Page 1

[1]


Αγαπητοί Αναγνώστες, Με ενθουσιασμό σας παρουσιάζω το Άγρια Απόλαυση, το τρίτο βιβλίο της σειράς ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ, που ξεκίνησε με την Άγρια Νύχτα και συνεχίστηκε με το Άγριο Φιλί. Σ’ ένα απομονωμένο κάστρο της Βουδαπέστης, έξι αθάνατοι πολεμιστές –ο καθένας πιο επικίνδυνα σαγηνευτικός από τον άλλο– είναι δεμένοι με μια αρχαία κατάρα που κανένας δεν μπορεί να λύσει. Όταν επιστρέφει ένας ισχυρός εχθρός, θα ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο αναζητώντας ένα ιερό κειμήλιο των θεών –ένα κειμήλιο που απειλεί να τους καταστρέψει όλους. Ελάτε μαζί μου σ’ αυτόν το σκοτεινό αισθησιακό κόσμο, όπου τα όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό είναι δυσδιάκριτα και η πραγματική αγάπη γνωρίζει την πιο μεγάλη δοκιμασία. Και μείνετε συντονισμένοι για καινούριες περιπέτειες των Αρχόντων του Κάτω Κόσμου, καθώς διακυβεύονται όλο και περισσότερα, η αναζήτηση γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και ο έρωτας γίνεται όλο και πιο δυνατός! Με τις θερμότερες ευχές μου, Τζίνα Σογουόλτερ

[2]


Τίτλος πρωτοτύπου: The Darkest Pleasure Copyright © 2008 by Gena Showalter © 2011 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.à.r.l. ISBN 978-960-620-298-8 Μετάφραση: Σαμάνθα Κωνσταντέα Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης DARK MOON – ΤΕΥΧΟΣ 6 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218

Η Τζίνα Σογουόλτερ έχει βρεθεί πολλές φορές στη λίστα των best seller των New York Times και της USA Today με τις «απόλυτα συναρπαστικές» ιστορίες της που «διαβάζονται απνευστί», όπως σημειώνει η κριτική. Με πάνω από 25 έργα στο ενεργητικό της, έχει αποδείξει το ταλέντο της σε πολλά διαφορετικά είδη, από το σύγχρονο αισθηματικό μυθιστόρημα μέχρι το εφηβικό. Αλλά το σήμα κατατεθέν της, το είδος στο οποίο αφήνει ελεύθερη όλη τη φαντασία και τη δημιουργικότητά της, είναι οι σκοτεινές ιστορίες με υπερφυσικά στοιχεία. Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει η εμπνευσμένη σειρά της «Άρχοντες του Κάτω Κόσμου», που συνάρπασε το αναγνωστικό κοινό τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε το ιστολόγιό της, www.genashowalter.blogspot.com

[3]


Κεφάλαιο 1 Ο Ρέγιες στεκόταν στη στέγη του κάστρου της Βουδαπέστης, ύψους τεσσάρων ορόφων, με τα πόδια του να ισορροπούν επικίνδυνα στο πιο ψηλό γείσο. Ψηλά, το φεγγαρόφωτο έπεφτε χρυσοκόκκινο από τον ουρανό, αίμα αναμεμειγμένο με χρυσό, σκοτάδι αναμεμειγμένο με φως, πληγές πρόσφατα ανοιχτές στην ατέλειωτη έκταση του μαύρου βελούδου. Κοίταξε το ζοφερό κενό που τον περίμενε κάτω από τα πόδια του και το έδαφος φαινόταν λες και άνοιγε τα χέρια του και τον εκλιπαρούσε να τον αγκαλιάσει. Μετά από χιλιάδες χρόνια, εξακολουθώ να βρίσκομαι σε τούτη την κατάντια. Κρύος αέρας φυσούσε και ανακάτευε τα μαλλιά του από κάθε κατεύθυνση, παγώνοντας το γυμνό στήθος του και τη μισητή πεταλούδα που ήταν χαραγμένη στο λαιμό του. Αλλά όχι το αίμα του. Όχι το δικό του αίμα –αν και πάγωνε το αίμα του φίλου του. Κάθε φύσημα ανέμου, κάθε τούφα που άγγιζε τη στοιχειωμένη, γεμάτη παραισθήσεις ύπαρξή του –μια αυταπάτη για το τι σήμαινε ζωή και θάνατος– έμοιαζε με λάδι που έπεφτε στη φωτιά των απέραντων τύψεών του. Πόσες φορές είχε έρθει εδώ, προκειμένου να προσευχηθεί για πράγματα που δε θα αποκτούσε ποτέ! Πόσες φορές είχε ικετέψει για άφεση, για ανακούφιση από το καθημερινό μαρτύριό του και από το δαίμονα μέσα του που ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό το συγκεκριμένο βασανιστήριο! Πόσες φορές δεν είχε ζητήσει απαλλαγή από την απόλυτη εξάρτησή του από τον αυτοτραυματισμό! Οι προσευχές του δεν είχαν εισακουστεί. Ούτε θα εισακούονταν ποτέ. Έτσι είχε καταντήσει και έτσι θα παρέμενε και τώρα και για πάντα. Και η αγωνία του απλώς θα αυξανόταν. Κάποτε ήταν αθάνατος πολεμιστής των θεών και τώρα πια είχε μεταμορφωθεί σε έναν Άρχοντα του Κάτω Κόσμου, κυριαρχημένο από κάποιο από τα πολλά πνεύματα που άλλοτε βρίσκονταν κλειδωμένα στο Δαιμονικό. Από ευνοούμενος... ατιμασμένος, από

[4]


αγαπημένος... μισητός. Από την ευτυχία στη διαρκή δυστυχία. Έσφιξε τα δόντια. Οι θνητοί ήξεραν το Δαιμονικό ως το κουτί της Πανδώρας· εκείνος το ήξερε ως την πηγή της αιώνιας έκπτωσής του. Ο ίδιος κι οι φίλοι του το είχαν ανοίξει αψήφιστα πριν από πολλούς αιώνες· τώρα, όλοι τους είχαν ενσωματώσει το περιεχόμενο του κουτιού στη φύση τους, καθώς ο καθένας φιλοξενούσε και από ένα δαίμονα μέσα του. Πήδηξε, τον παρότρυνε ο δαίμονάς του. Ο δαίμονάς του: ο Πόνος. Ο μόνιμος σύντροφός του. Ο δελεαστικός ψίθυρος στα βάθη του μυαλού του, η σκοτεινή οντότητα που λαχταρούσε τα πιο ακατονόμαστα δεινά. Η υπερφυσική δύναμη που ο ίδιος πολεμούσε κάθε αναθεματισμένο λεπτό κάθε αναθεματισμένης μέρας. Πήδηξε. «Όχι ακόμα». Λίγα δευτερόλεπτα προσμονής ακόμα, λίγα δευτερόλεπτα γνώσης ότι τα περισσότερα κόκαλά του θα τσακίζονταν με την πτώση. Χαμογέλασε με τη σκέψη. Τα κοφτερά σαν ξυράφι θραύσματα των οστών θα έσκιζαν τα τραυματισμένα, πρησμένα όργανά του και αυτά με τη σειρά τους θα έσκαζαν σαν μπαλόνια γεμάτα νερό· το δέρμα του θα άνοιγε από τα υπερβολικά υγρά και αυτή τη φορά το αίμα που θα άδειαζε θα ήταν το δικό του. Και ο πόνος, ένας υπέροχος, ευδαιμονικός πόνος, θα τον καταβρόχθιζε. Τουλάχιστον για ένα διάστημα. Σιγά σιγά το χαμόγελό του έσβησε. Μέσα σε λίγες μέρες –ώρες, αν δεν κατάφερνε να τραυματίσει αρκετά τον εαυτό του– το σώμα του θα θεραπευόταν, ολοκληρωτικά και απόλυτα. Θα ξυπνούσε ξανά υγιής και ο Πόνος θα αποτελούσε πάλι μια καταλυτική δύναμη στο μυαλό του, τόσο δυνατή που δε θα μπορούσε να την αγνοήσει. Αλλά για εκείνα τα λιγοστά λεπτά, πριν τα οστά του αρχίσουν να ευθυγραμμίζονται ξανά, πριν τα όργανά του αρχίσουν και πάλι να συναρμολογούνται και το δέρμα του να ενοποιείται, πριν το αίμα αρχίσει ξανά να κυλά στις φλέβες του, θα βίωνε τη νιρβάνα. Την απόλυτη ευτυχία, τον παράδεισο. Την πιο γλυκιά ηδονή. Θα σφάδαζε με την υπέρτατη ευχαρίστηση του πόνου που θα τη συνόδευε –τη

[5]


μοναδική πηγή ευχαρίστησής του. Ο δαίμονας θα αναστέναζε με πλήρη ικανοποίηση, τόσο μεθυσμένος από το συναίσθημα ώστε θα του ήταν αδύνατο να μιλήσει –και ο Ρέγιες θα γευόταν μια ευλογημένη γαλήνη. Για λίγο. Πάντα, για πολύ λίγο. «Δε χρειάζομαι κι άλλη υπενθύμιση για το πόσο φευγαλέα είναι η γαλήνη μου», μουρμούρισε μονολογώντας για να πνίξει την καταθλιπτική σκέψη. Ήξερε πόσο γρήγορα περνούσε ο χρόνος. Μερικές φορές, ένα έτος φαινόταν σαν μια μέρα. Και μερικές φορές, μια μέρα φαινόταν σαν ένα λεπτό. Κι όμως, και τα δυο μερικές φορές του φαίνονταν ατέλειωτα. Ήταν μια από τις πολλές αντιθέσεις της ζωής του ως Άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Πήδηξε, τον παρότρυνε ο Πόνος. Μετά, πιο επίμονα, Πήδηξε! Πήδηξε! «Σου είπα ότι θέλω λίγα δευτερόλεπτα ακόμα». Για άλλη μια φορά, ο Ρέγιες κοίταξε το έδαφος. Αιχμηρά βράχια ξεχώριζαν στο ματωμένο φεγγαρόφωτο και οι λιμνούλες του νερού γύρω τους ρυτίδωναν με τον άνεμο. Η ομίχλη υψωνόταν σαν δάχτυλα φαντάσματος και τον καλούσε πιο κοντά, υπέροχα πιο κοντά. «Αν χώσεις τη λεπίδα στο λαιμό του εχθρού σου ξέρεις ότι θα τον σκοτώσεις», είπε στο δαίμονα, «αλλά μετά όλα τελειώνουν και δεν έχεις τίποτα να περιμένεις». Πήδηξε! Μια κοφτή προσταγή, γεμάτη ανυπομονησία και λαχτάρα, ένα παιδί που πάθαινε κρίση επειδή δεν περνούσε το δικό του. «Σύντομα». Πήδηξεπήδηξεπήδηξε! Ναι, μερικές φορές οι δαίμονες θύμιζαν κακομαθημένα παιδιά, απογόνους του ανθρώπινου είδους. Ο Ρέγιες έχωσε ένα χέρι στα ανακατεμένα μαλλιά του και μερικές τρίχες ξεριζώθηκαν από το κρανίο του. Γνώριζε μόνο έναν τρόπο για να βουλώσει το στόμα του άλλου εγώ του. Υπακοή. Δεν ήξερε γιατί προσπαθούσε να αντισταθεί και να απολαύσει τη στιγμή. Πήδηξε!

[6]


«Ίσως αυτή τη φορά να γυρίσεις πάλι πίσω στην κόλαση», μουρμούρισε. Ο καθένας είχε δικαίωμα στην ελπίδα. Τελικά, άνοιξε τα χέρια, έκλεισε τα μάτια, έσκυψε... «Κατέβα από εκεί πάνω», άκουσε τότε μια φωνή πίσω του. Τα βλέφαρα του Ρέγιες άνοιξαν στο άκουσμα της ανεπιθύμητης παρέμβασης και τα νεύρα του τεντώθηκαν. Ανέκτησε την ισορροπία του, αλλά δε γύρισε. Ήξερε γιατί είχε έρθει ο Λούσιεν και ντρεπόταν να αντικρίσει το φίλο του. Μολονότι ο πολεμιστής ήξερε τι αντιμετώπιζε με το δαίμονά του, δε θα καταλάβαινε αυτό που είχε κάνει. «Αυτό είναι το σχέδιο... να κατέβω. Φύγε και θα το κάνω». «Ξέρεις τι εννοώ». Δεν υπήρχε χροιά χιούμορ στη φωνή του Λούσιεν. «Πρέπει να σου μιλήσω». Η μυρωδιά των τριαντάφυλλων απλώθηκε ξαφνικά στον αέρα, πυκνή και πλούσια –και τόσο απρόσμενη στη χειμωνιάτικη νύχτα που ο Ρέγιες θα ορκιζόταν πως είχε μεταφερθεί σε κάποιο ανοιξιάτικο σύδεντρο. Ένας άνθρωπος θα έβρισκε την οσμή υπνωτιστική, σχεδόν μεθυστική, και θα έκανε οτιδήποτε του ζητούσε ο Λούσιεν. Ο Ρέγιες την έβρισκε απλώς ενοχλητική. Μετά από χιλιάδες χρόνια μαζί, ο Λούσιεν έπρεπε να ξέρει ότι η ευωδιά που ανέδιδε δε θα τον επηρέαζε στο παραμικρό. «Θα μιλήσουμε αύριο», είπε ξερά. Πήδηξε! «Θα μιλήσουμε τώρα. Μετά μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις». Αφού ο Ρέγιες ομολογούσε το τελευταίο του έγκλημα; Όχι, ευχαριστώ. Οι τύψεις, η ντροπή κι η θλίψη μπορεί να προκαλούσαν συναισθηματικό πόνο, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να ηρεμήσει το δαίμονά του. Μόνο ο σωματικός πόνος πρόσφερε ανακούφιση κι αυτός ήταν ο λόγος που ο Ρέγιες φρουρούσε τόσο πεισματικά τη συναισθηματική ευημερία του. Ναι –και τα διέλυσες όλα ακόμα κι εκεί. Πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα δόντια του, μη ξέροντας ποιος είχε ψιθυρίσει αυτό το σαρκαστικό σχόλιο –ο ίδιος ή ο Πόνος. «Λούσιεν, είμαι σε άσχημη φάση αυτή τη στιγμή». «Το ίδιο κι οι άλλοι. Το ίδιο κι εγώ».

[7]


«Εσύ, τουλάχιστον, έχεις μια γυναίκα να σε παρηγορεί». «Κι εσύ έχεις φίλους. Έχεις εμένα». Ο Λούσιεν, ξενιστής του δαίμονα του Θανάτου, είχε αναλάβει την αποστολή να συνοδεύει τις ανθρώπινες ψυχές στον άλλο κόσμο –είτε ο άλλος κόσμος ήταν τα ουράνια είτε οι φωτιές του Άδη. Ήταν στωικός, ακόμα και γαλήνιος –τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Είχε γίνει ο ηγέτης τους, ο άντρας που αναζητούσε καθένας από τους πολεμιστές σε τούτο το κάστρο της Βουδαπέστης για καθοδήγηση και βοήθεια. «Μίλησέ μου». Ο Ρέγιες δεν ήθελε να απορρίψει το φίλο του, αλλά είπε στον εαυτό του πως ήταν προτιμότερο ο Λούσιεν να μη μάθει την τρομερή πράξη του. Αλλά καθώς το σκεφτόταν, ο Ρέγιες αναγνώρισε πως ήταν ψέμα, επαίσχυντη έλλειψη θάρρους από μέρους του. «Λούσιεν», άρχισε αλλά σταμάτησε. Ένα γρύλισμα. «Η βαφή εντοπισμού έχει ξεθωριάσει και κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται ο Έρον», είπε ο Λούσιεν. «Κανένας δεν ξέρει τι κάνει... αν εκείνος ήταν υπεύθυνος για τη σφαγή των ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Μάντοξ είπε πως σου τηλεφώνησε αμέσως μόλις ο Έρον το έσκασε από το μπουντρούμι. Μετά, ο Σαβίν μου είπε πως εσύ έφυγες βιαστικά από τη Ρώμη και το Ναό των Ακατονόμαστων. Μπορείς να μου πεις πού πήγες;» «Όχι». Δεν ήθελε να του πει. «Αλλά να είσαι βέβαιος ότι ο Έρον δεν μπορεί πια να σκοτώνει ανθρώπους». Ακολούθησε μια παύση κι η οσμή των τριαντάφυλλων έγινε πιο έντονη. «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» Ήταν μια επικίνδυνη ερώτηση. Ο Ρέγιες ανασήκωσε τους ώμους του. «Θέλεις να σου πω τι πιστεύω ότι έγινε;» Ο τόνος της φωνής του Λούσιεν, παγερός μέχρι τότε, τώρα χρωματιζόταν από προσμονή. Και φόβο, μήπως; «Κυνήγησες τον Έρον, ελπίζοντας να προστατεύσεις την κοπέλα». Την κοπέλα. Ο Έρον είχε απαγάγει την κοπέλα. Ο Έρον είχε πάρει εντολή από τους καινούριους θεούς, τους Τιτάνες, να δολοφονήσει την κοπέλα. Ο Ρέγιες είχε ρίξει μια ματιά στην κοπέλα

[8]


και της είχε επιτρέψει να εισβάλει στις πιο ιδιωτικές σκέψεις του, να επηρεάσει κάθε του πράξη και να τον κάνει να καταντήσει ένας ερωτοχτυπημένος ανόητος. Με μια ματιά και μόνο, αυτή η κοπέλα άλλαξε τη ζωή του –κι όχι προς το καλύτερο. Κι όμως, το γεγονός ότι ο Λούσιεν αρνιόταν να πει το όνομά της τον εκνεύριζε αφάνταστα. Ο Ρέγιες την ποθούσε περισσότερο απ’ όσο ποθούσε ένα χτύπημα στο κρανίο του με σφυρί. Και, για τον Πόνο, αυτό σήμαινε πολλά. «Λοιπόν;» επέμεινε ο Λούσιεν. «Έχεις δίκιο», ψέλλισε ο Ρέγιες ανάμεσα από τα σφιγμένα του χείλη. Γιατί να μην το παραδεχτώ; σκέφτηκε ξαφνικά. Τα συναισθήματά του ήταν μπερδεμένα και, όσο διατηρούσε το στόμα του κλειστό, ταραζόταν ακόμα περισσότερο. Και, πιο βασικό, οι φίλοι του δε θα τον μισούσαν περισσότερο απ’ όσο μισούσε ο ίδιος τον εαυτό του. «Κυνήγησα τον Έρον». Η παραδοχή αιωρήθηκε στον αέρα, βαριά, και ο Ρέγιες σταμάτησε. «Τον βρήκες». «Τον βρήκα». Ο Ρέγιες ίσιωσε τους ώμους του. «Και... και τον κατέστρεψα». Πέτρες έτριξαν κάτω από τις μπότες του Λούσιεν καθώς πλησίαζε. «Τον σκότωσες;» «Κάτι ακόμα χειρότερο», απάντησε, αλλά δε στράφηκε ακόμα προς το μέρος του φίλου του. Κοίταξε με λαχτάρα το έδαφος που τον περίμενε. «Τον έθαψα». Ο ήχος των βημάτων σταμάτησε απότομα. «Τον έθαψες, αλλά δεν τον σκότωσες;» Η σύγχυση διακρινόταν στη φωνή του Λούσιεν. «Δεν καταλαβαίνω». «Ήταν έτοιμος να σκοτώσει την Ντανίκα. Μπορούσα να διακρίνω την αγωνία στα μάτια του και κατάλαβα πως δεν ήθελε να το κάνει. Τον τραυμάτισα για να επιβραδύνω τις κινήσεις του και αυτός με ευχαρίστησε, Λούσιεν. Με ευχαρίστησε. Με εκλιπάρησε να τον σταματήσω για πάντα. Ύψωσα το ξίφος μου, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Έτσι, είπα στον Κέιν να πάρει τις αλυσίδες του Μάντοξ και να μου τις φέρει. Επειδή ο Μάντοξ δεν τις χρειάζεται πια, τις

[9]


χρησιμοποίησα για να αλυσοδέσω τον Έρον κάτω από τη γη». Ο Ρέγιες είχε αναγκαστεί κάποτε να αλυσοδένει τον Μάντοξ σε ένα κρεβάτι κάθε βράδυ και να τον μαχαιρώνει στο στομάχι έξι φορές, ξέροντας ότι ο πολεμιστής και φίλος του θα ξυπνούσε το πρωί και ο ίδιος θα αναγκαζόταν να τον σκοτώσει ξανά. Σπουδαίος φίλος. Μετά από εκατοντάδες χρόνια, ο Μάντοξ είχε αποδεχτεί την κατάρα του. Ωστόσο, ο περιορισμός του με αλυσίδες θεωρούνταν μια αναγκαιότητα. Ως ξενιστής της Βίας, ο Μάντοξ συνήθιζε να επιτίθεται χωρίς προειδοποίηση –ακόμα και εναντίον των φίλων του. Και επειδή ο πολεμιστής ήταν πολύ δυνατός, μπορούσε να διαλύει οποιοδήποτε φυσιολογικό μέταλλο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Έτσι, είχαν εξασφαλίσει αλυσίδες φτιαγμένες από τους θεούς –αλυσίδες που κανένας, ακόμα και ένας αθάνατος, δεν μπορούσε να ανοίξει χωρίς το κατάλληλο κλειδί. Όπως ο Μάντοξ, ο Έρον δεν μπορούσε να διαλύσει το μέταλλό τους. Στην αρχή, ο Ρέγιες δίσταζε να τις χρησιμοποιήσει στο φίλο του, επειδή δεν ήθελε να αφαιρέσει ακόμα περισσότερη ελευθερία από τον πολεμιστή. Δυστυχώς όμως, όπως και στην περίπτωση του Μάντοξ, η χρήση τους κρίθηκε αναγκαία. «Πού είναι ο Έρον, Ρέγιες;» Μια προσταγή κρυβόταν κάτω από τη φαινομενικά απλή ερώτηση του ανθρώπου που διέθετε την ισχύ, την εξουσία και τη συνήθεια να παίρνει ό,τι ήθελε, όταν το ήθελε. Ενός ανθρώπου που θα φρόντιζε να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις όταν αυτό που ζητούσε δεν το έπαιρνε στην ώρα του. Ο Ρέγιες δεν τρόμαξε. Απλώς, δεν ήθελε να απογοητεύσει αυτό τον πολεμιστή που αγαπούσε σαν αδερφό. «Είναι κάτι που δεν μπορώ να σου πω. Ο Έρον δε θέλει να ελευθερωθεί». Αλλά ακόμα κι αν ήθελε, δε νομίζω να τον ελευθέρωνα. Και αυτός ήταν ο λόγος που ο Ρέγιες είχε τύψεις. Μια άλλη παύση ακολούθησε ανάμεσά τους, γεμάτη υπερένταση και προσμονή αυτή τη φορά. «Μπορώ να τον βρω μόνος μου. Ξέρεις ότι μπορώ». «Προσπάθησες ήδη και δεν τα κατάφερες... διαφορετικά, δε θα βρισκόσουν εδώ». Ο Ρέγιες ήξερε πως ο Λούσιεν μπορούσε να διακτινιστεί στον κόσμο των πνευμάτων και να ακολουθήσει τα

[10]


μοναδικά ψυχικά ίχνη οποιουδήποτε ανθρώπου. Μερικές φορές όμως, τα ίχνη έσβηναν ή μολύνονταν. Ο Ρέγιες υποψιαζόταν πως τα ίχνη του Έρον ήταν μολυσμένα, επειδή ο πολεμιστής δεν έμοιαζε απόλυτα μ’ εκείνον που ήταν κάποτε. «Έχεις δίκιο. Τα ίχνη του σταματούν στη Νέα Υόρκη», παραδέχτηκε ο Λούσιεν, σκυθρωπός. «Θα μπορούσα να συνεχίσω την αναζήτησή μου, αλλά θα χρειαστώ χρόνο –και ο χρόνος είναι κάτι που κανένας από εμάς δεν μπορεί να διαθέσει τούτη τη στιγμή. Ήδη έχουν περάσει δυο βδομάδες». Ο Ρέγιες το ήξερε πολύ καλά, επειδή είχε νιώσει κάθε μέρα εκείνων των βδομάδων να σφίγγει σαν θηλιά γύρω από το λαιμό του, καθώς οι ανησυχίες συσσωρεύονταν, η μια πάνω από την άλλη. Οι Κυνηγοί, ο μεγαλύτερος εχθρός τους, αναζητούσαν ακόμα και τώρα το κουτί της Πανδώρας, με την ελπίδα να το χρησιμοποιήσουν για να αποσπάσουν τους δαίμονες από το σώμα των πολεμιστών και έτσι να καταστρέψουν τους αθάνατους και να φυλακίσουν τα κτήνη. Αν οι πολεμιστές ήθελαν να επιζήσουν, έπρεπε να βρουν το κουτί πρώτοι. Μπορεί η ζωή του να ήταν χαοτική, αλλά ο Ρέγιες δεν ήθελε να την τερματίσει. «Πες μου πού είναι», είπε ο Λούσιεν, «και θα τον φέρω στο κάστρο. Θα τον φυλακίσω στο μπουντρούμι». Ο Ρέγιες ξεφύσησε περιφρονητικά. «Αφού απέδρασε μια φορά, μπορεί να αποδράσει ξανά –φοβάμαι πως μπορεί να ξεφύγει ακόμα και από τις αλυσίδες του Μάντοξ. Η δίψα του για αίμα τού προσφέρει μια δύναμη που δεν έχω συναντήσει ξανά. Είναι προτιμότερο να μείνει εκεί που βρίσκεται». «Είναι φίλος σου. Είναι δικός μας». «Τώρα είναι μεταμορφωμένος και το ξέρεις καλά. Τις περισσότερες φορές δε συνειδητοποιεί καν τις πράξεις του. Θα σκότωνε ακόμα και εσένα, αν του παρουσιαζόταν η ευκαιρία». «Ρέγιες...» «Θα την καταστρέψει, Λούσιεν». Θα την καταστρέψει. Την Ντανίκα Φορντ. Την κοπέλα. Ο

[11]


Ρέγιες την είχε δει μόλις λίγες φορές, της είχε μιλήσει ακόμα λιγότερες –αλλά τη λαχταρούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Κι αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει. Εκείνος ήταν μελαχρινός, εκείνη ξανθή. Εκείνος ήταν η προσωποποίηση του άγχους, εκείνη της αθωότητας. Εκείνος φαινόταν να μην της ταιριάζει καθόλου και πουθενά... κι όμως, όταν τον κοιτούσε, ολόκληρος ο κόσμος φαινόταν τέλειος. Ήξερε πέρα από κάθε αμφιβολία πως την επόμενη φορά που θα την έβρισκε ο Έρον, δε θα δίσταζε να τη δολοφονήσει με κάθε αγριότητα. Κανένας δε θα μπορούσε να τον σταματήσει ξανά. Κι αυτό επειδή ο πολεμιστής είχε πάρει την εντολή να σκοτώσει την Ντανίκα –και ακόμα, τη μητέρα της, την αδερφή της και τη γιαγιά της– και ήταν εντελώς ανήμπορος ενάντια στους θεούς και στις δυνάμεις τους, όπως όλοι. Θα τις σκότωνε. Ο Ρέγιες ένιωσε το θυμό του να φουντώνει και αναγκάστηκε να κοιτάξει τα βράχια κάτω από τα πόδια του για να ηρεμήσει. Στην αρχή, ο Έρον αντιστάθηκε στη μακάβρια αποστολή που του είχαν αναθέσει οι θεοί. Κάποτε ήταν καλός... Αλλά κάθε μέρα που περνούσε, ο δαίμονάς του γινόταν πιο δυνατός, πιο ηχηρός στο κεφάλι του –μέχρι που, τελικά, κυρίεψε το μυαλό του. Τώρα, ο Έρον ήταν ο ίδιος ο δαίμονας που φιλοξενούσε μέσα του. Ήταν η Οργή. Υπάκουε. Έσφαζε. Μέχρι να καταστραφούν εκείνες οι τέσσερις γυναίκες, θα ζούσε μόνο για να κυνηγά και να σκοτώνει. Μόνο που, μέσα στο προσωρινό διαμέρισμα της Ντανίκα πριν από δεκατέσσερις μέρες, τέσσερις ώρες και πενήντα έξι λεπτά, ένα μικρό κομμάτι του Έρον συνειδητοποίησε τα εγκλήματα που είχε διαπράξει. Ένα μικρό κομμάτι που μισούσε αυτό που είχε γίνει και, πάνω απ’ όλα, λαχταρούσε το θάνατο. Λαχταρούσε ένα τέλος στο μαρτύριό του. Διαφορετικά, για ποιον άλλο λόγο ο Έρον ζήτησε από τον Ρέγιες να τον σκοτώσει; Κι εγώ αρνήθηκα. Ο Ρέγιες δεν μπορούσε να βλάψει άλλον πολεμιστή. Ποτέ ξανά. Αλλά τι είδους τέρας ήταν, αφού άφηνε το φίλο του να υποφέρει; Ένα φίλο που είχε πολεμήσει για το χατίρι του, είχε σκοτώσει για λογαριασμό του; Ένα φίλο που τον αγαπούσε; Για χιλιοστή φορά, σκέφτηκε πως κάποιος τρόπος έπρεπε να υπάρχει για να γλιτώσει τόσο τον Έρον όσο και την Ντανίκα. Είχε

[12]


περάσει αμέτρητες ώρες πασχίζοντας να βρει κάποια λύση, αλλά δεν τα κατάφερε. «Ξέρεις πού είναι η κοπέλα;» ρώτησε ο Λούσιεν, διακόπτοντας τις σκέψεις του. «Όχι, δεν ξέρω». Πράγματι. «Ο Έρον τη βρήκε. Εγώ βρήκα τον Έρον και τότε μονομαχήσαμε. Η Ντανίκα το έσκασε. Δεν την ακολούθησα μετά και τώρα μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε». Καλύτερα έτσι. Ο Ρέγιες το ήξερε, αλλά και πάλι λαχταρούσε να μάθει πού βρισκόταν και τι έκανε –αν είχε επιζήσει, δηλαδή. «Ε, Λούσιεν! Γιατί αργείς τόσο;» Με την άφιξη του δεύτερου πολεμιστή, ο Ρέγιες αναγκάστηκε να στραφεί τελικά. Ο Πάρις, ξενιστής της Ακολασίας, στεκόταν τώρα δίπλα στον Λούσιεν. Κι οι δυο άντρες τον αντίκριζαν με μάτια μισόκλειστα. Ακτίνες άλικου φεγγαρόφωτου έπεφταν γύρω τους αλλά όχι πάνω τους, λες κι ακόμα κι αυτές οι χρωματιστές ακτίνες φοβούνταν να αγγίξουν τα μοχθηρά πνεύματα που ούτε η ίδια η κόλαση δεν είχε καταφέρει να κρατήσει. Επειδή ήταν αθάνατος, ο Ρέγιες τους έβλεπε καθαρά, με τη ματιά να διαπερνά το σκοτάδι. Ο Πάρις ήταν ψηλός –ο ψηλότερος της ομάδας– με πολύχρωμα μαλλιά, χλομό, απόκοσμο δέρμα και μάτια τόσο καθαρά γαλάζια που ούτε οι στίχοι του πιο ευρηματικού ποιήματος δε θα μπορούσαν να αποδώσουν σωστά την απόχρωσή τους. Οι θνητές γυναίκες τον έβρισκαν μαγευτικό, ακαταμάχητο και του ρίχνονταν συνεχώς, εκλιπαρώντας έστω και ένα άγγιγμα, έστω και ένα φιλί. Ο Λούσιεν, μολονότι τώρα είχε σύντροφο, δεν ήταν τόσο τυχερός: οι γυναίκες τον απέφευγαν. Το πρόσωπό του ήταν απαίσια σημαδεμένο –ακόμα κι αποκρουστικό– και τον έκανε να μοιάζει με τέρας όπως εκείνα των παραμυθιών. Τα πράγματα γίνονταν χειρότερα επειδή είχε αταίριαστα μάτια –ένα καστανό που έβλεπε το φυσικό κόσμο και ένα γαλάζιο που έβλεπε τον πνευματικό κόσμο–, τα οποία υπόσχονταν ότι ο θάνατος θα χτυπούσε σύντομα την πόρτα όποιου τολμούσε να τα αντικρίσει. Κι οι δυο άντρες διέθεταν γυμνασμένο, μυώδες κορμί, που διατηρούνταν μόνο χάρη σε πολύωρη καθημερινή άσκηση. Ήταν

[13]


οπλισμένοι σαν αστακοί και έτοιμοι για μάχη οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Δε γινόταν διαφορετικά. «Δε θυμάμαι να κάλεσα κανέναν σε πάρτι εδώ πάνω», παρατήρησε ο Ρέγιες. «Έτσι είναι τα γηρατειά... σε κάνουν να ξεχνάς εύκολα», του πέταξε ο Πάρις. «Ξέχασες πως πρέπει να συζητήσουμε για το επόμενο σχέδιο δράσης μας; Μεταξύ άλλων, δηλαδή». Ο Ρέγιες αναστέναξε. Οι πολεμιστές έκαναν ό,τι ήθελαν, όταν το ήθελαν –και κανένα αιχμηρό σχόλιο δεν μπορούσε να τους σταματήσει. Ο Ρέγιες το ήξερε από πρώτο χέρι, επειδή το ίδιο έκανε κι εκείνος. «Γιατί δε φύγατε για να αναζητήσετε τις κρυψώνες της Ύδρας;» Τα πλούσια χείλη του πολεμιστή που αντίκριζε μπροστά του –και θα ταίριαζαν απόλυτα σε μια γυναίκα– σφίχτηκαν με πείσμα. Τα μάτια του Πάρη άστραψαν με μια έκφραση αγωνίας που ο Ρέγιες έβλεπε συνήθως να τον κοιτάζει μέσα από το δικό του καθρέφτη. Η αγωνία αντικαταστάθηκε σύντομα από μια συνηθισμένη αδιαφορία. «Λοιπόν;» επέμεινε ο Ρέγιες όταν δεν πήρε απάντηση. «Ακόμα κι οι αθάνατοι χρειάζονται ένα διάλειμμα για καφέ», είπε ο φίλος του τελικά. Πρέπει να υπήρχε κάτι περισσότερο από τούτη την εξήγηση, αλλά ο Ρέγιες δεν επέμεινε. Δεν είμαι ο μόνος που έχει μυστικά. Πριν από αρκετές βδομάδες οι πολεμιστές είχαν χωριστεί για να αναζητήσουν την Ύδρα, ένα πλάσμα που ήταν μισό φίδι και μισό γυναίκα και που φρουρούσε μερικά από τα αγαπημένα «παιχνίδια» του βασιλιά των Τιτάνων. Αυτά τα παιχνίδια –ουσιαστικά, ήταν όπλα– θα τους οδηγούσαν στο κουτί της Πανδώρας. Μέχρι τώρα, είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν μόνο ένα, το Κλουβί του Καταναγκασμού, και είχαν ελάχιστα στοιχεία στη διάθεσή τους για τα μέρη όπου βρίσκονταν τα υπόλοιπα. «Ναι, αλλά όταν αντιμετωπίζεις το θάνατο, τα διαλείμματα για καφέ χάνουν τη σημασία τους. Και ναι, ξέρω ότι πρέπει να συνεισφέρω περισσότερα στο σκοπό μας. Θα το κάνω... αλλά μετά». Ο Πάρις ανασήκωσε τους ώμους του. «Εγώ κάνω ό,τι μπορώ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι τεράστια χώρα και, από μακριά, είναι

[14]


τόσο δύσκολο να τη μελετήσεις όσο κι αν ταξιδεύεις ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους». Ο κάθε πολεμιστής είχε ταξιδέψει σε διαφορετική περιοχή για να συγκεντρώσει στοιχεία σχετικά με το κουτί. Κανένας δεν τα κατάφερε και έτσι, επέστρεψε σύντομα για να μάθει όσα μπορούσε από τη Βουδαπέστη. Χωρίς να αποτραβήξει την προσοχή του από τον Ρέγιες, ο Πάρις ρώτησε τον Λούσιεν: «Σου είπε πού βρίσκεται ο Έρον;» Ένα από τα μαύρα φρύδια του Λούσιεν υψώθηκε. «Όχι». «Δε σου είπα πως θα μας δυσκολέψει;» Ο Πάρις συνοφρυώθηκε. «Εδώ και βδομάδες, δεν είναι ο εαυτός του». Παρατηρώντας τις γραμμές της κούρασης και του άγχους γύρω από τα μάτια του συνήθως αισιόδοξου Πάρη, ο Ρέγιες σκέφτηκε πως θα μπορούσε να πει το ίδιο για το φίλο του. Ήταν φανερό πως κάτι του είχε συμβεί· κάτι πολύ σημαντικό. «Ρέγιες, δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας». Η μομφή χρωμάτιζε τα λόγια του Πάρη. «Συνεργάσου. Βοήθησέ μας». «Οι Κυνηγοί είναι αποφασισμένοι περισσότερο από ποτέ να μας αφανίσουν», πρόσθεσε ο Λούσιεν. «Οι άνθρωποι ανακάλυψαν το Ναό των Ακατονόμαστων, με αποτέλεσμα να περιορίσουν τη δική μας πρόσβαση σ’ αυτόν, αλλά να διευκολύνουν την πρόσβαση των Κυνηγών. Βρήκαμε μόνο ένα από τα τέσσερα τεχνουργήματα, αλλά χρειάζονται όλα για να εντοπίσουμε το κουτί της Πανδώρας». Ο Ρέγιες ανασήκωσε το ένα φρύδι, μιμούμενος την προηγούμενη έκφραση του Λούσιεν. «Και πιστεύεις ότι ο Έρον μπορεί να μας βοηθήσει;» «Όχι, αλλά δε χρειαζόμαστε φιλονικίες ανάμεσά μας. Ούτε χρειαζόμαστε τον αντιπερισπασμό της ανησυχίας για την τύχη του Έρον». «Μπορείτε να σταματήσετε να ανησυχείτε», είπε ο Ρέγιες. «Δε θέλει να τον βρείτε. Μισεί αυτό που είναι και δε θέλει να τον βλέπουμε έτσι. Σας ορκίζομαι πως είναι ικανοποιημένος εκεί που βρίσκεται –διαφορετικά, δε θα τον άφηνα». Η πόρτα που οδηγούσε στη στέγη του κάστρου άνοιξε τότε κι ο Σαβίν, ξενιστής της Αμφιβολίας, εμφανίστηκε με τα μαύρα μαλλιά του να χορεύουν στο νυχτερινό αεράκι.

[15]


«Επιτέλους!» αναφώνησε ο πολεμιστής, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Τι συμβαίνει εδώ;» Είδε τον Ρέγιες και κατάλαβε· ύψωσε με απόγνωση τα μάτια προς τον ουρανό. «Καταραμένε Πόνε, ξέρεις καλά πώς να καταστρέφεις μια σύσκεψη». «Γιατί δεν κάνεις έρευνα στη Ρώμη;» τον ρώτησε ο Ρέγιες. Άραγε όλοι τους είχαν σταματήσει να δουλεύουν αυτή τη μισή ώρα που εκείνος βρισκόταν στη στέγη; Ο Γκίντεον, ξενιστής του Ψεύδους, εμφανίστηκε πίσω από τον Σαβίν και εμπόδισε τον πολεμιστή να απαντήσει λέγοντας σκυθρωπός: «Μα την αλήθεια, πόσο διασκεδαστικά φαίνονται όλα αυτά!» Στη γλώσσα του Γκίντεον, «διασκεδαστικά» σήμαινε ανιαρά. Ο πολεμιστής δεν μπορούσε να προφέρει ούτε μια αλήθεια, διαφορετικά θα ένιωθε ανυπόφορο πόνο. Πόνο, αυτό ακριβώς χρειάζομαι. Μακάρι ο Ρέγιες να χρειαζόταν να πει την αλήθεια για να τον νιώσει· τότε η ζωή θα ήταν πολύ εύκολη για εκείνον. «Εσύ δεν πρέπει να βοηθάς τον Πάρη στην έρευνα γύρω από τις Ηνωμένες Πολιτείες;» τον ρώτησε ο Ρέγιες. Δεν έκανε τον κόπο να περιμένει απάντηση. «Η κατάσταση έχει αρχίσει να θυμίζει τσίρκο. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να μείνει για λίγο μόνος ώστε να γκρινιάξει και να πονέσει όπως οφείλει;» «Όχι», απάντησε ο Πάρις, «δεν μπορεί. Σταμάτα να χασομεράς και να αλλάζεις θέμα συζήτησης. Δώσε μας τις απαντήσεις που θέλουμε –διαφορετικά, μα τους θεούς, θα έρθω εκεί και θα σε φιλήσω σαλιάρικα και παθιασμένα στο στόμα. Το αγόρι μέσα μου πεινά και θέλει να φάει. Πιστεύει ότι θα τον βολέψεις μια χαρά». Ο Ρέγιες δεν είχε καμιά αμφιβολία πως η Ακολασία ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του, αλλά γνώριζε τον Πάρη και ήξερε πως ο πολεμιστής προτιμούσε τις γυναίκες. Ξεφορτώσου τους. Ο Ρέγιες μελέτησε τους νεοφερμένους. Ο Γκίντεον ήταν ντυμένος αποκλειστικά στα μαύρα, με μαλλιά βαμμένα σε μπλε ελεκτρίκ χρώμα, φρύδια τρυπημένα σε αρκετά σημεία και βλεφαρίδες σε ανθρακί απόχρωση. Οι άνθρωποι τον έβρισκαν απίστευτα τρομακτικό. Ο Σαβίν φορούσε επίσης μαύρα, αλλά τα καστανά μαλλιά και

[16]


μάτια και το τετράγωνο, άδολο πρόσωπό του δεν τον έκαναν να μοιάζει με άνθρωπο που μπορούσε να σκοτώσει οποιονδήποτε τον πλησίαζε –και μάλιστα γελώντας. Κι οι δυο άντρες ήταν απίστευτα ξεροκέφαλοι. «Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ», είπε ο Ρέγιες, ελπίζοντας να κερδίσει τη συμπάθειά τους. «Δεν έχεις κάτι να σκεφτείς», του απάντησε ο Σαβίν. «Θα κάνεις αυτό που πρέπει, επειδή είσαι ένας έντιμος πολεμιστής». Είσαι, δεν είσαι; Μήπως στην πραγματικότητα είσαι τόσο αδύναμος όσο η κοπέλα που ποθείς; Διαφορετικά, γιατί κάνεις κακό σε άτομα που σε αγαπούν τόσο πολύ; Ωχ, σκέφτηκε και μόρφασε. Ήταν πράγματι αδύναμος. Ήταν... «Σαβίν», μούγκρισε ο Ρέγιες καθώς συνειδητοποιούσε τι συνέβαινε. «Πάψε να σπέρνεις αμφιβολίες στο μυαλό μου. Αρκετές έχω από μόνος μου». Ο πολεμιστής ανασήκωσε ντροπαλά τους ώμους, χωρίς να προσπαθήσει καν να τον διαψεύσει. «Συγνώμη». «Επειδή η σύσκεψή μας δεν έχει ακυρωθεί», είπε τότε ο Γκίντεον, «δε θα πάω στην πόλη, δε θα επισκεφθώ το κλαμπ Ντέστινι και δε θα εξασφαλίσω λίγες ώρες απόλαυσης πηδώντας κάποια θνητή γυναίκα». Εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα ένα δευτερόλεπτο αργότερα, κουνώντας με απόγνωση το κεφάλι του. «Μην ακυρώσετε τη σύσκεψη», τους πρότεινε ο Ρέγιες. «Απλώς... απλώς ξεκινήστε χωρίς εμένα». Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Το βλέμμα του ξεκίνησε από τον ουρανό κι άρχισε να κατηφορίζει αργά. Ο ζοφερός καμβάς της νύχτας τον περίμενε ακόμα και του έγνεφε να πηδήξει. «Θα κατέβω σε λίγα λεπτά». Ο Πάρις μόρφασε. «Θα κατέβεις, ε; Πολύ αστείο. Ίσως πρέπει να σε περιμένω κάτω για να φτιάξουμε ξανά μαζί το παζλ από τα χαμένα, διαλυμένα σου όργανα». Ακόμα κι ο Λούσιεν χαμογέλασε μ’ αυτά τα λόγια. «Α, κι εγώ θέλω να παίξω. Θα μ’ αφήσετε να βρω το συκώτι του;» Ακούγοντας τη γλυκιά φωνή της Άνια, ο Ρέγιες έπνιξε ένα βογκητό.

[17]


Η ασπρομάλλα θεά της Αναρχίας διέσχισε βιαστικά το κατώφλι και έπεσε στην αγκαλιά του Λούσιεν. Το άρωμα της φράουλας που ανέδιδε το σώμα της έφτασε στα ρουθούνια του Ρέγιες, με το φύσημα του ανέμου που δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Το ζευγάρι αντάλλαξε αγκαλιές και φιλιά, χαμένο στον κόσμο του και ξεχνώντας τα πάντα γύρω του. Ο Ρέγιες είχε χρειαστεί κάποιο διάστημα για να συμπαθήσει αυτή τη γυναίκα. Ανήκε στον Όλυμπο, κατοικία των πλασμάτων που μισούσε –πρώτο αρνητικό στοιχείο. Άφηνε πίσω της χάος, κάτι τόσο φυσικό για εκείνη όσο η αναπνοή –δεύτερο αρνητικό στοιχείο. Αλλά, τελικά, είχε βοηθήσει όλους τους πολεμιστές και είχε ευλογήσει τον Λούσιεν με μια ευτυχία που ο Ρέγιες προς το παρόν απλώς μπορούσε να τη φανταστεί. Ο Σαβίν ξερόβηξε. Ο Πάρις σφύριξε, μολονότι ο ήχος που ξέφυγε από τα χείλη του έδειχνε υπερένταση. Η ζήλια έσφιξε το στήθος του Ρέγιες, πιέζοντας την καρδιά που σύντομα θα σταματούσε να χτυπά. Την καρδιά που ευχόταν να μην είχε. Χωρίς καρδιά, δε θα ήθελε την Ντανίκα, ακόμα κι όταν ήξερε πως δεν μπορούσε να την αποκτήσει ποτέ. Σκέφτηκε πως δεν είχε σημασία· η Ντανίκα δε θα τον ήθελε ποτέ. Το συγκεκριμένο είδος ευχαρίστησης που τον χαρακτήριζε απωθούσε τις γυναίκες και θα απωθούσε ακόμα περισσότερο εκείνη· ακόμα κι η παρουσία του δίπλα της την είχε τρομοκρατήσει. Ίσως όμως κατάφερνε να την κερδίσει, να την αποπλανήσει, να αλλάξει λίγο τα συναισθήματά της για εκείνον. Ίσως... Αλλά αρνιόταν ακόμα και να προσπαθήσει. Οι γυναίκες με τις οποίες πλάγιαζε υπέκυπταν πάντα στο δαίμονά του, μεθούσαν με εκείνον και εθίζονταν στις προτιμήσεις του. Ανέπτυσσαν μια δική τους ανάγκη για πρόκληση πόνου, κάνοντας κακό σε όλους γύρω τους. «Ας φωνάξει κάποιος και τους υπόλοιπους», είπε ο Ρέγιες, μιλώντας με ένα σαρκασμό που ήλπιζε ότι έκρυβε την εσωτερική αγωνία του. «Θα κάνουμε ένα παρτάκι για το νέο σμίξιμό μας». Τι έκανε άραγε η Ντανίκα τούτη τη στιγμή; Με ποιον ήταν; Με κάποιον άντρα; Μήπως τριβόταν πάνω του όπως τριβόταν τώρα η Άνια

[18]


πάνω στον Λούσιεν; Τα χέρια του σχημάτισαν γροθιές και τα νύχια του επιμηκύνθηκαν σε αρπάγες, κόβοντας το δέρμα του και προκαλώντας του ένα λυτρωτικό, υπέροχο πόνο. «Βούλωσέ το, καλέ μου Πόνε», είπε η Άνια, καθώς τον αντίκριζε. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του Λούσιεν, και τα γαλανά μάτια της τον κοιτούσαν ανάμεσα από τις πυκνές τούφες των άσπρων μαλλιών της. «Σπαταλάς το χρόνο του Λούσιεν κι αυτό με εκνευρίζει πολύ». Άσχημα πράγματα συνέβαιναν όταν η Άνια εκνευριζόταν. Πόλεμοι, φυσικές καταστροφές. Τα όπλα του Ρέγιες έμεναν στη βροχή για να σκουριάσουν. «Μιλήσαμε ήδη με τον Λούσιεν και έχει τις πληροφορίες που θέλει». «Όχι όλες», διευκρίνισε εκείνος. «Πες του ό,τι χρειάζεται να μάθει, διαφορετικά θα σε σπρώξω στον γκρεμό», απείλησε η Άνια. «Και μετά ορκίζομαι στους θεούς –τους μπάσταρδους– ότι, όσο θα αναρρώνεις και δε θα μπορείς να μ’ εμποδίσεις, εγώ θα βρω τη φιλεναδούλα σου και θα σου ταχυδρομήσω ένα δάχτυλό της». Η σκέψη και μόνο προκάλεσε μια κόκκινη ομίχλη στα μάτια του. Η Ντανίκα... Να πονά... Μην αντιδράσεις. Μην επιτρέψεις στην οργή να σε κατακλύσει. «Μην τολμήσεις να την αγγίξεις». «Πρόσεξε τα λόγια σου», του πέταξε ο Λούσιεν κι έσφιξε τη γυναίκα του πιο δυνατά στην αγκαλιά του. «Δεν ξέρεις καν πού βρίσκεται», συνέχισε πιο ήρεμα ο Ρέγιες, θαυμάζοντας το γεγονός πως ο άλλοτε αδιάφορος Λούσιεν είχε γίνει απίστευτα προστατευτικός. Η Άνια χαμογέλασε πονηρά. «Άνια», την προειδοποίησε ο Λούσιεν. «Τι;» τον ρώτησε εκείνη –η προσωποποίηση της αθωότητας. «Ο Έρον πρέπει να είναι μαζί μας», δήλωσε ο Λούσιεν. «Το θέμα του Έρον έχει κλείσει», μούγκρισε ο Ρέγιες. «Δεν ήσουν εκεί. Δεν είδες το μαρτύριο στα μάτια του. Δεν άκουσες την παράκληση στη φωνή του. Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω και, αν χρειαζόταν, θα το έκανα ξανά». Γύρισε την πλάτη στους φίλους του και κοίταξε κάτω. Οι λιμνούλες τώρα φούσκωναν και τα άγρια

[19]


κύματά τους έσκαζαν στους αιχμηρούς βράχους. Τον καλούσαν ακόμα. Ανακούφιση, ψιθύριζαν. Έστω και για λίγο... «Ρέγιες», φώναξε ο Λούσιεν. Ο Ρέγιες πήδηξε.

[20]


Κεφάλαιο 2 «Έτοιμη η παραγγελία». Η Ντανίκα Φορντ πήρε τα δυο αχνιστά πιάτα που γλιστρούσαν στο μεταλλικό πάγκο –ένα με λιπαρό χάμπουργκερ χωρίς κρεμμύδια κι ένα με τσίλι ντογκ και επιπλέον τυρί. Και τα δυο ξεχείλιζαν από τηγανητές πατάτες –αρκετές ώστε να προκαλέσουν έμφραγμα– και άφηναν δελεαστικές μυρωδιές να φτάσουν μέχρι τη μύτη της, κάνοντας το στόμα της να σαλιώσει και το στομάχι της να γουργουρίσει. Το τελευταίο πράγμα που είχε φάει ήταν ένα σάντουιτς με σαλάμι πριν πέσει για ύπνο το προηγούμενο βράδυ. Το ψωμί ήταν ξερό και το κρέας μπαγιάτικο. Δυστυχώς, εκείνη τη στιγμή θα πλήρωνε ευχαρίστως ένα σωρό λεφτά για ένα ακόμα σάντουιτς με ξερό ψωμί και μπαγιάτικο κρέας. Αν, δηλαδή, είχε χρήματα. Ακόμα τρεις ώρες μέχρι να τελειώσει η βάρδια της. Και τότε θα έτρωγε ξανά. Ακόμα τρεις δύσκολες, κοπιαστικές ώρες. Δε θα άντεχε. Μην το παίζεις πριγκίπισσα. Σφίξε τα δόντια. Ίσιωσε τους ώμους. Είσαι μια Φορντ. Φτιαγμένη να αντέχεις τα πάντα και όλα τα σχετικά. Παρά το εμψυχωτικό λογύδριο, η ματιά της έπεσε στα πιάτα και πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα χείλη της. Ίσως μια μικρή δαγκωνιά. Πού ήταν το κακό; Κανένας δε θα το μάθαινε. Το χέρι της υψώθηκε πριν προλάβει να το σταματήσει, τα δάχτυλά της απλώθηκαν... «Νομίζω πως κλέβει μια πατάτα μου», άκουσε έναν άντρα να ψιθυρίζει. «Τι περίμενες από μια τέτοια γυναίκα;» απάντησε κάποια άλλη φωνή, επίσης ψιθυριστά. Η Ντανίκα πάγωσε. Για μια στιγμή, ξέχασε την πείνα της και ένα εκατομμύριο συναισθήματα την πλημμύρισαν. Θλίψη, απόγνωση

[21]


και ντροπή ήταν τα κυριότερα. Έτσι κατάντησα. Από προστατευμένη κόρη σε φυγάδα μέσα σε μια άχαρη νύχτα. Από ευυπόληπτη καλλιτέχνιδα σε προσωρινή σερβιτόρα. «Θα ήθελα να πω ότι ξαφνιάζομαι, αλλά...» «Ρίξε μια ματιά στο πορτοφόλι σου πριν φύγουμε». Η ντροπή κέρδισε έδαφος μπροστά στα άλλα δυο συναισθήματα. Δε χρειαζόταν να κοιτάξει τους άντρες για να καταλάβει ότι την κοιτούσαν με σκληρό, επιτιμητικό ύφος. Τρεις φορές είχαν έρθει να φάνε στο Ενρίκε’ς και τις τρεις φορές είχαν φροντίσει να ροκανίσουν την αυτοεκτίμησή της. Κι ήταν αλλόκοτο, επειδή δεν έλεγαν ποτέ κάτι σκληρό. Πάντα της χαμογελούσαν και την ευχαριστούσαν όταν τους πήγαινε κάτι, αλλά δεν μπορούσαν να κρύψουν τη δυσφορία στα μάτια τους. Τους είχε βγάλει το παρατσούκλι «Αδέρφια Πουλιά». Μην τραβάς την προσοχή στο άτομό σου, την πρόσταξε η κοινή λογική της. Τελευταία, αυτός ήταν ο μοναδικός κανόνας που τηρούσε στη ζωή της. «Ελπίζω να μη σε τσακώσω ξανά να κλέβεις φαγητό», πέταξε το αφεντικό της. Ο Ενρίκε ήταν ιδιοκτήτης και μάγειρας συνάμα. «Και τώρα βιάσου, το πιάτο κρυώνει». «Για την ακρίβεια, είναι καυτό. Μπορεί να καούν και να σου κάνουν μήνυση». Τα πιάτα έκαιγαν καθώς ακουμπούσαν στο κρύο δέρμα της –δέρμα που δεν είχε καταφέρει να ζεστάνει εδώ και βδομάδες. Ακόμα και τώρα, στη ζέστη του εστιατορίου, φορούσε ένα πουλόβερ που είχε αγοράσει για 3,99 δολάρια από το μαγαζί με τα μεταχειρισμένα πιο κάτω στο δρόμο. Αλλά η θερμότητα των πιάτων δεν κατάφερνε ποτέ να φτάσει μέχρι μέσα της. Σίγουρα κάτι καλό θα της συνέβαινε σύντομα. Υποτίθεται πως το καλό και το κακό ισορροπούσαν, ψέματα; Έτσι νόμιζε κάποτε. Πίστευε πως η ευτυχία περίμενε σε κάθε γωνιά. Δυστυχώς, τώρα η Ντανίκα ήξερε περισσότερα. Πίσω της, πέρα από το γυάλινο τοίχο που πρόσφερε θέα στην καρδιά της νυχτερινής ζωής του Λος Άντζελες, αυτοκίνητα έτρεχαν και άνθρωποι περιδιάβαιναν, ανέμελοι και γελαστοί. Πριν από λίγο καιρό, έτσι ήμουν κι εγώ.

[22]


Η Ντανίκα είχε πάρει αυτή τη δουλειά και δούλευε όσο το δυνατό περισσότερες ώρες επειδή ο Ενρίκε δέχτηκε να την πληρώνει με μαύρα, χωρίς να του ζητήσει ασφάλιση. Μετρητά, χωρίς κρατήσεις για φόρους. Η Ντανίκα μπορούσε να εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Έτσι ζούσε άραγε κι η μητέρα της; Η αδερφή της; Η γιαγιά της; Αν, δηλαδή, η γιαγιά της ήταν ακόμα ζωντανή. Πριν από δυο μήνες, οι τέσσερίς τους είχαν αποφασίσει να κάνουν διακοπές στη Βουδαπέστη, την αγαπημένη πόλη του παππού της. Είναι μια πόλη μαγική, έλεγε πάντα. Μετά το θάνατό του, είχαν πάει για να τιμήσουν τη μνήμη του και να τον αποχαιρετήσουν. Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής τους. Σύντομα τις απήγαγαν και τις κλείδωσαν σε ένα κάστρο. Τέρατα. Πραγματικά, αληθινά τέρατα. Πλάσματα που ακόμα και η πιο τρομακτική μορφή της φαντασίας μας έπρεπε να αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι. Πλάσματα που μερικές φορές ήταν άνθρωποι και μερικές φορές όχι. Πού και πού, η Ντανίκα αντίκριζε μακριά δόντια, νύχια σαν αρπάγες και σκελετώδη πρόσωπα πίσω από την ανθρώπινη εμφάνισή τους. Σε μια στιγμή τύχης, εκείνη κι η οικογένειά της κατάφεραν να σωθούν. Αλλά εκείνη τη συνέλαβαν ξανά –για να την ελευθερώσουν ανέγγιχτη. Ανέγγιχτη, αλλά με μια προειδοποίηση: Τρέξε και κρύψου. Σύντομα θα σε κυνηγήσουν. Αν σε βρουν, εσύ κι η οικογένειά σου θα πεθάνετε. Έτσι, η καθεμιά τους το έσκασε προς διαφορετική κατεύθυνση. Χώρισαν, ελπίζοντας πως έτσι θα τις ανακάλυπταν πιο δύσκολα. Κρύφτηκαν και οι σκιές έγιναν οι νέες καλύτερές τους φίλες. Η Ντανίκα πήγε αρχικά στη Νέα Υόρκη, στην πόλη που δεν κοιμόταν ποτέ, προσπαθώντας να χαθεί ανάμεσα στα πλήθη. Αλλά με κάποιον τρόπο, τα τέρατα την εντόπισαν. Ξανά. Ωστόσο, για μια φορά ακόμα, κατάφερε να τους ξεφύγει και έκανε οτοστόπ χωρίς διακοπή μέχρι το Λος Άντζελες. Κάθε μέρα έβγαζε όσα χρήματα χρειαζόταν για να επιβιώσει και να πληρώνει τα μαθήματα αυτοάμυνας που έπαιρνε. Στην αρχή, εκείνη κι η οικογένειά της παρέμεναν καθημερινά σε επαφή, επικοινωνώντας και αφήνοντας αριθμούς καρτοκινητών

[23]


τηλεφώνων σε έμπιστους φίλους τους. Μετά, η γιαγιά της Ντανίκα σώπασε. Δεν τηλεφώνησε ξανά. Μήπως την είχαν βρει τα τέρατα; Μήπως την είχαν σκοτώσει; Την τελευταία φορά που η Ντανίκα έμαθε νέα της, η γιαγιά της είχε φτάσει σε μια μικρή κωμόπολη της Οκλαχόμα. Είχε φίλους εκεί και, αν και ήξερε πως ήταν προτιμότερο να μην καταφεύγει σε γνωστά μέρη, φαίνεται πως στην ηλικία της είχε κουραστεί να τρέχει. Ωστόσο, ακόμα κι εκείνοι οι φίλοι είχαν βδομάδες να ακούσουν για εκείνη· η γιαγιά Μάλορι είχε πάει στην αγορά και, απλώς, δεν είχε γυρίσει ποτέ. Η σκέψη της αγαπημένης της γιαγιάς και του πόνου που μπορεί να είχε υποστεί έκανε τη μεταμέλεια και τη θλίψη να φουντώσουν στο στήθος της Ντανίκα. Δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της ή στην αδερφή της για να ρωτήσει αν έμαθαν κάτι· είχαν σταματήσει κι εκείνες να ρωτούν οτιδήποτε. Για την ασφάλεια όλων, είχε πει χαρακτηριστικά η μητέρα της στην τελευταία συνομιλία τους. Τα τηλεφωνήματα μπορούσαν να εντοπιστούν, τα καρτοκινητά να κατασχεθούν και να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους. Τα μάτια της έκαιγαν και το πιγούνι της έτρεμε. Όχι. Όχι! Τι κάνεις; Δεν μπορούσε να σκέφτεται την οικογένειά της αυτή τη στιγμή. Αγωνίες με υποθέσεις του τύπου «και αν...» θα την παρέλυαν. «Χασομεράς», φώναξε ο Ενρίκε, αποσπώντας την από τις σκοτεινές σκέψεις της. «Κουνήσου, τέλος πάντων! Οι πελάτες περιμένουν κι αν στείλουν πίσω το φαγητό επειδή κρύωσε, θα το κρατήσω από το μισθό σου». Η Ντανίκα ήθελε να του πετάξει τα πιάτα στο κεφάλι, αλλά μια φωνή ούρλιαζε μέσα στο μυαλό της: «Μη δίνεις σημασία!» Έτσι, απλώς χαμογέλασε και έκανε μεταβολή, με τα φθαρμένα αθλητικά παπούτσια της να τρίζουν. Κρατώντας το κεφάλι ψηλά και την πλάτη ολόισια, πλησίασε στο τραπέζι μολονότι ο φόβος έσφιγγε το στομάχι της. Κι οι δυο άντρες την παρακολουθούσαν μ’ εκείνα τα σκληρά μάτια. Ήταν φανερό πως ανήκαν στη μεσοαστική τάξη, με τα φτηνά ρούχα και τα κλασικά κομμένα μαλλιά τους. Έτσι ηλιοκαμένοι και γεροδεμένοι που ήταν, θα μπορούσαν να δουλεύουν σε οικοδομή. Αν

[24]


ναι, τότε δεν είχαν έρθει κατευθείαν από τη δουλειά τους. Ήταν καθαροί και τα τζιν και τα μακό μπλουζάκια τους αλέκιαστα. Ο ένας είχε χώσει μια οδοντογλυφίδα ανάμεσα στα δόντια του και τη μετέφερε από τη μια πλευρά του στόματός του στην άλλη, με κινήσεις που γίνονταν όλο και πιο γρήγορες καθώς η Ντανίκα πλησίαζε. Τα χέρια της έτρεμαν από την κούραση, αλλά κατάφερε να αφήσει τα πιάτα μπροστά στον καθένα χωρίς να αδειάσει τυχαία το φαγητό στα πόδια τους. Μια τούφα μαύρων μαλλιών ξέφυγε από την αλογοουρά της και έπεσε στον κρόταφό της. Με τα χέρια επιτέλους ελεύθερα, αιχμαλώτισε την τούφα πίσω από το αυτί της. Την εποχή π.Β. –προ Βουδαπέστης– είχε ξανθά μαλλιά, ενώ μ.Β. –μετά Βουδαπέστη– τα είχε κόψει στο ύψος των ώμων της και τα είχε βάψει μαύρα για να αλλάξει την εμφάνισή της. «Συγνώμη για την πατάτα». Παρά τη φανερή δυσφορία τους απέναντί της, αυτοί οι πελάτες άφηναν καλό πουρμπουάρ. «Δεν προσπαθούσα να τη φάω, απλώς να την κρατήσω στο πιάτο». Ψεύτρα. Θεέ μου, παλιά δεν έλεγε ποτέ ψέματα. «Μην ανησυχείς», είπε το Πουλί Ένα, μη μπορώντας να κρύψει τη χροιά του μέτριου εκνευρισμού στη φωνή του. Μη στείλετε πίσω το φαγητό. Σας παρακαλώ, μη στείλετε πίσω το φαγητό. Δε θα άντεχε μια περικοπή στο μισθό της. «Θέλετε κάτι άλλο;» Τα φλιτζάνια τους ήταν σχεδόν γεμάτα κι έτσι δεν τα πείραξε. «Όχι, ευχαριστούμε», απάντησε το Πουλί Δύο. Και πάλι, τα λόγια του ήταν αρκετά ευγενικά, που προφέρονταν όμως κοφτά. Τίναξε μια χαρτοπετσέτα και την άπλωσε στα γόνατά του. Η Ντανίκα πρόλαβε να ξεχωρίσει το τατουάζ ενός μικρού 8 στο εσωτερικό του καρπού του. Παράξενο. Αν της ζητούσαν να φανταστεί το τατουάζ που θα είχε ένας τέτοιος άνθρωπος, θα έβαζε στοίχημα πως θα αντίκριζε την εικόνα μιας μελαχρινής γυναίκας με ένα τσεκούρι καρφωμένο στην πλάτη. «Καλέστε με, αν χρειαστείτε οτιδήποτε». Ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει, αν και κάτι της έλεγε πως θύμιζε απειλητικό λύκο. «Ελπίζω να απολαύσετε το γεύμα σας». Και τη στιγμή που ήταν έτοιμη να ξεμακρύνει... «Πότε κάνεις διάλειμμα;» τη ρώτησε απότομα το Δύο.

[25]


Τι ήταν αυτό πάλι; Ήθελε να μάθει πότε έκανε διάλειμμα; Γιατί; Αμφέβαλλε αν είχε κάτι το ρομαντικό υπόψη του, επειδή εξακολουθούσε να την κοιτάζει με συγκεκαλυμμένη αντιπάθεια. «Δε... δεν κάνω διάλειμμα». Το Δύο έχωσε μια πατάτα στο στόμα του, μάσησε και μετά έγλειψε τα λαδωμένα χείλη του. «Τι θα έλεγες να κάνεις ένα διάλειμμα απόψε;» «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ». Συνέχισε να χαμογελάς. «Έχω κι άλλα τραπέζια». Έπρεπε να προσθέσει: «Ίσως κάποια άλλη φορά». Η ενθάρρυνση μπορεί να τον ικανοποιούσε όταν έφτανε η στιγμή του πουρμπουάρ. Ωστόσο, τα λόγια κόλλησαν στο λαιμό της και σχημάτισαν ένα βαρύ κόμπο. Φύγε, φύγε, φύγε. Μεταβολή. Οι δυο άντρες χάθηκαν από τα μάτια της. Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε. Έξι βιαστικά βήματα και έφτασε την Τζίλι, την άλλη σερβιτόρα που είχε βάρδια απόψε· η Τζίλι στεκόταν μπροστά στον πάγκο των αναψυκτικών και γέμιζε τρία πλαστικά ποτήρια με διαφορετικά αναψυκτικά. Μολονότι η Ντανίκα θα έπρεπε να ρίξει μια ματιά στους άλλους πελάτες, δικαιολογία που είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγα δευτερόλεπτα, χρειαζόταν μια στιγμή για να συνέλθει. «Ο Θεός να με σώσει», μουρμούρισε. Ακούμπησε τα χέρια της στον πάγκο και έσκυψε μπροστά, στρίβοντας ελαφρά το γοφό της. Ευτυχώς, μισός τοίχος την έκρυβε από τα μάτια των πελατών. «Δεν πρόκειται». Η Τζίλι, μια δεκαεξάχρονη που το είχε σκάσει από το σπίτι της –δεκαοχτάχρονη, για όποιον ρωτούσε–, χάρισε στην Ντανίκα μια γκριμάτσα κατανόησης γεμάτη κούραση. Δούλευαν κι οι δυο δεκατέσσερις ώρες κάθε μέρα. «Νομίζω πως μας έχει ήδη εγκαταλείψει». Τόση απαισιοδοξία φαινόταν ανάρμοστη για έναν τόσο νέο άνθρωπο. «Αρνούμαι να το πιστέψω». Το ψέμα έπρεπε να είχε γίνει η δεύτερη φύση της. Ούτε η Ντανίκα ήταν πλέον βέβαιη ότι ο Θεός ενδιαφερόταν. «Κάτι θαυμάσιο μπορεί να συμβεί από μέρα σε μέρα». Ναι, σίγουρα. «Λοιπόν, το δικό μου θαυμάσιο ήταν πως τ’ Αδέρφια Πουλιά κάθισαν πάλι στο δικό σου τμήμα».

[26]


«Πλάκα μου κάνεις; Σου χαμογελούν λες και είσαι η καλή νεράιδα, ενώ κάνουν μορφασμούς σ’ εμένα, λες και είμαι η κακιά μάγισσα. Δεν έχω ιδέα τι τους έκανα ή γιατί έρχονται ξανά για να με δουν», μουρμούρισε η Ντανίκα. Τη δεύτερη φορά που εμφανίστηκαν, η Ντανίκα φοβήθηκε πως ήθελαν να την τραβήξουν πίσω στον εφιάλτη από τον οποίο είχε δραπετεύσει. Αλλά δεν αποκάλυψαν κάποια τερατώδη πλευρά τους κι έτσι η Ντανίκα χαλάρωσε τελικά. Η Τζίλι γέλασε. «Θέλεις να τους σπάσω στο ξύλο για λογαριασμό σου;» «Όχι... εκτός αν θέλεις φασαρίες με το νόμο». Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε. «Όχι, δε θέλω», μουρμούρισε η πιτσιρίκα. Ένα κομμάτι της Ντανίκα ήθελε να της πει να γυρίσει στο σπίτι της· η ζωή με τη μητέρα της δεν μπορεί να ήταν τόσο άσχημη. Αλλά ένα άλλο κομμάτι μάντευε πως αυτή η ζωή κοντά στη μάνα της μπορεί να ήταν χειρότερη, πολύ χειρότερη για την Τζίλι. Τα τρομερά πράγματα που είδε η Ντανίκα στους σκοτεινούς δρόμους, ακόμα και στο μικρό χρονικό διάστημα που τους επισκέφθηκε, αρκούσαν... Γυναίκες με νεκρά μάτια να πουλούν το σώμα τους, ξυλοδαρμούς, θανάτους από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Ό,τι κι αν είχε κάνει η μητέρα της Τζίλι για να οδηγήσει τη μικρή στους δρόμους, πρέπει να ήταν αποτρόπαιο. Κάποτε, η Ντανίκα κατάφερνε να εξαπατήσει τον εαυτό της και να πιστεύει ότι ο κόσμος ήταν ένα ασφαλές και υπέροχο μέρος, γεμάτο δυνατότητες. Τώρα, τα μάτια της είχαν ανοίξει. «Θα πας στο μάθημα το πρωί;» τη ρώτησε, προτιμώντας ένα ασφαλέστερο θέμα συζήτησης. Δούλευε εδώ μόνο μια βδομάδα, αλλά κάθε μέρα εκείνης της βδομάδας η ίδια κι η Τζίλι έπαιρναν μαθήματα αυτοάμυνας, μαθαίνοντας να κλοτσούν, να χτυπούν και, ναι, να σκοτώνουν με απόλυτη ακρίβεια. Εκτός από την οικογένειά της, αυτά τα μαθήματα ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο ζούσε η Ντανίκα. Δε θα ένιωθε ποτέ ξανά ανήμπορη. Η Τζίλι αναστέναξε και την αντίκρισε. Η Ντανίκα σκέφτηκε ξανά πως φαινόταν πολύ νέα και πολύ άβγαλτη για να ζει έτσι. Μαύρα μαλλιά, μακριά μέχρι το σαγόνι και ίσια σαν καρφιά. Μεγάλα,

[27]


καστανά μάτια. Μελί δέρμα. Μέτριο μπόι, σώμα με καμπύλες. Η αθωότητα αναμεμειγμένη με έναν επιφυλακτικό αισθησιασμό. Και αυτή τη στιγμή, η Τζίλι ήταν η μοναδική φίλη της Ντανίκα. «Τα πόδια μου θα με μισούν για πάντα, αλλά θα πάω. Εσύ;» «Εννοείται». Σ’ αυτή τη φάση της ζωής της, η Ντανίκα θεωρούσε τη φιλία ως πολυτέλεια, αλλά παρ’ όλα αυτά, όταν έριξε μια ματιά στο θλιμμένο, γενναίο κορίτσι, ένιωσε αμέσως ένα δέσιμο μαζί της. «Ίσως ρίξουμε ξανά τον εκπαιδευτή στο καναβάτσο. Αυτό κι αν είχε πλάκα!» Ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη της –το πρώτο μετά από... δε θυμόταν από πότε. Από πάντα; «Ίσως». Ένα καμπανάκι ακούστηκε, πιο δυνατό από τις φωνές που αντηχούσαν στην αίθουσα. Άλλη μια παραγγελία ήταν έτοιμη. Ωστόσο, καμιά τους δε σάλεψε. «Πρέπει να ομολογήσω κάτι», δήλωσε η Τζίλι, ακουμπώντας το χέρι στο γοφό της. «Όταν ο Τσαρλς μας είπε να του ριχτούμε, κάτι σαν οργή με πλημμύρισε. Θα μπορούσα να τον σκοτώσω και να γελάσω και από πάνω». «Κι εγώ το ίδιο». Δυστυχώς, δεν ήταν ψέμα. Φανταστείτε με ως εχθρό σας και δείξτε μου τι μάθατε μέχρι τώρα. Επιτεθείτε μου, τις είχε παροτρύνει ο Τσαρλς –και του είχαν επιτεθεί κι οι δυο. Ο εκπαιδευτής χρειάστηκε πενήντα εννιά ράμματα. Ευτυχώς, το αντιμετώπισε πολύ θετικά. Η τυφλή οργή είχε πλημμυρίσει μεμιάς την Ντανίκα καθώς εικόνες του Έρον, του Λούσιεν και του Ρέγιες –ξεροκατάπιε. Ναι, του Ρέγιες!– σχηματίστηκαν στο μυαλό της. Των απαγωγέων της, των βασανιστών της. Αντρών που θα έπρεπε να μισεί μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Δηλαδή που στ’ αλήθεια μισούσε μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Εκτός από έναν. Τον Ρέγιες. Ανόητο κορίτσι. Εκείνον τον ονειρευόταν συνέχεια. Όταν κοιμόταν, όταν ήταν ξύπνια, δεν είχε σημασία. Ο Ρέγιες βρισκόταν αδιάκοπα στο μυαλό της, θαρρείς και είχε χαραχτεί εκεί. Μερικές φορές, εκείνος νικούσε τα πλάσματα στους εφιάλτες

[28]


της. Τους ριχνόταν, πολεμούσαν βίαια, ενώ το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι. Μετά, ο Ρέγιες γύριζε πάντα κοντά της, πληγωμένος και πονεμένος. Χωρίς δισταγμό, εκείνη τον έπαιρνε στην αγκαλιά της. Τη φιλούσε παντού –αργά, πολύ αργά– αφήνοντας τη γλώσσα του να ταξιδέψει σε κάθε εσοχή και εξοχή του κορμιού της και κάθε υγρό του άγγιγμα έμοιαζε μ’ ένα χάραγμα ακόμα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τα βράδια μαζί του την έκανε να λαχταρά όλο και περισσότερα, μέχρι που ο Ρέγιες γινόταν το μόνο πράγμα που ήθελε, το μόνο πράγμα που χρειαζόταν. Είχε γίνει για εκείνη πιο σημαντικός και απ’ τον αέρα. Κάτι σαν ναρκωτικό, το χειρότερο είδος εθισμού. Τι έχω πάθει; Την απήγαγε χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, κράτησε την οικογένειά της σε ομηρία. Δεν άξιζε τον πόθο της! Γιατί τον λαχταρούσε τόσο απεγνωσμένα; Ήταν γοητευτικός, επικίνδυνα γοητευτικός, αλλά κι άλλοι άντρες ήταν γοητευτικοί. Ήταν δυνατός, αλλά θα χρησιμοποιούσε τη δύναμή του εναντίον της. Ήταν έξυπνος, αλλά δεν εξέπεμπε την παραμικρή υποψία αίσθησης του χιούμορ. Δε χαμογελούσε ποτέ. Κι όμως, η Ντανίκα δεν είχε ποθήσει ποτέ άντρα όπως ποθούσε τον Ρέγιες. Όπως η Τζίλι, είχε μαύρα μαλλιά, σκούρα μάτια και δέρμα στο χρώμα του μελιού –ενός μελιού ανάμεικτου με λιωμένη σοκολάτα. Διέθετε επίσης τον ίδιο επιφυλακτικό αισθησιασμό, λες και είχε γνωρίσει την πιο οδυνηρή πλευρά της αγάπης και αυτό τον είχε σημαδέψει για πάντα. Ωστόσο, οι ομοιότητες τέλειωναν εκεί. Ο Ρέγιες ήταν ψηλός και γυμνασμένος, με τους μυώνες πολεμιστή. Είχε πάνω του περισσότερα μαχαίρια παρά ρούχα· τα στερέωνε πίσω από το κεφάλι του, στους αστραγάλους και στους μηρούς του ή τα άφηνε να κρέμονται από τη μέση του. Κάθε φορά που τον έβλεπε ήταν γεμάτος πληγές από μάχες, κοψίματα στα χέρια και στα πόδια του και μώλωπες στο πρόσωπό του. Ήταν στρατιώτης μέχρι το μεδούλι. Όλοι ήταν το ίδιο –εκείνοι οι αυτοαποκαλούμενοι «Άρχοντες του Κάτω Κόσμου». Εκείνη τους έλεγε Άρχοντες των Εφιαλτών, επειδή από όλα τα τρομακτικά όνειρα που είχε δει στη ζωή της κανένα δεν πλησίαζε τη

[29]


δική τους πραγματικότητα. Ο Έρον είχε μαύρα, αραχνοΰφαντα φτερά και μπορούσε να πετάξει σαν πουλί –ή σαν ένας μοχθηρός δράκος των θρύλων. Ο Λούσιεν είχε δίχρωμα μάτια που στριφογύριζαν υπνωτιστικά λίγο πριν εκείνος εξαφανιστεί από μπροστά της, λες και δεν υπήρξε ποτέ. Η μυρωδιά των τριαντάφυλλων αναδιδόταν πάντα από το σώμα του, μεθυστικά γλυκιά. Η Ντανίκα δεν ήξερε ποιες μαγικές ικανότητες διέθετε ο Ρέγιες. Το μόνο που ήξερε ήταν πως την είχε σώσει μια φορά. Μονομάχησε με το συνάδελφό του για να τη σώσει. Γιατί; Αυτό αναρωτιόταν πολλές φορές. Γιατί είχε κάνει κακό στο φίλο του κι όχι σ’ εκείνη; Γιατί την κοιτούσε λες και η Ντανίκα αποτελούσε το μοναδικό λόγο που ο ίδιος ανέπνεε; Γιατί την ελευθέρωσε για άλλη μια φορά; Τι σημασία έχει; Είναι ένας από δαύτους. Είναι τέρας. Μην το ξεχνάς. Ακούστηκε άλλο ένα ντινγκ, που διέκοψε τις σκέψεις της. «Κορίτσια!» φώναξε ο Ενρίκε. Η Τζίλι βόγκηξε. Η Ντανίκα έτριψε τη βάση του σβέρκου της. Τέρμα το διάλειμμα. Ανασηκώθηκε και, με την άκρη του ματιού της, είδε έναν από τους πελάτες της να κουνά το χέρι για να τραβήξει την προσοχή της. «Να περάσω από το σπίτι σου γύρω στις τεσσερισήμισι το πρωί;» ρώτησε την Τζίλι. «Είναι καλά;» «Καλύτερα στις πέντε. Θα είμαι κουρασμένη, αλλά έτοιμη». Η Τζίλι στράφηκε και πήρε τα αναψυκτικά. Η Ντανίκα απομακρύνθηκε. Τα επόμενα δέκα λεπτά εξυπηρετούσε σχεδόν αποκλειστικά τα δυο Αδέρφια Πουλιά. Τουλάχιστον έτσι δε σκεφτόταν τον Ρέγιες. Δυο φορές, το Πουλί Ένα έριξε το πιρούνι του και της ζήτησε να του φέρει ένα καθαρό. Μια φορά, το Πουλί Δύο ήθελε να ξαναγεμίσει το φλιτζάνι του με καφέ. Μια άλλη φορά χρειαζόταν καθαρή πετσέτα. Όταν η Ντανίκα προσπάθησε να φύγει μετά από την τελευταία εξυπηρέτηση, το Δύο άρπαξε τον καρπό της για να τη

[30]


σταματήσει και το άγγιγμά του έκανε τα νεύρα της να τεντωθούν σαν χορδές βιολιού. Δεν τον επέπληξε –κάθε δεκάρα είναι σημαντική, κάθε αναθεματισμένη δεκάρα–, αλλά τον ρώτησε ευγενικά τι ήθελε και αποτράβηξε το χέρι της. «Θέλουμε να σου μιλήσουμε», της απάντησε και άπλωσε ξανά το χέρι προς το μέρος της. Η Ντανίκα έκανε ένα βήμα πίσω. Αν την άγγιζε ξανά, μπορεί να έσπαζε. Δεν επέτρεπε πλέον σε αγνώστους να απλώνουν χέρι πάνω της –για οποιονδήποτε λόγο. «Για ποιο πράγμα;» Μια μητέρα με το μικρό γιο της μπήκαν στο εστιατόριο και το καμπανάκι πάνω από την πόρτα κουδούνισε για να αναγγείλει την παρουσία τους. «Για ποιο πράγμα;» επανέλαβε η Ντανίκα. «Για μια δουλειά. Για χρήματα». Τα μάτια της γούρλωσαν. Ω Θεέ μου. Νόμιζαν πως ήταν πόρνη; Αυτό εννοούσαν λέγοντας «τι περίμενες από μια τέτοια γυναίκα»; Φαινόταν αστείο που την κοιτούσαν με τόση περιφρόνηση κι όμως ήταν πρόθυμοι να αγοράσουν τις υπηρεσίες της. «Όχι, ευχαριστώ. Είμαι πολύ καλά εδώ». Δηλαδή, όχι πολύ καλά, αλλά δε χρειαζόταν να το μάθουν εκείνοι. «Ντανίκα», φώναξε ο Ενρίκε. «Περιμένει κόσμος». Οι άντρες έριξαν μια ματιά στην είσοδο και συνοφρυώθηκαν. «Αργότερα», είπε το Πουλί Δύο. Μάλλον ποτέ. Ειλικρινά, τη θεωρούσαν πόρνη; Πιο κοντά στην πόρτα από την Τζίλι, η Ντανίκα πήρε δυο καταλόγους και οδήγησε τους νεοφερμένους στο τραπέζι. Έδειχναν λίγο ατημέλητοι, αδύνατοι, με ρούχα λεκιασμένα και τσαλακωμένα. Δε θα άφηναν καλό πουρμπουάρ, αλλά το χαμόγελο που εκείνη χάρισε στη μάνα και το γιο της ήταν ειλικρινές –αν και έκρυβε ίσως λίγη ζήλια. Της έλειπε απίστευτα η μητέρα της. «Τι θέλετε να πιείτε;» «Νερό», απάντησαν κι οι δυο μαζί. Μια μελαγχολική έκφραση σχηματίστηκε στα γαλανά μάτια του παιδιού καθώς κοιτούσε το αναψυκτικό που αναπαυόταν στο

[31]


τραπέζι λίγα μέτρα μακριά του. Το κεφάλι της Ντανίκα έγειρε στο πλάι και τα μάτια της –τα μάτια μιας καλλιτέχνιδας– ξεχώρισαν τις δυνατότητες απεικόνισης ενός πορτραίτου που θα έσφιγγε την καρδιά κάθε θεατή. Οι ανθρώπινες επιθυμίες διατυπώνονταν με απλό τρόπο όταν αφαιρούνταν όλα τα άλλα στοιχεία εκτός από τα βασικά. Δε θα ξαναζωγραφίσεις πια. Το ξέχασες; Η ζωγραφική ήταν μεγάλη πολυτέλεια σε τούτο τον κόσμο όπου αγωνιζόταν καθημερινά για τη ζωή της. Κι έπειτα, έπρεπε να νιώσει για να ζωγραφίσει. Και όχι μόνο ευτυχία. Για εκείνη, η ζωγραφική απαιτούσε ένα μεγάλο φάσμα συναισθημάτων. Οργή, θλίψη, ευδαιμονία. Μίσος, αγάπη, μεταμέλεια. Χωρίς αυτά, απλώς ανακάτευε χρώματα και τα άπλωνε σε έναν καμβά. Αλλά με αυτά, θα έχανε την ετοιμότητα που χρειαζόταν για να παραμείνει ζωντανή. Πνίγοντας τη θλίψη, που αποτελούσε άλλη μια πολυτέλεια, έδωσε στη μητέρα και στο παιδί τούς καταλόγους. «Θα γυρίσω σε λίγο με το νερό σας και θα πάρω την παραγγελία σας». «Ευχαριστώ», είπε η μητέρα. Στο δρόμο για τον ψύκτη, το Πουλί Δύο άρπαξε ξανά το μπράτσο της και τα δάχτυλά του βυθίστηκαν δυνατά στη σάρκα της. Τα νεύρα της Ντανίκα τεντώθηκαν και σπίθες οργής σχηματίστηκαν κάτω από το δέρμα της, τόσο καυτές, ώστε ένιωσε ξαφνικά να τυλίγεται στις φλόγες. Δεν μπορούσε να πολεμήσει το συναίσθημα, δεν μπορούσε να το περιορίσει τόσο εύκολα όσο τη θλίψη. Ο πάγος που είχε φανταστεί να σκεπάζει το δέρμα της όλες αυτές τις βδομάδες έλιωσε μεμιάς. «Τι ώρα σχολάς;» «Δε σχολάω». «Σου το λέμε για το καλό σου. Ο κόσμος είναι πολύ επικίνδυνος και αν δεν ανήκεις στους κακούς, δεν πρέπει να κυκλοφορείς μόνη». «Αν με αγγίξεις ξανά», ψιθύρισε απειλητικά η Ντανίκα ανάμεσα από τα σφιγμένα δόντια της, αγνοώντας το προσποιητό ενδιαφέρον του, «θα το μετανιώσεις. Δεν είμαι πόρνη και δεν πεθαίνω για να βγάλω χρήματα. Εντάξει;»

[32]


Καθώς την κοιτούσαν κι οι δυο με το στόμα ανοιχτό, η Ντανίκα τράβηξε απότομα το χέρι της, ελευθερώθηκε και απομακρύνθηκε βιαστικά πριν κάνει κάποια ανοησία. Στον πάγκο των αναψυκτικών, γέμισε δυο ποτήρια για τη μητέρα και το γιο της με χέρια που έτρεμαν. Η καρδιά της χτυπούσε απίστευτα δυνατά. Πρέπει να ηρεμήσεις. Εισπνοή, εκπνοή. Έτσι μπράβο. Τελικά, ένιωσε τους μυς της να χαλαρώνουν. Απέφυγε τα Αδέρφια Πουλιά καθώς γύριζε στο τραπέζι και φρόντισε να μείνει μακριά τους. Όταν η μητέρα διαπίστωσε πως είχε φέρει στο αγόρι μια Κόκα Κόλα, άνοιξε το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί αλλά η Ντανίκα τη σταμάτησε υψώνοντας το χέρι της –ένα χέρι που έτρεμε, όπως διαπίστωσε με έκπληξή της. Δεν είχε ηρεμήσει ακόμα από το άγγιγμα του Πουλιού Δύο, λοιπόν. Άλλη μια βαθιά εισπνοή, άλλη μια μεγάλη εκπνοή. «Κερασμένο», ψιθύρισε. Ο Ενρίκε δεν κερνούσε ποτέ, ούτε καν τις σερβιτόρες του, και αν το άκουγε θα αφαιρούσε ένα δολάριο και ενενήντα εφτά λεπτά –την αξία του αναψυκτικού– από το μισθό της. «Αν, δηλαδή, δεν έχετε αντίρρηση». Το πρόσωπο του παιδιού φωτίστηκε από ευτυχία. «Δεν έχεις, μαμά, έτσι δεν είναι; Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ». Η μητέρα χαμογέλασε στην Ντανίκα με ευγνωμοσύνη. «Δεν έχω. Ευχαριστώ». «Χαρά μου. Αποφασίσατε τι θα παραγγείλετε;» Έβγαλε το μπλοκάκι και το μολύβι από την ποδιά της. Το χέρι της είχε σταματήσει να τρέμει, αλλά τα δάχτυλά της ήταν τόσο σφιγμένα ώστε, άθελά της, έσπασε το μολύβι στα δυο. «Ωχ, συγνώμη». Έβγαλε το εφεδρικό, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Η μητέρα και το παιδί έδωσαν τις παραγγελίες τους και καθώς τις έγραφε, η Ντανίκα έριξε μια ματιά στο εστιατόριο. Άλλη μια οικογένεια μόλις είχε μπει. Τους περιεργάστηκε σχεδόν αδιάφορα. Τελευταία, ανησυχούσε όλο και λιγότερο όταν έμπαιναν πελάτες. Τις πρώτες μέρες εδώ μέσα περίμενε να δει τον Ρέγιες να διασχίζει το κατώφλι, να την αρπάζει, να τη φορτώνει στον ώμο του και να χάνεται στη νύχτα μαζί της. Η Τζίλι έκανε νόημα στην οικογένεια να καθίσει στο μοναδικό

[33]


άδειο χώρισμα και τα μάτια της αντάμωσαν εκείνα της Ντανίκα. Οι δυο τους μοιράστηκαν τότε ένα χαμόγελο γεμάτο κούραση. Η Ντανίκα αισθανόταν πως το δικό της χαμόγελο ήταν εύθραυστο, καθώς το νευρικό σύστημά της δεν είχε συνέλθει ακόμα από το άγγιγμα του Πουλιού Δύο. Ξέρεις ότι δεν μπορείς να αντιδράς έτσι. Πρέπει να είσαι έτοιμη για τα πάντα. «Τα γράψατε όλα;» τη ρώτησε η γυναίκα. Η Ντανίκα έστρεψε ξανά την προσοχή της στην πελάτισσά της. «Ναι. Δύο χάμπουργκερ, το ένα σκέτο, το άλλο κομπλέ, και τα δυο με τηγανητές πατάτες». Η γυναίκα ένευσε καταφατικά. «Ωραία. Ευχαριστώ». «Θα πάω στην κουζίνα την παραγγελία σας... δε θα αργήσει να ετοιμαστεί». Η Ντανίκα έσκισε τη σελίδα από το μπλοκάκι της και πλησίασε τον Ενρίκε. Αυτή τη φορά, την άρπαξε το Πουλί Ένα. «Κοίτα, δε νομίζουμε πως είσαι πόρνη. Απλώς θέλουμε να σου μιλήσουμε, επειδή κάποια άσχημα πράγματα έρχονται προς το μέρος σου». Πριν προλάβει να συγκρατηθεί, το ένστικτό της λειτούργησε αυτόματα. Είδε στο μυαλό της το πανικόβλητο πρόσωπο της αδερφής της τη νύχτα που τις είχαν απαγάγει από το δωμάτιο του ξενοδοχείου τους και τις είχαν μεταφέρει σ’ εκείνο το κάστρο, αιχμάλωτες των τεράτων. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της: Η γιαγιά σου μπορεί να είναι νεκρή. Μπορεί να τη δολοφόνησαν. Ένα κόκκινο χρώμα θόλωσε τα μάτια της και η οργή επέστρεψε με περισσή δύναμη, μετατρέποντάς την από γυναίκα σε μαινάδα. Επίθεση! Μη γίνεις ποτέ ξανά ανήμπορη! Χτύπησε με το ελεύθερο χέρι της τη μύτη του άντρα. Ο χόνδρος έσπασε με την επαφή και το αίμα χύθηκε στο πουκάμισο και στο πιάτο του. Εκείνος ούρλιαξε από τον πόνο και έφερε τα χέρια στο πρόσωπό του. Βαριά σιωπή ακολούθησε το ουρλιαχτό του. Μετά, κάποιος άφησε το φλιτζάνι του να πέσει. Κλανγκ, σπλας. Υγρό χύθηκε στο πλακόστρωτο δάπεδο. Κάποιος άλλος πέταξε μια βρισιά. Και όλοι αυτοί οι ήχοι αντιλάλησαν σαν κεραυνοί, διαπερνώντας το μυαλό της και κάνοντάς τη να συνέλθει απότομα. Η Ντανίκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

[34]


Το Πουλί Δύο έβγαλε ένα επιφώνημα και τα μάτια του γούρλωσαν. Πετάχτηκε όρθιος, αναπνέοντας ακανόνιστα. «Τι στο διάβολο θαρρείς πως κάνεις, σκύλα;» «Δε... δεν...» Ένα ρίγος απλώθηκε σε όλο της το σώμα. Στάθηκε σαν μαρμαρωμένη και πάσχισε να καταπολεμήσει τον πανικό. Μόλις είχε τραβήξει την προσοχή όλων πάνω της. Κυριολεκτικά όλων –και όχι με τον πιο θετικό τρόπο. «Σας... σας είπα να μη με αγγίζετε». «Του επιτέθηκες!» Σκύβοντας απειλητικά από πάνω της, το Πουλί Δύο ακούμπησε τα χέρια στους ώμους της και την έσπρωξε προς τα πίσω. Η Ντανίκα θα μπορούσε να τον εμποδίσει –θα μπορούσε να καρφώσει το μολύβι της στη σφαγίτιδα φλέβα του πριν παραπατήσει προς τα πίσω. Αλλά δεν το έκανε. Ο τρόμος αναμείχθηκε με τη μεταμέλεια και τα δυο συναισθήματα την πλημμύρισαν μεμιάς, παραμερίζοντας όποια υποψία οργής είχε παραμείνει. «Ξέρεις κάτι;» είπε άγρια το Πουλί Δύο. «Είσαι σαν εκείνους. “Μπορεί να είναι αθώα”, μου είπαν, “γι’ αυτό φρόντισε να της φερθείς ευγενικά. Απαλά”. Δεν το πίστεψα ούτε για ένα δευτερόλεπτο, αλλά υπάκουσα. Έπρεπε να υπακούσω. Μόλις απέδειξες πόσο απαίσια είσαι. Ίσως, τελικά, να είσαι πόρνη –η δική τους πόρνη». Είσαι σαν εκείνους, της είχε πετάξει. Σαν ποιους δηλαδή; «Συγνώμη, δεν ήθελα να... δεν...» Ό,τι κι αν έλεγε, δε θα διόρθωνε την κατάσταση. Ξερόβηξε καθαρίζοντας το λαιμό της, ίσιωσε τις ζάρες του πουλόβερ της. Το αίμα πρέπει να είχε πιτσιλίσει την παλάμη της, επειδή άλικες γραμμές εμφανίζονταν σε ό,τι άγγιζαν τα χέρια της. «Λυπάμαι ειλικρινά». «Ας πάρει κάποιος την Άμεση Δράση, που να πάρει η οργή!» Ω Θεέ μου. Θα έπρεπε να το σκάσει πάλι –και μόλις είχε βολευτεί. Αν η ιστορία εμφανιζόταν στον Τύπο... Ω Θεέ μου, σκέφτηκε ξανά. Η καρδιά της άρχισε για ακόμα μια φορά να χτυπά δυνατά στο στήθος της. Ο Ενρίκε βγήκε σαν σίφουνας από την κουζίνα, ενώ οι δίφυλλες πόρτες έμειναν ν’ ανοιγοκλείνουν με δύναμη πίσω του. Ήταν μεγαλόσωμος, ψηλός και υπέρβαρος, και απόλυτα

[35]


εκφοβιστικός. «Εσύ, κοπέλα μου, απολύεσαι... κι αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματά σου. Πήγαινε πίσω και περίμενε μέχρι να φτάσει η αστυνομία», γάβγισε, καθώς τα αραιά μαλλιά του έπεφταν στα μισόκλειστα μάτια του. Φυσικά και την απέλυε. Και, βαθιά μέσα της, ήξερε πως δε θα της έδινε ούτε μεροκάματο για όσο είχε δουλέψει. «Θα φύγω», είπε ψέματα, «αμέσως μόλις με πληρώσεις. Μου χρωστάς...» «Πήγαινε πίσω τώρα! Τρομάζεις τους πελάτες». Το βλέμμα της Ντανίκα ταξίδεψε στο εστιατόριο και σταμάτησε στη μητέρα με το γιο της. Η μητέρα είχε αγκαλιάσει προστατευτικά το παιδί της, ενώ ο μικρός έσπρωχνε μακριά το αναψυκτικό που η ίδια του είχε προσφέρει. Κι οι δυο την κοιτούσαν έντρομοι. Εμένα; Εγώ απλώς υπερασπίστηκα τον εαυτό μου. Τα μάτια της ταξίδεψαν αλλού και αντίκρισε την Τζίλι. Η ανησυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της καθώς πλησίαζε με φανερή την πρόθεση να την υποστηρίξει. Θα έχανε κι εκείνη τη δουλειά της και το μεροκάματό της κι η Ντανίκα δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο. «Θα περιμένω την αστυνομία στο διαμέρισμά μου», δήλωσε δήθεν θιγμένη. «Όχι, δε θα την περιμένεις εκεί», φώναξε ο Ενρίκε. «Θα περιμένεις...» Αμέσως η Ντανίκα έκανε μεταβολή και βγήκε από το εστιατόριο με το κεφάλι ψηλά και τους ώμους ίσιους. Ευτυχώς, κανένας δεν προσπάθησε να τη σταματήσει –ούτε καν το Πουλί Δύο. Η νύχτα ήταν ζεστή, φωτισμένη από λαμπτήρες νέον και γεμάτη κόσμο. Ένιωθε πως την έλουζε ένας προβολέας και πως την κοιτούσαν όλοι όσους προσπερνούσε. Θεέ μου, τι θα έκανε; Άνοιξε το βήμα της και σχεδόν άρχισε να τρέχει. Είχε σαράντα δολάρια στην τσέπη της –αρκετά για ένα εισιτήριο λεωφορείου για κάποια πόλη. Πού μπορούσε να πάει; Ίσως στην Τζόρτζια, η οποία βρισκόταν αρκετά μακριά. Και, το πιο σημαντικό, θα περνούσε από την Οκλαχόμα, όπου θα μπορούσε να αναζητήσει τη γιαγιά της. Η σκέψη μόλις που είχε σχηματιστεί στο μυαλό της, όταν κάτι

[36]


τη χτύπησε στην πλάτη και την εκτόξευσε σε ένα σκοτεινό σοκάκι. Έπεσε στο πεζοδρόμιο με τόση δύναμη ώστε το οξυγόνο εγκατέλειψε τα πνευμόνια της. Πέτρες διαπέρασαν το λεπτό πουλόβερ και το μακό μπλουζάκι της και μπήχτηκαν στο δέρμα της. Το σαγόνι της χτύπησε στο μπετόν και λαμπερά άσπρα αστέρια εμφανίστηκαν πίσω από τα βλέφαρά της. «Σκύλα, δαίμονα!» μούγκρισε ένας άντρας στον κρόταφό της και σάλια ψέκασαν τα μαλλιά της. Το Πουλί Δύο. Τελικά, δεν της επέτρεψε να δραπετεύσει. «Πίστευες ειλικρινά ότι θα σε άφηνα να το σκάσεις ξανά; Είσαι δική μας και, μα την πίστη μου, θα υποφέρεις όπως οι φίλοι σου. Δε μου επιτρέπουν να τους σκοτώσω, αλλά εσύ θα με παρακαλάς για να βάλω ένα τέλος στην άθλια ζωή σου». Το ένστικτο για άλλη μια φορά ανέλαβε πρωτοβουλία. Μην ουρλιάξεις, απλώς πολέμησε. Μην αντιδράσεις, απλώς χτύπησε. Τα λόγια είχαν χαραχτεί στο μυαλό της και τώρα φαίνονταν να αποτελούν ένα κομμάτι του εαυτού της όσο το χέρι της ή το πόδι της. Όταν ο αντίπαλός της την άρπαξε από τα μαλλιά και τη σήκωσε, η Ντανίκα στριφογύρισε αυτόματα. Το κρανίο της πόνεσε καθώς οι τρίχες της ξεριζώνονταν, αλλά αυτό δεν τη σταμάτησε καθώς τίναζε το χέρι της για να χτυπήσει το λαιμό του και να του κόψει την αναπνοή, ώστε να κερδίσει αρκετό χρόνο και να ξεφύγει όσο εκείνος θα πάσχιζε να αναπνεύσει. Επαφή. Ακούστηκε ένα βογκητό και μετά ένα κοφτό ουρλιαχτό. Η λαβή του χαλάρωσε. Ζεστό υγρό κύλησε στα δάχτυλά της και συγκεντρώθηκε στις αρθρώσεις της. Τι στο... Ξαφνικά, συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Κρατούσε ακόμα το μολύβι και είχε χώσει τη μύτη του βαθιά στη σφαγίτιδα φλέβα του άντρα –κάτι που είχε καταφέρει να μην κάνει στο εστιατόριο. «Ω Θεέ μου. Ω Θεέ μου!» Παραζαλισμένη, σηκώθηκε με κόπο. Παραπάτησε και αναγκάστηκε να πιαστεί από τους ώμους του για να μείνει όρθια. Ο τρόμος σχεδόν την παρέλυσε καθώς το Πουλί Δύο έπεφτε στα γόνατα και ένας απαίσιος ήχος πνιγμού έβγαινε από το στόμα του. Το φεγγαρόφωτο τρύπωσε ανάμεσα από τα κτίρια που τους

[37]


περιστοίχιζαν και φώτισε τα χλομά, γεμάτα πόνο και έκπληξη χαρακτηριστικά του. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά κανένας ήχος δε βγήκε από το στόμα του. «Συγνώμη!» Άνοιξε τα δάχτυλά της και τον άφησε. Σήκωσε τα χέρια της με τις παλάμες προς τα έξω και το αίμα κατηφόρισε στα μπράτσα της. Ο πανικός αναμείχθηκε με τον τρόμο της. Δεν έπρεπε να μουδιάσει. Όχι τώρα. Ένα βήμα, δύο βήματα... η Ντανίκα έκανε πίσω. Ω Θεέ μου. Ω Θεέ μου. Δολοφόνε, ούρλιαξε το μυαλό της. Είσαι δολοφόνος. Η μεταλλική οσμή του αίματός του αναμείχθηκε με τις μυρωδιές των ούρων και του ιδρώτα. Το Πουλί Δύο λύγισε και κατέρρευσε στο μπετόν. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο προς το μέρος της και τα μάτια του φαίνονταν καρφωμένα πάνω της καθώς το στήθος του σταματούσε να ανεβοκατεβαίνει. Ω Θεέ μου. Η χολή έφτασε στο στόμα της. Αναγκάστηκες να το κάνεις. Θα σε σκότωνε. Μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, η Ντανίκα στριφογύρισε, έτρεξε και άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους ανθρώπους που συνωστίζονταν στην απέναντι πλευρά του κτιρίου. Οι πινακίδες νέον φώτιζαν κάθε της κίνηση και η λαχανιασμένη ανάσα της αντηχούσε στ’ αυτιά της. Κανένας δεν προσπάθησε να την εμποδίσει. Πριν από δυο βδομάδες στη Νέα Υόρκη, ένας από τους εκπαιδευτές πολεμικών τεχνών τής είχε πει ότι δε διέθετε ένστικτο φονιά. Μακάρι να είχε δίκιο. Είμαι τόσο κακή όσο τα τέρατα.

[38]


Κεφάλαιο 3 «Ξέρω πού βρίσκεται η γυναίκα σου». Ο Ρέγιες ανασηκώθηκε στον καναπέ και η μύτη της λεπίδας ακινητοποιήθηκε μέσα στο μπράτσο του. Την είχε μπήξει βαθιά, τόσο βαθιά που είχε κόψει τη φλέβα στη μέση. Αλλά η πληγή έκλεισε πολύ γρήγορα γύρω από το μαχαίρι. Το αίμα ξεράθηκε στο δέρμα του. Είχε πηδήξει από τη στέγη πριν από τρεις μέρες και μόλις τώρα είχε θεραπευτεί αρκετά ώστε να μπορεί να περπατά. Δυστυχώς. Ο Πόνος ήταν πιο ηχηρός και πιο απαιτητικός από ποτέ και ζητούσε κάτι περισσότερο. Ο Ρέγιες δεν ήξερε τι. Το κόψιμο δεν τον είχε βοηθήσει καθόλου. Τράβηξε απότομα τη λεπίδα, προκαλώντας μια ακόμα πληγή. Έγλειψε το κάτω χείλος του και προσπάθησε να απολαύσει τον πόνο. Κι αυτή η πληγή έκλεισε πολύ γρήγορα. Δεν ήταν αρκετή. Ποτέ δεν είναι αρκετές. «Δεν έχεις να μου πεις κάτι;» «Είσαι το ίδιο κακός με τον Γκίντεον». Ο Ρέγιες κοίταξε βλοσυρά τον Λούσιεν, που στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας. Τα μαύρα μαλλιά του πολεμιστή έπεφταν κυματιστά στους ώμους του και τα αταίριαστα μάτια του γυάλιζαν με προσμονή. «Πιστεύεις πως θα μπορούσα να πω ψέματα;» Βρίσκονταν μόνοι στην αίθουσα ψυχαγωγίας. Ο Πάρις, που συνήθως ερχόταν εδώ και παρακολουθούσε ταινίες πορνό, τώρα βρισκόταν στην πόλη και διατηρούσε τις δυνάμεις του κάνοντας έρωτα με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες. Ο Μάντοξ και η γυναίκα του, η Άσλιν, βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρά τους. Όπως συνήθως. Ο Σαβίν και οι άλλοι πολεμιστές ήταν συγκεντρωμένοι αυτή τη στιγμή στην κουζίνα –αφού είχαν πετάξει τον Ρέγιες έξω πριν από αιώνες, επειδή αιμορραγούσε στο τραπέζι– και ετοίμαζαν ένα σχέδιο για να εισβάλουν στο Ναό των Ακατονόμαστων, στη Ρώμη, χωρίς να

[39]


καταλάβουν οτιδήποτε τα ανθρώπινα πλάσματα. Ο Ρέγιες αμφέβαλλε αν ο ναός οδηγούσε στον Παντεπόπτη Οφθαλμό, στο Μανδύα της Αφάνειας ή στη Ράβδο του Διαχωρισμού –ό,τι κι αν ήταν όλα αυτά–, αλλά επειδή ανήκε στη μειοψηφία δε μίλησε. Ωστόσο, ήξερε πως είχε δίκιο. Αν υπήρχε κάτι σημαντικό ανάμεσα στις πέτρες, στους λειχήνες και στα όστρακα, θα το είχαν βρει μέχρι τώρα. Κι έπειτα, το Κλουβί του Καταναγκασμού που είχαν ανακαλύψει μετά την έρευνα στο Ναό του Πανθέου δεν τους είχε προσφέρει την παραμικρή βοήθεια για να βρουν το κουτί της Πανδώρας. Ναι, ήταν ωραίο όπλο. Όποιος κλειδωνόταν σ’ εκείνο το κλουβί μαγευόταν και ήταν αναγκασμένος πια να κάνει ό,τι τον πρόσταζε ο ιδιοκτήτης του. Αλλά ποιον έπρεπε να κλειδώσουν στο κλουβί; Τι έπρεπε να τον προστάξουν να κάνει; Μέχρι να μάθουν τις απαντήσεις, υποψιαζόταν πως μόνο ο Λούσιεν κι η Άνια θα συνέχιζαν να παίζουν μαζί του σαν άτακτα παιδιά. «Ρέγιες», είπε ο Λούσιεν. «Συζητούσαμε για την Ντανίκα». «Όχι, δε συζητούσαμε...» Ήθελε να την εξοβελίσει από το μυαλό του, αλλά τελευταία είχε την υποψία πως αποτελούσε πλέον ένα μόνιμο κομμάτι του εαυτού του. Όπως ο δαίμονάς του δηλαδή, αλλά στη δική της περίπτωση τα πράγματα ήταν χειρότερα. Εκείνη είχε καταστρέψει την πολύτιμη αίσθηση της γαλήνης του. Μιας γαλήνης που δεν επέστρεφε ακόμα κι όταν βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, τσακισμένος και έτοιμος να απολαύσει τον υπέροχο πόνο. «Να σου πω όσα ξέρω για εκείνη;» επέμεινε ο Λούσιεν. Μην τσιμπήσεις το δόλωμα. Είναι προτιμότερο να μη μάθεις. Αν ο Ρέγιες δεν εξασφάλιζε μια σταθερή ροή πόνου, ο δαίμονάς του θα ξέφευγε από κάθε έλεγχο και θα προσπαθούσε να προκαλέσει πόνο σε κάποιον άλλο. Σε οποιονδήποτε· δεν είχε σημασία. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που είχε διώξει μακριά την Ντανίκα. Αν την έβρισκε, μπορεί κάποια μέρα να την έβλαπτε ανεπανόρθωτα. «Πες μου», άκουσε τον εαυτό του να προστάζει με βραχνή φωνή. «Πριν από τρεις μέρες σκότωσε έναν άντρα».

