Page 1


Η λεύγα 1 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα, κυκλοφόρησε στις 11.3.2011 και διακινήθηκε με όλους τους δυνατούς τρόπους, με αποτέλεσμα ξεκινώντας από την Αθήνα να φτάσει στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Δράμα, στη Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα, στην Κομοτηνή, στα Χανιά, στο Ρέθυμνο, στη Ζάκυνθο, στη Μύκονο, στην Τρίπολη και στο Αίγιο, ενώ εξακριβωμένες πληροφορίες μαρτυρούν διάθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο και ενδεχομένως στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στη διάδοσή της συντέλεσαν φίλοι, συνεργάτες και συνοδοιπόροι, οι εκδόσεις Futura που ανέλαβαν τη διάθεση στα βιβλιοπωλεία, ένα εορταστικό πάρτυ στο Radiobubble, οι πολιτικοί και κοινωνικοί χώροι που ζήτησαν αντίτυπα για διακίνηση, οι ηλεκτρονικές λίστες, οι εφημερίδες και τα ιστολόγια που αναφέρθηκαν σε αυτήν. Έχοντας διαθέσει περισσότερα από 600 τεύχη, συγκεντρώνοντας εισφορές που κυμαίνονται από 20 λεπτά έως 5 ευρώ και εκμεταλλευόμενη το ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα η λεύγα 1 κατάφερε να βγάλει τα έξοδά της, να κατευθύνει φιλομαθείς αναγνώστες στην αναζήτηση του πονήματος του Jeremy Grape, Πέρα από την ταξική πάλη, και κυρίως να απαντήσει επιτυχώς στην επαναλαμβανόμενη ερώτηση αν φιλοξένησε άρθρο γνωστού βουλευτή υπενθυμίζοντας το φαινόμενο της συνωνυμίας. Η λεύγα διατηρεί την επιθυμία της να μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο, να διευρύνει τον κύκλο των συνεργατών της και να αρνείται ευγενικά να απαντήσει στην ερώτηση «τίνος είστε σεις», αποκρύπτοντας επιμελώς τα αδιαφανή κέντρα που την κατευθύνουν.

Μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο levga.gr

Συντακτική Ομάδα: Βιβή Αντωνογιάννη, Στέφανος Βαμιεδάκης, Γιάννης Βογιατζής, Θοδωρής Δρίτσας, Γιώργος Καράμπελας, Κωστής Καρπόζηλος, Ελένη Κυραμαργιού, Αλέκος Λούντζης, Κώστας Περούλης, Κώστας Σπαθαράκης, Χρήστος Τσάκας, Νίκος Τσιβίκης Λεύγα 2 (Μάιος-Ιούνιος 2011) Φωτογραφίες: Hossam el-Hamalawi, Αχιλλέας Βογιατζής Σχέδιο εξωφύλλου: Σοφία Παπακώστα Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος Για συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες: levgamag@gmail.com

Εκδόσεις futura - Μιχάλης Παπαρούνης Χαριλάου Τρικούπη 72, 106 80 Αθήνα Τηλ. & Fax: 2105226361 futura@otenet.gr


levga.gr

levgamag@gmail.com Κώστας Σπαθαράκης, Τι παίζουν τα μεγάφωνα

2 4 10 16 19 26 30

Γιώργος Καράμπελας, Τα κλειστά επαγγέλματα ανοίγουν: Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα Στέφανος Βαμιεδάκης, Οικονομική κρίση και ΓΣΕΕ Χρήστος Τσάκας, Εικόνες από το αγγλοσαξονικό παρόν μας... Νίκος Τσιβίκης, Τσερνόμπιλ-Φουκουσίμα: 1-4 Κώστας Σπαθαράκης, Η πεντηκοντάδραχμος επίδειξις

Πανεργατικά συλλαλητήρια: Και τώρα τι;

36 38 42 45 48 51 57

Θοδωρής Δρίτσας, Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως ακινησία Ματθαίος Τσιμιτάκης, Συλλογικές αφηγήσεις, Νέα Μέσα και επαναστάσεις Κωστής Καρπόζηλος, Υπάρχει κίνδυνος να γίνει δικτατορία; Προφανώς και όχι Σκέψεις και προτάσεις για την κατοχύρωση της αυτονομίας των μισθωτών δικηγόρων Βιβή Αντωνογιάννη, Υπόγεια διαφήμιση Κώστας Περούλης, Πολιτικό θέατρο και ιδεολογία Γιάννης Βογιατζής, Υπεράσπιση της απαισιοδοξίας

61

64 68 70 72

Αλέκος Λούντζης, Σάι-φάι. Στιγμιότυπο δεύτερο: κάτοικοι εξωτερικού Το όνειρο του μικροαστού Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Οι Αδελαΐδες Γιώργος Μανουσέλης: κόμιξ


[]

Τι παίζουν τα μεγάφωνα Μια μουσική άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε. Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Νίκος Καρούζος, «Διάλογος πρώτος»

Μας εξιστορούν ότι παλιότερα η πολιτική στράτευση, σε κάθε της μορφή, συνδεόταν με κάποιες βεβαιότητες: συγκροτημένη ανάλυση για την κοινωνία, σταθερή αντίληψη για το τι πρέπει να γίνει, τι είναι σωστό και τι λάθος, ποιος είναι ο σκοπός. Ακόμη περισσότερο ότι η εμπλοκή με την πολιτική δράση προϋπέθετε και συνεπαγόταν κώδικες, κοινές αισθητικές εμπειρίες και συμφωνημένα υπονοούμενα. Ένας από τους κώδικες αυτούς υπήρξε για τη Μεταπολίτευση το τραγούδι: τη συλλογικότητα, την κοινότητα των αισθημάτων, την κοινή δράση συμβόλιζε το γνωστό ρεπερτόριο αυτού που ονομάζεται «πολιτικό τραγούδι». Τα ξέρουμε, τα έχουμε ακούσει τόσες φορές· τα ακούμε ακόμη σήμερα από τα μεγάφωνα που στήνονται στις μεγάλες συγκεντρώσεις. Αφού μάλιστα δεν διαθέτουμε σήμερα όχι πολιτική τέχνη, αλλά ούτε ένα σημείο σύγκλισης και κοινότητας στο επίπεδο αυτό, ένα τραγούδι ας πούμε που θα εξέφραζε τις ρευστές συλλογικότητες του παρόντος, παραμένουμε δέσμιοι μιας σχεδόν τελετουργικής αναμνηστικής συνήθειας: πάγωσ’ η τσιμινιέρα. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η ανάμνηση, που δεν είναι ατομική, ιδιωτική, αλλά μοιάζει σχεδόν εγγεγραμμένη στον δημόσιο χώρο; Σε κάθε εποχή κοινωνικών αγώνων, σε κάθε περίοδο κατά την οποία η πολιτική σκηνή έχει καταρρεύσει και οι μάζες βγαίνουν, όπως λένε, στο ιστορικό προσκήνιο, για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν μια λύση στο πολιτικό πρόβλημα, διαμορφώνονται και παγιώνονται καινούργιες μορφές πολιτικής δράσης. Σε τέτοιες εποχές δεν αποκρυσταλλώνεται όμως μόνο το θεσμικό και νομικό πλαίσιο που θα ρυθμίσει την κοινωνική ζωή μέχρι την επόμενη κρίση (το σύνταγμα, τα κόμματα κ.λπ.) αλλά παγιώνονται και ορισμένες «συνήθειες», άγραφοι κανόνες και ήθη, των συγκεντρώσεων και του δρόμου. Από τα μεγάλα (η πορεία του Πολυτεχνείου) μέχρι τα μικρά (τα πανώ, πώς συγκροτείται ένα μπλοκ, τη διαδρομή των διαδηλώσεων, τι παίζουν τα μεγάφωνα). Οι συνήθειες αυτές δεν είναι μόνο παρωχημένα τελετουργικά που θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αλλάξουν, να «εκσυγχρονιστούν». Είναι μορφές που φέρουν την ανάμνηση εκείνης της προηγούμενης καθοριστικής πολιτικής περιόδου. Είναι οι αναμνηστικές τελετουργίες που θυμίζουν την τελευταία εποχή που οι μάζες ήταν στο δρόμο, που το κίνημα απλωνόταν


[]

σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, που ήταν ένα κοινωνικό αυτονόητο, και όχι μόνο συνειδητή ιδεολογική επιλογή κάποιων, την εποχή που η πολιτική κινητοποίηση δεν ήταν άθροισμα ατομικοτήτων, αλλά συγκροτούσε συλλογικότητα. Και είναι ουσιαστικά μια υπόμνηση της δυνατότητας των μαζών να καταλάβουν και πάλι τον «δημόσιο χώρο» και να του επιβάλουν τους όρους τους, διαμορφώνοντας καινούργιους θεσμούς και νέες συνήθειες. Έχουμε κάτι για να αντικαταστήσει εκείνη τη μελό ανάμνηση που δεν μπορούν να υποκαταστήσουν οι Rage against the machine ή ο Αγγελάκας, πράγματα άλλωστε ήδη παλιά; Χρειαζόμαστε σήμερα κάτι ανάλογο, μια απλοποιητική έκφραση συλλογικών αισθημάτων ή μήπως όλα αυτά παραπέμπουν σε μια εποχή λαϊκισμού και κομματικότητας; Το αν είναι κάτι, αν είναι οτιδήποτε η δική μας εποχή, πέρα από ένα διάλειμμα του κόσμου, αργά ή γρήγορα θα έχουμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε. Και μπορεί οι αμηχανίες μας και οι αβεβαιότητές μας να αποδειχθούν πολύ πιο ενδιαφέρουσες από τη σιγουριά του μεταπολιτευτικού πολιτικού τραγουδιού. Ώς τώρα πάντως μια μουσική άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε. Ή μήπως οι συγκινήσεις μας δεν αξἰζουν καμιά μουσική; Κώστας Σπαθαράκης


[]

Γιώργος Καράμπελας

Τα κλειστά επαγγέλματα ανοίγουν: ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

Μ

έχρι το περασμένο φθινόπωρο ήταν οι φορτηγατζήδες, μέχρι πρότινος ήταν η (κατά Μνημόνιο) «συμμορία των πέντε»: δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, μηχανικοί-αρχιτέκτονες, φαρμακοποιοί, ορκωτοί λογιστές. Αυτούς καλούνταν να αναγνωρίσει η κοινή γνώμη ως τα διαβόητα «κλειστά επαγγέλματα», τις «συντεχνίες» εκείνες που επωφελούνται από μύριους προστατευτισμούς προκειμένου να αρμέγουν τον «κοσμάκη» και να συντηρούν στο διηνεκές προνόμια «κάστας». Διότι, λέει ο νεοφιλελεύθερος μύθος, όλα σαρώνονται προς όφελος του καταναλωτή ιδιώτη, όλα μεταρρυθμίζονται –τουτέστιν απορρυθμίζονται– για να καθαιρεθούν οι προύχοντες υπανάπτυκτων κοινωνικών και οικονομικών δομών. Ηθικό δίδαγμα: στη φάρμα της αγοράς, όλα τα ζώα είναι ίσα. Με την εξής υπενθύμιση, ωστόσο, την οποία αποσιωπά διακριτικά αλλά απαρέγκλιτα ο μύθος μας: τα γουρούνια είναι πάντα πιο ίσα από τα άλλα ζωντανά. Ήταν τέλη Φεβρουαρίου όταν ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, με αρχικό στόχο τις προαναφερθείσες πέντε «συντεχνίες» και άπειρα, ως συνήθως, περιθώρια για επέκταση, τροποποίηση και ειδικότερη εφαρμογή των (απο)ρυθμίσεών του αναφορικά με εκατοντάδες άλλες ειδικότητες, διά των οικείων μας πλέον «εκτάκτων» μεθοδεύσεων της «διαβούλευσης» και των προεδρικών διαταγμάτων. Η κοινή γνώμη που είχε ακούσει πολλά επί μήνες για τις πέντε συν μία κατηγορίες αρπάγων προυχόντων είδε αίφνης να δημοσιεύεται ένας εκπληκτικών διαστάσεων κατάλογος επαγγελμάτων τα οποία ουδείς είχε φανταστεί ποτέ ότι εντάσσονται στους προνομιούχους «παραγωγικούς φορείς» της χώρας. Στους υπό… διάνοιξη κλάδους λοιπόν, εκτός από τους γνωστούς πέντε (ο κλάδος των φορτηγατζήδων είχε ήδη «ανοίξει» πρώτος από πέρυσι), το κοινό πληροφορήθηκε ότι συμπεριλαμβάνονται κάθε λογής επαγγέλματα ασύγκριτα χαμηλότερου γοήτρου και απολαβών, από κομμωτές και παντός είδους τεχνίτες και τεχνικούς, μέχρι

συλλήβδην το «βοηθητικό προσωπικό όλων των ειδικοτήτων». Μάθαμε ουσιαστικά ότι όλες οι επαγγελματικές κατηγορίες και υποκατηγορίες της χώρας, λιγότερο ή περισσότερο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ενεργεία ή δυνάμει, υπόκεινται σε κάποιο καθεστώς προστατευτισμού, από το οποίο το κράτος θα φροντίσει να τις βγάλει στις αρχές Ιουλίου, εκτός αν οι ενδιαφερόμενοι ζητήσουν επισήμως εξαίρεση, οπότε το γενικευμένο καθεστώς εξαίρεσης, που έχει γίνει ο νομικός κανόνας της χώρας τον τελευταίο χρόνο, ενδέχεται να κάνει μια… εξαίρεση για την περίπτωσή τους. Διαμιάς, το ούτως ή άλλως δόλιο επιχείρημα περί βολεμένων και αδίκως ακριβοπληρωμένων «μεγάλων» επαγγελματιών (που τροφοδοτούνταν για καιρό από το στάτους δικηγόρων, συμβολαιογράφων και μηχανικών, από τον ζωτικό κοινωνικό ρόλο των φαρμακοποιών ή απλώς και μόνο από τα πολλά… κυβικά των φορτηγατζήδων) αποσύρθηκε από το τραπέζι, για να δώσει τη θέση του στο τίποτα. Τα φληναφήματα που πρωτοακούστηκαν όταν εξελισσόταν ακόμα η απεργία των φορτηγατζήδων το περσινό καλοκαίρι («στο εξής καθένας μπορεί να ασκήσει απρόσκοπτα το επάγγελμα που θέλει») έχασαν τώρα κάθε χρησιμότητα: καμιά πολυκαιρισμένη εκδοχή του αμερικανικού ονείρου δεν θα μπορούσε να κάνει καμιά κοινή γνώμη –πόσο μάλλον την καλομαθημένη ελληνική– να ονειρεύεται ότι κάποτε θα γίνει, ή ότι θα κάνει τα παιδιά της, «βοηθητικό προσωπικό». Και όσο κι αν το σύμπαν των «νοικοκυραίων» δυσανασχετεί για τις τιμές στα κομμωτήρια, ασφαλώς ξέρει ότι δεν πληρώνει από την τσέπη του για όλες αυτές τις υποαμειβόμενες κι επισφαλείς ειδικότητες τεχνικών που είδε να παρελαύνουν ως «συντεχνίες» στις εφημερίδες.1 Ως γνωστόν όμως δεν χρειάζονται επιχειρήματα όταν «δεν υπάρχει άλλη λύση». Ο νέος Νόμος 3919/2011 προβλέπει, σαν μοίρα, ότι ως 1. Βλ. εφ. Ελευθεροτυπία, 11.2.2011.


[]

κλειστά επαγγέλματα –που θα ανοίξουν από τις 2 Ιουλίου 2011, πλην εξαιρέσεων, όπως είπαμε– νοούνται όλα εκείνα που διέπονται από έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους «αδικαιολόγητους» περιορισμούς: 2 1) Την ύπαρξη περιορισμένου αριθμού προσώπων που δικαιούνται να ασκήσουν το επάγγελμα σε όλη την επικράτεια ή σε ορισμένο γεωγραφικό διαμέρισμα. 2) Την εξάρτηση της χορηγήσεως διοικητικής αδείας για την άσκηση επαγγέλματος από την εκτίμηση της διοικητικής αρχής ως προς την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης προς τούτο. 3) Την απαγόρευση για ένα πρόσωπο της άσκησης επαγγέλματος έξω από ορισμένο γεωγραφικό διαμέρισμα. 2. Σημειωτέον ότι το άνοιγμα των περίφημων πέντε επαγγελμάτων «του Μνημονίου» ρυθμίζεται ξεχωριστά από το νομοθέτημα, δηλαδή εξαιρείται κι αυτό με τη σειρά του από το «άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων» εν γένει. Μεθοδολογική αρχή για άμεση πρακτική χρήση: μόνο αν παρακολουθεί κανείς τη διαδοχή των νομικών εξαιρέσεων φτάνει στον πολιτικό κανόνα του σημερινού κράτους έκτακτης ανάγκης.

4) Την επιβολή της ύπαρξης ελάχιστων αποστάσεων μεταξύ των εγκαταστάσεων προσώπων που ασκούν το επάγγελμα. 5) Την απαγόρευση για ένα πρόσωπο της δημιουργίας περισσότερων εγκαταστάσεων ή επαγγελματικής δραστηριοποίησης σε περισσότερες εγκαταστάσεις, σε ένα ή περισσότερα γεωγραφικά διαμερίσματα. 6) Την πρόβλεψη αποκλειστικής δυνατότητας ή απαγόρευσης διάθεσης είδους αγαθών από ορισμένη κατηγορία επαγγελματικών εγκαταστάσεων. 7) Την επιβολή ή την απαγόρευση της άσκησης επαγγέλματος υπό ορισμένη ή ορισμένες εταιρικές μορφές ή τον αποκλεισμό της άσκησής του υπό εταιρική μορφή, με επιτρεπόμενη μόνο την ατομική άσκησή του. 8) Την επιβολή περιορισμών σχετιζομένων με τη συμμετοχή στη σύνθεση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου, συναπτομένων προς την ύπαρξη ή την έλλειψη ορισμένης επαγγελματικής ιδιότητας. 9) Την επιβολή υποχρεωτικών κατώτατων τιμών ή αμοιβών για τη διάθεση αγαθών ή την προσφορά υπηρεσιών. 10) Την επιβολή υποχρέωσης στον ασκούντα το


[]

επάγγελμα να προσφέρει, μαζί με τη δική του υπηρεσία, άλλες συγκεκριμένες υπηρεσίες. Κάθε νόμος, έκτακτος ή κανονικός, που σέβεται τον εαυτό του δημιουργεί πραγματικότητα. Ας ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στο μελλοντικό επαγγελματικό τοπίο της χώρας που σχεδιάζει να διαμορφώσει ο παραπάνω Δεκάλογος. «Αρχίζει και με πιάνει η ταξική συνείδηση του ελεύθερου επαγγελματία» Με αυτά τα λόγια τιτλοφόρησε ηλεκτρονική τοποθέτησή του ανώνυμος «ελεύθερος επαγγελματίας» το καλοκαίρι, καταμεσής της απεργίας των φορτηγατζήδων.3 Παρακάμπτουμε προς στιγμήν τα ζητήματα ταξικής συνείδησης, για να σταθούμε στις νέες ταξικές θέσεις που φιλοδοξεί να δημιουργήσει η νέα νομοθεσία για τη διασφάλιση της «Αρχής της επαγγελματικής ελευθερίας». Γιατί, αν ο νεοφιλελευθερισμός διαρρηγνύει (ακόμα) τα ιμάτιά του ότι αποσκοπεί στο καλό του ατομικού ιδιώτη-καταναλωτή, είναι (ακόμα) απαραίτητο να θυμίζουμε ποιον ενεργητικό παραγωγικό φορέα έχει σταθερά κατά νου όταν φροντίζει για την άρση όλων των αδικαιολόγητων περιορισμών που εμποδίζουν την ελευθερία «μας»: σε θέση ενεργού δρώντος δεν βάζει κανένα «άτομο», αλλά μόνο εταιρείες. Πράγματι, και οι δέκα κρατικοί ορισμοί για το τι εστί «περιορισμός» απλώς επαληθεύουν ό,τι φώναζαν από πέρυσι –χωρίς να πείσουν και πολλούς, είναι αλήθεια– οι ιδιοκτήτες και οδηγοί φορτηγών, συνδικαλιστές και μη. Ορίζοντας ως «περιορισμούς» όλους τους πιθανούς τρόπους κατοχύρωσης δικαιωμάτων με την κλασική λογική της απόδοσης αποκλειστικών κατηγορημάτων σε συγκεκριμένα υποκείμενα, το κράτος έρχεται να επιβεβαιώσει τη διόραση μιας Χάννα Άρεντ, για παράδειγμα, η οποία ήταν η πρώτη που είχε παρατηρήσει μεταπολεμικά ότι ο άνθρωπος που έχει μόνο ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι στ’ αλήθεια άνθρωπος, αλλά ένα νομικό πλάσμα κενό περιεχομένου. Έτσι κι εδώ, η απαλλαγή της αρχής της επαγγελματικής ελευθερίας από κάθε 3. Βλ. http://athens.indymedia.org/front.php3? lang=el& article_id=1196673.

περι-ορισμό της την κάνει να μην αντιστοιχεί πια σε κανέναν «ελεύθερο επαγγελματία». Η κρατική νομοθεσία απλώς καθαρίζει το έδαφος για να φυτρώσουν στο μέλλον πλασματικές οντότητες που θα πραγματώνουν αυτή την αόριστη αρχή, χωρίς στ’ αλήθεια να έχουν υλική «επαγγελματική» υπόσταση. Είναι φανερό ότι τέτοιες άυλες οντότητες, άμεσες εκφάνσεις μιας αφηρημένης αρχής, μπορούν να είναι αποκλειστικά ανώνυμες εταιρείες, κεφάλαια που θα διαχειρίζονται κατά το δοκούν τα ποικίλα «επαγγέλματα». Στο εξής «επαγγελματική ελευθερία» και «ελεύθερος επαγγελματίας» είναι έννοιες αντιφατικές, ολότελα ασύμβατες μεταξύ τους· όσο θα υλοποιείται η μεν, τόσο θα φθίνουν οι δε, έως ότου η πλήρης εκπλήρωση της αρχής εξαφανίσει (ιδεατά) όλους τους πάλαι ποτέ υποκειμενικούς φορείς της, κάνοντάς τους μισθωτούς, ενοικιαζόμενους ή περιστασιακά απασχολούμενους κατόχους της παλιάς ιδιότητας. Τη θέση τους θα πάρουν δικηγορικές και τεχνικές εταιρείες, εταιρείες παροχής κάθε είδους υπηρεσιών, αλυσίδες παντοειδών καταστημάτων: όλες τους υπό τον έλεγχο επενδυτών, κεφαλαιούχων και μετόχων που θα μισθώνουν «επαγγελματίες» για να κάνουν τη δουλειά και θα αντλούν κανονικά την παραγόμενη υπεραξία. Με συνοπτικές διαδικασίες, οι «ελεύθεροι επαγγελματίες» μετατρέπονται συλλήβδην σε προλετάριους (όπως ήταν ήδη κάποιοι από αυτούς) και η κεφαλαιακή σχέση επεκτείνεται κι εκεί όπου μέχρι τώρα συναντούσε σοβαρά εμπόδια. Μέσα σε όλα αυτά, επόμενο είναι να… σε πιάνει κάτι σαν ταξική συνείδηση, με τη διαφορά ότι δεν είναι ακριβώς η συνείδηση του υπό κατάργηση ελεύθερου επαγγελματία. Η ταξική συνειδητοποίηση έρχεται κι εδώ, όπως κι αλλού, σαν τη γλαύκα του Χέγκελ, όταν έχει πέσει πια η νύχτα, όταν μ’ άλλα λόγια η πρότερη ταξική σου θέση χάνεται κάτω απ’ τα πόδια σου και η προλεταριοποίηση ενσκήπτει μοιραία. Αυτή η νυχτερινή ύπαρξη της ταξικής συνείδησης δεν είναι παρά ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι δεν υπάρχουν πολλές ταξικές συνειδήσεις, ει μη μόνο ψευδείς, ιδεολογικές. Ο ελεύθερος επαγγελματίας γίνεται ταξικά αυτοσυνείδητος όταν πάψει, ακριβώς, να είναι ελεύθερος επαγγελματίας, όταν μετατρέπεται διά της βίας σε προλετάριο. Η πρότερη συνείδησή του,


[]

Jean de Gourmont, Έριδα: μεροκαματιάρηδες χρυσοχόοι, περ. 1540, Graphische Sammlung Albertina, Βιέννη.

είτε ελεύθερα αιωρούμενη, «αστική», είτε συντεχνιακή, ασφαλώς δεν υπήρξε ποτέ ταξική· ακόμα κι αν ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, αντίστοιχη της ταξικής του θέσης, δεν εξέφραζε καμία τάξη. Μια «ταυτότητα», ίσως, «συμφέροντα», πιθανώς, «ρόλους», ναι. Τάξη, όχι. Όμως τι ακριβώς συνειδητοποιείται τώρα, ποια περιγραφή δίνεται από τον αυτοσυνειδητοποιούμενο μέλλοντα προλετάριο για τη διαφαινόμενη, οριακά αντιληπτή ακόμα, αντικειμενική του κατάσταση; Συντεχνίες, παλιές και νέες Ανωνύμου, ξανά (και όλη η έμφαση δική του): «Πιστεύει στ’ αλήθεια κανείς ότι η “εργατική τάξη”, αυτό το ανύπαρκτο και υποταγμένο πράγμα, έχει μέχρι σήμερα πολεμήσει για την κοινωνική απελευθέρωση; Η εργατική τάξη απέτυχε παταγωδώς στο να στήσει έστω και μια στοιχειώδη άμυνα απέναντι στις κατακτήσεις ενός αιώνα (και βάλε). […] Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που ΔΕΝ έχουν ρουφιανοσυνδικαλιστικές ηγεσίες, που μάχονται πράγματι για τη ζωή τους […] ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

Η ΜΟΝΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΣΑΛΑΚΩΣΕΙ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΤΟΥ ΔΝΤ.» Στην πραγματικότητα, αυτό που κατακεραυνώνει ο σχολιαστής μας υπό την επωνυμία «εργατική τάξη» είναι μια παμπάλαια θεσμική δομή που αφορά τόσο την «εργατική τάξη» όσο και τους «ελεύθερους επαγγελματίες». Η περιώνυμη «συντεχνία» δεν είναι φυσικά –ούτε υπήρξε ποτέ– μια οποιαδήποτε ομάδα «πλουσίων», «εχόντων και κατεχόντων», που λέγανε παλιότερα. Η συντεχνιακή οργάνωση επαγγελματιών κι εμπόρων στην Ελλάδα αποτέλεσε μια προκαπιταλιστική σταθερά (καταγόμενη από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) σε όλη τη μακρά διαδικασία του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, διατηρώντας σχεδόν ακέραια τα γνωρίσματα που χαρακτήριζαν το θεσμό από καταβολής του: κοινοτικό πνεύμα, διαμεσολάβηση με την κρατική εξουσία, μονοπώληση του επαγγέλματος, ιεραρχική εσωτερική διοίκηση. Πάνω σε αυτή τη θεσμική δομή στηρίχθηκε σημαντικά (αν και όχι αποκλειστικά) η ανάπτυξη του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, όπως βέβαια συνέβη


[]

κατ’ αναλογία και στην Εσπερία, με τις αντίστοιχες συντεχνιακές μορφές επαγγελματικής οργάνωσης κατά τόπους και χώρες. Σήμερα η μονοπώληση του επαγγέλματος βάλλεται από το κράτος ως συντεχνιακός «περιορισμός» που πρέπει πάση θυσία να αρθεί. Ανώνυμοι «ελεύθεροι επαγγελματίες» σαν τον φίλο μας προτιμούν να εστιάζουν –και δικαίως– την οργή τους στα δύο άλλα συντεχνιακά γνωρίσματα που αναφέραμε, τη διαμεσολάβηση με την κρατική εξουσία και την ιεραρχική εσωτερική διοίκηση. Οι αγαπημένοι μας εργατοπατέρες, όλα εκείνα τα γραφειοκρατικά, εργοδοτικά ή απλώς τυπικά συνδικάτα που «οργανώνουν», «μαστίζουν» ή και συνυφαίνονται με την ορατή εργατική τάξη παγκοσμίως, τιμούν αυτήν ακριβώς την (κεντρική) όψη της συντεχνιακής παράδοσης, την οποία δανείζονται από τον γενέθλιο χώρο της (τους εμπόρους και τους επαγγελματίες) για να την εφαρμόσουν ως οργανωτικό μοντέλο στο σύνολο των εργαζομένων. Συνεπώς; Το νεοφιλελεύθερο κράτος διαλύει τις συντεχνίες ως «επαγγελματικά μονοπώλια», αυτές όμως έχουν προλάβει στο μεταξύ να διαλύσουν την εργατική τάξη, ως ιεραρχικές οργανωτικές δομές με βασική μέριμνα την απόσπαση προνομίων από την κρατική εξουσία προς όφελος των «ημέτερων». Με αυτή τη διάσταση των συντεχνιών ασφαλώς δεν θα τα βάλει ποτέ κανένα κράτος, ούτε απολυταρχικό ούτε νεοφιλελεύθερο. Οι εν λόγω συντεχνίες κινδυνεύουν μόνο από τον εαυτό τους, από το γεγονός ότι οι «πρωτομάστορές» τους αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι περισσότερα έχουν να κερδίσουν από το κράτος αν ταυτιστούν με την κεντρική του γραμμή παρά αν περιοριστούν στον παραδοσιακό τους ρόλο του θεματοφύλακα ενός «κλάδου», ενός «κοινού ταμείου», ενός «λειτουργήματος». Το παράδειγμα της δημοσιογραφικής συντεχνίας (χωρίς εισαγωγικά) είναι αρκετά διαφωτιστικό. Σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο η δημοσιογραφική συντεχνία τρέφεται ουσιαστικά από το «αγγελιόσημο», μια επιβάρυνση επί του τιμήματος κάθε επί πληρωμή δημοσίευσης ή διαφήμισης που καταχωρείται στα ΜΜΕ.4 Τα σωματεία του 4. Βλ. «Αγγελιόσημο: η ιστορία ενός κεκτημένου», εφ. Η Καθημερινή, 20.6.10.

Τύπου και των ΜΜΕ αναγνωρίζουν ως ασφαλιστή τους την ίδια την εμπορευματική μορφή, όπως έχει προσφυώς παρατηρηθεί,5 και αυτό φυσικά δεν είναι άσχετο με την τύχη της ενημέρωσης στη χώρα, όσο κι αν κατηγορούνται (ορθώς αλλά μονομερώς) για τον… κατήφορο οι νέοι ή παλιοί βαρόνοι των ΜΜΕ. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό –αν και όχι εντελώς άγνωστο6– είναι η μανιώδης προσπάθεια των νεότατων βαρόνων των ΜΜΕ, τηλεαστέρων ή/και πολυπραγμόνων «παιχτών» των media, να καταργήσουν αυτό τον ζωτικό συντεχνιακό πόρο, υπό την ιδιότητά τους ως συμπαραγωγών του εμπορεύματος-διαφήμιση. Κι έτσι προκύπτει η ιδιαιτέρως εντυπωσιακή εικόνα ενός προνομιακού ωφελήματος που βάλλεται από τους ίδιους τους ωφελούμενους, οι οποίοι προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, να καταργήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους μια συντεχνία, έστω κι αν είναι η δική τους, που τους έθρεψε και τους θέριεψε, αποκλείοντας στην πορεία χιλιάδες άλλους μη προνομιούχους «συναδέλφους». Άραγε, έχουμε να κάνουμε εδώ με άλλο ένα «επάγγελμα που ανοίγει»; Ασφαλώς και όχι. Γιατί από μια άλλη άποψη, τη μόνη που ενδιαφέρει αληθινά, το δημοσιογραφικό επάγγελμα είναι «ανοιχτό» εδώ και μια δεκαπενταετία: η «μαύρη», ανασφάλιστη, επισφαλής, χαμηλά αμειβόμενη, «οιονεί» μισθωτή εργασία είναι ο κανόνας του σιναφιού από καιρό· οι δημοσιογράφοι δεν έχουν λόγο να παρελαύνουν μαζί με τους άλλους στον θλιβερό κατάλογο των συντόμως «πρώην» επαγγελμάτων. Αυτό που αλλάζει στην πραγματικότητα είναι η ίδια η συντεχνιακή δομή, η οποία μεταλλάσσεται σε συνεταιρισμό κράτους-αφεντικών, με στόχο τον ολοκληρωτικό έλεγχο της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης (σε περίοπτη θέση) της «αγοράς εργασίας». Η πιστή μετάφραση της «Αρχής της επαγγελματικής ελευθερίας» με ρεαλιστικούς όρους είναι αυτή ακριβώς: ελευθερία ελέγχου των επαγγελμάτων από «υπερεπαγγελματικούς» φορείς, κρατικούς ιθύνοντες και ιδιωτικούς εργοδότες μαζί, συχνά 5. Βλ. χαρακτηριστικά http://www.sarajevomag.gr/entipa/ teuhos_19/i19_p06_ins.html. 6. Βλ. Α. Νταρζάνου, «“Αυτορρύθμιση” στη διαφημιστική φούσκα, με στόχο το αγγελιόσημο», εφ. Η Αυγή, 27.3.2011, και, από διαφορετική σκοπιά, που σχετίζεται άμεσα με το θέμα των «συντεχνιών», http://katalipsiesiea.blogspot. com/2010/09/blog-post_23.html.


[]

μάλιστα σε ευθεία σύμπραξη, αν όχι και σε κανονικά τραστ. Ο κλάδος των δημοσιογράφων, για τους οποίους όλοι πια πιστεύουν ότι η ενημέρωση είναι η τελευταία τους έγνοια, ως προς αυτή τουλάχιστον την κεντρική εξέλιξη μάς ενημερώνει μια χαρά, και θα άξιζε σίγουρα τον κόπο να μελετήσει κανείς περαιτέρω με ποιον τρόπο κι άλλες «συντεχνίες», ιδίως συνδικαλιστικές, βρίσκουν τα πατήματά τους στη νέα εποχή κι εκμεταλλεύονται τους δρόμους που, θέλουν-δεν θέλουν, ανοίγει το κράτος εμπρός τους. Αυτή ωστόσο είναι μια άλλη ιστορία. Η δική μας θα έχει διαφορετικό επιμύθιο. «Η μόνη δύναμη που μπορεί να τσαλακώσει…» …λέγεται «ελεύθερος επαγγελματίας»; Δεν συνέβη ποτέ στο παρελθόν, όσο ακόμα υπήρχαν επαγγελματικές συντεχνίες, και δεν θα συμβεί ποτέ στο μέλλον, ελλείψει ελεύθερων επαγγελματιών με την τρέχουσα εξαντλημένη έννοια. Ο –ήδη προλεταριοποιημένος σε κάμποσους τομείς, υπό προλεταριοποίηση σε πολλούς ακόμα– ανελεύθερος επαγγελματίας του κοντινού μέλλοντος, αν πρόκειται να παίξει κάποια στιγμή έναν απελευθερωτικό ρόλο, θα κληθεί να λάβει σοβαρά υπόψη τα στρεβλά εκείνα χαρακτηριστικά που ανέδειξε ειρωνικά η γαλλική «απεργία των ανέργων και επισφαλών»7 στην επίσημα θεσπισμένη οικονομική μορφή του «αυτοεπιχειρηματία» (auto-entrepreneur): «φιλε-

7. Βλ. ιδίως «Θέσεις για την απεργία των ανέργων και επισφαλών», Λεύγα, τχ. 1, Μάρτιος 2011, σ. 32-35.

λεύθερη ανεξαρτησία και συνεργασία, αμοραλισμό όσον αφορά το χρήμα και μια διαθεσιμότητα σε πολιτικο-ηθικές σκέψεις». Τα χαρακτηριστικά αυτά, που υποθάλπονται από το γαλλικό κράτος ως τρόπος αντιμετώπισης της ανεργίας και των συνακόλουθων επιδομάτων της, δεν αποκλείονται να γίνουν κάποτε και στα καθ’ ημάς το νέο σχοινί που θα «μας» παράσχουν οι καπιταλιστές για να «τους» κρεμάσουμε (αν επιτρέπεται να επικαλεστούμε κάποιον που ίσως δεν χρειάζεται να μνημονεύεται πια). Μέχρι στιγμής, εκδηλώνονται πρωτίστως αμυντικά, ως ριζοσπαστικές (ενίοτε ακραία ριζοσπαστικές) αντιδράσεις μη αφομοιωμένων, παραδοσιακών ή ακόμα και παραδοσιοκρατικών θυλάκων αντίστασης στην καπιταλιστική ολοκλήρωση –και δεν αποκλείεται κάποια μικρά γαλατικά χωριά στη δική μας Μέση Γη να βρίσκουν εδώ μια κάποια «εξήγηση». Προκειμένου όμως οι φορείς τους να αποκτήσουν ταξική συνείδηση μόνιμη, που δεν θα τους… πιά­ νει και θα τους αφήνει, φαίνεται ότι θα χρειαστεί καιρός, περισυλλογή και –πιθανότατα– ακόμα περισσότερες απώλειες. Η «αυτονομία της ζωντανής εργασίας» είθισται να γνωρίζει επώδυνους τοκετούς σε περιόδους κρίσης, και να έρχεται στο φως με πάταγο. Να και μια βεβαιότητα: ο τελευταίος που θα βγει από την πόρτα που μόλις άνοιξε (στα επαγγέλματα, στις συντεχνίες και αλλού) θα την κλείσει πίσω του με όλη του τη δύναμη.


