Issuu on Google+

ΤΑΤΙΑΝΗ ΤΙΤΟΠΟΥΛΟΥ - ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΕΛΙΟΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α. Π. Θ.

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟΝ “ΥΜΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ” ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ

ΑΚΑΔΗΜΑÏΚΟ ΕΤΟΣ 2013 - 2014


1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η αφορμή για την παρούσα εργασία δόθηκε στο Τμήμα των Μεταπτυχιακών Σπουδών της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού μαθήματος του ακαδημαϊκού έτους 2013 – 2014, το οποίο έχει ως θέμα τους Ύμνους, οι οποίοι υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη. Ο καθηγητής μας, στον Τομέα Βιβλικής Θεολογία και θρησκειολογίας με ιδιαίτερο αντικείμενο την Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης, π. Ιωάννης Σκιαδαρέσης ζήτησε να πραγματοποιήσουμε έρευνα γύρω από τους Χριστολογικούς ύμνους της Καινής Διαθήκης και εμείς επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τον «Ύμνο του Λόγου», ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Ο «Ύμνος του Λόγου» αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και περισσότερο μελετημένα και ερμηνευμένα αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης. Είναι εντυπωσιακό το πόσες μελέτες, ερμηνείες και αναλύσεις έχουν γραφεί με αφορμή τον συγκεκριμένο ύμνο. Εμείς, από τη δική μας μεριά, στα πλαίσια της παρούσης εργασίας, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τις κυριότερες και ουσιαστικότερες προσεγγίσεις, μέσα από έναν «ωκεανό» παραθεμάτων με κεντρικό θέμα τον «Ύμνο του Λόγου». Στις επόμενες σελίδες θα εμφανιστούν αυτές οι προσεγγίσεις τις οποίες επιλέξαμε, τόσο από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, όσο και από τους πιο σύγχρονους βιβλικούς ερμηνευτές. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον καθηγητή μας, στον τομέα Βιβλικής Θεολογίας και θρησκειολογίας, π. Ιωάννη Σκιαδαρέση, ο οποίος μας έδωσε την ευκαιρία και το έναυσμα για την παρούσα έρευνα, ώστε να γνωρίσουμε εντυπωσιακές πτυχές τόσο της πρωτοχριστιανικής γραμματείας, όσο και της σύγχρονης ερμηνευτικής θεολογίας, αλλά και τους συμφοιτητές μας στο τμήμα των Μεταπτυχιακών Σπουδών, για τις ιδέες τους, τις οποίες μας προσέφεραν απλόχερα, μέσω των δικών τους εργασιών.


2. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ι. Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον είναι το μεγαλύτερο σε έκταση, αλλά και το πνευματικότερο και θεολογικότερο Ευαγγέλιο από τα τέσσερα Ευαγγέλια του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ο αναγνώστης του Ευαγγελίου αυτού μπορεί να συμπεράνει, από τα γραφόμενα σε αυτό, ότι ο συγγραφέας του υπήρξε μαθητής και Απόστολος του Ιησού Χριστού. To κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο, ο οποίος διασώζει μαρτυρία του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, γράφηκε τελευταίο από όλα τα Ευαγγέλια, με την προτροπή χριστιανών, οι οποίοι γνώριζαν τον συγγραφέα1. Ο ίδιος ο Ευαγγελιστής αναφέρει ότι ο λόγος συγγραφής του είναι «ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστίν ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και ινα πιστεύσοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού 2». Θεωρείται πως, έχοντας γνώση των προηγουμένων –χρονικώς– τριών Ευαγγελίων, συνέγραψε το δικό του, εκτενέστερο ευαγγέλιο, ώστε να συμπληρώσει τις τυχόν ελλείψεις των άλλων3. Ο Ιωάννης έχει ως μέλημά του την εκτενέστερη και θεολογικότερη ενασχόληση με την επίγεια δράση του Ιησού, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στη διδασκαλία Του, και τονίζοντας ιδιαίτερα την ιδιότητά Του ως διδασκάλου της Αληθείας. Μερικές από τις χαρακτηριστικές λέξεις που μεταχειρίζεται ο Ιωάννης είναι: «αλήθεια», «μαρτυρία», «φως», «κρίση», «ζωή», «αγάπη». Γύρω απ’ αυτές τις λέξεις περιστρέφεται, ως επί το πλείστον, η μαρτυρία που δίνει ο Ιωάννης σχετικά με τη θεϊκή φύση του Ιησού Χριστού και το μοναδικό έργο που ήρθε να επιτελέσει 4. Πολλές έρευνες έχουν γίνει και αρκετές διαφωνίες έχουν διατυπωθεί τόσο για την αυθεντικότητα του Ευαγγελίου του Ιωάννου, όσο και για τον χρόνο συγγραφής του. Η έρευνα καταλήγει ότι το Ευαγγέλιο γράφηκε πιθανότατα στην Έφεσο. Μία πρώτη μαρτυρία έχουμε από τον Ειρηναίο ο οποίος αναφέρει: «”Epeita 'Iw£nnhj, Ð maqht¾j toà Kur…ou, Ð kaˆ ™pˆ tÕ stÁqoj aÙtoà ¢napesèn, kaˆ aÙtÕj ™xšdwken tÕ eÙaggšlion, ™n 'EfšsJ tÁj 'As…aj diatr…bwn.5» Το Ευαγγέλιο δεν αρχίζει με τη διήγηση της γέννησης του Ιησού ή με την αναγγελία της γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή, όπως γίνεται στα συνοπτικά Ευαγγέλια, αλλά με έναν ύμνο στον "σαρκωθέντα Λόγο". 1

«protreptikîj m»te kwlàsai m»te protršyasqai. tÕn mšntoi 'Iw£nnhn œscaton, sunidÒnta Óti t¦ swmatik¦ ™n to‹j eÙaggel…oij ded»lwtai, protrapšnta ØpÕ tîn gnwr…mwn, pneÚmati qeoforhqšnta pneumatikÕn poiÁsai eÙaggšlion. tosaàta Ð Kl»mhj. p£lin d' Ð dhlwqeˆj 'Alšxandroj toà Kl»mentoj, ¤ma d kaˆ toà Panta…nou œn tini prÕj 'Wrigšnhn ™pistolÍ mnhmoneÚei, æj d¾ gnwr…mwn aÙtù …» Ευσεβίου Επισκόπου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλίο 6, κεφ. 14, 7, 2 - 8, 4 2 Ιω. 20, 31 23 http://el.wikipedia.org/wiki/ Κατά_Ιωάννην_Ευαγγέλιον, ημ. 27.12. 2013 34 Χαρίλαος Καβάκας στην ιστοσελίδα: http://www.sporeas.gr/eisagogi%20sto%20Ioannin%20 Euaggelio.htm ημ. 27.12.2013 45 Ειρηναίου Επισκόπου Λουγδούνου (Λυώνος), Κατά Αιρέσεων, βιβλίο 3, κεφ. 1, στ. 9 – 11 5


Ορισμένα υφολογικά χαρακτηριστικά, όπως η οργάνωση του λόγου σε μικρές ενότητες, η χρήση πολλών, σημαντικών λέξεων - θεολογικών όρων (όπως: «φῶς», «ζωή», «ἀλήθεια»), η πληθώρα των ποιητικών σχημάτων, όπως η κυκλική επαναφορά ενός θέματος, η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση αντιθέσεων (φῶς – σκοτία), οι αναδιπλώσεις (ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν), οι επιφορές (δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο), οι ομοιοκαταληξίες (ομοιοτέλευτον: ἀληθινόν, ἄνθρωπον, κόσμον), οι ομόριζες λέξεις (φῶς – φαίνει, ἐγένετο – γέγονεν), η οργάνωση της δομής του κειμένου σε «δίπτυχα», αλλά και η ομολογιακή γλώσσα (ἐν ἡμῖν, ἡμεῖς) οδήγησαν τους μελετητές στο συμπέρασμα ότι ο Ιωάννης χρησιμοποιεί ως πηγή κάποιον ύμνο ή –ενδεχομένως– και ύμνους της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, τους οποίους προσάρμοσε στους δικούς του σκοπούς. Ο βασικός σκοπός του Ευαγγελίου είναι να διακηρύξει τη θεότητα του Ιησού Χριστού και αυτό το κάνει ήδη από το προοίμιο: ο Ιησούς δεν είναι απλώς ο Μεσσίας με την ιουδαϊκή έννοια, αλλά ο «σαρκωθείς Λόγος» του Θεού, ο οποίος προϋπήρχε ως Θεός και απεστάλη στους ανθρώπους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα της σωτηρίας και της «αιωνίου ζωής» μέσα από την πίστη. Στην διατύπωση της θεολογίας της σάρκωσης συνέβαλε και ένας ιστορικός παράγοντας, η αίρεση του Κηρίνθου, που απέρριπτε τη διδασκαλία περί ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού6.

ΙΙ. Ο «Ύμνος του Λόγου» 6

Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη, Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2012


Αποτελεί την εισαγωγή, η οποία περιλαμβάνει τους πρώτους δεκαοκτώ στίχους του πρώτου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Σε αυτή την εισαγωγή ο συγγραφέας εκθέτει τα ανυπέρβλητο μεγαλείο και την ζωτική σπουδαιότητα του θέματος που πρόκειται να αναπτύξει στο Ευαγγέλιό του. Το πρωταρχικό, το θεμελιώδες γεγονός στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι η εμφάνιση και η αποκάλυψη του σαρκωμένου Λόγου και Υιού του Θεού. Το γεγονός της σάρκωσης του Λόγου αποτελεί το κύριο και διαρκές θεολογικό θεμέλιο, επάνω στο οποίο αναπτύσσεται ολόκληρο το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Η έννοια του Λόγου έχει μακρά ιστορία στον ελληνικό λόγο. Ο Ηράκλειτος πρώτος έκανε λόγο για τον λόγο, σχετίζοντάς τον με την πύρινη αρχή του κόσμου και την τάξη σ’ αυτόν. Οι στωικοί φιλόσοφοι εμπλούτισαν τις ιδέες του Ηρακλείτου αποκαλώντας Λόγο το Θεό 7, ο οποίος πιστευόταν ως απρόσωπη και πανταχού παρούσα δύναμη, η οποία διέπει το σύμπαν8. Οι νεοπλατωνικοί σύγχρονοι της Καινής Διαθήκης, όπως και ο Πλούταρχος χρησιμοποιούσαν τον όρο του «Λόγου» για να καθορίσουν τις δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν ανάμεσα στον άυλο Θεό και τον υλικό κόσμο9. Ο ιουδαίος Φίλων αποδέχεται ότι ο Θεός χρησιμοποιεί το Πνεύμα Του και τις αγγελικές δυνάμεις για να γνωστοποιήσει το θέλημά Του στους ανθρώπους, όλα αυτά ερμηνευμένα μέσα από τη σκοπιά των στωικών και πλατωνικών ιδεών10, έτσι ώστε να μπορούμε να λέμε ότι ο Θεός του Φίλωνα είναι συγγενής με την ιδέα του Θεού του Πλάτωνα και όχι με την ιδέα του Θεού του Ιουδαϊσμού11. Σε ένα τέτοιο φιλοσοφικό περιβάλλον γράφηκε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, το οποίο και αρχίζει με τον «Ύμνο του Λόγου», ενώ αργότερα (2 ο – 4ο αιώνα μ. Χ.) εμφανίστηκε πλήθος απόψεων γύρω από τη θεολογία του Λόγου, τόσο από τους Απολογητές του Χριστιανισμού, όσο και από χριστιανούς διανοητές, με αφορμή απόψεις αιρετικών ομάδων, όπως ήταν οι Πατροπασχίτες, οι Τροπικοί Μοναρχιανοί και φυσικά οι Αρειανοί. Γύρω στο 350 μ.Χ., στην Χριστιανική Εκκλησία επικράτησε η θεολογική άποψη του Μεγάλου Αθανασίου περί του Λόγου, η οποία θεωρείται μέχρι και σήμερα η ορθόδοξη άποψη12. 7

Florence Morgan Gillman, λήμμα “Logos”, Anchor BibleDictionary, τόμ. 4, σελ. 348 Για περισσότερες πληροφορίες: Κατερίνα Ιεροδιακόνου, Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων, στο κεφάλαιο: Η θεολογία των Στωικών, 9 Gregory Sterling, «“Day One”: Platonizing Exegetical Traditions of Genesis 1:1-5 in John and Jewish Authors», The Studia Philonica Annual (Επ. D. Runia, G. Sterling), τόμ. XVII [2005] σελ. 126. 10 Για περισσότερες πληροφορίες: Henry Chadwick, Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης, σελ. 37-41, 45-50. 8

11 12

Περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο: Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2012/05/29/1-6/ Πολύ περισσότερες πληροφορίες για το θέμα του Λόγου στην ελληνική φιλοσοφία και στην χριστιανική θεολογία, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο άρθρο: «Εν αρχή ην ο Λόγος»: Η προέλευση, η σημασία και η πρόσληψη του ιωάννειου προλόγου στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2013/03/20/1-12/


3. ΕΡΜΗΝΕ��ΕΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟΝ «ΥΜΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ» Ι. Η αϊδιότητα, η προΰπαρξη και η θεότητα του Λόγου 1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν, καὶ θεὸς ἦν ὁ 2 λόγος. οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν. 3 πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν. ὃ γέγονεν «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος»: Η έναρξη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου μας θυμίζει έντονα την έναρξη της Γένεσης: «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Βέβαια, μετά τις πρώτες λέξεις τα πάντα αλλάζουν. «Ο Μωϋσής κατέρχεται ακολουθώντας τον ρου των αιώνων της ιστορίας, από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, ενώ ο Ιωάννης ανέρχεται την κλίμακα από την αρχή του κόσμου φτάνοντας στην αϊδιότητα 13». Όπως γράφει και ο Ωριγένης «ο Μωυσής εξηγεί τη δημιουργία του κόσμου, αλλά ο Ιωάννης δεν γράφει ότι στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον Λόγο, αλλά γράφει ότι της αρχής του χρόνου προϋπήρχε ο Λόγος και συνεπώς “π£nta di' aÙtoà ™gšneto … ™n ¢rcÍ tîn Ðratîn te kaˆ ¢or£twn ktism£twn Ãn Ð lÒgoj, p£ntwn aÙtîn ín ¢rc» te kaˆ poiht»j. ™n Cristù g¦r “™kt…sqh t¦ p£nta”, t£ te “™n to‹j oÙrano‹j kaˆ t¦ ™pˆ tÁj gÁj, t£ te Ðrat¦ kaˆ t¦ ¢Òrata”…14» Την έννοια του Λόγου τη συναντούμε στην ιουδαϊκή γραμματεία και ιδιαιτέρως στον Φίλωνα: «Ο λόγος αποστέλλει στους ανθρώπους τα θεόσταλτα όνειρα, παραγγέλλει στους βασιλιάδες τι να πράττουν, γίνεται διδάσκαλος για κάθε τι το ωφέλιμο, εισηγείται αυτά που είναι χρήσιμα και συμφέρουν στους ανθρώπους, στους φίλους αναφέρει ακόμη και τα άρρητα χρησιμοποιώντας επιείκεια και πειθώ»15. Όμως εδώ ο λόγος δεν έχει την ίδια σημασία και έννοια με την αντίστοιχη λέξη στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Κατά τον Φίλωνα ο λόγος δεν είναι ίσος με το Θεό, αλλά ούτε και με τον άνθρωπο: «kre…ttwn mšn ™stin ¢nqrèpou, qeoà d ™l£ttwn». Εφάπτεται δηλαδή με το ανθρώπινο γένος ως προς τη θνητότητά του και με το θεϊκό στοιχείο ως προς την αρετή του. Χρησιμοποιεί και την παρομοίωση με τον Αρχιερέα, ο οποίος όταν εισέρχεται στα Άγια των Αγίων και μέχρι να εξέλθει δεν είναι άνθρωπος, ούτε και Θεός, αλλά λειτουργός του Θεού. Έτσι και ο λόγος είναι το δημιουργικό όργανο του Θεού 16. Στον Ιωάννη είναι απολύτως σαφές ότι «θεὸς ἦν ὁ λόγος»17. «Λόγος» στην ελληνική γλώσσα σημαίνει τον έναρθρο λόγο, διά του οποίου εκφέρεται ο ενδιάθετος λόγος, το λεγόμενο ή λαλούμενο, το πραγματικό και όχι το τυπικό μέρος της κάθε λέξεως, την πρόταση, το διανόημα, το απόφθεγμα, την έκφραση, την είδηση, τον ισχυρισμό, τη 13

F Godet, Commentaire sur l’ Evangile de Saint Jean, παραπομπή στον Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 39 14 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 1, 28 – 40, εκδ. E. Preuschen 15 Φίλωνος Αλεξανδρείας, Περί του θεοπέμπτους είναι τους ονείρους, βιβλίο 1, 190, 1 – 192,1 εκδ. P. Wendland 16 Φίλωνος Αλεξανδρείας, Περί του θεοπέμπτους είναι τους ονείρους, βιβλίο 2, 227, 5 – 233, 1 17 Ιω. 1,1


διάδοση, την απόφαση, τον όρο και τον ορισμό, την άδεια, τη διαταγή, την ομιλία, τη γλώσσα, τη διήγηση και την ιστορία σε αντιπαραβολή με τον μύθο, το λογοτεχνικό δημιούργημα σε αντιπαραβολή με την ποίηση, τη δύναμη της διανοίας, το λογικό, την σκέψη, τη δικαιολογία, το δικαίωμα, τον λογισμό, τη θεωρία, την εκτίμηση και τέλος την σχέση, τη συμμετρία και την αναλογία. Στην Καινή Διαθήκη περιλαμβάνει αμφότερες τις σημασίες του έναρθρου λόγου και της λογικής σκέψεως 18. Η δε λέξη «Θεός» σημαίνει το θείον και τη θεότητα19. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο προοίμιο για το πνευματικότερο Ευαγγέλιο, από τον «Ύμνο του Λόγου». Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Τρεμπέλα ο ύμνος εξαίρει τρεις κυρίως ιδέες: Στους στίχους 1 – 4 παρουσιάζεται ο Λόγος, στους στίχους 5 – 11 ο Λόγος ο οποίος δεν αναγνωρίστηκε από τους ανθρώπους και τέλος, στους στίχους 12 – 18 ο Λόγος ο οποίος γίνεται δεκτός από την ανθρωπότητα 20. Όπως αναφέρει και ο καθηγητής μας π. Ιωάννης Σκιαδαρέσης, στις παραδόσεις του φετινού μεταπτυχιακού μαθήματος, οι ύμνοι χωρίζονται σε τρία μέρη, τα οποία αναφέρονται: α) στην Προΰπαρξη, β) την Κένωση και τέλος γ) στην ένδοξη Ύψωση του Λόγου21. «Σα να σκύβει από μία πανύψηλη κορυφή ο Ιωάννης και διαλέγεται με εμάς, τους αναγνώστες του Ευαγγελίου του» γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και συνεχίζει: «Δεν είναι από τον κόσμο μας, όπως είπε και ο ίδιος ο Χριστός22. Το Άγιο Πνεύμα μιλάει μέσω αυτού και έτσι μπορεί να γνωρίζει τα πάντα, με ακρίβεια, περί του Θεού, το Πνεύμα που ετοιμάζει τα μέλλοντα, που γνωρίζει τα πάντα, που κατοπτεύει τα πάντα»23. Ο Ωριγένης σχολιάζει: «Ο Λόγος είναι πρεσβύτερος όχι μόνον του στερεώματος και της ξηράς, αλλά και του ουρανού και της γης. Εφ’ όσον θεωρήσουμε ότι με την έκφραση αρχή θεωρείται η αρχή του κόσμου, ο Λόγος προϋπήρχε της αρχής του κόσμου» 24. Άρα εδώ τονίζεται η προΰπαρξη του Λόγου σε σχέση με οτιδήποτε κτιστό (κόσμος, άνθρωπος) και το χωρίο αυτό αποτελεί απάντηση σε παλαιές και νέες αιρέσεις (όπως για παράδειγμα οι Χιλιαστές ή Μάρτυρες του Ιεχωβά), οι οποίες εμφανίζουν τον Ιησού Χριστό ως κτίσμα. Αν και πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι ο Ωριγένης, με αυτές τις απόψεις του, ετοίμασε το έδαφος για την αίρεση του Αρείου25. Με μοναδικό τρόπο διατυπώνει την ιδέα της αρχής των πάντων και ο Κλήμης Αλεξανδρείας: «Ο Λόγος προϋπήρχε άνωθεν, υπάρχει και θα είναι 18

H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙΙ, σελ. 55 – 56 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 582 – 583 19 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 472 – 473 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 447 20 Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 39 21 Σε προφορικές παραδόσεις των Μεταπτυχιακών μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2013 – 2014 22 ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. (Ιω 8,23) 23 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Α΄, MPG 59, 26, 50 – 27, 8 24 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, Τόμος Β΄ 2, 4, 36, 1 – 7, εκδ. C. Blanc 25 Bernhard Lohse, A Short History of Christian Doctrine, σελ. 49


η αρχή των πάντων. Και όταν ενσαρκώθηκε έλαβε το καθαγιασμένο από παλιά όνομα, αντάξιο της δυνάμεώς Του. Και είναι αίτιος ο Χριστός Λόγος «toà enai» μας από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς μας, διότι προϋπήρχε «™n qeù», αλλά είναι και αιτία «toà eâ enai» της ανθρωπότητος, αφού φανερώθηκε ως άνθρωπος. Και ο Λόγος υπήρξε και Θεός και άνθρωπος, γινόμενος για εμάς η αφορμή και η αιτία πάντων των αγαθών»26. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, διάδοχος του θρόνου του Μεγάλου Αθανασίου, υπομνηματίζοντας το συγκεκριμένο χωρίο του Ευαγγελιστή Ιωάννου, γράφει: «Δεν υπάρχει τίποτε πριν από την αρχή! Αλλά και αρχή της αρχής δε μπορεί να υπάρξει, όπως δεν έχει και τέλος, αφού ο Υιός γεννήθηκε προ των αιώνων, έξω από τον χρόνο και υπάρχει αϊδίως μαζί με τον Πατέρα Θεό. Η οποιαδήποτε συζήτησή μας γύρω από αυτό το θέμα δε μπορεί να καταλήξει σε αληθινό και ακριβή λογισμό, παρά μόνο σε ακατάληπτους λόγους, αφού ποιος νους έχει τη δύναμη να εξηγήσει το “Ãn g¦r ™n ¢rcÍ· e„ d Ãn ™n ¢rcÍ”»27. Εδώ ξεκάθαρα ο Κύριλλος αποκρούει τις απόψεις της Αίρεσης του Αρείου, οι οποίες αν και είχαν νικηθεί κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, υπέβοσκαν ακόμη στο χώρο της χριστιανικής Εκκλησίας. Ο Ευαγγελιστής παραλείπει τα γεγονότα, τα οποία αφηγούνται στα πρώτα τους κεφάλαια οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές (σύλληψη, γέννηση, ανατροφή, δωδεκαετής Ιησούς), μπαίνοντας κατ’ ευθείαν στα «βαθιά νερά» της θεολογίας, στην «αΐδιον γέννηση» του Υιού, λέγει ο Χρυσόστομος. Διότι το έργο του Ιησού ήταν να ανασύρει εις τον ουρανό τους πεπτωκότας ανθρώπους, γι’ αυτό και ο Ιωάννης ξεκινά τη διήγηση, όχι από τον Ηρώδη (Ματθαίος), ούτε από τον Καίσαρα (Λουκάς), ούτε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (Μάρκος). Ο Ιωάννης παραλείπει όλα αυτά τα δευτερεύοντα γεγονότα για να στρέψει τη διάνοια των αναγνωστών του προς τον Ένα, ο οποίος είναι πέρα από το χρόνο και τους αιώνες, προς Αυτόν, ο οποίος δεν μπορεί κανείς να τον εξετάσει28. Με τον Χρυσόστομο συμφωνεί και ο Κύριλλος γράφοντας ότι οι υπόλοιποι Ευαγγελιστές με πολλή ακρίβεια μας παραδίδουν την κατά σάρκα γενεαλογία του Ιησού από τον Αδάμ μέχρι και τον Ιωσήφ. Ο Ιωάννης, όμως, φροντίζει ιδιαιτέρως να αγγίσει τα υπέρλογα μηνύματα της παρουσίας του Λόγου του Θεού στον κόσμο, η παρουσία του οποίου κρύβει δόξα Θεού και βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ανθρώπινη διάνοια και θεωρία29. Στο υπέρλογο και ακατανόητο της ενσάρκωσης του προϋπάρχοντος Λόγου στέκεται και ο Μέγας Βασίλειος: «'Anškbaton mn g¦r diano…aij tÕ Ãn· ¢nupšrbaton d fantas…aij ¢rc». “Oson g¦r ¨n ¢nadr£mVj tÍ diano…v ™pˆ tÕ ¥nw, oÙk ™kba…neij tÕ Ãn. Kaˆ Óson ¨n diataqÍj „de‹n toà Uƒoà t¦ 26

