Page 1


Βιβλία της  ίδιας  συγγραφέως  που  κυκλοφόρησαν  από  τη  σειρά  Best  Sellers  PLAZA: 

Η ΕΡΩΜΕΝΗ 

Τα βιβλία της σειράς PLAZA θα τα βρείτε στα περίπτερα, τους εφημεριδοπώ‐ λες  και  τα  σούπερ  μάρκετ.  Αν  έχουν  εξαντληθεί,  μπορείτε  να  απευθυνθείτε  Στη ΛΑΜΨΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε. Τηλ. 210.61.54.200 


C.C. GIBBS

TO ΠΑΙΧΝΙΔΙ 

Μετάφραση: Δέσποινα Τούσα   Τίτλος πρωτοτύπου: Knight’s Game   για την Ελληνική γλώσσα 2014  ΛΑΜΨΗ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ & ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΕΣ  ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ  Την επιμέλεια της έκδοσης έχει   Ο ΟΜΙΛΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ  Μετάφραση: Δέσποινα Τούσα  Διόρθωση ‐ Επιμέλεια: Βαγγελιώ Χατζηευστρατίου  Στοιχειοθεσία: LEXIGRAM ‐ Ε. ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ   Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Ιωάννα Μέντη   Παραγωγή: DRAGPRESS ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε.  Υπεύθυνη σειράς: Νέλλη Καλαμαρά  Συντονισμός έκδοσης: Μυρτώ Σιμιτοπούλου  

 


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα  Η C.C. Gibbs γεννήθηκε και ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμε‐ ρικής. Το Παιχνίδι είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας  Στο δεύτερο μέρος της πιο ερωτικής τριλογίας της χρονιάς, η Κά‐ θριν και ο Ντομινικ βρίσκονται ξανά και όλα δείχνουν πως αυτή  τη φορά τίποτα δεν μπορεί να τους χωρίσει. Όμως, η Κάθριν δεν  είναι μια γυναίκα που αντέχει να ζει κλεισμένη σε χρυσό κλουβί  και, όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, αποφασίζει να  κόψει κάθε επικοινωνία και να βγάλει μία για πάντα τον Ντόμινικ  από  την  ζωή  της.  Άραγε  ο  Ντόμινικ  θα  αφήσει  το  ερωτικό  αντι‐ κείμενο του πόθου του να ξεφεύγει τόσο εύκολα και η Κάθριν θα  αντέξει μακριά από τον άντρα που λατρεύει; Καυτές νύχτες, ερω‐ τικά  παιχνίδια,  συναισθηματικά  αδιέξοδα,  απρόσμενα  ταξίδια  και ένας άντρας που φαντάζει αδύνατον να δαμαστεί από καμία  γυναίκα  στον  κόσμο,  συνθέτουν  το  πιο  φλογερό  μυθιστόρημα,  που δεν θα θες να αποχωριστείς μέχρι την τελευταία σελίδα. 


Κεφάλαιο 1 Παρίσι, Φεβρουάριος Ο Ντόμινικ Νάιτ κοίταξε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου και χαμογέλασε ελαφρά. Ακόμη και μια γκρίζα χειμωνιάτικη ημέρα σαν κι αυτήν, ακόμη και με όλο το γαμημένο μπέρδεμα μέσα στο κεφάλι του, το Παρίσι τον έκανε να νιώθει ότι τελικά ίσως άξιζε να ζεις. Από όλες τις μεγαλουπόλεις στον κόσμο ήταν η μόνη που σου πρόσφερε διάφορες απολαύσεις με φινέτσα και πρακτικότητα: γλυκιά, καλλιεργημένη, θορυβώδης, ριψοκίνδυνη, η ιδανική πόλη για να αποκτήσεις ή να ξοδέψεις λεφτά. Οτιδήποτε σε έφτιαχνε την ημέρα ή σε κρατούσε ξύπνιο τη νύχτα θα το έβρισκες εκεί. Δεν υπήρχαν πολλοί περιοριστικοί κανόνες εδώ. Δυστυχώς, ακόμη και η σκέψη της απόλαυσης ανέσυρε ένα κύμα από ύπουλες, προδοτικές αναμνήσεις, αιχμηρές, παγωμένες στο χρόνο αλλά όμορφες, και αμέσως μια οδυνηρή αίσθηση στέρησης του έσφιξε το στομάχι. Βγάζοντας ένα σχεδόν άηχο αναστεναγμό, ο Ντόμινικ χώθηκε πιο βαθιά στο κάθισμα του, σκυθρωπός και μελαγχολικός πάλι. Χριστέ μου, πόσο θα κρατούσε αυτή η δυστυχία; Όντας άπειρος σε ό,τι αφορούσε ερωτικά και τρυφερά συναισθήματα, αγνοούσε την απάντηση. Κάτι που χαρακτήριζε όλη τη σχέση του με την Κάθριν Χαρτ. Πρόσφατα απόφοιτη του ΜΙΤ, είχε υπογράψει συμβόλαιο οικονομικού συμβούλου με τις επιχειρήσεις του και μέσα σε δύο εβδομάδες είχε καταφέρει να κάνει τη ζωή του άνω κάτω. Μέχρι τότε οι σχέσεις του με τις γυναίκες ακολουθούσαν ένα πολύ βολι[4]


κό μοντέλο: γνωρίζεσαι με μια γυναίκα, την ποθείς, την πηδάς και της λες ευγενικά «αντίο». Όλα απολύτως φυσιολογικά, κανονικά. Μετά, πηδάς κάποια σαν την Κάθριν για μια εβδομάδα συνεχώς. Δηλαδή, εφτά ολόκληρες ημέρες. Καθόλου φυσιολογικό. Αφήνεις την εν λόγω γυναίκα. Πίσω στη φυσιολογική, την κανονική σου ζωή. Όμως δεν μπορείς να τη βγάλεις από το μυαλό σου. Δεν μπορείς να φας. Δεν μπορείς να κοιμηθείς. Το αλκοόλ γίνεται ξαφνικά ο καλύτερος φίλος σου. Και τότε είναι που αρχίζει η τρέλα. Τότε είναι που οι κανόνες πάνε κατά διαόλου. Και η γαμημένη δυστυχία σου υψώνεται ως τη στρατόσφαιρα. «Πολύ το σκέφτεσαι», μουρμούρισε μέσ’ από τα δόντια του. «Σταμάτα τις σκέψεις και κάνε κάτι». Και το στο διάολο ήταν πάντοτε χρήσιμο στο παιχνίδι της ζωής. Απαυδισμένος από τον συνεχή καβγά με τον εαυτό του για το συγκεκριμένο θέμα, έβγαλε το κινητό από την τσέπη του, ανακάθισε στο πίσω κάθισμα της μαύρης Μερσεντές κι έψαξε στα ονόματα. Δίστασε για μια στιγμή επειδή ήξερε ότι αυτό το τηλεφώνημα ίσως ξανάνοιγε πόρτες που ήταν καλύτερα να μείνουν κλειστές. Μια κοφτή ανάσα, μια τελευταία στιγμή αμφιβολίας... έπειτα πάτησε με τον αντίχειρα το όνομα. Όταν ο συνεργάτης του στο Λονδίνο σήκωσε το τηλέφωνο, είπε: «Νικ, εδώ. Έχεις ένα λεπτό;» «Τι θες, διάολε;» Η προφορά θύμιζε μάγκα από το Μπρούκλιν. «Τη γυναίκα σου, αλλά μου λέει συνέχεια όχι», απάντησε ο Ντόμινικ με ένα αχνό χαμόγελο. «Επειδή το ιστορικό σου με τις γυναίκες είναι χάλια. Πού είσαι;» «Καθ’ οδόν για Παρίσι από το αεροδρόμιο. Μόλις ήρθα από το Χονγκ Κονγκ. Θέλω μια χάρη». «Σου χρωστάω τουλάχιστον μια ντουζίνα, οπότε λέγε». Ο Ντόμινικ είχε γνωρίσει στον Τζάστιν Παρντούτσι τη γυναίκα του και αυτό ήταν ένας σημαντικός λόγος για να τον βοηθήσει. Επι[5]


πλέον, χάρη στις δουλειές που είχε αναθέσει στο τμήμα επενδύσεων του Τζάστιν στη CX Capital, ο φίλος του είχε κάνει μια περιουσία. «Αυτά που θα σου πω είναι μόνο για σένα», τον προειδοποίησε ο Ντόμινικ. «Εγώ δεν έχω καμιά απολύτως ανάμειξη». «Χριστέ μου! Σκότωσες κανέναν;» «Δε θα τηλεφωνούσα σ’ εσένα». «Μια που μιλάμε γι’ αυτό... Αλήθεια, πώς είναι ο Μαξ;» «Στο Χονγκ Κονγκ, απορροφημένος στην οικογενειακή ζωή». Ο Τζάστιν σφύριξε απαλά. «Ποιος θα το φανταζόταν...» «Μιλάς εσύ; Έμαθα ότι περιμένετε κι άλλο παιδί. Κρατάς την Αμάντα απασχολημένη, βλέπω. «Λέει ότι θέλει τέσσερα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά...» «...αλλά είσαι πρόθυμος να βοηθήσεις», τον πείραξε ο Ντόμινικ. «Και κάτι παραπάνω. Επί τη ευκαιρία, ευχαριστώ που την έφερες στη γαμήλια δεξίωση του Τζορτζ. Με κίνδυνο να φανώ μελό, πρέπει να σου πω ότι είμαστε απίστευτα ευτυχισμένους. «Χαίρομαι που το ακούω», είπε ο Ντόμινικ, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του ουδέτερη. Η δική του ζωή ήταν καταθλιπτική. «Τελικά είναι ακόμη καλύτερα να ζεις το όνειρο», συμπλήρωσε ο Τζάστιν χωρίς να έχει αντιληφθεί την αλλαγή στον τόνο της φωνής του φίλου του. «Αρχίζω να σκέφτομαι το Λονδίνο σαν σπίτι μου τώρα που έχω γυναίκα και παιδί και ένα άλλο καθ’ οδόν. Κι εσύ; Θα μείνεις στο Παρίσι καιρό ή είσαι περαστικός;» «Δεν έχω αποφασίσει». Αυτό ο Τζάστιν το πρόσεξε —η λακωνική απάντηση ξεπερνούσε τον συνήθη συγκρατημένο τόνο του Νικ. Όχι πως θα ζητούσε ποτέ εξηγήσεις από έναν άντρα σαν τον Ντόμινικ Νάιτ, του οποίου η προσωπική ζωή ήταν πάντοτε ερμητικά κλειστή. «Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σένα;» Ο Ντόμινικ του εξήγησε ότι χρειαζόταν κάποιον που θα μπορούσε να προσφέρει στην Κάθριν Χαρτ μια δουλειά ορκωτού λογιστή, κάποιον στην IT που να είναι αποκλειστικά υπεύθυνος [6]


για τον προϋπολογισμό και τις προσλήψεις της εταιρείας. Κάποιον που να μπορεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό. «Ξέρεις κανέναν;» «Η ΙΤ είναι λίγο έξω από τη δικαιοδοσία μου. Άσε με να σκεφτώ...» «Αν χρειάζεται, ρώτα και τριγύρω. Τηλεφώνησέ μου». «Περίμενε, μια στιγμή... Νομίζω ότι ο Μπιλ είναι ο άνθρωπός σου. Φοβερά εχέμυθος, εξυπηρετικός. Είναι στη Σιγκαπούρη. Ήταν ο γκουρού του τεχνολογικού τμήματος της CX Capital στη Σιγκαπούρη, αλλά τώρα είναι αντιπρόεδρος του τμήματος ασφαλείας. Ευχαρίστως θα βοηθήσει για να ξεπληρώσει μία από τις πολλές χάρες που του έχω κάνει». «Τέλεια», είπε ο Ντόμινικ. «Θα πληρώνω εγώ τα πάντα: φαγητό, σπίτι, μεταφορικά μέσα, μισθό, λουλούδια... Κάθε ημέρα πρέπει να έχει φρέσκα λουλούδια στη σουίτα της. Πες του να στέλνει το λογαριασμό σ’ εσένα κι εσύ θα μου τον μεταβιβάζεις προσωπικά. Κάτι ακόμη. Η δεσποινίς Χαρτ θα πληρώνεται καλά —όχι με τα δικά σου στάνταρ, τα δικά μου», διευκρίνισε ο Ντόμινικ. «Μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα στη CX Capital Singapore, υποθέτω ότι βρίσκονται ήδη σε αναζήτηση κάποιου με τα δικά της προσόντα. Όσο για μια πιστευτή ιστορία, πες στον άνθρωπό σου...» «Στον Μπιλ Μακόρμικ», τον διέκοψε ο Τζάστιν. «Είναι ένας γνήσιος πρόσκοπος. Απόλυτα αξιόπιστος». «Το καλό που του θέλω. Βάλε τον Μακόρμικ να πει στη δεσποινίδα Χαρτ ότι άκουσε γι’ αυτήν από τους τραπεζίτες της Sander Global που... έκλαιγαν πάνω από τα ποτήρια τους στο Racket Club». Ο Ντόμινικ του μίλησε για την είκοσι εκατομμυρίων δολαρίων διαμάχη του με την τράπεζα. Πώς τα χρήματα είχαν μεταφερθεί μυστηριωδώς από το εργοστάσιό του στο Βουκουρέστι και μέσω κρυφών εμβασμάτων είχαν καταλήξει στην τράπεζα της Σιγκαπούρης. Με τις γνώσεις και την ικανότητά της η Κέιτ είχε εντοπίσει τη μετακίνηση των χρημάτων και οι αποκαλύψεις της στους τραπεζίτες μαζί με τις δικές του απειλές είχαν σαν αποτέλεσμα την επιστροφή των χρημάτων. «Ο Μακόρμικ θα πληρωθεί για τη διευκόλυνση. Πες του να μας πει πόσα θέλει. Αλλά πρέ[7]


πει να είναι πειστικός. Αν η δεσποινίς Χαρτ ανακαλύψει την ανάμειξή μου, θα του κόψω τα αρχίδια εγώ ο ίδιος». «Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Το μανούλι πρέπει να είναι πολύ ξεχωριστό». Με δεδομένο ότι οι γυναίκες δε σήμαιναν τίποτα για τον Νικ σε προσωπικό επίπεδο, μπορούσε άνετα να αστειεύεται για το θέμα. «Δεν είναι απλώς ένα μανούλι. Είναι μια πολύ έξυπνη γυναίκα —από τους καλύτερους ορκωτούς λογιστές στον κόσμο. Θέλω να βγάλει μερικά λεφτά από τη δουλειά της». «Ό,τι πεις», είπε ο Τζάστιν ήρεμα, ενώ σκεφτόταν ότι σίγουρα η εν λόγω κυρία ήταν αρκετά έξυπνη και το έπαιζε δύσκολη. «Γιατί δεν παίρνει χρήματα από σένα;» «Να με πάρει ο διάολος αν ξέρω». «Αρχίζεις και χάνεις τη γοητεία σου, Νικ;» «Ναι, μεταξύ όλων των άλλων». Διάολε! Τι τραβούσε για μια αναθεματισμένη γυναίκα! «Θα το φροντίσω αμέσως», είπε ο Τζάστιν, ενώ σκεφτόταν ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Μαξ, έναν πρώην πράκτορα της ΜΙ-6, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας και έμπιστο του Ντόμινικ. Ο Μαξ ήταν αυτός που φρόντιζε τα πάντα, οπότε θα ήξερε και τα πάντα για τη μικρή που έκανε τον Νικ να αναθεωρήσει την άποψή του ότι οι γυναίκες ήταν μόνο ένα σκεύος ηδονής. «Μόλις στηθεί το σκηνικό θα σου τηλεφωνήσω. Ερώτηση: Τι γίνεται αν η κοπελιά πει όχι στον Μακόρμικ;» «Ο τύπος δεν είναι ηλίθιος, σωστά; Φρόντισε να της κάνει μια προσφορά που δε θα μπορεί ν’ αρνηθεί. Και κράτα με ενήμερο», αποκρίθηκε ο Ντόμινικ κοφτά. «Καθημερινά». Δύο ημέρες αργότερα, χτύπησε το τηλέφωνο της Κέιτ. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, στο διαμέρισμά της στη Βοστόνη, με τις κουρτίνες κλειστές. Έβλεπε μια δραματική ταινία με σαμουράι που μαύριζε ακόμη περισσότερο την ψυχή της. Όταν βρήκε τελικά το κινητό της κάτω από μια σακούλα με ντόνατς και μια στοίβα χαρτιά περιτυλίγματος από τσίζμπεργκερ, χρειάστηκε να μισοκλείσει τα μάτια της για να δει ποιος την καλούσε. Ο αριθμός τής ήταν άγνωστος. Από τότε που επέστρεψε από το Χονγκ Κονγκ [8]


είχε κλειστεί στο σπίτι της και έκλαιγε τη μοίρα της. Θα κατάφερνε να είναι αξιοπρεπής κι ευγενική στο τηλέφωνο; Τελικά επικράτησε η λογική. Σήκωσε το τηλέφωνο. Ήταν ο επικεφαλής του τμήματος της CX Capital, παρακαλώ, με μία προσφορά δουλειάς. Είχε επικοινωνήσει μαζί του ένας τραπεζίτης που είχε ακούσει για τις ικανότητές της κι ενδιαφερόταν να την προσλάβει. Θα μπορούσε να πάει αεροπορικώς στη Σιγκαπούρη για μια συνέντευξη; Μήπως προτιμούσε να μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο; Θα του μιλούσε, αλλά έγινε αμέσως καχύποπτη. Ο Ντόμινικ, μαέστρος στο να κινεί τις μαριονέτες όπως αυτός ήθελε, πρέπει να ήταν πίσω από όλα αυτά. Όταν, όμως, μίλησε με τον Γουίλιαμ Μακόρμικ της φάνηκε ειλικρινής. Είχε ακούσει γι’ αυτήν από τους τραπεζίτες της Sander Global στη Σιγκαπούρη που ήταν φίλοι του. Βέβαια η τράπεζα ήταν έξω φρενών που χρειάστηκε να επιστρέψει τα είκοσι εκατομμύρια, αλλά είχαν εντυπωσιαστεί με τις ικανότητές της. Και η CX Capital της Σιγκαπούρης χρειαζόταν κάποιον να κάνει έναν πλήρη και διεξοδικό έλεγχο στους μεγάλους επενδυτικούς λογαριασμούς της. Οι δικοί τους ελεγκτές τούς είχαν δώσει μια έκθεση όπου τα πάντα έδειχναν καθαρά, αλλά μετά το σκάνδαλο με την κατάρρευση του συστήματος πρόσβασης στους λογαριασμούς τους για μια ολόκληρη ημέρα, ήθελαν μια δεύτερη γνώμη, ειδικά για πιθανές διεισδύσεις στα δικά τους κεφάλαια ρευστού. Έπειτα από μερικές διερευνητικές ερωτήσεις, η Κέιτ ήταν ενενήντα εννιά τοις εκατό σίγουρη ότι ο Γουίλιαμ Μακόρμικ δεν είχε συναντήσει ποτέ τον Ντόμινικ. Δεν τον γνώριζε. Ήξερε μόνο όσα είχε ακούσει από φίλους του της Sander Global. Ανέφερε επίσης ότι και οι δύο τραπεζίτες της Sander Global που είχαν εμπλακεί στο σκάνδαλο είχαν προσωπική ασφάλεια τώρα. Αν ο Μακόρμικ προσπαθούσε να τις εκμαιεύσει πληροφορίες, λάθος άτομο είχε διαλέξει. Η Κέιτ μισούσε το κουτσομπολιό. Του εξήγησε ότι μεγάλο μέρος της συζήτησης με τους τραπεζίτες της Σιγκαπούρης είχε γίνει στη γλώσσα των Μανδαρίνων που της ήταν τελείως άγνωστη. Και, ειλικρινά , αφού δεν ήξερε τι είχε πει ο Ντόμινικ για να τους απειλήσει, δεν μπορούσε να του πει τίποτα. [9]


Ο Γουίλιαμ Μακόρμικ της πρόσφερε ένα σεβαστό ποσό για τη συγκεκριμένη δουλειά. Είπε επίσης ότι αν δεχόταν, θα της έστελνε ηλεκτρονικά ένα αεροπορικό εισιτήριο πρώτης θέσης. «Μπορώ να το σκεφτώ απόψε;» «Ασφαλώς». «Θα σας τηλεφωνήσω αύριο», του είπε ευγενικά. Κλείνοντας το τηλέφωνο, έπεσε πίσω στα μαξιλάρια της, κοίταξε το ταβάνι και επανέλαβε νοερά κάθε λέξη της συνομιλίας, προσπαθώντας να καταλήξει αν υπήρχε έστω και η ελάχιστη πιθανότητα να κρύβεται ο Ντόμινικ πίσω από την προσφορά. Στο τέλος αποφάσισε πως μάλλον όχι. Αν μάλιστα η CX Capital χρησιμοποιούσε παρόμοια παρωχημένα συστήματα ασφαλείας με τη Sander Global, σίγουρα χρειάζονταν τις υπηρεσίες της. Πετώντας τα σκεπάσματα από πάνω της, σηκώθηκε από το κρεβάτι όπου είχε κουρνιάσει από τη στιγμή που γύρισε από το Χονγκ Κονγκ και είχε βυθιστεί στη μαύρη μελαγχολία. Παρ’ όλο που ήξερε ότι ήταν τελείως ανόητο να κλαίει για κάποιον σαν τον Ντόμινικ Νάιτ που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε και πιθανότατα την είχε. Ίσως αυτό το τηλεφώνημα να ήταν μια προειδοποίηση της μοίρας της ότι ήταν καιρός να ξεχάσει ένα αδιάντροπο, άκαρδο, δυστυχώς απίστευτα γοητευτικό και σεξουαλικά πολυτάλαντο καθίκι. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να τον καταχωρίσει στους «σούπερ σέξι αλλά μη διαθέσιμους». Ο τύπος πήγαινε από τη μια γυναίκα στην άλλη με την ταχύτητα του φωτός. Έτσι του άρεσε. Στρώνοντας με τις παλάμες της την πουκαμίσα που φορούσε για νυχτικό και ήταν γεμάτη ζάρες έπειτα από τόσες ημέρες στο κρεβάτι, προχώρησε προς τη στοίβα με βαλίτσες και κουτιά από φαστφουντάδικα που ήταν σκορπισμένα στο δωμάτιο, σταμάτησε σε ένα από τα παράθυρα, τράβηξε τις κουρτίνες και ανοιγόκλεισε τα μάτια της σαν να είχε μόλις βγει από σκοτεινή σπηλιά. Ο ήλιος ήταν λαμπερός, ο δρόμος άδειος αυτή την ώρα της ημέρας και το στοιβαγμένο στην άκρη του πεζοδρομίου χιόνι έλιωνε αργά. Βρόμικο και γκρίζο. Χιόνι της πόλης. Καμιά σχέση με το χιόνι στη λίμνη. [10]


Θα μπορούσε να γυρίσει στο πατρικό της. Η Νάνα περίμενε. Όμως θα ήταν καλύτερα να εργαστεί κάπου μακριά από το να πάει στο σπίτι και να σέρνει την κατάθλιψή της σε διαφορετικό χώρο. Είχε σκεφτεί να ρίξει μια ματιά τριγύρω και να δει αν εξακολουθούσαν να είναι ακόμη ανοιχτές κάποιες προσφορές δουλειάς. Η φράση «είχε σκεφτεί» ήταν η φράσηκλειδί. Στην πραγματικότητα, το μόνο που είχε κάνει ήταν να μείνει στο κρεβάτι, τυλιγμένη με μια κουβέρτα δυστυχίας και κατήφειας, βλέποντας λυπηρές ταινίες, καρφώνοντας το ένα καρφί μετά το άλλο στο φέρετρο της ανημποριάς και της απελπισίας της. Περιμένοντας να φτάσει στο σημείο όπου θα μπορούσε να θάψει την τεράστια θλίψη της και να προχωρήσει με τη ζωή της. Δαγκώνοντας το κάτω χείλι της, ξανασκέφτηκε την κουβέντα της με τον Γουίλιαμ Μακόρμικ. Ανέλυσε την κάθε του απάντηση λέξη προς λέξη. Απλές, σαφείς απαντήσεις, κανένας δισταγμός στην αναφορά του ονόματος του Ντόμινικ. Αν έπρεπε να βάλει ένα στοίχημα, θα έλεγε ότι πραγματικά δεν το γνώριζε το εγωιστικό, πάμπλουτο κάθαρμα. Αλλά πέρα από την προσωπική της δυστυχία, η ιδέα να δουλέψει για τον εαυτό της ήταν ελκυστική. Της άρεσε να είναι ανεξάρτητη —η περίπτωση του Ντόμινικ Νάιτ ήταν μια εξαίρεση φυσικά... μα είχε επίσης να κάνει και με το απίστευτο σεξ. Στον πραγματικό κόσμο δεν της άρεσε να έχει αφεντικό πάνω από το κεφάλι της, προτιμούσε να εργάζεται μόνη. Επομένως, από αυτή την άποψη, η νέα προσφορά φάνταζε σαν την τέλεια επαγγελματική εμπειρία. Ακόμη και η μικρή αμφιβολία στο πίσω μέρος του μυαλού της, ότι ο Ντόμινικ δεν απουσίαζε τελείως από την εξίσωση, δεν κατάφερε να μειώσει τον ενθουσιασμό της. Είχε μπροστά της μια λαμπρή επαγγελματική προοπτική και από ό,τι φαινόταν μια θαυμάσια δουλειά. Επιπλέον, με την αμοιβή της από τον Ντόμινικ και αυτήν του Μακόρμικ, θα ήταν οικονομικά εξασφαλισμένη για τουλάχιστον τρία χρόνια —ίσως και περισσότερο. Ξαφνικά χαμογέλασε, ένιωσε μια μικρή χαρά, ακόμη και μια αμυδρή δημιουργική έμπνευση να ξυπνά μέσα της για πρώτη φορά από τότε που γύρισε. Λάτρευε να αντιπαραθέτει την ευφυΐα της με εκείνη πιθανών χάκερ, να αφαιρεί τα στρώματα κάλυψης μιας α[11]


πάτης, να διεισδύει στα θολά νερά της μαύρης ηλεκτρονικής αγοράς. Γιατί όχι λοιπόν; Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένα μείον. Επιπλέον, ήταν ένα παιχνίδι που της άρεσε να παίζει. Οχ, λάθος λέξεις —η σκέψη ενός παιχνιδιού έφερε στην επιφάνεια ένα καυτό κύμα ερωτικών αναμνήσεων. Άλλος ένας λόγος που έπρεπε να αρχίσει να εργάζεται πάλι. Χρειαζόταν τον περισπασμό. Τόνους περισπασμού. Ο αυνανισμός βοηθούσε κάπως, όχι αρκετά όμως. Γυρίζοντας την πλάτη της στο παράθυρο, πήγε να τηλεφωνήσει στη γιαγιά της. «Μάντεψε, Νάνα». «Πρέπει να είναι κάτι καλό. Ακούγεσαι χαρούμενη». «Είναι. Είμαι. Μόλις μου πρότειναν μια πραγματικά καλή δουλειά. Πολλά λεφτά, ωραίο ξενοδοχείο, αεροπορικά εισιτήρια πρώτης θέσης, ακόμη και το φαγητό μου —όλα ένα πακέτο». Για τη Νάνα το γεγονός ότι η Κέιτ δεν είχε βάλει τα κλάματα ήταν το καλύτερο νέο από όλα. «Πες μου λεπτομέρειες, γλυκιά μου: ποιος, πού, τι, πότε, γιατί... τα πάντα». «CX Capital, μια τράπεζα που δέχτηκε πρόσφατα επίθεση από χάκερ. Το πότε εξαρτάται μόνο από μένα, το συντομότερο πάντως. Στη Σιγκαπούρη. Και με χρειάζονται για...» «Να τους ξελασπώσεις», συμπλήρωσε η Νάνα. Η Κέιτ γέλασε. «Κάτι τέτοιο. Θυμάσαι το κόμικ Ο μαστοράκος του δόκτορα Σους; Αυτός κι εγώ προς διάσωσή τους». Μικρή αγαπούσε τόσο τα εικονογραφημένα βιβλία του δόκτορα Σους, που τα είχε μάθει απέξω πριν κλείσει τα τέσσερα. «Θα περάσω να σε δω πριν φύγω». «Υπέροχα. Αν και θα πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι ίσως χρειαστεί να υπομείνεις ένα απόγευμα με τις φίλες μου της λέσχης του μπριτζ. Τους έχω πει ότι έχεις γίνει μια πραγματική κοσμοπολίτισσα». «Ευκαιρία να ταράξεις την Τζαν Βόγκελ...» Η Νάνα γέλασε πονηρά. «Φυσικά. Κανένας δε φτάνει την Τζαν στην καυχησιά. Έχει πάρει το πρώτο βραβείο. Επειδή είμαι ευγενική, έχω μείνει [12]


πολύ πίσω, οπότε περιμένω να μας διηγηθείς μια ωραία ιστορία». Η Κέιτ είχε μια ιστορία να τους πει που θα έκανε τα αυτιά της Τζαν Βόγκελ να κοκκινίσουν, αλλά δεν ήταν για... ευρεία κατανάλωση. «Γνώρισα από κοντά πώς ζουν οι διάσημοι και πλούσιοι. Θα μπορούσα να σας περιγράφω το σπίτι του Ντόμινικ Νάιτ στο Χονγκ Κονγκ. Και το ιδιωτικό του αεροπλάνο. Και το στόλο από Μερσεντές έτοιμες ανά πάσα στιγμή να τον μεταφέρουν όπου θέλει». Το ότι μπορούσε να μιλάει για τον Ντόμινικ χωρίς να πνίγει τα δάκρυά της ήταν καλό. Ένα μεγάλο βήμα μπροστά. «Όλα αυτά ακούγονται συναρπαστικά», είπε η Νάνα. «Η αλήθεια είναι ότι απλώς θέλω να σε επιδεικνύω. Το ξέρεις αυτό. Οπότε μπορείς να μας μιλήσεις για ό,τι θέλεις». «Ήταν ένας άλλος κόσμος, Νάνα. Δε θα πίστευες την πολυτέλεια, τον τεράστιο αριθμό υπηρετών, το όμορφο περιβάλλον, το απίστευτο φαγητό και τα ακριβά κρασιά. Και όλα αυτά τα θεωρούν δεδομένα». «Χαίρομαι που είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις αυτό τον τρόπο ζωής», είπε η Νάνα τρυφερά. «Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν την έχουν. Τουλάχιστον, οι άνθρωποι που ξέρουμε». Η Κέιτ αναστέναξε. «Έχεις δίκιο. Ήταν πράγματι μια ευκαιρία ζωής». «Ίσως η Σιγκαπούρη να είναι το ίδιο συναρπαστική. Ποτέ δεν ξέρεις». «Μπορεί», συμφώνησε η Κέιτ ευγενικά, ξέροντας μέσα της ότι χωρίς τον Ντόμινικ αυτό θα ήταν αδύνατον. «Θα τηλεφωνήσω στον τραπεζίτη να του πω ότι δέχομαι και θα σε ειδοποιήσω πότε θα έρθω σπίτι». «Όποτε θέλεις, γλυκιά μου. Ο Λεόν κι εγώ θα σε περιμένουμε. Σου είπα ότι πήρε άλλα δέκα κιλά; Μοιάζει με το πόνι που πάντα ήθελες». Η Κέιτ γέλασε σιγανά. «Εκείνο που ο παππούς δεν ήθελε στο γκαράζ του». «Μερικές φορές ο παππούς σου δε σου έδινε όσα ήθελες», είπε η Νάνα κεφάτα. «Μόνο εκείνη τη φορά, Νάνα». Η φωνή της Κέιτ άρχισε να [13]


τρέμει και τα δάκρυα θόλωσαν την όρασή της. Ο παππούς της ήταν ένας καλός, γενναιόδωρος άντρας, με σταθερές αρχές και τη λάτρευε. Εκείνος ήταν που την παρακινούσε πάντοτε να δοκιμάζει τα πάντα. Άγιος Βασίλης και ταυτόχρονα αυστηρός λοχίας. «Νομίζω ότι προσπαθούσε να αποφύγει το καθάρισμα του στάβλου. Εσύ, στην ηλικία που ήσουν, θα καθάριζες την κοπριά μία, το πολύ δύο φορές και μετά θα τα παρατούσες, οπότε θα γινόταν δική του δουλειά. Ο παππούς σου ήταν ένας πρακτικός άνθρωπος. Τώρα, καλύτερα να αλλάξουμε θέμα πριν βάλουμε και οι δυο τα κλάματα». «Έχεις δίκιο», είπε η Κέιτ κοφτά. «Λοιπόν, θα τηλεφωνήσω σε αυτό τον κύριο Μακόρμικ, έπειτα θα κάνω κράτηση για Μινεσότα». Η Κέιτ τηλεφώνησε στον κύριο Μακόρμικ, δέχτηκε την προσφορά του, έκανε τις κρατήσεις για την πτήση στη Μινεσότα κι έστειλε ένα φαξ στη Νάνα με τις λεπτομέρειες. Κατόπιν, παρήγγειλε μια πίτσα και παρακολούθησε το τέλος της δραματικής ταινίας με τους σαμουράι ενώ περίμενε να έρθει το φαγητό της — άλλος ένας λόγος για να επιστρέψει στη δουλειά. Οι πρόσφατες διατροφικές της συνήθειες ήταν αξιοθρήνητες. Αν συνέχιζε να μένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι και να παραγγέλλει φαγητό απέξω, σύντομα θα ζύγιζε εκατό κιλά. Μόλις τελείωσε η ταινία, αποφάσισε ξαφνικά να τηλεφωνήσει στη συγκάτοικό της, τη Μεγκ, που ήταν σε μια αρχαιολογική εκσκαφή και να της πει ότι πηγαίνοντας για Σιγκαπούρη θα σταματούσε για μία ή δύο ημέρες στη Μίσουλα. Είχε αποφασίσει ότι ήταν καιρός πια να δει αν κάποιος άλλος άντρας θα μπορούσε να εξάψει τη λίμπιντό της. Ύστερα από τρεις ημέρες συνεχούς δυστυχίας, ήταν πρόθυμη να δοκιμάσει οτιδήποτε θα μπορούσε να γιατρέψει την καρδιά της. Και ποια καλύτερη από τη Μεγκ για να τη συνεφέρει —η βασίλισσα του σεξ ήταν υπέρ της ανέμελης διασκέδασης. Άσε την καρδιά σου στην πόρτα, της έλεγε πάντοτε. Η Μεγκ στρίγκλισε ενθουσιασμένη όταν άκουσε ότι θα την επισκεπτόταν. «Αλήθεια; Αλήθεια θα έρθεις; Ανυπομονώ να σε δω». [14]


«Μου φαίνεται ότι περνάς πολύ καλά εκεί», είπε η Κέιτ. «Δε θα βγω πολύ από το δρόμο μου για Σιγκαπούρη και μια που δεν περνάω καλά εδώ, σκέφτηκα...» «Έι, γιατί αυτή η πένθιμη φωνή; Ω, διάολε, μη μου πεις...» «Όχι, όχι. Η Νάνα είναι μια χαρά. Αλλά...» —η Κέιτ αναστέναξε— «...πες μου ότι δεν πεθαίνεις από ραγισμένη καρδιά». «Ω, Θεέ μου! Δεν το έκανες! Ω, Χριστέ μου!» αναφώνησε η Μεγκ. «Το έκανες τελικά! Κοιμήθηκες με τον δισεκατομμυριούχο!» «Ε, κατά κάποιον τρόπο...» —ένας αναστεναγμός που έμοιαζε με βογκητό αυτή τη φορά— «...ναι. Τώρα το μόνο που κάνω είναι να κλαίω». «Ακουσέ με, γλυκιά μου». Η Μεγκ υιοθέτησε το «σουμιλάω-για-το-καλό-σου» τόνο φωνής. «Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου, όσο κι αν αυτό σε πονέσει. Πρώτον, δεν είσαι η Σταχτοπούτα. Δεύτερον, ακόμη κι αν ήσουν, σίγουρα ο Ντόμινικ Νάιτ δεν είναι από το υλικό που φτιάχνουν τους πρίγκιπες. Τρίτον, ό,τι κι αν έγινε μεταξύ σας, δεν είχε σχέση με την αγάπη και, τέταρτον, που είναι και το πιο σημαντικό, ακόμη κι αν νομίζεις ότι η καρδιά σου έχει ραγίσει, κανένας, ΠΟΤΕ, δεν πεθαίνει από ραγισμένη καρδιά. Κατάλαβες;» Μια μακριά παύση. «Έχε μου εμπιστοσύνη. Εντάξει; Ξέρω. Θυμάσαι τον Τζόνι Ντερ; Τον ξεπέρασα». «Σε λιγότερο από μια ημέρα», επισήμανε η Κέιτ πειρακτικά. «Εντάξει, έχεις μείνει λίγο πίσω. Θα σε συνεφέρω εγώ αμέσως. Πρέπει να ξέρεις ότι οι άντρες εδώ είναι κλασικό παράδειγμα υψηλής τεστοστερόνης. Κυνηγούν, ψαρεύουν, δαμάζουν άλογα και —δεν ξέρω— πιθανόν στον ελεύθερο χρόνο τους να κόβουν ξύλα». Αυτό το τελευταίο προκάλεσε ένα διστακτικό γέλιο στην Κέιτ. «Λες, δηλαδή, ότι αν έχω μια σόμπα με ξύλα, μπορούν να με βοηθήσουν;» «Μπορούν να σε βοηθήσουν και με ακόμη καλύτερους τρόπους. Εγγυημένα». «Έχεις δίκιο». Η Κέιτ προσπάθησε να δείξει ενθουσιασμό, σαν να πίστευε πραγματικά τα λόγια της Μεγκ. «Προς τι ο θρήνος;» «Κοίτα, δεν ισχυρίζομαι ότι ο Ντόμινικ Νάιτ δεν είναι εντυ[15]


πωσιακός. Τον έχω δει σε αρκετές φυλλάδες και περιοδικά, πάντοτε με μια Μπάρμπι να κρέμεται στο μπράτσο του. Όμως ξέρεις ότι ο τύπος μόνο... ψωνίζει, δεν αγοράζει. Διάολε, μιλώντας για ψώνια...» — η ξαφνική ζωντάνια στη φωνή της ήταν οικεία στην Κέιτ που γνώριζε τη Μεγκ από τότε που μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο στο κολέγιο σαν πρωτοετείς—«...μπορείς να κάνεις κι εσύ μερικά ψώνια εδώ. Θα οργανώσω ένα πάρτι και θα καλέσω τους φίλους του Λουκ. Παίδαροι όλοι τους, πίστεψέ με. Τους βλέπεις και διαλέγεις όποιον θέλεις. Πότε έρχεσαι;» «Την Παρασκευή, μάλλον». «Τέλεια. Θα σου έχω μια πλήρη διμοιρία παραταγμένη. Διαλέγεις όποιον σου αρέσει, διασκεδάζεις μαζί του μια βραδιά και ξεχνάς τους δισεκατομμυριούχους που έχουν το σύμβολο του δολαρίου στη θέση της καρδιάς. Σοβαρά, γλυκιά μου, πρέπει να βλέπουμε ρεαλιστικά τους άντρες που τους ανήκει ο μισός πλανήτης μας». «Το ξέρω. Προσπαθώ, ειλικρινά». «Ωραία», είπε η Μεγκ ζεστά, σαν δασκάλα που επαινεί έναν αργόστροφο μαθητή ο οποίος έδωσε τελικά τη σωστή απάντηση στο «δύο συν δύο ίσον τέσσερα». «Τώρα, κάποια προτίμηση για το σεξ... ανάνηψης; Ψηλός, μυώδης, μελαχρινός, ξανθός, μπλε μάτια... Πες μου τι ακριβώς προτιμάς». «Ξανθός». Κάποιος που δε θα της θύμιζε τον Ντόμινικ, κάποιος που δε ξυπνούσε ακόμη και τη μικρότερη ανάμνηση ενός ψηλού, μελαχρινού, όμορφου αλαζόνα. «Ξανθός, τότε. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που θα έρθεις εδώ. Θα περάσουμε φανταστικά!» Έπειτα από δέκα ποτά, ίσως. «Ανυπομονώ για το πάρτι σου», είπε ψέματα. Όμως ήξερε ότι μόλις έφτανε στη Μίσουλα θα ήταν πολύ απασχολημένη. Η Μεγκ ήταν μια μηχανή που έτρεχε μονίμως μπροστά, μια εγωκεντρική, αεικίνητη προσωπικότητα. «Σ’ ευχαριστώ», πρόσθεσε ευγενικά. «Νιώθω ήδη πολύ καλύτερα». Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε αν θα ένιωθε ποτέ καλύτερα. «Θα έχω μια ολόκληρη διμοιρία με παίδαρους να σε περιμέ[16]


νουν», απάντησε η Μεγκ χαρούμενα. «Όλοι ξανθοί. Και, αν μου επιτρέπεις να πω, καιρός ήταν».

[17]


Κεφάλαιο 2 Την ώρα που η Κέιτ έκανε σχέδια με τη Μεγκ, ο Ντόμινικ καθόταν σε ένα τραπέζι εστιατορίου απέναντι από μια όμορφη ξανθιά διαζευγμένη που γνώριζε χρόνια. «Δεν μπορώ να πιστέψω στην τύχη μου, αγάπη μου». Η Βικτόρια Μέλμπερι χαμογέλασε στον Ντόμινικ πάνω από το χείλος του ποτηριού της με το κόκκινο κρασί. «Τι πιθανότητες υπάρχουν να πέσει κανείς τυχαία επάνω σου στο Παρίσι;» Υπολογίζοντας τον πληθυσμό του Παρισιού και τα προηγούμενα σχέδιά του να πετάξει αμέσως για Χονγκ Κονγκ, ο Ντόμινικ χαμογέλασε και είπε: «Είναι πράγματι μάλλον απίθανο». Έβγαινε από το αυτοκίνητό του μπροστά στο διαμέρισμά του στην οδό Σεν Λούις νωρίτερα όταν η Βίκι φώναξε το όνομά του. Την είχε γνωρίσει στο Λονδίνο σε ένα πάρτι πριν από τρία χρόνια, είχε πάει αμέσως στο κρεβάτι μαζί της και είχαν ένα αμοιβαία ικανοποιητικό σεξ, όχι μόνο τότε αλλά και αρκετές φορές από τότε. «Ελπίζω να μη σε πειράζει», του είπε με συρτή, ερωτική φωνή, «αλλά δε σκόπευα να το παίξω συνεσταλμένη και να μη σου ζητήσω να βγούμε έξω, όταν μάλιστα είπες ότι δε θα μείνεις πολύ εδώ». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πάλι. «Κανένα πρόβλημα. Σκόπευα να σε προσκαλέσω έτσι κι αλλιώς». Ψέμα. Στην πραγματικότητα σχεδίαζε να μείνει μόνος στο διαμέρισμά του και να πνίξει τη θλίψη του στο ουίσκι. «Αυτό το εστιατόριο είναι καταπληκτικό». Σήκωσε το χέρι της με το τέλειο μανικιούρ κι έδειξε ανάλαφρα τη μικρή αίθουσα πριν τα δάχτυλά της χαϊδέψουν απαλά το χέρι του Ντόμινικ που ήταν επάνω στο τραπέζι. «Χαίρομαι τόσο που με έφερες εδώ. Αν κατάλαβα καλά, ο σεφ είναι φίλος σου». Ο σεφ είχε έρθει να τους χαιρετήσει όταν [18]


άκουσε ότι ο Νικ βρισκόταν εκεί. «Ο Γκιγιόμ κι εγώ γνωριστήκαμε στη Νίκαια πριν από μερικά χρόνια. Χάρηκα όταν μετακόμισε στο Παρίσι». Το εστιατόριο βρισκόταν σε έναν ήσυχο δενδρόφυτο δρόμο της Μονμάρτης, στο ισόγειο ενός μικρού σπιτιού που είχε μετατραπεί σε μοντέρνο μπιστρό χάρη στα λεφτά που είχε βάλει ο Ντόμινικ. «Μου θυμίζει εκείνο τον αξιολάτρευτο νεαρό σεφ στο Μονακό. Θυμάσαι εκείνο το μικρό καφέ, πλάι στη θάλασσα;» Χαχάνισε χαριτωμένα. «Ήμαστε κάπως... απρεπείς εκείνη τη νύχτα». «Θυμάμαι. Είχαμε μεθύσει πολύ». Έπιασε το μπουκάλι του κρασιού που ήταν επάνω στο τραπέζι. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου να θυμηθεί εκείνη τη δημόσια σεξουαλική παρεκτροπή τους. «Άλλο λίγο κρασί;» Του πρότεινε το ποτήρι της πρόθυμα και του χαμογέλασε παιχνιδιάρικα. «Προσπαθείς να με μεθύσεις, χρυσέ μου;» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Απλώς είναι ένα εξαιρετικό κρασί». Στην πραγματικότητα αυτό που προσπαθούσε ήταν να μεθύσει ο ίδιος. Δεν ήθελε να είναι εδώ. Δεν ήθελε να βλέπει τη Βίκι απέναντι του στο τραπέζι, όλο κολακείες και προσποίηση, να επιδεικνύει το στήθος της θεωρώντας δεδομένο ότι ήταν το καλύτερο σεξουαλικό ατού της. Ο Ντόμινικ ήθελε να είχε φύγει — είκοσι λεπτά πριν— μόνος. Ο τρόπος που έτρωγε η Βίκι το πρώτο πιάτο με τα άσπρα σπαράγγια και σος αντσούγιας του έκοψε την όρεξη. Πάντως το φταίξιμο δεν ήταν δικό της —αυτός έφταιγε. Πριν γνωρίσει την Κάθριν, αν έβλεπε τη Βίκι να βάζει την άκρη του σπαραγγιού στο στόμα της και να το δαγκώνει αργά μέχρι να τελειώσει, θα το έβρισκε, τουλάχιστον, διασκεδαστικό. Τώρα του ήταν απωθητικό. Σκουπίζοντας διακριτικά το στόμα της όταν τελείωσε, χαμογέλασε και έδειξε με το δάχτυλό της τα ανέγγιχτα σπαράγγια στο πιάτο του. «Δεν πεινάς, χρυσέ μου;» «Όχι πια. «Έπρεπε να παραγγείλω τα ραβιόλια», είπε, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο ρολόι του. Έπειτα κοίταξε το σερβιτόρο και του έδειξε με ένα νεύμα τα πιάτα τους. Καθώς τα πρώτα πιάτα τους απομακρύνονταν γρήγορα από το τραπέζι και τα ποτήρια τους γέμιζαν πάλι με κρασί, η Βίκι έ[19]


σκυψε μπροστά για να επιδείξει καλύτερα το εντυπωσιακό σχίσιμο του στήθους της, που τονιζόταν από το βαθύ V του άσπρου ανκορά φορέματος της. «Φαίνεσαι κακόκεφος». Η φωνή της μαλάκωσε. «Τόσο σκοτεινός και επικίνδυνος. Μου αρέσει αυτό», ψιθύρισε. Αν ανέφερε μαστίγια, φοβόταν ότι θα έχανε την ψυχραιμία του. «Είμαι κουρασμένος. Είχα μια κουραστική ημέρα». Χαμογέλασε σφιγμένα και αναρωτήθηκε αν η αποψινή βραδιά ήταν η τιμωρία του για όλες τις αδικίες που είχε διαπράξει στο παρελθόν, αν κάποιοι χαιρέκακοι θεοί είχαν στείλει τη Βίκι στη Σεν Λούις εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που είχε βγει από το αμάξι του για να τον βασανίσουν. «Το αρνί μπλανκέτ του Γκιγιόμ είναι φανταστικό», της είπε, μη δίνοντας σημασία στα λόγια της. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η αλλαγή θέματος. «Θα σου αρέσει». Και πιάνοντας το ποτήρι του με το κρασί, το άδειασε, ένευσε στο σερβιτόρο να το ξαναγεμίσει και το άδειασε κι αυτό μονορούφι. Δύο μπουκάλια αργότερα, ένιωθε σχετικά χαλαρός, σαν να είχε πάρει ένα ελαφρύ αναισθητικό. Το φαγητό ήταν έξοχο, όπως πάντα, το αρνάκι εξαιρετικό, η κάβα θαυμάσια, ο σερβιτόρος σε διαρκή εγρήγορση να γεμίζει τα ποτήρια τους με κρασί, το χαμηλό βουητό από τις κουβέντες γύρω τους λειτουργούσε σαν ηρεμιστικό. Η Βίκι επέμενε να τον φλερτάρει, κάνοντας ό,τι ήταν δυνατόν για να τον σαγηνεύσει. Δυστυχώς για εκείνη ο Ντόμινικ έμεινε ανεπηρέαστος. Ήταν προφανές ότι σχεδίαζε να μείνει μαζί του τη νύχτα. Υπήρχε μια εποχή που θα συμπεριφερόταν σαν αυτήν: ένα πήδημα δεν ήταν παρά ένα πήδημα. Αλλά κάθε λεπτό που περνούσε, κάθε κολακευτικό σχόλιο που απευθυνόταν σ’ εκείνον, κάθε σαγηνευτικό χαμόγελο τον άφηναν όχι μόνο αδιάφορο αλλά και σοβαρά προβληματισμένο με την απάθειά του. Από πότε είχε γίνει ευνούχος; Μην απαντάς, τον προειδοποίησε η μικρή ύπουλη φωνή μέσα του. Βάζοντας τα συναισθήματά του στην άκρη, αυτό που πραγματικά χρειαζόταν ήταν μια διέξοδος. Όμως οι μηχανισμοί του δραπέτευσης είχαν σκουριάσει από τη μακρόχρονη παραμέληση —δε θυμόταν πότε είχε απορρίψει μια γυναίκα για τελευταία φορά. Ζήτησε άλλο ένα μπουκάλι κρασί, ελπίζοντας το αλκοόλ να διώξει την απέχθειά του να πάει στο κρεβάτι με τη Βίκι. [20]


Δυστυχώς, η διάθεσή του δεν άλλαξε στο ελάχιστο. Πολύ πριν τελειώσει το δείπνο ήξερε ότι αποκλειόταν να πάει τη Βίκι στο διαμέρισμά του. Παρήγγειλε ένα σπάνιο πόρτο για να παρατείνει το δείπνο, έπειτα ένα άλλο για να το δοκιμάσει. Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο Γκιγιόμ στο τραπέζι και είπε ευγενικά: «Μου έχουν μείνει δύο μπουκάλια στην κάβα. Έλα, Ντόμινικ, να αποφασίσεις εσύ ποιο προτιμάς». Ο Ντόμινικ ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Πάντως τίποτα στον ήρεμο τόνο της φωνής του δεν τον πρόδωσε. «Με συγχωρείς, Βίκι, θα επιστρέφω αμέσως», είπε και σηκώθηκε. Ακολούθησε τον Γκιγιόμ και τη στιγμή που έφταναν στο διάδρομο, γύρισε και τον κοίταξε. «Πώς ήξερες, διάολε, ότι χρειαζόμουν διάσωση;» «Συνήθως δεν πίνεις τόσο πολύ. Το πρόσεξε ο Μπερτράν και μου το είπε». «Ο Μπερτράν πρέπει να είναι η μητέρα που δεν είχα ποτέ», είπε ο Ντόμινικ μ’ ένα χαμόγελο. «Προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να τελειώσω το δείπνο και να την ξεφορτωθώ. Η Βίκι είναι όμορφη, αλλά δεν έχω κέφι για κάτι περισσότερο μαζί της απόψε». Βλέποντας το απορημένο βλέμμα του Γκιγιόμ, κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Μη με κοιτάς έτσι... Ούτε εγώ ξέρω γιατί». Οι δύο άντρες είχαν κάνει πολλά γλέντια μαζί στη Νίκαια και στο Παρίσι και ήταν γνωστοί για την αδυναμία τους στις ωραίες γυναίκες. «Έχω ανάγκη από ένα πλάνο διαφυγής, κάτι που δε θα το θεωρήσει προσβλητικό. Αν δε γίνεται αλλιώς, είμαι έτοιμος για όλα». «Είσαι άρρωστος, φίλε μου;» Ο Γκιγιόμ τον κοίταξε με αντρική κατανόηση. «Ξέρω έναν καλό γιατρό. Δεν τον πειράζει αν του τηλεφωνήσω μέρα ή νύχτα. Είναι φίλος από τη Νίκαια». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αλλά δε χρειάζομαι γιατρό. Αν και θα ήταν μια καλή δικαιολογία. Υποθέτω ότι κάτι τέτοιο θα χαλούσε τα σχέδια της Βίκι». Ο Γκιγιόμ μίλησε πάνω από τον ώμο του καθώς άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο. «Δεν είναι στο στιλ σου να απορρίπτεις μια τέτοια πρόταση. Αν δεν είσαι προσωρινά τραυματίας πολέμου...» —ένα γαλατικό ανασήκωμα του ώ[21]


μου του που δήλωνε ταυτόχρονα απορία και συμπόνια— «...γιατί δεν της αρνείσαι ευγενικά;» «Επειδή η Βίκι δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει ευγενική άρνηση στο σεξ. Για την ακρίβεια, δεν καταλαβαίνει γενικά τι θα πει όχι. Είναι από εκείνους που παίρνουν πάντοτε. Γι' αυτό βοήθησέ με, σε παρακαλώ. Τι διάολο να της πω που να είναι και κάπως ευγενικό;» Ο Γκιγιόμ δεν απογοήτευσε το φίλο του. Πέντε λεπτά αφότου ο Ντόμινικ επέστρεψε στο τραπέζι με το μπουκάλι το πόρτο, ο Γκιγιόμ τους πλησίασε μαζί με την έγκυο σύζυγό του και παρακάλεσε τον Ντόμινικ να τη συνοδεύσει στο νοσοκομείο. Δεν ήταν κάτι σοβαρό, είπε, αλλά ο γιατρός της την είχε συμβουλέψει να πάει αμέσως μόλις ανεβεί η πίεσή της για να την εξετάσουν. «Δε θέλω να ζητήσω από τον Γκιγιόμ να φύγει από την κουζίνα όταν το εστιατόριο είναι τόσο γεμάτο», είπε η Αμελί χαρίζοντας ένα χαμόγελο στον Ντόμινικ, έπειτα ένα πιο τρυφερό στον άντρα της. «Ξέρω ότι θέλει να έρθει μαζί μου, αλλά...» «Για ποιο λόγο; Μπορώ να βοηθήσω εγώ», είπε ο Ντόμινικ και στράφηκε στη Βίκι. «Με συγχωρείς, Βίκι», πρόσθεσε απαλά, ελπίζοντας η φωνή του να έδειχνε κάποια λύπη. «Θα δώσω εντολή στο σοφέρ μου να σε πάει στο σπίτι. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο». Έπειτα από μια μικρή διαμαρτυρία, έβαλε τη Βίκι στο αυτοκίνητό του δίνοντας ρητή εντολή στον οδηγό να την πάει κατευθείαν στο σπίτι της, σε καμιά περίπτωση να μην την πάει στο διαμέρισμά του. Στάθηκε και παρακολούθησε με φανερή ανακούφιση το αυτοκίνητο να απομακρύνεται. Δε σκόπευε να αναλύσει την αντίδρασή του. Σε ό,τι είχε σχέση με τη σεξουαλική ζωή του, δεν ήταν ενδοσκοπικός τύπος. Μπαίνοντας στην κουζίνα με το πόρτο του, ο Ντόμινικ κάθισε στο τραπέζι και γέμισε ένα ποτήρι. Η γυναίκα του Γκιγιόμ, η Αμελί, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο πριν ανεβεί πάλι επάνω. «Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα ζούσα για να το δω κι αυτό», είπε χαμογελώντας και γέρνοντας το όμορφο πρόσωπό της ελαφρά, ενώ τα μαύρα μάτια της τον κοιτούσαν ερευνητικά «Εσύ και να μην ενδιαφέρεσαι;» «Είμαι κι εγώ εξίσου έκπληκτος». Ο Ντόμινικ την κοίταξε [22]


με μια υποψία χαμόγελου στα μάτια. «Γέρασα, φαίνεται». «Δε θα το έλεγα... Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μας πεις;» Το γυναικείο της ένστικτο δούλευε υπερωρία. Είχε δει τον Ντόμινικ με την ίδια ξανθιά καλλονή στη Νίκαια πριν από δύο χρόνια και τότε δεν έδειχνε να θέλει να της ξεφύγει. Το αντίθετο. «Δε σκόπευα να σας το πω ακόμη, αλλά θα σας αγοράσω ένα μεγαλύτερο εστιατόριο αν δώσετε το όνομά μου στο μωρό». Τον κοίταξε ειρωνικά και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. «Κράτησε τα σκοτεινά μυστικά σου για σένα, λοιπόν. Αλλά η κυρία ήταν θυμωμένη. Θα σε κάνει να πληρώσεις». «Θα πρέπει να με βρει πρώτα». Η Αμελί του χτύπησε απαλά το μάγουλο. «Μην ξεχνάς, την ξέρω καλά τη μικρή σου Βίκι. Πού ξέρεις; Ίσως σε βρει τελικά». Ο Ντόμινικ βόγκηξε. «Πρέπει να φύγεις από το Παρίσι», είπε ο Γκιγιόμ, σηκώνοντας το κεφάλι του από τη σάλτσα που ανακάτευε. «Το έχεις κάνει κι άλλη φορά». «Δεν μπορώ. Έχω έρθει για μια σύσκεψη. Θα πρέπει να βάλω μπρος το σχέδιο Β». Το οποίο ήταν μια σουίτα στο ξενοδοχείο George V. Παίρνοντας το κλειδί για τη σουίτα, ζήτησε να παραμείνει ινκόγκνιτο. Αφού τον διαβεβαίωσαν ότι η παραμονή του εκεί θα ήταν απόλυτα μυστική, ο Ντόμινικ εγκαταστάθηκε στην προεδρική σουίτα μέχρι το νέο προγραμματισμένο ραντεβού του με τους επενδυτές που ενδιαφέρονταν για το νέο εγχείρημά του: εξόρυξη στη Γροιλανδία. Το πρώτο ραντεβού στο Χονγκ Κονγκ είχε λήξει άδοξα όταν η Κάθριν είδε μερικές πορνό προσωπικές φωτογραφίες του που είχαν ανεβεί στον φορητό υπολογιστή του. Είχε αδειάσει αμέσως την αίθουσα και είχε προσπαθήσει να της ζητήσει συγνώμη, να επανορθώσει, μάταια όμως. Δυστυχώς γι’ αυτόν οι φωτογραφίες που εμφανίστηκαν στο e-mail του είχαν λεζάντα: Χριστουγεννιάτικες Φωτογραφίες. Και οι τρεις γυναίκες στο κρεβάτι του —το ίδιο κρεβάτι που είχε μοιραστεί με την Κέιτ— συμμετείχαν σε διεστραμμένα ερωτικά παιχνί[23]


δια. Όσο για τις φωτογραφίες από το στούντιο τάι τσι που βρίσκονταν στο αρχείο... ήταν ακόμη χειρότερες. Εκείνο το άτυχο περιστατικό τερμάτισε τις διακοπές τους στο Χονγκ Κονγκ. Και δεν την είχε δει από τότε. Στις ημέρες που μεσολάβησαν, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά ψάχνοντας απελπισμένα έναν περισπασμό. Κάθε ημέρα διάβαζε μια ντουζίνα προτάσεις για νέες κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, συζητούσε με τους συνεργάτες του στις Επιχειρήσεις Νάιτ, απαντούσε στο συνεχές μπαράζ e-mail και κάθε βράδυ άδειαζε ένα μπουκάλι ουίσκι για να μην της τηλεφωνήσει και πει κάτι που δε θα έπρεπε. Το γεγονός ότι επέλεξε να μην τηλεφωνήσει σε καμιά από τις άλλες γυναίκες που ήξερε στο Παρίσι, ή να μην επισκεφθεί ένα από τα πριβέ σεξ κλαμπ στα οποία ήταν συχνός επισκέπτης κάποτε, έλεγε πάρα πολλά γιατην ψυχική κατάστασή του. Ήταν φοβερά αποθαρρυντικό να σκέφτεται τις απίστευτες αλλαγές στη ζωή του. Όμοια με την Κέιτ, κατέφυγε κι αυτός στον αυνανισμό. Μόνο που, αντίθετα από εκείνη, αυτός είχε μια φωτογραφία να τον εμπνέει. Για την ακρίβεια δύο φωτογραφίες: εκείνες που της είχε τραβήξει με το κινητό του να κοιμάται στο κρεβάτι του λίγο πριν φύγει από το Χονγκ Κονγκ. Τις είχε δώσει για εκτύπωση σε ένα φωτογραφείο του Παρισιού και τις είχε βάλει σε μια δίπτυχη κορνίζα, από αυτές που κλείνουν σαν θήκη, για να μπορεί να τις παίρνει μαζί του όταν ταξίδευε. Δεν αναρωτήθηκε καθόλου για την ασυνήθιστη συμπεριφορά του. Αλλά, πάλι, σπάνια αναρωτιόταν για τις πράξεις του. Ειδικά όταν είχαν σχέση με την προσωπική του ευχαρίστηση, όπως τώρα. Τα βράδια του άρχιζαν με δείπνο μπροστά στην τηλεόραση, στο σαλόνι της σουίτας, και συνέχιζαν με ένα μπουκάλι από οποιοδήποτε ουίσκι υπήρχε στο μπαράκι του σαλονιού του. Ο διάσημος σεφ του ξενοδοχείου είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για το ταλέντο και τη δεξιοτεχνία του όταν πολλά βράδια το δείπνο που είχε ετοιμάσει επέστρεφε στην κουζίνα άθικτο. Ο Ντόμινικ προσπάθησε να δει μερικές ταινίες πορνό σε μια προσπάθεια να τραβήξει τις σκέψεις του από την εικόνα της Κάθριν που είχε κυριεύσει το μυαλό του. Άδικα όμως. Η παντελής έλλειψη ανταπόκρισης [24]


από το σώμα του τον έφερνε σε αμηχανία —αλλά μόνο στιγμιαία, επειδή δεν είχε κανένα πρόβλημα διέγερσης όταν σκεφτόταν την Κάθριν. Αναπόφευκτα έπαιρνε το μισοάδειο μπουκάλι του στο κρεβάτι, άνοιγε την τηλεόραση κλείνοντας τον ήχο, κάρφωνε το βλέμμα του στις φωτογραφίες της που είχε ανοιχτές σαν βιβλίο επάνω σε ένα τραπεζάκι μπροστά στο κρεβάτι και άρχιζε να αυνανίζεται αργά, φέρνοντας στο νου του μόνο την ηδονή που είχαν μοιραστεί, όχι το καταστροφικό τέλος —όταν και οι δύο είχαν φτάσει στο σημείο που δεν είχε γυρισμό. Όμως ούτε το μυαλό του ούτε το σώμα του μπορούσαν να ξεχάσουν τις συγκλονιστικές στιγμές που είχαν περάσει μαζί στο Χονγκ Κονγκ. Ειδικά τις νύχτες, όταν ήταν μόνος, η λογική και ο αυτοέλεγχος τον εγκατέλειπαν και η Κάθριν κυριαρχούσε απόλυτα στις σκέψεις του.

[25]


Κεφάλαιο 3 Την ώρα που ο Ντόμινικ κοιτούσε την οθόνη της βουβής τηλεόρασης, υπομένοντας άλλη μια άυπνη νύχτα και περιμένοντας να βγει ο παριζιάνικος ήλιος, η Κέιτ κατέβαζε ένα σφηνάκι τεκίλας στην κουζίνα της Μεγκ και αναρωτιόταν αν υπήρχε αρκετό αλκοόλ στον κόσμο για να την κάνει να πάει με τον πραγματικά γλυκό φοιτητή της Ιατρικής και καουμπόη ροντέο που της έλεγε πόσο όμορφη ήταν. Η εκκωφαντική μουσική από την αυτοσχέδια ορχήστρα που έπαιζε στο σαλόνι ήταν λίγα ντεσιμπέλ χαμηλότερα στην κουζίνα και ο ψηλός, όμορφος, ξανθός γαλανομάτης Μπεν είχε το στόμα του κοντά στο αυτί της ώστε να μπορεί να τον ακούει. «Ας βρούμε ένα μέρος πιο ήσυχο. Έχεις αντίρρηση;» «Καμία». Επειδή ήταν εδώ απόψε για ένα συγκεκριμένο λόγο, επειδή είχε σιωπηλά επιλέξει τον Μπεν από τη... διμοιρία της Μεγκ και δεν υπήρχε λόγος να αναβάλλει το «σεξ ανάνηψης». Αρπάζοντας το μπουκάλι της τεκίλα, ο Μπεν την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο χολ και από εκεί στο υπνοδωμάτιο. Χτύπησε την πόρτα λέγοντας με ένα πονηρό χαμόγελο: «Για καλό και για κακό. Εκτός αν θέλεις να πάμε στο δικό μου σπίτι». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Καλά είναι εδώ». «Έι, είμαστε τυχεροί». Έσπρωξε την πόρτα, που άνοιξε αμέσως. Δεν ήταν σίγουρη αν επρόκειτο για τύχη ή αν η Μεγκ είχε προειδοποιήσει τους πάντες να μείνουν μακριά, σκέφτηκε η Κέιτ, αλλά ήταν πολύ μεθυσμένη για να το σκεφτεί περισσότερο. Επειδή, σε τελική ανάλυση, σκοπός αυτού του πάρτι ήταν να αφήσει το παρελθόν πίσω της. Αυτή ήταν η νύχτα που θα διέγραφε τον Ντόμινικ Νάιτ από τη μνήμη της. Ο Μπεν την τράβηξε στο υπνοδωμά[26]


τιο, έκλεισε την πόρτα πίσω τους, προχώρησε στο κρεβάτι όπου άφησε το μπουκάλι της τεκίλα στο κομοδίνο. Κάθισε στο κρεβάτι και έβαλε την Κέιτ πάνω στα γόνατά του. «Πρέπει να μείνεις στη Μίσουλα λίγο καιρό», της ψιθύρισε, φιλώντας την απαλά. «Μπορείς να μείνεις μαζί μου. Θα σου μάθω να ιππεύεις». «Ίσως», μουρμούρισε η Κέιτ, επειδή ήταν ευκολότερο από το να εξηγήσει γιατί δεν μπορούσε. Έπιασε το πρόσωπό του με τα δυο της χέρια και τον φίλησε δυνατά, γλίστρησε τη γλώσσα της στο λαιμό του, θέλοντας να νιώσει κάτι. Ένιωσε όντως κάτι, αλλά ήταν η στύση του που πίεζε τους γλουτούς της. Η ίδια τίποτα. Ίχνος ανταπόκρισης. Θα μπορούσε θαυμάσια να είχε φιλήσει το είδωλό της στον καθρέφτη. Χριστέ μου, έβλεπε μπροστά της ένα μέλλον χωρίς σεξ και ήξερε τι έφταιγε —η καταραμένη χαρισματική ομορφιά του Ντόμινικ και η αξέχαστη επιδεξιότητα του στο σεξ. Έπιασε το μπουκάλι της τεκίλα. «Θέλεις;» ρώτησε τον Μπεν και του πρότεινε το μπουκάλι. «Όχι, είμαι εντάξει». Ο Μπεν χαμογέλασε. «Με το πάσο σου». Σηκώνοντας το μπουκάλι στο στόμα της, του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Είσαι πολύ καλός». «Δε βιάζομαι». Χριστέ μου, ήταν πραγματικά καλός. Αν και ένας άντρας με τη δική του εμφάνιση δεν πρέπει να είχε πρόβλημα να γαμήσει. Ήπιε άλλη μια γρήγορη γουλιά και άφησε το μπουκάλι στο κομοδίνο. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. «Ορίστε. Μερικές φορές συμπεριφέρομαι σαν επαρχιώτισσα. Συγνώμη». «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Όλοι στη Μίσουλα είναι επαρχιώτες». Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε ανάλαφρα. «Το ίδιο κι εγώ». Σε μια προσπάθεια να κάνει κάτι για την απίστευτη αδιαφορία του σώματός της στο γλυκό φιλί του Μπεν και την τεράστια στύση του, η Κέιτ κούνησε τους γλουτούς της απαλά επάνω στο σκληρό πέος του. Αφήνοντας ένα χαμηλόφωνο βογκητό, ο άντρας έπεσε προς τα πίσω τραβώντας τη μαζί του και τεντώθηκε στο κρεβάτι — [27]


φορώντας πάντα τα ρούχα του και τις καουμπόικες μπότες. Μετακινώντας την ελαφρά επάνω στο μυώδες κορμί του για να διευκολύνει τη σκληρή στύση του, έπιασε στις χούφτες του το κεφάλι της από πίσω και την τράβηξε πιο κοντά του για ένα φιλί. «Θα το πάμε αργά», είπε. «Στιλ... επαρχίας». Ίσως αυτό ήταν το πρόβλημα. Ο Μπεν παραήταν ευγενικός, αντίθετα με τον Ντόμινικ, που ήταν συχνά απαιτητικός, αρκετές φορές πιεστικός, πάντοτε κυρίαρχος. Χριστέ μου, μήπως τελικά ήταν μαζοχίστρια; Μήπως το φυσιολογικό σεξ την άφηνε αδιάφορη; Αλλά, πάλι, θυμήθηκε τις ημέρες που ο Ντόμινικ ήταν όλο τρυφερότητα και στοργή, όταν έκανε σχέδια για το μέλλον τους, όταν δεν της έλεγε όχι σε τίποτα. Και ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και ο λαιμός της έκλεισε από τη θλίψη. «Δεν μπορώ», είπε με έναν πνιχτό λυγμό και ανασηκώθηκε. «Με συγχωρείς». Τα δάκρυά της κυλούσαν ποτάμι τώρα και ρουφώντας τη μύτη της είπε με σπασμένη φωνή: «Μόλις χώρισα με κάποιον. Είμαι ένα ράκος». «Το ξέρω. Δεν είμαι εδώ για να σε πιέσω». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα: «Το ξέρεις;» «Μου το είπε ο Λουκ. Ε, δεν έγινε τίποτα». «Ω, Θεέ μου», βόγκηξε η Κέιτ σοκαρισμένη. «Δεν είναι θλιβερό;» «Άκου, μωρό μου». Πέρασε το δάχτυλό του επάνω από το κάτω χείλι της. «Θα τσακωνόμουν με οποιονδήποτε, οπουδήποτε για να σε διεκδικήσω. Εντάξει;» «Δεν πιστεύω ότι σου έχει συμβεί εσένα ποτέ αυτό. Μόνο οι γυναίκες κλαίνε για ανοησίες». «Όλοι έχουμε βιώσει ένα χωρισμό». Της χαμογέλασε. «Δεν έχω κλάψει, αλλά ξέρω τι εννοείς». Ο τρόπος που το είπε... Η Κέιτ αμφέβαλλε ότι ο δικός του κόσμος είχε γίνει ποτέ τόσο ζοφερός όσο ο δικός της. Και για μια στιγμή σκέφτηκε να κλείσει τα μάτια της και να κάνει έρωτα μαζί του. Αναστέναξε. «Φαντάζομαι ότι είμαι υπερβολικά δειλή». Τραβήχτηκε από πάνω του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Ο Μπεν χάιδεψε απαλά το μπράτσο της. «Δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Μπορούμε να πάμε να δούμε μια ταινία ή κάτι [28]


άλλο». «Αισθάνομαι τελείως ηλίθια», ψιθύρισε η Κέιτ. «Ευχαρίστως θα του έδινα μερικές στα πισινά του τύπου». Τα λόγια του την έκαναν να χαμογελάσει. Γύρισε προς το μέρος του. «Ίσως σου το ζητήσω». «Όποτε θέλεις». Η Μεγκ είχε δίκιο. Δεν υπήρχε έλλειψη τεστοστερόνης στη Μίσουλα. «Θα σε ειδοποιήσω». Σηκώθηκε όρθια. «Και σ’ ευχαριστώ. Ειλικρινά». Κατόπιν βγήκε από το δωμάτιο, πήγε στο μπάνιο, κλείδωσε την πόρτα και έκλαψε ήσυχα. Ο Μπεν την ακολούθησε και της μίλησε έξω από την πόρτα. Πάντοτε ευγενικός. Ένας αληθινός τζέντλεμαν. «Ίσως κάποια άλλη φορά», είπε. «Τηλεφώνησέ μου». Απομακρύνθηκε. Μα τι στο καλό της συνέβαινε; Μόνο τα αλαζονικά καθάρματα την ερέθιζαν δηλαδή; Η ημέρα που είχε οριστεί για τη σύσκεψη που είχε διακοπεί απότομα στο Χονγκ Κονγκ έφτασε τελικά. Ο Μαξ και οι άλλοι που συμμετείχαν συναντήθηκαν στην πολυτελή αίθουσα συσκέψεων των γραφείων της Νάιτ στο Παρίσι, με τον Ντόμινικ να κάθεται στην κορυφή του μακριού τραπεζιού, αυτοκρατορικού ρυθμού, το οποίο κοσμούσε κάποτε το ανάκτορο της Ιωσηφίνας, στη Μαλμεζόν. Καφές, τσάι και γλυκά υπήρχαν σε αφθονία και μπροστά από κάθε άντρα βρισκόταν ένα σετ από πορσελάνη Σεβρ, της ίδιας περιόδου με το τραπέζι. Μικρά βάζα με λουλούδια πρόσφεραν άρωμα και χρώμα χωρίς να εμποδίζουν την οπτική επικοινωνία. Το προσωπικό του Ντόμινικ ήταν πολύ ικανό στη δουλειά του. Καθώς οι επενδυτές έβρισκαν τις θέσεις τους, ο Ντόμινικ τους χαιρέτησε με ένα νεύμα και είπε κοφτά: «Αυτή η σύσκεψη δε θα κρατήσει πολύ. Είστε όλοι γνώστες του θέματος;» Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για ερώτηση. Το γεγονός ότι η δεσποινίς Χαρτ δεν ήταν παρούσα έγινε αμέσως αντιληπτό από τους επενδυτές καθώς έπαιρναν τις θέσεις [29]


τους. Προφανώς θυμόνταν όλοι τους πολύ καλά την απότομη διακοπή της προηγούμενης σύσκεψης. Πολύ σύντομα οι παριστάμενοι πρόσεξαν την άσχημη διάθεση του Ντόμινικ. Να υπήρχε κάποια σχέση με την απουσία της εν λόγω κυρίας; Μπα, αποκλείεται, σκέφτηκε ο καθένας τους χωριστά. Οι γυναίκες για τον Ντόμινικ ήταν απλώς ένα αναγκαίο... ευχάριστο διάλειμμα. Όμως ήταν λιγότερο εξυπηρετικός αυτή τη φορά, πιο νευρικός και απέρριπτε αμέσως κάθε υπεκφυγή τους που αφορούσε ύψος χρημάτων. Στο τέλος η πρόταση που τους έκανε ήταν του στιλ: ή δέχεστε ή αποχωρείτε. Γνωρίζοντας πολύ καλά την τακτική του Ντόμινικ δέχτηκαν όλοι, αλλά όλοι μουρμούρισαν δυσαρεστημένα όταν σηκώθηκε από το τραπέζι, τους είπε τραχιά, «Κύριοι, μετά τη σημερινή ημέρα, θα είστε πολύ πλουσιότεροι», και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να τους πει καν ένα ευχαριστώ. Μερικά ευγενικά λόγια δε θα κόστιζαν τη στιγμή που αυτοί οι άντρες θα επένδυαν δισεκατομμύρια. Ο Μαξ ήταν αυτός που ανέλαβε να κατευνάσει την οργή τους. Κάποια στιγμή αργότερα, ο Μαξ μπήκε στο γραφείο του Ντόμινικ, δάγκωσε τη γλώσσα του για να μη σχολιάσει το μισοάδειο μπουκάλι επάνω στο γραφείο και προσπάθησε να μιλήσει συγκρατημένα. «Θα μπορούσες να φερθείς λίγο πιο ευγενικά, Νικ. Θα τους πάρει καιρό να ξεθυμάνουν». Ο Ντόμινικ ήπιε το ποτό του πριν τον κοιτάξει αδιάφορο. Άσκησα όλη τη γοητεία μου επάνω τους στο Χονγκ Κονγκ. Σήμερα δεν είχα όρεξη να ξαναφιλήσω κώλους. Αν θέλουν να βγάλουν λεφτά, θα αγοράσουν. Αν όχι...» —ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα—«...δε δίνω δεκάρα. Θα καλύψω το ποσό εγώ». Κοίταξε τον Μαξ ψυχρά. «Τίποτ’ άλλο;» «Πίνεις πολύ — και πίνεις μόνος». Ο Μαξ αποφάσισε ότι κάποιος έπρεπε να του μιλήσει. Ο Ντόμινικ δεν ήταν ποτέ μοναχικός πότης. «Και;» Γέμισε πάλι το ποτήρι του. «Και έχεις αρχίσει να γίνεσαι εκνευριστικός». «Θα το λάβω υπόψη μου. Κάτι άλλο; Πες ό,τι έχεις να πεις επειδή ήδη έχω αρχίσει να πλήττω. Και επί τη ευκαιρία, αν και δε [30]


σε αφορά, σε πληροφορώ ότι πίνω μόνο τα βράδια». Κοίταξε το ρολόι του και ένας μυς έπαιξε νευρικά στο σαγόνι του. 3:50 μ.μ. «Το σημερινό είναι μια εξαίρεση», μουρμούρισε. Βλέποντας ξανά τους ίδιους άντρες, είχε θυμηθεί τη φρίκη της τελευταίας τους συνάντησης, τότε που η Κάθριν είδε το καταστροφικό e-mail και όλα είχαν πάει κατά διαόλου. «Όσο για το ότι πίνω μόνος», είπε με πικρό σαρκασμό, «δεν είναι ποτέ αργά για κάτι καινούριο». Ο Μαξ αναστέναξε. «Τέλος διάλεξης. Το πώς επιλέγεις να πας στην κόλαση είναι δική σου δουλειά. Αλλά προσπάθησε να μη μιλάς με τόση αγένεια στη Λίλιμπετ. Είναι καινούρια, μια έξοχη αναλύτρια και δε θα ήθελα να τη χάσω επειδή εσύ είσαι μαλάκας». Ο Ντόμινικ σήκωσε το ποτήρι του προς το μέρος του Μαξ. «Μήνυμα ελήφθη, όβερ. Θα φέρομαι στη Λίλιμπετ με μεγάλο σεβασμό. Είναι κόρη κάποιου πολιτικού; Απλώς ρωτάω». «Όχι». «Ευτυχώς. Οι πολιτικοί γίνονται εκνευριστικοί με τις αξιώσεις τους». Χαμογέλασε με σφιγμένα χείλη. «Τώρα, με συγχωρείς». Άδειασε το ποτήρι του, έπιασε το μπουκάλι κι έριξε μια ματιά στον Μαξ, που δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του. «Αν δε σε πειράζει, είμαι απασχολημένος». Ανοίγοντας το μπουκάλι, γέμισε πάλι το ποτήρι του, έγειρε πίσω στην καρέκλα του κι έφερε το ποτήρι στο στόμα του. Δεν άκουσε την πόρτα να κλείνει επειδή υπολόγιζε πόσο αλκοόλ θα χρειαζόταν απόψε για να σβήσει την ανάμνηση των δακρύων της Κάθριν όταν σήκωσε το κεφάλι της από τον φορητό υπολογιστή εκείνη την ημέρα στο Χονγκ Κονγκ. Ήταν ακόμη εκεί όταν νύχτωσε και τα γραφεία άδειασαν, με ένα άλλο ανοιχτό μπουκάλι στο χέρι του. Οι βουβές οθόνες τηλεοράσεων στον τοίχο, απέναντι από το γραφείο του, ήταν το μόνο φως στο δωμάτιο. Είχε τα μάτια του μισόκλειστα για ν’ αποφύγει τη σκληρή λάμψη τους και οι αναμνήσεις από το χωρισμό του με την Κάθριν βασάνιζαν τις σκέψεις του. Η πόρτα άνοιξε αργά. Μια όμορφη ξανθιά με μακριές γάμπες μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω της και ακούμπησε την πλάτη της επάνω της. «Είμαι η τελευταία εδώ, κύ[31]


ριε Νάιτ», είπε σε ελαφρά τονισμένα αγγλικά. «Αναρωτιόμουν αν χρειάζεστε κάτι πριν φύγω». Το υπονοούμενο ήταν ξεκάθαρο. Αρκετά για να διαπεράσει τα στρώματα της απελπισίας του Ντόμινικ. Στον οικείο τόνο φωνής, σήκωσε αυτόματα το κεφάλι του και της έκανε νόημα με το δάχτυλο να πλησιάσει. «Πώς σε λένε;» «Τατιάνα», είπε, πλησιάζοντας στο γραφείο του. «Επώνυμο;» Είχε χαλαρώσει τη γραβάτα, κατά τα άλλα ήταν ντυμένος όπως στη σύσκεψη. Το άσπρο του πουκάμισο έκανε έντονη αντίθεση με το σκούρο του κοστούμι στο σκοτεινό δωμάτιο. «Ισμέι». Δε γνώριζε κανέναν πολιτικό ή σημαντική οικογένεια με αυτό το επώνυμο. Αυτό όμως δε σήμαινε απαραίτητα ότι ήταν ασφαλής, απλώς λίγο πιο ασφαλής. «Πόσο καιρό εργάζεσαι εδώ, Τατιάνα;» τη ρώτησε ευγενικά, κοιτάζοντας ενστικτωδώς την όμορφη νεαρή από πάνω ως κάτω. Ο Μαξ είχε πολύ καλό γούστο. «Ένα χρόνο, κύριε». «Έχουμε συναντηθεί;» «Δύο φορές, κύριε». «Και τι κάνεις για εμάς;» «Είμαι μία από τις νομικούς συμβούλους σας». Και αναρωτιόσουν αν χρειάζομαι κάτι;» μουρμούρισε. «Μάλιστα, κύριε». Τα μάτια του στένεψαν σε εκείνο το τρίτο «κύριε» και αναρωτήθηκε αν είχαν συναντηθεί κάπου εκτός γραφείου. Μήπως όμως τα βίτσια του αποτελούσαν κοινό μυστικό; «Γιατί σκέφτηκες ότι μπορεί να χρειάζομαι κάτι;» «Καθόσαστε μόνος στο σκοτάδι». «Πίνοντας», είπε εκείνος. «Το βλέπω». «Θέλεις ένα ποτό;» Αδικαιολόγητος αυθορμητισμός ή, ίσως, μια παρόρμηση σε μια κατάσταση όπως αυτή. «Αν δε σας πειράζει». Έκλεισε τα μάτια του, η γλυκόπικρη φράση τον χτύπησε σαν γροθιά στα σωθικά: την είχε πει στην Κάθριν στη διάρκεια του [32]


πρώτου τους προγεύματος στο Γκάρντεν Χάους και ξανά στο γραφείο του μετά το κοκτέιλ πάρτι —και οι δυο περιπτώσεις φορτωμένες με αναμνήσεις. «Η αλήθεια είναι πως με πειράζει», είπε, η φωνή του ξαφνικά παγωμένη καθώς άφηνε την προηγούμενη ράθυμη στάση του και καθόταν στητός. «Με συγχωρείτε, δεσποινίς Ισμέι». Χαμογέλασε ευγενικά. «Είμαι πολύ μεθυσμένος και δε θα κάνω καλή παρέα. Εκτιμώ το ενδιαφέρον σας πάντως. Χάρηκα που σας είδα...» —έσκυψε το κεφάλι του—«...πάλι. Καλό σας βράδυ». Άρπαξε το μπουκάλι, το άνοιξε και σκέφτηκε να της ζητήσει πάλι συγνώμη, αλλά διαπίστωσε ότι εκείνη δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Την κοίταξε λοιπόν απειλητικά, μέχρι που εκείνη κινήθηκε προς την πόρτα. Δεν είχε καμιά διάθεση να την πηδήξει. Τώρα ή οποιαδήποτε άλλη φορά. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, η κοπέλα είχε φύγει. Χριστέ μου, σκέφτηκε ο Ντόμινικ σκυθρωπός, κοιτάζοντας την πόρτα να κλείνει πίσω από τη δεσποινίδα Ισμέι, δεν μπορούσε καν να δεχτεί την προσφορά μιας όμορφης γυναίκας για σεξ. Την είχε πατήσει πολύ άσχημα. Έπειτα μια φοβερά δυσάρεστη σκέψη αναδύθηκε από τα βάθη του μυαλού του. Αποκλείεται η Κάθριν να έμενε χωρίς σεξ —όχι με τη λίμπιντο που είχε. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου σκέφτηκε να φωνάξει στην Τατιάνα να επιστρέψει. Αλλά δεν την ήθελε, ήθελε την Κάθριν —που δε χόρταινε ποτέ να της κάνει έρωτα, που ήταν πάντοτε έτοιμη να ανταποκριθεί. Έφτανε μόνο να την αγγίξει για να υγρανθεί. Έβρισε μέσ’ από τα δόντια του, έπειτα δυνατά. Χριστέ μου, ήταν σαν να περνούσε μια φάση άρνησης, οι επιθυμίες του τόσο έντονες που δεν μπορούσε να λειτουργήσει φυσιολογικά. Ήταν νευρικός, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, έπινε μόνος —κάτι που δεν έκανε μέχρι τώρα ποτέ. Τουλάχιστον δεν είχε παραισθήσεις. Έπειτα έβρισε πάλι, επειδή η Κάθριν ήταν συνεχώς στη σκέψη του, η εικόνα της χαραγμένη στο μυαλό του... Έσπρωξε το μπουκάλι μακριά του, έπειτα το ποτήρι. Ένας εθισμός ξεπερνιέται. Είχε αντιμετωπίσει χειρότερα προβλήματα στη ζωή του. Και δεν είναι ότι δεν υπήρχαν άπειρες γυναίκες πρόθυμες να του ανοίξουν τα πόδια τους. Κρίμα που αυτή η σκέψη δεν του [33]


προκαλούσε καμιά ευχαρίστηση πια, που η απουσία της ηδονής από τη ζωή του είχε πάψει να είναι κάτι το σπάνιο. Αλλά ήταν πολύ χειρότερα τώρα που είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού με την Κάθριν και είχε αγναντέψει την ανεπανάληπτη ομορφιά του κόσμου. Ίσως δεν έπρεπε να το βάλει στα πόδια, ίσως ένα λιγότερο πωρωμένο άτομο να μην το είχε σκάσει. Αλλά είχε φύγει κι εκείνη επίσης. Οπότε οι γρίφοι του σύμπαντος παρέμεναν άλυτοι. Κοίταξε αφηρημένα το ρολόι, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τη θέση του στο χρόνο και τον τόπο ενός πιο πεζού κόσμου, έπειτα κοίταξε προς τα παράθυρα και ξαφνιάστηκε. Ήταν κατασκότεινα έξω. Αναστενάζοντας, έπιασε το κινητό του, πάτησε έναν αριθμό και μίλησε βιαστικά στα γαλλικά. «Θα είμαι κάτω σε δέκα λεπτά, Ανρί. Όχι, δε νομίζω. Όχι, δεν πεινώ. Θα με πας στο σπίτι και μετά είσαι ελεύθερος για όλο το βράδυ». Ανάγκασε τον εαυτό του να σηκωθεί και έκλεισε τις τηλεοράσεις. Χάρη στο φως που έμπαινε από τα παράθυρα που έβλεπαν στην Quai d’ Orsay το δωμάτιο δεν ήταν στο απόλυτο σκοτάδι. Πήγε στην πόρτα,την άνοιξε και έλεγξε το διάδρομο μήπως και η δεσποινίς Ισμέι δεν είχε ακόμα καταθέσει τα όπλα. Ανακουφίστηκε όταν διαπίστωσε ότι ήταν τελείως μόνος. Διαφορετικά θα χρειαζόταν τεράστια προσπάθεια από μέρους του να φανεί ευγενικός. Δεν είχε καμιά απολύτως διάθεση για ευγενική συνομιλία. Το ότι είχε καταφέρει να φερθεί πολιτισμένα στη δεσποινίδα Ισμέι νωρίτερα στο γραφείο του ήταν μια επιβεβαίωση της ικανότητάς του να ευχαριστεί τις γυναίκες.

[34]


Κεφάλαιο 4 Τις επόμενες εβδομάδες ο Μαξ και όλο το προσωπικό του γραφείου στο Παρίσι ήταν σε επιφυλακή όταν βρίσκονταν στον ίδιο χώρο με τον Ντόμινικ. Η κατήφεια του συνεχής, τα νεύρα του τεντωμένα, η υπομονή του ανύπαρκτη. Ο Μαξ είχε καθυστερήσει την επιστροφή του στο σπίτι με τους δαίμονές του να τον καταδιώκουν αλύπητα, ο Ντόμινικ χρειαζόταν κάποιον να τον προσέχει. Όμως ο Μαξ θα έφευγε τελικά για Χονγκ Κονγκ και σε μια προσπάθεια να προστατέψει το προσωπικό του Παρισιού κατά την απουσία του, έθιξε το θέμα της κακοκεφιάς του Ντόμινικ. «Όσο λείπω, ίσως θα ήταν καλύτερα να περιορίσεις λίγο τα νεύρα σου. Κανένας, εκτός από μένα, δεν τολμάει να σου μιλήσει. Κάνε ένα διάλειμμα για μια εβδομάδα, εντάξει;» Ο Ντόμινικ άφησε το στυλό του επάνω στο γραφείο, έγειρε πίσω στην καρέκλα του και τα σφιγμένα χείλη του σχημάτισαν ένα κακό χαμόγελο. «Μιλάς σαν τη μητέρα μου, και δε συμπαθώ τη μητέρα μου. Γι' αυτό, παράτα με. Τώρα, είχες κάποιο νέο από τον Ρος σχετικά με εκείνο το ξενοδοχείο στην ακτή Αμάλφι;» «Όχι ακόμη» Ένα μικρό συνοφρύωμα. «Και γιατί, διάολε;» «Ίσως θα έπρεπε να πας να τη γαμήσεις», απάντησε ο Μαξ απότομα. «Έχεις γίνει ανυπόφορος. Αδύνατο να συνεργαστεί κανείς μαζί σου». [35]


«Και ίσως εσύ θα έπρεπε να βουλώσεις το γαμημένο στόμα σου», απάντησε ο Ντόμινικ εξίσου απότομα, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν επικίνδυνα. «Για όνομα του Θεού, Νικ, χαλάρωσε λιγάκι. Δεν είναι μόνο οι επενδυτές για τα ορυχεία που τους είπες κυριολεκτικά να πάνε στο διάολο, αλλά όλοι στο γραφείο περπατούν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα κάθε μέρα και αναρωτιούνται ποιος είναι ο επόμενος που θα του πάρεις το κεφάλι». «Πληρώνονται υπερβολικά καλά», γρύλισε ο Ντόμινικ. «Θα πρέπει να το ανεχτούν». «Κοίτα, θέλεις να σου πω ότι έκανα λάθος για την Κάθριν; Ευχαρίστως θα το παραδεχόμουν αν αυτό έφτιαχνε τη διάθεσή σου». Ο Ντόμινικ του έριξε ένα βλέμμα σκέτο δηλητήριο. «Δε θέλω να πεις τίποτα για την Κάθριν — ποτέ». Ο Μαξ ανασήκωσε τους ώμους του. Είχε κουραστεί να κάνει τον ψυχοθεραπευτή. «Εντάξει. Όπως θέλεις. Θα επιστρέψω σε μία εβδομάδα. Θέλεις κάτι από το Χονγκ Κονγκ;» «Φέρε τον Λίο και τον Ντάνι μαζί σου». «Εξαιτίας των φημών από τη Ρουμανία; Νομίζεις ότι η απειλή της βαλκανικής μαφίας είναι πραγματική; Ότι τα πεθερικά του Γκόρα θέλουν όντως πίσω τα είκοσι εκατομμύρια που σου έκλεψαν;» «Ποιος ξέρει; Πιθανόν». Ο Ντόμινικ πήρε βαθιά ανάσα. «Και... συγνώμη». Ο Μαξ χαμογέλασε ελαφρά. «Δεκτή». Ο Ντόμινικ πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα σκούρα καστανά μαλλιά του και άφησε τα χέρια του να πέσουν, κάμπτοντας νευρικά τα δάχτυλά του. «Σκεφτόμουν κι εγώ», είπε αργά, «τις φήμες που κυκλοφορούν... Η Κάθριν θα πρέπει να έχει κάποια προστασία. Θα οργανώσεις μια ομάδα να τη στείλεις στη Σιγκαπούρη;» «Είναι στη Σιγκαπούρη;» «Έτσι άκουσα». «Από ποιον;» «Δε νομίζω ότι τους ξέρεις». [36]


Ο Μαξ ήξερε όλους όσους ήξερε ο Νικ, συμπεριλαμβανομένου και του Τζάστιν, ο οποίος τον είχε ρωτήσει δήθεν αδιάφορα για την Κάθριν Χαρτ. «Κατάλαβα», είπε ο Μαξ μαλακά. «Της μίλησες;» Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Σκοπεύεις να της μιλήσεις;» «Δε σε αφορά». Ο Μαξ αναστέναξε. «Υποθέτω ότι δε θα χειροτερέψεις, ότι ως εδώ ήταν». Το στόμα του Ντόμινικ στράβωσε. «Χαίρομαι που έχω την επιδοκιμασία σου, έστω κι έτσι». «Λες και τη χρειάζεσαι. Θα ήθελες να μου πεις για ποιο λόγο βρίσκεται στη Σιγκαπούρη;». «Όχι». Αν ο Ντόμινικ δεν είχε καμιά ανάμειξη, θα το είχε πει. «Μένει στο Ραφλς;» ρώτησε ο Μαξ ψυχρά. «Νομίζω». «Στη σουίτα Cathay;» «Πιθανόν». Τότε την είχε βάλει ο Ντόμινικ εκεί. Ήταν η αγαπημένη του σουίτα. «Για καιρό;» Ένα ψυχρό βλέμμα. «Αυτό δεν το ξέρω». «Εκπλήσσομαι. Δίνεις την αίσθηση ότι έχεις τα πάντα υπό έλεγχο». Ο Ντόμινικ έσκυψε μπροστά, ακούμπησε προσεκτικά το στυλό επάνω στο γραφείο, μετά σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε παγωμένα. «Υπάρχουν και όρια σε αυτά που μπορώ να κάνω». Ο Μαξ γέλασε. «Αυτό ακριβώς είναι που σε εξιτάρει με αυτήν. Δεν την άφησες εσύ, αυτή σε άφησε, σωστά;» «Δεν υπάρχει προσωπική ζωή σε αυτό τον κόσμο;» παρατήρησε ο Ντόμινικ. «Όσον αφορά εσένα, όχι βέβαια. Πότε φεύγεις για Σιγκαπούρη;» «Απόψε». [37]


Κεφάλαιο 5 Η Κέιτ καθόταν με κάποιον συνάδελφό της σε ένα τραπέζι στο μπαρ του ξενοδοχείου Ραφλς όταν είδε τον Ντόμινικ να μπαίνει. Ή, πιο σωστά, να φτάνει στην είσοδο όπου σταμάτησε κι έριξε μια ματιά τριγύρω στην αίθουσα. Φορούσε σκούρο πόλο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι και γκριζόμαυρο σπορ σακάκι, έδειχνε -ψύχραιμος, συγκροτημένος και όμορφος σαν αμαρτία. Πάγωσε, η καρδιά της σφίχτηκε, ένας καυτός πόθος βομβάρδισε το κορμί της. Η ανάσα της κόπηκε. Η συγκλονιστική ομορφιά του, η άγρια ενέργεια που ανέβλυζε από μέσα του, το σαγηνευτικό μπλε ελεκτρίκ των ματιών του ξύπνησαν κάθε «παίζω-με-τη-φωτιά» παρόρμησή της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε όλα όσα της είχαν λείψει. Ο Νικ στάθηκε απόλυτα ακίνητος, η πόζα του απατηλά άνετη καθώς κοιτούσε τριγύρω —ένα επιβλητικό λιοντάρι που ατενίζει το βασίλειό του. Όλα τα μάτια καρφώθηκαν επάνω του —στην αδιαμφισβήτητη δύναμη κάτω από την ανέμελη στάση, στους σκληρούς μυς που φούσκωναν κάτω από το έξοχα ραμμένο κοστούμι, στην εκπληκτική ομορφιά, την ήρεμη αυτοπεποίθηση. Οι γυναίκες κοιτούσαν μαγεμένες, οι άντρες με φθόνο. Ακόμη και οι μπάρμαν σταμάτησαν τη δουλειά τους. Καρφίτσα να έπεφτε θα την άκουγες. Ο Ντόμινικ έδειχνε να μην επηρεάζεται από την ξαφνική σιωπή. Την είδε, χαμογέλασε αχνά και διέσχισε το δωμάτιο. [38]


Όταν σταμάτησε στο τραπέζι τους, είπε με ευχάριστη φωνή:«Χαίρομαι που σας βλέπω, δεσποινίς Χαρτ. Τι σας φέρνει στη Σιγκαπούρη;» «Δουλειά». «Α!» Χαμογέλασε. «Έπρεπε να το φανταστώ. Μπορώ να προσφέρω σε εσάς και την παρέα σας ένα ποτό;» «Όχι». Είχε μόλις καταφέρει να μαζέψει τα κομμάτια της και να σταθεί στα πόδια της. Δε σκόπευε να τα διαλύσει όλα τώρα. «Ευχαρίστως. Μεγάλη μας τιμή!» Ο συνοδός της μίλησε ταυτόχρονα με εκείνη. Τα μάτια του είχαν γίνει ολοστρόγγυλα από το δέος. Οι αντίθετες απαντήσεις έφεραν ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του Ντόμινικ. «Θα δεχτώ την πρόσκληση του κυρίου. Άλλο ένα γύρο από τα ίδια;» Έκανε μισή στροφή, ένευσε και ως διά μαγείας ένας σερβιτόρος εμφανίστηκε δίπλα του. Έπειτα από μια χαμηλόφωνη συνομιλία, ο Ντόμινικ στράφηκε πάλι προς το τραπέζι τους και κάθισε δίνοντας το χέρι του στο συνοδό της Κέιτ. «Ντόμινικ Νάιτ. Χαίρομαι για τη γνωριμία». «Τζόνι Τσεν. Ξέρω ποιος είστε». Λάμποντας ολόκληρος, ο νεαρός βοηθός της Κέιτ έσφιξε το χέρι του Ντόμινικ δυνατά. «Η οικογένειά μου είναι από το Χονγκ Κονγκ». Ο Ντόμινικ του μίλησε σε άπταιστα καντονέζικα, ο Τζόνι απάντησε, οι δύο άντρες έβαλαν τα γέλια και η Κέιτ έγινε έξω φρένων. Να τον πάρει ο διάβολος, θα γοήτευε τώρα τον Τζόνι, που ήταν ένας ευγενικός, καλόκαρδος συνεργάτης στη CX Capital, και θα την ανάγκαζε να φερθεί με αγένεια. Τη στιγμή που δεν ήταν σίγουρη καν ότι μπορούσε να μιλήσει, πόσο μάλλον συγκροτημένα, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τύμπανο και τη λίμπιντό της να χορεύει τρελά. Είσαι τρελή; έβαλε τις φωνές στον εαυτό της. Αυτός είναι ο άντρας που σε παράτησε. Ο Τζόνι εξήγησε στον Ντόμινικ ότι γιόρταζαν την ολοκλήρωση του έργου στο οποίο δούλευαν μαζί. Ο Ντόμινικ απάντησε ευγενικά: «Θα έλεγα ότι πρέπει να το γιορτάσουμε με σαμπάνια». Εκείνη τη στιγμή έφτασαν στο τραπέζι τους τα δύο μπουκάλια σαμπάνια που είχε παραγγείλει. Η Κέιτ ήξερε τι έκανε ο Ντόμινικ. Τον παρακολουθούσε με [39]


σιωπηλή αγανάκτηση να γεμίζει συνεχώς τα ποτήρια τους, ενώ προέτρεπε συνεχώς τον Τζόνι να μιλάει για τη δουλειά τους. Ο Τζόνι του εξήγησε ότι αυτός και η Κέιτ είχαν ξενυχτήσει πολλά βράδια στη δουλειά, ότι είχαν δουλέψει και Σαββατοκύριακα, ότι είχε μάθει τόσα πολλά κοντά της. Το σαγόνι του Ντόμινικ έσφιγγε κάθε φορά που ο Τζόνι έλεγε το όνομα της Κέιτ —με σεβασμό, με λατρεία. Τότε γέμιζε πάλι το ποτήρι του Τζόνι και με μεγάλη ευγένεια του έκανε άλλη μία ερώτηση. Τέσσερα μπουκάλια μετά, ο Τζόνι μπέρδευε τα λόγια του, κουνιόταν πέρα δώθε στην καρέκλα του και συχνά έχανε τον ειρμό των της σκέψης του. Ο Ντόμινικ σηκώθηκε, έκανε νεύμα σε ένα σερβιτόρο ότι χρειαζόταν τη βοήθειά του, έπειτα έσκυψε και μίλησε στην Κέιτ χαμηλόφωνα. «Μείνε εδώ. Θα επιστρέψω αμέσως». Κανονικά έπρεπε να φύγει. Κάθε λογική γυναίκα αυτό θα έκανε. Δεν ήταν ούτε συναισθηματικά ούτε ψυχολογικά έτοιμη να τον αντιμετωπίσει. Όλα ήταν ακόμη πολύ πρόσφατα, ο πόνος δεν είχε εξαφανιστεί... Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την πρόκληση. Επιπλέον ήταν προσβλητικό το πώς είχε εισβάλει στη ζωή της — απρόσκλητα. Παρήγγειλε ένα σάντουιτς. Ίσως να μην ήταν αυτή αλλά η παρορμητική λίμπιντό της που έκανε την παραγγελία. Αν εσύ δε θέλεις να μείνεις, εγώ θέλω, της ψιθύρισε η μικρή φωνή μέσα της. Ένας μήνας μόνο με το δονητή είναι πάρα πολύς καιρός. «Μερικοί άνθρωποι δεν αντέχουν το ποτό», είπε ο Ντόμινικ επιστρέφοντας. Κάθισε στο τραπέζι και της χαμογέλασε. «Καλό παιδί, πάντως. Γνωρίζω το θείο του». Το ότι η λίμπιντό της δεν είχε όρια, δε σήμαινε ότι η ίδια ήταν πρόθυμη να υποταχθεί. «Μαέστρος στη χειραγώγηση», είπε. «Είμαι εντυπωσιασμένη». «Φαίνεται ότι και ο Τζόνι έχει εντυπωσιαστεί από σένα». Ο Ντόμινικ έγειρε πίσω στην καρέκλα του και την κοίταξε. «Τον γάμησες;» «Δε θα σου πω. Εσύ; Γάμησες κάποια ενδιαφέρουσα γυναίκα;» «Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν εγκρατής. Οι φίλοι μου νομίζουν ότι πάσχω από θανατηφόρα ασθένεια». [40]


Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έφτασε το σάντουιτς, επειδή έμεινε άναυδη. Είτε ο Ντόμινικ της έλεγε ψέματα ή... Δεν ήξερε τι να πει. Ο Ντόμινικ ευχαρίστησε το σερβιτόρο μ’ ένα χαμόγελο και καθώς εκείνος απομακρυνόταν έδειξε με το δάχτυλό του το σάντουιτς. «Νομίζω ότι μπορούμε να φάμε κάτι καλύτερο. Πάμε για δείπνο; Τι θα ήθελες να φας;» Η φράση έμεινε να αιωρείται στον αέρα... Το πρόσωπό της κοκκίνισε, ένας ανεπιθύμητος πόθος ξύπνησε μέσα της και έπρεπε να τον πνίξει αμέσως. «Ειλικρινά δεν πήγα με καμιά από τότε που έφυγες», της είπε ήσυχα. «Εσύ έφυγες». «Μπορούμε να το συζητήσουμε. Φύγαμε και οι δύο». «Μιλώντας για τον εαυτό μου, είχα σοβαρό λόγο». Δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει τη συγκεκριμένη συζήτηση. «Μου έλειψες». Αντιστάθηκε γενναία στην παρόρμηση να του απαντήσει ανάλογα. Δε θα υπέκυπτε τόσο εύκολα. «Ήξερες ότι ήμουν εδώ», τον κατηγόρησε στενεύοντας τα μάτια της. «Πώς;» «Κάποιος γνωστός μου σε είδε στο ξενοδοχείο πριν από λίγες ημέρες. Αποφάσισα να το ρισκάρω. Μπορούμε, σε παρακαλώ, να μην τσακωνόμαστε; Είσαι πανέμορφη». Το ξαφνικό χαμόγελό του ήταν σέξι και γλυκό. «Θα μπορούσα να σου χαρίσω κάποιες πολύ όμορφες στιγμές, δεσποινίς Χαρτ. Έπειτα από τριάντα έξι ημέρες χωρίς σεξ, νομίζω ότι θα άντεχα όλη νύχτα, και την επόμενη ημέρα και...» —το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ—«...για όσο εσύ θέλεις». «Αυτό είναι;» του είπε ψυχρά. «Περιμένεις να πω ναι και να ξεχάσω όλα τα... δεν ξέρω πώς αποκαλείς εκείνα τα Χριστούγεννα, τη φυγή σου και...» «Θα μου άρεσε αυτό, ναι». «Το φαντάζομαι», του είπε σφιγμένα. «Προσπερνάμε τα συντρίμμια του τρένου και συνεχίζουμε τα γαμήσια». «Χριστέ μου, Κάθριν, λυπάμαι αφάνταστα και σου ζητώ συγνώμη με δέκα διαφορετικούς τρόπους, αν αυτό πρόκειται να βοη[41]


θήσει. Όλα έγιναν υπερβολικά γρήγορα. Δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Μακάρι να είχαν γίνει τα πράγματα διαφορετικά... Κι εσύ έφυγες τόσο γρήγορα, γι’ αυτό μην προσποιείσαι ότι αναζητούσες μια σχέση που θα κρατούσε. Το είχες γράψει μάλιστα, μωρό μου. Ποτέ μην το κάνεις αυτό. Είναι πάντοτε λάθος». Ανασήκωσε το φρύδι της. «Συμβουλή από έναν ειδήμονα;» Πήγε να της πει κάτι, αλλά σταμάτησε. «Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν ευθύνεσαι εσύ για την καταθλιπτική ζωή μου. Δεν είσαι από τους ανθρώπους που καταστρέφουν σκόπιμα τη ζωή κάποιου, έτσι για χάρη γούστου. Όσο για τους λόγους που έφυγες...» —πέρασε το χέρι του πάνω από τα μαλλιά του, αναστέναξε—«...πολύ πιθανόν θα έκανα κι εγώ το ίδιο. Όμως δε θέλω να είσαι θυμωμένη μαζί μου. Προσπαθώ να σου ζητήσω ταπεινά συγνώμη. Γι’ αυτό σταμάτα να με κοιτάς άγρια, μίλησε μου. Έλα να τα βρούμε. Δεν είμαι κάθαρμα». Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Κέιτ, θλιμμένο μεν αλλά αληθινό. Οι σφιγμένοι ώμοι της χαλάρωσαν. Αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τη συμφιλίωση. «Δείχνεις κουρασμένος», του είπε. «Η ιδέα σου! Έχω να κοιμηθώ βδομάδες». Μια μικρή σιωπή. Μια αργή εκπνοή και η πρώτη της παρόρμηση ήταν να πει, Έλα στην αγκαλιά μου. Κοιμήσου. Όμως είχε πονέσει τόσο τις τελευταίες εβδομάδες, είχε χύσει τόσα δάκρυα. «Υποθέτω ότι τώρα που ξεφορτώθηκες τον Τζόνι, μπορώ να δειπνήσω μαζί σου», είπε, χωρίς να είναι σίγουρη ότι έκανε το σωστό. Δεν ήταν σίγουρη για τίποτε όταν βρισκόταν τόσο κοντά της. Το χαμόγελό του ήταν εκτυφλωτικό αυτό το χαμόγελο που την έκανε πάντοτε να νιώθει η πιο τυχερή γυναίκα στον κόσμο. «Θέλεις να δειπνήσουμε στο Τρέιντ Στέισον (το κτίριο των επιχειρήσεων Νάιτ, όπου και το σπίτι του) ή κάπου αλλού; Οπουδήποτε. Το αεροπλάνο μου είναι έτοιμο για αναχώρηση». «Προς Θεού, Ντόμινικ, μπορείς να πάρεις το μυαλό μιας γυναίκας με αυτά που λες». «Αν είναι το δικό σου, χαίρομαι. Διαφορετικά, δε δίνω δεκάρα. Και το εννοώ ότι μπορούμε να πάμε όπου θέλεις». Πήρε μια μικρή ανάσα, ετοιμάστηκε να πει κάτι αλλά συγκρατήθηκε πάλι, [42]