[10]

Στέφανος Βαμιεδάκης

Οικονομική κρίση και ΓΣΕΕ: μια ιστορία από τα (όχι και πολύ) παλιά

Έ

χει περάσει πάνω από ένας χρόνος από την υπογραφή του Μνημονίου. Η εφαρμογή όσων προβλέπει η δανειακή σύμβαση και τα αποτελέσματα που παράγει η σχετιζόμενη με αυτή πολιτική πυροδοτούν αντιδράσεις, προκαλούν συζητήσεις και δίνουν αφορμή για αλυσιδωτές εξελίξεις στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Το κλίμα κοινωνικού αναβρασμού διογκώνεται, μια πικρή αίσθηση ανασφάλειας και αβεβαιότητας αναδύεται, ενώ οι σκληρές ταξικές-κοινωνικές συγκρούσεις δείχνουν αποσπασματικές, ασυντόνιστες και, το κυριότερο, συνδυάζονται με μια διάχυτη αίσθηση ηττοπάθειας και μοιρολατρίας: χωρίς αμφιβολία πρόκειται για συνθήκες που εύλογα χαρακτηρίζονται ως «κρίση». Προβάλλεται η πεποίθηση ότι ο κόσμος της εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανέρωτη και άνευ προηγουμένου επίθεση και γι’ αυτό τα περιθώρια αντίδρασής του είναι εκ των πραγμάτων μηδαμινά και χωρίς προοπτική ανάσχεσης των πανίσχυρων, σχεδόν μεταφυσικών, τάσεων που τον οδηγούν στην υποβάθμιση των όρων αναπαραγωγής του. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Όχι ακριβώς… Θα περίμενε κανείς ότι, μπροστά σε αυτή την κατάσταση που διαμορφώνεται εις βάρος των εργαζομένων, οι οργανώσεις τους θα έβγαιναν στο προσκήνιο δυναμικά και αποφασιστικά, με πρώτη τη ΓΣΕΕ, αφού αυτή εκπροσωπεί θεωρητικά τα στρώματα αυτά της εργατικής τάξης που βρίσκονται αντιμέτωπα με τη βαρβαρότητα. Ωστόσο, το κλίμα είναι μάλλον ζοφερό. Από τη μια, στον δημόσιο λόγο των αστών και του πολιτικού τους προσωπικού προβάλλεται συστηματικά και εκ του πονηρού η θέση ότι «η κρίση αποτελεί και μια ευκαιρία»: χαρακτηριστικό παράδειγμα από την άποψη αυτή είναι και το σχετικό «συνέδριο» που πραγματοποιήθηκε στο Χίλτον στις 7.4.2011 με θέμα «Η κρίση ως ευκαιρία: επενδύσεις στην Ελλάδα σήμερα». Η σύναξη αυτή διοργανώθηκε από το think tank «Κέντρο Ερευνών

Προοδευτικής Πολιτικής» του ορφανού του σημιτισμού Γιάννου Παπαντωνίου και την Capital Link, εταιρεία συμβούλων επενδύσεων με έδρα τη Νέα Υόρκη και πρόεδρο τον Ν. Μπορνόζη. Σε αυτό συμμετείχαν εξέχοντα μέλη του πολιτικού κατεστημένου (Μ. Χρυσοχοΐδης, Μ. Κεφαλογιάννης, Γ. Παπαντωνίου), τεχνοκράτες-σύμβουλοι διοίκησης (π.χ. Άρις Συγγρός, πρόεδρος της εταιρείας Invest In Greece, πρώην διευθυντικό στέλεχος της Siemens και κολλητάρι του ΓΑΠ) και εκπρόσωποι των επιχειρηματιών (π.χ. ο γνωστός και μη εξαιρετέος Κωνσταντίνος Μίχαλος του ΕΒΕΑ). Εκεί η σύγχρονη ατζέντα του αστισμού εκδιπλώθηκε σε όλο της το μεγαλείο: άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων («ριζική απελευθέρωση»), απελευθέρωση μεταφορών και γενικά αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, μείωση φορολογίας επιχειρήσεων, δημιουργία θεσμικού περιβάλλοντος «φιλικού» στις επιχειρήσεις/επενδύσεις, άρση «εμποδίων» για την επιχειρηματικότητα. Σύμφωνα δε με τον Κωνσταντίνο Μίχαλο, η συγκυρία αυτή είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία «να ξεπεράσουμε την ξεπερασμένη ιδεοληψία κατά της επιχειρηματικότητας», δηλαδή μια ιδεοληψία που ταυτίζει την επιχειρηματικότητα «με το άνομο κέρδος και την εκμετάλλευση» (από την ομιλία του). Από την άλλη, στην περίπτωση της ΓΣΕΕ φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη ότι η «υπευθυνότητα» και η «θεσμική» λογική θα εξακολουθούν να της εξασφαλίζουν την επιβίωσή της ως βασικού συνομιλητή («κοινωνικού εταίρου» το λένε τώρα τελευταία) των αστών και του πολιτικού τους προσωπικού, ενώ με την τακτική των άσκοπων και ανοργάνωτων γενικών απεργιών θα εμφανίζει ένα αγωνιστικό πρόσωπο απέναντι στους ιθαγενείς εργαζομένους. Μέχρι εδώ όλα καλά και λογικά, θα έλεγε κάποιος. Η σημερινή ΓΣΕΕ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αλλιώς, στο βαθμό που ελέγχεται εδώ και δεκαετίες από τη φιλοκυβερνητική ΠΑΣΚΕ. Ακόμα χειρότερα, στην ουσία πλέον η ΓΣΕΕ είναι


[11]

η ΠΑΣΚΕ, αφού μετά την αποχώρηση του ΠΑΜΕ από το προεδρείο εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, τον προηγούμενο Δεκέμβριο αποχώρησαν και οι υπόλοιπες παρατάξεις, ΔΑΚΕ και Αυτόνομη Παρέμβαση (βλ. Χ. Κοψίνη, «Η αντίστροφη πορεία έχει ξεκινήσει για τη ΓΣΕΕ», εφ. Η Καθημερινή, 12.12.2010). Μάλιστα, το σενάριο αυτό ενισχύεται και από τις πρόσφατες εξελίξεις στο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ με την «συνταξιοδότηση» του Γιώργου Ρωμανιά, του παλαιότερου συνεργάτη, ειδικευμένου στο ασφαλιστικό (βλ. Α. Πετρόπουλος, «Κλίμα ανησυχίας στο ΙΝΕ/ΓΣΕΕ», εφ. Η Αυγή, 20.3.2011, «Κρίση και στο ΙΝΕ…», εφ. Το Ποντίκι, 24.3.2011) και τη γενικότερη προσπάθεια «αναδόμησης» του Ινστιτούτου Εργασίας μέσα από την αναπροσαρμογή του εργασιακού καθεστώτος –στην ουσία απόλυση– στελεχών (υπόθεση Απόστολου Καψάλη). Έτσι λοιπόν η κρίση περνάει αυτόματα και στη ΓΣΕΕ: πλήρης αποκοπή της οργάνωσης από τις δια­ θέσεις, τους προβληματισμούς και τις τάσεις της βάσης, ακόμα μεγαλύτερη δεξιά-φιλοκυβερνητική στροφή, δηλαδή οριστική «χρεοκοπία». Πράγματι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάσταση είναι έτσι και ακόμα χειρότερα. Αυτό όμως μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα: ήταν πάντα έτσι; Με άλλα λόγια, σε συνθήκες «κρίσης», με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, φιλοκυβερνητική ηγεσία στη ΓΣΕΕ και μέτρα άγριας και απότομης επίθεσης στη μισθωτή εργασία η νομοτέλεια που ακολουθεί είναι ανάλογη με τη σημερινή; Η απάντηση είναι «όχι», και η πρόσφατη (μεταπολιτευτική) ιστορία μπορεί να επιβεβαιώσει μια τέτοια απόκριση. Ας δούμε ένα κοντινό στο χρόνο παράδειγμα με σημαντικές αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση. Πράξη νομοθετικού περιεχομένου Μέτρα προστασίας της Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ, τ. Α΄, φ. 179 της 18 Οκτωβρίου 1985) Έχοντας υπόψη: 1. Τις διατάξεις του άρθρου 44 §1 του Συντάγματος. 2. Την έκτακτη, εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη να ληφθούν μέτρα προστασίας της εθνικής οικονομίας, αποφασίζουμε: 1. Από την έναρξη της ισχύος της παρούσας νο-

μοθετικής πράξεως και μέχρι τέλους του έτους 1987 απαγορεύεται η συνομολόγηση, ως και η χορήγηση ή καταβολή με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο αυξήσεων των κάθε είδους, φύσεως και ονομασίας αποδοχών των εργαζομένων για την ίδια χρονική περίοδο, εφόσον δεν βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της εισοδηματικής πολιτικής της κυβερνήσεως.1 Η παραπάνω απόφαση υπήρξε μέρος μιας συνολικής μεταβολής της οικονομικής πολιτικής που έλαβε η δεύτερη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το φθινόπωρο του 1985, με υπουργό Εθνικής Οικονομίας τον Κ. Σημίτη και έμεινε γνωστή ως Πρόγραμμα Σταθεροποίησης. Το νέο πακέτο οικονομικών μέτρων, που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου στις 11 Οκτωβρίου, περιλάμβανε μια σειρά από μέτρα, κυρίως βραχυχρόνια, για το σύνολο της μακροοικονομικής πολιτικής (συναλλαγματική πολιτική, πολιτική τιμών και εισοδημάτων, ελλείμματα δημοσίου, νομισματική πολιτική κ.λπ.): υποτίμηση κατά 15% της δραχμής, τροπο-

1. Ακολουθούν άλλες 7 σύντομες παράγραφοι που εξειδικεύουν τα παραπάνω, προβλέποντας και κυρώσεις-πρόστιμα στους εργοδότες παραβάτες (παρ. 3). Βλ. Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, τ. 44, 1985, σ. 425.


[12]

ποίηση του τρόπου υπολογισμού και χορήγησης της ΑΤΑ (αναπροσαρμογή μισθών με βάση τη μελλοντική πρόβλεψη του πληθωρισμού και όχι με βάση τον πληθωρισμό που μετρήθηκε το προη­ γούμενο διάστημα, αφαίρεση από την ΑΤΑ του εισαγόμενου πληθωρισμού, πάγωμα καταβολής ΑΤΑ για όσους μισθωτούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα οι μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές ξεπερνούσαν ένα όριο), περιορισμός προσλήψεων στο δημόσιο, περικοπή δαπανών κ.λπ. Τα μέτρα αυτά κρίθηκαν επειγόντως αναγκαία λόγω των σοβαρών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας που την οδηγούσαν στη χρεοκοπία. Μπορούμε εύκολα να μαντέψουμε ποια ήταν τα σημάδια αυτά: αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, διόγκωση δημοσίου χρέους, υψηλός πληθωρισμός, επιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών, απώλεια ανταγωνιστικότητας. Πρόκειται δηλαδή για μια τυπική περίπτωση «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» ή «κατάστασης εξαίρεσης», όπως ρητά άλλωστε υποδηλώνεται στην Εισηγητική Έκθεση αλλά και από το γεγονός ότι επιβλήθηκαν μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Οι τελευταίες οικονομικές εξελίξεις κατέστησαν αναγκαία τη λήψη μέτρων για τη σταθεροποίηση της οικονομίας. […] Επειδή η μη άμεση εφαρμογή των ρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει […] σε ματαίω­ση των επιδιωκόμενων στόχων επιβάλλεται να ισχύσει διάταξη, η οποία να εξασφαλίζει αμέσως την τήρηση της εισοδηματικής πολιτικής της κυβερνήσεως. Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου εξυπηρετεί αυτό το σκοπό» (από την Εισηγητική Έκθεση, Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, τ. 44, 1985, σ. 712). Το πρώτο πράγμα που έκανε η κυβέρνηση λοιπόν ήταν, τι άλλο, η λήψη μέτρων για τη «συγκράτηση του κόστους εργασίας» (βλ. Ν. Γκαργκάνας, Τ. Θωμόπουλος, Κ. Σημίτης, Γ. Σπράος, Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης, Γνώση, Αθήνα 1989). Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Το σύνολο του πολιτικού κόσμου αντιδρά έντονα: «Ο κ. Παπανδρέου παραδόθηκε αμαχητί στις εντολές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου» («Το χρονικό της κρίσης» [α΄ μέρος], Συνδικαλιστική Επιθεώρηση, τ. 11, Νοέμβριος 1985, σ. 35), σύμφωνα με δήλωση, όχι του ΚΚΕ, αλλά της Νέας Δημοκρατίας με πρό-

εδρο (σχετικά φρέσκο) τον Κ. Μητσοτάκη· το ΚΚΕ κάνει λόγο για «βαρύτατο πλήγμα για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων» (ό.π.) και το ΚΚΕ εσ. έμπλεο υπευθυνότητας κάνει… προτάσεις: «Το ΚΚΕ Εσωτερικού προτείνει δημόσια στην κυβέρνηση να προχωρήσει αμέσως σε μια συζήτηση στη Βουλή […] ώστε να υπάρξει μια πλήρης ενημέρωση του λαού μέσα από τον υπεύθυνο διάλογο των κομμάτων» (ό.π.). Η αναταραχή δεν αργεί να περάσει και στη ΓΣΕΕ, η οποία το επόμενο διάστημα θα μετατραπεί στο βασικό πεδίο αντιπαράθεσης και συγκρούσεων, με αποτέλεσμα τη διάσπαση όχι μόνο της διοίκησής της, αλλά και την αυτονόμηση ενός μεγάλου μέρους της φιλοκυβερνητικής ΠΑΣΚΕ.2 Την περίοδο αυτή η ΓΣΕΕ βρισκόταν υπό τον έλεγχο των αντιδεξιών συνδικαλιστικών παρατάξεων ΠΑΣΚΕ (απόλυτη πλειοψηφία στη διοίκηση με 26 μέλη), ΕΣΑΚ, ΑΕΜ (πρόεδρος Γ. ΡαυτόπουλοςΠΑΣΚΕ, γενικός γραμματέας Μ. ΚωστόπουλοςΕΣΑΚ). Η διοίκηση αυτή είχε αναδειχθεί σχετικά πρόσφατα από το 22ο Συνέδριο (τέλη 1983), που κατά κοινή ομολογία αποτέλεσε μέχρι τότε το πιο αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό. Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις μεταξύ των παρατάξεων που μέχρι το 1981 συναποτελούσαν τη λεγόμενη «δημοκρατική αντιπολίτευση» στην ελεγχόμενη από τη δεξιά διοίκηση της ΓΣΕΕ (Καρακίτσος), βρίσκονταν σε τεντωμένο σχοινί με διάφορες αφορμές. Τα μέτρα του Οκτώβρη του 1985 αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα μιας νέας κρίσης στη ΓΣΕΕ και ανάμεσα στις κοινωνικές-συνδικαλιστικές δυνάμεις που στήριζαν σε επίπεδο βάσης την «αλλαγή». Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γ. Ραυτόπουλος και η ΠΑΣΚΕ με δηλώσεις και παρεμβάσεις στηρίζουν τα κυβερνητικά μέτρα, ενώ μια σειρά οργανώσεων που ελέγχονταν από φιλοκυβερνητικές δυνάμεις λαμβάνουν αποφάσεις για κινητοποιήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των οργανώσεων αυτών

2. Τα στοιχεία που παρατίθενται παρακάτω είναι αντλημένα από το αφιέρωμα «Το χρονικό της κρίσης» [α΄, β΄, γ΄ μέρος], Συνδικαλιστική Επιθεώρηση, τ. 11, Νοέμβριος 1985, σ. 3450· τ. 12, Δεκέμβριος 1985, σ. 28-47· και τ. 13, Ιανουάριος 1986, σ. 12-20, καθώς και από τις εφ. Ελευθεροτυπία και Η Καθημερινή της περιόδου. Για το θέμα, βλ. επίσης Γ. Κουκουλές, Β. Τζαννετάκος, Συνδικαλιστικό κίνημα 1981-1986. Η μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε, Οδυσσέας, Αθήνα 1986.


[13]

βρισκόταν η Ομοσπονδία των δημοσίων υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ), οι τραπεζικοί (ΟΤΟΕ), αλλά και η Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλληλικών Σωματείων (ΟΒΕΣ), η οποία είχε ιδρυθεί το 1979 σε μια προσπάθεια δευτεροβάθμιας οργάνωσης των εργοστασιακών/επιχειρησιακών σωματείων που είχαν συγκροτηθεί μετά το 1974 ως αποτέλεσμα του κινήματος του εργοστασιακού συνδικαλισμού και ελεγχόταν από δυνάμεις με αναφορές στο ΠΑΣΟΚ. Η κρίση δεν αργεί να περάσει και στη διοίκηση της Συνομοσπονδίας: στις 16 Οκτώβρη πραγματοποιείται συνεδρίαση της Ολομέλειας της Διοίκησης της ΓΣΕΕ. Η πρόταση του Ραυτόπουλου για «κριτική στήριξη» των μέτρων λαμβάνει 18 ψήφους, όσες και η πρόταση του γενικού γραμματέα Μ. Κωστόπουλου της ΕΣΑΚ για απεργία, όμως υπερισχύει η πρώτη, επειδή η ψήφος του προέδρου μετράει διπλή. Στην ίδια συνεδρίαση, επτά μέλη και πρωτοκλασάτα στελέχη της ΠΑΣΚΕ διαφοροποιούνται από τη γραμμή κατεβάζοντας πρόταση για απεργία και την επόμενη μέρα (17.10) διαγράφονται με απόφαση του Α. Παπανδρέου από την ΠΑΣΚΕ και το ΠΑΣΟΚ («επέλεξαν μόνοι τους να τεθούν εκτός Κινήματος», σύμφωνα με την ανακοίνωση του Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή του Α. Παπανδρέου). Μεταξύ αυτών ήταν ο Ρ. Σπυρόπουλος, οργανωτικός γραμματέας της ΓΣΕΕ, μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ και πρόεδρος της ΟΜΕ-

ΟΤΕ, ο Χ. Κοκκινοβασίλης, πρόεδρος της ΟΒΕΣ και μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ, ο Δ. Πιπεργιάς, πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ και ο Γ. Παπαμιχαήλ, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών και αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα όμως με τους παραπάνω που ήταν μέλη της διοίκησης της ΓΣΕΕ, διαγράφηκε και η Μ. Τζώρτζη, μέλος της Τομεακής Επιτροπής Εργοστασιακών Χώρων του ΠΑΣΟΚ, μέλος της διοίκησης του ΕΚΑ και πρόεδρος του εργοστασιακού σωματείου ΕΛΙΝΤΑΕΣΚΙΜΟ. Στη συνέχεια συγκροτείται μια άτυπη «συμμαχία» από τους 7 διαγραμμένους της ΠΑΣΚΕ, 17 της ΕΣΑΚ και 2 του ΑΕΜ. Η ομάδα αυτή των 26 (σε σύνολο 45 μελών της διοίκησης) με εξώδικο ζητάει από τον Ραυτόπουλο έκτακτη σύγκληση της Ολομέλειας της διοίκησης. Ο τελευταίος στις 22.10 αρνείται να το κάνει και η ομάδα των 26 συγκεντρώνεται στις 23 και 25 Οκτώβρη στη ΓΣΕΕ με σκοπό να εξαναγκαστεί ο Ραυτόπουλος σε σύγκληση της ολομέλειας. Τα πράγματα οδηγούνται σε ρήξη, με την ομάδα των 26 να μιλά για «πραξικοπηματική άρνηση του προέδρου» και να θέτουν θέμα απομάκρυνσής του, και την πλευρά Ραυτόπουλου-ΠΑΣΚΕ να κάνει λόγο για «συγκέντρωση-παρωδία» και «ετερόκλητη συμμαχία συνδικαλιστών της ΕΣΑΚ-Σ και των θλιβερών αποστατών της ΠΑΣΚΕ». Στις 27 Οκτώβρη η


[14]

Εκτελεστική Επιτροπή της ΓΣΕΕ με παρόντα τα 12 από τα 15 μέλη της αποδέχεται την πρόταση για σύγκληση της Ολομέλειας και την ορίζει για τις 30.10 με θέμα την έκπτωση του Ραυτόπουλου και την ανάδειξη νέου προέδρου. Η συνεδρίαση πραγματοποιείται τελικά στις 29 Οκτώβρη με απόντα 18 μέλη της ΠΑΣΚΕ και αποφασίζεται ομόφωνα η έκπτωση του Ραυτόπουλου από το αξίωμα του προέδρου και η κήρυξη πανελλαδικής απεργίας για τις 14 Νοεμβρίου ενάντια στα νέα μέτρα. Το νομιμόφρον στην κομματική γραμμή της ΠΑΣΚΕ Ε.Κ. Πάτρας στις 30.10 προσφεύγει στη δικαιοσύνη κατά των αποφάσεων αυτών, ενώ παραιτούνται και τα 17 μέλη της ΠΑΣΚΕ που συμμετείχαν στη διοίκηση. Την ίδια μέρα το Ειρηνοδικείο διατάζει την προσωρινή αναστολή των αποφάσεων της νέας διοίκησης (των «26»), ενώ οι τελευταίοι καταγγέλλουν ότι η απόφαση εκδόθηκε λίγα λεπτά πριν από την κατάθεση της αίτησης του Ε.Κ. Πάτρας. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας καταιγισμός ανακοινώσεων (μεταξύ των οποίων και ψήφισμα του ΔΣΑ), ενώ στις 31 του μήνα γίνεται από την πλειοψηφία της διοίκησης ανασύνθεση του προεδρείου και νέος πρόεδρος εκλέγεται ο Γ. Παπαμιχαήλ από την ομάδα των διαγραμμένων της ΠΑΣΚΕ. Από την άλλη, οι πιστοί της ομάδας Ραυτόπουλου πραγματοποιούν σύγκληση του Γενικού Συμβουλίου με τη συμμετοχή 126 από τα 235 μέλη του. Η ΓΣΕΕ έχει διασπαστεί, η ΠΑΣΚΕ έχει διασπαστεί, η δικαιοσύνη εμπλέκεται για ακόμη μια φορά: η ΓΣΕΕ και πάλι βρίσκεται σε σχιζοφρενική κρίση, διαιρούμενη σε «ΓΣΕΕ των 26» και «ΓΣΕΕ του ΡαυτόπουλουΠΑΣΚΕ». Ωστόσο η προγραμματισμένη για τις 14.11 πανελλαδική γενική απεργία πραγματοποιείται με τη συμμετοχή 44 Εργατικών Κέντρων, 39 Ομοσπονδιών και, το σημαντικότερο, πλήθους κόσμου. Την επόμενη μέρα ο υπουργός Εργασίας Ευ. Γιαννόπουλος (ο Θεόδωρος Πάγκαλος της εποχής) δηλώνει ότι στην «αποτυχημένη» απεργία συμμετείχε μόνο το 20% περίπου των εργαζομένων, ενώ η άλλη πλευρά ανεβάζει το ποσοστό σε 70-80% (Για τα στοιχεία που δίνει η κάθε πλευρά, Διεύθυνση Απασχόλησης του υπ. Εργασίας και ΕΚΑ-συμμετέχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις, βλ. εφ. Ελευθεροτυπία, 15.11.1985). Η κατάσταση αυτή διατηρείται μέχρι και τις

αρχές του 1986 και η λύση επιβάλλεται από τα πάνω: το δικαστήριο, με απόφασή του στις 4.12, προχωράει στο ξήλωμα της διοίκησης Παπαμιχαήλ και διατάζει διορισμό συνολικά νέας διοίκησης (45 θέσεις). Η αντιπολίτευση από την πλευρά της αρνείται το διορισμό μελών της και τελικά η νέα διοίκηση της ΓΣΕΕ θα μονοπωληθεί από τις δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ μετά από νέα απόφαση του δικαστηρίου (31.12), ενώ πρόεδρος θα τοποθετηθεί και πάλι ο Γ. Ραυτόπουλος. Η αναταραχή θα συνεχιστεί όλο αυτό το διάστημα με αλλεπάλληλες προσφυγές στη δικαιοσύνη, απεργίες, ανακοινώσεις και δικαστικές αποφάσεις. Η διάσπαση στο συνδικαλιστικό κίνημα παγιώνεται και λαμβάνει νέες μορφές μετά τις εξελίξεις αυτές: μέχρι τον Φλεβάρη του 1986 διαγράφονται 1.300 περίπου μέλη της ΠΑΣΚΕ (μεταξύ των οποίων ήταν ο Στάθης Ανέστης, σημερινός αναπληρωτής γραμματέας της ΓΣΕΕ και ο Ανδρέας Λοβέρδος) και τα στελέχη αυτά συγκροτούν μια νέα πολιτικοσυνδικαλιστική παράταξη με τίτλο Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλληλική Κίνηση (ΣΣΕΚ), ενώ η ΕΣΑΚ μαζί με άλλες συμμαχικές δυνάμεις συγκροτεί τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα, ένα είδος αντι-ΓΣΕΕ. Στο 23ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ που πραγματοποιείται λίγους μήνες αργότερα συμμετέχει μόνο η ΠΑΣΚΕ. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον Απρίλη του 1989 και το 25ο Συνέδριο για να δούμε διαπαραταξιακή διοίκηση στη ΓΣΕΕ. Τα γεγονότα του 1985 είναι σημαντικά από πολλές απόψεις. Η εμπειρία της κρίσης του 1985 δείχνει ότι ακόμα τότε η ΓΣΕΕ αποτελούσε ένα σημαντικό διακύβευμα για τις πολιτικές-συνδικαλιστικές δυνάμεις, με ισχυρό συμβολικό και ταξικό φορτίο, και όχι απλώς ένα πεδίο αποκλειστικά παρασκηνιακών μικροκομματικών-παραταξιακών εξυπηρετήσεων ή διαβουλεύσεων. Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που εμπλέχθηκαν στα γεγονότα εκπροσωπούσαν μεγάλες μάζες εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (π.χ. ΟΒΕΣ) και τις ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ) και εξέφραζαν συγκεκριμένες θέσεις και στρατηγική στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης και του εκδημοκρατισμού που προηγήθηκε, αλλά και ακολούθησε την «αλλαγή» του 1981. Με άλλα λόγια, ήταν σαφές ότι, ακόμα και το 1985, το «παιχνίδι» φαινόταν ακόμα ανοιχτό, μεταξύ του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» (ό,τι κι αν


[15]

σήμαινε αυτό για κάθε πλευρά) και της φιλελεύθερης-συντηρητικής αναδίπλωσης. Μεγάλο μέρος της φιλοκυβερνητικής συνδικαλιστικής πλευράς επέλεξε τη ρήξη με το κράτος και την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, και τη σύμπλευση με δυνάμεις της αριστεράς (κομμουνιστικής και ανανεωτικής). Αυτό ίσως έγινε ώς ένα βαθμό και από υπολογισμό: μεγάλο μέρος των στελεχών αυτών είχε στηρίξει τη συνδικαλιστική του ανέλιξη στο γεγονός ότι ήταν οι κύριοι εκφραστές εργατικών-συνδικαλιστικών αιτημάτων («εργατικός έλεγχος», «αυτοδιαχείριση», «εκδημοκρατισμός» κ.λπ.), μέρος των οποίων υιοθέτησε το ΠΑΣΟΚ και ως κυβέρνηση προσπάθησε να επιλύσει (ή καλύτερα να «διαχειριστεί»), και σε μια συγκυρία συντηρητικοποίησης επέλεξαν τη ρήξη με την κυβέρνηση από το να εκτεθούν απέναντι στους εργαζομένους. Ωστόσο η ρήξη αυτή δεν ήταν καθόλου δεδομένη σε μια περίοδο που η

παντοκρατορία του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική και τους μαζικούς χώρους είχε διαμορφώσει σε μέλη και στελέχη μια αλαζονική καθεστωτική συνείδηση και συμπεριφορά. Από την άλλη, έδειξε και την τεράστια αυτοπεποίθηση που είχαν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που εκπροσωπούσαν εργαζομένους σε ιδιωτικό, δημόσιο τομέα και ΔΕΚΟ. Η αυτοπεποίθηση αυτή εδραζόταν σε πραγματικές, ζωντανές δυνάμεις εργαζομένων, όπως επιβεβαίωσε και η μαζική συμμετοχή στις συγκεντρώσεις κατά των νέων μέτρων και υπέρ της διοίκησης των «26». Ακόμα περισσότερο, το 1985 έδειξε ότι θα χρειαζόταν ακόμα χρόνος (και πολλά άλλα βέβαια), προκειμένου να ολοκληρωθεί το θλιβερό σημερινό μόρφωμα μιας ΓΣΕΕ οσφυοκαμπτών και κρατικοδίαιτων γενίτσαρων, και από αυτήν την άποψη το 1985 συνιστά μια τομή.


[16]

Χρήστος Τσάκας

Εικόνες από το αγγλοσαξονικό παρόν μας...

Ο

ορισμός της ημερήσιας διάταξης και η ανάδειξη του (εκάστοτε) απόλυτου κακού αποτελεί προνόμιο όσων έχουν στη διάθεσή τους τα μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης – ή, λιγότερο εργαλειακά, όσων έχουν με το μέρος τους το συσχετισμό δύναμης και διαθέτουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Λίγοι ίσως θα θυμούνται σήμερα ή θα έβρισκαν συνεπή με την τρέχουσα δαιμονοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων, την εκτεταμένη αποτίμηση της περασμένης δεκαετίας από το περιοδικό Time, σύμφωνα με την οποία ένας από τους κύριους υπευθύνους της ραγδαίας φθοράς της αμερικανικής υπερδύναμης, που επιταχύνθηκε δραματικά με την κρίση του 2008-2009, υπήρξε το συνδικάτο της αυτοκινητοβιομηχανίας Ge­ neral Motors… («The Decade From Hell», περ. Time, 7.12.2009) Το 2010 –και αφού τάχιστα διαψεύστηκαν οι νεοκεϋνσιανές αυταπάτες ότι οι υπέρογκες ενισχύσεις που αφειδώς μοίρασαν τα κράτη σε τράπεζες και πολυεθνικούς κολοσσούς θα οδηγούσαν σε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους στην οικονομία– οι προτεραιότητες ήταν ήδη διαφορετικές. Η ισχυρότατη κρίση και η δαμόκλειος σπάθη μιας ενδεχόμενης υποτροπής της ύφεσης είχαν ήδη οδηγήσει στην ευρεία αποδοχή των επιταγών της κεφαλαιακής συσσώρευσης από τα επίσημα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος άλλωστε βρίσκεται εδώ και χρόνια στη δίνη των αναδιαρθρώσεων και της απορρύθμισης των εργασιακών δικαιωμάτων. Αντίθετα ο αιώνιος ασθενής, ο διαβόητος δημόσιος τομέας, παρά τις προκρούστειες επεμβάσεις που έχει υποστεί, συνεχίζει να βαρύνεται με τις αμαρτίες της μεταπολεμικής «σοσιαλμανίας». Ή, έστω, με ό,τι έχει απομείνει να τη θυμίζει, ακόμη και ελάχιστα. Στην αυγή της νέας δεκαετίας η ναυαρχίδα του νεοφιλελευθερισμού, ο Economist, έδινε το σύνθημα, σαλπίζοντας νέους αγώνες για τις κυρίαρχες τάξεις όλου του (δυτικού) κόσμου. Υπό τον εύγλωττο τίτλο «The Battle Ahead», το πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας άκουγε στο

όνομα «συνδικάτα δημοσίου τομέα» και είχε τρεις πτυχές: το ύψος των απολαβών (μισθοί, επιδόματα κ.λπ.), τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα (άδειες, μονιμότητα/σταθερότητα, μεγάλη συνδικαλιστική πυκνότητα) και την πολιτική δύναμη («The battle ahead» και «(Govern­ ment) workers of the world unite!», περ. The Eco­ nomist, 8.1.2011). Κι αν τα δύο πρώτα φαντάζουν αυτονόητα προβλήματα για τους μαθητευόμενους μάγους των οικονομικών επιτελείων, η επεξήγηση του «προβλήματος» της πολιτικής δύναμης των συνδικάτων του δημόσιου τομέα είναι πράγματι ρηξικέλευθη: οι σχέσεις των συνδικάτων με κόμματα εξουσίας, όπως οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ και οι Εργατικοί στη Βρετανία, παρουσιάζονται ως ο δούρειος ίππος του εργατικού κινήματος στο εσωτερικό των συνασπισμών εξουσίας. Ως εκ τούτου, προκειμένου να αποκατασταθεί η υπέρτατη αξία του «ανόθευτου ανταγωνισμού» και στο πολιτικό πεδίο, θα πρέπει τα συνδικάτα να αποστερηθούν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις αποφάσεις των κομμάτων με τα οποία έχουν πολιτικούς δεσμούς. Θα πρέπει δηλαδή να αποστερηθούν τις δυνατότητες εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης που διαθέτουν. Το νέο δόγμα βρίσκει ήδη την εφαρμογή του σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ,1 όμως η περίπτωση που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν αυτή της πολιτείας του Ουισκόνσιν, όπου οι εργατικές κινητοποιήσεις μετατόπισαν τη συζήτηση ακριβώς στην πολιτική διάσταση των προω­ θούμενων μέτρων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ως διά μαγείας αναπτύχθηκε ένα εργατικό κίνημα βγαλμένο από τους πάσης φύσεως αριστερούς τσελεμεντέδες. Απεναντίας η βασική υποχώρηση στο κεντρικό ζήτημα της αντιπαράθεσης,

1. Στη Βρετανία παρά τη ζέση του κυβερνητικού συνασπισμού υπήρξε μια σχετική καθυστέρηση σε αυτό το πεδίο, εν μέρει λόγω της απρόβλεπτης κλίμακας των φοι­­τητικών κινητοποιήσεων, που υπενθύμισαν ότι οι κυρίαρχες βεβαιότητες για τη συναίνεση των μεσοστρωμάτων μπορεί ενίοτε να αποδεικνύονται και σφαλερές, ακόμη και στη Μέκκα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.


[17]

δηλαδή στα μέτρα μισθολογικών περικοπών, την αναγκαιότητα των οποίων έσπευσαν να αποδεχτούν τα συνδικάτα σε μια επίδειξη συμβιβαστικής διάθεσης και συνδιαχειριστικής υπευθυνότητας, ήταν αυτή που οδήγησε στην ανάδειξη της πολιτικής διάστασης της μεταρρύθμισης του κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, Σκοτ Γουόκερ. Οι προβλέψεις του νομοθετήματος περί αφαίρεσης των δικαιωμάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης από τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, σε συνδυασμό με την ετήσια επανεπιβεβαίωση της ιδιό­ τητας του μέλους από κάθε εργαζόμενο,2 ήταν αυτές που από ένα σημείο και μετά προσέλαβαν διαστάσεις αγώνα ζωής ή θανάτου, και επέτρεψαν στα συνδικάτα να αναδείξουν τις απώτερες επιδιώξεις της μεταρρύθμισης. Φυσικά εκείνο που έστρεψε τα βλέμματα όλων στη συγκεκριμένη πολιτεία δεν ήταν άλλο από τις εντυπωσιακές, για τα αμερικανικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών, εργατικές κινητοποιήσεις, που μετριούνται σε κλίμακα δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά μαχητικότητας και ακτιβισμού (με ενδεικτικότερη την πολυήμερη κατάληψη του τοπικού Καπιτωλίου).3 2. Δηλαδή τη μετάβαση από ένα καθεστώς αυτόματης συμμετοχής στο συνδικάτο, εκτός εάν ζητηθεί εξαίρεση, σε ένα καθεστώς αυτόματης διαγραφής, εκτός εάν επανεπιβεβαιωθεί η συμμετοχή. 3. Η «απόδραση» των Δημοκρατικών της τοπικής Βουλής από την Πολιτεία στο γειτονικό Ιλλινόι, με στόχο το σαμποτάρισμα της διαδικασίας ψήφισης του νομοσχεδίου, λόγω μη απαρτίας, και τη διαφυγή εκτός δικαιοδοσίας των αστυνομικών οργάνων του Ουισκόνσιν (είχε προηγηθεί εντολή του Γουόκερ για βίαιη προσαγωγή τους στο

Οι κινητοποιήσεις όμως δεν εξαντλήθηκαν στην καταγγελτική διάθεση όσων πήραν μέρος σε αυτές. Αντίθετα ο απόηχός τους διαπέρασε σχεδόν κάθε πτυχή της δημόσιας αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ γύρω από την ενδεδειγμένη στρατηγική για την επόμενη μέρα: από τη συζήτηση για την πολιτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των περικοπών μέχρι το ρόλο του εργατικού κινήματος και των επίσημων συνδικαλιστικών του εκφράσεων ιστορικά,4 και από τα όρια της δικαστικής εξουσίας5 μέχρι την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των πανεπιστημίων και τη δυνατότητα των εργαζόμενων σε αυτά (καθηγητών και ερευνητών) να συνδικαλίζονται.6 Και όλα αυτά σε ένα εξαιρετικά πολωμένο κλίμα,7 στον απόηχο

σώμα), προσέδωσε αρκετή δόση «ηθικού πλεονεκτήματος» στην αντιπολίτευση και ανέβασε το θερμόμετρο στα ύψη. 4. Βλ. το άρθρο του ιστορικού William Cronon, «Wiscon­ sin’s Radical Break», εφ. The New York Times, 22.3.2011. 5. Η δημοσίευση του νόμου, μετά την αμφιλεγόμενη δια­ δικασία ψήφισής του, μπλοκαρίστηκε προσωρινά από δικαστήριο που έκρινε αντισυνταγματική τη διαδικασία, και τελικά υποχρέωσε σε απόσυρση του νόμου τον κυβερνήτη του Ουισκόνσιν. 6. Ενδεικτικά, βλ. τη συζήτηση μεταξύ του Stanley Fish και του Walter Benn Michaels και τα σχόλια των αναγνωστών, για τον συνδικαλισμό στην ανώτατη εκπαίδευση, «We’re All Badgers Now!», εφ. The New York Times, 21.3.2011. 7. Ενδεικτική του κλίματος είναι και η πρωτοβουλία των Ρεπουμπλικάνων να απαιτήσουν από τα πανεπιστήμια του Ουισκόνσιν και του Μίσιγκαν να τους παραδώσουν την ηλεκτρονική αλληλογραφία του Cronon (ο οποίος στο προαναφερθέν άρθρο του παρομοιάζει τον Γουόκερ με τον γερουσιαστή Μακάρθι, που επίσης εκλεγόταν στο Ουισκόνσιν) και άλλων καθηγητών με ειδίκευση στις εργατικές σπουδές (Labour Studies), ώστε να διαπιστωθεί


[18]

της δολοφονικής επίθεσης που είχε σημειωθεί πρόσφατα στο Τουσόν της Αριζόνα από έναν φανατικό υπερσυντηρητικό, για τις πολιτικές προεκτάσεις της οποίας έχει χυθεί πολύ μελάνι. Ωστόσο, παρά την πόλωση που επικρατεί στη δημόσια αντιπαράθεση στις ΗΠΑ εδώ και καιρό, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κι αυτό γιατί μπορεί οι ταλιμπάν του tea party8 να παρασύρουν το σύνολο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος σε μια ακροδεξιά σταυροφορία, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μπορεί κανείς να εντοπίσει το αντίπαλο δέος στο Δημοκρατικό κόμμα.9 Αντίθετα η λογική των περικοπών και της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής έχει κυριαρχήσει πλήρως στο επιτελείο Ομπάμα, το οποίο αρχικά είχε προβάλει μια εκδοχή ενισχύσεων της οικονομίας με πακέτα στήριξης και επιδοτήσεων. Ακόμη, τα ΜΜΕ που στάθηκαν επικριτικά σε αυτή τη στροφή υιοθετούν πλέον πλήρως τη λογική της επίθεσης στο κοινωνικό κράτος, προβάλλοντας διαφορές μόνο ως προς το timing (πρώτα ανά­­καμψη, μετά περικοπές).10 Στην πραγματικότητα εκείνο ακριβώς που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι μια επιχείρηση αναμόρφωσης των όρων αναπαραγωγής των σχέσεων εκπροσώπησης του ίδιου του Δημοκρατικού κόμματος με ευρύτερα στρώματα εργαζομένων που αποτελούν μεγάλο τμήμα της εκλογικής του βάσης, με στόχο την περαιτέρω θωράκισή του έναντι των αιτημάτων και των συμφερόντων των στρωμάτων αυτών. Η επιχείρηση πειθάρχησης δεν είναι μονοσήμαντη ούτε περιορίζεται στο Δημοκρατικό κόμμα. Αντίθετα, τα think tanks του νεοφιλελευθερισμού δεν παραλείπουν να εγκωμιάζουν όποιον πολιτικό των Δημοκρατικών

η «αντικειμενικότητα» και η «ακαδημαϊκή ακεραιότητά» τους, κατά τις δημόσιες παρεμβάσεις τους στην τρέχουσα αντιπαράθεση. 8. Υπερσυντηρητικό «κίνημα» της βάσης του ρεπουμπλικανικού κόμματος που ενισχύει τους πιο αντιδραστικούς υποψήφιους και προβάλλει μια ριζοσπαστική δεξιά ατζέντα για κάθε πτυχή της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. 9. Από τη μεγάλη σχετική αρθρογραφία του νομπελίστα νεοκεϋνσιανού οικονομολόγου Paul Krugman, βλ. το άρθρο του «Freezing Out Hope», εφ. The New York Times, 2.12.2010. 10. Πολύ χαρακτηριστικά, βλ. το editorial «The Tax-Cut Deal», εφ. The New York Times, 18.12.2010.

δείχνει αποφασισμένος να υπερφαλαγγίσει τους Ρεπουμπλικανούς σε λιτότητα και περικοπές,11 οικτίροντας σε κάθε ευκαιρία τη ρεπουμπλικανική ηγεσία για την αδυναμία της να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στις ακρότητες της βάσης του κόμματος – τις οποίες πολλές φορές ενισχύει με την αντιπολιτευτική τακτική της, η οποία ελέγχεται για «υποσχεσιολογία»…12 Η πρωτοτυπία αυτής της στρατηγικής έγκειται σε αυτή την ιδιότυπη αντιστροφή: αν μέχρι πρότινος ο ομφάλιος λώρος που συνέδεε τα μεγάλα συνδικάτα με τις κομματικές εκφράσεις της αστικοποιημένης σοσιαλδημοκρατίας (ή του προοδευτικού φιλελευθερισμού, στην αμερικανική εκδοχή) εκλαμβανόταν ως το συγκριτικό πλεονέκτημα των κομμάτων αυτών για την επιβολή αντεργατικών-αντιλαϊκών πολιτικών με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, τώρα όποιες υποχωρήσεις/συμβιβασμοί επιβάλλουν μια πιο ευέλικτη πολιτική διαχείριση των κοινωνικών αντιδράσεων θεωρούνται αυτόχρημα ενδοτικές. Με άλλα λόγια αυτό που η «ώριμη κοινωνία πολιτών» του 20ού αιώνα φέρνει ως κατάκτηση σταθε­­ρ­ότητας του συστήματος, δηλαδή την αντιπρο­­σώπευση των συμφερόντων των κυριαρ­­χού­μενων τάξεων εντός του μακροπρόθεσμου καπιταλιστικού συμφέροντος (απλούστερα: την ενσωμάτωση στους θεσμούς), ο φονταμενταλιστικός νεοφιλελευθερισμός επιχειρεί να το ξεριζώσει με μια στρατηγική που έχει τα χαρακτηριστικά πολέμου κινήσεων. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα στοίχημα. Και όπως κάθε στοίχημα, έχει το ρίσκο του...

11. Βλ. την παράλληλη με τις εξελίξεις στο Ουισκόνσιν, κάλυψη των πρωτοβουλιών του δημοκρατικού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης: περ. The Economist, 26.2.2011. 12. Για παράδειγμα, βλ. το άρθρο «What’s wrong with America’s Right», περ. The Economist, 10.6.2010.


