Lung Fanzine Issue #1

Page 1


Lung independent music zine

Lung


Καθώς απλώνονται αυτές οι γραμμές στην προσπάθειά τους να προλογίσουν το εγχείρημα που ξεφυλλίζετε αυτή τη στιγμή, τρεις λέξεις αναβοσβήνουν στο μυ- αλό σαν περιεχόμενα μιας φωτεινής νέον επιγραφής· σύνολο, μεράκι, αισιοδοξία. Σύνολο, διότι σε αυτό γεφυρώνονται και συμπράττουν γόνιμα οι Σύνολο, διαφορετικές προσωπικότητες και ιδιοσυγκρασίες, υπό ένα κοινό σκοπό, το να αναπτύξουμε μαζί μια ενιαία φωνή. Μια φωνή ιδιότυπα συλλογική, ένας πνεύμονας παλ- λόμενος από τον οποίο θα εκφράσουμε τις απόψεις μας για όσα μας απασχολούν μέσα από τον κυκεώνα των πληροφοριών γύρω από τη μουσική κατά κύριο λόγο, αλλά όχι μόνο. Στόχο αποτελεί, σαφώς, το να προτείνουμε πρόσωπα και στιγμές που αξιώνουν την προσοχή μας από το εποικοδομητικό καλλιτεχνικό τους έργο, ηχητικό και μη. Μεράκι, ως η κινητήριος δύναμη για οτιδήποτε επιμένει να φροντίζει την ύπαρξή του, ώστε κι άλλοι/άλλες εκεί έξω να πλησιάσουν και να αφουγκραστούν το τί θέλει τελικά να πει αυτή η παρέα και γιατί όχι να βρουν τόπους και τρόπους να αλληλεπιδράσουν μαζί της. Αισιοδοξία, δηλαδή η εκπροσώπηση της ελπίδας για να βρουν τα όσα επι- θυμούμε να επικοινωνήσουμε από αυτό εδώ το έντυπο μια κάποια ανταπόκριση και να αφήσουν κάτι ουσιαστικό, σε εποχές που μας θέλουν να μην διαβάζουμε ιδιαίτερα, να αποσπάμε άκριτα πληροφορίες και να μην δενόμαστε-πόσο μάλλον να αγοράζουμε σε φυσική μορφή- μουσικά άλμπουμ και περιοδικά. Για εμάς, το είναι η απαρχή για το χτίσιμο μιας κοινότητας που Για μοιράζεται ελεύθερα τα σημαντικά πράγματα σε μια πόλη που δυσκολεύεται ν’ αναπνεύσει: μουσική, τέχνη, ιδέες. Κάθε λέξη τυπωμένη στο χαρτί, μια κυψελίδα που γεμίζει οξυγόνο τον πνεύμονα.



new skin for the old ceremony

Πραγματικά δε θα μπορούσα να σκεφτώ καταλληλότερο θέμα για τα «εγκαίνια» του Subbacultcha από τους αμερικάνους Gouge Away. Κι όχι μόνο για τους προφανείς λόγους (σ.σ. η εν λόγω μπάντα όπως και η στήλη που διαβάζεις, πήραν αμφότερες το όνομά τους από κομμάτια της μπάντας που όρισε το indie/alterna ve μουσικό ιδίωμα, των ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΩΝ Pixies). Από τις ελάχιστες, αν όχι η μοναδική, post hardcore μπάντες που εν έτει 2018 όχι δικαιώνουν απόλυτα το λόγο ύπαρξης τους αφού όντας ριζοσπαστικοί και άρα επικίνδυνοι βοηθούν το genre, που η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια είχε βαλτώσει, να πάει ένα βήμα παραπέρα. Στο φετινό, δεύτερο τους lp Burnt Sugar σημειώνουν τεράστια εξέλιξη, τόσο σε επίπεδο ήχου όσο και σε επίπεδο στίχου. Στις πιο θορυβώδεις στιγμές του δίσκου, θυμίζουν Τouché Amore (των οποίων ο Jeremy Bolm υπογράφει και την υποδειγματική παραγωγή) και Jesus Lizard, ενώ στις πιο μελωδικές είναι κάτι παραπάνω από προφανείς οι επιρροές από Unwound και Jawbox. Στο δε εναρκτήριο κάτι κομμάτι και πρώτο single του album, το ανθεμικού χαρακτήρα Only Friend μπορείς να ακούσεις τη δυναμική frontwoman Chris na Michelle να ουρλιάζει σχεδόν ξερνώντας ειλικρίνεια: “Paranoia comes knocking, she’s my only friend, Paranoia is here again, she’s my only friend”. Ε λοιπόν, Chris na, από σήμερα έχεις μερικούς ακόμα φίλους.

Μήτσος Τρούαντ



Κάπου εκεί ήρθαν οι δύσκολες αποφάσεις: με είκοσι μόλις λεπτά να έχουν απομείνει στο σετ του, επέλεξε να μας χαρίσει μια υπέροχη διασκευή στο When Did You Stop Loving Me του George Strait και έκλεισε με το αγαπημένο Country Dumb, υποκύπτοντας στα θέλω του κοινού για ένα ακόμα παλιό κομμάτι. Θα μπορούσα να πω ότι μου έλειψε έστω ένα τραγούδι από το The Straight Hits! αλλά το αλέγρο Straight At Me ή το πιο αισιόδοξο και ρομαντικό A Love Story ίσως δεν είχαν θέση σε μια βραδιά που ο Pearson έκανε ξεκάθαρο ότι η καρδιά του δεν έχει επουλωθεί ακόμη. Η βραδιά έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο: η φιγούρα του Pearson να ακόμη. περιφέρεται στο χώρο και να μιλάει με τον κόσμο του με ενδιαφέρον και χαμόγελο, επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του ως τελευταίου country gentleman. Lux Sinclair


