Issuu on Google+

Ο Επιβάτης [Wannsee] Απόσπασμα του μυθιστορήματος "Ο επιβάτης", Νεφέλη, 2006. Η αρχική ενότητα Wannsee. Γιώργος Γλυκοφρύδης

Ελεύθερη διανομή για την 70η επέτειο της απόβασης στην Νορμανδία. 6 Ιουνίου 1944 6 Ιουνίου 2014 D-DAY 70

Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα Με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα και του εκδότη, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό. Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, διαβάστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


στην Ε.Κ.

1


Λένε ότι το 1842 σε μία φυτεία στην Αλαμπάμα οι σκλάβοι ξέθαψαν ένα θεόρατο σκελετό, τα κόκαλα μιας γιγαντιαίας φάλαινας, ενός Λεβιάθαν, από την εποχή που όλος ο κόσμος ήταν καλυμμένος με νερό από τις Άνδεις μέχρι τα Ιμαλάια, τότε ακόμη που κι η Αλαμπάμα ήταν βαθιά κάτω από τη θάλασσα. Και κοιτώντας οι σκλάβοι τα πελώρια οστά είπαν: «Αυτά πρέπει να είναι τα κόκαλα ενός έκπτωτου αγγέλου.» Laurie Anderson, Pieces and parts, Life on a string

2


Wannsee

«Είσαι εντάξει Τζον;» «Ναι είμαι μια χαρά…» «Δεν βλέπω τίποτε Τζον.» «Ούτε ’γώ Εύα ούτε ’γώ, αλλά πάμε καλά. Είμαι σίγουρος.» Σ’ αυτό το σημείο σταματούσε πάντα η μνήμη του. Το επόμενο, ήταν ένας μεγάλος θάλαμος γεμάτος κρεβάτια με παιδιά στην ίδια ηλικία μ’ αυτόν, εκεί γύρω στα έντεκα. Να κοιμούνται. Κι αυτόν να ξυπνά ουρλιάζοντας κοιτώντας με τ’ ορθάνοιχτα μάτια του εφιάλτη τη λάμπα πάνω απ’ το κεφάλι του. Ίσως γιατί του φαινόταν ίδια με τον προβολέα που τους χαστούκισε στη μέση εκείνης της νύχτας. Ίσως γιατί μετά ακολούθησαν ο φόβος και ο τρόμος, που μέσα στον παιδικό του ύπνο ξεφωνίζοντας προσπαθούσε μάταια να διώξει. Ή ίσως και γιατί θυμόταν πολύ περισσότερα. Τα πάντα. Λαξευμένα με το σφυρί και το καλέμι του θανάτου να δουλεύουν ακούραστα κάτω από το λευκό σκοτάδι εκείνης της νύχτας, πιο κάτω ακόμη κι απ’ το υποσυνείδητό του, κάπου κοντά στον πάτο της ρίζας της ψυχής, χαράζοντας τις βαθιές ανόμοιες δερματογραμμές μιας κακοφορμισμένης πληγής που δεν θα έκλεινε ποτέ.

3


1 Παρότι Αύγουστος η ομίχλη ήταν πυκνή. Κι αυτό ήταν και καλό και κακό. Η μικρή τους βάρκα δεν φαινόταν, αλλά ούτε κι εκείνοι έβλεπαν. Η πυξίδα που είχαν μαζί τους δεν βοηθούσε και πολύ μια κι η απόσταση που είχαν να διανύσουν ήταν μικρότερη από πεντακόσια μέτρα. Δεν αλλάζει ο Βορράς κι ο Νότος τόσο σύντομα. Τα νερά της λίμνης ήταν ήσυχα και μαύρα. Και τα κουπιά έκαναν εκείνον το γλυκό αργό συνεχόμενο ήχο, που εδώ όμως ήταν μόνο μετρονόμος του αδένα της αδρεναλίνης. «Μπαμπά.» «Πιο σιγά Πήτερ, πιο σιγά…» «Μπαμπά…» «Σ’ ακούω, πες μου.» «Απέναντι θα μας περιμένει ο θείος Τζιμ;» «Όχι. Το έχουμε πει αυτό. Δεν έπρεπε να έρθει εδώ ο θείος Τζιμ. Θα μας υποπτεύονταν.» «Ποιοι θα μας υποπτεύονταν; Αφού απέναντι είναι οι Αμερικανοί κι εμείς που είμαστε Αμερικανοί θα μας υποπτεύονταν οι Αμερικανοί;» «Θα σου εξηγήσω μετά Πήτερ. Σταμάτα τώρα.» Η βάρκα έπλεε μέσα στα χαμηλά σύννεφα της ομίχλης, ακουμπισμένη πάνω στο νερό, γλιστρώντας χωρίς θόρυβο. Μέσα τρία κεφάλια μόλις που διακρίνονταν. Γύρω τους και πάνω τους το μαύρο με ορίζοντα μηδέν. Κι όταν θα πετάμε νύχτα για τη Νέα Υόρκη έτσι θα είναι… αλλά τότε εκεί ίσως να μπορώ ν’ ακούω και μουσική. Κι εδώ πάντως η Aria με τις τρεις πρώτες παραλλαγές της δε θα ’ταν κι άσχημα. Τι είναι αυτά που σκέφτομαι Θεέ μου… Κάνε να φτάσουμε απέναντι Χριστέ μου… Κάνε να φτάσουμε… Κι όμως εκεί μέσα στη μαύρη ησυχία μια ανάσα απ’ το θάνατο, ο μικρός Πήτερ, έντεκα χρονών τότε, άκουγε τον πατέρα του να ψιθυρίζει την Aria από τις “Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ” του Μπαχ. Από τους λίγους ανθρώπους που μπορούσαν να ψιθυρίζουν αυτή τη μουσική. Άλλωστε τόσες πολλές φορές τον είχε ακούσει τα παγωμένα πρωινά στο πατρικό τους να κάνει το ίδιο, παρέα μ’ ένα γραμμόφωνο Victrola να παίζει την ηχογράφηση του 1945 στη Νέα Υόρκη με τη Wanda Landowska στο τσέμπαλο, ώστε γι’ αυτόν ήταν κάτι σαν καθησυχαστικό αντίο. Γύρισε το παιδικό του κεφάλι πίσω κοιτώντας το αυλάκι που άφηνε η βάρκα. Και μετά κοίταξε επάνω ανοίγοντας το στόμα του μυρίζοντας το υγρό σύννεφο της ομίχλης. «Εύα…» είπε σιγά ο Τζον στη γυναίκα του. «Ναι.» «Δεν σε είχα φέρει ποτέ βαρκάδα εδώ για ν’ ακούσουμε μαζί την Aria, ε;» «Όχι Τζον, ποτέ.» «Δεν πειράζει. Σ’ έφερα μια και καλή.» Ο Πήτερ ακούγοντας τον πατέρα του χαμογέλασε, καθώς μέσα στο μυαλό του άκουγε και το τσέμπαλο, το μοναδικό όργανο εκείνης της μουσικής που τους κύκλωσε από παντού. Κι ήταν σαν να τ’ αγκάλιαζε όλα προστατεύοντάς τα απ’ όλους τους κινδύνους. Εκείνον, τους γονείς του, το μερικών μηνών βρέφος, τη μικρή σκουρόχρωμη βάρκα τους, τη λευκή ομίχλη, το μαύρο νερό και τον ανύπαρκτο ορίζοντα. «Πού είμαστε Τζον; Φτάνουμε;» Η μουσική χάθηκε ακαριαία. Κι όλα πήραν πίσω τα ελάχιστα χρώματά τους. Και το περιβάλλον ανάκτησε τους μηδαμινούς ήχους του μαζί με τις περιορισμένες διαστάσεις του. «Είμαστε στη μέση… φαντάζομαι… μπορεί και να έχουμε περάσει από την άλλη… αλλά μέχρι να δούμε την ακτή τίποτε δεν είναι σίγουρο… αλλά είμαστε κοντά, το ξέρω…» Άρχισε να τραβά κουπί πιο δυνατά. Σε κάτι θορύβους που άκουσε εκεί δίπλα, κάτι σαν σύρσιμο μετάλλου πάνω σε μέταλλο, δεν έδωσε καμιά σημασία. Πέντε χρόνια σας περίμενα… πέντε χρόνια… υποσχέσεις χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα και λόγια, «Θα δούμε κ. Γουάγκστερ θα δούμε, μην χάνετε την υπομονή σας, όλα θα γίνουν…» Αλλά εγώ την έχασα απ’ ότι φαίνεται… αρκετά… «Είσαι εντάξει Τζον;» «Ναι είμαι μια χαρά…» «Δε βλέπω τίποτε Τζον» «Ούτε εγώ Εύα ούτε εγώ, αλλά πάμε καλά. Είμαι σίγουρος.»

4


Το λευκό φως που έσκασε πάνω τους ήταν ακριβώς από πάνω τους. Και κανείς τους δεν πρόλαβε να σκεφτεί κάτι. Απλά αντέδρασαν με όσους συνειρμούς είχαν απομείνει ενεργοί. Ο Πήτερ κοίταξε την αποκάλυψη που συνέβη εμπρός του χωρίς ν’ αλλάξει στάση. Το χάρτινο σύννεφο του χάιδευε τα μάτια. Ο Τζον έσκυψε προς την Εύα καθώς εκείνη έβγαλε μιαν αφόρητη άναρθρη κραυγή αρπάζοντας στην αγκαλιά της το βρέφος που όλη αυτήν την ώρα κοιμόταν στο βάθος της βάρκας ανάμεσα στα πόδια της. «ΑΛΤ!» Ένα δευτερόλεπτο με τον πανικό των επιβατών της βάρκας. «ΑΛΤ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΛΛΙΩΣ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥΜΕ!» ξεφώνισε ένα αόρατο μεγάφωνο. Ο Τζον για κάποιον άγνωστο σ’ αυτόν λόγο είχε σταματήσει να καταλαβαίνει γερμανικά. «Τζον! Τζον για όνομα του Θεού! Για όνομα του Θεού Τζον!!» ούρλιαξε η Εύα. Ο Πήτερ έστρεψε το βλέμμα του στο κέντρο του λευκού φωτός χαμογελώντας εκστασιασμένος και διέκρινε το κέντρο της εκτυφλωτικής λάμπας του αντιαεροπορικού προβολέα που είχε φωτίσει τα πάντα γύρω τους. Δυο δευτερόλεπτα μετά χαμήλωσε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του τις ακτές της λίμνης που φαίνονταν καθαρά. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ! ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ!» Δύο πυροβολισμοί ακούστηκαν και χάθηκαν αντηχώντας. Ο Τζον γύρισε ξανά μπροστά του κι έπεσε με όλη τη δύναμή του στα κουπιά. Η Εύα έπεσε πάνω στο βρέφος καλύπτοντάς το ολόκληρο με το σώμα της. Ο Πήτερ έμεινε στην ίδια θέση κοιτώντας το κέντρο του προβολέα. Ο ήχος του πολυβόλου που ξεκίνησε ήταν σταθερός βαρύς και ίσιος. Με μια γκρι θαμπή συχνότητα για κάθε βλήμα που έφευγε από τη δεσμίδα του. Ξεκούρδιστο αλλά σταθεροποιημένο «λα» ξεκούρδιστης μπότας ενός συνόλου κρουστών κάποιας ορχήστρας με αξύριστους κακοντυμένους μουσικούς. Η Εύα ένιωσε απανωτές σουβλιές στην πλάτη, καθώς τέσσερα βλήματα μπήκαν από τα πλευρά της κι αφού τα έκαναν κομμάτια έσκασαν στην αριστερή πλευρά της βάρκας διαπερνώντάς την κι αυτήν και κατέληξαν στο νερό δημιουργώντας μικρούς ψηλούς μαυροκόκκινους πίδακες. Ξεψύχησε με το αίμα να κυλά απ’ το μισάνοιχτο στόμα της. Μόλις που πρόλαβε ο άγγελος που την παρακολουθούσε μέρες τώρα να πάρει την ψυχή της μην και την πάρει κανένας άλλος. Ο Τζον συνέχισε να τραβά κουπί με όση δύναμη του είχε απομείνει. O Πήτερ συνέχισε να κοιτά τον προβολέα. Το πολυβόλο ησύχασε αχνίζοντας για δυο δευτερόλεπτα. Η βάρκα μ’ ελαφρά ανασηκωμένη την πλώρη τραβούσε για την απέναντι πλευρά. Το πολυβόλο άρχισε πάλι. Αυτή τη φορά, τα βλήματα διέσχισαν την απόσταση από την κάννη του όπλου μέχρι τη βάρκα, για να χωρίσουν το ελαφρύ ξύλινο σκάφος στα δύο, καθώς το διαπέρασαν από τη μια κουπαστή ως την άλλη, διαρρηγνύοντας την καρίνα σε απόλυτη ευθεία, σχηματίζοντας εξαίσιους διάφανους στροβίλους καθώς έφευγαν για το μαύρο πάτο του βυθού. Ο Τζον έπεσε στο νερό τραβώντας τον Πήτερ απ’ το σβέρκο. Ένα δευτερόλεπτο μετά τον έπιασε απ’ τα μαλλιά, ενώ κολυμπούσε προς την απέναντι πλευρά. Το πτώμα της Εύας κύλησε στο νερό κι έμεινε στην επιφάνεια της λίμνης, με το πρόσωπο μέσα και τα τρύπια πλευρά στον αέρα. Με τις τέσσερις μαυροκόκκινες οπές εισόδου των βλημάτων να ξερνάνε όσο αίμα είχε απομείνει μέσα στο νεκρό σώμα. Το μισό της βάρκας, από τη μέση του σκάφους μέχρι την πρύμνη, επέπλεε ακυβέρνητο, ενώ το ελαφρύ κύμα που είχε προκαλέσει ο προηγούμενος χαλασμός το έσπρωχνε προς τα πίσω. Το πολυβόλο είχε ήδη σταματήσει. Ο προβολέας δεν χρειάστηκε να κουνηθεί καθόλου, για ν’ ακολουθήσει τα δύο κεφάλια που κολυμπούσαν απεγνωσμένα προς την αντίπερα όχθη κάνοντας θόρυβο κι αφρούς. Ο Τζον δεν κράταγε πια τον Πήτερ απ’ τα μαλλιά, γιατί ο Πήτερ κολυμπούσε κανονικά και γρήγορα. Χωρίς ανάσα και χωρίς να ξέρει πώς. Σαν κάποια άγνωστη δύναμη να τον έσπρωχνε προς τα εκεί που πήγαινε ο πατέρας του. Ένα ελαφρύ οπλοπολυβόλο ξεκίνησε τώρα στη θέση του προηγούμενου πολυβόλου. Και ήταν πολύ πιο ταχύ. Ο επαναλαμβανόμενος απόλυτα ρυθμικός ήχος του μοιραζόταν σε ομάδες από ξερούς

5


κρότους. Καθόλου θαμπούς αυτή τη φορά. Οι σφαίρες του βουτούσαν στο νερό σχηματίζοντας λεπτές ελικοειδείς διαδρομές που έσβηναν μ’ ένα πνιχτό σφύριγμα στο τέλος. Ο Τζον στιγμιαία νόμισε ότι είδε ανθρώπους στην απέναντι ακτή. Περιμένουν απέναντι… αλλά κι αυτό δεν ήταν ακριβώς σκέψη. Μάλλον ήταν αυτό που ρύθμιζε την κυκλοφορία του αίματος στους μυς των ποδιών και των χεριών. Γύρισε και κοίταξε τον Πήτερ. Κολυμπούσε άτσαλα. Έμενε πίσω. Η προηγούμενη αόρατη δύναμη τον είχε εγκαταλείψει. Ο Τζον έκανε μια στροφή κι άρπαξε τον Πήτερ απ’ το χέρι. Ξανάκανε στροφή προς τα εμπρός και συνέχισε την πορεία του. Προστέθηκε και δεύτερο οπλοπολυβόλο. Οι ριπές έπεφταν ασύγχρονες με διαλείμματα δευτερολέπτων μεταξύ τους. Οι σφαίρες τους κυνηγούσαν σε ομάδες. Μια ομάδα βούταγε μπροστά τους. Μία άλλη πίσω τους. Και άλλη μία δίπλα τους ακριβώς. Άλλες δεξιά κι αριστερά τους. Ακόμη κι ανάμεσά τους. Ο Τζον ένιωσε ότι κάποιος τον κλώτσησε με δύναμη στον δεξί ώμο. Το χέρι του κρεμάστηκε ανεξέλεγκτο στο νερό. Έστρεψε το βλέμμα του στον Πήτερ. Ο Πήτερ πνιγόταν. Με μικρές ασθματικές ανάσες μέσα από άναρθρες λέξεις και λυγμούς. Τα δύο οπλοπολυβόλα σταμάτησαν ταυτόχρονα. Ο Τζον κατέβασε τα πόδια του λαχταρώντας αυτό που φαντάστηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχει από κάτω του κι ένιωσε την παχιά λασπώδη άμμο της λίμνης να μπαίνει στα παπούτσια του. Η απέναντι ακτή απείχε λιγότερο από πέντε μέτρα. Πανικοβλήθηκε. Κανονικά θα έπρεπε να γελά από ευτυχία, αλλά εκείνος πανικοβλήθηκε. Ένιωθε μόνο το νερό να του τραβάει τα πόδια σαν αργόσυρτο ζωντανό τέρας μ’ εκατοντάδες πλοκάμια κι αυτό τον έκανε να ουρλιάζει: «Γαμημένη λίμνη!! Γαμημένη λίμνη!!! Άντε στο διάολο γαμημένη λίμνη!!!!» Βγήκε έξω και στάθηκε όρθιος πάνω στο βούρκο της ακτής. Ο προβολέας έσβησε. Σκοτάδι. Ο Τζον ούρλιαζε ξανά προς το μαύρο του νερού. Προς την απέναντι πλευρά: «Γιατί τον σβήσατε το γαμημένο τον προβολέα, ρε σκύλοι!! Ε; Γιατί δε ρίχνετε; Ε; Εεεεε; Πουτάνας γιοι!!! Ε ρίξτε, ρε δειλές αδερφές!!! Ρίξτε που να καείτε στη κόλαση!!!» Κανένας ήχος. Καμία απάντηση. Ησυχία και σκοτάδι. Ο Τζον άκουσε έναν παιδικό βήχα δίπλα του. Κοίταξε κάτω και είδε ότι κράταγε ένα παιδικό χέρι τόσο σφιχτά που δεν μπορούσε να τ’ αφήσει. Έβαλε δύναμη για ν’ ανοίξει τα δάχτυλά του και ν’ απελευθερώσει το λεπτό μπράτσο του Πήτερ. Ο Πήτερ σωριάστηκε στη λάσπη αφού απλά κρεμόταν απ’ το χέρι του πατέρα του. Το φως του αντιαεροπορικού προβολέα που άναψε ξανά λεύκανε τα πάντα. Ο Τζον όρθιος χαμογέλασε κοιτώντας το χώρο γύρω, που τώρα είχε τα κανονικά του χρώματα. Να ’τοι πάλι… Είμαι ελεύθερος τώρα ρε βάρβαρα γουρούνια… είμαι ελεύθερος από τη γαμημένη σας χώρα… τι θέλετε τώρα… να παίξουμε; Ε ας παίξουμε λοιπόν… Περπάτησε χοροπηδώντας προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη που είχε καταρρεύσει ο Πήτερ και στάθηκε όρθιος ανοίγοντας τα χέρια του διάπλατα για να τον δουν καλύτερα. Εκεί συνειδητοποίησε ότι το δεξί του χέρι όχι απλά δεν μπορούσε να το σηκώσει, αλλά δεν το αισθανόταν καν. Το κοίταξε καθώς κρέμονταν ακυβέρνητο στο πλάι, ενώ διαπίστωνε ταυτόχρονα ότι ο ώμος του τον πονούσε μ’ έναν πόνο στα όρια της λιποθυμίας. Ο πόνος παρουσιάστηκε απ’ το πουθενά. Σαν κάποιος να πάτησε ένα διακόπτη. Με το αριστερό του χέρι ψηλάφισε την πλάτη του μέχρι το δεξιό ώμο έως ότου έβαλε το δάχτυλό του μέσα στην τρύπα εισόδου της σφαίρας. Το αίμα στα ρούχα του είχε σχηματίσει έναν ενιαίο λεκέ που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το σώμα του. Άρχισε να τρέμει καθώς οι δυνάμεις του έφευγαν ξεκινώντας απ’ τα γόνατα. Έβγαλε το δάχτυλό του από τη σάρκινη τρύπα και κοίταξε προς τη μεριά της καρδιάς γέρνοντας το κεφάλι του χαμηλά ακουμπώντας με το πηγούνι το στήθος. Την τρύπα εξόδου την εντόπισε ευτυχώς αρκετά ψηλότερα, αλλά έτσι όπως έσκυψε αγγίζοντας τη ρίζα του λαιμού του για να τη δει καλύτερα, για να μπορέσει να την ψηλαφίσει κι αυτήν με το δεξί του χέρι, ο πόνος που γέμισε το στήθος του ήταν εντονότερος κι απ’ αυτόν του εμφράγματος. Του κόπηκε η αναπνοή, ενώ γονάτιζε πάνω στη λάσπη. Κάθισε στα πόδια του. Όμως τις αισθήσεις του δεν τις είχε χάσει. Πήρε μιαν ελάχιστη ανάσα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά πήρε κι άλλη. Βρήκε ότι ανασαίνοντας μέχρι ενός συγκεκριμένου σημείου ο πόνος γινόταν μηδαμινός. Αυτοσυγκεντρώθηκε προσπαθώντας να καταλάβει πού αλλού πονάει. Υπάρχουν κι άλλες τρύπες; Ανασηκώθηκε και κοίταξε ξανά γύρω, ενώ ήταν ακόμη όλα φωτισμένα. Ζαλιζόταν αφόρητα. Οι ευθείες μπροστά του ήταν ασταθείς. Η ναυτία που ανέβαινε στο στομάχι του ήταν πέρα από κάθε έλεγχο. Άφησε να του τρέχουν τα σάλια. Μαζί με τα σάλια έβγαινε και το ελάχιστο φαγητό που είχε φάει ώρες πριν.