[19]

Νίκος Τσιβίκης

Τσερνόμπιλ – Φουκουσίμα: 1-4 Κι ο συγκάτοικός μου ακόμη γουστάρει / μόνο πυραύλους σοσιαλιστικούς Ναγκασάκι Ηλιοβασιλέματα στους υπονόμους σκοπιές με ευζώνους σε καρτ-ποστάλ Βιντεοκασέτες με το Νταλάρα και μια λαχτάρα για κρουασάν Κάτω από το χώμα σαν τα ποντίκια κι ο εφιάλτης σε κυνηγά Τέρμα τα πουλάκια και τα τζιτζίκια μονάχα βράχια ραδιενεργά Θαμμένοι παρέα μ’ ατομικά κεφαλάκια από πυραύλους Πέρσινγκ και Κρουζ Κι ο συγκάτοικός μου ακόμα γουστάρει μόνο πυραύλους σοσιαλιστικούς Zεις πρωτοπόρο Ναγκασάκι σε κάθε δρόμο κάθε σοκάκι Τζίμης Πανούσης Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν, 1984

Μ

ετά το τσουνάμι στη βορειοανατολική ακτή της Ιαπωνίας και την ολική καταστροφή του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Φουκουσίμα γέμισαν οι εφημερίδες και οι τηλεοράσεις με περισπούδαστες αναλύσεις για την τεχνολογία των πυρηνικών αντιδραστήρων, για τα τρωτά της παραγωγής ηλεκτρισμού με τη χρήση ατομικής ενέργειας και τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Κάποιοι, επιχειρώντας συγκρίσεις, αποτόλμησαν να προφέρουν ξανά το καταραμένο πλέον όνομα του Τσερνόμπιλ, του σοβιετικού πυρηνικού σταθμού στη ΣΣΔ της Ουκρανίας, όπου, στις 26 Απρίλη του 1986, ο αντιδραστήρας 4 έλιωσε απε-

λευθερώνοντας στο περιβάλλον τεράστιες ποσότητες ραδιενέργειας και σκοτώνοντας άμεσα 31 ανθρώπους και έμμεσα χιλιάδες άλλους.1 Το μέγεθος της καταστροφής αυτής απένειμε δικαιωματικά στο Τσερνόμπιλ τον τίτλο του μεγαλύτερου περιστατικού διαρροής ραδιενέργειας εν ειρήνη. Γρήγορα όμως επίσημες φωνές αντέδρασαν σε μια τέτοια σύγκριση και μας διαβεβαίωσαν ότι το επεισόδιο στη Φουκουσίμα ήταν περιορισμένο, φτάνοντας μόλις και μετά βίας την πέμπτη από τις επτά βαθμίδες της κλίμακας επικινδυνότητας του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας – αντίθετα με το Τσερνόμπιλ, που είναι το μοναδικό που έχει καταγραφεί ως περιστατικό έβδομης βαθμίδας. Σχεδόν μία εβδομάδα αργότερα βέβαια, και η Φουκουσίμα ανέβηκε στην έκτη, για να καταλήξει εντέλει στην έβδομη. Η σύγκριση των δύο αυτών ατυχημάτων στην ουσία τους είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τόσο νωρίς. Οι επιπτώσεις της διαρροής ραδιενέργειας στο ιαπωνικό εργοστάσιο μετρώνται ήδη σε θανάτους και ανεπανόρθωτες ζημιές στον άνθρωπο και το περιβάλλον. Ίσως περισσότερο νόημα έχει να αποπειραθούμε μια σύγκριση σε ένα άλλο επίπεδο. Σε αυτό της διαχείρισης της κρίσης αλλά και της ενημέρωσης γύρω από τα δύο ατυχήματα. Μια τέτοια απόπειρα μπορεί να μας οδηγήσει σε μερικά πρώτα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Είκοσι πέντε χρόνια πριν, ο κόσμος είχε πολλές ομοιότητες με τον σημερινό: το πρώτο θέμα στην καθημερινή διεθνή ειδησεογραφία ήταν και πάλι η τρομοκρατία (τον Οκτώβρη του 1985 είχε γίνει η πειρατεία από παλαιστίνιους μαχητές στο

1. The Chernobyl Forum: 2003-2005, Chernobyl’s Legacy: Health, Environmental and Socio-Economic Impacts, 2η έκδ. (http://www.who.int/ionizing_radiation/chernobyl/ chernobyl_digest_report_EN.pdf )


[20]

κρουαζιερόπλοιο Ακίλε Λάουρο) και ο πόλεμος στη Λιβύη (στις 16 Απρίλη του 1986, οι ΗΠΑ είχαν εξαπολύσει αεροπορική επίθεση εναντίον της Λιβύης και του Καντάφι προσωπικά). Υπήρχε όμως μια μεγάλη διαφορά: ήταν ακόμη ζωντανός, ή καλύτερα νεκροζώντανος, ο Ψυχρός Πόλεμος. Έτσι η εξιστόρηση του τραγικού συμβάντος του Τσερνόμπιλ υποτάχθηκε από την πρώτη στιγμή στις ψυχροπολεμικές προτεραιότητες της αμερικανικής διακυβέρνησης του προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν, αλλά και των Ευρωπαίων συμμάχων του, ανάμεσα στους οποίους βέβαια και η ελληνική κυβέρνηση («Ιός», εφ. Ελευθεροτυπία, 16.4.2006). Η κάλυψη των γεγονότων του Τσερνόμπιλ έγινε αποκλειστικά με κριτήριο τα επικοινωνιακά οφέλη στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης. Αρκεί ενδεικτικά να θυμηθούμε τις πρώτες ανταποκρίσεις των δυτικών μέσων στις 29 και 30.4.1986 (εφ. Washington Post), όπου γινόταν αναφορά για δύο χιλιάδες τουλάχιστον νεκρούς, αριθμός που στη συνέχεια έγινε τριάντα. Για χρόνια μετά το ατύχημα του 1986 στο Τσερνόμπιλ,2 και ιδίως μετά τη διάλυση της Σο­ βιε­­τικής Ένωσης το 1991,3 χύθηκε ατέλειωτο μελάνι4 και δαπανήθηκαν δεκάδες χιλιάδες ώρες τηλεοπτικού και κινηματογραφικού χρόνου,5 για

2. «The Chernobyl Cover-up: Are Soviet officials still concealing the truth about the disaster?», περ. Time, 13.11.1989. 3. «Izvestia Details Pattern of Lies in Chernobyl Cover-Up Disaster», εφ. Los Angeles Times, 25.4.1992 4. Alison Katz, «Chernobyl: the great cover-up», εφ. Monde Diplomatique (αγγλική έκδοση), Απρίλιος 2008. 5. Χαρακτηριστικό το ντοκιμαντέρ: Nuclear Cover-Up

να αποδειχθεί ότι οι σοβιετικές αρχές επιχείρησαν συγκάλυψη των γεγονότων, μη γνωστοποιώντας έγκαιρα τα σχετικά του ατυχήματος, αλλά και ότι δεν αντέδρασαν ικανοποιητικά για την προστασία των εργαζομένων, των κατοίκων και του περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο του γενικότερου αντικομμουνιστικού πυρετού, που συνεχίστηκε και μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, δεν ήταν δύσκολο να πειστεί η κοινή γνώμη ότι η απόπειρα συγκάλυψης ήταν το μόνο ζήτημα που προέκυπτε από την πυρηνική εμπειρία του Τσερνόμπιλ. Με συνοπτικά επιχειρήματα, το βασικό αίτιο ήταν το σοσιαλιστικό καθεστώς, το συνωμοτικό ΚΚΣΕ, η έλλειψη υψηλής τεχνολογίας (την οποία διέθετε μόνο η Δύση), αλλά και η ανθρώπινη ανικανότητα των εργαζομένων στα σοβιετικά εργοστάσια και υπηρεσίες. Μια εικόνα που μετριαζόταν μόνο από μεμονωμένες ανθρώπινες ιστορίες ηρωισμού και αυτοθυσίας ατόμων που αψήφησαν τις εντολές της σφαλερής σοβιετικής διοίκησης. Και μια υπόρρητη υπόσχεση ότι καταστάσεις σαν αυτές μπορούσαν να συμβούν μόνο στον υπανάπτυκτο και καταπιεστικό σοσιαλισμό, ποτέ στη δημοκρατική και υπερσύγχρονη Δύση. Η ενορχηστρωμένη αυτή επίθεση είχε μικρή σχέση με το ατύχημα το ίδιο, τις άπειρες παραλείψεις των αρχών, την απόπειρα απόκρυψης των πραγματικών διαστάσεων, τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες, από τη σοβιετική κοινή γνώμη, ή, το πιο βασικό, την επικινδυνότητα και τη σκοπιμότητα της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας. Για όλα αυτά τα ζητήματα άλλωστε αποδείχτηκε πολύ γρήγορα η ουσιαστική αδιαφορία της καπιταλιστικής Δύσης. Η ένορκη κατάθεση ανώτερου Σοβιετικού αξιωματούχου στο αμερικανικό Κογκρέσο, στις 2.5.1986 (εφ. Washington Post), ή η υποβολή λεπτομερούς έκθεσης για το ατύχημα τους επόμενους μήνες από τους Σοβιετικούς στον ΔΟΑΕ δεν ικανοποίησε κανέναν, και έτσι συνεχίστηκε να αξιοποιείται η ευνοϊκή συγκυρία για να χτυπηθεί η, ούτως ή άλλως αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, προσπάθεια του ΚΚΣΕ και του Γκορμπατσόφ να εφαρμοστεί μια νέα πολι-

– Chernousenko on Chernobyl (1995), αλλά και δεκάδες άλλα ντοκιμαντέρ, δραματικές ταινίες, μέχρι και παιχνίδια υπολογιστή.


[21]

τική διαφάνειας στην πολιτική της ΕΣΣΔ, η περίφημη Γκλάσνοστ. Και στο υλικό επίπεδο όμως το ατύχημα του Τσερνόμπιλ δεν ανέκοψε ούτε στο ελάχιστο τα προγράμματα οικοδόμησης νέων πυρηνικών σταθμών στις χώρες που διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους μέχρι την προηγούμενη για την ανευθυνότητα της σοβιετικής πλευράς. Η ουσία της κριτικής σχετικά σύντομα διαστρεβλώθηκε και από μια συζήτηση για τα ζητήματα ασφάλειας, τις δυνατότητες και τους κινδύνους της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, έγινε μια αδιάκοπη καταγγελία της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η μακάβρια μερικές φορές ειρωνεία της ιστορίας ήρθε, με την πρόσφατη εμπειρία στη Φουκουσίμα, να δώσει νέες διαστάσεις στην έννοια του ατυχήματος, αλλά ακόμη περισσότερο σε αυτή της διαχείρισης κρίσεων, αλλά και συγκάλυψης της αλήθειας. Μισές αλήθειες, καθυστέρηση στην ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα, ερασιτεχνικός χειρισμός της κρίσης από μια δράκα φουκαράδων χαμηλόμισθων εργατών της εταιρείας ΤΕΠΚΟ, που ντυμένοι με τις φόρμες τους εμφανίζονται στις τηλεοπτικές κάμερες και ορκίζονται σαν νέοι καμικάζι ότι θα πέσουν πάνω στον ραδιενεργό εχθρό, αύρες της αστυνομίας του Τόκιο να ψεκάζουν γκρεμίδια σαν να είναι διαδηλωτές, είναι η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς από την κάλυψη του ατυχήματος. Αλλά και «εναλλακτικές» ειδήσεις, όπως η πρόθεση της ιαπωνικής εγκληματικής οργάνωσης Γιακούζα να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κρίσης, έδιναν ένα τόνο σχεδόν λαϊφστάιλ προβλήματος.6 Ατελείωτες εικόνες από ελικόπτερα και τρισδιάστατες αναπαραστάσεις από τα κτήρια των πυρηνικών αντιδραστήρων, τα οποία στέκουν σε ερειπωμένη κατάσταση, εφάμιλλη με εκείνη του Τσερνόμπιλ, αλλά και διαβεβαιώσεις από παντού ότι για να δουλέψουν όλα όπως πριν, το μόνο που χρειάζεται είναι να αποκατασταθεί το ρεύμα. Προκαλώντας την απορία ακόμη και έναν άσχετο: πώς μπορεί κανείς να συνδέσει την πρίζα σε ένα γκρεμισμένο εργοστάσιο και αυτό απλά να ξαναδουλέψει; 6. http://www.thedailybeast.com/blogs-and-stories/ 201103-18/japanese-yakuza-aid-earthquake-relief-efforts/p/

Όλα αυτά σε καθημερινά ρεπορτάζ των μεγάλων διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων, όπου το θέμα του πυρηνικού ατυχήματος βρισκόταν σχεδόν πάντοτε προσεκτικά θαμμένο μέσα στη γενικότερη είδηση του σεισμού. Με αξιοπρόσεκτη επαναληπτικότητα, τα καθημερινά ρεπορτάζ μοιάζουν με φωτοαντίγραφο του χθεσινού: αναφορά στους νεκρούς και τους αγνοούμενους από το τσουνάμι γενικά, συγκρατημένη αισιοδοξία της εταιρείας ΤΕΠΚΟ για την κατάσταση σε κάποιον από τους αντιδραστήρες, κλείσιμο με το αισιόδοξο νέο κάποιου που σώθηκε μέσα από τις λάσπες και τα ερείπια του χωριού του. Και όλα αυτά συνοδευόμενα από καταιγισμό ακατανόητων μονάδων μέτρησης (ρέντγκεν και μικρορέντγκεν, ρεμ, ραντ, μπεκερέλ, κιουρί), ό,τι πρέπει για να διατηρείται η αίσθηση φόβου χωρίς κανένα συγκεκριμένο υπόβαθρο. Σε ένα πρόσφατο κείμενό του με αρκετά διαφορετική αφορμή, ο Σλαβόι Ζίζεκ (London Review of Books, 20.1.2011), θέτει στο προσκήνιο της επικαιρότητας την άποψη που θέλει τους εκφραστές της κυρίαρχης ιδεολογίας σήμερα να κυβερνούν, ως μια νέα φωτισμένη ελίτ, η οποία κρατά για τον εαυτό της ολόκληρη την αλήθεια, καθώς ο αδαής, φοβικός και ανώριμος λαός δεν


[22]

μπορεί να την αντιμετωπίσει. Με βάση τη θέση αυτή, αξίζει να προσθέσουμε εδώ ότι η απόκρυψη της αλήθειας σήμερα ισορροπεί πλέον επιδέξια σε ένα νέο μετα-μεταμοντέρνο ισοζύγιο πραγματικότητας και απάτης. Το κοινό των δυτικών ανεπτυγμένων κρατών, εκπαιδευμένο από τους ίδιους τους μηχανισμούς ελέγχου σε συνεχή πληροφόρηση υψηλής ποσότητας για το κάθε απίθανο ζήτημα, δεν μπορεί πλέον να εξαπατηθεί με απλοϊκό τρόπο, παρά μόνο με μαεστρία και εκζήτηση ζηλευτή. Η απάντηση έρχεται μέσα από ένα δίπολο υπερεξειδίκευσης και τεχνητής πραγματικότητας. Ο ακροατής/θεατής/αναγνώστης καθίσταται από τη μια ανίκανος να αντιληφθεί από μόνος του τις βασικές αρχές οποιασδήποτε, έστω στοιχειώδους, επιστημονικής και ορθολογικής νοητικής διεργασίας, καθώς αυτή πνίγεται σε ένα πέπλο μυστηριακής πολυπλοκότητας που κάνει αρμόδιους μόνο τους ειδικούς να ομιλούν. Η κοινή για όλη την ανθρωπότητα, αισθητηριακά αντιληπτή, ορατή εν προκειμένω, πραγματικότητα του ξεκοιλιασμένου εργοστασίου στη Φουκουσίμα, όπως φαίνεται στα πλάνα της τηλεόρασης, αντικαθίσταται από δηλώσεις ειδικών, των νέων «Αυθεντιών», που συχνά μάλιστα έχουν έμμισθη σχέση με τους εμπλεκόμενους, και οι οποί-

οι ομιλούν για την επανασύνδεση του μηχανισμού ψύξης σαν να διδάσκουν σε φοιτητές πυρηνικής φυσικής θεωρητικά μαθήματα. Από την άλλη η προσπάθεια για όποια εμπειρική σύλληψη και δια­πίστωση των διαστάσεων της τραγωδίας, υποχωρεί μπροστά στη virtual αναπαράσταση των γεγονότων μέσα από τρισδιάστατα μοντέλα που ανεξέλεγκτα αναμειγνύονται με την πραγματικότητα. Η κατανόηση της διαστρεβλωμένης αναπαράστασης εξισώνεται με την κατανόηση του αντικειμένου. Κατασκευάζεται έτσι ένα νέο περιβάλλον στέρησης των αισθήσεων, όχι πολύ μακρινό από τις τεχνικές που εφαρμόζονται στους αιώνιους κρατούμενους του Γκουαντάναμο. Το υποκείμενο, απογυμνωμένο από τα εργαλεία της λογικής επεξεργασίας και της εμπειρικής προσέγγισης, γίνεται έρμαιο μιας πληροφόρησης, που μπορεί να σχετικοποιεί κάθε έννοια και να ανασημασιοδοτεί κάθε σημαίνον. Στη περίπτωση της Φουκουσίμα, ενώ όλα τα επιμέρους στοιχεία (οπτική εικόνα ανείπωτης καταστροφής, νεκροί και βαριά τραυματίες από τη ραδιενέργεια, εκκένωση πληθυσμού πρωτοφανών διαστάσεων, μετρήσεις που καθιστούν επικίνδυνο το νερό και τα τρόφιμα, αλλά πάνω από όλα μήνες απόλυτης αδυναμίας της ιδιοκτήτριας εταιρείας να αντιδράσει αποτελεσματικά) συνθέ-


[23]

τουν μια σχετικά ξεκάθαρη εικόνα της τραγικής πραγματικότητας του ατυχήματος, η διαβεβαίωση από τις παγκόσμιες τηλεοπτικές αρχές, που απλώς αναπαράγουν το βολικό τεχνικό δελτίο της υπεύθυνης εταιρείας, αλλά και από διάφορους τηλεοπτικούς σταρ/πυρηνικούς φυσικούς αρκεί για να συγκροτήσει μιαν άλλη εναλλακτική «αλήθεια». (Υπήρξαν, ασφαλώς, μεμονωμένες επώνυμες φωνές αντίδρασης, όπως ο Ιάπωνας δημοσιογράφος Γιοΐτσι Σιμάτσου, των Japan Times Weekly, ο οποίος μίλησε για συστηματική συγκάλυψη της αλήθειας γύρω από τα γεγονότα στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα από τις ιαπωνικές αρχές σε συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Άλλοι σχετικοί επιστήμονες, όπως ο Μαρκ Πήρσον, καθηγητής στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Βιρτζίνια Τεκ, διαμαρτυρήθηκαν για την απόκρυψη πληροφοριών που οι αμερικάνικες αρχές είναι βέβαιο ότι έχουν χάρη στους μηχανισμούς στρατιωτικής παρακολούθησης. Είναι όμως ενδιαφέρον το γεγονός ότι στη σημερινή ιστορική συγκυρία, όπου ο ηγεμονικός λόγος των εξουσια­ στών διαπερνά όλο σχεδόν το παραδοσιακό πο­λιτικό φάσμα, από τους φιλελεύθερους μέχρι τους σοσιαλιστές, τέτοιες φωνές ευδοκιμούν κυρίως στα ριζοσπαστικά συνομωσιολογικά δίκτυα, ανάμεσα στις αφηγήσεις για τους ψεκασμούς των αεροπλάνων και την «πραγματική αλήθεια» για την 11η Σεπτεμβρίου.)7 Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών στη Φουκουσίμα έδειξαν για μια ακόμη φορά την απατηλή επίκληση μιας οργάνωσης της κοινωνίας με βάση την ελεύθερη αγορά και τις επιταγές της. Η διαχείριση της ραδιενεργής κρίσης –στην Ιαπωνία, άλλοτε υπόδειγμα κοινωνικής οργάνωσης– σχεδόν αποκλειστικά από την ιδιωτική εταιρεία που την προκάλεσε με τις παραλείψεις της στέφεται κάθε μέρα που περνά με παταγώδη αποτυχία, μεγαλύτερη ίσως και από τις προβληματικές λειτουργίες ενός ετοιμοθάνατου σοβιε­

7. http://www.infowars.com/media-coverup-of-massivechernobyl-event-underway-in-japan/

τικού σοσιαλισμού είκοσι πέντε χρόνια πριν, στο ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Βασικός πυλώνας που εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα και ενισχύει την αναπαραγωγή αυτού του ανορθολογικού και αναποτελεσματικού συστήματος αποτελεί η χειραγώγηση της κοινής γνώμης με τρόπους ολοένα και πιο επεξεργασμένους. Με αφορμή το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνόμπιλ υπήρξαμε για δεκαετίες θεατές μιας αγωνιώδους προσπάθειας να παρουσιαστεί η σοβιε­ τική κοινωνία των μέσων της δεκαετίας του ’80, με όλα της τα προβλήματα, ως μια οργουελιανή πραγματικότητα εμπνευσμένη από την καταπίεση του «1984» που ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει τους πολίτες της για να διατηρήσει το γόητρο της προς τη Δύση και τους εναπομείναντες θαυμαστές της, κατασκευάζοντας φανταστικούς εχθρούς και αποκρύπτοντας τους πραγματικούς κινδύνους. Δυστυχώς η εικόνα του ελευθέρου πλέον κόσμου του 2011 φαίνεται να ξεπηδά και πάλι από την επιστημονική φαντασία του Μεσοπολέμου, μόνο που αυτή τη φορά είναι μια απονευρωμένη κοινωνία απάθειας και αναισθησίας όπως τη φαντάστηκε ο Άλντους Χάξλεϋ στον Θαυμαστό Νέο Κόσμο του, όπου όλες οι αλήθειες υπάρχουν κάπου εκεί έξω, αλλά πολύ προσεκτικά και πολύ καλά θαμμένες κάτω από τόνους ενημερωτικών σκουπιδιών και ατελείωτων μονολόγων των ειδικών επαγγελματιών της παραπλάνησης. Επίλογος Στις 12.4, η ιαπωνική κυβέρνηση ανέβασε τελικά τη βαθμίδα σημασίας του ατυχήματος στο ίδιο επίπεδο με το Τσερνόμπιλ, ενώ εκπρόσωποι της εταιρείας ΤΕΠΚΟ παραδέχονται ότι σε βάθος χρόνου η διαρροή ραδιενέργειας από το εργοστάσιο της Φουκουσίμα θα ξεπεράσει αυτό του ουκρανικού εργοστασίου (εφ. New York Times, 12.4.2011).


[24]

ΦΟΥΚΟΥΣΙΜΑ

ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ

Ημ. 1

12.3.2011 Μετά το σεισμό και το τσουνάμι, οι αντιδραστήρες του εργοστασίου της Φουκουσίμα υπερθερμαίνονται.

26.4.1986 1:30 π.μ. ο αντιδραστήρας 4 του πυρηνικού εργοστασίου του Τσερνόμπιλ αναφλέγεται, μετά από ανθρώπινο λάθος.

Ημ. 2

13.3.2011 Έκρηξη στον αντιδραστήρα 1. Εκκένωση ζώνης 20 χλμ. 1 νεκρός και 4 σοβαρά τραυματίες από το προσωπικό του εργοστασίου.

27.4.1986 2:00 μ.μ. ξεκινάει η εκκένωση των γειτονικών πόλεων εντός ακτίνας 20 χλμ.

Ημ. 3

14.3.2011 Δεύτερη έκρηξη, αυτή τη φορά στον αντιδραστήρα 3. Προσπάθεια ψύξης του με θαλασσινό νερό.

28.4.1986 Σουηδικοί σταθμοί μέτρησης ραδιενέργειας πιάνουν υψηλές ενδείξεις.

Ημ. 4

15.3.2011 Έκρηξη στον αντιδραστήρα 2. Φωτιά σε μία από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης χρησιμοποιημένων ράβδων στον αντιδραστήρα 4. Η ιαπωνική κυβέρνηση συστήνει στους κατοίκους της ζώνης εντός 30 χλμ. να παραμένουν στα σπίτια τους.

29.4.1986 Σύμφωνα με τηλεγράφημα του πρακτορείου ΤΑΣΣ έγινε πυρηνικό ατύχημα στον ηλεκτρικό σταθμό του Τσερνόμπιλ. Συνεχίζεται η εκκένωση της γύρω περιοχής. Η έκλυση ραδιενέργειας επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητες μετρήσεις ινστιτούτων σε όλη την Ευρώπη.

Ημ. 5

16.3.2011 Εντυπωσιακή αύξηση των δεικτών ραδιενέργειας οδηγεί την εταιρεία του εργοστασίου να αποσύρει τους εργαζόμενους που προσπαθούν να ψύξουν τους αντιδραστήρες.

30.4.1986 Η σοβιετική κυβέρνηση θορυβημένη από τις επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών εκκενώνει ευρύτερες περιοχές και δεσμεύει τα γαλακτοκομικά προϊόντα· επίσης ζητείται από επιλεγμένες χώρες βοήθεια. Δύο νεκροί στο εργοστάσιο.

Ημ. 6

17.3.2011 Η κατάσταση επιδεινώνεται. Ρίψεις νερού με ελικόπτερο για να ψυχθούν οι αντιδραστήρες. Οι ΗΠΑ συστήνουν στους πολίτες τους να απομακρυνθούν από την περιοχή 75 χλμ. γύρω από το εργοστάσιο.

1.5.1986 Η παραδοχή των Σοβιετικών ότι χρειάζονται βοήθεια αποτελεί την απόδειξη της σοβαρότητας του ατυχήματος.

Ημ. 7

18.3.2011 Υψηλή ραδιενέργεια, προσπάθειες να αποκατασταθεί η ηλεκτρική ενέργεια στο εργοστάσιο, για να δουλέψουν και πάλι οι ψυκτικοί μηχανισμοί.

2.5.1986 Η φωτιά στον αντιδραστήρα 4 έχει πλέον σβηστεί. Οι ΗΠΑ παραδέχονται ότι οι νεκροί του ατυχήματος είναι μονοψήφιος αριθμός και όχι εκατοντάδες όπως αρχικά υποστήριζαν.


[25]

ΦΟΥΚΟΥΣΙΜΑ

ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ

Ημ. 8

19.3.2011 Αναμονή, με τα ίχνη της ραδιενέργειας να φτάνουν στην άλλη ακτή του Ειρηνικού. Το ατύχημα της Φουκουσίμα φτάνει στη κλίμακα 4/7 του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

3.5.1986 Σε επίσημη τηλεοπτική συνέντευξη σε δυτικογερμανικό δίκτυο ο γραμματέας της κομματικής οργάνωσης της Μόσχας Μπόρις Γέλτσιν περιέγραψε αναλυτικά το ανθρώπινο λάθος που οδήγησε στο ατύχημα.

Ημ. 9

20.3.2011 Συνεχίζεται η ψύξη των αντιδραστήρων με κανόνια νερού και η προσπάθεια να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση.

4.5.1986 2 νεκροί από το ατύχημα και τουλάχιστον 150 τραυματίες, από τους οποίους 18 σε κρίσιμη κατάσταση.

21-22.3.2011 Ουδέν νεώτερον

5.5.1986 Οι πρώτες εικόνες του εργοστασίου, όπου το κτήριο του αντιδραστήρα 4 έχει ανατιναχθεί. Η ζώνη εκκένωσης βρίσκεται στα 30 χλμ.

Ημ. 10

Ημ.11

6.5.1986 Πολυσέλιδο αναλυτικό ρεπορτάζ για το ατύχημα στην εφημερίδα Πράβντα, επίσημο όργανο του ΚΚΣΕ.

Ημ. 12

23.3.2011 Συνεχίζονται οι προσπάθειες με ρίψεις νερού. Ραδιενεργός ατμός υποχρεώνει την εκκένωση του εργοστασίου. Ανακοινώνεται πως το νερό και τα λαχανικά στο Τόκιο είναι ακατάλληλα για βρεφική χρήση.

7.5.1986 Η τήξη του αντιδραστήρα οριστικά αποφεύγεται, και συνεχίζεται η προσπάθεια να καλυφθεί από τόνους άμμου, τσιμέντου και βορικού οξέος.

Ημ. 13

24.3.2011 Πανικός στο Τόκιο στην προσπάθεια να μοιραστούν προμήθειες και εφόδια.

8.5.1986 Επιπλέον εκκενώσεις κατοίκων γύρω από το εργοστάσιο, συστηματικές εργασίες για τον περιορισμό έκλυσης ραδιενέργειας στο περιβάλλον.

Ημ. 14

25.3.2011 Το ατύχημα στη Φουκουσίμα ανεβαίνει μία βαθμίδα στη κλίμακα του ΔΟΑΕ και είναι πλέον 6/7.

9.5.1986 Οι πρώτες ενδείξεις για σταδιακή μείωση της εκλυόμενης ραδιενέργειας. Πήγη: εφ. Washington Post


[26]

Κωστής Σπαθαράκης

Η πεντηκοντάδραχμος επίδειξις Αν λοιπόν είχα ακούσει εκείνη τη διάλεξη του Πρόδικου που κοστίζει πενήντα δραχμές, την οποία όποιος παρακολουθήσει μπορεί να μάθει πολλά σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως λέει ο ίδιος ο Πρόδικος, τίποτε δεν θα σε εμπόδιζε αμέσως τώρα να μάθεις την αλήθεια για την ορθότητα των ονομάτων· όμως δεν παρακολούθησα αυτή αλλά τη διάλεξη της μίας δραχμής. Κι έτσι ούτε που ξέρω ποια είναι η αλήθεια σχετικά με αυτά τα πράγματα. Πλάτων, Κρατύλος, 384b-c

Ζ

ούμε σε μια ευτυχισμένη χώρα· η γνώση ρέει άφθονη, σε αίθουσες κολλεγίων, ινστιτούτων, κέντρων κατάρτισης, σεμιναρίων, εκδοτικών οίκων, εργαστηρίων και άλλων ευαγών καθιδρυμάτων. Στην Ελλάδα μπορεί κανείς σήμερα να διδαχθεί τα πάντα: Εισαγωγή στον Βυζαντινό πολιτισμό (Κολλέγιο Αθηνών, 140€), Ιστορία της μη δυτικής Τέχνης (Milagro Seminars, 200€), Ζητήματα Εφαρμοσμένης Ηθικής Φιλοσοφίας: Μια νεοσωκρατική προσέγγιση (Κολλέγιο Αθηνών, 215€), Μητέρα και παιδιά (Κοντύλι, 80€), Λογοτεχνικές πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα (Gutenberg, 110€), Διακόσμηση σαγιονάρας (Εργαστήρι καλλιτεχνικής δημιουργίας ΜΟΡΦΕΣ, 120€), Κοινωφελείς μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί – εξασφάλιση οικονομικών πόρων (DEREE, 400€), αλλά και δημιουργική γραφή και ανάγνωση (Πατάκης, 600€), Επιμέλεια-Διόρθωση Λογοτεχνικών Κειμένων (Μεταίχμιο, 400€). Ανθολογώ απλώς κάποια από τα χιλιάδες σεμινάρια, κύκλους επιμόρφωσης, και ελεύθερα «πανεπιστημιακά» μαθήματα που μπορεί κανείς να βρει στις σχετικές ιστοσελίδες. Πρόκειται για μια πραγματική άνθηση ενός αναδυόμενου κλάδου, που μπορεί να βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της δια­ μόρφωσης και του προσανατολισμού (γι’ αυτό και ακόμα αναμειγνύονται στα προγράμματα σπουδών η θεωρία του ζίου ζίτσου, η πλατωνική φιλοσοφία, η διακόσμηση της σαγιονάρας και η δημιουργική γραφή), έχει όμως μπροστά του πεδίο δόξης λαμπρόν, καθώς η διά βίου μάθηση περνά πια από τη θεωρία στην πράξη, και η ζήτηση για εκπαιδευτικές υπηρεσίες φαίνεται, ακόμα και εν μέσω κρίσης, να παραμένει τεράστια. Μια μόνο μα­ τιά στις σχετικές λίστες αρκεί για να διαπιστώσει κανείς πόσο μεγάλο ήταν το στοίχημα που παίχτη-

κε και χάθηκε για κάποιους με την αποτυχημένη προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16. Αλλά το άρθρο 16 δεν είναι παρά φύλλο συκής, που δεν καλύπτει καθόλου την ντροπιαστική εικόνα της πλήρους εμπορευματοποίησης μεγάλου μέρους των διαδικασιών μετάδοσης γνώσης και πολιτισμικού κεφαλαίου. Στη χώρα λοιπόν της παραπαιδείας, όπου το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο αποτελούν θεσμούς πανίσχυρους και αναγνωρισμένους, όπου το Ελληνικό Ανοιχτό (αλλά όχι δωρεάν) Πανεπιστήμιο καυχάται για τους 15.430 προπτυχιακούς και τους 10.720 μεταπτυχιακούς φοιτητές του (σημειώνουμε μόνο τους ενεργούς φοιτητές για το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011, κατά την ιστοσελίδα του ΕΑΠ), στη χώρα των κολλεγίων και των ιδιωτικών «πανεπιστημίων», ανθεί βεβαίως και ο χώρος των «σεμιναρίων». Πρέπει να επισημάνουμε πως πρόκειται για ένα φαινόμενο για το οποίο δεν έχουμε σχεδόν καμία πληροφόρηση. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι στο χώρο αυτό εμπλέκονται εκδότες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, μεταφραστές, καθηγητές πανεπιστημίου, κέντρα κατάρτισης, ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και κολλέγια· κανείς λοιπόν δεν έχει συμφέρον να ανοίξει η σχετική συζήτηση και να διερευνηθεί το πεδίο. Το μεγάλο φαγοπότι της κατάρτισης Η πρώτη κατηγορία σεμιναρίων αφορά κυρίως το χώρο των επιχειρήσεων και την παροχή εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων στο εργατικό δυναμικό που είναι ήδη ενταγμένο στην παραγωγή. Εδώ θα πρέπει να κατατάξουμε τα αμέτρητα ΚΕΚ, την πληθώρα σεμιναρίων που απευθύνονται σε στελέχη επιχειρήσεων, εργαζόμενους, άνεργους, με πακέτα


[27]

εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων, προσφέροντάς τους τη χαρά της διά βίου κατάρτισης. Ένα όμορφο παράδειγμα, που μας δείχνει πώς διαπλέκονται γλυκά τα πάντα σε ένα πεδίο που είναι απολύτως αρρύθμιστο και μακριά από τα φώτα της εκπαιδευτικής δημοσιότητας: τετραήμερο σε­μι­ νάριο με τίτλο «Πιστοποιημένος Γραμματέας Βοηθός Διοίκησης», που διοργανώνεται από την εταιρεία Οικονομοτεχνική Seminars, κοστίζει 300 ευρώ (συν 100 ευρώ για το πιστοποιητικό παρακολούθησης) και έχει ως σκοπό την προετοιμασία σας «για την πιστοποίηση Certified Secretaries Manage­ ment Assistants. Η πιστοποίηση που είναι η μοναδική στην Ελλάδα προσφέρεται από την ACTA που αποτελεί τεχνοβλαστό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.» Τεχνοβλαστό; Ναι, τεχνοβλαστό. Μόλις σκαλίσει κανείς λίγο αυτή την απέραντη αγορά πέφτει πάνω σε μια από τις βασικές αιτίες της φιλεκπαιδευτικής έκρηξης των δύο τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας. Ευρωπαϊκά κονδύλια με πολύ μεγάλα ποσά εισέρρευσαν τα τελευταία χρόνια στο χώρο της διά βίου μάθησης, για να επιχορηγήσουν σεμινάρια μαϊμούδες, εκπαιδεύσεις στελεχών σε σαλέ του Πηλίου, ανύπαρκτα προγράμματα κατάρτισης και φασματικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων. Και σήμερα όμως, παρά τη στενότητα και την απροθυμία του κράτους να συνεχίσει να συντηρεί αυτόν τον αντιπαραγωγικό μεν χρυσοφόρο δε κλάδο, υπάρχουν όπως πάντα λύσεις. Υπάρχει λόγου χάριν ο Λογαριασμός για την απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση του ΟΑΕΔ (ΛΑΕΚ), από τον οποίο χρηματοδοτούνται με το 0,45% του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ τα προγράμματα κατάρτισης των εργαζομένων που διοργανώνουν διάφοροι εκπαιδευτικοί φορείς κατ’ ανάθεση των επιχειρήσεων. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα χρήματα του ΛΑΕΚ, όπως και παλαιότερα των ευρωπαϊκών κονδυλίων για την κατάρτιση, επί της ουσίας τα διαχειρίζονται οι ίδιες οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να καταρτίσουν τους εργαζόμενούς τους, χωρίς πραγματική κρατική εποπτεία. Η ανεργία εξάλλου προσφέρει άφθονη πελατεία: τα σεμινάρια κάθε είδους δίνουν μια διέξοδο στο πρόβλημα διαχείρισης του κενού χρόνου του ανέργου, χαρίζουν την ψευδαίσθηση ότι κάνει

κάτι, ότι μαθαίνει κάτι. Επίσης τα σεμινάρια πουλάνε μαζί με τις εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις και κάτι ακόμα σημαντικότερο: γνωριμίες, δηλαδή τη διαβεβαίωση ότι θα γνωρίσει κανείς τους κατάλληλους ανθρώπους και θα μπει στο κύκλωμα που θα του εξασφαλίσει εργασία. Τα τεράστια ποσά που δόθηκαν μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων επέτρεψαν τη συγκρότηση μεγάλων ομίλων, που δραστηριοποιούνται πλέον στο χώρο, όπως π.χ. ο Όμιλος MF Οικονομοτεχνική, που είδαμε πιο πάνω και έχει στο πελατολόγιό του σχεδόν όλες τις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, από τράπεζες και δημόσιους οργανισμούς μέχρι τα κανάλια σουπερμάρκετ ή την Τυποεκδοτική, και που μέσω μιας ειδικής εταιρίας, της Milagro Seminars διοργανώνει και σεμινάρια φιλοσοφίας, ψυχολογίας, τέχνης και πολιτισμού κ.λπ. Η κατάρτιση των εργαζομένων μπορεί να περιλαμβάνει φυσικά τα πάντα: ακόμη και σεμινάρια τύπου «Η μητέρα και το παιδί» επιχορηγήθηκαν παλαιότερα ως κατάρτιση στελεχών και καλύπτονται σήμερα από την ομπρέλα του ΛΑΕΚ, χωρίς βέβαια να λείπουν και εκδηλώσεις του τύπου «Η Ψυχολογία της απόλυσης» (που διοργανώθηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο Συστημικής Αναπαράστασης στη Μεγάλη Βρετανία στις 12 Ιουλίου του 2010), οι οποίες καλύπτουν προσηκόντως το υπαρξιακό κενό των ανώτερων διευθυντικών στελεχών που πρόκειται να απολύσουν μαζικά εργαζόμενους το επόμενο διάστημα. Διευρύνοντας τους πνευματικούς μας ορίζοντες Δίπλα στα επαγγελματικά σεμινάρια της «αγοράς» ανθεί όμως και μια μεγάλη αγορά σεμιναρίων που διοργανώνονται κυρίως από εκπαιδευτικά ιδρύματα (Deree, Κολλέγιο Αθηνών, ΚΕΚ, ΙΕΚ και Κολλέγια παντός είδους και διαλογής), πολιτιστικά ιδρύματα και φορείς (Στοά του Βιβλίου, ΕΚΕΒΙ, ΕΚΕΜΕΛ κ.λπ.), εκδοτικούς οίκους και περιοδικά (Πατάκης, Gutenberg, Μεταίχμιο, περ. Bookpress κ.ά.). Το κομβικό στοιχείο εδώ είναι βέβαια η υπερπροσφορά διδασκαλίας δημιουργικής γραφής, λογοτεχνικής με­­τάφρασης, πολιτικής φιλοσοφίας, κ.λπ., που αντα­­ποκρίνεται, όπως μας λένε οι διοργανωτές, στη μεγάλη ζήτηση τέτοιων αντικειμένων. Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία εξαρ­ γυ­ρώνεται ο δημόσιος λόγος και η λογοτεχνική πα­­


[28]

ραγωγή με τη σχετική «διδασκαλία», κριτικής λογοτεχνίας, συγγραφής, φιλοσοφίας και ιστορίας. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι καθηγητές πανεπιστημίου διδάσκουν συστηματικά σε τέτοιου τύπου σεμινάρια: η Άννα Ιορδανίδου, καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Παν. Πατρών διδάσκει φέτος στα σεμινάρια των εκδόσεων Μεταίχμιο «Κατάρτιση Επιμελητών-Διορθωτών Κειμένων» και «Επιμέλεια-Διόρθωση Λογοτεχνικών Κειμένων». Μαζί και ο Σπύρος Μοσχονάς, επίκουρος καθ. Γλωσσολογίας του Παν. Αθηνών (Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ), που διδάσκει «Ανάλυση και συγγραφή δημοσιογραφικών κειμένων». Αντίστοιχα στο πρόγραμμα του Κολλεγίου Αθηνών (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω συνεργάζεται με το ΛΑΕΚ) συμμετέχουν ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος (επίκουρος καθ. Σύγχρονης Πολιτικής Φιλοσοφίας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Παν. Πειραιώς), ο Περικλής Βαλλιάνος (αναπληρωτής καθ., Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημ. Διοίκησης, Παν. Αθηνών) και πάει λέγοντας. Αλλά το πιο φιλόδοξο και ευρύ πρόγραμμα επι­ στημονικών σεμιναρίων διοργανώνεται από πέρυσι από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg με τη συμμετοχή σχεδόν αποκλειστικά πανεπιστημιακών και με ένα κανονικό πρόγραμμα σπουδών χωρισμένο σε δέκα κύκλους. Στο πρόγραμμα του Gutenberg φιγουράρουν σαράντα οκτώ εν ενεργεία πανεπιστημιακοί καθηγητές. Οι διδάσκοντες στα σεμινάρια του Gutenberg αμείβονται, όπως μας πληροφόρησε η υπεύθυνη του προγράμματος, με 250 ευρώ ανά δίωρο διδασκαλίας. Είναι σίγουρα ένα ερώτημα γιατί προσέρχονται σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, χωρίς κανένα ενδοιασμό, τόσοι ακαδημαϊ­ κοί. Ειδικά όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους της ευρύτερης αριστεράς που υπερασπίζονται υποτίθεται το δημόσιο πανεπιστήμιο (στα σεμινάρια του Gutenberg ήταν, για παράδειγμα, προγραμματισμένο να συμμετάσχουν οι Γ. Σταθάκης, Ε. Τσακαλώτος, Κ. Λαπαβίτσας) έχουμε μια κραυγαλέα αντίφαση λόγων και έργων. Το αντεστραμμένο είδωλο ενός τέτοιου «σοβαρού» προγράμματος εγκύκλιων σπουδών (συνέπεια του ανεξέλεγκτου ανοίγματος της αγοράς της εκπαίδευσης), μπορούμε να το βρούμε σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο. Πλάι στην πεντηκοντάδραχμο επίδειξιν, υπάρχει πάντα και η δραχμιαία: στην ηλεκτρονική διεύθυνση kentroseminarion.gr, υπάρχει

