Issuu on Google+


αντί × λόγου

editorial

Χαιρετώ τους αναγνώστες του δεύτερου τεύχους του περιοδικού αντί × λόγου. Από τη στιγμή που το κρατάτε στα χέρια σας σε έντυπη μορφή, πάει να πει πως καταφέραμε να κρατηθούμε στην επιφάνεια, και όχι να σκάσουμε και να χαθούμε σαν πυροτέχνημα έπειτα από το πρώτο μας τεύχος. Γνωρίζω πως είναι ακόμα νωρίς και πως το δεύτερο τεύχος δε δηλώνει πως θα έχουμε μια συνεχή και σταδιακή πορεία. Δηλώνει όμως πως προσπαθούμε να κρατήσουμε «εν ζωή» αυτό το περιοδικό, παρά τις όποιες δυσκολίες. Στην αρχή ενθουσιαστήκαμε, αλλά και απογοητευτήκαμε λιγάκι. Ενθουσιαστήκαμε διότι η ανταπόκριση των ανθρώπων ήταν μεγάλη, ιδιαίτερα του πιο νεαρού κόσμου, λαμβάνοντας παράλληλα και πολλά κολακευτικά σχόλια για την προσπάθειά μας. Επίσης το περιοδικό σχεδόν εξαντλήθηκε στο χρονικό όριο του ενός μηνός που διαθέσαμε μέχρι την κυκλοφορία του επόμενου τεύχους. Απογοητευτήκαμε όμως, διότι η στήριξη που ελπίζαμε ότι θα έχουμε δεν ήταν τόσο ένθερμη. Και αναφέρομαι στην οικονομική στήριξη. Καταρxάς να ευχαριστήσω τους υπάρχοντες χορηγούς και μέσα από το περιοδικό για την στήριξή τους και να δηλώσω πως αν δεν ήταν αυτοί, το περιοδικό σίγουρα δε θα είχε εκδοθεί αυτό το μήνα. Παρόλα αυτά, αναγκαστήκαμε να βάλουμε το μεγαλύτερο ποσό της έκδοσης από την τσέπη μας. Σκοπός μας είναι να καλυφθεί το κόστος του περιοδικού από τους χορηγούς - έχοντας γνώση της αξίας ακόμη και του ενός ευρώ- και φυσικά χωρίς κανένα κέρδος για εμάς τους ίδιους. Αλλά κι αν δεν καλυφθεί το ποσό από τρίτους, εμείς θα συνεχίσουμε -όπως δείξαμε και από το πρώτο τεύχος- μόνοι μας. Απλώς με μικρότερη συχνότητα. Κλείνοντας, θα δώσω μία υπόσχεση. Πως από τεύχος σε τεύχος θα γινόμαστε όλο και καλύτεροι. Αλλά για να διορθωθούμε γρηγορότερα θα ήταν χρήσιμο να υπάρξουν και σχόλια από τη μεριά σας. Μη διστάσετε λοιπόν να μας πείτε την γνώμη σας, όποια και να είναι αυτή, στέλνοντάς την στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση : antiepilogou@yahoo.gr.

αντί × λόγου Οκτώβριος 2008 Ιωάννινα ερασιτεχνικό λογοτεχνικό περιοδικό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα διανέμεται δωρεάν έκδοση, αρχισυνταξία, επιμέλεια : Ευάγγελος Ευθυμίου συντακτική ομάδα : Νικόλαος Φωτιάδης Θοδωρής Τσαφής Αντώνης Γιαννόπουλος Εύη Μαρκάτη διόρθωση : Εύη Μαρκάτη υπεύθυνη marketing : Σοφία Καμηνά τηλέφωνο επικοινωνίας: +306972978572 e-mail: antiepilogou@yahoo.gr ευχαριστούμε το Δημήτρη Κοκκαλά για τα χιλιόμετρα που περπάτησε για εμάς και τον Κώστα Κρίκο για την υποστήριξή του. ΥΓ. η sold out team ξεκίνησε να διαβάζει αντί × λόγου και την ευχαριστούμε θερμά...

Σας ευχαριστώ πολύ. Καλή συνέχεια και καλή ανάγνωση. Ευάγγελος Ευθυμίου

Το περιοδικό θέλει να μεγαλώσει την παρέα του. Αν κάποιος από εσάς θέλει να συμμετάσχει με τα κείμενά του είναι ευπρόσδεκτος και θα χαρούμε να επικοινωνήσει μαζί μας.

3


αντί × λόγου

σαν περιεχόμενα

Η Πράγα (τσέχικα: Praha), είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Τσεχίας. Χτισμένη στον ποταμό Μολδάβα (Vltava) στην κεντρική Βοημία, έχει 1,2 εκατομμύρια κατοίκους. Αποκαλείται επίσης ως η χρυσή πόλη και μητέρα των πόλεων. Το 1945 η Πολεμική Αεροπορία των Η.Π.Α. διευθύνει το βομβαρδισμό της Πράγας στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, εκατοντάδες κάτοικοι σκοτώνονται από λάθος, καθώς στόχος ήταν η ∆ρέσδη, 134 χλμ. μακριά.

σελ.5. Το παιχνίδι, The Game (1997) είναι μια ταινία θρίλερ σκηνοθετημένη από τον David Fincher, με πρωταγωνιστές τους Michael Douglas και Sean Penn. Αφηγείται την ιστορία ενός τραπεζικού επενδυτή, ο οποίος δέχεται ένα μυστήριο δώρο: συμμετοχή σε ένα παιχνίδι που ενσωματώνεται με παράξενο τρόπο στη ζωή του. Έτσι σιγά σιγά τα όρια ανάμεσα στην πραγματική ζωή και το παιχνίδι γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.

σελ.12. Είναι γνωστός για τη χρήση του από τα αρχαία χρόνια. Ο καπνός και οι διάφορες παραισθησιογόνες ουσίες χρησιμοποιήθηκαν στην Αμερική από το 5000 π.Χ. σε σαμανιστικά τελετουργικά. Στην αρχαία Ελλάδα, ο καπνός χρησιμοποιήθηκε σαν θεραπευτική πρακτική και στο μαντείο των ∆ελφών οι προφητείες γίνονταν υπό την επήρεια εισπνοής φυσικών αερίων. Ο Ηρόδοτος επίσης έγραψε ότι οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν την κάνναβη για τελετουργικούς λόγους.

σελ.14. Οι Mastodon είναι βραβευμένο με grammy heavy metal συγκρότημα, το οποίο δημιουργήθηκε το 1999 στην Ατλάντα της Τζόρτζια από τους Brann Dailor, Bill Kelliher, Troy Sanders και Brent Hinds. Έχουν κυκλοφορήσει τρεις δίσκους, βρίσκοντας την αναγνώριση και την επιτυχία με τους δύο τελευταίους, περιοδεύοντας παγκοσμίως.

σελ.16. Ο σύγχρονος γρίφος εφευρέθηκε από έναν Αμερικανό αρχιτέκτονα, τον Howard Garns, το 1979 και δημοσιεύθηκε από το περιοδικό Dell με το όνομα «Τοποθέτηση Αριθμών». Έγινε δημοφιλές στην Ιαπωνία το 1986, αφότου δημοσιεύθηκε από τη Nikoli και του δόθηκε το όνομα Sudoku, που σημαίνει Μοναδικός Αριθμός. Έγινε παγκοσμίως γνωστό το 2005.

σελ.22. Ο αλχημιστής (πορτογαλικά: Ο Alquimista) είναι ένα best-seller που δημοσιεύθηκε αρχικά στη Βραζιλία το 1988 και αποτελεί το πιο διάσημο έργο του συγγραφέα Paulo Coelho. Είναι μια αλληγορική ιστορία που ωθεί τους αναγνώστες της να ακολουθήσουν τα όνειρά τους. Έχει μεταφραστεί σε 56 γλώσσες και έχει πουλήσει περισσότερα από 65 εκατομμύρια αντίτυπα σε περισσότερες από 150 χώρες, όντας ένα από τα πρώτα σε πωλήσεις βιβλία στην ιστορία.

σελ.24. Τη διετία 1993-1995, το δίδυμο των ληστών «ο ψηλός κι ο κοντός» διέπραξαν 15 ένοπλες ληστείες στην Αττική, με συνολική λεία 73.570.000 δρχ (215900 €). Είχαν κατάδικαστεί από το εφετείο σε 23 χρόνια φυλάκιση, αλλά αποφυλακίστηκαν τον Αύγουστο του 2004. Περίπου ένα χρόνο μετά, ο «κοντός» της παρέας, συνελήφθη και πάλι για ένοπλη ληστεία στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην κεντρική πλατεία Χαλανδρίου.

σελ.26. Στην Αστρονομία γενικά αστέρας (star) ή απλανής (σε αντιδιαστολή με τον πλανήτη), ονομάζεται το κάθε ουράνιο σώμα που διατηρεί όλες εκείνες τις ιδιότητες του δικού μας Ηλίου πέριξ του οποίου περιστρέφεται η Γη. Συνεπώς όλοι οι αστέρες είναι Ήλιοι εκ των οποίων και παρατηρείται κατάστικτος ο ουράνιος θόλος.

4

Πηγές: www.wikipedia.com www.hri.org

Φωτιάδης Bruce Νικόλαος


αντί × λόγου

διήγημα

Είμαι νεκρός Σκοτάδι. Μόλις που μπορώ να διακρίνω μια λευκή κάθετη γραμμή. Τι είναι αυτή η γραμμή; Η ψυχή μου; Είμαι νεκρός; Δε θυμάμαι τίποτα. Αυτό σημαίνει πως είμαι νεκρός; Μοιάζει να είμαι σ’ ένα τούνελ. Γύρω μου σκοτάδι. Οι νεκροί δε βλέπουν τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι σε ένα παράξενο τούνελ. Το τούνελ που ενώνει τη ζωή των ζωντανών με εκείνη των νεκρών. Σκοτάδι ώσπου να φανεί μια λάμψη στην άλλη άκρη του τουνελ. Ποιος με σκότωσε; Είμαι πεσμένος ανάσκελα όμως. Οι νεκροί βαδίζουν μέσα στο τούνελ της μετάβασης. Εγώ γιατί είμαι πεσμένος ανάσκελα; Κάτι κρύο και τραχύ τρέμει στην πλάτη μου. Νιώθω… Οι νεκροί δε νιώθουν, άρα είμαι ζωντανός. Έτσι; Είμαι ζωντανός!! Η λάμψη στην άλλη άκρη του τούνελ. Η λάμψη στην άλλη άκρη. Τι σκατά μου συμβαίνει; Ποιος παίζει με το μυαλό μου; Είμαι νεκρός. Δε θυμάμαι να είδα όμως όλη μου τη ζωή να περνά μπροστά από τα μάτια μου. Διαφημιστικό κόλπο του θανάτου κι αυτό. Λοιπόν, με ξεγέλασες μαλάκα. Είμαι νεκρός. Νεκρός και δικός σου. Η λάμψη με πλησιάζει. Φτάνω στον προορισμό μου. Σε λίγο θα μπορέσω να ακούσω και τις φωνές της άλλης πλευράς. Μήπως πρέπει να ανησυχώ; Μπα, είμαι πολύ μικρός για την κόλαση. Αν όμως για λίγο είμαι εκτός των ορίων του παραδείσου; Εύχομαι να γίνονται τέτοιου είδους ρυθμίσεις από τον Παντοδύναμο. Ελπίζω... γιατί αλλιώς τη γάμησα. Αρχίζω να τρέμω καθώς η λάμψη πλησιάζει. Κάτι δεν είναι σωστό. Δεν μπορεί να είναι σωστό. Η λάμψη πλησιάζει. Ο ώμος μου τρέμει. Ένα βουητό. Και πάλι από την αρχή. Η λάμψη πλησιάζει. Ο ώμος μου τρέμει. Ένα βουητό. Γαμώτο… Αυτό είναι τούνελ του μετρό μαλάκα, όχι της μετάβασης. Κι εσύ βρέθηκες στη μέση. Προσπαθώ άγαρμπα να σηκωθώ από το κρύο και άβολο πράγμα που έτρεμε στην πλάτη μου, τις ράγες του μετρό. Το μανίκι μου έχει γαντζωθεί σε μια βίδα. Η λάμψη πλησιάζει. Δεν μπορώ να ξεγαντζώσω το μανίκι από τη βίδα. Για μια στιγμή. Το μανίκι δεν είναι γαντζωμένο στη βίδα, αλλά η βίδα είναι καρφωμένη στο μανίκι μου. Οι βίδες είναι καρφωμένες στα μανίκια μου. Δύο σε κάθε μανίκι. Η λάμψη πλησίασε κι έχει γίνει εκτυφλωτική. Πρέπει να βγάλω το πουκάμισό μου. Στρίβω απότομα το σώμα μου προς τα αριστερά. Τίποτα. Προσπαθώ το ίδιο από τη δεξιά πλευρά. Πάλι τίποτα. Το τρένο του μετρό είναι έτοιμο να με ισοπεδώσει. Προσπαθώ να αντιδράσω. Καταφέρνω να ελευθερώσω το δεξί μου χέρι. Ύστερα και το αριστερό. Κυλάω το σώμα μου δίπλα από τις ράγες, καθώς οι ρόδες του τρένου κυλούν δίπλα μου. Ένα ρεύμα αβυσσαλέου αέρα