6


Έκανε εμετό χωρίς να έχει τη δύναμη να τον κάνει. Παρ’ όλα αυτά άφηνε το σώμα του να κινεί τους μυς του ελεύθερα. Έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω κάνοντας όσο εμετό μπορούσε. Τον υπόλοιπο τον κατάπινε για να τον βγάλει ξανά μετά από λίγο. Τελείωσε φτύνοντας ότι είχε απομείνει, καθώς ταυτόχρονα έπαιρνε βαθιές ανάσες από τις ελάχιστα ανακτημένες δυνάμεις. Σήκωσε το κεφάλι του με τα χείλη του να τρέμουν. Κοίταξε πάλι μπροστά το φωτισμένο χώρο. Μα τι κάνουν… εμένα περιμένουν; Περιμένουν να δουν πώς τους ξέφυγε άλλος ένας; Όχι… Περιμένουν να δουν ποιος θα έρθει να με πάρει… ε;… Και τότε του διαπέρασε το μυαλό με τη γλώσσα του φιδιού η πιο εφιαλτική σκέψη του κόσμου: Βγήκαμε λάθος… είμαστε εκεί που ήμασταν… βγήκαμε αλλού αλλά στην ίδια πλευρά… Δεν τον ένοιαζε πια αν θα πεθάνει. Κι ίσως και κάτι παραπάνω. Δεν ήθελε πια να ζήσει. Σήκωσε το ένα του χέρι, αυτό που δούλευε ακόμη, σε σημείο χαιρετισμού. Άρχισε να το κουνά δεξιά κι αριστερά. Δεν είχε δύναμη για να φωνάξει. Μπορούσε μόνο να κουνά το χέρι του. Πυροβολήστε με αδύναμα πεινασμένα γουρουνάκια… πυροβολήστε με επιτέλους… φτιάξτε καλύτερα τα συστήματά σας να μη φεύγει κανείς… κάποτε θα φύγουν όλοι μαζί, είμαι σίγουρος, αλλά δεν πειράζει… εγώ δεν θα προλάβω να το δω αυτό… ε άντε λοιπόν… Η σφαίρα που εκτοξεύτηκε από το τουφέκι με τη μακριά κάννη και τη διόπτρα πάνω από τη σκανδάλη πέρασε τόσο κοντά στο δεξί του αυτί που αισθάνθηκε ελαφρύ κάψιμο. Κι άκουσε κι έναν ήχο σαν κάποιος να σφύριξε ψευδά μέσα στον εγκέφαλό του. Πιο ’κει αλλήθωρο ζώο… Χαμογέλασε με το ένα του χείλος. Το άλλο είχε αρχίσει να παραλύει. Πριν να νιώσει ότι κάποιος έμπηξε ένα ολόκληρο χέρι μέσα στην κοιλιά του και το έβγαλε πίσω από την πλάτη του μαζί με όσα εντόσθια είχε προλάβει ν’ αρπάξει με την ανοιχτή χούφτα του στη διαδρομή, πρόλαβε να δει τη λάμψη της δεύτερης εκπυρσοκρότησης, της δεύτερης σφαίρας που προοριζόταν για εκείνον. Το κεφάλι του έπεσε ακουμπώντας πάλι στο στήθος του. Ξέρασε αίμα μαζί με κάτι άλλο που δεν κατάλαβε τι είναι. Δεν ανάσενε καθόλου πια. Σήκωσε το κεφάλι του ξανά, μια που ως δια μαγείας δεν υπήρχε κανένας πόνος. Το αίμα έβγαινε και από τη μύτη του αλλά δεν είχε λόγο να προσπαθεί ν’ αναπνεύσει. Ζαλιζόταν όμορφα. Είχε φτιάξει κεφάλι. Όπως όταν έπινε εκείνο το Barolo που τόσο δύσκολα έβρισκε, αλλά όταν το έβρισκε του έδινε να καταλάβει. Χαμογελούσε ενώ τα πάντα γύρω του ήταν ακόμη φωτισμένα. Αυτή τη φορά ήταν σαν να τον διαπέρασε μια ολόκληρη καουμπόικη μπότα μαζί με τα σπιρούνια της. Αυτή η εικόνα πέρασε από το μυαλό του μόλις τον πυροβόλησαν για τρίτη φορά. Κάτω από τον δεξί ώμο αυτήν την φορά. Μάλλον πολύ πιο κάτω. Κάτω από τον πνεύμονα ή κι ακόμη πιο κάτω. Δεν μπόρεσε να καταλάβει πού. Δεν τον ενδιέφερε κιόλας. Η κλωτσιά ήταν τόσο δυνατή που τον έριξε πίσω. Και κατάφερε να τον αναποδογυρίσει παρόλο που τα πόδια του, παράλυτα πια, ήταν διπλωμένα εδώ και ώρα. Κι έτσι, ανάσκελα με το κεφάλι ν’ αγγίζει τη λάσπη, τα πόδια τσακισμένα και τη σπονδυλική του στήλη αχρηστευμένη, με το στόμα ορθάνοιχτο ν’ αναπνέει με ταχύτατες λαχανιαστές ανάσες, με τη μύτη βουλωμένη με αίμα, και τα μάτια διάπλατα ανοιχτά, και μ’ ένα ανισόρροπο μειδίαμα στα χείλη, ο Τζον Γουάγκστερ είδε τον άγγελό του να στέκεται δίπλα του. «Καλησπέρα Τζον.» «Καλησπέρα... είμαι νεκρός;» «Όχι Τζον.» «Ο Πήτερ;» «Τώρα τον θυμήθηκες τον Πήτερ…» «Συγγνώμη…» «Όχι από μένα Τζον.» «Αφού δεν είμαι νεκρός γιατί είναι σκοτάδι;» «Γιατί έσβησαν τον προβολέα.» «Γιατί;» «Γιατί νομίζουν ότι σε σκότωσαν.» «Άρα δεν θα πεθάνω;» «Δεν είμαι εγώ αυτός που αποφασίζει τέτοια πράγματα Τζον.» «Τότε γιατί ήρθες;» «Δηλαδή εγώ θα πρέπει να έρθω μόνο όταν θα είναι να σε πάρω μαζί μου; Είσαι αξιολύπητος Τζον.» «Όχι όχι… δεν εννοούσα αυτό… συγγνώμη…» «Όχι από μένα…»

7


«Η Εύα; Το μωρό;» Ο Τζον άκουσε θόρυβο αρμάτων μάχης ή τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού, δεν μπορούσε να καταλάβει πολύ καλά, κι ούτε διέκρινε το στρίγκλισμα από τις ερπύστριες. «Αυτοί ποιοι είναι τώρα… λες να είναι ώρα εδώ και τώρα να τους πήρα είδηση… μάλλον έχω πεθάνει και μου λες ψέματα έτσι;… και είμαι κάπου στη Νορμανδία… αυτό είναι… ναι ναι αυτό είναι… έχει αρχίσει να γυρίζει η ταινία ανάποδα και τα βλέπω όλα από την αρχή… α τέλεια… θέλω να ξαναδώ και τη Σού και τη Μαργκό και τη Πέγκυ… εντάξει;… α όλα κι όλα…» Οι θόρυβοι τώρα ήταν καθαροί. Άκουγε και ομιλίες στ’ αγγλικά. «Γιατί δεν μου απαντάς τώρα; Τι έγινε;» Γύρισε το κεφάλι του ψάχνοντας να βρει τον άγγελο. Αυτή ήταν κι η τελευταία του κίνηση. Έπαψε ν’ αναπνέει. Έπαψε ν’ ακούει. Έκλεισε τα μάτια του. Έπαψε να βλέπει. Έσβησαν όλα.

8


2 «Τον σκότωσαν εν ψυχρώ κύριε πρόεδρε.» «Τον πρόδωσαν εν ψυχρώ κύριε Στόουν…» «Τον σκότωσαν εν ψυχρώ κύριε Ούλμπριχτ, θα το επαναλάβω και δεν θα ανεχθώ καμία κουβέντα επ’ αυτού. Τον πυροβολούσαν ενώ ήταν ήδη σε δυτικό έδαφος! Όταν ξεκίνησε το μακελειό είχε ήδη περάσει σ’ εμάς! Το καταλαβαίνετε αυτό ή κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε;» Ο Ούλμπριχτ περισσότερο έμεινε εμβρόντητος με τα λόγια που άκουσε να εκστομίζονται παρά προσβλήθηκε. Του φαινόταν παντελώς παράδοξη η στάση του ανθρώπου που είχε απέναντί του. Στην πραγματικότητα δεν ήξερε πολύ καλά πώς να συμπεριφερθεί σε κάποιον σαν αυτόν τον απαράδεκτο τύπο που του μίλησε δευτερόλεπτα πριν μ’ αυτόν τον τρόπο. Τελικά του απάντησε ναι μεν με υψηλό και αυστηρό τόνο στη φωνή, αλλά με το ύφος του ανθρώπου που θέλει περισσότερο να συνετίσει μαλώνοντας ένα σχολιαρόπαιδο που έχει αυτό το απίστευτο θράσος μπροστά στο διευθυντή του σχολείου του, παρά να το τιμωρήσει πραγματικά. Αλλά και πάλι. Πώς θα κατάφερνε να μιλήσει για ζητήματα που έθιγαν τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης σα να μάλωνε ένα σχολιαρόπαιδο, ούτε κι αυτός το ήξερε πολύ καλά. «Θα σας παρακαλούσα να ηρεμήσετε κύριε ταγματάρχα, αλλιώς θα σας πετάξω έξω! Να μιλάτε καλύτερα! Ποιος είστε εσείς που δεν μπορείτε ν’ ανεχθείτε… Και να προσέχετε και τα λόγια σας! Εδώ δεν είναι Τέξας! Εδώ είναι Ανατολική Γερμανία ταγματάρχα κι αν δεν έχετε μάθει να σέβεστε τους υπόλοιπους λαούς του κόσμου θα σας το μάθουμε εμείς… είναι ήδη πέρα από τα όρια της ανοχής μου το ότι σας δέχτηκα σήμερα εδώ… Προσωπική χάρη έκανα σε κάποιον που καταλαβαίνει πολύ περισσότερο από εσάς και τίποτε άλλο, και θα έπρεπε να έχετε επίγνωση της ευκαιρίας που έχετε στα χέρια σας… το να μιλάτε και μόνο μαζί μου είναι μια ευκαιρία για σας τον ίδιο… δεν το καταλαβαίνετε αυτό;» Σταμάτησε για λίγο κοιτώντας τον ταγματάρχη. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε σε πιο βαρύ τόνο: «Σας έχουν μάθει μήπως ότι όλος ο κόσμος είναι υπό τις διαταγές ενός αμερικανού ταγματάρχη; Μήπως θέλετε να οδηγήσετε τις ήδη άσχημες σχέσεις των κρατών μας σε ακόμη πιο άσχημα επίπεδα; Μήπως έχετε σκοπό να φέρετε πάλι τα τεθωρακισμένα σας στο Checkpoint Charlie; Ή μήπως ετοιμάζεστε να σκοτώσετε και άλλον πρόεδρό σας και θέλετε να ρίξετε το φταίξιμο αλλού κατά την πάγια συνήθειά σας; Δε σας φτάνει το ρεζιλίκι της Κούβας και προσπαθείτε και για κάτι άλλο;» Σταμάτησε πάλι και κοίταξε ξανά τον Στόουν έτσι όπως καθόταν απέναντί του στην κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα του επισκέπτη. Και συνέχισε, σχετικά ήρεμος τώρα, μια που ο άλλος απέναντί του ήταν αμίλητος κι ακίνητος. «Ακούστε κύριε ταγματάρχα. Αυτό που έγινε πριν μερικές ημέρες στη λίμνη Wannsee, στα ύδατα του Ανατολικού Βερολίνου ήταν ένα εσωτερικό επεισόδιο της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν έχετε κανένα δικαίωμα ν’ αναμειχθείτε σ’ αυτό. Οι άνδρες μου, οι άνδρες της Αστυνομίας του Λαού της Ανατολικής Γερμανίας, έκαναν το καθήκον τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, και δεν θα σας επιτρέψω να πείτε την παραμικρή κουβέντα επ’ αυτού. Ούτε μπορείτε, ούτε και έχετε το δικαίωμα να κρίνετε οτιδήποτε στο ελάχιστο. Κι αν έχετε ακόμη κάτι να πείτε, πριν το πείτε, ότι κι αν είναι αυτό, θα πρέπει πρώτα να διαλέξετε. Ή σκεφτείτε καλά πριν, και μιλήστε μέσα στα όρια που τόσο απλόχερα σας χαρίστηκαν, και που πολύ καλά γνωρίζετε, αλλά για κάποιον λόγο τα έχετε εντελώς ξεχάσει εδώ και ώρα, ή ξεκινάτε ακόμη ένα διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των κρατών μας. Ή σωπαίνετε και φεύγετε απ’ αυτό το γραφείο μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα…» Και στο μεταξύ, έδειχνε να έχει σκεφτεί ξανά το απαράμιλλο θράσος αυτού που είχε απέναντί του. Κι έτσι τώρα, όπως τελείωνε τη φράση του, ήταν αληθινά θυμωμένος. «Διαλέξτε κύριε ταγματάρχα!» Ο Τζόναθαν Στόουν, ταγματάρχης των Αμερικανικών Δυνάμεων στο σώμα των Πεζοναυτών του Δυτικού Βερολίνου, τα όριά του τα είχε υπερβεί από την αρχή, και μαζί μ’ αυτά είχε χάσει και τους τρόπους του. Επιπλέον, είχε χάσει και τους στοιχειώδεις κανόνες του πρωτοκόλλου συμπεριφοράς απέναντι σ’ έναν αδιαμφισβήτητα ανώτερό του σε όλα τα επίπεδα, και στρατιωτικά και πολιτικά, μια που πίσω από το φαρδύ ξύλινο γραφείο, εκεί μπροστά του, καθόταν ο Βάλτερ Ούλμπριχτ, Πρόεδρος της Ανατολικής Γερμανίας, Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας, εμπνευστής, σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, και χτίστης του Τείχους. Ο Τζόναθαν έτριψε με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού το μέτωπό του. Είχε σκύψει το κεφάλι του κοιτάζοντας το τέλεια γυαλισμένο παρκέ του γραφείου του Δημάρχου. Εκεί που λάμβανε χώρα αυτή η άκρως απόρρητη συνάντηση. Απ’ αυτές που πιθανόν δεν θα καταγράφονταν ποτέ ούτε στα χαρ-

9


τιά της Stasi αλλά ούτε και της CIA. Στο κόκκινο, ηλικίας τριών αιώνων πρωσικό κτίριο, όπου στεγαζόταν το Δημαρχείο του Ανατολικού Βερολίνου, στην άκρη της πλατείας Καρλ Μαρξ, πολύ κοντά στο σημείο που περνούσε μέρος του Τείχους, ο Τζόναθαν προσπαθούσε ν’ ανακτήσει την ψυχραιμία του. Το λιγότερο που του ήταν απαραίτητο για να φέρει εις πέρας αυτό που του είχαν εμπιστευθεί. Την ανταλλαγή της Εύας και του μωρού που είχε στην αγκαλιά της μια εβδομάδα πριν, τη νύχτα της 14 ης του Αυγούστου του 1965, με τίποτε δεύτερης διαλογής Σοβιετικούς κατασκόπους. Κι αν δεν υπήρχε η γνωριμία του στρατηγού και διοικητή του Τζόναθαν με τον Ούλμπριχτ από τα χρόνια του Πολέμου, πράγμα που είχαν εκμεταλλευθεί απόλυτα, δεν θα είχε ποτέ τη μοναδική αυτή ευκαιρία: το να ζητήσει ό,τι ήταν να ζητήσει απευθείας από τον πλέον αρμόδιο. Από τον ίδιο τον πρόεδρο της Ανατολικής Γερμανίας. Προσπάθησε να επανορθώσει συνειδητοποιώντας ότι στα χέρια του δεν του είχε απομείνει κανένα άλλο χαρτί πέραν εκείνου της μετάνοιας. Αλλά παρόλα αυτά, ακόμη κι αυτό το χρησιμοποίησε κάκιστα. «Εντάξει… παίρνω πίσω τον χαρακτηρισμό… άλλωστε ήρθα εδώ για να ζητήσω τα γνωστά… μια» «Κύριε ταγματάρχα!! Μου φαίνεται πως δεν ακούσατε καθόλου αυτά που σας είπα!! Ε, κι εγώ λοιπόν σας δίνω λιγότερο από μισό λεπτό ν’ απομακρυνθείτε από εδώ!! Μετά θα μπορείτε να μιλάτε με τις ώρες για ότι θέλετε, αλλά πιθανόν με τις χειροπέδες στους καρπούς σας!!» τον διέκοψε ο Ούλμπριχτ ξεφωνίζοντας με μια φωνή λεπτή και βραχνή στα όρια της υστερίας, καθώς είχε αποφασίσει, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια της υπομονής του, ότι του ήταν αδύνατον ν’ ανεχθεί άλλο την αγένεια του αμερικανού στρατιωτικού. Οι βαριές ξύλινες πόρτες άνοιξαν αθόρυβα πίσω από τον Τζόναθαν κι ένας στρατιώτης έκανε ένα βήμα μέσα στο γραφείο. Σταμάτησε περιμένοντας μια διαταγή. Ο Ούλμπριχτ τον κοίταξε μια φορά. Ο Τζόναθαν σηκώθηκε από την πολυθρόνα και φόρεσε το πηλίκιό του. Χαιρέτισε στρατιωτικά με την παλάμη σε απόλυτη ευθεία με τα μάτια, με το χέρι του να τρέμει από το σφίξιμο των δακτύλων. Χτύπησε το δεξί του πόδι με τόση δύναμη στο παρκέ που τον πόνεσε το πέλμα του. Η αίθουσα αντήχησε από τον κρότο της μπότας πάνω στο ξύλο. Κατέβασε το χέρι του κι έστριψε το σώμα του εκατόν ογδόντα μοίρες δεξιά χτυπώντας κάτω το αριστερό του πόδι αυτή τη φορά. Η αίθουσα αντήχησε για δεύτερη φορά. Έφυγε βηματίζοντας με ρυθμό, προσπερνώντας το στρατιώτη στην πόρτα. Κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα. Μπήκε στο Jeep Kaiser που τον περίμενε έξω από την πύλη του Δημαρχείου καθώς ο οδηγός τον κοίταξε ανάβοντας τη μηχανή. «Στο σπίτι του στρατηγού Χιούστον» είπε στον οδηγό, ανεβάζοντας το μπροστινό διπλό τζάμι και ασφαλίζοντάς το ταυτόχρονα.

10


3 Το μαύρο τηλέφωνο της Γραμματείας του Δημάρχου του Δυτικού Βερολίνου κουδούνισε δυο φορές πριν το σηκώσει η καστανή ψηλή κοπέλα με τα μαύρα μαζεμένα σε κότσο μαλλιά που ήρθε και στάθηκε λαχανιασμένη πάνω από το γραφείο της. «Γραφείο Δημάρχου, λέγετε παρακαλώ.» είπε αφού ξερόβηξε πρώτα. Είχε έρθει τρέχοντας από το μπάνιο και δεν είχε πρόθεση πρώτα να καθίσει στο ξύλινο με σιδερένιες ρόδες κάθισμά της και μετά να σηκώσει το ακουστικό. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη κι αν καθόταν, θα πεταγόταν πάλι όρθια, μια που στο μυαλό της σήμανε συναγερμός, όταν στην άλλη άκρη της γραμμής ανήγγειλε τον εαυτό του ο Βάλτερ Ούλμπριχτ, και ζήτησε να μιλήσει στον Βίλλι Μπραντ, τώρα αμέσως. Ψέλλισε κάτι σαν «αμέσως τώρα κύριε, αμέσως τώρα…» με το μυαλό μπλοκαρισμένο, όχι γιατί άκουγε κάποιον τόσο ψηλά ιστάμενο στην κυβερνητική ή στρατιωτική ιεραρχία της απέναντι πλευράς να της μιλά στο πρώτο πρόσωπο χωρίς πληθυντικούς ευγενείας ή άλλες φιοριτούρες, αλλά γιατί το ύφος του ήταν το ύφος του ανθρώπου που έχει ήδη πατήσει τη σκανδάλη κι απλά θέλει να ενημερώσει να έρθουν να πάρουν το πτώμα. Πάτησε το πλήκτρο και πέρασε τη γραμμή απευθείας χωρίς ν’ αναγγείλει κανέναν. Ταυτόχρονα, μ’ ένα και μόνο βήμα, σχεδόν άλμα, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του Δημάρχου με θόρυβο, χωρίς να χτυπήσει πριν, και στάθηκε εκεί όρθια κρατώντας το πόμολο, με τα μάτια της διάπλατα και το στόμα της σφιγμένο. Ο Βίλλι Μπραντ δεν είχε προλάβει να σηκώσει το ακουστικό. Άλλωστε η συσκευή είχε κουδουνίσει μια μόνο φορά μέχρι στιγμής. Ήταν σκυμμένος και σκάλιζε τα συρτάρια του γραφείου του. Ανασηκώθηκε και κοίταξε τη γραμματέα του κατάπληκτος. Η συσκευή κουδούνισε άλλη μια φορά. «Τι τρέχει Ούρλικε;» τη ρώτησε περισσότερο με απορία παρά με θυμό που εισέβαλε έτσι στο γραφείο του. Η Ούρλικε δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητος, αφήνοντας να περάσει λίγος χρόνος. Σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο γραφείο και δείχνοντάς της τη συσκευή που κουδούνισε για τρίτη φορά τη ρώτησε: «Ποιος είναι;» Η συμπεριφορά του την ηρέμησε. Άλλωστε ο Βίλλι Μπραντ ως Δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου εκείνο τον Αύγουστο του 1965 δεν είχε να φοβηθεί και πολλά. Ήταν ήδη ένα πρόσωπο που είχε παίξει καταλυτικό ρόλο στην Ιστορία της πόλης του για την οποία ήταν περισσότερο κι από Δήμαρχος. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους Δυτικοβερολινέζους, μια που τον ένιωθαν πιο κοντά τους κι από τον Καγκελάριο Αντενάουερ. Καθώς ένα απ’ αυτά που είχε καταφέρει, ήταν το να έρθει σε συμφωνία με τους Ανατολικογερμανούς, δηλαδή το Κρεμλίνο, έτσι ώστε η Ανατολικογερμανική Αστυνομία να εκδώσει ειδικά διαβατήρια για τους Δυτικοβερολινέζους πολίτες, ώστε να μπορούν να επισκέπτονται ελεύθερα τους συγγενείς τους στην από ’κει πλευρά στις γιορτές. Μέχρι τότε οι Δυτικογερμανοί δεν μπορούσαν να πάνε στην Ανατολική Γερμανία. Και οι Ανατολικογερμανοί δεν μπορούσαν να πάνε οπουδήποτε αλλού εκτός από το εσωτερικό της χώρας τους ή τις χώρες του Ανατολικού μπλοκ. Έτσι, λοιπόν, ποιος τόσο σημαντικός θα μπορούσε να είναι τώρα στο τηλέφωνο. Ο ίδιος ο Χρουστσόφ; Για όνομα του Θεού… Ο Κέννεντυ; που ναι, μ’ αυτόν μιλούσε στο τηλέφωνο και μάλιστα στον ενικό· ο Κέννεντυ ήταν ήδη νεκρός. Άρα ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός που έκανε την Ούρλικε να ορμήσει έτσι μέσα στο γραφείο; «Αν δεν μου πεις ποιος είναι στη γραμμή δεν πρόκειται να το σηκώσω. Δε με βοηθάς έτσι, Ούρλικε… Αυτός που τηλεφώνησε κάλεσε απευθείας εσένα και όχι τη βοηθό σου, άρα γνωρίζει αυτό το νούμερο που το γνωρίζουν μόνο όσοι πρέπει ή επιτρέπεται να το γνωρίζουν. Άρα αν δεν μου πεις ποιος είναι δε με βοηθάς καθόλου…» της είπε, ενώ ακούστηκε το τέταρτο κουδούνισμα στη σειρά. Αν και δεν χρειαζόταν να την ηρεμήσει περισσότερο, η δεύτερη αυτή προσπάθειά του δεν πήγε χαμένη. «Είναι ο Βάλτερ Ούλμπριχτ κύριε Δήμαρχε, για όνομα του Θεού… ο Βάλτερ Ούλμπριχτ ο ίδιος… και φαίνεται… δεν ξέρω… λέτε να ετοιμάζουν κάτι άλλο;» Ο Βίλλι Μπραντ χαμογέλασε. Με προσπάθεια, αλλά χαμογέλασε. Τα πόδια του μούδιασαν στιγμιαία, αλλά χαμογέλασε. Η ψυχραιμία που έπρεπε να επιστρατευτεί σε λιγότερο από κλάσματα του δευτερολέπτου του ήταν ήδη γνωστή από τα χρόνια του Πολέμου στη Νορβηγία. Όταν κυκλοφορούσε εκεί με πλαστές ταυτότητες. Δεν του ήταν δύσκολο να την επαναφέρει στο προσκήνιο. Όπως έκανε και τώρα, μπροστά στην Ούρλικε. Ο Βίλλι Μπραντ δεν είχε μιλήσει ποτέ με τον Βάλτερ Ούλμπριχτ. Μέχρι τώρα. Παρά τις άριστες σχέσεις που είχε με την Ανατολή, περισσότερο άριστες κι απ’ όσο η Δύση θα ήθελε, σ’ αυτό το σημείο