αναρτημένο το τεράστιο πρόγραμμα σεμιναρίων που οργανώνει το Ωδείο Όπερα (Πατησίων 216 και Αχαρνών 214) εδώ και ενάμιση χρόνο. Με μικρότερο αντίτιμο από τα «σοβαρότερα» σεμινάρια (69-100 €) μπορεί κανείς εδώ να βρει περίπου τα πάντα: θεατρικό παιχνίδι, αστρολογία, marketing και αθλητισμός, παραψυχολογία, κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κ.λπ. Όπως μας πληροφόρησαν οι διοργανωτές, από τα σεμινάρια αυτά λειτουργούν προς το παρόν μόνο δύο, η Παραψυχολογία και η Αστρολογία. Το βιογραφικό του Ιω. Πίππα που διδάσκει παραψυχολογία είναι ενδεικτικό: «Ομιλητής σε εκπομπή του κυρίου Χαρδαβέλα σαν προσκεκλημένος στο θέμα για την ύπνωση. Μια συνεχής πείρα μελέτης και έρευνας για πάνω από 33 χρόνια. Σαν επάγγελμα είναι Τεχνολόγος Τροφίμων κατέχοντας δυο πτυχία επάνω στην χημεία των τροφίμων (Πτυχιούχος ΤΕΙ Θεσ/κης). Με πείρα σαν εισηγητής σε σεμινάρια ΚΕΚ (κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης), αλλά και στη γραμματεία Λαϊκής επιμόρφωσης. Γνωμικό που χρησιμοποιεί “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”.» Το πανεπιστήμιο ως «κύκλος σεμιναρίων» Δεν είναι βέβαια ο κάθε πικραμένος εισηγητής σεμιναρίου το πρόβλημα της δημόσιας εκπαίδευσης σήμερα. Δεν είναι δηλαδή το ζήτημα αν είναι ποιοτική ή όχι η παρεχόμενη σε τέτοιους χώρους παιδεία. Η παραπάνω παρωδία απλώς φωτίζει μια καινούργια πραγματικότητα: όπως αποδεικνύεται και από ό,τι γνωρίζουμε από τον επικείμενο νέο νόμο για τα ΑΕΙ, αυτός ο κατακερματισμός, η επί πληρωμή γνώση, η αυθαιρεσία του διδάσκοντος, διαπερνούν όλο και πιο βαθιά ολόκληρο το χώρο της παιδείας, τις αντιλήψεις και τις πρακτικές του. Η «σεμιναριοποίηση» κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας υπονομεύει ήδη πολλαπλά την ιδέα του δημόσιου πανεπιστημίου. Πρώτον, καθιερώνει μια απο­σπασματική λογική αγοράς εξειδικευμένων προϊό­ντων: ο καταναλωτής αγοράζει το ένα ή το άλλο «επιστημονικό αντικείμενο», διαλέγοντας με βά­ση το όνομα του διδάσκοντος (αυτό άλλωστε συχνά καθορίζει και την τιμή). Δεύτερον, με πρόσχημα την απελευθέρωση από τη γραφειοκρατία και τη στενομυαλιά του πανεπιστημίου και του προγράμματος σπουδών, κατακερματίζει εντελώς τον δημόσιο χώρο σε πολλά μικρά φροντιστήρια, που δεν


[29]

επικοινωνούν το ένα με το άλλο και δεν ελέγχονται με κανένα τρόπο. Τρίτον, πλήττει ακριβώς την ιδέα του πανεπιστημίου ως του κατεξοχήν χώρου όπου ο λόγος είναι δημόσιος, δωρεάν, προσβάσιμος σε όλους και ελεύθερος. Διαλύει δηλαδή ακριβώς εκείνους τους όρους δημοσιότητας που εγγυώνται τη μεταβίβαση της γνώσης και τον έλεγχό της. Το παιχνίδι που παίζεται μεταξύ πανεπιστημίου και εκδοτών όσον αφορά τα δωρεάν συγγράμματα, τα κονδύλια κατάρτισης, η ανεξέλεγκτη παροχή «πιστοποιητικών παρακολούθησης» και «πτυχίων», και η επικείμενη αναγνώριση των κάθε είδους κολλεγίων δίπλα στο δημόσιο πανεπιστήμιο, καθιστούν το χώρο των σεμιναρίων ένα πρώτο δείγμα του τι σημαίνει ελεύθερη αγορά στο χώρο της γνώσης. Και η ευθύνη αυτής της υπονόμευσης του δημόσιου πανεπιστημίου δεν αφορά τόσο τους διοργανωτές όσο τους πανεπιστημιακούς: όχι μόνο επειδή συμμετέχουν χωρίς ενδοιασμούς σε τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά κυρίως γιατί δεν τις αναλαμβάνουν οι ίδιοι εντός του πανεπιστημίου. Γιατί ο οργανωτής ενός τέτοιου προγράμματος (επιχειρηματίας, εκδότης, φροντιστής, κολλεγιάρχης) ανταποκρίνεται σε μια κοινωνική ανάγκη. Γιατί όμως δεν γίνεται αυτό από το ίδιο το πανεπιστήμιο; Είναι απολύτως απαράδεκτο να διδάσκουν επ’ αμοιβή πανεπιστημιακοί καθηγητές σε κλειστά σεμινάρια, τα οποία απευθύνονται, μεταξύ άλλων, και σε φοιτητές (με ειδική τιμή). Είναι αδιανόητο, αν έχουν το χρόνο και τη διάθεση να διδάξουν σε ένα ευρύτερο κοινό και απελευθερωμένοι από το πρόγραμμα

σπουδών, να μην το κάνουν εντός του πανεπιστημίου, όπως τόσοι άλλοι συνάδελφοί τους (όπως για παράδειγμα ο κύκλος σεμιναρίων «Κοσμάς Ψυχοπαίδης» κ.ά.). Αντίστοιχα προβληματική είναι η επιλογή πολλών πανεπιστημιακών καθηγητών να συμπληρώνουν το εισόδημά τους διδάσκοντας επ’ αμοιβή στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ειδικότερα το ζήτημα των ΚΕΚ και των επαγγελματικών σεμιναρίων χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, και πρέπει να γίνει ένα κομβικό θέμα στην ευρύτερη συζήτηση περί εκπαίδευσης, η οποία περιορίζεται σήμερα στην εύκολη υπεράσπιση του άρθρου 16 και στην αποτροπή της αναγνώρισης των κολλεγίων. Στην πραγματικότητα υπάρχει και λειτουργεί ένα απέραντο και ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα παραπαιδείας, το οποίο, στις επιχειρηματικές, τις πνευματικές, όσο και στις λαϊκές εκδοχές του, από τις διαλέξεις των πενήντα δραχμών μέχρι τα σεμινάρια της μίας δραχμής, καταργεί στην πράξη κάθε εγγύηση για τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας. Σε τι οφείλεται η μαζικοποίηση και η τεράστια επέκταση αυτής της αγοράς, ειδικά σε ό,τι αφορά τα πιο «σοβαρά» σεμινάρια; Τα παραπάνω φαινόμενα αναπτύσσονται στο χώρο που διανοίγει η ανεργία των πτυχιούχων αλλά και η πολλαπλώς χρήσιμη κρίση του πανεπιστημίου. Το κενό που μένει έρχονται πρόθυμα να το καλύψουν μαγαζάκια και όμιλοι εταιρειών, καθηγητές πανεπιστημίου και αστρολόγοι· και φυσικά αυτό που προκύπτει είναι το απόλυτο χάος μιας αληθινά ελεύθερης αγοράς.


[30]

Πανεργατικά συλλαλητήρια: Και τώρα τι; Η στήλη Κοντραπούντο φιλοξενεί απόψεις για ένα επίμαχο ζήτημα ευρύτερου πολιτικού ενδια­ φέροντος. Στο 2ο τεύχος της λεύγας επιλέξαμε ως θέμα τη σχέση των πανεργατικών συλλαλητηρίων με την καθημερινή εμπειρία του εργατικού κινήματος. Τα κείμενα που ακολουθούν τοποθετούνται επί του ανοιχτού αυτού ερωτήματος. H γενική απεργία ανάμεσα στις επιθυμίες και την πραγματικότητα Βασίλης Παπαστεργίου, δικηγόρος Ας ξεκινήσουμε από ένα πραγματολογικό στοιχείο. Από τον Φεβρουάριο του 2010 έως τον Φεβρουάριο του 2011, προκηρύχθηκαν από τη ΓΣΕΕ και πραγματοποιήθηκαν οκτώ γενικές απεργίες, χωρίς να μετράω την Πρωτομαγιά. Ο αριθμός είναι αυτονόητα μεγάλος. Ένας εξωτερικός παρατηρητής εύλογα θα μπορούσε να σχηματίσει την εντύπωση ότι το «ελληνικό παράδειγμα» είναι μία περίπτωση μαζικής λαϊκής αντίστασης και απειθαρχίας. Ωστόσο δεν είναι έτσι. Ο μεγάλος αριθμός γενικών απεργιών μάλλον αποτελεί μια καταναγκαστική αμυντική κίνηση της ηγεσίας των συνδικάτων. Δεδομένης της έντασης της επίθεσης στη μισθωτή εργασία, η συχνή κήρυξη γενικής απεργίας αποτελεί ίσως το μόνο άλλοθι για την ηγεσία των συνδικάτων που έχει αποδειχθεί απρόθυμη και ανίκανη να προβάλει κάποιου άλλου τύπου αντίσταση. Δεν θα ήταν υπερβολικό να σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει μια υπόρρητη συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και την ηγεσία των συνδικάτων που, στο κάτω κάτω της γραφής, ανήκουν στο ίδιο κόμμα. Εμείς θα παίρνουμε τα μέτρα και εσείς θα απεργείτε μια φορά το δίμηνο. Η γενική απεργία, όταν οργανώνεται με αυτά τα κίνητρα, χάνει τη δυνατότητα να αποτελεί ένα πραγματικά σημαντικό πολιτικό γεγονός. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι η γενική απεργία στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης παραλύει κάθε

παραγωγική δραστηριότητα. Αντίθετα, εδώ πολ­ λές φορές είναι συμβατή με τη λειτουργία των περισσότερων επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα και των εμπορικών καταστημάτων (πλην του κέντρου της Αθήνας). Από αυτή τη σκοπιά δεν είναι τυχαία η σύνθεση του πλήθους που συγκροτεί την κεντρική πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Σε αυτό υπερεκπροσωπούνται οι οργανώσεις της αριστεράς, τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, οι φοιτητές και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, και υποεκπροσωπούνται οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και της περιφέρειας της πρωτεύουσας. Οι απεργιακές συγκεντρώσεις αφήνουν συχνά τους συμμετέχοντες με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Η αίσθηση αυτή νομίζω ότι συνδέεται με την προσδοκία ενός μείζονος «συμβάντος» που θα προκύψει μέσα από την κινητοποίηση. Από αυτή τη σκοπιά η συζήτηση –και η διαμάχη– γύρω από τον πολιτικό στόχο να «μείνουμε στο Σύνταγμα» στις 23 Φεβρουαρίου 2011 είναι νομίζω πολύ χαρακτηριστική. Χωρίς να μπορεί να αποκλείσει κανείς το απρόβλεπτο και το αυθόρμητο από την ιστορία (κάθε άλλο!), νομίζω ότι είναι τουλάχιστο υπονομευτικό για μια κινητοποίηση να θέτει τόσο μείζονες στόχους, όπως η γενικευμένη εξέγερση, όταν είναι φανερό ότι λείπουν πολλοί όροι για μια τέτοια εξέλιξη. Ο κόσμος που συμμετέχει στην κινητοποίηση μπορεί να είναι οργισμένος και ανυπόμονος, αλλά δεν είναι κακό να θυμόμαστε ότι η πλατεία Ταχρίρ βρίσκεται σε μια χώρα που έχει 40 χρόνια δικτατορία. Επίσης, πράγματι ο πρόεδρος της Αργεντινής Ντε λα Ρούα φυγαδεύτηκε με ελικόπτερο, αλλά αυτό συνέβη όταν πλέον η χώρα είχε χρεοκοπήσει και οι τραπεζικές καταθέσεις των πολιτών είχαν δεσμευτεί. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η έως σήμερα σχετική επιτυχία της κυβέρνησης να επιβάλει τα μέτρα μείωσης των μισθών και αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων δεν οφείλεται μόνο στο μονοπώλιο της βίας και


[31]

της καταστολής. Εξίσου σημαντική ήταν η επιτυχία της να αιφνιδιάσει τους εργαζόμενους με την επίκληση της επικείμενης καταστροφής λόγω του χρέους, του ελλείμματος και της αδυναμίας δανεισμού, στηριζόμενη και στην προπαγάνδα των ΜΜΕ που έχουν ξεσαλώσει. Επίσης η κυβέρνηση έχει σε ένα βαθμό καταφέρει να δικαιολογήσει τα μέτρα ως αναγκαίες τομές και μεταρρυθμίσεις που απαντούν σε «ακραίους ανορθολογισμούς της ελληνικής κοινωνίας», όπως η αντιπαραγωγικότητα του δημοσίου, η υπερκατανάλωση, το χάος της δημόσιας υγείας κ.λπ. Αυτή η ρητορεία έχει ερείσματα σε πραγματικές εμπειρίες των εργαζομένων και γι’ αυτό μπορεί ακόμα και σήμερα να έχει επιτυχία ακόμα και σε ανθρώπους που αυτοενοχοποιούνται, ενώ υφίστανται τις συνέπειες των μέτρων. Το βάθεμα της κρίσης νομίζω ότι θα εκμηδενίσει τη σημασία των παραπάνω πλεονεκτημάτων και θα εντείνει την έλλειψη νομιμοποίησης των μέτρων και της κυβέρνησης. Από αυτή τη σκοπιά, η γενική απεργία όταν είναι στοιχειωδώς μαζική –και οι απεργίες του Δεκεμβρίου και του Φεβρουαρίου ήταν τέτοιες– λειτουργεί ως ένας σταθμός στην απονομιμοποίηση της κυβέρνησης και του μηχανισμού του Μνημονίου. Μια πετυχημένη –έστω με τα προβλήματα που περιέγραψα πιο πάνω– απεργία είναι δηλαδή ένα πολιτικό γεγονός σε μια πολιτική μάχη διαρκείας. Θεωρώ πολύ σημαντική τη συναισθηματική διάσταση στην πολιτική (την οργή αλλά και την απογοήτευση ή το αίσθημα

της ματαιότητας μετά από μία απεργιακή πορεία), αλλά δεν είναι σωστό να επενδύουμε στην απεργιακή κινητοποίηση περισσότερα από όσα η ίδια μπορεί να πραγματοποιήσει. Για την ώρα, θεωρώ σημαντικότερο να υπάρχει συντονισμός και προσπάθεια ώστε η απεργία να «ακουμπήσει» τον ιδιωτικό τομέα και τους δήμους της περιφέρειας της Αθήνας ώστε να αποτελέσει ένα ακόμα μεγαλύτερο γεγονός. Επίσης είναι σημαντικό οι πορείες να ενσωματώσουν στοιχεία πιο δημιουργικής συμμετοχής (συνθήματα, τύμπανα, στολές) και να απομακρυνθούν από το κλίμα της τυποποιημένης παρέλασης, καθώς και να αναπτύξουν συγκεκριμένη στάση σε σχέση με την αυτοεκπληρούμενη προφητεία της άσκησης βίας από την αστυνομία. Όλα αυτά όμως απαιτούν στοιχειώδη συντονισμό μεταξύ των οργανωτών της πορείας, δηλαδή μεταξύ των διαφορετικών συνδικαλιστικών και πολιτικών φορέων και ρευμάτων. Και σε αυτό είμαστε επίσης ακόμα πολύ πίσω. Εκτόνωση και οργάνωση Καλομοίρα Σωτηρίου, εργαζόμενη στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας Η μαχητικότητα του δρόμου έχει πλέον εμπεδωθεί σε κάθε πανεργατική απεργία. Νέοι, γέροι και παιδιά έχουν εκπαιδευτεί να πορεύονται μέσα σε ορυμαγδό δακρυγόνων, πετροβολήματος, μολότοφ, έχουν μάθει να αντέχουν τον πανικό της διάλυσης του μπλοκ και να ανασυγκροτούνται.


[32]

Την ίδια ώρα που στους χώρους δουλειάς δεν έχουν πρόθεση να συναντηθούν συνδικαλιστικά όσοι θα βρεθούν στη διαδήλωση, δεν έχουν την επιθυμία να συζητήσουν πολιτικά παρά μόνο με πολύ συγκεκριμένες αφορμές. Γιατί; Πρώτον, ο συνδικαλισμός της τελευταίας εικοσαετίας έχει κλειδώσει τις δυναμικές διεκδίκησης στον δημόσιο τομέα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Η ιδεολογική κυριαρχία των συνδικαλιστών-διαμεσολαβητών που φρόντιζαν να αποσπούν για τους μόνιμους του κλάδου παροχές επιδοματικού τύπου, μαζί με την εξαίρεση του πιο δυναμικού τμήματος της εργαζόμενης νεολαίας, των συμβασιούχων κάθε λογής, από τα σωματεία, έχει σίγουρα καθορίσει το κλίμα στον δημόσιο τομέα. Φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι το παιχνίδι των επιδομάτων δεν ήταν μόνο μια με εύσχημο τρόπο υποχώρηση στη συνδικαλιστική πάλη, αλλά και ένα είδος συνδιαλλαγής και μια μορφή εκβιασμού που ασκήθηκε από την εξουσία με αντάλλαγμα τη συναίνεση ή την περιχαράκωση των κατακτήσεων σε ένα οριοθετημένο και πολύ καλά ελεγχόμενο πολιτικά και ιδεολογικά κομμάτι του κόσμου της εργασίας. Και σήμερα ακόμα πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι αρνούνται να πιστέψουν ότι το Ενιαίο Μισθολόγιο θα τους θίξει: γιατί πιστεύουν ότι οι ίδιοι δεν ανήκουν στους ευνοημένους που θα θιγούν, γιατί ελπίζουν ότι πάντα υπάρχει τρόπος να εξαιρεθούν. Η προηγούμενη κατάσταση έχει κληροδοτήσει περισσή πολυδιάσπαση, συντεχνιασμό και περιχαράκωση, πολλή ηττοπάθεια και ενοχή. Δεύτερον, στον ιδιωτικό τομέα, παρά τη συγκρότηση πολλών αγωνιστικών σχημάτων σε συγκεκριμένους χώρους εργασίας και τη δυναμική παρουσία τους, η πλειοψηφία των χώρων δεν χαρακτηρίζεται από συνδικαλιστική πυκνότητα. Φυσικά, στις μέρες μας, η προοπτική της απόλυσης, της μείωσης του μισθού, της εκ περιτροπής εργασίας και της ανεργίας δεν γεννούν μόνο φόβο και εξατομίκευση, γεννούν και την ανάγκη συλλογικής πάλης ακόμα και σε χώρους δύσκολους – μόνο που τώρα οι αντικειμενικές συνθήκες για κάτι τέτοιο είναι δυσχερέστατες. Αν η επιχείρηση οδεύει ολοταχώς για ανάταξη των δραστηριοτήτων της, πώληση ή πτώχευση, ποιες προοπτικές συνδικαλιστικών συγκροτήσεων και διεκδικήσεων προκύπτουν;

Σε αυτό το κλίμα, η διαδήλωση την ημέρα της απεργίας εμφανίζεται ως το γεγονός που αίρει όλες τις παραπάνω δυσκολίες και διαχωρισμούς και παίζει τον ενοποιητικό ρόλο που δεν μπορούν να παίξουν ούτε το σωματείο ούτε η ομοσπονδία (ούτε το κόμμα επιπροσθέτως). Είναι η στιγμή που αναδεικνύεται το αίτημα που θα κερδίσει μαζική υποστήριξη, το σύνθημα που θα συνεγείρει τα πλήθη, η αίσθηση κοινότητας και συντροφικότητας που ελάχιστα σωματεία μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν τα μέλη τους. Αν προσθέσουμε σε αυτό και την αίσθηση που έχουμε όλοι μας ότι η επίθεση είναι σαρωτική για τα εργατικά δικαιώματα και ότι τα ζητήματα των επιμέρους χώρων είναι ζητήματα όλων των χώρων, καταλαβαίνουμε γιατί η «μεγάλη διαδήλωση» είναι ο βασικός εκφραστής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Τελικά λοιπόν ίσως να μην είναι τόσο αντιφατικό. Ας θυμηθούμε ότι οι απογευματινές διαδηλώσεις που καλούνται από τον πρωτοβάθμιο συντονισμό, μια σημαντική ενωτική προσπάθεια, δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν πολύ κόσμο. Νομίζω γιατί και αυτό το κομμάτι οριοθετείται σε συγκεκριμένους χώρους, όπου αναπτύσσονται μεν οι πιο ριζοσπαστικές δυναμικές και συσσωρεύεται πολύτιμη αγωνιστική εμπειρία (και μάλιστα εδώ και χρόνια), αλλά ταυτόχρονα περισσότερο αποτυπώνουν ένα δεδομένο συσχετισμό, παρά δημιουργούν καταστάσεις υπέρβασης και ένταξης νέων τμημάτων του κόσμου της εργασίας στην κρίσιμη φάση που βρισκόμαστε. Σίγουρα –και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης– η ριζοσπαστικοποίηση είναι μεγαλύτερη και η πολιτική κινητοποίηση (σε πολλές εκδοχές) έχει βγει από το μαρασμό στον οποίο βρισκόταν πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά η «βάση» αυτής της κινητοποίησης, δηλαδή μια στέρεη πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του κόσμου της εργασίας είναι ιδιαίτερα αδύναμη. Και παρακάτω, κάθε προσπάθεια συσπείρωσης υπαρκτών δυνάμεων θα είναι αναποτελεσμα­τι­κή όσο δεν βρίσκονται τρόποι ένταξης νέου δυ­να­ μικού σε ριζοσπαστικά σχήματα, όσο δεν δη­­μιουρ­ γούνται σταθερές μορφές οργάνωσης και κινητοποίησης σε κάθε χώρο εργασίας, αλλά και σε κάθε πεδίο κοινωνικής δραστηριότητας, όσο δεν εγκαταλείπονται μορφές διεκδίκησης του πα­ρελθόντος


[33]

για χάρη πιο ρηξικέλευθων πρακτικών, που ενσωματώνουν μεγαλύτερα ρίσκα, όσο δεν ενοποιούνται και δεν συντονίζονται οι αγώνες, όσο δεν διευρύνονται οι κοινωνικές συμμαχίες. Παραμένει, φυσικά, το ερώτημα πώς θα επιτευχθούν όλα αυτά σε συνθήκες αποδόμησης του εργασιακού και πολιτικού ιστού, σε αυτή την κατάσταση «τέλους εποχής» που όλοι διαισθανόμαστε. Στιγμιότυπο δυνητικότητας Όλγα Καρυώτη, μεταφράστρια Όταν στις 14 Δεκεμβρίου του περασμένου χρόνου ψηφίζεται το πολυνομοσχέδιο που ουσιαστικά καταργεί το συλλογικό εργατικό δίκαιο το οποίο είχε ξεκινήσει να χτίζεται με κόπους και αίμα από το 1910, όλοι προετοιμάζονταν για το μεγαλειώδες πανεργατικό απεργιακό συλλαλητήριο της… 15ης Δεκεμβρίου! Εντέλει πραγματοποιήθηκε ένα αξιόλογο μαζικό συλλαλητήριο με μεγάλη συμμετοχή και παλμό, όπως όλα τα τελευταία πανεργατικά απεργιακά συλλαλητήρια, το οποίο διαλύθηκε μετά από την άγρια επίθεση των αστυνομικών δυνάμεων, όπως συμβαίνει πάντοτε τον τελευταίο καιρό. Η επιλογή της ημερομηνίας από την ηγεσία της ΓΣΕΕ δεν αποτέλεσε έκπληξη. Άλλωστε έγινε κατόπιν παραγγελίας των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, χωρίς συγκεκριμένο στόχο, με σκοπό την έκφραση μιας διάχυτης δυσαρέσκειας κατά της σφοδρής πολιτικής λιτότητας που εφαρμόζεται παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα του Μνημονίου. Η κήρυξη μονοήμερων πανεργατικών απεργιών-κομητών είναι μια συνηθισμένη πρακτική κυματοθραύστη που συνδυάζεται με την άνευ περιεχομένου ρητορεία των συνδικαλιστικών ηγεσιών και την ολιγωρία στην ανάληψη έγκαιρων και αποτελεσματικών δράσεων. Για να έχει μια πανεργατική απεργία συνέχεια και αξιώσεις δεν μπορεί παρά να αποτελεί κορύφωση συλλογικών διαδικασιών βάσης, αποτέλεσμα ενός αναβρασμού ο οποίος θα ξεκινά από το πρωτοβάθμιο επίπεδο και τις γενικές συνελεύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι απεργίες διαρκείας που γίνονται κατά κλάδους ή σε επιχειρήσεις δεν συναντούν την ουσιαστική αλληλεγγύη του υπόλοιπου εργατικού κινήματος.

Ο παραλογισμός της υπόθεσης είναι η σύμπλευση με αυτή την απόφαση εκ μέρους του διαμορφούμενου οργανωμένου αντιλόγου απέναντι στη ΓΣΕΕ που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Ένας αντίλογος ωστόσο που διαπνέεται από ηττοπάθεια και είναι επιρρεπής στους αποκλεισμούς βάσει πολιτικών κριτηρίων, αδυνατώντας να θέσει στόχους προς διεκδίκηση στο παρόν. Συνδικάτα, πολιτικές οργανώσεις και συλλογικότητες, ανένταχτοι πολιτικά ή συνδικαλιστικά, το ΠΑΜΕ, ο συντονισμός πρωτοβάθμιων σωματείων, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, είναι εντέλει δέσμιοι μιας σμιλεμένης ηττοπάθειας που προκύπτει δομικά –μέσα από τον συνεχή κατακερματισμό της εργατικής τάξης, την αύξηση των επισφαλώς εργαζομένων και των ανέργων και τον οικογενειακό τρόπο ρύθμισης του καθεστώτος συσσώρευσης στην ελληνική κοινωνία, ο οποίος καλλιεργεί την εξατομίκευση και την αποκοπή από τις συλλογικές κοινωνικές διαδικασίες– και ιδεολογικά –μέσα από μια αγωνιστική παράδοση που έχει χτιστεί κυρίως γύρω από πολιτικά προτάγματα και δευτερευόντως από κοινωνικά, που επικεντρώνεται στο όλο και όχι στο επιμέρους, διαμορφώνοντας μια συλλογική συνείδηση περισσότερο του αδικημένου, προδομένου λαού και όχι του δυνάμει επικίνδυνου αντιπάλου εντός του πλαισίου της ταξικής πάλης. Όσο μαζικό και να είναι ένα πανεργατικό απεργιακό συλλαλητήριο, ποιο είναι το νόημά του τη στιγμή που συγκαλείται κεντρικά, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τελείται υπό τον κοινό τόπο της αναποτελεσματικότητάς του; Καταρχάς, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε


[34]

ότι σε καιρούς νηνεμίας, ως προς την αντεπίθεση της εργασίας απέναντι στο κράτος και το κεφάλαιο, το πανεργατικό απεργιακό συλλαλητήριο δίνει την ευκαιρία δημιουργίας τομών και ρήξεων τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο με δημόσια και ιδιωτική εργοδοσία. Δίνει πρόσβαση σε εργαζόμενους που δεν ανήκουν σε σωματεία, είτε γιατί δεν υπάρχουν είτε γιατί δεν το επιθυμούν οι ίδιοι, σε άνεργους και «ελεύθερους» επαγγελματίες να συμμετέχουν έστω σε μία συλλογική στιγμή του εργατικού κινήματος. Η αλήθεια είναι ότι η υλική ζημία του κεφαλαίου και του κράτους από μια μονοήμερη απεργία δεν είναι τόσο μεγάλη. Ωστόσο το γεγονός ότι, παρά τις μη ευνοϊκές συνθήκες και την κρατική καταστολή, η έλευση του κόσμου στα πανεργατικά απεργιακά συλλαλητήρια, έστω και για την τιμή των όπλων, είναι τόσο υψηλή, συγκρινόμενη μάλιστα με την απογοητευτική συνδικαλιστική συμμετοχή, είναι από μόνο του ενθαρρυντικό στοιχείο. Είναι μεν μια σύντομη αντίδραση, ένα στιγμιότυπο, ανάμεσα σε μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία οι εργατικοί αγώνες είναι αποσπασματικοί, αλλά αυτό το στιγμιότυπο αποτυπώνει μια δυνητικότητα. Οι ενδεχόμενες συνέχειες αυτής της τάσης –αν αυτή η συμμετοχή θα κοπάσει μπροστά στην αδυναμία απεγκλωβισμού από την ακαμψία μιας κεντρικής θεσμικής οργάνωσης του εργατικού κινήματος που δεν προτρέπει την οριζόντια επικοινωνία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τη δημιουργία νέων που θα ανταποκρίνονται στη ρευστή κατάσταση του κόσμου της εργασίας και από την ατομικιστική απαισιοδοξία εν γένει ή θα αναζωπυρωθεί μέσα από την οικοδόμηση μιας συλλογικής συνοχής και συνεκτικότητας που θα ευνοεί τους διαρκείς αγώνες με άμεσα αιτήματα και αξιώσεις ικανοποίησής τους– εξαρτώνται από ένα σύνολο παραγόντων το οποίο προκύπτει τόσο από τον τρόπο χειρισμού της κατάστασης από το πλέγμα εξουσίας όσο και από τη συμβολή των αμυνόμενων. Ίσως, εξαιτίας της αυξανόμενης ανέχειας, ο ατομισμός να διαρρηχθεί για λόγους επιβίωσης και μόνο, όπως έχει ιστορικά συμβεί. Το στοίχημα ωστόσο βρίσκεται στην απόδοση ταξικής και όχι εθνικής διάστασης στα πράγματα, ώστε οι διαμορφού-

μενες συλλογικότητες να χτιστούν σε μια βάση η οποία θα τους δίνει τη δυνατότητα να διακρίνουν τους εαυτούς τους απέναντι στον εργοδότη κάθε βεληνεκούς, να κωφεύουν μπροστά στις σωβινιστικές σειρήνες που ακούγονται από παντού και να διεκδικούν άμεσα και επιθετικά απτά αιτήματα εδώ και τώρα. Το εργατικό κίνημα στη δίνη της κρίσης Χρήστος Καραχοτζίτης, φοιτητής Αναμφίβολα μια γενική απεργία μπορεί να περιγράψει τον «εσωτερικό κόσμο» του εργατικού κινήματος. Το θηρίο βγαίνει από το κλουβί του και πάει να αναμετρηθεί με τους θηριοδαμαστές, τους δεσμώτες του και τον εαυτό του. Παρατηρώντας τις απεργιακές διαδηλώσεις του τελευταίου χρόνου βλέπουμε ότι και αυτές άλλαξαν με τη σειρά τους μαζί με την κατάσταση της εργατικής τάξης. Η γενικευμένη επίθεση στα εργατικά δικαιώματα έφερε σε ορισμένες περιπτώσεις (5 Μάη, 15 Δεκέμβρη, 23 Φλεβάρη) πραγματικά γενικές απεργίες και όχι μαζώξεις λίγων χιλιάδων, και η βίαιη αρπαγή κατακτήσεων του εργατικού κινήματος και η ένταση του αυταρχισμού έφερε τη βία των διαδηλωτών ως άμυνα. Παρά όμως τις εκατοντάδες χιλιάδες των διαδηλωτών, παρά την αντοχή στον χημικό πόλεμο της αστυνομίας, οι πανεργατικές διαδηλώσεις δεν κατάφεραν ακόμη να καθορίσουν το πολιτικό τοπίο, να ανατρέψουν την επίθεση σε βάρος του κόσμου της εργασίας που σήμερα φαίνεται ολοκάθαρα ότι είναι ο από καταβολής σκοπός των κυβερνήσεων, των δικαστηρίων και γενικά του κρατικού μηχανισμού. Βέβαια η σκληρότητα της ζωής και της ταξικής πάλης μας δίδαξαν να μην έχουμε αυταπάτες. Δεν περιμένουμε μια διαδήλωση –όσο μαζική και όσο δυναμική και να είναι– να επιβληθεί στην κυβέρνηση σε καιρούς που ο καπιταλισμός έφαγε τα ψωμιά του και για να κρατηθεί στοχεύει ανθρώπινες σάρκες. Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ οι εργαζόμενοι δίνουν ηχηρό παρών στα πανεργατικά συλλαλητήρια, παραμένουν σιωπηλοί τις επόμενες μέρες, δεν μαζικοποιούν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις τους και δεν οργανώνουν οι ίδιοι τις δια­


[35]

δηλώσεις σε επίπεδο πολιτικών αιτημάτων και υλικής προετοιμασίας (περιφρούρηση κ.λπ.). Η συμβολή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και του διασπαστικού ρεύματος στην παραπάνω αδράνεια της εργατικής τάξης είναι δεδομένη και διαπιστώνεται από ολοένα και μεγαλύτερες μάζες. Είναι χαρακτηριστική η απομάκρυνση πλατιών κομματιών εργαζομένων από την εξέδρα της ΓΣΕΕ σε κάθε συγκέντρωση, η επίθεση στον Παναγόπουλο τον περασμένο Μάρτη, καθώς και η απόδραση πολλών διαδηλωτών από τα μπλοκ του ΠΑΜΕ όταν αυτό αρνείται να προσεγγίσει το χώρο του κοινοβουλίου. Δεν αρκεί όμως η καταγγελία των παραπάνω για να αλλάξει η κατάσταση. Όπως και καμία επανάληψη μαγικών λέξεων δεν μπορεί να συμβάλει σε μια θετική διέξοδο (βλ. ανασύνθεση, ανεξάρτητα κέντρα αγώνα). Ο δρόμος για το ταξικό στέριωμα του εργατικού κινήματος είναι ο ίδιος εδώ και χρόνια και ανοίγει με λόγια και έργα απλά και σαφή: Ενότητα: Ώστε η εργατική τάξη να συγκεντρώνει τις πλείστες δυνάμεις ενάντια στον κοινό εχθρό, το κράτος και τους καπιταλιστές και συγχρόνως να συνειδητοποιεί την κοινότητα των συμφερόντων της. Μαζικοποίηση των συνδικάτων: Ώστε η εργατική τάξη να οικοδομεί τα δικά της φρούρια καταμεσής του ταξικού πολέμου, να έχει τη δική της κοινότητα και να μη δίνει ο κάθε εργαζόμενος την εικόνα του μοναχικού φτωχοδιάβολου που εμπορεύεται μόνος το μυαλό και τα χέρια του. Εκδημοκρατισμός: Ώστε να ανοίξουν οι πόρτες των συνδικάτων σε όλους τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα να ανταποκρίνονται στη θέληση της βάσης.

Και κάτι ακόμα που ήταν αναγκαίο πάντοτε μα σήμερα που η αστική πολιτική παρουσιάζεται ως μονόδρομος προβάλλει πιο επιτακτικό από ποτέ. Δεν είναι άλλο από την είσοδο της προλεταριακής πολιτικής στο προσκήνιο. Παλιότερα, το εργατικό κίνημα είχε τη δυνατότητα να εκβιάσει μια κυβέρνηση απειλώντας την με την εκλογική ήττα της («μην ψηφίσετε το νομοσχέδιο γιατί δεν ξαναβγαίνετε»). Τώρα όμως αυτό το διαπραγματευτικό χαρτί δεν είναι αρκετό. Οι εργαζόμενοι πρέπει να απαντήσουν στο ζουρλομανδύα των εκβιασμών που βάζουν οι καπιταλιστές («τι θα γίνει με το χρέος, την Ε.Ε. των δύο ταχυτήτων, την κατάρρευση των τραπεζών…») προσπαθώντας να μας δέσουνε τα χέρια. Να διεκδικήσουν μια νέα πολιτική πορεία της χώρας διαγράφοντας το χρέος, φεύγοντας από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και διαλύοντας τη δομή του σημερινού τραπεζικού συστήματος κρατικοποιώντας το με εργατικό και όχι καπιταλιστικό έλεγχο. Αν οι πρωτοπόροι εργάτες παρέμβουν με την παραπάνω λογική σε συνδυασμό με ένα πνεύμα μαχητικότητας και αυτοθυσίας για τα καθημερινά προβλήματα που προκύπτουν στους χώρους δουλειάς, η εργατική τάξη θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση, θα μαζικοποιήσει τα όργανά της, θα αποκτήσει επιτέλους πολιτικό σχέδιο και έτσι θα καταφέρει να χρησιμοποιεί τη βία της όταν, όπως και όπου αυτή θέλει αφαιρώντας τη δυνατότητα από κάθε λογής μασκοφόρους εκδικητές να προβοκάρουν τους αγώνες της με πράξεις όπως αυτή στη Marfin. Ο δρόμος είναι μακρύς μα παραμένει μονόδρομος. Είναι αγκαθωτός μα παραμένει όμορφος. Ο μόνος δρόμος είναι… Επιμέλεια: Γιώργος Καράμπελας Ελένη Κυραμαργιού


[36]

Θοδωρής Δρίτσας

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως ακινησία

Κ

«

υρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Αυτό είναι το αγαπημένο απόφθεγμα όσων αναζητούν το υψηλό στην πολιτική σφαίρα, τη σφαίρα που αφορά το τετριμμένο κατεξοχήν. Η μεταφορά της αισθητικής απόλαυσης στο «πολιτικό» (όπως προτιμούν να το λένε) λειτουργεί σήμερα ασφαλώς ως παραπλήρωμα της αδυναμίας δια­ μόρφωσής του ή συμμετοχής σε αυτό. Αυτό ίσως και να είναι το απωθημένο κίνητρο του θεω­ ρητικού που το διατύπωσε, παρά την κατοπινή ενεργό εμπλοκή του στην πολιτική. Σε ένα απόσπασμα από τις προσωπικές του σημειώσεις, που θα μπορούσε να βγαίνει από σελίδες του Ντίκενς, ο συντάκτης του, ο διάσημος πολιτειολόγος Καρλ Σμιτ, εξομολογείται: «ενώ στεκόμουν εντελώς στο σκοτάδι, κοιτούσα από το σκοτάδι σε ένα ολόφωτο δωμάτιο» (παρατίθεται στο J.W. Muller, Ένας επικίνδυνος νους, Πόλις, σ. 38). Τι ήταν αυτό το σκοτάδι; Τίποτε άλλο παρά η μικροαστι­κή καταγωγή του, η κοινή μας κληρονομιά. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μάς γοητεύει γιατί είναι μια διέξοδος από το στατικό τέλμα της μικροαστικής ακινησίας, όπως ήταν και για τον Σμιτ μια αντίδραση απέναντι στην αναποτελεσματικότητα της αέναης συζήτησης στην οποία είχαν εκπέσει οι ρομαντικοί. Τόσο οι μικροαστοί φιλελεύθεροι όσο και οι ρομαντικοί μποέμ αντιπροσωπεύουν για τον Σμιτ, αλλά σε μεγάλο βαθμό και για εμάς, την παραλυτική ακινησία σε αντίθεση με την κίνηση της κυριαρχίας, την πολιτική συμπύκνωση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Δυσκολευόμαστε ακόμα να αποδεχθούμε τη στατικότητα που μας διακατέχει στο υπόβαθρο της ζωής ή ακόμα και των ιδανικών μας, γιατί η εξωτερική της εκδήλωση βασίζεται στο αντίθετο ιδεολόγημα, αυτό της διαρκούς κίνησης, του ακατεύναστου φόβου, της μη ικανοποιήσιμης επιθυμίας, των απεριορίστων αναγκών. Για να συλλάβουμε όμως αυτές τις κινήσεις απαιτείται ως όρος ένα παγιωμένο και ακλόνητο εξωτερικό πλαίσιο. Όπως καταλαβαίνουμε την κίνησή

μας πάνω στη γη μόνο αν θεωρήσουμε ότι η ίδια είναι ακίνητη, και την κίνηση της γης μέσα στο χώρο μόνο από τη σκοπιά ενός ακίνητου ήλιου, έτσι κάθε κίνηση συλλαμβάνεται από ένα ακίνητο σημείο. Η κοπερνίκεια επανάσταση δεν έγινε μιας διαπαντός, αλλά ξεκινά με αυτόν τον τρόπο κάθε φορά από την αρχή. Αυτό το ακίνητο όμως σημείο ποιος το ακινητοποιεί κάθε φορά; Εδώ βρίσκεται η καινοτομία της απάντησης του Σμιτ: ο ίδιος ο κυρίαρχος, διά της απόφασης. Η χορευτική διαρκώς μαγματική κίνηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης σταματά ξαφνικά όταν σταματά και η μουσική. Η επιτυχία του αποφθέγματος που ορίζει την κυριαρχία, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην λιτότητά του: συνδέει την κυριαρχία και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μέσω της απόφασης, χωρίς να διευκρινίζεται πώς ακριβώς επιτυγχάνεται αυτή η σύνδεση ούτε πώς λειτουργεί. Αυτή η σκοπίμως κρυπτική ασάφεια αποδείχθηκε, από θεωρητική άποψη, εξαιρετικά συνετή. Τους τελευταίους μήνες, η αυτονόητη ερμηνεία, ότι δηλαδή κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει την έναρξη, που θέτει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αμφισβητήθηκε και συνεχίζει να αμφισβητείται από τα γεγονότα στο Μαγκρέμπ και στη Μέση Ανατολή. Οι λαοί εξεγέρθηκαν, όχι δημιουργώντας αλλά απαιτώντας να τερματιστεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που σοβούσε για δεκαετίες χωρίς να εκδηλώνει κάποια ιδιαιτερότητα. Η πολιτική αναταραχή αποδείχτηκε ότι προσιδιάζει στη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν προκάλεσε την έναρξή της. Οι λαοί ζητώντας να τερματιστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τουλάχιστον έτσι το καταλαβαίνουμε με τους όρους της ευρωπαϊκής ιστορίας, απαίτησαν την αποκατάσταση μιας θεσμικής σταθερότητας, και εκφράστηκαν με τον τρόπο αυτό κυριαρχικά. Δεν ήταν μια απόφαση για τη δημιουργία ενός de facto σταθερού πλαισίου, αλλά μια ανασκαφή σε στρώματα που ήταν θαμμένα για δεκαετίες, μια επιστροφή στον κόσμο πριν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.