5


αντί × λόγου

διήγημα μου σχίζει το πρόσωπο με μια απόκοσμη και θανάσιμη κόψη. Ηρεμώ στη σκέψη πως η κόψη στο πρόσωπό μου ήταν αυτή του ανέμου κι όχι εκείνη των τροχών της αμαξοστοιχίας. § Μπήκα στο διαμέρισμά μου. Σκοτεινό κι ανήλιο. Άνοιξα το ψυγείο και πήρα ένα μήλο από την πλαϊνή βάση. Παράξενο, αλλά δε θυμάμαι καν να είχα αγοράσει αυτά τα μήλα. Κάθισα στον καναπέ κι απόκοιμήθηκα. Μέσα στα θολά όνειρά μου διέκρινα ένα γλυκό γυναικείο πρόσωπο. Ένα ξανθό, νεανικό πρόσωπο κι ύστερα σκοτάδι. Σκοτάδι κι ένα περίεργο ουράνιο ανάγλυφο που μοιάζει με τον αριθμό δύο. Του…του…του…του…του… Τι ήταν άραγε αυτός ο περίεργος θόρυβος; Από πού ερχόταν; Από το όνειρό μου ή από την πραγματικότητα; Ένιωσα τα βλέφαρά μου να ανοίγουν. Τα μάτια μου ήταν ακόμη βαριά από τον ύπνο και δεν μπορούσα να δω καθαρά. Η πλάτη μου ήταν πιασμένη και τα πόδια μου μουδιασμένα. Αυ��ός ο ύπνος στον καναπέ δεν ήταν και πολύ αναπαυτικός, σκέφτηκα. Για μια στιγμή… Τι στο διάολο μου συμβαίνει; Γιατί είμαι δεμένος σ’ αυτήν την πλαστική καρέκλα; Θυμάμαι πολύ καλά τι έκανα όταν μπήκα στο διαμέρισμα. Τα θυμάμαι όλα πολύ καλά. Άνοιξα το ψυγείο και πήρα ένα μήλο από την πλαϊνή βάση. Κάθισα στον καναπέ κι απόκοιμήθηκα. Και τώρα είμαι δεμένος σε μια πλαστική καρέκλα. Του…του…του…του…του… Τι σκατά είναι κι αυτό το του…του, που να του…του γαμηθεί το σπίτι. Προσπάθησα να κουνήσω τα χέρια μου και τότε κατάλαβα πως ήταν κολλημένα στα μπράτσα της καρέκλας με μονωτική ταινία. Τα πόδια μου κι αυτά δεμένα με μονωτική στα «πόδια» της καρέκλας. Το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να σκάσει. Του…του…του…του…του… Ώσπου κοίταξα καλύτερα και κατάλαβα τι γινόταν γύρω μου. Εκτός από το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να σκάσει έτοιμη να σκάσει ήταν και μια βόμβα με χρονοδιακόπτη. Κι αυτό αυτό το σπασαρχίδικο του…του…του… ήταν ο θόρυβος του χρονοδιακόπτη. Κοίταξα το ρολόι: 4:34. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα αν αυτό που μου συνέβαινε ήταν αληθινό. Κοίταξα το ρολόι: 4:12. Γαμώτο. Είναι αληθινό όλο αυτό; Κι αυτή η βόμβα είναι αληθινή; Κι εγώ σε λίγο θα είμαι ένας αληθινά νεκρός. Άρχισα να κουνιέμαι σαν τρελός στην καρέκλα. Προσπάθησα να πιάσω με τα δόντια μου την ταινία και να την κόψω. Τα «χέρια» της καρέκλας όμως ήταν αρκετά μακριά από το στόμα μου. Κοίταξα το ρολόι: 2:55. Η βόμβα θα εκραγεί σε τρία λεπτά. Εγώ θα μπορούσα να κάνω σεξ με μια πολύ όμορφη κοπέλα για τρία λεπτά. Κι όμως είμαι νεκρός. Είμαι νεκρός. Κοίταξα το ρολόι: 2:24. Η σκέψη με χτύπησε σαν αστραπή καθώς κοιτούσα προς το πάτωμα. Πρόσεξα πως το δεξιό πόδι της καρέκλας ήταν έτοιμο να σπάσει. Έριξα όλο το βάρος μου προς τη δεξιά πλευρά. Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι να ευχήθηκα να είμαι βαρύτερος. Κοίταξα το ρολόι: 1:58. Κρακ… η καρέκλα έσπασε και βρέθηκα στο πάτωμα. Κοίταξα το ρολόι: 1:03.

6


αντί × λόγου

διήγημα

Αυτό που δεν υπολόγισα είναι πως δε θα μπορούσα να βλέπω το ρολόι πια. Γι’ αυτό το λόγο άρχισα να μετράω δυνατά και αντίστροφα τα δευτερόλεπτα ξεκινώντας από το 1:00. 59…58…57…56…55… Κατάφερα να σκίσω τη μονωτική με τα δόντια και έλυσα τα χέρια μου. Αυτό μου πήρε γύρω στα 12 αθόρυβα δευτερόλεπτα. 43…42…41…40…39…38… 6 δεύτερα για να ελευθερώσω τα πόδια μου από τη μονωτική. Γαμώτο είναι πολλά, σκέφτηκα. 37…36…35… Σηκώθηκα και βγήκα στο διάδρομο. 34…33…32…31…30…29…28… Διέσχισα το διάδρομο σε 7 δεύτερα. Γαμώ την τρέλα μου, αυτό κι αν ήταν αργό. 27…26…25… Βγήκα έξω από το διαμέρισμα. Ένιωθα μεγαλύτερη σιγουριά πως θα τα κατάφερνα. Είχα 24 δευτερόλεπτα για να φτάσω τις σκάλες που οδηγούσαν στο ισόγειο. Προχώρησα αργά προς… Μπαμ… Δε χρειάστηκε να κοιτάξω το ρολόι: 0:00. Το ρολόι της βόμβας δε συμφωνούσε και τόσο με τα 24 δεύτερα που έδινα στο εαυτό μου για να γλιτώσει. Η αντίστροφή μου μέτρηση ήταν πολύ αργή από ό,τι φαίνεται. Ένα μεγάλο κομμάτι της ξύλινης πόρτας εκσφενδονίστηκε πάνω μου και με χτύπησε στο δεξί ώμο. Έπεσα με τον αριστερό στο μάρμαρο του εξωτερικού διαδρόμου. Είχα ακόμα τις αισθήσεις μου όταν μια γλυκιά, σχεδόν αγγελική μορφή στάθηκε από πάνω μου. Ένιωσα να μ’ ακουμπά στον ώμο. Έχασα τις αισθήσεις μου. § Ο αέρας μυρίζει περίεργα. Αφήνει μια αποστειρωμένη αίσθηση στα χείλη μου. Η ανάσα μου είναι σταθερή και έμμετρη. Ανοίγω τα μάτια. Πού είμαι; Το ταβάνι είναι ένα λευκό ψηφιδωτό με τετράγωνα κομμάτια ξύλινης ψευδοροφής. Άθικτο. Ούτε ίχνος υγρασίας. Πού είμαι; Νιώθω στη ραχοκοκαλιά μου μια παγερή αίσθηση. Μια λωρίδα του δέρματός μου είναι σαν να έχει χαμηλότερη θερμοκρασία από το υπόλοιπο. Ακουμπώ στο δεξί μου χέρι και προσπαθώ να σηκωθώ όρθιος. Η αφή μου αναγνωρίζει μια μεταλλική, απαλή επιφάνεια. Πατάω αδύναμα στα πόδια μου. Τα γόνατά μου δεν με κρατάν. Είναι έτοιμα να λυγίσουν. Κρατιέμαι και πάλι από τη μεταλλική επιφάνεια. Στην πραγματικότητα είναι ένα χειρουργικό κρεβάτι. Τι γυρεύω εδώ; Τι σκατά γυρεύω εδώ; Ψηλαφίζω κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Το πρώτο πράγμα που μου περνά από το μυαλό είναι πως είμαι σε μια παράνομη κλινική αφαίρεσης οργάνων. Απίθανο. Αν αυτό ήταν αλήθεια θα ήμουν νεκρός ή τόσο ναρκωμένος που θα έμοιαζα με νεκρό. Κι αν δεν έχουν καταλάβει πως η επήρεια του αναισθητικού έχει εξασθενήσει; Πρέπει να φύγω από δω. Αλλά πού είναι αυτό το εδώ;

7


διήγημα Εξετάζω με ένα περιστροφικό, γρήγορο βλέμμα όλο το δωμάτιο. Είναι ένα τυπικό ιατρικό εξεταστήριο. Ένα μικρό γραφείο γεμάτο χαρτιά πιάνει τη μια μεριά του δωματίου. Το πλησιάζω και ανακατεύω τα χαρτιά. Εφημερίδες. Ιατρικά περιοδικά. Λευκές κόλλες και άδειοι φάκελοι. Και εκεί, μέσα σε αυτό το σωρό, ένας ωχρός φάκελος με το όνομά μου. Με υπογραφές και σφραγίδες. Τι είναι πάλι αυτό; Φοβάμαι να το ανοίξω. Πρέπει να το ανοίξω. Τι είναι; Ανοίγω το φάκελο. Μέσα υπάρχει μόνο ένα χαρτί και μια φωτογραφία μου καρφιτσωμένη πάνω του. Κάτω από τη φωτογραφία ένα δακτυλογραφημένο κείμενο. Το υποκείμενο δέχτηκε το δοκιμαστικό ορό στις 21:35. Μετά από 35’ τα νεύρα άρχισαν να αντιδρούν όπως αναμενόταν. Η ενίσχυση των ιστών φάνηκε προς στιγμή να επιτυγχάνεται, αλλά στις 22:42 ο οργανισμός του υποκειμένου απέβαλε τον ορό και ξεκίνησε την ανάστροφη αντίδραση. Ποιο υποκείμενο; Ποιος ορός; Δε θυμάμαι τίποτα. Και τι στα σκατά είναι αυτή η ανάστροφη αντίδραση. Γαμώ την ιατρική ορολογία μου γαμώ. Κάτω από το κείμενο, με κεφαλαία γράμματα, ήταν γραμμένη η λέξη διάγνωση και μια πρόταση την προσδιόριζε. ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Θάνατος του υποκειμένου στις επόμενες 3 ώρες, λόγω δηλητηρίασης μετά την ανάστροφη αντίδραση του ορού. Θάνατος; Τρεις ώρες; Αυτές τις στιγμές το μυαλό είναι παραδομένο σε μια σκοτεινή δίνη. Η λογική πνίγεται μέσα σε μια αλλοπαρμένη θύελλα συναισθημάτων. Οργής. Αγωνίας. Μίσους. Λύπης. Το στρόγγυλο αθόρυβο ρολόι στον τοίχο του δωματίου δείχνει πια 02:15. Από ώρα σε ώρα. Θα είμαι νεκρός. Είμαι νεκρός. Όχι! Ακόμη πιο κάτω στο ιατρικό αυτό χαρτί υπήρχε με μικρά γράμματα ένα χειρόγραφο. Ένα χειρόγραφο που ίσως μου έσωζε τη ζωή. Να χορηγηθεί άμεσα Buldosol. Buldosol. Κάθε επόμενη ανάσα μου έχει αυτό το όνομα. Κι αυτό το όνομα είναι αυτή τη στιγμή το συνώνυμο του οξυγόνου μου. Προσπαθώ να ανοίξω μια γκρι ντουλάπα που υπάρχει στην άλλη μεριά του δωματίου, αλλά οι δυο γυάλινες πόρτες της είναι κλειδωμένες. Ψάχνω με τα μάτια μου κάτι βαρύ που θα μπορούσε να σπάσει το τζάμι. Τίποτα. Ξαφνικά αισθάνομαι ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μπορώ να ανασάνω. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ με όση δύναμη και ψυχραιμία μου έχει μείνει να γεμίσω τους πνεύμονές μου με οξυγόνο. Όμως ο αέρας δε φτάνει στα πνευμόνια μου. Το δεξί μου γόνατο λυγίζει και στηρίζομαι πάνω στη γκρι ντουλάπα με το δεξί μου χέρι. Ο αγκώνας μου χτυπά το τζάμι. Και τότε η λύση αστράφτει στο μυαλό μου. Σφίγγω τη γροθιά μου και τα δόντια μου. Για μια μονάχα στιγμή μου περνά από το μυαλό το πόσο χοντρό μπορεί να είναι το τζάμι της γκρι ντουλάπας. Μόνο για μια στιγμή. Η δεξιά μπουνιά μου εισχωρεί με δύναμη στο γυαλί. Τα θραύσματα με κόβουν σε δυο σημεία. Ένα κοντά στην αρχή του δείκτη και το δεύτερο στον καρπό. Το πρώτο φαίνεται πιο σοβαρό. Το κομμάτι από το γυαλί είναι ακόμη μέσα στο δέρμα μου και προεξέχει αρκετά εκατοστά προς τα πάνω. Μοιάζω με ζογκλέρ ή με Ινδό μάγο, ισορροπώντας το στο χέρι μου. Τραβάω προσεκτικά με το ελεύθερο χέρι μου το τζάμι και το βγάζω από το δέρμα μου. Το αίμα τρέχει πηχτό και πιτσιλάει σαν πίδακας το πάτωμα. Το γυαλί σταμάτησε πάνω στο κόκαλο. Λίγο πιο κάτω και θα είχα χάσει τον αντίχειρά μου.

