Issuu on Google+

Από τους μαθητές της Ε΄ τάξης ∆ημοτικό Σχολείο Αντιπάρου Σχ. Έτος: 2009-2010


Το συγκεκριμένο παραμύθι συντάχθηκε στα πλαίσια της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και προέκυψε από τη σύνθεση μικρότερων ιστοριών που έγραψαν οι μαθητές της Ε΄ τάξης. Η σύνθεση και η επιμέλεια έγινε με τη βοήθεια της δασκάλας Νούλα Έλενας.

Εικονογράφηση Από τους μαθητές και τις μαθήτριες της Ε΄ τάξης

3


Μια φορά κι έναν καιρό, στις εποχές που οι πειρατές ταξίδευαν στις θάλασσες και τους ωκεανούς, ψάχνοντας για θησαυρούς, υπήρχε ένα μικρό πειρατικό καράβι, που πάνω του ταξίδευαν 5 πειρατές.

Τους είχε ενώσει μια κοινή αποστολή. Έψαχναν ένα χαμένο θησαυρό, πολύτιμο, μοναδικό! Κρατούσαν στα χέρια τους - μερικοί θα λέγαμε στους γάντζους τους - ένα χάρτη, που οδηγούσε σε ένα μέρος μακρινό, γεμάτο θησαυρούς όπως πίστευαν. Συνεχώς όμως τσακώνονταν για το πώς θα γίνει η μοιρασιά όταν θα έφταναν σε εκείνον. Μην αντέχοντας, λοιπόν, να ακούει και να βλέπει ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να το καταλάβουν, κατέληξαν στη θάλασσα!

4


Το πλοίο τους είχε μείνει ακυβέρνητο πέφτοντας πάνω σε έναν τεράστιο ύφαλο. Για καλή τους τύχη όμως, οι πειρατές ξεβράστηκαν στην ακτή ενός ερημικού νησιού όπου συνέχιζαν να μαλώνουν, όχι όμως για το θησαυρό αυτή τη φορά αλλά για την καινούρια συμφορά που τους είχε συμβεί. Οι χάρτες είχαν πια παρασυρθεί στο βυθό της θάλασσας και τα κύματα της τούς είχαν ταξιδέψει σε μέρη άγνωστα, που ζούσαν παράξενα πλάσματα του βυθού.

DE Ο πρώτος χάρτης βρέθηκε σε ένα μέρος με περίεργα όντα. Έμοιαζαν με μικρές χρωματιστές ζελατίνες. Εάν δεν γνώριζες τι μπορεί να προκαλέσουν, θα πήγαινες αμέσως να τις κρατήσεις στα χέρια σου… Και τότε… Να η φαγούρα… Να οι μικρές και οι μεγάλες κοκκινίλες στα χέρια σου. Ήταν οι περιβόητες τσούχτρες, όνομα και πράμα, αφού όλη την ώρα παρεξηγούσε η μια την άλλη και ποτέ μα ποτέ δεν μπορούσαν να είναι μονιασμένες.

5


Ήταν από τις ελάχιστες μέρες που έβλεπες μια παρέα από τσούχτρες να παίζουν ένα παιχνίδι από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς καυγάδες και φωνές, όταν έφτασε από μακριά ένας χάρτης. Οι μικρές τσούχτρες ξεδίπλωσαν αμέσως το παράξενο εκείνο αντικείμενο, κοιτάχτηκαν λιγάκι μεταξύ τους και τότε ξεκίνησε και πάλι το πανηγύρι του καυγά. «Εγώ το είδα πρώτη, εγώ πρέπει να το κρατήσω!», άρχισαν να φωνάζουν η μία στην άλλη σαν να έψαχναν να βρουν τόση ώρα μια αφορμή για να μαλώσουν όπως έκαναν πάντα. Μια τσούχτρα που διέφερε από τις υπόλοιπες -λιγάκι μόνο- είπε: «Είναι ένας χάρτης που οδηγεί σε θησαυρό…» «Ας τον ακολουθήσουμε…», είπαν οι άλλες κι αμέσως τα μάτια τους έλαμψαν όπως λάμπει το χρυσάφι. Έτσι αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους, ακολουθώντας το δρόμο που εκείνος τους έδειχνε.

