Issuu on Google+

ΑΠΡΟΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ

Ήταν μια μέρα του Μαΐου σαν όλες τις άλλες. Σε λίγο καιρό έκλειναν τα σχολεία κι υπήρχε μία ένταση ανάμεσα μας. Ξύπνησα όπως πάντα στις 6:30 για να πάω στο σχολείο. Πλύθηκα έφαγα πρωινό πήρα το βιολί μου και πήγα στην στάση να πάρω το σχολικό. Μπήκα μέσα κάθισα στην μπροστινή θέση δίπλα στην Βαλεντίνα και ξεκινήσαμε για το σχολείο. Σήμερα από το πρωί με πόναγαν όλοι μου οι μυς αλλά μπορούσα να το αντέξω. Την πρώτη ώρα είχαμε αρχαία με τον κύριο Λούκα. Μπήκα στην τάξη κάθισα στην θέση μου και περίμενα να αρχίσει το μάθημα. Μπήκε ο καθηγητής στην τάξη κι άρχισε να μας λέει για την Α’ κλίση των ουσιαστικών. Κάποια στιγμή ο κύριος Λούκας μου ζήτησε να πω πως τονίζετε η λέξη νήσος έπρεπε να συγκεντρωθώ για να απαντήσω έτσι ώστε να μην φωνάξω .Ο πόνος άρχισε να γίνετε αφόρητος. Δάγκωνα τα χείλη μου για να μην μου ξεφύγει καμία κραυγή. Όταν επιτέλους χτύπησε το κουδούνι ήρθε η Μαρίνα και μου ζήτησε να κατεβούμε στο προαύλιο . Εγώ δέχτηκα και σιγά σιγά κατέβηκα τις σκάλες που οδηγούσαν στην μπροστινή αυλή χωρίς παράπονα. Την επόμενη ώρα είχαμε γυμναστική. Αναρωτιόμουν τι θα έλεγα στον κύριο για να μην κάνω κι πονούσα. Αποφάσισα να μην του πω τίποτα κι ότι θα περνούσε. Στο τέλος μας έβαλε να κάνουμε αγώνες. Εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα έβγαινα τελευταία όπως έβγαινα πάντα ειδικά τώρα που πονούσα κιόλας. Όταν ξεκίνησε το τρέξιμο χωρίς να καταλάβω το πώς τους πέρασα όλους κι μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Με πιάνει η Μαρίνα κι μου λέει: - Μαντώ πως έτρεξες τόσο γρήγορα? -Τι να σου πω δεν ξέρω. Τέλος πάντων άντε πάμε. Να μην τα πολυλογώ σχολάσαμε και γύρισα σπίτι. Η ημέρα πέρασε άνετα κι χωρίς πολύ πόνο. Την επόμενη μέρα ήταν Σάββατο οπότε δεν είχα σχολείο. Το βράδυ πάνω που πήγα να κοιμηθώ να σου ένας άλλος πόνος αυτήν την φορά στο στομάχι και στο κεφάλι. Με πολύ κόπο κατάφερα να αποκοιμηθώ. Το πρωί που ξύπνησα είχα μία τρομερά μεγάλη όρεξη να τρέξω, κι δεν πόναγα καθόλου σήμερα, έτσι πήγα κι ζήτησα από τον πατέρα μου τον Γιώργο να με αφήσει να πάω μια βόλτα μόνη μου, εξάλλου ήμουν 17 ετών. Βγήκα κι άρχισα να πηγαίνω βόλτα προς το δάσος. Ξαφνικά με έπιασε μια λαχτάρα να τρέξω κι έτσι άρχισα να τρέχω. Όπως έτρεχα έγινε κάτι πολύ παράξενο. Έτρεχα για πολύ ώρα ώσπου κάποια στιγμή το σώμα μου άρχισε να αλλάζει κι από ανθρώπινο άρχισε να γίνετε λυκίσιο. Σταμάτησα να τρέχω για να με περιεργαστώ. Είχα γίνει μια λύκαινα. Μια λύκαινα στο χρώμα