11


δεν είχε φτάσει. Δύο επιστολές είχαν ανταλλάξει όλες κι όλες με τις χειρόγραφες υπογραφές τους στο κάτω μέρος. Και τίποτε άλλο. Κι όταν κάτι επείγον φαινόταν στον ορίζοντα, υπήρχε η ανοιχτή πύλη του πάντα διαθέσιμου πρέσβη της Σοβιετικής Ένωσης για άμεση επικοινωνία με τον πρόεδρο της Ανατολικής Γερμανίας. Και τίποτε άλλο. Κι αν αυτό δεν ήταν τηλεφώνημα πολέμου, τότε τι άλλο μπορεί να ήταν. «Α… εντάξει… σ’ ευχαριστώ» είπε στην Ούρλικε, σαν να επρόκειτο να μιλήσει στο τηλέφωνο για το τι θα έτρωγε το μεσημέρι, και της έκανε νόημα να κλείσει την πόρτα πίσω της καθώς θα έβγαινε από το γραφείο. Σήκωσε το ακουστικό της συσκευής που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το πέμπτο κουδούνισμά της αποφασίζοντας ν’ απαντήσει έτσι όπως η Ούρλικε άθελά της είχε σχεδιάσει. Σα να μην είχε προλάβει να τον ενημερώσει για το ποιος είναι. «Παρακαλώ» «Ούλμπριχτ εδώ κύριε Δήμαρχε. Και καταρχήν καλημέρα…» «Κύριε πρόεδρε! Αυτό κι αν είναι πρωινό ξύπνημα! Καλή σας ημέρα…» Έκανε μια παύση μιας δήθεν μεγάλης έκπληξης και συνέχισε: «Έχω την εντύπωση του αληθινά επείγοντος ή κάνω λάθος; Πάντως πολύ χαίρομαι που σας ακούω ζωντανά. Είναι τιμή μου αυτό το τηλεφώνημα κύριε πρόεδρε. Σας ακούω.» «Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Δήμαρχε. Κι εγώ χαίρομαι που σας ακούω. Ας περάσουμε στο κυρίως θέμα όμως, τώρα, γιατί συνέβη κάτι που μ’ έχει ενοχλήσει πολύ. Ακούστε κύριε Δήμαρχε: Αυτό το στρατιωτάκι που ήρθε για να διαπραγματευτεί την ανταλλαγή των Γερμανών κατασκόπων που συλλάβαμε μια εβδομάδα πριν στα χωρικά ύδατα της Ανατολικής Γερμανίας στη λίμνη Wannsee, φαντάζομαι δεν ήταν δική σας ιδέα, έτσι δεν είναι;» του είπε ο Ούλμπριχτ με το θυμό εμφανή αλλά όχι πέρα από τα όρια της ευγένειας. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν είχε στείλει ο Βίλλι Μπραντ τον αμερικανό ταγματάρχη. Αλλά θεωρούσε ότι κάτι θα μπορούσε να εκμαιεύσει, ξεκινώντας μ’ ένα ψέμα και μ’ ένα θυμό τον οποίον άφησε να φανεί εντελώς, μια που ούτως ή άλλως προϋπήρχε. Γιατί κάποιο κομμάτι της όλης ιστορίας δεν του ταίριαζε καθόλου. «Ω! Ήταν κατάσκοποι τελικά;» του απάντησε ο Βίλλι Μπραντ κάνοντας πάλι μια παύση. «Έχω μείνει κατάπληκτος…» Κι άλλη παύση, μικρότερη αυτή τη φορά. «Πάντως δεν έφτασε κάτι σ’ εμένα από τους Αμερικανούς. Φαντάστηκα ότι δεν θα είμαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης αλλά φαίνεται ότι είμαι. Ήταν κατάσκοποι, τελικά, ε;» Στην τελευταία του πρόταση, η ειρωνεία με την οποία είχε ντύσει το επιφώνημα μαζί με το ερωτηματικό ήταν περισσότερο κι από φανερή. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα ξεκίνησε ξανά. Αλλά τώρα δεν ήταν καθόλου ειρωνικός. Ήταν το ίδιο με τις δεκατρείς του Αυγούστου του 1961, τέσσερα χρόνια πριν, όταν τον είχαν ξυπνήσει στις τρεις τα ξημερώματα χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του κουπέ του, καθώς βρισκόταν στο τραίνο για το Κίελο, για να του πουν ότι έμαθαν πως οι δίοδοι εισόδου και εξόδου μεταξύ των δύο πόλεων κλείνουν. Κι ότι οι άνδρες του ανατολικογερμανικού στρατού κυκλώνουν τους Δυτικούς τομείς της πόλης μ’ ένα παχύ αγκαθωτό πλεχτό σύρμα. Και τότε, όταν την ίδια μέρα το πρωί κατέβηκε στον πρώτο επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό και ζήτησε να του διαθέσουν την υπηρεσιακή τηλεφωνική συσκευή, για να ξεκινήσει να τηλεφωνεί -με τον κατάπληκτο σταθμάρχη να τον κοιτά- στη μισή δυτικογερμανική ηγεσία, αλλά και σε άλλους τόσους φίλους και συγγενείς, γιατί δεν ήξερε ποιος απ’ όλους τους δέκα χιλιάδες Δυτικοβερολινέζους αλλά και Ανατολικοβερολινέζους που εργάζονταν άλλοι στην Ανατολή κι άλλοι στη Δύση, ανεξάρτητα από τη σταθερή κατοικία του καθ’ ενός, θα προλάβαινε να επιστρέψει ή θα παρέμενε εκεί που ήταν, καθώς η πόλη μαζί με τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων της θα διαλυόταν μέσα σε λίγες ώρες, τότε, λοιπόν, ήταν σταθερός, ήρεμος και ίσος. Όπως τώρα: «Κύριε πρόεδρε. Γνωρίζω πολύ καλά τι συνέβη. Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να έχω τις δικές μου απόψεις για το ζήτημα των χωρικών υδάτων. Να μη σταθούμε όμως σε μια τέτοια λεπτομέρεια, που λεπτομέρεια δεν είναι βέβαια, αλλά να μη σταθούμε σε αυτή, όπως ήδη είπα. Το πρόβλημα βρίσκεται σε άλλο σημείο. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι Βερολινέζοι δεν θα ανεχθούν πολλούς Φέχτερ ακόμη. Φρονώ ότι σας είναι κατανοητό αυτό μια που» «Δεν το κατάλαβα αυτό κύριε Δήμαρχε…» τον διέκοψε ο Ούλμπριχτ με σταθερή κι έντονη φωνή. Ο Βίλλι Μπραντ έκανε μια κίνηση δυσφορίας κοιτώντας προς τα πάνω και συνέχισε: «Έλεγα, πριν με διακόψετε, ότι σας είναι πραγματικά κατανοητό το γιατί οι Βερολινέζοι δεν είναι σε θέση ν’ ανεχθούν πολλούς Φέχτερ ακόμη. Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε, αλλά τα τριαντάφυλλα δίπλα στο σημείο του Τείχους που έπεσε νεκρός δε λένε να μαραθούν, και πιστέψτε με, δεν τ’ ανανεώνω ούτε εγώ, ούτε κανένας κρυφός πράκτορας του Δήμου…» και γέλασε ήρεμα θέλοντας να σπάσει το ατσάλι

12


που ήδη υπήρχε ανάμεσά τους και συνέχισε «Θεωρώ ότι έχουμε κάνει πολλά και σημαντικά βήματα για τη συνύπαρξή μας κύριε πρόεδρε. Ας μην αρχίσουμε να βαδίζουμε προς τα πίσω τώρα… στο κάτω κάτω κι οι δύο το καλό του ίδιου λαού δε θέλουμε; Ποιο το όφελος λοιπόν…» ολοκλήρωσε ενώ είχε αλλάξει τον τόνο της φωνής του και είχε γίνει φιλικός κι ευχάριστος. Πολύ θα ήθελε στην θέση των λέξεων «που έπεσε νεκρός» να είχε πει «που τον αφήσατε και ξεψύχησε σαν το σκυλί, αβοήθητος δυο ολόκληρες ώρες», αλλά δεν το έκανε. «Ναι. Καταλαβαίνω. Εσείς με καταλαβαίνετε;» ρώτησε ο Ούλμπριχτ. Συνέχισε όμως να μην καταλαβαίνει πώς γίνεται ο Βίλλι Μπραντ να θέλει να δείχνει τόσο αφελής κι ευκολόπιστος όσο έδειχνε για τις αθέατες πλευρές αυτής της ιστορίας, αλλά αποφάσισε να μην ψάξει τώρα το πώς και το γιατί. Άλλωστε δεν τον συνέφερε επί της ουσίας να ψάξει το πώς και το γιατί. Η εύκολη αποδοχή της ερμηνείας «Ανατολικογερμανοί πολίτες που ήταν κατάσκοποι της Δύσης και άρα η Ανατολική Γερμανία έχει κάθε δικαίωμα να τους κάνει ό,τι θέλει», ήταν γι’ αυτόν το καλύτερο δώρο απ’ όλα. Κι αυτό ο Βίλλι Μπραντ το ήξερε. Και του το δώρισε χωρίς δεύτερη συζήτηση. Ακόμη κι αν το δώρο ήταν περιτυλιγμένο με το πλαστικό της ειρωνείας. Αλλά εκτός απ’ αυτό, ο ίδιος ο Βίλλι Μπραντ ήθελε να κερδίσει χρόνο. Για να μπορέσει να μάθει κι αυτός με τη σειρά του, γιατί δεν είχε ενημερωθεί από κανέναν για την απόπειρα διαπραγμάτευσης. Ανεξάρτητα από το αν αυτή είχε πάει κατά διαόλου, όπως ήταν εμφανές. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που ήθελε να μάθει, ήταν, γιατί οι Αμερικανοί κόπτονταν τόσο πολύ, όπως ήταν επίσης εμφανές, για εκείνη την οικογένεια. Απλά επειδή ήταν ένας Αμερικανός πολίτης ανάμεσά στους δραπέτες; Μα δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Την οποία σίγουρα δε θα τη μάθαινε από τον Βάλτερ Ούλμπριχτ. «Σας καταλαβαίνω απολύτως κύριε πρόεδρε. Γερμανοί είμαστε κι οι δύο. Μαζί θα πορευτούμε» του απάντησε ο Βίλλι Μπραντ. Ο Ούλμπριχτ έμεινε σιωπηλός. Στο κάτω κάτω έναν Γερμανό πολιτικό, και σοσιαλιστή και γνωστό ειρηνιστή είχε απέναντί του. Όχι κανέναν άξεστο αμερικανό στρατιωτικό του χειρότερου είδους κιόλας… Ένα κενό στεκόταν μεταξύ των δύο ανδρών, κι έμεινε εκεί όσο χρειαζόταν, μέχρι να ετοιμάσουν κι οι δύο την επόμενη φράση τους. «Κύριε Δήμαρχε ακούστε.» «Παρακαλώ» «Δεν θα ήθελα τους Αμερικανούς εδώ πέρα, να ζητάνε πράγματα που δεν στέκουν… Οι Γερμανοί πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας που διαπράτουν εγκλήματα στην Ανατολική Γερμανία είναι εσωτερική υπόθεση της τελευταίας, δεν είναι; Αν Αμερικανοί, Άγγλοι, Γάλλοι κι άλλοι αντιστοίχως συνεχίσουν έτσι, πώς θα ρυθμίσουμε εσείς κι εγώ τα δικά μας προβλήματα… Έχουμε βρει τρόπους να μπορούν οι πολίτες μας να συνυπάρχουν μια χαρά, όπως είπατε κι εσείς. Γιατί πρέπει να μπαίνουν άλλοι στη μέση…» ολοκλήρωσε ο Ούλμπριχτ. «Καταλαβαίνω…» είπε ξανά ο Βίλλι Μπραντ αφήνοντας την φράση του στην μέση. Ένα μικρό κενό φάνηκε πάλι. Έφυγε όμως γρήγορα. «Χάρηκα που τα είπαμε, κύριε Δήμαρχε. Θα δώσω ένα τέλος σ’ όλα αυτά και περιμένω το ίδιο και από εσάς…» είπε ο Ούλμπριχτ αφήνοντας λίγο χώρο στο τέλος για το συνομιλητή του. «Πολύ καλά κύριε πρόεδρε… Τιμή μου κι ευχαρίστησή μου που μιλήσαμε σήμερα. Και θα ήθελα να επαναληφθεί αυτό, όποτε εσείς θελήσετε. Να είναι μια αρχή για τη Γερμανία αυτό το τηλεφώνημα… Καλημέρα σας κύριε πρόεδρε.» «Καλημέρα σας κύριε Δήμαρχε.» Ο Βάλτερ Ούλμπριχτ έκλεισε τη γραμμή. Ο Βίλλι Μπραντ ακούμπησε κι αυτός το ακουστικό στη συσκευή του. Λίγο αργότερα, αφού πέρασε αρκετά λεπτά κοιτώντας τη μικρή πράσινη πλατεία εκεί μπροστά, έξω από το παράθυρο του Δημαρχείου του Schönenfeld, πάτησε το λευκό κουμπί της ενδοσυνεννόησης και ζήτησε από την Ούρλικε να καλέσει τον στρατηγό Χιούστον στο σπίτι του. Ούτε εννιά το πρωί δεν ήταν ακόμη, και ήξερε ότι το πιθανότερο ήταν να βρει το στρατηγό εκεί. Το σπίτι του στρατηγού ήταν στο Kreuzberg, κοντά στο Checkpoint Charlie, σε μια μονοκατοικία με το σαλόνι και την κουζίνα κάτω, και με μια εσωτερική ξύλινη σκάλα που έτριζε καθώς οδηγούσε επάνω, στην κρεβατοκάμαρα μ’ ένα μικρό μπάνιο δίπλα της. Η κουζίνα είχε ένα μεγάλο παράθυρο και μια πόρτα που έβγαζε σ’ ένα μικρό κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μόνος του είχε επιλέξει να μένει σ’ αυτή τη μικρή μονοκατοικία, χωρίς οικονόμο ή άλλο βοηθητικό προσωπικό. Στον ίδιο δρόμο με το σπίτι του υπήρχαν δύο μπυραρίες, ένα καπνοπωλείο που είχε κι εφημερίδες, ένα μπακάλικο, ένας φούρνος ανοιχτός λίγες ώρες την ημέρα, κυρίως το πρωί, κι ένας τύπος με καρότσι που χειμώνα - καλοκαίρι

13


πούλαγε παχιά λουκάνικα bratwurst, βουτηγμένα σε κόκκινο πιπέρι και μουστάρδα μαζί με μια φέτα λευκό ψωμί. Σε μια από τις δύο μπυραρίες, νωρίς το πρωί πάντα, μπορούσες να παραγγείλεις ένα πλατύ πιάτο με γλυκά και αλλαντικά μαζί με καφέ. Κάτι σαν πρωινό, ικανό να σου δώσει δυνάμεις μέχρι το απόγευμα. Το Kreuzberg επέμενε στο χρώμα της πέτρας και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Ακόμη κι όταν εμφανιζόταν εκείνος ο λαμπερός αλλά όχι θερμός καλοκαιρινός ήλιος του Βερολίνου, που σου επέτρεπε να διακρίνεις καθαρά το καφέ στις προσόψεις των κατοικιών, και τόνιζε τις ήδη έντονες, συνήθως με κόκκινα ή πορφυρά γράμματα σε μαύρο φόντο, φτιαγμένες για να διακρίνονται μέσα στις ζώνες του γκρι του χειμώνα, ξύλινες κρεμαστές επιγραφές των καταστημάτων. Αυτό που άρεσε του στρατηγού Χιούστον στο Kreuzberg ήταν η ησυχία της παλιάς συνοικίας, που σου επέτρεπε να ξεχωρίζεις τον ήχο των βημάτων των φτηνών φθαρμένων παπουτσιών πάνω στο καλντερίμι. Γιατί μαζί μ’ αυτό, και με τη μυρωδιά του καφέ που ετοιμαζόταν στην καφετιέρα μεταλλικού φίλτρου που διατηρούσε στην κουζίνα του, διάβαζε καθιστός στον καναπέ την Herald Tribune της προηγούμενης, που του άφηνε το τζιπ κάθε μέρα έξω απ’ την πόρτα. Το τηλέφωνο είχε κουδουνίσει ήδη δύο φορές, όταν αποφάσισε να φορέσει τις παντόφλες του για να πάει να σηκώσει το ακουστικό. «Ναι…» «Ο στρατηγός Πωλ Χιούστον;» Τ’ αγγλικά που άκουσε είχαν γερμανική προφορά. «Ποιος είναι παρακαλώ;» «Βίλλι Μπραντ.» Ο στρατηγός ξερόβηξε και κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο τραπεζάκι του τηλεφώνου στο διάδρομο. Ακούμπησε την εφημερίδα στα γόνατά του κι έβγαλε τα γυαλιά του. «Δήμαρχε… συγγνώμη που δεν σας κατάλαβα, αλλά βλέπετε…» «Δεν υπάρχει πρόβλημα στρατηγέ μου…» τον διέκοψε ο Βίλλι Μπραντ και συνέχισε: «Υπάρχει κάτι για το οποίο θα ήθελα να σας απασχολήσω.» «Σας ακούω.» «Τι ακριβώς συμβαίνει με τους επιζώντες της λίμνης Wannsee στρατηγέ; Είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να έχω ενημερωθεί; Ή οι απέναντι τα έχουν χαμένα, μια που έτσι όπως πάνε στο τέλος θα τους μείνουν οι αστυνομικοί να φρουρούν ακατοίκητα σπίτια;» Ο στρατηγός γέλασε δυνατά. Δεν απάντησε, όμως, αμέσως. Άφησε λίγο χρόνο να περάσει. «Ακούστε κύριε Δήμαρχε… Προσπαθούμε να τους μαζέψουμε όλους… Δεν ήταν μόνο ο άνδρας και το μικρό αγόρι στη βάρκα… ήταν κι άλλοι.» «Αυτό το ξέρω. Ήταν τέσσερις συνολικά, έτσι δεν είναι; Ο Τζον Γουάγκστερ, ο Πήτερ Γουάγκστερ, η Εύα Γουάγκστερ κι ένα βρέφος. Αυτοί δεν ήταν ή κάνω λάθος;» «Αυτοί ήταν.» «Ο Τζον Γουάγκστερ είναι Αμερικανός πολίτης. Ο Πήτερ Ανατολικογερμανός, η Εύα επίσης, και το βρέφος επίσης, ναι;» «Μάλιστα.» «Θα σας πείραζε να τα πούμε λίγο από την αρχή, για να ξέρουμε τι μας γίνεται;» «Όχι, κύριε Δήμαρχε. Είμαι στη διάθεσή σας.» Ο στρατηγός Χιούστον είχε περάσει από πολλές ανακρίσεις στη ζωή του. Μη εξαιρουμένης και αυτής που του χάρισε το “Σταυρό Εξαιρέτων Πράξεων” και το “Ασημένιο Άστρο”, όταν δραπέτευσε μέσα από τα χέρια των SS μια κατάμαυρη νύχτα με άγρια βροχή κοντά στη Γαλλική πόλη Mortain, αφού έκοψε τις καρωτίδες τριών απ’ αυτούς ελευθερώνοντας έτσι πέντε συμπολεμιστές του κατά τη διάρκεια του Πολέμου, είκοσι περίπου χρόνια πριν. Τότε, οι τρεις μαυροντυμένοι με τις νεκροκεφαλές στα πέτα αξιωματικοί, ξεκομμένοι από την αγέλη τους, την 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Panzer SS, τον ανέκριναν επί δύο ημέρες, την 7η και την 8η Αυγούστου του 1944, δείχνοντας μια επιμονή στη μέθοδο της κλοτσιάς με την μύτη της μπότας πάνω στην κλείδωση, πίσω από το γόνατο του δεξιού ποδιού, ή και λίγο πιο πάνω, κάπου εκεί στην κρεάτινη μάζα του μυός. Χωρίς να παραλείψουν τις γροθιές στα μάτια ή τις σφαλιάρες με τη χούφτα να σκάει ακριβώς πάνω στ’ αυτιά ή τις εικονικές εκτελέσεις, μαζί με τον ακρωτηριασμό δύο δακτύλων ενός εκ των πισθάγκωνα δεμένων στρατιωτών του τότε λοχαγού Χιούστον. Ο στρατιώτης έχασε τις αισθήσεις του αμέσως. Αλλά ο λοχαγός όχι, παρόλο που δύσκολα συγκρατούσε τον εμετό λίγο πριν πάρει σειρά για μια πιθανή δική του λιποθυμία. Αφού είδαν κι απόειδαν ότι το μόνο που είχε να τους πει ήταν τ’ όνομά του και το βαθμό του, και όχι τις θέσεις στρατοπέδευσης, και, κυρίως, τον αριθμό των ταγμάτων οχημάτων με αντιαρματικά πυροβόλα, όπως