[40]


Εκείνος ο μικρός, γλυκός άγγελος είχε πειράξει ανθρώπινο πλάσμα; Ο Ρέγιες ξεφύσησε περιφρονητικά. «Σε παρακαλώ! Τώρα είμαι σίγουρος πως λες ψέματα». «Σου έχω ξαναπεί ψέματα;» Η αλήθεια ήταν πως ο Λούσιεν δεν του το είχε κάνει ούτε μια φορά. Ο Ρέγιες κατάπιε ένα κύμα χολής και τα επόμενα λόγια του βγήκαν σκληρά, γεμάτα ένταση. «Πώς ξέρεις ότι έβλαψε έναν άντρα;» «Δεν τον έβλαψε απλώς, τον σκότωσε. Το θύμα έμεινε σε νοσοκομείο δυο μέρες και πέθανε σήμερα το πρωί. Όταν με κάλεσαν να πάρω την ψυχή του, είδα πως είχε πάνω του το σημάδι των Κυνηγών». «Τι!» Ο Ρέγιες πετάχτηκε όρθιος κι η οργή τον πλημμύρισε. Οι Κυνηγοί βρήκαν την Ντανίκα; Κι αυτή αναγκάστηκε να σκοτώσει έναν από δαύτους; Εκείνη τη στιγμή, δεν επέτρεψε πλέον στον εαυτό του την ψευδαίσθηση της δυσπιστίας. Οι Κυνηγοί τον μισούσαν. Μπορεί να την είδαν εδώ, στο κάστρο, να την ακολούθησαν και να προσπάθησαν να τη βασανίσουν, προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για εκείνον. Έσφιξε τα δόντια. Καταραμένοι Κυνηγοί! Ήταν τόσο αλόγιστα φανατικοί, ώστε πίστευαν πως όλα τα κακά του κόσμου προέρχονταν από τους δαίμονες που είχαν καταλάβει τα σώματα των Αρχόντων. Ήταν ανελέητοι στην προσπάθειά τους να καταστρέψουν αυτά τα πνεύματα και τους άντρες που τα φιλοξενούσαν –και δε θα δίσταζαν να σκοτώσουν όποιον θεωρούσαν φίλο των πολεμιστών. Η Ντανίκα δεν ήταν φίλη τους, αλλά οι Κυνηγοί δε θα το ήξεραν. Ακόμα και τώρα, μπορεί να σχεδίαζαν να τη χρησιμοποιήσουν ως Δόλωμα, ελπίζοντας να τον παρασύρουν με κίνητρο τη δική της αιχμαλωσία. Τώρα άλλαζαν όλα. «Πληγώθηκε; Την άγγιξαν;» Τράβηξε τη δεύτερη λεπίδα του πριν συνειδητοποιήσει τι έκανε: προετοιμαζόταν για πόλεμο. Ο Λούσιεν συνέχισε την ιστορία του λες και ο Ρέγιες δεν είχε μιλήσει. «Καθώς συνόδευα την ψυχή του Κυνηγού στην κόλαση, είδα τις τελευταίες πράξεις της ζωής του στο μυαλό μου».

[41]


«Η Ντανίκα. Εκείνη. Πληγώθηκε;» Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από τον κλεισμένο λαιμό του και τα σφιγμένα δόντια του. «Ναι». Ο Πόνος σύρθηκε στους διαδρόμους του μυαλού του, ακονίζοντας τα νύχια του στα τοιχώματα του κρανίου του. «Είναι...» Ο Ρέγιες πίεσε τα χείλη του. Ήταν αδύνατο να το πει. Μόλις που ανεχόταν να το σκέφτεται. «Όχι», απάντησε ο Λούσιεν. «Δεν είναι νεκρή». Δόξα στους Θεούς! Η ανακούφιση αντικατέστησε την οργή και οι ώμοι του καμπούριασαν. «Είχαν αναμειχθεί κι άλλοι Κυνηγοί;» «Ναι». Και πάλι, ο Λούσιεν δεν έδωσε επαρκείς διευκρινίσεις. «Πόσοι;» «Ένας. Η Ντανίκα του έσπασε τη μύτη». «Σκόπιμα;» ρώτησε ο Ρέγιες, νιώθοντας να πνίγεται. «Ναι». Η Ντανίκα που θυμόταν ήταν τρυφερή, γλυκιά. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να αντιμετωπίσει την καινούρια της εικόνα ως μαινόμενης τίγρης, αλλά θα στοιχημάτιζε τη ζωή του πως η Ντανίκα θα βασανιζόταν από τις πράξεις της. «Πού είναι;» Θα την αναζητούσε, θα παρατηρούσε την κατάστασή της, θα έβρισκε έναν τρόπο για να την προστατεύσει από τις μελλοντικές επιθέσεις των Κυνηγών... και μετά θα την άφηνε. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να μείνει περισσότερο –δε θα της μιλούσε καν. Αλλά έπρεπε να τη δει, έπρεπε να βεβαιωθεί πως ήταν σώα και αβλαβής. Μετά, θα έβρισκε και θα σκότωνε βίαια το δεύτερο Κυνηγό, που της προκάλεσε πόνο. Μια σπασμένη μύτη δεν ήταν αρκετή ώστε να ικανοποιήσει την άγρια ανάγκη του για εκδίκηση. Ο Λούσιεν δεν απάντησε. «Θα ταξιδέψουμε στη Ρώμη σε λιγότερο από μια βδομάδα για να ψάξουμε ξανά στο ναό. Χρειαζόμαστε εκείνα τα τεχνουργήματα». Δηλαδή έτσι θα έπαιζαν το παιχνίδι τους, ε; «Το ξέρω». «Θέλω να έρθει εδώ ο Έρον πριν φύγουμε». «Δηλαδή θέλεις να κινδυνεύσουμε όλοι. Θέλεις να αγνοήσεις

[42]


την προσωπική του επιθυμία να μείνει στην ησυχία του». «Είναι δικός μας. Και τώρα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ». Ο Ρέγιες προχώρησε, προσπέρασε τον Λούσιεν και βγήκε από το δωμάτιο. Από τότε που είχαν εγκατασταθεί εδώ η Άνια και η Άσλιν, το παλιό ετοιμόρροπο κάστρο είχε μεταμορφωθεί σε σπίτι. Λουλούδια ξεπρόβαλλαν τώρα παντού από πολύχρωμα βάζα. Οι τοίχοι είχαν γεμίσει με τα έργα τέχνης που είχε κλέψει η Άνια –απεικόνιζαν κυρίως γυμνούς άντρες: η Άνια διέθετε μια διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ– και τα έπιπλα είχαν εκσυγχρονιστεί. Οι παλιοί, πρόχειρα επισκευασμένοι σοφάδες είχαν πεταχτεί και είχαν αντικατασταθεί από καναπέδες με πλούσιο δέρμα. Περίτεχνα σκαλισμένα και γυαλισμένα σεντούκια, πάγκοι με μεταλλική επένδυση και ανάκλιντρα με μεγάλα μαξιλάρια ξεχώριζαν στις αίθουσες και στόλιζαν τους διαδρόμους. Στην αρχή, ο Ρέγιες είχε αντιμετωπίσει με μεγάλη δυσφορία την παρουσία των γυναικών ανάμεσά τους. Σήμερα, δεν ήξερε τι θα έκαναν χωρίς αυτές. Έμοιαζαν με απάνεμα λιμάνια σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κατέβηκε τα σκαλιά ενώ οι μπότες του συνόδευαν το βηματισμό του μ’ ένα χαρακτηριστικό μονότονο θόρυβο, έστριψε στη γωνιά του δευτέρου ορόφου... και σταμάτησε απότομα. Ο Λούσιεν περίμενε στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς του, με αποφασιστική έκφραση. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ο Θάνατος ήταν να σκεφτεί μια τοποθεσία... και διακτινιζόταν εκεί μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. «Δε θα εγκαταλείψω την προσπάθεια», είπε ο Λούσιεν. «Είναι κάτι που θα έπρεπε να σε ευχαριστεί. Αν ήσουν στη θέση του και χρειαζόταν να πολεμήσω για τη δική σου ζωή, ούτε τότε θα εγκατέλειπα την προσπάθεια». Μορφάζοντας, ο Ρέγιες παραμέρισε τον Λούσιεν με τον ώμο του και άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Μόλις μπήκε μέσα, πλησίασε αμέσως την προθήκη με τα αγαπημένα του όπλα. «Οι άλλοι νιώθουν όπως εγώ και είναι θυμωμένοι επειδή αρνείσαι να μιλήσεις για τον Έρον. Τους ζήτησα προθεσμία λίγων

[43]


ημερών για να σε λογικέψω. Μετά...» Μετά, θα του ρίχνονταν όλοι μαζί. Κατά τη γνώμη τους, προτιμούσε την Ντανίκα από τον Έρον και ένας πολεμιστής δεν επέλεγε μια γυναίκα στη θέση κάποιου άλλου πολεμιστή. Ποτέ. Ο Ρέγιες δεν του θύμισε ότι ο Μάντοξ είχε επιλέξει την Άσλιν κι ο Λούσιεν είχε επιλέξει την Άνια. Δεν του θύμισε –για ακόμα μια φορά– ότι ο Έρον προτιμούσε το θάνατο από το να είναι το πλάσμα στο οποίο είχε μεταμορφωθεί και ότι δε θα επέστρεφε με χαρά του στο κάστρο. Δεν είχε νόημα. Και, ακόμα χειρότερα, ένα κομμάτι του εαυτού του ένιωθε όπως κι ο Λούσιεν. Ο Ρέγιες σήκωσε το πιστόλι Ζιγκ Ζάουερ και έλεγξε το χρωμιωμένο γεμιστήρα με τις είκοσι σφαίρες. Ήταν γεμάτος. Έριξε μια ματιά στη θαλάμη. Φιλοξενούσε ήδη μια σφαίρα. Ωραία. «Θα πας να τη βρεις ανοίγοντας δρόμο με σφαίρες;» «Αν χρειαστεί». Ο Ρέγιες έχωσε στην τσέπη του κι άλλους γεμιστήρες με ελαστική βάση και ένα κουτί με σφαίρες των 45 χιλιοστών. Στιλέτα βρίσκονταν ήδη δεμένα στους αστραγάλους του και μεταλλικά αιχμηρά αστέρια ήταν στερεωμένα στη ζώνη του. «Δεν ξέρεις πού πρέπει να πας». «Μπορεί, αλλά θα τη βρω». Ο Λούσιεν αναστέναξε, δυνατά και μακρόσυρτα. «Μπορώ να σε διακτινίσω κοντά της. Μπορείς να είσαι μαζί της και να τη σώσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα». Να τη σώσει. Ο Λούσιεν παραδεχόταν ότι η Ντανίκα διέτρεχε κίνδυνο ή μήπως ήταν κόλπο; Στερέωσε το πιστόλι πίσω στη μέση του, ακούμπησε τις παλάμες του στο τραπέζι με το βελούδινο ύφασμα κι έσκυψε το κεφάλι. Παρέμεινε σιωπηλός για κάμποση ώρα, ζυγίζοντας τις επιλογές του. Να σπαταλήσει χρόνο αναζητώντας την Ντανίκα ή να ελευθερώσει τον Έρον που μπορούσε ήδη να γευτεί το αίμα της στο στόμα του; Κανένα από τα δυο ενδεχόμενα δεν τον ενθουσίαζε. Ο Ρέγιες αναστέναξε και ο ήχος του αναστεναγμού του έμοιαζε μ’ εκείνον που είχε αφήσει λίγο πριν ο Λούσιεν. Το διπλό κρεβάτι του βρισκόταν στην αριστερή πλευρά, ευρύχωρο και με τα σεντόνια του τσαλακωμένα. Φανταζόταν εκεί την Ντανίκα κάθε

[44]


βράδυ από τη στιγμή που την είχε γνωρίσει –με τα ξανθά μαλλιά της απλωμένα στα μαξιλάρια και το γυμνό σώμα της να γυαλίζει από τον πόθο. Με σκληρές θηλές που λαχταρούσαν τη γλώσσα του. Με πόδια ανοιχτά και το πιο αισθησιακό σημείο της ανατομίας της υγρό. Μερικές φορές, ωστόσο, ο μεγαλύτερος φόβος του αντικαθιστούσε τη φαντασίωση· ήταν μια εικόνα γεμάτη αίμα και θάνατο. Ο λαιμός της Ντανίκα ήταν κομμένος, το γυμνό σώμα της είχε ένα άλικο χρώμα και έμενε ασάλευτο. Με την απελευθέρωση του Έρον, η πιθανότητα να γίνει ο φόβος του πραγματικότητα θα αυξανόταν. Ήξερες πως δε θα μπορούσες να τον κρατήσεις αιχμάλωτο για πάντα. Άφησέ τον, σώσε την κοπέλα και μετά προστάτευσέ την. Αλλά για να την προστατεύσει, θα έπρεπε να την κρατήσει μαζί του αντί να την αφήσει και να φύγει, όπως σχεδίαζε αρχικά. Έτσι θα είχε στενότερη επαφή με τον πεινασμένο για φόνο Έρον, αλλά παράλληλα και στενότερη επαφή με τον Ρέγιες. Μολονότι ήταν επικίνδυνο, η σκέψη παρέμενε τόσο γλυκιά και μεθυστική όσο το χάδι μιας ερωμένης –αν, δηλαδή, ο Ρέγιες κατάφερνε να βρει ηδονή στην τρυφερότητα. Αν έφερνε εδώ την Ντανίκα... αν την κρατούσε στην αγκαλιά του... Το αγγελικό πρόσωπό της εμφανίστηκε στο μυαλό του. Μεγάλα πράσινα μάτια που τον κοιτούσαν με ανάμεικτα συναισθήματα: φόβο, ελπίδα, μίσος... και πόθο; Μικρή, ανασηκωμένη μυτούλα. Πλούσια ροζ χείλη που τον καταριόνταν να υποφέρει αιώνια στην κόλαση, ενώ σιωπηλά του υπόσχονταν την πιο γλυκιά ηδονή. Λεπτεπίλεπτο σώμα με υπέροχες καμπύλες, που στην πραγματικότητα περίμενε το άγγιγμα ενός άντρα. Έκλεισε τα μάτια και τα ρουθούνια του πλημμύρισαν ξαφνικά με τη μυρωδιά της. Θυελλώδεις νύχτες και αθωότητα, ζαχαρένια γλυκύτητα ποτισμένη με κάτι λίγο σκοτεινό και... και επικίνδυνο. Συνοφρυώθηκε. Σκοτεινό; Επικίνδυνο; Η Ντανίκα δεν ήταν ποτέ έτσι μέχρι τώρα. «Δώσε μου το χέρι σου», του πρότεινε ο Λούσιεν και, ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά του ενώ η ζεστή ανάσα του άγγιζε τα μάγουλα του Ρέγιες.

[45]


Εκείνος ανοιγόκλεισε αιφνιδιασμένος τα μάτια, καθώς αντίκριζε το φίλο του. Εμπιστευόταν και σεβόταν τούτο τον πολεμιστή –κι όμως, τον είχε απογοητεύσει πολλές φορές μέσα στις τελευταίες μέρες. Μολονότι δεν ήξερε τι σχεδίαζε ο Λούσιεν, του πρόσφερε το χέρι του χωρίς επιφυλάξεις. Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από τα μάτια του Ρέγιες, ο Λούσιεν τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από τα δικά του. Τη στιγμή της επαφής, ένας κεραυνός διαπέρασε σαν δόρυ ολόκληρο το σώμα του. Κάθε μυώνας του συσπάστηκε και χαλάρωσε, λες και ήταν συνδεδεμένος με γεννήτρια. Ισχυρά βολτ ατόφιου ηλεκτρικού ρεύματος κύλησαν μαζί με το αίμα στις αρτηρίες και στις φλέβες του. Η ζέστη τον περικύκλωσε σαν πύθωνας τυλιγμένος γύρω από το θήραμά του και άρχισε να σφίγγει όλο και περισσότερο μέχρι που δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει. Ο πόνος ήταν ευδαιμονικός· έκλεισε τα βλέφαρά του και τον απόλαυσε. Ο δαίμονάς του αναστέναξε με ικανοποίηση. Το μυαλό του σκοτείνιασε για αρκετά δευτερόλεπτα κι ένα μαύρο σεντόνι κάλυψε κάθε γωνιά. Μετά σχηματίστηκαν μικροσκοπικά καρφάκια φωτός που μεγάλωσαν... μεγάλωσαν... Μια εικόνα διαμορφώθηκε, αρχικά ακατανόητη –μόνο ένα περίγραμμα. Και μετά, ξαφνικά, μπορούσε να δει την Ντανίκα ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι, όπως ακριβώς τη φανταζόταν όλες αυτές τις βδομάδες. Μόνο που δεν ήταν μια ξανθή θεά που περίμενε τον ερχομό του για να του προσφέρει ηδονή. Ήταν αλυσοδεμένη στο κρεβάτι και τα άλλοτε ξανθά μαλλιά της ήταν κομμένα και βαμμένα. Έτρεμε. Ίχνη από δάκρυα μόλις είχαν στεγνώσει στα μάγουλά της και είχε δαγκώσει τόσο δυνατά το κάτω χείλος της ώστε μικροσκοπικές σταγόνες αίματος είχαν ξεραθεί εκεί. Εκείνη τη στιγμή, η οργή του έδινε την εντύπωση πως υπήρχε άλλος ένας δαίμονας μέσα του. Η Ντανίκα ήταν μια γυναίκα προορισμένη για ευχαρίστηση και φως, όχι για σκοτάδι και φόβο. «Δε φαίνεται να είναι καλά». Ο Λούσιεν τον άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω, παίρνοντας το όραμα μαζί του. «Όσο περισσότερο μείνει μαζί τους, τόσο μεγαλύτερο κακό θα της κάνουν. Ακολούθησα το πτώμα του Κυνηγού σε ένα γραφείο κηδειών, έμεινα εκεί με μορφή

[46]


πνεύματος και παρακολούθησα τους Κυνηγούς που ήρθαν για να επισκεφθούν το νεκρό. Άθελά τους, με οδήγησαν κατευθείαν στην Ντανίκα. Ξέρουν πως σκότωσε το φίλο τους. Φαίνεται πως την κρατούν αιχμάλωτη από τη νύχτα της δολοφονίας. Την έχουν αλυσοδέσει σε ένα κρεβάτι και τη ναρκώνουν για να κοιμάται. Έτσι δεν μπορεί να τους πολεμήσει και είναι αβοήθητη, ανήμπορη, ουσιαστικά μια γυναίκα που...» «Ναι!» Το χέρι του Ρέγιες έπεσε στο πλευρό του και άρχισε να λαχανιάζει. «Ναι», επανέλαβε. Δε χρειαζόταν πια να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. «Δώσε μου την Ντανίκα και θα σου δώσω τον Έρον». Ίσως αυτή ήταν η απάντηση στο μαρτυρικό δίλημμά του. Θα έσωζε την Ντανίκα, θα την προστάτευε και θα βοηθούσε τον Έρον να επιστρέψει στον παλιό εαυτό του, θυμίζοντας στον πολεμιστή πώς ήταν κάποτε –μολονότι εξακολουθούσε να μην ξέρει πώς θα κατάφερνε να πετύχει κάτι τέτοιο. «Αλλά θέλω το λόγο σου ότι, μόλις φτάσει εδώ, ο Έρον θα έχει την απομόνωση που λαχταρά». «Το υπόσχομαι». Ο Λούσιεν ένευσε σκυθρωπός. «Να ξέρεις ότι ένας λόγος που το κάνω είναι επειδή η Άνια πιστεύει πως η Ντανίκα μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποιο από τα τεχνουργήματα. Και μην έχεις καμιά αμφιβολία πως, όταν η κοπέλα φτάσει εδώ, θα τη χρησιμοποιήσω για να το βρω». «Κι εσύ μην έχεις καμιά αμφιβολία πως δεν είμαι ο εαυτός μου όταν βρίσκομαι μαζί της και δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω αν τη θέσεις σκόπιμα σε κίνδυνο». Ήδη ένιωθε να εξοργίζεται με τη σκέψη. «Πήγαινέ με κοντά της». «Πες μου πρώτα ότι συνειδητοποιείς πως μπορεί να τη σώσουμε τώρα, αλλά να τη χάσουμε αργότερα. Δε θέλω να με κατηγορήσεις αν συμβεί και...» «Δεν πρόκειται να πεθάνει». Δε θα το επέτρεπε. «Τέρμα τα λόγια. Πήγαινέ με κοντά της». Πολέμησα για τη ζωή μου μόνο και μόνο για να τη χάσω έτσι; Η Ντανίκα γέλασε πικρόχολα. Είχε μόλις ξυπνήσει. Δεν ήταν σίγουρη πόσος χρόνος είχε περάσει ή τι της είχαν κάνει. Η σκέψη την έκανε να πνιγεί.

[47]


Μετά την... την... την επίθεση –ω Θεέ μου, μην το σκέφτεσαι– έτρεξε στο φτωχικό διαμέρισμά της για να πάρει τα πράγματά της. Λάθος. Έπρεπε να αφήσει το όπλο και τα ρούχα πίσω της, αλλά επειδή είχε χάσει εκείνο το μεροκάματο ήξερε πως δύσκολα θα μπορούσε να τα αντικαταστήσει. Και επειδή δεν είχε καταφέρει ακόμα να αποκτήσει το ταλέντο να κλέβει χωρίς να την εντοπίζουν, αποφάσισε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Μια ομάδα άγνωστων αντρών την περίμενε· στεκόταν στις σκιές, δίπλα στη σκάλα κινδύνου, λες και ήξεραν τη διαδρομή που εκείνη προτιμούσε για να ανέβει στο διαμέρισμά της. Λες και την παρακολουθούσαν εδώ και πολλές μέρες και ήξεραν τις συνήθειές της. Θα μπορούσε να νικήσει έναν ή δύο. Ακόμα και τρεις. Αλλά οι άγνωστοι ήταν έξι κι όλοι είχαν το ίδιο σχήμα με τον αριθμό 8 στον καρπό τους, όπως ο άντρας που είχε... που είχε... Δεν μπορούσε καν να σκεφτεί τη λέξη. Είχαν το ίδιο τατουάζ με τον άντρα που είχε πεθάνει σ’ εκείνο το σοκάκι. Την είχαν ακινητοποιήσει και την είχαν ρίξει αναίσθητη. Δε θα είσαι ποτέ ξανά ανήμπορη, ε; Όταν άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια της πριν από λίγο, η ελπίδα της πως οι άντρες ήταν αστυνομικοί και μπορεί να την άφηναν ελεύθερη με εγγύηση εξανεμίστηκε εντελώς. Οι αστυνομικοί δεν αλυσόδεναν γυναίκες σε παράξενα κρεβάτια. Ποιοι ήταν αυτοί οι άντρες; Τι ήθελαν από εκείνη; Τίποτα καλό –αυτό ήταν ξεκάθαρο. Ο πανικός φούντωσε στο στήθος της και πάγωσε το αίμα της. Τα αυτιά της πονούσαν από την ένταση του φόβου. Το σαγόνι της υπέφερε από τη γροθιά που της είχαν ρίξει. Είχε χάσει τη δύναμή της κι η πείνα τη βασάνιζε. Δυσκολευόταν να πάρει ανάσα, καθώς η αναπνευστική οδός της ήταν περιορισμένη. Μη βγάλεις τσιμουδιά. Οι αλυσίδες ήταν παγωμένες και βαριές και έγδερναν το δέρμα της. Τις τράβηξε καθώς η αλλόφρων ματιά της έκανε το γύρο του δωματίου. Ήταν όμορφα επιπλωμένο με πλούσιες πολυθρόνες, πολύχρωμα μαξιλάρια και μια τουαλέτα από μαόνι που περιλάμβανε έναν τετράγωνο, χρυσοποίκιλτο καθρέφτη.

[48]


Ο Ρέγιες βρισκόταν πίσω από όλα αυτά; Δεν ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτε άλλο. Κι ο Ρέγιες την είχε αιχμαλωτίσει σε πλούσια διακοσμημένο δωμάτιο, όταν ήταν όμηρός του. Όχι, συμπέρανε αποφασιστικά την επόμενη στιγμή. Δεν το είχε κάνει ο Ρέγιες. Δεν ανήκε στους άντρες που έστελναν άλλους για να κάνουν τις βρόμικες δουλειές τους. Θα πήγαινε ο ίδιος στο σπίτι της και θα την εξουδετέρωνε με τα ίδια του τα χέρια. Ποιος την είχε απαγάγει, λοιπόν; Προφανώς, φίλοι του τύπου που είχε... που είχε πειράξει. Εκείνα τα τατουάζ... Μήπως τώρα αυτοί οι άντρες σκόπευαν να την τιμωρήσουν επειδή του είχε κάνει κακό; Λογάριαζαν να τη βιάσουν; Να τη βασανίσουν; Ω Θεέ μου. Μήπως νόμιζαν κι εκείνοι ότι ήταν πόρνη και σχεδίαζαν να πουλήσουν τις υπηρεσίες της σε πελάτες; Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Αυτή την ώρα ήταν μόνη. Συνέχισε να τραβά τις αλυσίδες, ενώ τα λεπτά κυλούσαν. Ο ιδρώτας έσταζε από το δέρμα της, ποτίζοντας τα σεντόνια κάτω από το σώμα της. Όσο περισσότερο κινούνταν, τόσο τραβιούνταν τα ρούχα της από τους μεταλλικούς κρίκους και δεν προστάτευαν πια το δέρμα της. Σύντομα άνοιξαν πληγές και το αίμα άρχισε να κυλά αργά από τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η καρδιά της σκίρτησε και πίεσε τα χείλη της για να συγκρατήσει ένα βογκητό. Έμεινε εντελώς ακίνητη. Μήπως έπρεπε να προσποιηθεί ότι κοιμόταν; Η μοναδική πόρτα του δωματίου άνοιξε τρίζοντας και αποκάλυψε έναν ψηλό άντρα με συνηθισμένα χαρακτηριστικά. Η Ντανίκα δεν μπορούσε να αναγκάσει τα βλέφαρά της να κλείσουν. Μπορούσε μόνο να τον κοιτάζει και να τον μελετά. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι και φαινόταν κοντά στα σαράντα. Είχε καστανά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Τα μάτια του ήταν μεγάλα, πράσινα όπως τα δικά της. Φαινόταν επαγγελματίας, αλλά χωρίς να έχει σχέση με δολοφονίες και τέτοια. Ήταν ήρεμος, ίσως ακόμα και φιλικός. Αλλά αυτό δε μείωσε τον τρόμο της.

[49]


Η Ντανίκα ξεροκατάπιε για να κατεβάσει τον ξαφνικό κόμπο που σχηματίστηκε στο λαιμό της. Μη βγάλεις άχνα. Δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλού της μέχρι που γεύτηκε αίμα. Μην αποκαλύψεις φόβο. Εισπνοή, εκπνοή. Κάθε εισπνοή αργή, κάθε εκπνοή ακριβής. «Ωραία, ξύπνησες». Σχεδόν χωρίς να σταματήσει, ο άντρας πρόσθεσε: «Χαλάρωσε, αγαπητή μου. Δε θέλω να σου κάνω κακό». «Τότε λύσε με». Η παρακλητική χροιά της φωνής της αφαίρεσε κάθε προσπάθειά της να φανεί δυνατή. «Λυπάμαι». Ακουγόταν πραγματικά λυπημένος. «Οι αλυσίδες είναι μια αναγκαιότητα». «Αφήστε με να φύγω και θα...» Ο άντρας σήκωσε το ένα του χέρι και την ανάγκασε να σωπάσει. «Φοβάμαι πως δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας. Λέγομαι Ντιν Στέφανο. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Στέφανο κι ελπίζω να με φωνάζεις κι εσύ έτσι. Είσαι η Ντανίκα Φορντ». «Αφήστε με να φύγω, σας παρακαλώ». «Θα σε αφήσω, αλλά όχι ακόμα». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. «Ας περάσουμε στην ουσία του θέματος, αν δεν έχεις αντίρρηση. Τι γνωρίζεις για τους Άρχοντες του Κάτω Κόσμου;» Τους Άρχοντες; Όλα αυτά είχαν σχέση με την άλλη απαγωγή της; Ένα γέλιο τρελής ξέφυγε από τα χείλη της. Πού την είχαν μπλέξει ο Ρέγιες κι οι σύντροφοί του; «Πες μου». «Τίποτα», είπε η Ντανίκα, επειδή δεν ήξερε τι είδους απάντηση ήθελε ο Στέφανο. «Δεν ξέρω τίποτα για άρχοντες και τέτοια». Ο εκνευρισμός φάνηκε στα μάτια του. «Τα ψέματα θα σε κάνουν να μπλέξεις άσχημα, αγαπητή μου. Ας προσπαθήσουμε ξανά, λοιπόν. Έμεινες με μια ομάδα αντρών στη Βουδαπέστη. Όχι οποιωνδήποτε αντρών, αλλά των πιο βίαιων αντρών που έχει γνωρίσει ο κόσμος. Ωστόσο, δε σε έβλαψαν. Και αν δε σε έβλαψαν, αυτό σημαίνει ότι σε θεωρούσαν φίλη τους». «Είναι τέρατα», είπε η Ντανίκα και ευχήθηκε αυτό να ήθελε ν’ ακούσει ο Στέφανο. «Τους μισώ. Δεν ξέρω γιατί με απήγαγαν και δεν

[50]


ξέρω γιατί με άφησαν να φύγω. Ίσως για να διασκεδάσουν». Η αλήθεια και το μίσος ξεχώριζαν σε κάθε συλλαβή της. «Άφησέ με να φύγω, σε παρακαλώ. Δεν ήθελα να κάνω κακό... Ήταν ατύχημα και δεν...» Για άλλη μια φορά, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Ο Στέφανο αναστέναξε. «Σε κρατούσαμε ναρκωμένη μέχρι να αποφασίσουμε τι θα σε κάνουμε. Ναρκωμένη αλλά ασφαλή. Μας στοίχισες ένα δυνατό στρατιώτη, Ντανίκα, έναν από τους καλύτερους που είχαμε. Μας λείπει πολύ ο Κέβιν. Η γυναίκα του δε σταμάτησε να κλαίει από τη στιγμή που την πληροφόρησα για το θάνατό του· αρνείται να φάει και προσεύχεται να πεθάνει ώστε να είναι κοντά του. Μας χρωστάς κάτι, δε νομίζεις;» Όπως πιθανότατα ήλπιζε, τα λόγια του την πλημμύρισαν με τύψεις, που την τραυμάτιζαν πιο βαθιά από τις αλυσίδες. «Σε παρακαλώ, θέλω απλώς να γυρίσω στο σπίτι μου». Μολονότι τώρα πια δεν είχε σπίτι. Γέλασε ξανά, νιώθοντας λίγο παρανοϊκή και πολύ ταραγμένη. Ζαλισμένη. «Σε παρακαλώ». Η έκφραση του Στέφανο δε χαλάρωσε. «Οι Άρχοντες λέγονται Μάντοξ, Λούσιεν, Ρέγιες, Σαβίν, Γκίντεον... Να συνεχίσω; Είναι δαίμονες, που δημιουργήθηκαν στον ουρανό, αλλά ξεβράστηκαν από την κόλαση. Το ήξερες;» Η Ντανίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια κι η αναπνοή της κόπηκε απότομα. «Δ-δαίμονες;» Πριν από λίγους μήνες, θα γελούσε ακούγοντας τέτοιες ανοησίες. Τώρα, ένευσε καταφατικά· αυτό εξηγούσε πολλά. Είχε δει τα πρόσωπα των δεσμοφυλάκων της να μεταμορφώνονται σε σκελετούς. Ένας άντρας με φτερά την είχε πάρει στην αγκαλιά του κι είχαν πετάξει μαζί πάνω από την πόλη. Είχε δει κυνόδοντες να επιμηκύνονται και νύχια να γίνονται κοφτερά. Είχε ακούσει ουρλιαχτά και κραυγές πόνου και βασανιστηρίων. Δαίμονες. Όπως εκείνοι στα όνειρά της, στους μυστικούς πίνακές της. Μήπως ήξερε, ακόμα και στα παιδικά της χρόνια, ότι θα κατέληγε στη Βουδαπέστη με τον Ρέγιες και τους φίλους του; Μετά, αργότερα, με αυτόν εδώ τον άντρα; Μήπως οι εφιάλτες που πολεμούσε σε όλη της τη ζωή ήταν ένα μέσο προετοιμασίας για μια τέτοια εξέλιξη; «Α, ναι. Το πιστεύεις. Βλέπεις την αλήθεια». Ο Στέφανο την

[51]


πλησίασε και το μίσος φάνηκε να αναβλύζει απ’ όλους τους πόρους του κορμιού του. Αυτό το μίσος τον μεταμόρφωνε από ήρεμο και φιλικό άνθρωπο σε απειλητικό κτήνος. «Ο Θάνατος είναι δαίμονας. Ο Όλεθρος είναι δαίμονας. Η Αρρώστια είναι δαίμονας. Κάθε διαβολική πράξη που έχει γνωρίσει ο κόσμος, κάθε βδελυγμία που έχει διαπραχθεί, ξεκίνησε από εκείνους». Όσο περισσότερο την πλησίαζε, τόσο περισσότερο η Ντανίκα υποχωρούσε στο κρεβάτι. «Τι... τι σχέση έχουν όλα αυτά μ’ εμένα;» «Δηλαδή κανένα άτομο που αγαπάς δεν έχει πεθάνει; Τίποτα δικό σου δεν έχει καταστραφεί; Κανένας δε σου είπε ποτέ ψέματα; Δε βασανίστηκες ποτέ από ασθένειες;» «Μα... μα...» Δεν ήξερε τι να πει. «Ακόμα δεν έχεις πειστεί για τη μοχθηρία τους; Ένας από αυτούς τους δαίμονες αποπλάνησε τη γυναίκα μου. Ήταν αγνή και καλή και δε θα με πρόδιδε ποτέ από μόνη της. Ωστόσο, με κάποιον τρόπο, ο ίδιος δαίμονας που την ξεγέλασε και την έριξε στο κρεβάτι την έπεισε πως ήταν διαβολική και πως έπρεπε να πεθάνει. Έτσι, η γυναίκα μου αυτοκτόνησε κι εγώ ήμουν εκείνος που βρήκε το πτώμα της να κρέμεται από την οροφή του γκαράζ μας». Κάθε λέξη έκανε πιο οξεία τη φωνή του. Το σαγόνι του θύμιζε γρανίτη. Η Ντανίκα γνώριζε τον πόνο που ένιωθε κανείς όταν ανακάλυπτε το πτώμα ενός αγαπημένου του προσώπου. Η ίδια είχε βρει τον παππού της μετά την καρδιακή προσβολή που υπέστη και η εικόνα του πελιδνού, άψυχου σώματός του εξακολουθούσε να την κυνηγά, διαλύοντας τις αναμνήσεις που είχε ως τότε από τον ηλικιωμένο, αναμνήσεις ενός ενεργητικού, πρόσχαρου ατόμου –όπως ήταν συνήθως όταν ζούσε. «Τα συλλυπητήριά μου». Ο Στέφανο ξεροκατάπιε και φάνηκε να συνέρχεται. «Η απώλεια της γυναίκας μου μου πρόσφερε ένα στόχο στη ζωή μου –ένα στόχο που μοιράζομαι με χιλιάδες άλλα άτομα σε όλο τον κόσμο. Ενώ οι Άρχοντες είναι το σκοτάδι, εμείς είμαστε το φως και δε θέλουμε να υποστούμε το κακό που έφεραν σε τούτο τον κόσμο. Το δικό μας κόσμο», πρόσθεσε. Έκλεισε τα μάτια, θαρρείς και μπορούσε να νιώσει τη θεσπέσια γεύση της ελπίδας του. «Μόλις συλλάβουμε τους Άρχοντες και φυλακίσουμε το κακό που κρύβουν μέσα τους για

[52]


πάντα, τα πράγματα θα γίνουν όπως έπρεπε να είναι. Όμορφα... γαλήνια. Τέλεια». Άφησέ τον να μιλά. Κράτησε τις σκέψεις του μακριά από σένα. «Γιατί να τους συλλάβετε; Γιατί δεν τους σκοτώνετε;» Τα βλέφαρά του άνοιξαν αργά και η ομίχλη της ευτυχίας εξανεμίστηκε από τις κόρες των ματιών του. Την κοίταξε λες και προσπαθούσε να διαβάσει την ψυχή της· ήταν ένα απόκοσμο συναίσθημα. «Αν τους σκοτώσουμε, θα ελευθερώσουμε τους δαίμονες που υπάρχουν μέσα τους και θα επιτρέψουμε σ’ αυτά τα βδελυρά πλάσματα να σαρώσουν τον κόσμο ξέφρενα και ανεξέλεγκτα. Χρειαζόμαστε ανθρώπους και πνεύματα δεμένους μαζί». Ανασήκωσε τους ώμους σαν να μην τον ένοιαζε, αλλά το βλέμμα του έγινε διαπεραστικό. «Μέχρι να βρούμε το κουτί, δηλαδή». «Το κουτί;» Προσπαθώντας να φανεί χαλαρή, στριφογύρισε τους καρπούς της μέσα στις αλυσίδες. Ήταν ακόμα πολύ σφιχτές, αλλά το δέρμα της είχε υγρανθεί από τον ιδρώτα. Αν κατάφερνε να ελευθερωθεί... Τι θα έκανε; Θα το έβαζε στα πόδια; Δαίμονες κυνηγούσαν την οικογένειά της. Όχι άνθρωποι. Άραγε τα αγαπημένα της πρόσωπα δε θα ήταν ποτέ πια πραγματικά ασφαλή; «Το κουτί της Πανδώρας», της εξήγησε ο Στέφανο, εξακολουθώντας να την παρατηρεί έντονα. Τα μάτια της γούρλωσαν και έμεινε ακίνητη. Μήπως είναι όνειρο; Ένας ακόμα εφιάλτης; «Αστειεύεσαι, έτσι δεν είναι;» Η γιαγιά της συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες για την Πανδώρα και το περιβόητο κουτί της. «Είναι μύθος. Θρύλος». Ο Στέφανο σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Το ύφασμα του πουκαμίσου τεντώθηκε πάνω στο σώμα του, υπογραμμίζοντας τους σφιχτούς μυς του. Ήταν φανερό πως γυμναζόταν με βάρη και όπλα, όπως οι Άρχοντες. «Μήπως πιστεύεις επίσης ότι οι δαίμονες δεν περπατούν στη γη;» Το στομάχι της σφίχτηκε με απόγνωση. «Θα σου πω μια ιστορία, εντάξει; Άκουσε προσεκτικά». Σταμάτησε, περιμένοντας την αντίδρασή της. Η Ντανίκα ένευσε καταφατικά, με την ελπίδα πως αυτό ήθελε. Προφανώς ο Στέφανο αυτό ήθελε, επειδή συνέχισε: «Λίγες

[53]


εκατοντάδες χρόνια μετά τη δημιουργία της γης, μια ορδή δαιμόνων δραπέτευσε από την κόλαση. Ήταν τα πιο βίαια πλάσματα που είχαν γεννήσει ποτέ ο Άδης και ο αδερφός του, ο Εωσφόρος. Ήταν ανεξέλεγκτοι, αληθινοί εφιάλτες. Σε μια προσπάθεια να σώσουν τον κόσμο τους, οι θεοί χρησιμοποίησαν τα οστά μιας θεάς της Καταπίεσης για να δημιουργήσουν ένα κουτί. Με πανουργία και ακρίβεια, κατόρθωσαν να συλλάβουν τους δαίμονες και να τους κλειδώσουν μέσα σ’ αυτό». «Ξέρω τα υπόλοιπα», ψιθύρισε η Ντανίκα και ένιωσε το σφίξιμο στο στομάχι της να της προκαλεί μια αίσθηση ναυτίας. Ο Στέφανο ανασήκωσε τα φρύδια του. «Για να ακούσω τι ξέρεις». «Οι θεοί ζήτησαν από την Πανδώρα να φυλάξει το κουτί». Ο άντρας ένευσε καταφατικά. «Ναι». «Η Πανδώρα το άνοιξε», συνέχισε η Ντανίκα, επειδή αυτή ήταν η πιο γνωστή εκδοχή του μύθου. Ωστόσο, η γιαγιά της της είχε διηγηθεί μια άλλη εκδοχή. «Όχι. Εκεί ο μύθος κάνει λάθος». Ο Στέφανο άφησε ένα ακροδάχτυλο να ακολουθήσει τις γραμμές του τατουάζ στον καρπό του. «Η Πανδώρα ήταν πολεμίστρια, η μεγαλύτερη γυναίκα πολεμιστής της εποχής της. Οι θεοί τής είχαν δώσει το κουτί για να το προστατεύσει και δεν έπρεπε να το ανοίξει ούτε καν σε περίπτωση που απειλούνταν η ζωή της». Άλλο ένα τράβηγμα των αλυσίδων, αυτή τη φορά πιο ασθενικό. Η Ντανίκα διαπίστωσε ξαφνικά πως η ιστορία τη συνάρπαζε και πως την άκουγε παρά την επιθυμία της να φύγει. Ο Στέφανο είχε μόλις επιβεβαιώσει όσα της είχε πει η γιαγιά της –μια ιστορία διαφορετική από εκείνη που πίστευε ο κόσμος. «Και;» «Και οι επίλεκτοι στρατιώτες των θεών θύμωσαν επειδή δεν είχε ανατεθεί σ’ εκείνους η προστασία του κουτιού και ένιωσαν να θίγεται η περηφάνια τους. Αποφάσισαν να αποδείξουν στους θεούς πως είχαν κάνει λάθος. Ενώ εκείνος που λέγεται Πάρις αποπλανούσε την Πανδώρα, οι άλλοι πολεμούσαν με τους φρουρούς. Στο τέλος, οι στρατιώτες νίκησαν. Ο αρχηγός τους, εκείνος που λέγεται Λούσιεν, άνοιξε το κουτί και ελευθέρωσε για μια φορά ακόμα τους βδελυρούς

[54]


δαίμονες, αφήνοντάς τους να πέσουν σαν μάστιγα στον αθώο κόσμο. Ο Θάνατος και το Σκοτάδι κυριάρχησαν». Η Ντανίκα σωριάστηκε στο στρώμα και πάλι. Κοίταξε το ταβάνι προσπαθώντας να φανταστεί τον Ρέγιες βίαιο και ανελέητο, όπως τον είχε περιγράψει ο Στέφανο. Γεμάτο θιγμένη περηφάνια, γεμάτο ζήλια. Όταν εκείνη βρέθηκε κοντά του, ο Ρέγιες φαινόταν να αδιαφορεί για τη γνώμη που είχαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Γάβγιζε διαταγές και εκτόξευε εντολές. Ήταν βλοσυρός και σκυθρωπός. «Και;» «Το κουτί εξαφανίστηκε. Κανένας δεν ήξερε ποιος το είχε πάρει ή πού το είχε πάει. Επειδή δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση, οι θεοί συγκέντρωσαν τους δαίμονες, τους τοποθέτησαν μέσα στους πολεμιστές που ήταν υπεύθυνοι για το κακό και τους εξοστράκισαν στη Γη. Αυτοί οι πολεμιστές έχασαν κάθε ίχνος ανθρωπιάς· έγιναν ό,τι και οι δαίμονές τους και έλουσαν τον κόσμο μας στο αίμα. Και βέβαια παραμένουν απειλή για όλους εμάς. Όσο κυκλοφορούν ελεύθεροι, κανένας δεν είναι ασφαλής». Ο Στέφανο έξυσε το λαιμό του, γέρνοντας το κεφάλι του στο πλάι με μια έντονη έκφραση στο πρόσωπο. «Σε ρώτησα και πριν, αλλά θα σε ξαναρωτήσω: Μπορείς να φανταστείς έναν κόσμο χωρίς οργή, πόνο, ψέματα και δυστυχία;» «Όχι». Η Ντανίκα δεν μπορούσε. Τους τελευταίους δύο μήνες δεν ήξερε κάτι άλλο. Η οργή, ο πόνος, τα ψέματα και η δυστυχία ήταν οι μοναδικοί συνοδοί της. «Οι Άρχοντες σκότωσαν τη γιαγιά σου, Ντανίκα. Το ήξερες;» «Δεν μπορεί να το ξέρεις με τόση βεβαιότητα!» φώναξε η Ντανίκα και τα λόγια ξέφυγαν σαν σφαίρα από το στόμα της. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, αλλά τα συγκράτησε όπως και πριν. «Μπορεί να είναι ζωντανή». «Δεν είναι». «Πώς το ξέρεις;» Η φωνή της ακούστηκε πανικόβλητη, βραχνή. «Δεν μπορεί να το ξέρεις, εκτός αν... εκτός αν την έχεις...» «Ναι, την έχω δει». Ω Θεέ μου, ω Θεέ μου, ω Θεέ μου. Όχι. Όχι, γαμώτο! «Αλήθεια, την έχεις δει;» Μόλις που άκουγε ακόμα και η ίδια τη φωνή της, αλλά δεν είχε τη δύναμη να ξαναρωτήσει. «Ναι και όχι», παραδέχτηκε ο Στέφανο. «Ένας από τους

[55]


άντρες μου είδε το πλάσμα που λέγεται Έρον να μεταφέρει το ασάλευτο σώμα της στον ώμο του. Εξαφανίστηκαν σε ένα κτίριο, διαφορετικά ο άνθρωπός μου θα τους ακολουθούσε». Ο Στέφανο τσίμπησε τη γέφυρα της μύτης του. «Στην αρχή σχεδιάζαμε να σε παρακολουθήσουμε και να περιμένουμε μέχρι να σε βρουν ξανά οι Άρχοντες. Υποθέταμε ότι ήθελες να τους βοηθήσεις και σχεδιάζαμε να σας συλλάβουμε όλους μαζί. Αλλά εσύ το έσκαζες συνέχεια, λες και δεν ήθελες να σε βρουν. Αυτό με έκανε να απορήσω». Λες και την ενδιέφεραν τα σχέδιά του! Η γιαγιά της ήταν νεκρή; Ένα ασάλευτο σώμα δε σήμαινε απαραίτητα ότι επρόκειτο για πτώμα. Η γιαγιά Μάλορι μπορεί να ζούσε, να γελούσε, να ρουφούσε την αγαπημένη της σούπα αυτή τη στιγμή. Τη φαντάστηκε και σχεδόν έκλαψε από λαχτάρα, καθώς ήθελε πολύ να είναι αλήθεια όλα αυτά. Η εικόνα άλλαξε σύντομα και είδε ένα στιλέτο να προβάλλει από το στήθος της γιαγιάς της. Όχι. Όχι! Ήθελε να ουρλιάξει, να θρηνήσει. Οι συναισθηματισμοί δεν ωφελούν –το ξέρεις καλά. Δεν μπορείς να λυγίσεις από τον πόνο, διαφορετικά θα καταρρεύσεις εντελώς. Και τι σημασία έχει αν θα καταρρεύσω; σκέφτηκε στα όρια της υστερίας. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ να το σκάσω τώρα. «Ντανίκα, μπορείς να μας βοηθήσεις να τους συλλάβουμε. Να εξασφαλίσουμε ότι δε θα κάνουν σε άλλους ό,τι έκαναν σ’ εσένα και σ’ εμένα. Μπορείς να τους τιμωρήσεις που έκαναν κακό στα αγαπημένα σου πρόσωπα. Η οικογένειά σου μπορεί επιτέλους να σταματήσει να τρέχει. Μπορείτε να βρεθείτε ξανά όλοι μαζί». Χωρίς τη γιαγιά Μάλορι; Αυτή τη φορά, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το λυγμό της. Το πιγούνι της έτρεμε και το σαγόνι της την πονούσε. Ζεστά δάκρυα κυλούσαν ελεύθερα στα μάγουλά της. «Βοήθησέ με», ικέτευσε με έμφαση ο Στέφανο, «και σε αντάλλαγμα θα σε βοηθήσω κι εγώ. Θα φρουρήσω εσένα και την οικογένειά σου μέχρι να πεθάνουν όλοι οι Άρχοντες. Αυτοί οι δαίμονες δε θα σου κάνουν κακό ποτέ ξανά... έχεις το λόγο μου». Η σκέψη πως η οικογένειά της ήταν ασφαλής και θα παρέμενε

[56]


ασφαλής... Δε θα ενδιαφερόταν για τους όρους της συμφωνίας ακόμα κι αν αναγκαζόταν να πουλήσει την ψυχή της στο διάβολο. Η ελπίδα πως ο Στέφανο θα βοηθούσε τη μητέρα και την αδερφή της ήταν ακαταμάχητη. Η ιδέα της εκδίκησης, καταλυτική. «Τι πρέπει να κάνω;»

[57]


Κεφάλαιο 4 Ο Λούσιεν διακτίνισε έναν έναν τους περισσότερους πολεμιστές σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Τη μια στιγμή βρίσκονταν μέσα στο κάστρο της Βουδαπέστης με τη νύχτα τριγύρω τους και την επόμενη βρίσκονταν σε κάποιο ζεστό και ηλιόλουστο μέρος. Ο Λούσιεν διακτίνισε πρώτο τον Ρέγιες. Την τελευταία φορά που είχε μεταφερθεί έτσι, ο πολεμιστής είχε κάνει εμετό. Αυτή τη φορά, η ανησυχία του για την Ντανίκα είχε ξεπεράσει ακόμα και την πιο μικρή αίσθηση ναυτίας. Εισπνέοντας σκόνη και τρίμματα σοβά, ο Ρέγιες άνοιξε τα μάτια. Η ασημιά πέτρα του κάστρου είχε εξαφανιστεί, μαζί με τις ανέσεις του σπιτιού. Τώρα, τον υποδέχονταν γυμνοί γκρίζοι τοίχοι, δάπεδα από μπετόν και σωροί μαδεριών. Αρκετά παράθυρα ήταν ραγισμένα· μαύρες σακούλες σκουπιδιών ήταν στερεωμένες με ταινία από πάνω τους, αλλά τώρα παραμέριζαν μέχρι τη μέση λες και υποκλίνονταν, επιτρέποντας στους άντρες να κοιτάξουν έναν άγνωστο κόσμο από σιωπή και ακινησία. Οι άλλοι μπήκαν στο κτίριο αναζητώντας κρυμμένους εχθρούς, με στιλέτα και πιστόλια υψωμένα και έτοιμα για δράση. Όλοι εκτός από την Άνια, που είχε έρθει στη θέση του Μάντοξ, είχαν εκφράσεις σύγχυσης. Μερικοί μουρμούρισαν: «Πού είναι οι Κυνηγοί;» «Όχι εδώ», απάντησε ο Λούσιεν. «Πού βρισκόμαστε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Ρέγιες. Οι δικές του λεπίδες πίεζαν τους μηρούς του, ενώ η αγωνία φούντωνε μέσα του. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες». Ο Σαβίν έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Στο Λος Άντζελες, όπως μαντεύω. Κανένα άλλο μέρος δεν έχει τη δυσωδία του Χόλιγουντ». «Σωστά», συμφώνησε ο Λούσιεν, νεύοντας σκυθρωπά. «Οι Κυνηγοί έχουν εδώ μια μεγάλη φατρία». Η χροιά της απόλαυσης διακρινόταν στη φωνή του Σαβίν. «Μια φατρία που μισώ

[58]


μέχρι τα βάθη της ψυχής μου. Ο αρχηγός της κι εγώ έχουμε προηγούμενα και με μισεί κι εκείνος –γι’ αυτό να είστε έτοιμοι για όλα. Εντάχθηκε στους Κυνηγούς όταν η γυναίκα του κι εγώ...» Ανασήκωσε τους ώμους και ένα μέρος της προσμονής αντικαταστάθηκε από τη θλίψη. «Ήμαστε μαζί, αλλά εγώ δεν ήμουν αντάξιος των ανθρώπων και τα πράγματα έληξαν άσχημα. Οι Κυνηγοί τον στρατολόγησαν και από τότε με κυνηγά». Ο Σαβίν και οι άντρες του πολεμούσαν τους Κυνηγούς πολύ περισσότερο από όσο ο Λούσιεν και η δική του ομάδα. Ο Πάρις, ο Μάντοξ, ο Τόριν, ο Έρον και ο Ρέγιες είχαν χωριστεί από τον Σαβίν, τον Στράιντερ, τον Γκίντεον, την Καμέο, τον Αμούν και τον Κέιν πριν από αρκετές χιλιάδες χρόνια. Ο φίλος τους ο Μπέιντεν, ξενιστής της Δυσπιστίας, είχε δολοφονηθεί άγρια από τους Κυνηγούς. Οι πολεμιστές είχαν εκδικηθεί το χαμό του και μετά οι μισοί ήθελαν γαλήνη. Τι καλύτερο για μια βασανισμένη ψυχή από τη διακοπή της συνεχούς μάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο σκοτάδι και το φως; Οι άλλοι μισοί ήθελαν να χυθεί αίμα Κυνηγών στους δρόμους της αρχαίας Ελλάδας –άλικα ποτάμια πόνου και τρόμου. Μη μπορώντας να συμφωνήσουν αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους. Μέχρι που ο Σαβίν έφερε το πεδίο της αναμέτρησης στη Βουδαπέστη. Μολονότι ο Ρέγιες είχε απομακρυνθεί πριν από τόσα χρόνια, δεν μπορούσε να το ξανακάνει τώρα. Είχε αναμειχθεί στην αναμέτρηση και η ψευδαίσθηση της γαλήνης είχε διαλυθεί για πάντα. Οι Κυνηγοί είχαν κόψει πρόσφατα το λαιμό του Τόριν, προσπαθώντας να τον εξασθενίσουν και να συλλάβουν όλους τους άλλους. Ευτυχώς, εκείνοι οι Κυνηγοί είχαν αποτύχει. Ο Ρέγιες δε θα αποτύγχανε στη δική του αποστολή. Ό,τι κι αν χρειαζόταν να κάνει για να καταστρέψει τον εχθρό του, θα το έκανε. Κι αν αναγκαζόταν να καταστρέψει τους θεούς που μπορεί να υποστήριζαν το σκοπό των Κυνηγών, τότε θα έβρισκε έναν τρόπο για να το κάνει και αυτό. Ωστόσο, ήταν δύσκολο να μαντέψει τον απώτατο στόχο των θεών. Ανεξιχνίαστοι και μυστηριώδεις, έμοιαζαν με παζλ από το

[59]


οποίο έλειπαν αρκετά κομμάτια. Ενώ οι σιωπηλοί Έλληνες θεοί είχαν θυμώσει τον Ρέγιες με την αδιαφορία τους, οι αινιγματικοί Τιτάνες τον πλημμύριζαν με αχαλίνωτη οργή. Ισχυρίζονταν πως ήθελαν αρμονία στον κόσμο, τόσο στον ουρανό όσο και στη Γη. Ισχυρίζονταν πως λαχταρούσαν λατρεία και θυσίες, απαλλαγή από το θάνατο και την καταστροφή. Κι όμως, είχαν προστάξει την εκτέλεση της Ντανίκα. Είχαν ζητήσει ακόμα και την εκτέλεση της Άνια, μολονότι από τότε είχαν αλλάξει γνώμη. Κι αυτό που έκαναν στον Έρον... Μην ακολουθήσεις αυτό το μονοπάτι. Όχι εδώ, όχι τώρα. Τα νύχια του είχαν ήδη επιμηκυνθεί και οι άκρες τους μπήγονταν στις παλάμες του. Κόκκινα φώτα άναβαν στο οπτικό πεδίο του κι ο δαίμονας ψιθύριζε σαγηνευτικά: Κόψε τον εαυτό σου. Πόνεσε. «Όχι», μούγκρισε. «Από εδώ...» έλεγε ο Λούσιεν, αλλά σταμάτησε όταν μίλησε ο Ρέγιες και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Συμβαίνει κάτι;» «Όχι, καλά είμαι». Όταν η Ντανίκα θα βρισκόταν ασφαλής στο κρεβάτι του, τότε θα τάιζε το δαίμονά του. Μέχρι τότε, δε θα έκανε κακό στον εαυτό του. Η απώλεια αίματος τελικά θα τον εξασθένιζε και έπρεπε να βρίσκεται σε άψογη κατάσταση για τη μάχη που θα ακολουθούσε. Αλλά για κάθε δευτερόλεπτο που αντιστεκόταν, ο δαίμονας θα γινόταν όλο και πιο ηχηρός. Ο Ρέγιες το ήξερε καλά. Και ο ίδιος θα γινόταν όλο και πιο αφηρημένος. Αυτή ήταν η ουσία της κατάρας του. Έπρεπε να κόβεται, αλλά στο τέλος εξασθενούσε όπως όλα τα πλάσματα όταν τραυματίζονταν, ακόμα και προσωρινά. «Τι έλεγες;» ρώτησε τον Λούσιεν. Όλα τα μάτια στράφηκαν προς το μέρος του. Ο Λούσιεν κοίταξε με απόγνωση ψηλά. «Η κοπέλα είναι αιχμάλωτη ένα δρόμο πιο κάτω. Η περιοχή είναι γεμάτη αθώους κι έτσι πρέπει να προσέχουμε». Ο Ρέγιες δεν έδινε δεκάρα για τους αθώους. Μπορεί να ήταν ψυχρό και άκαρδο εκ μέρους του, αλλά δεν ήταν ποτέ τρυφερός, εύκολος άντρας. Όχι, δεν ήταν αλήθεια αυτό. Στα χρόνια που είχε ζήσει πριν ζευγαρώσει με τον Πόνο, θυμόταν που γελούσε και

[60]


αστειευόταν με τους φίλους του. «Πόσοι Κυνηγοί είναι μαζί της;» Ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του καθώς σκεφτόταν πόσο έπρεπε να υποφέρει η Ντανίκα αυτή τη στιγμή. Όσο κι αν υπέφερε όμως, ο Ρέγιες θα φρόντιζε να το ανταποδώσει στους Κυνηγούς στο εκατονταπλάσιο. Μπορεί να μισούσε το δαίμονά του για το μαρτύριο στο οποίο τον υπέβαλλε διαρκώς, αλλά δε θα δίσταζε να του παραδώσει τα ηνία του ελέγχου, ώστε το πλάσμα να ελευθέρωνε τη δύναμή του. Ειδικά σήμερα. Ο πόνος μπορούσε να κοιτάξει την ψυχή κάθε ανθρώπου, να εντοπίσει κάθε αδυναμία, ακόμα και τον πιο μικρό δισταγμό, και να καρφώσει συστηματικά τη συγκεκριμένη αδυναμία με δηλητηριασμένα βέλη, μέχρι που ο άνθρωπος σφάδαζε ουρλιάζοντας και εκλιπαρούσε να σταματήσει η αγωνία. «Πιο νωρίς σήμερα», είπε ο Λούσιεν, «υπήρχαν είκοσι τρεις στο κτίριο». «Πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια». Ο Σαβίν χαμογέλασε και το θέαμα δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. «Μπορεί τώρα να είναι καμιά κατοσταριά». Ο Λούσιεν έδειξε το μακρινό παράθυρο, ενώ τα μαύρα μαλλιά του ανέμιζαν στους κροτάφους του. «Έχουμε αρκετές ώρες μπροστά μας μέχρι τη δύση. Θα διακτινιστώ στο κτίριο, θα παραμείνω στον κόσμο των πνευμάτων και θα ακούω. Θα παρατηρώ. Πρέπει να μάθουμε τι τους είπε και πρέπει να μάθουμε τι σχεδιάζουν». Το μόνο που άκουσε ο Ρέγιες ήταν οι λέξεις «αρκετές ώρες». «Και θα μείνουμε εδώ;» μούγκρισε. «Δε θα κάνουμε τίποτα;» «Ακριβώς». Ο Λούσιεν τον κοίταξε και τα αταίριαστα μάτια του στροβιλίστηκαν και πάλι. «Αν παρακολουθούν την περιοχή, θα αχρηστεύσω τους υπολογιστές τους. Μετά, στο σκοτάδι –όταν οι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να παρατηρήσουν το ύψος σου, τον όγκο σου και τα όπλα σου, με αποτέλεσμα να καλέσουν την αστυνομία–, θα πλησιάσεις το κτίριο με τα πόδια. Θα σε περιμένω έξω, στις σκιές». Κι άλλη αδράνεια. Κι άλλη αναμονή. Η γνώση ήταν συναισθηματικά και σωματικά οδυνηρή για εκείνον. Ο Ρέγιες ήθελε να τινάξει το χέρι και να χτυπήσει κάτι. Ο

[61]


δαίμονάς του τρεφόταν από το σωματικό πόνο του και ήθελε περισσότερα. Ήθελε τον έλεγχο. Σύντομα, του υποσχέθηκε. Αυτός ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που ο Ρέγιες είχε στείλει την Ντανίκα μακριά και ένας από τους... λίγους λόγους που δεν έπρεπε να βρίσκεται εδώ για να τη σώσει. Η Ντανίκα ξεσήκωνε εκείνον και το δαίμονα τόσο σίγουρα όσο αν χτυπούσε με κλαδί το κλουβί ενός πεινασμένου ζώου. Αν πρόσφερε στο δαίμονά του πλήρη πρωτοβουλία, όπως λαχταρούσε, θα έχανε τον έλεγχο των πράξεών του. Κι αν ο δαίμονας έκανε κακό στην Ντανίκα; Κι αν το απολάμβανε; Κι αν χαμογελούσε ενώ θα έλιωνε με άγρια χτυπήματα τα κόκαλά της; Κι αν τη σκότωνε; Αν υλοποιούσε τελικά την αποτρόπαια πράξη που είχε αναγκάσει τον Ρέγιες να εξουδετερώσει τον καλύτερό του φίλο προκειμένου να την αποτρέψει; Δε θα μπορούσε να ζήσει, ξέροντας πως είχε καταστρέψει κάτι... κάτι τόσο πολύτιμο. Και τότε ήταν που το συνειδητοποίησε. Ναι, η Ντανίκα ήταν πολύτιμη για εκείνον. Ήταν ο άγγελος του δαίμονά του, ο καλός εαυτός του κακού εαυτού του. Η ευχαρίστηση στον πόνο του. Και ήταν μέσα σε ένα καταφύγιο των Κυνηγών, δεμένη, αβοήθητη... πονεμένη. Για άλλη μια φορά το οπτικό του πεδίο βάφτηκε κόκκινο και τώρα, αντί να το καλωσορίσει, το πολέμησε. Να πάρει η οργή! Δεν μπορούσε να παραδοθεί τώρα στη θέληση του δαίμονά του ούτε καν για να πολεμήσει τους Κυνηγούς. Ο Ρέγιες θα έπρεπε να διατηρήσει τον έλεγχο του εαυτού του. Κάποιος τον χτύπησε στην πλάτη και τον απέσπασε από τις σκέψεις του. «Μην ξεσηκώνεσαι από τώρα, φίλε μου», είπε μια γυναίκα. Ηρέμησε, χαλάρωσε. Ο Ρέγιες έστρεψε το κεφάλι του και βρέθηκε να κοιτάζει την Καμέο, ξενιστή της Δυστυχίας και μοναδική γυναίκα Άρχοντα. Κοίταξε βιαστικά αλλού. Με τα μακριά μαύρα μαλλιά της, τα ασημένια μάτια και το δέρμα που θύμιζε ροδάκινα και κρέμα, ήταν η προσωποποίηση της καλλονής. Θεωρούνταν επίσης μια δυνατή, άγρια πολεμίστρια –παρά το ελκυστικό μικρό σώμα της.

[62]


Ωστόσο ήταν δύσκολο να την αντικρίσει, όταν όλη η δυστυχία του κόσμου φαινόταν να εκπέμπεται από τους πόρους του σώματός της και να φτάνει μέχρι τα βάθη της καρδιάς του. «Θα τη σώσουμε απείραχτη», είπε η Καμέο, θέλοντας να τον παρηγορήσει –μολονότι το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει την καρδιά του να πονέσει. «Μην ανησυχείς». Θεοί, η φωνή της... Προσπάθησε να μη μορφάσει με δυσφορία, μολονότι ο δαίμονας μέσα του αναστέναξε, απολαμβάνοντας τον πόνο που προκαλούσε η Καμέο άθελά της. Γιατί να μην αρέσει αυτή η γυναίκα στον Ρέγιες; Μαζί της, η ζωή του θα γινόταν πιο εύκολη. Πονάς τώρα μόνο και μόνο επειδή το αντικείμενο της συζήτησης είναι η Ντανίκα. Μολονότι ο δαίμονάς του απολάμβανε το σωματικό πόνο, η Καμέο αντιπροσώπευε ένα συνεχή συναισθηματικό αναβρασμό που όλο και περισσότερο φούσκωνε και διογκωνόταν σαν χιονοστιβάδα και μια ψυχική δυσλειτουργία που συνεχώς εντεινόταν. Όχι, λοιπόν, ο έρωτας μαζί της δε θα έκανε τα πράγματα ευκολότερα. Η τραγική φωνή της θα μπορούσε να οδηγήσει οποιονδήποτε άντρα στην αυτοκτονία και ο Ρέγιες είχε ήδη προσπαθήσει αρκετές φορές να σκοτώσει τον εαυτό του. «Οι Κυνηγοί απήγαγαν κάποτε έναν εραστή μου», συνέχισε η Καμέο. Ο Ρέγιες έτριψε το στήθος του. Δηλαδή κάποιος είχε πλαγιάσει πραγματικά μαζί της; «Και κατόρθωσες να τον σώσεις;» «Α, όχι, πέθανε με τρομερό τρόπο. Ξερίζωσαν την καρδιά του και μου την έστειλαν». Ο Ρέγιες ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συγκρατήσει τον πανικό, αλλά δεν την αντίκρισε ξανά. Δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο στην Ντανίκα. Χτένισε με το βλέμμα το παλιό κτίριο, εισπνέοντας και εκπνέοντας αργά, επιβραδύνοντας έτσι τον ξέφρενο χτύπο της καρδιάς του. Ηρέμησε ξανά. Ο Λούσιεν είχε ήδη εξαφανιστεί και οι άλλοι κάθονταν μπροστά σε τοίχους, ακονίζοντας τα όπλα τους με θανατηφόρα ακρίβεια. Τελικά, αποφάσισε πως είχε χαλαρώσει αρκετά ώστε να μπορεί να μιλήσει χωρίς να ουρλιάζει. «Περιμένεις να ηρεμήσω με την ιστορία που μου διηγήθηκες;»

[63]


«Ναι. Επειδή μας νίκησαν σ’ εκείνη την περίπτωση, δε θα επιτρέψουμε να ξανασυμβεί». Σπουδαία παρηγοριά. Ακόμα και τώρα, μια γροθιά μπορεί να κατευθυνόταν προς το πρόσωπο της Ντανίκα και μια μπότα προς το στομάχι της. Ένα μαστίγιο μπορεί να σημάδευε την πλάτη της. Ένα μαχαίρι να έκοβε τα σωθικά της. Μπορεί να έκλαιγε, φωνάζοντας το όνομά του για να τη σώσει. Και εκείνος βρισκόταν κοντά της, αλλά αναγκαζόταν να περιμένει και να την αφήνει αβοήθητη. Η ιδέα και μόνο του φαινόταν ανυπόφορη. Απομακρύνθηκε από την Καμέο και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω κάτω. Έπρεπε να αγνοήσει την εντολή του Λούσιεν και να επιτεθεί τώρα; Άφησέ τον να δουλέψει. Ξέρει τι κάνει. Θα έρθει να σε πάρει, αν η Ντανίκα αντιμετωπίζει οποιονδήποτε κίνδυνο. Μολονότι το ήξερε, ο χρόνος περνούσε με βασανιστική βραδύτητα και κάθε χτύπος του ρολογιού έμοιαζε με μια οδυνηρή γροθιά. Χαλάρωσε μόνο όταν ο ήλιος άρχισε να χάνει την έντασή του και το χρώμα του μεταμορφώθηκε από λαμπερό χρυσό σε ομιχλώδες ροζ και από ομιχλώδες ροζ σε βαθύ μοβ και τελικά σε ευλογημένο γκρίζο. «Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι», παρατήρησε ο Πάρις. «Νευρικό, αφηρημένο». «Ελπίζω να μη με ξαναδείς». «Προσεύχομαι να μη δείτε εμένα ποτέ έτσι», μουρμούρισε ο Σαβίν. «Όχι πως θα αλλάξει κάτι βέβαια, αλλά...» Ο Στράιντερ χαμογέλασε. «Μα γίνεσαι κούκλος όταν ερωτεύεσαι». Ο Σαβίν τον έσπρωξε άγρια. Έρωτας; Ο Ρέγιες ήταν ικανός για ένα τέτοιο συναίσθημα; «Έπεσε σκοτάδι. Πάμε». Κίνησε προς την εξώπορτα. Η Άνια άρπαξε το μπράτσο του και τα νύχια της μπήχτηκαν στη γυμνή σάρκα του. «Περίμενε, γλυκέ μου. Δεν ξέρεις πού πρέπει να πας». Ο Ρέγιες μόλις που μπόρεσε να δώσει εντολή στα πόδια του να σταματήσουν. «Κι εσύ ξέρεις;» «Φυσικά». Τα νύχια της μπήχτηκαν πιο βαθιά, κόβοντας

[64]


δέρμα, κι εκείνος σχεδόν βόγκηξε με απόλαυση. «Ο Λούσιεν μου λέει τα πάντα». «Τότε οδήγησέ μας, αλλά τώρα. Δε θα μείνω ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω σ’ αυτό το κτίριο και, αν χρειαστεί, θα ορμήσω σε κάθε κατάστημα, σπίτι και πολυκατοικία που θα βρω στο δρόμο μου». «Τι ανυπόμονος που είσαι!» Η Άνια πλατάγισε τη γλώσσα της και τον άφησε. «Είναι κάτι που θαυμάζω σε έναν άντρα. Απλώς, ακολούθησε το ρυθμό μου. Αν μπορείς, δηλαδή...» Και λέγοντας αυτά, η Άνια ξεκίνησε. Όλοι οι άλλοι την ακολούθησαν. Ο υπερβολικά ζεστός, αποπνικτικός αέρας έγινε δροσερός και αρωματικός, ένα μείγμα από ευχάριστες και δυσάρεστες οσμές: φρέσκα λουλούδια, εξατμίσεις αυτοκινήτων, ψημένο ψωμί και φτηνή κολόνια. Πολύχρωμα φώτα εκπέμπονταν από πινακίδες νέον –Εδώ Γυμνές Χορεύτριες– και κλάξον ηχούσαν σε μια απωθητική συμφωνία. Βήματα ακούγονταν από κάθε κατεύθυνση, μολονότι τίποτα δεν ξεπερνούσε τον ξέφρενο χορό της καρδιάς του Ρέγιες. Κάποτε ονειρευόταν να ταξιδέψει, να δει το νέο κόσμο από τον οποίο είχε κρυφτεί για εκατοντάδες χρόνια, αλλά η κατάρα του Μάντοξ τον είχε δέσει στη Βουδαπέστη. Τώρα δεν ενδιαφερόταν πια για τον κόσμο γύρω του. Απλώς ήθελε να φτάσει στην Ντανίκα. Μολονότι εκείνος κι οι άλλοι παρέμεναν στις σκιές όσο το δυνατό περισσότερο, οι άνθρωποι τους πρόσεχαν. Μερικοί έσπευδαν να παραμερίσουν από μπροστά τους, άλλοι τους κοιτούσαν εμβρόντητοι. Οι περισσότεροι χαμογελούσαν, φανερά εντυπωσιασμένοι. Δεν ήταν μια συνηθισμένη αντίδραση των θνητών· ακόμα και οι κάτοικοι της Βουδαπέστης τους αντιμετώπιζαν περισσότερο με σεβασμό παρά με φιλικότητα. Χόλιγουντ, είχε πει ο Σαβίν. Ο Ρέγιες συνειδητοποίησε πως αυτοί οι άνθρωποι νόμιζαν ότι εκείνος κι οι σύντροφοί του έπαιζαν σε ταινία. Πού και πού, ο Πάρις σταματούσε για να κλέψει ένα φιλί από κάποια πρόθυμη γυναίκα. Ήταν τόσο ανήμπορος απέναντι στο δαίμονά του όσο κι ο Ρέγιες απέναντι στον δικό του κι έτσι, όταν η Ακολασία ήθελε να παίξει, ο Πάρις έβρισκε χρόνο για να την

[65]


ικανοποιήσει. Διαφορετικά, εξασθενούσε ανυπόφορα. Αλλά για πρώτη φορά σε όλα τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί, ο Πάρις δε φαινόταν να απολαμβάνει τα φιλιά. Ο Ρέγιες δεν έκοψε ταχύτητα, δεν περίμενε το φίλο του ούτε τον ρώτησε τι συνέβαινε. Η αγωνία τον διαπερνούσε, πιο σκληρή και πιο έντονη με κάθε βήμα. Η Άνια έστριψε σε μια γωνιά και τα άσπρα μαλλιά της έμοιαζαν με φάρο στο σκοτάδι. Τους οδήγησε σε ένα βρόμικο σοκάκι και η οσμή των ούρων τρύπησε τα ρουθούνια τους. Όταν έστριψε στην επόμενη γωνιά, πέταξε ένα χαμόγελο προσμονής πάνω από τον ώμο της. «Σχεδόν φτάσαμε». Ο Ρέγιες χούφτωσε το πιστόλι του και ένα στιλέτο. Του ήταν τόσο πολύ γνώριμα, σαν κομμάτι του εαυτού του, ώστε αποτελούσαν σχεδόν μια φυσική προέκταση των χεριών του. Σε λίγο θα τη δεις. Σύντομα, πολύ σύντομα, η μάχη θα ξεκινούσε. Δε θα άφηνε ούτε έναν ζωντανό. Γύρω του, μπορούσε να νιώσει την αδρεναλίνη των φίλων του να χτυπάει κόκκινο. Ο πόλεμος ήταν μέρος της ζωής τους, αποτυπωνόταν σε κάθε κύτταρό τους. Στο κάτω κάτω, είχαν κατασκευαστεί ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό. Οι Έλληνες θεοί, οι δημιουργοί τους, γνώριζαν την ευκολία με την οποία μπορούσε να ανατραπεί ένα ουράνιο πλάσμα, επειδή οι ίδιοι είχαν πολεμήσει και φυλακίσει τους Τιτάνες. Σε μια προσπάθεια να προστατευτούν από μια ανάλογη τύχη, οι Έλληνες θεοί είχαν χρησιμοποιήσει το αίμα του θεού του Πολέμου για να δημιουργήσουν αθάνατους πολεμιστές και, έτσι, ένα στρατό υπερασπιστών τους. Μετά την τραγωδία του Δαιμονικού και το θάνατο της Πανδώρας, την εξαφάνιση του κουτιού και τη φυλάκιση των δαιμόνων στα κορμιά των υπεύθυνων πολεμιστών, οι θεοί είχαν εξορίσει τους Άρχοντες στη Γη. Νέοι πολεμιστές είχαν δημιουργηθεί για να πάρουν τη θέση τους. Αλλά αυτοί οι νέοι πολεμιστές δεν είχαν κατορθώσει τελικά να σώσουν τους Έλληνες θεούς, όπως σκέφτηκε ο Ρέγιες με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Λίγο ακόμα...» ψιθύρισε η Άνια, γεμάτη έξαψη. Δεν υπήρχε καλύτερος αντικαταστάτης του Μάντοξ· η Άνια λάτρευε τη βία.

[66]


Ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές ήταν τυλιγμένος στις φλόγες λίγο πιο πέρα κι ο καπνός υψωνόταν ψηλά. Τέσσερις άντρες στέκονταν γύρω του. Ο ένας κρατούσε ένα κουτάλι και έλιωνε μια μικρή, συμπαγή μάζα κάποιου υλικού. Με το ελεύθερο χέρι του, χρησιμοποιούσε μια σύριγγα για να ρουφήξει το υγρό πλέον υλικό. Οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους. Ναρκωτικά. Πόσο ευχόταν ο Ρέγιες να τον έπιαναν! Αλλά τα είχε δοκιμάσει όλα, από τον καπνό μέχρι τα χάπια, από την κοκαΐνη μέχρι την ηρωίνη, τρυπώντας τις φλέβες του με βελόνες. Τίποτα δεν είχε μειώσει την ανάγκη του για πόνο. Η Άνια σταμάτησε απότομα στο τέλος του σοκακιού. Ο Λούσιεν ξεπρόβαλε από τις σκιές. Αντάλλαξε ένα φιλί με την Άνια, καθώς το χέρι του τυλιγόταν αυτόματα γύρω από τη μέση της –όπως κάθε φορά που βρίσκονταν μαζί. Ο Ρέγιες κοίταξε αλλού, καθώς η θέα της αγάπης τους ήταν ανυπόφορη τη συγκεκριμένη στιγμή για εκείνον. Ποιον προσπαθείς να ξεγελάσεις; Είναι ανυπόφορη οποιαδήποτε στιγμή. Το σοκάκι χωριζόταν σε τρεις κατευθύνσεις: αριστερά, ευθεία και δεξιά. Πέντε κτίρια υψώνονταν μπροστά τους σε σχήμα μισοφέγγαρου. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει σε ποιο βρισκόταν η Ντανίκα· ξαφνικά, μπορούσε να μυρίσει το άρωμά της –το άρωμα της θύελλας. Μπορούσε να νιώσει το φόβο της μέχρι τα βάθη της ψυχής του, λες και προερχόταν από το κατάστημα με τα κόκκινα τούβλα μπροστά του. Οπλοπωλείο. Πόσο ταιριαστό. Και πόσο ειρωνικό. Μετά από τόσο έντονους ισχυρισμούς για ειρήνη, οι Κυνηγοί έπρεπε να διαλέξουν μια εκκλησία. «Υπάρχουν ιδιωτικά δωμάτια πάνω από το κατάστημα. Εκεί βρίσκεται η κοπέλα», ανακοίνωσε ο Λούσιεν, σκυθρωπός. «Οι Κυνηγοί ήταν παράξενα αμίλητοι, λες και ήξεραν πως ήμουν εκεί και περίμενα». Η χολή υψώθηκε στο στόμα του Ρέγιες. «Είναι... είναι ακόμα ζωντανή;» Τα λόγια μόλις που κατάφεραν να σχηματιστούν. «Ναι». Ο Ρέγιες ξεροκατάπιε. Κάτι στη χροιά της φωνής του Λούσιεν

[67]


δεν του άρεσε καθόλου. «Αλλά;» «Κοιμάται ακόμα». Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από τα όπλα του. «Πόσοι Κυνηγοί υπάρχουν τώρα στο κτίριο;» «Δώδεκα. Έχουν ήδη φύγει αρκετοί». «Ο αρχηγός τους;» «Είναι ένας από εκείνους που έφυγαν». Μπάσταρδε. Αλλά ο Ρέγιες θα τον έβρισκε. Σύντομα. Μόλις η Ντανίκα ήταν ασφαλής, τίποτα δε θα μπορούσε να σταματήσει την οργή του. «Κάποιος άντρας φαίνεται να τη φρουρεί», συνέχισε ο Λούσιεν. «Δεν έχει φύγει στιγμή από το πλευρό της. Είναι δίπλα της και τώρα και την παρακολουθεί καθώς κοιμάται». «Την... την έχει αγγίξει;» «Όχι με θυμό». Τότε με τι; Με πόθο; «Τη βίασε;» Τα δόντια του Ρέγιες κροτάλισαν από την ανάγκη να χτυπήσει κάποιον. «Δεν ξέρω». «Είναι δικός μου». Παρά την παραπλανητική ηρεμία της φωνής του, δεν άφησε καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του. «Κανένας άλλος δε θα τον πλησιάσει». Ο Λούσιεν ένευσε καταφατικά. «Πολύ καλά. Η στιγμή της μάχης έφτασε». Έτοιμος, ο Ρέγιες προσπέρασε το φίλο του και πλησίασε το οίκημα. Όταν μπήκε, ένα καμπανάκι ήχησε εύθυμα, αναγγέλλοντας την παρουσία του. Ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο ήταν έτοιμος να χαμογελάσει –μέχρι που παρατήρησε τη σκληρή έκφραση του Ρέγιες. Το χαμόγελο πάγωσε και το μίσος πλημμύρισε τα μάτια του Κυνηγού. Απ’ όσο γνώριζε ο Ρέγιες, δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, αλλά αναγνώρισε αυτόματα ο ένας στον άλλο τον εχθρό του. «Πού είναι;» «Σκότωσες το γιο μου, δαίμονα». «Δεν ξέρω καν ποιος είναι ο γιος σου, Κυνηγέ». «Είστε όλοι ένας καρκίνος πάνω στη Γη μας και είστε

[68]


υπεύθυνοι για όλους τους θανάτους. Αλλά όχι για πολύ περισσότερο. Ζήτω οι Κυνηγοί!» Θαρρείς και περίμενε τον Ρέγιες από την αρχή, ο άντρας ύψωσε ένα ημιαυτόματο όπλο με σιγαστήρα. Ο Ρέγιες ύψωσε το πιστόλι του. Πυροβόλησαν ταυτόχρονα –ο Ρέγιες για να σκοτώσει, ο Κυνηγός για να τραυματίσει· αν τον σκότωνε θα ελευθέρωνε το δαίμονά του και οι Κυνηγοί θα έκαναν τα πάντα για να αποτρέψουν κάτι τέτοιο. Η γνώση ήταν το ίδιο πολύτιμη όσο ένα όπλο. Μια σφαίρα καρφώθηκε στον ώμο του Ρέγιες και εκείνος γέλασε με τον υπέροχο πόνο. Τα μυαλά του Κυνηγού εκτοξεύτηκαν στον τοίχο πίσω του, αλλά εκείνος δε γέλασε. Ο Ρέγιες ένιωσε μια στιγμιαία θλίψη, αλλά θύμισε στον εαυτό του ότι ο κόσμος δε θα γνώριζε ποτέ την ειρήνη, όσο ζούσαν οι Κυνηγοί για να εξαπλώνουν το μίσος τους. Ένας εκτός μάχης –απέμεναν άλλοι έντεκα. «Ε, φύλαξε μερικούς και για μας», μουρμούρισε ο Σαβίν, προσπερνώντας τον Ρέγιες και μια προθήκη με όπλα για να φτάσει σε μια πόρτα. Την άνοιξε με μια κλοτσιά, αποκαλύπτοντας μια στενή σκάλα. «Καλή δουλειά, καλέ μου Πόνε». Η Άνια τον χτύπησε στο κεφάλι. «Τώρα όλοι έμαθαν ότι φτάσαμε». Και λέγοντας αυτά άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά, πίσω από τον Σαβίν. Αίμα έσταζε από την πληγή του Ρέγιες καθώς τους ακολουθούσε. «Θα συναντήσω την αγαπημένη μου γυναίκα και θα παρακολουθήσω την καταστροφή σας από ψηλά», φώναξε κάποιος, αλλά σώπασε απότομα καθώς ηχούσε ακόμα ένας πνιχτός πυροβολισμός. Ακούστηκαν μια κραυγή και ένας γδούπος, καθώς κάποιο σώμα έπεφτε στο δάπεδο. Βήματα. «Θα σας δω στην κόλαση, δαίμονες», φώναξε ένας άλλος άνθρωπος, αλλά σύντομα σίγησε κι εκείνος. «Η κοπέλα είναι στο τρίτο δωμάτιο δεξιά», ανακοίνωσε ο Λούσιεν, ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά στο πλευρό του Ρέγιες. Έφτασαν στο κεφαλόσκαλο και έτρεξαν προς διαφορετικές

[69]


κατευθύνσεις. Ο Ρέγιες συνάντησε μόνο άλλον έναν Κυνηγό πριν φτάσει στο δωμάτιο της Ντανίκα. Ο Κυνηγός τον πυροβόλησε κι εκείνος το ίδιο, πετυχαίνοντάς τον στο στομάχι. Ο Ρέγιες δεν έκοψε καν φόρα, καθώς η αδρεναλίνη είχε φτάσει στα ύψη και ο δαίμονάς του ένιωθε υπερβολικά ευτυχισμένος. Χαμογελώντας, έφτασε τον Κυνηγό και του έκοψε το λαιμό. Μετά, βρέθηκε μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Την άνοιξε με μια κλοτσιά, χωρίς να χάσει χρόνο με την κλειδαριά. Ένα ποπ και μετά ένα χουίζ, καθώς μια σφαίρα τον πετύχαινε –αυτή τη φορά στο μηρό. Τα πόδια του τρεμούλιασαν καθώς η αδυναμία πάσχιζε να τον κυριεύσει, αλλά κατάφερε να παραμείνει όρθιος. Το αίμα χύθηκε, ο δαίμονας τραγούδησε κι ο Ρέγιες έριξε μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο για να εκτιμήσει την κατάσταση. Η Ντανίκα βρισκόταν στο κρεβάτι, δεμένη και ακίνητη. Ένας άνθρωπος στεκόταν στο πλευρό της, ταραγμένος και χλομός καθώς σημάδευε τον Ρέγιες με ένα όπλο. «Περίμενα πολύ καιρό γι’ αυτή τη στιγμή», ψέλλισε βραχνά εκείνος ο άνθρωπος. «Την ονειρευόμουν. Τη λαχταρούσα. Και τώρα ήρθε». Ο Ρέγιες κοίταξε το τατουάζ του άντρα: το έμβλημα της αιωνιότητας, συμμετρικό, μαύρο. «Ήρθα. Την άγγιξες;» «Λες και σε νοιάζει τι παθαίνουν οι άνθρωποι». Άλλος ένας πυροβολισμός. Ο Ρέγιες πήδηξε στο πλάι. Απολάμβανε τον πόνο, αλλά δεν ήθελε να χάσει κι άλλο αίμα. Τα επόμενα πέντε λεπτά θα ήταν πολύ σημαντικά. Αυτή η σφαίρα πέρασε από δίπλα του. Τώρα ύψωσε το δικό του όπλο. Και σημάδεψε. «Ό,τι κι αν μου κάνεις, άξιζε τον κόπο επειδή έμεινα εδώ και παρακολουθούσα αυτή τη γυναίκα», είπε ο Κυνηγός καθώς ο Ρέγιες πατούσε τη σκανδάλη, σημαδεύοντας ξανά το κεφάλι. Ο άντρας έπεσε στο πάτωμα και δε σηκώθηκε ξανά. Την επόμενη στιγμή, ο Ρέγιες βρέθηκε στο πλευρό της Ντανίκα, έσπασε τις αλυσίδες και ελευθέρωσε τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Σήκωσε το κοιμισμένο σώμα της στην αγκαλιά του, ενώ το αίμα του έσταζε στο λεκιασμένο άσπρο πουκάμισό της και

[70]


στο υπερβολικά χλομό πρόσωπό της. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κρανίο και στους κροτάφους της, τα μάγουλά της ρουφηγμένα –πόσο βάρος είχε χάσει;– και οι βλεφαρίδες της έριχναν σκούρες σκιές που ενώνονταν με τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της πριν σχηματίσουν απειλητικές βελόνες στα μάγουλά της. Ένας μώλωπας ξεχώριζε στο σαγόνι της. «Ντανίκα». Το όνομά της ειπώθηκε σαν προσευχή και βρισιά συνάμα. Η κοπέλα δε σάλεψε. Τα χέρια της κρέμονταν χαλαρά στα πλευρά της, το κεφάλι της έπεφτε στο πλάι. Αν ήταν ξύπνια, θα τον έσπρωχνε μακριά. Θα το προτιμούσε σε σχέση με αυτή την... την αδράνεια. Πίσω του, οι ήχοι της μάχης κόπασαν για να αντικατασταθούν από το ουρλιαχτό των σειρήνων. Μπορούσε να ακούσει τους φίλους του να στριμώχνονται στο κατώφλι και να περπατούν στο δωμάτιο. Δεν τον ενδιέφερε. Έσφιξε πιο δυνατά την Ντανίκα –πολύς καιρός, είχε περάσει πάρα πολύς καιρός από την τελευταία φορά που την είχε δει και την είχε κρατήσει–, η οποία ακουμπούσε το μάγουλό της στο λαιμό του. Το δέρμα της ήταν κρύο, πολύ κρύο. Σαν πάγος. Ο ρυθμός της καρδιάς της, αργός πάνω στο στήθος του. «Λούσιεν;» Το όνομα βγήκε βραχνά από τα χείλη του. Καυτά δάκρυα θόλωναν τα μάτια του. «Εδώ είμαι, φίλε μου». Ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο του. «Έμαθαν με κάποιον τρόπο πως θα ερχόμαστε και ήταν προετοιμασμένοι... αλλά τους κανονίσαμε όλους». «Δεν έχει σημασία. Πήγαινέ μας στο σπίτι».

[71]


Κεφάλαιο 5 Η Ντανίκα ήταν παγωμένη για τόσες ώρες, ώστε η καυτή κουβέρτα που τυλίχτηκε γύρω της της προκάλεσε ένα σοκ που την ξύπνησε από ένα λήθαργο που έμοιαζε με θάνατο. Τα βλέφαρά της άνοιξαν και ένα επιφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της. Υπολείμματα του εφιάλτη της αρνήθηκαν ωστόσο να υποχωρήσουν και την εμπόδισαν να διακρίνει το περιβάλλον της. Είδε μόνο ένα σκοτάδι με άλικες πινελιές, καθώς η νύχτα αιμορραγούσε από θανατηφόρα τραύματα. Άκουσε την κλαγγή ξιφών, το διαβολικό γέλιο δαιμόνων και το σφύριγμα κεφαλιών καθώς έπεφταν και κυλούσαν στο δάπεδο. Θάνατος, θάνατος, δήλωνε κάθε αναπνοή της. Ηρέμησε, απλώς ηρέμησε. Δεν είναι αληθινό. Βλέπεις όνειρο. Η γιαγιά της υπέφερε κάποτε από κάτι τέτοια όνειρα. Όνειρα όπου δαίμονες βασίλευαν και το κακό κυριαρχούσε. Όνειρα που είχαν οδηγήσει την εύθραυστη γυναίκα σε μια απόπειρα αυτοκτονίας σε ηλικία εξήντα πέντε ετών. Τα όνειρα δε θεωρούνταν προφητικά, προάγγελοι του μέλλοντος, επειδή δεν έβγαιναν ποτέ αληθινά. Μέχρι που ο Ρέγιες και οι φίλοι του είχαν μπει στη ζωή της. Αλλά τα όνειρα αποδεικνύονταν αρκετά ρεαλιστικά ώστε να την τρομοκρατήσουν –κι έτσι η Ντανίκα καταλάβαινε απόλυτα την οδύνη της γιαγιάς της. Τα περισσότερα ήταν γεμάτα ταραχές, μακάβριες σκηνές πλαισιωμένες από κραυγές και θανάτους. Οι σκηνές επαναλαμβάνονταν σε όλη τη ζωή της. Θάνατοι πλημμυρισμένοι από αίμα. Συχνά ξυπνούσε από εκείνες τις οδυνηρές νύχτες και ζωγράφιζε όσα είχε δει, σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την παράνοια από το υποσυνείδητό της –και να την κρατήσει μακριά. Κάποτε, πριν καταλάβει πως δεν έπρεπε, είχε δείξει στους γονείς της έναν πίνακά της. Είχαν τρομάξει και ταραχτεί πάρα πολύ. Την κοίταξαν λες και ήταν ένα από αυτά τα τέρατα που ζωγράφιζε κι

[72]


έτσι η Ντανίκα δεν άφησε από τότε κανένα άλλο άτομο να δει αυτούς τους πίνακες. Κι έπειτα, ούτε σ’ εκείνη άρεσε να τους βλέπει. Στο αντίθετο άκρο του φάσματος, τα όνειρά της ήταν μερικές φορές απόλυτα γαλήνια. Άγγελοι, με τα άσπρα φτερά τους ανοιχτά, ταξίδευαν στους λαμπερούς καταγάλανους ουρανούς. Η ομορφιά τους πάντα την ξάφνιαζε και ξυπνούσε χαμογελώντας και γεμάτη ενεργητικότητα αντί να ιδρώνει και να τρέμει όπως τώρα. «Εδώ είμαι, άγγελε, εδώ είμαι». Εκείνη η βαθιά, πλούσια φωνή ανήκε τόσο στους εφιάλτες όσο και στα αγγελικά όνειρά της, καθώς ο παράδεισος κι η κόλαση φαίνονταν να ενώνονται σε έναν ήχο γλυκιάς αποπλάνησης. Καθώς έμενε ξαπλωμένη, το κακό όνειρο ξεθώριασε και το σκοτάδι παραμέρισε –και το φως τρύπωσε στο μυαλό της. Μια κρεβατοκάμαρα εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια της, αλλά δεν ήταν εκείνη που θυμόταν ότι είχε αποκοιμηθεί. Όπλα διακοσμούσαν τους τοίχους –από μεταλλικά πολεμικά αστέρια και ξίφη μέχρι στιλέτα και πελέκεις. Υπήρχε ένα γυαλισμένο έπιπλο τουαλέτας, αλλά χωρίς σκαμπό. Ο ιδιοκτήτης του δεν καθόταν εκεί; Δε μελετούσε το είδωλό του, δε βούρτσιζε τα μαλλιά του; Τα μαλλιά του; Πώς ξέρεις ότι το δωμάτιο ανήκει σε άντρα; Εισέπνευσε και εξέπνευσε και η γνώριμη οσμή του σανταλόξυλου και του πεύκου πλημμύρισε τη μύτη της. Ναι, το ήξερε. Το δωμάτιο ανήκε σίγουρα σε άντρα –και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο άντρα. Και μόλις το συνειδητοποίησε ταράχτηκε μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξής της. Ίσως κάνεις λάθος. Μακάρι να κάνεις λάθος. Το κρεβάτι ήταν καλυμμένο με μαύρο βαμβακερό ύφασμα· στρίβοντας το κεφάλι της, η Ντανίκα διαπίστωσε πως βρισκόταν στην αγκαλιά ενός μισόγυμνου άντρα. Είχε δέρμα στο χρώμα της σοκολάτας και του μελιού και σώμα γεμάτο γυμνασμένους μυς και τεντωμένα νεύρα. Το στήθος του ήταν άτριχο, αλλά υπήρχε ένα απειλητικό τατουάζ πεταλούδας που απλωνόταν από τον έναν ώμο μέχρι τον άλλο και ανηφόριζε στο λαιμό του. Απειλητική πεταλούδα –δυο λέξεις που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μαζί για να περιγράψουν μόνο έναν άντρα.

[73]


Τον Ρέγιες. «Ω Θεέ μου». Η Ντανίκα ανασηκώθηκε απότομα και τον παραμέρισε. Λαχανιάζοντας, τραβήχτηκε στην άκρη του στρώματος, χωρίς να στρέψει στιγμή την πλάτη προς το μέρος του. Ένα απόσπασμα της συνομιλίας της με τον Στέφανο επαναλήφθηκε στο μυαλό της. «Κι αν προσπαθήσουν να με σκοτώσουν;» τον είχε ρωτήσει. «Δεν πρόκειται να προσπαθήσουν», είχε απαντήσει εκείνος με βεβαιότητα. «Πώς το ξέρεις; Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος;» «Είναι άντρες και είσαι γυναίκα. Σκέψου το. Κι έπειτα, θα μπορούσαν να σου κάνουν κακό στο παρελθόν, αλλά δε σου έκαναν». «Με προειδοποίησαν να μην τους πλησιάσω ξανά». «Γιατί;» «Δεν ξέρω». «Μάθε. Μάθε όσα μπορείς. Για τα όπλα τους, για τις αδυναμίες τους, για τα σχέδιά τους, για τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές τους. Θα πάρεις ένα κινητό τηλέφωνο. Είναι μικρό και μπορείς να το κρύψεις εύκολα. Θα σου δώσω μια μέρα για να βολευτείς και μετά θα μιλάμε κάθε βράδυ, αν είναι δυνατό». «Κι εσύ;» τον είχε ρωτήσει, μη θέλοντας να αναλογιστεί ακόμα τους κινδύνους της κατασκοπίας. «Εσύ δεν είσαι γυναίκα. Σύμφωνα με τη λογική σου, θα σε σκοτώσουν αν σε βρουν εδώ». «Όταν φτάσουν, θα έχω φύγει και θα παρακολουθώ από ένα άλλο σημείο –αν μπορώ. Θα βρίσκονται άλλοι εδώ για να σε φρουρήσουν και να βεβαιωθούν ότι οι Άρχοντες δε σκοπεύουν να σου κάνουν κακό... γι’ αυτό, μην ανησυχείς. Αυτοί οι άντρες είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους προκειμένου να εξασφαλίσουν την καταστροφή των δαιμόνων. Μην αφήσεις να πάει χαμένη η θυσία τους». «Τι; Α, όχι, όχι. Δε θέλω να θυσιάσει κανένας οτιδήποτε». «Θα ένιωθες καλύτερα αν σου έλεγα πως θα φύγουν αμέσως μόλις εμφανιστούν οι Άρχοντες;» «Ναι». «Τότε θα φύγουν».

[74]


Αλλά είχαν φύγει στ’ αλήθεια; Ο Ρέγιες ανασηκώθηκε αργά και τα μάτια τους αντάμωσαν. Τα δικά του ήταν σκούρα σαν το δέρμα του και ταραγμένα. Τα δικά της λίγο υγρά. Τα χείλη του τραβήχτηκαν σε ένα μορφασμό. Η ματιά της κατηφόρισε και μελέτησε το υπόλοιπο σώμα του. Οι ρώγες του ήταν αρκετά σκληρές για να κόψουν γυαλί· τρεις πληγές γιατρεύονταν –η μία στον ώμο, η δεύτερη στο στέρνο και η τρίτη στο στομάχι του. «Πού βρίσκομαι;» ρώτησε η Ντανίκα κι οι λέξεις ακούστηκαν σαν ψίθυρος. «Στο σπίτι μου». «Στη Βουδαπέστη;» «Ναι». Τα βλέφαρά της μισόκλεισαν και το μυαλό της έμοιαζε με μια μαύρη τρύπα που δεν μπορούσε να προσφέρει ούτε μια ανάμνηση γύρω από τον τρόπο μεταφοράς της από τη μια τοποθεσία στην άλλη. «Πώς έφτασα εδώ; Πώς με βρήκες;» Ο Ρέγιες κοίταξε αλλού. «Ξέρεις ότι δεν είμαι άνθρωπος... έτσι δεν είναι;» Ήταν μια πληροφορία που δεν ήθελε να έχει και μια συζήτηση που δεν ήθελε να ξεκινήσει. Α, ναι, Ρέγιες, ξέρω πως είσαι δαίμονας. Μου το αποκάλυψε ο μεγαλύτερος εχθρός σου και τώρα βρίσκομαι εδώ για να τον βοηθήσω να σε καταστρέψει. «Ήρθες για να με πάρεις», είπε αλλάζοντας θέμα. Ένα μέρος του εαυτού της ήλπιζε ακριβώς σε κάτι τέτοιο –και ένα άλλο μέρος το φοβόταν. «Ναι», επανέλαβε ο Ρέγιες. «Γιατί;» Χωρίς τη ζεστασιά της ματιάς του να την κρατά αιχμάλωτη, κατάφερε να ρίξει μια ματιά στο δικό της σώμα. Δόξα τω Θεώ, ήταν ακόμα ντυμένη. Το πουλόβερ της είχε αφαιρεθεί, αλλά το άσπρο μακό μπλουζάκι της ήταν ακόμα λεκιασμένο με λάδι και τώρα με αίμα –δικό της και του άντρα που είχε... που είχε βλάψει– και το τζιν της ήταν σκισμένο από τη μάχη της με τον αντίπαλό της. Και... και βρομούσε. Πόσες μέρες φορούσε αυτά τα ρούχα; Ξαφνικά, το κρεβάτι αναπήδησε και τα μάτια της στράφηκαν ξανά στον Ρέγιες. Είχε στηρίξει την πλάτη του στο προσκέφαλο,

[75]


μεγαλώνοντας την απόσταση ανάμεσά τους. Το γεγονός θα έπρεπε να την ευχαριστεί. Ναι, θα έπρεπε. «Κάτι μου λέει πως πάντα θα έρχομαι για να σε παίρνω». Η θυμωμένη φωνή του έσπασε απότομα τη σιωπή και η γεμάτη μομφή έκφρασή του φαινόταν να αποδίδει το φταίξιμο αποκλειστικά σ’ εκείνη. Για άλλη μια φορά, τα μάτια της μισόκλεισαν. «Άφησέ με να μαντέψω. Θα έρχεσαι συνέχεια να με παίρνεις επειδή σου αρέσει να μου κάνεις κακό. Αλήθεια, γιατί δε με σκότωσες ενώ κοιμόμουν; Δε θα μπορούσα να σε πολεμήσω. Θα μπορούσες να κόψεις το λαιμό μου γρήγορα και εύκολα. Αυτό σχεδιάζεις να κάνεις τελικά, έτσι δεν είναι; Ή μήπως άλλαξες γνώμη;» Ένα νεύρο συσπάστηκε στο λαιμό του· παρέμεινε αμίλητος. «Συνέλαβες και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου;» Και πάλι, καμιά απάντηση. Μονάχα εκείνο το όλο και πιο έντονο τικ. «Απάντησέ μου, που να σε πάρει ο διάβολος!» Η Ντανίκα χτύπησε τη γροθιά της στο στρώμα. Η γεμάτη απόγνωση και πανικό κίνηση δεν πρόσφερε καμιά ανακούφιση από τον ξαφνικό τρόμο στο στήθος της. «Ξέρεις πού είναι; Ξέρεις αν ζουν;» Τελικά, ο Ρέγιες δέησε να μιλήσει ξανά. «Δεν τους έχω κάνει κακό. Έχεις το λόγο μου». «Ψεύτη!» Η Ντανίκα πετάχτηκε απέναντι στο κρεβάτι πριν καλά καλά συνειδητοποιήσει τι έκανε και τον χαστούκισε. Μετά, άρχισε να ανεβοκατεβάζει τις γροθιές της στα τραύματά του για να του προκαλέσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο πόνο. «Ξέρεις κάτι. Πρέπει να ξέρεις κάτι». Τα μάτια του έκλεισαν και ένα χαμόγελο ευδαιμονίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Η οργή της πολλαπλασιάστηκε. «Το βρίσκεις αστείο; Τότε με αυτό θα σκάσεις στα γέλια!» Βράζοντας ολόκληρη, μη ξέροντας από πού πήγαζε η επιθυμία, έσκυψε και τον δάγκωσε στο λαιμό. Οι κυνόδοντές της έφτασαν τόσο βαθιά ώστε γεύτηκε αμέσως το αίμα του. Ο Ρέγιες άφησε ένα βογκητό ευχαρίστησης. Τα χέρια του

[76]


βυθίστηκαν στα μαλλιά της, αλλά αντί να τη σπρώξουν μακριά την τράβηξαν ακόμα πιο κοντά του. Η Ντανίκα δεν αντιστάθηκε· δεν μπορούσε. Ψήγματα θυμού και αγανάκτησης διαλύονταν για να ανασχηματιστούν σε κάτι πολύ πιο γλυκό. Η ζεστασιά του... τόσο υπέροχη, τόσο αναθεματισμένα υπέροχη. Την έκαιγε μέχρι τα βάθη της ψυχής της και οι φωτιές την τύλιγαν, την κατέτρωγαν. Της άρεσε. Της άρεσε να τον πονά, της άρεσε να έχει το στόμα της κολλημένο στο δικό του –και τώρα που το συνειδητοποιούσε, ένιωθε ντροπή. Ανάμεσα στα πόδια της, ο ανδρισμός του φούσκωσε και σκλήρυνε. Όταν ο Ρέγιες βόγκηξε για δεύτερη φορά, ο ήχος αναμείχτηκε με ένα δικό της, πνιχτό βογκητό. Ανασήκωσε τη λεκάνη του –ναι, έτσι– και τα νύχια της σύρθηκαν στο στήθος του, φτάνοντας στις θηλές του. Ένα σκληρό, ζωώδες μουγκρητό πλημμύρισε τ’ αυτιά της καθώς τα χέρια του ακουμπούσαν στη μέση της και την έσφιγγαν. Οι γοφοί του κόλλησαν στους δικούς της. Ξανά. Η Ντανίκα ήθελε να το ξανακάνει –αλλά, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, ο Ρέγιες έμεινε ακίνητος. «Σταμάτα, Ντανίκα. Πρέπει να σταματήσεις». Όχι, η Ντανίκα δεν ήθελε να σταματήσει. Ήθελε... Τι στο διάβολο κάνεις; Χαϊδεύεσαι με τον εχθρό; Το σαγόνι της χαλάρωσε και, πασχίζοντας να πάρει ανάσα, τραβήχτηκε απότομα. Τα χέρια του Ρέγιες έπεσαν στα πλευρά του και τα χαρακτηριστικά του φάνηκαν σκληρά, παραμορφωμένα. Η Ντανίκα σκούπισε το στόμα της με την ανάστροφη του καρπού της, που έτρεμε. Ολόκληρο το σώμα της έτρεμε. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει και την πονούσαν, το στομάχι της είχε σφιχτεί. Μια μεταλλική γεύση είχε απομείνει στη γλώσσα της. Ο Ρέγιες μετακινήθηκε, κρύβοντας τον ερεθισμένο ανδρισμό του με το σεντόνι. Τα μάγουλά του έλαμπαν έχοντας πάρει ένα ροδαλό χρώμα. Μήπως ντρεπόταν; Το αίμα κυλούσε από το λαιμό του και σχημάτιζε λιμνούλα στο στήθος του. Ενώ τον παρακολουθούσε, το αίμα έπηξε και τα σημάδια του δαγκώματος άρχισαν να εξαφανίζονται, καθώς η πληγή έκλεινε. Τέρας, θύμισε στον εαυτό της. Είναι τέρας.

[77]


Τρόμος –με τα συναισθήματά της, με τις πράξεις της και με τις δικές του– την πλημμύρισε. Ο τρόμος πρέπει να φάνηκε και στην έκφρασή της, επειδή ο Ρέγιες είπε: «Μη με αγγίξεις ξανά και δε θα σ’ αγγίξω ούτε εγώ». «Μην ανησυχείς». Ένα έντονο ρίγος την κυρίευσε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. Ήθελε να τον πληγώσει –θα έλεγε μάλιστα πως της άρεσε. Ειλικρινά, τι στο διάβολο μ’ έχει πιάσει; «Δε θα σε πλησιάσω». «Ωραία». Ο Ρέγιες σταμάτησε και την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Αναζητούσε τραύματα ή μήπως το βλέμμα του ήταν πιο ερωτικό; «Τι σου έκαναν εκείνοι οι άντρες;» Τώρα ακουγόταν αδιάφορος, λες και δεν είχε σημασία η απάντησή της. Η αδιαφορία του την εκνεύρισε. Τον μισούσε –γιατί λοιπόν ήθελε ο Ρέγιες να ενδιαφέρεται για εκείνη; «Οι άντρες...» Ένα κύμα ζαλάδας ξαφνικά την πλημμύρισε. Ένα βογκητό ακούστηκε και συνειδητοποίησε πως είχε βγει από το στόμα της. Τα βλέφαρά της έκλεισαν, τόσο βαριά ώστε δεν μπορούσε πια να τα κρατήσει ανοιχτά. Μάντεψε πως η αδρεναλίνη της είχε στερέψει, εξαντλώντας τη δύναμή της. Πόσες ώρες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που είχε φάει; Ο Στέφανο δεν της είχε δώσει φαγητό, μονάχα μερικές γουλιές νερού κάθε τρεις ή τέσσερις ώρες. Και της είχε κάνει κάποια ένεση. Κάτι που είχε κάνει το μυαλό της να χάσει τον έλεγχο, λες και την εκτόξευαν στον ουρανό και μετά την έριχναν στον ωκεανό για να διαλυθεί σε χίλια κομμάτια. «Δεν πρέπει να τους διευκολύνουμε πολύ», της είχε πει ο Στέφανο. «Ξέραμε ότι ο δαίμονας του Θανάτου θα ακολουθούσε τα ίχνη που του αφήσαμε και πως δε θα είχε ιδέα ότι τον περιμέναμε. Πασχίσαμε πολύ για να κάνουμε την απαγωγή σου να φανεί αληθινή και δε θέλω να τα τινάξουμε τώρα όλα στον αέρα. Δε θα σου δώσουμε ούτε φαγητό ούτε καθαρά ρούχα. Μπορούμε να σε ναρκώσουμε ή να σε χτυπήσουμε. Ποιο από τα δυο προτιμάς;» «Κανένα». «Διάλεξε, διαφορετικά θα διαλέξω εγώ για σένα. Ντανίκα, μην ξεχνάς ότι το κάνεις για την οικογένειά σου».