[37]

Και εδώ όμως ζούμε σε κατάσταση πολέμου, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Πολλοί μάλιστα προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι αυτή η χαρούμενη αναταραχή θα μας κάνει να ζήσουμε σε πιο ενδιαφέροντες καιρούς: οι ευκαιρίες που παρουσιάζει η κρίση, αυτή ήταν ίσως η πιο ιδεολογική και βίαιη επιβολή ενός καινούργιου τρόπου κίνησης. Αυτή η ιδέα της δημιουργίας ενός σταθερού σημείου διά της απόφασης, ή, για να το μεταφράσουμε στις συνθήκες της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας, η παραδοχή («ας το πάρουμε απόφαση επιτέλους») των αντικειμενικών οικονομικών συνθηκών, είναι απαραίτητη ιδεολογικά, γιατί μάλλον δεν αντέχουμε να θελήσουμε μια προκατεστημένη σταθερότητα, ακόμα και αν αυτή δεν θα είναι απλώς συντηρητική. Αυτή η απλοϊκή εικόνα ενός άνωθεν επιβαλλόμενου ορθολογισμού συνοδεύεται, στο πεδίο του πολιτικού, από την ανάγκη μιας ιδεολογικής απολυταρχίας, που θα επιβληθεί από τη δική μας απόφαση. Ο Αλέκος Παπαδόπουλος δήλωσε ότι ο λαός πρέπει να δεσμευτεί για δέκα χρόνια, μόνο έτσι μπορεί να εφαρμοστεί ένα ορθολογικό πρόγραμμα εξυγίανσης. Ούτε καν οι συζητήσεις στην τηλεόραση δεν μπορούν να τραβάνε σε μάκρος, είμαστε σε πολεμική κατάσταση, οι καιροί είναι κρίσιμοι. Όταν ο προηγούμενος πρωθυπουργός εμφανιζόταν με στρατιωτικό τζάκετ τέλος Αυγούστου, η αναταραχή ήταν ασφαλώς κωμική, σήμερα όμως η μεθοδικότητα με την οποία επιβάλλεται δημιουργεί μια μάλλον βαριά ατμόσφαιρα. Η ιστορία των μεταφράσεων της έννοιας «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» στα ελληνικά

και η πρόσληψή της σε όλα τα υφολογικά επίπεδα (ο όρος έφτασε να γίνει και λαϊκό τραγούδι) αποκαλύπτει σε κάποιον βαθμό αυτήν την αμφισημία της. Η γερμανική «Ausnahmezustand» μεταφράζεται μεν στα νομικά με τον όρο «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», κατά λέξη όμως και ετυμολογικά αποδίδεται συχνά με το «κατάσταση εξαίρεσης». Σε αυτήν την εξαίρεση θέλουμε να προβάλλουμε το μη κανονικό, το περίεργο, το ενδιαφέρον, αυτό όμως που ζούμε, στη σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης, είναι τελματώδες, γύψινο και απολύτως παγωμένο. Η σύγκριση Τυνησίας, Αιγύπτου κ.λπ. από τη μια μεριά και Ελλάδας από την άλλη, μας αποκαλύπτει ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν είναι μια περίοδος πολιτικής συμπύκνωσης, μια εξαιρετική και ενδιαφέρουσα κατάσταση, αλλά το αντίθετό της. Στην πραγματικότητα γινόμαστε μάρτυρες της συρρίκνωσης της πολιτικής, του κατακερματισμού και της διάλυσης του πολιτικού λόγου, που προκλήθηκε ακριβώς από την εξαίρεση. Η με τεχνικό τρόπο επιβαλλόμενη σταθερότητα αποδεικνύεται πως δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό. Η θέληση για κίνηση οδηγεί στο αντίθετό της, σε μια ακινησία που δεν μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για καμία κίνηση και δεν μπορεί καν να ανανεώσει τους όρους αυτοσυντήρησης της σταθερότητας. Το αδιέξοδο είναι σχεδόν κωμικό αλλά μπορεί να αποδειχτεί διδακτικό: η προσπάθεια ώθησης του σισύφειου λίθου για να τον αφήσουμε κατόπιν να κατρακυλήσει, εκτός από ανέλπιδη, δημιουργεί μια ψευδαίσθηση κίνησης, που πολύ γρήγορα παύει να μας ικανοποιεί.


[38]

Ματθαίος Τσιμιτάκης

Συλλογικές αφηγήσεις, Νέα Μέσα και επαναστάσεις

Στιγμιότυπο 1: Τη στιγμή που ανακοινώθηκε η παραίτηση Μουμπάρακ, ο κόσμος στην πλατεία Ταχρίρ ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χιλιάδες χέρια υψώθηκαν στον αέρα για να πανηγυρίσουν το γεγονός. Έτσι ήταν πάντα. Κάθε λαϊκή νίκη, κάθε επανάσταση συνοδεύεται από αυτές τις στιγμές ευφορίας. Αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά την εικόνα όμως, δεν μπορεί παρά να δει το καινοφανές. Χιλιάδες κινητά αστράφτουν στον αέρα καθώς οι εξεγερμένοι πανηγυρίζουν, ενώ ταυτόχρονα απαθανατίζουν τη στιγμή.   Στιγμιότυπο 2: Ένας μελαψός διαδηλωτής με μακριά γενειάδα και φέσι, κάπου στην Υεμένη, κρατάει ένα χαρτονένιο πλακάτ, στο οποίο αναγράφεται το αίτημα της εποχής: «We Want Facebook»!

ελεύθεροι να επικοινωνήσουν, ισχυρίζεται ο Σίρκυ, μοιραία θα ζητήσουν δημοκρατικά δικαιώματα και άνοιγμα των αγορών. Απολυταρχικά και θεοκρατικά καθεστώτα δεν έχουν μέλλον. Ο Μορόζοφ του απαντά πως στην πραγματικότητα συμβαίνει το ανάποδο. Τα Νέα Μέσα κάνουν διάφανους τους διαμαρτυρόμενους στις αρχές των απολυταρχικών καθεστώτων, τα οποία μπορούν για πρώτη φορά να χαρτογραφήσουν με ακρίβεια τις αντιδράσεις και να ενοχοποιήσουν όσους κινούνται εναντίον τους. Μια ψηφιακή δικτατορία χωρίς προηγούμενο, μια λογοκρισία που θα επεκτείνεται στο φάσμα των κοινωνικών μας σχέσεων και μάλιστα με τη συγκατάθεση μας (εφόσον δημοσιεύουμε λεπτομέρειες για τη ζωή μας online οικειοθελώς), ίσως βρίσκεται προ των πυλών –αν δεν δείξουμε τον δέοντα ρεαλιυτές οι εικόνες περιφέρονται διεθνώς σε σμό. Κατά τον Μορόζοφ, οι άνθρωποι σε όλο τον έντυ­πα και τηλεοράσεις ως τεκμήρια του κόσμο εξακολουθούν να εξεγείρονται για κοινωισχυρισμού περί του απελευθερωτικού χαρακτή- νικούς λόγους. ρα των νέων τεχνολογιών. Η συζήτηση που έχει Και οι δυο θεωρητικοί δείχνουν ως παράδειγξεσπάσει γύρω από τις απελευθερωτικές δυνα- μα το Ιράν και την «Πράσινη Επανάσταση». Ο τότητες των Νέων Μέσων στο μεγαλύτερο μέ- μεν Σίρκυ κατά τη φάση της εξέγερσης, ενώ ο ρος της απλώς προεκτείνει ένα ακαδημαϊκό «σί- Μορόζοφ το διάστημα που ακολούθησε αμέσως ριαλ» που εκτυλίσσεται εδώ και μερικά χρόνια μετά, όταν οι Iρανοί αντικαθεστωτικοί μπλόγκερ μεταξύ του Αμερικανού κοινωνιολόγου Κλαίυ που πρωτοστάτησαν στα γεγονότα του 2009 άρΣίρκυ (Clay Shirky) και του Λευκορώσου πο- χισαν να εξαφανίζονται μυστηριωδώς. Το γενεσιλιτικού επιστήμονα Εβγκένι Μορόζοφ (Evgeny ουργό σχήμα αυτής της αντιπαράθεσης σμιλεύMorozov). Η κεντρική θέση του Σίρκυ, είναι πως θηκε κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, υπάρχει κάτι εγγενώς απελευθερωτικό στις νέες από την «παραδοσιακή πολιτιστική βιομηχανία». τεχνολογίες. Αυτό έγκειται στη δυνατότητα όλο «Παραδοσιακά» Media, δισκογραφικές εταιρείες και περισσότερων ανθρώπων να αποκτούν κινη- και εταιρείες παραγωγής κινηματογραφικών ται­ τά τηλέφωνα και υπολογιστές στον παγκοσμιο- νιών αντιμετώπισαν ντετερμινιστικά την αλλα­ ποιημένο καπιταλισμό, και να επικοινωνούν με γή των τεχνολογικών προτύπων, άλλοτε κατα­ ολοένα λιγότερους περιορισμούς. Η ελεύθερη σκευά­ζοντας μια τεχνοφιλική μυθολογία και επικοινωνία επιτρέπει στους πολίτες του κόσμου άλ­­λοτε μια τεχνοφοβική. Σε συνέχεια αυτού του να οργανώνονται γύρω από συγκεκριμένα ζητή- αντιληπτικού σχήματος, η κυρίαρχη σχολή ανάματα και να διεκδικούν, πέρα από τα στενά πλαί- λυσης εξακολουθεί να περιορίζει το αντικείμενο σια των εθνικών, γλωσσικών ή άλλων συνόρων, στο ρηχό σχήμα ουτοπίας-δυστοπίας με φόντο, αλλά και των κλειστών συλλογικών οργανισμών, πάντα, την αδιαμφισβήτητη νεοφιλελεύθερη παόπως είναι τα κόμματα και οι ενώσεις. Ταυτότη- γκοσμιοποίηση. τες, φύλο, ταξική καταγωγή εξασθενούν ως πα ράγοντες διαχωρισμού. Αν οι άνθρωποι αφεθούν

Α


[39]

Ψηφιακές εξεγέρσεις και κοινωνικές ιδιαιτερότητες Οι δυϊσμοί που χαρακτηρίζουν έκτοτε όλες περίπου τις φάσεις ανάπτυξης του Διαδικτύου και των νέων τηλεπικοινωνιών (δυνητικό-πραγματικό, απελευθέρωση-επιτήρηση), κοιτούν τα γεγονότα δυτικοκεντρικά –και πάντως από την κορυφή της ιεραρχίας– εκφράζοντας τις δικές της αγωνίες για την εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, βασικός μοχλός της οποίας είναι οι νέες τηλεπικοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι στα περισσότερα δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου ούτε το εταιρικό καθεστώς αυτών των κοινωνικών δικτύων λογίζεται ως σημαντική παράμετρος (κατά τις ημέρες της αιγυπτιακής εξέγερσης η μετοχή του Twitter εκτοξεύθηκε στη Wall Street) ούτε ο ρόλος των δυτικών κρατών ή των υπερεθνικών οργανισμών στην εκδήλωση αυτών των κοινωνικών αντιδράσεων. Όπως επεσήμανε ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, με άρθρο του στην Καθημερινή, η θέση από την οποία είδε η Δύση την εξέγερση της Αιγύ­­πτου, με τη χρήση των «δικών της» τεχνολογικών μέσων, είναι οριενταλιστική. Διεξάγεται σε ανιστορικό, αντικοινωνικό πλαίσιο και φωτίζει αποσπασματικά τα γεγονότα. Έτσι ξεχνάει ότι τα σπέρματα αυτής της λειτουργίας βρίσκονται στο πρώτο indymedia του Σηάτλ, τις πρώτες διαδηλώσεις ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και την εκτίμηση ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού και πολιτικού κινήματος ότι ήταν πλέον ανάγκη οι αγώνες να διεξάγονται τόσο κεντρικά, όσο και (ταυτόχρονα) τοπικά (Think global, act local). Αγνοεί ακόμα ότι, έως την Αίγυπτο, υπήρξε μια σειρά από κοινωνικές διαμαρτυρίες που έκαναν ευρύτατη χρήση των «Νέων Μέσων» και σταδιακά ανέδειξαν μια νέα κουλτούρα ακτιβισμού καθώς και βέλτιστες μεθόδους χρήσης. Προηγήθηκε για παράδειγμα η εξέγερση των γαλλικών προαστίων το 2005, κατά την οποία τα μπλογκ λειτούργησαν σαν κέντρα συντονισμού. Ακολούθησε το Μουμπάι της Ινδίας, όπου και εφευρέθηκε η πρακτική του hashtag, η οποία επιτρέπει την αρχειοθέτηση και την κοινωνική επεξεργασία των πληροφοριών που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο. Ήταν ακόμα η εξέγερση των μοναχών της Βιρμανίας, αλλά

και η εκτεταμένη χρήση των κοινωνικών δικτύων (και η συνεργασία τους με τα διεθνή Μέσα) κατά τον Δεκέμβρη του 2008 στην Αθήνα. Ακόμα ξεχνάει την επισιτιστική κρίση, η οποία οδήγησε σε διπλασιασμό των τιμών σε πολλές αφρικανικές και μεσανατολικές χώρες κατά τα έτη 2007-2008 και τις ταραχές που ξέσπασαν εξαιτίας αυτού, την άνθηση του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αίγυπτο την τελευταία δεκαετία και βεβαίως την παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία πλήττει βάναυσα τα ήδη αδύναμα χαμηλά στρώματα στον αραβικό κόσμο, με σημαντική αύξηση της ανεργίας. Δεν δίνει επιπλέον σημασία στους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους έχει χρησιμοποιηθεί αυτή η μορφή επικοινωνίας σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, αλλά και στις θεωρίες των media, που μας έχουν δείξει ότι η χρήση τους γίνεται πάντοτε σε κοινωνικό πλαίσιο. Τα media είναι κοινωνικός παράγοντας με συμμετοχή στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού. Οι παλαιστίνιοι youtubers, πέρα από το να εικονογραφούν τα σύμβολα και τις μεθόδους του αγώνα τους στα οδοφράγματα (μαντίλα, πέτρες, σημεία ελέγχου) ή να επιδίδονται σε λυρικές αφηγήσεις για την Ιντιφάντα, προχωρούν και σε συστηματική τεκμηρίωση των ενεργειών του στρατού του Ισραήλ και των αποίκων εναντίον τους. Αυτή η δραστηριότητα είναι μέρος της αντίστασης και εξυπηρετεί τις ανάγκες της. Δεν υπάρχει σε κάποια κυβερνοπραγματικότητα ξεκομμένη από τη μοίρα αυτού του λαού. Στην Αίγυπτο και την Τυνησία αντίστοιχα η παρουσία του Αλ Τζαζίρα και η συνεργασία του με τους «πολίτες δημοσιογράφους» αφενός, και η συμπίεση του επαναστατικού χρόνου, αφετέρου, έκαναν πιο τοπικές τις αφηγήσεις γύρω από τα γεγονότα. Για πρώτη φορά, δεν συντονίστηκαν μόνο από τα ad hoc αποκεντρωμένα δίκτυα των πολιτών ανά τον κόσμο, αλλά από το διεθνές τη­­λεοπτικό δίκτυο, ενώ ανέδειξαν τους μπλόγκερ σε εκπροσώπους μιας δυναμικής μεσαίας τάξης νέων Αράβων. Στη Μεγάλη Βρετανία, πριν λίγους μήνες, τα Νέα Μέσα χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο για συντονισμό και οργάνωση πολιτικών τακτικών και ελιγμών στο έδαφος. Χαρακτηριστική είναι η ευρεία χρήση χαρτογρα-


[40]

φικών εφαρμογών, με σκοπό την αποφυγή της επαφής των φοιτητών με την αστυνομία και οι «mailing lists» στις οποίες δημοσιεύονταν κατά κύριο λόγο πρακτικές οδηγίες. Τέλος, στην Ελλάδα του 2008, τα Νέα Μέσα χρησιμοποιήθηκαν πολύ περισσότερο για την αποκατάσταση, αφενός, της αλήθειας κατά την καταγραφή των γεγονότων, και αφετέρου, για την έκφραση μιας καταπιεσμένης πολυφωνίας στον δημόσιο διάλογο, παρά για την κατασκευή μιας κεντρικής ανταγωνιστικής πολιτικής αφήγησης. Μέρος του κοινωνικού ανταγωνισμού Οι δυϊσμοί καταρρέουν οριστικά στην Αίγυπτο, όπως προκύπτει από την παρατήρηση της εξέλιξης στο χρόνο δυο σημαντικών παραμέτρων της εξέγερσης: των Μέσων Επικοινωνίας που χρησιμοποιήθηκαν και των χώρων στους οποίους εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Τα διαφορετικά media της εξέγερσης (φυλλάδια, τηλέφωνα, Ίντερνετ, δρόμος), άλλαζαν από μέρα σε μέρα, καθώς άλλαζε ο συσχετισμός δύναμης στο έδαφος, ώστε καθένα από αυτά να παίξει τελικά το ρόλο που του αναλογούσε, τη δεδομένη στιγμή. Οι γειτονιές του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας, στις οποίες οι κάτοικοι αυτοοργανώνονταν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εγκληματικές συμμορίες του καθεστώτος, τεκμηριώθηκαν ως χώροι της εξέγερσης, με τη δημοσίευση βίντεο και φωτογραφιών στο Διαδίκτυο. Κι όταν το καθεστώς έκλεισε όλες τις τηλεπικοινωνίες στη χώρα, οι δρόμοι του Καΐρου, ήταν ήδη έτοιμοι να γίνουν ισχυρότεροι δίαυλοι μεταφοράς του μηνύματος. Αν η πλατεία Ταχρίρ απέκτησε τόσο ισχυρό φαντασιακό και συμβολικό περιεχόμενο, ήταν σε μεγάλο βαθμό χάρη στις συνεχείς ζωντανές αναμεταδόσεις του Αλ Τζαζίρα και τις χιλιάδες επιτόπου ανταποκρίσεις των Αιγυπτίων bloggers/twitterers, στις οποίες αντικαθρεφτίζονταν. Όπως θα έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο, τα κοινωνικά δίκτυα και τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιήθηκαν ως τμήματα ενός σημειολογικού και επικοινωνιακού ανταρτοπόλεμου. Ήταν όμως το «βαρύ πυροβολικό» της τηλεόρασης του Αλ Τζαζίρα, που προστέθηκε στην πορεία και έδωσε τις μεγάλες μάχες, στο επικοινωνιακό πεδίο. Τα εθνικά Αιγυπτιακά ΜΜΕ, βρέθηκαν σε ένα

κλοιό, από τον οποίο δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν. Η εξέγερση νίκησε στο ιδεολογικό και στο συμβολικό πεδίο, δίνοντας συνεχείς επικοινωνιακές μάχες. Η Αίγυπτος μας έδειξε καθαρά (σε αντίθεση με τον δικό μας Δεκέμβρη) ότι χρειάζεται να μπει σε λειτουργία όλο το κοινωνικό επαναστατικό «εργοστάσιο» (που αποτελείται από ενώσεις, σωματεία, κόμματα, συλλογικότητες και πολλά διαφορετικά media) για να κινηθεί η ιστορία. Χωρίς αυτό το «κοινωνικό σώμα», η νέα αυτή πρακτική δημόσιας επικοινωνίας δεν μπορεί να δομήσει ισχυρές ανταγωνιστικές αφηγήσεις, τείνει να παραμένει ένα πεδίο ασθενών κοινωνικών σχέσεων, ένα παζλ αποσπασματικών νοημάτων. Όταν όμως υπάρχει κίνηση στην κοινωνία, τότε συντονίζεται και μπορεί να συνθέσει το φαντασιακό της, να απελευθερώσει ένα δημιουργικό φορτίο το οποίο επιταχύνει τις εξελίξεις και ενισχύει τις αντιδομές που δημιουργούνται κατά την εκδήλωσή της, ως τμήμα τους. Οι δεσμοί γίνονται ξανά ισχυροί. Τα κοινωνικά γεγονότα υφαίνονται πια πολύ διαφορετικά με τη διαμεσολάβηση χιλιάδων υποκειμενικών αφηγήσεων, που συντίθενται όχι για να αντιπροσωπεύσουν τα γεγονότα, αλλά ως έκφραση και συστατικό τους μέρος. Από τον φετιχισμό της τηλεθέασης στη διαδικτυακή εργασία Αν η διαμεσολάβηση είναι ένα πολύπλοκο σύστημα υλικών και κοινωνικών διεργασιών που υπηρετείται από τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα σε κάθε εποχή, τότε η εποχή μας ίσως παρουσιάζει χαρακτηριστικά αυτού που ο Γκράμσι ονόμαζε «οργανική κρίση του συστήματος», μια κρίση που δεν εκφράζεται μόνο στην οικονομική βάση αλλά και στην υπερδομή, στην οποία μέχρι πρότινος κυριαρχούσαν οι πολυεθνικές των ηλεκτρονικών ΜΜΕ ως φορείς επικύρωσης της καπιταλιστικής ηγεμονίας. Η εικοσαετία 1990-2010 χαρακτηρίστηκε από τις ζωντανές μεταδόσεις του CNN κατά τη διεξαγωγή των πολέμων στον Κόλπο και εκφράζει τη φετιχιστική κατανάλωση της ισχύος του καπιταλισμού και της απόπειράς του να παρουσιαστεί ως τελικός σκοπός της ιστορίας. Προσπαθεί να την πιστοποιήσει. Είναι η εποχή κατά την


Hossam el-Hamalawi

[41]

οποία Σέρβοι, Βόσνιοι και Αλβανοί κάθονται δίπλα στις βόμβες, αλλά προτιμούν να τις βλέπουν στην τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση. Η εποχή που αρχίζει πια να παίρνει σαφέστερο σχήμα χαρακτηρίζεται από τα τουιταρίσματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ανά τον κόσμο για την επανάσταση στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Το CNN δεν ήταν η Βαγδάτη και το Twitter δεν είναι το Κάιρο. Όμως η μετάδοση του πολέμου ήταν κεντρικό γεγονός της μεταπολιτικής που διεύρυνε τον ορίζοντα του νεοφιλελευθερισμού, ενώ σήμερα τα μηνύματα στο Twitter από την πλατεία Ταχρίρ φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το αίτημα του καθολικού. Στην πρώτη περίπτωση είναι η συντεταγμένη (και προσαρτημένη στο αμερικανικό εκστρατευτικό άρμα) ιδιωτική τηλεόραση, αυτή που κατασκευάζει το βλέμμα μας και επικυρώνει τις προοπτικές της Δύσης ως πρωταγωνιστικού φορέα της παγκοσμιοποίησης, ενώ σήμερα τον πρώτο λόγο έχουν εξεγερμένοι και οι διαδηλωτές με τις ιδιαίτερες εκφράσεις τους στο Διαδίκτυο. Από αυτή την οπτική γωνία, η εποχή μας έχει κάτι χειραφετητικό. Η κεντρική εικόνα δεν είναι αυτή του παθητικού ακτιβιστή του πληκτρολογίου (που φαντάζεται ένα μεγάλο τμήμα της αριστεράς), αλλά αυτού που σηκώνει την κάμερα του κινητού του την ώρα που δέχεται επίθεση ο διπλανός του, και εργάζεται για να αποτυπώσει τη στιγμή και να τεκμηριώσει την αδικία. Κάθε επόμενος κόμβος που προστίθεται στην αλυσίδα ανακατασκευής των γεγονότων και συλλογικής συγκρότησης της αφήγησης γύρω από το πραγματικό, υπηρετεί ένα κριτικό πνεύμα που δοκιμάζει τα όρια του πολιτικού. Αυτή η αλλαγή

θέσης, από την παθητική κατανάλωση του επικοινωνιακού προϊόντος στην ενεργό εργασία για την παραγωγή του, είναι δυνητικά επαναστατική. Είμαστε όλοι εργαζόμενοι στα «sweatshops» των κοινωνικών δικτύων και των νέων επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών. Όμως από αυτή τη θέση είναι πιο καθαρές οι αντιθέσεις κεφαλαίου-εργασίας. Προκειμένου να παραγάγουμε με τις κοινωνικές μας σχέσεις τα κέρδη αυτών των επιχειρήσεων, έχουμε (ακόμα) τη δυνατότητα να συγκροτούμε κανάλια αποκωδικοποίησης και ερμηνείας των μηνυμάτων που λαμβάνουμε μακριά από τον στενό έλεγχο της εξουσίας. Αλλά και να κωδικοποιούμε μηνύματα τα οποία, όταν εκφράζουν μια κοινωνική αλήθεια, συναντούν παρόμοια και συγκροτούν κανάλια απεύθυνσης μεγάλης κλίμακας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ντοκιμαντέρ «Debtocracy», το οποίο σημείωσε τεράστια επιτυχια (περίπου 500.000 views μέχρι στιγμής) ως εκφραστής της καμπάνιας για τον λογιστικό έλεγχο του χρέους και με χρηματοδότηση των ίδιων των θεατών του. Ζούμε μια ηλεκτρονική εκδοτική έκρηξη η οποία επιτρέπει σε κάθε πολίτη ή συλλογικότητα να δημοσιοποιήσει την ιδιαίτερη αλήθεια του και να την προσθέσει στη συλλογική αφήγηση (και ενώ η παραδοσιακή εκδοτική οικονομία πλήττεται βαριά). Στην ιστορία της τεχνολογίας και των Μέσων, υπάρχει πάντα μια περίοδος, που χαρακτηρίζεται από ελευθερία, έρευνα και αδιαχώριστες λειτουργίες. Είναι η περίοδος κατά την οποία χρησιμοποιούνται τα εκάστοτε Νέα Μέσα στην κατασκευή των φαντασιακών κοινοτήτων. Αυτή είναι η εποχή μας.


[42]

Κωστής Καρπόζηλος

Υπάρχει κίνδυνος να γίνει δικτατορία; Προφανώς και όχι

Η

ευκολία της απάντησης –όπως και η απουσία τέτοιων ερωτήσεων– αντανακλά τις βαθιές βεβαιότητες που μας διαπερνούν. Συχνά αναγνωρίζουμε στις σύγχρονές μας εξελίξεις χαρακτηριστικά αδιεξόδου που συνοδεύουν τις περιόδους οικονομικής κρίσης, πολιτικών μετα­­ σχηματισμών και κοινωνικής πόλωσης. Αν η κα­­ τάσταση είναι τόσο οριακή όσο την περιγράφουμε και τη βιώνουμε, είναι ενδιαφέρον ότι σπάνια συζητούμε για τις οριακές διεξόδους που μπορεί αυτή να φέρει. Στα μέσα Απριλίου, για παράδειγμα, ο Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, Ιταλός τραπεζίτης και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, φέρεται να δήλωσε: «σύμφωνα με τις αναλύσεις μας, η ανα­ διάρθ­ρωση του χρέους θα οδηγούσε στην κατάρ­ ­ρευση ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Αντιλαμβάνεται κανείς τι θα συ­νέβαινε αν κατέρρεαν οι ελληνικές τράπεζες. Θα γονάτιζε η ελληνική οικονομία και οι συνέπειες θα ήταν δραματικές για την κοινωνική συνοχή, ακόμη και για τη διατήρηση της δημοκρατίας στη χώρα αυτή». Όσο και αν μια στρατιωτική δικτατορία παλαιού τύπου φαντάζει σήμερα εξωπραγματικό σενάριο, άλλο τόσο εξωπραγματική φαντάζει η βεβαιότητα για το αδιατάρακτο της αστικής δημοκρατίας και κυρίως η ενδόμυχη επιθυμία ότι θα συνεχίσουμε να ζούμε όπως περίπου ζήσαμε έως τώρα. Από το 1974, η ελληνική κοινωνία απολαμβάνει μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής σταθερότητας – ακόμα και κάποια μεμονωμένα επεισόδια της πρώτης μεταπολιτευτικής δεκαετίας, μπερδεμένα με φήμες για νυκτερινές στρατιωτικές ασκήσεις, απομακρύνσεις ανώτατων βαθμοφόρων και σχέδια λαϊκής επαγρύπνησης, έχουν ξεχαστεί δίχως το παραμικρό ίχνος στις κατοπινές εξελίξεις. Οι τέσσερεις δεκαετίες εμβάθυνσης της αστικής δημοκρατίας, των δημοκρατικών θεσμών, της πολιτικής ισότητας εξόρισαν τις φοβίες για τον κόσμο του παρακράτους και των χωροφυλάκων, εκμηδένισαν τις αναφορές στα «κέντρα ανωμαλίας», δημιούργησαν τη βεβαιό-

τητα της οριστικής υπέρβασης των διαχωρισμών και των διαιρέσεων της μετεμφυλιακής εποχής. Το τρίπτυχο «δημοκρατία-σταθερότητα-πλουραλισμός» αντικατέστησε, ή έστω περιόρισε καθοριστικά, την παρουσία του «πατρίς-θρησκείαοικογένεια» στον δημόσιο λόγο, ενώ οι βαθιές αλλαγές στην καθημερινή ζωή ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων δημιούργησαν την αίσθηση ενός γενικευμένου εξισωτισμού. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ανάμεσα στο 1970 και στο 2010, η πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά, το γεφύρωμα του χάσματος που χώριζε την ελληνική κοινωνία από αυτές του προηγμένου καπιταλιστικού κόσμου συντέλεσαν στην περαιτέρω ταύτιση της αστικής δημοκρατίας με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Ο λόγος και η πρακτική της ελληνικής αριστεράς συνιστά έναν δείκτη της μετατόπισης προς τον κόσμο των βεβαιοτήτων. Η έξοδος από τη μακρά παράδοση της καχυποψίας έναντι του αστικού κόσμου και από τις εμπειρίες της παράνομης δράσης συνοδεύτηκε από την απώθηση της συζήτησης για το ενδεχόμενο μιας νέας εκτροπής. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα γεγονότα του 1967 απέκτησαν τη δική τους θέση στο διαδοχικό σχήμα των ηρωικών στιγμών του κινήματος, δίχως ιδιαίτερο προβληματισμό για τις επιλογές της προδικτατορικής αριστεράς και της συνέπειες αυτών όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Η εμμονική συνωμοτικότητα έδωσε σύντομα τη θέση στην απαξίωση κάθε πρακτικής που παρέπεμπε στις εποχές «που φοβόμασταν τη σκιά μας», ενώ με ανάλογο τρόπο ένα πέπλο αδιαφορίας κάλυψε τα μεμονωμένα εγνωσμένα περιστατικά παρακρατικής δράσης ή διείσδυσης και παρακολούθησης πολιτικών χώρων. Η σταδιακή απόσυρση από το προσκήνιο μιας παλαιότερης γενιάς αγωνιστών επιτάχυνε τις τάσεις αυτές, οι οποίες βρίσκονταν σε αρμονία με την ανακούφιση και τις βεβαιότητες του κοινωνικού και πολιτικού ακροατηρίου της αριστεράς, που ύστερα από δεκαετίες παραγκωνισμού αισθανόταν ότι οι κακές εποχές είχαν παρέλθει οριστικά.


[43]

Με έναν τρόπο, ανάλογες μετατοπίσεις καταγράφηκαν σε σχέση με τον στρατηγικό στόχο του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Η επαναστατική προοπτική προσέλαβε χαρακτηριστικά ρητορικής επαγγελίας για κλειστούς κύκλους, φολκλορικό στοιχείο σε στιγμές ψυχικής –και μόνο– ανάτασης του κινήματος, προσδοκία ενός ακαθόριστου μέλλοντος, που συχνά αποκτούσε χαρακτηριστικά χιλιαστικής αναμονής. Δίχως το φόβο της παρανομίας, δίχως την έξαψη της επανάστασης. Σίγουρα χρειάζεται μια συστηματικότερη εξέταση των αφορισμών αυτών, η οποία θα συνδέσει τις ψυχολογικές στάσεις του φόβου ή της έξαψης με πολιτικές αναλύσεις, την ορθολογική εκτίμηση της πραγματικότητας, τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς του ίδιου του ακροατηρίου της αριστεράς, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι τις τελευταίες δεκαετίες πορευτήκαμε με βεβαιότητες –όχι όμως της νομοτελειακής επανάστασης, αλλά της σταθερότητας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αστικής δημοκρατίας. Η υπόθεση της επανάστασης, όπως και της παρανομίας, ήταν αντικείμενο ιστορικής μελέτης ή εικόνα εξωτική από άλλες περιοχές του πλανήτη. Τις βεβαιότητες ανατροφοδοτούσε η κατοχύρωση της

αριστεράς, το γεγονός ότι η κυρίαρχη ιδεολογία συντίθετο και από ψηφίδες αριστερής κοπής. Άνθρωποι που έγιναν τοτέμ, όπως ο Θεοδωράκης ή ο Γλέζος, ακούσματα που έγιναν ήχοι της καθημερινότητας στο μετρό (πάλι ο Θεοδωράκης εδώ), κείμενα και αναμνήσεις που μπήκαν στα σχολικά αναγνωστικά, ημερομηνίες που έγιναν κρατικές εορτές, όπως η 17 Νοέμβρη, φίλοι και σύντροφοι σε θέσεις κλειδιά του μηχανισμού: όχι εκδότες, μα διευθυντές σύνταξης, όχι μεγαλομέτοχοι, αλλά διευθυντές παραγωγής, όχι βουλευτές αστικών κομμάτων, μα σύμβουλοι σε διάφορα πόστα γύρω από αυτούς. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν να σαν να όριζε ότι η αριστερά θα μπορούσε να αναπαράγεται ανενόχλητη, δίχως όμως ταυτόχρονα να διαταράσσει την κοινωνική συναίνεση. Στην πορεία αυτή δεν έλειψαν οι εντάσεις, οι αντιφάσεις, οι στιγμές που η αριστερά στοχοποιήθηκε, λοιδορήθηκε, έγινε στόχος παρακρατικών επιθέσεων, θεωρήθηκε επικίνδυνη για την κοινωνική συνοχή ή έστω τροχοπέδη στα φιλόδοξα σχέδια των κάθε λογής αναδιαρ­ θρώσεων. Ακόμα όμως και αυτά τα επεισόδια φάνταζαν συνήθως ως αναταράξεις σε μια προκαθορισμένη διαδρομή με γνωστή αφετηρία και προορισμό. Έτσι, σημαντικές εξελίξεις και τομές ελάχιστη ανησυχία δημιουργούσαν. Ο τρόπος με


[44]

τον οποίο αντιμετωπίστηκε η ψήφιση των διαδοχικών τρομονόμων είναι χαρακτηριστικός της αναντιστοιχίας μεταξύ των ρητορικών εξάρσεων για το «τέλος των πολιτικών δικαιωμάτων» και της ουσιαστικής απραξίας στην αμφισβήτηση και απονομιμοποίηση του νέου κατασταλτικού πλαισίου. Η ένταση και η διάρκεια της οικονομικής κρίσης έχει φέρει στο προσκήνιο τη γύμνια και την αναποτελεσματικότητα που συσσώρευσαν τα χρόνια των βεβαιοτήτων και της συναίνεσης. Ακόμα και τώρα, τάσεις που θα έπρεπε να ιεραρχηθούν ως ιδιαίτερα σημαντικές και ανησυχητικές μένουν να αιωρούνται, ενώ η αριστερά δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την επιτάχυνση του κοινωνικού χρόνου. Όπως η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί αμήχανη το τέλος των βεβαιοτήτων που εξασφάλιζε το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης, έτσι και η αριστερά παρακολουθεί εξ αποστάσεως τη σοβαρότερη πολιτική και οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Ταυτόχρονα, το τελευταίο διάστημα διακρίνεται μια όξυνση φαινομένων και περιστατικών, που ενώ θα έπρεπε να προβληματίζουν εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα. Πολιτικά στέκια και χώροι γίνονται στόχοι εμπρηστικών επιθέσεων με αξιοσημείωτη πυκνότητα, οι μηχανισμοί της ασφάλειας παρεμβαίνουν εξόφθαλμα στις μαζικές διαδηλώσεις, οι μονάδες καταστολής περικυκλώνουν προληπτικά τους διαδηλωτές, εφορμούν και χρησιμοποιούν τα χημικά με την παραμικρή αφορμή, ενώ στις δικαστικές αίθουσες διαδοχικές, νομότυπες, αποφάσεις κηρύσσουν το απεργιακό δικαίωμα παράνομο, για να μην αναφερθούμε στην εξόφθαλμη εξόντωση ανθρώπων με βάση την πολιτική τους στράτευση και μόνο. Στη διαδήλωση της 6ης Δεκεμβρίου 2010, για τα δύο χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, εφαρμόστηκε ένα πρωτοφανές μέτρο απαγόρευσης της κυκλοφορίας μόλις μία εβδομάδα πριν την πανεργατική απεργία, ενώ η συγκέντρωση στα Προπύλαια δια­ λύθηκε από την επίθεση των ΜΑΤ πριν ακόμα ξεκινήσει η διαδήλωση. Είναι σαφές ότι οι οργισμένες ανακοινώσεις της επόμενης μέρας πολύ λίγο μπορούν να αποτελούν απάντηση σε τέτοιου είδους κλιμάκωση της καταστολής. Το πρόβλημα προφανώς δεν περιορίζεται,

ούτε έγκειται κυρίως, στην αποφασιστικότητα της αστυνομίας. Το κύριο ζήτημα αφορά την προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής συναίνεσης γύρω από την αναγκαιότητα των κατασταλτικών επιλογών και την ταυτόχρονη πορεία προς την απονομιμοποίηση της πολιτικής ανυπακοής. Συστηματικές παρεμβάσεις στον τύπο κάνουν λόγο για το τέλος της ανοχής έναντι των δυναμικών μειοψηφιών, με την ταυτόχρονη φιλική παραίνεση προς την αριστερά να μην εξωθεί τα πράγματα στα άκρα, διότι δημιουργεί προϋποθέσεις εμφάνισης μηχανισμών που θα στραφούν εναντίον της – δίχως φυσικά αυτοί να κατονομάζονται. Ταυτόχρονα, σε διάφορους χώρους διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, συχνά με το πρόσχημα της κρίσης, περιθωριοποιούνται οι φορείς ριζοσπαστικών απόψεων, ενώ η επίκληση του «συνταγματικού τόξου» επιχειρεί να ορίσει ποιοι δικαιούνται να ομιλούν. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού το ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα της αριστεράς έχει εδώ και χρόνια εξανεμιστεί. Στον Άγιο Παντελεήμονα, όταν οι παρακρατικοί επιτέθηκαν στους υποψηφίους της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές, ήταν πολύ λίγοι αυτοί που αυθόρμητα κινήθηκαν να τους υπερασπιστούν. Το ενδεικτικό αυτό επεισόδιο μπορεί να γίνει σκηνή από ένα επικείμενο μέλλον, με την αριστερά, περιορισμένη στα μεσαία στρώματα και στη διανόηση, να κινείται σε σύμπαντα ξένα με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και τους πραγματικά κολασμένους. Η βρισιά «φασίστας» έχει μικρή βαρύτητα πλέον στο πολιτικό και κοινωνικό χρηματιστήριο, ανάλογα μικρή με τις φράσεις-κλισέ για τα «ανθρώπινα δικαιώματα», το «άσυλο», τις «δημοκρατικές ευαισθησίες», που αδυνατούν να συνδεθούν με τις πιεστικές καθημερινές αναγκαιότητες και τα κοινωνικά αδιέξοδα. Όσο οι πρακτικές της αριστεράς αδυνατούν να εμπνεύσουν συλλογικές αντιστάσεις, έμπρακτες μορφές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας και να απαντήσουν θετικά στο ερώτημα «και τώρα τι;», η κοινωνική της περιθωριοποίηση θα επιτείνεται – και σε αυτή την περίπτωση όντως δεν θα χρειαστεί καμία δικτατορία να σώσει τη χώρα από την καταστροφή.


