έπειτα από λίγο ο Ντομινίκ έφερε το φόρεμά της και ανακάλυψαν ότι η νεαρή σχεδιάστρια είχε απλώς προσαρμόσει το φόρεμα που αρχικά είχε επιλέξει η Κέιτ προσθέτοντας μια σειρά από πούλιες κοντά στο στρίφωμα. Τα κουμπιά στο μπροστινό μέρος του φορέματος αποδείχτηκαν πολύ βολικά. Η Κέιτ χάιδεψε απαλά τις πούλιες που άστραφταν και το απαλό μεταξένιο ύφασμα. «Είναι πανέμορφο. Νιώθω σαν πριγκίπισσα. Σου αρέσει;» Γύρισε να κοιτάξει τον Ντομινίκ όταν εκείνος δεν αντέδρασε. Ξαφνικά θυμήθηκε πόσο ευτυχισμένοι είχαν νιώσει όταν η Κέιτ είχε επιλέξει αυτό το φόρεμα ειδικά για την τελετή, ευτυχισμένη που σε λίγους μήνες θα γεννούσε το μωρό τους. Όμως όταν συνειδητοποίησε ότι η Κέιτ του είπε κάτι, χαμογέλασε. «Τέλειο - 207 -


είναι. Κι εσύ είσαι τέλεια. Νιώθω περισσότερο ευτυχισμένος από κάθε άλλη φορά». «Λες ψέματα». Χαμήλωσε το βλέμμα του για να μην τον βλέπει. «Είμαι ευτυχισμένος που θα παντρευτούμε», είπε χαμηλόφωνα. «Είμαι ευτυχισμένος για σένα, για μένα και για το μέλλον μας». Δίστασε για μια στιγμή και μετά τα βλέφαρά του άνοιξαν και την κοίταξε ίσια στα μάτια. «Ό,τι άλλο κι αν σκεφτώ, χαλάει η διάθεσή μου». «Κι εγώ νιώθω άσχημα κάποιες φορές». «Εσύ απλώς νιώθεις άσχημα. Εγώ αντιδρώ βίαια όταν είμαι στενοχωρημένος». Σταμάτησε για λίγο, πήρε βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό του να διώξει τον εκνευρισμό που θόλωνε το μυαλό του. «Πάντως, αν θελήσεις να το συζητήσουμε, ευχαρίστως θα σε ακούσω». «Δε θέλεις να μου μιλήσεις για σένα;» Άργησε αρκετά να απαντήσει. «Όχι». «Εγώ θέλω να μιλήσω για το μωρό μας». «Το ξέρω». Την κοίταζε ερευνητικά για κάμποσο. «Σε ακούω», είπε τελικά. «Μίλησέ μου». Του μίλησε για το κενό που ένιωθε μέσα της και δεν μπορούσε να καλύψει με τίποτα. Συνέχισε για τις τεράστιες ενοχές της, του αποκάλυψε ότι έψαχνε να βρει όνομα για το μωρό τους και όχι της άρεσε πολύ το όνομα Τζέιμς για αγόρι, αν δεν είχε κι εκείνος αντίρρηση. Εκείνος έκλεισε για λίγο τα μάτια καθώς του μιλούσε γι’ αυτό. Λίγο αργότερα του είπε για την αποβολή της Νάνα και ότι την επόμενη φορά που έμεινε έγκυος γέννησε τη μητέρα της. «Φαίνεται πως τη δεύτερη φορά έρχονται οι επιτυχίες. Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι η αποτυχία δεν πονάει φρικτά», ψέλλισε. «Μερικές φορές νιώθω πραγματικά απαίσια. Μου έρχεται να αρχίσω να δίνω κι εγώ γροθιές. Δεν είσαι μόνο εσύ που το κάνεις αυτό». Όση ώρα του μιλούσε, εκείνος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της. Σιγά σιγά, καθώς την άκουγε, την πλησίαζε. «Χτύπα με. Περιμένω». Χαμογέλασε μουδιασμένα. «Το ευτύχημα είναι ότι δε θα τσαλακώσω το ήδη τσαλακωμένο πουκάμισό σου». - 208 -


«Ο Μάρτιν φρόντισε να μου φέρει ρούχα να αλλάξω. Κάπου εδώ πρέπει να βρίσκονται». Άνοιξε την αγκαλιά του. «Έλα. Δώσε μου μερικές γροθιές. Θα νιώσουμε κι οι δυο μας καλύτερα». Τον χτύπησε δυνατά στο στήθος. Δυο φορές και με τα δυο της χέρια». Σήκωσε τα φρύδια. «Αυτό ήταν όλο; Σου πέρασε;» Τον χτύπησε στο πρόσωπο. Εκείνος έγειρε πίσω βογκώντας και τότε εκείνη γέλασε. «Σαν έφηβος συμπεριφέρεσαι». Σηκώθηκε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί. «Τότε θα πρέπει να μου μάθεις πώς να φέρομαι ως μεγάλος. Κι εγώ θα σου μάθω πώς να γίνεις σκληρή επιχειρηματίας. Ύστερα θα συνδυάσουμε τις δυνάμεις μας». Του έριξε μια πλάγια ματιά. «Τελικά δε θέλεις να μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό το θέμα, σωστά;» Το μπλε χρώμα των ματιών του έγινε πιο βαθύ. «Όχι». «Εντάξει. Θα αφήσω τα υπόλοιπα για αργότερα. Θα σου πω ένα ακόμη πράγμα τώρα. Η αποβολή μου μπορεί να οφειλόταν στα αντισυλληπτικά που πήρα. Μπορεί. Αυτό τουλάχιστον το δέχεσαι;» Αναστέναξε, χαμήλωσε το βλέμμα, κοίταξε τα χέρια του και μετά σήκωσε το βλέμμα του στο πρόσωπό της. «Κι εμένα μου πέρασε από το μυαλό. Μπορεί να είναι και δικό μου λάθος». «Ντομινίκ, δεν είναι λάθος κανενός. Μια εικασία κάνουμε». «Τέλος πάντων. Αν δεν έχεις αντίρρηση, λέω να πάω να ντυθώ κι εγώ». Χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες». Κούνησε απλώς το κεφάλι του, σηκώθηκε από το κρεβάτι και απομακρύνθηκε. Η Κέιτ τον κοίταζε που έβγαλε το πουκάμισό του και το πέταξε μέσα στη ντουλάπα. Ύστερα φόρεσε ένα φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο, το κούμπωσε γρήγορα και το έβαλε στο παντελόνι του. Οι κινήσεις του γρήγορες, μαρτυρούσαν σιγουριά και άνεση. Ούτε μια άστοχη ή περιττή κίνηση. Η Κέιτ τον θαύμαζε γι’ αυτά. Ύστερα φόρεσε το πανάκριβο σακάκι του από επώνυμο σχεδιαστή, άφησε τη γραβάτα στη κρεμάστρα, τακτοποίησε τα μανίκια του, κουμπώθηκε, έκλεισε την πόρτα της ντουλάπας και - 209 -


ξαναγύρισε κοντά στην Κέιτ. «Εσύ είσαι πιο καλά ντυμένος από μένα», παρατήρησε χαμογελώντας εκείνη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και ανακατωμένα, σαν να είχαν παρασυρθεί από δυνατό άνεμο. Ο Ντομινίκ ήταν όμορφος και αρρενωπός ακόμη κι όταν ήταν ατημέλητος.. Ψηλός, με φαρδιές πλάτες, μυώδες κορμί, σωματικά τέλειος, εντυπωσιακός. «Κάνεις λάθος, Κέιτ», είπε εκείνος χαμηλόφωνα. «Εσύ είσαι τόσο όμορφη, που μου κόβεται η ανάσα όταν σε βλέπω. Είσαι το καλύτερο δώρο που μου χάρισε η ζωή». Έσμιξε για λίγο τα βλέφαρα. «Θα ήθελα να σε κρατήσω μόνο για μένα, αλλά ξέρω ότι αυτό δε γίνεται». Τα χείλη του τρεμόπαιξαν και χαμογέλασε. «Βέβαια δε σου εγγυώμαι απολύτως τίποτα». «Έχε υπόψη σου ότι η Νάνα θυμώνει εύκολα. Γι’ αυτό πρόσεχε!» είπε εκείνη κοφτά. «Απ’ όσα μου είπε ο Μαξ, έτσι είναι». «Γιατί δε με εκπλήσσει αυτό που λες;» ρώτησε αναστενάζοντας. «Γιατί είναι εβδομήντα πέντε, λειτουργεί με βάση δικούς της κανόνες και γνωρίζει ότι το αεροπλάνο με το οποίο πετούσε ήταν ιδιωτικό. Αυτός είναι ο λόγος». «Θα μπορούσες να το εξαφανίσεις». Ο Ντομινίκ γέλασε τόσο δυνατά που η Κέιτ ξαφνιάστηκε και θύμωσε λίγο. «Ήταν αστείο αυτό που είπες τώρα;» είπε σκεφτική. «Κι όμως ήταν. Η Νάνα είπε στον Μαξ να μην διανοηθεί να της πάρει από τα χέρια το πιστόλι. Εκείνος της είπε ότι δεν ήταν τόσο ανόητος και τελικά βρήκαν μια χρυσή τομή. Αυτό σημαίνει ότι η Νάνα κάνει ό,τι θέλει. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι εγώ δυσκολεύομαι να σε φέρω με τα νερά μου». «Δεν κατάλαβα καλά», είπε με πολύ γλυκό ύφος η Κέιτ. «Είπες ότι θα με φέρεις με τα νερά σου;» «Αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα, αφού παντρευτούμε». Σήκωσε τα φρύδια της. «Μήπως θα ήταν καλύτερα να το συζητήσουμε τώρα;» - 210 -


«Λέω να πάω να ειδοποιήσω τους καλεσμένους μας». Ξεκίνησε να πάει προς τη πόρτα. «Είσαι δειλός!» Χαμογέλασε πονηρά. «Προτιμώ να φερθώ διπλωματικά», είπε πιάνοντας τo πόμολο της πόρτας. «Δεν πρέπει να ταράζεσαι. Είσαι ακόμη στο στάδιο της ανάρρωσης». Η Κέιτ όμως χαμογέλασε, όταν ο Ντομινίκ βγήκε και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

- 211 -


κεφάλαιο 18 Στη διάρκεια της τελετής η Νάνα στεκόταν από τη μία πλευρά του κρεβατιού και ο Ντομινίκ από την άλλη, ενώ όση ώρα διάβαζε ο ιερέας τις ευχές ο Ντομινίκ κρατούσε το χέρι της. Καλεσμένοι ήταν το προσωπικό του σπιτιού και του γραφείου του Ντομινίκ, καθώς κι ο Νάιτζελ Μπελ και η κυρία Άστινγκς που συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο από ευγνωμοσύνη για την άψογη διοργάνωση της τελετής. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος. Ο Μαξ αγριοκοίταξε τον Νάιτζελ όταν ο δεύτερος έβγαλε το κινητό του κι άρχισε να τραβάει φωτογραφίες του γαμπρού και της νύφης. Ακόμη κι ένα άτομο με θάρρος και τόλμη όπως ο Νάιτζελ κατάλαβε αμέσως τον κίνδυνο. Έτσι έβαλε γρήγορα το κινητό στην τσέπη του και η προσοχή του Μαξ στράφηκε πάλι στην τελετή. Είχε φτάσει η στιγμή που θα έμπαιναν οι βέρες. Ο ιερέας περίμενε να πάρει ο Ντομινίκ τις βέρες από το σακάκι του, έδωσε τη μία στην Κέιτ κι έγειρε προς το μέρος της ελαφρά. «Κοίταξε μέσα», της είπε χαμηλόφωνα λες και ήταν τελείως μόνοι και ο κόσμος όλος είχε συγκεντρωθεί αποκλειστικά στο πρόσωπο της Κέιτ. Εκείνη περιεργάστηκε τη χρυσή βέρα που κρατούσε και διάβασε κάτι που ήταν γραμμένο στο εσωτερικό της: Η Κάθριν αγαπάει τον Ντομινίκ. Πλάι ακριβώς υπήρχε ένα χαμογελαστό επισμαλτωμένο προσωπάκι. «Ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση», συνέχισε ο Ντομινίκ χαμηλόφωνα. «Έτσι υπέθεσα τουλάχιστον». Το χαμόγελό της ήταν ζεστό, γεμάτο αγάπη. «Τέλειο είναι». «Στη βέρα σου γράφει ο Ντομινίκ αγαπάει την Κάθριν και - 212 -


υπάρχει το ίδιο προσωπάκι. Το βλέπεις;» Της έδειξε τη βέρα που ήταν στολισμένη με τετράγωνα διαμαντάκια. «Πώς και δε γράφει “ο τάδε ανήκει στην τάδε”;» ρώτησε εκείνη χαμηλόφωνα και με σκωπτικό ύφος. «Υπέθεσα ότι αυτό ακριβώς σημαίνουν οι βέρες. Ο ένας ανήκει αποκλειστικά στον άλλο». Αυτή τη φορά φάνηκε ένα πονηρό χαμόγελο. «Ωραίο αυτό». Σκύβοντας ακόμη πιο κοντά της ο Ντομινίκ είπε κοφτά: «Κέιτ, εγώ μιλάω σοβαρά». «Αυτό έπρεπε να κάνεις, γιατί κι εγώ μιλάω πολύ σοβαρά», είπε σηκώνοντας τα φρύδια της με νόημα. Από όλα τα έντονα χαρακτηριστικά της σχέσης τους, το πιο έντονο ίσως ήταν ο παθιασμένος έρωτας τους. Ήταν κάτι αινιγματικό και εντυπωσιακό, τολμηρό, αλλά και συνεσταλμένο, ένα θαύμα που ζούσε ο Ντομινίκ μετά από τα τόσα χρόνια μοναξιάς. Η Νάνα προσποιήθηκε ότι έβηξε και τότε ο Ντομινίκ σήκωσε το βλέμμα του. «Είμαι ηλικιωμένη γυναίκα. Δε μου αρέσει ιδιαίτερα η ορθοστασία. Δεν μπορείτε να κάνετε αργότερα αυτή τη συζήτηση;» Η Κέιτ κοκκίνισε από αμηχανία. Ο Ντομινίκ έκανε κάποιο μορφασμό και προτίμησε να συγκρατηθεί για να μην προσβάλει τον ιερέα. «Συγνώμη, Νάνα. Δε σκέφτηκα ότι δεν είναι σωστό να μας περιμένετε». Μετά έγνεψε στον ιερέα να συνεχίσει την τελετή. Αυτή τη φορά τρεμόπαιξαν τα χείλη της Νάνα. Πολύ θα ήθελε να ήταν παρών σε αυτή την τελετή κι ο Ρόι. Σίγουρα θα συμπαθούσε τον Ντομινίκ. Κι ο Ρόι ήταν απρόβλεπτος όπως ο Ντομινίκ. Σήκωσε το βλέμμα της ψηλά θέλοντας να του στείλει νοερά ένα μήνυμα. Συχνά είχε κάποια επικοινωνία μαζί του. Ρόι, η εγγονούλα μας παντρεύεται έναν πολύ καλό άνθρωπο. Δε χαμογελάς κι εσύ τώρα; Όταν τελείωσε η τελετή και ο ιερέας είπε στον Ντομινίκ την κλασική φράση, «Μπορείς τώρα να φιλήσεις τη νύφη», η Νάνα περίμενε ευγενικά μέχρι να φιλήσει ο Ντομινίκ την εγγονή της και μετά είπε: «Ο παππούς σου μου ζήτησε να σου δώσω ένα φιλί». Φίλησε την Κέιτ στο μάγουλο. «Κι ένα φιλί από μένα», πρόσθεσε - 213 -


ψιθυριστά και την ξαναφίλησε. «Νάνα, μην κλάψεις, γιατί θα κλάψω κι εγώ», είπε σιγανά η Κέιτ βλέποντας τα μάτια της γιαγιάς της να βουρκώνουν. «Πες στον παππού ότι τον ευχαριστώ». «Το ξέρει». Τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της και χαμογέλασε. «Δεν ξέρω τι λέτε εσείς», είπε αλλάζοντας αμέσως θέμα, «αλλά εκείνη η σαμπάνια που ανασύρθηκε από τα βάθη της Βαλτικής με κρατάει σε αγωνία». Κοίταξε τον Ντομινίκ. «Αμέσως, Νάνα». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και εμφανίστηκε ένας σερβιτόρος του Κουίν κρατώντας ένα δίσκο με τέσσερα ποτήρια. Ο ιερέας δεν έμεινε για πολύ. Μπορεί να βοήθησε η αναχώρησή του ή ίσως το γεγονός ότι γρήγορα άδειασαν τα μπουκάλια της σαμπάνιας και το κλίμα έγινε πολύ εύθυμο. Η σαμπάνια ήταν πραγματικά τέλεια αφού είχε παραμείνει στον πυθμένα της θάλασσας περίπου διακόσια χρόνια. Η Νάνα απολάμβανε την παρέα τους, διασκέδαζε τον Νάιτζελ και άλλους με τις ιστορίες που τους διηγιόταν από τα ψαρέματα της και συνέκρινε με την ευκαιρία εμπειρίες με το διακοσμητή για τα είδη δολώματος. Εκείνος είπε ότι για το ψάρεμα της πέστροφας έφτιαχνε κάποια πολύχρωμα δολώματα. Ακόμη κι η κυρία Άστινγκς θεάθηκε να χαμογελάει πραγματικά όταν η Νάνα σχολίασε κολακευτικά την πολύ καλή δουλειά της και τα μαργαριτάρια που φορούσε. «Οικογενειακά κειμήλια είναι;» ρώτησε με μοναδική λεπτότητα η Νάνα. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στην κυρία Άστινγκς να μιλήσει εκτενώς για το ιστορικό του κολιέ της ενώ η Νάνα χαμογελούσε και κουνούσε το κεφάλι με ενδιαφέρον. Οι επί δεκαετίες ευγενικές συζητήσεις με γονείς μαθητών της που νόμιζαν ότι τα παιδιά τους ήταν σωστοί φωστήρες τη βοήθησαν να αποκτήσει πολύ καλές διπλωματικές τακτικές. Η Νάνα δεν τα έλεγε πάντα χύμα και σταράτα. Ο Ντομινίκ και η Κέιτ, αφού ήπιαν κάμποση σαμπάνια, απόλαυσαν τα υπέροχα εδέσματα του Κουίν, και έχοντας δεχτεί τα συγχαρητήρια και τις ευχές όλων των καλεσμένων τους, μίλησαν μαζί τους και μετά άνοιξαν τη δική τους συζήτηση, χαλαροί πλέον και ευτυχισμένοι που οι άλλοι μιλούσαν αναμεταξύ τους. Είχε ήδη - 214 -


βγάλει το σακάκι και τα παπούτσια του. Τώρα κρατούσε την Κέιτ στην αγκαλιά του, χαρούμενος, ήρεμος κι ευτυχισμένος που η σχέση τους επισημοποιήθηκε και τελικά έγιναν νόμιμο ζευγάρι. Ο Ντομινίκ δεν ήταν ο άνθρωπος που περίμενε για κάτι το οποίο ήθελε. Βέβαια ήταν απόλυτα φυσιολογικό που τη σημερινή του χαρά την επίσκιαζε σε κάποιο βαθμό η απώλεια του μωρού τους. Όμως τώρα η Κέιτ είναι δική μου, σκέφτηκε. Το έλεγε μέσα του και καμάρωνε. Δική μου για πάντα. Αυτό σίγουρα βοηθούσε να μετριαστεί ο πόνος του. Η Κέιτ τον κοίταξε όταν διαπίστωσε ξαφνικά ότι ο Ντομινίκ σταμάτησε να μιλάει. «Πώς νιώθεις;» Όταν είδε ότι την κοίταξε με απορία, συνέχισε: «Συγνώμη. Να το ρωτήσω αλλιώς. Είσαι καλά;» «Ναι. Και μην ανησυχείς. Απλώς σκεφτόμουν ότι τώρα θα είσαι δική μου για πάντα». Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. «Και μου αρέσει πολύ αυτό». «Δε σε αδικώ. Ξέρω τι σημαίνει για σένα να έχεις κάποιον δικό σου άνθρωπο». Χάιδεψε τα κουμπιά του πουκαμίσου του, μετά σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. «Εσύ είχες την αδερφή σου κι εγώ είχα τον παππού μου και τη Νάνα». Σταμάτησε. «Εσύ όμως πάντα ένιωθες...» «...κάποια μοναξιά», πρόσθεσε χαμηλόφωνα η Κέιτ. «Σωστά». Την κοίταξε με σοβαρό ύφος. «Μερικές φορές ένιωθες πολύ πιο έντονα τη μοναξιά». Χαμογέλασε. «Τώρα όμως δεν είμαστε μόνοι». Έβαλε το δάχτυλό του κάτω από το πιγούνι της και το σήκωσε ελαφρά. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Ναι, τώρα δεν είμαστε μόνοι», ψιθύρισε και αργά, χωρίς καμιά βιασύνη ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Με το μυαλό τους στραμμένο σε αυτό που έκαναν, άφησαν τον εαυτό τους να ζήσουν την ομορφιά και τη μαγεία της στιγμής. Μετά το φιλί τους ο Ντομινίκ κοίταξε ερευνητικά την Κέιτ. «Τι συμβαίνει; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;» Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις της Κέιτ. Ή, τουλάχιστον, την αγαπούσε - 215 -


τόσο που την παρατηρούσε πολύ περισσότερο και καταλάβαινε τις αλλαγές της διάθεσής της. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν έκανες κάτι εσύ. Από τη μία νιώθω πολύ ευτυχισμένη κι από την άλλη νιώθω ένοχη γι’ αυτό. Νομίζω ότι δεν το αξίζω ή ότι δε θα έπρεπε να είμαι τόσο...» «Μη συνεχίζεις», τη διέκοψε με ήπιο τρόπο. «Είναι ένα καινούριο ξεκίνημα. Εντάξει; Ή τουλάχιστον έτσι πρέπει να είναι. Διαφορετικά δεν πρόκειται ποτέ να τα καταφέρουμε». «Το καταλαβαίνω». Ένας σιγανός αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη της. «Έχεις δίκιο». Θέλοντας να ξεχαστεί αυτός ο αναστεναγμός όσο το δυνατόν γρηγορότερα ή να πάρει εκείνος το φορτίο πάνω του, είπε με ύφος σοβαρό: «Επίτρεψε μου να καταγράψω και να απομνημονεύσω αυτή τη στιγμή. Είπες ότι έχω δίκιο;» Χαχάνισε. «Ναι, αυτή τη φορά μόνο». «Όχι μόνο. Τώρα που είσαι δική μου και δεν μπορείς να μου ξεφύγεις, θα αρχίσω να σε εκπαιδεύω. Θα σε μάθω να δέχεσαι εντολές. Ίσως σε κάνω να καταλάβεις ότι έχω πάντα δίκιο». Κάθισε καλύτερα. «Αυτό δε θα συμβεί ποτέ». «Κι όμως, μπορεί». «Αποκλείεται». Όμως εκείνη χαμογελούσε. «Δέχεσαι να δοκιμάσουμε τρεις κι, όποιος κερδίσει δύο φορές να είναι ο τελικός νικητής;» τη ρώτησε. «Θα ορίσω εγώ τους κανόνες». «Σύμφωνοι. Παρ’ όλα αυτά δεν έχεις καμιά πιθανότητα να κερδίσεις». Κοκκίνισε. «Αυτό θα το δούμε». «Μόλις φύγει ο κόσμος», είπε και ήταν ευτυχής που δεν άρχισε πάλι τα κλάματα. Τουλάχιστον προς το παρόν. Βέβαια ήξερε κι ο ίδιος ότι κανένας από τους δύο δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει αυτό που έχασαν. Όμως απόψε δεν είχαν την ευκαιρία να παίξουν τρεις παρτίδες σκάκι για να δουν το νικητή, γιατί μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι, η Κέιτ ένιωσε αρκετά κουρασμένη. Η Νάνα την καληνύχτισε με ένα φιλί κι έφυγε με τον Μαξ, που την πήγε στο σπίτι του Ντομινίκ. Η κυρία Αστινγκς κι ο Μάρτιν φρόντισαν πριν φύγουν - 216 -


να καθαριστεί άψογα και χωρίς πολλή φασαρία ο χώρος. Ύστερα ο Ντομινίκ βοήθησε την Κέιτ να ετοιμαστεί για ύπνο και της κράτησε το χέρι μέχρι που αποκοιμήθηκε. Ο Ντομινίκ είχε να κάνει άλλα δύο τηλεφωνήματα πριν αναχωρήσουν από το Λονδίνο. Περίμενε να κοιμηθεί βαθιά η Κέιτ και μετά βγήκε από το δωμάτιό της στο διάδρομο. Ο Τζάστιν απάντησε στο τηλέφωνο με το πρώτο χτύπημα. «Χρειάζομαι τη βοήθειά σου σχετικά με το συμβόλαιο της Κέιτ με την εταιρεία CX Capital», είπε αμέσως ο Ντομινίκ. «Σε μία ή το πολύ σε δύο μέρες φεύγουμε από το Λονδίνο. Το ευχάριστο είναι ότι εδώ και πέντε ώρες είμαι παντρεμένος. Το άσχημο είναι ότι χάσαμε το μωρό μας. Η Κέιτ νοσηλεύεται στο Σεντ Μαίρη. Η γιατρός που την παρακολουθεί είπε ότι η Κέιτ μπορεί να ταξιδέψει για την πατρίδα μεθαύριο». «Λυπάμαι για το μωρό. Φαντάζομαι πόσο θα σας κόστισε». «Σωστά. Είναι δράμα η κατάσταση». Ακολούθησε σιωπή. Βαριά και επώδυνη. Ο Τζάστιν, φανερά αμήχανος, μίλησε πρώτος. «Ελπίζω να μην σε ενοχλώ που θα σε συγχαρώ για το γάμο σας. Ξέρω ότι η Κέιτ είναι...» Δίστασε να συνεχίσει καθώς απέρριπτε όλες τις λέξεις που είχαν σχέση με την αγάπη, μιας και ήξερε το ιστορικό του Ντομινίκ, «...σημαντική για σένα». Κάτω από διαφορετικές συνθήκες ο Τζάστιν θα έκανε ένα δυο πιπεράτα σχόλια για τον Ντομινίκ και το γάμο. «Ευχαριστώ και εκτιμώ τα λόγια σου», είπε ο Ντομινίκ, λες και δεν ένιωθε την αμηχανία του Τζάστιν. «Εδώ και καιρό ήθελα να παντρευτώ την Κέιτ. Αν πρέπει να παρέμβουν οι νομικοί μας σύμβουλοι για την εταιρεία CX Capital, ενημέρωσε τον Ρόσκο», είπε ψυχρά και επανήλθε στο σκοπό του τηλεφωνήματος του. «Αν χρειαστείς κάτι περισσότερο από νομικούς συμβούλους ή αν πρέπει να μιλήσω σε κάποιον, να με ενημερώσεις». «Δε νομίζω ότι θα αντιμετωπίσουμε προβλήματα», είπε ο Τζάστιν μιμούμενος αμέσως το επαγγελματικό ύφος του Ντομινίκ. «Ο Μπιλ είναι εντάξει τύπος. Θα του εξηγήσω πώς έχει η κατάσταση. Θα δείξει κατανόηση. Αν υπάρχει κάτι άλλο στο οποίο θα μπορούσα να βοηθήσω...» - 217 -


«Σ’ ευχαριστώ. Αυτό είναι το μόνο που θα ήθελα τώρα». Ξαφνικά ο Ντομινίκ φάνηκε ότι ήταν κουρασμένος. «Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα για να μάθω αν όλα εξελίχθηκαν ομαλά. Χαιρετώ». Όταν ο Τζάστιν μίλησε στην Τζοάνα, η αντίδρασή της σχετικά με την αποβολή της Κέιτ ήταν απόλυτα φυσιολογική και καθαρά γυναικεία. Έδειξε απόλυτη κατανόηση και λυπήθηκε ειλικρινά και απεριόριστα. «Τι κρίμα! Σίγουρα η Κέιτ είναι καλά; Μήπως θέλει κάποιον να της κρατάει συντροφιά; Δεν υπάρχει πιο οδυνηρό πράγμα από το να περιμένεις παιδί και να το χάνεις. Ενημέρωσέ με αν μπορώ να κάνω κάτι να βοηθήσω». Αν δεν ήταν τόσο πολύ τσακισμένος ο Ντομινίκ μπορεί να χαμογελούσε σκεπτόμενος τις διαφορετικές αντιδράσεις των δύο φύλων. Τελικά δήλωσε σε φιλικό τόνο, όσο φυσικά του επέτρεπαν οι περιστάσεις: «Σ’ ευχαριστώ, Τζοάνα. Όμως και οι δυο μας μπορούμε λίγο πολύ να αντιμετωπίσουμε τον πόνο μας. Το παρήγορο που μας δίνει λίγη χαρά είναι ότι εδώ και πέντε ώρες είμαστε παντρεμένοι». «Παντρεμένοι! Υπέροχα! Θα αποφύγω να κάνω το κλασικό σχόλιο για τη μελλοντική σας οικογένεια, αλλά είμαι σίγουρη ότι ξέρεις τι σκέφτομαι». «Το γνωρίζω. Αύριο ή το πολύ μεθαύριο φεύγουμε από το Λονδίνο. Απλώς τηλεφώνησα για να σας ενημερώσω. Αυτή την ώρα η Κέιτ κοιμάται. Θα της πω ότι μιλήσαμε. Μου επέτρεψε να σου ανακοινώσω την αποχώρησή της. Εντάξει;». «Ναι. Φυσικά». «Θα πω στην Κέιτ ότι ταράχτηκες με αυτά που έμαθες. Πάντως σε παρακαλώ δέξου την εκτίμησή μου στο πρόσωπό σου για την κατανόηση που έδειξες». Σταμάτησε για λίγο και ήταν ολοφάνερη στη φωνή του η εξάντλησή του όταν πρόσθεσε: «Κατά καιρούς μπορείς να περιμένεις μερικούς νέους πελάτες. Και δεν προσπαθώ απλώς να ωραιοποιήσω τα πράγματα. Είσαι όντως καλή». «Ευχαριστώ. Είσαι πολύ ευγενικός. Όμως πριν κλείσεις το τηλέφωνο, θα ήθελα να έρθω να δω την Κέιτ, αν δεν υπάρχει πρό- 218 -


βλημα». Καλύτερα να μην έρθεις και τα κάνεις θάλασσα. «Είμαι σίγουρος ότι η Κέιτ θα ήθελε να σε δει», είπε ο Ντομινίκ γιατί τώρα η Κέιτ ήταν γυναίκα του. Τώρα μπορούσε να χειριστεί πολλές καταστάσεις, αφού γνώριζε τη μονιμότητα του δεσμού του. «Θα πω στην Κέιτ ότι θα περάσεις να τη δεις». Έχοντας κάνει τα δύο αυτά απαραίτητα τηλεφωνήματα, ο Ντομινίκ επέστρεψε στο θάλαμο της Κέιτ και για την επόμενη μία ώρα ασχολήθηκε με τα ηλεκτρονικά μηνύματα του. Ύστερα φόρεσε το παντελόνι της πιτζάμας και ένα φανελάκι που είχε φροντίσει να του φέρει ο Μάρτιν και ετοίμασε το κρεβάτι του για να ξαπλώσει. Έμεινε για λίγο σκεπτικός και ακίνητος, κοίταζε την Κέιτ και αναρωτιόταν αν θα την ξυπνούσε στην προσπάθειά του να ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι μαζί της. Χαμογέλασε κουρασμένα. Και να σκεφτεί κανείς ότι η αποψινή νύχτα ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους! Ένας άριστός αθλητής της γιόγκα δε θα τα κατάφερνε καλύτερα από εκείνον. Με αργές και προσεχτικές κινήσεις ξάπλωσε πλάι της, έβαλε το χέρι του κάτω από το κεφάλι της και με ήπιες κινήσεις το ακούμπησε στο στήθος του. Εκείνη άφησε έναν αναστεναγμό και ζάρωσε καλύτερα πάνω του. Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. Πιο θεσπέσιος ήχος από αυτό τον αναστεναγμό της δεν υπήρχε για εκείνον. Την επόμενη κιόλας στιγμή τον είχε πάρει ο ύπνος.