[78]


«Κρίμα τα μαθήματα αυτοάμυνας που παρακολούθησα», του είχε πει εκείνη, γελώντας μελαγχολικά. «Ναρκώστε με, λοιπόν. Ξανά, όπως φαίνεται». «Ντανίκα, τι σου έκαναν εκείνοι οι άντρες;» Το παρόν συγκρούστηκε με το παρελθόν, αποσπώντας την από τις σουρεαλιστικές αναμνήσεις της. Ανόητο κορίτσι. Μην κατεβάζεις το αμυντικό τείχος σου μπροστά στον Ρέγιες! Η Ντανίκα άνοιξε τα βλέφαρά της με δυσκολία. Ο κόσμος γύρω της ήταν θολός κι ο Ρέγιες τίποτα περισσότερο από μια σκοτεινή μουντζούρα ακριβώς μπροστά της. Τα δάχτυλά του έσφιγγαν τους ώμους της και την έσπρωχναν απαλά για να καθίσει... αργά... μαλακά. Καθώς το οπτικό πεδίο της καθάριζε, διαπίστωσε ότι τα συνήθως σκληρά χαρακτηριστικά του έδειχναν σχεδόν τρυφερά από την ανησυχία. «Μη με αγγίζεις», του είπε και τα λόγια βγήκαν σχεδόν μπερδεμένα από το στόμα της. Η υπέροχη ζέστη την τύλιξε ξανά. Ίσως έφταιγε το αίμα του δαίμονα που είχε γευτεί. «Συμφωνήσαμε». «Σσσς». Η ανάσα του χάιδεψε το μάγουλό της, ζεστή σαν το άγγιγμά του. «Χαλάρωσε. Θα μιλήσουμε αργότερα». «Να πας στην κόλαση». Δε δυσκολεύτηκε να την καταλάβει. «Κάποτε ξανακάναμε την ίδια συζήτηση, έτσι δεν είναι; Είμαι ήδη εκεί». Πολέμησέ το. Πολέμησέ τον! Προσπάθησε, προσπάθησε πραγματικά, αλλά μια μαύρη σήραγγα την καλούσε, τραβώντας την όλο και πιο κοντά στο χείλος του γκρεμού. «Πού... πού είναι η μητέρα μου; Η αδερφή μου; Η γιαγιά μου;» «Είμαι βέβαιος πως είναι καλά». Τα δάχτυλά του άγγιξαν τον κρόταφό της και έφεραν απαλά τα μαλλιά πίσω από τ’ αυτιά της. «Θέλω... να... τις... δω. Δε θα... κοιμηθώ. Δεν μπορείς να με αναγκάσεις. Πεινάω». «Θα σε ταΐσω». Ένα απαλό, σαν από πέταλα λουλουδιών, άγγιγμα... χειλιών; Ναι, χειλιών στην άκρη του στόματός της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πνίγηκε στη μυρωδιά του άντρα και των μπαχαρικών –και, ξαφνικά, ένιωσε ανεξήγητα ευτυχισμένη. «Σε μισώ», είπε και ευχήθηκε να το εννοούσε.

[79]


«Το ξέρω», ψιθύρισε ο Ρέγιες κατευθείαν στο αυτί της και η ζεστή ανάσα του ταξίδεψε μέχρι τα βάθη του κορμιού της. «Και τώρα κοιμήσου, άγγελε. Είσαι ασφαλής. Δε θα επιτρέψω να πάθεις οτιδήποτε άλλο». Οι ώμοι της καμπούριασαν. Το κρύο στρώμα πίεσε την πλάτη της. Φλόγες από πάνω, πάγος από κάτω. Ανίκανη να πολεμήσει άλλο, έπεσε στον γκρεμό κι η λήθη την κυρίευσε. Βρισκόταν εκεί, στο κρεβάτι του. Στο κρεβάτι του. Η αναμονή μέχρι να ξυπνήσει η Ντανίκα ήταν ένα μάθημα αυτοσυγκράτησης κι ο Ρέγιες είχε αρχίσει να φοβάται πως εκείνη θα κοιμόταν για πάντα. Μετά, η Ντανίκα εγκατέλειψε το λήθαργο, εκείνες οι μακριές βλεφαρίδες υψώθηκαν για να αποκαλύψουν λαμπερά σμαραγδένια μάτια και ο Ρέγιες πήρε ένα πραγματικό μάθημα αυτοτιμωρίας. Ο Πόνος δε χάρηκε καθόλου που ο Ρέγιες ετοιμαζόταν να βγει στις μύτες των ποδιών από το δωμάτιο. Κι άλλο. Θέλω κι άλλα δόντια και νύχια και πόνο. «Όχι». Ο δαίμονας μούγκρισε στο μυαλό του. Ο Ρέγιες συνέχισε να προχωρά, ρίχνοντας μόνο μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Τα μαύρα μαλλιά της Ντανίκα απλώνονταν στο μαξιλάρι και το πρόσωπό της βρισκόταν στο σημείο όπου αναπαυόταν συχνά το δικό του. Κι αυτό τον πλημμύρισε με υπερηφάνεια. Ακόμα και τώρα μπορεί να ανέπνεε τη μυρωδιά του, κάνοντας την πεμπτουσία της ύπαρξής του ένα κομμάτι του εαυτού της. Αλλά μπορεί και όχι. Η Ντανίκα είχε ταραγμένο ύπνο... τα μάτια της στριφογύριζαν πίσω από τα βλέφαρά της, το σώμα της τιναζόταν και μικρά βογκητά φόβου ξέφευγαν απ’ τα χείλη της. Μήπως ονειρευόταν όσα της είχαν κάνει οι Κυνηγοί; Τι της είχαν κάνει; Την είχαν βασανίσει για να αποσπάσουν απαντήσεις; Την είχαν βιάσει; Δεν του έδωσε απάντηση όταν τη ρώτησε... για την ακρίβεια, δεν του είχε πει το παραμικρό. Δεν την πίεσε, επειδή ο σφυγμός της είχε αυξηθεί –διέκρινε τη φλέβα να φουσκώνει στη βάση του λαιμού

[80]


της–, το δέρμα της είχε χάσει το χρώμα του και ο πανικός είχε ζωγραφιστεί στα όμορφα μάτια της. Με γροθιές σφιγμένες, ο Ρέγιες κατέβηκε σαν σίφουνας τα σκαλιά και μπήκε στην κουζίνα. Σύντομα. Θα την έβλεπε ξανά, θα της μιλούσε ξανά και θα μάθαινε την αλήθεια. Έπρεπε να τη μάθει. Κι ίσως τότε να ξεχνούσε τον τρόμο που διάβασε στην έκφρασή της όταν η Ντανίκα συνειδητοποίησε πως του άρεσε να τον δαγκώνουν. Θεοί, εκείνο το δάγκωμα. Η καρδιά του δεν είχε ηρεμήσει ακόμα από την υπέρτατη ηδονή. Την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και είχε νιώσει τα κοφτερά μικρά δόντια της στο λαιμό του. Για μια στιγμή, η Ντανίκα ανταποκρίθηκε αισθησιακά στο φανερό ερεθισμό του· τον ήθελε και δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον εαυτό της καθώς το σώμα της γλιστρούσε πάνω από τον ανδρισμό του. Μετά, ο Ρέγιες κατάλαβε πως η Ντανίκα δε λαχταρούσε εκείνον αλλά τον πόνο· ο δαίμονας είχε ήδη θολώσει την κρίση της κι έτσι ο Ρέγιες την πρόσταξε να σταματήσει. Η Ντανίκα τραβήχτηκε τότε απότομα και ο σωματικός πόνος που βίωσε ο Ρέγιες εκείνη τη στιγμή ήταν ο χειρότερος της ζωής του –και ο καλύτερος. Ο Πόνος ήθελε περισσότερα. Με τα χέρια του να τρέμουν, ο Ρέγιες άνοιξε το ψυγείο. Ο Πάρις ήταν υπεύθυνος για ν’ αγοράζει τις προμήθειές τους κι έτσι ο Ρέγιες δεν ήξερε τι θα έβρισκε. Η σημερινή επιλογή ήταν φέτες κρέατος και φραντζόλες ψωμιού. Θα έφτιαχνε ένα σάντουιτς, λοιπόν. «Πού είναι ο Έρον;» ρώτησε ο Λούσιεν πίσω του. «Κράτησα το λόγο μου και έφτασε η στιγμή να κρατήσεις κι εσύ τον δικό σου». Ο Ρέγιες δε στράφηκε. «Θα σε πάω κοντά του το πρωί». «Όχι. Θα με πας κοντά του τώρα». Ο Ρέγιες έβγαλε ένα πακέτο με φέτες γαλοπούλας και ένα πακέτο με φέτες ζαμπόν, κοίταξε μια το ένα και μια το άλλο και ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν ήξερε τι θα προτιμούσε η Ντανίκα κι έτσι θα της έφτιαχνε ένα σάντουιτς με γαλοπούλα κι ένα με ζαμπόν. «Η Ντανίκα είναι αδύναμη και πεινασμένη. Αφού ικανοποιήσω τις ανάγκες της, θα είμαι στη διάθεσή σου». Ο συνήθως ήρεμος Λούσιεν έβγαλε ένα σιγανό μουγκρητό. «Κάθε λεπτό που παραμένει αιχμάλωτος ο Έρον πρέπει να υποφέρει

[81]


πολύ. Οι δαίμονές μας δεν αντέχουν τον περιορισμό των ξενιστών τους και το ξέρεις καλά. Η Οργή πρέπει να ουρλιάζει ζητώντας να ελευθερωθεί ακόμα και τώρα». «Μήπως πρέπει να σου θυμίσω ξανά ότι ο ίδιος ο Έρον μου το ζήτησε; Εκλιπάρησε γι’ αυτό. Και ξέρω πως όταν έρθει εδώ, θα πρέπει να αλυσοδεθεί για άλλη μια φορά. Τι σημασία έχει αν η φυλακή του βρίσκεται κάπου αλλού; Κι έπειτα, δε θέλει να βρίσκεται κοντά μας». Ο Ρέγιες πέταξε τα πακέτα στον πάγκο και πήρε μια φραντζόλα ψωμιού. Σίκαλη. Της άρεσε το μαύρο ή το άσπρο ψωμί; Μετά από κάποια σκέψη, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει και τα δυο. Για καλό και για κακό. Άνοιξε το πλαστικό κάλυμμα του λευκού ψωμιού και άδειασε τη φραντζόλα στον πάγκο. «Ζητώ απλώς άλλη μια νύχτα». «Κι αν πεθαίνει; Ναι, είμαστε αθάνατοι, αλλά κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορούμε να πεθάνουμε όπως όλα τα ζωντανά πλάσματα. Άλλο ένα γεγονός που ξέρεις ήδη». «Δεν πεθαίνει». «Πώς το ξέρεις;» επέμεινε ο Λούσιεν. «Μπορώ να νιώσω την απόγνωσή του να με καίει κάθε λεπτό κάθε μέρας. Γίνεται πιο έντονη με κάθε δευτερόλεπτο που περνά, καθώς αισθάνομαι πως είναι όλο και πιο αδύναμος απέναντι στην Οργή». Ο Ρέγιες πήρε μια βαθιά ανάσα, την κράτησε, την κράτησε... και την άφησε αργά, αφήνοντας παράλληλα να τον εγκαταλείψει η ξαφνική έκρηξη θυμού. «Λίγες ώρες ακόμα. Δε ζητώ τίποτα περισσότερο. Για μένα, για την Ντανίκα. Για εκείνον». Ακολούθησε βαριά παύση. Ο Ρέγιες άφησε δυο φέτες κρέατος πάνω σε κάθε φέτα ψωμιού και τις ένωσε. «Πολύ καλά», είπε ο Λούσιεν. «Λίγες ώρες μόνο». Οι μπότες του αντήχησαν βαριά στο δάπεδο καθώς απομακρυνόταν. Ο Ρέγιες μελέτησε τα σάντουιτς. «Δεν είναι αρκετά», μουρμούρισε. Τα ανθρώπινα πλάσματα χρειάζονταν ποικιλία. Έτσι δεν έλεγε πάντα ο Πάρις για τις ερωμένες του; Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε, άνοιξε ξανά το ψυγείο και έψαξε μέσα. Το βλέμμα του προσγειώθηκε σε μια σακούλα με μαύρα σταφύλια. Ναι, τέλεια. Την τελευταία φορά που είχε μείνει εδώ η Ντανίκα, είχε αδειάσει ένα

[82]


μπολ μ’ αυτά τα φρούτα μέσα σε λίγα λεπτά. Έβγαλε ολόκληρη τη σακούλα, έπλυνε το περιεχόμενό της και άπλωσε το σταφύλι γύρω από τα τέσσερα σάντουιτς. Τι θα της άρεσε να πιει; Γύρισε στο ψυγείο. Είδε ένα μπουκάλι με κρασί, μια κανάτα με νερό και ένα κουτί με χυμό πορτοκαλιού. Ήξερε πως δεν έπρεπε να προσφέρει στην Ντανίκα κρασί. Το κρασί εδώ ήταν αναμεμειγμένο με νέκταρ κλεμμένο από τους ουρανούς και κάποτε παραλίγο να σκοτώσει τη γυναίκα του Μάντοξ, την Άσλιν, επειδή ήταν άνθρωπος. Ο Ρέγιες παραμέρισε το παγωμένο μπουκάλι και πήρε το χυμό. Άδειασε το κουτί σε ένα ψηλό ποτήρι. «Μα τους θεούς, θα ταΐσεις κανένα στρατό;» Ο Ρέγιες έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω από τον ώμο του. Ο Σαβίν ακουμπούσε στην κάσα της πόρτας, με τα χοντρά μπράτσα του σταυρωμένα στο στήθος του. Ήταν μοντέρνος όσο κι ο Πάρις με το ανόητο μπλουζάκι που έγραφε Πειρατές της Καραϊβικής, αλλά δε διέθετε τη φινέτσα του Πάρη. «Είναι πεινασμένη». «Το μάντεψα. Είναι τόσο μικροσκοπική που αμφιβάλλω αν θα καταφέρει να τα φάει όλα αυτά. Κι έπειτα, πέρασε τρεις μέρες με τους Κυνηγούς. Θα έπρεπε να την αφήσεις να λιμοκτονήσει, να την ανακρίνεις για όσα έγιναν και να την ταΐσεις μόνο αφού σου δώσει απαντήσεις». Με το χέρι τεντωμένο για να πάρει ένα σάντουιτς, ο Σαβίν κίνησε προς τον πάγκο. Ο Ρέγιες έπιασε τον καρπό του φίλου του και τον έσφιξε. «Φτιάξε δικό σου, αν δε θέλεις να χάσεις το χέρι σου. Και η Ντανίκα δεν είναι συνεργάτιδα των Κυνηγών». Ο Σαβίν ανασήκωσε το ένα ξανθό του φρύδι. «Πού το ξέρεις;» Ναι, δεν το ήξερε, αλλά δε θα επέτρεπε σε κανέναν να τη βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο. «Απλώς μείνε μακριά της», είπε, «και μην πειράξεις το φαγητό της». «Από πότε έγινες τόσο γενναιόδωρος;» ρώτησε ο Γκίντεον, που εμφανίστηκε στο άλλο πλευρό του και του άρπαξε ένα σάντουιτς πριν ο Ρέγιες προλάβει να αντιδράσει. «Γενναιόδωρος» σήμαινε «τσιγκούνης» στην αντίστροφη γλώσσα του Γκίντεον.

[83]


«Κάνε πίσω», μούγκρισε ο Ρέγιες. Κι οι δυο πολεμιστές γέλασαν. «Ναι, καλά», είπε ο Σαβίν και άρπαξε ένα σάντουιτς με το ελεύθερο χέρι του. Ο Ρέγιες έσφιξε τα δόντια. Δε θα τραβήξω όπλο εναντίον των φίλων μου. Δε θα τραβήξω όπλο εναντίον των φίλων μου, γαμώτο. «Α, ωραία! Φαγητό». Η Άνια μπήκε στο δωμάτιο, αγκαζέ με την Άσλιν. «Καλά μύρισα τη γλυκιά οσμή μιας γαστρονομικής ιδιοφυιΐας». Κόκκινο χρώμα θόλωσε το οπτικό πεδίο του Ρέγιες καθώς έπαιρνε το πιάτο και το ποτήρι πριν προλάβουν οι γυναίκες να πιουν έστω και μια σταγόνα. «Είναι της Ντανίκα», δήλωσε ξερά. «Μα μου αρέσει πολύ η γαλοπούλα», είπε η Άνια και σούφρωσε τα χείλη της. Ήταν ψηλή για γυναίκα, αλλά ακόμα και με δεκάποντα τακούνια μόλις που έφτανε μέχρι το πιγούνι του Ρέγιες. «Κι έπειτα, όταν ετοιμάζω ένα σάντουιτς ποτέ δεν είναι τόσο νόστιμο όσο εκείνα που φτιάχνεις εσύ. Τα φαγητά που ετοιμάζουν οι άντρες είναι, για κάποιο λόγο, σκέτη τρέλα». «Δικό σου πρόβλημα». Προσπάθησε να την προσπεράσει, αλλά η Άνια πήδηξε μπροστά του με τα χέρια ακουμπισμένα στους γοφούς της. Ο Ρέγιες αναστέναξε, ξέροντας πως η Άνια θα του έβαζε τρικλοποδιά αν προσπαθούσε να την παραμερίσει. «Ο Λούσιεν θα μαγειρέψει κάτι για σένα». Άλλο ένα σούφρωμα των χειλιών. «Λείπει... μαζεύει ψυχές». «Τότε ο Πάρις». «Το κάνει με κάποιο θηλυκό στην πόλη, ο αχόρταγος». «Τότε πείνασε», της πέταξε ο Ρέγιες χωρίς συμπόνια. «Θα φτιάξω εγώ κάτι», προσφέρθηκε η Άσλιν, τρίβοντας την ελαφρά πρησμένη κοιλιά της. Ήταν έγκυος και η κατάστασή της μόλις είχε αρχίσει να φαίνεται. «Και όσο θα το ετοιμάζω, θέλω να μάθω τα πάντα για την Ντανίκα». Ο Ρέγιες δεν ήταν σίγουρος πώς αισθανόταν για το μωρό που θα ερχόταν στον κόσμο. Θα ήταν δαίμονας; Θα ήταν άνθρωπος; Δεν μπορούσε να αποφασίσει τι θα ήταν χειρότερο, ένα αδιάκοπο εσωτερικό μαρτύριο ή η θνησιμότητα; «Είναι καλά... δε χρειάζεται να

[84]


πούμε κάτι παραπάνω». «Φτιάξε κάτι και για μένα», είπε ο Σαβίν στην Άσλιν. «Πεθαίνω της πείνας... Το σάντουιτς που έκλεψα ελάχιστα με βοήθησε». «Εγώ χόρτασα», δήλωσε ο Γκίντεον, που σήμαινε ότι θα λιποθυμούσε από την πείνα. Τίναξε τα χέρια του για να ξεφορτωθεί μερικά ψίχουλα. «Ντροπή σας, αγόρια, που αφήνετε μια έγκυο γυναίκα να κουραστεί για να γεμίσετε το στομάχι σας», τους μάλωσε η Άνια. «Ε!» Ο Σαβίν έδειξε με το δάχτυλο την πανέμορφη θεά. «Εσύ γιατί αφήνεις μια έγκυο γυναίκα να φτιάξει το δικό σου σάντουιτς;» «Είτε είναι έγκυος είτε όχι, θα την αφήσω να φτιάξει ένα και για μένα». Με τον ήχο εκείνης της βραχνής φωνής, όλοι πάγωσαν. Στράφηκαν απότομα κι ένα επιφώνημα ξέφυγε από τα χείλη τους –και μετά ένα συλλογικό: «Τόριν!» Χαμογελώντας, η Άσλιν πλησίασε το θεραπευμένο πλέον πολεμιστή, ανοίγοντας τα χέρια της για να τον αγκαλιάσει. Η Άνια άρπαξε τον ώμο της και την τράβηξε πίσω. «Είναι η Αρρώστια, γλυκιά μου», της θύμισε η θεά. «Αν τον αγγίξεις, θα αρρωστήσεις... το ξέχασες;» «Α, ναι». Η Άσλιν του χαμογέλασε. «Χαίρομαι που είσαι καλύτερα». Ο Τόριν της ανταπέδωσε το χαμόγελο, μολονότι στην έκφρασή του ξεχώριζε θλίψη ανάμεικτη με λαχτάρα. «Κι εγώ χαίρομαι». Φαινόταν όπως ακριβώς τον θυμόταν ο Ρέγιες –δηλαδή, πριν οι Κυνηγοί κόψουν το λαιμό του από τη μια άκρη μέχρι την άλλη. Άσπρα μαλλιά, μαύρα φρύδια και λαμπερά πράσινα μάτια. Δελεαστικά ανδροπρεπής και απόλυτα απόκοσμος. Φορούσε μαύρα γάντια που εκτείνονταν από τα ακροδάχτυλα μέχρι τις μασχάλες, επειδή αν το δέρμα του άγγιζε το δέρμα οποιουδήποτε ζωντανού πλάσματος θα το προσέβαλε με ασθένεια. Δεν έπρεπε να αγγίξει ούτε καν τους αθάνατους. Οι πολεμιστές δε θα αρρώσταιναν αν τον άγγιζαν, αλλά θα μπορούσαν να εξαπλώσουν την ασθένεια στους ανθρώπους.

[85]


«Πώς νιώθεις;» τον ρώτησε ο Ρέγιες. «Καλύτερα». Τα πράσινα μάτια χαμήλωσαν και εστιάστηκαν στο πιάτο που κρατούσε ο Ρέγιες. «Πεινάω». «Κάνε πίσω», τον προειδοποίησε ο Ρέγιες. «Χαίρομαι που είσαι καλύτερα, αλλά όχι τόσο ώστε να μοιραστώ το φαγητό μου μαζί σου». Το χαμόγελο του Τόριν έχασε τη χροιά της θλίψης του. «Σχεδόν με κάνεις να εύχομαι να ήμουν ακόμα κρεβατωμένος. Έπρεπε να μου προσφέρεις φαγητό με ένα χαμόγελο. Α, ξέρεις κάτι;» ρώτησε, ενώ στρεφόταν προς το μέρος της Άνια. «Ο φίλος σου τα έχει παίξει. Φωνάζει συνέχεια πως θέλει να σε ξαπλώσει στα γόνατά του και να σου τις βρέξει κι έτσι αποφάσισα να μην τον σκοτώσω, όπως με πρόσταξε ο Λούσιεν. Ο τύπος έχει ένα μαχαίρι καρφωμένο στον αριστερό μηρό του, αλλά δεν κατάφερα να εντοπίσω κάποιο άλλο όπλο. Πρέπει να φτάσει στην πόρτα μας από στιγμή σε...» Τοκ, τοκ. Χαμογελώντας, η Άνια έσφιξε τα χέρια της. «Ήρθε ο Γουίλιαμ;» «Τι γυρεύει εδώ;» ρώτησε ο Ρέγιες. «Ο Λούσιεν του είπε να μην επιστρέψει ποτέ, διαφορετικά θα τον σκότωνε... κι εσύ τον μισείς». «Τον μισώ; Τον λατρεύω, θέλεις να πεις. Μέχρι που φρόντισα να γυρίσει οπωσδήποτε κρατώντας όμηρο το αγαπημένο του βιβλίο. Και σε πληροφορώ ότι ο Λούσιεν αστειευόταν πως θα τον σκότωνε. Τώρα είναι κολλητοί φίλοι, μα τους θεούς». Απομακρύνθηκε χτυπώντας ενθουσιασμένη τα χέρια της. «Γουίλιαμ!» Η φωνή της έφτασε στα αυτιά όσων βρίσκονταν στην κουζίνα μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. «Πού είναι το βιβλίο μου, γυναίκα;» «Πού είναι η αγκαλιά μου, αρκούδε;» «Είναι ο ίδιος Γουίλιαμ που κόντεψε να τρελάνει τον Λούσιεν, ενώ η Άνια συνερχόταν από την απώλεια του κλειδιού της;» ρώτησε η Άσλιν, τη στιγμή που ο Μάντοξ την πλησίαζε από πίσω και την έπαιρνε στην αγκαλιά του. «Και σε ποιο βιβλίο αναφέρεται;» «Ο ίδιος», απάντησε ο Μάντοξ χαϊδεύοντας το μάγουλό της. «Δεν ξέρω τίποτα για βιβλία... αυτός ο Γουίλιαμ δε μου φάνηκε διανοούμενος. Και δεν ξέρω γιατί είπε η Άνια πως ο Γουίλιαμ κι ο

[86]


Λούσιεν είναι κολλητοί φίλοι... εμένα δε μου δίνουν τέτοια εντύπωση. Κάποιος θα έπρεπε να τον κλειδώσει μέχρι να γυρίσει ο Λούσιεν». Η Άσλιν κόλλησε στον άντρα της. «Η Άνια φαίνεται να τον συμπαθεί και προτείνω να τον αφήσουμε ήσυχο. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά... ψέματα;» Ο Ρέγιες κοίταξε με απόγνωση ψηλά. Όπως έδειχναν τα πράγματα, τώρα πια κάθε μέρα η παρέα έστηνε κι ένα πάρτι στο κάστρο. Ενώ η Άσλιν και οι άντρες ξεκινούσαν μια φορτισμένη συζήτηση για το ποιος θα μαγείρευε τι, όπως και τι θα έκαναν με το μυστηριώδη Γουίλιαμ, ο Ρέγιες κατάφερε τελικά να δραπετεύσει, φροντίζοντας να κρατήσει το πιάτο ίσιο και το ποτήρι με την πορτοκαλάδα σταθερό καθώς έβγαινε από την κουζίνα. Σε μισώ, είχε πει η Ντανίκα. Το ξέρω, της είχε απαντήσει και το εννοούσε. Κάποτε κράτησε ως αιχμάλωτες εκείνη και τις συγγενείς της. Βοήθησε να την εντοπίσουν οι Κυνηγοί. Η Ντανίκα είχε κάθε λόγο να τον απεχθάνεται. Τώρα, όμως, ήθελε να της προσφέρει κάτι καλό. Κάτι που θα την έκανε να χαμογελάσει για τα επόμενα χρόνια –ακόμα κι αν αυτό το κάτι ήταν ένα απλό γεύμα. Ανέβηκε τα σκαλιά προσεκτικά, χωρίς να χύσει ούτε σταγόνα. Το πιο πιθανό ήταν η Ντανίκα να κοιμόταν ακόμα. Δεν του άρεσε η σκέψη πως θα την ξυπνούσε, αλλά ήξερε πως έτσι ήταν καλύτερα. Η χλομάδα του δέρματός της και οι σκιές κάτω από τα μάτια της τον ανησυχούσαν. Χρειαζόταν τροφή. Όσο είναι εδώ, θα φροντίσω κάθε της ανάγκη. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο, αλλά σταμάτησε απότομα όταν έφτασε στην άκρη του κρεβατιού. Το στόμα του στέγνωσε και η κόκκινη θαμπάδα γύρισε στο οπτικό πεδίο του. Τα μαύρα σεντόνια ήταν τσαλακωμένα. Άδεια. Η Ντανίκα είχε εξαφανιστεί.

[87]


Κεφάλαιο 6 Ο Έρον βρισκόταν κουλουριασμένος στην υπόγεια φυλακή του κι η οργή κυλούσε στις φλέβες του. Οργή για τον εαυτό του, για τους θεούς, για τον Ρέγιες. Έπρεπε να με σκοτώσει. Τώρα είναι πολύ αργά, θέλω να ζήσω. Θέλω να γευτώ το θάνατο εκείνων των γυναικών. Το σκοτάδι θα τον τύλιγε ολοκληρωτικά, αλλά είχε παραδοθεί στο δαίμονά του πριν από πολύ καιρό. Τα μάτια του έλαμπαν κατακόκκινα κι έριχναν άλικες ακτίνες όπου κι αν κοιτούσε. Λάσπη και βράχια τον περικύκλωναν. Ήταν θαμμένος τόσο βαθιά στη γη που μπορούσε να ακούσει τις κραυγές των καταραμένων, μπορούσε να μυρίσει την οσμή του θείου και της σαπισμένης σάρκας που αναδιδόταν από τις πύλες της κόλασης. Νόμιζε πως ο Λούσιεν ήταν ο μοναδικός πολεμιστής που είχε πρόσβαση στον άλλο κόσμο, αλλά φαίνεται πως κι ο Ρέγιες διέθετε αυτό το προνόμιο. Η Οργή, ο δαιμονικός σύντροφός του, άφριζε και γρονθοκοπούσε τα όρια του εγκεφάλου του Έρον, πασχίζοντας να δραπετεύσει από αυτό το μισητό μέρος. Πασχίζοντας να δράσει. Πολύ κοντά στο σπίτι, ούρλιαξε ο δαίμονας. Δεν πρόκειται να γυρίσω. «Όχι, δε θα γυρίσεις». Ο Έρον δεν μπορούσε να επιβιώσει χωρίς το δαίμονά του· ήταν πλέον ένα πλάσμα, δύο μισά ενός συνόλου, ο καθένας ατελής χωρίς τον άλλο. Ο Έρον δεν ήταν πια έτοιμος να πεθάνει. Η λαχτάρα του θανάτου του πρέπει να ήταν σίγουρα μια στιγμιαία έκρηξη τρέλας. Τώρα ήξερε, τώρα αποδεχόταν. Δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να πεθάνει μέχρι το αίμα εκείνων των τεσσάρων γυναικών να λεκιάσει τις παλάμες του, να βάψει τα μπράτσα του και να γεμίσει το στόμα του. Ο θάνατος της Μάλορι, της Τίνκα, της Τζίντζερ και της Ντανίκα.

[88]


Χαμογέλασε, θαρρείς και γευόταν ήδη τους θανάτους τους. Κόψε το λαιμό τους, τον είχε προστάξει ο Κρόνος, ο βασιλιάς των θεών. Μη φύγεις από δίπλα τους μέχρι οι καρδιές τους να σταματήσουν να χτυπούν και τα πνευμόνια τους να πάψουν να αναπνέουν. Στην αρχή, ο Έρον νόμιζε πως θα μπορούσε να αντισταθεί –αθώες, ήταν αθώες–, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Τώρα, η σκέψη πως θα άφηνε εκείνες τις γυναίκες να ζήσουν του φαινόταν αδιανόητη. «Σύντομα», υποσχέθηκε στον εαυτό του. Έτρεμε από την προσμονή. Είχε σκοτώσει πρόσφατα. Το ήξερε, βαθιά στην ψυχή του, αλλά το μνημονικό του ήταν θολό. Το μόνο που μπορούσε να σχηματίσει το μυαλό του ήταν η εικόνα μιας γριάς γυναίκας ξαπλωμένης στο κρύο έδαφος, με το αίμα πηγμένο στους κροτάφους της. Δάκρυα διακρίνονταν στα μάτια της και κοψίματα στο δεξί της μπράτσο. «Μη μου κάνεις κακό», τον εκλιπαρούσε. «Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις κακό». Στο ένα χέρι, ο Έρον έσφιγγε ένα στιλέτο. Το άλλο του χέρι είχε μεταμορφωθεί σε αρπάγη, σε νύχι άγριου ζώου, κοφτερό και θανατηφόρο. Χίμηξε μπροστά... Και μετά, όπως πάντα, η εικόνα ξεθώριαζε εντελώς. Τι είχε συμβεί μετά; Τι είχε κάνει; Δεν ήταν σίγουρος. Η μόνη βεβαιότητά του ήταν πως δεν μπορεί να είχε υποχωρήσει. Δεν μπορεί να την είχε αφήσει ζωντανή. Θέλω να βγω. Θέλω να ανέβω! Θέλω να τεντώσω τα φτερά μου και να πετάξω. «Το ξέρω». Ο Έρον τράβηξε τις αλυσίδες του. Τραντάχτηκαν και έκοψαν πιο βαθιά τους ήδη τραυματισμένους καρπούς του, αλλά δεν υποχώρησαν. Γύμνωσε αγριεμένος τα δόντια του. Καταραμένε Ρέγιες. Καταραμένε Πόνε. Ο Έρον δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς τον νίκησε ο Ρέγιες και πώς τον μετέφερε ως εδώ. Ένα βασανισμένο «Συγχώρησέ με» εξακολουθούσε να αντηχεί στ’ αυτιά του Έρον.

[89]


Ήταν οι ίδιες λέξεις που συνήθιζε να μουρμουρίζει ο ίδιος ο Έρον καθώς στεκόταν στα προάστια της Βουδαπέστης και παρακολουθούσε τους ανθρώπους, νιώθοντας έκπληξη που συνέχιζαν τη ζωή τους και αδιαφορούσαν για την εγγενή αδυναμία τους και τη γνώση πως σύντομα θα πέθαιναν –μερικοί από το χέρι του. Ο Έρον υπέκυπτε μερικές φορές σε αμόκ όπου η Οργή έκρινε και εκτελούσε εκείνους στους οποίους άξιζε τιμωρία. Βιαστές, παιδεραστές. Δολοφόνους. Όπως εγώ. Σε μερικούς, όμως, δεν άξιζε μια τέτοια τύχη. Όπως εκείνες οι γυναίκες. Συνοφρυώθηκε. Η σκέψη ήταν παράταιρη στο χάος του μυαλού του, μια σκέψη που θα έκανε πριν του αναθέσουν οι θεοί τον όμορφο θάνατο των γυναικών της οικογένειας Φορντ. Ξαφνικά, βράχια κατρακύλησαν, έπεσαν από τον απέναντι τοίχο της σπηλιάς και διέκοψαν τις σκέψεις του. Η προσοχή του Έρον στράφηκε αμέσως προς τα εκεί και τα μάτια του μισόκλεισαν. Αντίκρισε μια στενή τρύπα στο κέντρο, όπου ξεχώριζαν δυο φωτεινά κόκκινα μάτια –δαιμονικά μάτια, όπως τα δικά του. Ο Έρον μούγκρισε μια προειδοποίηση. Ήταν αλυσοδεμένος και άοπλος, αλλά όχι και ανήμπορος. Είχε δόντια· αν χρειαζόταν, θα έτρωγε τον αντίπαλό του. Έπεσαν κι άλλα βράχια, διευρύνοντας την τρύπα. Μετά ένα φαλακρό, φολιδωτό κεφάλι πέρασε από το άνοιγμα. Εκείνα τα λαμπερά κόκκινα μάτια κοίταξαν αριστερά δεξιά πριν εστιαστούν πάνω του. Κοφτεροί, γυαλιστεροί κυνόδοντες εμφανίστηκαν στο μοχθηρό του χαμόγελο. «Σσσε μύρισσσα, αδερφέ». Το πλάσμα μιλούσε με διχαλωτή γλώσσα φιδιού. Ακουγόταν περισσότερο χαρούμενο παρά απειλητικό. «Δεν είμαι αδερφός σου». Λεπτά χείλη σούφρωσαν. «Μα είσσσαι η Οργή». Τα νύχια του Έρον επιμηκύνθηκαν σε κοφτερές βελόνες. «Ναι, είμαι». Τον ξέρεις; ρώτησε το δαίμονά του. Όχι. Ακολούθησε κι άλλη κατολίσθηση καθώς φολιδωτοί ώμοι

[90]


ξεπρόβαλαν για να τους ακολουθήσει ένα κοντό, επίσης φολιδωτό σώμα. «Αν πλησιάσεις περισσότερο, θα πεθάνεις». «Όχι, δε θα πεθάνω. Εγώ δεν πεθαίνω ποτέ». Το πλάσμα στήριξε πόδια με οπλές στο έδαφος και σηκώθηκε. Ήταν τόσο κοντό ώστε πρέπει να έφτανε μετά βίας ως τον αφαλό του Έρον. Ένα ρίγος απλώθηκε στο μικρό σώμα του, τινάζοντας σκόνη από τα πράσινα λέπια του. «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» «Είμασσστε φίλοι». «Δεν έχω φίλους. Ποιος είσαι; Τι γυρεύεις εδώ;» «Ο αφέντηςςς με φώναζε Λεγεωνάριο πριν με πει Ηλίθιο Πλάσσσμα». Το ον πλησίασε ένα ακόμα βήμα, βουίζοντας από ευθυμία. Χαμογέλασε και οι κυνόδοντες εμφανίστηκαν ξανά. «Θέλειςςς να παίξουμε;» Λεγεωνάριος. Ενδιαφέρον. «Ένας από χίλιους... τι;» «Υποτακτικούςςςς». Άλλο ένα βήμα. Υπηρέτες της κόλασης, δήλωσε η Οργή με αηδία. Άχρηστοι, αναλώσιμοι, ανάξιοι. Φα τον. Ο Έρον τράβηξε τα γόνατα στο στήθος, έτοιμος να επιτεθεί. «Σταμάτα». Γιατί το είχε πει αυτό; Ήθελε να πλησιάσει το πλάσμα. Ήθελε να το καταβροχθίσει. Ο Λεγεωνάριος υπάκουσε και τα χείλη του σούφρωσαν ξανά. «Μα εμείςςς είμασσστε φίλοι τώρα. Θα παίξεις μαζί μου; Σσσε παρακαλώ, σσσε παρακαλώ». «Τι να παίξουμε;» Σάλια έτρεξαν από την άκρη του στόματος του Έρον και τα έγλειψε. Όσο πιο πολύ σκεφτόταν να φάει τον αντίπαλό του, τόσο πιο πολύ του άρεσε η ιδέα. Οι αλυσίδες του Έρον είχαν αρκετό λάσκο ώστε να μπορεί να πιάνει και να τρέφεται με ποντίκια. Ο δαίμονας θα ήταν μια νόστιμη αλλαγή. Αλλά δε θα έλεγε όχι και για λίγη μουστάρδα. Καταραμένε Ρέγιες. «Τι παιχνίδι;» «Πιάσσσε το δαίμονα! Ο αφέντηςςς έπαψε να παίζει μαζί μου. Με έδιωξε από το σσσπίτι». Το πλάσμα χαμήλωσε τα μάτια και κλότσησε μια πέτρα με τις οπλές του. «Έκανα κάτι κακό, πολύ κακό, και τώρα δεν παίζω μαζί του».

[91]


«Τι κακό έκανες;» ρώτησε ο Έρον πριν προλάβει να συγκρατηθεί. Οι κυνόδοντες εμφανίστηκαν ξανά, δαγκώνοντας το λεπτό κάτω χείλος. «Έφαγα το χέρι του αφέντη. Θέλειςςς να παίξουμε;» Για να χάσει κάποιο δικό του χέρι; Ο Έρον το σκέφτηκε και ανασήκωσε τους ώμους του. «Ας παίξουμε». Έτσι κι αλλιώς, αυτός που θα φαγωνόταν θα ήταν ο Λεγεωνάριος. «Ωραία!» Το πλάσμα χτύπησε με ενθουσιασμό τις αρπάγες του, μολονότι παρέμεινε αρκετά μέτρα μακριά. «Μπορούμε να αλλάξουμε κανόνεςςς;» Υπήρχαν και κανόνες; «Ποιους κανόνες;» «Ο νικητήςςς δε θα με χτυπήσει με πέτρεςςς». «Σύμφωνοι». Ο Έρον απλώς θα τον δάγκωνε με τα δόντια του. Γελώντας απόκοσμα, ο Λεγεωνάριος πήδηξε ψηλά στον αέρα και μεταφέρθηκε από τη μια πλευρά της σπηλιάς στην άλλη –ένα θολό σχήμα στα μάτια του Έρον. Προσπέρασε δυο φορές, χαχανίζοντας ευτυχισμένα, και δυο φορές ο Έρον άπλωσε το χέρι, με τους κρίκους των αλυσίδων να μπήγονται πιο βαθιά στη σάρκα του. Το πλάσμα απλώς ξέφευγε από τα δάχτυλά του. Ο Έρον έμεινε ακίνητος και αναλογίστηκε τις επιλογές του. Είχε περιορισμένη δυνατότητα κινήσεων και ο Λεγεωνάριος σάλευε τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να τον δει. Θα έπρεπε να περιμένει σαν αράχνη που ύφαινε τον ιστό της, χρησιμοποιώντας τις άλλες αισθήσεις του. Με αποφασιστικότητα έκλεισε τα μάτια και καλωσόρισε το απόλυτο σκοτάδι. Ακούμπησε τα χέρια στα σηκωμένα γόνατά του, ελπίζοντας πως έδινε την εντύπωση της απόλυτης νηφαλιότητας. Το χαιρέκακο γέλιο του Λεγεωνάριου αντήχησε στ’ αυτιά του –πιο κοντά, πιο κοντά... Ακροδάχτυλα σύρθηκαν στο μέτωπό του, αλλά ο Έρον δε μόρφασε καν. «Πιάσσσε με, πιάσσσε με αν μπορείςςς». Πέτρες έπεσαν από το απέναντι τοίχωμα ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν γίνει το γέλιο πιο δυνατό και μια αύρα προστέθηκε στο γεμάτο υγρασία και στάχτες αέρα. Από στιγμή σε

[92]


στιγμή... Περίμενε... Περίμενε... Κάτι ζεστό χάιδεψε το μπράτσο του κι ο Έρον έκλεισε απότομα τα δάχτυλά του. Ένα επιφώνημα, μια στριγκλιά. Ο Λεγεωνάριος σφάδασε στη λαβή του και το γέλιο του κόπηκε απότομα. «Κέρδισα». Τα δόντια του Έρον έγιναν πιο κοφτερά και κατέβασε το κεφάλι του. Επαφή. Όξινο αίμα γέμισε το στόμα του –καυτό, βραστό. «Ωχ!» Βήχοντας και φτύνοντας, ο Έρον ελευθέρωσε το δαίμονα. Τα βλέφαρά του άνοιξαν απότομα, αλλά σύντομα μισόκλεισαν, σχηματίζοντας σχισμές. Γιατί δε μου είπες πως ήταν δηλητήριο; μούγκρισε ρωτώντας την Οργή. Δεν το ήξερα, ήρθε η απάντηση. «Με δάγκωσσσεςςς». Η μομφή ξεχώριζε στη φωνή του πλάσματος. Μομφή και πλήγωμα. Δάκρυα πλημμύρισαν τα κόκκινα μάτια του. «Έχεις τη γεύση χολής, αηδιαστικό σκουλήκι». «Μα... μα... με μάτωσσσεςςς». Ο Λεγεωνάριος έτριψε το σβέρκο του και μαύρο αίμα κύλησε ανάμεσα από τα φολιδωτά δάχτυλά του. «Υποσχέθηκεςςς πωςςς δε θα το έκανεςςς». «Υποσχέθηκα πως δε θα σε χτυπούσα με πέτρες». Κάτι σαν... αποστροφή; Ναι, αποστροφή σπίθισε στο στήθος του Έρον, παραμερίζοντας το διαρκή θυμό του και την καταλυτική δίψα του για φόνο. «Νόμιζα...» Τι; Παραλίγο να σε κάνω μεζέ αλλά τώρα λυπάμαι; «Νόμιζα πως έτσι παίζεται το παιχνίδι». «Λάθοςςς νόμιζεςςς». Ο Λεγεωνάριος ρούφηξε τη μύτη του και στράφηκε αλλού. Πλησίασε την απέναντι γωνιά και έθαψε το πρόσωπό του στα βράχια, στενοχωρημένος. Μα τους θεούς. Πώς έμπλεξα σ’ αυτή την κατάσταση; Οι Λεγεωνάριοι μοιάζουν με μωρά, μούγκρισε η Οργή. «Δεν ήξερα τους κανόνες», δικαιολογήθηκε ο Έρον, σοκαρισμένος επειδή εκείνη τη στιγμή ένιωθε περισσότερο σαν τον παλιό εαυτό του και δεν ήξερε το γιατί. Ο Λεγεωνάριος κοίταξε πάνω από τον ώμο του και τα λέπια του άστραψαν σαν γυαλισμένα ρουμπίνια στην κόκκινη λάμψη των

[93]


δαιμονικών ματιών του Έρον. Τα λέπια του ήταν πράσινα πριν, σωστά; «Αν θέλειςςς να είμασσστε φίλοι, πρέπει να μου υποσσσχεθείςςς ότι δε θα με δαγκώσσσειςςς ξανά. Πλήγωσσσεςςς τα σσσυναισσσθήματά μου εκτόςςς από το λαιμό μου». Φίλοι; «Λεγεωνάριε, δε θέλω να πληγώσω τα συναισθήματά σου, αλλά...» «Βλέπειςςς...» Χαμογελώντας ξανά, ο μικροσκοπικός δαίμονας στριφογύρισε και χτύπησε τα χέρια του. «Δε θέλειςςς να με πονέσσσειςςς ξανά. Είμασσστε ήδη φίλοι. Τι θα κάνουμε, τι θα κάνουμε; Θέλειςςς να παίξουμε άλλο ένα παιχνίδι;» Ο Έρον έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και κοίταξε σκεφτικός τον καινούριο... φίλο του. «Ξέρω ένα άλλο παιχνίδι που μπορούμε να παίξουμε». «Αλήθεια; Ποιο; Ποιο;» Το χτύπημα των χεριών έγινε γρήγορο, ευτυχισμένο. «Θέλω να παίξω. Πώςςς λέγεται; Είμαι σσσίγουροςςς πωςςς αυτή τη φορά θα κερδίσσσω!» «Λέγεται Σπάσε τις Αλυσίδες». Ο Πάρις βρισκόταν ξαπλωμένος δίπλα στη θνητή γυναίκα στο νοικιασμένο κρεβάτι. Είχε μπει στο συγκεκριμένο δωμάτιο αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Ένα υπέρδιπλο στρώμα, άσπροι τοίχοι με κλασικούς πίνακες κρεμασμένους σε στρατηγικά σημεία. Ένα μαύρο γραφείο, μια χρυσή λάμπα. Νούμερο 14 του πολυτελούς ξενοδοχείου Ζάρα. Μόνο που κάθε φορά βρισκόταν εδώ με διαφορετική γυναίκα. Σκέφτηκε πως δεν ήξερε το όνομα της συντρόφου του και δεν τον ενδιέφερε να το μάθει. Ήταν τουρίστρια και δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά στη ζωή του. Ποτέ δεν έβλεπε ξανά τις εφήμερες ερωμένες του. Συνήθως έφευγε αμέσως μετά το σεξ. Η παραμονή προκαλούσε συναισθήματα και επειδή δεν μπορούσε να κάνει έρωτα με την ίδια γυναίκα δυο φορές, τα συναισθήματα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μπελάς. Απόψε, ωστόσο, είχε μείνει, και τώρα η γυναίκα ροχάλιζε σιγανά στο πλευρό του. Το μυαλό του ήταν ταραγμένο, τα νεύρα του τεντωμένα, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι. Ο Μάντοξ είχε την

[94]


Άσλιν, ο Λούσιεν την Άνια και τώρα ο Ρέγιες την Ντανίκα. Βλέποντάς τους μαζί, ο Πάρις θυμόταν τη γυναίκα που ήθελε εκείνος –τη γυναίκα που είχε σκοτώσει. Τη Σιένα. Την αξιολάτρευτα άσχημη Σιένα με το γεμάτο φακίδες δέρμα, τα χοντρά γυαλιά και τα μαύρα κατσαρά μαλλιά. Λεπτή, πολύ λεπτή, σχεδόν χωρίς καμπύλες και σχεδόν χωρίς στήθος. Ωστόσο, τον είχε μαγέψει από την αρχή. Την είχε ποθήσει, την είχε φλερτάρει όσο καλύτερα μπορούσε και την είχε αποπλανήσει. Κι εκείνη τον πρόδωσε πολύ γρήγορα· από την αρχή σχεδίαζε να τον προδώσει. Ήταν μια Κυνηγός, ο χειρότερος εχθρός του, και χρησιμοποίησε τον ερεθισμό του εναντίον του. Απέσπασε την προσοχή του και τον νάρκωσε –και μετά τον άφησε για να τον βρουν οι συνεργάτες της. Εκείνοι τον κλείδωσαν σε ένα κελί και τον αλυσόδεσαν. Τον μελέτησαν σαν πειραματόζωο. Παραλίγο να πεθάνει και τότε αναγκάστηκαν να ρίξουν τη Σιένα στο λάκκο των λεόντων –κατά κάποιον τρόπο– για να τον διατηρήσουν ζωντανό. Η Ακολασία δεν μπορούσε να επιβιώσει χωρίς σεξ. Όσο περισσότερος χρόνος περνούσε χωρίς ο Πάρις να κάνει έρωτα, τόσο περισσότερο εξασθενούσε. Εκείνοι οι Κυνηγοί δεν ήθελαν να πεθάνει. Πώς, λοιπόν, θα μελετούσαν τις ικανότητές του; Πώς, λοιπόν, θα τον χρησιμοποιούσαν για να δελεάσουν τους φίλους του και να τους προσελκύσουν στην περιοχή των Κυνηγών; Και, ακόμα χειρότερα, αν τον σκότωναν θα ελευθέρωναν το δαίμονά του που θα επιτιθόταν στον κόσμο, τρελός και διψασμένος για αίμα, παρανοϊκός χωρίς τον ξενιστή του. Οι Κυνηγοί δεν ήθελαν κάτι τέτοιο. Ναι, ήθελαν να αποσπάσουν τους δαίμονες από τα σώματα των Αρχόντων, αλλά μόνο όταν έβρισκαν το κουτί της Πανδώρας. Μέχρι τώρα, κανένας δεν είχε πλησιάσει ούτε στο σημείο όπου βρισκόταν. Ούτε καν οι Άρχοντες. Έτσι, είχαν στείλει τη Σιένα στο κελί του. Τον είχε καβαλήσει, του είχε κάνει έρωτα με ορμή, όπως ακριβώς του άρεσε, και ο Πάρις ανέκτησε τις δυνάμεις του –και με το παραπάνω, για την ακρίβεια. Για πρώτη φορά μετά το δέσιμό του με την Ακολασία, είχε ερεθιστεί

[95]


ξανά για την ίδια γυναίκα. Ο Πάρις αποφάσισε τότε να την κρατήσει. Ναι, θα την τιμωρούσε, αλλά θα την κρατούσε έτσι κι αλλιώς μέχρι το τέλος της ζωής της. Επειδή, για μια στιγμή στο χρόνο, νόμιζε πως είχε βρει τη γυναίκα που θα μπορούσε να τον σώσει. Δεν τον ένοιαζε πια το γεγονός ότι η Σιένα ήταν Κυνηγός και ότι πίστευε πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς εκείνον και τους φίλους του. Τον ένοιαζε μονάχα ότι τελικά, ευλογημένα, μπορούσε να κάνει σεξ με την ίδια γυναίκα ξανά και ξανά. Μπορούσε να την απολαύσει, μπορούσε να τη μάθει. Ίσως ακόμα και να την αγαπήσει. Νόμιζε, ανόητος όπως ήταν, πως η μοίρα ήθελε να ζήσουν μαζί και πως οι θεοί είχαν αποφασίσει τελικά να τον απαλλάξουν από το εσωτερικό μαρτύριό του. Είχε κουραστεί να αναζητεί μια καινούρια γυναίκα κάθε μέρα, είχε κουραστεί να κάνει έρωτα χωρίς να αγαπά, χωρίς να θυμάται ποια φιλούσε και ποια άγγιζε, χωρίς να ανακαλύπτει ποτέ τι αγαπούσαν και τι αντιπαθούσαν αυτές οι γυναίκες, επειδή υπήρχαν πάρα πολλά πρόσωπα, πάρα πολλά σώματα, πάρα πολλές προτιμήσεις και πάρα πολλές απαιτήσεις που κολυμπούσαν στις αναμνήσεις του. Έτσι, είχε δραπετεύσει από εκείνη τη φυλακή των Κυνηγών με τη Σιένα στο πλευρό του. Ως ανεκπαίδευτος στρατιώτης όμως, την άφησε ακάλυπτη –και οι Κυνηγοί την πυροβόλησαν. Όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές. Η Σιένα πέθανε στην αγκαλιά του. Έπρεπε να την είχα προστατεύσει. Είχαν περάσει αρκετές βδομάδες από τότε, αλλά ο Πάρις δεν μπορούσε να διώξει το πρόσωπό της από το μυαλό του. Δεν μπορούσε πια να ερεθιστεί παρά μόνο όταν τη σκεφτόταν. Με ήθελε. Δεν ήθελε να τον θέλει, αλλά τον ήθελε. Ήταν πολύ υγρή όταν ενώθηκε μαζί της. Παρά τις διαφωνίες της, η έκσταση είχε θολώσει τα μάτια της και είχε βογκήξει το όνομά του ξανά και ξανά. Το δικό του όνομα. Όχι το όνομα κάποιου άλλου άντρα. Παρά τις διαφορές τους, θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι μαζί. «Αλλά όχι. Επέτρεψα στους δικούς της να τη σκοτώσουν».

[96]


Γέλασε πικρόχολα. «Σπουδαίος πολεμιστής είμαι. Δικό μου το φταίξιμο... όλα είναι αποκλειστικά δικό μου φταίξιμο». «Πώς είπες;» ρώτησε η σύντροφός του, με φωνή βραχνή από τον ύπνο. Κύλησε προς το μέρος του και η παλάμη της ακούμπησε στο στήθος του. Γαμώτο. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Δεν ήθελε να μιλήσει μαζί της. Ο Πάρις κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι και σηκώθηκε, απομακρύνοντάς τη. «Χμμμ», μουρμούρισε εκείνη. «Μου αρέσει η θέα». Με κοφτές κινήσεις, ο Πάρις σήκωσε τα ρούχα του από το πάτωμα. Στιλέτα βρίσκονταν στερεωμένα στα χέρια και στα πόδια του και δεν έκανε τον κόπο να τα κρύψει· είχαν ερεθίσει τη γυναίκα στο κρεβάτι. Εκείνη ψιθύρισε το όνομά του. Την αγνόησε και ντύθηκε. «Έλα πίσω στο κρεβάτι», τον παρακάλεσε. «Σε θέλω ξανά. Σε χρειάζομαι». Είχε ακούσει παρόμοιες λέξεις χίλιες φορές και πιθανότατα θα τις άκουγε άλλες χίλιες από χίλιες διαφορετικές γυναίκες. Η σκέψη τον έκανε να μορφάσει. «Πρέπει να φύγω». Η γυναίκα ξεφύσησε δυσαρεστημένη. «Μείνε, σε παρακαλώ. Θέλω να ξεκινήσω όμορφα τη μέρα μου και, όταν σε έχω μέσα μου, νιώθω πολύ όμορφα». Εκείνη τη στιγμή, ο Πάρις δε θυμόταν καν το πρόσωπό της –αν και την κοιτούσε μόλις ένα δευτερόλεπτο πριν. Δεν ήταν η Σιένα –αυτό, τουλάχιστον, το ήξερε. Ο ανδρισμός του είχε ατονήσει σαν μαραμένο λουλούδι και θα έμενε έτσι. «Ίσως κάποια άλλη φορά». Ψέμα, αλλά τουλάχιστον ήταν ό,τι πιο ευγενικό μπορούσε να πει. Τα σκεπάσματα κινήθηκαν. Ένα μικρό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Πιθανότατα η γυναίκα χαϊδευόταν, ελπίζοντας να τον δελεάσει ή ίσως να βρει την ανακούφιση που ζητούσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τον ένοιαζε. Το σώμα του δεν αντέδρασε καθόλου. Έτσι θα είναι πάντα η ζωή μου: θα πηδώ και θα φεύγω. Είμαι αξιολύπητος.

[97]


Λάτρευε τις γυναίκες. Ήταν η ίδια η ζωή του και πάντα φρόντιζε να τις κανακεύει και να ενισχύει την αυτοεκτίμησή τους. Αλλά όλο και περισσότερο δεν έβρισκε την απαραίτητη ενεργητικότητα για να το κάνει. «Πάρη», ψιθύρισε εκείνη, ξέπνοη. «Βάλε τα δάχτυλά σου στη θέση των δικών μου. Σε παρακαλώ». «Όπως ακούω, τα καταφέρνεις μια χαρά και μόνη σου. Το δωμάτιο είναι πληρωμένο μέχρι αύριο το πρωί. Θα σε αφήσω να το χαρείς». «Θα φύγεις;» Η γυναίκα ανασηκώθηκε απότομα, άπλωσε το χέρι προς το μέρος του και το δάχτυλό της κατηφόρισε στο πλευρό του. «Μείνε, σε παρακαλώ». «Ξέχασέ με. Εγώ σε ξέχασα ήδη». Βγήκε από το δωμάτιο, άφησε το ξενοδοχείο και δεν κοίταξε ποτέ πίσω.

[98]


Κεφάλαιο 7 Αφού ξύπνησε μόνη στο κρεβάτι του Ρέγιες με έναν ακόμα ταραγμένο εφιάλτη να στριφογυρίζει στο μυαλό της, η Ντανίκα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να μείνει εκεί, όποιος κι αν ήταν ο στόχος της. Δεν μπορούσε να κάνει κακό στον Ρέγιες. Το γεγονός και μόνο ότι βρισκόταν κοντά του την επηρέαζε με χίλιους διαφορετικούς τρόπους –και κανένας δεν ήταν θετικός. Κάθε φορά που τον έβλεπε, θα έπρεπε να την πλημμυρίζει το μίσος. Μίσος, οργή και βία. Αλλά κάθε φορά που κοιτούσε τις σκοτεινές, απύθμενες λίμνες επίγνωσης και πόνου που ήταν τα μάτια του, αισθανόταν... αισθανόταν κάτι άλλο. Πνιγόταν... και κομμάτια του εαυτού της πέθαιναν και ανασχηματίζονταν γρήγορα για εκείνον. Για εκείνον. Όχι για την οικογένειά της, όχι για την επιβίωσή της. Για εκείνον. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει τόσο εύκολα το στόχο της; Πώς; Είχε πέσει θύμα απαγωγής πριν από πολλές βδομάδες και τώρα είχε στερηθεί ακόμα και την άθλια ζωή των τελευταίων ημερών. Πώς ήταν δυνατό, λοιπόν, να εξακολουθεί να θέλει να αγγίξει τον Ρέγιες; Να νιώσει την αγκαλιά του; Να γευτεί την παρηγοριά του –ή ακόμα και την ηδονή που μπορούσε να της προσφέρει; Πώς είχε τρυπώσει ο Ρέγιες στις πιο προσωπικές φαντασιώσεις της και είχε ξεσηκώσει τις πιο βασικές ανάγκες της; Μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, σηκώθηκε από το κρεβάτι και εγκατέλειψε το δωμάτιο. Απομακρύνθηκε πολύ και μετά ξαναγύρισε πίσω, επειδή φοβόταν πως μια λάθος στροφή μπορεί να την έφερνε πρόσωπο με πρόσωπο με τους φίλους του Ρέγιες. Τα πόδια της υποχώρησαν τελικά και την υποχρεώσαν να σταματήσει εκεί, στη σκάλα. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση της, προσπαθώντας να διατηρήσει κάποια ζεστασιά. Η παγωνιά είχε επιστρέψει. Ανατρίχιασε.

[99]


Μόνο ένα πράγμα είχε καταφέρει να τη ζεστάνει: ο Ρέγιες. «Ντανίκα!» Πάνω στην ώρα! Η φωνή του Ρέγιες αντήχησε στο διάδρομο πίσω της, πανικόβλητη και κοφτερή σαν ξυράφι. Η Ντανίκα στήριξε το κεφάλι της στην κουπαστή της σκάλας, καθώς η κούραση και η ζαλάδα την τύλιγαν. Θα έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Παρέμεινε στη θέση της· σαν ανόητη, ανυπομονούσε να τον δει. «Ντανίκα!» Η φωνή του ακουγόταν πιο κοντά. Η Ντανίκα δε σπατάλησε χρόνο για να απαντήσει. Έτσι κι αλλιώς, θα την έβρισκε αρκετά γρήγορα. Δεν υπήρχε λόγος να τον βοηθήσει. «Ντανί...» Το όνομά της έσβησε, καθώς μια αύρα χάιδευε τη βάση του σβέρκου της. Πρέπει να είχε σταματήσει απότομα. Δεν μπορούσε να τον δει, ούτε καν με το πλάι του ματιού της, αλλά μπορούσε να νιώσει τη θερμότητα που εξέπεμπε μέχρι το μεδούλι. Θεέ μου, ήταν πολύ ζεστός. Τα ρίγη της κόπασαν. Μετά, ξαφνικά, ο Ρέγιες βρέθηκε δίπλα της και ο μηρός του χάιδευε τον δικό της. Ηλεκτρικές εκκενώσεις απλώθηκαν στις φλέβες της, καλύπτοντας ολόκληρο το σώμα της. Ξεροκατάπιε. Κάθισαν αμίλητοι για πολλή ώρα. Τελικά, η Ντανίκα στράφηκε και τον κοίταξε. Η ματιά της ταξίδεψε από τις λασπωμένες μπότες του στο σκισμένο τζιν του. Ανηφόρισε στα μυώδη μπράτσα του που ακουμπούσαν στους μηρούς του. Τρία βαθιά αυλάκια ήταν χαραγμένα στο δέρμα του. Αίμα είχε κυλήσει από αυτά τα αυλάκια και είχε ξεραθεί. Ο Ρέγιες κοιτούσε κάτω τα σκαλιά, αλλά πρέπει να είχε νιώσει τη ματιά της επειδή λύγισε τα χέρια του πίσω από την πλάτη και στήριξε το βάρος του στους αγκώνες, κρύβοντας με αυτή την κίνηση το πρόσωπό του από τα μάτια της. «Πληγώθηκες ξανά», διαπίστωσε η Ντανίκα, προσπαθώντας να περιορίσει ένα κύμα ανησυχίας που την κατέκλυσε. «Δεν είναι τίποτα». «Τίποτα, ε;» Η Ντανίκα ξεφύσησε χλευαστικά. «Είσαι ο πιο αδέξιος άντρας που έχω γνωρίσει. Συνέχεια χτυπάς και ματώνεις».

[100]


Μια παύση... και μετά: «Ήθελες να το σκάσεις από μένα;» «Ναι». Δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. «Γιατί;» «Λες και πρέπει να είσαι πυρηνικός επιστήμονας για να βρεις την απάντηση!» «Εννοώ, γιατί σταμάτησες;» Επειδή φοβόταν την αλήθεια και επειδή ήταν πολύ κουρασμένη για να σκαρφιστεί ένα ψέμα, η Ντανίκα απέφυγε εντελώς την ερώτηση. «Γιατί εσύ κι οι φίλοι σου θέλετε να σκοτώσετε την οικογένειά μου; Δε μου είπες ποτέ το λόγο. Απ’ όσο ξέρω, δε σας προσβάλαμε, δεν εισβάλαμε στην περιοχή σας και δεν κάναμε κάτι που να μας αξίζει... να μας αξίζει κάτι τέτοιο». Ο Ρέγιες αναστέναξε βαριά, κουρασμένα. «Όχι, δεν κάνατε κακό. Και δε θέλω να σας σκοτώσω». Η Ντανίκα δεν ήξερε αν έλεγε αλήθεια ή όχι. Έτσι κι αλλιώς, αντέδρασε. Η καρδιά της αναπήδησε λες και είχε ακούσει το πιστόλι εκκίνησης του αφέτη σε αγώνα δρόμου και άρχισε να χτυπά τόσο γρήγορα που νόμιζε ότι θα έσπαγε. Η φωνή της βράχνιασε, τα λόγια έβγαιναν σπασμένα από το στόμα της. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό της και αναγκάστηκε να ξεροκαταπιεί για να μπορέσει να μιλήσει. «Άλλα είπες την τελευταία φορά. Είχες πει πως...» «Δε θα μιλήσουμε για την τελευταία φορά. Ό,τι έγινε έγινε. Πέρασε». «Όχι, δεν πέρασε». Ο θυμός φούντωσε μέσα της, καυτός και πεινασμένος, προσφέροντάς της κάποια δύναμη. Χτύπησε τη γροθιά στο γόνατό της και το πόδι της αναπήδησε ανακλαστικά. «Δε θα περάσει ποτέ». «Μην κάνεις κακό στον εαυτό σου, Ντανίκα», τη συμβούλεψε ο Ρέγιες κι ακουγόταν τόσο θυμωμένος όσο κι εκείνη. «Πολύ αστείο να το λες εσύ. Την τελευταία φορά με απείλησες. Είπες πως θα πέθαινα αν με έβρισκες. Λοιπόν, με βρήκες». Το κεφάλι του εμφανίστηκε ξαφνικά στο οπτικό της πεδίο και τα μάτια του φάνηκαν να φτάνουν μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Σκοτεινά, διαπεραστικά, με τις μαύρες κόρες κυριολεκτικά ζωντανές. «Ναι, το είπα, αλλά από τότε έχω αποδείξει ότι δεν μπορώ να σου

[101]


κάνω κακό με οποιονδήποτε τρόπο». Πράγματι. Να τον πάρει η οργή. Όλα μέσα της μαλάκωσαν και δεν μπορούσε να τα εμποδίσει. Κοίταξε αλλού. Σε τραβά ξανά προς το μέρος του, αλλάζει τον τρόπο σκέψης του. Σε καταστρέφει. Κοίταξε τη βάση της σκάλας. Την περίμενε ένα πλούσιο κόκκινο χαλί, τόσο παχύ που τα πόδια της δε θα άγγιζαν καν το μαρμάρινο δάπεδο που υπήρχε από κάτω. «Οι φίλοι σου εξακολουθούν να θέλουν το θάνατό μου». «Θέλουν;» Ο Ρέγιες γέλασε, αλλά δεν ήταν ευχάριστος ήχος. «Όχι. Κανένας δε θέλει το θάνατό σου, αλλά θα κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουν». «Και πρέπει να με σκοτώσουν;» Τώρα ο Ρέγιες παρέμεινε σιωπηλός. «Κι εσύ τι θα κάνεις;» επέμεινε εκείνη. «Θα τους αφήσεις;» Άλλος ένας αναστεναγμός, γεμάτος πόνο αυτή τη φορά. «Σου έχω κάνει ποτέ κακό; Έστω και μια φορά;» Όχι. «Τι γνωρίζεις για την οικογένειά μου, Ρέγιες; Η γιαγιά μου...» –σχεδόν πνίγηκε, προφέροντας τις λέξεις– «...η γιαγιά μου αγνοείται πάνω από δυο βδομάδες». Ο Ρέγιες άπλωσε το χέρι και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Η Ντανίκα έβγαλε ένα επιφώνημα και τράβηξε απότομα το χέρι της. «Συμφωνήσαμε ότι δε θα αγγίζει ο ένας τον άλλο». Το δέρμα του ήταν υπερβολικά ζεστό και το σώμα της υπερβολικά ευαίσθητο. Με μια επαφή κλάσματος δευτερολέπτου, είχε νιώσει να τσουρουφλίζεται μέχρι τα κόκαλα κι οι ρώγες της είχαν σκληρύνει. «Δε γνωρίζω κάτι για τη γιαγιά σου, αλλά... αλλά ξέρω κάποιον που πρέπει να γνωρίζει». Η Ντανίκα γέλασε και, όπως στην περίπτωση του Ρέγιες, ο ήχος δεν ήταν ευχάριστος. «Ναι, με έπεισες». «Λέω αλήθεια. Δε θα σου έλεγα ψέματα για κάτι τέτοιο». Η σοβαρότητα του τόνου της φωνής του δεν την έπεισε, αλλά τα ίδια τα λόγια την έπεισαν. Τρεις φορές είχε συναντηθεί μαζί του και δεν της είχε πει ψέματα ούτε μια φορά –δεν είχε καν υπερβάλει λέγοντας την αλήθεια. Ήταν ωμός –οδυνηρά ωμός. Το στομάχι της

[102]


σφίχτηκε με ελπίδα –και με φόβο. Τι θα μάθαινε αν επισκεπτόταν εκείνο το ανώνυμο άτομο; Ότι η μητέρα, η αδερφή και η γιαγιά της ήταν σώες και αβλαβείς ή ότι είχαν υποφέρει τρομερά πριν πεθάνουν; «Πήγαινέ με σ’ αυτό το άτομο». Ήταν εντολή. Τον αντίκρισε, μετατοπίζοντας το σώμα της έτσι ώστε βρέθηκαν στήθος με στήθος. Οι ανάσες τους μπερδεύτηκαν, ζεστές και με τη μυρωδιά της μέντας. Η Ντανίκα ανέπνευσε βαθιά. Τόσο βαθιά, ώστε φοβόταν πως ο Ρέγιες θα γινόταν ένα κομμάτι του εαυτού της. Είναι ένα κομμάτι του εαυτού σου από την αρχή. Όχι. Αρνούμαι να το πιστέψω. «Δε θα σε πάω κοντά του, αλλά θα τον ρωτήσω εγώ για λογαριασμό σου». «Όχι». Η Ντανίκα ήθελε να τον αρπάξει από τους ώμους και να τον ταρακουνήσει, αλλά ήξερε πως αν τον άγγιζε θα θρυμμάτιζε την αυτοσυγκέντρωσή της. «Θα έρθω μαζί σου». «Δεν...» Ο Ρέγιες έτριψε το σβέρκο του. «Όχι». «Δεν πρόκειται να με μεταπείσεις και θα τσακωθούμε άσχημα αν προσπαθήσεις να με αναγκάσεις να μείνω εδώ». Ένας μακρύς αναστεναγμός κούρασης. «Πολύ καλά. Πρώτα, όμως, θα φας. Μόλις και με το ζόρι κρατάς όρθιο το κεφάλι σου». Η ματιά του την κάλυψε από πάνω μέχρι κάτω. Η έκφρασή του έγινε επιφυλακτική, χωρίς να αποκαλύπτει τα συναισθήματά του. «Πρέπει να μάθω τι απέγιναν. Δε θα μπορέσω να κατεβάσω ούτε μια μπουκιά αν δε μάθω». Ο Ρέγιες κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του πριν βγει η τελευταία λέξη από το στόμα της. «Δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Θα φας, θα κάνεις μπάνιο και μετά θα φύγουμε». «Μη μου λες τι να κάνω! Δεν είμαι η ίδια κοπέλα που ήμουν την πρώτη φορά που με απήγαγες. Δε θα υπακούσω πειθήνια!» «Πίστευες πως πριν ήσουν πειθήνια;» Η Ντανίκα τον κοίταξε λες και δεν πίστευε στ’ αυτιά της. «Γιατί, εσύ δεν το πίστευες;» «Όχι. Εγώ είδα μια δυνατή, περήφανη γυναίκα που έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να ηρεμήσει την οικογένειά της και να την

[103]


κρατήσει ζωντανή». Μην αντιδράσεις. Μην τολμήσεις να αντιδράσεις. «Ήμουν αδύναμη και φοβισμένη. Τώρα ξέρω πώς να υπερασπιστώ τον εαυτό μου». Η φωτιά στον τόνο της φωνής της κυριολεκτικά τον προκαλούσε να το διαπιστώσει από πρώτο χέρι. Ήταν ανόητο εκ μέρους της, επειδή αυτή τη στιγμή διέθετε τη δύναμη ενός νεογέννητου. Ωστόσο, ήθελε να καταλάβει ο Ρέγιες πως αν τολμούσε να της κάνει κακό, θα υπήρχαν συνέπειες. Εκείνος ένευσε με κατανόηση, αλλά η στοχαστική έκφρασή του δεν άλλαξε. «Άκουσα για το ανθρώπινο πλάσμα που σκότωσες». Ανθρώπινο πλάσμα. Αυτές οι δυο λέξεις τόνιζαν όσο καμιά άλλη τις διαφορές τους. Μετά, μια αστραπή σε μαύρο και κόκκινο χρώμα σχηματίστηκε στο μυαλό της· άκουσε ένα βογκητό πόνου, ένιωσε το μπετόν να γδέρνει τις παλάμες και τα γόνατά της, είδε ένα μολύβι να σπάζει και άκουσε τον ήχο ενός ρόγχου –και, ξαφνικά, δεν την ενδιέφεραν πια οι διαφορές τους. Ήθελε απλώς ο Ρέγιες να την τραβήξει στην ασφάλεια. «Ντανίκα». Για κάποιο λόγο, το άκουσμα του ονόματός της και μόνο από την τραχιά φωνή του στάθηκε αρκετό για να την αποσπάσει από το βούρκο της μισητής ανάμνησης. Ξεροκατάπιε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δε μετανιώνω για τις πράξεις μου». Ήλπιζε να το πίστευε· αυτή τη στιγμή, ήταν τόσο μουδιασμένη που δε γνώριζε την αλήθεια. «Χαίρομαι». Φυσικά και χαιρόταν. Μια στιγμή. Είπε ότι χαιρόταν; «Γιατί;» «Ήθελε να σου κάνει κακό και έκανες ό,τι χρειαζόταν για να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Μακάρι να ήμουν εκεί». «Δεν προστάτευσα αρκετά καλά τον εαυτό μου», του απάντησε πικρόχολα και μετά έβρισε. Δεν ήταν έξυπνη ιδέα να αναφερθεί στο αποτέλεσμα εκείνης της αναμέτρησης και στους Κυνηγούς. Κι έπειτα, ανέλαβε μια αποστολή. «Πώς έμαθες τι έγινε; Έχουν εκδώσει ένταλμα σύλληψής μου ή κάτι τέτοιο;» Είχε μιλήσει τόσο χαμηλόφωνα, ώστε ακόμα κι εκείνη δεν άκουγε καλά καλά τη φωνή της. «Όχι, δεν υπάρχει ένταλμα και

[104]


κανένας δεν ξέρει τι έγινε, αλλά δεν πρέπει να επαναλάβεις ποτέ όσα θα σου πω, Ντανίκα. Μας μισείς και έχεις κάθε λόγο –άρα, είναι πολύ ανόητο εκ μέρους μου να σου δίνω τέτοιες πληροφορίες, τις οποίες μπορείς να χρησιμοποιήσεις εναντίον μας, αλλά θέλω να μάθεις γιατί κάναμε όσα κάναμε». Ξαφνικά, η Ντανίκα φοβόταν να αναπνεύσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον σταματήσει ή να του επιτρέψει να συνεχίσει. Ποιο σκοτεινό μυστικό ήθελε να αποκαλύψει; Έπρεπε να θυσιάζει παρθένες σε κάθε πανσέληνο; Εκείνη είχε σειρά; Λοιπόν, θα τον απογοήτευε: δεν ήταν παρθένα. Ο Ρέγιες πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά από το στόμα του. Κοίταξε αλλού. «Σου έχω πει ότι οι πολεμιστές εδώ δεν είναι άνθρωποι. Αυτό που δε σου είπα είναι πως όλοι οι πολεμιστές έχουμε κυριαρχηθεί από ένα... από ένα δαίμονα». Υπήρχε ντροπή στην τελευταία λέξη. «Ο Λούσιεν –τον θυμάσαι;– φιλοξενεί το πνεύμα του Θανάτου. Όταν πέθανε το ανθρώπινο πλάσμα που σκότωσες, τον κάλεσαν». Το ξέρω, παραλίγο να του πει η Ντανίκα, αλλά κατάφερε να συγκρατήσει τις λέξεις. Μόνο που ο Στέφανο είπε πως οι πολεμιστές είχαν γίνει οι ίδιοι δαίμονες, όχι πως απλώς είχαν κυριαρχηθεί από δαίμονες. Ωστόσο, οι ώμοι της καμπούριασαν καθώς η ανακούφιση την πλημμύριζε. Ήταν παράξενο που ένιωθε ανακούφιση μ’ αυτή την παραδοχή. Τώρα πια, δε χρειαζόταν να κρύψει πως ήξερε... Τι κάνεις; ούρλιαξε το μυαλό της. Ο Ρέγιες δε γνώριζε πως εκείνη ήξερε και γι’ αυτό έπρεπε να τον κρατήσει στο σκοτάδι. Η ανακούφισή της θα φαινόταν περίεργη. Άρα... άρα πώς έπρεπε να αντιδράσει ακούγοντας τα λόγια του; Να γελάσει; Να ουρλιάξει; «Δαίμονες», είπε με κομμένη ανάσα. Τι άλλο μπορούσε να πει; «Ναι». «Το... το υποψιαζόμουν», ψέλλισε επιλέγοντας τη μισή αλήθεια. «Την τελευταία φορά που ήμουν εδώ, είδα πράγματα που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Υπερφυσικά πράγματα». Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά και η ανακούφισή της διπλασιάστηκε. «Δε θέλω να μας φοβάσαι», της είπε. «Ναι, είμαστε δαίμονες, αλλά δεν πρόκειται να σου κάνουμε κακό. Δηλαδή, όχι

[105]


περισσότερο απ’ όσο σου κάναμε ήδη», πρόσθεσε ξερά. Δεν ήταν υπόσχεση παρηγοριάς, αλλά η Ντανίκα ήθελε να ακουμπήσει πάνω του κι ίσως να εξομολογηθεί το λόγο που βρισκόταν εδώ, ώστε ο Ρέγιες να μπορέσει να λύσει το πρόβλημα για λογαριασμό της. Ηλίθια. Πόσο τρυφερός θα ήταν ο Ρέγιες μαζί της αν μάθαινε την αλήθεια; Πως είχε έρθει προκειμένου να μάθει όσα μπορούσε για εκείνον, ώστε οι πληροφορίες να χρησιμοποιηθούν εναντίον του; Το κάνεις για την οικογένειά σου. Μην το ξεχνάς. «Δεν τον είδα εκείνο το βράδυ». Ακουμπώντας ξανά στους αγκώνες του και δημιουργώντας απόσταση ανάμεσά τους, ο Ρέγιες την κοίταξε ερωτηματικά. «Ποιον δεν είδες;» «Τον Λούσιεν. Όταν πέθανε εκείνος ο άνθρωπος, δεν είδα τον Λούσιεν». Ερωτήσεις στριφογύριζαν στο μυαλό της με την ίδια ταχύτητα που η ζεστασιά του Ρέγιες εγκατέλειπε το σώμα της και την άφηνε να ανατριχιάζει από το κρύο. «Είπες πως ήταν εκεί, πως είδε τι έκανα». «Το ανθρώπινο πλάσμα δεν πέθανε στο δρόμο, αλλά σε ένα νοσοκομείο τρεις μέρες αργότερα. Αλλά ακόμα κι αν είχε πεθάνει εκείνο το βράδυ, και πάλι δε θα έβλεπες τον Λούσιεν. Μπορεί να παραμένει αθέατος στον κόσμο των πνευμάτων καθώς εκτελεί τα καθήκοντά του». Η Ντανίκα έπρεπε να τον κάνει να μιλά συνέχεια· αυτές ακριβώς ήταν οι πληροφορίες που ήθελε ο Στέφανο. Αλλά τη στιγμή που σχηματιζόταν η σκέψη στο μυαλό της, οι τύψεις πλημμύριζαν την καρδιά της. Τύψεις; Γιατί; Ο Ρέγιες και οι σύντροφοί του άξιζαν ότι θα πάθαιναν. «Πώς είναι δυνατό; Πώς παραμένει στον κόσμο των πνευμάτων; Τι βλέπει;» «Σ’ αυτό δεν μπορώ να απαντήσω εγώ». Αν τον πίεζε, θα φαινόταν ύποπτο. Σωστά; Το μυαλό της δε λειτουργούσε λογικά, όπως συνήθως. «Είπες πως είστε όλοι δαιμονισμένοι. Ποιος... ποιος δαίμονας βρίσκεται μέσα σ’ εσένα;» Τα νεύρα του τεντώθηκαν και η πλάτη του έγινε ολόισια, στητή. «Οι άντρες που σου επιτέθηκαν ήταν Κυνηγοί». «Κυνηγοί», επανέλαβε η Ντανίκα. Ο Ρέγιες είχε αγνοήσει την

[106]


ερώτησή της, όπως αγνοούσε κι εκείνη μερικές φορές τις δικές του. Ίσως ήταν καλύτερα που δεν απάντησε. Τώρα μπορούσε σχεδόν να προσποιηθεί ότι έβλεπε ακόμα ένα όνειρο, ότι η οικογένειά της ήταν ασφαλής και ότι το μόνο πράγμα που την ενδιέφερε ήταν αν θα προλάβαινε να τελειώσει έγκαιρα τον πίνακα που της είχε αναθέσει ο προηγούμενος πελάτης της. Μπορούσε σχεδόν να προσποιηθεί ότι ο Ρέγιες ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος που έσπευδε να τη φλερτάρει. Σχεδόν. «Η Άσλιν τους ανέφερε κάποτε, αλλά εκείνη την εποχή δεν ήξερα τι ήταν». «Είναι μια ομάδα ανθρώπων που θέλουν το θάνατό μας. Νομίζουν πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος χωρίς εμάς». «Και θα γίνει;» ρώτησε η Ντανίκα, μη μπορώντας να συγκρατηθεί. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Εφόσον τα ανθρώπινα πλάσματα διαθέτουν ελεύθερη βούληση, ο κόσμος δε θα είναι ποτέ τέλειος. Δεν τα αναγκάζουμε εμείς να κάνουν άσχημα πράγματα. Τα κάνουν με τη δική τους θέληση». Η πίκρα έσταζε από κάθε του λέξη. «Ωστόσο, οι Κυνηγοί δε θέλουν να αντιμετωπίσουν την αλήθεια. Είναι πιο εύκολο να επιρρίπτουν την ευθύνη όλων των προβλημάτων τους σε ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν». Τα λόγια του ακούγονταν λογικά, αλλά η Ντανίκα δεν επέτρεψε να τη μεταπείσουν· διακυβεύονταν πάρα πολλά. «Πάντως εσείς ηθελημένα κυνηγήσατε την οικογένειά μου. Γιατί; Πες μου αυτή τη φορά την αλήθεια... έχω το δικαίωμα να μάθω. Γιατί μας κυνηγήσατε; Τι σχέση έχει η οικογένειά μου με όλα αυτά; Μ’ εσάς;» «Ντανίκα...» «Σε εκλιπαρώ. Πες μου!» Ο Ρέγιες έτριψε το σημείο ακριβώς πάνω από την καρδιά του. «Οι θεοί πρόσταξαν τον Έρον... Θυμάσαι τον Έρον;» Η Ντανίκα ανατρίχιασε, μολονότι η καρδιά της χτυπούσε δυνατά με την προοπτική ότι βρισκόταν κοντά σε απαντήσεις. Πώς ήταν δυνατό να ξεχάσει εκείνο τον άνθρωπο; Λίγο μετά την –πρώτη– απαγωγή της, ο Έρον ανέλαβε να τη μεταφέρει στην πόλη προκειμένου να αγοράσει φάρμακα για τη φιλενάδα του Μάντοξ. Δεν καταλάβαινε πώς μπορούσε μια γυναίκα να τρελαθεί τόσο ώστε να

[107]


δημιουργήσει δεσμό με έναν πολεμιστή –μολονότι αργότερα γνώρισε και συμπάθησε πολύ την Άσλιν. Είχε βγάλει το πουκάμισό του, αποκαλύπτοντας ένα σώμα καλυμμένο με βίαια τατουάζ, κι η Ντανίκα πανικοβλήθηκε νομίζοντας ότι σκόπευε να τη βιάσει. Φυσικά, του αντιστεκόταν κάθε φορά που άπλωνε το χέρι του προς το μέρος της κι εκείνος φέρθηκε σχεδόν επιθετικά για να την ακινητοποιήσει. Ο Ρέγιες την ηρέμησε –δεν ήξερε ακόμα το πώς– και τελικά επέτρεψε στον Έρον να την πάρει στην αγκαλιά του. Φτερά ξεφύτρωσαν τότε από την πλάτη του και την πέταξε στη Βουδαπέστη. Την πέταξε, κυριολεκτικά. Μόνο και μόνο για να βρει το πορτοφόλι της και να αγοράσει Τάιλενολ για την άρρωστη Άσλιν. Η Ντανίκα θυμόταν πως είχε σκεφτεί πόσο αλλόκοτοι φαίνονταν οι άντρες, ένας παράξενος συνδυασμός αρχαίου και σύγχρονου. Δεν ήξεραν τίποτα από ανθρώπινα φάρμακα, αλλά είχαν τηλεόραση τεχνολογίας πλάσμα και παιχνιδομηχανή Xbox. Ντύνονταν σαν αρχαίοι πολεμιστές, με όπλα στερεωμένα παντού στα σώματά τους, αλλά ένας από δαύτους έκανε συνέχεια πάρτι στο τοπικό νάιτ κλαμπ. Κανάκευαν την Άσλιν, αλλά προσπαθούσαν να καταστρέψουν την Ντανίκα. Οι αντιθέσεις την είχαν μπερδέψει –και εξακολουθούσαν να την μπερδεύουν. «Ναι, θυμάμαι τον Έρον», παραδέχτηκε τελικά. «Οι θεοί τον πρόσταξαν να σκοτώσει εσένα και την οικογένειά σου». Τα μάτια της γούρλωσαν και η δυσπιστία ζωγραφίστηκε μέσα τους. «Λες ψέματα. Πρώτον, δεν υπάρχουν θεοί. Δεύτερον...» «Σίγουρα δε θα υπάρχουν και δαίμονες, έτσι δεν είναι;» Το στόμα της άνοιξε και έκλεισε καθώς προσπαθούσε να σχηματίσει μια κατανοητή απάντηση. Ο Στέφανο είχε χρησιμοποιήσει την ίδια λογική όταν μιλούσαν. Ήταν σίγουρη πως αυτοί οι δυο θα χαίρονταν μαθαίνοντας πόσο στενά ευθυγραμμίζονταν οι σκέψεις τους. «Υπάρχουν πράγματι θεοί και θέλουν πράγματι το θάνατό σας. Όσο πιο γρήγορα αρχίσεις να το πιστεύεις, τόσο πιο γρήγορα θα μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου».

[108]


«Ωραία, αλλά γιατί; Δεν έκανα κάτι κακό. Η οικογένειά μου δεν έκανε κάτι κακό». «Δεν ξέρουμε το γιατί. Ήλπιζα πως ίσως ήξερες εσύ». «Λυπάμαι, αλλά δεν ξέρω». Η Ντανίκα γέλασε ξανά και αυτή τη φορά ο ήχος θύμιζε σπασμένο γυαλί ή κιμωλία που τριβόταν σε μαυροπίνακα. «Πήγαινα στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Προσπαθούσα πάντα να φέρομαι με καλοσύνη στους ανθρώπους και δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν». Μια παύση, καθώς η εικόνα του ετοιμοθάνατου άντρα σχηματιζόταν ξανά στο μυαλό της. «Αλλά τώρα δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι; Μέχρι να γνωρίσω εσένα και τους φίλους σου ήθελα να πιστεύω πως ήμουν σωστός άνθρωπος». «Και είσαι ακόμα». Η ματιά της εστιάστηκε πάνω του. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα και δε θέλω να μάθεις. Θέλω να με πας να δω τον άντρα που...» Ξαφνικά, συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και ο θυμός της παραχώρησε τη θέση του στο σοκ. «Είναι ο Έρον, σωστά;» Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά, αλλά απρόθυμα. Η Ντανίκα έκανε σχεδόν εμετό με τη σκέψη πως θα αντίκριζε ξανά το φτερωτό πολεμιστή, αλλά επανέλαβε: «Θέλω να με πας να τον δω». Τα χαρακτηριστικά του Ρέγιες παρέμειναν ήρεμα. «Έχω ένα δίσκο με τρόφιμα στο δωμάτιό μου. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις πρώτα». Γαμώτο, δεν υπήρχε περίπτωση να τον μεταπείσει· διέκρινε την αποφασιστικότητα στο πρόσωπό του. «Εντάξει», συμφώνησε για να μη χάσει κι άλλο χρόνο. «Θα φάω». Έπιασε την κουπαστή κι ανασηκώθηκε... και τα γόνατά της λύγισαν αμέσως. Το μπράτσο του Ρέγιες τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της και την κράτησε όρθια. Το μπράτσο του ήταν καυτό, σαν πυρακτωμένο σίδερο. Η Ντανίκα μόρφασε άγρια. «Είπα, μη με αγγίζεις». Ο Ρέγιες δεν απομακρύνθηκε· αντίθετα, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω στο γυμνασμένο στήθος του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά πάνω στον ώμο της, σταθερά και

[109]


ρυθμικά. «Άφησέ με». Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν, καθώς συνειδητοποιούσε ότι μιλούσε ξέπνοα. «Άφησέ με. Σε παρακαλώ». «Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ να σ’ αφήσω». Ο Ρέγιες μετέφερε την Ντανίκα πίσω στο δωμάτιό του και την άφησε να καθίσει στην άκρη του στρώματος, προσέχοντας να μην κουνήσει τα πιάτα που αναπαύονταν εκεί κοντά. Η Ντανίκα αρνήθηκε να τον κοιτάξει καθώς απομακρυνόταν. Συγκέντρωσε την προσοχή της στο φαγητό και, απλώνοντας το χέρι, πήρε ένα σάντουιτς. Γαλοπούλα σε ψωμί σικάλεως. Κατέβασε μερικές μπουκιές κι έπειτα έχωσε αρκετές ρώγες σταφυλιού στο στόμα της. Τα βλέφαρά της έκλεισαν και η έκσταση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Ο Ρέγιες έκανε πίσω, έβγαλε ένα στιλέτο και μετά έκρυψε τα μπράτσα πίσω από την πλάτη του και βύθισε τη μύτη στον καρπό του. Θεοί, πόσο απολαυστικό είναι! Σε όλο αυτό το διάστημα, την παρακολουθούσε. Δεν είχε αντιδράσει στην εξομολόγηση για την ύπαρξη του δαίμονά του όπως φοβόταν. Περίμενε τρόμο, κραυγές, ακόμα και δυσπιστία. Αντίθετα, η Ντανίκα είχε αποδεχτεί τα πάντα και είχε παραμείνει ήρεμη, χωρίς να απαιτήσει αποδείξεις. Πράγμα που σήμαινε ότι το ήξερε ήδη. Τι άλλο της είχαν πει οι Κυνηγοί; Όσο κι αν μισούσε τον Έρον και τους φίλους του, ο Ρέγιες ένιωσε έναν ξαφνικό φόβο πως οι Κυνηγοί είχαν πείσει την Ντανίκα να συνεργαστεί μαζί τους ως Δόλωμα. Και αν η Ντανίκα λειτουργούσε ως Δόλωμα, αυτό σήμαινε πως είχε επιτρέψει να τη ναρκώσουν. Ίσως για να μην υποψιαστεί ο Ρέγιες ποιος ήταν ο στόχος της. Ένιωσε θλίψη με τη σκέψη ότι η Ντανίκα είχε φτάσει σε τέτοια άκρα. Μήπως αποστολή της ήταν να αποσπάσει την προσοχή του και να οδηγήσει τους εχθρούς του στο εσωτερικό του κάστρου; Ή μήπως η αποστολή της ήταν απλώς να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για εκείνον; Αν έκρινε από τις προηγούμενες ερωτήσεις της, υποψιαζόταν το τελευταίο. Η Ντανίκα θα ήθελε να μάθει ποιες

[110]


ήταν οι ικανότητες του Λούσιεν. Θα ήθελε να μάθει περισσότερα για το δικό του δαίμονα. Άραγε θα μετέφερε όσα της είχε πει στους Κυνηγούς; Αν είχε συμβεί κάτι στην οικογένειά της, θα τον πρόδιδε –δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Μπορείς να την κατηγορήσεις; Όχι, δεν μπορούσε να την κατηγορήσει, αλλά ούτε μπορούσε να πνίξει την απογοήτευση που συνόδευε τη σκέψη ότι η Ντανίκα θα στρεφόταν –αν δεν είχε ήδη στραφεί– εναντίον του. Ο Μάντοξ παραλίγο να σκοτώσει την Άσλιν όταν είχε ανάλογες υποψίες. Κι αν οι άλλοι πίστευαν, έστω και για μια στιγμή, ότι η Ντανίκα ήταν Δόλωμα, θα απαιτούσαν από τον Ρέγιες να τη σκοτώσει αμέσως –διαφορετικά, θα τη σκότωναν οι ίδιοι. Με εξαίρεση τους τελευταίους μήνες, ο Ρέγιες είχε να πολεμήσει τους Κυνηγούς εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ωστόσο, θυμόταν πολύ καλά την αρχή της αιώνιας αναμέτρησής τους. Τις μάχες και τους θανάτους, τις κραυγές και την καταστροφή και από τις δυο πλευρές. Κάθε σκιά ήταν επικίνδυνη, κάθε άγνωστος ένας πιθανός δολοφόνος. Ο Ρέγιες δεν είχε ζήσει στο φόβο, επειδή ήταν γεννημένος πολεμιστής. Ήταν υπεροπτικός και εγωκεντρικός, σίγουρος για την επιτυχία του τόσο στη μάχη όσο και με τις γυναίκες. Σκότωνε χωρίς αποστροφή, έπαιρνε κάθε γυναίκα που τον ήθελε και τους έδειχνε την ηδονή που χάριζε ο πόνος, αδιαφορώντας απόλυτα για τις συνέπειες. Μερικές είχαν σκοτώσει τον επόμενο σύντροφό τους σε σαδομαζοχιστικά παιχνίδια, άλλες είχαν πεθάνει στα ίδια παιχνίδια. Όσες επέζησαν, είχαν γίνει σκιές του παλιού εαυτού τους, λαχταρώντας τον πόνο όσο κι εκείνος. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στην Ντανίκα ούτε να αφήσει τους φίλους του να τη βλάψουν, όποια κι αν ήταν η αποστολή της. Είχε δουλέψει πολύ επίμονα για να τη σώσει, τη χρειαζόταν πάρα πολύ μαζί του και πίστευε πως δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει φυσιολογικά χωρίς εκείνη. Είτε θα κέρδιζε την αγάπη της για να μην τον προδώσει είτε θα εμπόδιζε την επικοινωνία της με τους Κυνηγούς.

[111]


Πήρε στα γρήγορα την απόφασή του και ένευσε καταφατικά. Δεν μπορούσε να την αφήσει να φύγει· συνειδητοποίησε πως εκείνη ανακούφιζε το μαρτύριό του. Κάθε φορά που την πλησίαζε, η ανάγκη του για πόνο μειωνόταν αισθητά. Ούτε μια φορά δεν ένιωσε τη λαχτάρα να πηδήξει από το κάστρο. Ούτε μια φορά δε λαχτάρησε σπασμένα κόκαλα και ξεσκισμένα όργανα. Λίγες αμυχές εδώ κι εκεί φαίνονταν να του αρκούν. Ήταν καταπληκτικό. «Ευχαριστώ για το φαγητό», μουρμούρισε απρόθυμα η Ντανίκα. Έχωσε άλλο ένα σταφύλι στο στόμα της και μάσησε. «Χαρά μου». Το χρώμα της ήταν ήδη πιο λαμπερό και τα μέλη της έτρεμαν λιγότερο. Λάσπες και χώματα εξακολουθούσαν να λερώνουν τα μάγουλά της, αλλά οι γαλάζιες φλέβες που ξεχώριζε πριν δε φαίνονταν πια. «Όταν τελειώσεις, θα κάνεις μπάνιο». Τα νεύρα της τεντώθηκαν, αλλά δεν τον αντίκρισε. «Θα ήταν χάσιμο χρόνου». «Δεν έχει σημασία». «Ο Έρον αρνείται να μιλήσει με άπλυτες γυναίκες;» πέταξε η Ντανίκα. «Δεν ήξερα πως οι δαίμονες είχαν τόσο αυστηρά πρότυπα προσωπικής υγιεινής». «Θέλω να νιώθεις άνετα», τη διόρθωσε ο Ρέγιες, αναστενάζοντας. «Θέλω να είσαι στην καλύτερη δυνατή σωματική και πνευματική κατάσταση, με το μυαλό καθαρό. Θα χρειαστείς όλες τις εφεδρικές σου δυνάμεις... κι ένα μπάνιο θα βοηθήσει». Η εξήγηση την ηρέμησε. «Πολύ καλά, αλλά δεν πρόκειται να κάνω μπάνιο μ’ εσένα στο δωμάτιο». «Κρίμα», μουρμούρισε ο Ρέγιες. Τελικά, τα λαμπερά πράσινα μάτια της εστιάστηκαν πάνω του. «Τι είπες;» Όταν τον κοιτούσε, όποια κι αν ήταν η έκφρασή της, ο πόθος πάντα φούντωνε μέσα του. Ακόμα και τώρα, ο ανδρισμός του σκλήραινε και τα χέρια του λαχταρούσαν να την αγγίξουν. Δεν μπορείς. Ξέρεις ότι δεν πρέπει. «Υπάρχουν ρούχα στη σιφονιέρα. Πάρε ό,τι χρειάζεσαι». Εξακολουθώντας να τον κοιτάζει, η Ντανίκα δάγκωσε μια ρώγα σταφυλιού.

[112]


Ο Ρέγιες ερεθίστηκε ακόμα περισσότερο. Μπορούσε άνετα να φανταστεί εκείνα τα κοφτερά άσπρα δόντια να βυθίζονται ξανά στη σάρκα του. Ο πόνος... η ηδονή... μια αίσθηση ευδαιμονίας. Ο άγγελός του θα τον μετέφερε στους ουρανούς. Ο άγγελός του; Ήταν πολύ επικίνδυνο να λαχταρά κάτι τέτοιο, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Όλα μέσα του ούρλιαζαν πως η Ντανίκα ήταν δική του. Πως ήταν γραφτό να βρίσκονται μαζί. Αμφέβαλλε αν η ίδια θα συμφωνούσε μαζί του –κι ίσως έτσι ήταν καλύτερα. Αν τον ήθελε όσο την ήθελε κι εκείνος, πώς θα μπορούσε να την απορρίψει; Πώς θα μπορούσε να εμποδίσει τον εαυτό του να την πάρει; Και αν την έπαιρνε, πώς θα ζούσε μετά, πώς θα τα έβρισκε με τον εαυτό του, ξέροντας ότι την είχε καταστρέψει; Ο δαίμονας του Πόνου θα τη διέφθειρε· η Ντανίκα θα ζούσε μόνο για να προκαλεί πόνο. Δυστυχώς, οι ζοφερές σκέψεις δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν τον ερεθισμό του. «Θα γυρίσω σύντομα». Η ματιά της Ντανίκα προσγειώθηκε ανάμεσα στα πόδια του, αλλά αποτραβήχτηκε βιαστικά, ενώ τα μάγουλά της βάφονταν κόκκινα. Κόντεψε να πνιγεί με τη ρώγα. «Εντάξει. Ωραία. Κάνε όσο θέλεις». Αν η Ντανίκα μάθαινε ποτέ το μέγεθος της ανάγκης του για πόνο και το γεγονός πως έχανε κάθε επαφή με τη λογική χωρίς πόνο... αν μετέφερε ποτέ αυτή την πληροφορία στους Κυνηγούς... Γενικά, τα πράγματα θα ήταν σκούρα. Θα έπρεπε να προσέχει όποτε βρισκόταν κοντά της. Όσο κι αν την ποθούσε, όσο κι αν ήθελε να ανακουφίσει τη γεμάτη πόνο ζωή της, έπρεπε να προσέχει. Ήταν παράξενη αυτή η επιθυμία να ανακουφίσει τον πόνο, αντί να τον προκαλέσει. Αναστέναξε και στράφηκε για να φύγει. «Ρέγιες», του φώναξε η Ντανίκα. Ο Ρέγιες σταμάτησε και την αντίκρισε. «Ναι;» «Σε ξέρω», άρχισε, αν και ξαφνικά ακουγόταν ντροπαλή. «Σε ξέρω, αλλά ουσιαστικά δεν ξέρω τίποτα για σένα».

[113]


«Και θέλεις να μάθεις περισσότερα;» Με δισταγμό, η Ντανίκα ένευσε καταφατικά. Ήταν πραγματικά περίεργη ή μήπως ψάρευε πληροφορίες για τους Κυνηγούς; Νόμιζε πως ο στόχος της δεν τον ενδιέφερε, αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελε η Ντανίκα να ένιωθε περιέργεια για εκείνον. Ήθελε να θέλει να μάθει πράγματα για εκείνον. Επειδή αυτό θα σήμαινε πως η Ντανίκα ενδιαφερόταν. «Τι θα ήθελες να μάθεις για μένα;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους κι άφησε το δάχτυλό της να ταξιδέψει στη μαύρη κουβέρτα. Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν. «Πόσο καιρό ζεις εδώ; Ποια χόμπι έχεις; Έχεις παιδιά; Ποιες είναι οι ελπίδες και τα όνειρά σου;» Ο Ρέγιες σκέφτηκε πως ήταν αρκετά αθώες ερωτήσεις. «Ζω εδώ περισσότερα χρόνια από την ηλικία σου. Έχω ένα χόμπι –τα όπλα: τα κατασκευάζω, τα καθαρίζω, τα συλλέγω. Δεν έχω παιδιά». Πάντα φοβόταν πως θα τους έκανε κακό. Και, ακόμα χειρότερα, πως θα ζούσε περισσότερο από εκείνα, αφού θα ήταν παιδιά θνητών γυναικών. Λυπόταν τον Μάντοξ, που κάποια μέρα μπορεί να γνώριζε αυτή τη θλίψη. «Ονειρεύομαι...» Εσένα. «Ονειρεύομαι την ειρήνη, μια ζωή χωρίς πόνο». «Τι...» «Απάντησα σε αρκετές ερωτήσεις ώστε να νιώθεις τώρα περισσότερο άνετα στο δωμάτιό μου. Είναι καιρός να κάνεις μπάνιο. Θα γυρίσω σε μισή ώρα... φρόντισε να είσαι έτοιμη. Θα μάθουμε ό,τι μπορούμε για την οικογένειά σου». «Είκοσι λεπτά». Τα μάτια τους αντάμωσαν. Τα δικά της ήταν γεμάτα αποφασιστικότητα και... και μίσος; Ποιον μισούσε; Εκείνον; Τον Έρον; «Να γυρίσεις σε είκοσι λεπτά». Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά, νιώθοντας πως του έλειπε ήδη. «Θα τα πούμε».

[114]


Κεφάλαιο 8 Ο Ρέγιες μπήκε στον προσωπικό διάδρομο του Λούσιεν, φροντίζοντας να αποφύγει τους άλλους πολεμιστές. Τα νεύρα του ήταν τεντωμένα και το σώμα του έκαιγε. Είχε χρειαστεί να επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις του για να μπορέσει να αφήσει την Ντανίκα. Ακόμα και τώρα, το νερό πρέπει να κυλούσε στις καμπύλες της, να συγκεντρώνεται στον αφαλό της και να στάζει στους βοστρύχους ανάμεσα στους μηρούς της. Αναρωτήθηκε πώς να ήταν η γεύση της. Γλυκιά, όπως η αγγελική μορφή της; Ή πονηρή, όπως η διαβολική έκφραση των ματιών της; Ο δαίμονάς του αναρωτιόταν κι εκείνος, καθώς στριφογύριζε στα μονοπάτια του μυαλού του και κυριολεκτικά έκλαιγε από περιέργεια. «...βάλουμε τον Γουίλι στην κρεβατοκάμαρα δίπλα στη δική μας», έλεγε η Άνια, με φωνή πνιχτή πίσω από την πόρτα. Ο Ρέγιες αναγκάστηκε να τεντώσει τα αυτιά του για να την ακούσει, καθώς ο δαίμονάς του γινόταν όλο και πιο μεγαλόφωνος με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Ντανίκα. «Δεν τον θέλω εδώ, γυναίκα», φώναξε ο Λούσιεν. «Πρέπει να φύγει». «Ανέχομαι τους δικούς σου φίλους κάθε αναθεματισμένη μέρα», απάντησε εκείνη. «Μπορείς να ανεχτείς ένα δικό μου φίλο τουλάχιστον για μια βδομάδα». «Ο φίλος σου προσπάθησε να σε σκοτώσει». Ακούστηκε ένα σφύριγμα στον αέρα, λες και η Άνια πέταξε κάτι. «Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Δε θυμάμαι τι έκανα πριν από πέντε λεπτά –πόσο μάλλον πριν από λίγες βδομάδες». «Τον μισείς». «Πλάκα κάνεις; Τον αγαπώ. Έχουμε κοινό παρελθόν. Ήταν ο πρώτος πραγματικός φίλος μου τις μέρες του Ολύμπου». «Γυναίκα, ξεχνάς πως προσπάθησε να σκοτώσει κι εμένα;

[115]


Θυμάμαι πως ορκίστηκες ότι θα τον τιμωρούσες μέχρι το τέλος της άθλιας ζωής του». «Υπάρχει καλύτερη τιμωρία από το να τον έχω κοντά μου; Περίμενε, δεν ακούστηκε σωστά. Κοίτα, όλα εξελίχθηκαν καλά κι έτσι είμαι πρόθυμη να του δώσω άλλη μια ευκαιρία». Ο Λούσιεν γρύλισε προειδοποιητικά. «Οι πολεμιστές θα τον σκοτώσουν. Είσαι τυχερή που δεν το έκαναν ήδη». «Γιατί να θέλουν να σκοτώσουν τον άνθρωπο που θα αποσπάσει την προσοχή μου από εκείνους;» Είκοσι λεπτά, θύμισε ο Ρέγιες στον εαυτό του, και μετά θα βρισκόταν ξανά με την Ντανίκα. Ντανίκα. Ο ήχος έμοιαζε με θρήνο που δεν μπορούσε να αποδώσει στο δαίμονά του. Αν και δεν ήθελε να διακόψει το ζευγάρι, χτύπησε την πόρτα. Οι φωνές τους σταμάτησαν απότομα και αντήχησαν βήματα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η πόρτα άνοιξε και ο Λούσιεν εμφανίστηκε στο κατώφλι, κοιτάζοντάς τον συνοφρυωμένος. Η Άνια κοίταξε πάνω από τον ώμο του και χαμογέλασε. «Γεια σου, καλέ μου Πόνε», τον καλωσόρισε. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του Λούσιεν και τα μπλε νύχια της έτριψαν το δέρμα ακριβώς πάνω από την καρδιά του. «Τι συμβαίνει;» Η ζήλια τον διαπέρασε σαν καυτό σίδερο και μίσησε τον εαυτό του. Ντανίκα. «Είμαι έτοιμος να σε πάω στον Έρον», του ανακοίνωσε. Μια ζωή χωρίς πόνο. Τα λόγια του Ρέγιες συνέχισαν να αντηχούν στο μυαλό της Ντανίκα αφού η πόρτα έκλεισε πίσω του. Τι εννοούσε, άραγε; Θα μπορούσε να αναρωτιέται για πάντα, αλλά αμφέβαλλε αν θα έβρισκε την απάντηση. Τελικά χορτάτη και δυναμωμένη και νιώθοντας ξανά σαν ανθρώπινο πλάσμα, έψαξε βιαστικά στη σιφονιέρα του Ρέγιες –και ξαφνιάστηκε βρίσκοντας γυναικεία ρούχα. Στο μέγεθός της. Τι στην ευχή; Σήκωσε δυο πουκάμισα και τα κράτησε μπροστά της για να τα

[116]


μελετήσει. Ήταν πολύ στενά για το τεράστιο στέρνο του πολεμιστή κι έτσι κατάλαβε πως δεν ήταν δικά του. Είτε είχε κάποια φιλενάδα με τον ίδιο σωματότυπο της Ντανίκα –γιατί άραγε αυτή η σκέψη έκανε το στομάχι της να σφιχτεί;– είτε τα είχε αγοράσει ειδικά για εκείνη. Επειδή βρήκε επίσης μαλακά μακό μπλουζάκια, πουλόβερ και ξεθωριασμένα τζιν, όπως εκείνα που είχε φέρει μαζί της στις διακοπές της, υποψιάστηκε το τελευταίο και ξεροκατάπιε. Γιατί το είχε κάνει; Έχει σημασία η απάντηση; Ξεροκαταπίνοντας για άλλη μια φορά, πήρε ένα μπλουζάκι και ένα τζιν. Χωρίς να τολμήσει να περιεργαστεί τα εσώρουχα, άρπαξε απλώς ένα σουτιέν και ένα σλιπ από μια θάλασσα με πολύχρωμες δαντέλες. Έκανε βιαστικά ένα ντους· το σαπούνι και το σαμπουάν τής θύμιζαν τον Ρέγιες. Ήταν καλλυντικά με άρωμα ξύλου, που την τύλιξαν σε ένα ζεστό κουκούλι. Είναι δαίμονας. Μην το ξεχνάς. Όταν ακούστηκε το απαλό χτύπημα στην πόρτα, ήταν ντυμένη με γκρίζο μακό μπλουζάκι, μαύρο πουλόβερ και ένα μοντέρνο, σκισμένο τζιν, ενώ τα βρεγμένα της μαλλιά έσταζαν στην πλάτη της. Ένα μέρος της μπογιάς είχε ξεπλυθεί, αφήνοντάς τη με ένα χρώμα μαλλιών που θύμιζε κουνάβι και που δεν ήθελε να δει ο Ρέγιες. Σκέφτηκε πως η γνώμη του δεν έπρεπε να έχει οποιαδήποτε σημασία για εκείνη· η ματαιοδοξία ήταν ένα περιττό συναίσθημα. Χτύπησε τους αστραγάλους της με την παλάμη για να βεβαιωθεί ότι τα στιλέτα που είχε κατεβάσει από τον τοίχο και είχε κρύψει εκεί βρίσκονταν ακόμα στη θέση τους. «Περάστε», φώναξε. Άνοιξε λίγο τα πόδια της, έτοιμη για μάχη αν ο Ρέγιες είχε αλλάξει γνώμη και δεν την οδηγούσε στον Έρον. Η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο και μια γυναίκα μπήκε μέσα, ξαφνιάζοντάς την. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μάτια στο χρώμα του μελιού στράφηκαν να την αντικρίσουν. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η γυναίκα έτρεχε προς το μέρος της με ένα χαμόγελο χαράς. «Ντανίκα!» «Άσλιν». Χαμογελώντας κι εκείνη –για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό–, άνοιξε την αγκαλιά της και καλωσόρισε την

[117]


καλύτερη ανάμνηση που είχε από τούτο το μέρος: τη φιλία της με την Άσλιν. Επειδή είχαν φυλακιστεί κι οι δυο σ’ αυτό το κάστρο ενάντια στη θέλησή τους, είχαν δεθεί σύντομα και για πάντα. Αγκαλιάστηκαν και αναστέναξαν με ικανοποίηση. Η Ντανίκα ήξερε πως της έλειπε η φίλη της, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ. «Σε σκεφτόμουν κάθε μέρα», της είπε η Άσλιν και την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της. «Τι έκανες όλους αυτούς τους μήνες; Πώς είσαι;» «Έτρεχα... στην κυριολεξία. Και, αν θέλεις την αλήθεια, έχω νιώσει και καλύτερα στη ζωή μου. Εσύ πώς είσαι;» «Μη με μισήσεις, αλλά αν θέλεις τη δική μου αλήθεια, είμαι υπέροχα». Κάνοντας ένα βήμα πίσω, η γλυκιά αυτή γυναίκα την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Το χαμόγελό της αντικαταστάθηκε από ένα συνοφρύωμα ανησυχίας. «Έχασες βάρος που δε σου περίσσευε και εμφανίστηκαν μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια σου». «Ενώ εσύ φαίνεσαι μια χαρά. Λάμπεις ολόκληρη. Φαίνεται πως οι άντρες εδώ σου φέρονται καλά». «Σαν να ήμουν βασίλισσα». Η Άσλιν σταμάτησε και τη μελέτησε ξανά. «Θέλεις να σου φέρω κάτι; Χρειάζεσαι κάτι;» «Ένα εισιτήριο για την πατρίδα. Την οικογένειά μου. Το κεφάλι του Ρέγιες στο πιάτο. Πέρα απ’ αυτά, δε χρειάζομαι τίποτα». Το χαμόγελο της Άσλιν επέστρεψε και αυτή τη φορά χρωματιζόταν από γυναικεία κατανόηση. «Ο Ρέγιες δεν είναι τόσο κακός. Είναι λίγο καταπιεστικός, αλλά γλυκός». Έδεσε τα δάχτυλά της με τα δάχτυλα της Ντανίκα και οδήγησε τη φίλη της στο κρεβάτι. «Κοίτα, δε θέλω να ανησυχείς για τίποτα όσο θα βρίσκεσαι εδώ. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά... δεν υπάρχει πια λέσχη αγοριών. Η Άνια κι η Καμέο μένουν κι εκείνες στο κάστρο και με βοηθούν να βάζουμε τους άντρες σε μια τάξη. Τις γνώρισες; Όχι; Λοιπόν, όταν τις γνωρίσεις θα τις συμπαθήσεις. Θα βρούμε μαζί έναν τρόπο για να σώσουμε την οικογένειά σου –δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Και οι άντρες θα βοηθήσουν –μόλις τους γνωρίσεις, θα διαπιστώσεις ότι έχουν χρυσή καρδιά».