Κλήμεντος Αλεξανδρείας, Στρωματέως, Προτρεπτικός προς Έλληνας, 1, 6, 5, 1 – 1, 7, 1, 4, εκδ. C. Mondésert 27 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 17, στ. 2 - 16, εκδ. P.E. Pusey 28 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Δ΄, MPG 59, 46, 55 – 47, 16 29 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, 12, 20 – 13, 2 εκδ. P.E. Pusey


™pškeina, Øper£nw genšsqai tÁj oÙ dun»sV. EÙsebj oân kat¦ toàton tÕn trÒpon ¤ma noe‹n tÕn UƒÕn tù Patr….30» Θεολογώντας ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός γράφει: «Κύριος αποκαλείται ο Θεός Πατέρας και Λόγος ο Υιός αυτού και η σχέση του Πατρός με τον Υιό είναι αυτή του Νου με το Λόγο, όχι μόνον για τον τρόπο της απαθούς γεννήσεως, αλλά και για τη σχέση που έχουν μεταξύ τους αυτά τα δύο πρόσωπα. Αυτός ο οποίος γνωρίζει τον Υιό γνωρίζει και τον Πατέρα. Σύντομη και εύκολη απόδειξη της ύπαρξης του Πατρός είναι ο Υιός. Ολοκληρωτικό γέννημα του Γεννήτορος Πατρός είναι ο “σιωπών λόγος”»31. Ο δε Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει ότι «Λόγος ονομάζεται ο Υιός για να αποδειχθεί ότι είναι γεννητός από τον Πατέρα και δεν είναι κτίσμα. Διότι ο Λόγος τίκτεται αλλά δεν κτίζεται, προφέρεται μεν από το στόμα, αλλά κινείται από την καρδιά»32. Στη συλλογή Ερμηνειών της Καινής Διαθήκης υπό των Ελλήνων Πατέρων διαβάζουμε σχετικά: «Ο Ιωάννης λέγει ο Λόγος και όχι ο Υιός για να μην εννοήσουμε τη γέννηση ως παθητή, επειδή στους ανθρώπους συμβαίνει αυτό, γεννούμε “ἐν χρόνῳ και ἐμπαθῶς”. Ο Υιός του Θεού καλείται Λόγος για να δειχθεί ότι εκ του Νου και απαθώς γεννήθηκε» 33. Λίγο παρακάτω τονίζεται η θεότητα του Λόγου, ο οποίος είναι ίσος με τον Θεό – Πατέρα: «oÙc Âtton QeÕj Ð UƒÒj· epen oân tÕ gnwristikÕn tÁj gnhs…aj aÙtoà qeÒthtoj kaˆ tÕ ¢dion, di¦ toà “™n ¢rcÍ Ãn·” tÕ d sunadion ™nšfhnen ¹m‹n di¦ toà “oátoj Ãn ™n ¢rcÍ prÕj tÕn QeÒn»34. Στο ίδιο πνεύμα της απαθούς γεννήσεως και της ισότητος Πατρός και Υιού κινείται και ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ερμηνεύοντας την προς Εβραίους Επιστολήν: «Ο θειότατος και άφραστος Υιός του Θεού προσκυνείται από τους ανθρώπους και προσαγορεύεται ως Λόγος του Θεού· και δεν είναι μόνο Λόγος του Θεού, αλλά ερμηνευτής του Πατρός, αλλά και συνδημιουργός και ετέχθη απαθώς. Είναι δε ενυπόστατος Λόγος και όχι ανυπόστατος, αφού μας λέγει “ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον35”. Άρα, λοιπόν ο Λόγος είναι ενυπόστατος, αφού μας ομιλεί με λόγους, ενώ παράλληλα ονομάζεται Λόγος, επειδή προήλθε απαθώς» 36. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος συναναστράφηκε με τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού, είδε τα έργα Του και άκουσε τη διδασκαλία Του, δε μπορεί, παρά να περιγράφει την εμπειρία του από τη ζωή μαζί Του σε αυτό το προοίμιο του Ευαγγελίου του. «Γι αυτό ο Ιωάννης ονομάζει τον Λόγο φως και ζωή (Ιω. 1, 4). Ο Λόγος λέγει “πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα 30

Βασιλείου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Περί του Αγίου Πνεύματος, Κεφάλαιον 6, 14, 25 – 30 εκδ. B. Pruche 31 Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος θεολογικός τέταρτος, Περί Υιού, 20, 4 – 10 εκδ. J. Barbel, 32 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Αρείου και Σαββελίου, τομ. 3.1, σελ. 80, στ. 27 – 30, εκδ. F. Mueller 33 J.A. Cramer, Του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου Κεφάλαια [Catenae Graecorum patrum in Novum Testamentum -Catena in Joannem (catena integra)] τομ. 2, σελ. 179, στ. 26 – 31 34 J.A. Cramer, ό.π. σελ. 180, στ. 9 – 12 35 Ιω. 5, 24 36 J.A. Cramer, Η προς Εβραίους Επιστολή, (Catena in epistulam ad Hebraeos), τομ. 7, σελ. 459, στ. 4 – 12


ὑμῖν 37” γι΄ αυτό και τον αποκαλεί φως της γνώσεως αλλά και ζωή» 38. «Και για να μη νομίσουμε ότι ο Λόγος κάποτε δεν υπήρχε, όταν ήταν αφανής και κρυπτόμενος ἐν Πατρί, αλλά ούτε και να τον θεωρήσουμε ως ανυπόστατο και προφορικό λόγο, αλλά να τον πιστέψουμε ως Θεό, ο Ιωάννης γράφει “πρός τόν Θεόν” και όχι “ἐν Θεῷ”, επειδή έχει την αυτή ουσία με τον Πατέρα και δεν είναι κατασκεύασμα ή τεχνητή σοφία, αλλά “Θεός ἐκ Θεοῦ ὑπάρχων”. Διότι αν είχε αρχή δε θα ήταν Θεός» 39. «Όπως το “ἐν ἀρχῇ” δηλώνει την αϊδιότητα του Λόγου, έτσι και το “ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν” δηλώνει την συναϊδιότητα Πατρός και Υιού, για να μη νομίσει κάποιος ότι ο Πατήρ είναι πρεσβύτερος του Υιού, διότι ο Πατήρ ουδέποτε υπήρξε “ἔρημος τοῦ Λόγου”»40. Για τον λόγο αυτό «oÙkoàn Ósoj Ð qeÒj, tosoàtoj dhlad¾ kaˆ Ð lÒgoj»41. Άλλωστε «λόγοι του Θεού υπάρχουν πολλοί, όπως και προφητείες και προστάγματά Του, τα οποία εκτελούν οι Άγγελοι. Ο συγκεκριμένος, όμως, Λόγος είναι ο ενυπόστατος Υιός του Θεού, ο οποίος προήλθε απαθώς εκ του Πατρός»42. Άρα «δε μιλάμε για έναν προφορικό λόγο, ούτε για πρόσταγμα του Θεού, αλλά το απαύγασμα της θεότητος, “τό τέλειον γέννημα ἐκ τελείου”, γι’ αυτό και είναι Θεός» 43. Ως κατακλείδα, συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω περί της θεότητος του Λόγου, διαβάζουμε από τον Μέγα Βασίλειο: «Μέσα από πολύ λίγα λόγια ο Ευαγγελιστής συνέλαβε τις ιδέες του Υιού, ο οποίος είναι συμφυής με τον Πατέρα, το μεγαλείο της φύσεώς Του, αλλά και προσθέτοντας το ἦν μας ανήγαγε στην αρχή, ώστε να φράξει τα στόματα των βλασφημούντων και των σοφιζομένων διάφορες θεωρίες»44. ΙΙ. Ο Λόγος είναι η ζωή και το φως των ανθρώπων 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων· 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Εμπρός από τη λέξη ζωή δεν μπαίνει οριστικό άρθρο, για να δηλωθεί έτσι ότι ο Λόγος δεν ζει απλώς, αλλά πηγάζει τη ζωτική δύναμη για να ζει ο ίδιος αλλά και όλα τα υπόλοιπα όντα τα ζωοποιεί 45. Για τον Χρυσόστομο «η λέξη ζωή δεν αφορά μόνο τη δημιουργική δύναμη του Θεού, αλλά και τη θεϊκή πρόνοια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Επίσης, ο Ιωάννης, ουσιαστικά προαναγγέλλει στους αναγνώστες του την Ανάσταση, από την 37

Iω. 15, 15 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Β΄, MPG 59, 34, 19 – 27 39 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Αρείου και Σαββελίου, τομ. 3.1, σελ. 81, στ. 10 – 23, εκδ. F. Mueller 40 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Δ΄, MPG 59, 47, 34 – 42 41 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Ευνομίου, βιβλίο 3, κεφ. 2, τμ. 20, στ. 10 – 11, εκδ. W. Jaeger, 42 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Δ΄, MPG 59, 47, 25 – 33 43 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Κατά Αρειανών Λόγος Δεύτερος, MPG 26, 221, 28 – 33 44 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου, βιβλία πέντε, MPG 29, 601, 31 – 36 45 Θεοδώρητος Κύρου, στον Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 45 38


αρχή ακόμη του Ευαγγελίου του. Επειδή, αφού ήρθε η ζωή προς εμάς και έλαμψε το φως, διαλύεται το κράτος του θανάτου και δεν υπάρχει πλέον σκοτάδι. Έτσι, σε εμάς μένει δια παντός το ζῇν και ο θάνατος έχει χάσει μια για πάντα την ισχύ του. Ο Παύλος λέει “αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν”46, γι΄αυτό και ο λόγος είναι η ρίζα και το θεμέλιο των πάντων… Ο Θεός και ο Λόγος του Θεού είναι το φως, όπως είναι και η ζωή των ανθρώπων, αφού είπε: “φῶς εἰμι”47 αλλά και “ἐγώ εἰμι ἡ ζωή”48. Και βεβαίως, με τη λέξη φως πρέπει να εννοήσουμε το νοητό φως, το οποίο φωτίζει την ψυχή και όχι το αισθητό»49. Με τα παραπάνω συμφωνεί και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο οποίος τονίζει ότι «η ζωή είναι το φως των ανθρώπων, δηλαδή ο τα πάντα ζωοποιών Θεός και Λόγος, ο οποίος χαρίζει τη ζωή, αλλά και δίνει τον φωτισμό και τη σύνεση στους ανθρώπους. Άρα η Γραφή τονίζει τη συμμετοχή του λόγου στη δημιουργία των ανθρώπων “ἐξ οὐκ ὄντων”»50. «Η σκοτία συμβολίζει και το θάνατο αλλά και την πλάνη» λέγει ο Χρυσόστομος. Η χρήση του ἐν προσδιορίζει ότι το «αισθητό φως έλαμψε εν μέσω της επικρατούσης πλάνης»51 της ειδωλολατρίας και της απιστίας και την αφάνισε. Σύμφωνα με τον ιερό Αυγουστίνο η Σοφία και το Φως του Θεού είναι παρόντα στη ζωή των ανθρώπων, όμως εναπόκειται στην καλή διάθεση των ανθρώπων να τα αποδεχθούν. Δυστυχώς οι άνθρωποι είμαστε, όπως ένας τυφλός άνθρωπος, ο οποίος, παρά την ύπαρξη του ηλιακού φωτός δε μπορεί να το δει, όχι επειδή το φως απουσιάζει, αλλά επειδή ο τυφλός είναι απών από αυτό. Έτσι και εμείς απουσιάζουμε από τη σοφία και το φως του Θεού52. ΙΙΙ. Η μαρτυρία του Ιωάννου του Προδρόμου 6 Ἐγένετο ἄνθρωπος, ἀπεσταλμένος παρὰ θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾽ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. Οι περισσότεροι ερμηνευτές συμφωνούν ότι εδώ γίνεται λόγος για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Όπως και ο Ευαγγελιστής Μάρκος ξεκινά το Ευαγγέλιό του με το έργο του Ιωάννου53, έτσι και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μετά την εισαγωγή περί του Λόγου, αναφέρεται στο έργο του Βαπτιστή. Ο 46

Koλ. 1, 17 Ιω. 9, 5 48 Ιω. 14, 6 49 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ε΄, MPG 59, 57, 27 – 58 50 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 81, στ. 3 – 15 εκδ. P.E. Pusey 51 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ε΄, MPG 59, 58, 15 – 19 52 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 45 53 Μκ. 1, 1 – 8 47


Κύριλλος λέγει ότι ο Ευαγγελιστής «συνεισφέρει τον Ιωάννη Βαπτιστή, ως αξιολογότατον μάρτυρα»54, ενώ ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι ο Ευαγγελιστής «μετά το κατεπείγον περί Λόγου προοίμιο, επανέρχεται στην τάξη, αναφέροντας τον ομώνυμό του κήρυκα του Λόγου, ο οποίος απεστάλη από το Θεό, γι’ αυτό και, παρά το ότι ήταν άνθρωπος, θεωρήθηκε άγγελος, επειδή έλεγε τα του Θεού, αλλά και επέδειξε αγγελική αρετή»55. «Ο Ιωάννης δεν ενεργεί από μόνος του, ούτε είναι αυτόκλητος μάρτυρας του Σωτήρος Χριστού. Αντιθέτως υπακούει στις άνωθεν διαταγές και υπηρετεί το θείο θέλημα»56 να προετοιμάσει το δρόμο του Λόγου. Βέβαια «δεν πίστεψαν όλοι οι άνθρωποι στο κήρυγμα του Ιωάννη, ούτε και στον Χριστό. Όπως και του ηλίου το φως, μπορεί κάποιος να μη το δεχθεί, αν και ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους. Η πρόθεση του πέμψαντος Θεού ήταν να πιστέψουν άπαντες»57. Ο Χρυσόστομος, κάνοντας ένα λογοπαίγνιο με τη μετοχή του ρήματος μαρτυρῶ (μαρτυρουμένου, μαρτυρούμενος, μαρτυρούντος) αποδίδει μεν στην μαρτυρία του Ιωάννου την δέουσα αξιοπιστία, όμως τονίζει ότι ο Ιωάννης μαρτυρεί περί του φωτός, αλλά δεν είναι ο ίδιος το φως58. Θέλει, έτσι, να δείξει ότι η αντίληψη κάποιων μαθητών του Προδρόμου για τη μεσσιανικότητα του διδασκάλου τους ήταν λανθασμένη59. «Ότι είναι για το μάτι του ανθρώπου το αισθητό φως, αυτό είναι για την ψυχή του ανθρώπου ο Λόγος. Διότι είναι το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο, έτσι ώστε η “αφώτιστη ψυχή” να είναι αδύνατο να εννοήσει οτιδήποτε». 60 Επειδή, λοιπόν, ο σωτήρας είναι φως του κόσμου, φωτίζει όχι τα σώματα των ανθρώπων, αλλά με την άκτιστή του δύναμη φωτίζει τον ασώματο νου, έτσι ώστε, όπως κάθε άνθρωπος ο οποίος φωτίζεται από τον ήλιο, μπορεί να “βλέπει” τα νοητά»61. Και ο Λόγος είναι το αληθινό φως, «επειδή είναι ο αληθινός Θεός και αυτοαλήθεια και αυτοζωή»62. Έτσι ο αληθινός Θεός και το αληθινό φως έρχεται σε αντίθεση με το ψεύδος των ειδώλων και της απιστίας. «Ο μονογενής Υιός του Θεού είναι το αληθινό φως και αυτό το γνώρισμα το έχει εκ φύσεως και Τον ξεχωρίζει από τους ανθρώπους, οι 54

Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 89, στ. 25 – 26 εκδ. P.E. Pusey 55 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία στ΄, MPG 59, 59, 38 – 45 56 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 90, στ. 26 – σελ. 91, στ. 2, εκδ. P.E. Pusey 57 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπασμα 5, 1 – 5 εκδ. E. Preuschen 58 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία στ΄, MPG 59, 62, 1 – 10 59 Για περισσότερες πληροφορίες επί του συγκεκριμένου θέματος βλέπε: Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 52-59 60 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου, βιβλία πέντε, MPG 29, 604, 25 – 30 61 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, βιβλ. 1, κεφ. 25, τμ. 164, στ. 1 – 4, εκδ. C. Blanc 62 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 65, 20 – 21


οποίοι μετέχουν σε αυτό κατά χάρη, αλλά και δέονται σε Αυτόν να τους το χορηγήσει. Γι΄ αυτό και καλείται φως, αλλά έχει τη δύναμη να μεταβάλλει σε φως ακόμη και τα μη όντα, εφ’ όσον θα δεχθούν να μετέχουν στη θεία και λαμπρή Του φύση»63. «Και το φως αυτό, αφού φωτίζει κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο, φώτισε και τον Ιωάννη, ο οποίος έγινε μάρτυρας του φωτός» 64. «Έτσι ο Λόγος του Θεού γίνεται ο χορηγός της συνέσεως και του φωτισμού κάθε ανθρώπου, ώστε όλα τα λογικά όντα να λαμβάνουν αυτή την ανεκτίμητη δωρεά. Διότι όλα τα λογικά κτίσματα έχουν μέσα τους εμφυτευμένα από το Θεό Πατέρα σπέρματα φρόνησης, τα οποία ο Υιός και Λόγος τα ενεργοποιεί. Και έτσι φαίνεται σαφώς ότι ο Θεός Λόγος είναι “ἐν Θεῷ καί Πατρί” αλλά είναι και ζωή και φως»65. Θα λέγαμε ότι εδώ ο Κύριλλος αναφέρεται στη θεολογία του «σπερματικού λόγου»66. ΙV. Η κένωση του Λόγου 10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. Στο στίχο 10 η λέξη, η οποία γεννά πολλά ερωτηματικά είναι η λέξη «κόσμος» η οποία επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Για τον Ωριγένη η λέξη σημαίνει τον γύρω κόσμο τους, τον δικό τους κόσμο (την οικουμένη, όπως την εννοούν οι άνθρωποι της κάθε εποχής, και δε σημαίνει τη γη ολόκληρη. Την τελευταία φορά, με τη λέξη «κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω» εννοούνται οι άνθρωποι που κατοικούσαν τον γύρω τόπο67. Αντιθέτως ο Ζιγαβηνός θεωρεί ότι η λέξη «κόσμος» δεν αντιστοιχεί σε κάποιον ορισμένο τόπο, αλλά ότι ο Λόγος βρίσκεται παντού, «ὡς τά πάντα πληρῶν»68. Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «κόσμος» έχει την έννοια του σύμπαντος, της οικουμένης, αλλά και της τάξεως, της διακυβέρνησης, της ευπρεπείας, της μεθόδου και του κοσμήματος (στολισμού, καλλωπισμού) 69. Κατά τον Χρυσόστομο «και πριν την επίγειο παρουσία Του, βρισκόταν στον κόσμο και προνοούσε περί αυτού, ενώ ταυτόχρονα ήταν γνώριμος σε όλους, όσοι ήταν άξιοι. Δεν τον γνώριζαν όλοι, παρά μόνον οι γενναίοι και οι ενάρετοι. Ακόμη και στην εποχή μας δεν τον προσκυνούν όλοι οι άνθρωποι, επειδή ακόμη δεν τον γνωρίζουν» 70. Ο Κύριλλος 63

Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 96, στ. 5 – 17, εκδ. P.E. Pusey 64 Ιερός Αυγουστίνος στον Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 50 65 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 87, στ. 7 – 15, εκδ. P.E. Pusey 66 παράβαλε Ιωάννου Δαμασκηνού: «Οὐκ ἀφῆκε μέντοι ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν παντελεῖ ἀγνωσίᾳ· πᾶσι γὰρ ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι Θεὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται». Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, 1, 15 67 Ωριγένους, Των εις το κατά Ματθαίον (Ευαγγέλιον) εξηγητικών τόμος ιγ΄ (13), κεφ. 20, στ. 21 - 32, εκδ. E. Klostermann 68 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 51 69 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 763 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 545 70 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 67, 20 – 25


Αλεξανδρείας, με μεγάλη ευστοχία, περιγράφει: «™n tù kÒsmJ fhsˆn ¢eˆ kaˆ di¦ pantÕj Øp£rcein aÙtÕn, æj zw¾n kat¦ fÚsin, æj fîj kat' oÙs…an, plhroànta t¾n kt… sin, æj QeÕn, oÙ tÒpJ perigraptÕn, oÙ diast»masi metrhtÕn, oÙ posÒthti katalhptÕn, oÙd ØpÒ tinoj Ólwj ™mperiecÒmenon, oÙd metab£sewj tÁj e„j tÒpon ™k tÒpou deÒmenon, ¢ll' ™ndhme‹n mn ¤pasin, ¢polimp£nesqai d mhdenÒj· ¤pasin, ¢polimp£nesqai d mhdenÒj· ™lhluqšnai d aÙtÕn ™n kÒsmJ diiscur…sato, ka…toi parën ™n aÙtù, kat¦ tÕn tÁj ™nanqrwp»sewj trÒpon»71. Η φράση δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο μας επανεισάγει στην αϊδιότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και στη συμμετοχή Του στη δημιουργία. Γράφει ο Χρυσόστομος: «Μέσα στον κόσμο υπήρχε, αλλά δεν ήταν σύγχρονος του κόσμου. Άπαγε! Ο κόσμος έγινε δι’ Αυτού και αυτό ανάγει τη σκέψη μας στην προαιώνια ύπαρξη του μονογενούς Λόγου του Θεού» 72. Κατά το Ζιγαβηνό, ο Ιωάννης αναφέρει τόσο την παρουσία του Λόγου στον κόσμο, όσο και την υπό του Λόγου δημιουργία, δυσανασχετών με την πώρωση των αγνοησάντων αυτόν73. Το δι᾽ αὐτοῦ δείχνει τη συνεργασία του Λόγου με τον Πατέρα και, φυσικά δεν υπεξαιρείται τα δημιουργήματα, επειδή αυτά δημιουργήθηκαν δι᾽ αὐτοῦ σύμφωνα με τον Ωριγένη74. Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω: Κατά τον Χρυσόστομο «εννοεί το πλήθος των ανθρώπων το διεφθαρμένο, το χυδαίο, το ταραχώδες, το ανόητο και προσκολλημένο στα γήινα πράγματα. Οι φίλοι, όμως, του Λόγου και οι θαυμάζοντες Αυτόν, τον αναγνώρισαν ακόμη και πριν την ένσαρκο παρουσία Του»75. Κατά τον ίδιο τρόπο, με τις εκφράσεις τὰ ἴδια και οἱ ἴδιοι εννοούνται ο κόσμος και οι άνθρωποι. Σύμφωνα με τον Κύριλλο «ἴδιος είναι ολόκληρος ο κόσμος για το Θεό, αφού αυτός είναι ο δημιουργός του, όμως περισσότερο ορθό είναι να εννοήσουμε τον ισραηλιτικό λαό , ο οποίος υπήρξε ο “πρωτότοκος” λαός – τέκνο του Θεού, όπως άλλωστε το φανέρωσε ο Θεός στο Μωϋσή».76 «Ο Λόγος δείχνοντας υπερβολικώς ανέκφραστη καλοσύνη και αγαθότητα έγινε άνθρωπος, όχι επειδή είχε ανάγκη ο ίδιος (άλλωστε το θείον είναι ανενδεές), αλλά για να ευεργετήσει τους ανθρώπους. Και όχι μόνον οι δικοί του δεν τον αποδέχθηκαν, αλλά και τον σκότωσαν, “ἐκβάλοντες αὐτόν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος”77. Όμως ο Λόγος δεν τους απέκλεισε από την μετάνοια, αλλά τους έδωσε την ευκαιρία να ξεπλύνουν την αμαρτία τους πιστεύοντας σε Αυτόν και να γίνουν φίλοι Του»78. Και ο Αυγουστίνος συμφωνεί ότι οι δικοί του άνθρωποι είναι ο λαός 71

Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 114, στ. 3– 11, εκδ. P.E. Pusey 72 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 65, 44 – 47 73 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 51 74 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 111, στ. 2 – 4 εκδ. E. Preuschen 75 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 66, 25 – 31 76 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 131, , στ. 16 – 23, εκδ. P.E. Pusey 77 Μτ. 21, 39 78 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ι΄, MPG 59, 73, 55 – 74, 17