επειδή ένιωθε σαν να οδηγούσε πλοίο επάνω σε παγετώνα με τα μάτια δεμένα. Έτσι προτίμησε να πει: «Είναι πραγματικά ωραίο να είμαι μαζί σου». Μετακινήθηκε ελαφρά στην καρέκλα του, σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και η Κέιτ είδε το γαλάζιο των ματιών του να φωτίζεται από ευτυχία. «Πολύ, πάρα πολύ ωραίο». Η Κέιτ μόλις που κατάφερνε να ανασαίνει. Ό,τι ήθελε βρισκόταν μπροστά της. Οι εβδομάδες της απόλυτης δυστυχίας θα εξαφανίζονταν αν έλεγε ένα απλό ναι στη φαντασίωση που της πρόσφερε. Όπως στα παραμύθια, θα ζούσε αυτή καλά... αν έλεγε ναι. Ή, που ήταν και το πιο πιθανό, το όνειρο θα διαλυόταν οδυνηρά και ο κόσμος θα πάγωνε όταν την άφηνε πάλι. Επειδή σίγουρα θα το έκανε. Ο Ντόμινικ έσκυψε μπροστά, τα έντονα μπλε μάτια ξαφνικά απόλυτα σοβαρά. «Μπορούμε να πάμε κάπου αλλού; Οπουδήποτε». Η Κέιτ προσπάθησε να τακτοποιήσει το χάος στο μυαλό της, αλλά ο υπερφορτωμένος εγκέφαλός της δεν έπαιρνε στροφές. Είπε, «Πού;» ενώ δεν ήταν αυτό που ήθελε να πει. Αλλά μια υποσυνείδητη σκέψη είχε μετουσιωθεί αυθόρμητα σε ομιλία πριν προλάβει να τη συγκρατήσει. Ο Ντόμινικ θέλησε να πιάσει το χέρι της, αλλά εκείνη το τράβηξε απότομα πίσω. «Συγνώ...» Σταμάτησε επειδή θυμήθηκε ότι τον είχε κατηγορήσει για συγνώμες που δε σήμαιναν τίποτα τη νύχτα του καβγά στο Χονγκ Κονγκ. «Θα μπορούσαμε να πάμε...» Κούνησε το χέρι του αόριστα. «Εσύ πες. Δε μ’ ενδιαφέρει πού. Θέλω απλώς να μιλήσουμε. Χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς σκοπιμότητες. Μπορείς να μου πεις να πάω στο διάολο κι εγώ θα σε ακούσω». «Τι θα έλεγες να μείνουμε εδώ;» Δεν του είχε πει να πάει στο διάολο. Τα πράγματα βελτιώνονταν. «Εντάξει. Δείπνο εδώ, λοιπόν». «Έχω σταματήσει να παίρνω τα αντισυλληπτικά χάπια μου τελευταία, άρα είμαι διαθέσιμη μόνο για δείπνο, τίποτ’ άλλο», του είπε και τα πράσινα μάτια της τον κοίταξαν ανέκφραστα. Με αυτά τα λόγια είχε τραβήξει μια κόκκινη απαγορευτική γραμμή, κυρίως [43]


για τη δική της ψυχική ηρεμία. Το ανέκφραστο βλέμμα του έκρυψε τη βόμβα που είχε εκραγεί μέσα στο κεφάλι του. «Κανένα πρόβλημα. Μόνο δείπνο. Εξάλλου δεν είχα προσδοκίες για κάτι άλλο». «Φυσικά και είχες». Φυσικά και είχε. Και υπήρχαν και τα προφυλακτικά... «Ας μην τσακωνόμαστε. Θα ήθελες να φάμε εδώ στο μπαρ ή στην τραπεζαρία;» Η Κέιτ χαμογέλασε. «Μου αρέσει όταν βγάζεις τον καλό σου εαυτό». «Τότε θα φροντίσω να βγάλω τον καλύτερό μου για σένα» Ένα ξαφνικό, προδοτικό κύμα τρυφερότητας ζέστανε το κορμί της. Ήθελε να πει, Δε θέλω φαγητό, θέλω εσένα, αλλά τελικά είπε: «Υπέροχα. Και η τραπεζαρία είναι μια χαρά». Δε χωρούσε καμιά αμφιβολία ότι ο Ντόμινικ έδωσε τον καλύτερο εαυτό του στο δείπνο. Τόσο αβρός και τόσο ευγενής, τόσο ευχάριστος συζητητής... Η Κέιτ θαύμασε πραγματικά την παράστασή του. Μόνο μετά το δείπνο, την ώρα που έπαιρναν το ποτό τους, άρχισε να νιώθει ένοχη. Ανεξάρτητα από τα κίνητρά του, ο Ντόμινικ ήταν πραγματικά γλυκός και περιποιητικός, πρόσεχε να μην κάνει κάτι ή να μην πει κάτι με σεξουαλικό υπονοούμενο, δεν ανέφερε καθόλου το Χονγκ Κονγκ. Ένιωσε σαν να εκμεταλλευόταν την ευγένεια και την καλοσύνη του, μια και είχε αποφασίσει τις προηγούμενες εβδομάδες ότι αν συνέχιζε την προσπάθεια, στο τέλος η ζωή της θα γινόταν φυσιολογική. Όντας ακόμη αρκετά ικανή να πνίξει τον πόθο της και να φερθεί ώριμα, ήξερε ότι ο Ντόμινικ, όσο γλυκός κι αν ήταν απόψε, στο τέλος θα της ράγιζε πάλι την καρδιά. Ναι, έπρεπε να ξεκαθαρίσει τη θέση της, αυτό ήταν το σωστό. Αφήνοντας κάτω το ποτήρι της με το πόρτο, ατσάλωσε τον εαυτό της και είπε: «Δε θέλω να σε παραπλανήσω. Δεν είμαι καλή στο να υποκρίνομαι. Εκτιμώ τη... φιλοξενία σου...» —έδειξε με μια κίνηση του χεριού της το σχεδόν άθικτο φαγητό στο τραπέζι, ένας συνδυασμός νεύρων και πόθου τούς είχαν κόψει την όρεξη — «...αλλά εσύ κι εγώ βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Εσύ με θέλεις τυλιγμένη όμορφα, δεμένη με ένα φιόγκο, ένα πακέτο που [44]


θα σου στέλνουν ταχυδρομικά όποτε νιώθεις τη διάθεση να με πηδήξεις. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Μερικές φορές εύχομαι να μπορούσα. Είσαι πολύ ανώτερος από το δονητή μου. Αλλά δεν μπορώ. Καταλαβαίνεις;» Όχι, επειδή, αν ήταν ειλικρινής, αυτό ακριβώς ήθελε. Πίνοντας μεμιάς το πόρτο του, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και το έσπρωξε μακριά του. Μετά σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Θα σε ενδιέφερε ένα αποκλειστικό συμβόλαιο; Τους όρους σου». «Δε μιλάς σοβαρά», του είπε με απορημένο ύφος. «Αυτό μου ακούγεται σαν όχι», της απάντησε με απόλυτη ψυχραιμία, πάρα πολύ έξυπνος για να προσβληθεί, κάνοντας αμέσως την επόμενη κίνησή του στη σκακιέρα. «Έκλαψα πάρα πολύ και για πάρα πολύ καιρό μετά το Χονγκ Κονγκ», του είπε, η δυστυχία ακόμη νωπή μέσα της. «Γιατί να θέλω να το ξαναζήσω αυτό;» «Ήπια πάρα πολύ και κοιμήθηκα ελάχιστα μετά το Χονγκ Κονγκ. Προσπαθώ να φτάσω σε κάποιο συμβιβασμό μαζί σου ώστε κανένας από τους δυο μας να μην πρέπει να ξαναζήσει τον προηγούμενο μήνα». «Ένα συμβιβασμό στο σεξ;» Προσπάθησε να μην υπάρχει επίπληξη στον τόνο της φωνής της. Άλλωστε εκείνη δεν ήταν που συμμετείχε πρόθυμα στα σεξουαλικά παιχνίδια του Ντόμινικ; «Εν μέρει», είπε ο Ντόμινικ, προσέχοντας να μην αντιδράσει στον επικριτικό τόνο της. «Και το... υπόλοιπο;» Τώρα αυτό κι αν ήταν ύπουλο. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω... Πρέπει να παραδεχτείς ότι λίγες ημέρες μετά τη γνωριμία μας, ξέραμε και οι δυο ότι το μυαλό μας είχε θολώσει και ήταν αδύνατο να σκεφτούμε λογικά». «Έτσι το έβαλες στα πόδια», είπε η Κέιτ με πίκρα. Μια σκληρή λάμψη άστραψε στα μάτια του. «Μην αρχίζεις. Το ίδιο έκανες κι εσύ». Ο Ντόμινικ είχε κύκλους κάτω από τα μάτια του, μια νευρικότητα κουλουριασμένη κάτω από την πειθαρχημένη πρόσοψη. Ήταν δυνατόν να ένιωθε τόσο άσχημα όσο κι εκείνη; Να μην είχε κοιμηθεί με άλλες γυναίκες; Ξαφνικά ένιωσε το θυμό της να εξα[45]


φανίζεται, λες και ένα χρονόμετρο είχε σταματήσει την ώρα που γινόταν κάποιος κρίσιμος αγώνας αφήνοντάς την αδύναμη αλλά ζωντανή. «Αλήθεια, δεν κοιμήθηκες με καμία όλο αυτό τον καιρό;» Κούνησε το κεφάλι του. «Αλήθεια». «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε πιστέψω». Όμως ένα κύμα ευτυχίας την πλημμύρισε σαν μια φρέσκια ανάσα θαλασσινής αύρας. «Πίστεψέ με. Ρώτα τον Μαξ. Φερόμουν απαίσια σε όλους στο γραφείο του Παρισιού». «Επειδή σου έλειπα;» «Τρελά». Αυτό τουλάχιστον ήταν αλήθεια. Όλα τα υπόλοιπα ήταν... Δεν μπόρεσε να βρει την κατάλληλη λέξη. Η λέξη «τρελά» γκρέμισε τον εφιάλτη των χριστουγεννιάτικων φωτογραφιών, την επιθυμία για εκδίκηση, την πλημμύρα της θλίψης που είχε κατακλύσει τη ζωή της. Η λέξη ήταν η συντομογραφία της υπέρμετρης έντασης στη σχέση τους, των περιστασιακών άγριων καβγάδων τους σχετικά με τα αντισυλληπτικά της. «Τι τρελό», ψιθύρισε. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε ήξερε σε τι αναφερόταν. «Σχεδόν... αλλά όχι ακριβώς τόσο τρελό. Θα αγοράσουμε μερικά προφυλακτικά». «Δεν έχω δεχτεί ακόμη». Αλλά ανάσαινε γρήγορα τώρα. Εκείνος το είδε, το άκουσε, είδε επίσης τα φωτεινά πράσινα μάτια της που κρατούσαν όλο το φως του ήλιου που έλειπε από τον κόσμο του, το χυμώδες κόκκινο στόμα της που πρόσφερε την υπόσχεση μιας ηδονής που είχε διασχίσει τη μισή υδρόγειο για να την ξαναζήσει, την ομορφιά του ωχρού προσώπου της που γέμιζε τα όνειρά του. Έγειρε μπροστά, άπλωσε το χέρι του επάνω από το μικρό τραπέζι κι έπιασε το δικό της. «Πες το». Μια χαμηλή, ψιθυριστή διαταγή. «Πες ναι». Τράβηξε το χέρι της απότομα. Το άγγιγμά του ήταν μια ηλεκτρική κένωση που διαπέρασε όλο της το σώμα. Ευτυχώς το μυαλό της λειτουργούσε ακόμη. «Πες μου τι εννοείς με τη λέξη “αποκλειστικότητα, είπε απότομα. Ο Ντόμινικ ακούμπησε την πλάτη του στο κάθισμα, ευχαριστημένος και ανακουφισμένος, καταλαβαίνοντας ότι ήταν απλά αντικείμενο διαπραγμάτευσης τώρα. «Σημαίνει ό,τι θέλεις εσύ να [46]


σημαίνει». «Τότε θέλω αμοιβαία αποκλειστικότητα. Κι αυτό κανένας από τους δυο μας δεν μπορεί να το ακυρώσει με ένα e-mail». Ένα χαμηλόφωνο σφύριγμα. «Αυτό είναι παράλογο». Ο θυμός που ήταν συσσωρευμένος χαμηλά στα σωθικά της άστραψε στα μάτια της. «Εσύ ξέρεις καλύτερα τι είναι παράλογο». Δεν τον ενδιέφερε να συνεχίσει τον καβγά για το ποιος άφησε ποιον, έτσι η φωνή του έγινε απαλή σαν μετάξι. «Νομίζω ότι μπορούμε να το καταφέρουμε». «Το ελπίζω. Αλλιώς τι νόημα θα έχει; Εσύ θα κάνεις ό,τι θέλεις κι εγώ θα σε περιμένω; Θα ήταν ανόητο από μέρους μου». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Συμφωνώ». «Δεν είναι αστείο, Ντόμινικ. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι πιστεύω πως μπορείς να εκπληρώσεις μια τέτοια προϋπόθεση», είπε, δύστροπα και θυμωμένα. «Οπότε αν όλα αυτά δεν είναι παρά ανοησίες για να με ρίξεις στο κρεβάτι, προτιμώ να μην παίξω αυτό το παιχνίδι». «Με συγχωρείς. Είμαι πολύ σοβαρός. Βάλε ντετέκτιβ να με παρακολουθήσουν. Θα πληρώσω εγώ». Τον κοίταξε καχύποπτα. «Γιατί να τους εμπιστευθώ αν τους πληρώνεις εσύ;» «Θα σου δώσω εσένα τα χρήματα», πρότεινε διαλλακτικά. «Μπορείς να προσλάβεις όποιους θέλεις». «Δε θέλω τα λεφτά σου». Ευτυχώς για τον Ντόμινικ, υπήρχε κάτι που είχε και το ήθελε η Κέιτ, διαφορετικά θα τον είχε αφήσει εδώ και ώρα. «Αν έχεις μια καλύτερη ιδέα, είμαι όλος αυτιά». Ατάραχος, ευγενικός ως το τέλος. Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα. «Για να είμαι ειλικρινής, με όλες αυτές τις λεπτομέρειες χάνεται η ουσία. Αμφιβάλλω ότι μπορείς να αλλάξεις». Δεν ήταν καμιά σεμνότυφη, αλλά ο Ντόμινικ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό όταν επρόκειτο για διαστροφή. Οι διαστροφές αποτελούσαν βασικό μέρος της ζωής του. «Σου είπα ότι θα τα παρατούσα όλα αυτά. Το έκανα». «Για μένα; Άντε γαμήσου από δω! Οχ, διάγραψέ το αυτό. Είμαι πιωμένη». [47]


«Δεν πειράζει. Αλήθεια το έκανα για σένα, αν και ίσως είναι πια καιρός να αλλάξω. Μη με ρωτάς γιατί, ούτε εγώ το καταλαβαίνω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μου έλειψες». Ίσως είχε πατήσει όλα τα κατάλληλα κουμπιά της. Το πιο πιθανό ήταν ότι ξεγελούσε τον εαυτό της νομίζοντας ότι θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό όταν ήταν τόσο κοιτά της και τόσο όμορφος που έκανε την καρδιά της να πονάει. «Κι εμένα μου έλειψες», είπε η Κέιτ απαλά. «Όλοι οι Τζόνι Τσεν του κόσμου δεν πιάνουν μία». «Τον πήδηξες;» Ξαφνικά ένας δυσάρεστος, καυστικός τόνος εμφανίστηκε στη φωνή του. «Όχι. Μίλησε μου για τη δική σου ερωτική ζωή», του απάντησε εξίσου δηκτικά. «Δίκαιο. Η μόνη φορά που βρέθηκα κοντά σε μια γυναίκα ήταν όταν μια φίλη στο Παρίσι μου ζήτησε να τη βγάλω έξω για φαγητό. Πολύ πριν τελειώσει το δείπνο, ήξερα ότι ήταν λάθος. Βρήκα μια δικαιολογία και ο οδηγός μου την πήγε στο σπίτι της. Αυτό είναι όλο». Δεν ανέφερε την Τατιάνα επειδή ήταν κάτι τελείως ασήμαντο. «Κατά τα άλλα, τα βράδια έμενα μόνος στο σπίτι κι έπινα. Τώρα πες μου εσύ για τη δική σου ερωτική ζωή. Υπήρξε κάποιος άλλος εκτός από τον Τζόνι Τσεν που προσπάθησε να σε πηδήξει;» Εκείνος ο κοφτός, σκληρός τόνος εμφανίστηκε πάλι στη φωνή του. «Όχι ακριβώς. Δεν μπόρεσα να πάω ως το τέλος». Η Μίσουλα ήταν ένα τεράστιο λάθος. Ανατρίχιαζε κάθε φορά που το σκεφτόταν. «Να πας ως το τέλος τι;» Τα μάτια του στένεψαν, το βλέμμα του έγινε ατσάλινο. «Η συγκάτοικός μου... μου γνώρισε κάποιον. Νόμιζα ότι θα μπορούσα να σε ξεχάσω αν κοιμόμουν μαζί του». Το σαγόνι του άρχισε να τρεμοπαίζει. «Κοιμήθηκες μαζί του;» «Όχι. Τον φίλησα μόνο». «Πώς τον λένε;» Να τον... φακελώσει για το ενδεχόμενο αντεκδίκησης. «Μπεν». [48]


«Επώνυμο», είπε κοφτά. «Δεν έχω ιδέα. Το έχανα για να ξεφύγω από τη θλίψη». Μια νότα σαρκασμού στη φωνή της. «Σίγουρα ξέρεις πώς είναι». Ο Ντόμινικ πήρε βαθιά ανάσα. Ναι, ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με το περιστασιακό σεξ. «Ο Μπεν... σε άγγιξε;» Συγκρότησε την οργή του χάρη στην ισχυρή του θέληση. «Μην το κάνεις αυτό, Ντόμινικ. Δεν ήταν τίποτα. Έβαλα τα κλάματα και κλειδώθηκα στο μπάνιο. Εντάξει; Ήταν τόσο ταπεινωτικό». «Κι αυτός έφυγε έτσι απλά; Δεν προσπάθησε να σε πείσει;» «Αντίθετα μ’ εσένα», του είπε δηκτικά, «μερικοί άντρες καταλαβαίνουν τι θα πει όχι». Το στόμα του σφίχτηκε. Θα μπορούσε να της υπενθυμίσει ότι κι εκείνη όταν έλεγε όχι δεν το εννοούσε σχεδόν ποτέ, αλλά συγκρατήθηκε. «Καταλαβαίνω», είπε σφιγμένα. «Αμφιβάλλω. Τώρα πες μου εσύ για το ραντεβού σου στο Παρίσι», του είπε και στη φωνή της διακρινόταν η ίδια ζήλια. «Δεν υπάρχει τίποτα να πω. Δειπνήσαμε, ο οδηγός μου την πήγε στο σπίτι της». «Πώς τη λένε;» Μικρή παύση, η ενστικτώδης αντρική επιφυλακτικότητα. «Γιατί ρωτάς;» «Ίσως θα μπορούσα να της συστήσω τον Μπεν», μουρμούρισε η Κέιτ σαρκαστικά. Ο Ντόμινικ ανάσανε απαλά. «Τη λένε Βικτόρια Μέλμπερι». «Δε μου μοιάζει με γαλλικό όνομα». «Δεν είναι». «Από πού είναι;» Ο Ντόμινικ αναστέναξε. «Έχει σημασία;» «Μόνο αν δε μου πεις». Στριφογύρισε τα μάτια του. «Χριστέ μου, είσαι μεγάλος μπελάς. Είναι από το Λονδίνο. Ο αριθμός της βρίσκεται στον τηλεφωνικό κατάλογο, αλλά ελπίζω ειλικρινά να μην της τηλεφωνήσεις επειδή δε σημαίνει τίποτα για μένα. Τώρα, μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι άλλο;» «Μπα, μπα! Έχουμε νευράκια;» [49]


«Ναι, έχω νευριάσει με τον Τζόνι Τσεν που του πέφτανε τα σάλια όταν σε κοιτούσε, ίσως και με τον Μπεν επίσης. Θα έπρεπε να τους σπάσω στο ξύλο». «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις κι εγώ δε θα τηλεφωνήσω στη Βικτόρια. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι». Ξαφνικά χαμογέλασε. «Υποθέτω ότι δε θα ήσουν ο εαυτός σου αν δεν τσακωνόμαστε για ασήμαντες βλακείες. Μπορούμε να φύγουμε από δω;» Με το κεφάλι του έδειξε το ποτό της. «Τελείωσες». «Μάλιστα, αφεντικό». «Ορίστε. Έπιασες το νόημα, επιτέλους». Έκανε ένα νεύμα στο σερβιτόρο να φέρει το λογαριασμό. «Αυτό κάνει τη δωδεκάωρη πτήση μου να αξίζει τον κόπο». «Μια που μιλάμε για το τι αξίζει τον κόπο», είπε η Κέιτ, «τι θα κάνουμε με τα προφυλακτικά;» Ο σερβιτόρος, που στο μεταξύ είχε φτάσει στο τραπέζι, προσποιήθηκε ότι δεν άκουσε, αλλά η Κέιτ κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών της. Ο Ντόμινικ αδιαφορούσε για το αν ο σερβιτόρος τούς άκουσε. «Στείλε το λογαριασμό στο Τρέιντ Στέισον», είπε ευγενικά στον άντρα. «Και ειδοποίησε να έρθει το αυτοκίνητό μου». Έριξε μια ματιά στην Κέιτ και μουρμούρισε καθώς ο σερβιτόρος απομακρυνόταν: «Είμαι σίγουρος ότι έχει ξανακούσει τη λέξη προφυλακτικό, Κάθριν». Βγάζοντας ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι του, άφησε το πουρμπουάρ στο τραπέζι, την κοίταξε και χαμογέλασε. «Πάντως απολαμβάνω τη σεμνότητά σου. Όχι βέβαια τόσο όσο την έλλειψη σεμνότητας που δείχνεις στις προσωπικές μας στιγμές». «Σε παρακαλώ», του ψιθύρισε. «Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας. Θα σε ακούσουν». Τα ρουθούνια του πετάρισαν. «Χριστέ μου, μην κοκκινίζεις έτσι γιατί θα σε πηδήξω εδώ, τώρα». «Ντόμινικ!» Ένας πιο έντονος ψίθυρος με μια δόση ανησυχίας. Εκείνος σηκώθηκε από το τραπέζι, έκανε το γύρο του για να τραβήξει την καρέκλα της και σκύβοντας μουρμούρισε στο αυτί της: «Υπάρχει ένας ήσυχος διάδρομος πολύ κοντά, γύρω στα δέκα [50]


μέτρα από δω, όπου μπορώ να σε πηδήξω αν υποσχεθείς να μη φωνάξεις». «Μην τολμήσεις!» του σφύριξε. Όμως το σώμα της αντέδρασε αμέσως, ανυπόμονο και πρόθυμο, το ορμητικό τρέμουλο ανάμεσα στα πόδια της εξέπεμπε το... σήμα της διαθεσιμότητας. «Μη με προκαλείς, Κάθριν», της είπε ήσυχα, έπειτα τράβηξε απαλά την καρέκλα της πίσω και της έτεινε το χέρι του. «Ξέρεις ότι αυτό έχει πάντοτε προβλέψιμα αποτελέσματα». «Δε σ’ αγγίζω μέχρι να μου υποσχεθείς ότι θα είσαι κόσμιος», είπε εξίσου ήσυχα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια και μένοντας ακίνητη στη θέση της. «Μην είσαι χαζή. Δε σου αρέσω όταν φέρομαι κόσμια. Σε αυτό τουλάχιστον συμφωνούσαμε πάντοτε. Τώρα πιάσε το χέρι μου. Οι άνθρωποι αρχίζουν να μας κοιτάζουν. Προσωπικά αδιαφορώ, αλλά ξέρω πως εσύ δίνεις σημασία στη γνώμη των άλλων. Εκτός κι αν θέλεις να γίνεις το κέντρο της προσοχής. Θα μπορούσα να αρχίσω να σε γδύνω αν θέλεις ή να ζητήσω να αδειάσουν την αίθουσα...» —χαμογέλασε πονηρά—«...ή και όχι, αν είσαι σε φάση επιδειξιμανίας. Θα μπορούσα να σε πηδήξω επάνω στο τραπέζι». Κοίταξε γύρω, χαμογελώντας σε όλα τα πρόσωπα που ήταν στραμμένα προς το μέρος τους, και μετά γύρισε και την κοίταξε. «Λοιπόν, τι λες, μωρό μου; Ο πρώτος γύρος θα είναι εδώ, ή θα δεχτείς το χέρι μου;» «Θα μου το πληρώσεις αυτό αργότερα», του είπε νευριασμένα, βάζοντας το χέρι της μέσα στο δικό του, φλεγόμενη από τον πόθο που της προκάλεσε η προσφορά του Ντόμινικ για σεξ μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. «Αφού τελειώσω πρώτα μερικές φορές». Την τράβηξε να σηκωθεί όρθια χαμογελώντας με νόημα. «Η βραδιά θα είναι υπέροχη τελικά. Μέσα στο αυτοκίνητο, μπορούμε να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας για όλα όσα μου ετοιμάζεις».

[51]


Κεφάλαιο 6 Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, τη ρώτησε: «Πού πάμε;» «Σ’ ένα φαρμακείο πρώτα». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Μόνο αυτό είμαι για σένα; Ένα σκληρό πέος;» Πέρασε το χέρι της επάνω από το φούσκωμα στον καβάλο του, απολαμβάνοντας την κοφτή ανάσα του, έπειτα του χαμογέλασε πονηρά. «Ας πούμε απλά ότι από τις είκοσι προτεραιότητες αυτή είναι η υπ’ αριθμόν ένα. Νομίζω ότι έχω βγάλει το δονητή μου νοκ άουτ, για την ακρίβεια τον δικό σου. Πάντως ευχαριστώ, ήταν καλύτερος από τον δικό μου. Δε θα ρωτήσω πώς το ήξερες... Έχω όντως σχέδια. Μετά, βέβαια, μπορείς να μου εξηγήσεις». «Ίσως να μην υπάρξει το μετά. Ίσως απλώς συνεχίσω να σε πηδάω». Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή, έπειτα τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Αυτή τη στιγμή, ηχεί σαν κάτι υπέροχο στα αυτιά μου. Αυτός ο μήνας ήταν ατέλειωτος». «Τριάντα έξι ημέρες», μουρμούρισε ο Ντόμινικ σκυθρωπός για μια φευγαλέα στιγμή. Έπειτα γύρισε και άνοιξε το διακόπτη της ενδοεπικοινωνίας. «Σε ένα φαρμακείο, Τσου. Το πρώτο που θα δεις». Καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν από την είσοδο του ξενοδοχείου, ο Ντόμινικ μίλησε χαμηλόφωνα, αποφασισμένος να της κρύψει την πιθανότητα ενός σοβαρού κινδύνου. Ήθελε πάση θυσία να αποφύγει τις εξηγήσεις για τη βαλκανική μαφία, τους λόγους που μπορεί να βρίσκονταν στη Σιγκαπούρη και το γεγονός [52]


λόγους που μπορεί να βρίσκονταν στη Σιγκαπούρη και το γεγονός ότι είχε ζητήσει από τον Μαξ να προσλάβει κάποιους άντρες για να την προστατεύουν. «Θέλεις να πάμε στο σπίτι μου; Δεν έχω σκοπό να σε ανησυχήσω, αλλά μπορεί να είναι ασφαλέστερο. Έχουμε προβλήματα, όχι σοβαρά, με έναν ανταγωνιστή», αυτοσχέδιασε. «Ένα θέμα βιομηχανικής κατασκοπείας στο ερευνητικό εργαστήριό μας εδώ. Ίσως παρακολουθούν το χώρο αλλά και ανθρώπους μας». Του έριξε μια ματιά. «Αυτοί ήταν που με ακολουθούσαν σήμερα; Είχα ένα περίεργο συναίσθημα ότι κάποιος ακολουθούσε τον Τζόνι κι εμένα όταν φύγαμε από τη δουλειά. Αν και δεν μπορώ να φανταστώ τι σχέση έχω εγώ με το ερευνητικό εργαστήριό σας». «Καμία φυσικά. Ίσως ήταν κάποιος από τους άντρες της ασφάλειας». Έβγαλε το τηλέφωνό του. «Δώσε μου ένα λεπτό. Ο Μαξ θα ξέρει». Από τη στιγμή που άκουσε τον Μαξ να του λέει ότι οι άντρες του δεν είχαν αρχίσει ακόμη τη φύλαξή της, έγινε πολύ επιφυλακτικός στο τι θα της έλεγε. Κλείνοντας το τηλέφωνο, γύρισε και της είπε: «Ο Μαξ είπε ότι θα μιλήσει με τους άντρες μας. Αν τους είδες, δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Από τώρα και στο εξής πάντως θα είσαι μια χαρά». Αυτό ήταν κατά το ήμισυ ψέμα επειδή θα ήταν όντως καλά από το επόμενο πρωί. «Κανένας δε θα σε ενοχλήσει από δω και πέρα», πρόσθεσε με χαμόγελο. «Έτσι από περιέργεια...» —ένα φευγαλέο χαμόγελο— «...με παρακολουθείς;» «Ίσως...» «Δηλαδή, στην πραγματικότητα, κανένας δε με είδε στην αίθουσα υποδοχής του Ραφλς». «Μάλλον... όχι». Αυτό τον γλίτωσε από το θέμα της CX Capital. Καλύτερα να νομίζει ότι την παρακολουθούσε, που ήταν αλήθεια άλλωστε. Πριν φύγει από το Παρίσι ήξερε ότι η δουλειά της στη Σιγκαπούρη είχε φτάσει στο τέλος της. «Παρακολουθείς τις δραστηριότητες μου». Της χαμογέλασε. «Μου έχει γίνει συνήθεια». «Πρέπει να σου ομολογήσω ότι νιώθω τσαντισμένη αλλά και κολακευμένη». «Είναι φυσικό». Ο Τσου είχε σταματήσει δίπλα στο πεζο[53]


δρόμιο, έξω από ένα φαρμακείο. «Άσε με να τακτοποιήσω αυτό πρώτα». «Περίμενε», τον πρόσταξε ξαφνικά βάζοντας το χέρι της στο μπράτσο του. Αντιμέτωπη με το προφανές, να ξαναρχίσει η σχέση της με τον Ντόμινικ, δίστασε. «Γιατί το κάνω αυτό», ψιθύρισε, «ενώ υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δε θα το έκανα;» «Για τον ίδιο λόγο που πέταξα κι εγώ από την άλλη άκρη του κόσμου. Είμαστε και οι δύο κουφοί στη φωνή της λογικής, κολλημένοι, εθισμένοι ο ένας στον άλλο». «Τρελοί μάλλον», μουρμούρισε η Κέιτ. Η τρέλα μας, όμως, είναι υπέροχη, μωρό μου», Σκύβοντας, της έδωσε ένα γρήγορο φλογερό φιλί, έπειτα αναστέναξε απαλά και ανακάθισε. «Όλα θα πάνε καλά, σου το υπόσχομαι». «Για σένα είναι εύκολο να λες κάτι τέτοιο. Θα μπεις στο αεροπλάνο σου και...» «Και... τίποτα. Και οι δυο αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι ευκολότερο για μένα απ’ ό,τι για σένα. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, τώρα δε θα βρισκόμουν εδώ. Θα...» «Θα ήσουν στο Παρίσι με κάποια τσούλα». «Ακριβώς. Όπως φαίνεται, λοιπόν, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το χειριστούμε μαζί, μόνο που, αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να το κάνουμε σε πέντε λεπτά». Έσκυψε το κεφάλι του. «Κάποιος άλλος μπορεί ν’ αγοράσει όλα τα προφυλακτικά και κανένας από τους δυο μας δεν το θέλει αυτό». «Θα πάμε σε άλλο φαρμακείο». «Ή γρήγορα στο σπίτι μου για να σε ρίξω στο κρεβάτι». Του χαμογέλασε. «Όταν το θέτεις έτσι...» «Πάντοτε ήσουν ανυπόμονη», της είπε και της χαμογέλασε πονηρά. «Σκεφτόμουν λογικά». Συγκράτησε την αντίρρησή του και της χαμογέλασε. «Το έθεσες πολύ καλά. Δε θα μπορούσα καλύτερα. Τώρα, γίνε ένα καλό κορίτσι και άσε με να βγω από το αυτοκίνητο». Κοίταξε το ρολόι του. «Θα κλείσουν σύντομα». Τον είδε να τρέχει στο πεζοδρόμιο, να ανοίγει την πόρτα με τον αγκώνα του και να προχωρεί με μεγάλα βήματα στο βάθος του [54]


φαρμακείου. Πήγε κατευθείαν στον πάγκο και είπε κάτι στον ηλικιωμένο πελάτη που εξυπηρετούσε η υπάλληλος χαρίζοντάς τους ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. Ο ηλικιωμένος πελάτης γέλασε και παραμέρισε. Η υπάλληλος είχε μείνει σαν κεραυνόπληκτη όπως συνέβαινε πάντοτε με όλες τις γυναίκες όταν είχαν μπροστά τους τον Ντόμινικ, αλλά εκείνος της έδειξε κάτι και άρχισε να φλυαρεί με τον ηλικιωμένο άντρα. Η υπάλληλος άδειασε το ράφι με τα προφυλακτικά κι έπειτα τον βοήθησε να βάλει τα κουτιά σε δύο τσάντες. Αφήνοντας ένα χαρτονόμισμα στον πάγκο, ο Ντόμινικ τους χαιρέτησε και όρμησε προς την πόρτα. «Συμπαθητικός γέρος», είπε μπαίνοντας στο αυτοκίνητο και κλείνοντας την πόρτα πίσω του, ενώ πετούσε τις τσάντες στο δάπεδο. «Η υπάλληλος ήταν λίγο αργόστροφη, αλλά κοίτα...» —σήκωσε τον αντίχειρά του — «...επιτυχία». «Έχεις αρκετά;» τον ειρωνεύτηκε. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πονηρά. «Δε θέλω να ξεμείνουμε. Θυμήσου ότι σε έχω δει εν δράσει, μωρό μου. Κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο είναι το μότο σου». «Ελπίζω να μην παραπονιέσαι». «Με τίποτα! Νιώθω ενθουσιασμένος, ερεθισμένος, ανυπόμονος». Σκύβοντας μπροστά, χτύπησε με τις αρθρώσεις των δαχτύλων του το διαχωριστικό τζάμι. Ο οδηγός πάτησε αμέσως γκάζι και ο Ντόμινικ, πέφτοντας πίσω στη θέση του, τράβηξε την Κέιτ στην αγκαλιά του. «Σου έχω πει πόσο μου έλειψες;» «Μία ή δύο φορές». «Σε δέκα λεπτά θα σου το δείξω κιόλας». «Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε». «Ναι, υπάρχει», της ψιθύρισε, σκύβοντας το κεφάλι του και φιλώντας το μέτωπό της ανάλαφρα. «Έχω σχέδια». «Ωραία, γιατί η δουλειά μου στη CX Capital έχει τελειώσει και είμαι σε διακοπές». Στο πέος του άρεσε ο ήχος της λέξης «διακοπές». Το πρόσεξε και αναμνήσεις από το ευέλικτο όργανο του Νικ έστειλαν ευχάριστες δονήσεις σε όλο το κορμί της. Απλώνοντας το χέρι της έπιασε μέσα στη χούφτα της τους όρχεις του, τους έσφιξε απαλά και είδε τη στύση του να μεγαλώνει. «Δε θέλω να περιμένω», ψι[55]


θύρισε και το χέρι της κινήθηκε προς το φερμουάρ του. «Ποτέ δε θέλεις». Απομάκρυνε το χέρι της. «Ευτυχώς, μπορώ να σε βοηθήσω». Τη έβαλε να ξαπλώσει επάνω στο κάθισμα. «Όμως σε θέλω», είπε μουτρωμένα. Ο Νικ χαμογέλασε και σκύβοντας επάνω της, δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλι της. «Είμαι δικός σου, μωρό μου. Αλλά δέκα λεπτά δεν είναι αρκετός χρόνος για μένα. Όχι όταν περίμενα πάνω από ένα μήνα. Γι’ αυτό άσε με να σε βοηθήσω να χαλαρώσεις λιγάκι. Κάτι απλό, γρήγορο...» — δάγκωσε το χείλι της— «...που θα σε ικανοποιήσει. Μη λες όχι». Τη σταμάτησε βάζοντας ένα δάχτυλο στο στόμα της. «Ξέρεις ότι δε μου αρέσει αυτή η λέξη». Χριστέ μου, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να την κοιτάζει έτσι, να της μιλάει απαλά και αμέσως μέλωνε μέσα της, έτοιμη και τρέμοντας. «Πες μου ναι, μωρό μου, και θα σε κάνω να νιώσεις ωραία». Η Κέιτ κατένευσε. Το φρύδι του ανασηκώθηκε. «Ναι», είπε και τον είδε να χαμογελάει. Έπειτα από μια γρήγορη ματιά έξω από το παράθυρο, υπολόγισε πόσο είχαν προχωρήσει και πόσος χρόνος τους είχε μείνει για το Τρέιντ Στέισον, όπου έμενε κάθε φορά που ερχόταν στη Σιγκαπούρη, έβγαλε τα παπούτσια της, άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού της, το κατέβασε μαζί με το εσώρουχό της ως τους γοφούς και τις γάμπες της και τα πέταξε στην άκρη. Γονατίζοντας μπροστά της, άνοιξε τα πόδια της και έσκυψε το κεφάλι του. Καθώς η γλώσσα του περνούσε επάνω από την πρησμένη κλειτορίδα της, την άκουσε να αναστενάζει ελαφρά και χαμογέλασε. Χριστέ μου, τον έκανε τόσο ευτυχισμένο! Έπειτα από ένα μήνα χωρίς τον Ντόμινικ, η Κέιτ πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μεταξένια μαλλιά του και με ένα χαμηλόφωνο βογκητό παραδόθηκε με όλη της την καρδιά στη βακχική, απόλυτη ηδονή. Στην απόλαυση, στην ικανοποίηση και στην καυτή λαγνεία που μόνο αυτός ο άντρας μπορούσε να της προσφέρει. Ο Ντόμινικ γλίστρησε δύο δάχτυλα βαθιά μέσα της, βρήκε το πολύτιμο νευρικό κέντρο, το χάιδεψε με τις άκρες των δαχτύλων του τόσο απαλά που η Κέιτ νόμισε ότι θα τελείωνε από την ηδονή. Όμως εκείνος παρέτεινε την αναμονή, όπως έκανε πάντοτε. [56]


Η ηδονή ήταν άγρια, καυτή, οι αισθήσεις της είχαν πάρει φωτιά. Μέχρι που τελικά, αναζητώντας απεγνωσμένα την ολοκλήρωση, ήρθε σε οργασμό με μια άγρια, φρενήρη κραυγή.

[57]


Κεφάλαιο 7 Όταν έφτασαν στο Τρέιντ Στέισον, ο Ντόμινικ τη βοήθησε να φορέσει τα ρούχα της, τη συνόδευσε στο εσωτερικό του κυρίως σπιτιού και σταμάτησε απότομα στο χολ της εισόδου. «Ο Ταν θα σε οδηγήσει στη σέρα», είπε, ρίχνοντας ένα βλέμμα στο νεαρό άντρα που τους είχε ανοίξει την πόρτα. «Δώσε μου ένα λεπτό να τακτοποιήσω κάποια πράγματα». Τον κοίταξε καχύποπτα. «Ελπίζω αυτό να μη σημαίνει ότι πρέπει να διώξεις κάποια γυναίκα από το υπνοδωμάτιό σου», μουρμούρισε, αδιαφορώντας για τον νεαρό που ήταν αρκετά κοντά για να ακούσει. «Έχε μου λίγη εμπιστοσύνη», της είπε με ένα πλατύ χαμόγελο. «Πρόκειται για δουλειά». Από ευγένεια, σκόπιμα δε ζήτησε να την οδηγήσουν στο υπνοδωμάτιό του. Τακτ και συμβιβασμός —αυτό ήταν το σχέδιό του. «Μη με κάνεις να περιμένω πολύ». Απειλή ή παράκληση, ό,τι κι αν ήταν, ο Ντόμινικ πήρε το μήνυμα. «Δύο λεπτά μόνο». Χάιδεψε το μάγουλό της με ένα φιλί. «Μη χαλαρώσεις πολύ». Αλλά, φυσικά, δεν ήταν δύο λεπτά. Πέρασαν δεκαπέντε μέχρι να βεβαιωθεί ότι το προσωπικό ασφαλείας είχε καταλάβει την καινούρια απειλή της μαφίας που μέλη της βρίσκονταν στην πόλη. Θα καλούσαν και τους συγγενείς του Ταν επίσης. Η οικογένεια του Ταν καταγόταν από ένα λαό πολεμάρχων που είχαν κάπως εναρμονιστεί με τον σύγχρονο πολιτισμό, αλλά πάντοτε παρέμεναν επικίνδυνοι. Όταν μπήκε στη σέρα —όπου υπήρχε μια υπέροχη συλλογή από ορχιδέες — , έριξε μια ματιά στο σερβίτσιο του καφέ επάνω στο τραπέζι και το φλιτζάνι στο χέρι της Κέιτ. Χαμογέλασε [58]


πονηρά. «Καφέ; Αυτό σημαίνει ότι θα μείνω ξύπνιος όλη τη νύχτα;» «Ακριβώς». Του χάρισε ένα ευτυχισμένο χαμόγελο, αποτέλεσμα του πρόσφατου οργασμού της και μερικών υπέροχων πτιφούρ σοκολάτας. «Διαφορετικά θα έχανα το χρόνο μου». «Ναι, και δε θα το θέλαμε αυτό», της είπε και κάθισε στην αναπαυτική μπαμπού πολυθρόνα απέναντι της, τεντώνοντας τα πόδια του. Του έδειξε την ασημένια καφετιέρα: «Καφέ;» «Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ. Η αδρεναλίνη μου έχει ήδη ανεβεί στα ύψη». «Τυχερή εγώ», μουρμούρισε, αφήνοντας το φλιτζάνι της στο τραπέζι. «Κι εγώ επίσης. Τώρα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μου πεις τι προτιμάς. Θα είμαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην ξεπεράσω καμιά κόκκινη γραμμή απόψε, οπότε η βραδιά είναι όλη δική σου». «Λοιπόν, πρώτον, θέλω να τελειώσω ξανά. Δε με νοιάζει πώς». Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν. «Πρόσεχε τις λέξεις που επιλέγεις, Κάθριν». «Τι θα έλεγες για τα συνηθισμένα, τότε;» Ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Τα δικά σου συνηθισμένα ή τα δικά μου;» «Θα το ρισκάρω». Το χαμόγελό του έγινε πλατύ. «Εγώ προσπαθώ να είμαι καλό παιδί κι εσύ το ανοίγεις το παιχνίδι. Είσαι σίγουρη;» «Με τέτοιο βλέμμα, μάλλον όχι». Ένα υπερβολικό ανασήκωμα των ώμων. «Οπότε είμαστε πίσω στο σημείο μηδέν». «Όχι απαραίτητα», του είπε με πειρακτική διάθεση. Ο Ντόμινικ ανάσαινε απαλά. «Τώρα παίζεις μαζί μου». «Εσύ είσαι πολύ καλύτερος σε αυτό από μένα. Αν κάνεις κάτι που δε μου αρέσει, θα σου πω απλά όχι». Πήρε μια μικρή ανάσα. «Κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί». Η άγρια ανάγκη στη φωνή της ήταν σαν το ναρκωτικό για ένα ναρκομανή, το ελιξίριο που γλίστρησε λαθραία μέσα στις αισθήσεις του και τον έκανε να νιώθει ότι, για μια φορά, αυτήν τη [59]


φορά, ο κόσμος ήταν τέλειος. «Γιατί δεν αρχίζουμε με κάτι απλό», μουρμούρισε, «και θα δούμε στην πορεία πώς πάει. Άνοιξε την μπλούζα σου». Φορούσε τα δικά της ρούχα —όχι τα υψηλής ραπτικής που της είχε αγοράσει εκείνος στο Άμστερνταμ—, το χακί παντελόνι που την είχε δει να φοράει στην πρώτη της συνέντευξη, μια απλή λευκή μπλούζα, καφετιά παπούτσια με κορδόνια. Ένα μικρό ξάφνιασμα. «Εδώ;» «Ναι, εδώ». «Τα μέλη του προσωπικού...» είπε νευρικά. Έσκυψε το κεφάλι ελαφρά. «Κάνε το, Κάθριν». Δίστασε, περιεργάστηκε βιαστικά το γεμάτο φυτά θερμοκήπιο, τις πολύχρωμες ορχιδέες που έγερναν βαριά προς τα κάτω, την ανοιχτή πόρτα προς τη βεράντα και την τροπική νύχτα. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα», της είπε τρυφερά, βλέποντάς τη να επιθεωρεί με το βλέμμα το γυάλινο σπίτι του δέκατου ένατου αιώνα. «Νόμισα πως ήθελες να τελειώσεις πάλι», την παρότρυνε με απαλή φωνή, καθισμένος πάντοτε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του. «Άνοιξε την μπλούζα σου και θα αρχίσουμε». «Σε παρακαλώ, Ντόμινικ», ψιθύρισε εκείνη και κουνήθηκε ελαφρά στην καρέκλα της. «Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας». «Εγώ δε βλέπω κανέναν». «Μπορεί να έρθουν ανά πάσα στιγμή». «Μόνο αν τους καλέσουμε. Μήπως θέλεις και παρέα;» «Όχι βέβαια». Αλλά, παραδόξως, ανατρίχιασε σύγκορμη κι έσφιξε τους μηρούς της. «Έλα, Κάθριν», της είπε με ένα απαλό χαμόγελο, «έχεις υγρανθεί, έτσι; Η σκέψη να κάνεις έρωτα μπροστά σε κοινό σε εξιτάρει;» «Ασφαλώς όχι!» «Να σε τσεκάρω;» «Όχι, μείνε μακριά μου», του είπε εκνευρισμένα. «Εγώ; Να μείνω μακριά;» Μιλούσε απαλά αλλά με αποφασιστικότητα. «Θα προτιμούσες τον Τζόνι Τσεν; Είμαι σίγουρος ότι θα ήταν ευτυχής να σε πηδήξει, αν και δε νομίζω ότι θα το απολάμβανες. Υποψιάζομαι ότι θα τελείωνε σε δύο δευτερόλεπτα και μετά τι θα έκανες εσύ;» [60]


«Ενώ εσύ δε θα τελείωνες;» Την ίδια στιγμή που το έλεγε ήξερε ότι είχε πει μια ανοησία, αλλά αυτή η αλαζονεία του την έκανε πάντοτε έξω φρενών. «Αν είναι να είσαι εριστική, τουλάχιστον φανού λογική», της είπε. «Όχι, δε θα τελείωνα σε δύο δευτερόλεπτα, όπως πολύ καλά ξέρεις. Γι’ αυτό, βγάλε την μπλούζα σου». Χαμογέλασε. «Σε θερμοπαρακαλώ!» Η Κέιτ ξεφύσηξε δυνατά. «Δεν ξέρω πώς μπορείς να είσαι τόσο συγκρατημένος την ώρα που εγώ καταρρέω». Τα λόγια της ήταν μια έμμεση υπενθύμιση στον εαυτό της ότι αποδοκίμαζε την ολοκληρωτική υποταγή. Ότι είχε εγκαταλείψει τον Ντόμινικ για να μη χάσει την ελευθερία της. «Μου αρέσει αυτό σ’ εσένα», της είπε ευχάριστα. «Μου αρέσει το ανεξέλεγκτο πάθος σου. Μην αλλάξεις, σε παρακαλώ». Αναστέναξε και χαμογέλασε αχνά. «Λες και θα μπορούσα». «Ευτυχώς για μένα», είπε. «Δε φοράς σουτιέν», πρόσθεσε σε έναν ψυχρότερο, τόνο, ζηλεύοντας κάθε άντρα που την πλησίαζε. «Πρέπει να έκανες τον Τζόνι Τσεν πολύ ευτυχισμένο». «Δεν είναι όλοι σαν εσένα, Ντόμινικ». «Δεν υπάρχει άντρας που να μην του αρέσουν τα μεγάλα βυζιά», μουρμούρισε. «Ο φουκαράς ο Τζόνι Τσεν πρέπει να καύλωνε τουλάχιστον δέκα φορές την ημέρα. Όποτε είσαι έτοιμη, Κάθριν». Άνοιξε το σπορ σακάκι του ελαφρά για να αποκαλύψει την έντονη στύση του. Η Κέιτ πήρε μια συρτή ανάσα, τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Μπορείς να το χαρείς μόλις ξεντυθείς». Η φωνή του ήταν απότομη, απαιτητική. «Δεν πρέπει». Μια αυτόματη αντίδραση από μέρους της όταν ο Ντόμινικ μίλησε σαν να ήταν ο ιδιοκτήτης όλης της γης και των ανθρώπων της. «Λοιπόν, για να είμαστε ξεκάθαροι, Κάθριν. Παίζω αυτό το παιχνίδι μόνο επειδή σου αρέσει». «Και σ’ εσένα αρέσει». Ανασήκωσε τους ώμους του ελαφρά. «Δεν το αντιπαθώ, αλλά μου αρέσουν και πολλά άλλα πράγματα. Δε χρειάζεται να είναι αυτό». «Δηλαδή, θα μπορούσα να διαλέξω κάτι άλλο;» Σούφρωσε [61]


τα χείλη της. «Μπορώ να πω εγώ τι να κάνουμε;» «Ίσως». Ο Τζόνι Τσεν είχε δει αυτό το αναιδές χαμόγελο; Είχε φλερτάρει μαζί του; «Έτσι που το λες μοιάζει με όχι», είπε με ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Σε άγγιξε;» Ένα ξαφνιασμένο βλέμμα. «Εννοείς ο Τζόνι;» «Εκτός κι αν υπήρχαν περισσότεροι άντρες για τους οποίους θα ήθελες να μου μιλήσεις», της είπε κοιτάζοντάς την απειλητικά. «Σταμάτα, Ντόμινικ. Τώρα αμέσως». «Σε άγγιξε κανείς;» τη ρώτησε, αγνοώντας την παράκλησή της. Ζήλευε για πρώτη φορά στη ζωή του. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί αυτή την καινούρια κατάσταση. «Δε σου ανήκω, Ντόμινικ», του απάντησε ήσυχα. «Το έχουμε συζητήσει ξανά το συγκεκριμένο θέμα. Αν αυτό είναι που θέλεις, φεύγω». «Όχι απόψε. Είναι πολύ επικίνδυνο». «Προς Θεού, Ντόμινικ», μουρμούρισε. «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Απαιτείς να μείνω εδώ ανεξάρτητα από το αν το θέλω; Αυτός που αποφασίζει για το καθετί, που δίνει κάθε στιγμή εντολές είσαι μόνο εσύ, σωστά;» «Κι εσύ εξακολουθείς να με πολεμάς στο καθετί», της απάντησε απότομα. «Οπότε πες μου, ποιος από τους δυο μας έχει αλλάξει;» Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, γλίστρησε πιο χαμηλά στο κάθισμά του, έπειτα ανάσανε βαθιά και την κοίταξε κάτω από τις μακριές βλεφαρίδες του. «Είπα στον εαυτό μου ότι δε θα το έκανα αυτό —να σε τσαντίσω, να τσακωθώ, να χάσω την ψυχραιμία μου. Αλλά ζηλεύω κάθε άντρα που σε κοιτάζει. Κάθε ελεύθερο άντρα. Μακάρι να μην έδινα δεκάρα. Μακάρι να μην είχε σημασία για μένα. Μακάρι να μην ήσουν στις σκέψεις και τα όνειρά μου κάθε λεπτό της ημέρας και της νύχτας. Γι’ αυτό μη μου λες να σταματήσω να νιώθω όπως νιώθω. Δεν μπορώ». «Αλλά εύχεσαι να μπορούσες». Έκανε ένα μορφασμό. «Ξέρω πώς νιώθεις». «Την πατήσαμε και οι δυο για τα καλά», είπε ο Ντόμινικ μ’ ένα αναστεναγμό. «Όμως είσαι εδώ, μπορώ να σε βλέπω, να σε [62]


αγγίζω...» —χαμογέλασε—«...ίσως. Άρα θα μπορούσε να είναι χειρότερα». Κάθισε πάλι κανονικά στο κάθισμά του. «Τουλάχιστον δε θέλω να πίνω συνεχώς. Αυτό είναι καλό». «Κι εγώ δε θέλω να κλαίω συνεχώς». Η Κέιτ του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Είναι μια ανακούφιση. Παρ’ όλα αυτά», είπε, «νομίζεις ότι το σεξ αξίζει όλη αυτή την αγωνία;» «Αστειεύεσαι, έτσι; Το σεξ είναι φανταστικό. Η αγωνία να πάει να γαμηθεί». Η ζεστασιά στα μάτια του θα μπορούσε να φωτίσει τη Σιγκαπούρη για μία δεκαετία. «Κάνεις τον κόσμο μου υποφερτό, Κάθριν. Κοίτα», συνέχισε τρυφερά, «δεν πρόκειται να λύσουμε τα αινίγματα του σύμπαντος απόψε, ίσως δεν τα λύσουμε ποτέ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είμαι ευτυχής όταν βρίσκομαι μαζί σου και δυστυχισμένος όταν είσαι μακριά μου. Κάτι πρέπει να σημαίνει αυτό». «Υποθέτω», μουρμούρισε η Κέιτ. «Ούτε εγώ έχω νιώσει ποτέ άλλοτε τόσο άσχημα μακριά από κάποιον». «Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο». Του χαμογέλασε αβέβαια. «Έτσι είναι». «Οπότε άφησε όλα τα υπόλοιπα. Ποιος νοιάζεται για το αν δεν έχουμε ιδέα για ποιο λόγο συμβαίνει κάτι τέτοιο; Τι θα έλεγες να σε κάνω ευτυχισμένη τώρα;» «Κι εγώ εσένα;» «Ωραίο μου ακούγεται». Ξαφνικά ένιωσε ότι κουράστηκε να μιλάει, αλλά πάλι το μυαλό του ήταν «κολλημένο» όταν επρόκειτο για την Κάθριν. Και η πτήση του από την άλλη άκρη του κόσμου για να φτάσει εδώ είχε αυξήσει την ανυπομονησία του να την αγγίξει, να τη γευτεί, να την κατακτήσει. «Ήταν ένας πολύ μακρύς μήνας και για τους δυο μας», είπε, ενώ σηκωνόταν από την πολυθρόνα του. «Καιρός να χαρούμε λιγάκι». Κλείνοντας τη μεταξύ τους απόσταση με τρεις δρασκελιές, σήκωσε το τραπεζάκι με το ασημένιο σερβίτσιο του καφέ και το τοποθέτησε στο πλάι. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τρελά, βροντερά. Ο δυνατός, σταθερός παλμός ανάμεσα στα σκέλη της ένα άγριο, ευπρόσδεκτο σινιάλο που μαζί με τον φρενήρη πόθο της, της θύμισαν ότι ο μήνας που πέρασε ήταν όντως πολύ μακρύς. [63]


Βγάζοντας το σακάκι του, το πέταξε στο λευκό μαρμάρινο πάτωμα και γονάτισε με χάρη μπροστά της. «Άσε με να σε βοηθήσω με τα κουμπιά σου και μετά να σου προσφέρω άλλο ένα οργασμό. Ύστερα μπορούμε να συζητήσουμε τις επιλογές μας». Χωρίς να περιμένει απάντηση, άνοιξε απαλά τα πόδια της, έσκυψε μπροστά και ξεκούμπωσε το πρώτο μαργαριταρένιο κουμπί της μπλούζας της. Ζητήματα υποταγής και ανεξαρτησίας, πειρασμού και προθυμίας ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Ο Ντόμινικ ήταν ένας άντρας που ήταν αδύνατον να του αντισταθεί ποτέ οποιαδήποτε γυναίκα. Και εκείνη τη στιγμή, με την ηδονή να σφυροκοπάει το μυαλό της, τις φλογισμένες επιθυμίες της να έχουν κυριεύσει το κορμί της, ήταν πρόθυμη να κάνει οτιδήποτε για να τον νιώσει μέσα της. Έπιασε το φερμουάρ του παντελονιού της. Ο Ντόμινικ σταμάτησε το χέρι της. «Θα το κάνω εγώ. Έχω παίξει αυτή τη σκηνή στο μυαλό μου χιλιάδες φορές τις τελευταίες εβδομάδες». Άνοιξε το δεύτερο κουμπί, έπειτα το τρίτο, τα λεπτά δάχτυλά του επιδέξια και γρήγορα. Αφού άνοιξε το τέταρτο κουμπί, ξεκούμπωσε τη ζώνη της, κατέβασε το φερμουάρ, τράβηξε έξω από το παντελόνι τα άκρα της μπλούζας και άνοιξε αργά το λευκό λινό σαν να έκανε την αποκάλυψη της Αφροδίτης της Μήλου, της Μόνα Λίζα και όλων των θαυμάτων του κόσμου. Μια απαλή αναπνοή βγήκε από τα χείλη του όταν αποκαλύφθηκε η ωχρή σάρκα της... Θυμόταν την αίσθησή της... τη μεταξένια ζεστασιά, την απαλότητα... το πώς ανταποκρινόταν πάντοτε πρόθυμα στο άγγιγμά του, τρελή από πόθο γι’ αυτόν. Ξαναζούσε στιγμές από το πρόσφατο παρελθόν, και η αίσθηση ήταν εξοντωτική. Τρέμοντας, πήρε βαθιά ανάσα. «Θυμάσαι;» ψιθύρισε η Κέιτ, σαν να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη του, σαν να έβλεπαν την ίδια ταινία, να άκουγαν το ίδιο τραγούδι. Την κοίταξε και κατένευσε. «Έχω ξαναπαίξει την κάθε ανάσα, τον κάθε χτύπο καρδιάς, το κάθε όμορφο πράγμα που ζήσαμε». «Μαζί με κάθε απίστευτο οργασμό», συμπλήρωσε εκείνη με ένα μικρό χαμόγελο. «Ω, ναι, κυρίως αυτούς. Οπότε, δεν πας πουθενά αυτή τη [64]


φορά». «Έτσι λες;» «Έτσι. Η κόλαση μπορεί να κάνει χωρίς εμένα για λίγο. Και σκοπεύω να σε βοηθήσω να νιώσεις τόσο υπέροχα, που δε θα σκεφτείς καν να φύγεις». «Κι αν έχω δουλειά;» «Δεν έχεις δουλειά». «Κι αν θέλω να δουλέψω;» «Σ’ αυτή την περίπτωση, θα δω τι μπορώ να κάνω για να είσαι συνεχώς απασχολημένη», της είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Είσαι μανιακός με το σεξ». «Εγώ απλώς προσπαθώ να σε ακολουθώ, μωρό μου. Εσύ είσαι που επιβάλλεις αυτό τον... ανάρμοστο ρυθμό». «Ελπίζω να μην περιμένεις να σου ζητήσω συγνώμη». «Με τίποτα. Ευχαριστώ το τυχερό μου άστρο που ήρθες στη ζωή μου. Και τώρα που σε έχω εδώ, θα κλειδώσω την πόρτα». «Δηλαδή, είμαι αιχμάλωτή σου;» «Κάτι τέτοιο. Είσαι επίσης ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και δεν είμαι τόσο ανόητος να σε αφήσω να φύγεις». «Κι αν θέλω να φύγω;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Θα σημαίνει ότι δεν έκανα καλή δουλειά». Το χαμόγελό του έσβησε. «Κοίτα, αν και όταν συμβεί αυτό, θα το κουβεντιάσουμε». «Αν δε σε ήθελα τόσο πολύ. Θα είχα σοβαρό πρόβλημα με τις απόψεις σου». «Τότε θα πρέπει να πω πάλι ευχαριστώ για την καλή μου τύχη και να είμαι συνεχώς σε στύση για χάρη σου. Τι λες;» Η Κέιτ ανάσανε βαθιά. «Είσαι ανυπόφορος. Αλλά σε θέλω». «Νομίζω ότι το έχουμε παίξει και οι δύο αυτό το χαρτί στο παρελθόν. Όμως τώρα έχουμε καινούρια τράπουλα, μωρό μου — νέες εποχές, καλύτερες. Δεν πρόκειται να τα θαλασσώσουμε αυτή τη φορά. Γι’ αυτό ας δούμε τι μπορεί να γίνει για να κάνουμε ο ένας τον άλλο να νιώθει καλά στο άμεσο μέλλον. Σύμφωνοι;» Χαμογέλασε. «Πες μου ναι». «Ναι, αφέντη», του είπε, ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο. [65]


Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πονηρά. «Ορίστε, γλυκιά μου. Παίζεις το τραγούδι μου». Τράβηξε την μπλούζα από τους ώμους κάτω στα μπράτσα της και την έβγαλε από τα χέρια της. Άφησε να πέσει από τα δάχτυλά του στο πάτωμα. «Λοιπόν, τι έχουμε εδώ;» ψιθύρισε. Η στύση του απάντησε πρώτη, η διέγερσή του μεγάλωσε. Η Κέιτ το πρόσεξε αμέσως. «Του αρέσω», μουρμούρισε. «Ω, ναι, πολύ». Κράτησε το βλέμμα της μέσα στο καυτό δικό του. «Σε επιθύμησε... και αυτά», μουρμούρισε περνώντας την άκρη ενός δαχτύλου του επάνω από το φούσκωμα του στήθους της. Τα πλούσια βυζιά της ήταν πιο όμορφα από όσο τα θυμόταν, ώριμα, στρουμπουλά, επιδεικτικά, οι θηλές της ήδη σκληρές και τεντωμένες, περίμεναν τα φιλιά του. Άγγιξε τρυφερά πρώτα τη μία τεντωμένη κορυφογραμμή έπειτα την άλλη, η άκρη του δαχτύλου του απαλή σαν πούπουλο — ένα χάδι τρυφερό, ντελικάτο. Έμεινε ακίνητη. Ρούφηξε τον αέρα, βόγκηξε, μια διαπεραστική απόλαυση που κυλούσε προς τα κάτω σε μια ζεστή πλημμύρα. Ο Ντόμινικ ζήλεψε το οικείο βογκητό, τη διέγερση, την έλλειψη αυτοσυγκράτησης από μέρους της. «Δεν τα έχει βιώσει κανένας αυτά από τότε που έφυγες από το Χονγκ Κονγκ, έτσι δεν είναι;» Τα σκούρα φρύδια του έσμιξαν. «Ευχαρίστησέ με, μωρό μου. Αυτός είναι ένας εντελώς καινούριος κόσμος για μένα». «Θα έπρεπε να πω όχι», ψιθύρισε η Κέιτ, ευχόμενη να μπορούσε, ευχόμενη κάποιος άλλος άντρας να μπορούσε να την κάνει να νιώσει αυτή την εκρηκτική ηδονή και να την ελευθερώσει από τον ανικανοποίητο, αχόρταγο, καυτό πόθο για τον αυταρχικό και αλαζόνα Ντόμινικ Νάιτ. Ο θυμός του στέρεψε αμέσως, η ζήλια που του είχε γραπώσει τα σωθικά ξεθύμανε. «Όχι, δε θα έπρεπε», της είπε τρυφερά, η άκρη του δαχτύλου του απαλή σαν τον ιστό της αράχνης επάνω στη ρώγα της. «Επειδή θέλω αυτά να είναι δικά μου». Έπιασε το πιγούνι της, ανασήκωσε το πρόσωπό της για να την κοιτάξει στα μάτια, έτσι είδε τον πόθο που σιγόκαιγε και εκείνη είδε την πεισματάρικη αποφασιστικότητά του. «Πες μου ότι είναι δικά μου», είπε ήσυχα, «και θα σ’ αφήσω να τελειώσεις». «Λυπάμαι, άργησες». Το βλέμμα της ήταν παιχνιδιάρικο, το [66]


φούντωμά της ρόδιζε το δέρμα της. «Δε νομίζω ότι σε χρειάζομαι τελικά». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Γαμώτο, μου έλειψες, μωρό μου. Μόνο εσύ με κάνεις να νιώθω έτσι. Αλλά πάλι», είπε απαλά, σκύβοντας το κεφάλι του και ρίχνοντάς της μια γρήγορη ματιά κάτω από τις βλεφαρίδες του, «ίσως μπορέσω να σου αλλάξω γνώμη». Το στόμα του έκλεισε απαλά επάνω από την ερεθισμένη άκρη της ρώγας της και καταπιάστηκε με το να της δείξει ποιος χρειαζόταν ποιον. Καθώς η ζεστασιά του στόματός του τύλιγε τη ρώγα της, η Κέιτ ένιωσε το σώμα της να ανοίγει για να τον υποδεχτεί, λες και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αγγίξει απαλά την ευαίσθητη κορυφή του μαστού της με την άκρη της γλώσσας του και κάθε εύφλεκτο σεξουαλικό νεύρο της να λαμπαδιάσει αμέσως. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά χαρίσματά του —η απίστευτη... φινέτσα του αγγίγματος του. Είτε επρόκειτο για τα χέρια, το στόμα ή το τέλειο πέος του, τα χρησιμοποιούσε σαν ένας επαγγελματίας καλλιτέχνης, ένας μαέστρος του είδους. Και αν δεν ήταν το ηδονικό κάψιμο που ένιωθε να ρέει από το στόμα του προς το τρεμάμενο, παλλόμενο αιδοίο της, ίσως διαφωνούσε με το ότι η πείρα είναι ο καλύτερος δάσκαλος. Αλλά την πιπιλούσε τώρα, τα δόντια του άφηναν μικρά τινάγματα στο πέρασμά τους που έτσουζαν αρχικά, έπειτα κέντριζαν, έπειτα σαγήνευαν τις αισθήσεις της και έκλεβαν τη λογική της, θυμίζοντάς της τόσο μα τόσο βίαια τις λαβίδες στις θηλές της τις ημέρες του Χονγκ Κονγκ, που έβγαλε μια φρενιασμένη κραυγή πόθου. Σήκωσε το κεφάλι του, ο αέρας ξαφνικά κρύος επάνω στη ρώγα της. «Σύντομα, μωρό μου. Προσπάθησε να χαλαρώσεις». «Δεν μπορώ!» «Φυσικά μπορείς». Άγγιξε το μάγουλό της. «Προσπάθησε». Έπειτα έσκυψε το κεφάλι του και δάγκωσε απαλά την άλλη ρώγα της. Δεν ήταν ένας διαγωνισμός. Ποτέ δεν ήταν. Επειδή μπορούσε να την κάνει να νιώθει τόσο ωραία, ώστε δεν είχε σημασία αν ήταν στερημένη ή ξεροκέφαλη, ελεύθερη ή όχι όταν η ηδονή ήταν απίστευτα υπέροχη και εκπληκτική. Όσο για το ατού της πείρας, ο [67]


ίδιος ήξερε πολύ καλά ότι ήταν αποτελεσματική μόνο ως ένα σημείο εφόσον είχε να κάνει με τη φλογερή λίμπιντο της Κέιτ. Έτσι σεβάστηκε την αντίδρασή της χαϊδεύοντας πρώτα τη μία ρώγα, έπειτα την άλλη και οδηγώντας την επιδέξια στο χείλος της έκρηξης πριν ελευθερώσει το στόμα της, αφήνοντας τη φρενίτιδά της να σβήσει σιγά-σιγά. Έπειτα άρχισε πάλι πιπιλώντας απαλά στην αρχή, ύστερα πιο έντονα, διεγείροντάς την πάλι με αριστοτεχνικό τρόπο. Χορτασμένη, βυθισμένη στην ευδαιμονία, παραζαλισμένη από την ηδονή, η Κέιτ συγχώρησε τον Ντόμινικ για όλες τις απιστίες του. Τον συγχώρησε για όλες τις εβδομάδες της δυστυχίας, επειδή μόνο αυτός είχε το χάρισμα να την κάνει να νιώθει τόσο ωραία: λαμπερή, αχόρταγη, βαθιά ερωτευμένη. Δεν την ενδιέφερε που εκείνος τινάχτηκε στη λέξη «αγάπη». Αυτή η στιγμή ήταν πέρα από κάθε λογική, το σώμα της μούδιαζε, έπαλλε, έλιωνε, κολλούσε, ήταν υγρό, αποζητούσε την ολοκλήρωση απελπισμένα. «Ντόμινικ, σε παρακαλώ», είπε με πνιγμένη ανάσα, σπρώχνοντας το κεφάλι του μακριά. «Νίκησες. Σε θέλω. Σε χρειάζομαι. Τώρα, αυτήν τη στιγμή». Πήρε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του, τα μάτια του τόσο κοντά στα δικό της. «Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο, μωρό μου. Δώσε μου μια στιγμή μόνο, εντάξει;» Η Κέιτ κατένευσε. «Δε θέλω να το χάσω αυτό. Κρατήσου λίγο. Σε παρακαλώ». Τον αγαπούσε έτσι μεταμελημένο... Λάθος, τον αγαπούσε όπως κι αν ήταν. «Ίσως... μάλλον... βιάσου...» Πήρε τα χέρια του από το πρόσωπό της. Μετά της έβγαλε τα παπούτσια, το παντελόνι και το εσώρουχο με μια κίνηση. Σηκώθηκε και τη σήκωσε στα χέρια σαν να ήταν πούπουλο, την κουβάλησε σε μια πολυθρόνα όπου την τοποθέτησε λέγοντάς της με απίστευτη ευγένεια: «Δώσε μου μια στιγμή». Έβγαλε τα ρούχα του με εκπληκτική ταχύτητα, σκέφτηκε η Κέιτ με κακία. Ο θυμός της για τη συγκεκριμένη ικανότητα που είχε αποκτηθεί μέσα από αναρίθμητες περιστάσεις σαν αυτήν στο παρελθόν, την απέσπασε στιγμιαία από τον ανυπόμονο πόθο της. Ο Ντόμινικ πήρε το προφυλακτικό που είχε βγάλει από την τσέπη του παντελονιού του και το έβαλε ανάμεσα στο δόντια του, έσκισε το φακελάκι από χρυσό[68]


χαρτο, το έβγαλε και το πέρασε στο διεγερμένο πέος του σαν επαγγελματίας, σκέφτηκε η Κέιτ εκνευρισμένη, τόσο που δεν κατάφερε να μην του πετάξει: «Είσαι καλός σ’ αυτό». Την κοίταξε ξαφνιασμένος από τον τόνο της. «Σε ποιο;» «Στο να φοράς το προφυλακτικό». «Υπάρχει κάποιος λόγος που δε θα έπρεπε; Μην απαντήσεις. Δεν έχω χρόνο για διαφωνίες». Ξαφνικά βρέθηκε επάνω της. «Θέλεις να ανοίξεις τα πόδια σου ή να το κάνω εγώ; Δε είσαι η μόνη που βιάζεται». «Γιατί, έχω επιλογή;» Ο Ντόμινικ ξέσπασε σε ένα δυνατό γέλιο. «Δε θέλεις πραγματικά να έχεις επιλογή, έτσι δεν είναι;» «Υποθέτω πως όχι, με αυτό το πραγματικά φανταστικό πέος έτοιμο να με κάνει ευτυχισμένη». «Έξυπνο κορίτσι». Ακούμπησε το ένα γόνατό του στη σεζλόνγκ, η Κέιτ άνοιξε τα πόδια της και την επόμενη στιγμή ο Ντόμινικ βρισκόταν ανάμεσα στους μηρούς της. «Μια προειδοποίηση. Αυτή η πρώτη δε θα σπάσει κανένα ρεκόρ αντοχής. Μόλις αρχίσεις να τελειώνεις, θα σε ακολουθήσω». Δεν περίμενε απάντηση. Η Κέιτ ήταν λαχανιασμένη και τόσο υγρή από την αναμονή ώστε, παρά το προφυλακτικό, γλίστρησε μέσα της σχεδόν χωρίς καμιά αντίσταση. Η Κέιτ ήρθε σε οργασμό σχεδόν αμέσως, ο Ντόμινικ έπιασε το κύμα σαν σέρφερ, που ήταν άλλωστε, και έπειτα από τριάντα έξι καταθλιπτικές ημέρες η δύναμη των θυελλωδών οργασμών τους, οι εκρηκτικές δονήσεις, η απόλυτη, συγκλονιστική ηδονή τούς άφησαν προς στιγμή εμβρόντητους. Ήταν δυνατόν να νιώσει πραγματικά κανείς μια τέτοια εμπειρία; αναρωτήθηκε ο Ντόμινικ. Ήταν δυνατόν να ερωτευθείς απελπισμένα, παράφορα έναν άντρα που δεν ήθελε να αγαπηθεί εξαιτίας ενός εξωφρενικά μεγαλειώδη οργασμού; αναρωτήθηκε η Κέιτ. Η εντυπωσιακή επιβεβαίωση ήταν άμεση και τρομακτική και για τους δύο. Έπρεπε ν’ απομακρυνθεί, σκέφτηκε ο Ντόμινικ θορυβημένος —να πάει στο Παρίσι ή ακόμη πιο μακριά. Έπρεπε να πει ένα ευγενικό ευχαριστώ, σαν να ήταν όλα κάτι το φυσιολογικό, σκέφτη[69]


κε η Κέιτ νευρικά, και να πάρει το πρώτο αεροπλάνο για το σπίτι της. Όμως κανένας από τους δύο δεν κουνήθηκε. «Χάνω το μυαλό μου», μουρμούρισε ο Ντόμινικ βαριανασαίνοντας, με τα μάτια του δύο σχισμές. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την αναταραχή που μαινόταν μέσα του. «Πρέπει να... σταματήσουμε», είπε η Κέιτ λαχανιασμένα. «Αργότερα». «Πότε;» Κάποιος έπρεπε να φανεί λογικός. «Ρώτησέ με ξανά σε ένα χρόνο». Το σώμα της πάγωσε μέσα στα χέρια του παρά το πάθος που ζέσταινε το κορμί της. «Όχι!» «Ναι», μούγκρισε εκείνος. «Όχι, όχι, όχι...» Σκέπασε το στόμα της με το δικό του, αψηφώντας τη φωνή της λογικής, αδιαφορώντας για όλα εκτός από τον ορμητικό πόθο του, φιλώντας τη μανιασμένα. Αγνοούσε την αντίστασή της, μαρκάροντάς τη βίαια με μια στάμπα ιδιοκτησίας — όπως θα έκανε ο Αττίλας σε μια καινούρια παλλακίδα. Απερίσκεπτη όσο κι εκείνος, συνθηκολόγησε σχεδόν αμέσως, παραδόθηκε στο αρπακτικό στόμα και στη γλώσσα του, θέλοντας ό,τι κι αυτός, θέλοντας πολύ περισσότερα. Επιθυμώντας την αγάπη του, λαχταρώντας αυτό που δε θα είχε ποτέ. Καθώς η αντίστασή της έλιωνε και ανταποκρινόταν με το γνωστό θυελλώδες πάθος της στα φρενιασμένα φιλιά του, πάνω στην τρέλα της δάγκωσε το χείλι του. Τη δάγκωσε κι εκείνος με τον ίδιο παράτολμο ζήλο. Ήταν και οι δύο ανεξέλεγκτοι, οι απολήξεις των νεύρων τους είχαν αρπάξει φωτιά, η επιθυμία τους τόσο έντονη που σχεδόν τη γεύονταν, η ανάγκη του ενός για τον άλλο ασυγκράτητη. Και εκεί που ο Ντόμινικ ήταν αβέβαιος σχετικά με τα σχέδιά του —για την ακρίβεια δεν είχε σχέδιο—, ξαφνικά ο οδικός χάρτης του προς το μέλλον ήταν καθαρός. Σήκωσε ελάχιστα το κεφάλι του, της χαμογέλασε, νιώθοντας ότι η αλήθεια και η καλοσύνη και όλες οι αρετές του κόσμου βρίσκονταν εδώ, μπροστά του. «Με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένο, μωρό μου, αλλά δάγκωσέ με δυνατά πάλι», είπε χαμογελώντας, γλείφοντας το αίμα από το κάτω χείλι του, «και θα φας το ξύλο της ζωής [70]


σου». «Αξίζει τον κόπο», του ψιθύρισε, τεντώνοντας το κορμί της προς τα επάνω. Το δικό του δάγκωμα ήταν πιο συγκρατημένο, μόνο σημάδια από δόντια έμειναν στο κάτω χείλι της. Σπρώχνοντάς την πάλι προς τα κάτω, έσφιξε τους καρπούς της με τα δάχτυλά του. «Θα έχεις άλλη μια ευκαιρία αργότερα», είπε ανάλαφρα, δίνοντας ένα τρυφερό φιλί στην άκρη της μύτης της. «Τώρα έχω μια μάλλον σοβαρή πρόταση να σου κάνω. Γι’ αυτό μην πεις όχι αμέσως». «Ούτε που θα διανοούμουν να αρνηθώ έπειτα από έναν τέτοιο οργασμό-δυναμίτη». Χαμογέλασε πλατιά. «Έχει σχέση με τον επόμενο οργασμό μου, έτσι δεν είναι; Αχ, πες ναι, σε παρακαλώ». Της χαμογέλασε. «Ναι. Αλλά δώσε μου ένα λεπτό πρώτα. Τα μισώ αυτά τα πράγματα». Τραβήχτηκε από το πάνω της, κάθισε στην άκρη της σεζλόνγκ, έβγαλε απότομα το προφυλακτικό και το πέταξε στη ζούγκλα των φυτών. «Μόνο μη μου πεις ότι θέλεις να σηκωθείς να φύγεις». Τα πράσινα μάτια της τον κοίταξαν γλυκά. «Δε νιώθω την ανάγκη να φύγω. Όχι ακόμη, τουλάχιστον». «Τέλεια. Επειδή έχω κάτι για να κάνω το σεξ καλύτερο». «Έχεις όλη την προσοχή μου, κύριε Νάιτ», γουργούρισε. Ο Ντόμινικ γέλασε. «Το φαντάστηκα». Πήρε μια γρήγορη ανάσα πριν συνεχίσει επειδή το ταμπεραμέντο της ήταν απρόβλεπτο και παρ’ όλο που μπορούσε πάντοτε να την πείσει, ειδικά σε ό,τι αφορούσε το σεξ, θα εξοικονομούσαν χρόνο αν συμφωνούσε μαζί του. «Λοιπόν, έχω μια πρόταση να σου κάνω και μη με πυροβολήσεις μέχρι να την ακούσεις όλη». Η Κέιτ χαμογέλασε πονηρά. «Πρέπει να είναι σούπερ έκφυλη». Της έριξε μια σκληρή ματιά. «Πρώτον, είμαι πολύ πρόθυμος να χρησιμοποιώ προφυλακτικό για όσο καιρό θέλεις, αλλά με τους πολλαπλούς οργασμούς σου τα προφυλακτικά θα είναι ένας πραγματικός μπελάς. «Έτσι...» —άλλη μια γρήγορη ανάσα—«...αν ενδιαφέρεσαι, έχω μια εναλλακτική λύση. Μια που η περίοδός σου είναι στο τέλος της... μη με κοιτάς έτσι, διάβασα το φάκελο με τη συνέντευξή σου στο Χονγκ [71]


Κονγκ και το θυμήθηκα επειδή με ενδιέφερε τότε. Έχω, λοιπόν, δίκιο για την περίοδό σου;» «Από πότε είναι επιτρεπτές τέτοιου είδους παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής;» «Δε μ’ ενδιαφέρει. Λοιπόν, έχω δίκιο;» Η Κέιτ έκανε ένα μορφασμό, έπειτα κατένευσε. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Από πότε έγινες ντροπαλή;» Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στις χαλκόχρωμες μπούκλες της με μια νευρική κίνηση, έπειτα τον κοίταξε. «Αυτό είναι κάτι προσωπικό». «Αντίθετα με το πήδημα;» «Έι, συνέχισε έτσι και...» «Δε θα το κάνεις, μωρό μου. Τίμια. Εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα» «Ίσως μπορέσω». «Ίσως κι εγώ ανακαλύψω τη θρησκεία, αλλά δε βάζω στοίχημα. Λοιπόν, μπορώ να επιστρέφω στο σχέδιό μου; Θα σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένη». Ζάρωσε τη μύτη της με μια μικρή σύσπαση σαν λαγουδάκι. «Θα το πάρω αυτό σαν ναι. Κάτι ακόμα... Αυτή είναι η πέμπτη ημέρα της περιόδου σου;» Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν. «Πώς το ήξερες αυτό, διάολε;» «Σου είπα, διάβασα το βιογραφικό σου. Έχω πολύ καλή μνήμη. Έτσι και δω κάτι μένει για πάντα εδώ». Χτύπησε το κεφάλι του. «Τέλος πάντων, η χρονική στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη για μια αντισυλληπτική ένεση. Η ένεση είναι άμεσα αποτελεσματική. Και αν θυμάσαι, τα αντισυλληπτικά χάπια ήταν ένα πρόβλημα για εμάς στο Χονγκ Κονγκ». Τον κοίταξε βλοσυρά. «Μην προσπαθείς να λοξοδρομήσεις την κουβέντα. Πώς ήξερες εσύ για την άμεση αποτελεσματικότητα;» «Μην τσαντίζεσαι. Διάβασα γι’ αυτό». «Γιατί;» Η αγριάδα στο βλέμμα της παρέμενε, η ζήλια της παράλογη αλλά πεισματικά επίμονη. «Επειδή έτυχε να είναι στη σελίδα με θέματα υγείας των Τάιμς που διάβαζα», της αποκρίθηκε ήρεμα. «Το άρθρο αναφερόταν στον έλεγχο των γεννήσεων. Εντάξει;» [72]


«Εντάξει», είπε η Κέιτ καχύποπτα. «Έλα, μωρό μου, θα ήθελα να πω ότι ήμουν παρθένος όταν σε συνάντησα αλλά δεν μπορώ. Αν έχει κάποια σημασία, δεν έχω πάει με γυναίκα από τότε που χωρίσαμε στο Χονγκ Κονγκ. Και αυτό είναι μεγάλο πράγμα για μένα». «Υποθέτω», είπε γκρινιάρικα η Κέιτ. «Και καλά κάνεις. Με το παρελθόν που έχω είναι τόσο απίθανο όσο το να μετακινείς βουνά». Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του σαν να συνέκρινε το παρελθόν του με το παρόν, έπειτα την κοίταξε και χαμογέλασε. «Αυτή είναι μια τελείως καινούρια χώρα των θαυμάτων, μωρό μου». «Σ' ευχαριστώ», του είπε απαλά. «Κανένα πρόβλημα», της απάντησε επίσης απαλά. «Άξιζε τον κόπο». Έσκυψε μπροστά και τη φίλησε απαλά στο στόμα. «Λοιπόν, τι λες;» «Εντάξει». Κάθισε πίσω και την κοίταξε. «Έτσι απλά…εντάξει;» «Ναι». «Μένω άναυδος», της είπε χαμογελώντας. «Καμιά αντίρρηση;» «Η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγο αλλεργική στο καουτσούκ και πολύ αλλεργική στα προφυλακτικά με λιπαντικό... και ειλικρινά, μου αρέσει να σε νιώθω». Ακούγοντάς τη να μιλάει για τις αλλεργίες της στα προφυλακτικά θα ήθελε πάρα πολύ να την ανακρίνει, αλλά ήξερε ότι ένας καβγάς δεν τον συνέφερε τη συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι, έπνιξε την ενόχλησή του και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το σακάκι του. «Άσε με να τηλεφωνήσω στο γιατρό μου», είπε βγάζοντας το κινητό από την τσέπη του. «Μπορείς να τηλεφωνήσεις σε γιατρό τέτοια ώρα;» «Μπορώ να το κάνω οποιαδήποτε ώρα. Είναι υπάλληλός μου». Η Κέιτ κάγχασε. «Ελπίζω να μην έχει κάνει ενέσεις σε όλες τις γυναίκες που φιλοξενείς εδώ». «Δε φέρνω γυναίκες εδώ. Είναι το σπίτι μου». [73]


Τον κοίταξε με κακία. «Τις έφερες στο Γκάρντεν Χάους». «Δεν το θεωρώ σπίτι μου», της απάντησε, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του, η φωνή του ευγενική, το πρόσωπό του τελείως ανέκφραστο. «Αν δεν ήταν η μητέρα μου στο σπίτι όταν φτάσαμε εκεί, θα μέναμε στο Πικ. Και πριν βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα, ούτε στο σπίτι μου στο Πικ φέρνω γυναίκες. Εσύ ήσουν η πρώτη». «Ίσως ο γιατρός να θέλει να κάνει την ένεση στο ιατρείο του», του είπε, αγνοώντας σκόπιμα την παραδοχή του, γιατί ζήλευε κάθε γυναίκα που είχε ποτέ κοιτάξει και η ζήλια της ήταν καταλυτική. «Δεν ξέρω, γιατί δεν του έχω ζητήσει ποτέ άλλοτε να το κάνει αυτό για μένα... Σε παρακαλώ, Κάθριν. Δε θέλω να μιλήσω για το παρελθόν. Τέλειωσε. Κι αν δεχτείς μια συμφωνία αποκλειστικότητας, δε θα υπάρχει άλλη από εσένα». «Κι αν δε συμφωνήσω;» Η ανάσα του βγήκε απαλά. «Τι θέλεις να σου πω;» «Την αλήθεια». «Τότε θα κοιμάμαι και με άλλες. Ικανοποιήθηκες;» Πόσο οδυνηρό ήταν να τον ακούει να το λέει αυτό. Να τον σκέφτεται με μια άλλη γυναίκα. Να σκέφτεται τη ζωή χωρίς αυτόν τώρα που είχε επιστρέφει σε εκείνη. «Έι», της ψιθύρισε, παίρνοντας το χέρι της στο δικό του και σφίγγοντάς το απαλά. «Δε θέλω καμιά άλλη εκτός από σένα. Αλλά δεν είμαι και ογδόντα χρονών, εντάξει; Σου δηλώνω ότι θέλω μόνο εσένα. Καμιά άλλη. Έζησα μια κόλαση αυτόν το μήνα. Ας μην τσακωθούμε ξανά για το πόσο σε θέλω. Δεν υπάρχει μέτρο σ' αυτό το θέμα. Έχω φτάσει στο σημείο να θέλω να σε ικετεύσω, μωρό μου, και αυτό με τρομάζει». Το χαμόγελό του ήταν απερίγραπτα τρυφερό. «Γι' αυτό, κάνε μου τη χάρη. Δέξου τη συμφωνία που σου προτείνω. Θα συζητήσουμε αργότερα τις λεπτομέρειες για το πού, πότε και πόσο συχνά...» — εδώ χαμογέλασε πονηρά—«...και τι θέλεις για παιχνίδια». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Νομίζω ότι έχασα την ευκαιρία να σε δω να με ικετεύεις. Ακούγεσαι αρκετά σίγουρος». «Είμαι υπέρ των παιχνιδιών». [74]


«Ήσουν πάντα τόσο αλαζόνας». «Κι εσύ πάντα τόσο αντιδραστική». Τον κοίταξε κάτω από τις βλεφαρίδες της. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Ε, μερικές φορές είσαι». Η Κέιτ αναστέναξε απαλά, μη ξέροντας αν του παραδιδόταν ουσιαστικά άνευ όρων ή αν η ζωή χωρίς αυτόν ήταν ανυπόφορη. «Μήπως χρειάζομαι δικηγόρο;» Σαν αστραπή τη σήκωσε στην αγκαλιά του, τύλιξε τα χέρια γύρω της και τη ζάλισε με το χαμόγελό του. «Είμαι τόσο ευτυχισμένος», ψιθύρισε, φιλώντας την τρυφερά. «Και αν θέλεις δικηγόρο, θα σου συστήσω κάποιον. Δε με νοιάζει τίποτα, -αρκεί να ξέρω ότι είσαι δίκιά μου». «Μια στιγμή!» τον έσπρωξε στο στήθος. «Άσε με να το διατυπώσω διαφορετικά», της είπε με χαμόγελο. «Αρκεί να ξέρεις ότι είμαι δικός σου. Καλύτερα τώρα; Να στείλουμε τις... ανακοινώσεις;» «Πολύ αστείο». Της έριξε μια μικρή, ερευνητική ματιά. «Στην πραγματικότητα, δεν θα με πείραζε καθόλου. Θα με απάλλασσε από... ορισμένα άτομα. Οι άνθρωποι μου στο τμήμα δημοσίων σχέσεων μπορούν να δημοσιοποιήσουν τη σχέση μας, να την επισημοποιήσουν. Τι λες;» «Δε μου αρέσει η δημοσιότητα». Έσμιξε τα φρύδια του. «Δε θέλεις να ξέρουν όλοι ότι είμαστε μαζί;» «Ντόμινικ, σε παρακαλώ, όλα αυτά είναι πολύ γλυκά, αλλά δε θα μπορούσες να το υποστηρίξεις αυτό —όχι για πολύ καιρό πάντως. Μετά θα ήμουν υποχρεωμένη να απαντώ σε όλες τις ανόητες ερωτήσεις, η ιδιωτική μου ζωή θα πήγαινε στο διάολο και... η ουσία είναι ότι θα έκλαιγα μπροστά σε κοινό. Αν συμφωνήσω να μη βγω με κανέναν άλλο, δε θα βγω. Προσωπικά, δε νομίζω ότι εσύ είσαι ικανός να το κάνεις, αλλά μπορούμε να δοκιμάσουμε επειδή με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένη». Τον φίλησε ανάλαφρα. «Από κάθε άποψη». Ο Ντόμινικ ήξερε πότε να σταματήσει μια διαπραγμάτευση. «Θα διαπιστώσεις ότι μπορώ», είπε απλά. «Είσαι όλος ο κόσμος [75]


μου, μωρό μου». Ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Λοιπόν;» Κράτησε το τηλέφωνό του ψηλά. «Έχω την άδειά σου να τηλεφωνήσω στο γιατρό;»

[76]


Κεφάλαιο 8 O Ντόμινικ και η Κέιτ περίμεναν το γιατρό στο υπνοδωμάτιο του Ντόμινικ. Ένα κρεβάτι με τέσσερις κίονες που ταίριαζε απόλυτα με το κτίριο του δέκατου αιώνα δέσποζε στο μεγάλο χώρο. Ήταν κατασκευασμένο από ξύλο τικ για να αντέχει στην τροπική ζέστη και την υγρασία και με το πέρασμα των χρόνων το ξύλο είχε πάρει ένα ζεστό, γλυκό χρώμα ώχρας, το φινίρισμα είχε αποκτήσει μια μεταξένια γυαλάδα. Πτυσσόμενες πόρτες, κλειστές τώρα, οδηγούσαν σε μια βεράντα. Το κλιματιστικό κρατούσε τη ζέστη έξω, μαζί με έναν ανεμιστήρα οροφής που περιστρεφόταν απαλά στο ψηλό ταβάνι με δοκάρια. Το κρεβάτι, οι καρέκλες και ο καναπές ήταν όλα καλυμμένα με απαλά λινά. Το πάτωμα ήταν από γυαλισμένο τικ, οι δύο σιφονιέρες και το γραφείο επίσης. Ήταν ένα κλασικά αντρικό δωμάτιο. Ο Ντόμινικ είχε βρει δυο ρόμπες του για να φορέσουν. Η Κέιτ ένιωσε νάνος μέσα στη ρόμπα του. Κάθονταν πλάι-πλάι στο τεράστιο κρεβάτι του, όπου είχαν μόλις καταβροχθίσει μια ποικιλία σάντουιτς, μπισκότα και γάλα που είχε παραγγείλει ο Ντόμινικ για την Κέιτ μαζί με μπίρα και μαλαισιανό φαγητό που του άρεσε. Δεν την παρότρυνε να δοκιμάσει επειδή είχε αποφασίσει να είναι ευγενικός και όχι καταπιεστικός. Τα έφαγε όλα, δεν άφησε ούτε ένα αγγουράκι. «Χριστέ μου, τι ωραίο συναίσθημα να πεινάς πάλι», είπε με έναν αναστεναγμό ικανοποίησης, μετακινώντας το δίσκο με τα σνακ. «Έχω φάει ελάχιστα μετά το Χονγκ Κονγκ». Προσφέροντας στην Κέιτ το τελευταίο μπισκότο, έδειξε τα άδεια πιάτα. «Να πα[77]


ραγγείλω κι άλλα;» «Μάλλον όχι». Τα φρύδια της σχημάτισαν ένα τόξο. «Ο γιατρός σου πρέπει να είναι καθ’ οδόν». Έπιασε το μήνυμά της. «Ρώτησέ τον όταν έρθει. Ο Γιας θα σου πει ότι πρώτη φορά κάνει την ένεση σε κοπέλα μου». «Ω, Θεέ μου...» αναστέναξε η Κέιτ. «Μακάρι να μην ήμουν τόσο...» «Ζηλιάρα; Δε ζηλεύεις μόνο εσύ. Δεν ήξερα καν τι σημαίνει αυτή η λέξη μέχρι που σε γνώρισα». Το βλέμμα του ήταν σταθερό, ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη του. «Χαρτογραφώ ένα καινούριο έδαφος μαζί σου, μωρό μου. Δε χωράει καμιά αμφιβολία». «Τα πάντα επάνω σου... Αυτό το “εμείς” είναι καινούριο και για μένα επίσης. Αισθάνομαι μπερδεμένη, ζηλιάρα, εξωφρενικά φιλήδονη. Σαν μια ξεμυαλισμένη έφηβη χωρίς αίσθηση του μέτρου». «Λυπάμαι», της είπε. «Δεν έβγαινες έξω με αγόρια στο λύκειο, έτσι;» Τον κοίταξε κοροϊδευτικά. «Ούτε εσύ, υποθέτω». «Ασφαλώς όχι». Η Κέιτ γέλασε. «Αρκεί να μην παρεκκλίνουμε ποτέ από αυτόν το φανταστικό κόσμο και όλα θα πάνε καλά». «Όντως». Το χαμόγελό του ήταν τόσο όμορφο —συγκλονιστικό, τρυφερό... «Είπες “όντως” πριν το δείπνο στο Άμστερνταμ με τον ίδιο καυτό, σέξι τρόπο. Κόντεψα να σου ριχτώ τότε και να σου υποσχεθώ οτιδήποτε». «Προσωπικά, ήθελα να σε σύρω με το ζόρι επάνω εκείνη τη νύχτα και να σε πηδήξω μέχρι να μην μπορώ να κινηθώ». Η Κέιτ χαμογέλασε πονηρά. «Τι κάναμε λάθος όταν βρισκόμαστε και οι δυο στο ίδιο φορτηγό τρένο;» Ο Ντόμινικ ανασήκωσε τους ώμους του, το γκρίζο μετάξι της ρόμπας λαμποκοπούσε στο φως της λάμπας. «Σου πήρε λίγο χρόνο. Ήσουν δειλή». «Αυτό ήμουν;» Ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Ή με πολεμούσες. Διάλεξε». «Η φήμη σου με αποθάρρυνε». [78]


«Αυτά τέλεαυσαν πια». Η φωνή του ήταν βραχνή και χαμηλή, συγκινητικά ειλικρινής. Σήκωσε το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της. «Ώστε όλα είναι καλά τώρα;» ψιθύρισε. Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Έχεις το λόγο μου, μωρό μου», είπε τρυφερά. «Τίποτα δεν είναι λάθος αυτή τη φορά. Τίποτα απολύτως. Γι’ αυτό χάρισε μου ένα χαμόγελο και το μισό μπισκότο. Θα παραγγείλουμε κι άλλα μόλις φύγει ο Γιας». Σκόπιμα έστρεψε τη συζήτηση αλλού. Δεν την εξέπληξε. Ο Ντόμινικ απέφευγε συναισθηματικά δράματα. Σπάζοντας το μπισκότο στα δύο, του έδωσε το μισό και χαμογέλασε. «Θα υπακούσω στις εντολές σου —αυτή τη φορά μόνο». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Ε, η μια φορά είναι καλύτερη από το καθόλου. Θα πάρω ό,τι μπορώ». Άρπαξε το μπισκότο από τα δάχτυλά της, έπειτα έπιασε το ποτήρι με το γάλα από το δίσκο και της το έδωσε. «Θα φροντίσω να έχεις σοκολατούχο αύριο». «Δεν έχω πρόβλημα. Το άσπρο γάλα είναι τέλειο με μπισκότα». Βούτηξε το μπισκότο της στο γάλα. «Αυτή τη στιγμή όλα είναι τέλεια», είπε χαϊδεύοντας απαλά το μάγουλό της με τα ακροδάχτυλά του. «Και θα παραμείνουν έτσι. Το αξίζουμε ύστερα από ένα μήνα δυστυχίας». Έβαλε το μισό μπισκότο στο στόμα του. «Τα έχω ξεχάσει τελείως όλα αυτά. Τώρα είμαι στον παράδεισο. Σοβαρά». «Μη μου το λες», μουρμούρισε μασουλώντας. Ενώ όμως μιλούσε, μια μικρή ανησυχία τρύπωσε μέσα του. Η Κάθριν αποτελούσε το σημείο αναφοράς του σε ό,τι ήταν καλό στη ζωή του. Κι όμως η συνάντησή τους ήταν μια τυχαία πράξη της μοίρας, όπως όταν κερδίζεις στο τζόκερ, και ανησυχούσε μήπως η παλιά παροιμία — το μόνο σίγουρο με την τύχη είναι ότι αλλάξει— έβγαινε αληθινή. «Έι, Γη καλεί Ντόμινικ!» Ξεροκατάπιε, έπειτα της χαμογέλασε. «Με συγχωρείς, με πήρε ο ύπνος», της είπε ψέματα. «Δεν έχω κοιμηθεί πολύ τελευταία». «Όταν φύγει ο γιατρός, κοιμήσου», του πρότεινε και άφησε το ποτήρι στο δίσκο. «Δε θα πάω πουθενά». [79]


Δε θα πάω πουθενά. Η γλυκιά διαβεβαίωσή της ήταν σαν τη βροχή έπειτα από δεκαετή ξηρασία, σαν την τροφή στον άνθρωπο που λιμοκτονούσε. «Σ’ ευχαριστώ, ίσως το κάνω». Μίλησε επιφυλακτικά, κατάλοιπο μιας ζωής δύσκολης στην αλλαγή, η πρωτόγνωρη αίσθηση της ελπίδας υπερβολικά εύθραυστη για να διακινδυνεύσει. Το χτύπημα στην πόρτα ήταν μια ανακούφιση. Δεν είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του και το μυαλό του ήταν υπερφορτωμένο απόψε. Άφησε το ποτήρι στο κομοδίνο. «Πρέπει να είναι ο Γιας». Σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Θα μείνεις, έτσι;» Ο τόνος της φωνής της φανέρωνε ταραχή. «Δεν κάνω την ένεση χωρίς να είσαι δίπλα μου». Ο Ντόμινικ της έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. «Λες και θα σε άφηνα ποτέ μόνη με άλλο άντρα». «Αχ, ωραία. Μου αρέσει που ζηλεύεις κι έτσι δεν είμαι μόνο εγώ». Γύρισε, σκυθρωπός για μια στιγμή, αλλά μετά θυμήθηκε τους καλούς του τρόπους και το βλοσυρό του ύφος εξαφανίστηκε αμέσως. «Η λέξη “ζήλια” δεν μπορεί καν να περιγράφει πώς νιώθω στη σκέψη να είσαι με άλλο άντρα», είπε ήσυχα. «Μια προειδοποίηση, μωρό μου. Είσαι δική μου. Είμαι σαφής;» Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της περιμένοντας την απάντησή της. «Υποθέτω». Ένας μικρός συμβιβασμός. Κούνησε αδιόρατα το κεφάλι του. «Λάθος απάντηση. Έλα, μωρό μου, κάνε μου τη χάρη». «Ω, πολύ καλά! Ναι, λοιπόν! Όμως όχι πάντοτε, Ντόμινικ. Όχι κάθε φορά». «Θα δούμε». «Ντόμινικ!» «Λυπάμαι». «Όχι, δε λυπάσαι». «Παραδεξου τουλάχιστον ότι προσπαθώ», γκρίνιαξε. «Έχω την αίσθηση ότι κάνω ελιγμούς μέσα σε ένα γαμημένο ναρκοπέδιο —κάθε λέξη είναι εκρηκτική, κάθε σκέψη επίσης... Ω, γαμώ το! Δεν το εννοούσα έτσι. Ήταν αγενές». Έσκυψε το κεφάλι του σε [80]


μια μικρή συμφιλιωτική χειρονομία και άλλαξε τη στάση του. «Κοίτα, θα το συνηθίσω. Θα μου πάρει λίγο χρόνο. Μπορούμε να συζητήσουμε για τη ζήλια και τα όριά της αργότερα; Σε παρακαλώ, μωρό μου... Ο Γιας περιμένει». Ήταν απίστευτα ελκυστικός και εκείνη η μικρή ρυτίδα ανησυχίας ανάμεσα στα φρύδια του... Του χαμογέλασε. «Φυσικά». Ο Ντόμινικ ξεφύσηξε. «Σ’ ευχαριστώ». Της γύρισε την πλάτη, προχώρησε προς την πόρτα και την άνοιξε. «Καλησπέρα, Γιας. Πέρασε. Να σου γνωρίσω το κορίτσι μου». Το κορίτσι μου. Ζεστές, απαλές, όμορφες λέξεις. Η Κέιτ ένιωσε σαν δεκατετράχρονη που ζει την πρώτη της αγάπη. Αν και οι λέξεις «πρώτη αγάπη» δεν ταίριαζε στον Ντόμινικ. Θα ταίριαζε περισσότερο κάτι σαν ο μεγάλος, ο τρελός, ο καταλυτικός έρωτας της ζωής μου. Ένα λεπτό αργότερα οι άντρες βρίσκονταν στο πλάι του κρεβατιού. Ο Ντόμινικ έκανε τις συστάσεις, έπειτα στράφηκε στον επισκέπτη τους και χαμογέλασε. «Δεν είναι αξιολάτρευτη;» Ο Γιας έκρυψε το σοκ του. Ο Ντόμινικ ερωτευμένος; Μπερδεύτηκε. «Απολύτως», απάντησε ευγενικά, γυρίζοντας προς την όμορφη κοκκινομάλλα με ένα χαμόγελο. «Χαίρω πολύ, δεσποινίς Χαρτ». Εκείνη είχε κοκκινίσει με το κομπλιμέντο του Ντόμινικ — που ήταν πραγματικά αξιολάτρευτο. Ήταν επίσης μικροκαμωμένη και έδειχνε τόσο εύθραυστη μέσα στην τεράστια ρόμπα του Ντόμινικ, ο οποίος ένιωθε πάντοτε να ελκύεται από ψηλές, κομψές, λαμπερές γυναίκες... μέχρι τώρα! «Να με λέτε Κέιτ, παρακαλώ». Ανταποδίδοντας το χαμόγελό του, μελέτησε τον καλοβαλμένο νέο άντρα, ντυμένο με τζιν παντελόνι και λευκό πόλο πουκάμισο, η εθνικότητά του ένα κράμα του πολυπολιτισμικού κινέζικου, μαλαισιανού και ινδικού πληθυσμού της Σιγκαπούρης. «Και ζητώ συγνώμη. Ο Ντόμινικ δεν έπρεπε να σας ζητήσει να έρθετε τέτοια ώρα μέσα στη νύχτα». Κι άλλο σοκ. Ο Ντόμινικ δεχόταν να τον επιπλήττει μια γυναίκα; Σίγουρα ήταν η πρώτη φορά. «Της είπα ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Πες της το κι εσύ, Γιας...» —ο Ντόμινικ χαμογέλασε πάλι— «...διαφορετικά θα πρέπει να υποστώ την γκρίνια [81]


της». Γκρίνια; Σοβαρά; Πρέπει να είναι απίστευτα καλή στο κρεβάτι. Ο Γιας δεν είχε δει ποτέ τον Ντόμινικ να συναινεί σε κάτι που έλεγε μια γυναίκα. «Δεν υπάρχει πρόβλημα», απάντησε ευγενικά. «Ο Ντόμινικ κι εγώ γνωριζόμαστε πολλά χρόνια». Συχνά σε περιστάσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μόνο ως έκφυλες. «Γνωριστήκαμε στο Λονδίνο». Ο Ντόμινικ στράφηκε στο φίλο του. «Πριν από —πόσα;— τέσσερα, πέντε χρόνια; Ο Γιας γιόρταζε την αποφοίτησή του από την Ιατρική Σχολή του Κέμπριτζ κι εγώ προσπαθούσα να αδειάσω όλα τα ποτά του κλαμπ». «Μια αξέχαστη νύχτα, από όσο θυμάμαι». Στο προειδοποιητικό βλέμμα του Ντόμινικ, ο Γιας σταμάτησε απότομα. Ο Ντόμινικ έδειξε τη δερμάτινη τσάντα που κρεμόταν από τον ώμο του γιατρού. «Έφερες την ένεση;» Ο Γιας κατένευσε. «Πρώτα πρέπει να κάνω μερικές ερωτήσεις ρουτίνας. Είναι θέμα πρωτοκόλλου. Σε μερικές γυναίκες εμφανίζονται παρενέργειες...» Λίγο αργότερα και αφού η Κέιτ είχε απαντήσει αρνητικά σε όλες τις ερωτήσεις του, ο Γιας τους εξήγησε ότι το φάρμακο ενεργούσε άμεσα. Τους μίλησε επίσης για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά του, τη διάρκειά του. «Όταν λέτε άμεσα, τι σημαίνει αυτό;» Η Κέιτ ανασήκωσε τα φρύδια της. «Ρεαλιστικά μιλώντας». «Δεν υπάρχει βιασύνη», είπε ο Ντόμινικ παρεμβαίνοντας. «Δεν έχει σημασία». Ακόμη ένα ανασήκωμα των φρυδιών της. «Να μιλάς για τον εαυτό σου». «Προφανώς υπάρχει βιασύνη», είπε ο Ντόμινικ μαλακά γυρίζοντας προς τον Γιας. «Για πόσο χρόνο μιλάμε; Ώρες, λεπτά;» «Η βιβλιογραφία χρησιμοποιεί τη λέξη αμέσως και όσο το φάρμακο λειτουργεί είναι σαφές ότι η αντίδραση κάθε γυναίκας ποικίλλει. Για την ακρίβεια, τρεις στις εκατό γυναίκες — πάλι σύμφωνα με τη βιβλιογραφία— μένουν έγκυες ακόμη και όταν παίρνουν το φάρμακο». Τα ποσοστά ήταν καλά. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε στην Κέιτ. [82]


«Εσύ αποφασίζεις, μωρό μου». «Τρεις στις εκατό. Χμ, νομίζω ότι η απόφαση είναι μόνο δική σου». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Κανένα πρόβλημα». «Είσαι σίγουρος;» Τα πράσινα μάτια της έλαμψαν. «Τελευταία ευκαιρία να το σκάσεις». Χριστέ μου, σκέφτηκε ο Γιας. Αν ο Ντόμινικ σκεφτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο να κάνει ένα παιδί με αυτή τη νέα γυναίκα, όσο απίθανο και αν ήταν, τότε... τότε τα είχε δει όλα. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν η αντίδραση του Ντόμινικ. «Γιατί να θέλω να το σκάσω;» Ο Γιας έπνιξε το επιφώνημα που πήγε να του ξεφύγει. «Τότε εντάξει. Είμαι κι εγώ σίγουρη... νομίζω». Η Κέιτ έκανε μια παύση, σήκωσε το βλέμμα της στον Ντόμινικ, που την παρατηρούσε χαμογελώντας με συγκατάβαση. «Ναι... ναι... ας το κάνουμε». Στράφηκε στον Γιας κάνοντας μια ελαφριά γκριμάτσα. «Είναι όλοι τόσο επιφυλακτικοί;» Του πήρε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να απαντήσει κι άλλο ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να αποφασίσει πώς θα απαντούσε, τη στιγμή που ο Ντόμινικ ήταν ο κύριος χρηματοδότης του εργαστηρίου του. Στην πραγματικότητα δεν είχε καθόλου πελάτες. «Πες της ότι όλοι είναι επιφυλακτικοί, Γιας, διαφορετικά θα συνεχίσει να σε ανακρίνει. Μη με κοιτάς έτσι, μωρό μου. Ξέρεις ότι αναλύεις το καθετί μέχρι αηδίας». Τα φρύδια της Κέιτ υψώθηκαν. «Μην προσπαθείς να του πεις πώς πρέπει να απαντήσει». Πνίγοντας την έκπληξή του για το θράσος της νεαρής κυρίας, πόσο μάλλον για τη διαλλακτική στάση του Ντόμινικ, ο Γιας όντως απάντησε όπως ακριβώς ήθελε ο χρηματοδότης του. «Είναι μια μεγάλη απόφαση. Δεν είσαι η μόνη που θέλεις να είσαι σίγουρη». «Ορίστε. Βλέπεις;» Ο Ντόμινικ στράφηκε στον Γιας και τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα. «Λοιπόν, τι γίνεται τώρα, γιατρέ;» Ο γιατρός έστρεψε την προσοχή του στην Κέιτ. «Μπορείς να ανασηκώσεις το μανίκι σου όσο εγώ θα ετοιμάζω την ένεση». [83]


«Άσε με να το κάνω εγώ για σένα, μωρό μου». Ο Ντόμινικ πλησίασε αμέσως στο κρεβάτι. «Τέντωσε το χέρι σου». «Προς Θεού, Ντόμινικ. Μπορώ να σηκώσω το μανίκι μου μόνη». «Δεν είπα ότι δεν μπορείς. Άσε με να σε βοηθήσω, όμως, εντάξει; Μερικές φορές οι ενέσεις πονούν πολύ. Και μια που το έφερε η κουβέντα», πρόσθεσε γυρίζοντας προς το γιατρό, ενώ σήκωνε το γαλάζιο μεταξωτό μανίκι και κρατούσε το χέρι της τεντωμένο, «Θα πονάει το χέρι της μετά;» «Αυτό δεν μπορώ να το πω». Ο Γιας σήκωσε τη σύριγγα ψηλά. «Ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά». Ο Ντόμινικ συνοφρυώθηκε. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να μείνεις εδώ ως το πρωί, Γιας. Για καλό και για κακό». «Αν θέλετε, ασφαλώς». «Έλα τώρα, Ντόμινικ, μην το κάνεις ολόκληρο θέμα. Μια ένεση είναι. Θα είμαι μια χαρά». «Γιατί να το ρισκάρουμε; Τον Γιας δεν τον πειράζει». Ο Ντόμινικ έριξε στο γιατρό μια ματιά που το νόημα της ήταν εντελώς ξεκάθαρο. «Ο Ταν θα σε φροντίσει. Θα πιεις ένα μικρό ποτήρι ουίσκι, από εκείνο που σου αρέσει πριν κοιμηθείς. Τώρα κλείσε τα μάτια σου, μωρό μου. Ξεκινάμε». Λίγο αργότερα, ο Ντόμινικ συνόδευσε τον Γιας έξω από το δωμάτιο. «Ίσως σε χρειαστώ για μία ή δύο εβδομάδες», είπε ο Ντόμινικ. «Το πρόγραμμά σου σ' το επιτρέπει;» «Φυσικά. Πάντως, αν ανησυχείς για την αντίδραση της νεαρής κυρίας στην ένεση, δεν υπάρχει λόγος». «Ωραία αλλά δεν είναι αυτό». Ο Ντόμινικ τον έπιασε από το μπράτσο και απομακρύνθηκαν από την πόρτα. «Ο Λίο και ο Ντάνι έρχονται από το Χονγκ Κονγκ. Θα είναι εδώ σε δυο ώρες περίπου. Υπάρχει μια πιθανότητα μέλη της βαλκανική μαφίας να είναι στην πόλη -ψάχνοντας για την Κάθριν». «Μη μου πεις ότι η νεαρή δεν είναι αυτό που φαίνεται;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Χριστέ μου, αυτό μοιάζει με σενάριο αστυνομικής ταινίας». Το χαμόγελό του έσβησε και μια νότα μεταμέλειας εμφανίστηκε στη φωνή του. «Η αλήθεια είναι ότι έκανε κάποια δουλειά για μένα που μπορεί να έχει βάλει τη ζωή [84]


της σε κίνδυνο». «Η ίδια το ξέρει;» «Όχι, και δε θέλω να το μάθει. Είναι...» Ο Ντόμινικ έσφιξε τα χείλη του. «Ας πούμε ότι αν μάθει πως η μαφία είναι στα ίχνη της μπορεί να πανικοβληθεί. Γι' αυτό στείλε να σου φέρουν ό,τι χρειάζεσαι για τις συνήθεις καταστάσεις ανάγκης. Θα πετάξουμε νωρίς το πρωί και ελπίζω να αποφύγουμε τις επιπλοκές». Ο Γιας περιποιόταν τραύματα και χειρουργούσε, αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη, όταν ο Ντόμινικ και οι άντρες του ταξίδευαν στα πέρατα του κόσμου. Η επενδυτική Venture ερευνούσε συστηματικά για φυσικούς πόρους σε κάποιες από τις πιο βίαιες περιοχές του πλανήτη. Έτσι ο κίνδυνος και η ασφάλεια, όπως και τα λύτρα, ήταν σημαντικά προβλήματα. Για την ακρίβεια, τα λύτρα είχαν πάρει τη μορφή επιχειρηματικού μοντέλου σε μερικές από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ακόμη και το να φοράς ένα ακριβό ρολόι θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. «Γιατί έχει θυμώσει η βαλκανική μαφία;» «Η Κάθριν ανακάλυψε τα είκοσι εκατομμύρια δολάρια που μου είχαν κλέψει από ένα εργοστάσιό μου στο Βουκουρέστι και τα είχαν στείλει σε μια τράπεζα στη Σιγκαπούρη. Τα πήραμε πίσω. Τα έχασαν. Δεν τους αρέσει να χάνουν είκοσι εκατομμύρια δολάρια». «Φυσικά! Αυτοί θα σκότωναν για χίλια δολάρια». «Ακριβώς. Γι’ αυτό θα τους κάνω μια προσφορά που αν είναι έξυπνοι θα τη δεχτούν. Στο μεταξύ...» «Θα φύγεις από την πόλη». Ο Ντόμινικ κατένευσε. «Στις ΗΠΑ θα είμαστε σχετικά ασφαλείς. Με τους εξονυχιστικούς ελέγχους από τη μια και τις αυστηρές προδιαγραφές για βίζα, μόνο οι επαγγελματίες του είδους μπαίνουν μέσα». «Και αυτοί δεν είναι;» Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Μικροκακοποιοί». «Θα μου πάρει μια ώρα να μαζέψω τα εργαλεία μου και να επιστρέψω». «Ευχαριστώ. Θα σε δω το πρωί, εκτός αν η Κάθριν υποφέρει [85]


από τις παρενέργειες της ένεσης». «Οι πιθανότητες είναι ελάχιστες έως καθόλου». «Δεν έχει σημασία. Δε θέλω να το ρισκάρω». «Το πρόσεξα. Είναι σημαντική για σένα». «Κοιμήθηκα ελάχιστα τον τελευταίο μήνα που ήμουν μακριά της. Τώρα είμαστε μαζί εδώ και...» —ο Ντόμινικ κοίταξε το ρολόι του «...τρεις ώρες και είκοσι λεπτά —και η ζωή αξίζει πάλι. Οπότε ναι, είναι σημαντική». Ένα ανέκφραστο βλέμμα, έπειτα ένα χαμόγελο. «Ο Γιας τακτοποιήθηκε», είπε ο Ντόμινικ μπαίνοντας πάλι στο υπνοδωμάτιο. «Όλα εντάξει; Δεν πονάς;» «Όλα καλά τώρα που γύρισες». Χαμογέλασε. «Με πιάνει μελαγχολία όταν δε σε βλέπω και γι’ αυτή την κατάσταση δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Καμιά λογική, τουλάχιστον». «Ήμαστε χώρια πολύ καιρό, ήμαστε δυστυχισμένοι πολύ καιρό. Ο εφιάλτης είναι ακόμη νωπός». Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, έπειτα κούνησε το κεφάλι του για να διώξει τις οδυνηρές αναμνήσεις. «Σκέφτομαι να σε δέσω με μια χειροπέδη στον καρπό μου —δεν αστειεύομαι». «Τι γλυκά είναι όλα αυτά που λες...» μουρμούρισε η Κέιτ. Ο Ντόμινικ γέλασε, έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και η φωνή του έγινε ένας ψίθυρος. «Μόνο μη φεύγεις από το πλάι μου, εντάξει;» Ξαφνικά ο λαιμός της έκλεισε από τα δάκρυα, δεν μπορούσε να μιλήσει, οπότε κατένευσε. Ο Ντόμινικ ξάπλωσε στο κρεβάτι και την τράβηξε στην αγκαλιά του, την έβαλε να καθίσει επάνω στα γόνατά του και την κράτησε σφιχτά. «Θα τα καταφέρουμε, σ’ το υπόσχομαι. Ο κόσμος να χαλάσει, η συντέλεια του κόσμου να έρθει, εμείς θα τα καταφέρουμε. Έχεις το λόγο μου». Ένας μικρός λόξιγκας κι ένα μικρό χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ». Σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάγουλά της με τον αντίχειρά του, έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε απαλά. «Είμαστε στον κίτρινο πλινθόκτιστο δρόμο αυτή τη φορά, γλύκα μου. Όλες οι κακές μάγισσες έχουν φύγει». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την ευχαρίστηση. «Είδες [86]


κι εσύ το Μάγο του Οζ;» «Αναγκάστηκα. Η αδερφή μου, η Μέλανι, είναι ερωτευμένη μ’ αυτή την ταινία». Η Κέιτ χαχάνισε. «Δεν μπορώ να σε φανταστώ παιδί». «Καλύτερα. Ήμουν σκέτος διάολος επάνω σε ποδήλατο». «Δηλαδή τώρα δεν είσαι;» τον πείραξε. «Εξαρτάται από το ποιος με κρίνει, υποθέτω», είπε με ένα λάγνο χαμόγελο. «Είναι γνωστό ότι κι εσένα σου αρέσει ο κίνδυνος μερικές φορές». «Μια που μιλάμε γι’ αυτό...» μουρμούρισε η Κέιτ. Ο Ντόμινικ ξεφύσηξε απαλά. «Γιατί δεν περιμένουμε ως το πρωί;» Η Κέιτ ζάρωοε τη μύτη της. «Δε θέλω να περιμένω». «Ποτέ δε θέλεις». Αναστέναξε. «Αλλά τώρα είναι διαφορετικά. Ίσως το αμέσως να είναι παρακινδυνευμένο. Άκουσες τον Γιας». «Τότε χρησιμοποίησε ένα προφυλακτικό». «Είσαι αλλεργική. Ας περιμένουμε ως το πρωί». «Τι θα έλεγες να το κάνω μόνη μου;» προσφέρθηκε με ένα προκλητικό χαμόγελο. «Εσύ μπορείς να κοιτάζεις. Πες μου μόνο πώς να το κάνω». «Με βάζεις σε πειρασμό, γλύκα μου, αλλά δε νομίζω πως είναι δυνατόν». «Εγώ να αυνανίζομαι ή εσύ απλώς να κοιτάζεις;» «Μάντεψε», είπε ο Ντόμινικ ξερά. «Νομίζω ότι αυτή η ένεση με έχει ερεθίσει». Ανασήκωσε το φρύδι του. «Εσένα όλα σε ερεθίζουν». «Μόνο όταν είσαι δίπλα μου. Μα το Θεό», είπε βλέποντας το δύσπιστο βλέμμα του. «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω, αλλά ευχαριστώ». «Έι, το λέω σοβαρά». Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και τον φίλησε. «Μπορείς να βάλεις στοίχημα όλες τις καταθέσεις σου», του είπε χαμογελώντας. «Μ’ αρέσει πολύ αυτό», είπε απαλά αντί να της απαντήσει ως συνήθως με τον κυνισμό που τον διέκρινε. Σκύβοντας το κεφάλι του, φίλησε το αισθησιακό στόμα της και ευχήθηκε ο κόσμος να ήταν πραγματικά μόνο γλυκύτητα και φως. [87]


«Λοιπόν... θα παίξεις κι εσύ μαζί μου;» τον ρώτησε λίγα λεπτά αργότερα, ακόμη πιο ανυπόμονα. Το φιλί του θα μπορούσε ν’ αναστήσει και νεκρό. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι αυτήν τη φορά. Θα σε βοηθήσω πάντως». Το χαμόγελό της ηλιόλουστο. «Είσαι αξιολάτρευτος. Ανιδιοτελής. Μεγαλόψυχος. Αλτρουιστής». «Λογικός. Πρακτικός. Δεν πάω γυρεύοντας». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Και αυτά». «Είσαι σίγουρη ότι δεν πονάς πουθενά;» «Αν πονέσω, θα φωνάξω». «Αυτό δε μου λέει τίποτα», απάντησε σέρνοντας τη φωνή του. «Εσύ πάντοτε φωνάζεις». «Θα φωνάξω, “Πονάει!” Τι λες γι’ αυτό;» «Εντάξει». Το βλέμμα του ήταν σκέτος πειρασμός. «Θα ήθελες να παίξεις λίγο πρώτα;» «Δώσε μου ένα λεπτό να αποφασίσω... Ναι». Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα λεία μαλλιά του και τράβηξε το κεφάλι του προς τα κάτω. «Ναι, ναι... ναι». «Θεέ μου, είναι τόσο ωραίο να σε έχω πάλι κοντά μου, μωρό μου», ψιθύρισε, με την καρδιά του να φωτογραφίζεται μέσα στα μάτια του, ο παλιός του κόσμος κλειδαμπαρωμένος. «Είναι ο παράδεισος στη γη...»