DE Ενώ αυτά συνέβαιναν στη χώρα που ζούσαν οι μικρές μας φίλες, σε μια άλλη χώρα μακρινή, την ξακουστή Ιπποκαμποχώρα, ζούσαν δύο αγαπημένοι κι αχώριστοι φίλοι, ο Τζακ και ο Τζο. Ήταν δυο μικροί ιππόκαμποι που το παράδειγμα φιλίας τους δεν ήταν όμοιο κανενός. 6


Μια μέρα στα χέρια του Τζακ, καθώς πήγαινε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο, έπεσε ένας παράξενος χάρτης. Ο καημένος ο Τζακ, που δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, τρόμαξε τόσο πολύ που έκανε δυο σβούρες γύρω από τον εαυτό του και άρχισε να φωνάζει με όσο πιο δυνατή φωνή μπορούσε: «Εξωγήινοι…Εξωγήινοι στο βυθό!» Ο Τζο ξύπνησε από τις φωνές, πετάχτηκε από το κοραλλένιο του κρεβάτι και έτρεξε να βοηθήσει το φίλο του, που το πορτοκαλί του χρώμα είχε γίνει πράσινο από το φόβο του. «Τι τρέχει φίλε μου; Τι σου συμβαίνει;», τον ρώτησε. Ο Τζακ του έδειξε το παράξενο εκείνο αντικείμενο και κατατρομαγμένος κρύφτηκε πίσω από ένα μικρό φύκι. Ο Τζο γέλασε τόσο πολύ όταν διαπίστωσε πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κομμάτι χαρτί και μάλιστα κοιτάζοντας το πιο προσεκτικά, άρχισε να διαπιστώνει πως επρόκειτο για ένα χάρτη. Ma, ναι! Ήταν ένας χάρτης από εκείνους που σε οδηγούν σε θαυμάσιους θησαυρούς! «Θα

γίνουμε

πλούσιοι!»,

αναφώνησε

ξαφνικά

ο

Τζακ

ενθουσιασμένος πίσω από το φύκι! Πριν όμως πάρουν οποιαδήποτε απόφαση οι δύο ιππόκαμποι σκέφτηκαν πως θα ήταν καλό να συμβουλευτούν μια φίλη τους, τη 7


γοργόνα Θαλασσένια και κατευθυνθήκαν προς το όμορφο μέρος που ζούσε. Ήταν μια θαλάσσια σπηλιά που κανένας δεν πλησίαζε, επειδή μια φήμη στοίχειωνε τη γοργόνα αυτή. Όλοι πίστευαν πως όποιος την κοίταζε στα μάτια, εκείνη τον μεταμόρφωνε σε σκυλόψαρο για πάντα. Ποτέ βέβαια δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά ξέρετε πως είναι οι φήμες! Η Θαλασσένια στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ καλή νεραϊδογοργόνα. Είχε όμορφα γαλάζια μαλλιά, γαλάζια μάτια, που έμοιαζαν με το χρώμα της θάλασσας και προστάτευε όλους όσους την είχα ανάγκη.

Αφού κοίταξε για μια στιγμή αυτό που της είχαν φέρει οι δύο φίλοι, το πρόσωπο της έλαμψε σαν να κατάλαβε κάτι από εκείνον τον παράξενο χάρτη. Κάτι την έκανε να χαρεί πολύ, λέγοντας λόγια που έμοιαζαν με χρησμό της Πυθίας: 8


«Σε εκείνο το μέρος που θα σας οδηγήσει ο χάρτης, θα βρείτε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο! Είναι κάτι που μπορεί να κάνετε πολύ δρόμο για να το ανακαλύψετε μα τόσο καιρό ήταν μπροστά στα μάτια σας!» Στους δύο μικρούς της φίλους, έδωσε την καλύτερη ευχή της και τους προέτρεψε μάλιστα να ξεκινήσουν αμέσως το ταξίδι τους για το μέρος που έδειχνε ο χάρτης! Έτσι λοιπόν ο Τζακ και ο Τζο ξεκίνησαν έτοιμοι για πολλές περιπέτειες…

DE Μα τι να έγινε άραγε με τους υπόλοιπους 3 χάρτες; Σε ποια χέρια ή καλύτερα σε ποια πλοκάμια είχαν πέσει; Ο τρίτος χάρτης κατέληξε στα αδέξια πλοκάμια ενός, κατά τα άλλα

γλυκύτατου

χταποδιού,

του

Χταποδομπλεξούδη!