[45]

Σκέψεις και προτάσεις για την κατοχύρωση της αυτονομίας των μισθωτών δικηγόρων

Η

εκδίπλωση της καπιταλιστικής κρίσης και η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού γύρω από αυτήν έχει σχετικοποιήσει πολλές εδραιωμένες βεβαιότητες για πλείστα ζητήματα, τα οποία πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε «λυμένα». Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύονται, με ιδιαίτερη ένταση και με εμφατικό τρόπο, οι ανεπάρκειες και τα αδιέξοδα του τρόπου συγκρότησης και αναπαραγωγής αυτού που έχει καθιερωθεί να ονομάζουμε «εργατικό/συνδικαλιστικό κίνημα». Η κρίση έχει διαμορφώσει τους υλικούς, αλλά και τους πολιτικούς όρους, ούτως ώστε να βγουν στο προσκήνιο οι ανάγκες και οι επιθυμίες των πιο καταπιεσμένων και εν δυνάμει πιο μαχητικών κομματιών του προλεταριάτου (εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις και αλυσίδες εταιρειών και κλάδους με υψηλή συγκέντρωση, μετανάστες, «πρεκαριάτο», άνεργοι, εν γένει κοινωνικά κομμάτια που αντιστοιχούν στους τύπους εργάτης-μάζα και κοινωνικός εργάτης). Αν σήμερα το προλεταριάτο στην χώρα μας δεν συγκροτείται ως αυτόνομο συλλογικό υποκείμενο, αυτό έχει να κάνει με τους υφιστάμενους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, αλλά και τις ανεπάρκειες όσων μιλάνε εξ ονόματός του. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η κρίση και οι αγώνες, οι οποίοι πρέπει να οργανωθούν μέσα σε αυτήν, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να σφυρηλατηθεί ένας καινούριος εργατικός ριζοσπαστισμός, τον οποίο έχουμε να δούμε να αναπτύσσεται με έντονο και εκτεταμένο τρόπο στη χώρα μας από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, με το τότε εργοστασιακό κίνημα. Κρατώντας τις παραπάνω παρατηρήσεις, θα θέλαμε να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις και επι­ σημάνσεις για τα ζητήματα οργάνωσης των μισθωτών δικηγόρων, ως ένα παράδειγμα των δυσκο­ λιών, αλλά και των δυνατοτήτων που υπάρχουν στην κατεύθυνση ανάπτυξης μέσα στις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας ενός ρεύματος αγώνων ανεξάρτητου από την κυρίαρχη και τη μικροαστική πολιτική και ιδεολογία.

Αποτελεί κοινή εκτίμηση και διαπίστωση όλων των ανθρώπων και συσσωματώσεων που κινούνται στον «δικηγορικό κλάδο» ότι τα τελευταία 15-20 χρόνια έχει διαμορφωθεί, στην Αθήνα, ένας πληθυσμός δικηγόρων (ηλικίας 25-40 ετών περίπου), των οποίων η εργασία δεν έχει τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού διανοούμενου, ο οποίος αντιστοιχεί κατά βάση σε μια «ελευθέρια» επαγγελματική ενασχόληση. Ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λαμβάνει η εργασία τους (πάγια αντιμισθία ή ελευθέρια μορφή με γραμμάτιο προείσπραξης ή μπλοκάκι, που υποκρύπτει σχέση εξάρτησης), αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται με εξαρτημένη εργασιακή σχέση είτε σε κεφαλαιουχικές δικηγορικές εταιρείες είτε σε «επώνυμα» δικηγορικά γραφεία, τα οποία απασχολούν άνω των δέκα εργαζομένων (δικηγόροι, γραμματείς, εξωτερικοί συνεργάτες κ.λπ.), είτε σε μικρομεσαίους αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους. Δίπλα σε αυτούς, θα πρέπει να προσθέσουμε τους εκατοντάδες ασκούμενους δικηγόρους. Διαμορφώνεται έτσι ένας πληθυσμός εργαζομένων, ο οποίος από την εμπειρία μας και μόνο (καθόσον τα διαθέσιμα ποσοτικά και στατιστικά δεδομένα είναι συσκοτιστικά και γι’ αυτό δεν τα χρησιμοποιούμε) μπορούμε να πούμε ότι αριθμεί αρκετές εκατοντάδες, αν όχι μερικές χιλιάδες εργαζόμενους. Τεκμηρίωση γι’ αυτό αποτελούν τα κάτωθι (επαληθεύσιμα) ενδεικτικά στοιχεία: το 2008, το 50% των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) δεν πραγματοποίησε καμία παράσταση στα δικαστήρια, ενώ το 2004 το ποσοστό ήταν 27%. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι θα είναι αρνητική η εξέλιξη αυτού του δείκτη: 7.500 δικηγόροι όλων των ηλικιών αδυνατούν να εκπληρώσουν τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, χιλιάδες είναι αυτοί που προβαίνουν από οικονομική αδυναμία σε συνεχείς και ατελέσφορους διακανονισμούς των ασφαλιστικών τους εισφορών. Το αν αυτός πληθυσμός, τον οποίο περιγρά-


[46]

ψαμε παραπάνω, εντάσσεται –με κριτήρια μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας– στο προλεταριάτο ως οργανικό του κομμάτι είναι ένα θεωρητικό ζήτημα, το οποίο δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε (η γνώμη μας είναι ότι δεν εντάσσεται), εν τούτοις μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τα συμφέροντα αυτού του πληθυσμού πολώνονται, ή καλύτερα υπάγονται, στα συνολικότερα συμφέροντα του προλεταριάτου και γι’ αυτό μας απασχολεί. Τα επόμενα χρόνια, με βάση τις υπάρχουσες τάσεις στον κλάδο, αλλά και λόγω της προωθούμενης «απελευθέρωσης» του δικη­ γορικού επαγγέλματος, ο πληθυσμός αυτός θα μεγεθυνθεί ως απόρροια αφενός της συγκέντρω­ σης όλο και μεγαλύτερου ποσοστού της δικηγορικής ύλης σε μεγάλα γραφεία και επιχειρήσεις και αφετέρου της μείωσης του συμβολικού κεφαλαίου της δικηγορικής πρακτικής και του ρόλου του δικηγόρου, την οποία θα επιφέρει το καινούριο θεσμικό πλαίσιο της απελευθέρωσης, που κινείται στην κατεύθυνση της προϊούσας εμπορευματοποίησης της υπηρεσίας, την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε νομική συνδρομή, εκπροσώπηση και διεκπεραίωση. Το ερώτημα που τίθεται βάσει των παραπάνω είναι πώς αυτός ο πληθυσμός θα προβληθεί και θα δράσει ως ένα συλλογικό υποκείμενο εργαζομένων, οργανικά συνδεδεμένο με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του προλεταριάτου και αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από το υπάρχον πλαίσιο λειτουργίας του ΔΣΑ, ο οποίος είναι ο θεσμικά (από το ίδιο το κράτος) καθιερωμένος συνδικαλιστικός και επαγγελματικός φορέας του κλάδου. Θεωρούμε κατηγορηματικά ότι το υπάρχον συνδικαλιστικό πλαίσιο, λόγω κοινωνικοταξικής και θεσμικής φυσιογνωμίας, χαρακτήρα, λειτουργίας και συσχετισμού, είναι ανυπέρβλητα απαγορευτικό για εγχειρήματα σαν το παραπάνω. Και αυτό γιατί στον ΔΣΑ, πέρα από τον υφιστάμενο πολιτικοσυνδικαλιστικό συσχετισμό, συγκεντρώνονται αντικειμενικά τρεις βασικές κατηγορίες κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων. Η πρώτη είναι αυτή που μόλις περιγράψαμε. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη μεγάλη μάζα των αυτοαπασχολουμένων δικηγορών (μεγαλύτεροι κατά βάση σε ηλικία δικηγόροι, οι οποίοι εισήλθαν στον κλάδο την περίοδο από τα μέσα της δε-

καετίας του ’70 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90). Και η τρίτη αφορά ιδιοκτήτες ή συνέταιρους σε μεσαία και μεγάλα δικηγορικά γραφεία (από πέντε εργαζομένους και πάνω) και μετόχους δικηγορικών εταιρειών. Τα συμφέροντα αυτά είναι μεταξύ τους αντιθετικά, ειδικά των πρώτων σε σχέση με τους τρίτους, κάτι το οποίο εντείνεται από την πολιτική στοίχιση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ΔΣ του ΔΣΑ με τα συμφέροντα των μεγάλων γραφείων και των εταιρειών. Μια στάση που έγινε εμφανής με έντονο τρόπο στην επίμονη απεργοσπασία του ΔΣΑ στις τελευταίες (αφόρητα συντεχνιακές κατά τα άλλα) κινητοποιήσεις των συλλόγων της επαρχίας ενάντια στην «απελευθέρωση». Εξαιτίας αυτής της κατάστασης παρατηρείται μια τάση απαξίωσης και αποστροφής μιας μεγάλης μάζας δικηγόρων απέναντι στον ΔΣΑ, τάση η οποία εκφράσθηκε με έντονο τρόπο με τα γιγαντωμένα ποσοστά αποχής από τις πρόσφατες δικηγορικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2011 ειδικά στις μικρές ηλικιακά κάλπες, παρόλη την –τύπου βουλευτικών εκλογών– κινητοποίηση των υποψηφίων και των μηχανισμών τους (επί έναν και πλέον μήνα οι δικηγόροι βομβαρδίζονταν καθημερινά με δεκάδες e-mail, sms, αφίσες, φυλλάδια, κάρτες, εκδηλώσεις, τηλεφωνήματα, προσωπικές πιέσεις κ.λπ.). Θεωρούμε, συνεπώς, ότι πρέπει να βρεθούν τρόποι, ώστε οι μισθωτοί εργαζόμενοι στον κλά­δο να αποδεσμευτούν και να απεμπλακούν από το πλαίσιο του ΔΣΑ και να προχωρήσουν στην κατοχύρωση της αυτονομίας τους απέναντι στους ίδιους τους εργοδότες τους και στους εκπροσώπους τους, προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα και την ικανότητα να οργανώσουν και να αναπτύξουν αγώνες για την κάλυψη των αναγκών τους. Τα προηγούμενα χρόνια πάρθηκαν κάποιες (αναιμικές) πρωτοβουλίες από συγκεκριμένες συνδικαλιστικές παρατάξεις στον κλάδο (προσκείμενες σε ΚΚΕ και «εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις»), προκειμένου να συγκροτηθεί είτε «επιτροπή αγώνα μισθωτών και ασκούμενων» είτε «σωματείο μισθωτών δικηγόρων», ωστόσο αυτές οι κινήσεις σταμάτησαν, χωρίς να καταφέρουν να αναπτύξουν έστω μια μεμονωμένη και αποσπασματική δράση στο πραγματικό επίπεδο των εργασιακών χώρων


[47]

Συγκρούσεις Πακιστανών δικηγόρων με την αστυνομία τους.

του κλάδου, εξαντλούμενες σε ένα-δύο μαζέματα/ συσκέψεις χωρίς καμία συνέχεια. Βάσει όλων των παραπάνω θεωρούμε ότι ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις παραπάνω ανάγκες, θα πρέπει να ξεκινήσει πρώτα απ’ όλα από το τι συμβαίνει στον χώρο εργασίας, θέτοντας στην προμετωπίδα του το πώς εκφράζεται υλικά και πραγματικά και τι σηματοδοτεί η εργασιακή σχέση εργοδότη-μισθωτού για τη ζωή, τη συνείδηση και την κουλτούρα του μισθωτού εργαζομένου στον κλάδο. Αυτή η προσπάθεια, της οποίας το βασικό ζητούμενο για να αναπτυχθεί, δεν είναι αν στην πορεία θα αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα (π.χ. σωματειακή έκφραση) ή όχι, θα πρέπει να αποκοπεί από όλη τη νωθρότητα και το γραφειοκρατικό στυλ της καθιερωμένης συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, θα πρέπει να ξεφύγει από την εξάντληση της απεύθυνσής της σε έναν πολύ «ψυλλιασμένο» και περιορισμένο ποσοτικά κόσμο. Το βασικό λοιπόν είναι να συγκροτηθεί μια διαφορετική πρακτική και αντίληψη, η οποία θα πηγάσει μέσα από τους χώρους στους οποίους ο μισθωτός βιώνει τις όψεις της σύγχρονης εκμετάλλευσης και επιδίδεται στο κυνήγι της επιβίω-

σης. Αυτοί οι χώροι, οι οποίοι θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ως ένα ακόμα κομμάτι στο μεγάλο «κοινωνικό εργοστάσιο» του καπιταλισμού, στην περίπτωσή μας δεν είναι άλλοι από το γραφείο, το ακροατήριο, τα δικαστηριακά αίθρια και προαύλια, οι διάδρομοι και οι ουρές της δικαστικής γραφειοκρατίας. Αν ξεκινήσουμε από εκεί, τότε θα καταφέρουμε να εμπλέξουμε ευρύτερα κομμάτια μισθωτών στην παραπάνω λογική και στους αγώνες. Συγχρόνως το βασικό θέμα, με πλείστες πολιτικές παραμέτρους, το οποίο θα πρέπει να θέσει η παραπάνω αντίληψη και πρακτική, είναι το πώς ο μισθωτός δικηγόρος, ως φορέας και κάτοχος μιας εξειδικευμένης γνώσης και τεχνικής που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την οικονομική συναλλαγή και το σύστημα εξουσιασμού, θα θέσει αυτήν του τη γνώση στην υπηρεσία του προλεταριάτου, κάτι το οποίο περνάει από το να καταφέρει, π.χ., να επιβάλει στον ΔΣΑ την μείωση των ποσοστών των δικηγορικών αμοιβών σε ομαδικές εργατικές υποθέσεις και φτάνει… μέχρι και την οργάνωση εγχειρημάτων αντιστοίχων με την «Κλινική του Λαού» στο εργατικό γκέτο του San Basilio στις φτωχογειτονιές της Ρώμης στα 1971. N.Z. και N.M.


[48]

Βιβή Αντωνογιάννη

Υπόγεια διαφήμιση

Μ

ια παράξενη αντίφαση εικονοποιείται στους υγρούς υπόγειους τοίχους του μετρό της αγγλικής πρωτεύουσας. Ξαφνικά, πλάι στη διαφήμιση του νέου ipad της Apple με τα λαμπερά ευρωπαϊκά, αμερικανικά και εξωτικά πρόσωπα που το επιδεικνύουν περιχαρή κι ευτυχισμένα, μια σκοτεινή, λιτή αναγραφή προβάλλει με τον υπέρτιτλο «The Londoner». Κανένα χρώμα για να τραβήξει το κουρασμένο βλέμμα του καθημερινού ταξιδιώτη στις υπόγειες σήραγγες, ασαφές το διαφημιζόμενο προϊόν. Χαρίζοντας λίγο από τον άδειο χρόνο της αναμονής του τρένου για να τη διαβάσεις, μαθαίνεις τη σημασία και τη διαφορά του να είναι κανείς Λονδρέζος. Το περιεχόμενο της ιδιότητας δεν διευκρινίζεται· Λονδρέζος από πάππου προς πάππου ή Ταϊλανδός μετανάστης στο Λονδίνο, αδιάφορο, αυτό που προκρίνεται είναι η διαφορά οικονομικού και συμβολικού κεφαλαίου, η κατασκευή ενός προτύπου που καταναλώνει τεχνολογία και τέχνη, που ανήκει στους ισχυρούς. Η «διαφήμιση» αποτυπώνει όλους τους καλούς λόγους για να νιώθει κανείς περήφανος που είναι μέλος της λονδρέζικης κοινωνίας, οι οποίοι, όπως μας πληροφορεί η διαφημιστική εταιρεία CBS Outdoor, που έχει αναλάβει την εν λόγω καμπάνια, συνοψίζονται στα εξής: επιμελώς ατημέλητο αλλά πάντα μοδάτο ντύσιμο, με ορειβατικές αστραφτερές μπότες, τζιπ χωρίς λάσπες και κουρασμένα ελαστικά, πανάκριβες επώνυμες τσάντες που η τιμή τους υπερβαίνει τον εξαμηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό μιας πενταμελούς οικογένειας ή ακόμη που χωράει και την ίδια μέσα, καταπληκτική σχέση με τις νέες τεχνολογίες (GPS στο κινητό προς εύρεση του καινούριου hip εστιατορίου στις ανερχόμενες μοδάτες, πρώην περιθωριακές γειτονιές της πόλης, σύνδεση ανά ώρα με τη σελίδα σου στο facebook για να μοιραστείς την προηγούμενη κρίσιμη πληροφορία, περήφανος που είσαι ιδιοκτήτης της πιο σύγχρονης καφετιέρας για το σπιτικό σου). Ό,τι όμως κάνει έναν Λονδρέζο να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους κατοίκους του

Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι μόνο η διαπιστωμένη μετά από έρευνα της εταιρείας (;) άριστη σχέση του 40% των κατοίκων του Λονδίνου με την τελευταία λέξη της πιο υψηλής τεχνολογίας, αλλά ότι συγχρόνως, αντίθετα με τους Εγγλέζους της περιφέρειας, είναι εντυπωσιακά ενημερωμένοι για τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης τους και μάλιστα το 26% έχει πρόσφατα επισκεφθεί έναν χώρο πολιτισμού, μια γκαλερί ή ένα θέατρο. Για όλους τους παραπάνω λόγους, και για πολλούς άλλους παρόμοιους, που τρέμει κανείς να φανταστεί, ο Λονδρέζος έχει 37% περισσότερες πιθανότητες από τους υπόλοιπους Βρετανούς να γίνει ο επίσημος διαμορφωτής της κοινής γνώμης. Ο ανυποψίαστος θεατής σοκάρεται από την ωμότητα της γλώσσας. Ξαναδιαβάζει το κείμενο της «διαφήμισης» μήπως ανακαλύψει εκεί προς το τέλος την αποκάλυψη της φάρσας ή τουλάχιστον μια ελάχιστη αυτοσαρκαστική παρατήρηση, στηρίζοντας τις ελπίδες του στο παραδοσιακό βρετανικό φλέγμα. Από τη μια ο χαμογελαστός Κινέζος με το ipad και από την άλλη ο Λονδρέζος που κάνει τη διαφορά. Ο χαρούμενος Κινέζος και ο προνομιούχος Λονδρέζος Η διαφήμιση καταναλωτικών προϊόντων που αναπαράγει και υπαγορεύει τις προσταγές του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου και των πολυεθνικών εταιρειών, εξομοιώνοντας την αδιάφορη πλέον διάκριση στην οικουμενικότητα του κέρδους, συνυπάρχει με μια αναγραφή που τονίζει με προκλητική ωμότητα τη διαφορά. Όμως, ό,τι τελικά ενώνει τις δύο προβολές είναι αυτή η αιτία της αντιδιαστολής του γνήσιου Λονδρέζου από τους υπόλοιπους Βρετανούς. Είναι η δυνατότητα, η διαρκής δυνατότητα κατανάλωσης των προϊόντων της διπλανής λαμπερής διαφήμισης από αυτούς που τα πήγαν καλά, τους νεογιάπηδες και όσους θέλουν να τους μοιάσουν· κι αν δεν τα καταφέρουν στο πεδίο της καριέρας, ας είναι στο dress code, στον καφέ που πίνουν, στη


[49]

μάρκα του κινητού που κρατούν επιδεικτικά στο βιαστικό δρασκέλισμα της κυλιόμενης σκάλας του μετρό. Κάποιοι Η διαφορά σοκάρει. Η λεκτικοποίηση είναι κυνική. Το μέγεθος της αναγραφής και ο δημόσιος χώρος όπου είναι αναρτημένη προκαλούν. Μοιάζει με διαφήμιση ενός φανταστικού προϊόντος που μόνο οι προνομιούχοι είναι σε θέση να καταναλώσουν· τελικά δεν είναι ούτε αυτό. Είναι ό,τι φαίνεται. Όταν η εκσυγχρονιστική ευημερία σταμάτησε να ευημερεί, όταν η πίστη στο όνειρο της ανάπτυξης που τους χωράει όλους διαψεύστηκε, η γλώσσα της διαφήμισης είπε την αλήθεια: το όνειρο δεν είναι για όλους· ανήκει σε λίγους, σε εκλεκτούς, σ’ εκείνους που έκαναν τις επιλογές που οδήγησαν στο σωστό στρατόπεδο. Όταν η πραγματικότητα διαπερνάει και καταστρέφει τη δυνατότητα φαντασιακής παραπλάνησης του αφελούς καταναλωτή, τότε οι διαφημίσεις λένε την αλήθεια που ο πολιτικός φιλελευθερισμός δεν τολμάει να αρθρώσει. Η αφέλεια δεν πείθει πια, όπως έπαψε να πείθει προ πολλού και η αποτελεσματικότητα της κοινής προσπάθειας για έξοδο από την παγκόσμια κρίση. Στη μετάβαση από την εποχή της οικονομικής ευημερίας

«στα χαρτιά» και τους εικονικούς ισολογισμούς των τραπεζών σε μια μακρά περίοδο ύφεσης χωρίς ρεαλιστικό σενάριο ανάκαμψης, το αμερικάνικο όνειρο κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Το σύνθημα της αμερικανικής «ουτοπίας» για ιδιωτική επιτυχία και πλούτο χωρίς διακρίσεις, τώρα αφορά μόνο κάποιους –κάποια ποσοστά σε αποκλίνουσες στατιστικές μελέτες… Όπως όλοι, έτσι και οι κάποιοι έχουν όνομα· είναι νέοι και παραγωγικοί, μανατζάρουν ακούραστα, βλέπουν θέατρο και γυμνάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους, είναι γρήγοροι και αποτελεσματικοί, είναι πολίτες-καταναλωτές. Στην παράδοση του «ειδώλου της Cool Britannia»1 του Τόνι Μπλερ της δεκαετίας του ’90, όταν το σύνθημα για τον εκσυγχρονισμό της Βρετανίας αναζητούσε το ρυθμό του σ’ ένα μοντέλο κοινωνικής επιτυχίας βασισμένο στην πνευματική και πολιτιστική αναγέννηση, το σύγχρονο Λονδίνο ανασκαλεύει το πρότυπο που χρειάζεται για το

1. Ο όρος επικράτησε τη δεκαετία του ’90 στη Βρετανία και σχετίστηκε με το κόμμα των Νέων Εργατικών του Τόνι Μπλερ. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με τον τίτλο βρετανικού πατριωτικού τραγουδιού, του «Rule, Britannia!». Η φράση υιοθετήθηκε γρήγορα από τα ΜΜΕ και τη διαφήμιση, αποτυπώνοντας την ιδιαιτερότητα της λονδρέζικης ταυτότητας.


[50]

λαμπερό πρόσωπο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012. Tο πρότυπο αυτό διατηρείται, παρά τα χρόνια του, cool, φιλότεχνο και επιτυχημένο, τώρα όμως είναι περισσότερο συμπαγές, επιθετικό και ερμητικό. Διακρίνει, διαχωρίζει, κατηγοριοποιεί, αναζητώντας κάποιους… Όλοι «Κάποιοι για έναν και ένας για κάποιους», «Για­τί το μέλλον ανήκει σε κάποιους» φωνάζει καθυστερημένα ελληνική διαφήμιση γνωστού τηλεπικοινωνιακού δικτύου, για να καταλήξει: «Γιατί κάποιοι και όχι όλοι;», διατηρώντας ακόμη τα τελευταία ψήγματα του ιδεολογήματος της δυνατότητας μαζικής κατανάλωσης κάθε νέου εμπορικού προϊόντος. Ο Λόγος της διαφήμισης αντανακλά τον κυρίαρχο πολιτικό Λόγο που εσχάτως αναπαράγεται για τη συλλογική ευθύνη και άρα την ανάγκη κοινής προσπάθειας για έξοδο από την κρίση ώστε στο τέλος να καρπω­θούν όλοι τα υλικά αποτελέσματα: «ένας για όλους και όλοι για όλα»∙ οι τρεις σωματοφύλακες σε επανεγγραφή. Στην Ελλάδα της κρίσης, ο ιδεολογικός Λόγος στη διαφήμιση, την πολιτική, τα δελτία ειδήσεων είναι ακόμη διαλεκτικός· οφείλει να απλοποιεί αλλά και να μονώνει την απογοήτευση, να επιτηρεί αλλά να μη συνθλίβει, να λειτουρ­ γεί αναισθητικά και όχι διεγερτικά. Στην ισχυρή αντίθετα Βρετανία, όπου η ύφεση ενσωματώνεται με τρόπο ώστε η χώρα να εξακολουθεί να είναι μεταξύ των τριών ισχυρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κυνισμός περίσσεψε. Εδώ το μήνυμα είναι γυμνό, η μάσκα και το κρυμμένο αντικείμενο βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, κανείς δεν προσπαθεί στα σοβαρά να κρυφτεί. Η γλώσσα της ιδεολογίας είναι κυνική, ο βασιλιάς είναι γυμνός, πάντα όμως υπάρχουν λόγοι για να κρατηθεί η μάσκα μπροστά από το γυμνό σώμα. «Ο κυρίαρχος τρόπος της ιδεολογίας είναι κυνικός […] ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, κι όμως, το κάνουν. Ο κυνικός Λόγος δεν είναι πλέον αφελής, αλλά ένα παράδοξο πεφωτισμένης ψευδούς συνείδησης: ξέρει κανείς πολύ καλά το ψεύδος, έχει πλήρη επίγνωση του επιμέρους συμφέροντος που κρύβεται πίσω από την ιδεολογική

καθαρότητα, και εντούτοις δεν την αποποιείται» (Slavoj Zizek, Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, Scripta, Αθήνα 2006, σ. 66). Londoner: Η επιστροφή στη διαφορά Όταν η παγκοσμιοποιημένη ροή του κεφαλαίου καλοδέχτηκε τη μετανεωτερική κατάφαση στη διαπλοκή των διαφορών και των υβριδικών ταυτοτήτων, αδιακρίτως εθνικών περιορισμών, οι δυαδικές αντιθέσεις (κέντρου/περιφέρειας, ανεπτυγμένου/αναπτυσσόμενου κόσμου, λευκού/ μαύρου, αρσενικού/θηλυκού) εξομαλύνθηκαν, τουλάχιστον επικοινωνιακά, στο βωμό της παραγωγής και της κατανάλωσης. Η αποδέσμευση από τις κλειστές διαιρέσεις, που ευδοκιμούσαν στα εθνικά κράτη και τις αγορές τους, διάνοιξε έναν θαυμαστό νέο κόσμο στο κεφάλαιο, πολλαπλασιάζοντας εντυπωσιακά τις δυνατότητες εξάπλωσής του, ποντάροντας στην πολλαπλότητα και την παραγωγή ωφέλιμων υποκειμενικοτήτων που καταναλώνουν. Όταν οι δυνατότητες του νέου κόσμου στέρεψαν, η αντίθεση έγινε πάλι απαραίτητη. Η γλώσσα της ιδεολογίας στη βρετανική διαφήμιση επιστρέφει σε ένα παλιό μοντέλο παραγωγής της ταυτότητας: ανατρέχει στους γερασμένους ανελαστικούς δυϊσμούς της νεωτερικής κυριαρχίας, όπου ο Εαυτός ορίζεται στη διαφορά του από τον Άλλο προς την ανάδειξη μιας ηγεμονικής ενιαίας τάξης. Η διάκριση είναι κυριολεκτική, δεν χρησιμοποιεί παραπετάσματα. Κάποιοι μπορούν να αποκτήσουν, να ξεχωρίσουν, να ονειρευτούν· κάποιοι όχι. Οι κανόνες του μάρκετινγκ επενδύουν ξανά στη σχάση, τη διαφορά, κατασκευάζοντας πολιτισμικές ταυτότητες υποκειμένων που καταναλώνουν στο όνομα εκείνων που απέτυχαν. Χωρίς αντιπαραγωγική ενοχή. Ο κυνικός Λόγος αποτελεί την απάντηση της ηγεμονίας σε μια υπόσχεση που διαψεύστηκε: κάποιοι θα επιβιώσουν, κάποιοι μπορούν… Ο γνήσιος Λονδρέζος είναι αναμφισβήτητα ένας απ’ αυτούς. Κάποιοι απ’ τα pigs της Μεσογείου, κάποιοι διορατικοί επενδυτές, κάποιοι διαφημιστές με ταλέντο δικαιούνται να ελπίζουν. Κάποιοι, όχι όλοι…


[51]

Κώστας Περούλης

Πολιτικό θέατρο και ιδεολογία στο «Αθήνα 2011» Λακρουά: Και ο Κογιό φώναζε σαν δαιμονισμένος πως πρέπει να πέσουν οι μάσκες Δαντόν: Τότε θα πέσουν και τα πρόσωπα

Σ

τη σύγχρονη εποχή, από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που ταύτισαν το θέατρο με την αστική τάξη (Ντιντερό, Ρουσσώ, Λέσινγκ) έως εκείνους του 20ού αιώνα που του έδωσαν θετικό ή αρνητικό πρόσημο στο ιδεολογικό πεδίο –τον Καστοριάδη και την Άρεντ, ως αναστοχαστικό μηχανισμό προαγωγής της δημοκρατικής κοινωνίας, ή τον Αλτουσέρ και τον Μπόαλ, ως καταπιεστικό ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους– όλοι συμφωνούν ότι το θέατρο αντανακλά πολιτικές στάσεις της κοινωνίας απέναντι στον εαυτό της. Έτσι, όσοι μπορούν να ελέγχουν αυτές τις αντανακλάσεις, όσοι κρατάνε τον καθρέφτη, μπορούν να ελέγχουν και την εικόνα που λαμβάνει μια κοινωνία για τον εαυτό της. Στη σύγχρονη αυτή εποχή, η αστική τάξη κατόρθωσε να οικειοποιηθεί απόλυτα το θέατρο αποκλείοντας τις λαϊκές τάξεις, και να θέσει τις αξίες της ως αξίες του θεάτρου γενικώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξαν τα ίδια Εθνικά Θέατρα σε όλη την Ευρώπη. Όπως αναφέρει ο Clive Barker, ενάμισι αιώνα πίσω, όταν άρχισαν να εμφανίζονται, υπέκρυπταν εξαρχής την ηγεμονία της με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο: με τον όρο «εθνικό» εννόησαν ότι αντανακλούν τις αξίες και τα συμφέροντα ολόκληρου του έθνους, υπεράνω των τάξεων και των ταξικών διαφορών, την ίδια στιγμή που προήγαγαν απόλυτα τις αξίες και την αισθητική της αστικής τάξης. Τρόπος επιβολής τους υπήρξε το μονοπώλιο της θεατρικής εγγραμματοσύνης μέσα από ένα ρεπερτόριο και παραστάσεις που ταυτίστηκαν με το «καλό γούστο» και την «ποιότητα» –οτιδή­ποτε άλλο απλώς δεν ήταν «ποιοτικό». Είναι άλλωστε ο αισθητικός μανδύας αυτός που δια­κινεί πάντοτε το ιδεολογικό υπόβαθρο: η αυθεντία της αισθητικής «μαγείας» μετατοπίζει τις παραστάσεις από το πολιτικό τους νόημα, την ίδια στιγμή που το υποβάλλει υπόγεια στο κοινό τους, ενώ στις πιο «στρατευμένες»

περιπτώσεις, επιβάλλει ευθέως ως αυθεντικό και το αξιακό μήνυμα που μεταφέρουν. Ακόμα και σε μια εποχή που ο όρος «πάλη των τάξεων» έχασε το νόημά του, οι λαϊκές τάξεις παρέμειναν de facto αποκλεισμένες από το «ποιοτικό» θέατρο. Το κοινό του αποτελείται αποκλειστικά από μεσαία και ανώτερα στρώματα που μοιράζονται από διαφορετική θέση μια ενιαία κουλτούρα. Σε αντίθεση με τα πρώτα αστικά θέατρα του 18ου αιώνα, που διέθεταν διαφορετικές θέσεις όχι απλώς με φθηνότερο ή ακριβότερο εισιτήριο, αλλά με βάση την πραγματική ταξική, οικονομική και επαγγελματική διαφοροποίηση των θεατών, σήμερα το θέατρο είναι ένας κατεξοχήν χώρος που, όταν δεν ενσωματώνει άτομα σε κοινωνική άνοδο, τείνει να κλείνει την ψαλίδα μεταξύ των διαφόρων διαστρωματώσεων της αστικής τάξης, να δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ομοιογένειας: αυτοί που έχουν την «πνευματική ικανότητα» να πάνε, ξεχωρίζουν από τους προς τα κάτω, ενώ για δύο ώρες εξισώνονται με τους προς τα πάνω. Ξαφνικά βέβαια, μέσα σε δυο χρόνια επιδεινούμενης κρίσης όπου η γενική ευημερία μας τελείωσε και επέρχεται ένα ξεσκαρτάρισμα ανάμεσα σε «ευημερούντες» και ευημερούντες, φαίνεται ότι επαναδημιουργούνται όροι ταξικότητας στο εσωτερικό ενός κοινού που ακόμα εξακολουθεί δικαίως να θεωρεί τον εαυτό του ομοιογενώς αστικό. Σε μια περίοδο αναταραχών και διεκδικήσεων, μαζικών κινητοποιήσεων και ανυπακοών, που μια νέα μαχητικότητα αναδύεται προερχόμενη σε μεγάλο βαθμό από την ίδια τη μεσαία τάξη, αναρωτιέται εύλογα κανείς ποια εικόνα του εαυτού της βρήκε στα θέατρά της. Αν και υπήρξε μια «άνθηση» του πολιτικού θεάτρου στις σκηνές της Αθήνας, εδώ θα ενδιέφεραν κυρίως θεσμικοί θεατρικοί οργανισμοί, η συγκρότηση των οποίων (αθρόα κρατική ή ιδιωτική χρη­ μα­τοδότηση, πολλαπλό ρεπερτόριο, ταυτισμένο


[52]

κοινό, δυνατότητα επιλογής των «καλύτερων» καλλιτεχνών λόγω φήμης και προβολής) επιτρέπει να μιλάμε για παραγόμενες ιδεολογικές θέσεις: παραδειγματικά, το Εθνικό Θέατρο, που έχει απορροφήσει στο εσωτερικό του το πάλαι ποτέ Αμόρε, και η νεότευκτη αλλά εξαρχής ηγεμονική Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Το Εθνικό και η «απουσία» του πολιτικού Ξαναγυρνώντας στον Clive Barker, θα λέγαμε ότι το Εθνικό Θέατρο του Χουβαρδά, όπου απουσιά­ ζει το τυπικό πολιτικό έργο, είναι μια ξεκάθαρη περίπτωση όπου η απολιτική αισθητική διαμάχη –ο Χουβαρδάς πολέμησε να «εκσυγχρονίσει» αισθητικά τις παραστάσεις του Εθνικού φέρνοντας συχνά σε αμηχανία το παραδοσιακό κοινό του– επενδύει μια υπόγεια ανάγνωση της κοινωνικής κατάστασης έξω από το κτήριο του Τσίλερ στην Κουμουνδούρου. Κυρίως, η αισθητική διαμάχη υποκαθιστά τη διαπραγμάτευση του πολιτικού, όταν το τελευταίο αποφεύγεται να τεθεί σε ευθεία κρίση. Από το πλήθος των παραστάσεων, δύο έργα μπορούμε να ξεχωρίσουμε σχετικά. Στην Αιμιλία Γκαλόττι (1772) του Γκότχολντ Έφρεμ Λέσινγκ, ο άσωτος ηγεμόνας Γκοντσάγκα, κυριευμένος από τον πόθο του για τη νεαρή Αιμιλία που πρόκειται να παντρευτεί τον συνετό κόμη Αππιάνι, αφήνεται στην καθοδήγηση του μακιαβελικού συμβούλου του, Μαρινέλι, προκειμένου να την αποκτήσει, με αποτέλεσμα την –εν αγνοία του– δολοφονία του αντεραστή του από πληρωμένους «ληστές» και την αρπαγή της νεα­ ρής στο παλάτι με πρόσχημα τη σωτηρία της. Προκειμένου να την κρατήσει μακριά από τους γονείς της για μία νύχτα, προφασίζεται τελικά κράτηση της κοπέλας για ανακρίσεις και, σε μια σύντομη συνάντηση μαζί της που επιτυγχάνει ο γερο-Γκαλόττι, στρέφει το όπλο του όχι στον ηγεμόνα ή έστω στον σύμβουλό του, αλλά κατόπιν παράκλησής της στην ίδια του την ενάρετη κόρη για να την «σώσει» από την αποπλάνηση. Έργο-μανιφέστο για την ηθική της αστικής τάξης έναντι μιας διεφθαρμένης αριστοκρατίας, επιλέχθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού μεταξύ άλλων και για το πολιτικό νόημα που το περιβάλλει: οι μηχανισμοί της εξουσίας που

συντρίβουν το άτομο, αλλά και η αντίσταση του τελευταίου προκειμένου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του. Δεν χωρά αμφιβολία πως το έργο υποδεικνύει τους μηχανισμούς εξουσίας. Όταν προσεγγιστεί, ωστόσο, από την ιδεολογική του σκοπιά, φέρει όλα τα προβλήματα των έργων του Λέσινγκ. Όπως αναφέρει ο Peter Szondi, για τον Λέσινγκ, κατά κανόνα είναι ευκολότερο ο αδικημένος από μια διεφθαρμένη εξουσία πολίτης να βλάψει τον εαυτό του παρά την εξουσία αυτή –και τούτο σε μεγάλο βαθμό θεωρήθηκε η ηρωική ελευθερία και αξιοπρέπεια όλων των επόμενων μεγάλων έργων του γερμανικού αστικού θεάτρου. Αυτό είναι μάλλον ένα μήνυμα του έργου που ποτέ δεν εκφωνείται στον θεατή. Εξάλλου, ο κακός σύμβουλος της εξουσίας παίρνει όλο το βάρος πάνω του –σε μια εποχή που η Πεφωτισμένη Δεσποτεία δήθεν «συναινετικών» μοναρχών υπήρξε το ανάχωμα στη μεταφορά της Γαλλικής Επανάστασης στη Γερμανία. Ο σκηνοθέτης επιτείνει το βάρος του απρόσωπου μηχανισμού έναντι του προσώπου που τυπικά έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα (του Ηγεμόνα), γεμίζοντας την σκηνή με πανομοιότυπους κουστουμαρισμένους matrix Μαρινέλι μιας άπιαστης τελικά εξουσίας. Ο θεατής του Εθνικού Θεάτρου στο τέλος θα συγκατανεύσει ασυναίσθητα στο «διαχρονικό» αίσθημα του έρμαιου της εξουσίας, που τι μπορεί να κάνεις κανείς απέναντί της. Αλλά η παράσταση δεν θα τον αφήσει έτσι. Σε μια δεύτερη κίνηση, φροντίζει συγχρόνως να του διασκεδάσει αυτό το αίσθημα ματαιότητας και ανημπόριας. Γιατί ακόμα και το όποιο φορτίο οργής που μεταφέρει η μηχανορραφία και η αδικία στον θεατή, το ίδιο το μέσο που ο Λέσινγκ είχε θεωρητικοποιήσει ως το δραματικό «κλειδί» προκειμένου να δράσει η καταγγελία του, δηλαδή ο οίκτος για τον αδικημένο και εν γένει ο συναισθηματισμός, εξανεμίζονται γρήγορα στο οπτικοακουστικό σόου της σκηνοθεσίας, με κάμερες, μικρόφωνα και κονφερασιέ του μακιαβελισμού, χορούς και stage effects που ανεβοκατεβαίνουν, γκροτέσκα και μπουσουλίσματα των ηθοποιών, που, αν μη τι άλλο, στο σύνολό τους κατορθώνουν να προσφέρουν μετά από χρόνια στο κοινό του Εθνικού κάτι από την μεταμοντέρνα απόλαυση του πα­


[53]

λιού Αμόρε. Η πολιτική συν­­­­ δήλωση, εξαρχής αμφιλεγό­ μενη, επενδύεται έτσι με μια αισθητική που τηναπονευρώ­ νει και εκμη­δε­ νί­ζει την πολιτική πρόσληψη ενός έργου που υποτίθεται ότι επιλέχθηκε και για την πολιτική του διάσταση. Ακόμα και το αίσθημα της ανημπόριας απέναντι στην εξουσία δεν έχει στο τέλος καμία σημασία. Τούτο το τοπίο συμπληρώνεται ελαφρά με ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον έργο που επιλέχθηκε στο ρεπερτόριο και το οποίο αξιώνει από τους συντελεστές του δάφνες επικαιρότητας και αναλογίας με την δεδομένη στιγμή της ελληνικής κοινωνίας. Η Τριλογία του παραθερισμού (Μανία του παραθερισμού, Περιπέτειες του παραθερισμού, Επιστροφή από τον παραθερισμό, 1761) του Κάρλο Γκολντόνι, δείχνει πώς δύο οικογένειες πνιγμένων στα χρέη μεσοαστών Βενετσιάνων δανείζονται κι άλλο προκειμένου να κάνουν πολυέξοδες διακοπές μέσα στην τελευταία λέξη της μόδας και για να παρακολουθήσουν το κοινωνικό φαίνεσθαι των πλουσίων, μεταθέτοντας τις συνέπειες για «μετά τον παραθερισμό». Στο πλαίσιο αυτό, ο νεαρός Λεονάρντο της μίας οικογένειας υπογράφει συμβόλαιο γάμου με τον πατέρα της Ιακίντα, κόρης της άλλης οικογένειας, αυτή όμως κατά τον παραθερισμό ερωτεύεται τον μάλλον παρασιτικό Γκουλιέλμο, που αναγκάζεται να υπογράψει συμβόλαιο γάμου με την αδερφή του Λεονάρντο, προκειμένου να μπορεί να είναι κοντά στην αγαπημένη του. Σε αυτήν την προτσεχωφική πινακοθήκη «εξοχής» μιας Βενετίας που βουλιάζει αμετανόητη στα χρέη της λίγο πριν εξαφανιστεί από το χάρτη των κρατών, μια κοινωνική τάξη νουθετείται από τον Γκολντόνι –ρητά κιόλας, στο σημείω­