[88]


Κεφάλαιο 9 Αργότερα — ένα αργό, συγκλονιστικό, καυτό φιλί— η Κέιτ κλαψούριζε. Ο Ντόμινικ σκεφτόταν, Στο διάολο η αναμονή, ενώ μια μικρή φωνούλα μέσα του ούρλιαζε: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ; Η ερώτηση δεν καταγράφηκε σαν ουρλιαχτό επειδή ο πόθος παραγκώνισε όλες τις σκέψεις του. Αλλά τα ανακλαστικά του Ντόμινικ, που ήταν σε πλήρη λειτουργία, χτύπησαν φρενιασμένα το κουμπί του πανικού και ούρλιαζαν: Κόκκινος συναγερμός! Κόκκινος συναγερμός! Μέσα στον μανιασμένο πόθο του, άκουσε τελικά τα κουδούνια του συναγερμού και, σηκώνοντας την Κέιτ από την αγκαλιά του με απίστευτη ταχύτητα, την έριξε στο κρεβάτι, τραβήχτηκε αστραπιαία μακριά της και ξάπλωσε ανάσκελα, με τα μάτια κλειστά, λουσμένος ξαφνικά στον ιδρώτα. «Δε... θα... σου... ρίξω... καμιά ευθύνη», είπε η Κέιτ λαχανιασμένα. Ο ακόρεστος πόθος της ήταν ένας δυνατός, παλλόμενος πόνος βαθιά μέσα της. Γύρισε να τον κοιτάξει, τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, θολά από το πάθος. «Σε παρακαλώ, Ντόμινικ. Μη μου το κάνεις αυτό!» Δεν την κοίταξε, η αυτοκυριαρχία του είχε φτάσει στα όριά της. Κι αν την άκουγε, αν την ικανοποιούσε, αν ικανοποιούσε τον εαυτό του και τη φρενιασμένη λίμπιντό του; Τι θα γινόταν τότε; Κάθε πιθανό αποτέλεσμα πέρασε από το μυαλό του —όλα όμως αντιστρατεύονταν την πιθανότητα του τρία τοις εκατό που ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί. Παίρνοντας βαθιά ανάσα, σήκωσε πρώτα το κεφάλι του, έπειτα ανακάθισε. «Θα σου βρω... κάτι άλλο». Η [89]


φωνή του ήταν τραχιά, κάθε μυς στο σώμα του τεντωμένος από την αυτοσυγκράτηση. «Δε θέλω κάτι άλλο! Θέλω εσένα!» Τρέμοντας από την απογοήτευση, η Κέιτ τέντωσε το χέρι της για να αρπάξει το πέος του. Πιάνοντας το χέρι της στον αέρα, έπειτα το άλλο που κατευθυνόταν στον ίδιο στόχο, την έστησε όρθια και την κράτησε σε απόσταση. «Συγχώρεσέ με, μωρό μου», ψιθύρισε. Θεέ μου, αισθανόταν απαίσια που την απέρριπτε. «Υπόσχομαι ότι θα σε αποζημιώσω αύριο». «Όχι, τώρα!» Τρέμοντας από τη στέρηση, κλείνοντας τα αυτιά της στη λογική, πάλευε να ελευθερώσει τα χέρια της από το σφίξιμό του. «Σε παρακαλώ, δεν μπορώ να περιμένω! Ντόμινικ, λυπήσου με!» Τα ρουθούνια του ανοιγόκλεισαν, μια φωνή τον παρότρυνε: Είναι μόνο για μια φορά... έλα. Και ήταν τόσο μικρή και ανυπεράσπιστη, το χρειαζόταν τόσο... Οι παλιές, βαθιά ριζωμένες μέσα του παρορμήσεις τον ωθούσαν να ζευγαρώσει. Η στύση του σκαρφάλωσε στα ύψη σ’ αυτή τη σκέψη. «Βλέπεις; Το θέλεις κι εσύ!» Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο διογκωμένο πέος του, που τιναζόταν μπροστά στα μάτια της. Η Κέιτ προσπάθησε να ελευθερωθεί από το σφίξιμό του. «Έλα, Ντόμινικ, μόνο μια φορά! Δε θα πάθω τίποτα!» τον ικέτευσε. Έδιωξε τη βίαιη εικόνα που κατέκλυσε το μυαλό του, αλλά του πήρε ένα δευτερόλεπτο ακόμη ώσπου να καταστείλει τις άγριες επιθυμίες του, να κρατήσει τη λίμπιντό του υπό έλεγχο και άλλο ένα δευτερόλεπτο για να θυμίσει στον εαυτό του ότι το τελευταίο πράγμα που ήθελε αυτήν τη στιγμή ήταν να τρομάξει την Κέιτ και να φύγει μακριά του. «Μωρό μου, λογικέψου», είπε πιο ήρεμα από όσο ένιωθε. «Δε χρειάζεσαι το πέος μου για να τελειώσεις. Μπορείς και διαφορετικά. Και σε λίγες ώρες θα έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα πάντα, εντάξει;» «Όχι, δεν είναι εντάξει!» του σφύριξε, αναψοκοκκινισμένη και φοβερά εξαντλημένη, τόσο κοντά στον οργασμό, που η λογική της είχε κάνει φτερά. «Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εντάξει! Νόμιζα ότι αυτό έγινε για μένα, όχι για σένα, αλλά όλα στρέφονται πάντοτε γύρω από εσένα. Εσύ είσαι αυτός που αποφασίζει, που έχει τον έλεγχο —κάθε ώρα, κάθε στιγμή!» Προσπάθησε να ελευ[90]


θερωθεί. «Άσε τα χέρια μου, διάολε!» Το σφίξιμό του δεν υποχώρησε, η φωνή του, αντίθετα, ήταν απαλή. «Δε χρειάζεται να περιμένεις επειδή πρέπει να περιμένω εγώ. Υπάρχουν εκατοντάδες άλλα πράγματα που μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω». Κατάρα! Το βλέμμα της από φλογερό έγινε αμέσως πάγος. «Μόνο εκατοντάδες;» Η φωνή της επίσης παγωμένη. «Ήταν μια έκφραση μόνο». Μια τεταμένη σιωπή επικράτησε. Η Κέιτ προσπαθούσε να χωνέψει αυτό που μόλις της είχε πει. Ο Ντόμινικ σκεφτόταν πόσο πιο εύκολο ήταν να βρίσκεται με γυναίκες που ήθελαν μόνο τα λεφτά του. «Στο διάολο!» μουρμούρισε η Κέιτ. «Ούτε που με ενδιαφέρει πια». Προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της. «Άσε με, σε παρακαλώ!» «Σε ένα λεπτό!» Η ένταση ήταν βαριά. «Μου κάνεις τη χάρη;» του είπε κοφτά, κοιτάζοντας άγρια τα χέρια του που κρατούσαν τα δικά της ακίνητα. «Περιμένω να χαλαρώσεις». Τον κοίταξε με άγριο βλέμμα. «Φοβάσαι ότι θα σε πονέσω;» Γέλιο πετάρισε μέσα στα μάτια του. «Θα 'πρεπε να ανησυχώ;» Ρούφηξε τη μύτη της. «Πόσο μου χτυπάς στα νεύρα όταν είσαι τόσο ήρεμος». «Ένας από τους δυο μας πρέπει να είναι». «Θα ηρεμήσω». «Ωραία. Πες μου πότε και θα σ’ αφήσω». «Χριστέ μου, με κάνεις πάντοτε να νιώθω σαν ένα άτακτο παιδί». «Δεν το θέλω. Είμαι μεγαλύτερος. Και...» «Γαμάς πολλά περισσότερα χρόνια». Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν σε παραδοχή. «Ίσως είναι αυτό. Είμαι πιο...» «Αποκαμωμένος; Τα έχεις περάσει αυτά χιλιάδες φορές;» Ο Ντόμινικ αναστέναξε απαλά. «Πιθανόν. Από την άλλη», είπε με ένα μικρό χαμόγελο, «είναι καλό που δεν είμαστε και οι δυο πρωτάρηδες». Μια λάμψη ευθυμίας φώτισε το βλέμμα του. «Τουλάχιστον ξέρω πώς να σε διασκεδάσω, σωστά;» [91]


Χαμογέλασε βλέποντας το απρόθυμο κούνημα του κεφαλιού της. «Και σοβαρά, γλύκα μου, μου αρέσει η παράτολμη προσωπικότητά σου, ειλικρινά. Δε θέλω να τη χάσεις. Απλώς προσπαθώ να ελαχιστοποιήσω τυχόν προβλήματα που ενδεχομένως προκόψουν. Εντάξει;» Αλλο ένα απρόθυμο νεύμα. Έσκυψε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. «Λοιπόν, τελειώσαμε με αυτήν τη μάχη;» «Με τον όρο να μην είναι ένα από τα παιχνίδια σου, κύριεεγώ-κάνω-κουμάντο», απάντησε εκείνη νευρικά. «Μακάρι να ήταν. Το μόνο που προσπαθώ είναι να είμαι ρεαλιστής». «Όπως πάντα. Αυτό δεν είναι το... μότο σου με τις γυναίκες;» «Όχι μ’ εσένα, ποτέ μ’ εσένα... και αυτό είναι το πρόβλημα. Κοίτα, είναι μόνο για λίγες ώρες και, παραδέξου το, δε θέλεις... ανεπιθύμητες συνέπειες όσο κι εγώ. Σωστά;» Δεν του απάντησε αμέσως. «Υποθέτω», είπε τελικά, κάνοντας μια γκριμάτσα μεταμέλειας. Έπειτα αναστέναξε απαλά. «Ναι, έχεις δίκιο», πρόσθεσε, κοκκινίζοντας ελαφρά καθώς παραδεχόταν τη σώφρονα κρίση του. «Και δε λέω “ως συνήθως”, γι’ αυτό μην το παίρνεις επάνω σου». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ. Δε θα το πάρω πάνω μου». Απέθεσε ένα φιλί στα δάχτυλά της και άφησε τα χέρια της ελεύθερα. «Τώρα, άσε με να βρω κάτι που θα σε βοηθήσει να περάσεις τη νύχτα». Ανασήκωσε τα φρύδια της. «Έχεις σεξουαλικά παιχνίδια εδώ; Γιατί δεν το είπες πριν; Θα είχαμε αποφύγει όλες αυτές τις βλακείες». Η στιγμή δεν ήταν η κατάλληλη για να της θυμίσει ότι είχε προτείνει εναλλακτικές λύσεις. «Επειδή δεν έχω παιχνίδια εδώ, γι' αυτό», απάντησε. «Σοβαρά;» «Ναι, σοβαρά». Δεν της έδωσε άλλη εξήγηση γιατί δεν ήθελε μια συζήτηση για παιχνίδια που ίσως ξυπνούσε αναμνήσεις από το βίντεο του Γκάρντεν Χάους. «Νομίζω ότι μπορώ να βρω ένα [92]


υποκατάστατο που θα σε κάνει ευτυχισμένη». Το ξαφνικό χαμόγελό της ήταν αυτό που θυμόταν από τις πολλές διαφωνίες τους. Το διάπλατο, ασυννέφιαστο χαμόγελο που σαγήνευε αμέσως. Ποτέ δεν κρατούσε κακία, την άφηνε γενικά αδιάφορη αν είχε νικήσει ή χάσει μόλις τέλειωνε ο καβγάς. «Πώς το καταφέρνεις αυτό;» μουρμούρισε, περνώντας το δάχτυλό της επάνω από το σαγόνι του με μια μικρή κτητική χειρονομία που ο Ντόμινικ θα την είχε βρει ενοχλητική αν την έκανε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. «Μένεις πάντοτε ψύχραιμος και λογικός όταν εγώ τρελαίνομαι. Σ’ ευχαριστώ επίσης που σκέφτηκες τις τυχόν συνέπειες. Σου είμαι ευγνώμων, ειλικρινά». «Δεν έχεις μόνο εσύ στιγμές που είσαι παράλογη». Χαμογέλασε. «Έχω κι εγώ τις δικές μου». Όπως η παρακολούθηση και ο έλεγχος των κινήσεών της τον περασμένο μήνα. «Τώρα, μπορείς να περιμένεις λίγα λεπτά μέχρι να βρω κάποια παιχνίδια;» «Τι είναι μερικά λεπτά;» Χαμογέλασε πονηρά. «Με την ησυχία σου». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Εσύ να μου πεις». «Πέντε». «Δέκα. Είναι πολύ μεγάλο σπίτι». «Οχτώ». «Εννιά». Η Κέιτ κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. «Αρχίζω το μέτρημα». «Τι θα κερδίσω αν επιστρέφω νωρίτερα;» Ήταν ήδη κοντά στην πόρτα. «Θα το σκεφτώ». «Να το κάνεις γιατί μπορεί να μη σου αφήσω καμιά επιλογή, μπορεί να αναγκαστείς να...» Τώρα αν αυτό ήταν υπόσχεση ή απειλή δεν μπόρεσε να το αποκρυπτογραφήσει επειδή το κλείσιμο της πόρτας δεν την άφησε να ακούσει το υπόλοιπο της φράσης του. Ο Ντόμινικ επέστρεφε σε χρόνο ρεκόρ και βρήκε ένα άδειο υπνοδωμάτιο. Οι πόρτες προς τη βεράντα δεν είχαν ανοιχτεί. Ήταν απίθανο η Κάθριν να παίζει κρυφτούλι. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Άρα μόνο στο δωμάτιο με τις ντουλάπες του μπορεί να βρισκόταν. [93]


Αφήνοντας τα αντικείμενα που κρατούσε στο κρεβάτι, κατευθύνθηκε στην κλειστή ντουλάπα. Την άνοιξε ήσυχα, στάθηκε στο κατώφλι και ένιωσε ένα παγωμένο ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη. Η Κέιτ ήταν στη μέση του δωματίου, με τις πόρτες πίσω της διάπλατα ανοιχτές. Εκείνη τη στιγμή έψαχνε στα κρεμασμένα πουκάμισά του. «Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι;» Η φωνή του ήταν ιδιαίτερα απαλή. Εκείνη γύρισε απότομα, η μακριά ρόμπα του που φορούσε σάρωσε το πάτωμα. «Φυσικά μπορείς», είπε απαλά, χαμογελώντας. «Εννοώ, μπορώ να σε βοηθήσω με κάτι εδώ μέσα;» Δεν είχε θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του ευάλωτο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Άλλο ένα χαμόγελο. «Κι εδώ καλά είναι». Δεν της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Τι ψάχνεις;» «Γυναικεία πράγματα. Μετά τα όσα έγιναν στο Garden House, είμαι διατεθειμένη να πιστέψω αλλά να επαληθεύσω κιόλας. Ίσως δεν είσαι ο μόνος που έχει πρόβλημα με τον έλεγχο». Ένιωσε τους μυς του να χαλαρώνουν, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ανακούφισης —παρακινδυνευμένα θέματα δυσπιστίας είχαν επιλυθεί. «Εσύ; Πρόβλημα με τον έλεγχο; Αυτό κι αν θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον». Του έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω από τον ώμο της, ενώ γύριζε πίσω στον τοίχο με τις ντουλάπες. «Πες το νοσηρή περιέργεια, αν θέλεις. Αυτό κάνω στη δουλειά μου. Ψάχνω πράγματα: στοιχεία, λεπτομέρειες που δε βγάζουν νόημα για τους περισσότερους». Ακούμπησε την πλάτη του στον παραστάτη της πόρτας. «Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, γλύκα μου. Αστειευόμουν», είπε αμέσως, βλέποντάς τη να γυρίζει απότομα προς το μέρος του. «Κοίτα όλη νύχτα. Δε θα βρεις τίποτα. Σε αυτό το σπίτι είμαι καλόγερος». «Θα ’πρεπε, μια και δεν είσαι καλόγερος πουθενά αλλού», του πέταξε. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Περνούσα μια φάση. Τώρα προχωρώ σε κάτι καλύτερο». «Μαζί μου». [94]


Ήταν η μόνη γυναίκα που θα της επέτρεπε τέτοιο συμπέρασμα και αναρωτήθηκε αν αυτό συνέβαινε επειδή ήταν η μόνη γυναίκα που τον είχε εγκαταλείψει. Επειδή, όμως, το παρόν τον ενδιέφερε περισσότερο, είπε με ευχάριστο τόνο: «Αυτό είναι το σχέδιο. Εσύ κι εγώ. Όμορφοι καιροί, ευτυχισμένοι καιροί. Ήλιος και τριαντάφυλλα από δω και πέρα». Έδειξε τις ντουλάπες χτυπώντας ελαφρά το δάχτυλό του. «Έλα, χάνεις το χρόνο σου. Άσε με καλύτερα να σε διασκεδάσω». Η Κάθριν χαμογέλασε. «Θα είμαι γρήγορη». Στριφογύρισε τα μάτια του απαυδισμένος και η Κέιτ συνέχισε να ανοίγει πόρτες και να ψάχνει ανάμεσα στα ρούχα του. «Χριστέ μου, έχεις τόνους από... όλα», είπε επιτιμητικά. «Έχεις δίκιο». Η φωνή του ήταν ήπια. Δεν είχε καμιά διάθεση για καβγά. «Πώς είναι δυνατόν να τα φοράς όλα αυτά;» Μεθοδικά, άρχισε να ανοίγει και να κλείνει τα συρτάρια μιας χτιστής σιφονιέρας. «Τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες το χρόνο επί δύο ή τρία χρόνια πριν τα περισσότερα γίνουν ντεμοντέ. Κάνε την πρόσθεση». «Και πάλι... μεγάλη χλιδή...» «Λυπάμαι αν αυτό σε προσβάλλει». «Όχι, δε με προσβάλλει». Κλείνοντας ένα συρτάρι γεμάτο μπλε κάλτσες, άνοιξε ένα άλλο γεμάτο μαύρες κάλτσες. Έπιασε μερικές και τις σήκωσε ψηλά. «Τόσες πολλές σε ένα χρώμα — σοβαρά;» Τις έβαλε πίσω στο συρτάρι τους και το έκλεισε, έπειτα έδειξε τα υπόλοιπα συρτάρια. «Καφέ, μπεζ, άσπρες, υποθέτω. Μας μένουν δύο συρτάρια. Τι έχουν; Γκρι αρζάν; Τι μου διαφεύγει;» «Χρηματοδοτώ διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα, αν αυτό σε κάνει να νιώσει καλύτερα που περιβάλλομαι από χλιδή, όπως το έθεσες», είπε με φωνή ουδέτερη. «Πάντως, θα μπορούσα να σου δείξω εγώ ό,τι θέλεις». Γύρισε και τον κοίταξε με σφιγμένα χείλη. «Αλήθεια;» «Ασφαλώς. Αργότερα. Νόμιζα ότι ήθελες να παίξεις». «Προσπαθείς να αλλάξεις θέμα;» «Προσπαθώ να σου πω ότι εδώ μέσα δε θα βρεις τίποτα πέρα [95]


από τα ρούχα μου επειδή δεν έχω φέρει ποτέ γυναίκα σε αυτό το σπίτι». Σήκωσε το χέρι του. «Στην προσκοπική μου τιμή —ούτε καν η μητέρα μου δεν έχει έρθει εδώ. Προτιμάει να κάνει τα ψώνια της στο Χονγκ Κονγκ. Και σου ζητώ συγνώμη για τα πλούτη μου, αλλά τα λεφτά με βοηθούν να διατηρώ τη νηφαλιότητά μου». Ένα αχνό χαμόγελο. «Λοιπόν, βρήκα μερικά πράγματα που ίσως σου αρέσουν. Θα μπορούσαν αυτά τα θέματα που άνοιξες να περιμένουν;» «Καμιά γυναίκα ποτέ;» Δεν ήταν εύκολο να της αλλάξεις πορεία σκέψης. «Μόνο εσύ τον περασμένο μήνα, όταν ήρθες να μιλήσεις με τους τραπεζίτες». «Δεν υπάρχουν γυναίκες στο προσωπικό με τις οποίες βγαίνεις; Βλέπεις, είμαι απίστευτα ζηλιάρα». «Καμιά. Είμαι πολύ προσεκτικός». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Πάντως, υπάρχει η πιθανότητα να σε πάω στο δικαστήριο και να σου αποσπάσω κάποια χρήματα αν παίξω τα χαρτιά μου σωστά». «Μπορείς να δοκιμάσεις», μουρμούρισε ο Ντόμινικ, αν και θα της έδινε ευχαρίστως ό,τι ήθελε για την ευχαρίστηση που του πρόσφερε. «Υποθέτω ότι έχεις ολόκληρες φάλαγγες από δικηγόρους να προστατεύουν εσένα και την περιουσία σου». «Ακριβώς». Του χαμογέλασε γλυκά. «Όχι από μένα όμως». «Όχι από σένα», συμφώνησε ήσυχα. «Ούτε εγώ έχω αμυντικό μηχανισμό απέναντι σου». Κατάπιε δύσκολα για να μην κλάψει. «Ούτε έναν». Ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Βρέθηκε αμέσως στο πλευρό της και την τράβηξε επάνω του, την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Είμαστε και οι δύο τελείως αβοήθητοι σε ό,τι αφορά τα συναισθήματά μας», της ψιθύρισε σκουπίζοντας τα υγρά μάγουλά της με τα ακροδάχτυλά του. «Αλλά και ευτυχισμένοι, σωστά;» Η Κέιτ κατένευσε και τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει. Σκύβοντας το κεφάλι του συνάντησε τα χείλη της και ανεξάρτητα από το τι ήταν αυτό που τους είχε φέρει κοντά, μοίρα ή [96]


πεπρωμένο, ατύχημα ή τύχη, καταλάβαιναν ότι αυτό που είχαν ήταν ένα εκπληκτικό δώρο. Για την ακρίβεια ένα θαύμα, σκέφτηκε ο Ντόμινικ. Ένα θαύμα που σκόπευε να διαφυλάξει.

[97]


Κεφάλαιο 10 Λίγο αργότερα, η Κέιτ ήταν ξαπλωμένη ακουμπώντας σε ένα σωρό μαξιλάρια, γυμνή, τα χέρια της υψωμένα πάνω από το κεφάλι της, οι καρποί της δεμένοι στις κολόνες του κρεβατιού με τις ζώνες από τις ρόμπες τους. «Τώρα κοίτα, μωρό μου», είπε ο Ντόμινικ και κάθισε στις φτέρνες των ποδιών του, αφού σιγούρεψε τον τελευταίο κόμπο, δείχνοντας επάνω από το κεφάλι του. «Εκείνα είναι θηλιές. Οι ζώνες είναι δεμένες στο κρεβάτι χαλαρά. Μπορείς να φτάσεις τις άκρες των ζωνών και με τα δυο χέρια. Όποτε θέλεις... αν το θέλεις, μπορείς να ελευθερωθείς. Εντάξει; Σου είπα πριν, η... ατζέντα είναι δική σου απόψε. Εγώ είμαι εδώ απλώς για να βοηθήσω». Σηκώνοντας τη ρόμπα του που την είχε βγάλει, την πέταξε μακριά. «Ώστε εσύ είσαι τελείως ανιδιοτελής». Τα χείλη του έκαναν μια μικρή σύσπαση. «Όχι τελείως. Αλλά σε γενικές γραμμές καταβάλλω προσπάθειες να είμαι πολύ πειθαρχημένος». Το βλέμμα της κατέβηκε στην τεράστια στύση του που έφτανε ως το στομάχι του. «Κι αυτός το ίδιο; Μου φαίνεται ανήσυχος». «Δουλεύουμε και πάνω σ’ αυτό. Πρώτα εσύ, έπειτα βλέπουμε». «Αλλά δε θα τον πάρω πριν το πρωί;» Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν ελαφρά. «Σκέψου το ως εξής: αύριο θα είναι δικός σου συνεχώς». «Που σημαίνει;» [98]


«Σημαίνει ότι και οι... δύο είμαστε στη διάθεσή σου». Καμιά χρονική δέσμευση, αλλά τι περίμενε από έναν άντρα που ενδιαφερόταν για ένα συμβόλαιο αποκλειστικότητας; Αντί να συνεχίσει μια κουβέντα που δε θα οδηγούσε εκεί που ο ίδιος θα ήθελε να πάει, ο Ντόμινικ χαμογέλασε και είπε: «Στο μεταξύ, πώς σου φαίνεται αυτό;» Σήκωσε ένα μικρό ασιατικό αγγουράκι. «Ή αυτό;» Έπιασε μια μικροσκοπική μοβ γιαπωνέζικη μελιτζάνα και της την έδειξε. «Ή αυτά;» Πετώντας τα λαχανικά, κούνησε τα δάχτυλά του και έβγαλε τη γλώσσα του. Δεν είχε νόημα να αρνηθεί οργασμούς επειδή δεν ήταν έτοιμος να ορίσει ημερομηνία γάμου. Δεν ήταν ο πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογο ούτε εκείνη ήταν η Σταχτοπούτα. Αυτό που ζούσε δεν ήταν ένα παραμύθι. «Εντάξει». Το χαμόγελό του έγινε ακόμη πιο πλατύ. «Όλα συγχρόνως;» «Όχι βέβαια, εξυπνάκια. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν». «Είσαι σίγουρη;» «Πολύ αστείο». «Δεν το λέω ως αστείο». «Τώρα με κάνεις νευρική». «Μπορείς να πεις όχι όποτε θέλεις». «Τότε όχι, ευχαριστώ». Ανασήκωσε τους ώμους του. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Υποθέτω ότι οι διάφορες γυναίκες που είχες κατά καιρούς έλεγαν πάντοτε ναι». «Οχ, τώρα θύμωσες. Κοίτα, ας τα αφήσουμε όλα αυτά πίσω μας. Απόψε θα σε φροντίσω εγώ. Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μου πεις πότε να σταματήσω». Η φωνή του χαμήλωσε. «Ή να μη σταματήσω». Εκείνο το σέξι «ή να μη σταματήσω», που υπονοούσε αδιάκοπο σεξ, τη συγκλόνισε και η ζήλια εξαφανίστηκε μεμιάς. Τι αλαζόνας! Η φωνή της, όταν μίλησε, ήταν πολύ απαλή. «Αν δεν ήμουν δεμένη θα σε χτυπούσα». «Λύσε τα χέρια σου». Κράτησε τα μπράτσα του ανοιχτά, έσκυψε το κεφάλι του. «Χτύπα με». «Τώρα μου κάνεις επίδειξη». Ήταν το πρότυπο της επιβλη[99]


τικότητας όπως καθόταν με τα πόδια σταυρωτά επάνω στο κρεβάτι, όλος δύναμη και ζωντάνια, με το λεπτό, μυώδες κορμί του γεμάτο θωρακικούς, κοιλιακούς και δικέφαλους καθώς έκανε κάμψεις και μετά σήκωνε τον κορμό του. «Και μια και μιλάμε για επίδειξη», μουρμούρισε και άπλωσε τα χέρια του για να τραβήξει απαλά τις τεντωμένες ρώγες της, παρατηρώντας τες να φουσκώνουν κάτω από τα δάχτυλά του. «Αυτόν το διαγωνισμό θα τον κερδίσεις εσύ. Θυμάμαι που είπα ότι θα γαμούσα αυτά τα φανταστικά βυζιά εκείνη την πρώτη νύχτα στο Χονγκ Κονγκ, αλλά ποτέ δεν το έκανα. Ίσως απόψε να είναι η νύχτα», είπε απαλά. «Αν σ’ αφήσω». Για μια φευγαλέα στιγμή το βλέμμα του έγινε ατσάλινο και γεμάτο έκπληξη, αλλά μια μάσκα ευγενείας έπεσε και το κάλυψε. «Τότε, δεν έχω παρά να ελπίζω», είπε με συρτή φωνή, αφήνοντας τις ρώγες της και στηρίζοντας το κορμί του πίσω, επάνω στα χέρια του. «Τελειώσαμε με τις κουβέντες; Ρωτάω. Το μουνί σου με ένιωσε όταν τραβούσα τις ρώγες σου, έτσι δεν είναι;» «Λιγάκι». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Θέλεις κι άλλο;» «Μην το λες έτσι, Ντόμινικ. Δε ζητώ, ούτε ικετεύω απόψε. Είπες ότι η ατζέντα είναι δική μου. Οπότε κάνε με να νιώσω όμορφα». «Ευχαρίστως, μωρό μου». Έγειρε στο δεξί πλευρό του, τέντωσε το χέρι του κι έπιασε τη μικρή, γυαλιστερή μελιτζάνα που είχε τοποθετήσει στο κρεβάτι. «Πλυμένη και καθαρή —τη σαπούνισα και την ξέβγαλα δύο φορές. Μάλλον το... πρωτόκολλο απαιτεί να της περάσουμε προφυλαχτικό —όχι ότι το ξέρω από προσωπική εμπειρία, οπότε δε χρειάζεται να κατσουφιάζεις. Επειδή, όμως, έχεις πρόβλημα με τα προφυλακτικά...» —χαμογέλασε— «...προχωρήσαμε στο πλάνο Β». «Εμείς;» «Το βασιλικό “εμείς”» είπε ψέματα, αποφασισμένος να μην αποκαλύψει τη βοήθεια που είχε από το προσωπικό του στην αναζήτηση αντικειμένων που θα της πρόσφεραν ηδονή. Άλλωστε η Κέιτ δεν καταλάβαινε σε τι ακριβώς χρησίμευε το υπηρετικό προ[100]


σωπικό ήταν κάτι έξω από τον κόσμο της. Πληρώνονταν αδρά για να φροντίζουν ώστε η ζωή του να κυλά αδιατάραχτη. Ο Ταν είχε σκεφτεί κάτι ασημένια μπαλάκια, ακόμη μέσα στο κουτί τους, που σκόπευε να κάνει δώρο στη γυναίκα του. «Τώρα ξάπλωσε, χαλάρωσε και θα δούμε πώς θα σε κάνουμε ευτυχισμένη». Άπλωσε πάλι το χέρι του, έπιασε τα δύο τελευταία αντικείμενα, τοποθέτησε το ασιατικό αγγουράκι δίπλα στη μελιτζάνα και άνοιξε το μικρό επενδυμένο με κόκκινο μετάξι κουτί. «Τα έχεις δοκιμάσει αυτά ποτέ;» Σήκωσε τα μπαλάκια και τα κούνησε ώστε ν’ ακούσει τον ήχο που έκαναν οι μικρές καμπάνες που βρίσκονταν μέσα τους. Η Κέιτ έκανε ένα κατσούφικο μορφασμό. «Αυτό δε λέγεται αυτοσχεδιασμός. Πού τα βρήκες;» Ξέροντας ότι η αλήθεια θα την έκανε να νιώσει άβολα, κατέφυγε σε άλλο ένα ψέμα. «Τα βρήκα στο δωμάτιο που μένει ο Ντάνι όταν έρχεται εδώ. Σκέφτηκα ότι αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να έχει τέτοια παιχνίδια τότε είναι αυτός». «Δηλαδή, εκείνος φέρνει γυναίκες εδώ ενώ εσύ όχι;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Όταν δεν είμαι εδώ μπορεί να κάνει ό,τι θέλει». «Είσαι πραγματικά πολύ προσεκτικός». «Με γλιτώνει χρόνο, χρήμα και αγωγές». «Δηλαδή η... κρεμαστή γέφυρα είναι πάντοτε σηκωμένη;» «Βασικά. Τώρα, μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι άλλο; Η ζωή μου δεν είναι τόσο ενδιαφέρουσα». «Περισσότερο από τη δική μου, αλλά...» —σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε φευγαλέα τους δεμένους καρπούς της χαμογελώντας —«...όχι αυτή τη στιγμή. Ειδικά επειδή φαίνεται να ξέρεις τι να κάνεις με... -έσκυψε το κεφάλι της προς το κουτί με τα μπαλάκια που κρατούσε στο χέρι του — «...με αυτά τα όμορφα ασημένια πράγματα». Ένιωσε τόση ευγνωμοσύνη για το τακτ της στην αλλαγή θέματος που ήταν έτοιμος να ρωτήσει, Τι κόσμημα σου αρέσει; Όμως δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες που ήξερε. Θα ένιωθε προσβεβλημένη. Χαμογέλασε, λοιπόν, άνοιξε την παλάμη του και είπε: «Γιατί δε λέμε απλά ότι είμαι εδώ για να κάνω τη ζωή σου πιο ενδιαφέρουσα; Μόλις αυτά μπουν στη θέση τους, θα μπορώ να σε [101]


ακούω όταν κινείσαι ή περπατάς. Ή όταν φτάσεις σε οργασμό, επειδή αυτά τα μικρά μπιχλιμπίδια θα σε κρατούν καυτή και υγρή και καυλωμένη. Θα σε πάω για ψώνια μια ημέρα, ή έξω για δείπνο και θα δούμε πόση ώρα θα αντέξεις πριν βρω ένα μέρος να σε πηδήξω. Θα σου άρεσε αυτό;» ρώτησε απαλά, γλιστρώντας ένα από τα ασημένια μπαλάκια επάνω στη λεία, παλλόμενη σχισμή. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Βάζω στοίχημα ότι θα σου άρεσε». «Όχι, Ντόμινικ». Όμως η φωνή της κόπηκε μόλις ο Ντόμινικ γλίστρησε τη δεύτερη ασημένια σφαίρα που χτύπησε επάνω στην πρώτη και ο αμυδρός κουδουνιστός ήχος συμπλήρωσε τον πιο υπέροχο κυμάτισμα ηδονής. Ένα απαλό βογκητό ξέφυγε από το στόμα της συνοδευμένο από μια λαχανιασμένη ανάσα. «Βλέπεις, έκανες λάθος! Τώρα, ας δούμε σε τι άλλο κάνεις λάθος. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν, είπες». Έσπρωξε τα μπαλάκια βαθύτερα, σταματώντας μ’ αυτό τον τρόπο τις όποιες διαμαρτυρίες της. «Μην ανησυχείς, αυτό είναι μικρό», της είπε, αν και δεν υπήρχε λόγος, αφού η προσοχή της ήταν τώρα εστιασμένη στο κορμί της και ο καυτός πόθος ανέβαινε γρήγορα, ανεξέλεγκτος, σε σπειροειδείς κυματισμούς. Ο Ντόμινικ άνοιξε τα φουσκωμένα χείλη του αιδοίου της με τον αντίχειρα και το δείκτη του, έσπρωξε απαλά μέσα το κυρτό άκρο της μελιτζάνας και έσπρωξε σιγά-σιγά μέχρι που το ένα τρίτο της εξαφανίστηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε: «Εντάξει ως τώρα;» Τα μάτια της ήταν σφαλιστά, οι ρώγες της σκληρές, τεντωμένες, η ανάσα της ακανόνιστη, το ρόδινο χρώμα της έξαψης στο λαιμό και το πρόσωπό της φανέρωνε τη διέγερσή της. «Απάντησέ μου, μωρό μου. Είμαστε καλά;» Ένιωθε την ανάγκη να ακούσει την απάντησή της. Η Κέιτ αναγνώρισε την ελαφριά τραχύτητα στη φωνή του. Θα μπορούσε να μην του απαντήσει, μα κολυμπώντας μέσα σε μια μακάρια ευδαιμονία ένιωθε κάτι παραπάνω από πρόθυμη να τον καθησυχάσει. Οι βλεφαρίδες της υψώθηκαν ελαφρά, τον κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε. «Όλα είναι τέλεια». «Εντάξει», είπε εκείνος. Σπρώχνοντας το λείο μοβ αντικεί[102]


μενο ακόμη βαθύτερα, παρατηρούσε το πρόσωπό της. «Πώς είναι τώρα; Περισσότερο από τέλεια;» Η ανάσα της κόπηκε καθώς η πίεση στο σημείο G έγινε πιο έντονη καθώς τα μπαλάκια γλιστρούσαν βαθύτερα, γαργαλιστικά και λεία σαν μετάξι κατά μήκος του αιδοίου της. Λαχταρώντας για ακόμη περισσότερο από εκείνο το εξαίσιο τράνταγμα, τρελαμένη από την ανυπομονησία, έκαμψε τους γοφούς της, φτάνοντας στην επόμενη καυτή έκρηξη, με τον καμπανιστό ήχο των κουδουνιών να σηματοδοτεί την ασίγαστη βιασύνη της. «Σου αρέσει αυτό;» της ψιθύρισε, μη περιμένοντας ούτε απαιτώντας μια απάντηση ήταν απλώς μια υπενθύμιση ότι κρατούσε το λόγο του και ότι αυτή ήταν η δική της βραδιά. Η δική της ώρα να παίξει. Ο Ντόμινικ ήταν το μέσο για να το πετύχει. Τοποθετώντας το κάτω μέρος της παλάμης του επάνω από το οξύ άκρο του ηβικού οστού, πίεσε απαλά και ικανοποιήθηκε όταν εκείνη έμεινε αμέσως ακίνητη. Δεν ήταν ότι αμφέβαλλε για τη σεξουαλική αποχή της τον περασμένο μήνα —ή, τουλάχιστον, όχι τόσο πολύ — , αλλά η άμεση αντίδρασή της έδιωξε κάθε υποψία του. Πεινούσε για σεξ, η σκανδάλη των οργασμικών πυραύλων της έτοιμη. Ω, Χριστέ μου. Από πότε σκεφτόταν με αυτό τον τρόπο για την προσωπική ζωή μιας γυναίκας; Εκείνη τη στιγμή το πρώτο μικρό κύμα οργασμού φούντωσε στο στερημένο κορμί της, στις πεινασμένες για το σεξ του Ντόμινικ αισθήσεις της, και της κόπηκε η ανάσα. «Συγνώμη... δεν μπορώ να περιμένω». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. «Μη στενοχωριέσαι, γλύκα μου. Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ. Δε χρειάζεται να περιμένεις». Και οι στενάχωρες σκέψεις του έδωσαν τη θέση τους σε πιο άμεσα ζητήματα. Αυξάνοντας την πίεση της παλάμης του στο ακίνητο αντικείμενο που ήταν σταθερά βυθισμένο στο χυμώδες αιδοίο της Κέιτ, έκανε απαλό μασάζ σε εκείνο το γλυκό σημείο. Ήξερε ότι είχε τα μάτια της σφαλιστά, άκουγε την ανάσα της να βγαίνει διακεκομμένη και κατάλαβε ότι βρισκόταν στο κατώφλι του οργασμού. Η πλάτη της σχημάτιζε τόξο, το σώμα της ήταν τεντωμένο και το ελαφρύ, ακαταμάχητο φτερούγισμα κάτω από την παλάμη [103]


του σηματοδοτούσε τον επικείμενο οργασμό της. «Χρειάζεσαι λίγη βοήθεια;» Μια απαλή, ψιθυριστή ερώτηση στην οποία απάντησε ο ίδιος. «Δοκίμασε αυτό». Περνώντας το άλλο χέρι του ανάμεσα οτα πόδια της, έσπρωξε απαλά το μεσαίο δάχτυλό του ανάμεσα στο αυτοσχέδιο πέος και την πρησμένη κλειτορίδα της, και χάιδεψε απαλά το λείο, διεσταλμένο γρομπαλάκι. Ακούγοντας τα μικρά, υπέροχα κλαψουρίσματά της να επιταχύνονται καθώς η διέγερσή της άρχιζε να κορυφώνεται, χάιδεψε απαλά την ευαίσθητη κλειτορίδα με μια άνεση που ήταν απόρροια εξάσκησης και μαγεμένος —όπως πάντοτε— παρακολούθησε τον άγριο, μεθυστικό, αγώνα δρόμου που έκανε προς τον οργασμό. Στιγμές αργότερα κι ενώ η Κέιτ έχανε τελείως τον έλεγχο του κορμιού της, ο Ντόμινικ χαμογέλασε, ευχαριστημένος γι’ αυτή την εκπληκτική νύχτα. Περίμενε ήρεμα το αναπόφευκτο ουρλιαχτό της. Όμως η Κέιτ κρατούσε την ανάσα της κόντρα στην απόλυτη έκσταση που έλιωνε στο κορμί της, προσπαθώντας ενστικτωδώς να παρατείνει αυτό που της είχε λείψει τόσο καιρό —το μεγαλείο, τον καυτό πόθο, το παραλήρημα... Ώσπου στο τέλος οι πνεύμονες της επαναστάτησαν. Άρχισε να αναπνέει λαχανιασμένα. Εκμεταλλευόμενος τη στιγμιαία παύση, ο Ντόμινικ ακούμπησε την άκρη του λεπτού αγγουριού εκεί που ήταν το δάχτυλό του, το μπλοκάρισε κόντρα στην κλειτορίδα και το σημείο G, έπειτα το ώθησε περισσότερο. «Είναι πολύ βαθιά;» μουρμούρισε λίγο πριν βάλει πάλι την παλάμη του κόντρα στο μέρος του αιδοίου που ήταν ακόμη ορατό και έσπρωξε. Η άγρια κραυγή της γκρέμισε την ησυχία, το σώμα της έμεινε ακίνητο. Και ένας δεύτερος θυελλώδης οργασμός ξεπέρασε τον πρώτο —μια φλογερή έκρηξη, μια κοχλάζουσα ηδονή που διαρκούσε και διαρκούσε και διαρκούσε... Ο Ντόμινικ ήταν έμπειρος στην παράταση οργασμικών αισθήσεων και πάνω από όλα αποφασισμένος να ευχαριστήσει την όμορφη νέα γυναίκα που είχε αλλάξει τον μέχρι τότε τρόπο ζωής του. Εκείνη τη στιγμή ανασκεύασε τις αντιλήψεις του περί προσωπικής ελευθερίας με αποτέλεσμα να βιώσει μια ανεξήγητη ευτυχία. Λίγο αργότερα, η Κέιτ ένιωσε τον κόσμο να επιστρέφει σταδιακά: ήχοι, οσμές... Θεέ μου αγαπούσε το σαμπουάν του Ντόμι[104]


νικ, αν ήταν αυτό που τον έκανε να μυρίζει τόσο ωραία: γλυκό, με έναν αμυδρό τόνο κέδρου που θύμιζε το σπίτι της. Άνοιξε τα μάτια της. «Το ευχαριστήθηκες;» τη ρώτησε. Κοίταξε το όμορφο πρόσωπό του και τα γελαστά μάτια του. «Είσαι υπερφίαλος, έτσι;» Αλλά η φωνή της ήταν νωχελική, απαλή, ικανοποιημένη. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, η απαλή κίνηση ελευθέρωσε μια τούφα μαύρα μαλλιά που τα είχε σπρώξει πίσω από το αυτί του. «Απλώς χρήσιμος». Το χαμόγελό της ήταν γαλήνιο. «Μετριόφρων, επίσης». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Πάντα φτάνεις στον οργασμό τόσο εύκολα... Το ξέρεις αυτό». Ξέροντας πόσο λάθος ήταν αυτό —ποτέ της δεν είχε φτάσει σε οργασμό με κανέναν άλλο—, προτίμησε ν' αλλάξει θέμα αντί να παραδεχτεί το μοναδικό πάθος της για έναν άντρα που ήταν απίθανο να εκτιμήσει μια τέτοια ομολογία. Έναν άντρα που είχε πάντοτε γυναίκες γύρω του. Υποπτευόταν ότι έτσι ήταν πάντα. «Τα μαλλιά σου έχουν μακρύνει», είπε, στρέφοντας τη σκέψη της και την κουβέντα τους σε άλλη κατεύθυνση. «Βαρέθηκα να τα κόψω». Του ήταν αδιάφορο αν θα τα έκοβε, τη στιγμή που η ζωή του είχε γίνει κομμάτια. «Μου αρέσουν». Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε την μπούκλα πίσω από το αυτί του. «Εμένα μου αρέσουν όλα επάνω σου», της είπε τρυφερά. «Μ' αρέσει αυτό, γιατί έχεις γίνει το ναρκωτικό που προτιμώ, ο εθισμός μου, η μεγαλύτερη ευχαρίστησή μου». Του χάρισε ένα τρεμάμενο χαμόγελο. «Δεν μπορείς να φύγεις αυτήν τη φορά», ψιθύρισε η Κέιτ. «Δε θα φύγω». Δεν αμφισβήτησε καν την υπόσχεσή του, ούτε συζήτησε ποιος είχε αφήσει ποιον. Για την ακρίβεια ο Ντόμινικ σκεφτόταν σοβαρά να κλειδώσει την Κάθριν σε ένα δωμάτιο και να πετάξει το κλειδί. «Ω, Θεέ μου». Η Κέιτ έκανε ένα μορφασμό. «Είσαι ελεύθερος να με τραντάξεις για να με επαναφέρεις στην πραγματικότητα όταν γίνομαι υπερβολικά απαιτητική. Δεν έπρεπε να το πω αυτό». [105]


«Πες μου ό,τι θέλεις. Το εννοώ. Οι περισσότεροι μου λένε αυτά που νομίζουν ότι θέλω να ακούσω. Εσύ είσαι διαφορετική». Άγγιξε το μάγουλό της τρυφερά. «Από κάθε άποψη». «Κι εμένα μου αρέσουν οι οργασμοί σου, από κάθε άποψη», του είπε ανασηκώνοντας τα φρύδια της, αποφασισμένη να επαναφέρει την παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα ανάμεσά τους από το να ακουμπήσει την καρδιά της στα πόδια του, αφού το πιο πιθανό ήταν να τσαλαπατηθεί. «Ειλικρινά, το ευχαριστώ είναι πολύ λίγο». Της χαμογέλασε. «Ώστε τα πήγαμε καλά!» Τράβηξε απαλά τα αντικείμενα που είχε βάλει στο αιδοίο της έξω. Του χάρισε ένα αγγελικό χαμόγελο. «Ήταν χίλιες φορές καλύτερα από καλά». Τεντώθηκε τεμπέλικα σαν να ξανάφερνε στη μνήμη της την απόλυτη ηδονή που είχε ζήσει. «Μου έλειψες — και όλη αυτή η απελπισμένη επιθυμία, η ακόρεστη ανάγκη...» — χαμογέλασε—«...οι συγκλονιστικοί οργασμοί». Το κλείδωμα γυναικών και τα αγγελικά χαμόγελα ήταν κάτι έξω από τη ζωή του, ενώ το καυτό σεξ ήταν κάτι που καταλάβαινε απολύτως. Και η αλήθεια ήταν ότι του είχε λείψει. «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά», της είπε ήσυχα. Το χαμόγελό της έγινε τρεμάμενο πάλι, η ειλικρίνειά του επηρέασε την ευάλωτη αυτή τη στιγμή ευθυκρισία της. «Φοβάμαι ότι θα σε απομακρύνω με την τρελή ανάγκη μου για σεξ». «Μου αρέσει η τρέλα σου». Έσκυψε, τα μαύρα του μαλλιά έπεσαν μπροστά πλαισιώνοντας το πρόσωπό του, και της έδωσε ένα απαλό φιλί στην άκρη της μύτης της. «Μου άρεσε από την αρχή. Οπότε μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να με απομακρύνεις». Ύψωσε το ένα φρύδι του. «Και για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, ούτε εσύ πρόκειται να φύγεις. Τουλάχιστον όχι σύντομα». «Και να ήθελα, δεν μπορώ». Τα δάχτυλά της χάιδεψαν το μπράτσο του και είπε ψιθυριστά: «Είμαι πραγματικά εθισμένη». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πονηρά. «Απλώς σου αρέσει το γαμήσι». «Ελπίζω να μη σου είναι πρόβλημα». Η φωνή της ήταν πειρακτική πάλι —υπήρχαν ορισμένοι κανόνες στο παιχνίδι. «Κι εγώ ελπίζω να μην είναι πρόβλημα για σένα όταν θα σε γαμώ είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα, εφτά ημέρες την εβδομά[106]


δα». Μια δήλωση χωρίς ίχνος πειράγματος. Μια λάμψη ανησυχίας φάνηκε στα μάτια της. «Αστειεύεσαι». «Όχι». Άπλωσε το χέρι του και έλυσε τον αριστερό της καρπό, έπειτα ασχολήθηκε με τον δεύτερο κόμπο. «Δεν μπορεί να το εννοείς». Ο φόβος της ήταν ολοφάνερος. «Το εννοώ». Έλυσε τον δεύτερο κόμπο και της έριξε ένα μειλίχιο βλέμμα. «Σε βλέπω στον ύπνο μου κάθε βράδυ. Είσαι το... υγρό όνειρό μου, μωρό μου». Η παραδοχή των συναισθημάτων του ήταν μια ριζική μεταβολή που μπορούσε να τη διαχειριστεί καλύτερα αν της τα αποκάλυπτε σιγά-σιγά. Ο Ντόμινικ είχε παραδεχτεί περισσότερα για τα συναισθήματά του τα τελευταία λεπτά από όσα σε όλη του τη ζωή. Προτιμούσε τον οικείο κόσμο του σεξ, ήταν το καταφύγιό του. «Αν δεν ακουγόσουν τόσο τρομακτικός, θα σου έλεγα ευχαριστώ». «Εγώ θα έπρεπε να σε ευχαριστήσω, πίστεψε με. Ποτέ άλλοτε δεν καύλωσα τόσο. Έλα εδώ», είπε, τη σήκωσε και την κάθισε στα γόνατά του. «Για να δούμε αν εκείνα τα ασημένια μπαλάκια σε διεγείρουν όταν περπατάς. Και για μετά, σκέφτομαι το πέος μου, τα μεγάλα βυζιά σου και ένα δυο οργασμούς. Μην πανικοβάλλεσαι», πρόσθεσε αμέσως. «Όταν λέω δύο, εννοώ τον δικό σου και τον δικό μου. Ο δικός σου πρώτα, φυσικά, επειδή δεν είμαι ανόητος». Γλίστρησε το δείκτη του μέσα της για ένα γρήγορο έλεγχο. Τίποτα δεν περισπούσε την προσοχή της όσο το σεξ. Και είχε αντέξει αρκετή κουβέντα περί συναισθημάτων για μια νύχτα. Κράτησε την ανάσα της κι ένα μικρό βογκητό βγήκε από το λαιμό της. Μετά άλλος ένας, όταν εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι και το χέρι του στο κάτω μέρος της έσπρωχνε την ασημένια σφαίρα βαθύτερα. «Είσαι εντάξει;» είπε, στήνοντάς τη στα πόδια της. «Μάλλον όχι...» Ένιωσε τα γόνατά της να μην την κρατούν κι ο Ντομινίκ την κράτησε και με τα δυο του χέρια, μέχρι που η ταραχή της υποχώρησε. Έπειτα είπε, «Καλά τώρα;» καταλαβαίνοντας απολύτως την ένταση της διέγερσής της. Η Κέιτ κατένευσε. [107]


Άφησε τα χέρια του να πέσουν. «Τώρα μην κινηθείς χωρίς την άδ...» Συγκράτησε τον εαυτό του. «Χαλάρωσε μια στιγμή». Η Κέιτ χαμογέλασε αχνά. «Σωστή διόρθωση». «Περπατάω σε τεντωμένο σκοινί απόψε, γλύκα μου», μουρμούρισε με ένα τεμπέλικο χαμόγελο. «Μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό». «Θεώρησέ το μια καινούρια εμπειρία», του είπε ναζιάρικα. Το βλέμμα της ξαφνικά έγινε φλογερό. «Ίσως και για τους δυο μας», της είπε με υπερβολική αβροφροσύνη. Έπειτα της γύρισε την πλάτη και διασχίζοντας το δωμάτιο έφτασε σε έναν καναπέ με λινό κάλυμμα που ήταν τοποθετημένος μπροστά στον τοίχο και κάθισε απέναντι της. Τεντώνοντας τα μπράτσα του στην πλάτη του καναπέ, κάθισε χαλαρά, άνοιξε τα πόδια του ελαφρά και η τέλεια στύση του, η γαμημένα όμορφη στύση του, σκέφτηκε η Κέιτ, την προσκαλούσε. «Εντάξει, μωρό μου. Δες αν μπορείς να φτάσεις ως εδώ». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δε νομίζω». «Τα μπαλάκια είναι μικρά». Ο Ντόμινικ μιλούσε απαλά. «Μπορείς να το κάνεις». «Τι εννοείς μικρά;» Τα ένιωθε με κάθε φλογισμένο νεύρο της, ήταν ήδη υγρή. «Ότι δεν είναι μεγάλα», της είπε με ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Μπορείς και περισσότερο. Το ξέρεις ότι μπορείς. Δε χρειάζεται να διαφωνούμε γι’ αυτό. Τώρα, έλα σ’ εμένα, γλύκα μου. Περπάτα αργά. Ένα βήμα, έπειτα δύο». Έδειξε το πάτωμα μπροστά στα πόδια του, έπειτα την κοίταξε. «Κατάλαβες;» «Ελπίζω να μην είναι διαταγή». «Θα ήταν πρόβλημα;» τη ρώτησε με μεταξένια φωνή. «Ίσως. Γιατί δεν έρχεσαι εδώ να με γαμήσεις;» «Επειδή το παιχνίδι δεν πάει έτσι». Της μιλούσε σαν να εξηγούσε σε κάποιον αδαή τι σημαίνει μοριακή φυσική. «Εσύ είπες...» «Έχε μου εμπιστοσύνη, μωρό μου. Ξέρω τι θέλεις. Αν συνεχίσουμε έτσι, θα τελειώσεις εκεί που στέκεσαι. Σου αρέσουν οι διαταγές». «Και σ’ εσένα». [108]


Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Τότε είμαστε εντάξει. Εγώ δίνω τις διαταγές, εσύ τις εκτελείς και θα φροντίσω να έχεις οργασμούς όλη τη νύχτα. Και αύριο πάλι, αν και...» Θα είχε χρόνο να της αναφέρει το Σαν Φρανσίσκο στο δρόμο για το αεροδρόμιο. Αυτή τη στιγμή έπρεπε να φροντίσει το αιδοίο της και το πέος του. ΑΜΕΣΩΣ. Ήταν έτοιμος να εκραγεί η αυτοκυριαρχία είχε και τα όριά της. «Τι συμβαίνει και έκοψες στη μέση τη φράση σου;» «Θα σε γαμάω όλη μέρα αύριο. Δε σ’ το είπα;» «Επιτέλους», του είπε γκρινιάρικα. «Δε θα είμαι υποχρεωμένη να ζητιανεύω για το πέος σου». Το βλέμμα του έγινε κοφτερό σαν λέιζερ. «Είσαι ακόμη ανυπόμονη», είπε ψυχρά. «Κι εσύ ξέρεις ακόμη πώς να είσαι ένα κάθαρμα», του απάντησε με μια φωνή που θα έκοβε και γυαλί. «Και για να εξηγούμαστε, το πρόβλημά σου με τον αυτοέλεγχό σου με αφήνει παντελώς αδιάφορη». Χαμογέλασε σφιγμένα. «Πες με εγωίστρια». Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Δευτερόλεπτα αργότερα ο μικρός αναστεναγμός του Ντόμινικ μόλις που ανατάραξε τον αέρα του δωματίου. Ανακάθισε, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά του και μετά τα άφησε να πέσουν στα πλευρά του. «Εντάξει, θα γίνει το δικό σου. Υπάρχουν προφυλακτικά στο συρτάρι πίσω σου. Αν δε σε νοιάζει εσένα η αλλεργία σου, δε βλέπω γιατί θα πρέπει να με νοιάζει εμένα». Όταν όμως η Κάθριν γύρισε, η λαχανιασμένη της ανάσα τον έκανε να πεταχτεί όρθιος και την αμέσως επόμενη στιγμή την κρατούσε σε όρθια στάση, ενώ δύο από τα δάχτυλά του τραβούσαν έξω τα ασημένια μπαλάκια. Αφού τα πέταξε επάνω στο κρεβάτι, έσκυψε το κεφάλι του και της ψιθύρισε στο αυτί: «Σε προειδοποιώ, θα το κάνω με προφυλακτικό μόνο αυτήν τη φορά. Επομένως, καμιά αντίρρηση. Σύμφωνοι;» Αφού τη σήκωσε ψηλά, την ακούμπησε στην άκρη του κρεβατιού. Συνοφρυώθηκε. «Χρειάζομαι μια απάντηση». «Γιατί, έχω επιλογή;» «Πάντοτε έχεις επιλογή», της αποκρίθηκε κοφτά. Υποχώρησε μπροστά στο ψυχρό βλέμμα του και κατένευσε. [109]


«Χριστέ μου, το να διαπραγματεύεται κανείς μαζί σου είναι σαν να ξαναγράφει το Η Καταραμένη Τέχνη τον Πολέμου», μουρμούρισε, σκύβοντας από πάνω της και ανοίγοντας το συρτάρι του κομοδίνου. Αρπάζοντας ένα φακελάκι με προφυλακτικό το έσκισε στην άκρη και το άνοιξε. «Μην το χρησιμοποιήσεις. Εντάξει;» Έτοιμος να πετάξει το περιτύλιγμα, γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. «Δε θέλω να κάνω τη δύσκολη». «Ναι; Άλλα κατάλαβα εγώ». «Μην το κάνεις. Σε παρακαλώ!» Την κοίταξε. «Με σκοτώνεις, γλύκα μου». Το κεφάλι του τινάχτηκε, ξεροκατάπιε με κόπο δυο φορές... Η σιωπή εκρηκτική, η προσωπική του ελευθερία σε κίνδυνο, το ένστικτό του τού ούρλιαζε να διαφωνήσει. Έβρισε χαμηλόφωνα και πέταξε το προφυλακτικό πίσω στο συρτάρι. «Υποθέτω ότι τώρα εσύ βάζεις τους κανόνες», είπε κατσούφικα. «Σ' ευχαριστώ». Στριφογύρισε τα μάτια του απελπισμένα. «Κράτησε το ευχαριστώ σου. Έτσι όπως νιώθω τώρα, ίσως δεν πάρει πάνω από τριάντα δεύτερα». «Ελπίζω όχι. Λυπάμαι», πρόσθεσε η Κέιτ. «Το καλό που σου θέλω. Πάντως, μην περιμένεις από μένα να είμαι με το χρονόμετρο». «Λυπάμαι. Ειλικρινά. Εσύ είσαι πάντοτε υπέροχος». Επιτέλους της χαμογέλασε. «Ευγένεια και ταπεινοφροσύνη; Είμαι εντυπωσιασμένος». « Κι εγώ ευγνώμων». Σπρώχνοντάς τη στο κέντρο του κρεβατιού, την πίεσε προς τα κάτω, έσκυψε από πάνω της, ανέβασε τα πόδια του επάνω στο κρεβάτι και χώθηκε ανάμεσα στους μηρούς της με ένα αντίστροφο πους απ που τόνισε τους φουσκωμένους δικεφάλους του. Έσπρωξε τα πόδια της ν’ ανοίξουν περισσότερο και οδηγώντας τη στύση του μέσα στο λείο, γλιστερό αιδοίο της, σταμάτησε και την κοίταξε. «Θα σταματήσουμε επιτέλους να μιλάμε;» «Να σε πάρει ο διάολος», ψιθύρισε κουνώντας τους γοφούς της απαλά. [110]


Εκείνος έσπρωξε βαθύτερα το πέος του μέσα στο έτοιμο γι’ αυτόν, φιλόξενο κορμί της. Το βογκητό του ήταν άγριο και βγαλμένο από τα σωθικά του. Η Κέιτ κλαψούριζε χτυπώντας το κεφάλι της πέρα δώθε υστερικά. Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνούσε τις αισθήσεις της. Μια καυτή σιωπή ακολούθησε. «Είσαι σίγουρος ότι δε σε πειράζει η επιμονή μου να... μη θέλω προφυλακτικό;» Η φωνή της απαλή, απολογητική, διέκοψε τη σιωπή. Αποφεύγοντας να απαντήσει με αγένεια, ο Ντόμινικ υπενθύμισε στον εαυτό του ότι αυτήν τη στιγμή βρισκόταν στον παράδεισο και συνεπώς μπορούσε να είναι ευγενικός για μερικά δευτερόλεπτα. «Με πειράζει, αλλά ο πούτσος μου δυσκολεύεται να σου πει όχι». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Τι γλυκός που είναι». Ο Ντόμινικ αναστέναξε απαλά. «Κοίτα, μωρό μου, το να σε γαμήσω είναι μεγάλη ευχαρίστηση για μένα. Αν και θα μπορούσα να σε κάνω να πληρώσεις κάποια στιγμή για το ρίσκο που παίρνουμε τώρα σχετικά με την άμεση αποτελεσματικότητα της ένεσης». «Ήσουν πρόθυμος να ρισκάρεις χτες το βράδυ», του υπενθύμισε. «Τι θα έλεγες να ρισκάρω εγώ τώρα;» «Δεν πειράζει να κάνεις λάθη, αρκεί να είναι καινούρια. Αν συνεχίσουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια, μωρό μου, θα έχουμε πρόβλημα». «Είμαι λογίστρια. Και τα λάθη που μπορεί να κάνω είναι αναρίθμητα». «Να μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα;» της είπε. «Δυσκολεύομαι να είμαι επικεντρωμένος σε περισσότερα από ένα πράγματα αυτήν τη στιγμή». Κάμπτοντας απαλά τις γάμπες του, τραβήχτηκε λίγο, έπειτα κούνησε τους γοφούς του πάλι προς τα εμπρός και ώθησε ξανά, μέχρι που μπήκε τελείως μέσα της. Η Κέιτ αναστέναξε βαθιά και το κορμί του συσπάστηκε ολόκληρο. «Το “αργότερα” είναι καλό, μου αρέσει». «Χριστέ μου!» Ο Ντόμινικ γέλασε. «Μήπως κάνω κάτι λάθος;» [111]


«Το ένιωσα αυτό». «Νιώσε κι αυτό τώρα». Και από εκείνο το σημείο και μετά, φρόντισε να μην της μείνει ανάσα για κουβέντα. Η Κέιτ ένιωθε την κάθε αργή, τέλεια υπολογισμένη ώθησή του και της κοβόταν η ανάσα σε κάθε δυνατή εισβολή βαθιά μέσα της, οι συναρπαστικοί κυματισμοί απλώνονταν προς τα έξω σε ένα υπέροχο κύμα έκστασης... Κόλλησε επάνω του, οι ραχιαίοι μύες του κινούνταν κάτω από τα απλωμένα δάχτυλά της, το άρωμα των μαλλιών του χάιδευε το πρόσωπό της, η ζεστασιά του κορμιού του της πρόσφερε παρηγοριά και ικανοποίηση έπειτα από τόσες εβδομάδες στέρησης. Και βαριανασαίνοντας, πεινασμένη, παθιασμένη, τρέμοντας από επιθυμία, τον ικέτευε να χύσουν. Η ανάσα της ήταν ζεστή στον ώμο του, οι ήχοι της ανυπόμονης ηδονής της ένα ισχυρό ναρκωτικό για τις αισθήσεις του, σκληραίνοντας ακόμα περισσότερο το ήδη σκληρό σαν βράχο πέος του, τροφοδοτώντας την επόμενη ώθησή του, και την επόμενη, και την επόμενη και την επόμενη καθώς χωνόταν βαθύτερα μέσα της, θάβοντας τον εαυτό του στη βελούδινη ζεστασιά της, μαγεύοντας, αποπλανώντας το κορμί και την ψυχή της. Μέχρι που τρέμοντας σύγκορμη και σχεδόν διαλυμένη — μια μαριονέτα που της είχαν χαλαρώσει τα νήματα— σήκωσε το βλέμμα της, υπέροχο και λαμπερό, κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρά της και ικέτευσε: «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ...» Την κοίταξε με τα μεγάλα και φωτεινά μάτια του, έσκυψε το κεφάλι του, φίλησε το ροζ μάγουλό της και της ψιθύρισε: «Όποτε θέλεις, μωρό μου». Έπειτα την οδήγησε επιδέξια σε ένα κυματιστό, γλυκό παραλήρημα και την ακολούθησε με τον δικό του ορμητικό οργασμό χύνοντας μέσα στο χυμώδες αιδοίο της ελεύθερα. Λίγο μετά, ενώ η Κέιτ ένιωθε ακόμη σαν να επέπλεε σε έναν ωκεανό ηδονής, ο Ντόμινικ έσκυψε το κεφάλι του, φίλησε το βαθούλωμα πίσω από το αυτί της και παρασυρμένος ακόμη από τον μανιασμένο πόθο του ψιθύρισε στο αυτί της: «Θα αυνανιστώ επάνω στα βυζιά σου. Εσύ δε χρειάζεται να κινηθείς. Αυτό είναι για μένα». Με μία απαλή κίνηση τραβήχτηκε, στηρίχτηκε στα χέρια [112]


του, μετακίνησε τα πόδια του και γονατίζοντας τα τύλιξε γύρω από τη μέση της. Παρατηρώντας τους τεντωμένους και εύκαμπτους μυς, το λεπτό αθλητικό κορμί να παίρνει θέση, της ήταν αδύνατο να μείνει ατάραχη. Μια ξαφνική, αρχέγονη αντίδραση αναστάτωσε τις αισθήσεις της. Οι ρώγες της πρήστηκαν αμέσως, καυτός πόθος φλόγισε το κορμί της, το αιδοίο της άρχισε να πάλλεται και ένα απαλό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Αδιάντροπη στην απληστία της. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αδιόρατα. Αυτό θα ήταν σύντομο και γλυκό —χωρίς παιχνίδια, ένας καθαρά εγωιστικός οργασμός. Ίσως την επόμενη φορά... «Θέλεις κι εσύ από αυτό, γλύκα μου;» Έδωσε μικρά, τρυφερά χτυπηματάκια στις τεντωμένες ρώγες της. «Από ό,τι φαίνεται, ναι». Ισορροπώντας χωρίς κόπο, μόλις μια ανάσα επάνω από τα πλευρά της —τα χρόνια του σερφινγκ είχαν, σφυρηλατήσει φοβερούς μυς στα πόδια τού — , ο Ντόμινικ το ορθωμένο πέος του ανάμεσα στα στήθη της και είπε: «Κράτησέ το εκεί». Καθώς τα δάχτυλά της έκλειναν δυνατά γύρω από την πρησμένη βάλανο του πέους του, ο Ντόμινικ πήρε βαθιά ανάσα. «Σιγά, ήρεμα, αλλιώς θα τελειώσουμε σε μια στιγμή». Κλείνοντας τα στήθη της μέσα στις παλάμες του, πίεσε τα χέρια του και η απαλή σάρκα φυλάκισε το πέος του. «Σειρά μου τώρα», μουρμούρισε. Τα μαλλιά του είχαν πέσει μπροστά, κρύβοντας το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του, αν και με το συγκλονιστικό πάθος που τον διακατείχε ίσως και να μην την έβλεπε. Και καθώς τα χέρια της γλιστρούσαν κάτω, εκείνος επικεντρώθηκε στην ικανοποίηση που του πρόσφερε η αφή. «Θέλεις το σπέρμα μου επάνω σου; Αυτό δεν είναι ακριβώς ερώτηση», μουρμούρισε, ενώ οι βλεφαρίδες του σφάλιζαν τα μάτια του κλειδώνοντας όλο τον κόσμο απέξω. Σπρώχνοντας απαλά μέσα στα μεταξένια μαξιλάρια του εντυπωσιακού μπούστου της, τραβήχτηκε πίσω όταν η βάλανος άγγιξε το λαιμό της, ύστερα κινήθηκε πάλι μπροστά με έναν απαλό αναστεναγμό. Ο ήχος της φρενιασμένης ανάσας της Κάθριν καταγράφτηκε σε ένα μικρό τμήμα του εγκεφάλου του που δεν είχε αλωθεί ολοκληρωτικά από το πάθος και θυμήθηκε ότι δεν ήταν μόνος στην αδιάκοπη ηδονή του. [113]


Δεν αναστέναξε, αν και θα του άρεσε. Αντίθετα θυμήθηκε τους καλούς του τρόπους ή, ίσως, νοιαζόταν αρκετά για την Κάθριν ώστε να τους θυμηθεί. «Εδώ γλύκα μου», είπε τρυφερά, παίρνοντας τα χέρια της και οδηγώντας τα στο στήθος της. «Κράτα εσύ τα βυζιά σου. Έτσι, σφιχτά ώστε να μπορώ να τα νιώσω. Αυτό είναι. Τώρα μπορείς να έρθεις μαζί μου στο ταξίδι». Πιέζοντας απαλά μια ρώγα με το ένα χέρι, άπλωσε το άλλο προς τα κάτω, βρήκε την πρησμένη κλειτορίδα της, γλίστρησε το δάχτυλό του βαθύτερα, στοχεύοντας το απαλό, φουσκωτό σημείο G της και μουρμούρισε: «Σου αρέσει αυτό;» Ο ανάλαφρος αναστεναγμός της κατέληξε σε ένα απαλό, σιγανό βογκητό. Μη μπορώντας να μιλήσει, κατένευσε. Εκείνος πήρε το μήνυμα, έχωσε μέσα και δεύτερο δάχτυλο. Τότε ξαφνικά η Κέιτ κατάλαβε, σαν να της είχαν αποκαλυφθεί οι παραδοξότητες του σύμπαντος, ότι το να νιώθει αυτή την έντονη ηδονή δεν είχε καμιά σχέση με την ελεύθερη βούληση αλλά με την ισχυρογνωμοσύνη ενός κάποιου Ντόμινικ Νάιτ —που την κρατούσε δέσμια. Όμως εκείνη τη στιγμή κινούσε τα δάχτυλά του σε υπέροχους κύκλους επάνω από το σημείο G και εκείνη η μελαγχολική αλήθεια σβήστηκε γρήγορα από την ηδονή που ξέσκισε το αιδοίο της, διαπέρασε με ταχύτητα τη σπονδυλική της στήλη και κατέληξε σε μια απότομη, δυνατή κραυγή. Ρουά ματ, σκέφτηκε ο Ντόμινικ. Κατόπιν, μια που το παιχνίδι είχε αλλάξει και η ταχύτητα δεν ήταν πια το ζητούμενο, κούνησε τους γοφούς του με μεγάλες, αργές κινήσεις, χωρίς να βιάζεται. Ικανοποιώντας τον εαυτό του και εκείνη, διεγείροντάς την ξανά, χαϊδεύοντας τις σκληρές, ροζ κορφές της, σκύβοντας μερικές φορές προς τα πίσω για να πιπιλίσει τις διογκωμένες ρώγες της, συνεχίζοντας να κάνει μασάζ στην πρησμένη κλειτορίδα της και το σημείο G, προκαλώντας αργά, προσεκτικά, τρυφερά τον ένα οργασμό μετά τον άλλο στο γλιστερό, παλλόμενο αιδοίο της. Ώσπου τελικά είπε πνιχτά, «Τώρα», κάλυψε τα χέρια της με τα δικά του, άσκησε επιπλέον πίεση και τελείωσε με ένα δυνατό, παρατεταμένο κρεσέντο οργασμών που συγκλόνισε τον κόσμο του. Όταν αποκαταστάθηκε κάπως η αναπνοή του και ήξερε πού [114]


στο διάολο ήταν πάλι, τίναξε τα μαλλιά του από το πρόσωπό του, χαμογέλασε στην Κέιτ και χάιδεψε τις ανακατεμένες μπούκλες της. «Χριστέ μου, είναι τόσο ωραίο που γύρισες σ’ εμένα, γλύκα μου. Καλύτερο από οτιδήποτε άλλο. Φανταστικό, απίθανο. Αλήθεια». Κούνησε το κεφάλι του. Μια γρήγορη επαναφορά στην πραγματικότητα, μια υπενθύμιση ότι αυτό είχε ακόμη να κάνει μόνο με το σεξ. «Τώρα, για να δούμε, πόσο σε λέρωσα;» Έπιασε μια πετσέτα, έπειτα την κοίταξε και χαμογέλασε. «Συγνώμη». Σκούπισε το μάγουλό της. «Κανένα πρόβλημα», είπε η Κέιτ, ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο. «Ήσουν καλός μαζί μου. Δεν έχω κανένα παράπονο». «Ορίστε. Δύο άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα. Πρέπει να είναι κάρμα». «Ή κάτι τυχαίο», είπε ναζιάρικα, μη ξέροντας πόσο θα κρατούσε ο προσωπικός της παράδεισος, αλλά αποφασισμένη να απολαύσει την κάθε στιγμή. «Ό,τι κι αν είναι, οι κερδισμένοι είμαστε εμείς».

[115]


Κεφάλαιο 11 «Το τηλέφωνο του Νικ είναι κλειστό. Τι στην οργή συμβαίνει;» Ο Μαξ κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο με μισόκλειστα μάτια και σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι. «Χριστέ μου, χαμήλωσε τη φωνή σου. Θα ξυπνήσεις τη Λιβ». «Λοιπόν, πού στο διάολο είναι;» Ένα χαμηλό μουγκρητό ακούστηκε από τον Ρόσκο, τον οικονομικό διευθυντή του Ντόμινικ στο Σαν Φρανσίσκο. «Μου τηλεφώνησες στις δύο το πρωί για να με ρωτήσεις αυτό;» μουρμούρισε ο Μαξ ενώ απομακρυνόταν από το κρεβάτι, μη θέλοντας να διακόψει τον ύπνο της γυναίκας του. «Ο Νικ απαντάει πάντοτε στο τηλέφωνό του. Πέθανε και δε μου το είπε κανείς;» γρύλισε ο Ρόσκο. «Είναι ερωτευμένος», είπε ο Μαξ πηγαίνοντας προς το μπάνιο. «Και δεν μπορεί να μιλήσει στο τηλέφωνο;» Η ιδέα ενός Ντόμινικ ερωτευμένου παραήταν εξωφρενική για να την πιστέψει. «Υποθέτω ότι είναι απασχολημένος με το να πηδάει την αγαπημένη του». «Ο Νικ δεν έχει αγαπημένες. Δεν καταλαβαίνει καν τη σημασία της λέξης. Επομένως, τι στο διάολο συμβαίνει;» «Σου μιλάω σοβαρά. Έχει μια αγαπημένη —ή βρες κάποια άλλη λέξη που να ταιριάζει καλύτερα στην προσωπική του άποψη περί γαμησιού. Αν και ίσως αυτήν τη φορά να μαθαίνει τη γλώσσα της αγάπης. Πώς σου φαίνεται αυτό;» Ο Μαξ άρπαξε το μπουρνούζι του που ήταν κρεμασμένο πίσω από την πόρτα του μπάνιου. «Μου φαίνεται ότι είσαι θεότρελος». [116]


«Δεν είμαι, αλλά ο Νικ μπορεί να είναι...» Διασχίζοντας το λευκό μαρμάρινο δάπεδο, ο Μαξ άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. «Είναι στη Σιγκαπούρη κυνηγώντας το κορίτσι των ονείρων του. Βέβαια», πρόσθεσε ο Μαξ φορώντας τη ρόμπα του και πηγαίνοντας προς την πολυθρόνα πλάι στο παράθυρο, «αυτός ο πόθος, η καψούρα, ή όπως αλλιώς προτιμάς, ίσως να μη διαρκέσει πολύ. Με δυο λόγια», συνέχισε ο Μαξ απότομα ενώ καθόταν βαριά στην πολυθρόνα, «ο σκληρός, πραγματιστής, συναισθηματικά απόμακρος πρόεδρός μας είναι ανεξέλεγκτος αυτήν τη στιγμή. Και δεν υπερβάλλω. Ο Τζάστιν λέει ότι ο Νικ τον έβαλε να δημιουργήσει μια θέση για την Κάθριν στη Σιγκαπούρη και πληρώνει αυτός τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης και της βασιλικής αμοιβής της». «Χριστέ μου, τι στο διάολο έχει αυτή που δεν το είχαν οι χιλιάδες άλλες;» «Αυτό που έχει είναι... ότι δεν είναι σαν τις χιλιάδες άλλες. Δεν είναι ένα στολίδι ή μια σύντροφος στην ορειβασία. Είναι όμορφη, σέξι, ένα κορίτσι της επαρχίας με μυαλό που αδιαφορεί για τα λεφτά του. Και... τον παράτησε στο Χονγκ Κονγκ». «Δηλαδή πρόκειται για μια γαμημένη πρόκληση», είπε ο Ρόσκο με αηδία. «Δεν μπορεί ποτέ του να προσπεράσει μια πρόκληση. Αν υπάρχει ένα βουνό δύσκολο να το ανεβείς, αυτός θα το κάνει». «Το ίδιο νομίζω κι εγώ». «Τότε, μόλις την κατακτήσει, θα έχει φτάσει στην κορυφή και θα έχει τελειώσει. Που θα ήταν πολύ βολικό για μένα επειδή τον χρειάζομαι. Πρέπει να απαντήσει στα τηλεφωνήματά μου». «Ίσως τελειώσει σύντομα», είπε ο Μαξ μισοκλείνοντας τα μάτια του στο λαμπερό ασημένιο φως του φεγγαριού που έλαμπε πάνω από το λιμάνι του Χονγκ Κονγκ. «Όμως ο Νικ δεν άγγιξε γυναίκα για έναν ολόκληρο μήνα. Δεν πήγε σε σεξ κλαμπ, δεν κάλεσε κανένα κολ γκερλ. Η Βίκι τηλεφωνούσε συνεχώς στο Παρίσι και αναγκάστηκα να της πω ότι πήγε σε σαφάρι και το κινητό του δεν έχει σήμα. Οπότε δεν είμαι απολύτως σίγουρος πού πάει αυτή η ιστορία. Δε συμπεριφέρεται όπως στο παρελθόν». «Χριστέ μου, μήπως είναι άρρωστος;» Η τραχύτητα στη φωνή του Ρόσκο μαλάκωσε δείχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον. [117]


«Δεν εννοείς κάτι τέτοιο, σωστά;» «Όχι βέβαια. Η υγεία του είναι άριστη. Αν και μια από τις δικηγόρους μας στο Παρίσι που του την έπεσε και έφαγε χυλόπιτα διέδωσε στο γραφείο μια φανταστική ιστορία για κάποιο πρόβλημα υγείας του Νικ. Μόλις το άκουσα είχα μια κουβεντούλα μαζί της και έκλεισε το στόμα της. Δε χρειαζόμαστε φήμες για την υγεία του Νικ. Δεν επηρεάζουν βέβαια τις τιμές των μετοχών μας στο χρηματιστήριο αφού οι Επιχειρήσεις Νάιτ είναι αποκλειστική ιδιοκτησία του Νικ, αλλά τέτοια κουτσομπολιά μπορεί να αποβούν επικίνδυνα στα μακροπρόθεσμα πλάνα της εταιρείας». Ο βαθύς αναστεναγμός του Ρόσκο ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής. «Πραγματικά δε χρειαζόμαστε τέτοιες αηδίες τώρα. Έχουμε μια ντουζίνα υποθέσεις για διεκπεραίωση. Πες μου, σε παρακαλώ, ότι θα τελειώσει σύντομα αυτό. Αν χρειάζεται, πες μου και ψέματα». «Μακάρι να μπορούσα». Άλλος ένας βαθύς αναστεναγμός. «Εντάξει, δεν έχω και άλλη επιλογή άλλωστε. Αν δεν μπορούμε να τον βρούμε, δεν μπορούμε. Θα προσπαθήσω να καλμάρω το διευθυντή του αεροδιαστημικού εργοστασίου που χρειάζεται από αυτό το αναθεματισμένο ειδικό καύσιμο για πυραύλους... χτες. Αν, όμως, μιλήσεις με τον Νικ, πες του να μου τηλεφωνήσει. Η εταιρεία δε λειτουργεί χωρίς αυτόν. Ποτέ δε λειτούργησε». «Εμένα μου λες; Έκανα την ίδια κουβέντα μαζί του όταν εκτροχιάστηκε στο Χονγκ Κονγκ. Δεν κράτησε πολύ, όπως βλέπεις. Αλλά. πάλι, το να ζει κάποιος μια ζωή σαν τη δική του, όπου μπορείς να έχεις τα πάντα, να αγοράζεις τα πάντα, να εξαναγκάζεις τους πάντες, να υποτάσσεις τον κόσμο αδίστακτα στη θέλησή σου... σημαίνει ότι είναι δύσκολο να τον σταματήσεις απ’ οτιδήποτε». «Δεν είναι πάντοτε κακό», μουρμούρισε ο Ρόσκο, απόλυτος όσο και ο Ντόμινικ στην τέχνη της συναλλαγής. «Αν πρόκειται για λεφτά». «Η Κάθριν δεν ενδιαφέρεται για τα λεφτά, όμως. Αυτή είναι μόνο μία από τις αρετές της. Δεν είναι το στερεότυπο της ερωτικής του παρτενέρ και φαντάζομαι πως αυτό είναι και η μεγάλη γοητεία [118]


της». «Αλλά πάντοτε μια ερωτική παρτενέρ», είπε ο Ρόσκο κοφτά. «Λοιπόν, τι νομίζεις; Μια εβδομάδα ή δύο πριν λογικευτεί;» «Ειλικρινά, δεν μπορώ να πω. Μου φαίνεται ότι είναι διαφορετικά αυτήν τη φορά». «Γαμώτο», γρύλισε ο Ρόσκο. «Δε θέλω ν’ ακούσω άλλα τέτοια». Το τηλέφωνο έκλεισε. Ο Μαξ σηκώθηκε από την πολυθρόνα, επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, έβγαλε τη ρόμπα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να κάνει ή να πει για να ελέγξει την κατάσταση. Ο Νικ έκανε αυτό που ήθελε. Πάντοτε. Δεν υπήρχε λόγος, λοιπόν, να χάνει τον ύπνο του. Η Λιβ είχε οργανώσει ένα οικογενειακό πικνίκ για την επομένη. Ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του όταν θυμήθηκε τις τσιρίδες ενθουσιασμού που έβγαλε ο γιος του μόλις του το είπαν. Για κάποιο λόγο, ο μικρός του άγγελος λάτρευε τα υπαίθρια πικνίκ, ακόμη και το χειμώνα.