Μια προσεκτική ματιά στα όσα συνέβησαν στο πεδίο των ανεξάρτητων ακροαμάτων Μια κατά τα ‘90s, θα ωθήσει τη μνήμη να «εκβάλει» το όνομα Arab Strap. Ο λόγος για ένα ντουέτο από το Φόλκερκ της Σκωτίας, το οποίο από τις πρώτες του κιόλας ηχογραφημένες στιγμές έφερε το δέκτη αυτών πρόσωπο με πρόσωπο με ένα εξομολογητικό ύφος πηγαίο και συναισθηματικά απενοχοποιημένο. Ένα γαϊτανάκι συλλογισμών, στο οποίο το συγκεκριμένο δίδυμο δεν προτίθεται στο ελάχιστο να εξωραΐσει το περιεχόμενο των καταστάσεων που θίγει. Αντιθέτως, διαλέγει να υπογραμμίσει την αυθεντικότητά τους με μια λειτουργική και τουλάχιστον ανά υπογραμμίσει κάποια LP του συγκινητική πλαισίωση από ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, αλλά και από εξίσου αυθόρμητες φωνητικές καταθέσεις. Το ημερολόγιο έχει σταματήσει στο 1998, μα το μυαλό δείχνει να παλαντζάρει στο χρόνο. Σε εκείνο το δεύτερο LP τους Philophobia και την ουσιαστικότερη παρακαταθήκη τους, οι Aidan Moffat και Malcolm Middleton προβάλλουν ψυχικά χειμαρρώδεις, παρά τη λιτότητα των εκφραστικών τους μέσων και τις μειλίχιες κλιμακώσεις-ρυθμικά και μελωδικά μιλώντας- των συνθέσεων. Ο πρώτος, σχεδόν ψελλίζει στο μικρόφωνο για να συνοψίσει μια ζωή διάστικτη σε αποτυχίες, απογοητεύσεις και ρουτίνα, ενόσω ο δεύτερος τοποθετεί γύρω από τις απογοητεύσεις διηγήσεις ένα εξίσου ηπίων τόνων αντάμωμα ήχων. Στο δε συνολικό αποτέλεσμα που δομεί το γκρουπ σε lo-fi βάσεις, ο λυρισμός και η τραχύτητα αλληλεπιδρούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Κι είναι κομμάτι δύσκολο, να μην υποκύψει κανείς σε αυτή την τόσο γλαφυρή διαμέσου των στίχων σκιαγράφηση μιας δυστυχισμένης καθημερινότητας, η οποία εμπλουτίζεται εξαίσια από τη σύζευξη κιθαριστικών folk και rock στοιχείων με ηλεκτρονικά υποστηρίγματα (beats κλπ) και διάσπαρτες μίνιμαλ συνεισφορές άλλων μουσικών σε ποικίλα έγχορδα (μπάσο, βιολί, τσέλο), πληκτροφόρα (hammond, πιάνο), κρουστά και πνευστά (τρομπέτες). Παρόλο πιάνο), που στις φράσεις των αφηγήσεών τους μοιάζουν εκτροχιασμένοι, στο αμιγώς μουσικό μέρος, παρου- σιάζονται εξαιρετικοί στο να ισορροπούν ανάμεσα στα μορφολογικά χαρακτηριστικά από τα διάφορα ηχητικά ιδιώματα που έχουν ως υπόβαθρο. Ως σημεία αναφοράς, καταφθάνουν κυρίως στο νου δημιουργοί της τότε τρέχουσας δεκαετίας από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και δη ορισμένοι σπουδαίοι, μα αδίκως αγνοημένοι από την πλει- οψηφία των σκεπτόμενων μουσικόφιλων, οι οποίοι (δημιουργοί) απέθεσαν ένα ανατριχιαστικά αισθαν- τικό στίγμα στην μελαγχολική τραγουδοποιία των αιώ- νων. Άμεσα θαρρώ πως θα αναφωνήσει κανείς τον Bill νων. Callahan με τους Smog του, τον Will Oldham (λέγε με και Bonnie Prince Billy) με τους Palace Brothers του και τον Mark Kozelek με τους Red House Painters του

PHILOPHOBIA 20YRS.


Υπάρχει, εντούτοις, κι ένα indie rock αποτύπωμα στο Philophobia, καθώς και Υπάρχει, εντονότερα στην υπόλοιπη δισκογραφία των Arab Strap, το οποίο και προέρχεται από την επιρροή τόσο του αμερικάνικου, όσο και του βρετανικού indie rock με απαρχή τα ‘80s. Οι χύμα κιθαριστικές εξιστορήσεις των Sebadoh και Pavement, οι λυσεργικές αναπτύξεις των Codeine, τα λυρικά περάσματα των Telstar Ponies... Πάντως αυτή η rock συνιστώσα έχει μερικώς εξασθενήσει στο παρόν ηχογράφημα, κι εμφανιζόταν σαφώς πιο τεταμένη στο προηγηθέν ντεμπούτο τους, The Week Never Starts Round Here, δυο χρόνια πριν. Επιχειρώντας, ωστόσο, να πάμε και πιο πίσω χρονικά, θα διαπιστώσουμε πως τούτοι οι προκλητικά αθυρόστομοι (ήδη από την επιλογή του ονόματος που φέρουν) τύποι θα εμπνευστούν εποικοδομητικά ακόμη κι από τη συγκλονιστικά εύθραυστη ειλικρίνεια του Nick Drake. Ειλικρίνεια θα μου πεις εκείνη του Drake, ειλικρίνεια κι αυτή των Arab Strap. Κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, τις λογίζεις αμφότερες ως… ρομαντικές. Για να επανέλθω στα της θεματολογίας του δίσκου, αρκεί να σταθώ στο νόημα του τίτλου του, ο οποίος αφορά το φόβο απέναντι στην ερωτική έλξη και τη συναισθηματική εμπλοκή που αυτή γεννά. Ένας φόβος που αναπόφευκτα προκύπτει από την έκθεση της ψυχοσύνθεσης του ατόμου στο περιβάλλον του. Σχέσεις που κατευθύνονται (αν δεν το έχουν κάνει ήδη) σε αδιέξοδο, άβολες και μη σεξουαλικές περιπτύξεις, απώλεια σε όλες της τις εκφάνσεις (χωρισμοί και ΣΙΑ) και ένα καθόλα κουρασμένο εκφάνσεις αλισβερίσι σκέψεων από τις καταχρήσεις (σε αλκοόλ κλπ), παρίστανται σε δεκατρία τρακ που καταλαμβάνουν τις τέσσερις βινυλιακές πλευρές εξήντα πέντε και πλέον λεπτών, τα οποία δεν θες να συμπληρωθούν. Μπορεί, λοιπόν, οι Moffat και Middleton να μην δύνανται να καυχηθούν για το πως εξωτερίκευσαν μια ολοκληρωτικά ρηξι- κέλευθη και πρωτόγνωρη τεχνοτροπία, εντού- τοις εισήγαγαν στα μουσικά τεκταινόμενα των ‘90s έναν αυθορμητισμό και μια ευθύτητα αρ- κούντως προσωπική και ιδιαίτερη, η οποία δεν λέει να ξεθωριάσει μια εικοσαετία αργότερα. λέει Και μιας και το συζητάμε, δεν βλέπω κάτι τέτοιο να γίνεται και στα επόμενα είκοσι χρόνια… Εν τέλει, το Philophobia δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο από έντονα φορ- τισμένα στιγμιότυπα ήχων και κατ’ επέκταση εικόνων, που σαν άλλα σαπιοκάραβα σέρνουν τα «θέλω», τα «πρέπει» και τα «μη» μας στη θάλασσα του χρόνου. Σαν τη ρίγη που μας διαπερνά από τη δια- πίστωση ότι τις περισσότερες φορές η πραγμα- τικότητα δεν ευθυγραμμίζεται με τις πραγμαπροσδοκίες μας.