Ο

καημενούλης ήταν τόσο αδέξιος που έμπλεκε συνεχώς σε μπελάδες. Ούτε καν τα οκτώ του πόδια δεν μπορούσε να ελέγξει και σκόνταφτε σε κάθε βράχο, πέτρα, ακόμα και στα χαλικάκια του βυθού. Μάλιστα πολλές φορές μπέρδευε τόσο πολύ τα πόδια του που νόμιζε ότι ήταν εννιά αντί για οκτώ, παραπατούσε και έπεφτε!

9


Κανένας δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του. Όλοι τον κορόιδευαν και εκείνος τριγυρνούσε μοναχός στις γειτονιές της όμορφης Χταποδούντας! Ήταν μια από τις αμέτρητες φορές που σκόνταφτε πάνω σε κάτι. Αυτή τη φορά όμως αυτό το κάτι δεν ήταν ούτε βράχος ούτε πέτρα ούτε χαλικάκι. Ένας χάρτης είχε μπλεχτεί στα πλοκάμια του και δεν ξεκολλούσε με τίποτα! Άρχισε να μονολογεί μόνος του: «Πάλι καημένε μπλέχτηκαν τα εννιά σου πόδια! Μα για στάσου…Τι είναι αυτό; Μοιάζει με ένα κομμάτι από χάρτη! Ω! Μα είναι ένας χάρτης!»

10


Ο Χταποδομπλεξούδης είχε διαβάσει πολλά χταποδοβιβλία και χταποδοπεριπέτειες με πειρατές και χάρτες και ήξερε πολύ καλά από αυτά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε! «Θα γίνω ζάπλουτος!», άρχισε να λέει. «Όλοι θα με αγαπούν και θα θέλουν να μου κάνουν παρέα!» Εξάλλου είχε ακούσει ότι όποιος έχει χρήματα έχει και φίλους! Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό τράβηξε το δρόμο που έδειχνε ο χάρτης αναζητώντας όχι τόσο το θησαυρό, όσο ό,τι θα του έδινε εκείνος… ∆ηλαδή φίλους.

DE Ο τέταρτος από τους περίφημους χάρτες, ταξίδεψε πολύ μακριά, σε μέρη όπου ζούσαν μεγάλα πλάσματα, πονηρά και μοχθηρά και δεν ήταν άλλα από τους καρχαρίες. Στην

μακρινή

Καρχαριάδα,

όπως

έλεγαν

τη

χώρα

των

καρχαριών, ζούσε ένας παμπόνηρος και στρουμπουλός καρχαρίας, ο Σπάικι. Το μόνο που απασχολούσε όλη μέρα το μυαλό του ήταν πώς θα γέμιζε τη φουσκωτή κοιλιά του. Πολλές φορές παραμόνευε μήπως περάσει κανένα κοπάδι από λαχταριστά κοκκινόψαρα, μπαρμπούνια, έστω και τσιπούρες για να 11


ορμήξει και να φάει τόσα πολλά όσα χωρούσε η παχουλή κοιλιά του.

Άδικος κόπος όμως! Κάθε φορά που ετοιμαζόταν να φάει ένα λαχταριστό γεύμα, τα έκανε θάλασσα και έμενε νηστικός! Τι κατέληγε να τρώει; Τι άλλο; Φύκια! «Χορτοφάγος θα καταλήξω στο τέλος…», έλεγε και μασούσε τα φύκια ή ό,τι άλλο έβρισκε. Μασούσε και αναμασούσε σαν μηρυκαστικό! Εκείνη την ημέρα λοιπόν, καθώς είχε βγει για το συνηθισμένο του κυνήγι, είδε ξαφνικά κάτι να έρχεται από μακριά! Τι να ήταν αυτό; «Χμ! ∆εν έχω ξαναδεί τέτοιο ψάρι! Ούτε έχω ξαναφάει!», σκέφτηκε και γεμάτος χαρά άνοιξε το μεγάλο του στόμα και έκανε το χάρτη μια χαψιά!