[119]


Κεφάλαιο 12 Ο Ντόμινικ ξύπνησε από το απαλό κλικ που έκανε το μάνταλο της πόρτας του υπνοδωματίου και κοίταξε τα φωτεινά νούμερα στο ρολόι. 3:21 π.μ. Κουνώντας το κεφάλι του για να διώξει τις πρώτες ώρες γαλήνιου ύπνου έπειτα από ένα μήνα αϋπνίας, κοίταξε τη σκιά του Λίο που πλησίαζε. «Έχω ξυπνήσει», του είπε. «Πρέπει να φύγουμε». Οι δύο άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα. «Το Ραφλς;» «Άδειο. Όλα στο αεροπλάνο». Ο Ντόμινικ τράβηξε προσεκτικά το χέρι του κάτω από την Κάθριν και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Πόσοι;» Προχώρησε προς το δωμάτιο-γκαρνταρόμπα, με τον Λίο δίπλα του. «Οχτώ». «Χριστέ μου! Ο Γκόρα το πήρε σοβαρά. Κι εμείς πόσους έχουμε;» «Δέκα. Αλλά θα είμαστε στον αέρα πριν καταφέρουν να μαζέψουν μια πλήρη ομάδα». Ο Ντόμινικ έκλεισε απαλά την πόρτα του δωματίου μόλις μπήκαν μέσα και άναψε ένα φως. «Εντάξει, ενημέρωσέ με καθώς ντύνομαι». Ο Λίο του έδωσε τη θέση κάθε άντρα του Γκόρα, τον πληροφόρησε από πού πήραν τα όπλα τους, καθώς και τις θέσεις των αντρών της ασφαλείας του Ντόμινικ. «Η καμαριέρα στο Ραφλς μάζεψε τα πράγματα της Κάθριν και έβγαλε τη βαλίτσα με το καρότσι των άπλυτων», είπε. «Ένας από τους άντρες του Ταν την πήρε από το χώρο της φόρτωσης ενώ ο άντρας του Γκόρα καθόταν στο μπαρ ανίδεος». [120]


Έχοντας φορέσει ένα τζιν παντελόνι και ένα ζευγάρι σαντάλια, ο Ντόμινικ πέρασε ένα τι-σερτ πάνω από το κεφάλι του και κοίταξε την ώρα στο ρολόι του. «Το αεροπλάνο είναι έτοιμο;» «Στον βοηθητικό διάδρομο, έτοιμο για τροχοδρόμηση». «Θα σε συναντήσουμε έξω. Και... ευχαρίστησέ τους όλους από μέρους μου». Λίγα λεπτά αργότερα η Κέιτ μουρμούρισε κοιμισμένα, «Τι κάνεις;» καθώς ο Ντόμινικ την τύλιγε σε ένα ελαφρύ πάπλωμα. «Μια μικρή αλλαγή στα σχέδιά μας». Άρχισε να της εξηγεί ψιθυριστά στο αυτί της, αλλά η Κέιτ έκλεισε τα μάτια της και συνέχισε να κοιμάται. Έτσι δεν αναγκάστηκε να τη γεμίσει με ψέματα. Σηκώνοντας την από το κρεβάτι, στάθηκε ακίνητος και την κοίταξε για μια στιγμή ώστε να βεβαιωθεί ότι η κίνηση δεν την είχε ξυπνήσει. Ήταν σαν ένα παιδάκι που κοιμόταν — εύκολο να την κουμαντάρεις, το πείσμα της σε προσωρινή αδράνεια. Χαμογέλασε. Όχι ότι οι όργασμοί δεν έπαιξαν ρόλο στην ηρεμία της. Αν και η ηρεμία όλων θα διαταρασσόταν σοβαρά αν δεν ξέφευγαν από την ομάδα των δολοφόνων του Γκόρα που βρισκόταν στα ίχνη τους. Γύρισε και απομακρύνθηκε από το κρεβάτι. Λίγα λεπτά αργότερα, έχοντας διασχίσει όλο το σπίτι, ο Ντόμινικ σταμάτησε στην πόρτα της εισόδου, την οποία άνοιξε γρήγορα ένας από το προσωπικό του έπειτα από εντολή του Ταν. Ο Ταν κατένευσε στον Ντόμινικ. «Sclamatjalan». (Το ταξίδι σας να είναι ασφαλές). «Αυτό είναι το σχέδιο. Εσύ από τώρα και στο εξής θα είσαι ελεύθερος πολιορκημένος. Θα έρθουν εδώ όταν δεν μπορέσουν να τη βρουν». Μιλούσε σιγά σε μαλαισιανά, σε περίπτωση που η Κέιτ δεν κοιμόταν βαθιά. «Θα είμαστε κλειδαμπαρωμένοι». Ο Ταν μιλούσε επίσης σιγά. «Και έχουμε ενισχύσεις. Οι συγγενείς μου ήρθαν πριν από μία ώρα». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Επομένως ο στρατός έχει πάρει θέσεις». Ο Ταν ανασήκωσε τους ώμους του. «Από τότε που σταμάτησε ο πόλεμος των συμμοριών, δεν τους δίνεται η ευκαιρία για... διασκέδαση. Όλοι είναι ευτυχισμένοι». [121]


«Δώσε τους τούς χαιρετισμούς μου και ευχαρίστησέ τους εκ μέρους μου. Ξέρεις τι να κάνεις αν...» «Ξέρουμε πώς να ξεφορτωθούμε πτώματα». «Σ’ ευχαριστώ και πάλι. Ο Λίο μου είπε ότι έστειλαν οχτώ άντρες». Ο Ντόμινικ ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Για μια γυναίκα». «Βαρβαρικές υπερβολές». Ο Ταν χαμογέλασε. «Δε θέλω να σε προσβάλω». «Δεν προσβάλλομαι». Ο Ντόμινικ ήξερε πάρα πολύ καλά ότι οι Ευρωπαίοι αναφέρονταν ως βάρβαροι από τότε που πάτησαν για πρώτη φορά το πόδι τους στην ασιατική ήπειρο πριν από εφτακόσια χρόνια. Ο Ταν έδειξε με το πιγούνι του το δρόμο. «Ο Λίο βαδίζει πάνω κάτω νευρικά. Καλύτερα να φύγετε». Ο Ντόμινικ έριξε μια ματιά έξω, έπειτα στράφηκε πάλι στον Ταν. «Κράτα με ενήμερο. Και, σοβαρά, όχι αίματα αν μπορεί να αποφευχθεί». «Όλοι το ξέρουν αυτό, αφεντικό». «Χριστέ μου, μη χαμογελάς όταν το λες αυτό». «Μάλιστα κύριε... αφεντικό». Ο Ντόμινικ στριφογύρισε τα μάτια του. «Φρόντισε, πάντως, να μη βγαίνεις στις εξωτερικές αυλές. Εντάξει;» «Μάλιστα, ό,τι πεις, αφεντικό». Ο Ντόμινικ αναστέναξε. Μετά χαμήλωσε το κεφάλι του, χαμογέλασε αχνά και μουρμούρισε: «Sclamattingal!» (Αντίο). Έπειτα βγήκε έξω στην αποπνικτική νύχτα. Τη στιγμή που ο Ντόμινικ εμφανίστηκε στη βεράντα, ο Λίο σταμάτησε να περπατάει νευρικά, έκανε μια απότομη στροφή και κατευθύνθηκε σε ένα γκρίζο σεντάν που περίμενε στην αυλή. Η γκρίζα Μερσεντές βρισκόταν ανάμεσα σε δύο άλλες μαύρες Μερσεντές. Και τα τρία αυτοκίνητα ήταν θωρακισμένα, όλα με αλεξίσφαιρα τζάμια, όλα με επαγγελματίες οδηγούς στα τιμόνια τους. Ο σχηματισμός των τριών αυτοκινήτων ήταν δεδομένος για ταξίδια σε επικίνδυνες συνθήκες. Ο Ντόμινικ είχε δώσει εντολή να μεταφερθούν αεροπορικώς με ένα από τα αεροπλάνα του. Είχε [122]


επίσης μονίμως αυτοκίνητα στα σπίτια του στο Λονδίνο και τη Ρώμη. Αυτά είχαν έρθει από το Χονγκ Κονγκ με τον Λίο και τον Ντάνι. Πλησιάζοντας τον Λίο, ο Ντόμινικ είπε ψιθυριστά: «Ο Ταν φαίνεται να έχει τα πάντα υπό έλεγχο εδώ». «Το ξέρω». Ο Λίο άνοιξε την πίσω πόρτα του σεντάν. «Λες και γίνεται πάρτι εκεί μέσα». «Ξέρουν τι κάνουν, όμως», επισήμανε ο Ντόμινικ, σκύβοντας το κεφάλι του για να μπει στο αυτοκίνητο. «Συμφωνώ». Ο Λίο έκλεισε την πόρτα μόλις μπήκε μέσα ο Ντόμινικ, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και έκανε ένα σήμα στον Τζέικ σηκώνοντας τον αντίχειρά του. Ο Τζέικ άναψε τα φώτα του, η προπορευόμενη Μερσεντές πέρασε τη βαριά πύλη από ξύλο και σίδερο και δευτερόλεπτα μετά τα τρία αυτοκίνητα βγήκαν από το κτίριο, διατηρώντας μικρή απόσταση μεταξύ τους και απομακρύνθηκαν ταχύτατα. Ο Ντάνι ήταν στο πρώτο αυτοκίνητο οπλισμένος με μια βραχύκαννη καραμπίνα. Το ίδιο όπλο είχε και ο οδηγός της τρίτης Μερσεντές. Δύο από τους άντρες του Ντόμινικ φύλαγαν το αεροπλάνο του. Όλοι ήταν οπλισμένοι ως τα δόντια. Ο Ντόμινικ καθόταν στο πίσω μέρος του σεντάν με την Κέιτ στην αγκαλιά του, ευχαριστημένος που δεν του είχε ζητήσει λεπτομερείς εξηγήσεις για την ξαφνική αναχώρησή τους. Όσα λιγότερα ήξερε τόσο καλύτερα. Θα έλυνε εκείνος το πρόβλημα με τη μαφία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν χρήματα και αρκετή μυϊκή δύναμη, πειθώ και σκληρότητα για να κλείσει μια συμφωνία με τους αντιπάλους του. Δεν ανησυχούσε. Έπειτα από μία δεκαετία σε έναν ανελέητο επιχειρηματικό κόσμο, είχε γίνει μαέστρος στην τέχνη της επιβολής. Εκείνη την ώρα της νύχτας η κυκλοφορία δεν αποτελούσε πρόβλημα, ούτε, σύμφωνα με τον Λίο, ήταν η βαλκανική μαφία πίσω τους, η οποία άλλωστε δεν είχε ακόμη οργανωθεί πλήρως. Ο έβδομος και ο όγδοος άντρας είχαν μόλις φτάσει στη Σιγκαπούρη το ίδιο εκείνο βράδυ· το πλεονέκτημα ήταν ακόμη δικό τους. Η πομπή κινείτο με μεγάλη ταχύτητα στους δρόμους της πόλης μέχρι που έφτασε στην εθνική οδό όπου οι οδηγοί επιτάχυναν αμέσως. [123]


Μια σύντομη στιγμή ανησυχίας προκλήθηκε όταν δύο φορτηγά μπήκαν στην εθνική οδό από την τελευταία πριν το αεροδρόμιο ράμπα εισόδου. Όμως οι δύο οδηγοί απλώς παρέκαμψαν τα φορτηγά σαν να ήταν ακινητοποιημένα και λίγο μετά περνούσαν τις πύλες της πίστας για τα ιδιωτικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους ένα μονοπάτι από καμένα ελαστικά. Οι δύο μαύρες Μερσεντές πήραν θέσεις ανάμεσα στο αεροπλάνο του Ντόμινικ που περίμενε και την πύλη, ενώ το σεντάν κατευθυνόταν στη ράμπα του Β-747-8. Δύο φρουροί οπλισμένοι σαν αστακοί στέκονταν στις δύο πλευρές της ράμπας καθώς ο Ντόμινικ ανέβαινε τη σκάλα του αεροπλάνου κρατώντας πάντα την Κέιτ στην αγκαλιά του. Μόλις μπήκε, όλοι οι άντρες εκτός από τους οδηγούς ανέβηκαν κι αυτοί. Η πόρτα του αεροσκάφους έκλεισε, ένας από τους οδηγούς τράβηξε τη ράμπα και αμέσως μετά το αεροπλάνο έπαιρνε άδεια απογείωσης και τροχοδρομούσε με τις τουρμπίνες του στο ρελαντί. Τη στιγμή που ο Ντόμινικ ακουμπούσε την Κέιτ στο κρεβάτι, οι μηχανές μούγκρισαν και το αεροπλάνο απογειώθηκε. «Απογειωνόμαστε, γλύκα μου. Όλα είναι καλά», την καθησύχασε απαλά όταν εκείνη ξύπνησε τρομαγμένη. Στρώνοντας το πάπλωμα κάτω από το πιγούνι της έσκυψε και τη φίλησε. «Θα είμαστε στον αέρα δεκαπέντε ώρες γι’ αυτό κοιμήσου όσο μπορείς. Δε χάνεις τίποτα». «Εσύ δε θα έρθεις στο κρεβάτι;» Η φωνή της ήταν πνιχτή και γλυκιά. «Σε λίγα λεπτά». «Βιάσου...» είπε και η λέξη έσβησε καθώς τα βλέφαρά της έκλειναν αργά. Ο Ντόμινικ κάθισε μαζί της μέχρι που η ανάσα της έγινε βαθιά. Μετά βγήκε από την καμπίνα και μπήκε στο γραφείο του που ήταν δίπλα, με το μυαλό του απορροφημένο σε προμήθειες όπλων και προγραμματισμούς, σε όλα όσα έπρεπε να τακτοποιήσει πριν την προσγείωση. Από εκεί βγήκε στον εξωτερικό διάδρομο που ήταν κατά μήκος της ατράκτου. Προσπέρασε τα έξι δίκλινα υπνοδωμάτια και σταμάτησε στο κατώφλι της κουζίνας όπου ο μάγειράς του τακτοποιούσε εφόδια στα ντουλάπια. «Δεν είναι ανάγκη να μείνεις ξύπνιος, Σέσε. Δε θα χρειαστούμε τίποτα μέχρι το πρό[124]


γευμα». Ο μεγαλόσωμος άντρας από το Τόνγκο γύρισε και του χαμογέλασε. «Είσαι σίγουρος; Οι άντρες επάνω το έχουν ρίξει στα σνακς». «Δεν πειράζει. Δε θα πάθουν και τίποτα αν φάνε σνακς, τσιπς, αλλαντικά ή ό,τι άλλο υπάρχει πρόχειρο. Θα τους πω να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους. Εσύ είσαι εκτός υπηρεσίας για τη νύχτα». «Θέλεις κάτι ξεχωριστό για το πρόγευμα της νεαρής κυρίας;» Ο Ντόμινικ τον κοίταξε σαν χαμένος για μια στιγμή. «Έχουμε σοκολατούχο γάλα;» «Άκου λέει. Έμαθα ότι η κυρία ευχαριστήθηκε το σοκολατούχο γάλα της την προηγούμενη φορά». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Είσαι καταπληκτικός». «Γιατί, νόμιζες πως δεν ήμουν; Και μια που δείχνεις να μην τα καταφέρνεις σε αυτά, θα φροντίσω να υπάρχουν μερικά σάντουιτς με μπέικον πρόχειρα, για καλό και για κακό. Ο Λίο μου είπε να μιλήσω στον Ντέσι, οπότε είμαι ενήμερος. Και ξέρω τα γούστα σου. Μπορείς, βέβαια, να μου ζητήσεις και ό,τι άλλο θέλεις αύριο το πρωί». «Μου φαίνεται ότι έχεις τα πάντα υπό έλεγχο», είπε ο Ντόμινικ ευχαριστώντας τον. Ο Σέσε έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Υποψιάζομαι ότι θα πρέπει να κρατήσεις τη δύναμή σου. Όσο για τις επιθυμίες της νεαρής κυρίας, είμαι όλος αυτιά». «Θα σε ενημερώσουμε. Με τις αλλαγές στην ώρα...» — ανασήκωσε τους ώμους του— «...δεν ξέρω πότε θα ξυπνήσει». «Κανένα πρόβλημα. Ο Λίο μου είπε ότι θα έχω μερικές ημέρες ρεπό να επισκεφτώ τους συγγενείς μου όταν προσγειωθούμε στο Σαν Φρανσίσκο». «Σκεφτόμουν να πάρεις μια εβδομάδα». «Υπέροχα». «Εντάξει λοιπόν. Τώρα πήγαινε να κοιμηθείς μερικές ώρες». Ο Ντόμινικ είχε πάρει τον Σέσε από ένα εστιατόριο στην Τζακάρτα όταν έφαγε το καλύτερο μοσχαράκι realndang της ζωής [125]


του. Το γεγονός ότι αργότερα εκείνη τη νύχτα ο νεαρός σεφ στάθηκε στο πλάι του σε έναν καβγά σε μπαρ, είχε συμβάλει στο κλείσιμο της συμφωνίας και τον είχε κάνει συμπαθή στους άντρες της προσωπικής ασφάλειας του Ντόμινικ. Επιπρόσθετα, ο τεράστιος Πολυνήσιος άντεχε περισσότερο από όλους το ποτό, ένα κατόρθωμα που του χάρισε το σεβασμό και την αναγνώριση από τους άντρες που ήταν υπεύθυνοι για την ασφάλεια του Ντόμινικ. Αν και στον Σέσε δεν άρεσε να παίρνει εντολές από κανέναν άλλο εκτός από τον Ντόμινικ, οι άντρες είχαν μάθει να του ζητούν ευγενικά, αν ήθελαν να τους μαγειρέψει κάτι ξεχωριστό. Περνώντας την τραπεζαρία, το γυμναστήριο και τη μικρή βιβλιοθήκη, ο Ντόμινικ έφτασε στην κυκλική σκάλα που οδηγούσε επάνω στο σαλόνι. Ο Λίο σήκωσε το ποτήρι του και χαμογέλασε όταν εμφανίστηκε ο Ντόμινικ στην κορυφή της σκάλας. «Γεροί και ασφαλείς», είπε σέρνοντας τη φωνή του. «Γάμησέ τη τή βαλκανική μαφία». «Προσωρινά», του υπενθύμισε ο Ντόμινικ, πηγαίνοντας στο μπαρ και βάζοντας τρία δάχτυλα ουίσκι σε ένα ποτήρι. «Ευχαριστώ, πάντως. Σας ευχαριστώ όλους». Κοίταξε την ομάδα των σκληροτράχηλων, ψημένων στις μάχες βετεράνων που χαλάρωναν στις πράσινες δερμάτινες πολυθρόνες με ποτά στα χέρια τους, ενώ η έντονη μυρωδιά του κιφ (είδος μαριχουάνας) κυριαρχούσε στον αέρα. «Η Κάθριν είναι ασφαλής. Είμαι ευχαριστημένος». Πέφτοντας βαριά σε μια άδεια πολυθρόνα, ήπιε το μισό ουίσκι του, ακούμπησε το ποτήρι στο μπράτσο της πολυθρόνας, έγειρε πίσω και ανάσανε απαλά. «Όμως, θα θέλει να μάθει γιατί ταξιδεύουμε με τόσους άντρες. Θα πρέπει να βρω μια λογική εξήγηση. Δε θέλω να την τρομάξω χωρίς λόγο». «Τα καταφέρνεις μια χαρά σε αυτό, Νικ. Λες πάντοτε στις γυναίκες αυτά που θέλουν ν’ ακούσουν». Ένα πονηρό χαμόγελο, μια αυστραλέζικη προφορά, ένα ποτήρι σηκωμένο στην υγειά του. «Νομίζω ότι αυτό είναι η δική σου “σπεσιαλιτέ”, Κλάιβ», είπε ο Ντόμινικ χαμογελώντας. «Θα πρέπει να μου δώσεις μερικές συμβουλές». Ο όμορφος νεαρός άντρας με το μόνιμο μαύρισμα —τυπικό [126]


των Αυστραλών — , το λαιμό αρσιβαρίστα και μαλλιά τόσο ξανθά που ήταν σχεδόν λευκά, πήρε μια έκφραση προσποιητής έκπληξης. «Σ’ εμένα μιλάς, φίλε;» «Ναι, σ’ εσένα. Όποιος καταφέρνει να το σκάσει την ημέρα του γάμου του αφήνοντας τη νύφη χαμογελαστή θα έλεγα ότι έχει μεγάλη πειθώ». «Ήμαστε φίλοι. Αυτό βοήθησε». Ο Κλάιβ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν είναι αυτό το στιλ σου, Νικ». Χαμογέλασε πονηρά. «Όχι ότι το στιλ σου δε φέρνει αποτελέσματα». «Μάλλον φέρνει», είπε ο Ντόμινικ πολύ απαλά. «Η Κάθριν είναι ένα σπάνιο δώρο. Δεν είμαι σίγουρος ότι της αξίζω». Ακολούθησε αμήχανη σιωπή. Δεν είχαν ακούσει ποτέ τον Ντόμινικ να μιλάει για μια γυναίκα με τόση τρυφερότητα. Ο Ντόμινικ κοίταξε στο κενό για μια στιγμή, έπειτα μίλησε με τη φυσιολογική, συρτή φωνή του που θύμιζε αμυδρά τον σέρφερ από την Καλιφόρνια. «Οι περισσότεροι από τους άντρες της μαφίας δε θα τα καταφέρουν να περάσουν από το τελωνείο των ΗΠΑ. Μερικοί ίσως, όχι όμως όλοι όσοι ήρθαν στη Σιγκαπούρη... Και τώρα που το θυμήθηκα...» Στράφηκε στον Λίο και ρώτησε: «Επικοινώνησες με τον Γκόρα;» «Ένας απεσταλμένος είναι καθ’ οδόν από τη Σόφια. Θα ξέρω κάτι σε μία, το πολύ δύο ημέρες». «Χρειάζομαι μία εβδομάδα πριν τον συναντήσω». «Να ρωτήσω γιατί ή δεν υπάρχει λόγος;» Ο Ντόμινικ τον κοίταξε ψυχρά. «Ξέρω ότι όσο πιο σύντομα τόσο καλύτερα. Χρειάζομαι όμως μία εβδομάδα το λιγότερο. Μετά, όπου θέλει, όποτε θέλει —θα είμαι έτοιμος να διαπραγματευθώ». «Θα σου κοστίσει». «Θα δούμε. Ο Γκόρα έχει οικογένεια και αυτό τον κάνει ευάλωτο. Έχει επίσης μία, ας πούμε, νόμιμη ερωμένη στη Ρώμη και δεν μπορεί να μείνει καιρό μακριά της. Νομίζω ότι αυτή είναι το καλύτερο πιόνι μας στο σκάκι». «Μπορείς να τον εμπιστευθείς;» ρώτησε ο Ντάνι κρατώντας την ανάσα του έπειτα από μια μεγάλη ρουφηξιά κιφ από την ειδική πίπα. Ο Ντόμινικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δύσκολο να σου [127]


πω. Ήταν αξιόπιστος στο παρελθόν, αλλά ανεξάρτητα από την αξιοπιστία του, η Κάθριν θα χρειαστεί ασφάλεια». «Τι είδους ασφάλεια;» ρώτησε ο Λίο. «Το δικό μου είδος». Φρύδια ανασηκώθηκαν γύρω του, αλλά κανένας δε μίλησε. Ήταν όλοι τους με τον Ντόμινικ από τότε που είχε γνωρίσει τον Μαξ, τον Λίο, τον Ντάνι, σε ένα μπαρ στο Κέιπ Τάουν όπου όλοι τους έπιναν για πρωινό πριν πάνε για σέρφινγκ. Σαν εργοδότης ο Ντόμινικ έδινε πολύ μεγάλους μισθούς, πλουσιοπάροχες αμοιβές για έξοδα κίνησης, κάλυπτε τα έξοδα των σπιτιών ή των διαμερισμάτων τους, επέτρεπε το ελαστικό ωράριο που τους έδινε χρόνο να περνούν με τις οικογένειές τους. Επιπλέον ήταν ένας έντιμος άντρας. Όλοι τους θα δέχονταν ευχαρίστως μια σφαίρα γι’ αυτόν. Το πρόσωπο του Λίο ήταν ανέκφραστο. «Πόσο σύντομα θέλεις να είναι η ασφάλεια της Κάθριν στο πόστο της;» «Από αυτήν τη στιγμή. Κάνε ό,τι χρειάζεται. Φέρε όποιον χρειάζεσαι. Κάνε το ήσυχα. Η Κάθριν δεν πρέπει να ξέρει για την πρόσθετη ασφάλεια. Δε θέλω να διαταραχθεί η ζωή της από τον Γκόρα ή απ’ οποιονδήποτε άλλο». Ξαφνικά ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Μη δείχνεις τόσο έκπληκτος. Είναι απίστευτη γυναίκα. Δε σκοπεύω να βάλω τη ζωή της σε κίνδυνο». Έσκυψε το κεφάλι του. «Για καθαρά εγωιστικούς λόγους. Καλύτερα τώρα; Μικρότερο το σοκ;» «Πρέπει να το παραδεχτείς, Νικ», είπε ο Ντάνι, τινάζοντας μια μπούκλα των μαλλιών του που είχε πέσει στα μάτια του. «Εσύ με μια γυναίκα για περισσότερο από μερικές ώρες σοκάρει». «Θα πρέπει να το συνηθίσετε», είπε ο Ντόμινικ και χαμογέλασε πάλι. «Το ίδιο και εγώ». Το τηλέφωνό του χτύπησε ξαφνικά. Βγάζοντάς το από την τσέπη του σακακιού του, κοίταξε την οθόνη. Σηκώθηκε όρθιος, άφησε το ποτήρι του και είπε: «Κοιμηθείτε μερικές ώρες τώρα που μπορείτε. Δεν είμαι σίγουρος πώς θα είναι το πρόγραμμά μας στο Σαν Φρανσίσκο. Θα σας δω όταν προσγειωθούμε». Καθώς απομακρυνόταν, πάτησε το πράσινο κουμπάκι και μίλησε: «Περίμενε μια στιγμή να πάω στο γραφείο μου, Τζάστιν. Πώς είναι η οικογένεια;» [128]


Κεφάλαιο 13 Η οικογένεια είναι μια χαρά», είπε Τζάστιν. «Η Μάνη είναι στη λέσχη βιβλίου. Το μωρό στο κρεβάτι —αν και ο Άνταμ θα πάψει να είναι μωρό σύντομα. Η Μάντι είναι στον τρίτο μήνα. Εγώ πίνω ένα ποτό και βλέπω τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να γίνεται αλοιφή». «Πόσο είναι ο Άνταμ;» Του πήρε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να απαντήσει, ο Νικ που ήξερε δεν ενδιαφερόταν για τα παιδιά. «Ο Άνταμ είναι δεκαεννιά μηνών —για την ακρίβεια, θα είναι τόσο την ερχόμενη Πέμπτη». «Είναι ξανθός σαν τη Μάνη ή σκούρος σαν κι εσένα;» Ο Τζάστιν θα ήθελε να τον ρωτήσει Τι καπνίζεις; «Έχει τα χρώματά μου. Περιττό να σου πω, οι γονείς μου είναι ενθουσιασμένοι». «Το φαντάζομαι. Θα είναι κορίτσι ή αγόρι αυτήν τη φορά;» Σοβαρά, ο Νικ πρέπει να είναι φτιαγμένος. «Κορίτσι». «Και η Μάντι είναι έξω και αγοράζει ροζ φρου-φρου ρουχαλάκια, φαντάζομαι». «Ναι, εδώ και μήνες. Ελπίζω να μην παρακολουθούν τη συνομιλία μας», είπε ο Τζάστιν. «Ροζ φρου-φρου ρουχαλάκια; Αυτό δεν είναι το συνηθισμένο λεξιλόγιό σου». «Η αδερφή μου έχει έξι παιδιά». «Δεν το είχες αναφέρει ποτέ ως τώρα. Ώστε είσαι θείος». «Ναι. Είναι σπουδαία παιδιά. Για την ακρίβεια, πηγαίνουμε [129]


στο Σαν Φρανσίσκο τώρα για τα γενέθλια της αδερφής μου». «Πηγαίνουμε;» «Ο Μαξ είπε ότι του τηλεφώνησες», είπε ο Ντόμινικ. «Οπότε, φαντάζομαι, ξέρεις τι νόημα έχει και ο πληθυντικός». «Απλώς τσεκάρω. Για την ακρίβεια, η συγκεκριμένη κυρία είναι ο λόγος που σου τηλεφώνησα. Ο Μπιλ Μακόρμικ παραληρούσε για τις ικανότητες της δεσποινίδος Χαρτ. Έχει άλλη μια δουλειά γι’ αυτήν, αλλά σκέφτηκα να το συζητήσω πρώτα μαζί σου. Σίγουρα θα θέλεις να μάθεις». «Τι δουλειά είναι;» «Κάτι στο Λονδίνο. Η δικιά σου είναι πραγματικό αστέρι στους υπολογιστές και φαίνεται ότι έχει τρομερή ζήτηση. Αυστηρά επαγγελματικά, εντάξει; Ηρέμησε. Μυρίζω τον καπνό που βγαίνει από τα αυτιά σου από εδώ». Ο Ντόμινικ συνοφρυώθηκε. Ο Τζάστιν τον ήξερε πολύ καλά. Έπειτα όμως ρώτησε με μια σκόπιμα ουδέτερη φωνή. «Έχεις λεπτομέρειες;» Ο Τζάστιν του είπε όλα όσα ήξερε για τη δουλειά από τον Μακόρμικ. Κάποιοι έκαναν κάποιες μεταβιβάσεις κυριότητας. Τίποτα σπουδαίο ακόμη, αλλά η CX Capital ανησυχεί μετά τις επικίνδυνες συναλλαγές της JP Morgan στο Λονδίνο που κόστισαν στην τράπεζα έξι δις. Τουλάχιστον αυτό είναι το ποσό που παραδέχτηκε η JP Morgan», πρόσθεσε ο Τζάστιν ξερά. «Ή εντόπισε», είπε ο Ντόμινικ. «Γι’ αυτό και η CX Capital ανυπομονεί να προσλάβει τη δεσποινίδα Χαρτ. Αν και θα ήθελα να σε προειδοποιήσω. Θέλουν να την προσλάβουν για έξι μήνες». «Πες στον Μακόρμικ ότι συμφωνώ. Δεν μπορώ όμως να μιλήσω για λογαριασμό της Κάθριν με σιγουριά. Εκείνη αποφασίζει για τον εαυτό της. Αλλά όπως κι αν είναι, πρέπει να περιμένει μια εβδομάδα. Είμαστε σε διακοπές». «Μου κάνεις πλάκα! Εσύ διακοπές;» «Ναι», απάντησε ψυχρά ο Ντόμινικ. «Άλλες ερωτήσεις;» «Καμία». Όχι όταν ο τόνος της φωνής του είναι του στιλ, Μην-ανακατεύεσαι-στα-προσωπικά-μου. «Θα πω στον Μπιλ να επικοινωνήσει με τη δεσποινίδα Χαρτ σε μία εβδομάδα». [130]


«Πες του να της στείλει ένα μήνυμα με την πρόταση τώρα. Έτσι θα μπορώ να σου πω τι περίπου σκέφτεται η Κάθριν για την πρόταση. Υποπτεύομαι ότι θα θέλει να αναλάβει τη δουλειά. Αν είναι έτσι, θα εκτιμούσα τη βοήθειά σου στην αγορά ενός διαμερίσματος γι’ αυτήν. Κοντά στο σπίτι μου στο Ίτον Πλέις. Μπορείς να της πεις, αν δεχτεί τη δουλειά, ότι έχεις ένα διαθέσιμο για υπενοικίαση. Βάλε το συμβόλαιο στο όνομα μιας από τις θυγατρικές εταιρείες μου ώστε να μη φαίνομαι εγώ. Μίλησε με τον Ρόσκο. Θα σε βοηθήσει. Σύμφωνοι;» «Από πόσο μέχρι πόσο η τιμή;» «Δε μ’ ενδιαφέρει. Κάτι ωραίο». «Όλα είναι ωραία σε εκείνη την περιοχή». «Κοίταξε για ένα με δύο υπνοδωμάτια. Οτιδήποτε μεγαλύτερο θα προκαλέσει υποψίες στην Κάθριν. Ζήτησε τη γνώμη της Μάντι. Έχει καλό μάτι. Κι αν δεν την πειράζει κι έχει τη διάθεση, θα ήθελα να το επιπλώσει. Καταλαβαίνω ότι της ζητώ πολλά, ειδικά στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα, γι’ αυτό περιμένω να με χρεώσει για η βοήθειά της αναλόγως. Πες στη Μάντι να προσλάβει ένα διακοσμητή είτε για να τη βοηθήσει ή για να κάνει αυτός τη δουλειά. Θα ανοίξω ένα λογαριασμό στο όνομά της στην τράπεζά σου. Από την πλευρά μου, θα φροντίσω η Κάθριν να καταλάβει ότι υπάρχει η πιθανότητα να είναι το διαμέρισμα προς πώληση σε μια εξευτελιστική τιμή. Κάποιο πολύ χαμηλό ποσό που θα τη δελεάσει. Βγάζει καλά λεφτά τώρα». «Όχι αρκετά για ένα διαμέρισμα στην Μπελγκράβια». «Αυτό το θέμα το αναλαμβάνω εγώ», είπε ο Ντόμινικ. «Να της εξηγήσεις ότι ένα διαμέρισμα πέντε εκατομμυρίων δολαρίων στην πραγματικότητα κοστίζει...» «Πεντακόσιες χιλιάδες», τον έκοψε ο Ντόμινικ επειδή κάποιος πέθανε μέσα και δεν ανακαλύφθηκε επί δύο εβδομάδες. Επίσης είμαι πρόθυμος να γίνω ο τραπεζίτης της. Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρω» «Μη μου πάρεις το κεφάλι τώρα, αλλά δεν μπορώ να μην πω ότι πρέπει να είναι πολύ ξεχωριστή γυναίκα. Εσύ είσαι εκείνος ο τύπος που στέλνει το σοφέρ του να πάρει τη γυναίκα με την οποία έχει ραντεβού για δείπνο από το σπίτι της; Και εννιά στις δέ[131]


κα φορές, φτάνει στο εστιατόριο με μία ώρα καθυστέρηση; Τι μου διαφεύγει εδώ;» «Θα καταλάβεις αν έρθει η Κάθριν στο Λονδίνο. Δε χωράει σε κανένα από τα... κουτάκια που ξέραμε. Μου αντιμιλάει όλη την ώρα. Κάτι που δε μου έχει ξανασυμβεί και για το οποίο δεν έχω καμιά λογική εξήγηση. Οπότε μη ρωτάς». «Τώρα πραγματικά μου κέντρισες το ενδιαφέρον». «Κράτα αποστάσεις. Κέντρισε το δικό μου ενδιαφέρον με τα δικά σου νέα». «Δε χρειάζεται να με προειδοποιείς, Νικ. Πάντως, δεν κοιτώ καν άλλες γυναίκες πια. Δεν κάνω πλάκα. Ποιος θα το φανταζόταν;» «Σίγουρα όχι εγώ. Συγχαρητήρια, πάντως. Η ευτυχία είναι κάτι σπάνιο». «Μου φαίνεται ότι αρχίζεις κι εσύ να παίρνεις αυτόν το δρόμο». «Ίσως. Είναι πολύ νωρίς ακόμη. Θα σου τηλεφωνήσω σε δυο τρεις ημέρες και θα σε ενημερώσω για την απόφαση της Κάθριν». Ο Ντόμινικ είχε μόλις τελειώσει το τηλεφώνημα με τον Τζάστιν και είχε ανοίξει τον υπολογιστή του όταν τηλεφώνησε ο γαμπρός του. «Δεν το ξέχασα», είπε ο Ντόμινικ και έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του. «Είμαι στο αεροπλάνο για εκεί». «Είπα να δω τι γίνεται», είπε ο Ματ. «Ξέρω ότι έχεις ένα πολύ γεμάτο πρόγραμμα». «Ποτέ τόσο γεμάτο». «Η Μέλανι ανησυχεί, αυτό είναι όλο. Θα τη διαβεβαιώσω ότι είσαι ζωντανός και καλά και ότι γυρίζεις σπίτι». «Πες της ότι φέρνω και μια καλεσμένη». Η κεφάτη φωνή του Ντόμινικ τον ξάφνιασε. «Κάποια που ξέρω;» ρώτησε ο Ματ, περίεργος για την πρωτοφανή έκσταση. «Ένα κορίτσι... Για την ακρίβεια μια γυναίκα που προσέλαβα ως σύμβουλο πριν από ένα μήνα περίπου». Το ύψος της Κάθριν σε σύγκριση με το δικό του τού δημιουργούσε πάντοτε την ψευδαίσθηση ότι ήταν νεότερη από την πραγματική της ηλικία. «Δού[132]


λεψε για μένα δύο εβδομάδες. Τη συνάντησα τυχαία στη Σιγκαπούρη. Θα σας αρέσει». «Ωραία. Ανυπομονούμε να τη γνωρίσουμε». «Το όνομά της είναι Κάθριν Χαρτ». «Θα το πω στη Μέλανι». «Η μητέρα τη γνώρισε στο Χονγκ Κονγκ. Πες το κι αυτό στη Μέλανι». «Νομίζω ότι έχει ακούσει ήδη γι’ αυτήν». Μόλις ο Ντόμινικ ανέφερε την Κάθριν και το Χονγκ Κονγκ, ο Ματ θυμήθηκε ξαφνικά τα χυδαία σχόλια της πεθεράς του για τη θέση της Κέιτ στη ζωή του Ντόμινικ. Η πεθερά του είχε χλευάσει τον Ντόμινικ που επέμενε να λέει ότι ενδιαφερόταν για τις επαγγελματικές της ικανότητες. «Δε με εκπλήσσει αυτό. Η μητέρα ήταν τόσο απίστευτα αγενής στο Χονγκ Κονγκ που ακόμη είμαι τσαντισμένος μαζί της». «Μόνο στο Χονγκ Κονγκ;» Η φωνή του Ματ ήταν κεφάτη. «Ναι, έχεις δίκιο... Πριν το ξεχάσω, έχω εκείνον το νεφρίτη που ήθελες για τη Μέλανι», είπε ο Ντόμινικ, διώχνοντας από το μυαλό του την απαράδεκτη συμπεριφορά της μητέρας του. Έτσι κι αλλιώς αυτό το πρόβλημα δεν είχε λύση. «Ήμουν έτοιμος να σε ρωτήσω». «Η αδερφή μου θα ξετρελαθεί. Είναι του δέκατου έβδομου αιώνα. Ένα από εκείνα τα κομμάτια που κατασκεύαζαν οι ερημίτες των βουνών. Η τεχνική είναι απίστευτη. Αγόρασα και το δεύτερο κομμάτι ώστε να έχει ένα πλήρες σετ». Η αδερφή του συγκέντρωνε έργα τέχνης από νεφρίτη. Ο Ματ ήταν αρκετά πλούσιος για να την κακομαθαίνει, η κατασκευαστική εταιρεία της οικογένειάς του ήταν μία από τις παλαιότερες και μεγαλύτερες στην περιοχή του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. «Λοιπόν, αύριο στις οχτώ;» «Ελάτε νωρίτερα. Έχουμε μια οικογενειακή γιορτή στις έξι, εμείς και τα παιδιά μόνο». «Πες στα παιδιά ότι τους πήρα μερικά ωραία πράγματα». «Εσύ πάντοτε τους παίρνεις ωραία πράγματα». «Γι’ αυτό με συμπαθούν», είπε ο Ντόμινικ ανάλαφρα. «Δεν είναι αλήθεια αυτό, Νικ. Σε συμπαθούν επειδή τους [133]


ακούς πραγματικά». «Τους ακούω επειδή είναι ενδιαφέροντα παιδιά. Λοιπόν, θα σας δούμε στις έξι». «Ωραία. Θα σου δείξω και το καινούριο μου σκάφος». «Κι άλλο;» Ο Ματ αναπαλαίωνε αντίκες κρις κραφτ. «Είναι μια... καλλονή. Έχω χιλιάδες φωτογραφίες πριν και μετά να σου δείξω». «Ανυπομονώ. Φίλησέ μου τη Μέλανι και τα παιδιά». Ο Ντόμινικ πέρασε άλλη μια ώρα διαβάζοντας τα πιο επείγοντα e-mail. Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται τι χάος θα προκαλούσε η απόφασή του να κάνει μια εβδομάδα διακοπές. Ο Ρόσκο είχε ήδη τρελαθεί επειδή ο Μαξ ήταν επίσης σε άδεια. Ο Ντόμινικ τηλεφώνησε στον Ρόσκο σε μια προσπάθεια να τον ηρεμήσει. Αφού άκουσε υπομονετικά τα παράπονα του οικονομικού διευθυντή των επιχειρήσεων του που τον άφησαν να παίρνει αυτός όλες τις αποφάσεις, ότι ήταν αδύνατον να αναλάβει αυτή την ευθύνη για μια ολόκληρη εβδομάδα, ο Ντόμινικ συμμερίστηκε τις δυσκολίες του. «Σου ζητώ πολλά, το ξέρω. Μοίρασε τις ευθύνες σε περισσότερους. Αν δεν κάνω λάθος, έχουμε πολλούς ικανούς διευθυντές τμημάτων που διαθέτουν τα προσόντα. Και ξέρεις πάρα πολύ καλά ότι δεν έχω κάνει κανονικές διακοπές από τότε που ξεκινήσαμε αυτή την εταιρεία. Μπορείς πάντοτε να με βρεις διαδικτυακά ή στο τηλέφωνο. Οπότε δεν πρόκειται να απολογηθώ που παίρνω μερικές ημέρες για τον εαυτό μου. Θα είμαι πάντοτε στη διάθεσή σας για κάτι επείγον. Αλλά μόνο όταν πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό. Όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν». «Τα πάντα εδώ πέρα είναι κατεπείγοντα, γαμώτο μου!» βρυχήθηκε ο Ρόσκο, σαν να μην του είχε επισημάνει ο Ντόμινικ ευγενικά πώς ένιωθε που θα έλειπε από το πόστο του. «Πρέπει να απαντάς στο τηλέφωνό σου!» Ο Ρόσκο μιλούσε πάντοτε με στεντόρεια φωνή, ο Ντόμινικ ήταν συνηθισμένος σε αυτό —και στη συγκεκριμένη περίπτωση αδιάφορος στον προσβλητικό τόνο του Ρόσκο. «Όχι αυτή την εβδομάδα, Ρόσκο». Η φωνή του τώρα ήταν απότομη. «Τίποτα δεν είναι τόσο κατεπείγον, εκτός κι αν κινδυνεύω να χάσω όλα τα λεφτά μου. Αυτή είναι η μόνη κόκκινη γραμμή για μένα. Εντάξει; [134]


Τίποτ' άλλο. Τίποτα». «Χριστέ μου, ποιος θα φανταζόταν ποτέ ότι θα ερωτευόσουν», μουρμούρισε κακόκεφα ο Ρόσκο. Ο Ντόμινικ έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση, Ρόσκο και επιπλέον δε σε αφορά»; «Με συγχωρείς, Ντόμινικ». Η φωνή του Ρόσκο μετά την επίπληξη που δέχτηκε είχε χαμηλώσει αρκετά. «Αλλά με φόρτωσες με υπερβολική δουλειά έτσι ξαφνικά, αυτό είναι όλο». «Ζητώ συγνώμη, μα είναι σημαντικό για μένα». Ο Ρόσκο αναστέναξε. Έπειτα από δύο διαζύγια ακόμη δεν μπορούσε να κατανοήσει την ιδέα της αγάπης. Κατά τη γνώμη του, ο Ντόμινικ βρισκόταν κι αυτός στην ίδια κατάσταση. Ο γάμος του ήταν μια σχέση μεταξύ φίλων. Η Τζούλια ήταν μια σύντροφος για την κοινωνική ζωή του Ντόμινικ. Τον συντρόφευε στα επικίνδυνα σπορ, στις δεξιώσεις... Ο δεσμός τους βαθύς και στενός, αλλά ο Ρόσκο πίστευε ότι ήταν παραδόξως πλατωνικός. «Εντάξει, αγόρι μου, καταλαβαίνω. Ξέχασε όσα είπα. Όλα είναι υπό έλεγχο. Καλές διακοπές». «Σ’ ευχαριστώ, Ρόσκο». Η ζεστασιά είχε επιστρέφει στη φωνή του Ντόμινικ. «Σου είμαι υπόχρεος». «Και καλά κάνεις», απάντησε ο Ρόσκο βραχνά, ενώ σκεφτόταν να τηλεφωνήσει στο γιο του και να του πει ότι τον αγαπάει έστω κι αν ο Τζέι στα δεκαπέντε του μάλλον δε θα ήθελε να το ακούσει αυτό. Ένα παιδί, όμως, πρέπει να ξέρει ότι οι γονείς του νοιάζονται. Ο προβληματικός ψυχισμός του Ντόμινικ ήταν μια προειδοποίηση. Ήξερε ότι ο Ντόμινικ είχε φύγει από το σπίτι του όταν ήταν δεκατριών χρονών. Δεν είχε μάθει ποτέ τους λόγους, αλλά όποιος φεύγει από το σπίτι του τόσο νέος έχει προβλήματα. «Μια εβδομάδα, όμως; Μπορώ να βασίζομαι σ’ εσένα ότι θα είσαι ο παλιός σου εαυτός μετά από αυτές τις διακοπές; Ρωτάω...» «Μπορείς να είσαι σίγουρος», αποκρίθηκε ο Ντόμινικ χαμογελώντας. «Θα τα πούμε σε μια εβδομάδα». Αλλά το σχόλιο του Ρόσκο ότι ήταν ερωτευμένος τον προβλημάτισε. Πρέπει να το είχε ακούσει από τον Μαξ. Χριστέ μου, αυτό νόμιζε ο Μαξ; Ότι τα έκανε όλα αυτά επειδή ήταν ερωτευμένος; Όχι, ρε γαμώ το, όχι! Ήταν μόνο πόθος, μια καθαρά σεξουαλική επιθυμία. [135]


Το σεξ με την Κάθριν ήταν φανταστικό. Ήταν άφοβη, πρόθυμη, ανυπόμονη. Και ήθελε μόνο αυτόν. Αυτό ήταν όλο. Χαλάρωσε, ένιωσε την ένταση να φεύγει από τους ώμους του. Ένιωσε τον παλιό του οικείο κόσμο του σεξουαλικού παιχνιδιού να επανέρχεται. Μη έχοντας διάθεση για δουλειά, έκλεισε τον υπολογιστή και σηκώθηκε από το γραφείο του. Όμως, στάθηκε έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου του αρκετή ώρα πριν τελικά μπει μέσα. Έπειτα στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι παρατηρώντας την Κάθριν που κοιμόταν και αναρωτήθηκε αν ήξερε καθόλου τι στο διάολο έκανε. Πού πήγαινε αυτή η ιστορία μεταξύ τους; Ήθελε καν να πάει κάπου αυτή η κατάσταση; Ήταν πιθανό να είναι κάτι περισσότερο από σεξ; Νιώθοντας την παρουσία του, τα μάτια της Κάθριν άνοιξαν. «Έλα, κράτησέ με», μουρμούρισε, η φωνή της απαλή, κοιμισμένη. «Έρχομαι αμέσως». Η Κέιτ χαμογέλασε ακούγοντας την οικεία φράση, έπειτα έσφιξε τα χείλη της για να απαντήσει, αλλά δεν τα κατάφερε να νικήσει τη νύστα της. Ο Ντόμινικ ένιωθε μια δύναμη να τον τραβάει στα απαλά ροζ χείλη της. Ήθελε να αρπάξει μια χούφτα από τα μαλλιά της, να τραβήξει το κεφάλι της πίσω να τη φιλήσει, να την κατακτήσει, να την κυριεύσει. Να... μαρκάρει την περιοχή του. Έπνιξε την παράτολμη ανοησία, θυμίζοντας στον εαυτό του ότι η Κάθριν μόλις είχε μόλις επιστρέψει σ’ αυτόν. Πνίγοντας την ανάγκη του απομακρύνθηκε από δίπλα της όπως θα απομακρυνόταν από τη φωτιά, πήρε βαθιά ανάσα, έπειτα έβγαλε το τι-σερτ του και το άφησε να πέσει στο δάπεδο. Όταν τελικά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και την τράβηξε στην αγκαλιά τού ή Κάθριν κοιμόταν βαθιά πάλι. Η ανάσα της ήταν απαλή επάνω στο στήθος του, οι μεταξένιες μπούκλες της γαργαλούσαν το λαιμό του, ο αργός ρυθμός της καρδιάς της επάνω στα πλευρά του παραδόξως τον γαλήνευαν. Με έναν περίεργο τρόπο ένιωσε να έχει πάρει διαζύγιο από την ερημιά της ζωής του, την άτυχη ιστορία του, τις ανελέητες αναμνήσεις, τις παλιές μνησικακίες και τα ακόμη παλαιότερά οικογενειακά δράματα. Και ο κόσμος γύρω του συρρικνώθηκε σε αυτό το κρεβάτι, σε αυτό το αεροπλάνο, με αυτήν τη γυναίκα στην αγκαλιά του. Η χέρσα γη των αναμνήσεων του ξεθώριασε και απο[136]


φάσισε πως αν το να νιώθει κάπως άβολα στα θέματα της αγάπης ήταν το αντίτιμο που έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτήν τη γλυκιά γαλήνη που απλωνόταν μέσα του. Ανάσανε βαθιά. Η υπέροχη μυρωδιά που απέπνεε το δέρμα της Κάθριν ήταν χαλαρωτική. Θαρρείς και έκανε αρωματοθεραπεία, σκέφτηκε με ένα χαμόγελο. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε.

[137]


Κεφάλαιο 14 Νόμισε ότι ονειρευόταν. Έπειτα κατάλαβε ότι ήταν μέσα της. Δεν ήξερε πόση ώρα τα σύνορα του ονείρου και της πραγματικής ζωής είχαν συγχωνευτεί, αλλά το πέος του ήταν σκληρό σαν πέτρα, θαμμένο βαθιά, και η Κάθριν γουργούριζε απαλά καθώς εκείνος κουνιόταν απαλά μέσα, έξω, μέσα... Γαμώτο, αυτό ήταν τόσο έντονο που πόνεσε το σαγόνι του. Τραβώντας την πιο κοντά του, τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της όπως ήταν κουλουριασμένη επάνω του, η πλάτη της στο στήθος του. Απλώνοντας τα δάχτυλά του επάνω στο στομάχι της, την τράβηξε προς τη στύση του, χώθηκε ελάχιστα πιο μέσα και χαμογέλασε καθώς το κοιμισμένο γουργουρητό της μετατράπηκε σε μια λαχανιασμένη φωνή. Μετακινώντας τα χέρια του προς τα επάνω, πέρασε την παλάμη του αργά στην απαλή καμπή του στήθους της, το χούφτωσε και μετά έσφιξε μαλακά με τα δάχτυλά του. Το βογκητό που βγήκε από το λαιμό της φανέρωνε μεγάλη απόλαυση. «Νιώθεις αυτόν το μικρό κυμάτισμα να γλιστράει ως κάτω στον πούτσο μου;» της ψιθύρισε, χώνοντας πιο βαθιά δυνατά το άκαμπτο μόριό του, έπειτα ακόμη πιο βαθιά. «Μμμ... μμμ. Ω, Θεέ μου... μην κουνιέσαι, μην κουνιέσαι...» «Κι αν το κάνω;» «Θα πεθάνω», είπε αχνά. «Δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε αυτό». Από τον τόνο της φωνής του ήταν ολοφάνερο ότι βρήκε την απάντησή της διασκεδαστική. «Θα χαλούσε τις διακοπές μας». Χαμηλώνοντας το χέρι [138]


του, χάιδεψε απαλά την κλειτορίδα της με μια ασυνήθιστη ευαισθησία και λεπτότητα, η άκρη του δαχτύλου του ανάλαφρη σαν την πνοή του ανέμου. Η αντίδρασή της ήταν άμεση και προβλεπόμενη: κράτησε την ανάσα της, κουλουριάστηκε και άρχισε να τρέμει. Ο Ντόμινικ κινήθηκε τότε με τέτοιο τρόπο που έστειλε ένα μικρό ρίγος ως επάνω στη σπονδυλική της στήλη, οδηγώντας τη μέσα σε λίγες στιγμές στα πρόθυρα του οργασμού. Κι όταν η τεράστια διέγερσή του άνοιξε ένα μονοπάτι μέσα της, η ανάσα της κόπηκε, έπειτα ούρλιαξε νιώθοντας την έκρηξη του οργασμού της. «Χαρούμενες διακοπές», της ψιθύρισε στο αυτί, πλημμυρίζοντάς τη με ένα καυτό, λευκό ποτάμι σπέρματος: είχε έρθει σχεδόν το πρωί και δεν υπήρχε πια λόγος ανησυχίας για ανεπιθύμητες συνέπειες. Ήταν, λοιπόν, ελεύθερος να πηδήξει όσο λαχταρούσε η καρδιά του. Όταν τελείωσε και ο τελευταίος σπασμός της, η Κάθριν πήρε βαθιά ανάσα και είπε: «Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο, αλλά ήταν υπέροχο...» «Μμμ...» μουρμούρισε συμφωνώντας μαζί της, μισοκοιμισμένος κι εκείνος έπειτα από ένα μήνα με ελάχιστο ύπνο. Ανασηκώνοντας τα μαλλιά της, φίλησε απαλά τον αυχένα της και την τράβηξε πιο κοντά του, με το πέος του ακόμα σε μερική στύση μέσα της. Κοιμήσου, μωρό μου. Εγώ είμαι εδώ». Ώρες αργότερα, βγαίνοντας από ένα βαθύ ύπνο, ο Ντόμινικ μισόκλεισε τα μάτια του στο φως που περνούσε από τις περσίδες του παραθύρου. «Είσαι ξύπνιος;» «Σχεδόν», μουρμούρισε εκείνος. Η Κέιτ κούνησε τους γλουτούς της σε μια μικρή - κυματιστή περιστροφή. Ο Ντόμινικ πήρε βαθιά ανάσα καθώς το πέος του μεγάλωνε. «Αυτό ήταν», είπε αποφασιστικά. «Σηκώθηκε». Τότε η Κέιτ άπλωσε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της, βρήκε έναν από τους όρχεις του με τις άκρες των δακτύλων της και το πίεσε απαλά, τράβηξε την ευαίσθητη σάρκα, ενώ ταυτόχρονα έσπρωχνε τα οπίσθιό της προς τα πίσω και ψιθύριζε: «Σε χρειάζομαι. Πιο βαθιά». [139]


«Το ξέρω, μωρό μου», μουρμούρισε ο Ντόμινικ. Κινήθηκε προς τα εμπρός με μεγάλη δύναμη και ή Κάθριν έβγαλε μια δυνατή φωνή. Η έκστασή της ανέβαζε τη λίμπιντό του. Η επιθυμία της ήταν γι’ αυτόν διαταγή. Τελείωσε σύντομα, άπληστοι και οι δύο έπειτα από ένα μήνα χωρισμού και βαριανασαίνοντας ακόμη η Κέιτ είπε λαχανιασμένα: «Ελπίζω... να μη σε πειράζει... αλλά σκοπεύω να αναπληρώσω... τον χαμένο χρόνο απόψε ή σήμερα το πρωί... ή όποια ώρα να ’ναι. Συγνώμη... προκαταβολικά». «Δε χρειάζεται να ζητάς συγνώμη, μωρό μου». Φίλησε τον ώμο της. «Δεν πρόκειται να πάμε πουθενά». Μετακίνησε τους γοφούς τους ελαφρά. «Μας αρέσει εδώ».

[140]


Κεφάλαιο15 Ψιλόβρεχε όταν προσγειώθηκαν, τα σύννεφα βαριά και πυκνά, ούτε ένα άστρο δε φαινόταν στον ουρανό, ακόμη και το φεγγάρι είχε κρυφτεί. Ο Ντόμινικ μετέφερε την Κέιτ στο αυτοκίνητο που τους περίμενε και αφού την άφησε στη ζεστασιά του πίσω καθίσματος μίλησε σε έναν τελωνειακό έξω από το αυτοκίνητο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Ντόμινικ μπήκε στο αυτοκίνητο και ρώτησε σιγά: «Είσαι ξύπνια;» «Κάπως». «Σχεδόν φτάσαμε», είπε, ενώ κάποιος έκλεινε την πόρτα του αυτοκινήτου πίσω του. «Σε δεκαπέντε λεπτά θα είμαστε στο σπίτι». «Έπρεπε να έχω ντυθεί». Ο Ντόμινικ την είχε τυλίξει σε μια γκρίζα κασμίρ κουβέρτα. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Ο Πιτ με ξέρει. Χρησιμοποιώ αυτό το αεροδρόμιο εδώ και χρόνια. Εξέτασε το διαβατήριό σου όταν σε μετέφερα έξω». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Σε βρήκε όμορφη». Σκύβοντας από πάνω της τη φίλησε ανάλαφρα. «Συμφωνώ απολύτως». Ακουμπώντας μετά πίσω στην πλάτη του καθίσματος, κοίταξε έξω από το παράθυρο καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν ταχύτατα. «Χριστέ μου, είναι ωραίο να γυρίζεις σπίτι σου. Πέρασε αρκετός καιρός». «Δε σου άρεσε το Παρίσι;» «Ήταν απαίσιο χωρίς εσένα». Γύρισε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Τώρα ξέρω τι σημαίνει χωρισμός». «Τι σημαίνει;» [141]


«Ότι η ζωή είναι απαίσια μακριά σου». Πήρε το χέρι της, γλίστρησε χαμηλά στο κάθισμά του και τέντωσε τα πόδια του. «Ενώ τώρα, εδώ, μου αρέσει», είπε σφίγγοντας το χέρι της. «Δεν μπορείς να φύγεις μακριά μου». Η Κέιτ ευχήθηκε μέσα της να μπορούσε να μιλήσει έτσι χαλαρά, αλλά ήταν τόσο βαθιά ερωτευμένη που το μυαλό της είχε βραχυκυκλώσει, αρνιόταν να λειτουργήσει λογικά, είχε χάσει την αυτοπεποίθησή της. Σίγουρα θα μπέρδευε τα λόγια της, θα έλεγε κάτι συγκεχυμένο και τότε θα την κοιτούσε απορημένος —ή, το χειρότερο, θορυβημένος. Προτίμησε να του σφίξει κι εκείνη το χέρι. Ο Ντόμινικ δεν πρόσεξε τη σιωπή της, η συναίνεση εκ μέρους των γυναικών ήταν πάντα κάτι δεδομένο στη ζωή του. Άλλωστε σκεφτόταν ήδη τις δουλειές του. Μπορεί να είχε ελαφρύνει πολύ το φορτωμένο πρόγραμμά του, αλλά πάντα υπήρχαν εκκρεμότητες —οι διακοπές ήταν κάτι ανήκουστο γι’ αυτόν. Η Κέιτ αποκοιμήθηκε ξανά στο αμάξι και ξύπνησε μόνο όταν αυτό σταμάτησε. Ανοίγοντας αργά τα μάτια της είδε τον Ντόμινικ σκυμμένο μπροστά να κουβεντιάζει ήσυχα με τον οδηγό, ο τόνος της φωνής του απαλός αλλά αποφασιστικός, ο οδηγός να κατανεύει σε απάντηση ή να απαντάει μονολεκτικά. Έστρεψε την προσοχή της στο τοπίο γύρω τους, επιθεώρησε την ήσυχη, περιποιημένη γειτονιά, τον -όμορφο, τέλεια φροντισμένο δρόμο γεμάτο βίλες που είχαν εκπληκτική θέα στον ωκεανό —η ατμόσφαιρα «μύριζε» μεγάλο πλούτο. Όταν κάθισε ίσια στο κάθισμά της, ο Ντόμινικ σταμάτησε αμέσως την κουβέντα του με τον οδηγό και στράφηκε προς εκείνη με ένα χαμόγελο. «Πώς αισθάνεσαι; Μόλις φτάσαμε». «Μια χαρά», είπε νυσταγμένα. «Τι ώρα είναι;» «Σχεδόν μεσάνυχτα». Μια πίσω πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στο πεζοδρόμιο άνοιξε. «Καλησπέρα, Νικ». Ένας νεαρός άντρας, με τα μαλλιά του δεμένα πίσω, κρατούσε μια ανοιχτή ομπρέλα και έσκυψε προς το μέρος τους. «Καλωσόρισες στο σπίτι σου». «Ευχαριστώ, Έντι. Είναι ωραίο να γυρίζεις. Θα βρέχει όλη [142]


νύχτα;» «Έτσι λένε. Χωρίς αέρα όμως. Ένας αδύναμος νοτιάς μόνο». «Οπότε δε θα έχουμε κύματα», είπε ο Ντόμινικ. Μετά τύλιξε τη κουβέρτα γύρω από την Κέιτ σαν να ήταν σαρόνγκ, αφήνοντας τη μία άκρη ελεύθερη για να τη ρίξει γύρω από τους ώμους της. Η Κέιτ επέλεξε να αφεθεί στα έμπειρα χέρια του Ντόμινικ. «Δε θα έχει κύματα αυτή τη φορά. Ίσως στο τέλος της εβδομάδας». «Ίσως πάμε για σέρφινγκ δηλαδή». Σηκώνοντας την Κέιτ στην αγκαλιά του, ο Ντόμινικ βγήκε από το αυτοκίνητο χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Όπως πάντα, έτσι και τώρα θαύμασε τη σωματική τού δύναμη. Ο άνθρωπος των σπηλαίων, σκέφτηκε χαμογελώντας κρυφά. Ο Έντι προχώρησε δίπλα τους κρατώντας μια τεράστια ομπρέλα ανοιχτή που τους προστάτευε από τη βροχή. Ο Ντόμινικ έκανε τις συστάσεις. «Έντι, να σου γνωρίσω την Κάθριν Χαρτ. Κάθριν, ο παλιός μου φίλος Έντι Ο’ Μπράιαν». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Χαίρομαι που σε γνωρίζω». Ευτυχώς το κοκκίνισμά της δε φάνηκε μέσα στη νύχτα. Αντίθετα με τους δύο άντρες, εκείνη δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι ήταν, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. «Κι εγώ το ίδιο», είπε ο Έντι μιλώντας συρτά. «Ο Νικ δεν έχει πολλούς επισκέπτες. Χαίρομαι που θα μείνεις εδώ». Στράφηκε στον Ντόμινικ. «Η Πάτι μαγείρεψε ένα βουνό φαγητά από την ώρα που τηλεφώνησες». «Μα γι’ αυτό τηλεφώνησα». Ο Ντόμινικ έριξε μια πλάγια ματιά στον Έντι. «Τζετ λαγκ», είπε. «Θα μιλήσουμε αργότερα». Ο ψηλός, αδύνατος νέος άντρας παραμέρισε, έπειτα τους ακολούθησε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι κρατώντας την ομπρέλα. Στην είσοδο έκανε ένα νεύμα. «Η πόρτα είναι ανοιχτή. Καλή ξεκούραση». Το βλέμμα της Κέιτ περιεργάστηκε το απαλό γκρι τριώροφο πέτρινο σπίτι. Η πρόσοψη του κάθε ορόφου είχε μεγάλα παράθυρα, με διπλά παντζούρια πλαισιωμένα από λευκή πέτρα, που έδινε μια γαλλική νότα στο εξωτερικό του σπιτιού. «Σπίτι μου, σπιτάκι μου», μουρμούρισε ο Ντόμινικ ανοίγοντας την πόρτα με το πόδι του. Εκείνη τη στιγμή η Κέιτ ένιωσε σαν να ζούσε μια από εκείνες τις απίστευτες στιγμές που βλέπουμε σε χολιγουντιανές ταινίες: ο Ντόμινικ να τη μεταφέρει στην αγκα[143]


λιά του μέσα στο σπίτι, να κλείνει την πόρτα πίσω του με τον ώμο του, να σταματάει και να τη φιλάει απαλά. «Καλά;» της ψιθύρισε καθώς σήκωνε το κεφάλι του. «Περισσότερο από καλά! Πάντα νιώθω υπέροχα όταν βρίσκομαι μαζί σου», του είπε ναζιάρικα. «Ναι;» της είπε σέρνοντας τη φωνή του πειρακτικά. Έπειτα την έστησε στα πόδια της και ανασήκωσε τα φρύδια του. «Θέλεις να σου δείξω τώρα το σπίτι ή το πρωί;» Άγγιξε το απαλό κασμίρ. «Είσαι ζεστά;» «Πολύ». Κούνησε τα δάχτυλα των ποδιών της. «Έχετε θερμαινόμενα πατώματα σε όλο το σπίτι;» «Μάλλον. Πεινάς;» «Πάντα». «Γι’ αυτό ταιριάζουμε». «Όχι μόνο». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Έχεις δίκιο. Υπάρχει κι αυτός ο εθισμός ανάμεσά μας. Αλλά κράτα αυτή τη σκέψη μέχρι να σου δείξω το σπίτι». Η Κέιτ επισκέφθηκε τα δωμάτια του ισογείου: σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, γραφείο, ένα δωμάτιο καμαριέρας με ένα άδειο ποτήρι και ένα μπουκάλι ουίσκι Μακάλαν είκοσι πέντε χρόνων στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. Ήταν φανερό ότι η επίπλωση του σπιτιού έδειχνε ότι είχαν ζήσει πράγματι άνθρωποι εκεί και δεν ήταν βγαλμένη από κάποιο περιοδικό διακόσμησης. Η μεγάλη κουζίνα, για παράδειγμα, ήταν όλη από αστραφτερό ανοξείδωτο ατσάλι με συσκευές προορισμένες για πραγματική μαγειρική, όχι εικονική. «Εντυπωσιακός φούρνος». Έδειξε με το χέρι της τον μεγάλο κόκκινο εμαγιέ φούρνο. «Δεν τον χρησιμοποιείς εσύ, υποθέτω». «Α, όχι! Είναι της Πάτι. Θα τη γνωρίσεις αργότερα». To άδειο ποτήρι και το ουίσκι στο κομοδίνο. «Είναι εδώ;» «Όχι. Συνήθως δουλεύει από τις οχτώ ως τις πέντε». «Δηλαδή θα βρίσκεται εδώ οχτώ με πέντε;» «Ακόμη δεν έχεις συνηθίσει στην ιδέα του υπηρετικού προσωπικού, γλύκα μου;» Πήρε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του. «Αν δεν τη θέλεις μέσα στα πόδια σου, δε θα είναι», είπε τρυφερά κοιτώντας τη μέσα στα μάτια. «Αλλά η Πάτι είναι μαζί μας... ω... [144]


ούτε εγώ θυμάμαι ατό πότε. Τα πάμε μια χαρά μαζί. Γι’ αυτό σκέψου το». Τα χέρια του άφησαν το πρόσωπό της και έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Ντόμινικ αντιμετώπιζε με άνεση το υπηρετικό προσωπικό, κάτι που δεν ίσχυε για την Κέιτ. «Δε θα την ενοχλεί η παρουσία μου;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Θα πρέπει να τη ρωτήσουμε. Πάντως είσαι η πρώτη». «Όλο αυτό λες. Δεν ξέρω αν σε πιστεύω». Είδε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και κατάλαβε. Όμως ήθελε να ξεδιαλύνει τις όποιες παρεξηγήσεις, έτσι είπε: «Πίστεψέ με. Είσαι η πρώτη που έχω καλέσει σε σπίτι μου για κάτι περισσότερο από ένα φλιτζάνι τσάι. Εντάξει;» «Τσάι; Σοβαρά μιλάς;» «Τρόπος του λέγειν, μωρό. Δεν πίνω πολύ τσάι. Καταλαβαίνεις τώρα τη θέση σου στη ζωή μου; Δεν είσαι η διασκέδασή μου. Ούτε κατά διάνοια. Είσαι το κορίτσι μου». «Μου λες δηλαδή να ηρεμήσω;» «Κάτι τέτοιο». Έσκυψε προς το μέρος της χαμογελώντας. «Αν νομίζεις ότι είναι απαραίτητες κι άλλες διευκρινίσεις, πες το μου». Θύμα όπως πάντοτε της ομορφιάς του που έκανε την καρδιά της να σκιρτάει, ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Σύμφωνοι», μουρμούρισε ξαναβρίσκοντας τη φωνή της. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να διευκρινίζονται τα πράγματα όταν τα όνειρά της διέφεραν τόσο από τα δικά του —για παράδειγμα, η φράση «Είσαι το κορίτσι μου». Εκείνη θα ήθελε να ισχύει για πάντα, για εκείνον όμως μάλλον ήταν κάτι παροδικό. Της άπλωσε το χέρι του. «Έτοιμη για τον άλλο όροφο;» Τον ακολούθησε κάτω, σε έναν όροφο που ήταν αποκλειστικά χώρος γυμναστικής. Είδε κάθε είδους μηχάνημα, βάρη όλων των ειδών —μια πισίνα και ένα στούντιο τάι τσι με καθρέφτες αντί για τοίχους που ο Ντόμινικ το διέσχισε πολύ γρήγορα λέγοντας: «Το στούντιο του τάι τσι είναι μόνο για μένα. Εντάξει;» Όταν εκείνη δεν απάντησε, πρόσθεσε: «Αλήθεια σου λέω». Με την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα, ανοιγόκλεισε μόνο τα μάτια της και κατένευσε... Οι εφιαλτικές χριστουγεννιάτικες [145]


φωτογραφίες είχαν χαραχτεί για πάντα στην ψυχή της: όλες εκείνες οι γυμνές γυναίκες δεμένες σε διάφορα μηχανήματα αυτού του συγκεκριμένου στούντιο τάι τσι . Ο Ντόμινικ δεν επεκτάθηκε άλλο. Ήξερε πως θα ήταν λάθος. «Θα σου δείξω και τον επάνω όροφο. Έπειτα θα βρούμε κάτι να φάμε». Τέσσερα μπάνια, τέσσερα υπνοδωμάτια, ένα μικρότερο γραφείο... Το μεγάλο υπνοδωμάτιό του έβλεπε στον ωκεανό και ήταν γεμάτο με αγορίστικα αντικείμενα: κασκέτα του μπέιζμπολ, μπάλες ποδοσφαίρου και ράγκμπι, ένα βρόμικο ποδήλατο σε μια γωνιά, τρία Play Station, δύο iPods, ένα ζευγάρι σκι, δύο σανίδες του σερφ, μια κιθάρα, ένας ναργιλές για μαριχουάνα. Φωτογραφίες από σέρφινγκ παντού. Η Κέιτ προχώρησε στο κέντρο του δωματίου, έκανε μια αργή περιστροφή βλέποντας ένα προς ένα τα πράγματα που είχε μαζέψει στα χρόνια της εφηβείας του. «Έμεινες αρκετά εδώ, βλέπω». Ο Ντόμινικ δεν είχε κουνηθεί από την πόρτα. «Ναι. Δε μου αρέσουν οι αλλαγές. Στο σπίτι τουλάχιστον». «Φαίνεται». Πέρασε το χέρι του αργά μέσα στα μαλλιά του. «Βέβαια, μερικές αλλαγές είναι καλές. Όπως το να σε έχω εδώ». Μιλούσε σιγανά, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, μετά το έκλεισε. Στεκόταν εκεί, μπροστά της, με τους φαρδιούς του ώμους κάτω από το ξεθωριασμένο τισερτ, τους στενούς γοφούς φυλακισμένους μέσα στο τζιν του και το μελαγχολικό βλέμμα του εστιασμένο στο δικό της. Τότε, χωρίς να πει λέξη, κάλυψε την απόσταση ανάμεσά τους, αυτός ο άντρας σε ένα δωμάτιο αγοριού, δυνατός και δυναμικός τώρα, ανελέητος και λογικός, ποτέ κτητικός, ποτέ κτητικός, ποτέ, ποτέ —εκτός αν επρόκειτο γι’ αυτήν. Έβαλε το χέρι του πίσω από το κεφάλι της, το έκλεισε μέσα στη μεγάλη παλάμη του, την τράβηξε αργά επάνω στο λείο, σκληρό κορμί του και χαμήλωσε το στόμα του για να βρει το δικό της. «Πρέπει να βρεθώ μέσα σου. Το έχω ανάγκη». Το χαμηλό, απαλό μουγκρητό του της θύμισε πόσο ανυπεράσπιστη ήταν απέναντι στις προσταγές του, πώς ένιωθε όταν βρισκόταν μέσα της, την ικανότητά του να την κάνει να ξεχνάει τα πάντα εκτός από την ηδονή που της πρόσφερε. Και το σώμα της [146]


αντέδρασε όπως πάντοτε όταν την κοιτούσε όπως τώρα, οι προθέσεις του ξεκάθαρες. «Πόσο βαθιά μέσα;» γουργούρισε με μια απαλή, βραχνή φωνή, το βλέμμα της εκείνο ενός αιλουροειδούς αλλά και καυτό συγχρόνως, σκόπιμα προκλητικό. «Σταμάτα». Η φωνή του άλλαξε, έγινε ψυχρή, το βλέμμα του ξαφνικά απόμακρο, σαν ένα απότομο κατέβασμα ταχύτητας σε μια κατάβαση. Ήταν προφανές ότι η αλλαγή της σε γατούλα του σεξ τον ενόχλησε αφάνταστα. Του θύμισε όλες εκείνες τις γυναίκες που του πρόσφεραν τον εαυτό τους χωρίς αιδώ, χωρίς συναίσθημα και συνήθως επί πληρωμή. Ήταν σαν να ξαναζούσε εκείνες τις στιγμές. «Δε σε πληρώνω με την ώρα». Μια παύση πριν ξαναμιλήσει. «Ειλικρινά, δε διαθέτεις τα προσόντα». Το χέρι της τινάχτηκε μπροστά, τα μάτια της ορθάνοιχτα απ’ την οργή. Έπιασε την παλάμη της πριν τον χτυπήσει στο πρόσωπο, το κράτησε ελαφρά, ενώ εκείνη πάλευε να το ελευθερώσει. «Πρόσεχε», της είπε και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως είχε πιαστεί κορόιδο. «Μπορεί να πληγωθείς». «Με απειλείς;» Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε λες και κουβέντιαζαν φυσιολογικά, λες και ό,τι της είπε ήταν αναμενόμενο. Κάρφωσε τα μάτια της στα δικά του, που πετούσαν σπίθες. «Θα φέρεις και το μαστίγιο;» Την κοίταξε επίμονα, χωρίς να τραβήξει καθόλου το βλέμμα του, και η Κέιτ αναρωτήθηκε αν είχε τελικά ξεπεράσει κάποιο αόρατο όριο και κάτι δυσάρεστο επρόκειτο να συμβεί. Τότε το παγωμένο βλέμμα του εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί, γύρισε πίσω στο χωροχρόνο του. «Χαλάρωσε». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αργά. «Δε θα ήξερες τι να κάνεις αν έβγαζα ένα μαστίγιο». Άλλωστε το αν έπαιζε μαζί του ή όχι ήταν άσχετο με τα άμεσα σχέδιά του. «Το μόνο που θέλω από εσένα, μωρό μου, είναι να ανοίξεις τα πόδια σου. Ξέρεις πώς να το κάνεις αυτό». Ο θυμός της επέστρεψε αμέσως και ήταν καυτός. «Άφησέ με!» είπε μέσα από τα δόντια της. Τα μάτια της δεν έδειχναν κανένα φόβο. Ήταν κάτι που πάντοτε του άρεσε σε εκείνη. «Αν ήταν να σ’ αφήσω...» —έκανε μια μικρή παύση προσπαθώντας να βάλει σε τάξη το μπέρδεμα στο μυαλό του: τη δυσαρέσκειά του για τη μεγάλη αναστάτωση που [147]


είχε φέρει στη ζωή του, την καταραμένη καύλα του που δεν έφευγε ποτέ και, ίσως περισσότερο από όλα, το ανησυχητικό σοκ της παρουσίας της σε αυτό το δωμάτιο— «...δεν μπορείς να φύγεις». «Μη λες ότι δεν μπορώ, Ντόμινικ», του είπε κοιτάζοντάς τον σκληρά. «Δε με πληρώνεις με την ώρα. Για την ακρίβεια, στο χωριό μου δεν έχουμε ερωτικούς συντρόφους με την ώρα». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος γι’ αυτό». Άφησε το χέρι της, όμως, και άνοιξε τα χέρια του —ο λαμπρός διαπραγματευτής επί το έργον. «Παίρνω πίσω τα δεν μπορείς. Η μπάλα στο γήπεδό σου, μωρό». «Τι μαλακίες». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε, παραδόξως ευχαριστημένος με την αντίστασή της. «Το ξέρω. Έλα να με πηδήξεις». «Δεν έχω όρεξη», του είπε παγωμένα. «Κρίμα», είπε ο Ντόμινικ, αυτός ο άντρας που είχε κατακτήσει τον κόσμο ολόκληρο. «Ίσως... σε λίγο». Και βάζοντας τα χέρια του στους γοφούς της, την τράβηξε κοντά του παρά τις βρισιές της και την προσπάθειά της να ξεφύγει. έσκυψε το κεφάλι τού και σταμάτησε τις βρισιές της με ένα σκληρό φιλί, ένα φιλί-τιμωρία. Σπρώχνοντας τη γλώσσα του βαθιά στο λαιμό της για να της αποδείξει ποιος είναι το αφεντικό, εκμεταλλεύτηκε την έκπληξή της για να περάσει τα χέρια του κάτω από τα μπράτσα της και, κρατώντας τη σε απόσταση, κινήθηκε προς το κρεβάτι —αγνοώντας τις τρελές γροθιές, τις κλοτσιές της, λες και το αναγκαστικό σεξ ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνον. Α, ναι, όντως ήταν. Φτάνοντας στο τεράστιο κρεβάτι καλυμμένο, με ένα πάπλωμα σε έντονα μπλε και πράσινη ψυχεδελική μεταξοτυπία, την πέταξε επάνω, έβγαλε με μια κίνηση το τισερτ του και το άφησε να πέσει κάτω. «Να πάρει ο διάολος», είπε η Κέιτ λαχανιασμένα, με την ανάσα της να βγαίνει με κόπο. «Δε σέβεσαι... τίποτα, ρε γαμώτο;» «Να σεβαστώ;» Την κοίταξε σαν να διασκέδαζε με όσα άκουγε. «Τι είσαι, διάολε; Η παρθένα της Νέας Ορλεάνης;» Η φωνή του ήταν γλυκιά. «Κανένας δε δίνει δεκάρα γι’ αυτό. Εκτός κι αν θέλεις να σεβαστείς τις επιθυμίες μου και να ανοίξεις τα πόδια σου», πρόσθεσε κοροϊδευτικά. «Αν και φαντάζομαι ότι δεν είναι αυτό που είχες κατά νου». Γέρνοντας, τράβηξε απότομα την κου[148]


βέρτα από πάνω της με το ένα χέρι, κατέβασε το φερμουάρ του τζιν της με το άλλο. Έπειτα, ενώ ετοιμαζόταν να ανοίξει το κουμπί της μέσης της, είδε ότι προσπαθούσε να σηκωθεί και όρμησε πάνω της. Αρπάζοντας τον αστράγαλό της πριν εκείνη προλάβει να ξεγλιστρήσει, την έσυρε πάλι πίσω και τη γύρισε ανάποδα. «Το κάνεις πιο δύσκολο από όσο χρειάζεται, Κάθριν», είπε ήπια, αγνοώντας τη φωτιά στα μάτια της. «Ξέρεις ότι σου αρέσει το γαμήσι. Αυτό είναι ήδη επιβεβαιωμένο. Ποιο είναι το πρόβλημά σου;» «Εσύ. Είσαι τελείως τρελός». Οι λέξεις αντήχησαν σαν ηχώ στο δωμάτιο. Την κοίταξε λοξά, κατά τα άλλα έμεινε απόλυτα ακίνητος. «Τι είπες;» «Με άκουσες . Χρειάζεσαι ψυχίατρο, διάολε». Μια μικρή σιωπή. «Μην ξεχνάς ότι είσαι στο σπίτι μου. Αν ήμουν στη θέση σου, θα πρόσεχα τα λόγια μου». Η Κέιτ αγνόησε τη συγκαλυμμένη απειλή στη φωνή του, τη μικρή επίμονη σύσπαση κατά μήκος του σαγονιού του. «Έχω βρεθεί σε πολλά από τα σπίτια σου». «Όχι σε αυτό», της είπε ψυχρά. «Που σημαίνει;» Την κοίταξε επίμονα. «Που σημαίνει ότι δεν είμαι σίγουρος ότι θα έπρεπε να είσαι εδώ». Πήρε το χέρι του από τον αστράγαλό της, τοποθέτησε το πόδι της πάλι στο κρεβάτι με περιττή φροντίδα, πάλεψε με τα μπερδεμένα συναισθήματά του. Την ήθελε και δεν την ήθελε στο σπίτι του, σε αυτό το δωμάτιο. Στη ζωή του. «Σε πειράζει να μου πεις γιατί;» Η Κέιτ δεν ήταν ψυχολόγος, αλλά αυτό το δωμάτιο ήταν μια κλεψύδρα. Το βλέμμα του έμεινε ανέκφραστο για μια στιγμή, έπειτα ανασήκωσε τους ωμούς του. Δε σκόπευε να της πει ότι αυτό το δωμάτιο ήταν πάντοτε το τελευταίο του οδόφραγμα απέναντι στον κόσμο, το άβατο και το καταφύγιό του. Ούτε ότι δεν τα πήγαινε καλά με τα συναισθήματα ή τις προσωπικές σχέσεις. «Ας πούμε ότι η παρουσία σου σε αυτό το δωμάτιο με κάνει να νιώθω παράξενα». Πρόσεξε αμέσως την αυτοσυγκράτηση στην ήσυχη δήλωσή του, την απρόσμενη υποβόσκουσα θύελλα, την ξαφνική μοναξιά. [149]


«Ίσως αυτή δεν είναι μια καλή στιγμή για σένα». Την κοίταξε όπως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του, χλομή, γυμνή, αισθησιακή. Μετά κοίταξε τη στύση του και έπειτα πάλι εκείνη. «Δε θα το έλεγα». Το στόμα της σφίχτηκε ακούγοντας τον ανέμελο και αδιάφορο τόνο της φωνής του. «Ίσως δεν είναι καλή στιγμή για μένα». «Δεν είμαι σίγουρος ότι έχει κάποια σημασία αυτό». «Χριστέ μου, αυτός... ο Αφέντης του Σύμπαντος δε φεύγει ποτέ, έτσι;» «Τι περίμενες, διάολε;» Η φωνή του είχε πάψει να είναι γλυκιά ή ανέμελη ή επιφυλακτική έγινε ξαφνικά κοφτερή σαν ξυράφι και η συμπεριφορά του περιφρονητική. «Νομίζεις ότι θα αλλάξω; Νομίζεις ότι το καυτό σεξ μαζί σου θα με κάνει να αλλάξω τη ζωή μου; Θα σβήσω τριάντα δύο γαμημένα χρόνια δυσπιστίας, με τη δηλητηριώδη σκιά των γονιών μου να με κατατρέχει; Σου έχω νέα, μικρή. Δεν πρόκειται να συμβεί. Γι’ αυτό τσακίσου φύγε από δω. Αυτό είναι το δωμάτιό μου». «Η τελευταία σου άμυνα, εννοείς». Τα μπλε μάτια του έκαιγαν. «Ναι, είναι, και εσύ δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ». Η Κέιτ σηκώθηκε από το κρεβάτι, στάθηκε μακριά του, ένα απαλό κόκκινο ανέβαινε στα μάγουλά της. «Χρειάζομαι τα ρούχα μου». Ο Ντόμινικ την κοίταξε, το χλομό, διάφανο δέρμα της τη χλομή ομορφιά της που επιτάχυνε τους σφυγμούς του, τις καμπύλες του σώματός της που εφάρμοζαν γάντι στο δικό του. «Αργότερα», είπε. Εκείνη τέντωσε τη σπονδυλική της στήλη, όρθωσε το ανάστημά της που ήταν κατά πολύ κοντότερο από το δικό του, ανάγκασε τον εαυτό της να συναντήσει το αδυσώπητο βλέμμα του. «Δε θα σου επιτρέψω να πατήσεις επάνω μου, Ντόμινικ. Δε σε φοβάμαι! Χριστέ μου, θα σταματήσεις; Μη με κοιτάζεις έτσι. Λες και κάνεις μια ανάλυση κόστους και το πέος σου έχει την τελική ψήφο». «Το πέος μου πάντοτε έχει την τελική ψήφο μαζί σου, μωρό μου. Και την πρώτη και τη δέκατη και την εκατοστή. Και αυτήν τη στιγμή θέλει να σου πετάξει τα μάτια έξω». [150]


«Είναι ωραίο να ξέρω ότι νοιάζεσαι για μένα», του είπε με σφιγμένα χείλη και μάτια απροκάλυπτα εχθρικά. «Μια πραγματικά ρομαντική και συγκινητική στιγμή». «Μην τσαντίζεσαι», της είπε, σαν να μη στεκόταν εκεί με μια τεράστια στύση πίσω από το ανοιχτό φερμουάρ του. «Ίσως αυτός είναι ο τρόπος που δείχνω ότι νοιάζομαι. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος. Ίσως δεν ξέρω άλλο τρόπο». «Χριστέ μου, είσαι τόσο μπερδεμένος». «Όχι, εσύ είσαι». Κινήθηκε σαν ζαλισμένος, τη σήκωσε, την πέταξε πίσω στο κρεβάτι, τίναξε τα σαντάλια του από τα πόδια του και στάθηκε στο πλάι του κρεβατιού, όπου άνοιξε το μεταλλικό κουμπί της ζώνης του τζιν του. Περνώντας το χέρι του μέσα από το ανοιχτό φερμουάρ του, έσπρωξε το μποξεράκι του κάτω, τόσο, ώστε να τραβήξει έξω τη στύση του. Τον αγριοκοίταξε. «Τι παιδί που είσαι». «Ποτέ δεν ήμουν παιδί, Κάθριν», είπε με ένα μικρό αναστεναγμό. «Όσο θυμάμαι δηλαδή. Πες μου ότι το θέλεις αυτό. Δεν είναι και τόσο δύσκολο, έτσι;» Όσο μπερδεμένο κι αν ήταν το μυαλό του, για ένα πράγμα τουλάχιστον ήταν σίγουρος: θα τη γαμούσε. Η Κέιτ προσπάθησε να μην κοιτάξει, αλλά ή τεράστια στύση του αψηφούσε τη βαρύτητα έτσι όπως ήταν ορθωμένη, με την πρησμένη βάλανο να φτάνει πάνω από τον αφαλό του. «Δεν προσβάλλεται από κακεντρεχείς γυναίκες, μωρό». Ένα αμυδρό χαμόγελο τρεμόπαιξε στο πρόσωπο του Ντόμινικ. «Αλλά σε χρειαζόμαστε για να τηρήσουμε το πρόγραμμα. Ξέρεις πώς πάει. Εγώ δίνω διαταγές, εσύ υπακούς». «Άντε στο διάβολο», του πέταξε απότομα. Το σαγόνι του σφίχτηκε, το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Δεν παίζω αυτό το παιχνίδι άλλο», είπε ψυχρά, ατάραχα ο δισεκατομμυριούχος πρόεδρος εταιρείας είχε επιστρέφει. «Σε προσκυνάω από τη Σιγκαπούρη. Κι εγώ δεν προσκυνάω κανέναν». Την κοίταξε, ανάμεσά τους ατέλειωτα χρόνια σκληρής ζωής, χρόνια στα οποία έπαιρνε πάντοτε αυτό που ήθελε. «Τέρμα οι μαλακίες». «Συγνώμη; Δηλαδή ό,τι είχαμε είναι μαλακίες;» «Δεν έχω καμιά διάθεση για συγνώμες αυτήν τη στιγμή». Η φωνή του ήταν τραχιά, δολοφονική, η δεύτερη ερώτησή της ήταν [151]


σαν να μην έγινε ποτέ. «Κάνε απλά αυτό που σου λέω». Πέρασε τα δάχτυλά του επάνω από το σκληρό πέος του και πήρε βαθιά ανάσα. «Τώρα πες μου ότι με θέλεις βαθιά μέσα σου». Κανονικά θα έπρεπε να του πει να πάει να γαμηθεί. Καλύτερα, ακόμη, θα έπρεπε να σηκωθεί και να αφήσει αυτό τον εξοργιστικό άντρα να παλεύει με τον αόρατο κόσμο του. Θα έπρεπε να στρέψει την πλάτη της σε αυτή την απίθανη σχέση που δεν ήταν καθόλου σχέση, μόνο μερικά συγκλονιστικά γαμήσια, αν μπορούν αυτά να θεωρηθούν σχέση. Ίσως να τα είχε καταφέρει αν δεν ήταν τα μάτια του που την κάρφωναν, αν δεν είχε περάσει το δάχτυλό του επάνω από το τεράστιο πέος του τόσο αργά, που μπορούσε να δει το αίμα να περνάει μέσα από το πλέγμα των διεσταλμένων φλεβών που τροφοδοτούσαν τη στύση του. Ένα ξαφνικό κύμα καυτού πόθου διαπέρασε το κορμί της, εξουδετερώνοντας κάθε συνετή σκέψη. Την πλημμύρισαν αναμνήσεις από κοχλάζουσα ανάγκη, απόλυτη έκσταση, ηδονή, που αυτός ο άντρας ήξερε με ποιον τρόπο να την παρατείνει. «Με τσαντίζεις, Κάθριν. Μίλησέ μου ή άφησέ το... Θα βάλω μια τσόντα και θα φροντίσω τον εαυτό μου». Αγκάλιασε τη στύση του με τα δάχτυλά του, γλίστρησε το χέρι του κάτω στη βάση του χοντρού πέους και το έστρεψε προς το μέρος της ανασηκώνοντας τα φρύδια του ερωτηματικά. «Ο πρωταγωνιστής στην τσόντα θα είσαι εσύ;» Η γλώσσα της έσταζε χολή. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Όχι απαραίτητα. Θα σε ενδιέφερε να ήμουν εγώ;» Το πρόσωπό της φούντωσε από οργή και για ένα δευτερόλεπτο, που φάνηκε ατέλειωτο, βρέθηκε κάτω από το βλέμμα ενός σιωπηλού παρατηρητή που είχε τη δύναμη να παραβλέπει τους συνήθεις περιορισμούς της ζωής, ενός άντρα που είχε τη δύναμη να την κάνει να πονέσει. «Η τσόντα μπορεί να περιμένει», της είπε ήσυχα, σαν να διάβασε τις σκέψεις της. «Αλλά πρέπει να μου απαντήσεις. Ευγενικά. Πρέπει, Κάθριν». Δείλιασε στον κοφτό τόνο της φωνής του, έβρισε τον εαυτό της που άρχισε να τρέμει ακούγοντας την απαίτησή του. Μια α[152]


παίτηση που δεν περιείχε ίχνος συγνώμης. Μα, επιτέλους, δεν είχε μάθει τίποτα από τον προηγούμενο μήνα; «Εντάξει τότε, ναι», είπε, σαν να μην είχε δική της βούληση, σαν να την είχαν βάλει στον αυτόματο πιλότο. «Εντάξει;» τη ρώτησε με μεταξένια φωνή επειδή από εκείνη τη βραδιά στο Ραφλς βάδιζε πάνω σε ένα καταραμένο τεντωμένο σκοινί προσπαθώντας να ευχαριστήσει μια γυναίκα για πρώτη φορά στη ζωή του και χρειαζόταν μια γενναία ανταμοιβή. «Αυτό δε μου ακούγεται πολύ ενθουσιώδες. Μπορείς και καλύτερα». «Θέλω...» Η φωνή της έτρεμε κάτω από το καυτό βλέμμα του. «Θέλω... αυτό». Έδειξε το διογκωμένο πέος του, που το κρατούσε με τα δάχτυλά του. «Ενώ δε θα έπρεπε. Κανονικά θα έπρεπε να φύγω και να αφήσω εσένα και το πέος σου πίσω μου». «Αλλά δεν πρόκειται να το κάνεις, σωστά;» Η φωνή του ήταν απαλή, απειλητική... Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της φανέρωνε μεγάλη δυσπιστία. «Θα έπρεπε», ψιθύρισε. «Έτσι κι αλλιώς δε θα σου το επέτρεπα». Ανασήκωσε ράθυμα το χέρι του κι έκανε μια κίνηση με το δείκτη του. «Δείξε μου, Κάθριν. Θέλω να δω αν είσαι υγρή». Συνοφρυώθηκε όταν εκείνη δεν κουνήθηκε. «Τώρα δεν πρόκειται για σένα, Κάθριν, αλλά για το τι θέλω εγώ. Ξέρεις τους κανόνες». Ξαφνικά ένιωσε να παγώνει κάτω από το ήρεμο βλέμμα του, τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. «Χριστέ μου!» Η φωνή του ήταν απαλή. «Φοβάσαι;» Την κοίταξε, το πρόσωπό του παγωμένο, το σαγόνι του σφιγμένο. «Σκατά». Έδειξε την πόρτα με το κεφάλι του, το βλέμμα του απίστευτα κουρασμένο. «Εκεί είναι η πόρτα. Βγες έξω. Είμαι σίγουρος ότι κάποιος θα έχει ήδη μεταφέρει τη βαλίτσα σου». Την επόμενη στιγμή, η Κέιτ στηρίχτηκε στους αγκωνές της και συνάντησε το βλέμμα του. «Δε σε φοβάμαι». Υπήρχε εκείνη η απαλή αίσθηση απείθειας στον αέρα, σαν να τον προκαλούσε να την πετάξει έξω. «Σταμάτα μόνο να είσαι ένα καθίκι. Γύρνα πίσω στο ανθρώπινο γένος». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αμυδρά. «Εύκολο να το λες». «Τότε, λιγάκι έστω. Μπορείς να το κάνεις αυτό; Δεν πρόκειται να καταστρέψω τις εφηβικές σου αναμνήσεις. Είμαι εδώ μόνο [153]


για λίγες ημέρες». «Ποτέ δεν ξέρεις», είπε εκείνος. «Ίσως να είναι για περισσότερο από λίγες ημέρες». «Το ξέρω, εντάξει», συμφώνησε η Κέιτ αμέσως. «Τώρα, μπορούμε να το βάλουμε αυτό να... δουλέψει;» Έδειξε το πέος του. «Κανένα πρόβλημα». Το χαμόγελό του ήταν λαμπερό. «Άλλες οδηγίες; Δε θα ήθελα να κάνω καμιά γκάφα», μουρμούρισε με θράσος. «Μια τελευταία», του είπε χωρίς να το σκεφτεί. «Κάνε με να νιώσω...» Χάνοντας τελείως τον αυτοέλεγχό του, βρέθηκε από πάνω της πριν αποτελειώσει τη φράση της, μπαίνοντας μέσα της με απίστευτη βιαιότητα, έξαλλος με τον εαυτό του που αυτή η γυναίκα είχε την ικανότητα να τον τσαντίζει περισσότερο από οποιονδήποτε. Ξαφνιασμένη, πήρε βαθιά ανάσα. «Μα τι κάνεις, που να πάρει ο διάολος;» Είχε μόλις περάσει την είσοδο του κορμιού της, αλλά η σφιχτή, ανυποχώρητη σάρκα της στραγγάλιζε τη βάλανό του. Χαμήλωσε το κεφάλι του και την κοίταξε, τα χείλη του σούφρωσαν σε ένα παγωμένο χαμόγελο. «Προσπαθώ να σε πηδήξω, αλλά δε με βοηθάς καθόλου. Να ζητήσω να μας φέρουν ένα λιπαντικό;» «Σήκω... από... πάνω μου», του είπε σφιγμένη και θυμωμένη. «Τώρα!» «Με τίποτα». «Τουλάχιστον ξέρεις ποια πηδάς;» Η φωνή της ήταν παγωμένη επειδή εκείνος δεν είχε τραβηχτεί από πάνω της και δε φαινόταν ότι θα το έκανε, η βάλανος του πέους του παλλόταν επάνω στη σφιγμένη σάρκα της. «Ξέρω ποια είσαι. Έκλεισε τα μάτια του, ξεφύσηξε. «Θέλεις μια συγνώμη; Εντάξει, συγνώμη». «Τι θα έλεγες για μια αληθινή συγνώμη; Ξέρεις, μια συγνώμη που δεν είναι τελείως άδεια από συναίσθημα». Την κοίταξε μελαγχολικά. «Δε ζητάς και πολλά, έτσι;» «Γαμώτο κέρατό μου, γαμώ!» Φώναξε έξαλλη. «Δεν πρόκειται να το κάνω με έναν άντρα που δε δίνει δεκάρα για το ποια εί[154]


ναι στο κρεβάτι μαζί του. ΦΥΓΕ από πάνω μου!» Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Ηρέμησε, διάολε. Πάρε βαθιά ανάσα. Θέλεις μια καλύτερη συγνώμη; Αυτό είναι που θέλεις; Έχω ζητήσει τόσο πολλές συγνώμες τελευταία που μία παραπάνω δεν έχει σημασία», είπε. «Όχι πως ωφέλησε σε τίποτα...» —το βλέμμα του χαμήλωσε, έπειτα καρφώθηκε πάλι στο πρόσωπό της— «...αφού αντιμετωπίζω τέτοια αντίσταση». Τον ένιωθε να τη μελετάει και αναρωτήθηκε μέσα στη βαριά σιωπή αν θα συμφιλίωνε ποτέ την επιθυμία της με τη λογική σε ό,τι αφορούσε τον Ντόμινικ. Αν θα έλεγε ποτέ όχι και θα το εννοούσε, αν θα κοιτούσε ποτέ τη μελαγχολική ομορφιά του χωρίς να τον θέλει. «Δώσε μου ένα λεπτό», είπε. Για να δω τα λάθη στη συμπεριφορά μου, να ανακτήσω τα λογικά μου. «Στο μεταξύ, θα δεχτώ εκείνη τη συγνώμη». Όταν δεν της απάντησε, κοίταξε το όμορφο πρόσωπο με το κριτικό βλέμμα, το σφιγμένο σαγόνι του. «Ποιος αντιστέκεται τώρα;» «Σου ζητώ συγνώμη, Κάθριν». Η φωνή του ήταν άδεια από συναίσθημα. «Δεν τα καταφέρνεις και πολύ σε αυτά, έτσι;» Ο Ντόμινικ αναστέναζε. «Είσαι μια καταραμένη μάγισσα». Δεν ήταν καν σίγουρος γιατί είχε παρασυρθεί σε αυτή την αψιμαχία εκτός από το γεγονός ότι η Κάθριν είχε αναστατώσει την τέλεια βολεμένη ζωή του —μια ζωή στην οποία δεν υπήρχε χώρος για συναισθήματα. Η Κέιτ χαμογέλασε γλυκά. «Σ’ ευχαριστώ. Κι εσύ δεν πας πίσω σε γοητεία». «Επομένως μπορούμε να τελειώνουμε με αυτό το μάθημα καλής συμπεριφοράς;» τη ρώτησε πολύ ήσυχα, επιστρατεύοντας όλη την αυτοκυριαρχία του μόλις αντίκρισε εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο. «Ασφαλώς». Άλλο ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Γαμώτο. Όρμησε μέσα της γρήγορα και δυνατά σαν μανιασμένος. Ίσως η συσσωρευμένη πίεση τον είχε τυφλώσει και δεν ήξερε τι έκανε. Λες και τα θέματα της συγχώρησης και της συγνώμης να μην είχαν αναφερθεί ποτέ, λες και η βία από μόνη της να έσβησε τα αυτάρεσκα χαμόγελα, να αποκατέστησε την ισορροπία στην εξίσωση [155]


της δύναμης, να φλόγιζε τη μόνιμη στύση του. Η στριγκλιά της Κέιτ αντήχησε σαν διαπεραστικός θρήνος Τον χτύπησε σαν παραλυτικό όπλο. Τινάχτηκε πίσω και έμεινε να αιωρείται επάνω της, κάθε μυς του τεντωμένος. «Κατάρα». Κούνησε το κεφάλι του, ανοιγόκλεισε τα μάτια του σαν να επέστρεφε στη γη. Η Κέιτ είχε δάκρυα στα μάτια της. «Ω, Θεέ», είπε ο Ντόμινικ. «Θα σταματήσω. Μπορώ να σταματήσω». «Δεν πειράζει, είμαι καλά». Ήταν εντυπωσιακό πόσο πρόθυμη ήταν να καταστρέψει τον αυτοσεβασμό της για να τον ευχαριστήσει, πώς η χημεία, η σωματική έλξη, το σώμα του είχαν γίνει η ευτυχία της και η κατάρα της. Ο κόσμος της, η κρίση της είχαν διαγράφει. «Με ξάφνιασες, αυτό είναι όλο». Όμως έκανε ένα μορφασμό όταν εκείνος μετακινήθηκε για να αλλάξει θέση. Την κοίταξε, το βλέμμα του ήταν μελαγχολικό τώρα. «Είμαι ένας ηλίθιος». Φύσηξε τα μαλλιά που είχαν πέσει στα μάτια του. «Δεν έχω καθόλου αυτοέλεγχο όταν βρίσκομαι μαζί σου». Αλλά το πέος του μεγάλωνε ανεξάρτητα από τις τύψεις του και έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα προς τα κάτω. «Σοβαρά, θα έπρεπε να του δώσεις μια κλοτσιά». «Δεν ξέρω», είπε με την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα, άοπλη σε μια μάχη στην οποία δε θα μπορούσε να νικήσει. «Υπήρξε πολύ καλός μαζί μου». Ο Ντόμινικ σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε, σαν να προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το χάος του σύμπαντος, σαν να ήταν μόνο αυτή που μπορούσε να σταθεροποιήσει το επικίνδυνο ρεύμα που τον παρέσυρε στην άβυσσο. «Και;» 'Ένας ψίθυρος, απαλός σαν μετάξι, ζεστός, τρυφερός, το γαλάζιο των ματιών του χωρίς τη συνήθη αλαζονεία του. «Και σε χρειάζομαι μέσα μου, αν το λέω σωστά». Το χαμόγελό του ήταν πλατύ. «Πολύ σωστά. Ευχαριστώ». «Κι εγώ είμαι καλά, αλήθεια». Μετακινήθηκε ελαφρά για να προσπαθήσει να βολέψει το μέγεθος του, θέλοντας να τον ευχαριστήσει για ένα σωρό λόγους: για τις αξέχαστες χαρές που της πρόσφερε εντός και εκτός κρεβατιού, για το χαμόγελό του, για τις στιγμές τρυφερότητας, για τα πραγματικά απίστευτα γαμήσια — [156]


ας μην τα ξεχνούμε αυτά. «Είσαι σίγουρη;» Σε αντίθεση με το διογκωμένο πέος του, ο Ντόμινικ έμεινε ακίνητος. Η Κέιτ είδε την ανησυχία στα μάτια του. «Λίγο πιο σιγά ίσως;» Ο Ντόμινικ κατένευσε. «Αυτό μπορώ να το κάνω». Χαμογέλασε. «Δεν είμαι έφηβος, διάολε. Μπορώ να το κάνω. Άσε με όμως να ασχοληθώ με αυτό το φερμουάρ πρώτα για να μη σε γδάρω». Με εναλλασσόμενα εντυπωσιακά πους απς με το ένα χέρι, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της, έβγαλε το τζιν και το μποξεράκι του, τα κλότσησε μακριά, έπειτα πήρε το χέρι της, έκλεισε τα δάχτυλά της σε γροθιά και τοποθέτησε τη μικρή γροθιά της επάνω στο στήθος του. «Χτύπα με εδώ αν σε πονάω. Θα σταματήσω. Εντάξει;» «Ναι». «Έτοιμη;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, μπήκε μέσα της με μια βασανιστική βραδύτητα και μια εκπληκτική οικονομία κινήσεων χάρη στους άριστα γυμνασμένους μυς του. Και όταν έπειτα από νωθρές, ατελείωτες κινήσεις υπέροχης τριβής και άνετης βελούδινης υποχώρησης έφτασε στο υπέρτατο, μέγιστο βάθος, εκείνη ανάσαινε βαριά και έτρεμε σύγκορμη. «Καλύτερα;» της ψιθύρισε. Η Κέιτ κατένευσε. Ευτυχώς που είχε κοπεί η ανάσα της και δεν μπορούσε να μιλήσει, διαφορετικά μπορεί να του έλεγε ότι τον αγαπούσε, επειδή την είχε μεθύσει η ευτυχία και έλαμπε από τη φωτιά της αγάπης που την έκαιγε. Τα πάντα κάτω από το δέρμα της έκαιγαν, μια θύελλα είχε ξεσπάσει στο αίμα της — η αίσθηση του μέσα της τη γέμιζε ολοκληρωτικά, λιώνοντας τον πάγο στην καρδιά της και κάνοντάς τη να τρέμει. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε τα γαλανά μάτια του καρφωμένα επάνω της, ενώ ένα αυλάκι ανησυχίας είχε σχηματιστεί ανάμεσα στα φρύδια του. «Ξέρεις τι να κάνεις αν σε πονέσω, έτσι;» «Ναι». Ένας ψίθυρος που μόλις και μετά βίας ακούστηκε. «Δε θέλω να σε πονέσω. Λυπάμαι αφάνταστα που το έκανα». Πώς μπορούσε να μιλάει τόσο ήρεμα, σαν να παράγγελλε καφέ; «Ξέρω», του είπε τόσο σιγά, ώστε αναγκάστηκε να σκύψει [157]


για να την ακούσει. «Σε θέλω». Τα ρουθούνια του πετάρισαν. «Σε θέλω πάρα πολύ. Σταμάτησε με αν...» Έβαλε το δάχτυλό της επάνω στα χείλη του. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Τέρμα οι κουβέντες;» Η Κέιτ κατένευσε, χάιδεψε τα μπράτσα του, αναστέναξε απαλά καθώς εκείνος τραβιόταν νωχελικά. Σταμάτησε και μουρμούρισε ανάλαφρα, πειρακτικά: «Κι αν σε κάνω να περιμένεις;» «Μην τολμήσεις». Άρπαξε δυνατά τους γοφούς του. Εκείνος δεν κινήθηκε, εκείνη ήταν υγρή τώρα, μουσκεμένη, απελπισμένη. «Και για να μην ξεχνιόμαστε», της είπε βραχνά, «γαμιέσαι μόνο μ’ εμένα, έτσι;» Τρελή από την επιθυμία να τον νιώσει, συμφώνησε λαχανιασμένα. «Ναι, ναι, ναι». «Ναι, τι;» «Μόνο μ’ εσένα, Ντόμινικ! Για όνομα του Θεού, δε θέλω κανέναν άλλο!» Η ζήλια του καλμάρισε με την απάντησή της και χαμογέλασε. «Αυτό ήθελα ν’ ακούσω, μωρό μου». Σπρώχνοντας πάλι το πέος του μέσα της, χωρίς να βιάζεται καθόλου, με το στόμα του στο δικό της να ρουφάει την ανάσα της, ένιωσε τη στύση του να μεγαλώνει και να σκληραίνει κι άλλο καθώς εισχωρούσε πιο βαθιά... Σταμάτησε τελικά εκεί όπου όλα χάνουν τη σημασία τους, όλα, εκτός από την πέρα από κάθε φαντασία ηδονή. Περίμενε ακίνητος μέσα της καθώς το σώμα της δονούνταν και παλλόταν γύρω του, καθώς οι αισθήσεις της κλιμακώνονταν σε μια κοχλάζουσα φρενίτιδα, με την ταχύτητα και τη βιαιότητα που είχε μάθει να αναγνωρίζει σε εκείνη. Η δική του Κάθριν δεν ήταν ποτέ ατάραχη και απαθής, πάντοτε απίστευτα αχαλίνωτη. Και όταν εκείνος άρχισε να μπαίνει και να βγαίνει αργά μέσα της, ρυθμικά, προσεκτικά, παρατηρώντας την έντονα για κάποιο σημάδι δυσφορίας, μανουβράροντας το πέος του με εξασκημένη ευλυγισία σε όλα τα σωστά σημεία τόσο δυνατά, όσο να την κάνει να αφήνει ένα στεναγμό ή βογκητό, επικεντρώνοντας την προσοχή του στα νεύρα του σημείου G της, συναντώντας επιδέξια τους γοφούς της που ανεβοκατέβαιναν, ένιωσε μια βαθιά ηδονή. Ένιωσε [158]


ότι εκείνη ανήκε εδώ, στο προσωπικό του ερημητήριο. Η Κέιτ είχε πλημμυρίσει από χαρά, κάθε χτύπος της καρδιάς της έπαλλε από αγάπη, οι αισθήσεις της έτρεχαν τρελά προς το παραλήρημα και όλα αυτά χάρη στη γλυκιά, ανιδιοτελή συμβολή του Ντόμινικ. Ήταν η ιδιοφυία και το ταλέντο του να είναι γενναιόδωρος όπως τώρα... όπως έτσι —Ω, Θεέ! Βύθισε τα νύχια της στα μπράτσα του καθώς ο πρώτος κυματισμός γλίστρησε επάνω στο παλλόμενο αιδοίο της. Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια της και έμεινε ακίνητη. Αναγνωρίζοντας τα σημάδια, ξέροντας την προτίμηση της Κάθριν για ένα ολοκληρωμένο, χωρίς διακοπές οργασμό, έσπρωξε αργά το πέος του μέσα στο άνοιγμα της μήτρας της, άκουσε την κοφτή της ανάσα, έσπρωξε λίγο ακόμη, έπειτα έσκυψε το κεφάλι του, άφησε το στόμα του ανοιχτό επάνω στο δικό της και γεύτηκε τη γλυκιά, διαπεραστική κραυγή της. Οι οργασμοί τους κύλησαν μέσα από τις αισθήσεις τους σε θεαματικά, καυτά κύματα, το δυνατό κορμί του Ντόμινικ κάλυπτε το δικό της, την καταβρόχθιζε, έσπρωχνε να μπει κι άλλο μέσα της, την ακινητοποιούσε στο κρεβάτι, ενώ εκπληκτικοί, με την αδρεναλίνη στα ύψη, πυρηνικού επιπέδου οργασμοί, έστειλαν τις αισθήσεις τους στη στρατόσφαιρα. Ένας καυτός σαν φλόγα οργασμός, τον οποίο προκάλεσε ο Ντόμινικ, που την άφησε με το λαιμό γδαρμένο και το σώμα της να τρέμει ανεξέλεγκτα. Μια αδιανόητη έκρηξη τρέλας και θριάμβου, την οποία προκάλεσε η Κάθριν, που τον άφησε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Ο Ντόμινικ ζήτησε όντως συγνώμη μετά, πρόθυμα αυτήν τη φορά, με τρυφερά φιλιά, το σώμα του να ακουμπάει ελαφρά στο δικό της, τη στύση του να πάλλεται ακόμη μέσα της απαλά. «Θα ελέγχω το πουλί μου και το ταμπεραμέντο μου από δω και πέρα, το υπόσχομαι». Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του, τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Έτσι για να ξέρεις, διεγείρομαι αφάνταστα όταν είσαι απαιτητικός και κακόκεφος». Ναι, το ήξερε ήδη, από τον καιρό που ήταν μαζί στο Χονγκ Κονγκ, αλλά είπε μόνο, πάρα πολύ ευγενικά: «Σ’ ευχαριστώ για την πληροφορία. Θα το έχω υπόψη μου. Τώρα, τι θέλεις να κά[159]


νεις;» «Σοβαρά; Διαλέγω εγώ;» Δίστασε για μια στιγμή πριν της πει: «Εσύ, γλύκα μου. Σου το χρωστάω». Του έδειξε το ράφι με τα βιβλία. «Δείξε μου μερικά από τα βιβλία που σου άρεσε να διαβάζεις όταν ήσουν νέος». Περιμένοντας ένα σεξουαλικό αίτημα, ξαφνιάστηκε και χρειάστηκε να του το πει δυο φορές. Τον κοίταξε απορημένα, με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά, το βλέμμα της γεμάτο αθωότητα. «Θα ήθελα να ξέρω. Άρχισε με το αγαπημένο σου». « Οι Αναμνήσεις του Γκραντ». Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο ράφι. «Είναι ένα πολύ καλό ανάγνωσμα». Και επιστρέφοντας, της περιέγραψε τις αγαπημένες του σκηνές, τους λόγους που του άρεσε... Της είπε ακόμα ότι είχε ανακαλύψει τα βιβλία για πρώτη φορά όταν ήταν έντεκα χρονών. Προσπάθησε να μην του δείξει ανοιχτά τη λατρεία της και του έκανε ερωτήσεις με μια επιφυλακτική ουδετερότητα. Ίσως να το είχε καταφέρει, να κρύψει δηλαδή τα συναισθήματά της γι’ αυτόν, επειδή, ύστερα από λίγο, γύρισε το κεφάλι του στο μαξιλάρι του, το βλέμμα του ήταν ζεστό, και είπε: «Μίλησέ μου για το δικό σου αγαπημένο βιβλίο». Αγνόησε το γεγονός ότι δεν είχε κάνει ποτέ αυτή την ερώτηση σε γυναίκα, ούτε είχε διανοηθεί καν μια συζήτηση για βιβλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Όταν η Κέιτ είπε, «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του Τόλκεν», της χαμογέλασε και είπε: «Φυσικά». Στη συνέχεια του εξομολογήθηκε την αγάπη της για την ιστορία και τελικά ανακάθισε στο κρεβάτι και είπε απαλά: «Είσαι εντάξει με την παρουσία μου εδώ;» Ακολούθησε μια μακριά σιωπή ενώ την κοιτούσε, έπειτα άφησε ένα μικρό αναστεναγμό. «Σε θέλω μαζί μου. Θα το αντιμετωπίσω». «Μπορώ να κάνω κάτι για να βοηθήσω;» Τα χείλη του σχημάτισαν ένα μικρό χαμόγελο. «Μωρό μου, αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο έργο ακόμη και για σένα που έχεις μεγάλη αυτοπεποίθηση. Δεν ξέρω πόσοι ψυχολόγοι προσπάθησαν και απέτυχαν». Τα μάτια του γυάλισαν ξαφνικά από καταπιεσμένη οργή και πήρε μια μακριά, αργή ανάσα. [160]


Η φωνή της Κέιτ ήταν αχνή. «Πόσοι;» Ο Ντόμινικ πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα, σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι. «Έχω χάσει το λογαριασμό». Έκανε μια παύση, έπειτα την κοίταξε και χαμογέλασε. «Συμπεριφέρεσαι απίστευτα καλά. Μην ανησυχείς, έχω σώας τας φρένας». «Περισσότερο από οποιονδήποτε ξέρω, Ντόμινικ», του είπε ήσυχα. «Αλήθεια». Την κοίταξε κάτω από τη μαύρη βεντάλια των βλεφαρίδων του και ξεροκατάπιε. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το ακούσεις αυτό;» «Μου αρέσει όταν μου μιλάς. Μου αρέσει να σ’ ακούω να μιλάς. Μου αρέσουν τα πάντα σ’ εσένα». Ο Ντόμινικ κατένευσε είτε από κούραση ή από παραίτηση. Η Κέιτ δεν τολμούσε ούτε να αναπνεύσει, φοβόταν μήπως άλλαζε γνώμη και γινόταν πάλι απρόσιτος. «Μόνο μην πεις ότι δε σε προειδοποίησα», της είπε κατσουφιάζοντας. Ήθελε να του πει: Ό,τι και να μου πεις, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αλλάξει το πώς νιώθω για σένα. Αντί γι’ αυτό κούνησε μόνο το κεφάλι της. «Σ’ το υπόσχομαι». «Όταν ήμουν παιδί», άρχισε ο Ντόμινικ απαλά, σμίγοντας τα φρύδια του, «η μητέρα μου είχε την εντύπωση πως ήθελα να τη σκοτώσω. Αυτό δε σήμαινε ότι θα το έκανα, αν και υπήρξαν κάποιες φορές που κόντεψα», είπε και η φωνή του έσβησε. Πήρε βαθιά ανάσα. «Τέλος πάντων, για κάποιο δικό της καταραμένο λόγο την ηδόνιζε να με βασανίζει συναισθηματικά. Εγώ αντιστεκόμουν, την πολεμούσα. Έτσι, από τα έξι μου χρόνια άρχισε να με στέλνει από τον έναν ψυχίατρο στον άλλο. Όταν αυτοί αντιλαμβάνονταν ότι το πρόβλημα ήταν κυρίως εκείνη, ακύρωνε τις συνεδρίες μου κι έβρισκε άλλο ψυχίατρο. Και ούτω καθ’ εξής. Δεν μπορώ να σου πω πόσους ευγενικούς ή ανίκανους ή κυριολεκτικά επικίνδυνους θεραπευτές έχω επισκεφθεί, πόσες χιλιάδες χάπια δεν έχω καταπιεί. Με τον καιρό γίνεσαι καλός σε αυτό. Μπορούσα να κρατήσω ένα χάπι μέσα στο στόμα μου για όσο διάστημα χρειαζόταν μέχρι να μου δοθεί η ευκαιρία να το φτύσω. Ακόμη κι αν έπρεπε να ανοίξω το στόμα μου για να το ελέγξουν. Ακόμη κι αν έπρεπε να [161]


πιω ένα γαμημένο ποτήρι με νερό μπροστά τους». «Μα είναι σωστό αυτό; Να δίνουν χάπια σε έναν εξάχρονο;» Ο Ντόμινικ ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Είναι, μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά για να βρεις έναν τρόπο να ξεφύγεις. Αυτό που έμαθα από νωρίς, όμως, ήταν πώς να "κατεβάζω τα ρολά” σε λιγότερο από τρία δευτερόλεπτα. Πώς να επιβιώνω σε έναν εχθρικό κόσμο. Αυτή η γνώση με έχει βοηθήσει στις δουλειές μου». Χαμογέλασε μελαγχολικά. «Λεμονάδα από λεμόνια, σωστά; Και η Μέλανι ήταν πάντοτε εκεί όταν επέστρεφα στο σπίτι. Ήξερε πώς να με κάνει να νιώσω καλύτερα, να με ηρεμήσει. Να με συγκρατήσει για να μη σκοτώσω πραγματικά τη μητέρα μου». Η καρδιά της Κέιτ χτυπούσε δυνατά στο στήθος της. Είχε μείνει άφωνη. Της έριξε ένα λοξό βλέμμα. «Ε, δεν είναι και τόσο άσχημα. Δεν τη σκότωσα, εντάξει; Και ήταν πριν από πολύ καιρό. Σπάνια βλέπω τους γονείς μου. Ο πόλεμος έχει σχεδόν τελειώσει. Το ραδιενεργό νέφος που απέμεινε είναι ελάχιστο». Αλλά η αμυδρή πικρία στη φωνή του ήταν εμφανής. «Λυπάμαι πολύ, τόσο πολύ...» -ψιθύρισε εκείνη. «Μη λυπάσαι. Έχει περάσει τόσος καιρός από τότε...» Το σαγόνι του σφίχτηκε στιγμιαία, έπειτα χαμογέλασε με ένα από εκείνα τα χαμόγελα που σταματούσαν την καρδιά της και της άπλωσε το χέρι του. «Έλα, γλύκα μου, τώρα είσαι εδώ και δε σκέφτομαι τίποτα από εκείνη τη φρίκη. Πες μου μια από εκείνες τις ιστορίες σου όταν μεγάλωνες κοντά στον παππού σου και τη Νάνα. Πες μου κάτι όμορφο, κάτι καλό». Αφήνοντας το χέρι της μέσα στο δικό του, άρχισε να μιλάει, να φλυαρεί, να κάνει αστεία, να του λέει για τον αποστακτήρα της Νάνα με πολλές λεπτομέρειες επειδή φαινόταν να τον ενδιαφέρει το θέμα. Έπειτα του μίλησε για τη συλλογή όπλων του παππού, γεγονός που τον ώθησε να της κάνει κι άλλες ερωτήσεις. Κατόπιν του αφηγήθηκε ιστορίες για το σκύλο και τη γάτα της, για τις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις. Ήθελε να τον δει ευτυχισμένο. Ήθελε να τον κάνει να ξεχάσει το τρομαγμένο εξάχρονο αγόρι που το πήγαιναν σε ψυχίατρο. Ήθελε να τον δει να χαμογελάει και να αποβάλλει εκείνο το βασανισμένο βλέμμα που είχε όταν μιλούσε για την παιδική του ηλικία. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το συνοφρύωμα [162]


ανάμεσα στα φρύδια του εξαφανίστηκε. Τώρα φαινόταν πιο χαλαρός, σχεδόν ικανοποιημένος. Ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι του από το μαξιλάρι, έπειτα ανακάθισε με μια άνεση και χάρη που δεν έπαυε ποτέ να ηλεκτρίζει τις αισθήσεις της, την έπιασε από τους ώμους, την έριξε πάλι πίσω στο κρεβάτι και την τράβηξε μέσα στη ζεστασιά του κορμιού του. «Με βοηθάς περισσότερο από όσο φαντάζεσαι, Κάθριν». Δεν υπήρχε τίποτα το αιχμηρό στον τόνο της φωνής του τώρα, μόνο μια απόλυτη ηρεμία. «Θα πρέπει να μου στείλεις το λογαριασμό για την ψυχοθεραπεία», μουρμούρισε κλείνοντας τα μάτια του. Η Κέιτ ρούφηξε το άρωμά του, τη γλυκιά μυρωδιά μόσχου και κέδρου, απόλαυσε τη ζεστασιά του δέρματός του κάτω από το μάγουλό της, τους σφιχτούς μυς κάτω από την ηλιοκαμένη σάρκα —ένα σώμα πειθαρχημένο από ένα σκληρό, πειθαρχημένο μυαλό. Κι ένιωσε την ανάγκη να κλάψει για το μικρό αγόρι που δεν είχε καταπιεί όλα εκείνα τα χάπια, για το παιδί που υπήρξε θύμα της κακίας και βαναυσότητας ενηλίκων που όφειλαν να του δώσουν αγάπη και απέτυχαν. Δεν είχαν απλώς αποτύχει απέναντι του, αλλά τον είχαν κακομεταχειριστεί κιόλας. Κοιμήθηκαν για κάποια ώρα και όταν ξύπνησαν ικανοποίησαν τις αισθήσεις τους με ερωτικά παιχνίδια. 'Επειτα, επηρεασμένοι από το τζετ λαγκ, ξανακοιμήθηκαν. Κάποια στιγμή ο Ντόμινικ έπεισε την Κέιτ να κάνουν ντούς με την υπόσχεση και άλλου σεξ. Λίγο αργότερα, οδηγημένος από την πείνα, βρήκε δύο ρόμπες να φορέσουν και κατέβηκαν στην κουζίνα. Έχοντας την Κέιτ δίπλα του, κοίταξε μέσα σε ένα επαγγελματικού μεγέθους ψυγείο να δει τι υπήρχε μέσα. Τέσσερα ράφια είχαν διάφορες σκεπασμένες πιατέλες με ετικέτες στις οποίες ήταν γραμμένες οδηγίες για ζέσταμα ή μη. Η Κέιτ του έδειξε μια σαλάτα τυλιγμένη με μεμβράνη, στην ετικέτα της οποίας υπήρχε η ένδειξη: Όχι στο φούρνο μικροκυμάτων. «Δε σου έχει εμπιστοσύνη ότι ξέρεις πως οι σαλάτες δεν μπαίνουν σε μικροκυμάτων;» Ο Ντόμινικ στριφογύρισε τα μάτια του με προσποιητή απελπισία. «Το έκανα κάποτε και η Πάτι δεν το ξέχασε ποτέ. Το ότι ήμουν μαστουρωμένος και δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν προφανώς δεν ήταν αρκετή δικαιολογία για εκείνη». Έβγαλε ένα πιάτο [163]