14


θα ήθελαν, αποφάσισαν να του σκίσουν το παντελόνι, κι αφού του ίσιωσαν το ίδιο εκείνο δεξί πόδι πάνω σ’ ένα λασπωμένο βράχο, ένας απ’ αυτούς πήδηξε ολόκληρος πάνω στο γόνατο αλαλάζοντας. Ο Πωλ ούρλιαξε κι η φωνή του αντήχησε μέσα στο καταπράσινο δάσος, ενώ ταυτόχρονα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν τις ξαναβρήκε ήταν νύχτα πια, και καθώς άνοιξε τα μάτια του, είδε τους δύο να κοιμούνται πάνω σε σωρούς από πράσινα υγρά φύλλα, και τον τρίτο να χασμουριέται αδιάκοπα ακουμπισμένος σ’ ένα κορμό δέντρου σε λιγότερο από τριάντα εκατοστά απόσταση απέναντί του. Ανασηκώθηκε και τράβηξε τον ακουμπισμένο στο δέντρο από το χέρι, έτσι όπως τραβάς κάποιον για να του πεις κάτι. Ο Πωλ φαντάστηκε τον εαυτό του σαν πηγάδι που ζωντανεύει κι αποφασίζει να τραβήξει αυτόν που πίνει νερό μέσα του, μπας και ξεδιψάσει και το ίδιο κάποτε. Έτσι, τον έσυρε πάνω του με μια αργή κίνηση, χωρίς ο άλλος να προλάβει ν’ αντιδράσει, μια που ενώ ο Πωλ του έστριβε το σβέρκο μέχρι ν’ ακουστεί το θρυμμάτισμα του θανάτου, ο άλλος ακόμη αναρωτιόταν τι κάνει αυτός ο νεκρός που τον τραβά απ’ το χέρι. Δευτερόλεπτα μετά, ο Πωλ του έβγαλε το μαχαίρι απ’ τη ζώνη, κι επειδή ήθελε να είναι σίγουρος για τα ζώα που είχαν ξεφύγει από την αγέλη τους, έκοψε τις καρωτίδες και των τριών. Στον πρώτο από τους δύο, που πέρασε από τον ύπνο στο θάνατο απευθείας, του έκοψε την καρωτίδα μουγκρίζοντας, ενώ λίγο έλειψε, έτσι αφηνιασμένος όπως ήταν, να του κόψει το κεφάλι σύρριζα. Στον δεύτερο, ο οποίος πρόλαβε να ξυπνήσει από την ασφυξία που του προκαλούσε μια αρβύλα που πάταγε με όλο το βάρος ενός σπασμένου ποδιού πάνω στο καρύδι του λαιμού του, γύρισε, δευτερόλεπτα αφότου το αίμα ανάβλυζε από τον ανοιχτό φάρυγγά του πρώτου, και βύθισε τη λάμα του μαχαιριού στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς, και τραβώντας το, έτσι όπως τραβάς ένα σκουριασμένο χειρόφρενο, το έφτασε μέχρι τη δεξιά πλευρά και το έβγαλε από ’κει. Αμέσως μετά έκοψε και την καρωτίδα. Στον τρίτο, σ’ αυτόν που του είχε σπάσει το σβέρκο εξ αρχής, δεν θυμόταν τι έκανε. Πάντως κι αυτός με κομμένο λαιμό βρέθηκε. Κι έτσι, λίγο αργότερα, με το ίδιο μαχαίρι, και με το αίμα ζεστό στο πρόσωπο στα χέρια και στα ρούχα του, έκοψε και τα σκοινιά που κρατούσαν αιχμάλωτους τους πέντε στρατιώτες του. Ώρες μετά, καθώς έφταναν τρέμοντας και σέρνοντας σ’ ένα από τα στρατόπεδα του Ζ΄ Σώματος Στρατού, πριν οι άλλοι ακούσουν την ιστορία που σίγουρα θα είχαν να τους πουν ο λοχαγός Χιούστον και οι πέντε φαντάροι του, τους ανήγγειλαν πως όλα ήταν εντάξει. Τα αντιαρματικά πίσω από τους λόφους είχαν καθηλώσει και είχαν αποδεκατίσει τα Γερμανικά τανκ. Η Επιχείρηση Lüttich, η τελευταία απόπειρα του Χίτλερ να επανακτήσει τμήμα του μετώπου της Γαλλίας μετά την απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία, καθώς προσπαθούσε να βρει διέξοδο στη θάλασσα πίσω από την πόλη της Avranches, είχε αποτύχει εν τη γενέσει της. Άφωνοι οι πέντε στρατιώτες μαζί με το λοχαγό τους κατάφεραν να συρθούν μέχρι τη σκηνή του νοσοκομείου, για να λιποθυμήσουν εκεί. Για αυτήν όμως εδώ την ανάκριση από τον Βίλλι Μπραντ δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε. Αν κι αυτός ο τελευταίος τα ήξερε όλα αυτά. Ήξερε ότι από το στρατηγό Χιούστον δεν παίρνεις κουβέντα. Άλλωστε η προηγούμενη ιστορία κυκλοφορούσε σα μύθος στους στρατιωτικούς κύκλους του Βερολίνου. Αλλά κάτι έπρεπε να κάνει. Κάπως έπρεπε να του εκμαιεύσει στοιχειώδεις πληροφορίες για το τι πραγματικά απέγιναν και, κυρίως, για το ποιοι αληθινά ήταν οι δραπέτες της λίμνης Wannsee εκείνη τη νύχτα. Έτσι ο Βίλλι Μπραντ αποφάσισε ν’ ακολουθήσει κλασικές μεθόδους. Ξανά η αφήγηση από την αρχή. Μήπως και καταφέρει κι ο ίδιος να εντοπίσει κάτι που δεν είχε προσέξει. «Λοιπόν, στρατηγέ μου. Ο Τζον και ο Πήτερ έφτασαν μέχρι την εδώ πλευρά, ενώ η Εύα και το βρέφος έμειναν στην από ’κει. Διορθώστε με όπου κάνω λάθος ή διακόψτε με, όπου έχετε κάποια παρατήρηση. Η βάρκα τους κόπηκε στα δύο και ο Τζον και ο Πήτερ κατάφεραν, όπως είπα και πριν, να κολυμπήσουν μέχρι την ακτή της λίμνης στην πλευρά του Δυτικού Βερολίνου, στο δικό σας τομέα. Εκεί τους μαζέψατε εσείς. Η Εύα κολύμπησε μαζί με το μωρό ή τέλος πάντων τη μάζεψαν οι Ανατολικογερμανοί και δεν κατάφερε να φτάσει μέχρι εδώ. Εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια: ότι οι Ανατολικοί ξεκίνησαν να πυροβολούν, όταν η βάρκα βρισκόταν ήδη στα Δυτικά χωρικά ύδατα καθώς ο» «Ας μη μείνουμε σ’ αυτό Δήμαρχε. Κανείς δεν μπορεί ν’ αποδείξει τίποτε πάνω σ’ αυτό.» τον διέκοψε ο στρατηγός. «Εντάξει. Δε θα έμενα σ’ αυτό, αλλά από κάπου πρέπει να πιαστούμε για να διεκδικήσουμε» συνέχισε ο Βίλλι Μπραντ, αλλά ο στρατηγός τον διέκοψε πάλι. «Τι να διεκδικήσουμε Δήμαρχε; Συγγνώμη που σας διακόπτω και πάλι, αλλά τι να διεκδικήσουμε… Είχα σκοπό ν’ αναφερθώ στο ζήτημα, αλλά με προλάβατε. Δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τίποτε. Άλλη μια οικογένεια κόπηκε στα δύο. Αυτό είναι όλο.» «Εντάξει. Καταλαβαίνω στρατηγέ. Άλλωστε… μάλλον… θέλετε να γίνω κυνικός, για να σας δώσω να καταλάβετε τι εννοώ; Λοιπόν… Τι με νοιάζει εμένα… Αυτή είναι η φράση που θα μπορούσα

15


να σας αντιτείνω. Τι με νοιάζει εμένα… Αμερικανική οικογένεια είναι στην πραγματικότητα. Κι η σύζυγος και τα παιδιά μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν Αμερικανοί μια που ο πατέρας είναι Αμερικανός, ναι; Οπότε, ας το αφήσουμε εδώ.» «Πού θέλετε να καταλήξετε, κύριε Δήμαρχε;» Ο Βίλλι Μπραντ δεν είχε άλλα όπλα. Η συζήτηση είχε αρχίσει να μην έχει στόχο και οι πληροφορίες που έπαιρνε ήταν μηδαμινές. Αποφάσισε ν’ αποκαλύψει στο στρατηγό το προηγούμενο τηλεφώνημα. «Ακούστε στρατηγέ. Πριν από λίγο… Είστε καθιστός στρατηγέ μου; Γιατί ετοιμάζομαι να σας πω κάτι που, αν μείνουμε σ’ αυτό, θ’ αρχίσουμε να μιλάμε για την Ιστορία… Θα σας το πω λοιπόν αλλά θα το διαγράψετε για να μπορέσουμε μετά να μιλήσουμε για το κυρίως θέμα. Εντάξει;» «Για όνομα του Θεού… θα μου πείτε;» «Πριν από λίγο, λοιπόν, μου τηλεφώνησε ο Βάλτερ Ούλμπριχτ. Ναι, καλά ακούσατε, ο Βάλτερ Ούλμπριχτ.» «Δε λέτε αλήθεια Δήμαρχε…» «Θα μείνουμε τελικά σ’ αυτό, ε;» «Όχι… Αλλά… Τελικά η Ιστορία γράφεται πιο απλά απ’ ότι φαίνεται… Πείτε μου τώρα…» Ο στρατηγός κοίταξε ψηλά την οροφή του σπιτιού. Κι από μέσα του παρακάλεσε τον εαυτό του να κρατήσει την πίεσή του σε χαμηλά επίπεδα. Πρώτον, γιατί αυτή η ανακοίνωση από τηλεφώνου τον είχε αιφνιδιάσει απόλυτα· κι όχι τόσο το ίδιο το περιεχόμενό της, αλλά το ότι ειπώθηκε από το τηλέφωνο· και δεύτερον, γιατί όσα έγιναν, κι όσα θ’ ακολουθούσαν, είχε αρχίσει να τα προβλέπει. «Ο Βάλτερ Ούλμπριχτ, λοιπόν» ξεκίνησε ο Βίλλι Μπραντ «μου είπε σ’ έξαλλη κατάσταση να μην του ξαναστείλω, λέει, κάτι στρατιωτάκια να του ζητάνε ανταλλαγές κατασκόπων από το πουθενά και άλλα συναφή και σχετικά ακατανόητα τολμώ να πω... Κι επειδή, τώρα όμως θα το τονίσω, στο τηλέφωνο ήταν ο ίδιος κι όχι ως συνήθως ο πρέσβης της Σοβιετικής Ένωσης, έχετε την καλοσύνη να μου πείτε τι συμβαίνει; Γιατί εγώ συγκρατώ τους Γερμανούς πολίτες μέσα στο κομμάτι της πόλης που ονομάσατε Δυτικό Βερολίνο στρατηγέ μου, όχι εσείς. Είμαι σύμμαχός σας σ’ αυτή την προσπάθεια, το ξέρετε πολύ καλά. Ξέρετε πολύ καλά ότι η από εδώ πλευρά του Βερολίνου πρέπει να γίνει το προπύργιο της δυτικής δημοκρατίας, ή αν το θέλετε διαφορετικά, ανοιχτή πληγή στο σώμα του Κρεμλίνου. Αλλά αν είναι να κάνετε πράγματα πίσω από την πλάτη μου, δε με βοηθάτε στρατηγέ μου. Ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον. Ούτε τους δικούς σας πολίτες σε τελευταία ανάλυση…» Ο στρατηγός Χιούστον δεν ανεχόταν τις ανοιχτές πληγές. Αν και του άρεσε πολύ η ιδέα της ανοιχτής πληγής στο σώμα του Κρεμλίνου, άλλες ανοιχτές σαν ξεχειλωμένες καρωτίδες πληγές δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί. Ούτε σ’ εκείνον ούτε σε κανέναν άλλον. Ίσως αυτό να ήταν και το αδύνατο σημείο του. Έτσι, αποφάσισε να πει στον Βίλλι Μπραντ κάποια πράγματα. Όχι όλα. «Καταρχήν, να προσευχηθούμε στο Θεό να έχουν μείνει αυτές οι τηλεφωνικές γραμμές απόρρητες, όπως πρέπει να είναι. Αυτές οι ελάχιστες που έχουν απομείνει μεταξύ Ανατολής και Δύσης… Αλλιώς, αυτά που λέμε εμείς, κι αυτά που είπατε με τον προαναφερθέντα πρόεδρο, θα τα διαβάζουν στα πανεπιστήμια στα τμήματα Πολιτικής και Ιστορίας καμιά πενηνταριά χρόνια αργότερα ως αξιοσημείωτα περιστατικά… Συμφωνείτε Δήμαρχε; Να πάρω τα παιδιά στο Langley ένα τηλέφωνο να δω αν ακούνε καθαρά ή να μιλάω πιο αργά;» Ο Βίλλι Μπραντ γέλασε. «Α! Δεν ξέρω στρατηγέ… τι να σας πω… εγώ είμαι ένας απλός Δήμαρχος στρατηγέ μου… καμία σχέση μ’ όλα αυτά που μου λέτε… Τιμή μου που βρίσκομαι ανακατεμένος μ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ένα φίλο είχα ψηλά στην ιεραρχία του κόσμου κι αυτόν τον σκότωσαν στρατηγέ. Ύπουλα και άνανδρα. Τον δολοφόνησαν σαν κουτσό άλογο να το πω καλύτερα ν’ ακουστεί καθαρά. Τα σκουπίδια τους θέλω να βγάζουν οι συμπολίτες μου, χωρίς να πατάνε πάνω σε πτώματα στρατηγέ. Με καταλάβατε; Να το πω πιο αργά να το ακούσουν και τα παιδιά;» Δεν γελούσε πια. Ο στρατηγός είχε θυμώσει. Κυρίως γιατί ήταν στριμωγμένος στη γωνία. Και πολύ μάλιστα. Συνέχισε υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Ο Τζον Γουάγκστερ είναι δικός μας κύριε Δήμαρχε. Περισσότερο δικός μας από τους υπόλοιπους δικούς μας. Ο Πήτερ είναι ο γιος του. Η Εύα είναι η γυναίκα του και το βρέφος είναι το δεύτερο παιδί του. Αυτή η οικογένεια είναι δική μας. Περισσότερο δική μας από τις υπόλοιπες δικές μας. Ότι ανήκει στον Τζον Γουάγκστερ ανήκει στην Κυβέρνηση, κι ο ίδιος ο Τζον Γουάγκστερ επίσης. Και γι’ αυτό θα τους πάρουμε πίσω. Με κάθε τρόπο. Δεν κάνουμε πράγματα πίσω από την πλάτη σας κύριε Δήμαρχε, μην ανησυχείτε. Μόνο που είναι πολύ δικά μας για να τα κοινοποιούμε. Ίσως έπρεπε να είχε γίνει μια ενημέρωση, σ’ εσάς τον ίδιο αποκλειστικά, έχετε

16


δίκιο σ’ αυτό, ρίξτε το άδικο σ’ εμένα, αλλά για όλα τα υπόλοιπα ελπίζω ότι έγινα κατανοητός. Δεν είναι έτσι;» Ο Βίλλι Μπραντ ξεφύσηξε ικανοποιημένος. Όχι απόλυτα ικανοποιημένος, αλλά για το σημείο που είχε φτάσει η συζήτηση του ήταν αρκετό. «Γερμανικές εφημερίδες διαβάζετε στρατηγέ;» «Σπάνια Δήμαρχε… δεν μπορώ να πω ότι είμαι και γνώστης της γλώσσας… ήμουν κάκιστος μαθητής πάντα… ιδίως στις ξένες γλώσσες και τα σχετικά.» «Πάντως, τα σενάρια που έχουν γραφτεί για το περιστατικό της λίμνης τα γνωρίζετε φαντάζομαι. Μόνο για υπόγεια πυρηνικά καταφύγια δεν έχουν μιλήσει ακόμη. Αν με ρωτήσουν πάντως… Ήθελα να πω… Αν συνεχίσουν να με βομβαρδίζουν μ’ ερωτήσεις για το θέμα, θα επιμείνω στην εκδοχή ότι όλοι ήταν Αμερικανοί πολίτες, πράγμα που διαψεύδει η από κει πλευρά λέγοντας το ακριβώς αντίθετο, ότι ήταν Ανατολικογερμανοί πολίτες, και θα συνεχίσω προσθέτοντας ότι το ζήτημα το έχει αναλάβει αποκλειστικά η Αμερικανική Κυβέρνηση. Σωστά;» «Μα αυτό ακριβώς σας είπα κι εγώ.» «Το ξέρω. Αλλά αυτό δε θα καθησυχάσει κανέναν. Ξέρετε… τα πάρε δώσε των δικών σας δικών σας… αλλά και των δικών μας δικών μας κάποιες φορές, δεν αρέσουν στους πολίτες. Ναι μεν το κατανοούν, αλλά το θεωρούν εμπόδιο. Οι από ’δώ βοηθούν τους από ’κεί να δραπετεύσουν για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός της πολιτικής. Όπως, παραδείγματος χάριν, επειδή οι φίλοι δεν είναι δυνατόν να μη βλέπουν τους φίλους, ή οι αδερφοί τους αδερφούς, ή ο ερωτευμένος τη�� αγαπημένη του, πόσο μάλλον οι μητέρες τα παιδιά, ή ακόμη ακόμη, κι αυτό το τελευταίο βάλτε το καλά στο μυαλό σας, ή ακόμη ακόμη, λοιπόν, επειδή δεν μπορούν να πάνε ένα ταξίδι. Μια εκδρομή με το τραίνο μέχρι το Παρίσι για να φάνε ένα παγωτό κάτω από τον πύργο του Eiffel. Κι αν σας φαίνονται ολίγον μελοδραματικά αυτά, πρέπει να καταλάβετε ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είμαι Δήμαρχός τους στρατηγέ. Σας το είπα ξανά αυτό. Τους βλέπω κάθε μέρα να παρελαύνουν στο γραφείο μου. Και να μου παραπονιούνται ότι το Τείχος κόβει τον κήπο τους στη μέση κι αν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Πείτε μου στρατηγέ, μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό;» Ο Βίλλι Μπραντ σταμάτησε απότομα το λόγο του κι άφησε έτσι μετέωρο τον στρατηγό Χιούστον να προσπαθεί, να βρει μια απάντηση. «Δεν το έχτισα εγώ το Τείχος, Δήμαρχε. Αυτός που σας πήρε στο τηλέφωνο το έχτισε. Και, τέλος πάντων, τι ζητάτε δεν έχω καταλάβει… ζητάτε κάτι συγκεκριμένο;» απάντησε ο στρατηγός φανερά ενοχλημένος. «Βεβαίως.» «Τι;» «Ποιος είναι ο Τζον Γουάγκστερ, στρατηγέ;» Ο στρατηγός Χιούστον σηκώθηκε από την πολυθρόνα του διαδρόμου κι άφησε την εφημερίδα να πέσει στο πάτωμα. «Ο Τζον Γουάγκστερ είναι ο πρώτος που του έκοψα το σκοινί που του έσφιγγε τα χέρια· τα χέρια που τους λείπανε δυο δάχτυλα εκείνη τη νύχτα στη γαλλική εξοχή παρέα με τα μαυροντυμένα ζώα Δήμαρχε. Αρκετές δεκάδες μίλια μακριά και κάμποσες ημέρες μετά τη Νορμανδία. Και είναι αυτός που, μια ντουζίνα χρόνια αργότερα, οργάνωσε κι έστησε το ραδιοφωνικό καλωδιακό σταθμό RIAS της τότε ακόμη ενωμένης πόλης σας. Αυτόν από τον οποίον κι εσείς ο ίδιος, φαντάζομαι, μαθαίνατε τη στοιχειώδη αλήθεια. Μήπως» «Κατάλαβα» τον διέκοψε ο Βίλλι Μπραντ. «Μήπως, ήθελα να πω κι αφήστε με να τελειώσω, μήπως γίνομαι κι εγώ μελοδραματικός; Βλέπετε έχουμε δώσει όλοι μας αίμα σ’ αυτόν το γαμη… συγγνώμη… συγγνώμη δεν ήθελα… σ΄ αυτόν τον Πόλεμο…» Ο στρατηγός Χιούστον κάθισε πάλι κι έσκυψε να σηκώσει την εφημερίδα από το πάτωμα ενώ προσπαθούσε ταυτόχρονα να μαζέψει τα γυαλιά του. Ο Βίλλι Μπραντ έβγαλε μιαν ανάσα που κράταγε μέσα του και χαμογέλασε. Πέρασε το χέρι του ανάμεσα απ’ τα μαλλιά του. Τώρα ήταν απόλυτα ικανοποιημένος. Είχε μάθει αυτό που ήθελε. Κι αυτός ήταν ο στόχος του από την αρχή. «Κατάλαβα, στρατηγέ, κατάλαβα…» ξεκίνησε ήρεμα, θέλοντας να τον διευκολύνει, αφού είχε πάρει την ομολογία του. Και συνέχισε: «Δε χρειάζεται να μου ζητάτε συγγνώμη για τίποτε… για όνομα του Θεού, καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα φαντάζεστε… άλλωστε κι εγώ στη Νορβηγία τα μαύρα εκείνα χρόνια τα πέρασα κρυμμένος πίσω από μια διπλή ζωή… έχω φροντίσει κι έχω κρύψει πολλούς...» «Εντάξει Δήμαρχε…» «Είστε Βερολινέζος τελικά μετά απ’ όλα αυτά στρατηγέ, ναι;» «Όλοι είμαστε Βερολινέζοι αυτό τον καιρό Δήμαρχε. Το είχε πει άλλωστε και ο προσωπικός σας φίλος και πρώην πρόεδρός μου αυτό…»

17


«Αυτό είναι αλήθεια… Θέλω μόνο να σας πω ότι θα προσπαθήσω να σας διευκολύνω όσο μπορώ σ’ αυτή την ιστορία.» «Σας ευχαριστώ.» «Κι εγώ για την πρωινή κουβέντα.» Κατέβασαν κι οι δύο τα ακουστικά τους ταυτόχρονα.