8

αντί × λόγου


αντί × λόγου

διήγημα

Προσπάθησα να το ξεχάσω και έχωσα τα χέρια μου στο εσωτερικό της ντουλάπας. Έβγαλα ένα σωρό από κούτες φαρμάκων και μπουκάλια. Τα σκόρπισα στο πάτωμα και άρχισα να ψάχνω το Buldosol. Η ίδια μου η ανάσα με πνίγει. Έτσι είναι άραγε ο θάνατος; Αποπνιχτικός και άγριος σαν την τελευταία ανάσα; Βγάζω και δεύτερο σωρό από την ντουλάπα. Και πάλι τίποτα. Και τρίτο… Και τέταρτο… Τελευταία ανάσα. Τα μάτια θολώνουν. Σβήνουν. Το αριστερό μου χέρι ακουμπά στον τοίχο προσπαθώντας να με κρατήσει όρθιο για λίγο ακόμα. Μπροστά στο βαρύ ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων μου η σκιά ενός σκουρόχρωμου μπουκαλιού με φωτεινά κίτρινα γράμματα μοιάζει να τραβά την προσοχή μου. Μπορώ να το διαβάσω. Κρατάω τα μάτια μου όσο πιο πολλή ώρα αντέχω ανοιχτά. Bu… Λίγο ακόμα ανοιχτά. Bu… Λίγο ακόμα… Bul… Λίγο… Buld… Ακόμα… Buldo… Νιώθω τα πνευμόνια μου άδεια. Τα μάτια μου κλείνουν, όμως νιώθω ένα υγρό να κυλά στο στομα μου. Σκέφτομαι πως αυτή τη γεύση πρέπει να έχει το αθάνατο νερό. Ένα τελευταίο πετάρισμα των βλεφάρων μου και η εικόνα του προσώπου ενός αγγέλου μπροστά μου. Το μπουκάλι έχει ελαφρύνει όσο μπορούσε στο χέρι μου. Ακούω τον ήχο που κάνει όταν το αφήνω από τα χέρια να πέσει στο πάτωμα σαν το πιο γλυκό τραγούδι. Δεν είμαι νεκρός. Όχι ακόμη. Σκέφτομαι τον εαυτό μου λιπόθυμο στα λευκά πλακάκια του ιατρείου και το μυαλό μου αρχίζει κι αυτό σιγά σιγά να λιποθυμάει. Χάνω τις αισθήσεις μου. § Ντριν! Ντριν! Τι είναι πάλι αυτό το απόκοσμο ντριν; Γιατί δε σταματάει; Ντριν! Ντριν! Σταμάτα γαμώτο! Κάνοντας μια μηχανική κίνηση το αριστερό μου χέρι τεντώνεται στο κομοδίνο δίπλα μου. Πιάνει ένα ακουστικό τηλεφώνου. Μια φωνή ουρλιάζει. «Πού στα σκατά είσαι ρε; Η ώρα είναι εννιά. Τσακίσου». Η φωνή κλείνει το τηλέφωνο με δύναμη. Πού είμαι; Ανοίγω τα μάτια. Είμαι ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι με δροσε��ά σεντόνια και ολοκάθαρα μαξιλάρια. Πού είμαι; Νιώθω κάτι να σφίγγει το δεξιό μου καρπό. Ανασηκώνω το χέρι μου και βλέπω ένα ρολόι δεμένο όσο πιο σφιχτά γινόταν στο δέρμα μου. Οι δείκτες του δείχνουν 9:15 περίπου. Και δίπλα σε ένα μικρό ορθογώνιο πλαίσιο η ένδειξη της ημέρας είναι: Δευτέρα. Σκατά! Θα αργήσω για τη δουλειά. Το μυαλό μου αρχίζει να παίρνει τρελές στροφές. Αναγνωρίζω το μπάνιο μου και τη ντουλάπα μου. Βρίσκω στο ψυγείο ένα κρύο σάντουιτς με τόνο και το καταβροχθίζω. Μα τι έκανα χτες το βράδυ;

9


αντί × λόγου

διήγημα Κατεβαίνοντας όσο πιο σβέλτα γινόταν από το διαμέρισμα θυμάμαι πού το αμάξι μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν έχω δίπλωμα οδήγησης όμως. Η δοκιμή με αποδεικνύει τελικά σχεδόν επαγγελματία οδηγό. Περνώντας σαν τρελός τα φανάρια, περίεργες αναμνήσεις πετάγονται σαν σφήνα στο μυαλό μου. Το φως ενός τρένου που έρχεται καταπάνω μου. Η αντίθετη μέτρηση μιας ωρολογιακής βόμβας. Ένα σκουρόχρωμο μπουκάλι με κίτρινα γράμματα. Φτάνω στην εταιρία. Παρκάρω στις θέσεις των κατώτερων κλιμάκιων. Όλα αρχίζουν να ξανάρχονται. Η καθημερινότητά μου ξεδιπλώνεται αργά σαν να τη ζω πρώτη φορά. Ο θυρωρός με χαιρετά. Στο ασανσέρ συναντώ γνωστές φάτσες με άγνωστα ονόματα. Θυμάμαι τον όροφο, το δρομολόγιο και το εσωτερικό του γραφείου μου. Μπαίνω. Ο συνάδελφός μου είναι ήδη εκεί. Δε χρειάζεται να θυμηθώ το πρόσωπό του, αναγνωρίζω τη φωνή. Είναι ίδια με αυτήν στο τηλέφωνο. «Παρά τρίχα», μου λέει. «Πριν λίγο ήρθε ο διευθυντής. Ευτυχώς δεν πέρασε ακόμα για να δει ότι λείπεις». Όλως παραδόξως θυμάμαι κάθε παραμικρή λεπτομέρεια για το τι εκκρεμότητες έχω και τι πρέπει να κάνω σήμερα. Αρχίζω να τα κάνω. Η φωνή ξαναμιλά. «Λοιπόν τι έγινε το τριήμερο; Καλά;». Ποιο τριήμερο; Για τι πράγμα μιλάει; Διστάζω να ρωτήσω και απλώς γνέφω καταφατικά. Κι αυτός επιμένει. «Μόνο καλά; Εδώ χάλαγες τον κόσμο την Παρασκευή για αυτό το ταξίδι». Το μυαλό μου άρχισε πάλι να βομβαρδίζεται από εικόνες σφήνες. Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω τι προσπαθεί να μου πει; Δε μιλάω. Η επίμονος συνάδελφος επιτέλους υποχωρεί. «Τελοσπάντων. Δε σε ζαλίζω άλλο μιας και μόλις ξύπνησες για άλλη μια φορά με τη βοήθειά μου φυσικά. Αυτό ήρθε για εσένα το πρωί. Το βρήκα στην αλληλογραφία σου». Ένας βαρύς, γαλάζιος φάκελος προςγειώθηκε επάνω στην έδρα του γραφείου μου. Ενστικτωδώς πετάχτηκα πίσω. Ο επίμονος, που εκείνη τη στιγμή έβγαινε από το γραφείο, δε με είδε. Έμεινα μόνος με το φάκελο. Φοβάμαι να τον ανοίξω. Σφήνες μου τρυπάν το μυαλό. Νιώθω το φάκελο να με μαγνητίζει. Τον παίρνω στα χέρια μου. Σφήνες στο μυαλό μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ανοίγω το φάκελο. Παρά το βάρος και το μέγεθος του έχει μέσα όλο κι όλο ένα χαρτί. Μοιάζει να κυματίζει προς τα χέρια μου. Σαν να θέλει να το διαβάσω. Το ξεδιπλώνω κι αρχίζω να διαβάζω. Η IMDE-AD TRAVEL σας ευχαριστεί που επιλέξατε να ταξιδέψετε μαζί της. Η εμπειρία ωστόσο αυτού του ταξιδιού πολλές φορές προκαλεί παρενέργειες. Απώλεια μνήμης, κομματιασμένες, ασυνάρτητες εικόνες, προσωρινή απώλεια όρασης ή ακοής, προσωρινή αμνησία. Παρακαλούμε εάν εμφανίζετε κάποιο από αυτά τα συμπτώματα διαβάστε δυνατά την παρακάτω φράση. Στο κενό διάστημα κάτω από το λιτό και πρωτότυπο κείμενο υπήρχε γραμμένη μια φράση με κεφαλαία γράμματα. ΕΞΑΛΟ ΤΑ ΧΑΝΩ Τι μαλακία είναι πάλι αυτή; Ποιος είναι αυτός ο Εξάλο; Πάντως σε ένα πράγμα έχει δίκιο. Τα χάνω. Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να τη διαβάσω. Όχι γιατί δεν ήξερα αν είχα τις παρενέργειες, αλλά περισσότερο επειδή δεν έβρισκα τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να την προφέρω. «Εξάλο τα χάνω», είπα τελικά. Ένιωσα το μυαλό μου να σβήνει σαν κάποιος να είχε πατήσει το κουμπί της επανεκκίνησης του υπολογιστή του.