με εντσιλάντας, μια πιατέλα με μοσχάρι Μογγολίας και τη σαλάτα. «Βγάλε κι εκείνη την πουτίγκα ρυζιού, σε παρακαλώ. Θα γευτείς τη νοστιμότερη πουτίγκα στον κόσμο». «Τι μετριοφροσύνη», τον πείραξε. «Δε σε κοροϊδεύω, μωρό μου. Είναι όντως η καλύτερη. Η Πάτι πήγε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη και απέσπασε τη συνταγή από έναν σεφ που είχε αρνηθεί να μου τη δώσει, παρά τα παρακάλια μου. Είναι μια συνταγή από το Αφγανιστάν, με φιστίκια, κάρδαμο και κάτι άλλα υλικά. Τέλος πάντων, θα της είμαι αιώνια ευγνώμων. Και για τους λιγότερο ενθουσιώδεις...» είπε με ένα χαμόγελο, δείχνοντας με το κεφάλι του ένα κεραμικό βάζο στο σχήμα του Νταρθ Βέιντερ (Darth Vader: χαρακτήρας της ταινίας Πόλεμος των Άστρων). «Μπισκότα;» Το χαμόγελό του έγινε ακόμη πιο πλατύ. «Χαζή ερώτηση. Παρήγγειλα και σοκολατούχο γάλα επίσης. Εκτός κι αν θέλεις μια μπίρα ή ένα ποτό». Αφού ζέσταναν τα πιάτα στο φούρνο μικροκυμάτων, τα μετέφεραν επάνω και τα έβαλαν στο κρεβάτι, μαζί με μπίρα για τον Ντόμινικ και σοκολατούχο γάλα για την Κέιτ. Τάισαν ο ένας τον άλλο με τα φαγητά της Πάτι όπως κάνουν οι εραστές όταν νιώθουν να φλέγονται από τις ικανοποιημένες αισθήσεις τους, όταν δε χορταίνουν να αγγίζονται, όταν η ευδαιμονία φωτίζει το μυαλό τους. Ήταν μια ημέρα ηδονής και ικανοποίησης, με μικρές στιγμές μαγείας και ασυνήθιστης έκστασης. Όμως ο Ντόμινικ είχε το νου του στο ρολόι και όταν ήρθε τελικά η ώρα, έδωσε ένα φιλί στην Κέιτ, σηκώθηκε από το κρεβάτι και της είπε πάνω από τον ώμο του καθώς απομακρυνόταν: «Πρέπει να ντυθούμε για το πάρτι της Μέλανι. Φρόντισα να έρθουν μερικά ρούχα για σένα εδώ, γι’ αυτό μη μουτρώνεις. Εντάξει;» Η Κέιτ του έριξε ένα βλέμμα θαυμασμού: εκείνος στεκόταν γυμνός στην άλλη άκρη του δωματίου, μπροστά στην πόρτα της τεράστιας ντουλάπας του —στην πραγματικότητα ήταν ένα δωμάτιο με ρούχα— και έδειχνε απίστευτα ελκυστικός. Να πάρει η ευχή! Αν σκόπευε να διατηρήσει ένα μέρος της ανεξαρτησίας της, [164]


έπρεπε να μάθει ν’ αγνοεί την εντυπωσιακή εμφάνισή του. «Δεν τα παρατάς ποτέ», του είπε. Έπειτα αναστέναξε. «Τελικά είμαι κάποιο παιχνίδι, μια κούκλα που θέλεις να ντύσεις; Εκτός κι αν ντρέπεσαι να σε δουν μαζί μου όταν φοράω τα συνηθισμένα μου ρούχα». Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε μάλλον ανυπόμονα. «Τίποτα από τα δύο. Έλα, γλύκα μου», μουρμούρισε. «Δε σου έκανε ποτέ κανείς δώρα; Ίσως θα έπρεπε να δούμε κάποιον ψυχίατρο για να γιάνει τις πληγές σου». Θαύμασε την ικανότητά του να ξεπερνάει με τέτοια αταραξία τις πληγές της παιδικής του ηλικίας, έτσι του απάντησε στον ίδιο τόνο. «Ή, θα μπορούσα να σου πω να πας εσύ σε ψυχίατρο για να γιάνει τις πληγές σου». Φαίνεται ότι βρήκε την αντίδρασή της διασκεδαστική, γιατί γύρω από τα μάτια του σχηματίστηκαν ξαφνικά μικρές ρυτίδες. «Τι;» τον ρώτησε. «Οι ψυχοθεραπευτές δε χρησιμοποιούν λέξεις όπως σωστό ή λάθος. Προτιμούν διφορούμενες λέξεις. Οι συμβιβασμοί τού «επανάλαβε αυτό που μόλις με άκουσες να λέω» δεν είναι πραγματικά συμβιβασμοί αλλά μια μορφή απάθειας. Προφανώς δεν έχεις πάει ποτέ σου σε ψυχίατρο». «Όχι βέβαια. Αν και θα ήθελα κάποιος να σου πει ότι δεν μπορείς να δίνεις συνέχεια εντολές στους ανθρώπους είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο». «Ίσως πρόσεξες ότι έχω ένα μικρό πρόβλημα μαζί σου», της είπε ξερά. Γλίστρησε πιο χαμηλά στα μαξιλάρια, έκανε έναν ήχο βενζινακάτου με τα χείλη της και κοίταξε περισπούδαστα τα βαμμένα νύχια των ποδιών της. «Πιθανόν να αντιδρώ υπερβολικά για τα δώρα σου», είπε μαλακά, κοιτάζοντας πάντοτε τα νύχια της. «Για αυτό, λοιπόν, υποχωρώ. Ευτυχισμένος τώρα;» «Μια στιγμή να το καταλάβω. Λες ότι θα φορέσεις κάποιο από αυτά τα ρούχα; Έι, κοίταξε με». Σήκωσε το βλέμμα της αργά και ο Ντόμινικ κατάλαβε ότι δεν είχε υποχωρήσει καθόλου. «Για να ξέρεις, με έχεις εξωθήσει σε συνθηκολόγηση». «Μου αρέσει η λέξη “συνθηκολόγηση”», της είπε κάνοντας [165]


ένα μικρό μορφασμό. «Μη σου γίνει συνήθεια», μουρμούρισε. Σήκωσε αμέσως τα χέρια του ότι τάχα μου παραδιδόταν. «Κατάλαβα». Του χαμογέλασε αχνά. «Έχεις όντως “φορέσει” τον καλό σου εαυτό». «Ναι. Βλέπεις...»—ένα πειρακτικό χαμόγελο—«...έχω σχέδια». «Νομίζω ότι έχουμε και οι δύο σχέδια». Ήταν δέκα φορές, ίσως χίλιες φορές περισσότερο δεκτική στον μαγνητισμό του Ντόμινικ στη χαρισματική προσωπικότητά του και στη γοητεία του σε αυτό το δωμάτιο, το γεμάτο με αντικείμενα της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας: φωτογραφίες στους τοίχους, έπαθλα στα ράφια, μια συλλογή με τενεκεδένια στρατιωτάκια στη γυάλινη προθήκη, ράφια με πολυδιαβασμένα βιβλία. Της είχε επιτρέψει να μπει στη ζωή του, στο σπίτι του, της πρόσφερε τη φιλία της αδερφής του. Όχι ότι δε ρισκάριζε επίσης, η Κέιτ το καταλάβαινε αυτό — αλλά με μια ελαφρώς πικραμένη έκφραση κι ένα ευγενικό χαμόγελο που τον έκανε να δείχνει πιο αξιαγάπητος. Δεν ήταν σίγουρη ότι η ανεξαρτησία της θα επιβίωνε κόντρα στην πλήρη επίθεση της ισχυρογνωμοσύνης του. Αλλά τον αγαπούσε —τελεία και παύλα. Ο Ντόμινικ δεν ήταν ο μόνος που υιοθετούσε τη φιλοσοφία τού «δε βαριέσαι». Σηκώνοντας το κεφάλι της είδε τα ανασηκωμένα φρύδια του. Πρέπει να την είχε ρωτήσει κάτι. «Τελείωσε. Αυτό δεν είναι που ήθελες να μάθεις; Θα φορέσω ό,τι θέλεις». «Αυτό τώρα είναι σαρκασμός;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ωραία. Λοιπόν, πρώτον, σ’ ευχαριστώ. Πραγματικά μου αρέσει να σου αγοράζω ρούχα. Μου αρέσει να σε επιδεικνύω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Χαμογέλασε. «Ειλικρινά, ευχαριστώ». Παραδόξως η Κέιτ ένιωσε ευχαριστημένη ενώ δε θα έπρεπε- η φράση να σε επιδεικνύω ήταν αναχρονιστική και ενάντια σε όλες τις φεμινιστικές πεποιθήσεις της. «Καταλαβαίνω τι σημαίνει να νιώθεις ανήμπορος». Μισοσήκωσε το χέρι της, ψάχνοντας για τις σωστές λέξεις. «Λέω στον εαυτό μου να μην υποχωρήσει! Και [166]


παρ’ όλα αυτά υποχωρώ! Για παράδειγμα, σε αφήνω να με πείσεις για τα ρούχα. Πώς λέγεται αυτή η συμπεριφορά αν όχι παράδοση άνευ όρων;» Με την Κέιτ σε μια συνεργάσιμη διάθεση —εκτός από το σεξ, που σχεδόν πάντα συνεργάσιμη — , ο Ντόμινικ αποφάσισε να ρισκάρει την τύχη του. «Μπορούμε να το βάλουμε αυτό στο συμβόλαιο αποκλειστικότητας; Ότι μπορώ να σου αγοράζω πράγματα όταν είμαστε μαζί;» Το βλέμμα της έγινε επιφυλακτικό. «Τι πράγματα;» «Δώρα». «Αυτή η διαφωνία δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ, έτσι;» «Είναι μια ανόητη διαφωνία», επισήμανε ο Ντόμινικ ήρεμα. «Ω, διάολε». Ένας αναστεναγμός, μια μικρή σύσπαση της μύτης σαν αυτήν που κάνουν τα λαγουδάκια, μια γκριμάτσα. «Όχι κοσμήματα όμως». «Γιατί;» «Είναι πολύ ακριβά». «Θα το παίζουμε κορόνα γράμματα». Το βλέμμα της φανέρωσε καχυποψία. «Δε με εμπιστεύεσαι;» «Όχι ακριβώς. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, υπάρχουν μια στοίβα βαλίτσες γεμάτες με ρούχα και κοσμήματα στο σαλόνι μου στη Βοστόνη». «Θα μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα». «Ω, Θεέ μου!» φώναξε, ανακάθισε στο κρεβάτι και τέντωσε το δάχτυλό της προς το μέρος του. «Μου αγόρασες ήδη κοσμήματα!» «Τίποτα το σπουδαίο!» «Οτιδήποτε δεν έχει αγοραστεί από πολυκατάστημα είναι σπουδαίο για μένα». «Πρέπει να διευρύνεις τους ορίζοντες σου, μωρό μου. Δεν αστειεύομαι». Μετά άλλαξε θέμα επειδή ήταν πρόθυμος να συμβιβαστεί με μια νίκη τη φορά. Θα την έπειθε για τα κοσμήματα αργότερα. Όταν θα έκαναν έρωτα. Έπειτα από μερικούς οργασμούς οι αντιστάσεις της μειώνονταν, γινόταν παιχνιδάκι στα χέρια του. Εξάλλου μερικά από τα κοσμήματα ήταν για σεξουαλικά παιχνίδια. [167]


Χαμογέλασε όταν λίγα λεπτά αργότερα απάντησε στην ερώτησή του με απόλυτη αδιαφορία. «Αποφάσισε εσύ τι θέλεις να φορέσω. Δε με νοιάζει». «Τώρα μιλάς σωστά. Και, επί τη ευκαιρία, βρίσκω πολύ ερεθιστικό να σε ντύνω». «Παρομοίως». Αν το να ξοδεύει τεράστια ποσά για εκείνη την άφηνε αδιάφορη, δεν ίσχυε το ίδιο και για τα χέρια του. Της άρεσε την γδύνουν. Η ιδέα και μόνο ήταν διεγερτική. Το χαμόγελό της ήταν πραγματικά καυτό και σέξι. Ο Ντόμινικ σχεδόν ενέδωσε στον πειρασμό όταν κοίταξε το ρολόι. «Θα σηκωθείς από το κρεβάτι ή θα σε σηκώσω εγώ;» Χτύπησε με την παλάμη της το στρώμα. «Γιατί δεν έρχεσαι εσύ εδώ;» Κούνησε το κεφάλι του απρόθυμα. «Δε γίνεται. Δεν έχουμε καθόλου χρόνο». «Πότε πρέπει να είμαστε εκεί;» «Σε δεκαπέντε λεπτά». «Θέλεις να πεις ότι αντί να τσακωνόμαστε θα μπορούσαμε να δώσουμε χαρά ο ένας στον άλλο; Γιατί δεν είπες κάτι;» «Μερικές φορές είναι δύσκολο να σε καταλάβω, γλύκα μου, αλλά κάνω ό,τι μπορώ». «Χμ». «Θα είμαστε πίσω σε μια δυο ώρες. Αν καυλώσεις, μπορούμε να πάμε σε ένα από τα υπνοδωμάτια της Μέλανι και να κλειδώσουμε την πόρτα». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δεν το νομίζω». «Μια πρόταση έχανα». «Ελπίζω να μην εννοείς ότι το έχεις κάνει κι άλλη φορά στο σπίτι της αδερφής σου;» Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο. «Απλώς προσπαθώ να βοηθήσω». «Θα βοηθούσε περισσότερο αν φορούσες κανένα ρούχο. Με τρελαίνεις έτσι όπως στέκεσαι εκεί». Ο Ντόμινικ ντύθηκε σε λιγότερο από τρία λεπτά, ως συνήθως, με κλασική αντρική πρακτικότητα και ευρηματικότητα: μποξεράκι, μαύρο τζιν παντελόνι, μαύρο κασμίρ πουλόβερ σε V, έπειτα κάλτσες και μαύρες σουέντ μπό[168]


τες με κορδόνια. Η Κέιτ δεν ήξερε αν ένας ντυμένος Ντόμινικ ήταν λιγότερο ερωτικός. Ήταν σχεδόν αδύνατο να μη νιώσεις έλξη μπροστά σε τέτοια φοβερή σεξουαλικότητα. Ήταν απίστευτα κομψός ντυμένος στα μαύρα, μελαχρινός, επιβλητικός, αισθησιακός... Τα μακρύτερα μαλλιά του ήταν στο ίδιο στιλ που τα είχε στις περισσότερες φωτογραφίες που τον έδειχναν να κάνει σέρφινγκ και βρίσκονταν εδώ και εκεί στο δωμάτιο. Μια τεράστια έγχρωμη φωτογραφία κάλυπτε έναν ολόκληρο τοίχο. Ο Ντόμινικ πάνω ένα τεράστιο κύμα, όρθιος στη σανίδα του με μια κίνηση ρευστή, άνετη, ενώ η αφρισμένη κορφή του κύματος ήταν τόσο ψηλά που τον έκανε να μοιάζει με νάνο και παρά το ορμητικό κύμα που τον κυνηγούσε από πίσω για να τον καταβροχθίσει μπορούσες να δεις το όμορφο, πλατύ χαμόγελό του. «Κάνεις σέρφινγκ τώρα;» ρώτησε η Κέιτ δείχνοντας τη φωτογραφία. «Ή είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν;» «Κάνω όταν έχω χρόνο. Αυτή ήταν μια από τις πιο απίθανες ημέρες μου», είπε χαμογελώντας. «Στη Χαβάη. Η παραλία είχε αποκλειστεί επειδή τα κύματα ήταν επικίνδυνα. Αυτό απλώς σημαίνει ότι πρέπει να καβαλάς τον σκληρό πυρήνα του κύματος χωρίς να φοβάσαι. Όλοι κατέρρευσαν εκείνη την ημέρα εκτός από εμένα. Διάλεξα εκείνο το κύμα... καμικάζι κι ένας φίλος μου με τράβηξε με τη μηχανή του και... ιδού. Μια από τις ωραιότερες αναμνήσεις μου». «Είσαι αρκετά νέος...» Έσφιξε τα χείλη του για μια στιγμή. «Πρέπει να ήμουν δεκαπέντε ή δεκαέξι —όχι... δεκαέξι. Ζούσα ήδη εδώ. Είχα αγοράσει αυτό το σπίτι ώστε να μπορώ να βρίσκομαι κοντά στη Μέλανι. Βοήθησα στο μεγάλωμα των δύο πρώτων παιδιών της πριν πάω στο κολέγιο». «Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο;» «Ποιο;» «Να ζεις μόνος σου στα δεκαέξι». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ποτέ δε ρώτησα. Η Μέλανι υπέγραψε για μένα». Η Κέιτ δάγκωσε τα χείλη της για να μην κάνει τις ερωτήσεις που βασάνιζαν το μυαλό της. Ο Ντόμινικ χτύπησε με το δάχτυλο το ρολόι του. «Αρκετά [169]


με τις αναμνήσεις», είπε. «Πρέπει να σε ντύσω». Της έδειξε τα ρούχα που είχε κρεμασμένα στο μπράτσο του. «Αν και, εφόσον το θέλεις, υπάρχει ακόμη αρκετός χρόνος για μια μικρή ανταμοιβή επειδή ήσουν καλή». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Ήμουν καλή;» «Καλύτερη από καλή», της είπε απαλά, μισοκλείνοντας τα μάτια του, ενώ ένα πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. Ένα καυτό κύμα πάθους διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη. Το είχε δει αυτό το βλέμμα κι άλλη φορά. «Πες μου ότι δεν είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω στη μητέρα σου», είπε γρήγορα ενώ σηκωνόταν από το κρεβάτι, η καρδιά της φτερούγιζε επάνω στα πλευρά της. Αρνήθηκε να παρασυρθεί. «Μην ανησυχείς», της είπε ήρεμα, σαν να μην είχε καταλάβει την αντίδρασή της. «Δε θέλω να μιλήσεις με τη μητέρα μου. Είναι φοβερά ενοχλητική», πρόσθεσε περιφρονητικά. Σταματώντας μπροστά του, η Κέιτ έγειρε το κεφάλι της πίσω και χαμογέλασε. «Είσαι τόσο καλός μαζί μου. Υπερβολικά καλός». «Δεν είναι ότι υστερώ όσον αφορά την καλοσύνη. Νιώθω ότι όλα είναι όμορφα, όλα καλά και το νιώθω ως τα κατάβαθα της ψυχής μου». «Δεν είναι παράξενη η ζωή;» Η φωνή της ήταν απαλή. «Το πως γνωριστήκαμε, πως φτάσαμε στο σημείο που δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα..» —χαμογέλασε— «..τουλάχιστον για πολύ καιρό». «Είναι, αλλά ωραία παράξενη, μωρό μου. Το ίδιο ισχύει και για μένα... Η απουσία σου με κάνει κομμάτια». Πήγε να πει, πρέπει να υπογράψεις το συμβόλαιο αποκλειστικότητας, αλλά συγκρατήθηκε. Θα είχε αρκετό χρόνο το πρωί για να ξεκινήσει αυτήν τη μάχη. «Σήκωσε τα χέρια σου, τώρα. Η ώρα περνάει». Παραμερίζοντας τη δυσαρέσκεια για την απώλεια του αυτοελέγχου της, τουλάχιστον σε ό,τι είχε σχέση με την ευχαρίστηση, έπρεπε να ομολογήσει ότι το να έχει τον Ντόμινικ να την ντύνει ήταν εξίσου θεσπέσιο με τις σοκολάτες Βενεζουέλας και το να κερδίζεις το λόττο. Η πράξη καθεαυτή ερχόταν σε μεγάλη αντίφαση με τη δημόσια εικόνα του. Ήταν τρυφερή, στοργική, απίστευτα ερωτική. [170]


Και με διάθεση απόλυτης, ολοκληρωτικής λατρείας, η Κέιτ κοίταξε την αστραφτερή, σε βαθύ πράσινο βελούδο μπλούζα με τα μακριά μανίκια και το χαμηλό στρογγυλό ντεκολτέ που κρατούσε ο Ντόμινικ και είπε: «Μήπως θα έπρεπε να φορέσω σουτιέν;» «Δε σκόπευα να σου το ζητήσω». «Ναι ή όχι;» «Ίσως ένιωθες πιο άνετα». «Το θέμα δεν είναι αν θα νιώθω εγώ άνετα». Χαμογέλασε. «Ανησυχείς για τη μητέρα σου;» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Θα ήταν χαμένος κόπος. Τίποτα δεν την ευχαριστεί. Δε μου αρέσει, όμως, να κοιτάζουν οι άλλοι άντρες τα βυζιά μου. Το ξέρεις αυτό». «Τα δικά σου;» τον πείραξε. «Ναι, και τα δικά μου». Δεν υπήρχε ούτε υποψία πειράγματος στην απάντησή του. Δε θα έπρεπε να νιώθει ένα καυτό κύμα πόθου να τη διαπερνάει κάθε φορά που εκείνος μιλούσε σαν να του ανήκε. Παίρνοντας μια μικρή ανάσα για να πνίξει τον πόθο της, προσπάθησε να μιλήσει με φυσιολογική φωνή. «Υποθέτω ότι έχεις κάποιο σουτιέν εδώ». «Μάλλον ναι». Έδειξε με το χέρι της το δωμάτιο-ντουλάπα όπου μια μεγάλη ποικιλία από γυναικεία ρούχα ήταν κρεμασμένα. «Πώς τα κατάφερες σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;» «Τηλεφωνικά». Από το Παρίσι, αλλά αυτό δεν το είπε. «Και όλοι τρέχουν». «Δεν τους πειράζει. Πληρώνονται καλά». «Να υποθέσω ότι έχεις ένα σουτιέν στα ίδια χρώματα;» «Φαντάζομαι. Να κοιτάξουμε;» Βρήκε ένα σκούρο πράσινο δαντελένιο σουτιέν σε ένα συρτάρι γεμάτο σουτιέν και το κράτησε για να περάσει η Κέιτ τα χέρια της. Μετά γύρισε την πλάτη της σε εκείνον. Απλώνοντας τα χέρια του γύρω της, ο Ντόμινικ πέρασε τα στήθη της στις δαντελένιες «κούπες», γλίστρησε τα δάχτυλά του επάνω στις τιράντες για να τις στρώσει στους ώμους της, κούμπωσε το σουτιέν και έσκυψε να φιλήσει τον ώμο της. «Ίσως δε θα [171]


χρειαστείς καμαριέρα. Ίσως συνεχίσω να σε ντύνω εγώ», ψιθύρισε, με το κορμί του να πιέζει την πλάτη της, τα δάχτυλά του να περνούν πάνω από τους ώμους της και να κατεβαίνουν προς το φουσκωτό στήθος της. «Θα σου άρεσε αυτό;» Πλημμυρισμένη από πόθο, με το απαλό άγγιγμά του να αναστατώνει τις αισθήσεις της, τα γλυκά σχόλιά του να επηρεάζουν την ευάλωτη καρδιά της, η Κέιτ έγειρε προς τα πίσω στην ασφαλή ζεστασιά του και απλώς κατένευσε επειδή δάκρυα μαζεύονταν στο λαιμό της. «Έλα, μωρό μου! Μην κλαις», της ψιθύρισε. Τη γύρισε μπροστά και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Θα χαλάσεις την... ανύπαρκτη μάσκαρά σου». Η Κέιτ γέλασε χαρούμενα. «Μπράβο το κορίτσι μου». Ρούφηξε τη μύτη της. «Μου αρέσει να είμαι το κορίτσι σου». «Χριστέ μου! Μερικοί άνθρωποι πείθονται πολύ δύσκολα. Σου το λέω αυτό τόσο καιρό τώρα». «Ναι αλλά ίσως πρέπει να μου το λες πιο συχνά». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Μου φαίνεται ότι τελικά θα πρέπει να πάρω έναν πίνακα και να το γράψω με νέον. Όχι αμέσως τώρα, όμως», είπε, κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Πρέπει να φύγουμε. Ω, διάολε». Σχεδόν της έβγαλε πάλι το σουτιέν. Ήταν τόσο αναθεματισμένα σέξι με τα λευκά στήθη της, δυο στρογγυλοί λοφίσκοι που φούσκωναν επάνω από τις δαντελωτές «κούπες». Κόντεψε να ενδώσει στον πειρασμό και, αν το ρολόι δεν είχε χτυπήσει, δυστυχώς, το τέταρτο της ώρας, θα το είχε κάνει. Πήρε, λοιπόν, μια βαθιά ανάσα, άρπαξε τη βελούδινη μπλούζα και την πέρασε γρήγορα από το κεφάλι της και κάτω στα χέρια της. Αφού τέντωσε το ρέλι του στρογγυλού ντεκολτέ που ήταν κεντημένο με αστραφτερές χάντρες, έστρωσε το λεπτό βελούδινο ύφασμα στο μπούστο της. «Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για το παντελόνι», της είπε. «Από ό,τι καταλαβαίνω, πρόκειται για οικογενειακό πάρτι». «Έχεις δίκιο. Παντελόνι για απόψε». Έσκυψε και πέρασε απαλά δύο δάχτυλά του μέσα στο χυμώδες αιδοίο της. «Όμως, σου υποσχέθηκα ένα πριν φύγουμε. Ενδιαφέρεσαι;» Όταν δεν του απά[172]


ντησε αλλά τον άρπαξε από τους ώμους, της ψιθύρισε: «Αυτό πρέπει να είναι ναι». Πέφτοντας στα γόνατά του, άνοιξε τα πόδια της με ένα μικρό σπρώξιμο του ελεύθερου χεριού του, έπειτα έσκυψε μπροστά και έβαλε τη γλώσσα του ανάμεσα στα δάχτυλά του, γλείφοντας και ρουφώντας την κλειτορίδα της, ενώ χάιδευε απαλά τον παλλόμενο ιστό της, βαθιά και αργά, σε μια απαλή κίνηση άμπωτης και παλίρροιας —οι ικανότητές του ως βιρτουόζου του σεξ ήταν ανεπανάληπτες. Το «η εξάσκηση φέρνει την τελειότητα» δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου για τον Ντόμινικ Νάιτ. Ο κόσμος της Κέιτ συρρικνώθηκε σε μια απαλή, τρεμουλιαστή αίσθηση, στο «αγγίζω και αισθάνομαι», στον εξαίσιο κυμάτισμά και ρυθμό των δαχτύλων του, στη γενναιόδωρη εκτέλεση των χειλιών και της γλώσσας του. Σε ένα καυτό όλο και πιο ξέφρενο παραλήρημα καθώς άνοιγε τα δάχτυλά του σαν ψαλίδι μέσα της για καλύτερη πρόσβαση, έφτανε στο σημείο G της και το έγλειφε σαν να ήταν γλειφιτζούρι . Η Κέιτ έπιασε το κεφάλι του και το έσφιξε σαν μέγγενη, θέλοντας να διατηρήσει τη μεθυστική πίεση, την ξέφρενη, άγρια αίσθηση, κλαψουρίζοντας καθώς μια πύρινη έκσταση συνέπαιρνε τις αισθήσεις της, τρυπούσε τον πυρήνα της, αφήνοντάς τη να τρέμει στο προαύλιο της κόλασης. Τράβηξε το κεφάλι του ελάχιστα. «Έτοιμη, μωρό μου;» Είχε απάντηση; Μπορούσε να βρει τις ανάσες για να απαντήσει; Κι αν δεν μπορούσε; Προσπάθησε να μιλήσει. «Δεν πειράζει Κάθριν», της είπε τρυφερά. «Εδώ είμαι εγώ για σένα». Βάζοντας προσεκτικά ένα τρίτο δάχτυλο μέσα της, βαθιά ως την παλάμη, μέχρι που τη γέμισε όλη, μέχρι που κάθε λείο κομμάτι ιστού ερεθίστηκε και τεντώθηκε, πάλλοντας στον ίδιο ρυθμό με το φρενήρη χτύπο της καρδιάς της. Μετά έσκυψε το κεφάλι του, ανακατέλαβε το μικρό εξόγκωμα της κλειτορίδας της και πιπίλισε με τρυφερή, εξαίσια αυτοσυγκράτηση. Η Κέιτ ήρθε αμέσως σε οργασμό βγάζοντας μια οικεία, ασυγκράτητη κραυγή. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε η προσποίηση ήταν κάτι άγνωστο για την Κάθριν. Προσέχοντας να μη μετακινήσει τα δάχτυλά του, περίμενε μέχρι που άνοιξε αργά τα μάτια της. «Ικανοποιητικό;» Την κοίταξε μέσα από τις βλεφαρίδες του. [173]


Η Κέιτ αναστέναξε, χαλάρωσε τα δάχτυλά της που έσφιγγαν τα μαλλιά του. «Αυτό είναι που λένε “σου πήρε τα μυαλά”, κύριε Νάιτ». «Χαίρομαι που το ακούω, δεσποινίς Χαρτ», της απάντησε ευγενικά, τραβώντας αργά τα δάχτυλά του. Σηκώθηκε, άγγιξε τις άκρες των δάχτυλων του με τα χείλη του. «Χμ... ωραίο. Αν δεν έπρεπε να φύγουμε, θα άφηνα το άρωμά σου επάνω μου, αλλά..» —έδειξε μια αναπαυτική πολυθρόνα— «...κάθισε για ένα λεπτό. Θα έρθω αμέσως». Η Κέιτ σωριάστηκε στην πολυθρόνα με τα μαλακά μαξιλάρια ντυμένα με ένα ύφασμα στο οποίο ήταν αποτυπωμένα ηλιόλουστα μοτίβα σέρφινγκ. Η Κέιτ χαλάρωνε μέσα σε μια ζεστή μεταοργασμική ομίχλη, ενώ στα αυτιά της έφτανε ο ήχος τρεχούμενου νερού από το μπάνιο. Ακόμη και όταν επέστρεψε ο Ντόμινικ, δεν κουνήθηκε. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε χαμογελώντας. «Το σώμα μου είναι αδύνατο να κουνηθεί». «Θα έχεις χρόνο να ηρεμήσεις στο πάρτι. Μετά θα είσαι έτοιμη πάλι». Χαμογέλασε πονηρά. «Επειδή είμαστε σε διακοπές». «Έτσι είναι οι διακοπές; Ένα ασταμάτητο γαμήσι;» «Δεν έχω κάνει διακοπές ποτέ μου. Αλλά το ασταμάτητο γαμήσι είναι σίγουρα στο πρόγραμμά μου μαζί σου. Ελπίζω να μη σε πειράζει». «Κι αν με πειράζει;» Την κοίταξε με ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Θα πρέπει να σου αλλάξω γνώμη». «Ω, Θεέ μου!» βόγκηξε, αυτόματα σφιχτή και καυτή από την επιθυμία, η αναμφίβολη δύναμη της ήπιας απειλής του τη φόβιζε —αλλά και τη συνέπαιρνε. «Πώς το καταφέρνεις; Ποτέ δεν ήμουν έτσι —αχόρταγη, μονίμως καυλωμένη, φοβερά υπερσεξουαλική». «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα». Τα φρύδια της σηκώθηκαν απότομα. «Για σένα μπορεί». Χαμογέλασε. «Τότε μπορώ να σου διδάξω. Όχι τώρα όμως». Υπήρχαν πολύ λίγοι άνθρωποι στη ζωή του που ήθελε να ευχαριστεί και η Μέλανι ήταν πάντοτε στην κορυφή της λίστας του. «Πρέπει να έχουμε φύγει από εδώ μέσα σε λίγα λεπτά». Αφού κάθισε οκλαδόν ανάμεσα στα πόδια της χωρίς να καταβάλει καμιά [174]


προσπάθεια χάρη στους τέλεια ασκημένους μυς του, σκούπισε το αιδοίο της με ένα υγρό πετσετάκι, το πέταξε στο μπάνιο, έπειτα της φόρεσε ένα κομματάκι πράσινης δαντέλας που έπαιζε το ρόλο του σλιπ και ένα μαύρο εφαρμοστό τζιν πού έφτανε ως τη μέση της γάμπας της. Το ότι ήταν ακόμη σε ένα είδος μικρής έκστασης δεν τον εμπόδισε. Τη σήκωσε χωρίς προσπάθεια, έκλεισε το φερμουάρ και το κουμπί του παντελονιού της, είπε, «Τέλεια», δίνοντάς της ένα απαλό χτύπημα στο γόνατο, έπειτα στάθηκε όρθιος και εξαφανίστηκε μέσα στην ντουλάπα «Άνοιξε τα μάτια σου, μωρό μου». Τι έγινε, την είχε πάρει ο ύπνος; Έπειτα από αναρίθμητους οργασμούς στο κρεβάτι συν τον πρόσφατο, ίσως είχε μια δικαιολογία. Ένα ήρεμο, ερευνητικό βλέμμα. «Θέλεις καφέ;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, αναγκάζοντας τον εαυτό της να επιστρέφει στο παρόν. «Θα πιω ένα ρούμι με Κόκα Κόλα αργότερα, αν έχει η αδερφή σου». «Είμαι σίγουρος ότι έχει. Λοιπόν;» Ο Ντόμινικ σήκωσε ψηλά δύο ζευγάρια παπούτσια. «Διάλεξε». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Αλήθεια; Νομίζεις ότι θα τα καταφέρω να διαλέξω;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Περιορισμένη επιλογή, γλύκα μου. Η αισθητική σου στα ρούχα είναι φρικτή». «Πιστεύω ότι το έχω πει ήδη. Δε με ενδιαφέρει». «Αυτά τότε». Κούνησε ένα ζευγάρι μαύρα σουέντ με λουράκια που έδεναν στον αστράγαλο, με χρυσά καρφιά που κατέβαιναν ως κάτω στα χοντρά τακούνια. «Εκτός κι αν προτιμάς να μη φορέσεις τακούνια». «Μα αυτά είναι υπερβολικά ψηλά». «Εξαρτάται από το πόσο θα πιεις». Ανασήκωσε τα φρύδια της απορημένα. «Τότε όχι τόσο ψηλά». Άφησε τα παπούτσια με τα λουράκια, γονάτισε μπροστά της και της φόρεσε ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιστερά παπούτσια μπαλαρίνας. «Αυτά είναι πιο ασφαλή. Από όσο θυμάμαι από το Άμστερνταμ, δεν είχες μεγάλη ευστάθεια στα μυτερά τακούνια». Σηκώθηκε, έπιασε τα χέρια της και τη σήκωσε κι αυτήν. Η Κέιτ τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Ίσως προσπαθούσα να [175]


σε ρίξω». «Τυχερός εγώ!» Έβγαλε μερικά σκουλαρίκια από την τσέπη του —μικροί χρυσοί κρίκοι με ένα σμαραγδένιο δάκρυ ο καθένας. Είχε πει στον κοσμηματοπώλη του να είναι κάτι απλό. «Ναι, είναι πολύ πιθανό να σε φλέρταρα», παραδέχτηκε. «Υποσυνείδητα τουλάχιστον». «Ενώ εγώ ήθελα συνειδητά να σε πηδήξω». Πέρασε το ένα σκουλαρίκι στο αυτί της. «Κάτι τέτοιο θα είχε κάνει αρκετά φρύδια να ανασηκωθούν επιτιμητικά». «Αμφιβάλλω. Εγώ πληρώνω τους μισθούς τους». Της πέρασε και το άλλο σκουλαρίκι,. «Όπα... δυο πράγματα. Πρώτον, αυτή δεν είναι μια εικόνα που μου αρέσει. Και, δεύτερον, κόψε αυτό το “Εγώ είμαι ο κύριος του σύμπαντος". Είναι υπερφίαλο και με τσαντίζει πολύ». «Φυσικά. Σου ζητώ συγνώμη». Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Ναι, καλά». Κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Δεν το πρόσεξες ακόμη, γλύκα μου; Αν εξαιρέσεις την πρόσφατη κρίση μου, σε γενικές γραμμές κάνω ό,τι θέλεις εσύ. Εσύ αποφασίζεις. Εγώ είμαι εδώ να σε υπηρετώ και να σε βοηθώ». Τέντωσε το χέρι του. «Πρέπει να φύγουμε. Θα σε συστήσω στα μέλη της οικογένειάς μου που έχουν σημασία για μένα. Είσαι εντάξει με τα μαλλιά σου; Χρειάζονται βούρτσισμα;» «Εσύ πες μου». «Μπα, αυτό το ΠΓ στιλ είναι εντυπωσιακό». «ΠΓ;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Πρόσφατα γαμημένη». «Και λες ότι είναι εντάξει για δημόσια εμφάνιση;» «Το λέμε ανακατωμένες μπούκλες ή επιμελώς ατημέλητα. Είσαι μια χαρά. Άσε με να σου φέρω ένα σακάκι. Θα βρέξει πάλι απόψε». Έκλεισε το στόμα της σφιχτά όταν ο Ντόμινικ βγήκε από το δωμάτιο-ντουλάπα με ένα εμπριμέ, κοντό, κυματιστό, μεταξωτό αδιάβροχο. Ήταν πράσινο με πολύχρωμα λουλούδια σε κάθε χρώμα του ουράνιου τόξου —ένα κομμάτι που έβλεπες μόνο στις πασαρέλες του Παρισιού. [176]


«Άνοιξε τα χέρια σου, μωρό μου. Α... τέλεια. Αυτό στρώνει καλά», είπε ήρεμα λες και κανένα από τα άλλα ρούχα δεν ήταν στα μέτρα της. «Τι έγινε, μίκρυνες;» Έβαλε το χέρι του επάνω από το κεφάλι της, έπειτα έφερε την άκρη του χεριού του στο στήθος της. «Πρέπει να είναι τα παπούτσια», είπε χαμογελώντας. «Μείνε κοντά μου. Θα πρέπει να σε προστατεύω για να μη σε τσαλαπατήσουν απόψε». Ήταν αδύνατον να θυμώσει μαζί του. Ήταν απίστευτα καλός, για να μην αναφέρουμε όμορφος και γοητευτικός, και, φυσικά, αφάνταστα προικισμένος σεξουαλικά. Γιατί έμπαινε στον κόπο να τσακώνεται μαζί του; Σύντομα θα ερχόταν η στιγμή που θα της έλειπε. Πολύ σύντομα, δυστυχώς. Μύρισε λοιπόν τα τριαντάφυλλα τώρα που μπορείς. «Σου αρέσει το σακάκι;» Της χαμογελούσε. «Είναι τέλειο. Ευχαριστώ». «Η Μέλανι θα σε λατρέψει, γλύκα μου. Έλα». Άρπαξε το χέρι της. «Ανυπομονώ να σε δείξω σε όλους». Σήκωσε το χέρι της. «Δεν είμαι το τελευταίο σου παιχνίδι. Το ξέρεις αυτό, έτσι;» «Χριστέ μου, δε θέλω να είσαι». Η φωνή του έγινε σιγανή. «Απλώς θέλω να είσαι δική μου». Κάτι στον τόνο της φωνής του της δημιούργησε νευρικότητα. «Δε θέλω σκηνές, εντάξει;» Ο Ντόμινικ απόρησε. «Τι εννοείς;» «Όπως όταν γινόσουν έξαλλος με τους άντρες με τους οποίους μιλούσα στο Χονγκ Κονγκ». «Τότε να μη μιλάς με άλλους άντρες». Μια απότομη προσταγή. Σήκωσε το ένα φρύδι της. «Αστειεύεσαι». Βλέποντας τα μάγουλά της να φουντώνουν, διόρθωσε αμέσως το λάθος του. «Παρεκτράπηκα, με συγχωρείς». Πήρε μια μικρή ανάσα. «Φταίει που είμαι τόσο ζηλιάρης. Μακάρι να μην ήμουν, αλλά...» — χαμογέλασε αχνά— «...μια και είμαι τέρας αυτοελέγχου, σου υπόσχομαι ότι δε θα ξανακάνω σκηνές». Μερικές φορές έβλεπες μια αναλαμπή του αγοριού μέσα στον πανίσχυρο, επιτυχημένο, σκληροτράχηλο μεγιστάνα. «Ευχαριστώ», είπε η Κέιτ. «Εκτιμώ την κατανόησή σου. Θα προτιμούσα να είμαι μαζί σου παρά με οποιονδήποτε άλλο. Όπως [177]


βλέπεις είμαστε και οι δύο στην ίδια σελίδα». Η ζεστασιά στα μάτια του έφερε έναν κόμπο στο λαιμό της. Έσκυψε το κεφάλι του και άγγιξε ελαφρά τα χείλη της. «Φαίνεται πως όλα τα άστρα ανάβουν για εμάς απόψε», ψιθύρισε επάνω στο στόμα της. «Τρελό, έτσι;» «Ό,τι κάνουμε είναι τρελό». Έχοντας αντιληφθεί την αλλαγή στον τόνο του, φρόντισε να κρατήσει τη φωνή της ανάλαφρη. «Γιατί να σταματήσουμε τώρα;» «Σωστά. Να πάρει η οργή! Χρειάζομαι ένα ποτό. Εσύ;» «Πάντοτε. Δε διάβασες το βιογραφικό μου; Αγαπώ τα σκυλάκια, τις βόλτες στην παραλία και το ποτό». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος που τα πάμε καλά. Μας αρέσουν τα ίδια πράγματα». «Και το σεξ». «Ω, ναι. Ποτέ δεν το ξεχνώ αυτό». Έφυγαν από το σπίτι του Ντόμινικ και βγήκαν έξω. Καθώς προχωρούσαν στο πεζοδρόμιο, την ανάγκασε να σταματήσει. «Μια στιγμή», μουρμούρισε. Ένα δευτερόλεπτο μετά, ο Λίο, ο Ντάνι και δύο άλλοι άντρες εμφανίστηκαν από τις σκιές της διπλανής αυλής τα σπίτια χωρίζονταν μόνο από τα δρομάκια τους. Η Κέιτ κοίταξε τον Ντόμινικ. «Μένουν δίπλα;» «Μου αρέσει η προστασία της ιδιωτικής μου ζωής». «Η ασφάλεια είναι πραγματικά απαραίτητη;» «Προληπτικά». «Τι σημαίνει αυτό;» «Αυτό ακριβώς που είπα. Καλησπέρα, παιδιά. Πώς είστε;» Αφού χαιρετήθηκαν, ο Λίο και ο Ντάνι πήραν θέσεις μπροστά τους, οι άλλοι δύο άντρες πίσω τους. Πιάνοντας το χέρι της Κέιτ, ο Ντόμινικ άρχισε να προχωράει. «Πρέπει να μου εξηγήσεις την παρουσία αυτών των τεσσάρων αντρών», του ψιθύρισε. «Δεν υπάρχει τίποτα να σου εξηγήσω. Έξω από το σπίτι πάντα με προστατεύουν άντρες της ασφάλειάς μου». «Δεν υπήρχε κανείς μαζί μας στο Χονγκ Κονγκ ή στη Σιγκαπούρη». «Θα περπατήσουμε ένα τετράγωνο απόψε. Είναι κάπως δύ[178]


σκολο γι’ αυτούς να μείνουν κρυμμένοι». «Αυτό είναι;» «Αυτό. Να το σπίτι της Μέλανι, μπροστά μας», είπε, θέλοντας να δώσει ένα τέλος στη συζήτηση. «Μην αισθάνεσαι ότι πρέπει να θυμάσαι τα ονόματα όλων των παιδιών. Δεν τους νοιάζει».

[179]


Κεφάλαιο 16 Όταν έφτασαν στο σπίτι της Μέλανι, ο Ντόμινικ και η Κέιτ μπήκαν μέσα ενώ οι άντρες της ασφάλειάς του έλεγξαν την περίμετρο του σπιτιού πριν μπουν κι εκείνοι μέσα. Ο Ντόμινικ κρέμασε το παλτό της Κέιτ στην ντουλάπα του χολ, έπιασε μια τσάντα με ψώνια που είχε φέρει μαζί του από το σπίτι και κατένευσε προς την κατεύθυνση των φωνών. «Θα τους βρούμε στην κουζίνα. Στα πάρτι γενεθλίων στο σπίτι της Μέλανι σερβίρονται πίτσες από τότε που τα παιδιά μεγάλωσαν αρκετά. Είναι καλή πίτσα πάντως. Αλλά μη φας πολύ. Κράτα λίγο χώρο. Το πάρτι των ενηλίκων έχει καλύτερο μενού». Όταν έφτασαν στη μεγάλη κουζίνα στο πίσω μέρος του σπιτιού, μια άγρια κραυγή υψώθηκε τη στιγμή που εμφανίστηκαν στην αψίδα της εισόδου. Ένα δευτερόλεπτο μετά, ένα τσούρμο μικρά παιδιά όρμησε επάνω τους αλαλάζοντας. «Έι, προσέχετε παιδιά», τους προειδοποίησε ο Ντόμινικ. «Έχω καλεσμένη απόψε. Μην τη ρίξετε κάτω». Όλα εκτός από το μικρότερο κορίτσι σταμάτησαν την τσουλήθρα στο παρκέ κι έμειναν ακίνητα στη θέση τους. Η παιδούλα με τις ξανθιές μπούκλες άρπαξε το πόδι του Ντόμινικ και προσπάθησε να σκαρφαλώσει, στριγκλίζοντας. «Θείε Νίκι, θείε Νίκι, κράτησέ με!» Αφήνοντας την τσάντα κάτω, τη σήκωσε ψηλά και της έδωσε ένα φιλί στο παχουλό μάγουλό της. «Μμμ... φιστικοβούτυρο». «Πήραμε σκυλάκι! Πήραμε σκυλάκι!» Το κοριτσάκι τον χτύπησε στον ώμο με το μισοφαγωμένο σάντουιτς με φιστικοβούτυρο και μαρμελάδα. «Θέλεις να δεις;» «Δώσε μου ένα λεπτό, γλυκιά μου. Φάε το σάντουιτς σου, [180]


θέλω να συστήσω την κοπέλα μου». Ήδη η Μέλανι και ο Ματ είχαν εμφανιστεί με μια σωματώδη, μετρίου αναστήματος γυναίκα, που χαμογελούσε πλατιά σχηματίζοντας ρυτίδες στις άκρες των ματιών της. Φορούσε σανδάλια, μπατίκ παντελόνι- πιτζάμα και τα μαλλιά της ήταν βαμμένα με χένα. Από την κορφή ως τα νύχια μέλος της γενιάς των χίπις. «Γειά σου, κυρία Μπι». Ο Ντόμινικ προχώρησε για να τη φιλήσει στο μάγουλο κρατώντας τη μικρούλα και το σάντουιτς της σε απόσταση. «Τους κρατάς όλους σε τάξη εδώ;» «Φυσικά». Τον κοίταξε μέσα από τα μισόκλειστα μαύρα μάτια της ενώ ο Ντόμινικ έκανε ένα βήμα πίσω. «Κι εσύ είσαι πάντα κακό παιδί;» «Όχι. Έχω κοπέλα τώρα. Με κρατάει αυτή σε τάξη». Έπιασε το χέρι της Κέιτ. «Κάθριν, αυτή είναι η κυρία Μπι. Είναι το αφεντικό του σπιτιού εδώ και... πόσο;» «Δεκαεφτά χρόνια. Χαίρομαι που σε γνωρίζω, δεσποινίς Κάθριν. Έχεις πολύ δουλειά με αυτόν εδώ. Να το ξέρεις». «Το πρόσεξα». Η Κέιτ κοίταξε τον Ντόμινικ, το βλέμμα της πειρακτικό. «Δουλεύουμε πάνω στους τρόπους του, τώρα». Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε στον Ντόμινικ επιδοκιμαστικά. «Δε σε φοβάται, Νίκι. Αυτό είναι καλό». Ο Ντόμινικ έσκυψε το κεφάλι του και της χαμογέλασε πονηρά. «Εγώ τη φοβάμαι, κυρία Μπι. Η Κάθριν είναι ζόρικο κορίτσι». «Καιρός ήταν να φοβάσαι κι εσύ κάποιον». Τον κοίταξε με το βλέμμα ανακριτή ψυχολόγου. «Δε θέλω να νομίζεις ότι ο κόσμος σου ανήκει». «Όσο έχω εσένα να μου δίνεις κανένα χαστούκι για να βάζω μυαλό, δεν πρόκειται να συμβεί αυτό». «Καλά που είμαι εδώ τότε». Μιλούσε απότομα, αλλά τον κοιτούσε με τρυφερότητα. «Ακόμη στην αποστολή σου από τον Θεό;» Ένα μικρό χαμόγελο κι ένα ανασηκωμένο φρύδι. «Ποιος νικάει, κυρία Μπι;» Η γυναίκα ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Με έχεις δει ποτέ να χάνω; Και κάτι ακόμα», πρόσθεσε κοφτά. «Πες στους ανθρώπους σου να αφήσουν την κουζίνα μου καθαρή όταν φύγουν. Την τελευταία φορά έπρεπε να καθαρίσω από πίσω τους». [181]


«Δε θα καταλάβεις καν ότι ήταν εδώ, κυρία Μπι», είπε ο Ντόμινικ σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι του με σεβασμό. «Το πήραν το μήνυμα». Η γυναίκα άρχισε να λύνει την ποδιά της. «Τότε, καλά να περάσετε, παιδιά μου. Χαίρομαι που σε γνώρισα, δεσποινίς Κέιτ. Τους άλλους θα σας δω το πρωί». Βγάζοντας απότομα την ποδιά της, έστρωσε την μπλούζα της στο τεράστιο μπούστο της, έδωσε την ποδιά στη Μελάνι και βγήκε σαν να ήταν μέλος της ολυμπιακής ομάδας βάδην. Η Κέιτ το βρήκε συναρπαστικό που όλοι εκεί μέσα σέβονταν την οικονόμο, συμπεριλαμβανομένου και του Ντόμινικ. Ακόμη και η μικρούλα είχε παρακολουθήσει τη συνομιλία σιωπηλή. «Τώρα που η δεσμοφύλακάς μας έχει φύγει», μουρμούρισε ο Ντόμινικ και στράφηκε στην Κέιτ με ένα χαμόγελο στη φωνή, «άσε με να σε συστήσω σε όλους». Κρατώντας το χέρι της, είπε τα ονόματα: Μέλανι, Ματ, Νικόλ, Ιζαμπέλ, Κέιρ, Ντάντε, Ράφι και Έλι, η οποία κούνησε ό,τι είχε απομείνει από το σάντουιτς όταν άκουσε το όνομά της. Η Μέλανι αγκάλιασε την Κέιτ ζεστά, ο Ματ επίσης και όλα τα παιδιά της χαμογέλασαν με ζεστασιά. «Είπα στην Κάθριν ότι δε χρειάζεται να θυμάται όλα τα ονόματά σας αμέσως», πρόσθεσε ο Ντόμινικ, με ένα νεύμα στα παιδιά. «Γι’ αυτό να είστε ευγενικοί, εντάξει;» «Μπορούμε να δούμε τα δώρα μας, τώρα;» Ήταν το νεαρό κορίτσι που είχε δει η Κέιτ στο γραφείο του Ντόμινικ στο Πάλο Άλτο. Η Νικόλ ήταν μελαχρινή σαν τον Ντόμινικ και πολύ όμορφη. Η αδερφή του Ντόμινικ ήταν μια νεότερη εκδοχή της μητέρας τους Λετίσια, ξανθή, λεπτοκαμωμένη, ζεστή και φιλόξενη. Ο Ντόμινικ έριξε μια λοξή ματιά στη Μέλανι και τον Ματ. «Εξαρτάται από τους γονείς σας». Η Μέλανι κοίταξε τα νεαρά βλαστάρια της. «Αν είστε ευγενικά». Ο Ντόμινικ γέλασε πονηρά. «Λίγο αργά γι’ αυτό». «Τουλάχιστον αυτά έχουν κάποιους καλούς τρόπους, σε αντίθεση μ' εσένα». «Με κόλλησες στον τοίχο, αδερφούλα», είπε ο Ντόμινικ τρυφερά. «Αν και η Κάθριν προσπαθεί να με στρώσει, έτσι δεν είναι, μωρό;» Η Κέιτ κοκκίνισε. [182]


«Κοκκίνισε», είπε ο Ντόμινικ με το καλύτερο χαμόγελο κακού παιδιού που διέθετε. «Δεν είναι γλυκιά;» ρώτησε σαν τον βοτανολόγο που επιδεικνύει μια καινούρια ορχιδέα που μόλις ανακάλυψε στα βάθη της ζούγκλας της Ινδονησίας. Σκύβοντας, την τράβηξε κοντά του, αν και η Κέιτ του έριχνε προειδοποιητικά βλέμματα. «Κι ενώ η Κάθριν προσπαθεί να μου μάθει καλούς τρόπους, εγώ προσπαθώ να της μάθω να μη δίνει δεκάρα για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Έχουμε λίγο δρόμο για να φτάσουμε εκεί...» —άλλο ένα πειρακτικό βλέμμα— «...έτσι δεν είναι, μωρό μου;» «Προς Θεού, Νίκι, σταμάτα», τον διέταξε η Μέλανι. «Δε θα θέλει να μείνει. Αγνόησέ τον, Κάθριν. Είναι φορές που γίνεται απίστευτα αναιδής. Εμπρός», είπε η Μέλανι δείχνοντας προς το δωμάτιο. «Φύγε από δω, Νικ. Η Κάθριν θα μείνει μαζί μου». Δίνοντας ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο της Κέιτ, ο Ντόμινικ στράφηκε προς τη θάλασσα παιδικών προσώπων που τον κοίταζαν με αδημονία. «Ελάτε, παιδιά, θα σας δείξω τι βρήκα στη Σιγκαπούρη». Σκύβοντας για να πιάσει την τσάντα με τα δώρα, κοίταξε την Κέιτ. «Θα είσαι εντάξει αν φύγω;» «Φυσικά θα είναι». Η Μέλανι έπιασε το χέρι της Κέιτ και κοίταξε τον αδερφό της με μια σπίθα στα μάτια της. «Θα τη διασκεδάσω εγώ, θα της πω όλα τα βαθιά κρυμμένα, σκοτεινά μυστικά σου». Στα μάτια του Ντόμινικ, όταν στάθηκε όρθιος, υπήρχε μια μικρή ανησυχία που την έπνιξε γρήγορα. «Μην πιστέψεις τίποτα από όσα θα σου πει, μωρό μου. Αν την τρομάξεις και φύγει...» —ο Ντόμινικ έριξε ένα ήπια προειδοποιητικό βλέμμα στην αδερφή του— «...καλύτερα να το βάλεις στα πόδια. Και να μη σταματήσεις να τρέχεις». Η Μέλανι χτύπησε τρυφερά το μπράτσο του Ντόμινικ. «Έλα τώρα, γιατί να θέλω κάτι τέτοιο, ειδικά τώρα που βρήκες κάποια τόσο καλή;» Η απάντηση της αδερφής του, το τρυφερό χέρι της στο μπράτσο του μαλάκωσαν το σφιγμένο στόμα του Ντόμινικ και η Κέιτ κατάλαβε τι μετριοπαθή επιρροή ασκούσε στη ζωή του. Η Κέιτ αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη που την είχε ο Ντόμινικ. Από πολλές απόψεις ήταν ένας άντρας τελείως μόνος του. Εσωστρεφής, απόμακρος, ζούσε μια απομονωμένη ζωή μέσα στα στενά όρια του [183]


προνομιούχου κόσμου του. «Η πίτσα θα είναι έτοιμη σε δεκαπέντε λεπτά, πάντως», προειδοποίησε η Μέλανι ρίχνοντας στον άντρα της ένα προειδοποιητικό βλέμμα. «Δείξε στον Νικ τις φωτογραφίες του σκάφους σου αργότερα. Η κυρία Μπι δε θα μας συγχωρήσει αν αφήσουμε την πίτσα της να κρυώσει». «Μην ανησυχείς, αδερφούλα. Τα παιδιά σου μπορούν να σκίσουν τα χαρτιά από τα πακέτα σε χρόνο ρεκόρ. Θα έχουμε άπλετο χρόνο για την πίτσα». Ο Ντόμινικ έριξε μια ματιά στα αεικίνητα ανίψια του που προσπαθούσαν να ελέγξουν την ανυπομονησία τους. «Έτοιμοι, παιδιά;» Έδειξε προς το δωμάτιο της οικογένειας. «Έλα, Ματ, μπορείς να με βοηθήσεις να μεταφέρουμε μερικά από αυτά τα πράγματα». Ένα πονηρό χαμόγελο προς τα παιδιά. «Ο πρώτος που θα καθίσει, θα έχει την ευκαιρία να με νικήσει στο σκάκι αργότερα απόψε». Ενώ το παιδικό κοπάδι έφευγε με θόρυβο, η Μέλανι έδειχνε στην Κέιτ μια γωνιά της κουζίνας που λειτουργούσε σαν καθιστικό. «Θέλεις ένα ποτό;» «Ναι, αλλά μπορώ να το κάνω μόνη μου». Η Κέιτ είχε δει ένα μικρό μπαρ στον τοίχο στο βάθος του δωματίου. «Κάθισε, σε παρακαλώ. Θα το φέρω εγώ. Τι θα ήθελες;» «Ένα ρούμι με Κόκα Κόλα και λάιμ, αν έχεις». «Καλή ιδέα. Θα κάνω δύο». Λίγα λεπτά αργότερα, η Μέλανι έφερε δύο ποτήρια γεμάτα πάγο, έδωσε το ένα στην Κέιτ και κάθισε χαλαρά στον καναπέ δίπλα της. «Ωραία θέα». Η Κέιτ έδειξε τον τοίχο από τζάμι και τα φώτα που έλαμπαν στην άλλη πλευρά του κόλπου. «Είναι, πράγματι». Ντυμένη απλά με ένα παστέλ μπλε πουλόβερ και τζιν, η Μέλανι κλότσησε τα παπούτσια της, μάζεψε τα πόδια της από κάτω της και ακούμπησε χαλαρά στο μπράτσο του καναπέ. «Ο Ματ βρήκε το σπίτι πριν γεννηθεί η Νικόλ». «Έχεις μια θαυμάσια οικογένεια, Μέλανι. Ο Ντόμινικ είναι τυχερός που ζει κοντά σου. Μου είπε ότι σε βοήθησε στο μεγάλωμα της Νικόλ και της Ίζαμπελ όταν ήταν πολύ μικρές». «Έτσι είναι. Είναι καταπληκτικός με τα παιδιά. Όλα τα παιδιά μου τον λατρεύουν. Τα κακομαθαίνει, φυσικά, αλλά δε με πει[184]


ράζει. Χρειάζεται μια οικογένεια στη ζωή του». Η Μέλανι χαμογέλασε. «Να του θυμίζει ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος πέρα από τις επιχειρήσεις. Αν και φαίνεται ότι τον κατάφερες να ξεφύγει για λίγες έστω ημέρες... ο Ρόσκο μου λέει ότι ο Ντόμινικ κάνει διακοπές. Χαίρομαι που μπόρεσες να το κάνεις αυτό. Δεν έχει κάνει διακοπές ποτέ άλλοτε. Πρέπει να μου πεις το μυστικό σου». «Φοβάμαι ότι δεν είχα καμιά σχέση με την απόφασή του. Ο Ντόμινικ δε ζητάει συμβουλές —τουλάχιστον όχι από εμένα. Τον συνάντησα τυχαία στη Σιγκαπούρη και πριν το καταλάβω ήμαστε σε ένα αεροπλάνο με προορισμό το Σαν Φρανσίσκο». «Λέγε ό,τι θέλεις», είπε η Μελάνι. «Αν δεν ήσουν εσύ, πολύ αμφιβάλλω ότι ο Ντόμινικ θα “άδειαζε” το ημερολόγιό του. Δεν το ήξερες αυτό; Ο Ρόσκο μου τηλεφώνησε για να μου ζητήσει να του βάλω λίγο μυαλό. Του είπα να το ξεχάσει. Τέλος πάντων, χαίρομαι που ο Νικ είναι σε διακοπές, όποιος κι αν είναι ο λόγος. Είναι φανερό ότι σε συμπαθεί πολύ». «Κι εγώ τον συμπαθώ», είπε η Κέιτ κοκκινίζοντας, έπειτα άλλαξε γρήγορα θέμα. Δεν ήταν έτοιμη να παραδεχτεί ότι ο Ντόμινικ ήταν το πιο υπέροχο πράγμα που συνέβη στη ζωή της. «Ελπίζω η παρουσία μου να μην είναι μια ενόχληση για σένα και την οικογένειά σου. Ο Ντόμινικ λέει όχι, αλλά πάλι έχει την τάση να παραβλέπει τις γνώμες των άλλων ανθρώπων». Η Μέλανι γέλασε. «Το πρόσεξες. Θα μπορούσα να προσποιηθώ ότι η αλαζονεία του είναι αποτέλεσμα της επιτυχίας του στις επιχειρήσεις, αλλά...» —το στόμα της τραβήχτηκε σε ένα στραβό χαμόγελο— «...ο Νίκι λέει στους ανθρώπους τι να κάνουν σε όλη σχεδόν τη ζωή του. Απλώς τον αγνοώ. Προτείνω να κάνεις το ίδιο. Όσο για το αν είσαι ενόχληση —ούτε να το σκέφτεσαι. Είναι χαρά μας να σε έχουμε εδώ. Ο Νικ δεν έχει φέρει ποτέ μια φίλη σε οικογενειακές συγκεντρώσεις». Το χαμόγελό της έσβησε και, κοιτάζοντας κάτω, πέρασε ένα δάχτυλο γύρω από το χείλος του ποτηριού της. Μια σύντομη σιωπή έπεσε πριν σηκώσει το κεφάλι της. «Σε πειράζει να σε ρωτήσω πώς νιώθεις για τον Νικ; Με συγχωρείς». πρόσθεσε απαλά βλέποντας την αμηχανία της Κέιτ. «Ξέρω ότι είμαι υπερπροστατευτική. Αλλά ανησυχώ για τον Νικ. Έχει περάσει πολλά». Η Κέιτ δίστασε μια στιγμή, έπειτα είπε: «Εννοείς [185]


το θάνατο της γυναίκας του». «Ναι, κι αυτό επίσης». Η ουδέτερη απάντηση της Μέλανι έκανε την καρδιά της Κέιτ να χτυπήσει χαρούμενα κι ας ήξερε ότι δεν έπρεπε. Ότι έπρεπε να βλέπει το θάνατο της γυναίκας του με τον αρμόζοντα σεβασμό. Η Μέλανι κοίταξε αλλού, χαμένη για μια στιγμή στις αναμνήσεις από τη ζοφερή δυστυχία της νιότης του. Έπειτα ανοιγόκλεισε τα μάτια της και επέστρεψε στο παρόν. «Δεν μπόρεσα να μην προσέξω», είπε, «πόσο... ευδιάθετος είναι ο Νικ μαζί σου, πόσο ζωντανός —ακόμη και χαρούμενος. Νιώθω τόση ευγνωμοσύνη που τον βλέπω έτσι χαμογελαστό, ευτυχισμένο. Βλέπεις, σε γενικές γραμμές ο Νικ δεν τα πάει καλά με τους ανθρώπους. Αν και», πρόσθεσε με ένα μικρό χαμόγελο, «μπορεί να είναι πολύ γοητευτικός όταν θέλει». «Το ξέρω», είπε η Κέιτ, έχοντας απόλυτη επίγνωση των πολλών αρετών του. «Έχω δει τη γοητεία του στην πράξη... στο Άμστερνταμ και πάλι σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Χονγκ Κονγκ. Είναι απίστευτα χαρισματικός. Οι γυναίκες καταγοητεύθηκαν, αλλά και οι άντρες τον συμπάθησαν. Συγκέντρωσε πολλά χρήματα για τη γυναίκα του Μαξ εκείνο το βράδυ». «Τι καλά για τη Λιβ. Δεν την έχω δει από τότε που γέννησε τον Κόλαν». Η Μέλανι σταμάτησε, σαν να σκεφτόταν αν θα έπρεπε να κάνει το επόμενο σχόλιό της πριν πει: «Έμαθα ότι γνώρισες τη μητέρα μου όταν ήσουν στο Χονγκ Κονγκ. Ίσως πρόσεξες ότι εκείνη και ο Ντόμινικ δεν... τρελαίνονται ο ένας για τον άλλο». Ο τρόπος που το έθεσε ήταν ωραίος και σαφώς καλύτερος από το να πει ότι ήθελε να τη σκοτώσει. Αλλά μιας και η Μέλανι έθιξε το θέμα της μητέρας τους, η Κέιτ ενέδωσε στη νοσηρή περιέργειά της για τις ημέρες και τα έργα του Ντόμινικ Νάιτ. «Ο Ντόμινικ μου είπε λίγα πράγματα για την παιδική του ζωή». Παρατηρούσε το πρόσωπο της Μέλανι σε περίπτωση που το θέμα ήταν απαγορευμένο. «Μου μίλησε για τους ψυχιάτρους». Το κεφάλι της Μέλανι τινάχτηκε απότομα. «Αλήθεια;» «Με συγχωρείς», είπε η Κέιτ βιαστικά. «Δεν έπρεπε να το θίξω. Ειλικρινά, δε με αφορά». «Όχι, σε παρακαλώ, δεν είναι αυτό. Απλώς ξαφνιάστηκα». [186]


Η Μέλανι ανάσαινε βαριά, και είχε χλομιάσει. «Ο Νικ δε μιλάει ποτέ για εκείνες τις ημέρες». «Ίσως να τον πίεσα... λιγάκι», απάντησε η Κέιτ σε ελαφρώς απολογητικό τόνο. «Αν και δε φάνηκε να ενοχλείται». «Προφανώς, αν σου είπε τι έκανε». Η Μέλανι κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να περίμενε να κατακαθίσει η σκόνη από εκείνα τα ανεξιχνίαστα χρόνια πριν μιλήσει. «Έμοιαζε σαν να διήρκεσε ένα εκατομμύριο χρόνια τότε», είπε τόσο απαλά που η φωνή της μόλις που ακουγόταν. «Λες και ο εφιάλτης δε θα τελείωνε ποτέ. Αν και ήταν πολύ χειρότερα για τον Νικ». Πήρε μια ανάσα. «Ήταν πραγματικά φρικτό». «Το φαντάζομαι... στην πραγματικότητα, όχι, δεν μπορώ να το φανταστώ», είπε η Κέιτ απερίφραστα. «Ήταν τόσο νέος. Δεν μπορώ να καταλάβω... όλα εκείνα τα χρόνια...» Ήθελε να πει, Όλα εκείνα τα χρόνια μαρτυρίου, αλλά τελικά δεν το εκστόμισε. Η Μελανί αναστέναξε, άφησε το ποτήρι της έσφιξε τα χέρια της και κράτησε το βλέμμα της καρφωμένο στα πλεγμένα δάχτυλά της. «Ήμουν πάρα πολύ νέα για να κάνω κάτι περισσότερο από το να του προσφέρω λίγη παρηγοριά. Μακάρι να είχα κάνει περισσότερα. Το αίσθημα της αδυναμίας ήταν εξουθενωτικό». Σήκωσε το βλέμμα της, έλυσε τα δάχτυλά της, χαμογέλασε με ένα μικρό, απελπισμένο χαμόγελο. «Όμως ο Νικ δεν ήταν τελείως ανυπεράσπιστος ακόμη και τότε. Ήταν πάντοτε πολύ δυνατός. Είχε σιδερένια θέληση. Αποφασιστικότητα». «Δεν ξέρω πόσο δυνατός μπορείς να είσαι στα έξι σου. Στα έξι... αν είναι δυνατόν! Ω, Θεέ μου, με συγχωρείς, δε φταις εσύ». «Έχεις δίκιο να νιώθεις αποτροπιασμό», είπε η Μέλανι σιγανά, σμίγοντας τα φρύδια της σαν να θυμόταν την αγωνία και την οδύνη. «Πάντοτε ένιωθα ότι ο Ντόμινικ έπρεπε να είχε γεννηθεί σε διαφορετική οικογένεια όπου... τέλος πάντων, μια διαφορετική οικογένεια. Μια οικογένεια που επαινεί την ανεξαρτησία στα παιδιά». Το ξαφνικό της χαμόγελο ήταν εύθραυστο, παραδόξως με μια δόση χιούμορ. «Αν και από την αρχή, ο Νίκι ήταν εξαιρετικά... δραστήριος —για την ακρίβεια ένας ακτιβιστής, ένας επαναστάτης. Ήταν απίστευτα απαιτητικός, με τον εαυτό του, με τους άλλους. Ποτέ δεν κλαψούριζε ούτε γουργούριζε. Πάντοτε στρίγκλιζε [187]


και οι στριγκλιές του ηχούσαν σε όλο το σπίτι τρελαίνοντας τέσσερις παραμάνες και δύο οικιακές βοηθούς. Ήμουν η μόνη που μπορούσε να τον κρατήσει, να τον κάνει να χαμογελάσει, να σταματήσει τις στριγκλιές. Καθόμουν δίπλα του και του διάβαζα ενώ οι παραμάνες τον τάιζαν, αλλιώς δεν έτρωγε. Έτσι με πήρανε από το σχολείο και είχα ιδιωτικούς δασκάλους στο σπίτι μέχρι που ο Νικ πήγε στο νηπιαγωγείο, στα τρία του». «Φοβερό». Η Μέλανι γέλασε απαλά. «Βλέπεις πού έμπλεξες; Ο Νικ ήταν πάντοτε ισχυρογνώμων. Έτσι όμως κατάφερε να επιβιώσει. Και επειδή είχε ελάχιστο έλεγχο σαν παιδί, η ανάγκη του για έλεγχο είναι τεράστια τώρα. Φέρεται στην οικογένειά μου σαν κάτι το εξαιρετικό, το ξεχωριστό. Αλλά σε γενικές γραμμές...» — στριφογύρισε τα μάτια της— «...θα σου έλεγα, πρόσεχε». Ένα χαμόγελο φώτισε για λίγο το πρόσωπό της. «Τώρα ελπίζω να μη σε έχω τρομάξει και φύγεις. Στην πραγματικότητα, ο Νίκι έχει πολύ καλούς τρόπους». «Το πρόσεξα, και μην ανησυχείς, δε με φοβίζει. Αλλά δεν έχω προσδοκίες», είπε η Κέιτ. «Απλώς χαίρομαι τη συντροφιά του». Η Μέλανι έπιασε πάλι το ποτό της, ήπιε μια γουλιά σαν να έδινε χρόνο στον εαυτό της να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Ίσως το ξέρεις, ίσως και όχι», είπε τελικά, «αλλά είσαι η μόνη γυναίκα που φαίνεται να τον έχει συγκινήσει. Και μόνο το γεγονός ότι μένεις στο σπίτι του Νικ —εκείνο το σπίτι— και ότι σε έφερε στα γενέθλιά μου απόψε είναι πράγματι... ανήκουστο. Για αυτό ανησυχώ ότι μπορεί να τον πληγώσεις», είπε, το βλέμμα της το ίδιο καθαρό γαλάζιο με του Ντόμινικ. «Είναι ευάλωτος σε πολλά πράγματα». «Αμφιβάλλω ότι μπορώ να τον πληγώσω. Αν είναι να πληγωθεί κάποιος, αυτός θα είμαι εγώ. Το ιστορικό του με τις γυναίκες...» —η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους της— «...δεν είναι... πώς να το πώ;... καθησυχαστικό. Αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρω τι θέλει. Γνωριζόμαστε πολύ λίγο χρόνο». Ήταν ευκολότερο να είναι πρακτική δημόσια, όταν απουσίαζε ο Ντόμινικ. Μπορούσε πιο εύκολα να κλειδώσει τα συναισθήματα της και να μιλήσει σαν να μοίραζε δελτία τύπου. [188]


«Σου αρέσει όμως». «Σε ποια δε θα άρεσε; Είναι ένας φανταστικός άντρας». Η Μέλανι χαμογέλασε. «Το ίδιο πιστεύω κι εγώ». Σε εκείνη τη φάση, η περιέργεια υπερνίκησε τις κοινωνικές κοινοτοπίες, ίσως ακόμη και την ευγένεια. «Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι; Αν αισθάνεσαι ότι ξεπέρασα τα όρια, να μου το πεις». Η Κέιτ πέρασε το δάχτυλό της επάνω από το υγρό ποτήρι της. «Το σπίτι του Ντόμινικ... δηλαδή, στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει τη γυναίκα του». «Επειδή η Τζούλια προτιμούσε το διαμέρισμά τους στο Ράσιαν Χιλ. Αποκαλούσε το σπίτι του “Μουσείο σέρφινγκ του Ντόμινικ Νάιτ". Τίποτα δεν άλλαξε εκεί από τότε που το αγόρασε. Του αρέσει έτσι. Μη με παρεξηγείς. Η Τζούλια ήταν πολύ καλή γι’ αυτόν. Ο καλύτερος φίλος που είχε ποτέ. Ίσως ο μόνος φίλος που είχε ποτέ. Πήγαιναν παντού μαζί, στα πιο επικίνδυνα και απίστευτα μέρη. Νομίζω ότι του πρόσφερε ένα συνεχή περισπασμό από τις απαιτήσεις του επιχειρηματικού κόσμου. Ο Νικ δεν είναι καλά όταν είναι μόνος. Περιστοιχίζει τον εαυτό του με ανθρώπους και συνεχή δραστηριότητα. Πάντοτε έτσι έκανε. Με μόνη εξαίρεση τις ώρες που διαβάζει. Πρέπει να είδες τα βιβλία του. Σου έδειξε το δωμάτιο επάνω από το γκαράζ που το ονομάζει βιβλιοθήκη του;» «Όχι, θα ήθελα να το δω. Είδα τα βιβλία στο δωμάτιό του». «Δε νομίζω ότι η Τζούλια μοιραζόταν αυτό το ενδιαφέρον του. Ήταν τελείως εξωστρεφής. Ήταν ενεργό μέλος σε ένα μεγάλο αριθμό φιλανθρωπικών σωματείων, συνήθως στο διοικητικό συμβούλιο πολλών από αυτά. Αλλά, κυρίως, ήταν απόλυτα αφοσιωμένη σε ό,τι έκανε, και στον εξοντωτικό κόσμο του Ντόμινικ αυτό το είδος αφοσίωσης είναι σπάνιο». Η Μέλανι σταμάτησε μια στιγμή. «Ο θάνατός της άφησε ένα τεράστιο κενό στη ζωή του. Ήταν ένα τόσο παράλογο τροχαίο. Ο Ντόμινικ βασανιζόταν με τη σκέψη ότι αν ήταν εκεί, η Τζούλια θα ήταν ακόμη ζωντανή». «Ναι, το άκουσα». Και τώρα ήξερε γιατί η Τζούλια ήταν ένα πρότυπο της γυναικείας φύσης. «Αν και φαίνεται ότι έχεις αλλάξει την πρόσφατη πορεία του στη ζωή». Η Μέλανι χαμογέλασε. «Δε θέλω να σε προσβάλω, γι’ αυτό προσπαθώ να αποφύγω όσο πιο [189]


διακριτικά μπορώ το θέμα της σχέσης σου με τον Ντόμινικ...» Η Κέιτ ανασήκωσε τα φρύδια της ελαφρά. «Δεν είμαι σίγουρη ότι έχουμε κάποια σχέση». «Να μου επιτρέψεις να διαφωνήσω», είπε η Μέλανι απαλά. «Και αυτός είναι ο λόγος που σε πιέζω ενώ μόλις σε γνώρισα. Βλέπεις, εκτός από την Τζούλια, ο Νίκι δεν έχει φέρει ποτέ κανέναν άλλο στο σπίτι μας. Γυναίκα εννοώ. Και όλοι είχαμε εντολές να είμαστε ιδιαίτερα καλοί μαζί σου». Η Μέλανι χαμογέλασε. «Δεν τα συνηθίζει αυτά». Γέλασε. «Γι’ αυτό αναρωτιέμαι μήπως του έκανες κάποιο είδος μάγια». «Αν έχει κάνει κάποιος μάγια σε κάποιον, είναι το τελείως αντίθετο. Προσπαθώ να πατώ και με τα δύο πόδια μου στη γη σε ένα κόσμο που δεν ήξερα ποτέ. Είναι τόσο πλούσιος που νιώθω να πνίγομαι. Εκείνος τα αντιμετωπίζει όλα χαλαρά, μου λέει να κάνω κι εγώ το ίδιο, αλλά δεν μπορώ. Με τρομάζει. Κι εκείνος με τρομάζει μερικές φορές. Δε δέχεται να του πεις όχι». Άλλο ένα ανασήκωμα των ώμων. «Αλλά νιώθω δυστυχισμένη μακριά του. Μου λέει ότι αισθάνεται το ίδιο, αν και ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον σαν τον Ντόμινικ να μένει σε μια σχέση πολύ καιρό». Η Κέιτ έκανε μια σαρωτική χειρονομία με το ελεύθερο χέρι της. «Ορίστε, σου άνοιξα όλα τα χαρτιά μου». «Μου αρέσει η ειλικρίνειά σου». Η Μέλανι έσκυψε από πάνω της και της χτύπησε απαλά το γόνατο. «Πρέπει να σου πω ότι έχω ανακουφιστεί. Οι περισσότερες γυναίκες θα ελκύονταν από τα λεφτά του Ντόμινικ». «Το ξέρει αυτό, θα έλεγα μάλιστα ότι το αντιμετωπίζει τελείως κυνικά. Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνει πως ακόμη και χωρίς καθόλου χρήματα οι γυναίκες θα τον κυνηγούσαν». «Προφανώς ο κυνισμός του επικρατεί της λογικής». Γνωρίζοντας πολύ καλά το ιστορικό του αδερφού της με τις γυναίκες, η Μέλανι σκόπιμα άλλαξε θέμα. «Θα ταξιδεύεις μαζί του;» ρώτησε. «Ο Ντόμινικ δε μένει ποτέ σε ένα μέρος για πολύ». «Όχι. Είμαστε εδώ για τις διακοπές του και μετά θα πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά». «Είπε ότι δε θα δουλέψεις για εκείνον». Η Κέιτ πήρε μια μικρή ανάσα, προσπαθώντας να αποφασίσει πόσα μπορούσε να πει, [190]


έτσι επέλεξε τη διακριτικότητα. «Δε θα ένιωθα άνετα δουλεύοντας για εκείνον». «Ο λόγος;» Επειδή ζηλεύω κάθε γυναίκα με την οποία μιλάει — ένα σοβαρό εμπόδιο για αρμονία στον εργασιακό χώρο. «Είναι καθαρά μια προσωπική προτίμηση». «Λυπάμαι», είπε η Μέλανι αμέσως, και πρόσεξε ότι τα μάγουλα της Κέιτ κοκκίνισαν από ντροπή. «Ήμουν πολύ αδιάκριτη; Με συγχωρείς αλλά είναι ο μικρός μου αδερφός». «Κανένα πρόβλημα. Καταλαβαίνω». «Λοιπόν, χαίρομαι που σου αρέσει», είπε η Μελάνι. «Και χαίρομαι που σε έφερε στο σπίτι μου και θα κρατήσω τα δάχτυλά μου σταυρωμένα ώστε να πάρετε και οι δύο αυτό που θέλετε» . «Μπορώ να σου κάνω ακόμη μία ερώτηση; Ο Ντόμινικ είπε ότι θα είναι η μητέρα σας εδώ απόψε». «Μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις. Όσο για τη μητέρα...» —έκανε μια μικρή παύση— «...προσπαθώ να τη συμπεριλάβω στις οικογενειακές γιορτές από ευγένεια». «Όταν γνώρισα τη μητέρα σου στο Χονγκ Κονγκ, δεν ήξερα για τους ψυχιάτρους και... ε... τις μνησικακίες. Τώρα που ξέρω μερικά από όσα έγιναν, μου κάνει εντύπωση πώς ο Ντόμινικ ήταν τόσο...» «Ανεκτικός;» τη διέκοψε η Μέλανι. «Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί η μητέρα να κάνει ή να πει που θα τον επηρεάσει. Δεν είμαι σίγουρη ότι υπήρξε ποτέ μια τέτοια εποχή. Μεταξύ τους υπήρχε πάντοτε μια πάλη για την υπεροχή και ο Νικ νίκησε σε εκείνον τον πόλεμο». Η Μέλανι έκανε ένα αμυδρό μορφασμό. «Αν και μοιάζει με προκαταβολική συγνώμη σε παρακαλώ μην αφήσεις ό,τι πει η μητέρα να σε πληγώσει απόψε». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Δεν πρόκειται». «Και αν η μητέρα σε προσβάλει, είμαι σίγουρη ότι ο Ντόμινικ θα παρέμβει». «Ω, Θεέ μου». «Όχι, όχι, δε θα φταις εσύ. Είναι ότι η μητέρα ηδονίζεται να ενοχλεί τον Νικ. Δεν έχει πρόβλημα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έπειτα από όλα αυτά τα χρόνια, πατάει γερά στα πόδια του». [191]


«Φαινόταν όντως αδιαπέραστος στα σχόλια της εκείνη την ημέρα στο Χονγκ Κονγκ». «Έφυγε από το σπίτι στα δεκατρία του και ήρθε να ζήσει μαζί μας. Από τότε είναι τελείως ανεξάρτητος. Η μητέρα δεν είναι παρά ένας ενοχλητικός αστερίσκος στη ζωή του». «Δεκατρία; Φοβερό. Δεν το ανέφερε αυτό. Είπε μόνο ότι αγόρασε το σπίτι όταν ήταν δεκαέξι και ότι υπέγραψες εσύ για εκείνον». «Μπορούσε να αγοράσει το σπίτι επειδή ο θείος μας άφησε την επιχείρησή του στον Νικ με ένα καταπίστευμα που θα μπορούσε να το διεκδικήσει στα δεκαέξι του. Ο Τζόρνταν είχε πάντοτε αδυναμία στον Νικ, συχνά τον έπαιρνε στο Λος Άντζελες για μια επίσκεψη, πηγαίνανε μαζί για ιστιοπλοΐα. Ο θείος Τζόρνταν κατασκεύαζε αγωνιστικά γιοτ». «Εκεί έμαθε ο Ντόμινικ να αγαπά την ιστιοπλοΐα;» Η Μέλανι κατένευσε. «Ο Τζόρνταν πέθανε στα τριάντα του, μια θύελλα τον πέταξε από το κατάστρωμα στη θάλασσα. Ο Νικ ήταν δεκατριών τότε. Ο θάνατος του Τζόρνταν τον συνέτριψε. Αλλά χάρη στον Τζόρνταν ο Νικ μπόρεσε να αποκτήσει την ανεξαρτησία του πολύ νέος. Θύμισέ μου να σου δείξω μια φωτογραφία του θείου μας. Αυτός και ο Νικ έμοιαζαν σαν δίδυμοι αδερφοί. Ήταν ο αδερφός του πατέρα μας», πρόσθεσε. «Όμως ο Τζόρνταν δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα μας, όπως και ο Νικ. Ίσως μέρος από το δέσιμό τους να οφειλόταν σε αυτό αν και είχαν πολλά περισσότερα κοινά: σέρφινγκ, ιστιοπλοΐα, τις κιθάρες τους, μια αντικομφορμιστική νοοτροπία». Δεν είπε γυναίκες για διασκέδαση, άλλο ένα από τα γνωρίσματα του Τζόρνταν που είχε αντιγράψει ο Νικ. «Νομίζω ότι είδα μια φωτογραφία του στο δωμάτιο του Ντόμινικ», είπε η Κέιτ. «Φαντάστηκα ότι ήταν ο Ντόμινικ με κοστούμι μασκέ: λεία από την μπριγιαντίνη μαλλιά, χτενισμένα πίσω, ένα λευκό βραδινό σακάκι, τσιγάρο στο ένα χέρι, ένα ποτήρι με μαρτίνι στο άλλο, φοίνικες στο φόντο. Η κλασική εικόνα ενός πλεϊμπόι. «Όχι, αυτός είναι ο Τζόρνταν. Ήταν ένας πλεΐμπόι». Η Μέλανι χαμογέλασε. «Και προφανώς η γενετική αποτύπωση ισχύει [192]


στην περίπτωση του Νίκι. Όχι πως δε βλέπουμε μια διαφορετική πλευρά του μαζί σου απόψε», πρόσθεσε η Μέλανι γρήγορα. Η Κέιτ κοκκίνισε. «Σ’ ευχαριστώ, αλλά παραμένω ρεαλίστρια ως προς τη... σχέση μας. Όταν έκανα μια έρευνα για τις επιχειρήσεις Νάιτ πριν τη συνέντευξή μου, διάβασα για όλες τις γυναίκες που είχαν περάσει από τη ζωή του. Τότε αναρωτήθηκα αν κοιμόταν ποτέ». Τώρα ήταν η σειρά της Μέλανι να κοκκινίσει. «Όχι όσο θα έπρεπε. Δε σκόπευα να το αναφέρω, αλλά μια που το έκανες εσύ... Υπήρχαν πάντοτε γυναίκες», είπε ευγενικά. «Δεν είμαι σίγουρη αν είπε ποτέ όχι σε καμία. Με την εξαίρεση του γάμου του, όπου ήταν απόλυτα πιστός στην Τζούλια. Και ο Νικ φαίνεται πολύ διαφορετικός μαζί σου. Το εννοώ —είναι πραγματικά διαφορετικός. Διακριτικός, στοργικός, ευτυχισμένος». Χαμογέλασε. «Ο Ρόσκο φοβάται ότι ο Νικ είναι άρρωστος επειδή έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τις δουλειές. Έχεις γνωρίσει τον Ρόσκο;» Η Κέιτ κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Απλώς ξέρω ποιος είναι». «Τον διαβεβαίωσα ότι ο Νικ είναι μια χαρά. Ότι ίσως εσύ ήσουν η αρρώστια, όπως λέμε άρρωστος από έρωτα;» είπε η Μέλανι με ένα μικρό χαμόγελο. Θα ήταν υπέροχο... «Αμφιβάλλω», είπε η Κέιτ με ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού της. «Για να είμαι ειλικρινής, είμαι αποφασισμένη να κρατήσω τα πόδια μου γερά στη γη και να μην ονειροβατώ για μια ρομαντική σχέση μου με τον Ντόμινικ. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι χαλαρές και επιπόλαιες». Σήκωσε το ποτήρι της. «Οπότε... στην υγειά της λογικής». Βάζοντας το ποτήρι στο στόμα της το άδειασε. Η Μέλανι αναστέναξε. «Υποθέτω ότι είναι λογικό. Παρ’ όλα αυτά...» —χαμογέλασε— «...ήμουν πάντοτε ρομαντική. Έτσι θα κρατήσω τα δάχτυλά μου σταυρωμένα. Α, χτύπησε το χρονόμετρο των φούρνων. Σε πειράζει να τους φωνάξεις όλους για το δείπνο;» Η Μέλανι σηκώθηκε από τον καναπέ και στράφηκε στην Κέιτ. «Και αν υπάρχει ποτέ κάτι που μπορώ να κάνω για να βοηθήσω... Αν θελήσεις ποτέ να με ρωτήσεις οτιδήποτε για τον Ντόμινικ, σε παρακαλώ μη διστάσεις. Θα του κάνει καλό να είσαι μαζί του. Δεν [193]


είσαι σαν τις άλλες γυναίκες που διάλεγε για... παρέα του», είπε ευγενικά. «Εσύ είσαι πολύ φυσιολογική. Πάρε το σαν κομπλιμέντο. Και πίστεψέ με, μια μικρή προσγείωση θα του έκανε πολύ καλό». Το τραπέζι του δείπνου ήταν γιορταστικό και θορυβώδες. Τα παιδιά είχαν όλα κάνει απλά δώρα γενεθλίων στη μητέρα τους. «Μπορείς να ανοίξεις το δικό μου αργότερα», είπε ο Ντόμινικ. «Είναι για τη συλλογή σου». Κάποιος από το προσωπικό του Ντόμινικ είχε κουβαλήσει τους δύο νεφρίτες νωρίτερα και ο Ματ είχε δώσει στη γυναίκα του το δικό του δώρο πριν το πάρτι και η Μέλανι φύσηξε τα τριάντα οχτώ κεράκια στην τούρτα της με τη βοήθεια των μικρότερων παιδιών. Όσο για την πίτσα της κυρίας Μπι ήταν φανταστική. Ο Ντόμινικ πείραζε και αστειευόταν με όλα τα παιδιά και ήταν φανερό ότι τον λάτρευαν. Όλα τους φορούσαν ρολόγια δεινόσαυρους που τους είχε φέρει ο Ντόμινικ, μαζί με διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια χεριού και το σπέσιαλ δώρο της Νικόλ, ένα μαργαριταρένιο σετ, σκουλαρίκια και κολιέ. Καθισμένος δίπλα στην Κέιτ, με το χέρι του περασμένο στην πλάτη της καρέκλας της, ο Ντόμινικ τη φιλούσε από καιρό σε καιρό αδιαφορώντας για τα οχτώ ζευγάρια μάτια που κοιτούσαν, για το κοκκίνισμα της Κέιτ κάθε φορά που τη φιλούσε, σαν να είχε κάθε δικαίωμα να τη φιλήσει όποτε ήθελε. Η Μέλανι σκουντούσε τον Ματ και του έριχνε βλέμματα με σημασία, τα παιδιά έδειχναν και χαχάνιζαν ή, στην περίπτωση των αγοριών, τα μάτια τους γέμιζαν φρίκη και βογκούσαν «Πφ, αηδία». Στα οποία ο Ντόμινικ απαντούσε νωχελικά: «Περιμένετε. Μια ημέρα θα βρείτε κι εσείς ένα κορίτσι που θα θέλετε να το φιλήσετε. Εξάλλου η Κάθριν έχει τη γεύση πίτσας. Καλής πίτσας. Οπότε αξίζει τα φιλιά». Στη διάρκεια του δείπνου, ο Ντόμινικ παρότρυνε την Κέιτ να διηγηθεί μερικές από τις ιστορίες της για την επιχείρηση κανό του παππού της. Ήξερε ότι ο Ματ και τα αγόρια θα ενδιαφέρονταν. Για την ακρίβεια, ο Ματ σημείωσε το τηλέφωνο της εταιρείας Εξοπλισμός Κανό Χαρτ και υποσχέθηκε στα αγόρια ένα ταξίδι στα Μπάουντερι Γουότερς το επόμενο καλοκαίρι. «Πρέπει να έρθεις κι εσύ, Νικ», είπε ο Ματ. «Ίσως έρθω. Δεν έχω πάει ποτέ εκεί». [194]


Η Κέιτ του έριξε μια ματιά. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Θα μπορούσες να γίνεις ο οδηγός μου. Πρέπει να ξέρεις την περιοχή». «Με δεμένα τα μάτια». Έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε: «Μιας και μιλάμε για δεμένα μάτια...» Η Κέιτ κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. «Ζήτησα από την Κέιτ να φροντίσει ώστε να γευτούμε τη βότκα της γιαγιάς της», είπε ο Ντόμινικ άνετα. «Λένε πως είναι καλή. Σωστά;» Η Κέιτ κατένευσε, η καρδιά της χτυπούσε υπερωρίες. Η Μέλανι έριξε στον Ντόμινικ ένα επιτιμητικό βλέμμα. «Αρκετά, Νικ. Σταμάτα να πειράζεις το καημένο το κορίτσι. Όπου να ’ναι θα σηκωθεί από το τραπέζι και θα φύγει, θα σε αφήσει». «Αυτό δε γίνεται». Σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Θα φέρομαι καλά». «Έχεις την άδειά μου να του δώσεις μια κλοτσιά, Κέιτ». «Μαμά!» φώναξε ο εξάχρονος Ράφι. «Εσύ είπες όχι κλοτσιές!» «Η μαμά σου αστειεύεται, Ράφι. Οι κλοτσιές είναι κακό πράγμα», είπε ο Ντόμινικ χαμογελώντας πονηρά στην αδερφή του. «Το ίδιο και τα πειράγματα», του απάντησε απότομα. «Λοιπόν, ποιος θέλει τούρτα;» Όταν η τούρτα εξαφανίστηκε, τα παιδιά πήγαν στα δωμάτιά τους και οι μεγάλοι είχαν χρόνο για ένα ποτό πριν έρθουν οι καλεσμένοι του πάρτι. Ο Ντόμινικ κάθισε σε μια από τις πολυθρόνες πλάι στο παράθυρο, έβαλε την Κέιτ να καθίσει στα πόδια του τράβηξε την πλάτη της επάνω στο στέρνο του και τύλιξε τα χέρια του γύρω της. Ο Ματ και η Μέλανι κάθισαν δίπλα-δίπλα στον καναπέ, η Μέλανι κούρνιασε επάνω στον Ματ που πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο της. Μια μικρή ησυχία επικράτησε μετά τη βαβούρα του δείπνου, το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των κυμάτων που χτυπούσαν επάνω στην ακτή. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Πραγματικά ωραίο πάρτι, αδερφούλα. Κρίμα που πρέπει να εμφανιστούν όλοι οι άλλοι. Ίσως αν σβήναμε τα φώτα...» «Όμως συμπαθείς μερικούς από τους καλεσμένους, Νικ». [195]


«Δεν ξέρω αν τους συμπαθώ». «Αφιλόξενος και στρυφνός», τον πείραξε η Μέλανι. «Κοίτα, συναλλάσσομαι με ανθρώπους είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, εφτά μέρες την εβδομάδα. Είναι ωραίο να κάνεις ένα διάλειμμα. Ίσως δε μείνουμε πολύ». Έσκυψε το κεφάλι του προς την Κέιτ. «Εκτός αν θέλεις εσύ, γλύκα μου». «Ό,τι θέλεις εσύ». Η Κέιτ το είπε από καθαρή ευγένεια. Η μεγαλύτερη ευτυχία της ήταν να βρίσκεται μόνη μαζί του. «Μην πεις ότι δε σε προειδοποιήσαμε, αδερφούλα, αν δε μας δεις αργότερα. Αλήθεια, πριν το ξεχάσω, το προσωπικό του Λουτσία θα φροντίσει η κουζίνα να είναι καθαρή σαν χειρουργείο πριν φύγουν, για να μην γκρινιάζει η κυρία Μπι». Κοίταξε το ρολόι του. «Θα πρέπει να έρθουν σύντομα. Οι άντρες της ασφάλειάς μου θα πηγαινοέρχονται κάθε φορά που φτάνει κάποιος». Δεν ανέφερε την επιπλέον ομάδα που έφτασε πίσω τους για να ελέγχει την περίμετρο του σπιτιού. «Ο Λίο γίνεται υπερβολικός ορισμένες φορές. Συγνώμη». «Κανένα πρόβλημα», απάντησε ο Ματ. Ο Ντόμινικ του είχε εξηγήσει την κατάσταση όταν τα παιδιά ήταν απασχολημένα με τα παιχνίδια τους. Κανένας από τους δύο άντρες δεν ήθελε να ξέρουν οι γυναίκες το μέγεθος της απειλής. «Όσοι έχουν αυτοκρατορίες χρειάζονται ασφάλεια», πρόσθεσε ο Ματ με ένα χαμόγελο. «Αντίθετα με τους τοπικούς εργολάβους». «Μια και το ανέφερες...» —ο Ντόμινικ έδειξε με το χέρι του— «...ο Λίο είδε ιδιωτική ασφάλεια σε ένα από τα σπίτια που ανακαινίζουν στο τετράγωνο. Έλεγχαν τις ταυτότητες των εργατών πριν τους αφήσουν να μπουν στην αυλή. Έχουμε κάποιο Ρώσο μεγιστάνα στη γειτονιά μας;» Η Μέλανι ανασήκωσε τα φρύδια της. «Μια διασημότητα του ραδιοφώνου». «Που έχει εχθρούς;» Ο Ματ χαμογέλασε. «Ή παράνοια». «Ένα διαφορετικό είδος εχθρού», μουρμούρισε ο Ντόμινικ. «Ακούω τα φορτηγά ν’ ανεβαίνουν το δρομάκι». Ψιθύρισε κάτι στην Κέιτ, τη σήκωσε από την αγκαλιά του, την έστησε πλάι του και σηκώθηκε κι αυτός με τη σειρά του. «Θ’ ανοίξω εγώ. Δεν έχω [196]


δει τον Ρούντι ή τον Σλιμ αρκετό καιρό» Η Κέιτ ανακάλυψε ότι ο Ντόμινικ ήταν ιδιοκτήτης της Λουτσία, ενός από τα πιο διάσημα ρεστοράν του Σαν Φρανσίσκο, το οποίο αναλάμβανε το κέτερινγκ για το πάρτι γενεθλίων της Μέλανι κάθε χρόνο. Σύντομα η κουζίνα συνωστιζόταν από σεφ και σερβιτόρους, υπέροχα αρώματα άρχισαν να απλώνονται σε όλο το σπίτι και ο Ντόμινικ επέστρεψε κρατώντας ένα δίσκο με ποτήρια του μαρτίνι. Πρόσφερε τα ποτά στη Μέλανι και τον Ματ πρώτα, έπειτα ακούμπησε το δίσκο σε ένα τραπέζι δίπλα στην πολυθρόνα της Κέιτ. Αφού τη σήκωσε, κάθισε ο ίδιος και την τράβηξε πάλι επάνω στα γόνατά του, της έδωσε ένα ποτήρι, πήρε κι εκείνος το δικό του και το σήκωσε σε πρόποση. «Αυτό είναι ένα ποτό που ήπιαμε η Κάθριν κι εγώ την πρώτη μας νύχτα στο Χονγκ Κονγκ, προσφορά του Πο στο Ριτζ Κάρλτον. Στην υγειά των ωραίων αναμνήσεων». Αφού ήπιαν, ο Ντόμινικ γύρισε στην Κέιτ, τη φίλησε στο μάγουλο και ψιθύρισε: «Οι καλύτερες αναμνήσεις, γλύκα μου. Είσαι το κορίτσι μου;» Η Κέιτ κατένευσε, ήταν πολύ συγκινημένη για να μιλήσει. «Το καλό που σου θέλω. Είσαι πολύ όμορφη απόψε», πρόσθεσε απαλά. «Πάντοτε έχω το πιο όμορφο κορίτσι στα πάρτι». Έπειτα έβαλε το στόμα του στο αυτί της: «Πώς είναι το σουτιέν;» «Άβολο». «Θα σου το βγάλω αργότερα και θα φιλήσω τις ρώγες μου να τις ευχαριστήσω που υποφέρουν για χάρη μου». Η φωνή του χαμήλωσε κι άλλο. «Υποθέτω ότι τα βυζιά σου συμπιέζονται κάτω από την πράσινη δαντέλα, οι ρώγες σου συνθλίβονται. Θα χρειαστούν κάποια παρηγοριά. Θα τα πιπιλίσω μέχρι να γίνουν πάλι ευτυχισμένα. Και μετά, όταν οι ρώγες σου είναι στητές και πάλλονται και αναρωτιούνται αν αυτό είναι όλο και δεν έχουν να περιμένουν τίποτ' άλλο, θα τους δώσω κάτι άλλο να σκεφτούν. Θα ανοίξω τα πόδια σου διάπλατα και θα χώσω τον καυλωμένο πούτσο μου μέσα σου τόσο αργά που θα αρχίσεις να με παρακαλάς να τον χώσω όλο μέσα. Αλλά δε θα το κάνω —θα σε αναγκάσω να περιμένεις μέχρι να σου δώσω την άδεια να τελειώσεις. Και αν είσαι πολύ...» [197]


«Ω, Θεέ μου, Ντόμινικ, μη... σε παρακαλώ —η αδερφή σου». Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα ενώ το σώμα της υγραινόταν, έλιωνε. «Η αδερφή μου δεν μπορεί να μας ακούσει. Θέλεις το σκληρό πούτσο μου βαθιά, πολύ βαθιά μέσα σου; Κάνε μου απλά ένα νεύμα», την πείραξε απαλά. «Σταμάτα, επιτέλους», του σφύριξε, νιώθοντας έναν έντονο πόνο ανάμεσα στα πόδια της. «Μιλώ σοβαρά, Ντόμινικ! Δεν είμαστε μόνοι!» «Μπορώ να το τακτοποιήσω αυτό, γλύκα μου». «Όχι! Για όνομα του Θεού! Όχι!» ψιθύρισε βραχνά, ενώ ο πόθος ανέβαινε άγρια ως τη σπονδυλική της στήλη. «Μπορείς να με νιώσεις; Ο πούτσος μου είναι σκληρός». Η ανάσα του ήταν καυτή στο αυτί της, η διέγερσή του πίεζε τους γλουτούς της. «Θέλεις να με νιώσεις μέσα σου, έτσι δεν είναι; Έλα, μωρό μου, πες ναι. Υπάρχει άφθονος χρόνος». «Κατηγορηματικά όχι!» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πονηρά. «Αυτό πάντως το άκουσαν. Πόσο μου αρέσει όταν κοκκινίζεις. Κάν’ το πάλι για μένα. Μας κοιτάζουν. Πες μου πόσες φορές θα ήθελες να τελειώσεις; Δύο, τρεις; Ίσως έχουμε χρόνο για τέσσερις». Τα μάγουλά της είχαν πάρει φωτιά, το πρόσωπό της έκαιγε, η διέγερσή της ήταν φανερή σε όλους. Χριστέ μου. Προσπάθησε απελπισμένα να ηρεμήσει την ανάσα της, κοίταξε τον Ντόμινικ άγρια, αγωνίστηκε να μην αρχίσει να βαριανασαίνει, δεν τα κατάφερε. «Δε... θα... το κάνω... στο... σπίτι... της αδερφής σου. Δεν μπορώ!» «Φυσικά μπορείς», ψιθύρισε ο Ντόμινικ, αναγνωρίζοντας το τρέμουλο κάτω από τα λόγια της. «Σου αρέσει να τελειώνεις, μωρό μου. Ευτυχώς που είμαι εδώ. Όχι, ευχαριστώ. Ματ, έχω ακόμη στο ποτήρι μου», είπε ήρεμα απαντώντας στην ερώτηση του γαμπρού του για ένα δεύτερο μαρτίνι. «Όχι, και η Κάθριν είναι εντάξει. Σου αρέσει η γεύση του; Το φαντάστηκα ότι θα σου άρεσε. Ο Μαξ είχε την καλοσύνη να πάρει τη συνταγή για μένα». Ο Ντόμινικ μετακινήθηκε ελαφρά αφήνοντας περισσότερο χώρο στη στύση του και ευχαριστήθηκε ακούγοντας την Κέιτ να πνίγει μια λαχανιασμένη ανάσα της. «Α, την είδες τη θέα λοιπόν;» Χαμογέλασε [198]


στον Ματ. «Προσπαθούσα να εντυπωσιάσω την Κάθριν. Σου άρεσε η θέα από το μπαρ του Ριτζ Κάρλτον, έτσι δεν είναι, μωρό μου;» είπε σαν να την είχε ρωτήσει αν της άρεσε ένας ή δύο κύβοι ζάχαρη στο τσάι της. «Ναι, πάρα πολύ». Ένιωθε άβολα και η φωνή της ήταν ψιθυριστή. Ο Ντόμινικ αγνόησε τα ελαφρώς εμβρόντητα πρόσωπα της αδερφής του και του γαμπρού του. Αφήνοντας τα ποτήρια τους στο τραπεζάκι σηκώθηκε άνετα με την Κέιτ πάντοτε στην αγκαλιά του και είπε ευχάριστα: «Θα επιτρέψω στην Κάθριν να φρεσκαριστεί πριν φτάσουν οι καλεσμένοι. Θα σας δούμε σε πέντε λεπτά. Ίσως δέκα», πρόσθεσε πάνω από τον ώμο του καθώς απομακρυνόταν. «Με την ησυχία σας», φώναξε η Μέλανι χαρούμενα. «Έχουμε ακόμη είκοσι λεπτά πριν αρχίσουν να φτάνουν οι καλεσμένοι. Φυσικά, δε χρειάζεται να είστε εδώ να τους καλωσορίσετε». Ο Ματ χαμογέλασε πονηρά στη γυναίκα του ενώ έβλεπαν τον Ντόμινικ να απομακρύνεται. «Γιατί δεν του πρόσφερες το δωμάτιό μας;» «Βάζω στοίχημα ότι θα πάει κατευθείαν εκεί χωρίς να ρωτήσει». «Χριστέ μου! Ο άνθρωπος δεν έχει καθόλου όρια;» Η Μέλανι έριξε στον άντρα της ένα βλέμμα που έλεγε, μου κάνεις πλάκα; «Καλά, εντάξει. Αλλά ο Νικ φαίνεται να έχει πραγματικά συναισθήματα για την Κάθριν. Αντίθετα με τις Μπάρμπι που κρέμονταν συνήθως στο μπράτσο του και εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις σεξουαλικές του ορμές. Σίγουρα είναι η πρώτη φορά γι’ αυτόν», είπε ο Ματ ξερά. «Δεν είναι εντυπωσιακό;» Το βλέμμα της Μέλανι ήταν φωτεινό, λαμπερό. «Δεν μπορεί να τραβήξει τα χέρια του από πάνω της. Ποτέ δεν τον έχω δει έτσι». «Μην αρχίσεις να ελπίζεις, γλυκιά μου. Ο Νικ είναι ο τελευταίος άντρας στον κόσμο που θα πήγαινε στα άκρα για μια γυναίκα. Δεν είναι στον τύπο του. Ποτέ δεν ήταν. Είδες το γάμο του. Ήταν δύο φίλοι που έκαναν έρωτα, καταδύσεις, ορειβασία... να συνεχίσω;» «Δε με νοιάζει τι λες εσύ. Είναι διαφορετικά αυτή τη φορά. [199]


Είμαι γυναίκα, είμαι η αδερφή του. Το καταλαβαίνω, το διαισθάνομαι». «Εγώ απλώς δε θέλω να απογοητευθείς όταν την παρατήσει όπως παράτησε τις άλλες πεντακόσιες. Σκέψου το, εντάξει; Γιατί αυτό κάνει. Με τη βοήθεια του Θεού βγήκες από αυτή την τρελή οικογένεια σώα και αβλαβής, Ο Ντόμινικ δεν τα κατάφερε».