- 219 -


κεφάλαιο 19 Το επόμενο πρωί η Κέιτ ένιωθε τόσο καλά που ήταν έτοιμη να φύγει. Όμως η δόκτωρ Φούλερ επέμενε ότι έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο για μία ακόμη ημέρα. Έτσι ο Ντομινίκ έμεινε, γιατί δεν ήθελε να την αφήσει ούτε στιγμή από τα μάτια του. Ο Κουίν φρόντισε να τους φέρει πρόγευμα. Ο Μάρτιν έφερε ρούχα και για τους δύο, ενώ η Νάνα και ο Λίο ήρθαν λίγο μετά τις δέκα. «Ήρθα να σου πω μια καλημέρα και να μάθω πώς είσαι», είπε η Νάνα. «Νιώθω πολύ καλά, θέλω να φύγω, αλλά η γιατρός δε μου το επιτρέπει. Αύριο όμως είμαι ελεύθερη για αναχώρηση», είπε η Κέιτ, που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Η Νάνα γύρισε στον Ντομινίκ. «Μετά; Τι θα κάνετε μετά;» «Το αεροπλάνο είναι έτοιμο. Εγώ απλώς περιμένω να νιώσει καλύτερα η Κέιτ». «Μα είμαι καλά. Κι αυτή τη στιγμή που μιλάμε». «Μήπως θα ήταν καλύτερα να περιμένουμε να δούμε πώς θα είσαι απόψε; Μέσα στην ημέρα μπορεί να νιώσεις κάποια μικρή έστω αδιαθεσία που σταδιακά να χειροτερέψει». «Μπορώ να κοιμηθώ και στο αεροπλάνο». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Ακούγεσαι πανέτοιμη για αναχώρηση». «Είμαι». Η Νάνα έστρεψε το βλέμμα της προς τον Ντομινίκ που καθόταν πλάι στο τραπέζι με ό,τι είχε απομείνει από το πρόγευμά τους. «Εσύ θα μείνεις εδώ όλη τη μέρα;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Και φεύγετε αύριο;» - 220 -


«Μπορεί. Όλα θα εξαρτηθούν από την Κέιτ». «Μάλλον αύριο θα φύγετε», είπε η Νάνα, χαρίζοντας ένα πονηρό χαμόγελο στην εγγονή της. «Σε αυτή την περίπτωση, Κέιτ, και αν δεν έχεις αντίρρηση, ο Λίο θα με πάει μια γρήγορη βόλτα στα μουσεία της πόλης. Λέει ότι μπορεί να τα καταφέρει σε τέσσερις ώρες». «Να μη βιαστείς, Νάνα. Ο Ντομινίκ θα μείνει εδώ να μου κρατήσει συντροφιά, σωστά;» Εκείνος χαμογέλασε. «Δε νομίζω ότι θα υπήρχε καλύτερο πράγμα να κάνω από αυτό». Πέντε λεπτά αργότερα έμειναν πάλι μόνοι και ο Ντομινίκ την κοίταζε καθώς σέρβιρε καφέ στο φλιτζάνι του. «Θέλεις κι εσύ λίγο;» Έριζε στο φλιτζάνι και τέσσερις κύβους ζάχαρη και ακούμπησε την πλάτη του στη ράχη της καρέκλας. «Η Νάνα πρέπει να λατρεύει τα μουσεία». «Δεν ξέχασε ποτέ το ρόλο της δασκάλας. Το θεωρεί πνευματική υποχρέωσή της», είπε η Κέιτ χαμογελώντας. «Της αρέσει, βέβαια, η ζωγραφική, αλλά τα μουσεία τα λατρεύει. Είτε πέντε είτε δέκα μουσεία υπάρχουν στην πόλη, η Νάνα θα φροντίσει να τα επισκεφθεί. Σίγουρα όμως δεν έχει αντίρρηση ο Λίο;» «Καμία. Κι αυτός στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη ζωγραφική, οπότε θα είναι πολύ καλός ξεναγός». «Ζωγραφίζει ο Λίο;» «Και μάλιστα είναι πολύ καλός». «Αλήθεια;» «Ναι. Πέρσι διοργάνωσε ατομική έκθεση στο Σίντνεϊ και πούλησε όλα τα έργα του». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Μήπως εσύ ήσουν ο αγοραστής τους;» «Κι όμως, χρειάστηκε να τσακωθώ με δυο άτομα για να μπορέσω να αγοράσω έναν πίνακά του. Ζωγραφίζει υπέροχα τοπία με εντυπωσιακές λεπτομέρειες. Σαν φωτογραφίες είναι οι πίνακές του. Πολύ εντυπωσιακοί. Ο πίνακας που αγόρασα βρίσκεται στην τραπεζαρία του σπιτιού μου στο Χονγκ Κονγκ». «Δεν τον είδα». «Ήταν στη μικρή τραπεζαρία». Έσμιξε τα φρύδια του. «Η μητέρα μου προτιμάει την επίσημη τραπεζαρία». «Α, μάλιστα. Κατάλαβα». - 221 -


«Είσαι πολύ γλυκιά, μωρό μου». «Είμαστε μία μέρα παντρεμένοι κι ακόμη σου συμπεριφέρομαι με τον καλύτερο τρόπο». Ο Ντομινίκ γέλασε. «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχω το νου μου;» «Όχι εσύ, αλλά η μητέρα σου. Χρειάζεσαι κάποιον για να σε προστατεύει απ’ αυτήν». «Έχω την εντύπωση ότι άρχισες να γίνεσαι κέρβερος». «Φυσικά». Λύγισε τα δάχτυλα και σήκωσε τα χέρια της προς το μέρος του για να μιμηθεί επιτιθέμενο αιλουροειδές συνοδεύοντας τη χειρονομία με ένα μουγκρητό. Ο Ντομινίκ γέλασε. «Μου αρέσει το θέαμα. Τι λες, να καλέσουμε τη μητέρα μου στη γαμήλια δεξίωση που θα δώσουμε μόλις επιστρέφουμε στην πατρίδα;» Μόλις είδε το μορφασμό της Κέιτ, το ύφος του Ντομινίκ μαλάκωσε. «Μην ανησυχείς, μωρό μου. Δε θα την αφήσω να σε πλησιάσει. Αρκετά έχεις περάσει για να την υποστείς κι αυτήν. Άφησε τη σ’ εμένα». «Πολύ θα ήθελα να είχα τη Νάνα κοντά μου», είπε η Κέιτ χαμογελώντας διατακτικά. «Δε χρειάζεσαι τη Νάνα αφού έχεις εμένα. Κανένας, ούτε η μητέρα μου, δεν πρόκειται ποτέ να σε βλάψει». Δεν της είπε, Είμαι ικανός να σκοτώσω άνθρωπο για σένα, γιατί δεν ήθελε να την αναστατώσει. Όμως εκείνος δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό. «Τελικά τι θέλεις να κάνουμε;» τη ρώτησε και πήρε το τηλεχειριστήριο από το τραπέζι. «Πάμε έναν περίπατο στο διάδρομο. Βαρέθηκα να είμαι συνέχεια ξαπλωμένη». Έπιασε τον Ντομινίκ από το μπράτσο και πήγαν μέχρι το κατάστημα με τα δώρα. Εκεί η Κέιτ αγόρασε μερικά περιοδικά και σοκολάτες. Επιστρέφοντας στο θάλαμό της, ο Ντομινίκ κούνησε την τσάντα με τα πράγματα που αγόρασε. «Μάλλον νιώθεις καλύτερα. Βλέπω, ψώνισες κάμποσες σοκολάτες». «Κι εγώ δεν είμαι... σοκολάτα;» Γέλασε. «Ναι, μωρό μου, είσαι». Της έκλεισε πονηρά το μάτι. «Χαίρομαι που συνήλθες. Ευχαρίστως, πάντως, θα έτρωγα κι εγώ - 222 -


μια σοκολάτα με γέμιση». «Βλέπω ότι κι εσένα σ’ αρέσει ή σοκολάτα». «Όχι ιδιαίτερα.. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» Χαμογέλασε. «Και πριν απαντήσεις, να θυμηθείς ποιος έχει τον πρώτο λόγο». Έσφιξε τη γροθιά της και του έδωσε μια δυνατή μπουνιά. «Οχ!» Έριξε μια ματιά στο ζευγάρι που περνούσε δίπλα τους και είχε σταθεί κοιτάζοντάς τους με απορία. Μετά γύρισε προς την Κέιτ χαμογελώντας με νόημα. «Ήρθε η ώρα για παιχνίδια;» Την επόμενη στιγμή τη σήκωσε ψηλά και έκανε ένα μορφασμό στο ζευγάρι που εξακολουθούσε να τους κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Α, μας συγχωρείτε, αλλά πάλι δεν πήρε τα χάπια της», είπε καθώς τους προσπερνούσαν. «Το παθαίνει συχνά». «Σου αρέσει να προκαλείς τους ανθρώπους», είπε η Κέιτ θυμωμένη χαχανίζοντας, ενώ τον έσφιγγε δυνατά μέσα στην αγκαλιά της. «Έτσι είμαι πάντα, μωρό μου», είπε χαμηλόφωνα και έβαλε τη μύτη του μέσα στα μαλλιά της να απολαύσει το άρωμά τους. «Γι’ αυτό να προσέχεις και να μην κάνεις αστεία μ’ εμένα μπροστά σε κόσμο». «Δε με νοιάζει». Τον κοίταξε χαμογελώντας πλατιά. Το τρεμόπαιγμα των βλεφάρων της δεν έπαψε ποτέ να τον κάνει να σκέφτεται πόσο τυχερός ήταν. Ούτε μπορούσε να ξεχάσει πώς μια μάλλον αναπάντεχη αλλά μαγική βραδιά στο Χονγκ Κονγκ άλλαξε τη ζωή του. «Εμείς οι δυο ταιριάζουμε τέλεια», είπε με βελούδινη φωνή. «Είμαστε το τέλειο ζευγάρι». Τα μάτια της βούρκωσαν. Φίλησέ με», ψιθύρισε. «Τώρα!» «Και να φανταστείς ότι όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε ένα θεότρελο κόσμο!» Συγκρότησε τα δάκρυά της και κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Σταμάτησε και τη φίλησε μπροστά σε καμιά δεκαριά άτομα που περίμεναν έξω από το ασανσέρ. Όμως ο Ντομινίκ ούτε που τους πρόσεξε. Ούτε εκείνη. Επειδή η Κέιτ ήταν ο κόσμος του και εκείνος ο δικός της. Μόλις απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλο, άκουσαν χειρο- 223 -


κροτήματα. Ο Ντομινίκ γύρισε να δει τι συνέβη. «Είμαστε νιόπαντροι», τους εξήγησε χαμογελώντας. «Εννοεί ότι τελικά κατάφερα και τον τύλιξα», είπε η Κέιτ χαμογελώντας πονηρά. «Βέβαια, δεν ήταν και πολύ εύκολο». «Της αρέσει να αστειεύεται. Χρειάστηκε να δείρω το φίλο της και να την κλέψω», είπε ο Ντομινίκ καθώς απομακρύνονταν. «Τρελοαμερικ��νοι!» σχολίασε κάποιος. Ένας ηλικιωμένος χαμογελούσε βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να απομακρύνεται. «Τον ζηλεύω τον νεαρό. Κι αν κατάλαβα καλά από την προφορά του, μάλλον κατάγεται από την Καλιφόρνια». «Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν έχει καθόλου τρόπους», είπε μια αδύνατη κυρία που παρακολουθούσε τη σκηνή σφίγγοντας από αποστροφή τα χείλη της. «Είδατε και τις παντόφλες;» «Θα μου το πληρώσεις αυτό», είπε η Κέιτ θυμωμένη. «Επιτρέπεται να με εκθέτεις έτσι; Μήπως πρέπει να ζητήσω διαζύγιο;» «Έτσι φέρονται οι ερωτευμένοι, μωρό μου. Αλήθεια, μήπως θέλεις να σου γράψω και κανένα ερωτικό στιχάκι;». «Να μου λείπει». «Μήπως να πληρώσω κάποιον άλλο να το κάνει;» «Σκέφτηκες μήπως ότι είναι προτιμότερο να μου χαμογελάς όπως τώρα για να ξεχάσω ότι με φέρνεις σε δύσκολη θέση;» Θα μπορούσε, βέβαια, να της θυμίσει ποιος ξεκίνησε αυτό το αστείο, αλλά δεν το έκανε. «Μωρό μου, σε ευχαριστώ. Εκτιμώ την κατανόησή σου». «Με μπέρδεψες. Τι ακριβώς θέλεις;» «Να σε έχω για πάντα στην αγκαλιά μου». Τη σήκωσε λίγο πιο ψηλά. «Δε ζητάω πολλά», είπε χαμογελώντας. «Είναι πολύ απλό αυτό που θέλω. Όλα τα υπόλοιπα θα τα συζητήσουμε». «Εντάξει». Χωρίς δισταγμό. Και με ένα τεράστιο χαμόγελο. Το βλέμμα του έδειξε την ικανοποίησή του. «Είσαι έξυπνη κοπέλα». Μόλις επέστρεψαν στο θάλαμό της, η Κέιτ αποδείχτηκε ότι δεν ήταν τόσο δυνατή όσο νόμιζε. - 224 -


Κοιμήθηκε πολλές ώρες, ενώ ο Ντομινίκ ασχολιόταν με τον υπολογιστή του. Πότε-πότε την κοίταζε για να βεβαιώνεται ότι ανασαίνει φυσιολογικά, γιατί ακόμη δεν είχε ξεχάσει την αγωνία που έζησε μέσα στο χειρουργείο. Ούτε ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε ποτέ να την ξεχάσει. Το απόγευμα επέστρεψαν η Νάνα και ο Λίο έχοντας πολλά να διηγηθούν για τις επισκέψεις τους σε μουσεία και γκαλερί. Λίγο αργότερα κατέφθασε κι ο Μαξ με κάποια έγγραφα για τον Ντομινίκ, ενώ πέρασε και η Τζοάνα μετά τη δουλειά της. Όταν ο Κουίν έφερε το βραδινό φαγητό τους, η Τζοάνα έμεινε και έφαγε μαζί τους. Ήταν ένα ευχάριστο βράδυ. Το φαγητό εξαίσιο όπως πάντα, το κρασί από το κελάρι του Ντομινίκ καταπληκτικό και το θέμα συζήτησης η επιστροφή τους στην πατρίδα. Η Τζοάνα έδειχνε απόλυτα ευχαριστημένη από τη συμφωνία της με τον Ντομινίκ. Και όταν παρέδωσε στην Κέιτ μια επιταγή με το πενήντα τοις εκατό της αξίας της εταιρείας τους, η Κέιτ έριξε μια ματιά στο ποσό και είπε: «Δεν είναι δυνατόν! Είναι πάρα πολλά χρήματα. Ντομινίκ, εξήγησέ της!» του είπε δείχνοντάς του την επιταγή. «Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό το ποσό». Ο Ντομινίκ κοίταξε την επιταγή. «Είσαι σίγουρη;». «Φυσικά. Ξέρω πόσα χρήματα είχαμε στην τράπεζα». Ο Ντομινίκ μίλησε στην Τζοάνα με σοβαρό ύφος. «Μήπως θα ήταν καλύτερα να στείλεις μια άλλη επιταγή αργότερα;» Μετά απευθύνθηκε στην Κέιτ. «Ποιο ποσό κατά τη γνώμη σου είναι το σωστό;». «Το ένα τρίτο από αυτό». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε στην Τζοάνα. «Εντάξει. Και πάρε υπόψη σου ότι δε θέλω να αντιδικώ με την Κέιτ σε οικονομικά θέματα», είπε σηκώνοντας με νόημα τα φρύδια του. «Στα οικονομικά η Κέιτ είναι αυθεντία». Κοίταξε τις δυο γυναίκες. «Είστε ευχαριστημένες κι οι δύο;» Δεδομένου ότι ο Μαξ είχε δώσει την επιταγή του Ντομινίκ στην Τζοάνα, ήξερε καλά ποιο παιχνίδι παιζόταν τώρα. Η Νάνα δε συμμετείχε σε αυτό το παιχνίδι αλλά δεν ήταν και τόσο αφελής για να μην καταλάβει ότι σε αυτή την υπόθεση είχε βάλει το χεράκι του ο Ντομινίκ. Πάντως, επειδή ήταν προφανές ότι φρό- 225 -


ντιζε ώστε να μη χρειαστεί η Κέιτ να παραμείνει άλλο στο Λονδίνο, συμφωνούσε απόλυτα με τους χειρισμούς του. Η Νάνα κι ο Ντομινίκ πίστευαν ότι η Κέιτ έπρεπε να επιστρέφει στην πατρίδα και δε δέχονταν αντιρρήσεις. Αν όμως η Κέιτ ήθελε να μείνει στο Λονδίνο, η Νάνα δε θα την εμπόδιζε. Ευτυχώς τέτοιο θέμα δεν τέθηκε.

- 226 -


κεφάλαιο 20 Την επόμενη μέρα η γιατρός άργησε να περάσει να δει τους ασθενείς. Αφού περίμεναν κάμποση ώρα, ο Ντομινίκ πήγε και ρώτησε τις νοσοκόμες, οι οποίες τον ενημέρωσαν ότι ήταν απασχολημένη με δύο επείγοντα περιστατικά. «Θα περάσει να σε δει μόλις μπορέσει», εξήγησε ο Ντομινίκ στην Κέιτ όταν γύρισε στο θάλαμό της. «Παρουσιάστηκαν κάποια επείγοντα περιστατικά». Έσμιξε τα φρύδια και της έγνεψε προς την καρέκλα. «Μην πηγαινοέρχεσαι συνέχεια. Κάθισε». Η Κέιτ ζάρωσε τη μύτη της. «Νιώθω πολύ καλά». «Κάθισε! Δε θέλω να παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα την τελευταία στιγμή». «Μη μου μιλάς με αυτό το ύφος, σαν αφέντης!» είπε εκείνη χαμογελώντας. «Τουλάχιστον όχι ακόμη». «Κέιτ, δεν είσαι εντελώς καλά». Την κοίταξε με αγωνία. «Δε συμφωνείς;» «Ξεχνάς ότι η γιατρός είπε πως λόγω της νεαρής ηλικίας όλα γιατρεύονται γρήγορα; Νιώθω θαυμάσια. Όμως, αν είναι να με αγριοκοιτάζεις έτσι, θα καθίσω. Το κάνω για χάρη...» «...για να με ευχαριστήσεις;» ρώτησε με ήπιο τόνο. «Θα έλεγα μάλλον, για να μη σε απογοητεύσω τώρα που αποφάσισα να φύγω από τα Λονδίνο». Ο Ντομινίκ γέλασε. «Είμαι τυχερός τελικά. Έχω κάποια ατράνταχτα επιχειρήματα... για λίγο καιρό». «Σωστά. Για λίγο καιρό ακόμη». Παρ’ όλα αυτά κάθισε, σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της και του χάρισε ένα χαμόγελο. «Μπορείς να απολαύσεις τη νίκη σου για λίγο ακόμη». Έκανε μια χειρονομία, σαν να τραβούσε φωτογραφία, και χα- 227 -


μογέλασε. «Ας απολαύσω, λοιπόν, τη στιγμή. Μεγάλα αθώα μάτια, συγκαταβατικό ύφος. Μέχρι κι ο Μάρτιν συνωμότησε μαζί σου και έφερε αυτή την υπέροχη λευκή μπλούζα και την εμπριμέ φούστα». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Σίγουρα αισθάνεσαι καλά; Μήπως είσαι ζεστή, μήπως νιώθεις κάποιον πόνο;» «Μη με κάνεις να γελάσω. Είμαι πάρα πολύ καλά». «Είσαι σίγουρη;» «Μα τι είμαι, κανένα μωρό, που δεν μπορώ να ξέρω τι μου συμβαίνει;» «Μωρό μου, ίσως θέλεις τόσο πολύ να φύγεις από το νοσοκομείο, που δε μου λες όλη την αλήθεια». Μόλις είδε ότι τα λόγια του την εκνεύρισαν, πρόσθεσε: «Εντάξει. Σε πιστεύω, μωρό μου. Είσαι καλά. Όντως είσαι καλά». «Ντομινίκ, θέλω να φύγουμε», ψέλλισε. Η θλίψη στο βλέμμα της του ράγισε την καρδιά. «Μωρό μου, λυπάμαι πολύ». Γονάτισε μπροστά, της και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. «Δεν πρέπει να είμαι καθόλου πιεστικός μαζί σου. Μόλις μας δώσει την άδεια η γιατρός, θα μαζέψουμε τα πράγματά μας και θα φύγουμε». Πλησίασε περισσότερο και τη φίλησε στο μάγουλο. «Θα έλεγα να βρούμε κάτι να ασχοληθούμε μέχρι να έρθει η γιατρός. Για να ξεχαστούμε. Να διώξουμε κάθε άσχημη σκέψη μας». Η Κέιτ έμεινε σιωπηλή για κάμποσο και ο Ντομινίκ μετάνιωνε που της φέρθηκε λίγο απότομα. «Εντάξει», είπε τελικά και τότε η καρδιά του άρχισε πάλι να λειτουργεί κανονικά. «Να ξεφυλλίσουμε τα περιοδικά;» ρώτησε με φωνή απαλή. «Ή μήπως να δούμε τηλεόραση; Θέλεις μήπως να δούμε τα έγγραφα που μου έφερε ο Μαξ;». «Ναι, δείξε μου τα έγγραφα». Τον κοίταζε ίσια στα μάτια. Ήταν φανερό ότι είχε πονέσει. Όμως τώρα πια αντιμετώπιζε την πραγματικότητα με ρεαλισμό και αυτό τον χαροποιούσε. Αλλά κι εκείνος, όταν βρισκόταν δίπλα της, ένιωθε πάντα το ηθικό του αναπτερωμένο. «Είσαι σίγουρη;» ρώτησε ήρεμα, γιατί δεν ήθελε να την πληγώσει για δεύτερη φορά μέσα σε δύο λεπτά. - 228 -


«Είπες ότι θα μου μάθεις να γίνω αδίστακτη επιχειρηματίας». Στον τόνο της φωνής της υπήρχε ακόμη μια χροιά θλίψης. «Αν έλεγες ότι ήθελες να μου μάθεις πώς να γίνω... χοντρόπετση, θα έλεγα ότι είναι μάλλον αργά». Για κλάσματα δευτερολέπτου χαμογέλασε. «Το να γίνω αδίστακτη έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Χρειάζομαι μαθήματα. Έχεις χρόνο;» Για μια στιγμή ένιωσε ότι του χάρισαν τα κλειδιά του παραδείσου και ένα σωρό εικόνες πέρασαν από μπροστά του με την Κέιτ να είναι στο πλευρό του, ως συνεργάτιδά του. «Φυσικά και έχω χρόνο», είπε χαρούμενος. «Πάω να φέρω τα έγγραφα». Την επόμενη μισή ώρα ο Ντομινίκ μιλούσε στην Κέιτ για δύο συμφωνίες που επεξεργαζόταν. Η μία αφορούσε μια νεοϊδρυθείσα εταιρεία λογισμικού και η άλλη ένα δίκτυο τηλεπικοινωνιών στην Ινδία που απαιτούσε πολύ λεπτούς χειρισμούς στις επαφές του με την κυβέρνηση. Σαν δάσκαλος ο Ντομινίκ ήταν καλός. Αναλυτικός, υπομονετικός, ενημερωμένος. Αλλά και η Κέιτ δεν είχε άδικα αποκτήσει τη φήμη του αιλουροειδούς στα οικονομικά θέματα. Ήταν άτομο που έμπαινε αμέσως στο νόημα κι έτσι δε χρειαζόταν να επαναλαμβάνει τα όσα της έλεγε. Όταν ο Ντομινίκ έφτασε στην τελευταία σελίδα του εγγράφου, του είπε: «Δεν είναι καθόλου άσχημη η συμφωνία. Την εγκρίνω. Βέβαια, εγώ στη θέση σου θα σκεφτόμουν να την αναλάβω η ίδια χωρίς μεσάζοντες και θα γλίτωνα τις προμήθειες». «Με τον Νάρεν συνεργάζομαι αρκετά χρόνια». «Έτσι εξηγείται η αστρονομική αμοιβή του. Είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι συνηθίζεται. Αν δε θέλεις να στενοχωρήσεις ο ίδιος κάποιο συνεργάτη σου, θα μπορούσες να βάλεις έναν άλλο να του τονίσει την απόκλιση». «Θέλεις να το αναλάβεις εσύ;» «Φυσικά. Μπορώ να προστατεύσω άριστα τα συμφέροντά σου». Έκανε κάποιο μορφασμό. «Με τον Νάρεν πηγαίνουμε μαζί για ιστιοπλοΐα. Κατά καιρούς συμμετέχουμε στην ίδια ομάδα». «Το καταλαβαίνω. Και δεν υπάρχει πρόβλημα. Άλλωστε μπορείς να του δώσεις ό,τι ζητάει». Χαμογέλασε. «Βέβαια είμαι σίγουρος ότι μελλοντικά θα με - 229 -


βοηθήσεις να αυξήσω τα κέρδη μου». Έγειρε την πλάτη της στη ράχη της καρέκλας, άνοιξε την αγκαλιά της διάπλατα και χαμογέλασε. Η θλίψη από το βλέμμα της είχε σβήσει. «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο». «Καλώς όρισες στην εταιρεία μου, κυρία Κνάιτ». Έγειρε προς το μέρος της και τη φίλησε. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ευτυχισμένο με κάνεις. Δε θέλω να είμαι ούτε λεπτό μακριά σου». «Μπορεί να κουραστείς να με έχεις συνέχεια μέσα στα πόδια σου. Σοβαρά μιλάω, Ντομινίκ». «Κι εγώ μιλάω σοβαρά. Μέχρι πριν από λίγο καιρό νόμιζα ότι δεν υπάρχει ευτυχία. Τώρα όμως έχω αλλάξει γνώμη». «Αυτό είναι ευχάριστο». Τον κοίταξε λοξά. «Κάτι ανάλογο ίσχυε και μ’ εμένα». «Ξέχασέ τα». Γέλασε. «Γυρίζουμε σελίδα. Ξεχνάμε τα παλιά». «Επίσης δε θεωρώ ότι είμαστε κι οι δυο τρελοί. Οι καταστάσεις μάς κάνουν έτσι». Το χαμόγελό της ήταν μαγικό. «Έτσι ακριβώς», είπε εκείνος. «Πολύ λογική η ερμηνεία σου για εμάς τους δυο». Ξαφνικά η Κέιτ συννέφιασε στο άκουσμα της λέξης εμάς. Η απόγνωση την κυρίευσε πάλι. «Ντομινίκ, πρέπει να μου χαρίσεις ένα παιδί», ψέλλισε. «Σύντομα μάλιστα. Έτσι θα πάψουμε να είμαστε μόνοι». Εκείνος πάγωσε κι ένα μούδιασμα απλώθηκε σε ολόκληρη την πλάτη του και τον παρέλυσε. Σύντομα. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί. Χρειαζόταν χρόνο. «Πρέπει να μου το υποσχεθείς». Η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη και ο τόνος της φωνής της επιτακτικός.«Πρέπει». Δεν μπορώ να το διακινδυνεύσω! «Ναι. Φυσικά», είπε, γνωρίζοντας ότι θα της έκανε όλα τα χατίρια προκειμένου να τη δει να χαμογελάει πάλι. Τη σήκωσε και την έβαλε να καθίσει στα γόνατά του. «Εσύ θα μου πεις πότε είσαι έτοιμη». Ήταν αποφασισμένος να προσλάβει όλη την αφρόκρεμα του ιατρικού κόσμου, να τους εγκαταστήσει κοντά στο σπίτι τους και στην ανάγκη να αγοράσει τα σπίτια μιας ολόκληρης γειτονιάς για να βρίσκονται συνέχεια στο πλευρό της ώστε να μην κινδυνεύσει πάλι η Κέιτ. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Θα σου στείλω τη σχε- 230 -


τική... πρόσκληση», είπε με ψιθυριστή, τρεμάμενη φωνή. Χάιδεψε το κάτω χείλι της με το δάχτυλό του και χαμογέλασε. «Θα την περιμένω». Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα. «Δε σκοπεύω να κλαίω συνέχεια». Τα χείλη της τρεμόπαιξαν. «Αλήθεια σου λέω. Σου το υπόσχομαι». «Πάμε να φύγουμε από εδώ», είπε αποφασιστικά ο Ντομινίκ. «Δε χρειάζεται να περιμένουμε άλλο τη γιατρό. Θα της αφήσω κάποιο μήνυμα». «Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο;» Τη χαροποίησε τόσο πολύ αυτή η προοπτική, που ήταν ικανός να χτίσει μια ολόκληρη πυραμίδα μόνος του για να την ικανοποιήσει. «Φυσικά και μπορούμε. Αν χρειαστούμε γιατρό έχουμε τον Γκας». Σηκώθηκε από την καρέκλα κρατώντας τη στα χέρια. «Όταν ήρθες δεν είχες μαζί σου τσάντα, σωστά;» Ξαφνικά το ύφος της έγινε αποφασιστικό. «Δε συνηθίζω να κρατάω τσάντα. Σε ποια άλλη πήγε το μυαλό σου;» Γέλασε. «Συγνώμη. Δε θα το ξανακάνω. Ορκίζομαι. Άλλωστε δεν παντρεύτηκα καμιά άλλη. Σωστά;» Μόλις τελείωσε τη φράση του η Κέιτ ήταν έτοιμη πάλι να εκραγεί. «Με ρώτησε για τη σχέση μας η Τζούλια». Ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του. «Της τα εξήγησα όλα. Κέιτ, είσαι ο έρωτας της ζωής μου. Και θα είσαι πάντα. Γι’ αυτό ξέχνα διάφορα πράγματα που συνέβαιναν στο παρελθόν». «Θα το προσπαθήσω». Χαμογέλασε διστακτικά. «Και να θυμάσαι ότι οι εμμονές μπορεί να είναι επικίνδυνες». «Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό, κυρία Κνάιτ. Σε ευχαριστώ πολύ. Όμως κι εσύ να θυμάσαι», είπε, «ότι η ζήλια είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Είμαι πολύ αυστηρός σε αυτά και αν τυχόν δε συμπεριφέρεσαι σωστά, θα μαυρίσω τον ωραίο πισινό σου». Αυτή τη φορά το χαμόγελό της ήταν πλατύ. «Τότε να προσπαθήσω να είμαι καλό κορίτσι». «Να προσπαθήσεις;» Δεν ύψωσε τη φωνή του, αλλά δε χρειάστηκε. Τον κοίταξε με αγέρωχο βλέμμα. «Θα προσπαθήσω κι εγώ όσο κι εσύ. Πώς σου φαίνεται αυτό;» - 231 -


Μαλάκωσε κάπως. «Αυτό μπορώ να το δεχτώ. Αν τελειώσαμε την αντιπαράθεσή μας, πάμε να φύγουμε. Τηλεφωνώ στον Τζέικ να έρθει να μας πάρει. Κάπου εδώ γύρω πρέπει να βρίσκεται». Έβγαλε αμέσως το κινητό από την τσέπη του, πάτησε κάποια πλήκτρα ενώ κοίταζε χαμογελαστός τη γυναίκα που έκανε τον ήλιο της ζωής του να φέγγει το πρωί και τα άστρα να λάμπουν το βράδυ. «Μωρό μου, πρέπει να ρίξεις κάτι πάνω σου. Έξω δεν κάνει τόση ζέστη... Γεια σου, Τζέικ. Κατεβαίνουμε. Από την κεντρική είσοδο. Σε πέντε λεπτά».