18


4 Αύγουστος, αλλά στο Βερολίνο είχε ψύχρα. Πρωί ακόμη, κι ο ελάχιστος γερμανικός ήλιος κρεμόταν σαν ασημένιο ταψί στον ουρανό πίσω από τ’ αδιαπέραστα παχιά σύννεφα. Δεν είχε προλάβει ν’ απλώσει την ελαφριά έστω ζέστη του πάνω στην πόλη. Το Jeep Kaiser έφτασε στη Friedrichstrasse και σταμάτησε στο συνοριακό έλεγχο του Τείχους. Στο σημείο απ’ όπου διπλωμάτες, στρατιωτικοί, και άλλα κυβερνητικά στελέχη περνούσαν από το Ανατολικό στο Δυτικό και αντίθετα. Πέρασε στο Δυτικό Βερολίνο και μετά από λίγο στάθμευσε έξω από το σπίτι του στρατηγού Χιούστον. Διοικητή της Αμερικανικής Αποστολής. Ο Τζόναθαν κατέβηκε από το τζιπ και δεν πρόλαβε να χτυπήσει το κουδούνι. Ο στρατηγός άνοιξε την πόρτα μόνος του. Και δεν ρώτησε τον Τζόναθαν ούτε αν θέλει κάτι να πιει ή να φάει ούτε του είπε καλημέρα ούτε τίποτε άλλο. Τον πέρασε περπατώντας γρήγορα από το διάδρομο και του έδειξε μια πολυθρόνα στο σαλόνι. Μπήκε κι ο ίδιος μαζί του μέσα. Έκλεισε πίσω του με δύναμη τη συρόμενη πόρτα με τα γυάλινα τετράγωνα που οι πλευρές τους ορίζονταν από λεπτές ξύλινες γραμμές, κάνοντάς τη να τρίξει ανατριχιαστικά καθώς την έσερνε. Ο Τζόναθαν κάθισε στην πολυθρόνα κι ο στρατηγός έμεινε όρθιος ακριβώς από πάνω του. Υπήρχε έντονη μυρωδιά από φρέσκο καυτό καφέ κι από ζεστό ακόμη ψωμί παντού μέσα στο σπίτι, αλλά η ατμόσφαιρα δεν ήταν καθόλου ήρεμη. Ο Τζόναθαν περίμενε. «Δε μου λες, παιδί μου» ξεκίνησε ο στρατηγός, αλλά σταμάτησε απότομα τη φράση του καθώς στράφηκε στο παράθυρο που έβλεπε το δρόμο. Δύο δευτερόλεπτα με την μυρωδιά του καφέ. Ξαναγύρισε στον Τζόναθαν και ξεκίνησε πάλι. «Μην ανησυχείς. Δεν κοίταξα αν είναι κάποιος απ’ έξω. Απλά προσπαθώ να συγκρατηθώ. Καταλαβαίνεις;» «Μάλιστα κύριε.» «Τι καταλαβαίνεις;» «Δεν ξέρω κύριε…» «Ω Θεέ μου, Θεέ μου! Το ξέρεις ότι εγώ προσωπικά σε πρότεινα γι’ αυτή την λεπτή αποστολή, την οποία πέταξες στη λάσπη σα σημαδεμένο κωλόχαρτο κάποιας γαμημένης παρτίδας πόκερ πριν από λίγη ώρα;» «Όχι κύριε, αυτό δεν το ήξερα…» «Ποιο απ’ όλα δεν ήξερες παιδί μου, ότι εγώ σε πρότεινα ή ότι την πέταξες στην λάσπη ή και τα δύο;» «Ότι εσείς με προτείνατε…» «Άρα συμφωνείς ότι την πέταξες στη λάσπη» «Μάλιστα, κύριε.» «Και ποιος θα τη βγάλει τώρα από τον πάτο της λάσπης παιδί μου; Εγώ ή εσύ; Ή μήπως ο πρόεδρος του κράτους που σ’ έχει για στρατιώτη;» «Δεν ξέρω κύριε…» Ο στρατηγός είχε ηρεμήσει κάπως σε σχέση με πριν. Απέναντί του έχει έναν ταγματάρχη κι όχι κάποιον λοχία. Κι αυτό τον έκανε να μετρήσει δυο φορές τα νεύρα του πριν συνεχίσει. Κάθισε στη δεύτερη πολυθρόνα που υπήρχε μπροστά από τον Τζόναθαν. «Μπορείς να μου περιγράψεις τι ακριβώς συνέβη;» Ο Τζόναθαν πήρε μια ανάσα και κατάφερε ν’ απαντήσει. «Έχασα την ψυχραιμία μου, κύριε. Την έχασα εντελώς. Τον άκουγα να μου λέει ότι εμείς τον προδώσαμε, ενώ» «Ενώ τι… έχεις την στοιχειώδη επίγνωση του ποιος ήταν αυτός με τον οποίον είχες την μια και μοναδική ευκαιρία να μιλήσεις στη ζωή σου; Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί αυτή η ιστορία είχες ή έχεις την στοιχειώδη επίγνωση του ποιος ήταν και του ποιος είναι αυτός με τον οποίον μίλησες; Το ότι θα μπορείς να διηγείσαι και στα εγγόνια σου αυτή την ιστορία, ανεξάρτητα από τις μαλακίες που σου λέει ένας μαλάκας γέρος αυτή τη στιγμή, το έχεις συνειδητοποιήσει;» ρώτησε ο στρατηγός διακόπτοντάς τον. «Τώρα το έχω, κύριε… ζητώ ειλικρινά συγγνώμη …» «Για την ολοκαίνουρια κρίση μεταξύ Ανατολής και Δύσης που είναι πάλι προ των πυλών, ποιος θα ζητήσει συγγνώμη παιδί μου; Εγώ ή εσύ; Πέρα από τα ψυχολογικά σου προβλήματα, μπορείς να μου

19


περιγράψεις τι ακριβώς συνέβη ή να επικαλεσθώ ψυχολογικούς λόγους και να κάτσω να με πηδήξουν δυο πρόεδροι εκ των οποίων ο ένας είναι και κομμουνιστής του κερατά;» του απάντησε ο στρατηγός ενώ έχανε ξανά την ψυχραιμία του. Ο Τζόναθαν ένιωσε θιγμένος. Το λάθος ήταν δικό του, αλλά όχι και σ’ αυτό το σημείο. «Ακούστε κύριε. Ακούστε με μέχρι να ολοκληρώσω και μετά απαγγείλατέ μου την όποια ποινή αλλά ακούστε με πρώτα μέχρι τέλους»

20


5 Ο Ανατολικογερμανός στρατιώτης που περιφερόταν μπροστά από την παχιά λευκή μεταλλική μπάρα με τις κόκκινες γραμμές των συνόρων στο Checkpoint Charlie, το ίδιο εκείνο πρωινό, είδε μία μαύρη Cadillac με την Αστερόεσσα πάνω από τo δεξιό τροχό και τη σημαία των Πεζοναυτών πάνω από τον αριστερό, να πλησιάζει ανάμεσα σε δύο Jeep Kaiser από το βάθος του δρόμου, πίσω από τα διαχωριστικά τις Δυτικής πλευράς. Οι δυο σημαίες κυμάτιζαν πλαταγίζοντας δεμένες στ’ ασημένια ατσάλινα κοντάρια τους που άστραφταν στο λευκό φως του Βερολίνου. Αυτό όμως που έκανε το στρατιώτη να πιάσει αμέσως το ακουστικό για ν’ αναφέρει αυτό που έβλεπε στον Υπεύθυνο Φρουράς της βάρδιας του, δεν ήταν η εντυπωσιακή αυτοκινητοπομπή, αλλά η βιασύνη που φαινόταν να υπάρχει στην κίνηση της Cadillac, έτσι όπως ανακαθόταν βαριανασαίνοντας πάνω στις αναρτήσεις της, περνώντας χωρίς να μειώσει ταχύτητα πάνω από τα πρόχειρα στρωμένα αναχώματα της Δυτικής ασφάλτου. Οι μπάρες από απέναντι σηκώθηκαν γρήγορα και ξανάκλεισαν το ίδιο γρήγορα, μέχρι που τ’ αυτοκίνητα έφτασαν στο πρώτο φυλάκιο της Ανατολής. Δυο - τρεις στρατιώτες με τα οπλοπολυβόλα προτεταμένα, καθώς κι ένας αξιωματικός με την παλάμη του ακουμπισμένη στη θήκη του πιστολιού του βγήκαν από το φυλάκιο. Τ’ αυτοκίνητα είχαν ακινητοποιηθεί με αναμμένες μηχανές. Ο αξιωματικός έσκυψε πάνω από το πίσω παράθυρο της Cadillac, ενώ το άκουγε ν’ ανοίγει μ’ ένα σταθερό ήχο και χαιρέτησε στρατιωτικά. Ένας δεύτερος αξιωματικός ξεπρόβαλε από το φυλάκιο κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του στον πρώτο. Αυτός με τη σειρά του έδιωξε τους στρατιώτες που είχαν περικυκλώσει την πομπή, καθώς ταυτόχρονα σηκώνονταν οι μπάρες. Τ’ αυτοκίνητα ξεκίνησαν πάλι με την ίδια βιασύνη. Λίγα λεπτά αργότερα η Cadillac σταμάτησε έξω από το Δημαρχείο του Ανατολικού Βερολίνου μπροστά από την ψηλή πύλη της εισόδου. Η πίσω αριστερή πόρτα είχε ανοίξει ήδη, κι ένα χέρι φαινόταν να την κρατά πριν ακόμη ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο. Μαζί με τον ηλικιωμένο άνδρα κατέβηκαν κι όλοι οι υπόλοιποι από τα δύο Jeep καθώς και άλλοι δύο που βγήκαν από την Cadillac. Τρεις έμειναν γύρω απ’ τα αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι εισέβαλαν στο κτίριο αδιαφορώντας για τον έναν από τους δύο σκοπούς της πύλης που έσκυψε προς το μέρος τους. Οι διάδρομοι του Δημαρχείου αντήχησαν από το βαρύ βηματισμό μιας ντουζίνας στρατιωτικών που ανέβαινε τις μαρμάρινες σκάλες για να φτάσει στο δεύτερο όροφο. Οι δύο στρατιώτες που κάθονταν πίσω από άδεια γραφεία δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του γραφείου του Δημάρχου σηκώθηκαν ταυτόχρονα καθώς απ’ τη γωνία της σκάλας ξεπρόβαλε το πλήθος των Aμερικανών στρατιωτών κι αξιωματικών. Στη μέση του πλήθους ένας άντρας ντυμένος με πολιτικά πλησίασε λίγο πιο αργά από τους άλλους, κουτσαίνοντας ελαφριά από το δεξί πόδι. Κανείς απ’ όλους δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο Βάλτερ Ούλμπριχτ άνοιξε την πόρτα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. «στρατηγέ Χιούστον! Ήρθατε πιο γρήγορα απ’ ότι φαντάστηκα… Δεν πειράζει… Η ταχύτητα είναι χαρακτηριστικό των νέων κόσμων. Συμφωνείτε;» είπε στο στρατηγό στα γερμανικά, προτείνοντάς του ταυτόχρονα το χέρι σε χαιρετισμό. Οι υπόλοιποι άνοιξαν δρόμο για να δώσουν τα χέρια οι δύο άνδρες. Ο στρατηγός πλησίασε χωρίς καμία άλλη έκφραση στο πρόσωπό του πέραν αυτής της προσπάθειας του ν’ ανέβει γρήγορα δύο ορόφους σκάλες. Έδωσε το χέρι του αμίλητος. Ο Βάλτερ Ούλμπριχτ του έδειξε το δρόμο για το γραφείο και τον άφησε να περάσει πρώτος. «Ευχαριστώ» είπε ο στρατηγός στ’ αγγλικά. «Αλήθεια… σε ποια γλώσσα θα μιλάμε τελικά; Υπάρχει η λύση του διερμηνέα αλλά τη θεωρείτε απαραίτητη στρατηγέ;» είπε ο Βάλτερ Ούλμπριχτ στα γερμανικά ξανά μια που ήξερε ότι ο στρατηγός καταλάβαινε τη γλώσσα. Κάθισαν κι οι δύο στις θέσεις τους. «Νομίζω ότι βρισκόμαστε στην σχετικά συνηθισμένη κατάσταση όπου ο ένας καταλαβαίνει την γλώσσα του άλλου αλλά δεν μπορεί να την μιλήσει. Τώρα σε σχέση με τον ενεστώτα στο τρίτο πρόσωπο πληθυντικού που χρησιμοποιήσατε για το ρήμα “μιλώ”, έχω μια άποψη, αλλά δεν νομίζω ότι είναι της παρούσης. Οπότε, επί της παρούσης πάντα, θεωρώ πως ο καθένας μπορεί να μιλά στην γλώσσα του και όλα θα είναι μια χαρά.» απάντησε ο στρατηγός στον Ούλμπριχτ στ’ αγγλικά χαμογελώντας. Όσο τον άφηνε η τεράστια ουλή που διέσχιζε το πρόσωπό του διαγώνια από το μέτωπο μέχρι κάτω από

21


το σαγόνι διαπερνώντας το δεξί μάτι και τη μύτη δημιουργώντας έτσι μια ορατή εξοφθαλμία. Αν τον κοίταγε κάποιος με προσοχή, θα νόμιζε πως κάποτε το πρόσωπό του χωρίστηκε στα δύο, αλλά πρόλαβαν να το ενώσουν ξανά. Αν και δεν είχε γίνει ακριβώς έτσι κατά τη διάρκεια της απόβασης στην ακτή Omaha. Το καυτό θραύσμα της αντιαρματικής νάρκης, μεγάλο και βαρύ σαν γεμάτο ποτήρι μπύρας του μισού λίτρου, είχε αφαιρέσει τελείως το δέρμα με αυτή τη φορά, ενώ ταυτόχρονα είχε ανοίξει μια ρωγμή στο κράνος του τότε λοχαγού Χιούστον στο σημείο του μετώπου, συνεχίζοντας τη διαδρομή του για τους πνεύμονες του δεκανέα που έτρεχε πίσω του. Ο δεκανέας έβγαλε έναν και μόνο ρόγχο καθώς έσκασε ανοιχτός στα δύο στην άμμο. Ο Πωλ Χιούστον έπεφτε αναίσθητος και προσωρινά τυφλός σ’ ένα από τα δύο κομμάτια του σώματος του δεκανέα. «Παρ’ όλα αυτά είστε άνθρωπος της ειρήνης στρατηγέ…» του είπε ο Ούλμπριχτ. «Παρακαλώ;» «Ναι το ξέρω… δεν έχει σχέση με αυτό που μου είπατε, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… ο πόλεμος φαίνεται παντού πάνω σας… ακόμη και γύρω σας θα έλεγε κανείς…» Ο στρατηγός χαμογέλασε. «Ξέρετε ότι υπάρχουν οι περίφημοι πλαστικοί χειρούργοι. Το ξέρετε, να υποθέσω. Αυτοί που μπορούν να σε διορθώσουν κανονικά… ε, λοιπόν πολλοί μου έχουν πει να πάω σε τέτοιους γιατρούς αλλά εγώ δε θέλω…» «Γιατί έτσι, στρατηγέ;» «Γιατί γνωρίζετε εσείς καμία που να θέλει κουτσό άντρα;» Ο Ούλμπριχτ γέλασε δυνατά. Ήθελε πάση θυσία να σπάσει τον πάγο στις σχέσεις του με τον Αμερικανό στρατηγό, ανεξάρτητα από το γεγονός του ότι τον γνώριζε από την έναρξη κιόλας του Ψυχρού Πολέμου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο στρατηγός ήξερε πως ο Ούλμπριχτ ανήκε ψυχή τε και σώματι στο σταλινικό στρατόπεδο, κι όχι απλά στο κομμουνιστικό, και στους εξ απορρήτων συντρόφων του Στάλιν του ίδιου. Με μάχιμο παρελθόν. Εμπόλεμο. Και σ’ εκείνες τις σπάνιες συναντήσεις τους, ο Ούλμπριχτ και ο στρατηγός, μια χούφτα χρόνια μετά το τέλος του Πολέμου, ήταν σαν να κοιτούσαν ο καθένας τα όπλα του άλλου. Αφού τελείωναν με τις ανταλλαγές ανθρώπων μέσα στον παγετό και την ομίχλη των συνόρων, ήταν σαν να ψαχούλευαν ο ένας τ’ οπλοστάσιο του άλλου. Για να προβάρουν το μέλλον. Λες και το γνώριζαν από τότε με ακρίβεια. Ο στρατηγός χαμογελούσε ακόμη. «Για το αν είμαι άνθρωπος της ειρήνης, όμως, δε σας απάντησα.» «Πιστεύω ότι είστε, ό,τι κι αν μου πείτε στρατηγέ.» «Δεν υπάρχει ειρήνη, κύριε πρόεδρε. Μόνο πόλεμος υπάρχει. Ότι υπάρχει ανάμεσα σ’ έναν πόλεμο και σ’ έναν άλλον το ονομάζουμε ειρήνη. Άρα εγώ μπορώ να διοικήσω μόνος μου. Οι πολιτικοί δεν μπορούν.» «Εγώ όμως είμαι και τα δύο στρατηγέ μου.» «Το ξέρω. Αυτό είναι και το πρόβλημα.» «Ώστε είμαι ένα πρόβλημα για σας;» «Τεράστιο.» «Άρα…» «Άρα, κύριε πρόεδρε, θέλω πίσω την Εύα και το μωρό.» Οι δύο άνδρες σταμάτησαν να χαμογελούν. Ο Ούλμπριχτ πήρε μια ανάσα. «Τελικά έκανα λάθος στρατηγέ. Είστε άνθρωπος του πολέμου.» «Δε μπορώ να κάνω αλλιώς πρόεδρε, σας το είπα και πριν. Θέλω την Εύα και το βρέφος.» «Συγγνώμη… Μου το ζητάτε σαν προσωπική χάρη;» «Απολύτως, κύριε πρόεδρε.» Το μυαλό του Βάλτερ Ούλμπριχτ γέμισε κενά. «Συγγνώμη και πάλι… αλλά θα ήθελα να είμαι γνώστης κάποιων πραγμάτων…» «Ω καμία συγγνώμη πρόεδρε. Έχετε κάθε δικαίωμα. Περιμένω υπομονετικά να ομολογήσω.» Ο Ούλμπριχτ πήρε στα σοβαρά την τελευταία αυτή δήλωση του στρατηγού. «Θα ήθελα ν’ ανατρέξω σε ορισμένα πράγματα, όπως είπα, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε… ναι;» «Βεβαίως, κύριε πρόεδρε.» «Η Εύα Έντελσταϊν, αυτό είναι και το πατρικό της ονοματεπώνυμο, είχε ένα γιο από προηγούμενο γάμο, που τ’ όνομά του είναι Πήτερ, και το επώνυμό του ήταν Κουντζ. Ο οποίος εν συνεχεία, αφού η Εύα έκανε δεύτερο γάμο και παντρεύτηκε τον Τζον Γουάγκστερ, πήρε το επώνυμο Γουάγκστερ. Μετά το γάμο, η Εύα προσπαθούσε να πάρει την αμερικανική υπηκοότητα. Όχι μόνο για εκείνη. Αλλά και

22


για τον Πήτερ. Γι’ αυτό άλλωστε έγιναν όλα. Για την υπηκοότητα. Ο Πήτερ όμως είναι γιος του…» έσκυψε στο γραφείο του και κοίταξε κάτι απλωμένες χειρόγραφες σημειώσεις: «…του Καρλ Κουντζ, που πέθανε το 1954 στη Δρέσδη από κάποια ασθένεια. Μάλλον από πνευμονία που δεν την πρόλαβαν. Ξέρετε, η Γερμανία ακόμη τότε ήταν…» «Ξέρω πολύ καλά πώς ήταν η Γερμανία τότε… συνέβαλα αποφασιστικά σε αυτό… με όλο το σεβασμό…» είπε ο στρατηγός χωρίς να μπορέσει να συγκρατηθεί. «Έτσι…» συνέχισε ο Ούλμπριχτ κάνοντας πως δεν πρόσεξε την τελευταία φράση του στρατηγού «…η Εύα έγκυος ακόμη στον Πήτερ, μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου μπορούσε να έχει τη βοήθεια της οικογένειάς της. Τον Τζον Γουάγκστερ πότε τον γνώρισε ξέρετε;» «Τον Αύγουστο του 1960.» «Εσείς τον Τζον από πότε τον γνωρίζετε;» «Από τη Νορμανδία. Μια μισή νάρκη τον προσπέρασε πριν μου σκίσει τη μούρη στα δύο και πριν κόψει το δεκανέα πίσω μου στα δύο. Έτσι ο Τζον αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να με σύρει τυφλό πίσω από κάτι πτώματα ενός πληρώματος μιας διαλυμένης “πάπιας” φωνάζοντας ταυτόχρονα τους νοσοκόμους. Και πολύ καλά έκανε. Του το ξεπλήρωσα λίγο καιρό αργότερα σ’ ένα σκοτεινό γαλλικό δάσος μ’ ένα κουτσό πόδι. Καθόλου άσκημο σαν τέλος, ε;» Σταμάτησε λίγο. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Αλήθεια, ξέρετε πόσες “πάπιες” κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την άμμο της ακτής εκείνο το ξημέρωμα; Τρεις τέσσερις… οι υπόλοιπες έφτασαν μόνο μέχρι τον πάτο της θάλασσας μαζί με τους φαντάρους τους… κραυγές ουρλιαχτά αίματα… κομμένα κεφάλια… ξέρετε τώρα… πόλεμος…» Ο Ούλμπριχτ έσκυψε πάνω στα χαρτιά του κρατώντας το μέτωπό του πιο πολύ για να μπορέσει ν’ αυτοσυγκεντρωθεί παρά για να διαβάσει. Από κάπου έπρεπε να πιαστεί για να συνεχίσει την κουβέντα μια που έδειχνε να μην καταλήγει πουθενά. Ακινητοποιήθηκε αφού σήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας το στρατηγό Χιούστον στα μάτια. «Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω, στρατηγέ. Δεν ξέρω καθόλου. Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ τίποτε.» «Δε ζήτησα να μου υποσχεθείτε τίποτε. Ούτε ο Θεός δε δίνει υποσχέσεις κύριε πρόεδρε. Την Εύα και το μωρό θέλω πίσω.» Ο Ούλμπριχτ σηκώθηκε από το γραφείο του και γύρισε την πλάτη του στο στρατηγό. Η πόλη έξω από το παράθυρο είχε αρχίσει να μεσημεριάζει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά γύρισε στο στρατηγό που δεν είχε μετακινηθεί από τη θέση του. «Θα επαναλάβω αυτό που σας είπα και πριν. Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτε. Δεν είμαι μόνος μου σ’ αυτή τη χώρα. Υπάρχουν νόμοι και θεσμοί οι οποίοι παραβιάστηκαν κατάφωρα από τους εν λόγω δραπέτες και κατασκόπους εκείνη τη νύχτα. Δεν είμαι δικτάτορας στρατηγέ μου, όπως εύκολα με αποκαλούν στη Δύση… τίποτε δεν αποφασίζω μόνος μου… κι ο λαός της Ανατολικής Γερμανίας απαιτεί παραδειγματική τιμωρία για όσους προσβάλλουν την πατρίδα μ’ αυτόν τον τρόπο… Η Ιστορία δεν γράφεται με συναισθηματικές κορώνες στρατηγέ. Θα σας το πω ξανά, για τελευταία φορά. Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτε.» Ο στρατηγός σηκώθηκε παραπατώντας ελαφρά. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να προσπαθήσει. Πρότεινε στον Ούλμπριχτ το χέρι του. «Κύριε πρόεδρε… σας ευχαριστώ θερμά για την κουβέντα.» Έσφιξαν τα χέρια καθώς ο Ούλμπριχτ του άνοιγε την πόρτα. Έξω όλοι οι υπόλοιποι ήταν ακόμη όρθιοι. Η ντουζίνα τ��ν στρατιωτών και των αξιωματικών κατέβηκε τις σκάλες αργά ακολουθώντας το ρυθμό του στρατηγού. Λίγο αργότερα μέσα στη μαύρη γυαλιστερή Cadillac, με τις σημαίες να διπλώνουν πάνω στα κοντάρια τους, καθώς το βαρύ αυτοκίνητο δεν έτρεχε πια, ο στρατηγός ζήτησε από τον οδηγό να κατευθυνθεί στην Kurfürstendamm στο ύψος του Charlottenburg. Στην κεντρική λεωφόρο του Δυτικού Βερολίνου. Για να φάει κάτι και να πιει λίγο καλό κρασί σ’ ένα καλό εστιατόριο της πόλης. Τον άφησαν ακριβώς έξω από την πόρτα του εστιατορίου κι έφυγαν όλοι. Και τα Jeep Kaiser και η Cadillac. Προτιμούσε να γυρίσει σπίτι με ταξί. Ή και με τα πόδια.