[200]


Κεφάλαιο 17 Η Κέιτ κοπανούσε τη γροθιά της στο στήθος του Ντόμινικ. «Να σε πάρει ο διάολος, Ντόμινικ. Δε θα το κάνω. Μ’ ακούς; Οποιοσδήποτε μπορεί να μας δει». Ο Ντόμινικ δεν έκοψε το βήμα του. «Ησύχασε. Δεν πρόκειται να σε γαμήσω στο διάδρομο». Η Κέιτ κάγχασε. «Α, ωραία. Τότε δεν υπάρχει πρόβλημα». «Ακριβώς», απάντησε εκείνος αγνοώντας το σαρκασμό της. «Διάολε, Ντόμινικ. Δεν μπορείς να σηκώνεσαι έτσι ξαφνικά ενώ πίνουμε ένα ποτό με την αδερφή σου και το σύζυγό της και να με παίρνεις από εκεί για να με γαμήσεις». «Μωρό μου, δεν τους πειράζει». «Με πειράζει εμένα!» είπε δίνοντάς του μία γροθιά με όλη της τη δύναμη. «Με πειράζει πολύ!» Κόντεψε να σπάσει το χέρι της αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε καθόλου. «Χαμήλωσε τη φωνή σου», της είπε, η φωνή του απαλή όσο και το βήμα του, «διαφορετικά θα ορμήσει ένα κοπάδι παιδιά επάνω μας. Και αυτό θα είναι πρόβλημα». «Μια στιγμή να καταλάβω». Προσπάθησε να καταπνίξει την οργή στη φωνή της. «Εμένα δε μου πέφτει λόγος; Το τι θέλω ή δε θέλω δεν έχει καμιά σημασία;» Της έριξε ένα γρήγορο, επικίνδυνα ήπιο βλέμμα. «Χριστέ μου, μη λες βλακείες. Είσαι υγρή και καυλωμένη και το ξέρεις. Δε θα πάρει πολύ. Θα χύσουμε και οι δύο, εσύ μάλλον περισσότερες φορές από μένα, μετά θα γυρίσουμε πίσω και θα χαιρετήσουμε τους καλεσμένους για τους οποίους εγώ δε δίνω δεκάρα, εσύ δεν τους ξέρεις και κανείς από τους δυο μας δε θέλει να μιλήσει μαζί τους. Τουλάχιστον θα είμαστε σε μια γαμημένα καλή διάθεση. [201]


Σκέψου το έτσι». «Έτσι ρομαντικά που το θέτεις, ποια γυναίκα δε θα ήθελε να σε ακολουθήσει σε αυτή την περιπέτεια;» Προσπάθησε να πνίξει το χαμόγελό του. «Περιπέτεια; Μήπως θα έπρεπε να φορώ κολάν και να κρατώ σπαθί;» «Είσαι μαλάκας». «Έλα, μωρό μου, μη με τρελαίνεις τώρα για το αν είναι ρομαντικό ή όχι. Αν είχες να διαλέξεις ανάμεσα σε μια κάρτα γενεθλίων και έναν οργασμό, ξέρω τι θα διάλεγες». Η Κέιτ άφησε έναν αναστεναγμό. «Δε διαφωνώ ως προς τα πλεονεκτήματα του οργασμού. Διαφωνώ με τον τρόπο που επέλεξες». «Κι εγώ σου λέω ότι ο τρόπος μου είναι μια χαρά». Σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα, κοίταξε πάνω κάτω στο διάδρομο, έπειτα έσκυψε, γύρισε το πόμολο και την κλότσησε να ανοίξει. Τα μάτια της Κέιτ άνοιξαν σοκαρισμένα βλέποντας τις φωτογραφίες των παιδιών της Μέλανι στους τοίχους. «Σταμάτα, αλλιώς θα ουρλιάξω! Σου ορκίζομαι ότι θα το κάνω!» Η πνιχτή τσιρίδα της Κέιτ στα αυτιά του τον ανάγκασε να σταματήσει απότομα με το ένα πόδι μέσα στο υπνοδωμάτιο της αδερφής του. «Θα είμαστε απομονωμένοι», της είπε ανάλαφρα. «Αυτό δεν ήθελες;» Τον κοίταξε παγωμένα. «Αυτό που θέλω είναι να πάω πίσω στην κουζίνα, να πιω το ποτό μου». «Τρίχες». «Λοιπόν, δεν το κάνω εδώ μέσα, αυτό είναι σίγουρο». Τουλάχιστον είχε σταματήσει να λέει ότι δε θα το κάνει. Ξεφυσώντας απαλά, έκανε μια στροφή και κοίταξε την κατεύθυνση από την οποία είχαν έρθει, έπειτα έστριψε αριστερά και προχώρησε σε έναν άλλο διάδρομο. Αφού προσπέρασε δύο κλειστές πόρτες, σταμάτησε, κοίταξε αριστερά και δεξιά, έπειτα πίεσε προς τα κάτω το χερούλι της πόρτας με το γόνατό του, άνοιξε την πόρτα με το πόδι του και μπήκε σε ένα μπάνιο με πράσινο μάρμαρο. Αφήνοντας την Κέιτ, κλείδωσε την πόρτα, γύρισε πάλι σε εκείνη και χαμογέλασε. «Καλά εδώ;» Την παρατηρούσε να επιθεωρεί το μεγάλο πολυτελές δωμάτιο. Μαρμάρινοι τοίχοι και πάτωμα, κρυστάλλινα διακοσμητικά, [202]


μια μπανιέρα αρκετά μεγάλη για να χωρέσει μια οικογένεια, μια γυάλινη ντουζιέρα που έβλεπε σε μια ιδιωτική αυλή, και οι πιο άσπρες πετσέτες και χαλιά που είχε δει ποτέ της. Γύρισε απότομα προς το μέρος του με σφιγμένα χείλη. «Τίνος μπάνιο είναι αυτό; Είναι πολύ μακριά από τη υπνοδωμάτιο της αδερφής σου για να είναι δικό της, είναι υπερβολικά μεγαλοπρεπές για να είναι των παιδιών». Η παύση ήταν μικρότερη από ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού. «Είναι ένα επιπλέον μπάνιο». «Μη μου λες ψέματα». Ήταν αμυδρά εκνευριστικό —ο ιδιαίτερος τρόπος της να τον κοιτάζει λοξά. «Είναι της κυρίας Μπι». Η Κέιτ βόγκηξε. «Έπρεπε να μου πεις ψέματα». «Χριστέ μου», είπε ο Ντόμινικ. Κάνε μου μια νύξη τι είναι αυτό που θέλεις. Προσπαθώ να γίνω ένας γαμημένος πρόσκοπος για να μην τσαντίζεσαι». Του χαμογέλασε και το ύφος της ήταν θριαμβευτικό. «Νόμισα ότι είπες πως δε θα φιλούσες άλλο κώλους». Της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μερικές φορές είναι χρήσιμο». «Είσαι ένας μπάσταρδος». «Το κατά δύναμη, γλύκα μου. Εσύ αλλάζεις συνέχεια, το πλάνο του παιχνιδιού αλλάζει συνέχεια». Όμως του άρεσε όταν του χαμογελούσε έτσι. Το χαμόγελό της είχε μια τέτοια φρεσκάδα και γλυκύτητα, τέτοια φυσικότητα που θα έπρεπε να έχει ημερομηνία λήξης επάνω του. «Είμαι ανοιχτός σε προτάσεις. Έχουμε είκοσι λεπτά. Περισσότερο αν θέλεις. Δεν υπάρχει ούτε ένας καλεσμένος που να μ’ ενδιαφέρει. Το μόνο πρόσωπο που θέλω να βλέπω είναι εδώ μαζί μου», είπε. Άπλωσε το χέρι του, τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από τους ώμους της και την τράβηξε επάνω του. Σκύβοντας το κεφάλι του, άγγιξε απαλά τα χείλη της με τα δικά του. Το φιλί ενός νεαρού αγοριού, σκέφτηκε η Κέιτ, οι ρομαντικές ευαισθησίες της ακόμη παρούσες. Χρωμάτισε το ρομαντικό της όραμα με παστέλ αποχρώσεις του τέλειου όταν της ψιθύρισε: «Είσαι ο μόνος άνθρωπος που θέλω να βλέπω συνέχεια —το πρωί, [203]


τη νύχτα και όλες τις ενδιάμεσες ώρες». «Ωραία», του ψιθύρισε με τη σειρά της, επειδή αν έλεγε κάτι περισσότερο, αν του έλεγε πώς πραγματικά αισθανόταν, το πρόσωπό του θα γινόταν ανέκφραστο, θα κλεινόταν στον εαυτό του και οι διακοπές της μαζί του θα είχαν τελειώσει. Ωραία; Της γυμνώνει την ψυχή του και παίρνει ένα «ωραία»; Ξαφνικά σκέφτηκε ότι οι λόγοι της που τον άφησε στο Χονγκ Κονγκ ίσως δεν είχαν εξαλειφθεί ακόμη, ότι οι σεξουαλικές του περιπέτειες του παρελθόντος είχαν επιστρέψει για να τον εκδικηθούν. Η αλήθεια ήταν πως η Κάθριν δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες που θα είχαν σωριαστεί λιπόθυμες στα πόδια του αν τους είχε πει κάτι τέτοιο. Αλλά ήθελε αυτό που ήθελε — πάντοτε έτσι ήταν. Σήκωσε λοιπόν το κεφάλι του και είπε με μια πρωτοφανή ειλικρίνεια. «Μπορώ να το κάνω καλύτερο από απλώς “ωραία”, Κάθριν. Μπορώ να το κάνω ό,τι θέλεις». Του χαμογέλασε καταλαβαίνοντας ότι ρισκάριζε τη ζωή της με το να βρίσκεται εδώ, καταλαβαίνοντας επίσης την ήσυχη δύναμη του εθισμού της. «Το ξέρω. Είσαι ο μάγος Σβεγκάλι. Μπορείς να κάνεις τα πάντα». Καλύτερα τώρα. Δεν είχε αντιληφθεί πόση σημασία είχε γι’ αυτόν να του χαμογελάει έτσι. Ίσως έφτασε η στιγμή να αναθεωρήσει τον βασικό κανόνα του κατά της συναισθηματικής εμπλοκής, να παραδεχτεί ότι μπορεί η εμμονή του για την Κάθριν να ήταν κάτι περισσότερο από μια παροδική σχέση. Αλλά τα διφορούμενα ίσως και μπορεί απαιτούσαν μια μικρή, σταθερή ανάσα πριν εγκαταλείψει τις αρχές μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι, δεν κατάφερε να κρύψει την απροθυμία στη φωνή του. «Το “μπορώ να κάνω τα πάντα" περιλαμβάνει να ξυπνώ μαζί σου, να σε βλέπω στο πρόγευμα, να ξέρω ότι είσαι δίπλα μου στη διάρκεια της ημέρας, να σε κρατώ στην αγκαλιά μου τη νύχτα». Η φωνή του έγινε αχνή. «Έλα να ζήσεις μαζί μου, να δουλεύεις για μένα, αν θέλεις. Ή, ακόμη καλύτερα, μείνε μαζί μου, μη δουλεύεις, κάνε με μόνο ευτυχισμένο». Ήθελε να ακινητοποιήσει αυτή τη στιγμή στο χρόνο ή, πιο λογικά, να πάρει πίσω όσα είχε ακούσει, επειδή, παρά το στιγμιαίο δισταγμό του, ο Ντόμινικ της είχε μόλις προσφέρει τον παράδεισο. [204]


Έναν αδιανόητο παράδεισο, δυστυχώς, για απλούς θνητούς που δε ζούσαν στον ελίτ κόσμο του Ντόμινικ. Για ανθρώπους που δεν μπορούσαν απλά να απλώσουν το χέρι τους και να πάρουν ό,τι ήθελαν. Για ανθρώπους σαν αυτήν. «Μπορούμε να αφήσουμε τις μεγάλες αποφάσεις για αργότερα και να κάνουμε απλά ο ένας τον άλλο ευτυχισμένο;» τον ρώτησε με προσποιητή ηρεμία. Ο Ντόμινικ προσπάθησε να χαμογελάσει. «Αυτό το μπάνιο δεν είναι αρκετά ρομαντικό για σένα». «Είμαι κάπως αβέβαιη αυτή τη στιγμή —αυτή είναι μια μεγάλη ατζέντα». Κι ένα τεράστιο ρίσκο για κάποια που δεν ήταν από τη φύση της τζογαδόρος. Δεν ήταν ένας κύριος του σύμπαντος που είχε τον κόσμο στα πόδια του. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Ντόμινικ είχε αφήσει περισσότερες γυναίκες από όσες θα μπορούσε να μετρήσει ποτέ, ήταν μια τρομακτική πραγματικότητα. «Μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα;» Αποφασισμένη να δώσει τέλος σε μια συζήτηση που ήταν πολύ πιθανό να της ραγίσει την καρδιά, έπιασε το φερμουάρ του και άρχισε να το ανοίγει. Το σεξ ήταν το μόνο που τους ένωνε χωρίς ενδοιασμούς ή αμφιβολίες. Ο Ντόμινικ σχεδόν επέμεινε για μια καλύτερη απάντηση επειδή αυτός ήταν ένας κύριος του σύμπαντος που είτε έπαιρνε αυτό που ήθελε ή πάλευε γι’ αυτό. Αλλά η φωνή της λογικής του τον παρατήρησε ειρωνικά, μόλις σε έσωσε από τον εαυτό σου, φίλε, ακριβώς τη στιγμή που η Κέιτ πίεζε τη ζεστή παλάμη της στο άνοιγμα του ξεκούμπωτου φερμουάρ του και η στύση του ξερίζωσε αμέσως κάθε ανταγωνιστικό μήνυμα του εγκεφάλου του. Αυτόματα τα χέρια του πήγαν στην πλάτη της, άρπαξε την άκρη της μπλούζας της και τη σήκωσε. «Όχι!» Έσπρωξε τα χέρια του, ο πανικός εξόρισε το σάλο που είχε ξεσπάσει στο μυαλό της. Ο Ντόμινικ έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στα χέρια της που κρατούσαν τα μπράτσα του. «Αφησέ με». Τα δάχτυλά της απομακρύνθηκαν αμέσως σαν να ήταν προγραμματισμένα να υπακούν στον τραχύ τόνο του. Αλλά την επόμενη στιγμή το επαναστατικό ένστικτό της ξύπνησε πάλι. «Αν αυτό είναι το μπάνιο της κυρίας Μπι, δε θέλω να το κάνω χάλια. Ας κάνουμε κάτι απλό, χωρίς να ξεντυθούμε τελείως, χωρίς να χρειά[205]


ζεται να καθαρίσουμε. Αν και», πρόσθεσε με ένα μικρό χαμόγελο, «αν και μπορεί να είναι ενδιαφέρον να σε βλέπω γονατιστό να καθαρίζεις το μπάνιο». Το χαμόγελό της μεγάλωσε. «Θα ήταν καταπληκτικό». «Ή εσύ γονατιστή να καθαρίζεις ενώ εγώ σε γαμάω», της είπε βάζοντας τα χέρια της επάνω στο στήθος του ενώ την κοιτούσε κεφάτος. «Για μένα αυτό είναι καταπληκτικό. Και μην ανησυχείς για την κυρία Μπι. Δεν υπάρχει πρόβλημα». Η Κέιτ τον κοίταξε αυστηρά. «Μην τολμήσεις να πεις ότι το έχεις ξανακάνει εδώ». «Εντάξει». «Αυτή δεν είναι η απάντηση που περίμενα». Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Δεν ξέρω αν πρέπει να πω ψέματα ή αλήθεια. Θα πρέπει να μου δώσεις ένα στοιχείο». Τον κοίταξε περιφρονητικά, προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του. «Κάθαρμα». «Πιθανόν», είπε εκείνος με ανεξάντλητη υπομονή και ατσαλένιο σφίξιμο. «Σου θυμίζω ότι σε γνώρισα πριν από έξι εβδομάδες, δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν». «Αντίθετα μ’ εσένα, εγώ δεν έχω παρελθόν», του είπε παράφορα, παράλογα, αλλά με τις λεγεώνες γυναικών που είχε γνωρίσει —όλες να συναγωνίζονται για την εύνοιά του, να του χαμογελούν, να τον φλερτάρουν, να κάνουν σεξ μαζί του, η λογική είχε πάει περίπατο. «Μία από τις πολλές χάρες σου», της είπε ήρεμα, χαμογελώντας αδιόρατα. «Όλη εκείνη η σέξι αθωότητα. Με τρελαίνει. Θα έπρεπε να σε κλειδώσω κάπου ή να σε αλυσοδέσω στο κρεβάτι μου». Τον κοίταξε με φανερή δυσπιστία. «Αυτό είναι τόσο διεστραμμένο». «Δεν είναι ρομαντικό;» Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Στριφογύρισε τα μάτια της και του μίλησε σφυριχτά. «Έχω νέα για σένα, κύριε Ξερόλα. Δες το ημερολόγιό σου. Έχουμε προχωρήσει από την Παλαιολιθική Εποχή». «Κι εγώ έχω νέα για σένα», της είπε με την αυθεντία που απορρέει από μηδέν υποχρεώσεις και απεριόριστα πλούτη. «Μπο[206]


ρώ να κάνω και τα δύο. Κανένα πρόβλημα». Τα μάτια της φωτίστηκαν ξαφνικά από θυμό. «Θα αντισταθώ». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Ακόμη καλύτερα». «Χριστέ μου, τι κάθαρμα που είσαι, δε σέβεσαι τίποτα». Κάθε λέξη κι ένας σκληρός, εριστικός βομβαρδισμός. Εκείνος κοίταξε την εμφανή διόγκωση στο ανοιχτό τζιν του. «Βγάλε τον έξω», της είπε απαλά «και μπορούμε να κουβεντιάσουμε πόσο κάθαρμα είμαι και πόσο σου αρέσει αυτό. Έλα». Η φωνή του ήταν απαλή καθώς άφηνε τα χέρια του να πέσουν και άνοιγε το μεταλλικό κουμπί της μέσης του. Έσπρωξε το μποξεράκι του προς τα κάτω για να μην είναι εμπόδιο. «Αργά και ήσυχα. Πρόσεχε το φερμουάρ». Η Κέιτ δεν κινήθηκε. Ο Ντόμινικ έβγαλε ένα βαθύ, απαλό αναστεναγμό αγνοώντας το κακό βλέμμα της. «Έχω όλη τη νύχτα — διάολε, όλη την εβδομάδα αν θέλεις. Εσύ είσαι που ανησυχείς για την αδερφή μου. Να ανοίξω την τηλεόραση όσο προσπαθείς ν' αποφασίσεις αν θέλεις να γαμηθούμε ή όχι;» ρώτησε ήπια, σαν να μην είχε ήδη μια τεράστια στύση, σαν να μπορούσε να ελέγξει το πέος του όπως έλεγχε όλα τα άλλα στον κόσμο του. «Υπάρχει ένας αγώνας του NBA που θα έβλεπα ευχαρίστως. Άπλωσε το χέρι του για να πιάσει το τηλεκοντρόλ από τον πάγκο του διπλού νιπτήρα. Το μπάνιο ήταν τόσο μεγάλο όσο το σαλόνι της, ακόμη και η τηλεόραση ήταν τεράστια για ένα μπάνιο και τοποθετημένη στον τοίχο στα πόδια της μαρμάρινης μπανιέρας. Η Κέιτ έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω από τον ώμο της καθώς ο Ντόμινικ την άνοιγε και πατούσε το κουμπί για το κανάλι του ESPN. «Στο διάολο», είπε σαν να έφτυνε. «Δεν υποχωρείς ποτέ ούτε εκατοστό;» Ο Ντόμινικ μετακίνησε το βλέμμα του από την τηλεόραση σε εκείνη. «Δεν έχεις ιδέα», της είπε ξερά. «Δε μιλάμε για εκατοστά εδώ αλλά για μίλια από γαμημένες ηπείρους. Σταμάτα, λοιπόν, να μου σπας τ’ αρχίδια». «Σοβαρά;» «Ναι, σοβαρά». Ήταν εν μέρει γκρίνια και εν μέρει ενόχληση. Ήταν επίσης [207]


γλυκύτερο από την κόλαση επειδή κάτω από όλα αυτά της έλεγε ότι δεν μπορούσε να μείνει μακριά της. «Τέλειωσα με το σπάσιμο των αρχιδιών σου. Ζητώ συγνώμη για όποια δυσφορία σου προκάλεσα». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Ευχαριστώ. Ειλικρινά νιώθω καλύτερα τώρα που μου γάμησες όλη μου τη ζωή». «Ίσως μπορέσω να επανορθώσω». Δεν είχε ακούσει αυτή την καθαρή, σαφή προθυμία άλλη φορά, την αναμφισβήτητη συγκατάθεση και άδεια. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. «Ίσως θα μπορούσες να ρίξεις μια ματιά στα μαστίγιά μου». Το βλέμμα της όταν τον κοίταξε ήταν καυτό. «Δεν κάνει τίποτα για μένα». Έπειτα από μια ολόκληρη ζωή με πειθήνιες γυναίκες, δεν τον ενοχλούσε πραγματικά η αδιαλλαξία της. Εξάλλου του άρεσαν οι προκλήσεις. «Άσε με να το σημειώσω αυτό», μουρμούρισε σαρκαστικά, «για μελλοντικές αναφορές. Προς το παρόν περιμένω. Κι αυτός περιμένει. Κουνήσου». «Πρόσεχε», του απάντησε κοφτά, «γιατί μπορεί το πέος σου να υποφέρει». «Εσύ πρόσεχε. Γιατί μπορεί να σε πάρω έξω γυμνή μπροστά από όλους αυτούς τους βλάκες καλεσμένους και να σε πάω στο σπίτι για να σε γαμήσω». Τα μάτια της έγιναν τεράστια. «Δε θα τολμήσεις». «Στη θέση σου δε θα το ρισκάριζα». Το βλέμμα του πήγε κάτω, έπειτα ανέβηκε και τα φρύδια του ανασηκώθηκαν ελαφρά. Τα μάγουλα της φούντωσαν, το στόμα της σφίχτηκε αλλά άφησε το χέρι της να γλιστρήσει από το στομάχι του προς τα κάτω, τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω από τη στύση του και άρχισε να τη δουλεύει προσεκτικά. «Μπράβο το καλό κορίτσι», είπε ευχάριστα, σαν να μην την είχε εξαναγκάσει ωμά. «Πέσε στα γόνατα, δώσε του λίγη από τη γεύση του στόματός σου και μετά θα αποφασίσουμε με τι τρόπο θα γαμηθούμε. Το δικό σου ή το δικό μου». Του έριξε ένα δηλητηριασμένο βλέμμα. «Αν τα μάτια μπορούσαν να σκοτώσουν, Κάθριν», είπε με συρτή φωνή χαμογελώ[208]


ντας αδιάντροπα. «Προτείνω να κάνεις αυτό που σου λέω διαφορετικά πάρα πολλοί άνθρωποι θα δουν το φανταστικό κορμί σου γυμνό». Η Κάθριν έπεσε στα γόνατά της κάτω από το αυτάρεσκο βλέμμα του, πήρε το παλλόμενο πέος του στα χέρια της, το τράβηξε μακριά από το σώμα του. Η στύση του ήταν αφάνταστα σκληρή. Ένιωθε τη δύναμή του στα χέρια της καθώς το τραβούσε προς τα κάτω στο στόμα της και έγλειφε προς τα επάνω τη βελούδινη σάρκα σχηματίζοντας ένα μονοπάτι. Ο Ντόμινικ βόγκηξε απαλά, έσφιξε τους ώμους της. «Αργά τώρα», μουρμούρισε. «Δεν είναι αγώνας δρόμου». Συμμορφώθηκε ενστικτωδώς στην ανηθικότητα της απαλής προσταγής του, λες και οι αισθήσεις της είχαν εκπαιδευτεί να ανταποκρίνονται, λες και δεν είχε δική της βούληση. Οι ρώγες της τεντώθηκαν αυτόματα, το αιδοίο της υγράνθηκε, μια πυρετική προσδοκία κουλουριάστηκε βαθιά μέσα της, αγνοώντας όλες τις αμφιβολίες. Όμως η απειλή του ήταν πραγματική και ανεξάρτητα από το αν αγαπούσε ή μισούσε τη δυναμικότητά του, θα έκανε αυτό που ήθελε εκείνος ή θα τη μετέφερε γυμνή ανάμεσα στους καλεσμένους. Δεν αμφέβαλλε ούτε στιγμή για το θράσος του. Τεντώνοντας τη σπονδυλική της στήλη, πήρε μια στάση που θα τον διευκόλυνε με το στόμα της. Κατόπιν, σκύβοντας το κεφάλι της, άλλαξε τον τρόπο που κρατούσε το σκληρό πέος του γλιστρώντας τα δάχτυλά της προς τα επάνω ελαφρά για να καθοδηγήσει το πρησμένο μόριό του στο στόμα της. Το σαγόνι της τεντώθηκε καθώς το άνοιγε διάπλατα για να διευκολύνει όσο μπορούσε την τεράστια στύση να περάσει μέσα από τα χείλη της, το αιδοίο της φτερούγιζε, η ζεστασιά απλωνόταν ανάμεσα στα πόδια της καθώς ευχόταν εγωιστικά να ήταν το δικό του στόμα που το έκανε σε αυτήν ή, ακόμα καλύτερα, το πέος του. «Πιο βαθιά», μούγκρισε ο Ντόμινικ χτυπώντας το μάγουλό της. Μαλάκα. Αν το στόμα της δεν ήταν γεμάτο, θα τον είχε βρίσει. Από την άλλη, αν ήθελε να τον νιώσει μέσα της σύντομα, αν υπήρχε ένα εγωιστικό αντάλλαγμα γι' αυτήν στην ατζέντα, καλά [209]


θα έκανε να μην τον προσβάλει. Για την ακρίβεια, θα της έκανε τώρα αυτή τη χάρη αν το ζητούσε; Άρχισε να τραβιέται για να κάνει αυτό ακριβώς, όταν το χέρι του έπιασε το κεφάλι της, την τράβηξε πίσω και η μεγάλη, λεία βάλανος του πέους του χτύπησε στο πίσω μέρος του λαιμού της. Εκείνη πνίγηκε και αυτός έβγαλε ένα βραχνό βογκητό. Καθώς οι τετρακέφαλοι του τεντώνονταν επάνω στα μπράτσα της, είπε με μια ανάσα: «Γαμώτο Χριστό μου, γαμώ». Ένιωσε την ανάσα της να γίνεται γρήγορη, άκουσε τα πνιχτά βογκητά του Ντόμινικ καθώς άρχιζε να κουνιέται πάλι και βίωσε μια μικρή στιγμή θριάμβου ξέροντας ότι ήταν δικό της επίτευγμα. Του το είχε κάνει εκείνη αυτό. Ο αδίσταχτος κύριος του σύμπαντος ήταν ευάλωτος τελικά. Τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν κλειστά, τα χέρια του πίεζαν την πόρτα, η ανάσα του έβγαινε τραχιά. Αρπάζοντας μια χούφτα από τα μαλλιά της, γρύλισε, «Μη σταματάς» και η γλυκιά αίσθηση της νίκης της μειώθηκε αμέσως. Επέβαλλε εκείνος το ρυθμό πάλι, σχεδόν την έπνιξε προς στιγμήν, μέχρι που εκείνη άρπαξε έναν από τους όρχεις του σαν προειδοποίηση. Ο Ντόμινικ έβρισε αλλά χαλάρωσε το σφίξιμό του. «Κοίταξέ το, γλύκα μου», της είπε λαχανιασμένα, «είναι και δικό σου παιχνίδι». Ανοίγοντας ελαφρά με την άκρη του δαχτύλου του την άκρη του πάνω χειλιού της, είδε το πέος του να γλιστράει μέσα στο στόμα της και πήρε μια κοφτή ανάσα. Το στόμα της ζεστό και υγρό, τα χείλη της λείες χορδές καθώς τον ρουφούσε μέσα της, το εκρηκτικό τίναγμα καθώς η βάλανος έσπρωχνε το πίσω μέρος του λαιμού της, τόσο συγκλονιστικά κάθε φορά, που τα ανακλαστικά του μούδιαζαν στιγμιαία και ξεχνούσε να ανασάνει. Χριστέ μου... Έπειτα συνερχόταν, άρχιζε να αναπνέει πάλι, να βλέπει το πέος του να γλιστράει έξω από το στόμα της και να περιμένει για την επόμενη απίστευτη, θυελλώδη είσοδο. Ήταν μια μαγική στιγμή. Ο Ντόμινικ ήθελε να μη σταματήσει ποτέ. Ακόμη και στο νεκροκρέβατο θα θυμόταν αυτές τις στιγμές, σκέφτηκε, τα σιγανά, πνιχτά μουγκρητά του, την παρανοϊκή ευδαιμονία, τον τρόπο που γαμούσε το στόμα της Κάθριν. Οι βαθιοί, λαρυγγώδεις τονισμοί του, οι βραχνοί ήχοι ευχαρίστησης αντηχούσαν με πρωτόγονη ένταση στις ευάλωτες αισθήσεις [210]


της Κέιτ, την προκαλούσαν και τη διέγειραν, λες και το σώμα της ήταν συγχρονισμένο, λες και η σάρκα της αντιδρούσε αυτόματα στα μουγκρητά του, λες και σε ένα δαρβινικό επίπεδο ανταποκρινόταν στον Ντόμινικ, στο κυρίαρχο αρσενικό. Οι ρώγες της ήταν σφιχτές και σκληρές, το κάψιμο βαθιά μέσα της άγριο, ο πόθος της φρενήρης. Δεν είχε παρά να ασκήσει την εξουσία του, να απαιτήσει υπακοή και αντί αυτό να την απωθήσει, εκείνη ενέδιδε χωρίς ντροπή. Λες και το σώμα της είχε εκπαιδευτεί να αναγνωρίζει τις νύξεις του, να υποτάσσεται χωρίς να ρωτάει, να του προσφέρει ανενδοίαστα την ηδονή. «Σταμάτα», την πρόσταξε απότομα, τραχιά, οι παλάμες του πίεζαν δυνατά το πρόσωπό της κρατώντας τη φυλακισμένη, το πέος του γέμιζε το στόμα της. Ξαφνιασμένη, σήκωσε το βλέμμα της επάνω του ανήσυχα. Ο τόπος που βρίσκονταν, η δουλοπρεπής θέση της, το απρόβλεπτο της συμπεριφοράς του Ντόμινικ, όλα τυλιγμένα σε ένα ανησυχητικό σενάριο. «Σε πονάω;» Τα χέρια του ήταν ζεστά στα μάγουλά της, τα δάχτυλά του έκαναν απαλό μασάζ στη στύση του μέσα της. Προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι της σε απάντηση. Είτε δεν καταλάβαινε ή η απάντησή της δεν είχε σημασία και ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Σου αρέσει όταν έχω τόση δύναμη επάνω σου; Σου αρέσει να με υπηρετείς, μωρό μου; Εμένα πάντως μου αρέσει πολύ», μουρμούρισε, μη περιμένοντας προφανώς μια απάντηση. «Κουνήσου», της είπε απαλά και σταμάτησε να τη σφίγγει. «Αργά. Ω, γαμώτο... αυτό είναι καλό. Μαθαίνεις, γλύκα μου». Άφησε μια αργή ανάσα, κίνησε απαλά τους γοφούς του, έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή ενώ η Κέιτ πάλευε για αέρα, έπειτα τον πήρε πιο βαθιά και ο κόσμος έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. «Γίνεσαι όλο και καλύτερη. Ίσως μπορέσω να σου διδάξω να σου αρέσει άγριο. Ίσως με αρκετές επαναλήψεις αρχίσει να σου αρέσει με όποιον τρόπο θέλω». Αρπάζοντας το πιγούνι της, τράβηξε απότομα το πέος του έξω και σήκωσε βίαια το κεφάλι της. «Τι λες, γλύκα μου; Σου αρέσει πάντοτε να χύνεις. Είσαι πρόθυμη να κάνεις σχεδόν τα πάντα γι’ αυτό, έτσι δεν είναι; Οπότε θα μάθεις, ναι; Απάντησέ μου, μωρό μου». Τα δάχτυλά του άφηναν ση[211]


μάδια στο πρόσωπό της, δεν μπορούσε να κουνήσει το κεφάλι της. «Ανοιγόκλεισε τα μάτια σου για ναι». Η Κέιτ ανάσανε βαθιά, προσπάθησε να αγνοήσει την υγρασία ανάμεσα στα πόδια της, τον πανίσχυρο μαινόμενο πόθο που ούρλιαζε μέσα στις αισθήσεις της. Ένα δευτερόλεπτο πέρασε, τα δάχτυλά του χώνονταν βαθύτερα στη σάρκα της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά. «Καλό κορίτσι! Αλλά πάλι γουστάρεις το γαμήσι πραγματικά, έτσι δεν είναι;» είπε χαμηλόφωνα.. Αφήνοντας το πιγούνι της, χάιδεψε με τις άκρες των δαχτύλων του τα οργισμένα κόκκινα σημάδια με μια στοργική κίνηση, σαν να αναθεωρούσε τις επιλογές του. Έπειτα έσκυψε επάνω της, πέρασε τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες της, την έστησε όρθια. «Ίσως είναι καιρός να σου διδάξω μερικά χρήσιμα κόλπα. Ξεντύσου. Άφησε μόνο το σουτιέν σου. Θέλω να βλέπω τις ρώγες σου φυλακισμένες. Κατάλαβες;» Κάθε λέξη κοφτή και τραχιά. «Μίλα, Κάθριν». Έσκυψε το κεφάλι του, το χαμόγελό του κακό. «Ή ανοιγόκλεισε τα μάτια σου, αν προτιμάς. Θα το πάρω το μήνυμα». «Είσαι τόσο μαλάκας», του σφύριξε, παρ’ όλο που κάθε νεύρο της τεντωνόταν έτοιμο για δράση, παρ’ όλο που ο υγρός πόνος του πόθου την έκανε να τον αποζητάει απελπισμένα. «Όμως το θέλεις, έτσι δεν είναι, μωρό;» της είπε τρυφερά, σαν να είχε υπερφυσική όραση και μπορούσε να δει τα εγκεφαλικά της κύματα, τον παλλόμενο πυρήνα της. «Απάντησε. Σπαταλάς πολύτιμο χρόνο γαμησιού». Η Κέιτ μισούσε τον εαυτό της που τον ήθελε τόσο πολύ και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να του αρνηθεί. Αλλά δεν μπορούσε να θυσιάσει τον εαυτό της, ούτε θα της το επέτρεπε άλλωστε. «Ναι, μπάσταρδε» . «Πολύ βρίζεις. Θα πρέπει να “καθαρίσουμε” το στόμα σου». «Άντε γαμήσου». «Τώρα λες κακίες, αλλά αναγνωρίζω το ρήμα. Μόλις γδυθείς, γλύκα μου, θα δουλέψουμε πάνω στα μαθήματα γαμησιού». Στο διάολο κι αυτός και η ομορφιά του που της έκοβε την ανάσα, το σκληρό σαν πέτρα κορμί του, το εξωφρενικό σεξαπίλ [212]


και το γιγάντιο πέος του. Του είπε ποτέ γυναίκα όχι; Της χάιδεψε απαλά το κάτω χείλι με μια χειρονομία που έδειχνε ότι του ανήκε. «Εκτιμώ το ενδιαφέρον σου, αλλά βγάλε τα ρούχα σου». Πέρασε την άκρη του δαχτύλου του κυκλικά κάτω από το ένα στήθος της. «Και θυμήσου να αφήσεις το σουτιέν». Στηρίχτηκε επάνω στην κάσα της πόρτας, την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια ενώ εκείνη έβγαζε τα παπούτσια της, κατέβαζε το φερμουάρ του τζιν της, το έβγαζε. Φάνηκε να βρίσκει διασκεδαστικό το ότι δίπλωσε το τζιν της και το τοποθέτησε επάνω στον πάγκο. Έβγαλε κατόπιν το δαντελένιο σλιπάκι της, το έβαλε επάνω στο τζιν της και γύρισε να τον κοιτάξει. «Χριστέ μου, Κάθριν». Η φωνή του ήταν καυτή, το βλέμμα του, αντίθετα, ψύχραιμο... Ένα ανεξήγητο συναίσθημα έλαμπε στο βάθος των ματιών του καθώς την παρατηρούσε να στέκεται εκεί μικρή, με την ήβη της να γυαλίζει νωπή ανάμεσα στα πόδια της, τα μεγάλα βυζιά της να τεντώνουν την έξοχη δαντέλα. Έδειχνε ακόμη πιο γυμνή με τη σκούρα πράσινη δαντέλα που ερχόταν σε αντίθεση με το χλομό δέρμα της. Η ημίγυμνη εικόνα της ήταν απροκάλυπτα ερωτική. Το γεγονός ότι στεκόταν εκεί υπακούοντας στις διαταγές του ήταν μεθυστικό σαν την κόλαση και απίστευτα φλογερό. Και όχι μόνο γι’ αυτόν. Δε θα έπρεπε να ανταποκρίνεται τόσο προβλέψιμα στις εντολές του, τόσο πρόθυμα, τόσο αδιάντροπα. Δε θα έπρεπε να συνθηκολογεί αμέσως απλώς και μόνο επειδή ήταν τόσο όμορφος ή επειδή κάποια ανεξήγητη σύγκρουση ανάμεσα στις ενδορφίνες και στις φερομόνες τρυπούσε τον εγκέφαλό της. Έπρεπε να έχει περισσότερο μυαλό. Αλλά το μόνο που είχε να κάνει εκείνος ήταν να την κοιτάξει με εκείνη τη λάμψη του αρπακτικού και αμέσως την πλημμύριζε ο πόθος, το σώμα της διαλυόταν και γινόταν ένα λάκκος πόθου. Τίποτ’ άλλο δεν είχε σημασία. «Δείχνεις φανταστική, μωρό μου. Τα μεγάλα βυζιά σου φυλακισμένα ενώ όλα τα άλλα μια ανοιχτή πρόσκληση για γαμήσι». Έμεινε απολύτως ακίνητος. «Αν και με τέτοιο φιλήδονο μουνί που έχεις ίσως θα έπρεπε να το φυλακίσουμε και αυτό όταν λείπω... να [213]


του βάλουμε μια ζώνη αγνότητας». Το στόμα της σφίχτηκε. «Υποθέτω ότι δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση γι’ αυτές πια, οπότε θα πρέπει να κάνουμε ειδική παραγγελία». «Χριστέ μου, κάνε ένα διάλειμμα, τέρας». Αλλά η φωνή της λέπτυνε στο τέλος καθώς ένα καυτό, λάγνο τίναγμα τυλίχτηκε σαν οδοντωτός τροχός στο υγρό σεξ της, κάνοντάς τη να ζαλιστεί από τον πόθο. Το χαμόγελό του της φανέρωσε ότι ήξερε. «Σου αρέσει αυτό; Το φαντάστηκα ότι θα σου άρεσε. Χρυσό ή ασήμι για τη ζώνη σου αγνότητας, γλύκα μου; Ίσως πρέπει να χαράξουμε και το όνομά μου επάνω για να σου θυμίζει σε ποιον ανήκεις. Επειδή ο εξαναγκασμός σε ανάβει, σωστά; Σου αρέσει να σε διατάζω να με γαμήσεις, έτσι δεν είναι;» «Όχι». Η μονοσύλλαβη λέξη βγήκε τρέμοντας από το στόμα της. Ο Ντόμινικ γέλασε. «Η φωνή σου λέει το αντίθετο, μωρό μου. Δεν το εννοείς πραγματικά». Η Κέιτ δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το βλέμμα του. «Φυσικά όχι», απάντησε εκείνος στη θέση της. «Λίγη πειθαρχία κάνει το μουνί σου να υγραίνει. Το ξέρουμε και οι δύο. Κοίταξε με, Κάθριν, χρειάζομαι μια απάντηση». Το βλέμμα της καρφώθηκε επάνω του. «Ίσως». Το χαμόγελό του ήταν κακό. «Ίσως αν σου πετάξω τα μάτια έξω με το γαμήσι μου, θα το διαπιστώσεις». Έδειξε τις μπότες του. «Γονάτισε. Λύσε τα κορδόνια. Θα σου πάρει λίγο χρόνο». «Σε παρακαλώ, Ντόμινικ. Θα το μάθουν όλοι. Η αδερφή σου». Αλλά ακόμη και την ώρα που μιλούσε, το κορμί της, οι αισθήσεις της τον ικέτευαν να τη γαμήσει. «Τι σχέση έχει η αδερφή μου;» η φωνή του ήταν παγωμένη. «Γονάτισε, μωρό μου». Της έδειξε τις μπότες του. «Κάνε το». Η έκφρασή του ήταν ψυχρή και σκληρή. Η έκφραση του άντρα που δίνει εντολές και όλοι οι άλλοι τον υπακούν. Όχι μόνο εδώ αλλά παντού στον κόσμο. «Ντόμινικ... σε παρακαλώ». Άνοιξε το στόμα της, δίστασε κάτω από το παγωμένο βλέμμα του, τον πλησίασε, έβαλε το χέρι της επάνω στο δυνατό μπράτσο του και τον κοίταξε. «Δεν μπορούν οι μπότες να περιμένουν; Δε λέω όχι, [214]


μακάρι να μπορούσα», ψιθύρισε. «Αλλά δεν είναι σωστό να μείνουμε εδώ πολύ». Ο Ντόμινικ έμεινε ακίνητος. Ακούμπησε το μέτωπό της στο στήθος του. «Σε παρακαλώ...» Αρχικά ήταν σφιγμένος, σιωπηλός και ανυποχώρητος, έπειτα μετακινήθηκε ελαφρά, άφησε μια ανάσα και η Κέιτ ένιωσε μια μικρή ελπίδα. Ένα κλάσμα δευτερολέπτου πέρασε, που της φάνηκε αιώνας, έπειτα τύλιξε τα χέρια του γύρω της, πέρασε τους αντίχειρές του ελαφρά στη σπονδυλική της στήλη και ακούμπησε το πιγούνι του στην κορυφή του κεφαλιού της. «Με συγχωρείς, μωρό μου», ψιθύρισε. «Σε θέλω τόσο πολύ που χάνω τα λογικά μου». Ακουγόταν κουρασμένος. «Κι εγώ, επίσης», είπε η Κέιτ με το πρόσωπό της χωμένο στο πουλόβερ του, ενώ μέσα της ευχόταν να μην τον ήθελε τόσο πολύ. Να μην ήταν τόσο όμορφος και δυνατός και τέλειος. Να μη χρειαζόταν να χάνει την ανεξαρτησία της κάθε φορά που της χαμογελούσε. Αν δεν είχε ένα μήνα να συνειδητοποιήσει πόσο δυνατή ήταν η ανάγκη της γι’ αυτόν, αν δεν είχε καταλάβει στη Μίσουλα ότι το σεξ με οποιονδήποτε άλλο άντρα δεν τη συγκινούσε καθόλου, αν δεν ήξερε ότι σε ένα μήνα από τώρα ή σε μια εβδομάδα ή ακόμη λιγότερο, ίσως να μην τον έβλεπε ξανά, ίσως είχε περισσότερη υπερηφάνεια. Αντίθετα, σήκωσε το κεφάλι της προς το μέρος του. «Θα λύσω τα κορδόνια από τις μπότες σου, αλλά ας μη μείνουμε άλλο εδώ. Αν συμφωνείς, βέβαια», πρόσθεσε με τόση σοβαρότητα, που ο Ντόμινικ ερεύνησε γρήγορα το πρόσωπό της να δει μήπως τον χλεύαζε. Έπειτα έπεσε πάλι στα γόνατα, μια κίνηση που απάντησε ικανοποιητικά στην ερώτησή του. «Δέκα, δεκαπέντε λεπτά», της είπε. «Πώς σου φαίνεται;» Τώρα ήταν η δική της σειρά να μελετήσει το πρόσωπό του. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. «Θέλω μόνο να σε γαμήσω, γλύκα μου», της είπε τρυφερά. «Δε θέλω να καβγαδίσω. Και κοίτα», πρόσθεσε με έναν αναστεναγμό, σηκώνοντάς τη στα πόδια της. «Μπορώ να ξεντυθώ μόνος [215]


μου». Πέρασε τις παλάμες του επάνω από τα καλυμμένα με πράσινη δαντέλα στήθη της, χαμογέλασε αργά. «Αλλά κράτησε αυτό». «Είσαι ένα τέρας ελέγχου». Αλλά χαμογελούσε κι εκείνη επειδή ένιωθε απίστευτα ευτυχισμένη όταν της χαμογελούσε με αυτό τον τρόπο, όταν ήξερε ότι την ήθελε όσο τον ήθελε κι εκείνη. «Σώπα!» «Ίσως θέλω να σε γδύσω, όμως». Κράτησε το βλέμμα του στο δικό της, άγγιξε το απαλό κασμίρ πουλόβερ του. «Ίσως δε σ’ αφήσω να γδυθείς μόνος». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Κάν’ το, μωρό. Έτσι κι αλλιώς, ο νικητής είμαι εγώ». «Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιος είναι ο νικητής τις περισσότερες φορές, αργότερα», απάντησε η Κέιτ νιώθοντας συγχωρεμένη και τρελά ευτυχισμένη. Πέρασε τα χέρια της κάτω από το πουλόβερ του, άγγιξε τους δουλεμένους σκληρούς μυς του ένα προς ένα. Τη βοήθησε να τραβήξει το πουλόβερ του επειδή δεν μπορούσε να φτάσει τόσο ψηλά ακόμη κι αν εκείνος έσκυβε το κεφάλι του. Στάθηκε τελείως ακίνητος μετά από αυτό, μοναδική εξαίρεση η στύση του. Την κοιτούσε με ευχαρίστηση να γονατίζει μπροστά του, να λύνει τα κορδόνια, να χτυπάει ελαφρά πρώτα τον έναν αστράγαλο, έπειτα τον άλλο και να τα βγάζει. Ο Ντόμινικ ανασήκωσε τα πόδια του πάλι ώστε να μπορέσει να του βγάλει τις κάλτσες. Και πήρε μια βαθιά ανάσα όταν το χέρι της άγγιξε το πέος του καθώς του κατέβαζε το τζιν και το μποξεράκι ως τους γοφούς. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Θα ήθελα να ήμαστε στο σπίτι τώρα». Είχε πει στο σπίτι. Ο Ντόμινικ δε θυμόταν να είχε νιώσει ποτέ τόσο ωραία. «Κι εγώ το ίδιο», συμφώνησε μαζί της. «Δε θα μείνουμε πολύ». Πήρε το χέρι της, την οδήγησε στη σεζλόνγκ που έβλεπε στην αυλή, κάθισε, την τράβηξε κάτω ώστε να καβαλήσει τα πόδια του, έβαλε τις παλάμες του επάνω στην τεντωμένη δαντέλα που κάλυπτε τα λευκά στήθη της και είπε: «Πες μου όταν κουραστείς. Μετά θα είναι η σειρά μου και θα φύγουμε από δω». Έβαλε τα χέρια της επάνω στα δικά του και είπε με μια πολύ [216]


χαμηλή φωνή επειδή είχε αρχίσει να τρέμει. «Πόση ώρα πρέπει να μείνουμε στο πάρτι;» «Μία ώρα το πολύ... ίσως και λιγότερο», είπε όταν την είδε να κατσουφιάζει. «Υποσχέθηκα στη Νικ: ένα παιχνίδι σκάκι και αν το παιχνίδι τελειώσει σε δέκα λεπτά, θα ξέρει ότι είναι απάτη. Έλα να μας δεις». «Υποθέτω ότι δεν είναι σωστό να είμαι τελείως εγωίστρια». Γέρνοντας πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε επειδή ήταν τόσο εξωφρενικά όμορφος και της ήταν αδύνατον ν’ αντισταθεί. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε όταν η Κέιτ κάθισε προς τα πίσω, επιθυμώντας να της χαρίσει τον κόσμο όταν τον φίλησε με αυτό τον τρόπο. «Μόνο για τους οργασμούς σου», της είπε ξέροντας ότι μπορούσε να της το προσφέρει αυτό εδώ και τώρα. «Μπορείς να είσαι εγωίστρια σε αυτό, μωρό μου». «Είσαι τόσο γλυκός». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Το θέλω γραπτά για τον επόμενο καβγά μας». Βάζοντας τα χέρια του στη μέση της, την ανασήκωσε τρυφερά, το διεγερμένο πέος του δεν ήθελε άλλες κουβέντες. Και όταν εκείνη χαμήλωσε αργά το κορμί της επάνω στο σκληρό πέος του, όταν ένιωσαν και οι δύο τη γη να δονείται, όταν έκλεισαν τα μάτια τους από την τέλεια, άγρια, απίστευτη ηδονή, αναρωτήθηκαν και οι δύο πώς ήταν δυνατόν να μπορεί ένα πρόσωπο να σου αλλάξει τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα τη ζωή. Μόλις η Κέιτ γέμισε τελείως και εκείνος ήταν στην κορύφωσή του, και η ζεστή, υπέροχη πίεση ανέβαινε ως τις σπονδυλικές τους στήλες σαν βελούδινη κάψα, ο Ντόμινικ άρπαξε τους γλουτούς της, έχωσε τα δάχτυλά του μέσα τους, την κράτησε σταθερά στη θέση της και σήκωσε τους γοφούς του προς τα επάνω δυνατά. Η Κέιτ είπε λαχανιασμένα. «Ξανά». Ένας αχνός, πνιγμένος ήχος. Τον άκουσε μόνο ο άντρας που την παρατηρούσε σαν γεράκι, νιώθοντάς τη να επιταχύνει γύρω του, ξέροντας την καυτή ανυπομονησία της. «Ό,τι θέλεις, γλύκα μου». Πιο σκληρά αυτή τη φορά επειδή δεν ήταν πραγματικά γλυκός. Η διαπεραστική κραυγή της πρόσθεσε πόντους στο πέος του. Η Κέιτ έτρεμε. [217]


«Είναι πολύ;» της ψιθύρισε, χαϊδεύοντας απαλά την άκρη της σπονδυλικής της στήλης. «Θέλεις να σταματήσουμε ένα λεπτό;» Η Κέιτ πήρε μια συρτή ανάσα, κατένευσε και ο Ντόμινικ χαμήλωσε το κεφάλι του και φίλησε τα χείλη της, απαλά, πολύ απαλά, κατευνάζοντας τα τεντωμένα νεύρα της. Κατόπιν λύγισε τα γόνατά του για να της προσφέρει ένα υποστήριγμα, τη βοήθησε να ακουμπήσει την πλάτη της και χάιδεψε τις συμπιεσμένες ρώγες της μέσα από την περιοριστική δαντέλα σε αργές, κυκλικές κινήσεις, η πίεση που ασκούσαν τα δάχτυλά του ήταν αρκετή για να την κάνει να τραβηχτεί. Ο Ντόμινικ σταμάτησε. «Σε πόνεσα;» «Όχι πάρα πολύ». Ο Ντόμινικ πήρε μια βασανισμένη ανάσα. «Ω, Κάθριν, Κάθριν». Τα λόγια του βγήκαν με μια πνιγμένη, νευρική φωνή, ψάχνοντας για αέρα. «Κανένας άλλος δεν μπορεί να σε έχει». Ακούμπησε τους αντίχειρές του στις ρώγες της. «Τι λες γι’ αυτό;» Τον κοίταξε κάτω από τις βλεφαρίδες της, το πράσινο των ματιών της σαν τα σμαραγδένια νερά του Ισημερινού. «Δε θέλω κανέναν άλλο, Ντόμινικ». Δεν είχε ακούσει ποτέ άλλοτε να προφέρεται το όνομά του τόσο όμορφα. Με την πρόκληση σε κάθε ψιθυριστή συλλαβή. «Σ’ ευχαριστώ». Η Κέιτ πήρε μια μικρή ανάσα και ο Ντόμινικ ένιωσε τους αντίχειρές του να γλιστρούν επάνω στη δαντέλα. «Η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου», του ψιθύρισε χαμηλώνοντας το βλέμμα. Περνώντας τους αντίχειρές του κάτω από την άκρη του σουτιέν ελευθέρωσε τις ρώγες της, πρόσθεσε τους δείχτες και πίεσε απαλά. «Πες μου αν πρέπει να σταματήσω». Τα μάτια της ήταν κλειστά, η ανάσα της ρηχή, ο κόσμος είχε εξαφανιστεί. «Ή όχι», πρόσθεσε μέσα από τα δόντια του και, κάμπτοντας τους γοφούς του, έδωσε ώθηση προς τα πάνω, υψώνοντας τη στύση του ανελέητα και την ίδια στιγμή ζούληξε βάρβαρα την απαλή σάρκα του στήθους της. Η Κέιτ στρίγκλισε, έπειτα λαχανιάζοντας άφησε μερικές μικρές εκρήξεις, έπειτα βόγκηξε χαμηλόφωνα ενώ η πιο συγκλονι[218]


στική ηδονή σφυροκοπούσε τις αισθήσεις της. Ο Ντόμινικ περίμενε τον εγκέφαλό του να σταματήσει να εκρήγνυται. Δεν τη ρώτησε ξανά. Μπήκε μέσα στο καυτό, γλιστερό αιδοίο της ξανά και ξανά, δυνατά και ακόμη πιο δυνατά, κρατώντας την αιχμάλωτη, τα δάχτυλά του έσφιγγαν τις ρώγες της, αδιαφορώντας για το ποιος θα τέλειωνε πότε ή πρώτος, μέχρι που άκουσε τον γνωστό λαχανιασμένο ήχο που έβγαζε η Κέιτ λίγο πριν τον οργασμό, την ένιωσε να τεντώνεται γύρω από το πέος του και τράβηξε τον εαυτό του έξω από την άγρια φαντασίωση που στριφογύριζε στο μυαλό του με τη δύναμη τυφώνα. Έδινε ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνα τα μικρά κλαψουρίσματα που προηγούνταν κάθε οργασμού και τα είχε δει ξανά και ξανά στα όνειρά του εκείνο το μήνα στο Παρίσι, τα ίδια που είχε ακούσει ζωντανά της δύο τελευταίες ημέρες, είχαν χαραχτεί τόσο βαθιά στην ψυχή του, που θα ήταν μάλλον το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν πριν φύγει. Χαμογέλασε στη σκέψη. Τότε άρχισε ο δυνατός, λεπτός θρήνος της. «Εδώ, γλύκα μου, είμαστε εδώ», της ψιθύρισε κινώντας τα χέρια του στους γοφούς της, κλειδώνοντας τα δάχτυλά του δυνατά για να την κρατήσει στη θέση της, κάμπτοντας την πλάτη του και δίνοντάς της ότι χρειαζόταν. Κρατώντας το σώμα του εκεί που το ήθελε περισσότερο, νιώθοντας τους σπασμούς της επάνω στο πέος του, παρατηρώντας την ευχαριστημένη και ικανοποιημένη καθώς τελείωνε με τη συνηθισμένη ασυγκράτητη εγκατάλειψη. Η κορύφωσή της όταν έκανε έρωτα με τον Ντόμινικ ήταν τόσο έντονη που τελειώνοντας την κυρίευε μια ελαφριά μελαγχολία, επειδή ήξερε ότι θα ήταν πάντοτε το χρυσό της πρότυπο ηδονής, επειδή ήξερε ότι θα ήταν αδύνατον να τον αντικαταστήσει. Επειδή ήξερε ότι θα ήταν χωρίς αυτόν κάποια ημέρα. Και στερημένη. Όμως λίγο μετά κι ενώ ήταν ακόμη κάτω από την επήρεια της έκστασης έδιωξε τις θλιβερές σκέψεις. Είχε τον Ντόμινικ τώρα και αύριο, ίσως και περισσότερο. Επομένως carpe diem —μέχρι [219]


να φτάσει στο τέλος του δρόμου. «Ήταν υπέροχο ως συνήθως», είπε η Κέιτ με ένα αναστεναγμό ικανοποίησης. «Αλλά το ξέρατε αυτό, έτσι δεν είναι, κύριε Νάιτ;» «Όχι», της είπε ψέματα, το χαμόγελό του αρκετά λαμπερό για να λούσει τον κόσμο με ηλιαχτίδες. «Ευχαριστώ, δεσποινίς Χαρτ». Οι βλεφαρίδες της χαμήλωσαν κι άλλο. «Λοιπόν...» του ψιθύρισε. «Εσύ αποφασίζεις, μωρό μου». Κινήθηκε μέσα της, αργά σε ένα αριστούργημα αισθησιακής φινέτσας. Η Κέιτ πήρε βαθιά ανάσα. «Γαμώτο». «Σου αρέσει;» Τέτοια δεξιοτεχνία ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης... μαθητείας, σκέφτηκε, αν και δεν είχε το δικαίωμα να ενοχλείται. Και αντιπαράθεσε τη δυσαρέσκειά της για τις εντυπωσιακές σεξουαλικές του δεξιοτεχνίες κόντρα στην αξία τους για εκείνη. «Πες μου ότι είσαι παρθένος», είπε μουτρωμένα. «Θα χρειαστώ μια παρόμοια διαβεβαίωση από σένα», είπε, η φωνή του ξαφνικά κοφτερή σαν ξυράφι, η ζήλια του χωρίς όρια. «Είμαι!» «Ωραία». Τραχύς και ανυποχώρητος. «Από δω και πέρα, είμαστε και οι δύο. Ο δικηγόρος μου θα έχει έτοιμο το συμβόλαιο αποκλειστικότητας για να το υπογράψουμε αύριο». «Είσαι σοβαρός;» «Νόμιζες πως δεν ήμουν; Νόμιζες ότι ζητώ από κάθε γυναίκα που γαμώ να υπογράψει συμβόλαιο αποκλειστικότητας μαζί μου;» Είχε αγριέψει. «Σου ζητώ συγνώμη», είπε αχνά. «Ελπίζω να το εννοείς σοβαρά. Διάολε, Κάθριν, πότε στην ευχή θα το χωνέψεις; Τέρμα οι άλλες γυναίκες. Αυτό που έχουμε είναι αληθινό». «Συγνώμη», ψιθύρισε η Κέιτ. «Κατάλαβα». «Καιρός ήταν». Άφησε το κεφάλι του να πέσει πίσω στη σεζλόνγκ με θόρυβο. Έκλεισε τα μάτια του και μέτρησε αρκετές φορές ως το δέκα για να μην την τρομάξει. Έπειτα τα άνοιξε και [220]


είπε ήσυχα: «Αν και στη δουλειά σου είσαι ιδιοφυία, μερικές φορές γίνεσαι πραγματικά ανόητη». «Και μερικές φορές εσύ δεν καταλαβαίνεις ότι κοιτάζω έναν άντρα που δεν κοίταξε καμιά γυναίκα σοβαρά από... πότε; Πόσα χρόνια, Ντόμινικ; Τι στην οργή περιμένεις; Γιατί να σκεφτώ ότι έχεις αλλάξει;» Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Χριστέ μου, δεν πέφτει ποτέ;» «Όχι μ’ εσένα τριγύρω. Θα υπογράψεις εκείνα τα χαρτιά αύριο. Τέρμα η συζήτηση. Τώρα πόσες φορές ακόμη θέλεις να τελειώσεις;» «Δε θέλω να τελειώσω καθόλου όταν μιλάς σαν... Ω, Θεέ μου... Χριστέ μου». Έκλεισε τα μάτια της από την εξαίσια, οδυνηρή έκσταση. «Γαμώτο». Η ηδονή φώτισε τον εγκέφαλό της καθώς εκείνος έμπαινε μέσα της πάλι. Η έκσταση φούντωσε σαν ασυγκράτητη φωτιά μέσα στο κορμί της, καυτή και λάγνα, την έκανε αβοήθητη στη λαχτάρα και αχόρταγη στον πόθο και την υποβίβασε σε μια άθλια μάζα ορμονών. «Άλλαξες γνώμη, μωρό;» μουρμούρισε ο Ντόμινικ τεντώνοντας τα πόδια του, την τράβηξε επάνω του ώστε να καβαλήσει τους μηρούς του και με σκληρότητα άλλαξε θέμα φροντίζοντας να τον διευκολύνει η Κάθριν τώρα, και με βάση το συμβόλαιο αύριο και για πάντα. Γνωρίζοντας πολύ καλά την προτίμησή της στο άγριο, θρασύ σεξ όταν εκείνη ανάσανε λαχανιασμένα και κοκκίνισε και γυάλιζε από τον ιδρώτα της, είπε απότομα ώστε να τον ακούσει μέσα από τη φρενιτιδά της. «Πρώτον, πρέπει να με κάνεις να τελειώσω, Κάθριν. Είναι εντολή. Μην τολμήσεις να τελειώσεις πρώτη. Άνοιξε τα μάτια σου, πες μου ότι καταλαβαίνεις». Πάλεψε για να ανοίξει τα μάτια της. «Δεν ξέρω... αν μπορώ... να περιμένω». «Φυσικά μπορείς. Επειδή ξέρεις τι θα συμβεί αν δεν το κάνεις». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Όχι, σε παρακαλώ». «Ναι, Κάθριν. Κάν’ το, αλλιώς δε θα σε αφήσω να χύσεις για μια εβδομάδα. Μόνο μια εβδομάδα αυτή τη φορά, Κάθριν. Δεν είναι τόσο άσχημο όσο ένας χρόνος. Τώρα ξέρεις ότι μπορείς να το κάνεις αν προσπαθήσεις. Έμαθες πώς να περιμένεις στο Χονγκ [221]


Κονγκ, έτσι δεν είναι; Χρειάζομαι μια απάντηση». «Θα προσπαθήσω». «Αυτό δεν είναι αρκετό, Κάθριν». Η Κέιτ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δε θα τελειώσω». «Ορίστε, μωρό μου. Το ήξερα ότι μπορείς να το κάνεις. Τώρα με την ησυχία σου. Δε βιάζομαι να χύσω. Διάολε, Κάθριν, μην τσαντίζεσαι. Δε δικαιούμαι κι εγώ να χαρώ;» Αλλά δύο λεπτά αργότερα όταν ήταν προφανές ότι δε θα κατάφερνε να συγκρατήσει τον οργασμό της, έβαλε το δάχτυλό του κατά μήκος της κορυφής της στύσης του, βρήκε την κλειτορίδα της, την πίεσε απαλά και ψιθύρισε. «Έλα, γλύκα μου, άσε με να σε βοηθήσω». Η Κέιτ σφίχτηκε, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ξέχνα τους κανόνες, μωρό μου, θα τελειώσω μαζί σου, εντάξει;» Ρίχνοντας τα μπράτσα της γύρω στο λαιμό του, άφησε το κεφάλι της στη λακκούβα του λαιμού του και ψιθύρισε. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ» και άρχισε να τρέμει. «Όλα είναι καλά, μωρό μου», ψιθύρισε, νιώθοντας τους σπασμούς της να ξεκινούν. «Θα τελειώσουμε μαζί». Κρατώντας τους γοφούς της, τα δάχτυλά του άνοιξαν πλατιά, οι κραυγές του οργασμού της αντηχούσαν στα αυτιά του, άνοιξε βίαια τους μηρούς της περισσότερο, χώθηκε ακόμη πιο βαθιά μέσα της, γρύλιζε σε κάθε διαδοχικό χτύπημα και τέλειωσε γρήγορα όπως δεν είχε τελειώσει ποτέ, λες και είχε στερηθεί το σεξ μία αιωνιότητα, λες και δεν υπήρχε στον κόσμο παρά μόνο η επιθυμία, η σεξουαλική διέγερση και- μετά η ανακούφιση. Για έναν άντρα που είχε αρκετούς οργασμούς για δέκα ζωές, ήξερε ότι λειτουργούσε έξω από τη φυσιολογική περίμετρο της ζωής του με την Κάθριν. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν να τη γαμήσει πάλι. Την ήθελε κι άλλο. Τώρα. Αυτή τη στιγμή. Αλλά έτρεμε σύγκορμη γι’ αυτό χάιδεψε τους ώμους της, την πλάτη της, την παρηγόρησε, τη χάιδεψε, την ηρέμησε. Τη φίλησε ανάλαφρα στην κορυφή του κεφαλιού της, στους κροτάφους, στο μάγουλό της μέχρι που σταμάτησε να τρέμει. Έπειτα τη γύρισε με το πρόσωπό της μπροστά του και φίλησε το στόμα της απαλά, έπειτα πιο βαθιά ενώ δεν έπρεπε, ενώ θα [222]


έπρεπε να ντυθούν και να πάνε να συναντήσουν τους άλλους. Η Κέιτ άρχισε να τρέμει πάλι. Κατάλαβε ότι έπρεπε να φανεί λογικός. Σήκωσε το κεφάλι του, αναστέναξε απαλά. «Καλύτερα να πάμε να κάνουμε την εμφάνισή μας». Η Κέιτ βόγκηξε. «Πρέπει οπωσδήποτε;» «Μακάρι να μην έπρεπε. Θα προτιμούσα να σε πάω στο σπίτι και να σε γαμήσω πάλι». Πέρασε το χέρι του μέσα στα μαλλιά του, κοίταξε τη γυάλινη πόρτα που άνοιγε στη σκοτεινή πίσω αυλή. Συνοφρυώθηκε. «Έλα, μωρό μου». Κάθισε ίσια, την απομάκρυνε από τον ώμο του, χαμογέλασε αχνά και τη φίλησε μια φορά στα κατσουφιασμένα χείλη της. «Θα βρούμε μια δικαιολογία και θα φύγουμε αμέσως μόλις μπορέσουμε. Σ’ το υπόσχομαι».

[223]


Κεφάλαιο 18 Φιλιόνταν καθώς έβγαιναν από το μπάνιο, όταν άκουσαν μια χορωδία να φωνάζει: «Ααα! Φιλιούνται πάλι!» Χωρίστηκαν γρήγορα, γύρισαν και είδαν έξι παιδιά να τους κοιτάζουν: τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια χαμογελούσαν πονηρά, τα αγόρια ήταν προφανές ότι ένιωθαν αηδία, η Έλι κοιτούσε με μάτια διάπλατα ανοιχτά, σφίγγοντας το αρκουδάκι της. «Έτοιμος για μια παρτίδα σκάκι;» ρώτησε η Νικόλ χαμογελώντας πονηρά. Ο Ντόμινικ ήθελε να ρωτήσει, Πόση ώρα είστε εδώ; αλλά στην πραγματικότητα δεν ήθελε να μάθει. «Δώσε μου δυο λεπτά, Νικόλ. Πρέπει να δούμε τη μαμά σου». «Πόση ώρα;» Η Νικόλ τον κοίταξε στριφογυρίζοντας τα μάτια της με την κλασική κίνηση των εφήβων που πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα. «Ήδη περιμένουμε αρκετή ώρα». Της έριξε ένα μειλίχιο βλέμμα. «Θα ανεβώ σε πέντε λεπτά. Τώρα πηγαίνετε επάνω. Κανονικά δε θα έπρεπε να είστε εδώ». «Η μαμά δεν ήξερε πού πήγατε, έτσι ψάξαμε για σας, αυτό είναι όλο». Ναι, με έπεισες. Σταμάτα να χαμογελάς πονηρά, μικρή. «Εντάξει, ωραία. Στήσε το σκάκι. Θα έρθω σύντομα». Καθώς τα παιδιά εξαφανίζονταν στο βάθος του διαδρόμου, η Κέιτ μουρμούρισε. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι ήταν αντικατοπτρισμός και δεν ήταν εδώ». «Χαλάρωσε. Η Νικόλ είναι η μόνη αρκετά μεγάλη για να ξέρει οτιδήποτε. Τα άλλα είναι πολύ μικρά». [224]


«Α, ωραία, αυτό με κάνει να νιώθω καλύτερα τώρα. Μόνο ένα παιδί ξέρει ότι εμείς οι δυο γαμιόμασταν». «Ανησυχείς υπερβολικά», της είπε άνετα, παίρνοντας το χέρι της και προχωρώντας στο διάδρομο. «Έλα, πάμε να ξεμπερδεύουμε με αυτή την υποχρέωση. Όσο πιο σύντομα κάνουμε την εμφάνισή μας, τόσο πιο σύντομα θα μπορέσουμε να φύγουμε. Και τόσο πιο σύντομα θα σε έχω στο δωμάτιό μου...» —χαμογέλασε πονηρά— «...να μου κάνεις διάφορα». «Αν θέλεις να σου κάνω... διάφορα», του είπε κοιτάζοντας τον κατάματα, «θα χρειαστώ ένα χρονικό πλαίσιο αναχώρησης». «Ω αυτό ακούγεται τόσο στρυφνό». Της χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Μήπως είμαι σε τιμωρία για κάτι;» «Αν δεν είχαμε αφήσει την αδερφή σου, δε θα είχαμε αυτό το μπέρδεμα τώρα». «Ευχαρίστως να αναλάβω εγώ την ευθύνη», είπε ο Ντόμινικ. «Μη μου πεις, όμως, ότι δεν το ευχαριστήθηκες κι εσύ;» Την κοίταξε πειρακτικά. «Εκτός κι αν είσαι καλύτερη ηθοποιός από όσο νόμιζα;» «Σκάσε», μουρμούρισε η Κέιτ. «Μπορούσα να περιμένω». «Όχι, δεν μπορούσες. Κανονικά θα έπρεπε να μ’ ευχαριστήσεις», είπε ήπια, σκύβοντας το κεφάλι του και φιλώντας την απαλά στο μάγουλο. «Σε έκανα να περάσεις καλά». «Είσαι απίστευτος», μουρμούρισε η Κέιτ. «Απλά προσπαθώ να συμβαδίσω μαζί σου, μωρό μου. Δεν έχω συναντήσει ποτέ άλλη γυναίκα σαν κι εσένα —και το εννοώ με τον καλύτερο τρόπο», της είπε γλυκά. Η Κέιτ αναστέναξε απαλά. «Είναι ότι δεν έχω βιώσει ποτέ άλλοτε κάτι παρόμοιο». Συνήθισε το, μωρό μου. Ο Ντόμινικ κοίταξε το ρολόι του. «Θα πρέπει να μπορούμε να φύγουμε γύρω στις εννιά. Πώς σου φαίνεται;» «Μια χαρά, αρκεί να μην κάνει κανείς σχόλια για... ξέρεις... την εξαφάνισή μας. Επειδή αυτό θα ήταν φοβερά ντροπιαστικό». «Μείνε δίπλα μου», της είπε σφίγγοντας το χέρι της. «Κανένας δε θα σου πει λέξη. Και θα περάσουμε την εξώπορτα στις εν[225]


νιά —σου δίνω το λόγο μου. Τώρα, χαμογέλασε. Σαράντα λεπτά και φύγαμε». Σταμάτησαν στην κουζίνα πρώτα, ζήτησαν από τον μπάρμαν δύο μαρτίνι και ενώ η Κέιτ τον παρακολουθούσε να ετοιμάζει τα ποτά ώστε να ξέρει πώς να τα κάνει κι εκείνη, η Μέλανι ήρθε πίσω από τον Ντόμινικ και άγγιξε το μπράτσο του. Ο Ντόμινικ γύρισε συνοφρυωμένος. «Γιατί είναι αυτή εδώ;» ρώτησε χαμηλόφωνα, σηκώνοντας το πιγούνι του ελαφρά προς το πλήθος που ήταν ορατό πέρα από την ανοιχτή κουζίνα, το βλέμμα του σε μια λεπτή ξανθιά που σήκωνε ένα ποτήρι σαμπάνιας στο στόμα της. «Την προσκάλεσε η μητέρα». Η Μέλανι μίλησε εξίσου σιγά. «Αναρωτιέμαι τι να της υποσχέθηκε». «Αλήθεια; Εγώ καθόλου». Ο Ντόμινικ έριξε στην αδερφή του ένα σκοτεινό βλέμμα. «Η μητέρα δεν παραιτείται ποτέ, έτσι;» «Όχι όσο είναι από αυτή την πλευρά του τάφου». Ο Ντόμινικ κάγχασε απαλά. «Ένα κίνητρο για να μείνουμε γεροί και να ζήσουμε περισσότερο από αυτήν». «Ή για να αγιάσουμε». «Αυτό είναι για ανθρώπους σαν εσένα, αδερφούλα. Άνθρωποι σαν κι εμένα δε θα αναγνώριζαν έναν άγιο ακόμη κι αν μας χτυπούσαν στο κεφάλι με το φωτοστέφανό τους». «Ανεξάρτητα από την παρέμβαση της μητέρας, μου φαίνεται ότι η Τσάρλι θα χάσει τον καιρό της απόψε». «Απόψε ή όποια άλλη νύχτα. Την έβγαλα έξω μερικές φορές, αυτό ήταν όλο. Γιατί δεν παραιτήθηκε ποτέ, μου είναι αδιανόητο». «Πρέπει να πέρασε πολύ καλά μαζί σου». Ο Ντόμινικ αγριοκοίταξε την αδερφή του. «Έπρεπε να πεις στην Τζούλια να μην την προσλάβει». είπε η Μέλανι σταθερά. «Δεν ανακατεύθηκα ποτέ στην επιχείρηση της Τζούλια». «Μόνο τη χρηματοδότησες». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτό την έκανε ευτυχισμένη». «Είσαι υπερβολικά καλός, Ντόμινικ. Πρέπει να απολύσεις την Τσάρλι ή βάλε κάποιον άλλο από την επιχείρησή σου να το κάνει. Δεν έχει ανάγκη δουλειάς. Απλώς ελπίζει να σε γραπώσει [226]


στα νύχια της και είναι πρόθυμη να παίξει το ρόλο της ως ανήσυχος πολίτης του κόσμου, ενώ θα περιμένει να σε τυλίξει στα δίχτυα της». «Καλή τύχη με αυτό». Κοίταξε πάνω από τον ώμο του την Κέιτ, περίμενε για να τραβήξει το μάτι της, έπειτα της έστειλε ένα φιλί. Η Μέλανι τον κοίταξε πειρακτικά. «Πρέπει να περάσατε πολύ καλά όταν πήγατε να φρεσκαριστείτε». Γύρισε προς το μέρος της αδερφής του. «Οφ δε ρέκορντ, είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος». «Τυχερός σε τι;» ρώτησε η Κέιτ που τους πλησίασε με τα ποτά τους. «Τυχερός που σε βρήκα, γλύκα μου». Παίρνοντας το ποτό του, έσκυψε και τη φίλησε. «Έλεγα στην αδερφή μου ότι δε θα μείνουμε πολύ. Μετά την παρτίδα σκακιού με τη Νικόλ, θα το σκάσουμε». «Πρέπει να χαιρετήσεις τον Ρόσκο», είπε η Μέλανι. «Ήρθε πριν λίγα λεπτά». «Θα το κάνω πριν φύγουμε. Θα του πάω ένα από αυτά». Σηκώνοντας το ποτήρι στα χείλη του, ο Ντόμινικ το άδειασε και το έδωσε σε ένα σερβιτόρο που περνούσε εκείνη τη στιγμή από δίπλα του. Η Μέλανι είπε: «Θα ήθελα να σου κλέψω την Κάθριν για λίγο, θέλω να της γνωρίσω την Γκρέτσεν». Η Κέιτ κοίταξε τον Ντόμινικ μ’ ένα προσποιητό χαμόγελο. «Θα σου αρέσει η Γκρέτσεν, αλήθεια», είπε ο Ντόμινικ απαλά, βάζοντας το χέρι του γύρω από τον ώμο της. «Η Γκρέτσεν είναι συνεταίρος σε μια διαδικτυακή ασφαλιστική εταιρεία. Μείνε μαζί μου αν θέλεις, αλλά πιθανόν να ευχαριστηθείς την κουβέντα μαζί της. Ήταν πριν από σένα στο ΜΙΤ». Γύρισε στην αδερφή του. «Η Γκρέτσεν είναι πιο κοντά στη δική μου ηλικία από τη δική σου, σωστά;» «Είναι ένα χρόνο μεγαλύτερη από εσένα. Δώσε μου πέντε λεπτά». Βλέποντας την απροθυμία της, η Μέλανι παρότρυνε την Κέιτ. «Έλα να πεις ένα γρήγορο γεια». Βάζοντας το στόμα του στο αυτί της Κέιτ, ο Ντόμινικ μουρμούρισε: «Θα σε περιμένω επάνω σε πέντε λεπτά». Έπειτα έστρι[227]


ψε την Κέιτ ελαφρά και τη φίλησε κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα όλων. Ένα μικρό βουητό διέτρεξε το πλήθος επειδή ο Ντόμινικ δεν ήταν εκδηλωτικός τύπος, ειδικά μπροστά σε κόσμο. Ήταν πάντοτε απόλυτα συγκρατημένος. Παρασυρμένη από τη λάμψη της στιγμής, λουσμένη στην ευτυχία, η Κέιτ δεν άκουσε τον απαλό ψίθυρο που γέμισε το δωμάτιο. Ήταν ενθουσιασμένη με το τρυφερό φιλί του Ντόμινικ — διαφορετικό από τα καυτά, σχεδόν μελαγχολικά φιλιά του. «Εντάξει», ψιθύρισε όταν το στόμα του τραβήχτηκε από το δικό της. «Θα σε δω σε πέντε λεπτά». «Θα περιμένω». Κοίταξε την αδερφή του. «Μην κρατήσεις την Κάθριν πολύ». Έπειτα χαμογέλασε στην Κέιτ. «Ακολούθησε το θόρυβο όταν ανεβείς επάνω. Δεν είναι ένα ήσυχο τσούρμο». Η Μέλανι οδήγησε την Κέιτ μέσα από το πλήθος, αποφεύγοντας όλους τους καλεσμένους που ενδιαφέρονταν να τη γνωρίσουν μετά το δημόσιο φιλί της Ντόμινικ. Η Μέλανι απλά κατένευε ή χαμογελούσε καθώς περνούσαν χωρίς να σταματήσει για κουβεντούλα με κανέναν. «Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν ενδιαφέρον για σένα», μουρμούρισε, χαιρετώντας ένα ζευγάρι που τους κοιτούσαν με απροκάλυπτη περιέργεια. «Μερικοί είναι γείτονες που θα προσβάλλονταν αν δεν τους καλούσαμε, μερικοί είναι δικοί μου φίλοι, μερικοί φίλοι του Ματ από τη δουλειά ή από αγώνες —ο άντρας μου είναι φανατικός των σπορ. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να μην το παίζει. Ο Ντόμινικ δεν είναι καλύτερος. Μετά, υπάρχουν και μερικοί φίλοι της μαμάς που προσπαθώ ν’ αποφύγω... Α, να η Γκρέτσεν». Η Μελάνι τράβηξε την Κέιτ προς μια νέα γυναίκα που στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε τα φώτα ενός πλοίου που έμπαινε στον κόλπο. Φορούσε ένα κοστούμι, σαν να είχε έρθει κατευθείαν από τη δουλειά, τα σκούρα μαλλιά της έκαναν ένα κομψό εβένινο κύμα όταν έστριψε ακούγοντας τη φωνή της Μέλανι. Ένα χαμόγελο φώτισε τα μάτια της. «Σπουδαίο πάρτι, Μελ!» Σήκωσε ψηλά το ποτήρι της σαμπάνιας που κρατούσε. «Σπουδαίο κρασί». «Φυσικά. Είναι από το αμπέλι σου», απάντησε η Μέλανι με ένα πλατύ χαμόγελο. «Θέλω να σου γνωρίσω την Κάθριν. Είναι η [228]


φίλη του Ντόμινικ. Κάθριν Χαρτ, Γκρέτσεν Κάλντερ». Μετά την ανταλλαγή των τυπικών φιλοφρονήσεων, η Μέλανι ανέφερε σύντομα τι έκανε η Κέιτ για τις Επιχειρήσεις Νάιτ. «Η Κάθριν εργάστηκε σαν σύμβουλος του Ντόμινικ και εντόπισε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό που είχε κλαπεί από τις Επιχειρήσεις Νάιτ. Χάρη στις ικανότητές της, τα χρήματα επιστράφηκαν. Είναι από το πανεπιστήμιό σου. Πιθανόν να είχατε και τους ίδιους καθηγητές. Νομίζω ότι θα βρείτε μεγαλύτερο ενδιαφέρον κουβεντιάζοντας μεταξύ σας παρά με τους άλλους καλεσμένους. Ένα ποτό ακόμη; Όχι... τότε σας αφήνω να τα πείτε». «Η Μέλανι θα έπρεπε να κάνει τις δημόσιες σχέσεις σε κρουαζιέρες», είπε η Γκρέτσεν βλέποντας την αδερφή του Ντόμινικ να απομακρύνεται. «Αλλά έχει δίκιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι εδώ είναι απίστευτα βαρετοί». Χαμογέλασε πλατιά. «Πόσο αγενές ήταν αυτό; Μίλησέ μου για τα κλεμμένα χρήματα». Η Κέιτ της εξήγησε την ιστορία του Βουκουρεστίου σε γενικές γραμμές, απάντησε σε μερικές πιο λεπτομερείς ερωτήσεις. Οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν απόψεις για τις παράνομες τραπεζικές συναλλαγές και τη μαύρη αγορά. Μιλούσαν την ίδια δυσνόητη γλώσσα, εργάζονταν και οι δύο σαν ελεύθεροι επαγγελματίες στο χώρο της υψηλής τεχνολογίας όπου η απρόσκοπτη δημιουργικότητα ήταν η βίβλος, οι ευπάθειες των κωδικών και τα λειτουργικά συστήματα αποκρυπτογράφησης το Α και το Ω. Για την ακρίβεια, τα πήγαν εξαιρετικά καλά μαζί. Η Κέιτ δέχτηκε πρόθυμα μια πρόσκληση για γεύμα. «Θα σου τηλεφωνήσω», είπε, «μόλις μάθω το πρόγραμμα του Ντόμινικ». «Όποτε θέλεις. Θα σου δείξω την επιχείρησή μου». Η Γκρέτσεν χαμογέλασε. «Και το μωρό μου. Την παίρνω στη δουλειά μαζί μου». «Υπέροχα. Ο σύγχρονος χώρος εργασίας στην πράξη». «Βοηθάει όταν είσαι συνιδιοκτήτης». Μίλησαν για λίγα λεπτά ακόμη για το μωρό της Γκρέτσεν που ήταν οχτώ μηνών και ήδη αναγνώριζε φωτογραφίες στην οθόνη του κομπιούτερ. Όταν δύο άλλες γυναίκες τις πλησίασαν, η Κέιτ φλυάρησε για λίγα λεπτά ακόμη πριν ζητήσει συγνώμη και φύγει. [229]


Ο Ντόμινικ είχε δίκιο. Όταν έφτασε στο κεφαλόσκαλο, οι τσιριχτές φωνές των παιδιών αντηχούσαν στο διάδρομο. Ακολουθώντας τον ήχο, η Κέιτ σταμάτησε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα ενός προφανώς κοριτσίστικου δωματίου. Ήταν διακοσμημένο σε απαλό ροζ και πράσινο του μήλου, ένα μεγάλο κρεβάτι με ουρανό στο κέντρο, κορνιζαρισμένες αφίσες στους τοίχους, ρούχα πεταμένα παντού και ένα θορυβώδες παιχνίδι σκακιού σε εξέλιξη. Το βλέμμα της Κέιτ στάθηκε στις γυναίκες που κάθονταν αριστερά και δεξιά του Ντόμινικ. Οι τρεις τους ήταν στο κρεβάτι, οι γυναίκες πλαισίωναν τον Ντόμινικ σαν δύο όμοιοι βιβλιοστάτες. Ξανθές, η μία με μια καστανόξανθη χαίτη, η άλλη με κατσαρές μπούκλες στο χρώμα της πικραλίδας, τα μακριά πόδια τους ήταν ντυμένα με μάλλινα παντελόνια και τα μικροσκοπικά κασμίρ πουλόβερ τους επιδείκνυαν τα τέλεια στήθη τους, όχι υπερβολικά μεγάλα ούτε υπερβολικά μικρά — λες και τα είχαν κάνει ειδική παραγγελία για να ταιριάζουν τα εφαρμοστά πουλόβερ τους. Μεγάλα διαμαντένια σκουλαρίκια λαμπύριζαν στα αυτιά τους και τα μεθυστικά αρώματά τους σε χτυπούσαν στο κεφάλι ακόμη και από μακριά. Ήταν τόσο τέλειες όσο οι πρώτης κατηγορίας οδοντίατροι, προσωπικοί γυμναστές και αισθητικοί κατάφεραν να τις κάνουν. Το ότι μπορεί να ήταν κλώνοι σε καμιά χιλιάδα άλλες πανάκριβα ντυμένες και μακιγιαρισμένες γυναίκες ήταν μάλλον κακία αλλά και αλήθεια ταυτόχρονα. Καμιά από τις δύο δεν είχε την ελάχιστη σπίθα ζωντάνιας μέσα της. Με μια μικρή εξαίρεση. Η μία από τις γυναίκες την κοιτούσε απειλητικά μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της. Είτε εκείνο το εριστικό βλέμμα συνοδευόταν από μια ηχητική μπάρα ή κάποιο τυχαίο ένστικτο τον ειδοποίησε και ο Ντόμινικ σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του την είδε. Χαμογέλασε. «Γειά σου, μωρό μου. Έλα μέσα». Χτύπησε απαλά το γόνατό του. «Κάθισε εδώ, μαζί μου». Το τραπεζάκι του σκακιού είχε τοποθετηθεί μπροστά στο κρεβάτι. Ο Ντόμινικ καθόταν στη μια πλευρά, η Ντόμινικ απέναντι του σε μια ροζ πολυθρόνα με φραμπαλάδες, τα άλλα παιδιά είτε κάθονταν ή στέκονταν όρθια γύρω από το τραπέζι, παρακο[230]


λουθώντας και δίνοντας συμβουλές. Ο Ντόμινικ είπε ευγενικά «Συγνώμη» στη γυναίκα στα αριστερά του, δείχνοντάς της να μετακινηθεί, έπειτα άνοιξε την αγκαλιά του στην Κέιτ καθώς εκείνη πλησίαζε. Η εχθρική ξανθιά μετακινήθηκε ελάχιστα, ο Ντόμινικ συνοφρυώθηκε ελαφρά αλλά δεν είπε τίποτα εκτός από ένα ψιθυριστό «Μου έλειψες, μωρό μου» και κάθισε την Κέιτ στα πόδια του. «Και εσύ είσαι η;» ρώτησε η κομψή ξανθιά κοιτάζοντας βλοσυρά την Κέιτ. «Κάθριν, αυτή είναι η Τσάρλι και...» —ο Ντόμινικ έκανε ένα νεύμα προς τα δεξιά του— «...αυτή είναι η Άντζελα». «Μη ρωτάς», είπε η Τσάρλι, το χαμόγελό της ψυχρό. «Είναι ένα οικογενειακό όνομα». Δεν είχε σκοπό να ρωτήσει αυτό η Κέιτ αλλά το τι δουλειά είχε αυτή να κάθεται τόσο κοντά στον Ντόμινικ που το μπράτσο της κόντευε να του κάνει εγκαύματα από την τριβή. Αλλά η Νάνα δε θα το ενέκρινε αν ήταν τόσο ανοιχτά αγενής, έτσι είπε: «Ωραίο όνομα» και χαμογέλασε. «Είσαι από δω γύρω;» Το βλέμμα της Άντζελα ήταν ψυχρό. Η Κέιτ κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι». Ένα σφιγμένο στόμα, ένα βλέμμα που τη μέτρησε από πάνω ως κάτω. «Από πού είσαι;» Η Κέιτ αμφιταλαντεύθηκε για μια στιγμή, μπήκε στον πειρασμό να πει «από τον Άρη». «Μινεσότα... Βοστόνη». Η Άντζελα σήκωσε ένα τέλεια μαδημένο και βαμμένο φρύδι. «Χάρβαρντ;» «Όχι». «Το φαντάστηκα», είπε η σγουρομάλλα ξανθιά με ένα αποδοκιμαστικό χαμόγελο. «Τι δουλειά κάνεις;» Στην πραγματικότητα αυτό που εννοούσε ήταν: «Πόσο τον χρεώνεις;» Το δολοφονικό σχόλιο ήταν πρόστυχο. Όχι όσο θα τον χρέωνες εσύ. «Εργάζομαι στην ΙΤ». «Έτσι γνώρισες τον Ντόμινικ; δούλευες γι’ αυτόν;» Η έμφαση στο ρήμα υπονοούσε ότι η δουλειά ήταν για εκείνες τις δύστυχες ψυχές που δεν είχαν σεβαστά καταπιστεύματα. Σοβαρά, Νάνα, πρέπει να είμαι οπωσδήποτε ευγενική; Η Κέιτ αναστέναξε μέσα της. «Ναι, έκανα μια έρευνα για τις επιχειρήσεις [231]


του». Ο Ντόμινικ σήκωσε το βλέμμα του από το σκάκι ενώ η Νικόλ αποφάσιζε για την επόμενη κίνησή της και έδωσε ένα τέλος στην αγενή ανάκριση. «Θα ήθελα η Κάθριν να εργαστεί κανονικά στην εταιρεία, αλλά αρνείται. Θέλει να είναι ανεξάρτητη, έτσι δεν είναι, γλύκα μου;» Χάιδεψε το μάγουλό της με τα δάχτυλά του κάνοντας μια μικρή, ευλαβική χειρονομία. «Προσπαθώ να τη μεταπείσω. Θα ήθελα να μείνει μαζί μου και να με κάνει ευτυχισμένο. Μέχρι τώρα δεν είχα καμιά τύχη, αλλά δεν παραιτούμαι». Αν αυτό δεν ήταν ο παράδεισος, τότε ήταν μόνο ένα σύννεφο μακριά, αποφάσισε η Κέιτ. Πόσο γλυκό από μέρους του να τη διεκδικήσει με τέτοιο τρόπο δημόσια. Ειλικρινά, η ίδια δε θα το είχε πει καλύτερα αν έγραφε μια γαλλική ρομαντική κομεντί. Για να μην αναφέρουμε ότι οι δύο ξανθές θα μπορούσαν να είναι ηθοποιοί στη συγκεκριμένη κομεντί με τις εκφράσεις που πήραν τα πρόσωπά τους: κακία, σοκ και προσβολή. Νιώθοντας ότι τα ανοιχτά στόματα των δύο γυναικών έδειξαν ότι το μήνυμα είχε ληφθεί, ο Ντόμινικ τράβηξε την Κέιτ πιο κοντά του και έστρεψε την προσοχή του πίσω στο παιχνίδι. «Έι, Νικόλ, είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το κάνεις αυτό; Ο επίσκοπός μου στέκεται εδώ —έδειξε την άκρη της σκακιέρας— περιμένοντας να σηκώσεις το χέρι σου από εκείνον τον πύργο. Έλα, σκέψου». Η Νικόλ μετακίνησε τον πύργο της από την επικίνδυνη θέση. «Μπράβο. Καλύτερα έτσι. Τώρα θα μετακινήσω τον ιππότη μου και αυτός είναι πάντοτε μια απειλή. Γι’ αυτό πρόσεχε. Η Κάθριν είναι πολύ καλή στο σκάκι. Θα μπορούσε να σου δώσει μερικές συμβουλές. Με νίκησε στο Χονγκ Κονγκ». «Αλήθεια;» Μια χορωδία από φωνές, έξι νεανικά ζευγάρια μάτια στράφηκαν στην Κέιτ. «Ναι», είπε ο Ντόμινικ. Τα έξι ζευγάρια μάτια γύρισαν πίσω στον Ντόμινικ: «Σε κανονικό παιχνίδι;» «Φυσικά. Η Κάθριν είναι πολύ καλή. Ξέρει τι πρέπει να κάνει. Έλα, βοήθησε τη Νικόλ και θα τους δείξουμε». Ο Ντόμινικ έσκυψε το κεφάλι του λιγάκι, χαμογέλασε στην Κέιτ. «Κάνεις κέ[232]


φι να τη βοηθήσεις;» Έπειτα από τον τρόπο που την υπερασπίστηκε, η Κέιτ ήταν πρόθυμη να κάνει τα πάντα για εκείνον, τα λόγια του ζέσταιναν ακόμη την καρδιά της. «Σίγουρα. Κανένα πρόβλημα». Χαμογέλασε στη Νικόλ. «Για να δούμε αν μπορούμε να νικήσουμε τον θείο σου. Εντάξει;» «Η Τζούλια έπαιζε σκάκι μαζί σου, έτσι δεν είναι Ντόμινικ;» πετάχτηκε ύπουλα η Τσάρλι στην κουβέντα τους. «Τη θυμάμαι να λέει τι καλός παίκτης ήσουν». «Δεν έπαιζε πολύ», είπε ο Ντόμινικ ψυχρά. «Προσπαθούσε να μάθει». Στράφηκε στην Κέιτ και χαμογέλασε. «Έτοιμη να με νικήσεις, μωρό μου;» Σε εκείνο το σημείο, δύο βλοσυρές γυναίκες, πολύ απογοητευμένες χάθηκαν στο φόντο. Ο Ντόμινικ και η Κέιτ έπαιξαν σοβαρά ως συνήθως, και οι δύο αντίθετοι στην ιδέα μιας ήττας. Τα παιδιά έπαιζαν με τον Ντόμινικ εδώ και χρόνια και συμμετείχαν όλα παθιασμένα στο παιχνίδι, δίνοντας συμβουλές, φωνάζοντας οδηγίες, πηδώντας πάνω κάτω όταν κάποιος έκανε μια έξυπνη κίνηση. Ακόμη και η Έλι καταλάβαινε πότε συνέβαινε κάτι καλό και χαμογελούσε πίσω από το χνουδωτό αρκουδάκι της με τον αντίχειρα του χεριού της στο στόμα της. Προς το τέλος η Κέιτ και η Νικόλ έπαιζαν για να κρατήσουν ασφαλείς το βασιλιά τους και ένα ιππότη, προσπαθώντας να αποφύγουν τον Ντόμινικ που τους καταδίωκε επίμονα. Έμεναν μακριά από τον κίνδυνο, αλλά έτρεχαν πάντοτε προς τα πίσω, εξάντλησαν όλες τις δυνατότητές τους να διατηρήσουν το βασιλιά τους όρθιο και αναπόφευκτα ο Ντόμινικ τους έκανε τελικά ματ. «Σου πήρε αρκετό χρόνο, όμως», είπε η Κέιτ χαμογελώντας. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Είσαι πολύ ζόρικη παίκτρια», είπε ο Ντόμινικ. «Αναρωτιόμουν πόσο θα κρατούσες το βασιλιά σου σε εκείνο το ασφαλές τετράγωνο». Δεν ήταν αλήθεια. Ήξερε ότι στο τέλος η Κάθριν θα το ρισκάριζε. Δεν έπαιζε ποτέ εκ του ασφαλούς για πολύ ώρα. «Ακόμη ένα παιχνίδι, ακόμη ένα!» ούρλιαζαν τα παιδιά. «Δεν μπορούμε», είπε ο Ντόμινικ. «Υποσχέθηκα στην Κάθριν έναν περίπατο στην παραλία απόψε. Θα παίξουμε μια άλλη μέρα». [233]


«Αύριο; Νωρίς!» Μια οχλοβοή από ουρλιαχτά που σταμάτησαν όταν ο Ντόμινικ και η Κάθριν αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Αύριο αλλά όχι νωρίς», προειδοποίησε ο Ντόμινικ. «Θα σας στείλουμε ένα μήνυμα». Σηκώνοντας την Κέιτ όρθια, σηκώθηκε κι εκείνος από το κρεβάτι και κοίταξε ευγενικά τις δύο μουτρωμένες γυναίκες. «Χάρηκα που σας είδα», είπε και στράφηκε στα παιδιά. «Εντάξει, παιδιά, εξασκηθείτε μόνοι σας. Θα δούμε ποιος θα νικήσει αύριο». «Αγκαλιά! Αγκαλιά!» τσίριξε η Έλι χοροπηδώντας επάνω στην καρέκλα που καθόταν με το αρκουδάκι της και παρακολουθούσε τον αγώνα. Σκύβοντας ο Ντόμινικ τη σήκωσε, την αγκάλιασε, της έδωσε ένα φιλί και την άφησε κάτω. «Άλλος κανείς;» ρώτησε κοιτάζοντας τα άλλα παιδιά με ένα αχνό χαμόγελο. Όλα ήθελαν αγκαλιές, ακόμη και τα αγόρια που προσπαθούν να δείχνουν μεγάλοι. Ακόμη και η Νικόλ που έμεινε πιο πίσω στην αρχή, μόλις ο Ντόμινικ της έκλεισε το μάτι έτρεξε στην ανοιχτή αγκαλιά του. «Η Νικόλ έχει φύγει πια από την ηλικία της αγκαλιάς», είπε ο Ντόμινικ αργότερα καθώς αυτός και η Κέιτ περπατούσαν στο διάδρομο. «Τα παιδιά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα. Θυμάμαι την ημέρα που γεννήθηκε». «Είναι σπουδαία παιδιά. Νομίζεις ότι θα έπρεπε να αφήσεις τη Νικόλ να νικήσει;» «Ήθελες να το κάνω;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω». «Ο παππούς σου σε άφηνε να τον νικάς;» «Νομίζω ότι μπορεί να το έκανε μερικές φορές». «Τότε, την επόμενη φορά κάνε μου ένα νόημα με τα μάτια. Μπορώ κι εγώ να το κάνω. Βλέπεις, με κάνεις ήδη καλύτερο άνθρωπο». «Τα πας μια χαρά και μόνος σου. Τα παιδιά σ’ αγαπούν». Η ξαφνική σιωπή ήταν αμήχανη, η λέξη «αγαπώ» φώτισε ξαφνικά τον εγκέφαλό τους. Άρχισαν να μιλούν ταυτόχρονα. «Εσύ πρώτη», είπε ο Ντόμινικ, προσεκτικός μπροστά στον κίνδυνο. [234]


«Έλεγα ότι άφησες δύο πολύ απογοητευμένες γυναίκες εκεί πίσω», είπε η Κέιτ υπακούοντας στη λογική της να διώξει την όποια σκέψη για αγάπη. «Νομίζω ότι είχαν ελπίδες». «Κακώς». «Είναι και οι δύο όμορφες». Πράγματι ήταν. Τέλειες, με έναν πλαστικό τρόπο. Ο Ντόμινικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Αφού το λες εσύ». «Πόσο καλά τις ξέρεις; Ξέχασέ το. Δεν είσαι υποχρεωμένος να μου πεις. Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί ρώτησα». «Ναι ξέρεις. Επειδή ζηλεύεις όπως κι εγώ. Και το μισώ», μουρμούρισε. «Με τρελαίνει όσο κι εσένα. Κοίτα, τις έβγαλα έξω μερικές φορές πριν χρόνια. Αυτό είναι όλο». «Χριστέ μου. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, τελικά. Εκτός κι αν έχουν χωρίσει πρόσφατα ή κάτι τέτοιο». «Δεν έχω ιδέα. Δεν παρακολουθώ τη ζωή τους». «Φίλες της Μέλανι;» «Κατά κάποιον τρόπο». Έβγαλε μια μικρή ανάσα. «Γυναίκες σαν την Τσάρλι και την Άντζελα ελκύονται από τα λεφτά μου. Δεν ξέρουν πόσο βαρετός είμαι. Δουλειά, δουλειά κι άλλη δουλειά. Μόνο αυτό κάνω». «Ίσως τους αρέσει το πέος σου». Τα σκληρά μάτια τους, ο τρόπος που τον διεκδικούσαν δεν ήταν αποκλειστικά για τα χρήματα. «Ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση», της είπε απαλά, δίνοντάς της το χέρι του καθώς έφταναν στο κεφαλόσκαλο. «Δεν έχει σημασία τι τους αρέσει ή τι θέλουν. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο». «Θα πάμε αλήθεια μια βόλτα στην παραλία;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ. Το τακτ σου είναι αξιοθαύμαστο. Και, ναι, αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να σου δείξω τη γέφυρά μου». «Τη δική σου;» τον πείραξε, το φλερτ ήταν πάντοτε ασφαλέστερο από το πραγματικό συναίσθημα. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατειά. «Είναι όταν επιστρέφω σπίτι και θέλω να τη δεις. Πρέπει να βρω τον Ρόσκο», είπε όταν έφτασαν στη βάση της σκάλας. «Θα ανταλλάξω μερικές λέξεις μαζί του και μετά μπορούμε να φύγουμε...» —κοίταξε το ρολόι του «...στην ώρα που είπαμε». [235]


Ο Ρόσκο δεν ήταν καθόλου όπως τον είχε φανταστεί η Κέιτ. Ήξερε ότι ήταν μεγαλύτερος, έτσι περίμενε κάποιον υπέρβαρο άντρα, φαλακρό ή με αραιά γκρίζα μαλλιά και λίγες ρυτίδες. Φορούσε τζιν παντελόνι και ένα γκρι μεταξωτό μακρυμάνικο πουκάμισο κουμπωμένο στο λαιμό, τα ξανθά μαλλιά του μακριά σαν του Ντόμινικ, το λεπτό πρόσωπό του ηλιοκαμένο και είτε είχε καλό αισθητικό χειρούργο ή είχε πολύ καλά γονίδια. Δεν έδειχνε ούτε μέρα πάνω από σαράντα. «Ώστε εσύ είσαι η μάγισσα», είπε με αναίδεια όταν τους σύστησε ο Ντόμινικ. «Λάθος, Ρόσκο. Η Κάθριν είναι το γούρι μου. Η ζωή έχει γίνει πολύ καλύτερη από την ημέρα που τη γνώρισα. Γι’ αυτό να είσαι ευγενικός». Αν και ήταν ήδη. Ο Ρόσκο είχε χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του και μιλούσε πιο ήσυχα από τον συνήθη δυνατό τόνο που ξυπνούσε ακόμη και νεκρούς. Ο Ρόσκο χαμογέλασε. «Ευχαριστώ που μας έφερες πίσω τα είκοσι εκατομμύρια». Ο Ντόμινικ της είχε πει ότι ο Ρόσκο είχε παντρευτεί δύο φορές και η Κέιτ κατάλαβε γιατί οι γυναίκες τον συμπαθούσαν. Είχε ένα πολύ ωραίο χαμόγελο. «Ευχαρίστησή μου». «Πρέπει να έρθεις να δουλέψεις για εμάς». «Καλύτερα όχι, αλλά σ’ ευχαριστώ». Κοίταξε τον Ντόμινικ σηκώνοντας τα φρύδια του. «Τι στο καλό έπαθες εσύ; Δεν μπορείς να της κάνεις μια πρόταση που να μην μπορεί ν’ αρνηθεί;» «Το προσπαθώ, Ρόσκο. Αλλά δεν ενδιαφέρεται για τα χρήματα. Τι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό;» «Είμαι σίγουρος ότι θα βρεις έναν τρόπο», μουρμούρισε ο Ρόσκο. «Αν έχεις ένα λεπτό, θα ήθελα να μιλήσουμε για μερικά πράγματα». Ο Ντόμινικ έριξε στην Κέιτ ένα ερευνητικό βλέμμα. «Σε πειράζει, μωρό μου; Πέντε λεπτά;» «Θα πάω να βρω την Γκρέτσεν. Έλα να με πάρεις όταν τελειώσεις». «Βλέπεις Ρόσκο; Δεν είναι τέλεια;» Έπιασε την Κέιτ από τον ώμο και την έστριψε προς την άλλη πλευρά. «Να η Γκρέτσεν. Πέντε λεπτά. Θα έρθω να σε πάρω». Η Κέιτ πήγε στην κουζίνα πρώ[236]


τα επειδή το μαρτίνι του Πο ήταν σαν νέκταρ και ήταν εθισμένη. Θα έβρισκε την Γκρέτσεν μόλις έπαιρνε το ποτό της. Αλλά είχε μόλις φτάσει στον πάγκο όπου δούλευε ο μπάρμαν και είχε παραγγείλει το ποτό της όταν η φωνή ενός άντρα κοντά στο αυτί της είπε: «Ο Ντόμινικ έχει εξαίρετο γούστο ως συνήθως». Γύρισε και είδε έναν ψηλό, ηλιοκαμένο ξανθό να της χαμογελάει και αναρωτήθηκε αν όλοι οι φίλοι του Ντόμινικ έμοιαζαν με Καλιφορνέζους σέρφερ. «Κιπ Γουότσον», είπε, με μια κλίση του κεφαλιού του. «Δεν μπορώ να σου πω πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω». Μιλούσε απαλά, χαμηλόφωνα και στα μάτια του υπήρχε μια παιχνιδιάρικη σπίθα. «Κάθριν Χαρτ. Χαίρομαι κι εγώ που σε γνωρίζω». «Δεν είσαι από εδώ τριγύρω». Χαμογέλασε. «Από το Φάργκο;» «Όλοι το λένε αυτό και δε νομίζω ότι έχω διαφορετική προφορά». «Είναι γοητευτική. Μην την αλλάξεις. Μπορώ να σου φέρω ένα ποτό;» «Παρήγγειλα, ευχαριστώ». «Θα μείνεις πολύ εδώ;» Το βλέμμα του περιεργάστηκε αργά το σώμα της πριν επιστρέφει στο πρόσωπό της. «Κάνω μια μικρή προσευχή να πεις ναι», της είπε χαμογελώντας αργά, άνετα. «Δεν είμαι σίγουρη». Ανασήκωσε τους ώμους της ελαφρά. «Αυτό είναι καλύτερο από ένα όχι. Μπορώ να σε βγάλω έξω για δείπνο ένα βράδυ;» «Όχι, δεν μπορείς», είπε ο Ντόμινικ πλησιάζοντας και περνώντας το χέρι του γύρω από τους ώμους της Κέιτ. «Είναι δική μου». «Δική σου;» Ο Κιπ ανασήκωσε το φρύδι του τεμπέλικα. «Τι στην οργή σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει να κάνεις πίσω, Κιπ, αλλιώς θα σου τσακίσω το λαιμό», είπε ο Ντόμινικ με το ίδιο τεμπέλικο τόξο των φρυδιών. Το χαμόγελο του Κιπ ήταν αυτάρεσκο, ένας μικρός κομπασμός στη φωνή του. «Δεν είσαι ο έφηβος στην παραλία που εκφοβίζει κάποιον απατεώνα σέρφερ, Νικ. Εκείνες οι ημέρες έχουν περάσει προ πολλού». [237]


«Ξέρω ακριβώς πού και ποιος είμαι, είπε ο Ντόμινικ ήσυχα, το αστραφτερό μπλε βλέμμα του καρφωμένο στον Κιπ. «Επομένως δεν πρόκειται να μου κάνεις τίποτα». «Στη θέση σου δε θα βασιζόμουν σ’ αυτό». «Εδώ; Στο σπίτι του Μαξ; Ποιον δουλεύεις;» «Είπα εγώ ότι θα το έκανα εδώ; Δε θυμάμαι να το έχω πει. Θυμάμαι όμως ότι είπα πως θα σου τσακίσω το λαιμό αν πλησιάσεις την Κάθριν». Ο Ντόμινικ έσκυψε ελαφρά μπροστά, η επιθετικότητα τέντωνε κάθε του νεύρο, η φωνή του θανάσιμη. «Αυτό είναι μια υπόσχεση. Γι’ αυτό, μείνε μακριά της». Το σαγόνι του χαλάρωσε, ο φόβος πέρασε πάνω από τα χαρακτηριστικά του Κιπ με φοβερή ταχύτητα, σαν τρέιλερ ταινίας σε διπλό χρόνο. «Τώρα τσακίσου φύγε από δω», είπε ο Ντόμινικ, πολύ ήρεμα. Τρομοκρατημένος, ο Κιπ έμοιαζε με ελάφι τυφλωμένο από προβολείς αυτοκινήτου. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» Οι λέξεις που βγήκαν ψιθυριστά ενήργησαν σαν το κρακ ενός μαστιγίου. Τινάχτηκε προς τα πίσω, έκανε απότομη στροφή και εξαφανίστηκε. «Εντάξει;» Ο Ντόμινικ έχωσε τη μύτη του στο μάγουλο της Κέιτ. «Καμιά σκηνή. Δεν ύψωσα καν τη φωνή μου». Γύρισε και τον κοίταξε. «Θα τσακίσεις το λαιμό του; Σοβαρά;» είπε δήθεν με έκπληξη. «Δε νομίζεις ότι αντέδρασες κάπως υπερβολικά;» Ο Ντόμινικ συνοφρυώθηκε. «Στις καλές του ημέρες ο Κιπ είναι ένας ηλίθιος. Δεν τον ξέρεις όπως εγώ. Δεν ήταν μια ειλικρινής πρόσκληση σε δείπνο». «Δε σκόπευα να δεχτώ». «Δεν είχε το δικαίωμα να σ’ το ζητήσει», είπε ο Ντόμινικ κοφτά. «Δεν μπορείς να απειλείς όποιον με πλησιάζει». Μπορούσε και θα το έκανε. «Συγνώμη, γλύκα μου». Αλάφρυνε τον τόνο της φωνής του. «Ίσως ο Κιπ μου χτύπησε στα νεύρα». Του έριξε ένα λοξό βλέμμα. «Τσακωνόσουν πολύ όταν ή[238]


σουν νέος;» Του πήρε ένα λεπτό για να απαντήσει, τα εφηβικά του χρόνια ήταν γεμάτα δραστηριότητες. Σχολείο, σπορ, σεξ, σέρφινγκ. Ήταν πάντοτε πολυάσχολος. Δεν ξέρω για πολλούς καβγάδες. Αλλά ανάμεσα στην εξημμένη εχθρότητα για οικογενειακά θέματα και τις μαινόμενες ορμόνες...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Είχα ένα δυο καβγάδες. Δεν ήμουν ο μόνος. Έφηβοι, τι να πω; Όλο και κάποιος μάγκας υπήρχε στην παραλία που προσπαθούσε να αποδείξει κάτι. Εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο οπότε χτύπησα κάποια κεφάλια εκεί, αλλά τίποτα πέρα από τα συνηθισμένα. Έπαιζα και μπέιζμπολ αλλά αυτό δεν είναι άθλημα με σωματική επαφή». Με τίποτα δε σκόπευε να αναφέρει το ατελείωτο σεξ —που ήταν ένα σπορ επαφής. «Δεν καθόμουν παθητικά, αλλά ούτε πήγα ποτέ γυρεύοντας για καβγά, αν είναι αυτό για το οποίο αναρωτιέσαι». Χαμογέλασε με το πιο γοητευτικό του χαμόγελο, εκείνο που έκανε αλοιφή τη θηλυκή δυστροπία και δυσαρέσκεια, και είχε φανεί χρήσιμο σε πάρα πολλές περιπτώσεις. «Είμαστε εντάξει τώρα; Είμαι αρκετά φυσιολογικός ώστε να μη νιώθεις νευρική; Μπορούμε να φύγουμε από δω τώρα;» Πέρασε άλλη μισή ώρα για να φτάσουν στην πόρτα επειδή όλοι ήθελαν να μιλήσουν στον Ντόμινικ ή να δουν από κοντά τη γυναίκα που είχε φιλήσει με τόσο θεαματικό τρόπο. Οι καλεσμένοι που ήθελαν να μιλήσουν στον Ντόμινικ ήταν σχεδόν όλοι γυναίκες αλλά απέφυγε τις περισσότερες με ένα χαμόγελο και λίγες σύντομες λέξεις, ως τη στιγμή που μια γυναίκα τον άρπαξε από το μπράτσο και δεν τον άφηνε. Ήταν σαν τις περισσότερες γυναίκες εκεί μέσα: κομψή, λεπτή, καλοντυμένη, καλοχτενισμένη, όμορφη. «Έλα για καφέ μια μέρα», είπε απαλά με αχνή φωνή. «Όποτε θέλεις». «Θα το τσεκάρω με την Κάθριν», είπε ο Ντόμινικ ελευθερώνοντας ευγενικά το χέρι του. «Εκείνη κανονίζει το πρόγραμμά μας. Πώς είναι ο Τζο και τα παιδιά;» Η γυναίκα δε φάνηκε να ακούει ή να καταλαβαίνει. «Μου λείπεις, πραγματικά», ψιθύρισε. «Ευχαριστώ, Μπετς. Λυπάμαι», είπε απαλά πηγαίνοντας προς την πόρτα, «αλλά φεύγουμε». Πριν [239]


η Κέιτ σκεφτεί ότι η σκηνή που είχε μόλις παρακολουθήσει θα μπορούσε θαυμάσια να αφορά εκείνη σε λίγο καιρό, η μελαγχολική σκέψη εξαφανίστηκε από τον ήχο μιας αιχμηρής, γνωστής φωνής. «Χρειάζεσαι κούρεμα, Ντόμινικ». Η Λετίσια Νάιτ στεκόταν ανάμεσα σε αυτούς και στην πόρτα, με μια περιφρονητική έκφραση στο τέλειο πρόσωπό της και τα δάχτυλά της με τα ροζ νύχια ενωμένα στη μέση της σε μια πόζα που θύμιζε τη Βασίλισσα της Αγγλίας όταν έβγαινε περίπατο. Μόνο η τσάντα έλειπε. Ο Ντόμινικ σταμάτησε απότομα. «Αν ήθελα να κόψω τα μαλλιά μου, μητέρα, θα το είχα κάνει». Μύρισε τον αέρα περιφρονητικά. «Δεν είσαι ένας σέρφερ πια». «Τι σας κάνει να το πιστεύετε αυτό;» είπε ευχάριστα. Ένα γρήγορο, συγκαταβατικό βλέμμα προς το μέρος της Κέιτ. «Βλέπω ότι η δεσποινίς Χαρτ σου κρατάει ακόμη συντροφιά». «Όντως. Αισθάνομαι πολύ τυχερός. Υπάρχει κάτι που σας απασχολεί;» «Η Τσάρλι είπε ότι τη σνομπάρισες, για την ακρίβεια ήσουν φοβερά αγενής μαζί της». «Και αυτό σας ενδιαφέρει... επειδή;» «Επειδή η μητέρα της είναι πολύ καλή φίλη μου. Θα περίμενα να είσαι πιο ευγενικός μαζί της». «Να μην περιμένετε τίποτα από μένα, μητέρα. Εκείνο το πλοίο σαλπάρισε χρόνια πριν. Τώρα αν μας επιτρέπετε, φεύγουμε». Όταν εκείνη δε μετακινήθηκε, ο Ντόμινικ άφησε το χέρι της Κέιτ πλησίασε τη μητέρα του και είπε πολύ ήσυχα: «Σας παρακαλώ να φύγετε από τη μέση, μητέρα». Έσκυψε το κεφάλι του, το βλέμμα του τελείως κενό. «Μας κόβετε το δρόμο». Η Λετίσια παραμέρισε. «Σοφή επιλογή», μουρμούρισε ο Ντόμινικ. Έπειτα της γύρισε την πλάτη, πήγε στην ντουλάπα από όπου πήρε το σακάκι της Κέιτ, τη βοήθησε να το φορέσει κάτω από το παγωμένο βλέμμα της Λετίσια και χωρίς να ανταλλάξει άλλη κουβέντα μαζί της, οδήγησε την Κέιτ στην πόρτα. [240]


Την αμέσως επόμενη στιγμή ήταν έξω από το σπίτι. «Λυπάμαι γι’ αυτό», είπε με ένα μικρό αναστεναγμό. «Ήλπιζα ότι θα την απέφευγα». «Μη λυπάσαι. Δε σημαίνει τίποτα για μένα». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Άλλο ένα σημείο στο οποίο συμφωνούμε». Σήκωσε τα μάτια του ψηλά. «Γεια σου, Λίο. Όλα ήσυχα;» Ο Λίο βγήκε από τη σκιά. «Όλα μια χαρά». «Ήταν ένα ωραίο πάρτι, αλλά και οι δύο προτιμούμε να πάμε στο σπίτι». «Δε σας κατηγορώ». Ο Ντόμινικ έπιασε το χέρι της Κέιτ και άρχισε να περπατάει. «Ας αφήσουμε τον περίπατο στη γέφυρα για άλλη φορά», είπε ήσυχα προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό του την αναμέτρηση με τη μητέρα του, ρωτώντας τον εαυτό του γιατί τον είχε εκνευρίσει περισσότερο από συνήθως απόψε. «Ξαφνικά η ιδέα του σπιτιού μου φαίνεται περισσότερο ελκυστική». «Δε χρειάζεται να με πείσεις. Μου αρέσει να είμαι μόνη μαζί σου». Ο Ντόμινικ έβγαλε μια ανάσα απαλά. «Το ίδιο κι εγώ, μωρό μου. Είμαστε και οι δύο στο ίδιο μήκος κύματος». Η μητέρα του τον είχε επηρεάσει, σκέφτηκε η Κέιτ. Και γιατί όχι; Ήταν ωραίο να κρύβεις όλη εκείνη τη δυστυχία κάτω από το χαλί, αλλά πότε πότε έβγαινε στην επιφάνεια. Ή είχε προκληθεί σκόπιμα από τη Λετίσια Νάιτ. Η ψυχρή σκύλα τον περίμενε κυριολεκτικά στη γωνία.