- 232 -


κεφάλαιο 21 Καθώς έφευγαν με τον Τζέικ από το νοσοκομείο, ο Ντομινίκ γύρισε προς την Κέιτ. «Αν δεν έχεις αντίρρηση, επιστρέφοντας στο σπίτι, λέω να περάσουμε από το γραφείο. Θα χρειαστώ πέντε λεπτά να ανεβώ πάνω και να πάρω κάποια χαρτιά που πρέπει να υπογράψω». «Εντάξει». «Τζέικ, πάμε πρώτα από το γραφείο», είπε ο Ντομινίκ στον οδηγό. «Έφτασαν κάποια μισθωτήρια για το ορυχείο του παλλαδίου». Της χαμογέλασε. «Χαίρεσαι που το ερχόμενο καλοκαίρι θα το περάσεις κοντά στη Νάνα;» «Αν χαίρομαι, λέει; Δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από το βορρά για να περάσω το καλοκαίρι». «Θα βρούμε κάποιο σπίτι κοντά στη λίμνη και θα το αγοράσουμε... Βέβαια, δεν έχω αντίρρηση να μείνουμε με τη Νάνα, αλλά όχι για πολύ. Θέλω να σε έχω όλη δική μου. Και να μην κυκλοφορεί γύρω μας κανένας». «Κι εγώ το θέλω αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα καλύτερο». «Είμαστε τυχεροί, μωρό μου». Την έβαλε στην αγκαλιά του και την τράβηξε κοντά του. «Με άριστα το δέκα, τι βαθμό βάζεις σε αυτή τη σκέψη μου;» ρώτησε ψιθυριστά. «Χίλια». «Μόνο; Εγώ βάζω δισεκατομμύριο». «Επειδή είσαι δισεκατομμυριούχος και δε συνηθίζεις να σκέφτεσαι με απλούς αριθμούς. Καλός βαθμός είναι και το χίλια». Χαμογέλασε πάλι. «Θέλεις να πεις ότι είμαι πάρα πολύ καλός;» Τον κοίταξε. «Είσαι. Έχεις ανάγκη από κολακευτικά λόγια;» - 233 -


Άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό και το πρόσωπό του συννέφιασε. «Όχι. Απλώς θέλω να ξέρω ότι θα είσαι πάντα στο πλευρό μου». «Αυτό μπορώ να σου το εγγυηθώ». Χαμογέλασε θέλοντας να σβήσει τη συννεφιά από το πρόσωπό του. «Θεώρησε ότι αντί για μένα έχεις στο πλευρό σου τα βράχια του Γιβραλτάρ». «Πολύ ενθαρρυντικό αυτό», είπε χαμογελώντας διατακτικά. «Τα βράχια του Γιβραλτάρ δε μετακινούνται με τίποτα. Πραγματικά, μωρό μου», είπε παίρνοντας ξαφνικά το σοβαρό του ύφος, «όλος ο κόσμος αν χαθεί, εγώ θα νιώθω πάλι ευτυχισμένος, αν έχω εσένα δίπλα μου». «Αν συμβεί αυτό που λες, θα χάσεις όλα τα σπίτια που έχεις σε αυτό τον πλανήτη, τα ιδιωτικά αεροσκάφη;, τα πλοία και όλα σου τα πλούτη». «Μόνο εγώ ξέρω τι με κάνει πιο ευτυχισμένο», είπε με απαλή φωνή. Ανασηκώθηκε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το σβέρκο του. «Αυτό μπορώ να το αναλάβω εγώ», σχολίασε χαμηλόφωνα και πλησίασε τα χείλη της στα δικά του. «Είμαι εδώ για να σε κάνω ευτυχισμένο». Την περιεργάστηκε για λίγο, λες και νόμιζε ότι ήταν αντικατοπτρισμός και θα χανόταν όπως και τόσα άλλα στη ζωή του. Ύστερα, όμως, του χαμογέλασε και ήταν σαν να του χάριζε τον κόσμο όλο. «Μωρό μου, έχεις ένα μοναδικό ταλέντο να με κάνεις ευτυχισμένο. Και δεν πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι εύκολο». «Κι εγώ στις σχέσεις μου δεν είμαι εύκολη», είπε σμίγοντας ελαφρά τα φρύδια της. Εκείνος γέλασε συγκρατημένα. «Συγκριτικά μ’ εμένα εσύ είσαι άγγελος. Δεν παίζεις βρόμικα παιχνίδια, ούτε δίνεις χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, ούτε έχεις αιχμηρή γλώσσα. Και δεν κρατάς κακίες. Και λες μπόλικα ψέματα, πράγμα που παραδόξως με κάνει να νιώθω υπέροχα». «Με άλλα λόγια, μου αναφέρεις τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο των πλούσιων και διάσημων, ενώ εγώ σε ξεναγώ στον κόσμο της καλοσύνης και της μητέρας Τερέζας». - 234 -


«Όχι ακριβώς. Ο παραλληλισμός με τη μητέρα Τερέζα είναι παρατραβηγμένος. Πάντως εσύ με γαληνεύεις, με ηρεμείς... σε θεωρώ τον παράδεισό μου». Η ικανοποίηση ήταν εμφανής στη φωνή του. «Επομένως δεν είμαι ακριβώς αγία, αλλά σίγουρα πολύ αξιαγάπητη». «Απολύτως. Επ’ αυτού δεν υπάρχει καμία αμφιβολία». Όταν έφτασαν στα γραφεία της εταιρείας Κνάιτ, η Κέιτ έμεινε να κοιτάζει τον Ντομινίκ που διέσχιζε τον χαλικόστρωτο διάδρομο της αυλής. Με τα μάτια της φαντασίας της τον είδε πάνω σε μια ιστιοσανίδα, να φοράει σορτς, σανδάλια κι ένα μαύρο κοντομάνικο φανελάκι... Τίποτα δε μαρτυρούσε ότι ήταν ένας δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας. Ήταν ένας όμορφος άντρας, ψηλός, δυνατός και δικός της. Κι αυτό την έκανε πολύ ευτυχισμένη. Ο Ντομινίκ τώρα δρασκέλιζε δυο δυο τα σκαλιά και μόλις έφτασε στην πόρτα της εισόδου τον είδε να μιλάει με το φύλακα ασφαλείας. Ο νεαρός χαμογέλασε με κάτι που είπε ο Ντομινίκ, είπε κι εκείνος κάτι και ξαφνικά το ύφος του Ντομινίκ σοβάρεψε. Την επόμενη στιγμή κούνησε το κεφάλι καταφατικά και διέσχισε γρήγορα την πόρτα, που στο μεταξύ φρόντισε να του ανοίξει ο φύλακας. Η Κέιτ βολεύτηκε καλύτερα στη θέση της, έπιασε το τηλεχειριστήριο για να ανοίξει την τηλεόραση, αλλά ξαφνικά πέρασε από πλάι τους μια πράσινη Τζάγκουαρ και σταμάτησε λίγο πιο κάτω. Ο οδηγός κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήγε γρήγορα από την άλλη πλευρά και άνοιξε την πίσω πόρτα από την οποία κατέβηκε μια γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά. Είχε την πλάτη της γυρισμένη προς την Κέιτ και δε φαινόταν το πρόσωπό της. Πάντως η σιλουέτα της ήταν νεανική και ο αποφασιστικός τρόπος με τον οποίο ανέβαινε τα σκαλοπάτια φανέρωνε γυναίκα με πολλά λεφτά. Το κοντό κόκκινο καλοκαιρινό της φόρεμα δεν ήταν ένα απλό φόρεμα. Αυτό η Κέιτ μπορούσε πλέον να το καταλάβει, αφού ήδη είχε αρχίσει να δέχεται ως δώρα τις πανάκριβες δημιουργίες επώνυμων σχεδιαστών. Οι ψηλοτάκουνες πράσινες γόβες της ταίριαζαν άψογα με τη Σανέλ τσάντα που κρεμόταν στον ώμο της. Με τα χρήματα που κόστιζαν τα δύο αυτά αξεσου- 235 -


άρ μαζί μπορούσε να ζήσει μια ολόκληρη οικογένεια για ένα εξάμηνο. Ίσως η Κέιτ δεν ήξερε καλά τα θέματα της μόδας, αλλά ήξερε καλά τους αριθμούς. Επίσης τα μακριά μαύρα μαλλιά της νεαρής αυτής γυναίκας είχαν την κλασική γραμμή που συναντάς μόνο σε μοντέλα που ποζάρουν για ��εριοδικά μόδας. Η Κέιτ έγειρε προς το μέρος του Τζέικ. «Έχεις ιδέα ποια είναι αυτή;» Ο Τζέικ είχε και παραείχε ιδέα, επειδή όμως δεν είχε δει ποτέ την Μπιάνκα, τη νεαρή γυναίκα που ανάγκασαν τον Ντομινίκ να παντρευτεί, δεν μπορούσε να είναι απολύτως σίγουρος. «Όχι. Δεν την έχω δει άλλη φορά». Αν μάλιστα ήταν σηκωμένο το διαχωριστικό τζάμι του αυτοκινήτου, θα είχε φροντίσει να τηλεφωνήσει στον Ντομινίκ για να τον ειδοποιήσει. Όμως τώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήξερε ότι ο Ντομινίκ δε θα ήθελε να αναμειχθεί καθόλου η Κέιτ. Εκτός αυτού, υπήρχε μια πιθανότητα να σταματήσουν την Μπιάνκα στην είσοδο. Και πραγματικά τη σταμάτησαν. Όμως από την ανταλλαγή μερικών φράσεων σε μάλλον έντονο ύφος, τουλάχιστον από την πλευρά της Μπιάνκα, ο Φορμπς τη συνόδευσε στο εσωτερικό του κτιρίου. «Όλους τους σταματάνε στην είσοδο;» ρώτησε η Κέιτ. «Ναι. Εκτός αν κάποιου την ταυτότητα την έχουν ελέγξει κι άλλη φορά», είπε ο Τζέικ. «Πάντα είχε τόσο αυστηρά μέτρα ασφαλείας ο Ντομινίκ;» «Ναι. Αρκετό καιρό». «Γιατί;» «Την ερώτηση αυτή μπορεί να την απαντήσει καλύτερα ο Ντομινίκ». Ο Τζέικ φύλαγε τα νώτα του. Μπορεί η Κέιτ να μην το γνώριζε, αλλά ο Ντομινίκ δεν ήθελε να ξέρει εκείνη ότι εκτός από πολυεκατομμυριούχος ήταν και πολύ ευάλωτος σε απειλές. Και δεδομένου ότι σε μερικές χώρες κάποιοι έχουν αναγάγει την απόσπαση λύτρων σε επιστήμη, κάποιος τόσο πλούσιος όσο ο Ντομινίκ ήταν ένας πιθανός στόχος. Κι αν σε αυτό προσθέσεις και τους προσωπικούς εχθρούς του, η ασφάλεια στο κτίριο των γραφείων του ήταν απαραίτητη. - 236 -


Η Κέιτ καταλάβαινε ότι ο Τζέικ δεν ήθελε να απαντήσει και γι’ αυτό δεν επέμεινε. Κοίταξε το ψηφιακό ρολόι στη μικρή τηλεόραση, μια υποσυνείδητη αντίδραση στο γεγονός ότι η νεαρή εκείνη γυναίκα δεν ξαναβγήκε από το κτίριο. Και αν έκρινε από το ντύσιμό της, η Κέιτ αμφέβαλλε ότι η γυναίκα εκείνη είχε πάει εκεί για δουλειά ή, τουλάχιστον, για κάτι σοβαρό. Εκτός αυτού την ανησυχούσε πολύ το γεγονός ότι έμοιαζε πολύ στην Τζούλια. Ψηλή, μαύρα μαλλιά, λεπτή. Πες το γυναικεία διαίσθηση, αλλά η Κέιτ θα στοιχημάτιζε ένα πολύ μεγάλο ποσό ότι η γυναίκα αυτή είχε πάει εκεί για να συναντήσει τον Ντομινίκ. Βρέθηκε, λοιπόν, αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: ή να μείνει σαν πολιτισμένος άνθρωπος στο αυτοκίνητο ή να μπει κι εκείνη στο κτίριο και να δει τι συνέβαινε. Ενώ η Κέιτ στάθμιζε τα υπέρ και τα κατά, ο Φορμπς — καλού κακού— είχε σταθεί ανάμεσα στη γυναίκα εκείνη και τη σκάλα που οδηγούσε στον όροφο των γραφείων περιμένοντας την υπάλληλο της ρεσεψιόν να τηλεφωνήσει στην Έλεν. Κι αυτό γιατί χωρίς την έγκριση κάποιου, ο Φορμπς δεν επρόκειτο να επιτρέψει σε αυτή τη νεαρή γυναίκα που τον έβρισε και τον πρόσβαλε στα ιταλικά και στα αγγλικά να ανεβεί πάνω να συναντήσει τον Ντομινίκ. Η Έλεν ενημέρωσε αμέσως τον Ντομινίκ. Εκείνη τη στιγμή ήταν έτοιμος να φύγει από το γραφείο του κρατώντας ένα ντοσιέ στο χέρι, όταν ακούστηκε η φωνή της Έλεν από το σύστημα ενδοεπικοινωνίας. Μόλις του είπε τι συνέβαινε το ύφος του σκοτείνιασε και η φωνή του, όταν μίλησε, ακούστηκε παγερή. «Πες να την αφήσουν να ανεβεί και μετά στείλε τη μέσα. Θα το χειριστώ ο ίδιος αυτό το θέμα. Και να μη μας διακόψει κανείς. Κανείς. Έξω με περιμένει η Κέιτ, κατάλαβες;» «Σύμφωνοι. Δε θα σας διακόψεις κανένας. Το κατάλαβα», είπε βιαστικά η Έλεν. «Ωραία». Ακούμπησε το ντοσιέ στο γραφείο του, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό και έφερε στο μυαλό του όλες τις εναλλακτικές επιλογές. Η Κέιτ μάλλον θα είδε την Μπιάνκα που μπήκε στο κτίριο. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα. Μεγάλο. Δεν αμφέβαλλε καθό- 237 -


λου γι’ αυτό. Η Έλεν θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, αλλά η Κέιτ ήταν νευρική και δεν μπορούσε κανένας να του εγγυηθεί ότι πολύ σύντομα δε θα έφτανε να χτυπάει δυνατά με τις γροθιές της την πόρτα του γραφείου του. Αφού, λοιπόν, η μέγαιρα είχε φτάσει μέχρι εδώ, το καλύτερο θα ήταν να φύγει η Μπιάνκα γρήγορα και η Κέιτ να δείξει κατανόηση. Ήταν επόμενο να ζηλέψει η Κέιτ. Αυτό το καταλάβαινε απόλυτα. Ήλπιζε να μην επακολουθούσε ο πυρηνικός όλεθρος. Κάθισε στο γραφείο του, πάτησε ένα διακόπτη που ήταν κάτω από το μεσαίο συρτάρι, έγειρε την πλάτη του στη ράχη της πράσινης δερμάτινης καρέκλας του και περίμενε να ανοίξει η πόρτα του γραφείου του. Θεέ και Κύριε! Τι θέαμα είναι αυτό; σκέφτηκε μόλις η πόρτα άνοιξε αργά και είδε την Μπιάνκα να στέκεται στο άνοιγμα έχοντας πάρει μια πόζα που θα ζήλευε και ηθοποιός σαπουνόπερας. «Μπες μέσα, κλείσε την πόρτα και πες μου τι θέλεις. Έχεις πέντε λεπτά στη διάθεσή σου. Ήμουν έτοιμος να φύγω», της είπε “ψυχρά. Καθώς η Μπιάνκα έκλεινε την πόρτα, ο Ντομινίκ πάτησε ένα δεύτερο διακόπτη κάτω από το συρτάρι του γραφείου του και όταν εκείνη γύρισε προς το μέρος του, μόρφασε βλέποντας το αστραφτερό χαμόγελό της. Προχώρησε προς το μέρος του αργά, λικνίζοντας το κορμί της. «Δε χάρηκες που με είδες;» «Όχι. Εσύ δε θα έπρεπε να είσαι στο σπίτι να φροντίζεις το μωρό σου;» «Το πήρε ο Γκόρα», είπε χαμογελώντας, αναφερόμενη στον μαφιόζο φίλο της. «Ήταν μέρος της συμφωνίας μας. Εκείνος ήθελε το μωρό κι εγώ τα χρήματα». Έχοντας παίξει τη ζωή του κορόνα γράμματα για τρεις ολόκληρους μήνες επειδή ο Γκόρα προσπαθούσε να ευχαριστήσει την έγκυο φιλενάδα του που χρειαζόταν κάποιο σύζυγο, ο Ντομινίκ ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ο Γκόρα ήθελε και τη μητέρα του μωρού. Όμως εκείνη την εποχή δεν τον ενδιέφεραν τα κίνητρα του Γκόρα. «Δεν πρόκειται να σου δώσω χρήματα, αν αυτός είναι ο λόγος - 238 -


που ήρθες εδώ». Τα κοφτά λόγια του ταίριαζαν με την ψυχρή ματιά του. Το χαμόγελό της έμεινε ανεπηρέαστο από τα λόγια και το ύφος του. «Δεν μπορώ να περάσω για μια φιλική επίσκεψη;» «Ναι, τώρα με έπεισες», είπε και το ύφος του έγινε ακόμη πιο ψυχρό. «Οχ! Γιατί με αγριοκοιτάζεις έτσι;» Άλλο ένα καλά μελετημένο και προβαρισμένο χαμόγελο. Μόνο που η γυναίκα αυτή είχε χαλάσει τελείως τη διάθεση του Ντομινίκ. «Τι θα έλεγες αν σου ομολογούσα ότι πέρασα να σου δώσω πρόσκληση για τη γιορτή των γενεθλίων μου τον επόμενο μήνα;. Ο μπαμπάς νοίκιασε μάλιστα τη βίλα Μποργκέζε για τη γιορτή. Θα είναι εκεί όλη η Ρώμη». Με αργό βηματισμό πλησίασε στο γραφείο του, χωρίς να βιάζεται καθόλου, και αφού στάθηκε μερικά μόλις εκατοστά από την καρέκλα τού Ντομινίκ, άνοιξε την τσάντα της, πήρε ένα χρυσαφένια φάκελο και του τον έδωσε. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να προσκαλέσω το σύζυγό μου στη γιορτή των γενεθλίων μου». «Τον πρώην εννοείς». Ο Ντομινίκ πήρε το φάκελο και τον πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Εκείνη δεν ξαφνιάστηκε. Κάθισε στο γυαλιστερό γραφείο του Ντομινίκ, σταύρωσε αργά τα πόδια της και σήκωσε την κοντή φούστα της αποκαλύπτοντας τις γυαλιστερές γάμπες της. «Στην Ιταλία συνεχίζεις να είσαι ο σύζυγός μου», είπε με βελούδινη φωνή. «Εκεί δεν αναγνωρίζεται το διαζύγιό μας». «Κάνεις λάθος». Ταυτόχρονα προσπαθούσε να πει στον εαυτό του να συγκρατηθεί και να μην τη στραγγαλίσει γιατί θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. «Τα έγγραφα του διαζυγίου είναι σφραγισμένα και αρχειοθετημένα». Την κοίταξε ειρωνικά. «Όταν πληρώνεις, όλα γίνονται, και μάλιστα πολύ γρήγορα. Ο υπουργός που πήρε τα χρήματα είναι ευτυχισμένος όσο κι εγώ». «Τι κρίμα!» είπε όλο νάζι και άπλωσε το χέρι της να του χαϊδέψει το δικό του που ακουμπούσε στο μπράτσο της καρέκλας του. «Είχα αρχίσει να ελπίζω ότι μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι». «Δεν ενδιαφέρομαι». Αντί να τραβήξει απότομα το χέρι του, πήρε μια βαθιά ανάσα για να ελέγξει το θυμό του και την άφησε - 239 -


να συνεχίσει το θέατρό της. «Ίσως μπορώ να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη», ψιθύρισε καθώς χάιδευε κυκλικά το μεσαίο δάχτυλό του. «Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαστίγια. Κι εμένα μου αρέσουν. Σου αρέσει να συνδυάζεις τη βία με το σεξ. Νομίζω ότι είμαι η γυναίκα που περίμενες να έρθει στη ζωή σου». Σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο μπράτσο του. «Ο Γκόρα είναι πολύ μεγάλος και δεν αντέχει τα παιχνίδια». «Είσαι σίγουρη;» Ο Ντομινίκ συγκρατήθηκε για να μη μορφάσει. «Ο Γκόρα ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τι σημαίνει βία. Το ξέρω πολύ καλά αυτό». Ζάρωσε με νάζι τα χείλη, της. «Σε παρακαλώ. Του αρέσει να παριστάνω την αθώα υπηρετριούλα». Την κοίταξε μέσα στα φλογερά της μάτια. «Κι εσύ προτιμάς να παίζεις με μαστίγια». «Μ’ εσένα αυτό θα έκανα». Έγειρε προς το μέρος του για να φαίνονται καλύτερα τα πλούσια στήθη της, ενώ με το ένα δάχτυλό της χάιδεψε τρυφερά το κάτω χείλι του. «Άκουσα ότι αντέχεις να κάνεις έρωτα όλη τη νύχτα. Κι ότι έχεις ένα καταπληκτικό πέος». «Αρκετά ως εδώ», είπε θυμωμένος και αφού απομάκρυνε βίαια τα χέρια της από πάνω του, σηκώθηκε όρθιος. «Πες στους συγγενείς σου να ψάξουν αλλού για να αυξήσουν τα πλούτη τους. Δεν ενδιαφέρομαι για αριστοκράτισσες πόρνες». Σηκώθηκε απότομα από το γραφείο του και τα μαύρα μάτια της άστραφταν από θυμό. «Πώς τολμάς; Ηλίθιε! Η οικογένειά μου έχει παράδοση ογδόντα χρόνων!» Χτύπησε το πόδι στο πάτωμα. «Βασιλικό αίμα ρέει στις φλέβες μας». Ήταν αλήθεια ότι χτύπησε το πόδι της στο πάτωμα; Ακόμη παιζόταν αυτή η σαπουνόπερα; Έκλεισε για λίγο τα μάτια, είπε στον εαυτό του ότι το αστείο αυτό τελείωσε και προσπάθησε να συγκρατηθεί. «Λοιπόν, σταμάτα τις ανοησίες... και δε μ’ ενδιαφέρει αν το αίμα σας είναι μπλε ή βυσσινί. Μείνε μακριά μου και αν θέλεις τη συμβουλή μου, δε θα ήταν καλό να πεις στον Γκόρα ότι ήρθες εδώ. Μη νομίσεις ότι μπορείς να τον κάνεις ό,τι θ��λεις. Δεν μπορείς. Πες στους δικούς σου ότι δεν ενδιαφέρομαι για τα σχέδιά - 240 -


τους και αν τυχόν έρθεις ξανά εδώ, χάθηκες!» Η φωνή του πήρε μία απειλητική χροιά. «Και τώρα τσακίσου και φύγε από το γραφείο μου». Ο Ντομινίκ έκανε δύο βήματα πίσω γιατί η Μπιάνκα είχε μυτερά νύχια. Θυμήθηκε έγκαιρα ότι μερικές Ιταλίδες που είχε γνωρίσει θύμωναν εύκολα και χιμούσαν. Και ο Ντομινίκ δεν ήθελε να αγγίξει ούτε τρίχα από τα μαλλιά της. Μπορεί εκείνη να φώναζε «Βοήθεια!» και μετά να ήταν αναγκασμένος να αντιμετωπίσει δικηγόρους, μηνύσεις και άλλες τέτοιες ανοησίες από την πλευρά της οικογένειας Ντανέλι. Όταν είδε ότι εκείνη δεν κινήθηκε, ο Ντομινίκ χαμογέλασε προσποιητά και είπε: «Δώσε τους χαιρετισμούς μου στον Γκόρα». Αυτή η φράση την κινητοποίησε. Ξαφνικά έκανε μια πιρουέτα στηριζόμενη στα ψηλά τακούνια της και ο Ντομινίκ δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει τη φοβερή ισορροπία της. Μετά αποχώρησε όπως, η σταρ της σαπουνόπερας που είχε εμφανιστεί πριν από λίγο στην πόρτα του γραφείου του. Ο Ντομινίκ πάτησε το διακόπτη κάτω από το συρτάρι του γραφείου του για να ξεκλειδώσει την πόρτα. Μετά πάτησε τον δεύτερο διακόπτη. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω της, ο Ντομινίκ κατευθύνθηκε προς μια βιβλιοθήκη που ήταν γεμάτη βιβλία. Γύρισε να κοιτάξει πίσω του όταν άκουσε βήματα και τότε είδε τον Μαξ που ερχόταν από το διπλανό γραφείο. «Άκουσες;» Τα δύο αυτά γραφεία, αλλά και το γραφείο της Έλεν, ήταν συνδεδεμένα ειδικά για κάτι τέτοιες καταστάσεις. «Άκουσα. Η Έλεν με ειδοποίησε». Ο Ντομινίκ πήρε ένα CD από ένα σκαλιστό ξύλινο κουτί πάνω στη βιβλιοθήκη και γυρίζοντας το έδωσε στον Μαξ. «Πες στους συγγενείς της Μπιάνκα ότι σε περίπτωση που με ενοχλήσουν ξανά οι ίδιοι ή οι δικηγόροι τους, το βίντεο αυτό θα το στείλω στον Γκόρα». Ο Μαξ πήρε το CD. «Μιλάς σοβαρά; Στον Γκόρα;» Όταν ο Μαξ φάνηκε απρόθυμος, ο Ντομινίκ άφησε έναν αναστεναγμό που μαρτυρούσε ενόχληση. «Ή, μάλλον, όχι. Ή Μπιάνκα είναι μικρή ακόμη για να πεθάνει. Όμως η οικογένεια της δεν έχει καθόλου φραγμούς. Η Μπιάνκα νομίζει ότι επειδή - 241 -


μπορεί να φουντώνει έναν πενηντάχρονο, έχει τη δυνατότητα να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο». Πήγε πάλι στο γραφείο του. «Την αφέλεια μπορώ να τη δικαιολογήσω σε ένα δεκαεξάχρονο, αλλά όχι στους γονείς της που θα έπρεπε να είναι μυαλωμένοι. Πες τους ότι παίζουν με τη φωτιά. Και φρόντισε να τους δώσεις να το καταλάβουν». Πήρε το ντοσιέ για το οποίο αρχικά είχε έρθει στο γραφείο του. «Η οικογένεια Ντανέλι μπορεί να νομίζει ότι είναι η μεγάλη δυναστεία του σύγχρονου κόσμου, αλλά πες τους ότι, όταν θυμώσω εγώ, μπορώ να κάνω τα πάντα. Και ο Γκόρα είναι το μεγάλο μου όπλο. Πρέπει να φύγω όμως γιατί κάτω με περιμένει η Κέιτ». Κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Το CD να το στείλεις με δύο άτομα ή και περισσότερα, αν κρίνεις απαραίτητο. Την οικογένεια Ντανέλι δεν την εμπιστεύομαι και δε θέλω να πάθει κακό κανένας συνεργάτης μας. Και προηγουμένως πρέπει να βγάλεις μερικά αντίγραφα!» «Φυσικά. Θα φροντίσω να φτάσει στα χέρια τους μέχρι αύριο». «Ευχαριστώ». Ο Ντομινίκ κοντοστάθηκε κρατώντας το πόμολο της πόρτας. «Αν θέλεις, πήγαινε κι εσύ να ξεκουραστείς στο σπίτι σου για μερικές εβδομάδες. Εμείς κατά πάσα πιθανότητα θα φύγουμε από το Λονδίνο αύριο και στο Σαν Φρανσίσκο έχουμε φρουρούς ασφαλείας. Μπορούμε να επικοινωνούμε για τις δουλειές από το τηλέφωνο ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σύμφωνοι;» Μόλις ο Μαξ ένευσε καταφατικά, ο Ντομινίκ έστριψε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε. «Τους χαιρετισμούς μου στη Λιβ και τον Κόναλ. Θα τα ξαναπούμε σε μερικές εβδομάδες. Πρέπει να φύγω. Δε θέλω να εκνευριστεί η Κέιτ». Βγαίνοντας από το γραφείο του ο Ντομινίκ χαμογέλασε στην Έλεν. «Λες να ήταν η τελευταία επίσκεψή της εδώ;» «Δεν ξέρω». Το σήκωμα των φρυδιών της Έλεν υπογράμμισε την αμφιβολία της. «Έχετε πάρα πολλά χρήματα». «Ο Μαξ θα φροντίσει αύριο να τους τρομοκρατήσει». «Ας ευχηθούμε ότι θα πάνε όλα καλά». «Έλεν, νομίζεις ότι δεν έχω τον τρόπο μου να τρομοκρατήσω κάποιον;» ρώτησε ο Ντομινίκ χαμογελώντας πονηρά. - 242 -


«Υποθέτω, ναι. Έχετε αυτό το... χάρισμα». «Έχοντας μεγαλώσει σε μια οικογένεια σαν τη δική μου, ίσως δε θα είχε αυτό το χάρισμα;» είπε ειρωνικά. «Τουλάχιστον κέρδισα και κάτι από αυτούς. Καλά θα κάνεις να με εμπιστεύεσαι όταν λέω ότι θα βάλω μυαλό στην οικογένεια Ντανέλι». Της έδειξε το ντοσιέ. «Αυτό θα σου το επιστρέφω αύριο. Πήγαινε τώρα στο σπίτι σου. Τελειώσαμε. Δώσε τους χαιρετισμούς μου στον Μάικ». Πριν καλά-καλά φτάσει στη μέση του διαδρόμου,, άκουσε δυνατές γυναικείες φωνές. Τρέχοντας, έφτασε μέχρι το πλατύσκαλο και τότε είδε την Κέιτ και την Μπιάνκα να αλληλοκοιτάζονται σαν εξαγριωμένες τίγρεις και την Μπιάνκα να έχει στριμώξει την Κέιτ. Να πάρει και να σηκώσει! Κατέβηκε τρία τρία τα σκαλιά, ενώ ταυτόχρονα φώναζε θυμωμένα στον Φορμπς να κάνει κι αυτός κάτι. Ο νεαρός φρουρός ασφαλείας στεκόταν μουδιασμένος κοντά στην πόρτα. Η υπάλληλος της ρεσεψιόν, εξίσου αβέβαιη για το πώς να χειριζόταν την αντιπαράθεση των δύο εξαγριωμένων γυναικών, στεκόταν πίσω από το γκισέ, κατακόκκινη και κοκαλωμένη. «Κι εγώ είμαι γυναίκα του!» ούρλιαξε η Μπιάνκα, έχοντας πλησιάσει το πρόσωπό της μερικά εκατοστά από το πρόσωπο της Κέιτ, ενώ τα χείλη της είχαν παραμορφωθεί καθώς φώναζε. «Άκουσες, ηλίθια πόρνη;» «Πολύ θα το ήθελες», απάντησε κοφτά η Κέιτ. Έφερε το χέρι της με τη βέρα κοντά στο πρόσωπο της Μπιάνκα. «Εγώ είμαι η καινούρια γυναίκα του. Άνοιξε τα στραβά σου, σκύλα!» «Δε θα είσαι για περισσότερο από ένα μήνα. Του αρέσουν οι συχνές αλλαγές. Του αρέσει να παίζει ταυτόχρονα με πολλές γυναίκες! Όλος ο κόσμος το ξέρει αυτό!» «Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να σου δοθεί άλλη μια ευκαιρία», είπε ειρωνικά η Κέιτ κοιτάζοντάς τη με φλογισμένα μάτια. «Μπορεί να φανείς τυχερή». «Κι εγώ μπορεί να φροντίσω να σε εξαφανίσω! Ηλίθια και άχρηστη!» απάντησε οργισμένη η Μπιάνκα, σφίγγοντας γερά την αλυσίδα από την οποία κρεμόταν η τσάντα της. «Μη μου πεις! Τώρα τρόμαξα! Περίμενε να πάρω το πιστόλι μου από το αυτοκίνητο». Η φωνή της Κέιτ ήταν γεμάτη ειρωνεία - 243 -


και απέχθεια. «Και τώρα εξαφανίσου γιατί σε σκότωσα!» Θεέ μου! σκέφτηκε ο Ντομινίκ. Η Κέιτ μάλλον βρήκε το συρτάρι κάτω από το κάθισμα του αυτοκινήτου του. Άρχισε να φαντάζεται τα χειρότερα. Όμως κόντευε να πλησιάσει την Μπιάνκα. Χίμηξε πάνω της τη στιγμή που ετοιμαζόταν να χτυπήσει την Κέιτ με την τσάντα της. Την έπιασε γερά από τον καρπό, της ακινητοποίησε το χέρι και, αδιαφορώντας για τα ουρλιαχτά πόνου, της πήρε την τσάντα πετώντας την προς την άλλη άκρη του διαδρόμου. Ύστερα την έστριψε και το πρόσωπό του κόλλησε σχεδόν στο δικό της. Αδιαφορώντας για τις στριγκλιές της, της μίλησε με πολύ απειλητικό ύφος. «Αν τυχόν απειλήσεις τη γυναίκα μου; άλλη φορά, το χέρι αυτό θα σου το κάνω κομμάτια». Της έπιασε και το άλλο χέρι. «Μπορεί και τα δύο. Κατάλαβες;» Έσφιξε ακόμη περισσότερο τα χέρια της. «Περιμένω απάντησή σου». Με πολλή δυσκολία σήκωσε το κεφάλι της και το κούνησε καταφατικά. Λίγο έλειψε να την ξυλοκοπήσει για το αδικαιολόγητο θράσος της. Μετά όμως θυμήθηκε ότι θα μπορούσε να εμπλακεί σε περιπέτειες, της άφησε τα χέρια και με μια δυνατή σπρωξιά την έστειλε στον Φορμπς, ο οποίος στο μεταξύ είχε συνέλθει από το σοκ και πλησίαζε για να επέμβει. «Πέταξέ την έξω!» ούρλιαζε ο Ντομινίκ. Γύρισε προς την Κέιτ και την κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. «Σε τραυμάτισε πουθενά; Είσαι καλά, μωρό μου;» Η φωνή του απαλή σαν ψίθυρος. «Καλά είμαι. Όμως πες μου ειλικρινά ότι δεν άγγιξες αυτό το θλιβερό γύναιο», ψέλλισε η Κέιτ προφέροντας με αηδία κάθε μία λέξη της. «Πείσε με γιατί αλλιώς δε θα αγγίξεις ποτέ εμένα». «Τι λες τώρα; Ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά της δεν άγγιξα. Σου ορκίζομαι». Η Κέιτ κοίταζε ερευνητικά το πρόσωπό του για να διαπιστώσει την αλήθεια. Μετά άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Τι γύναιο, Θεέ μου! Απαίσια και ελεεινή με όλη τη σημασία της λέξης. Δυο μέτρα κτήνος! Ειλικρινά, Ντομινίκ, σε λυπάμαι που σε ανάγκασαν - 244 -


να την παντρευτείς. Νόμιζα ότι έχω βρόμικο στόμα, αλλά αυτή με ξεπερνάει. Της... κυρίας δεν της άρεσε και το ντύσιμό μου». Έδειξε την εμπριμέ φούστα της, το λευκό μπλουζάκι και το κοντό τζιν μπουφάν της. «Το χαρακτήρισε πολύ λαϊκό. Εγώ πάντως της είπα ότι το σφάλμα είναι δικό σου». Την επόμενη στιγμή οι ώμοι της κρέμασαν και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Πιο πολύ τη μισώ επειδή εκείνη μπόρεσε να αποκτήσει παιδί μαζί σου, ενώ εγώ όχι. Δεν είναι αδικία αυτό;» είπε με φωνή που ακουγόταν με πολλή δυσκολία. Πήρε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες του και έσκυψε για να την κοιτάξει μέσα στα μάτια. «Κι εσύ θα αποκτήσεις μωρό», είπε με φωνή βελούδινη. «Σου το υπόσχομαι». «Καλά. Εντάξει». «Δε φαίνεται να σε έπεισα. Μάλλον δε με πιστεύεις. Μωρό μου, έχε μου εμπιστοσύνη. Σου το υπόσχομαι. Ξέχνα αυτό που μας συνέβη. Δε θα ξαναγίνει». Ακόμη κι ο ίδιος κόντεψε να πιστέψει αυτό που της έλεγε για να μην την κάνει να κλαίει. Χαμογέλασε διατακτικά. «Εντάξει, με έπεισες». «Έτσι μπράβο. Πάμε τώρα στο σπίτι να μαζέψουμε τα πράγματά μας. Αν θέλεις, μπορούμε να το αναθέσουμε σε κάποιον άλλο. Αύριο το πρωί φεύγουμε για την Αμερική. Πώς νιώθεις;» «Ονειρεμένα». «Έχε μου εμπιστοσύνη, μωρό μου», είπε χαμογελώντας και την έπιασε από το χέρι για να πάνε προς την πόρτα. «Από εδώ και πέρα η ζωή μας πάντα ονειρεμένη θα είναι».