10


αντί × λόγου

διήγημα

§ Ένας κουστουμαρισμένος άνδρας πέρασε την κάρτα πρόσβασης από τον αναγνώστη καρτών. Το φωτάκι του αναγνώστη έγινε πράσινο και η ατσαλένια πόρτα άνοιξε με ένα καγχασμό. Ο άνδρας μπήκε μέσα και όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του ενώθηκε ξανά το λογότυπο IMDE-AD. Ο άνδρας προχώρησε μέσα στην αίθουσα που έμοιαζε με εργαστήριο και είχε τις διαστάσεις δεκα γηπέδων ποδοσφαίρου. Μια ομάδα ανθρώπων με λευκές στολές εμφανίστηκε μπροστά του. «Τι στο καλό συμβαίνει; Γιατί με φωνάξατε; Τι αυτό το τόσο σημαντικό που δεν μπορούσατε να διαχειριστείτε μόνοι;». Μια νεαρή κοπέλα με σίγουρο βλέμμα προχώρησε μπροστά από το υπόλοιπο γκρουπ. «Κύριε. Φοβάμαι ότι χτες το βράδυ είχαμε επιπλοκές με ένα υποκείμενο. Δέχτηκε να συμμετάσχει στο νέο πιλοτικό πρόγραμμα με χαμηλότερη χρέωση όμως οι αντιδράσεις του ήταν τελείως απρόσμενες». «Τι; Είσαι σίγουρη;». Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά. «Έχετε λάβει μέτρα;». «Μάλιστα κύριε. Κηρύξαμε γαλάζιο συναγερμό. Τελειώσαμε επιτυχώς τη φάση ένα. Η ομάδα μας έστειλε το πακέτο στο υποκείμενο. Είμαστε πια στη φάση δύο». «Ωραία. Θέλω αναφορές ανά δίωρο. Μη σας ξεφύγει τίποτα. Αν το υποκείμενο αντιληφθεί τις επιπλοκές προχωρήστε άμεσα στη φάση τρία». Η κοπέλα ξαφνιάζεται. «Στη φάση τρία; Μα κύριε ποτέ ξανά δεν έχουμε εφαρμόσει τη φάση τρία». «Αν αποτύχει η φάση δύο και απειληθεί η εταιρία θα την εφαρμόσουμε. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Και τώρα επιστρέψτε στις δουλειές σας. Από ό,τι φαίνεται θα είναι δύσκολη μέρα». Το τσούρμο εξαφανίζεται προς διαφορετικές κατευθύνσεις μέσα στην αχανή αίθουσα κι ο άνδρας κοιτάζει γύρω του προβληματισμένος.

§

Ένα χέρι με σκούντησε βίαια. «Τι έχεις ρε μαλάκα; Δεν ακούς που σου μιλάω τόση ώρα;». Ο Νίκος ο συνάδελφός μου στεκόταν από πάνω μου και ούρλιαζε. «Τι θες ρε ηλίθιε;», του είπα νευριασμένος. «Έλα ρε και με κοψοχόλιασες. Έβαλα με το νου μου τρελά πράγματα, μέχρι πως σου πειράξανε το μυαλό αυτοί οι μαλάκες της IMDE-AD TRAVEL». «Ποιας;», ρώτησα. «Πλάκα μου κάνεις; Δε μου είπες την Παρασκευή πως έκλεισες θέση για να ταξιδέψεις το τριήμερο με την IMDE-AD TRAVEL». «Α ναι τώρα κατάλαβα. Η εκδρομή τους τελικά ακυρώθηκε. Όλο το τριήμερο το πέρασα σπίτι με πίτσα, μπίρα και ποδόσφαιρο». Τα λόγια έμοιαζαν να μην έρχονται από το δικό μου μυαλό. Το δικό μου μυαλό ήταν τελείως άδειο. Κενό. Δίπλα μου στον κάδο απορριμμάτων ένας βαρύς, γαλάζιος φάκελος και το περιεχόμενό του εί-χαν γίνει στάχτη.

Γιαννόπουλος Αντώνης

11


αντί × λόγου

προτείνουμε

Συλλέκτης στιγμών ή αλλιώς «Φτηνά Τσιγάρα» Αν και δεν καπνίζω, γνωρίζω πως το τσιγάρο -πέρα από τις γνωστές σε όλους βλαβερές ιδιότητές του- παίζει για τους καπνίζοντες διάφορους ρόλους. Κάνεις ένα τσιγάρο για να ηρεμήσεις. Κάνεις ένα τσιγάρο για να περάσει η ώρα σου. Κάνεις ένα τσιγάρο για να κάνεις εντύπωση. Κάνεις ένα τσιγάρο για να μιλήσεις σε κάποιον. Κάνεις ένα τσιγάρο γιατί σου αρέσει να φτιάχνεις δαχτυλίδια καπνού. Κι όταν μάλιστα αυτό το τσιγάρο είναι και φτηνό, μάλλον δεν είσαι οικονομικά από τους πιο ευκατάστατους και καπνίζεις και συχνά... Άρα το κάθε τσιγάρο συντροφεύει και ένα περιστατικό της ζωής σου. Ένα περιστατικό άμεσα συνδεδεμένο με το καμένο χαρτάκι, τον καπνό και την πεταμένη του γόπα. Και ο Νίκος (Ρένος Χαραλαμπίδης), ο τριαντάρης έφηβος που περιπλανιέται τριγύρω στην πόλη και που είναι κεντρικός ήρωας της ταινίας, δεν αφήνει το κάθε τσιγάρο-περιστατικό να πάει χαμένο. Όπως και ο ίδιος δηλώνει: «Είμαι συλλέκτης. Μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου. Στιγμές». Όταν ο Νίκος καθώς έζησε, έστω και για μια βραδιά, τη μεγάλη και βασική του στιγμή, η οποία στην ταινία σχετίζεται με τη Σοφία (Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους), τότε συλλέγει κάποιες άλλες, σκόρπιες. Ιστορίες διαφόρων ανθρώπων που τον περιβάλλουν και οι οποίες δε συνδέονται μεταξύ τους. Όμως μία απομονωμένη στιγμή είναι κάτι το οποίο μπορείς να το εκμεταλλευτείς. Να το ακούσεις, να το αναλύσεις και ύστερα να το προσθέσεις στη συλλογή σου. Και όταν ποτέ το χρειαστείς, το βγάζεις από το ντουλάπι της συλλογής σου για να το ξαναθυμηθείς. Όπως και ο ήρωας. «Όταν έχω αυτόν τον ξαφνικό πόθο για να πετάξω και δεν έχω που να πετάξω, κρύβομαι στη συλλογή μου» λέει ο ίδιος... Χωρίς όμως ποτέ να ξεχνάει την βασική του στιγμή.

12


αντί × λόγου

προτείνουμε

Η ταινία, μέσα από τη σκηνοθεσία και το σενάριο του Ρένου Χαραλαμπίδη και την εκπληκτική του ικανότητα να αποδώσει την εικόνα της καλοκαιρινής και άδειας Αθήνας μέσα από μια άψογη φωτογραφία, και σε συνδυασμό με τους χαρακτήρες που τους ερμηνεύει ένα ταλαντούχο κάστινγκ, συνθέτει ένα υπέροχο μωσαϊκό εικόνων, χαρακτήρων, ήχων... Ένα μωσαϊκό από «καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές, σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια...». Πέρα από τη σκηνοθεσία, το σενάριο, τη φωτογραφία και τις ερμηνείες θα σταθώ λίγο περισσότερο και στην μουσική που ντύνει την ταινία. Τραγούδια όπως το «Summertime in Prague» και το «Λευκό μου Γιασεμί», αλλά και τα ορχηστικά όπως το «Φτηνά Τσιγάρα», γραμμένα από τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο και ερμηνευμένα από την σαγηνευτική φωνή της Έλλης Πασπαλά, πασπαλίζουν στην ήδη μαγική ατμόσφαιρα αρκετή ακόμα αστερόσκονη. Και κλείνοντας, έχω να προσθέσω πως αυτές οι στιγμές που συλλέγει ο ήρωας είναι που γεμίζουν τη ζωή μας και που δίνουν νόημα στην μεγάλη μας στιγμή. Χωρίς αυτές θα είχαμε μια ζωή τριών δευτερολέπτων, όσο και η μνήμη του χρυσόψαρου. Άλλωστε το λέει και ο Νίκος με τον τρόπο του. «Έτσι και αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά. Η ζωή ξέρει και εγώ την εμπιστεύομαι. Είμαι από αυτούς που πάν��α κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα». καλή προβολή, Ευάγγελος Ευθυμίου

http://www.badmovies.gr/smokes/default.htm

13


αντί × λόγου

στραβό κάδρο

Leviathan Λεβιάθαν Leviathan

14

Αυτό το περιοδικό είναι πολύ, πολύ διαφορετικό από όλα τα άλλα περιοδικά του κόσμου. Δεν υπερβάλλω καθόλου. Ξεχωρίζει γιατί είναι το μόνο που διαλέγει τον αναγνώστη του. Μάλιστα, μόλις τυπώσει και δέσει τις σελίδες του, στοιβάζεται σε διάφορα σημεία της πόλης επιλέγοντας αναγνώστες. Επιλέγει αυτούς που δεν έχουν χάσει το πάθος της αναζήτησης, της ανακάλυψης, των ταξιδιών. Κοιτά στα μάτια κάθε περαστικού και βρίσκει νέες, φρέσκιες, παιδικές ματιές. Πιστεύει στη δύναμη της γνώσης. Αυτό είναι το δώρο του σε όσους ασχοληθούν μαζί του. Μια γνώση, όμως, που περνά τα όρια της απλής πληροφόρησης, που η χρήση αυτής βοηθάει τον αναγνώστη να αναπτύξει και να βελτιώσει την προσωπικότητά του. Ακόμα και όταν χρησιμοποιείται άτσαλα, όπως σαν θέμα συζήτησης πάνω από τραπεζάκια του καφέ, την ώρα που οι κουβέντες και τα τσιγάρα της παρέας έχουν τελειώσει. Αυτή τη φορά, το περιοδικό επέλεξε να ξαναμπεί στη θάλασσα της τέχνης και να ψάξει στη λογοτεχνία, στην ανθρώπινη ιστορία και στην ποπ κουλτούρα για το Λεβιάθαν. Ο Λεβιάθαν, ως ο κυρίαρχος όλων των θαλασσών, κατοικεί και σε αυτή τη θαλασσα. Από εκεί που σκάει το κύμα μέχρι την πιο βαθιά άβυσσο. Ξεκινά από τη Βίβλο σαν δημιούργημα του καλού και αγαθού ιουδαϊκού Θεού. "O Lord, what a variety of things you have made! In wisdom you have made them all. The earth is full of your creatures. Here is the ocean, vast and wide, teeming with life of every kind, both large and small. See the ships sailing along, and Leviathan, which you made to play in the sea." "In that day the LORD with His severe sword, great and strong, Will punish Leviathan the fleeing serpent, Leviathan that twisted serpent; And He will slay the reptile that is in the sea." Αρχικά, ο Μεγάλος Αλάνθαστος, την πέμπτη ημέρα της δημιουργίας έφτιαξε δύο Λεβιάθαν, έναν αρσενικό και ένα θηλυκό, αλλά, εάν το είδος συνέχιζε να αναπαράγεται, θα κατέστρεφε τον κόσμο, όποτε ο σοφός Θεός ενέργησε ξανά και έσφαξε το θηλυκό. Έμεινε μόνο ένα, αλλά αρκετά μεγάλο, τόσο σε μέγεθος όσο και σε κακία, γι’ αυτό οι άνθρωποι το ταξινομούσαν στη λίστα των Κακών μαζί με το Σατανά, το Διάβολο, τον Μπέχεμοθ και τον Ζίζ. Παρόλο που ο Μίλτον στις περιγραφές του Χαμένου Παραδείσου χρησιμοποιεί τον όρο Λεβιάθαν για να περιγράψει το μέγεθος και τη δύναμη του Σατανά.