12


Ούτε να το μασήσει πρόλαβε αυτή τη φορά! Ήταν τέτοια η πείνα του που έβλεπε το κομμάτι χαρτιού να μοιάζει με ένα νοστιμότατο ψάρι! Ξαφνικά άρχισε να πνίγεται σαν κάτι να του είχε σταθεί στο λαιμό! Μήπως εκείνο το ψάρι που κατάπιε είχε τόσα πολλά κόκαλα; «Μα τι στο καλό», σκέφτηκε. Άρχισε τότε να βήχει και έφτυσε αυτό που με τόση λαιμαργία είχε καταπιεί! «Μα αυτό δεν είναι ψάρι! Ούτε μάτια έχει ούτε πτερύγια ούτε λέπια!» Έξυσε για λίγο τη χοντρή κοιλιά του -έτσι έκανε πάντα όταν κάτι τον προβλημάτιζε- και είπε: «Αυτό μοιάζει με μια διαδρομή. Κάπου θα οδηγεί!» «Μα που αλλού! Σε φαγητό!>>, απάντησε στον εαυτό του. Χωρίς να χάσει χρόνο κατευθύνθηκε προς την πλευρά που έδειχνε εκείνη η παράξενη γραμμή! Ήξερε βλέπετε να προσανατολίζεται! Το είχε μάθει από τον παππού του, όταν τον έπαιρνε μαζί του για κυνήγι. Ήταν το δεύτερο πράγμα που είχε μάθει να κάνει εκτός από το να μασάει!

DE 13


Ο τελευταίος χάρτης, αν είχε στόμα και μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε ότι ένιωθε πολύ τυχερός! Ξέρετε γιατί; Επειδή βρέθηκε στο δρόμο ενός δελφινιού, του όμορφου Ρούντι. Όλοι ξέρουμε ότι τα δελφίνια είναι από τα πιο όμορφα και αγαθά πλάσματα της θάλασσας. Είναι πολύ φιλικά με όλους ακόμη και με τον άνθρωπο! Ο Ρουντι δε διέφερε από τα υπόλοιπα δελφίνια, μάλιστα είχε τόση καλοσύνη που πολλές φορές κάποια πονηρά πλάσματα του βυθού τον εκμεταλλεύονταν. Ο καημένος ο Ρούντι, όλους τους βοηθούσε. Από το πιο μικρό ψαράκι, το μαριδάκι μέχρι το πιο μεγάλο, τη φάλαινα! Κι όμως κανένας μέχρι τότε δεν είχε εκτιμήσει όλα όσα είχε κάνει. Μάλιστα δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του τη λέξη ευχαριστώ. Αλλά δεν το έβαζε κάτω συνέχιζε να βοηθάει όποιον τον είχε ανάγκη! Μια μέρα λοιπόν, καθώς κολυμπούσε, κάτι του φάνηκε να σαλεύει πίσω από ένα βράχο! Χωρίς να χάσει χρόνο κατευθύνθηκε για να δει από κοντά μήπως κάποιος κινδυνεύει και χρειάζεται τη βοήθεια του! Ήταν ο πέμπτος και τελευταίος από τους χάρτες! Ο Ρούντι γνώριζε τους χάρτες. Γνώριζε επίσης ότι τους χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να βρίσκουν το δρόμο τους.

14


Είχε ακολουθήσει πολλές φορές βλέπετε τα καραβιά που περνούσαν από εκεί. Είχε δει πολλές φορές ανθρώπους που στέκονταν στην πλώρη κρατώντας ένα τέτοιο κομμάτι χαρτί. ∆ε χωρούσε αμφιβολία! Ήταν ένας χάρτης. Μα πού να οδηγούσε άραγε; Σε ποια μέρη μακρινά; Ποιοι θα μπορούσαν να ζουν εκεί; Θα μπορούσε να είναι μια πολύ ωραία περιπέτεια για εκείνον και χωρίς να το πολυσκεφτεί, ξεκίνησε για το άγνωστο μέρος που εκείνος του έδειχνε!