- 245 -


κεφάλαιο 22 Φτάνοντας στο σπίτι, έμαθαν ότι η Νάνα ήταν ήδη καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο για να τους δει. Έγιναν κάποια τηλεφωνήματα και μια και η αναχώρησή τους είχε προγραμματιστεί για αύριο, ο Λίο και η Νάνα αποφάσισαν να περάσουν όλη την ημέρα τους με επισκέψεις σε μουσεία. «Φέρθηκα με αγένεια;» ρώτησε η Κέιτ όταν τελείωσε την τηλεφωνική συνομιλία με τη γιαγιά της και ακούμπησε τη συσκευή πλάι στην καρέκλα της, στο γραφείο του Ντομινίκ. «Της είπα να πάει στα μουσεία γιατί μπορεί να μην της δινόταν άλλη τέτοια ευκαιρία». «Μωρό μου, αυτό δεν ήταν αγένεια. Εγώ νομίζω ότι κι εκείνη ήθελε να πάει στα μουσεία. Με την ευκαιρία, πάντως, μείναμε μόνοι μας και σε έχω όλη δική μου». Η Κέιτ έκανε ένα μορφασμό. «Την ίδια σκέψη έκανα κι εγώ. Όμως αυτό ίσως οφείλεται στο ότι έχουμε μέρες να βρεθούμε κοντά ο ένας στον άλλο. Ύστερα από λίγο καιρό μπορεί να πλήξουμε και...» «Δε δια βεβαιώνω ότι δε θα πλήξεις», είπε χαμηλόφωνα. Χαμογέλασε. «Το ξέρω. Αυτό λατρεύω σ’ εσένα. Όμως τα παντρεμένα ζευγάρια τελικά έχουν χόμπι και κάποιες άλλες ασχολίες, σωστά;» «Μη ρωτάς εμένα. Εσύ, μωρό μου, μπορείς να ασχολείσαι με τα χόμπι σου, υπό τον όρο ότι θα μπορώ να σε βλέπω. Όμως δεν έχω σκοπό να σε μοιράζομαι. Ποτέ». Άλλο ένα χαμόγελό του. «Το ίδιο κι εγώ. Ήθελα απλώς να σου πω ότι δε θέλω να είμαι καταπιεστική». «Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο». Όμως αυτή ακριβώς την καταπίεση δεν ήθελε από καμία από όλες τις άλλες γυναίκες που είχε - 246 -


γνωρίσει. Ακόμη κι η Τζούλια ήξερε ότι υπήρχαν όρια. Ο Ντομινίκ έγειρε λίγο μπροστά και χαμογέλασε. «Αυτή τη στιγμή όμως έχω κάποια δουλειά να κάνω. Αν θέλεις, έλα να με βοηθήσεις. Αλλιώς, αν προτιμάς, πήγαινε να κοιμηθείς λίγο να ξεκουραστείς. Ακόμη δεν έχει φτιάξει τελείως το χρώμα σου». «Μάλλον θα πάω να ξαπλώσω». Μπορεί να έφταιγε ο καβγάς της με την Μπιάνκα που την κούρασε ή, ίσως, ήταν φυσικό στη φάση της ανάρρωσης να νιώθει κάποια κόπωση. Τώρα όμως ήταν όντως κουρασμένη. «Θέλεις να σε πάω πάνω κρατώντας σε στην αγκαλιά μου;» Έγνεψε αρνητικά με το χέρι της καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα. «Θα με βρεις εδώ, όταν ξυπνήσεις». Της έδειξε μια στοίβα από ντοσιέ πάνω στο γραφείο του. «Πρέπει να ασχοληθώ με όλα αυτά. Όταν κατεβείς, θα φάμε. Έχεις κάποια προτίμηση;» Χαμογέλασε. «Εκτός από το κέικ σοκολάτας εννοείς;» «Δεν απαρνείσαι με τίποτα τη σοκολάτα, βλέπω», είπε κλείνοντας πονηρά το μάτι του. «Φρόντισε να υπάρχει κέικ σοκολάτας». Σειρά του να χαμογελάσει. «Εντάξει. Άφησε με τώρα μόνο μου, γιατί έχω δουλειά». Επέστρεψε μία ώρα αργότερα, ανανεωμένη. Καθώς άνοιγε την πόρτα του γραφείου του, είδε τον Ντομινίκ με το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί. Τη χαιρέτησε σηκώνοντας το χέρι του. Εκείνη, κινώντας αθόρυβα τα χείλη της, του είπε, «Θα έρθω σε λίγο» και βγήκε κλείνοντας την πόρτα. Δεν είχε νόημα να τον ενοχλεί την ώρα που εργαζόταν. Η Κέιτ δεν ήθελε να έχει την προσοχή του στραμμένη συνέχεια πάνω της. Ήταν μεγάλη πλέον και ώριμη. Πάντως, τώρα που όλοι οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, ήταν μια καλή ευκαιρία για να ρίξει μια τελευταία ματιά στο διαμέρισμά της. Το προσωπικό του Ντομινίκ θα φρόντιζε να μαζέψει τα πράγματά τους, αλλά η Κέιτ ήθελε να πάει στο διαμέρισμά της να δει μήπως υπήρχε κάτι που ήθελε να έχει μαζί της. Ο Μάρτιν τη ρώτησε αν ήθελε να της διαθέσει έναν οδηγό. «Θα πάω περπατώντας», του είπε. «Μερικά τετράγωνα πιο - 247 -


πέρα είναι το διαμέρισμά μου». Προς στιγμήν σκέφτηκε να της πει ότι δεν ήταν καλή ιδέα, αλλά μάλλον το ξανασκέφτηκε. «Τηλεφωνήστε μου, κυρία Κνάιτ, αν θελήσετε να έρθει κάποιος να σας πάρει». Έκανε νόημα σε έναν υπηρέτη να της ανοίξει την πόρτα. Ήταν ακόμη πρωί. Στη γειτονιά επικρατούσε ησυχία αφού όλοι βρίσκονταν στις δουλειές τους, τα παιδιά είχαν πάει στο σχολείο, άλλοι σε μαθήματα γιόγκα, για ψώνια ή ασχολιόνταν με κάτι που συνήθως κάνουν όλοι οι πλούσιοι σήμερα. Ο ήλιος είχε σηκωθεί ψηλά στον ουρανό και η θερμοκρασία ήταν σχετικά υψηλή. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά της κοντοστάθηκε για λίγο στο χολ της εισόδου. Ακούμπησε την πλάτη της στην πόρτα και έφερε στο νου της τη βραδιά που ο Ντομινίκ είχε γυρίσει κοντά της, για δεύτερη φορά. Εκείνη την εποχή δεν καβγάδιζαν. Ήταν τότε που εκείνος της πρότεινε γάμο και της είπε πόσο ευτυχισμένος ήταν όταν του ανακοίνωσε ότι ήταν έγκυος στο παιδί τους. Η Κέιτ τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της, έδιωξε τα δάκρυά της και χαμογέλασε όταν θυμήθηκε ότι ο Ντομινίκ της υποσχέθηκε ότι θα κάνουν κι άλλα παιδιά. Άλλωστε όταν ο Ντομινίκ υποσχόταν κάτι, το έκανε. Και το πείσμα του και το αίσθημα της ευθύνης ήταν δυο προτερήματά του που απέκτησε από μικρός. Στο μυαλό του μέσα ήταν γραμμένη η φράση Μην ψάχνεις για δικαιολογίες! Αυτή τη στιγμή, με τα συναισθήματά της ακόμη ασταθή, η Κέιτ χρειαζόταν αυτή την πολύτιμη βεβαιότητα. Τελικά, άρχισε να μπαίνει στο ένα δωμάτιο μετά το άλλο, ξεκινώντας από το σαλόνι. Άνοιγε ντουλάπια και συρτάρια διαλέγοντας κάποια πράγματα για να πάρει μαζί της. Ξεχώρισε ένα από τα αγαπημένα της κοντομάνικα μπλουζάκια, ένα θαλασσί ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες, τα μαργαριτάρια που φόρεσε την πρώτη νύχτα στο Άμστερνταμ, κάποια τσιμπιδάκια για τα μαλλιά φτιαγμένα από χελωνοκόκαλο που της είχε χαρίσει ο Ντομινίκ, το μικρό κρυστάλλινο ανθοδοχείο που της έφερε ο Ντομινίκ με λευκά τριαντάφυλλα και ένα σημείωμα. Ανοίγοντας το συρτάρι του κομοδίνου βρήκε μια κάρτα στην οποία ο Ντομινίκ είχε - 248 -


γράψει ότι θα προσπαθούσε να είναι ένας καλός πατέρας. Το διάβασε ξανά και ξανά και μετά την έβαλε χαμογελώντας στην τσέπη του μπουφάν της. Στο τέλος πήγε στο δεύτερο υπνοδωμάτιο και μάλλον αυτή ήταν η τρίτη ή η τέταρτη φορά που έμπαινε εκεί από τότε που μετακόμισε σε αυτό το διαμέρισμα. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας και περιεργαζόταν τους τοίχους που ήταν βαμμένοι ανοιχτό θαλασσί και κίτρινο χρώμα. Είδε το καπιτονέ κεφαλάρι του κρεβατιού που ταίριαζε με το χρώμα του κλινοσκεπάσματος. Περιεργάστηκε τη μικρή πολυθρόνα με την κρεμ ταπετσαρία, το χρωματιστό τραπεζάκι και τις κίτρινες μεταξωτές κουρτίνες που κρέμονταν στα τεράστια παράθυρα που είχαν θέα προς τον κήπο. Κι αν η πόρτα της ντουλάπας δεν ήταν μισάνοιχτη, μπορεί και να είχε φύγει από εκείνο το δωμάτιο. Πλησίασε την ντουλάπα με σκοπό να κλείσει την πόρτα. Είδε μέσα τα ρούχα της και τότε άνοιξε την πόρτα τελείως. Τελικά ο Ντομινίκ της είχε χαρίσει πολλά όμορφα πράγματα. Είχε αρχίσει να απολαμβάνει την απλοχεριά του. Έβγαλε από μέσα μια όμορφη μοβ μπλούζα που της άρεσε πολύ, ένα τζιν παντελόνι που μπορούσε και πάλι να φορέσει, και το εμπριμέ αδιάβροχο που είχε φορέσει στο Σαν Φρανσίσκο. Τα έριξε στο κρεβάτι και πλησίασε στην μπλε συρταριέρα που ήταν πλάι στην ντουλάπα. Μόλις άνοιξε το πάνω πάνω συρτάρι, ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Της κόπηκε η ανάσα. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει, μια κραυγή πόνου. Τακτοποιημένα άψογα μέσα εκεί βρίσκονταν τα μωρουδιακά. Μια ολόκληρη προίκα για μια ψυχούλα που χάθηκε. Τα χάιδεψε ένα προς ένα. Η καρδιά της ράγισε. Τα δάκρυά της κυλούσαν στα μάγουλά της. Ύστερα άνοιξε και τα υπόλοιπα συρτάρια. Όλα γεμάτα με μωρουδιακά. Ήταν όλα εκείνα τα πραγματάκια που έβγαλαν από τα περιτυλίγματά τους μια βραδιά με τον Ντομινίκ, τότε που της ανακοίνωσε πόσο πολύ χαιρόταν που θα αποκτούσαν παιδί, που θα γίνονταν τελικά μια τριμελής οικογένεια. Στο τελευταίο συρτάρι βρίσκονταν τα ρούχα εγκυμοσύνης που της είχε φέρει για να φοράει στο σπίτι. Κοντομάνικα φανελάκια με τη λέξη «μανούλα» γραμμένη πάνω τους και κεντημένη με - 249 -


πούλιες. Μια όμορφη μεταξωτή μπλούζα που έγραφε «Η Παναγία και το Θείο Βρέφος» που ο Ντομινίκ είχε δει σε κάποια βιτρίνα και της την αγόρασε γιατί ήξερε ότι θα της άρεσε. Μια απαλή φόρμα και μερικά φαρδιά παντελόνια τζιν ειδικά για εγκύους. Έκλαιγε με λυγμούς καθώς άνοιγε το τελευταίο συρτάρι από το οποίο τελικά πήρε μια αγκαλιά μωρουδιακά ρουχαλάκια. Κάθισε το κρεβάτι, τα κόλλησε στο πρόσωπό της, ένιωσε την απαλότητά τους, μύρισε το άρωμά τους και μαζί γεύτηκε την πικρία της τσακισμένης ελπίδας. Μετά, μερικές μόνο στιγμές αργότερα, και χωρίς να έχει πλήρη συναίσθηση του τι έκανε, άδειασε τα συρτάρια, μετέφερε τα ρουχαλάκια στο κρεβάτι και τα τακτοποίησε όλα τα μωρουδιακά. Πονούσε πολύ. Ένιωθε να την κυριεύει απελπισία. Γονάτισε πάνω στο κρεβάτι και βύθισε το πρόσωπό της στα ρούχα. Μετά τυλίχτηκε μέσα στα ρούχα, έθαψε μέσα εκεί τη μιζέρια της και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά για το χαμένο της μωρό, το χαμένο της όνειρο. Μία ώρα μετά ο Ντομινίκ τη βρήκε κουλουριασμένη σαν βρέφος μέσα στα βρεφικά ρουχαλάκια, κατάχλομη και τσακισμένη, με το πρόσωπό της μουσκεμένο από δάκρυα και το κορμί της να τρέμει από την εξάντληση. Εκείνη δεν τον είδε. Έτσι ο Ντομινίκ βγήκε πάλι από το δωμάτιο αθόρυβα και προχώρησε στο διάδρομο πηγαίνοντας προς το μπάνιο. Μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα και τηλεφώνησε στον Τζέικ, που είχε έρθει κι εκείνος μαζί του με τα πόδια. «Φέρε το αυτοκίνητο. Γρήγορα!» Ο Ντομινίκ δεν περίμενε απάντηση. Έκλεισε το τηλέφωνο και αμέσως μετά σχημάτισε τον αριθμό του Μάρτιν. «Ειδοποίησε τους πιλότους για να είναι έτοιμοι σε μία ώρα για απογείωση. Πες στον Λίο να φέρει το συντομότερο τη Νάνα στο αεροδρόμιο. Εμάς θα μας πάρει ο Τζέικ. Θα σου τηλεφωνήσω από το αεροπλάνο». Έκανε κι ένα σύντομο τηλεφώνημα στον Μαξ. «Για μερικές μέρες θ�� πρέπει να αναλάβεις τα πάντα μαζί με τον Ρόσκο. Συγνώμη που δε σε προειδοποίησα, αλλά δεν μπορώ να αφήσω μόνη της τώρα». - 250 -


«Θα τα καταφέρουμε», είπε ο Μαξ χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Αφού ο Ντομινίκ παρατούσε έτσι τη δουλειά του, πράγμα που ποτέ άλλοτε δεν είχε κάνει —ή τουλάχιστον δεν είχε κάνει πριν γνωρίσει την Κέιτ— η κατάσταση ήταν σοβαρή. «Θα σου τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω». Μετά ο Ντομινίκ πήγε πάλι στο δωμάτιο που ήταν η Κέιτ, ξάπλωσε δίπλα της και την πήρε στην αγκαλιά του. «Μωρό μου, λυπάμαι». Της έδωσε ένα απαλό φιλί στο μάγουλο. «Πάει... τελείωσε», ψέλλισε εκείνη με εμφανή τη θλίψη της. «Το ξέρω». Η ανάσα του χάιδεψε το μάγουλό της. Η φωνή του τρυφερή, γεμάτη συμπόνια. «Θα γυρίσουμε στην πατρίδα και...» «Όχι ακόμη!» Ο τρόμος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Εντάξει, μωρό μου. Δεν υπάρχει βιασύνη». Η φωνή του βελούδινη, καθησυχαστική. Όμως μετά από πέντε λεπτά έθιξε πάλι το θέμα, γιατί εκείνη συνέχισε να κλαίει με λυγμούς και ο Ντομινίκ άρχισε να ανησυχεί πιο πολύ. Η αντίδρασή της ήταν πολύ πιο απότομη αυτή τη φορά. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία μετά από τόσο κλάμα. Άλλες δυο φορές δοκίμασε να την καλοπιάσει για να φύγουν και κάθε φορά εκείνη αρνιόταν πεισματικά. Δείχνοντας μια υπομονή που σπάνια έδειχνε αλλού εκτός από την Κέιτ, ο Ντομινίκ προσπάθησε άλλη μία φορά. «Μωρό μου, σε παρακαλώ. Αν συνεχίσεις έτσι, θα αρρωστήσεις». «Δε φεύγω». Αναγνώρισε την αδυναμία του να τη μεταπείσει όταν είδε το ύφος της καλύτερα. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ απεριόριστα». «Γιατί δεν μπορούμε;» «Γιατί δύο ολόκληρες ώρες κλαις και τρέμεις ολόκληρη, μωρό μου». Απέφυγε να της αναφέρει κι ένα σωρό άλλους λόγους. «Όχι, δε φεύγω». Όμως δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα και τους λυγμούς που συγκλόνιζαν το κορμί της. Η συναισθηματική της φόρτιση είχε φτάσει σε οριακό σημείο. «Δε θέλω να αρρωστήσεις», της είπε χαμηλόφωνα και μετά έχοντας συνέχεια κι εκείνη στην αγκαλιά του σηκώθηκε από το κρεβάτι. - 251 -


Αψηφώντας τις αρχικές διαμαρτυρίες της, τις στριγκλιές της και την κραυγή της, «Περίμενε! Σταμάτα! Θέλω να πάρω τα ρούχα του μωρού μου!» την απομάκρυνε από το δωμάτιο. Δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει ο Ντομινίκ. Με γρήγορες κινήσεις διέσχισε το διάδρομο χωρίς να αντιδράσει καθόλου στα χτυπήματά της και στην ξέφρενη επιμονή της να την ξαναπάει στο δωμάτιο. «Θέλω τα ρούχα του μωρού μου!» ούρλιαζε. «Θα πω να μας τα στείλουν», της είπε εκείνος, άσχετα αν δεν επρόκειτο να το κάνει. «Όχι! Όχι! Τώρα τα θέλω!» Και τον χτυπούσε με τις γροθιές της. «Αργότερα. Δεν έχουμε χρόνο τώρα. Θα πάμε στο αεροδρόμιο». «Ντομινίκ, σε παρακαλώ. Σε ικετεύω!» τον ικέτευε σε έξαλλη κατάσταση σαν οσιομάρτυρας που παρακαλούσε τον Θεό να παρέμβει. «Άφησέ με να πάρω μερικά τουλάχιστον. Δε θα αργήσω! Δε θα καθυστερήσουμε. Σε παρακαλώ, Ντομινίκ! Μη μου το κάνεις αυτό!» Πήρε μια βαθιά ανάσα. Πρώτη φορά άκουγε την Κέιτ να τον παρακαλάει τόσο απεγνωσμένα. «Μωρό μου, συγνώμη», ψέλλισε εκείνος. «Μπορεί να είναι λάθος μου, αλλά τώρα πρέπει να φύγουμε. Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας αυτές τις άσχημες αναμνήσεις». Ο Ντομινίκ ήξερε πότε να επιμένει. Η Κέιτ αντίθετα είχε γνωρίσει μόνο την κατανόηση και τη χωρίς προϋποθέσεις οικογενειακή αγάπη. «Αν νομίζεις ότι το κλάσμα θα σε βοηθήσει να νιώσεις καλύτερα, κλάψε. Όμως είναι λάθος. Δεν πρόκειται να σε βοηθήσει καθόλου το κλάμα. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό». «Βούλωσε το!» είπε ανάμεσα σε λυγμούς. «Δεν ξέρεις τι λες. Γι’ αυτό καλύτερα βούλωσε το!» «Δεν πρόκειται. Θα πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και να συνεχίσουμε. Το έχω ξανακάνει άπειρες φορές, μωρό μου, και ξέρω ότι αποδίδει. Από δω και πέρα θα αλλάξει τελείως η ζωή μας προς το καλύτερο. Η ζωή δεν τελειώνει εδώ. Κατάλαβε το». «Εγώ τώρα νιώθω ότι ήρθε το τέλος!» είπε φωνάζοντας και - 252 -


χτυπώντας τον δυνατά στο πρόσωπο. Εκείνος όμως συνέχισε απτόητος την πορεία του. «Αύριο όλα θα σου φαίνονται καλύτερα». «Δεν είναι έτσι. Όχι. Είσαι άκαρδος!» Η φωνή της άρχισε πάλι να παίρνει υστερικές διαστάσεις. Τα μάτια της άστραφταν από το θυμό. «Άφησε με! Δεν πάω πουθενά. Άφησέ με!». «Μωρό μου, λυπάμαι. Ειλικρινά». Ένιωθε ανήμπορος μπροστά στον πόνο της. Τον δικό του πόνο τον έλεγχε. Είχε προπονηθεί εδώ και αρκετά χρόνια στο να μην εκδηλώνει τα συναισθήματά του. Είχε μάθει προ πολλού πώς να τα κλείνει και να τα κρύβε. Ήταν καλός σε αυτό τον τομέα. «Ίσως η Νάνα μπορέσει να σε βοηθήσει. Αυτή την ώρα πηγαίνει κι εκείνη προς το αεροδρόμιο του Χίθροου». «Κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει». Ξαφνικά η φωνή της μαλάκωσε ηττημένη. Η ζωντάνια των αντιδράσεων της είχε εξαντληθεί λες και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ήταν μάταια κάθε προσπάθειά της. «Ούτε η Νάνα, ούτε κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει. Όλα τελείωσαν. Ναι, όλα!» «Αυτό το κεφάλαιο, μωρό μου, όντως τελείωσε. Έκλεισε». Της έδωσε ένα τρυφερό φιλί. «Μόλις γυρίσουμε στην πατρίδα θα νιώσουμε καλύτερα, σωστά;» Όταν εκείνη δεν απάντησε, έσκυψε το κεφάλι του για να την κοιτάξει στα μάτια. «Τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε. Σωστά;» Έχοντας σφιγμένα τα χείλη της για να σταματήσει το τρεμούλα τους, ρούφηξε πρώτα τη μύτη της και ύστερα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Σ’ ευχαριστώ, μωρό μου. Ήξερα ότι δε θα με απογοήτευες». Καθώς πλησίαζαν στην είσοδο ένιωσε τυχερός που οι υστερικές κραυγές της είχαν σταματήσει. Όμως δεν είχε κανένα απολύτως ενδοιασμό να τη μεταφέρει αγκαλιά μέχρι το αυτοκίνητο. Ας λέει ό,τι θέλει ο κόσμος, σκέφτηκε. Άλλωστε αυτή ήταν ανέκαθεν η αρχή του Ντομινίκ. Βγαίνοντας από το διαμέρισμα, βρήκαν τον Τζέικ να τους περιμένει πλάι στο αυτοκίνητο και με την πίσω πόρτα ήδη ανοιχτή. Οι δύο άντρες αντάλλαξαν ματιές με νόημα. «Στο Χίθροου;» ρώτησε Τζέικ λες και διάβασε τη σκέψη του - 253 -


Ντομινίκ. Ο Ντομινίκ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Αντάλλαξαν πάλι ματιές. «Γρήγορα». «Ευχαρίστως». Ο Ντομινίκ μπήκε στο αυτοκίνητο, πήρε στα γόνατά του την Κέιτ και η πόρτα έκλεισε. Ο Τζέικ μπήκε τρέχοντας και πήρε τη θέση του οδηγού. «Λυπάμαι που φέρθηκα τόσο σκληρά», ψιθύρισε ο Ντομινίκ. «Έχω χάσει την ψυχραιμία μου. Αρκετά μάλιστα. Πάντως πιστεύω ότι σύντομα όλα θα βρουν το δρόμο τους και θα ξεχάσουμε τις άσχημες στιγμές». Η Κέιτ αναστέναξε βεβιασμένα. «Είμαι τόσο πολύ στενοχωρημένη, που δεν ξέρω αν θα το ξεπεράσω ποτέ». Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και άφησε έναν αναστεναγμό. «Αυτή την ώρα δεν είμαι καθόλου αισιόδοξη για το μέλλον». «Ίσως θα έπρεπε να ζητήσουμε τη βοήθεια κάποιου ειδικού». Σήκωσε το βλέμμα της να τον δει. «Το θέλεις αυτό;» Όχι. «Το θέλω, αν το θέλεις κι εσύ. Ό,τι πεις εσύ θα κάνουμε. Το ξέρεις αυτό, μωρό μου. Απλώς να μου το πεις». «Δεν ξέρω». Η φωνή της μουδιασμένη. «Δεν ξέρω πώς να χειριστώ αυτό τον πόνο. Ποτέ άλλοτε δεν πόνεσα τόσο πολύ. Έχω την αίσθηση ότι δεν υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ». «Μπορώ να βρω κάποια βιβλία σχετικά με αυτό το θέμα». Σταμάτησε έγκαιρα μη θέλοντας να θίξει άλλες ευαίσθητες χορδές χρησιμοποιώντας λέξεις όπως το μωρό ή η αποβολή. «Για το θέμα που μας απασχολεί, εννοώ. Κι άλλοι έχουν πονέσει από κάποια ανάλογη απώλεια. Ίσως μας βοηθήσει αν διαβάσουμε κάτι σχετικό». Ζάρωσε τη μύτη της. «Ομολογώ ότι είμαι πολύ εγωίστρια. Δε με ενδιαφέρει για κανέναν άλλο. Ξέρω τι σημαίνει αυτός ο πόνος». «Τότε να υποθέσω ότι θα στηριχτείς αποκλειστικά σ’ εμένα για τη θεραπεία σου», είπε με διάθεση να την πειράξει. Εκείνη χαχάνισε. Ένα πρώτο, έστω και πολύ μικρό δείγμα ότι ένιωθε καλύτερα. «Μην το υποτιμάς. Έχω πολλά χρόνια πείρα σε αυτό. Είμαι - 254 -


τόσο έμπειρος, που θα ρυθμίσω την κατάσταση πολύ σύντομα». «Πάντα μου άρεσε ο τρόπος που ρυθμίζεις τις καταστάσεις», είπε χαμηλόφωνα. «Και σ’ ευχαριστώ που προσπαθείς να με κάνεις να νιώσω καλύτερα». «Μα αυτή είναι η δουλειά μου, μωρό μου. Σύζυγός σου δεν είμαι; Η πρώτη μου προτεραιότητα είναι να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα», είπε τρυφερά. Εκείνος πάντως θα φρόντιζε να αγοράσει μερικά βιβλία και να ενημερωθεί γιατί το ήθελε πολύ ειδικότερα για ένα θέμα τόσο σοβαρό όσο αυτό. «Την επόμενη φορά, γλυκιά μου, θα χειριστούμε την κατάσταση καλύτερα. Ας κρατήσουμε τώρα θετική στάση και ας αφήσουμε τη θετική μας ενέργεια να επουλώσει τις πληγές μας». Χαμογέλασε. «Πώς μπορείς να είσαι πάντα τόσο λογικός;» «Είναι προτιμότερο από κάθε άλλη εναλλακτική λύση». Της έδειξε τους πληγιασμένους κόμπους των δάχτυλων του. «Από τη μία τα κλάματά σου κι από την άλλη οι πληγωμένες γροθιές μου. Καιρός δεν είναι, μωρό μου, να αλλάξουμε στάση;» Έσκυψε και τη φίλησε στο κοκκινισμένο μάγουλό της. «Θα γυρίσουμε στην πατρίδα θα οργανωθούμε και θα συνεχίσουμε μια νέα πορεία, Πες μου ότι συμφωνείς και χαμογέλασέ μου. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς». Χαμογέλασε. «Είσαι η τέλεια γυναίκα. Γι’ αυτό σε παντρεύτηκα». Αυτή τη φορά το χαμόγελό της φαινόταν φυσιολογικό. «Αν και δε χρειάζεσαι κολακευτικά λόγια για τη μέχρι τώρα πορεία σου, θα σου πω ότι κι εσύ είσαι τέλειος. Είμαι πολύ τυχερή». «Κι οι δυο μας είμαστε τυχεροί, μωρό μου». Χαμογέλασε. «Και τα πράγματα θα πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο».