[241]


Κεφάλαιο 19 Άφησα τα τηλέφωνά μας να φορτίζουν στο διπλανό δωμάτιο», είπε ο Ντόμινικ καθώς έμπαιναν στο υπνοδωμάτιό του. «Θα επιστρέφω αμέσως». Λίγα λεπτά αργότερα, επέστρεψε από την ενδιάμεση πόρτα που συνέδεε το υπνοδωμάτιό του με το μικρό γραφείο του, ξυπόλυτος τώρα. Πηγαίνοντας στο κρεβάτι έδωσε στην Κέιτ το τηλέφωνό της. «Ο Ρόσκο είπε ότι έχω μερικά e-mail που θα έπρεπε να κοιτάξω. Σβήνει όσα μπορεί. Ίσως η Νάνα σου άφησε κάποιο μήνυμα. Της είπες ότι είσαι εδώ;» «Όχι ακόμη». Η Κέιτ άνοιξε το κινητό της. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Θα της το πεις ποτέ;» Στριφογύρισε τα μάτια της. «Το σκέφτομαι». «Πες μου αν θα πρέπει να προσθέσω μια σημείωση» την πείραξε, πέφτοντας στο κρεβάτι και βάζοντας μερικά μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι του. Τεντώθηκε δίπλα της και άρχισε να διαβάζει τα e-mail του. Είχε σβήσει εκείνο από τον Λίο με την ώρα και τον τόπο της συνάντησης με τον Γκόρα. «Ζήτω! Έχω άλλη μια πρόταση για δουλειά! Πω, Πω!» Η Κέιτ ανακάθισε γρήγορα, κοίταξε την οθόνη του κινητού της, διάβασε όλο το e-mail, έπειτα το έδωσε στον Ντόμινικ. «Η CX Capital ικανοποιήθηκε με τη δουλειά μου στη Σιγκαπούρη». «Γιατί όχι;» της είπε με ένα επιδοκιμαστικό χαμόγελο. «Είσαι η μάγισσα του κυβερνοχώρου που βρίσκει πάντοτε τα χαμένα κλοπιμαία». Αφήνοντας το τηλέφωνό του πήρε το δικό της και διάβασε το μήνυμα που περίμενε. «Συγχαρητήρια». Της επέστρεφε το τηλέφωνο. «Και τα χρήματα δεν είναι άσχημα». «Είναι φοβερά! Καλά, δε συγκρίνονται με τη δική σου αντί[242]


ληψη περί χρημάτων», του είπε με ένα μικρό χαμόγελο, σκύβοντας για να βάλει το τηλέφωνό της στο κομοδίνο. «Αλλά μερικοί από εμάς έχουμε συνηθίσει να ζούμε με τα χρήματα υποτροφιών και ράμεν νουντλς. Είδες ότι έχουν ένα υπενοικιασμένο διαμέρισμα στη διάθεσή μου;» «Σε θέλουν πραγματικά, μωρό μου. Αν και θα μπορούσες να μείνεις στο δικό μου σπίτι στο Λονδίνο, αν θέλεις». «Θα θυμώσεις αν αρνηθώ;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Όχι, δεσποινίς Ανεξαρτησία. Βλέπεις, μαθαίνω. Λοιπόν, πες μου, νομίζεις ότι θα σου αρέσει αυτή η δουλειά;» «Αστειεύεσαι; Έχουν κάποια σοβαρά κενά στην ασφάλειά τους που πρέπει να κλείσουν. Αν αυτό δεν είναι διασκεδαστικό τι είναι;» Ο Ντόμινικ γέλασε. «Έλα ντε». «Δε χρειάζεται να παρουσιαστώ μέχρι την επόμενη εβδομάδα», είπε η Κέιτ απαλά. «Χαίρομαι». «Κι εγώ. Έχουμε ακόμη μερικές ημέρες δικές μας». Άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε επάνω του. «Μόνοι μας». Σήκωσε το κεφάλι του από το μαξιλάρι, τη φίλησε και πέφτοντας πίσω είπε ήσυχα: «Χαίρομαι για σένα, μωρό μου». «Σ’ ευχαριστώ. Αγαπώ τη δουλειά μου». «Δεν είναι πολύ ωραίο συναίσθημα;» Χαμογέλασε. «Θα σε πάω εγώ στο Λονδίνο. Πες τους ότι δε χρειάζεται να σου στείλουν αεροπορικό εισιτήριο. Μόλις τακτοποιηθείς, θα φύγω για τη Ρώμη. Δουλειές», πρόσθεσε. Η συνάντησή του με τον Γκόρα ήταν προγραμματισμένη για την Τρίτη. «Επειδή έβαλες τα πάντα σε αναμονή για μια εβδομάδα;» Ο Ντόμινικ κατένευσε. «Οι δουλειές μπορούν να περιμένουν. Προτιμώ να είμαι μαζί σου για όσο μπορώ. Ειδικά αν πρόκειται να αρχίσεις να δουλεύεις πάλι». Η φράση Προτιμώ να είμαι μαζί σου για όσο μπορώ ξύπνησε όλες τις ανασφάλειές της για το χρόνο —ή, μάλλον, την έλλειψη χρόνου. Το όποιο συμβόλαιο αποκλειστικότητας δε σήμαινε απολύτως τίποτα. Υπήρχαν τεράστιοι κίνδυνοι στο να αγαπάς κάποιον σαν τον Ντόμινικ Νάιτ. Ό,τι κι αν έλεγε εκείνος, η ζήλια της ήταν [243]


σαν ένα κτήνος που έβγαζε φλόγες από το στόμα του —αδύνατον να το τιθασεύσεις. Έτσι, παρ’ όλο που γνώριζε ότι θα έπρεπε να αφήσει το θέμα στην άκρη, να δεχτεί τη θέση της ανάμεσα στις εκατοντάδες των γυναικών που είχαν περάσει από τη ζωή του και να λέει ευχαριστώ, δεν άντεξε να ρωτήσει: «Ποια είναι η Μπετς;» «Γιατί;» Το καθάριο βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω της, η φωνή του βαθιά. «Επειδή την άκουσα να λέει πόσο πολύ της έχεις λείψει, γι’ αυτό». «Εσύ δε χρειάζεται να νιώθεις έτσι», της είπε, αγνοώντας την ερώτηση. «Εσύ είσαι ευπρόσδεκτη στη ζωή μου». Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το μάγουλό της με την παλάμη του. «Δεν ξέρω πόσες φορές πρέπει να σου το πω αυτό». «Δε μου απάντησες. Ποια είναι;» «Η Μπετς είναι κάποια που χρειάζεται κάποιον», απάντησε, ο ήσυχος τόνος της φωνής του δεν είχε σκοπό να την πείσει, αλλά να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. «Όχι κάποιον. Εσένα». «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Δεν είναι δυνατόν να με έχει». Αργά, πέρασε το χέρι του μέσα από τα ανακατωμένα μαλλιά της. «Εσύ όμως μπορείς να με έχεις, αν το θέλεις». Η Κέιτ πήρε μια μικρή ανάσα, τραβήχτηκε μακριά του, ανακάθισε στο κρεβάτι και του χαμογέλασε τρεμάμενα. Ξαφνικά ο Ντόμινικ ευχήθηκε να μην είχαν πάει σε εκείνο το καταραμένο πάρτι. Ή η Μπέτσι να μην είχε πάει στο πάρτι. Ή να μπορούσε να σκεφτεί κάποια δικαιολογία που θα καθησύχαζε την Κάθριν. Δυστυχώς το μυαλό του είχε αδειάσει. Πρέπει να ήταν πολύ πιο κουρασμένος από όσο νόμιζε. «Ξέρω ότι θα έπρεπε να είμαι ντροπαλή και να μην ταράζω τα νερά με ένα μεγάλο κατακτητή σαν εσένα», είπε η Κέιτ, η φωνή της πολύ ήσυχη παρά το αποφασιστικό ύφος της. Αυτό δεν είναι καλό, σκέφτηκε ο Ντόμινικ. Η Κάθριν αποφασισμένη. «Όμως δεν υπήρξα ποτέ σεμνότυφη ούτε προσεκτική, οπότε άκουσέ με. Σ’ αγαπώ. Δε χρειάζεται να μ’ αγαπάς κι εσύ. Το πιο πιθανό είναι ότι δε θα μπορούσες όσο κι αν το ήθελα. Αλλά είναι [244]


το μόνο που σκέφτομαι —παρ’ όλο που ξέρω πόσο ανόητο είναι να αγαπάς κάποιον σαν εσένα. Το σκέφτομαι συνεχώς, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, οπότε σ’ το λέω». Δεν ήταν για την Μπετς. Θα ήταν πολύ ευκολότερο. Η σιωπή μάκρυνε . «Πες κάτι». Το βλέμμα του άδειο, είχε κατεβάσει τα... ρολά. «Τι θέλεις να πω;» «Νομίζω ότι έχω ξανακούσει αυτήν τη φράση. Όμως ετούτη δεν είναι μια ερώτηση πολλαπλών επιλογών. Πες μου τι σκέφτεσαι». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά. «Σκέφτομαι ότι θα προτιμούσα να μη μου ζητούσες να σου πω τι σκέφτομαι». «Γιατί;» «Επειδή δε θέλω να σε τσαντίσω». Αυτή τη φορά χαμογέλασε εκείνη, αχνά επίσης. «Τόσο άσχημα, ε;» «Όχι, όχι τόσο άσχημα. Τίποτα που έχει σχέση μ’ εσένα δεν είναι άσχημο. Απλώς δεν ξέρω τι σκέφτομαι. Το μυαλό μου δε λειτουργεί έτσι». «Νιώθεις αμηχανία;» Η Κέιτ χαμογέλασε πλατιά, νιώθοντας μια παράξενη ικανοποίηση και ανακούφιση τώρα που είχε κάνει την εξομολόγησή της. Όλη εκείνη η καταπίεση που είχε επιβάλει στον εαυτό της να μη μιλήσει για τα συναισθήματά της είχε εξαφανιστεί. «Θα ευχόσουν να μην είχα μιλήσει;» «Ναι». Τα φρύδια της υψώθηκαν. Προτιμούσε να ξέρει από το να μην ξέρει. Εξάλλου δεν περίμενε ότι ο Ντόμινικ θα της έδινε ένα δαχτυλίδι. «Ναι σε όλα». Ένας σχεδόν άηχος αναστεναγμός, έπειτα οι βλεφαρίδες του σηκώθηκαν και της έριξε ένα μακρύ, κριτικό βλέμμα. «Κοίτα, μωρό μου, δεν καταλαβαίνεις», είπε απαλά, τα μπλε μάτια του παραδόξως ανοιχτά τώρα. «Κανένας δε με ρωτάει ποτέ τι νιώθω. Αλλά ακόμη και αν το έκαναν, φαντάζομαι ότι εκείνες οι πόρτες ήταν κλειστές και κλειδωμένες χρόνια πριν. Δεν ξεδιαλύνω τα συναισθήματά μου. Δεν ξέρω πώς. Στην περίπτωσή μου, είναι άσχετα με τις πράξεις μου. Οι δραστηριότητές μου βα[245]


σίζονται σε ρεαλιστικές αποφάσεις». «Εγώ, είμαι μια ρεαλιστική απόφαση;» «Το ήξερα ότι θα το πήγαινες εκεί», μουρμούρισε χτενίζοντας τα μαλλιά του με το χέρι του, χτυπώντας τις αρθρώσεις των δακτύλων του στο κεφαλάρι του κρεβατιού και μορφάζοντας. Έτριψε τα δάχτυλά του και άφησε το χέρι του να πέσει στο κρεβάτι. «Δεν ξέρω τι είσαι για μένα. Δεν ξέρω τι ημέρα είναι όταν σε γαμάω ή περιμένω να σε γαμήσω ή έχω μόλις τελειώσει να σε γαμάω. Έχεις κάνει τη ζωή μου άνω κάτω. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που έχω απομακρυνθεί από τον κόσμο μου για σένα, εξαιτίας σου... εξαιτίας της εμμονής μου μαζί σου. Πιθανόν να είσαι ερωτευμένη μαζί μου... Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό... αλλά είμαι μαζί σου, αν είναι αυτό που αναρωτιέσαι — με τρόπους που δεν ήμουν ποτέ άλλοτε με καμιά γυναίκα». Την κοίταξε βλοσυρά. «Όμως αυτό είναι το μόνο που ξέρω. Μην περιμένεις να ξέρω τι είναι η αγάπη γιατί δεν το ξέρω». «Ακόμη και με τη γυναίκα σου δεν ήξερες τι είναι η αγάπη;» Δεν έπρεπε να το είχε πει αυτό, το ήξερε ότι δεν έπρεπε πριν το σώμα του σφιχτεί. «Δε μιλώ για την Τζούλια», είπε με σφιγμένα χείλη. «Όμως εγώ θέλω να ξέρω», του είπε με ειλικρίνεια ενώ τον κοιτούσε κατάματα. «Οπότε καλά θα κάνεις να μου πεις». Έμεινε σιωπηλός για πολύ ώρα. «Μπορώ ν’ αντέξω περισσότερο από σένα», του ψιθύρισε. «Ή, θα μπορούσα να αρχίσω να ξεντύνομαι». Του χάρισε ένα θρασύ χαμόγελο. «Αυτό τραβάει πάντοτε την προσοχή σου». Την κοίταξε μ’ ένα κακό βλέμμα. «Δεν ξέρω γιατί σε ανέχομαι». «Επειδή δε σου ανοίγω τα πόδια μόλις σε βλέπω σαν τις άλλες. Σε κάνω να κοπιάσεις για να με γαμήσεις. Οπότε πες μου». Τον είδε να σφίγγει τα χέρια του σε γροθιές, να τεντώνει μετά τα δάχτυλά του και κατάλαβε ότι προσπαθούσε να αποφασίσει πόσο λίγα να της πει. Την κοίταξε με φανερή ανησυχία και όταν τελικά μίλησε, η φωνή του ήταν τόσο απαλή που έπρεπε να σκύψει ελαφρά για να τον ακούσει. «Νόμιζα ότι ήξερα τι σημαίνει να θέλεις κάποιον. Το να είσαι μαζί του, να κάνετε διάφορα μαζί, να [246]


σας αρέσουν οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες δραστηριότητες, να μη διαφωνείτε ποτέ. Δεν ήξερα ότι μπορούσε να είναι έτσι όπως είναι μαζί σου». Πήρε μια ανάσα πριν συνεχίσει. «Η Τζούλια ήταν η καλύτερη φίλη μου, η σύντροφός μου. Εσύ είσαι η εμμονή, το πάθος μου, η τρέλα μου, το όνειρό μου όταν είμαι ξύπνιος. Οπότε αν αναρωτιέσαι πώς νιώθω, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι εδώ ενώ θα μπορούσα να είμαι σε χιλιάδες άλλα μέρη». Ένας μυς τινάχτηκε κατά μήκος του σαγονιού του. «Αυτό που δεν ξέρω είναι πόσο θα διαρκέσουν αυτά τα συναισθήματα. Αν θα νιώθουμε το ίδιο ο ένας για τον άλλο ταυτόχρονα —αύριο, την άλλη εβδομάδα... Όλα αυτά μου είναι άγνωστα και δεν τα πάω πολύ καλά με το άγνωστο. Επίσης, είσαι πολύ νέα. Δεν έχεις ζήσει πολύ ούτε έχεις πολλές εμπειρίες, αντίθετα εγώ έχω ξεπεράσει τα όρια, έζησα ανεξέλεγκτα, αδιόρθωτα. Και ενώ δεν είμαι τελείως αλτρουιστής, η αθωότητά σου είναι ένας σοβαρός παράγοντας. Το ότι μπορεί να εκμεταλλεύομαι την αθωότητά σου είναι σοβαρό. Θα έπρεπε να έχεις επιλογές και δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να σου τις δώσω». «Τελείωσες;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Υποθέτω». «Εντάξει. Σειρά μου τώρα. Πρώτον, δε σ’ αγαπώ ρομαντικά σαν κάποια ηρωίδα της Τζέιν Όστεν που θα μαραζώσει αν φύγεις. Θα βρω κάποιον άλλο. Όλοι έτσι κάνουν. Αλλά τώρα, αυτήν τη στιγμή, σ’ αγαπώ σαν να έχω πιάσει φωτιά ή σαν να βρίσκομαι στο μάτι ενός κυκλώνα. Σ’ αγαπώ τρελά, ίσως ακόμη και βίαια. Δεν είμαι μια Μπετς, όποιο κι αν είναι το πρόβλημά της. Μη με παρεξηγείς, θα μου λείψεις αφάνταστα, κολασμένα, όπως την προηγούμενη φορά. Αλλά δε θα τρέξω πίσω σου. Δε θα μπορούσα. Αν δε με θέλεις, νομίζω ότι εσύ θα χάσεις». Χαμογέλασε. «Είναι υπεροπτικό, ε; Αλλά, πάλι, εσύ ξέρεις τα πάντα για την υπεροψία, έτσι δεν είναι;» «Πιθανόν». Της χαμογέλασε ξεψυχισμένα. «Φαίνεται ότι τα έχεις σκεφτεί όλα». «Σκέφτομαι να σου μιλήσω εδώ και καιρό. Παρατηρώντας όλες εκείνες τις γυναίκες απόψε που ήθελαν να τις προσέξεις, να τους μιλήσεις, να τους χαρίσεις ένα χαμόγελό σου, συνειδητοποίησα ότι αν δε με ήθελες, δε θα μπορούσα να σε αναγκάσω να με [247]


θέλεις». Οι βλεφαρίδες της χαμήλωσαν ελαφρά. «Βλέπεις, είμαι κι εγώ ρεαλίστρια». «Όσο για το δεύτερο», είπε εκείνος, «υπολογίζω ότι έχουμε πόσο, τρεις, τέσσερις ακόμη ημέρες να χαρούμε ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό είμαι πρόθυμη να βάλω στην άκρη τα περί αγάπης αν μου πεις τι σκοπεύεις να κάνεις για μένα...» —έπαιξε τις βλεφαρίδες της σε μια παρωδία φλερτ— «...αυτή τη στιγμή;» Ο Ντόμινικ γέλασε, γύρισε στο πλάι και την τράβηξε επάνω στο μακρύ, λεπτό δυνατό κορμί του. «Έχω μερικά πράγματα υπόψη μου», μουρμούρισε. «Ενδιαφέρεσαι;» «Ναι, διάολε. Είμαι σαν κι εσένα. Προτιμώ το γαμήσι από την κουβέντα». Χαμογέλασε πλατιά. «Απλά ήθελα να ξεδιαλύνω την ατμόσφαιρα, να συμφιλιωθώ με την αναστάτωση στον εγκέφαλό μου, να σβήσω αυτό το μακράς καύσης φιτίλι πριν γίνει η ανατίναξη. Και τώρα», γουργούρισε παιχνιδιάρικα, «θα με διασκεδάσεις ή όχι;» «Θα κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε, γλύκα μου». Της έδωσε ένα γρήγορο φιλί, τη σήκωσε και την άφησε να πέσει στο κρεβάτι. «Θα επιστρέφω», είπε. Ένιωθε ότι θα μπορούσε να σκαρφαλώσει δέκα βουνά και ακόμη να συνεχίζει. «Πρέπει να σου πω ότι είμαι σε κτητική διάθεση», πρόσθεσε πάνω από τον ώμο του. «Απλώς το αναφέρω». «Ακούγεται ενδιαφέρον». «Χαίρομαι, επειδή δεν έχεις επιλογή». Όταν επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, η Κέιτ σήκωσε το χέρι της και χαμογέλασε. «Μείνε εκεί που είσαι. Είμαι έτοιμη να τελειώσω και μόνο που σε βλέπω». Ο Ντόμινικ είχε βγάλει το πουλόβερ του και φορούσε μόνο το μαύρο τζιν παντελόνι του. Με τους φαρδιούς ώμους του, τους καλοδουλεμένους μυς του, ήταν από εκείνους τους άντρες που μπορούν να προκαλέσουν άμεσους οργασμούς. Τέντωσε τα χέρια του για να της δείξει τι κρατούσε στις χούφτες του και συνέχισε να περπατάει. «Θα τελειώσεις ακόμη καλύτερα με αυτά», είπε. Φτάνοντας στο κρεβάτι, κάθισε δίπλα της. «Αυτά είναι μερικά από τα αξεσουάρ για απόψε». Άνοιξε τις παλάμες του και άφησε να πέσουν στο κρεβάτι διάφορα αντικεί[248]


μενα. «Μπορείς να τα κοστολογήσεις για μένα αργότερα». «Δεν ξέρω αν θα πρέπει να νιώσω ενθουσιασμό ή νευρικότητα». Αγνοώντας το σχόλιό της, έδειξε τα αντικείμενα στο κρεβάτι. «Χρειάζεσαι επεξήγηση;» Η Κέιτ πήρε μια μικρή ανάσα. «Μόνο για εκείνα». Έδειξε τα τρία κοσμήματα. Το μεταξωτό φουλάρι, η μαλακή βούρτσα, το λαστιχένιο ντίλντο (το σεξουαλικό βοήθημα σε σχήμα πέους) και το λιπαντικό δε χρειάζονταν επεξήγηση. Τα δύο βραχιόλια έμοιαζαν ακριβώς με βραχιόλια, το μαργαριταρένιο κολιέ ήταν εξίσου «αβλαβές». Ο Ντόμινικ έπιασε το ένα από τα χρυσά βραχιόλια-κρίκους, άνοιξε το κούμπωμά του, έκανε μισή στροφή στο διαμαντένιο κλιπ και τράβηξε απαλά έξω μια χρυσή αλυσίδα δώδεκα εκατοστών. Επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία με το δεύτερο βραχιόλι, βίδωσε τα δύο διαμαντένια κουμπώματα μαζί, τέντωσε την είκοσι τεσσάρων τώρα εκατοστών αλυσίδα, δίπλωσε τα κλιπ για να κλείσουν τα βραχιόλια και τώρα κρατούσε ένα πολύ ακριβό ζευγάρι χειροπέδες. Χαμογέλασε απαλά. «Η λειτουργία σαφής;» Πέρασε το δάχτυλό της στο εσωτερικό του ενός βραχιολιού και τον κοίταξε. «Ματαιοδοξία ή αλαζονεία;» ρώτησε. Ιδιοκτησία του Ντόμινικ Νάιτ ήταν χαραγμένο με μεγάλα γράμματα. Ανταμοιβή για την Επιστροφή ήταν με μικρότερα γράμματα, ορατά επίσης. «Η ανταμοιβή είναι για την επιστροφή του βραχιολιού ή για μένα;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Απλώς προστατεύω τα συμφέροντά μου», είπε διφορούμενα αντί για απάντηση. «Σου είπα ότι είμαι κτητικός τύπος». «Χριστέ μου. Αυτό ξεπερνάει την κτητικότητα». «Δεν ήταν ποτέ πρόβλημα για σένα στο παρελθόν». Η φωνή του ήταν σκόπιμα αναιδής. «Δεν έχω δει ποτέ αυτό το βαθμό αλαζονείας στο παρελθόν». «Θα το έχω υπόψη μου». «Κι εγώ θα έχω υπόψη μου ότι έχω το δικαίωμα να πω όχι». «Αν το θέλεις». Χαμογέλασε. «Ίσως δε θα το κάνεις». Το είπε με τόση αυτοπεποίθηση. «Λοιπόν, πες μου κύριε ιδιο[249]


κτήτα των... Πόσα από αυτά έχεις αγοράσει στο παρελθόν;» «Δεν υπάρχει παρελθόν, μωρό μου. Μόνο αυτά, μόνο τώρα. Αυτό είναι. Είσαι το Άγιο Δισκοπότηρό μου». Ένα αμυδρό ανασήκωμα των φρυδιών της. «Θα με συγχωρήσεις αν δε σε πιστέψω;». «Είσαι συγχωρημένη. Αλλά είναι η αλήθεια». Στο παρελθόν, είχε άλλους να του προμηθεύουν διάφορα σεξουαλικά αξεσουάρ με τον ίδιο τρόπο που του προμήθευαν γυναίκες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αγοράσει οτιδήποτε μόνος του. Μένοντας για λίγο σιωπηλή από την ειλικρίνεια της φωνής του, του έριξε μια κλεφτή ματιά ενώ παράξενα, δονκιχωτικά συναισθήματα την πλημμύριζαν, μερικά όμορφα, μερικά συναρπαστικά, το άρωμα του γέμισε ξαφνικά τις αισθήσεις της. Ένιωσε το δέρμα της να μυρμηγκιάζει, τις παλάμες της να υγραίνονται και, κάπως αμήχανη για τους συμβιβασμούς που έκανε το σώμα της τόσο γρήγορα, έδειξε το κολιέ. «Αφήνοντας τις διαφορές μας στην άκρη, αυτό γιατί είναι;» Πιάνοντας τη λεπτή χρυσή αλυσίδα, πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από ένα μενταγιόν που αποτελούνταν από πέντε μαργαριτάρια χωρισμένα από μικρότερα μαργαριτάρια, έπειτα έστριψε το μενταγιόν για να δείξει την ευκαμψία του. Χαμογέλασε. «Αυτά τα μαργαριτάρια είναι για τον παρθενικό κώλο σου». Κούνησε το κεφάλι της μανιασμένα. «Α όχι. Φύλαξέ τα για κάποια άλλη». «Μα τα έκανα ειδική παραγγελία για σένα». «Να τα επιστρέφεις τότε». Τον κοίταξε άγρια. «Κατηγορηματικά όχι και το εννοώ. Μήπως με πέρασες για μία από τις κυρίες που πλήρωνες». «Κάθε άλλο, μωρό μου», της είπε με ένα πλατύ χαμόγελο. «Αυτές δεν αντιμιλούν». Έπειτα της έριξε ένα από τα βλέμματά του —εκείνο που υπονοούσε ότι πρέπει να την είχαν κλεισμένη σε κάποιο μοναστήρι τα τελευταία είκοσι χρόνια χωρίς ένα μαργαριταρένιο κολιέ, επειδή ακόμη και εκεί ήξεραν για παρθενικούς κώλους. «Πρέπει να το δοκιμάσεις», είπε με μεταξένια φωνή. «Ίσως να σου αρέσει. Σου θυμίζω ότι και στο παρελθόν σε έχω ακούσει να λες όχι πριν τραντάξεις το σπίτι με τις κραυγές σου όταν έχυ[250]


νες». «Μην παίρνεις αυτό το αυτάρεσκο ύφος». Αλλά η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπάει ακανόνιστα επειδή ήταν ένα πραγματικά αναιδές χαμόγελο. «Αυτό παραείναι διαφορετικό». Την κοίταξε. «Μπορώ να σε αναγκάσω να το κάνεις. Σου αρέσει να σε αναγκάζω να κάνεις πράγματα». Η βαθιά φωνή του, η καυτή ανάμνηση που ξύπνησαν τα λόγια του αύξησαν απότομα τη λίμπιντό της. Ένιωσε να υγραίνεται. «Χριστέ μου, μη με κοιτάς έτσι», είπε προσπαθώντας να μη φανεί ότι της κόπηκε η ανάσα. «Δε θέλω, εντάξει; Υπάρχουν ένα σωρό άλλα πράγματα που μου αρέσει να κάνω». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατιά, σκέφτηκε πόσο αισθησιακή ήταν και πόσο τυχερός ήταν που του ανήκε, ήταν δική του. «Άνοιξε το μυαλό σου, γλύκα μου». «Θα το κάνω μόλις ανοίξεις εσύ το μυαλό σου ως προς τα συναισθήματά σου. Κατάλαβες;» Σηκώθηκε ορμητικά από το κρεβάτι και έτρεξε στο μπάνιο. · Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Ντόμινικ χτυπούσε την πόρτα του μπάνιου. Δεν το έκανε δυνατά και βίαια. Ήταν ένας χαμηλός, σταθερός χτύπος, σαν τα τύμπανα της ζούγκλας που έστελναν ένα μήνυμα μέσα στη σκοτεινή, ανατριχιαστική ζούγκλα. Ήξερε ότι το μήνυμα θα περνούσε, ότι ήταν θέμα λίγων λεπτών πριν του ανοίξει την πόρτα. Όταν τελικά την άνοιξε, εκείνος στεκόταν εκεί. «Γειά». Της χαμογέλασε, αργά, φιλήδονα και με νόημα. Ο μικρός ήχος δόνησε το κορμί της. «Συμβιβασμός;» Η Κέιτ κατένευσε. Άπλωσε το χέρι του κι εκείνη πήγε κοντά του. Την τράβηξε στο κρεβάτι όπου κάθισαν, τα ζεστά δάχτυλά του ενώθηκαν με τα δικά της. Η Κέιτ άφησε ένα μικρό στεναγμό και ο Ντόμινικ την κοίταξε. «Εσύ πρώτος», του είπε. «Δώσε μου πέντε λεπτά με τα μαργαριτάρια». «Μετά έχω εγώ πέντε λεπτά με ό,τι θέλω;» Ο Ντόμινικ κατένευσε. «Δεν πρόκειται να με ρωτήσεις τι;» [251]


«Πρέπει;» «Δεν είναι σεξ». Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. «Δε φαντάζομαι ότι υπάρχει λόγος να αναρωτιέμαι τι είναι». «Όχι αν πρόσεξες τι είπα όταν έφυγα από το κρεβάτι». «Δε βαριέσαι», είπε κεφάτα. «Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;» Αλλά της ξεκαθάρισε ότι τα δικά του πέντε λεπτά περιλάμβαναν μόνο τα μαργαριτάρια. Επειδή, αν και δεν το ανέφερε, έπρεπε να βεβαιωθεί ότι η Κάθριν ήταν τόσο ερεθισμένη και υγρή, τόσο διεγερμένη και τόσο κοντά στον οργασμό που δε θα έκανε πίσω. Την έβαλε να σταθεί ανάμεσα στα πόδια του και άρχισε να τη γδύνει αργά. Σήκωσε την μπλούζα της, κατέβασε το φερμουάρ του τζιν της, μετά κατέβασε το τζιν και το δαντελένιο σλιπ της στους γοφούς της από εκεί στις γάμπες και κάτω στο πάτωμα. «Τώρα αυτό το άβολο σουτιέν», είπε με ένα χαμόγελο, απλώνοντας τα χέρια του στην πλάτη της για να το ανοίξει. «Τα καημένα τα βυζάκια μου χρειάζονται παρηγοριά». Η Κέιτ έβγαλε μια βαθιά ανάσα καθώς τα στήθη της ελευθερώθηκαν και τέντωσε απαλά τη σπονδυλική της στήλη. «Τελικά δε σου αρέσουν τα σουτιέν, ε;» «Όσο θα σου άρεσε εσένα να στραγγαλίζεις το πέος σου μέσα σε ένα σπασουάρ τζόκεϊ». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Δηλαδή πρέπει να δείχνω περισσότερη κατανόηση;» «Τα βυζιά μου θα το εκτιμούσαν». «Μου χαλάς το σπορ», μουρμούρισε με μια γκριμάτσα. «Αλλά υποθέτω ότι θα έπρεπε να ζητήσω συγνώμη από τα βυζάκια μου». Την έπιασε από τη μέση της και την τράβηξε πιο κοντά του. «Θα τα φιλήσω καλύτερα», ψιθύρισε και κάθισε πιο ίσια ώστε η ανάσα του να ζεσταίνει τη ρώγα της, έπειτα ακολούθησε η ζεστασιά της γλώσσας του και, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από το στήθος της, την τράβηξε χαμηλότερα, πήρε τη ρώγα της στο στόμα του και την πιπίλισε για μερικά ατελείωτα λεπτά, ώσπου τα βυζιά της πρήστηκαν και κάθε μικρό ρούφηγμα από το στόμα του, όσο απαλό κι αν ήταν, γλιστρούσε κατευθείαν στις απολήξεις των τρεμάμενων νεύρων της, καυτό και υπέροχο, ως το βαθύ, ισχυρό πόνο που ένιωθε να πάλλει ανάμεσα στα πόδια της. [252]


Η Κέιτ βόγκηξε, κούνησε τους γοφούς της φρενιασμένα, πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του κολλώντας το κεφάλι του στο στήθος της, θέλοντας περισσότερο, θέλοντας να τον νιώσει βαθιά μέσα της. Αλλά ο Ντόμινικ έχωσε το ντίλντο μέσα στην υγρή σχισμή κι εκείνη κλαψούρισε από λαχτάρα, απογοήτευση, συνεπαρμένη από την αίσθηση, νιώθοντας τιμωρημένη και διεγερμένη συγχρόνως. Αλλά δευτερόλεπτα πριν τον οργασμό της, όταν ένιωθε ήδη ότι έφτανε στο ζενίθ, ο Ντόμινικ άφησε τα χέρια του να πέσουν και κάθισε πίσω. «Διάλειμμα, μωρό μου», είπε ήρεμα. «Πάμε για τη δεύτερη πράξη τώρα». «Θα σε σκοτώσω», του σφύριξε, απλώνοντας το χέρι της για να πιάσει το ντίλντο. Τη σταμάτησε. «Σκότωσέ με αργότερα». Έπιασε τους καρπούς της, τους ένωσε επάνω στο στομάχι της, ακινητοποιώντας τη με το ένα χέρι. «Όταν έρθει η σειρά σου». Πιάνοντας τα χρυσά βραχιόλια, πέρασε πρώτα το ένα έπειτα το άλλο στους καρπούς της, ελέγχοντας ότι η αλυσίδα ήταν καλά κλεισμένη πριν την αφήσει. «Πρόλογος δεύτερης πράξης, γλύκα μου. Σε ανάβει που είσαι αιχμάλωτή μου; Εμένα ναι. Και οι ρώγες σου είναι πραγματικά τεράστιες με όλο αυτό το ρούφηγμα». Άπλωσε το χέρι του και χαΐδεψε τις πρησμένες βουνοκορφές. «Νιώθεις καλά;» ρώτησε αν και δεν υπήρχε λόγος, το απαλό βογκητό της ήταν η απόδειξη. Ήταν ζεστή και μυρμήγκιαζε παντού με το ντίλντο χωμένο βαθιά, συνεπαρμένη και τόσο κοντά στο σημείο όπου ήθελε να είναι, ώστε μπορούσε σχεδόν να υπολογίσει την απόσταση για τη σαρκική της απελευθέρωση. Το ανεξέλεγκτο τρέμουλο, ο άγριος πόθος που συντάραζε το σώμα της, βασανιστικός, μεθυστικός, ξεπερνούσε κάθε προηγούμενη ανάμνηση. Ο Ντόμινικ είχε τον έλεγχο, ως συνήθως. Μόλις ηρέμησε η ανάσα της, έσπρωξε το ντίλντο βαθύτερα, έπειτα ακόμη βαθύτερα, παρακολουθώντας προσεκτικά την αντίδρασή της, τα βογκητά, τα κλαψουρίσματα, τον τρόπο που κουνούσε τους γοφούς της στην κάθε ώθηση, το πώς κλιμακωνόταν η διέγερσή της στο σώμα της. «Διασκεδάζουμε;» τη ρώτησε με ένα μικρό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Στην αρχή δεν τον άκουσε κι εκείνος κράτησε το χέρι του [253]


ακίνητο. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη, «Αναρωτιόμουν αν είναι όλα καλά ως τώρα», είπε τρυφερά, κυκλώνοντας την κεφαλή της κλειτορίδας με το δείκτη του χεριού του. Το σώμα της τινάχτηκε, η ηδονή πλημμύρισε τις αισθήσεις της και βόγκηξε απαλά. «Θέλεις να χύσεις;» μουρμούρισε ο Ντόμινικ πιέζοντας την παλλόμενη κλειτορίδα με μικρά απαλά χτυπήματα — ταπ. ταπ, ταπ—στο ακριβές σημείο. Αυτόματα, οι πρώτοι προκαταρκτικοί κυματισμοί του οργασμού της απλώθηκαν στην κοιλιά της, γλίστρησαν ως επάνω στη σπονδυλική της στήλη, έσφιξαν το αιδοίο της και αμέσως πίεσε το κορμί της επάνω στο χέρι του. «Όχι ακόμη, γλύκα μου», είπε ο Ντόμινικ, βάζοντας το χέρι του στο γοφό της για να τη συγκρατήσει. «Δεν είσαι έτοιμη ακόμη». «Δεν μπορώ να περιμένω», είπε λαχανιασμένα, τρέμοντας από πόθο. «Φυσικά μπορείς». Και τράβηξε το ντίλντο έξω. Η Κέιτ τσίριξε αναστατωμένη, τον κοίταξε άγρια. «Μπάσταρδε», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Αλήθεια είναι, αλλά δε θα αφήσουμε αυτό να μας γίνει εμπόδιο». Σηκώθηκε από το κρεβάτι, τη φίλησε τρυφερά για να της ζητήσει συγνώμη και ψιθύρισε: «Θα γίνει ακόμη καλύτερο, μωρό μου». Την κράτησε επάνω του, το γυμνό κορμί της κολλημένο στο δικό του, τα δεμένα με χειροπέδες χέρια της μια ισχυρή υπενθύμιση της υποταγής της, της κυριαρχίας του επάνω της, της δύναμής του που την καθήλωνε και τα κρατούσε αμφότερα σκλαβωμένα. Γλιστρώντας το χέρι του προς τα κάτω, σήκωσε τα δεμένα χέρια της ψηλά και έβαλε τα δάχτυλά της γύρω από το καλυμμένο από το τζιν πέος του. «Τρίψε με», της είπε σιγανά, επιτακτικά. «Δυνατά». Χαμηλώνοντας πάλι το στόμα του, γλίστρησε τη γλώσσα του αργά, προσπέρασε τα χείλη του αιδοίου της, μετακίνησε τους γοφούς του προς τα εμπρός και τη φίλησε αργά, βαθιά. Λαχανιάζοντας απαλά μέσα στο στόμα του, αποζητώντας [254]


απελπισμένα να τελειώσει, χαΐδεψε τη στύση του με τα δάχτυλά της, όπως ακριβώς τη διέταξε να κάνει, έτριψε τις παλάμες της επάνω στο σκληρό πρήξιμό του πέους του, εισέπνευσε το απαλό βογκητό του και σκόπιμα δάγκωσε τη γλώσσα του. Απλά για να του θυμίσει ότι είχε κι αυτή λόγο στο παιχνίδι. Καταπίνοντας τη γεύση του αίματος, ο Ντόμινικ τραβήχτηκε πίσω, και κράτησε το βλέμμα της που τον προκαλούσε μέσα στο δικό του. «Θέλεις να παίξουμε άγρια, μωρό μου; Απλώς ρωτάω». «Θα ήθελα να το κάνουμε», του σφύριξε, «κάποια στιγμή φέτος». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πονηρά. «Θα εξασκηθείς ποτέ σου στην υπομονή;» «Όταν θα μάθεις κι εσύ ότι υπάρχει η λέξη αγάπη». Έμεινε απόλυτα ακίνητος. Η Κέιτ γέλασε. «Προς Θεού, Ντόμινικ, είναι τόσο τρομακτικό τελικά; Μπορείς πάντοτε να αλλάξεις γνώμη, ξέρεις». Η φωνή του έγινε απαλή. «Θέλεις να τραντάξεις την αλυσίδα μου;» «Εσύ τραντάζεις τη δική μου. Θέλω να χύσω κι εσύ μου δίνεις μαλακίες». «Ας το κάνουμε τότε, μωρό μου». Τη σήκωσε και την κάθισε επάνω στο κρεβάτι του. Τον κοίταξε. «Μην ξεχνάς, έχω κι εγώ τα πέντε λεπτά μου». «Δεν το ξέχασα». Το χαμόγελό του ήταν κακό. «Αμέσως μετά τα δικά μου». Πιάνοντας τους δεμένους με χειροπέδες καρπούς της πέρασε το άλλο χέρι του κάτω από τη μέση της, τη βοήθησε να ξαπλώσει. Έπειτα τη γύρισε στο πλευρό ώστε να τον κοιτάζει, τοποθέτησε τα δεμένα χέρια της στη μέση της, έβαλε ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της και επιθεώρησε τη στάση της με ένα αμυδρό χαμόγελο. «Πολύ ωραία, γλύκα μου. Είσαι άνετα; Όλα καλά;» «Διασκεδάζεις μαζί μου, έτσι;» Χαμογέλασε πλατιά. «Όχι ακόμη αλλά φαντάζομαι ότι θα γίνει κι αυτό». «Μην ξεχνάς, υπάρχει ένα χρονικό όριο». «Μην ανησυχείς, δε θα χρειαστεί να περιμένεις ένα χρόνο». «Δεν εννοούσα αυτό». «Σίγουρα δεν είσαι σε θέση να δίνεις εντολές, μωρό μου». [255]


Της έκλεισε το μάτι νωχελικά. «Αυτό το κάνω εγώ». Αυτόματα, οι απολήξεις των νεύρων της άρχισαν να συσπώνται, μια δόνηση τη συντάραξε μέσα της λες και ο Ντόμινικ δεν είχε παρά να την κοιτάξει με εκείνο το ανέμελα δεσποτικό ύψος και το σώμα της το εκλάμβανε σαν τη γλυκύτερη τυραννία και έλιωνε. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Βλέπω ότι σύντομα θα μου πεις κι ευχαριστώ». Η Κέιτ προσπάθησε να αγνοήσει την κυματιστή ηδονή που φλόγιζε τις αισθήσεις της. Ήταν ταυτόχρονα τρομαγμένη και ερεθισμένη από τη δύναμη που ασκούσε επάνω της. «Ίσως όχι», είπε προσπαθώντας να μιλήσει σε νορμάλ τόνο, «εξαρτάται από το τι σχεδιάζεις». «Μην ανησυχείς, μωρό μου», της είπε ευχάριστα παρατηρώντας το έντονο ροζ στα μάγουλά της. «Ό,τι κι αν είναι, θα το κάνεις». Πέφτοντας στα γόνατά του δίπλα στο κρεβάτι, τη φίλησε τρυφερά, έπειτα κάθισε και την κοίταξε για μια στιγμή, το στόμα του ελαφρά σφιγμένο. Η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη, νευρική. «Ελπίζω να μην πονέσω», τον προειδοποίησε. Παρέμεινε σιωπηλός και ήταν έτοιμη να του πει όχι, με τίποτα όταν ο Ντόμινικ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Είσαι πανέμορφη, μωρό μου», της είπε απαλά, «και όχι, δε θα σε πονέσω. Ποτέ δε θα το έκανα αυτό». Χάιδεψε ελαφρά το μάγουλό της με τα δάχτυλά του. «Θα δοκιμάσουμε κάποια συμβατικά προκαταρκτικά πρώτα. Θα το πάμε μαλακά. Συμφωνείς με αυτό;» Η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα, δάγκωσε τα χείλη της. Ο Ντόμινικ έμεινε ακίνητος, μόνο το ένα φρύδι του ανασηκώθηκε ελαφρά. «Εντάξει», ψιθύρισε η Κέιτ. Το χαμόγελό του ήταν απίστευτα γλυκό και αυτό την ανακούφισε ελαφρά. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε. Τότε το στόμα του σχημάτισε ένα από το πιο γνωστά δολοφονικά χαμόγελά του. «Μπορείς να μ’ ευχαριστήσεις αργότερα». Πιάνοντας το ντίλντο, γλίστρησε το δάχτυλό του κάτω στο λείο αιδοίο της και σήκωσε το βλέμμα του επάνω της. «Νομίζω ότι μπορούμε να φυλάξουμε το λιπαντικό για αργότερα». Η Κέιτ πήρε μια ανάσα πριν απαντήσει, [256]


το αποτύπωμα του δάχτυλου του έκανε το σώμα της να τρέμει ακόμη. «Θα είναι πρόβλημα;» Η ερώτησή της φάνηκε να τον διασκεδάζει. «Όχι βέβαια. Αυτή είναι μια από τις πολλές γοητείες σου, μωρό μου». Γλιστρώντας το ντίλντο στη λεία σχισμή, την περίμενε να βρει την ανάσα της και να ανοίξει τα μάτια της πριν κουνήσει το χέρι του. Έπειτα τράβηξε το ντίλντο έξω αργά, το έσπρωξε πάλι μέσα, παρατηρώντας την καθώς βογκούσε απαλά και ακολουθούσε το ρυθμό — μέσα και έξω, από τη μια πλευρά στην άλλη, εστιάζοντας σκόπιμα στο σημείο G για μερικές παρατεταμένες στιγμές. Πολύ σύντομα η Κέιτ άρχισε να ανασαίνει βαριά πάλι. «Καλά ως εδώ;» Ανασήκωσε το πιγούνι της με το δάχτυλό του, κράτησε το βλέμμα της και της χαμογέλασε πονηρά. «Κάνε ένα νεύμα αν δε θέλεις να μιλήσεις». «Μην... ξεχνάς Α-Γ-Α-Π-Η» του είπε λαχανιασμένα, κοιτάζοντάς τον κατάματα, απόλυτα ικανή να αντιμετωπίσει στα ίσα αυτού του είδους τα χαμόγελα. «Αν και... θα περιμένω... πραγματικές λέξεις. Ένα νεύμα δεν...» Ο Ντόμινικ είχε κάνει μια μικρή προσαρμογή ώστε το ντίλντο να τοποθετηθεί σταθερά στο σημείο G της και την είδε να ανατριχιάζει. «Μη μιλάς», της είπε. «Τώρα κλείσε τα μάτια σου». «Δε σου αρέσει να σε αγριοκοιτάζω;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Αλήθεια, ποιο σημείο από τη φράση μη μιλάς δεν καταλαβαίνεις;» Του έβγαλε τη γλώσσα της. «Όποτε θέλεις, γλύκα μου». Έβαλε το χέρι του στο φερμουάρ του. «Είμαι... λίγο... απασχολημένη... αυτή τη στιγμή», του είπε σηκώνοντας τα χέρια της με τις χειροπέδες. Έσκυψε να τη φιλήσει. «Έτσι μου αρέσεις», είπε επάνω στο στόμα της. «Να είσαι απασχολημένη κάνοντας αυτό που θέλω». Έχωσε το ντίλντο πιο βαθιά και όπως εκείνη άρχισε να τρέμει, της έδεσε τα μάτια με το μεταξωτό φουλάρι. «Πες μου αν νιώθεις τα πράγματα πιο έντονα τώρα». «Προς το παρόν εξακολουθώ να νιώθω την επιθυμία να σε [257]


σκοτώσω». Αλλά η φωνή της ήταν λεπτή και μικροσκοπικά μαργαριταρένια ποταμάκια γλιστρούσαν προς τα κάτω στους μηρούς της. Διάολε, αυτό κι αν θα έκανε ένα ζουμερό κεντρικό δίπτυχο σε περιοδικό. Σε μια άλλη ζωή θα την είχε κουρσέψει χωρίς ενδοιασμό. Με τις παλιές συνήθειες να σφυροκοπούν τον εγκέφαλό του, πήρε μια βαθιά ανάσα για να συγκρατηθεί, μέτρησε αργά ως το δέκα για να καταπνίξει τις χειρότερες παρορμήσεις του. «Δώσε μου ένα λεπτό, μωρό. Θα σε κάνω ν’ αλλάξεις γνώμη», είπε απαλά χώνοντας το ντίλντο λίγο βαθύτερα. «Είμαι καλός σ’ αυτό». Ενώ η Κέιτ κλαψούριζε από την έκσταση που είχε βάλει φωτιά στις αισθήσεις της, ο Ντόμινικ έσπρωξε τα πλούσια στήθη της επάνω και έξω μέχρι που ήταν τέλεια πλαισιωμένα από τα μπράτσα της και οι ρώγες της ήταν πλήρως προσιτές. Έπειτα βούτηξε τη βούρτσα μέσα στο λιπαντικό με άρωμα γιασεμιού και πέρασε την κομψή άκρη από ζιμπελίνα γύρω και γύρω από τις θηλές της, παρακολουθώντας τις κορφές τους να πρήζονται και να τεντώνουν. Το έκανε αργά, σπρώχνοντάς την πάλι πίσω καθώς έκαμπτε τη σπονδυλική της σε τόξο παρακαλώντας για περισσότερο. «Πάντοτε βιαστική, γλύκα μου». Πέρασε τη βούρτσα επάνω από το ένα πρησμένο στήθος, κάτω στη βαθιά κοιλάδα του ντεκολτέ της, άκουσε την κοφτή ανάσα της και ψιθύρισε: «Χαλάρωσε, έρχονται και τα καλύτερα». Ανυπόμονη και σαστισμένη, πονώντας, αποζητώντας έξαλλα την κορύφωση, κούνησε βίαια το κεφάλι της. «Άσε με να χύσω», ψιθύρισε. «Δε θα κάνεις τίποτα για μένα μετά. Δε χρειάζεται να μιλήσεις για τίποτε. Σε παρακαλώ, Ντόμινικ! Ω, Θεέ, σε παρακαλώ, σε ικετεύω!» «Είναι πολύ νωρίς, μωρό μου», μουρμούρισε, τσιμπώντας τη μια ρώγα, ώσπου εκείνη φώναξε δυνατά και την άφησε. «Έχε μου εμπιστοσύνη». Η Κέιτ βόγκηξε καθώς το αίμα περνούσε πάλι μέσα από τη ρώγα της. Σε λίγο ο πόνος αντικαταστάθηκε από ένα κύμα ηδονής, κάθε αίσθηση πιο έντονη με τα μάτια της κλειστά, κάθε πόθος πιο εκρηκτικός. Πίεσε τα πόδια της μαζί προσπαθώντας να δημιουργήσει τον δικό της οργασμό. «Όχι, δε θα το κάνεις». Αναγκάζοντας τα πόδια της να ανοί[258]


ξουν, ο Ντόμινικ σήκωσε τον αστράγαλό της επάνω από το αριστερό του μπράτσο, έσκυψε και με το άλλο του χέρι πέρασε την άκρη της βούρτσας επάνω από τη σφιχτή σάρκα που αγκάλιαζε το ντίλντο. Επάνω και κάτω, γύρω, τριγύρω ενώ κουλουριαζόταν και κλαψούριζε και όλο το σώμα της άρχισε να σείεται. Τότε, χωρίς προειδοποίηση, σήκωσε τον αστράγαλό της από το μπράτσο του και τοποθέτησε το πόδι της επάνω στο κρεβάτι. «Σκέψου κάτι που θα σε καλμάρει, μωρό μου». «Δεν μπορώ», είπε με λυγμούς. «Δοκίμασε εκείνο το όομμ των βραχμάνων». «Άντε γαμήσου», του είπε με κομμένη φωνή, τόσο εξαντλημένη και φρενιασμένη, που ιδρώτας κάλυψε το κορμί της. «Όλα στην ώρα τους», της απάντησε. «Αλλά όχι ακόμη». Σφίγγοντας τις θηλές της ανάμεσα στους αντίχειρες και τις άκρες των δαχτύλων του, τις τέντωσε απαλά προς τα έξω μέχρι που τσίριξε. «Πονάει; Πολύ;» Άνοιξε τα δάχτυλά του, είδε τη σφιχτή σάρκα να συστέλλεται, άκουσε το μικρό, πυρετώδες κλαψούρισμα και έκλεισε τα μεγάλα στήθη της μέσα στις παλάμες του. «Τα βυζιά σου είναι πρησμένα και βαριά». Έσκυψε και της δάγκωσε το αυτί. «Αλλά το κορμί σου δεν είναι ακόμη τελείως προετοιμασμένο», ψιθύρισε, «για τη μέγιστη ηδονή. Όταν φτάσεις εκεί, γλύκα μου, θα είσαι έτοιμη για οτιδήποτε». Ποτέ δε σκέφτηκε ότι θα τον άφηνε να κάνει ό,τι θέλει χωρίς όρους. Κι όμως αυτήν τη στιγμή ήταν τόσο καυλωμένη, τόσο ολοκληρωτικά εθισμένη στην ηδονή, που τα λόγια του ηχούσαν σαν μια υπόσχεση απόλαυσης παρά σαν απειλή. Και μια στιγμή μετά, όταν πέρασε το δάχτυλό του πλάι από το ντίλντο για να αποκαλύψει την κλειτορίδα της και μετά άγγιξε ελαφρά την άκρη της βούρτσας σε αργές περιστροφικές κινήσεις, παραληρώντας και τρέμοντας ολόκληρη, φώναξε: «Σε παρακαλώ, Ντόμινικ, μη με κάνεις να περιμένω. Είμαι έτοιμη τώρα για να κάνεις ό,τι θέλεις». Πόσες φορές, πόσες ώρες και ημέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια είχε παίξει αυτά τα σεξουαλικά παιχνίδια; Και παρ’ όλα αυτά, η Κάθριν του πρόσφερε τον εαυτό της ολοκληρωτικά, ανυπόμονα, όλα εκείνα τα πρώην βιτσιόζικα παιχνίδια έσβησαν, λησμονήθηκαν. Σκύβοντας χαμηλά, φίλησε απαλά τα τρεμάμενα χεί[259]


λη της. «Θα μπω πολύ αργά», ψιθύρισε. «Θα το κάνουμε με την ησυχία μας». Γυαλίζοντας τα μαργαριτάρια με το λιπαντικό από τη βούρτσα, πρόσθεσε με απαλή σαν βελούδο φωνή: «Θα νιώσεις τη βούρτσα πρώτα». Γλιστρώντας το χέρι του κάτω από το δεξί της γόνατο, το σήκωσε, έπειτα τοποθέτησε το πόδι της στο κρεβάτι για να έχει καλύτερη πρόσβαση. Βουτώντας τη βούρτσα στο αρωματισμένο λιπαντικό, γλίστρησε τη λεία άκρη της με αργούς κύκλους από πάνω και γύρω, επάνω και κάτω από την παρθενική είσοδο ενώ έβαζε και έβγαζε το ντίλντο, αργά, απαλά, στοχεύοντας το σημείο G για μερικά λεπτά, έπειτα το μετατόπιζε, ξέροντας ότι τα μαργαριτάρια θα πρόσθεταν επιπλέον πίεση στο ντίλντο και το αγαπημένο της σημείο ηδονής. Και όταν παραληρούσε από ηδονή, βαριανασαίνοντας, ερεθισμένη, με τη διέγερσή της να έχει απλωθεί μέχρι επάνω στο στήθος και το λαιμό της ο Ντόμινικ γλίστρησε το πρώτο μαργαριτάρι μέσα από το ευαίσθητο άνοιγμα, άκουσε το αδύναμο κλαψούρισμά της να γίνεται ένα χαμηλό, ηδονικό βογκητό και δευτερόλεπτα αργότερα έσπρωξε απαλά μέσα το δεύτερο μαργαριτάρι... και μετά το άλλο και το άλλο, μέχρι που ήταν μέσα της και τα πέντε. Ήταν γεμάτη όσο ποτέ άλλοτε, η πίεση να τη διεγείρει εξαίσια, το ντίλντο να κινείται στη μία πλευρά, τα μαργαριτάρια να κάμπτονται στην άλλη. Σπαρταρώντας κάτω από τη συντριπτική εισβολή, βγάζοντας μικρές κοφτές κραυγές, τόσο κοντά στον οργασμό, η έξαψη να ανεβαίνει με ένα καυτό ροζ από το λαιμό της στο πρόσωπο σηματοδότησε το επικείμενο οργασμό της. Αναγνωρίζοντας ότι έτρεμε και είχε περάσει τα όρια της αντοχής της, ο Ντόμινικ έβγαλε το μαντίλι που έδενε τα μάτια της, πήρε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του, έσκυψε κοντά της και ψιθύρισε: «Μου ανήκεις, μωρό μου. Κάθε ανάσα σου. Κάθε χτύπος της καρδιάς σου. Κάθε πολύτιμο κομμάτι του εαυτού σου». Κούνησε το κεφάλι της σχηματίζοντας τη λέξη όχι, αλλά ήταν τόσο κοντά στον οργασμό, τόσο πεινασμένη για ηδονή, που δεν μπορούσε να βρει τις ανάσες για να μιλήσει. Ο Ντόμινικ έγειρε πίσω, πέρασε το δάχτυλό του επάνω από το στόμα της. «Χρειάζομαι ένα ναι, γλύκα μου. Το ξέρεις αυτό, [260]


έτσι δεν είναι;» Δε χρειάστηκε να πει, αλλιώς. Η Κέιτ σφίχτηκε. «Είσαι δική μου, μωρό μου —ιδιοκτησία του Ντόμινικ Νάιτ». Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το μάγουλό της. «Δεν είσαι;» Η Κέιτ κατένευσε. Ο άντρας χαμογέλασε. «Έλα, μωρό μου. Ώρα για ροκ εν ρολ». Γλίστρησε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της, ξέροντας ότι σε αυτό το στάδιο αν τραβούσε έξω ένα μαργαριτάρι, θα ξεκινούσε τον οργασμό της. Αυτό και έγινε. Τύλιξε τη λεπτή χρυσή αλυσίδα γύρω από το δάχτυλό του και την τράβηξε. Ο οργασμός της ήταν μια έκρηξη, άγρια, δυνατή, η κραυγή της θρυμμάτισε τη σιωπή. Και καθώς αυτός τραβούσε έξω το κάθε μαργαριτάρι, τα νεύρα της, που έκαναν ήδη άγριες συσπάσεις, κεντρίζονταν ακόμη περισσότερο και η ηδονή μεγιστοποιήθηκε σε έναν κοχλάζοντα, ανατρεπτικό, ασυγκράτητο καταρράκτη της υπέρτατης, απαράμιλλης αίσθησης που συνέχιζε τόση ώρα και με τέτοια αδιάλειπτη ένταση ώστε στο τέλος την άφησε ωχρή και τρεμάμενη. Μόνο όταν σταμάτησε και ο τελευταίος της σπασμός, ο Ντόμινικ τράβηξε έξω το ντίλντο. Κατόπιν την πήρε στην αγκαλιά του και τη λίκνισε τρυφερά σαν μωρό, φιλώντας την τρυφερά μέχρι που σταμάτησε να τρέμει. «Είσαι απίστευτη, Κάθριν», ψιθύρισε, η ανάσα του ζεστή στο μάγουλό της, νιώθοντας όλες τις αισθήσεις του οξυμμένες σαν να είχε κι αυτός έναν οργασμό. Ήταν συγχρόνως εκνευριστικό και φανταστικό. Όπως η σχέση τους. Βγήκε από την ονειροπόλησή του όταν τον χτύπησε απαλά στο στήθος με τις χειροπέδες. Ξεκλειδώνοντας τα βραχιόλια, τα άφησε στο κρεβάτι. «Είσαι καλά;» Έσκυψε το κεφάλι του, συνάντησε το βλέμμα της. «Δε σε τραυμάτισα πουθενά;» Το χαμόγελό της ήταν αργό και ηδονικό. «Όλα είναι μια χαρά. Ήταν πολύ έντονο όμως. Είσαι πραγματικά μάγος. Σε μισώ και σε αγαπώ συγχρόνως». Ξαφνικά χαμογέλασε πλατιά. «Όμως ξέρεις τι ακολουθεί, έτσι;» Φεύγοντας από την αγκαλιά του, πήγε στα πόδια του κρεβατιού, κάθισε με τα πόδια σταυρωτά, προσπάθησε να δείχνει σοβαρή. «Η σειρά μου». Ο Ντόμινικ ένιωθε τόσο [261]


όμορφα —για άγνωστους λόγους ή για λόγους που στο παρελθόν δε θα αναγνώριζε καν— ώστε δεν γκρίνιαξε καν, αν και ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ειδικά όταν την άκουσε νωρίτερα να αναφέρει τη λέξει αγάπη. Γύρισε για να την αντιμετωπίσει, κάθισε με την πλάτη στο κεφαλάρι του κρεβατιού και τέντωσε τα πόδια του. «Κάνε το χειρότερο που μπορείς, μωρό μου». «Μίλησέ μου για την Τζούλια». Την κοίταξε φανερά έκπληκτος. Περίμενε μια ανάκριση για τα συναισθήματά του. «Από όσα άκουσα, μου έδωσε την εντύπωση μιας αξιόλογης γυναίκας: αλτρουίστρια, γενναία, συμπονετική. Κάτι σαν σούπερ γυναίκα». «Ήταν αξιόλογη», είπε ο Ντόμινικ, βρίσκοντας πιο εύκολο να μιλήσει για την Τζούλια, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί, ενώ αναρωτιόταν αν ο υπέροχος μη-οργασμός του ήταν η αιτία. «Αλλά αυτό που έχουμε εσύ κι εγώ είναι διαφορετικό». Μια σύντομη σιωπή, σαν να έψαχνε τις κατάλληλες λέξεις. «Είναι χαοτικό, άστατο, φανταστικό μερικές φορές». Χαμογέλασε. «Είσαι η υπενθύμισή μου ότι η ζωή έρχεται σε πολλές αποχρώσεις του ωραίου». «Συνάντησα την Τζούλια στο Έβερεστ», συνέχισε σαν να τον είχε ρωτήσει. «Ανέβαινε με μια ομάδα ορειβατών για να μαζέψουν χρήματα για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό στον οποίο συμμετείχε. Ήταν φανταστική. Τίποτε δεν τη σταματούσε. Μόνο πέντε από εμάς καταφέραμε να φτάσουμε στην κορυφή εκείνη την άνοιξη. Κι εμείς κοντέψαμε να μην τα καταφέρουμε. Ο καιρός ήταν πολύ κακός. Σπάνιες καταιγίδες. Κανονικά δε θα έπρεπε να υπάρχουν καθόλου εκείνη την εποχή του χρόνου». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι αστείο πώς επισκιάζεται η ζωή από την τύχη τόσο συχνά. Πώς συναντάς κάποιον ή ίσως δεν τον συναντάς και μια ευκαιρία περνά δίπλα σου απαρατήρητα». Η φωνή του είχε γίνει απαλή στο τέλος. «Σκέφτεσαι ποτέ ότι εμείς οι δύο κοντέψαμε να μη συναντηθούμε; Εγώ ναι». Φάνηκε να συγκεντρώνει τις σκέψεις του, μετά χαμογέλασε πλατιά. «Με κάνει, μερικές φορές να σκέφτομαι να πάω στην εκκλησία, αν και δεν πιστεύω». «Εγώ πάλι πιστεύω στη μοίρα όπως την εννοούν οι τσιγγάνοι. Αν και...» συνέχισε η Κέιτ σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι της [262]


και χαμογελώντας με εκείνο το εκθαμβωτικό χαμόγελο που τον έκανε πάντοτε να νιώθει ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, «...δεν είμαι υπεράνω του να ευχαριστήσω τη Λαίδη Τύχη ή όποιον άλλο γι’ αυτό —εμάς... εσένα, εμένα. Λοιπόν, πες μου», είπε, αλλάζοντας απότομα θέμα επειδή είχε περιορισμένο χρόνο για να κάνει ερωτήσεις και η νεκρή γυναίκα του Ντόμινικ ήταν ένα μεγάλο αίνιγμα. «Το φιλανθρωπικό ίδρυμα της Τζούλια προσφέρει συχνά μικρά δάνεια σε γυναίκες, σωστά;» «Για την ακρίβεια ήταν κάτι που είχε ξεκινήσει η πρώτη γυναίκα του Ρόσκο και όταν ο γάμος τους διαλύθηκε, ανέλαβε η Τζούλια». «Υποθέτω ότι υπήρχαν πάρα πολλές γυναίκες που ήθελαν να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους σ’ εσένα ή στον Ρόσκο». Την κοίταξε απορημένος, έπειτα κατένευσε και είπε: «Μερικές. Αρκετές». «Η Τζούλια τις κρατούσε σε απόσταση;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Δεν αναμείχθηκα ποτέ και η Τσάρλι ήταν με την Τζούλια από το ξεκίνημα. Είχαν γνωριστεί σε ένα μάθημα μάρκετινγκ, στο Στάνφορντ. Δεν ήξερα καμιά από τις δύο τότε. Ήταν νεότερες, δεν ήταν στον τομέα μου και το σχολείο —άλλο ένα ανασήκωμα των ώμων— είναι μεγάλο. Κοίτα, δε μ’ αρέσει να μιλώ για την Τσάρλι». «Εντάξει». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατιά. «Και τα πέντε λεπτά μου έχουν σχεδόν τελειώσει». «Χρονομετρούσες τα δικά μου;» Ο Ντόμινικ γέλασε. «Εσένα δε σου χρειάζεται πολύς χρόνος, γλύκα μου. Θέλω να ξέρεις ότι έχεις ταρακουνήσει τον κόσμο μου με έναν πολύ ωραίο τρόπο». «Τότε ίσως θα μπορούσα να σου ζητήσω μια χάρη». «Η απάντηση είναι ναι». Χαμογέλασε. «Το ξέρω αυτό το ύφος». «Τότε δε σε πειράζει;» «Όχι όσο η καρδιά μου εξακολουθεί να χτυπάει. «Θέλω να κάνουμε έρωτα απλά. Μου αρέσει να σε νιώθω επάνω μου, να σε νιώθω να με γεμίζεις αργά. Μου αρέσει η ζεστασιά του κορμιού [263]


σου επάνω στο δικό μου». «Έγινε, μωρό μου». Έκαναν έρωτα απαλά, αργά, χωρίς εντάσεις ή πυροτεχνήματα. Μία φορά, μετά άλλη μία όταν εκείνη είπε: Μου αρέσει να τελειώνω την ώρα που τελειώνεις κι εσύ. Και άλλη μία φορά επειδή του άρεσε εκείνου να τελειώνει μαζί της. Η Κέιτ αποκοιμήθηκε πρώτη. Ο Ντόμινικ ξύπνησε έμεινε ξύπνιος για ώρα, σκεφτόταν τη φράση «κάνω έρωτα» από μια τελείως διαφορετική σκοπιά. Αλλά σύντομα αποκοιμήθηκε κι εκείνος. Είχαν περάσει τρεις μακριές, πολυάσχολες, σωματικά εξοντωτικές ημέρες.

[264]


Κεφάλαιο 20 Ο Ντόμινικ ξύπνησε απότομα, το μυαλό του έτρεχε. Κοίταξε πρώτα τα παράθυρα —ακόμη σκοτεινά—, έπειτα το ρολόι 6:00 π.μ. Σηκώθηκε προσεκτικά από το κρεβάτι, άρπαξε το τζιν του, βγήκε στο χολ, το φόρεσε και κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα. Μπαίνοντας στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα καλά, άναψε τον φορητό υπολογιστή του και έστειλε ένα σύντομο e-mail στον Τζάστιν: Προχώρα το. Βρες ένα διαμέρισμα. Μίλησε με τον Ρόσκο. Θα επικοινωνήσουμε αργότερα. Έπειτα έστειλε ένα email στον Ρόσκο: Πρέπει να ανοίξεις ένα λογαριασμό για τον Τζάστιν. Δώσε του ό,τι θέλει. Κλείνοντας τον υπολογιστή, σήκωσε το κεφάλι του και αφουγκράστηκε για μια στιγμή. Κανένας ήχος από επάνω. Έπιασε το τηλέφωνο. «Συγνώμη που σε ξύπνησα», είπε. «Δεν πειράζει καθόλου, Νικ», είπε μια κοιμισμένη φωνή. «Τι συμβαίνει;» Ο Ντόμινικ άκουσε ένα θρόισμα από σκεπάσματα κρεβατιού. «Χρειάζομαι έναν κωδίκελλο στη διαθήκη μου. Τίποτα περίπλοκο. Θέλω να μοιράσω την περιουσία μου ανάμεσα στην αδερφή μου και μια δεσποινίδα Κάθριν Χαρτ. Αν χρειάζεσαι τον αριθμό της κοινωνικής της ασφάλειας ή τη διεύθυνση, ρώτησε τον Ρόσκο». Μια πόρτα έκλεισε και η φωνή του δικηγόρου του έγινε ξαφνικά ζωηρή. «Είσαι σίγουρος; Δικηγορική ερώτηση, αλλά μιλάμε για πάρα πολλά λεφτά». «Η Μέλανι δε θα ενοχληθεί να τα μοιραστεί. Αυτή και ο Ματ είναι άνετα οικονομικά». «Χριστέ μου, μη μου πεις ότι πεθαίνεις από κάτι;» [265]


«Όχι, η υγεία μου είναι θαυμάσια. Έχω μια συνάντηση την Τρίτη που μπορεί να εξελιχθεί άσχημα. Σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά, θα ήθελα η δεσποινίς Χαρτ να είναι τακτοποιημένη καλά». «Τι εννοείς με το δεν πάνε καλά;» Η φωνή του Κρίς Ρόμπιν ακούστηκε πιο δυνατή τώρα. «Είναι απλά δουλειές. Αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους έχω αυτή τη συνάντηση είναι, ας πούμε, απρόβλεπτοι». «Σοβαρά;» Άλλο ένα ανέβασμα της φωνής. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά. Αυτό είναι κάτι σαν εξασφάλιση». «Εντάξει, αλλά γιατί διάολε δεν έχω ακούσει εγώ τίποτα γι’ αυτή τη γυναίκα;» «Επειδή είσαι ο δικηγόρος μου, όχι ο δεσμοφύλακάς μου». «Σκοπεύεις να την παντρευτείς;» «Δεν το έχω σκεφτεί. Αν έπρεπε να σου δώσω μια απάντηση τώρα θα έλεγα όχι». «Αλλά σκέφτηκες να της δώσεις τη μισή περιουσία σου. Κάποιος ειδικός λόγος;» Ο Κρις Ρόμπινς μίλησε προσεκτικά. «Όχι εκείνο το λόγο», είπε ο Ντόμινικ βρίσκοντας διασκεδαστική την αντίδρασή του. «Αλλά έχω πολλά χρήματα. Δε βλέπω γιατί να μην έχει κι αυτή μερικά». «Χριστέ μου, δεν έχεις πάρει κάτι, έτσι;» «Όχι, ούτε με εκβιάζει. Γι’ αυτό κάνε το καθήκον σου ως ο θεματοφύλακάς μου. Κρις, ξέρω τι κάνω. Φέρε τον κωδίκελλο μαζί σου όταν έρθεις στις δέκα. Θα αφήσω το συρτάρι του γραφείου μου ανοιχτό. Βάλε τα χαρτιά εκεί μέσα». «Τελευταία φορά... έχεις σώες τις φρένες και όλες αυτές τις αηδίες;» «Είμαι καλύτερα από συνήθως. Για την ακρίβεια πολύ καλύτερα. Θα σε δω στις δέκα». Επιστρέφοντας στο κρεβάτι αφού φρόντισε να μην ξυπνήσει την Κάθριν, ο Ντόμινικ γλίστρησε κάτω από τα σκεπάσματα. Ήταν ευχάριστα καταπονημένος. Η Κάθριν τον είχε εξουθενώσει χτες τη νύχτα. Αλλά δε θα μπορούσε να ήταν ευτυχέστερος. Γυρίζοντας το κεφάλι του στο μαξιλάρι, την κοίταξε ξαπλωμένη ανάσκελα, βυθισμένη στον ύπνο, και θυμήθηκε όπως [266]


κάθε φορά, πόσο νέα έδειχνε όταν κοιμόταν. Ροζ μάγουλα, βλέφαρα ελαφρώς μουτζουρωμένα με υπολείμματα από το μακιγιάζ της προηγούμενης νύχτας, μακριές βλεφαρίδες που αναπαύονταν στο χλομό, μεταξένιο παιδικό δέρμα της, τόσο λείο και απαλό. Τα γεμάτα χείλη της ήταν φυσικά ροζ, το κραγιόν είχε φύγει ώρες πριν, το σχήμα του στόματός της τέλειο, σε έβαζε σε πειρασμό. Το πίσω μέρος του ενός χεριού ήταν κυρτό επάνω από τον κρόταφό της, το άλλο ακουμπούσε επάνω στο πρησμένο στήθος της, η ροζ θηλή της ελαφρά σκεπασμένη αλλά στητή. Αυτό ήταν πράγματι πειρασμός. Μπορεί να είχε ένα φρέσκο πρόσωπο και δέρμα σαν δροσοσταλιά, κατά τα άλλα όμως ήταν ένα συναρπαστικό θηλυκό. Ένιωσε τη στύση του να ζωντανεύει παρά την εξουθένωση. Η λέξη «μάγισσα» που είχε χρησιμοποιήσει ο Ρόσκο είχε κάποια δόση αλήθειας. Ίσως ο Ρόσκο το καταλάβαινε αυτό καλύτερα από τον καθένα αφού είχε δει τις Επιχειρήσεις Νάιτ χωρίς τον Πρόεδρο τους δύο φορές σε δύο μήνες. Πρωτοφανείς ενέργειες από έναν άντρα που είχε εργαστεί χωρίς σταματημό τα δώδεκα τελευταία χρόνια. Τότε ξύπνησε η Κάθριν, του χαμογέλασε και τίποτ’ άλλο δεν είχε σημασία είτε αυτό ήταν η δουλειά είτε τα δώδεκα τελευταία χρόνια ή τα προηγούμενα δώδεκα λεπτά. Είχαν μερικές ημέρες ακόμη να περάσουν μαζί και δε σκόπευε να τις χαλάσει με το να σκέφτεται υπερβολικά. Σκύβοντας επάνω της, της είπε καλημέρα με ένα φιλί. «Πώς αισθάνεσαι;» Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν ελαφρά. «Πονάς καθόλου;» «Ελάχιστα». «Με συγχωρείς». «Δεν είναι τίποτα σοβαρό». «Χαίρομαι, αλλά σου ζητώ συγνώμη. Θέλεις να σου ετοιμάσω το μπάνιο;» «Όχι αμέσως και μπορείς να σταματήσεις τις συγνώμες». Χαμογέλασε. «Επειδή τα πέντε λεπτά σου ήταν πρωτοποριακά έξοχα. Είχα κι εγώ τα πέντε λεπτά μου και ήταν θαυμάσια». Της χαμογέλασε. «Είσαι σκληρός διαπραγματευτής». Της έδειξε το τηλεκοντρόλ στην πλευρά της του κρεβατιού, αλλάζοντας σκόπιμα θέμα. Στο άπλετο φως της ημέρας δεν ήταν έτοιμος να κάνει μια συζήτηση για τα συναισθήματά του. [267]


«Ποιες είναι εκείνες οι δύο λέξεις του Σέσαμι Στριτ;» ρώτησε η Κέιτ πονηρά, με ένα σκανδαλιάρικο φως στα μάτια της. Το ελάχιστο τρεμόπαιγμα ενός συνοφρυώματος, εξαφανίστηκε γρήγορα. «Το τηλεκοντρόλ. Σε παρακαλώ. Και ευχαριστώ». Του το έδωσε. Ο Ντόμινικ άνοιξε την τηλεόραση, πέταξε το πάπλωμα στο πλάι, πέταξε το τηλεκοντρόλ στα πόδια του, τη γύρισε έτσι ώστε το κεφάλι της να είναι κοντά στα πόδια του κρεβατιού και κυλίστηκε επάνω της και εγκαταστάθηκε ανάμεσα στα πόδια της όλα με μια λεία, κινητική ροή ωμής δύναμης και μυών. «Για να μην ξεχάσεις ποιος δίνει τις διαταγές εδώ», μουρμούρισε καθώς άλλαζε κανάλια. «Αν και έχεις κάνει πολύ καλή δουλειά κρατώντας το πέος μου όρθιο τις τρεις τελευταίες ημέρες». Ακούμπησε ένα φιλί στην άκρη της μύτης της. «Σ’ ευχαριστούμε και οι δύο αν και μας ξεθέωσες». Η Κέιτ μετακίνησε το κάτω μέρος του σώματός της ελαφρά επάνω στη στύση του. «Δε φαίνεται εξαντλημένο». «Ένας σχετικός όρος όταν πρόκειται για σένα, μωρό μου. Αλλά είμαστε εντάξει». Το βλέμμα του ήταν στην οθόνη της τηλεόρασης. «Λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε για σένα σήμερα το πρωί;» «Ω δεν ξέρω. Σκεφτόμουν ίσως έναν οργασμό για να ξεκινήσω την ημέρα». «Μόνο ένα;» «Έι, μου κάνεις τη χάρη;» Του χτύπησε απαλά το μάγουλο. Ο Ντόμινικ την κοίταξε. «Σοβαρά μιλάς; Περνούν καινούρια καλώδια στο ηλεκτρικό σύστημα μιας παλιάς Καμάρο. Μπορώ να κάνω δύο πράγματα ταυτοχρόνως». Τον κοίταξε άγρια. «Εντάξει, εντάξει». Πάτησε το κουμπί της εγγραφής, έπειτα έκλεισε την τηλεόραση. «Ορίστε». Της χαμογέλασε. «Έχεις όλη την προσοχή μου, μωρό». Παίρνοντας το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του, τη φίλησε αργά και ακόμη πιο αργά μπήκε μέσα της, το πέος του στον αυτόματο πιλότο, ξέροντας ακριβώς πού να πάει, πόσο βαθιά, πόσο ψηλά, πώς αν εκείνη κινιόταν λίγο προς τα εκεί, ήθελε περισσότερο. Και αν κινιόταν προς την άλλη πλευρά, ήθελε [268]


περισσότερο. Και αν ξάπλωνε τελείως ακίνητη και βογκούσε απαλά, ήθελε περισσότερο. Έτσι ο Ντόμινικ και το πέος του της έδωσαν όλη την προσοχή τους και την πήραν αργά και χαλαρά. Η Κέιτ ήταν ακόμη μισοκοιμισμένη και νωχελική. Και οι δύο ήταν νωθροί. Είχαν κοιμηθεί ελάχιστα τελευταία και η Κάθριν πονούσε έπειτα από τόσες ημέρες γαμησιού. Αλλά ο πόθος που σιγόκαιγε τους έκαψε και τους δύο, σαν μία αιώνια φλόγα, διαβρωτική, ανεξέλεγκτη, κουφή στη φωνή της λογικής. «Έχω ανάγκη να σε νιώσω μέσα μου και επάνω μου, να με αγγίζεις», ψιθύρισε η Κέιτ σηκώνοντας το στόμα της για ένα φιλί καθώς ο Ντόμινικ γλιστρούσε νωχελικά μέσα της. «Πάντοτε...» «Τότε θα τα πάμε καλά» μουρμούρισε ο Ντόμινικ χαμογελώντας καθώς τη φιλούσε. «Επειδή έχουμε αυτή την αχόρταγη λαχτάρα για σένα». Αλλά ήταν πρησμένη, σφιχτή. «Πες μου αν σε πονώ». Σταμάτησε για να ξεκουραστεί, περίμενε να χαλαρώσει η σάρκα της. «Σίγουρα είσαι εντάξει;» Τα πράσινα μάτια τον κοίταξαν κοιμισμένα. «Είναι τόσο ωραίο να σε νιώθω μέσα μου» ψιθύρισε. «Είναι μεγάλος». Φυσικά. Επειδή εκείνη ήταν υπερβολικά σφιχτή. Κούνησε τα πόδια του απαλά, προχώρησε μερικά εκατοστά, ύστερα ένα εκατοστό ακόμη, νιώθοντας σαν τον εξερευνητή που χαρτογραφούσε νέα εδάφη. Αλλά ο λείος ιστός της έγινε σιγά σιγά ευλύγιστος, υποχώρησε και τελικά ο Ντόμινικ έφτασε στον στόχο του. «Μήπως είναι πολύ μακριά;» «Μμμ... όχι... μμμ» βόγκηξε. «Ω, Θεέ, κάν’ το... αυτό πάλι». Πάντοτε ένιωθε παράλογα ευχαριστημένος όταν μπορούσε να της προσφέρει την ηδονή, λες και είχε έρθει στη γη για να την κακομαθαίνει, μια παράξενη σκέψη που ξεχνιόταν πάντοτε αμέσως μετά το σεξ. «Έτσι;» Μόλις που κουνήθηκε, αλλά μετακίνησε τους γοφούς του αρκετά για να ασκήσει μια απαλή πίεση στο αγαπημένο της σημείο G. «Ω, Θεέ μου, Χριστέ μου, Ντόμινικ», είπε βαριανασαίνοντας. «Δεν μπορείς να μ’ αφήσεις...» «Μόνο λιγάκι», μουρμούρισε και τραβήχτηκε τόσο ώστε να [269]


προσθέσει μια τριβή στην πίεση όταν θα έμπαινε πάλι μέσα της. Η διαμαρτυρία έσβησε μέσα στο λαιμό της, άλλαξε σε ένα χαμηλό, ηδονικό βογκητό. Τράνταξε το κεφάλι του δυνατά και σφύριξε: «Είσαι τέλειος, διάολε. Σε μισώ γι’ αυτό. Τώρα κάντο πάλι». Το έκανε, πολλές φορές και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, μέχρι να τελειώσει εκείνη, τέλειωσε αυτός, τέλειωσε εκείνη και πάλι από την αρχή ως τη στιγμή που τον χτύπησε με τη γροθιά της στο στήθος. «Σίγουρη;» τη ρώτησε με ένα αχνό χαμόγελο. «Δεν είμαστε όλοι μηχανές», του είπε με κομμένη φωνή. «Εσύ είσαι το αφεντικό, μωρό μου». Στριφογύρισε τα μάτια της. «Δεν το καταλαβαίνεις, έτσι;» της είπε με χαμόγελο. Δεν καταλάβαινε ότι είχε αλλάξει όλη τη ζωή του για εκείνη. «Όμως δεν παραπονιέμαι». Τη φίλησε ελαφρά. «Και σ’ ευχαριστώ που φοράς αυτά». Άγγιξε το ένα από τα χρυσά βραχιόλια χειροπέδες που φορούσε στους καρπούς της. Είχαν συμφωνήσει την προηγούμενη νύχτα ότι η Κέιτ θα τα φορούσε στο σπίτι ή πιο σωστά της είχε υποσχεθεί μια λίστα με σεξουαλικά αντικείμενα αν του έκανε το χατίρι. Κι εκείνη είχε ενδώσει όπως έκανε πάντοτε όταν της πρόσφερε ένα μαγευτικό αντάλλαγμα προσωπικής ικανοποίησης. Του χαμογέλασε πλατιά. «Ευχαρίστησή μου, αφέντη και κύριέ μου». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Τελικά είναι μαγικά τα βραχιόλια ή είσαι πολύ εξουθενωμένη για να πολεμήσεις;» «Ίσως είμαι απλά σε υποτακτική διάθεση», του είπε ναζιάρικα. «Τέλεια», είπε απαλά. «Αυτό δε συμβαίνει συχνά». «Θεώρησέ με προσωρινά πειθήνια υπήκοό σου, αφέντη μου», απάντησε ανάλαφρα. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε και αντί να ξεκινήσει μια διαφωνία για το προσωρινά ενάντια στο μόνιμα, ρώτησε: «Ώρα για ένα μούλιασμα στην μπανιέρα;» Κόντεψε να του πει: Πώς το ήξερες ότι αυτό ακριβώς θέλω αυτή τη στιγμή; Έπειτα, όμως, από όλους εκείνους τους υπέροχους πρωινούς οργασμούς, δεν είχε τη διάθεση να τον ψήσει με ερωτή[270]


σεις για την ικανότητά του να διαβάζει τις επιθυμίες των γυναικών. Είχε χαλαρώσει πολύ και δεν την ενδιέφερε. Βρίσκονταν στην μπανιέρα όταν έφτασε η Πάτι οι θόρυβοι της κουζίνας ανέβαιναν από τη σκάλα, ένδειξη ότι έκανε τις προετοιμασίες της για την ημέρα. «Πεινάς;» Η Κέιτ ήταν καθισμένη ανάμεσα στα πόδια του, με την πλάτη της στο στέρνο του, το κεφάλι της στον ώμο του, μισοκοιμισμένη. Κατένευσε. «Θέλεις πρόγευμα στο κρεβάτι ή κάτω;» «Ό,τι θέλεις εσύ;» «Μπορείς να μείνεις ξύπνια για να φας;» «Καφέ», μουρμούρισε η Κέιτ. «Έρχεται αμέσως, μωρό μου. Μην κουνηθείς. Επιστρέφω αμέσως». Βγήκε από την μπανιέρα, είδε ότι στηριζόταν στην πλάτη της μπανιέρας και άνοιξε τη βρύση για να ζεσταθεί το νερό όσο αυτός φορούσε μια φόρμα. Μισοντυμένος, με τα βρεγμένα μαλλιά του να στάζουν στους ώμους του, έκλεισε τη βρύση και συνοφρυώθηκε. Τα μάτια της Κέιτ ήταν σφαλιστά, η ανάσα της αργή. «Να σε βγάλω έξω; Δε θα ήθελα να πνιγείς στον ύπνο σου». «Δε θα πνιγώ», του ψιθύρισε. «Βιάσου». Δευτερόλεπτα αργότερα ήταν στην κουζίνα τρίβοντας ταυτόχρονα τα μαλλιά του με μια πετσέτα. «Μέρα, Πάτι. Χρειάζομαι καφέ πριν πέντε λεπτά». «Πρέπει να είναι πολύ θερμή. Δεν είσαι από αυτούς που κάνουν θελήματα». Ρίχνοντας τις ξανθές πλεξίδες της πίσω από τους ώμους της, η Πάτσι τράβηξε ένα δίσκο και έβαλε επάνω του δύο μεγάλα φλιτζάνια και δύο κουτάλια. «Είναι». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατιά, πετώντας την πετσέτα στον λευκό μαρμάρινο πάγκο. «Γι’ αυτό κάνω θελήματα. Μερικά γλυκά;» «Ζεστά κρουασάν σοκολάτας;» Ο καφές σερβιρίστηκε, ζάχαρη και κρέμα προστέθηκαν στο δίσκο. «Είσαι μια αγία». «Το έχουμε αποφασίσει αυτό χρόνια πριν». Η Πάτι πήρε δύο [271]


κρουασάν από το συρτάρι του φούρνου και τα τοποθέτησε σε ένα καλάθι με λινή πετσέτα. «Ζήτησε από τη σπέσιαλ μικρή σου να σου πει τι θέλει για πρόγευμα. Θα δω τι μπορώ να κάνω ή μπορεί να μαγειρέψω αυτά που θέλω εγώ», είπε με τη συνηθισμένη της αναίδεια. Ο Ντόμινικ την κοίταξε. «Ίσως μαγειρέψεις αυτά που θέλει η Κάθριν σήμερα». «Όπα... άκουσαν καλά τα αυτιά μου;» «Σε παρακαλώ, Πάτι, φέρσου ευγενικά, εντάξει; Θα το κάνεις αυτό για μένα;» «Φυσικά, Νίκι. Κανένα πρόβλημα». Διπλώνοντας τις άκρες της πετσέτας επάνω από τα κρουασάν, του έδωσε το δίσκο. «Αλλά περιμένω να δω μια θεά τώρα που σε είδα να κάνεις έτσι για μια γυναίκα», του είπε κλείνοντάς του το μάτι. Την έβρισε. Η Πάτι χαμογέλασε πλατιά. «Για αρχή θα κάνω γαλλικές φρυγανιές με καραμελωμένες μπανάνες και φρέσκια κρέμα. Αλλά είμαι ανοιχτή σε εντολές, αφεντικό. Το ξέρεις αυτό». Δεν το ήξερε, φυσικά, επειδή η Πάτι δεν είχε πάρει καμιά εντολή τα δεκαέξι χρόνια που εργαζόταν γι’ αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι μαγείρευε όπως σερφάριζε —τέλεια φόρμα, ψόφια για δημιουργικότητα— έτσι δεν παραπονέθηκε ποτέ. Και έδειχνε σοβαρή και ειλικρινής το οποίο ήταν ένα ελπιδοφόρο σημάδι. «Σ’ ευχαριστώ, Πάτι. Τώρα κάνε μου τη χάρη και φέρσου καλά στην Κάθριν. Μου αρέσει πολύ». Σώωπα, σκέφτηκε η Πάτι κοιτάζοντας τον Ντόμινικ να φεύγει. Πρέπει να σημειώσω αυτή την ημέρα στο «ποτέ δε σκέφτηκα ότι θα συνέβαινε» ημερολόγιο. Όταν η Κέιτ και ο Ντόμινικ κατέβηκαν για το πρόγευμα, η Κέιτ δίστασε να την αξιολογήσει επειδή η Πάτι ήταν κοντά στην ηλικία του Ντόμινικ. Ξανθιά και όμορφη με ένα ψυχρό σκανδιναβικό τρόπο, το σώμα της σε σπουδαία φόρμα και αναρωτήθηκε αν ήταν κάτι περισσότερο από εργοδότης και υπάλληλος. Αλλά υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ο Ντόμινικ ήταν σχετικά ανοιχτός μαζί της την προηγούμενη νύχτα —όσο μπορούσε δηλαδή—, οπότε έπρεπε να του δώσει το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. [272]


Ο Ντόμινικ σύστησε τις δύο γυναίκες. «Χαίρω πολύ», είπε η Πάτι που πρόσεξε αμέσως το βραχιόλι-χειροπέδη αλλά έμεινε ανέκφραστη. «Επίσης». Η Κέιτ χαμογέλασε αγνοώντας το βλέμμα της Πάτι. «Ο καφές και τα κρουασάν ήταν υπέροχα. Εσύ τα έκανες;» Η Πάτι κατένευσε και χαμογέλασε. «Γι’ αυτό ο Νίκι με πληρώνει τόσα πολλά». Ο Ντόμινικ δεν ήξερε πού το πήγαινε η Πάτι με αυτό το εξυπνακίστικο χαμόγελο, έτσι είπε: «Το πρόγευμα μυρίζει ωραία. Είναι έτοιμο;» «Μάλιστα, αφεντικό». Το να τον αποκαλεί η Πάτι «αφεντικό» δεν ήταν καθόλου καθησυχαστικό. Ο Ντόμινικ της έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα ενώ ακολουθούσε την Κέιτ στο τραπέζι. Και είτε το καταλάβαινε ή όχι, ήταν σούπερ ευγενική καθώς έτρωγαν. Η γαλλική φρυγανιά της Πάτι ήταν μια σκέτη αμαρτία το ίδιο και μια πιατέλα με φρούτα που θα μπορούσε να είναι έκθεμα μουσείου και ο καφές ήταν τα πάντα που όφειλε ένας καφές να είναι: καυτός, ελάχιστα γλυκός, δυνατός με ένα ίχνος αυστηρότητας για να θυμίζει το λόγο που έπινες καφέ. Η Πάτι κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας μαζί τους και μίλησε για τον άντρα της και τα παιδιά της. Σηκώθηκε από το τραπέζι για να τους δείξει τις φωτογραφίες της οικογένειας της στους τοίχους της κουζίνας — στους τοίχους της κουζίνας του Ντόμινικ, σκέφτηκε η Κέιτ. Και στην πραγματικότητα ήταν λίγο απότομη με τον Ντόμινικ μερικές φορές. Τον έλεγε Νίκι όπως η Μέλανι. Της Κέιτ της άρεσε το ότι ο Ντόμινικ είχε ανθρώπους γύρω του που ήταν κομμάτι της ζωής του —ότι δεν ήταν τελείως μόνος. Ο Ντόμινικ ανησυχούσε ότι η Πάτι ήταν υπερβολικά φιλική και στοργική, αλλά η Κάθριν δε φάνηκε να το πρόσεξε. Και όταν επαίνεσε τον καφέ της Πάτι, ρωτώντας πώς τον έκανε, τι είδος καφέ χρησιμοποιούσε, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να αγοράσει λίγο για τη γιαγιά της, ο πάγος —αν υπήρξε ποτέ πάγος— έσπασε, έλιωσε και εξατμίστηκε στην ατμόσφαιρα. Η Πάτι δεν ήξερε πώς να περιποιηθεί την Κάθριν. Επειδή, σκέφτηκε: ένα, η πρώτη γυναίκα που είχε φέρει ο Ντόμινικ στο [273]


σπίτι του άξιζε ειδική μεταχείριση και δύο, εκείνα τα βραχιόλιαχειροπέδες που φορούσε η Κάθριν ήταν στην πραγματικότητα μια παραδοχή σχέσης για κάποιον σαν τον Ντόμινικ που φύλαγε τα βίτσια του κρυφά. Έτσι η Πάτι συζήτησε με την Κάθριν το μενού της ημέρας σε περίπτωση που κάποιο από τα πιάτα δεν της άρεσε. Η Κέιτ είπε, «Τρώω τα πάντα» και κοκκίνισε τόσο γλυκά. Η Πάτι δεν απόρησε καθόλου που τράβηξε τον Ντόμινικ έπειτα από όλες εκείνες τις γυναίκες μέσα στα χρόνια που δεν ήξεραν πώς να κοκκινίσουν ακόμη κι αν εξαρτιόταν η ζωή τους από αυτό. Και όταν έφυγαν μετά το πρόγευμα να ανεβούν στην ταράτσα για να καθίσουν στον ήλιο, η Πάτι μουρμούρισε στον Ντόμινικ καθώς έφευγε: «Είναι τεφαρίκι, Νικ. Τα πήγες καλά». Από τη στέγη του σπιτιού η θέα της γέφυρας Γκόλντεν Γκέιτ ήταν τόσο όμορφη που έμοιαζε με καρτ ποστάλ. Ο ήλιος ήταν ζεστός καθώς ξάπλωσαν στις σεζλόνγκ πλάι πλάι, νιώθοντας απόλυτα ικανοποιημένοι και ολοκληρωμένοι. «Ευτυχισμένη;» Ο Ντόμινικ άγγιξε το χέρι της, πέρασε το δάχτυλό του επάνω από το χρυσό βραχιόλι. Η Κέιτ χαμογέλασε. «Ω ναι. Εσύ;» «Περισσότερο από όσο φαντάζεσαι», είπε απαλά ανυπομονώντας να μείνει μαζί της στο Λονδίνο. «Κοιμήσου αν θέλεις. Έχουμε χρόνο ως τις δέκα». «Και;» «Ο δικηγόρος θα είναι εδώ στις δέκα». «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις αυτό; Δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις για μένα. Δε σκοπεύω να πάω πουθενά, εκτός αν θέλεις εσύ να φύγω». Της μίλησε σε ήπιο τόνο —η προηγούμενη κουβέντα τους για δέσμευση δεν είχε γίνει αποδεκτή. «Τα συμβόλαια είναι μια ρουτίνα για μένα. Κάνε μου τη χάρη αν δε σε πειράζει». «Δε με πειράζει. Εσύ είσαι που έχεις συνηθίσει να ασκείς τη σεξουαλική ελευθερία. Η αποκλειστικότητα δεν είναι πρόβλημα για μένα. Βλέπεις, εγώ δε θέλω κανέναν άλλο. Το ήξερες αυτό». Το έκανε να ακούγεται τόσο απλό ενώ δεν υπήρξε ποτέ απλό [274]


στο παρελθόν. Όταν δεν τον ενδιέφερε ποτέ η απλότητα σε ό,τι είχε σχέση με τις γυναίκες στη ζωή του. Ακόμη και η Τζούλια είχε φέρει μαζί της την εξωτική περιπέτεια και την αναζήτηση της συγκίνησης μέσα από ταξίδια ανά τον κόσμο. Τώρα ήταν ευτυχισμένος και ικανοποιημένος με το να μην κάνει τίποτα, να είναι ξαπλωμένος εδώ με την Κάθριν, να νιώθει τον ήλιο να ζεσταίνει το πρόσωπό του δίπλα στο άτομο που έδωσε σκοπό και σημασία στη ζωή του Ήταν αρκετό. Δε χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. Και αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένος να κρατήσει τους ανατρεπτικούς δαίμονες σε απόσταση. Ενώ δεν μπορούσε να ακυρώσει το παρελθόν του, να διώξει μια πικρή ανάμνηση, μπορούσε όμως να διαμορφώσει ένα καινούριο κόσμο, ίσως ακόμη να μάθαινε και τι σημαίνει αγάπη.

[275]


Κεφάλαιο 21 Ο δικηγόρος του Ντόμινικ φορούσε ένα μπλε κοστούμι άψογα ραμμένο από κάποιον ράφτη που ήξερε τη δουλειά του, χρέωνε όσα μερικοί άνθρωποι έβγαζαν σε ένα χρόνο και έστελνε τους πελάτες του έξω στον κόσμο με το κύρος που πρόσδιδαν τα πολλά χρήματα. Ο Ντόμινικ δεν είχε βγάλει τη φόρμα της γυμναστικής και το τι-σερτ και η Κάθριν ήταν παρόμοια ντυμένη, αλλά ο Κρις Ρόμπινς χαμογέλασε ευγενικά όταν του σύστησαν την Κάθριν, προσποιήθηκε ότι δεν είδε τα βραχιόλια-χειροπέδες και φέρθηκε στον Ντόμινικ και την Κέιτ με επαγγελματικό σεβασμό. Ή, πιο σωστά, με τον επιπλέον επαγγελματικό σεβασμό που δικαιούται ένας δισεκατομμυριούχος πελάτης και η γυναίκα που είχε επιφέρει μια αλλαγή στη διαθήκη του Ντόμινικ. Η Πάτι έφερε ένα δίσκο με καφέ και μπισκότα, τα ακούμπησε σε ένα τραπεζάκι ανάμεσα στην Κάθριν και τους δύο άντρες και έφυγε. Όσο ο Κρις (αυτός και ο Ντόμινικ γνωρίζονταν από το κολέγιο) έβγαζε διάφορα έγγραφα από την τσάντα του, οι άντρες κουβέντιαζαν για μπάσκετ, για τη σεζόν των Γκόλντεν Στέίτ Γουόριορς (ομάδα μπάσκετ του Σαν Φρανσίσκο) και το σκορ του χτεσινό βραδινού αγώνα που ο Ντόμινικ γνώριζε αν και δεν τον είχε δει. Συμφώνησαν ότι χρειάζονταν περισσότερη βροχή, ότι η όπερα χρειαζόταν μεγαλύτερη χρηματοδότηση και ο Ντόμινικ πρότεινε να τους στείλει ο Κρις από μέρους του ότι ποσό νόμιζε σωστό και να ενημερώσει τον Ρόσκο. Ο Κρις έβαλε ένα μικρό πακέτο με χαρτιά επάνω στο τραπέζι, τα τακτοποίησε προσεκτικά και πήρε ένα λακαρισμένο μαύρο στυλό, όμορφο σαν κόσμημα. Ξεβίδωσε [276]


το καπάκι και το έδωσε στον Ντόμινικ. Κοίτα να δεις, οι πλούσιοι δεν έχουν ούτε να σηκωθούν και να πάρουν το δικό τους στυλό, σκέφτηκε η Κέιτ, κοιτάζοντας στο γραφείο όπου υπήρχαν αρκετά στυλό μέσα σε ένα δερμάτινο δοχείο. Ο Ντόμινικ έσκυψε μπροστά. «Δείξε μου πού να υπογράψω». «Δε θέλεις να το διαβάσεις;» «Το προσχέδιο ήταν μια χαρά». Ο Ντόμινικ στράφηκε στην Κέιτ. «Εσύ όμως πρέπει να το διαβάσεις, Κάθριν». Έκανε ένα νεύμα στο δικηγόρο που έσπρωξε ένα αντίγραφο προς το μέρος της Κέιτ. «Δε θέλω». Ο Ντόμινικ της έριξε μια γρήγορη ματιά. «Θα σε συμβούλευα να το διαβάσεις. Πες της, Κρις». Ο Κρις χαμογέλασε ευγενικά. «Πάντοτε προτείνω ένα συμβόλαιο να διαβαστεί πριν τις υπογραφές». Η Κέιτ έδειξε τα χαρτιά. «Έχω το e-mail μου εκτός; Αυτό είναι το μόνο που χρειάζομαι». Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να φεύγει, όπως είχαν συμφωνήσει στη Σιγκαπούρη, όποτε ήθελε. Ο δικηγόρος κοίταξε τον Ντόμινικ και πέρασε το χέρι του βιαστικά επάνω από τα αραιωμένα μαλλιά του. Ο Ντόμινικ τον κοίταξε επίμονα για μια στιγμή, το πρόσωπό του ανέκφραστο. «Η Κάθριν αναφέρεται στη ρήτρα ανάκλησης». «Ναι, φυσικά». Ο Κρις ξεροκατάπιε. «Η ρήτρα είναι εκεί». Η Κέιτ κάθισε λίγο πιο ίσια στην καρέκλα της. «Τότε δείξε μου πού να υπογράψω». Ο Ντόμινικ την κοίταξε δύσπιστα. «Θα φροντίσω το συμβόλαιό σου με την CX Capital να ελεγχθεί πριν υπογράψεις. Δε θα είναι τόσο συνεργάσιμοι όσο εγώ σε περίπτωση που αλλάξεις γνώμη». «Εσύ συνεργάσιμος; Σοβαρά;» Χαμογέλασε παιχνιδιάρικα. «Από πότε;» «Αρκετά, Κάθριν», ο Ντόμινικ την προειδοποίησε απαλά, δείχνοντας με τα μάτια του προς το μέρος του δικηγόρου. «Υποθέτω ότι η φύση της φιλίας μας δεν είναι σε αμφιβολία αφού ο κύριος Ρόμπινς συνέταξε αυτό το έγγραφο για σένα», του είπε απαλά. Ο Ντόμινικ αναστέναξε. «Τότε υπόγραψέ το». [277]


«Αυτό ετοιμαζόμουν να κάνω πριν αρχίσεις να μου δίνεις εντολές…». Το στόμα του Ντόμινικ έκλεισε σφιχτά, ένα τικ εμφανίστηκε ψηλά επάνω από τα ζυγωματικά του καθώς της έδινε το στυλό. Ο Κρις Ρόμπινς είπε αργότερα στο συνεταίρο του, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ότι δε θα κουτσομπόλευε, αφού και οι δύο προτιμούσαν να κρατήσουν τον Ντόμινικ Νάιτ ως πελάτη τους, ότι όχι μόνο ήθελε ο Ντόμινικ αυτή τη γυναίκα τόσο πολύ που την είχε βάλει να υπογράψει ένα συμφωνητικό αποκλειστικότητας αλλά η δεσποινίς Κάθριν Χαρτ δεν ήταν καθόλου ο υποτακτικός τύπος επειδή είχε διαφωνήσει μαζί του ως τη στιγμή που εκείνος έσφιξε τα δόντια του και παραιτήθηκε. «Εκτός από τις χειροπέδες», είπε με ένα πλατύ χαμόγελο και άρχισε να του εξηγεί για τα ακριβά βραχιόλια χειροπέδες. «Αυτή είναι η γοητεία της», είπε ο Μπομπ Θορπ, ο συνεταίρος χαμογελώντας και αυτός με εκείνο το φαντασμένο τρόπο τον τόσο τυπικό στις αντρικές κουβέντες περί σεξ. «Υποταγμένη εκεί που έχει σημασία, διαφορετικά άγρια. Κάνει τον Νάιτ να μην ξέρει τι ακολουθεί». «Έδειξε ενδιαφέρον μόνο για τη ρήτρα ανάκλησης. Αρνήθηκε να κοιτάξει το συμφωνητικό. Ο Ντόμινικ την πίεσε και εκείνη αντιστάθηκε». «Της είπες ότι η ρήτρα ανάκλησης είναι άχρηστη;» «Δε ρώτησε». «Δεν ξέρει ούτε για τον κωδίκελλο στη διαθήκη του Νάιτ, σωστά; Ή μήπως νομίζεις ότι το γνωρίζει και γι’ αυτό δεν την απασχολεί η ρήτρα ανάκλησης;» «Όχι, ο Ντόμινικ ήταν απόλυτα σαφής σε αυτό. Δεν το ξέρει. Ο κωδίκελλος ήταν σε χωριστό φάκελο που μου είχε πει να το βάλω σε ένα συρτάρι του γραφείου του. Ήμουν ο πρώτος στο γραφείο». «Λοιπόν, πώς είναι σε εμφάνιση αυτή η μέλλουσα πλούσια κυρία; Κάτι το ξεχωριστό φαντάζομαι;» Ο Μπομπ διόρθωσε τη μανσέτα στο είκοσι χιλιάδων δολαρίων κοστούμι του. «Ίσως ψάξει για καινούριο φίλο;» «Δεν είναι για τα δόντια σου, Μπόμπι, αγόρι μου, γι’ αυτό [278]


μην ενθουσιάζεσαι. Και θα είναι πλούσια μόνο αν κάποια συνάντηση που έχει ο Ντόμινικ την Τρίτη δεν πάει καλά. Δεν περιμένει προβλήματα, είπε, απλά παίρνει τα μέτρα του. Δε μου είπε λεπτομέρειες αλλά οι επιχειρήσεις Νάιτ κάνουν δουλειές σε κάποιες επικίνδυνες περιοχές του κόσμου. Ακόμη και με ασφάλεια, υπάρχουν πάντοτε ρίσκα». «Εξακολουθώ να μην ξέρω πώς είναι αυτή η εξαιρετικά έξυπνη και προφανώς πανέμορφη γυναίκα». Ο Μπομπ Θορπ δεν πήρε προσωπικά την αποδοκιμασία του συνεταίρου του. Πολύ λίγοι άντρες μπορούσαν να ανταγωνιστούν τον Ντόμινικ Νάιτ στην εμφάνιση. «Ορίστε». Ο Κρις χτύπησε μερικά εικονίδια στο τηλέφωνό του. «Κατέβασα τη φωτογραφία της από την κάμερα στο στυλό μου. Δες». Ο Μπομπ Θορπ γέλασε. «Εσύ και οι κατασκοπευτικές αηδίες σου», είπε πιάνοντας το τηλέφωνο. «Ω, τι μωρό... είναι έξοχη. Καθόλου μεϊκάπ ή εντυπωσιακά ρούχα και παρ’ όλα αυτά σου παίρνει το μυαλό. Μόνο ο Ντόμινικ Νάιτ μπορούσε να τη βρει». «Δεν είναι ότι δεν είχε βγει στο ψάξιμο για τη θηλυκή τελειότητα ανά την υδρόγειο, πριν αλλά και μετά το γάμο του. Οι πιθανότητες να βρει κάτι που αναζητούσε ήταν πολύ καλές». «Πόσα της αφήνει;» «Τα μισά». Ο Μπομπ γούρλωσε τα μάτια του κωμικά. «Πλάκα μου κάνεις». «Όχι. Τα μισά. Με τη βούλα που λένε». «Χριστέ μου, πρέπει να είναι καλή στο κρεβάτι». «Μη διανοηθείς να του το πεις αυτό. Ο τύπος τη βλέπει σοβαρά». «Ναι, το κατάλαβα αυτό».

