Issuu on Google+


Copyright © Σώτος Βοσκαρίδης (BOSS)

E – mail : boss@spidernet.com.cy URL

: www.boss.com.cy

«Το Σχέδιο Ανάν με γελοιογραφίες» κυκλοφόρησε στην Κύπρο πέντε μέρες πριν από το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004. Η δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε τον Δεκέβρη του 2004 με την υποσημείωση «κυκλοφορεί ως έχει». Η παρούσα (ηλεκτρονική) έκδοση «κυκλοφόρησε» στο Διαδίκτυο τον Οκτώβρη του 2010


ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ με γελοιογραφίες και πολλά αποσιωπητικά ...


Στους γονείς μου, που μ’ έμαθαν πότε να λέω «ΝΑΙ» και πότε « ΟΧΙ» και στη Δώρα, στον Χριστόφορο, στον Νίκο και στον Εύρο.


Ο Σώτος Βοσκαρίδης χωρίς αποσιωπητικά Ο Σώτος Βοσκαρίδης γεννήθηκε στο χωριό Κάμπος της επαρχίας Λευκωσίας και σπούδασε Ηλεκτρονικά και Τηλεπικοινωνίες, πράγμα καθόλου αφύσικο για ένα «τηλε-επικοινωνιολόγο» που έγινε σκιτσογράφος... Οι ειδικοί λένε πως ο καλός γελοιογράφος είναι σαν τις γελοιογραφίες του... κι ο Σώτος είναι ένας καλός γελοιογράφος. Είναι δηλαδή έντιμος άνθρωπος, με σθένος στις απόψεις του, ανιδιοτελής στις σχέσεις του, αθώος στο γέλιο του, αγαπητός και αγαπημένος με τους οικείους του, μονίμως και βαθιά σκεπτόμενος, ανεκτικός με τους φίλους του, αυστηρός στις αρχές του, λοξός με την κατά συνθήκη πραγματικότητα, κόντρα στο άδικο, διαβασμένος, ευαίσθητος στις τέχνες, παρατηρητής και κριτής του καιρού μας. Τα πρώτα του σκίτσα τα δημοσίευσε στη δική του εφημεριδούλα, όταν ήταν ακόμα φοιτητής στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο, στη Λευκωσία, με ήρωές του κυρίως τους καθηγητές αλλά και τους συμφοιτητές του. Αυτό κράτησε περίπου ένα χρόνο μέχρι που το 1972 αποφάσισε να κτυπήσει την πόρτα του «Φιλελεύθερου», και της «Μάχης», στις αθλητικές σελίδες των οποίων υπογράφει τα σκίτσα του με το ψευδώνυμο «Αιπολίδης». Αμέσως μετά το πραξικόπημα και την εισβολή ασχολείται αποκλειστικά με την πολιτική γελοιογραφία στα «ΝΕΑ» και αργότερα στον «Φιλελεύθερο» και στην «Απογευματινή». Τα τελευταία 30 χρόνια δημοσίευσε σκίτσα του σε διάφορες καθημερινές και εβδομαδιαίες εφημερίδες καθώς και περιοδικά. Συνεργάστηκε επίσης με μεγάλη επιτυχία με το αθλητικό πρόγραμμα του τηλεοπτικού καναλιού LTV στα πρώτα και δύσκολα χρόνια της λειτουργίας του. Εδώ και δέκα χρόνια, έχει την δική του ιστοσελίδα στο διαδίκτυο όπου σκιτσογραφεί ανελλιπώς για λογαριασμό του και για λογαριασμό των φίλων του. Έτσι δικαιολογεί και το άλλο του καλλιτεχνικό ψευδώνυμο: BOSS, αφεντικό του εαυτού του και συνάμα πιστός υπηρέτης της τέχνης του. Έχει καταπιαστεί με ποικίλα θέματα αλλά η δουλειά του εστιάζεται κυρίως σε πέντε θεματικούς κύκλους: Πολιτική, Εκπαίδευση, Νεολαία Περιβάλλον, και Ποδόσφαιρο. Το σήριαλ του «Το πρωτάθλημα της Σικελίας», στη δεκαετία του ’80 έκανε μεγάλο πάταγο στο ... μακρινό αυτό νησί της Μεσογείου. Στο βιβλίο του «Τα ποδοσφαιρικά του Αιπολίδη» (1986) τα κακώς έχοντας της κοινωνίας αντικατοπτρίζονται μέσα από τα τεκταινόμενα στα κυπριακά γήπεδα. Οι (αντι)ήρωες του Βοσκαρίδη είναι οι καθημερινοί άνθρωποι της Κύπρου που αναρωριούνται τι συμβαίνει εδώ και τριάντα χρόνια στο κυπριακό, με αποκορύφωμα το Σχέδιο Ανάν. Το χιούμορ του κινείται μεν στην ευρύτερη λογική της νέας ελληνικής γελοιογραφίας δίνοντας, όμως, την κυπριακή της εκδοχή. Σήμερα, σε μια εποχή που οι «πολιτικές» αντοχές της κοινωνίας μοιάζουν εξαντλημένες και ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος αρθρώνεται κουρασμένος και μπερδεμένος, βρίσκουμε στις γελοιογραφίες του BOSS μια άλλη σκέψη, αποκαλυπτική και…Bossy. Δεν το βάζει κάτω, «δεν κολλά πουθενά» ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την αγαπημένη του Κύπρο. Συνεχίζει να φτιάχνει «αδύνατους κρίκους», δίνοντας με το σκίτσο του τις απαραίτητες ‘φιλικές τσιμπιές’ στις πεσμένες μπαταρίες κάποιων συμπατριωτών του. Οι λεζάντες του, το ίδιο ενοχλητικές μπαίνουν σαν αλογόμυγες, στα ρουθούνια πολιτικών και μη για να ξυπνήσουν συνειδήσεις. Τα τελευταία χρόνια βρίσκει τον απαραίτητο χρόνο που του αφήνουν οι πολλές επαγγελματικές του υποχρεώσεις για να στήσει μέσα σε πολλά καρεδάκια έναν άλλο κόσμο που μας έφερε η περίοδος του Σχεδίου Ανάν. Από εκεί μας στέλνει με τον υπολογιστή του, σχεδόν καθημερινά, την αγωνία του: έγχρωμα και μαυρόασπρα ραβασάκια. Μας ρίχνει τις ατάκες του, ακολουθούμε τις γραμμές του, κάπου εκεί μετά τ’ αποσιωπητικά που αφήνουν οι λεζάντες του, μας χαμογελάει με ύφος ‘BOSS’ και πάλι ως Σώτος Bοσκαρίδης. Μίμης Σοφοκλέους