- 255 -


κεφάλαιο 23 Η Νάνα πήγε μαζί τους στο Σαν Φρανσίσκο και με τη συνηθισμένη ευκολία που τη διέκρινε, βολεύτηκε άνετα με την οικογένεια και το προσωπικό του Ντομινίκ. Το πρωί της δεύτερης μέρας μετά την επιστροφή τους, η Νάνα έφερε μαζί της τη Νικόλ από το σπίτι της Μελάνι. Η Κέιτ βρισκόταν στο μικρό γραφείο του Ντομινίκ στον πάνω όροφο και δούλευε στον υπολογιστή της, που ήταν η προσωπική της παιδική χαρά σε καλές και άσχημες στιγμές. Η Νάνα έγνεψε στη Νικόλ να μπει στο γραφείο. «Η Νικόλ ήθελε να μάθει πώς είσαι και της πρότεινα να έρθει μαζί μου να σε ρωτήσει η ίδια», είπε η Νάνα. «Πάω να φτιάξω καφέ. Θέλεις κανένας άλλος;» Η Κέιτ σήκωσε το χέρι της, ενώ η Νικόλ είπε, «Εγώ θέλω μια Κόκα Κόλα» και την επόμενη στιγμή θρονιάστηκε στην τεράστια καφέ δερμάτινη πολυθρόνα μέσα στην οποία χάθηκε. Για κάμποσα δευτερόλεπτα αμηχανίας χάιδευε με την παλάμη της το απαλό δέρμα στο μπράτσο της πολυθρόνας και μετά σήκωσε τα μάτια της, γαλανά κι αυτά όπως και του Ντομινίκ, και την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Ο Ντομινίκ είπε ότι δεν πρέπει να λέμε τίποτα μήπως και σε στενοχωρήσουμε, αλλά θέλω να ξέρεις πόσο πολύ λυπήθηκα για το μωράκι. Η μαμά μου λέει...». «Δεν το πιστεύω!» Μια έντονη και βαριά φωνή τη διέκοψε. «Τι είναι αυτά που λες τώρα;» Η Νικόλ γύρισε και κοίταξε με ύφος μάλλον ενοχλημένο το θείο της, που στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και την αγριοκοίταζε. «Ντομινίκ, δεν ξέρεις πάντα τι θέλουν οι γυναίκες, ακόμη κι αν νομίζεις ότι ξέρεις». «Γλωσσού, μη μου λες εμένα τι ξέρω και τι δεν ξέρω!» είπε - 256 -


θυμωμένος ο Ντομινίκ. «Ντομινίκ, δεν έγινε τίποτα. Ειλικρινά», είπε η Κέιτ βλέποντας, ότι θείος και ανεψιά ήταν το ίδιο θυμωμένοι και δεν ήθελε να τσακωθούν. Όσο θυμωμένη κι αν ήταν μια έφηβη σαν τη Νικόλ, το θυμό του Ντομινίκ δε θα μπορούσε να τον ξεπεράσει. «Μια κουβέντα είπε. Είμαι καλά. Η Νάνα πήγε να φέρει καφέ και Κόκα Κόλα». Η Κέιτ χαμογέλασε στον υπερπροστατευτικό σύζυγό της. «Εσύ δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις;» Πήρε βαθιά ανάσα και κοίταξε επίμονα την Κέιτ. «Είσαι σίγουρη;» Πάντως από τον τόνο της φωνής του φάνηκε ότι ήταν ακόμη θυμωμένος. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Σιγουρότατη. Σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». Ο Ντομινίκ κοίταξε την ανεψιά του θυμωμένα. «Στο εξής να προσέχεις τους τρόπους σου», της είπε κοφτά. Η Νικόλ έσμιξε τα φρύδια της, ήταν έτοιμη να απαντήσει θυμωμένα, αλλά την πρόλαβε η Κέιτ με την παρέμβασή της. «Ντομινίκ, η Νικόλ έχει τρόπους. Μην ανησυχείς. Εντάξει;» Η Νάνα επέστρεψε στην πιο κατάλληλη στιγμή και ο Ντομινίκ παραμέρισε για να την αφήσει να μπει στο γραφείο. «Ντομινίκ, θέλεις καφέ;» ρώτησε η Νάνα, δείχνοντας του το δίσκο που κρατούσε καθώς περνούσε από μπροστά του. «Όχι, Νάνα. Ήταν έτοιμος να φύγει», είπε η Κέιτ χαμογελώντας στον σύζυγό της, ο οποίος όμως δεν έδειχνε διατεθειμένος να φύγει. Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα μέσα σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. «Θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο», είπε κοφτά ο Ντομινίκ. «Αν τυχόν και με θελήσεις κάτι, ειδοποίησε με». Εκείνο το πρωί η Κέιτ κι η Νικόλ έγιναν φίλες. Η νεαρή κοπέλα ήταν γοητευτική και καλόκαρδη, σαν το θείο της, σκέφτηκε η Κέιτ. Αυτή, όμως, σε αντίθεση με το θείο της, ήταν πολύ ανοιχτή όσον αφορά τη ζωή της, τους φίλους της, τις καλύτερες φίλες της και τα αδέρφια της. Και μέσα στις αμέσως επόμενες μέρες και εβδομάδες η Νικόλ έγινε η εκλεκτή παρέα της Κέιτ, αφού σταδιακά την επανέφερε στην πραγματικότητα με τη ζωντάνια, την - 257 -


ωριμότητα και την αισιοδοξία της. Δε χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να καταλάβει ακόμη κι ο Ντομινίκ σε ποιον χρωστούσε μεγάλη ευγνωμοσύνη. Την ευγνωμοσύνη του την εκδήλωσε με μία ολοκαίνουρια ασήμι Πόρσε με πτυσσόμενη οροφή. «Σε είχα προειδοποιήσει», του είπε η Νικόλ κατ’ ιδίαν χαρίζοντάς του ένα ναζιάρικο χαμόγελο. Κι εκείνος ανταπέδωσε με ένα γοητευτικό χαμόγελό του. «Τελικά πότε-πότε ξέρεις τι κάνεις. Τώρα όμως θα σου ζητήσω να είσαι προσεχτική γιατί τα γρήγορα αυτοκίνητα είναι κίνδυνος θάνατος. Ή μάλλον όχι. Πάρε το σαν διαταγή». Σήκωσε αγέρωχα το μέτωπό της. «Διαταγές δε δέχομαι». «Από μένα, δέχεσαι. Διαφορετικά θα σου πάρω τα κλειδιά». Όμως ακόμη και τότε διέκρινε ένα κομμάτι του εαυτού του σε εκείνο το αγέρωχο ύφος. Γι’ αυτό φρόντισε να τοποθετηθούν στο αυτοκίνητο ένα εξάρτημα ελέγχου του ανώτατου ορίου ταχύτητας και ειδικές προστατευτικές μπάρες όπως στα αγωνιστικά αυτοκίνητα. Η Νάνα έμεινε σχεδόν ένα μήνα στο Σαν Φρανσίσκο. Έμεινε εκεί για να είναι στη γαμήλια δεξίωση που φρόντισε η Μέλανι να διοργανώσει στο εστιατόριο Λουτσία. Η Νάνα έμεινε μαζί τους μέχρι να μπορεί η Κέιτ να επιστρέφει κανονικά στην εργασία της. Θαύμαζε τα γειτονικά γραφεία που ο Ντομινίκ φρόντισε να ετοιμάσουν στο κτίριο όπου βρισκόταν η έδρα της εταιρείας τους στη Σάντα Κρουζ. Η Νάνα έμεινε μέχρι τη στιγμή που η Κέιτ μιλούσε πλέον για την αποβολή της χωρίς να κλαίει. «Είναι καιρός να γυρίσω στο σπίτι μου, κορίτσι μου», της είπε μια μέρα. «Έχεις ένα σύζυγο που σε αγαπάει και μια δουλειά που λατρεύεις. Χώρια που ζεις σε ένα περιβάλλον ονειρεμένο. Όμως μην ξεχάσεις ότι πρέπει να μείνεις προσγειωμένη. Δεν είναι κακό να ζεις σε έναν ονειρεμένο κόσμο, αλλά να θυμάσαι ότι πρέπει να πλένεις και τα πιάτα». «Εγώ ποτέ δεν έπλενα πιάτα», είπε η Κέιτ. «Δεν έπλενες επειδή σε είχε κακομάθει ο παππούς σου». «Κι εσύ, Νάνα», είπε η Κέιτ χαμογελώντας. «Όμως, αν νομίζεις ότι πρέπει να μάθω να πλένω πιάτα, μάλλον θα το προσπαθή- 258 -


σω». «Μη χάνεις άσκοπα το χρόνο σου, γλυκιά μου. Απλώς θέλω να σου πω να μην αφήσεις το χρήμα να σε χαλάσει. Ο Ντομινίκ είναι πρόθυμος να σου χαρίσει τον κόσμο ολόκληρο». «Πέρασε πολλά χρόνια μέσα στη δυστυχία. Ό,τι κάνει, το κάνει από ευγνωμοσύνη». «Το ξέρω. Μίλησα με την κυρία Μπι». Οι δύο γυναίκες είχαν δεθεί σαν να ήταν δίδυμες. Και οι δύο ανήκαν στην ίδια γενιά, και οι δύο κάθετα αντίθετες στον πόλεμο. Ο σύζυγος της κυρίας Μπι είχε υπηρετήσει στο Βιετνάμ. Και οι δύο είχαν παντρευτεί άντρες που ήξεραν ότι την εποχή που εκείνοι έδιναν μάχες, εκείνες συμμετείχαν σε πορείες για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Ρόι έλεγε πάντα: «Και οι δύο προσπαθούμε να σταματήσουμε αυτόν το φριχτό πόλεμο με τον τρόπο μας. Γι’ αυτό, Λόρι, συνέχισε εσύ τις πορείες σου. Μπορεί να επιστρέφουμε νωρίτερα στην πατρίδα». «Φυσικά, Νάνα, ξέρεις πώς είναι το σπίτι του Ντομινίκ. Είναι ωραίο, σε μια καλή γειτονιά, αλλά ο Ντομινίκ συνεχίζει να ζει όπως όταν ήταν δεκαέξι χρόνων. Δεν τον νοιάζει να αποκτήσει πράγματα μόνο και μόνο για να τα αποκτήσει. Γι’ αυτό, Νάνα, μην ανησυχείς και δε θα με χαλάσουν εμένα τα πλούτη». «Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα είμαι η πρώτη που θα σου ζητήσω να επανέλθεις στην τάξη». «Νάνα, εσύ είσαι πάντα η φωνή της λογικής και της συνείδησής μου». «Τελικά δεν έχεις αντίρρηση να γυρίσω στο σπίτι μου, σωστά; Δε φαντάζομαι πάλι να μελαγχολήσεις». «Όχι. Τώρα είμαι πολύ καλά. Συμβιβάστηκα με την ιδέα. Κοιτάζω μόνο μπροστά. Ο Ντομινίκ δεν έχει αντίρρηση να κάνουμε παιδί σύντομα». «Αυτό είναι ευχάριστο», είπε χαμογελώντας, παρ’ ότι είχε τις επιφυλάξεις της. Η κυρία Μπι άκουσε από την αδερφή του Ντομινίκ ότι εκείνος δε συμφωνούσε με την ιδέα. Ή ότι δεν ήταν ακόμη σίγουρος. «Καλά. Να μου τηλεφωνείς όποτε μπορείς. Έτσι δε θα χρειάζεται να ενοχλώ τον Ντομινίκ για να μαθαίνω νέα». «Σου το υπόσχομαι, Νάνα. Στο παρελθόν δε σου τηλεφωνούσα γιατί όλα ήταν μπερδεμένα. Τώρα είναι καλύτερα. Ανυπομονώ - 259 -


να επιστρέφω στη δουλειά μου». Δίνοντας υπόσχεση ότι θα ξαναρχόταν, η Νάνα επέστρεψε την επόμενη κιόλας μέρα στο σπίτι της. Ενώ ο Ντομινίκ προσπαθούσε να καλύψει τα κενά στη δουλειά του δουλεύοντας μέχρι αργά τα βράδια, αφού προηγουμένως η Κέιτ είχε κοιμηθεί, τώρα που έφυγε Νάνα η ζωή των νιόπαντρων είχε μπει σε έναν κανονικό ρυθμό με πολλές ώρες εργασίας. Ο Ντομινίκ συνέχισε να επιλέγει τα ρούχα της Κέιτ το πρωί γιατί αυτός ήταν ο ειδικός εκείνη δεν ήταν έμπειρη στο συνδυασμό ρούχων. Της Κέιτ πάντως της άρεσε που την έντυνε ο Ντομινίκ, παρ’ όλο που το πρωί δεν είχαν χρόνο για τίποτε περισσότερο από το να ανταλλάξουν ένα φιλί. Ο Τζέικ τους πήγαινε με το αυτοκίνητο καθημερινά και κατά τη διάρκεια της διαδρομής που κρατούσε περίπου μία ώρα και οι δύο διάβαζαν έγγραφα και απαντούσαν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο τους. Ο Ντομινίκ ξυπνούσε νωρίτερα από την Κέιτ για κολυμπήσει στην πισίνα, ενώ η Κέιτ προτιμούσε να κάνει άρση βαρών στο ιδιωτικό γυμναστήριο του Ντομινίκ, στο γραφείο. Το μεσημέρι έτρωγαν πάντα μαζί και η ενδιάμεση πόρτα των γραφείων τους δεν ήταν ποτέ κλειστή. Μία εβδομάδα μετά την επιστροφή της Κέιτ στη δουλειά ο Ντομινίκ μπήκε κάποια στιγμή στο γραφείο της κρατώντας ένα λογιστικό φύλλο. «Πώς κατάφερες και το βρήκες αυτό; Πέρασε από έξι μάνατζμεντ και δεν το εντόπισε κανένας. Συνειδητοποιείς πόσα χρήματα μας γλίτωσες;» «Δώδεκα εκατομμύρια, τριακόσιες σαράντα έξι χιλιάδες, εφτακόσια είκοσι πέντε δολάρια και πενήντα δύο σεντς». Χαμογέλασε. «Τι μεγαλοφυΐα είσαι εσύ;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και έδειξε με το δάχτυλό της τα χαρτιά που κρατούσε εκείνος. «Δεν είμαι μεγαλοφυΐα. Απλώς έχω πολύ καλή σχέση με τους αριθμούς». Άλλο ένα χαμόγελο. «Σχέση;» Πέταξε τα χαρτιά στο γραφείο της και θρονιάστηκε στην πολυθρόνα. «Tι είδους σχέση; Μπορείς να με διαφωτίσεις;» «Ηρέμησε. Εννοώ σχέση εγκεφαλική, όχι σεξουαλική». Δίστασε κάπως, γιατί ήξερε ότι το θέμα αυτό ήταν προτιμότερο να - 260 -


μην το συμπεριλάβουν στη συζήτησή τους. «Μην ταραχτείς με αυτό, που θα πω. Τους αριθμούς τους βλέπω να έχουν σχήμα, χρώμα και υφή. Μπορώ ακόμη να τους νιώθω και να τους ακούω». Χαμογέλασε. «Εσύ ξέρεις να συνδυάζεις τα ρούχα, εγώ όχι. Ο καθένας με τα ταλέντα του. Κάποτε διάβασα ένα σχετικό άρθρο, αλλά δεν κράτησα όλες τις λεπτομέρειες. Όμως επειδή αυτό μου συνέβαινε συνέχεια, το θεωρώ πλέον φυσιολογικό. Παλιότερα νόμιζα πως όλοι έβλεπαν ό,τι έβλεπα κι εγώ. Ενώ ακόμη πήγαινα στο σχολείο ανακάλυψα ότι δεν ήταν έτσι. Και έμαθα να μη μιλάω γι’ αυτό γιατί μπορείς να τρελάνεις κόσμο αν τους πεις ότι κάποιες μέρες ακούς τον αριθμό τάδε να τραγουδάει». Χαμογέλασε. «Μερικές φορές πάει κάποιο γράμμα να κάνει παρεμβολή, αλλά μπορώ να το εμποδίσω, αν απειλεί να μου αποσπάσει την προσοχή. Είναι κάτι όπως αυτό που κάνεις εσύ με τα συναισθήματά σου. Που ξέρεις και τα “κλειδώνεις” για να μη φαίνονται». Τον κοίταξε με αινιγματικό και προκλητικό ύφος. «Βέβαια με τον καιρό βελτιώνεσαι, έτσι δεν είναι;». «Νομίζω ότι το σωστό θα ήταν να πεις προσπαθώ». «Ό,τι κι αν κάνεις πλέον, μου αρέσει». «Δηλαδή το συγκεκριμένο νούμερο που ανέφερες νωρίτερα ακούστηκε στ’ αυτιά σου ως χορωδία;» Μη νιώθοντας ποτέ άνετα να συζητάει τα συναισθήματά. του, και άσχετα με τις προσπάθειες που έκανε για να ικανοποιήσει την Κέιτ, φρόντισε πάλι να αλλάξει τη συζήτηση. «Όχι ακριβώς». Δέχτηκε σιωπηρά την αλλαγή συζήτησης. «Όταν εργάζομαι, όλες οι πόρτες του μυαλού μου είναι ορθάνοιχτες και βλέπω λάθη, υπερβολές και αλλάζω εικόνες με ταχύτητα ασύλληπτη. Είναι κάτι έμφυτο. Δεν εξαρτάται από τη λογική. Είναι και ευχάριστο. Γι’ αυτό και λατρεύω τους υπολογιστές». Έδειξε με το δάχτυλό της το λογιστικό φύλλο. «Το νούμερο που ανέφερα πέρασε από μπροστά μου σαν μια μαύρη κηλίδα σε ένα πολύχρωμο φόντο. Ήταν αδύνατο να μου ξεφύγει». Έκπληκτος δεν ήταν, αλλά σίγουρα εντυπωσιασμένος. «Μωρό μου, ακόμη κι αν δε σε αγαπούσα τρελά, θα φρόντιζα να μη φύγεις ποτέ από την εταιρεία: Είσαι ένας ανεκτίμητος θησαυρός για την εταιρεία Κνάιτ». - 261 -


Σήκωσε το χέρι της για να τραβήξει την προσοχή του. «Θα πω κάτι για να το ξέρεις. Μπορεί και να μη θέλω να εργάζομαι πάντα». «Κανένα πρόβλημα», βιάστηκε να πει. «Δε με ενδιαφέρει καθόλου αν θα εργάζεσαι. Πιο συγκεκριμένα, θα προτιμούσα να μην εργαζόσουν». «Το ξέρω. Όμως κι εσύ γνωρίζεις ότι έχω τις επιφυλάξεις μου για το αν πρέπει να σταματήσω. Όταν θα είναι μικρά τα παιδιά μας, θα προτιμούσα να μένω στο σπίτι». Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να αντιμετωπίσει τον πανικό που ένιωσε ακούγοντας τη να μιλάει για τα παιδιά τους. «Μωρό μου, εσύ θα αποφασίσεις το πρόγραμμα που θα ακολουθήσεις. Εσύ θα αποφασίζεις πάντα». Έγνεψε προς τα έγγραφα που είχε φέρει πριν από λίγο, θέλοντας για άλλη μια φορά να αλλάξει θέμα συζήτησης. «Πέρασα για να σε ευχαριστήσω γι’ αυτή τη σπουδαία ανακάλυψή σου». «Χαίρομαι που φάνηκα χρήσιμη, κύριε Κνάιτ». Έγειρε την πλάτη της πίσω στην καρέκλα και του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσα να κάνω για εσάς;» Η φωνή της ήταν γεμάτη νάζι και πρόκληση. «Άλλωστε πλησιάζει η ώρα του μεσημεριανού φαγητού». Η Κέιτ είχε να του κάνει κάποια ερωτική νύξη από τότε που ήταν στο Λονδίνο. Εκείνος δεν την πίεσε καθόλου. Ήθελε μόνη της ν’ αποφασίσει πότε θα ήταν έτοιμη. Χαμογέλασε. «Αλήθεια;». «Να κλειδώσουμε την πόρτα;» Αυτό έδειχνε σιγουριά και αποφασιστικότητα. «Ευχαρίστως, μωρό μου». Πηγαίνοντας προς την πόρτα, ξεκούμπωσε το σακάκι του. Την κλείδωσε. Ύστερα έβγαλε το σακάκι του, το πέταξε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να ξεκουμπώνει τα μανικετόκουμπά του. Καθισμένη στο γραφείο της, η Κέιτ άρχισε κιόλας να νιώθει μια φλόγα που απλωνόταν στο κορμί της, ζέσταινε την επιδερμίδα της και έσφιγγε σαν τανάλια την περιοχή της κοιλιάς της. Πρόσεξε την αντίθεση της σκουρόχρωμης επιδερμίδας του Ντομινίκ με το λευκό του πουκάμισο, τα μακριά δάχτυλά του που πάσχιζαν να ξεκουμπώσουν τα μανικετόκουμπα. «Τι κάνεις;» Ερώτηση ρητο- 262 -


ρική, με κομμένη ανάσα, απαλή φωνή και γεμάτη πόθο. Χαμήλωσε τα βλέφαρά του και χαμογέλασε. «Ετοιμάζομαι για το μεσημεριανό τραπέζι. Μείνε εκεί που είσαι». «Ξέρεις πόσο καιρό έχουμε να το κάνουμε;» είπε ψιθυριστά. «Ξέρω». Εγώ και το πέος μου το ξέρουμε πολύ καλά. Της χάρισε ένα χαμόγελο καθώς πλησίαζε το γραφείο της. «Ξέρω ακόμη ότι σου αξίζει λίγη διασκέδαση». Η ματιά της έπεσε πάνω στο τεντωμένο φερμουάρ του παντελονιού του. «Αυτό που μου αξίζει είσαι εσύ και το λατρεμένο πέος σου». Έστριψε την καρέκλα της και γονάτισε μπροστά της. «Σήμερα διάλεξα αυτή τη φούστα που σου πηγαίνει τέλεια». Σήκωσε τη φούστα της ψηλά στους μηρούς της και την έπιασε από τους γλουτούς. «Ανασηκώσου λίγο». Εκείνη υπάκουσε. Της σήκωσε τελείως πάνω τη φούστα και ύστερα κατέβασε το κιλοτάκι της με επιδέξιες κινήσεις και μαεστρία που είχε αποκτήσει από την πολύχρονη «προπόνηση». Άνοιξε αργά αργά τα πόδια της, άφησε τις παλάμες του να γλιστρήσουν στην εσωτερική πλευρά των μηρών της και έβαλε ένα δάχτυλό του στην τρυφερή σχισμή του αιδοίου της. «Τέλεια όπως πάντα, μωρό μου». Εκείνη έκλεισε για λίγο τα μάτια, αναστέναξε και απόλαυσε τις κινήσεις του δάχτυλου του που της ξυπνούσαν καυτές αναμνήσεις. Η αντίδρασή της ήταν ακαριαία. «Θέλω να σε νιώσω μέσα μου», “ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. Η μακρόχρονη στέρηση την έκανε να τον ποθεί τόσο που της είχε κοπεί η ανάσα και οι χτύποι της καρδιάς της είχαν πολλαπλασιαστεί. «Στον καναπέ». Δυο λέξεις που βγήκαν από μέσα της με δυσκολία καθώς έπιασε γερά τα μπράτσα της καρέκλας της και άρχισε να σηκώνεται. Ο Ντομινίκ την έσπρωξε να καθίσει και την ακινητοποίησε στη θέση της. Με το ένα χέρι την κρατούσε εκεί και με το άλλο χάιδευε απαλά λίγο πιο πάνω από το αιδοίο της. Μετά έχωσε το δάχτυλό του στην κλειτορίδα της κι άρχισε να την τρίβει ελαφρά. Εκείνη αναστέναξε και το κορμί της άρχισε να τρέμει. Τράβηξε αμέσως έξω το δάχτυλό του. «Μωρό μου, συγνώμη». «Όχι. Δεν έγινε τίποτα». Καθώς εκείνος αποτραβιόταν, εκείνη έπιασε γερά το χέρι του από τον καρπό και προσπάθησε να ξανα- 263 -


φέρει το δάχτυλό του ανάμεσα στους μηρούς της. «Θέλω κι άλλο». Αν δεν είχε τα δάχτυλά του πάνω στο αιδοίο της, θα μπορούσε να ερμηνεύσει το μήνυμα αυτό και με άλλο τρόπο. Ο Ντομινίκ προτίμησε να συνεχίσει προσεχτικά μετά την προηγούμενη αντίδρασή της. Έβαλε το δάχτυλό του μέσα στην υγρή σάρκα της και άρχισε να το κινεί με πολύ απαλές κινήσεις. Καθώς περνούσε η ώρα αύξανε την πίεση που ασκούσε. Αυτό συνέβαινε μέχρι τη στιγμή που άκουσε ένα γνώριμο επιφώνημα πόθου που τον έκανε να χαμογελάσει. «Σου αρέσει, μωρό μου;» «Όσο και το κέικ σοκολάτας». Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. «Όσο και όταν ανακαλύπτω κάποιον που κάνει μια μεγάλη απάτη...» Η φωνή της έσβησε καθώς το δάχτυλό του πίεσε λίγο περισσότερο την κλειτορίδα της και την αποσυντόνισε. «Μ’ αρέσει όσο το να μου λούζεις εσύ τα μαλλιά. Είναι υπέροχο», συνέχισε χαμηλόφωνα. «Κι εμένα, μωρό μου, μου αρέσει πολύ», είπε εκείνος με φωνή γεμάτη πάθος. Η Κέιτ είχε υγρανθεί τόσο που τον πίεζε να κινήσει το δάχτυλό τού πιο γρήγορα. Τα σιγανά βογκητά της και η καυτή ανάσα της ευαισθητοποιούσαν τις αισθήσεις του. Η Κέιτ ένιωθε υπέροχα και ήταν έτοιμη, από κάθε άποψη. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που τη χάιδεψε έτσι για τελευταία φορά; Για μια στιγμή ο Ντομινίκ ξέχασε τα όρια που είχε θέσει στον εαυτό του. Ή σχεδόν τα ξέχασε. Η Κέιτ έπιασε το κεφάλι του, χάιδεψε τα μαλλιά του και προσπάθησε να τον αναγκάσει να σταθεί όρθιος. «Ντομινίκ, σε παρακαλώ. Στον καναπέ». Η ανάσα της καυτή και η φωνή της τρεμουλιαστή. «Σε θέλω. Τώρα!» Ένιωσε αμηχανία. Πόσες φορές είχε ανταποκριθεί στα παρακάλια της και της είχε κάνει έρωτα μέχρι πλήρους εξουθένωσης, μέχρι που η ανάσα τους για κάμποση ώρα δεν μπορούσε να ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της; Έσφιξε τα δόντια για να μη χάσει τον έλεγχο και προσπαθώντας όσο μπορούσε να συγκρατηθεί, της είπε ψιθυριστά: «Εντάξει, μωρό μου. Μόνο δώσε μου λίγο χρόνο ακόμη». - 264 -


Παραμέρισε τα χέρια της και φρόνησε να βάλει μέσα της κι ένα δεύτερο δάχτυλό του, αργά και τρίβοντας απαλά την ερεθισμένη κλειτορίδα της. Συνέχισε να την ερεθίζει, να τρίβει το σημείο της υπέρτατης ηδονής μέσα στο αιδοίο της περιμένοντας να ακούσει τους διακεκομμένους αναστεναγμούς της. Τώρα επιστράτευσε και τον αντίχειρά του που έκανε κυκλικές κινήσεις γύρω από την κλειτορίδα της και πίεζε αργά αλλά σταθερά το σημείο της ηδονής της όπως ακριβώς της άρεσε κι εκείνης. «Σου αρέσει καλύτερα τώρα;» Εκείνη δεν απάντησε και προς στιγμήν σκέφτηκε να την πιέσει να του απαντήσει. Όμως θυμήθηκε έγκαιρα ότι έπρεπε να προσέχει. Αυτό που έκανε τώρα, το έκανε για εκείνη. Ήταν άραγε δυνατόν να λιώσει κάποιος από μεγάλη ηδονή; αναλογιζόταν τώρα η Κέιτ. Μπορούσε να λιώσει και να γίνει μια λιμνούλα από υγρό, φλόγα και πόθο; Αυτό που ένιωθε τώρα μπορούσε να περιγράφει με τη φράση «πεθαίνω από ηδονή»; Αυτό σήμαινε ο παράξενος πόνος που ένιωθε ανάμεσα στους μηρούς της; Την επόμενη στιγμή ο Ντομινίκ έβαλε πιο βαθιά τα δάχτυλά του μέσα της κι εκείνη, αντιδρώντας, ανασήκωσε το κορμί της για να τα νιώσει πιο βαθιά μέσα της, ενώ η ανάσα της έβγαινε όλο και με περισσότερη δυσκολία. Κι όλη αυτή η ερωτική ζάλη, ο υπέρτατος πόθος για ερωτική κορύφωση ήταν αποτέλεσμα των έμπειρων κινήσεων του δάχτυλων του. Όταν ξαφνικά η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα, λες και περίμενε το σύνθημα από εκείνον, ο Ντομινίκ άρχισε να βγάζει αργά τα δάχτυλά του από μέσα της χαϊδεύοντας το σημείο της υπέρτατης ηδονής της. Όταν τα δάχτυλά του βγή��αν τελείως και ακούμπησαν απλώς πάνω στα χείλη του αιδοίου της, άρχισε να πιέζει δυνατά την ερεθισμένη κλειτορίδα της με τον αντίχειρά του. Ένα καυτό κύμα πόθου απλώθηκε στο κορμί της. Είδε αστράκια να λάμπουν μπροστά στα μάτια της και το κορμί της άρχισε να τρέμει. Και ξαφνικά όλος ο κόσμος κατακλύστηκε από ατέλειωτα ουράνια τόξα. «Σου άρεσε αυτό;» Η φωνή του βραχνή, σιγανή, ερεθιστική. Το χέρι του άρχισε πάλι να κινείται παλινδρομικά, ο αντίχειράς του να χαϊδεύει την - 265 -


κλειτορίδα της με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε εκείνος. Κι ολόκληρο το σύμπαν άρχισε να λιώνει ανάμεσα στους μηρούς της, ενώ στα αυτιά της έφταναν ονειρεμένοι μουσικοί ήχοι. «Ξέρεις τι θα ήθελα περισσότερο;» είπε ψελλίζοντας και θέλοντας έμμεσα να δείξει την ευγνωμοσύνη της γι’ αυτές τις απολαυστικές στιγμές που της χάρισε. «Πες μου». Την ίδια στιγμή έβαλε το ελεύθερο χέρι του κάτω από την μπλούζα της. Ακούμπησε την παλάμη του πάνω στο στήθος της και τη φυλάκισε με τα δάχτυλά του. Άρχισε να τα ανοιγοκλείνει ρυθμικά. Σύντομα άρχισε να σφίγγει πιο δυνατά το στήθος της. Μετά, ακόμη περισσότερο. Η Κέιτ άφησε έναν πνιχτό αναστεναγμό. Ο Ντομινίκ αναγνώρισε αυτό τον ήχο. Η ερωτική φλόγα είχε φτάσει σε σημείο κρίσιμο. Ο Ντομινίκ έσκυψε από πάνω της και άρχισε να χαϊδεύει τη θηλή της με την άκρη της γλώσσας του. «Αν θυμάμαι καλά, μωρό μου, σου αρέσει να πονάς λίγο, σωστά;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Έσφιξε περισσότερο το στήθος της κοιτάζοντάς την επίμονα στα μάτια. «Ναι... ναι», ψιθύρισε εκείνη με μάτια, μισόκλειστα. «Καλά το θυμόμουν». Χαλάρωσε το σφίξιμο στο στήθος της, το έπιασε πιο χαλαρά και το τράβηξε ελαφρά. Το στόμα του απείχε μερικά εκατοστά από τη θηλή της. «Μωρό μου, ειδοποίησε με αν πονέσεις τόσο που δε θα σου αρέσει. Εντάξει, μωρό μου; Ειδοποίησέ με. Μπορώ να σταματήσω». Χαμογέλασε. «Εντάξει;» Τα λόγια του άναβαν τον πόθο της πιο πολύ, όπως άλλωστε το περίμενε. Τρέμοντας από προσμονή, θέλοντας απελπισμένα την εκτόνωση, άνοιξε τα χείλη της να απαντήσει, αλλά δίστασε κάτω από την ψυχρή ματιά του. Τελικά η λογική επικράτησε και του είπε: «Εντάξει». Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γερά και κόντεψαν να λιώσουν το στήθος της. Εκείνη ανατρίχιασε. «Σε πόνεσα πολύ;» Όμως δε χαλάρωσε το σφίξιμο. Αντίθετα, - 266 -