[118]


«Λυπάμαι που σ’ το λέω, Άσλιν, αλλά είναι δαίμονες. Πραγματικοί, αληθινοί δαίμονες από την κόλαση». «Ναι, το ξέρω». Η Ντανίκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό, χωρίς να είναι σίγουρη αν είχε ακούσει καλά. «Το ξέρεις; Και μένεις μαζί τους; Με τη θέλησή σου;» «Ναι». Η Άσλιν την κοίταξε ανάμεσα από τις πυκνές βλεφαρίδες της. «Για την ακρίβεια, μπορείς να χαιρετήσεις την επόμενη γενιά δαιμόνων: ο Μάντοξ κι εγώ θα αποκτήσουμε παιδί». Λάμποντας κυριολεκτικά από ικανοποίηση, έτριψε την ελαφρά φουσκωμένη κοιλιά της. «Δε βλέπω την ώρα!» «Ω Άσλι, συγχαρητήρια!» Η Ντανίκα χαιρόταν πραγματικά για τη φίλη της και ήθελε ό,τι το καλύτερο για εκείνη. «Είσαι σίγουρη πως ο Μάντοξ θα...» «Θα γίνει καταπληκτικός πατέρας», δήλωσε εκείνη με σιγουριά. Αν εγώ δε βοηθήσω στο θάνατό του. Η Ντανίκα έκλεισε τα μάτια μ’ αυτή την καινούρια περιπλοκή. Ο θάνατος του Μάντοξ θα πλήγωνε την Άσλιν, έναν από τους πιο γλυκούς ανθρώπους που είχε γνωρίσει στη ζωή της. Και το μωρό; Τι θα έκαναν οι Κυνηγοί στο αθώο παιδί ενός δαίμονα; «Τι συμβαίνει; Χλόμιασες». «Με πονάει το κεφάλι μου», είπε ψέματα η Ντανίκα και έτριψε τους κροτάφους της. «Α, καημενούλα μου. Πέρασες πολλά τους τελευταίους μήνες. Τουλάχιστον μπορώ να σε βοηθήσω με τον πονοκέφαλό σου. Κάποτε πήγες στην πόλη για να μου πάρεις Τάιλενολ και τώρα θα σου το ανταποδώσω». Η Άσλιν την έσφιξε ξανά. «Έχει μείνει λίγο στην κουζίνα... ο Μάντοξ αγοράζει κούτες από δαύτο τελευταία, για καλό και για κακό. Γυρίζω αμέσως». Το στρώμα αναπήδησε και βήματα απομακρύνθηκαν. Οι μεντεσέδες της πόρτας έτριξαν. Έχω μπλέξει άσχημα. Πολύ άσχημα. Δεν είχε σκεφτεί την πιθανότητα να καταστρέψει τη ζωή της Άσλιν και αυτή η σκέψη ήταν αρκετή για να την αρρωστήσει. Αλλά η Ντανίκα δεν πρόλαβε να σκεφτεί κάποιον τρόπο για

[119]


να πετύχει τον αντικειμενικό σκοπό της και ταυτόχρονα να αποτρέψει τη δυστυχία της Άσλιν. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε ξανά και το φύλλο χτύπησε δυνατά στον τοίχο. Η Ντανίκα άνοιξε τα μάτια καθώς ένας πολεμιστής, που δεν ήξερε, μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν ψηλός και μυώδης, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά ενώ οι υπόλοιποι φαίνονταν σκληροί και πρωτόγονοι, αυτός είχε ένα καλοσυνάτο πρόσωπο με αμερικανικά χαρακτηριστικά, τετράγωνο σαγόνι και καστανά μάτια κουταβιού. Η Ντανίκα πετάχτηκε όρθια και τα βρεγμένα μαλλιά έσταξαν στα μπράτσα της. «Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Πού είναι ο Ρέγιες;» «Είμαι ο Σαβίν», συστήθηκε εκείνος και η Ντανίκα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ακούσει πιο υπεροπτική φωνή στη ζωή της. Έκλεισε την πόρτα πίσω του, αλλά δεν την πλησίασε περισσότερο. «Ήρθα για να σου κάνω μερικές ερωτήσεις... και δεν έχω ιδέα πού είναι ο Ρέγιες». «Λοιπόν, μπορείς να φύγεις». Τα δάχτυλά της λαχταρούσαν να αρπάξουν ένα από τα στιλέτα. Ηρέμησε, μη βιάζεσαι. Δεν υπήρχε λόγος να αποκαλύψει το μυστικό της. Τουλάχιστον, όχι ακόμα. Είσαι εκπαιδευμένη. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις αν επιτεθεί: σημάδεψε το λαιμό, τα μάτια και τα γεννητικά όργανα. Με αυτή τη σειρά. Αντί να φύγει, ο Σαβίν ακούμπησε την πλάτη του στην πόρτα και δίπλωσε τα τεράστια μπράτσα του στο στήθος. Ήταν γοητευτικός άντρας, με έναν τραχύ τρόπο. Οι γυναίκες πρέπει να έλιωναν για το χατίρι του –αλλά εκείνη είχε τη διάθεση να ξεριζώσει την καρδιά του. «Είσαι μ’ εκείνους». Ο Σαβίν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, μετάνιωσε και γύρισε πίσω. Γιατί; «Με ποιους, δηλαδή;» Η Ντανίκα ξαφνιάστηκε από την ηρεμία του. Η ματιά του ήταν αρκετά διαπεραστική για να την κόψει στα δυο. «Με τους δαίμονες». «Ο Ρέγιες σου είπε πως είμαστε δαίμονες;» «Ναι». Τα σκούρα μάτια σπίθισαν απειλητικά. «Αμφιβάλλω αν φέρθηκε τόσο επιπόλαια. Θέλεις να μάθεις τι πιστεύω; Πέρασες πρόσφατα λίγο χρόνο με τους Κυνηγούς και πάω στοίχημα ότι

[120]


εκείνοι σ’ το είπαν». «Και λοιπόν;» «Δεν έχει λοιπόν. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι δε με ρώτησες τι είναι οι Κυνηγοί ή ποιος είναι ο στόχος τους». Να πάρει η οργή! Η Ντανίκα ύψωσε το πιγούνι της ακόμα περισσότερο. «Μου το είπε ο Ρέγιες». Και σου είπε να μην επαναλάβεις ποτέ τα λόγια του. Διάβολε! Δε θα νιώσω άσχημα επειδή τον κάρφωσα στο φίλο του. Και τούτος ο δαίμονας δε θα με κάνει να νιώσω τύψεις επειδή με απήγαγαν οι Κυνηγοί. «Τι σου ζήτησαν να μας κάνεις, ε; Πες μου και μπορεί να σε αφήσω να ζήσεις». Το αίμα της πάγωσε αμέσως και θαρρείς πως μικροί κρύσταλλοι σχηματίστηκαν στις φλέβες της. Σίγουρα θα χλόμιασε. «Μου ζήτησαν να σας σκοτώσω», του απάντησε πλησιάζοντας την αλήθεια όσο μπορούσε περισσότερο. Έτσι υπήρχαν λιγότερες πιθανότητες να κάνει γκάφα. Ο θυμός του μαλάκωσε από το ξάφνιασμα, λες και δεν περίμενε πως η Ντανίκα θα παραδεχόταν κάτι τέτοιο. «Σκέφτεσαι να το προσπαθήσεις;» Τα μάτια της μισόκλεισαν. «Θα εξαρτηθεί από όσα μάθω για την οικογένειά μου». Με έκφραση αναλλοίωτη, ο Σαβίν τράβηξε ένα στιλέτο και ένα πανί από την τσέπη του. Άρχισε να γυαλίζει την κοφτερή μύτη του με αργές, μελετημένες κινήσεις. «Δε θα επιτρέψω σε κανέναν να βλάψει τους φίλους μου. Ποτέ». Η οργή φούντωσε στο στήθος της. «Κι εγώ δε θα επιτρέψω σε κανέναν να βλάψει την οικογένειά μου». Θεέ μου, μακάρι να είναι όλες εντάξει. «Έβγαλες το όπλο για να με τρομάξεις;» Λοιπόν, τα κατάφερες. Μπάσταρδε. Όχι πως εκείνη θα έκανε πίσω βέβαια. «Θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο». Αλλά, σε παρακαλώ, μην το κάνεις. «Τώρα είσαι στο ραντάρ τους, να ξέρεις», συνέχισε ανέμελα ο Σαβίν, λες και δεν την είχε ακούσει. «Οι Κυνηγοί δε θα σε αφήσουν ποτέ ήσυχη. Κι αν τους προδώσεις για να μας βοηθήσεις –κάτι που αμφιβάλλω αν θα κάνεις–, θα σε κυνηγήσουν και θα σε βασανίσουν.

[121]


Αν, δηλαδή, μείνει τίποτα από σένα όταν τελειώσω μαζί σου». «Δηλαδή, έτσι κι αλλιώς μ’ έχεις ξεγραμμένη;» Η Ντανίκα γέλασε άκεφα. Η ευτυχία που είχε νιώσει βλέποντας την Άσλιν έμοιαζε κιόλας με μακρινή ανάμνηση. «Σε πληροφορώ ότι αυτό το κατάλαβα ήδη, κρετίνε». Τα χείλη του συσπάστηκαν. Από ευθυμία; Από εκνευρισμό. «Πρέπει να ξέρεις ότι τα βασανιστήρια των Κυνηγών θα σου φανούν παιδικά παιχνίδια σε σύγκριση μ’ αυτό που θα σου κάνω αν έστω υποψιαστώ ότι μπορεί να προδώσεις τους φίλους μου. Δεν είναι διαβολικοί, δεν αποτελούν την αιτία των προβλημάτων του κόσμου και τους αξίζει κάποια ευτυχία». Κάτι στον τόνο της φωνής του την έκανε να συνοφρυωθεί. «Ενώ εσύ δεν την αξίζεις;» Ο Σαβίν την αγνόησε για άλλη μια φορά. Ο Ρέγιες και η παρέα του ήταν μάστορες στην αλλαγή θέματος. Απαντούσαν στις ερωτήσεις που ήθελαν και αδιαφορούσαν για όλες τις άλλες, λες και δεν τις είχαν ακούσει ποτέ. «Πρέπει να ξέρεις ότι η οικογένειά μου σημαίνει τα πάντα για μένα και θα αποκεφαλίσω κάθε αθάνατο που νομίζει πως μπορεί να της κάνει κακό». «Μίλησες σαν πραγματική Κυνηγός», παρατήρησε ο πολεμιστής και κούνησε το κεφάλι του. «Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Αν μας κόψεις το κεφάλι, μπορείς να αποχαιρετήσεις για πάντα τον όμορφο κόσμο σου. Οι δαίμονές μας θα απελευθερωθούν και θα προκαλέσουν ένα μακελειό που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί η ιστορία». «Η σωτηρία των αγαπημένων μου προσώπων αξίζει οποιοδήποτε τίμημα». «Το ίδιο νιώθω κι εγώ για τα δικά μου αγαπημένα πρόσωπα». Μια ακόμα προειδοποίηση ξεχώριζε στη φωνή του. «Η διαφορά είναι πως εγώ τα προστατεύω κιόλας». Η οικογένειά μου κρύβεται για το χατίρι μου. Ωστόσο, η μπηχτή καρφώθηκε στην καρδιά της Ντανίκα και χλόμιασε. Άραγε μόνο εκείνη ήταν υπεύθυνη; Ίσως θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, να πολεμήσει πιο αποφασιστικά στη διάρκεια της

[122]


απαγωγής. Αν πεθάνουν, το φταίξιμο θα είναι αποκλειστικά δικό μου. Ξαφνικά, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Δάκρυα ντροπής και τρόμου. Εκείνη ήταν υπεύθυνη. Είχε τρομάξει τόσο πολύ τη νύχτα που ο Λούσιεν κι ο Έρον εμφανίστηκαν στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο, ώστε πάγωσε. Δεν ούρλιαξε. Τους άφησε να τη δέσουν, να μαζέψουν την οικογένειά της και να τη μεταφέρουν εδώ. Πώς είχε μπορέσει να κρατήσει τόσο... τόσο παθητική στάση; Ο Σαβίν την κοίταξε με κατανόηση. «Ίσως αναλάβεις την πρωτοβουλία μόνη σου, ε; Για να με απαλλάξεις κι απ’ τον κόπο». Ήθελε να πει πως ίσως η Ντανίκα αυτοκτονούσε. Δεν την ήξερε πολύ καλά. Η αυτοκτονία δε θα ήταν ποτέ επιλογή της. Θυμόταν πολύ καλά τον πόνο που είχε προκαλέσει στην οικογένειά της η απόπειρα της γιαγιάς της. Θυμόταν το δακρυσμένο πρόσωπο της μητέρας της, θυμόταν που την έβλεπε να κλαίει σιωπηλά σε μια σκοτεινή γωνιά. Θυμόταν τα ψέματα που της έλεγαν όλοι, την ντροπή στη φωνή τους και στα μάτια τους. Η γιαγιά σου έπαθε ένα ατύχημα. Θα λείψει για λίγους μήνες, μέχρι να συνέλθει. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, όμως, έλεγαν κάτι εντελώς διαφορετικό. Γιατί το έκανε; Ζούσε μια χαρά... δεν υπήρχε λόγος να βάλει τέλος στη ζωή της. Τώρα που το σκεφτόταν η Ντανίκα, αυτά τα λόγια τής φαίνονταν αστεία από το στόμα του πατέρα της. Κι εκείνος ζούσε μια χαρά, αλλά λίγο μετά την κατάρρευση της γιαγιάς της, μάζεψε τα πράγματά του και τους εγκατέλειψε για να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Θεέ μου, γιατί έκανε τώρα τόσο καταθλιπτικές σκέψεις; Η πόρτα έκλεισε με δύναμη και την έκανε να τιναχτεί. Ο Ρέγιες, βλοσυρός, μπήκε στο δωμάτιο με τον σημαδεμένο Λούσιεν στο κατόπι του. Μόλις τον είδε, η ανάσα της στάθηκε στο λαιμό της και η προδότρα η καρδιά της σπαρτάρησε. Εχθρός, θύμισε στον εαυτό της. Πόσες φορές θα αναγκαζόταν να το κάνει; Γιατί το μυαλό της δεν μπορούσε να πάρει το μήνυμα; Προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, αλλά τα μάτια της καρφώθηκαν σε ένα άσχημο κόψιμο που διακοσμούσε το μάγουλό του. Οι δυο άντρες πρέπει να είχαν μονομαχήσει. Κι οι δυο είχαν

[123]


μώλωπες στα πρόσωπά τους, γδαρσίματα που αιμορραγούσαν και κομμένα χείλη. Λάσπη λέρωνε το δέρμα τους. Άλικες μουντζούρες ξεχώριζαν στο μπλουζάκι του Ρέγιες, λες και εκείνος είχε πάθει τα χειρότερα στην αναμέτρηση. Δε θα ανησυχώ τώρα και για τον Ρέγιες! Τα σώματά τους ανέδιδαν την οσμή τριαντάφυλλων και... και κλούβιων αβγών; Στράβωσε με αηδία τα χείλη της. Απαίσιο. Ο Ρέγιες είδε τον Σαβίν κι η έκφρασή του έγινε ακόμα πιο σκοτεινή. Κοίταξε μια τον πολεμιστή και μια την Ντανίκα. Η οργή ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του και πλησίασε τον Σαβίν με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές. «Τι γυρεύεις εδώ;» Οι δυο άντρες αντάλλαξαν ένα σκληρό, απειλητικό βλέμμα. «Κάποιος έπρεπε να την ανακρίνει», απάντησε ο Σαβίν. «Αρνήθηκες να το κάνεις κι έτσι ανέλαβα την πρωτοβουλία». «Σου είπα να μην την πλησιάσεις». Οι μύες τους φούσκωσαν, τα νεύρα τους τεντώθηκαν. Αν η Ντανίκα δεν ήταν τόσο πολύ διχασμένη ανάμεσα στο φόβο και στην αηδία, θα απολάμβανε το θέαμα. «Είναι ζωντανή, σωστά; Ποιο πρόβλημα έχεις, λοιπόν;» Ο Ρέγιες ύγρανε με τη γλώσσα τα χείλη του και, με κάποιον τρόπο, η κίνησή του φάνηκε απειλητική. «Σου έκανε κακό;» «Όχι, είμαι μια χαρά», είπε ξερά ο Σαβίν. «Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». «Δε ρώτησα εσένα. Ντανίκα, σου έκανε κακό;» Ο Ρέγιες δεν τράβηξε στιγμή τα γεμάτα δολοφονική διάθεση μάτια του από το φίλο του. Σωματικά; «Όχι». Ο λαιμός της σφίχτηκε. Ο Ρέγιες έσπρωξε τον Σαβίν και ο πολεμιστής παραπάτησε, κάνοντας βήματα προς τα πίσω. «Μην την ξαναπλησιάσεις». Η Ντανίκα άφησε ένα επιφώνημα, καθώς περίμενε ότι ο Σαβίν θα ριχνόταν στον Ρέγιες κι οι δυο τους θα κυλιόνταν στο δάπεδο. Αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ο Σαβίν ύγρανε με τη γλώσσα τα χείλη του και έσφιξε τα δόντια του. «Σου έκανα μια χάρη, μικρέ. Θα έπρεπε να με ευχαριστείς». Η Ντανίκα κίνησε προς το μέρος τους. Δεν ήξερε τι σχεδίαζε

[124]


να πει ή να κάνει, αλλά στο τέλος δε χρειάστηκε να το σκεφτεί. Ο Λούσιεν πέρασε μπροστά της, εμποδίζοντάς τη να πλησιάσει περισσότερο. «Φτάνει», πρόσταξε τους δυο άντρες. «Σαβίν, ετοίμασε την ομάδα σου. Φεύγουμε για τη Ρώμη το πρωί». «Η υπόθεση δεν έχει κλείσει», είπε ο Σαβίν. «Το ξέρω». Ένας αναστεναγμός κόπωσης. «Γιατί άλλαξαν τα σχέδια;» ρώτησε ο Ρέγιες τον Λούσιεν. «Η αναζήτηση στοιχείων δεν απέδωσε το παραμικρό», απάντησε ο φίλος του. «Θα γυρίσουμε στο ναό και θα προσπαθήσουμε να βρούμε κάτι εκεί». Η προσμονή φάνηκε να ηλεκτρίζει το λαδί δέρμα του Ρέγιες και η Ντανίκα είδε να του σηκώνονται οι τρίχες. Ακόμα και τα μαύρα μαλλιά του υψώθηκαν. Γιατί... προσμονή; Τον ηλέκτριζε η σκέψη πως η Ντανίκα θα έμενε μόνη μαζί του; Μετά, τα μάτια της Ντανίκα γούρλωσαν. Τι σημασία είχε; Τα υπερφυσικά φαινόμενα στοιβάζονταν το ένα πάνω στο άλλο. Πολύ σύντομα μπορεί να άφηνε ό,τι ήταν φυσιολογικό πίσω της και να μην επέστρεφε ποτέ. Πότε ήσουν φυσιολογική; Όταν ήταν παιδί, τα κορίτσια στην τάξη της ήθελαν να παίζουν με την Μπάρμπι. Η Ντανίκα, όμως, ήθελε να παίζει τον άγγελο. Πολλές φορές προσποιόταν πως είχε φτερά και πως πετούσε πάνω από την παιδική χαρά για να πολεμήσει το κακό. Κι όμως, όταν το κακό χτύπησε την πόρτα της στην πραγματικότητα, εκείνη δεν πολέμησε. Κουλουριάστηκε σε εμβρυακή στάση και απλώς φώναξε τη μαμά της. Ποτέ ξανά. «Η υπόθεση δεν έκλεισε», επανέλαβε ο Σαβίν και βγήκε από το δωμάτιο. Η πόρτα χτύπησε με δύναμη πίσω του. Η Ντανίκα ξεροκατάπιε. Μόνη με τον Ρέγιες και τον Λούσιεν. Μην τολμήσεις να χάσεις το θάρρος σου. Ύψωσε το πιγούνι της. Ο Ρέγιες στράφηκε αργά και την αντίκρισε. Τα μαύρα μάτια του έδειχναν βασανισμένα, τα χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα. «Όταν μπήκα, διέκρινα δάκρυα στα μάτια σου». Ένα νεύρο τρεμόπαιζε στον κρόταφό του. «Ο Σαβίν σε έκανε να αμφιβάλλεις για

[125]


κάτι. Για ποιο πράγμα;» Το τικ συνήθως σήμαινε πως μια καταιγίδα έβραζε μέσα του. Μπορεί να μην ήξερε πολλά πράγματα για εκείνον, όπως του είχε πει νωρίτερα, αλλά αυτό το ήξερε. «Να αμφιβάλλω;» Ο Ρέγιες ένευσε κοφτά. «Σε έκανε να αμφιβάλλεις για κάτι που έχει σχέση με τον εαυτό σου». «Όχι. Με προειδοποίησε να μη σας κάνω κακό». «Δε θα έλεγε τις αμφιβολίες του φωναχτά. Μπορεί να τις άκουσες στο μυαλό σου». «Τι είναι αυτά που λες; Το μόνο πράγμα για το οποίο αμφέβαλα ήταν...» Θεέ μου. Η Ντανίκα πήρε μια απότομη ανάσα. «Αυτός είναι ο δαίμονάς του; Αυτή είναι η δύναμή του; Κάνει τους ανθρώπους να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους και για τις πράξεις τους; Τους κάνει να νιώθουν απαίσια για όσα έκαναν ή δεν έκαναν;» Άλλο ένα νεύμα. Όλες οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν σχηματιστεί στο μυαλό της μπροστά στον Σαβίν πρόβαλαν για ακόμα μια φορά στο μυαλό της. «Το κάθαρμα! Θα τον σκοτώσω!» Μουγκρίζοντας, η Ντανίκα χίμηξε προς την πόρτα. Θα τον έβρισκε και θα... Ο Ρέγιες την έπιασε από τα μπράτσα και την κράτησε μέχρι που η Ντανίκα έμεινε ακίνητη. «Τι χρησιμοποίησε εναντίον σου;» Τα χέρια του ανηφόρισαν αργά, απαλά, και χούφτωσαν τα μάγουλά της. Ένα ρίγος απλώθηκε στη σπονδυλική της στήλη. Δεν μπορούσε να τραβηχτεί. Ο Ρέγιες της πρόσφερε παρηγοριά από την ντροπή της, κι εκείνη το αποδεχόταν με χαρά της. Οι παλάμες του ήταν ζεστές, γεμάτες ουλές, και της έδιναν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν. «Την... την οικογένειά μου. Το φταίξιμό μου». Ο Ρέγιες κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν είναι δικό σου φταίξιμο. Φταίξιμο των θεών, φταίξιμο δικό μας... αλλά ποτέ δικό σου». Τα δάκρυα έτσουξαν ξανά τα μάτια της. Μόνο αυτό φαινόταν να κάνει τελευταία: άρχιζε να κλαίει και μετά προσπαθούσε να σταματήσει. «Δεν πολέμησα». Η λαβή του έγινε πιο δυνατή. Δεν την πονούσε, αλλά δεν ήταν πια απαλός. «Είμαστε πολεμιστές... και μάλιστα αθάνατοι.

[126]


Εκπαιδευτήκαμε να σκοτώνουμε, να ακρωτηριάζουμε. Τι θα μπορούσες να κάνεις εναντίον μας;» «Περισσότερα», ψέλλισε απλώς η Ντανίκα. Θεέ μου, ένιωθε υπέροχα έτσι όπως την άγγιζε. Γιατί είχε σκεφτεί να στερήσει τον εαυτό της από μια τέτοια ευδαιμονία; «Τίποτα δε θα άλλαζε». «Δεν το ξέρεις». Πόσο όμορφα θα ένιωθε αν ακουμπούσε το κεφάλι στον ώμο του; Αν ανέπνεε τη μυρωδιά του; Προσπάθησε να σταθεί ακίνητη και αυτό αποδείχτηκε ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που είχε κάνει στη ζωή της. «Έτσι δεν είναι;» Το στόμα του τραβήχτηκε σ’ ένα αργό χαμόγελο. «Είσαι ξεροκέφαλη». Η θέα εκείνου του χαμόγελου σχεδόν την έκανε να λιώσει. Κάθε φορά που ήταν μαζί του, ο Ρέγιες συνοφρυωνόταν, εξοργιζόταν, έβριζε –αλλά δε χαμογελούσε ποτέ. Η υπέροχη έκφραση φώτιζε ολόκληρο το πρόσωπό του, μαλακώνοντας τα μάτια του και χαρίζοντάς τους το χρώμα του ζεστού μελιού. Άλλη μια ανατριχίλα κατηφόρισε στη ραχοκοκαλιά της και η Ντανίκα ανάγκασε τον εαυτό της να τραβηχτεί από κοντά του. Τέρμα οι προσεγγίσεις. Τέρμα η προσπάθεια να παρηγορηθεί από εκείνον, όταν ήξερε πως δεν έπρεπε. Στερείς από τον εαυτό σου την ευδαιμονία επειδή ξέρεις ότι μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή σου, είπε με το νου της. Αν έμενε κοντά του μπορεί να άπλωνε τα χέρια προς το μέρος του, ίσως και να έπεφτε στην αγκαλιά του. Ίσως να βύθιζε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και να τον φιλούσε μέχρι να λιποθυμήσει από έλλειψη οξυγόνου. Τα χέρια του Ρέγιες έπεσαν τότε στα πλευρά του και αναστέναξε. Η Ντανίκα έχωσε τα νύχια στην παλάμη της για να θυμίσει στον εαυτό της πως έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα γεμάτη πόνο, απόγνωση. Και αποφασιστικότητα. Δεν υπήρχε χρόνος για ρομάντζα –ιδιαίτερα με τον Ρέγιες. «Έφερα το Τάι-λενολ», ψέλλισε η Άσλιν, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο και αντίκριζε τη σκηνή. Είχε τεντώσει την παλάμη της, όπου

[127]


αναπαύονταν δύο ασπροκόκκινα χάπια. Στο άλλο χέρι κρατούσε ένα ποτήρι νερό. «Συγνώμη, δεν ήθελα να διακόψω». «Κανένα πρόβλημα», τη διαβεβαίωσε ο Λούσιεν καθώς ο Ρέγιες απομακρυνόταν από την Ντανίκα. Να πάρει η οργή, η Ντανίκα είχε ξεχάσει πως ο Λούσιεν βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο. «Ευχαριστώ για τα χάπια», της ψιθύρισε η Ντανίκα, χωρίς να κρύψει ότι χάρηκε για τη διακοπή. Την πλησίασε και πήρε τα φάρμακα. Το κεφάλι της μπορεί να μην την πονούσε λίγο πριν, αλλά τώρα κόντευε να σπάσει. Τα κατέβασε με μια γουλιά νερού. «Άσλιν», άρχισε ο Ρέγιες, «ευχαριστώ που φρόντισες τη δική μου... την Ντανίκα». «Χαρά μου». Η Άσλιν κοίταξε μια τον έναν πολεμιστή και μια τον άλλο, σαν να αναρωτιόταν τι συνέβαινε αλλά δεν ήθελε να φανεί αγενής και να ρωτήσει. «Συγνώμη που άργησα τόσο. Έπεσα πάνω στον Μάντοξ και... Τέλος πάντων, αν μπορώ να κάνω κάτι άλλο...» Η Ντανίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να ακολουθήσει τη φίλη της, να βγει έξω από τούτο το δωμάτιο και να μην κοιτάξει ποτέ πίσω. «Όχι, είμαι εντάξει». «Συγνώμη που άργησα. Η Άσλιν μου είπε...» Άλλη μια γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο –ψηλή, χλομή, η προσωποποίηση της τελειότητας. Φορούσε ένα κοντό μπλε φόρεμα με μεγάλο ντεκολτέ και ασορτί γοβάκια που τα λουράκια τους τύλιγαν τα πόδια της μέχρι τις γάμπες. Τα γαλανά μάτια της επιθεώρησαν την περιοχή και χαμογέλασε. «Ωραίο πράγμα! Μια μυστική συνάντηση. Με την ευκαιρία, είμαι η Άνια». «Χαίρω πολύ», της είπε η Ντανίκα. Η Άσλιν την είχε αναφέρει, αλλά δεν είχε πει σε ποιον πολεμιστή ανήκε η νεοφερμένη. Όποιος κι αν ήταν, όλα έδειχναν πως της φερόταν πολύ καλά. Η Ντανίκα δεν είχε ξαναδεί τόσο ευτυχισμένη γυναίκα. Ο Λούσιεν άφησε έναν αναστεναγμό. «Τι σκαρώνεις, Άνια; Χαμογελάς έτσι μόνο όταν έχεις σχεδιάσει κάτι». Ο σημαδεμένος Λούσιεν ήταν ο άνθρωπός της; Θεέ μου! Η ωραία και το τέρας. Η υπέροχη γυναίκα τύλιξε μια τούφα μαλλιών γύρω από το

[128]


δάχτυλό της και κοίταξε προκλητικά τον πολεμιστή. «Ήθελα να γνωριστούμε εμείς τα κορίτσια, εντάξει;» Τα μπλε ελεκτρίκ μάτια στράφηκαν ξανά προς το μέρος της Ντανίκα. «Τα αγόρια σού φέρονται καλά, γλυκιά μου;» «Δε... δε...» Δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Όλοι της είχαν φερθεί καλά με εξαίρεση τον Σαβίν, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Κάθε λεπτό που περνούσε, κάτι καινούριο φαινόταν να ανακύπτει και την εμπόδιζε να αρχίσει δράση εναντίον αυτών των αντρών. Αυτών των δαιμόνων. «Αν όχι, να το πεις στη μικρή Άνια κι εκείνη θα ξεριζώσει με τα ίδια της τα χέρια τις καρδιές τους», είπε η Άνια. «Το υπόσχομαι. Αν και η αλήθεια είναι πως δεν μπορείς να βασιστείς πάνω μου· τα ψέματα είναι το χόμπι μου. Λούσιεν, γλυκέ μου, θα λείψεις πολύ; Σκέφτομαι να οργανώσω ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον Γουίλιαμ και θέλω να με βοηθήσεις στη διακόσμηση». Ο Λούσιεν έκλεισε τα μάτια και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, λες και δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. «Σκέφτομαι ένα μασκέ πάρτι, με θέμα “Πλάσματα της Νύχτας”». Η Άνια άλλαζε θέματα πιο γρήγορα απ’ όσο η Ντανίκα μπορούσε να την παρακολουθήσει, αλλά η Άσλιν δε δυσκολευόταν να το κάνει. «Ξέχασε το πάρτι. Δε γίνεται, αφού το κουτί, τα τεχνουργήματα, οι Κυνηγοί κι ένας Θεός ξέρει τι άλλο βρίσκονται σε εκκρεμότητα και εξέλιξη. Ντανίκα, φώναξέ με αν χρειαστείς οτιδήποτε, εντάξει; Οτιδήποτε». Και λέγοντας αυτά, τράβηξε τη διαμαρτυρόμενη Άνια έξω από το δωμάτιο. Τι γλυκές γυναίκες! Και έξυπνες. Τι γύρευαν, λοιπόν, μ’ αυτούς τους πολεμιστές; Εγώ τι γυρεύω μ’ αυτούς τους πολεμιστές; Η Ντανίκα αναστέναξε. Τι ήταν αυτά τα τεχνουργήματα που ανέφερε η Άνια; «Είμαι έτοιμη», είπε επαναφέροντας όλους στο βασικό θέμα της συζήτησής τους. «Πού είναι ο Έρον;» Ο Ρέγιες κι ο Λούσιεν αντάλλαξαν ματιές. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ντανίκα. Ο Ρέγιες την κοίταξε, με πρόσωπο ανέκφραστο. «Εδώ», απάντησε ξερά. «Ο Έρον είναι εδώ, στο κάστρο».

[129]


Η προσμονή φούντωσε μέσα της. «Πήγαινέ με κοντά του». Έπρεπε να μάθει. Είτε ήταν για καλό είτε για κακό, έπρεπε να μάθει. «Τώρα αμέσως! Σε παρακαλώ. Πρέπει να τον δω». «Είναι αλυσοδεμένος, αλλά δεν μπορείς να τον πλησιάσεις. Στην περίπτωσή του, αλυσοδεμένος δε σημαίνει ανήμπορος. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα παραμείνεις σε μια απόσταση». Εκείνη τη στιγμή, η Ντανίκα θα του υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα. «Υπόσχομαι». Αλλά έπειτα σκέφτηκε πως, αν ο Έρον αρνιόταν να απαντήσει στις ερωτήσεις της, μπορεί να ξεχνούσε τα πάντα και να του ριχνόταν. Ίσως μάλιστα να πρόσθετε και κάποιον άλλο στη λίστα με τους υποψήφιους στόχους της. Μακάρι να την έβλεπε τώρα ο πρώην εκπαιδευτής της στις πολεμικές τέχνες. Ο Ρέγιες κοίταξε το ταβάνι, λες και ζητούσε καθοδήγηση από κάποιο ανώτερο πνεύμα. «Πολύ καλά», είπε αμέσως μετά. «Έλα. Ελπίζω να πάρεις τις απαντήσεις που θέλεις».

[130]


Κεφάλαιο 9 Ως πολεμιστής των θεών, ο Ρέγιες είχε πολεμήσει ουράνια πλάσματα που τώρα αναφέρονταν ψιθυριστά μόνο σε βιβλία και θρύλους. Τον Κέρβερο –έναν τρικέφαλο σκύλο που φρουρούσε τις πύλες του Άδη. Τη Χίμαιρα –ένα υβριδικό πλάσμα, ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο. Τις Άρπυιες, μισές γυναίκες, μισές πουλιά. Όλοι οι αντίπαλοι του είχαν προκαλέσει αιμορραγίες και πόνους. Και εκείνη την εποχή, ο πόνος δεν αποτελούσε ευχαρίστηση. Στα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην αρχαία Ελλάδα, ο δαίμονάς του κυριαρχούσε μέσα του, κινούσε τα νήματά του, τον έσπρωχνε να σκοτώνει και να ακρωτηριάζει. Όταν οι άνθρωποι άρχισαν τελικά να αντιστέκονται, ο πόλεμος εξαπλώθηκε και παντού υπήρξε καταστροφή. Έχασε άκρα που αναδημιουργήθηκαν και στη συνέχεια τα έχασε ξανά –και παραλίγο να αποκεφαλιστεί αρκετές φορές. Κι όμως, δεν είχε βιώσει ποτέ έναν τόσο έντονο φόβο όπως αυτός που ένιωθε τώρα. Η Ντανίκα θα ερχόταν σύντομα αντιμέτωπη με τον Έρον. Έναν άντρα που ο δαίμονάς του τον παρότρυνε να τη σκοτώσει με το ίδιο είδος ανελέητου πειθαναγκασμού που βασάνιζε πάντα τον Ρέγιες. Έναν άντρα που είχε προσπαθήσει να κόψει με τα ίδια του τα δόντια τον καρπό του για να ελευθερωθεί από τα δεσμά που τον ακινητοποιούσαν. Ευτυχώς, όταν έφτασαν κοντά του ο Ρέγιες κι ο Λούσιεν, είχε προλάβει να καταστρέψει μόνο το πρώτο επίπεδο των μυών του. Αλλά τι θα γινόταν αν ο Έρον κατάφερνε να ελευθερωθεί ενώ η Ντανίκα θα βρισκόταν κοντά του; Κι αν η δύναμή του αυξανόταν απότομα και έκοβε τους καρπούς του για να χιμήξει μπροστά, με τα δόντια γυμνά... Σταμάτα! Ο Ρέγιες ήθελε να πάρει την Ντανίκα στην αγκαλιά του και να τη μεταφέρει μακριά από το κάστρο, αλλά εκείνη ήθελε απαντήσεις –κι έτσι έπρεπε να τη βοηθήσει.

[131]


Ήταν πολύ απλό, οι επιθυμίες της είχαν προτεραιότητα σε σχέση με τις δικές του. Κατέβηκε μερικά σκαλιά και έφτασε στο κατώτερο επίπεδο του μπουντρουμιού, με την Ντανίκα πίσω του και τον Λούσιεν τελευταίο. Πέρασαν από ζεστούς χώρους σε ψυχρούς, ελάχιστα φροντισμένους μέχρι να φτάσουν σε κάποιους άλλους, εντελώς παραμελημένους. Οι πέτρινοι τοίχοι κατέρρεαν και κομμάτια πέτρας είχαν σκορπίσει στο δάπεδο και μπήγονταν στις σόλες των παπουτσιών τους. Ο Ρέγιες δεν μπορούσε καν να καταλάβει αν περπατούσε σε σανίδες ή σε μάρμαρο, επειδή οι πέτρες και το χώμα είχαν δημιουργήσει μια ολόκληρη ψηλή στρώση. Οι τύψεις επέστρεψαν, ενισχυμένες. Πώς μπόρεσα να φερθώ έτσι στο φίλο μου; Σύμφωνοι, ο Έρον –ο πραγματικός Έρον– δεν ήθελε να σκοτώσει τις γυναίκες. Σύμφωνοι, ο Έρον λαχταρούσε το θάνατο. Αλλά δεν του άξιζε να υποφέρει έτσι, δεμένος και κλειδωμένος σαν λυσσασμένος σκύλος. Σε ένα μέρος που η Άνια ισχυριζόταν πως ήταν πιο σκοτεινό ακόμα και από τη φυλακή των θεών, τα Τάρταρα. Να πάρει η οργή τους θεούς που είχαν υποβιβάσει τον Έρον στο ρόλο του φονιά και τον Ρέγιες στο ρόλο του δεσμοφύλακα! Ευτυχώς, κανένας από τους άλλους πολεμιστές δε βρισκόταν τριγύρω· ήταν πολύ απασχολημένοι με την προετοιμασία και τη συγκέντρωση προμηθειών για το ταξίδι στη Ρώμη –ένα ταξίδι στο οποίο ο Ρέγιες δεν ήταν σίγουρος αν θα συμμετείχε. Ήθελε να βρει το κουτί της Πανδώρας και να νικήσει για πάντα τους Κυνηγούς, αλλά δεν ήθελε να σέρνει την Ντανίκα εδώ κι εκεί στον κόσμο. Μπορεί να το έσκαζε ξανά. Μπορεί να μην κατάφερνε να την ξαναβρεί. Οι Κυνηγοί μπορεί να αποφάσιζαν πως ήταν προτιμότερο να τη σκοτώσουν και να την καταδίωκαν. Είχε αρχίσει να σκέφτεται όλο και περισσότερο πως η ύπαρξή του εξαρτιόταν από εκείνη. Δεν το καταλάβαινε, δεν του άρεσε, αλλά αυτή ήταν η αλήθεια. Εξακολουθούσε να ξαφνιάζεται από το γεγονός ότι κάθε φορά που την πλησίαζε, τόσο εκείνος όσο και ο δαίμονας μέσα του ηρεμούσαν. Η Ντανίκα έβηξε. Ο Ρέγιες έστριψε σε μια γωνιά και έριξε μια ματιά πάνω από

[132]


τον ώμο του. Η Ντανίκα κουνούσε το χέρι μπροστά από το πρόσωπό της. Η σκόνη χόρευε γύρω από τα μαλλιά της σαν φωτοστέφανο. Μερικές μπούκλες είχαν ξεβάψει, αποκαλύπτοντας το ελκυστικό ξανθό χρώμα τους. Θυμόταν πως την πρώτη φορά που την αντίκρισε σκέφτηκε πως τα μαλλιά της έμοιαζαν σαν τον ήλιο, γεμάτα λάμψη και ακτινοβολία. «Θέλεις να γυρίσεις στο δωμάτιό μου;» τη ρώτησε. «Θα στενοχωρηθώ πολύ αν ανακατευτεί το στομάχι σου». Εκείνη συνοφρυώθηκε και τον κοίταξε ενοχλημένη. «Απλώς έβηξα. Θα ζήσω. Συνέχισε το δρόμο σου». Το εκνευρισμένο μουρμουρητό ενός άντρα αντήχησε στους τοίχους. «Δε θέλω να παίξω άλλο αυτό το αιματηρό παιχνίδι. Σου είπα να σταματήσεις». Τουλάχιστον ο Έρον δεν ούρλιαζε. Ο Ρέγιες έστριψε για άλλη μια φορά και αντίκρισαν σιδερόφραχτα κελιά. Σταμάτησε απότομα, απλώνοντας το χέρι του για να μην τον προσπεράσει η Ντανίκα. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το στήθος της –απαλό και πλούσιο– πίεσε το μπράτσο του και τα νωπά μαλλιά της χάιδεψαν το δέρμα του. Κατάπιε μια βρισιά· η Ντανίκα παραπάτησε προς τα πίσω λες και την είχαν σπρώξει. Ξαφνικά, ολόκληρο το σώμα του έδινε την εντύπωση πως είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Η μυρωδιά της πλημμύρισε τα ρουθούνια του, καταιγίδες και αθωότητα. «Μείνε εδώ». Η βραχνάδα στη φωνή του τον έκανε να νιώσει ντροπή. Δεν τον πείραζε αν καταλάβαιναν άλλοι –ακόμα κι η ίδια η Ντανίκα– πως την ποθούσε. Δεν μπορούσε να κρύψει την πραγματικότητα. Αυτό που τον πείραζε ήταν πως καταλάβαιναν όλοι την ένταση του πόθου του. Κι αυτή την πληροφορία μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον του. «Γιατί δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο;» ρώτησε η Ντανίκα. Εκείνος ευχαριστήθηκε παρατηρώντας πως η φωνή της έτρεμε. «Θέλω να τον δω πρώτος για να ανακαλύψω αν άλλαξε η διάθεσή του από την τελευταία φορά που τον άφησα». Και να διαπιστώσει αν οι καρποί του είχαν θεραπευτεί και δεν υπήρχε πια ο

[133]


κίνδυνος να κοπούν –αλλά ο Ρέγιες δεν πρόσθεσε αυτή τη λεπτομέρεια. «Αν είναι σχετικά ήρεμος, μπορείς να πλησιάσεις τα κάγκελα. Σε καμιά περίπτωση δε θα μπεις στο κελί. Κατάλαβες;» «Ναι». «Μπορείς να του κάνεις ερωτήσεις, αλλά μην τον προσβάλεις και μην προκαλέσεις την... την οργή του». «Εντάξει, κατάλαβα! Θα μείνω πίσω και θα φερθώ ευγενικά. Εμπρός, ξεμπέρδευε». Αλλά ο Ρέγιες δε βιαζόταν. Παρέμεινε στη θέση του. «Όταν τον δεις, μη φοβηθείς. Εγώ δε θα επιτρέψω να πάθεις οποιοδήποτε κακό». «Ναι, και αύριο θα μετρήσω μέχρι το άπειρο. Δύο φορές. Αν δεν προχωρήσεις όμως, θα χάσω την υπομονή μου». Ο Ρέγιες έριξε μια ματιά στον Λούσιεν, που τον κοιτούσε με μια σκληρή έκφραση στο πρόσωπο. «Μείνε μαζί της. Σε παρακαλώ». Στο άκουσμα αυτών των λόγων, η Ντανίκα γρύλισε. Δε θύμωνε επειδή ο Ρέγιες ήθελε να την προστατεύσει και δεν πίστευε ότι μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της. Απλώς, είχε φτάσει σε σημείο έκρηξης και ήθελε απαντήσεις. Ο Λούσιεν ένευσε καταφατικά. Ο Ρέγιες έκανε μεταβολή. Περισσότερο ακόμα κι απ’ την ανάγκη να πάρει την επόμενη ανάσα του ήθελε να κοιτάξει την Ντανίκα, να την καθησυχάσει, να την παρηγορήσει. Να την κρατήσει στην αγκαλιά του. Αλλά αν της έριχνε έστω και μια ματιά, δε θα κατάφερνε να συγκρατηθεί και θα έκανε όλα τα παραπάνω. Δε θα μπορούσε να την αφήσει. Σφίγγοντας ένα στιλέτο στο ένα χέρι και το κλειδί του κελιού στο άλλο, ξεκλείδωσε την πόρτα. Οι μεντεσέδες έτριξαν καθώς το μέταλλο άνοιγε. Καθώς έκλεινε την πόρτα, έτριξαν ξανά. Ο Έρον ήταν κουλουριασμένος στον απέναντι τοίχο, βυθισμένος στις σκιές. Αμέσως μόλις αντίκρισε τον Ρέγιες, σταμάτησε να μουρμουρίζει. Ο Ρέγιες μελέτησε το φίλο του, ελπίζοντας να ξεχωρίσει ενδείξεις του πολεμιστή που ήταν άλλοτε κι όχι του τέρατος που είχε γίνει. Μάτια –ακόμα διεσταλμένα και πεινασμένα. Δόντια –ακόμα κοφτερά και γυμνά. Άρα ήταν ακόμα τέρας –αλλά επίσης ένας

[134]


άντρας που ο Ρέγιες αγαπούσε. Τα τατουάζ που κάλυπταν τον Έρον από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τις πατούσες των ποδιών τού ήταν γνώριμα. Ο ίδιος δεν ήξερε γιατί ο Έρον είχε γεμίσει τον εαυτό του με πολύχρωμα τατουάζ πραγμάτων που πιθανότατα ευχόταν να μην είχε κάνει ποτέ: με εικόνες φόνων, ακρωτηριασμών, καταστροφών. Ο Ρέγιες δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ κι ο Έρον δεν του είχε εξηγήσει ποτέ· κάποια πράγματα ήταν πολύ οδυνηρά για να συζητηθούν. Αυτό, τουλάχιστον, το ήξερε πολύ καλά. «Φύγε», μούγκρισε ο Έρον. Η προσταγή δεν ήταν μπερδεμένη ούτε χρωματισμένη από τη φωνή του δαίμονά του κι ο Ρέγιες ανοιγόκλεισε με έκπληξη τα μάτια. Μήπως είχε καταλαγιάσει η δίψα για αίμα του πολεμιστή, έστω και λίγο; «Βλέπω πως τώρα είσαι νηφάλιος». Μια ματιά στα χέρια του δεμένου άντρα κι ο Ρέγιες διαπίστωσε πως οι καρποί του είχαν γιατρευτεί σχεδόν εντελώς. «Είχες σχεδόν τρελαθεί όταν ο Λούσιεν κι εγώ εμφανιστήκαμε στη σπηλιά. Λυπάμαι αν σε πόνεσα προσπαθώντας να σε φέρω εδώ». «Ελευθέρωσέ με. Έχω δουλειά να κάνω». «Πριν από δυο βδομάδες ένιωθες ευγνωμοσύνη που σε έδεσα. Απεχθανόσουν αυτό που σε είχαν προστάξει να κάνεις και με εκλιπαρούσες να σε σκοτώσω». «Δε νιώθω πια ευγνωμοσύνη». Ο Έρον μετατοπίστηκε και τα πόδια του πλησίασαν περισσότερο το στήθος του. «Αυτές οι γυναίκες πρέπει να πεθάνουν». Όχι, η δίψα του αίματος δεν τον είχε εγκαταλείψει. «Δηλαδή ζουν ακόμα; Και οι τέσσερις;» Η υπερένταση που ένιωθε να αναδύεται από την Ντανίκα τον τύλιξε. Ναι, υπήρχε απόσταση ανάμεσά τους, αλλά αισθανόταν καθαρά την ψυχική της διάθεση λες και τη βίωνε ο ίδιος. Οι τύψεις σπίθισαν στα μάτια του Έρον. Τύψεις –κάτι όμορφο και τρομακτικό. Όμορφο επειδή σήμαιναν πως ο Έρον διατηρούσε ακόμα κάποιον έλεγχο του μυαλού του και εξακολουθούσε να αντιστέκεται. Τρομακτικό επειδή πιθανότατα σήμαινε ότι μία –ή

[135]


περισσότερες– από τις γυναίκες ήταν ήδη νεκρή. Ο Ρέγιες έπνιξε ένα βογκητό απογοήτευσης. Λαχταρούσε απεγνωσμένα κάποια καλή είδηση... και τώρα το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να εύχεται πως υπήρχε τουλάχιστον μια γυναίκα ζωντανή. «Έρον, μίλησέ μου για τις γυναίκες». Σιωπή. «Σε παρακαλώ», επέμεινε ο Ρέγιες, έτοιμος να εκλιπαρήσει αν χρειαζόταν. Σιωπή και πάλι. Όχι, όχι σιωπή, όπως συνειδητοποιούσε ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Στο βάθος, ακούστηκε ένα σιγανό αλλά απειλητικό γρύλισμα. «Απάντησέ του!» φώναξε η Ντανίκα. Ο Έρον έμεινε εντελώς ακίνητος –μέχρι που σταμάτησε να αναπνέει. Τα μάτια του έλαμψαν με μια κόκκινη οργή που παραγκώνισε κάθε υποψία τύψεων. Μετά, χωρίς προειδοποίηση, χίμηξε μπροστά. Τα φτερά του ξεπήδησαν από τις σχισμές στην πλάτη του –μαύρο, λεπτό δέρμα που ξέσχισε τα υπολείμματα των κουρελιών από το μπλουζάκι του και επεκτάθηκε σε ολόκληρο το κελί. Οι μυτερές σαν λεπίδες άκρες τους έξυσαν τους τοίχους. Ο Ρέγιες δεν υποχώρησε. Ο Έρον ήθελε να χτυπήσει κάτι κι έτσι θα του επέτρεπε να χτυπήσει εκείνον· καλύτερα εκείνον, παρά την Ντανίκα. Η αλυσίδα γύρω από το λαιμό του τεντώθηκε, φέρνοντας τον πολεμιστή λίγους πόντους μακριά από το πρόσωπο του Ρέγιες. Τώρα βρισκόταν τόσο κοντά, ώστε η ανάσα του –μια ανάσα με τη μυρωδιά του θειαφιού– χάιδεψε το δέρμα του. Ο Έρον είχε ταφεί τόσο κοντά στην κόλαση, ώστε η δυσοσμία της θα αναδιδόταν από το σώμα του για πολλές μέρες. Ο Ρέγιες σχεδόν ευχόταν ο δαίμονάς του να μην είχε θυμηθεί πώς θα έφτανε στον τόπο όπου είχε θάψει τον πολεμιστή. «Κοπέλα», φώναξε ο Έρον. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το λαιμό του Ρέγιες και έσφιξαν δυνατά. «Τη θέλω». «Είναι δική μου», κατάφερε να προφέρει ο Ρέγιες. «Μίλησέ μου για την οικογένειά της».

[136]


«Πέθανε!» «Πες μου». Άκουσε την Ντανίκα να βγάζει ένα πνιχτό επιφώνημα. Νόμισε πως άκουσε τον Λούσιεν να εκτοξεύει μια κοφτή προειδοποίηση. «Πες μου». Η παράκληση μόλις που ακουγόταν. Άφησε το στιλέτο να πέσει, μη θέλοντας να το χρησιμοποιήσει εναντίον του φίλου του για να σώσει τον εαυτό του, και έπιασε τους καρπούς του Έρον. Αν όλα αυτά ήταν απαραίτητα για να εξασφαλίσει απαντήσεις από εκείνον, θα τα επέτρεπε. Αλλά πολύ σύντομα, η αίσθηση των χεριών του Έρον που έσφιγγαν όλο και περισσότερο, όλο και πιο δυνατά, έγινε πολύ ηδονική. Ο πόνος ήταν μεθυστικός. Ο δαίμονάς του αναστέναξε ευτυχισμένος. Κι άλλο. «Πρέπει να πεθάνει», μούγκρισε ο Έρον. «Είναι... είναι αθώα». «Δεν έχει σημασία». «Κάποτε θα είχε». Πριν ο Ρέγιες προλάβει να προσθέσει οτιδήποτε άλλο, το μυαλό του θόλωσε και η ζαλάδα τον τύλιξε όπως τυλίγει η θάλασσα την ακτή. Πρέπει να προστατεύσεις την Ντανίκα. Καθώς αποσπούσε τα χέρια του Έρον από πάνω του, ο φάρυγγάς του θρυμματίστηκε και χίλιες βελόνες φάνηκαν να μπήγονται στο λαιμό του. Το οξυγόνο δεν μπορούσε να περάσει. Αίμα ανακατεύτηκε με θραύσματα οστού και οι λεπτές ακίδες κύλησαν στο στομάχι του, κόβοντας οτιδήποτε συναντούσαν στο δρόμο τους. Θα πέθαινε. Τουλάχιστον για λίγο. Τα μάτια του έκλεισαν με ευδαιμονία, αλλά το μυαλό του ούρλιαζε σε διαμαρτυρία. «Βοήθησέ τον!» φώναξε η Ντάνικα στον Λούσιεν. Άρπαξε τα σίδερα του κελιού, νιώθοντας να παγώνει μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Δεν είχε ξανανιώσει τόση παγωνιά στη ζωή της. Αυτή τη στιγμή, δεν μπορούσε να δει τον Ρέγιες. Ο Έρον, το κάθαρμα, τον είχε τυλίξει με τα μαύρα φτερά του. «Βοήθησέ τον». Κανένας εκπαιδευτής της

[137]


δεν την είχε προετοιμάσει για δαίμονες που ρίχνονταν σε άλλους δαίμονες και δεν ήξερε τι να κάνει. «Σε παρακαλώ». «Θα ζήσει». Ο Λούσιεν έβγαλε ένα πιστόλι από τη ζώνη του παντελονιού του και έλεγξε το γεμιστήρα. «Κανένας δε θα μπορούσε να ζήσει μετά από έναν τέτοιο πνιγμό», ψέλλισε η Ντανίκα, κοιτάζοντας το όπλο. Η πρώτη της σκέψη ήταν πως ο Λούσιεν σκόπευε να την πυροβολήσει. Η δεύτερη, πως, αν σχεδίαζε κάτι τέτοιο, θα το είχε κάνει ήδη. «Έρον, άφησέ τον», φώναξε ο Λούσιεν. «Όχι!» μούγκρισε ο πολεμιστής. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο. Τα νεύρα του Λούσιεν τεντώθηκαν και μουρμούρισε: «Τι είναι αυτό το πράγμα;» Έβγαλε μια σφαίρα από την τσέπη του και την έχωσε στη θαλάμη του όπλου. Η Ντανίκα έτρεμε ασυγκράτητα χωρίς να μπορεί να σταματήσει. «Κι αν πετύχεις τυχαία τον Ρέγιες;» Ήθελε τον Ρέγιες... τι; Ζωντανό; Ναι. Σίγουρα απείραχτο. Την είχε προστατεύσει πριν από δυο βδομάδες, είχε υπομείνει την οργή του Έρον σήμερα –και τώρα θα τον προστάτευε εκείνη. Προς το παρόν, ήταν ο μοναδικός ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με τη ζωή. Έτσι τουλάχιστον είπε στον εαυτό της· ότι αυτός έπρεπε να είναι ο λόγος που ο Ρέγιες είχε αποκτήσει ξαφνικά τόσο μεγάλη σημασία για εκείνη. «Όπως είπα και πριν, θα ζήσει». Αλλά πράγματι θα ζούσε; Ήταν αθάνατος, ήταν δαίμονας, αλλά δεν τον πείραζαν καθόλου οι στραγγαλισμοί και οι σφαίρες; Κάθε φορά που έβλεπε τον Ρέγιες, ήταν κομμένος και αιμορραγούσε. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως μπορούσε να τραυματιστεί. Κι αν ο Έρον προσπαθούσε να του κόψει το κεφάλι όσο ο Ρέγιες θα ήταν αναίσθητος; Ο Στέφανο της είχε πει ότι ο αποκεφαλισμός ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να πεθάνει μόνιμα ένας αθάνατος. Και η έκφραση «ο πιο σίγουρος» σήμαινε ότι υπήρχαν και άλλοι τρόποι για να πεθάνει. Η αλλόφρων ματιά της έπεσε στον Έρον, ο οποίος έπρεπε να σφίγγει ακόμα το λαιμό του Ρέγιες. Ο εξοργισμένος πολεμιστής δε σάλευε τώρα· το κεφάλι του ήταν σκυμμένο και κανένας ήχος δεν έβγαινε από τα χείλη του. Ω Θεέ μου. Τι σήμαινε αυτό; «Απλώς...

[138]


απλώς άφησέ με να αποσπάσω την προσοχή του. Θα τον απομακρύνω από τον Ρέγιες και μετά μπορείς να τον πυροβολήσεις». Μεντεσέδες έτριξαν καθώς η Ντανίκα άνοιγε την καγκελόφραχτη πόρτα. Ο Λούσιεν άρπαξε το μπράτσο της και τη σταμάτησε. «Το όπλο δεν είναι για τον Έρον». Έδειξε με το πιγούνι μια γωνιά του κελιού. Η Ντανίκα ακολούθησε το βλέμμα του. Εκεί, στη γωνιά, υπήρχε ένα λεπτό, ψηλό μέχρι τη μέση της... ναι, πράγμα. Τα μάτια της γούρλωσαν από το σοκ. Πράσινες φολίδες κάλυπταν το γυμνό σώμα του. Τα δόντια του ήταν μακριά σαν στιλέτα, από τις άκρες τους έσταζε σάλιο και τα αυτιά του ήταν μυτερά. Λαμπερά κόκκινα μάτια άστραφταν, όπως είχαν αστράψει τα μάτια του Έρον πριν επιτεθεί στον Ρέγιες. «Απ’ όσο ξέρω, δε διακτίνισα το πλάσμα εδώ», είπε ο Λούσιεν. «Δεν είναι φίλος μας». Τι ήταν αυτό το πλάσμα, λοιπόν; Και γιατί η Ντανίκα αισθανόταν πως το είχε ξαναδεί; Πως το είχε παρακολουθήσει; Πως είχε συνοφρυωθεί παρατηρώντας τα τερτίπια του; «Δαιμονικό», είπε ο Λούσιεν, θαρρείς και η Ντανίκα τον είχε ρωτήσει φωναχτά. Ίσως και να είχε ρωτήσει. Ο Λούσιεν σήκωσε το πιστόλι του και σημάδεψε. «Μην πυροβολήσεις κοντά στον Ρέγιες», του πέταξε βιαστικά η Ντανίκα. Ο Λούσιεν την κοίταξε ξαφνιασμένος, γιατί δεν περίμενε πως θα υπερασπιζόταν το δεσμοφύλακά της. «Θα προσέχω». Το σώμα του Έρον άρχισε να τρέμει ξανά, σχεδόν με σπασμούς. Για μια φορά ακόμα άρχισε να γρυλίζει σαν ζώο που τρεφόταν. Τι έκανε; Η Ντανίκα άφησε τα κάγκελα και τα νύχια μπήχτηκαν στις παλάμες της. Ο ιδρώτας κατηφόρισε στην πλάτη της, μολονότι έτρεμε από το τρομερό κρύο. Έτσι όπως στεκόταν εκεί, άπρακτη, ένιωθε εντελώς ανήμπορη. Μπουμ. Τα αυτιά της Ντανίκα βούισαν. Κάτω από το βούισμα, ωστόσο, μπορούσε να ξεχωρίσει ένα απόκοσμο γέλιο. Ανήσυχη,

[139]


παρακολούθησε το πλάσμα να πηδά εδώ κι εκεί στο κελί ή ακόμα και να σέρνεται στο ταβάνι. «Παίξε, παίξε. Πολλή πλάκα». Το έχω ξαναδεί, σκέφτηκε πάλι η Ντανίκα. Αλλά πώς; Στους εφιάλτες της; Τα μάτια της γούρλωσαν. Ναι, φυσικά. Ονειρευόταν διαρκώς δαίμονες και κόλαση κι έτσι ήταν λογικό να έχει φανταστεί ένα τέτοιο πλάσμα. Ο Λούσιεν πρόσθεσε άλλη μια σφαίρα και πυροβόλησε ξανά. Κι άλλο γέλιο. Ο Έρον ανασηκώθηκε. Αίμα έτρεχε από το στόμα του και λέκιαζε τα χέρια του. Η Ντανίκα είδε τον Ρέγιες για πρώτη φορά από τότε που ο άλλος πολεμιστής άρχισε να σφίγγει τα χέρια του γύρω από το λαιμό του. Έφερε το χέρι στο στόμα, σοκαρισμένη. Ο Ρέγιες ήταν πεσμένος στο έδαφος, ακίνητος, με το λαιμό... με το λαιμό σε μια παράξενη κλίση. Θα έπρεπε να χαίρομαι, θα έπρεπε να χαίρομαι. Αλλά δε χαιρόταν καθόλου. Αντίθετα, δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της. Έπρεπε να μισεί αυτό τον άντρα για όσα της είχε κάνει. Έπρεπε, έπρεπε, έπρεπε. Αλλά αυτή τη στιγμή, η λέξη δε σήμαινε τίποτα για εκείνη. Σκύβοντας, άρπαξε ένα από τα στιλέτα που είχε κλέψει, χωρίς να νοιάζεται που έτσι αποκαλυπτόταν η κλοπή της. Ο Έρον έπρεπε να πεθάνει κι εκείνη έπρεπε να τον σκοτώσει –καθαρά και ξάστερα. Ήταν ένας παρανοϊκός δολοφόνος. Είχε τραυματίσει τον Ρέγιες –δεν τον είχε σκοτώσει, ο Ρέγιες δεν μπορεί να πέθαινε– κι ήθελε να σκοτώσει την ίδια. Ακόμα χειρότερα, πιθανότατα είχε κάνει κακό στη γιαγιά της. Όλα έδειχναν πως η οικογένειά της δε θα ήταν ποτέ ασφαλής όσο ο Έρον παρέμενε ζωντανός. Ναι, έπρεπε να πεθάνει. Ή τώρα ή ποτέ. Αποφασισμένη, όρμησε τελικά στο κελί. Ο Λούσιεν ήταν τόσο απορροφημένος στη στόχευση του δαίμονα με το πιστόλι του, ώστε δεν την πρόσεξε. Η Ντανίκα προχώρησε επιφυλακτικά. Τα μισόκλειστα μάτια του Έρον καρφώθηκαν πάνω της, παρακολουθώντας κάθε της κίνηση. «Λεγεωνάριε», ψέλλισε ο Έρον. «Σε χρειάζομαι». Το φολιδωτό πλάσμα πήδηξε στην πλάτη του και έσφιξε

[140]


δυνατά. «Εδώ είμαι». Κοκαλιάρικα δάχτυλα χάιδεψαν το κρανίο του Έρον. Το πλάσμα ψιθύρισε λέξεις στο αυτί του, που η Ντανίκα δεν κατάλαβε. Απαλές λέξεις, σιγανές λέξεις. Το σώμα του Έρον χαλάρωσε και οι μύες του ξεφούσκωσαν. Το κόκκινο φως στα μάτια του έσβησε. Ο Λούσιεν σταμάτησε έξω από το κελί. «Ντανίκα», φώναξε. «Πάρε τον Ρέγιες από εδώ. Το σώμα του δε θα αντέξει άλλη ζημιά». Η Ντανίκα συνέχισε να προχωρά, πολύ αργά. Όταν έφτασε τον Ρέγιες, έσκυψε δίπλα του. Η ματιά της δεν άφησε στιγμή τον Έρον, καθώς ακουμπούσε το ένα δάχτυλο στο λαιμό του, ελπίζοντας να νιώσει το σφυγμό του. Δεν ένιωσε τίποτα. Μην πανικοβάλλεσαι. Ήταν γεμάτος ενεργητικότητα, γεμάτος δύναμη και δεν μπορούσε να πεθάνει εδώ, δεν μπορούσε να πεθάνει έτσι. Σωστά; Χρειαζόταν απεγνωσμένα ιατρική φροντίδα. «Λούσιεν, για τ’ όνομα του Θεού, έλα να τον πάρεις». «Είναι μια χαρά... και δε θέλω να χάσω από τα μάτια μου τον ελεύθερο δαίμονα». Να πάρει η οργή! Η Ντανίκα δεν μπορούσε να τον αφήσει εκεί. Πράγματι, αν πάθαινε κι άλλη ζημιά δε θα απέμενε τίποτα από δαύτον. Να σώσει τον Ρέγιες, να ανακρίνει ή να προσπαθήσει να σκοτώσει τον Έρον; Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Έσκυψε πάνω από τους ώμους του Ρέγιες, με το μαχαίρι επίπεδο –επειδή αρνιόταν να το αφήσει– και προσπάθησε να τον σύρει. Αφού τον απομάκρυνε αρκετά, στη συνέχεια θα ριχνόταν στον Έρον χωρίς να φοβάται για τον αναίσθητο πολεμιστή. Αλλά το μεγάλο, δυνατό σώμα του Ρέγιες αποδείχτηκε υπερβολικά βαρύ και μόλις που κατάφερε να καλύψει τριάντα πόντους πριν σταματήσει για να πάρει ανάσα. Ο Έρον ανασηκώθηκε με τα πόδια λυγισμένα για να κρατήσουν το βάρος του και τα χέρια του σφιγμένα, έτοιμα να χτυπήσουν. Θα εξαπέλυε επίθεση από στιγμή σε στιγμή. «Ήταν φίλος σου», του πέταξε η Ντανίκα και ανασηκώθηκε για να απομακρύνει τον Ρέγιες λίγους πόντους ακόμα. «Αλλά εσύ δεν είσαι», της απάντησε ο Έρον.

[141]


«Όχι, δεν είμαι». Ο πολεμιστής χαμογέλασε μοχθηρά, απόκοσμα. «Θέλεις να μου κάνεις κακό, μικρό ανθρώπινο πλάσμα;» «Ναι». Δεν υπήρχε λόγος να πει ψέματα· ήταν σίγουρη πως η αλήθεια ζωγραφιζόταν στα μάτια της. «Θέλω να σε καταστρέψω». «Προσπάθησε». «Για να νιώσεις καλύτερα σχετικά με όσα σχεδιάζεις να μου κάνεις; Όχι, ευχαριστώ –τουλάχιστον όχι πριν βοηθήσω τον Ρέγιες. Αλλά μόλις βγει από το κελί, είσαι δικός μου». Για κάποιο λόγο, η συζήτηση φάνηκε να τον ηρεμεί όσο και το μικρό πλάσμα που συνέχιζε να ψιθυρίζει στο αυτί του. «Σε τρομάζω;» «Εσύ; Να με τρομάζεις; Ποτέ ξανά». Άλλοι δυο πόντοι. Λίγο ακόμα και θα έβγαζε τους ώμους του Ρέγιες από την πόρτα. «Τότε γιατί δε μου επιτίθεσαι;» «Η διαφορά ανάμεσά μας είναι πως εγώ ενδιαφέρομαι για κάποιον άλλο περισσότερο απ’ όσο ενδιαφέρομαι για τις επιθυμίες μου». Ο Έρον έχασε αμέσως το χαμόγελό του. «Δεν είναι δυνατό να ενδιαφέρεσαι για τον Ρέγιες». Η Ντανίκα δεν ήθελε να ενδιαφέρεται και ήξερε πως δεν έπρεπε να ενδιαφέρεται. Αλλά... Ξαφνικά, βήματα αντήχησαν πίσω της και τη γλίτωσαν από μια απάντηση. «Έρχονται κι οι άλλοι». Τελικά, ο Λούσιεν αποφάσισε να τη βοηθήσει. Την πλησίασε και την έπιασε από τη βάση του αυχένα, πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί για το άγγιγμά του. Το ένα δευτερόλεπτο κρατούσε τον Ρέγιες και το επόμενο βρισκόταν... στην κρεβατοκάμαρα του Ρέγιες. Την κατέλαβε ζαλάδα. Όταν ο Λούσιεν την άφησε, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Έχασε την ισορροπία της και τα γόνατά της χτύπησαν στο δάπεδο. Μόρφασε με την πτώση, αλλά τα νεύρα της ήταν τόσο πολύ τεντωμένα ώστε δεν ένιωσε καν τον πόνο. «Τι στο διάβολο μου έκανες;» «Μείνε εδώ», τη συμβούλεψε ο Λούσιεν. Καθώς πάσχιζε να σηκωθεί, η Ντανίκα τον κοίταξε βλοσυρά.

[142]


«Δεν πρόκειται να...» Ο Λούσιεν εξαφανίστηκε χωρίς άλλη λέξη, αφήνοντάς τη με το στόμα ανοιχτό. Μπάσταρδε! Δεν μπορούσε –και δεν ήθελε– να αφήσει τον Ρέγιες εκεί κάτω με εκείνο το... το ζώο. Έπρεπε να τον σκοτώσεις όταν σου δόθηκε η ευκαιρία. Αποφασισμένη να επιστρέψει, κίνησε προς την πόρτα. Σκόνταψε σε ένα ζευγάρι μπότες και μόλις που κατάφερε να διατηρήσει την ισορροπία της. «Σου είπα να μείνεις εκεί». Στριφογυρίζοντας –και πολεμώντας ένα ακόμα κύμα ζαλάδας–, η Ντανίκα άφησε να της ξεφύγει ένα κοφτό επιφώνημα. Ο Λούσιεν είχε εμφανιστεί για άλλη μια φορά στωικός, ασυμβίβαστος. Κρατούσε τον Ρέγιες στην αγκαλιά του καθώς πλησίαζε το κρεβάτι και απέθεσε απαλά τον ακόμα ακίνητο πολεμιστή στο στρώμα. Τα ελατήρια έτριξαν. Η Ντανίκα έτρεξε στο πλευρό του Ρέγιες. «Φρόντισέ τον», μουρμούρισε ο Λούσιεν και η προειδοποίηση διακρινόταν στη φωνή του. «Θα... θα τον φροντίσω». Πρόφερε τις τελευταίες λέξεις με έναν αναστεναγμό· ο Λούσιεν είχε εξαφανιστεί και πάλι. Σχεδόν φοβόταν να κοιτάξει, αλλά γύρισε αργά το κεφάλι της. Τα μάτια της σταμάτησαν στον Ρέγιες και το στομάχι της σφίχτηκε. Υπήρχαν πολλές πλευρές σε τούτο τον άνθρωπο: δεσμοφύλακας, σωτήρας, δαίμονας, άντρας. Αλλά τούτο το πλάσμα που είχε απειλήσει τη ζωή της και την είχε σώσει συνάμα παρέμενε μυστήριο για εκείνη. Και τώρα βρισκόταν μπροστά της, νικημένος. Ο λαιμός του ήταν τσακισμένος, το καρύδι του λείο και αποχρωματισμένο. Το στήθος του, εντελώς ακίνητο. Τα δάκρυα που είχαν τσούξει τα μάτια της τόσες φορές εκείνη τη μέρα τώρα έτρεχαν ελεύθερα στα μάγουλά της. Πώς μπορούσε κάποιο τόσο δυνατό άτομο να είναι... Πίσω από τα δάκρυά της, νόμισε πως είδε το στήθος του να σαλεύει, νόμισε πως είδε τον τσακισμένο λαιμό του να συσπάται. Σε παρακαλώ, Θεέ μου! Ας είναι αλήθεια. Το χέρι της ταξίδεψε στην καρδιά του κι ο χτύπος της ήταν δυνατός πάνω στην παλάμη της. Ένα βραχνό σφύριγμα γέμισε τα

[143]


αυτιά της κι αυτό της φάνηκε ο πιο υπέροχος ήχος. Ήταν ζωντανός! Ξεφωνίζοντας, η Ντανίκα έπεσε στα γόνατα. Έσφιξε το χέρι του κι ένιωσε τα δάχτυλά του να ανταποδίδουν αδύναμα το σφίξιμό της. Η δύναμη της ανακούφισής της ήταν απωθητική. Ανεπιθύμητη. Επειδή σήμαινε πως δε θα μπορούσε ποτέ να προδώσει αυτό τον άνθρωπο. Αυτόν το δαίμονα. Ούτε τώρα ούτε αργότερα. Τον Έρον, ναι. Τον Σαβίν, ναι. Αλλά όχι αυτόν εδώ, ποτέ αυτόν εδώ. Ούτε καν για να σώσει την οικογένειά της. «Εδώ είμαι, Ρέγιες». Τα βλέφαρά του άνοιξαν. «Μην προσπαθήσεις να μιλήσεις. Απλώς, να ξέρεις πως είμαι εδώ. Θα σε φροντίσω». Το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν είχε καμιά ιατρική εκπαίδευση και δεν ήξερε τι να κάνει. Έπνιξε ένα οδυνηρό γέλιο. Είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση, όταν η Άσλιν ήταν άρρωστη. Προσπαθώντας να διαπραγματευτεί για τις ζωές της μητέρας, της αδερφής και της γιαγιάς της είχε πει ψέματα, ισχυριζόμενη στον Ρέγιες πως ήταν θεραπεύτρια, και είχε καταφέρει να φροντίσει την Άσλιν όσο καλύτερα μπορούσε. Η Άσλιν είχε γίνει καλά. Ο Ρέγιες; Οι μαύρες κόρες των ματιών του εστιάστηκαν πάνω της. Δεν ήταν γεμάτες πόνο· αντίθετα, μέσα τους διακρινόταν ένα αίσθημα... ευχαρίστησης; Δεν ήταν δυνατό. Τα βλέμματά τους αντάμωσαν για μια στιγμή, πριν ο Ρέγιες κλείσει ξανά τα μάτια. Το οξυγόνο εγκατέλειψε τα πνευμόνια της με έναν αναστεναγμό. Τα χείλη του Ρέγιες σάλεψαν, αλλά κανένας ήχος δε βγήκε από το στόμα του. «Πονάς τον εαυτό σου», είπε η Ντανίκα. «Σου είπα να μη μιλήσεις. Θα...» «Μη γυρίσεις στον Έρον χωρίς εμένα», κατάφερε να ψελλίσει εκείνος και οι λέξεις ξέφυγαν πνιχτές από τα χείλη του. «Υποσχέσου». Το χέρι του έσφιξε το δικό της. «Να σε προστατεύσω». Και πάλι, ήθελε να την προστατεύσει. Πώς να μην την κάνει να κατεβάσει την ασπίδα της και να μην τη μεταμορφώσει σε αφοσιωμένο κουτάβι; «Το υπόσχομαι».

[144]


Κεφάλαιο 10 Ο Ρέγιες ξύπνησε σταδιακά, με τις αισθήσεις σε πλήρη επιφυλακή χάρη σε αρκετές παραδοξότητες. Πρώτον, υπήρχε ένα βάρος στο στήθος του. Ζεστό, πολύ ζεστό –και απαλό. Είχε συνηθίσει να ξυπνά χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις και λίγο παγωμένος. Δεύτερον, η μυρωδιά των καταιγίδων και των αγγέλων πλημμύριζε τα ρουθούνια του, μεθυστική και ερωτική. Ήταν μια μυρωδιά που λαχταρούσε με κάθε μόριο της ύπαρξής του, αλλά μια μυρωδιά που παρέμενε επικίνδυνη για την ψυχική γαλήνη του. Τρίτον, δεν ήθελε να φύγει ποτέ από τούτο τον παράδεισο. Ο Πόνος δε συμφωνούσε. Ο Πόνος πηγαινοερχόταν στο κελί του μυαλού του, μουγκρίζοντας. Μουγκρίζοντας τόσο δυνατά, ώστε ο Ρέγιες σκέπασε τ’ αυτιά του. Το βάρος στο στήθος του μετατοπίστηκε στα πλευρά του, παίρνοντας μαζί του εκείνη την υπέροχη ζεστασιά και την απαλότητα. Το μουγκρητό δυνάμωσε ακόμα περισσότερο κι ο Ρέγιες μόρφασε. «Είσαι καλά;» Η φωνή ενός αγγέλου –τέλεια συνοδεία της ευωδιάς. Η Ντανίκα. Το μουγκρητό έγινε ένα σπαστό νιαούρισμα, καθώς το πλούσιο ηχόχρωμα της φωνής της καθησύχαζε το κτήνος. Τι το ξεχωριστό είχε πάνω της; Τι την έκανε τόσο διαφορετική από τις άλλες γυναίκες που είχε γνωρίσει; Η Άσλιν είχε ανακουφίσει το μαρτύριο του Μάντοξ. Η Άνια είχε ανανεώσει την επιθυμία του Λούσιεν να αγαπήσει. Κι οι δυο γυναίκες είχαν αποδεχτεί τους πολεμιστές γι’ αυτό που ήταν. Η Ντανίκα ενίσχυε τον πόνο του Ρέγιες και κόντευε να τον τρελάνει. Δε θα τον αποδεχόταν ποτέ. Αλλά ακόμα κι αν συνέβαινε κάποιο θαύμα και τον αποδεχόταν, ο Ρέγιες δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει έρωτα

[145]


μαζί της, επειδή δεν ήθελε να επιτρέψει στον Πόνο να μπήξει τα νύχια του μέσα της. Να την αλλάξει. Ως ζευγάρι, ήταν πέρα για πέρα καταδικασμένοι. Αλλά αυτό το γεγονός δε μείωνε την ανάγκη του για εκείνη. Και πάλι, αναρωτήθηκε το γιατί. Ήταν όμορφη, έξυπνη και θαρραλέα, αλλά έτσι ήταν κι άλλες γυναίκες. Σωστά; Εκείνη τη στιγμή όμως, δεν μπορούσε να σκεφτεί καμιά άλλη που τα λαμπερά μάτια της έφταναν μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Καμιά άλλη που τα μεταξωτά μαλλιά της χάιδευαν τόσο τέλεια το δέρμα του. Καμιά άλλη που τον αντίκριζε νεκρό και αρνιόταν να το βάλει κάτω. Μόνο την Ντανίκα. Το όνομά της αντήχησε ψιθυριστά στο μυαλό του και άνοιξε τα βλέφαρά του. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν πως το πρωινό φως του ήλιου διαπερνούσε τις μαύρες κουρτίνες, βάφοντας με κίτρινες κουκκίδες ό,τι άγγιζε. Αρκετά φυσιολογικό. Μετά, ένα εκτυφλωτικό φωτοστέφανο φάνηκε μπροστά του και τούφες ξανθών μαλλιών γαργάλησαν το στέρνο του. Ένα απαλό στήθος πίεσε τα πλευρά του. «Είσαι καλά;» επανέλαβε η Ντανίκα. Η ανησυχία ξεχώριζε στα νυσταγμένα μάτια της, με τα βλέφαρα μισόκλειστα. Πίσω από την πυκνή ασπίδα των μακριών βλεφαρίδων της, ο Ρέγιες μπορούσε να διακρίνει το έντονο πράσινο χρώμα των ματιών της –το νέο αγαπημένο του χρώμα. «Υπέφερες πολύ χθες το βράδυ». «Χθες το βράδυ;» Η φωνή του ακούστηκε βραχνή και κάθε λέξη πονούσε το λαιμό του. Ήταν μια υπέροχη αίσθηση. «Τα μαλλιά σου». Σήκωσε το χέρι και τύλιξε αρκετές μπούκλες γύρω από τα δάχτυλά του. «Έγιναν πάλι ξανθά». «Έκανα άλλο ένα ντους και η βαφή ξεπλύθηκε εντελώς». «Μου αρέσουν». Φανερά αμήχανη, η Ντανίκα δάγκωσε το κάτω χείλος της. Το σώμα του ζεστάθηκε ακόμα περισσότερο. Ω, πόσο όμορφα θα ήταν αν αυτά τα δόντια δάγκωναν ξανά εκείνον. «Χθες το βράδυ;» επέμεινε. «Με τον Έρον. Στο κελί του». Οι αναμνήσεις τον πλημμύρισαν, εικόνες σχηματίστηκαν η μια

[146]


πίσω από την άλλη και ανασηκώθηκε απότομα. Είχε οδηγήσει την Ντανίκα στο μπουντρούμι. Είχε μπει στο κελί του Έρον. Ο Έρον είχε δείξει να αισθάνεται τύψεις με την αναφορά της οικογένειας της Ντανίκα, λες και είχε ήδη σκοτώσει ένα μέλος της –ή και περισσότερα. Μετά, του επιτέθηκε και ο Πόνος το απόλαυσε. Ο τρόμος δημιουργούσε μια συμφωνία μέσα του: ο χτύπος της καρδιάς του, η βιαστική ροή του αίματός του, οι αναστεναγμοί του δαίμονά του. Τα είχε απολαύσει όλα και η Ντανίκα ήταν εκεί, βλέποντάς τον να εξασφαλίζει ευχαρίστηση από μια τόσο άγρια πράξη. Ντροπιασμένος μέχρι τα βάθη της ψυχής του, έκλεισε τα μάτια και έχωσε το πρόσωπο στα χέρια του. Δεν ξέρει, διαβεβαίωσε τον εαυτό του. Διαφορετικά, δε θα καθόταν τόσο ήρεμα στο κρεβάτι και δε θα συζητούσε μαζί σου. Θα εκτόξευε προσβολές, όπως «ανώμαλε» και «διεφθαρμένε». Μερικές γυναίκες αποδέχονταν αυτή τη συγκεκριμένη σεξουαλική προτίμησή του. Οι περισσότερες, όχι. Για λίγα χρόνια, ο Ρέγιες έβρισκε συντρόφους σε κλαμπ όπου σύχναζαν σαδομαζοχιστές. Τότε, εκείνα τα στέκια ήταν κρυφά. Ιδιωτικά. Οι γυναίκες ήθελαν να δένονται, να μαστιγώνονται κι εκείνος τους πρόσφερε ευχαρίστως τον πόνο που αναζητούσαν. Κι όταν τις πρόσταζε να τον πονέσουν εκείνες, το έκαναν πρόθυμα, ευτυχισμένα. Αλλά όταν έμαθε πως οι γυναίκες με τις οποίες έκανε σεξ ξεσπούσαν στη συνέχεια σε βίαιες πράξεις, σταμάτησε να πηγαίνει στα κλαμπ. Για πολλούς αιώνες βασιζόταν μόνο στο χέρι του, κόβοντας τον εαυτό του ενώ χάιδευε τον ανδρισμό του. Μετά, είχε μια θεία φώτιση –όπως τουλάχιστον ο ίδιος την είχε χαρακτηρίσει. Εκείνες οι γυναίκες πρέπει να είχαν προδιάθεση βίας. Αυτός ήταν ο λόγος που έβλαψαν αθώους με τόση ευκολία –αφού είχαν κάνει σεξ μαζί του. Έτσι προσπάθησε ξανά και αυτή τη φορά ακολούθησε τη συμβουλή του Πάρη και διάλεγε δασκάλες του κατηχητικού και βιβλιοθηκάριους ως ερωτικές συντρόφους του. Τις πρώτες φορές τους ζητούσε να φορέσουν σπιρούνια και να τα καρφώσουν στην πλάτη του. Και άλλα πράγματα που προτιμούσε να μη θυμάται.

[147]


«Είσαι άρρωστος», είχαν φωνάξει μερικές. «Ζήτησε βοήθεια, ανώμαλε». Μακάρι να είχαν συνεχίσει να του αντιστέκονται. Αλλά πολύ σύντομα άρχισαν κι εκείνες να λαχταρούν τον πόνο. Για τον εαυτό τους, για χίλιους άλλους. Όταν παρατηρούσε τη λάμψη της πείνας βαθιά στα μάτια τους, διέκοπτε κάθε επαφή μαζί τους, ελπίζοντας πως θα επέστρεφαν στον προηγούμενο εαυτό τους. Αλλά εκείνες δεν επέστρεφαν. Απαλά δάχτυλα άγγιξαν το μέτωπό του, παραμερίζοντας τα μαλλιά του. Μέχρι τώρα, αυτό το είδος του αγγίγματος τον αηδίαζε. Σωματικά, δεν αισθανόταν τίποτα κι έτσι η κίνηση απλώς του θύμιζε κάτι που δεν μπορούσε ποτέ να αποκτήσει. Μόνο το δυνατό μπήξιμο των νυχιών και το κοφτερό κάρφωμα των δοντιών τον ευχαριστούσαν. Εδώ, τώρα, με την Ντανίκα, εξακολουθούσε να μη νιώθει τίποτα σωματικά, αλλά η τρυφερή κίνηση τον συγκλόνισε συναισθηματικά και διαπίστωσε πως ήταν τόσο ερεθιστική όσο ένα δάγκωμα. Πρώτη φορά τον άγγιζε έτσι. Ο δαίμονάς σου επηρεάζει κάθε γυναίκα που ποθείς. Αν κάνεις δική σου την Ντανίκα, θα είναι σαν να καταριέσαι την ψυχή της. Μην το ξεχνάς. «Ρέγιες;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια και, αργά, το πρόσωπο της Ντανίκα εστιάστηκε μπροστά του. «Ναι;» «Σε έχασα». «Συγνώμη. Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Εγώ, ναι». Η Ντανίκα τράβηξε το χέρι της και τόσο εκείνος όσο κι ο δαίμονας ήθελαν να ξεφωνίσουν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένος τα μάτια. Ο δαίμονας είχε αναστατωθεί; Του είχε λείψει ένα απαλό άγγιγμα; «Υπήρχε... υπήρχε ένα πλάσμα με τον Έρον». «Ναι», ψέλλισε ο Ρέγιες με ένα νεύμα. «Θυμάμαι». «Το έχεις ξαναδεί; Ξέρεις από πού έρχεται;» «Δεν το έχω ξαναδεί, αλλά ξέρω πως έρχεται από την

[148]


κόλαση». Ο Πόνος το είχε αναγνωρίσει: ένας διαβολικός αδερφός του. Ο Ρέγιες έστρεψε το κεφάλι του και κοίταξε την Ντανίκα. «Μην ασχολείσαι μαζί του». Εκείνη χλόμιασε, καθώς το αίμα εγκατέλειπε το πρόσωπό της. Όποιες σκέψεις κι αν χόρευαν στο κεφάλι της, δεν ήταν ευχάριστες. «Γιατί δεν του αντιστάθηκες;» «Στο μικρό δαίμονα;» «Όχι, στον Έρον. Σε έχω ξαναδεί να παλεύεις μαζί του. Δε φοβόσουν. Ήσουν δυνατός και...» Ξεροκατάπιε, λες και την πονούσε το υπόλοιπο μέρος της εξομολόγησης. «Και ικανός. Αλλά αυτή τη φορά απλώς στάθηκες ακίνητος και του επέτρεψες να σου κάνει κακό». Ο Ρέγιες ανασηκώθηκε και τα μάτια του δεν άφησαν στιγμή το πρόσωπό της. Τα πόδια της λύγισαν πίσω της, με το γοφό στηριγμένο στο στρώμα. Ακουμπούσε το βάρος της σε έναν αγκώνα και τα μαλλιά της σχημάτιζαν ένα υπέροχο μεταξωτό παραπέτασμα που έπεφτε στους ώμους της. Ένιωθε υπερηφάνεια και ικανοποίηση, επειδή είχε διαθέσει πολλές ώρες για να της αγοράσει ρούχα, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα την έβλεπε να τα φορά. Τα χαρακτηριστικά της ήταν λεπτεπίλεπτα. Ο Ρέγιες δε θα ξαφνιαζόταν καθόλου αν μάθαινε πως η Ντανίκα είχε πέσει από τον ουρανό. Μικρή, ανασηκωμένη μύτη, στρογγυλά μάγουλα χερουβείμ. Κατακόκκινα χείλη που γυάλιζαν. Όπως πάντα, η μορφή της του προκάλεσε έναν πόνο στο στήθος. Ο Πόνος το λάτρεψε· λάτρεψε το σφίξιμο και, στη συνέχεια, το κενό συναίσθημα στο βάθος του στομαχιού του. Ο Ρέγιες χαμογέλασε άκεφα. Ίσως απλώς να κοιτούσε την Ντανίκα μέχρι το τέλος της υπερβολικά σύντομης ανθρώπινης ζωής της. Ο δαίμονάς του θα έμενε πάντα ικανοποιημένος. Με τη σκέψη του θανάτου της, ο πόνος έγινε καταλυτικός. «Λοιπόν;» ρώτησε η Ντανίκα. Τι τον είχε ρωτήσει; Επανέλαβε ολόκληρη τη συζήτησή τους στο μυαλό του. Α, ναι. Για τον Έρον. Την κρυφή απόλαυση του Ρέγιες. Είχε καλές προθέσεις, πριν αναλάβει ο Πόνος τον έλεγχο του εαυτού του. «Τον έχω πληγώσει πολλές φορές. Του το χρωστούσα».

[149]


«Όχι». Η Ντανίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν το έκανες γι’ αυτό». Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε. Αποκλειόταν να έχει μαντέψει την αλήθεια. «Τότε γιατί;» «Ήθελες απαντήσεις. Για μένα. Και νόμιζες πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τις πάρεις». Εντάξει, ίσως η Ντανίκα να είχε μαντέψει την αλήθεια. Μέχρι τώρα, πίστευε μόνο τα χειρότερα για εκείνον. Ήταν... ήταν δυνατό να έχει μαλακώσει απέναντί του; «Εσύ κι ο Έρον είστε ακόμα φίλοι;» Αυτή τη φορά υπήρχε μια σκληρή χροιά στη φωνή της. Μπα, δεν είχε μαλακώσει. «Ναι, είμαστε». Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. Αγαπούσε τον Έρον –ειλικρινά. Αλλά απέναντι στην Ντανίκα... Εξακολουθούσε να μην είναι σίγουρος πώς αισθανόταν για εκείνη ή τι ακριβώς σήμαινε η Ντανίκα γι’ αυτόν. Μόνο πως σήμαινε κάτι που δεν έπρεπε να σημαίνει και δεν μπορούσε να εμποδίσει τα συναισθήματα που του προκαλούσε. Δεν μπορώ να την κάνω δική μου. «Σταμάτα», του πέταξε ξερά η Ντανίκα και στράφηκε αλλού, κοιτάζοντας το ταβάνι. Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε απορημένος. «Τι να σταματήσω;» «Δεν ξέρω. Εκείνη η λάμψη στα μάτια σου όταν με κοιτάς... αποσπά... αποσπά την προσοχή μου». «Γίνεται αυθόρμητα». Μια παύση. «Δεν μπορεί να γίνει κάτι ανάμεσά μας, Ρέγιες». Το ξεστόμισε τελικά, με φωνή ραγισμένη. «Το ξέρω». Η Ντανίκα τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της. «Τι δουλειά έχω εδώ;» «Δεν μπορούσα να σ’ αφήσω στους Κυνηγούς». Ήταν αλήθεια. «Ίσως έπρεπε». Εκείνη τη στιγμή, ο Ρέγιες κατάλαβε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι Κυνηγοί της είχαν ζητήσει να δράσει ως Δόλωμα. Το στομάχι του σχημάτισε αρκετούς κόμπους, που ο καθένας τριβόταν πάνω στον άλλο. Θα έπρεπε να παραμείνει σε επιφυλακή μαζί της. Πάντα.

[150]


Δεν έπρεπε να αποκαλύψει το παραμικρό που θα μπορούσε να κάνει κακό στους φίλους του. Θα έπρεπε να την παρακολουθεί, να βεβαιωθεί πως δε θα προσπαθούσε να βάλει κρυφά εκείνα τα καθάρματα στο κάστρο ή πως δε θα τους έλεγε πού πήγαιναν οι πολεμιστές. Και γιατί. Αλλά δεν μπορούσε να την αφήσει να φύγει. Δεν μπορούσε να τη σκοτώσει, μολονότι ήταν το πιο έξυπνο πράγμα που είχε τη δυνατότητα να κάνει. Αν και οι φίλοι του θα το απαιτούσαν, σε περίπτωση που μάθαιναν την αλήθεια. Και πράγματι υποψιάζονταν την αλήθεια, διαφορετικά ο Σαβίν δε θα έμπαινε στο δωμάτιο του Ρέγιες για να την ανακρίνει. Πόσο είχε εκθέσει όλους τους σε κίνδυνο ο Ρέγιες, ακριβώς επειδή την άφηνε να ζήσει; Τον ενδιέφερε; Είμαι εντελώς ηλίθιος. Ίσως και να την αγαπούσε τελικά. Ο Πόνος γέλασε σαν μεθυσμένος μ’ αυτή τη σκέψη, επειδή η αγάπη συνοδευόταν από ένα δικό της είδος μαρτυρίου. Μεγάλου μαρτυρίου. Στην καρδιά, στην ψυχή. Και τα δυο μαζί προκαλούσαν ένα σωματικό πόνο τόσο έντονο ώστε η ανακούφισή του ήταν αδύνατη. Ο Ρέγιες μόρφασε. «Μην αναφέρεις τους Κυνηγούς στους φίλους μου», πρόσταξε ξερά. Εκείνη γέλασε. Αντίθετα με το γέλιο του Πόνου, το δικό της δεν έμοιαζε καθόλου με γέλιο μεθυσμένου ατόμου. Η υπερένταση ήταν φανερή σ’ αυτή την εκδήλωση προσποιητής ευθυμίας. «Δε θα μπορούσα, ακόμα κι αν ήθελα». «Γιατί;» «Έφυγαν». Η σύγχυσή του μεταμορφώθηκε σε θυμό και πετάχτηκε όρθιος. Η πέτρα ήταν παγωμένη πάνω στο δέρμα του. Πλησίασε την ντουλάπα του. «Πότε;» «Σήμερα το πρωί». «Όλοι;» «Εκτός από εκείνον που λέγεται Τόριν. Ίσως να έμειναν και λίγοι άλλοι. Δεν ξέρω όλους τους φίλους σου». Ο Ρέγιες σταμάτησε στο κατώφλι και πίεσε τη γέφυρα της

[151]


μύτης του. Κάποτε θα γινόταν έξω φρενών που είχε μείνει πίσω. Τώρα, αυτό που ένιωθε για την Ντανίκα ήταν ακόμα πιο δυνατό από την επιθυμία του να βρει το Δαιμονικό. «Ήρθαν για σένα. Όταν διαπίστωσαν πως ανάρρωνες ακόμα, μου είπαν να σου δώσω ένα μήνυμα». Ένα νεύρο συσπάστηκε κάτω από κάθε μάτι του, καθώς έκανε μεταβολή για να την αντικρίσει. «Ποιο μήνυμα;» Η Ντανίκα ανασήκωσε το πιγούνι της. Ήταν ένδειξη πως τον αψηφούσε –μια κίνηση που ο Ρέγιες πρόσεχε συχνά, λες και ήταν έτοιμη να τα βάλει με όλο τον κόσμο. «Εκείνος που λέγεται Σαβίν μου είπε να σου μεταφέρω να πάψεις να φέρεσαι σαν κότα και να κάνεις το καθήκον σου. Τι συμβαίνει στη Ρώμη; Κάποιος ανέφερε ένα ναό». Ο Ρέγιες αγνόησε την ερώτησή της και κοίταξε τον εαυτό του για να κρύψει τη λάμψη της οργής που ήξερε ότι σπίθιζε στα μάτια του. Τα όπλα του δε βρίσκονταν πια στερεωμένα στους αστραγάλους και στους μηρούς του, αλλά φορούσε ακόμα το τζιν του. Μολονότι του άρεσε η σκέψη πως η Ντανίκα τον είχε γδύσει, δεν του άρεσε καθόλου η διαπίστωση ότι είχε αφαιρέσει τα όπλα του. Δεν του άρεσε να κοιμάται σαν νεκρός. Η Ντανίκα μπορεί να είχε κάνει οτιδήποτε –και ίσως είχε κάνει οτιδήποτε– χωρίς εκείνος να το πάρει είδηση. Συνοφρυωμένος, στράφηκε ξανά προς την ντουλάπα του. Τράβηξε έξω την προθήκη με το βελούδινο κάλυμμα και διαπίστωσε πως όλα ήταν στη θέση τους και τίποτα δεν έλειπε. Ωραία. Δε θα χρειαζόταν να της κάνει σωματική έρευνα. «Δε σου έκλεψα τίποτα», δήλωσε κοφτά η Ντανίκα. «Εντάξει». Αν και δεν την πίστευε. Πήρε από ένα πιστόλι σε κάθε παλάμη και έλεγξε τους γεμιστήρες τους. Γεμάτοι. Θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός τώρα που η Ντανίκα έμενε μαζί του· δεν μπορούσε να έχει τα όπλα του σε πλήρη ετοιμότητα. Συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο καθώς έχωνε το ημιαυτόματο πίσω στη μέση του και την αντίκριζε. Η Ντανίκα τον παρακολουθούσε επιφυλακτικά και τα χαρακτηριστικά της ήταν τόσο χλομά όσο τα χαρακτηριστικά μιας βασίλισσας του πάγου. Ο πόνος επέστρεψε στο στήθος του και ο Ρέγιες δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλού του. Οι θεοί έπρεπε να

[152]


τιμωρηθούν που είχαν προσφέρει τόση ομορφιά σε ένα ανθρώπινο πλάσμα. «Πας κάπου;» τον ρώτησε. «Ίσως». Το βλέμμα του ταξίδεψε στους τοίχους. Δυο στιλέτα έλειπαν, μολονότι η Ντανίκα είχε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να καλύψει τα ίχνη της αλλάζοντας την κλίση των όπλων που βρίσκονταν κάποτε γύρω τους. Δεν την κατηγορούσε και δε θα της έπαιρνε πίσω τα όπλα. Για κάποιο λόγο, είχε ανεξήγητα... ναι, ερεθιστεί από τη σκέψη ότι η γυναίκα του ήταν οπλισμένη. Ηλίθιε. Πιθανότατα η Ντανίκα ήθελε να δει το αίμα του να χύνεται στο πάτωμα και να σχηματίζει λιμνούλες ανάμεσα στις πέτρες. Ανατρίχιασε με τη σκέψη. Θα έπρεπε να τον μαχαιρώσει για να χύσει το αίμα του και, μα τους θεούς, εκείνος θα αισθανόταν υπέροχα. Αν ήθελε να σε σκοτώσει, θα μπορούσε να κόψει το κεφάλι σου χθες το βράδυ. «Γιατί δεν το έσκασες από κοντά μου όταν είχες την ευκαιρία;» τη ρώτησε. Η Ντανίκα χτύπησε την παλάμη της στο μέτωπό της και έπεσε πίσω στα μαξιλάρια. «Δεν ξέρω. Είμαι ηλίθια». «Γιατί δε μου έκανες κακό;» «Και πάλι, δεν ξέρω. Εντάξει; Είσαι εχθρός μου, που να πάρει η οργή. Θεωρητικά, θα έπρεπε να μπορώ να σου κόψω το λαιμό χωρίς πρόβλημα. Έχω εκπαιδευτεί για κάτι τέτοιο, ξέρεις». Ο Ρέγιες ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Για να κόψεις το λαιμό μου;» «Ναι, έχω παρακολουθήσει μαθήματα. Όχι μόνο μαθήματα αυτοάμυνας, αλλά μαθήματα που σε διδάσκουν πώς να αχρηστεύεις τον εχθρό σου χωρίς προσωπικό κίνδυνο». Τίναξε ένα χνούδι από το πόδι της. «Δε θα είμαι ποτέ ξανά ανήμπορη». Βοήθησα στην καταστροφή της αθωότητάς της και δε χρειάστηκε καν να την αγγίξω. Ντροπή. Ο Ρέγιες ακούμπησε τον ώμο του στο πλαίσιο της ντουλάπας. «Μην ταράζεσαι τόσο πολύ. Ίσως δεν μπορούσες να κάνεις κακό σε έναν αναίσθητο άνθρωπο. Είναι κάτι έντιμο». «Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι άνθρωπος».

[153]


Πράγματι, δεν ήταν. Ήταν δαίμονας –και η υπενθύμιση τον έτσουξε. Τον έτσουξε αρκετά ώστε να βγουν τα επόμενα λόγια από το στόμα του. «Τώρα είμαι ξύπνιος. Γιατί δε δοκιμάζεις;» «Να πας να πηδηχτείς», του πέταξε η Ντανίκα. «Προσπάθησε», επέμεινε ο Ρέγιες. «Πήγαινε στο διάβολο». «Προσπάθησε, Ντανίκα. Απόδειξε στον εαυτό σου ότι μπορείς να με νικήσεις». Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω του –δυο δίδυμες ακτίνες λέιζερ που διαπερνούσαν δέρμα και οστά. «Για να έχεις την ευκαιρία να μου κάνεις κακό; Όχι, ευχαριστώ». «Δε θα σαλέψω. Έχεις το λόγο μου». Η Ντανίκα πλατάγισε τη γλώσσα της στον ουρανίσκο της. «Θέλεις να σε τραυματίσω;» Πρόφερε τα λόγια λες και δεν πίστευε στ’ αυτιά της, αλλά ο Ρέγιες συνειδητοποίησε ότι αυτό ακριβώς της ζητούσε. Ήθελε να πηδήξει από το κρεβάτι και να του επιτεθεί. Ήθελε να νιώσει τα νύχια της βαθιά στο δέρμα του, τα δόντια της βαθιά στο λαιμό του και πάλι. Ήθελε πόνο. Από εκείνη. Μόνο από εκείνη. Ήθελε ηδονή με το μοναδικό τρόπο που μπορούσε να την εξασφαλίσει. Μολονότι ήξερε πως δεν έπρεπε. Η αθωότητά της είχε ήδη εξαφανιστεί· πόσο κακό θα της έκανε πηγαίνοντας τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα; «Αν δε θέλεις να μου επιτεθείς, φίλησέ με», της είπε. Τώρα έτρεμε· η ανάγκη του ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορούσε να την κρύψει. Αν δεν κατάφερνε να πάρει τον πόνο που λαχταρούσε, θα έπαιρνε κάτι άλλο. Τη γεύση της. Αμφέβαλλε αν θα τον χόρταινε, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η Ντανίκα άφησε ένα πνιχτό επιφώνημα κι ο Ρέγιες δεν ήξερε αν επρόκειτο για ένδειξη τρόμου ή... ή προσμονής. Μετά, είδε τις θηλές της να σκληραίνουν και κατάλαβε. Ήταν ένδειξη προσμονής. Το στήθος του σφίχτηκε σαν να το πίεζαν σιδερένια κάγκελα. «Φίλησέ με», ικέτεψε και τα λόγια ήταν τόσο σιγανά, τόσο ήρεμα και γεμάτα ανάγκη, ώστε ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε καλά καλά να τα ακούσει.