του χιονιού. Ήμουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για λύκος αλλά δεν ξεπερνούσε το πραγματικό. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σύμβαινε. Νόμιζα πως είχα τρελαθεί ή ότι είχα αποκοιμηθεί κάτω από κάποιο δέντρο. Ξάφνου άκουσα ένα λυκίσιο ουρλιαχτό να σκίζει την σιωπή του δάσους. Κάποιος με καλούσε. Αλλά ποιος? Άρχισα να τρέχω ακολουθώντας αυτό το ουρλιαχτό ώσπου έφτασα σε ένα μεγάλο καταπράσινο λιβάδι. Εκεί μ περίμενε ένας λύκος. Το χρώμα της γούνας του ήταν καστανό ανοιχτό προς μελί. Μόλις με είδε δεν πρόλαβα να πάρω μια ανάσα κι έτρεξε μέσα στο δάσος κι επέστρεψε με την ανθρώπινη μορφή του. Ήταν ένα αγόρι γύρω στα 18 με καστανοκόκκινα κοντά μαλλιά ως τους ώμους και πράσινα μάτια. «Καλώς ήρθες.» Μου είπε. «Πως είσαι? Δεν περιμένω να μου απαντήσεις γιατί είναι λίγο δύσκολο στην μορφή που βρίσκεσαι, θα ήταν πιο εύκολο αν γινόσουν πάλι άνθρωπος. Για να μπορέσω να σου εξηγήσω.» Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν ξέρω να αλλάζω μορφή. Ευτυχώς το κατάλαβε. «Αν θες μπορώ να σου πω πως.» του έκανα ένα νεύμα με το κεφάλι μου ότι θέλω. «Πρόσεξε με καλά συγκέντρωσε όλη σου την σκέψη στην ανθρώπινη μορφή σου και θα γίνεις ξανά άνθρωπος. Να σκέφτεσαι μόνο αυτό. Σου έχω αφήσει ρούχα μέσα στο δάσος για να φορέσεις.»Του έγνεψα ευχαριστώ κι πήγα στο δάσος για να αλλάξω. Συγκεντρώθηκα στην ανθρώπινη μορφή μου κι άλλαξα, έτσι απλά. Φόρεσα τα ρούχα που μου είχε αφήσει το αγόρι και επέστρεψα στο λιβάδι. «Τώρα Μάντι άκουμαι καλά.» Μου είπε. «Ονομάζομαι Άγγελος Ακτόρ. Πρέπει να επιστρέψεις σπίτι σου πριν αρχίσουν οι γονείς σου να σε ψάχνουν. Πρόσεχε μην πεις τίποτε σε κανέναν. Το βράδυ κατά τις 24:00 έλα εδώ, θα σε περιμένουμε. Βγες στο μπαλκόνι σου και πήδηξε κάτω. Μόλις κατέβεις έλα τρέχοντας εδώ πριν σε δει κανείς.» «Τι, τι λες; Πως ξέρεις το όνομα μου; Γιατί γίνομαι λύκος; Ποιοι θα με περιμένετε;» «Έλα το βράδυ και θα στα εξηγήσουμε όλα. Μην ανησυχείς.» «Καλά θα έρθω . Αλλά αν θελήσω θα φύγω.» « Δεν σε εμποδίζει κανείς από το να φύγεις.» «Ναι, ναι» Του είπα κι έφυγα να πάω στο σπίτι. Τώρα είχα να αντιμετωπίσω τις ερωτήσεις της μητέρας μου που έπεφταν βροχή. «Που ήσουν; Είσαι καλά; Έχεις τίποτα;» « Είμαι μια χαρά μαμά. Απλά συνάντησα κάποιους φίλους κι άργησα να γυρίσω.» «Άλλη φορά να παίρνεις το κινητό σου μαζί.» «Εντάξει μαμά. Τώρα θέλω να πάω για ύπνο. Ευχαριστώ.»