χωρίς να ζητήσει συγνώμη, πήρε τη θηλή της στο στόμα του, και μάλιστα πολύ βίαια, γιατί ήξερε κι ο ίδιος, αλλά και εκείνη, τι θα επακολουθούσε. Ένα κύμα καυτού πόθου άρχισε να κυλάει και να καταλήγει στο αιδοίο της που παλλόταν με ξέφρενο ρυθμό. Η Κέιτ αναστέναζε ελαφρά, έκλεισε τα μάτια, έγειρε πίσω στη ράχη της καρέκλας της και άφησε το κορμί της να συγκλονίζεται καθώς μια έντονη, φλογερή επιθυμία σκορπιζόταν πάνω του και όλα τα κύματα ηδονής κατέληγαν στο διψασμένο για έρωτα αιδοίο της. Ναι, ήθελε ανυπόμονα αυτή την ερωτική επαφή. Και δεν ένιωθε ούτε ενοχές, ούτε είχε αναστολές. Όμως κάθε φορά που εκείνη πλησίαζε στην κορύφωση, εκείνος έκανε πιο ήπιο το άγγιγμά του επιτρέποντας στην ερωτική έξαρση να υποχωρήσει. Ήθελε να διαρκέσει πιο πολύ, να την κάνει να ανασαίνει δύσκολα, να χτυπιέται και να τον παρακαλάει. Γιατί ο Ντομινίκ ήξερε ότι αυτό που έκανε το έκανε πολύ καλά. Βέβαια με την Κέιτ υπήρχε πάντα ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Και όταν ξαφνικά τα βλέφαρά της άνοιξαν και τον κοίταξε με τα φλογισμένα πράσινα μάτια της, εκείνος χαμογέλασε. «Ηρέμησε, μωρό μου. Θα σε βοηθήσω τώρα να φτάσεις στην κορύφωση». «Δε μου αρέσει αυτό». Τον έπιασε από τη γραβάτα και τον τράβηξε κοντά της. «Θέλω να σε νιώσω μέσα μου». «Σε λίγο». Της είπε ψέματα. Ελευθέρωσε τη γραβάτα του από το χέρι της. Μετά έβγαλε τα δάχτυλά του από μέσα της και ύστερα, βάζοντας και τα δυο του χέρια κάτω από τους γλουτούς της, την ανασήκωσε και έβαλε τα πόδια της πάνω στους ώμους του. Ύστερα έσκυψε ανάμεσα στους μηρούς της και πλησιάζοντας το στόμα του στο υγρό αιδοίο της το φύσηξε ελαφρά. «Μωρό μου, φρόντισε να μην αρχίσεις να στριγκλίζεις», της είπε. Πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί ή να προβάλει αντιρρήσεις, εκείνος άνοιξε το αιδοίο της με τα δάχτυλά του, έσκυψε περισσότερο, πήρε ανάμεσα στα χείλη του την κλειτορίδα της κι άρχισε να τη ρουφάει. Ούτε πολύ δυνατά, ούτε πολύ απαλά. Ούτε πολύ γρήγορα, αλλά ούτε πολύ αργά. Με τον πιο σωστό τρόπο. Με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Για κλάσματα του δευτερολέπτου η Κέιτ δεν ήξερε τι να πε- 267 -


ριμένει για τη συνέχεια. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να δεχτεί αυτό που θα της έκανε, ενώ εκείνη ήθελε κάτι άλλο. Όμως την ίδια στιγμή έφτασαν στα αυτιά της οι κραυγές του πάθους της που εδώ και καιρό βρισκόταν σε λήθαργο. Είσαι τρελή να έχεις αντιρρήσεις όταν αυτό είναι μια υπέροχη αίσθηση. Στη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα της κι όλος ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω της. Μια μεθυστική αίσθηση άρχισε να την τυλίγει και να την ωθεί προς έναν ονειρεμένο κόσμο. Η Κέιτ άνοιξε τα χείλη της και ψελλίζοντας είπε: «Ευχαριστώ... Ευχαριστώ γι’ αυτό». Ο Ντομινίκ σήκωσε για λίγο το βλέμμα του. «Μωρό μου, άφησε τις ευχαριστίες για αργότερα, όταν θα ξέρεις αν όντως αξίζω». Ήξερε να κάνει πάντα το καλύτερο. «Για να δούμε αν θα σου αρέσει τώρα αυτό». Τα χείλη του έκλεισαν ανάμεσά τους την κλειτορίδα της που παλλόταν. Άρχισε να τη χαϊδεύει απαλά, με έμπειρες κινήσεις και με μια τεχνική που είχε επαναλάβει πάρα πολλές φορές μέχρι τώρα. Ήξερε με καταπληκτική ακρίβεια πόσο δυνατά να ρουφάει, πόσο χρόνο και με ποιο ρυθμό για να μεγαλώσει τον ερεθισμό. Και όταν έφτασε η στιγμή, όπως υπολόγιζε, που η Κέιτ άρχισε να βογκάει από πόθο, εκείνος έγειρε στο πλάι το κεφάλι του, έβαλε τη γλώσσα του μέσα της, βρήκε το σημείο της υπέρτατης ηδονής της και άρχισε να το γλείφει μέχρι τη στιγμή που οι χυμοί της Κέιτ άρχισαν να ρέουν άφθονοι και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει από την ηδονή. Ο Ντομινίκ έβαλε ένα δάχτυλο και αμέσως μετά και άλλο ένα στη φλογισμένη σχισμή του αιδοίου της, εκδηλώνοντας μια νέα επίθεση με αργές, περίτεχνες κινήσεις, έχοντας μοναδικό του στόχο να την ωθήσει προς μια ξέφρενη και μοναδική ηδονή. Η Κέιτ βρισκόταν σε μια κατάσταση μακαριότητας και σύντομα συνειδητοποίησε ότι το υπέροχο σεξ δε στηριζόταν μόνο ή πάντα σε ένα σκληρό ανδρικό πέος. «Μμμμ... Ντομινίκ, με τρελαίνεις». Έχοντας προ πολλού μάθει ο Ντομινίκ ότι το υπέροχο σεξ είναι ένα ταξίδι κι όχι ένας προορισμός, κατάλαβε ότι οι αντιδράσεις της Κέιτ σήμαιναν ότι δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Τραβώντας το στόμα του μερικά εκατοστά από το αιδοίο της και με την ανάσα του να χαϊδεύει την ευαίσθητη αυτή περιοχή της, είπε: «Μωρό μου, τελειώσαμε με τα παιχνίδια;» - 268 -


Ήταν σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορούσε να απαντήσει. Προτίμησε να πιάσει τον Ντομινίκ από τα μαλλιά και να κολλήσει το στόμα του πάνω της. Μετά ανασήκωσε το κορμί της και πίεσε το αιδοίο της πάνω στο στόμα του. Δευτερόλεπτα αργότερα ένα κύμα ηδονής την παρέσυρε και την οδήγησε πιο κοντά στην έκρηξη. Ο Ντομινίκ άκουσε την απότομη ανάσα της και κατάλαβε τι σήμαινε. Άνοιξε ελαφρά τα βλέφαρά του, χαμογέλασε κοιτάζοντας την τρυφερή σάρκα της και άρχισε να βυζαίνει την κλειτορίδα της με αργές κινήσεις, ενώ ταυτόχρονα έτριβε τα χείλη του αιδοίου της. Δευτερόλεπτα αργότερα, κι ενώ το κύμα του οργασμού της Κέιτ ήταν έτοιμο να ξεσπάσει, τέντωσε στα τυφλά το ελεύθερο χέρι του προς τα πάνω και ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη της. Εκείνη πήρε το προειδοποιητικό σήμα του και άρχισε να βγάζει πνιχτά βογκητά καθώς το κύμα του οργασμού της σάρωνε από πάνω ως κάτω το κορμί της και έβαζε φωτιά και στο τελευταίο νεύρο της. Ο Ντομινίκ συνέχισε αυτό που έκανε και σταμάτησε μόνο όταν τα πνιχτά βογκητά της υποχώρησαν και σταδιακά σταμάτησαν. Ένα χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τη σιωπή. «Θέλετε κάποια βοήθεια, κυρία Κνάιτ;» Ο Ντομινίκ γύρισε το κεφάλι του προς την πόρτα και τα μαλλιά του χάιδεψαν τους μηρούς της Κέιτ. «Ευχαριστούμε, όχι», είπε κοφτά. «Στην οργή!» είπε η Κέιτ με κομμένη ανάσα και μη μπορώντας ακόμη να ανοίξει τα μάτια της. Η ηδονή συνέχιζε να σαρώνει το κορμί της. «Μην ανησυχείς, μωρό μου», είπε ψιθυριστά ο Ντομινίκ και φίλησε τρυφερά τους βελούδινους μηρούς της. «Κανείς δε θα πει λέξη». Θα φρόντιζε εκείνος γι’ αυτό. Έμεινε ακίνητος στη θέση του και περίμενε να υποχωρήσει εντελώς ο οργασμός της, ενώ ταυτόχρονα ήθελε να απολαύσει και την τελευταία στιγμή τρυφερότητας ανάμεσά τους μετά από τόσο καιρό. Τελικά άνοιξε τα μάτια της. «Ήταν τέλειο... Καταπληκτικό». - 269 -


Του χάιδεψε τα ανακατωμένα μαλλιά. «Σ’ ευχαριστώ». Σήκωσε το κεφάλι του και χτένισε πρόχειρα τα μαλλιά του από το μέτωπό του. «Παρακαλώ. Έκλεισε το μάτι του πονηρά. «Καιρό είχες να το απολαύσεις». Έβγαλε τα δάχτυλά του από το αιδοίο της και κατέβασε τα πόδια της από τους ώμους του. «Το ίδιο κι εσύ. Επίτρεψε μου». Πήρε μια ανάσα, έγειρε μπροστά, τέντωσε το χέρι της και έπιασε τον καβάλο του παντελονιού του. . Εκείνος τραβήχτηκε για να μην τον φτάνει. «Έχω ραντεβού». Κοίταξε το ρολόι του. «Με τον Μόργκαν. Σε πέντε λεπτά». «Μπορεί να περιμένει. Δεν το απόλαυσες εσύ και νιώθω τύψεις». Χαμογέλασε. «Πόσες τύψεις;» «Αρκετές». Χαμογέλασε πονηρά, ενώ την ερέθιζε η σκέψη γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. Σειρά του να γελάσει εκείνος. «Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ». Σηκώθηκε και την κοίταξε με ενδιαφέρον και πόθο. «Μου αρέσει που το μωρό μου ξαναβρήκε τη φόρμα του». Κατέβασε γρήγορα τα μανίκια του πουκαμίσου του. «Η παλιά Κέιτ. Η σέξι, η ερωτική, η ανυπόμονη Κέιτ». Χαμογέλασε κι εκείνη και κινώντας το κορμί της κατάλληλα κατέβασε τη φούστα της. «Την επόμενη φορά θα σε περιποιηθώ εγώ». «Ωραία ιδέα». Έσκυψε, πήρε το κιλοτάκι της και το άφησε πάνω στο μηρό της. «Όσο για τη Χριστίνα, μην τη σκέφτεσαι καθόλου. Κανείς δεν πρόκειται να πει τίποτα πουθενά». Θα φρόντιζε εκείνος γι’ αυτό. «Ελπίζω μια μέρα να πάψω κι εγώ να σκέφτομαι τους άλλους», είπε καθώς φορούσε το δαντελένιο κιλοτάκι της. «Ακολούθησε τα βήματά μου και δε θα χάσεις». Γύρισε και πήγε προς την πόρτα. Πήρε το σακάκι του από. την πολυθρόνα, το φόρεσε και έστρωσε τη γραβάτα του. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε κοιτάζοντας τη με ενδιαφέρον. Χαμογέλασε πονηρά. «Από άποψη εμφάνισης και ρούχων, ναι». «Αυτό θα το αναλύσουμε καλύτερα, μωρό μου, στο σπίτι. - 270 -


Τώρα θα ξεκλειδώσω την πόρτα της Χριστίνας». Με το ένα χέρι της έστειλε ένα φιλί και με το άλλο ξεκλείδωσε την πόρτα με την οποία επικοινωνούσαν τα γραφεία. «Μόργκαν, συγνώμη που άργησα», τον άκουσε η Κέιτ να λέει. «Είχα πάει στο γραφείο της Κέιτ και τρώγαμε. Μόνο που τα σάντουιτς είχαν πολλή γέμιση μάνγκο και κολλάνε τα χέρια μου. Ένα λεπτό να πάω να τα πλύνω». Μόλις τελείωσε η συνάντηση του με τον Μόργκαν, ο Ντομινίκ πήγε να μιλήσει με τη βοηθό της Κέιτ. Σε περίπτωση που η Χριστίνα ήταν ηδονοβλεψίας, έπρεπε να τη διώξουν. Μπήκε στο γραφείο της από τον εξωτερικό διάδρομο και την πλησίασε τόσο ώστε να μην ακούσει κανείς αυτά που θα συζητούσαν. Χωρίς να αναφερθεί στη διακοπή που είχε κάνει πριν λίγη ώρα και μιλώντας με ήπιο τόνο για να μην τον ακούσουν της είπε: «Την κυρία Κνάιτ πρέπει να την αντιμετωπίζουμε με διακριτικότητα και σεβασμό. Ήθελα απλώς να σου το τονίσω αυτό». «Σας καταλαβαίνω». «Δεν πρέπει να τη φέρει κανείς σε δύσκολη θέση ή να την εκθέσει». Η φωνή του ψυχρή όσο και η ματιά του, «Δεν υπάρχουν δικαιολογίες; ούτε συγχωρούνται τα λάθη». «Εντάξει, Ντομινίκ. Συγνώμη... Κύριε Κνάιτ ήθελα να πω». Μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαν άνετα τον ενικό, αλλά τώρα η Χριστίνα έκρινε ότι έπρεπε να δείξει τον δέοντα σεβασμό μετά τις επισημάνσεις του Ντομινίκ. «Ωραία. Φρόντισε να το θυμάσαι αυτό». Γύρισε επιτόπου και έφυγε. Δευτερόλεπτα αργότερα η πόρτα του διαδρόμου έκλεισε και ακούστηκε ένα χαρακτηριστικό κλικ της κλειδαριάς. Το καθεστώς που ίσχυε μέχρι πρόσφατα εδώ έληξε. Ο Ντομινίκ είχε αλλάξει στάση. Άγνωστό το γιατί. Όλες οι υπάλληλοι της εταιρείας θα στενοχωρούνταν. Βέβαια ο Ντομινίκ ποτέ δε δημιουργούσε σχέσεις με υπαλλήλους του. Όμως αυτό δε σήμαινε ότι όλες οι γυναίκες εκεί μέσα δεν έτρεφαν κάποιες ελπίδες. Ο Ντομινίκ γύρισε στο γραφείο του χαμογελώντας. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αποκαλέσει την Κέιτ κυρία Κνάιτ. Διαπίστωνε ότι - 271 -


του άρεσε αυτή η αλλαγή. Λες και η Κέιτ ήταν η προστατευόμενή του. Παλιά νοοτροπία. Ξεπερασμένη ορολογία. Με αυτά δεν είχε ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν. Τουλάχιστον όχι τόσο αναλυτικά. Την Τζούλια ποτέ δεν την είχε αποκαλέσει κυρία Κνάιτ. Ουδέποτε την είχε δει ως κυρία Κνάιτ. Άλλωστε η Τζούλια είχε κρατήσει το πατρικό της όνομα μετά το γάμο τους. Ο Ντομινίκ δεν το είχε προσέξει παρά μόνο όταν του το επισήμανε η Μέλανι. Θυμήθηκε ότι είχε πει: «Είναι συνηθισμένη πρακτική». Και δεν ασχολήθηκε ξανά με αυτό το θέμα. Τώρα, κατά έναν παράλογο τρόπο, ήθελε η Κέιτ να του ανήκει αποκλειστικά λες και δε ζούσε στον εικοστό πρώτο αιώνα. Λες και μια τέτοια απαίτηση δεν ήταν κατάφωρη προσβολή της προσωπικότητας της Κέιτ. Χαμογέλασε. Το ήξερε. Και μάλιστα είχαν τσακωθεί αρκετές φορές γι’ αυτό οι δυο τους. Συνέχιζε να χαμογελάει όταν κοντοστάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας που ένωνε τα γραφεία τους. Η Κέιτ σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. «Συμβαίνει κάτι;». «Σε πεθύμησα». «Ξέρω τι εννοείς». Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. «Πέρασαν κιόλας είκοσι λεπτά». Αγνόησε το πείραγμά της και είπε: «Λέω να πάμε στο σπίτι». «Εμένα με συγχωρείς αλλά έχω τρεις ακόμη ώρες δουλειά». «Μα εσύ είσαι αφεντικό. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις». «Πράγματι, το αποφάσισα». Μούγκρισε δήθεν θυμωμένος. «Ο Ρόσκο μας πιέζει για την υπόθεση της εξαγοράς της Φλάι Γουέι Τζετς. Πρέπει να τελειώσουμε». «Ό,τι πείτε, κυρία μου. Θα θέλατε να κάνω και κάτι άλλο μήπως;» Του έστειλε ένα φιλί. «Σήμερα έκανες ήδη αρκετά για μένα. Πραγματικά ήταν υπέροχο». «Ήταν ευχαρίστησή μου. Με την ευκαιρία να σου πω ότι αν θέλεις μπορείς να διαλέξεις άλλη βοηθό. Η Χριστίνα δε θα είχε αντίρρηση να μετατεθεί στο τμήμα δημοσίων σχέσεων». «Εμένα δε με έχει ενοχλήσει. Εκτός αν έχει ενοχλήσει εσένα». - 272 -


Η Κέιτ είχε παρατηρήσει πώς τον κοίταξε η όμορφη ξανθιά βοηθός της. Όμως δεν ήταν η μόνη που τον κοίταζε έτσι. «Μήπως προτιμάς να πάρω άντρα βοηθό;». «Όχι βέβαια». Αυτό ακριβώς σκέφτηκε κι εκείνη. «Τότε άφησε τη Χριστίνα στη θέση της. Φαντάζομαι θα της έκανες ήδη κάποιες συστάσεις». Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. «Ενοχλήθηκες που μας χτύπησε την πόρτα. Δε χρειαζόμουν μαντικές ικανότητες για να το καταλάβω». «Δε θα το επαναλάβει». «Ωραία. Τώρα, αν δεν έχεις αντίρρηση, πρέπει να με αφήσεις γιατί πρέπει να συγκεντρωθώ». Η Κέιτ γύρισε προς την οθόνη του υπολογιστή της. Ο Ντομινίκ όμως έμεινε για λίγο ακόμη στην πόρτα και την κοίταζε με θαυμασμό. Η τύχη τελικά του είχε φερθεί πάρα πολύ ευνοϊκά και έριξε στο δρόμο του την Κέιτ. Εκείνη του έμαθε να αγαπάει, του έδωσε αγάπη, άλλαξε ολόκληρη τη ζωή του. Τον έκανε ευτυχισμένο. «Μωρό μου, μόλις τελειώσεις και είσαι έτοιμη να φύγουμε, ειδοποίησε με. Εγώ μπορώ να δουλέψω και στο σπίτι». Σήκωσε το βλέμμα της, τον κοίταξε. Το μήνυμά του ήταν ξεκάθαρο. «Σωστά. Κι εγώ σου χρωστάω κάτι», είπε χαμογελώντας πονηρά. Φάνηκε να το διασκεδάζει. «Υποθέτω πως ναι». «Τι θα έλεγες να φεύγαμε σε μία ώρα; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω στο σπίτι». Τα βράδια τους, σε αντίθεση με το βαρύ πρόγραμμα στην εταιρεία, ήταν μάλλον ξεκούραστα. Όταν τελείωναν το βραδινό που τους ετοίμαζε η Πάτι, κάθονταν στο καθιστικό ή στο υπνοδωμάτιο, πιασμένοι χέρι χέρι έβλεπαν τηλεόραση, κάποια ταινία ή συζητούσαν για τη μέρα που πέρασε. Ήταν μία απλή ζωή. Δουλειάς σπίτι, μαζί πάντα οι δυο τους. Κάποιο βράδυ ο Ντομινίκ είπε: «Αλήθεια, θα ήθελες να μάθεις σέρφινγκ;» «Όχι», είπε η Κέιτ παρακολουθώντας με ενδιαφέρον μια ταινία. «Ουσιαστικά δε σε ρώτησα», είπε ο Ντομινίκ και της χάιδεψε - 273 -


τη μύτη ενώ την κρατούσε στην αγκαλιά του. Η Κέιτ έπιασε το τηλεχειριστήριο και σταμάτησε την ταινία που έπαιζε στο βίντεο. «Δε με απασχολεί είτε ήταν ερώτηση, είτε όχι», απάντησε εκείνη κοιτάζοντάς τον χαμογελώντας. «Θα σου αρέσει το σέρφινγκ». «Αποκλείεται». «Πώς ξέρεις, αν δε δοκιμάσεις;» «Το φαντάζομαι. Η θάλασσα είναι κρύα και τα κύματα πολύ ψηλά». Δεν ήταν τυχαίο που τα γραφεία της εταιρείας τους βρίσκονταν στη Σάντα Κρουζ. Ο Ντομινίκ δεν έχανε ευκαιρία να ενημερώνεται για τις καιρικές συνθήκες, την ένταση των ανέμων και άλλες λεπτομέρειες, πράγμα που έδειχνε πόσο πολύ του άρεσε το σέρφινγκ. «Εσύ μπορείς να κάνεις σέρφινγκ όσο θέλεις κι εγώ απλώς θα σε κοιτάζω». «Θα έρχεσαι κι εσύ μαζί μου». Τον κοίταξε με απορία και κάπως εκνευρισμένη. «Θα τσακωθούμε τώρα γι’ αυτό το θέμα;» «Όχι. Φόρεσε τη στολή σου». Πετάχτηκε από το κρεβάτι και πήγε στη ντουλάπα. «Την έφτιαξα ειδική παραγγελία για σένα». Αυτή και άλλες πέντε. «Ντομινίκ, γιατί πρέπει να γίνεται πάντα το δικό σου;» Χαμογέλασε! «Απλώς μου αρέσουν πολύ τα σπορ. Θα ανεβείς στη δική μου ιστιοσανίδα. Θα δεις ότι θα το διασκεδάσεις». «Μετά θα έρθεις κι εσύ να βγάζουμε φωτογραφίες». «Σύμφωνοι», είπε και γύρισε να της δείξει την κιτρινόμαυρη στολή του σέρφινγκ. Στην οργή! Προς στιγμήν νόμισε ότι θα τον αποθάρρυνε. «Έλα να το δοκιμάσεις. Ίσως θελήσεις μετά να... ξέρεις... να παίξουμε λιγάκι». «Να σε πάρει!» ψέλλισε εκνευρισμένη. Ο Ντομινίκ απέφευγε το σεξ και συγκεκριμένα την κανονική ερωτική επαφή, επειδή ήθελε να γίνει τελείως καλά, ενώ εκείνη μέρες τώρα ήθελε σαν τρελή να κάνουν έρωτα. «Δεν είναι δίκαιο αυτό». «Τι να κάνουμε; Σου έτυχα εγώ που μου αρέσουν τα σπορ. Όμως είμαι πάντα δίκαιος». «Τι εννοείς λέγοντας “να παίξουμε λιγάκι”;». - 274 -


«Εννοώ ότι θα κάνουμε έρωτα». Ένιωσε σαν να άγγιξε το πιο ευαίσθητο σημείο της. «Εννοείς τώρα;» «Αν μου υποσχεθείς ότι αύριο θα πάμε μαζί για σέρφινγκ». «Σύμφωνοι». «Έτσι μπράβο. Τώρα είσαι μια συνεργάσιμη σύζυγος. Και μου αρέσει αυτό». «Κι εγώ θα ήθελα να κάνεις τελικά τα λόγια σου πράξη. Σου το ζητάω εφτά μέρες, δέκα ώρες και δεκαπέντε λεπτά. Πάνω κάτω φυσικά». Γέλασε. «Μωρό μου, κι εγώ περίμενα». «Δηλαδή, το είχες σχεδιασμένο;» «Δε θα το έλεγα έτσι». «Και τι ακριβώς θα έλεγες;» «Απλώς ότι περίμενα. Δεν ήταν αυτό που ήθελα». Μετά η φωνή του μαλάκωσε. «Μωρό μου, ειλικρινά δε θέλω να σε πληγώσω». «Δε θα πληγωθώ. Και η στολή μπορεί προς το παρόν να περιμένει. Εγώ δεν μπορώ». Έβγαλε στη στιγμή τις πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι χαλώντας τον να πλησιάσει γνέφοντάς του με τα χέρια. Εκείνος δεν κινήθηκε αμέσως. Ένα σωρό σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Οι οδηγίες της γιατρού, το γεγονός ότι ο μηνιαίος κύκλος της Κέιτ δεν είχε ακόμη επανέλθει και πόσος καιρός πραγματικά έπρεπε να περάσει για να αποθεραπευτεί πλήρως. Και κυρίως σκεφτόταν, ή μάλλον φοβόταν, μήπως και της κάνει κακό ή μήπως εκείνος ευθυνόταν για την αποβολή της. «Τι περιμένεις; Μη συμπεριφέρεσαι σαν να είναι η πρώτη σου φορά. Έλα και δε θα πονέσεις. Θα είμαι τρυφερή μαζί σου», είπε χαμογελώντας πονηρά. Ο Ντομινίκ όμως ήταν εκείνος που φερόταν πιο τρυφερά ή και φοβισμένα. Της έκανε έρωτα με τρυφερότητα και χωρίς υπερβολές, φροντίζοντας πιο πολύ για τη δική της ικανοποίηση και με τρόπο που αργότερα η Κέιτ χαρακτήρισε εξωφρενική ηρεμία. «Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα, μωρό μου». Ήταν σφιγμένος, ανησυχούσε κάθε φορά που έμπαινε μέσα της και ο - 275 -


ρυθμός του ήταν πάρα πολύ αργός και προσεχτικός. «Δε με βοηθάς έτσι», του είπε. Εκείνη είχε ήδη φτάσει δυο φορές σε οργασμό. Κάποια στιγμή τη ρώτησε με ύφος μάλλον σκωπτικό: «Εννοείς ότι θέλεις περισσότερη διέγερση;» «Θέλω λίγο περισσότερο το πέος σου, αν δεν έχεις αντίρρηση», είπε προσπαθώντας να μιμηθεί τον ήπιο τόνο της φωνής του. «Είσαι πολύ άτακτη!» Η φωνή του σιγανή, αλλά η διάθεση προκλητική. Του χάραξε το μάγουλο με το νύχι της. «Και τι σκοπεύεις να κάνεις γι’ αυτό, κύριε Κνάιτ;» «Λέω να σε τιμωρήσω. Έτσι υποθέτω». Αφήνοντας τις περισσότερες επιφυλάξεις του ή προσωρινά παραμερίζοντάς τις, την έκανε να σταματήσει τις διαμαρτυρίες της δίνοντάς της αυτό που εκείνη ήθελε με όλο και πιο γρήγορες κι πιο βαθιές διεισδύσεις και πέτυχε ένα ρυθμό που την έκανε να τρέμει και να σφίγγεται καθώς πλησίαζε ο οργασμός της και με την ανάσα της να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Σύντομα ο Ντομινίκ έμεινε τελείως ακίνητος μέσα της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και το ύφος της μαρτυρούσε έκπληξη. «Μωρό μου, θέλω να σε ακούσω να με παρακαλάς για να συνεχίσω», της είπε χαμηλόφωνα. Εκνευρίστηκε. Φάνηκε από τα σφιγμένα χείλη της και τις κινήσεις των ρουθουνιών της. Ο πέος του ήταν πολύ σκληρό. «Περιμένω, Κέιτ. Σε ακούω». «Δαίμονα!» ξεστόμισε εκείνη εκνευρισμένη. Αντίθετα εκείνος χαμογέλασε. «Θέλω να σε ακούσω να με παρακαλάς. Αυτή είναι η τιμωρία σου που μου χάραξες το μάγουλο». Την επόμενη στιγμή βυθίστηκε βαθιά μέσα της και δευτερόλεπτα πριν αποτραβηχτεί λίγο, άκουσε το πνιχτό βογκητό της και τότε είπε ψιθυριστά: «Μου φαίνεται πως έχεις φτάσει πολύ κοντά». Εκείνη δαγκώθηκε, έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά τρεμάμενη ανάσα πριν ανοίξει πάλι τα μάτια της. «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ». Η φωνή της μόλις που ακούστηκε. «Δε σε άκουσα». - 276 -


«Δαίμονα!» Τώρα γέλασε συγκρατημένα. «Αυτό το άκουσα». «Σε παρακαλώ, Ντομινίκ. Σε θερμοπαρακαλώ!» Η ματιά της γεμάτη οργή. «Αυτό το άκουσες;» «Το άκουσα και σ’ ευχαριστώ. Περίμενε τώρα, μωρό μου, και θα γίνει η χάρη σου». Κι άρχισε πάλι να κινείται μέσα της με έμπειρες, μετρημένες κινήσεις αυξάνοντας την ηδονή της. Ο Ντομινίκ την έσπρωξε προς την κορύφωση με τον τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε. Και το έκανε δυο τρεις απανωτές φορές μέχρι που εκείνη είπε με κομμένη ανάσα: «Όχι άλλο. Σταμάτα!» Ο Ντομινίκ όμως δεν την άκουσε. Γιατί κι ο ίδιος είχε ερεθιστεί πάρα πολύ. Επειδή εκείνος είχε συγκρατηθεί όλες τις φορές που εκείνη έφτασε στην κορύφωση βογκώντας και ουρλιάζοντας, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια να συγκρατηθεί περισσότερο. Ήταν αδύνατο να βάλει φρένο στις ορμές του. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα τραβήχτηκε απότομα έξω από το αιδοίο της και με ανάσα κομμένη από την ηδονή άδειασε τους χυμούς του πάνω στην κοιλιά της. Για κάμποσες στιγμές δεν ήξερε πού βρισκόταν. Έμεινε ακίνητος μέχρι να το ξεπεράσει και να συνέλθει. Η γροθιά της Κέιτ τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «Τι ήταν αυτό που έκανες;» τον ρώτησε με επικριτικό ύφος. Πήρε μια ανάσα πριν απαντήσει κοφτά: «Περιμένω μέχρι να επανέλθει κανονικά η περίοδός σου». Τραβήχτηκε μακριά της και πήρε το μπλουζάκι του από το πάτωμα. «Ξέχασες τι είπε η γιατρός; Να ηρεμήσεις». Μετά πήρε την πιτζάμα του, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και σκούπισε το πέος του. «Αυτό δεν είναι δίκαιο». «Για ποιον; Εσύ δεν έφτασες τόσες φορές σε οργασμό; Και πάψε να λες και να επαναλαμβάνεις αυτή τη φράση. Δεν είναι δίκαιο... Δεν είναι δίκαιο. Δεν έχω συνηθίσει να ακούω αυτή τη φράση». Τον αγριοκοίταξε. «Άραγε ποιος χαρακτηρισμός σου ταιριάζει καλύτερα; Δύσκολος ή πεισματάρης; Και μάλιστα χωρίς ουσιαστικό λόγο». - 277 -


«Μωρό μου, ηρέμησε», είπε χαμηλόφωνα και αφού σκούπισε την κοιλιά της με το μπλουζάκι του, το πέταξε στο πάτωμα. «Πρέπει να περιμένεις. Να κάνεις ό,τι μας είπαν. Ας μην κάνουμε πάλι τα ίδια λάθη». «Πάλι τα ίδια λάθη; Εγώ τα έκανα θάλασσα». «Η γιατρός μάς έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες». Έστρωσε πρόχειρα τα μαλλιά του, τα κράτησε για λίγο στο σβέρκο του και μετά κατέβασε το χέρι του. «Είπε να περιμένεις να επανέλθει η φυσιολογική περίοδός σου. Ας κάνουμε αυτό που μας. είπε, μωρό μου», πρόσθεσε σε ήπιο τόνο. «Πιθανότατα δε θα αργήσει να έρθει αυτή η στιγμή. Εντάξει;» Την τράβηξε και την έβαλε να ξαπλώσει στο μηρό του. «Γιατί μούτρωσες τώρα;» Τον κοίταξε κάπως θυμωμένη. «Θύμωσα γιατί νόμισα πως ζητάς από μένα την υποταγή, πως μου ζητάς να κάνω ό,τι θέλεις εσύ». Σούφρωσε τα χείλη του. Θα το έκανα, αν ήμουν σίγουρος ότι μπορούσες να ανταποκριθείς». «Παράτα με!» Γέλασε. «Άργησες να ξεσπάσεις αυτή τη φορά». Έβγαλε έξω τη γλώσσα της να τον κοροϊδέψει. Μετά, εντελώς ξαφνικά, λες και κάποιο σύννεφο έκρυψε τον ήλιο, μελαγχόλησε. Θυμήθηκε την απώλεια που έφταιγε για να γίνεται τώρα αυτή η συζήτηση. Έπλεξε τα χέρια της γύρω από το σβέρκο του κι άφησε έναν αργό μελαγχολικό αναστεναγμό. «Ειλικρινά πιστεύεις ότι θα γίνω κάποια μέρα καλά;» Η φωνή της σιγανή σαν ψίθυρος. «Κι όταν γίνω τελείως καλά θα πάψεις να είσαι τόσο πολύ προσεχτικός όποτε κάνουμε έρωτα; Θα σταματήσουμε κι οι δυο να ανησυχούμε και να φοβόμαστε;» «Είμαι απόλυτα σίγουρος, μωρό μου». Της έπιασε τρυφερά το πιγούνι και γύρισε το πρόσωπό της έτσι που να τη βλέπει στα μάτια. «Απλώς χρειάζεται να έχεις λίγη υπομονή», είπε με ενθαρρυντικό τόνο. «Κι επειδή εσύ δεν είσαι καλή σε αυτό, άφησέ το σ’ εμένα». Έσκυψε, τη φίλησε τρυφερά και μετά κατέβασε το χέρι του. «Άφησέ με να έχω τον έλεγχο της κατάστασης. Ξέρω καλά αυτόν το ρόλο». Το χαμόγελό του έδωσε μια ζεστασιά στο βλέμμα - 278 -


του. «Επικοινώνησες με τη γυναικολόγο της Μέλανι; Αν δεν το έκανες ήδη, θα έπρεπε. Ή, αν θέλεις, θα το αναλάβω εγώ».