Παναγιώτης Σταθόπουλος




Στο Στο υπέροχο φιλμ "Carnival Of Souls" που ο Χερκ Χάρβεϊ έγραψε και σκηνοθέτησε το 1962, μια νεαρή γυναίκα, που μόλις έχει γλιτώσει (;) από ένα θανατηφόρο δυστύχημα και εργάζεται ως μουσικός με ειδίκευση στο εκκλησιαστικό όργανο, αναλαμβάνει να εργαστεί για μια μικρή επαρχιακή εκκλησία και δείχνει να εκστασιάζεται καθώς, σε μια σκηνή, "δημιουργεί" επιτόπου συνθέσεις απόκοσμες, μαγευτικές και συνάμα ανατριχιαστικές. Ο λόγος: Η ίδια δεν έχει ακριβώς ξεφύγει απ' του Χάρου τα δόντια, αλλά βρίσκεται παγιδευμένη στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Και ενώ παίζει μουσική, "δουλεύει" όλο της το σώμα, με την κάμερα να κινηματογραφεί πόδια και μουσική, χέρια σε ένα ηδονιστικό ντελίριο. "Δουλεύεις πόδια και χέρια παίζοντας, για να δημιουργήσεις ήχους που παραπέμπουν στο φλάουτο ή και στην τρομπέτα, και όταν παίζεις γρήγορα, στ' αλήθεια είναι σα να χορεύεις" δηλώνει η Anna von Hausswolff σε συνέντευξη της στη Na onal, που όχι μόνο παίζει μοναδικά το ίδιο όργανο, αλλά μοιάζει κι εκείνη να συνθέτει μουσική βγαλμένη απ' αυτόν τον "γεωγραφικό" τόπο, μουσική που κοιτάζει τη ζωή μέσα από το θάνατο, και τον θάνατο μέσα από τη ζωή, δίχως ποτέ να επιλέγει μια κατεύθυνση, πέραν αυτή της αέναης σύγκρουσης του δίχως φωτός με το σκοτάδι. Μεγαλωμένη μέσα στη μουσική (είναι κόρη του φημισμένου avant garde συνθέτη Carl Michael von Hausswolff) η Anna κάνει για τον εννοούμενο ως "dark wave" ήχο ό,τι κάνουν οι Death Grips για το hip-hop. Θα γίνω πιο ακριβής: Όπως οι τελευταίοι στήνουν, μέσα από ένα hip-hop πρίσμα ένα χωνευτήρι κρατώντας μονάχα την επιθετικότητα από όλο το φάσμα της δυτικής μοντέρνας μουσικής (από το krautrock μέχρι το grindcore και ό,τι υπάρχει ενδιαμέσως), η Hausswolff παίζει με την ροκ ψυχεδέλεια, το ambient, τους Dead Can Dance, τους Black Sabbath, τους την Bauhaus και ό,τι άλλο συνιστά ένα τέτοιο ανθολόγιο για να προσφέρει, στο τελευταίο εκπληκτικό άλμπουμ της ονόματι "Dead Magic" (πόσο πιο αντικρουόμενες λέξεις σε έναν τίτλο!) πέντε μοιρολόγια που σε πηγαινοφέρνουν από την παραίτηση και την αποδοχή, στην έκσταση και την άρνηση. Πέντε συνθέσεις που απλώνονται σε 47 λεπτά, σε ένα άλμπουμ που, όπως και ολόκληρη η μουσική της παρακαταθήκη μέχρι σήμερα, μοιάζει να αποτελεί κομμάτι μιας αρχέγονης μυητικής διδασκαλίας. Ένας σκοτεινός, Θείος και μοναδικός Λόγος, του αεί όντος υπάρχοντος, και αν όλα αυτά σκοτεινός, σας ακούγονται πολύ "Χριστιανικά" σας θυμίζω πως Εωσφόρος είναι "αυτός που φέρνει το φως". 'Ακης Καπράνος








Η δεύτερη πλευρά του LP ξεκινά μιλώντας για τις χίλιες μάγισσες που έκλεισαν την πρώτη πλευρά. Τα περισσότερα από τα albums των C93 είναι σε λογική concept και ο Tibet το κάνει σαφές όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται. Στο Your Future Cartoon - περί ου ο λόγος - το minimal piano του Reinier van Houdt (John Cage, Olivier Messiaen etc), οι φωνές στο backround και η to the point ηλεκτρική κιθάρα δημιουργούν τη βάση για να “απαγγείλει” ο Tibet. Στο Postman Is Singing βάση μάλλον κάνει αισθητή την παρουσία του ο Andrew Liles - το κομμάτι σε πιάνει εξ αρχής από τον λαιμό με την εσωτερική του υποβόσκουσα αγριάδα και την ένταση που πλανάται στον αέρα καθ'όλη τη διάρκεια και νομίζω ότι θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται στο Black Ships Ate the Sky. Και μετά την ένταση έρχεται η γαλήνη με το Bench and the Fetch. Το υπέροχο επαναλαμβανόμενο riff στο πιάνο, η κιθάρα του παλιού γνώριμου Ben Chasny (Six Organs of Admi ance), οι διάσπαρτοι ήχοι από percussion και ο τρόπος που τραγ- ουδά ο Tibet σε υπνωτίζουν όμορφα. Μπαίνει όμως το Ke le's On με τις τρομερές γκάιντες του Michael J York (Coil) και το flow του Tibet χτυπάει κόκκινο στέλνοντάς μας στην Αποκάλυψη! Και μετά την Αποκάλυψη τί... Επιστροφή στον Μεσαίωνα με την post apocalyp c ατμόσφαιρα του Fair Μεσαίωνα Weather! Πολύ ωραίο το βιολί της Aloma Ruiz Boada πάνω σε μία abstract σύνθεση που σε κάνει να αισθάνεσαι σα να έχεις ξεμείνει μόνος στη μέση μιας μεγάλης καταστροφής. Εξαιρετικές και οι τύπου μοναχών φωνές που σε χώνουν ακόμη πιο βαθιά στο κομμάτι μέχρι να μπει το Milkmaid Sings και λειτουργήσει ως το απόλυτο outro σε ένα αριστουργηματικό album - αυτή η τελευταία φορά που αριστουργηματικό ακούγεται η φράση “and the light is leaving us all” έχει φροντίσει ο Tibet να σου μείνει αξέχαστη!