του Ισραήλ, διότι οι υπόλοιποι λαοί ήταν ειδωλολάτρες, ενώ οι Ισραηλίτες υπήρξαν ο περιούσιος λαός του Θεού εκ σπέρματος Αβραάμ 79. V. Η ένδοξη ύψωση του Λόγου και η αποδοχή του δια της πίστεως 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ ἐγεννήθησαν. 14 Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον· ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 16 ὅτι ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. 18 Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· μονογενὴς θεὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο. Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και ευεργέτης των ανθρώπων, οπότε μας δέχεται όλους ως φίλους Του, μας υιοθετεί ονομάζοντάς μας τέκνα Του. «Είτε δούλοι, είτε ελεύθεροι, είτε Έλληνες, είτε βάρβαροι, είτε Σκύθες, είτε σοφοί, είτε ανόητοι, είτε γυναίκες, είτε άνδρες. Είτε παιδιά είτε γέροι, είτε ταπεινής καταγωγής, είτε ευγενείς, είτε πλούσιοι, είτε πτωχοί, είτε άρχοντες, είτε απλοί πολίτες, όλοι αξιώνονται την ίδια μεγάλη τιμή. Διότι η πίστη και η Χάρις του Πνεύματος διαλύοντας τις ανισότητες των κοσμικών διαχωρισμών, δίδουν στους ανθρώπους μία και μοναδική μορφή, με βασιλικά χαρακτηριστικά. Τι θα μπορούσε άραγε να είναι πιο φιλάνθρωπο από αυτό; Ένας Βασιλιάς αυτού του κόσμου πολλές φορές δεν καταδέχεται να συναναστραφεί καλύτερους από αυτόν συνανθρώπους του, οι οποίοι είναι κατώτεροί του, αν και δημιουργήθηκε από τον ίδιο πηλό, όπως και εκείνοι. Και ο μονογενής Υιός του Θεού δεν απαξίωσε τους τελώνες και τους μάγους, τους δούλους και τους ταπεινούς, τους ανάπηρους και τους σακατεμένους, αλλά αντίθετα τους κατέταξε στην τάξη των παιδιών Του… Και αυτό το αξίωμα δε μπορεί κανείς να μας το αφαιρέσει, παρά μόνον εμείς μπορούμε να το αφαιρέσουμε από τον εαυτό μας… Ο εξαναγκασμός δεν έχει θέση στην υιοθεσία, αντίθετα ο άνθρωπος πορεύεται με το αυτεξούσιο. Και είναι ένα από τα απόρρητα μυστήρια του Θεού να δίδει τη Χάρη στον άνθρωπο και από την άλλη μεριά ο άνθρωπος να ανταποδίδει με πίστη. Αλλά δεν αρκεί μόνο η φύλαξη της καθαρότητος εκ μέρους των ανθρώπων, ούτε ακόμη και το Βάπτισμα και η πίστη. Αν θέλουμε να απολαμβάνουμε δια παντός την ουράνια ευτυχία και γαλήνη, πρέπει να κάνουμε αντάξια προς τον Θεό ζωή. Διότι η Βάπτισή μας είναι μία μυστική γέννηση και κάθαρση από όλα τα προηγούμενα αμαρτήματα, όμως το να

79

Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 53


μείνει κάποιος καθαρός εις το εξής και να μη ξανακηλιδώσει τον χιτώνα της ψυχής του, επαφίεται στη δική του διάθεση και δικαιοδοσία»80. Η λέξη «εξουσία» στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και κατά την εποχή της Καινής Διαθήκης, σημαίνει τόσο τη δύναμη, το δικαίωμα, ή το αξίωμα, αλλά και την έπαρση, την αλαζονεία και την περιουσία ή ακόμη την επικράτεια και τον άρχοντα81. Όμως σημαίνει και τους πόρους ζωής ή τα μέσα προς το ζην82. Στο στίχο 12 σημαίνει προφανώς το προνόμιο, αλλά και τη δύναμη, σύμφωνα με τον Τρεμπέλα83. Κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας «ξαναγυρίζουμε στην προπτωτική κατάσταση του αρχαίου κάλλους, αφού ο Λόγος μας αναμορφώνει κάνοντάς μας καλύτερους σε σχέση με την κατάντια στην οποία περιήλθαμε με τις παραβάσεις μας και τα κακά που μας βρήκαν. Έτσι, λοιπόν, αποκτούμε το υπερφυσικό αξίωμα του Χριστού και γινόμαστε Υιοί Θεού, απαράλλακτα, όπως ακριβώς και εκείνος, όμως εμείς είμαστε κατά Χάριν και θετοί υιοί, ενώ ο Ιησούς είναι αληθινός Υιός του Θεού Πατρός» 84. Συμφωνεί και ο Ωριγένης γράφοντας: «Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει· όσοι έλαβαν τον Λόγο έλαβαν και την εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού. Όλοι αυτοί οι οποίοι πιστεύουν εις Αυτόν, δε γίνονται υιοί Θεού εξ αίματος ή εκ θελήματος σαρκός ή ανθρώπων, αλλά γεννήθηκαν από το Θεό. Δεν αναγόμαστε, λοιπόν, εμείς οι άνθρωποι στη φύση του Θεού, αλλά μέσω της θείας Χάριτος μεταδίδεται το αξίωμά Του και μας χαρίζεται, ώστε να αποκαλούμε το Θεό, Πατέρα»85. Στο στίχο 13 η έκφραση «οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων» γεννά αρκετές συζητήσεις μεταξύ των σχολιαστών. Σύμφωνα με τον Ιππόλυτο: «Ο Χριστός δεν ήταν εκ σπέρματος γέννημα γυναικός εξ αιμάτων και επιθυμίας σαρκικής, όπως είναι γεννημένοι όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι» 86. Συμφωνεί και ο Χρυσόστομος λέγοντας: «Μας υπενθυμίζει τον τρόπο της γεννήσεως, συγκρίνοντας τις σαρκικές ωδίνες με την πνευματική εκ Θεού γέννηση. Όχι εξ αιμάτων, ούτε εκ θελήματος σαρκός ή ανδρός, αλλά εκ θεϊκού θελήματος γεννήθηκαν. Ο πρώτος τοκετός είναι ταπεινός και ευτελής, σε αντίθεση με την γέννηση εκ Θεού, η οποία είναι υψηλή και ευγενής και συνειδητοποιώντας τη δωρεά της Χάριτος του Θεού να γίνουμε αντάξιοί της δείχνοντας ενδιαφέρον και σπουδή»87. Με πολύ ζωντανό τρόπο σχολιάζει ο Γρηγόριος Νύσσης τον συγκεκριμένο στίχο: «Θα παραστήσω με σαφήνεια τη χάρη του 80

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ι΄, MPG 59, 75, 37 – 57 , 76, 11 – 13 & 76, 26 - 42 81 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 189 82 Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 354 83 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 53 84 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 113, στ. 19 – 27, εκδ. P.E. Pusey 85 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, σελ. 174, στ. 10 – 15 εκδ. M. Rauer 86 Ιππολύτου, Κατά πασών Αιρέσεων Έλεγχος, βιβλίο 6, κεφ. 9, 2, 1 – 3, εκδ. M. Marcovich 87 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ι΄, MPG 59, 76, 41 – 52


συγκεκριμένου λόγου (στ. 13). Αυτός ο τόκος κυοφορείται δια της πίστεως, αναγεννάται δια του Βαπτίσματος και μέσω της αναγεννήσεως έρχεται στο φως. Τροφός του είναι η Εκκλησία, με γαλακτοφόρα στήθη τα διδάγματά της και τροφή τον άνωθεν άρτο της ζωής, η ενηλικίωση είναι ο υψηλός και ενάρετος τρόπος ζωής, γάμος η συμβίωση με τη σοφία, τέκνα οι ελπίδες, οικία η βασιλεία του Θεού, κληρονομία και πλούτος η απόλαυση του Παραδείσου και εν τέλει αντί του θανάτου περιμένει τον άξιο υιό του Θεού η αΐδιος ζωή»88. «tÕ d, ™genn»qhsan, di¦ tÕ Ólwj Ônoma uƒoà kaˆ aÙtoÝj e„lhfšnai, e‡rhken»89 λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Για την έκφραση «σὰρξ ἐγένετο» παρατηρεί ο Ωριγένης: «Ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα ρήματα: το ἐγένετο για τη σάρκα, το ἦν για τη θεότητα»90. «Ο Λόγος, λοιπόν, ο οποίος “ἐν ἀρχῇ” και “πρὸς τὸν θεόν” είναι, ο οποίος τις έσχατες ημέρες, εξ αιτίας της φιλανθρωπίας Του έγινε “σὰρξ” επικοινωνώντας με την ταπεινή μας φύση, για τον λόγο αυτό “ἀνακραθείς τῷ ἀνθρώπῷ” δέχθηκε να πάρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να “συναποθεώσει” το ανθρώπινο γένος και να “συναγιάσει” ολόκληρη τη φύση μας»91. Ο Μέγας Αθανάσιος σχολιάζοντας αυτή τη φράση λέγει: «Ο Λόγος έγινε άνθρωπος (σάρξ) προσφέροντας αυτό για όλους τους ανθρώπους και εμείς αποκτούμε τη δυνατότητα να γίνουμε θεοί, κάτι το οποίο δε θα μπορούσαμε ποτέ να αποκτήσουμε, παρά μόνον αν ενδυόταν Αυτός το κτιστό μας σώμα. Έτσι, λοιπόν, εμείς οι άνθρωποι αρχίσαμε να γινόμαστε άνθρωποι του Θεού ἐν Χριστῷ»92. «Το ότι ο Λόγος του Πατρός έγινε άνθρωπος, αυτό δε σημαίνει ότι έχασε την αξία του, επειδή φόρεσε σάρκα, όπως και ο χρυσός δε χάνει την αξία του όταν κλείνεται μέσα σε ένα παράξενο, φτωχικό ταμείο» 93 μας λέγει ο ίδιος Πατέρας της Εκκλησίας. Η λέξη σαρξ σημαίνει συνολικά τον άνθρωπο, ψυχή και σώμα και όχι μόνο τη σάρκα, μας επισημαίνει επίσης και πάλι ο Μέγας Αθανάσιος: «”Eqoj tÍ grafÍ tÕn Ólon ¥nqrwpon s£rka kaˆ aŒma kale‹n»94. Ο Χρυσόστομος θεολογεί λέγοντας: «Ο Λόγος γίνεται άνθρωπος (σάρξ), ο Δεσπότης παίρνει τη μορφή του δούλου και εμείς γινόμαστε παιδιά του Θεού, δεχόμενοι άφατη τιμή. Και έγινε υιός ανθρώπου ο γνήσιος Υιός του Θεού, για να μας κάνει τέκνα του Θεού… Ο Θεός, λοιπόν, δε μας άφησε μέσα στην κατάρα της αμαρτίας, αλλά δεχόμενος την ανθρώπινη κατάρα, δε μετέβαλε τη θεϊκή Του ουσία σε σάρκα, αλλά αναλαμβάνοντας 88

Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Περί της τριημέρου προθεσμίας της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, 9, 278, 2 – 11 εκδ. E. Gebhardt 89 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Κατά Αρειανών Λόγος Δεύτερος, MPG 26, 272, 39 – 273, 1 90 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 111, στ. 1 – 2 εκδ. E. Preuschen 91 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Προς τα Απολιναρίου Αντιρρητικός, 3.1, 151, 14 - 20 εκδ. F. Mueller 92 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ότι η εν Νικαία Σύνοδος εωρακυία την πανουργίαν των περί Ευσέβιον εξέθεντο πρεπόντως και ευσεβώς κατά της αρειανής εκθέσεως τα ορισθέντα, κεφ. 14, τμ. 4, στ. 2 –5 93 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Περί Πίστεως μείζων Λόγος, απόσπ. 61, στ. 22 – 25, εκδ. E. Schwartz 94 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Διάλογος Ορθοδόξου και Ανομοίου, Περί Αγίας Τριάδος, Διάλογοι 2 & 4, εκδ. C. Bizer


αυτήν (τη σάρκα) άφησε ανέπαφη εκείνη (την θεϊκή ουσία)» 95. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο ο Ευαγγελιστής, όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, τονίζοντας ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος και Υιός του Θεού πήρε ανθρώπου σάρκα, γενόμενος άνθρωπος, θέλουν να απαντήσουν στην Αίρεση του Δοκητισμού, ο οποίος συντάραξε την Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες96. Όσον αφορά το ρήμα ἐσκήνωσεν , το οποίο σημαίνει ότι διαμένω (προσωρινώς) σε σκηνή97, σχολιάζεται ως εξής: «Δεν έγινε μετατροπή της ατρέπτου θεϊκής φύσεως, αλλά κατοίκηση, σκήνωσις. Άλλο η σκηνή, άλλο η σκήνωσις. Λόγος και σάρκα δεν ανακατεύθηκαν, ούτε οι δύο ουσίες εξαφανίστηκαν, αλλά μέσα από μία άρρητο ένωση έγιναν ένα» 98. Ο Λόγος έκανε το ανθρώπινο σώμα ένδοξο «όπως ο ναός έπαιρνε δόξα, αφού ο Θεός κατασκηνούσε σε αυτόν»99. ἐν ἡμῖν: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ως αυτόπτης μάρτυρας του διδασκάλου του βίωσε την ταπείνωση, αλ��ά και την ένδοξη ύψωση του Λόγου. Είδε τα θαύματά Του, την Μεταμόρφωση, έζησε τον Αναστημένο Χριστό! Σχολιάζει ο Χρυσόστομος: «Είδαμε τη δόξα του μονογενούς Υιού του Θεού. Δε θα μπορούσαμε να τη δούμε, όμως, αν δεν φανερωνόταν σε εμάς με το φιλικό προς εμάς ανθρώπινο σώμα… Πώς θα μπορούσαμε εμείς οι πήλινοι και γήινοι να δούμε το Θεό; Γι’ αυτό ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν για να μπορέσουμε να προσέλθουμε σ’ Αυτόν και να συναναστραφούμε και να κάνουμε διάλογο μαζί Του»100. δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας: Και πάλι ο Χρυσόστομος λέγει: «Το ὡς εδώ δε χρησιμοποιείται ούτε για να τονίσει την ομοιότητα, ούτε ως παραβολή, αλλά θέλοντας να δείξει βεβαίωση και αναμφισβήτητη σιγουριά, σα να λέγει ότι είδαμε την δόξα, την οποία έπρεπε να έχει ο μονογενής Υιός του Θεού, ο οποίος είναι γνήσιος Υιός του Βασιλιά των απάντων»101. Ο δε Γρηγόριος Ναζιανζηνός λέγει: «Ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα Θεό. Μονογενής δε, όχι μόνον επειδή είναι μόνος εκ μόνου και μόνον, αλλά και με μοναδικό τρόπο, όχι όπως οι άνθρωποι. Και ονομάζεται Λόγος, επειδή αυτή είναι η σχέση Του με τον πατέρα Θεό, όπως ο λόγος με το νου, όχι μόνον λόγω του απαθούς τρόπου της γεννήσεώς Του, αλλά και για τό συναφές και τό ἐξαγγελτικόν»102. «Η φράση μονογενοῦς παρὰ πατρός πρέπει να μας οδηγήσει στο να σκεφθούμε την ομοουσιότητα Πατρός και Υιού. Κανένα από τα κτίσματα δεν έχει τη ύπαρξή του παρὰ πατρός, αλλά ἐκ Θεοῦ διά 95

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΑ΄, MPG 59, 79, 4 – 10 & 45 – 50 96 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 55 97 Ιωάννης Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 898 98 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΑ΄, MPG 59, 80, 8 – 18 99 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, βιβλ. 10, κεφ. 39, τμ. 264, στ. 5 – 6, εκδ. C. Blanc 100 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 81, 29 – 42 101 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 82, 4 – 8 102 Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος θεολογικός τέταρτος, Περί Υιού, 20, 1 – 6 εκδ. J. Barbel


τοῦ Λόγου ήρθε στην ύπαρξη. Αν και άλλα δημιουργήματα όφειλαν την ύπαρξή τους παρὰ πατρός δε θα αποκαλούνταν μονογενής ο Λόγος. Και είναι μονογενής Υιός του Θεού, πλήρης Χάριτος και αληθείας, γι’ αυτό και μόνον για Αυτόν μπορεί να ειπωθεί: «ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια (Ιω. 14, 6)»103. Και συμπληρώνει ο Μέγας Βασίλειος: «Δεν πήρε το αξίωμα του Υιού εκ δωρεάς ή χάριτος, αλλά εκ φύσεως κοινωνίας του Υιού και του Πατρός. Αυτό είναι ίδιον του γεννηθέντος Λόγου, ο οποίος ως Υιός με φυσικός τρόπο έχει τα του Πατρός, αλλά και ως Μονογενής δεν μοιράζεται τίποτε με κάποιον άλλον. Είναι, λοιπόν, κοινωνός της φύσεως του Πατρός και δεν κτίσθηκε με πρόσταγμα του Πατρός αλλά έλαμψε δια της ουσίας Του, έξω από τον ανθρώπινο χρόνο και τις ανθρώπινες διαστάσεις, όντας ίσος στην αγαθότητα, τη δύναμη και τη δόξα με τον Πατέρα Θεό» 104. « Η δόξα του Λόγου είναι αμέτρητη, τέλεια και αληθινή, δεν είναι επείσακτη, ούτε έξωθεν προσθήκη προς τον Υιό, αλλά ενυπάρχει στην ουσία Του και είναι φυσικός καρπός του πατρικού ιδιώματος επί τον Υιόν Του» 105. «Στη δόξα και τη χάρη υπερέχει ασυγκρίτως ο Λόγος έναντι όλων των υπολοίπων όντων. Όλα τα υπόλοιπα όντα, οι Άγγελοι, οι Αρχάγγελοι και οι προφήτες ενεργούν μετά από προσταγή του Θεού. Αυτός, όμως, ενεργεί ο ίδιος με την πρέπουσα εξουσία του βασιλιά και του δεσπότη. Γι’ αυτό και οι όχλοι τον θαύμαζαν, επειδή έχοντας εξουσία κήρυττε σε αυτούς»106. μαρτυρεῖ: ιστορικός ενεστώτας κατά τον Bernard107. Σύμφωνα με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επικαλείται την μαρτυρία του Προδρόμου Ιωάννου και οι δύο συνονόματοι αποτελούν μία αξιολογότατη πνευματοφόρο δυάδα ανδρών, οι οποίοι έχουν ανατραφεί στην αλήθεια και δε γνωρίζουν να ψεύδονται108. «Ο Ευαγγελιστής διαλέγει να φέρει ως μάρτυρα τον Βαπτιστή του Χριστού, όχι για να δώσει αξιοπιστία στο Δεσπότη από τον δούλο Του, αλλά συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία των ακροατών (αναγνωστών) του. Και όπως, αν δεν λάμβανε τη μορφή του δούλου, δεν θα γινόταν ευπρόσδεκτος από τους ανθρώπους, έτσι και με τη φωνή του δούλου Του προετοίμασε την ακοή των ομόδουλών του, ώστε να αποδεχθούν τον λόγο Του οι Ιουδαίοι» 109. Επειδή είχαν σε μεγάλη υπόληψη τον Ιωάννη οι ιουδαϊκοί όχλοι110. «Το δε κέκραγεν το χρησιμοποιεί εδώ ο Ευαγγελιστής αντί να γράψει με παρρησία και ελεύθερα και χωρίς τον οποιονδήποτε δισταγμό κήρυξε την παρουσία του Μεσσία. Και η λέξη κραυγή χρησιμοποιείται εδώ, όχι όσον αφορά την ένταση της φωνής, αλλά 103

Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου απόσπ. 9, 1 – 8, εκδ. E. Preuschen 104 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας Ομιλία ΙΕ΄ Περί Πίστεως, MPG 31, 468, 7 – 21 105 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 143, στ. 3 – 8, εκδ. P.E. Pusey 106 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 82, 29 – 35 107 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 58 108 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 144, στ. 18 – 22, εκδ. P.E. Pusey 109 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΓ΄, MPG 59, 87, 42 – 50 110 Θεοφύλακτος, παράθεση από τον Π.Ν. Τρεμπέλας, ό.π.


για να τονίσει τα νοήματα του λόγου του. Διότι ο Ιωάννης απήγγειλε μεγάλα δόγματα και για να τον εννοήσουν έπρεπε να τα προφέρει μεγαλοφώνως»111. «Γι’ αυτό και δεν μαρτυρεί κρυπτόμενος με σιγανή φωνή ή ψιθυρίζοντας, αλλά κραυγάζοντας εντονότερα και από σάλπιγγα, επειδή ο Πρόδρομος ήταν λαμπρός κήρυκας, επίσημη φωνή και πασίγνωστος στους Ιουδαίους»112. Για τις λέξεις ὃν εἶπον, ο Χρυσόστομος τονίζει ότι «για να γίνει η μαρτυρία του ευπρόσδεκτος από τους Ιουδαίους, έχει προκαταλάβει τη διάνοια των ακροατών του, λέγοντας περί του Ιησού, ώστε να τον αποδεχθούν όταν τον δουν, έχοντας κατά νου την μαρτυρία των λόγων του και να μη απορρίψουν τον Ιησού, λόγω της ταπεινής μορφής του»113. Όσον αφορά τις εκφράσεις «ἔμπροσθέν μου γέγονεν» και «πρῶτός μου ἦν» οι ερμηνευτές συμφωνούν ότι ο Πρόδρομος έχει επίγνωση της κατωτερότητός του μπροστά στον Ιησού Χριστό: «Ασυγκρίτως μεγαλύτερος στην τιμή και στη δόξα είναι αυτός που ακολουθεί. Έτσι μπορούμε να εννοήσουμε τον Πρόδρομο ως μάρτυρα της δόξας του Μονογενούς Υιού του Θεού και ερμηνευτή των θεϊκών παραδόξων. Διότι είναι γνωστό ότι ο Πρόδρομος έχαιρε υπολήψεως για την αγιότητά του και έτσι η γνώμη του για τον Ιησού αποτελεί μία εξαίρετη μαρτυρία γι’ Αυτόν» 114. «Έρχεται, έχει γεννηθεί! Είναι λαμπρότερος και εντιμότερος από εμένα! Μη νομίσετε ότι επειδή εγώ ήλθα να κηρύξω πρώτος, είμαι μεγαλύτερος από εκείνον. Είμαι πολύ κατώτερος και τόσο κατώτερος, ώστε ούτε στους δούλους του δεν αξίζει να καταταχθώ»115. Συμφωνεί και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφοντας: «Αφού είναι πρώτος πρέπει να του αποδοθεί μεγαλύτερη δόξα και η προΰπαρξή Του δεν αφορά τον χρόνο των ανθρώπων, αλλά ο Ιησούς προϋπήρχε άνωθεν ως Θεός κατά φύσιν. Θα μπορούσε να πει ότι ήταν από πάντα καλύτερος και ενδοξότερος, πέρα από κάθε σύγκριση με ανθρώπους»116. Ας προσέξουμε την ακρίβεια των λεγομένων από τον Ευαγγελιστή μας προτρέπει ο Ωριγένης: «Δεν έγραψε το πλήρωμα, αλλά ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν. Στη ζωή αυτή όσοι μετέχουν στην αγιότητα, τη γνώση και την αλήθεια ένα μέρος της τελειότητας γνωρίζουν και ένα μέρος της πληρότητας προφητεύουν. Όμως την τελειότητα και την πληρότητα δεν την έχουν. Θα την αποκτήσουν στη μέλλουσα ζωή, σύμφωνα με τα όσα λέει ο Απόστολος: “ ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ 111

Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου απόσπ. 115, 1 – 5, εκδ. E. Preuschen 112 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 144, στ. 27 – σελ. 145, στ. 5, εκδ. P.E. Pusey 113 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΓ΄, MPG 59, 88, 56 – 89, 5 114 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 147, στ. 19 - 27, εκδ. P.E. Pusey 115 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΓ΄, MPG 59, 89, 23 – 29 116 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 147, στ. 28 – 148, 4, εκδ. P.E. Pusey


τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται” (A΄ Κορ. 13, 10)»117. «Και θα λάβουμε την Χάρη του Θεού πλούσια, όπως από μία αέναο πηγή, η οποία αναβλύζει και πλημμυρίζει με τα θεία χαρίσματα κάθε ψυχή, αφού ο Υιός έχει τη δυνατότητα να τα χορηγεί σε ολόκληρη την κτίση, επειδή ο ίδιος είναι πλήρης και τέλειος»118. Ο δε Χρυσόστομος τονίζει ότι ο Ιησούς δεν έχει την ανάγκη της μετοχής στη δωρεά του Θεού, αφού είναι ο ίδιος η πηγή και η ρίζα των δωρεών του Θεού και όλων των αγαθών, είναι ο ίδιος η ζωή το φως και η αλήθεια. Και δεν κρατάει το αγαθό για τον εαυτό Του, αλλά ξεχειλίζει από αυτό και δίνει σε όλους τους ανθρώπους και παρά το ότι δίνει απλόχερα μένει και πάλι πλήρης, χωρίς να ελαττώνεται ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα, πάντοτε πηγάζων και μεταδίδων το καλό σε όλους τους ανθρώπους, παραμένει στην απόλυτη πληρότητα και τελειότητα… Και ποιοι έλαβαν τα χαρίσματα του Λόγου; Όλοι τα λάβαμε! Οι δώδεκα, οι τριακόσιοι, οι πεντακόσιοι, οι τρεις χιλιάδες, οι πέντε χιλιάδες, οι μυριάδες των ιουδαίων, όλο το πλήρωμα των πιστών και οι τότε και οι τωρινοί και οι μελλοντικοί, όλοι λάβαμε εκ της πληρότητος και της τελειότητος του Λόγου. Τι λάβαμε; Χάριν αντί Χάριτος και αντί της Παλαιάς την Καινήν Διαθήκην»119. «Το γεγονός ότι όλοι οι Άγιοι αποκτούν τα χαρίσματα του Λόγου φανερώνει την υπεροχή και την τελειότητα του Ιησού. Κι αν όλοι οι Άγιοι έγιναν ολοκληρωμένοι και τέλειοι χωρίς να δαπανηθεί ολόκληρη η τελειότητα του Λόγου, παρά μόνον ένα μόριό της, ευρισκόμενοι πολύ μακριά από το να δουν ολόκληρη την τελειότητα, από την οποία έπαιρναν οι ίδιοι»120. «καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος μας λέγει, δείχνοντας ότι με τη χάρη του Θεού και οι Ιουδαίοι έφταναν στη σωτηρία. Δεν ήταν πολυπληθής λαός, αλλά τους εξέλεξε για τους Πατέρες τους. Ούτε για τα κατορθώματά τους επιλέχθηκαν από το Θεό, αλλά η Χάρις του Θεού τους αξίωσε τόσο μεγάλη τιμή. Και εμείς, λοιπόν, με τη Χάρη του θεού σωζόμαστε, αλλά με τρόπο πολύ μεγαλύτερο και υψηλότερο. Δε μας δόθηκε μόνον συγχώρεση αμαρτημάτων (επειδή αυτό είναι κοινό με εκείνους, δηλαδή το ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί), αλλά μας αποδόθηκε δικαιοσύνη και αγιασμός και λάβαμε την υιοθεσία και τα χαρίσματα του Πνεύματος σε μέγιστο βαθμό και πλούσια. Μέσω της Χάριτος αυτής γίναμε ποθητοί στο Θεό, όχι πια ως δούλοι, αλλά ως παιδιά Του και φίλοι Του» 121. Και αφού πετύχαμε όλα αυτά, «θα επακολουθήσει η αθανασία και η αιώνιος ζωή, με την οποία ο Θεός στεφανώνει με τα δώρα του ελέους Του»122. 117

Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 10, στ. 29 – 36, εκδ. E. Preuschen 118 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 148, 20 – 27, εκδ. P.E. Pusey 119 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 91, 31 – 39 & 92, 38 - 44 120 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 10, στ. 46 – 51, εκδ. E. Preuschen 121 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 94, 18 - 33 122 Ιερός Αυγουστίνος, παράθεση από Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 60


Ο στίχος 17 με τη φράση: «ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» αιτιολογεί τα όσα έγραψε ο Ευαγγελιστής στον προηγούμενο στίχο. Επίσης εδώ, για πρώτη φορά στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, γίνεται η ταύτιση του Λόγου με τον Ιησού Χριστό. «Ο νόμος του Μωϋσή τιμωρούσε τους αμαρτάνοντες, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν από τους παραβάτες. Αυτός ο νόμος μέσα από εικόνες και σκιαγραφίες μας οδήγησε, χειραγωγώντας και ευτρεπίζοντάς μας, προς τη διδασκαλία του Χριστού, γι’ αυτό και λέγεται “παιδαγωγός εἰς Χριστόν”(Γαλ. 3, 24)»123. Γίνεται διακριτή η διαφορά μεταξύ των λέξεων ἐδόθη και ἐγένετο. Η Χάρις και η Αλήθεια αντιτίθενται στο νόμο. Η λέξη ἐδόθη ταιριάζει σε κάποιον ο οποίος υπηρετείται και προστάζει να δοθεί κάτι σε κάποιον και κάποιος λαμβάνει από κάποιον άλλον. Αντίθετα η έκφραση ἐγένετο ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια δείχνει ότι ο Βασιλεύς Χριστός είχε την εξουσία να συγχωρεί τις αμαρτίες και να παρέχει τις δωρεές του Θεού λέγοντας: “ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι”(Λουκ. 7, 48)»124. Κατά τον Θεοφύλακτο «το αυθεντικό είναι το ἐγένετο, ενώ το ἐδόθη είναι δουλικό»125. Θα λέγαμε ότι στο στίχο αυτό αποδίδεται η ιδέα που περιγράφει και ο συγγραφέας της προς Εβραίου Επιστολής: «Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ᾽ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκὲς οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι·»126. «Η Χάρις του Θεού, η οποία συγχωρεί τις αμαρτίες των ανθρώπων, εμποδίζει την τιμωρία των αμαρτωλών και η αλήθεια του Λόγου υπερβαίνει τις σκιές και τους τύπους του μωσαϊκού νόμου»127. «Οι σκιές, όμως, δεν παρουσίαζαν ολοκληρωμένη την αλήθεια. Όμως ο Λόγος είναι πλήρης αληθείας και χάριτος και όλους όσοι προσφεύγουν σε Αυτόν μετανοιωμένοι, τους παρέχει την άφεση» 128. «Αφού στον προηγούμενο στίχο μας έδειξε ο Ευαγγελιστής τις υπερβολικές δωρεές του Χριστού και την δια του Μωϋσέως θεία οικονομία, θέλει τώρα να μας πει ότι ο νόμος ήταν υπηρέτης ταπεινότερων πραγμάτων. Ο Χριστός, όμως, είναι ο Δεσπότης και Βασιλιάς και Υιός του Βασιλιά και μας προσέφερε τα μεγαλύτερα, συνυπάρχοντας πάντα μαζί με τον πατέρα και βλέποντας το πρόσωπό Του συνεχώς… Η παρουσία του μονογενούς Υιού του Θεού επί της γης υπήρξε μία συγκατάβαση του Θεού προς τους ανθρώπους. Τη “γυμνή” ουσία του Θεού κανείς δε μπορεί να την αντικρίσει. Διότι είναι απλή και χωρίς σχήμα, ασύνθετη, απερίγραπτη, δεν κάθεται, δε στέκεται, δεν περπατά. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά των ανθρώπινων σωμάτων… Μόνον ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα βλέπουν τον 123

Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 9, 15 – 20, εκδ. E. Preuschen 124 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 95, 34 – 41 125 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 61 126 Εβρ. 1, 10 127 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 12, στ. 4 – 7, εκδ. E. Preuschen 128 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 9, στ. 26 – 30, εκδ. E. Preuschen


Πατέρα. Είναι δυνατόν η κτιστή φύση να μπορέσει να δει τον Άκτιστον; … Πολλοί είδαν την όψη του Χριστού, την θεία ουσία Του, όμως, κανείς δεν την είδε ποτέ· έτσι και εμείς όλοι γνωρίσουμε ότι υπάρχει Θεός, την ουσία Του, όμως, κανείς μας δεν τη γνωρίζει, παρά μόνον ο Υιός, ο οποίος γεννήθηκε από Αυτόν. Εδώ ο Ευαγγελιστής εννοεί την απόλυτη γνώση, και κατανόηση, που έχει ο Υιός για τον Πατέρα, αλλά και ο Πατέρας για τον Υιό. “καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα”129. Πρόσεξε με ποιον τρόπο μιλάει ο Ευαγγελιστής… Το Ἐν ἀρχῇ ἦν δίνει έμφαση και δηλώνει το πάντοτε. Εδώ χρησιμοποιεί ρητά ο Ιωάννης το ὢν για να δείξει ότι ο Υιός είναι ανάρχως και αϊδίως στους πατρικούς κόλπους. Για να μη νομίσει κάποιος ότι ο Χριστός είναι ένας από τους κατά χάριν υιούς, όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι. Κι αν δεν αρκεί αυτό σε κάποιον, γράφει και το όνομα Μονογενής. Κατόπιν αναφέρει τον κόλπον τοῦ πατρὸς για να μην υποθέσεις κάτι παρακατιανό. Πόσο μεγάλη φιλανθρωπία και αγάπη στον άνθρωπο δείχνει ο Δεσπότης! Ταπεινές εκφράσεις χρησιμοποιεί για τον εαυτό Του ο Θεός για να εννοήσεις τα υψηλά νοήματα· και εσύ μένεις στα χαμηλά;»130. Για τον Αυγουστίνο με την έκφραση κόλπον τοῦ πατρὸς εννοούνται τα απόρρητα του Πατρός131. Συμφωνεί και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφοντας ότι «ο Ιωάννης φροντίζει να προσεγγίσει τα υπέρλογα και την άρρητη και άφραστη γέννηση του Λόγου του Θεού και τολμά να τα εξηγήσει. Διότι γνώριζε ότι “Δόξα Θεοῦ κρύπτει λόγον” και το “θεοπρεπές αξίωμα” είναι πέρα από κάθε δική μας έννοια και λέξη και δε μπορεί να περιγράψει την θεία φύση» 132. «Με κατάλληλο τρόπο, επειδή οι ορολογίες της θεότητος είναι ακατανόητες και δηλώνονται με ανθρώπινους όρους και από αυτά που γνωρίζουμε ο Ευαγγελιστής θέλησε να μας επισημάνει την οικειότητα του Πατρός και του Μονογενούς Θεού και Υιού γράφει ο Ιωάννης “ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς”. Όπως και για όσους είναι σωσμένοι γράφεται ότι θα γεννηθούν “εἰς τούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ” έτσι και ο Υιός βρίσκεται εις τον κόλπο του Πατρός» 133. «Για να εννοηθεί ότι ο Υιός είναι “ἐξ αὐτοῦ” και “ἐν αὐτῷ” με φυσικό τρόπο, χρησιμοποιώντας τη λέξη “κόλπον”, αντί της λέξεως “οὐσία”, φέρνοντας ένα παράδειγμα ανθρωπίνου σώματος. Διότι τα φανερά, υλικά πράγματα είναι τύποι των νοητών πραγμάτων και μας καθοδηγούν στο να τα καταλαβαίνουμε»134. «Για να εννοήσουμε την ενότητα του Θεού – Λόγου με το Θεό - Πατέρα, ο οποίος βρίσκεται εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς και είναι αδιάστατος, αμέριστος και εἰς Θεός»135. Για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα του Μεγάλου Αθανασίου: «Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει 129

Ιω. 10, 15 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΕ΄, MPG 59, 97, 44 – 52 , 98, 8 – 14 , 98, 33 – 36 , 99, 12 – 20 & 100, 3 – 19 131 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 62 132 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 12, στ. 24 – σελ. 13, στ. 2, εκδ. P.E. Pusey 133 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 14, στ. 1 – 11, εκδ. E. Preuschen 134 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 159, στ. 22 – 27, εκδ. P.E. Pusey 130


η φράση εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς παρά μόνον την γνησίαν ἐκ τοῦ Πατρός


τοῦ Υἱοῦ γέννησιν;»136. Η έκφραση ἐκεῖνος ἐξηγήσατο, σε συνδυασμό με την προηγούμενη ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς, σύμφωνα με τον Κύριλλο, δείχνει την ὁμοφυΐαν της φύσεως του Υιού και του Πατρός και την ιδιάζουσα ύπαρξη


του Μονογενούς Υιού ἐκ Πατρός και ἐν Πατρί»137. Κατά τον Χρυσόστομο το ἐξηγήσατο αποδεικνύει την διδασκαλία ανώτατη και σαφέστατη, η οποία


δεν απευθύνεται μόνον στους Ιουδαίους, αλλά σε ολόκληρη την


οικουμένη»138.

4. ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΩΝ ΣΤΟΝ «ΥΜΝΟ ΤΟΥ Λ��ΓΟΥ» Ανάλυση του υμνικού τμήματος. Ο Ι. Καραβιδόπουλος στο βιβλίο του «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη» κεφ. 9.2 μας εισάγει στο περιεχόμενο του δ΄ Ευαγγελίου ως εξής: «Προοίμιο (κεφ. 1). Το δ΄ Ευαγγέλιο δεν αρχίζει με τη διήγηση της γέννησης του Ιησού ή με το κήρυγμα του Ιωάννη ή με την αναγγελία της γέννησης του Βαπτιστή και του Ιησού, αλλά υπερβαίνει το ιστορικό πλαίσιο πραγματοποίησης της οικονομίας του Θεού: αρχίζει με έναν ύμνο στον προϋπάρχοντα και σαρκωθέντα Λόγο (1,1 – 18), μέσα στον οποίο ύμνο συμπλέκεται και η μαρτυρία του Ιωάννη του Βαπτιστή για το σαρκωθέντα Λόγο». Ο ύμνος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Ιωάννη σαν μια συνοπτική εισαγωγή για να προετοιμάσει τον αναγνώστη για τα θέματα που επρόκειτο να επακολουθήσουν. Μια αξιόλογη προσέγγιση στον παραπάνω ύμνο συναντάται στο βιβλίο του π. Ι. Σκιαδαρέση, Ερμηνεία Περικοπών Ιωάννειας Γραμματείας, από όπου έχουμε αντλήσει τα περισσότερα στοιχεία που αναφέρουμε στη συνέχεια όσον αφορά στην ανάπτυξη του υμνικού κυρίως τμήματος του προοιμίου. Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση του Ύμνου, θα αναφερθούμε εν συντομία στα στοιχεία που μας παρέχει η Καινή Διαθήκη για τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών, στο ρόλο των ύμνων στη λατρεία, και στην προέλευση των ύμνων, καθώς και τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση αυτών των ύμνων στα χωρία της Καινής Διαθήκης. Άριστη εργασία πάνω σε αυτά τα αντικείμενα, από όπου αποκομίσαμε την πληροφόρησή μας, αποτελεί το βιβλίο του π. Ι Σκιαδαρέση, Λειτουργικές Σκηνές και Ύμνοι στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Α. Στοιχεία για τη λατρεία στην Κ.Δ.


Παρά τη σπουδαιότητα της λατρείας ως τρόπο έκφρασης της πίστης των πρώτων χριστιανών, η πληροφόρηση που έχει φτάσει ως τις μέρες μας είναι ανεπαρκής. Αυτό ίσως να οφείλεται σε τακτική της Εκκλησίας να προφυλάξει τα μυστήριά της από τους αμύητους και τους κακόβουλους. Ένας άλλος λόγος για τη φειδωλότητα των πληροφοριών είναι ότι δεν υπήρχε ένα αυστηρό τυπικό λατρείας, αν εξαιρέσουμε τη βασική δομή της Θείας Ευχαριστίας. Β. Ο ρόλος των ύμνων στην Κ.Δ. Παρά τις ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την πρωτοχριστιανική λατρεία, είναι βέβαιο ότι ο ύμνος αποτελούσε βασικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής των πρώτων χριστιανών. Άλλωστε τόσο οι Ιουδαίοι όσο και οι Εθνικοί ήταν εξοικειωμένοι με την υμνωδία. Συνεπώς οι πρώτοι χριστιανοί, πραγματοποιώντας την προοδευτική μετάβαση από τη συναγωγή ή την ειδωλολατρία προς την εκκλησία, υιοθέτησαν τη χρήση ύμνων και υμνωδίας για να εκφράσουν τη νέα πίστη που ασπάστηκαν. Σημειώνουμε εδώ ότι η υμνωδία και η χρήση ύμνων δεν αποτελούσαν στοιχεία ασυμβίβαστα με την εντολή του Χριστού για «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία του Θεού. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός προσέρχονταν πολύ συχνά στη συναγωγή όπου γινόταν χρήση ψαλμών και μουσικής. Και ο Απόστολος Παύλος στην Α Κορ. 14,26 συνιστά στους πιστούς χρήση ψαλμού, εννοώντας προφανώς όχι τους ψαλμούς της Π.Δ. αλλά μια νέα σύνθεση εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα. Αυτές οι νέες συνθέσεις δεν ξεκινούσαν από μηδενική βάση. Οι περισσότερες είχαν ως αφετηρία τους μεσσιανικούς ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης, θεωρημένους από άλλη οπτική γωνία, τη χριστολογική. Γενικά αποδεχόμαστε ότι πίσω από τη χριστιανική ποίηση υπάρχει πρώτιστα η Παλαιά Διαθήκη και δευτερευόντως ο Ελληνισμός. Η χρήση ύμνων στη λατρεία της πρώτης εκκλησίας είχε σαν αποτέλεσμα την ενσωμάτωση τέτοιων ύμνων στην Κ.Δ. ή την επίδραση των ύμνων αυτών στη δημιουργία των υμνικών μερών της Κ.Δ. Η παραπάνω επίδραση ή ενσωμάτωση ουδόλως αποτελεί απειλή κατά της ενότητας των βιβλίων μέσα στα οποία συναντούνται. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τα υμνικά κομμάτια για να εξυπηρετήσουν τη συνάφεια και τον ευρύτερο σκοπό της επιστολής ή του βιβλίου που συνέγραφαν. Ο Ύμνος του Λόγου (1,1-18) Ένας από τους σπουδαιότερους αρχέγονους Χριστολογικούς ύμνους που ενσωματώθηκε στην Κ.Δ. αλλά και από τα ωραιότερα δημιουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι ο πρόλογος του ευαγγελίου του Ιωάννη. Ο Ιωάννης ξεκινάει το ευαγγέλιό του με τον ύμνο αυτό για να προβάλλει ευθύς εξαρχής με τρόπο δυναμικό τη δόξα του σαρκωθέντος Θεού-Λόγου, να υπογραμμίσει τον ουσιαστικό δεσμό Υιού Λόγου και Θεού Πατέρα και να εκφράσει την παρουσία της σωτηρίας ήδη στο παρόν στο πρόσωπο του Χριστού(1,13).


Όλοι οι ερευνητές συμφωνούν στην αποδοχή ότι ο πρόλογος του ευαγγελίου του Ιωάννη περιέχει έναν πρωτοχριστιανικό ύμνο προς τον Λόγο. Διαφοροποιούνται όμως ως προς την έκταση, τη δομή, την επιμέρους θεματική και την προέλευσή του. Α. Έκταση-οριοθέτηση Οι στίχοι 1,6-8.12d. 13. 15. 17 και 18 δεν ανήκουν στον πρωτογενή ύμνο. Οι 6-8 αφενός δε συνιστούν ποίηση και αφετέρου διακόπτουν την περί Λόγου και Φωτός θεματική για να αναφερθούν στον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο στίχος 12d απλά υπομνηματίζει τους στ. 12a.b.c. και παρουσιάζει έντονο ιωάννειο χαρακτήρα. Ο στίχος 13 δεν έχει κανένα υμνικό γνώρισμα, ενώ έχει χαρακτηριστικά πεζού λόγου: «ουκ», «ουδέ», «αλλά». Οι στίχοι 17.18 εισάγουν τον Μωυσή χωρίς να έχει προηγηθεί καμία αναφορά στην αντίθεση νόμου-χάριτος, μια προσθήκη που γίνεται αδικαιολόγητα ξαφνικά για έναν χριστολογικό ύμνο. Επιπλέον οι στίχοι αυτοί εκφράζουν την αντιπαράθεση του ευαγγελίου με τους συγχρόνους του Ιουδαίους, η οποία δεν υφίστατο κατά τον χρόνο σύνθεσης του αρχικού ύμνου. Οι παραπάνω στίχοι λοιπόν αποτελούν προσθήκες του ευαγγελιστή στον προϋπάρχοντα ύμνο, προφανώς για να εξυπηρετήσει κάποιους επιμέρους στόχους του όπως πιθανολογούμε παρακάτω: Να συνετίσει ένα μέρος των μαθητών του Χριστού που ανήκαν στον Ιωάννη, βλέποντας στο δικό του πρόσωπο την Μεσσιανική μορφή και θεωρώντας τον φως. Να προσελκύσει τους υπόλοιπους μαθητές του Ιωάννη Βαπτιστή στους κόλπους της νέας εκκλησίας. Να τονίσει ότι η υιοθεσία των πιστών δεν αποτελεί κληρονομικό δικαίωμα αλλά δώρο της χάριτος, στηρίζοντας έτσι το μυστήριο του βαπτίσματος Να καταπολεμήσει τη δοκητική αίρεση του Κηρίνθου. Β. Δομή και ποιητικά γνωρίσματα του ύμνου Όλοι οι Χριστολογικοί ύμνοι υπακούουν στη τριπλή θεματική: προΰπαρξη – κένωση (ή σάρκωση) – ένδοξη ύψωση. Εξαίρεση αποτελεί ο ύμνος του Λόγου γιατί εκτός από αυτά έχει κι επιπλέον θέματα λόγω της συνθετότητάς του: η προΰπαρξη του Λόγου συνδέεται και με τη συμμετοχή του Λόγου στη Δημιουργία. Με κριτήριο το περιεχόμενο των στίχων, τον παραλληλισμό των μελών, τα σχήματα λόγου και τη γραμματική και συντακτική δομή, διαιρούμε τον ύμνο σε 4 στροφές διαιρούμενες η κάθε μία σε δύο τμήματα. Ο ύμνος αποτελείται συνολικά από 30 στιχίδια ή στίχους και παρουσιάζει την παρακάτω εικόνα: I A 1a Εν αρχή ην ο λόγος, b και ο λόγος ην προς τον Θεόν, c και Θεός ην ο λόγος,


2 ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν B 3a πάντα δι΄αυτού εγένετο b και χωρίς αυτού εγένετο c ουδέ εν ο γέγονεν. ΙΙ Α 4a Εν αυτώ ζωή ην, b και η ζωή ην το φως των ανθρώπων¨ 5a και το φως εν τη σκοτία φαίνει, B και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν. Β 9a ην το φως το αληθινόν, b ο φωτίζει πάντα άνθρωπον c ερχόμενον εις τον κόσμον. ΙΙΙ Α 10a Εν τω κόσμω ην, b και ο κόσμος δι΄αυτού εγένετο, c και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. 11a εις τα ίδια ήλθεν, b και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον. Β 12a όσοι δεν έλαβον αυτόν, b έδωκεν αυτοίς εξουσίαν c τέκνα Θεού γενέσθαι. IV A 14a Και ο λόγος σαρξ εγένετο b και εσκήνωσεν εν ημίν c και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού – d δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, e πλήρης χάριτος και αληθείας. Β 16a ότι εκ του πληρώματος αυτού b ημείς πάτες ελάβομεν c και χάριν αντί χάριτος. Από τον παραπάνω ύμνο απουσιάζει το μέτρο, το κύριο γνώρισμα της αρχαίας ελληνικής ποίησης (εξάμετρον-ανάπεστος). Αντ’ αυτού ο ύμνος είναι δομημένος με το μορφολογικό χαρακτηριστικό της εβραϊκής ποίησης, τον παραλληλισμό των μελών στην αντιθετική, τη συνθετική και τη συνωνυμική μορφή του: Παράλληλη δομή παρουσιάζεται στο Α τμήμα και των δύο στροφών Ι και ΙΙ (δύο δίστιχα σε παραλληλισμό) καθώς και στο Β τμήμα και των δύο στροφών Ι και ΙΙ ( ένα τρίστιχο σε παραλληλισμό).


Επίσης παράλληλη δομή παρατηρούμε στο τμήμα Α και των στροφών ΙΙΙ και IV ( συνίσταται από πέντε στίχους) καθώς και στο τμήμα Β αυτών των στροφών(αποτελείται από ένα τρίστιχο). Εκτός από τις πολλαπλές παραλληλότητες που αναφέραμε παραπάνω, υπάρχει αντιθετική σχέση από άποψη περιεχομένου μεταξύ του ΙΙΙ Α ( η άρνηση του Λόγου εκ μέρους του κόσμου) και ΙV A (η αποδοχή του εκ μέρους των πιστών). Επίσης υπάρχει εννοιολογική αντιστοιχία ανάμεσα στο «έδωκεν» του ΙΙΙ Β 12 b και το «ελάβομεν» του ΙV Β 16 a καθώς και στο «τέκνα Θεού γενέσθαι» του ΙΙΙ Β 12 c και στο «χάριν αντί χάριτος» του ΙV Β 16 c. Γενικά ο ύμνος είναι οργανωμένος σε δύο ευρύτερες ενότητες μορφής και περιεχομένου με παραλληλότητα νοήματος παντού, αποτελώντας έτσι ένα δίπτυχο. Παρά την απουσία μέτρου, όπως είπαμε παραπάνω, η ρυθμικότητα προκύπτει από τη συνεργασία του παραλληλισμού των μελών με τις συντακτικές και γραμματικές δομές που εφοδιάζουν τον ύμνο με ρητορικά και γλωσσικά σχήματα. Έτσι δημιουργείται ένα υμνικό αριστούργημα που συνδυάζει τα αγαθά τόσο της Ψαλμικής-Εβραϊκής ποίησης όσο και της Ελληνικής γλώσσας-ποίησης. Ελληνικά Ποιητικά Σχήματα Με την πρώτη ανάγνωση ο παραπάνω ύμνος εμφανίζει έντονη ελληνική προέλευση διότι απηχεί πληθώρα ελληνικών ποιητικών σχημάτων. Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια από αυτά: Σε πολλούς στίχους του ύμνου συναντάμε αναδίπλωση: Στο Α τμήμα και των δύο στροφών παρατηρείται τριπλή αναδίπλωση. Αναδίπλωση δημιουργούν στο Ι Α 1 abc οι λέξεις «λόγος», «λόγος», «Θεός». Στο ΙΙ Α 4 ab 5 a αναδίπλωση παρουσιάζεται στις λέξεις «ζωή», «ζωή», «φως». Επίσης στο ΙV A 14 d η λέξη «δόξαν». Επιφορά (διαδοχή προτάσεων που λήγουν στην ίδια λέξη) παρατηρείται στο Ι Β 3 abc με τις λέξεις «εγένετο», «εγένετο», «γέγονεν». Ομοιοτέλευτο (τελευταία λέξη ή συλλαβή ίδια, τουλάχιστον ηχητικά) συναντάται στο ΙΙ Β abc με τις λέξεις «αληθινόν», «άνθρωπον», «κόσμον». Ομόριζες λέξεις: Στο ΙΙΙ Α 11 b η λέξη «παρέλαβον», στο ΙΙΙ Β 12a η λέξη «έλαβον», στο ΙV A 14 c η λέξη «πλήρης», στο ΙV Β 16a η λέξη «πληρώματος». Χιαστί: Τα δίστιχα Ι Α 1αc και 1b2 («λόγος» - «λόγος», «Θεόν» - «Θεόν»). Τα ίδια αυτά δίστιχα είναι δομημένα και με το σχήμα της αντιστροφής (ρητορικό σχήμα κατά το οποίο δύο ημιπερίοδοι μιάς περιόδου τελειώνουν με την ίδια λέξη). Πολύπτωτο (η επανάληψη εντός μιας περιόδου μιας λέξης σε ποικίλους γραμματικούς τύπους) συναντούμε στο τρίστιχο 10abc («κόσμῳ», «κόσμος», «αυτού», «αυτόν») καθώς επίσης και σο δίστιχο 11ab («ίδια», «ίδιοι»).