- 279 -


κεφάλαιο 24 Ήταν ένα ζεστό Σάββατο του Ιουνίου. Στην παραλία η θερμοκρασία ήταν λίγο χαμηλότερη από ό,τι στην πόλη. Ο Ντομινίκ είχε φροντίσει να στείλει τα πράγματά τους στο διαμέρισμά του στο Χαφ Μουν Μπέι, μια και το αυτοκίνητο που θα χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις του ήταν διθέσιο και δε διέθετε χώρους. Εκείνος είχε σηκωθεί από ώρα και περίμενε ανυπόμονα την Κέιτ, Δεν την πίεζε όμως ιδιαίτερα, παρά μόνο της είπε ότι τα κύματα ήταν καλύτερα νωρίς το πρωί. Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν έφυγαν από το σπίτι. Η Κέιτ είχε καθίσει αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού, είχε ακουμπήσει το πλευρό της στην πόρτα και τα πόδια της στο ταμπλό. Εκείνος οδηγούσε κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο της χάιδευε τα πόδια. Η Κέιτ καμάρωνε έχοντας στο πλευρό της αυτόν τον εντυπωσιακά όμορφο άντρα. Τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου τού φωτίζονταν από τα φώτα του ταμπλό και το συγκροτημένο χαμόγελό του έδινε μια γλυκιά όψη στο πρόσωπό του. «Σου έλειψε πολύ αυτή η ασχολία, σωστά;» Την κοίταξε, αλλά πριν απαντήσει προσπάθησε να σταθμίσει την απάντησή του μετά τη χτεσινή λογομαχία τους σχετικά με το σέρφινγκ. «Ναι, είχα πολύ καιρό να πάω για σέρφινγκ», είπε μάλλον αδιάφορα. «Παλιότερα πήγαινες τακτικά;» «Μου αρέσει το σέρφινγκ. Σπάνια στερούμαι τη θάλασσα. Τον τελευταίο καιρό δεν πήγαινα καθόλου». «Και φταίω εγώ;» Της χάρισε το καλύτερο παιδιάστικο χαμόγελό του. «Ας πού- 280 -


με ότι είχα να κάνω καλύτερα πράγματα όταν ήσουν κοντά μου». «Τώρα δεν έχεις;» «Μωρό μου, μην αρχίζεις τώρα αυτή τη συζήτηση. Ας σου πει η γυναικολόγος ότι όλα πάνε καλά και θα γίνουν όλα όπως πρώτα. Απλώς εγώ είμαι λίγο πιο προσεχτικός από ό,τι εσύ». «Και υπομονετικός». Ένα ακόμη χαμόγελο. «Αυτό ίσχυε πάντα. Δε διαγωνιζόμαστε ποιος θα είναι πιο υπομονετικός, ούτε είναι κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα», πρόσθεσε για να προλάβει ενδεχόμενη έκρηξή της. «Ξέρεις να τα μπαλώνεις γρήγορα». «Πράγματι», είπε γελώντας. «Είναι κανόνας επιβίωσης». «Εγώ είμαι παράξενη;» «Όχι». Είπε ψέματα όμως, γιατί όλες οι γυναίκες εκτός από την Κέιτ που πέρασαν από τη ζωή του έλεγαν πάντα ναι. «Μπορεί να με κακόμαθαν λίγο η Νάνα και ο παππούς μου. Όμως αν θέλεις, θα μπορούσα να...» «Μωρό μου, είσαι αυτό που ζητούσα. Εντάξει; Μην αλλάξεις τίποτα απολύτως». Δεν τον ενδιέφεραν οι προσωπικότητες ή τα άλλα δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όταν για πρώτη φορά στη ζωή του ήταν ευτυχισμένος. «Ειλικρινά. Να μην αλλάξεις ούτε το χρώμα του κραγιόν σου, ούτε το βερνίκι των νυχιών σου», είπε και τόνισε τα λόγια του χαϊδεύοντας απαλά τα δάχτυλα των ποδιών της. «Ομολογώ ότι έχεις τον τρόπο να κάνεις τις γυναίκες να αισθάνονται όμορφα». «Μία μόνο γυναίκα», τη διόρθωσε χαμηλόφωνα και. της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. «Τέλος της συζήτησης. Τώρα πρέπει να μιλήσουμε πιο σοβαρά. Μας περιμένουν τα πιο όμορφα κύματα». Οδηγούσε αρκετά γρήγορα, αλλά με άψογο τρόπο. Θύμιζε οδηγό αγώνων ταχύτητας, άλλαζε εύκολα λωρίδα κυκλοφορίας, προσπερνούσε άψογα όσα αυτοκίνητα έκλειναν το δρόμο του και μάλιστα με ταχύτητες τόσο υψηλές που έκανε τα άλλα αυτοκίνητα να φαίνονται σαν σταματημένα. Όταν μπήκαν στο δρόμο διπλής κατεύθυνσης που οδηγούσε προ�� την παραλία, έλεγξε αν είχε ασφαλίσει καλά τη ζώνη της και μετά ανέπτυξε ακόμη πιο - 281 -


υψηλή ταχύτητα. Η Κέιτ έκλεισε τα μάτια για να μην αρχίσει να στριγκλίζει, τον τρομάξει και χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και πέσουν στη θάλασσα. Όμως αν είχε τα μάτια της ανοιχτά, θα έβλεπε ότι ο Ντομινίκ ήταν χαλαρός, χαμογελούσε και δεν τον απασχολούσαν οι στροφές και οι απότομες ανηφοριές ή κατηφοριές του δρόμου. Τη διαδρομή αυτή την είχε διανύσει χιλιάδες φορές. Και με κλειστά μάτια θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτόν το δρόμο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φωτίζει τον ορίζοντα, δίπλα του είχε το κορίτσι του, και πήγαινε για σέρφινγκ. Τι άλλο καλύτερο μπορούσε να ζητήσει από αυτή τη ζωή: Είκοσι λεπτά μετά, και ελαττώνοντας στο μεταξύ ταχύτητα καθώς πλησίαζαν στον οικισμό, ο Ντομινίκ κοίταξε την Κέιτ χαμογελώντας. «Μωρό μου, τώρα μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου». «Αφού καταφέραμε και φτάσαμε ως εδώ ζωντανοί...» Το χαμόγελό του παιδικό. «Είχε γούστο, έ;» Τον κοίταξε απογοητευμένη. «Τελικά έχουμε διαφορετική αντίληψη για το τι είναι διασκεδαστικό και τι όχι». «Τέλος πάντων. Να σε προειδοποιήσω ότι το διαμέρισμά μου εδώ είναι απλό. Μην περιμένεις πολλά. Το χρησιμοποιούσα μόνο όταν ερχόμουν για σέρφινγκ». «Με απογοήτευσες. Κρίμα, γιατί εγώ έχω συνηθίσει να μένω σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων». Χαμογέλασε. «Σε τρώει ο πισινός σου για να σου ρίξω μερικές ξυλιές. Αν είσαι καλή στο σέρφινγκ, θα σε ανταμείψω κατάλληλα». «Τώρα όντως μιλάμε για διασκέδαση. Πόσο πολύ θα το διασκεδάσω;» «Θα εξαρτηθεί από το πόσο υπομονετική θα φανείς στο σέρφινγκ». «Καλά. Δε θα γκρινιάζω». «Έτσι σε θέλω». «Ούτε θα σου επιτρέψω να με ξεθεώσεις». «Αυτό συζητιέται». «Αν καταφέρω και σταθώ στη σανίδα μου χωρίς να πέσω, τι - 282 -


θα κερδίσω;» «Σε αυτή την περίπτωση θα κερδίσεις...». «Τα πάντα;» «Σχεδόν τα πάντα. Δεν πήραμε ακόμη την τελική έγκριση από τη γιατρό. Όμως, μωρό μου, μη θυμώνεις. Θα απολαύσεις το ενενήντα εννιά τοις εκατό του παιχνιδιού». «Εντάξει. Με έπεισες». Την αγαπούσε για χίλιους δυο λόγους, αλλά πιο πολύ για το ανταγωνιστικό πνεύμα της. Η Κέιτ δεν υποχωρούσε παρά μόνο όταν ήταν πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη και έπρεπε. Εκείνο που τον ευχαριστούσε πιο πολύ τον Ντομινίκ και σε πάρα πολλές περιπτώσεις τον ερέθιζε περισσότερο ή τον ξετρέλαινε, ήταν αυτό το έπρεπε. Το διαμέρισμα ήταν μικρό, απλό, με ένα υπνοδωμάτιο, παλιά επίπλωση και παντού πράγματα κάποιου εργένη. Αφίσες με θέμα το σέρφινγκ, σανίδες σέρφινγκ εδώ κι εκεί, μπάλες όλων των χρωμάτων και των μεγεθών, μια τηλεόραση τεραστίων διαστάσεων και ένα ακόμη πιο τεράστιο ψυγείο γεμάτο με πάρα πολλές μπίρες και πολύ ελάχιστα φαγώσιμα. Όμως το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του ήταν η θάλασσα που απείχε δυο βήματα από το παράθυρό του. «Θα πάμε έξω για φαγητό», είπε ο Ντομινίκ όταν η Κέιτ άνοιξε το ψυγείο και έμεινε να κοιτάζει τα ατέλειωτα μπουκάλια μπίρας. «Η Πάτι φροντίζει να το έχει πάντα εφοδιασμένο με μπίρες για τους φίλους μου που έρχονται εδώ μετά το σέρφινγκ. Έλα τώρα να σε βοηθήσω να φορέσεις τη στολή σου. Τα κύματα μας περιμένουν». Συνέχισε να της δίνει οδηγίες και συμβουλές όση ώρα τη βοηθούσε να φορέσει τη στολή της, μέχρι που μια στιγμή του είπε: «Ντομινίκ, μη μου εξηγείς. Απλώς δείξε μου. Εντάξει;» «Συγνώμη, μωρό μου, επειδή όμως έχω καιρό να έρθω, είμαι λιγάκι αναστατωμένος. Περίμενε να ετοιμαστώ κι εγώ και φύγαμε». Φόρεσε τη στολή του με άνεση και ταχύτητα που μαρτυρούσαν ότι αυτό το είχε κάνει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν. Τύλιξε με πλαστικές σακούλες τα πόδια του, έβαλε ταλκ στις - 283 -


μασχάλες και τους μηρούς του. Η όλη διαδικασία ολοκληρώθηκε δέκα φορές γρηγορότερα από ό,τι με την Κέιτ. Μετά πήρε και τις δύο σανίδες και της έγνεψε. «Έτοιμη;». «Πιο έτοιμη δε γίνεται». «Έτσι σε θέλω, μωρό μου». Χαμογέλασε. «Λίγο πνεύμα συνεργασίας χρειάζεται για να πάνε όλα καλά. Μόλις μπούμε στο νερό θα τα αναλάβω εγώ όλα. Θα σου αρέσει». Στην ουσία η Κέιτ το διασκέδαζε, ενώ δεν ήταν σίγουρη για το αποτέλεσμα. Ο Ντομινίκ ήταν πάρα πολύ υπομονετικός. Την ανέβασε στη δική του σανίδα για μερικές φορές στην αρχή και την κρατούσε γερά καθώς έσχιζαν τα κύματα. Ύστερα της έδειξε πώς να κάνει τις βασικές κινήσεις. Σύντομα διαπίστωσε μια αλλαγή προς το καλύτερο. Το πρόσωπό της φωτίστηκε και όλα έδειχναν ότι το σέρφινγκ άρχισε να της αρέσει. «Σου άρεσε;» τη ρώτησε όταν ανέλαβε να πιάσει τη σανίδα της καθώς εκείνη πήδηξε στο νερό. «Πολύ». «Μιλάς σοβαρά, φαντάζομαι». Πήρε τις σανίδες τους με το ένα χέρι, την αγκάλιασε από τους ώμους με το άλλο και την τράβηξε κοντά του. «Το σερφινγκ είναι μία από τις καλύτερες απολαύσεις της ζωής». «Μιλάω σοβαρά. Με έπεισες και μου αρέσει», είπε εκείνη χαμογελώντας. Ξαφνικά άφησε τις σανίδες τους να πέσουν στην άμμο, την πήρε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω του. «Ήμουν σίγουρος ότι θα σου άρεσε». Χτένισε πρόχειρα τα μαλλιά της προς τα πίσω, έστρωσε μετά και τα δικά του που έπεφταν στο πρόσωπό του και τη φίλησε. Μετά τραβήχτηκε λίγο πίσω και ψιθυρίζοντας της είπε: «Καλώς ήρθες, μωρό μου, στον κόσμο μου. Θα το διασκεδάσουμε πολύ». Από την πλευρά του Ντομινίκ το Σαββατοκύριακο αυτό ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να φανταστεί και ακόμη περισσότερο. Η Κέιτ τα κατάφερνε αρκετά καλά με τα μικρά κύματα. Λίγο λίγο όμως βελτιώθηκε, πήρε περισσότερο θάρρος και τα πήγαινε όλο και καλύτερα. Αλλά και το σεξ που έκαναν όσο έμειναν εκεί ήταν απολαυστικό, πράγμα που σήμαινε πολλά, λαμβάνοντας υπόψη - 284 -


το ιστορικό τους. Επίσης την Κυριακή ήρθε κι ο φίλος του Ντομινίκ, ο Έντι, για να κάνει σέρφινγκ μαζί του και να προσπαθήσουν μαζί να δαμάσουν τα πελώρια κύματα. Αργά το βράδυ της Κυριακής, επιστρέφοντας στο σπίτι συνάντησαν πάρα πολύ μεγάλη κίνηση. Η Κέιτ αποκοιμήθηκε και ο Ντομινίκ βρήκε την ευκαιρία να θυμηθεί τις καλύτερες αναμνήσεις από αυτό το Σαββατοκύριακο. Το διαμέρισμά του στο Χαφ Μουν Μπει ήταν το άβατο, το ησυχαστήριο και ο παράδεισός του. Πιο πολύ όμως το θεωρούσε ως παράδεισό του και ιδίως τώρα που μπορούσε να τον μοιράζεται με την Κέιτ. Χίλιες φορές χτύπησε ξύλο στη διάρκεια της διαδρομής μη τυχόν και κάποια αναποδιά γκρεμίσει την ευτυχία του. Η ζωή κυλούσε πάρα πολύ ευχάριστα. Όταν έφτασαν στο σπίτι η Κέιτ ξύπνησε, ανασηκώθηκε στη θέση της και του χαμογέλασε ευτυχισμένη. «Ντομινίκ! Επανήλθε η περίοδός μου!». «Τέλος πια η αναμονή», είπε εκείνος μάλλον ψύχραιμα. «Δε μου φάνηκες πολύ χαρούμενος». «Λάθος κάνεις, μωρό μου. Χάρηκα». Φρόντισε να δώσει την κατάλληλη έμφαση στα λόγια του. «Αυτή είναι μια πολύ ευχάριστη είδηση». Κατά βάθος, όμως, σκεφτόταν: η ζωή μας κυλούσε πάρα πολύ ευτυχισμένα, οπότε έπρεπε να συμβεί κάτι για να μας το χαλάσει. Τώρα τι μπορούσε να κάνει;

- 285 -


κεφάλαιο 25 Την επόμενη εβδομάδα ο Ντομινίκ ήταν φανερά προβληματισμένος. Τόσο πολύ μάλιστα, που του το επισήμανε και ο Μαξ. «Τι στην οργή σου συμβαίνει; Πάλι σ’ έβαλε κάποιος στο μάτι;» «Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα». «Και τι θα κάνεις;». «Θα το αντιμετωπίσω». Ο Μαξ ήξερε ότι ήταν προτιμότερο να μη συνεχίσουν τη συζήτηση. Μέχρι και η Κέιτ τον ρώτησε: «Μήπως είπα κάτι που σε ενόχλησε;» «Συγνώμη, μωρό μου», είπε εκείνος και χαμογέλασε βεβιασμένα. «Είναι μια δουλειά που κοντεύει να με τρελάνει». «Μπορώ να βοηθήσω;» Τώρα σώθηκα! «Όχι. Θα τα καταφέρω και μόνος μου. Σ’ ευχαριστώ πάντως». Στη συνέχεια η Κέιτ πήγε με τη Μέλανι στο ραντεβού της στη γυναικολόγο που τη σύστησε. Η αδερφή του Ντομινίκ είχε πει πριν από λίγο: «Άφησε με να τη συνοδεύσω εγώ. Ανησυχεί πολύ και εγώ θα είμαι πολύ καλύτερη συνοδός. Μη φέρεις αντίρρηση». Δεν είχε κανένα λόγο να προβάλει αντιρρήσεις. Εκείνος ήταν ίσως πιο ανήσυχος από την Κέιτ, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους. Έφυγαν από τη δουλειά τους νωρίτερα. Ο Ντομινίκ άφησε την Κέιτ στο σπίτι της Μέλανι για το ραντεβού τους στις τέσσερις και μετά πήγε στο σπίτι τους. Προσπάθησε να δουλέψει, αλλά το μυαλό του δε λειτουργούσε και αφού διάβαζε και ξανα- 286 -


διάβαζε την ίδια σελίδα χωρίς να βγάζει άκρη, τελικά βγήκε από το γραφείο του ελπίζοντας ότι θα ξεχνούσε και πήγε κάτω στο γυμναστήριό του. Μετά από κάμποση ώρα σκληρή προπόνηση που τον έκανε να στάζει ολόκληρος από τον ιδρώτα και να ανασαίνει βαριά, δεν ένιωθε καθόλου πιο ήρεμος. Κι αυτό επειδή ήξερε τι ήθελε η Κέιτ. Κι εκείνος δεν ήθελε αυτό που ήθελε εκείνη. Όχι μόνο τώρα, αλλά ίσως και ποτέ. Έκανε ντους, φόρεσε λευκό μπλουζάκι και χακί σορτς, ήπιε μονορούφι δυο ουίσκι για να χαλαρώσει και ήταν έτοιμος να γεμίσει για τρίτη φορά το ποτήρι του όταν επέστρεψε η Κέιτ. Άκουσε το άνοιγμα και το κλείσιμο της κύριας εισόδου και ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνονται. Εκείνη μπήκε μετά από λίγο στο σαλόνι και το χαμόγελό της ήταν τόσο ζεστό που θα μπορούσε να λιώσει και παγόβουνο. «Πώς πήγε η συνάντηση;» ρώτησε ο Ντομινίκ, παρ’ ότι από το αστραφτερό χαμόγελό της ήξερε ήδη την απάντηση. Η Κέιτ τέντωσε τα χέρια, έκανε μια βαθιά υπόκλιση, σηκώθηκε και τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Σε πληροφορώ ότι έχεις μπροστά σου μια γυναίκα που είναι απόλυτα υγιής! Είπα στη γιατρό ότι σ’ εσένα χρωστώ ευγνωμοσύνη που συνήθισα να τρώω υγιεινά και να κοιμάμαι καλά. Μου είπε να σου μεταφέρω τα συγχαρητήριά της. Με την ευκαιρία, να σου πω ότι είναι πολύ καλή. Θα σου αρέσει. Μάλιστα κάνει κι αυτή σέρφινγκ». Ύστερα πήρε βαθιά ανάσα και τα μάτια της ξαφνικά βούρκωσαν. «Ειλικρινά, Ντομινίκ, ανησυχούσα. Φοβόμουν μήπως είχα κάποιο πρόβλημα». Άφησε την τρεμάμενη ανάσα της να βγει. «Όμως είμαι καλά. Η γιατρός μού το επανέλαβε χίλιες φορές». «Αυτή είναι ευχάριστη είδηση, μωρό μου». Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε, ιδιαίτερα καλά. «Πάντως είμαι ευτυχής που είσαι καλά στην υγεία σου». Ο τόνος της φωνής του δεν της άρεσε καθόλου. «Δε φαίνεται να χάρηκες». Απέφυγε να την κοιτάξει, σήκωσε το ποτήρι του, το έφερε στα χείλη του και άδειασε μονορούφι το ουίσκι. «Ντομινίκ, μίλησέ μου». Θαύμαζε τον εαυτό της που κατάφερε να μην τρέμει η φωνή της. - 287 -


Εκείνος άφησε κάτω το ποτήρι. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και μετά της είπε: «Δεν ξέρω τι να πω ή τι θέλεις να σου πω». «Ότι χαίρεσαι γι’ αυτό που μας συμβαίνει». Προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Μωρό μου, άκουσέ με». Καταλάβαινε ότι άσχετα με το τι θα έλεγε, θα απογοήτευε τη γυναίκα που αγαπούσε. «Ξέρω τι θέλεις και…» Πήρε μια μικρή ανάσα. «Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να αναλάβω αυτό τον κίνδυνο». Δεν ήταν εύκολο να ξεχώσει αυτά που είχε δει μέσα, στο χειρουργείο. «Αυτό που συνέβη στο Λονδίνο είναι πολύ... πρόσφατο. Είχες πει κι εσύ ότι ανησυχούσες. Εγώ συνεχίζω ακόμη. Ας περιμένουμε λίγο ακόμη. Ας μη βιαζόμαστε. Ξανασκέψου το». «Ντομινίκ, ο γάμος μας δεν έγινε μόνο γι’ αυτά που θέλεις εσύ». Τέντωσε το σώμα της και τον κοίταζε με ένα ύφος σαν να τον προκαλούσε. «Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας και αυτά που θέλω εγώ. Εγώ θέλω ένα παιδί». «Ακόμη κι όταν ξέρεις ότι μπορεί να...» «Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση», είπε αντί να του επαναλάβει τις διαβεβαιώσεις της γιατρού. «Είσαι θεότρελη». «Ποτέ δεν είπα ότι δεν είμαι». Πήρε μια ανάσα, την έβγαλε αργά αργά και είπε με σιγανή και τρεμάμενη φωνή: «Ντομινίκ, σε παρακαλώ, μπορείς να το κάνεις αυτό για χάρη μου;». «Αυτό μην το ξαναπείς». Ήξερε ότι ο ήπιος τόνος της και η προκλητική στάση του σώματός της ήταν ένα δόλωμα. «Δεν πρόκειται να σταματήσω να το λέω. Δεν πρόκειται να πάψω να θέλω ένα μωρό. Αυτό δε θα συμβεί ποτέ. Κι εσύ μου είχες υποσχεθεί να σε ενημερώσω όταν θα ήμουν έτοιμη». Χαμογέλασε. «Ντομινίκ, μου το υποσχέθηκες». Εκείνη η γλυκιά λάμψη μέσα στο βλέμμα της κόντεψε να τον λυγίσει. Δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να την κάνει ευτυχισμένη. Όμως για να συμβεί αυτό έπρεπε η Κέιτ να ζήσει. «Ξανασκέφτηκα τους κινδύνους», είπε αλλά δεν ήταν όλη η αλήθεια. Ποτέ δε θα το άφηνε στην τύχη. «Όμως, Κέιτ, δεν μπορώ να σε χάσω. Τα πράγματα είναι τόσο απλά». - 288 -


«Καθημερινά αναλαμβάνεις κινδύνους στη δουλειά σου. Άλλωστε δεν υπάρχει κίνδυνος πλέον. Ρώτησε κι εσύ τη γιατρό και θα σε διαβεβαιώσει». «Δεν ξέρει. Δεν μπορεί να ξέρει». Είχε ερευνήσει πλήρως το θέμα, είχε διαβάσει ιατρικά άρθρα, βιβλία και δημοσιεύματα. Υπήρχαν πολλά αναπάντητα ερωτήματα γύρω από την αποβολή. «Οι κίνδυνοι στις επιχειρήσεις έχουν σχέση με τα χρήματα. Με νοιάζει αυτό τόσο πολύ; Δεν είναι το ίδιο πράγμα». Κατάφερε να τιθασεύσει το θυμό του και να μιλάει ήρεμα. «Εδώ, Κέιτ, μιλάμε για τη ζωή σου. Δεν μπορώ να παίξω αυτό το παιχνίδι». «Εγώ δεν το βλέπω σαν παιχνίδι». Πήρε μια ανάσα σαν να ετοιμαζόταν να πει κάτι καυστικό, αλλά τελικά την έβγαλε ως αναστεναγμό. «Ντομινίκ, θέλω να δημιουργήσω οικογένεια. Όχι μετά από δέκα χρόνια ή όταν εσύ θα είσαι έτοιμος. Τώρα. Άκουσες τι είπε η δόκτωρ Φούλερ. Δεν είμαι η μόνη γυναίκα που απελπίζεται μετά από μία αποβολή. Βέβαια εσένα η επιμονή μου μπορεί να σου φαίνεται παράλογη». Ξαφνικά η φωνή της έσπασε. «Όμως εγώ θέλω ένα παιδί». «Όχι. Αυτό είναι επικίνδυνο». «Μπορώ να σου αλλάξω γνώμη», δήλωσε με βελούδινη φωνή. Ο ήπιος τόνος της εκτίναξε την αδρεναλίνη του στα ύψη. Πήρε μια ανάσα και έψαξε να βρει μια διέξοδο. Εκείνη ήταν επίμονη και ακαταμάχητη κι εκείνος δεν ήταν φτιαγμένος από πέτρα. «Να βρούμε μια συμβιβαστική λύση; Θα πάμε με πιο αργούς ρυθμούς και θα το ξανασκεφτούμε». Και οι δύο ήταν άνθρωποι που στάθμιζαν πιθανότητες. Μπορεί και να κατάφερνε τελικά να την πείσει. «Μωρό μου, είναι μεγάλο ρίσκο αυτό που προτείνεις, και το ξέρεις». «Μου λες, δηλαδή, να ηρεμήσω μέχρι να σταματήσω να σου το ζητάω; Μου ζητάς να συμβιβαστώ με αυτό που εσύ θέλεις;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι, Ντομινίκ. Όχι, όχι, όχι!» Ο κατηγορηματικός τόνος της φωνής της δεν άφηνε περιθώρια συζήτησης. Δεν επρόκειτο να υποχωρήσει με τίποτα. Σήκωσε το βλέμμα του στο ταβάνι, σκέφτηκε τη ριψοκίνδυνη στάση της, ότι η ζωή του άρχισε να έχει νόημα από τότε που τη γνώρισε και ότι η λέξη «ευτυχία» είχε πλέον κάποιο συγκεκριμένο νόημα - 289 -


τώρα. Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα του, αλλά φρόντισε να μην το κατεβάσει χαμηλότερα από το βλέμμα της Κέιτ και μετά είπε μάλλον ενοχλημένος: «Εσύ το ξεκίνησες αυτό...». «Το ξέρω». «Δεν μπορείς να αλλάξεις την...». «Κι αυτό το ξέρω». «Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό». Κρατιόταν αρκετό καιρό. Ουσιαστικά απέφευγε να έχει ερωτικές επαφές μαζί της. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να σταματήσει από τη στιγμή που θα ξεκινούσε. Την κοίταξε στα μάτια και με ύφος αυστηρό και μελαγχολικό της είπε: «Σου δίνω μια τελευταία ευκαιρία να αλλάξεις γνώμη». «Μην κουράζεσαι άσκοπα». Η φωνή κοφτή και ενοχλημένη. «Δεν έχεις μόνο εσύ νεύρα». «Ξέρεις, μωρό μου, δεν είναι σωστό να με εκνευρίζεις». «Παράτα με, Ντομινίκ! Βαρέθηκα να παρακαλάω. Δε σου ζήτησα να θυσιάσεις τα πλούτη σου. Για το σώμα μου μιλάμε, όχι για το δικό σου!» Κοκάλωσε για μια στιγμή. Συγκρότησε το θυμό του, την, ξανακοίταξε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ωραία. Κάνε ό,τι νομίζεις». Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του, πάτησε μερικά πλήκτρα και μίλησε με τον Ρόσκο. «Θα λείψω από την εταιρεία για τρεις εβδομάδες. Το ίδιο κι η Κέιτ. Έχουμε κάποια δουλειά εμείς οι δύο», είπε κοφτά. «Όχι, δεν πάμε διακοπές. Έχουμε κάποια επαγγελματική υποχρέωση». Ο Ντομινίκ έγνεψε στην Κέιτ και έκανε ότι ξεκουμπωνόταν με το ελεύθερο χέρι του. Εκείνη δεν κινήθηκε. Σήκωσε τα φρύδια του και έπιασε το πέος του. Εκείνη άρχισε να ξεκουμπώνει το μπουφάν της. «Εντάξει, Ρόσκο; Τώρα σε αφήνω γιατί πρέπει να φύγω. Θα είμαστε σε επαφή». Αφού πέταξε το κινητό του πλάι στο άδειο ποτήρι του, έμεινε να κοιτάζει την Κέιτ που γδυνόταν. Έβγαλε το λινό μπουφάν της και το άφησε να πέσει αργά στο πάτωμα. Ύστερα έβγαλε τα λευκά σανδάλια της. Εκείνος πήρε μια αργή ανάσα όταν η Κέιτ έσκυψε για να βγάλει το λευκό λινό παντελόνι της και να κατεβάσει το - 290 -