DE 15


Αυτή λοιπόν ήταν η αρχή ενός μακρινού ταξιδιού για τους μικρούς μας φίλους. Ένα ταξίδι που έκρυβε πολλές εκπλήξεις, περιπέτειες και κινδύνους. Θα ήταν μια εμπειρία που θα έμενε σε όλους αξέχαστη όταν ξαφνικά θα συναντιόντουσαν τυχαία σε ένα σημείο. Έμειναν όλοι για λίγο ακίνητοι, χωρίς να πουν κουβέντα… ώσπου μια από τις τσούχτρες δεν άντεξε να κρατήσει για πολλή ώρα το στόμα της κλειστό!

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι τύποι;»,

είπε σχεδόν φωναχτά στην

υπόλοιπη παρέα των τσουχτρών. «Και γιατί κρατάνε όλοι τους το ίδιο πράγμα με εμάς;», είπε μια άλλη της παρέας.

16


«∆ε μου αρέσει η φάτσα αυτού! Νομίζω ότι με κοιτάζει συνέχεια!», πετάχτηκε μια άλλη τσούχτρα εννοώντας τον παχουλό καρχαρία! Ξαφνικά στάθηκε στη μέση ο Ρούντι, το δελφίνι και προσπάθησε να δώσει μια εξήγηση για το πώς ήταν δυνατόν να έχουν βρεθεί όλοι στο ίδιο σημείο και μάλιστα κρατώντας τον ίδιο χάρτη στα χέρια τους! «Φίλοι μου…», είπε, «Νομίζω πως όλοι είστε εδώ για τον ίδιο σκοπό. Ο καθένας από μας έχει πάρει ένα δρόμο, μόνο που από εδώ και στο εξής αυτός ο δρόμος θα είναι κοινός για όλους μας! Απ΄ ό,τι έχω καταλάβει αυτοί οι χάρτες που έχουμε στα χέρια είναι ίδιοι και οδηγούν σε κάποιο μυστηριώδες μέρος. Ποιος ξέρει τι μπορεί να υπάρχει εκεί!», συνέχισε το δελφίνι. «Κάτι καλό ελπίζω», αναφώνησε μια από τις τσούχτρες! «∆εν άφησα εγώ το σπιτάκι και τις ανέσεις μου, για να βρω κάτι που δεν αξίζει!» «Θα είναι κάτι που τρώγεται;», ρώτησε ο καρχαρίας. «Αν είναι κάτι τέτοιο τότε εγώ θα φάω διπλή μερίδα! Να το συμφωνήσουμε από τώρα και μάλιστα να φάει ο καθένας όσο χωράει η κοιλιά του!» «Μα η κοιλιά σου χωράει τόσα πολλά. ∆ε θα είναι δίκαιη η μοιρασιά!», πετάχτηκε αμέσως η μικρότερη τσούχτρα της παρέας. 17


Τότε μπήκαν στη συζήτηση και οι δυο ιππόκαμποι! «Είμαστε τόση ώρα εδώ, πρόκειται να ταξιδέψουμε όλοι μαζί για και δεν έχουμε γνωρίσει ακόμη ο ένας το άλλον!» «Αυτό είναι μεγάλη αγένεια!», συμφώνησε ο Ρούντι. «Ας συστηθούμε λοιπόν». Όλοι τότε άρχισαν να λένε τα ονόματα τους, από πού ήρθαν, πως είναι το μέρος που ζούσαν πριν και πολλά άλλα! Ο καρχαρίας πλησίασε τον Χταποδομπλεξούδη και του είπε το εξής: «Σας ξέρω εσάς. Είστε πολύ τυχερός κύριε, που έχετε τόσα πόδια. Μπορείτε να τα χρησιμοποιείτε και να τρώτε πιο γρήγορα το φαγητό σας, αφού μπορείτε να πιάνετε ταυτόχρονα πολλά πιρουνιά». Ο Χταποδομπλεξούδης γέλασε τόσο πολύ που σκόνταψε και έπεσε κάτω! Τότε ξέσπασαν όλοι στα γέλια κι έτσι άρχισαν σιγά να βλέπουν πιο φιλικά ο ένας τον άλλον.