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η δύναμη της πολιτικής γελοιογραφίας στη διακίνηση ιδεών «Το να μάθει κανείς τα σοβαρά, χωρίς να μάθει τα γελοία είναι αδύνατον» (Πλάτων) Γραμμές από αποσιωπητικά........ Η δύναμη μιας γελοιογραφίας, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, κρύβεται στο Λόγο, όχι το λόγο με το λ μικρό, αλλά το Λόγο που χρειάζεται το Λ να είναι απαραίτητα κεφαλαίο για να αποδώσει τα συμφραζόμενα. Στον άλλο λόγο, με το λ μικρό, κρύβεται το υπονοούμενο της καθημερινότητας και κυρίως γιατί συντρέχουν λόγοι. Όλοι το γνωρίζουν ότι το υπονοούμενο είναι η ψυχή και ο λόγος ύπαρξης μιας γελοιογραφίας και όχι η κυριολεξία η οποία μάλλον την σκοτώνει.. Κι όμως, μια έξυπνη πολιτική γελοιογραφία που υπονοεί και υπαινίσσεται, μπορεί να είναι ξεκάθαρη και κυριολεκτική μαζί. Θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση. Πρώτος διδάξας ο Αριστοφάνης που πρώτος είπε στους Αχαρνής: «για το δίκαιο θα διακωμωδήσω και τα δίκαια». Οι Κύπριοι γελοιογράφοι έχουν μπροστά τους το Σχέδιο Ανάν. Η τέχνη του υπονοούμενου, προϋποθέτει αν όχι γνώση, τουλάχιστον την κατανόηση των μηχανισμών της κοινωνίας και της πολιτικής. Κι όταν γνωρίζεις το στόχο σου, τα υπονοούμενα γίνονται εύστοχα βέλη. Τα αποσιωπητικά υπονοούν τη νοητή γραμμή που θα ακολουθήσει το βέλος για να βρει το στόχο του, αλλά, ακόμα μπορεί να δείχνoυν το «σημείο διαφυγής» του γελοιογράφου. Αυτά τα αποσιωπητικά, δεν είναι ένα απλό σημείο της στίξης, αλλά της αντίστιξης που αναζητά ο καλλιτέχνης για να ολοκληρώσει το έργο του δίνοντας έτσι την τελική λύση, αρκεί το βλέμμα του αναγνώστη να δύναται να φτάσει μέχρι την καρδιά του προβλήματος. Ο ανεπανάληπτος Γιάννης Κυριακόπουλος (ΚΥΡ), όταν πριν δυο χρόνια βρισκόταν στη Λευκωσία, μας έδωσε ένα ορισμό για το επάγγελμά του: «Ο γελοιογράφος είναι ο τρελός του χωριού - ο πελός του χωριού όπως λέτε εδώ στην Κύπρο – που με την τρέλα του λέει κατάμουτρα τις πιο μεγάλες αλήθειες. Ο πολιτικός γελοιογράφος πιάνει ένα βαθύ πιάτο. Βάζει μέσα το παράπονο του πολίτη, την αγανάκτηση του πολίτη, τα ανακατεύει, ρίχνει αλατοπίπερο, βάζει δική του σάλτσα, τα γαρνίρει με όσο χιούμορ διαθέτει και μετά τα εξφενδονίζει στη μούρη του οποιουδήποτε πολιτικού, της οποιασδήποτε εξουσίας και του οποιουδήποτε μεγιστάνα που αδίκησε, που πρόδωσε και που αθέτησε το λόγο του. Ο γελοιογράφος είναι ο μεσάζων μεταξύ πολίτη και εξουσίας που θα πάρει τη φωνή του ενός και θα τη μεταφέρει στο αυτί του άλλου, αλλά με χαμόγελο. Και αυτό θα το κάνει όχι με μίσος, ούτε με ηδονική ευχαρίστηση. Θα το κάνει από αγάπη. Από αγάπη προς τη χώρα του. « Εισαγγελείς με το χαμόγελο» μας είχε αποκαλέσει ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου». Ένας σκιτσογράφος μοιάζει πολύ με ένα συγγραφέα που περιοδεύει και παίρνει από όλους για να φτάσει στο θέμα του: από το πολιτικό, το κοινωνικό, το οικονομικό μέχρι και ποδόσφαιρο πρέπει να κατέχει για να συμπυκνώσει μέσα στη γελοιογραφία του την εκάστοτε επικαιρότητα. Τώρα, η επικαιρότητα είναι Ανάν. Στις γελοιογραφίες συμπυκνώνεται η συνισταμένη του καθενός όταν αναζητά απαντήσεις ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν.