μά του στην έκ­δοση του έρ­­γου του – προ­κειμένου να μην προσπαθεί να ζει σαντουςπραγ­ ­ματικά «πλού­ σιους και ευγενείς», στους οποίους, όπως αναφέ­ρε­ται, επιτρέπεται λόγω θέσης και περιουσίας να κάνουν πε­ ρισ­σότερα από τους άλλους. Ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης, στις συνεντεύξεις του, είχε τουλάχιστον την ευαισθησία να βάλει δίπλα στον υπερδανεισμένο Έλληνα της μεσαίας τάξης που τώρα πληρώνει τις συνέπειες της «μεγάλης ζωής» και το κράτος και τους πολιτικούς που δανείζονταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες –αφήνοντας πάντως απ’ έξω κι αυτός τους πραγματικά «πλούσιους κι ευγενείς». Το ισοπεδωτικό «μαζί τα φάγαμε», είναι το μόνο που μένει για να μειδιάσει το κοινό με τον εαυτό του. Στο πικρό φινάλε «μετά τον παραθερισμό», η παράσταση, ακολουθώντας αντίθετη πορεία από τη μεταμοντέρνα πασαρέλα των δύο πρώτων μερών, προς έναν σκηνικό και ενδυματολογικό ρεαλισμό μιας πιο σύγχρονης εποχής, με τους ήρωες να «ντουμανιάζουν» τη σκηνή-καμαρούλα ψάχνοντας λύση για τα χρέη τους, και εντέλει, τιμώντας τα συμβόλαια γάμου τους (και τους δανειστές τους) να συμβιβάζονται με λύσεις όχι συμφέροντος αλλά ωριμότητας, όπως λέγεται, μοιάζει να προτρέπει τους θεατές να σκεφτούν τη δική τους νεοελληνική ευθύνη, και τη φωνή της υπευθυνότητας του πληρωτέου λογαριασμού τους. Συμπτωματικά ή όχι, τα δύο αυτά έργα, γραμμένα τον 18ο αιώνα για να απευθυνθούν στη μεσαία τάξη που βρίσκει επιτέλους την έκφρασή της στη θεατρική σκηνή, φαίνεται να βρίσκουν την απεύθυνσή τους στην σημερινή μεσαία τάξη που σε μεγάλο βαθμό γεμίζει το Εθνικό. Αν το θέατρο, για τον σύγχρονο του Λέσινγκ και του


[54]

Γκολντόνι, Ντιντερό, είναι ένας καθρέφτης για να δει το κοινό τον εαυτό του όπως αληθινά είναι, ο καθρέφτης του Εθνικού δείχνει τη μισή μόνο αλήθεια: στωικότητα, ηρωική υπακοή, αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών. Η άλλη μισή, που είναι η δίκαιη αγανάκτηση για αυτούς που πραγματικά «τα φάγανε», η διεκδίκηση και ακόμα ακόμα η ανυπακοή, έχουν για τα καλά παρασιωπηθεί. Αναρωτιέται κανείς εύλογα, για έναν καλλιτεχνικό διευθυντή με αθεράπευτη αγάπη για το γερμανικό θέατρο, πού βρίσκονται οι Ληστές του Σίλλερ. Βέβαια, το ίδιο το μότο της φετινής σεζόν, που επέλεξε τούτος για να αντικατοπτρίσει τη δέουσα στάση της ελληνικής κοινωνίας, είναι ένας εσωστρεφής στίχος από τα «Επικίνδυνα» του Καβάφη: Στις κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω το πνεύμα μου σαν πριν, ασκητικό. Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και ο «προβληματισμός» του πολιτικού Απ’ την άλλη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (ΣΓΤ), όχι μόνο επιλέχθηκαν πολιτικά έργα, αλλά και εντάχθηκαν σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο προβληματισμού. Το πρώτο απ’ αυτά ήταν O Θάνατος του Δαντόν του Γκεόργκ Μπύχνερ (1835), σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Ο Μπύχνερ αναπαριστά μια κρίσιμη στιγμή της Γαλλικής Επανάστασης, όταν ο Δαντόν, απογοητευμένος και μπουχτισμένος από το αιματοκύλισμα στο οποίο έχει αυτή εξελιχτεί και έχει νωρίτερα πρωτοστατήσει και ο ίδιος, αποσύρεται στην απραξία και την ακολασία, ενώ ο «ενάρετος» Ροβεσπιέρος συνεχίζει να επιβάλλει την τρομοκρατία των ιδανικών της, οδηγώντας στο τέλος τον πρώην σύντροφό του στη λαιμητόμο ως προδότη. Ο Λιβαθινός, που δηλώνει ότι «οι οργισμένοι δεν έχουν πάντα δίκιο» και ότι «O Θάνατος του Δαντόν είναι ένα από τα πιο ακραία έργα πάνω στον θρίαμβο του κυνισμού και της επαναστατικότητας της εποχής μας, που είναι πλαστή και χωρίς ιδανικά», παρουσίασε μια καρικατούρα της Γαλλικής Επανάστασης, απόλυτα βασισμένη σε μια εικονοποιία που ελάχιστα ενδιαφερόταν για το πολιτικό υπόβαθρο, αλλά και τη συγκίνηση με την οποία ο Μπύχνερ κατάφερε να περιβάλει όχι απλώς κάποια από τα πρόσωπα σαν

οποιουσδήποτε «λογοτεχνικούς» ήρωες, αλλά συνολικά αυτό το σάρωμα που η Ιστορία επέφερε σε πραγματικές ηγετικές μορφές καθώς προσπάθησαν –και εντέλει κατάφεραν– να τη διαμορφώσουν. Από τη μια, ο Δαντόν του καναπέ (το βασικό σκηνικό-αναφορά της παράστασης) αφυπνίζεται τελικά και ζητάει περισσότερη δημοκρατία και ανθρωπισμό, φλερτάροντας όμως συνακόλουθα με τα ανθρώπινα πάθη και την διαφθορά. Από την άλλη, ο δικτατορίσκος Ροβεσπιέρος. Ποια είναι η σχέση που τους συνδέει; Ο Λιβαθινός όχι μόνο αδυνατεί να αντιληφθεί την προσωπική τους τραγωδία (ο ένας αποκτά «προσωπικότητα» παραιτούμενος από την επανάσταση, ο άλλος αυτοθυσιαστικά σχεδόν αποπροσωποποιείται για χάρη της), αλλά αδυνατεί να δει και τη διαλεκτική της ίδιας επανάστασης που ο εικοσιενάχρονος Μπύχνερ αντιλήφθηκε σχεδόν δύο αιώνες πριν: δεν θα υπήρχε Δαντόν χωρίς τον Ροβεσπιέρο. Η ΣΓΤ ενέταξε την παράσταση σε ένα οργανωμένο κύκλο συζητήσεων υπό τον τίτλο «Πολιτική βία και φανατισμός» και υπότιτλα ερωτήματα «Νομιμοποιείται η χρήση της βίας από τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες; Πώς μπορεί να αποφευχθεί ο ακραίος φανατισμός και η βία σε εποχές μεγάλων κοινωνικών αναταράξεων; Υπάρχει “αναγκαία βία”»; Και ακόμα, «έχουν οι κοινωνίες και οι πολιτικές εξουσίες την ευελιξία να τη δουν να έρχεται και να αλλάξουν, ώστε να την αποτρέψουν;». Τα ερωτήματα εμπεριέχουν ήδη την απάντηση –προφανώς θεωρήθηκε πως και το ίδιο το έργο την επικυρώνει με την καλλιτεχνική αυθεντία του συγγραφέα, αλλά και του σκηνοθέτη της παράστασης. Η δεύτερη παράσταση –στο ίδιο πλαίσιο– είναι Η αποστολή. Η ανάμνηση μιας επανάστασης, του ανατολικογερμανού συγγραφέα Χάινερ Μύλλερ (1979). Πρόκειται για ένα ακόμα έργο-σχόλιο πάνω στη Γαλλική –Ρωσική στην πραγματικότητα– Επανάσταση και ειδικότερα στην αποτυχία της. Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση στέλνει στην Τζαμάικα τρεις Γάλλους πολίτες, τον Ντευμπυσόν, ιδεαλιστή γιο δουλοκτήτη με κτήματα στο νησί, τον αγρότη Γκαλουτέκ, και τον νέγρο Σασπόρτας, προκειμένου να οργανώ­­ σουν τον ξεσηκωμό των νέγρων σκλάβων. Εντω-


[55]

μεταξύ όμως, πίσω στη Γαλλία, ο Ναπολέοντας ανακηρύσσεται Αυτοκράτορας, και η προδοσία της ίδιας της Γαλλικής Επανάστασης από τον εαυτό της αντανακλάται στην προδοσία της αποστολής από τον αρχηγό της: ο Ντεμπυσόν αναλαμβάνει τα κτήματα και τους δούλους του πατέρα του, ενώ οι σύντροφοί του βρίσκουν φριχτό θάνατο, συνεχίζοντας μάταια μια χαμένη αποστολή. Σε μια εξαιρετική παράσταση, όπου ο αρχηγός της επαναστατικής αποστολής Ντεμπυσόν είναι κι αυτός ντυμένος σαν κονφερασιέ, ο τριανταδυάχρονος σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς τόνισε ιδιαίτερα την έννοια της προδοσίας, που βρίσκεται στο κέντρο του έργου, ταυτίζοντάς την όμως με εκείνη της επανάστασης. Στο έργο, ωστόσο, η προδοσία ανήκει στον γαιοκτήμονα Ντεμπυσόν, όχι στην ίδια την επανάσταση που ο Γκαλουτέκ και ο Σασπόρτας συνεχίζουν με τίμημα τη ζωή τους. Και, πάνω απ’ όλα, ο σκηνοθέτης δεν φαίνεται να αναρωτιέται, όταν εντοπίζει την κομβικότερη σκηνή του έργου που ο Μύλλερ μας μεταφέρει «εκτός πλοκής» σε έναν σύγχρονο καφκικό ανελκυστήρα της Ανατολικής Γερμανίας, όπου ένας υπάλληλος ασφυκτιά στη μάταιη προσπάθειά του να φτάσει στον προϊστάμενό του που θα του αναθέσει μια άγνωστη

αποστολή: πόσο αναγκαίο μοιάζει να ξεσηκωθεί ο σύγχρονος «σκλάβος», έστω και αν η επανάστασή του θα ήταν και πάλι καταδικασμένη να αποτύχει; Στη συζήτηση μετά την παράσταση, ο ίδιος ο σκηνοθέτης παρουσιάζεται αμήχανος. Όπως και σε πρώτες του συνεντεύξεις είχε δηλώσει, θέλησε να ξεκινήσει από την πεποίθηση ότι η επανάσταση είναι μια «δημαγωγική έννοια» –κι από κει να περάσει στην ελληνική κοινωνία, προφανώς του Δεκέμβρη του 2008 και της περιρρέουσας ανυπακοής. Όμως τους κονφερασιέ του της επανάστασης πρόλαβαν εντωμεταξύ τα γεγονότα στις χώρες της Βόρειας Αφρικής, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος, με αποτέλεσμα τα περί μετατόπισης του έργου στην ελληνική κοινωνία να μετατεθούν στις ελληνικές καλένδες. Η θεωρητικός και μεταφράστρια του έργου Ελένη Βαροπούλου δίπλα του, εκτίμησε πως δεν υπάρχει λόγος τελικά να θεωρούμε όλα τα έργα επίκαιρα, αφού πάνω απ’ όλα είναι αισθητικά αντικείμενα, που ανήκουν κυρίως στην εποχή τους. Ωστόσο στην παρουσίαση της παράστασης από το σάιτ της ΣΓΤ έχει «ξεμείνει» η αρχική ιδέα: οι νεαροί συντελεστές προσπαθούν «στην πρώτη αυτή παράσταση της Αποστολής στη χώρα μας, να διερευνήσουν μέσα από το κείμενο του Μύλλερ την


[56]

έννοια της επανάστασης σήμερα, σε μια διαρκώς μεταλλασσόμενη ελληνική κοινωνία». Η ΣΓΤ επέλεξε την παραγωγή δύο έργων για την επανάσταση υπό όρους που μπορούν να δια­βαστούν ως μια όχι απλώς κριτική της ιδέας, αλλά ως απόρριψή της: η επανάσταση είναι πάντα απεχθείς Ροβεσπιέροι και Ντεμπυσόν, φαίνεται να μας λέει, που καταλήγουν στο αίμα και την προδοσία. Οι δύο σκηνοθέτες των παραστάσεων, τόσο διαφορετικοί και από διαφορετικές γενιές, συγκλίνουν μέσα από την καταγγελία της πλαστής της υπόστασης σήμερα, σε μια αισθητικοποίηση του τέλους της: στον Δαντόν, το μπυχνερικό πλέξιμο των πολιτικών αποχρώσεων που στήνει τη διαλεκτική της έχει περικοπεί και έχει πνιγεί σε όμορφα tableaux vivantes, ομογενή

για όλες τις πολιτικές θέσεις. Έτσι στο τέλος η επανάσταση δεν απομένει παρά σαν μια τρέλα κάποιων τρελών που σκοτώνονται μεταξύ τους αφού σκοτώσανε τους άλλους –στο τέλος Δαντόν και Ροβεσπιέρος βγάζουν μαζί την αναμνηστική φωτογραφία της, αποκεφαλισμένοι απ’ τη γκιλοτίνα της μεταμοντέρνας συμφιλίωσης· και στην Ανάμνηση, γαιοκτήμονες και σκλάβοι, ο αποστάτης Ντεμπυσόν και οι δύο σύντροφοί του που συνεχίζουν μέχρι τέλους, συγχωνεύονται σε μια κοινή α-ψυχολογική εκφορά που εξοβελίζει κάθε πολιτική φόρτιση σε α-πολιτικούς φορμαλισμούς και γκροτέσκα, όχι μόνο κρύβοντας τις ρωγμές της μυλλερικής αναπόλησης, αλλά επικυρώνοντας πως, πάνω απ’ όλα, σήμερα η επανάσταση είναι μια μακρινή κακή ανάμνηση απ’ την οποία δεν έχουμε τίποτα να φοβόμαστε, εκτός από εκείνους που πάνε να μας την πουλήσουνε για γνήσια. Κανείς δεν προκρίνει τη βία. Και ναι μεν οι επιλογές της ΣΓΤ συνιστούν σημαντικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας –φυσικά υπάρχουν και άλλα λιγότερο κριτικά των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων–, κυρίως όμως είναι άλλο πράγμα να γράφεις και να ανεβάζεις αυτά τα έργα για να κρίνεις μια επανάσταση αφού έχει γίνει –από τον ίδιο το χώρο που άνοιξε η επέλευσή της, όπως εννοεί ο Ζίζεκ– και άλλο, στην Αθήνα του 2011 που μυρίζει μπαρούτι, αρνούμενος την ολοένα αυξανόμενη κοινωνική αναταραχή και ανυπακοή, υπό το μανδύα πάντα του «προβληματισμού», των «συζητήσεων» και του «αυθεντικού» θεατρικού συμβάντος μιας, το λιγότερο, στρεβλής ματιάς.


[57]

Γιάννης Βογιατζής

Υπεράσπιση της Απαισιοδοξίας Απαράμιλλη γλώσσα της νεκροκεφαλής: ενώνει την πλήρη έλλειψη εκφράσεως –το μαύρο στις κόχες των ματιών της– με την πιο άγρια έκφραση –το ειρωνικό γέλιο των οδοντοστοιχιών. Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος

Η

απαισιοδοξία είναι βλάσφημη. Η αποκήρυξή της υπήρξε ανέκαθεν κομμάτι του μοντέρνου πολιτισμού: πώς μπορεί, στο κάτω κάτω, να υπάρξει (νικηφόρα) πρόοδος χωρίς (αγέρωχη) αισιοδοξία για τις άπειρες δυνατότητες του μέλλοντος; «Εν μέσω κρίσης», η αποκήρυξη αυτή επιστρέφει εμφατικά. Και κάθε φορά που γίνεται λόγος για την τέχνη, μοιάζει να παίρνει διαστάσεις μαζικής υστερίας. Από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. * Για τον δεξιό λόγο, τα πράγματα ήταν εξαρ­­χής απλά: η τέχνη, ως παντελώς άχρηστο πράγμα, μπορεί να πουλιέται και να αγοράζεται κατά το δοκούν μόνο ως διασκέδαση. Αυτό που αρνείται την κοινωνία των εμπορευμάτων γίνεται καθαρό εμπόρευμα και βρίσκει επιτέλους τη θέση του και την αποστολή του (για να μπορούν τέλος πάντων να πουλάνε κάτι οι διαφημιστές): απέναντι στη θλιβερή πραγματικότητα, ας καταναλώσουμε (πουλήσουμε) κάτι «διαφορετικό» από το ζοφερό παρόν (ήτοι, τέχνη πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη και ροζ κορδέλες). Ο κόσμος, «εν μέσω κρίσης», δεν θέλει να προβληματίζεται, μιας και η καθημερινή του ζωή έχει ήδη γίνει «το» πρόβλημα (λες και προηγουμένως ήταν απροβλημάτιστη). Η απαισιόδοξη πραγματικότητα πρέπει να αντισταθμιστεί από αισιόδοξη αποχαύνωση. Η διαφήμιση, πρωτοπόρα όπως πάντα, έχει, εδώ και καιρό, πιάσει το νόημα των καιρών: ολοένα και περισσότερα σποτ αρχίζουν ή τελειώνουν με την επωδό «κόντρα στη μιζέρια» ή το απολαυστικό «αντίδοτο στην κρίση». *

Στην ίδια γραμμή και η αριστερά: θυμήθηκε αίφνης το ζντανοφικό της παρελθόν κι απενοχοποιημένα πλέον ζητάει μια νέα στράτευση: όχι δα σε κανέναν πολιτικό αγώνα ούτε βέβαια στη ριζοσπαστική άρνηση του παρόντος. Μα, μια στράτευση παλιά και παρωχημένη, με όχημα μια μεσσιανικού τύπου «πίστη» στις καλύτερες μέρες που ευαγγελίζονται τα προτάγματά της. Όχι. Καμία απαισιοδοξία δεν της πρέπει, μιας και ξεπέρασε πια και τις «ήττες» και τις «διαψεύσεις». «Εν μέσω κρίσης», ο κόσμος χρειάζεται να πιαστεί από οράματα και επαναστατική ετοιμότητα. «Ο κόσμος θα γίνει (ασφαλώς) κόκκινος» κι η τέχνη οφείλει να το διαλαλεί σε κάθε ευκαιρία. Για μια ακόμα φορά, η τέχνη πρέπει να καμώνεται ότι ο κόσμος έχει ήδη γίνει κόκκινος, ως εάν το κατάφωτο μέλλον να ‘χει ήδη δικαιώσει το ζοφερό παρόν και το δυσφημισμένο παρελθόν. Εικόνα απ’ το μέλλον πρέπει να είναι η τέχνη –ούτε λόγος για την εικόνα του παρόντος ή για την πραγματική ρήξη με αυτό. * Εδώ το παράδειγμα της τέχνης είναι σαφής αντα­ νάκλαση (όχι πια της φύσης, αλλά) της κοινωνίας. Η «κρίση» κάνει το κοινωνικό φαινόμενο της απογοήτευσης από το παρόν και της απαισιο­ δοξίας για το μέλλον (της οικονομίας, της κοινωνίας, της χώρας κ.ο.κ.)1 ιδεολογικό όχημα για μια ιδιότυπη ανταλλαγή. Η απαισιοδοξία είναι 1. «Απαισιοδοξία και ανασφάλεια είναι τα αισθήματα που κυριαρχούν στους πολίτες για την πορεία της χώρας, για τις προοπτικές της ζωής τους, για την οικονομία. […] Το 78% των πολιτών δηλώνει ότι τα πράγματα στην Ελλάδα πηγαίνουν σε λάθος κατεύθυνση. […] Το 73% αναμένει ότι μέσα στους επόμενους 12 μήνες η οικονομική κατάσταση της χώρας θα χειροτερέψει». «Κυρίαρχες τάσεις η απαισιοδοξία και η ανασφάλεια», εφ. Η Καθημερινή 11.3.11.


[58]

μεν αναπόφευκτη, ένεκα της «συγκυρίας», αλλά καταδικάζεται ως παθητική ομφαλοσκόπηση ή συντηρητική άρνηση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που διανοίγονται από αυτή τη συγκυρία. Το ιδεολογικό οπλοστάσιο της κυρίαρχης τάξης ταυτίζει την «απαισιοδοξία» με τον «φονταμενταλισμό» και τη λοιδορεί ως οπισθοδρομικό σκοταδισμό:2 καθόλου τυχαία, υπεύθυνοι γι’ αυτήν την «απαράδεκτη» στάση δεν είναι μόνο οι δεξιοί φονταμενταλιστές, είναι και ο ανεύθυνος, αναχρονιστικός συνδικαλισμός, η αριστερά της ανέξοδης διαμαρτυρίας (χωρίς «αντιπρόταση», λένε) και εκείνη της «νοσταλγίας του παρελθόντος».3 Και, έτσι, όλοι σπεύδουν να επικαλεστούν την αισιόδοξη προοπτική: ο κυρίαρχος λόγος φλυαρεί για την επικείμενη «ανάκαμψη» της χώρας, που βρίσκεται διαρκώς πίσω απ’ την επόμενη γωνία· ο σοβινιστικός σκοταδισμός παραληρεί για την αλήθεια του παράλληλου κόσμου της θρησκευτικής πίστης και την ελπίδα της επερχόμενης λύτρωσης· ο επαναστατικός ενθουσιασμός υπερθεματίζει για την αισιοδοξία που κατακλύζει τα πλήθη μετά από κάθε «μεγα2. «Πρωταθλητές της απαισιοδοξίας μπορούν να χαρακτηριστούν οι Ελληνες φονταμενταλιστές. Συγκλονισμένοι από το μέγεθος της οικονομικής κρίσης που μας μαστίζει, από τα επώδυνα μέτρα που αυτή συνεπάγεται, από την ανομία και ατιμωρησία στην κοινωνία μας, από τον ξύλινο κομματικό λόγο των πολιτικών μας, από τη φοροδιαφυγή και κάθε άλλου είδους διαφθορά, από την κατάντια των πανεπιστημίων μας και από την ανεξέλεγκτη εισροή λαθρομεταναστών, μας προτρέπουν να βρούμε καταφύγιο σε μια εξιδανικευμένη φαντασίωση του παρελθόντος». Θεόδωρος Kουλουμπής, «Αυτοτροφοδοτούμενη απαισιο­δοξία», εφ. Η Καθημερινή 20.3.11. 3. «Οι συντεχνίες (όπως είδαμε με τους λιμενικούς, τους αεροελεγκτές, τους κατόχους αδειών των βυτιοφόρων, και –όπως μας υπόσχονται ότι θα πράξουν- τους συνδικαλιστές της ΔΕΗ) απειλούν ότι θα φτάσουν στα άκρα για να προστατεύσουν τα κεκτημένα τους δικαιώματα. Συνθήματα, όπως ανυπακοή, το δίκιο του εργάτη, πόλεμος και “θα ματώσουμε”, είναι βρικόλακες μιας άλλης εποχής. Έφτασε η ώρα, η κοινωνία (ο λαός μας) να περάσει ένα αυστηρό μήνυμα απέναντι σ’ αυτού του τύπου τις εκβιαστικές συμπεριφορές. Δεν μπορούν ολιγάριθμες οργανωμένες ομάδες να παραλύουν την κίνηση των πόλεων, να μας βυθίζουν στο σκοτάδι, να αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας σε καίριους τομείς (π.χ. τουρισμός), και να μην αντιλαμβάνονται ότι τα μεγάλα θύματα των μέτρων λιτότητας είναι οι πολλοί… μισθωτοί, χαμηλόμισθοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, και φυσικά οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι (ιδίως οι νέοι)». Θεόδωρος Kουλουμπής, «Περί αισιοδοξίας», εφ. Η Καθημερινή, 14.8.10.

λειώδη» διαδήλωση που στέλνει «ηχηρό μήνυμα», καθώς και για την τελική νίκη του κινήματος που έρχεται –κι αυτή μονίμως πίσω από την επόμενη γωνία.4 Είναι πρόδηλο ότι το νόμισμα έχει μία όψη. * Το αίτημα για «αισιοδοξία» είναι, βέβαια, η άλλη όψη του αιτήματος για «κατανοησιμότητα». «Να μιλήσουμε απλά», δηλαδή, όχι με τη χάρη που έψαχνε κάποτε ο ποιητής, αλλά με την χοντροκομμένη γλώσσα της καθημερινής φλυαρίας: να μιλήσουμε απλοϊκά σε απλοϊκούς ανθρώπους. Το ταμπού της ριζοσπαστικής σκέψης σφραγίζει την αθώα τούτη πρόθεση. Όπως η πολιτική, η τέχνη οφείλει να είναι κατανοητή, να γίνεται εύκολα και ανέξοδα αντιληπτή, να είναι εντέλει «εύπεπτη». Προφανώς, τίποτα κακό δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως σε μια τόσο διαφωτιστική στρατηγική –ας μάθουν πρώτα να διαβάζουν οι ιθαγενείς και μετά βλέπουμε τι βιβλία θα τους χαρίσουμε (πουλήσουμε). Το επιχείρημα είναι βγαλμένο απ’ τις καλύτερες στιγμές της τηλεόρασης –και είναι πέρα για πέρα σκοταδιστικό. Προϋποθέτει ένα «μαζικό κοινό», προορισμένο μόνο να καταναλώνει (τέχνη, πολιτική, σκέψη, εμπορεύματα εν γένει), μια «κοινή γνώμη» ακαλλιέργητη, σιωπηλή, παθητική και εντέλει αγράμματη. Μόνο που μπροστά σ’ αυτή τη λαθροχειρία, η απάντηση θα έπρεπε να είναι η αντιστροφή της: όχι να μιλήσουμε απλά, αλλά να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους («το γαμήσι γαμήσι, το γκάστρωμα γκάστρωμα, το κόκκινο κόκκινο», που έλεγε κι ένας άλλος ποιητής). * Το «εύληπτο» και το «ιλαρό» είναι τα νομίσματα που ανταλλάσσει η βιομηχανία του πολιτισμού με τη βιομηχανία των εμπορευμάτων. Ό,τι τα

4. «Το στοίχημα αλλά και η πρόκληση για την Αριστερά είναι μέσα από την ενωτική της παρουσία να μπορέσει να μετατρέψει τη σημερινή διάχυτη απαισιοδοξία σε δύναμη απεμπλοκής από το μνημόνιο αλλά και διεκδίκησης μιας άλλης πορείας», Πάνος Σκουρλέτης (εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΝ), Enet 31.8.10. (http://www.enet.gr/?i=news. el.article&id=198223)


Αχιλλέας Βογιατζής

[59]

ξεπερνάει δυσφημείται ως πεσιμιστικός υπαρξισμός, νεορομαντική πόζα, μελαγχολική μοιρολατρία, ναρκισσιστικός ντεφετισμός. Η «κρί­­ση» ως κατάσταση εξαίρεσης βαθαίνει τα ήδη υφιστάμενα ιδεολογήματα: αποστολή της τέχνης είναι η «παραμυθία». Η άρνηση του παρόντος στο όνομα μιας «άλλης πραγματικότητας» (παράλληλης ή μελλοντικής, δεν έχει σημασία) ακυρώνει κάθε ριζοσπαστική σκέψη για το «τώρα». Αριστερά και δεξιά συμφωνούν σε αυτήν τη θεολογική οπτική: ο «άλλος κόσμος» είναι περίλαμπρος και ευτυχισμένος. Από αυτήν την άποψη, μοιρολατρική είναι η αισιοδοξία. * Τα πράγματα, βέβαια, ήταν πάντα κάπως έτσι. Αυτή η όψη του νομίσματος υπήρξε ανέκαθεν το καταφύγιο της μεσσιανικής ρητορικής, ακόμα και όταν παρουσιαζόταν σαν κάλεσμα στα όπλα. Η πλήρης, ωστόσο, επικράτηση του μικροαστισμού αφομοιώνει (ως συνήθως) και την αντίθετη πλευρά, σαν θλιβερό άλλοθι. Η άλλη όψη, η πλευρά της λεγόμενης «αριστερής απαισιοδοξίας», εξακολουθεί να είναι προνομιακός τόπος της αριστερόστροφης τέχνης –ει μη και πολιτικής. Μια ολόκληρη γενιά που γαλουχήθηκε με «υψηλή τέχνη» βρίσκει πλέον το πεδίο κατανάλωσης που της ανήκει και της αξίζει. Η

υφαρπαγή της απαισιόδοξης οπτικής από το καταναλωτικό κοινό της «υψηλής διανόησης» και της «σοβαρής κουλτούρας» συντελείται στο προνομιακό (τουτέστιν ανώδυνο) τερραίν του πολιτισμού: εδώ το παιχνίδι παίζεται, φαινομενικά, με τα μέσα της «απαισιοδοξίας». Η «σοβαρή τέχνη», δεν μπορεί παρά να είναι απελπισμένη και μελαγχολική. Η «απαισιοδοξία» της περιορίζεται στη φόρμα, γίνεται ζήτημα «ύφους», τουτέστιν στυλ. Ως εκ τούτου, αυτή είναι όντως μια «πόζα» και τίποτε άλλο. Ελλείψει οποιασδήποτε θεωρίας ή έστω πρόθεσης, η «απαισιοδοξία» αυτή περιχαρακώνεται στο αποστειρωμένο «εγώ» και τον φορμαλιστικό «ερμητισμό», πιθηκίζοντας μονίμως την όψη της μελαγχολίας. Είναι προφανές ότι τα κακέκτυπα της απαισιοδοξίας δεν είναι παρά μια «μελαγχολική στάση» που έχει αναχθεί σε «αποστολή», δηλαδή σε «επάγγελμα». Ο «μελαγχολικός καλλιτέχνης» αντιστοιχεί στον «ρεαλιστή πολιτικό». Ο θρήνος του δεν είναι μόνο θρήνος της απώλειας, είναι, επίσης, και συμφιλίω­ ση μ’ αυτήν: το αντικείμενο του πόθου χάθηκε άπαξ διαπαντός (τουτέστιν: κάποτε το κατείχαμε –αλλά κάπου παράπεσε) ή εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένο και μακρινό (τουτέστιν: κάποτε θα ανακτηθεί –με το κλάμα). *


[60]

Η ριζοσπαστική απαισιοδοξία, ωστόσο, δεν θρηνολογεί τις χαμένες ένδοξες μέρες ούτε απελπίζεται για τις καλύτερες μέρες που δεν φαίνονται (ακόμα) στον ορίζοντα. Αυτό δεν θα ήταν τίποτα άλλο παρά αντεστραμμένη αισιοδοξία. Πριν απ’ όλα, η απαισιόδοξη στάση έχει αφήσει πίσω τις όλες τις νοσταλγίες και όλες τις ελπίδες: ο απαισιόδοξος γνωρίζει μόνο έναν χρόνο, το τώρα. Αυτό που συγκαλύπτει η «απαισιοδοξία» του συρμού είναι το ίδιο μ’ αυτό που αποκαλύπτει η πρωτοπόρα «αισιοδοξία»: ο κόσμος (δεν) θα αλλάξει, ο κόσμος (δεν) θα σωθεί, ο κόσμος (δεν) θα κερδίσει. Στο παρόν δεν μπορεί να γίνει τίποτα, ας δοξολογήσουμε λοιπόν το μέλλον ή το παρελθόν. Η κίνηση είναι ίδια. Οι ευτυχισμένες μέρες πέρασαν ή έρχονται, δηλαδή «αναμείνατε στο ακουστικό σας», ήτοι: «ζητείται ελπίς». Όμως απ’ αυτόν τον κόσμο δεν λείπει η ελπίδα, λείπει η πράξη. * Ο Μπένγιαμιν λέει κάπου ότι (στην εποχή του) η πιο αγράμματη λογοτεχνική γενιά της ιστορίας έχει φτάσει, για πρώτη φορά, να μεταχειρίζεται τα ίδια μέσα με τη λογοτεχνική πρωτοπορία. Στο δικό μας πλαίσιο, η απαισιοδοξία έχει γίνει το νέο mainstream της υψηλής διανόησης: μια αμυντική στάση, αποκομμένη από κάθε μέλημα για το παρόν. Η επιθετική απαισιοδοξία ξεπερνάει την πόζα και περνάει στην πράξη κάθε φορά που ανατινάσσει εκ των έσω τα μέσα και τη φόρμα της, δηλαδή κάθε φορά που επιστρατεύει το γέλιο (μια πρακτική επιλογή). Ο (αυτο)σαρκασμός, το χιούμορ, είναι η πρακτική απάντηση σε ένα θεωρητικό πρόβλημα· η επιθετική αισιοδοξία πηγαίνει μαζί με τον επιθετικό κυνισμό. Τα πράγματα έχουν «μόνο άσχημη» πλευρά, η υπόθεσή μας θα έχει «μη ευνοϊκή έκβαση»· τα πράγματα δηλαδή είναι σοβαρά. Απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση, τέχνη και πολιτική απαντούν με «σοβαροφάνεια»: αυτό προδίδει τον καθεστωτικό χαρακτήρα τους. Το ασφυκτικό παρόν μόνο ως ανέκδοτο μπορούμε να το σκεφτούμε ή, αντίστροφα, το χιούμορ μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα της «τραγωδίας» (με τη θεατρική έννοια) στο εδώ και

το τώρα. Το απελπισμένο γέλιο είναι το πραγματικό κάλεσμα στα όπλα, αφετηρία σκέψης, εφαλτήριο πράξης, διότι έχει κλείσει τους λογαριασμούς του και με την ελπίδα και με τη νοσταλγία. Όπως ήξερε καλά ο Μπέκετ, το γέλιο αποκαλύπτει την γελοία απόγνωση, γι’ αυτό και οι φυλακισμένοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον καταλάβουν –και να τον καταλάβουν βαθιά. * Στο μαύρο του κόσμου η απαισιοδοξία απαντά με το δικό της μαύρο, όχι με το ροζ ή το λευκό που πλασάρει βολικά ο ίδιος «ζοφερός κόσμος» που η αισιοδοξία τάχα αρνείται. Η άρνηση του παρόντος είναι αδύνατη χωρίς τη ριζική άρνηση του μέλλοντος που αυτό κυοφορεί και του παρελθόντος που το προετοίμασε. Η αισιοδοξία είναι η κάλπικη δεκάρα που πασάρει από χέρι σε χέρι η άρχουσα τάξη. Πηγαίνει χέρι χέρι με το άλλο ψεύδος: τη «λύση». Η αισιοδοξία καλεί να κατατεθούν «προτάσεις», να βρεθούν «λύσεις», να διαμορφωθούν «προγράμματα». Η απαισιοδοξία καλεί στην «εποχή του θάρρους», αδιάφορη για τη διόρθωση, ικανή μόνο για καταστροφή. Σε έναν απελπισμένο κόσμο, η επινόηση της ελπίδας είναι συντηρητική: η παραβίασή της σηματοδοτεί την αφετηρία μιας νέας πράξης –ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αφήσουμε πίσω μας κάθε καλλιτεχνική αξίωση. Απέναντι στην γενικευμένη ανελευθερία απαντά με την ελευθερία της απελπισίας. Η απόγνωση μιλάει τη γλώσσα της καταστροφής, δηλαδή της δημιουργικής άρνησης. «Εν μέσω κρίσης» αντιτάσσει την «κριτική». * Η απαισιοδοξία δεν υπόσχεται τίποτα, είναι η ίδια υπόσχεση. Η απαισιοδοξία δεν προσκαλεί πουθενά, είναι το τέλος των προσκλήσεων, δηλαδή των οραμάτων. Μέσα στην καταστροφή, διαλέγει το θάρρος. Απέναντι στον τρόμο, απαντά με την καταβύθιση στην άβυσσο. Η απαισιοδοξία είναι το απωθημένο φάντασμα της αβίωτης ζωής.