Γλώσσα και ύφος των στροφών Οι τρεις πρώτες στροφές εισάγονται με την πρόθεση «εν», χρησιμοποιούν τον ενικό αριθμό της περιγραφής και έχουν τη γλώσσα της υμνικής περιγραφής. Η τέταρτη στροφή εισάγεται με το καταφατικό «και», χρησιμοποιεί τον πληθυντικό (το «ημείς» των μελών της Εκκλησίας) και έχει ομολογιακό χαρακτήρα. Αυτή η τέταρτη στροφή, όπου η εκκλησία ομολογεί τη μετοχή της στη δόξα του μονογενούς Υιού, συνιστά την κορύφωση του νοήματος του ύμνου. Η μέθοδος της μετάβασης από την περιγραφή στην ομολογία είναι πρακτική που ακολουθείται στους ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης (βλ. Ψαλ. 18, 32, 35) όπου πάλι ομιλεί ο λαός του Θεού. Άλλωστε, όπως είπαμε παραπάνω, στην παράγραφο που αναφερθήκαμε γενικότερα στην προέλευση των ύμνων, η Εκκλησία μας είχε συνθέσει τους πρωτοχριστιανικούς ύμνους με πρότυπο τους μεσσιανικούς ψαλμούς της Π.Δ. (ως πρότυπα μπορεί να θεωρηθούν οι ψαλμοί: 2, 109 και 117). Ο συγκεκριμένος ύμνος που αναλύουμε ανήκει στους παλαιότερους χριστολογικούς ύμνους της αρχέγονης Εκκλησίας και θυμίζει τη γλώσσα επιφάνειας Θεού της Π.Δ. και συγκεκριμένα το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης. Ιδιαιτέρως ο πρώτος στίχος του ύμνου «Εν αρχή ην ο Λόγος» παραπέμπει στην αρχή του βιβλίου της Γένεσης «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γεν. 1,1). Είναι ωστόσο προφανές ότι η ομοιότητα αφορά μόνο το θέμα της μορφολογικής τακτικής που ακολουθείται. Εννοιολογικά διαφοροποιείται σαφώς ο στίχος της Γένεσης που αναφέρεται στο δημιουργικό λόγο του Θεού ο οποίος ισοδυναμεί με τη δημιουργική δύναμη του Θεού και σηματοδοτεί την έναρξη της Δημιουργίας καλώντας τα μη όντα εις το είναι. Στη Γένεση δεν είναι ξεκάθαρο εάν ο λόγος του Θεού προσωποποιείται. Αντίθετα ο Λόγος του Ύμνου είναι αδιαμφισβήτητα πρόσωπο, υπόσταση, προϋπάρχουσα, άναρχη και άκτιστη και μάλιστα συμμετέχουσα στη Δημιουργία. Οι μελετητές ασχολήθηκαν εκτενώς με τον όρο «Λόγος» προσπαθώντας να προσδιορίσουν τις επιδράσεις που δέχθηκε ο συγγραφέας του ύμνου ώστε να καταλήξει στη χρήση αυτής της λέξης. α) Κάποιοι μελετητές οδηγήθηκαν στην ελληνική φιλοσοφία και ιδιαίτερα στον Ηράκλειτο, ο οποίος, έξι αιώνες πριν τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, είχε επιλέξει τη λέξη λόγος για να εκφράσει την απεραντοσύνη της ψυχής: «Πείρατα ψυχής ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν˙ ούτω βαθύν λόγον έχει˙ έστι ψυχής λόγος εωυτόν αύξων». Δηλαδή: την άκρη της ψυχής δεν μπορεί κανείς να τη βρει όποιον δρόμο και να πάρει,˙τόσο βαθύς είναι ο λόγος της,˙υπάρχει λόγος στην ψυχή που αυξάνει από τον εαυτό του.


«οὐκ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφὸν ἐστίν ἕν πάντα εἶναι» Δηλαδή: Αφού ακούσετε όχι εμένα αλλά τον Λόγο, είναι σοφό να ομολογήσετε ότι το Εν είναι τα πάντα και τα πάντα είναι ένα. Η αλήθεια είναι ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του θυμίζει ελληνιστικό κόσμο ιδιαίτερα του μυστικιστικού χώρου και κάτω από αυτό το πρίσμα θα μπορούσαμε να δεχθούμε κάποια επίδρασή του από τον χώρο αυτό ως προς τον όρο λόγος. Ωστόσο «ο Λόγος» του Ευαγγελιστή είναι Θεός και μάλιστα συνδημιουργός, κάτι που δε συμβαίνει με το λόγο της ελληνικής φιλοσοφίας. β) Άλλοι μελετητές κατέληξαν σε επίδραση της σκέψης του Φίλωνα του Ιουδαίου, η οποία ήταν εξελληνισμένη και εξαρτημένη από τον Πλάτωνα. Ο Φίλων θεωρούσε ότι ο Λόγος είναι "δεύτερος Θεός", ο οποίος είχε φύση ούτε καθαρά ανθρώπινη ούτε καθαρά θεία αλλά κάτι ανάμεσα. Στον Φίλωνα ο λόγος δεν είναι «προς τον Θεόν», δεν είναι ισότιμος συνδημιουργός, όπως αναδεικνύεται στον ύμνο. γ) Άλλοι πρότειναν επίδραση του Γνωστικισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο ουράνιος πρωτάνθρωπος, ο οποίος προϋπάρχει, έρχεται στον κόσμο και αναζωογονεί μέσα στον άνθρωπο κάποιο λανθάνοντα σπινθήρα φωτός και τον σώζει. Η ουσιαστικότατη διαφορά είναι ότι στον ύμνο του Ιωάννη ο Λόγος σαρκώνεται πραγματικά. Δεν έρχεται φαινομενικά στον κόσμο, όπως στο γνωστικισμό, αλλά προσλαμβάνει όλη την ανθρώπινη φύση, όπως εκφράζεται στην κορύφωση της ομολογίας του ύμνου στη φράση «ο λόγος σάρξ εγένετο». Με αυτή τη φράση ο συγγραφέας του ύμνου προβάλλει την ανθρώπινη φύση του Χριστού και αποκρούει το φαινόμενο του δοκητισμού, ότι δηλ. ο Χριστός φαινόταν μόνο ότι ήταν άνθρωπος. Έτσι αρνείται και τη γνωστική – δοκητική θέση που υποτιμούσε το ανθρώπινο σώμα τονίζοντας το ατελές και λαθεμένο του ανθρώπου. δ) Οι σύγχρονες μελέτες συνδέουν τη σκέψη του συγγραφέα του ύμνου με τη σοφιολογική γραμματεία της Π. Διαθήκης (Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Παροιμίαι, Ιώβ), όπου η σοφία προϋπάρχει προσωποποιημένη και συμμετέχει στη δημιουργία. Εκτός από τα παραπάνω βιβλία, είναι προφανής η επίδραση των πρώτων στίχων του πρώτου κεφαλαίου της Γένεσης στη διαμόρφωση της εικόνας του Λόγου στον ύμνο («και είπεν ο Θεός»). Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας του ύμνου χρησιμοποιεί έναν γενικά αποδεκτό όρο στον οποίο προσδίδει το νόημα που εξυπηρετεί τη θεολογία του ευαγγελίου του. Έτσι ο όρος Λόγος μεταβάλλεται σε πρόσωπο και όχι απλή ιδέα και καταλαμβάνει έκτοτε εξέχουσα θέση μέσα στη Χριστιανική γραμματεία.

5. ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΟΥ «ΥΜΝΟΥ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ»


Στροφή Α΄ «Εν αρχή ην» - «ην προς τον Θεόν»: Σύμφωνα με το πρώτο τμήμα της πρώτης στροφής ο Λόγος δεν ανήκει στον κτιστό κόσμο αλλά «ην», προϋπήρχε της δημιουργίας ως άσαρκος Λόγος. Δεν υπήρχε χρόνος που δεν υπήρχε ο Λόγος. Ο Λόγος ήταν «προς» τον Θεόν σε μια αιώνια ενότητα η οποία δεν καταλύει την ετερότητα του κάθε προσώπου. Άρα από την πρώτη στροφή εισάγεται ο πρώτος θεματικός άξονας του ύμνου: ο άσαρκος Λόγος (η προΰπαρξη του Λόγου). «πάντα δι’ αυτού εγένετο»: και το δεύτερο τμήμα της πρώτης στροφής αναφέρεται στην προΰπαρξη του Λόγου, με τη διαφορά ότι ενώ στο πρώτο τμήμα προβάλλεται σε σχέση με τον Πατέρα, εδώ προβάλλεται σε σχέση με τη δημιουργία. Άρα δεύτερος θεματικός άξονας του ύμνου είναι η δημιουργία. Ο Λόγος είναι συνδημιουργός. Στροφή Β΄ Η δεύτερη στροφή του ύμνου συνεχίζει το θέμα του άσαρκου Λόγου τονίζοντας ότι από τον Λόγο, που είναι η ίδια η ζωή, εκπορεύεται η ζωή και το φως των ανθρώπων. Εδώ έρχονται στο νου μας χωρία από την Π.Δ. όπου ζωή και φως συνυπάρχουν: «ότι παρά σοι πηγή ζωής εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» Ψαλ 35,10. Στροφή Γ΄ Στην τρίτη στροφή η δημιουργία αρνείται το Λόγο. Εδώ ο ύμνος μας παραπέμπει στην πτώση του ανθρώπου, την έλευση του Λόγου στον κόσμο και την παρουσία του σ’ αυτόν. Στο πρώτο τμήμα της στροφής έχουμε την απόρριψη του Λόγου από τον άπιστο κόσμο ενώ στο δεύτερο τμήμα έχουμε την αποδοχή του Λόγου από την πιστεύουσα Εκκλησία. Έτσι εισάγεται ο τρίτος βασικός άξονας του ύμνου ο Λόγος σαρκωθείς. Η σάρκωση εδώ δεν μας παρουσιάζεται με την ιστορία της γέννησης, αλλά με θεολογικό σχήμα. Σ’ αυτή τη στροφή με τη λέξη «κόσμος» νοείται η δημιουργία στο σύνολό της. Επίσης και ο όρος «ίδια» εκφράζει όλο τον κόσμο, ο οποίος χρωστάει την ύπαρξή του στο Λόγο που τον δημιούργησε. Στροφή Δ΄ Στην τέταρτη στροφή κορυφώνεται ο ύμνος. Η πιστεύουσα εκκλησία ομολογεί τα βιώματά της χρησιμοποιώντας το«ημείς» . Ο όρος «σαρξ» αναφέρεται στον άνθρωπο μέσα στη θνητότητά του. Το ρήμα «εσκήνωσεν» παραπέμπει στη γιορτή της Σκηνοπηγίας: «Εφτά μέρες θα μένετε σε σκηνές, όλοι οι Ισραηλίτες... Για να ξέρουν οι απόγονοι σας ότι έβαλα τους Ισραηλίτες να μείνουν σε σκηνές, όταν τους έβγαλα από την Αίγυπτο». (Λευιτ 23,42-43) «Εθεασάμεθα την δόξαν αυτού.....»: αντιδοκητική ομολογία. Ο Λόγος στην παρουσία του στη γη ήταν ορατός, όχι πνεύμα.


«Χάριν αντί χάριτος»: η φράση εκφράζει τις συνέπειες της σάρκωσης του Λόγου, την αιώνια σωτηρία των ανθρώπων οι οποίοι έλαβαν όχι απλά ζωή αλλά πάνω στη χάρη κι άλλη χάρη.

6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α΄ Πηγές Καινή Διαθήκη Ε. Nestle – Κ. Aland Novum Testamentum Graece, εκδ. Deutsce Bibelstiftung, Stuttgart, 261979 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Διάλογος Ορθοδόξου και Ανομοίου, Περί Αγίας Τριάδος, Διάλογοι 2 & 4 (De sancta trinitate, dialogi 2 and 4), εκδότης C. Bizer, Studien zu pseudathanasianischen Dialogen der Orthodoxos und Aëtios, Bonn, εκδ. Diss, 1970 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Κατά Αρειανών Λόγοι τρεις (Orationes tres contra Arianos), MPG 26, 12 – 468 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ότι η εν Νικαία Σύνοδος εωρακυία την πανουργίαν των περί Ευσέβιον εξέθεντο πρεπόντως και ευσεβώς κατά της αρ��ιανής εκθέσεως τα ορισθέντα (De decretis Nicaenae synodi), εκδότης: H.G. Opitz, στη σειρά: Athanasius Werke, τόμος: 2.1, Berlin, εκδ. De Gruyter, 1940 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Περί Πίστεως μείζων Λόγος, (Sermo major de fide - Der s.g. sermo maior de fide des Athanasius), εκδ. E. Schwartz, εκδ. Sitzungsberichte der bayerischen Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Philologische und Historische Klasse, τομ. 6 (1925) Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου, βιβλία πέντε, (Adversus Eunomium libri 5), MPG 29: 497-669 & 672-768. Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ομιλία ΙΕ΄ Περί Πίστεως (De fide), MPG 31, 464-472


Βασιλείου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Περί του Αγίου Πνεύματος, (Basile de Césarée. Sur le Saint-Esprit - De spiritu sancto), εκδότης B. Pruche, σειρά: Sources chrétiennes, Paris, εκδ. Cerf, 21968 Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος θεολογικός τέταρτος, Περί Υιού, (Gregor von Nazianz. Die fünf theologischen Reden - De filio, εκδότης: J. Barbel, Düsseldorf, εκδ. Patmos-Verlag, 1963 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Αρείου και Σαββελίου (Adversus Arium et Sabellium de patre et filio), εκδότης: F. Mueller, σειρά: Gregorii Nysseni opera, τόμος 3.1, Leiden, εκδ. Brill, 1958 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Ευνομίου (Contra Eunomium), εκδότης W. Jaeger, στη σειρά Gregorii Nysseni opera, τόμοι 1.1 & 2.2, Leiden, εκδ. Brill, 1960 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Περί της τριημέρου προθεσμίας της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού [De tridui inter mortem et resurrectionem domini nostri Jesu Christi spatio (vulgo In Christi resurrectionem oratio i)], εκδότης E. Gebhardt, σειρά: Gregorii Nysseni opera, τόμος 9.1. Leiden, εκδ. Brill, 1967 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Προς τα Απολιναρίου Αντιρρητικός, (Antirrheticus adversus Apollinarium), εκδότης: F. Mueller, στη σειρά Gregorii Nysseni opera, τομος 3.1, Leiden, εκδ. Brill, 1958 Ειρηναίου, επισκόπου Λουγδούνου (Λυώνος), Κατά Αιρέσεων, Irénée de Lyon. Contre les hérésies (Adversus haereses) (Βιβλία 3), εκδ. A. Rousseau and L. Doutreleau, σειρά Sources chrétiennes 211, Paris, Cerf, 1974 Ευσεβίου επισκόπου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Eusèbe de Césarée. Histoire ecclésiastique, 3 τόμοι, εκδ. G. Bardy, στη σειρά Sources chrétiennes 31, 41, 55. Paris, Cerf, 1:1952, 2:1955, 3:1958 (ανατύπωση 1967) Ιππολύτου, Κατά πασών Αιρέσεων Έλεγχος, (Hippolytus. Refutatio omnium haeresium Philosophumena), εκδότης M. Marcovich, σειρά: Patristische Texte und Studien, τόμος 25, Berlin, εκδ. De Gruyter, 1986 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλίαι, MPG 59, 23-482. Κλήμεντος Αλεξανδρείας Θεολόγου, Εκ των του Θεοδότου και της Ανατολικής καλουμένης διδασκαλίας κατά τους Ουαλεντίνου χρόνους επιτομαί, (Clément d'Alexandrie Extraits de Théodote - Excerpta ex Theodoto) εκδότης: F. Sagnard, στη σειρά: Sources chrétiennes τόμος 23, Paris, εκδ. Cerf, 2 1948 (ανατύπωση 1970) Κλήμεντος Αλεξανδρείας Θεολόγου, Προτρεπτικός προς Έλληνας, (Clément d'Alexandrie. Le protreptique – Protrepticus), εκδ. C. Mondésert, σειρά «Sources chrétiennes» τ. 2. Paris, Cerf, 21949 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, (Sancti patris nostri Cyrilli archiepiscopi Alexandrini in D. Joannis evangelium - Commentarii in Joannem), εκδ. P.E.


Pusey, 3 τόμοι, Oxford εκδόσεις Clarendon Press, 1872 (ανατύπωση Brussels εκδόσεις Culture et Civilisation, 1965) Φίλωνος Αλεξανδρείας, Περί του θεοπέμπτους είναι τους ονείρους (De somniis), εκδότης: P. Wendland, σειρά: Philonis Alexandrini opera quae supersunt, τόμοι 3, Berlin, εκδ. Reimer 1898 (ανατύπωση De Gruyter, 1962) Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, (Fragmenta in Lucam in catenis), εκδότης M. Rauer, σειρά Die griechischen christlichen Schriftsteller Origenes Werke, τομ. 9, Berlin, εκδ. AkademieVerlag, 21959 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (Fragmenta in evangelium Joannis in catenis), εκδότης E. Preuschen, σειρά: Die griechischen christlichen Schriftsteller, Origenes Werke, τόμοι 4, Leipzig, εκδ. Hinrichs, 1903 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, (Commentarii in evangelium Joannis - Origène. Commentaire sur saint Jean), εκδ. C. Blanc, 3 τόμοι, σειρά «Sources chrétiennes» τ.120, τ.157, τ.222. Paris, Cerf, 1 (1966), 2 (1970), 3 (1975) Ωριγένους, Των εις το κατά Ματθαίον (Ευαγγέλιον) εξηγητικών τόμος ιγ΄ έως ιζ΄ (Commentarium in evangelium Matthaei lib. 12-17), εκδότης E. Klostermann, στη σειρά: Die griechischen christlichen Schriftsteller, Origenes Werke, τόμοι 10.1-10.2, Leipzig, εκδ. Teubner, 1935 (10.1) & 1937 (10.2) Cramer J.A., Του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου Κεφάλαια [Catenae Graecorum patrum in Novum Testamentum - Catena in Joannem (catena integra)] τόμος 2, Oxford, εκδ. Oxford University Press, 1841 (ανατύπωση Hildesheim, Olms, 1967) Cramer J.A.,, Η προς Εβραίους Επιστολή, [Catena in epistulam ad Hebraeos, (catena Nicetae), Catenae Graecorum patrum in Novum Testamentum], τόμος 7, Oxford, εκδ. Oxford University Press, 1843 (ανατύπωση Hildesheim, Olms, 1967) Β΄ Βοηθήματα Ελληνόγλωσσα Ιεροδιακόνου Κατερίνα, Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων, επιμέλεια Στ. Ζουμπουλάκης, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012 Καραβιδόπουλου Ιωάννη, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. «Πουρναρά» Θεσσαλονίκη 2007 Σκιαδαρέση Ιωάννη, Ερμηνεία Περικοπών Ιωάννειας Γραμματείας, εκδ. «Πουρναρά», Θεσσαλονίκη 2008 Σκιαδαρέση Ιωάννη, Λειτουργικές Σκηνές και Ύμνοι στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, εκδ. «Πουρναρά», Θεσσαλονίκη 1999 Στεφανόπουλου Θ. Κ., Τσιτσιρίδη Στ., Αντζουλή Λ., Κριτσέλη Γ., Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2012


Τρεμπέλα Π.Ν., Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εκδ. Σωτήρ, Αθήναι 1969 Ξενόγλωσσα Chadwick Henry, Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης, εκδ. μετάφραση: Παπαδάκης Νίκος Γ., Κόφφα Μαρτίνα, επιμ. Κεκροπούλου Ελένη, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα, 2006 Lohse Bernhard, A Short History of Christian Doctrine, μετάφραση F. Ernest Stoeffler, εκδ. Fortress Press, Philadelphia 1985. Λεξικά Σταματάκος Ιωάννης, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, εκδ. Δεδεμάδη, Αθήνα 2006 Anchor BibleDictionary, εκδ. Doubleday, New York, 1992 Liddell H. G. – Scott R., Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, μετάφραση Ξεν. Π. Μόσχου, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήναι

Γ΄ Ηλεκτρονικές Πηγές http://www.sporeas.gr , Εισαγωγή στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, άρθρο του Χαρίλαου Καβάκα, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.sporeas.gr/eisagogi%20sto%20Ioannin%20Euaggelio.htm , ημ. 27.12.2013 http://el.wikipedia.org/wiki/ Άρθρο: Κατά_Ιωάννην_Ευαγγέλιον, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://el.wikipedia.org/wiki/Κατά_Ιωάννην_Ευαγγέλιον, ημ. 27.12. 2013 http://earlychristiandoctrine.wordpress.com Άρθρο: Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2012/05/29/1-6/ , ημ. 02.01.2014 στην ίδια διεύθυνση: Άρθρο: «Εν αρχή ην ο Λόγος»: Η προέλευση, η σημασία και η πρόσληψη του ιωάννειου προλόγου στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2013/03/20/1-12/ , ημ. 02.01.2014


7. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Οκτώ διαφορετικές αποδόσεις του «Ύμνου του Λόγου»


ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Nestle - Aland Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος. 2 οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν. 3 πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν. ὃ γέγονεν 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων· 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. 6 Ἐγένετο ἄνθρωπος, ἀπεσταλμένος παρὰ θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾽ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. 10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ ἐγεννήθησαν. 1

135

Κλήμεντος Αλεξανδρείας Θεολόγου, Εκ των του Θεοδότου και της Ανατολικής καλουμένης διδασκαλίας κατά τους Ουαλεντίνου χρόνους επιτομαί, 1, 8, 1, 1 – 3 εκδ. F. Sagnard 136 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ότι η εν Νικαία Σύνοδος εωρακυία την πανουργίαν των περί Ευσέβιον εξέθεντο πρεπόντως και ευσεβώς κατά της αρειανής εκθέσεως τα ορισθέντα, κεφ. 21, τμ. 4, στ. 9 – 10 137 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 156, στ. 21 – 25, εκδ. P.E. Pusey 138 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΕ΄, MPG 59, 100, 45 – 49

Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον· ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 16 ὅτι ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. 18 Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· μονογενὴς θεὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο. 14

Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα 1

Ἐν ἀρχῇ ᾐτο ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ᾐτο παρὰ τῷ Θεῷ, καὶ Θεὸς ᾐτο ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ᾐτο ἐν ἀρχῇ παρὰ τῷ Θεῷ. 3 Πάντα δί αὐτοῦ ἔγειναν, καὶ χωρὶς αὐτοῦ δὲν ἔγεινεν οὐδὲ ἕν, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν. 4 Ἐν αὐτῷ ᾐτο ζωή, καὶ ἡ ζωὴ ᾐτο τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. 5 Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φέγγει καὶ ἡ σκοτία δὲν κατέλαβεν αὐτό. 6 Ὑπῆρξεν ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὀνομαζόμενος Ἰωάννης· 7 οὗτος ᾐλθεν εἰς μαρτυρίαν, διὰ νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, διὰ νὰ πιστεύσωσι πάντες δί αὐτοῦ. 8 Δὲν ᾐτο ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦτο τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ ὁποῖον φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. 10 Ἦτο ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ὁ κόσμος ἔγεινε δί αὐτοῦ, καὶ ὁ κόσμος δὲν ἐγνώρισεν αὐτόν. 11 Εἰς τὰ ἴδια ᾐλθε, καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐδέχθησαν αὐτόν. 12 Ὅσοι δὲ ἐδέχθησαν αὐτόν, εἰς αὐτοὺς ἔδωκεν ἐξουσίαν νὰ γείνωσι τέκνα Θεοῦ, εἰς τοὺς πιστεύοντας εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ· 13 οἵτινες οὐχὶ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. 14 Καὶ ὁ Λό��ος ἔγεινε σὰρξ καὶ κατῴκησε μεταξὺ ἡμῶν, καὶ εἴδομεν τὴν δόξαν αὐτοῦ,

δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ τοῦ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ὁ Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐφώναξε, λέγων· Οὗτος ᾐτο περὶ οὗ εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος εἶναι ἀνώτερος μου, διότι ᾐτο πρότερός μου. 16 Καὶ πάντες ἡμεῖς ἐλάβομεν ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 διότι καὶ ὁ νόμος ἐδόθη διὰ τοῦ Μωϋσέως· ἡ δὲ χάρις καὶ ἀλήθεια ἔγεινε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 18 Οὐδεὶς εἶδέ ποτε τὸν Θεόν· ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὤν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐφανέρωσεν αὐτόν.