[154]


«Να πας στο διάβολο», επανέλαβε η Ντανίκα, κοιτάζοντας τα χείλη του. Αυτή τη φορά, ωστόσο, δεν υπήρχε ένταση στη φωνή της· μονάχα η βραχνάδα του πάθους. «Αν δε θέλεις να έρθεις σ’ εμένα, ίσως πρέπει να έρθω εγώ σ’ εσένα». Η Ντανίκα δεν ψέλλισε καμιά διαμαρτυρία. Το υπέροχο δέρμα της ανατρίχιασε, η αναπνοή της έγινε κοφτή και η φλέβα στο λαιμό της άρχισε να πάλλεται ακανόνιστα. Κι όμως, ο Ρέγιες υποψιαζόταν βαθιά μέσα του πως, αν τη φιλούσε, η Ντανίκα θα τον μισούσε. Θα τον μισούσε περισσότερο απ’ όσο τον μισούσε ήδη. Δεν ήθελε να τον θέλει, θα ένιωθε ντροπή που είχε υποκύψει στο δεσμοφύλακά της –έναν από τους άντρες που ήταν υπεύθυνοι για τη δύσκολη θέση στην οποία είχε βρεθεί η οικογένειά της. Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και την πλησίασε περισσότερο. Εκείνη ανασηκώθηκε απότομα, με μάτια γεμάτα πανικό. «Γιατί το κάνεις;» Πασχίζοντας να ανακτήσει την αυτοσυγκράτησή του, ο Ρέγιες σταμάτησε στο κέντρο του δωματίου. Το στήθος του είχε αρχίσει να τον σφίγγει ξανά. Ο Πόνος τα ρουφούσε όλα, απολαμβάνοντας κάθε αγωνία. «Πρέπει να μάθω». «Τι; Τι πρέπει να μάθεις;» «Τη γεύση σου». Άλλο ένα βήμα. «Και τι θα συμβεί αν μάθεις;» τον ρώτησε εκείνη βραχνά. «Θα πάψω να αναρωτιέμαι. Θα πάψω να σε ονειρεύομαι κάθε βράδυ, να σε σκέφτομαι κάθε λεπτό της μέρας». Άλλο ένα βήμα πιο κοντά. «Νομίζω πως κι εσύ αναρωτιέσαι. Νομίζω πως με ονειρεύεσαι και αναρωτιέσαι. Μισείς τον εαυτό σου γι’ αυτό. Μισείς κι εμένα γι’ αυτό, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις». Η Ντανίκα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της, με τα ξανθά μαλλιά να φλερτάρουν τους ώμους της και να χαϊδεύουν τον κομψό λαιμό της. Εκείνος ήθελε να την αγγίξει, να τη χαϊδέψει. Ήθελε να της προσφέρει ευχαρίστηση, ακόμα κι αν ο ίδιος δε θα ένιωθε τίποτα. Τελικά, παραδέχτηκε την αλήθεια. Η Ντανίκα ήταν διαφορετική από τις άλλες γυναίκες που είχε γνωρίσει. Μολονότι και

[155]


οι άλλες ήταν ζωντανά πλάσματα, στην πραγματικότητα δεν ήταν απόλυτα ζωντανές. Εκείνη εκπροσωπούσε τη ζωή και τη ζωτικότητα. Ίσως, για μια ευλογημένη στιγμή, να μπορούσε να ρουφήξει τη δύναμή της και να βρει χαρά και ηδονή σε μια απολαυστική πράξη. Ίσως του χάριζε την ανακούφιση –χωρίς πόνο, χωρίς δυστυχία και αγωνία. Μόνο για μια φορά. «Δε σε θέλω», του ψιθύρισε βραχνά. «Ψεύτρα». Αν δεν το έκανε, οι αμφιβολίες θα τον στοίχειωναν μέχρι το τέλος της ζωής του. Δυο βήματα ακόμα και βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι. Η Ντανίκα δεν τραβήχτηκε. Μάζεψε τα γόνατα στο στήθος της και τύλιξε τα χέρια γύρω από τα πόδια της. Τα μικρά άσπρα δόντια της μασούλησαν για πολλοστή φορά το κάτω χείλος της. «Όπως είπα και πριν, θα μπορούσες να φύγεις από αυτό το δωμάτιο και από αυτό το κάστρο... αλλά δεν το έκανες». «Μια στιγμή παραφροσύνης». Τα μάτια της ταξίδεψαν νευρικά στο πρόσωπό του. Ο Ρέγιες δεν ήξερε τι έψαχνε να βρει. «Πολλές στιγμές, μάλλον. Εγώ κοιμήθηκα αρκετές ώρες». «Και λοιπόν; Αυτό δε σημαίνει πως θέλω να σε φιλήσω. Αυτό δε σημαίνει ότι θέλω τα χέρια σου πάνω μου, το δέρμα σου στο δικό μου». Θεέ μου, τι λόγια! «Τι σημαίνει, λοιπόν;» Τα σαρκώδη χείλη της άνοιξαν και η γλώσσα της πέρασε από πάνω τους, αφήνοντας μια στρώση υγρασίας. «Δεν έχεις τίποτα να πεις;» Αργά, πολύ αργά, ο Ρέγιες έσκυψε προς το μέρος της. Αργά, πολύ αργά, η Ντανίκα τραβήχτηκε πίσω και ξάπλωσε, αυξάνοντας την απόσταση ανάμεσα στα στόματά τους. Όταν η πλάτη της συνάντησε το στρώμα, δεν είχε άλλα περιθώρια υποχώρησης. Αλλά δε στράφηκε αλλού ούτε τον έσπρωξε μακριά. Τελικά, ο Ρέγιες βρέθηκε μια ανάσα μακριά της και στήριξε τις παλάμες του αριστερά και δεξιά από το κορμί της. Οι τούφες των μαλλιών της χάιδεψαν το δέρμα του σαν να τον άγγιζαν ηλεκτρισμένα καλώδια. Θεοί, πόση αγωνία! Η αγωνία της επίγνωσης ότι, μολονότι σωματικά βρίσκονταν τόσο κοντά, δεν μπορούσαν να

[156]


μοιραστούν τίποτα περισσότερο από ένα φιλί. Κι άλλο, εκλιπάρησε ο δαίμονάς του. Σε παρακαλώ, κι άλλο. Ο ανδρισμός του Ρέγιες ήταν σκληρός σαν βράχος και όλες οι απολήξεις των νεύρων του υπέφεραν. «Τι σημαίνει, λοιπόν;» επέμεινε. «Μιλάς πολύ». Η Ντανίκα τον κοίταξε βλοσυρά, με μάτια τόσο σκληρά όσο κι ο τόνος της φωνής της. Απαιτητικά. Με λαχτάρα. «Κάν’ το. Ξεπέρασέ το. Ξεμπέρδεψε με δαύτο». Ο Ρέγιες ευχήθηκε να ήταν τόσο απλό. Κάν’ το και μην το ξανασκεφτείς. Μην το ξαναθελήσεις ποτέ πια. Μην την ξαναθελήσεις ποτέ πια. Ίσως ακόμα και να την ξεχάσεις, ώστε αν ο Έρον τη σκοτώσει κάποτε, να μη δώσεις δεκάρα. Να μη θελήσεις να πεθάνεις κι εσύ μαζί της. «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε η Ντανίκα, τώρα απαλά. Θεοί, ήταν πολύ όμορφη. Ακόμα και θυμωμένη, εξέπεμπε τόση γοητεία ώστε τα μάτια του δεν άντεχαν να την κοιτάζουν. Οι βλεφαρίδες της ήταν μακριές και πυκνές και υπήρχε μια μοναδική φακίδα δίπλα στο δεξί φρύδι της. «Άλλαξες... άλλαξες γνώμη για το φιλί;» «Όχι». Πώς ήταν δυνατό να αλλάξει γνώμη, αφού το λαχταρούσε περισσότερο από το αύριο; «Μπορεί να μη μου προσφέρεις άλλη ευκαιρία και θέλω να απολαύσω κάθε στιγμή». «Αν θέλουμε να φερθούμε ανόητα, πρέπει να ξεμπερδέψουμε μια ώρα αρχύτερα... και να το απολαύσουμε αργότερα». Φανερά κουρασμένη από την αναμονή, η Ντανίκα χούφτωσε τα μάγουλά του και τον τράβηξε προς το μέρος της. Ο Ρέγιες έπεσε πάνω της και η ανάσα εγκατέλειψε απότομα τα χείλη της. Εκείνος ανέπνευσε βαθιά, παίρνοντας κάθε κύτταρό της στα πνευμόνια του και σημαδεύοντας τον εαυτό του με την πεμπτουσία της. «Αυτό δε σημαίνει τίποτα», του είπε. «Λιγότερο από το τίποτα», είπε ψέματα εκείνος. «Θα μισήσω τον εαυτό μου αργότερα». «Εγώ ήδη μισώ τον εαυτό μου». Η Ντανίκα άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει, αλλά ο Ρέγιες έσκυψε και κατάπιε τα λόγια της.

[157]


Κεφάλαιο 11 Θεέ μου. Πώς ζούσα χωρίς αυτό; Η Ντανίκα βύθισε τα δάχτυλά της στα μεταξωτά μαλλιά του Ρέγιες και τα έσφιξε, με τα νύχια να πιέζουν το κρανίο του. Η γλώσσα του ήταν ζεστή, πικάντικη από τη γεύση ενός παθιασμένου άντρα. Το σώμα του ήταν σκληρό πάνω στο δικό της. Για κάποιο λόγο, ο Ρέγιες πίεσε τις παλάμες του στο στρώμα και ανασηκώθηκε, έτσι που μόνο τα στόματά τους βρίσκονταν σε επαφή. Όχι. Όχι, όχι, όχι. Η Ντανίκα ήθελε να νιώσει το βάρος του, τη ζεστασιά του, τη δύναμή του και τον ερεθισμό του. Δεν έπρεπε. Τίποτε άλλο δεν έπρεπε να την ενδιαφέρει εκτός από την οικογένειά της και την ελευθερία της. Ωστόσο, από τη στιγμή που είδε τον Ρέγιες να κείτεται αναίσθητος, στα πρόθυρα του θανάτου, δεν κατάφερνε να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο εκτός από εκείνον. Λάθος, μεγάλο λάθος. Αλλά πώς ήταν δυνατό να είναι λάθος, αφού ένιωθε ασφαλής για πρώτη φορά μετά από μήνες; Πώς ήταν δυνατό να είναι λάθος, αφού ένιωθε πραγματικά ζωντανή; Λίγο ακόμα, μονάχα, σκέφτηκε. Μόλις ικανοποιούσε την περιέργειά της, μόλις καταλάβαινε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η γεύση αυτού του ανθρώπου –ω Θεέ μου, η γεύση του γενικά– δεν την επηρέαζε περισσότερο από τη γεύση οποιουδήποτε άλλου άντρα, τότε θα τον έσπρωχνε μακριά. Αργότερα θα φερόταν σαν έξυπνη γυναίκα, όπως ακριβώς την είχε μεγαλώσει η μητέρα της. Θα φερόταν υπεύθυνα και θα έβρισκε έναν τρόπο για να ανακρίνει με επιτυχία τον Έρον. Και μετά, θα άφηνε πίσω της αυτό το κάστρο και δε θα γύριζε ποτέ. «Ντανίκα», ψιθύρισε ο Ρέγιες. «Άγγελε...» Άγγελε. «Μη σταματάς». Τα χείλη του ήταν απαλά και τα αξύριστα γένια του έγδαραν τα μάγουλά της. Κάθε φορά που έγερνε το κεφάλι του, οδηγώντας τη γλώσσα του πιο βαθιά στο στόμα της, πιο δυνατά, την έγδερναν λίγο

[158]


περισσότερο, μια αιχμή ηδονής ταξίδευε μέχρι τις θηλές της και ανάμεσα στους μηρούς της. Βόγκηξε, μη μπορώντας να συγκρατηθεί. «Σου αρέσει το φιλί μου;» τη ρώτησε. «Δε σε πονάω;» «Μου αρέσει. Και δεν πονάω». Καθώς έσφιγγε τους ταλαιπωρημένους μυς στους ώμους του, η Ντανίκα σκέφτηκε πως δε θα την πείραζε να πονέσει και λίγο. Λαχταρούσε να νιώσει τα δόντια του στη σάρκα της και το κορμί του να κινείται ρυθμικά πάνω στο δικό της. Μέσα της. «Χαίρομαι». Η γλώσσα του προσπέρασε τα δόντια της και χάιδεψε τον ουρανίσκο της. Είναι υπέροχο, σκέφτηκε η Ντανίκα –αλλά και πάλι, χρειαζόταν περισσότερα. Ίσως χρειαζόταν όλα όσα είχε ο Ρέγιες να της προσφέρει. Σίγουρα να νιώσει το κορμί του να τρίβεται πάνω στο δικό της... Γιατί δεν τριβόταν; Ένα μέρος του πόθου της υποχώρησε. Γιατί ο Ρέγιες ακουγόταν τόσο συγκρατημένος; Τόσο... τόσο αδιάφορος απέναντί της; Οι ερωτήσεις του έριξαν κρύο νερό στις φλόγες του πάθους της και τότε η Ντανίκα άρχισε να προσέχει κι άλλα πράγματα. Άνοιξε τα πόδια της, αλλά ο Ρέγιες δεν έπεσε ανάμεσά τους. Τον έσφιγγε, ζητώντας απεγνωσμένα περισσότερα, αλλά εκείνος παρέμενε μακριά της και την άγγιζε μόνο με τη γλώσσα του. Η Ντανίκα ανέπνεε ακανόνιστα, αλλά η δική του αναπνοή παρέμενε σταθερή. Άφησε το κεφάλι της να πέσει στο μαξιλάρι, εγκαταλείποντας τα χείλη του Ρέγιες. Εκείνη κοντανάσαινε, ενώ εκείνος εξακολουθούσε να αναπνέει φυσιολογικά. Τον κοίταξε βλοσυρά, μη ξέροντας τι να πιστέψει. «Εσύ το ξεκίνησες», του πέταξε κι ο θυμός φούντωσε μέσα της. Εκείνος το ξεκίνησε, αλλά δε συμμετείχε ουσιαστικά. «Γιατί; Και μη μου πεις ηλιθιότητες, ότι δήθεν θέλεις να βάλεις ένα τέλος στην ανάγκη σου. Είναι φανερό πως δε με ποθείς». Η δήλωση έκανε το θυμό της να ξεχειλίσει. Τα βλέφαρά του άνοιξαν. Φυσιολογικά, τα μάτια του ήταν τόσο μαύρα που οι κόρες φαίνονταν να καταπίνουν τις ίριδες. Τώρα, τρεμόπαιζαν και στροβιλίζονταν σαν θάλασσα ταραγμένων

[159]


συναισθημάτων, με μια υποψία άλικου χρώματος γύρω από το μαύρο. Μάτια δαίμονα. Η Ντανίκα ξεροκατάπιε. Ήταν τρομακτικό, έτσι όπως της θύμιζαν το τέρας που κρυβόταν μέσα του. Κι όμως, ο πόθος της παρέμενε. Κι όμως, το σώμα της πονούσε και λαχταρούσε. Εκείνον, μόνο εκείνον. Γιατί; Μολονότι προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν ίδιος με όλους τους άλλους άντρες, κατάφερε να πετύχει το αντίθετο. Ήταν ο Ρέγιες, ένας συνδυασμός ανθρώπου και δαίμονα, που τη μαγνήτιζε και την απωθούσε ταυτόχρονα. Ήταν το καλό και το κακό τυλιγμένα στο ίδιο αισθησιακό πακέτο, με ένα φιλί και μια γεύση που τη μετέφερε αμέσως στα ύψη του παράδεισου και στα βάθη της κόλασης. Είχε ξεφυτρώσει από τους εφιάλτες της, αλλά είχε γίνει φαντασίωσή της, υφαίνοντας λεπτά φτερά πόθου σε κάθε κύτταρό της. Ήταν το μόνο που ήθελε και όλα όσα δεν έπρεπε να θέλει. Θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε ένα πλήθος με τα μάτια κλειστά, καθώς η μυρωδιά του –η μυρωδιά του ξύλου– ήταν σαν νήμα που τους ένωνε μαζί. Τι ήξερε πραγματικά για εκείνον, πέρα από το γεγονός ότι ήταν δαιμονισμένος; Ήξερε πως, σε σύγκριση μαζί του, όλοι οι άλλοι φαίνονταν ωχροί και αδύναμοι, μαραμένα γαρίφαλα γύρω από ένα μοναχικό, αγκαθωτό τριαντάφυλλο. Ήξερε πως κανένας άλλος δεν την είχε ξεσηκώσει όσο εκείνος. Ήξερε πως ήταν παγωμένη για πολύ καιρό και μόνο εκείνος κατάφερε να τη ζεστάνει. Σίγουρα αυτή η ζεστασιά τη νάρκωνε και την παρέσυρε στο δρόμο του πειρασμού. Όχι ο ίδιος ο Ρέγιες. Ναι, θα έριχνε το φταίξιμο στη ζεστασιά –τουλάχιστον προς το παρόν. Η εναλλακτική πιθανότητα την τρόμαζε πάρα πολύ. «Φύγε από πάνω μου», τον πρόσταξε, ξαφνιασμένη και η ίδια με την ηρεμία της. «Σε ποθώ πραγματικά», δήλωσε εκείνος και ακουγόταν βασανισμένος, λες και έμπηγαν μαχαίρια κάτω από τα νύχια του. «Ψεύτη». Ήταν η σειρά της να τον κατηγορήσει, καθώς

[160]


έσπρωχνε τους ώμους του για να τον διώξει μακριά. Ο Ρέγιες δεν υποχώρησε. Συνοφρυώθηκε. «Σταμάτα, άγγελε. Δε θέλεις να φύγω». Άγγελε... Την αποκαλούσε ξανά άγγελο. Κάποια στιγμή, στο μπουντρούμι, είχε φτάσει στο σημείο να την αποκαλέσει δική του. Προσπάθησε να μη μαλακώσει. Κι άλλοι άντρες είχαν χρησιμοποιήσει τρυφερές λέξεις για να την περιγράψουν, αλλά κανένας δεν της είχε μιλήσει με μια χροιά φωνής που σήμαινε «είσαι δική μου και μόνο δική μου». «Δεν ξέρεις τι θέλω», του πέταξε, «και είναι φανερό πως δεν ποθείς εμένα». Και θα έπρεπε να χαίρεσαι, ανόητη. Η ντροπή ζωγραφίστηκε στα τραχιά χαρακτηριστικά του. Ντροπή και θλίψη. Η ματιά του έπεσε στον ώμο της, όπου το μακό μπλουζάκι της έχασκε και το βαμβακερό ύφασμα γλιστρούσε από το δέρμα της. «Σε θέλω. Ορκίζομαι στους θεούς πως σε θέλω». Καθώς μιλούσε, το κάτω μέρος του σώματός του άγγιξε το δικό της. Δεν ήταν ερεθισμένος. Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν. Όταν την πλησίασε για πρώτη φορά, ο ανδρισμός του ήταν τόσο σκληρός ώστε διακρινόταν να πιέζει το ύφασμα του τζιν του. Και τώρα, μια γεύση της ήταν αρκετή για να χαλαρώσει... Τόσο άσχημα φιλάω; «Μη με αναγκάσεις να σου ξαναπώ να φύγεις», είπε η Ντανίκα. «Δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις, αλλά σου είπα πως είναι ανόητο. Χρειάζομαι...» «Δεν πρόκειται για παιχνίδι», τη διέκοψε απότομα ο Ρέγιες. Εκείνη συνέχισε λες και δεν τον είχε ακούσει. «Θέλω να γυρίσω αμέσως στο μπουντρούμι και εσύ σπαταλάς το χρόνο μου. Πρέπει να μιλήσω με τον Έρον». «Πρώτα θα ακούσεις εμένα». «Ρέγιες, φύγε. Τώρα!» «Θα μιλήσουμε, Ντανίκα». Τον κοίταξε βλοσυρά. «Αν με αναγκάσεις, θα σε πληγώσω στ’ αλήθεια». Τα μάτια του έκλεισαν ξανά, κρύβοντας τα συναισθήματά του. Οι βλεφαρίδες του έμοιαζαν με δάχτυλα που την καλούσαν σε έναν

[161]


κόσμο σκιών και σκοτεινής αποπλάνησης. «Δεν μπορώ... Δεν είμαι...» «Μπουντρούμι. Έρον. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Τέρμα οι κουβέντες. Τέρμα τα φιλιά. Όπως θέλαμε, έγινε και τέλειωσε. Δε θα αναρωτηθώ ξανά για τη γεύση σου». Δυστυχώς, ήξερε πως θα ονειρευόταν εκείνο το φιλί μέχρι το τέλος της ζωής της. Θα ονειρευόταν τι θα μπορούσε να γίνει, θα φαντασιωνόταν τι θα μπορούσε να συμβεί αν εκείνος την ήθελε πραγματικά. «Ντανίκα, δεν...» Ο Ρέγιες σταμάτησε ξανά κι η Ντανίκα βίωσε ένα κύμα οδυνηρής περιέργειας. «Τι;» Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο στήθος της. «Πες το για να φύγω!» Τα βλέφαρά του άνοιξαν ξανά και η φωτιά σπίθιζε στις κόρες των ματιών του. Έφερε το πρόσωπό του μπροστά στο δικό της και πίεσε τη μύτη της με τη δική του. Η ζεστή του ανάσα τσουρούφλισε το δέρμα της. «Δε θέλω ν’ ακούσω ούτε λέξη. Έχω να σου πω κάτι». Τους τελευταίους μήνες, όλοι αγνοούσαν εντελώς τη θέλησή της. Η υπέροχη ζωή της είχε εξαφανιστεί, η ύπαρξή της είχε περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία. Όλοι όσοι αγαπούσε χάθηκαν. Η ζωγραφική –ο ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με τη ζωή– χάθηκε κι αυτή. Δε θα υποχωρούσε πάλι. «Μην πεις λέξη, εντάξει;» Έχεις εκπαιδευτεί για μάχη. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά δυνατά, η Ντανίκα πίεσε την παλάμη της στο ψυχρό στρώμα. Ιδρώτας εμφανίστηκε στο δέρμα της. Την τελευταία φορά που υπερασπίστηκε τον εαυτό της, σκότωσε! Πρέπει να προσέξω αυτή τη φορά. Δεν ήθελε να κάνει ανεπανόρθωτο κακό στο συγκεκριμένο άνθρωπο. Ήθελε απλώς να τον τραυματίσει λίγο. «Δεν ήθελα να σ’ το πω και ήλπιζα πως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά μαζί σου, αλλά δεν μπορώ να επιτρέψω να σκέφτεσαι ότι δε σε ποθώ». Εμπόδισε τη φωνή του και τα γλυκόπικρα λόγια του. Ανάλαβε δράση! «Δεν...» Η Ντανίκα χτύπησε.

[162]


Με όλη της τη δύναμη, τίναξε την παλάμη της προς τα πάνω, στη μύτη του. Κρατς. Τσακ. Ζεστό αίμα εκτοξεύτηκε από τα ρουθούνια του Ρέγιες και την πιτσίλισε. Ο Ρέγιες βόγκηξε. Η Ντανίκα συνειδητοποίησε πως δεν ήταν βογκητό πόνου, αλλά ευχαρίστησης –ακριβώς εκείνο που λαχταρούσε ν’ ακούσει όταν η γλώσσα του τρύπωνε στο στόμα της. Το σοκ του βογκητού την έκανε να παγώσει. Τι στο διάβολο; Ο Ρέγιες γύρισε αργά το κεφάλι του και την αντίκρισε ξανά. Το αίμα είχε ήδη σταματήσει να ρέει και η μύτη του επανερχόταν μόνη της στη φυσιολογική της κατάσταση. Τα μάτια της γούρλωσαν. Ναι, ήξερε πως ήταν αθάνατος πολεμιστής και πως θεραπευόταν γρήγορα –αυτό το είχε υποψιαστεί μετά το χθεσινό στραγγαλισμό. Αλλά πώς να προβλέψει την καταλυτική ανάγκη που εμφανιζόταν τώρα στα μάτια του επειδή... είχε σπάσει τη μύτη του; Ο ανδρισμός του σκλήρυνε ξανά, και πάλι όπως είχε λαχταρήσει πιο πριν η Ντανίκα, ένας αλύγιστος όγκος ανάμεσα στους μηρούς του. Τι θα ένιωθε η Ντανίκα αν ήταν γυμνοί; Ξεροκατάπιε κι ο Ρέγιες ύγρανε με τη γλώσσα τα χείλη του, λες και μπορούσε ξαφνικά να τη γευτεί εκεί. Μια ανατριχίλα κατηφόρισε στη ραχοκοκαλιά της. Τα σώματά τους ήρθαν σε επαφή, οι ρώγες της χτύπησαν πάνω στο στέρνο του και ένα ηλεκτρικό ρεύμα τη διαπέρασε. Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, η αίσθηση ήταν οδυνηρή και ο πόνος μια ηδονή μέσα της. Ο Ρέγιες τραβήχτηκε απότομα και ο σκοτεινός κεραυνός εξαφανίστηκε σε ένα λεπτό. Σταμάτησε και κοίταξε τον απέναντι τοίχο, ενώ η γυαλιστερή άκρη του ανδρισμού του είχε ξεπηδήσει πάνω από τη μέση του τζιν του, που, αιφνιδιαστικά, είχε γίνει πολύ στενό. «Ρέγιες», ψιθύρισε η Ντανίκα, αβέβαια. Τον ήθελε ξανά και ένιωθε τρομαγμένη και σαστισμένη. «Σε θέλω, αλλά δεν μπορώ να σε κάνω δική μου εκτός αν με πονέσεις». Η τραχιά παραδοχή φάνηκε να βγαίνει διά της βίας από το λαιμό του. Η ντροπή είχε επιστρέψει. Οι τύψεις. Και η ελπίδα; «Νιώθω ευχαρίστηση μόνο όταν πονώ». Η Ντανίκα ανασηκώθηκε αργά, καθώς το μυαλό της ήταν

[163]


πολύ θολωμένο για να βγάλει άκρη από όσα προσπαθούσε να της πει. «Δεν καταλαβαίνω». «Χθες ρώτησες ποιος είναι ο δικός μου δαίμονας. Λοιπόν, είναι ο Πόνος. Με κάνει να λαχταρώ σωματική οδύνη –και όσο πιο έντονη, τόσο το καλύτερο. Ο σωματικός πόνος είναι η μοναδική πηγή ευχαρίστησής μου». Όπως ήταν και δική της, εκείνη τη φευγαλέα στιγμή. Όχι, όχι μόνο για μια φευγαλέα στιγμή. Η αλήθεια την έλουσε σαν παγερή βροχή στη μέση μιας ηλιόλουστης μέρας. Είχε ξανασυμβεί. Χθες, όταν ξύπνησε στο κρεβάτι του Ρέγιες. Τον δάγκωσε και του άρεσε. «Μπορεί ο δαίμονάς σου να μπει σ’ εμένα;» Το στομάχι της σφίχτηκε. Ήταν αδύνατο. Σωστά; «Όχι», απάντησε ο Ρέγιες, αλλά το βλέμμα του είχε γίνει μεμιάς πιο διαπεραστικό. Μην το σκέφτεσαι τώρα. Θα πανικοβληθείς και θα χάσεις την αυτοσυγκέντρωσή σου. «Θέλεις να πεις ότι, για να είμαι μαζί σου, θα πρέπει να σε βασανίζω;» Ξανά και ξανά; Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά. Το στόμα της στέγνωσε. Αν τελικά κατέληγε να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν –αν;– και του δινόταν, τι θα περίμενε εκείνος από την ίδια; Θα ήταν υποχρεωμένη να τον γρατσουνάει, να τον τσιμπάει, να τον δαγκώνει; «Άλλες γυναίκες σε... βασάνιζαν, σε... πονούσαν;» Εκείνος ένευσε σοβαρά για δεύτερη φορά. Τα χέρια της Ντανίκα σφίχτηκαν σε γροθιές και τα νύχια της μπήχτηκαν στο σεντόνι. Εκείνη τη στιγμή, δεν είχε κανένα πρόβλημα να βρει τη διάθεση για να κάνει κακό σε κάποιον. Η σκέψη του Ρέγιες με μια άλλη γυναίκα τής προκάλεσε μια οργή, μια ζήλια που δεν είχε βιώσει ποτέ ξανά στη ζωή της. «Ήταν... ήταν αποτελεσματικό;» «Για λίγο. Ο πόνος είναι πόνος, άσχετα από την αιτία που τον προκαλεί». «Ακόμα...» Ακόμα πηγαίνεις με πόρνες; ολοκλήρωσε από μέσα της. «Ακόμα αναζητείς αυτό το είδος των γυναικών;» «Όχι εδώ και πολλά χρόνια». Ο θυμός και η ζήλια περιορίστηκαν αρκετά. «Θέλεις να σε τραυματίσω;» Θα μπορούσε να το κάνει;

[164]


Ξαφνιάστηκε όταν ο Ρέγιες κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Τα μαύρα μαλλιά του χόρεψαν στους κροτάφους του. «Λαχταρώ τον πόνο –δε θα πω ψέματα– και θα ήθελα πολύ να μου τον προσφέρεις. Αλλά...» Ύγρανε τα χείλη του και κοίταξε αλλού. «Τι αλλά;» «Δε θα σου επέτρεπα ποτέ να με πληγώσεις έτσι». «Γιατί;» Η ερώτηση ξέφυγε από τα χείλη της πριν προλάβει να την εμποδίσει. Μη θέλοντας να δει τον οίκτο στα χαρακτηριστικά του, τράβηξε το βλέμμα της από το πρόσωπό του... και βρέθηκε να κοιτάζει τις φρέσκιες πληγές στο μπράτσο του. Σε όλο αυτό το διάστημα, εκείνος χάραζε το δέρμα του. Τρέμοντας, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση της. Αυτό χρειαζόταν ο Ρέγιες –μαχαίρια στις φλέβες του. Κι εκείνη που νόμιζε ότι απλώς ήταν αδέξιος! Γέλασε άκεφα. Δεν ήταν καθόλου αδέξιος. Πόσο ανόητη ήταν! «Θα σε άλλαζε προς το χειρότερο», είπε ο Ρέγιες. «Είσαι τέλεια έτσι όπως είσαι». Μην αντιδράσεις. Αγνόησε τα λόγια του. Η συζήτηση γινόταν επικίνδυνη και τίποτα καλό δεν περίμενε στο τέλος της. Είτε θα έχανε τα λογικά της και θα τον εκλιπαρούσε να του προσφέρει αυτό που χρειαζόταν, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει αποστροφή, είτε ο Ρέγιες θα συνέχιζε να την απορρίπτει και να την ταπεινώνει. Φύγε μακριά του. «Είπες ό,τι ήθελες να πεις και τώρα... τώρα πρέπει να μιλήσω με τον Έρον. Αρκετό χρόνο έχασα. Πρέπει να βρω την οικογένειά μου». Μια ανέκφραστη μάσκα κάλυψε το πρόσωπο του Ρέγιες. Το στήθος της πόνεσε. Για εκείνον; Για εκείνη; Για όσα θα μπορούσαν να γίνουν, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά; Δεν ήξερε. «Τι είδους άτομο θα ήμουν αν συνέχιζα να βάζω τον εαυτό μου πάνω από την οικογένειά μου; Η μητέρα μου, η αδερφή μου και η γιαγιά μου πρέπει να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να είναι φοβισμένες και να ανησυχούν για μένα». «Θα του μιλήσω ξανά και μπορείς να ακούσεις», αντέταξε ο

[165]


Ρέγιες. «Μα...» «Είδες πώς εξερράγη ο Έρον στο άκουσμα και μόνο της φωνής σου. Εγώ θα του μιλήσω. Κατάλαβες;» Εκείνη συμφώνησε διστακτικά. Οι πληροφορίες που διέθετε ο Έρον ήταν εξαιρετικά πολύτιμες ώστε να χάνει το χρόνο της διαφωνώντας για τη διαδικασία που θα τις έκανε να φτάσουν ως εκείνη. «Θα με πας κοντά τους, αν μας πει πού βρίσκονται;» «Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ να σε αφήσω να φύγεις». Ήταν η δεύτερη φορά που της το έλεγε, αλλά τώρα τα λόγια του ειπώθηκαν ψιθυριστά και αναγκάστηκε να τεντώσει τ’ αυτιά της για να τα ακούσει. Όταν κατάλαβε το νόημά τους, σχεδόν πήδηξε από το κρεβάτι για να του επιτεθεί. Μόνο η επίγνωση ότι θα του άρεσε κάτι τέτοιο την κράτησε στη θέση της. «Προσπάθησε να με κρατήσεις εδώ, λοιπόν», πέταξε. «Θα δούμε τι θα συμβεί». «Δεν κατάλαβες καλά. Θα σε βοηθήσω να τις βρεις», διευκρίνισε ο Ρέγιες, «και θα σε συνοδεύσω όπου κι αν βρίσκονται». Αν ζουν. Η ανείπωτη δήλωση αιωρήθηκε ανάμεσά τους. «Σε αντάλλαγμα, δε θα προδώσεις τους φίλους μου στους Κυνηγούς. Ούτε καν τον Έρον». Η ζέστη εγκατέλειψε τα μάγουλά της, αφήνοντάς τα κρύα σαν πάγο. Ήξερε. Πρέπει να ήξερε από την αρχή. «Δε... δε...» «Δε χρειάζεται να μου πεις τι σου είπαν, τι σου ζήτησαν ή τι τους υποσχέθηκες. Δεν έχει σημασία. Αν το μάθω, μπορεί να σου στοιχίσει τη ζωή σου». Στράφηκε από την άλλη πλευρά, γυρίζοντάς της την πλάτη του. «Συμφωνείς με αυτή την ανταλλαγή;» Οι Κυνηγοί είχαν ορκιστεί ότι θα τη βοηθούσαν να βρει την οικογένειά της, ότι θα προστάτευαν τους συγγενείς της. Αλλά ήταν θνητοί, άνθρωποι όπως εκείνη. Μισούσαν τον Ρέγιες και τους άλλους Άρχοντες, ήθελαν να τους εκδικηθούν και θα έκαναν τα πάντα για να εξασφαλίσουν τη νίκη. Η Ντανίκα υποψιαζόταν πως δε θα δίσταζαν να βγάλουν ακόμα κι εκείνη από τη μέση, αν στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο τους. Ζήτησαν τη βοήθειά της, της είπαν να μπει στο κάστρο και να συλλέξει πληροφορίες. Μέχρι τώρα, εκείνη δεν τήρησε τον όρκο της

[166]


να τους βοηθήσει. Δεν πρόλαβε –και δεν είχε τη διάθεση· ο Ρέγιες είχε αποσπάσει την προσοχή της. Τώρα της ζητούσε να αλλάξει εντελώς στρατόπεδο και να εμπιστευτεί τον εχθρό. «Συμφωνείς;» επέμεινε ο Ρέγιες. «Συμφωνώ», απάντησε η Ντανίκα, αλλά δεν ήταν βέβαιη αν είχε μιλήσει με ειλικρίνεια. Είχε κανονίσει να ενημερώσει τηλεφωνικά τον Στέφανο απόψε και θα έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο, θα χρησιμοποιούσε τους πάντες, προκειμένου να βρει την οικογένειά της. Για να παραμείνουν ασφαλείς, θα σκότωνε όλους τους φίλους του Ρέγιες –αν χρειαζόταν. Και θα κατέστρεφα τη ζωή της Άσλιν. Και της Άνια. Το στομάχι της σφίχτηκε. Θεέ μου, η εξίσωση γινόταν όλο και χειρότερη κάθε ώρα που περνούσε. Είχε ήδη αποδείξει ότι δεν μπορούσε να καταστρέψει τον Ρέγιες. Και δεν την πείραζε καθόλου. Ο Ρέγιες δεν μπορούσε να βλάψει την οικογένειά της. Ή μήπως μπορούσε; Αν συνωμοτούσε εναντίον των φίλων του, θα μπορούσε πολύ εύκολα να μεταμορφωθεί από γλυκό προστάτη σε δολοφονικό δαίμονα. Πράγμα που σήμαινε ότι κι ο Ρέγιες έπρεπε να πεθάνει. Να πάρει ο διάβολος! «Δε θα μας προδώσεις, ακόμα κι αν έχουν πεθάνει τα αγαπημένα σου πρόσωπα;» την πίεσε ο Ρέγιες. Οι προθέσεις της αποκαλύπτονταν στο πρόσωπό της; Η Ντανίκα έκλεισε τα μάτια. «Συμφώνησα, εντάξει;» του πέταξε ξανά και αυτή τη φορά τα λόγια της βγήκαν πνιχτά. Οι επόμενες μέρες μπορεί να ήταν οι χειρότερες της ζωής της, να έσβηναν τις ελπίδες της και να κατέστρεφαν την οικογένειά της... αλλά και να γονάτιζαν αυτό τον άνθρωπο που ήθελε και φοβόταν συνάμα. Ο Ρέγιες ένευσε βλοσυρά. «Τότε ας τελειώνουμε».

[167]


Κεφάλαιο 12 «Δεν τα έχουμε ξαναπεί αυτά;» «Την τελευταία φορά η κουβέντα μας δεν οδήγησε πουθενά», του απάντησε ο Ρέγιες. Βρισκόταν έξω από το κελί όπως την προηγουμένη, αλλά ο Έρον παρατήρησε ότι ο παλιός του φίλος στεκόταν σε μια απόσταση ασφαλείας. «Σκέφτηκα να δοκιμάσουμε ξανά». «Όχι. Νομίζω πως γύρισες για να φας κι άλλες». Ο Έρον κοίταξε τον Ρέγιες, που φαινόταν ετοιμοπόλεμος, ένας πολεμιστής έτοιμος να ριχτεί στη μάχη. Αλλά μήπως έτσι δε φαινόταν πάντα; «Νομίζω ότι σου άρεσε που τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό σου». Δυο νεύρα συσπάστηκαν κάτω από τα μαύρα μάτια του Ρέγιες. «Πριν από λίγα χρόνια σε ρώτησα αν ήθελες να σε μαστιγώσω, να σε δείρω. Κάτι. Ακόμα και να σε μαχαιρώσω. Δεν ήθελα να το κάνω, δεν ήθελα να σου κάνω κακό όπως κι εσύ δεν ήθελες να σκοτώνεις τον Μάντοξ κάθε βράδυ, αλλά ήξερα πως χρειαζόσουν τον πόνο κι έτσι προσφέρθηκα. Σε αγαπούσα πολύ». «Κι εγώ σε αγαπούσα πολύ και γι’ αυτό αρνήθηκα. Το θυμάσαι;» Ο Έρον αγνόησε την ερώτηση, επειδή πράγματι θυμόταν. Η σκέψη και μόνο θα του προκαλούσε κατάθλιψη. Ο Λεγεωνάριος κάθισε στα γόνατά του κι εκείνος χάιδεψε το φαλακρό κεφάλι του. «Είμαι ακόμα πρόθυμος να σε βοηθήσω», είπε. «Αν θέλεις να πονέσεις, δώσε μου τη γυναίκα σου». Γέλασε, καθώς η οργή συννέφιαζε το πρόσωπο του φίλου του. «Ένα χτύπημα... δε θα χρειαστεί περισσότερο. Θα πέσει κι η καρδιά σου κυριολεκτικά θα ραγίσει. Ο Πόνος θα είναι δικός σου για πάντα. Θα είναι το δώρο μου σ’ εσένα... μπορείς να με ευχαριστήσεις αργότερα». Η άκρη της γλώσσας του Ρέγιες πέρασε πάνω από τα δόντια του –μια ένδειξη επιθετικότητας. Δηλαδή, μια ανάγκη επιθετικότητας.

[168]


Ωστόσο, παρέμεινε στη θέση του. Αντίθετα με τον Έρον και τον Μάντοξ, εκείνος σπάνια έχανε την αυτοκυριαρχία του. Ήταν από τους τύπους που περίμεναν και χτυπούσαν τη στιγμή που δεν το περίμενε ο αντίπαλός τους. «Έχεις αλλάξει. Κάποτε ανυπομονούσες να την αφήσεις να φύγει. Τι έγινε;» «Απλώς συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να κατανικήσω τη δίψα μου για αίμα. Παραδόθηκα στην παρόρμηση και είμαι απόλυτα ευτυχισμένος», είπε ο Έρον. «Ψεύτη. Μισείς αυτό που είσαι... το ξέρω καλά». Ο Έρον δεν απάντησε και ο Ρέγιες αναστέναξε. «Πες μου πού βρίσκεται η οικογένειά της. Σε παρακαλώ». Ο Έρον έστριψε τον καρπό του χωρίς να αφήσει το Λεγεωνάριο καθώς κροτάλιζε τις αλυσίδες που τον έδεναν. «Ελευθέρωσέ με». Η έκφραση του Ρέγιες ήταν βασανισμένη, αλλά όχι όπως συνήθως. Φαινόταν γονατισμένος από τον πόνο –έναν πόνο που για πρώτη φορά δεν του άρεσε. «Ξέρεις ότι δεν μπορώ να το κάνω». «Ξέρω ότι δε θέλεις να το κάνεις». Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά. «Έχεις δίκιο. Δε θέλω να το κάνω». «Τότε έχεις την απάντησή σου. Αφού δε θέλεις εσύ... ούτε εγώ θέλω». Ο Λεγεωνάριος γλίστρησε πάνω του και δυο μικρά χέρια χαϊδολογούσαν σύντομα την πλάτη του Έρον. Ήταν φολιδωτά, αλλά λεία. Λάτρευαν τον Έρον, μαλάζοντας τους μυς του για να τους χαλαρώσουν. Όταν εξασφάλισε τα επιθυμητά αποτελέσματα, το πλάσμα σηκώθηκε. Πίεσε το στήθος του στους ώμους του Έρον και κοίταξε τον Ρέγιες. Τα χείλη του πλατάγισαν πεινασμένα. «Όχι ακόμα», του είπε ο Έρον. Δεν καταλάβαινε γιατί ο μικρόσωμος δαίμονας συμπαθούσε εκείνον και όχι τους άλλους, αλλά το αποδεχόταν σαν γεγονός. Δεν καταλάβαινε γιατί ο δαίμονας τον είχε ακολουθήσει ως εδώ, αλλά χαιρόταν. Για κάποιο λόγο, χρειαζόταν αυτό το πλάσμα. Ο Λεγεωνάριος τον ηρεμούσε όσο δεν τον είχε ηρεμήσει κανένας άλλος, έκανε την Οργή να σωπαίνει, περιόριζε τη δίψα για αίμα, τον διατηρούσε σε επιφυλακή. Εκτός από

[169]


τη στιγμή που ο Λούσιεν και ο Ρέγιες κατέφθασαν στη σπηλιά για να τον πάρουν. Τότε, ο Έρον είχε τρελαθεί. Βρισκόταν πολύ κοντά στην απόδραση. Ο Λεγεωνάριος είχε φάει τη σάρκα των καρπών του και ετοιμαζόταν να φτάσει στο κόκαλο, αλλά τότε ο δαίμονας διαισθάνθηκε τον ερχομό των πολεμιστών και εξαφανίστηκε. Για να εμφανιστεί ξανά εδώ αργότερα, όταν όλα είχαν τελειώσει. «Ξέρεις πού βρίσκονται οι γυναίκες;» ρώτησε ο Ρέγιες, ίσως χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ο Λεγεωνάριος τον φανταζόταν σαν μεζέ σε μια ασημένια πιατέλα. «Πες μου τουλάχιστον αυτό». Α, ο Έρον ήξερε πολύ καλά πού βρίσκονταν οι γυναίκες. Ήξερε κάθε καταραμένο δευτερόλεπτο κάθε καταραμένης μέρας. Η γνώση τον βασάνιζε διαρκώς, γελώντας με την αδυναμία του και οδηγώντας τον στην τρέλα. Όταν πέθαιναν οι γυναίκες, το γέλιο θα σταματούσε. Η τρέλα θα εξαφανιζόταν κι ο Έρον θα σταματούσε να λαχταρά την καταστροφή όλων όσους συναντούσε. «Πες μου», επανέλαβε ο Ρέγιες. «Ναι», παραδέχτηκε τελικά ο Έρον, ξέροντας πως ο κομπασμός θα πετύχαινε το στόχο του και θα πλήγωνε βαθιά. «Ξέρω πού βρίσκονται». Τι πλάσμα έχεις γίνει; Ήξερε πως έπρεπε να νιώθει τύψεις, αλλά δεν μπορούσε να βρει την απαραίτητη ενεργητικότητα. Όσο ζούσε αιχμάλωτος βαθιά στη γη, ένιωσε τα συναισθήματά του να εξαφανίζονται και ν’ αφήνουν στη θέση τους μόνο μίσος. Και μια ανάγκη να προκαλέσει θάνατο. Τα ρουθούνια του Ρέγιες φούσκωσαν και τα μάτια του σπίθισαν. Ναι, του είχε στοιχίσει. «Μπορώ να ρουφήξω το αίμα του;» ρώτησε ο Λεγεωνάριος, με τα νύχια του να μπήγονται στους ώμους του Έρον. «Σσσε παρακαλώ. Σσσε παρακαλώ πολύ». «Όχι», του είπε ο Έρον. Όφειλε στον Ρέγιες ένα γρήγορο θάνατο· ένας αργός θα έκανε τον πολεμιστή να απολαύσει ολόκληρη την οδυνηρή, μαρτυρική διαδικασία. Τα δόντια που θα ξέσχιζαν τις φλέβες του, το αίμα που θα χυνόταν από τις πληγές θα ήταν για εκείνον κάτι ηδονικό. Και στον Ρέγιες δεν άξιζε ηδονή. Στο κάτω κάτω, ο Ρέγιες κρατούσε το κορίτσι μακριά του. Ένα τέτοιο έγκλημα

[170]


άξιζε μια πολύ σκληρή τιμωρία. Έγκλημα; Δεν είναι έγκλημα, είναι πράξη ελέους. Δε σκέφτεσαι όπως ο κανονικός εαυτός σου. Πολέμησέ το. Τα μάτια του μισόκλεισαν. Δεν υπήρχε λόγος να το πολεμήσει. Του είχαν αναθέσει μια αποστολή και έπρεπε να τη φέρει σε πέρας. «Και η κοπέλα;» ρώτησε ο Λεγεωνάριος. «Μπορώ να ρουφήξω την κοπέλα;» Ένα γρύλισμα ξέφυγε από τα χείλη του Ρέγιες. «Όχι», απάντησε ο Έρον. «Είναι δική μου». Τώρα ο Ρέγιες έκανε ένα βήμα μπροστά, με την ασημένια λεπίδα να γυαλίζει στο χέρι του. «Είναι δική μου». Συνειδητοποίησε τι έκανε στη μέση του κελιού και σταμάτησε, παραμένοντας όμως λίγο πιο μακριά από τα χέρια του Έρον. Κρίμα. «Ξέρω πως είναι κάπου κοντά», ψιθύρισε ο Έρον με βελούδινη φωνή. «Η μυρωδιά της είναι πολύ έντονη και με ξεσηκώνει για μάχη ακόμα και τώρα». Ο Ρέγιες έκανε πίσω, φρουρώντας τη μοναδική έξοδο. Φρουρώντας εκείνη. Ο Έρον έκλεισε τα μάτια και τα ουρλιαχτά του θανάτου της αντήχησαν ξαφνικά στ’ αυτιά του. Μη μου κάνεις κακό. Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις κακό, θα του έλεγε. Συνοφρυώθηκε, καθώς συνειδητοποιούσε κάτι. Τα ουρλιαχτά δεν ήταν δικά της. Ήταν πραγματικά, μια ανάμνηση, και ανήκαν σε κάποια άλλη γυναίκα. Κάθε κραυγή ήταν ένα μεθυστικό χάδι που ευχαριστούσε τις πληγωμένες αισθήσεις του. Ήταν φανερό πως είχε απολαύσει το μαρτύριο –μήπως και το θάνατο;– εκείνης της γυναίκας, όποια κι αν ήταν. Η μυρωδιά του αίματος πλημμύρισε τα ρουθούνια του, γλυκιά και ελκυστική, μια ζεστή νύχτα μετά από μια τσουχτερά κρύα μέρα, απαλό φεγγαρόφωτο μετά από υπερβολικό χρόνο κάτω από τον ανελέητο ήλιο. Ένιωσε να μεταφέρεται αλλού, λες και στεκόταν πάλι πάνω από το σώμα της και χλεύαζε την αδυναμία της. Εσύ δε φερόσουν έτσι. Το μισείς, μισείς αυτό που είσαι, αυτό που έχεις γίνει. Κάποτε –πριν από μια αιωνιότητα;– είχε παρακολουθήσει τους θνητούς και είχε εντυπωσιαστεί από τις αντιθέσεις ανάμεσα στη

[171]


ζωή τους και τη δική του. Συχνά ευχόταν να πεθάνει, αλλά το πιο πιθανό ήταν πως θα ζούσε για πάντα. Οι θνητοί πέθαιναν λίγο περισσότερο κάθε μέρα, αλλά αγκάλιαζαν τη ζωή όπως εκείνος δεν την είχε αγκαλιάσει ποτέ. Ήταν αδύναμοι, ενώ εκείνος δυνατός. Ωστόσο, εκείνοι δε φοβούνταν να γελάσουν και να αγαπήσουν. Να αγαπήσουν –λες και δεν ήξεραν ότι με το πέρασμα του χρόνου θα τα έχαναν όλα. Γιατί; απορούσε συχνά. Λαχταρούσε εδώ και πολύ καιρό μια απάντηση, αλλά δεν είχε βρει καμιά. Και τώρα απολάμβανε την ανάμνηση των βασανιστηρίων μιας θνητής και σχεδίαζε το θάνατο μιας άλλης. Ακόμα κι η Οργή έβρισκε την κατάσταση αποπροσανατολιστική και λανθασμένη. Ο Έρον δεν είχε ξεχάσει πως εκείνος κι ο δαίμονάς του είχαν αντισταθεί στη σκοτεινή παρόρμηση της σφαγής. Στην αρχή. Αλλά οι θεοί νίκησαν, κι εκείνοι είχαν τελικά υποκύψει. Τώρα ο θάνατος έρεε στις φλέβες του, πιο πηχτός από το αίμα, και είχε γίνει –με έναν ειρωνικό τρόπο που ο Έρον δεν μπορούσε να καταλάβει– το μοναδικό πράγμα που τον κρατούσε ζωντανό. «Θα σου άρεσε αν εκλιπαρούσα;» τον ρώτησε ο Ρέγιες ξερά. Αν θα του άρεσε; Ο Έρον χαμογέλασε, διασκεδάζοντας για πρώτη φορά μετά από βδομάδες. Σκέφτηκε πως μπορεί να το έκανε. Ο περήφανος, ξεροκέφαλος Ρέγιες δεν εκλιπαρούσε κανέναν. Αν το έκανε τώρα, σίγουρα ο Έρον θα ένιωθε πολύ ανώτερος. «Εμένα θα μου άρεσσσε, θα μου άρεσσσε». Ο Λεγεωνάριος χειροκρότησε και ο ήχος αντιλάλησε στο αυτί του Έρον. Ο Ρέγιες δε δίστασε και έπεσε στα γόνατα. «Σε παρακαλώ». Οι λέξεις έμοιαζαν με μουρμουρητό. «Πες μου πού βρίσκονται». Ενώ ο Λεγεωνάριος χαχάνιζε, ο Έρον έχασε το χαμόγελό του, καθώς συνειδητοποιούσε πως δεν ένιωθε ανώτερος επειδή ο φίλος του γονάτιζε μπροστά του· αντίθετα, ντρεπόταν. «Την αγαπάς;» «Όχι». Ένα βίαιο, αρνητικό κούνημα του κεφαλιού. «Δεν μπορώ». Ψεύτη! Έπρεπε να την αγαπά. Διαφορετικά, γιατί μείωνε έτσι τον εαυτό του –κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ στο παρελθόν για άλλο

[172]


πλάσμα; Ούτε καν για έναν Άρχοντα. Ο Έρον κι ο Ρέγιες βρίσκονταν εκεί τη μέρα που οι Κυνηγοί αποκεφάλισαν το φίλο τους, τον Μπέιντεν. Παρακολούθησαν έντρομοι τον πολεμιστή να δέχεται επίθεση από πίσω, να μαχαιρώνεται επανειλημμένα και να κόβεται ο λαιμός του. Έτρεξαν προς το μέρος του ξεφωνίζοντας, εξοργισμένοι, απεγνωσμένοι, διψασμένοι για μάχη. Αλλά δεν εκλιπάρησαν τους Κυνηγούς να σταματήσουν. Δεν εκλιπάρησαν για τη ζωή του Μπέιντεν. Απλώς επιτέθηκαν. Άραγε οι παρακλήσεις θα είχαν σώσει τον ξενιστή της Δυσπιστίας; Πιθανότατα όχι, κατά τη γνώμη του Έρον, αλλά γιατί δεν είχαν καν προσπαθήσει; Αγαπούσαν τον Μπέιντεν σαν αδερφό και ο θάνατός του είχε καταστρέψει τα μικρά κομμάτια του ανθρωπισμού που είχαν καταφέρει να περισώσουν από τους δαίμονές τους. «Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε ο Ρέγιες, ακόμα γονατιστός. «Τη χειρότερη νύχτα της ζωής μου», παραδέχτηκε ο Έρον. «Δηλαδή το άνοιγμα του κουτιού της Πανδώρας». «Όχι. Τον Μπέιντεν». Οι τύψεις τον είχαν σημαδέψει για πάντα εκείνη την τρομερή νύχτα. Τύψεις επειδή δεν κατόρθωσε να προστατεύσει ένα φίλο. Τύψεις επειδή τιμώρησε μόνο λίγους από τους άντρες που ήταν υπεύθυνοι για το χαμό του, πριν αποχωρήσει από τον πόλεμο Κυνηγών-Αρχόντων, ελπίζοντας πως θα έβρισκε κάποια γαλήνη σε μια αιωνιότητα χάους και θανάτου –γαλήνη που δεν του άξιζε. Δεν αγάπησα ποτέ κανέναν για να μονομαχήσω, να πολεμήσω ή να εκλιπαρήσω. «Ήταν καλός φίλος», είπε ο Ρέγιες. «Θα εξοργιζόταν αν μας έβλεπε έτσι». «Θα μας κοιτούσε με τη δυσφορία ζωγραφισμένη στα κίτρινα μάτια του. Θα τον αγνοούσαμε επειδή θα ήθελε να φιληθούμε και να αγκαλιαστούμε και τότε εκείνος θα μας μαχαίρωνε για να τραβήξει την προσοχή μας». «Δεν ανεχόταν να τον αγνοείς!» «Πράγματι».

[173]


Κοιτάχτηκαν σιωπηλοί. Ο Ρέγιες δε σάλεψε, αλλά παρέμεινε γονατιστός. Θα έμενε έτσι μέχρι να άκουγε από τον Έρον όσα ήθελε να μάθει –τώρα ο Έρον ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αλλά αν έλεγε στον Ρέγιες πού βρίσκονταν οι γυναίκες κι ο Ρέγιες κατάφερνε να τις κρύψει για να γλιτώσουν από εκείνον, ο Έρον θα παρέμενε για πάντα έτσι όπως ήταν. Δε θα επέστρεφε ποτέ στο φυσιολογικό εαυτό του, δε θα μάθαινε ποτέ κάτι άλλο πέρα από τη δίψα για αίμα. «Σε παρακαλώ». Άλλο ένα μουρμουρητό. Ο Λεγεωνάριος γλίστρησε πάνω από τον ώμο του και κατηφόρισε στο στέρνο του σαν φίδι, πριν στηρίξει το πιγούνι του στο ανασηκωμένο γόνατο του Έρον. «Όλα αυτά δεν έχουν πλάκα. Γιατί δεν μπορούμε να παίξουμε; Γιατί δεν μπορούμε να πιούμε;» «Σύντομα», είπε ο Έρον. Μετά, στράφηκε στον Ρέγιες: «Πες στην κοπέλα να πλησιάσει στα κάγκελα». Τελικά, ο Ρέγιες σηκώθηκε. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και τα μαύρα μαλλιά του χόρεψαν, ενώ ο πανικός χαραζόταν στα χαρακτηριστικά του. «Όχι, δεν είναι...» «Είναι! Εδώ είμαι». Ακούγοντας εκείνη την αποφασισμένη γυναικεία φωνή, ο Έρον έστρεψε το κεφάλι του. Ο Ρέγιες πήδηξε μπροστά της και την έκρυψε με το σώμα του, παραμένοντας μέσα στο κελί ενώ η Ντανίκα έμενε έξω. Ο Έρον μόρφασε. «Κάνε πέρα. Δε θα την πειράξω». Δηλαδή, όχι τώρα. Ο πολεμιστής φάνηκε να το σκέφτεται κάμποση ώρα, ριζωμένος στη θέση του. Τελικά παραμέρισε μουδιασμένος και άφησε τον Έρον να κοιτάξει το κορίτσι. Η Ντανίκα στεκόταν στα κάγκελα, όπως την είχε προστάξει, και οι αρθρώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει από τη δύναμη που τα έσφιγγε. Η Οργή εξερράγη σε μια φρενίτιδα δραστηριότητας και βάλθηκε να βηματίζει στη φυλακή του μυαλού του Έρον, ενώ το στόμα της στέγνωνε από προσμονή. Όρμα! «Όχι», απάντησε εκείνος ανάμεσα από σφιγμένα δόντια. Όρμα! Είναι εδώ, είναι δική μας. «Όχι!»

[174]


Ο Λεγεωνάριος χάιδεψε τους κροτάφους του και το ουρλιαχτό περιορίστηκε σε ψίθυρο. «Πώς είπες;» ρώτησε η Ντανίκα, κοιτάζοντας μια εκείνον και μια το μικρό δαίμονα. Ο Ρέγιες πέρασε ξανά μπροστά της με τα νεύρα τεντωμένα, περιμένοντας. Λεπτεπίλεπτα δάχτυλα ακούμπησαν τότε στον ώμο του Ρέγιες και τον παραμέρισαν απαλά. Ο πολεμιστής θα μπορούσε να αντισταθεί, να παραμείνει στη θέση του –και τα γεμάτα υπερένταση χαρακτηριστικά του έδειξαν ότι ήθελε να το κάνει–, αλλά δεν το έκανε. Απλώς παραμέρισε ένα βήμα. Για άλλη μια φορά, ο Έρον κοιτούσε την Ντανίκα. Ήταν μικρόσωμη –μόλις που έφτανε μέχρι τον ώμο του Ρέγιες. Ξανθά μαλλιά πλαισίωναν το πρόσωπό της, ενώ τα πράσινα μάτια της άστραφταν σαν σμαράγδια. Η μύτη της ήταν ανασηκωμένη, σαν βασίλισσας, λες και περίμενε ότι οι υπηρέτες της θα ικανοποιούσαν κάθε επιθυμία της. Ήταν λεπτή, ίσως υπερβολικά λεπτή, με ένα πρόσωπο φίνο και διάφανο σαν φτερό αγγέλου –αλλά η έκφρασή της δεν ήταν τρυφερή. Αντίθετα, ακτινοβολούσε σκληρή αποφασιστικότητα. «Θέλεις ακόμα να με σκοτώσεις», είπε ο Έρον. «Ναι». Τα χείλη της ήταν κόκκινα και φουσκωμένα. Ήταν φανερό πως την είχαν φιλήσει –και μάλιστα πολύ πρόσφατα. Το βλέμμα του Έρον ταξίδεψε στο στόμα του Ρέγιες. Κι εκείνο ήταν πρόσφατα φιλημένο. Δεν πίστευε πως τούτη η γυναίκα ήταν ο τύπος του Πόνου. Και δεν πίστευε πως ο Πόνος ήταν ο δικός της τύπος. Αλλά είχε διαισθανθεί την υπερένταση ανάμεσά τους την πρώτη φορά που η Ντανίκα είχε φτάσει στο κάστρο. Μια υπερένταση που τώρα ήταν πιο δυνατή, πιο καταλυτική. Ο Ρέγιες, μάλιστα, είχε αποκαλέσει τη γυναίκα δική του. Ήταν εχθροί, αλλά είχαν γίνει εραστές. Τι γλυκό, χλεύασε μέσα του. Κι όμως, κάτω από τη χλεύη, μπορούσε να νιώσει μια υποψία... μελαγχολίας; Ο Λεγεωνάριος έγλειψε το μάγουλο του Έρον και μετά το μικροσκοπικό σώμα του γλίστρησε γύρω από το λαιμό του πριν

[175]


κατέβει για να στηρίξει τους αγκώνες του στα γόνατα του Έρον. Φαίνεται πως ήταν μια αγαπημένη στάση του. Η διχαλωτή γλώσσα εκτοξεύτηκε προς το μέρος της Ντανίκα με ένα συριστικό ήχο. «Μου φαίνεσσσαι γνωσσστή. Θέλειςςς να παίξουμε;» Η Ντανίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια και κούνησε αρνητικά το κεφάλι σαν να απομάκρυνε μια σκέψη που της προκαλούσε απορία. «Με είδες χθες. Και όχι, δε θέλω». «Α!» Η απογοήτευση του μικρόσωμου πλάσματος ήταν φανερή. Κόλλησε στο στέρνο του Έρον και οι πράσινες φολίδες του ξεθώριασαν λίγο. «Πλήγωσες το Λεγεωνάριο», μούγκρισε ο Έρον και, για παράξενο λόγο, ένιωσε να προσβάλλεται από την απόρριψη. Επειδή γνώριζε ότι ο δαίμονας ήταν δυστυχισμένος, ο Έρον ένιωσε πως η δίψα του για αίμα απειλούσε να εκραγεί, καθώς έχανε το δύσκολο έλεγχό του. «Πράγμα που σημαίνει ότι η συζήτησή μας τέλειωσε. Φύγε». «Συγνώμη, συγνώμη», είπε βιαστικά η Ντανίκα, κοιτάζοντας απολογητικά το Λεγεωνάριο. «Δεν ήθελα να θίξω τα συναισθήματά σου. Ειλικρινά, ήταν... ήταν παιχνίδι. Ναι, ένα παιχνίδι». «Μου αρέσσσουν τα παιχνίδια». Χαλαρώνοντας, ενώ το χρώμα του επέστρεφε, το πλάσμα πρόσθεσε: «Σσσε έχω ξαναδεί πριν από χθεςςς». Ο Έρον χαλάρωσε κι εκείνος. Η Ντανίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Λυπάμαι, αλλά κάνεις λάθος». «Πετάςςς σε φλόγεςςς. Βλέπειςςς υποτακτικούςςς να βασσσανίζουν νεκρούςςς». Η κοπέλα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα όπως πριν, με ένα μείγμα τρόμου και έκπληξης στα μάτια της. «Πράγματι, αλλά μόνο στα όνειρά μου. Πώς το ξέρεις; Έχεις δει τους πίνακές μου; Όχι, δεν είναι δυνατό». «Μην απαντήσεις», είπε ο Έρον στο Λεγεωνάριο, καθώς μια ιδέα σχηματιζόταν στο μυαλό του. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την πληροφορία σαν διαπραγματευτικό εργαλείο. Και, στο μεταξύ, ίσως κατάφερνε να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα που μόλις του

[176]


είχε παρουσιάσει η κοπέλα. Φλόγες. Υποτακτικοί. Έπρεπε να είναι η κόλαση, το σπίτι του Λεγεωνάριου και το μόνο μέρος όπου μπορεί να την είχε δει το πλάσμα. Ο Έρον δεν ήταν σίγουρος αν η κοπέλα είχε καταφέρει να μπει στην κόλαση ή αν ο Λεγεωνάριος έπαιζε κάποιο ακόμα από τα παιχνίδια του. Αλλά για πρώτη φορά από τότε που οι Τιτάνες είχαν καταλάβει τους ουρανούς και τον είχαν προστάξει να σκοτώσει την Ντανίκα και την οικογένειά της, η τρομερή προσταγή είχε αρχίσει να φαίνεται λογική. Αν η κοπέλα μπορούσε να ταξιδέψει στο σκοτεινό Κάτω Κόσμο, μήπως μπορούσε επίσης να αποκτήσει πρόσβαση στον κόσμο των θεών; Μήπως μπορούσε να τους παρακολουθεί; Ίσως ακόμα και να μαθαίνει τα μυστικά τους; Τότε γιατί δεν την έβγαζαν από τη μέση οι ίδιοι; Σίγουρα θα ήταν μια εύκολη δουλειά για οποιονδήποτε θεό. Γιατί ανάγκαζαν τον Έρον να αναλάβει το έργο; Έριξε μια ματιά στον Ρέγιες, που είχε χλομιάσει. Πρέπει να είχε βάλει κι εκείνος τα κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Αν ήταν δυνατό η Ντανίκα να συλληφθεί από εχθρούς των θεών και να αναγκαστεί να προδώσει τα μυστικά τους, οι θεοί δεν μπορούσαν να την αφήσουν ήσυχη. Δε θα ησύχαζαν παρά μόνο όταν πέθαινε. Δεν υπήρχε τρόπος να σωθεί. «Δε... δεν είμαι...» Η Ντανίκα έτριψε το πρόσωπό της, λες κι η κίνηση θα βοηθούσε το μυαλό της να καταλάβει. Όση ώρα έμεινε ασάλευτη, το πρόσωπό της φαινόταν σαν να ήταν σκαλισμένο σε πέτρα. «Σταμάτα να προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή». Το βλέμμα της ταξίδεψε στο πρόσωπο του Έρον και έμεινε εκεί. «Πού είναι η οικογένειά μου;» «Εσύ κι εγώ θα ανταλλάξουμε πληροφορίες». «Εντάξει». Χωρίς δισταγμό. Την παρακολούθησε να ξετυλίγει αργά τα δάχτυλά της από τα κάγκελα, να αφήνει το χέρι της να πέσει και να το απλώνει προς το μέρος του Ρέγιες. Ο πολεμιστής πέρασε το δικό του χέρι ανάμεσα από τα κάγκελα και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Ο Έρον συνειδητοποίησε ότι ήθελαν να αντλήσουν δύναμη ο ένας από τον άλλο. Η μια την αναζητούσε σιωπηλά και ο άλλος την πρόσφερε,

[177]


επίσης σιωπηλά. Άραγε συνειδητοποιούσαν τι έκαναν; «Τι θέλεις να μάθεις;» ρώτησε η Ντανίκα, με φωνή που έτρεμε. Τα μάτια της μισόκλεισαν και καθάρισε το λαιμό της. Ρώτησε ξανά και αυτή τη φορά η φωνή της ακούστηκε σταθερή. «Έχεις δει την κόλαση; Και μη μου πεις ψέματα. Αν ακούσω έστω και ένα ψέμα, η συζήτηση τελείωσε». Πέρασε μια στιγμή πριν η Ντανίκα απαντήσει, θαρρείς και ζύγιζε τις επιλογές στο μυαλό της. «Όπως είπα και πριν, τη βλέπω στα όνειρά μου», απάντησε τελικά. «Η αδερφή, η μητέρα σου ή η γιαγιά σου ονειρεύονται κι εκείνες την κόλαση;» Η Ντανίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και οι ξανθές μπούκλες της χόρεψαν. «Δε μου το έχουν πει ποτέ». Υπήρχε ένα κόμπιασμα στη φωνή της, αλλά ο Έρον προσποιήθηκε πως δεν το πρόσεξε. Αν έλεγε ψέματα, το ίδιο θα έκανε κι εκείνος, επειδή δεν ήθελε να τελειώσει η συζήτηση. «Τι κάνεις...» «Υποτίθεται πως ανταλλάσσουμε πληροφορίες», τον διέκοψε παγερά η Ντανίκα. «Ας ανταλλάξουμε, λοιπόν. Πού είναι η μητέρα μου;» «Στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια μικρή κωμόπολη της Οκλαχόμα». Η απόλυτη ανακούφιση φώτισε ξαφνικά τα όμορφα χαρακτηριστικά της και έκλεισε τα μάτια. Ένα ρίγος τη διαπέρασε και αρκετά δάκρυα συγκεντρώθηκαν ανάμεσα στα βλέφαρά της πριν κυλήσουν στα μάγουλά της. Ο Έρον δεν επέτρεψε –δεν μπορούσε να επιτρέψει– στο θέαμα να τον επηρεάσει. «Ονειρεύτηκες ποτέ τους ουρανούς; Τον παράδεισο, όπως τον αποκαλείτε εσείς οι θνητοί;» «Ναι». «Τι είδες...» Η Ντανίκα κούνησε και πάλι αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Εγώ απάντησα και τώρα είναι η σειρά σου. Πού είναι η αδερφή μου;» «Όλα αυτά είναι βαρετά», πέταξε τότε ο Λεγεωνάριος αναστενάζοντας. Κουλουριάστηκε στα γόνατα του Έρον και έκλεισε

[178]


τα μάτια. «Η αδερφή σου είναι μαζί με τη μητέρα σου». «Ω Θεέ μου». Άλλο ένα δάκρυ χαράς και ανακούφισης κύλησε στο πρόσωπό της, σχηματίζοντας ένα ρυάκι μέχρι το πιγούνι της. Ο Έρον πίστευε πως τα πόδια της μπορεί να υποχωρούσαν αν ο Ρέγιες άφηνε το χέρι της. Το μπράτσο του είχε περάσει ανάμεσα από τα κάγκελα, είχε τυλιχτεί γύρω από τη μέση της και τη στήριζε. Εκείνη δε διαμαρτυρήθηκε. Αντίθετα, τον πλησίασε περισσότερο. Πώς ήταν δυνατό να εμπιστεύονται και να έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο τόσο πολύ; Ήταν ανόητοι· δεν τους ζήλευε καθόλου. «Τι βλέπεις όταν ταξιδεύεις σ’ εκείνα τα ουράνια πεδία;» τη ρώτησε. «Βλέπω μεγάλη κακία και αταλάντευτη καλοσύνη. Βλέπω θάνατο και ζωή. Σκοτάδι και χρώματα του ουράνιου τόξου. Δαιμονικά πλάσματα που καταστρέφουν, ενώ κραυγές ακούγονται παντού τριγύρω τους. Αγγέλους που επιδιορθώνουν τις ζημιές ενώ τραγούδια που δοξάζουν τα ουράνια βουίζουν στα φτερά τους». Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες και ο Έρον συνοφρυώθηκε. Τίποτα απ’ όσα ανέφερε δεν αποτελούσε λόγο για να ζητήσουν οι θεοί το θάνατό της. «Τι έχεις δει σχετικά με τους θεούς; Τι...» «Η γιαγιά μου», τον διέκοψε η Ντανίκα. «Πού είναι η γιαγιά μου;» Ο Έρον πίεσε τα χείλη του. Ο ρυθμός της καρδιάς του έγινε πιο γρήγορος και ιδρώτας εμφανίστηκε στους κροτάφους του. Αν έλεγε την αλήθεια, η Ντανίκα θα έφευγε και δεν ήταν έτοιμος να την αφήσει να φύγει. Όχι τώρα. Χιλιάδες ερωτήσεις στροβιλίζονταν ακόμα στο μυαλό του. «Δεν έμεινα ικανοποιημένος με την τελευταία απάντησή σου», είπε. «Πες μου αν έχεις δει τους θεούς». Μολονότι τους χώριζαν αρκετά μέτρα, ο Έρον μπορούσε να την ακούσει να τρίζει τα δόντια της. «Δεν ξέρω αν τους έχω δει». «Σκέψου!» μούγκρισε ο πολεμιστής. Η Ντανίκα ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια κι ο Ρέγιες γρύλισε.

[179]


«Πώς να ξέρω; Δεν πιστεύω σε θεούς και θεές και δεν ξέρω ούτε πώς είναι ούτε πώς ακούγονται». Η αναπνοή της ήταν κοφτή, τραχιά. «Μπορεί να τους ονειρεύτηκα χίλιες φορές χωρίς να τους καταλάβω». «Βοήθησέ τη να καταλάβει», πέταξε ο Έρον στον Ρέγιες. Ο Ρέγιες την κοίταξε· η σκληρή έκφραση στο πρόσωπό του θύμισε στον Έρον τη νύχτα που ο ίδιος του είχε ζητήσει να πετάξει την Ντανίκα στην πόλη. Εκείνη δεν ήθελε να πάει, ο Ρέγιες δεν ήθελε ο Έρον να την αγγίξει, αλλά είχαν υποχωρήσει κι οι δυο για το γενικότερο καλό. Ο Ρέγιες ήταν πάντα έτσι: έβαζε τις ανάγκες και τις επιθυμίες των φίλων του πάνω από τις δικές του. Ήταν επίσης πάντα αποφασιστικός, απρόθυμος να υποχωρήσει όταν κάποιος που αγαπούσε ήθελε κάτι –ακόμα κι όταν όλοι άρχιζαν να τον μισούν για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε προκειμένου να το αποκτήσει. «Αν κρύβεις πληροφορίες, σταμάτα να το κάνεις», της είπε ο Ρέγιες. Την άφησε και βγήκε από το κελί, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του πριν στραφεί προς το μέρος της. «Ο Έρον δε θα αθετήσει το λόγο του. Πες του ό,τι θέλει να μάθει και θα σου πει για τη γιαγιά σου. Τι έχεις δει πρόσφατα; Προσπάθησε να το περιγράψεις. Τι έχεις ακούσει; Κάθε λεπτομέρεια μπορεί να είναι σημαντική». Η Ντανίκα ξεροκατάπιε και ύγρανε με τη γλώσσα τα χείλη της. Άλλο ένα ρίγος τη διαπέρασε καθώς τραβούσε το βλέμμα της από τον Ρέγιες και αντίκριζε τον Έρον. «Έγινε... έγινε κάποιος πόλεμος πρόσφατα; Ξέρεις... εκεί πάνω;» Ο Έρον έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Ρέγιες μπορεί να άφησε ένα επιφώνημα. Έκανε ένα βήμα πίσω και στράφηκε για να τη δει πιο καθαρά. Ήταν αλήθεια, λοιπόν. Η Ντανίκα μπορούσε πράγματι να δει τους ουρανούς. Ο λόγος της θανατικής καταδίκης της ήταν τώρα πιο φανερός. «Ναι», παραδέχτηκε βραχνά ο Ρέγιες, «έγινε». «Οι Έλληνες θεοί πολέμησαν εναντίον των Τιτάνων; Νομίζω πως έτσι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους». «Ναι», απάντησε ο Έρον.

[180]


Τα μάγουλά της έχασαν κάθε χρώμα. «Οι Τιτάνες νίκησαν και φυλάκισαν τους Έλληνες θεούς. Τουλάχιστον τους περισσότερους». «Ναι». Η λέξη βγήκε ταυτόχρονα από τα στόματα του Ρέγιες και του Έρον σαν ψίθυρος. «Οι Τιτάνες προσπαθούν να βρουν ένα σύνολο όπλων. Ο βασιλιάς τους... νομίζω πως ήταν ο βασιλιάς τους... συναντήθηκε με τον καινούριο διοικητή της φρουράς. Νομίζω πως είναι ο αρχηγός του στρατού του». Συνέχισε να μιλά· τα λόγια έβγαιναν βιαστικά από το στόμα της, λες και φοβόταν πως αν σταματούσε δε θα μπορούσε ν’ αρχίσει ξανά. «Έχουν ένα σχέδιο. Ο διοικητής θα έρθει στη Γη για να παρακολουθήσει και να περιμένει, για να ακολουθήσει και να κλέψει. Δε θυμάμαι τα πάντα. Ο πίνακάς μου μπορεί να εμφανίσει τις λεπτομέρειες που ξεχνώ. Όταν ονειρεύομαι, προσπαθώ να ξεχάσω. Δε θέλω να θυμάμαι». «Πίνακας;» ρώτησε βραχνά ο Ρέγιες. Εκείνη ένευσε καταφατικά, με τα μάτια σκοτεινά από τις αναμνήσεις. «Όταν ονειρεύομαι τον... τον παράδεισο και την κόλαση, πάντα ζωγραφίζω ό,τι βλέπω για να τα βγάλω από μέσα μου». «Πού είναι τώρα οι πίνακές σου;» τη ρώτησε ο Ρέγιες και χτύπησε τον τοίχο πίσω του με τόση δύναμη ώστε η Ντανίκα έκανε δυο βήματα πίσω, υψώνοντας τις παλάμες. «Λίγοι βρίσκονται στο διαμέρισμά μου στο Νέο Μεξικό. Οι περισσότεροι είναι σε μια αποθήκη που νοικιάζω με το χρόνο». Ο Ρέγιες στριφογύρισε και αντίκρισε τον Έρον βλοσυρός, γεμάτος προσμονή. Η Ντανίκα τον κοίταξε κι εκείνη. «Απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις σου και τώρα είναι η σειρά σου. Μίλησέ μου για τη γιαγιά μου». Μετά από όσα του είχε πει, της χρωστούσε την αλήθεια. Δεν προσπάθησε να ζαχαρώσει το χάπι, αλλά την κοίταξε κατάματα. «Νομίζω πως τη σκότωσα».

[181]


Κεφάλαιο 13 Ρώμη. Ένας τόπος γεμάτος μεγαλοπρέπεια, ιστορία και πλούτο, βία και ηδονή. Όπου κι αν στεκόταν κάποιος σ’ αυτή την υπέροχη πόλη, η θάλασσα θα του τραγουδούσε, αθώα και γαλήνια· ο ουρανός θα ανταποκρινόταν με ένα δικό του τραγούδι, μια ειρηνική μελωδία φωτός που ξεθώριαζε. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ηρέμησε τον Πάρη. Στεκόταν στην άκρη του Ναού των Ακατονόμαστων, κρυμμένος δίπλα στους φίλους του. Περιμένοντας. Ο απόκοσμος ναός –μερικές φορές θα ορκιζόταν πως ο άνεμος είχε φέρει στ’ αυτιά του κραυγές βασανισμένων, που κάλυπταν τη γλυκιά μελωδία των κυμάτων– είχε αναδυθεί από τη θάλασσα πριν από λίγες μέρες, κρυμμένος μέχρι πρόσφατα από τα ανθρώπινα μάτια. Τώρα, εργάτες πλημμύριζαν την περιοχή και πηγαινοέρχονταν, καθάριζαν και αναζητούσαν εικόνες του παρελθόντος στους ετοιμόρροπους διαδρόμους. Δεν ήξεραν πως οι θεοί σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν το ναό για να επιστρέψουν την ανθρωπότητα στους παλιούς αιώνες. Κάποτε οι άνθρωποι λάτρευαν και θυσίαζαν στους βωμούς των ουράνιων δημιουργών τους –και σύντομα θα λάτρευαν και θα θυσίαζαν ξανά. Ακόμα κι αν δεν ήθελαν να το κάνουν. Η ανάδυση αυτού του ναού και ενός αντίστοιχου στην Ελλάδα ήταν απλώς το πρώτο στάδιο –ή τουλάχιστον έτσι υπέθετε ο Πάρις. Ήταν ίσως ο πιο ανθρώπινος –ο περισσότερο δεμένος με τη γη– από όλους τους Άρχοντες του Κάτω Κόσμου και οι άλλοι μπορεί να τον κορόιδευαν αν ανέφερε κάποια γνώμη για τους καινούριους ηγεμόνες τους, τους Τιτάνες. Αλλά ο Πάρις ήθελε να πιστεύει πως η ανάμειξή του με τους ανθρώπους τον βοηθούσε να κατανοήσει καλύτερα καθετί πνευματικό. Είχε περάσει τόσο χρόνο ανάμεσα στους θνητούς ώστε ήξερε καλά τα συναισθήματά τους. Την απληστία, τη ζήλια, την ανάγκη τους να αγαπηθούν.

[182]


Ναι, σίγουρα υπήρχε κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στα ανθρώπινα και τα θεϊκά συναισθήματα. Τι άλλο ήταν οι Τιτάνες αν όχι άπληστοι για την εξουσία που κάποτε τους ανήκε; Τι άλλο αν όχι ζηλόφθονοι, επειδή οι Έλληνες θεοί είχαν τρυγήσει τους πλούσιους καρπούς που ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δουλειάς; Και τι άλλο ένιωθαν αν όχι λαχτάρα να αποσπάσουν το θαυμασμό και τη λατρεία που είχαν στερηθεί για χιλιάδες χρόνια; Οι επιθυμίες και οι ανάγκες τους είχαν παραμεληθεί στο διάστημα που είχαν περάσει στη φυλακή κι έτσι τώρα ήθελαν να ικανοποιήσουν κάθε τους καπρίτσιο. Κι όμως, οι συγκεκριμένες γνώσεις δε βοηθούσαν τον Πάρη. Δεν μπορούσε να βρει έναν τρόπο για να τους πολεμήσει. Είχαν συναρπαστικές δυνάμεις, μπορούσαν να διακτινιστούν από το ένα μέρος στο άλλο με μια και μόνη σκέψη, μπορούσαν να ελέγχουν τον καιρό και να παρατηρούν αθέατοι τον κόσμο και τους πολίτες του. Μπορούσαν να καταραστούν με το ένα χέρι και να ευλογήσουν με το άλλο. Ο Πάρις φιλοξενούσε ένα δαίμονα που ήθελε να κάνει έρωτα. Ένα δαίμονα που εξασθενούσε χωρίς σεξ και δεν αποτελούσε σπουδαίο όπλο για οποιονδήποτε άλλο τομέα εκτός της αποπλάνησης. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το ποιος θα κέρδιζε σε μια αναμέτρηση. Ωστόσο, αν καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα, οι φίλοι του θα εκμηδενίζονταν. Οι Κυνηγοί, οι πιο μισητοί εχθροί του, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε φρουρούς της ειρήνης και της ευημερίας. Ο Πάρις αναρωτιόταν αν τα ντόμινο είχαν ήδη τοποθετηθεί για μια τέτοια πραγματικότητα και αν χρειαζόταν μόνο ένα μικρό φύσημα αέρα για να αρχίσει η αλληλουχία της πτώσης. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ναι, να βρει το κουτί της Πανδώρας. Όπως είχαν τώρα τα πράγματα, εκείνος κι οι φίλοι του δεν μπορούσαν να αποχωριστούν τους δαίμονές τους. Θα πέθαιναν, επειδή μόλις είχαν ενωθεί είχαν γίνει αχώριστοι και οι μοναδικές άλλες επιλογές τους ήταν ο θάνατος και η παράνοια. Ένιωθε εντελώς ανήμπορος. Ένιωθε εκτεθειμένος, διαρκώς

[183]


θυμωμένος. Ένιωθε... ένιωθε άδειος. Και όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα ήταν τυλιγμένα με καυτές κλωστές οργής. Η Σιένα του ήταν νεκρή. Είχε κάψει το σώμα της σε μια τελετή αντάξια πολεμίστριας και είχε σκορπίσει τις στάχτες της. Δε θα γύριζε πίσω. Ποιον έπρεπε να κατηγορήσει; Τους Κυνηγούς; Τους θεούς; Τον εαυτό του; Ποιον έπρεπε να τιμωρήσει; Ποιον έπρεπε να σφάξει ως αντίποινα; Αυτό είχε διδαχτεί την πρώτη μέρα της δημιουργίας του: Αν κάποιος πολεμιστής δεν κατόρθωνε να ανταποδώσει τα πλήγματα που είχαν καταφέρει οι αντίπαλοι εναντίον του, οι εχθροί του θα τον θεωρούσαν αδύναμο και θα επιτίθονταν ξανά και ξανά γεμάτοι αυτοπεποίθηση, σίγουροι για την τελική νίκη. Αλλά τι μπορούσε να κάνει κάποιος όταν ο εχθρός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του; «Έτοιμος;» ρώτησε η Άνια. Ο Πάρις ανασήκωσε τα μάτια, καθώς ο ενθουσιασμός της τον αποσπούσε από τις σκέψεις του. Οι πολεμιστές που περιστοίχιζαν τη θεά ένευσαν καταφατικά, ανυπόμονοι όσο κι εκείνη. Τους περικύκλωναν σκιές και τους κάλυπτε ακουστικά ο ήχος έντονης δραστηριότητας στο εσωτερικό του ναού. Άνθρωποι συγκέντρωναν πέτρες και έξυναν απαλά λειχήνες. «Ακούστε». Η Άνια κατηφόρισε τις παλάμες της στους τέλειους γοφούς της και τα δάχτυλά της πέρασαν πάνω από τα διαμάντια που διακοσμούσαν τη μέση της. Τίναξε τα μακριά, άσπρα μαλλιά της. «Όταν τελειώσω, εσείς τα αγόρια μπορείτε να δείξετε ιδιαίτερα εντυπωσιασμένα από τις ικανότητές μου και να με θαυμάσετε όπως το αξίζω». Μουρμουρητά του τύπου «Ναι, Άνια» και «Έγινε, Άνια» ακούστηκαν ανάμεσά τους. Ακόμα κι οι Άρχοντες τη φοβούνταν. Μολονότι εκείνη είχε χάσει πολλές από τις δυνάμεις της όταν διάλεξε τον Λούσιεν αντί της αιώνιας ελευθερίας της, εγκαταλείποντας τον πιο αγαπημένο θησαυρό της για να είναι με τον άνθρωπό της, παρέμενε η προσωποποίηση της αταξίας και του χάους και μπορούσε να προκαλέσει καταιγίδα με μια και μόνο σκέψη της.

[184]


Ο Πάρις μέτρησε πέντε Κυνηγούς ανάμεσα στους εργάτες, με το σύμβολο της Αιωνιότητας στους καρπούς τους. Το σύμβολο του θανάτου, σύμφωνα με την άποψη του Πάρη. Κατηγόρησέ τους για το θάνατο της Σιένα. Τη στρατολόγησαν και πλημμύρισαν το μυαλό της με ψέματα. Πόνεσέ τους όπως πόνεσαν εκείνη. Τα χέρια του σχημάτισαν γροθιές στα πλευρά του. «Και τι δεν κάνω για τους άντρες μου», μουρμούρισε η Άνια και μετά μπήκε στη μέση των ανθρώπων. Ο Πάρις παρακολούθησε τις κινήσεις τους να επιβραδύνονται, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς. Οι συζητήσεις έγιναν ψίθυροι και μετά επικράτησε απόλυτη σιωπή. Όλοι στράφηκαν και κοίταξαν την υπέροχη καλλονή που φορούσε μια υπερβολικά κοντή μαύρη φούστα και ένα διαφανές μπουστάκι με κορδόνια. «Συγνώμη, αλλά ποια είστε;» ρώτησε τελικά κάποιος. Ένας άνθρωπος χωρίς τατουάζ στους καρπούς του. Κοντός, λίγο φαλακρός, λίγο υπέρβαρος. Μια ταμπελίτσα με το όνομά του κρεμόταν από το λαιμό του. Τόμας Χέντερσον, Διεθνής Εταιρεία Μυθολογικών Σπουδών. «Έχετε άδεια;» «Φυσικά και έχω». Τα αισθησιακά χείλη της τραβήχτηκαν σε ένα χαμόγελο, ενώ ύψωνε τα κομψά χέρια της. «Διαφορετικά δε θα ήμουν εδώ... έτσι δεν είναι, γλυκούλη;» Ο Χέντερσον συνοφρυώθηκε σαστισμένος. «Πώς σας λένε; Όσοι περιλαμβάνονται στη λίστα βρίσκονται ήδη εδώ και δε θυμάμαι να πρόσθεσα άλλο όνομα». «Δε χρειάζεται να ξανακοιτάξεις... έρχεται θύελλα». Κεραυνοί φώτισαν ξαφνικά τον ουρανό, χρυσοί σε έναν καμβά με ροζ και μοβ αποχρώσεις. Ο άνεμος δυνάμωσε, σκορπίζοντας τα μαλλιά της Άνια προς όλες τις κατευθύνσεις. «Πρέπει να γυρίσετε στα σπίτια σας». Όλοι οι άντρες κοιτούσαν την Άνια με δέος και πόθο που δεν μπορούσαν να κρύψουν. «Δική μου», είπε ο Λούσιεν, κοιτάζοντάς τη με πάθος με τα χρωματικά αταίριαστα μάτια του. Ο Πάρις αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια για μια στιγμή. Θέλω κι εγώ τέτοιο. Θέλω μια «δική μου». Ο Μάντοξ κοιτούσε την Άσλιν με τον ίδιο τρόπο. Ο Ρέγιες

[185]


κοιτούσε την Ντανίκα με τον ίδιο τρόπο. Θαρρείς και θεωρούσαν τις γυναίκες πιο πολύτιμες από τον ήλιο και τα αστέρια. Αλλά τι είχε κερδίσει ο Ρέγιες; Σίγουρα βάσανα. Μια θανατική καταδίκη ακολουθούσε τη γυναίκα όπου κι αν πήγαινε και, ακόμα περισσότερο, ο Σαβίν πίστευε πως ήταν πράκτορας των Κυνηγών και πως συγκέντρωνε πληροφορίες για τους Άρχοντες και το κουτί της Πανδώρας. Ο Σαβίν ήθελε να τη θανατώσουν –μέχρι που είχε πάρει ένα πιστόλι το προηγούμενο βράδυ, ενώ ο Ρέγιες κοιμόταν, σκοπεύοντας να φυτέψει μια σφαίρα στο μυαλό της Ντανίκα και να γλιτώσει τον Έρον από μια τύχη που ο πολεμιστής θεωρούσε κάποτε χειρότερη και από το θάνατο. Ο Λούσιεν τον εμπόδισε όμως. Για κάποιο λόγο, η παρουσία της Ντανίκα καταλάγιαζε την ανάγκη του Ρέγιες για πόνο. Μετά τον ερχομό της, ο Ρέγιες δεν πήδηξε από τη στέγη του κάστρου ούτε επιδόθηκε σε κάποια από τις συνηθισμένες επικίνδυνες δραστηριότητές του. Ναι, έκοβε τον εαυτό του, αλλά η επιθυμία να πεθάνει είχε εξανεμιστεί. Ένας Άρχοντας δεν μπορούσε να ζητήσει τίποτα περισσότερο. Αυτό λαχταρούσαν όλοι: ειρήνη μετά από μια αιωνιότητα πολέμων, αγωνίας και αίματος. Πώς μπορούσαν να κλέψουν συνειδητά το θαύμα από ένα δικό τους άνθρωπο; Δεν μπορούσαν. Έτσι, άφησαν τον Ρέγιες να αντιμετωπίσει μόνος τη γυναίκα. Δηλαδή, όχι εντελώς μόνος. Ο Τόριν, ο Κέιν –ο ξενιστής του Ολέθρου, ένας τύπος που δεν μπορούσες να τον πας πουθενά χωρίς να καούν λάμπες και χωρίς να πέσουν σοβάδες από ταβάνια– και η Καμέο παρέμεναν στο κάστρο, παρακολουθώντας τους υπολογιστές και φρουρώντας το σπίτι τους από επιδρομείς. Α, και ο Γουίλιαμ. Όχι πως ο Πάρις εμπιστευόταν ιδιαίτερα τις ικανότητες αυτού του ανθρώπου. Βία, Αρρώστια, Όλεθρος και Δυστυχία μαζί. Μεγάλη πλάκα, σκέφτηκε πικρόχολα ο Πάρις. Χαμογελώντας, κούνησε με απόγνωση το κεφάλι του. Η Σιένα θα ήθελε πολύ να μάθει αυτές τις πληροφορίες. Θα έκανε... Το χαμόγελο έσβησε απότομα, αφήνοντάς τον ξανά γυμνό εσωτερικά, με έναν άγριο μορφασμό εξωτερικά. Έπρεπε να σταματήσει να τη σκέφτεται. Ήταν νεκρή. Αποτεφρωμένη. Και,

[186]


επίσης, μισητός εχθρός. Χοντρές σταγόνες βροχής έπεσαν σαν βέλη από τον ουρανό, μαστιγώνοντας τα πάντα εκτός από το σημείο όπου στέκονταν οι πολεμιστές. Μερικές χτύπησαν το έδαφος με τόση δύναμη ώστε εξοστρακίστηκαν στις φρεσκογυαλισμένες μπότες του Πάρη. Ακολούθησε χαλάζι σε μέγεθος γροθιάς. «Βιαστείτε!» φώναξε κάποιος. «Η θύελλα χειροτερεύει», φώναξε κάποιος άλλος. Βήματα αντήχησαν. Στον Πάρη θύμισαν χάμστερ που σκαρφάλωναν με μανία στον τροχό τους, καθώς οι άνθρωποι έτρεχαν στα σκάφη τους. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η βροχή δυνάμωνε σε ήχο και ένταση και το χαλάζι γινόταν πιο χοντρό, πιο βαρύ. Χρυσοί κεραυνοί χάριζαν έναν ξέφρενο ηλεκτρικό χορό. Βροντές αντιλαλούσαν· χώμα και συντρίμμια στροβιλίζονταν στο δυνατό αέρα. Η καταιγίδα της Άνια ήταν ζωντανή, μαγνητική, και ο Πάρις ένιωσε να ορθώνονται οι μικροσκοπικές τρίχες στο σώμα του. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, κι ευχήθηκε ο ηλεκτρισμός να διαπερνούσε το κορμί του, να σκοτώσει το σκληρό άντρα που είχε γίνει και να τον μεταμορφώσει ξανά στον ανέμελο άντρα που ήταν κάποτε. Όταν ο τελευταίος άνθρωπος απομακρύνθηκε, η καταιγίδα υψώθηκε μέχρι που σχημάτισε ένα θόλο γύρω από το ναό. Κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει ανάμεσά της τους πολεμιστές που σύντομα θα ερευνούσαν το χώρο. Ούτε καν από ψηλά, αν κάποιος πετούσε από πάνω με μια κάμερα. «Ελεύθερα;» ρώτησε η Άνια. «Ελεύθερα», επιβεβαίωσε ο Λούσιεν. Η Άνια κατέβασε αργά τα χέρια. Η βροχή και το χαλάζι αραίωσαν, παραμένοντας έξω από το θόλο. Το μουγκρητό του κεραυνού έσβησε. Καθώς το χάος γύρω από το ναό καταλάγιαζε, ο Πάρις ερεύνησε με το βλέμμα την περιοχή. Ξεχώρισε τη λάμψη του ασημιού –την κάννη ενός όπλου που ξεπρόβαλλε πίσω από ένα μαρμάρινο τοίχο, που παρέμενε ακόμα όρθιος. Η προσμονή τον πλημμύρισε

[187]


καθώς έβγαζε το δικό του πιστόλι. Κυνηγός. Για χιλιάδες χρόνια, είχε αφήσει τον πόλεμο στον Σαβίν και στην ομάδα του. Είχε προσπαθήσει να ζήσει καλά, χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια, αλλά με αισθητή μεταμέλεια. Στο κάτω κάτω, κάποτε είχε βοηθήσει να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι και την απόγνωση ελευθερώνοντας τους δαίμονες της Πανδώρας. Δεν του άξιζε κάτι καλύτερο. Τώρα, οι παλιές αμαρτίες του δεν είχαν καμιά σημασία. Μισούσε τους Κυνηγούς περισσότερο απ’ όσο μισούσε τον εαυτό του. Και μετά τη Σιένα... «Κυνηγός», μουρμούρισε ο Λούσιεν, έχοντας ήδη βγάλει τα στιλέτα του από τις θήκες τους. «Αριστερά». «Δικός μου», είπε ο Πάρις. «Τον βλέπω», είπε ο Σαβίν, «κι αναρωτιέμαι γιατί θέλεις να μονοπωλήσεις τη διασκέδαση». «Δικός μου», επανέλαβε ο Πάρις. Ο Σαβίν κοίταξε με απόγνωση ψηλά. «Μέτρησα έξι λίγο πιο πριν και πάω στοίχημα πως είναι όλοι εδώ και περιμένουν». Έξι; «Εγώ μέτρησα πέντε». «Δε μέτρησες σωστά», είπε απλώς ο φίλος του, ελέγχοντας τη θαλάμη του 45αριού του. «Δεν έχουν όλοι πιστόλια και τα πιστόλια τους δεν είναι ημιαυτόματα των 9 χιλιοστών», πέταξε ο Γκίντεον, ο ψεύτης. Υπέροχα. Μια αναμέτρηση με πυροβόλα όπλα. Ο Πάρις εμπόδισε τη ροή των αναμνήσεων που προσπαθούσαν να τρυπώσουν στο μυαλό του: εκκωφαντικοί πυροβολισμοί, σφύριγμα από σφαίρες, μια γυναικεία κραυγή πόνου. «Δε μας έχουν δει, διαφορετικά θα άρχιζαν ήδη να πυροβολούν». Ο Λούσιεν δεν απάντησε. Εξαφανίστηκε: τη μια στιγμή ήταν δίπλα του και την επόμενη όχι. Εμφανίστηκε ξανά δίπλα στην Άνια και της είπε κάτι που ο Πάρις δεν μπορούσε να ακούσει. Η Άνια ένευσε καταφατικά και φάνηκε να χάνεται στο κέντρο ενός μικρού, μανιασμένου ανεμοστρόβιλου ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Μετά, ο ανεμοστρόβιλος υψώθηκε πάνω από το σώμα της, δημιουργώντας ένα πυκνό τείχος ανάμεσα στους Κυνηγούς και τους Άρχοντες.

[188]


Η πρώτη εκπυρσοκρότηση ακούστηκε και η πρώτη σφαίρα έσκισε τον αέρα –αλλά πέτυχε το τείχος του ανέμου και έπεσε άχρηστη στο έδαφος. Ο Λούσιεν βρέθηκε δίπλα του ξανά, κλάσματα δευτερολέπτου αργότερα. Η Άνια δε φαινόταν πουθενά –αλλά οι διαμαρτυρίες της έφτασαν στ’ αυτιά του Πάρη. «...με ξεγέλασες. Δημιούργησα το τείχος για να σε σώσω, όχι για να με προστατεύσεις διακτινίζοντάς με μακριά». Πρέπει να την είχε οδηγήσει και πάλι στο κάστρο. Ή πάνω από το θόλο, για να συνεχίσει να δημιουργεί τη θύελλα. Ακούστηκε ένας ακόμα πυροβολισμός και κάποιος Κυνηγός φώναξε: «Δαίμονες!» «Ήρθαν», είπε κάποιος χαιρέκακα. «Πρέπει να είναι η τυχερή μας μέρα». «Ξέρεις τους κανόνες». Ένας τρίτος πυροβολισμός. Το τείχος του ανέμου είχε εξαφανιστεί. Πέτρες κομματιάστηκαν και σκόνη τινάχτηκε προς το μέρος του Πάρη καθώς η σφαίρα σφηνωνόταν στον τοίχο ακριβώς πάνω από τον ώμο του. Έσκυψε και καλύφθηκε. «Θα κάνουμε κύκλο προς αντίθετες κατευθύνσεις», πρόσταξε ο Λούσιεν. «Θα συναντηθούμε στο κέντρο όταν τους σκοτώσουμε όλους». «Ας κυλήσει το αίμα», μουρμούρισε ο Πάρις και μετά το βλέμμα του έπεσε στον Στράιντερ, που τα μάτια του είχαν την ίδια γαλάζια απόχρωση με τα δικά του. Ο Στράιντερ ήταν ξενιστής της Ήττας και δεν μπορούσε να χάσει, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες, χωρίς βαριές συνέπειες και ανυπόφορο πόνο. «Χρειάζομαι έναν ζωντανό για να τον ανακρίνω», του είπε ο Στράιντερ. «Ζητάς ένα θαύμα». Σφαίρες άρχισαν να πετούν η μια πίσω από την άλλη, χτυπώντας τα πάντα γύρω τους. Ο Στράιντερ χαμογέλασε, και τα αιχμηρά δόντια του εμφανίστηκαν απειλητικά, σε πλήρη αντίθεση με το όμορφο, παιδικό πρόσωπό του. Έδειξε τον πάντα σιωπηλό, πάντα κλειστό Αμούν –μια σκοτεινή πινελιά στη νύχτα που έπεφτε γρήγορα. Ο Αμούν σήκωσε ένα όπλο με αναισθητικά βέλη. «Εκεί πέρα είστε, δειλοί;» φώναξε ένας Κυνηγός.

[189]


«Ελάτε να μας νικήσετε», του απάντησε ο Στράιντερ. «Αν μπορείτε». Ο Πάρις ένευσε με κατανόηση και έχωσε το πιστόλι στη θήκη του. Θα κρατούσαν έναν ζωντανό. Αν τα κατάφερναν. Κρατώντας ένα ημιαυτόματο στο χέρι, ο Πάρις δεν ήταν σίγουρος αν θα θυμόταν να μη σκοτώσει έναν από τους αντιπάλους τους. Ο Στράιντερ πέρασε σε δράση, παραμένοντας χαμηλά στο έδαφος, και εξαφανίστηκε πίσω από ένα θάμνο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, μια κραυγή αντήχησε στο νησί, γεμάτη πόνο και έκπληξη. Ένας είχε βγει από τη μέση –άλλοι πέντε απέμεναν. Με τον ήχο κάθε ανάσας βαρύ στα αυτιά του, ο Πάρις χίμηξε μπροστά. Ο Αμούν τον ακολούθησε και προσπέρασαν μισογκρεμισμένους τοίχους και βράχια, για να γλιστρήσουν στο καλυμμένο με λειχήνες δάπεδο. Είδε το στόχο του: έναν άντρα που θα μπορούσε να προσπεράσει στο δρόμο χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά. Ψηλός, συνηθισμένο πρόσωπο, μέτριο μπόι. Ωστόσο, τον πρόδιδαν τα απειλητικά, γεμάτα μίσος μάτια του. «Ήλπιζα πάντα να μου δοθεί η ευκαιρία να σας αντικρίσω. Να είμαι εγώ εκείνος που θα σας πιάσει». Χαμογελώντας, σημάδεψε με το πιστόλι των 9 χιλιοστών το πόδι του Πάρη και πάτησε τη σκανδάλη. Σημαδεύοντας τόσο χαμηλά, εμπόδιζε τον Πάρη να σκύψει –κάτι που ήξερε ότι ήταν σκοπός του Κυνηγού. Οι περισσότεροι άνθρωποι έσκυβαν και, σε μια τέτοια περίπτωση, η σφαίρα θα καρφωνόταν στην καρδιά του και θα τον αχρήστευε προσωρινά. Έτσι, ο Πάρις πήδηξε, πετώντας προς το μέρος του αντιπάλου του για να τον αρπάξει και να τον ρίξει στο έδαφος. Η σφαίρα βρήκε το πόδι του –μια οδυνηρή εμπειρία που ωστόσο δεν τον έβγαζε εκτός μάχης. Έπεσε πάνω στον Κυνηγό και κυλίστηκαν στο έδαφος, χτυπώντας στις σκληρές πέτρες, με τα συντρίμμια να σκίζουν το εκτεθειμένο δέρμα τους. Ο Αμούν βρισκόταν εκεί ένα δευτερόλεπτο αργότερα, σημαδεύοντας τον αντίπαλό τους και καρφώνοντας το βελάκι του στο λαιμό του. Στην αρχή, ο Κυνηγός δεν έδειξε πως είχε χτυπηθεί, αλλά όταν ο Πάρις τον χτύπησε με τη γροθιά στο πρόσωπο κι άκουσε τη μύτη

[190]


του να σπάζει, ο εχθρός του δεν μπορούσε καν να σηκώσει το χέρι του για να νιώσει τη ζημιά. Τελικά, έμεινε εντελώς ακίνητος κι ο Πάρις σηκώθηκε, λαχανιάζοντας. «Ελπίζω... να υποφέρετε...» κατάφερε να προφέρει βραχνά ο Κυνηγός. «Το... αξίζετε». Τα μάτια του έκλεισαν. Οι πυροβολισμοί αντηχούσαν γύρω τους, καθώς η αναμέτρηση συνεχιζόταν. Ο Στράιντερ βρέθηκε δίπλα τους το επόμενο δευτερόλεπτο και χάρισε στον Πάρη ένα ακόμα χαμόγελο. «Είσαι έτοιμος για τον επόμενο;» «Φυσικά». Δεν κοίταξε καν τον πονεμένο μηρό του –θα μπορούσε να φροντίσει το τραύμα του αργότερα. Θα έπρεπε να αφαιρέσει τη σφαίρα· δεν είχε διαπεράσει το πόδι του και μπορούσε να νιώσει το μικρό μεταλλικό αντικείμενο να τρίβει τους μυς του. Φυσικά, για να γιατρευτεί θα έπρεπε να βρει μια γυναίκα και να της κάνει έρωτα. Κάποτε θα γελούσε ευτυχισμένος με τούτη τη σκέψη. Αλλά μισούσε όλο και περισσότερο τον εαυτό του, τις πράξεις του και τις γυναίκες που τον δέχονταν. Καλύτερα γυναίκα παρά άντρας. Το στομάχι του σφίχτηκε. Επειδή εξαρτιόταν απόλυτα από το σεξ, έπρεπε να πάει με κάποιον, ανεξάρτητα σε ποιο φύλο ανήκε. Αν δεν μπορούσε να βρει γυναίκα... «Έλα», μούγκρισε καθώς εκείνος, ο Αμούν κι ο Στράιντερ έπαιρναν μέρος στη μάχη. Αίμα έσταζε από την πληγή του στο έδαφος, σχηματίζοντας μια άλικη γραμμή που αναμειγνυόταν με τις λιμνούλες που είχε δημιουργήσει η καταιγίδα της Άνια. Τα πόδια του έτρεμαν και κάποια στιγμή παραπάτησε. Δε βρήκε άλλο στόχο: οι Κυνηγοί είχαν ήδη νικηθεί. Όλοι εκτός από έναν ήταν νεκροί –και ο ζωντανός κοιμόταν. Τρεις φίλοι του Πάρη είχαν δεχτεί σφαίρες και ο Λούσιεν είχε αναγκαστεί να διακτινίσει τον Γκίντεον στο κάστρο της Βουδαπέστης για να θεραπευτεί, καθώς το στομάχι του είχε γεμίσει τρύπες. Ξαφνικά κουρασμένος, ο Πάρις κάθισε στο έδαφος. Νερό και αίμα μούλιαζε το παντελόνι του και μπορεί να έδινε την εντύπωση

[191]


ότι είχε ουρήσει πάνω του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν κατάφερα να σκοτώσω κανέναν, σκέφτηκε απογοητευμένος. Ήθελε να του χιμήξει κάποιος Κυνηγός από τους θάμνους. Ήθελε να του επιτεθεί. Ήθελε να κόψει με το μαχαίρι του το λαιμό του. Ήθελε να τον καρφώσει ξανά και ξανά και τελικά, με λίγη τύχη, να ηρεμήσει έστω και λίγο. Καθώς έχωνε τα δάχτυλα στην πληγή του, ο Λούσιεν διακτίνισε τον Κυνηγό που είχε επιβιώσει στο μπουντρούμι του κάστρου τους. Ένα μπουντρούμι που είχε μείνει αχρησιμοποίητο για αιώνες και που τώρα φαινόταν να φιλοξενεί έναν καινούριο ένοικο κάθε μέρα. Έτσι όπως πηγαινοέρχονταν οι επισκέπτες, σε λίγο θα έβαζαν ένα χαλάκι με τις λέξεις «Καλώς Ήρθατε» έξω από την πόρτα τους. Ο Πάρις βρήκε τη σφαίρα λίγα λεπτά αργότερα, όταν ο Λούσιεν γύρισε. Ο πολεμιστής ήταν χλομός, ταραγμένος. «Είσαι καλά;» κατάφερε να ρωτήσει ο Πάρις ανάμεσα από τα σφιγμένα από τον πόνο δόντια του. Διάβολε, το μέταλλο γλιστρούσε και ξέφευγε συνέχεια από τα δάχτυλά του. «Ξύπνησε και μαχαιρώθηκε με ένα μικρό στιλέτο που είχε κρύψει στην τσέπη του πριν καν τον αφήσω κάτω. Πέτυχε κι εμένα στο λαιμό». Πράγματι, αίμα έτρεχε από μια τέλεια τρύπα στο λαιμό του. «Τώρα με κάλεσαν να μεταφέρω τους άλλους». Καθώς μιλούσε, τα μάτια του θόλωσαν και οι κινήσεις του σώματός του επιβραδύνθηκαν. Ο Θάνατος τον είχε καλέσει. Κανένας δεν ήξερε πόση ώρα θα έλειπε το πνεύμα του, καθώς εκείνος κι ο δαίμονάς του θα συνόδευαν ψυχές στον παράδεισο. Ή στην κόλαση. Θα μπορούσε να πάρει το σώμα του, αλλά προφανώς δεν ήθελε να αντιμετωπίσει τον πονεμένο λαιμό του. Ο Πάρις τον συμπονούσε απόλυτα. Τι έπρεπε να κάνει για να βγάλει τη σφαίρα από το μηρό του; Όταν τελικά τα κατάφερε, το χέρι του έτρεμε και έπεσε χαλαρό στο πλευρό του, ενώ το συμπιεσμένο μέταλλο κύλησε από τα δάχτυλά του. Ο Στράιντερ κάθισε δίπλα του, άθικτος, και έδειξε με το πιγούνι την πληγή που αιμορραγούσε. «Ίσως την επόμενη φορά πρέπει να γυμνάσεις καλύτερα τα

[192]


ανακλαστικά σου». «Να πας να πηδηχτείς». Ο φίλος του χαμογέλασε. «Με κολακεύεις, αλλά δε θα πάρω. Ξέρεις ότι δεν έχω τέτοιες προτιμήσεις». Το κεφάλι του Πάρη έπεσε πίσω και κοίταξε ψηλά την καταιγίδα που εξακολουθούσε να κρύβει το ναό. «Καλά να πάθω». «Δεν μπορούν όλοι να είναι τόσο όμορφοι και τόσο έξυπνοι όσο εγώ». Ο Στράιντερ έπρεπε να έχει την τελευταία λέξη κι έτσι ο Πάρις έσφιξε τα χείλη και δε σχολίασε. Για να ασχοληθεί με κάτι, σάρωσε με το βλέμμα το ναό προκειμένου να διαπιστώσει τι έκαναν οι άλλοι. Ο Αμούν στεκόταν παράμερα και παρακολουθούσε όπως συνήθως. Αίμα κάλυπτε το αριστερό χέρι του. Η δική του σφαίρα είχε διαπεράσει το σώμα του, τον τυχερό. Το σώμα του Λούσιεν βρισκόταν ακόμα σε κάθετη στάση, ασάλευτο. Ο Σαβίν γυάλιζε ένα από τα μαχαίρια του. Ένα γνώριμο θέαμα. Ο Πάρις έτριψε τους κροτάφους του σε μια προσπάθεια να ανακουφίσει τον πόνο, ενώ ταυτόχρονα μελετούσε τους υπόλοιπους που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Η Ντανίκα γελούσε με... Τα μάτια του Πάρη γούρλωσαν. Τι στην οργή; Η Ντανίκα; Εδώ; Το σοκ τον πλημμύρισε καθώς σηκωνόταν με κόπο. Ένα κύμα ζαλάδας ενώθηκε με το σοκ και τον έκανε να παραπατήσει, αλλά κατάφερε να παραμείνει όρθιος. Στο μονοπάτι αίματος και νερού που έφτανε μέχρι τα πόδια του, γυαλιστερές εικόνες σχημάτιζαν ήδη ένα ζωντανό τοίχο. «Το βλέπεις;» «Τι να δω;» ρώτησε ο Στράιντερ. «Τον Λούσιεν; Ο τύπος έπρεπε να πάρει το σώμα του μαζί του. Αλήθεια, γιατί το άφησε;» «Όχι, όχι αυτό». Με το σοκ να γίνεται μεγαλύτερο, ο Πάρις έδειξε. Ο Στράιντερ ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Ο Σαβίν; Ναι. Άσχημος όπως πάντα, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να φέρεσαι σαν να θέλεις να κάνεις εμετό». «Όχι, τη γυναίκα».