23


6 Δύο ημέρες αργότερα ξύπνησαν το στρατηγό στις επτά και μισή το πρωί. Για να του πουν ότι ένα σοβιετικό μεταγωγικό αεροσκάφος ετοιμαζόταν να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο Schönenfeld του Δυτικού Βερολίνου, το οποίο εκτός των άλλων, μετέφερε κι ένα φέρετρο με τη σωρό της Εύας Έντελσταϊν. Δύο ώρες αργότερα, κι ενώ η ημέρα είχε ήδη ζεστάνει έχοντας εξατμίσει τη νυχτερινή της υγρασία, με τις πτέρυγες των αεροσκαφών να λάμπουν κάτω από το ξεθωριασμένο μπλε τ’ ουρανού, ο στρατηγός Πωλ Χιούστον μαζί με τον ταγματάρχη Τζόναθαν Στόουν στέκονταν στην άκρη του διαδρόμου προσγείωσης κοιτώντας το μαύρο ξύλινο φέρετρο να κυλά στην ατσάλινη μπουκαπόρτα του μεταγωγικού αεροσκάφους. Ο Τζόναθαν φορούσε ένα θαμπό λευκό σακάκι με γαλάζιο πουκάμισο από μέσα, που τα συμπλήρωναν ένα επίσης λευκό λινό παντελόνι και πάνινα μπεζ παπούτσια. Ο στρατηγός φορούσε ένα γκρι σακάκι με γκρι πουκάμισο. Και γκρι παντελόνι με μαύρα δερμάτινα χαμηλά μοκασίνια. Τη μαύρη γραβάτα την είχε βάλει στη τσέπη του αμέσως με το που βγήκε από το σπίτι. Άρα δεν είχε κανένα νόημα που τη φόρεσε εν γένει. Αλλά γενικά έκανε διάφορα πράγματα που δεν είχαν νόημα στη ζωή του. Ή έτσι θεωρούσε ο ίδιος. Ο Τζόναθαν από την άλλη είχε προτιμήσει κάτι πιο ελαφρύ. Παρότι η στιγμή απαιτούσε κάτι το εντελώς διαφορετικό. Άλλωστε έτσι πίστευε. Πως τα πράγματα είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που δείχνουν. Γι’ αυτό κι έχασε τόσο εύκολα και γρήγορα στην παρτίδα της συνάντησής του με τον Βάλτερ Ούλμπριχτ. Γιατί του φαινόταν ότι ο απέναντί του σε λίγο θ’ άρχιζε να μιλά ανάποδα. Όχι όπως ο Σατανάς· αν και ήταν βαθιά θρησκευόμενος, αυτές τις ιστορίες ελάχιστα τις θεωρούσε άξιες λόγου· αλλά καρκινικά ανάποδα. Ανάστροφα. Σαν αρχαία επιγραφή που διαβάζεται είτε ξεκινώντας απ’ τ’ αριστερά είτε απ’ τα δεξιά. Το είχε προσπαθήσει και στο μυαλό του μερικές νύχτες αργότερα από εκείνη τη συνάντηση. Είχε αναστρέψει το όνομα του προέδρου της Ανατολικής Γερμανίας: «Τχιρπμλύο Ρέτλαβ» Αρχαίο ιρλανδικό επώνυμο που του προστέθηκε Τσεχοσλοβάκικο βαπτιστικό. Γοτθικό όνομα θεότητας που λατρευόταν με μενίρ φυτεμένα από μονόφθαλμους Γαλάτες γίγαντες σε καταπράσινα δάση της Βρετάνης. Τίτλος αξιώματος που δινόταν μόνο σε μουγκούς ευνούχους, ταγμένους να κατεβάζουν το δαυλό με τη φλόγα πάνω στα σωριασμένα ξύλα γύρω απ’ τα ξυπόλυτα ματωμένα πόδια κάποιου ξυρισμένου αιρετικού μάρτυρα σε πέτρινες θαμπές πλατείες γκρίζων οικισμών, στους μέσους αιώνες του Μεσαίωνα στη μέση της Ευρώπης. «Πάντως… να το ξέρεις Τζόναθαν… τελικά, νομίζω πως σε αδίκησα εκείνο το πρωί στο σπίτι μου. Ήταν λάθος μου που έστειλα στρατιώτη να διεκδικήσει πράγματα που δεν είχαν σχέση με στρατό. Έπρεπε να έχω πάει εγώ από την αρχή… Γιατί ο Τζον δεν είναι τίποτε Τζόναθαν. Πόσο μάλλον η Εύα… Έναν κατάσκοπο, έστω έναν δήθεν κατάσκοπο, προτείνεις να τον ανταλλάξεις μ’ έναν άλλον κατάσκοπο ή με κάποιον που για τον απέναντι είναι σημαντικός… ή με κάποιον που η κυβέρνησή σου θεωρεί σημαντικό… Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι αν έβλεπα έστω ένα θετικό νεύμα από την Ανατολή κάτι θα έβρισκα, κάποιο τηλέφωνο θα έπαιρνα και κάποιον θα μου έδιναν, έτσι πίστευα… Αλλά την στιγμή της διαπραγμάτευσης δεν είχα καμία κυβέρνηση πίσω μου. Και κανέναν κατάσκοπο στα χέρια μου… ή πυρηνικό επιστήμονα έστω… Είχα μόνο τον Τζον που ήθελε πίσω τη γυναίκα του και το δεύτερο παιδί τους. Άρα έπρεπε να είχα πάει εγώ. Μόνος. Και με τα πόδια…» είπε ο στρατηγός στον Τζόναθαν μισή ώρα αργότερα καθώς κατευθύνονταν κι οι δύο περπατώντας αργά προς το αυτοκίνητο που τους περίμενε στην έξοδο του αεροδρομίου. «Και το βρέφος;» του απάντησε ο Τζόναθαν θέλοντας να προσπεράσει την προηγούμενη εξομολόγηση αλλά και την όλη κατάσταση γενικά. Και συνέχισε μην αφήνοντας το στρατηγό ν’ απαντήσει. «Δεν του προσφέρατε τίποτε, όταν πήγατε να τον δείτε;» «Τι να του προσέφερα Τζόναθαν; Ένα κουτί με αυθεντικά πούρα Αβάνας, ας πούμε;» Γέλασαν κι οι δύο. Έπρεπε κάπως να διώξουν το φάντασμα με το θόρυβο του ξύλου που σερνόταν τσιρίζοντας πάνω στο ατσάλι. Μισό λεπτό αργότερα ήταν με σφιγμένα χείλη ξανά, κοιτώντας κάτω την άσφαλτο να φεύγει πίσω απ’ τα βήματά τους. Ξεκίνησε την κουβέντα πάλι ο Τζόναθαν δείχνοντας με το κεφάλι του προς τη μεριά που εδώ και ώρα είχαν σηκώσει το φέρετρο. «Η Εύα ήταν εκεί μέσα, στρατηγέ;» «Το τρύπιο πτώμα της, ναι. Η Εύα όχι.»

24


«Η Εύα πού είναι τότε;» «Στη λίμνη.» «Προστάτης και φύλακας των επόμενων που πρόκειται να δραπετεύσουν;» «Μπράβο Τζόναθαν. Τα καταφέρνεις στη λογοτεχνία βλέπω.» «Και το βρέφος;» είπε ο Τζόναθαν κοφτά, επανερχόμενος στην αρχική του ερώτηση. «Μ’ αρέσει ο τρόπος που καταστρέφεις τα συναισθήματα Τζόναθαν. Μ’ αρέσει ο τρόπος που παίρνεις τους ανθρώπους και τους χτυπάς κάτω στο έδαφος από εκεί ψηλά που μπορεί να βρεθούν έστω και για μια στιγμή…» «Είμαι στρατιώτης, στρατηγέ μου. Είμαι πεζοναύτης. Στο μέλλον ίσως να γίνω ποιητής. Αλλά προς το παρόν είμαι ταγματάρχης στο σώμα των πεζοναυτών. Κι έχουμε πόλεμο εδώ πέρα, στρατηγέ μου. Η Εύα ήταν ένα θύμα αυτού του πολέμου και δε βλέπω να μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό.» «Εντάξει λοιπόν… Δεν είχα τίποτε να του προσφέρω ταγματάρχη. Δεν είχα να του προσφέρω οτιδήποτε. Ο Τζον Γουάγκστερ δεν είναι κατάσκοπος. Δεν είναι τίποτε, όπως σου είπα. Είναι απλά ένας Αμερικανός πολίτης που εργάστηκε για την κυβέρνηση της χώρας του κάποια στιγμή της ζωής του. Η χώρα του μετά τον έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια για κάμποσα χρόνια αφήνοντάς τον στην Ανατολική Γερμανία, στο Ανατολικό Βερολίνο συγκεκριμένα, παρότι Αμερικανός πολίτης, όπως ήδη είπα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν έδωσε και την αμερικανική υπηκοότητα στη νόμιμη σύζυγό του αμέσως μετά το γάμο, όπως εκείνη δικαιούταν, αλλά περίμενε κι εγώ δεν ξέρω τι… Εντάξει, ο γάμος έγινε σε ξένη χώρα, και μάλιστα σε χώρα του ανατολικού μπλοκ, και μάλιστα σε μια απ’ αυτές που δεν είναι καν αναγνωρισμένες, ούτε από εμάς αλλά ούτε κι από τους συμμάχους μας… ούτε στον ΟΗΕ δεν είναι μέλος αυτή η καημένη η χώρα… από πού κι ως πού θα ήταν… κι αυτό περιπλέκει λίγο τα πράγματα… ή μάλλον… τα περιπλέκει πάρα πολύ… αλλά τέλος πάντων…» «Αν δεν κάνω λάθος, άλλα είπατε στον Βίλλι Μπραντ…» τον διέκοψε ο Τζόναθαν. «Δεν είπα άλλα στον Βίλλι Μπραντ. Δεν του τα είπα όλα. Του είπα μόνο αυτά που έπρεπε για να μας αφήσει ήσυχους να κάνουμε τη δουλειά μας. Και μην ανησυχείς… Και γι’ αυτόν το καλύτερο πιάτο απ’ όλα του έδωσα να σερβίρει… “Δεν ξέρω, δεν ξέρω αγαπητοί φίλοι… Οι Αμερικανοί τα έχουν αναλάβει όλα… Εκείνους να ρωτάτε…”» «Δηλαδή του είπατε ψέματα. Εφόσον δεν του αναφέρατε καθόλου ότι είχατε σκοπό να μιλήσετε στον Ούλμπριχτ μετά τη δική μου αποτυχία κι εφόσον δεν του μιλήσατε καν για μένα. Ότι η αποστολή μου ήταν καθαρά δική σας έμπνευση και πρωτοβουλία. Εγκεκριμένη από την Ουάσιγκτον βέβαια… δε λέω το αντίθετο… για όνομα του Θεού… Παραμένει όμως δική σας έμπνευση και δική σας πρωτοβουλία.» Ο στρατηγός τον κοίταξε λοξά. Θύμωσε λίγο με το θράσος του Τζόναθαν αλλά σκέφτηκε πως καλύτερα θα ήταν να δώσει τόπο στην οργή. «Δεν του είπα ψέματα. Δεν του τα είπα όλα. Στο είπα ξανά αυτό. Ο Βίλλι Μπραντ ξέρει πολύ καλά την προσωπική γνωριμία που έχω με τον Ούλμπριχτ από τις εποχές που ανταλλάσσαμε ανθρώπους, κατασκόπους και μη, σαν καλοί έμπιστοι φίλοι πάνω στη γέφυρα του Glienicke. Μην νομίζεις, λοιπόν, πως ο Βίλλι Μπραντ τίποτε δε φαντάστηκε.» «Ναι αλλά στον πόλεμο δεν κάνουν έτσι.» Ο στρατηγός κοίταξε τον Τζόναθαν ξανά. Αυτή τη φορά όμως στρίβοντας το κεφάλι του απότομα καθώς περπατούσαν. «Τελικά… κάτι προσπαθείς να μου πεις και δε μου το λες, για λόγους που δεν καταλαβαίνω… έχουμε ειρήνη παιδί μου… δεν έχουμε πόλεμο…» Γύρισε πάλι μπροστά του. «Στρατηγέ… είμαστε στα 1965… είκοσι χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου… οι φαντάροι στις σκοπιές του Kreuzberg και της Friedrich Strasse έχουν σφαίρες μέσα στα όπλα τους, και τα όπλα τους είναι συνεχώς χωρίς ασφάλειες. Τα πυροβόλα των πύργων του Τείχους λαδώνονται κάθε πρωί. Τα βλέπω με τα μάτια μου. Τα μεταγωγικά από τη Φρανκφούρτη μεταφέρουν πυραύλους έτοιμους και στολισμένους. Για τι πράγμα μιλάμε τώρα; Ποια ειρήνη; Ειρήνη είναι αυτό; Αυτό είναι παρατεταμένη κατάσταση επιφυλακής. Αυτό είναι. Στο τέλος κάποιος θα κουραστεί και θ’ αποκοιμηθεί και θα στείλει τα τανκ στη Μόσχα κατά λάθος…» «Εντάξει Τζόναθαν. Εντάξει. Και τι θέλεις; Να είχαμε αφήσει τον Πάτον να φτάσει μέχρι το Πεκίνο; Για να στείλει κι άλλη μια στρατιά στη Μόσχα μήπως και του ξέφευγε κανένας μπολσεβίκος; Κι άμα μετά γυρνούσε με το φαρδύ καπέλο του Ναπολέοντα στο κεφάλι, και με το δεξί χέρι στο στήθος ν’ αγγίζει την καρδιά, και με το τρεμόπαιγμα σ��α μάτια, ζητώντας χαμηλόφωνα συγγνώμη, τι θα του λέγαμε; Θα του λέγαμε “Εντάξει Τζωρτζ, δεν πειράζει παιδί μου, πήγαινε εσύ τώρα στα Νησιά της Παρθένου, γιατί Αγία Ελένη εδώ δεν έχουμε, και δεν υπάρχει πρόβλημα… θα καθαρίσουμε εμείς το ένα δις των Κινέζων και τα υπόλοιπα εκατό των Ρώσων…”»

25


Ο Τζόναθαν σταμάτησε να περπατά. Γύρισε στον στρατηγό. «Και το βρέφος;» Ο στρατηγός σταμάτησε κι αυτός. Κοίταξε τον Τζόναθαν και μετά κοίταξε ξανά μπροστά του βάζοντας τα χέρια του στις τσέπες. Ξεκίνησε πάλι το βάδισμά του. «Δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτό. Τίποτε απολύτως. Ο Τζον το μόνο που μου είχε πει ήταν ότι η Εύα ήταν έγκυος. Κι ήταν πολύ χαρούμενος. Τίποτε άλλο. Είχα να τον δω μήνες…» «Το ξέρατε ότι θα δραπετεύσει;» «Όχι.» «Ούτε σ’ εσάς το είχε πει;» «Ούτε. Είχε σταματήσει να εμπιστεύεται τον οποιονδήποτε. Κι εσύ το ίδιο θα είχες κάνει, αν η χώρα σου σε είχε γράψει στα παλιά της τα παπούτσια μ’ αυτόν τον τρόπο και για τόσο καιρό.» «Γιατί αυτό όμως;» ρώτησε ο Τζόναθαν κάνοντας μια γκριμάτσα πικρίας. «Γιατί αυτό τι; Γιατί η χώρα του τον είχε γραμμένο στα παλιά της τα παπούτσια ή γιατί είχε σταματήσει να εμπιστεύεται τον οποιονδήποτε;» Αυτή η διπλή ερώτηση κάτι δυσάρεστο θύμισε στον Τζόναθαν. Οι σκέψεις του σταμάτησαν. «Εεε… Ναι… Θέλω να πω…» Ο στρατηγός απάντησε μόνος του. «Γιατί μετά τον Κέννεντυ, άλλαξαν όλα.» Ο Τζόναθαν γύρισε απότομα προς τον στρατηγό. Δύο δευτερόλεπτα μετά γύρισε πάλι μπροστά του. Η απάντησή του έφτασε στον στρατηγό μαζί με μια γερή δόση αυτοπεποίθησης στον τόνο της φωνής. Κάτω απ’ την αυτοπεποίθηση υπήρχαν ψήγματα θυμού. Από εκείνο το είδος του θυμού που εμφανίζεται για να υπερασπιστεί μια ηθική που πιθανόν ετοιμάζεται να δεχθεί βολή. «Καλύτερα ή χειρότερα; Ο Κέννεντυ έκανε λάθη νομίζω… Έκανε κακό στη χώρα ο Κέννεντυ…» Ο στρατηγός δε μίλησε. Ο Τζόναθαν τον κοίταξε με την άκρη του ματιού του και συνέχισε: «Τέλος πάντων… εμένα δε με νοιάζει… εγώ είμαι στρατιώτης. Ποιος είναι πάνω και ποιος είναι κάτω και ποιος είναι φίλος ποιανού δε με νοιάζει καθόλου. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δε θα καταλάβω γιατί να σκοτώσει τον πρόεδρο εκείνο το απόβρασμα… Γιατί στο κάτω κάτω πρόεδρος ήταν…» Ο στρατηγός και πάλι δεν απάντησε. Ο Τζόναθαν γύρισε ολόκληρος προς την πλευρά του στρατηγού και τον κοίταξε με μετάνοια μαζί με λίγο φόβο. «Είναι ευαίσθητα θέματα αυτά. Συγγνώμη που αναφέρθηκα…» «Όχι… δεν υπάρχει πρόβλημα…» του είπε ο στρατηγός κάνοντας τον αφηρημένο. Ήταν εμφανές ότι για πολλούς λόγους δεν είχε καμία διάθεση να γυρίσει τη συζήτηση στη μόλις ένα χρόνο πριν δολοφονία του Τζον Κέννεντυ. Ιδίως μ’ έναν φανερά ακραίο τύπο όπως ο Τζόναθαν. Για μια ακόμη φορά αναθεμάτισε αυτούς που κάθονταν πίσω απ’ τα γυαλιστερά γραφεία της Ουάσινγκτον και του επέβαλλαν τους συνεργάτες του. Και για μια ακόμη φορά σκέφτηκε πως τώρα πια ήταν ήδη αργά. «Και; Δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε; Τελείωσε εδώ;» είπε ο Τζόναθαν. «Φέρετρο στις διαστάσεις ενός βρέφους, εγώ δεν παραλαμβάνω Τζόναθαν. Δεύτερο φέρετρο κατά σειρά μάλιστα…» «Λέτε ότι σκοτώθηκε κι αυτό;» «Το μόνο που λέω είναι ότι εγώ δε θα παραλάβω φέρετρο με το πτώμα ενός βρέφους μέσα.» Ο Τζόναθαν δεν πήρε καμία απάντηση. Ο στρατηγός είχε αποφασίσει να κλείσει το στόμα του για πολλοστή φορά. Δύο λεπτά αργότερα είχαν φτάσει στην Cadillac που περίμενε. Ο Τζόναθαν άνοιξε την πόρτα στον στρατηγό. Εκείνος του χαμογέλασε λέγοντάς του ένα «αντίο» κι έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου. Ο Τζόναθαν έμεινε μόνος του στο ρείθρο του πεζοδρομίου, έξω από το χώρο αφίξεων του αεροδρομίου του Schönenfeld, με τα μπατζάκια του παντελονιού του ν’ ανεμίζουν αστεία στην πρωινή καλοκαιρινή αύρα του Αυγούστου του Δυτικού Βερολίνου, κοιτάζοντας τη μαύρη Cadillac να φεύγει ασθμαίνοντας.

26


7 Ποτέ δεν καταλάβαινε αν οι νοσοκόμες ήταν νοσοκόμες ή καλόγριες που ήταν και νοσοκόμες. Αν και θα έπρεπε να το καταλαβαίνει από τη στολή τους και μόνο, ποτέ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις διαφορές μεταξύ της μίας στολής και της άλλης. Κι όσες φορές κι αν του τις είχαν δείξει χαμογελώντας αυτές τις διαφορές, εκείνος δε φαινόταν να μπορεί να τις θυμηθεί. Ίσως γιατί δεν μπορούσε να τις κατανοήσει επί της ουσίας. Ίσως γιατί κανείς δε σκέφτηκε πως την λέξη «καλόγρια» σε συνδυασμό με την έννοιά της, ουδέποτε την είχε συναντήσει στη ζωή του. Πάντως η «καλόγρια», μια που είχε σχέση μ’ εκκλησίες απ’ ότι είχε ακούσει κι απ’ ότι είχε καταλάβει αυτές τις τελευταίες ημέρες, δεν του άρεσε σαν ιδέα. Γι’ αυτό και τώρα, έτσι όπως ο πρωινός λαμπρός ήλιος φώτιζε το λευκό καπέλο και το ροδαλό πρόσωπο με τις δεκάδες φακίδες της νεαρής γυναίκας που ήταν από πάνω του, προσπαθούσε για πολλοστή φορά να βρει το θάρρος να ρωτήσει ξανά. Αν και το νεαρό της ηλικίας της συγκεκριμένης γυναίκας, και το γεγονός ότι πια συχνά πυκνά μιλούσαν στον ενικό μεταξύ τους, μια που αυτή η ίδια ήταν που τον ξύπναγε και τον φρόντιζε κάθε πρωί εδώ και δέκα μέρες, συν το ότι σήμερα είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα και αισθανόταν ιδιαίτερα καλά, τον είχε κάνει τελικά να βρει το πολυπόθητο εκείνο θάρρος. «Καλημέρα Πέτρα!» της είπε δυνατά στα γερμανικά και χαμογελώντας. «Καλημέρα!» του απάντησε εκείνη στο ίδιο ύφος, ενώ άφησε χώρο για να σηκωθεί όρθιος, καθώς είχε ξεκινήσει να του φτιάχνει τα σεντόνια. Κατέβηκε απ’ το κρεβάτι και τεντώθηκε. Φόρεσε τις παντόφλες του κι ίσιωσε κάπως τις πυτζάμες επάνω του. Της χαμογέλασε πάλι. Έστρωσε και τα μαλλιά του λίγο. Γύρισε ολόκληρος προς το παράθυρο για να τον ζεστάνει ο ήλιος. Συνέχισε να χαμογελά. Γύρισε ξανά ολόκληρος προς εκείνη. Το γύψινο κολάρο στο λαιμό είχε σταματήσει να τον ενοχλεί όπως τις πρώτες μέρες, αλλά η κίνηση του χεριού του για να το κατεβάσει λίγο και να ξυστεί έγινε μόνη της. «Πήτερ!» του φώναξε σταματώντας το στρώσιμο του κρεβατιού. «Μάλιστα κυρία… συγγνώμη…» Το θάρρος χάθηκε κάπου μέσα στην κατάφωτη αίθουσα. «Ελπίζω να πήρες το σιρόπι σου χθες βράδυ… Μην το βρω πάλι όπως προχθές ανέγγιχτο στο τραπεζάκι…» «Όχι το πήρα, το πήρα…» της είπε χαρούμενα και συνέχισε, καθώς το θάρρος είχε επιστρέψει από το βάθος. «Πέτρα… θέλω να σε ρωτήσω κάτι…» «Στο μπάνιο γρήγορα! Σε μισή ώρα θα έρθει κόσμος να σε δει. Έχεις επισκέψεις σήμερα μικρέ. Και θέλω να είσαι καθαρός και καλός. Είναι σημαντικοί άνθρωποι αυτοί που θα έρθουν. Κατάλαβες;» του είπε δίνοντάς του μια ολόλευκη πετσέτα. «Ναι θα πάω, αλλά ήθελα…» «Ακόμη εδώ είσαι;» Ο Πήτερ έφυγε για το μπάνιο ξεφυσώντας. Καθώς περπατούσε για τις τουαλέτες γύρισε και την κοίταξε. Σαν να ήταν πιο καλή από άλλες ημέρες σήμερα. Φαντάσου να είναι καλόγρια… τόσο καλή κυρία και καλόγρια… Όταν το ένα από τα δύο φύλα της διπλής πόρτας της εισόδου άνοιξε αργά, ο Πήτερ έλειπε από την αίθουσα με τα πολλά λευκά σιδερένια κρεβάτια στη σειρά δεξιά κι αριστερά και τα ψηλά κατάφωτα παράθυρα. Πέντε έξι ακόμη παιδιά της ηλικίας του, εκεί γύρω στα οκτώ με δώδεκα, είχαν ήδη σηκωθεί και ντύνονταν σιωπηλά. Άλλη μια νοσοκόμα εκτός από την Πέτρα περιφερόταν σπρώχνοντας ένα καρότσι με κανάτες γεμάτες με χυμό πορτοκάλι στο πάνω ράφι και με μπουκάλια γάλα στο κάτω. Ο στρατηγός Χιούστον μαζί μ’ έναν αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας μπήκαν. Φορούσαν κι οι δύο τις επίσημες στολές τους, και τα παπούτσια τους γυάλιζαν κι έτριζαν μέσα στην πρωινή ηρεμία της αίθουσας νοσηλείας και περίθαλψης ανηλίκων στις εγκαταστάσεις Marienfeld στο Δυτικό Βερολίνο. Εγκαταστάσεις υποδοχής προσφύγων, δηλαδή φυγάδων και δραπετών. Οι δύο άνδρες κρατούσαν τα πηλίκιά τους στο χέρι, ενώ ο αξιωματικός της Αεροπορίας κρατούσε κι έναν παχύ γκρι φάκελο με το άλλο ελεύθερο χέρι του. Σταμάτησαν στα πρώτα κρεβάτια. Η Πέτρα σήκωσε το κεφάλι της και τους κοίταξε. Ξεκίνησε ο στρατηγός: «Καλή σας ημέρα αδερφή…» είπε σχετικά δυνατά στα γερμανικά κοιτάζοντάς την από μακριά. Η Πέτρα σταμάτησε το στρώσιμο και βημάτισε γρήγορα προς το μέρος τους.