δαντελένιο κιλοτάκι της. Τα ώριμα και πλούσια στήθη της ήταν ένα επικίνδυνο θέαμα. Μπορεί να άκουσε τη βαριά ανάσα του ή να κατάλαβε ότι τελικά άλλαξε γνώμη. Πάντως όταν σηκώθηκε και ίσιωσε το κορμί της, σήκωσε αργά, νωχελικά τα χέρια της, χάιδεψε αργά αργά το περίγραμμα του σουτιέν της και μετά έβαλε τα χέρια της στο σβέρκο. «Κύριε Κνάιτ, είστε έτοιμος να ασχοληθείτε με την... επαγγελματική σας υποχρέωση;» Πιο σαγηνευτικό χαμόγελο από αυτό δεν υπήρχε. Μόνο αυτός ο χαρακτηρισμός του ταίριαζε. «Πολύ ωραίο θέαμα, μωρό μου. Και πολύ προκλητική πόζα. Όμως μην αρχίσεις ακόμη να πανηγυρίζεις. Θα χρειαστεί να δουλέψεις σκληρά. Δε μου αρέσουν οι συμβιβασμοί. Μου αρέσουν οι νίκες. Εκνευρίζομαι να κάνω σε αυτό το θέμα ειδικότερα συμβιβασμούς». Της. έδειξε το σώμα της. «Έλα, μωρό μου. Πλησίασε». Όταν εκείνη έμεινε ακίνητη, της είπε με ήπιο τόνο: «Νομίζω ότι κάτι μου ζήτησες». «Ίσως». Κατέβασε τα χέρια της, χάιδεψε απαλά την περιοχή πάνω από το αιδοίο της και μετά έβαλε ένα δάχτυλο μέσα στη σχισμή της. «Μπορεί κι εσύ να θέλεις κάτι από μένα». «Όχι τόσο απεγνωσμένα όσο εσύ», είπε με βαριά φωνή. «Ξέρουμε ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο. Γι’ αυτό λοιπόν, εγώ στη θέση σου θα είχα ξεκινήσει ήδη να έρθω εδώ». «Ντομινίκ, δε σε αναγνωρίζω. Είναι ανάγκη να είσαι τόσο αγενής;» «Άκουσέ με. Εσύ θέλεις κάτι. Αποφάσισα να σου το δώσω». Η φωνή του κοφτή. «Θα σου κάνω τη χάρη, αλλά δεν μπορώ να ελέγχω πάντα το θυμό μου. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσεχε τις κινήσεις σου, τα λόγια σου και κάνε ό,τι σου λέω. Πλησίασε κοντά μου μέχρι να κάνω ένα ακόμη τηλεφώνημα». Πήρε το κινητό του και πάτησε μερικά πλήκτρα. «Ρίτσι, γεια σου. Ναι, ναι, χαθήκαμε». Ο Ντομινίκ χαμογέλασε. «Το ξέρω. Θα έρθω μετά να σε δω. Απλώς ήθελα να ξέρω ότι...Καλά. Σωστά το φαντάστηκα. Ωραία. Αυτό μόνο, χρειάζομαι». Έκλεισε το τηλέφωνο, το άφησε στο τραπέζι και κοίταξε την Κέιτ. «Μωρό μου, πρέπει να βιαστείς. Έχω εκνευριστεί πολύ». Ξεκούμπωσε το σορτσάκι του. «Πλησίασε, βγάλε - 291 -


τον έξω και γονάτισε». Τον αγριοκοίταξε. «Δε θα το κάνω. Σε θέλω μέσα μου. Γι’ αυτό γίνεται όλο αυτό το σκηνικό». Άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Μωρό μου, χάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις; Δε σε ρώτησα τι θέλεις. Σου είπα τι θέλω εγώ, πότε το θέλω και για πόσο το θέλω. Καλά θα χάνεις να υπακούσεις γιατί αλλιώς θα τελειώσουμε εδώ. Σε είχα προειδοποιήσει ότι αφού ξεκίνησες κάτι, δεν μπορείς να το σταματήσεις. Αν θέλω να σταματήσει, θα το αποφασίσω εγώ. Δε μου αρέσουν τα παιχνίδια. Βέβαια δε χαίρομαι καθόλου που θέλεις να διακινδυνεύσεις τη ζωή σου». «Με άλλα λόγια, θα γίνεται πάντα αυτό που εσύ θέλεις, ως συνήθως», είπε εκείνη εκνευρισμένη. «Όχι, μωρό μου», είπε εκείνος κάπως μαλακωμένος. «Δεν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο μαζί σου. Για χάρη σου έφερα τον κόσμο πάνω κάτω. Δεν αλλάζω γνώμη, ούτε παραπονιέμαι. Απλώς έχω εκνευριστεί γιατί δε θέλω να διακινδυνεύσεις τη ζωή σου». Ανασήκωσε τους ώμους, έκλεισε για λίγο τα μάτια και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. «Θέλεις να ρισκάρεις; Να παίξεις τη ζωή σου στα ζάρια;» Ξαφνικά σκοτείνιασε και έδειξε εξαντλημένος. «Ντομινίκ, λυπάμαι πολύ», ψέλλισε εκείνη και άρχισε να τον πλησιάζει. Τον αγκάλιασε από τη μέση και τον κράτησε σφιχτά. «Ξέρω πόσα έκανες για μένα και πόσο άλλαξες για χάρη μου τη ζωή σου». Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια. «Ζητώ συγνώμη που σου το ζήτησα». «Ναι, αλλά...» Συνέχισε να στέκεται απαθής, να μην την αγγίζει. «Θέλω να κάνω παιδί, το παιδί μας», είπε τόσο σιγανά που σχεδόν ούτε κι η ίδια δεν άκουσε τη φωνή της. Όμως αυτό που χρειαζόταν ήταν αδιαμφισβήτητο. Αναστενάζοντας την πήρε στην αγκαλιά τού και μετά, μην έχοντας τι να πει, αναστέναξε πάλι. Ή μάλλον, είχε τι να πει, αλλά φοβόταν μήπως την πληγώσει. «Τα έχω ακόμη χαμένα. Δεν ξέρω τι να πω», ψέλλισε και προσπαθούσε να αλλάξει γνώμη στον εαυτό του. «Αναγνωρίζω ότι με έκανες καλύτερο άνθρωπο, αλλά δεν είμαι - 292 -


άγιος, σωστά;» «Ντομινίκ, ξέρω να απαντώ όταν μου μιλούν άσχημα». Η φωνή της είχε δυναμώσει και στα χείλη της είχε σχηματιστεί ένα δυσδιάκριτο χαμόγελο. «Μη μου ζητάς να είμαι ευχαριστημένος γι’ αυτό. Δε γίνεται». Ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός βγήκε από μέσα του. «Θα είμαι ευτυχισμένη εγώ και για τους δυο μας. Και σου υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Δε θα αντιμιλάω, ούτε θα παραπονιέμαι. Κι αν αυτή η νέα συμφωνία μας ευοδωθεί», πρόσθεσε χαμογελώντας πονηρά, «θα προσέχω πολύ τη διατροφή μου και τον ύπνο μου. Θα ακολουθώ όλες τις οδηγίες σου. Δεν πρόκειται ποτέ να σου αντιμιλήσω. Ειλικρινά σου το λέω». Τη χάιδεψε τρυφερά στην πλάτη, σιωπηλός, και ταυτόχρονα χαμογελούσε συγκρατημένα. «Δηλαδή, δεν μπορώ με τίποτα να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ζήτησε μου ό,τι θέλεις. Θα σου το χαρίσω». «Ξέρεις, όμως, δεν παίρνουμε πάντα αυτό ακριβώς που θέλουμε». Χαμογέλασε πονηρά. «Ίσως να μην έχω τη διάθεση να σου το προσφέρω». «Δε με απασχολεί αυτό». «Εκνευρίστηκες πάλι», παρατήρησε με ήπιο τόνο. «Αυτή η συμπεριφορά σου με ωθεί να τσακωθώ μαζί σου». Το βλέμμα της είχε μια χροιά πρόκλησης. «Το παρατήρησα». «Ξέρουμε κι οι δύο καλά πού καταλήγει αυτό», συνέχισε εκείνος με τον ίδιο ήρεμο τόνο. «Τότε παρεμβαίνει κι αυτός εδώ», είπε χαμογελώντας, καθώς άρχισε να τρίβει το κορμί της πάνω στο ερεθισμένο πέος του. Σήκωσε τα φρύδια. «Εξαρτάται». «Από τι;» Σήκωσε κι εκείνη τα δικά της. «Από δυο λεπτομέρειες που δεν είναι διαπραγματεύσιμες», είπε με ύφος αυστηρό, επαγγελματικό. «Θα προσλάβω έναν αποκλειστικό γιατρό που θα μένει μαζί μας. Γι’ αυτό χαλάρωσε. Κι εσύ θα ακολουθείς κατά γράμμα τις υποδείξεις του και χωρίς αντιρρήσεις. Δε θα φέρνεις αντιρρήσεις στο θέμα του ύπνου και της διατροφής». Σήκωσε το χέρι του να την εμποδίσει να τον - 293 -


διακόψει. «Καταλαβαίνεις τι σημαίνει ότι δε θα προβάλλεις αντιρρήσεις; Πες μου ότι συμφωνείς, γιατί θα μετανιώσω. Σε αυτή την περίπτωση δεν κάνω συμβιβασμούς». «Πολύ καλά». Ρούφηξε τη μύτη της. «Θα γίνεται ό,τι πεις. Το ελπίζω». «Κάπως αργά συμφώνησες, αλλά τουλάχιστον ήμουν ξεκάθαρος μαζί σου». «Λοιπόν, τώρα τι κάνουμε; Είμαστε έτοιμος» ψέλλισε, μόλις κατάλαβε ότι ο Ντομινίκ στο μεταξύ ηρέμησε κάπως. Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Εγώ είμαι έτοιμος από τότε που...». «...που με γνώρισες;» συμπλήρωσε εκείνη χαμογελώντας πονηρά. «Ναι. Κάπως έτσι». Όμως δε χαλάρωσε τελείως τον έλεγχό του, γιατί ποτέ δεν έχανε ο Ντομινίκ τον έλεγχο. Κι αυτό γιατί μία ολόκληρη ζωή ήξερε να πειθαρχεί και να συγκρατιέται. «Ντύσου», είπε σηκώνοντας το φερμουάρ από το σορτσάκι του. «Θα κατέβουμε στην πόλη». «Τι να φορέσω;» «Δεν έχει σημασία». Κοίταξε ερευνητικά το γυμνό κορμί της. «Μόνο γυμνή δεν μπορείς να έρθεις. Θα συναντηθούμε στο γραφείο μου». Σήκωσε το χέρι του και κοίταξε το ρολόι του. «Σε πέντε λεπτά. Και υπόψη ότι οι εντολές μου ξεκινούν από τώρα». Δίστασε για λίγο γιατί δεν της άρεσε ο τόνος της φωνής του. «Μην καθυστερείς». Κοίταξε το ρολόι του. «Τέσσερα λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα. Θέλεις ή δε θέλεις να υπακούσεις;» Κι αμέσως μετά την άφησε και έφυγε. Μετά από τέσσερα λεπτά πήγε στο γραφείο του και τον ξάφνιασε. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε όταν είδε την απορία του. «Έτσι θα έρθεις;» «Δε μου άφησες πολύ χρόνο. Τα διάλεξα αυτά βιαστικά. Δε φταίω εγώ». Τον αγριοκοίταξε. «Εσύ μόνος σου είπες ότι δε θα είχε σημασία το ντύσιμό μου». Έμοιαζε με όμορφο αλητάκι, με ατίθασα όπως πάντα μαλλιά - 294 -


και ροδαλά μάγουλα. Από κάτω φορούσε το καρό παντελόνι της πιτζάμας του Ντομινίκ που οι άκρες από τα μπατζάκια του σέρνονταν κάτω, ενώ από πάνω φορούσε ένα μικροσκοπικό τζιν μπουφάν που με δυσκολία έκρυβε τα μεγάλα στήθη της. «Τα ρούχα που φορούσες στο ραντεβού με τη γυναικολόγο είναι ακόμη στο πάτωμα του καθιστικού, εκεί που τα άφησες». «Πανικοβλήθηκα όταν μου είπες ότι είχα μόνο τέσσερα λεπτά στη διάθεσή μου. Δεν είμαστε πάντα ψύχραιμοι». Μιλώντας του όρθωσε κάπως το ανάστημά της και τότε ο Ντομινίκ κατάλαβε ότι δε θα ήταν εύκολα τα πράγματα ούτε για εκείνον. «Θα σε πληροφορήσω, επίσης», είπε κοφτά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια, «ότι το μωρό αυτό το θέλω οπωσδήποτε και γι’ αυτό φρόντισε να βάλεις τα δυνατά σου. Δε σκοπεύω να χάσω τον καιρό μου». Χαμογέλασε. «Μ’ εσένα, μωρό μου, μάλλον δε θα πλήξω ποτέ. Μπράβο σου». «Τις επόμενες τρεις εβδομάδες αν μου δίνεις το σπέρμα σου, δε θα σε αφήσω να πλήξεις». Χαμογέλασε αποφασισμένη. «Τελικά δε μου είπες πού θα πάμε;» «Κάθισε κάτω». Της έδειξε το τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. «Πρέπει πρώτα να μου υπογράψεις κάτι». Η Κέιτ πλησίασε στο τραπέζι, κάθισε και πήρε να δει το χαρτί στο οποίο είχε γράψει κάτι ο Ντομινίκ. Ήταν μια συμφωνία σχετικά με την εγκυμοσύνη της. Κοίταξε τον Ντομινίκ. «Μόνο αυτό; Δε θα βάλεις κάποιους να με παρακολουθούν μέρα νύχτα όλο το χρόνο;» «Θα γίνει κι αυτό». Τον κοίταξε ψυχρά μέσα στα γαλανά του μάτια. «Τότε θέλω κι εγώ ένα χαρτί». «Να το κάνεις τι;» «Να θέσω κι εγώ τους όρους μου σ’ εσένα. Αφού θέλεις εγώ να ακολουθώ όλες αυτές τις οδηγίες για εννέα μήνες, θα βάλω κι εγώ τους δικούς μου όρους». Χαμογέλασε «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους». Της έφερε μια κόλλα χαρτί, το άφησε στο τραπέζι, κάθισε σε - 295 -


μια απέναντι καρέκλα και την κοίταζε που άρχισε να γράφει γρήγορα. Μετά έσπρωξε το χαρτί προς το μέρος του. «Υπόγραψε αυτό το χαρτί και μετά θα υπογράψω κι εγώ το δικό σου». Ο Ντομινίκ διάβασε τη μία και μοναδική φράση που είχε γράψει η Κέιτ στο χαρτί. Κάτω από άλλες συνθήκες αυτό θα το είχε θεωρήσει θεόσταλτο δώρο. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Ντομινίκ Κνάιτ, Θα καταθέτω το σπέρμα μου στη μήτρα της γυναίκας μου τρεις φορές την ημέρα για τις επόμενες τρεις εβδομάδες. Σήκωσε το βλέμμα του, έχοντας ήδη σηκωμένα κα τα φρύδια του. «Πολύ συγκεκριμένοι οι όροι σου». «Οι δικοί σου δεν ήταν;» Έσφιξε τα δόντια κι αυτό φάνηκε από τους μυς που τρεμόπαιξαν πλάι στο σαγόνι του. «Θα χρειαστείς στυλό για να υπογράψεις», είπε σπάζοντας την ηλεκτρισμένη σιωπή. Ούτε εκείνη ήταν διατεθειμένη να κάνει συμβιβασμούς. Πήρε μια μικρή ανάσα και έγειρε πίσω του για να πάρει από το γραφείο του δύο στυλό. Γύρισε πάλι προς το μέρος της, την κοίταξε και με ύφος σοβαρό είπε: «Θα το πω άλλη μία φορά. Εγώ είμαι αντίθετος προς αυτή την απόφαση». «Καλά. Μου το υποσχέθηκες. Υπόγραψε τώρα». Της έδωσε το ένα στυλό. Ακολούθησαν δύο υπογραφές και μετά η ανταλλαγή των υπογεγραμμένων χαρτιών. Η Κέιτ δίπλωσε εκείνο που πήρε και το έβαλε στην τσέπη του μπουφάν της. Ο Ντομινίκ πήρε το δικό του και το έβαλε στο συρτάρι του γραφείου του. Επιστρέφοντας στο τραπέζι, της έδωσε το χέρι του και με ύφος σαρκαστικό είπε: «Τώρα μπορούμε να θέσουμε τη συμφωνία μας σε εφαρμογή». «Μια μέρα θα με ευγνωμονείς». Χαμογέλασε καθώς έσφιγγε το χέρι του. «Μην είσαι τόσο σίγουρη». Την έπιασε από το χέρι και τη βοήθησε να σηκωθεί και μετά πήγαν μαζί προς την πόρτα. Σκόνταψε καθώς μπερδεύτηκαν τα μπατζάκια από την πιτζάμα του. - 296 -


Ο Ντομινίκ σταμάτησε, γονάτισε πλάι της και δίπλωσε τα μπατζάκια μέχρι το ύψος των αστραγάλων της. «Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι να σπάσεις κανένα πόδι!» μουρμούρισε ενοχλημένος καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Μη γκρινιάζεις. Δε φταίω εγώ γι’ αυτά που φοράω», είπε με διάθεση να γελάσει. Άλλωστε της είχε δώσει τον λόγο του, την υπογραφή του και σύντομα θα της χάριζε κι ένα παιδί. «Δε θα τα φοράς για πολύ ακόμη». «Δε μου είπες πού θα πάμε». Την κοίταξε μάλλον ψυχρά. «Σου το φυλάω για έκπληξη». Επειδή το κάτω πάτωμα του σπιτιού του χρησιμοποιούνταν, το γκαράζ βρισκόταν κάτω από το διπλανό σπίτι στο οποίο έμενε ο φρουρός ασφαλείας του. Αυτή τη φορά δεν πήρε το διθέσιο σπορ αυτοκίνητό του, αλλά ένα αυτοκίνητο που η Κέιτ έβλεπε πρώτη φορά. Ήταν ένα γκρενά σπορ αυτοκίνητο που ο κινητήρας του μούγκρισε στην κυριολεξία όταν γύρισε το κλειδί στο διακόπτη του. Διέσχισαν την ανηφορική ράμπα και βγήκαν το διάδρομο της αυλής. Σύντομα βρίσκονταν στο δρόμο. «Πολύ δυνατό φαίνεται. Τι μάρκα είναι;» «Μακλάρεν. Εξακόσιους δεκαέξι ίππους είναι η μηχανή του». Χάιδεψε απλώς το πεντάλ του γκαζιού και το αυτοκίνητο πετάχτηκε σαν σαΐτα. «Φαντάζομαι πόσο θα τρέχει! Κι ο παππούς μου αγαπούσε την οδήγηση σε χωματόδρομο. Κάθε Σάββατο βράδυ ο κόσμος πήγαινε να τον καμαρώσει που έτρεχε στην ειδική πίστα». «Τριακόσια είκοσι χιλιόμετρα τελική ταχύτητα». Κοίταξε έκπληκτη τον Ντομινίκ. «Έπιασες καμιά φορά αυτή την ταχύτητα;» Χαμογέλασε. «Μια δυο φορές». «Θα ήθελα να το οδηγήσω. Πότε-πότε πήγαινα μαζί με τον παππού μου. Μου το έδινε να οδηγώ στην πίστα για να είναι σίγουρος ότι δε θα πάθαινε τίποτα το αγαπημένο του αυτοκίνητο». «Θα το σκεφτώ. Ακόμη δε με έπεισες ότι πρέπει να σε εμπιστεύομαι». «Άντε πηδήξου!» - 297 -


«Σύντομα». Άφησε για λίγο το τιμόνι και έκανε μια χειρονομία με σεξουαλικό υπονοούμενο. «Είσαι άρρωστος!» Θύμωσε. «Κι εσύ ζεις σε έναν κόσμο που νομίζεις ότι τα πάντα εξελίσσονται όπως τα περιμένεις». «Δεν πάνε πάντα στραβά όλα τα πράγματα. Ξέρεις από πιθανότητες κι εσύ όπως κι εγώ». «Δεν είναι μόνο θέμα πιθανοτήτων. Μπορεί να είναι και κάτι άλλο. Κάτι το οποίο πηγαίνει πάντα στραβά». «Αν δεν ήθελα αυτή η εγκυμοσύνη να προκύψει με τον πιο όμορφο τρόπο, θα επέτρεπα στον εαυτό μου να πιει μερικά ποτά και να χαλαρώσει». Γύρισε και την κοίταξε με ένα παράξενο ύφος. «Έχω κάτι να σου δείξω. Αφού το φορέσεις, θα ηρεμήσω». «Καλά. Τουλάχιστον υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Τι είναι αυτό;» «Έκπληξη», της είπε πάλι και άπλωσε το χέρι του να της χαϊδέψει το μάγουλο. «Μην βιάζεσαι, μωρό μου. Δε θα αργήσει». Από εκείνη τη στιγμή και μετά δε μιλούσε πολύ, της απαντούσε με επιφωνήματα ή με μια μόνο λέξη. Στο τέλος του είπε κάπως ενοχλημένη: «Μήπως σε ενοχλώ;» «Όχι». Προσπαθούσε να προσπεράσει άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο. Η αδιαφορία στη φωνή του την εκνεύριζε πιο πολύ. «Μου φέρεσαι αδικαιολόγητα». Πάτησε απότομα φρένο και αμέσως ακούστηκαν κορναρίσματα από τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν. Εκείνος έβγαλε το χέρι του έξω, τους έκανε μια άσεμνη χειρονομία και αδιαφόρησε τελείως για το μποτιλιάρισμα που προκλήθηκε στη λωρίδα του. Ύστερα της έπιασε το πιγούνι και τη γύρισε προς το μέρος του για να δει το θυμό μέσα στα μάτια του. «Θα σου το πω άλλη μία φορά, μωρό μου. Δε θέλω να πεθάνεις. Ούτε είμαι κακός. Φοβάμαι πολύ και η κατάσταση αυτή με εκνευρίζει». Ύστερα τα άφησε το πιγούνι, πάτησε απότομα το πεντάλ του γκαζιού και σύντομα πλησίασε το προπορευόμενο όχημα. «Μην αρχίσουμε πάλι να καβγαδίζουμε. Έχει αρχίσει να γίνεται - 298 -


εκνευριστικό», είπε κοιτάζοντας ίσια μπροστά του. «Συγνώμη», είπε και η φωνή της μόλις που ακούστηκε. Ούτε τώρα την κοίταξε. «Να είσαι πιο προσεχτική». Τελείως μετανιωμένη και κατανοώντας την έκταση της υποχώρησης που έκανε για χάρη της, προτίμησε να μείνει σιωπηλή. Πήγαν κάπου που έμοιαζε με ξενοδοχείο ή με πολυκατοικία. Έξω από μια διπλή βαριά πόρτα στεκόταν ένας πορτιέρης με στολή. Πουθενά έξω από το κτίριο δεν υπήρχε καμία πινακίδα για να δείχνει κάτι για το ρόλο του. Ο Ντομινίκ ακολούθησε το διάδρομο που οδηγούσε στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Έφτασε σε ένα χώρο όπου δεν επιτρεπόταν η στάθμευση και προσεχτικά έκανε όπισθεν και μπήκε ανάμεσα σε δύο πελώριες γεννήτριες. Μετά, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε από την άλλη πλευρά να βοηθήσει την Κέιτ να κατεβεί κι εκείνη, ενώ το ύφος του συνέχισε να είναι βλοσυρό. «Μου επιτρέπεις να σου πω ότι έχεις παρκάρει σε σημείο που δεν επιτρέπεται η στάθμευση;» «Μην ανησυχείς και δε θα μου πάρει το αυτοκίνητο ο γερανός». Ήθελε να ρωτήσει το γιατί, αλλά όταν θυμήθηκε το αγριεμένο ύφος του Ντομινίκ και την πρόσφατη λογομαχία τους, προτίμησε να μη μιλήσει. Ο Ντομινίκ ξεκλείδωσε μια βαριά μεταλλική πόρτα, μπήκαν μέσα και προχώρησαν προς ένα μικρό χολ επενδυμένο με μπεζ μάρμαρο όπου υπήρχε ένα ασανσέρ. Πάτησε μερικά πλήκτρα στο πληκτρολόγιο που υπήρχε στον τοίχο, οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν και μετά της έγνεψε να μπει πρώτα εκείνη. Στο εσωτερικό του θαλάμου δεν υπήρχε πληκτρολόγιο. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες, ο θάλαμος άρχισε να ανεβαίνει. Μετά από λίγο σταμάτησε. «Φτάσαμε», είπε, σαν να ήξερε κι εκείνη πού είχαν πάει. Της έγνεψε να βγει πρώτη έξω. Λίγο έλειψε να αφήσει ένα επιφώνημα έκπληξης και θαυμασμού, αλλά μη θέλοντας να τον εκνευρίσει περισσότερο μετά το πρόσφατο περιστατικό στη διάρκεια της διαδρομής, προτίμησε να μην πει τίποτα. Όμως τα ρωμαϊκά μωσαϊκά στους τοίχους και στο δάπεδο ήταν αληθινά. Δεν την ξάφνιασε το γεγονός ότι ήταν αναπαραστάσεις ερωτικών σκηνών, αλλά το ότι ήταν πολύ ζω- 299 -


ντανά αποτυπωμένες και εντυπωσιακές. Ο Ντομινίκ προσπέρασε τα μωσαϊκά χωρίς να δώσει σημασία και μετά άνοιξε σπρώχνοντας δύο μεγάλες χάλκινες πόρτες που άνοιξαν χωρίς το παραμικρό τρίξιμο των μεντεσέδων τους. Της έγνεψε πάλι για να μπει πρώτη. Οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα μόλις μπήκαν. «Θα μείνουμε εδώ για μερικές μέρες. Έλα από εδώ». Τον ακολούθησε και διέσχισαν ένα τεράστιο καθιστικό το οποίο είχε μοναδική θέα προς τη θάλασσα. Μετά πέρασαν από μια τραπεζαρία που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει μεγάλο αριθμό καλεσμένων. Ύστερα διέσχισαν ένα μακρύ διάδρομο με πολλές πόρτες στα αριστερά και έφτασαν σε ένα υπνοδωμάτιο στην άκρη του διαδρόμου το οποίο είχε ακόμη πιο φανταστική θέα. Τα σύγχρονα ιταλικά έπιπλα, σε αντίθεση με εκείνα του σπιτιού του στο Κλίφσαϊντ, ήταν εξαιρετικές δημιουργίες επώνυμου σχεδιαστή σε γκρι και κόκκινο χρώμα. Οι καναπέδες είχαν βελούδινη ταπετσαρία σε απαλό γκρι χρώμα ενώ οι ευρύχωρες πολυθρόνες είχαν έντονα κόκκινη ταπετσαρία από μεταξωτό ύφασμα. Η άψυχη τελειότητα χαρακτήριζε την ατμόσφαιρα σε αυτό το χώρο. Ακόμη και στο υπνοδωμάτιο. Το μεγάλο κρεβάτι στηριζόταν σε μια χαμηλή βάση. Πάνω του ήταν στρωμένο ένα απαλό γκρι κλινοσκέπασμα. Τα μαξιλάρια ήταν απλά, λευκά, τετράγωνα και η κορνίζα του καθρέφτη που υπήρχε στον τοίχο ήταν λεπτή και στο χρώμα του χρωμίου. «Έρχεσαι συχνά εδώ;» τον ρώτησε. «Τώρα πλέον όχι. Μπορείς να αφήσεις τα ρούχα σου εδώ». Στάθηκε στη μέση του δωματίου και την κοίταζε με βλέμμα σκοτεινιασμένο. «Εσύ;» «Κέιτ, είπα να αφήσεις τα ρούχα σου εδώ. Νομίζω ότι συμφώνησες να υπακούς». Ακούστηκε ως απειλή, άσχετα αν της μίλησε με ήπιο τόνο. Έπιασε να ξεκουμπώσει τα μεταλλικά κουμπιά του μπουφάν της. Εκείνος την κοίταζε σιωπηλός καθώς το έβγαζε. Μετά έλυσε - 300 -


το κορδόνι του παντελονιού της πιτζάμας του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. «Ξέχασα να σε ρωτήσω», είπε χαμηλόφωνα, λες και η Κέιτ δε στεκόταν ολόγυμνη μπροστά του. «Μήπως πεινάς; Θα ήθελες προηγουμένως να φας κάτι;» «Όχι. Εντάξει. Αργότερα ίσως», απάντησε εκείνη με μια ανάλογη ψυχρότητα. Χαμογέλασε σφιγμένος. «Πολύ καλά». Μια ακόμη χειρονομία, σαν να την οδηγούσε προς κάποιο τραπέζι εστιατορίου. Της έδειξε μια πόρτα, πήγε πρώτος εκεί, έβγαλε από την τσέπη του ένα κλειδί, την ξεκλείδωσε και την άνοιξε. «Μετά από σένα». Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, σταμάτησε, με μάτια ορθάνοιχτα και ένα σωρό συναισθήματα να μπερδεύονται μέσα της: ζήλια, απέχθεια, ενόχληση, προσβολή, δυσπιστία. Μετά γύρισε και τον ρώτησε διστακτικά: «Αλήθεια;» «Αν θέλεις, μπορούμε τώρα κιόλας να σταματήσουμε αυτό το παιχνίδι», είπε χαμηλόφωνα. «Είσαι σίγουρος ότι αυτό θέλεις;» «Εγώ, ναι». Κοίταξε ερευνητικά τους καθρέφτες που υπήρχαν γύρω γύρω, τις αλυσίδες που κρέμονταν από τροχαλίες στο ταβάνι, το σταυρό μπροστά σε έναν τοίχο επενδυμένο με μαύρο δέρμα, την «ερωτική» κούνια που ήταν φτιαγμένη από βιολετί δέρμα, το μαρμάρινο τραπέζι που δεν προοριζόταν για ένα φυσιολογικό δείπνο, τις επενδυμένες μεταλλικές μπάρες σε σχήμα X, τους επενδυμένους με κόκκινο δέρμα ίππους γυμναστικής. Και τα ράφια στους τοίχους ήταν γεμάτα με κάθε λογής σεξουαλικά βοηθήματα. «Αυτά υποτίθεται θα με τρόμαζαν όταν θα τα έβλεπα;» «Δεν ξέρω, Κέιτ. Το πείραμα που θέλεις να κάνεις, εμένα με εκνευρίζει. Ρώτησέ με κάτι άλλο. Αυτή την ερώτησή σου δεν μπορώ να την απαντήσω». «Θέλεις να απογοητευτώ επειδή έχεις φέρει εδώ μέσα ένα σωρό άλλες γυναίκες πριν από μένα και τελικά να φύγω;» «Δεν ξέρω τι να πω. Εγώ απλώς θέλω να σταματήσω. Θέλω να γυρίσουμε στο σπίτι μας και να ασχοληθούμε με όσα κάναμε. Αυτό θέλω εγώ». - 301 -


Άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Κι εσύ ξέρεις τι θέλω εγώ. Μου το υποσχέθηκες». Έμεινε για λίγο και την κοίταζε. «Σωστά. Σου το υποσχέθηκα». Ο τόνος της φωνής τού άλλαξε, μαλάκωσε και μαζί άλλαξε και η στάση του σώματός του. Το ύφος του σκοτείνιασε. «Περίμενε να σου δείξω το καινούριο σου παιχνίδι». Έκλεισε την πόρτα και η Κέιτ άκουσε τον θόρυβο της κλειδαριάς που κλειδώνει. Την έπιασε από το χέρι και με αργές κινήσεις την οδήγησε στο τραπέζι με τον μαύρο γρανίτη. Στο κέντρο του βρισκόταν ένα ξύλινο κουτί. Της άφησε το χέρι. «Ίσως θυμάσαι που μιλήσαμε γι’ αυτό πριν φύγουμε από το Λονδίνο. Άνοιξε το κουτί. Ζήτησα να το φτιάξουν για σένα». Σήκωσε το καπάκι και της κόπηκε η ανάσα. Πάνω σε ένα λευκό βελούδινο μαξιλαράκι βρισκόταν μια ζώνης αγνότητας στολισμένη με πολύχρωμα πετράδια. «Είναι αντίγραφο μιας ζώνης αγνότητας των Σαρακηνών. Με βελούδινη επένδυση. Σου αρέσει;». «Υποτίθεται πρέπει να μου αρέσει;» Χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που έφτασαν εκεί. «Πιθανόν όχι τόσο όσο σ’ εμένα. Θέλεις να σε βοηθήσω να τη φορέσεις;» «Δε βοηθάει αφού εγώ προσπαθώ να μείνω έγκυος». «Κέιτ, φόρεσέ την και άφησε τα σχόλια». «Κι αν αρνηθώ;» «Θα σου τη φορέσω εγώ». Το βλέμμα της έδειξε τον εκνευρισμό της. «Για πόσο θα πρέπει να τη φοράω, Ντομινίκ;» «Δεν ξέρω. Όπως επίσης δεν ξέρω γιατί βρισκόμαστε τώρα εδώ. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όλα είναι θέμα διαπραγμάτευσης». Ο τόνος της φωνής του χαμήλωσε. «Δε θα χρειαστεί να διαπραγματευτείς τίποτα αν ζητήσεις να φύγουμε. Έλα τώρα. Φόρεσέ τη». Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη. Ακίνητος όμως έμεινε κι εκείνος. Ήθελε να τη δει να υποχωρεί, να αρνείται, να θέλει να σταματήσουν αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι. Ξαφνικά η Κέιτ έκανε ένα βήμα μπροστά. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές του, σαν να ήθελε να ξεσπάσει κά- 302 -


που. Η Κέιτ πήρε τη ζώνη από το κουτί και