του Θοδωρή Λεβιάθαν Τσαφή Leviathan Myth The Unbeatable Giant Leviathan is the name of a monster of jewish and christian myths which is living in the sea. As it is told in the Old Testament God created the Leviathan as a toy for himself. There older myths describing the idea of Leviathan as well. He is described as looking as a crocodile, a dragon, serpent or a whale. Oftentimes he is a metaphor for the obliterative power of the sea. The leviathan is unbeatalbe for humans. According to Job "his heart is as firm as a stone" and "made without fear". About the final defeat of Leviathan are told different stories. In Christianity the figure of Leviathan was mainly an allegory for the evil. So he was associated with the devil as well as he was known as a symbol for chaos, disorder or the sinfulness of men. Thomas of Aquin saw him as the embodiment of the capital sin envy. Το 1651 ο μεγάλος φιλόσοφος Χομπς (Hobbes), πριν γνωρίσει βέβαια τον Calvin και μεταμορφωθεί σε τίγρη, δημοσιεύει το σπουδαιότερό του έργο με τον τίτλο «Λεβιάθαν». Λεβιάθαν είναι το όνομα που δίνει ο Χόμπς στην ιδανική πολιτεία του που εργάζεται για το κοινό καλό. Ο άνθρωπος δεν έχει αγαθή φύση, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, αλλά είναι εκ φύσεως εγωιστής και ηδονιστής. Ανεξέλεγκτοι, οι άνθρωποι, και καθοδηγούμενοι από την εσωτερική δυναμική τους, το πιθανότερο είναι πως θα αλληλοκαταστραφούν. Για να διατηρηθεί η κοινωνική ειρήνη, ο Χομπς δημιουργεί ένα τέχνασμα, τον Λεβιάθαν, το Κράτος, είτε με τη μορφή της απόλυτης μοναρχίας, είτε με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτό το Κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας και της απόλυτης εξουσίας. «Ιδού, λοιπόν, η γένεση εκείνου του μεγάλου Λεβιάθαν, ή μάλλον (για να μιλήσουμε με μεγαλύτερο σεβασμό) εκείνου του θνητού θεού, στον οποίο οφείλουμε, ύστερα από τον αθάνατο θεό, την ειρήνη και την διαφέντεψή μας» Από τον φιλοσοφικό Λεβιάθαν στο λαογραφικό. Για τον άνθρωπο ο Λεβιάθαν είναι ο απόλυτος τρόμος. Μία και μόνο στιγμιαία ματιά κάποιου πάνω του τρελαίνει. Ρίχνει το κακόμοιρό του μυαλό, στο μόνο σίγουρο καταφύγιο που υπάρχει και χωρά ένα τέτοιο ασύλληπτο θέαμα, την καθαρή τρέλα. Η συνάντηση με το Λεβιάθαν είναι μοιραία. Γι’αυτό υπάρχουν ελάχιστες ιστο-


αντί × λόγου ρίες, κυρίως ναυτικών, που να αναφέρουν κάτι για το τέρας. Μια από αυτές αναφέρει, ότι ο Λεβιάθαν τρέφεται καθημερινά με φάλαινες. Αυτές τις ιστορίες μάζεψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και εμπνεύσθηκε την τεράστια άσπρη φάλαινα Moby-Dick. Τέτοιες ιστορίες άκουσε και ο Λάβκραφτ (H.P. Lovecraft) και τις χρησιμοποίησε στα γραπτά του. Ο θρησκόληπτος Έντβαρντ Μουνκ (Edvand Munch) ζωγραφίζει τον πιο γνωστό του πίνακα, το 1893, και τον ονομάζει «Λεβιάθαν». Ο πίνακας δείχνει ένα άτριχο, κατάπιεσμένο πλάσμα, με ένα κεφάλι σαν ανάποδο αχλάδι, τα χέρια του να κλείνουν με τρόμο τ’ αυτιά του και το στόμα του ανοιχτό σε μια τεράστια βουβή κραυγή. Μετά το θάνατό του το μουσείο θα αλλάξει το όνομα του πίνακα σε «Η Κραυγή». Στη μουσική, ο Λεβιάθαν εμφανίζεται σαν τραγούδι των Σουηδών Covenant. Το ΕΒΜ (Electronic Body Music) συγκρότημα Covenant, στον τρίτο τους εξαιρετικό δίσκο EUROPA (1998), συμπεριέλαβαν και ένα κομμάτι με τίτλο «Leviathan», με μια εισαγωγή που θυμίζει σκληρή Harsh Elekto. Στο τραγούδι ο Λεβιάθαν είναι η δύναμη της κατακλυσμιαίας θάλασσας. Υπάρχει και μια καλύτερη εκτέλεση του τραγουδιού στο live τους In Transit (2007). Το βιβλίο, όμως, που άλλαξε τα πάντα γύρω από το μύθο του Λεβιάθαν, όπως άλλαξε και τον τρόπο ζωής πολλών ανθρώπων, ήταν το τρίτο και τελευταίο της σειράς «The Illuminatus! Trilogy» (1969). Φυσικά, ο τίτλος του είναι «Leviathan» και γράφτηκε από το δίδυμο των Robert Shea και Robert Anton Wilson. Μετά το γλέντι του πρώτου ευρωπαϊκού φεστιβάλ Woodstock στο Ingolstadt, με διάσημους καλεσμένους όπως τον Yog-Sothoth, οι ήρωες αναζητούν τον πέμπτο Illuminatus Primus. Οι υποψίες πέφτουν πάνω στο Λεβιάθαν, το γιγάντιο, πλάσμα με σχήμα πυραμίδας, που μεγαλώνει σε μέγεθος εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες αιώνες, στα σκοτεινά βάθη των ωκεανών. Ο Λεβιάθαν νιώθει μεγάλη μοναξιά. Τόση πληροφορία συμπυκνωμένη κάνει το κέιμενο κουραστικό. Ξαναδιαβάστε, όμως τον πρόλογο και τολμήστε ένα ταξίδι σε αυτή τη γνώση.

Links: www.wikipedia.org www.iep.utm.edu www.gocomics.com/calvinandhobbes/ www.edvard-munch.com www.melville.org/hmmoby www.covenant.se www.cs.cmu.edu/~tilt/principia/ www.23ae.com Remember: KING KONG Died For you Sins

στραβό κάδρο "I mean leviathan, man. That fish-if fish it be-that is to your whale what your whale is to your meanest guppy. There's only one of him, her, or it in all that world that's water. I don't know how it reproduces-maybe it doesn't have to reproduce-maybe it's immortal. It may be neither plant nor animal for all I know, but it's alive, and it's the biggest living thing there is. Oh, we've seen monsters, George. We've seen, in Lief Erickson, the sunken ruins of Atlantis and Lemuriaor Mu, as it's known to keepers of the Sacred Chao."

= A single, glowing red nucleus cell burned like an under-ocean sun in the center of the pyramid, which looked like a mountain of glass. Leviathan Lyrics: Joakim Montelius Music: Eskil Simonsson I watch minutes grow to hours and how seasons build the ages Every winter dies in sunlight only to be born again And the rainfall feeds the forests while the lightning strikes the trees Turning giants into dust fertile ashes on the ground I see them going down to the water Where they embrace the silent waves Slowly they're swallowed by the water And their breath ascending to the sky I see them now floating in the water Carried away, carried away I see wasteland turn into gardens watching oceans giving birth To fragile little creatures born to grow and multiply And the children of the children of the firstborn claims the land Building fences for protection from their brothers' greedy grasp I watch kingdoms rise and crumble and the nations come and go Only new names for the same things once the limit has been reached Now I see them lose their interest in the deeds that have been done And the wisdom that's been found as they return to whence they came

15


αντί × λόγου

διήγημα

Su|Do|Ku

του Θοδωρή Τσαφή

Είχε ξημερώσει μια πολύ όμορφη μέρα με έναν ζεστό ήλιο σε έναν καθαρό μπλε ουρανό. Ήταν αρχή του καλοκαιριού και όλη η φύση το διασκέδαζε, τα δέντρα με τα πλούσια πράσινα φορέματά τους, τα πουλιά με τα μελωδικά παιχνίδια τους και οι άνθρωποι με τα ελαφριά πολύχρωμα ρούχα τους.

1. Ο κύριος Κάρρολ, ο πιο παλιός υπάλληλος της εταιρίας, κοίταξε το ρολόι του τοίχου, που ήταν κάτω από το μεγάφωνο. Ήταν ώρα να κάνει ένα μικρό πεντάλεπτο διάλειμμα. Σηκώθηκε από το γραφείο του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς στην εταιρία είχε το προνόμιο να κάθεται στο καλύτερο γραφείο του ορόφου, αυτό δίπλα στο παράθυρο. Το κτίριο της εταιρίας είχε εννιά ορόφους και κάθε όροφος είχε εννιά γραφεία και σε κάθε γραφείο αντιστοιχούσε ένα άτομο. Έτσι ο κύριος Κάρρολ μοιραζόταν το χώρο μαζί με οκτώ άλλα άτομα, τον κολλημένο με τον τζόγο Σάιμον, τη χήρα Μέριλιν, τον Έντγκαρντ, τον παράξενο Ρόμπερτ, την αντιπαθητική Μάρθα, τον Γουίλσον και τους νεαρούς Μάιλο και Σοφία. Εννέα άτομα και εννέα όροφοι - η κατάσταση όπως είχε πει και στους άλλους έμοιαζε με το sudoku. Ναι, όλοι το ξέραν ότι είχε μανία με αυτό το παιχνίδι και για αυτό δεν παραξενεύτηκε όταν εκείνη την στιγμή τον πλησίασε ο Μάιλο κρατώντας την κασετίνα. «Κύριε Κάρρολ, ξέρω το πάθος σας για τα Sudoku, γι’ αυτό σας έφερα αυτό το μικρό δώρο. Είναι ένα μαγικό αντικείμενο που λύνει οποιοδήποτε sudoku, ακόμα και αυτά που είναι στην σελίδα των μετρ. Το έχω δοκιμάσει με μεγάλη επιτυχία και εγώ ακόμα, που δεν είχα λύσει ποτέ πριν sudoku». Ο κ. Κάρρολ ευχαρίστησε το Μάιλο για το αναπάντεχο δώρο του, όμως αμφέβαλε για τη μαγική ικανότητά του. «Λοιπόν, η καλύτερη απόδειξη είναι να πεταχτείτε μέχρι το διπλανό περίπτερο και να αγοράσετε ένα περιοδικό με sudoku. Έτσι θα διαπιστώσετε στη στιγμή ότι λέω την αλήθεια». Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο ο κ. Κάρρολ έφυγε βιαστικός για το περίπτερο.

16

1 2 3 4 5 6 7 8 9


αντί × λόγου

διήγημα

2. Ο Σάιμον επέστρεφε στο γραφείο του κρατώντας έναν καφέ. Τις τελευταίες μέρες είχε χάσει όλο το μισθό του στο στοίχημα. Γι’ αυτόν ήταν μια περίοδος μεγάλης γκίνιας, όχι ότι δεν είχε ξαναβρεθεί στην ίδια κατάσταση παλιότερα, απλώς τώρα έπρεπε να περιμένει για το σινιάλο της τύχης. Εκείνο το βράδυ ήταν ο τελικός και ήταν σίγουρος για το νικητή, αλλά η τσέπη του ήταν άδεια. Αυτό όμως θα άλλαζε στη στιγμή γιατί με το που έστριψε στον έρημο διάδρομο βρήκε πεσμένο ένα μπλε εικοσάευρω. Αμέσως το σήκωσε και το έβαλε στην τσέπη του. «Η τύχη μου άλλαξε» σκέφτηκε, «Είμαι πολύ τυχερός». Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, μια φωνή πίσω του φώναξε το όνομά του. Ήταν ο Μάιλο που στεκόταν δίπλα στην πόρτα του κεντρικού ελέγχου. «Σάιμον, τι προβλέπεις για το σημερινό ντέρμπι; Τώρα σκεφτόμουν να πάω στο πιο κάτω πρακτορείο να στοιχηματίσω, γιατί σε μισή ώρα κλείνουν τα στοιχήματα». Ακούγοντας ότι έχει μόνο μισή ώρα για να στοιχηματίσει, ο Σάιμον προσφέρθηκε να πεταχτεί ο ίδιος στο πρακτορείο για να στοιχηματίσει και για τους δυο.

3. Σήμερα ο Ένγκαρντ δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Το μυαλό του ήταν συνέχεια στα προσωπικά του προβλήματα. Τα πράγματα στο σπίτι του δεν πήγαιναν καλά, η γυναίκα του ζητούσε διαζύγιο γιατί η σχέση τους είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Κοίταξε απέναντί του τη Μέριλιν - ευτυχώς που είχε κάποιον να πει τον πόνο του. Η δύσκολη κατάστασή του τον έφερε πιο κοντά με τη Μέριλιν, η οποία άκουσε το πρόβλημα και του συμπαραστάθηκε, παρόλο που αισθάνονταν και οι δύο ότι οδηγούνταν σιγά σιγά σε κάτι άλλο πιο βαθύ. Είχαν συμφωνήσει όμως να κρύψουν από τους συναδέλφους τους αυτή την ολοένα μεγαλύτερη οικειότητα που ένιωθε ο ένας για τον άλλο, κάπου κάπου όμως, όταν δεν τους έβλεπε κανείς, αντάλλασσαν κρυφές ματιές και πονηρά χαμόγελα. Ξαφνικά, οι σκέψεις του διακόπηκαν από μια γνώριμη φωνή. Από το μεγάφωνο των ανακοινώσεων ακούστηκε μια γυναικεία φωνή να φωνάζει κλαίγοντας το όνομα Ρέττ. Η φωνή ήταν της Σκάρλετ. «Ρέττ, Ρέττ!» «Ρέττ…εάν φύγεις, πού θα πάω, τι θα κάνω;» Και ο Ρέττ να απαντά. «Ειλικρινά, αγαπητή μου, δεκάρα δε δίνω». Γεμάτος έκπληξη ο Έντγκαρντ κοίταξε τη Μέριλιν.