[193]


Ακολούθησε βαριά παύση. «Ποια γυναίκα;» απόρησε ο Στράιντερ. Τώρα ακουγόταν σαστισμένος. Ήταν σειρά του Πάρη να σαστίσει. Οι εικόνες ήταν πεντακάθαρες και διαφορετικές σκηνές εκτυλίσσονταν ταυτόχρονα, λες και είχαν στηθεί διαφορετικές κινηματογραφικές οθόνες. Ο μοναδικός κοινός παρονομαστής, όπως διαπίστωνε, ήταν η πρωταγωνίστρια της παράστασης: η όμορφη Ντανίκα. Σε όλες τις σκηνές, η Ντανίκα παρέμενε στις σκιές, απλώς παρατηρώντας όσους βρίσκονταν γύρω της. Όπως ο Αμούν. Σε μερικές σκηνές, άγγελοι πετούσαν ευτυχισμένοι. Σε άλλες, δαίμονες γελούσαν διαβολικά. Στην τελευταία σκηνή, ωστόσο, η Ντανίκα στεκόταν μπροστά και στο κέντρο. Το αριστερό χέρι της ήταν τεντωμένο –και το κουτί της Πανδώρας αναπαυόταν στην παλάμη της. Ο Πάρις είχε να δει το κουτί χιλιάδες χρόνια, αλλά θυμόταν κάθε γωνιά, κάθε φυτεμένο πετράδι, κάθε πλευρά του αντικειμένου που είχε οδηγήσει στην έκπτωσή του. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό το κουτί. Φιλντισένια οστά από το σώμα της ετοιμοθάνατης θεάς της Καταπίεσης είχαν ενωθεί για να δημιουργήσουν ένα παραπλανητικά μικρό τετράγωνο. Ρουμπίνια, σμαράγδια, διαμάντια και ζαφείρια άστραφταν ανάμεσά τους. Όταν η Ακολασία συνειδητοποίησε τι κοιτούσε, ο δαίμονας μούγκρισε και συγκρούστηκε με τα τοιχώματα του μυαλού του Πάρη, θέλοντας απεγνωσμένα να καταστρέψει το αντικείμενο που τον κρατούσε αιχμάλωτο τόσους αιώνες. Διάλυσε το κουτί. Διάλυσέ το! «Δεν μπορώ. Δεν είναι αληθινό». Ο δαίμονας δεν έδωσε σημασία στα λόγια του. Διάλυσέ το! Παρά τα ουρλιαχτά στο μυαλό του, ο Πάρις πλησίασε περισσότερο. Σ’ εκείνο το τελευταίο, ζωντανό πορτραίτο, η Ντανίκα τέντωσε το χέρι της που κρατούσε το κουτί ακόμα περισσότερο, θαρρείς και του το πρόσφερε. Μέχρι που του έκλεισε το μάτι. Ο Πάρις έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ξεχνώντας τον πόνο της πληγής του. Τι συνέβαινε;

[194]


Κεφάλαιο 14 «Πώς νιώθεις, Ντανίκα;» Η Ντανίκα βρισκόταν κουρνιασμένη στην άκρη του κρεβατιού του Ρέγιες, με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια, και ανέπνεε κοφτά και τραχιά. Φαινόταν να δυσκολεύεται να γεμίσει τα πνευμόνια της και με κάθε εισπνοή νόμιζε πως έγδερνε τα σωθικά της. Είχε περάσει μια ώρα –ίσως και μια αιωνιότητα– από τη στιγμή που ο Έρον είχε δηλώσει «νομίζω ότι τη σκότωσα», αναφερόμενος στη γιαγιά της Ντανίκα. Είχε απαιτήσει από τον Έρον κάθε λεπτομέρεια και όσα της είχε πει συμφωνούσαν με όσα είχαν δει οι άντρες του Στέφανο. Τη μετέφερα σε ένα κτίριο. Ήδη αιμορραγούσε και πονούσε. Ύψωσα τα νύχια μου. Εκείνη ούρλιαξε. Δεν ξέρω τίποτα περισσότερο. Το σοκ της Ντανίκα είχε περάσει και η θλίψη, η μεταμέλεια κι η οργή είχαν πάρει τη θέση του για να ενωθούν όλες μέσα της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε αφήσει το κελί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε μπει στο δωμάτιο του Ρέγιες. Εκείνος πρέπει να την είχε μεταφέρει στα χέρια ως εδώ. Όπως ο Έρον είχε μεταφέρει τη γιαγιά της στο θάνατο; «Πρέπει να τις δω», κατάφερε να προφέρει. «Πρέπει να δω τη μητέρα μου και την αδερφή μου». Ήξεραν για τη γιαγιά Μάλορι; Είχαν παρακολουθήσει το τρομακτικό γεγονός; Ω Θεέ μου. Ω Θεέ μου, ω Θεέ μου. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Θα τις έβρισκε, θα τις ενημέρωνε αν δεν το ήξεραν και μετά θα γύριζε εδώ και θα κάρφωνε ένα μαχαίρι στην κατάμαυρη καρδιά του Έρον. Όχι, λάθος. Πρώτα θα μαχαίρωνε τον Έρον. Μετά θα είχε τουλάχιστον μια ευχάριστη είδηση να ανακοινώσει στην οικογένειά της. Αλλά η σκέψη δεν κατόρθωσε να την ευθυμήσει. Ζεστά, δυνατά χέρια τυλίχτηκαν γύρω από τα μπράτσα της και την ανασήκωσαν αργά. Το σκοτάδι που στοίχειωνε τα όνειρά της βάραινε ξαφνικά το παρόν της. Αλλά ο Ρέγιες εμφανίστηκε μπροστά της, αποφασισμένος να τη σώσει. «Λυπάμαι για όσα έγιναν, άγγελε.

[195]


Ειλικρινά λυπάμαι». Το πιγούνι της έτρεμε και ο λαιμός της σφιγγόταν. «Λυπάσαι;» επανέλαβε κι η οργή της ξεπέρασε όλα τα άλλα συναισθήματα, σε μια προσπάθεια να σώσει τον εαυτό της. «Έπαιξες κι εσύ ένα ρόλο σε όλα αυτά, κάθαρμα, κι έτσι μπορείς να με αφήσεις ήσυχη. Ήταν καλή γυναίκα... συμπονετική και τρυφερή. Ευγενική. Παραδέξου το· χαίρεσαι που πέθανε, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι;» ούρλιαξε όταν εκείνος δεν απάντησε. «Δε χαίρομαι. Ο πόνος σου με πληγώνει». «Και σου αρέσει να πληγώνεσαι, έτσι δεν είναι;» «Ντανίκα, δεν...» Μια παύση –βαριά, καταπιεστική. «Ο Έρον είπε πως νομίζει ότι τη σκότωσε. Ίσως να μην το έκανε. Ίσως η γιαγιά σου να ζει». «Μια ογδοντάχρονη γυναίκα ενάντια σε έναν υπερφυσικά δυνατό δαίμονα;» Η Ντανίκα γέλασε άκεφα. «Έλα τώρα!» Τα δάχτυλα του Ρέγιες μπήχτηκαν πιο βαθιά, σχεδόν οδυνηρά, στη σάρκα της καθώς την ταρακουνούσε. «Μην τολμήσεις να εγκαταλείψεις κάθε ελπίδα». «Ελπίδα». Η Ντανίκα γέλασε και πάλι άκεφα. «Η ελπίδα είναι χειρότερος δαίμονας και από τον Πόνο σου». Ο Ρέγιες την άφησε απότομα, λες και είχε βγάλει ξαφνικά κέρατα και τον είχε καρφώσει. Περίμενε. Η Ντανίκα σκέφτηκε πως κάτι τέτοιο θα του άρεσε πολύ και δε θα τραβιόταν. Και όμως, μάλλον τραβήχτηκε, σαν να είχε δοκιμάσει η Ντανίκα να τον φιλήσει ξανά. «Απάντησέ μου με ειλικρίνεια», άρχισε ο Ρέγιες. «Έκανες αυτή τη σύγκριση επειδή απεχθάνεσαι αυτό που μπορεί να έγινε ή επειδή πιστεύεις πραγματικά ότι η ελπίδα είναι δαίμονας;» «Έχει σημασία;» «Ναι». Η Ντανίκα ανασήκωσε τους ώμους, νιώθοντας ξανά μουδιασμένη –τόσο μουδιασμένη, ώστε η συζήτηση δεν την ενδιέφερε πια καθόλου. «Και τα δυο». Και τι δεν είχε περάσει αυτές τις τελευταίες δυο μέρες. Ήταν πάρα πολύ. «Πώς ξέρεις ότι η Ελπίδα είναι δαίμονας;» τη ρώτησε. «Οι

[196]


άνθρωποι πάντα θεωρούν την Ελπίδα καλή, υπέροχη και δίκαιη». «Δηλαδή είναι αλήθεια;» Τι άλλο υπήρχε ακόμα; Τι άλλο έκλεβε τη χαρά των ανθρώπων και κατέστρεφε τις ζωές τους; «Θα έπρεπε να ξαφνιαστώ, αλλά δεν ξαφνιάζομαι». «Τι εννοείς;» Άλλο ένα ανασήκωμα των ώμων. «Η γιαγιά Μάλορι μου διηγιόταν ιστορίες. Νόμιζα πως ήταν άκακες, μια επινόηση του μυαλού της για να αντιμετωπίσει το χάος της ζωής της». «Σ’ αυτό τουλάχιστον», παραδέχτηκε απρόθυμα ο Ρέγιες, «η γιαγιά σου είχε δίκιο. Η Ελπίδα είναι πράγματι δαίμονας. Ένα τέρας που τώρα βρίσκεται φυλακισμένο μέσα σε έναν αθάνατο πολεμιστή, προδότη επίσης». Όπως εσύ, παραλίγο να προφέρει η Ντανίκα, αλλά συγκρατήθηκε. Ο Ρέγιες δεν είχε αποκαλύψει κάποια διαβολική ιδιότητα μέχρι τώρα. «Τον ξέρεις; Εννοώ, τον πολεμιστή... δηλαδή το δαίμονα...» Η Ντανίκα έκανε ένα μορφασμό με δυσφορία. «Και πάλι, δεν ξαφνιάζομαι. Η γιαγιά μού είπε πως η Ελπίδα δημιουργεί σκόπιμα προσδοκίες, κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι υπάρχει η πιθανότητα κάποιου θαύματος και μετά συντρίβει αυτές τις προσδοκίες, αφήνοντας πίσω της μονάχα στάχτες και απελπισία». Ο Στέφανο είχε δίκιο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς έναν τέτοιο δαίμονα. «Δεν είμαστε όλοι έτσι», είπε ο Ρέγιες λες και διάβαζε το μυαλό της. «Πράγματι, η Ελπίδα δόθηκε σε έναν πολεμιστή όπως εγώ. Τον έλεγαν Γκέιλεν. Αλλά ήταν ένας διεφθαρμένος άντρας, κυριαρχημένος από ένα διεφθαρμένο δαίμονα και, οι δυο μαζί, ήταν πολύ πιο επικίνδυνοι από οτιδήποτε άλλο σε τούτο το κάστρο. Όταν τους ήξερα, απολάμβαναν την εμπειρία της ψυχολογικής ενίσχυσης και μετά της καταβαράθρωσης όσων βρίσκονταν γύρω τους». Η Ντανίκα τύλιξε τα χέρια γύρω από τη μέση της, νιώθοντας να κρυώνει ξανά. Να κρυώνει πολύ. Από την οργή στο τίποτα και από το τίποτα σε αυτό. Ένα βασανιστικό φάσμα συναισθημάτων. Φοβόταν αυτή τη μέρα εδώ και δυο βδομάδες, φοβόταν να μάθει ότι η καταπληκτική γιαγιά της είχε δολοφονηθεί, ενώ η ίδια δεν μπορούσε να τη βοηθήσει επειδή ήταν απασχολημένη με τη δική της

[197]


άτακτη φυγή. Το βλέμμα του Ρέγιες καρφώθηκε πάνω της και τη διαπέρασε σαν λέιζερ. «Ντανίκα, χρειάζομαι την ειλικρίνειά σου. Άκουσες κάτι από όσα μου είπες μόλις τώρα από τους Κυνηγούς;» «Όχι». Δεν είχαν αναφέρει τίποτα για τον Γκέιλεν ή την Ελπίδα. Πέρασε μια στιγμή σιωπής, καθώς εκείνη κι ο Ρέγιες κοιτάζονταν αμίλητοι. Η Ντανίκα δεν μπορούσε να φανταστεί τι σκεφτόταν. Ότι έπρεπε να πεθάνει τώρα και κανένας δε θα την έσωζε ξανά; Ότι θα γύριζε στον κόσμο της τώρα που ήξερε πως η γιαγιά της ήταν νεκρή; Η γλυκιά γιαγιά Μάλορι. Αναμνήσεις μιας μακρινής νύχτας σχηματίστηκαν στο μυαλό της. Αστέρια λαμπύριζαν στον ουρανό καθώς εκείνη κι η γιαγιά της κατασκήνωναν στο σπιτάκι που είχαν φτιάξει στα κλαδιά ενός δέντρου. Ξάπλωσε, κοριτσάκι μου, κι η γιαγιά θα σου πει άλλη μια ιστορία. Ανατριχιάζοντας, η Ντανίκα είχε μπει στον υπνόσακό της. Μυρωδιές της νύχτας ταξίδευαν με το βραδινό δροσερό αέρα, αλλά δεν είχαν καταφέρει να την ηρεμήσουν. Οι ιστορίες της γιαγιάς δεν είχαν σχέση με τα παραμύθια που συνήθιζε να της διαβάζει η αδερφή της. «Θα με τρομάξει;» «Ίσως, αλλά μερικές φορές δεν πειράζει να τρομάζεις. Δε θέλω να γίνεις σαν κι εμένα. Θέλω να γίνεις δυνατή και να έχεις περισσότερα εφόδια για να αντιμετωπίσεις το καθετί». «Δε θέλω να αντιμετωπίσω τίποτα. Δε μου αρέσει να τρομάζω». «Σε κανέναν δεν αρέσει, αλλά είναι καλό να γεύεσαι αυτό το συναίσθημα. Έτσι σου δίνεται η ευκαιρία να αποδείξεις πως είσαι πιο δυνατή από την αιτία του τρόμου». «Ε... εντάξει. Θα ακούσω την ιστορία». «Έτσι μπράβο». Οι ιστορίες των δαιμόνων την είχαν τρομάξει εκείνα τα χρόνια –όταν μάλιστα νόμιζε πως επρόκειτο για δημιουργήματα φαντασίας και τίποτα περισσότερο–, αλλά δεν τους είχε επιτρέψει να

[198]


την κρατούν άγρυπνη τα βράδια ούτε να την εμποδίσουν να απολαύσει τη ζωή. Χάρη στη γιαγιά της. Ενώ οι γονείς της θα ανησυχούσαν για τους εφιάλτες της, η γιαγιά Μάλορι τη βοήθησε να βρει έναν πυρήνα δύναμης, ώστε η Ντανίκα να μην καταρρεύσει κάποτε όπως είχε καταρρεύσει εκείνη. Είχε μάθει στην Ντανίκα πώς να πολεμά το κακό που υπήρχε στο μυαλό της. Πώς να κερδίζει. Και τα μαθήματά της αποδείχτηκαν αποτελεσματικά –μέχρι που ο Ρέγιες κι οι φίλοι του μπήκαν στη ζωή της. Τώρα, είχε γίνει ξανά εκείνο το τρομαγμένο κοριτσάκι. Δυστυχώς, δεν μπορούσε πια να εξαπατά τον εαυτό της και να πιστεύει πως εκείνες οι ιστορίες ήταν απλά παραμύθια. Η γιαγιά της είχε δει κάποια πράγματα. Άσχημα πράγματα, διαβολικά πράγματα. Αληθινά πράγματα. «Ποιες άλλες ιστορίες σού είπε;» ρώτησε ο Ρέγιες. «Αν σου πω, θα με βοηθήσεις να βρω το... το σώμα της; Θα με βοηθήσεις να την κηδέψω όπως πρέπει;» «Ναι. Αν είναι νεκρή. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχουν πιθανότητες να ζει». Μην τολμήσεις να ελπίσεις. Μόλις παραδέχτηκες ότι η Ελπίδα είναι δαίμονας. Η Ντανίκα επέτρεψε στις ιστορίες να καταλάβουν κάθε διαθέσιμο χώρο στο μυαλό της, ξεδιαλύνοντάς τες, προσπαθώντας να αποσπάσει τα πιο σημαντικά στοιχεία από την υφή τους. Δεν ήξερε πόσος χρόνος είχε περάσει, αλλά όταν εστίασε την προσοχή της, ο Ρέγιες καθόταν σε μια καρέκλα ακριβώς μπροστά της –αρκετά κοντά για να τον αγγίξει– και περίμενε υπομονετικά και σιωπηλά. «Ξέρεις ότι υπήρχαν περισσότεροι δαίμονες παρά αθάνατοι πολεμιστές;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα χωρίς να συνειδητοποιήσει καν πως μιλούσε. «Χωρίς το κουτί της Πανδώρας, ορισμένοι έπρεπε να τοποθετηθούν μέσα στους κρατούμενους, στα Τάρταρα. Δαίμονες όπως ο Φόβος, η Μοναξιά, η Απληστία». Ο Ρέγιες φάνηκε να μην την πιστεύει, αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Έτριψε με δυο δάχτυλα το σαγόνι του. «Τοποθέτησαν δαίμονες στους Τιτάνες;» είπε, αλλά η ερώτηση δεν προοριζόταν για εκείνη· ήταν φανερό πως την απηύθυνε στον εαυτό του. «Εκείνη την εποχή, οι Τιτάνες ήταν κρατούμενοι. Φυσικά, υπήρχαν εκατοντάδες

[199]


άλλοι αθάνατοι κλειδωμένοι στη φυλακή σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, άρα...» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι. Όχι, δεν είναι δυνατό. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα το ήξερα». «Ίσως ο δαίμονάς σου να μην το ήξερε. Βρισκόταν κλειδωμένος σε ένα μικροσκοπικό, σκοτεινό κουτί. Και αμφιβάλλω αν οι θεοί σας σας λένε τα πάντα. Κι έπειτα, ξέρω μόνο όσα άκουσα. Πίστεψέ το ή μην το πιστέψεις –δε με νοιάζει». «Μα πώς είναι δυνατό η γιαγιά σου να τα ήξερε όλα αυτά...» Σταμάτησε και ανέπνευσε κοφτά, βιαστικά. «Ήταν σαν κι εσένα, σωστά; Έβλεπε οράματα;» Η Ντανίκα ένευσε θλιμμένα. «Μας στοίχειωναν δαίμονες σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας». Με βοήθησε να αντιμετωπίσω τους δικούς μου, αλλά εγώ δεν κατάφερα να τη σώσω από τους δικούς της. Έπρεπε να μείνω μαζί της, να τη φρουρήσω. Εκείνο το σκουρόχρωμο δέρμα που η Ντανίκα λάτρευε τόσο πολύ να αγγίζει χλόμιασε αργά. «Όλα αυτά είναι... είναι πάρα πολλά για να τα αναλύσω», μονολόγησε ο Ρέγιες. «Κι άλλοι δαίμονες; Κι άλλοι δαιμονισμένοι πολεμιστές;» Κούνησε με απόγνωση το κεφάλι του και έτριψε το πρόσωπό του. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» «Ότι πρέπει να κόψεις τώρα το λαιμό μου;» Η ερώτηση δεν περιλάμβανε κανένα συναίσθημα. Ο Ρέγιες μόρφασε. «Σου είπα ότι δεν πρόκειται να σε πειράξω. Ούτε τώρα ούτε ποτέ». Και πρόσθεσε: «Ντανίκα, αυτό σημαίνει πως ήμαστε δεμένοι από την αρχή». Υπήρχε θαυμασμός στη φωνή του. Δέος. Ωστόσο, εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε. «Από ποια αρχή;» ρώτησε, ξαφνικά τόσο κουρασμένη ώστε με δυσκολία κρατούσε όρθιο το κεφάλι της. Μετά από τόσα μαθήματα αυτοάμυνας και πολεμικών τεχνών, δεν μπόρεσα να σώσω τη γυναίκα που με πρόσεχε κάθε καλοκαίρι, που έπαιζε κρυφτούλι μαζί μου στο δάσος, που με έμαθε ποδήλατο. Μήπως τώρα την κοιτούσε από ψηλά, ντροπιασμένη; Μήπως τώρα πετούσε γαλήνια με τους αγγέλους που είχαν δει κι οι δυο στα όνειρά τους; Ο Ρέγιες καθάρισε το λαιμό του. «Νομίζω πως ήμαστε δεμένοι από την αρχή της δημιουργίας μου».

[200]


Αυτό σήμαινε πως η μοίρα είχε παίξει κάποιο ρόλο στη ζωή και των δυο –και τούτη τη στιγμή η Ντανίκα δεν ήθελε να σκεφτεί τη μοίρα. «Η γιαγιά που σου μίλησε για την Ελπίδα είναι εκείνη που...» Η φωνή του έσβησε, λες και φοβόταν να θίξει ξανά αυτό το θέμα. «Ναι, είναι εκείνη που ο Έρον...» –Θεέ μου, δυσκολευόταν να το πει– «...που ο Έρον είπε ότι σκότωσε». Δε θα ακούσω άλλες ιστορίες από τα χείλη της. Η Ντανίκα έκλεισε σφιχτά τα βλέφαρα, εμποδίζοντας τα δάκρυα που είχαν σχηματιστεί να κυλήσουν. Αμέσως μόλις ξαναβρώ τις δυνάμεις μου, ο Έρον είναι δικός μου. Απαλά δάχτυλα ταξίδεψαν στο μέτωπό της και ακολούθησαν την καμπύλη της μύτης της. Ανατρίχιασε, ξαφνιασμένη από τη ζεστασιά και την παρηγοριά που περνούσε από το δέρμα του στο δικό της. Πώς μπορούσε να κάθεται άπρακτη και να αφήνει ένα δαίμονα να την αγγίζει έτσι; Πώς μπορούσε να αφήνει ένα δαίμονα –τον Πόνο– να την παρηγορεί; «Μίλησέ μου για τον πολεμιστή που φιλοξενεί την Ελπίδα». Θα έδινε τις πληροφορίες στον Στέφανο χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Δε θα πρόδιδε τον Ρέγιες, αφού θα πρόσφερε στους Κυνηγούς στοιχεία για έναν άνθρωπο που απεχθανόταν. Ένα φρύδι του Ρέγιες ανασηκώθηκε. «Γιατί;» «Για να αποσπάσω την προσοχή μου. Δε θέλω να σκέφτομαι την... Απλώς, δε θέλω να σκέφτομαι τίποτα». Ο Ρέγιες άπλωσε ξανά το χέρι και παγίδευσε μια τούφα μαλλιών πίσω από το αυτί της. «Ο Γκέιλεν κι εγώ ήμαστε κάποτε φίλοι –μέλη του στρατού επιλέκτων του Δία. Δεν ήξερα ακόμα πως ήταν ο τύπος του ανθρώπου που σου χαμογελά από μπροστά και σε μαχαιρώνει από πίσω». «Πού είναι τώρα;» «Δεν ξέρω. Μετά την απελευθέρωση των δαιμόνων, εξαφανίστηκε». Ο Ρέγιες έσκυψε και φίλησε το μάγουλό της· το άγγιγμα των χειλιών του ήταν απαλό και τρυφερό. «Θέλεις να σου φέρω κάτι; Χρειάζεσαι κάτι;» «Θα καταστρέψω το φίλο σου, Ρέγιες». Η ομολογία ξέφυγε ανεμπόδιστη από τα δικά της χείλη. «Τον Έρον. Ξέρω πως σου είπα

[201]


ότι δε θα το έκανα, αλλά...» Εκείνος αναστέναξε κουρασμένα. «Το μόνο που ζητώ είναι να σκεφτείς τις πράξεις σου. Ο Έρον είναι πιο δυνατός από σένα. Είναι αθάνατος, ενώ εσύ είσαι θνητή. Μπορεί να τον τραυμάτιζες, αλλά πιθανότατα δε θα πέθαινε. Εκείνος μπορεί να σε τραυματίσει και θα καταρρεύσεις». «Πρέπει να κοιμάται κάποια στιγμή. Δε με πειράζει να πάρω το κεφάλι του όσο θα κοιμάται. Ή...» Τον αντίκρισε αργά, με μάτια μισόκλειστα. Το δωμάτιο υποχώρησε και ο πολεμιστής έγινε το μοναδικό σημείο εστίασης του βλέμματός της. «Είσαι το ίδιο δυνατός μ’ εκείνον. Τον έχεις νικήσει στο παρελθόν. Ήρθε να με σκοτώσει, αλλά τον σταμάτησες». Καθώς μιλούσε, μια έκφραση ανησυχίας ζωγραφίστηκε στα σκληρά χαρακτηριστικά του Ρέγιες. «Σκότωσέ τον για μένα», τον παρακάλεσε. «Ντανίκα...» «Σκότωσέ τον και θα κάνω ό,τι θέλεις. Θα σε κόψω όσες φορές θέλεις». «Ντανίκα», επανέλαβε εκείνος. Στις τρεις συλλαβές του ονόματός της, η Ντανίκα άκουσε τη διεξαγωγή ενός ολόκληρου πολέμου. Ο Ρέγιες πολεμούσε με τον εαυτό του. Τον είχε παρακολουθήσει δυο φορές να ανταλλάσσει χτυπήματα με τον Έρον, αλλά δεν είχε δει ποτέ μια τέτοια έκφραση μαρτυρίου στο πρόσωπό του. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό της και τον κατάπιε, νιώθοντάς τον να πέφτει βαρύς στο στομάχι της. Ωστόσο, δεν ανακάλεσε το αίτημά της. «Όπως είπα και πριν, η γιαγιά σου μπορεί να είναι ζωντανή. Γιατί δε θέλεις να εξετάσεις μια τέτοια πιθανότητα;» «Ο Έρον θυμάται το ματωμένο σώμα της». Επιπλέον, οι Κυνηγοί είχαν δει τον Έρον να απομακρύνεται μεταφέροντας μια αναίσθητη γυναίκα –αλλά δε θα αποκάλυπτε ποτέ την πηγή αυτής της πληροφορίας. «Μα ο Έρον δε θυμάται να κατάφερε το τελειωτικό χτύπημα. Είναι πολεμιστής και δε θα ξεχνούσε κάτι τέτοιο. Αυτό πρέπει να σημαίνει πως, όταν την άφησε, ανέπνεε ακόμα».

[202]


Ίσως... μπορεί... κι αν... «Το πρωί θα σε πάω στην αδερφή και στη μητέρα σου κι ίσως καταφέρετε να εντοπίσετε τη γιαγιά σου. Απόψε, θα βάλω τον Τόριν να κυνηγήσει... θέλω να πω, να τις βρει. Ο Τόριν θα τις βρει για λογαριασμό σου». Τα νεύρα της Ντανίκα τεντώθηκαν και οι μύες της τσιτώθηκαν από υπερένταση. «Θα τους κάνει κακό; Αν τις πειράξει, θα...» «Όχι, όχι. Έχεις το λόγο μου. Δε θα πάθουν τίποτα». Η Ντανίκα τον πίστεψε. Μπορεί να ήταν ανόητη, αλλά τον πίστεψε. Αυτή τη στιγμή, δεν είχε άλλο σωσίβιο πρόχειρο. «Ό,τι κι αν έχει συμβεί, θα βρούμε και τη γιαγιά σου. Θα μάθεις, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τι απέγινε». Ό,τι κι αν έχει συμβεί. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δυσοίωνες φράσεις. Κι όμως, η δεύτερη σπίθα της μισητής ελπίδας άναψε. Ίσως... μπορεί... κι αν... Οι φράσεις σχηματίστηκαν για άλλη μια φορά στο μυαλό της. Η ανθρώπινη φύση επέβαλλε την ελπίδα για το καλύτερο –και ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψεις το αντίθετο χωρίς ακλόνητες αποδείξεις. Δεν είχε δει καν το πτώμα της γιαγιάς της· όπως της θύμισε ο Ρέγιες, ο Έρον είπε ότι νόμιζε πως τη σκότωσε, όχι ότι τη σκότωσε πέρα από κάθε αμφιβολία. Η γιαγιά Μάλορι μπορεί να ήταν ζωντανή. Το μούδιασμα που την τύλιγε άρχισε να λιώνει, αφήνοντας πίσω της υποψίες ανακούφισης. «Προτιμώ να φύγουμε απόψε», είπε. «Ο Έρον ξέρει πού βρίσκονται. Ανάγκασέ τον να μιλήσει». «Προσπάθησα, δύο φορές. Αλλά εσύ θέλεις ειλικρινά να του θυμίζεις συνέχεια πως η μητέρα και η αδερφή σου βρίσκονται ελεύθερες κάπου στον κόσμο; Ξεχνάς ότι λαχταρά το θάνατό τους; Ο Τόριν μπορεί να το κάνει άνετα, είμαι σίγουρος γι’ αυτό –απλώς, χρειάζεται λίγο χρόνο». Η Ντανίκα έσφιξε τον καρπό του και τον κοίταξε. Ήθελε να τον φιλήσει και να τον απωθήσει ταυτόχρονα. Να τον αγκαλιάσει και να τον χτυπήσει. «Ευχαριστώ». «Είσαι πολύ όμορφη», ψιθύρισε ο Ρέγιες. Μετά, κούνησε το κεφάλι του λες και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε προφέρει αυτά

[203]


τα λόγια και έπρεπε να καθαρίσει τις σκέψεις του. «Στο κελί, είπες πως ζωγραφίζεις για να εξαγνίσεις τον εαυτό σου από τους εφιάλτες σου. Γιατί δε ζωγραφίζεις απόψε; Ίσως να νιώσεις καλύτερα». Μη μαλακώσεις. Βρίσκεσαι ήδη πολύ κοντά στα όρια του γκρεμού. «Θέλεις να ξανακοιτάξεις το μυαλό μου». «Πώς είναι δυνατό να μη θέλω τόσο τη ζεστασιά σου όσο και τις γνώσεις που έχεις για τους θεούς;» Η Ντανίκα τον άφησε, νιώθοντας μεγάλη μοναξιά, κι ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα χρειαζόμουν τον κατάλληλο εξοπλισμό». Μια έκρηξη έξαψης σημειώθηκε στο στήθος της με τη σκέψη ότι θα κρατούσε πάλι ένα πινέλο. Νόμιζε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά στη ζωή της. Δυο κόκκινες βούλες έβαψαν ξαφνικά τα μάγουλα του Ρέγιες και καθάρισε το λαιμό του. Ίσιωσε τους ώμους του και κοίταξε αλλού. «Έχω... έχω ήδη ό,τι χρειάζεσαι». Η Ντανίκα μελέτησε το προφίλ του. Η μύτη του ήταν λίγο μακρύτερη από τη μύτη των άλλων πολεμιστών, πολύ αριστοκρατική. Οι βλεφαρίδες του ήταν πυκνές και κύρτωναν προς τα φρύδια του. Το σαγόνι του προτεινόταν πεισματάρικα. «Τι εννοείς;» «Επισκέφθηκα το σπίτι σου. Είχα την τσάντα και τη διεύθυνσή σου κι όταν έφυγες, δεν μπορούσα να μείνω μακριά. Ταξίδεψα μέχρι το σπίτι σου, είδα τα σύνεργά σου και έφερα μερικά στο κάστρο –για κάθε περίπτωση». Η ομολογία βγήκε βραχνή από το στόμα του. «Θα τα χρησιμοποιήσεις;» Για κάθε περίπτωση; Ποια περίπτωση; «Δεν... ίσως». Είχε μπει στο σπίτι της; Ποια ήταν η γνώμη του για το μικρό, ακατάστατο διαμέρισμά της; Του άρεσε; Το μίσησε; Και γιατί η εικόνα του Ρέγιες περιστοιχισμένου από τα πράγματά της της φαινόταν τόσο... τόσο σωστή; Ο Ρέγιες δεν προσπάθησε να την πιέσει. Απλώς ένευσε καταφατικά, λες και καταλάβαινε τους δισταγμούς της. «Πρέπει να φύγω για λίγο, προκειμένου να μιλήσω με τον Τόριν. Σε πειράζει να μείνεις μόνη σου;» Η Ντανίκα φοβόταν πως στο εξής πάντα θα την πείραζε όταν

[204]


έμενε μόνη της, αλλά έσπευσε ν’ απαντήσει: «Όχι, κανένα πρόβλημα». Ο Ρέγιες την αντίκρισε, έσκυψε και απόθεσε ένα απαλό φιλί στο στόμα της. Τα χείλη της άνοιξαν αυτόματα, καλωσορίζοντάς τον μέσα της. Η ζεστή, μακριά γλώσσα του πίεσε αργά, τρυφερά, προσφέροντας περισσότερη παρηγοριά παρά πάθος. Η Ντανίκα το αποδέχτηκε· ήταν πολύ ευάλωτη για να αντισταθεί. «Άγγελε...» ψιθύρισε ο Ρέγιες. Τα χέρια της τυλίχτηκαν με δική τους βούληση πίσω από το σβέρκο του και τον κράτησαν κοντά της. Ίσως να τον κρατούσε για πάντα. Εδώ, τούτη τη στιγμή, δεν υπήρχε ούτε πόνος ούτε απώλεια ούτε «κι αν...» –μονάχα ένας δυνατός άντρας που έδιωχνε τους δικούς της δαίμονες. Τα δάχτυλά του αναπαύτηκαν στη μέση της και την τράβηξε κοντά του όσο πιο πολύ μπορούσε. Οι μηροί της άνοιξαν για να του επιτρέψουν την τελική επαφή, σκληρότητα πάνω στην απαλότητα. Ένα επιφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της καθώς τη διαπερνούσε ένα ρεύμα καθαρού πόθου, διώχνοντας την κούρασή της. Η Ντανίκα θυμήθηκε πώς την είχε φιλήσει εκείνο το πρωί, χωρίς εκείνος να νιώσει πραγματική ευχαρίστηση. Μέχρι που τον πόνεσε. Της είχε αποκαλύψει, μάλιστα, ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί το παραμικρό χωρίς τσίμπημα, δάγκωμα ή γρατσούνισμα. Μολονότι τούτο το φιλί αντιπροσώπευε τη διοχέτευση της δύναμής του σ’ εκείνη, η Ντανίκα ήθελε να του αρέσει. Είπε στον εαυτό της πως ήθελε να του αρέσει ώστε να συνεχίσει να την προστατεύει. Ώστε μόλις έφτανε η κατάλληλη στιγμή, να διάλεγε εκείνη κι όχι τον Έρον και έτσι να σκότωνε τον πολεμιστή. Είπε στον εαυτό της πως το έκανε επειδή ήξερε πως, αν ο Ρέγιες την ποθούσε, δε θα αθετούσε το λόγο του. Θα την πήγαινε στην οικογένειά της το επόμενο πρωί. Δυστυχώς, ήξερε πως έλεγε ψέματα. Βαθιά μέσα της τον ήθελε· τον ποθούσε τρελά –και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Ήταν αιχμάλωτη εδώ, όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του καθώς ο Ρέγιες εισέβαλε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν κλειδωμένη και ζήτησε μια θεραπεύτρια για την Άσλιν. Ήταν σαν να είχαν ταιριάξει αυτόματα, ένα συναίσθημα

[205]


που φώτιζε και έκαιγε τα πάντα. Κάθε άντρας που είχε βγει ραντεβού μαζί του, κάθε άντρας που είχε φιλήσει και οι δυο άντρες με τους οποίους είχε κοιμηθεί μέχρι τώρα έσβησαν μεμιάς από το μυαλό της, λες και δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Τι παράξενο! Πέρα από τα όνειρά της και τους μυστικούς πίνακές της, μάλλον δε διέθετε ιδιαίτερη φαντασία... Σύμφωνοι, πίστευε στην αγάπη· οι γονείς της μπορεί να είχαν χωρίσει στις αρχές της εφηβείας της και ο πατέρας της μπορεί να τους εγκατέλειψε και να δημιούργησε μια καινούρια οικογένεια, ξεχνώντας την παλιά, αλλά εκείνη συνέχιζε να πιστεύει στην αγάπη. Ο παππούς και η γιαγιά της είχαν αγαπηθεί τρελά και μόνο ο θάνατος τους είχε χωρίσει. Και μολονότι η Ντανίκα δεν είχε βιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα, πάντα ήξερε να περιμένει, να μη βιάζεται και να μην εκβιάζει την αγάπη, όπως είχαν κάνει πολλές φίλες της. Ζούσε σαν να υπήρχε πάντα ένα αύριο, σαν να μη σήμαιναν τίποτα το εδώ και το τώρα. Θαρρείς και το μέλλον να ήταν πιο σημαντικό από το παρόν. Όλα είχαν αλλάξει μετά την απαγωγή. Ολόκληρος ο κόσμος της είχε καταρρεύσει και καθώς ανοικοδομούσε αργά τα κομμάτια της ζωής της, είχε συνειδητοποιήσει πως, τελικά, το μέλλον δεν ήταν εγγυημένο. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το εδώ και τώρα. Τίποτε άλλο. Και αυτή τη στιγμή είχε τον Ρέγιες. Θα έπρεπε να τον πονέσει για να τον κάνει να τη συμπαθήσει. Πριν, όταν τον παρακολούθησε να κόβει τον εαυτό του, νόμιζε πως δεν ήταν ικανή να κάνει κάτι αντίστοιχο. Τώρα... «Θέλω να το κάνω», είπε και συνειδητοποίησε πως είχε μιλήσει φωναχτά μόνο όταν οι λέξεις αντήχησαν στ’ αυτιά της. Ο Ρέγιες δάγκωσε απαλά το κάτω χείλος της. «Τι; Τι θέλεις;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν περισσότερο τους γοφούς της. «Εσένα». Η Ντανίκα δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Οι λεπτές ρυτίδες γύρω από τα μάτια του μαλάκωσαν. «Δεν ξέρεις τι ζητάς, άγγελε». «Δείξε μου, λοιπόν». «Όχι». Κόλλησε το στόμα του στο δικό της και η γλώσσα του γλίστρησε πάνω και κάτω από τη δική της. Η εθιστική γεύση του

[206]


έμοιαζε με ναρκωτικό για τις πεινασμένες αισθήσεις της. Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που την είχαν κρατήσει έτσι; Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που είχε σταματήσει να τρέχει και απλώς βίωνε τα πάντα; «Πρέπει να σταματήσουμε σύντομα». «Τι;» Τα χέρια της σφίχτηκαν γύρω του. «Όχι!» «Πρέπει». Τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από τους καρπούς της και έσφιξαν δυνατά, αφήνοντας τα σημάδια τους. Απομάκρυνε τα χέρια της από το σώμα του και μετά τόλμησε να την αφήσει. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν και άνοιξαν. Ο Ρέγιες ήταν ιδρωμένος και τα σφιγμένα χείλη του σχημάτιζαν μια ευθεία γραμμή. Η αναπνοή του ήταν ακανόνιστη. Γραμμές υπερέντασης πλαισίωναν τα όμορφα μαύρα μάτια του –γραμμές ζωντανές με χίλιες διαφορετικές ανάγκες, ανάγκες που ο Ρέγιες δεν ήθελε να της επιτρέψει να ικανοποιήσει. Όπως έδειχναν τα πράγματα, αυτή τη φορά την ήθελε, αλλά δεν τον είχε πονέσει. Είχε πει πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Τι σήμαινε αυτό; «Δε χρειάζεσαι έναν άντρα να σε χαϊδολογάει αυτή τη στιγμή». Ο Ρέγιες έκανε πίσω –ένα βήμα, δύο βήματα. Η Ντανίκα ακούμπησε τις παλάμες της στους μηρούς της και τα νύχια της μπήχτηκαν βαθιά στη σάρκα της. «Δε με χαϊδολογούσες». «Αλλά το ήθελα». Θα την πείραζε; Η Ντανίκα ξαφνιάστηκε συνειδητοποιώντας ότι δε θα την πείραζε καθόλου. Της είχε προσφέρει ελπίδα, μολονότι μισούσε την ελπίδα –και του χρωστούσε ευγνωμοσύνη. Ή μήπως ο δαίμονάς του είχε κυριεύσει ξανά το μυαλό της; Ο Ρέγιες άπλωσε το χέρι και απομάκρυνε μερικές αδέσποτες τούφες από το μέτωπό της. Το χέρι του έτρεμε. «Ξεκουράσου, άγγελε. Αύριο θα ταξιδέψουμε και θα πρέπει να κινηθούμε γρήγορα και να παραμείνουμε στις σκιές». Επειδή οι Κυνηγοί παραμονεύουν, ολοκλήρωσε η Ντανίκα σιωπηλά για λογαριασμό του. Οι άνθρωποι που έπρεπε να βοηθήσει.

[207]


Νιώθοντας ένα μεγάλο κενό μέσα της, ένευσε καταφατικά. «Αν αλλάξεις γνώμη για τη ζωγραφική, ο εξοπλισμός βρίσκεται πίσω από εκείνη την πόρτα», είπε ο Ρέγιες δείχνοντας. Η Ντανίκα αναστέναξε και τον παρακολούθησε να κάνει μεταβολή και να βγαίνει από το δωμάτιο. Στα δάχτυλά του κρατούσε ένα μαχαίρι. Οταν ο Ρέγιες έφτασε στο μπάνιο της άδειας κρεβατοκάμαρας απέναντι στο διάδρομο, κατέρρευσε στο παγερό, σκληρό δάπεδο. Είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το θηρίο του κρυφό από την Ντανίκα. Δεν ήθελε να μάθει η κοπέλα πόσο κοντά είχε φτάσει στο σημείο να ξεσκίσει τα ρούχα της και να μαχαιρώσει τον εαυτό του ξανά και ξανά ενώ θα έκανε άγριο σεξ στο τρυφερό σώμα της –ή πόσο κοντά είχε φτάσει στο σημείο να την εκλιπαρήσει να τον μαχαιρώσει. Ξαφνιαζόταν από την ένταση του πόθου του για εκείνη. Δεν τον είχε πονέσει, κι όμως, εκείνος ήταν έτοιμος και ανυπόμονος. Ήταν η πρώτη φορά –και τόσο συγκλονιστική που δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έπρεπε να επικοινωνήσει με τον Λούσιεν και να του μιλήσει για τους άλλους δαίμονες και τους άλλους πολεμιστές που τους φιλοξενούσαν. Έπρεπε να βρει τον Τόριν και να του ζητήσει να εντοπίσει τη μητέρα, την αδερφή και ίσως τη γιαγιά της Ντανίκα. Αλλά όχι έτσι. Ο Ρέγιες βρισκόταν κι εκείνος σε νευρική υπερένταση· ο δαίμονας ήταν υπερβολικά ηχηρός στο μυαλό του, λαχταρώντας πόνο. Η ανάγκη ήταν τόσο έντονη για πρώτη φορά μετά από πολλές βδομάδες κι έτσι τον είχε ξαφνιάσει. Δεν ήξερε πώς είχε διατηρήσει τον έλεγχό του και πώς είχε καταφέρει να μην πειράξει την Ντανίκα. Και δεν ήξερε ούτε γιατί είχε συμβεί. Με χέρι που έτρεμε, άνοιξε το παντελόνι του. Τα νύχια του ήταν αιχμηροί γάντζοι και έκοψαν το δέρμα –δέρμα φλογισμένο και πολύ περιοριστικό για τη γεροδεμένη κατατομή του. Χαμογελούσε καθώς ο ανδρισμός του ελευθερωνόταν, αλλά δεν ένιωσε καμιά ανακούφιση. Λαχταρούσε... ω θεοί, πόσο λαχταρούσε... την ηδονή της μυρωδιάς της Ντανίκα, τα όμορφα μάτια της πάνω του, τα χείλη της

[208]


να πιέζουν τα δικά του. Τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από τη χοντρή βάση του τόσο δυνατά ώστε οι αρθρώσεις άσπρισαν αμέσως, και πήρε μια απότομη ανάσα. Δεν είναι το χέρι μου, προσποιήθηκε, αλλά το χέρι της Ντανίκα. Ναι, μπορούσε εύκολα να φανταστεί το απαλό, γλυκό χέρι της να τον κρατά και να τον πιέζει στα όρια της ηδονής και του πόνου. Ο Ρέγιες βόγκηξε, κρατώντας ακόμα πιο σφιχτά τον ανδρισμό του ενώ ανεβοκατέβαζε τα δάχτυλά του. Με το άλλο χέρι, έσφιξε το μαχαίρι που είχε ήδη βγάλει και πίεσε την παγερή ακίδα στο μηρό του. Κάν’ το. Τραυματίσου. Σέρνοντας το χέρι του προς τα πάνω, βύθισε τη λεπίδα δυνατά, πολύ δυνατά. Το δέρμα σκίστηκε και το αίμα κύλησε. Σέρνοντας το χέρι προς τα κάτω, έστειλε την ακίδα πιο βαθιά ακόμα, κόβοντας μια φλέβα. Δεν είναι αρκετό. Δεν είναι καθόλου αρκετό. Στη λαβή του μαχαιριού υπήρχαν κοφτερά αυλάκια κι αυτά τα αυλάκια μπήχτηκαν στην παλάμη του, προκαλώντας κι άλλη αιμορραγία. Το μίσος για τον εαυτό του αυξήθηκε καθώς έσπρωχνε τη μύτη του μαχαιριού για να διαπεράσει τους μυς και δε σταμάτησε παρά μόνο σαν έφτασε στο κόκαλο. Γιατί δεν μπορώ να είμαι φυσιολογικός; Γιατί δεν μπορώ να πάρω μια όμορφη γυναίκα με την τρυφερότητα που της αξίζει; Έστριψε τον καρπό του, ανοίγοντας μια τρύπα στο μηριαίο οστό. Το κεφάλι του έπεσε πίσω και μούγκρισε με τον υπέροχο πόνο, ενώ η ηδονή απλωνόταν από τη μια γωνιά του σώματός του στην άλλη σαν ναρκωτικό, σαν ένας αυτόνομος δαίμονας. Λίγο ακόμα. Συνέχισε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του και η διαδρομή είχε γίνει τώρα ολισθηρή από το αίμα του. Οι γοφοί του αναδεύονταν καθώς συνέχιζε να στρίβει το μαχαίρι. Ένιωσε έναν ακόμα διαπεραστικό πόνο και ένα ακόμα γλυκόπικρο κύμα ηδονής. Τι θα γινόταν αν δε χρειαζόταν τον πόνο; Τι θα γινόταν αν η Ντανίκα βρισκόταν εδώ και τον έπαιρνε βαθιά στο στόμα της; «Ναι, ναι», μουρμούρισε. Τα ξανθά μαλλιά της θα χύνονταν στα πόδια του· ίσως αντίκριζε τη ροδαλή άκρη της γλώσσας της

[209]


καθώς θα νότιζε τη σφριγηλή άκρη του ανδρισμού του. Μπορεί να ένιωθε το απαλό γδάρσιμο των δοντιών της κάθε φορά που θα κατέβαζε το στόμα της και θα τον δεχόταν μέχρι βαθιά στο λαιμό της. Θα της άρεσε η γεύση του; Ίσως να τον γευόταν ενώ εκείνος θα της χάριζε ανάλογη ηδονή με τη γλώσσα του. Άλλο ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του. Θα ήταν υγρή –υγρή για εκείνον και μόνο για εκείνον. Η γεύση της θα θύμιζε το νέκταρ που έριχνε στο κρασί του. Θα έσταζε από τον πόθο. Για μένα, μόνο για μένα. Για μας, πέταξε ο δαίμονας, ουρλιάζοντας στο μυαλό του. Ο Ρέγιες έσφιξε τα δόντια. Για μένα. Ποτέ για μας. Εσύ είσαι ο λόγος που δεν μπορώ να την κάνω δική μου. Δεν ήμουν εγώ εκείνος που άνοιξε το κουτί, σωστά; Ο Ρέγιες έστριψε ξανά το μαχαίρι και η μύτη του έκοψε το κόκαλο στα δύο, διαπερνώντας έναν ακόμα μυώνα. Τη στιγμή της διείσδυσης, ο οργασμός συντάραξε το σώμα του. Μούγκρισε δυνατά και μακρόσυρτα, καθώς οι μύες του συσπώνταν και οι ζεστοί χυμοί του εκτοξεύονταν από τον ανδρισμό του για να αναμειχθούν με το αίμα του. Και τα δυο έκαψαν το δέρμα του σαν υγρό μπαταρίας σε λεπτό μετάξι. Έχασε όση δύναμη του είχε απομείνει μόνο όταν έσβησε το τελευταίο κύμα ηδονής και σωριάστηκε εντελώς εξαντλημένος. Τα χέρια του έπεσαν στα πλευρά του, άψυχα. Λαχάνιαζε και μπορούσε να αισθανθεί τη γεύση του μετάλλου στο στόμα του. Στη διάρκεια του οργασμού είχε δαγκώσει το ούλο του. Δεν μπορώ να μείνω εδώ. Πρέπει να πλυθώ πριν με βρει κάποιος. Τα βλέφαρά του άνοιξαν αργά και χρυσό φως πέρασε στο συνειδητό τμήμα του μυαλού του. Έπρεπε να βρει τον Τόριν και... Οι σκέψεις του σταμάτησαν απότομα. Η Ντανίκα στεκόταν στο κατώφλι του μπάνιου και τον κοιτούσε έντρομη.

[210]


Κεφάλαιο 15 Η Ντανίκα δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει όσα είχε δει. Αυτό έπρεπε να κάνει ο Ρέγιες για να νιώσει ηδονή; Πριν, ένα μέρος του εαυτού της πίστευε ότι μπορούσε να του προσφέρει αυτό που χρειαζόταν. Αλλά ο Ρέγιες δεν είχε κόψει απλώς το δέρμα του· είχε κόψει φλέβες, μυς, ακόμα και οστά. Το αίμα ήταν πάρα πολύ –ένα φαινομενικά ατέλειωτο ποτάμι που σχημάτιζε λίμνη γύρω του. Τώρα την κοιτούσε με μάτια μισόκλειστα, χείλη σφιγμένα και ένα μεγάλο άλικο λεκέ στο πιγούνι του. «Τι γυρεύεις εδώ;» Ψυχρά, χωρίς συναίσθημα. «Σε... σε ακολούθησα», κατάφερε να ψελλίσει η Ντανίκα. «Δε... δεν...» Έτρεμε σύγκορμη κι ο λαιμός της πάσχιζε, θαρρείς, να κλείσει γύρω από έναν κόμπο χολής. Τον είχαν πονέσει έτσι κι άλλες γυναίκες; Τον είχαν ευχαριστήσει έτσι κι άλλες γυναίκες; Η σκέψη την ενοχλούσε, αλλά όχι όπως θα έπρεπε. Δεν της άρεσε η σκέψη πως άλλες είχαν ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Δεν της άρεσε η σκέψη πως άλλες του είχαν κάνει κάτι που εκείνη δεν είχε κάνει –ή ίσως δεν μπορούσε να κάνει. Ο Ρέγιες σηκώθηκε όρθιος με κόπο και παραπάτησε. Από το σκισμένο μηρό του έτρεχε αίμα. Η Ντανίκα νόμισε πως είδε το κομμένο οστό από κάτω και δεν μπόρεσε να τραβήξει το βλέμμα της. Τα μάτια της μαγνήτιζε και αιχμαλώτιζε κάθε σταγόνα αίματος που έπεφτε. Ο ανδρισμός του υψωνόταν περήφανος, ακόμα ετοιμοπόλεμος, γεμάτος πόθο και αίμα, ενώ εκείνη μπορούσε να διακρίνει τα πάντα πάνω του. Μολονότι η Ντανίκα ήξερε πως τον κυριαρχούσε ο δαίμονας του Πόνου, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς κατάφερνε να βρει ανακούφιση σε μια τόσο βίαιη πράξη. «Κοίταξέ με», μούγκρισε ο Ρέγιες. «Σε κοιτάζω». Ήταν ένας σπασμένος ψίθυρος.

[211]


«Κοίταξε το πρόσωπό μου». Σήκωσε το παντελόνι του και το κούμπωσε. Η πράξη την απέσπασε από τη σχεδόν υπνωτισμένη κατάστασή της και τα μάτια της ανηφόρισαν αργά στο σώμα του. Ο αφαλός του περιτριγυριζόταν από πολύ αραιές τρίχες –πώς δεν τις είχε προσέξει μέχρι τώρα;– και το στομάχι του χαραζόταν από σκληρούς γυμνασμένους μυς –απόδειξη της υπεράνθρωπης δύναμής του. Τα ρίγη της αυξάνονταν όσο ανέβαινε προς το πρόσωπό του. Η υποψία γενιών διακρινόταν στο σαγόνι του, σκληραίνοντας τις γωνιές του προσώπου του και κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμα πιο επικίνδυνος. Την κοιτούσε με έναν άγριο μορφασμό, με τα χείλη τραβηγμένα έτσι που αποκάλυπταν τα δόντια του. Τα ρουθούνια του φούσκωναν καθώς ανέπνεε. «Σου είπα να μείνεις στο δωμάτιό μου». Τα μάτια του, συνήθως κατάμαυρα, τώρα ήταν βαμμένα κόκκινα. Και έλαμπαν. Πάλλονταν. Η Ντανίκα ξεροκατάπιε. «Δεν μπορούσα... Δε...» «Φύγε!» «Μη μου μιλάς έτσι. Κατάλαβες;» «Φύγε. Σε παρακαλώ...» Ένας ψίθυρος. Καθώς ο Ρέγιες στεκόταν μπροστά της λαχανιασμένος, θυμωμένος, ματωμένος σαν να είχε γυρίσει από τον πόλεμο, η Ντανίκα έχασε το... τέλος πάντων, ό,τι κι αν ήταν αυτό που αισθανόταν. Αηδία; Σύγχυση; Σοκ; Θέλω να τον ζωγραφίσω έτσι, σκέφτηκε. Ήταν ένα όμορφο θέαμα. Σκοτεινόχρωμος, ένας συνδυασμός κανέλας και μελιού, με μάτια σαν τον ήλιο σε έκλειψη –όποιος τον αντίκριζε δεν ήξερε αν έπρεπε να τον κοιτάξει έντονα, αγνοώντας οτιδήποτε άλλο, ή να στρέψει βιαστικά τα μάτια του αλλού. Ωστόσο, αυτό που τη μαγνήτιζε περισσότερο ήταν το τατουάζ του. Εκείνη η πεταλούδα, με τα φτερά ανοιγμένα σε πτήση, καταλάμβανε το μισό στήθος και το λαιμό του και φαινόταν να την παρακολουθεί και να της κάνει νόημα να πλησιάσει περισσότερο. Πάντα ήταν απειλητική και σκληρή, σχεδόν διαβολική, αλλά τώρα

[212]


φαινόταν... ναι, φαινόταν τρυφερή. Το χρωματισμένο δέρμα γυάλιζε, ένα μείγμα από ρουμπίνι, όνυχα και ζαφείρι. Οι συνήθως κοφτερές, σχεδόν ατσάλινες άκρες των φτερών έδειχναν με κάποιον τρόπο πιο απαλές. Το έχω ξαναδεί, σκέφτηκε. Το έχω ζωγραφίσει. Σωστά; Υπήρχε κάτι πολύ γνώριμο στο τατουάζ, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορέσει να θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια. Ίσως ήταν το γεγονός ότι είχε δει λίγα τατουάζ των άλλων πολεμιστών. Κάθε άντρας είχε την εικόνα σε διαφορετικό σημείο και κάθε εικόνα είχε διαφορετικό χρώμα. Το τατουάζ του Μάντοξ βρισκόταν στην πλάτη του, του Λούσιεν στο στήθος. Ο Έρον, όπως θυμήθηκε ανατριχιάζοντας, είχε την εικόνα ζωγραφισμένη παντού στο σώμα του. Η Ντανίκα έπιασε τον εαυτό της να απλώνει το χέρι, με δάχτυλα που έτρεμαν, γεμάτη ανάγκη να νιώσει το τατουάζ του Ρέγιες, να γνωρίσει την υφή και τη θερμοκρασία. Ζεστό και ανάγλυφο; Ή ψυχρό και λείο; Ο Ρέγιες τραβήχτηκε απότομα και έπεσε στον τοίχο, απλώνοντας τα χέρια για να κρατηθεί. Ο νιπτήρας κλυδωνίστηκε και το σαπούνι γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. «Μη με αγγίζεις, Ντανίκα». Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν καθώς το χέρι της έπεφτε στο πλευρό της. «Συγνώμη», μουρμούρισε. «Συγνώμη». Ήξερες ότι δεν έπρεπε να το κάνεις. Τώρα είναι θανάσιμα επικίνδυνος, γι’ αυτό θα πρέπει να προσέχεις. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη». Με κοφτές κινήσεις, ο Ρέγιες πήρε μια πετσέτα δίπλα από το νιπτήρα και έσκυψε για να σφουγγαρίσει το δάπεδο. «Εγώ ζητώ συγνώμη που τα είδες όλα αυτά. Σε παρακαλώ... απλώς γύρισε στο δωμάτιό μου. Σε παρακαλώ. Θα έρθω σε λίγο». Η παράκληση ήταν μπερδεμένη, απόδειξη της σύγχυσής του. «Θα σε βοηθήσω να καθαρίσεις. Θα...» «Όχι!» Ο Ρέγιες φώναξε τόσο δυνατά, ώστε η Ντανίκα μόρφασε. Να πάρει ο διάβολος! Πού ήταν το θάρρος της; Πού ήταν ο όρκος της να μην υποχωρήσει σε μια μελλοντική αναμέτρηση;

[213]


Αμέσως μόλις έσβησε η ηχώ, ο Ρέγιες έμεινε εντελώς ακίνητος και πρόφερε βιαστικά: «Εγώ ζητώ συγνώμη. Ξανά. Δεν έκανες τίποτα κακό... απλώς, προσφέρθηκες να βοηθήσεις. Αλλά πάντα μαζεύω τα συντρίμμια που αφήνω πίσω μου και δε θα επιτρέψω να λερώσεις τα πολύτιμα χέρια σου». Πολύτιμα; Τα χέρια της; Δεν υπήρχε καμιά χροιά σαρκασμού στη φωνή του –αντίθετα, ξεχώριζε η απόλυτη ειλικρίνεια. Ο Ρέγιες στράφηκε, γυρίζοντας την πλάτη προς το μέρος της καθώς άρχιζε να κινείται ξανά. «Σε παρακαλώ, Ντανίκα. Φύγε». Η Ντανίκα συνειδητοποίησε πως ντρεπόταν για όσα είχε κάνει. Ναι, ντρεπόταν. Δεν ήξερε τι να πει για να τον καθησυχάσει. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί για να καθησυχάσει τον εαυτό της. Η Ντανίκα βγήκε από το μπάνιο. Δεν πήρε τα μάτια της από τον Ρέγιες, που εξακολουθούσε να καθαρίζει, όπως και να την αποφεύγει, μέχρι που ο ώμος της χτύπησε στην κάσα της πόρτας και δεν είχε άλλη επιλογή. Όταν έφτασε στο διάδρομο, κόλλησε την πλάτη της στον τοίχο κι άφησε τα ρίγη να διατρέξουν το κορμί της. Ήθελε να βρει την Άσλιν, να το συζητήσει με κάποια που μπορεί να καταλάβαινε, αλλά η φίλη της είχε φύγει με τον Μάντοξ και τους άλλους νωρίς το πρωί. Η Άσλιν της είχε εξηγήσει πως έπρεπε να πάει μαζί τους για ν’ ακούσει συζητήσεις και η Ντανίκα είχε ξαφνιαστεί που ο πάντα προστατευτικός Μάντοξ συμφώνησε να τους συνοδεύσει στο ταξίδι τους. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, όπως την είχε προστάξει ο Ρέγιες; Ή μήπως έπρεπε να μείνει και να τον περιμένει; Και οι δυο επιλογές φαίνονταν ελκυστικές, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Αν έφευγε, θα είχε χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί. Αν έμενε, θα είχε την ευκαιρία να ακολουθήσει τον Ρέγιες όταν θα μιλούσε με τον Τόριν για την οικογένειά της. Παραδέξου το. Ανησυχείς για τον Ρέγιες. Θέλεις να τον ξαναδείς. Η Ντανίκα έμεινε. Πέρασαν δεκαπέντε λεπτά και ο ήχος βημάτων, τρεχούμενου νερού και βρισιών γέμισε τ’ αυτιά της. Κατά παράξενο τρόπο, κατάφερε να συγκρατήσει την ανυπομονησία της, καθώς το μυαλό της αναδευόταν και στροβιλιζόταν σαν καταιγίδα έτοιμη να

[214]


ξεσπάσει. Έπρεπε να πάρει μερικές μεγάλες αποφάσεις. Αργότερα απόψε θα επικοινωνούσε με τον Στέφανο· το μικροσκοπικό κινητό τηλέφωνο που της είχε δώσει κόντευε να ανοίξει τρύπα στην τσέπη της. Τι θα έκανε αν δεν του τηλεφωνούσε; Τι ήθελε εκείνη να κάνει; Καθώς ο Ρέγιες φρόντιζε κάθε της επιθυμία, τα πράγματα είχαν γίνει... ναι, πολύπλοκα. Ναι, ήθελε ακόμα εκδίκηση. Αν ανακάλυπτε πως ο Έρον είχε πράγματι σκοτώσει τη γιαγιά της, θα γύριζε στο κελί του και δε θα δίσταζε να κόψει το κεφάλι του. Αλλά αν δεν είχε σκοτώσει τη γιαγιά Μάλορι; Μην τολμήσεις να εγκαταλείψεις κάθε ελπίδα, ψιθύρισε η φωνή του Ρέγιες στο μυαλό της, μολονότι ήξεραν κι οι δυο πόσο διαβολική μπορούσε να αποδειχτεί η ελπίδα. Μπορούσε να επιτρέψει στους Κυνηγούς να εισβάλουν σ’ αυτό το κάστρο, να συλλάβουν τους ενοίκους του, να τους κάνουν κακό, να τους φυλακίσουν και τελικά να τους σφάξουν; Ο Ρέγιες δε θα γλίτωνε από μια τέτοια τύχη. Τον ήθελαν, τον μισούσαν. Κι εκείνη δε θα μπορούσε να τον προειδοποιήσει, επειδή ο Ρέγιες θα προειδοποιούσε τους υπόλοιπους –κι έτσι δε θα μπορούσε να τον κρατήσει σώο και αβλαβή, κάτι που ήταν η πιο σημαντική απόφασή της μέχρι τώρα. Είχε μπλέξει πολύ άσχημα. Και τώρα... Τώρα τι έπρεπε να κάνει; Ένιωθε διχασμένη ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, στην κορυφή ενός φράχτη από την οποία δεν ήξερε προς ποια πλευρά να πηδήξει. Συνέβαινε κάτι και τότε έγερνε προς τη μια πλευρά –αλλά, αμέσως μετά, συνέβαινε κάτι άλλο και έγερνε προς την άλλη. «Ντανίκα». Ακούγοντας τον ήχο της φωνής του, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Πότε τα είχε κλείσει; Ο Ρέγιες υψωνόταν μπροστά της. Αυτός ο πολεμιστής που της προκαλούσε τόση σύγχυση. Είχε πλυθεί και φαίνεται πως είχε καθαρίσει τα συναισθήματά του όπως είχε καθαρίσει το αίμα από το σώμα του. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο, αλλά η καρδιά της φτερούγισε όπως κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της.

[215]


«Περίμενες», της είπε. Η Ντανίκα δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό τον ευχαριστούσε ή τον θύμωνε. «Ναι», παραδέχτηκε και εισέπνευσε βαθιά το άρωμά του –το άρωμα του φρέσκου πεύκου. Φορούσε ένα μαύρο μακό μπλουζάκι και καινούριο παντελόνι. «Θα ήθελα να έρθω μαζί σου όταν θα μιλήσεις με τον Τόριν». Ο Ρέγιες έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε κατάματα. «Δε... δε με φοβάσαι;» «Όχι». Ήταν αλήθεια. Απλώς, ένιωθε περισσότερο μπερδεμένη από ποτέ. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του, και κάτω από την επιτηδευμένη αδιαφορία έρεε ένας ολόκληρος ποταμός ανακούφισης. «Διαπιστώνω ότι, για άλλη μια φορά, είμαι ανήμπορος απέναντί σου». Όσο ανήμπορη ήταν κι εκείνη απέναντί του; «Δεν το καταλαβαίνω». «Ούτε κι εγώ». Άπλωσε το χέρι του. «Θα σε πάω στον Τόριν, αλλά δεν πρέπει να τον αγγίξεις. Δεν πρέπει καν να φτάσεις σε απόσταση που μπορεί να σε αγγίξει εκείνος». «Εντάξει». «Δεν αστειεύομαι. Θυμάσαι την επιδημία που ξέσπασε στη Βουδαπέστη όταν ήσουν εδώ;» Η Ντανίκα ένευσε καταφατικά, πλέκοντας τα δάχτυλά της με τα δικά του. Με την πρώτη επαφή, η θερμότητα απλώθηκε στο σώμα της. «Αρκεί ένα απλό άγγιγμα του δέρματός του στο δικό σου για να ξεσπάσει άλλη μία». Ο Ρέγιες απολάμβανε την αίσθηση των δαχτύλων του καθώς ήταν πλεγμένα με της Ντανίκα. Κάθε φορά που ήταν μόνη και την πλησίαζε, την άγγιζε, αλλά το δέρμα της ήταν ψυχρό σαν πάγος. Μερικά δευτερόλεπτα μετά το άγγιγμά του, ο πάγος έλιωνε πάντα μ’ ένα υπέροχα οδυνηρό μυρμήγκιασμα. Οδυνηρό. Προσπάθησε να μην αναλογίζεται όσα είχε παρακολουθήσει η

[216]


Ντανίκα, αλλά ήταν αδύνατο να συγκρατήσει τις σκέψεις του. Πρέπει να της είχε φανεί σαν τέρας, αφού εξασφάλισε ηδονή από μια τόσο απωθητική πράξη. Άραγε είχε ξεφωνίσει το όνομά της; Δεν ήταν σίγουρος. Έστριψε σε μια γωνιά· ήθελε να την κοιτάξει ξανά, αλλά δεν επέτρεψε μια τέτοια κίνηση στον εαυτό του. Τον είχε δει στις χειρότερες στιγμές του και δεν το είχε βάλει στα πόδια ουρλιάζοντας. Φρόντισε ν’ αποσπάσει όση περισσότερη παρηγοριά μπορούσε από αυτό το γεγονός. Ωστόσο, επειδή είχε δει το σοκ στο πρόσωπό της, ήξερε βαθιά μέσα του ότι δεν μπορούσε ποτέ να αναμείξει τον Πόνο στη σχέση τους. Πράγμα που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να της κάνει έρωτα. Ποτέ. Αυτό το ήξερες ήδη. Σκέφτηκε πως ίσως, υποσυνείδητα, διατηρούσε μια ακτίνα ελπίδας ότι κάποια μέρα θα έκανε την Ντανίκα δική του, ολοκληρωτικά και απόλυτα, χωρίς να ανησυχεί ότι θα την πλήγωνε, ότι θα της ζητούσε να τον πληγώσει ή ότι μετά η Ντανίκα θα γινόταν φόνισσα. Ανόητη ελπίδα. Μισούσε την ελπίδα. Ήταν πραγματικά δαίμονας. Έτσι είναι καλύτερα, διαβεβαίωσε τον εαυτό του. Ο άγγελός του άξιζε μόνο καλοσύνη. Άξιζε έναν τρυφερό άντρα, κάποιον που θα την έκανε να γελά. Κάποιον που δε θα την πλημμύριζε με αηδία. Για τον εαυτό της, για εκείνον. Έτσι απλώς, η ζήλια φούντωσε μέσα του, ένα θηρίο πολύ πιο άγριο από τον Πόνο που ούρλιαζε στο μυαλό του και έγδερνε το κρανίο του. «Σφίγγεις πολύ το χέρι μου», διαμαρτυρήθηκε η Ντανίκα με ένα επιφώνημα πόνου. Ο Ρέγιες χαλάρωσε αμέσως τη λαβή του. «Συγνώμη». Δε θα μπορούσε ποτέ να την αφήσει να φύγει; «Είμαι πιο σκληρή απ’ όσο νομίζεις», συνέχισε εκείνη. «Απλώς, θα προτιμούσα να μην αντιμετωπίσω κάποιον από τους φίλους σου με το χέρι που ρίχνω τις καλύτερες γροθιές σπασμένο». Τα λόγια της προορίζονταν για αστείο, ίσως για να ελαφρύνουν τη διάθεσή του, αλλά ο Ρέγιες τα πήρε στα σοβαρά. Εδώ, στο κάστρο, χρειαζόταν κάθε ίχνος δύναμης που διέθετε. Οι φίλοι

[217]


του αποτελούσαν κίνδυνο για την ευημερία της και δε θα γινόταν ποτέ τόσο ευπρόσδεκτη όσο είχαν γίνει η Άσλιν και η Άνια. Πολεμώντας για να θάψει την έκρηξη των συναισθημάτων του, ανασήκωσε την παλάμη της και απόθεσε ένα απαλό φιλί στο εσωτερικό μέρος του καρπού της. «Θα είμαι πιο προσεκτικός μαζί σου, σ’ το υπόσχομαι». Μια ανατριχίλα απλώθηκε στο κορμί της. Έφτασαν στο τέλος του διαδρόμου και σταμάτησαν. Η πόρτα του Τόριν ήταν κλειστή και πνιχτές φωνές ακούγονταν από μέσα. Γελαστές φωνές; Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε ενώ χτυπούσε. Οι φωνές κόπηκαν απότομα. Η Καμέο άνοιξε την πόρτα και ο Ρέγιες έμεινε για μια στιγμή άφωνος από το σοκ. Όμορφη όπως πάντα, μικροκαμωμένη και μελαχρινή –και άγρια πολεμίστρια, όπως είχαν διαπιστώσει οι άτυχοι αντίπαλοί της–, η Καμέο έμενε συνήθως μόνη ή στις σκιές όσο βρισκόταν στο κάστρο. Όχι από δική της επιλογή, αλλά επειδή όσοι βρίσκονταν γύρω της ήθελαν να τη σκοτώσουν. Μετέφερε όλη τη δυστυχία του κόσμου στα ασημένια μάτια και στη βασανισμένη φωνή της. Δεν την είχε ξανακούσει να γελά και δεν την είχε δει ποτέ να χαμογελά. Ή τουλάχιστον από τότε που είχαν ανοίξει το Δαιμονικό, πριν από αμέτρητα χρόνια. Το γεγονός ότι την έβλεπε και την άκουγε να κάνει και τα δυο –και μάλιστα με τον Τόριν, που δεν μπορούσε να αγγίξει άλλο ζωντανό πλάσμα, ακόμα και αθάνατο– του προκαλούσε απίστευτη έκπληξη. Ο Τόριν συνήθως απέφευγε τις γυναίκες όσο και την επιδημία που φιλοξενούσε στο παραπλανητικά υγιές σώμα του. Δεν μπορούσε να πάει με καμία κι έτσι συνήθως δεν έβαζε σε πειρασμό τον εαυτό του κάνοντας παρέα με θηλυκά. Τι συνέβαινε, λοιπόν; «Τι θέλεις;» ρώτησε η Καμέο. Θεοί, τι αγωνία! Όταν την άκουγε, νόμιζε πως βυθιζόταν σε εφιάλτη. «Γιατί βλέπω ξαφνικά τη λαβή του στιλέτου σου και θέλω να το καρφώσω στο στήθος μου;» ψιθύρισε η Ντανίκα, σαστισμένη και λίγο ζαλισμένη καθώς κοιτούσε την πολεμίστρια.

[218]


Απ’ όσο θυμόταν ο Ρέγιες, η Ντανίκα δεν είχε γνωρίσει την Καμέο την τελευταία φορά που βρισκόταν εδώ. Πράγμα που σήμαινε ότι αυτή ήταν η πρώτη συνάντησή της με τη Δυστυχία. Η πρώτη ήταν πάντα η πιο δύσκολη. «Κάλυψε τ’ αυτιά σου και κλείσε τα μάτια σου». Για πρώτη φορά, η Ντανίκα δεν του έφερε αντιρρήσεις και έσπευσε να υπακούσει. «Θέλω να μιλήσω με τον Τόριν», είπε ο Ρέγιες στην Καμέο. Η Καμέο στήριξε το γοφό της στην κάσα της πόρτας. «Μπορείς να γυρίσεις αργότερα –εγώ ήρθα πρώτη. Αυτή είναι η γυναίκα σου;» «Ναι», είπε ο Ρέγιες και πρόσθεσε χωρίς παύση: «Εσύ μπορείς να γυρίσεις αργότερα». Αναγκάστηκε να κοιτάξει αλλού. Το στήθος του πονούσε –και όχι ευχάριστα. Μήπως... μήπως υπήρχε κάποιο φλερτ ανάμεσα στην Καμέο και τον Τόριν; Είχαν συμβεί ακόμα πιο παράξενα πράγματα στον κόσμο. Όπως η Ντανίκα, που έμενε εδώ μαζί του, ενώ θα μπορούσε να το σκάσει και πάλι. «Όμορφη είναι». Υπέροχη, κατά τη γνώμη του. «Φύγε και θα σου δώσω το μαύρο στιλέτο που θαύμαζες. Εκείνο που κρέμεται στον τοίχο της κρεβατοκάμαράς μου». Η προσμονή φώτισε τα χαρακτηριστικά της. Γαμώτο, την είχε κοιτάξει ξανά. Ο πόνος επέστρεψε στο στήθος του. Έτριψε το σημείο πάνω από την καρδιά του, ενώ η Καμέο έριχνε μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Η πολεμίστρια δίστασε και μετά τον αντίκρισε ξανά. «Εντάξει, θα φύγω», είπε και τον προσπέρασε. Καθώς εξαφανιζόταν στο διάδρομο, φώναξε: «Αλλά θα γυρίσω σε λίγα λεπτά... γι’ αυτό φρόντισε να ξεμπερδέψεις γρήγορα». Ο Ρέγιες έπιασε ξανά το χέρι της Ντανίκα –δεν μπορούσε να αντέξει πολλή ώρα χωρίς να την αγγίζει με κάποιον τρόπο– και το παγωμένο δέρμα της ζεστάθηκε ξανά. Άνοιξε τα μάτια της –εκείνα τα υπέροχα πράσινα μάτια αγγέλου που τον έκοβαν και τον ηρεμούσαν συνάμα. «Τι έγινε;» ρώτησε η Ντανίκα, ακόμα λίγο ζαλισμένη. «Η Καμέο είναι η ξενιστής της Δυστυχίας».

[219]


«Α, αυτό εξηγεί πολλά. Καημένη γυναίκα». Συγκρατώντας ένα χαμόγελο, ο Ρέγιες την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του Τόριν. Ένα πολύπλοκο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών καταλάμβανε τον απέναντι τοίχο. Μόνιτορ αναβόσβηναν με διαφορετικές αποχρώσεις και σκηνές· μερικά έδειχναν τον απότομο λόφο όπου αναπαυόταν το κάστρο τους και μερικά την πόλη και τους κατοίκους της. Ο Τόριν καθόταν σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα και τους αντίκριζε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είχε άσπρα μαλλιά και πράσινα μάτια, λίγο πιο σκούρα από της Ντανίκα, που σπίθιζαν πονηρά. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε με τον ίδιο τόνο δυσφορίας που είχε χρησιμοποιήσει η Καμέο. «Μήπως θέλεις να μου πεις κάτι;» τον ρώτησε ο Ρέγιες. Το βλέμμα του Τόριν περιεργάστηκε την Ντανίκα πριν επιστρέψει στον Ρέγιες. «Μήπως θέλεις εσύ να μου πεις κάτι;» «Όχι». «Πήρες, λοιπόν, την απάντησή σου. Γιατί ήρθες;» «Για την οικογένειά μου», παρενέβη η Ντανίκα και η αγωνία ξεχώριζε στη φωνή της. Έκανε μερικά βήματα μπροστά, συγκρατήθηκε και γύρισε πίσω. «Ξέρεις πού είναι; Ο Έρον ανέφερε μια μικρή πόλη στην Οκλαχόμα». «Αυτή η πληροφορία θα ήταν χρήσιμη πριν από λίγες ώρες». Ο Τόριν στράφηκε και αντίκρισε τους υπολογιστές του. Η επιδεξιότητά του με τα ηλεκτρονικά μηχανήματα αποτελούσε το λόγο που οι πολεμιστές ήταν οικονομικά ανεξάρτητοι. «Τα παιδιά κι εγώ κάναμε μια κουβέντα σήμερα το πρωί, πριν φύγουν. Ο Λούσιεν μου ζήτησε να αναζητήσω τις ίδιες πληροφορίες. Βλέπεις, όταν εσύ κι η οικογένειά σου βρισκόσαστε εδώ την τελευταία φορά, έβαλα μπογιά στο φαγητό σας». Ο Ρέγιες χάιδεψε το μπράτσο της, ελπίζοντας να την ηρεμήσει. Ευτυχώς, η Ντανίκα δεν εξερράγη με την αποκάλυψη. «Η δική σου ξεθώριασε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε», συνέχισε ο Τόριν. «Δεν ξέρω αν οφειλόταν στο γεγονός ότι ήσουν τρομαγμένη και ίδρωνες περισσότερο ή σε κάτι άλλο. Η μπογιά υποτίθεται ότι θα έμενε στο σύστημά σου για αρκετούς μήνες.

[220]


Ωστόσο, η αδερφή σου ήταν η επόμενη που εξαφανίστηκε και μετά η γιαγιά και η μητέρα σου. Δεν έχω δει καμιά από σας εδώ και βδομάδες. Μην ανησυχείς, ξέρω τι σκέφτεσαι. Έπρεπε να είχα βάλει ένα τσιπ εντοπισμού στα παπούτσια σας, αλλά μόλις τώρα το σκέφτηκα. Όσο ζεις, μαθαίνεις». Ο Ρέγιες αμφέβαλλε αν αυτό σκεφτόταν η Ντανίκα, αλλά δε μίλησε. «Τέλος πάντων, δουλεύω στους υπολογιστές εδώ και ώρες, προσπαθώντας να εντοπίσω ακόμα και το πιο μικρό ίχνος. Τίποτα». Τα νεύρα της Ντανίκα ήταν τεντωμένα από προσμονή –και ελπίδα;– και τώρα χαλάρωσαν απότομα από την απογοήτευση. Ο Ρέγιες άφησε το χέρι της και τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της, προστάζοντας τη δύναμή του να περάσει στο σώμα της. Η Ντανίκα ακούμπησε πάνω του. Για παρηγοριά; «Μέχρι που...» πρόσθεσε ο Τόριν, με τα δάχτυλά του να πετούν στο πληκτρολόγιο, «μέχρι που βρήκα αυτό». Τα νεύρα της Ντανίκα τεντώθηκαν πάλι. «Τι;» Η έξαψη χρωμάτιζε τη φωνή της. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το μόνιτορ, ο Τόριν κούνησε το ένα χέρι στον αέρα. «Έχεις δει τον Πάρη να ψήνει κουλουράκια, έτσι δεν είναι; Ξέρω πως οι ικανότητές του είναι για κλάματα, αλλά εδώ φάνηκαν χρήσιμες. Όταν τρως τα κουλουράκια του, διαλύονται και φαίνονται να εξαφανίζονται στο σύστημά σου –μόνο που δεν εξαφανίζονται. Έχουν μακρόχρονα αποτελέσματα –λίπος, χοληστερόλη και τα λοιπά. »Η μπογιά μας είναι ένα ειδικό μείγμα συστατικών που τροποποιεί τη χημεία του ανθρώπινου σώματος, με αποτέλεσμα κάθε άτομο να εκπέμπει ένα προσωπικό, συγκεκριμένο σήμα. Τα μακρόχρονα αποτελέσματα είναι πολύ πιο ισχυρά από τα αποτελέσματα των γλυκών. Και, ακόμα καλύτερα, θυμήθηκα πως μπορούν να εντοπιστούν ακόμα κι όταν η ίδια η μπογιά έχει ξεθωριάσει». Τώρα ήταν η σειρά του Ρέγιες να τεντωθούν τα νεύρα του. Η Άσλιν παραλίγο να πεθάνει όταν είχε φάει ένα «συστατικό» που προοριζόταν αποκλειστικά για αθάνατους.

[221]


Καταλαβαίνοντας την πορεία των σκέψεών του, ο Τόριν πρόσθεσε: «Δε θα το χρησιμοποιούσα στις γυναίκες, αν ο Σαβίν δεν το είχε ήδη δοκιμάσει σε μερικούς Κυνηγούς». Ο Ρέγιες χαλάρωσε αργά. Συνειδητοποίησε πως η Ντανίκα ανέπνεε βαριά. Την έσφιξε δυνατά πάνω του. «Σε πέντε λεπτά», είπε ο Τόριν, «θα έχω έναν εκτυπωμένο χάρτη του σημείου όπου βρίσκονται αυτή τη στιγμή. Αργότερα, όταν πλησιάσετε εκεί, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου και θα σας πω αν έχουν μετακινηθεί». Τώρα ένα ρίγος διαπέρασε το λεπτό σώμα της Ντανίκα. «Ξέρεις πού είναι κι η γιαγιά μου;» Μια παύση και μετά ένα νεύμα. «Έχω γυρίσει το πρόγραμμα πίσω για να την εντοπίσω, αλλά παρατήρησα ελάχιστη δραστηριότητα από το σήμα της αυτή τη βδομάδα». Η ελπίδα ζωγραφίστηκε στο αγγελικό πρόσωπο της Ντανίκα, φωτίζοντας ολόκληρο το δωμάτιο. «Άρα είναι ζωντανή. Είναι πραγματικά ζωντανή! Ο Έρον έκανε λάθος. Αν είχε πεθάνει, δε θα μπορούσες να την εντοπίσεις... έτσι δεν είναι;» Ο Τόριν απάντησε χωρίς δισταγμό, εντελώς ανέκφραστος. «Έτσι». Με μάτια γουρλωμένα, η Ντανίκα έφερε τα χέρια πάνω από το στόμα της. «Ω Θεέ μου. Είναι... είναι... είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου!» Με ένα κρυστάλλινο γέλιο, έπεσε στην αγκαλιά του Ρέγιες και το μάγουλό της ακούμπησε στο λαιμό του. Το δέρμα της ήταν απαλό σαν πέταλο λουλουδιού, γεμάτο από το άρωμα του νυχτερινού ουρανού. «Είμαι τόσο ευτυχισμένη που θα μπορούσα να πετάξω». Ο Ρέγιες την κράτησε στην αγκαλιά του, αλλά συνέχισε να κοιτάζει τον Τόριν. Ο φίλος του ένευσε κοφτά, απαντώντας στην ανείπωτη ερώτηση του Ρέγιες. Φαίνεται πως ακόμα κι ένα πτώμα θα μπορούσε να εκπέμπει το σήμα. Ο Ρέγιες πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια. Την κράτησε, απολαμβάνοντας την αίσθησή της. Έτρεμε από την προσπάθεια να παραμείνει ακίνητος, μολονότι δεν μπόρεσε να εμποδίσει τα νύχια του να επιμηκυνθούν και τα δόντια του να γίνουν

[222]


πιο αιχμηρά. Αυτά τα δυο φαινόμενα συνέβαιναν μόνο όταν η πείνα του δαίμονα έφτανε στο αποκορύφωμά της. Σε τάισα ήδη. Απλώς... απλώς απόλαυσέ την. Μπορεί να μην την είχαν για πολύ ακόμα. Όταν η Ντανίκα μάθαινε πως ακόμα και ένα πτώμα μπορούσε να εντοπιστεί... Η απόγνωση τον τύλιξε και έκλεισε τα μάτια. Της είχαν προσφέρει ελπίδα, δαιμονική ελπίδα. Την ίδια ελπίδα που είχε προσπαθήσει ο ίδιος να της προσφέρει πιο πριν. Δεν μπορούσε να της την πάρει πίσω. Όχι ακόμα.

[223]


Κεφάλαιο 16 «Αυτή τη φορά μείνε εδώ», είπε ο Ρέγιες. Άφησε την Ντανίκα στο δωμάτιό του και έφυγε για να κάνει άγνωστο τι, αλλά έκλεισε αποφασιστικά την πόρτα πίσω του. Η Ντανίκα περίμενε αρκετές βασανιστικές στιγμές πριν καθίσει στην άκρη του στρώματος, ενώ τα μάτια της δεν άφησαν στιγμή την είσοδο. Όταν ο Ρέγιες δεν εμφανίστηκε ξανά, χαλάρωσε και έβγαλε το μικρό κινητό τηλέφωνο από την τσέπη του τζιν της. Ο Στέφανο είχε σκεφτεί πως οι Άρχοντες μπορεί να την έψαχναν και να το έπαιρναν, ίσως ακόμα και να το χρησιμοποιούσαν για να προσπαθήσουν να τον εντοπίσουν –αλλά τελικά αποφάσισε πως το τηλέφωνο άξιζε το ρίσκο. Το ίδιο κι εκείνη. Όλοι είχαν πλέον κινητά τηλέφωνα και δεν πίστευε πως οι Άρχοντες θα υπέθεταν αυτόματα ότι το είχε πάρει από τους Κυνηγούς. Τώρα, σχεδόν ευχόταν ο Στέφανο να μην το είχε χώσει στην τσέπη της πριν τη ναρκώσει ή οι πολεμιστές να το είχαν βρει. Τότε δε θα χρειαζόταν να αποφασίσει αν έπρεπε να επικοινωνήσει ή όχι με τους Κυνηγούς. Θεωρητικά, ήταν μια εύκολη απόφαση: η οικογένεια κέρδιζε. Πάντα. Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα τόσο απλά, όπως είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί. Οι Άρχοντες ήξεραν πού βρισκόταν η οικογένειά της, αλλά δεν είχαν επιτεθεί ποτέ. Ένας πόντος με το μέρος τους. Από την άλλη πλευρά, οι Κυνηγοί δεν είχαν προσπαθήσει ποτέ να κάνουν κακό στην οικογένειά της. Αν όμως αποφάσιζε να βοηθήσει τους Κυνηγούς κι εκείνοι δεν κατόρθωναν να σταματήσουν τους Άρχοντες; Στο κάτω κάτω, είχαν αποτύχει όλους τους περασμένους αιώνες. Οι Κυνηγοί μπορεί να μάθαιναν ότι είχε βοηθήσει τους εχθρούς τους και τότε σίγουρα θα την κυνηγούσαν με ακόμα μεγαλύτερη μανία. Αν όμως δεν επικοινωνούσε, οι Κυνηγοί μπορεί να δοκίμαζαν να τρυπώσουν στο κάστρο για να τη σώσουν. Μπορεί να ακολουθούσε μάχη. Αν γύριζε η Άσλιν, μπορεί να πάθαινε κακό –και,

[224]


μαζί της, το μωρό. Και η Άνια. Και ο Ρέγιες. Το βλέμμα της έπεσε στα χέρια της. Το πληκτρολόγιο του κινητού θόλωσε. Ο Ρέγιες τη φρόντιζε ιδιαίτερα. Την επομένη θα τη συνόδευε μέχρι την οικογένειά της. Ω Θεέ μου, την οικογένειά της. Όλες οι αντικρουόμενες σκέψεις της εξανεμίστηκαν και το μυαλό της εστιάστηκε αποκλειστικά στα αγαπημένα της πρόσωπα. Τα χείλη της Ντανίκα τραβήχτηκαν σε ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν ζωντανές και μαζί. Δεν ήξερε γιατί η γιαγιά Μάλορι είχε αφήσει το σπίτι της φίλης της χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν, μολονότι είχε παραμείνει στην Οκλαχόμα –αλλά δεν είχε σημασία. Ζούσαν! Μόνο αυτό την ενδιέφερε. Θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Στέφανο και να κερδίσει λίγο περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί. Και θα έπρεπε να το κάνει τώρα, πριν επιστρέψει ο Ρέγιες. Πνίγοντας ένα κύμα φόβου, σχημάτισε τον αριθμό. Το χέρι της έτρεμε καθώς έφερνε το τηλέφωνο στο αυτί της. «Χάπι Χάουζ», είπε μια βαθιά φωνή. «Εγώ... εγώ είμαι». Ακολούθησε μια παύση και ο δήθεν κουρασμένος υπάλληλος άλλαξε συμπεριφορά. «Ζεις ακόμα». «Ναι. Μου φέρθηκαν πολύ καλά», παραδέχτηκε η Ντανίκα. «Ο διάβολος πάντα χαμογελά πριν καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα». Παράσιτα ακούστηκαν στη γραμμή. «Τι έμαθες;» «Υπάρχει ένας ακόμα δαίμονας, η Ελπίδα, και είναι εχθρός τους. Πέρα απ’ αυτό, τίποτε άλλο. Με κρατούσαν σε απομόνωση και μου έκαναν ερωτήσεις για σας και την ομάδα σας». «Κι άλλος δαίμονας;» Ακούστηκε ο ήχος ενός στυλό που σερνόταν σε χαρτί. «Τι τους είπες;» «Ότι μου κάνατε ερωτήσεις για δαύτους, αλλά πως δεν ήξερα καμιά απάντηση». Αυτό, τουλάχιστον, ήταν αλήθεια. «Μπορείς να ψάξεις στο κάστρο για να βρεις ημερολόγια, φωτογραφίες, πληροφορίες για τις δραστηριότητές τους;» «Όχι. Με έχουν κλειδώσει σε μια κρεβατοκάμαρα». «Δεν ξέρεις να παραβιάζεις κλειδαριές;» «Όχι». Άλλο ένα ψέμα. «Προσπάθησες να...» Η φωνή του έσβησε.

[225]


Η Ντανίκα ήξερε τι εννοούσε. Τη ρωτούσε αν είχε προσπαθήσει να αποπλανήσει κάποιον για να πάρει πληροφορίες. «Δε... δεν...» Ήταν αδύνατο να σχηματίσει μια απάντηση. «Απλώς σκέψου το». Ακολούθησε μια παύση. «Ό,τι κάνεις είναι για το γενικότερο καλό. Θυμήσου τι σου είπα. Ειρήνη, αρμονία. Όχι άλλες μοιχείες, όχι άλλες αυτοκτονίες. Σκέψου την ευημερία της οικογένειάς σου». Με το δικό του φανατικό τρόπο, ενδιαφερόταν πραγματικά για τον κόσμο και τους κατοίκους του και ήταν πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να τους σώσει. Δεν ήταν κάτι εντελώς αλτρουιστικό, αλλά πίστευε πραγματικά ότι η τελειότητα περίμενε την ανθρωπότητα και ότι το μοναδικό εμπόδιο στο δρόμο της ήταν οι Άρχοντες. Η Ντανίκα δεν ήταν πια σίγουρη τι να πιστέψει. Ο Ρέγιες έλεγε ότι πάντα θα υπήρχε κακό στον κόσμο, εφόσον οι άνθρωποι διέθεταν ελεύθερη βούληση –είτε κυκλοφορούσαν δαίμονες στον κόσμο είτε όχι. «Θα το σκεφτώ». Αλλά ήξερε πως δε θα το έκανε. Δεν μπορούσε να γίνει πόρνη του Στέφανο, όσο ιερός κι αν ήταν ο σκοπός. Αν κοιμόταν με τον Ρέγιες, θα κοιμόταν μαζί του επειδή τον ποθούσε. «Παρακολουθούμε το κάστρο», είπε ο Στέφανο, «αλλά δεν έχουμε παρατηρήσει καμιά δραστηριότητα στο εσωτερικό του. Ξέρεις τι κάνουν;» Αν η Ντανίκα παραδεχόταν πως οι περισσότεροι Άρχοντες βρίσκονταν στη Ρώμη, οι Κυνηγοί μπορεί να θεωρούσαν το κάστρο εύκολη λεία και να εισέβαλλαν στο εσωτερικό του. Ο Τόριν, η Καμέο και όσοι είχαν μείνει πίσω δε θα μπορούσαν να τους πολεμήσουν όλους. «Δεν ξέρω», είπε τελικά. Θεέ μου, μήπως με έχει καταλάβει ο δαίμονας του Ψεύδους; «Θα προσπαθήσω να μάθω». «Μήπως άκουσες...» «Μια στιγμή, κάποιος έρχεται. Πρέπει να κλείσω». Άλλο ένα ψέμα, αλλά η Ντανίκα έκλεισε το τηλέφωνο και το έχωσε ξανά στην τσέπη της. Για κάμποση ώρα έμεινε ακίνητη, τρέμοντας. Μετά, οι ώμοι της καμπούριασαν και κάλυψε τα μάτια με το χέρι της.

[226]


Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Τι έχω πάθει; Είχε κάνει την ίδια ερώτηση στον εαυτό της χίλιες φορές, αλλά για πρώτη φορά νόμιζε πως μπορεί να ήξερε την απάντηση. Έρωτας. Είχε ερωτευτεί τον Ρέγιες –και τον είχε ερωτευτεί από την αρχή. Ορίστε, το είχε παραδεχτεί. Αυτή τη φορά δε βρήκε δικαιολογίες, δεν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έκανε λάθος. Ο Ρέγιες τη μαγνήτιζε· τον ήθελε και δεν έπρεπε να τον θέλει. Ο πόθος της είχε αρχίσει να χρωματίζει κάθε της πράξη, κάθε της σκέψη και την ελάχιστη κοινή λογική που της είχε απομείνει. Η Ντανίκα πετάχτηκε όρθια. Τα γόνατά της παραλίγο να λυγίσουν, αλλά πιάστηκε από τον παραστάτη του κρεβατιού και κρατήθηκε. Δε θα ένιωθε ηδονή κάνοντας έρωτα με τον Ρέγιες. Δεν ήταν δυνατό να νιώσει. Θα έπρεπε να τον μαχαιρώσει πρώτα. Αλλά ίσως έπρεπε να το δοκιμάσει από πρώτο χέρι. Ίσως έτσι κατάφερνε τελικά να τον διώξει από το μυαλό της και από τις φαντασιώσεις της. Θα εξάγνιζε τις σκέψεις της με τον Ρέγιες όπως εξάγνιζε τους εφιάλτες της με τους πίνακές της. Η ιδέα και μόνο έκανε το δέρμα της να μυρμηγκιάσει και ρίγη απλώθηκαν στη σπονδυλική της στήλη, με αποτέλεσμα να τρέμουν όλα τα μέλη της. Το στόμα της στέγνωσε. Πόθος και νευρικότητα αναμείχθηκαν στις φλέβες της, μια ισορροπία καλού και κακού. Η σκέψη την έκανε να γελάσει, αλλά το γέλιο της ακούστηκε σαν κρώξιμο. Υγραίνοντας τα χείλη της με τη γλώσσα, άφησε τον παραστάτη και έκανε μερικά βήματα. Κανένας δεν ήξερε πόση ώρα θα έλειπε ο Ρέγιες. Θα έπρεπε να κρατήσει τον εαυτό της απασχολημένο, να βρει κάτι σαν αντιπερισπασμό για τις σκέψεις της, διαφορετικά θα είχε τα χάλια της όταν θα γύριζε εκείνος και αν έπεφτε στο κρεβάτι θα ήταν μόνο για να κοιμηθεί. Ήξερε μόνο ένα πράγμα που θα μπορούσε να απορροφήσει ολοκληρωτικά τις σκέψεις της: τη ζωγραφική. Τα χέρια της την έτρωγαν ήδη από ανυπομονησία πριν καν φτάσει στην πόρτα που της είχε δείξει ο Ρέγιες. Το μέταλλο ήταν παγερό στην αφή καθώς γύριζε το πόμολο. Μπαίνοντας μέσα,

[227]


περίμενε να αντικρίσει μια μικρή αποθήκη γεμάτη προμήθειες. Αντίθετα, βρέθηκε σε μια ακόμα κρεβατοκάμαρα –ευρύχωρη, ευάερη–, που είχε μετατραπεί σε καλλιτεχνικό ατελιέ. Απόλαυσε την πολυτέλεια και ένα πνιχτό επιφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της. Την περίμεναν αμέτρητοι καμβάδες, ο καθένας στηριγμένος σε διαφορετικό καβαλέτο. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε ένα τραπέζι γεμάτο με πινέλα κάθε μεγέθους και σωληνάρια χρωμάτων. Το έκανε για μένα. Όχι επειδή ήθελε να δει τα όνειρά της· δεν ήξερε για τα όνειρα όταν το είχε κάνει. Ο λόγος ήταν πως ήθελε να είναι ευτυχισμένη. Μόλις το συνειδητοποίησε, κυριολεκτικά μαγεύτηκε, και η μαγεία που την τύλιξε ήταν τόσο συναρπαστική όσο το ίδιο το ατελιέ. Έπιασε τον εαυτό της να μαλακώνει ακόμα περισσότερο απέναντί του. «Τι θα κάνω μαζί σου, Ρέγιες;» μουρμούρισε. Πόσες φορές θα την ξάφνιαζε έτσι ο Ρέγιες; Πρώτα τα ρούχα, μετά οι προσπάθειές του να καθησυχάσει τους φόβους της και τώρα αυτό το ονειρικό ατελιέ. Ό,τι κι αν έκανε, ό,τι κι αν έλεγε, απειλούσε την αίσθηση της αυτοσυντήρησής της. Το χέρι της Ντανίκα σταμάτησε πάνω από την καρδιά της που χτυπούσε τρελά. Ακόμα και στο σπίτι της δεν είχε τόσο οργανωμένο και πλήρες περιβάλλον. Έβγαζε το ψωμί της ζωγραφίζοντας πορτραίτα, αλλά τα λεφτά ποτέ δεν της περίσσευαν. Πριν το συνειδητοποιήσει καν, στεκόταν μπροστά στο τραπέζι και σήκωνε τα πινέλα, δοκιμάζοντας το βάρος τους και νιώθοντας τις τρίχες τους. Ο Ρέγιες ήθελε να δει τις εικόνες των ονείρων της, τους άγγελους και τους δαίμονες, τους θεούς και τις θεές. Ξαφνικά, ήθελε να του προσφέρει οτιδήποτε –τα πάντα. Αλλά καθώς μελετούσε την παλέτα των χρωμάτων –λαδομπογιές και ακρυλικές μπογιές– ήξερε πως τα όνειρά της δε θα ήταν το θέμα του πρώτου πίνακά της απόψε: το θέμα της θα ήταν ο Ρέγιες. Ο Ρέγιες ετοίμασε άλλο ένα γεύμα για την Ντανίκα. Ευτυχώς, ο Πάρις είχε πάει για ψώνια πριν φύγει για τη Ρώμη κι έτσι υπήρχε

[228]


μεγάλο φάσμα επιλογών. Μετέφερε το δίσκο με φρέσκο ψάρι και σαλάτα στην κρεβατοκάμαρά του κι ένιωσε μια μικρή κρίση πανικού όταν δεν είδε την Ντανίκα αμέσως. Μια γρήγορη έρευνα, και τη βρήκε στο ατελιέ, απόλυτα γαλήνια καθώς ζωγράφιζε κάτι σε έναν από τους καμβάδες. Ήταν τόσο απορροφημένη στη δουλειά της, ώστε δεν τον άκουσε να μπαίνει. Δεν τον κοίταξε καν όταν ο Ρέγιες φώναξε το όνομά της. Τα μάτια της γυάλιζαν, λες και βρισκόταν σε κάποιο είδος ύπνωσης. Ο καρπός της ανεβοκατέβαινε στον καμβά με χάρη και το σώμα της λικνιζόταν αριστερά δεξιά, σε ένα χορό χωρίς μουσική. Το στήθος του πόνεσε, ο ανδρισμός του σκλήρυνε. Ο Πόνος χτύπησε τις γροθιές του στο κρανίο του, θέλοντας να την πλησιάσει. Ξέχασέ το. Βγήκε από το δωμάτιο, μη θέλοντας να αποσπάσει την προσοχή της. Ανέπνευσε αργά και προσπάθησε να ηρεμήσει την καρδιά του. Πίστευε ότι η όμορφη εικόνα της δε θα έφευγε στιγμή από το μυαλό του. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα βιαστικά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και αρκετές τούφες ξέφευγαν από τον κότσο. Μαύρες μουντζούρες στο μάγουλο και στο σαγόνι της. Χείλη κόκκινα και γυαλιστερά από το δάγκωμα των χειλιών της. Ήταν απίστευτα ερεθισμένος και έτρεμε ανεξέλεγκτα όταν έφτασε στην αίθουσα ψυχαγωγίας. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τις κινήσεις του, αλλά είχε ήδη βγάλει τα στιλέτα του. Αναζητούσε απεγνωσμένα λίγο πόνο και κάθισε βαριά στο σκούρο κόκκινο καναπέ· οι άντρες αρνιόνταν να αγοράσουν οποιοδήποτε άλλο χρώμα ταπετσαρίας επειδή τη λέκιαζε με το αίμα του –κάτι που μερικές φορές τον έκανε να ντρέπεται. Τουλάχιστον δεν ένιωθε την ανάγκη να πηδήξει ξανά από τη στέγη του κάστρου. «Τι πρέπει να κάνει ένας άντρας για λίγη διασκέδαση εδώ πέρα, γαμώτο;» Το κεφάλι του Ρέγιες στράφηκε απότομα προς την κατεύθυνση της άγνωστης φωνής. Ένα από τα στιλέτα του ταξίδευε στον αέρα ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Ένας άγνωστος πολεμιστής βρισκόταν ξαπλωμένος στην άνετη κόκκινη σεζλόνγκ με τα πόδια τεντωμένα, η προσωποποίηση

[229]


της γαλήνης. Έπιασε το όπλο του Ρέγιες στον αέρα χωρίς καν να ανοιγοκλείσει τα μάτια και μελέτησε τη λαβή. «Ωραία δουλειά. Εσύ το έφτιαξες;» Ο Ρέγιες τον αναγνώρισε ξαφνικά. «Γουίλιαμ». Ο φίλος της Άνια. Ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να ανηφορίσουν στο λόφο και να μπουν στο κάστρο χωρίς να ενεργοποιήσουν τις παγίδες και τους αισθητήρες του Τόριν. Αλλά ο Τόριν είχε κλείσει τα συστήματα συναγερμού για το συγκεκριμένο άνθρωπο και η Άνια είχε προειδοποιήσει τους πάντες στο κάστρο να τον αφήσουν ήσυχο –ή να υποστούν τις συνέπειες. «Εγώ είμαι. Ξέρω, ξέρω. Νιώθεις μεγάλη τιμή που με φιλοξενείτε και θέλεις να πετάξεις ροδοπέταλα στα πόδια μου. Δεν υπάρχει λόγος. Απλώς προσπάθησε να με αντιμετωπίσεις σαν να ήμουν ο οποιοσδήποτε». Ο Ρέγιες έστρεψε με απόγνωση τα μάτια του προς τον ουρανό. Η Άνια είχε ξεχάσει να αναφέρει ότι ο αθάνατος ήταν απίστευτα υπεροπτικός. «Ναι, εγώ έφτιαξα τη λαβή. Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Ο Γουίλιαμ συνοφρυώθηκε και βύθισε τα δυνατά του δάχτυλα στα κατάμαυρα μαλλιά του. «Ανία, φίλε μου, ανία. Όλοι έφυγαν... δεν οργάνωσαν καν ένα πάρτι καλωσορίσματος για μένα. Αποφάσισα να δω λίγη τηλεόραση, αλλά οι μοναδικές ταινίες που έχετε είναι πορνό και επειδή είμαι χωρίς γυναίκα τις τελευταίες βδομάδες με κάνουν να ζηλεύω». «Οι ταινίες είναι του Πάρη», δήλωσε ο Ρέγιες. Ένα γέλιο. Ένα τίναγμα του κεφαλιού. «Μην πεις περισσότερα. Τον γνώρισα ήδη». «Δεν εννοούσα γιατί βρίσκεσαι εδώ, στην αίθουσα. Εννοούσα, γιατί βρίσκεσαι εδώ, στη Βουδαπέστη; Γιατί βρίσκεσαι σε τούτο το κάστρο;» Ο Γουίλιαμ ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του. «Η απάντηση δεν αλλάζει. Ανία. Δηλαδή», πρόσθεσε μια στιγμή αργότερα, «ίσως αλλάζει λίγο. Η Άνια ήρθε να με επισκεφθεί πριν από λίγο καιρό και με έφερε σε δύσκολη θέση με τον καινούριο καλό βασιλιά. Δεν κατόρθωσα να εκτελέσω τη διαταγή του κι έτσι μου

[230]


έκαψε το σπίτι –μολονότι είχε πάρει αυτό που ήθελε. Δεν έχω πού να πάω κι η Άνια μου χρωστά πάρα πολλά». Τα νεύρα του Ρέγιες τεντώθηκαν και όλοι οι μύες του σώματός του πέρασαν σε κατάσταση συναγερμού. «Αν ήρθες να της κάνεις κακό, θα...» «Ηρέμησε». Ο πολεμιστής σήκωσε το ένα χέρι με την παλάμη προς τα έξω. Τα γαλανά μάτια του άστραψαν καθώς ανασήκωνε το πουκάμισό του με το άλλο. «Δε θα της έκανα κακό ακόμα κι αν το ήθελα –και, πίστεψέ με, το ήθελα. Με μαχαίρωσε εδώ ακριβώς». Το βλέμμα του χαμήλωσε στο στομάχι του συνομιλητή του. Μια μακριά, χοντρή ουλή περνούσε μέσα από τον αφαλό του. «Ωραίο». «Αυτό το κορίτσι είχε πάντα μια φινέτσα με τα μαχαίρια». Ο Γουίλιαμ άφησε το πουκάμισό του να πέσει και χαμογέλασε. Με την εξαίρεση της ουλής, αν κοιτούσες τον Γουίλιαμ ήταν θαρρείς και αντίκριζες το πιο τέλειο πλάσμα που είχε δημιουργηθεί ποτέ. Τέλειο δέρμα, μαυρισμένο από τον ήλιο και λείο. Τέλεια μύτη, με σωστή κλίση, καθόλου στραβή. Τέλεια δόντια, τέλεια ζυγωματικά, τέλειο σαγόνι. Ήταν πολύ μυώδης και εξέπεμπε αυτοπεποίθηση. Ο Ρέγιες δεν ήθελε αυτός ο τύπος να πλησιάσει την Ντανίκα. Τώρα που τη σκεφτόταν, ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. «Είπες πως ήθελες γυναίκα;» τον ρώτησε ο Ρέγιες. Ο Γουίλιαμ ανακάθισε και τα χαρακτηριστικά του σχεδόν έλαμψαν από την προσμονή. «Έχεις κάποια υπόψη;» «Συνάντησέ με στην εξώπορτα. Σε δεκαπέντε λεπτά». Χωρίς άλλη λέξη, ο Ρέγιες βγήκε από την αίθουσα και πήγε στο δωμάτιό του. Η Ντανίκα στεκόταν στο ίδιο σημείο όπου την είχε αφήσει, χαμένη ακόμα στη ζωγραφική της. Δεν είχε καν αρχίσει να προσθέτει χρώματα· σχεδίαζε ακόμα το περίγραμμα. Δεν ήξερε πολλά πράγματα για τη διαδικασία, αλλά υποψιαζόταν πως η Ντανίκα θα συνέχιζε έτσι για αρκετές ώρες. Το σώμα του φλεγόταν περισσότερο από πριν και χρειαζόταν πόνο. Δεν είχε βοηθήσει την κατάσταση παίρνοντας τα πράγματα στα χέρια του –αντίθετα, είχε καταφέρει να σοκάρει την Ντανίκα και να προκαλέσει αμηχανία στον εαυτό του.