[279]


Κεφάλαιο 22 «Δεν είσαι καθόλου διακριτική», μουρμούρισε ο Ντόμινικ όταν έφυγε ο δικηγόρος. «Εσύ το λες αυτό; Από όλους τους ανθρώπους... εσύ; Δεν είμαι εγώ εκείνη που δε με νοιάζει αν με έχουν βιντεοσκοπήσει να μαστιγώνω τα οπίσθια κάποιας γυναίκας. Και αν λάβουμε υπόψη ότι ο δικηγόρος σου συνέταξε εκείνο το συμφωνητικό...» — ανασήκωσε τα φρύδια της—«...τι νόημα έχει;» Σήκωσε ψηλά τα χέρια της δείχνοντας τις χρυσές χειροπέδες. «Και μια που μιλάμε για διακριτικότητα, δε φαίνεται να σε νοιάζουν αυτά. Επειδή αυτό σου αρέσει, σωστά;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Πάρα πολύ». «Τότε, ποιος δεν είναι διακριτικός;» Έσκυψε το κεφάλι του. «Έχεις δίκιο». «Νίκησα». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Σου αρέσει να νικάς, ε;» «Ασφαλώς. Το ίδιο κι εσύ. Γιν, γιανγκ, ούτε μια στιγμή πλήξης. Γι’ αυτό...» «Κάθριν». «Τι;» «Έλα εδώ». Έριξε μια γρήγορη ματιά στην πόρτα. «Μπορεί να έρθει η Πάτι». «Δε θα έρθει». «Πώς το ξέρεις;» «Το ξέρω. Τώρα σήκω και έλα εδώ». [280]


Τα μάτια τους συναντήθηκαν. «Αργά», της είπε. Η φωνή του ήταν γαλήνια, τα μπράτσα του στηρίζονταν στο τραπέζι, τα δάχτυλά του ακουμπούσαν ελαφρά στο συμφωνητικό που είχαν μόλις υπογράψει... σαν μια υπενθύμιση ότι ο εθισμός της είχε γίνει νόμιμος. Μια υπενθύμιση της απίστευτης δύναμης που ασκούσε επάνω της. Η ψύχραιμη φωνή του Ντόμινικ εξαφάνισε τις αντιρρήσεις και την αξιοπρέπεια, τις σταθερές αρχές και την όποια αναφορά στην πραγματικότητα. Είχε μόνο να μιλήσει με εκείνον τον απαλό, νωχελικό τόνο, να την κοιτάξει με πόθο στα γαλανά του μάτια, να απαιτήσει υπακοή και ήταν αυτόματα υγρή, οι ρώγες της τεντωμένες, το αιδοίο της να πάλλει έτοιμο να τον καλωσορίσει. Άδεια από κάθε συναίσθημα εκτός από μια τεράστια και χωρίς όρια επιθυμία. Η Κέιτ στάθηκε όρθια. Ο Ντόμινικ έστριψε την πολυθρόνα του, άπλωσε τα πόδια του, την κοίταξε σιωπηλός να διασχίζει το μικρό διάστημα που τους χώριζε. Όταν σταμάτησε μπροστά του, την κοίταξε μέσα από τις σκούρες βλεφαρίδες του και κοίταξε τα στήθη της, το βλέμμα του σταθερό και άνετο. «Είσαι ανήθικα εύκολη, Κάθριν. Δεν έχω δει ποτέ καμιά γυναίκα που να χρειάζεται το σεξ όσο εσύ. Οι ρώγες σου γίνονται σκληρές σε δευτερόλεπτα». Το βλέμμα του σηκώθηκε αργά και ένα μικρό χρονικό διάστημα πέρασε. «Βγάλε το τι-σερτ σου. Θέλω να δω τα βυζιά σου». Καθώς τραβούσε το πουκάμισό της, ο Ντόμινικ άπλωσε το χέρι του. Η Κέιτ άφησε το τι-σερτ να πέσει στην ανοιχτή παλάμη του. Εκείνος το πέταξε στο χαλί χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. «Άγγιξε τις ρώγες σου για μένα». Η φωνή του είχε γίνει ελαφρά αιχμηρή. «Τώρα, Κάθριν. Κάν’ το τώρα». «Συγνώμη», ψιθύρισε, επικεντρωμένη στην υγρή κάψα που ένιωθε ανάμεσα στα πόδια της, στην ερωτική έξαψη που φούντωνε όλο της το σώμα. «Άκουσες τι είπα;» η φωνή του ήταν τραχιά. Κινήθηκε τότε, παρακινημένη από την τραχύτητα του τόνου του. Πήρε τις ρώγες της ανάμεσα στον αντίχειρα και τα δάχτυλά [281]


της και τις ζούληξε απαλά. «Πιο δυνατά». Υπάκουσε και ένιωσε τη σάρκα της να υποχωρεί, έκλεισε τα μάτια υποταγμένη στην αυξανόμενη ηδονή που κυλούσε ορμητικά προς τα κάτω, καυτή και οργιώδης, πρωτόγονη μέσα στην ανεμπόδιστη ομορφιά της. «Πιο δυνατά». Αύξησε την πίεση, ζούληξε την ευαίσθητη σάρκα, ένιωσε τον καυτό πόθο να ανασκιρτάει μέσα της, έβγαλε μια λαχανιασμένη φωνή καθώς μια πυρακτωμένη λαγνεία ξεχύθηκε στο σώμα της και άρχισε να σφυροκοπάει άγρια το μυαλό της. Ψιθύρισε με τα μάτια κλειστά: «Σε χρειάζομαι». «Είσαι σίγουρη;» μουρμούρισε ο Ντόμινικ. «Ή μπορεί οποιοσδήποτε να σε γαμήσει όταν είσαι τόσο καυλωμένη; Σε ενδιαφέρει πραγματικά τίνος ο πούτσος είναι, γλύκα μου;» Έσκυψε μπροστά, άρπαξε τους καρπούς της και τους έσφιξε σαν μέγγενη. «Λέγε, είσαι;» γρύλισε. Το χαμηλόφωνο γρύλισμά του, το βάρβαρο σφίξιμο των χεριών του απαιτούσαν μια απάντηση. Παρά την υστερία που κλιμακωνόταν μέσα της και την αποσπούσε, κατάλαβε. Η ανάσα της είχε κοπεί, έκαιγε από τον πυρετό του πάθους αλλά με προσπάθεια κατάφερε να ανοίξει τα μάτια της, αγωνίστηκε να απαντήσει σε μια ερώτηση που δεν είχε ακούσει. Τελικά απάντησε συναινετικά. «Ό,τι θέλεις εσύ, Ντόμινικ». Καταλαβαίνοντας το δίλημμά της, ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά, τα χέρια του έπεσαν κάτω και έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του. «Φτάνει», είπε. Χτύπησε το ένα του δάχτυλο. «Επανάληψη». Για κάποιο ακατανόητο λόγο, η μία αυτή λέξη ήταν τόσο μεθυστική όσο το δυνατό χτύπημα ενός πέους που χωνόταν βαθιά μέσα της. Ανατρίχιασε καθώς ένα φλογερό τράνταγμα κακοποιούσε τις αισθήσεις της και το σκλαβωμένο σώμα της άνοιξε ανυπόμονο και πρόθυμο. «Χριστέ μου, Κάθριν!» Η φωνή του ήταν απαλή σαν μετάξι, έδειχνε να το απολαμβάνει. «Ξέρεις, καταλαβαίνεις ότι είμαι κι εγώ εδώ;» «Πώς θα μπορούσα να μην το ξέρω;» Η φωνή της ήταν χαμηλή, αισθησιακή, το φλογερό βλέμμα της καρφωμένο στο μονα[282]


δικό άντρα που την έκανε να νιώθει ανήμπορη από λαχτάρα, που μπορούσε να την αναγκάσει να κάνει οτιδήποτε για την απόλαυση που της πρόσφερε. Τότε έσφιξε τις ρώγες της, τις τράβηξε αργά μέχρι που ορθώθηκαν τεντωμένες. «Μπορείς να με βοηθήσεις;» είπε με κομμένη την ανάσα, γυρίζοντας αριστερά, έπειτα δεξιά, προσφέροντάς του μια απεριόριστη θέα. «Δεν μπορώ... να τις φτάσω με το στόμα μου... εσύ όμως μπορείς». Πρόσεξε τη διόγκωση της στύσης του και τραβώντας τα δάχτυλά της έβαλε τα χέρια της κάτω από τα λευκά στήθη της και τα ανασήκωσε σχηματίζοντας δύο ψηλά, όμορφα βουναλάκια. «Απλά ρωτάω». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Πόρνη!» Έκαμψε το ένα δάχτυλο και την κάλεσε κοντά του. Ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο, η Κέιτ προχώρησε ανάμεσα στα πόδια του. «Επιτέλους», είπε. «Τελικά θα αναγκαστώ να το κλειδώσω το μουνί σου. Όχι ερωτήσεις», μουρμούρισε και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρά του. «Ίσως σε αφήσω». «Κανένα ίσως εδώ. Σου αρέσει το γαμήσι υπερβολικά. Δεν μπορούμε να σ’ αφήσουμε να κυκλοφορείς ελεύθερα ψάχνοντας για την περιπέτεια της μιας βραδιάς». «Υπόσχομαι να μην το κάνω». Ο Ντόμινικ κάγχασε. «Σιγά μη σε πιστέψω». «Ίσως θα έπρεπε». «Ίσως όχι». Έβαλε τα μεγάλα χέρια του αριστερά και δεξιά από το ένα στήθος της, τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω, φυλάκισε την απαλή σάρκα, έσκυψε το κεφάλι του αλλά πριν το στόμα του αγγίξει τη ρώγα της την κοίταξε και είπε: «Φτιάχνουν ήδη τη ζώνη σου αγνότητας». «Δεν μπορείς!» Προσπάθησε να τραβηχτεί πίσω. Τα δάχτυλά του έσφιξαν περισσότερο. «Φυσικά μπορώ. Μπορώ να κάνω τα πάντα, Κάθριν». Έπειτα το στόμα του έκλεισε γύρω από τη ρώγα της και την έκανε να ξεχάσει τα πάντα εκτός από την άγρια αίσθηση, την πυρετική ανάγκη, την ερωτική φρενίτιδα. Μέσα σε δευτερόλεπτα ανάσαινε λαχανιασμένα, μια τρικυμία είχε ξεσπάσει ανάμεσα στα πόδια της, τα θέματα εξουσίας και υποταγής ξεχάστηκαν τώρα που το αίμα της φλογιζόταν και ήταν στα πρόθυρα του οργασμού. [283]


Τα χέρια του έφυγαν από το στήθος της. Ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα και είπε ήσυχα: «Γύρισε και βάλε τα χέρια σου πίσω σου». Η Κέιτ έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, ξαφνιασμένη, ο αχόρταγος πόθος χτυπούσε μέσα στον εγκέφαλό της. «Όποτε είσαι έτοιμη, Κάθριν. Θέλεις να χύσεις ή όχι;» Όχι, ήθελε εκδίκηση και να του δώσει ένα χαστούκι σαν αντίποινα για την αισχρή συμπεριφορά του όποτε δεν ήθελε να περιμένει ή να παίξει παιχνίδια. Αλλά η εκδίκηση μπορούσε να περιμένει για μετά τον οργασμό της, αποφάσισε ρεαλιστικά, ήταν τόσο κοντά στον οργασμό που οι σφυγμοί της γρονθοκοπούσαν μέσα στα αυτιά της. Γύρισε. «Τα πάμε καλά εμείς οι δυο, δε συμφωνείς;» μουρμούρισε ο Ντόμινικ σαρδόνια, τραβώντας τις τυλιγμένες αλυσίδες από τα βραχιόλια. Ενώνοντας τα δύο βραχιόλια, έβαλε τα χέρια του στους γοφούς της και τη γύρισε μπροστά. «Απαγορεύεται να χύνεις όταν δεν είμαι μαζί σου. Καταλαβαίνεις;» Η Κέιτ κατένευσε, ο πόθος παλλόταν καυτός μέσα της. «Δε σε άκουσα, Κάθριν». «Καταλαβαίνω», ψιθύρισε, προσπαθώντας να μην τρέμει. «Κάτι ακόμα. Θέλω να μου ζητήσεις συγνώμη που ήσουν δυσάρεστη μπροστά στον Κρις». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, πετώντας θυμωμένες φωτιές. «Άντε γαμήσου». «Όχι ακόμη. Ζήτα συγνώμη πρώτα», της είπε ήσυχα. «Όχι». «Ίσως μπορώ να σου αλλάξω γνώμη». Λύνοντας το κορδόνι της φόρμας της, την κατέβασε ως κάτω στο πάτωμα, σήκωσε το ένα πόδι της, έπειτα το άλλο, κλότσησε μακριά το ρούχο, έπειτα έχωσε το ένα δάχτυλό του μέσα της. «Αυτό δεν είναι δίκαιο». Αλλά η φωνή της ήταν τώρα ένας ψιλός ήχος. «Δε μ’ ενδιαφέρει να είμαι δίκαιος. Μ’ ενδιαφέρει μια συγνώμη». Έχωσε ένα δεύτερο δάχτυλο, χάιδεψε απαλά τη λεία σάρκα. «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πεις ότι λυπάσαι και θα σ’ αφήσω να χύσεις». [284]


«Δεν το κάνω». Έβαλε το άλλο χέρι του επάνω στο στήθος της, χάιδεψε νωχελικά τη ρώγα με το δάχτυλο και τον αντίχειρα ώσπου άρχισε να τρέμει κάτω από τα χέρια του, να μουσκεύει τα δάχτυλά του, να λαχανιάζει. «Σου αρέσει αυτό; Θέλεις να χύσεις ή να σταματήσω; Τι σημαίνει η νίκη σου τώρα;» «Θέλω να χύσω». «Ποιος μπορεί να σου το κάνει αυτό;» «Εσύ, Ντόμινικ. Μπορείς να νικήσεις εσύ τις επόμενες εκατό φορές αν με αφήσεις να χύσω τώρα. Σε παρακαλώ;» «Βέβαια, μωρό μου. Απλά ήθελα να βεβαιωθώ ότι καταλαβαίνεις ποιος κάνει τι σε ποιον σε αυτήν τη γιν γιανγκ ισότητα». Τα μάτια της στένεψαν. Ένα βήμα από τον οργασμό, ο θυμός της ήταν έντονος ακόμη, το ίδιο και η διάθεσή της για καβγά. Ο Ντόμινικ χαμογέλασε: «Είμαι σαφής;» Μια μακριά, τεταμένη σιωπή. Ο Ντόμινικ ένιωσε τον οργασμό της να ξεκινάει επάνω στα δάχτυλά του. Τράβηξε τα δάχτυλά του έξω, κατέβασε το χέρι του από το στήθος της. «Να σου φορέσω το παντελόνι και να ανοίξω τις χειροπέδες;» Δάγκωσε τα χείλη της, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Δε χρειάζομαι μια μακριά συγνώμη». «Λυπάμαι». «Σ’ ευχαριστώ, γλύκα μου». Πετάχτηκε όρθιος, άνοιξε τα βραχιόλια, τη βοήθησε να καθίσει, γονάτισε και σήκωσε τα πόδια της επάνω στους ώμους του. Περνώντας το ένα χέρι του κάτω από τους γλουτούς της, την τράβηξε κοντά του, έχωσε τα δάχτυλά του πάλι μέσα της, χάιδεψε απαλά το σημείο G της, βούτηξε το κεφάλι του χαμηλά και πιπίλισε την κλειτορίδα της τρυφερά, η πίεση του στόματός του εναρμονίστηκε μεθοδικά με τη γρήγορη κορύφωση του οργασμού της. Έχοντας επιτύχει το στόχο του, να ξεκαθαρίσει τις θέσεις τους μέσα στη σχέση, κατευνασμένος και ικανοποιημένος, φρόντισε ο οργασμός της να διαρκέσει πολύ. [285]


Η Πάτι σήκωσε το κεφάλι της ακούγοντας τη φρενιασμένη κραυγή, χαμογέλασε και επέστρεφε στη μαγειρική της. Ήταν ωραίο που ο Ντόμινικ είχε κάποια να παίζει αντί να κάθεται μελαγχολικός στο δωμάτιό του όπως έκανε κάθε φορά που ήταν στο σπίτι. Ίσως θα έπρεπε να ετοιμάσει μπριζόλες για το δείπνο. Αν αυτοί οι δύο συνέχιζαν το βαρυφορτωμένο σεξουαλικό πρόγραμμά τους, θα χρειάζονταν κόκκινο κρέας για να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους. Όταν η Κέιτ συνήλθε, ο Ντόμινικ άλλαξε θέσεις μαζί της, την έβαλε επάνω στα γόνατά του, φρόντισε το δικό του οργασμό, έπειτα άλλο ένα για εκείνη και την κράτησε σφιχτά επάνω του ενώ επέστρεφαν και οι δύο σε μια πιο γαλήνια κατάσταση. Ύστερα της είπε: «Διάλειμμα; Κάνεις κέφι για κολύμπι;» Το κεφάλι της αναπαυόταν στον ώμο του, τα χέρια της ήταν τυλιγμένα γύρω από τους ώμους του. «Θα σε βλέπω». «Μπορείς να διαβάσεις ένα περιοδικό ή να δεις τηλεόραση. Θα κάνω μερικές απλωτές μόνο. Τώρα, αν ντρέπεσαι, μπορείς να κλείσεις τα μάτια σου όταν σε μεταφέρω κάτω. Έχω ρούχα και ρόμπες κάτω». Η Κέιτ ανακάθισε, τον κοίταξε άγρια. «Μην τολμήσεις να μου πεις ότι η Πάτι σε έχει δει γυμνό στο παρελθόν». Σηκώνοντάς την από τα γόνατά του, στάθηκε όρθιος, κρατώντας τη στα χέρια του. «Γνωριστήκαμε κάνοντας σέρφινγκ. Αυτό σημαίνει ελάχιστα ρούχα, αλλά είναι ρούχα. Ικανοποιήθηκες;» Κινήθηκε προς την πόρτα. «Κοιμήθηκες μαζί της;» «Όχι. Αυτή και ο Τζακ είναι μαζί από παιδιά. Έζησαν σε εκείνη την ποντικότρυπα, το διαμέρισμά μου στο Χαφ Μουν Μπέι μερικά χρόνια, αλλά δεν είδαμε ποτέ ο ένας τον άλλο γυμνό. Εντάξει, τώρα;» Ανοίγοντας την πόρτα, έστριψε δεξιά. «Μιας και δεν μπορώ να στείλω ανθρώπους στη Γροιλανδία όπως κάνεις εσύ, υποθέτω ότι δεν έχω επιλογή». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Δε θα κατάφερνες να στείλεις την Πάτι τόσο μακριά στο βορρά για όλα τα χρήματα του κόσμου. Είναι σαν κι εσένα. Ένας σκέτος μπελάς. Αλλά είναι φανταστική μαγείρισσα, οπότε η συμφωνία μας άξιζε τον κόπο». Μια άλλη μικρότερη σκάλα στο τέρμα του διαδρόμου οδη[286]


γούσε στον κάτω όροφο. Την κατέβηκε γρήγορα και μπήκε σε ένα φωτισμένο δωμάτιο. Η Κέιτ δάγκωσε το λοβό του αυτιού του. «Μιλώντας για μπελάδες και συμφωνίες, κύριε Νάιτ, ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς». Χαμογέλασε πλατιά. «Τουλάχιστον δεν πλήττουμε καθόλου, γλύκα μου». Την άφησε κάτω όταν μπήκαν σε ένα μικρό αποδυτήριο με θυρίδες στο μέγεθος ντουλάπας. «Ρούχα εκεί». Έδειξε με το χέρι του. «Μερικά από τα ρούχα γυμναστικής πρέπει να σου κάνουν. Μαγιό εκεί». Έδειξε πάλι. «Δεν είσαι υποχρεωμένη να φορέσεις κανένα αν δε θέλεις. Κανείς δε χρησιμοποιεί την πισίνα εκτός από μένα αλλά το νερό ανανεώνεται και φιλτράρεται με χίλιους δυο τρόπους. Δε μου αρέσουν η χλωρίνη και τα χημικά». Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Τι κάνεις;» Με το δάχτυλό της χάιδεψε το μπράτσο του από πάνω ως κάτω. «Σε ερεθίζει κι εσένα αυτό; Κοίτα πόσο μελαψός είσαι». Στάθηκε γυμνή κάτω από τα έντονα φώτα του αποδυτηρίου. Η ηλιοκαμένη επιδερμίδα του Ντόμινικ ξεχώριζε ακόμη περισσότερο. «Πόσο άσπρη είμαι εγώ. Μου θυμίζει... διαβάζεις ποτέ νουβέλες με κόμικς;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Είμαι η φαντασίωσή σου του Κόναν του Βάρβαρου;» Έπιασε το χέρι του και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της, τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Είσαι η φαντασίωσή μου της πραγματικής ζωής». Την τράβηξε επάνω του, έχωσε δυο δάχτυλά του μέσα στο καυτό αιδοίο της. «Έχω αυτήν τη φλογερή παρόρμηση να ληστέψω και να λεηλατήσω όταν βλέπω το εύθραυστο, χλομό κορμί σου. Και δεν έχει να κάνει με φαντασιώσεις. Είσαι τόσο γαμημένα μικροκαμωμένη. Είναι τόσο δελεαστικό και βασανιστικό σαν να ζω μέσα σε μία κόλαση από την αρχή. Εδώ, κοίτα». Τη γύρισε ελαφρά ώστε η πλάτη της να ακουμπάει επάνω του, τα δάχτυλά του μπήκαν ακόμη πιο βαθιά μέσα της. «Βλέπεις;» Το δυνατό μπράτσο του λοξά επάνω στο κορμί της, το χέρι του να ακουμπάει επάνω στην ήβη της, τα δάχτυλά του να καλύπτουν το αιδοίο της, τα δύο δάχτυλα μέσα της να φέρνουν ένα κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Η σκούρα [287]


επιδερμίδα του, οι μαύρες τρίχες στο μπράτσο του, το δίκτυο φλεβών στο κάτω μέρος του σώματός του αμυδρά ορατό επάνω από τους μυς του έρχονταν σε μια λάγνα αντίθεση με το γαλακτερό δέρμα της. Πιάνοντας το πιγούνι της με το άλλο χέρι του, σήκωσε το πρόσωπό της στον καθρέφτη που έπιανε όλο τον τοίχο. «Κοίταξε». Το ψηλό, δυνατό σώμα του έκανε το δικό της να μοιάζει με νάνου, τα χρώματά τους ένα αφιλτράριστο μελαψό και ένα ανοιχτό ήταν δυο αποκλίνουσες εικόνες που έφερναν στο νου κυνηγό και κυνηγημένο, οικειοποίηση ελευθεριών, επείγουσα ανάγκη και δικαιώματα. «Κοίτα πόσο μικροκαμωμένη είσαι. Είσαι το ανέγγιχτο δώρο μου, η γλυκιά μου ανακούφιση». Χαμογέλασε. «Η φλογισμένη εξέγερση του πόθου μου». Η καρδιά της σφίχτηκε επειδή η φωνή του ήταν σιγανή σαν να μιλούσε στον εαυτό του. Όμως ήξερε πόσο λίγο ήθελε να ακούει για αγάπη έτσι του χαμογέλασε κι εκείνη χάιδεψε το μπράτσο του με τις άκρες των δάχτυλων της. «Η αίσθηση της αντρικής υπεροχής επάνω μου με ερεθίζει επίσης». «Είναι αλλόκοτο». «Αλλά ωραία αλλόκοτο. Μου αρέσει που είσαι δυνατότερος από εμένα, πιο γεροδεμένος, ψηλότερος... όλο μύες και γοητεία». Την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Πρόσεξα τη διαφορά την πρώτη φορά που σε είδα. Ένιωσα...» — ανοιγόκλεισε τα μάτια του, χαμογέλασε πλατιά— «...πιθανόν μόνο λαγνεία. Δεν είμαι καλός στο να ξεχωρίσω τίποτ’ άλλο». Η Κέιτ ανάσανε απαλά. «Με φόβισες την πρώτη μέρα». «Έι θυμήσου σε ποιον μιλάς». Έσκυψε το κεφάλι του και έχωσε τη μύτη του πίσω από το αυτί της. «Ένιωσες κι εσύ κάτι άλλο». Γύρισε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Δεν ήμουν σίγουρη τι. Ή αν είχα καμιά πιθανότητα». Κάθε γυναίκα που στεκόταν ακίνητη αρκετή ώρα είχε μια πιθανότητα μαζί του εκείνες τις ημέρες. «Χαίρομαι που αποφάσισες να μείνεις», της είπε ευγενικά, σηκώνοντας το κεφάλι του. Πήρε μια μικρή ανάσα. «Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο κοντά φτάσαμε στο να μη συναντηθούμε ποτέ και αρχίζω να πιστεύω στη μοίρα. Δεν κάνω ποτέ τις συνεντεύξεις. Αλλά ο Μαξ ήταν απασχολημένος και ήταν πολύ ζεστός στο να σε [288]


προσλάβει οπότε επέμεινε να τον αντικαταστήσω. Ήθελε να δω με τα ίδια μου τα μάτια πόσο καλή θα ήσουν για την εταιρεία. Και ο λόγος που άργησα να φτάσω ήταν ότι σκεφτόμουν να το αναβάλλω. Μέχρι που μου τηλεφώνησε ο Μαξ. Σαν να ήξερε ότι έπρεπε να με πιέσει». «Και μετά σου είπα όχι και φρικάρισες». «Ποτέ δε μου άρεσαν τα όχι. Αν και ήμουν πολύ σίγουρος ότι δε θα έπαιρνα ένα όχι όταν σε γαμούσα». Έκανε μια πλήρη στροφή μέσα στην αγκαλιά του και τον κοίταξε. «Μπορεί να είχα διαφορετική άποψη γι’ αυτό». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Είχες;» Τον χτύπησε στο πιγούνι. «Αυτάρεσκε μπάσταρδε». «Ο δικός σου αυτάρεσκος μπάσταρδος. Συνήθισέ το». Αν και η κουβέντα για συναισθήματα είχε πάντοτε ένα περιορισμένο χρονικό όριο για εκείνο, μεγαλύτερο τώρα από το παρελθόν, αλλά εξακολουθούσε να μην είναι το αγαπημένο του θέμα συζήτησης. «Χρειάζεσαι βοήθεια για να βρεις ρούχα;» «Μπα». Μάθαινε να διαβάζει τις διακυμάνσεις στη διάθεσή του, αν και ποιος άντρας θέλει να του αναλύεις τα συναισθήματά του; Της έδειξε μια άλλη πόρτα. «Θα είμαι εκεί έξω». Και βγήκε γυμνός και όμορφος σαν θεός. Η Κέιτ εξερεύνησε μια ντουλάπα με ρούχα γυμναστικής, διάλεξε ένα πράσινο σορτς κι ένα τι-σερτ, ντύθηκε, έπειτα κάθισε σε μια σεζλόνγκ πλάι στην πισίνα και παρακολουθούσε τον Ντόμινικ να κολυμπάει πρόσθιο με άνετες, αρμονικές απλωτές. Σταμάτησε να μετράει γύρους μετά τον εκατοστό και βλέποντάς τον να συνεχίζει δυνατά, πήγε στο μηχάνημα με τα βάρη. Ρύθμισε το κάθισμα και τα βάρη και δούλεψε χαλαρά τους μυς του στέρνου. Τα βραχιόλια ήταν αρκετά χαλαρά και δεν της δημιούργησαν κανένα πρόβλημα. Ένιωσε όμορφα σηκώνοντας βάρη. Είχε αρχίσει όταν ο παππούς της είχε φέρει Χάρλεϊ στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά της. Της είχε πει: Όσο πιο γρήγορα τη σηκώσεις όταν πέσει, τόσο πιο γρήγορα θα μπορείς να την καβαλήσεις. Μέσα σε ένα μήνα, μπορούσε να σηκώσει 60 κιλά. Συνέχισε να σηκώνει βάρη στο διαμέρισμά της στη Βοστόνη, αλλά αυτός ο χώρος εδώ ήταν το όνειρο κάθε αρσιβαρίστα. Προ[289]


χώρησε νωχελικά στη σειρά με τα μηχανήματα, τα δοκίμασε όλα χαλαρά χωρίς να υπερβάλει. Ο Ντόμινικ σκεφτόταν το πρόγραμμά του ενώ κολυμπούσε. To κολύμπι ήταν η ανάπαυσή του, κάτι σαν διαλογισμός, οι μύες του προγραμματισμένοι, οι απλωτές του ορθολογικές, αυτόματες, η ανάσα του αργή και ομοιόμορφη. Το σώμα του κινιόταν με μηχανική ακρίβεια, ο εγκέφαλός του αυτοσχέδιαζε και ανέλυε. Υπήρχαν ακόμη πολλά που έπρεπε να κάνει για να είναι έτοιμος την Τρίτη. Φαντάστηκε τον εαυτό του να προσγειώνεται στη Ρώμη και άρχισε την αντίστροφη μέτρηση πάλι. Προτιμούσε να μην αφήνει τίποτα στην τύχη. Μπορεί να έπαιρνε υπολογισμένα ρίσκα, αλλά δεν ήταν ποτέ απερίσκεπτος. Η Κέιτ δούλευε αργά σε μια πρέσα για τις γάμπες όταν μισή ώρα αργότερα ο Ντόμινικ την πλησίασε φορώντας ένα λευκό μπουρνούζι. «Θα κάνω ένα γρήγορο ντους. Θέλεις να έρθεις μαζί μου ή θα σε δω επάνω;» «Θα έρθω σε ένα λεπτό». Σκύβοντας από πάνω της τη φίλησε και έφυγε, ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, αφού είχε κάνει ένα ντους και είχε φορέσει ένα τζιν παντελόνι και ένα ξεθωριασμένο τι-σερτ, καθόταν στο γραφείο του στο ισόγειό μιλώντας στο τηλέφωνο. Ακούγοντας ένα χτύπημα στην ανοιχτή πόρτα γύρισε και είδε την Πάτι να στέκεται εκεί με έναν απρόσμενο επισκέπτη, την Τσάρλι, η οποία του χαμογελούσε σαν να την περίμενε. Ήταν ντυμένη με ένα κοστούμι από αυτά που φορούν οι ανώτεροι υπάλληλοι επιχειρήσεων. Το γκρίζο ταγιέρ της, ραμμένο στα μέτρα της, ήταν υψηλής ραπτικής, η λευκή μεταξωτή μπλούζα της ανοιχτή λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε, και φορούσε αρκετά αληθινά κοσμήματα σαν να ήθελε να δείξει ότι δεν είχε ανάγκη να εργάζεται για τα προς το ζην. Κάτι που δεν ήταν μακριά από την αλήθεια, επειδή δεν ήταν σίγουρος ότι εργαζόταν καθόλου. Λοιπόν, τι στο διάολο έκανε εδώ; Και πόσο σύντομα θα μπορούσε να την ξεφορτωθεί; Της έκανε νόημα να περάσει μέσα, της έδειξε τον καναπέ και μετά το τηλέφωνο στο χέρι του. «Όχι, Κεβ. Από την άλλη ε[290]


βδομάδα. Όχι. Το νωρίτερο την Τετάρτη». Κοίταξε την Πάτι και έφερε το ελεύθερο χέρι του στο στόμα του, μιμούμενος ότι έπινε από ένα φλιτζάνι. Η Πάτι κατένευσε και έφυγε. «Στο μεταξύ, αν έχεις κάποια ερώτηση, ο Ρόσκο μπορεί να σε βοηθήσει. Φυσικά θα είμαστε σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα από την Τετάρτη και μετά». Χαμογέλασε στην Τσάρλι ευγενικά. «Έγινε. Γεια σου, Κεβ». Αφήνοντας το ακουστικό στη συσκευή, σηκώθηκε από την καρέκλα του. Αφού έκανε το γύρο του γραφείου, τα γυμνά πόδια του ήταν αθόρυβα στο χαλί, τράβηξε μια καρέκλα από το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου και κάθισε. «Κάποιο πρόβλημα στην NGO;» Θεέ μου ας πει ναι, γιατί η εναλλακτική δεν ήταν κάτι που ήθελε να ακούσει. Η Τσάρλι του χαμογέλασε ντροπαλά κάτι που ίσως ήταν αποτελεσματικό πριν δέκα χρόνια, αν και ακόμη και τότε θα ήταν παρατραβηγμένο. Η γυναίκα δεν ήταν καθόλου ο τύπος της ντροπαλής. «Όχι, κανένα πρόβλημα, Ντόμινικ. Απλά ήθελα να σου δείξω τον ισολογισμό του τελευταίου τετάρτου. Μόλις ήρθε». Μιλούσε σοβαρά; Από πότε επέβλεπε αυτός την NGO; Είχε ανθρώπους γι’ αυτήν τη δουλειά. Αφήνοντας ένα μικρό, άηχο αναστεναγμό άπλωσε το χέρι του. «Φυσικά. Θα τους ρίξω μια γρήγορη ματιά». «Μπορείς να δεις το πλάνο μας εξόδων και τα πραγματικά έξοδα. Και το καινούριο πακέτο αποζημιώσεων είναι ένα ξεχωριστό έγγραφο στο τέλος». Ο Ντόμινικ άρχισε να ξεφυλλίζει τα χαρτιά, σήκωσε το κεφάλι του όταν μπήκε η Πάτι με τον καφέ, είπε «Όχι για μένα» και συνέχισε το διάβασμα. Της έκανε μερικές ερωτήσεις. Η Τσάρλι απάντησε ανεπαρκώς και ο Ντόμινικ επέστρεψε στις προηγούμενες σελίδες για να εξετάσει πιο προσεκτικά τα γραφικά που έδειχναν τις διαφορές στα έξοδα από το ένα τέταρτο στο επόμενο. Όταν μπήκε η Κέιτ μέσα, ο Ντόμινικ σήκωσε το κεφάλι του. «Γειά σου, μωρό μου. Έλα, κάθισε». Χτύπησε το πόδι του. «Θυμάσαι την Τσάρλι. Έφερε τα αποτελέσματα του τελευταίου τετάρτου από την NGO της Τζούλια». «Τη θυμάμαι. Γειά», είπε η Κέιτ, κοιτάζοντας την ντυμένη [291]


υπερβολικά ανταγωνίστρια. Αποκλείεται να ήρθε εδώ για δουλειά, σκέφτηκε. Το βλέμμα της Τσάρλι στάθηκε στα βραχιόλια χειροπέδες και το «Γειά» της ήταν παγωμένο. «Έκανες γυμναστική, βλέπω», είπε και η φωνή της ήταν παγωμένη όσο και το βλέμμα της. «Όχι πολύ». Η Κέιτ έπιασε το απλωμένο χέρι του Ντόμινικ και κάθισε στα γόνατά του. «Είμαι αλλεργική στη γυμναστική». Τα μάτια της Τσάρλι στένεψαν. Το καινούριο τσουλί του Ντόμινικ έδειχνε φρέσκια σαν λουλούδι με το σορτ και το τι-σερτ, χωρίς ίχνος μεϊκάπ στο πρόσωπό της. Σίγουρα εκείνα τα στήθη ήταν σιλικόνης. Αποκλείεται να ήταν αληθινά. Το πορνίδιο δε φορούσε καν σουτιέν. «Εγώ έχω τον προσωπικό γυμναστή μου. Για την ακρίβεια είναι γυμναστής διασημοτήτων», πρόσθεσε η Τσάρλι με μια υπεροψία που συναντάς μόνο σε θεατρική σκηνή. «Έρχεται αεροπορικώς από το Λος Άντζελες δύο φορές την εβδομάδα». Σκατά. Ίσως η ανατροφή της να μην της επέτρεπε να το πει φωναχτά, μπορούσε όμως να το σκεφτεί. «Εμένα με βοηθάει ο Ντόμινικ», είπε η Κέιτ χαμογελώντας με ένα μικρό, δειλό χαμόγελο. «Είναι τόσο γλυκό από μέρους του». Ο Ντόμινικ μπήκε στον πειρασμό να γελάσει με την υποκριτική της Κέιτ. Ίσως και να το έκανε αν η Τσάρλι δεν έβγαζε φωτιές. «Πάρε, μωρό μου», είπε γρήγορα, μπαίνοντας στη μέση για να εκτονώσει την κατάσταση. «Ρίξε μια ματιά στον ισολογισμό της NGO. Οι αποζημιώσεις είναι στο τέλος». Της έδωσε τα χαρτιά. «Εσύ ξέρεις λογιστικά καλύτερα από εμένα». Έπειτα ο Ντόμινικ έκανε στην Τσάρλι μερικές ερωτήσεις αλλά και πάλι δεν πήρε καμιά χρήσιμη απάντηση, έτσι συνέχισε το διάβασμα. Όταν η Κέιτ γύρισε μια σελίδα και το διαμαντένιο κούμπωμα του βραχιολιού της άστραψε στο φως, το στόμα της Τσάρλι σφίχτηκε, τα μάτια της έγιναν δυο στενές, θυμωμένες σχισμές και προσπάθησε βιαστικά να υπολογίσει τον κίνδυνο αν μιλούσε ανοιχτά. Δεν ήταν ανόητη, έτσι η Τσάρλι έκανε τη φωνή της γλυκιά σαν ζάχαρη όταν κοίταξε την Κέιτ και είπε: «Τι ωραία βραχιόλια. Ασυνήθιστο σχέδιο. Εδώ τα αγόρασες;» Ο Ντόμινικ δε μίλησε, σε περίπτωση που η Κέιτ προτιμούσε να δώσει τη δική της εξήγηση. [292]


Τα βραχιόλια δεν ήταν απροκάλυπτα σεξουαλικά —οι φαρδιές χρυσές ράβδοι ήταν μάλλον απλές, τα διαμαντένια κουμπώματα θα μπορούσαν να είναι σετάκι. Αν και τα δύο μαζί άφηναν ένα πιο καθαρό υπονοούμενο από όσο το ένα. «Τα βρήκε ο Ντόμινικ κάπου». Η Κέιτ γύρισε στο πλάι για να του χαμογελάσει. «Εδώ τα αγόρασες;» «Παραγγελία στον κοσμηματοπώλη μου». Ξαφνικά μια βαριά σιωπή έπεσε στο δωμάτιο. Η Τσάρλι σηκώθηκε με φούρια, αγανακτισμένη. «Λέω να σου αφήσω την έκθεση εδώ, Ντόμινικ. Φαίνεται ότι διακόπτω κάτι». «Θα σου τη στείλω μόλις τελειώσω», είπε ο Ντόμινικ με τη συνήθη αταραξία του. «Κράτησέ τη». Η σπονδυλική στήλη της Τσάρλι ήταν σφιγμένη, ο τόνος της προσβλητικός. «Έχουμε ένα σωρό στο γραφείο». «Πολύ καλά». Σηκώνοντας την Κέιτ από τα γόνατά του, ο Ντόμινικ την έστησε στα πόδια της, κινήθηκε προς την πόρτα και φώναξε στην Πάτι. «Η Πάτι θα σε συνοδεύσει έξω», είπε και παραμέρισε για να βγει η φουριόζα Τσάρλι έξω. Λίγα λεπτά αργότερα όταν η φωνή της Πάτι σχεδόν έπαψε να ακούγεται, η Κέιτ κοίταξε τον Ντόμινικ που στεκόταν ακόμη στην πόρτα. «Το κάνει συχνά αυτό η Τσάρλι; Να φέρνει αναφορές στο σπίτι σου;» «Ποτέ». Πήγε στον καναπέ και ξάπλωσε. Ο καναπές, όπως και πολλά άλλα έπιπλα στο σπίτι, ήταν άνετος και χρησιμοποιημένος, η ταπετσαρία του που πρέπει να ήταν κάποτε σε ένα βαθύ πράσινο του δάσους, τώρα ήταν ελαφρώς ξεθωριασμένη από τον ήλιο. «Διάολε, η γυναίκα ήταν τελείως διάφανη». «Ήσουν εξαιρετικά ευγενικός». Ο Ντόμινικ αναστέναξε. «Δε μου αρέσουν οι σκηνές. Και δεν είχα καμιά πρόθεση να την αφήσω να μείνει κι άλλο. Σ’ ευχαριστώ πάντως που ήρθες. Το εκτιμώ πολύ». «Αναρωτιέμαι πόσο νωρίς το πρωί χρειάστηκε να σηκωθεί για να βάλει όλο αυτό το μέικ απ». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Μιάου...» [293]


«Δε με νοιάζει. Ποτέ δε θα έκανα αυτό που έκανε. Να ορμήσω έτσι». «Εσύ δε χρειάζεται να το κάνεις, γλύκα μου. Οι άντρες τρέχουν πίσω σου. Αν και έβαλα τον ηλεκτρικό φράχτη μέσα στο συμφωνητικό μας. Τώρα είσαι εκτός κυκλοφορίας». «Θα πρέπει να ειδοποιήσω την Τσάρλι ότι κι εσύ είσαι εκτός κυκλοφορίας». «Ελεύθερα. Θα με γλιτώσεις από μια δυστυχία». «Μιλώντας για δυστυχία», η Κέιτ χτύπησε με το δάχτυλο την έκθεση με το δείχτη της. «Δεν ξέρω αν πρέπει να αναφέρω κάτι που δε με αφορά...» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Από πότε φοβάσαι να πεις τη γνώμη σου;» «Αυτό είναι διαφορετικό. Ειλικρινά δε με αφορά». Ανακάθισε στηρίζοντας το σώμα του στο μπράτσο του καναπέ. «Ξέχασε τα αυτά και λέγε». «Ξέρω ότι πληρώνεις τους υπαλλήλους σου καλά, αλλά το πακέτο αποζημιώσεων για την Τσάρλι και τη βοηθό της είναι πολύ πάνω από τη νόρμα γι’ αυτές τις θέσεις. Βλέπω πολλούς πίνακες πληρωμών στη δουλειά μου. Εδώ είναι πολύ υπερτιμημένα. Ειδικά συγκριτικά με των άλλων διευθυντών στην NGO της Τζούλια. Δε θέλω να δημιουργήσω πρόβλημα, απλά λέω...» «Η αλήθεια είναι ότι δεν επιβλέπω την NGO. Ο Ρόσκο θα ξέρει ποιος ελέγχει τους λογαριασμούς». Χαμογέλασε αχνά. «Η Μέλανι μου είπε χτες το βράδυ ότι πρέπει να απολύσω την Τσάρλι. Αναρωτιέμαι αν ξέρει κάτι που αγνοώ εγώ. Νόμισα ότι αναφερόταν στο κυνηγητό που μου κάνει η Τσάρλι, αλλά...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε λέω ότι δεν έχεις τη δυνατότητα να πετάξεις τα χρήματά σου αν το θέλεις. Αλλά προσωπικά, αναρωτιέμαι πόσο τσαντίζει αυτό τους άλλους διευθυντές σου. Εκείνους που ξέρουν πραγματικά τι κάνουν». Ακούμπησε την αναφορά στο τραπέζι. «Δεν μπορούσε να απαντήσει ούτε σε μια ερώτηση, έτσι;» «Ούτε μισή». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατιά. «Θέλεις δουλειά;» «Ω ναι, ψοφάω να δουλέψω για σένα». «Μια από αυτές τις ημέρες, μωρό μου, θα σε κάνω ν’ αλλά[294]


ξεις γνώμη». «Μπορείς να μου αλλάξεις τα ρούχα, αν θέλεις», του είπε χαμογελώντας πονηρά, ενώ σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Πάω να κάνω ένα ντους». «Θα σε βοηθήσω». «Μόλις έκανες». «Έι, η καθαριότητα είναι από τον Θεό». «Πώς το ξέρεις εσύ αυτό, διάολε;» «Διαβάζω». «Όχι θρησκευτικά κηρύγματα». «Θα έπρεπε;» «Είναι πολύ αργά για σένα». «Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ. Θα μπορούσα όμως να σου λούσω τα μαλλιά σου. Τι λες;» Η Κέιτ σήκωσε το τι-σερτ της και χαμογέλασε πονηρά. «Τι θα έλεγες να λούσεις κάτι άλλο;» Έπειτα άφησε το μπλουζάκι της να πέσει, γύρισε και έτρεξε. Την πρόλαβε στα μισά της σκάλας και τη σήκωσε στα χέρια. «Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις, γλύκα μου. Μη δοκιμάσεις καν». Ήταν πολύ καλός στο λούσιμο των μαλλιών. Πραγματικά θαυμάσιος. Κόντεψε να τον ρωτήσει πού είχε μάθει να είναι τόσο τρυφερός αλλά μετά σκέφτηκε ότι ίσως, τελικά, να μην ήθελε να ξέρει.

[295]


Κεφάλαιο 23 Οι επόμενες ημέρες ήταν τέλειες, με τον ίδιο τρόπο που ήταν τέλεια η γραμμένη πριν δύο χιλιάδες χρόνια ερωτική ποίηση του Οβίδιου —επειδή ήταν αρκετά έξυπνος για να προσδιορίσει το απροσδιόριστο. Ο Ντόμινικ και η Κέιτ έπαιξαν σκάκι με τα παιδιά πολλές φορές. Μια φορά έφαγαν μεσημεριανό στο Λουτσία, παίρνοντας την αλεξίσφαιρη λιμουζίνα και μπαίνοντας από την πίσω πόρτα, αν και η Κέιτ αγνοούσε το λόγο αυτών των μέτρων. Και ένα απόγευμα, με την ίδια διακριτική φρουρά, ο Ντόμινικ πήγε την Κέιτ να επισκεφτεί την Γκρέτσεν και μετά στο καφέ Τόσκα για να γευτεί ένα από τα αγαπημένα του ποτά. Οδηγήθηκαν σε ένα πίσω δωμάτιο από τον ιδιοκτήτη, τον οποίο γνώριζε ο Ντόμινικ, και ήπιαν το καπουτσίνο του καταστήματος, ένα παρασκεύασμα της Ποτοαπαγόρευσης με σοκολάτα, μπράντι και αχνιστό γάλα. Μετά από σύσταση της Μέλανι, ο Ντόμινικ ζήτησε από το Μουσείο Ντε Γιανγκ να μείνει ανοιχτό αργά ένα βράδυ ώστε να μπορέσει η Κέιτ να δει το «Κορίτσι με το ένα Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» του Vermeer ιδιωτικά. Όντας ο κύριος δωρητής του μουσείου, το αίτημά του ικανοποιήθηκε χωρίς δισταγμό. Και αφού άκουσε τα εκστατικά επιφωνήματα της Κέιτ καθώς στεκόταν μπροστά στο μικρό, πρωτόγονο, σχεδόν παρθενικό πίνακα, ένιωσε ευχαριστημένος για την προσπάθεια που είχε κάνει. Αλλά κυρίως έμειναν μέσα, περνώντας τον περισσότερο καιρό τους στο υπνοδωμάτιο του Ντόμινικ, βγαίνοντας έξω μόνο για να φάνε, να χρησιμοποιήσουν το γυμναστήριο ή να καθίσουν στην ταράτσα με την απίστευτη [296]


θέα της γέφυρας Γκόλντεν Γκέιτ. Σε εκείνες τις φευγαλέες περιστάσεις, η Πάτι καλούσε το προσωπικό από το διπλανό σπίτι να καθαρίσουν το υπνοδωμάτιο και το μπάνιο του Ντόμινικ, να αλλάξουν σεντόνια και πετσέτες, να συμμαζέψουν γενικά και κυρίως να πλύνουν τα χρησιμοποιημένα σεξουαλικά παιχνίδια. Η Κέιτ είχε ρωτήσει δειλά ποιος ακριβώς ήταν υπεύθυνος γι’ αυτήν τη δουλειά, την πρώτη φορά που είχαν επιστρέφει στο δωμάτιο και είχε δει τα πάντα τακτοποιημένα και καθαρά στο δωμάτιο και στο μπάνιο. «Η Πάτι είναι υπεύθυνη για το σπίτι, το συνεργείο καθαρισμού, τους κηπουρούς, τους λογαριασμούς και τις διανομές στο σπίτι. Δε ρωτάω. Εκείνα τα πράγματα δείχνουν καθαρά πάντως, έτσι;» σχολίασε ο Ντόμινικ ανέμελα. «Η Πάτι είναι παθιασμένη με την υγιεινή, περισσότερο από κάθε άλλον. Χρησιμοποιεί οργανικό... κάτι για να είμαστε ασφαλείς εδώ. Μπορείς να φας από το πάτωμα, μου λέει πάντοτε περήφανα. Οπότε νομίζω ότι και τα παιχνίδια μας είναι εξίσου υγιεινά». Ένα ανασηκωμένο φρύδι. «Υγιεινά;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε πλατιά. «Και παρ’ όλα αυτά, οι ντροπές σου δε διαρκούν πολύ, έτσι μωρό;» «Είσαι πολύ καλός στο να με διαφθείρεις», μουρμούρισε η Κέιτ. «Δεν είναι διαφθορά όταν περνάς καλά», της είπε τεμπέλικα. «Και θα φροντίσω να περνάς πάντοτε καλά». Έγειρε το κεφάλι του. «Γι’ αυτό διάλεξε κάτι». Η ερώτησή της απαντήθηκε με τη συνήθη αδιαφορία του Ντόμινικ ως προς τα καθήκοντα του προσωπικού. Η Κέιτ ακολούθησε την πρότασή του και διάλεξε μερικά. Μπορεί να μην ήξερε ποιος καθάριζε και τακτοποιούσε τα σεξουαλικά παιχνίδια του στο μπάνιο, αλλά σίγουρα ήξερε πώς να τα χρησιμοποιεί. Την επόμενη ημέρα, όταν η Κέιτ κουβέντιαζε με την Πάτι για μια συνταγή, ο Ντόμινικ άδραξε την ευκαιρία για να κλειστεί στο γραφείο του και να τηλεφωνήσει στον Τζάστιν. «Ίσως αναγκαστώ να κλείσω απότομα αν μπει η Κάθριν μέσα», τον προειδοποίησε. «Βρήκες τίποτα;» «Όταν τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα, βρίσκεις». «Ωραία. Πού;» [297]


«Στο επάνω μέρος του Μπέλγκρεϊβ Ρόουντ. Ένα ωραίο διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια. Πεντέμισι εκατομμύρια». «Κλείστηκε;» «Κάποιος στο γραφείο σου εδώ θα υπογράψει τα χαρτιά σήμερα το απόγευμα. Και ο λογαριασμός για την Αμάντα έχει τακτοποιηθεί». «Ωραία. Ο Ρόσκο είπε ότι θα το φρόντιζε. Είσαι σίγουρος ότι δεν την πειράζει την Αμάντα να βοηθήσει;» «Βρίσκεται στο γυναικείο παράδεισο των αγορών τώρα που μιλάμε». «Δώσε της ένα φιλί από μένα. Αν και, πες της, αν το διαμέρισμα χρειάζεται βάψιμο ή καινούριες μοκέτες, πρέπει όλα να είναι οικολογικά, καθόλου χημικά ή τοξικά. Η Κάθριν δεν είναι μεγαλόσωμη. Δεν μπορεί να απορροφήσει τις ίδιες ποσότητες τοξίνης με κάποιον στο μέγεθος μου». «Μιλάς σαν να θέλεις την Κάθριν τυλιγμένη σε βαμβακερό μαλλί και κλεισμένη μέσα σε μια γυάλινη βιτρίνα». «Μακάρι να μπορούσα», είπε ο Ντόμινικ ξερά. «Λοιπόν», πρόσθεσε κοφτά, «μπορείς να το έχεις έτοιμο ως το Σάββατο; Θα φτάσουμε αεροπορικά είτε αργά το Σάββατο τη νύχτα ή την Κυριακή». Υπήρχε πάντοτε μόνο μία απάντηση για τον Ντόμινικ Νάιτ. «Φυσικά, κανένα πρόβλημα», είπε ο Τζάστιν. «Θα το έχουμε έτοιμο». «Ευχαριστώ», είπε ο Ντόμινικ. «Θα σε δούμε αυτό το Σαββατοκύριακο. Επί τη ευκαιρία, δε γνωριζόμαστε. Είσαι ένας μεγαλόψυχος διευθυντής της CX Capital που βοηθάει μια καινούρια συνεργάτη. Μπορείς να καλυφθείς έτσι;» «Κανένα πρόβλημα. Είμαι λίγο σαν κι εσένα, Νικ. Φτιάχνω τους δικούς μου κανόνες». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Χαίρομαι που το ακούω. Τσάο». Κατόπιν ένα σύντομο τηλεφώνημα στον Λίο. «Αναρωτιόμουν πότε θα μ’ έπαιρνες», σχολίασε ο Λίο. «Η ζωή είναι πολυάσχολη όταν είσαι σε διακοπές», απάντησε ο Ντόμινικ, το χαμόγελο στη φωνή του δεν κρυβόταν. «Έτσι φαίνεται. Όλα καλά;» «Ναι, πολύ. Πετάμε το Σάββατο, όμως, Κυριακή το αργότε[298]


ρο. Θα προτιμούσα το Σάββατο. Θα επιβεβαιώσουμε το χρόνο αναχώρησης αργότερα. Και πες στον Σέσε ότι θα τον χρειαστώ στο Λονδίνο. Ελπίζω να πείσω την Κάθριν να τον πάρει σαν εσωτερικό μάγειρο. Με αυτό τον τρόπο, εκτός από την ομάδα έξω, θα υπάρχει και κάποιος μέσα. Λίγη επιπλέον ασφάλεια. Και καλά θα κάνει να έρθει και ο Γιας. Για καλό και για κακό». «Θα τους το πω. Ο Σέσε είναι στους συγγενείς του στη Σέντραλ Βάλι. Ο Γιας παρακολουθεί κάποιο σεμινάριο. Θα φροντίσω να επιστρέφουν την Παρασκευή το βράδυ». «Πώς πήγαν τα πράγματα με τον Ταν;» «Όλα καλά. Έφυγαν όλοι». «Μη μου πεις ότι οι μπράβοι του Γκόρα έφυγαν για το Βουκουρέστι;» «Όχι». «Επιπτώσεις;» «Υποθέτω μόνο στο Βουκουρέστι. Κανονικά αυτό θα πρέπει να σε βοηθήσει στις διαπραγματεύσεις σου», πρόσθεσε ο Λίο. «Ίσως. Ο Γκόρα θα ξεμείνει πιο γρήγορα από όπλα παρά από άντρες. Ίσως όμως αυτό τον κάνει να αναρωτηθεί για τις τακτικές του. Ο Ταν και οι συγγενείς του είναι εντάξει;» «Όλοι είναι μια χαρά». «Δε φαντάζομαι...» «Δε θέλεις να ξέρεις. Δε θέλω να ξέρω. Ο Ταν το βλέπει σαν μια χάρη που σου έκανε κι εξάλλου οι άνθρωποι του Γκόρα δεν ήρθαν εδώ από το Βουκουρέστι για διακοπές». «Σωστά. Ευχαριστώ για την ενημέρωση. Πρέπει να κλείσω». Άφησε το τηλέφωνο και χαμογέλασε στην Κέιτ που στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας του γραφείου του. «Μιλούσα με τον Λίο. Νομίζω ότι θα φύγουμε το Σάββατο εκτός αν έχεις αντίθετη γνώμη. Πήρες τη συνταγή που ήθελες;» Η Κέιτ σήκωσε την κάρτα με τη συνταγή που κρατούσε. «Έλα εδώ. Δείξε μου. Είναι κάτι που μου αρέσει;» «Λες και ενδιαφέρεσαι για τη μαγειρική», είπε η Κέιτ με ένα χαμόγελο και τον πλησίασε. «Έι, με ενδιαφέρει ό,τι σε ενδιαφέρει». Έκανε μισή στροφή στην πολυθρόνα του και σήκωσε τα μπράτσα του καθώς τον πλη[299]


σίαζε. «Θα μου το μαγειρέψεις;» Την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Ίσως». Του χαμογέλασε. «Είναι η πουτίγκα ρυζιού που αγαπάς». «Μόλις σκοράρισες, μωρό μου». Τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Θα σε βοηθήσω, μάλιστα. Αν και», πρόσθεσε κρατώντας τη φωνή του σκόπιμα ουδέτερη, «σκεφτόμουν ότι ίσως σου άρεσε να μείνει ο Σέσε μαζί σου για να σου μαγειρεύει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρεις τίποτα από κουζίνα. Σου αρέσει να δουλεύεις πολλές ώρες ή τουλάχιστον αυτό έκανες στο Άμστερνταμ —και στη Σιγκαπούρη, σύμφωνα με τον Τζόνι Τσεν. Όταν πιέζεις τον εαυτό σου τόσο σκληρά, χρειάζεσαι θρεπτικά γεύματα. Ο Σέσε δε θα είναι μέσα στα πόδια σου». «Με βάζεις σε πειρασμό αλλά δε φαντάζομαι αυτό το διαμέρισμα να είναι πολύ μεγάλο». «Ας περιμένουμε και θα δούμε». Η λέξη «πειρασμός» ήταν καλό σημάδι. Δεν ήταν κάθετα αντίθετη και εκείνος ήξερε ότι ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια για πέντε εκατομμύρια είχε μερικά αξιοπρεπή σε μέγεθος δωμάτια. Οι υπόλοιπες ημέρες που τους έμειναν ήταν μόνο ήλιος και ρόδα, ουράνια τόξα και όμορφα πουλιά, ώρες απόλυτης ηδονής, γέλιου και σοβαρότητας. Ο Ντόμινικ φρόντισε γι' αυτό. Ό,τι ήθελε η Κέιτ, της το έδινε. Η Κέιτ είχε πει στον εαυτό της εκείνη την πρώτη νύχτα στη Σιγκαπούρη ότι όποιο χρόνο είχε με τον Ντόμινικ δε θα τον κατέστρεφε με το να σκέφτεται το μέλλον. Και, σε μεγάλο βαθμό, τα είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά της ρεαλιστικά. Τον περισσότερο καιρό ήταν απίστευτα ευτυχισμένη —πιο σωστά, αφάνταστα ευτυχισμένη. Μόνο μερικές φορές, αργά τη νύχτα, ξυπνούσε τρομοκρατημένη, η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα, φοβόταν ότι θα τον έχανε. Αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή, ένιωθε τον Ντόμινικ δίπλα της, να την κρατάει στην αγκαλιά του και ο πανικός της υποχωρούσε. Από την πλευρά του, ο Ντόμινικ ένιωθε μια σπάνια ένταση. Γενικά ήταν φοβερά ψύχραιμος και ατάραχος. Αλλά με την ασφάλεια της Κάθριν σε κίνδυνο, με τους δυο τους στο στόχαστρο των συγγενών του Γκόρα, πολλά περισσότερα διακυβεύονταν. Η Κάθριν είχε ήδη γίνει στόχος στη Σιγκαπούρη. Οι [300]


άντρες του Γκόρα βρίσκονταν εκεί πριν τη δική του άφιξη. Οπότε δε ρισκάριζε απλά τη ζωή του, που για χρόνια τη θεωρούσε... μιας χρήσης. Όμως τώρα η ζωή του είχε αποκτήσει ένα σκοπό. Από τότε που γνώρισε την Κάθριν, αισθανόταν ότι πιθανόν να υπήρχε ένα μέλλον γι’ αυτόν, ίσως ακόμη και ένα καλό μέλλον. Και δεν ήταν προετοιμασμένος να χάσει αυτήν ή εκείνο το μέλλον. Αν και καθαρά από πλευράς τακτικής, ο Γκόρα ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα. Στην καλύτερη περίπτωση ήταν ανεξέλεγκτος, ένα υπό όρους φερέφωνο της μαφιόζικης οικογένειας της γυναίκας του. Προκλητικά ανεξάρτητος στην επιφάνεια. Κανένα από αυτά δεν πρόσφερε μια προβλεπόμενη έκβαση στη συνάντηση της Τρίτης. Το χρήμα συνήθως λειτουργούσε σαν διαπραγματευτικό ατού, αλλά όχι πάντοτε. Αυτή τη φορά υπήρχαν πάρα πολλοί παίκτες στο τραπέζι. Και μερικοί από αυτούς ήταν αόρατοι.

[301]


Κεφάλαιο 24 Το ιδιωτικό αεροπλάνο του Ντόμινικ προσγειώθηκε στο Λονδίνο το Σάββατο το απόγευμα στις πέντε. Η Κέιτ είχε λάβει ένα φαξ με τη διεύθυνση του διαμερίσματος που είχε νοικιαστεί για εκείνη την προηγούμενη ημέρα. Ο Τζάστιν είχε προσφερθεί να τη συναντήσει εκεί και να της το δείξει: την περίμενε εκεί όταν έφτασαν στο διαμέρισμα. Μαζί με τον Μαξ. Ο Τζάστιν συστήθηκε στην Κέιτ και τον Ντόμινικ και ενώ εκείνος έδειχνε το διαμέρισμα στην Κέιτ, ο Ντόμινικ και ο Μαξ ανακεφαλαίωσαν τα σχέδιά τους για την Τρίτη και κανόνισαν να συναντηθούν στο αεροδρόμιο το απόγευμα της Δευτέρας. Έπειτα ο Μαξ έφυγε και ο Ντόμινικ συνάντησε τον Τζάστιν και την Κέιτ στην κομψή κουζίνα από ανοξείδωτο ατσάλι. «Ωραία», είπε ο Ντόμινικ. «Μου αρέσει». «Σε κάποια άσχετη στη μαγειρική όπως εγώ, προκαλεί δέος», είπε η Κέιτ κοιτάζοντας τα ντουλάπια χωρίς πόμολα που ανέβαιναν ως το ψηλό ταβάνι, το μεγάλο, έντονο μπλε φούρνο και το ακόμα μεγαλύτερο ψυγείο. Τους τρεις νεροχύτες και τη μεγάλη σαμπανιέρα. «Αλλά θα τα βολέψω. Μπορώ πάντοτε να παραγγείλω απέξω φαγητό ή πίτσα». «Γιατί δεν αφήνεις τον Σέσε να αναλάβει αυτό τον τομέα;» πρότεινε ο Ντόμινικ. «Δε θα χρειάζεται καν να έρχεσαι στην κουζίνα. Και με το φοβερό πρόγραμμα δουλειάς σου, αμφιβάλλω ότι θα έχεις χρόνο». Ο Ντόμινικ στράφηκε στον Τζάστιν. «Η Κάθριν είναι αλκοολική με τη δουλειά της. Η εταιρεία σας είναι τυχερή που την έχει». «Έτσι άκουσα», απάντησε ο Τζάστιν με ένα ευγενικό χαμό[302]


γελο. «Προσβλέπουμε στη βοήθειά της». Ο Ντόμινικ κοίταξε τον Σέσε που είχε έρθει πίσω του. «Τι νομίζεις, μωρό μου; Θέλεις να δεις αν μπορεί ο Σέσε να σε βοηθήσει; Τουλάχιστον μέχρι να τακτοποιηθείς. Η πρώτη σου εβδομάδα στη δουλειά θα είναι μια σκέτη τρέλα». «Δεν ξέρω». Δίστασε. «Μήπως θα του είμαι ένα βάρος; Ο Σέσε θα έχει καλύτερα πράγματα να κάνει». «Γιατί δεν τον ρωτάς;» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Αν και σου θυμίζω ότι βγάζει τα προς το ζην μαγειρεύοντας». «Η αλήθεια είναι ότι μαγειρεύει θεϊκά». Η Κέιτ χαμογέλασε στον τεράστιο άντρα που στεκόταν δίπλα στον Ντόμινικ. Τα γεύματά τους στο αεροπλάνο ήταν απίστευτα νόστιμα. «Θα σε πείραζε να με βοηθήσεις, Σέσε; Δε θα είναι για πολύ. Μέχρι το πρόγραμμά μου... δεν ξέρω... μέχρι να μπει σε μια τάξη». Ο Σέσε έκανε μια μικρή κλίση με το κεφάλι του. «Σίγουρα, κανένα πρόβλημα». «Εντάξει». Η Κέιτ πήρε μια μικρή ανάσα. Ήταν η πρώτη της εμπειρία σε κάτι τόσο μεγάλο όσο ένας εσωτερικός μάγειρος. «Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται κάτι τέτοιο». «Μην ανησυχείς», την καθησύχασε ο Σέσε με ένα λαμπερό χαμόγελο. «Το κάνω εδώ και καιρό». «Ωραία». Άφησε μια ανάσα ανακούφισης. «Κι εγώ μπορώ να σε πληρώνω για τη βοήθειά σου», πρόσθεσε και γυρίζοντας προς τον Ντόμινικ: «Γι' αυτό μη διανοηθείς καν». «Τέλεια», είπε ο Ντόμινικ. «Τακτοποιήθηκε κι αυτό». Κοίταξε τον Σέσε. «Ιδού το νέο σου βασίλειο. Ξεκινάς τη Δευτέρα». Ο Ντόμινικ κοίταξε τον Τζάστιν. «Υπάρχει καφετέρια στα Κεντρικά σας ή πρέπει ο Σέσε να φέρνει φαγητό για την Κάθριν όταν εργάζεται ως αργά;» «Οι άνθρωποί μας συνήθως τρώνε έξω». Ο Ντόμινικ πέρασε το χέρι του γύρω από την Κέιτ και την τράβηξε κοντά του. «Ο Σέσε θα φροντίσει να έχεις φαγητό. Μερικές φορές ξεχνάς να φας όταν δουλεύεις. Τώρα, έχεις καμιά ερώτηση για τον Τζάστιν;» «Πόσο μακριά είναι το γραφείο;» «Θα σε πηγαίνει ο οδηγός μου», είπε ο Ντόμινικ πριν προ[303]


λάβει ο Τζάστιν να απαντήσει. «Δε χρειάζεται». «Ανοησίες, αυτή είναι η δουλειά του. Θα τον ενημερώσουμε πότε θα σε παίρνει το πρωί και μπορείς να του τηλεφωνείς όταν θέλεις να σε φέρει στο σπίτι. Τουλάχιστον μέχρι να εξοικειωθείς με την πόλη», πρόσθεσε μαλακά αντί να της πει, Δεν μπορείς να βγεις από το διαμέρισμα χωρίς φρουρό. «Σέσε γιατί δεν παίρνεις μια ιδέα τι θέλει η Κάθριν να ψωνίσεις κι εγώ θα συνοδεύσω τον Τζάστιν ως έξω». Δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο, χαμογέλασε στον Τζάστιν και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες». Καθώς οι δύο άντρες έβγαιναν από την κουζίνα, ο Τζάστιν αστειεύτηκε σιγανά: «Είσαι σίγουρος ότι είναι ενήλικη;» Η Κέιτ φορούσε αθλητικά παπούτσια, φαρδύ παντελόνι και ένα μακρυμάνικο τι-σερτ, τα μαλλιά της ήταν ακατάστατα ως συνήθως και τα πράσινα μάτια της έλαμπαν —η ζωντανή εικόνα της αθωότητας. «Άντε γαμήσου», είπε ο Ντόμινικ χαμογελώντας. «Μια ερώτηση έκανα. Δείχνει δεκαπέντε και ενάρετη». «Τότε περιμένω από εσένα να την προστατεύσεις από τους μεγάλους, κακούς λύκους στη CX Capital». «Χριστέ μου, αυτή είναι πλήρης απασχόληση. Είναι πανέμορφη. Σοβαρά, πόσων χρονών είναι;» «Είκοσι δύο». «Και είναι μαζί σου;» Ο Ντόμινικ κοίταξε τον Τζάστιν σκληρά. «Αυτό δε σε αφορά ούτε κανέναν άλλο. Κατάλαβες;» Ο Τζάστιν σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Συγνώμη». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Κανένα πρόβλημα». Λίγο αργότερα, στο σπίτι του, ο Τζάστιν έβαζε ένα ποτό για τον εαυτό του και απαντούσε στις ερωτήσεις της γυναίκας του για την καινούρια φίλη του Ντόμινικ. «Νομίζω ότι η Κάθριν Χαρτ είναι κάτι περισσότερο από ένα ωραίο σώμα για τον φίλο μας. Περισσότερο από ένα διαμέρισμα πέντε εκατομμυρίων. Ίσως ακόμη, [304]


περισσότερο από όσο ξέρει και ο ίδιος. Έκανα το λάθος να αστειευτώ μαζί του για τη σεξουαλική ζωή του μαζί της και κόντεψε να μου πάρει το κεφάλι». «Μπα, μπα». Η Αμάντα, που καθόταν σε μια πολυθρόνα πλάι στο τζάκι έχοντας τον κοιμισμένο Άνταμ στην αγκαλιά της, σήκωσε το βλέμμα της επάνω του και χαμογέλασε με κατανόηση. «Ο Ντόμινικ την προστατεύει. Τι ωραίο και πόσο αντίθετο με το χαρακτήρα του». Σήκωσε το ένα φρύδι της. «Βλέπεις γάμο στον ορίζοντα;» «Μη βιάζεσαι να κάνεις σχέδια», την προειδοποίησε ο Τζάστιν ενώ καθόταν σε μια πολυθρόνα απέναντι της. «Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Ντόμινικ είναι οπαδός του γάμου». «Η Τζούλια τα κατάφερε». «Ακριβώς. Κατάφερε είναι η λέξη-κλειδί. Νομίζω αυτός είναι ο λόγος που συμφώνησε να την παντρευτεί. Δεν τον ενοχλούσε που είχε αναλάβει το κουμάντο στις περιπέτειες του. Όμως δεν κατάφερε τίποτα άλλο». «Αρκεί εσύ να μην ενοχλείσαι όταν έχω εγώ το κουμάντο στη ζωή σου», του είπε ναζιάρικα η Αμάντα στέλνοντάς του ένα φιλί. «Έι, γι’ αυτό ακριβώς σε παντρεύτηκα». Χαμογέλασε πλατιά. «Κάνε το καλύτερο που μπορείς». Που ήταν ακριβώς αυτό που είχε και ο Ντόμινικ κατά νου. Με μόνο δύο νύχτες και μία ημέρα πριν φύγει για τη Ρώμη, ήθελε να κάνει το χρόνο του με την Κάθριν όσο καλύτερο μπορούσε. Που σήμαινε ελάχιστες εξωτερικές παρεμβάσεις, καθόλου προσωπικό, μόνο οι δυο τους. Τη στιγμή που έφυγε ο Σέσε, η Κέιτ πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση του και ψιθύρισε: «Σ’ ευχαριστώ. Απλά θέλω να είμαι μαζί σου. Μόνο οι δυο μας». Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα γύρω τους στην κουζίνα. «Πιθανόν να μπορέσω να σου μαγειρέψω κάτι». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Μπορείς να μαγειρέψεις όσο κι εγώ — δηλαδή τίποτα. Θα ζητήσω να μας φέρουν κάτι από το σπίτι μου. Είναι μόνο μερικά τετράγωνα μακριά. Αποφάσισε τι θέλεις». «Εκτός από σένα;» «Εμένα με έχεις, γλύκα μου. Η απόφαση έχει παρθεί. Και [305]


ξέρεις κάτι; Ο σεφ μου μπορεί να μας μαγειρέψει οτιδήποτε αργότερα. Το φαγητό δεν είναι ψηλά στη λίστα μου τώρα. Εσύ χωρίς ρούχα όμως είσαι. Εσύ χωρίς ρούχα σε ένα κρεβάτι». Σήκωσε το κεφάλι του. «Πού είναι το υπνοδωμάτιο;» Η Κέιτ χαμογέλασε πλατιά. «Ποιο από τα δύο;» «Δηλαδή έχω επιλογή; Ίσως και τα δύο. Ίσως σε κυνηγήσω σε όλο το διαμέρισμα για να σε γαμήσω σε κάθε δωμάτιο. Τι λες γι’ αυτό;» «Λες πάντοτε τα πιο ωραία πράγματα», του είπε ναζιάρικα. «Εσύ είσαι ο λόγος γι’ αυτό, μωρό μου. Είσαι το καλό κομμάτι μου, η υπενθύμιση ότι η ζωή είναι όμορφη, είσαι το παν. Ω, Θεέ, μην κλαις, μωρό μου». Την τράβηξε τρυφερά στην αγκαλιά του, την κράτησε επάνω στο ζεστό κορμί του. «Όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα. Σ’ το υπόσχομαι». «Δε θα λείψεις πολύ καιρό, έτσι; Πες μου ψέματα αν πρέπει. Μου λείπεις ήδη». Με τον αντίχειρά του σκούπισε απαλά τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Λίγες ημέρες μόνο», της είπε μαλακά. «Θα επιστρέψω πριν το καταλάβεις». Ρούφηξε τη μύτη της, κατάπιε, προσπάθησε να χαμογελάσει. «Το υπόσχεσαι;» «Ναι, το υπόσχομαι», της ψιθύρισε και σφράγισε το στόμα της με το δικό του.

[306]


Κεφάλαιο 25 Στην πτήση για τη Ρώμη, ο Ντόμινικ πέρασε όλη την ώρα στο γραφείο του και όταν βγήκε πριν την προσγείωση, έδωσε στον Μαξ ένα σφραγισμένο φάκελο που απευθυνόταν στην Κέιτ. «Αν τα πράγματα πάνε στραβά», είπε, «και δε βγω από το εστιατόριο. Αν χρησιμοποιήσουν κάποια κατασκοπευτική μαλακία από αυτές που συνηθίζουν σε εκείνο το μέρος του κόσμου —δηλητήριο, ραδιενεργά ισότοπα, προδοσία ανθρώπου μας, οτιδήποτε—, φρόντισε ο Γκόρα να μη βγει από εκεί ζωντανός. Μετά δώσε το γράμμα στην Κάθριν». «Μην ανησυχείς», είπε ο Μαξ. «Θα είσαι καλά καλυμμένος». Ο Ντόμινικ σήκωσε το χέρι του. «Αν είμαι νεκρός, τον θέλω κι αυτόν νεκρό. Κατάλαβες;» «Αυτό είναι αυτονόητο». Ο Ντόμινικ κατένευσε. «Καλώς. Νομίζω ότι τους είμαι πιο χρήσιμος ζωντανός αλλά μ' αυτούς τους τύπους μόνο ο Θεός ξέρει. Νόμιζα ότι είχαμε πληρώσει τον Γκόρα αρκετά για να κρατήσει το εργοστάσιο στο Βουκουρέστι καθαρό και είδες τι έγινε. Όλοι είναι απίστευτα άπληστοι. Λες και δεν το ξέραμε αυτό. Τώρα δώσε μου τις λεπτομέρειες από το σημείο συνάντησης». «Το εστιατόριο θα είναι κλειστό. Θα ερευνήσουμε το κτίριο διεξοδικά πριν μπεις μέσα. Μετά θα είστε μόνο εσύ και ο Γκόρα. Έχουμε ελεύθερους σκοπευτές επάνω στους δικούς τους ελεύθερους σκοπευτές. Έχουμε άντρες επάνω στους δικούς τους πεζικάριους και αρκετά όπλα και πολεμοφόδια στο ξενοδοχείο σου εδώ για να ξεκινήσουμε τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αστυνομία [307]


δε θα αναμειχθεί. Το φρόντισε ο Αλεσάντρο αυτό. Βρήκαμε το πορνίδιο του Γκόρα σε ένα μοναστήρι επάνω στους λόφους και την παρακολουθούμε. Την είδαμε μόνο μία φορά —οι τοίχοι είναι υψηλοί. Αλλά δεν μπορεί να βγει χωρίς να το ξέρουμε. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, υποθέτω ότι μπορούμε να ανατινάξουμε τους τοίχους και να μπούμε μέσα. Αν και είναι πιθανό αυτό να προκαλούσε ένα πολιτικό σκάνδαλο...» —ανασήκωσε τους ώμους του— «...όμως εσύ αποφασίζεις. Ο Γκόρα δε δίνει δεκάρα για τη γυναίκα του έτσι βάλαμε μόνο δύο άντρες να την παρακολουθούν. Αυτή τη στιγμή είναι σε διακοπές στην Ίστανμπουλ. Και τέλος, υπολογίζω ότι ο Γκόρα έχει μια τιμή που μπορείς να πληρώσεις». «Αν δεν ήταν η Κάθριν θα συμφωνούσα. Αλλά ο Γκόρα ξέρει πόσο πολύτιμη είναι για μένα. Έχασε έξι άντρες στη Σιγκαπούρη. Είμαι σίγουρος ότι η τιμή του έχει ανεβεί υπερβολικά. Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν μπορώ να του γυρίσω την πλάτη και να φύγω όπως θα έκανα στο παρελθόν λέγοντάς του να κάνει ό,τι θέλει ή να πάει να γαμηθεί. Όχι όταν υπάρχει η Κάθριν στη μέση. Αυτό αλλάζει τα δεδομένα». «Μπορούμε να την προστατεύσουμε». «Όχι, δεν μπορούμε», είπε ο Ντόμινικ. «Όχι απόλυτα. Εκτός κι αν την κατατρομάξουμε, που δεν είναι στις επιλογές. Και σίγουρα όχι όταν δουλεύει σε ένα καταραμένο κτίριο γραφείων με χιλιάδες ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν καθημερινά». «Τότε; Ποιο είναι το σχέδιο σου;» «Δεν έχω άλλο από τα χρήματα. Αγοράζουν τα πάντα στον κόσμο. Θα περιμένω τον Γκόρα να κάνει την κίνησή του, μετά θα κάνω τη δική μου. Θα δούμε πώς πάει». «Τουλάχιστον έκανες κι άλλη φορά δουλειές με τον Γκόρα, τον ξέρεις». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε. «Δεν ήταν δουλειές, εκβιασμός ήταν. Τον πλήρωσα πάρα πολλά χρήματα για να κρατήσει το εργοστάσιο ανοιχτό». Ο Μαξ ανασήκωσε τους ώμους του. Και οι δυο άντρες ήξεραν το αντίτιμο του να κάνεις δουλειές σε περιοχές του κόσμου όπου βασίλευε η παρανομία. Ο Ντόμινικ αναστέναξε. «Έχεις δίκιο πάντως. Ο Γκόρα ήταν αξιόπιστος τότε. Κράτησε όλους τους μικροκακοποιούς σε απόσταση. Και υποθέτω ότι δεν είχε άλ[308]


λη επιλογή όταν τον πίεσαν τα πεθερικά του να μου κλέψει άλλα είκοσι εκατομμύρια δολάρια. Θέλει να ζήσει κι αυτός. Πιθανόν ακόμη περισσότερο τώρα με την καινούρια του έφηβη ερωμένη». Ο Ντόμινικ χτύπησε ένα δάχτυλο στην πόρτα του αεροπλάνου που άνοιγε η αεροσυνοδός εκείνη τη στιγμή και χαμογέλασε. «Έτοιμος για λίγο ροκ εντ ρολ; Πάμε να δούμε αν μπορούμε να κλείσουμε αυτή τη συμφωνία». Το και μεγαλειώδες. Σχεδόν έκανε τον Ντόμινικ να γυρίσει στον Γκόρα τα πουλιά μας επάνω στη τραπέζι να δούμε ποιανού είναι μεγαλύτερο και να τελειώνουμε; Αλλά ο Γκόρα καθόταν απέναντι του, ντυμένος στον καλύτερο ράφτη της Ρώμης, με ένα κακό και αυτάρεσκο ύφος που έλεγε «εγώ κάνω κουμάντο», το οποίο δεν προϊδέαζε καθόλου για ένα επιχείρημα του τύπου όλα αυτά είναι μαλακίες. και να πει: Ασχολούμαστε με μαλακίες. Γιατί δε βγάζουμε εστιατόριο ήταν απέναντι από το Πάνθεον, η θέα από τα παράθυρα υπέροχη, το δύο χιλιάδων ετών κτίριο πανέμορφο, άψογο ακόμη. «Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σένα, Γκόρα;» είπε ο Ντόμινικ, στα Ιταλικά, την κοινή τους γλώσσα ενώ καθόταν αναπαυτικά στην καρέκλα του. Του ήρθε η σκέψη ότι το ντύσιμό του, τζιν παντελόνι και τι-σερτ, ίσως να μην ήταν το κατάλληλο γι’ αυτό το πάρτι. Αν και η λεπίδα του μαχαιριού στη σόλα του κόκκινου αθλητικού παπουτσιού του θα τον έβγαζε έξω από την πόρτα πιο γρήγορα από ένα ακριβό κοστούμι. Για να μην αναφέρουμε ότι ο Γκόρα ήταν ελαφρών βαρών σύμφωνα με τα Βαλκανικά στάνταρ όπου οι σωματώδεις, τετράγωνοι μπράβοι δεν ήταν η νόρμα. Δε θα του ήταν δύσκολο λοιπόν να του τσακίσει το λαιμό. «Χρειάζομαι αποζημίωση για οχτώ άντρες». «Να μην τους έστελνες. Μου έκλεψες τα λεφτά μου. Τα πήρα πίσω». Ο Γκόρα χαμογέλασε με ένα λιγδιασμένο χαμόγελο, άπλωσε τα χέρια του με τις παλάμες προς τα κάτω στο τραπέζι. «Αν ήμουν μόνο εγώ, Ντόμινικ, θα φτάναμε σε κάποια συμφωνία. Αλλά στην οργάνωση δεν αρέσει να χάνει λεφτά». «Τότε η οικογένεια της γυναίκας σου θα έπρεπε να ληστεύει [309]


ανθρώπους που δεν ανταποδίδουν τα χτυπήματα. Τα έκαναν μούσκεμα. Τι μπορώ να πω;» «Ξέρω ότι η κοπέλα σου είναι στο Λονδίνο». Δεν έχανε καθόλου το χρόνο του. Καλύτερα. «Ναι. Για έξι μήνες». «Έτσι άκουσα». «Δεν εκπλήσσομαι. Λοιπόν, για να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Δε θέλω να αναμειχθεί η Κάθριν στα οικονομικά σου προβλήματα. Γι’ αυτό άρχισε να σκέφτεσαι πόσο τυχερός είσαι. Θα σε πληρώσω για μένα. Πόσα θέλεις για να τελειώνουμε με αυτό;» «Δε θέλω χρήματα. Θέλω να παντρευτείς την κοπέλα μου». Ο Γκόρα σήκωσε το χέρι του βιαστικά πριν αρχίσει ο Ντόμινικ να σηκώνεται. «Προσωρινά. Είναι έξι μηνών έγκυος. Είναι από μια παλιά, συντηρητική οικογένεια που επιμένει να παντρευτεί καλά πριν γεννηθεί το μωρό». Ο Ντόμινικ κάθισε πάλι. «Κι εσύ φοβάσαι τη γυναίκα σου». «Αυτή η γυναίκα Ντόμινικ είναι σημαντική για μένα, όπως είναι η Κάθριν για σένα», είπε ο Γκόρα αγνοώντας το σχόλιο του Ντόμινικ, που άλλωστε ήταν υπερβολικά προφανές για να το αμφισβητήσει. «Όπως βλέπεις και οι δυο μας αντιμετωπίζουμε ένα δίλημμα». «Και δε θα επιστρέφεις με τα χρήματα; Πώς θα το εξηγήσεις αυτό στην οργάνωση της γυναίκας σου;» Ο Γκόρα ανασήκωσε τους ώμους του. «Έχω αρκετά για να καλύψω το έλλειμμα». Χαμογέλασε. «Η επιχείρησή μου είναι επίσης προσοδοφόρα». «Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω, Γκόρα», είπε ο Ντόμινικ, «αλλά δεν ενδιαφέρομαι να παντρευτώ τη δεκαεξάχρονη κοπέλα σου που τη γαμάς τα τρία τελευταία χρόνια. Μη δείχνεις τόσο έκπληκτος. Γιατί να μην παρακολουθώ κι εγώ τις κινήσεις σου; Μπαίνω ήδη στον πειρασμό να δείξω ένα βίντεο που έχω στη γυναίκα σου αλλά τότε θα ήσουν νεκρός και με ποιον θα έκανα εγώ δουλειές;» Ένα ορισμένο επίπεδο διαφθοράς ήταν αναπόφευκτο για να κλείσεις δουλειές στα Βαλκάνια. Το γεγονός ότι ο Γκόρα είχε φανεί χρήσιμος στον Ντόμινικ όταν έστηνε το εργοστάσιο στο Βουκουρέστι, ήταν το αντίτιμο. [310]


«Ή... θα μπορούσα να βάλλω να σε σκοτώσουν», είπε ο Γκόρα ψύχραιμα. «Πώς θα αισθανόταν η δεσποινίς Κάθριν Χαρτ γι’ αυτό;» «Ήταν μια χαρά πριν με γνωρίσει», απάντησε ο Ντόμινικ ήρεμα. «Θα συνεχίσει να είναι μια χαρά και μετά από μένα. Δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι είμαι αναντικατάστατος για κανένα. Αυτό είναι πάντοτε λάθος, Γκόρα. Να νομίζουμε ότι έχει σημασία αν ζούμε ή πεθάναμε. Ο κόσμος θα επιβιώσει και χωρίς εμάς. Για αυτό μη με απειλείς. Δε δίνω δεκάρα. Όπως δε δίνω δεκάρα αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις εσύ». «Άσε με να σου δείξω κάτι». Ο Γκόρα έβγαλε το κινητό του, πάτησε ένα εικονίδιο και έδωσε το τηλέφωνο στον Ντόμινικ. Η οθόνη έδειχνε μια φωτογραφία που είχε τραβηχτεί με κάμερα νυχτερινής όρασης. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί από ένα ψηλότερο σημείο —την άλλη πλευρά του δρόμου, πρόσεξε ο Ντόμινικ. Η Κάθριν ήταν στο υπνοδωμάτιό της, καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας της βουρτσίζοντας τα μαλλιά της. Ο Ντόμινικ του έδωσε πίσω το τηλέφωνο. «Τώρα πρέπει να απειλήσω εγώ την κοπέλα σου;» «Αν μπορέσεις να τη βρεις». «Ξέρω πού είναι. Την παρακολουθούμε. Η δική σου κίνηση». «Ρίξε μια ματιά». Ο Γκόρα πάτησε μια εικόνα στο κινητό του πάλι. «Αυτή τραβήχτηκε πριν δέκα λεπτά ειδικά για σένα». Άπλωσε το χέρι του και έδειξε τη φωτογραφία στον Ντόμινικ. Η Κάθριν μιλούσε με ένα συνάδελφο στο γραφείο. «Ένας εξάδελφος είναι κλητήρας στη CX Capital». Ο Γκόρα χαμογέλασε. «Είναι μια καινούρια δουλειά. Προσωρινή μάλλον, αλλά του αρέσει. Πολλά όμορφα κορίτσια, λέει». Ο Ντόμινικ έμεινε σιωπηλός μερικές στιγμές, έπειτα κοίταξε τον Γκόρα με μια άδεια, ατάραχη έκφραση. «Άσε με να σου διηγηθώ μια μικρή ιστορία, Γκόρα. Όταν ήμουν μικρός η μητέρα μου με έστειλε σε ψυχίατρους επειδή νόμιζε ότι ήθελα να τη σκοτώσω». «Ήθελες;» «Γιατί να σου πω αυτό που δεν είπα ποτέ σε κανέναν ψυχία[311]


τρο;» «Είναι ακόμα ζωντανή;» «Δεν έχει σχέση με τη μητέρα μου, Γκόρα. Ένας από τους ψυχίατρους ήταν παιδεραστής. Έτσι ειδοποίησα ανώνυμα τις αρχές για τις παράνομες δραστηριότητές του όπως όφειλε κάθε καλός πολίτης να κάνει. Τους είπα πού ήταν τα αρχεία του. Τους είπα πού ήταν η συλλογή με τις φωτογραφίες του. Τους έστειλα ένα δείγμα επειδή ο ανόητος μπάσταρδος μου τις είχε δείξει όλες, λες και θα με ενδιέφεραν. Με πιάνεις, Γκόρα; Δεν ήμουν καν δέκα χρονών τότε και είχα ήδη μάθει ότι κάνεις ό,τι χρειάζεται. Πάντοτε. Τελεία. Γι’ αυτό αν πειράξεις έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά της Κάθριν, αν την τρομάξεις έστω, αν ένας από τους βλάκες που έχεις στη δούλεψή σου εμφανιστεί και την τρομάξει... Εντάξει; Με πιάνεις; Θα σε εξοντώσω. Θα εξοντώσω και την οικογένεια της γυναίκας σου. Θα το κάνω ακόμη κι αν είμαι στον τάφο. Και πριν ξεσπάσεις βίαια επάνω μου, σε πληροφορώ ότι η ασφάλειά σου δεν είναι η καλύτερη. Μπορώ να κανονίσω και τη μικρή σου φίλη. Αν πειράξεις την Κάθριν, θα το κάνω. Μπιάνκα, σωστά; Θα τη στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια. Θέλεις ακόμη να την παντρευτώ;» Ο Γκόρα του έριξε ένα σκεπτικό βλέμμα, πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν μίλησε, διάλεξε προσεχτικά τα λόγια του. «Νόμιζα ότι βρεθήκαμε για να κλείσουμε μια συμφωνία». «Κι εγώ νόμιζα ότι η συμφωνία ήταν για χρήματα. Δικά μου σ’ εσένα. Αν χρειάζεσαι έναν γαμπρό, πρόσθεσε και την τιμή ενός ζιγκολό να σταθεί στο ιερό με τη Λολίτα σου. Εγώ χρειάζομαι μόνο ένα γαμημένο νούμερο», είπε ο Ντόμινικ ελαφρά ενοχλημένος. Χτύπησε το τηλέφωνο στην τσέπη της μπλούζας του. «Τα λεφτά θα είναι στο λογαριασμό σου σε πέντε λεπτά». Ο Γκόρα έκανε κακό σε ανθρώπους για τα λεφτά, αλλά εξακολουθούσε να μοιάζει με σκελετωμένο λογιστή ντυμένο με ένα ακριβό κοστούμι που δεν έστρωνε επάνω του. Και το πρόσωπό του είχε χάσει μέρος από την αλαζονεία του «κακού» τώρα που είχε αρχίσει να κλονίζεται η συμφωνία την οποία προσπαθούσε να κλείσει για να ευχαριστήσει τη Λολίτα του —την οποία δεν είχε αρκετό μυαλό να τη βάλει στο χάπι. Αν και, σκέφτηκε ο Ντόμινικ, έπειτα από την ανεξέλεγκτη [312]


εβδομάδα με την Κάθριν στο Χονγκ Κονγκ, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα έπρεπε να μιλήσει για λογική και αντισύλληψη. «Κοίτα, Γκόρα, ενδιαφέρομαι να κλείσω μια συμφωνία όσο κι εσύ. Μόνο που πρέπει να είναι χρηματική. Και ξέρω ότι πιθανότατα θα μετανιώσω που το είπα αυτό, αλλά πες μου την τιμή σου. Ας τελειώνουμε με αυτό». Ο Γκόρα κούνησε αργά το κεφάλι του. «Ξέρεις ότι αν υποσχεθώ να μην κάνω κακό στην Κάθριν, δε θα το κάνω. Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο. Και το αντίθετο, επίσης. Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις κι εσύ ότι η Μπιάνκα μου είναι από μια αριστοκρατική οικογένεια. Γι’ αυτό σε χρειάζομαι, Ντόμινικ, όσο με χρειάζεσαι κι εσύ. Παίζω κι εγώ σκάκι επίσης. Ξέρω ότι προστατεύεις τη βασίλισσά σου». Αναστέναξε. «Χρειάζομαι την κοινωνική σου θέση, τον πλούτο σου. Ο οποιοσδήποτε δε μας κάνει για σύζυγός της. Γι’ αυτό έχω ανθρώπους μου να παρακολουθούν το κορίτσι σου. Είναι το μόνο ατού που έχω. Ούτε σου ζητώ να το κάνεις αυτό για πολύ καιρό. Μπορείς να έχεις όποιο προγαμιαίο συμβόλαιο θέλεις. Δε θέλω τα λεφτά σου. Σε τρεις μήνες που θα γεννηθεί το παιδί, θα έχει ένα καλό όνομα κι εσύ θα πάρεις διαζύγιο». Χαμογέλασε αχνά. «Ξέρουμε ότι είναι αγόρι. Η γυναίκα μου έκανε μόνο κορίτσια». Ο Ντόμινικ περηφανευόταν ότι έκλεινε καλές συμφωνίες αλλά είχε αρχίσει να έχει ένα κακό προαίσθημα γι’ αυτήν εδώ. Σαν να επρόκειτο να καεί άσχημα. Είχε κι άλλες φορές αυτό το προαίσθημα στο παρελθόν και πάντοτε αποσυρόταν. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε. Όχι όταν διακυβευόταν η ζωή της Κάθριν. Όχι όταν ο Γκόρα ήξερε ότι δε θα άφηνε να της κάνει κακό. «Χριστέ μου, Γκόρα, περίμενα κάτι που να αντιμετωπίζεται. Αλλά γάμος; Χριστέ μου! Δεν μπορείς να βρεις κάποιον άλλο να πάρει τη θέση σου ως γαμπρός;» «Πού; Στον κύκλο μου;» Ο Γκόρα ανασήκωσε τους ώμους του. «Αδύνατον». Ο Ντόμινικ σηκώθηκε απότομα, πήγε πίσω από το μπαρ, άρπαξε ένα μπουκάλι μπράντι, έσπασε τη σφραγίδα, ήπιε μια γερή γουλιά από το μπουκάλι, έπειτα έμεινε εκεί για μερικά λεπτά, σκεπτόμενος τις πιθανότητες σαν μπούκερ του Βέγκας που επεξεργα[313]


ζόταν πληροφορίες, υπολόγιζε τακτικές και περιορισμούς, προσδιόριζε στόχους. Οι άνθρωποι του Γκόρα ήταν βλάκες αλλά και πολύ επικίνδυνοι. Ειδικά μετά την ιστορία με το εργοστάσιο στο Βουκουρέστι. Ειδικά με το... στρατό που διέθεταν. Θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια αλυσιδωτή αντίδραση αντιποίνων: πρώτα αυτόν, έπειτα τον Γκόρα, έπειτα αυτόν, απειλές επάνω σε απειλές ως την αιωνιότητα, και όλο αυτό το διάστημα να προσπαθεί να κρατήσει την Κάθριν εκτός κινδύνου. Αλλά το να ακροβατεί, ανάμεσα σε όλες εκείνες τις μπάλες αντιποίνων που διέσχιζαν τον αέρα, θα έκανε την κάθε ημέρα του να μοιάζει με την Ημέρα της Κρίσης. Μέρος του μυαλού του έλεγε ότι ίσως αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία για διευθέτηση. Μπορούσε να δώσει μια οριστική λύση, να διευθετήσει τα μυριάδες προβλήματα ψύχραιμα και οριστικά. Να κατευνάσει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και να κρατήσει την Κάθριν ασφαλή. Μερικές φορές το να επιλέγεις την πιο αδύναμη πλευρά σε μια παρτίδα σκακιού, το να προτιμάς την τακτική της ήττας για μια μεγαλύτερη στρατηγική νίκη ήταν μια χρήσιμη κίνηση. Ένας καλός παίχτης του σκακιού το ήξερε ενστικτωδώς αυτό. Άλλωστε ήταν πάντοτε ένας άνθρωπος των αριθμών. Οι αριθμοί πριν και πάνω από τα συναισθήματα. Έτσι έφτασε εκεί που ήταν. Και πρόσφατα —από τότε που εμφανίστηκε η Κάθριν στη ζωή του— το συναίσθημα είχε αρχίσει να αναμορφώνει τους αλγόριθμους του και να γαμάει το μυαλό του, προσθέτοντας ένα X παράγοντα ο οποίος χάλασε αυτό που ήταν πάντοτε μια προσιτή εξίσωση. Ίσως ήταν προτιμότερο να βάλει τα πάντα σε αναμονή, να ηρεμήσουν τα πράγματα. Να δει αν ήθελε πραγματικά όσα νόμιζε ότι ήθελε. Να επικεντρωθεί στο σύνολο της στρατηγικής η οποία μερικές φορές προσθέτει περισσότερα από όσα τα μερικά αθροίσματα. Εξάλλου, οι τρεις μήνες δεν ήταν και τόσο μεγάλο διάστημα... Αυτή ήταν μια απόφαση του άντρα που είχε φτάσει να θεωρεί τη ζωή σαν κάτι που υπολογίζεται μόνο με νούμερα. Ή τουλάχιστον αυτό πίστευε μέχρι πρόσφατα. Ο Ντόμινικ γύρισε πίσω στο τραπέζι. «Με ένα όρο», είπε και κάθισε κρατώντας το μπουκάλι μέσα στα χέρια του. «Θα κάνω αυτό που θέλεις, αλλά η Κάθριν θα μείνει απέξω. Δε θέλω καμιά παρανόηση σε αυ[314]


τό. Μόλις οι δικηγόροι ετοιμάσουν τα χαρτιά, η Κάθριν είναι ελεύθερη. Τελείως ελεύθερη. Δε θα φύγω από το Λονδίνο αν δε φύγει και η ομάδα των δολοφόνων σου. Ο όρος είναι αδιαπραγμάτευτος. Εσύ θέλεις κάτι. Εγώ θέλω κάτι. Πατσίζουμε». «Εξακολουθώ να τρώω από τα είκοσι εκατομμύριά σου». «Σκάσε, Γκόρα: Παράτα τα όσο είσαι ακόμη από πάνω». Η συμφωνία έκλεισε. Συμφώνησαν επίσης ενώ ο Ντόμινικ άδειαζε το μισό μπουκάλι, ότι οι δικηγόροι τους θα συναντιόνταν στο ξενοδοχείο του Ντόμινικ στη Ρώμη αργότερα μέσα στην ημέρα για να συντάξουν το προγαμιαίο συμβόλαιο και τα προκαταρκτικά χαρτιά του διαζυγίου. Οι συνήθεις διαδικασίες για την άδεια του γάμου θα επισπεύδονταν ώστε ο γάμος να γίνει στο τέλος της εβδομάδας. Ο Ντόμινικ σηκώθηκε. «Όταν έχω απόδειξη ότι οι άντρες σου έχουν φύγει, ότι η Κάθριν είναι ασφαλής, θα επιστρέψω στη Ρώμη. Τσάο, καριόλη». Όταν ο Ντόμινικ μπήκε στο αμάξι του και κάθισε στο πίσω κάθισμα λίγα λεπτά αργότερα, χτύπησε στο διαχωριστικό τζάμι, έπειτα άπλωσε το χέρι του στον Μαξ. «Θα πάρω πίσω εκείνο το γράμμα». «Όλα πήγαν καλά, λοιπόν;» «Όχι ακριβώς». Όταν ξεκίνησε το αμάξι, ο Ντόμινικ δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του. «Δώσε μου ένα λεπτό και θα σου πω. Αυτή τη στιγμή προσπαθώ να συγκρατηθώ και να μη ρίξω μια γροθιά στο τζάμι».

[315]


Κεφάλαιο 26 Ο Ντόμινικ έφτασε στο σπίτι του στο Ίτον Πλέις στις οχτώ. Ο Λίο καί ο Ντάνι περίμεναν. «Πες μου πάλι» , είπε ο Ντόμινικ μπαίνοντας στο σπίτι. «Διαβεβαίωσέ με». «Όπως σου είπα και στο τηλέφωνο, το απέναντι διαμέρισμα έχει αδειάσει», είπε ο Λίο. «Ο ιδιοκτήτης είναι σε διακοπές στην Ισπανία. Δεν ξέρει καν ότι οι άντρες του Γκόρα ήταν εκεί». «Και οι ομάδες επιτήρησης;» «Έφυγαν. Πριν από τρεις ώρες». «Όλοι;» «Τους ακολουθήσαμε ως τις πύλες εξόδου στο αεροδρόμιο. Είκοσι άντρες. Έφυγαν σε ομάδες μέσα στις προηγούμενες ώρες. Μερικοί για Βουκουρέστι, μερικοί για τη Ρώμη, τρεις για τη Γενεύη». «Ο Γκόρα συγκεντρώνει τα είκοσι εκατομμύρια του οπότε η γυναίκα του δεν ξέρει τίποτα». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά. «Χριστέ μου, θα τον λυπόμουν τον μπάσταρδο αν δεν είχε κάνει τη ζωή μου σκατά». Ο Ντάνι του έριξε ένα συμπονετικό βλέμμα. «Τρεις μήνες είπες;» «Αυτό έγραψαν οι δικηγόροι». «Δεν μπορείς να πάρεις διαζύγιο στην Ιταλία». «Όχι, διάολε, δεν μπορώ να περιμένω χρόνια. Θα τη χωρίσω στη Γαλλία. Τα χαρτιά έχουν ήδη συνταχθεί και υπογραφτεί. Τουλάχιστον μπορώ να είμαι ευγνώμων στη μητέρα μου που ήταν στο Παρίσι όταν γεννήθηκα. Έτσι έχω διπλή υπηκοότητα. Το συναινε[316]


τικό διαζύγιο είναι μια απλή διαδικασία —γρήγορη, εύκολη, μια σφραγίδα και μια υπογραφή από δικαστή και τέρμα». «Πότε θα επιστρέψεις στη Ρώμη;» Ο Ντόμινικ κατσούφιασε. «Σε μια δυο ημέρες». «Θα το πεις στην Κάθριν;» «Θα προτιμούσα όχι. Δε θέλω να ζει με το φόβο έστω και ελάχιστο. Επιπλέον, δεν είναι καθόλου εύκολο να της εξηγήσω την ανάμειξη της μαφίας στη ζωή μας». Αναστέναξε. «Οπότε, ψέματα, ψέματα και πάλι ψέματα». «Και θα μετράς τις ημέρες», είπε ο Λίο συμπονετικά. «Ναι. Τουλάχιστον υπάρχει ένα τέλος στο βάθος του τούνελ». Έπειτα ο Ντόμινικ έστειλε ένα μήνυμα στον Σέσε. Μόλις φτάσω εκεί, έχεις τη νύχτα σου ελεύθερη. Αλλά μισή ώρα αργότερα, όταν ο Ντόμινικ χτύπησε την πόρτα της Κάθριν, η διάθεσή του ήταν χάλια και φαινόταν. «Είσαι κουρασμένος», είπε η Κέιτ πιάνοντας τα χέρια του και τραβώντας τον μέσα ενώ ο Σέσε έφευγε αθόρυβα από την πίσω πόρτα. «Έλα να κοιμηθείς. Θα μιλήσουμε το πρωί». «Δε θέλω να μιλήσω». Κλοτσώντας την πόρτα πίσω του για να κλείσει, τράβηξε τα χέρια του από τα δικά της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και προχώρησε ίσια στο υπνοδωμάτιο. «Θέλω να σε γαμήσω». Το σεξ ήταν η σταθερή παράμετρος στη ζωή του, εκείνη που παραμέριζε όλα τα διλήμματα, θόλωνε την πραγματικότητα —όπως τα ναρκωτικά τον πρεζάκια. «Προσπάθησα να είμαι ευγενική». Το χαμόγελό της ήταν κοντά, η ανάσα της ζεστή στο μάγουλό του με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. «Δείχνεις πραγματικά κουρασμένος. Να πω στον Σέσε...» «Έχει φύγει. Και δεν είμαι ποτέ τόσο κουρασμένος, μωρό μου. Όχι μ’ εσένα». «Πώς...» «Μήνυμα στο κινητό. Ήθελα να είμαι μόνος μαζί σου». Περπατούσε γρήγορα στο διάδρομο, αδιαφορώντας για ό,τι [317]


υπήρχε γύρω του. Πέρασε βιαστικά μέσα από το μεγάλο χώρο υποδοχής με το ψηλό ταβάνι χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στη μικρή τραπεζαρία που είχε επιπλώσει η Αμάντα με ένα Τσίπεντεϊλ τραπέζι για δύο. Ένα τραπέζι διακοσιων πενήντα χρόνων που είχε φτιαχτεί για μια κυρία η οποία έπαιρνε το πρωινό σοκολατούχο ρόφημά της με τον εραστή της στο μπουντουάρ της. Το χαλί κάτω από τα πόδια του Ντόμινικ ήταν ένα ξεθωριασμένο χαλί Μουγκάλ του δέκατου έβδομου αιώνα με τριαντάφυλλα στο ντιζάιν του, πιθανόν από το ίδιο μπουντουάρ. «Πώς ήταν η μέρα σου στη δουλειά; Όλα καλά;» Η βιαστική, αφηρημένη ερώτηση τον τράβηξε από το μόνο πράγμα που είχε στο μυαλό του σαν κάποιος να τον είχε κλοτσήσει στους αστραγάλους και να τον πρόσταξε να είναι ευγενικός. «Δε φορούσα καθόλου ρούχα», μουρμούρισε η Κέιτ. «Κατά τα άλλα όλα καλά». To βλέμμα του Ντόμινικ καρφώθηκε επάνω της. «Ελπίζω να μου κάνεις πλάκα». «Ήθελα να δω αν με προσέχετε, κύριε Νάιτ. Φαίνεστε πολύ βιαστικός». «Φυσικά και είμαι», της απάντησε τραχιά μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο και στήνοντάς τη στα πόδια της. «Βγάλε τη ρόμπα σου». Ο ίδιος έβγαζε ήδη τα δικά του. «Βιάσου. Μου έλειψες». Η Κέιτ ήξερε πώς ένιωθε ο Ντόμινικ κι ας μην είχε τη δική του ψυχοσύνθεση που στηριζόταν στον απίστευτο πλούτο του. Αλλά της είχε λείψει κάθε στιγμή της ημέρας, κάθε δευτερόλεπτο παρά το φόρτο δουλειάς που είχε. Τον περίμενε, περίμενε να ακούσει το χτύπημα στην πόρτα και όσο περνούσε η ώρα είχε αρχίσει να την πιάνει η απελπισία. Ο Ντόμινικ ήταν γυμνός πριν εκείνη πετάξει τη ρόμπα της σε μια πολυθρόνα και πάει στο κρεβάτι. Τη σήκωσε στα χέρια και την πέταξε επάνω στο κρεβάτι, έπεσε επάνω της με μια εκρηκτική βιασύνη μουρμουρίζοντας: «Συγχώρεσέ με». Στην αρχή ήταν σαν τρελός. Δεν τον είχε δει ποτέ έτσι. Ήταν πάντοτε απίστευτα συγκρατημένος λες και μπορούσε να αντέξει για πάντα. Μπορούσε να αντέξει για πάντα, μόνο που αυτή τη φορά τελείωσε σχεδόν τη στιγμή που μπήκε μέσα της. Της είπε [318]


λαχανιασμένα «Συγνώμη» και αμέσως μετά τελείωσε πάλι όταν εκείνη ήρθε σε οργασμό. «Ω, Θεέ μου, είναι υπέροχο να είμαι μέσα σου», βόγκηξε ενώ η Κέιτ προσπαθούσε να ανασάνει, το πέος του σκληρό ακόμη δε σταμάτησε να κινείται μέσα της. «Θα πρέπει να με διώξεις όταν δεν αντέχεις άλλο γιατί είμαι ικανός να συνεχίσω όλη τη νύχτα». Η αδρεναλίνη του ήταν στο μάξιμουμ από την απογοήτευση και το θυμό, τη λαγνεία και τον πόνο, από συναισθήματα που δεν μπορούσε να ταξινομίσει, που δεν είχαν όνομα και που έκαιγαν το σώμα και το μυαλό του. «Σύμφωνοι επειδή κι εγώ σε θέλω». Πέρασε τα χέρια της από επάνω ως κάτω στην πλάτη του σαν να ήθελε να βεβαιωθεί για την παρουσία του, παρακινημένη από τις δικές της ανάγκες, τη μοναξιά της και την αίσθηση της απώλειας που ήταν τόσο έντονα όσο εκείνος απουσίαζε. Ο Ντόμινικ είχε λείψει μόνο μια νύχτα και μια ημέρα και της είχε λείψει απελπισμένα, η αίσθησή του μέσα της και επάνω της, η απόλαυση που της πρόσφερε και φώτιζε τον κόσμο της, το ζεστό του χαμόγελο και η καλοσύνη του. Ήταν τόσο γεμάτη ευγνωμοσύνη για την επιστροφή του που κόντεψε να βάλει τα κλάματα. Έτρεμε. Είχε τους δικούς της εθισμούς και ένας από αυτούς είχε μόλις κάνει την εμφάνισή του. «Ω διάολε», είπε καταπίνοντας, προσπαθώντας να μην αφήσει τα δάκρυά της να τρέξουν, ρουφούσε τη μύτη της, σκεφτόταν διάφορες λογιστικές εφαρμογές για να κατευθύνει αλλού τις σκέψεις της. Για ένα δευτερόλεπτο οι αριθμοί κατάφερ