Μετάφραση Αγγέλου Βλάχου

[1] Πρώτος ήταν ο Λόγος και ο Λόγος ήταν με τον Θεό και ο Λόγος ήταν Θεός. [2] Ήταν από την αρχή με τον Θεό. [3] Τα πάντα έγιναν από αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα από τα όσα έχουν γίνει. [4] Αυτός ήταν ζωή και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. [5] Και το φως φέγγει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν το νίκησε. [6] Παρουσιάστηκε άνθρωπος σταλμένος από τον Θεό και το όνομά του ήταν Ιωάννης. [7] Ήρθε για μαρτυρία, να μαρτυρήσει το φως, ώστε όλοι να πιστέψουν χάρη σ᾽ αυτόν. [8] Ο Ιωάννης δεν ήταν το φως, αλλά ο μάρτυς του φωτός. [9] Ο Λόγος ήταν το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται στον κόσμο. [10] Ήταν στον κόσμο και ο κόσμος έγινε από αυτόν και ο κόσμος δεν τον γνώριζε. [11] Ήρθε στον οίκο του και οι δικοί του δεν τον υποδέχτηκαν. [12] Έδωσε εξουσία σε όσους τον υποδέχτηκαν να γίνουν τέκνα Θεού, καθώς και σε όσους πιστεύουν στο όνομά του, αυτούς[13] οι οποίοι ούτε από αίμα ούτε από σαρκική πράξη ούτε από θέλημα ανθρώπου γεννήθηκαν αλλά από τον Θεό. [14] Και ο Λόγος ενσαρκώθηκε και σκήνωσε μέσα μας και είδαμε την δόξα του, δόξα που έχει ο μονογενής από τον Πατέρα του,

γεμάτος χάρη και αλήθεια. [15] Ο Ιωάννης δίνει μαρτυρία γι᾽ αυτόν και έκραξε λέγοντας· Αυτός είναι για τον οποίο είπα· Εκείνος που έρχεται μετά από εμένα τώρα προπορεύεται, γιατί υπήρχε πριν από εμένα. [16] Από την ουσία του όλοι εμείς ελάβαμε, και πήραμε χάρη αντί χάρης. [17] Ο νόμος δόθηκε μέσω του Μωυσή, η χάρη και η αλήθεια προσφέρθηκαν μέσω του Ιησού Χριστού. [18]Κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεό. Ο μονογενής υιός που υπάρχει στους κόλπους του πατέρα, αυτός τον αποκάλυψε.

Νεοελληνική Μετάφραση BibleWorks 8 1

Στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς το Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος. 2 Αυτός ήταν στην αρχή προς το Θεό. 3 Τα πάντα μέσω αυτού έγιναν, και χωρίς αυτόν δεν έγινε ούτε ένα απ ό,τι έχει γίνει. 4 Μέσα σε αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων. 5 Και το φως μέσα στο σκοτάδι φέγγει και το σκοτάδι δεν κυρίεψε αυτό. 6 ,Ηταν ένας άνθρωπος από το Θεό απεσταλμένος το όνομά του Ιωάννης. 7 Αυτός ήρθε για μαρτυρία, να μαρτυρήσει για το φως, για να πιστέψουν όλοι μέσω αυτού. 8 Εκείνος δεν ήτανε το φως, αλλά ήρθε να μαρτυρήσει για το φως. 9 ,Ηταν το φως το αληθινό, που φωτίζει κάθε άνθρωπο, το οποίο ερχότανε στον κόσμο. 10 Μέσα στον κόσμο ήτανε κι ο κόσμος μέσω αυτού έγινε, αλλά ο κόσμος δεν τον γνώρισε. 11 Στους δικούς του ήρθε, αλλά οι δικοί του δεν τον παράλαβαν. 12 ,Οσοι όμως έλαβαν αυτόν, ς αυτούς έδωσε εξουσία τέκνα Θεού να γίνουν ς όσους πιστεύουν στ όνομά του, 13 που όχι από αίματα, ούτε από σάρκας θέλημα ούτε από θέλημα άντρα, αλλ από το Θεό γεννήθηκαν. 14 Και ο Λόγος σάρκα έγινε και κατασκήνωσε ανάμεσά μας, και είδαμε με θαυμασμό τη δόξα του, δόξα όπως ενός μονογενούς από τον Πατέρα, πλήρης από χάρη και αλήθεια.


15

Ο Ιωάννης μαρτυρεί γι αυτόν και έχει φωνάξει λέγοντασ: Αυτός ήταν για τον οποίο είπα: Εκείνος που έρχεται πίσω από μένα μπροστά από μένα έχει υπάρξει γιατί μου ήταν πρώτος. 16 Γιατί από το πλήρωμά του όλοι εμείς ελάβαμε, και χάρη στη θέση χάρης. 17 Γιατί ο νόμος δόθηκε μέσω του Μωυσή, η χάρη και η αλήθεια έγιναν μέσω του Ιησού Χριστού. 18 Το Θεό ως τώρα κανείς δεν έχει δει ποτέ. Ο μονογενής Θεός που είναι στην αγκαλιά μέσα του Πατέρα, εκείνος εξήγησε αυτόν.

Μετάφραση Ιωάννη Κολιτσάρα 1. Εις την αρχήν της πνευματικής και υλικής δημιουργίας, άναρχος και προαιώνιος, υπήρχεν ο Υιός και Λογος του Θεού. Και ο Λογος ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Θεόν και πλησιέστατα προς αυτόν, και ο Λογος ήτο Θεός απειροτέλειος, όπως ο Πατήρ και το Αγιον Πνεύμα. 2. Αυτός υπήρχεν εις την αρχήν της δημιουργίας ηνωμένος προς τον Θεόν. 3. Ολα τα δημιουργήματα έγιναν δι' αυτού και χωρίς αυτόν δεν έλαβε ύπαρξιν κανένα, από όσα έχουν γίνει. 4. Εις αυτόν υπήρχε ζωή και ως άπειρος πηγή ζωής εδημιούργησε και διατηρεί κάθε ζωήν. Δια δε τους ανθρώπους δεν είναι μόνον η φυσική ζωη, αλλά και το πνευματικόν φως, που φωτίζει τον νουν των εις κατανόησιν και αποδοχήν της αληθείας. 5. Και το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν ημπόρεσε ποτέ να το επισκιάση και το εξουδετερώση. 6. Προάγγελος αυτού του φωτός κατά τας ημέρας εκείνας έγινεν ένας άνθρωπος, σταλμένος από τον Θεόν, του οποίου το όνομα ήτο Ιωάννης. 7. Αυτός ήλθε με κύριον σκοπόν να μαρτυρήση περί του φωτός, δηλαδή περί του Ιησού Χριστού, και με το κήρυγμά του να προπαρασκευάση τους ανθρώπους, ώστε να πιστεύσουν όλοι στο φως. 8. Δεν ήτο εκείνος το φως, αλλ' ήλθε να μαρτυρήση δια το φως. 9. Ο Υιός και Λογος του Θεού ήτο πάντοτε το αληθινόν φως, το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπον, που έρχεται στον κόσμον. 10. Ητο εξ αρχής στον κόσμον, ως δημιουργός και κυβερνήτης, και ο κόσμος όλος, ορατός και αόρατος, έλαβεν ύπαρξιν δι' αυτού. Και όμως όταν το φως, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε και δεν τον εδέχθη. 11. Ηλθε μεταξύ των ιδικών του, δηλαδή των Ιουδαίων, τους οποίους με ιδιαιτέραν στοργήν δια μέσου των αιώνων είχε προστατεύσει, και αυτοί οι ιδικοί του δεν τον εδέχθησαν ως Σωτήρα και Θεόν των. 12. Αλλοι όμως τον εδέχθησαν. Εις όσους δε τον εδέχθησαν με πίστιν ως Σωτήρα και Θεόν των έδωκε το δικαίωμα να γίνουν τέκνα Θεού, εις αυτούς δηλαδή που πιστεύουν στο όνομά του.

13. Αυτοί δεν εγεννήθησαν από ανθρώπινα αίματα ούτε από θέλημα σαρκός ούτε από θέλημα ανδρός, αλλά εγεννήθησαν από τον Θεόν. 14. Και ο Υιός και Λογος του Θεού έγινε άνθρωπος κατά υπερφυσικόν τρόπον και κατεσκήνωσεν με οικειότητα εν τω μέσω ημών και ημείς είδαμεν την μεγαλειώδη δόξαν του, δόξαν όχι ανθρωπίνην, αλλά θείαν και απέραντον, την οποίαν είχεν ως φυσικήν του κατάστασιν από τον Πατέρα, σαν Υιός του Θεού μονογενής, γεμάτος χάριν και αλήθειαν. 15. Ο Ιωάννης μαρτυρεί δι' αυτόν και κράζει με μεγάλην φωνήν, λέγων· “αυτός ήτο εκείνος, δια τον οποίον σας είπα, ότι ο ερχόμενος ύστερα από εμέ είναι ασυγκρίτως ανώτερος από εμέ, διότι ως Υιός μονογενής του Πατρός υπήρχε ήδη, πριν εγώ γεννηθώ”. 16. Και από τον άπειρον πνευματικόν πλούτον αυτού όλοι ημείς ελάβαμεν και χάριν επάνω εις την χάριν. 17. Διότι ενώ ο νόμος εδόθη δια του Μωϋσέως,

εἴδαμε τὴν δόξαν του, μίαν δόξαν ποὺ ἔχει ἕνας

δούλου του Θεού, η χάρις και η αλήθεια ήλθαν δια του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού. 18. Τον Θεόν κανείς ποτέ δεν έχει ίδει. Ο Υιός ο μονογενής, που υπάρχει προαιωνίως πάντοτε στον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν εις ημάς και κατέστησε γνωστόν τον Θεόν.

Θεὸν κανεὶς δὲν ἔχει ἰδῆ ποτέ. Ὁ μονογενὴς

Μετάφραση Αποστολικής Διακονίας

1 Ἐν ἀρχῇ ὑπῆρχεν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦτο πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦτο ὁ Λόγος. 2 Αὐτὸς ὑπῆρχε ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. 3 Ὅλα ἔγιναν δι’ αὐτοῦ καὶ χωρὶς αὐτὸν τίποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει. 4 Μέσα εἰς αὐτὸν ὑπῆρχε ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ ἦτο τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. 5 Καὶ τὸ φῶς φωτίζει εἰς τὸ σκοτάδι ἀλλὰ τὸ σκοτάδι δὲν τὸ κατενίκησε. 6 Παρουσιάσθηκε κάποιος ἄνθρωπος, ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦτο Ἰωάννης. 7 Αὐτὸς ἦλθε χάριν μαρτυρίας, νὰ μαρτυρήσῃ διὰ τὸ φῶς, διὰ νὰ πιστέψουν ὅλοι δι’ αὐτοῦ. 8 Δὲν ἦτο ἐκεῖνος τὸ φῶς ἀλλὰ ἦλθε νὰ μαρτυρήσῃ διὰ τὸ φῶς. 9 Τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ ὁποῖον φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, ἤρχετο εἰς τὸν κόσμον. 10 Εἰς τὸν κόσμον ἦτο καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἔγινε ἀλλ’ ὁ κόσμος δὲν τὸν ἀνεγνώρισε. 11 Εἰς τοὺς δικούς του ἦλθε ἀλλ’ οἱ δικοί του δὲν τὸν ἐδέχθησαν. 12 Εἰς ὅσους ὅμως τὸν ἐδέχθησαν, ἔδωκε ἐξουσίαν νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ πιστεύουν εἰς τὸ ὄνομά του, 13 οἱ ὁποῖοι οὔτε ἀπὸ αἵματα οὔτε ἀπὸ τὸ θέλημα σαρκὸς οὔτε ἀπὸ τὸ θέλημα ἀνδρὸς ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐγεννήθηκαν. 14 Καὶ ὁ Λόγος ἐνσαρκώθηκε καὶ ἔμεινε μεταξύ μας καὶ

μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα, γεμᾶτος χάριν καὶ ἀλήθειαν. 15 Ὁ Ἰωάννης μαρτυρεῖ δι’ αὐτὸν καὶ ἐφώναζε, «Αὐτὸς εἶναι διὰ τὸν ὁποῖον εἶπα, Ἐκεῖνος, ποὺ ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ ἐμέ, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἐμέ, διότι ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ ἐμέ». 16 Καὶ ἀπὸ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ ἐπήραμε ὅλοι ἐμεῖς καὶ τὴν μίαν χάριν κατόπιν τῆς ἄλλης· 17 διότι ὁ νόμος ἐδόθηκε διὰ τοῦ Μωϋσέως· ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια ἦλθαν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 18 Τὸν Υἱὸς ποὺ εἶναι εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατέρα, ἐκεῖνος τὸν ἔκαμε γνωστόν.

English Standard Version (2007) In the beginning was the Word, and the Word was with God, and the Word was God. 2 He was in the beginning with God. 3 All things were made through him, and without him was not any thing made that was made. 4 In him was life, and the life was the light of men. 5 The light shines in the darkness, and the darkness has not overcome it. 6 There was a man sent from God, whose name was John. 7 He came as a witness, to bear witness about the light, that all might believe through him. 8 He was not the light, but came to bear witness about the light. 9 The true light, which enlightens everyone, was coming into the world. 10 He was in the world, and the world was made through him, yet the world did not know him. 11 He came to his own, and his own people did not receive him. 12 But to all who did receive him, who believed in his name, he gave the right to become children of God, 13 who were born, not of blood nor of the will of the flesh nor of the will of man, but of God. 1

14

And the Word became flesh and dwelt among us, and we have seen his glory, glory as of the only Son from the Father, full of grace and truth. 15 (John bore witness about him, and cried out, "This was he of whom I said, 'He who comes after me ranks before me, because he was before me.'") 16 And from his fullness we have all received, grace upon grace. 17 For the law was given through Moses; grace and truth came through Jesus Christ. 18 No one has ever seen God; the only God, who is at the Father's side, he has made him known. New American Standard Bible (1995) 1 In the beginning was the Word, and the Word was with God, and the Word was God. 2 He was in the beginning with God. 3 All things came into being through Him, and apart from Him nothing came into being that has come into being. 4 In Him was life, and the life was the Light of men. 5 The Light shines in the darkness, and the darkness did not comprehend it. 6 There came a man sent from God, whose name was John. 7 He came as a witness, to testify about the Light, so that all might believe through him. 8 He was not the Light, but he came to testify about the Light. 9 There was the true Light which, coming into the world, enlightens every man. 10 He was in the world, and the world was made through Him, and the world did not know Him. 11 He came to His own, and those who were His own did not receive Him. 12 But as many as received Him, to them He gave the right to become children of God, even to those who believe in His name,


13

who were born, not of blood nor of the will of the flesh nor of the will of man, but of God. 14 And the Word became flesh, and dwelt among us, and we saw His glory, glory as of the only begotten from the Father, full of grace and truth. 15 John testified about Him and cried out, saying, "This was He of whom I said, 'He who comes after me has a higher rank than I, for He existed before me.'" 16 For of His fullness we have all received, and grace upon grace. 17 For the Law was given through Moses; grace and truth were realized through Jesus Christ. 18 No one has seen God at any time; the only begotten God who is in the bosom of the Father, He has explained Him.


8. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ 1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ Στον Πρόλογο πραγματευόμαστε την αφορμή για την παρούσα εργασία και ευχαριστούμε τον καθηγητή μας και τους συμφοιτητές μας. Αναφερόμαστε με μεγάλη συντομία στο πλήθος των μελετών και ερμηνειών του «Ύμνου του Λόγου» και απολογούμαστε για το ότι χρησιμοποιούμε τις κυριότερες και ουσιαστικότερες προσεγγίσεις, μέσα από αυτό το απέραντο πλήθος. Εξηγούμε ότι ασχοληθήκαμε στο α΄ μέρος με τις ερμηνείες των Πατέρων της Εκκλησίας μας και στο β΄ με τις ερμηνείες συγχρόνων βιβλικών ερμηνευτών. 2. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στο 1 Μέρος της Εισαγωγής γίνεται μία γνωριμία με το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ως πνευματικότερο και θεολογικότερο Ευαγγέλιο από τα τέσσερα Ευαγγέλια του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Λίγα λόγια για το συγγραφέα του και το στόχο του, την αυθεντικότητα της συγγραφής του, αλλά και μερικές χαρακτηριστικές λέξεις που μεταχειρίζεται ο Ιωάννης, όπως «αλήθεια», «μαρτυρία», «φως», «κρίση», «ζωή», «αγάπη», γύρω από τις οποίες περιστρέφεται η μαρτυρία που δίνει ο Ιωάννης σχετικά με τη θεϊκή φύση του Ιησού Χριστού και το μοναδικό έργο που ήρθε να επιτελέσει139. Το Ευαγγέλιο δεν αρχίζει με τη διήγηση της γέννησης του Ιησού ή με την αναγγελία της γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή, όπως γίνεται στα συνοπτικά Ευαγγέλια, αλλά με έναν ύμνο στον "σαρκωθέντα Λόγο". Ορισμένα υφολογικά χαρακτηριστικά, όπως η οργάνωση του λόγου σε μικρές ενότητες, η χρήση πολλών, σημαντικών λέξεων - θεολογικών όρων (όπως: «φῶς», «ζωή», «ἀλήθεια»), η πληθώρα των ποιητικών σχημάτων, όπως η κυκλική επαναφορά ενός θέματος, η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση αντιθέσεων (φῶς – σκοτία), οι αναδιπλώσεις (ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν), οι επιφορές (δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο), οι ομοιοκαταληξίες (ομοιοτέλευτον: ἀληθινόν, ἄνθρωπον, κόσμον), οι ομόριζες λέξεις (φῶς – φαίνει, ἐγένετο – γέγονεν), η οργάνωση της δομής του κειμένου σε «δίπτυχα», αλλά και η ομολογιακή γλώσσα (ἐν ἡμῖν, ἡμεῖς) οδήγησαν τους μελετητές στο συμπέρασμα ότι ο Ιωάννης χρησιμοποιεί ως πηγή κάποιον ύμνο ή –ενδεχομένως– και ύμνους της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, τους οποίους προσάρμοσε στους δικούς του σκοπούς. Ο βασικός σκοπός του Ευαγγελίου είναι να διακηρύξει τη θεότητα του Ιησού Χριστού και αυτό το κάνει ήδη από το προοίμιο: ο Ιησούς δεν είναι απλώς ο Μεσσίας με την ιουδαϊκή έννοια, αλλά ο «σαρκωθείς Λόγος» του Θεού, ο οποίος προϋπήρχε ως Θεός και απεστάλη στους ανθρώπους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα της σωτηρίας και της «αιωνίου ζωής» μέσα από την πίστη. Στην διατύπωση της θεολογίας της σάρκωσης συνέβαλε και ένας ιστορικός ο

1391

Ειρηναίου Επισκόπου Λουγδούνου (Λυώνος), Κατά Αιρέσεων, βιβλίο 3, κεφ. 1, στ. 9 – 11


παράγοντας, η αίρεση του Κηρίνθου, που απέρριπτε τη διδασκαλία περί ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού140. Με την αφορμή αυτή περνούμε στο 2 ο μέρος της Εισαγωγής, το οποίο αναφέρεται ειδικότερα στον «Ύμνο του Λόγου» Αποτελεί την εισαγωγή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, η οποία περιλαμβάνει τους πρώτους δεκαοκτώ στίχους του πρώτου κεφαλαίου. Σε αυτή την εισαγωγή ο συγγραφέας εκθέτει τα ανυπέρβλητο μεγαλείο και τη σπουδαιότητα του θέματος που πρόκειται να αναπτύξει στο Ευαγγέλιό του. Το πρωταρχικό, το θεμελιώδες γεγονός στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι η εμφάνιση και η αποκάλυψη του σαρκωμένου Λόγου και Υιού του Θεού. Το γεγονός της σάρκωσης του Λόγου αποτελεί το κύριο και διαρκές θεολογικό θεμέλιο, επάνω στο οποίο αναπτύσσεται ολόκληρο το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Ακολουθεί μία αναδρομή στην έννοια του Λόγου, η οποία έχει μακρά ιστορία στον ελληνικό λόγο. Ο Ηράκλειτος πρώτος έκανε αναφορά στο Λόγο, σχετίζοντάς τον με την πύρινη αρχή του κόσμου και την τάξη σ’ αυτόν. Ωστόσο «ο Λόγος» του Ευαγγελιστή είναι Θεός και μάλιστα συνδημιουργός, κάτι που δε συμβαίνει με το λόγο της ελληνικής φιλοσοφίας. Οι στωικοί φιλόσοφοι εμπλούτισαν τις ιδέες του Ηρακλείτου αποκαλώντας Λόγο τον ίδιο το Θεό 141, ο οποίος πιστευόταν ως απρόσωπη και πανταχού παρούσα δύναμη, η οποία διέπει το σύμπαν 142. Οι νεοπλατωνικοί σύγχρονοι της Καινής Διαθήκης, όπως και ο Πλούταρχος χρησιμοποιούσαν τον όρο του «Λόγου» για να καθορίσουν τις δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν ανάμεσα στον άυλο Θεό και τον υλικό κόσμο143. Ο ιουδαίος Φίλων αποδέχεται ότι ο Θεός χρησιμοποιεί το Πνεύμα Του και τις αγγελικές δυνάμεις για να γνωστοποιήσει το θέλημά Του στους ανθρώπους, όλα αυτά ερμηνευμένα μέσα από τη σκοπιά των στωικών και πλατωνικών ιδεών144, έτσι ώστε να μπορούμε να λέμε ότι ο Θεός του Φίλωνα είναι συγγενής με την ιδέα του Θεού του Πλάτωνα και όχι με την ιδέα του Θεού του Ιουδαϊσμού145. Έτσι ο Λόγος για τον Φίλωνα είναι "δεύτερος Θεός", με φύση ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη, και δεν είναι «προς τον Θεόν», δηλαδή δεν είναι ισότιμος συνδημιουργός, όπως αναδεικνύεται στον ύμνο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Μία άλλη ιδέα, που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή, είναι αυτή του προϋπάρχοντος ουρανίου πρωτανθρώπου του Γνωστικισμού, ο οποίος 140

Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη, Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2012 141 Florence Morgan Gillman, λήμμα “Logos”, Anchor BibleDictionary, τόμ. 4, σελ. 348 142 Για περισσότερες πληροφορίες: Κατερίνα Ιεροδιακόνου, Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων, στο κεφάλαιο: Η θεολογία των Στωικών, 143 Gregory Sterling, «“Day One”: Platonizing Exegetical Traditions of Genesis 1:1-5 in John and Jewish Authors», The Studia Philonica Annual (Επ. D. Runia, G. Sterling), τόμ. XVII [2005] σελ. 126. 144 Για περισσότερες πληροφορίες: Henry Chadwick, Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης, σελ. 3741, 45-50.

145

Περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο: Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2012/05/29/1-6/


αναζωογονεί κάποιο λανθάνοντα σπινθήρα φωτός μέσα στον κάθε άνθρωπο και τον σώζει. Στον ύμνο του Ιωάννη, ο Λόγος σαρκώνεται πραγματικά και προσλαμβάνει όλη την ανθρώπινη φύση146. Κάποιες σύγχρονες μελέτες συνδέουν τη σκέψη του συγγραφέα του ύμνου με τη σοφιολογική γραμματεία της Π. Διαθήκης (Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Παροιμίαι, Ιώβ), όπου η σοφία προϋπάρχει προσωποποιημένη και συμμετέχει στη δημιουργία. Εκτός από τα παραπάνω βιβλία, είναι προφανής η επίδραση των πρώτων στίχων του πρώτου κεφαλαίου της Γένεσης στη διαμόρφωση της εικόνας του Λόγου στον ύμνο («ἐν ἀρχῇ»). Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας του ύμνου χρησιμοποιεί έναν γενικά αποδεκτό όρο στον οποίο προσδίδει το νόημα που εξυπηρετεί τη θεολογία του Ευαγγελίου του. Έτσι ο όρος Λόγος μεταβάλλεται σε πρόσωπο και όχι απλή ιδέα και καταλαμβάνει έκτοτε εξέχουσα θέση μέσα στη Χριστιανική γραμματεία. Σε ένα τέτοιο φιλοσοφικό περιβάλλον γράφηκε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, το οποίο και αρχίζει με τον «Ύμνο του Λόγου», ενώ αργότερα (2 ο – 4ο αιώνα μ. Χ.) εμφανίστηκε πλήθος απόψεων γύρω από τη θεολογία του Λόγου, τόσο από τους Απολογητές του Χριστιανισμού, όσο και από χριστιανούς διανοητές, με αφορμή απόψεις αιρετικών ομάδων, όπως ήταν οι Πατροπασχίτες, οι Τροπικοί Μοναρχιανοί και φυσικά οι Αρειανοί. Γύρω στο 350 μ.Χ., στην Χριστιανική Εκκλησία επικράτησε η θεολογική άποψη του Μεγάλου Αθανασίου περί του Λόγου, η οποία θεωρείται μέχρι και σήμερα η ορθόδοξη άποψη 147. 3. ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟΝ «ΥΜΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ» Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο προοίμιο για το πνευματικότερο Ευαγγέλιο, από τον «Ύμνο του Λόγου». Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Τρεμπέλα ο ύμνος εξαίρει τρεις κυρίως ιδέες: Στους στίχους 1 – 4 παρουσιάζεται ο Λόγος, στους στίχους 5 – 11 ο Λόγος ο οποίος δεν αναγνωρίστηκε από τους ανθρώπους και τέλος, στους στίχους 12 – 18 ο Λόγος ο οποίος γίνεται δεκτός από την ανθρωπότητα148. Όπως αναφέρει και ο καθηγητής μας π. Ιωάννης Σκιαδαρέσης, οι ύμνοι χωρίζονται σε τρία μέρη, τα οποία αναφέρονται: α) στην Προΰπαρξη, β) την Κένωση και τέλος γ) στην ένδοξη Ύψωση του Λόγου149.