17


αντί × λόγου

διήγημα

4. Η Μέριλιν τα είχε χαμένα. Χθες το βράδυ αυτή και ο Ένγκαρντ είχαν ένα μυστικό ραντεβού. Ξεκίνησαν από το θερινό σινεμά που έπαιζε το «Όσα παίρνει ο άνεμος» και κατέληξαν στο σπίτι της. Αναρωτήθηκε τι μήνυμα ήθελε να της περάσει ο Έντγκαρντ και γιατί διάλεξε αυτόν τον παράξενο τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή τις φωνές του Κλάρκ Κέιμπλ και της Βίβιαν Λη. Σηκώθηκε και, κάνοντας ένα διακριτικό νεύμα, κάτι σαν «Ακολούθησέ με», βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το κυλικείο του κτιρίου.

5. Ο Ρόμπερτ άνοιξε τις κεραίες του - κάτι παράξενο παιζόταν εδώ. Ο όροφος ήταν υπερβολικά ήσυχος σήμερα. Πού ήταν άραγε ο χωρατατζής Σάιμον και τι δουλειά είχε η τελευταία σκηνή του «Όσα παίρνει ο άνεμος» στο μεγάφωνο; Σίγουρα είχε να κάνει με την ξαφνική, ταυτόχρονη θα ’λεγες, ανησυχία της Μέριλιν και του Έντγκαρντ. Υποψιάστηκε πως ήταν ένα ψυχομετρικό τεστ της διοίκησης εις βάρος του προσωπικού. «Τώρα θα μας παρατηρούν με τις κρυφές τους κάμερες, μάλιστα το πιθανότερο είναι να τις έχουν βάλει στο ταβάνι» σκέφτηκε. «Μπορεί λοιπόν να είναι αλήθεια η φήμη που κυκλοφορεί τελευταία, ότι η εταιρία θα πουληθεί και θα ενσωματωθεί σε έναν ισραηλινό κολοσσό...» Δεν του άρεσε καθόλου αυτό το σενάριο, όμως φαίνεται ότι ο μυστήριος πληροφοριοδότης του είχε δίκιο. Στο χθεσινό e-mail που του έστειλε έγραφε ότι οι ισραηλίτικες επιχειρήσεις εφάρμοζαν νέες μεθόδους ελέγχου του προσωπικού και ότι περισσότερα θα του ’λεγε από κοντά. Ήταν πια καιρός να συναντηθούν και θα τον ειδοποιούσε σύντομα. Υπέγραφε ως Μορφέας. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του Ρόμπερτ.

18


αντί × λόγου

διήγημα

6. Ο Γουίλσον έκλεισε προβληματισμένος το κινητό του. Αυτό ήταν το τρίτο τηλεφώνημα μέσα σε είκοσι λεπτά. Πρώτα του τηλεφώνησαν από κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο για να επιβεβαιώσουν την κράτηση μιας σουίτας στο όνομά του. Ύστερα ένας ευγενέστατος κύριος από κάποιο χλιδάτο εστιατόριο ζητούσε διευκρινήσεις για το τραπέζι που είχαν κρατήσει, στο όνομά του πάλι, για το βράδυ. Στο τελευταίο τηλεφώνημα του ζητούσαν να παραλάβει δύο εισιτήρια για κάποια συναυλία που θα γινόταν το βράδυ. Βέβαια ο ίδιος δεν είχε κάνει τίποτα από τα τρία : ούτε είχε κλείσει σουίτα, ούτε είχε κρατήσει τραπέζι για δύο σε εστιατόριο, ούτε είχε αγοράσει εισιτήρια για συναυλία. Κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε το όνομά του και αυτός δε θα μπορούσε να είναι άλλος παρά μόνο ο προϊστάμενός του. Για ακόμα μια φορά ζητούσε από τον Γουίλσον να κρύψει τις σπατάλες του μεσω του δικού του λογαριασμού. Αυτές τις μέρες ο προϊστάμενος και η γραμματέας του έλειπαν σε επαγγελματικό ταξίδι και όπως συνήθιζαν να κάνουν, καταχράζονταν χρήματα της εταιρίας, με τη βοήθεια βέβαια του Γουίλσον. Γιατί ο Γουίλσον ήταν αυτός που είχε επαφές με το ταμείο της εταιρίας και ήξερε τρόπους να κρύβει έξοδα και να αποσπά μικρά χρηματικά ποσά. Φυσικά, με αυτές τις εξυπηρετήσεις κέρδιζε μια διαφορετική, προνομιακή θα έλεγες, μεταχείριση από τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Ξεκίνησε λοιπόν αμέσως για το ταμείο.

7. Το αστικό λεωφορείο σταμάτησε ανάμεσα στο κτίριο της εταιρίας και στο περίπτερο. Ένας από τους επιβάτες του κατέβηκε και κατευθύνθηκε προς το περίπτερο, έσκυψε στο παραθυράκι και ζήτησε του περιπτερά ένα μπλε μαρκαδόρο. Κάπως παραξενεμένος ο περιπτεράς βγάζει έναν μαρκαδόρο και πάει να του τον δώσει, και τότε είναι που παρατηρεί καλύτερα τον ξένο. Είναι ένας τεράστιος δίμετρος άντρας γεμάτος μυς, με ένα πολύ γυμνασμένο σώμα σαν παλαιστής ή μποντιμπιλντεράς. Φορά μια μάσκα παλαιστή που κρύβει όλο το πρόσωπο εκτός από τα μάτια και το στομα του, ένα πολύ κοντό κολλητό μαγιό και περασμένη διαγώνια πάνω στο γυμνό στήθος του μια μπλε κορδέλα καλλιστείων που γράφει Mr. ΚΟΣΜΟΣ 2008. Ο μασκοφόρος παίρνει το μαρκαδόρο, πληρώνει και φεύγει. Ο περιπτεράς γεμάτος περιέργεια βγαίνει από το περίπτερο και κοιτάζει τις κινήσεις του παράξενου μασκοφόρου. Τον βλέπει που πάει στο πάρκινγκ της εταιρίας και σταματά μπροστά σε ένα άσπρο αυτοκίνητο. Ξεβιδώνει το μαρκαδόρο και πάνω στις δυο πόρτες γράφει με μεγάλα γράμματα, «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΝΑΠΟΔΑ». Αρπάζει τότε με τα δυο του χέρια το κάτω με-ρος του αυτοκινήτου και χωρίς μεγάλη προσπάθεια αναποδογυρίζει με μια κίνηση το δύστυχο αυτοκινητάκι. Όλος ο κόσμος κοιτάζει σαστισμένος το αυτόκινητάκι με τις ρόδες προς τα πάνω και το μασκοφόρο να απομακρύνεται ανενόχλητος, χωρίς κανείς να κάνει κάτι για να τον σταματήσει. Ο περιπτεράς τρέχει και μπαίνει στο κτίριο της εταιρίας.

19


αντί × λόγου

διήγημα

8. Η Σοφία βλέπει τον περιπτερά ταραγμένο να μιλάει στη Μάρθα. Μιλάνε για κάποιον τρελό που αναποδογυρίζει αυτοκίνητα. Πλησιάζει κοντά τους και ρωτά τη Μάρθα τι συμβαίνει. Η Σοφία δεν πιστεύει σε αυτά που ακούει. Είναι τελείως τρελό, ένας παλαβός φαίνεται ότι αναποδογύρισε το αμάξι της Μάρθας αφού πρώτα έγραψε πάνω του «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΝΑΠΟΔΑ». Πολύ βιαστικά η Μάρθα μαζί με τον περιπτε-ρά κατεβαίνουν στο πάρκινγκ. «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΝΑΠΟΔΑ». Η Σοφία σκέφτηκε λίγο τη αυτή τη φράση και ύστερα γέλασε, γιατί βίωνε μια παράξενη σύμπτωση. Χθες, την ώρα που τελείωναν τη δουλειά, είχε πει κάτι παρόμοιο στο Μάιλο, όταν αυτός της ζήτησε να βγουν μαζί το βράδυ. «Θα το κάνω μόνο όταν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα». Αυτά ήταν τα λόγια της – έπαιζε μαζί του, δεν ήθελε να πει ναι με την πρώτη, ήθελε να τον ζορίσει λίγο για να δοκιμάσει το πείσμα του. Αν και η αλήθεια είναι πως η ίδια γλυκοκοίταζε το Μάιλο...ήταν νέος, ομορφούλης, με ζωηρά μάτια, δε μιλούσε πολύ, μετρούσε προσεκτικά τα λόγια του και υπήρχε μια πρακτικότητα που τον χαρακτήριζε, με όποια δουλειά καταπιανόταν έκανε το καλύτερο και ταυτόχρονα με το γρηγορότερο τρόπο. Είχε ένα έξυπνο μυαλό. Πάντως χθες, με την επόμενη κουβέντα της, του άφησε μια πόρτα ανοιχτή για απόψε το βράδυ.

20


αντί × λόγου

διήγημα

9. Πριν αφήσω τον Σάιμον να φύγει για να πάει στο πρακτορείο του ζήτησα μια τελευταία χάρη, να μου πει πέντε αριθμούς από το 1 έως το 45, τους οποίους εγώ αργότερα έπαιξα στο λαχείο. Υπάρχει μια ιστορία που λέει ότι κάποιος κέρδισε στο λαχείο με τον εξής ανορθόδοξο τρόπο : πρώτα πέταξε στο δρόμο ένα χαρτονόμισμα έτσι ώστε να φαίνεται σαν κάποιος να το έχασε, μετά κρύφτηκε εκεί κοντά κρατώντας ένα στιλό και ένα ασυμπλήρωτο λαχείο περιμένοντας κάποιος περαστικός να το βρει. Σε λίγη ώρα άκουσε κάποιον να φωνάζει «Πω! Πω! Πόσο τυχερός είμαι!». Τότε πετάχτηκε έξω και ζήτησε από τον τυχερό περαστικό να του συμπληρώσει το λαχείο. Ο περαστικός τη στιγμή που βρήκε το χαρτονόμισμα απέκτησε την ιδιότητα του τυχερού, έτσι το λαχείο συμπληρώθηκε από έναν τυχερό άνθρωπο, επόμενο ήταν λοιπόν να κερδίσει. Λίγο πριν δώσω στο Σάιμον τα είκοσι ευρώ έπρεπε να περάσω το mp3 στην κονσόλα του κεντρικού ελέγχου και να προγραμματίσω την ώρα που θα ακουγόταν. Ύστερα, τραβήχτηκα σε ένα ήσυχο μέρος και μια βραχνή κουβέντα από το κινητό ήταν αρκετή για να κάνει τη δουλειά της. «Νίο, αν θες να μάθεις πόσο βαθιά είναι η τρύπα του λαγού έλα τώρα στην αποθήκη». Καθώς πήγαινα προς το γραφείο έβγαλα από την τσέπη μου ένα μολύβι και το έκλεισα μέσα στην κασετίνα. Ήταν ένα κοινό μολύβι που στη μια άκρη του είχε μια γόμα έτσι ο κύριος Κάρρολ θα διόρθωνε κάθε λάθος συνδυασμό στο παιχνίδι του, μεχρι τελικά να βρει τη λύση. Αφού έδωσα το δώρο μου στον Κάρ��ολ, κάθησα στο γραφείο μου και περίμενα τη δράση του Άρνολντ. Ο Άρνολντ ήταν γείτονάς μου και πρωταθλητής κόσμου στο μπόντι μπίλντιγκ. Πέρυσι το καλοκαίρι πήγα τη μητέρα του στο νοσοκομείο όταν είχε ένα σοβαρό τραυματισμό στο σπίτι της. Από τότε ο Άρνολντ ένιωθε υποχρεωμένος απέναντί μου κι έτσι όταν του ζήτησα την βοήθειά του δεν είπε όχι. Με το που μπήκε ο περιπτεράς μέσα κατάλαβα ότι ήταν η σειρά της Μάρθας να φύγει. Η κατάσταση ήταν έτοιμη - η μοναδική που είχε μείνει στον όροφο ήταν η Σοφία. Πλησίασα στο γραφείο της Σοφίας. «Σοφία, όταν χθες σου ζήτησα να βγούμε μαζί θυμάσαι τι μου απάντησες;» «Ναι βέβαια, ότι θα το κάνα μόνο όταν ο κόσμος γυρίσει ανάποδα.» «Σωστά, και τι άλλο μου είπες φεύγοντας, θυμάσαι;» «Ή όταν δω αυτό τον όροφο άδειο…» Ήταν η στιγμή που η Σοφία κατάλαβε ότι αυτό που είχε πει είχε γίνει. Είχε συμβεί αυτό που θεωρούσε απίθανο, ο πάντα γεμάτος και ζωντανός όροφος ήταν άδειος. Ήμασταν μόνοι μας. «Έχω δύο εισιτήρια για το Μόντεμ Τζάζ Τρίο, για σήμερα το βράδυ... θες να ’ρθεις;» Το είχε υποσχεθεί, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Η συναυλία του Μόντεμ Τζάζ Τρίο άρχιζε στις δέκα. Είχα κρατήσει δυο πολύ καλές μπροστινές θέσεις, κι όταν ο υπάλληλος με ρώτησε το όνομά μου είπα αυτό του Γουίλσον. Η πρώτη ώρα ήταν καταπληκτική. Ήμουν μεγάλος θαυμαστής αυτού του σχήματος, αλλά και στη Σοφία άρεσαν, το κατάλαβα λόγω του ενθουσιασμού με τον οποίο χειροκροτούσε. Στο διάλειμμα με τράβηξε μέχρι την τουαλέτα και μου έσκασε δυο ρουφηχτά φιλιά. Βγήκαμε έξω και το δεύτερο μέρος μου φάνηκε πολύ καλύτερο από το πρώτο. Για μένα ήταν η καλύτερη μουσική που έπαιξαν ποτέ.