27


«Καλημέρα σας στρατηγέ…» είπε αφήνοντας μια αβεβαιότητα να αιωρείται στο τέλος της φράσης της, έτσι όπως προσπαθούσε γρήγορα να διαβάσει τα χρυσά αστέρια στους ώμους του και τα κάμποσα πολύχρωμα σήματα και παράσημα στο στήθος του. «Τ’ όνομά μου είναι Πωλ Χιούστον. Διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων του Δυτικού Βερολίνου. Από εδώ ο συνεργάτης μου υποσμηναγός Λέοπολντ Σπέερ. Συμπατριώτης σας… και πολύ καλός πιλότος… τον έφερα μαζί μου μπας και χρειαστεί να με βοηθήσει να πιλοτάρω τ’ άθλια γερμανικά μου αλλά και άλλα θέματα… για τα οποία θα ήθελα να μιλήσουμε…» της είπε ο στρατηγός αφήνοντας ένα πλατύ χαμόγελο. «Καλημέρα σας υποσμηναγέ Σπέερ.» είπε η Πέτρα κοιτώντας τον υποσμηναγό και συνέχισε γυρνώντας στο στρατηγό: «Μιλάτε πολύ καλά γερμανικά στρατηγέ. Έχω ενημερωθεί ήδη από τον Διευθυντή μου για την επίσκεψή σας. Σας ακούω. Σε τι μπορώ να βοηθήσω;» Από το βάθος της αίθουσας όπου ήταν οι τουαλέτες πρόβαλαν δύο παιδιά. Πίσω τους πρόβαλε ο Πήτερ. Ο στρατηγός τους έριξε μια ματιά. Ο υποσμηναγός άνοιξε το φάκελο κι έδωσε στο στρατηγό μια φωτογραφία. Ο στρατηγός με τη σειρά του την έδωσε στην Πέτρα. «Γνωρίζετε αυτό το παιδί αδερφή Καντ;» ρώτησε την Πέτρα κοιτώντας ταυτόχρονα τη μικρή καρτέλα που ήταν καρφιτσωμένη στην μπλούζα της. Η Πέτρα χαμογέλασε. Το χαμόγελό της είχε μια διάρκεια καθώς κοιτούσε τη φωτογραφία. «Ξέρετε… λένε, πως όταν κάποιος είνα�� όμορφος από πολύ μικρός… όσο είναι ο Πήτερ σ’ αυτήν εδώ τη φωτογραφία, όσο μεγαλώνει ασκημαίνει. Μ’ αυτόν εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο. Σας διαβεβαιώ. Ποιος ξέρει σε ποιον να οφείλεται αυτό… στη μάνα του ή στον πατέρα του… ή και στους δύο…» Αυτή η διπλή απορία άρεσε στο στρατηγό. Πήρε θάρρος. Σκέφτηκε πως οι παραπέρα τυπικότητες θα μπορούσαν να μείνουν στην άκρη. «Πώς είναι ο Πήτερ, Πέτρα;» την ρώτησε μ’ αυτήν την αναπάντεχη φράση οικειότητας κάνοντας μια παύση πάνω στο ερωτηματικό. Στηρίχτηκε στο κάγκελο του άδειου κρεβατιού δίπλα του και συνέχισε: «Είναι καλά; Ρωτάει για τους γονείς του; Τα τραύματά του είναι εντάξει; Έχει ήσυχο ύπνο;» Η Πέτρα χαμογέλασε πάλι. Έριξε μια ματιά στον Σπέερ. Του έδωσε πίσω τη φωτογραφία. Γύρισε στο στρατηγό. Διέσχισε με το βλέμμα της το μονοπάτι της ουλής πάνω στο πρόσωπό του σταματώντας πάνω στο εξόφθαλμο μάτι του. Κλάσμα του δευτερόλεπτου μετά κατέβασε τα μάτια της μέχρι το πόδι του και το είδε στηριγμένο άτσαλα στο σίδερο της νοσοκομειακής κλίνης. «Να σας φέρω ένα κάθισμα…» είπε στο στρατηγό και κινήθηκε προς τα πίσω. «Όχι. Όχι!» της είπε επιτακτικά για να τη σταματήσει. Η Πέτρα σταμάτησε. Ο στρατηγός συνέχισε μόλις την είδε ν’ ακινητοποιείται. «Όχι… δεν υπάρχει λόγος. Σ’ ευχαριστώ. Είμαι μια χαρά. Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει… Πες μου για τον Πήτερ.» Γύρισε και κοίταξε πίσω της. Ο Πήτερ στεκόταν δυο κρεβάτια πιο κει όρθιος. Σε στάση προσοχής. Αν κι αυτό το τελευταίο του έβγαινε από μόνο του λόγο του γύψου στο λαιμό. Στο ένα του χέρι κρατούσε ακόμη την πετσέτα. «Ελάτε…» είπε η Πέτρα στους δύο άνδρες και προχώρησε πρώτη οδηγώντας τους στον Πήτερ. Έριξε μια κλεφτή ματιά πίσω της και είδε το στρατηγό να κουτσαίνει. Έφτασε στον Πήτερ και τον κράτησε απ’ το χέρι, ενώ ταυτόχρονα με μια διακριτική κίνηση του πήρε την πετσέτα και τη δίπλωσε ακουμπώντας τη στο μαξιλάρι του. «Πήτερ, ο κύριος Πωλ Χιούστον και ο κύριος Λέοπολντ Σπέερ.» είπε δείχνοντας πρώτα το στρατηγό και μετά τον υποσμηναγό. Και συνέχισε: «Από ’δώ ο Πήτερ Γουάγκστερ…». Γύρισε και κοίταξε τον Πήτερ, ενώ συνέχισε να τον κρατά απ’ το χέρι. Ο Πήτερ τους κοιτούσε αμίλητος. «Πολύ χαίρομαι που σε γνωρίζω από κοντά Πήτερ…» του είπε ο στρατηγός δίνοντάς του το χέρι. Ο Πήτερ άπλωσε και το δικό για να ολοκληρωθεί η χειραψία. Ο στρατηγός του χαμογέλασε και συνέχισε. «Είμαι πολύ φίλος του πατέρα σου. Πολεμήσαμε μαζί. Φαντάζομαι σου έχει μιλήσει για τότε. Με τον πατέρα σου έχουμε συναντηθεί μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, αλλά εγώ κι εσύ δεν τα είχαμε πει ποτέ. Είσαι καλά; Σε περιποιούνται εδώ ή να τους βάλω τις φωνές… Πάντως η Πέτρα είναι καλή κυρία, δεν είναι; ε;» Ο Πήτερ χαμογέλασε λίγο. Ο στρατηγός σήκωσε το χέρι του και του ανακάτεψε τα μαλλιά.

28


Ο Πήτερ κοκκίνισε ελάχιστα και σήκωσε το χέρι του για να στρώσει πάλι τα μαλλιά του. Η Πέτρα τον κρατούσε ακόμη απ’ το χέρι, κι αυτό ανέβαζε τη θερμοκρασία του σώματός του ενώ ένιωθε παράξενα δυνατός. Γιατί έπρεπε να μη λυγίσει απέναντι σ’ εκείνα τα δάχτυλα που ήταν μπερδεμένα με τα δικά του. Καλόγριας ή νοσοκόμας καμία σημασία δεν είχε. Αρκεί ότι ήταν μπλεγμένα με τα δικά του. Κι έπρεπε ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτό. Κι έτσι αποφάσισε να μιλήσει. Απευθυνόμενος στους δύο άνδρες. Κι ότι είπε ήταν χωρίς καμία επεξεργασία. Και στ’ αγγλικά. «Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου είναι εδώ; Και το μωρό; Πολύ το αγαπώ το μωρό μας…» Ο στρατηγός κι ο υποσμηναγός τον κοίταξαν αμήχανα. Ο στρατηγός γύρισε στην Πέτρα. «Μας φέρανε τηλεόραση πριν μια εβδομάδα. Καιρός ήταν…» είπε η Πέτρα στο στρατηγό στα γερμανικά προλαβαίνοντας κάθε πιθανή του απορία. Είτε για τη διατύπωση της φράσης, είτε για το περιεχόμενό της. «Σας περίμενα…» είπε ο Πήτερ κοιτώντας μια το στρατηγό και μια τον υποσμηναγό και συνέχισε στο ίδιο ύφος πάντα στ’ αγγλικά. «Νόμιζα πως θα κάνατε πιο γρήγορα… Η μαμά μου φοβόταν… Εγώ είμαι καλά. Ο μπαμπάς μου δεν ήρθε; Είναι σε άλλο νοσοκομείο;» Ο στρατηγός κοίταξε την Πέτρα στα μάτια. Η Πέτρα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα προσπαθώντας να δώσει στο στρατηγό να καταλάβει. Ο υποσμηναγός είχε μείνει ακίνητος. Κάποιος από την παρέα έπρεπε να κάνει τον πυροτεχνουργό. Κι έπρεπε ν’ αποφασίσει τι θα έκανε με τη βόμβα. Θα την άφηνε να σκάσει εκεί μπροστά στον Πήτερ κι όποιος επιζούσε, ή θα την πήγαινε κάπου εκεί δίπλα, για να φάνε το ωστικό κύμα της έκρηξης τα κατάφωτα παράθυρα κι ο πρωινός ήλιος του Δυτικού Βερολίνου. Η Πέτρα ένιωσε το χέρι του Πήτερ να τρέμει. Δεν ήταν το ίδιο χέρι που έσφιξε μέχρι ραγίσματος εκείνη τη νύχτα ο ημιθανής πατέρας του στη μαύρη λίμνη, καθώς τον έσερνε πάνω στη λασπωμένη άμμο χωρίς να ξέρει καν ότι τον σέρνει. Ήταν το άλλο. Αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. Όταν κάτι έσφιγγε τα χέρια του Πήτερ παραπάνω απ’ το σφίξιμο ενός χαδιού, τότε τα μπράτσα του άρχιζαν να τρέμουν. Ανεξέλεγκτα. Έτσι· γιατί έπρεπε να τρέμουν. Όπως τρέμει το ξερό κλαδί ενός δέντρου απ’ τους βρυχηθμούς του πολέμου. Και δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό. Η Πέτρα του άφησε το χέρι. Ο Πήτερ κάθισε στο κρεβάτι. Ζαλιζόταν λίγο. Η Πέτρα βρήκε τη φράση που είπε απ’ το πουθενά. Αλλά τη βρήκε. Και την άρθρωσε στα γερμανικά με σιγουριά και χωρίς καθόλου να κομπιάζει. Ο βραδυφλεγής χρόνος που είχε περάσει από την τελευταία ερώτηση του Πήτερ μέχρι αυτήν εδώ τη φράση της Πέτρα ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. «Στρατηγέ. Ο Διευθυντής μου είπε πως ήθελε να σας δει οπωσδήποτε. Δυστυχώς μόλις αυτή τη στιγμή το θυμήθηκα. Να πάμε τώρα καλύτερα πριν φύγει. Γιατί σήμερα θα έφευγε νωρίς. Δε θα μας πάρει πολύ χρόνο.» Γύρισε στον Πήτερ: «Πήτερ, κάθισε λίγο εδώ. Επιστρέφουμε αμέσως. Πρέπει να προλάβουμε το Διευθυντή. Εγώ φταίω, Πήτερ. Έπρεπε να το έχω σκεφτεί πιο πριν. Συγγνώμη αγόρι μου…» του είπε και τον χάιδεψε απαλά στο μάγουλο. Ο Πήτερ κοκκίνισε φανερά αυτή τη φορά. Κοίταξε κάτω τα πλακάκια του νοσοκομειακού δαπέδου και της είπε στα γερμανικά. «Εντάξει Πέτρα. Θα περιμένω.» Ο στρατηγός κι η Πέτρα έφυγαν προς την έξοδο. Ο Σπέερ έμεινε εκεί. «Μπορώ να καθίσω;» ρώτησε τον Πήτερ στα γερμανικά. «Παρακαλώ…» του απάντησε ο Πήτερ επίσης στα γερμανικά δείχνοντάς του την ξύλινη καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του. Ο στρατηγός κι η Πέτρα σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα της εξόδου. «Ο κύριος υποσμηναγός έχει μείνει με τον Πήτερ και» είπε η Πέτρα στο στρατηγό. «Α! Μη φοβάσαι τον Λέοπολντ Πέτρα…» της απάντησε ο στρατηγός διακόπτοντάς την και συνέχισε. «Ο Λέοπολντ είναι συμπατριώτης σου. Γερμανός είναι…» Η Πέτρα δεν του απάντησε. Τον κοίταξε με τα φρύδια της σμιγμένα από την απορία. Ο στρατηγός μετά από μια μικρή παύση την κοίταξε, σαν να ήθελε να ζυγίσει την αντίδρασή της απέναντι σ’ αυτά που είχε σκοπό να της πει, και ξεκίνησε: «Ο Λέοπολντ είναι και Γερμανός, και πιλότος της Λούφτβαφε. Της καινούριας Λούφτβαφε. Έτσι ο Λέοπολντ μπορεί να κάνει είτε πολύ καλό, είτε πολύ κακό. Όταν θέλει και αν θέλει. Κι επίσης κατάγεται από πολύ καλή, παλιά, και γνωστή οικογένεια. Και στο πανεπιστήμιο ήταν αριστούχος. Σ’ εμάς έκανε τη μετεκπαίδευσή του. Στην Αμερική. Στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Έμπρι Ριντλ στη Φλόριντα. Το ξέρεις το Έμπρι Ριντλ; Είναι εκεί που βγάζουν αστροναύτες. Καταλαβαίνεις; Στον Λέοπολντ μπορείς να εμπιστευτείς τα πάντα. Με την τάξη

29


ενός στρατιώτη, με την καρδιά ενός πιλότου, με την παιδεία ενός αριστοκράτη, και με το μυαλό ενός αστροναύτη. Καταλαβαίνεις; Μπορείς να του εμπιστευτείς τα πάντα. Γιατί έχει τις ικανότητες για τα πάντα. Κι αν αποφασίσει να κατακτήσει τον κόσμο ξανά, ευτυχώς εγώ δεν θα είμαι εδώ για να κάνω μια δεύτερη Νορμανδία ώστε ν’ απαλλαχτείτε εσείς απ’ αυτόν. Κι είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Καταλαβαίνεις; Έτσι τον εμπιστεύομαι. Και ποιον να εμπιστευτώ δηλαδή. Τίποτε αμερικανούς αγρότες; Ευτυχώς δεν του αρέσει η ζωγραφική του Λέοπολντ… Απ’ ότι μου έχει πει δηλαδή…» Η Πέτρα είχε σταματήσει πάνω στην πόρτα κοιτώντας εκείνο το σκαμμένο πρόσωπο να μιλά με μετρημένες ριπές. Σαν δάσκαλος που έχει μια ξαφνική έμπνευση. Και συνέχισε να το κοιτά τώρα που εκείνο χαμογελούσε αινιγματικά θέλοντας να τονίσει την τελευταία του φράση. Αποφάσισε να του απαντήσει. Με μια αυτοπεποίθηση που είχε έρθει ξανά απ’ το πουθενά. «Έπρεπε να είχατε γίνει καθηγητής, στρατηγέ. Και τη Γερμανία μάλλον την αγαπάτε και σας γοητεύει κατά βάθος, όσα βάσανα κι αν σας έχει χαρίσει απλόχερα…» Πολύ της άρεσε αυτό το “χαρίσει απλόχερα”. Χαμογέλασε κι εκείνη· περισσότερο ευχαριστημένη με τη λογοτεχνική διατύπωση που κατάφερε παρά με το ίδιο το περιεχόμενό της. Αλλά το σκέφτηκε ξανά, και βρήκε αφόρητα σκληρό το περιεχόμενο. Κι αποφάσισε να το διορθώσει. Με την αυτοπεποίθησή της να γιγαντώνεται ανεξέλεγκτα. «Ξέρετε στρατηγέ… κάνετε ένα λάθος… νομίζετε ότι δεν γνωρίζουμε τον πόνο. Νομίζετε ότι είμαστε εδώ μόνο για να προκαλούμε πόνο. Πιστεύετε αλήθεια σε λαούς που προκαλούν πόνο σε άλλους λαούς; Έτσι όπως ένα αγόρι θέλει να προκαλέσει πόνο στη μικρή αδερφή του επειδή τη ζηλεύει; Γι’ αυτό μας χωρίσατε στα δύο; Για να μας τιμωρήσετε; “Πήγαινε εσύ στο δωμάτιό σου κι εσύ στο δικό σου για να μην το ξανακάνετε…” Φτιάξατε δύο αδέρφια χωρίζοντας στα δύο τον ίδιον άνθρωπο; Πείτε μου στρατηγέ… Έχετε ποτέ φανταστεί πώς είναι ένας Γερμανός από μέσα;» Η θύελλα στις σκέψεις της ήταν τόσο ξαφνική που είχε αρχίσει να έχει ταχυπαλμ��α. Και για αυτά που έβγαιναν απ’ το στόμα της, αλλά και γιατί τα έλεγε στο διοικητή των αμερικανικών δυνάμεων του Δυτικού Βερολίνου. Ο στρατηγός άνοιξε επιτέλους το ένα από τα δύο φύλλα της πόρτας της εξόδου και της έκανε χώρο να περάσει. Βγήκαν στο μισοσκότεινο διάδρομο. Οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους. «Όχι… δεν έχω φανταστεί… σαν τη γλώσσα του, ίσως;» απάντησε ο στρατηγός περισσότερο για να την αναγκάσει να μιλήσει κι άλλο παρά για να πει αυτό που είπε. Τον εντυπωσίαζε το θάρρος που έδειχνε απέναντί του αυτή η νεαρή κοπέλα. «Δηλαδή; Πώς σας φαίνεται η γερμανική γλώσσα στρατηγέ; Λένε πως είναι στρυφνή και δυσπρόσιτη για τους ξένους, αλλά εσείς την μιλάτε καλύτερα κι από μένα… δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε, αλλά τόση ώρα μιλάμε γερμανικά…» «Ναι… ούτε φοιτητής δεν είχα ρίξει τόσο διάβασμα, όσο έριξα όταν ήρθα εδώ.» «Για να μάθετε τη γλώσσα εννοείτε…» «Ναι γι’ αυτό.» «Και το κάνατε μόνο από επαγγελματισμό; Για ν’ ανταποκριθείτε στις απαιτήσεις της καινούριας σας θέσης ή και για κάτι άλλο;» τον ρώτησε, ενώ αισθανόταν τον εαυτό της με τόση δύναμη μέσα του που λίγο ήθελε να ξαπλώσει το στρατηγό στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. «Ναι και για κάτι άλλο, αλλά ας μη μιλήσουμε τώρα γι’ αυτό.» «Για μια γυναίκα;» τον ρώτησε με την ψυχή στο στόμα αυτή τη φορά. Επιστρατεύοντας ότι της είχε απομείνει. «Α όχι! Δεν το περίμενα από σένα αυτό! Όλοι το ίδιο μου λένε! Κουτσός και στραβός για μια γυναίκα; Το έχω εγκαταλείψει αυτό το χόμπι εδώ και χρόνια…» της απάντησε με ένταση. Αλλά όχι με θυμό. Περισσότερο με το «βαρέθηκα πια» κάποιου που ακούει συνέχεια το ίδιο και το ίδιο. «Συγγνώμη…» του είπε η Πέτρα σιγά. «Αν σου έλεγα πως το έκανα για να δω πώς είναι να μιλάς την γλώσσα του θανάτου, θα σου φαινόταν βαρύ κι ασήκωτο; Ίσως και μελοδραματικό;» Η Πέτρα, παρ’ όλο το βράχο που τη χτύπησε στο κεφάλι μάζεψε την αναπνοή της κι απάντησε. Ήρεμα και χαμηλόφωνα. Γιατί δεν ήθελε να ταράξει την ησυχία του μονοπατιού της ουλής του, της εξοφθαλμίας του, και του κουτσού ποδιού του. «Όχι, καθόλου στρατηγέ. Μπορεί να είμαι νοσοκόμα, αλλά έχω πάει σχολείο. Και πανεπιστήμιο έχω πάει. Και στα γερμανικά ήμουν καλή. Μελετούσα τον Γκαίτε με όρεξη…» του είπε σταματώντας απότομα. Φάνηκε να θέλει να πει και κάτι άλλο, αλλά δεν το είπε. Ο στρατηγός ακινητοποιήθηκε στην απάντησή της. Την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Η Πέτρα είχε κατεβασμένο το κεφάλι και προσπαθούσε να κάνει κάτι τα χέρια της. Σαν να έψαχνε τις τσέπες της λευκής στολής της. Του στρατηγού του φάνηκε πως έβλεπε έναν αθώο σε απολογία στο τέλος μιας