146

Η κορύφωση της ομολογίας του ύμνου «ο Λόγος σάρξ εγένετο» προβάλλει, όπως σημειώσαμε παραπάνω, την ανθ��ώπινη φύση του Χριστού και αποκρούει το φαινόμενο του δοκητισμού, ότι δηλ. ο Χριστός φαινόταν μόνο ότι ήταν άνθρωπος. Έτσι αρνείται και τη γνωστική – δοκητική θέση που υποτιμούσε το ανθρώπινο σώμα τονίζοντας το ατελές και λαθεμένο του ανθρώπου.

147

Πολύ περισσότερες πληροφορίες για το θέμα του Λόγου στην ελληνική φιλοσοφία και στην χριστιανική θεολογία, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο άρθρο: «Εν αρχή ην ο Λόγος»: Η προέλευση, η σημασία και η πρόσληψη του ιωάννειου προλόγου στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα: http://earlychristiandoctrine.wordpress.com/2013/03/20/1-12/ 148 Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 39 149 Σε προφορικές παραδόσεις των Μεταπτυχιακών μαθημάτων του ακαδημαϊκού έτους 2013 – 2014


Στην παρουσίαση των πατερικών ερμηνειών ακολούθησα την παράθεση ανά θεματική ενότητα. Έτσι, θεωρώντας ότι οι πρώτοι 3 στίχοι παρουσιάζουν την αϊδιότητα, την προΰπαρξη, τη θεότητα του Λόγου, και τη συμμετοχή Του στη Δημιουργία του Κόσμου (Συνδημιουργός) παραθέτω τις κυριότερες απόψεις: [1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος. 2 οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν. 3 πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν] «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος»: Η έναρξη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου μας θυμίζει έντονα την έναρξη της Γένεσης: «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Βέβαια, μετά τις πρώτες λέξεις τα πάντα αλλάζουν. Κατά τον F. Godet: «Ο Μωϋσής κατέρχεται ακολουθώντας τον ρου των αιώνων της ιστορίας, από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, ενώ ο Ιωάννης ανέρχεται την κλίμακα από την αρχή του κόσμου φτάνοντας στην αϊδιότητα150». Σε αυτούς τους στίχους οι Πατέρες τονίζουν την αϊδιότητα, αλλά και την προΰπαρξη του Λόγου σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κτιστά δημιουργήματα. . ™n Cristù g¦r “™kt…sqh t¦ p£nta”(Ωριγένης)151 Ο Λόγος είναι αίτιος «toà enai» μας από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς μας, διότι προϋπήρχε «™n qeù», αλλά είναι και αιτία «toà eâ enai» της ανθρωπότητος, αφού φανερώθηκε ως άνθρωπος152. (Κλήμης Αλεξανδρείας) «Δεν υπάρχει τίποτε πριν από την αρχή! Αλλά και αρχή της αρχής δε μπορεί να υπάρξει, όπως δεν έχει και τέλος, αφού ο Υιός γεννήθηκε προ των αιώνων, έξω από τον χρόνο και υπάρχει αϊδίως μαζί με τον Πατέρα Θεό.»153. (Κύριλλος Αλεξανδρείας) Σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευαγγελιστές, οι οποίοι ασχολούνται με την «κατά σάρκα» γενεαλογία του Ιησού και τα γεγονότα της παιδικής Του ηλικίας, ο Ιωάννης στρέφει τη διάνοιά μας προς τον Λόγο του Θεού, o οποίος συνυπάρχει με τον Πατέρα. (Χρυσόστομος154 και Κύριλλος155) Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει το ακατάληπτο της σάρκωσης του Λόγου από την ανθρώπινη διάνοια156, ώστε «να φράξει τα στόματα των βλασφημούντων και των σοφιζομένων διάφορες θεωρίες» 157, ενώ ο Γρηγόριος 150

F Godet, Commentaire sur l’ Evangile de Saint Jean, παραπομπή στον Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 39 151 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 1, 28 – 40, εκδ. E. Preuschen 152 Κλήμεντος Αλεξανδρείας, Στρωματέως, Προτρεπτικός προς Έλληνας, 1, 6, 5, 1 – 1, 7, 1, 4, εκδ. C. Mondésert 153 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 17, στ. 2 - 16, εκδ. P.E. Pusey 154 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Δ΄, MPG 59, 46, 55 – 47, 16 155 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, 12, 20 – 13, 2 εκδ. P.E. Pusey 156 Βασιλείου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Περί του Αγίου Πνεύματος, Κεφάλαιον 6, 14, 25 – 30 εκδ. B. Pruche 157 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου, βιβλία πέντε, MPG 29, 601, 31 – 36


Ναζιανζηνός («απαθής γέννησις»)158, ο Γρηγόριος Νύσσης: («Λόγος ονομάζεται ο Υιός για να αποδειχθεί ότι είναι γεννητός από τον Πατέρα και δεν είναι κτίσμα. Διότι ο Λόγος τίκτεται αλλά δεν κτίζεται, προφέρεται μεν από το στόμα, αλλά κινείται από την καρδιά»)159 και ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης (Λόγος του Θεού, ερμηνευτής του Πατρός, συνδημιουργός, ενυπόστατος, ετέχθη απαθώς) 160. ερμηνεύουν τη σχέση Υιού – Λόγου και Θεού – Πατρός. Κατά το Μέγα Αθανάσιο είναι «το απαύγασμα της θεότητος, “τό τέλειον γέννημα ἐκ τελείου”, γι’ αυτό και είναι Θεός»161. Σύμφωνα με το Φίλωνα ο λόγος δεν είναι ίσος με το Θεό, αλλά ούτε και με τον άνθρωπο: «kre…ttwn mšn ™stin ¢nqrèpou, qeoà d ™l£ttwn». Εφάπτεται δηλαδή με το ανθρώπινο γένος ως προς τη θνητότητά του και με το θεϊκό στοιχείο ως προς την αρετή του. Χρησιμοποιεί και την παρομοίωση με τον Αρχιερέα, ο οποίος όταν εισέρχεται στα Άγια των Αγίων και μέχρι να εξέλθει δεν είναι άνθρωπος, ούτε και Θεός, αλλά λειτουργός του Θεού. Έτσι και ο λόγος είναι το δημιουργικό όργανο του Θεού162. Στον Ιωάννη είναι απολύτως σαφές ότι «θεὸς ἦν ὁ λόγος»163. «Λόγος» στην ελληνική γλώσσα σημαίνει τον έναρθρο λόγο, διά του οποίου εκφέρεται ο ενδιάθετος λόγος, το λεγόμενο ή λαλούμενο, το πραγματικό και όχι το τυπικό μέρος της κάθε λέξεως, την πρόταση, το διανόημα, το απόφθεγμα, την έκφραση, την είδηση, τον ισχυρισμό, τη διάδοση, την απόφαση, τον όρο και τον ορισμό, την άδεια, τη διαταγή, την ομιλία, τη γλώσσα, τη διήγηση και την ιστορία σε αντιπαραβολή με τον μύθο, το λογοτεχνικό δημιούργημα σε αντιπαραβολή με την ποίηση, τη δύναμη της διανοίας, το λογικό, την σκέψη, τη δικαιολογία, το δικαίωμα, τον λογισμό, τη θεωρία, την εκτίμηση και τέλος την σχέση, τη συμμετρία και την αναλογία. Στην Καινή Διαθήκη περιλαμβάνει αμφότερες τις σημασίες του έναρθρου λόγου και της λογικής σκέψεως164. Η δε λέξη «Θεός» σημαίνει το θείον και τη θεότητα165. Η δεύτερη ενότητα του Ύμνου αποτελείται από τους στίχους 4, 5 και 9 και τονίζει ότι ο Λόγος είναι η ζωή και το φως των ανθρώπων. [4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων· 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν… 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.]

158

Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος θεολογικός τέταρτος, Περί Υιού, 20, 4 – 10 εκδ. J. Barbel, Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Κατά Αρείου και Σαββελίου, τομ. 3.1, σελ. 80, στ. 27 – 30, εκδ. F. Mueller 160 J.A. Cramer, Η προς Εβραίους Επιστολή, (Catena in epistulam ad Hebraeos), τομ. 7, σελ. 459, στ. 4 – 12 161 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Κατά Αρειανών Λόγος Δεύτερος, MPG 26, 221, 28 – 33 162 Φίλωνος Αλεξανδρείας, Περί του θεοπέμπτους είναι τους ονείρους, βιβλίο 2, 227, 5 – 233, 1 163 Ιω. 1,1 164 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙΙ, σελ. 55 – 56 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 582 – 583 165 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 472 – 473 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 447 159


Ο Λόγος δεν ζει απλώς, αλλά πηγάζει τη ζωτική δύναμη για να ζει ο ίδιος αλλά και όλα τα υπόλοιπα όντα τα ζωοποιεί 166 (Θεοδώρητος Κύρου), «είναι Ανάσταση ζωή και φως»167 (Χρυσόστομος και Κύριλλος168). Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει «Ότι είναι για το μάτι του ανθρώπου το αισθητό φως, αυτό είναι για την ψυχή του ανθρώπου ο Λόγος. Διότι είναι το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο, έτσι ώστε η “αφώτιστη ψυχή” να είναι αδύνατο να εννοήσει οτιδήποτε». 169 Και ο Λόγος είναι το αληθινό φως, «επειδή είναι ο αληθινός Θεός και αυτοαλήθεια και αυτοζωή»170. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο «ο Λόγος είναι η Σοφία και το Φως του Θεού τα οποία παρουσιάζονται στη ζωή των ανθρώπων, όμως εναπόκειται στην καλή διάθεση των ανθρώπων να τα αποδεχθούν. Δυστυχώς οι άνθρωποι είμαστε, όπως ένας τυφλός άνθρωπος, ο οποίος, παρά την ύπαρξη του ηλιακού φωτός δε μπορεί να το δει, όχι επειδή το φως απουσιάζει, αλλά επειδή ο τυφλός είναι απών από αυτό. Έτσι και εμείς απουσιάζουμε από τη σοφία και το φως του Θεού»171. Παρόμοια θέση έχει και ο Ωριγένης172. Παρεμβάλλεται η μαρτυρία του Ιωάννου του Προδρόμου (στίχοι 6 – 8 και 15). (Ενδεχομένως αυτοί οι στίχοι να μην ανήκουν στον Ύμνο του Λόγου)173. [6 Ἐγένετο ἄνθρωπος, ἀπεσταλμένος παρὰ θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾽ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός…15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον· ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. ] Οι περισσότεροι ερμηνευτές συμφωνούν ότι εδώ γίνεται λόγος για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Όπως και ο Ευαγγελιστής Μάρκος ξεκινά το Ευαγγέλιό του με το έργο του Ιωάννου174, έτσι και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μετά την εισαγωγή περί του Λόγου, αναφέρεται στο έργο του Βαπτιστή. Κατά τον Χρυσόστομο επειδή ο Πρόδρομος «επέδειξε αγγελική αρετή» 175 ο Ευαγγελιστής «συνεισφέρει τον Ιωάννη Βαπτιστή, ως αξιολογότατον μάρτυρα και ο Λόγος του Θεού γίνεται ο χορηγός της συνέσεως και του φωτισμού κάθε ανθρώπου, ώστε όλα τα λογικά όντα να λαμβάνουν αυτή την ανεκτίμητη δωρεά. Διότι όλα τα λογικά κτίσματα έχουν μέσα τους εμφυτευμένα από το Θεό 166

Θεοδώρητος Κύρου, στον Π.Ν. Τρεμπέλα,, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 45 Koλ. 1, 17 168 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 81, στ. 3 – 15 εκδ. P.E. Pusey 169 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου, βιβλία πέντε, MPG 29, 604, 25 – 30 170 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 65, 20 – 21 171 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 45 172 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, βιβλ. 1, κεφ. 25, τμ. 164, στ. 1 – 4, εκδ. C. Blanc 173 π. Ι. Σκιαδαρέσης, Ερμηνεία Περικοπών Ιωάννειας Γραμματείας, σελ. 55 – 58 174 Μκ. 1, 1 – 8 175 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία στ΄, MPG 59, 59, 38 – 45 167


Πατέρα σπέρματα φρόνησης, τα οποία ο Υιός και Λόγος τα ενεργοποιεί. Και έτσι φαίνεται σαφώς ότι ο Θεός Λόγος είναι “ἐν Θεῷ καί Πατρί” αλλά είναι και ζωή και φως»176. (Κύριλλος) Ο Χρυσόστομος κάνοντας ένα λογοπαίγνιο με τη μετοχή του ρήματος μαρτυρῶ (μαρτυρουμένου, μαρτυρούμενος, μαρτυρούντος) αποδίδει μεν στην μαρτυρία του Ιωάννου την δέουσα αξιοπιστία, όμως τονίζει ότι ο Ιωάννης μαρτυρεί περί του φωτός, αλλά δεν είναι ο ίδιος το φως 177. Θέλει, έτσι, να δείξει ότι η αντίληψη κάποιων μαθητών του Προδρόμου για τη μεσσιανικότητα του διδασκάλου τους ήταν λανθασμένη178. Στο στίχο 16 το μαρτυρεῖ είναι ιστορικός ενεστώτας κατά τον Bernard179. Ο Θεοφύλακτος υποστηρίζει ότι οι ιουδαϊκοί όχλοι είχαν σε μεγάλη υπόληψη τον Ιωάννη180. Για τις λέξεις ὃν εἶπον, ο Χρυσόστομος επιμένει ότι «για να γίνει η μαρτυρία του Προδρόμου ευπρόσδεκτος από τους Ιουδαίους, έχει προκαταλάβει τη διάνοια των ακροατών του, λέγοντας περί του Ιησού, ώστε να τον αποδεχθούν όταν τον δουν, έχοντας κατά νου την μαρτυρία των λόγων του και να μη απορρίψουν τον Ιησού, λόγω της ταπεινής μορφής του»181. Όσον αφορά τις εκφράσεις «ἔμπροσθέν μου γέγονεν» και «πρῶτός μου ἦν» οι ερμηνευτές συμφωνούν ότι ο Πρόδρομος έχει επίγνωση της κατωτερότητός του μπροστά στον Ιησού Χριστό. (Κύριλλος182, Χρυσόστομος183). Τρίτη Ενότητα: Η κένωση του Λόγου (στίχοι 10 – 12c). [10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι,] Στο στίχο 10 η λέξη, η οποία γεννά πολλά ερωτηματικά είναι η λέξη «κόσμος» η οποία επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Για τον Ωριγένη η λέξη σημαίνει τον γύρω κόσμο τους, τον δικό τους κόσμο (την οικουμένη, όπως την εννοούν οι άνθρωποι της κάθε εποχής, και δε σημαίνει τη γη ολόκληρη. Την τελευταία φορά, με τη λέξη «κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω» εννοούνται οι άνθρωποι που κατοικούσαν τον γύρω τόπο184. Αντιθέτως ο Ζιγαβηνός θεωρεί ότι η λέξη «κόσμος» δεν αντιστοιχεί σε κάποιον ορισμένο τόπο, αλλά ότι ο 176

Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 87, στ. 7 – 15, εκδ. P.E. Pusey 177 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία στ΄, MPG 59, 62, 1 – 10 178 Για περισσότερες πληροφορίες επί του συγκεκριμένου θέματος βλέπε: Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 52-59 179 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 58 180 Θεοφύλακτος, παράθεση από τον Π.Ν. Τρεμπέλας, ό.π. 181 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΓ΄, MPG 59, 88, 56 – 89, 5 182 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 147, στ. 28 – 148, 4, εκδ. P.E. Pusey 183 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΓ΄, MPG 59, 89, 23 – 29 184 Ωριγένους, Των εις το κατά Ματθαίον (Ευαγγέλιον) εξηγητικών τόμος ιγ΄ (13), κεφ. 20, στ. 21 - 32, εκδ. E. Klostermann


Λόγος βρίσκεται παντού, «ὡς τά πάντα πληρῶν»185. Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «κόσμος» έχει την έννοια του σύμπαντος, της οικουμένης, αλλά και της τάξεως, της διακυβέρνησης, της ευπρεπείας, της μεθόδου και του κοσμήματος (στολισμού, καλλωπισμού)186. Οι πατέρες της Εκκλησίας μας εδώ επιμένουν για την αΐδιο προΰπαρξή Του, τη συμμετοχή Του στη δημιουργία του κόσμου και την εγκόσμιο παρουσία του Λόγου (Κύριλλος187, Χρυσόστομος188, Ζιγαβηνός189, Ωριγένης190). Ο κόσμος που τον αγνοεί είναι το πλήθος των ανθρώπων το διεφθαρμένο, το χυδαίο, το ταραχώδες, το ανόητο και προσκολλημένο στα γήινα πράγματα κατά τον Χρυσόστομο191 ή ο ισραηλιτικός λαός κατά τον Κύριλλο 192 και τον Αυγουστίνο193. Η λέξη «εξουσία» στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και κατά την εποχή της Καινής Διαθήκης, σημαίνει τόσο τη δύναμη, το δικαίωμα, ή το αξίωμα, αλλά και την έπαρση, την αλαζονεία και την περιουσία ή ακόμη την επικράτεια και τον άρχοντα194. Όμως σημαίνει και τους πόρους ζωής ή τα μέσα προς το ζην 195. Στο στίχο 12 σημαίνει προφανώς το προνόμιο, αλλά και τη δύναμη, σύμφωνα με τον Τρεμπέλα196. Στους στίχους αυτούς ο Χρυσόστομος 197 και ο Ωριγένης198 τονίζουν την έννοια της υιοθεσίας όλων των ανθρώπων από το Θεό, παρά την αναξιότητά ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους και ο Κύριλλος επισημαίνει την επιστροφή στην προπτωτική μας κατάσταση, η οποία μας κάνει Υιούς Θεού, όπως Υιός Θεού είναι και ο Λόγος199. Η Τέταρτη ενότητα έχει ως θέμα την ένδοξη ύψωση του Λόγου (στίχοι 14 και 16)

185

Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 51 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 763 και Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 545 187 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 114, στ. 3– 11, εκδ. P.E. Pusey 188 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 67, 20 – 25 189 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 51 190 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 111, στ. 2 – 4 εκδ. E. Preuschen 191 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Η΄, MPG 59, 66, 25 – 31 192 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 131, , στ. 16 – 23, εκδ. P.E. Pusey 193 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 53 194 H. G. Liddell – R. Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. ΙΙ, σελ. 189 195 Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 354 196 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 53 197 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ι΄, MPG 59, 75, 37 – 57 , 76, 11 – 13 & 76, 26 - 42 198 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, σελ. 174, στ. 10 – 15 εκδ. M. Rauer 199 Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 113, στ. 19 – 27, εκδ. P.E. Pusey 186


[14 Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας... 16 ὅτι ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος·] Για την έκφραση «σὰρξ ἐγένετο»: «Ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί κάθε φορά τα κατάλληλα ρήματα: το ἐγένετο για τη σάρκα, το ἦν για τη θεότητα»200. (Ωριγένης) Για το Γρηγόριο Νύσσης ο Λόγος προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να “συναποθεώσει” το ανθρώπινο γένος και να “συναγιάσει” ολόκληρη τη φύση μας»201, ενώ κατά τον Μέγα Αθανάσιο η λέξη σαρξ σημαίνει συνολικά τον άνθρωπο, ψυχή και σώμα και όχι μόνο τη σάρκα 202. Και ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι «δε μετέβαλε τη θεϊκή Του ουσία σε σάρκα, αλλά αναλαμβάνοντας αυτήν (τη σάρκα) άφησε ανέπαφη εκείνη (την θεϊκή ουσία)»203. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο ο Ευαγγελιστής, όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, τονίζοντας ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος και Υιός του Θεού πήρε ανθρώπου σάρκα, γενόμενος άνθρωπος, θέλουν να απαντήσουν στην Αίρεση του Δοκητισμού, ο οποίος συντάραξε την Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες204. Το ρήμα ἐσκήνωσεν σημαίνει ότι διαμένω (προσωρινώς) σε σκηνή205. Κατά τον Χρυσόστομο «δεν έγινε μετατροπή της ατρέπτου θεϊκής φύσεως, αλλά κατοίκηση, σκήνωσις. Άλλο η σκηνή, άλλο η σκήνωσις. Λόγος και σάρκα δεν ανακατεύθηκαν, ούτε οι δύο ουσίες εξαφανίστηκαν, αλλά μέσα από μία άρρητο ένωση έγιναν ένα»206, ενώ ο Ωριγένης λέγει ότι ο Λόγος έκανε το ανθρώπινο σώμα ένδοξο «όπως ο ναός έπαιρνε δόξα, αφού ο Θεός κατασκηνούσε σε αυτόν»207. ἐν ἡμῖν: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ως αυτόπτης μάρτυρας του διδασκάλου του βίωσε την ταπείνωση, αλλά και την ένδοξη ύψωση του Λόγου. Είδε τα θαύματά Του, την Μεταμόρφωση, έζησε τον Αναστημένο Χριστό, γι’ αυτό και εκφράζει τη βεβαιότητα αυτή 208. Κατά τον Χρυσόστομο «είδαμε τη δόξα του μονογενούς Υιού του Θεού. Δε θα μπορούσαμε να τη δούμε, όμως, αν δεν φανερωνόταν σε εμάς με το φιλικό προς εμάς ανθρώπινο σώμα… Πώς θα μπορούσαμε εμείς οι πήλινοι και γήινοι να δούμε το Θεό; Γι’ αυτό ἐσκήνωσεν ἐν 200

Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 111, στ. 1 – 2 εκδ. E. Preuschen 201 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Προς τα Απολιναρίου Αντιρρητικός, 3.1, 151, 14 - 20 εκδ. F. Mueller 202 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Διάλογος Ορθοδόξου και Ανομοίου, Περί Αγίας Τριάδος, Διάλογοι 2 & 4, εκδ. C. Bizer 203 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΑ΄, MPG 59, 79, 4 – 10 & 45 – 50 204 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 55 205 Ιωάννης Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, σελ. 898 206 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΑ΄, MPG 59, 80, 8 – 18 207 Ωριγένους, Των εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, βιβλ. 10, κεφ. 39, τμ. 264, στ. 5 – 6, εκδ. C. Blanc 208 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 82, 4 – 8


ἡμῖν για να μπορέσουμε να προσέλθουμε σ’ Αυτόν και να συναναστραφούμε και να κάνουμε διάλογο μαζί Του»209. δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας: Εδώ οι Πατέρες τονίζουν την ομοουσιότητα Πατρός και μονογενούς Υιού (Μέγας Βασίλειος210, Γρηγόριος Ναζιανζηνός211, Ωριγένης212), αλλά και την υπεροχή Του απέναντι στον κτιστό κόσμο, του οποίου είναι συνδημιουργός (Κύριλλος Αλεξανδρείας213, Ιωάννης Χρυσόστομος214). Κατά τον Χρυσόστομο «ο Ιησούς δεν έχει την ανάγκη της μετοχής στη δωρεά του Θεού, αφού είναι ο ίδιος η πηγή και η ρίζα των δωρεών του Θεού και όλων των αγαθών, είναι ο ίδιος η ζωή το φως και η αλήθεια…όλοι οι άνθρωποι λαμβάνουν τα χαρίσματά Του και οι τότε και οι τωρινοί 215 … και μέσω της Χάριτος αυτής γίναμε ποθητοί στο Θεό, όχι πια ως δούλοι, αλλά ως παιδιά Του και φίλοι Του»216. Συμφωνεί και ο Ωριγένης τονίζοντας την υπεροχή και την τελειότητα του Ιησού και ότι όλοι οι Άγιοι έγιναν ολοκληρωμένοι και τέλειοι, χωρίς να δαπανηθεί ολόκληρη η τελειότητα του Λόγου, παρά μόνον ένα μόριό της»217, αναμένοντας την αθανασία και την αιώνιο ζωή, με την οποία ο Θεός στεφανώνει με τα δώρα του ελέους Του»218 (ιερός Αυγουστίνος). Στον Ύμνο παρεμβάλλονται οι στίχοι 12d – 13 και ακολουθούν οι στίχοι 17 – 18, οι οποίοι πραγματεύονται το θέμα της σωτηρίας δια της πίστεως και της Χάριτος του Θεού. [12d τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ ἐγεννήθησαν... 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. 18 Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· μονογενὴς θεὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.] Οι στίχοι αυτοί είτε έχουν χαρακτηριστικά πεζού λόγου και δεν έχουν υμνικά γνωρίσματα (στ. 12d – 13), είτε εισάγουν μία νέα ενότητα (Μωυσής, αντίθεση νόμου και Χάριτος), αλλά και αντικαθιστούν τον όρο «Λόγος» με τον όρο «Χριστός (στ. 17 – 18)219