του Θοδωρή Τσαφή

21


αντί × λόγου

προτείνουμε

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΓΟΡΑ Γεια σας και πάλι φίλοι αναγνώστες. Αυτή είναι λοιπόν η βαρετή στιγμή που εγώ πρέπει να σας προτείνω να κάνετε μια αγορά βιβλίου που να αξίζει τα λεφτά της. Μια αγορά που να έχει τόσα να σας προσφέρει ώστε να αντικατοπτρίσετε τον ίδιο σας τον εαυτό σ’ αυτήν, να δείτε τα σημάδια. Μια Άλλη Αγορά. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς θα αναρωτιέστε ήδη για τι πράγμα μιλάω. Μην ανησυχείτε, θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο σαφής και ξεκάθαρος. Για αρχή ας εξερευνήσουμε λίγο τον όρο Άλλη Αγορά. Από πού πηγάζει; Ποιο είναι το νόημά της και ποια τα βαθύτερα αίτια της σύλληψής της; Το νόημα της δεύτερης λέξης του όρου, δηλαδή η λέξη «αγορά» μας ταξιδεύει πίσω στα αρχαία χρόνια και στην Αγορά των αρχαίων Ελλήνων. Εκεί οι φιλόσοφοι μπορούσαν να αγορεύσουν και να διδάξουν το λαό μέσα από τη γνώση και την εμπειρία τους. Η Αγορά λοιπόν για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ο λόγος, η ομιλία, το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να πει μια ας πούμε ιστορία, πολλές φορές γεμάτη ψέματα, εκφράζοντας τα συναισθήματα και τις απόψεις του ελεύθερα. Το νόημα της λέξης «Άλλη», ωστόσο, παραμένει μυστήριο ακόμη και για τη Βούλκαν που ήταν η πρώτη που την άρθρωσε όταν έπιασε τον άνδρα της με μια άλλη νεάντερνταλ και είπε τη φράση «Δε ντρέπεσαι να το κάνεις στη σπηλιά μας με άλλη;». Και μετά τον άρχισε στις ροπαλιές. Κάποιοι υποστηρίζουν, χωρίς όμως να εξακριβώνεται πλήρως, πως προέρχεται από το επιφώνημα κλαυθμού και οδυρμού Αλί Αλί και τρις Αλί, αλλά εγώ πολύ αμφιβάλλω. Για να μην τα πολυλογώ λοιπόν ο συνδυασμός αυτών των δύο λέξεων μας μάζεψε σήμερα εδώ. Η άλλη-αγορά, δηλαδή η αλληγορία. Η άλλη αγόρευση από αυτήν που ακούμε ή διαβάζουμε. Το κρυμμένο νόημα πίσω από το νόημα. Οι κρυφές λέξεις πίσω από τις γραμμές.

22


αντί × λόγου

προτείνουμε

ΜΙΑ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ Έτσι αποφάσισα να μη γίνω βαρετός, στον ίδιο μου τον εαυτό πάνω από όλα, και να σας προτείνω να διαβάσετε όχι κάποιο βιβλίο αλλά να διαβάσετε με έναν τρόπο που αρέσει σε εμένα να διαβάζω και να με διαβάζουν. Πίσω από τις γραμμές. Με φαντασία και διάθεση συνομωσιολογική. Γιατί άλλωστε κι όλα τα μυστήρια του κόσμου είναι μια συνομωσία για εκδίκηση της φύσης εναντίον μας. Τώρα βέβαια θα μου απαντήσετε εσείς: να διαβάσουμε όπως μας προτείνεις αλλά πώς; Δε σε καταλαβαίνουμε. Εντάξει λοιπόν σας δίνω ένα παράδειγμα ή μάλλον δύο. Το μακρινό ταξίδι του μικρού βοσκού στον «Αλχημιστή» του Πάολο Κοέλο είναι μια περίτεχνη χρήση αλληγορίας που αποδεικνύει πως και τα πιο απλά πράγματα κρύβουν μέσα τους μαγεία. Το ταξίδι που τελικά καταλήγει με κάποιο περίεργο τρόπο να γίνει ολόκληρη η ζωή του μικρού, μας ανατείνει ψυχικά κάνοντας την καρδιά μας να μοιάζει με ένα μεγάλο, φωτεινό χαμόγελο. Από την άλλη μεριά, στο βιβλίο « Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, ένα αθώο, ονειροπόλο αγόρι από άλλο πλανήτη ταξιδεύει στη γη για να γνωρίσει νέα πράγματα. Ένας ρεαλιστής πιλότος που το αεροπλάνο του έχει πέσει στη μέση της ερήμου τον συναντά. Οι συνύπαρξη των δύο αυτών ηρώων σαν σύμβολα είναι ένας πόλεμος ανάμεσα στον απόλυτο ορθολογισμό και την άναρχη φαντασία. Ένας πόλεμος που μας δίνει την ελπίδα πως κάτι όμορφο πάντα υπάρχει μέσα στη γκρίζα, καθημερινή μας ζωή. Για το τέλος ένα μικρό κουίζ του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ από τον Μικρό Πρίγκιπα. Κοιτάξτε καλά τις παρακάτω εικόνες. Εντοπίστε τις διαφορές.

Τις βρήκατε; Αν ναι τότε χάσατε γιατί οι εικόνες δε διαφέρουν σε τιποτα, είναι ακριβώς ίδιες. Όχι όχι η πρώτη δεν είναι ένα καπέλο και η δεύτερη δεν είναι ένας ελέφαντας. Και οι δύο απεικονίζουν ένα φίδι που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα! Όταν είδα για πρώτη φορά της δύο αυτές εικόνες τότε κατάλαβα το νόημα της έκφρασης Άλλη-Αγορά. Αλληγορία. Γιαννόπουλος Αντώνης

23


ντόμινο

Ν

Ντόμινο

των Ευάγγελου -κόκκινα σταράκια- Ευθυμίου Αντώνη -πράσινα σταράκια- Γιαννόπουλου Θοδωρή - Vulcan - Τσαφή

Το ρολόι της μαύρης οθόνης με τους 80 αριθμούς έδειχνε 20:51. Ο Γιώργος, φοιτητής στο ένατο έτος του μαθηματικού Ιωαννίνων, καθόταν σε μια καρέκλα στα πίσω τραπέζια της αίθουσας. Γύρω του υπήρχε πολύς κόσμος, όχι μονάχα στις καρέκλες, αλλά και στους πάγκους, επάνω σε άβολα σκαμπό, ακόμα και όρθιοι. Άλλοι μελετούσαν εφημερίδες, άλλοι συμπλήρωναν κουπόνια, άλλοι περίμεναν στην ουρά του ταμείου. Ήταν βραδιά τσάμπιονς λινγκ και το προποτζίδικο ήταν γεμάτο. Αλλά αυτό δεν ενδιέφερε καθόλου τον Γιώργο. Εκείνος βρισκόταν για άλλο λόγο εκεί. Εκείνος περίμενε το ρολόι να δείξει 20.55 και να αρχίσει η κλήρωση του ΚΙΝΟ. Περίμενε να αρχίσουν να αναβοσβήνουν σταδιακά οι αριθμοί, ώσπου στο τέλος να παραμείνουν μονάχα είκοσι αναμμένοι. Και οι οχτώ από αυτούς τους είκοσι θα ήταν οι «μαγικοί» αριθμοί που είχε διαλέξει. Η επιλογή τους όμως δεν είχε γίνει τυχαία. Από το τέταρτο έτος ασχολούταν συστηματικά με το παιχνίδι. Πλέον μετά από τόσα χρόνια ασχολίας και ατελείωτες ώρες μέσα σε πρακτορεία προπό, είχε συλλέξει απίστευτες ποσότητες δεδομένων που αφορούσαν το παιχνίδι. Έτσι, πριν από δύο χρόνια ξεκίνησε την αποκωδικοποίηση του, με σκοπό να μπορέσει να καταλάβει την συχνότητα εμφάνισης των αριθμών και τους συνδυασμούς τους. Πράξεις επί πράξεων, εξισώσεις, πιθανότητες και οτιδήποτε άλλο μαθηματικό εργαλείο γνώριζε το εφάρμοσε στα δεδομένα που είχε συλλέξει. Και με συνεχείς δοκιμές -και απίστευτα πολλά δελτία στον κουβά- μέρα με την μέρα βελτιωνόταν -ή πίστευε πως βελτιωνόταν. Πριν από μια βδομάδα απέτυχε -όπως και πριν από δύο και από τρεις…- αλλά σήμερα, ύστερα από συνεχόμενες μαθηματικές πράξεις στο δωμάτιο του σπιτιού του, θα έβρισκε τη χρυσή τομή. Θα πετύχαινε και τους οχτώ αριθμούς που είχε διαλέξει. Οι πράξεις του τού είχαν αποκαλύψει εκτός από τους αριθμούς και την ώρα που θα εμφανίζονταν. Ήταν η προτελευταία κλήρωση της ημέρας. Και ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία του, που πόνταρε όλο του το βδομαδιάτικο. Οι αριθμοί της προηγούμενης κλήρωσης έσβησαν, η οθόνη μαύρισε και ο Γιώργος κράτησε την αναπνοή του. Η κλήρωση ξεκινούσε ξανά. Κίτρινα σημάδια εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν συνεχώς, ώσπου τελικά σταθεροποιούνταν σε ένα σημείο. Ύστερα από λίγο η κλήρωση τελείωσε. Ο Γιώργος δεν κουνιόταν, απλά κοιτούσε την οθόνη. Τι να σκεφτόταν άραγε; «12, 23, 24, 40, 50, 77, 78, 79». «Πάλι θα πεινάσουμε». «Μα γιατί; Πού έκανα πάλι λάθος; Μα γιατί; Μα γιατί;». Σηκώθηκε όρθιος και φώναξε : «Μα γιατί;». Άρπαξε νευριασμένος τα χαρτιά του πάνω από το τραπέζι, έσπρωξε μερικά άτομα που βρίσκονταν μπροστά του και διέσχισε την εξώπορτα.