Η κριτική είναι σαν τη γελοιογραφία. Σου επισημαίνει τα ελαττώματά σου, μεγεθύνοντάς τα γιατί η τέχνη έτσι κι αλλιώς δεν αντιγράφει τη ζωή, αλλά το αντίθετο. Αν κάτι είναι λίγο κακό, θα πρέπει να μεγεθύνει, αν είναι λίγο αδύνατο, θα πρέπει να φανούν ακόμα πιο πολύ οι αδυναμίες του. Αν, πάλι, κάτι είναι άδικο, θα πρέπει να φανούν με μεγαλοπρέπεια οι αδικίες του. Στην παρούσα ηλεκτρονική έκδοση παρατίθενται 41 γελοιογραφίες του ΒOSS, που καλύπτουν υλικό των τελευταίων μηνών αφότου μπήκε στη ζωή μας σοβαρά το Σχέδιο Ανάν και άρχισε η συζήτησή του. Η γελοιογραφία απεικονίζει -ίσως περισσότερο από καθετί άλλο και σίγουρα με τον πιο σύντομο τρόπο- τη σχέση του καθημερινού ανθρώπου με την εξουσία: μια σχέση κυκλοθυμική με διακυμάνσεις, εξάρσεις και υφέσεις, παραδοχές και εκρήξεις, απόρροια ίσως της πανάρχαιας ανάμειξής του στην πολιτική μέσα στα στενά όρια της πόλης-κράτους με τους δημοκρατικούς θεσμούς, όπου όλα και όλοι μπαίνουν στο μικροσκόπιο της ενδόμυχης σύγκρισης με το Εγώ και ανάλογα μεγιστοποιούνται ή ελαχιστοποιούνται. Οι γελοιογράφοι κινούνται λόγω στενοχωρίας. Δεν τους χωράει ο τόπος και τον μεγεθύνουν με αδρές πινελιές Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο διαχρονικός ΄Έλληνας στη σχέση του με την εξουσία είναι ποικίλα και οικεία: σχολιασμός, ειρωνεία, ύβρις, ανέκδοτο, μιμική διακωμώδηση σε λαϊκές γιορτές και λαϊκά θεάματα, στίχοι σκωπτικοί και δηκτικοί, δημόσιος χλευασμός, μέσα στην ανωνυμία του μεγάλου πλήθους του «Παγκόσμιου καφενέ» που δεν μπορεί να λύσει ένα απλό πρόβλημα, το κυπριακό, που οι καθημερινοί άνθρωποι – Έλληνες και Τούρκοι Κυπριώτες λύνουν στους κεφενέδες τους. Στην περίπτωση της γελοιογραφίας μιλάμε για ένα διεθνή κώδικα κατανοητό σε όλους, για μια διεθνή κοινή γλώσσα. ΄ Ένα σκίτσο και ελάχιστα ή και καθόλου λόγια, αλλά πολλά υπονοούμενα. Πρωταγωνιστή��: ένα πρόσωπο της εκτελεστικής κυρίως εξουσίας, συχνά της Πολιτικής, κάποτε της οικονομικής-ιδιαίτερα όταν ξεσπά σκάνδαλο. Άλλοτε πάλι πρωταγωνιστούν άνθρωποι του λαού. Η αναφορά έχει άμεσα επικαιρικό χαρακτήρα. Συχνά μια γελοιογραφία του σήμερα, αύριο θα είναι ξεπερασμένηχωρίς αυτό να αποτελεί κανόνα-ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται σε γνωστές συνήθειες ή στοιχεία του χαρακτήρα του διακωμωδούμενου προσώπου. Η γελοιογραφία σταματά τον χρόνο. Απαθανατίζει! Οι ρίζες της φθάνουν βαθιά στο ελληνικό παρελθόν. Ξεκινούν από τον Θερσίτη και τον Αίσωπο, τον Αριστοφάνη και τον Μένανδρο, τον Διογένη τον Κυνικό, τους φλύακες που διακωμωδούν και τους θεούς, για να φθάσουν στις σημερινές εκφάνσεις της σάτιρας, με βασική τη γελοιογραφία. Η Γελοιογραφία λοιπόν είναι τέχνη πολιτική, ενταγμένη στον καθημερινό πολιτικό αγώνα και στη διαπάλη των κομμάτων, των προσώπων, των ιδεών. Με τον τρόπο της είναι κι ένα βαρόμετρο των πολιτικών ηθών και της πολιτικής ζωής, του μορφωτικού επιπέδου του αναγνωστικού κοινού, αλλά και της δημοκρατίας. Ο σημαντικότατος καλλιτέχνης της Κύπρου, ο Γιώργος Μαυρογένης, ο οποίος θεωρείται και ο ‘πατριάρχης’της κυπριακής γελοιογραφίας οριοθετεί την πολιτική γελοιογραφία ως εξής:


Η σωστή γελοιογραφία είναι αυτή που σχολιάζει με τρόπο χιουμοριστικό, αλλά ταυτόχρονα υπονομευτικό τα κακώς έχοντα, την πολιτική πραγματικότητα. Αν ο γελοιογράφος δεν είναι βαθιά πολιτικοποιημένος, δεν έχει οξυμένες κεραίες, ώστε να μεταβάλει την πραγματικότητα με γελοιογραφία, τότε είναι μακριά από την ουσία της υπόθεσης Eδώ έχουμε δυο τέχνες: την τέχνη της πολιτικής και την τέχνη της γελοιογραφίας που διασταυρώνονται μέσα από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: το Σχέδιο Ανάν για την επίλυση του κυπριακού. Η πολιτική καθώς αποφαίνονται όλοι είναι η τέχνη του κυβερνάν, η τέχνη της εξισορρόπησης στο εφικτό που η πραγματικότητα επιβάλλει. Από την άλλη, η τέχνη της γελοιογραφίας παρακολουθεί αλλά δεν ακολουθεί, διαλέγει άλλους δρόμους. Οι δυο τέχνες κινούνται σαν δυο σιδηροδρομικές ράγιες. Σηκώνουν το όχημα για να μην εκροχιαστεί. Αλλοίμονο στον πολιτικό που θα θεωρήσει πολεμική την κριτική θεώρηση του έργου του από τον γελοιογράφο, γιατί οι γελοιογράφοι προηγούνται, προειδοποιώντας και προβληματίζοντας γι αυτά που μπορεί να έρθουν. Η διαφορά μεταξύ των δύο, κατά την άποψη του Σώτου Βοσκαρίδη, είναι ότι όταν μιλά ένας πολιτικός συνήθως προσπαθεί κάτι να αποκρύψει, ενώ όταν «μιλά» ο γελοιογράφος συνήθως προσπαθεί κάτι να αποκαλύψει. Ως τέχνη πολιτική η Γελοιογραφία, με άμεσο και ακαριαίο χτύπημα -ως θέαμαανάγνωσμα για βιαστικούς, άρα με περιεχόμενο προσλαμβανόμενο με την πρώτη ή τη δεύτερη βιαστική ματιά, έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο προπαγάνδας, διακωμώδησης και εξευτελισμού του αντιπάλου ή έξαρσης του φρονήματος των πολιτών σε περίπτωση ιδιαίτερα εξωτερικού κινδύνου. Σ' ένα καθημερινό πλαίσιο μιας άλλης χώρας χωρίς προβλήματα, το ελάχιστο για τον γελοιογράφο είναι η ανοχή, το ενδιάμεσο το να διασκεδάσει με τη χιουμοριστική διάθεση και να αυτοσαρκασθεί. Όταν όμως παίζονται εθνικά συμφέροντα, ε, τότε η γελοιογραφία γίνεται ο καθρέφτης της εθνικής ψυχής, μας κάνει λαό γιατί λειτουργεί ως το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο των διαφόρων απόψεων. Μπορεί η κριτική ενός γελοιογράφου να μην έχει πάντα δίκιο αλλά είναι... δίκαιη. Από αυτή μπορούν να ωφεληθούν όλοι. Και κάτι ακόμη: μπορεί η τηλεόραση να μονοπωλεί την εικόνα ως επεκτατικό υποκατάστατο πολλών μορφών τέχνης, όμως τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση, τη δύναμη και τη γοητεία της γελοιογραφίας σε μια εφημερίδα ή περιοδικό. Όταν γίνεται συγκροτημένη έκδοση με βάση ένα συγκεκριμένο σχέδιο, σαν κι αυτή που κρατάτε στα χέρια σας αυτή τη στιγμή, τότε είναι ακόμα πιο ολοκληρωμένος ο στόχος της.. Για τέτοιου είδους δυνατές γελοιογραφίες συζητάμε, όταν πρόκειται για τα σκίτσα του Σώτου Βοσκαρίδη. Με… αποσιωπητικά και πολύ εύστοχα υπονοούμενα Η αλήθεια τεκμαίρεται από τα συμφραζόμενα, τα αποσιωπητικά κυριαρχούν…