Σταύρος Μπέκας


Αν και δεν μπορώ να πω με σιγουριά για το εκτόπισμα του Joy as an Act of Resistance των Idles, το πόσο ψηλά θα φτάσει στις end year lists κτλ., είναι σίγουρο, όμως, πως καταφέρνει να κάνει μπόλικο θόρυβο ήδη. Το ότι πετυχαίνει να επαναφέρει για άλλη μια φορά τον όρο Post-Punk στις μουσικές συζητήσεις, και με δεδομένο πως κάτι τέτοιο επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά, μετά την περσινή -κάπως καθυστερημένη- αναγνώριση των Protomartyr, αλλά και παρατηρώντας τις εξαιρετικές κυκλοφορίες που έγιναν στην τρέχουσα δεκαετία και είχαν τον όρο Post-Punk στην ούγια, θα μπορούσα να μιλήσω για ένα ακόμα revival του είδους, το οποίο, όμως, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από το hip-hop, παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, τουλάχιστον σε όσους που αρεσκόμαστε στο να ψάχνουμε τα μουσικά σημεία των καιρών (sic). Πρόκειται, λοιπόν, για κάποιο φαινόμενο ή κάτι τέτοιο; Αλήθεια δεν ξέρω. Εξάλλου, ο όρος PostPunk είναι από μόνος του ένας εντελώς άκυρος όρος. Ο χρονικός προσδιορισμός που προστέθηκε στο Punk, μετά την έκρηξη του, δεν ήταν ποτέ αρκετός ώστε να εξηγήσει ή να δώσει έστω μια ιδέα γύρω από τί μουσική έπαιζαν τα σχήματα που χαρακτηρίστηκαν ως τέτοια. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως, χρησιμοποιήθηκε για να βάλει κάτω από μια ομπρέλα (και με αυτόν τον τρόπο μάλλον να αναδείξει) συγκροτήματα που δεν είχαν καμία σχέση ηχητικά, και δεν ανήκαν σε κάποια συγκεκριμένη τοπική σκηνή. Σχήματα όπως για παράδειγμα οι Joy Division, οι Talking Heads, οι The Fall, οι Duru Column, οι Eyeless In Gaza, αλλά και πολλοί άλλοι αργότερα μέσα στη δεκαετία του ’80, με ακόμα πιο ετερόκλητο ήχο, έμειναν στην συνείδηση αλλά και στις συζητήσεις μας σαν Post-Punk. Φυσικά, όλα τα παραπάνω δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια θεωρητική σκέψη πάνω στην αιώνια κουβέντα γύρω από τα μουσικά είδη, τις (βολικές ίσως) ταμπέλες που βάζουμε για να μπορούμε να συνεννοηθούμε. Ωστόσο, βλέποντας τον όρο Post-Punk να επαναλαμβάνεται για άλλο ένα revival, σκέφτομαι πως αυτός αποκτά στερεή βάση μόνο αν προχωρήσουμε σε μια μάλλον αμήχανη (για τους μουσικόφιλους) παραδοχή: Το Punk ήταν η τελευταία μέχρι σήμερα, μουσική επανάσταση! Φυσικά, για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις, αναφέρομαι αποκλειστικά στο φάσμα του ήχου που συνήθως αποκαλούμε rock και όχι στις αδιαμφισβήτητες μουσικές επαναστάσεις που έφεραν η ηλεκτρονική μουσική ή το hip-hop. Όσο και αν το grunge στα ‘90s έφερε την ηλεκτροδοτούμενη, ηλεκτρονική έντονη και ενίοτε αγχώδη μουσική στο mainstream δεν ήταν παρά απόηχος αυτής της έκρηξης, αντίδρασης και αμφισβήτησης γύρω από τα πάντα, που το punk ήταν. Με την παραπάνω σκέψη να τριγυρνά στο μυαλό μου, συνηθίζω να λέω πως ζούμε σε μια παρατεταμένη μετά-punk περίοδο. Από τον τρόπο που ακούμε μουσική μέχρι αυτόν που μιλάμε, ντυνόμαστε, κτλ. Όλος ο παραπάνω συλλογισμός ίσως και να είναι μια μπούρδα, ωστόσο είναι αρκετά βοηθητικός για να καταλάβουμε γιατί ακόμα και σήμερα μιλάμε για Post-Punk. Ζούμε σε μια εποχή που τα πάντα τρέχουν με τρελούς ρυθμούς. Η τεχνολογία καλπάζει. Η ζωή ωστόσο δεν μοιάζει να καλυτερεύει. Οι ταξικές ανισότητες γίνονται όλο και μεγαλύτερες και όλες οι προσπάθειες των ανθρώπων να αλλάξουν τα πράγματα, να απελευθερωθούν από κάθε είδους καταπίεση και να ζητήσουν κάτι καλύτερο, φαίνεται πως κόλλησε στις δεκαετίες του '60 και του '70. Αντίθετα οι κοινωνίες γίνονται όλο και πιο συντηρητικές, φοβικές και αντιδραστικές. Ζούμε τον εφιάλτη του ναζισμού ξανά. Στρατόκαυλοι, ρατσιστές τσαρλατάνοι όπως ο Τραμπ κάνουν παιχνίδια


πολέμου και τα φέρετρα για τους φτωχούς ετοιμάζονται. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παραμερίζονται και η ίδια η αξία της ζωής υποβιβάζεται πλέον ακόμα και στον δημόσιο διάλογο. Ας αναρωτηθούμε: τι θα ήταν το Punk αν στη Βρετανία δεν υπήρχε η Ας Μαργκαρετ Θάτσερ; Οι σιχαμένοι μισάνθρωποι ήταν ανέκαθεν ένας λόγος για να εκφραστεί η νεανική ορμή που δεν έχει προλάβει να πνιγεί στην ρουτίνα. Η αγωνία για το μέλλον και άρνηση της να «παραδοθεί». Ακούγοντας σήμερα την αυθάδεια των σημερινών σχημάτων, την θυμωμένη, ξεκάθαρα πολιτική έκρηξη που ονομάζεται Joy as an Act of Resistance, που στηλιτεύει την πατριαρχία, την ξενοφοβία και προτάσσει την αντίσταση στα στερεότυπα που επιβάλλονται από τα κυρίαρχα μέσα πληροφόρησης, ή ακούγοντας τον Joe επιβάλλονται Casey των Protomartyr, επίγονο του μεγάλου Mark E. Smith να κατακρεουργεί ψύχραιμα (sic) την Αμερικανική κοινωνία που βουλιάζει σε ό,τι πιο συντηρητικό έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος, αναρωτιέμαι αν στα 10s συντελείται ουσιαστικά μια Post-Punk αναγέννηση χωρίς να έχει προηγηθεί μια πραγματική (σύγχρονη) Punk επανάσταση; Ή μήπως, αντίθετα ζούμε μια τέτοια επανάσταση ήδη η οποία όμως λόγω της απόλυτης διάχυσης της πληροφορίας των καιρών μας πνίγεται και κυλά αργά και ακίνδυνα; Τέλος, πληροφορίας μήπως βρισκόμαστε σε μια προπαρασκευαστική περίοδο μιας τέτοιας επικείμενης επανάστασης; Χμμ. Πολύ θα το 'θελα για να είμαι ειλικρινής...