[231]


Την επομένη θα ταξίδευαν μαζί και θα βρίσκονταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Θα μύριζε διαρκώς το γλυκό άρωμά της. Θα τη λαχταρούσε απεγνωσμένα. Και ίσως να μην μπορούσε να κοπεί όπως θα χρειαζόταν. Αν δεν ικανοποιούσε απόλυτα τον εαυτό του απόψε, μπορεί να έκανε κακό στην Ντανίκα ή να την τρόμαζε. Ο Πόνος μπορεί να προσπαθούσε να την αναγκάσει να κάνει πράγματα που η Ντανίκα δε θα ήθελε να κάνει. Πράγματα που θα τη στοίχειωναν μέχρι το τέλος της ζωής της. Και αυτό ο Ρέγιες δε θα το ανεχόταν. Ίσως έπρεπε να πάει με μια άλλη γυναίκα. Η ιδέα τον βασάνιζε καθώς έκανε ντους. Καθαρός και στεγνός, γέμισε το σώμα του με όπλα, φόρεσε ένα καθαρό μπλουζάκι και ένα δερμάτινο παντελόνι. Καθώς έδενε τις μπότες του, έριξε μια ματιά στην Ντανίκα, που συνέχιζε να δουλεύει. Το σεξ με μια γυναίκα ήταν επικίνδυνο και ίσως αποδεικνυόταν καταστροφικό. Πόσες ζωές είχε ήδη καταστρέψει; Ίσως να μην είναι πια έτσι. Ίσως είχε περάσει αρκετός χρόνος ώστε να μειωθεί η δύναμη του δαίμονα και να μην μπορεί να επηρεάζει πια τη σύντροφό του. Ίσως. Κι έπειτα, ο Ρέγιες διέθετε τώρα περισσότερο έλεγχο –αλλά η σκέψη του σεξ με μια άλλη γυναίκα τον αηδίαζε. Ήθελε αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα. Ήθελε το δικό της σώμα κάτω από το δικό του, τα δικά της πόδια τυλιγμένα γύρω από τη μέση του να τον σφίγγουν, τα δικά της βογκητά ηδονής στ’ αυτιά του. Αλλά δεν μπορούσε να την αποκτήσει και το ήξερε. Όχι τώρα. Όχι ακόμα. Αν η γυναίκα με την οποία έκανε σεξ απόψε δεν παρουσίαζε δείγματα δίψας για αίμα, τότε... τότε ίσως. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάρει μια βαθιά εισπνοή από το άρωμα της Ντανίκα –θεοί, η μυρωδιά της θαλασσινής καταιγίδας κόντευε να τον τρελάνει– και να βγει από το δωμάτιο. Ο Γουίλιαμ έκοβε ήδη βόλτες μπροστά στην εξώπορτα. Όταν είδε τον Ρέγιες, σταμάτησε και χαμογέλασε. «Πού θα πάμε;» «Στο κλαμπ Ντέστινι». Πριν προλάβει ο Ρέγιες να πείσει τον εαυτό του να μείνει στο σπίτι, τον προσπέρασε, διέσχισε το κατώφλι και βγήκε έξω. Ο αέρας ήταν λίγο ψυχρός και σύννεφα βροχής είχαν

[232]


αρχίσει να συγκεντρώνονται στον ουρανό. Μερικές ακτίνες φωτός κατάφερναν να διαπερνούν την προστατευτική ομπρέλα των δέντρων. «Θα βρούμε κόσμο;» ρώτησε ο Γουίλιαμ, ακολουθώντας τον. «Είναι ακόμα μεσημέρι». «Κάποιες θα είναι εκεί». Πολλές, μερικές φορές. «Ο Πάρις επισκέπτεται το κλαμπ κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας κι έτσι υπάρχουν πάντα γυναίκες που τον περιμένουν». Ο Γουίλιαμ έτριψε τα χέρια του. «Ανθρώπινα πλάσματα, ε;» «Ναι». Ο Ρέγιες έκανε το γύρο ενός τεράστιου δέντρου, φροντίζοντας να αποφύγει τα κλαδιά του. Ένα άγγιγμα αρκούσε για να εκτοξευτούν δηλητηριώδη βελάκια και να καρφωθούν στο στήθος του –μια από τις παγίδες του Τόριν. «Δε σου αρέσουν τα ανθρώπινα θηλυκά;» Ο Ρέγιες έριξε μια ματιά στον πολεμιστή. «Τι εννοείς;» «Άκουσα αηδία στη φωνή σου». Α, ναι, ήταν αηδιασμένος. Με τον εαυτό του. «Μου αρέσουν τα ανθρώπινα θηλυκά. Πρόσεχε εκείνον το βράχο», πρόσθεσε χωρίς να σταματήσει. «Ένα βάραθρο περιμένει πίσω του». Τον προσπέρασαν και έφτασαν στα μισά της απόστασης μέχρι τους πρόποδες. Ο άνεμος έκανε τα φύλλα να θροΐζουν και σφύριζε ανάμεσα από τα βράχια. «Γιατί υπάρχουν τόσες παγίδες;» ρώτησε ο Γουίλιαμ, φανερά απορημένος. «Πρόσεξα τα νήματα παγίδευσης, τα δηλητηριασμένα βελάκια και τις κρεμασμένες πέτρες καθώς ανέβαινα». «Κάποτε οι Κυνηγοί μας έκαναν μια επίσκεψη». «Α, κατάλαβα. Δε χρειάζεται να πεις τίποτα περισσότερο. Μίλησέ μου καλύτερα για εκείνη την ξανθούλα». Τα χέρια του Ρέγιες σχημάτισαν γροθιές στα πλευρά του. Ένιωθε λες και τον παρακολουθούσαν αθέατα μάτια που ξεχώριζαν τις ατέλειες, τα λάθη του. Που τον έκριναν. Που τον καταδίκαζαν. Η απόφαση να την αφήσει μπορεί να ήταν η χειρότερη που είχε πάρει, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Την ήθελε πάρα πολύ και έπρεπε να την κάνει δική του –αλλά δεν μπορούσε, μέχρι να διαπιστώσει ότι ήταν ασφαλής από το δαίμονά του. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε

[233]


να χρησιμοποιήσει σαν πειραματόζωο μια άλλη γυναίκα. Αλλά η Ντανίκα θα τον ήθελε αν ο Ρέγιες έπαιρνε πρώτα κάποια άλλη; «Είναι τσαχπίνα. Μου αρέσει». «Δεν πρόκειται να το συζητήσουμε», πέταξε ο Ρέγιες. «Α, άγγιξα ευαίσθητο νεύρο. Βλέπω ότι ο μικρός δαίμονάς σου ξυπνά όποτε την αναφέρω. Τα μάτια σου έγιναν κατακόκκινα όπως του Λούσιεν όταν με κοιτάζει». Γελώντας χωρίς ίχνος φόβου, ο Γουίλιαμ σήκωσε τα χέρια σε ένδειξη παράδοσης. «Δε θα αναφέρω ποτέ ξανά το κορίτσι σου, σ’ το ορκίζομαι». «Παράξενος είσαι», παρατήρησε ο Ρέγιες. «Οι περισσότεροι τρέμουν με τη σκέψη του δαίμονά μου, αλλά εσύ γελάς». «Ξέχασες ότι πολέμησα την Άνια κι εκείνη είναι πιο άγρια απ’ όλους τους δαίμονές σας». Ο Γουίλιαμ αγκάλιασε τον Ρέγιες απ’ τους ώμους. «Δέκα λεπτά μαζί μου και μπορώ να σε βοηθήσω να ξεχάσεις το άτομο για το οποίο δεν πρέπει να συζητήσουμε. Θα δεις». Προχώρησαν σιωπηλοί για αρκετά λεπτά και σύντομα έφτασαν στους πρόποδες. Η αίσθηση πως τον παρακολουθούσαν έγινε πιο έντονη κι ο Ρέγιες μελέτησε τη γύρω περιοχή, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις σκιές. Τίποτα δε φαινόταν παράταιρο και κανένας δεν παραμόνευε εκεί κοντά, αλλά δε χαλάρωσε. «Ας ξεμπερδεύουμε», είπε και άνοιξε το βήμα του.

[234]


Κεφάλαιο 17 «Η αναφορά σου, Στέφανο;» «Ευχαρίστως. Μίλησα με την κοπέλα. Ανέφερε έναν ακόμα δαίμονα, την Ελπίδα. Είπε πως είναι εχθρός των Αρχόντων –είναι φανερό ότι της είπαν ψέματα. Η Ελπίδα δεν είναι διαβολική. Κι έπειτα, ούτε την έχουμε ξαναδεί ούτε την έχουμε ξανακούσει. Όσο για δραστηριότητες, εκείνος που λέγεται Ρέγιες έφυγε από το κάστρο με έναν πολεμιστή που δεν κατορθώσαμε ακόμα να αναγνωρίσουμε. Η κοπέλα έφυγε κι εκείνη από το κάστρο πριν από λίγο». «Ήταν δεμένη;» Ο Ντιν Στέφανο καθόταν στο γραφείο του και κρατούσε το ακουστικό ενός τηλεφώνου στο αυτί του, ενώ ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπο και στο κορμί του. Μετά τη συνομιλία του με την Ντανίκα, είχε γυμναστεί λίγο με ένα σάκο του μποξ. Ενώ τον χτυπούσε μανιασμένα με τις γροθιές του, είχε δεχτεί ένα τηλεφώνημα από μια έμπιστη πηγή –μια πηγή που του είχε μεταφέρει απρόσμενες ειδήσεις. Ειδήσεις που θα μπορούσαν να καταστρέψουν όσα είχε πασχίσει να στήσει τα τελευταία δέκα χρόνια. Και τότε αναγκάστηκε να κάνει ένα δικό του τηλεφώνημα. Αυτό το τηλεφώνημα. Η καρδιά του συνέχιζε να χτυπά δυνατά, λες και εξακολουθούσε να γυμνάζεται. «Όχι», είπε. «Δε φαινόταν ναρκωμένη ή περιορισμένη με οποιονδήποτε τρόπο. Ήταν με εκείνη τη γυναίκα-δαίμονα, την Καμέο, και φαινόταν πρόθυμη να την ακολουθήσει. Θα έλεγα ότι ενεργούσε μόνη της... ίσως μάλιστα τώρα να συνεργάζεται με τους δαίμονες». Κρίμα, αν ήταν αλήθεια· έτρεφε μεγάλες προσδοκίες για τη νεαρή Ντανίκα. Ο προϊστάμενός του παρέμεινε σιωπηλός για αρκετά δευτερόλεπτα. Συνεργάζονταν εδώ και μια δεκαετία και ήξερε πως ο Γκέιλεν ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στο στόχο μιας ζωής χωρίς Άρχοντες. Ήταν ορμητικός και ανελέητος στην επίτευξη αυτού του

[235]


στόχου. Και δίκαιος. Και έτσι έπρεπε να είναι. Ο Γκέιλεν ήταν ένας άγγελος που τον είχαν στείλει από τον ουρανό. Ένας ζωντανός, πραγματικός άγγελος που πετούσε με τα φτερά της δόξας. Ο Στέφανο στην αρχή δεν τον είχε πιστέψει. Μετά, είχε δει τα φτερά. Και μετά είχε κοιτάξει βαθιά στα μάτια αυτού του άντρα –μάτια απύθμενα σαν τον ουρανό, μάτια που πρόσφεραν ελπίδα σε έναν κόσμο απόγνωσης. Ο Στέφανο είχε αρπαχτεί από εκείνη την ελπίδα λες και ήταν σωσίβιο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο Γκέιλεν είχε διαβεβαιώσει τον Στέφανο πως όταν εξαφανίζονταν οι δαίμονες ο κόσμος θα γινόταν ένας ειρηνικός τόπος. Ο πόνος και η δυστυχία, ο λοιμός και οι επιδημίες θα ανήκαν στο παρελθόν –μια μακρινή ανάμνηση. Δέκα χρόνια έδινε τούτη τη μάχη και δεν το είχε μετανιώσει ποτέ. Θα εκδικούνταν τη γυναίκα του και κανένα ευτυχισμένο ζευγάρι δε θα υπέφερε ξανά όπως είχαν υποφέρει εκείνοι. «Να τους προσέχεις από κοντά. Μην εμπιστεύεσαι την κοπέλα και μην τους αφήσεις να την πάνε πουθενά. Αν προσπαθήσουν να τη μετακινήσουν, σκότωσέ την». «Μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου». Σε έναν πόλεμο υπήρχαν πάντα απώλειες. «Υπάρχει κάτι ακόμα». Ξεροκατάπιε. «Η κοπέλα... η κοπέλα δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Η πηγή μου ισχυρίζεται πως είναι κάποιο είδος ζωντανού όπλου. Υπερφυσική, όπως οι δαίμονες. Δεν ήξερε τι ακριβώς είναι, αλλά αν συνεργάζεται με τους Άρχοντες και αν διαθέτει πράγματι ειδικές δυνάμεις...» Ακολούθησε μια παύση. «Τότε γιατί την άφησες; Και όχι μόνο την άφησες, αλλά την τύλιξες σε συσκευασία δώρου και την παρέδωσες στον εχθρό!» Επειδή εσύ μου είπες να το κάνω, σκέφτηκε ο Στέφανο, αλλά δεν το είπε. Είχαν τον ίδιο αντικειμενικό σκοπό και μια λογομαχία θα αποσπούσε την προσοχή τους. «Ζητώ συγνώμη. Πώς να αντιδράσω;» «Πάρε πίσω την κοπέλα και, αν δεν τα καταφέρεις, σκότωσέ την. Είναι προτιμότερο να πεθάνει παρά να τους βοηθήσει». Η Ντανίκα κοίταξε τριγύρω στο νάιτ κλαμπ. Μια ασημένια

[236]


μπάλα ντίσκο κρεμόταν από το ταβάνι και εκτόξευε ανταύγειες φωτός προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ανταύγειες άστραφταν σαν αστέρια σε ένα μαύρο βελούδινο ουρανό, φτιαγμένα για ευχές και όνειρα. Ουγγρική ροκ μουσική ακουγόταν στη διαπασών από τα ηχεία. Άνθρωποι χόρευαν και τα σώματά τους λικνίζονταν μαζί σε ένα μεθυστικό ρυθμό. Χέρια ταξίδευαν, χάιδευαν, μάλαζαν, αναζητούσαν. Η οσμή του σεξ κυριολεκτικά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Σερβιτόρες μετέφεραν ποτά από το μπαρ στα τραπέζια κι έπειτα γύριζαν τρέχοντας για να πάρουν κι άλλα. Πού ήταν ο Ρέγιες; Στην πίστα; Πίεζε τον ερεθισμένο ανδρισμό του σε κάποια άλλη γυναίκα; Ζητούσε από εκείνη τη γυναίκα να τον γδάρει, να τον δαγκώσει, να τον πονέσει; Τα χέρια της Ντανίκα σχημάτισαν γροθιές. Είχε τελειώσει τα προκαταρκτικά σχέδια σε δύο πίνακες και είχε προσθέσει λίγο χρώμα. Τον έναν τον είχε κρύψει· προοριζόταν μόνο για τα δικά της μάτια. Τον άλλο τον είχε στήσει στο ατελιέ πριν αναζητήσει τον Ρέγιες, ξέροντας πως θα ήθελε να τον δει. Δεν τον βρήκε. Αντίθετα, βρήκε την Καμέο, την όμορφη γυναίκα που την έκανε να θέλει να βγάλει τα μάτια της και να καρφώσει στιλέτα στ’ αυτιά της. Η Καμέο τη συνόδευσε εδώ και τώρα στεκόταν στο πλευρό της. «Κοίτα, πιθανότατα δεν έπρεπε να σε φέρω εδώ ή ακόμα και να σ’ αφήσω να βγεις από το κάστρο. Αν προσπαθήσεις να το σκάσεις, δε θα σου αρέσει καθόλου όταν θα σε προλάβω. Βλέπεις, έχω μια αδυναμία στο φλερτ κι έτσι σε έφερα... αλλά μην το εκμεταλλευτείς για να κάνεις τα δικά σου. Τον βλέπεις πουθενά;» «Δεν πρόκειται να το σκάσω». Ο συναισθηματικός πόνος που προκαλούσε η φωνή της γυναίκας ήταν σχεδόν αφόρητος και παραλίγο να κλείσει τα αυτιά της για να μην την ακούει. «Και δεν τον βλέπω πουθενά». «Όταν τον δεις, θυμήσου πως είναι ένας πολεμιστής με βασανισμένο παρελθόν που δεν μπορείς καν να φανταστείς. Αν τον θέλεις, θα πρέπει να δώσεις μάχη για να τον αποκτήσεις». Ίσως έφταιγε το θέμα της συζήτησης, αλλά όσο περισσότερο

[237]


μιλούσε η Καμέο τόσο περισσότερο υποχωρούσε η αίσθηση της δυστυχίας. «Εννοείς μάχη με άλλες γυναίκες;» «Όχι, όχι. Μάχη με εκείνον. Δεν πρόκειται να παραδοθεί τόσο εύκολα στα συναισθήματά του. Καλή τύχη. Και μην ξεχνάς· μην προσπαθήσεις να το σκάσεις γιατί θα μετανιώσεις». Και μ’ αυτά τα λόγια, η πολεμίστρια εξαφανίστηκε στις σκιές, αφήνοντας την Ντανίκα μόνη στο κατώφλι. Δηλαδή, όσο μόνη μπορούσε να είναι μια γυναίκα περιστοιχισμένη από κόσμο. Υπήρχαν Κυνηγοί ανάμεσά τους; Η υποψία την έκανε να παγώσει. Κι αν υπήρχαν; Ο Στέφανο της είχε πει πως αρκετοί άνθρωποί του θα βρίσκονταν στην περιοχή. Κι αν την έβλεπαν; Αν προσπαθούσαν να της μιλήσουν; Μεγαλοδύναμε! Εκείνη κι ο Στέφανο δεν είχαν συζητήσει τι θα έκανε σε μια τέτοια περίπτωση, επειδή κανένας από τους δυο τους δεν είχε φανταστεί πως θα έβγαινε από το κάστρο. Παρά το γεγονός ότι ένιωθε το αίμα να κυλά παγωμένο στις φλέβες της, στάλες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο δέρμα της. Πού στο διάβολο πήγε ο Ρέγιες; Καθώς άνοιγε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος, τα μάτια της μελετούσαν όλα τα πρόσωπα. Δεν είδε ούτε ένα γνώριμο. Όταν έφτασε στο μπαρ, δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώθει ανακούφιση ή τρόμο. «Τι θα πάρετε;» ρώτησε ο μπάρμαν στα ουγγρικά. Η Ντανίκα είχε περάσει ένα μήνα μαθαίνοντας τη γλώσσα πριν φτάσουν εδώ εκείνη κι η οικογένειά της κι έτσι ήξερε αρκετές λέξεις για να μπορεί να συνεννοείται. «Κόκα Κόλα», απάντησε, μη θέλοντας να διακινδυνεύσει με αλκοόλ. Μολονότι θα καλοδεχόταν το μούδιασμα, χρειαζόταν όλες τις αισθήσεις και το μυαλό της σε επιφυλακή. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το μπουκάλι με το αναψυκτικό κυλούσε προς το μέρος της. Η Ντανίκα έδωσε στον μπάρμαν ένα από τα πολύχρωμα χαρτονομίσματα που της είχε δώσει διστακτικά η Καμέο και αντίκρισε ξανά την πίστα. Και πάλι, ο Ρέγιες δε φαινόταν πουθενά. Τρέμοντας τώρα, άρχισε να περπατά προσπαθώντας να μη χύσει το αναψυκτικό της.

[238]


Ένας άντρας έπιασε το ελεύθερο χέρι της χαμογελώντας και την τράβηξε πιο κοντά. Η Ντανίκα έκανε ένα μορφασμό, αποτράβηξε το χέρι της και ελευθερώθηκε. Η έκφρασή της πρέπει να ήταν δολοφονική, επειδή ο άντρας χλόμιασε και σήκωσε και τα δυο χέρια σαν να παραδιδόταν. Η Ντανίκα ήπιε μια γουλιά αναψυκτικού και συνέχισε το δρόμο της, με το βλέμμα να ψάχνει και την πίεση του αίματος να ανεβαίνει. Ένας γυάλινος τοίχος ξεχώριζε στο απέναντι άκρο του κλαμπ, ανυψωμένος έτσι που να αντικρίζει την πίστα. Κι άλλη αίθουσα; Μάλλον. Πιθανότατα για εκλεκτούς πελάτες, με ένα φρουρό στην πόρτα. Ναι, όπως επιβεβαίωσε δυο δευτερόλεπτα αργότερα. Υπήρχε πράγματι φρουρός στην πόρτα. Είσαι έξυπνη. Μερικές φορές. Μπορείς να βρεις έναν τρόπο για να μπεις μέσα. Αποφασισμένη, ανασήκωσε το πιγούνι της και προχώρησε. Ο ψηλός, μυώδης άντρας που στεκόταν μπροστά σε μια σκάλα την κοίταξε συνοφρυωμένος –και όσο πιο πολύ πλησίαζε η Ντανίκα, η έκφρασή του φανέρωνε περισσότερη δυσφορία. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Αναζητώ τον Ρέγιες», του είπε πρώτα στα αγγλικά και μετά σε σπαστά ουγγρικά. Τα καστανά μάτια του δε φανέρωσαν καμιά αναγνώριση σε οποιαδήποτε από τις δύο γλώσσες. «Πίσω, μαντάμ. Είναι ιδιωτικός χώρος». Αγγλικά. Τουλάχιστον ήταν αρκετά ευγενής ώστε να μην της μιλήσει σε μια γλώσσα που δε θα καταλάβαινε. Η Ντανίκα επέμεινε. «Αν έχετε την καλοσύνη να του πείτε ότι...» «Πίσω, διαφορετικά θα αναγκαστώ να σας πετάξω έξω». «Έχω πληροφορίες που χρειάζεται και σίγουρα θα...» Ο φρουρός άπλωσε το χέρι, σκοπεύοντας να τη σπρώξει, αλλά δυνατά δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από τον καρπό του και τον έσφιξαν. Ο φρουρός ούρλιαξε. «Μην αγγίζεις την κοπέλα». Μια μεγαλόσωμη φιγούρα εμφανίστηκε από τις σκιές. «Τι γυρεύεις εδώ;» μούγκρισε η φιγούρα, αφήνοντας το φρουρό.

[239]


Τα μάτια της Ντανίκα γούρλωσαν και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η καρδιά της άρχισε αμέσως ένα ξέφρενο τανγκό, μιμούμενη τους χορευτές πίσω της. Ο Ρέγιες ορθωνόταν μπροστά της, κομμένος και ματωμένος. Το αίμα είχε ξεραθεί γύρω από το λαιμό του. Το μαύρο μπλουζάκι του ήταν σκισμένο γύρω από τον αφαλό του, αποκαλύπτοντας ένα μικρό κομμάτι μαυρισμένου από τον ήλιο δέρματος. «Σου έκανα μια ερώτηση, Ντανίκα». Είχε πάει με γυναίκα. Η επίγνωση έμοιαζε με τρύπημα στο στήθος από δέκα βέλη, όλα δηλητηριώδη. Σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί εκείνη με έναν άντρα. Δυστυχώς, έπρεπε να ψάξει στο μακρινό παρελθόν. Ακόμα πιο δυστυχώς, δεν ήταν μια ιδιαίτερα απολαυστική εμπειρία. Κάτι έλειπε. Το φιλί του Ρέγιες είχε υποσχεθεί εκείνο το κάτι –ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε η ίδια. Την πλημμύρισε η διάθεση να ρίξει μια γερή γροθιά στη μύτη του, τόσο δυνατή που να φτάσει ως τον εγκέφαλό του, αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί· θα του άρεσε. Και ο Ρέγιες δε θα εξασφάλιζε άλλη ευχαρίστηση –τουλάχιστον από εκείνη. «Ήρθα να σου πω ότι ο εχθρός σας μπορεί να βρίσκεται εδώ και να παρακολουθεί. Δεν ήξερα πως θα έφευγες για δικό σου κυνήγι». Ακούμπησε το αναψυκτικό της στο πιο κοντινό τραπέζι, έκανε απότομα μεταβολή και απομακρύνθηκε βιαστικά. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Δε θα κλάψω. Τώρα τα δυνατά δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από τον ώμο της και εμπόδισαν τη φυγή της. Αυτή τη φορά, η Ντανίκα δε συγκρατήθηκε. Στριφογύρισε και εκτόξευσε τη γροθιά της κατευθείαν στο μάτι του. Το κεφάλι του τινάχτηκε στο πλάι. Όταν συνήλθε, διαπίστωσε ότι τα ρουθούνια του είχαν φουσκώσει από... από πόθο; Α, ναι. Τώρα φαινόταν και στα μάτια του· οι κόρες είχαν διασταλεί, καταπίνοντας τις καστανές ίριδες. Ο Ρέγιες άπλωσε το χέρι προς το μέρος της. «Μη με αγγίζεις», φώναξε η Ντανίκα πάνω από τη μουσική και τραβήχτηκε απότομα.

[240]


Το χέρι του έπεσε στο πλευρό του. «Αν με ξαναχτυπήσεις έτσι, θα το μετανιώσεις». «Θα με χτυπήσεις κι εσύ;» «Όχι, αλλά θα σου ριχτώ και θα είναι αδύνατο να κρατήσω τα χείλη μου μακριά σου». «Έτσι μπράβο», φώναξε μια αντρική φωνή από ψηλά. «Τσακωθείτε, μωρά μου. Τσακωθείτε». Η Ντανίκα σήκωσε τα μάτια της. Ένας υπέροχος άντρας είχε ανοίξει τα παράθυρα της ιδιωτικής αίθουσας και τώρα κρεμόταν ο μισός έξω. Δυο γυναίκες βρίσκονταν δίπλα του, χαϊδεύοντας τους γυμνούς ώμους και την πλάτη του, γλείφοντας και δαγκώνοντας τη σάρκα του. Αυτό έκανε ο Ρέγιες πριν φτάσει η Ντανίκα; Κόντεψε να τρελαθεί. Τουλάχιστον εκείνος φορούσε ακόμα το μπλουζάκι του. «Φέρ’ την εδώ πάνω, δικέ μου», πρόσταξε ο άγνωστος με ένα χαμόγελο. «Άφησέ τη να πάρει μέρος στο πάρτι». «Βούλωσέ το, Γουίλιαμ», μούγκρισε ο Ρέγιες. «Δε βοηθάς την κατάσταση». Ενώ εκείνη βοηθούσε τον ίδιο και το στόχο του με τον πίνακά της, ο Ρέγιες κολλούσε σε γυναίκες και έπιανε φιλίες. Τι γλυκό! «Έλα, φέρε την ξανθιά. Υπάρχει μπόλικος χώρος και θα βαρεθώ χωρίς εσένα». «Δε θέλω να ανέβει εκεί πάνω». Επειδή θα χαλούσε το γλέντι του. Δεν υπήρχε λόγος να εξηγήσει τα λόγια του. Η Ντανίκα είχε ακούσει αρκετά και, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, είχε απομακρυνθεί τουλάχιστον τρία μέτρα από κοντά του. Μακάρι να μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό της να τρέμει. Γιατί με νοιάζει με ποια πήγε; Είναι δαίμονας. Όλοι τους είναι διαβολικοί. Μερικές φορές, τουλάχιστον. Και συνεργάζομαι με τους θανάσιμους εχθρούς τους. Δηλαδή, περίπου. Κάποιος εμφανίστηκε στο δρόμο της. Γελούσε με κάτι που είχε πει κάποιος άλλος κι η Ντανίκα τον παραμέρισε με τους ώμους, μουρμουρίζοντας: «Συγνώμη». «Ε!» φώναξε εκείνος. Ό,τι κι αν ετοιμαζόταν να προσθέσει έσβησε στα χείλη του, καθώς ο Ρέγιες τον προλάβαινε και τον

[241]


παραμέριζε απότομα. Το μπράτσο του τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της σαν μέγκενη. Η Ντανίκα τον κοίταξε βλοσυρά, αλλά δεν αντιστάθηκε. Δεν υπήρχε λόγος· σωματικά, ήταν πολύ πιο δυνατός από εκείνη. Πού είναι η εκπαίδευσή σου; Την οδήγησε ανάμεσα στο πλήθος. Ο κόσμος άφηνε επιφωνήματα καθώς πλησίαζε ο Ρέγιες και φρόντιζε να παραμερίζει έγκαιρα. Αν δεν παραμέριζαν αρκετά γρήγορα, ο Ρέγιες τους εκσφενδόνιζε μακριά. Όπως πρόσεξε η Ντανίκα, κανένας δεν απαίτησε συγνώμη και δε φάνηκε καν να νοιάζεται. Μερικοί μάλιστα χαμογέλασαν όταν τον άγγιξαν, λες και ήταν θεός, σωτήρας τους. «Ξέρω πως παρακολουθούν Κυνηγοί», είπε ο Ρέγιες. «Ο Τόριν τους παρακολουθεί κι εκείνος με τη σειρά του και μου τηλεφώνησε όταν παρατήρησε κάποιο πρόβλημα. Θα μου τηλεφωνήσει ξανά αν παρατηρήσει κι άλλο. Πώς κατάλαβες ότι είναι εδώ; Είδες τον άνθρωπο που σε κρατούσε αιχμάλωτη;» Ότι είναι εδώ, είχε πει ο Ρέγιες. Κι άλλο πρόβλημα. «Τι έγινε;» «Θα το συζητήσουμε αργότερα». «Δεν πρόκειται να γυρίσω στο κάστρο μαζί σου», τον πληροφόρησε, αγνοώντας την ερώτησή του. «Πράγματι, δε θα γυρίσεις». Τι εννοούσε; Πού θα την πήγαινε; Θα την ξεφορτωνόταν; Θα την έδιωχνε; «Είσαι κάθαρμα και το ξέρεις καλά. Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, κάνε ό,τι νομίζεις. Πέταξέ με στο δρόμο, δε δίνω δεκάρα. Αύριο θα φύγω έτσι κι αλλιώς και το ταξίδι θα είναι πολύ πιο εύκολο χωρίς εσένα». Έφτασαν στον πλαϊνό τοίχο, όπου τους υποδέχτηκαν τρεις πόρτες. Δύο είχαν την ένδειξη «Τουαλέτα» –η μια αντρών, η άλλη γυναικών– και η τρίτη είχε μια πινακίδα με τις λέξεις ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ. Ο Ρέγιες δε σταμάτησε καθώς άνοιγε την πόρτα με τους ώμους, διαλύοντας την κλειδαριά και οδηγώντας την Ντανίκα στο εσωτερικό. Αντίκρισαν ένα γραφείο, αρκετές καρέκλες, αρχειοθήκες και έναν υπολογιστή. Και τέσσερις άντρες, που όλοι πετάχτηκαν όρθιοι και κοίταξαν τον Ρέγιες με ανοιχτό στόμα. «Έξω», μούγκρισε ο Ρέγιες.

[242]


Ακολούθησε ένας μικρός δισταγμός, αλλά οι άντρες δε διαμαρτυρήθηκαν. Μόλις συνήλθαν, ένευσαν καταφατικά και βγήκαν τρέχοντας από το γραφείο λες και είχαν πάρει φωτιά οι πατούσες τους. Η Ντανίκα πλησίασε το γραφείο και στριφογύρισε προς το μέρος του. «Πώς τολμάς;» Τα μάτια του μισόκλεισαν και εστιάστηκαν πάνω της. «Τι πώς τολμώ; Να διεκδικώ αυτό το δωμάτιο; Το κλαμπ καταστράφηκε από Κυνηγούς σχεδόν δυο μήνες πριν και το έχτισα ξανά μέσα σε τρεις μέρες. Πίστεψέ με, με αφήνουν να χρησιμοποιώ ό,τι θέλω εδώ μέσα με μεγάλη τους χαρά». Ακόμα και τις πελάτισσες; παραλίγο να φωνάξει η Ντανίκα και μόλις που κατάφερε να συγκρατήσει τις λέξεις. «Εννοούσα, πώς τολμάς να με σέρνεις εδώ μέσα; Ξεμπέρδεψα μαζί σου!» Και τι εννοούσε λέγοντας πως το είχαν καταστρέψει οι Κυνηγοί; Η Ντανίκα θυμόταν τα αποτελέσματα της έκρηξης, αλλά δεν ήξερε πως οι Κυνηγοί ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτή. Ο Ρέγιες κάλυψε τη μικρή απόσταση που τους χώριζε. Η ζεστή ανάσα του χάιδεψε το πρόσωπό της και προσπάθησε να κρατήσει την αναπνοή της. Αλλά δεν τα κατάφερε· ρούφηξε τη μυρωδιά του, επειδή τα πνευμόνια της ζητούσαν απεγνωσμένα να τη γευτούν. «Όχι, δεν ξεμπέρδεψες μαζί μου», είπε εκείνος σιγανά, απειλητικά. Μολονότι ήθελε να τραβήξει τα μάτια της από το σκληρό και όμορφα θυμωμένο πρόσωπό του, η Ντανίκα δεν μπόρεσε να κοιτάξει αλλού. Τώρα είμαι δυνατή. Δεν πρόκειται να κάνω πίσω. Ποτέ. «Θύμωσες επειδή έφυγα χωρίς εσένα;» «Αυτό έλειψε, να θυμώσω». Σήκωσε το πιγούνι της και ίσιωσε τους ώμους της όπως είχε μάθει σε ένα από τα μαθήματά της. Μερικές φορές, η εικόνα της αυτοπεποίθησης ήταν αρκετή για να τρέψει σε φυγή τους αντιπάλους. «Δεν είμαι θυμωμένη». «Ψεύτρα», της πέταξε εκείνος. Οι πάνω βλεφαρίδες της έμπλεξαν με τις κάτω, κρύβοντας τις κόρες της. «Γιατί; Πες μου». «Να πας στην κόλαση». «Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι είμαι ήδη εκεί;» Ο Ρέγιες

[243]


έσκυψε προς το μέρος της, πλησιάζοντάς τη λίγο περισσότερο. Άλλο ένα ρίγος απλώθηκε στο κορμί της. «Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα. Ήρθα να σε προειδοποιήσω για τους Κυνηγούς και σε προειδοποίησα». «Νομίζω ότι ρώτησα πώς το κατάλαβες». «Νομίζω ότι αρνήθηκα να απαντήσω». Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι και το βλέμμα του ταξίδεψε στο σώμα της, σταματώντας στα κατάλληλα –ή ακατάλληλα– σημεία. «Θα με προδώσεις, Ντανίκα;» «Θα έπρεπε», του απάντησε, φτύνοντας κυριολεκτικά τις λέξεις. «Αλλά δεν το έκανες». Ήταν μια απαίτηση να μάθει την αλήθεια. Τα χείλη της σφίχτηκαν σε μια πεισματάρικη γραμμή. Ο Ρέγιες έτριψε το σβέρκο του, και ξαφνικά φαινόταν κουρασμένος. «Τι θα κάνω μαζί σου;» Η ερώτηση απευθυνόταν περισσότερο στον εαυτό του παρά σ’ εκείνη. «Τίποτα. Εγώ φεύγω κι εσύ θα γυρίσεις στη φιλενάδα σου. Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να επιστρέψω στο κάστρο». Τα λόγια της Καμέο διάλεξαν εκείνη τη στιγμή για να εισβάλουν στο μυαλό της. Αν τον θέλεις, θα πρέπει να δώσεις μάχη για να τον αποκτήσεις. Έχασα ήδη, σκέφτηκε η Ντανίκα. Κρατώντας το πιγούνι της ψηλά, τον έσπρωξε για να τον προσπεράσει. Ή τουλάχιστον προσπάθησε. Το χέρι του απλώθηκε προς το μέρος της, ένα ανυποχώρητο εμπόδιο. Η Ντανίκα άρπαξε αυτόματα το μπράτσο του και τα νύχια της μπήχτηκαν βαθιά στη σάρκα του σε ένδειξη προειδοποίησης –αλλά εκείνος έκλεισε τα μάτια και βόγκηξε με έκσταση. Και τα δικά της μάτια άρχισαν να κλείνουν· η Ντανίκα άρχισε να βογκά, το ίδιο εκστατικά. Το άγγιγμά του πάντα τη ζέσταινε και το ίδιο ίσχυε και τώρα. Η παγωνιά εγκατέλειψε το αίμα της· οι θηλές της σκλήρυναν και το στομάχι της φτερούγισε. Πώς είναι δυνατό να τον ποθώ ακόμα; Η Ντανίκα ανάγκασε τα χέρια της να πέσουν στα πλευρά της,

[244]


αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει τον ξέφρενο χτύπο της καρδιάς της. Δεν μπορούσε να σταματήσει το μαύρο κύμα της μεταμέλειας που την πλημμύριζε. Δώσε μάχη... «Με ποια ήσουν; Ήρθες εδώ για να κάνεις σεξ, έτσι δεν είναι; Μην προσπαθήσεις να το αρνηθείς. Είχα εραστές στο παρελθόν και ξέρω καλά πώς φέρεστε εσείς οι άντρες. Λοιπόν, ποια διάλεξες;» Ο Ρέγιες γύμνωσε τα δόντια του θυμίζοντας επικίνδυνο ζώο καθώς έσκυβε προς το μέρος της. Οι μύτες τους ήρθαν σε επαφή και μούγκρισε: «Δε θέλω να ακούω για τους εραστές σου. Κατάλαβες;» «Ν-ναι». Θεέ μου, ο θυμός του... Ήταν ερεθιστικός, μολονότι θα έπρεπε να είναι τρομακτικός. «Όσο για το ποια διάλεξα, είσαι σίγουρη πως θέλεις να μάθεις;» «Ναι». Τούτη τη φορά, τουλάχιστον, κατάφερε να ακουστεί πιο βέβαιη. «Γιατί;» Επειδή θέλω να τη σκοτώσω που τόλμησε να ακουμπήσει τα χέρια της πάνω σου. Επειδή είσαι δικός μου και δε θα σε μοιραστώ με καμιά. «Έτσι», είπε μόνο, με το σαγόνι της να τρέμει. Να πάρει ο διάβολος! Μην κλάψεις. «Ήρθα πράγματι εδώ για να βρω μια γυναίκα», δήλωσε ο Ρέγιες. Η Ντανίκα δάγκωσε το ούλο της και το αίμα πλημμύρισε το στόμα της. «Και βρήκα», πρόσθεσε εκείνος. Να τον πάρει ο διάβολος! Ήθελε να φωνάξει. «Χαίρομαι», πέταξε η Ντανίκα. «Ελπίζω να περάσατε ευχάριστα». Ελπίζω να σε κολλήσει αφροδίσιο νόσημα και να πεθάνετε κι οι δυο! Θεέ μου, πότε είχε γίνει τόσο πικρόχολη; Τόσο εκδικητική; «Ευχάριστα;» Ο Ρέγιες γέλασε, αλλά ο ήχος της φωνής του δεν ήταν ελκυστικός. «Πώς, αφού δεν μπορούσα καν να την αγγίξω;» «Αφού δεν... τι είπες;» Οι πιο καυτές φλόγες της οργής της σκόρπισαν και μειώθηκαν πριν σβήσουν εντελώς. «Δεν την άγγιξες;» «Όχι». «Α!» Οι ώμοι της Ντανίκα καμπούριασαν και τα μάτια της

[245]


έκλεισαν. Η ανακούφιση την πλημμύρισε σαν... «Κι έτσι βρήκα μια άλλη». Τα μάτια της σπίθισαν ξανά και εστιάστηκαν στο πρόσωπό του. Από την ανακούφιση και την ελπίδα –μισούσε την ελπίδα– στην οργή. «Και;» «Και δεν μπόρεσα να αγγίξω ούτε εκείνη. Κι οι δυο θα μου έδιναν τον πόνο που χρειαζόμουν τόσο απεγνωσμένα όταν άφησα το κάστρο. Ανυπομονούσαν να με δέσουν και να με μαστιγώσουν. Θα με τραυμάτιζαν και θα το απολαμβάναμε όλοι». «Αλήθεια;» Η ματιά της προσγειώθηκε στον ακόμα τραυματισμένο λαιμό του. Ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Περίεργο, φαίνεται να το έκανες ήδη». Ο Ρέγιες άρπαξε τα μπράτσα της και την ταρακούνησε δυνατά. «Θα μπορούσα να το απολαύσω, αλλά το μόνο πράγμα που σκεφτόμουν ήσουν εσύ. Το μόνο που ήθελα ήσουν εσύ. Και επειδή εκείνες δεν ήταν εσύ, δεν μπορούσα να αναγκάσω τον εαυτό μου να τις πάρει». Η Ντανίκα έγλειψε τα χείλη της. «Δηλαδή... δηλαδή εσύ τραυμάτισες τον εαυτό σου;» Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. «Όχι. Όταν έφτασα εδώ, υπήρχαν τέσσερις Κυνηγοί στο κλαμπ». Τώρα η Ντανίκα ξεροκατάπιε, ξεχνώντας εντελώς την οργή της. Η ελπίδα της ανανεώθηκε –κι όμως, δεν αισθανόταν ανακούφιση. Όχι τώρα. Δεν είχε πάει με άλλη γυναίκα κι αυτό την ευχαριστούσε. Αλλά είχε σκοτώσει. Είχε σκοτώσει τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι η ίδια βοηθούσε. «Υπήρχαν εδώ; Δηλαδή δεν υπάρχουν πια;» Ο Ρέγιες ένευσε καταφατικά, σκυθρωπός. «Πάλεψες μαζί τους;» Δε χρειαζόταν να ρωτήσει· ήξερε την απάντηση, αλλά ίσως χρειαζόταν επιβεβαίωση. Ίσως χρειαζόταν χρόνο για να σταματήσει τον πόθο που δυνάμωνε μέσα της. Αυτός ο άντρας εξακολουθούσε να της ανήκει και την ήθελε τόσο παθιασμένα όσο τον ήθελε κι εκείνη. «Ποιοι ήταν;» Δεν ήθελε να προφέρει φωναχτά την ερώτηση και ξεροκατάπιε όταν συνειδητοποίησε πως

[246]


το είχε κάνει. Μήπως ο Στέφανο ήταν ανάμεσά τους; Συνοφρυωμένος, ο Ρέγιες έχωσε τα χέρια στις τσέπες, έβγαλε μερικές ταυτότητες και τις έδωσε στην Ντανίκα. Εκείνη τις μελέτησε με χέρια που έτρεμαν. Κανένας Στέφανο. Ωστόσο, οι άντρες είχαν πολύ συνηθισμένα πρόσωπα και ένιωσε θλίψη με τη σκέψη πως είχαν πάθει κακό. «Δε μας είδαν παρά μόνο όταν ήταν αργά. Ο Γουίλιαμ κι εγώ τους είχαμε ήδη σύρει έξω. Τους... τους εξουδετερώσαμε». Ο θυμός του φαινόταν να εξανεμίζεται. «Έδωσα μάχη, άγγελε, και πονώ. Σε χρειάζομαι και τούτη τη φορά θα αφήσω τον εαυτό μου να σε κάνει δική μου. Εσύ θα με αφήσεις;» Η Ντανίκα είχε ήδη αποφασίσει να πάει μαζί του. Για να τον διώξει από το μυαλό της, για να τον βγάλει από μέσα της και για να σταματήσει τις φαντασιώσεις που την καταδίωκαν. Μόνο και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό της ότι το σεξ μαζί του δε θα ήταν καθόλου ευχάριστο για εκείνη. «Θα με αφήσεις; Θα το κάνω αργά. Θα είμαι τρυφερός. Θα σε προσέχω. Δε θα αφήσω ελεύθερο το δαίμονά μου. Και δε θα χρειαστεί να με πονέσεις». Είχε αναφέρει έναν έναν τους λόγους που η Ντανίκα έπρεπε να του δοθεί, σαν να είχε σκεφτεί από πριν κάθε πιθανή αντίρρησή της. «Δε... δεν...» Η Ντανίκα περίμενε πως θα τον μαχαίρωνε. Κι αυτό θα την αηδίαζε. Ή μήπως όχι; Και τώρα, ο Ρέγιες ήθελε ένα αργό και τρυφερό σεξ; Χωρίς πόνο; «Τι θα θέλεις να σου κάνω;» Θα μπορούσε να του προσφέρει ό,τι χρειαζόταν; Θα μπορούσε να την ξεχάσει μετά; «Αγάπησέ με... έστω και για λίγο». Η Ντανίκα βόγκηξε σιγανά. Κι αν, μετά το σεξ, εκείνη ήθελε κι άλλο; Λαχταρούσε κι άλλο; Αν δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνον; Το αργό και τρυφερό σεξ θα ήταν κακό για εκείνη, επειδή θα τον αγαπούσε ακόμα περισσότερο. «Γιατί αργό; Γιατί τρυφερό;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτά. «Στο παρελθόν, οι γυναίκες συνήθιζαν να... να τους αρέσει αυτό που μου έκαναν –να τους αρέσει υπερβολικά», εξήγησε ο Ρέγιες. «Και τότε έκαναν κακό σε όσους βρίσκονταν κοντά τους. Δε θέλω να συμβεί κάτι τέτοιο σ’ εσένα. Σκέφτηκα να πάρω μια άλλη γυναίκα

[247]


σήμερα και να φροντίσω να μην πάθει κανένα κακό. Αν παρέμενε όπως ήταν πριν, θα ήμουν ελεύθερος να σε κάνω δική μου χωρίς ανησυχίες. Αν άλλαζε, θα έπρεπε να μείνω μακριά σου. Αλλά δεν μπορώ να μείνω μακριά σου». Τρομαγμένη, η Ντανίκα έκανε αργά μερικά βήματα πίσω. Τα χέρια του έπεσαν στα πλευρά του κι η έκφρασή του πρόδωσε το μαρτύριό του. Η Ντανίκα σταμάτησε και άνοιξε το στόμα της για να πει... τι; Ήξερε τι θα έλεγε. Όχι. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι ο Ρέγιες να χρειαζόταν ξανά πόνο, επειδή ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τον εξοστρακίσει από τις φαντασιώσεις της. Επειδή δε θα λαχταρούσε ποτέ να πονέσει κάποιον. Αλλά θυμόταν εκείνη τη φορά –είχε περάσει μόλις μια μέρα από τότε;– που τον είχε δαγκώσει. Και της άρεσε. Τώρα ξέρεις με τι έχεις να κάνεις. Είσαι προετοιμασμένη. Οι ρώγες της είχαν ήδη σκληρύνει και τα μέλη της έτρεμαν. Υγρασία συγκεντρωνόταν ανάμεσα στους μηρούς της· ζεστά κύματα απλώνονταν στην κοιλιά της, αφυπνίζοντας κάθε κύτταρο, κάθε όργανο. «Απόψε», είπε. «Μόνο απόψε. Αύριο...» Ο Ρέγιες άφησε μια ανάσα που η Ντανίκα δεν ήξερε πως κρατούσε. «Αύριο μπορείς να με μισήσεις ξανά».

[248]


Κεφάλαιο 18 Ο Πάρις είχε μιλήσει στους άλλους για τις εικόνες που είχε δει στο ναό και όλοι πίστευαν πως τις είχε δει επειδή το δικό του αίμα ήταν το πρώτο που είχε αναμειχθεί με τη βροχή. Ο Λούσιεν είχε διακτινιστεί πίσω στο κάστρο, αλλά δεν είχε γυρίσει. Ο Σαβίν είχε προσπαθήσει να τηλεφωνήσει στον Ρέγιες χίλιες φορές –δεν πήρε απάντηση– και τελικά εγκατέλειψε τις προσπάθειες και επικοινώνησε με τον Τόριν, που τον πληροφόρησε ότι ο πολεμιστής είχε πάει στο κλαμπ. Στο κλαμπ; Ο Πάρις σκέφτηκε πως ο βλοσυρός Ρέγιες δε συνήθιζε κάτι τέτοια κι αναρωτήθηκε μήπως η Ντανίκα είχε κάποια σχέση με την αλλαγή της συμπεριφοράς του. Πώς θα αντιδρούσε ο Ρέγιες μαθαίνοντας ότι η γυναίκα του θα έπαιζε ζωτικό ρόλο στην ανακάλυψη του κουτιού της Πανδώρας; Κόβοντας βόλτες στην προσωρινή κρεβατοκάμαρά του, ο Πάρις χτένισε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του. Οι άλλοι είχαν επιδοθεί στην τοποθέτηση αμυντικών μηχανισμών γύρω από τη νοικιασμένη κατοικία τους. Θα έπρεπε να είναι μαζί τους, θα έπρεπε να τους βοηθά· είχε πιο πολλούς λόγους από τους περισσότερους για να θέλει να φρουρήσει το χώρο τους εναντίον των Κυνηγών. Ωστόσο, οι φίλοι του είχαν διαπιστώσει ότι δεν παρακολουθούσε τα μόνιτορ, όπως τον είχαν προστάξει, αλλά ήταν χαμένος σε σκέψεις –κι έτσι τον είχαν διώξει αγανακτισμένοι. Είχε αφήσει το πολύβουο σαλόνι χωρίς διαμαρτυρία, χαρούμενος που του δινόταν η δυνατότητα να μείνει λίγο μόνος. Το μυαλό του βρισκόταν σε χαώδη κατάσταση, αναπαράγοντας ξανά και ξανά μια και μόνη σκέψη. Τι θα γινόταν; Τι θα γινόταν αν μπορούσε να φέρει πίσω τη Σιένα; Τι θα γινόταν αν παρακαλούσε τους θεούς; Από τότε που οι Τιτάνες είχαν δραπετεύσει από τα Τάρταρα και είχαν ανατρέψει τους Ολύμπιους Έλληνες θεούς, κατακτώντας

[249]


ξανά τους ουρανούς, δεν είχαν προκαλέσει τίποτε άλλο σ’ εκείνον και στους φίλους του εκτός από δυστυχία. Είχαν προστάξει τον Έρον να σκοτώσει ανθρώπινα θηλυκά και, όταν εκείνος αρνήθηκε, τον καταράστηκαν προκαλώντας του μια παρανοϊκή δίψα για αίμα. Είχαν κυνηγήσει ανελέητα την Άνια και την καταδίκασαν σε θάνατο. Είχαν επιτρέψει να πεθάνει η Σιένα. Όχι, εσύ της επέτρεψες να πεθάνει. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά απεχθανόταν την υπενθύμιση. Το πιο πιθανό ήταν πως οι νέοι θεοί δεν ενδιαφέρονταν για την ευημερία του, όπως δεν ενδιαφέρονταν κι οι προκάτοχοί τους. Αλλά αντίθετα με τους απόμακρους Έλληνες, οι Τιτάνες λαχταρούσαν λατρεία και θυσίες. Κι ο Πάρις θα τους τις πρόσφερε. Με ένα τίμημα. Σταμάτησε να κάνεις βόλτες. Ανάλαβε δράση! Νιώθοντας την καρδιά του να χτυπά δυνατά από ανυπομονησία και έξαψη, έπεσε στα γόνατα. Το χαλί έγδαρε τα γυμνά πόδια του. Έβγαλε όλα τα ρούχα του, μη θέλοντας να προσβάλει με τίποτα τους εύθικτους θεούς. Αν κάποιος ή κάποιοι εμφανίζονταν πραγματικά μπροστά του και τους πρόσβαλλε με κάποιον τρόπο, θα τον τιμωρούσαν. Περισσότερο απ’ όσο έχω ήδη τιμωρηθεί. Θα τον εξοστράκιζαν στην κόλαση, θα τον σκότωναν ή θα του ζητούσαν να κάνει κάτι που δεν ήθελε να κάνει. «Αξίζει το ρίσκο», μουρμούρισε για να θυμίσει στον εαυτό του το στόχο του. Άρπαξε ένα μαχαίρι με το αριστερό χέρι, βάζοντας τόση δύναμη που νόμιζε ότι θα κόβονταν οι τένοντές του. Ή τώρα ή ποτέ. Σήκωσε το μαχαίρι όσο το δυνατό πιο ψηλά. Το ασημένιο μέταλλο άστραψε στο φως του κεριού που καιγόταν στο κομοδίνο. Ποιον να προσπαθήσω να καλέσω; Δεκάδες πιθανότητες στροβιλίστηκαν στο μυαλό του, εμφανίζοντας τα ονόματα των πλασμάτων που είχε μελετήσει και είχε μάθει την τελευταία βδομάδα, στα πλαίσια της προετοιμασίας για την έρευνα του ναού. Τον Κρόνο, το βασιλιά-πολεμιστή; Ο Κρόνος θα κατανοούσε τη δύναμη και θα τη σεβόταν. Αλλά φαινόταν να μισεί τους Άρχοντες και εκείνος είχε διατάξει το θάνατο της Άνια.

[250]


Τη Ρέα, τη σύζυγο του Κρόνου; Ο Πάρις δεν ήξερε τίποτα για τη θεά. Τη Γαία, τη μητέρα της γης; Εκείνη ίσως να έδειχνε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την παράκλησή του. Τον Ωκεανό, το θεό των υδάτων; Την Τηθύν, που αγαπούσε τον Ωκεανό; Τη Μνημοσύνη, τη θεά της μνήμης; Τον Υπερίονα, θεό του φωτός και πατέρα του ήλιου; Τη Θέμιδα, θεά της δικαιοσύνης; Όχι, η Θέμις βρισκόταν στη φυλακή, όπως είχε πει η Άνια. Είχε πάρει το μέρος των Ελλήνων θεών πριν από χιλιάδες χρόνια· τους είχε βοηθήσει να νικήσουν τους Τιτάνες. Αμέσως μετά την ανάκτηση του θρόνου του, λοιπόν, ο Κρόνος την έκλεισε στη φυλακή. Ποιον άλλο μπορούσε να προσεγγίσει; Υπήρχε ακόμα η Φοίβη, η θεά της Σελήνης. Ο Άτλας, που κάποτε κρατούσε ολόκληρο τον κόσμο στην πλάτη του. Ο Επιμηθέας ο αμαρτίνοος, ο θεός της απερισκεψίας· υποτίθεται πως ήταν ο πιο ανόητος από όλους τους θεούς. Ο Προμηθέας, ο θεός της προνοητικότητας. Ναι, αυτός ήταν ένας θεός που μπορούσε να κατανοήσει το ανελέητο μαρτύριο. Είχε περάσει χιλιάδες χρόνια βλέποντας έναν αετό να τρώει το συκώτι του –και το συκώτι να αναδημιουργείται για να φαγωθεί ξανά. Η μυθολογία ήταν επικίνδυνος τομέας. Οι άνθρωποι ήξεραν μόνο αποσπάσματα της αλήθειας υφασμένα με μύθους. Ο Πάρις, που είχε εξοριστεί από τον Όλυμπο πριν από τόσους αιώνες, δεν ήξερε τι να πιστέψει. Δεν ήξερε ποιος ήταν δυνατός, ποιος ήταν αγαπητός και ποιος ήταν μισητός. Αν πρόφερε λάθος όνομα... Αν καλούσε έναν εχθρό... Ίσως έπρεπε να καλέσει μια γυναίκα, επειδή καμιά δεν μπορούσε να αντισταθεί στο δαίμονα της Ακολασίας. Αλλά αν προσπαθούσε να αποπλανήσει γυναίκα θεού... Η Άνια του είχε πει ότι ο Γουίλιαμ είχε κοιμηθεί με την Ήρα και, για τιμωρία, ο Δίας είχε στερήσει από τον Γουίλιαμ την ικανότητα να διακτινίζεται ή να τον διακτινίζουν. Έτσι, ο Γουίλιαμ δε θα μπορούσε ποτέ ξανά να το σκάσει από μια κρεβατοκάμαρα στην οποία δεν έπρεπε να βρίσκεται. Θα έπρεπε να παραμείνει –και να αντιμετωπίσει τον εξοργισμένο σύζυγο. Άρα, οι γυναίκες αποκλείονταν. Άφησε έναν αναστεναγμό καθώς το μυαλό του στρεφόταν

[251]


ξανά στον Κρόνο. Γιατί να μη σκοπεύσει την κορυφή; Ο βασιλιάς των θεών ήταν ο πιο αινιγματικός απ’ όλους, σκληρός και εκδικητικός. Αλλά είχε ξαναφέρει τον Λούσιεν στη ζωή μόλις πρόσφατα και ο Πάρις χρειαζόταν ακριβώς αυτή την ικανότητα. Αν ο ναός δεν ήταν πλημμυρισμένος με ανθρώπους, θα γύριζε και θα πραγματοποιούσε την ιεροτελεστία που σχεδίαζε εκεί. Αλλά τώρα έπρεπε να συμβιβαστεί με το χώρο στον οποίο βρισκόταν. Κλείνοντας τα μάτια, φώναξε: «Κρόνε, βασιλιά των θεών, σε καλώ». Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα χωρίς να συμβεί το παραμικρό. Ο Πάρις δεν περίμενε να δει το θεό να εμφανίζεται αμέσως· ήξερε πως χρειαζόταν μια θυσία προκειμένου να σκεφτεί έστω ένα υπερφυσικό πλάσμα να παρουσιαστεί μπροστά του. Έτσι, κατέβασε αργά, σκόπιμα το μπράτσο του και χάραξε με την ακίδα του μαχαιριού το στήθος του. Η σάρκα άνοιξε πόντο πόντο και ζεστό αίμα κύλησε στο στομάχι του για να σχηματίσει μια λιμνούλα στον αφαλό του. Ωστόσο, τα δευτερόλεπτα περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα. «Βασιλιά των θεών, σε χρειάζομαι. Εκλιπαρώ μια ακρόαση». Το αίμα συνέχισε να ρέει... και να ρέει. Είχε αφήσει ένα ποτήρι με νερό στο πάτωμα πριν αποφασίσει να συνεχίσει την ιεροτελεστία, για καλό και για κακό. Ήταν το νερό της βροχής της Άνια, τα δάκρυα της γης. Ο Πάρις βύθισε το ένα χέρι του μέσα κι έπειτα έριξε τις σταγόνες στην πληγή. Αίμα και νερό αναμείχθηκαν και το άλικο χρώμα μετατράπηκε σε ροζ καθώς το υγρό κυλούσε στις γραμμώσεις του στομαχιού του και έπεφτε στο δάπεδο. «Εκλιπαρώ να σε αντικρίσω. Περιμένω ταπεινά γονατιστός». Σήκωσε ξανά το χέρι, σφίγγοντας ακόμα το μαχαίρι, πριν ανοίξει χιαστί άλλη μια πληγή στο στήθος του. Οι επικλήσεις ήταν πιο δύσκολες απ’ όσο φανταζόταν. Την τελευταία φορά που είχε γονατίσει με τον ίδιο τρόπο, οι κραυγές του είχαν αγνοηθεί κι ένας δαίμονας είχε μπει βίαια στο σώμα του. «Αν το θελήσεις, θα σε περιμένω για πάντα». «Αλήθεια;» Η ήρεμη φωνή αντήχησε στην κρεβατοκάμαρα ξερή και λίγο θυμωμένη.

[252]


Τα βλέφαρα του Πάρη άνοιξαν. Το θαμπό φως δεν είχε γίνει πιο φωτεινό, κανένα φωτοστέφανο δεν αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι του βασιλιά των θεών, αλλά ο Κρόνος βρισκόταν μπροστά του. Το σοκ τον άφησε σχεδόν άφωνο και χάρηκε που ήταν ήδη γονατιστός. Ο θεός είχε πυκνά ασημένια μαλλιά και βασιλική γενειάδα. Τα μάτια του ήταν μαύρες, απύθμενες λίμνες. Ένας καθαρός άσπρος χιτώνας περνούσε πάνω από τους ώμους του και κυλούσε στο σώμα του. Κρατούσε ένα σύμβολο στο ένα χέρι. Το Δρεπάνι του Θανάτου –ένα όπλο που ούτε ο Λούσιεν δεν είχε. Ήταν ψηλόλιγνος και ηλικιωμένος, αλλά εξέπεμπε απεριόριστη δύναμη. Ο Πάρις δεν τολμούσε να σηκωθεί. Έσκυψε το κεφάλι, ενώ η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο δυνατά. Ο Κρόνος είχε έρθει. Είχε έρθει πραγματικά. «Ευχαριστώ που με τίμησες με την παρουσία σου». «Δεν το έκανα για σένα. Απλώς, είμαι περίεργος». Πρόσεχε πώς θα συνεχίσεις. «Αν ευχαριστεί εσένα, ευχαριστεί κι εμένα». «Δε με ευχαριστεί. Δε μου αρέσουν τα αινίγματα». Η αρχή δεν ήταν καλή. «Παρακαλώ, δέξου την πιο ειλικρινή συγνώμη μου που σε ενόχλησα, βασιλιά μου». Ο Κρόνος γέλασε κοφτά· ήταν ένας ξερός, απωθητικός ήχος, αλλά δε συνοδευόταν πια από θυμό. «Βλέπω πως κάτι έμαθες για τον έλεγχο και τη διπλωματία μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια ζωής». «Δεν το οφείλω στους Έλληνες θεούς», είπε ο Πάρις. Το μόνο κοινό σημείο του με τον Κρόνο ήταν πως είχαν τους ίδιους εχθρούς. Και ένα κοινό μίσος. Όπως περίμενε, η δήλωσή του ενθουσίασε το νέο βασιλιά. «Ο Δίας δεν ήταν ποτέ ισάξιός μου». Ο Κρόνος έκανε ένα βήμα μπροστά· η μυρωδιά των αστεριών και του ουρανού αναδύθηκε από το σώμα του. «Χαίρομαι που το καταλαβαίνεις». Ο Πάρις πρόσεξε ότι τα δάχτυλα των ποδιών του θεού Κρόνου εξείχαν από το μακρύ χιτώνα του. Πλαισιώνονταν από κάτασπρα σαντάλια με καρφιά σε σχήμα νυχιών αρπακτικού, εντελώς παράταιρα με την εικόνα της μεγαλοπρέπειας που εξέπεμπε

[253]


ο θεός. Ίσως τελικά θεός και δαίμονας να μην ήταν τόσο διαφορετικοί. Ο Κρόνος έκανε το γύρο του χωρίς να τον αγγίζει. «Είσαι ο Πάρις, απρόθυμος ξενιστής της Ακολασίας. Συμπονώ το δαίμονά σου γιατί ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει να σε φυλακίζουν». Α, ναι. Έμοιαζαν πολύ. «Τότε ξέρεις επίσης πολύ καλά τι σημαίνει να υποφέρεις». «Ναι». Άλλη μια παύση. Δάχτυλα πέρασαν μέσα από τα μαλλιά του Πάρη. «Με κάλεσες επειδή θέλεις να ελευθερωθείς από το δαίμονά σου;» Με μια και μόνη κίνηση, ο Κρόνος μπορούσε να χωρίσει τον άντρα από το κτήνος. Αν το έκανε, ο Πάρις θα πέθαινε. Ο Πάρις δεν μπορούσε να θυμηθεί τη ζωή του χωρίς το δαίμονα. Ναι, ήθελε ειρήνη. Ναι, ήθελε ελευθερία στο μυαλό του, ήθελε οι σκέψεις του να είναι πάντα δικές του, αλλά η Ακολασία ήταν το άλλο μισό του. «Όχι, βασιλιά μου», είπε τελικά. «Σοφή απόφαση. Αυτό με ευχαριστεί». «Ως υπηρέτης σου, νιώθω υπερηφάνεια όταν σε ευχαριστώ». Ένα απαλό γέλιο. «Καλά το είπες». Ο Πάρις κράτησε το κεφάλι του σκυφτό και παρακολούθησε το αίμα του να καλύπτει το κάτω μέρος του χιτώνα του θεού. Η κηλίδα φάνηκε να παίρνει το σχήμα καρδιάς. «Πρέπει να ομολογήσω ότι περίμενα...» «Ένα τέρας;» «Ναι». Δεν τολμούσε να πει ψέματα· ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εκείνον. «Σκέφτηκα πως θα χαιρόσουν εξολοθρεύοντας τους Άρχοντες». Ακούστηκε ένα θρόισμα υφάσματος. Ο θεός δε βρισκόταν πια μπροστά του –και μετά μια ζεστή ανάσα χάιδεψε το αυτί του Πάρη. «Σωστά περίμενες», ψιθύρισε ο βασιλιάς. Άλλο ένα θρόισμα και η ζεστή ανάσα εξαφανίστηκε. «Είμαι τέρας. Είμαι αυτό που με έκανε η φυλακή». «Τώρα λαχταράς τη λατρεία του λαού σου. Θα σε λατρεύω μέχρι να πεθάνω, αρκεί να...»

[254]


Ένα φύσημα αέρα πέτυχε με δύναμη την πλάτη του Πάρη, ρίχνοντάς τον μπρούμυτα στο πάτωμα. Το αίμα του είχε πήξει και τώρα λέκιασε το μάγουλό του, τόσο πηχτό που δεν έσταζε πια. «Αντίκρισέ με, δαίμονα». Ο Πάρις σήκωσε αργά το κεφάλι του. Για άλλη μια φορά, είδε τον Κρόνο μπροστά του. Δεν είχε συνηθίσει να υπακούει κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό του και το δαίμονα. Το ένστικτο απαιτούσε να αρνηθεί, μόνο και μόνο επειδή ήταν θέμα αρχής. Αν υπάκουε, θα προκαλούσε περισσότερες απαιτήσεις. Αλλά για τη Σιένα θα έκανε τα πάντα. Χωρίς άλλο δισταγμό, τα μάτια του καρφώθηκαν στο πρόσωπο του θεού. Οι σκιές του δωματίου φαίνονταν να έχουν αναπτύξει χέρια και να απλώνονται για να τυλίξουν τον Κρόνο στο κέντρο τους, προστατεύοντάς τον. Αλλά τα μάτια του, πάντα μαύρα, έλαμπαν έντονα. «Δεν ξέρεις καν τι λαχταρώ». «Ζητώ συγνώμη». Κύλησε μια αιωνιότητα σιωπής, αλλά η υπερένταση στο δωμάτιο δε χαλάρωσε καθόλου. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν ήμουν σίγουρος τι έπρεπε να κάνω μ’ εσένα και με τους άλλους Άρχοντες», είπε τελικά ο θεός. «Είστε βδελύγματα –αυτό, τουλάχιστον, το ξέρω καλά. Κι όμως, εξυπηρετείτε ένα σκοπό». Βδελύγματα; Οι Κυνηγοί χρησιμοποιούσαν κάτι τέτοιες λέξεις. Η αλήθεια ήταν πως κάποτε ο Πάρις πίστευε το ίδιο. Εκείνος κι οι άλλοι είχαν κάνει τρομακτικά πράγματα. Στον κόσμο, στους θνητούς. Ακόμα και στους Έλληνες θεούς, προδίδοντας την εμπιστοσύνη τους. Αλλά είχαν περάσει πολλούς αιώνες προσπαθώντας να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους. «Σκοπό;» «Μήπως χρειάζεσαι κι εξήγηση;» ρώτησε περιφρονητικά ο Κρόνος. Ο Πάρις δεν είχε τίποτα να πει σε τούτο. Τίποτα που να τον βοηθούσε, δηλαδή. «Ξέρω τι θέλεις, δαίμονα. Εκείνη τη γυναίκα, τη Σιένα. Θέλεις να επιστρέψει κοντά σου».

[255]


Ήταν δύσκολο να ακούει μεγαλόφωνα την πιο κρυφή σκέψη του. Για εκείνον και για το δαίμονα που πηγαινοερχόταν με μανία από τη μια πλευρά του μυαλού του στην άλλη. Μολονότι ο Πάρις απολάμβανε τη σκέψη πως θα ήταν με μία και μόνη γυναίκα, ο σύντροφός του δεν την απολάμβανε καθόλου. «Ναι». «Είναι νεκρή». «Όπως απέδειξες κάποτε με τον Λούσιεν, εσύ είσαι πιο ισχυρός από το θάνατο». Ένα σιγανό γέλιο σαν ψίθυρος. «Κολακεία, ω γλυκιά κολακεία! Αλλά δεν πρόκειται να ικανοποιήσω την επιθυμία σου. Ό,τι έγινε, έγινε. Είναι νεκρή». Δεν μπορούσε να παραδοθεί στο συντριπτικό βάρος της απογοήτευσης που τώρα πίεζε τους ώμους του. Οι πολεμιστές δεν παραδίδονταν παρά μόνο όταν η τελευταία ανάσα εγκατέλειπε το σώμα τους –αλλά ακόμα και τότε, ο Πάρις υποψιαζόταν πως μπορεί να υπήρχε μια ευκαιρία διαπραγμάτευσης. «Είμαι πρόθυμος να διαπραγματευτώ για εκείνη». «Ναι, τη λατρεία σου», είπε ξερά ο Κρόνος. «Δεν έχεις κάτι το πολύτιμο, δαίμονα». Για πρώτη φορά, η Ακολασία φαινόταν περισσότερο πρόθυμη να προκαλέσει πόνο παρά να πάρει ευχαρίστηση, επειδή τόσο ο Πάρις όσο κι ο δαίμονας μούγκρισαν με τούτα τα λόγια, έτοιμοι να χτυπήσουν. «Σίγουρα κάτι θα υπάρχει», απάντησε κοφτά. «Όχι, τίποτα. Δε χρειάζομαι περισσότερους πολεμιστές. Έχω πλούτη, ελευθερία, δύναμη πέρα από κάθε φαντασία. Έχετε το κλουβί μου, αλλά δεν μπορώ να διαπραγματευτώ με αντάλλαγμα το κλουβί, επειδή έδωσα το λόγο μου και ο λόγος μου είναι νόμος. Ίσως όταν βρείτε τα άλλα όπλα μου». «Σε παρακαλώ», είπε βιαστικά ο Πάρις, καθώς φοβόταν πως ο θεός θα εξαφανιζόταν από στιγμή σε στιγμή. «Είσαι η τελευταία μου ελπίδα. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, αρκεί να εισακούσεις την παράκλησή μου. Νιώθω σαν χαμένος χωρίς εκείνη. Τη χρειάζομαι, επειδή είναι η γαλήνη στην τρικυμία μου. Η άγκυρά μου. Χωρίς εκείνη, είμαι απλώς το κουφάρι ενός άντρα. Δεν ένιωσες ποτέ έτσι για

[256]


μια γυναίκα; Δεν ήθελες ποτέ κάτι τόσο πολύ ώστε να ήσουν πρόθυμος να δώσεις ακόμα και τη ζωή σου;» Μια παύση. Ένας αναστεναγμός. «Η απόγνωσή σου με παραξενεύει. Από τότε που η Άνια πρόσφερε το μεγαλύτερο θησαυρό της για να σώσει έναν άντρα, αναρωτιόμουν σε ποιες θυσίες μπορεί να οδηγήσει η αγάπη μια καρδιά». Με αυτά τα λόγια, όλα τα κύτταρα του σώματος του Πάρη φωτίστηκαν. Το κεφάλι του θεού έγειρε στο πλάι και η έκφρασή του ήταν στοχαστική. «Πες μου γιατί διάλεξες τη συγκεκριμένη γυναίκα, ενώ θα μπορούσες να μου ζητήσεις ένα σωρό άλλα πράγματα. Γιατί δε με εκλιπάρησες να απαλλάξω τον Έρον από την αποστολή του;» «Δε... δε...» Γαμώτο. Τι είδους φίλος ήταν; Αυτό θα έπρεπε να είναι το αίτημά του –και θα ήταν πράγματι, πριν από λίγες βδομάδες. «Ντρέπομαι, αλλά παραδέχομαι ότι δεν έχω απάντηση». Δάχτυλα πέρασαν και πάλι μέσα από τα μαλλιά του απαλά, σχεδόν τρυφερά. «Δε με βοηθάς να λύσω τη σύγχυσή μου. Η Σιένα ήταν εχθρός σου κι όμως την έβαλες σε μια θέση πιο ψηλά από τον παλιό φίλο σου. Εκείνος θα σε έσωζε. Εκείνη θα σε σκότωνε. Εκείνον τον αγαπάς. Εκείνη δεν την αγαπάς». Πράγματι, δεν την αγαπούσε, και οι τύψεις του αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο. «Δεν μπορώ να έχω και τα δυο;» «Δε με έπεισες ότι πρέπει να σου ικανοποιήσω έστω και ένα αίτημα». Ο Πάρις έκλεισε τα μάτια σε μια μάταιη προσπάθεια να αποδιώξει τις τρομερές τύψεις. «Το σώμα μου κατόρθωσε να ανταποκριθεί στη Σιένα όπως δεν έχει ανταποκριθεί σε καμιά άλλη γυναίκα από τότε που φιλοξενώ το δαίμονα. Σκέφτηκα, ήλπιζα, πως η Σιένα θα μπορούσε να με σώσει από τον εαυτό μου». «Πολύ εγωιστικό εκ μέρους σου. Νόμιζα πως είχες μάθει να ασκείς έλεγχο στον εαυτό σου μετά από τόσα χρόνια στη Γη –αλλά διαπιστώνω πως είσαι ακόμα σκλάβος της Ακολασίας». Ευχαριστώ που έμπηξες το μαχαίρι πιο βαθιά. «Πράγματι». «Αν σου τη δώσω πίσω, τελικά θα σε προδώσει. Το ξέρεις καλά, έτσι δεν είναι; Ο φίλος σου θα συνεχίσει να υποφέρει κι όμως

[257]


θα σε αγαπά, μολονότι εσύ προτίμησες μια γυναίκα στη θέση του». Τα λόγια ήταν πολύ βαριά, πολύ πραγματικά, κι ο Πάρις έσκυψε μπροστά, κρατώντας το στομάχι του και πολεμώντας τα δάκρυα που συγκεντρώνονταν στα μάτια του. «Αρκεί για τώρα. Σκέψου όσα είπα, δαίμονα, και θα ξαναμιλήσουμε». Ο Κρόνος εξαφανίστηκε την επόμενη στιγμή. «Τι κάνεις, Σαβίν;» «Ετοιμάζομαι για πόλεμο», απάντησε εκείνος, κοιτάζοντας τους πολεμιστές που τον περιστοίχιζαν. Βρίσκονταν σκορπισμένοι σε κάθε γωνιά του νοικιασμένου σπιτιού τους στη Ρώμη και τον παρακολουθούσαν έντονα. «Το ξέρετε όλοι». Πριν από λίγο, ο Λούσιεν είχε επιστρέψει στη Βουδαπέστη και είχε διακτινίσει εδώ τον θεραπευμένο πλέον Γκίντεον και τον Κέιν. Ο σοβάς του ταβανιού κατέρρεε ήδη πάνω από το κεφάλι του ξενιστή του Ολέθρου. Ο Λούσιεν τους είχε φέρει για να «βάλουν μυαλό» στον Σαβίν. Αντίθετα, ο ίδιος πίστευε ότι οι άλλοι έπρεπε να βάλουν μυαλό. «Τι; Γιατί;» ρώτησε ο Μάντοξ. «Αυτή είναι η δουλειά μου... σ’ αυτά τα καταφέρνω». Έστρεψε ξανά την προσοχή του στο πιστόλι του, ένα Ζιγκ Ζάουερ, και φόρτωσε σφαίρες στο γεμιστήρα. «Οι Κυνηγοί που σκοτώσαμε στο ναό δεν είναι οι μοναδικοί εδώ πέρα. Υπάρχουν περισσότεροι και πιθανότατα μας αναζητούν. Και, ακόμα πιο σημαντικό, ο Πάρις είδε τη γυναίκα του Ρέγιες να κρατά το κουτί μας στο αναθεματισμένο όραμά του. Το κρατούσε για μας; Ή για εκείνους;» Η δυσοίωνη ερώτηση προκάλεσε απόλυτη σιωπή στο σαλόνι· κανένας δεν ήξερε την απάντηση. «Κάποτε έσωσε την Άσλιν. Τη συμπαθώ», είπε ο Μάντοξ –και δεν το έλεγε επειδή ήταν μπροστά η Άσλιν· η γυναίκα του αναπαυόταν σε ένα άλλο δωμάτιο. Εννοούσε όσα έλεγε. Αλλά ο Σαβίν δεν είχε τελειώσει. «Ξέρουμε ότι η Ντανίκα έμεινε για κάποιο χρόνο με τους Κυνηγούς. Ξέρουμε ότι δε μας συμπαθεί. Οι Κυνηγοί μπορεί να βρίσκονται ακόμα εδώ και να μας ακολουθούν, ελπίζοντας να αρπάξουν το κουτί από τα χέρια μας αμέσως μόλις το

[258]


βρούμε». «Δεν το ξέραμε από την αρχή», είπε ο Γκίντεον, δείχνοντας να συμφωνεί. Έτριψε τους κροτάφους του και τα μπλε μαλλιά του έκρυψαν στιγμιαία τα δάχτυλά του. Ο Στράιντερ χτύπησε τη μέση του και ένευσε καταφατικά όταν ένιωσε τα στιλέτα του. «Είμαι μαζί σου». Ο Σαβίν κοίταξε τον Αμούν. Αυτός ο άνθρωπος μιλούσε σπάνια. Ως ξενιστής των Μυστικών, δεν μπορούσε να μιλήσει χωρίς να αποκαλύψει πράγματα που πιθανότατα όλοι στο δωμάτιο ήταν προτιμότερο να μη μάθουν. Αλλά ένευσε κι εκείνος καταφατικά. Η Άνια ακούμπησε τα χέρια στους γοφούς της. «Δεν πάω πουθενά χωρίς τον Λούσιεν». Αγάπη! Ο Σαβίν μόρφασε χλευαστικά. Είχε ερωτευτεί λίγες φορές στη διάρκεια των αιώνων και κάθε φορά ήταν λάθος. Πριν από έντεκα χρόνια η γυναίκα του Ντιν Στέφανο, η Ντάρλα, ήταν η τελευταία που είχε κερδίσει την καρδιά του. Μετά το θάνατό της, είχε ορκιστεί να μην επιτρέψει ξανά στον εαυτό του τέτοια συναισθήματα. Οδηγούσε πάντα τις γυναίκες στην κατάθλιψη, επειδή δεν μπορούσαν να σταματήσουν να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους και τις πράξεις τους· σε ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνη της Ντάρλα, η κατάθλιψη τις έσπρωχνε στην αυτοκτονία. Η αγάπη δεν άξιζε τα βάσανα που προκαλούσε. Ο Γκίντεον ανασήκωσε τους ώμους του. «Ξέρετε πως δε μου αρέσει να πολεμώ τους Κυνηγούς». Ωραία. Συμφωνούσε κι εκείνος να πολεμήσουν. «Θέλετε να πολεμήσετε; Έτσι απλώς;» Ο Μάντοξ χτύπησε τα δάχτυλά του. «Χωρίς προετοιμασία; Το κάναμε στη Βουδαπέστη και ξέρετε καλά τι έγινε εκεί. Μια βόμβα εξερράγη –κι ο Τόριν παραλίγο να χάσει τη ζωή του. Μια επιδημία ξέσπασε στην πόλη. Και εσύ ήσουν εν μέρει υπεύθυνος που έφερες τους Κυνηγούς στην πόρτα μας. Φαίνεται πως δεν άλλαξες». Όταν είχαν χωρίσει πριν από λίγες χιλιάδες χρόνια, ο Μάντοξ είχε ακολουθήσει τον Λούσιεν, ελπίζοντας στην ειρήνη, και ο Σαβίν είχε θρηνήσει την απώλεια ενός σπουδαίου στρατιώτη. Δεν ήθελε να χωρίσουν ξανά, αλλά...

[259]


«Ούτε εσύ άλλαξες», μούγκρισε ο Σαβίν. «Δεν μπορεί να υπάρξει αρμονία χωρίς πόλεμο. Η ιστορία –η ιστορία που ζήσαμε– το έχει αποδείξει ξανά και ξανά. Πρέπει να πολεμήσουμε γι’ αυτό που θέλουμε, διαφορετικά θα μας το πάρουν». «Θέλω να πεθάνουν οι Κυνηγοί», δήλωσε ξερά ο Μάντοξ. «Το εννοώ». Ήταν η Βία, τόσο θυελλώδης όσο γίνονταν συχνά οι γυναίκες. Η θύελλα μέσα του τον οδηγούσε να αναζητεί διαρκώς τη γαλήνη γύρω του. Ο Σαβίν το ήξερε καλά, αλλά ήξερε επίσης πως ο Μάντοξ κατάφερνε πλέον να ελέγχει το δαίμονά του σκεπτόμενος απλώς τη γυναίκα του. «Αλλά θέλω ακόμα περισσότερο να ζήσουν οι φίλοι μου. Κάνετε κάτι παρορμητικό και παράτολμο. Δεν ξέρετε πόσοι Κυνηγοί υπάρχουν τριγύρω, τι όπλα έχουν και τι μπορούν να χρησιμοποιήσουν εναντίον των γυναικών μας. Δεν...» Η όμορφη Άσλιν μπήκε στο δωμάτιο. Ο Μάντοξ δεν την είχε δει, τουλάχιστον κατά τη γνώμη του Σαβίν, αλλά ο πολεμιστής έκλεισε το στόμα του και έπαψε να μιλά. Έδειχνε να μαντεύει πάντα τη στιγμή που πλησίαζε το ανθρώπινο θηλυκό, μολονότι ο Σαβίν δεν ήταν βέβαιος αν μπορούσε να μυρίσει τη γλυκιά οσμή της ή απλώς διαισθανόταν την παρουσία της. Τα βιολετί μάτια του σάρωσαν το σαλόνι κι όταν προσγειώθηκαν πάνω της η έκφρασή του μαλάκωσε. Ο Σαβίν τη μελέτησε κι εκείνος. Είχε το χρώμα του μελιού κι ήταν το ίδιο γλυκιά. Φαινόταν πάντα τόσο... τόσο εύθραυστη –και γι’ αυτό δυσκολευόταν να καταλάβει πώς είχε δαμάσει ένα τόσο άγριο θηρίο όπως ο Μάντοξ. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως θα κατόρθωνε να τον πείσει να αλλάζει και πάνες, όταν γεννιόταν το μωρό. Ο Μάντοξ της έκανε νόημα να πλησιάσει κι εκείνη υπάκουσε χαμογελώντας. Αμέσως μόλις έφτασε αρκετά κοντά, ο πολεμιστής την πήρε στην αγκαλιά του. Δε θα κουβέντιαζαν άλλο για πόλεμο. Ο Μάντοξ θα σκότωνε όποιον τρόμαζε τη γυναίκα του –κι έτσι έπρεπε να είναι. «Γεια σας, παιδιά», είπε η Άσλιν. Ακολούθησε μια χορωδία από «γεια». Ο Μάντοξ την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Είσαι χλομή. Χρειάζεσαι περισσότερη ξεκούραση. Άφησέ με να σε μεταφέρω στο...»

[260]


«Όχι, όχι ακόμα. Να... άκουσα κάτι», είπε η Άσλιν και τώρα το πρόσωπό της είχε σοβαρέψει. Όλοι, ανάμεσά τους κι ο Μάντοξ, ανακάθισαν με νεύρα τεντωμένα. Η Άσλιν διέθετε τη μοναδική ικανότητα να ακούει οποιαδήποτε συζήτηση που είχε διεξαχθεί ποτέ σε όποιο σημείο στεκόταν –όσος χρόνος κι αν είχε περάσει, σε όποια γλώσσα κι αν είχε διεξαχθεί. Αυτές οι φωνές ησύχαζαν μόνο όταν ο Μάντοξ ήταν κοντά της. Κανένας δεν ήξερε γιατί συνέβαινε αυτό, αλλά η Άσλιν προτιμούσε να λέει πως ήταν σημάδι ότι εκείνη κι ο Μάντοξ ήταν γραφτό να ζήσουν μαζί. Ο Σαβίν ήθελε να χρησιμοποιήσει το χάρισμά της σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά ο Μάντοξ του είχε πει πως οι φωνές στην πραγματικότητα τη βασάνιζαν και το είχε απαγορεύσει. Ωστόσο, ο πολεμιστής δεν μπορούσε να στρέψει την οργή του στην Άσλιν επειδή είχε απομακρυνθεί από κοντά του και είχε ακούσει μόνη της –ένα γεγονός που ο Σαβίν είχε φροντίσει να της το αναφέρει αρκετές φορές. «Βγήκες από το σπίτι;» τη ρώτησε ο Μάντοξ κι η ερώτησή του χρωματιζόταν από μια υποψία θυμού. «Ίσως», παραδέχτηκε εκείνη. «Ξέρω πως ανησυχούσες ότι δεν ξεκουραζόμουν αρκετά και ήθελες να κοιμηθώ πριν βγω ξανά με την Άνια, προκειμένου να ακούσω παλιές συζητήσεις για το κουτί. Με την ευκαιρία, η Άνια δε σταμάτησε να μιλά για το γεγονός ότι ο Λούσιεν την απομάκρυνε με δόλο από τη μάχη στο ναό κι έτσι δεν άκουσα πολλά πράγματα. Αλλά αν ξεκουραστώ πολύ ακόμα, σε λίγο θα θέλω να σκάψω έναν τάφο –κι έτσι πήγα μια βόλτα. Αυτό είναι όλο». Μπράβο, κορίτσι μου, σκέφτηκε ο Σαβίν. Δεν ανέφερε πως, επειδή ήξερε καλά τον Μάντοξ, η Άνια δεν ήταν η μοναδική προστάτιδα της Άσλιν λίγο πριν· πιθανότατα ο πολεμιστής την ακολουθούσε από τις σκιές, διατηρώντας μια ασφαλή απόσταση από εκείνη όσο η γυναίκα του δούλευε. «Άσλιν», μουρμούρισε ο Μάντοξ και το όνομα ήταν μια προειδοποίηση. «Ζούμε σε επικίνδυνες στιγμές. Κανένας δεν ξέρει ποιος μπορεί να βρίσκεται εκεί έξω περιμένοντας, παραμονεύοντας». «Δεν ήθελα να απομακρυνθώ –απλώς έτυχε. Αλλά, όπως

[261]


βλέπεις, δεν έπαθα κανένα κακό». «Προς το παρόν», γρύλισε ο Μάντοξ. «Δεν έπαθες κανένα κακό αυτή τη φορά. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως έφυγες χωρίς καν να με ενημερώσεις. Θέλεις να σε συλλάβουν οι εχθροί μας; Δε θα δίσταζαν να σε χρησιμοποιήσουν, να σου κάνουν κακό». Με κάθε λέξη, ο θυμός του γινόταν πιο έντονος. «Πρόσεχα. Κι έπειτα, θέλω να προσφέρω όσο μπορώ. Θέλω να είσαι ασφαλής... κι αν χρειάζεται να ρισκάρω πού και πού για να το πετύχω, θα το κάνω». «Ναι, αλλά τώρα ρισκάρεις και το μωρό μας». Ο πόνος παραμόρφωσε τα χαρακτηριστικά της. «Αγαπώ αυτό το παιδί και δε θα το έβαζα ποτέ σε περιττό κίνδυνο. Αλλά, σου το λέω για να το ξέρεις, για μένα είσαι κι εσύ τόσο σημαντικός όσο το μωρό μας. Η ασφάλειά σου παίζει ζωτικό ρόλο για μένα. Και, σε περίπτωση που το ξέχασες, είμαστε συνδεδεμένοι. Αν πεθάνεις εσύ, θα πεθάνω κι εγώ». Ο Μάντοξ ανατρίχιασε με την υπενθύμιση. «Μεταμφιέστηκα πριν κάνω τη βόλτα μου, για καλό και για κακό, αλλά δεν είδα κανέναν που να μοιάζει με Κυνηγό –ή τουλάχιστον δεν πρόσεξα σύμβολα στους καρπούς τους. Κι αν πρόκειται να νιώσεις καλύτερα, σε πληροφορώ ότι η συζήτηση που άκουσα είχε γίνει πριν από λίγες ώρες». Ο Μάντοξ βύθισε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Δεν μπορώ να σε χάσω. Θα πέθαινα από ένα θάνατο πολύ πιο οδυνηρό από οποιονδήποτε άλλο». «Πες μας τι άκουσες», πρόσταξε ο Σαβίν και μετά πρόσθεσε, «Σε παρακαλώ», όταν ο Μάντοξ τον κοίταξε άγρια. Η ευγένεια δεν ήταν φυσικό γνώρισμα του Σαβίν και έπρεπε να βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω από τους καρπούς του Μάντοξ και τον έσφιξαν λες και ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός. «Είχες δίκιο», είπε στον Σαβίν. «Υπάρχουν πράγματι Κυνηγοί και σας αναζητούν. Ή μάλλον σας αναζητούσαν». Είχε ακούσει κι αυτό, έτσι δεν είναι; Ο Σαβίν προσπάθησε να μη χαμογελάσει θριαμβευτικά προς το μέρος του Μάντοξ, αλλά δεν

[262]


τα κατάφερε. Βλέπεις; ήταν σαν να του έλεγε. Κάτι πρέπει να γίνει με δαύτους. Ο πόλεμος είναι ο μόνος τρόπος. Είχες λάθος, πρόσθεσε η Αμφιβολία καθώς τα λόγια της τρύπωναν στο μυαλό του Μάντοξ. Πάντα έχεις λάθος. «Σαβίν!» μούγκρισε ο Μάντοξ. «Συγνώμη». Ο δαίμονας δεν μπορούσε να συγκρατηθεί κι ο Σαβίν δεν μπορούσε πάντα να τον σταματήσει και να μην προκαλέσει αμφιβολίες σε άλλους. Όταν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία, ο δαίμονας την εκμεταλλευόταν. Κάθε φορά. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ να αποκτήσω μια δική μου γυναίκα. «Κατόρθωσα να απομονώσω καμιά δεκαριά διαφορετικές φωνές. Συγκεντρώνονται στη Βουδαπέστη», είπε η Άσλιν, «επειδή έμαθαν μόλις πού βρίσκεται το δεύτερο τεχνούργημα. Πηγαίνουν να το πάρουν».

[263]


Κεφάλαιο 19 Η Ντανίκα κι ο Ρέγιες έφτασαν τελικά στο κάστρο, αφήνοντας το σούρουπο πίσω τους. Δεν είχαν φιληθεί –δεν είχε αγγίξει καν ο ένας τον άλλο– από τη στιγμή που είχαν φύγει από το κλαμπ. Ούτε είχαν μιλήσει. Ο Ρέγιες δεν ήξερε αν ήταν ευλογία ή κατάρα. Τι σκεφτόταν η Ντανίκα; Η σιωπή συνέχισε να τους καλύπτει, ακόμα κι όταν μπήκαν στην κρεβατοκάμαρά του. Χωρίς να γυρίσει την πλάτη του στην Ντανίκα, ο Ρέγιες έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα. Εκείνη δεν τον αντίκρισε. Ο Ρέγιες ακούμπησε την πλάτη στο φύλλο και η δροσιά του ξύλου πέρασε από το σκισμένο πουκάμισό του για να φτάσει στο δέρμα του. Ευτυχώς, ο Πόνος είχε αποσυρθεί στα βάθη του μυαλού του, προσωρινά ικανοποιημένος από τη μάχη με τους Κυνηγούς, και δεν είχε άλλες απαιτήσεις. Η Ντανίκα στεκόταν μπροστά στο κρεβάτι και κοιτούσε τα μαύρα σεντόνια. Με τρόμο; Με ανυπομονησία; Ο Ρέγιες ήλπιζε το δεύτερο. Οι Κυνηγοί τον είχαν κόψει τόσο βαθιά και σε τόσα σημεία που πιθανότατα χρειαζόταν ράμματα. Ωστόσο, είχε αποφασίσει να μην περιποιηθεί τον εαυτό του. Ο πόνος ήταν υπέροχος και τον διαπερνούσε από τη μια άκρη του σώματός του μέχρι την άλλη, κάνοντάς τον να τρέμει από τις ηδονικές αισθήσεις. Επιτέλους, μπορούσε να κάνει έρωτα με τούτη τη γυναίκα κι εκείνη δε θα χρειαζόταν να τον πονέσει. Θα ήταν πολύ τρυφερός μαζί της και δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να ανησυχήσει με το φόβο ότι μπορεί να τη διέφθειρε. «Νιώθεις νευρικότητα;» τη ρώτησε. Πέρασε μια στιγμή και μετά η Ντανίκα απάντησε: «Όχι». Ψεύτρα. Ο Ρέγιες δε χαμογέλασε, μολονότι οι άκρες των χειλιών του ανηφόρισαν λίγο στο πρόσωπό του. «Μήπως πρέπει να μιλήσουμε πρώτα;» Ακόμα και η προσφορά μιας αναβολής ήταν απίστευτα δύσκολη για εκείνον. Τη λαχταρούσε στο κρεβάτι του,

[264]


γυμνή και έτοιμη κάτω από το σώμα του. «Όχι. Όχι άλλα λόγια». Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε· η Ντανίκα ακουγόταν πολύ... πολύ αποφασισμένη. Γιατί δεν ήθελε να μιλήσει μαζί του; Έχει σημασία; Ούτε εσύ ήθελες να μιλήσεις μαζί της. Η Ντανίκα γύρισε αργά και τον αντίκρισε. Όπως πάντα, το θέαμα του αγγελικού προσώπου της έκλεψε το οξυγόνο από τα πνευμόνια του. Πόση ομορφιά σε ένα τόσο δα πακέτο! Ίσως ήταν δώρο για εκείνη, αλλά σίγουρα ήταν κατάρα γι’ αυτόν. Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του. Θα πέθαινε ευχαρίστως εκείνη τη στιγμή, μόνο και μόνο για να είναι η εικόνα της το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπαν τα μάτια του. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα, τα μάτια της έλαμπαν –σμαράγδια πλαισιωμένα από μαύρες βλεφαρίδες. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε όλο και πιο γρήγορα, σαν να δυσκολευόταν να αναπνεύσει κανονικά. «Θα κάνουμε έρωτα σιωπηλά;» τη ρώτησε. Τα χέρια του λαχταρούσαν να την αγγίξουν. Να φυλακίσουν τα στήθη της, να χαϊδέψουν με τον αντίχειρα τις σκληρές μικρές ρώγες. Το στόμα του ανυπομονούσε να τη γευτεί. Τούτη τη φορά θα τη δάγκωνε. Θα... όχι. Θύμισε στον εαυτό του πως θα φερόταν απαλά και τρυφερά. Τα μάτια της γούρλωσαν. «Δεν κάνουμε έρωτα». «Τότε τι κάνουμε;» ρώτησε εκείνος, διπλώνοντας τα χέρια στο στήθος του. «Κάνουμε σεξ». Η Ντανίκα ύψωσε το πιγούνι της και άνοιξε λίγο τα πόδια, η προσωποποίηση ενός πολεμιστή πριν από τη μάχη. «Και ναι, είναι προτιμότερο... σιωπηλά». Ο Ρέγιες συνοφρυώθηκε και πάλι, σαστισμένος. «Γιατί;» «Επειδή θέλω το σώμα σου, όχι την ιστορία της ζωής σου», είπε μόνο η Ντανίκα, αλλά η πρόταση Θέλω μετά να σε ξεχάσω αιωρήθηκε πάνω από το κεφάλι του σαν τη δαμόκλειο σπάθη, έτοιμη να πέσει και να τον τεμαχίσει σε χίλια κομμάτια. Ο Ρέγιες μόρφασε. Κάποτε, η Ντανίκα του είχε πει πως δεν ήξερε τίποτα για εκείνον και πως ήθελε να μάθει περισσότερα. Τι είχε αλλάξει;

[265]


Μήπως ήταν κόλπο για να τον ξεγελάσει και να τον κάνει να μιλήσει για τους φίλους του; Όχι. Όχι, δεν το πίστευε. Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι καθώς τη μελετούσε πιο προσεκτικά. Τα δόντια της ήταν σφιγμένα, οι ώμοι της ολόισιοι. Η ροζ απόχρωση στα μάγουλά της είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Σήκωσε τα χέρια της, με δάχτυλα που έτρεμαν, και έπιασε την άκρη της μακό μπλούζας της. Άρχισε να την υψώνει, αποκαλύπτοντας αργά, βασανιστικά αργά, το κρεμώδες δέρμα της. Το στομάχι της ήταν επίπεδο και ο αφαλός της λεπτεπίλεπτος, φτιαγμένος για τη γλώσσα του. Βρέθηκε μπροστά της ένα δευτερόλεπτο αργότερα, με χέρια που κάλυψαν τα δικά της και σταμάτησαν τη διαδικασία. Το ύφασμα σκέπαζε το πρόσωπό της, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά της από τα πεινασμένα μάτια του. Η Ντανίκα άφησε ένα πνιχτό επιφώνημα καθώς το στομάχι του άγγιξε το δικό της. «Δε θέλεις να με θέλεις», ψιθύρισε ο Ρέγιες στο αυτί της. Το μπλουζάκι εμπόδιζε την ανάσα του να τη χαϊδέψει, αλλά η Ντανίκα ανατρίχιασε έτσι κι αλλιώς. «Νομίζω ότι θέλεις να με κρατήσεις σε μια απόσταση». «Άδικο έχω;» ρώτησε εκείνη και τα λόγια ήταν ένας τρεμουλιαστός αναστεναγμός. «Και τώρα άφησέ με να γδυθώ». «Όχι, δε σε κατηγορώ». Ο Ρέγιες τράβηξε το μπλουζάκι πάνω από το κεφάλι της και το πέταξε μακριά. Ο καταρράκτης των λαμπερών μαλλιών της, μακριών ως τους ώμους, κύλησε πλαισιώνοντας το πρόσωπό της. Φορούσε ένα μαύρο δαντελωτό σουτιέν –από εκείνα που της είχε αγοράσει– και τα στήθη της ξεχείλιζαν από το πάνω μέρος. Ξεροκατάπιε κι αναρωτήθηκε αν φορούσε ασορτί σλιπ. Με τα μάτια κολλημένα στα δικά του, η Ντανίκα έπιασε το κάτω μέρος της σκισμένης μπλούζας του κι άρχισε να την ανασηκώνει. Εκείνος τη διευκόλυνε, υψώνοντας τα χέρια του. Τελικά, η Ντανίκα αναγκάστηκε να σταθεί στις μύτες των ποδιών της κι εκείνος αναγκάστηκε να σκύψει για να το βγάλει. Όταν ο Ρέγιες ανασηκώθηκε, η Ντανίκα άφησε ένα ακόμα επιφώνημα.

[266]


«Τι δυνατός που είσαι!» Άπλωσε ένα χέρι που έτρεμε και άφησε τα δάχτυλά της να τρέξουν πάνω από μια πληγή. Με το πρώτο άγγιγμα, ο Ρέγιες παραδόθηκε κλείνοντας τα μάτια. Ένιωσε ένα γλυκό, απίστευτα γλυκό πόνο με το χάδι πάνω στο τραύμα του. «Πότε τραυματίστηκες εδώ;» ρώτησε η Ντανίκα. «Νόμιζα πως ήθελες σιωπή». Η Ντανίκα αναστέναξε. «Πριν από λίγο», δήλωσε ο Ρέγιες. «Από τους Κυνηγούς;» «Ναι». Τα χείλη της σφίχτηκαν σε μια ευθεία γραμμή. «Τουλάχιστον κλείνει». Έκλεινε; Να πάρει η οργή. Αν κάποια πληγή του αποφάσιζε να θεραπευτεί πριν κάνει δική του την Ντανίκα, θα έριχνε αλάτι πάνω της ή θα την άνοιγε ξανά ο ίδιος. Τίποτα δε θα τον σταματούσε από το να πάρει τούτη τη γυναίκα. Τρυφερά. Γλυκά. Όπως ονειρευόταν πάντα να πάρει μια γυναίκα χωρίς να το κατορθώσει ποτέ. «Σε πονάω;» ρώτησε η Ντανίκα και μετά γέλασε άκεφα. «Ξέχασέ το. Απλώς... απλώς φίλησέ με. Πήγαινέ με στο κρεβάτι». Στο κρεβάτι. Ναι, ναι! Άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Δύο. Την οδήγησε στο στρώμα. Τα πόδια της ακούμπησαν στην άκρη του κρεβατιού και λύγισαν. Γλείφοντας τα χείλη, παρακολουθώντας τον, η Ντανίκα έπεσε στο στρώμα και σύρθηκε προς τα πίσω. «Βγάλε το τζιν σου», την πρόσταξε βραχνά. Η Ντανίκα στήριξε την πλάτη της στο στρώμα και ανασήκωσε τους γοφούς της. Άνοιξε το κουμπί, κατέβασε το φερμουάρ. Το μπλουτζίν γλίστρησε στα υπέροχα πόδια της. Ω θεοί, είχε φορέσει το ασορτί σλιπ. Έμοιαζε με σύννεφο άγριας θύελλας στο φόντο του φιλντισένιου δέρματός της. Και, όπως ήλπιζε, το εσώρουχο ήταν υγρό από τον πόθο της για εκείνον. Ο ανδρισμός του φούσκωσε, ανυπομονώντας να την κάνει δική του. Ξαφνικά, ο Πόνος φάνηκε να ξυπνά στο μυαλό του, να χασμουριέται και να αναστενάζει με απόλαυση. Τον ένιωσε να τρίζει

[267]


τους κυνόδοντές του. «Σειρά σου», είπε η Ντανίκα, στηρίζοντας το βάρος στους αγκώνες της. Μέχρι τώρα νόμιζε πως ήταν απλώς όμορφη; Το στήθος του τον πονούσε κυριολεκτικά καθώς την κοιτούσε εκείνη τη στιγμή. Ήταν η ζωντανή Αφροδίτη. Ήταν η προσωποποίηση της αποπλάνησης. Ήταν... ήταν δική του. Όχι ακόμα... Όχι ακόμα... Η Ντανίκα ήθελε να του κάνει έρωτα, αλλά δεν ήθελε να τον γνωρίσει. Ο Ρέγιες δε θα επέτρεπε το πρώτο χωρίς το δεύτερο. «Ανέφερες την ιστορία της ζωής μου. Λοιπόν, πέρασα αρκετά χρόνια κλειδωμένος σε ένα κελί», είπε ο Ρέγιες, «ως πρόθυμος κρατούμενος. Όχι λόγω των Κυνηγών, αλλά λόγω της ανεξέλεγκτης ανάγκης μου να προκαλέσω και να μου προκαλέσουν πόνο». «Δε νομίζω πως...» «Εκείνη την εποχή, στην αρχαία Ελλάδα, πολεμούσα τους Κυνηγούς και κατέστρεφα πόλεις. Τα ουρλιαχτά ήταν ο λόγος ύπαρξής μου. Όταν σκοτώθηκε ένας φίλος μου, ένα άτομο που γελούσα μαζί του και πολεμούσα στο πλευρό του, άρχισα να συνειδητοποιώ τι ήμουν στην πραγματικότητα». «Δε θέλω να τα ακούσω όλα αυτά». Η Ντανίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και οι μεταξωτές μπούκλες χόρεψαν στους κροτάφους της. «Ήξερα πως δε θα μάθαινα να ελέγχω το κτήνος μέσα μου όσο ο πειρασμός καιροφυλακτούσε σε κάθε γωνιά. Ήθελα να εξαλείψω όλους όσοι χαμογελούσαν, όλους όσοι απολάμβαναν. Σύμφωνα με το δαιμονισμένο μυαλό μου, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να βιώνουν τη χαρά». «Ρέγιες...» «Κι έτσι, ζήτησα από τον Λούσιεν να με κλειδώσει σε ένα κελί. Από όλους εμάς, ήταν ο πρώτος που είχε εξασφαλίσει τον έλεγχο του δαίμονά του. Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά συμφώνησε. Εκείνους τους μήνες του εγκλεισμού, έμαθα να χαράζω τον εαυτό μου κάθε φορά που αναδυόταν η ανάγκη να προκαλέσω πόνο. Τελικά, εκπαίδευσα τον εαυτό μου να λαχταρά μόνο αυτό –το δικό μου πόνο. Ο

[268]


δαίμονάς μου τον λαχταρούσε κι εκείνος, ξεχνώντας σχεδόν εντελώς τα υπόλοιπα». Μακάρι ο εγκλεισμός να είχε τα ίδια αποτελέσματα και για τον Έρον... «Σταμάτησε. Σε παρακαλώ, σταμάτησε». «Γιατί; Επειδή η γνώση πως υπέφερα με κάνει να φαίνομαι περισσότερο άνθρωπος; Επειδή θέλεις να με βλέπεις μόνο σαν δαίμονα; Επειδή κάποια μέρα, όταν χωρίσουμε, θα ελπίζεις πως θα ξεχάσεις την ύπαρξή μου;» Οι τελευταίες λέξεις βγήκαν με έναν άγριο γρυλισμό από το στόμα του. «Ναι!» φώναξε η Ντανίκα και ανασηκώθηκε απότομα. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε, καθώς ανάσαινε γρήγορα. «Ναι, εντάξει. Ναι. Δεν έπρεπε να σε ποθώ, αλλά σε ποθώ. Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου, μολονότι θα έπρεπε να σκέφτομαι χίλια άλλα πράγματα. Δεν έχουμε κανένα μέλλον εμείς οι δυο. Σκέψου το λίγο. Ένας φίλος σου θέλει να σκοτώσει εμένα κι όσους αγαπώ. Ζεις μια ζωή αφιερωμένη στον πόλεμο, ενώ εγώ λαχταρώ την ειρήνη». Πράγματι. Όσα είχε πει ήταν αλήθεια. «Ωστόσο βρίσκεσαι εδώ, στο κρεβάτι μου». Κι εγώ βρίσκομαι εδώ, ανήμπορος να σε αφήσω να φύγεις. «Ναι». Τόσο η φωνή της όσο κι η έκφρασή της μαλάκωσαν. «Σε εμπιστεύομαι. Σου εμπιστεύομαι την οικογένειά μου, το σώμα μου. Μην κάνεις τον τελικό χωρισμό μας ακόμα πιο οδυνηρό για μένα. Σε παρακαλώ». Σε παρακαλώ. Οι λέξεις αντήχησαν στο μυαλό του. Ο Ρέγιες αντάμωσε τα βασανισμένα μάτια της με τα δικά του και, για μια στιγμή, μεταφέρθηκε στους ουρανούς. Στο παρελθόν. Είδε με το μυαλό του τον εαυτό του να στέκεται δίπλα στον Έρον, τον Τόριν, τον Πάρη και τον Γκέιλεν. Τον Γκέιλεν. Μέχρι την εμφάνιση της Ντανίκα, ο Ρέγιες δεν είχε σκεφτεί τον Γκέιλεν για πολλούς αιώνες. Ο Γκέιλεν ξεχείλιζε από ζωή· η παρουσία του και μόνο τους έκανε να νιώθουν δυνατότεροι, καλύτεροι. Ο Ρέγιες δεν ήξερε τότε πως ο πολεμιστής δολοπλοκούσε εναντίον τους κάθε φορά που του έστρεφαν την πλάτη. Και βλέποντας την εικόνα των ανέμελων φίλων του, τόσο απαλλαγμένων τότε από τις δυσκολίες της ζωής, από τα αμαρτήματα

[269]


και τη δυστυχία, αναγκαζόταν να καταπολεμά την παρόρμηση να φωνάξει μια προειδοποίηση που ήξερε ότι εκείνοι δε θα άκουγαν. Θυμόταν πως εκείνη την ημέρα γιόρταζαν. Την προηγούμενη νύχτα, μια ορδή από Γοργόνες είχαν τρυπώσει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Δία, σκοπεύοντας να ξυπνήσουν το θεό και να τον πετρώσουν. Μια ματιά και μόνο ήταν αρκετή για να τον μετατρέψει σε πέτρα κι ο Δίας θα ήταν απροετοίμαστος και ξαφνιασμένος· δε θα προλάβαινε να κατεβάσει έγκαιρα τα μάτια του. Ο Πάρις, πάντα εραστής, κοιμόταν με μια Γοργόνα –με μάτια προστατευμένα από μαντίλι, φυσικά, για να μην την κοιτάξει και πετρώσει. Η ερωτευμένη γυναίκα είχε αποκαλύψει τα σχέδια της αδερφής της κι ο Πάρις είχε ενημερώσει αμέσως τη φρουρά. Είχαν στήσει μαζί ενέδρα στις Γοργόνες και τις είχαν νικήσει μέσα σε λίγα λεπτά, ουσιαστικά χωρίς αιματοχυσία. Είμαστε ανίκητοι, είχε πει ο Γκέιλεν με περηφάνια. Ο Τόριν συμφώνησε νεύοντας καταφατικά. Είναι λάθος που θέλησα να πιάσω αιχμάλωτη μια από αυτές τις γυναίκες που έχουν φίδια αντί για μαλλιά στο κεφάλι τους; Ο Ρέγιες κοίταξε με απόγνωση ψηλά. Είσαι αδιόρθωτος όσο ο Πάρις. Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να με δαγκώσουν ή να με γδάρουν στη διάρκεια του σεξ... Ανατρίχιασε. Δε σε δάγκωσαν ποτέ όπως πρέπει, δήλωσε ο Πάρις με ένα χαμόγελο. Ευχαριστώ, αλλά προτιμώ τις γυναίκες μου γλυκές και τρυφερές, αντέταξε ο Έρον. «Ρέγιες», είπε η Ντανίκα, επαναφέροντάς τον στο παρόν. Ο Ρέγιες κούνησε το κεφάλι σαν να ήθελε να αποδιώξει τις σκέψεις του. Πού να ήξερα τι με περίμενε. «Θέλω να σου προσφέρω τα πάντα... ό,τι μου ζητήσεις, Ντανίκα». Ανακουφισμένη, εκείνη ξάπλωσε ξανά στο στρώμα. «Ευχαριστώ». «Αλλά δεν μπορώ να σε διευκολύνω να με ξεχάσεις», ολοκλήρωσε ο Ρέγιες. «Θα στοιχειώνεις τα όνειρά μου σε όλη την αιωνιότητα. Πρέπει να ξέρω ότι σήμαινα κάτι για σένα». «Σημαίνεις», απάντησε η Ντανίκα με βασανισμένη φωνή. Τα

[270]


μάτια της έπεσαν στα πόδια της και μάζεψε τα γόνατά της. «Κι αυτό είναι το πρόβλημα». «Αν θέλεις να μου αντισταθείς κάν’ το, αλλά αργότερα. Μετά. Θα σε βοηθήσω. Αλλά εδώ, τώρα, δώσε μου τα πάντα». Ξεκούμπωσε το τζιν του, κατέβασε το φερμουάρ, έσπρωξε το ρούχο στους αστραγάλους του και το κλότσησε μακριά. Εκτός από τα όπλα του, ήταν γυμνός από κάτω. «Κοίταξέ με». Η Ντανίκα τον κοίταξε· τα μάτια της ταξίδεψαν αμέσως στον ερεθισμένο ανδρισμό του και έμειναν εκεί. Ένα ρίγος κατηφόρισε στη ραχοκοκαλιά της. «Είμαι σκληρός και εγωιστής, αλλά αυτή η ανάγκη που έχω μέσα μου, αυτή η ανάγκη για σένα και για κανέναν άλλο, είναι πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Αμφιβάλλω αν δυο χρόνια εγκλεισμού θα μπορούσαν να τη μειώσουν έστω και στο ελάχιστο». «Δε... δεν ξέρω τι να πω». «Τότε μην πεις». Δε χρειαζόταν να ακούσει πως την επηρέαζε και πως η άμυνά της κατέρρεε. Το αναψοκοκκίνισμα που σκούραινε και απλωνόταν σε όλο της το σώμα αποκάλυπτε πολλά. «Απλώς δώσε. Και πάρε». Έβγαλε τα στιλέτα του ένα ένα και ξάπλωσε στο κρεβάτι μόνο όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από δέρμα ανάμεσά τους. Οι κόρες των ματιών της μεγάλωσαν καθώς τον παρακολουθούσε και μια ανατριχίλα απλώθηκε στα μέλη της. Παγίδευσε τα πόδια της ανάμεσα στα γόνατά του και σήκωσε το χέρι, τυλίγοντας τα δάχτυλά του γύρω από την ελαστική ζώνη του σλιπ της. Αργά, πολύ αργά, το κατέβασε αποκαλύπτοντας τον παράδεισο ανάμεσα στους μηρούς της. Η Ντανίκα δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Αντίθετα, τον διευκόλυνε υψώνοντας τους γοφούς της για να επιτρέψει πιο εύκολη διείσδυση. Ο Ρέγιες έσφιξε το εσώρουχο στη χούφτα του και ένιωσε πως ήταν νοτισμένο, καθώς τα μάτια του δεν μπορούσαν να τη χορτάσουν. Οι μηροί της ήταν λείοι και η μικρή έκταση των βοστρύχων που φρουρούσαν τη θηλυκότητά της ήταν τόσο ηλιόλουστη όσο και τα μαλλιά στο κεφάλι της. Αν και μικροσκοπική,

[271]


τα πόδια της φαίνονταν να εκτείνονται για ολόκληρα χιλιόμετρα. «Είσαι υπέροχη», της είπε. «Ε... ευχαριστώ». Ο Ρέγιες έσκυψε και ακούμπησε τις παλάμες του αριστερά και δεξιά από τους γοφούς της. «Να συνεχίσω;» «Ναι». Ήταν παράκληση, γεμάτη απόγνωση και ανάγκη. Ο ανδρισμός του ανασηκώθηκε, αντιδρώντας. «Ονειρευόμουν τούτη τη στιγμή –τη στιγμή που θα σε έκανα δική μου». Σήκωσε το ένα πόδι της και φίλησε απαλά τον αστράγαλό της. Το δέρμα ήταν λείο και το κρύο παραχώρησε τη θέση του στη ζέστη τη στιγμή της επαφής. Άλλο ένα ρίγος τη διαπέρασε. Έσπρωξε απαλά το άλλο πόδι της στο στρώμα, ανοίγοντας τους μηρούς της. Περισσότερο... ακόμα περισσότερο... Ο Ρέγιες μούγκρισε βαθιά στο λαιμό του· ήταν ένας πρωτόγονος, άγριος ήχος. Ο Πόνος εκτοξεύτηκε από τη μια πλευρά του μυαλού του στην άλλη, ανυπόμονος αλλά προς το παρόν ικανοποιημένος. Η Ντανίκα γυάλιζε ήδη από τον ερεθισμό. Ο Ρέγιες φίλησε τη γάμπα της κι εκείνη άρπαξε τα σεντόνια. «Θέλεις να... Μήπως πρέπει να...» «Να με πονέσεις;» τη ρώτησε. Ένα διστακτικό «Ναι». «Όχι». Το γεγονός ότι την κρατούσε έτσι και δε βρισκόταν ήδη θαμμένος βαθιά μέσα της αποτελούσε από μόνο του ένα σωματικό μαρτύριο. «Όχι εσύ». Η Ντανίκα συνοφρυώθηκε. «Θα νιώσεις ηδονή χωρίς τον πόνο;» «Α, ναι». Ή έτσι τουλάχιστον ήλπιζε. Τούτη τη φορά φίλησε το εσωτερικό μέρος του μηρού της. Η γλώσσα του βγήκε και γεύτηκε το σώμα της, για να γλιστρήσει στο λείο δέρμα. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της καθώς ύψωνε τους γοφούς της. Τα δάχτυλά του ανηφόρισαν στο άλλο πόδι και σταμάτησαν έναν ψίθυρο μακριά από τους βοστρύχους της. «Να συνεχίσω;» «Ρέγιες...» μουρμούρισε η Ντανίκα.