Οι Γελοιογραφίες Θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον κ. Ανάν και σε όλους τους συνεργάτες του, για τα πέντε σχέδια που εκπόνησαν για την Κύπρο. Χωρίς τη συμβολή τους αυτό το βιβλίο θα ήταν αδύνατο να εκδοθεί... Όμως, χωρίς να θέλω να ...περιαυτολογήσω, πρέπει να πω και κάτι άλλο: Αυτοί όλοι μαζί, για το καλό της Κύπρου, έκαμαν πέντε σχέδια και εγώ μόνος μου έκαμα σαράντα... Και ο αριθμός των 40 γελοιογραφιών δεν είναι καθόλου τυχαίος: Οι 10 000 σελίδες του Σχεδίου Ανάν ισοδυναμούν με περίπου 2 000 000 λέξεις. Αφού μια εικόνα αντιστοιχεί με 1 000 λέξεις, άρα το Σχέδιο αντιστοιχεί με 2 000 εικόνες. Όμως μια γελοιογραφία αντιστοιχεί με 50 «κανονικές» εικόνες. Άρα οι 40 γελοιογραφίες του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας είναι αρκετές για να «διαβάσει» κάποιος πολύ σύντομα και πλήρως το Σχέδιο Ανάν... Καλή ΑΝΑΝ γνωση ... Σώτος Βοσκαρίδης ( BOSS )