Σε όλη αυτή τη συζήτηση που εγείρει η φράση Post-Punk Revival, δεν θα μπορούσε να εκλείπει η αναφορά στην αντίστοιχη αναβίωση που πραγματοποιήθηκε στις αρχές των της δεκαετίας του 2000. Πέρα από τις όποιες ομοιότητες με το σήμερα, είναι σημαντικό να δούμε ότι εκείνο το revival έγινε: α) υπό διαφορετικό κοινωνικό-πολιτικό πρίσμα, β) με τη μουσική βιομηχανία να μην έχει καταποντιστεί ακόμα από το internet και το digital downloading και γ) πως πολλά σχήματα της εποχής εκείνης, ουσιαστικά, αναβίωναν το garage rock των '50s και των '60s, ή ουσιαστικά, προσπαθούσαν να συνεχίσουν το grunge των '90s. Έτσι, ενώ οι Interpol, που μας έδωσαν μάλλον το καλύτερο album της περιόδου, έμοιαζαν να έχουν τις βάσεις τους στους Joy Division και οι Franz Ferdinand να δικαιώνουν τους Gang Of Four, οι Strokes ηχούσαν εντελώς garage. Ή όταν οι Black Rebel Motorcycle Club μας έβαζαν να τους τοποθετούμε στις cd-r συλλογές μας δίπλα στους Jesus And Mary Chain, οι Von Bondies, από την άλλη, κουβαλούσαν τον ήχο του Detroit. Αν και η αναβίωση των '00s την δεν οριοθετούνταν τοπικά σε κάποια συγκεκριμένη σκηνή (όπως μάλλον και τα περισσότερα μουσικά κινήματα από τα '00s κι έπειτα), υπήρχαν κάποιες πόλεις οι οποίες θα λέγαμε ότι συγκέντρωσαν τα περισσότερα φώτα της δημοσιότητας. Το προαναφερθέν Detroit με μπάντες όπως οι White Stripes, οι Von Bondies, οι Electric Six, οι Dirtbombs κ.α., η Νέα Υόρκη, φυσικά, με τους Strokes, Interpol, Liars, Yeah Yeah Yeahs, Radio 4, TV Οn Τhe Radio, Rapture αλλά και το Los Angeles και το San Fransisco με TV τους BRMC, αλλά και τους πιο ψυχεδελίζοντες Dandy Warhols και Brian Jonestown Massacre. Οι Franz Ferdinand από την Γλασκώβη, οι Bloc Party από Λονδίνο, οι Organ από το Βανκούβερ και ένα σωρό άλλα, ετερόκλητα σχήματα που μπήκαν κάτω από την ομπρέλα του Post-Punk Revival, με αρκετά από αυτά να υπογράφουν συμβόλαια σε major labels και να λογίζονται πλέον σαν mainstream. Στις επόμενες σελίδες, έχουμε προσπαθήσει να καταγράψουμε κάποια από τα σχήματα της τρέχουσας δεκαετίας που έχουν επαναφέρει την κουβέντα για το post-punk, ενώ αντί να αναλωθούμε γράφοντας για τα εκπληκτικά βρετανικά συγκροτήματα του τέλους των '70s που πειραματίστηκαν τροφοδοτώντας ολόκληρη την επόμενη δεκαετία με ενδιαφέροντες δίσκους, αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε σε ένα top τους 25 καλύτερους κατά τη γνώμη μας, οριοθετώντας τους, ωστόσο, στην τετραετία 1978-1982, μετά την έκρηξη του punk. Βασίλης Μπέκας

* περιόδος 1978-1982





Βασίλης Μπεκάς

Παναγιώτης Σταθόπουλος

Παναγιώτης Σταθόπουλος








T #

, Ψυχεδέλεια επί της μουσικής στην Ελλάδα της γενικευμένης και απύθμενης κρίσης; Τι; Πως είπατε; Ναι, κάτι τέτοιο συμβαίνει και μάλιστα μας συναρπάζει κιόλας. Σε μια δεκαετία που εντός συνόρων έσπειρε ανέμους για να θερίσει θύελλες στην Σε ψυχοσύνθεση του ατόμου και συνάμα του κοινωνικού συνόλου, εγχώριοι μουσικοί διαμορφώνουν το ηχητικό σκηνικό της καλπάζουσας φαντασίας τους. Ο λόγος για καλλιτέχνες και σχήματα που διερευνούν το φάσμα των συναισθημάτων με πο- λυσύνθετους, συχνά παράδοξους και σουρεαλιστικούς, και εκτός στυγνής κανο- νικότητας τρόπους. Κι ανακατεύουν την τράπουλα των ηχοχρωμάτων τόσο απο- λαυστικά που μας κατευθύνουν σε αναπάντεχα όμορφους προορισμούς. Παρόλο που οι περισσότεροι εξ αυτών μοιράζονται κοινές προσλαμβάνουσες, επιρ- Παρόλο ροές και ερεθίσματα, αποκλίνουν μεταξύ τους σε αισθητική και τεχνοτροπία. Υφίστα- ται, δηλαδή, μια ποικιλία σε υφολογικούς προσανατολισμούς στα ψυχεδελικής αίσθησης ακροάματα που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των ντόπιων ’10s. Σε κάθε περίπτωση, μερικά από τα εγχειρήματα αυτά ξεχώρισαν, για να συμπληρώσουν αρμονικά μια συγκομιδή από μουσικά έργα psych ταυτότητας από το ελληνικό παρελθόν. Έτσι, αυτά τα άλμπουμ θα βρουν χώρο δίπλα στα αντίστοιχα δημιουργών που έτυχαν αναγνώρισης, μεγάλης ή μικρότερης, εντός των τειχών μας ή/και έξω από που αυτά, όπως οι Aphrodite’s Child, ο Vangelis, οι Axis, οι Πελόμα Μποκιού, ο Κώστας Τουρνάς, οι Ακρίτας, ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης και η Λερναία Ύδρα, ο Γιώργος Ρωμανός, οι No Man’s Land, οι Purple Overdose, κ.α.. Ιδού, λοιπόν, 30 δίσκοι που συντρόφευσαν τις ονειροπολήσεις μας για αυτά τα δέκα περίπου χρόνια.

Παναγιώτης Σταθόπουλος








Βασίλης Μπέκας




Lux Sinclair



Είναι σχεδόν αδύνατο να γράψεις ένα Είναι κείμενο για τον ταλαντούχο κ. Ma Gustafsson και να μην αναλωθείς σε ακατάσχετο name dropping. Ο Σουηδός σαξοφωνίστας είναι αναμειγμένος σε δεκάδες πρότζεκτ και βρίσκεται κάτω από όποια avant-garde πέτρα και αν σηκώσεις. The Thing, Fire! και Fire! σηκώσεις. Orchestra κάποια από αυτά με τα οποία το κάνει πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Με τους The End, το νέο του σχήμα, φαίνεται να προσπαθεί και πάλι να πάει το πράγμα παραπέρα.

το μεγαλύτερο μέρος του Svårmod Och Vemod Är Värdesinnen.