[61]

ΓΙΑΤΙ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ, ΑΝ ΑΓΑΠΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΩΡΑΙΟ, Ο ΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ Η ανθρωπότητα, λένε κάποιοι, περνά δύσκολες ώρες: κι αν έχουν δίκιο, τι μ’ αυτό; Μήπως χάθηκε ο κατακλυσμός των όμορφων αντικειμένων, μήπως χάσαμε την ευγενή επιθυμία να αποκτούμε τα πράγματα που λαχταράμε; Άνθρωποι, αντισταθείτε στη μιζέρια, δοκιμάστε το μόνο αντίδοτο στη διαβόητη «Κρίση»! Βγείτε στα μαγαζιά, μυρίστε το δέρμα στα παπούτσια, χαϊδέψτε απαλά ένα τιμόνι, παίξτε καρεκλιές με έπιπλα κάποιου Σουη­δού σχεδιαστή. Μα επαγρυπνείτε: ενώ θα τα κάνετε όλα αυτά, ρίξτε μια ματιά πίσω από την πλάτη σας. Κάποιος είναι έτοιμος να μπήξει το μοχθηρό μαχαίρι του στο σβέρκο σας. Κάποιος ατημέλητος νεαρός, κάποιος μεσήλικας με τριμμένο γενάκι και γλαρό βλέμμα, κάποιος που γκρινιάζει συνεχώς, ολοφάνερα εκνευρισμένος με την ευτυχία σας. Το νου σας, άνθρωποι: Ένας «προοδευτικός»! Ο «προοδευτικός» δεν γνωρίζει, βλέπετε, πώς να είναι χαρούμενος. Θα σας πει σαν τον επιπλήξετε για την υστερική μελαγχολία του : «Τι σημαίνει να είναι κανείς χαρούμενος όταν δεν έχει φαγητό, στέγη κι εργασία;» Αντιστρέψτε του την ερώτηση: τι σημαίνει να είναι κανείς δυστυχής όταν τα έχει; Ας αποφασίσουν οι μοντέρνοι προοδευτικοί μας, τι θέλουν: Περισσότερο φαγητό, καλύτερη στέγη, υψηλότερες αμοιβές; Ή ένα σπαρτιατικό γεύμα, ένα ταπεινό κατάλυμα, μια λιγότερο «αποξενωτική» εργασία; Αν επιθυμούν το πρώτο, τότε δεν είναι παρά φωνές που απλώς ζητούν περισσότερα. Και σ’ αυτό σας μοιάζουν. Αν πάλι πασχίζουν να κατακτήσουν την ουσία της απλότητας με την αυτοσυγκράτηση, τότε απλώς μαστιγώνουν ανώφελα την αγία Απόλαυση. Και σεις φυσιολογικοί μου άνθρωποι, τι σχέση μπορεί να έχετε με όλες αυτές τις καλογερίστικες ανοησίες; Μην απορήσετε λοιπόν με τούτους τους ανθρώπους. Απλώς φυλαχτείτε∙ γιατί ο προοδευτικός, αυτός ο υποκριτής, πίσω από κάθε ποθητό αντικείμενο ανακαλύπτει, αλίμονο, «τη Δυστυχία». Ο προοδευτικός, βλέπετε, μισεί τη λάμψη των αντικειμένων που αποκαλεί «εμπορεύματα», γιατί «αποξενώνουν» τον άνθρωπο από το προϊόν της εργασίας του∙ και νοσταλγεί την εικόνα ενός μεσαιωνικού τεχνίτη, στο απόμερο εργαστήρι του. Ο προοδευτικός ζητά μόνο να σας γυρίσει πίσω στο παρελθόν, όχι για την πολιτισμένη ικανοποίηση της γλυκιάς ματαιοδοξίας μα για την άμεση εξυπηρέτηση μιας δήθεν αγνής ανθρώπινης ανάγκης. Το παρελθόν! Αφού έτσι το θέλουν οι προοδευτικοί μας, ας κοιτάξουμε σε ένα μακρινό παρελθόν: Τι έχουν να πουν για τα ολόχρυσα στολίδια της Μυκηναίας; Τι έχουν να προσάψουν στον Φοίνικα έμπορο που η τσέπη του στάζει χρυσάφι, ανταμοιβή για τον καλλωπισμό της βασίλισσας; Ο προοδευτικός βλέπει σε όλα τούτα μιαν άχαρη συναλλαγή∙ κι αμέσως σκέπτεται –ένας Θεός ξέρει τι προκαλεί σε έναν προοδευτικό έναν τόσο παράλογο, παράταιρο και μεμψίμοιρο συνειρμό– τον αφανή δούλο που έφτιαξε το κόσμημα που εμπορεύτηκε ο Φοίνικας και στολίζει τώρα το αυτί της Βασίλισσας. Στο νου του δεν χωρά ποτέ η εικόνα της Κλυταιμνήστρας που ναρκισσεύεται εμπρός στον καθρέφτη της, αλλά μόνο η μελοδραματική εικόνα αυτού του δούλου, που ψοφοδεής ταΐζει τα παιδιά του έναν χυλό πετρωμένο από τη γλίτσα. –Άνθρωποι, διαλέξτε (με τη ψυχή, με το νου, με την ίδια σας την ψήφο): Να βλέπετε τον εαυτό σας βασιλιά, μέσα στις ονειρικές ανταύγειες του μαγικού καθρέφτη σας, ή μήπως να ψάχνετε για θλιβερές χαρακιές στα σκιώδη χέρια που κάρφωσαν κάποτε στον τοίχο σας τούτο τον υπέροχο, παυσίλυπο καθρέφτη; Άγης Πετάλας


[62]

ΓΙΑΤΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ Ο ΛΑΟΣ; Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα κόμμα που κερδίζει σε δημοτικότητα και απήχηση είναι ο ΛΑΟΣ. Μπορεί να απωθεί πολλούς η ιδέα αισθητικά, ιδεολογικά, αξιακά ή δεν ξέρω πώς αλλιώς, αλλά είναι σαφές ότι υπάρχει ένα «φαινόμενο ΛΑΟΣ». Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δει κανείς τι κάνει σωστά ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης. Κατ’ αρχάς ψήφισε το Μνημόνιο αγνοώντας τον μεγάλο κίνδυνο να χάσει ένα σημαντικό κομμάτι από την πελατεία του, μεγάλο τμήμα της οποίας έχει βιώσει στο πετσί της τις συνέπειες της δημοσιονομικής προσαρμογής. Δεν λογάριασε το ρίσκο της απώλειας ψήφων, αλλά πόνταρε στο ότι θα κερδίσει περισσότερες από μια υπεύθυνη στάση. Ο κ. Καρατζαφέρης έχει επενδύσει επίσης στη συναίνεση. Είναι ο πρώτος που μίλησε για την ανάγκη μιας οικουμενικής κυβέρνησης και ο οποίος επαναλαμβάνει μονότονα ότι το πράγμα «δεν βγαίνει έτσι όπως πάει». Η συναίνεση είναι προφανές πως δεν του έκανε κακό... Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο, αυτό του κοινού νου ο οποίος δεν περισσεύει στη χώρα μας. Όταν όλοι έβγαιναν στις τηλεοράσεις και θρηνούσαν για τα 50 δισ. ευρώ της δημόσιας περιουσίας, ο κ. Καρατζαφέρης βγήκε και μίλησε απλά και χωρίς πολλά πολλά: «Όταν βρίσκεσαι σε πόλεμο, τι κάνεις; Δεν πουλάς και τα ασημικά σου για να αγοράσεις όπλα και να τα βγάλεις πέρα; Ε, λοιπόν, πόλεμο έχουμε και τώρα». Απλές κουβέντες που δεν μπλέκονται σε περισπούδαστες αναλύσεις και βγάζουν νόημα. Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ έπιασε όμως και τον σφυγμό της κοινής γνώμης σε ένα κρίσιμο θέμα, αυτό του «νόμου και της τάξης». Η αριστερόστροφη πολιτική ορθότης που μας επεβλήθη για πολλά χρόνια δεν επέτρεπε να τεθούν τέτοια ζητήματα. Ο κ. Καρατζαφέρης τα έθεσε πολύ πριν τα ανακαλύψει το ΠΑΣΟΚ ή, βεβαίως, και η Νέα Δημοκρατία. Αν σε αυτά προσθέσετε και μερικές αξιοπρεπείς παρουσίες από πλευράς πολιτικού λόγου στη Βουλή και το Ευρωκοινοβούλιο έχετε τα συστατικά μιας επιτυχημένης πολιτικής συνταγής. Να τα ξαναθυμηθούμε; Συναίνεση, υπεύθυνη στάση όταν κρίνονται καίρια θέματα, κοινός νους και όχι ξύλινος κομματικός λόγος και νέα επαρκή πρόσωπα. Μήπως είναι αυτά τα συστατικά που περιμένει κάποιος από ένα αστικό κόμμα αντιπολίτευσης και τα οποία προφανώς δεν έχει η Νέα Δημοκρατία; Αλέξης Παπαχελάς εφ. Η Καθημερινή, 11.3.2011


[63]

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΕΑΜ Και αφού μας αφαιρέσανε όλα τα μέσα της δουλειάς και μας λιμοχτονούνε, καφενόβιοι κι αεριτζήδες και θα μας βάλουνε, λέει, αυτοί να δουλεύουμε όπως ξέρουν αυτοί να βάζουνε τους σκλάβους να δουλεύουνε. […] Η πιο άναντρη, η πιο σιχαμερή τυραννία που παρουσιάστηκε ποτές απάνω στη γη. Αληθινά «νέα τάξη» στον κόσμο. Ξαναγύρισμα στην πρωτόγονη βαρβαρότητα, κατάργηση κάθε νόμου, κάθε ηθικής, κάθε δίκιου. Ο νόμος της ζούγκλας απάνω στην Ευρώπη! Αυτή είναι η νέα Ευρωπαϊκή τάξη. […] Γιατί σ’ όλες τις χώρες βρέθηκαν οι διάφοροι Λαβάλ και Κουΐσλιγκ για να προδώσουνε τον τόπο τους. Έτσι και στη δική μας χώρα από την πρώτη στιγμή έτρεξαν κοντά στους καταχτητές τα φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα. Με την πρόφαση να περισώσουνε τάχα κάτι από την καταστροφή, μα στην πραγματικότητα για να εξασφαλίσουν αξιώματα, πρωτοκαθεδρίες, φαγοπότια, ρεμούλες για τον εαυτό τους, τους συγγενείς τους και τους φίλους τους, εδέχθηκαν να κυλιούνται καθημερινά στη λάσπη της προδοσίας, να κοψομεσιάζονται, να υποβοηθούνε τη λεηλασία και την ερήμωση της χώρας τους και να δίνουνε πρόσχημα νομιμότητας σ’ όλα τα άτιμα κακουργήματα των καταχτητών, να τα κρύβουν από το λαό και να παρουσιάζουν και τον ίδιο το λαό πως αποδέχεται, πως εγκρίνει, πως είναι τάχα ενθουσιασμένος από την εκμηδένισή του και από τη σκλαβιά του. […] Αυτοί κρύβουν από το λαό πως εμείς χρηματοδοτούμε και τροφοδοτούμε την εκστρατεία της Λιβύης. […] Και γύρω από τους αρχιπροδότες Τσολάκογλους έχουνε συγκροτήσει τις συμμορίες τους τα «τσακάλια», όλοι οι ασυνείδητοι μεγαλοκαρχαρίες των θολών νερών, οι σπεκουλάντηδες, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι εργολάβοι, οι μεσάζοντες, οι «οικονομικώς συνεργαζόμενοι μετά των αρχών κατοχής». […] Από τη μια στιγμή στην άλλη όλα τα στρώματα του λαού μας είδανε να αναποδογυρίζεται και να γκρεμίζεται γύρω τους το οικοδόμημα της ζωής τους. Ο εργάτης έχασε τη δουλειά του, βρέθηκε στο δρόμο απένταρος. Μα και όποιος είχε δουλειά, το μεροκάματό του έγινε μεμιάς μηδενικό των μηδενικών. […] Η μοίρα που φυλάνε για μας οι ξένοι καταχτητές είναι η μοίρα των μαύρων της Αφρικής, των κούληδων και των Κινέζων κουρελήδων που ψοφάνε σαν τις μύγες στις πολιτείες και στα χωριά. […] Οι ξένοι καταχτητές και οι ντόπιοι αιματορουφηχτάδες ένα σκοπό έχουνε: Να μας λυγίσουνε τις ψυχές κάτω από τα χτυπήματα της συμφοράς, να σπάσουνε τα ζωτικά νεύρα της ζωής μας, να τσακίσουνε την ψυχική μας αντίσταση, να μας κάνουνε να δεχτούμε τη μαύρη μοίρα που μας ετοιμάζουνε, να μας ρίξουνε στην απελπισία και στη μοιρολατρία. […] Δεν υπάρχει πια δικαιολογία και πρόφαση για κανέναν Έλληνα να μένει αργός, να σταυρώνει τα χέρια του, να περιμένει μοιρολατρικά την εξέλιξη, να σκύβει το κεφάλι του μπροστά στην τυραννία και την προδοσία, να περιμένει από αλλού τη σωτηρία. […] Μην ελπίζεις να ξεφύγεις ό,τι και να σοφιστείς. Ο χειρότερος εχτρός σου είναι η δειλία και η μοιρολατρία. Ο καλύτερος φίλος σου η ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα. Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Εκδοτικός Οργανισμός Ο Ρήγας, Αθήνα, 1944.


[64]

Αλέκος Λούντζης

Σάι-φάι. Στιγμιότυπο δεύτερο: κάτοικοι εξωτερικού

Ε

δώ δεν είναι Βαλκάνια· δεν είναι καν continent να κρύβεσαι στις διώρυγες του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Η βιομηχανία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το αόρατο νήμα των τραπεζικών υπηρεσιών υφαίνουν δεσμά από μετάξι. Τυποποιούν τη διαφορά πριν προφέρεις την επικίνδυνη λέξη. Δικαιοπραττούν εθιμικά. Αποτρέπουν την τραγωδία των κοινών ακόμα και όταν τα κοινά ελλείπουν. Τίποτα δεν εκκρεμεί για πολύ στο Ηνωμένο Βασίλειο· ή καταστέλλεται ή εντάσσεται στον κανόνα, στο curriculum, στις τραπεζοδιακοπές (bank holidays). Έτσι τουλάχιστον τα ξέραμε τα πράγματα, έτσι δημοσιεύονταν σε απειράριθμα journals, έτσι είχε καλλιεργηθεί ο ανθός του κοινοτικού και overseas ανθρώπινου δυναμικού. Στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα η αγγλοσαξονική συστηματικότητα εκδικήθηκε τη γαλλόφωνη λεξιλαγνεία και τον ανελαστικό γερμανισμό. Το δυναμικό εμπλουτίστηκε από επιστήμονες ομοιοκατάληκτους, εξειδικευμένους, correct και εντός των χαραγμένων νησίδων επιτράπηκε κάθε απόχρωση. Η αμφισβήτηση θεσμοθετήθηκε και χρησιμοποίησε à la carte τα εργαλεία της επιτήρησης. Άντλησε από τις πηγές, δημιούργησε θύλακες, δημοσίευσε κατά κύματα, έσπειρε επιρροή και θέρισε γραφικότητα. Κάπου εκεί ενδιάμεσα… ζούσε, φοιτούσε και φυτοζωούσε και εκείνη. Στις πρώτες λεύγες της μεσοαστικής μετανάστευσης όλοι οι άνεμοι ήταν με το μέρος της: οι συστατικές επιστολές, το γόητρο του ιδρύματος, η αριστερή ευαισθησία. Η σταδιακή αναγνώριση των αρετών της άνοιγε διαδοχικούς κύκλους δραστηριότητας και επαφών. Εκτιμήθηκε η προσήλωσή της στη μεθοδολογία και επαινέθηκε η περιεκτική της γραφή. Το θέμα της ψηφίστηκε ομοφώνως ως interesting και πρωτότυπο. Σύντομα, η περίμετρος των κύκλων μίλησε και τη μητρική της γλώσσα. Η αλληλογραφία και τα ερευνητικά ταξίδια φούσκωναν τον εγωισμό της. Η κινητικότητα έσβηνε κάθε δισταγμό για την παρούσα κατάσταση. Όλοι ήθελαν να την εντάξουν σε κάποιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα σύντομης λάντζας και εξαιρετικών προοπτικών. Ψηφιοποίησε 5 φορές τον κοπανιστό αέρα για 460 μεικτά, διόρθωσε πάνω από 2.000 γραπτά για την εμπειρία, κόπιασε σε περισσότερες από 10 «ευκαιριακές» δουλειές για τα τρέχοντα. Αν και κάποτε έμαθε να φυλάγεται από την αγγαρεία μετ’ επαίνων, ο φόβος της απομόνωσης την οδηγούσε κάθε φορά πίσω στους ομόκεντρους κύκλους. Τριανταπενταρίζοντας σε workshop και βιβλιοθήκες άρχισε να υποκύπτει σε μια αδιανόητη μικροαστική νοσταλγία: στην επαφή με τα πιτσιρίκια στη μέση εκπαίδευση ή τη «μέση οικογένεια», στην αποχή από παραγοντιλίκια με το άσπιλο βερνίκι της διανόησης, στη λιακάδα. Στο κουτί φανταζόταν μόνο μια σκωπτική επιγραφή: Η έρευνα έμεινε στάσιμη. Επιστρέφεται. Μια ωραία των ημερών… θα πακέταρε εαυτόν και όλα τα τιμαλφή σημειωματάρια, θα σταύρωνε τις κορδέλες και θα το έστελνε σούμπιτο πίσω. —Πίσω στο 1995 παρακαλώ. Δεν έχω προτίμηση για την τοποθεσία. Μόνο σε εφιάλτη ετούτο το ηττημένο αμπαλάζ… Κάθε φορά που σίμωνε, κρατούσε μια αναμνηστική σημείωση, έκανε τρία βεβιασμένα τηλεφωνήματα και άλλαζε γραμμή και κατεύθυνση. Απ’ το κέντρο στα άκρα, από τα deadlines στα νεκρά διαστήματα, από την ανασύνθεση της λόγιας αριστεράς σε ένα σπασμωδικό ξερατό. Ευτυχώς, η περίοδος της κρίσης εμφανίζει ευκαιρίες που υπερβαίνουν τις προ-


[65]

σωπικές μικρότητες. Στην αιχμή της μόδας για το ελληνικό παράδειγμα, οι υπηρεσίες της έγιναν για μια πενταετία ανάρπαστες. Επίμονες ερωτήσεις, ενθαρρυντικά σχόλια και διπλές δόσεις καφέ την κρατούσαν στα ξενύχτια. Είχε επιμεληθεί και μεταφράσει ως αόρατη χείρα δεκάδες κείμενα …για fellows, επίκουρους και καθηγητάδες. Δημοσιεύονταν σε τόμους πρακτικών, σοβαροφανή σάιτ και εφημερίδες. Της έμενε, μόνο, η απορία μήπως είναι αόρατη. Ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες υπογείων σιδηροδρόμων, ασθμαίνοντας χωρίς λόγο, παρανομώντας για τη νικοτίνη, διαβάζοντας για τις εκρηκτικές εξελίξεις στη χώρα προέλευσης, συζητώντας με τους οικείους στα ξένα. Γράφοντας στα ξένα και στη μητρική, για οικείους και ξένους· υπερθεματίζοντας και σιωπώντας ηλεκτρονικά. Μια γαλλική τηλεταινία με ελληνικούς υποτίτλους στη γηραιά Αλβιόνα. Αυτή τη φορά δεν επιστρατεύθηκε το Ματαρόα, δεν χρειάστηκαν πλαστά διαβατήρια και ελιγμοί, δεν είναι εποχή για παράνομες οργανώσεις. Οι οικείοι συναντιόντουσαν συνήθως στο log in στις πανεπιστημιακές λίστες ή στο check in της Easy Jet και ξιφομαχούσαν ποιος θα προλάβει τις φθηνότερες θέσεις. Οι διακοπές στον τρίτο κόσμο ήταν πάντα ο καλύτερος τρόπος να επανεκτιμά κανείς τις αξίες του κόσμου που προπορεύεται. Αυτά, όμως, για μια ακόμη δεκαετία: της κρίσης των τραπεζών, της επανάστασης των «τριτοκοσμικών», της αναδιάταξης δυνάμεων. Πριν υποχωρήσει το βορινό παράθυρο και ο αέρας σαρώσει τα ημέτερα εδάφη. Στο lunch break συνήθιζαν να μασάνε χαζεύοντας καταστροφή στις οθόνες. Αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, γκρεμισμένους τοίχους, μανιακούς ένστολους, μαντηλοφόρους διαδηλωτές σε χορευτικές κινήσεις, φλεγόμενους κάδους· πότε πότε και ανθρώπους. Στο Ιράκ, στην Αίγυπτο, στα προάστια του Παρισιού, στην πλατεία Συντάγματος και ξανά απ’ την αρχή. Μαζί με την μπάλα ήταν τα δύο δημοφιλέστερα θεάματα της νησιωτικής τηλεθέασης. Το βράδυ, σπίτι, τα φαινόμενα έχρηζαν προσεκτικότερης παρακολούθησης, ενώ οι κορεσμένοι πετούσαν ήσυχα τον κόσμο τους, λες και έβγαζαν έξω τα σκουπίδια. Στο δορυφορικό δίκτυο ένας ακόμη κακός οιωνός καθρεφτίζεται στα νερά της παράδοσης… Αγγλία-Γερμανία 3-4 στα πέναλτι. Στα υπόλοιπα κανάλια οι γραφικοί εξακολουθούν να αυτοκαταστρέφονται. Η δύναμη της συνήθειας μακιγιά­ ρει και τις πιο προφανείς αδυναμίες. Η πρώτη περικοπή των συντάξεων δεν ήταν καθόλου προφανής. Άφησε πίσω της


[66]

εκτεταμένες υλικές ζημιές και κάποιες εντελώς ανάρμοστες εικόνες βίας που θύμιζαν τους γραφικούς· άργησε αλλά συνηθίστηκε. Αφότου τριπλασιάστηκαν τα δίδακτρα, η εκπαιδευτική βιομηχανία γέμισε με παιδιά υπουργών και βιομηχάνων από λωρίδες της παλιάς αυτοκρατορίας. Η πανεπιστημιακή βιτρίνα της μεθοδικής τεκμηρίωσης έφερνε σε ιδιωτικό σχολείο με κακομαθημένα υποψήφια στελέχη προκάτ προδιαγραφών· τα budget έβγαιναν αλλά τα ύδατα άρχισαν να θολώνουν. Όταν αυτοκολλήθηκαν τα θλιβερά μαντάτα στην πρώτη τράπεζα, οι αδυναμίες αντανακλούσαν στους γυάλινους πύργους του Σίτυ· δεν αρκούσε πια να τραβήξεις την κουρτίνα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν η ιδανική υπεκφυγή και η τελευταία παράταση. Χτίστηκαν στάδια, παντρεύτηκαν οι πρίγκιπες, φιμώθηκαν οι αντιδραστικοί. Η εθνική αποστολή απλώθηκε σαν αναισθητικό σε όλες τις υπόγειες σήραγγες της μητρόπολης. Κατά μήκος του μετρό, στα εργοτάξια με τους πάκηδες και στα γκαράζ με τις Bentley... έπεσαν επενδύσεις και σιωπή. Η υπομονή ήταν το καλύτερο προσάναμμα για την ολυμπιακή φλόγα. Όταν τελείωναν οι αγώνες, άρχιζε η πραγματική τελετή λήξης. Τα ραγισμένα σχήματα στις βιτρίνες και τις οθόνες δεν αντανακλούσαν πια αντικειμενικότητα. Η τεχνολογία είχε κάνει άλματα. Μαζί της χοροπηδούσε και το αστείρευτο πλήθος των γραφικών· από το γυαλί στην τρισδιάστατη πραγματικότητα… όπως Αμερική. Η τελευταία παρηγοριά ήταν η μοίρα των άλλων: η ελληνική ασφυξία, το ιρλανδικό φιάσκο, η κατηφόρα του Νότου. Μα ακόμα και έτσι, η διασπορά μιας πρόχειρης κινδυνολογίας δηλητηρίαζε το φλέγμα: Οι δορυφόροι ζουν ελλειμματικά και χρεοκοπούν σε διάρκεια. Ο πυρήνας, όταν σημάνει η ώρα, εκρήγνυται. Πια δεν ήταν και εύκολο να τεκμηριώσεις την προφανή απάντηση. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα ερευνητικά κονδύλια. Προσπαθούσε να θυμηθεί πού βρισκόταν πριν από ακριβώς πέντε χρόνια, ποια ήταν η στιγμή που πείστηκε πως ό,τι ερχόταν θα έφτανε μέχρι τέλους; Πότε φοβήθηκε πως ούτε εκείνη θα μπορούσε να γυρίσει πίσω; Ζούσε ακόμα στις ξέγνοιαστες ημέρες των διαλέξεων και των συνεδρίων. Ήταν το τρίτο εντός του έτους για την ελληνική περίπτωση ως case study. Ο διακεκριμένος καθηγητής επιχειρηματολογούσε πως «τηρουμένων των αναλογιών ο μέσος Έλληνας αντιδρά με ήπιο τρόπο γιατί θεωρεί την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά ως τον ικανότερο πολιτικό χώρο να βρει την άκρη του τούνελ, αν ενώσει τις δυνάμεις της». Καταλήγοντας, απεφάνθη πως «η πολιτική ενοποίηση της Ε.Ε. είναι βασική, αν όχι και ικανή, προϋπόθεση για το πέρασμα από τον σημερινό βάρβαρο καπιταλισμό-καζίνο σε έναν νέο σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το ακροατήριο ενθουσιάστηκε και ακολούθησαν ερωτήσεις των μελών της ελληνικής και βρετανικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Βγήκε για κατούρημα και τσιγάρο. Ξέχασε το μπλοκάκι με τις σημειώσεις και τα αναπόφευκτα ειρωνικά σχόλια στα περιθώρια. Τον τελευταίο μήνα ο αστιγματισμός της είχε ανέβει ενάμιση βαθμό και αναγκάστηκε να πετάξει τους φακούς. Κοιμόταν με την οθόνη του υπολογιστή ανοιχτή και όποτε σηκωνόταν το βράδυ έριχνε θολές, αρπαχτές ματιές. Τα στεγνά ανακοινωθέντα του BBC για το Ελληνικό πεπρωμένο είχαν για εκείνη υποκείμενο, ρήμα, κατηγορούμενο· και κόστος. Θα είχε και για εκείνους. Αλλά αυτό ήταν αντικείμενο μιας άλλης κουβέντας που ήταν νωρίς να στεριώσει. Μάζευε λέξεις για να είναι έτοιμη. Διάβαζε λέξεις για να γελιέται πως συμμετέχει. Είχε κουραστεί να απαντάει στους φιλοπερίεργους συνδαιτυμόνες του κύκλου. Είχε μπαφιάσει να κουβεντιάζει. Ήθελε κάτι να κάνει και δε γινόταν τίποτα. Διάβαζε πυρετικά, ανορθόδοξα, ό,τι έπεφτε στα μάτια της· αναλύσεις, προκηρύξεις, ανέκδοτα… ψευδώνυμα, ανώνυμα και γενικώς.


[67]

Η κατηφόρα θα είναι μακρά· το είχαν διαβεβαιώσει σε όλους τους τόνους. Αυτό πάγωσε τα κεφάλαια και τους νοικοκυραίους. Κανείς δεν ήξερε πόσο απότομη. Αυτό έσπερνε τον πανικό αναμεταξύ τους. Και μιλούσαν ασταμάτητα, απρόβλεπτα, λογορροοικά. Φλυαρούσαν, ρητόρευαν, ειρωνεύονταν, και ήταν σαν να μονολογούν. Απέλυαν, εκδικούνταν, έκαναν επίδειξη δύναμης, και έμοιαζε σαν να ψάχνουν τρύπα να κρυφτούν. Η υπεροπτική λύπηση για τους φουκαράδες έγινε απέχθεια για τους φορείς του ιού. Οι μεγεθυντικοί φακοί στραμμένοι στα στίγματα των γραφικών έγιναν καθρέφτες που κανείς δεν ήθελε να αντικρύσει. Οι ηγεμόνες απαρνιόντουσαν τους υπηκόους τους για να μεταφέρουν τα χρυσαφικά σε έναν ουδέτερο παράδεισο. Η διανόηση μασούσε την ταινία της κασέτας σαν τις γραφικές νύχτες του 1984. Όσοι έμεναν και όσοι έφευγαν δεν σταματούσαν να μιλάνε· να προειδοποιούν, να κατακρίνουν, να προφητεύουν, να μην το βουλώνουν ούτε την έσχατη στιγμή. Στόματα ανοιγοκλείνουν, κοινοτοπίες ξεσκονίζουν τον αέρα, η διάρκεια επιμηκύνεται βασανιστικά, μα, και στους πιο ταλαντούχους σκοπευτές, όταν στοχεύουν τον εαυτό τους, η μεγαλομανία υπερβαίνει το χάρισμα. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τους ακούσει. Συμβουλεύτηκαν τα εγχειρίδια, ακόνισαν τα επιχειρήματα, και κράτησαν σημειώσεις για την επόμενη εισήγησή. Η αυτοσκηνοθεσία της ριζοσπαστικής τους νιότης συγκίνησε. Την εξαργύρωσαν μεθοδικά στη συνέχεια. Μα δυστυχώς, όλες οι ταινίες σε συνέχειες φθίνουν και κάποτε τελειώνουν. Στις τελευταίες σκηνές, όπου τα πράγματα έδειχναν να αποκλίνουν κρίσιμα από το επιστημονικό πρότυπο, τους ήρθε μια ρηξικέλευθη ιδέα: να αναβιώσουν τα παλιά, να βγουν ξανά στην πρωτοπορία, να πάνε στην Αθήνα να οργανώσουν κίνημα συμπαράστασης. Ο δημόσιος λόγος που τη μεγάλωσε ξεφορτωνόταν όλα τα κομμάτια της συλλογής του, πριν σιωπήσει. Είχε εφαρμόσει τα ακουστικά στα αφτιά της να μην ακούει λέξη. Άλλαζε χίλια βαγόνια μέχρι να βρεθεί το σωστό. Στο Brixton, στη Russell Square, στην Camden Town. Η τελευταία σταθερά της, αυτές οι κυλιόμενες σκάλες που ανεβοκατεβαίνεις χωρίς να πατήσεις το βήμα σου· η τελευταία συγχρονισμένη κατασκευή. Πριν στερέψει η υποκρισία είχε στερέψει η δουλειά, πριν αλλάξουν οι ειδήσεις είχαν αλλάξει τα συμβάντα, πριν παγώσουν οι καταθέσεις είχαν παγώσει οι διαβάτες στο δρόμο. Τα γεγονότα κατασκευάζονται εν τη γενέσει τους για να ταιριάζουν με το σενάριο. Τα ορόσημα εφευρίσκονται εκ των υστέρων για να ξέρει το κοινό πότε να χειροκροτήσει, πότε να δακρύσει και πότε η ταινία τελείωσε και πρέπει να αποχωρήσει. Έχεις ανάγκη το όριο για να συνειδητοποιείς τη θέση σου. Μαλακίες με ανθρώπινο πρόσωπο. Ζυγισμένες, τεκμηριωμένες, αναλλοίωτες. Σημάδεψε την ώρα που άρχιζε το έκτακτο δελτίο στο ραδιόφωνο: Είχε μόλις σβήσει το τσιγάρο της στο γείσο της τουαλέτας και έσπρωξε την πόρτα με το πόδι για να ακούσει. Το πρώτο σχόλιο του δημοσιογράφου χάθηκε από το καζανάκι. Αντάξιο ορόσημο της νέας εποχής.


[68]

Το όνειρο του μικροαστού

Η

δημοσιογραφία παλινδρομεί μεταξύ λογικής και αισθητικής, συνειδητού κι αυθόρμητου. Στέκεται με αυταρέσκεια αναποφάσιστη ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πολύ εφήμερη για φτάσει τα διαχρονικά μηνύματα της λογοτεχνίας. Αλλά καθόλου συστηματική και αυστηρή ώστε να θεωρηθεί επιστήμη. Έρχεται και αυτή η διαρκής υπενθύμιση, κάτι μεταξύ απορίας και σπόντας από τον κόσμο που σε ρωτάει: Τι ΙΕΚ τελείωσες; Και σε αποτελειώνει. Δεν είναι ΙΕΚ, μαντάμ. ΑΕΙ στο Αριστοτέλειο είναι. Σε μια άκρη μακριά απ’ την πανεπιστημιούπολη, να μην κολλήσουν κι άλλοι τον ιό του ρουφ. Άραγε τον έχεις εκ γενετής ή τον αναπτύσσεις στην πορεία; Και πώς μεταδίδεται; Με το σάλιο (απ’ το γλείψιμο στην κυβέρνηση) και τα ερωτικά υγρά (απ’ τη συνουσία με την εξουσία); Δεν είναι όμως όλοι ρουφ στο σινάφι μας. Και δεν είναι όλοι οι ρουφ δημοσιογράφοι. Ούτε είναι όλοι οι άνθρωποι βολεμένοι. Αλλά όλοι σχεδόν οι βολεμένοι δεν είναι άνθρωποι. Είναι γαϊδούρια αναίσθητα, με εξωνημένη συνείδηση. Ούτε όλοι οι απόφοιτοι της σχολής είναι δημοσιογράφοι. Αφού δεν είναι επιστήμη, μπορεί να την ασκήσει οποιοσδήποτε έχει ψώνιο να βγει στο γυαλί και μέσο να μπει σε κάποιο μέσο. Κι εμείς που το ’χαμε όνειρο από μικροί, μένουμε στην απ’ έξω. Κι εκδικούμαστε κλέβοντας κι εμείς με τη σειρά μας τις θέσεις των άλλων. Γινόμαστε πλασιέ, πωλητές, γραμματείς και φαρισαίοι. Τα όνειρά μας να δούμε πότε θα πάρουν εκδίκηση. Στη δημοσιογραφία οφείλουμε το ευ ζην. Αλλά αν περιμέναμε να βγάλουμε από αυτήν τα προς το ζην, το ζην θα ήταν εντελώς αμφίβολο. Τη βγάζεις δεν τη βγάζεις. Σπουδάσαμε κάτι που δεν είναι επιστήμη, δεν είναι τίποτα. Και βρίσκουμε άλλα τίποτα και τα κάνουμε νούμερα της σόου μπιζ για να κάνουμε νούμερα στην (K)AGB. Το τίποτα που θέλει να γίνει κάτι. Το όνειρο του μικροαστού, που ζηλεύει τη δόξα του αστού. Μπορεί να μην είναι επιστήμη, αλλά είναι λειτούργημα. Κι έτσι μπλέκεται διαλεκτικά με αυτό του δικαστή και του δασκάλου. Και βλέπεις τις μεγάλες περσόνες του χώρου να διδάσκουν μαθήματα αγωγής του πολίτη και να γίνονται τηλεοπτικοί εισαγγελείς, συνήθως όταν γίνονται απεργίες (πείνας, διαρκείας, γενικές, χωρίς διάκριση). Η Κόλαση του Δάντη έγραφε στην είσοδό της «Αφήστε απ’ έξω κάθε ελπίδα». Ο Μαρξ το παράφρασε για τον επιστήμονα, που έπρεπε, πριν αρχίσει να μελετά το αντικείμενό του, να αφήσει έξω κάθε προκατάληψη. Εμείς επιστήμονες δεν είμαστε, αλλά είμαστε σατανάδες με κέρατα κι έχουμε θέση ρεζερβέ, πρώτο καζάνι πίστα, στην Κόλαση. Αν και ίσως μας ταίριαζε περισσότερο ο ρόλος του όφη του κατηραμένου, που ξεγελά τον κόσμο και δαγκώνει το μήλο. Αλλά εκείνο ήταν το μήλο της γνώσης, ενώ εμείς πασάρουμε το άλλο της Χιονάτης και ρίχνουμε υπνωτικό στην ταξική συνείδηση του τηλεθεατή, μέχρι να έρθει ο Πρίγκιπας (όχι ο Κροπότκιν) να τον φιλήσει και να αφυπνιστεί. Κι η επιγραφή μας λέει «Αφήστε στην είσοδο κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, μαζί με τα άλλα προσωπικά σας αντικείμενα, πριν μπείτε στο χώρο. Κρατήστε και τη μύτη σας καλού κακού. Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.» Φοιτητές-σπουδαστές ενωμένοι νικητές. Και στη μέση οι δημοσιογράφοι με τα υπαρξιακά τους να καταγράφουν τη ζωή που κυλάει δίπλα τους, σαν ηδονοβλεψίες. Ένας χώρος για αποτυχημένους. Οι αποτυχημένοι αθλητές γίνονται αθλητικογράφοι, προπονητές της κερκίδας και της εφημερίδας που πληρώνονται. Οι αποτυχημένοι


[69]

σκηνοθέτες, κριτικοί κινηματογράφου (σαν τον μεγάλο Ράφα). Κι οι αποτυχημένοι πολιτικοί, αναλυτές, συντάκτες κι αρθρογράφοι. Έτσι κι αλλιώς, ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης και τα μεταξύ τους όρια δυσδιάκριτα. Κατά βάθος, όλοι κρύβουν ένα δημοσιογράφο μέσα τους. Όλοι στη χώρα είναι δημοσιογράφοι, κατ’ εικόνα και ομοίωση του θεού της τηλεόρασης. Ψώνια με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και την ίδια στιγμή ψοφοδεείς υποτελικοί που ποτέ δε σηκώνουν κεφάλι. Και κάθε βράδυ μπροστά στο κουτί, ή σε κάποια ταβέρνα, παίζουμε τους μοιραίους του Βάρναλη. Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! Φταίει ο Θεός που μας μισεί! Φταίει το κεφάλι το κακό μας! Φταίει πρώτ’ απ’ όλα η τι-βί! Κι όμως στον κομμουνισμό η δημοσιογραφία θα ακολουθήσει τη μοίρα όλων των κατάλοιπων του παλιού κόσμου και θα απονεκρωθεί. Θα μάθουν όλοι να δημοσιο­ γραφούν, να μη σωπαίνουν, να ερευνάν τα πράγματα και να τα φωτίζουν ώς την τελική αιτία τους. Θα γίνουν όλοι δημοσιογράφοι με καλό λέγειν και συγκροτημένη άποψη και δεν θα χρειάζεται ειδικοί, γιατί τέτοιοι θα ’μαστε όλοι. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά που θα δώσει το έναυσμα στον πολύ κόσμο για την επανάσταση. Ας παλέψουμε όλοι για τον κομμουνισμό, όπου δεν θα υπάρχουν πλέον δημοσιογράφοι. Ούτε Πράβδα ούτε Ιζβέστια. Χαράς ευαγγέλια… Β.Κ.


Αναστασία Δούκα


[71]

Οι Αδελαΐδες μνήμη Νίκου Παπατάκη (1918-2010)

1 Απ’ τη ζέστη σκαν τα ζώα. 2 Ο βοσκός ζει στα βουνά, θέλει να φύγει. 3 Πετά με δύναμη την γκλίτσα και καρφώνεται στο χώμα. 4 Η μάνα του τον πουλά όμως κανείς δεν τον αγοράζει. 5 Ούτε ο Βλαχόπουλος, ο αφέντης. 6 Αυτός έχει κόρη, προίκα. 7 Πηγαίνει και τον βρίσκει, την διώχνει. 8 Η μάνα λυσσά. 9 Ο πατέρας πλησιάζει την κόρη και κάτι κροταλίζει μέσα του ενώ κοιτάζει το λαιμό της. 10 Η οικογενειακή ζωή τον έχει διαφθείρει. 11 Ο βοσκός μαθαίνει να γράφει. 12 Πλένει τα πόδια του στο ποτάμι, πίνει νερό. 13 Αποκοιμιέται. 14 Ονειρεύεται ένα αλεξίπτωτο ή σαν γίδα φουσκωμένη. 15 Όταν ξυπνά, το κοπάδι έχει σκορπιστεί. 16 Του ψοφά ο σκύλος. 17 Θάβει το σκύλο. 18 Τον αποχαιρετά, τον αφήνει για τελευταία φορά να μυρίσει τον ώμο του. 19 Έρχεται ο Στρατιώτης. 20 Αγκαλιάζονται σφιχτά, ψάχνουν τα κατσίκια. 21 Τα βρίσκουν, κοψιά από μαχαίρι. 22 Αυτοί είναι που τα οδηγούν ξέπνοα στη χαράδρα και τα σπρώχνουν καθώς σουρουπώνει. 23 Τώρα διασχίζουν εκτάσεις με καπνά κι ο Στρατιώτης λέει στο βοσκό, θα σε φυλακίσουν τώρα. 24 Εσύ το έκανες, απαντά ο βοσκός. 25 Για να μη φύγω, να φύγουμε μαζί μόλις απολυθείς. 26 Ο καταυλισμός των φτωχών. 27 Ο βοσκός ξυρίζεται. 28 Η μάνα τού λέει, να γονατίσεις πρέπει. 29 Και μόνο στη λάμψη της σελήνης τα τρύπια τους ρούχα δείχνουν σχεδόν καθαρά. 30 Φτάνει στο ναό. 31 Όλοι έχουν συγκεντρωθεί για την Ανάσταση και τότε ο βοσκός εμφανίζεται μπροστά τους σαν μια άγρια φασματική φιγούρα και τα πόδια του ριζώνουν στην πιο βαθιά υπόκλιση δούλου, εκλιπαρώντας για συγχώρεση. 32 Αλλά ο κόσμος κατευθύνεται εναντίον του. 33 Η ατμόσφαιρα ηλεκτροφορεί. 34 Ένα χέρι πιάνει το τραχύ χέρι του βοσκού. 35 Η κόρη του Βλαχόπουλου τον απομακρύνει στη σκοτεινή πλευρά του χωριού. 36 Τη στιγμή που ετοιμάζεται να επιστρέψει στον πατέρα, ο βοσκός γίνεται βοσκός της αναταραχής και χτυπά την κόρη στο πρόσωπο, τσακίζοντας την καταγωγή της. 37 Έλα Δέσποινα, θα σου μάθω να μη συνθηκολογείς. 38 Σπαν τις βιτρίνες κι αρπάζουν κρέας, αυγά, γάλα και ψωμί. 39 Ξημερώνει. 40 Μυρίζει θυμάρι και φρέσκος κρύος αέρας. 41 Στην κορυφή του βουνού, μεταμορφωμένοι. 42 Αυτός: λευκό κοστούμι, πούρο, καμτσίκι. 43 Αυτή: κοντό λαμέ φόρεμα, τα μαλλιά της έχουν λυθεί. 44 Βοσκέ, πού με πας; 45 Με λένε Θάνο, δεν βόσκω στη χλόη πια. 46 Μαστιγώνει τις γάμπες της, τις μελανιάζει. 47 Βάδιζε Δέσποινα, οι πέτρες του δρόμου σκληραίνουν τόσο όμορφα τα γυμνά σου πόδια. 48 Στις πλαγιές μαζεύονται Αστυνομία και Βλαχόπουλος, η μάνα, ο Στρατιώτης. 49 Άνθρωποι κουβαλούν σουβλισμένα αρνιά στην πλάτη. 50 Οστάνδη, Αδελαΐδα, Κίεβο, καγχάζει ο Θάνος. 51 Η γλυκιά γη μάς περιμένει. 52 Ακούγονται οι πρώτοι πυροβολισμοί και οι σφαίρες μπαίνουν στα έλατα και σφηνώνουν στους κορμούς. 53 Δέσποινα παραδοθείτε, φωνάζει ο πατέρας. 54 Πέθανε πατέρα, η Δέσποινα πιάνεται απ’ το μπράτσο του Θάνου και φορά πέπλο νυφικό. 55 Θάνο σ’ αγαπώ. 56 Η μάνα δίνει την ευχή της, ο γιος της έχει γεννηθεί. 57 Πέφτουν στους γκρεμούς σαν άλογα χωρίς αναβάτη. 58 Ο ήλιος του μεσημεριού ζεσταίνει τα πάντα· 59 κανένας δεν απέδρασε ποτέ. Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου


[72]


ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Το Ίδρυμα Μελετών Ελληνοδυτικού Πολιτισμού διοργανώνει στις 10 και 11 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθουσα Αλέξανδρος Τριάντης) διημερίδα με θέμα:

Οδύσσειες Ελλήνων στον καιρό της κρίσης

και καλεί νέους αλλά και καταξιωμένους επιστήμονες να υποβάλουν προτάσεις στις ακόλουθες θεματικές ενότητες:

• Γιατί οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό; • Επιστημονική μετανάστευση: αιμορραγία εγκεφάλων ή δρόμοι καταξίωσης; • Η συμβολή των Ελλήνων στην πρόοδο των επιστημών. • Οι Έλληνες και η φιλοσοφία: ανθρωπιστικές σπουδές και θετικές επιστήμες. Το συνέδριο θα ολοκληρωθεί με στρογγυλή τράπεζα στην οποία θα συμμετάσχουν οι ερευνητές: Ν. Καμπινιώτης, J. Grape, Δ. Νανοειδής, Γ. Ελληνιάδης Προτάσεις υποβάλλονται στο e-mail: odysseies.ellinon@imedp.com και στη διεύθυνση του Ιδρύματος Ελληνοδυτικού Πολιτισμού (Μεγαβύζου 11, Κολωνάκι). Πληροφορίες στο τηλ. 210-6868357.


Λεύγα 02: Μάιος 2011  

Η λεύγα 2 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και κυκλοφόρησε στις 29.5.2011, φέροντας δικαίως στο εξώφυλλό της την ένδειξη Μάιος 2011. Διακινήθηκε μ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you