Δύο γελοιογραφίες από το παρελθόν, το οποίο


βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να μας εκπλήσσει...


Το 1ο Σχέδιο Ανάν...


Το 2ο Σχέδιο Ανάν...


Το 3ο Σχέδιο Ανάν...


Άνοιγμα Οδοφραγμάτων...


Τέσσερις σημειώσεις για τον αναγνώστη Αποσιωπητικά... Είναι πάντοτε τρεις (και όχι περισσότερες) τελείες: Μπαίνουν στο τέλος μιας φράσης και δεν αφήνεται διάστημα μεταξύ αυτών και της τελευταίας λέξης. Στη θέση ηθελημένης παραλείψεως μιας ή περισσοτέρων λέξεων εντός του κειμένου, βρίσκονται εντός αγκύλης, προηγείται δε και έπεται αυτών κανονικό διάστημα· στην αρχή παραθέματος, βρίσκονται εντός παρενθέσεως και ακολουθούνται πάντοτε από κανονικό διάστημα (διάστημα μεταξύ λέξεων). Σημείωση: Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τα αποσιωπητικά αντί της συντμήσεως κλπ. Το σκίτσο του εξωφύλλου ήταν η άμεση απάντηση του BOSS στην απόφαση της επιτροπής για τη σημαία του προτεινόμενου κράτους και κυκλοφόρησε ανά το παγκόσμιο μέσω του Διαδικτύου. Δημοσιεύτηκε δε, σε πολλές εφημερίδες της Κύπρου και της Ελλάδας. Τα μηνύματα – σχόλια (κυρίως ηλεκτρονικά) που πήρε τότε ο Σώτος Βοσκαρίδης ήταν πάρα πολλά. Το πιο ωραίο του το έστειλε ένας φοιτητής του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου; «ΝΑΙ στον Σώτο, ΟΧΙ στον Ντε Σότο»... Ο λόγος που γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα πρόσωπα στις σελίδες 10 και 11 είναι το γεγονός ότι ο μεν πρώτος τυγχάνει να κατάγεται από την Αφρική και ο δεύτερος από την Λατινική Αμερική, δύο περιοχές του πλανήτη οι οποίες – όπως και η μικρή Κύπρος γνώρισαν για αιώνες (και σε ένα βαθμό εξακολουθούν να γνωρίζουν ακόμα) τις συνέπειες από την εισβολή από διάφορους ξένους, την αποικιοκρατία, την κατοχή, την καταπίεση, την εκμετάλλευση, την αδικία, την ταπείνωση και τη στέρηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων τους. Άρα ο απλός κύπριος θα ανέμενε πολύ περισότερη ευαισθησία όταν τίθενται τέτοια θέματα...

Ο λαϊκός ποιητής της Κύπρου Παύλος Λιασίδης (από το κατεχόμενο χωριό της Μεσαορίας Λύση), στην τελετή παράδοσης οικίας στον προσφυγικό σοινικισμό Τσιακκιλερό, στη Λάρνακα (Σκάλα) αίπε υπό μορφή αντιφώνησης το εξής δίστιχο (βλέπε σελ. 24): «Η Σκάλα νά’ ταν μάλιν σου τζιαι να μου τη χαρίσεις έξερε δεν την άλλασσα μ’ έναν γουμάν της Λύσης» μάλι = περιουσία γουμάς = κοτέτσι



testt