30


λάθος καταδίκης σε ισόβια. Που παρ’ όλη την αδιανόητη αδικία, δεν πρόδιδε τους πραγματικούς ενόχους κι ας τους ήξερε. Ίσως γιατί ήταν οι γονείς του. Ή και τ’ αδέρφια του. «Τελικά νομίζω πως κατάλαβες πολύ καλά γιατί εμπιστεύομαι τον Λέοπολντ… Έτσι δεν είναι Πέτρα; Οι νέοι Γερμανοί είστε καταπληκτικοί…» της είπε θέλοντας να διασκεδάσει το κλίμα που είχε βαρύνει ανεπανόρθωτα. «Ο Γκαίτε είναι απ’ τους παλιούς στρατηγέ…» Για κάποιον εντελώς αδιευκρίνιστο λόγο ένιωσε αδύναμος και λίγος. Απότομα αδύναμος κι απότομα λίγος. Ναι ακριβώς αυτό ήταν. Αδύναμος και λίγος. Για κάποιον εντελώς αδιευκρίνιστο λόγο ένιωσε όπως τότε. Τότε που μέσα στον καυτό γαλλικό Αύγουστο του 1944 ανέβηκε με το τζιπ του όλη τη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι ψάχνοντας για παγωτό χωνάκι. Κρέμα βανίλια, όχι σοκολάτα. Έτσι του είχε πει η θεία του πριν φύγει από το Bedford της Βιρτζίνια μαζί με δεκάδες άλλους για να καταταγεί στους πεζοναύτες. Ότι αν ποτέ βρεθεί στο Παρίσι, να ψάξει να βρει παγωτό χωνάκι βανίλια από έναν πλανόδιο με καροτσάκι που συνήθως, απ’ ό,τι η ίδια από τη δεκαετία του 1930 θυμόταν, περιφερόταν εκεί προς το τέρμα της λεωφόρου των Ηλυσίων Πεδίων. Κοντά στην Αψίδα του Θριάμβου. Όχι ότι η ίδια είχε βρεθεί ποτέ της εκεί. Αλλά το είχε δει σε μια ταινία στον κινηματογράφο. Και της είχε φανεί πως αυτός εκεί ο πλανόδιος ήταν αληθινός. Όχι ηθοποιός. Και είχε ρωτήσει να μάθει πού ήταν εκείνο το μέρος που έδειχναν στην ταινία. Ο Πωλ Χιούστον δε βρήκε ποτέ κανέναν πλανόδιο με παχύ μουστάκι με λευκή ποδιά και με λευκό καροτσάκι να πουλά παγωτά κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου. Αυτό που βρήκε ανάμεσα στα πλήθη του κόσμου που συνέρεαν στους δρόμους και στις πλατείες, ήταν μια παρέα από λεπτοκαμωμένα μελαχρινά κορίτσια καθισμένα στο καλντερίμι του πεζοδρομίου ν’ ανεμίζουν μια αμερικανική σημαία. Κι όταν σταμάτησε μπροστά τους με το χακί τζιπ με το μεγάλο λευκό αστέρι στο καπό γεμίζοντάς τα σκόνη, καθώς οι αρβύλες του έκαναν το θόρυβο του νεαρού μπρατσωμένου αγρότη που βιάζεται, έτσι όπως βημάτιζε γρήγορα για να πάει κοντά τους, κι ενώ λίγο τον απασχολούσε η βρόμα που ανέδιδε μέρες και μέρες άπλυτος, στη μέση του καυτού εκείνου καλοκαιριού, τα ρώτησε ανακατεύοντας αγγλικές, γαλλικές και γερμανικές λέξεις, μήπως ξέρουν πού μπορεί να βρίσκεται ο πλανόδιος με τα παγωτά. Τότε, εκείνα τον κοίταξαν αμήχανα μισογελώντας, κι ύστερα από λίγο του είπαν στα γαλλικά σηκώνοντας την αστερόεσσα ψηλά: «Στη Βαστίλη!» Δεν κατάλαβε τίποτε. Κι έτσι ρώτησε ξανά με τις ίδιες λέξεις αλλάζοντας απλά την σειρά της εκφοράς τους. Κι εκείνα χασκογελώντας αυτή τη φορά, του είπαν ξανά το ίδιο και μάλιστα εις διπλούν: «Στη Βαστίλη! Στη Βαστίλη!» Ούτε και πάλι κατάλαβε. Και σταύρωσε τα χέρια συνοφρυωμένος. Ένα από τα κορίτσια σηκώθηκε, και κουνώντας τα χέρια του, συνεχίζοντας να χαμογελά, προσπαθούσε να του δείξει κατά πού πέφτει η συνοικία της Βαστίλης, μιλώντας του ταυτόχρονα. «Στη Βαστίλη! Δεν είναι εδώ η Βαστίλη. Εδώ είναι τα Ηλύσια Πεδία. Είναι κάτω… εκεί… προς τα εκεί… είναι μακριά από εδώ. Βα-στί-λη!» Αν κι εκείνα είχαν καταλάβει μόνο τη λέξη “παγωτό”, που όμως έστω κι αυτό αρκούσε, μια που του έλεγαν απλά πού μπορεί να βρει όχι μόνο ένα παγωτό, αλλά και κανένα μπαρ να ξεδώσει, εκείνος είχε μπερδέψει μέσα στην οχλοβοή το “Βαστίλη” στα γαλλικά με το “Μπάσταρδος” στ’ αγγλικά. Κι έτσι, επειδή νόμιζε πως έλεγαν “μπάσταρδος” στ’ αγγλικά, αλλά με γαλλική προφορά, ήταν σίγουρος πως ένα μάτσο σνομπ κακομαθημένα κοριτσόπουλα από το Παρίσι τον κορόιδευε αλύπητα. Στην αστερόεσσα που ανέμιζε στα χέρια τους δεν έδωσε καμία σημασία. Τη θεώρησε περισσότερο ένα ψέμα καλοπιάσματος παρά οτιδήποτε άλλο. Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα κι ανέβηκε στο Jeep του. Ήθελε μόνο να γυρίσει στη μεραρχία του. Και πάνω εκεί στο χακί Jeep, κοιτώντας το Παρίσι να ξεδιπλώνεται γύρω του φωτισμένο από έναν εξωφρενικό ήλιο που δεκαετίες είχε να φανεί, ένιωσε μόνος του και θυμωμένος. Ένιωσε ότι κάποιο λάθος έχει συμβεί. Κάποια αδικία. Ότι κανένα από τα υπέρλαμπρα κτίρια και τις φανταχτερές γέφυρες και τα καταπληκτικά café που τον περιτριγύριζαν δεν άξιζε το αίμα το δικό του και των συντρόφων του. Πίσω στο στρατόπεδο αφηγήθηκε το περιστατικό στους συναδέλφους του. Και του απάντησαν: «Γιατί απορείς… αφού οι Γαλλίδες είναι πουτάνες κι οι Γάλλοι πούστηδες. Γι’ αυτό και είναι πουτάνες. Γιατί δεν έχουν άντρες να τις πηδάνε.» Και πως άμα θέλει να πηδήξει καμία να τους το πει να τον πάνε. Παρόλο που η εξήγηση τον έκανε να γελάσει με την καρδιά του, ικανοποίηση δε βρήκε. Και μέρες αργότερα, άρχισε να μη βρίσκει ικανοποιητική ούτε την απάντηση του ότι το Παρίσι δεν αξίζει το αίμα το δικό του και των συντρόφων του. Και μήνες αργότερα, ξαπλωμένος με τ’ αθλητικά του παπούτσια μεσημέρι σ’ ένα πάρκο στη Φρανκφούρτη, πάλι ένιωσε να μην μπορεί να βρει απάντηση για εκείνο το συναίσθημα που τον είχε πλακώσει στην κατάφωτη Αψίδα του Θριάμβου. Γιατί το συναντούσε ξανά και ξανά. Παντού. Και στην Piazza Navone στη Ρώμη που

31


είχε βρεθεί σε κάποια μεταγωγή για δυο απογεύματα, αλλά και σ’ ένα μικρό καφενείο στη Ζυρίχη, που είχε πάει για ν’ ανοίξει ένα λογαριασμό σε τράπεζα, όπως τον είχαν συμβουλέψει. Παντού σ’ όλη την Ευρώπη το συναντούσε εκείνο το συναίσθημα. Στον τρόπο με τον οποίον ακουμπούσαν οι σερβιτόροι τα λεπτά φλιτζάνια του καφέ στα μικροσκοπικά στρογγυλά τραπεζάκια όπου ήσουν αναγκασμένος ν’ αγγίζεις τον διπλανό σου, θες δε θες. Είτε άντρας ήταν αυτός είτε γυναίκα. Αλλά και στον τρόπο με τον οποίον κάπνιζαν οι γυναίκες. Ή και στο πώς κάθονταν. Ακόμη και στο πώς τοποθετούσαν τα μαχαιροπήρουνά τους, όλοι μα όλοι. Είτε κάτι κακοντυμένοι βρόμικοι τύποι στα καφενεία που πρόσφεραν και πρωινό, είτε τίποτε άψογα ντυμένες με ροζ ταγιέρ κυρίες στις πλατείες της Λυών. Μερικές φορές του φαινόταν πως στην Ευρώπη δεν υπήρχαν φτωχοί. Απλά υπήρχαν κάποιοι που κάποια στιγμή είχαν λεφτά και κάποιοι άλλοι που κάποια στιγμή δεν είχαν. Γιατί όλοι μα όλοι ήταν σα να είχαν μεγαλώσει σε πλούσιες οικογένειες της Μασαχουσέτης. Ή σχεδόν όλοι. Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Κι αυτό το ίδιο συναίσθημα ένιωσε και τώρα. Ένα δευτερόλεπτο αφότου η Πέτρα του είπε πως ο Γκαίτε ανήκει στους παλιούς Γερμανούς. Είχε τέτοια σιγουριά η φράση της· είχε την ίδια σιγουριά που έχει ένας πίνακας που βρίσκεται κρεμασμένος στο Λούβρο για πάνω από τρεις αιώνες. Αυτό ήταν και το κυριότερο συστατικό του συναισθήματος που ένιωθε. Ότι οι άνθρωποι στην Ευρώπη πολύ συχνά θεωρούσαν το ίδιο αυτονόητη την θέση ενός τυριού στη σειρά των πιάτων ενός δείπνου, με την γνώση του επιθέτου του πρωθυπουργού μιας μακρινής χώρας. Κι αυτό τον έκανε πάντα να θέλει να φύγει. Και πάντα αυ��ό έκανε. Έφευγε. Από παντού. Απ’ οπουδήποτε κι αν βρισκόταν. Μπορούσε να σηκωθεί να φύγει στη μέση μιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης ακόμη κι αν ήταν ανάμεσα στους επίτιμους καλεσμένους. Μπορούσε να σηκωθεί να φύγει ακόμη και μετά από μια και μόνο φράση που μπορεί να του απηύθυνε κάποια άγνωστη καλεσμένη. Όπως «Λένε πως φέτος τα beaujolais πήγαν άσκημα… είδατε τι άλλο σερβίρουν; Μπας και βρω κάτι που θα μ’ αφήσει να κοιμηθώ ήσυχη το βράδυ;» Αργότερα, όταν συνήθως αφηγούταν πάλι το περιστατικό σε κάποιον συνάδελφό του στρατιωτικό, γιατί στο μυαλό του περί ολόκληρου περιστατικού επρόκειτο, έπαιρνε απαντήσεις του είδους: «Εγώ άμα ερχόταν γυναίκα και μου έλεγε τέτοιο πράγμα, θα την έβαζα κάτω το ίδιο βράδυ.» Απαξιούσε ν’ απαντήσει σε τέτοια σχόλια, αλλά ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένος από το βάθος του νοήματος του σχολίου. Έτσι και τώρα. Αποφάσισε να φύγει. Αυτή τη φορά όμως, εγκαταλείποντας τα πάντα για πάντα. Και τον Πήτερ, και τον Τζον, και την Εύα, και το χαμένο βρέφος, και το Βερολίνο, και την Πέτρα, και τον Λέοπολντ, και τον Τζόναθαν, και όλους. Και τους πίνακες, και τ’ ακριβά κρασιά, και τα καλά τυριά, και τις ολόφωτες πλατείες, και τα χλωμά καφενεία, και τις μπυραρίες με τους ρόζους στα ξύλινα τραπέζια τους, και όλα. Και όλα μα όλα. Αρκετά! Αρκετά! Ο Τζον θα καταλάβει… θα τον βρω να του τα πω… αλλά αρκετά! Άντε στο διάολο όλοι μαζί! Άντε στο διάολο! Γαμώ την Ευρώπη γαμώ! Θα έρθουν άλλοι στη θέση μου. Πιο καλοί και πιο απ’ όλα… Όπως τους θέλετε… Εγώ πάντως φεύγω. Ο γιος του μηχανοδηγού από το Bedford της Βιρτζίνια φεύγει! Να πάτε να γαμηθείτε! Και να πάτε και στο διάολο! Κι εσείς κι η ήπειρό σας μαζί! Αρκετά! Κοίταξε την Πέτρα. «Στρατηγέ… συμβαίνει κάτι; Ξέρετε πόση ώρα είναι που είστε αμίλητος; Αισθάνεστε καλά; Φταίω εγώ; Συγγνώμη…» του είπε η Πέτρα με αληθινή στενοχώρια στη φωνή της. «Πέτρα…» «Μάλιστα…» «Εγώ φεύγω τώρα.» Της είπε στ’ αγγλικά. Αναπάντεχα στ’ αγγλικά. Της χαμογέλασε. Μάλλον της γέλασε θα ήταν το σωστότερο, γιατί η φράση ως δήλωση του φάνηκε γελοία. «Μάλιστα… Δηλαδή… Μα… Συνέβη κάτι;» του απάντησε στα γερμανικά. Δεν είχε μυαλό να σκεφτεί τις γλώσσες η Πέτρα. Κάτι σημαντικό καταλάβαινε ότι συμβαίνει στον άνθρωπο εκεί απέναντί της, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί καθόλου τι. Ο στρατηγός ήταν χαρούμενος. Και ήρεμος. Μοναδικά ήρεμος. Σαν παράνομος δραπέτης που νόμισε πως πήραν είδηση το πλαστό του διαβατήριο πάνω στον τελευταίο έλεγχο, εκεί ακριβώς έξω από την πόρτα ενός επιβατικού αεροσκάφους Boeing 707-320 με τις μηχανές αναμμένες. Αλλά που τελικά έκανε λάθος. Κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτε. «Όχι Πέτρα… Δε συνέβη τίποτε… Απλά πρέπει να φύγω. Έχω κάτι πολύ σημαντικό να κάνω. Δυστυχώς μου είχε διαφύγει. Πρέπει να φύγω. Δουλέψτε με τον Λέοπολντ. Είναι νούμερο ένα. Είναι πολύ καλός. Ξέχασέ με εμένα. Και μην ανησυχείς καθόλου. Άλλωστε, όπως είδες, τον φάκελο της υπόθεσης τον έχει εκείνος. Δουλέψτε μαζί. Αν ο Πήτερ έχει μοιάσει στον πατέρα του θα είναι ήσυχος και συνεργάσιμος. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Πρέπει να φύγω… Γεια σου Πέτρα!» Άρχισε να περπατά προς την έξοδο του διαδρόμου σαν πραγματικά κάτι πολύ σημαντικό να είχε ξεχάσει.

32


«Στρατηγέ!» του φώναξε η Πέτρα. Σταμάτησε τρία μέτρα πιο κει και γύρισε κοιτάζοντάς τη με το τερατώδες εξόφθαλμο μάτι. «Τη μικρή, τη λένε Στέλλα.» του είπε η Πέτρα αργά και καθαρά. Το ήξερα ότι κάτι θα πάρω μαζί μου για την πατρίδα. Το ήξερα ότι αυτή η γαμημένη ήπειρος δε θα μ’ άφηνε να φύγω έτσι… Γύρισε ολόκληρος στην Πέτρα. Άφησε μια ανάσα. Δεν είπε τίποτε. Η Πέτρα συνέχισε: «Ο Πήτερ μου τα έχει πει όλα. Έχουμε μιλήσει με τις ώρες με τον Πήτερ για όλα. Και για τη ζωή του στο Ανατολικό Βερολίνο και για τον Τζον, και για τη μητέρα του. Και για τον πραγματικό του πατέρα. Αλλά όχι για τη νύχτα της δραπέτευσης… εκεί έχουμε πρόβλημα μεγάλο, αλλά θα το ξεπεράσουμε κι αυτό σιγά σιγά… απ’ ότι λένε κι οι γιατροί… Αν κι αυτοί είναι λίγο απαισιόδοξοι γι’ αυτό το ζήτημα ειδικά. Ελπίζουν να μην του έχει αφήσει κανένα ψυχολογικό τραύμα ακόμη μεγαλύτερο κι απ’ αυτό που φαίνεται. Για αυτό και δεν του έχουν πει για την μητέρα του ακόμη. Ο Πήτερ δεν ξέρει πως η Εύα είναι νεκρή… Δεν το ξέρει αυτό…» Έκανε μια μικρή παύση. Σαν ηθοποιός που χάνει τα λόγια της. Δυο δευτερόλεπτα μετά συνέχισε: «Ε, τώρα δεν είναι και λίγο έντεκα χρονών παιδί να παραστεί δευτεραγωνιστής σε μια τέτοια σκηνή… πάλι καλά δηλαδή… Αλλά… τη μικρή τη λένε Στέλλα… Στέλλα Έντελσταϊν. Θα της έδιναν το πατρικό επώνυμο της μητέρας της, γιατί έτσι το ήθελε ο πατέρας της ο Τζον. Γιατί την αγαπούσε πολύ την Εύα. Και γιατί το Έντελσταϊν του άρεσε περισσότερο απ’ το δικό του. Φανταστείτε… Πρωτότυπο αυτό. Ο άντρας να δώσει στο παιδί του το επώνυμο της γυναίκας του… Ε εντάξει… Στην Αμερική έχετε διάφορα πρωτότυπα. Γιατί όχι κι αυτό…» Η Πέτρα του χαμογελούσε. Και του χαμογελούσε κοριτσίστικα. Με όλο της το πρόσωπο. Συνέχισε την αφήγηση: «Και το Στέλλα ο Τζον το είχε βρει. Γιατί η μικρή λέει είναι πολύ όμορφη. Πάρα πολύ όμορφη. Σαν αστέρι. Ίσως και να ευθύνονται τα μάτια της απ’ ό,τι μου έχει πει ο Πήτερ… αν και για όλα αυτά είναι νωρίς ακόμη… η Στέλλα είναι βρέφος ακόμη… Είναι κι άλλα που έχω να σας πω, είναι πολλά. Να σας τα πω όλα έτσι εδώ όρθια; Να τα πω καλύτερα με τον Λέοπολντ, όπως μου είπατε ε; Ναι. Εντάξει.» Σταμάτησε απότομα και προχώρησε προς το μέρος του. Και τις λέξεις της επόμενης ερώτησης ήταν σαν να την ακολούθησαν ήχοι και χρώματα. Λάμπες θυέλλης σε νυχτωμένο δάσος τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Με το χυτό λευκό ήχο του αερίου που καίγεται κάτω από το σφυριχτό μέτρημα των γρύλων. «Η Στέλλα είναι ζωντανή στρατηγέ;» Παύση. Ο στρατηγός έσκυψε το κεφάλι. Κοίταξε κάτω το λευκό δάπεδο του νοσοκομείου. Δε θα μ’ αφήσετε να φύγω έτσι; Αυτό είναι… Δε θα μ’ αφήσετε να φύγω… Μα δεν καταλαβαίνετε; Τέρμα το δικό μου αίμα… τελείωσα εγώ… βρείτε άλλο, κάντε μετάγγιση δε μ’ ενδιαφέρει… εγώ τελείωσα… Αφού τελείωσε και με τις σκέψεις του ο στρατηγός δεν της απάντησε. Σήκωσε το κεφάλι του. Την κοίταξε ευθεία στα μάτια. Η Πέτρα σταμάτησε να του χαμογελά. Τον κοίταζε κι αυτή. Ο στρατηγός συνέχισε να μη μιλά. Η Πέτρα έκανε να φύγει προς την αίθουσα, αλλά πισωπάτησε. Σήκωσε ελαφρά το χέρι της, σα να ήθελε να πει κάτι, αλλά δεν είπε τίποτε. Το κατέβασε. Τον κοίταξε ξανά αλλά για λίγο. Χαμήλωσε το κεφάλι της. Και γύρισε για την αίθουσα χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Κι ανάμεσα στο θόρυβο της πόρτας που άνοιξε κι έκλεισε, άκουσε τα κουτσά βήματα του Πωλ Χιούστον να κατεβαίνουν τις σκάλες για την έξοδο. Τίποτε άλλο. Μόνο τα κουτσά τριξίματα από τα γυαλισμένα παπούτσια πάνω στο μάρμαρο. Και κανείς άλλος δεν άκουσε ποτέ τίποτε πιά για το στρατηγό. Ο Βίλλι Μπραντ κι ο Βάλτερ Ούλμπριχτ. Ο Λέοπολντ Σπέερ κι η Πέτρα Καντ. Ο Τζόναθαν Στόουν. Ο οδηγός του κι η σπιτονοικοκυρά του. Η φουρνάρισσα στο τέλος του Kreuzberg κι οι σκοποί στις γέφυρες του Βερολίνου. Η καφετιέρα του και τα λεπτά μεταλλικά γυαλιά του. Κανείς. Μόνο στην αποστειρωμένη αίθουσα εντατικής μετεγχειρητικής παρακολούθησης του Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου στο Tucson της Αριζόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τζον Γουάγκστερ ανάσαινε μέσα στον κατάμαυρο κωματώδη ύπνο του, υποβοηθούμενος από το γκρι μηχάνημα πάνω στο χακί τραπεζάκι δίπλα του, παρέα με το σταθερό μέτρημα της καρδιάς του, χωρίς να μπορεί καθόλου να ονειρευτεί. Κι ο Πήτερ Γουάγκστερ, κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εκεί που τέτοια ώρα ήταν βαθιά νύχτα πια, κοιμόταν κι αυτός, με το κεφάλι μέσα στα σεντόνια, μπας και καταφέρει να κρυφτεί από τον εφιάλτη που κάθε νύχτα, ακριβέστατος στο ραντεβού του, ερχόταν για ν’ αρπάξει όσα όνειρα είχαν απομείνει.

33


Κι ο Πωλ Χιούστον, ροχαλίζοντας με εκκωφαντικό θόρυβο, ανέμελος σαν έφηβος που μόλις ξεκινά τη φοιτητική του ζωή σε μιαν άγνωστη πόλη μακριά απ’ τους γονείς του, ονειρευόταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα χέρια χυμένα δεξιά κι αριστερά στο κάθισμα της διακεκριμένης θέσης της νυχτερινής πτήσης της Pan-American για Νέα Υόρκη, τη στιγμή που θ’ ακουμπούσε χαμογελαστός πάνω στο τζάμι της αποστειρωμένης αίθουσας του Τζον Γουάγκστερ, το χαρτί με τις πέντε λέξεις γραμμένες με παχύ μαύρο μαρκαδόρο. “Ο Πήτερ είναι καλά”

Για τα υπόλοιπα, για τη νεκρή Εύα, για τη χαμένη Στέλλα, για τον άχρηστο γκρι φάκελο στα χέρια του υποσμηναγού, δε θα έλεγε ποτέ τίποτε και σε κανέναν. Δεν ήταν δική του δουλειά τα υπόλοιπα. Ήταν δουλειά του υπομονετικού κι επίμονου χρόνου τα υπόλοιπα.

34


D-DAY 70