Οι Οι αναφορές σε ...πριόνια, που γίνονται για τον ήχο της κιθάρας του Anders Hana ακούγονται σαν υπερβολές μέχρι να ακούσεις live τα θηριώδη κιθαριστικά του riff που ανεβάζουν ακόμα πιο πάνω τον θόρυβο που παράγει το κουιντέτο. Ο κιθαριστικός βόμβος που ανοίγει το album είναι ενδεικτικός ενώ το σχεδόν είναι επιληπτικό blues riff του Vemod φέρνει στο νου τον... Hendrix. Σε αυτή την Άλλωστε για τον Gustafsson βαρύτονη τριάδα πρόσθε- όλη αυτή η μουσική περι- σε τον απίθανο Greg πέτεια (που ξεκινάει από 14 Saunier των Deerhoof που χρονών και αριθμεί πάνω βασανίζει το συνήθως βασανίζει από 150 δισκογραφικές μίνιμαλ αλλά ταλαιπω- συμμετοχές), έχει να ρημένο drum kit του (ο κάνει με τη διαρκή ανα- οποίος ωστόσο έχει απο- ζήτηση, την εξερεύνηση ζήτηση, χωρήσει πλέον από το σχήμα του ήχου. «Ήταν πάντα και τη θέση του έχει πάρει ο γύρω από την πρόκληση Børge Fjordheim) και φυσικά και την έρευνα. Η έρευνα. την Sofia Jernberg στη φωνή. Η την Η αναζήτηση. Και θα Jernberg που έχει συνεργαστεί με είναι πάντα. Η μεγα- τον Gustafsson στους Fire! Orchesλύτερη πρόκληση εί- tra, γεννημένη στην Αιθιοπία και ναι να βρεις τη δική ναι έχοντας απίστευτες φωνητικές δυνατό- σου προσωπική φωνή στο όργανο σου... τητες, αυ- τοσχεδιάζει, μουρμουρίζει, βγάζει και να συνεχίζεις να το εξελίσσεις διαρ- πραγ- ματικά απόκοσμους ήχους από το κώς. Όλη την ώρα!» (από συνέντευξη στόμα της και ενίοτε απαγγέλλει τους (του- στο 15ques ons.net) λάχιστον) περίεργους στίχους του Gustafsson. Μπορεί το The End να μην είναι και τόσο πρωτότυπο όνομα, ωστόσο και «Συζητούσαμε γύρω από μια τέτοια πάλι η μουσική βρίσκεται στα όρια. Για συνεργασία για πολλά χρόνια, και όταν ο άλλη μια φορά ο ασταμάτητος Σουηδός Giacomo της RareNoise μας πρόσφερε την μαζεύει γύρω του μια μικρή super band. ευκαιρία, την αρπάξαμε αμέσως φυσικά. Η συνεργασία του με το Νορβηγό Kje l Χρειαζόμασταν απλά να βάλουμε μαζί την Møster ήταν ένα από τα απωθημένα πιο συναρπαστική μπάντα που υπήρξε μου. Αμφότεροι «στραγγαλίζουν» τα ποτέ» αναφέρει ο Gustafsson γύρω από το μου. βαρύτονα σαξόφωνα τους, δημιουρ- πως πως προέκυψαν οι the End στο Bandcamp γώντας όγκους θορύβου, αλλά της μπάντας. αναλαμβάνουν και να συνθέσουν


Για να είμαι ειλικρινής περίμενα τους the End να είναι μια πιο συμπυκνωμένη εκδοχή των Fire! Orchestra. Ίσως και να το ήλπιζα. Κάτι που βέβαια σε μερικά σημεία μπορεί και να συμβαίνει (όπως στο Don't Wait). Ωστόσο, η free jazz των the End απέχει αρκετά από το οργανωμένο χάος της experimental big band που διευθύνει σαν μαέστρος ο Gustafsson. Ωστόσο το αποτέλεσμα είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον από τις αποτέλεσμα προσδοκίες μου. Στο νέο αυτό project, μοιάζει να είναι βασική προτεραιότητα το να βρουν τα μέλη τους απαραίτητους χώρους για αυτοσχεδιασμό και να οδηγήσουν τον ήχο τους στα άκρα. Όπως ήταν αναμενόμενο η συνεργασία των Gustafsson / Møster αποδεικνύεται πολύ ενδιαφέρουσα, με τον πρώτο να βγάζει για άλλη μια φορά απίστευτο θόρυβο από το βγάζει σαξόφωνο του και τον δεύτερο να είναι σαφέστατα πιο σκοτεινός και μελωδικός. Ο τίτλος του album σε μια κάπως ελεύθερη μετάφραση από τα Σουηδικά σημαίνει: «Η μελαγχολία και η θλίψη είναι αισθήσεις που πρέπει να εκτιμηθούν». Η πιο σκοτεινή στιγμή του album είναι το Both Sides Out που κλείνει το album και είναι γραμμένο από το Νορβηγό, Kje l Møster, ο οποίος λέει για αυτό: «Το ρέκβιεμ είναι μια καλή περιγραφή. Αυτό που είχα στο μυαλό μου στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος πένθους για την ψυχική πραγματικότητα κατάσταση που έχει εισέλθει ο δυτικός κόσμος μετά τον Τραμπ. Στους στίχους είμαι ο ψυχαναλυτής του Τραμπ, επιτρέποντας του να βγάλει τα εσωτερικά του συναισθήματα ώστε να σταματήσει να είναι τόσο σε υπερένταση και σκληρός. Νομίζω ότι η κυκλοφορία του αίματος της κοινωνίας στραγγαλίζεται από τα προσωπεία και από την “παραβίαση περιττών” προσωπεία δικαιωμάτων». Με σπουδαίους μουσικούς στο οπλοστάσιο της η νέα μπάντα του Gustafsson μοιάζει να ήρθε για να μείνει. Το μόνο που απομένει είναι να δούμε μέχρι που μπορεί να φτάσει τον ήχο της αυτή η σύγχρονη super band.