[272]


«Να συνεχίσω;» επέμεινε εκείνος. «Ναι, σε παρακαλώ». Ο Ρέγιες παραμέρισε τις υγρές πτυχώσεις –μεγαλοδύναμοι θεοί– και βύθισε ένα δάχτυλο μέσα της. Ήταν ζεστή, σφιχτή, υπέροχα υγρή. «Ήξερα πως θα ένιωθες έτσι». Μέσα. Έξω. «Ναι! Μου αρέσει». Δοκίμασε τη γεύση της. Ο Ρέγιες δεν ήξερε αν η παρότρυνση προερχόταν από βαθιά στο μυαλό του ή από το δαίμονα, αλλά δεν τον ένοιαζε. Τρέμοντας, έσκυψε και άφησε τη ζεστή γλώσσα του να ταξιδέψει στο πιο ευαίσθητο σημείο της ανατομίας της. Πριν είχε σκεφτεί τους μεγαλοδύναμους θεούς –αλλά τώρα ερχόταν στο μυαλό του το νέκταρ. Η γλυκύτητά της κάλυψε τη γλώσσα του, γέμισε το στόμα του. Η Ντανίκα βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τα νύχια της μπήχτηκαν στο κρανίο του. Ο Ρέγιες λίγο έλειψε να ξεφωνίσει, «Ναι!» Άφησε τη γλώσσα του να την υγράνει παντού, βύθισε άλλο ένα δάχτυλο μέσα της κι άρχισε ξανά τις παλινδρομικές κινήσεις. Μέσα και έξω. Ήταν υπέροχα. Ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχα. Η ηδονή του κορμιού της κάτω από το δικό του ήταν έντονη, αναμφισβήτητη, και πέρασε μια στιγμή πριν συνειδητοποιήσει ότι οι πληγές του είχαν πράγματι αρχίσει να κλείνουν, ενώ η ευχαρίστησή του... Ναι, η ευχαρίστησή του δεν είχε μειωθεί καθόλου. Ήταν απίστευτο. Ήταν κάτι που δεν καταλάβαινε. Γιατί; Αν δεν έκανε τίποτα, η ευχαρίστηση θα έσβηνε; Ο δαίμονάς του θα ξεπηδούσε και θα απαιτούσε να πονέσει την ερωμένη του; Ο δαίμονάς του θα άρχιζε να επηρεάζει την Ντανίκα, για να την κάνει κάτι που δεν ήθελε να γίνει; Ο Ρέγιες δεν ήθελε να περιμένει για να μάθει την αλήθεια· διακυβεύονταν πάρα πολλά. Άπλωσε το χέρι πίσω του και έμπηξε τα νύχια του –που είχαν επιμηκυνθεί σαν αρπάγες– στην πλάτη του. Ναι, ναι. Ο πόνος, ένα μικρό ρυάκι αίματος. Όπως περίμενε, η ζέστη τον αγκάλιασε και η ευχαρίστησή του έγινε πιο δυνατή. «Ποιος είναι εδώ μαζί σου;»

[273]


«Μη σταματάς», τον παρακάλεσε η Ντανίκα. «Ποιος είναι εδώ μαζί σου;» επανέλαβε εκείνος, πιο κοφτά τούτη τη φορά. «Εσύ». «Πώς με λένε;» «Ρέγιες». «Ποιον ποθείς;» «Τον Ρέγιες». Τα χάδια του στο ευαίσθητο σημείο της Ντανίκα έγιναν βιαστικά, γεμάτα πάθος. Εκείνη βόγκηξε ξανά και ξανά και ο ήχος έμοιαζε με συμφωνία για τη βασανισμένη ψυχή του. Η Ντανίκα τον εκλιπαρούσε να συνεχίσει, το εκλιπαρούσε να σταματήσει. Της πρόσφερε το πρώτο, αρνήθηκε το δεύτερο και, οδηγώντας ένα τρίτο δάχτυλο μέσα της, δοκίμασε την ελαστικότητά της. Ο οργασμός την τύλιξε και την απογείωσε. Ο Ρέγιες ένιωσε τους μυς της να τεντώνονται γύρω από τα δάχτυλα και τη γλώσσα του και τα εσωτερικά τοιχώματά της να τον κρατούν αιχμάλωτο. Κατάπιε κάθε σταγόνα της ηδονής της. Όταν η Ντανίκα ηρέμησε, ο Ρέγιες υψώθηκε από πάνω της. Οι ματιές τους αντάμωσαν και κλείδωσαν. Εκείνη έτρεμε, απόλυτα ικανοποιημένη, με τα μάτια μισόκλειστα, αλλά ο πόθος συνέχισε να λάμπει στις πράσινες κόρες τους. «Εσύ δεν...» «Όχι». Η Ντανίκα ύγρανε με τη γλώσσα τα χείλη της. «Θα το κάνεις;» «Φυσικά». «Χρειάζεσαι...» Ο Ρέγιες κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Το σώμα του φλεγόταν από ανικανοποίητο πάθος. Και τον πονούσε –τον πονούσε υπέροχα. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε το συναίσθημα. Άλλες ερωτικές σύντροφοι είχαν μαστιγώσει ανελέητα τη σάρκα του, τον είχαν μαχαιρώσει, τον είχαν δαγκώσει –αλλά καμιά δεν τον είχε βασανίσει με τούτο τον τρόπο. Η ηδονή-οδύνη τον διαπερνούσε, μια φάλτσα μελωδία που πρόσφερε το γλυκύτερο είδος ανακούφισης. Το είδος που πάντα ονειρευόταν αλλά που πίστευε ότι δε θα βίωνε ποτέ. Πώς του το είχε προσφέρει η Ντανίκα;

[274]


«Είσαι πολύ όμορφος», ψιθύρισε η Ντανίκα. «Θέλω να σε ζωγραφίσω ακριβώς όπως είσαι τώρα». «Θα μου άρεσε πολύ». Ο Ρέγιες άνοιξε τα μάτια του και σύρθηκε πιο ψηλά στο τρυφερό σώμα της. Έβγαλε το σουτιέν της, καθώς το κλιπ στο μπροστινό μέρος πρόσφερε εύκολη πρόσβαση στα δάχτυλά του. Τα πλούσια στήθη της ξεχύθηκαν ελεύθερα. Οι ρώγες παρέμεναν σκληρές, αλλά τώρα ο Ρέγιες μπορούσε να δει πόσο ροζ και τέλειες ήταν. Έγλειψε και ρούφηξε πρώτα τη μια και μετά την άλλη και σύντομα η Ντανίκα σφάδαζε ξανά από ανυπομονησία. Σύντομα τον εκλιπαρούσε ξανά. Σύντομα ο Ρέγιες χάθηκε στην αγκαλιά της καθώς ο δαίμονας τον παρότρυνε να συνεχίσει, λαχταρώντας περισσότερα. «Προφυλακτικό», είπε η Ντανίκα λαχανιασμένη. «Σε χρειάζομαι μέσα μου. Τώρα». Εκείνος ένευσε καταφατικά, έπιασε ένα από τα πακέτα που είχε κλέψει από τον Πάρη και είχε κρύψει στο κομοδίνο του και το φόρεσε. Δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει μια εγκυμοσύνη, μολονότι ένα μέρος του εαυτού του καλοδεχόταν την ιδέα –και, ακόμα περισσότερο, τη λαχταρούσε. Αλλά δε θα της έκανε ποτέ κάτι τέτοιο... δε θα την ανάγκαζε ποτέ να γεννήσει το παιδί ενός δαίμονα. Σ’ αυτό το σημείο, τουλάχιστον, δε θα γινόταν ποτέ εγωιστής. «Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησε. Έφερε το σημείο ανάμεσα στους μηρούς της σε επαφή με τον ανδρισμό του κι ήταν ήδη πολύ υγρή. Και υπέροχα φιλήδονη. Οι ρώγες της ταξίδεψαν σκληρές στο στήθος του, προκαλώντας μια απολαυστική αίσθηση. Για πρώτη φορά, ο Ρέγιες δεν ευχήθηκε να τον έγδερναν λεπίδες. «Έτοιμος;» τον ρώτησε ξανά. Ναι, θεοί, ήταν έτοιμος. Δε χρειάστηκε να οδηγήσει τον ανδρισμό του μέσα της. Η άκρη του είχε ήδη γλιστρήσει στο εσωτερικό και μια αόρατη δύναμη φαινόταν να τραβά μέσα και τον υπόλοιπο. «Το απολαμβάνω», είπε. «Πρέπει να το απολαύσω». Η Ντανίκα δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Η αναμονή είναι μαρτύριο. Νόμιζα πως δε βασάνιζες πια τους ανθρώπους». Το στόμα του τραβήχτηκε σε ένα χαμόγελο γεμάτο

[275]


υπερένταση. «Τώρα. Σε παρακαλώ, Ρέγιες». Μη μπορώντας να αντισταθεί άλλο, χούφτωσε το πρόσωπό της και βύθισε τον ανδρισμό του εντελώς μέσα της, βογκώντας ταυτόχρονα με ηδονή. Τα χέρια και τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω του· δεν τον κρατούσε απλώς αιχμάλωτο, αλλά τον περικύκλωνε με ολόκληρο τον εαυτό της. Και, έτσι απλά, η Ντανίκα έφτασε ξανά σε οργασμό. Τα βογκητά της τον παρότρυναν και συνέχισε με τους γοφούς τις παλινδρομικές κινήσεις που λίγο πριν είχαν αναλάβει τα δάχτυλά του. Μέσα και έξω. Μέσα και έξω, όπως έβλεπε στις φαντασιώσεις του. Οι σκέψεις του ήταν θολές και η Ντανίκα ήταν το επίκεντρο του κόσμου του. Το τέλειο σώμα της, η μυρωδιά της που θύμιζε καταιγίδα. Τα γλυκά βογκητά της και τα χέρια της που ακόμα και τώρα χάιδευαν την πλάτη του. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Κανένας άλλος δεν είχε σημασία. Α, η υπέροχη αγωνία. Κι άλλο. Χρειάζομαι κι άλλο. Τα χείλη του διεκδίκησαν τα δικά της σ’ ένα καυτό φιλί, ενώ η γλώσσα του τρυγούσε το στόμα της. Ο πόθος της ενώθηκε με τον δικό του καυτός, καταλυτικός. Ίσως η καλοσύνη της να είχε μεταγγιστεί στην ύπαρξή του, επειδή φώτα φάνηκαν να αναβοσβήνουν στο σκοτάδι της ψυχής του, σκορπίζοντας σκιές προς κάθε κατεύθυνση. Κι άλλο! Η Ντανίκα σφάδασε και οι θηλές της συνέχισαν να γδέρνουν το στήθος του. Η γλυκιά μυρωδιά της ικανοποίησής της τον τύλιξε. «Πώς είναι δυνατό να θέλω κι άλλο;» ρώτησε η Ντανίκα, λαχανιασμένη. «Δε χορταίνω. Χρειάζομαι... χρειάζομαι...» Η ηδονή έγινε αβάσταχτη, οδυνηρή –κι ο Ρέγιες εξερράγη. Δεν είχε χρειαστεί να μαχαιρώσει τον εαυτό του. Είχε γδαρθεί λίγο με τα νύχια του, αλλά δεν ήταν τίποτα σημαντικό. Είχε απολαύσει. Ένα ξαφνιασμένο μουγκρητό ευδαιμονίας ξέφυγε από τα χείλη του και το καυτό σπέρμα εκτοξεύτηκε ασυγκράτητο. Το πνεύμα του μπορεί να είχε εγκαταλείψει το σώμα του –δεν ήταν σίγουρος. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί, πώς είχε συμβεί. Το μόνο που ήξερε

[276]


ήταν ο ξέφρενος ρυθμός της καρδιάς του, το σφίξιμο των μυώνων του, ο πόνος των οστών του. Το μόνο που έβλεπε ήταν τα ουράνια... Σύννεφα, το ανεβοκατέβασμα φτερών, η λάμψη του χρυσού, τα ουράνια τόξα που σχημάτιζαν πολύτιμοι λίθοι. Είδε το απόλυτο σκοτάδι και δεν μπορούσε να αναπνεύσει κανονικά. Ιδρώτας σχηματίστηκε στο δέρμα του. Η Ντανίκα ήταν ζεστή από κάτω του, λαχανιάζοντας και τρέμοντας. «Τι έγινε;» τον ρώτησε. «Οργασμός». Ένας οργασμός που δεν είχε βιώσει ξανά ποτέ στη ζωή του. «Όχι. Ρέγιες, εξαφανίστηκες».

[277]


Κεφάλαιο 20 Η Ντανίκα κουλουριάστηκε στη ζεστασιά του κορμιού του Ρέγιες. Εδώ και αρκετές ώρες πότε κοιμόταν και πότε ξυπνούσε, νανουρισμένη από τη μεθυστική απόλαυση που εξακολουθούσε να δονεί το σώμα της. Ο Ρέγιες κοιμόταν σαν νεκρός και δεν είχε ξυπνήσει ούτε μια φορά. Δεν είχε καν μετακινηθεί, δεν είχε βγάλει ούτε έναν ήχο. Δυο φορές είχε πιέσει το αυτί της στο στήθος του για να βεβαιωθεί ότι η καρδιά του συνέχιζε να χτυπά. Τώρα η Ντανίκα παρέμενε ξύπνια, ζεστή και απόλυτα ικανοποιημένη. Μόνο που το μυαλό της στριφογύριζε, αρνούμενο να ησυχάσει. Το σεξ με τον Ρέγιες ήταν... ήταν όλα όσα δεν ήθελε. Τέλειο, υπέροχο, καταπληκτικό, απίστευτο. Κανένας άντρας δεν την είχε ευχαριστήσει τόσο πολύ. Κάθε καυτό άγγιγμα είχε προκαλέσει ένα παλιρροϊκό κύμα πόθου. Τα κύματα δεν τέλειωναν ποτέ και την εκτόξευαν από το ένα επίπεδο στο άλλο. Και ο Ρέγιες δεν της είχε επιτρέψει να διατηρήσει μια συναισθηματική απόσταση ανάμεσά τους. Ακόμα και τώρα, το σκεφτόταν κι ανατρίχιαζε. Είχαν συνδεθεί, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, και, κρυφά, η Ντανίκα το είχε απολαύσει. Ωστόσο μια ερώτηση τη βασάνιζε. Δηλαδή, πέρα από το γεγονός ότι ο Ρέγιες είχε εξαφανιστεί –μολονότι εκείνος νόμιζε πως η Ντανίκα το είχε φανταστεί. Ίσως είχε δίκιο. Ο οργασμός της ήταν τόσο έντονος ώστε μπορεί να έχασε τις αισθήσεις της, να ονειρεύτηκε πως ο Ρέγιες είχε χαθεί και μετά να συνήλθε κάτω από το σώμα του. Αυτό που ήθελε να μάθει πέρα από οτιδήποτε άλλο ήταν αν ο Ρέγιες είχε απολαύσει το σεξ όσο κι εκείνη. Αν δεν είχε προσποιηθεί, τότε είχε ολοκληρώσει κι εκείνος –αλλά δεν την άφησε να τον πονέσει. Και αυτό χρειαζόταν για να εξασφαλίσει ευχαρίστηση. Η Ντανίκα ήθελε κι εκείνη να τον πονέσει. Όχι μόνο για να μπορέσει να τον βγάλει από μέσα της, καθώς θα τον θυμόταν ως το χειρότερο ερωτικό σύντροφο της ζωής της, αλλά

[278]


επίσης επειδή ήθελε να του προσφέρει οτιδήποτε –τα πάντα. Ακόμα και πόνο. Ήθελε να τη θυμάται για πάντα, όπως θα τον θυμόταν κι εκείνη. Ο Ρέγιες ισχυριζόταν πως δεν ήθελε να τη μολύνει με τη βία της ζωής του. Κι η Ντανίκα πίστευε πως ούτε εκείνη ήθελε να μολυνθεί. Αλλά καθώς τη χάιδευε, καθώς το στόμα του την τρυγούσε, η Ντανίκα ήθελε να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες του, χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. Άλλες γυναίκες τον είχαν πονέσει όπως λαχταρούσε. Γιατί εκείνη δεν μπορούσε; Η Ντανίκα έστρεψε το κεφάλι της και παρατήρησε το πρόσωπο του κοιμισμένου Ρέγιες. Απαλό και χαλαρό: οι σκληρές γραμμές του άγχους δε φαίνονταν πια. Τα χείλη του ήταν σαρκώδη και αναψοκοκκινισμένα, κάτι που δεν είχε προσέξει όσο τα έντονα μάτια του την παρακολουθούσαν. Σήκωσε προσεκτικά το χέρι και έδιωξε μια τούφα μαλλιών από το μέτωπό του. Ο Ρέγιες εισέπνευσε πιο βαθιά, αλλά δεν παρουσίασε καμιά άλλη αντίδραση. Η καρδιά της φάνηκε να φουσκώνει, να μεγαλώνει τόσο πολύ ώστε να καταπίνει τα πλευρά της. Νοιάζομαι γι’ αυτόν. Μολονότι το είχε καταπολεμήσει όσο μπορούσε, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Την είχε φροντίσει, της είχε προσφέρει τροφή, καταφύγιο και ρούχα. Δεν την είχε πονέσει ούτε μια φορά, ακόμα κι όταν τον είχε προστάξει να το κάνει. Είχε αγοράσει σύνεργα ζωγραφικής για εκείνη και είχε δημιουργήσει ένα ολόκληρο ατελιέ για την ψυχαγωγία της. Της είχε κάνει έρωτα σαν να ήταν η Ντανίκα για εκείνον κάτι πιο σημαντικό από την ίδια την αναπνοή του. Η δύναμη και το θάρρος του την ξάφνιαζαν διαρκώς· το παρελθόν του τη συνάρπαζε. Ο Ρέγιες δεν ήθελε να πονά άλλους πια κι έτσι είχε κλειστεί στη φυλακή. Αυτό κι αν σήμαινε αυτοπειθαρχία! Συμπόνια. Αποφασιστικότητα. Τον είχε κυριεύσει ένας δαίμονας, αλλά εκείνος διατηρούσε καρδιά αγγέλου. Η αντίθεση την ενθουσίαζε και υποψιαζόταν πως θα περνούσε ευχαρίστως την υπόλοιπη ζωή της μαθαίνοντας όλο και περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του –και

[279]


ήταν σίγουρη πως θα υπήρχαν αμέτρητες λεπτομέρειες από μια ζωή αιώνων. Α, ναι. Σίγουρα νοιαζόταν για εκείνον. Και τι στο διάβολο ήταν αυτό το βουητό; Η ματιά της έκανε έναν κύκλο στην κρεβατοκάμαρα και το μάγουλό της χάιδεψε το ζεστό, άσπρο δέρμα του Ρέγιες. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Το βουητό συνεχίστηκε σποραδικά, αλλά τελικά εντόπισε την προέλευσή του: το τζιν της. Αυτό σήμαινε... Ο φόβος την πλημμύρισε. Την καλούσαν στο κινητό της. Μόνο ένα άτομο ήξερε τον αριθμό: ο Στέφανο. Ξεροκατάπιε. Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, ευχήθηκε να βρισκόταν στο κλαμπ εκείνο το βράδυ. Ευχήθηκε να είχε αντιμετωπίσει τον Ρέγιες, βάζοντας ένα τέρμα στο δίλημμά της –τι έπρεπε να κάνει, ποιον έπρεπε να βοηθήσει. Ωστόσο, όταν πέρασε εκείνη η στιγμή, οι τύψεις φούντωσαν μέσα της. Η Ντανίκα σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι, παρακολουθώντας τον Ρέγιες για να διαπιστώσει αν είχε ξυπνήσει. Ωστόσο, ο πολεμιστής παρέμεινε γαλήνιος, ασάλευτος. Ένα κομμάτι του εαυτού της παρακαλούσε να ανοίξει τα μάτια του, να δει το τηλέφωνό της και να τη σώσει από τον εαυτό της. Το άλλο κομμάτι προσευχόταν να παραμείνει όπως ήταν. Ήταν γυμνή, με τις ρώγες σκληρές από το δροσερό αέρα, και ένα βλέμμα σ’ εκείνα τα έντονα μαύρα μάτια θα ήταν αρκετό για να λιώσει, ξεχνώντας τους Κυνηγούς. Θα εκλιπαρούσε να ταξιδέψει το στόμα του Ρέγιες πάνω της και η ζεστασιά του να διώξει την παγωνιά. Τα πόδια της έτρεμαν καθώς έφτανε στο τζιν της και σχεδόν έπεσε καθώς έσκυβε για να βγάλει το τηλέφωνο από την τσέπη. Το βουητό συνεχίστηκε. Άλλη μια ματιά προς το μέρος του Ρέγιες· κοιμόταν ακόμα. Τι κάνεις; Μην το κάνεις. Πρέπει να το κάνω. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σώσω τον Ρέγιες. Η Ντανίκα μπήκε στο μπάνιο και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα. Μόνη, άνοιξε το κινητό. Το στόμα της ήταν στεγνό καθώς ψιθύριζε: «Ναι;»

[280]


Για άλλη μια φορά, ο Στέφανο δεν έχασε χρόνο με προκαταρκτικά. «Βγήκες από το κάστρο». Ήταν δήλωση, όχι ερώτηση. Χθες, ένιωθε χαρά που ήξερε ότι ο Στέφανο βρισκόταν κάπου έξω και την παρακολουθούσε. Τώρα... «Ναι». «Φαίνεται πως δε σε κρατούν πια φυλακισμένη». «Ναι», επανέλαβε εκείνη, καθώς θυμόταν πως του είχε πει ψέματα την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει· του είχε πει ότι βρισκόταν κλειδωμένη σε μια κρεβατοκάμαρα. «Πού είσαι;» «Σε ένα μπάνιο». «Μόνη;» «Ναι». «Ντανίκα, δουλεύεις για μας; Ή μήπως για κείνους; Ξέχασες όσα σου είπα; Για τ’ όνομα του Θεού, θέλουν να σκοτώσουν την οικογένειά σου!» Η σκληρή ερώτηση αιωρήθηκε στο μυαλό της σαν θηλιά, έτοιμη να την κρεμάσει όπως κι αν απαντούσε. «Ξέρεις καλά πως εγώ...» Εγώ, τι; «Αν τους δώσεις την ευκαιρία, θα βιάσουν και θα ακρωτηριάσουν τη μητέρα σου. Και μετά την αδερφή σου. Σκότωσαν ήδη τη γιαγιά σου». Η Ντανίκα κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα σε πάρουμε από τους δαίμονες», ανακοίνωσε ξερά ο Στέφανο. «Για την προστασία σου. Σύμφωνα με τις πηγές μου, εκείνος που λέγεται Έρον κοντεύει να τρελαθεί από τη μανία να χύσει το αίμα σου. Δε θέλουμε να πάθεις κακό. Αντίθετα με τους Άρχοντες, εμείς θέλουμε να σε προστατεύσουμε». Θα την έπαιρναν; «Μια στιγμή. Θέλετε να με βγάλετε από το κάστρο;» «Το συντομότερο δυνατό». Όχι. Το πρωί, εκείνη κι ο Ρέγιες θα ξεκινούσαν για την Οκλαχόμα. «Όχι, δεν μπορώ. Δεν μπορείτε. Δε...» «Δεν έχεις άλλη επιλογή, Ντανίκα. Είμαστε έτοιμοι να μπούμε ακόμα και τώρα. Μολονότι εκείνοι δε δίνουν την παραμικρή σημασία

[281]


στις ανθρώπινες ζωές, εμείς δίνουμε. Θέλουμε να είσαι ασφαλής». Τι; Θα έκαναν έφοδο στο κάστρο; Σίγουρα θα γινόταν μάχη, με αιματοχυσία και νεκρούς. Προσπάθησε να μην πανικοβληθεί, μολονότι το αίμα είχε αρχίσει να παγώνει στις φλέβες της και ένα δυνατό κουδούνισμα αντηχούσε στ’ αυτιά της. «Αν πιστεύεις πως δουλεύω για τους Άρχοντες, γιατί μου τηλεφώνησες; Γιατί με προειδοποιείς; Γιατί θέλεις να με βοηθήσεις;» «Ο καθένας μπορεί να κάνει λάθος. Πιθανότατα σου είπαν ψέματα, σε έπεισαν ότι θα άφηναν ήσυχη την οικογένειά σου αν έμενες μαζί τους κι ίσως τους βοηθούσες σε κάτι. Ίσως να ζήτησαν τη βοήθειά σου για να μας εξαλείψουν». Το στόμα της άνοιξε και έκλεισε, αλλά κανένας ήχος δε βγήκε. Τα λόγια του ακούγονταν απόλυτα λογικά. «Θα είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε. Δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλες καθυστερήσεις. Δεν μπορούσε να βρίσκεται πια ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα, μη ξέροντας ποιους να βοηθήσει και ποιους να καταστρέψει. Ξαφνιάστηκε διαπιστώνοντας ότι δε χρειαζόταν να το σκεφτεί. Όσα είχε πει ο Στέφανο ακούγονταν λογικά, αλλά δεν ακούγονταν σωστά. Κάπου μέσα στις τελευταίες μέρες, ο θυμός της για τον Ρέγιες είχε ξεθυμάνει εντελώς. Το μίσος είχε αντικατασταθεί από... από κάτι άλλο. Δεν ήξερε τι ήταν το συναίσθημα που καιροφυλακτούσε μέσα της –μόνο πως ήταν κάτι τρυφερό και σχεδόν βίαιο συνάμα. Τον εμπιστευόταν και πίστευε πως θα τη βοηθούσε να βρει την οικογένειά της, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να κόψει τον ομφάλιο λώρο της με τους Κυνηγούς. «Ναι», είπε ψέματα. «Είσαι έξυπνο κορίτσι». Η ανακούφιση του Στέφανο ήταν σχεδόν απτή. «Πόσοι Άρχοντες υπάρχουν μέσα στο κάστρο;» «Όλοι», απάντησε η Ντανίκα, λέγοντας ξανά ψέματα. Εκείνο το πρωί, οι περισσότεροι άντρες είχαν φύγει. Μήπως ο Στέφανο τους είχε δει να φεύγουν; Ή μήπως οι πολεμιστές απλώς εξαφανίζονταν όπως είχε κάνει ο Λούσιεν σε αρκετές περιπτώσεις; Αν ο Στέφανο ήξερε την αλήθεια, θα θεωρούσε εύκολη την κατάκτηση του κάστρου. Συνέχισε να λες ψέματα. Μπορεί να μην

[282]


ξέρει. Κάθισε στο καπάκι της λεκάνης, καθώς τα πόδια της ήταν ξαφνικά πολύ αδύναμα για να την κρατήσουν όρθια. Έσκυψε μπροστά, ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατά της. Το ένα χέρι συνέχισε να κρατά το τηλέφωνο στο αυτί της, ενώ το άλλο άρχισε να τρίβει τον κρόταφό της για να διώξει τον ξαφνικό πονοκέφαλο. «Είναι βαριά οπλισμένοι. Δεν πρέπει να διακινδυνεύσετε μια έφοδο στο κάστρο. Τι θα έλεγες να προσπαθήσω να βγω κρυφά για να σας συναντήσω;» Μπορούσε να πει στον Ρέγιες πού θα περίμεναν κι εκείνος θα... θα φρόντιζε τη συνέχεια. «Δεν είσαι εκπαιδευμένη για κάτι τέτοια. Είναι προτιμότερο να χειριστούμε εμείς την κατάσταση». Τι έπρεπε να κάνει; Τι έπρεπε να πει για να σταματήσει μια επιδρομή; «Πιστεύεις πως μπορείς να φτάσεις στη στέγη χωρίς να σε εντοπίσουν;» «Δε... δε...» Γαμώτο! «Ίσως. Πότε θέλεις να ανέβω;» «Σε μία ώρα». Θεέ και Κύριε. Σε μία ώρα. Θα προλάβαινε ο Ρέγιες να επικοινωνήσει έγκαιρα με τον Λούσιεν; Ένιωσε ναυτία. «Θα κάνω ό,τι μπορώ», είπε, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μην τον αφήσει να καταλάβει την αλήθεια. Η φωνή της ήταν αδύναμη και μόλις που ακουγόταν. «Μη με απογοητεύσεις, Ντανίκα. Μήπως πρέπει να σου θυμίσω τι έχεις να χάσεις;» Ο Στέφανο αποσυνδέθηκε κι η Ντανίκα έκλεισε το τηλέφωνο. Δε σηκώθηκε. Δεν μπορούσε· προσπαθούσε απελπισμένα να αναπνεύσει. Θεέ μου, έπρεπε να κάνει ένα σωρό πράγματα και η αποτυχία θα στοίχιζε στον Ρέγιες την ελευθερία του –ή τη ζωή του. «Ενδιαφέρουσα συζήτηση». Η σκληρή δήλωση τρύπωσε στ’ αυτιά της και αναπήδησε, ενώ το αίμα εγκατέλειπε το πρόσωπό της. Ο Ρέγιες στεκόταν στην ανοιχτή τώρα πόρτα, με πρόσωπο ανέκφραστο. Ακουμπούσε στην κάσα, με το ένα χέρι πίσω από την πλάτη σε μια παραπλανητικά ανέμελη στάση. Φορούσε ένα τζιν που δεν είχε κάνει τον κόπο να κουμπώσει. Το στήθος του ήταν γυμνό· τα τραύματα και οι ουλές

[283]


είχαν εξαφανιστεί. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις, ορκίζομαι». Το ένα φρύδι του ανασηκώθηκε. «Δηλαδή δε μιλούσες με έναν Κυνηγό;» Η Ντανίκα αναπήδησε· το στόμα της άνοιξε και έκλεισε. Το βλέμμα του Ρέγιες τραβήχτηκε απότομα από πάνω της. Το χέρι που βρισκόταν στην πλάτη του εμφανίστηκε ξαφνικά και ένα δευτερόλεπτο αργότερα ένα μακό μπλουζάκι πετούσε προς το μέρος της. «Ντύσου. Ο Λούσιεν είναι εδώ και θέλει να σου μιλήσει». Η Ντανίκα έπιασε το ρούχο στον αέρα και το πέρασε βιαστικά πάνω από το κεφάλι της, κρύβοντας τη γύμνια της. Η όρασή της χάθηκε για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, αλλά όταν επανήλθε ο Ρέγιες δε στεκόταν πια στο κατώφλι. Το μπλουζάκι έφτανε μέχρι τα γόνατά της, αλλά και πάλι ένιωθε γυμνή καθώς έβγαινε τρέχοντας από το μπάνιο. Παγερός αέρας τύλιξε τα πόδια της. «Ρέγιες, σε βοηθούσα! Πρέπει να με πιστέψεις». Σταμάτησε απότομα όταν αντίκρισε τον Λούσιεν. Ο πολεμιστής ήταν ντυμένος κανονικά και τα ρούχα του είχαν λεκιαστεί με αίμα. Ο Ρέγιες στεκόταν τώρα δίπλα του. Κι οι δυο άντρες την κοιτούσαν με προσμονή. «Κοιτάξτε», είπε βιαστικά, «υποτίθεται πως συγκεντρώνω όσες πληροφορίες μπορώ για σας. Προσπάθησα, το παραδέχομαι. Ο αρχηγός των Κυνηγών που με συνέλαβαν και μου ζήτησαν να κατασκοπεύσω για λογαριασμό τους λέγεται Στέφανο. Ντιν Στέφανο. Θα με βοηθούσε να βρω και να προστατεύσω την οικογένειά μου. Για να το κατορθώσει, νόμιζα πως έπρεπε να καταστραφείτε. Αλλά όταν έφτασα εδώ, δεν μπορούσα να το κάνω. Μίλησα με τον Στέφανο μόνο δυο φορές από τη στιγμή που ήρθα στο κάστρο και δεν του έδωσα ποτέ χρήσιμες πληροφορίες». «Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ο Ρέγιες, αιφνιδιαστικά ήρεμος. Η Ντανίκα ένευσε καταφατικά. «Πολύ καλά. Ας προχωρήσουμε σε ένα άλλο θέμα, λοιπόν. Μετέφερα στον Λούσιεν όσα μου είπες... ότι υπάρχουν κι άλλα πλάσματα δαιμονισμένα όπως εμείς. Μήπως ξέρεις τίποτα

[284]


περισσότερο γι’ αυτά τα πλάσματα;» Η Ντανίκα σήκωσε το ένα χέρι και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Γιατί δεν την κατηγορούσε πως έλεγε ψέματα; «Τι εννοείς;» «Εννοώ τους άντρες στη φυλακή, εκείνους που έχουν γίνει ξενιστές των δαιμόνων που απελευθερώσαμε». «Λες κι έχει σημασία τώρα! Θα με αφήσεις να τελειώσω; Σε παρακαλώ. Είναι σημαντικό –ζήτημα ζωής και θανάτου». Τα μάτια του μισόκλεισαν, αλλά δε μίλησε. «Κυνηγοί θα επιτεθούν στο κάστρο. Έχετε μια ώρα καιρό, ίσως λιγότερο, μέχρι να φτάσουν». «Λίγο πριν, ζωγράφιζες», είπε ο Ρέγιες, λες και δεν είχε μιλήσει η Ντανίκα. Ωστόσο, η έκφρασή του συνέχιζε να μην προδίδει το παραμικρό. «Πού είναι ο καμβάς;» Η ματιά της ταξίδεψε στον Λούσιεν και μετά γύρισε στον Ρέγιες. Τι στο διάβολο; Η Ντανίκα είχε αποκαλύψει τα πάντα, είχε ομολογήσει το έγκλημά της –και μόνο αυτό είχε να της πει ο Ρέγιες; Του είχε αποκαλύψει πως εχθροί ετοιμάζονταν να εισβάλουν στο σπίτι του, με τα όπλα να παίρνουν φωτιά, κι εκείνος ενδιαφερόταν μόνο για τους πίνακές της; «Θα ερχόμουν πιο νωρίς», είπε ο Λούσιεν, «αλλά με κάλεσαν ψυχές και δεν μπορούσα να αρνηθώ. Κατάφερα να διακτινιστώ εδώ για μια στιγμή, αλλά δε με είδες. Όπως είπε κι ο Ρέγιες, ζωγράφιζες. Πρέπει να δω τον καμβά, Ντανίκα». «Δε θα σου πω πού είναι! Εκτός αν μου εξηγήσετε πρώτα γιατί δεν ενδιαφέρεστε για τους Κυνηγούς. Σχεδιάζουν να σας συλλάβουν και να αποσπάσουν τους δαίμονες από τα σώματά σας. Αναζητούν κι εκείνοι το κουτί της Πανδώρας». Κάτι σπίθισε στα μάτια του Ρέγιες –η Ντανίκα δεν ήξερε τι ήταν. Κάτι σκοτεινό και επικίνδυνο, συναρπαστικό και ζοφερό συνάμα. «Ο Τόριν παρακολουθεί ολόκληρη τη λοφοπλαγιά. Το κατάλαβε αμέσως μόλις πέρασαν στα εδάφη μας –κι έχει ήδη βγάλει από τη μέση αρκετούς». Έχει βγάλει από τη μέση αρκετούς. Δηλαδή, τους έχει σκοτώσει. Η Ντανίκα έτριψε το στομάχι της σε μια μάταιη

[285]


προσπάθεια να ηρεμήσει την ξαφνική αναστάτωσή του. «Δηλαδή ο Στέφανο μου είπε ψέματα; Δεν περίμεναν μία ώρα αλλά ξεκίνησαν ήδη την επίθεση;» «Ναι, σου είπε ψέματα. Δε σε εμπιστεύεται», εξήγησε ο Λούσιεν. «Μαντεύω πως σου ζήτησε να ανέβεις στη στέγη, έτσι δεν είναι;» Σαστισμένη, η Ντανίκα ένευσε καταφατικά. «Σου είπε να πας εκεί επειδή περίμενε να κάνεις το αντίθετο. Έχουν ανθρώπους τους στο έδαφος και θα σε άρπαζαν αμέσως. Λοιπόν, τι ξέρεις για το κουτί; Οποιαδήποτε μικρή λεπτομέρεια μπορεί να είναι χρήσιμη –αλλά πες μου γρήγορα, επειδή με χρειάζονται έξω». Το βλέμμα της κοντοστάθηκε πάνω του. Ήταν πιο εύκολο να κοιτάζει εκείνον, παρά τον Ρέγιες. Πρόσφερε χρόνο στην καρδιά της για να ηρεμήσει και στα πνευμόνια της για να φουσκώσουν. «Είπα ήδη στον Ρέγιες όσα ξέρω για το κουτί... και ξέρω ελάχιστα». «Ξέρεις πού είναι; Πού βρίσκονται οι άλλοι ξενιστές δαιμόνων; Αν παραμένουν φυλακισμένοι;» «Όχι και στις τρεις ερωτήσεις. Δεν ξέρω». «Μήπως ξέρει η γιαγιά σου;» «Θα πρέπει να τη ρωτήσεις». Ευχήθηκε να μπορούσε. Το κεφάλι του Λούσιεν έγειρε στο πλάι. «Ο Πάρις σε είδε σε ένα όραμα». Τα μάτια του με τα παράξενα χρώματα φάνηκαν να στροβιλίζονται, καλώντας την. Το άρωμα των τριαντάφυλλων πλημμύρισε ξαφνικά το δωμάτιο. «Σ’ αυτό το όραμα, κρατούσες το κουτί στα χέρια σου και χαμογελούσες». Η Ντανίκα γέλασε. «Είναι αδύνατο». «Αν ξέρεις κάτι...» Ο Λούσιεν πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Η Ντανίκα ήθελε να τρέξει, αλλά τα πόδια της είχαν ριζώσει στο πάτωμα και την κρατούσαν ακίνητη. Και μετά, δεν ήθελε να τρέξει πια. Ο πολεμιστής στεκόταν ακριβώς μπροστά της, μόλις έναν ψίθυρο μακριά, και η μυρωδιά των τριαντάφυλλων εισέβαλε σε κάθε κύτταρό της. Το μυαλό της πέταξε στα σύννεφα. Απόλυτη χαλάρωση αχρήστευσε όλους τους μυώνες της. Θα κάνω ό,τι μου πει. Με χαρά. «Τι ξέρεις, Ντανίκα; Πες μου».

[286]


«Τίποτα», απάντησε εκείνη, ενώ το κεφάλι της έγερνε μπροστά. Θα έπεφτε, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της. Ένα μέρος του εαυτού της δεν ήθελε να σταματήσει. Ο Ρέγιες βρέθηκε ξαφνικά στο πλευρό της και τύλιξε το χέρι γύρω από τη μέση της, κρατώντας την όρθια. Ήταν η προσωποποίηση της δύναμης και της ζεστασιάς και έδιωξε αμέσως το κρύο. «Φτάνει, Λούσιεν». «Ρέγιες», πέταξε ο Λούσιεν και η Ντανίκα δεν τον είχε ακούσει πιο αγριεμένο. «Όχι», απάντησε ο Ρέγιες, το ίδιο σκληρά. «Δε σας πρόδωσα», είπε η Ντανίκα. Ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος του και προσευχήθηκε να την πίστευε. Είχε ήδη επιτρέψει στον εαυτό της να ενδιαφερθεί για εκείνον. Δεν έπρεπε να τον χάσει. Όχι τώρα. «Το ξέρω». Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το γοφό της. «Πώς; Το ξέρεις;» «Ναι». Η Ντανίκα σήκωσε τα χέρια της ψηλά. «Τότε γιατί είσαι θυμωμένος μαζί μου;» «Θυμωμένος; Δεν είμαι θυμωμένος». «Έφυγες σαν σίφουνας από κοντά μου. Σχεδόν δε με κοίταξες, καν». «Άγγελε», είπε εκείνος, αναστενάζοντας. Το χέρι του υψώθηκε και έπιασε το σαγόνι της για να το στρέψει προς το μέρος του, αναγκάζοντάς τη να τον αντικρίσει. «Δεν είμαι εξοικειωμένος με αυτά τα συναισθήματα... ναι, φροντίδας. Δε μου άρεσε καθόλου που μιλούσες με έναν Κυνηγό, ανησυχούσα για την ασφάλειά σου και δεν ήθελα να σε τρομάξω με την αγωνία μου. Επίσης, ήξερα ότι προσπαθούσες να με προστατεύσεις όταν είπες ψέματα στον Κυνηγό για τον αριθμό των πολεμιστών που βρίσκονται εδώ. Αλλά ήξερα επίσης πως είχες δημιουργήσει προβλήματα σ’ εμάς –άθελά σου, φυσικά». «Δεν καταλαβαίνω». «Τώρα πιστεύουν πως είμαστε όλοι εδώ, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε ελάχιστοι. Θα στείλουν περισσότερους

[287]


άντρες, θα φέρουν περισσότερα όπλα». Το αίμα της Ντανίκα πάγωσε εντελώς. «Συγνώμη. Δε... δε σκέφτηκα... Νόμιζα πως... Όπως είπε κι ο Λούσιεν, ο Στέφανο δε με εμπιστεύεται», είπε. «Μπορεί να υποθέσει πως είπα ψέματα. Μπορεί να νομίσει ότι λίγοι από σας βρίσκονται εδώ». «Μπορώ να φέρω τους άλλους», είπε ο Λούσιεν. «Θα είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο». Ω Θεέ μου. Θα γινόταν μάχη, τελικά. «Μην ανησυχείς», είπε ο Ρέγιες. «Όλα θα πάνε καλά. Και τώρα ο πίνακας», της θύμισε. «Φέρ’ τον να τον δούμε, σε παρακαλώ. Πρέπει να διαπιστώσουμε αν αυτό που δημιούργησες σημαίνει κάτι ή αν μπορεί να μας βοηθήσει». Η Ντανίκα ένευσε καταφατικά ενώ ένα τηλέφωνο χτυπούσε κι ο ήχος αντιλαλούσε στους τοίχους. Ο Λούσιεν συνοφρυώθηκε κι έχωσε το χέρι στην τσέπη. Μούγκρισε ένα γρήγορο «Ναι» μόλις κόλλησε το τηλέφωνο στο αυτί του. Πέρασε μια στιγμή. Έκλεισε το τηλέφωνο και συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Ο Σαβίν ανυπομονεί». «Γυρίζω αμέσως». Η Ντανίκα έτρεξε στο στούντιο και σήκωσε το δεύτερο πίνακα που είχε ζωγραφίσει από τη θέση του, καθώς ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο. Τον μελέτησε, κοιτάζοντας πρώτα τα έντονα χρώματα και μετά την πολύπλοκη σύνθεση των χαρακτήρων. Στην κορυφή του πίνακα, δυο άντρες και μια γυναίκα, όλοι ντυμένοι με άσπρους χιτώνες, κάθονταν σε θρόνους και κοιτούσαν χαμηλά με βασιλική μεγαλοπρέπεια. Στο κάτω μέρος του καμβά, ένας συναρπαστικά όμορφος άντρας με φτερά αγγέλου και κέρατα διαβόλου οδηγούσε μια ανθρώπινη στρατιά σε μια θάλασσα αίματος. Στο κάτω μέρος του στομαχιού του υπήρχε ένα τατουάζ πεταλούδας –η ίδια απειλητική εικόνα που είχαν στο σώμα τους ο Ρέγιες και οι άλλοι πολεμιστές. Τα χρώματα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα εντελώς κι έτσι η Ντανίκα κρατούσε πολύ προσεκτικά τον πίνακα καθώς τον μετέφερε

[288]


στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, στήριξε τον καμβά στα πόδια της. «Ορίστε». Κι οι δυο άντρες έμειναν με το στόμα ανοιχτό όταν τον είδαν. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ντανίκα. «Ξέρεις ποια είναι αυτά τα πλάσματα;» τη ρώτησε ο Λούσιεν, με παραμορφωμένη φωνή. «Όχι». Και, πράγματι, δεν ήξερε. «Αλλά τα έχω δει στους εφιάλτες μου», ομολόγησε. «Πολλές, πάρα πολλές φορές». «Ο Κρόνος, ο βασιλιάς των θεών, κάθεται στον κεντρικό θρόνο. Ο Άτλας και η Ρέα βρίσκονται δίπλα του. Στο κάτω μέρος, αυτοί οι άντρες είναι Κυνηγοί». «Και επικεφαλής του στρατού», είπε ο Ρέγιες με πνιγμένη φωνή, «είναι ο Γκέιλεν. Ο ξενιστής της Ελπίδας». Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν έντονα. «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Αν αυτός ο πίνακας λέει αλήθεια, ο Γκέιλεν είναι αρχηγός των Κυνηγών». Ο Λούσιεν κούνησε με απόγνωση το κεφάλι του. «Δεν υποψιάστηκα ποτέ... Δεν περίμενα ποτέ... Γιατί τον ακολούθησαν πρόθυμα οι Κυνηγοί; Γιατί ακολούθησαν ένα δαίμονα;» Ο Ρέγιες άπλωσε το χέρι για να σύρει ένα ακροδάχτυλο στο πρόσωπο του φτερωτού άντρα, συνειδητοποίησε πως η μπογιά ήταν ακόμα νωπή και το τράβηξε πίσω. «Η Ντανίκα κι εγώ μιλήσαμε για τον Γκέιλεν νωρίτερα, αλλά ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω». «Θα πρέπει να μελετήσουμε το θέμα αργότερα –τώρα δεν υπάρχει χρόνος. Πρέπει να μεταφέρω τους υπόλοιπους πολεμιστές εδώ». Ο Λούσιεν κοίταξε στιγμιαία την Ντανίκα. «Πες της. Πρέπει να μάθει». Και με τούτα τα λόγια εξαφανίστηκε. «Τι πρέπει να μάθω;» Η απόγνωση φούντωσε μέσα της και τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πάνω στον καμβά. Το πρόσωπο του Ρέγιες ήταν σκυθρωπό. «Η Άσλιν άκουσε κάτι –για κάποια τεχνουργήματα που αναζητούμε. Ξέραμε πως το δεύτερο είχε τη δύναμη της όρασης», είπε. «Είναι κάτι που μπορεί να κοιτάξει στους ουρανούς και στην κόλαση». Η Ντανίκα συνοφρυώθηκε, σαστισμένη. «Τι εννοείς;» «Είσαι εσύ». Τα μάτια του αντάμωσαν τα δικά της και τα

[289]


αιχμαλώτισαν, σαν ένα μαύρο βάραθρο που την καλούσε να πέσει. «Εσύ είσαι το τεχνούργημα, Ντανίκα. Εσύ είσαι ο Παντεπόπτης Οφθαλμός. Γι’ αυτό οι θεοί θέλουν να πεθάνεις. Γι’ αυτό οι Κυνηγοί συγκεντρώνονται γύρω από το κάστρο. Όλοι σε θέλουν. Και φοβάμαι πως κανένας δε θα ησυχάσει αν δε σε αποκτήσει».

[290]


Κεφάλαιο 21 Όταν ο Σαβίν έφτασε στο κάστρο, οι Κυνηγοί σκαρφάλωναν ήδη στο βουνό. Ο Λούσιεν τον είχε διακτινίσει στην κρεβατοκάμαρα του Τόριν, όπου ένα σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών καταλάμβανε τον περισσότερο χώρο. Όλοι οι άλλοι πολεμιστές εκτός από τον ακόμα φυλακισμένο Έρον περιστοίχιζαν τον τεχνολογικά ιδιοφυή Τόριν, κοιτάζοντας τις πολλές οθόνες. Όχι, λάθος –όπως συνειδητοποίησε ο Σαβίν. Ο Πόνος απουσίαζε επίσης. Ξανά. «Έκρηξη;» ρώτησε ο Τόριν με χαιρεκακία στη φωνή του. «Ναι. Θα τους τινάξουμε στην κόλαση», μούγκρισε ο Μάντοξ, σφίγγοντας τα δάχτυλα γύρω από τη λαβή ενός οδοντωτού μαχαιριού. «Ο μόνος καλός Κυνηγός είναι ο νεκρός Κυνηγός». «Όχι». Ο Λούσιεν τράβηξε το λοβό του αυτιού του. «Αν καταφέρουν να γλιτώσουν από τους λάκκους, τα δίχτυα και τα βέλη, αφήστε τους να μπουν μέσα. Μια έκρηξη θα τραβήξει αθώους ανθρώπους στο λόφο –και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο». Τα ρουθούνια του Μάντοξ φούσκωσαν. «Η Άσλιν...» Ο Λούσιεν τράβηξε ξανά το λοβό του. «Διακτίνισα ήδη τις γυναίκες σε ασφαλές μέρος, μολονότι καμιά δεν ήρθε πρόθυμα. Με την Άνια φρουρό της, η γυναίκα σου δε θα έχει κανένα πρόβλημα». Το κύμα θυμού του Μάντοξ υποχώρησε κι οι ώμοι του καμπούριασαν. «Πολύ καλά». «Αν τους αφήσουμε να μπουν μέσα, το σπίτι μας θα βαφτεί κόκκινο», είπε ο Πάρις. «Εγώ, πάντως, θα δυσαρεστηθώ πολύ αν αναγκαστώ να σφουγγαρίσω. Κι επειδή ο Έρον είναι κλεισμένος στη φυλακή, ξέρω πως το καθήκον θα πέσει στους ώμους μου». «Πολεμώ τους Κυνηγούς πολύ περισσότερα χρόνια από σας», παρενέβη ο Σαβίν. «Πιστέψτε με, είναι προτιμότερο να τους σκοτώσουμε εδώ, παρά να τους πολεμήσουμε στην πόλη, όπου θα χαθούν αθώοι και θα χρησιμοποιηθούν εναντίον μας. Και οι Κυνηγοί

[291]


θα χρησιμοποιήσουν πολίτες χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Οι γυναίκες και τα παιδιά γίνονται υπέροχες ασπίδες». «Όλα για το γενικότερο καλό», χλεύασε πικρόχολα η Καμέο κι ο Σαβίν μόρφασε. Κάποιος έπρεπε να τη φιμώσει. Όσο καιρό κι αν περνούσαν μαζί, δε θα συνήθιζε ποτέ τη φωνή της. «Αυτό είναι διασκέδαση!» δήλωσε ο αθάνατος που λεγόταν Γουίλιαμ, τρίβοντας τα χέρια του. Ο Σαβίν τον κοίταξε κι αναρωτήθηκε ποιος στην οργή τον είχε προσκαλέσει. Δε βιαζόταν να αποκτήσει καινούριους φίλους. «Τι γυρεύεις εδώ;» Ο Λούσιεν τσίμπησε τη γέφυρα της μύτης του. «Ο πολεμιστής είναι ευπρόσδεκτος επισκέπτης μας και μπορεί να μας βοηθήσει στη μάχη». Ο τόνος της φωνής του δε φανέρωνε ιδιαίτερη χαρά κι ο Σαβίν ήταν πρόθυμος να στοιχηματίσει ότι ευχόταν ο «ευπρόσδεκτος επισκέπτης» τους να πάθαινε ζημιά στη μάχη. «Έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο φανταζόμαστε». «Τι εννοείς;» ρώτησε ο Σαβίν. «Εννοώ τον παλιό μας φίλο, τον Γκέιλεν. Μόλις έμαθα πως είναι αρχηγός των Κυνηγών». «Ο Γκέιλεν;» Ο Σαβίν γέλασε. «Σίγουρα θα κάνεις λάθος». Οι άλλοι πολεμιστές γέλασαν κι εκείνοι, αλλά μια ανησυχία διακρινόταν στην ευθυμία τους. Ο Σαβίν χτύπησε τον ώμο του Λούσιεν. «Δεν έχουμε ακούσει νέα του εδώ και χιλιάδες χρόνια». Ο Λούσιεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και τα χρωματικά αταίριαστα μάτια του ήταν έντονα. «Δεν είναι αστείο. Όπως μας πληροφόρησε η Άσλιν, η Ντανίκα είναι ο Παντεπόπτης Οφθαλμός –και το επιβεβαίωσε ένας πίνακάς της. Της ζήτησαν να ανέβει στη στέγη. Θέλουν να την κλέψουν από μας». Τα λόγια, που προφέρθηκαν τόσο ήρεμα, λειτούργησαν σαν καταπέλτης για τη δυσπιστία του Σαβίν. Ο Γκέιλεν. Υπεύθυνος για το μαρτύριό του. Ο μεγαλύτερος εχθρός του. Κάποτε έμπιστος φίλος. Ο Γκέιλεν ήταν εκείνος που είχε προτείνει να αποσπάσουν την προσοχή της Πανδώρας και να ανοίξουν το καταραμένο κουτί της. Ο Γκέιλεν ήταν εκείνος που είχε υποστηρίξει πως έπρεπε να δείξουν

[292]


στους θεούς το λάθος τους. Ο Γκέιλεν ήταν σύμμαχός τους –ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Οι θεοί δε μας εμπιστεύτηκαν τη φύλαξη του κουτιού, είχε πει ο Γκέιλεν. Δεν αποδείξαμε ξανά και ξανά τη δύναμή μας; Δεν αιμορραγήσαμε για το χατίρι τους; Δεν τους προστατεύουμε εδώ και τόσους αιώνες; Κι όμως, διάλεξαν μια γυναίκα αντί για μας. Μια γυναίκα που δεν έχει ούτε τη μισή δύναμή μας! Η Καμέο είχε προσβληθεί με τούτα τα λόγια και είχε γδάρει με τα νύχια της το πρόσωπό του. Ο πολεμιστής είχε απλώς γελάσει. Η Καμέο είχε επίσης προσβληθεί επειδή οι θεοί είχαν διαλέξει την Πανδώρα κι όχι εκείνη. Έτσι, οι πολεμιστές είχαν συνεργαστεί, σίγουροι για την επιτυχία τους. Αλλά ο Γκέιλεν σχεδίαζε από την αρχή να τους προδώσει, επειδή ζήλευε για ένα λόγο που δεν είχε καμιά σχέση με το κουτί. Ο Λούσιεν είχε επιλεγεί από τους θεούς ως διοικητής της φρουράς κι όχι εκείνος. Μόνο αργότερα είχαν μάθει πως ο Γκέιλεν τους είχε χρησιμοποιήσει για να αναλάβουν τη βρόμικη δουλειά του –το άνοιγμα του κουτιού. Ενώ εκείνοι υλοποιούσαν την ευρηματική ιδέα του, ο Γκέιλεν κινητοποιούσε τους στρατιώτες της Πανδώρας για να αντιμετωπίσουν τους «φίλους» του, ώστε ο ίδιος να μπορέσει να συλλάβει προσωπικά τους δαίμονες, να μονοπωλήσει τους επαίνους για τη σωτηρία του κόσμου και να αποσπάσει τη διοίκηση της φρουράς από τον Λούσιεν. Στην αρχή, όλα είχαν κυλήσει ομαλά. Ο Πάρις είχε καταφέρει να παρασύρει την Πανδώρα αλλού, επειδή ακόμα και τότε οι γυναίκες δεν μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι άλλοι είχαν πλησιάσει αθόρυβα το κουτί –αλλά όταν το είχαν φτάσει, μια ομάδα στρατιωτών τούς επιτέθηκε, ανάμεσά τους κι ο Γκέιλεν. Ακολούθησε μάχη –μια αιματηρή, βίαιη μάχη. Στο τέλος, το κουτί ανοίχτηκε κι οι δαίμονες ελευθερώθηκαν –όλοι οι δαίμονες. Αλλά παρά τις προσπάθειες του Γκέιλεν –τις προσπάθειες όλων– κανένας δεν κατόρθωσε να συλλάβει ξανά τους δαίμονες· ήταν πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νόμιζαν. Και, ακόμα χειρότερα, το κουτί είχε εξαφανιστεί σαν φάντασμα της νύχτας, καθώς οι δαίμονες καταβρόχθιζαν τη σάρκα των στρατιωτών της Πανδώρας –σαν

[293]


πεινασμένα κι απεγνωσμένα πιράνχας. Τα ουρλιαχτά των φρουρών στοίχειωναν τον Σαβίν ακόμα και τώρα. Μολονότι ο Γκέιλεν είχε στραφεί εναντίον τους και είχε «βοηθήσει» την Πανδώρα, είχε παίξει κάποιο ρόλο στο άνοιγμα του κουτιού κι έτσι οι θεοί τον είχαν τιμωρήσει μαζί με τους άλλους. Η φιλοξενία του δαίμονα της Ελπίδας δεν ήταν αρκετή τιμωρία κατά την κρίση του Σαβίν, αλλά δεν είχε καταφέρει να αποδώσει στον Γκέιλεν τη δικαιοσύνη που του άξιζε. Στα ταραγμένα χρόνια της κατάρας τους, όταν στέγαζαν δαίμονες μέσα τους, ο Γκέιλεν είχε εξαφανιστεί κι ο Σαβίν είχε νιώσει οργή και χαρά συνάμα. Θα ήταν όμορφο να πάρει εκδίκηση –κι ίσως τώρα του δινόταν η ευκαιρία. «Πώς τόλμησε να το κάνει;» πέταξε ο Στράιντερ. «Δεν του έφτανε μία προδοσία;» «Αν ελέγχει τους Κυνηγούς, μπορεί επίσης να κινεί τα νήματα σ’ εκείνο το ινστιτούτο όπου δούλευε η Άσλιν. Η ίδια είπε κάποτε πως κανένας δεν είχε δει τον πρόεδρό του, επειδή δεν εμφανιζόταν ποτέ δημόσια». Ο Μάντοξ κοίταξε τριγύρω στην αίθουσα. «Λέτε να είναι ο Γκέιλεν;» «Ίσως». Ο Σαβίν ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα ήταν μεγάλη ειρωνεία, αν ένα ινστιτούτο που υπερηφανεύεται για την ανθρώπινη ανωτερότητα διευθυνόταν κρυφά από ένα πλάσμα που είναι μισός δαίμονας και μισός αθάνατος. Πώς λέτε να καταφέρνει να κρύβει από τους Κυνηγούς την αλήθεια για τον εαυτό του; Αποκλείεται να ξέρουν, διαφορετικά θα τον είχαν ανατρέψει. Και γιατί θέλει ο Γκέιλεν το θάνατό μας;» «Γιατί μας έπεισε να ανοίξουμε το κουτί και μετά στράφηκε εναντίον μας;» ρώτησε ο Στράιντερ. «Απλώς, θέλει πάντα να κερδίζει –όποιο κι αν είναι το τίμημα». «Κοίτα ποιος μιλά, Ήττα», είπε ο Μάντοξ. «Ίσως σχεδίαζε πάντα να μας συντρίψει, να μας ξεπεράσει –ακόμα και τους θεούς– και να αποσπάσει τον έλεγχο των ουρανών». Ο Σαβίν έσφιξε τη λαβή του στιλέτου στη θήκη της ζώνης του. «Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι του, αν έχετε δίκιο και θα έχουμε σε λίγο μια ευτυχισμένη οικογενειακή επανένωση, θα πάρω το κεφάλι του. Το

[294]


κρανίο του θα ταιριάζει πολύ στο κομοδίνο μου. Δε θα χρειαστεί να σηκώνομαι τα βράδια για να πηγαίνω στην τουαλέτα». Ο Πάρις τον κοίταξε βλοσυρά. «Εγώ λέω αστεία εδώ πέρα. Έτσι κι αλλιώς, δε νομίζω να εμφανιστεί». Χαμογελώντας σαν παρανοϊκό φρικιό που ήταν, ο Τόριν χτύπησε με ενθουσιασμό τα χέρια του. «Ας μη χάνουμε την ελπίδα μας. Ο Γκέιλεν είναι η Ελπίδα –τι αστείο. Κρίμα που νομίζω πως έχεις δίκιο. Για κάποιο λόγο, ο Γκέιλεν δεν έχει αποκαλύψει ακόμα το πρόσωπό του σ’ εμάς. Δεν ξέρει ότι ξέρουμε πως είναι αρχηγός των Κυνηγών». «Τότε ας του στείλουμε μια ζεστή κάρτα για να τον προσκαλέσουμε. Και λέγοντας κάρτα, εννοώ όλους τους Κυνηγούς του σε φέρετρα», είπε ο Στράιντερ. «Έχεις μεγάλο άδικο», είπε με χαιρεκακία ο Γκίντεον, εννοώντας ότι είχε απόλυτο δίκιο. «Θα κοιμηθούμε από την ανία». «Λοιπόν», είπε ο Τόριν ενώ τα δάχτυλά του πετούσαν στο πληκτρολόγιο, «αποφασίσαμε να αφήσουμε τους Κυνηγούς να μπουν ή όχι; Θέλουν την Ντανίκα, τον Παντεπόπτη Οφθαλμό, και θα τη θέλουν απεγνωσμένα επειδή πιστεύουν ότι μπορεί να τους βοηθήσει να βρουν το κουτί της Πανδώρας και να βάλουν έτσι ένα τέλος στην ύπαρξή μας. Αν τους αφήσουμε να μπουν στο κάστρο, θα βρεθούν πιο κοντά στο στόχο τους –στην Ντανίκα». Ο Σαβίν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, δε θα βρεθούν πιο κοντά. Ο Ρέγιες δραπετεύει μαζί της. Θα την απομακρύνει ακόμα περισσότερο, ενώ οι Κυνηγοί θα πολιορκούν το κάστρο μας». «Πώς γίνεται να είναι η Ντανίκα ένα... τεχνούργημα;» μουρμούρισε η Καμέο. «Μα την πίστη μου, γυναίκα», είπε ο Γουίλιαμ. «Η φωνή σου είναι σαν το θάνατο. Δεν μπορείς να το βουλώσεις μέχρι να βγω από το δωμάτιο; Σε παρακαλώ. Ειλικρινά, είσαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο που δε θέλω να κάνω σεξ μαζί της». Η Καμέο τον κοίταξε βλοσυρά. «Εσύ βούλωσέ το», πέταξε ο Τόριν στον πολεμιστή, έχοντας χάσει το χαμόγελό του. «Διαφορετικά, θα βρεθείς σε ένα από τα φέρετρα του Στράιντερ».

[295]


Το πρόσωπο της Καμέο εμφάνισε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο –το πρώτο χαμόγελο που είχε διακρίνει ο Σαβίν στο πρόσωπό της εδώ και αιώνες. «Η Άσλιν είπε πως τα τεχνουργήματα φρουρούσε η Ύδρα και η Άνια αργότερα το επιβεβαίωσε. Κανένας δε φρουρούσε την κοπέλα». «Ίσως η Ύδρα να τη φρουρούσε κάποτε», είπε ο Σαβίν. «Η Ντανίκα πρέπει να υπάρχει από τα αρχαία χρόνια, αλλά όπως φαίνεται δεν είναι αθάνατη κι έτσι πρέπει να ξαναγεννιέται. Ίσως να μετενσαρκώνεται –εκτός αν η ικανότητα κληρονομείται από γενιά σε γενιά στην οικογένειά της κι αυτός ήταν ο λόγος που οι θεοί ήθελαν να τις σκοτώσουν όλες. Εκτός αν η Ύδρα απλώς την έχασε. Διάβολε, ίσως ο Ρέγιες είναι η Ύδρα· δεν τον έχετε δει πώς της φέρεται;» Ακολούθησε σιωπή και μετά κάποιος είπε: «Ο Ρέγιες είναι πράγματι η Ύδρα». Μετά, ο Λούσιεν δήλωσε: «Αφήστε να μπουν. Θα τους πολεμήσουμε εδώ –έτσι είναι πιο ασφαλές». Ο Τόριν ένευσε καταφατικά και τα δάχτυλά του δε σταμάτησαν στιγμή να τρέχουν στο πληκτρολόγιο. Μεθυσμένος από τη λαχτάρα να πολεμήσει και να πολεμήσει τώρα, ο Σαβίν μελέτησε τα μόνιτορ –οχτώ οθόνες που κάλυπταν ολόκληρη την πλαγιά του λόφου. Η νύχτα είχε πέσει πριν από πολλή ώρα και το φεγγαρόφωτο μόλις που επέτρεπε να περάσει λίγη λάμψη ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων. Όλοι οι Κυνηγοί φορούσαν μαύρα και είχαν βάψει τα πρόσωπά τους –αλλά δεν μπορούσαν να κρυφτούν από τους αισθητήρες θερμότητας ή ακόμα και από τα εκπαιδευμένα μάτια του Σαβίν. Εκτός από τις κόκκινες μουντζούρες στις οθόνες, τους πρόδιδε κάθε θρόισμα φύλλου, κάθε μετατόπιση χώματος. «Διάβολε, είναι πολλοί σαν ακρίδες», σχολίασε ο Γουίλιαμ. «Πράγματι, σαν έντομα. Πρέπει να είναι καμιά κατοσταριά από δαύτους». «Φοβάσαι;» ρώτησε ο Σαβίν. «Όχι, διάβολε. Νομίζω πως μόλις έφτασα σε οργασμό». Τέτοιους άντρες ήθελε ο Σαβίν στο πλευρό του. «Πόση ώρα ακόμα πριν χτυπήσουν;» ρώτησε ο Στράιντερ. Μετατόπισε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, γεμάτος

[296]


προσμονή. Ο Τόριν ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του και τα μακριά άσπρα μαλλιά του κυμάτισαν πάνω τους. «Τέσσερα λεπτά, μπορεί και τρία –εξαρτάται από το πόσο έξυπνοι είναι. Μερικοί έπεσαν ήδη στους λάκκους μας και μερικοί σκοτώθηκαν από κρυμμένα βέλη». Αρκεί να σκοτώσω κι εγώ μερικούς, σκέφτηκε ο Σαβίν. «Δε θα μπουκάρουν όλοι μαζί από την μπροστινή πόρτα. Θα χωριστούν. Ξέρουν ότι ξέρουμε πως βρίσκονται τριγύρω κι έτσι δε θα προσπαθήσουν πια να προχωρήσουν αθόρυβα. Μερικοί θα μείνουν στο επίπεδο του εδάφους, άλλοι θα σκαρφαλώσουν σε παράθυρα. Μερικοί μπορεί να κατέβουν από ελικόπτερα, για την περίπτωση που η Ντανίκα υπάκουσε στις εντολές και ανέβηκε στη στέγη». «Τότε θα χωριστούμε κι εμείς», είπε ο Λούσιεν. «Οι άντρες μου κι ο Γουίλιαμ θα αναλάβουμε το λόφο. Οι δικοί σου μπορούν να αντιμετωπίσουν ό,τι απομείνει». Ο Σαβίν χαμογέλασε. «Εννοείς πως εμείς θα αναλάβουμε τον κύριο όγκο των Κυνηγών. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ». Οι άλλοι πολεμιστές γέλασαν, όπως ακριβώς ήταν η πρόθεση του Σαβίν. Ο Λούσιεν κι οι άντρες του ξεκίνησαν χαμογελώντας για να βγουν έξω από το κάστρο. Ζούσαν εδώ εκατοντάδες χρόνια· ήξεραν τα καλύτερα σημεία για ενέδρα, ήξεραν κάθε μυστικό πέρασμα που έπρεπε να ασφαλίσουν. Δυστυχώς, ο Σαβίν δεν τα ήξερε όλα αυτά. «Μήπως πρέπει να ελευθερώσουμε τον Έρον για να πολεμήσει μαζί μας; Είναι εξαιρετικός πολεμιστής για μάχη». «Όχι βέβαια», απάντησε ο Τόριν. «Θα πάρει, εκτός από τα κεφάλια των Κυνηγών, και τα δικά μας. Τι συμβαίνει; Φοβάσαι; Δεν υπάρχει λόγος. Θα έχω ένα μόνιτορ σε κάθε όροφο του κάστρου. Ρυθμίστε τα κινητά σας στη δόνηση και θα σας ειδοποιήσω αμέσως μόλις μπουν οι Κυνηγοί· θα σας πω πού ακριβώς βρίσκονται». «Γιατί σε άφησα να φύγεις;» τον ρώτησε ο Σαβίν. «Δε με άφησες εσύ», απάντησε ξερά ο Τόριν. «Εγώ σε άφησα για να ακολουθήσω τον Λούσιεν». «Λεπτομέρειες». Ο Σαβίν στράφηκε προς τους πολεμιστές του και έδειξε με το πιγούνι του το διάδρομο. «Πάμε».

[297]


Ο καθένας ένευσε καταφατικά και βγήκε από το δωμάτιο, βγάζοντας το κινητό του καθώς περπατούσε. Ο Σαβίν ακολούθησε τελευταίος, αλλά σύντομα τους προσπέρασε και βρέθηκε επικεφαλής με μεγάλες, αποφασιστικές δρασκελιές. «Καλή μέρα για θάνατο», είπε ο Κέιν. Μια φράση που σίγουρα ταίριαζε στους Κυνηγούς. Ο Σαβίν έχωσε ξανά το κινητό στην τσέπη του και χούφτωσε το πιστόλι των 9 χιλιοστών. «Ποιο κλιμάκιο των Κυνηγών λες να αντιμετωπίζουμε;» ρώτησε ο Στράιντερ. «Ακόμα εκείνο του Στέφανο;» «Έχει σημασία», απάντησε ο Γκίντεον, την ίδια στιγμή που ο Κέιν έλεγε: «Οποιοδήποτε. Όλα μαζί. Ποιος ενδιαφέρεται;» «Του Στέφανο, πέρα από κάθε αμφιβολία. Νυχτερινή επίθεση, ανυπόμονος στρατός και ημιαυτόματα όπλα. Κι έπειτα, εκείνος είναι που συνέλαβε για πρώτη φορά την Ντανίκα. Δεν ήξερε ακόμα πως ήταν ο Οφθαλμός, διαφορετικά δε θα την άφηνε ποτέ», είπε ο Σαβίν και πρόσθεσε ξερά: «Είναι δικός μου. Αν τον δείτε, θα τον αφήσετε ζωντανό για μένα». Ο τύπος ήθελε να τιμωρήσει τον Σαβίν για το ρόλο που είχε παίξει στην αυτοκτονία της γυναίκας του. Ήταν κάτι απόλυτα κατανοητό. Αλλά ο Στέφανο έστελνε τους άντρες του στο θάνατο, αδιαφορώντας για τις απώλειες· το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η εκδίκηση. Ο Σαβίν μπορεί να είχε στρέψει την πλάτη του στην αγάπη, αλλά θεωρούσε τους άντρες του πιο πολύτιμους κι απ’ τον ίδιο και δε θα επέτρεπε να πεθάνουν άδικα. «Γκίντεον, αίθουσα ψυχαγωγίας. Ξέρεις τι θα κάνεις». «Όχι, δεν ξέρω». Ο Γκίντεον αποσπάστηκε από την ομάδα. «Κέιν, βορινός διάδρομος». Νεύοντας καταφατικά, ο Κέιν έστριψε στην επόμενη γωνιά. Ένας από τους γλόμπους στον πολυέλαιο θρυμματίστηκε την ίδια στιγμή, εκτοξεύοντας γυαλιά προς κάθε κατεύθυνση. Ακούστηκε ένα σφύριγμα και μια πνιχτή βρισιά. Μετά, φυσικά, άλλος ένας γλόμπος εξερράγη. Καταστροφή. Δεν μπορούσαν να τον πάνε πουθενά –και δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγουν εκρήξεις όσο βρισκόταν κοντά.

[298]


«Καμέο...» Ο Σαβίν έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Η Καμέο δε βρισκόταν ανάμεσα στους πολεμιστές που είχαν απομείνει. Πού ήταν; Εκνευρισμένος, πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα δόντια του. Τούτη η γυναίκα εξαφανιζόταν όλο και πιο συχνά τελευταία. «Αμούν, νότιος διάδρομος». Καμιά απάντηση, ούτε καν ένα νεύμα –αλλά ο Αμούν άλλαξε κατεύθυνση. «Δυο λεπτά ακόμα», είπε ο Στράιντερ, «και μετά θα αρχίσει το πραγματικό γλέντι. Αμφιβάλλω αν ο Λούσιεν και η ομάδα του καταφέρουν να τους σκοτώσουν όλους έξω». Ο Σαβίν έριξε μια ματιά προς το μέρος του. «Γιατί δυο λεπτά; Πώς το ξέρεις;» «Εσωτερικό ραντάρ». Πριν βγει η τελευταία λέξη από το στόμα του Στράιντερ, ο θόρυβος γυαλιών που έσπαζαν αντήχησε στο σπίτι. Ο Σαβίν κι ο Στράιντερ αντάλλαξαν ένα χαμόγελο. «Το ραντάρ σου είναι για κλάματα. Κάτι μου λέει ότι το γλέντι αρχίζει τώρα». Έβγαλε και το άλλο πιστόλι και το μέταλλο ήταν ένα ευπρόσδεκτο βάρος στο χέρι του. «Δυτικός διάδρομος για σένα, φίλε μου. Εγώ θα πάρω τον ανατολικό». Ο Στράιντερ ένευσε καταφατικά και έκανε μεταβολή. «Πρόσεχε». Ο Σαβίν έτρεξε με γρήγορες δρασκελιές που κατάπιαν την απόσταση. Άλλο ένα παράθυρο έσπασε, τούτη τη φορά ακριβώς μπροστά του. Το κινητό του δονήθηκε στην τσέπη του. Λίγο αργά, Τόριν, σκέφτηκε. Μια στιγμή αργότερα, τρεις άντρες που κρέμονταν από σχοινιά αναρρίχησης πήδηξαν μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Τα χέρια του σηκώθηκαν απότομα και τα δάχτυλά του πίεσαν τις σκανδάλες, σημαδεύοντας δεξιά και αριστερά. Μπουμ, μπουμ, μπουμ. Οι άντρες τινάχτηκαν πίσω, ούρλιαξαν και μετά έπεσαν στο δάπεδο. Βλέποντας τα άψυχα σώματά τους, μια αίσθηση ικανοποίησης τον πλημμύρισε. Ωστόσο, μαζί με την ικανοποίηση ακουγόταν το μουγκρητό ανυπομονησίας του δαίμονα. Η Αμφιβολία ήθελε να πάρει μέρος στη δράση.

[299]


«Καλή διασκέδαση», μουρμούρισε και μπορούσε σχεδόν να φανταστεί το δαίμονα να τρίβει με χαιρεκακία τα παραμορφωμένα χέρια του. Το μυαλό του άνοιξε απότομα, καθώς το πνεύμα περνούσε στο ψυχικό επίπεδο, αναζητώντας αδύναμες σκέψεις. Εξοικειωμένος με τη διαδικασία, ο Σαβίν δε μόρφασε καν. Ευτυχώς, επειδή ο αντιπερισπασμός θα του στοίχιζε ακριβά. Δύο άλλοι Κυνηγοί πέρασαν μέσα από το παράθυρο. Τους πυροβόλησε το ίδιο γρήγορα και το ίδιο άνετα όπως τους προηγούμενους. Τούτη ήταν η ζωή του –τούτη ήταν πάντα η ζωή του. Μάχες, πόλεμος, θάνατοι. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, ήξερε πως δεν έπρεπε να ανέχεται τους εχθρούς. Στο κάτω κάτω, γι’ αυτό είχε δημιουργηθεί: για να μάχεται, να πολεμά, να σκοτώνει. Και έτσι ακριβώς θα άφηνε την τελευταία του ανάσα όταν θα έφτανε στο τέλος. Μαχόμενος, πολεμώντας, σκοτώνοντας. Ένα θρόισμα ακούστηκε πίσω του. Στριφογυρίζοντας, πυροβόλησε απανωτά. Δυο Κυνηγοί ακόμα έπεσαν, ουρλιάζοντας με πόνο. Ένας από αυτούς άπλωσε το χέρι στην μπότα του πριν πεθάνει και μια χειροβομβίδα κύλησε από τα άψυχα δάχτυλά του· η περόνη ήταν ήδη τραβηγμένη. Γαμώτο. Γρήγορος σαν αστραπή, ο Σαβίν την άρπαξε και την πέταξε από το παράθυρο, ευχόμενος να μην τραυματίσει τους φίλους του. Αλλά ήταν προτιμότερο να εκραγεί έξω παρά μέσα. «Χειροβομβίδα!» φώναξε. Μπουμ. Ευτυχώς που θα απέφευγαν τις εκρήξεις. Τα θεμέλια του κάστρου τραντάχτηκαν. Ακολούθησαν φωτιά και καπνός, ουρλιαχτά και ήχος βημάτων. Ένα κύμα ζέστης απλώθηκε στο διάδρομο, τσουρουφλίζοντας το δέρμα του. Συντρίμμια εκτοξεύτηκαν στο εσωτερικό του κτίσματος και ένα σπασμένο κλαδί δέντρου χτύπησε το πρόσωπό του πριν πέσει στο πάτωμα. Ο Σαβίν ετοιμάστηκε να πηδήξει πάνω από τα πτώματα, αλλά συνειδητοποίησε πως ένας από τους Κυνηγούς δεν είχε πεθάνει ακόμα. Ο άντρας κατόρθωσε να υψώσει το πιστόλι του και χαμογέλασε καθώς μουρμούριζε: «Όχι οίκτο. Αυτό δεν είναι το

[300]


σύνθημά σας;» Πάτησε τη σκανδάλη. Η σφαίρα μπήχτηκε στο μηρό του Σαβίν και τον έτσουξε. «Γαμώτο!» Οι βολές από μικρή απόσταση ήταν οι χειρότερες και κατάλαβε αμέσως πως ο μυώνας είχε διαλυθεί. Μορφάζοντας, κάρφωσε μια σφαίρα στο ήδη τσακισμένο σώμα του Κυνηγού κι ο πυροβολισμός ήταν τόσο δυνατός ώστε τ’ αυτιά του Σαβίν βούισαν. «Ναι», πέταξε. «Αυτό είναι το σύνθημά μου». Ο Κυνηγός άφησε την τελευταία του ανάσα ένα δευτερόλεπτο αργότερα, ενώ αίμα κυλούσε από το στόμα του. Είσαι πολύ αδύναμος, άκουσε ο Σαβίν την Αμφιβολία να ψιθυρίζει σε έναν από τους Κυνηγούς έξω από το κάστρο. Οι Άρχοντες θα σε σκοτώσουν. Το πιθανότερο είναι πως δε θα ζήσεις για να δεις μια ακόμα ανατολή ηλίου. Ο Σαβίν άκουσε την απάντηση του άντρα τόσο καθαρά σαν να στεκόταν δίπλα του. Όχι. Όχι. Είμαι δυνατός. Θα τους σκοτώσω. Σχεδόν τα κάνεις πάνω σου από το φόβο. Φόβο που οι Άρχοντες μυρίζονται και θα σου ριχτούν λες και είσαι ζώο. Κι αν σε κάνουν κομματάκια και στείλουν τα κόκαλά σου στην οικογένειά σου; Συνηθισμένος στη ροή των αμφιβολιών, ο Σαβίν αγνόησε τους ψιθύρους. Έστρεψε το κεφάλι αριστερά και δεξιά, αριστερά και δεξιά, καθώς οπισθοχωρούσε στη γωνιά δίπλα στο σπασμένο παράθυρο. Μια γρήγορη ματιά έξω και διαπίστωσε ότι κανένας Κυνηγός δεν ετοιμαζόταν να εισβάλει μέσα. Μια δεύτερη ματιά στο διάδρομο· ούτε εκεί υπήρχε κάποια ένδειξη κινδύνου. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, κοίταξε την πληγή του· το παντελόνι είχε ήδη κολλήσει στο δέρμα του και μια ματωμένη τρύπα τον κοίταζε. Υπέροχα. Άπλωσε το χέρι, ψηλάφισε την είσοδο και μετά, φέρνοντας το χέρι στο πίσω μέρος, βρήκε την έξοδο. Ευτυχώς, η σφαίρα δε βρισκόταν ακόμα στο πόδι του. Εντάξει. Ίσως τα πράγματα να μην ήταν τόσο άσχημα. Έσκισε μια λουρίδα υφάσματος από την άκρη της μπλούζας του και την έδεσε γύρω από το μηρό του, περιορίζοντας την αιμορραγία. Πώς τα πάνε οι άντρες σου; Οι άντρες του Λούσιεν; Να εύχεσαι να μην έχει πεθάνει κανένας. Οι Κυνηγοί είναι τόσο πολλοί,

[301]


ώστε... «Βούλωσέ το», πρόσταξε το δαίμονα που προσπαθούσε να στρέψει τις αμφιβολίες εναντίον του. Οι περισσότεροι από δαύτους έχουν εκπαιδευτεί να κρατούν το μυαλό τους κενό, διαμαρτυρήθηκε η Αμφιβολία. Λίγοι μόνο με δέχτηκαν και τώρα είναι νεκροί. Ο δαίμονας έπρεπε να ακούει τις σκέψεις των θυμάτων του πριν επιτεθεί. «Καημένε μου», μουρμούρισε ο Σαβίν. «Αλλά αν με κάνεις να σκοτωθώ, θα χάσεις τα πάντα. Θα τρελαθείς... και, τελικά, θα καταλήξεις πίσω στο κουτί της Πανδώρας». Το πίσω μέρος του κρανίου του τραντάχτηκε καθώς ο δαίμονας αναπηδούσε έντρομος. Όχι κουτί. Όχι κουτί! «Ηρέμησε τότε». Ευτυχώς, το πλάσμα υπάκουσε. Έξω, ο Σαβίν μπορούσε να ακούσει πυροβολισμούς και κραυγές πόνου ανθρώπων. Τον ήχο που άφηνε το ατσάλι καθώς διαπερνούσε δέρμα και κόκαλο. Κοίταξε τη νύχτα, παραμένοντας όσο το δυνατό περισσότερο στις σκιές. Είδε τη λάμψη του ασημιού –λεπίδες, πολεμικά αστέρια– στο φεγγαρόφωτο, που έσκιζε τον αέρα πριν βρει το στόχο του. Το βλέμμα του σταμάτησε σε έναν από τους φίλους του. Ο Μάντοξ έτρεξε μπροστά, πήδηξε στον αέρα και έπεσε πάνω σε μια ομάδα Κυνηγών. Για αρκετά δευτερόλεπτα, το μόνο που διακρινόταν ήταν ένα συνονθύλευμα χεριών και ποδιών. Μια λεπίδα κινήθηκε γρήγορα, επιδέξια, σε ένα θανατηφόρο χορό. Μετά, απόλυτη ησυχία. Μήπως ο Μάντοξ... Ο πολεμιστής σηκώθηκε, πετώντας άψυχα σώματα από πάνω του. Ο Μάντοξ στράφηκε και έκανε νόημα σε κάποιον με τα δάχτυλα. Ο Ρέγιες, που είχε περάσει το χέρι του γύρω από τη μέση μιας γυναίκας, εμφανίστηκε στο φως –αλλά εξαφανίστηκαν κι οι δυο μια στιγμή αργότερα. Ο Παντεπόπτης Οφθαλμός. Ευτυχώς που δεν τη σκότωσα όταν μπορούσα. Το κινητό του δονήθηκε στην τσέπη του. Γαμώτο. Ο ήχος βημάτων ακούστηκε ξανά, αποσπώντας την προσοχή του Σαβίν. Πολύ αργά. Στριφογύρισε απότομα. Τέσσερις Κυνηγοί είχαν μπει στο

[302]


διάδρομο. «Βρήκα έναν!» άκουσε κάποιον να φωνάζει καθώς τον σημάδευαν με τα όπλα και έτρεχαν προς το μέρος του. «Είναι δικός μου. Κι όταν συνέλθει από τα χτυπήματά μου, είναι δικός σας». «Εγώ θα τον αποτελειώσω. Αυτό είναι για το γιο μου, δαίμονα!» Ένα χαλάζι από σφαίρες έπεσε στο σώμα του: στους ώμους, στο στομάχι, δίπλα στο φρέσκο τραύμα στο μηρό του. Ήξερε πως δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του να αφαιρεθεί. Παραμερίζοντας τον πόνο, χίμηξε με ένα μουγκρητό. Πυροβόλησε με τα ημιαυτόματα μέχρι που άδειασαν οι γεμιστήρες, τα άφησε να πέσουν και άνοιξε τα χέρια ενώ οι σφαίρες συνέχιζαν να καρφώνονται στο σώμα του. Εκείνος κι οι Κυνηγοί συναντήθηκαν στη μέση του διαδρόμου. Συγκρούστηκαν και κύλησαν στο δάπεδο. Ένας Κυνηγός τσάκισε το κρανίο του στο μάρμαρο και δε σάλεψε ξανά. Οι άλλοι τρεις τράβηξαν μαχαίρια και προσπάθησαν να τα μπήξουν σε διάφορα σημεία στο σώμα του Σαβίν. Αλλά εκείνος περίμενε την επίθεση και είχε ήδη βγάλει το δικό του στη διάρκεια της πτώσης. Οι άνθρωποι, όσο έξυπνοι κι αν ήταν, δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τη δύναμη και την ταχύτητα ενός αθάνατου. Είχε κόψει το λαιμό τους πριν προλάβουν να του προκαλέσουν κάτι περισσότερο από λίγες χαρακιές. Λαχανιάζοντας, ο Σαβίν σηκώθηκε με δυσκολία. Η ζαλάδα χτυπούσε το μυαλό του σαν τύμπανο και παραπάτησε. Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, μπορεί να μη ζούσε για να αντιμετωπίσει τον Στέφανο. Πόσο μάλλον τον Γκέιλεν, αν ο δειλός τολμούσε να εμφανιστεί. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, αποκαμωμένος και αδύναμος. Πρέπει να είχε χάσει τις αισθήσεις του, επειδή όταν συνήλθε ένας άνθρωπος στεκόταν ακριβώς μπροστά του –αν και όχι σε απόσταση βολής, όπως παρατήρησε. Και δεν ήταν οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ήταν ο Στέφανο. Το μίσος υψώθηκε σαν παλιρροϊκό κύμα στο στήθος του, αλλά δεν είχε τη δύναμη να σηκωθεί. «Καλά κατάλαβα πως ήσουν εσύ», είπε ο Σαβίν. Ένιωθε το λαιμό του γδαρμένο, σαν να είχαν πέσει στις φωνητικές χορδές του

[303]


αίμα και οξύ. Ο Στέφανο τον επέκρινε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του. «Για κοίταξε πώς είσαι, Αμφιβολία! Πρέπει να πονάς. Τι κρίμα». Ο Σαβίν μετακίνησε αργά το γερό χέρι του πίσω από την πλάτη του, όπου ένα στιλέτο κρεμόταν στην άκρη μιας αλυσίδας. Μπορούσε να νιώσει το κρύο μέταλλο στο δέρμα του. «Α, εγώ δε θα το έκανα αν ήμουν στη θέση σου», είπε ο Στέφανο, σηκώνοντας το χέρι του και σημαδεύοντας με ένα πιστόλι το πρόσωπο του Σαβίν. Ο Σαβίν έμεινε ακίνητος. «Ξέρουμε κι οι δυο ότι δεν πρόκειται να με σκοτώσεις». «Ίσως, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα να σε τραυματίσω μέχρι το χείλος του θανάτου. Η ομάδα μου περιλαμβάνει γιατρούς που ξέρουν πώς να σώζουν έναν άνθρωπο που βρίσκεται κοντά στον άλλο κόσμο». «Τι γλυκός που είσαι». Να πάρει η οργή, το μυαλό του είχε πλημμυρίσει με μια ομίχλη ναυτίας. Μια ομίχλη που δεν είχε καμιά σχέση με την αδυναμία αλλά... αλλά με ναρκωτικά. Μήπως ο Στέφανο του είχε κάνει κάποια ένεση όσο ήταν αναίσθητος; Ο Σαβίν δεν μπορούσε να αποκλείσει κάτι τέτοιο από το κάθαρμα. «Ναι, ναι, είμαι. Δεν έκοψα τα χέρια και τα πόδια σου, όπως ήθελα. Δε χάραξα το όνομα της Ντάρλα στο στήθος σου». Ο Σαβίν δεν μπορούσε να ακούει το όνομα της ερωμένης του από το στόμα αυτού του ανθρώπου· δεν είχε κανένα δικαίωμα να μιλά για εκείνη. «Σε μισούσε, ξέρεις. Πιστεύεις πως εγώ την αποπλάνησα και την έκλεψα από σένα, αλλά η αλήθεια είναι πως έπεσε πρόθυμα στην αγκαλιά μου». Τα ρουθούνια του Στέφανο φούσκωσαν. «Ψεύτη! Με αγαπούσε! Δε θα με πρόδιδε ποτέ. Αλλά εσύ κι ο δαίμονάς σου αναστατώσατε το μυαλό της και την αλλάξατε». Η ανάσα του έμπαινε και έβγαινε από το στόμα του με τη δύναμη της οργής του. «Τα τελευταία έντεκα χρόνια προσευχόμουν και ήλπιζα ότι θα έβρισκες ερωμένη ώστε να μπορέσω να σ’ την πάρω, αλλά δεν το έκανες ποτέ και βαρέθηκα να περιμένω. Θα πάρω λοιπόν τους φίλους σου και την αξιοπρέπειά σου. Και, τελικά, θα πάρω τη ζωή

[304]


σου». «Κι όλη αυτή η βία θα κάνει τον κόσμο καλύτερο;» ρώτησε ξερά ο Σαβίν. «Τι απέγιναν η ειρήνη και η αρμονία;» Μια γλώσσα πάνω από δόντια. Μια αλλαγή έκφρασης, από θυμό σε αποφασιστικότητα, λες και οι ερωτήσεις του Σαβίν του θύμιζαν το στόχο του. «Πού είναι η κοπέλα;» «Μπορεί να την πουλήσαμε». Ο Σαβίν τέντωσε τα δάχτυλα, αγγίζοντας τη μύτη του στιλέτου. «Μπορεί να την έκοψα σε φέτες και να την έφαγα για πρωινό». Ο Σαβίν ζήλεψε τον Γκίντεον εκείνη τη στιγμή. Μισούσε το γεγονός ότι λιποθυμούσε κάθε φορά που προσπαθούσε να πει ψέματα. Μισούσε το γεγονός πως ο μόνος τρόπος για να πλησιάσει το ψέμα ήταν να χρησιμοποιήσει λέξεις όπως «μπορεί» και «ίσως». Όσοι τον ήξεραν γνώριζαν τα κόλπα του. Κι ο Στέφανο τον ήξερε. «Πού είναι, δαίμονα; Κάπου κοντά πρέπει να βρίσκεται. Ξέρατε πως ήταν μαζί μας και δεν μπορεί να την αφήσατε από τα μάτια σας». Άλλο ένα κύμα ζαλάδας πλημμύρισε τους διαδρόμους του μυαλού του. Μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου. Μην προσφέρεις στον Στέφανο το πάνω χέρι. Είσαι τραυματισμένος. Έχει ήδη το πάνω χέρι. Ο Σαβίν έσφιξε τα δόντια. Δεν τα είπαμε πριν; Αν θέλεις να ζήσεις, δαίμονα, δημιούργησε καλύτερα αμφιβολίες στον Κυνηγό. Έχει κλείσει το μυαλό του. Χρειάζεται αντιπερισπασμό. Κάν’ τον να σκεφτεί. Αντιπερισπασμό. «Θυμάσαι τα παλιά;» ρώτησε ο Σαβίν. «Έχουμε ξαναβρεθεί στην ίδια θέση, μόνο που εσύ ήσουν ο τραυματισμένος. Εσύ κι οι άντρες σου εισβάλατε στο σπίτι μου στη Νέα Υόρκη για να μας σφάξετε όλους ενώ κοιμόμαστε. Δεν άργησες να καταλάβεις πόσο μεγάλο λάθος ήταν· κέρδισες μια προσωπική γνωριμία με την αγαπημένη μου λεπίδα. Σε πέτυχα στο στομάχι, σωστά;» Τα ρουθούνια του Στέφανο φούσκωσαν ξανά. «Ναι –και υπέθεσες πως είχα πεθάνει. Μάζεψες τα πράγματά σου και έφυγες, αφήνοντάς με να θεραπευτώ. Το μίσος μου για σένα μεγάλωνε καθημερινά μέχρι να γίνω καλά».

[305]


Τον πέτυχα, καυχήθηκε η Αμφιβολία και μετά ψιθύρισε στο μυαλό του Κυνηγού: Τόσα σχέδια, τόσο μεγάλες απώλειες αντρών, τόσα έξοδα –κι αν δεν είναι αρκετά; Κι αν οι Άρχοντες ξεφύγουν απείραχτοι και πάλι; «Μίλησέ μου για την κοπέλα. Και θέλω ν’ ακούσω την αλήθεια τούτη τη φορά», μούγκρισε ο Στέφανο. «Αποκλείεται να τη σκοτώσατε. Είναι ο Οφθαλμός». «Ποιος;» Ήξερε πως οι Κυνηγοί είχαν μάθει για την ικανότητα της Ντανίκα, αλλά τώρα αναρωτιόταν ποιος τους το είχε πει. «Είπες πως είναι οφθαλμός; Εντάξει, έχει ωραία μάτια, αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας». Τη στιγμή που μιλούσε, η Αμφιβολία συνέχιζε να γεμίζει το κεφάλι του Στέφανο. Ίσως η κοπέλα οδηγεί τους Άρχοντες στο τρίτο τεχνούργημα ακόμα και τώρα. Αν βρουν πρώτοι το κουτί, δε θα μπορέσεις να περιορίσεις τους δαίμονες. Ο Σαβίν θα ζήσει κι εσύ μια μέρα θα πεθάνεις. Τα μάτια του Στέφανο μισόκλεισαν και το χέρι του που κρατούσε το πιστόλι άρχισε να τρέμει. «Κόφ’ το!» Ο Σαβίν ανοιγόκλεισε αθώα τα μάτια, ενώ τα δάχτυλά του τυλίγονταν γύρω από το στιλέτο. «Τι να κόψω;» «Σταμάτησε να γεμίζεις το μυαλό μου με δηλητηριώδεις σκέψεις. Αυτό έκανες στην Ντάρλα; Έτσι τη σκότωσες;» «Σκοτώθηκε μόνη της». Έπρεπε να προσέχει. Δεν ήθελε να χτυπήσει τον Στέφανο και να τον αναγκάσει να τον πυροβολήσει στο πρόσωπο. Μια τέτοια πληγή θα τον σημάδευε για πάντα –μπορεί ακόμα και να τον σκότωνε. «Το κεφάλι σου φαίνεται έτοιμο να εκραγεί. Μπορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω; Να σου πω, λόγου χάρη, ότι συνεργάζεσαι με ένα δαίμονα;» Τα χείλη του Στέφανο τραβήχτηκαν και τα δόντια του εμφανίστηκαν σε έναν άγριο μορφασμό. «Μπορείς να κάνεις το βλάκα, αν θέλεις, αλλά στο τέλος δεν πρόκειται να σωθείς, ούτε εσύ ούτε η κοπέλα. Και μην προσπαθήσεις να με κλονίσεις με τα βρομερά ψέματά σου. Ο αρχηγός μου είναι άγγελος και η αποστολή μας εγκρίθηκε από τους ουρανούς». Ο Σαβίν είδε τους μυώνες στο δάχτυλο του Κυνηγού να

[306]


συσπώνται και κατάλαβε ότι ο Στέφανο ήταν έτοιμος να πυροβολήσει. Ήταν τόσο θυμωμένος ώστε πιθανότατα δεν ενδιαφερόταν πια να κρατήσει τον Σαβίν ζωντανό. Τα επόμενα λόγια του το επιβεβαίωσαν. «Δε με νοιάζει τι θα συμβεί με το δαίμονά σου όταν πεθάνεις. Θέλω να χαθείς. Να τιμωρηθείς. Μια για πάντα». Όχι, δεν ενδιαφερόταν καθόλου. Ο Σαβίν επιστράτευσε ένα τελευταίο απόθεμα δύναμης, έστριψε και κύλησε –ακριβώς πάνω στην ώρα. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός από όπλο με σιγαστήρα, μια σφαίρα πέρασε πάνω από τον ώμο του και έκαψε το δέρμα του, αλλά ευτυχώς δεν καρφώθηκε σε σάρκα. Πριν προλάβει ο αντίπαλός του να πυροβολήσει ξανά, ο Σαβίν ανασηκώθηκε, τίναξε το πόδι του και πέτυχε τους αστραγάλους του Στέφανο. Ενώ ο Κυνηγός έπεφτε βαριά με ένα γδούπο στο πάτωμα, ο Σαβίν κλότσησε το πιστόλι μακριά από το χέρι του. Κάπου στο βάθος, μπορούσε να ακούσει τον ήχο παπουτσιών πάνω σε μάρμαρο. Εχθρός; Ή σύμμαχος; Ο Στέφανο σύρθηκε προς τα πίσω. Ο Σαβίν ήθελε πάρα πολύ να τον χτυπήσει, να χώσει τη γροθιά του στη μύτη του μπάσταρδου, να κόψει το λαιμό του –να του κάνει κάτι. Αλλά είχε εξαντλήσει τα τελευταία αποθέματα δύναμης: λαχάνιαζε, ζαλιζόταν ακόμα και οι μυώνες του είχαν αρπάξει τα οστά του και τα κρατούσαν ακίνητα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει και να προσεύχεται να ήταν φίλοι του οι άντρες που πλησίαζαν. «Δεν τελειώσαμε». Ο Στέφανο έφτυσε και σηκώθηκε. Κοίταξε πέρα στο διάδρομο και χλόμιασε. Ας είναι καλά οι θεοί. Αυτό σήμαινε πως οι φίλοι του Σαβίν έρχονταν προς το μέρος τους –ή τουλάχιστον ένας. Με την άκρη του ματιού του είδε τον Γκίντεον, που ετοιμαζόταν να σηκώσει το πιστόλι του. «Σαβίν», φώναξε ο πολεμιστής. «Γαμώτο. Δεν ήρθα για σένα, φίλε μου». Μη βλέποντας άλλη έξοδο, ο Στέφανο έτρεξε στο παράθυρο και πήδηξε έξω. Αν δεν υπήρχε κάποιο στρώμα απλωμένο στο

[307]


έδαφος, θα πέθαινε με την πρόσκρουση στο χώμα. Εγκατέλειπε τον αγώνα; Τόσο εύκολα; Ο Γκίντεον δε σταμάτησε για να ρίξει μια ματιά στον Σαβίν· πήδηξε από πάνω του και έτρεξε στο παράθυρο. Ο Σαβίν χαμογέλασε αδύναμα. Καλά τον εκπαίδευσα, σκέφτηκε, ενώ τα μάτια του σκοτείνιαζαν. Τα γόνατά του υποχώρησαν, τελικά, και σωριάστηκε στο δάπεδο. «Πιστεύω απόλυτα όσα βλέπω. Το καθίκι δεν έπεσε στα χέρια του αγαπημένου φίλου μας με τα πλουμιστά φτερά». Ποπ. Ποπ. Ο Γκίντεον άδειασε το όπλο του, μέχρι που ακούστηκε ένα κλικ, κλικ, κλικ. «Υπέροχα! Τον πέτυχα». Ο Σαβίν ανοιγόκλεισε τα μάτια μέχρι που η όρασή του καθάρισε και ο αθάνατος που ήταν υπεύθυνος για το μαρτύριό του εμφανίστηκε μπροστά του. Αντίκρισε τον Γκέιλεν, με τα μακριά άσπρα φτερά τεντωμένα να ανεβοκατεβαίνουν αργά καθώς αιωρούνταν έξω ακριβώς από το παράθυρο. Ήταν ψηλός, δυνατός και γοητευτικός όπως πάντα, σαν να μην είχαν περάσει χιλιάδες χρόνια. Χαμογελούσε. Ο Σαβίν νόμιζε πως ήταν προετοιμασμένος να αντικρίσει τον πολεμιστή. Ή τουλάχιστον όσο προετοιμασμένος θα μπορούσε να είναι, μετά το σοκ της αποκάλυψης του Λούσιεν εκείνο το βράδυ. Αλλά δεν ήταν. «Και τώρα ξέρετε», φώναξε ο Γκέιλεν και η φωνή του ήταν τόσο χαρισματική και δυνατή όσο τη θυμόταν ο Σαβίν. «Τώρα αρχίζει η πραγματική διασκέδαση». Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε ο Σαβίν πριν βυθιστεί στο σκοτάδι.

[308]


Κεφάλαιο 22 Τρεις μέρες. Τρεις αναθεματισμένες μέρες από τότε που η Ντανίκα κι ο Ρέγιες είχαν αφήσει το κάστρο. Είχαν ταξιδέψει με αεροπλάνο, με κλεμμένο αυτοκίνητο, με τρένο, χωρίς να παραμένουν για πολύ στο ίδιο μέρος. Για καλό και για κακό. Κανένας από τους δυο τους δεν ήθελε να οδηγήσει τους Κυνηγούς στην οικογένειά της. Και μολονότι δεν της άρεσε καθόλου που βρισκόταν ξανά στο δρόμο, προσέχοντας ακόμα και τη σκιά της, ήταν χίλιες φορές καλύτερα επειδή τούτη τη φορά ο Ρέγιες βρισκόταν στο πλευρό της. Σκυθρωπός όσο κι εκείνη. Δεν είχαν μιλήσει ιδιαίτερα. Πού και πού, ο Ρέγιες εκτόξευε κάποια προσταγή –σκύψε, τρέξε, μην κάνεις θόρυβο–, αλλά αυτή ήταν η ουσία των ελάχιστων συζητήσεών τους. Η Ντανίκα δεν είχε δει κανέναν Κυνηγό, αλλά αυτό δε σήμαινε τίποτα και ζούσε με έναν αδιάκοπο φόβο. Όπως συνήθως. Κοιμόνταν σε φτηνά μοτέλ, πάντα στο ίδιο δωμάτιο αλλά ποτέ στο ίδιο κρεβάτι. Μερικές φορές, τις νύχτες, αφού ενίσχυε κάθε έξοδο του δωματίου τους με επιπλέον κλειδαριές, ο Ρέγιες ταμπουρωνόταν στο μπάνιο. Όπως τώρα. Με μάτια μισόκλειστα, η Ντανίκα κοίταξε την κλειστή πόρτα. Βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα διπλό κρεβάτι και το μικρό, βρόμικο δωμάτιο ήταν βυθισμένο σε σκιές που διέκοπταν πού και πού φώτα αυτοκινήτων καθώς διέσχιζαν το δρόμο έξω από το μοτέλ, διαπερνώντας τις λεκιασμένες κόκκινες κουρτίνες. Είχε πετάξει τη λερωμένη κουβέρτα και είχε στηρίξει την πλάτη της στο προσκέφαλο. Περιμένοντας. Ο Ρέγιες βρισκόταν μέσα στο μπάνιο εδώ και μισή ώρα. Α, ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Η γνώση δεν την αηδίαζε· απλώς, την έθλιβε. Γιατί δεν την ήθελε πια; Γιατί δεν ερχόταν σ’ εκείνη για να βρει ανακούφιση από το δαίμονά του; Επειδή πίστευε πως ήταν κάποιο κουτό τεχνούργημα;

[309]


«Ανόητε», μουρμούρισε. Εκείνος κι οι φίλοι του διατηρούσαν στενή επαφή. Από τις μονόπλευρες συζητήσεις που είχε καταφέρει να κρυφακούσει «τυχαία» καθώς ο Ρέγιες ψιθύριζε στο κινητό του –θα ήταν ευτυχισμένη αν διέθετε την ικανότητα της Άσλιν να ακούει οποιαδήποτε συνομιλία–, ήξερε ότι οι Κυνηγοί είχαν πράγματι επιτεθεί στο κάστρο. Ο Στέφανο είχε καταφέρει να ξεφύγει άθικτος. Λίγοι Άρχοντες είχαν τραυματιστεί σοβαρά, αλλά ευτυχώς θεραπεύονταν. Α, ναι. Και ήθελαν από την Ντανίκα να ζωγραφίσει. Να αναπνέει, να τρώει και να ζωγραφίζει. Μόνο αυτό ζητούσαν από εκείνη. Πριν από λίγους μήνες, κάτι τέτοιο θα την έκανε ευτυχισμένη. Ο Ρέγιες της είχε δώσει ένα μπλοκ ζωγραφικής που η Ντανίκα χρησιμοποιούσε κάθε πρωί για να απαλλαγεί από τα τρομακτικά όνειρά της. Όνειρα περισσότερο βίαια από ποτέ, καθώς δαίμονες έξυναν τα ανώμαλα, μαυρισμένα από τη φωτιά τοιχώματα της κόλασης. Όταν τέλειωνε, ο Ρέγιες έσκιζε τις σελίδες από το μπλοκ και της ζητούσε να τις στείλει με φαξ στον Λούσιεν. Η Ντανίκα δεν ήξερε αν τα σκίτσα της βοηθούσαν στο στόχο τους· κανένας δεν της έλεγε τίποτα, γαμώτο. «Επειδή είμαι απλώς μια ταπεινή ζωγράφος», μουρμούρισε. Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε με ένα τρίξιμο. Ο Ρέγιες είχε σβήσει το φως κι έτσι η Ντανίκα είδε μόνο τη σκιά του καθώς έβγαινε έξω. Η μυρωδιά του σανταλόξυλου ανακατευόταν με τη μεταλλική οσμή του αίματος και οι δυο μυρωδιές έφτασαν στα ρουθούνια της. Μολονότι δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του, το φως του φεγγαριού έπεφτε πάνω της κι έτσι εκείνος μπορούσε να την περιεργαστεί όσο ήθελε. Η ζεστασιά του... Ω, πόσο της έλειπε η ζεστασιά του. Από τότε που ήταν μαζί του, δεν είχε γευτεί ξανά εκείνο το κρύο που μούδιαζε το μυαλό της. Ωστόσο... Άραγε θα ήταν πάρα πολύ να του ζητήσει να τ