Έξω από το πρακτορείο εδώ και μισή ώρα δυο μεγαλόσωμοι άνδρες συζητούσαν. Ήταν ντυμένοι με στρατιωτικά ρούχα. Μαύρες μπλούζες, χακί παλτό, παντελόνι παραλλαγής και σκούφο. Μόνο το φούμο στα μούτρα τους έλειπε. Το μόνο πράγμα που σε έκανε να τους ξεχωρίζεις ήταν τα παπούτσια τους. Φορούσαν σταράκια. Ο ένας πράσινα και ο άλλος κόκκινα. «Εννιά παρά δέκα», είπε ψιθυριστά ο άνδρας με τα πρασινα σταράκια. «Οχτώ και πενήντα εννοείς», απάντησε αυτός με τα κόκκινα. «Νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσουμε». «Κι εγώ το ίδιο νομίζω». Τα πράσινα σταράκια μπήκαν πρώτα στο πρακτορείο και ακολούθησαν τα κόκκινα. Πλησίασαν το ταμείο που ήταν γεμάτο κόσμο. Στάθηκαν στην ουρά κρατώντας σφιχτά τα παλτά τους. Ο πράκτορας περνούσε δελτία από τη μηχανή που τιτίβιζε χαρούμενη. Ένα αγόρι κρατώντας στα χέρια του ένα δελτίο ΚΙΝΟ πάτησε ένα πράσινο σταράκι. «Συγνώμη», είπε το αγόρι. «Συνήθως είμαι πιο προσεκτικός αλλά σήμερα…» «Άσε την πολυλογία μικρέ και τράβα παραπέρα». Το αγόρι έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα και κάθισε σε μία καρέκλα στα πίσω τραπέζια της αίθουσας. Κάρφωσε το βλέμμα του σε μια τεράστια οθόνη πλάσμα που έδειχνε την κλήρωση του ΚΙΝΟ. Τα πράσινα σταράκια εν τω μεταξύ είχαν χωρίσει αρκετά στην ουρά. Είχαν τώρα μόνο δυο άτομα μπροστά στους. Τα κόκκινα σταράκια ακολουθούσαν κατά πόδας. «Εννιά παρά οχτώ», ψιθύρισε ο άνδρας με τα πράσινα σταράκια. «Οχτώ και πενήντα δύο εννοείς», απάντησε αυτός με τα κόκκινα.

24

αντί × λόγου


αντί × λόγου

ντόμινο

Τα πράσινα σταράκια είχαν φτάσει στο ταμείο. «Τι έχετε, ΚΙΝΟ ή ΣΤΟΙΧΗΜΑ ;», ρώτησε ο χοντρός πράκτορας. Ο άνδρας με τα πράσινα σταράκια γέλασε. Το ίδιο κι αυτός με τα κόκκινα. «Ούτε ‘κείνο ούτε τ’ άλλο», απάντησε ο άνδρας με τα κόκκινα. Πρώτα τα πράσινα σταράκια κι ύστερα τα κόκκινα πήραν επιθετική στάση. Και οι δυο άνδρες κρατούσαν τώρα από μια μπερέτα που έκρυβαν τόση ώρα στα παλτά τους. Τις έστρεψαν στον πράκτορα. «Δώσ’ μου τις εισπράξεις της ημέρας», είπε αυτός με τα πράσινα που προφανώς ήταν και ο αρχηγός. «Πριν σου τινάξουμε τα μυαλά στον αέρα», συμπλήρωσε ο άλλος με τα κόκκινα που προφανώς ήταν ο μαλάκας. Ο πράκτορας έβγαλε δειλά μια χούφτα χαρτονομίσματα από το ταμείο και τα έτεινε στους ληστές με τα σταράκια. Ο αρχηγός κατέβασε το όπλο του και έτεινε το χέρι του για να τα πάρει. «Συνέχισε να τον σημαδεύεις», είπε στο μαλάκα πίσω του κι εκείνος έγνεψε καταφατικά. Τη στιγμή που το χέρι του άνδρα με τα πράσινα σταράκια έπιανε τα χρήματα το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 20:57. Το αγόρι που πριν λίγο είχε πατήσει το πράσινο σταράκι πέρασε εκνευρισμένο δίπλα από την ουρά και πήγε προς την εξώπορτα. Στο πέρασμά του έσπρωξε έναν λεπτεπίλεπτο τυπάκο με γυαλιά. Εκείνος σκόνταψε και έπεσε με δύναμη πάνω σε έναν πιο βαρύ μπροστά του κι αυτός σε ένα πιο βαρύ κι αυτός σε έναν πιο βαρύ κι αυτός με τη σειρά του σε έναν πιο βαρύ κι ο προτελευταίος σε αυτό το ντόμινο ήταν ένας άνδρας με κόκκινα σταράκια κι ο τελευταίος ένας άνδρας με πράσινα. «Καλά είσαι πολύ μαλάκας τελικά», φώναξε ο άνδρας με τα πράσινα σταράκια. «Γιατί το λες αυτό αρχηγέ», αναρωτήθηκε ο άνδρας με τα κόκκινα χωρίς να μπει στον κόπο να σκεφτεί πως εξαιτίας της βλακείας του θα εξέτιναν ποινή τουλάχιστον δέκα χρόνων για ένοπλη ληστεία.

Μπαμ! Η μπερέτα του πράσινου κάπνιζε, τα χοντρά σκάγια είχαν διαλύσει ένα μεγάλο κομμάτι από το ταβάνι του πρακτορείου. «Άντε μαλάκα σήκω από κει και βάλε τα λεφτά στην τσάντα, η μπάτσοι ακούν τους πυροβολισμούς.» Ο άνδρας με τα κόκκινα έσπρωξε έναν χοντρό που είχε ξαπλώσει πάνω του και κλώτσησε με το δεξί πόδι, έναν άλλο που καθόταν στο αριστερό. Σηκώθηκε πάνω και έβγαλε από το παλτό μια τσάντα. «Το όπλο μαλάκα θα το αφήσεις εδώ;» είπε ο άνδρας με τα πράσινα. Ο κόκκινος έσκυψε και μάζεψε το όπλο του. Μετά κοκάλωσε τελείως! Ο πράσινος ξεφύσηξε αγανακτισμένος. «Μην κάθεσαι ρε, κουνήσου. Βάλε τα λεφτά στην τσάντα, για να φύγουμε». Καμία αντίδραση από τον κόκκινο. «Δεν μ΄ακούς;» είπε και βημάτισε προς το μέρος του. Αντί όμως να πάει προς το μέρος του άλλου, χωρίς να ξέρει το γιατί, κατευθύνθηκε προς την αντίθετη μεριά. Γυρίζοντας γύρω γύρω από τα τραπεζάκια του πρακτορείο ξανά και ξανά. Έχοντας ένα παράξενο στρατιωτικό βηματισμό, κάπως μηχανικό, κάπως αυτόματο, σαν κουρδιστό παιχνίδι. Είχε υπνωτιστεί! «Εσύ Σταμάτης και εσύ Γρηγόρης» είπε ο λεπτεπίλεπτος τυπάκος με τα γυαλιά, που ήταν το πρώτο κομμάτι του ντόμινου. Η ώρα ήταν 21:00. Στην οθόνη του ΚΙΝΟ τα είκοσι μπαλάκια είχαν πάρει τις θέσεις τους. Κανένα δελτίο δεν είχε παιχτεί τα τελευταία τρία λεπτά. «1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12» μέτρησε ο τυπάκος μια στην οθόνη και μια στο άπαιχτο δελτίο του. «Ακριβώς, όπως το πρόβλεψα». «Φτού! Γαμώ τους Klingon* μου, γαμώ!» ξανάπε. «Δεν το πιστεύω ότι μου συνέβη αυτό. Από όλους τους γαλαξίες του σύμπαντος επιλέγω αυτόν. Από όλα τα πλανητικά συστήματα του γαλαξία, επιλέγω αυτό εδώ. Από τους άλλους πλανήτες επιλέγω τη Γη, από όλες τις χώρες του πλανήτη διαλέγω την Ελλάδα, από τις πόλεις της διαλέγω τα Γιάννενα, από όλα τα πρακτορεία της πόλης ήρθα σε αυτό εδώ. Και δεν καταφέρνω να παίξω το τυχερό μου δελτίο. Πάνε στράφι τόσοι αιώνες στατιστικών μελετών. Απίστευτο!» Μονολόγησε και έφυγε από το πρακτορείο. Όταν ήρθε η αστυνομία μάζεψε τους ληστές και τους έβαλε δεμένους μέσα στο περιπολικό. «Αφεντικό έχω μια απορία» είπε ο κόκκινος. «Τι να τα κάνει τα λεφτά ένας εξωγήινος;» * Klingon: πολεμοχαρής εξωγήινη φυλή με τραχιά μογγολική όψη, κύριοι αντίπαλοι των Vulcan. Σχετικό μουσικό κομμάτι YouTube: S.P.O.C.K. - Never trust a Klingon (you will never forget it)

25


αντί × λόγου

αντί × λόγου

Μικρή φιλόλογος, αληθινή ιστορία Έχω κάτι οικογενειακούς φίλους...έχουν δυο παιδιά, ένα αγόρι, ένα κορίτσι. Το αγοράκι μεγαλύτερο κατά τέσσερα χρόνια, φυσικό ήταν να ξεκινήσει το σχολείο και τα παρεπόμενα βάσανα πιο νωρίς. Η μικρή του αδερφούλα υφίστατο άθελά της τις παρενέργειες της νεοελληνικής γραμματικής: ‘’Ανεβοκατεβαίνω.’’ έλεγε η μαμά, σε άσχετες με το διάβασμα κιόλας στιγμές. ’’Ανεβοκατεβαίνω. Σύνθετη λέξη. Ανεβαίνω και κατεβαίνω.’’ έπρεπε να πει ο μικρός, όπως και έλεγε. ’’Τυρόπιτα.’’ ’’Τυρόπιτα. Σύνθετη λέξη. Τυρί και πίτα.’’ ’’Μπράβο αστέρι μου.’’ Έλα όμως που άρχισε να λάμπει κι άλλο αστεράκι. Η μικρά δεσποινίς, επιβεβαιώνοντας τη ρήση για την επανάληψη, τη μητέρα κάθε μάθησης, απαντούσε κι αυτή στις προφορικές ασκήσεις τις μαμάς της... ’’ Αγριολούλουδο.’’ Και δυο φωνούλες πια : ’’Αγριολούλουδο. Σύνθετη λέξη. Άγριο και λουλούδι.’’ ’’Μπράβο αστέρια μου!’’ Και να πώς τα παιδιά είναι οι καλύτεροι δάσκαλοι της παιδαγωγικής. Η τετράχρονη μικρή με αποστόμωσε, με δίδαξε να μη γίνω ποτέ μια σεμνότυφη δασκάλα και να μη συντελέσω κι εγώ στο να πιστέψουν τα παιδιά πως οι λέξεις είναι κλεισμένες στα βιβλία, λέξεις σκληρές, ουδέτερες, τέλεια ορθογραφημένες μα στερημένες από αντίκρυσμα στην αληθινή ζωή. Οι λέξεις είναι κτήμα όσων τις αρθρώνουν και με μια έννοια δε φέρουν ενοχικές εννοιολογικές υφές γιατί εκφράζουν συναισθήματα. Τελείως αντίθετη στην ισοπέδωση, μα ένθερμη οπαδός της ελευθερίας της έκφρασης, ορκίστηκα πως πάντα θα χρησιμοποιώ στη διδασκαλία την αφοπλιστική παιδαγωγική της πρόταση : Μια από εκείνες τις μέρες ο μικρός τσακωνόταν με τη μαμά του. Πάνω στα νεύρα του ξεστομίζει κοιτώντας την εξαγριωμένος : ’’Αϊ στο διάολο! Κωλόγρια!’’ Και η μικρή ήρεμα : ’’Κωλόγρια. Σύνθετη λέξη. Κώλος και γριά.’’ Μπράβο αστέρι μου!!! Εύη Μαρκάτη

26


24h

24h open

deli veri


2ο Τεύχος