Βασίλης Μπέκας


4IMÇ(ECKER +ONOYO

ȤƇɈɉȾɕ ɒɉȺȼȾ ɊɋɈ Ɉ ɃȺɋɒ ɊȾɂɉɒ ɒɄɅƇɈɌɅ ɋɈɌ ɓɆȺɑ ɃȺɄɄɂɋɓɎɆɀɑ ƇȾɂɉȺɅȺɋɂɃɔɑ ɃȺɂ BNCJFOU ɅɈɌɊɂɃɔɑ ɆȺ ɃȾɆɋɉɕɊȾɂ ɋɈ ȾɆȽɂȺɍɓɉɈɆ ȾɆɗɑ ȺɃɉɈȺɋɔ ɅȾ ɋɀɆ ɕȽɂȺ ɓɆɋȺɊɀ ɋɐɆ ƇɉɈȼȾɆɓɊɋȾɉɐɆ ɃɌɃɄɈɍɈɉɂɚɆ ɋɈɌ ȧ 5JN )FDLFS ȼȾɆɆɀɅɓɆɈɑ ɋɈ ȺɆɔɃȾɂ ƇɄɓɈɆ ɊȾ ȺɌɋɈɘɑ ɋɈɌɑ ɃȺɄɄɂɋɓɎɆȾɑ ƇɈɌ ɅȾ ɃɒɁȾ ɆɓȺ ɋɈɌ ɅɈɌɊɂɃɔ ɃȺɋɒɁȾɊɀ ɃȺɂ ɈɄɈɃɄɀɉɐɅɓɆɀ ȽɈɌɄȾɂɒ ȾƇȺɆȺƇɉɈɊȽɂɈɉɕȿȾɂ ɗɎɂ ɅɗɆɈ ɋɀ ɊɎɓɊɀ ɋɈɌ ɅȾ ɋɈ ɅɈɌɊɂɃɗ ɓɉȼɈ ȺɌɋɗ ɃȺɁȾȺɌɋɗ ȺɄɄɒ ɃȺɂ ɅȾ ɋɈ ɍɂɄɗɅɈɌɊɈ ɃɈɂɆɗ ƇɈɌ ɊɋɓɃȾɂ ȺƇɓɆȺɆɋɕ ɋɈɌ ɃȺɂ ɎɉɗɆɈ ɋɈ ɎɉɗɆɈ ƇɄɀɁȺɕɆȾɂ ɊɀɅȺɆɋɂɃɒ ȼɂȺ ɋȺ ȽȾȽɈɅɓɆȺ ƇɒɆɋɈɋȾ ɋɈɌ ƇȾɂɉȺɅȺɋɂɃɈɘ ɔɎɈɌ ȝƇɀɉȾȺɊɅɓɆɈɑ ȺɌɋɔ ɋɀ ɍɈɉɒ ȺƇɗ ɋɀɆ ȺɍȺɂɉȾɋɂɃɔ ȺƇɈȽɗɅɀɊɀ ɃȺɂ ɋɀɆ ɃɈɌɄɋɈɘɉȺ ɋɀɑ ȱƇɐ șɆȺɋɈɄɔɑ ɃȺɂ ƇɄɀɉɈɍɈɉɚɆɋȺɑ ɅȺɑ ɗɋɂ ȽȾɆ ɓɎȾɂ ȺɊƇȺɊɋȾɕ ɋɈɆ ȻɈɌȽɂɊɅɗ Ɉ ɅɈɌɊɂɃɈɊɌɆɁɓɋɀɑ ɃȺɂ ƇȺɉȺȼɐȼɗɑ ȺƇɗ ɋɈɆ ȢȺɆȺȽɒ ȾƇɂɊɋɉɓɍȾɂ ɎɉɗɆɂȺ ɅȾɋɒ ɋɈ ɅȺȼȾɌɋɂɃɗ -PWF 4USFBNT ȤȾ ɋɀɆ ƇȺɉɈɘɊȺ ɃɌɃɄɈɍɈɉɕȺ ƇɈɌ ɋɂɋɄɈɍɈɉȾɕɋȺɂ ,POPZP この世、現世 ) ɆȺ ɋɈɆ ȻɉɕɊɃȾɂ ɅȾ ȽɂȺɍɈɉȾɋɂɃɔ ȺɆɋɕɄɀɏɀ ɊȾ ɊɎɓɊɀ ɅȾ ƇȺɄȺɂɗɋȾɉȾɑ ȽɈɌɄȾɂɓɑ ɋɈɌ ȺɃɈɄɈɌɁɚɆɋȺɑ ɅɂȺ ƇɉɈɊɓȼȼɂɊɀ ȾƇɕ ɋɀɑ ɅɈɌɊɂɃɔɑ ƇɈɌ ɃȺɋɒ ɋɈ ƇȺɉȾɄɁɗɆ ȽȾɆ ȾɆɊɋȾɉɆɂȿɗɋȺɆ ɊɘɅɍɐɆȺ ɅȾ ȽɀɄɚɊȾɂɑ ɋɈɌ ɂȽɕɈɌ ȫɈ ɅȾȼȺɄɘɋȾɉɈ ɅɓɉɈɑ ɋɐɆ ɊɌɆɁɓɊȾɐɆ ȻȺɊɕȿȾɋȺɂ ɊȾ ɀɎɈȼɉȺɍɔɊȾɂɑ ƇɈɌ ƇɉȺȼɅȺɋɈƇɈɕɀɊȾ ɊɋɈ ȫɗɃɌɈ ɅȺȿɕ Ʌ ɓɆȺ ɅɈɌɊɂɃɗ ɊɘɆɈɄɈ ȺƇɗ ɋɀɆ ȡȺƇɐɆɕȺ ɋɈɌɑ 5PLZP (BLVTP ƇɈɌ ȾɂȽɂɃȾɘɈɆɋȺɂ ɊɋɈ HBHBLV ɓɆȺ ȾɕȽɈɑ ƇȺɉȺȽɈɊɂȺɃɔɑ ɅɈɌɊɂɃɔɑ ƇɈɌ ƇɀȼɒȿȾɂ ȺƇɗ ɋȺ ȻɒɁɀ ɋɐɆ ȺɂɚɆɐɆ ȤɈɌɊɂɃɔ ƇɈɌ ȺɆȺɃɒɄɌɏȾ Ɉ 5JN )FDLFS Ɏɒɉɀ ɊɋɈɆ ɊɌɆȾɉȼɒɋɀ ɃȺɂ ɍɕɄɈ ɋɈɌ +ØIBOO +ØIBOOTTPO ɋɈɆ ɊƇɈɌȽȺɕɈ ɅɈɌɊɂɃɈɊɌɆɁɓɋɀ ȺƇɗ ɋɀɆ ȡɊɄȺɆȽɕȺ ƇɈɌ ȽɌɊɋɌɎɚɑ ɓɍɌȼȾ Ɇɐɉɕɑ ȺƇɗ ɋɀ ȿɐɔ Ɋɋɂɑ ȺɉɎɓɑ ɋɈɌ ȧɂ ȾƇɋɒ ɃȺɋɒ ȻɒɊɀ ɅȺɃɉɈɊɃȾɄȾɕɑ ɊɌɆɁɓɊȾɂɑ ɋɈɌ ȽɕɊɃɈɌ ɅȾɋȺɄɄɒɊɊɈɌɆ ɋɈ ƇȺɄɂɗ ɊȾ Ƀɒɋɂ ɃȺɂɆɈɘɉȼɂɈ ɍɈɌɋɈɌɉɂɊɋɂɃɗ ȽɀɅɂɈɌɉȼɚɆɋȺɑ ɅɂȺ ɈɆȾɂɉɂɃɔ ɅȺ ɃȺɂ ɊɌɆɒɅȺ ȽɌɊɋɈƇɂɃɔ ȺɋɅɗɊɍȺɂɉȺ ɗƇɈɌ ƇȺɉȺȽɈɊɂȺɃɒ ȺɃɈɌɊɋɂɃɒ ɗɉȼȺɆȺ ɃɌɉɕɐɑ ȺɓɉɂɆȺ ƇɆȾɌɊɋɒ ȺɄɄɒ ɃȺɂ ɋɈ ɌƇɓɉɈɎɈ ɋɊɓɄɈ ɋɀɑ .BSJFM 3PCFSUT ɊɌɆɌƇɒɉɎɈɌɆ ȺɉɅɈɆɂɃɒ ɅȾ ɋɈɌɑ ɀɄȾɃɋɉɈɆɂɃɈɘɑ ɔɎɈɌɑ ȪɃɈɋȾɂɆɗ ȺɄɄɒ ɗɎɂ ɃȺɋȺɁɄɂƇɋɂɃɗ ɅȾ ƇȺɘɊȾɂɑ ɃȺɂ ȺɆɒɊȾɑ ȺɆɒɅȾɊȺ ɊȾ ƇɆɂȼɅɓɆȾɑ ɅȾɄɐȽɕȾɑ ɅȾ ɋɀɆ ɋɈɆɂɃɗɋɀɋȺ ɆȺ ȾɆȺɄɄɒɊɊȾɋȺɂ ɊɋɂȼɅɓɑ ƇȺɉɒȽɈɇȺ ɋɈ ,POPZP ȺɆȺȽɂƇɄɚɆȾɋȺɂ ȺɉȼɗɊɌɉɋȺ ɅȾ ɃȺɕɉɂȺ ɊɋȺɁȾɉɒ ɋɈ ɅɂɆɂɅȺɄɂɊɅɗ ɃȺɂ ɋɀɆ ȾƇȺɆɒɄɀɏɀ ƇȺɉȺɅɈɉɍɐɅɓɆɐɆ ɔɎɐɆ ȾɆɚ ȽȾɆ ȾɃɄȾɕƇɈɌɆ ɃȺɂ Ɉɂ ɌƇɈȽɗɉɂȾɑ ȾɃɉɔɇȾɂɑ ɅȾ ȺƇɈɃɈɉɘɍɐɅȺ ɋɀɆ ȽɂȺƇȾɉȺɊɋɂɃɔ ɓɆɋȺɊɀ ɋɈɌ ɄȾƇɋɈɌ "DSPTT 5P "OPZP ȱɇɂȺ ȺɆȺɍɈɉɒɑ ɀ ɊɌɅɅȾɋɈɎɔ Ƀɂ ȾƇɂƇɉɗɊɁȾɋɀ ɌƇɈɊɋɔɉɂɇɀ ɊɋɀɆ ƇȺɉȺȼɐȼɔ ȺƇɗ ɋɈɆ #FO 'SPTU ȾɆɚ ɋɈ ɍɄȾȼɗɅȾɆɈ ȼɄɌƇɋɗ ɋɈɌ ȾɇɐɍɘɄɄɈɌ ȾƇɂɅȾɄɔɁɀɃȾ Ɉ 5PCJBT 4QJDIUJH ɎɉɀɊɂɅɈƇɈɂɚɆɋȺɑ ɅȾɋȺɄɄɂɃɓɑ ɃȺɋȺɊɃȾɌɓɑ Ƀɂ ɓɆȺy NJEJ ȤƇɈɉȾɕ Ɉ ɂȺƇɐɆɂɃɗɑ ɊɎȾȽɂȺɊɅɗɑ ɔɎɈɌ ɆȺ ɅɀɆ ȾɅɍȺɆɕȿȾɋȺɂ ȼɂȺ Ƈɉɚɋɀ ɍɈɉɒ ɊɋɀɆ ƇȾɂɉȺɅȺɋɂɃɔ ɃȺɂ BNCJFOU ɅɈɌɊɂɃɔ ɁȺɉɉɚ ɗɅɐɑ ɗɋɂ Ɉ 5JN )FDLFS ƇɉɈɊȽɕȽȾɂ ȼɂȺ ɒɄɄɀ ɅɂȺ ɍɈɉɒ Ƀɒɋɂ ɅɈɆȺȽɂɃɗ ƇɈɌ ɊȾ ɅȾɋȺɍɓɉȾɂ ƇɉȺȼɅȺɋɂɃɒ Ɋ ɓɆȺɆ ɒɄɄɈ ȽɂȺɍɈɉȾɋɂɃɗ ɃɗɊɅɈ