Αποφάσισαν λοιπόν να γίνουν συνταξιδιώτες και να βοηθάει ο ένας τον άλλον σε αυτό το ταξίδι! Επίσης συμφώνησαν πως όταν θα έφταναν στο θησαυρό, θα τον μοιράζονταν δίκαια. Έτσι ξεκίνησαν για το άγνωστο…

18


Κολυμπούσαν για ώρες προς την κατεύθυνση που τους έδειχνε ο χάρτης όταν ξαφνικά είδαν από μακριά ένα κοπάδι από άγριους και μοχθηρούς καρχαρίες. Όλοι πάγωσαν περιμένοντας πως θα τους συμβεί κάτι κακό. Τότε ο θαρραλέος Σπάικι κολύμπησε γρήγορα προς το μέρος των συγγενών του. Οι άλλοι έμειναν πίσω να κοιτάζουν έκπληκτοι, όταν είδαν το κοπάδι των καρχαριών να κάνει μεταβολή και να γυρίζει πίσω! Μα τι να τους είχε πει ο παμπόνηρος καρχαρίας; Τους είχε ξεγελάσει λέγοντας τους πως… προς την αντίθετη πλευρά είχε ακούσει πως ταξίδευε ένα κοπάδι από λαχταριστούς σολομούς! Οι καρχαρίες φυσικά δεν άφησαν αυτή την πληροφορία να πάει χαμένη και άλλαξαν αμέσως πορεία! Έτσι, ο Σπάικι τους άλλαξε κατεύθυνση προστατεύοντας τους καινούριους του φίλους. Μα δεν έφτανε αυτή η συμφορά, όταν ξαφνικά έκανε την εμφάνισή του και ο δεύτερος μπελάς. Τι ήταν αυτό που σκοτείνιαζε τη θάλασσα; Σύντομα οι μικροί μας φίλοι κατάλαβαν ότι ήταν ένα μεγάλο αλιευτικό καράβι που είχε αράξει στη μέση του ωκεανού ρίχνοντας τα δίχτυα του και πιάνοντας δύστυχα ψαράκια!

19


Όσο πλησίαζε η παρέα των μικρών μας φίλων, όλο και πιο μεγάλο και τρομαχτικό φαινόταν εκείνο το πλοίο. Πώς θα μπορούσαν να περάσουν τώρα από εκείνο το στενό πέρασμα που έβλεπαν μπροστά τους χωρίς να πιαστούν στα δίχτυα που είχαν απλωθεί ολόγυρα; «Ξέρω πώς να τα καταφέρω!», φώναξε ο Ρούντι! Θα βγω στην επιφάνεια και θα προσπαθήσω να τους τραβήξω την προσοχή. Οι ψαράδες συνήθως δεν απλώνουν τα δίχτυα τους εκεί που κολυμπούν δελφίνια γιατί μας αγαπάνε. Έτσι θα αναγκαστούν να τα μαζέψουν και να φύγουν από το δρόμο μας. Ο Χταποδομπλεξούδης επίσης πρότεινε πως ένας καλύτερος τρόπος θα ήταν να χρησιμοποιήσει τα οκτώ του πλοκάμια κρατώντας τα δίχτυα ενώ ο Ρούντι θα προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή. Όλοι συμφώνησαν πως αυτό ήταν ένα πολύ καλό σχέδιο εκτός από τις τσούχτρες που πάντα έφερναν αντιρρήσεις! Μάλιστα αυτή τη φορά ψιθύρισε η μία στην άλλη: «Μα τι ψώνιο είναι αυτό το δελφίνι! Νομίζει ότι όλοι τον αγαπούν. Ανοησίες!»

20


∆εν τόλμησε όμως να το πει φωναχτά στην υπόλοιπη παρέα, διότι ήξερε πως όλοι αγαπούν τα δελφίνια. Ακόμη κι αυτή τα συμπαθούσε καταβάθος! Έτσι κι έγινε! Οι ναύτες μόλις είδαν τον Ρούντι να κολυμπάει κάνοντας εκείνες τις όμορφες φιγούρες λες κι έμοιαζε με πούλι, άρχισαν να τον χαζεύουν χωρίς να αντιληφθούν ότι τα δίχτυα τους άρχισαν να κουνιούνται. Μάλιστα πρόλαβαν όλοι να περάσουν χωρίς κανένα πρόβλημα, και οι ναύτες τα μάζεψαν και τράβηξαν προς άλλη κατεύθυνση, ελευθερώνοντας το δρόμο.