209

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 81, 29 – 42 210 Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας Ομιλία ΙΕ΄ Περί Πίστεως, MPG 31, 468, 7 – 21 211 Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος θεολογικός τέταρτος, Περί Υιού, 20, 1 – 6 εκδ. J. Barbel 212 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου απόσπ. 9, 1 – 8, εκδ. E. Preuschen 213 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 143, στ. 3 – 8, εκδ. P.E. Pusey 214 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΒ΄, MPG 59, 82, 29 – 35 215 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 91, 31 – 39 & 92, 38 - 44 216 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 94, 18 - 33 217 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 10, στ. 46 – 51, εκδ. E. Preuschen 218 Ιερός Αυγουστίνος, παράθεση από Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 60 219 π. Ι. Σκιαδαρέσης, Ερμηνεία Περικοπών Ιωάννειας Γραμματείας, σελ. 55 – 58


Στο στίχο 13 η έκφραση «οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων» γεννά αρκετές συζητήσεις μεταξύ των σχολιαστών. Ο Ιππόλυτος220 και ο Χρυσόστομος221 αντιπαραβάλουν τη θεία γέννηση του Ιησού με την ενώδινη γέννηση των ανθρώπων. Ο Γρηγόριος Νύσσης τονίζει: «Θα παραστήσω με σαφήνεια τη χάρη του συγκεκριμένου λόγου. Αυτός ο τόκος κυοφορείται δια της πίστεως, αναγεννάται δια του Βαπτίσματος και μέσω της αναγεννήσεως έρχεται στο φως. Τροφός του είναι η Εκκλησία, με γαλακτοφόρα στήθη τα διδάγματά της και τροφή τον άνωθεν άρτο της ζωής, η ενηλικίωση είναι ο υψηλός και ενάρετος τρόπος ζωής, γάμος η συμβίωση με τη σοφία, τέκνα οι ελπίδες, οικία η βασιλεία του Θεού, κληρονομία και πλούτος η απόλαυση του Παραδείσου και εν τέλει αντί του θανάτου περιμένει τον άξιο υιό του Θεού η αΐδιος ζωή»222. Στο στίχο 17 με τη φράση: «ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο», για πρώτη φορά στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, γίνεται η ταύτιση του Λόγου με τον Ιησού Χριστό. Οι ερμηνευτές Πατέρες επιμένουν στη διάκριση της σωτηρίας διά του Νόμου του Μωϋσέως και της σωτηρίας η οποία προσφέρεται διά της Χάριτος του Ιησού Χριστού. (Ωριγένης223, Χρυσόστομος,224 και Θεοφύλακτος225), ενώ ο Χρυσόστομος τονίζει ιδιαιτέρως τη μεγάλη συγκατάβαση του Ιησού226. Στον επόμενο στίχο και ιδιαίτερα με την έκφραση «κόλπον τοῦ πατρὸς» εννοούνται τα απόρρητα του Πατρός (Αυγουστίνος) 227, το μεγαλείο και η δόξα του Θεού, η ὁμοφυΐα της φύσεως του Υιού και του Πατρός και η ιδιάζουσα ύπαρξις του Μονογενούς Υιού ἐκ Πατρός και ἐν Πατρί» (Κύριλλος Αλεξανδρείας) 228, όπως και το ακατανόητό Του (Ωριγένης) 229. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται μία ανθρωπομορφική έκφραση, ώστε να καταλάβουμε κάτι από το μεγαλείο του Θεού αλλά και τη γνησίαν ἐκ τοῦ Πατρός τοῦ Υἱοῦ γέννησιν;»230. Για τον Χρυσόστομο η χρήση της λέξεως ἐξηγήσατο αποδεικνύει την διδασκαλία ανώτατη και σαφέστατη, η οποία δεν απευθύνεται μόνον στους Ιουδαίους, αλλά σε ολόκληρη την οικουμένη»231. 220

Ιππολύτου, Κατά πασών Αιρέσεων Έλεγχος, βιβλίο 6, κεφ. 9, 2, 1 – 3, εκδ. M. Marcovich Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία Ι΄, MPG 59, 76, 41 – 52 222 Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης του Θεολόγου, Περί της τριημέρου προθεσμίας της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, 9, 278, 2 – 11 εκδ. E. Gebhardt 223 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 9, 15 – 20, εκδ. E. Preuschen 224 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΔ΄, MPG 59, 95, 34 – 41 225 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 61 226 Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΕ΄, MPG 59, 97, 44 – 52 , 98, 8 – 14 , 98, 33 – 36 , 99, 12 – 20 & 100, 3 – 19 227 Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ 62 228 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ερμηνεία, ήτοι Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, τομ. 1, σελ. 156, στ. 21 – 25, εκδ. P.E. Pusey 229 Ωριγένους, Αποσπάσματα (θραύσματα) εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, απόσπ. 14, στ. 1 – 11, εκδ. E. Preuschen 230 Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ότι η εν Νικαία Σύνοδος εωρακυία την πανουργίαν των περί Ευσέβιον εξέθεντο πρεπόντως και ευσεβώς κατά της αρειανής εκθέσεως τα ορισθέντα, κεφ. 21, τμ. 4, στ. 9 – 10 221


4. ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΩΝ ΣΤΟΝ «ΥΜΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ» Σ’ αυτό το μέρος εκθέτουμε τις προσεγγίσεις των σύγχρονων ερμηνευτών στο προοίμιο του δ΄ευαγγελίου, εστιάζοντας τη μελέτη μας στην ανάλυση του υμνικού μέρους, που αποτελεί και το κατ’ εξοχήν αντικείμενο της εργασίας μας. Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο ευαγγελιστής μας εισάγει στο περιεχόμενο του ευαγγελίου του, συμπλέκοντας τη μαρτυρία του Ιωάννη του Βαπτιστή για το σαρκωθέντα Λόγο, με έναν ύμνο στον προϋπάρχοντα και σαρκωθέντα Λόγο232. Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση του Ύμνου, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε εν συντομία στα στοιχεία που μας παρέχει η Καινή Διαθήκη για τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών, στο ρόλο των ύμνων στη λατρεία, και στην

231

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, Ομιλία ΙΕ΄, MPG 59, 100, 45 – 49

. Ι. Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Εκδόσεις Π.Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,2007, σ. 184 232


προέλευση των ύμνων, καθώς και τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση αυτών των ύμνων στα χωρία της Καινής Διαθήκης233. Ια. Στοιχεία για τη λατρεία στην Κ.Δ. Παρά τη σπουδαιότητα της λατρείας ως τρόπο έκφρασης της πίστης των πρώτων χριστιανών, η πληροφόρηση που έχει φτάσει ως τις μέρες μας είναι ανεπαρκής. Αυτό ίσως να οφείλεται σε τακτική της Εκκλησίας να προφυλάξει τα μυστήριά της από τους αμύητους και τους κακόβουλους. Ένας άλλος λόγος για τη φειδωλότητα των πληροφοριών είναι ότι δεν υπήρχε ένα αυστηρό τυπικό λατρείας, αν εξαιρέσουμε τη βασική δομή της Θείας Ευχαριστίας. Ιβ. Ο ρόλος των ύμνων στην Κ.Δ. Παρά τις ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την πρωτοχριστιανική λατρεία, είναι βέβαιο ότι ο ύμνος αποτελούσε βασικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής των πρώτων χριστιανών. Άλλωστε τόσο οι Ιουδαίοι όσο και οι Εθνικοί ήταν εξοικειωμένοι με την υμνωδία. Συνεπώς οι πρώτοι χριστιανοί, πραγματοποιώντας την προοδευτική μετάβαση από τη συναγωγή ή την ειδωλολατρία προς την εκκλησία, υιοθέτησαν τη χρήση ύμνων και υμνωδίας για να εκφράσουν τη νέα πίστη που ασπάστηκαν. Σημειώνουμε εδώ ότι η υμνωδία και η χρήση ύμνων δεν αποτελούσαν στοιχεία ασυμβίβαστα με την εντολή του Χριστού για «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία του Θεού. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός προσέρχονταν πολύ συχνά στη συναγωγή όπου γινόταν χρήση ψαλμών και μουσικής. Και ο Απόστολος Παύλος, στην Α Κορ. 14,26, συνιστά στους πιστούς χρήση ψαλμού, εννοώντας προφανώς όχι τους ψαλμούς της Π.Δ. αλλά μια νέα σύνθεση, εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα. Αυτές οι νέες συνθέσεις δεν ξεκινούσαν από μηδενική βάση. Οι περισσότερες είχαν ως αφετηρία τους μεσσιανικούς ψαλμούς της Παλαιά�� Διαθήκης, θεωρημένους από άλλη οπτική γωνία, τη χριστολογική (ως πρότυπα για τη σύνθεση των πρωτοχριστιανικών ύμνων μπορεί να θεωρηθούν οι ψαλμοί: 2, 109 και 117). Γενικά αποδεχόμαστε ότι, πίσω από τη χριστιανική ποίηση, υπάρχει πρώτιστα η Παλαιά Διαθήκη και δευτερευόντως ο Ελληνισμός. Η χρήση ύμνων στη λατρεία της πρώτης εκκλησίας είχε σαν αποτέλεσμα την ενσωμάτωση τέτοιων ύμνων στην Κ.Δ., ή την επίδραση των ύμνων αυτών στη δημιουργία των υμνικών μερών της Κ.Δ. Η παραπάνω επίδραση, ή ενσωμάτωση, ουδόλως αποτελεί απειλή κατά της ενότητας των βιβλίων, μέσα στα οποία απαντώνται. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τα υμνικά κομμάτια για να εξυπηρετήσουν τη συνάφεια και τον ευρύτερο σκοπό της επιστολής ή του βιβλίου που συνέγραφαν. ΙΙ. Έκταση-οριοθέτηση του Ύμνου Οι στίχοι 1,6-8.12d. 13. 15. 17 και 18 δεν ανήκουν στον πρωτογενή ύμνο 234. Οι 6-8 καθώς και 15 αφενός δε συνιστούν ποίηση και αφετέρου διακόπτουν την Ι. Σκιαδαρέσης, Λειτουργικές Σκηνές και Ύμνοι στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, Εκδόσεις Π.Πουρναρά,Β΄έκδοση, Θεσσαλονίκη, 2007(Α΄έκδοση 1999), σσ. 433-470 234 Ι. Σκιαδαρέσης, 2008, σσ. 55-58 233


περί Λόγου και Φωτός θεματική, για να αναφερθούν στον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο στίχος 12d απλά υπομνηματίζει τους στ. 12a.b.c. και παρουσιάζει έντονο ιωάννειο χαρακτήρα235. Ο στίχος 13 δεν έχει κανένα υμνικό γνώρισμα, ενώ έχει χαρακτηριστικά πεζού λόγου236. Οι στίχοι 17.18 αποκλείονται από τον ύμνο διότι, αφενός εισάγουν τον Μωυσή χωρίς να έχει προηγηθεί καμία αναφορά στην αντίθεση νόμου-χάριτος, μια προσθήκη που γίνεται αδικαιολόγητα ξαφνικά για έναν χριστολογικό ύμνο και αφετέρου αντικαθιστούν τον όρο «Λόγος» με τον όρο «Χριστός237». Επιπλέον οι στίχοι αυτοί εκφράζουν την αντιπαράθεση του ευαγγελίου με τους συγχρόνους του Ιουδαίους, η οποία δεν υφίστατο κατά τον χρόνο σύνθεσης του αρχικού ύμνου και επιπρόσθετα απουσιάζει από αυτούς το «ημείς» της πιστεύουσας Εκκλησίας 238. Οι παραπάνω στίχοι, λοιπόν, αποτελούν προσθήκες του ευαγγελιστή στον προϋπάρχοντα ύμνο, προφανώς για να εξυπηρετήσει κάποιους επιμέρους στόχους του όπως πιθανολογούμε παρακάτω: α) Να συνετίσει ένα μέρος των μαθητών του Χριστού που ανήκαν στον Ιωάννη, βλέποντας στο δικό του πρόσωπο την Μεσσιανική μορφή και θεωρώντας τον φως. β) Να προσελκύσει τους υπόλοιπους μαθητές του Ιωάννη Βαπτιστή στους κόλπους της νέας εκκλησίας. γ) Να τονίσει ότι η υιοθεσία των πιστών δεν αποτελεί κληρονομικό δικαίωμα αλλά δώρο της χάριτος, στηρίζοντας έτσι το μυστήριο του βαπτίσματος δ) Να καταπολεμήσει τη δοκητική αίρεση του Κηρίνθου. ΙΙΙ. Δομή και ποιητικά γνωρίσματα του ύμνου239 Όλοι οι Χριστολογικοί ύμνοι υπακούουν στη τριπλή θεματική: προΰπαρξη – κένωση (ή σάρκωση) – ένδοξη ύψωση. Εξαίρεση αποτελεί ο ύμνος του Λόγου γιατί, εκτός από αυτά, έχει κι επιπλέον θέματα λόγω της συνθετότητάς του: η προΰπαρξη του Λόγου συνδέεται και με τη συμμετοχή του Λόγου στη Δημιουργία. Με κριτήριο240 το περιεχόμενο των στίχων, τον παραλληλισμό των μελών, τα σχήματα λόγου και τη γραμματική και συντακτική δομή, διαιρούμε τον ύμνο σε 4 στροφές διαιρούμενες η κάθε μία σε δύο τμήματα. Ο ύμνος αποτελείται συνολικά από 30 στιχίδια ή στίχους και παρουσιάζει την παρακάτω εικόνα: I A 1a Εν αρχή ην ο λόγος, b και ο λόγος ην προς τον Θεόν, 235

Βλπ λ.χ. παράλληλο υλικό στο Ιω 2,23˙3,18.20.31

236

«ουκ», «ουδέ», «αλλά».

237

Ο όρος «Χριστός» αντικαθιστά στο εξής σε όλο το ευαγγέλιο τον όρο «Λόγος», βλπ. Ι. Σκιαδαρέσης, 2008,σ. 56 238 που συναντάμε στους στίχους 14 και 16 239 Ι. Σκιαδαρέση, 2008, σσ. 59-63 240 Γενικά για τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του υμνικού υλικού βλέπε μεταξύ άλλων και Ι. Σκιαδαρέσης, 2007, σσ. 18-28


c και Θεός ην ο λόγος, 2 ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν B 3a πάντα δι΄αυτού εγένετο b και χωρίς αυτού εγένετο c ουδέ εν ο γέγονεν. ΙΙ Α 4a Εν αυτώ ζωή ην, b και η ζωή ην το φως των ανθρώπων¨ 5a και το φως εν τη σκοτία φαίνει, B και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν. Β 9a ην το φως το αληθινόν, b ο φωτίζει πάντα άνθρωπον c ερχόμενον εις τον κόσμον. ΙΙΙ Α 10a Εν τω κόσμω ην, b και ο κόσμος δι΄αυτού εγένετο, c και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. 11a εις τα ίδια ήλθεν, b και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον. Β 12a όσοι δεν έλαβον αυτόν, b έδωκεν αυτοίς εξουσίαν c τέκνα Θεού γενέσθαι. IV A 14a Και ο λόγος σαρξ εγένετο b και εσκήνωσεν εν ημίν c και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού – d δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, e πλήρης χάριτος και αληθείας. Β 16a ότι εκ του πληρώματος αυτού b ημείς πάτες ελάβομεν c και χάριν αντί χάριτος. Από τον παραπάνω ύμνο απουσιάζει το μέτρο, το κύριο γνώρισμα της αρχαίας ελληνικής ποίησης (εξάμετρον-ανάπεστος). Αντ’ αυτού ο ύμνος είναι δομημένος με το μορφολογικό χαρακτηριστικό της εβραϊκής ποίησης, τον παραλληλισμό των μελών στην αντιθετική, τη συνθετική και τη συνωνυμική μορφή του: Παράλληλη δομή παρουσιάζεται στο Α τμήμα και των δύο στροφών Ι και ΙΙ (δύο δίστιχα σε παραλληλισμό) καθώς και στο Β τμήμα και των δύο στροφών Ι και ΙΙ ( ένα τρίστιχο σε παραλληλισμό).


Επίσης παράλληλη δομή παρατηρούμε στο τμήμα Α και των στροφών ΙΙΙ και IV ( συνίσταται από πέντε στίχους) καθώς και στο τμήμα Β αυτών των στροφών(αποτελείται από ένα τρίστιχο). Εκτός από τις πολλαπλές παραλληλότητες που αναφέραμε παραπάνω, υπάρχει αντιθετική σχέση από άποψη περιεχομένου μεταξύ του ΙΙΙ Α ( η άρνηση του Λόγου εκ μέρους του κόσμου) και ΙV A (η αποδοχή του εκ μέρους των πιστών). Επίσης υπάρχει εννοιολογική αντιστοιχία ανάμεσα στο «έδωκεν» του ΙΙΙ Β 12 b και το «ελάβομεν» του ΙV Β 16 a καθώς και στο «τέκνα Θεού γενέσθαι» του ΙΙΙ Β 12 c και στο «χάριν αντί χάριτος» του ΙV Β 16 c. Γενικά ο ύμνος είναι οργανωμένος σε δύο ευρύτερες ενότητες μορφής και περιεχομένου, με παραλληλότητα νοήματος παντού, αποτελώντας έτσι ένα δίπτυχο. Παρά την απουσία μέτρου, όπως είπαμε παραπάνω, η ρυθμικότητα προκύπτει, από τη συνεργασία του παραλληλισμού των μελών με τις συντακτικές και γραμματικές δομές, που εφοδιάζουν τον ύμνο με ρητορικά και γλωσσικά σχήματα. Έτσι δημιουργείται ένα υμνικό αριστούργημα, που συνδυάζει τα αγαθά τόσο της Ψαλμικής-Εβραϊκής ποίησης, όσο και της Ελληνικής γλώσσας-ποίησης.

ΙV. Ελληνικά Ποιητικά Σχήματα Με την πρώτη ανάγνωση ο παραπάνω ύμνος εμφανίζει έντονη ελληνική προέλευση, διότι απηχεί πληθώρα ελληνικών ποιητικών σχημάτων. Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια από αυτά: Σε πολλούς στίχους του ύμνου συναντάμε αναδίπλωση: Στο Α τμήμα και των δύο στροφών παρατηρείται τριπλή αναδίπλωση. Αναδίπλωση δημιουργούν στο Ι Α 1 abc οι λέξεις «λόγος», «λόγος», «Θεός». Στο ΙΙ Α 4 ab 5 a αναδίπλωση παρουσιάζεται στις λέξεις «ζωή», «ζωή», «φως». Επίσης στο ΙV A 14 d η λέξη «δόξαν». Επιφορά (διαδοχή προτάσεων που λήγουν στην ίδια λέξη) παρατηρείται στο Ι Β 3 abc με τις λέξεις «εγένετο», «εγένετο», «γέγονεν». Ομοιοτέλευτο (τελευταία λέξη ή συλλαβή ίδια, τουλάχιστον ηχητικά) συναντάται στο ΙΙ Β abc με τις λέξεις «αληθινόν», «άνθρωπον», «κόσμον». Ομόριζες λέξεις: Στο ΙΙΙ Α 11 b η λέξη «παρέλαβον», στο ΙΙΙ Β 12a η λέξη «έλαβον», στο ΙV A 14 c η λέξη «πλήρης», στο ΙV Β 16a η λέξη «πληρώματος». Χιαστί: Τα δίστιχα Ι Α 1αc και 1b2 («λόγος» - «λόγος», «Θεόν» - «Θεόν»). Τα ίδια αυτά δίστιχα είναι δομημένα και με το σχήμα της αντιστροφής (ρητορικό σχήμα κατά το οποίο δύο ημιπερίοδοι μιάς περιόδου τελειώνουν με την ίδια λέξη).


Πολύπτωτο (η επανάληψη εντός μιας περιόδου μιας λέξης σε ποικίλους γραμματικούς τύπους) συναντούμε στο τρίστιχο 10abc («κόσμῳ», «κόσμος», «αυτού», «αυτόν») καθώς επίσης και σο δίστιχο 11ab («ίδια», «ίδιοι»). V. Γλώσσα και ύφος των στροφών Οι τρεις πρώτες στροφές εισάγονται με την πρόθεση «εν», χρησιμοποιούν τον ενικό αριθμό της περιγραφής και έχουν τη γλώσσα της υμνικής περιγραφής. Η τέταρτη στροφή εισάγεται με το καταφατικό «και», χρησιμοποιεί τον πληθυντικό (το «ημείς» των μελών της Εκκλησίας) και έχει ομολογιακό χαρακτήρα. Αυτή η τέταρτη στροφή, όπου η εκκλησία ομολογεί τη μετοχή της στη δόξα του μονογενούς Υιού, συνιστά την κορύφωση του νοήματος του ύμνου. Η μέθοδος της μετάβασης από την περιγραφή στην ομολογία, είναι πρακτική που ακολουθείται στους ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης (βλ. Ψαλ. 18, 32, 35), όπου πάλι ομιλεί ο λαός του Θεού.

5. ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΟΥ «ΥΜΝΟΥ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ» Στροφή Α΄ «Εν αρχή ην» - «ην προς τον Θεόν»: Σύμφωνα με το πρώτο τμήμα της πρώτης στροφής ο Λόγος δεν ανήκει στον κτιστό κόσμο αλλά «ην», προϋπήρχε της δημιουργίας ως άσαρκος Λόγος. Δεν υπήρχε χρόνος που δεν υπήρχε ο Λόγος. Ο Λόγος ήταν «προς» τον Θεόν σε μια αιώνια ενότητα η οποία δεν καταλύει την ετερότητα του κάθε προσώπου. Άρα από την πρώτη στροφή εισάγεται ο πρώτος θεματικός άξονας του ύμνου: ο άσαρκος Λόγος (η προΰπαρξη του Λόγου). «πάντα δι’ αυτού εγένετο»: και το δεύτερο τμήμα της πρώτης στροφής αναφέρεται στην προΰπαρξη του Λόγου, με τη διαφορά ότι ενώ στο πρώτο τμήμα προβάλλεται σε σχέση με τον Πατέρα, εδώ προβάλλεται σε σχέση με τη δημιουργία. Άρα δεύτερος θεματικός άξονας του ύμνου είναι η δημιουργία. Ο Λόγος είναι συνδημιουργός. Στροφή Β΄ Η δεύτερη στροφή του ύμνου συνεχίζει το θέμα του άσαρκου Λόγου τονίζοντας ότι από τον Λόγο, που είναι η ίδια η ζωή, εκπορεύεται η ζωή και το φως των ανθρώπων. Εδώ έρχονται στο νου μας χωρία από την Π.Δ. όπου ζωή και φως συνυπάρχουν: «ότι παρά σοι πηγή ζωής εν τω φωτί σου οψόμεθα φως»241. Στροφή Γ΄ 241

Ψαλ 35,10


Στην τρίτη στροφή η δημιουργία αρνείται το Λόγο. Εδώ ο ύμνος μας παραπέμπει στην πτώση του ανθρώπου, την έλευση του Λόγου στο�� κόσμο και την παρουσία του σ’ αυτόν. Στο πρώτο τμήμα της στροφής έχουμε την απόρριψη του Λόγου από τον άπιστο κόσμο, ενώ στο δεύτερο τμήμα έχουμε την αποδοχή του Λόγου από την πιστεύουσα Εκκλησία. Έτσι εισάγεται ο τρίτος βασικός άξονας του ύμνου ο Λόγος σαρκωθείς. Η σάρκωση (κένωση)εδώ δεν μας παρουσιάζεται με την ιστορία της γέννησης, αλλά με θεολογικό σχήμα. Σ’ αυτή τη στροφή με τη λέξη «κόσμος» νοείται η δημιουργία στο σύνολό της. Επίσης και ο όρος «ίδια» εκφράζει όλο τον κόσμο, ο οποίος χρωστάει την ύπαρξή του στο Λόγο που τον δημιούργησε. Στροφή Δ΄ Στην τέταρτη στροφή κορυφώνεται ο ύμνος. Η πιστεύουσα εκκλησία ομολογεί τα βιώματά της χρησιμοποιώντας το«ημείς» . Ο όρος «σαρξ» αναφέρεται στον άνθρωπο μέσα στη θνητότητά του. Το ρήμα «εσκήνωσεν» παραπέμπει στη γιορτή της Σκηνοπηγίας: «Εφτά μέρες θα μένετε σε σκηνές, όλοι οι Ισραηλίτες... Για να ξέρουν οι απόγονοι σας ότι έβαλα τους Ισραηλίτες να μείνουν σε σκηνές, όταν τους έβγαλα από την Αίγυπτο»242. «Εθεασάμεθα την δόξαν αυτού.....»: αντιδοκητική ομολογία. Ο Λόγος στην παρουσία του στη γη ήταν ορατός, όχι πνεύμα. «Χάριν αντί χάριτος»: η φράση εκφράζει τις συνέπειες της σάρκωσης του Λόγου, την αιώνια σωτηρία των ανθρώπων οι οποίοι έλαβαν όχι απλά ζωή αλλά πάνω στη χάρη κι άλλη χάρη (ένδοξη ύψωση).

242

Λευιτ 23,42-43


Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