Άρης Μπούρας


Low

Το τρίο από τη Μινεσότα κλείνει αισίως 25 χρόνια παρουσίας στο χώρο και κυκλοφορεί τον 12ο του δίσκο. Μετά από τόσο καιρό είναι μοναδικό αλλά και ευπρόσδεκτο πόσο αλλαγμένος, φρέσκος και καινούργιος είναι ο ήχος που παρουσιάζουν στη νέα τους δουλειά. Οι Low θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι πρωτεργάτες της slowcore σκηνής. Ο ήχος τους Οι όλα αυτά τα χρόνια ήταν αρκετά χαρακτηριστικός. Τα τραγούδια τους τα λατρέψαμε για την μελαγχολική τους χροιά, τα αργά, μακρόσυρτα tempos, τα γαλήνια φωνητικά τους, τον μινιμαλισμό στις συνθέσεις τους. Από το προηγούμενο τους όμως άλμπουμ, Ones and Sixes, έχει ξεκινήσει μια στροφή προς τον ηλεκτρονικό ήχο, με την επιρροή του παραγωγού των δύο τελευταίων δίσκων, BJ Burton, να είναι παραπάνω από εμφανής. Και αν στο Ones and Sixes οι αλλαγές ήταν μικρές, σχεδόν πειραματικές, το Double Nega ve είναι το αποτέλεσμα στο οποίο προφανώς ήθελαν να καταλήξουν με αυτή τους την συνεργασία. Από το αρχικό Quorum, με τον στατικό θόρυβο και την φωνή του Alan Sparhawk να έρχεται και να εξαφανίζεται συνεχώς, καταλαβαίνουμε πως ο δίσκος θα είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτό είναι το πρώτο κομμάτι του δίσκου. Σε προϊδεάζει για το αναπάντεχο, εκείνο που δεν περιμένεις. Όπως το τρίλεπτο drone του Dancing and Blood, τα αλλοιωμένα φωνητικά του Sparhawk στο Tempest ή, ολόκληρο το σκοτεινό, ambient noise The Son, The Sun. Σε κάποια, λίγα κομμάτια βέβαια, μπορείς ακόμα να αναγνωρίσεις τους Low που θυμάσαι, όπως τα Fly και Dancing and Fire. Το μοιρολατρικό, πιο εσωτερικό Poor Sucker ξεχωρίζει από ολόκληρο το άλμπουμ με την πνιγμένη φωνή του Sparhawk να Poor επαναλαμβάνει δυσοίωνα στο μυαλό σου It’s a lie, it’s the truth, only one thing you can do. Το Double Nega ve κάνει την διαφορά στη δισκογραφία του συγκροτήματος και είναι ένα άλμπουμ που πρέπει να ακουστεί απαραίτητα σε δυνατές εντάσεις. Αγκαλιάζει μια πιο pop αισθητική ενώ ταυτόχρονα γεμίζει τα ηχεία με θόρυβο. Το αποτέλεσμα είναι όμορφο αλλά και δύσκολο, θα χρειαστεί να το ακούσεις αρκετές φορές και με ευλαβική προσοχή στη σειρά των κομματιών, καθώς ο δίσκος είναι στημένος έτσι ώστε να δουλεύει καλύτερα ως μια ενιαία ολότητα, με το κάθε κομμάτι να σε οδηγεί στο επόμενο, χωρίς ιδιαίτερη αρχή, μέση ή τέλος. Με το δίσκο αυτό οι Low όχι μόνο εξελίσσουν, αλλά επανα- προσδιορίζουν τους εαυτούς τους, και καταφέρνουν πάλι να δημιουργήσουν έντονα συναισθήματα απλά τους με έναν διαφορετικό, περίεργο αλλά επιτυχημένο τρόπο.

Στέφανος Βαρδάλος








Τάνια Σκραπαλιώρη


Mixtape: Birth Swans - My Birth Manhead - Birth School Work Death Chumbawamba - Give the Anarchist a Cigarette Explosions In The Sky - First Breath After Comma Mono - Death in Rebirth Talking Heads - Born Under Punches Public Enemy - Lost at Birth


Lung

Independent Music Fanzine


Millions discover their favorite reads on issuu every month.

Give your content the digital home it deserves. Get it to any device in seconds.