DE 21


Κολυμπούσαν αρκετά μερόνυχτα στο σκοτεινό βυθό. Είχαν για τα καλά απομακρυνθεί από τα σπίτια τους όταν ο επόμενος κίνδυνος δεν άργησε να φανεί. Αυτή τη φορά τα πράγματα έδειχναν πραγματικά πολύ άσχημα. Είχαν πλησιάσει πολύ κοντά σε εκείνη την περιοχή που έδειχνε ο χάρτης. Μα τι ήταν εκείνο το πελώριο πλάσμα που στεκόταν μπροστά από εκείνη τη σπηλιά! Ήταν εκείνο ακριβώς το σημείο που έδειχνε ο χάρτης. Έβλεπαν μπροστά τους ένα τεράστιο χέλι να φυλάει την είσοδο της σπηλιάς, τόσο τρομακτικό και τόσο μεγάλο. Ήταν ο φύλακας του θησαυρού. Πως θα μπορούσαν άραγε να του αποσπάσουν την προσοχή; Έπρεπε να βάλουν όλοι τα δυνατά τους. Βέβαια μαζί με τα δυνατά τους σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε πως δεν είχαν καταλάβει ότι η καλή νεράιδα τους βοηθούσε χωρίς να την αντιληφθούν σε όλο εκείνο το ταξίδι. Αποφάσισαν λοιπόν να βάλουν ένα σχέδιο σε εφαρμογή… Πρώτες θα αναλάμβαναν οι φλύαρες τσούχτρες. Το σχέδιο ήταν να πλησιάσουν το χέλι κι να αρχίσουν ένα μεγάλο κουβεντολόι που τελειωμό δεν θα είχε! Το χέλι όταν άκουσε αυτή τη φασαρία, φανερά εκνευρισμένο φώναξε: 22


«Φύγετε από μπροστά μου κουτσομπόλες, πηγαίνετε αλλού να συζητήσετε, με ενοχλείτε». Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Χταποδομπλεξούδης και άρπαξε το χέλι με τα οκτώ του πόδια!

Εκείνο προσπάθησε να δαγκώσει το χταπόδι αλλά για καλή του τύχη, μπήκε στη μέση ο Τζο, ο μικρός ιππόκαμπος και το χέλι δεν τόλμησε να τον πειράξει καθώς πολλοί πιστεύουν ότι το κρέας των ιππόκαμπων είναι δηλητηριώδες και κανένας δεν τολμάει να τα δαγκώσει! Το χέλι ήταν τόσο τρομαγμένο που μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν το έβαλε στα πόδια όταν είδε τον Σπάικι, τον καρχαρία, ο οποίος μάλιστα προσπάθησε να πάρει το πιο τρομακτικό του ύφος! 23


Ο Ρούντι, γνωστός για τη σβελτάδα και τη γρηγοράδα του, όρμηξε μέσα και άρπαξε εκείνο το σεντούκι που βρισκόταν μέσα στη σπηλιά. Ήταν ο θησαυρός για τον οποίο είχαν βάλει τη ζωή τους σε κίνδυνο! Όλοι ήταν τόσο ευτυχισμένοι που είχαν κατορθώσει μαζί να ξεπεράσουν τόσους πολλούς κινδύνους που κανένας δεν ενδιαφερόταν να ανοίξει το σεντούκι! Ο πραγματικός όμως θησαυρός ξέρετε ποιος ήταν; Είχε βρει ο ένας τον άλλον και είχαν γίνει τόσο στενοί φίλοι μεταξύ τους που πλέον δεν τους ενδιέφεραν ούτε όλα τα διαμάντια του κόσμου! Κι όταν ακόμη άνοιξαν το σεντούκι, ένα φως ξεχύθηκε από μέσα του και κανένας δεν παραπονέθηκε που δεν ήταν χρυσάφι…

24


∆ημοτικό σχολείο Αντιπάρου Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Ε΄τάξης:

Βιάζη Πετρούλα Τριανταφύλλου Αρτέμις Μαρινάτου Μαγδαληνή Μαριάνος Χρήστος Μαρινάτος Αλέξανδρος Βισκόλι Σταύρος Σκιαδά Κυριακή Μοναστηριακός Γιώργος Στατίβα Έλενα Καπούτσος Άγγελος

∆ασκάλα της τάξης: Νούλα Έλενα

Σχολικό έτος: 2009-2010

25


paramythi dimotikou antiparou