Είπα κι ανέβηκα τις σκάλες για να φτάσω στον 3ο όροφο όπου και είναι το δωμάτιο μου. Έκανα τα μαθήματα μου για την Δευτέρα, άλλαξα και περίμενα να πάει η ώρα 24:00. Σκεφτόμουν τι μου είχε πει ο Άγγελος. Πως θα πήγαινα εκεί. Τι θα με περίμενε. Θα μου έλεγαν όλοι την αλήθεια; Κάποια στιγμή σκέφτηκα να μην πάω αλλά αυτό ήταν μόνο μια στιγμιαία σκέψη. Τελικά η ώρα πήγε 24:00 και βγήκα στο μπαλκόνι μου, πήδηξα κάτω και ξεκίνησα για το λιβάδι όπου θα συναντούσα τον Άγγελο. Άρχισα να τρέχω ώσπου τελικά έφτασα στον προορισμό μου. Στο λιβάδι με περίμεναν 3 λύκοι. Αναγνώρισα εύκολα τον Άγγελο βρισκόταν ανάμεσα από τους άλλους 2 λύκους. Αριστερά του βρισκόταν ένας γκρίζος λύκος κι δεξιά του ένας κατάμαυρος. Μόλις με είδαν πήγαν στο δάσος, άλλαξαν μορφή κι ήρθαν. Ο μαύρος λύκος ήταν ο φίλος μου ο Παύλος και ο γκρίζος ήταν η δίδυμη αδερφή του η Μαρίνα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μα γιατί δεν μου είχαν πει τίποτα; Κάποια στιγμή ο Άγγελος με πλησίασε ενώ η Μαρίνα κι ο Παύλος έμειναν πίσω. «Για σου Μάντι» Με χαιρέτισε ο Άγγελος.»χαίρομαι που ήρθες, μι θυμώσεις με τα παιδιά δεν σου το είπαν γιατί δεν μπορούσαν. Όμως όταν είδαν την έκφραση σου εχτές στο σχολείο μόνο εκείνοι κατάλαβαν τι είχες. Έπρεπε όμως να συμπεριφερθούν σαν να μην κατάλαβαν, για αυτό κι η Μαρίνα σου ζήτησε να κατέβετε στο προαύλιο. Όταν σχολάσετε με ειδοποίησαν κι έτσι σε περίμενα μέχρι που σήμερα εμφανίστηκες. «Καλά! Θα μου πεις τώρα τι συμβαίνει; Γιατί γινόμαστε λύκοι; Τι έχουμε πάθει;» «Λοιπόν έχουμε επιλεχθεί για να προστατεύουμε αυτό το μέρος κι γι αυτό γινόμαστε λύκοι. Είμαστε κάτι σαν προστάτες. Βέβαια δεν είναι πολύ ασφαλές για εσάς. Για να μεταμορφωθείς σε λύκο χρειάζεται μόνο να το σκεφτείς. Από εδώ και στο εξής θα είσαι μέλος της αγέλης μας και θα πρέπει να το κρατήσεις κρυφό. Δε πρέπει κανείς ούτε οι γονείς σου να μάθουν τίποτα.» «Γιατί παλιά δεν γινόμασταν λύκοι ενώ τώρα γινόμαστε; Και θα έρθουν κι άλλοι ή θα μείνουμε μόνο 4;» Τώρα ήταν ο Παύλος αυτός που απάντησε στην ερώτηση μου. «Παλιότερα δεν μεταμορφωνόμασταν γιατί δεν υπήρχε λόγος, τώρα όμως υπάρχει. Μην με ρωτήσεις ποιος είναι γιατί δεν τον γνωρίζω. Κι αυτό που ρώτησες για το αν θα μείνουμε μόνο 4. Όχι θα έρθουν κι άλλοι μερικούς μπορεί και να τους ξέρεις.» «Τώρα πρέπει να κάνουμε περιπολία στο δάσος Μαρίνα, Μάντι εσείς πηγαίνετε ανατολικά. Εγώ κι ο Παύλος θα πάμε δυτικά. Αν προσέξετε τίποτα παράξενο βάλτε μια φωνή.»είπε ο Άγγελος.


Πήγαμε όλοι στο δάσος κι αλλάξαμε μορφή ο Παύλος κι ο Άγγελος έφυγαν λίγο πριν φύγουμε. Τότε η Μαρίνα μου μίλησε μέσα στο κεφάλι μου. Τι ήταν πάλι κι αυτό. «Κάτι που ξέχασε να σου πει ο Άγγελος είναι ότι μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας όταν είμαστε λύκοι δηλαδή εσύ π.χ. να ακούς μόνο αυτό που θέλω να σου πω.» «Αυτό γίνετε κι με πολλά άτομα. Δηλαδή αν μιλάω με εσένα μπορεί να το ακούσει κι ο Παύλος;» «Όχι μόνο ο Άγγελος μπορεί επειδή είναι ο αρχηγός. Άντε πάμε τώρα.» Είπε κι αρχίσαμε την περιπολία.

Ένας διαφορετικός φίλος. Έτσι όπως τρέχαμε μέσα στο δάσος άκουσα κάποιον να φωνάζει. Αρχίσαμε να τρέχουμε εγώ κι η Μαρίνα ακολουθώντας την φωνή. Ενώ συγχρόνως φωνάζαμε τον Άγγελο κι τον Παύλο να έρθουν. Όταν φτάσαμε στο μέρος από το οποίο ερχόταν η φωνή έμεινα κάγκελο. Ήταν ένα πλάσμα που σφάδαζε από πόνο κι αυτό το πλάσμα ήταν ο κολλητός μου ο Ντέιβ. Τον είδαν κι ι υπόλοιποι και πήραν θέση μάχης. Τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί . Τον είχε δαγκώσει βρικόλακας και μας άκουσε μάλλον κι τον άφησε κι έφυγε. Τώρα το δηλητήριο του κυλούσε στις φλέβες του και τον έκανε να πονάει μέχρι να μεταμορφωθεί. Τώρα όμως η αγέλη έπρεπε να τον σκοτώσει. Μόλις το σκέφτηκα αυτό έτρεξα κι κάθισα μπροστά από τον Ντέιβ κι άρχισα να γρυλίζω. «Μα τι κάνεις; Τον προστατεύεις;» Μου είπε ο Άγγελος μέσα στο κεφάλι μου. «Είναι φίλος μου δε θα σε αφήσω να τον σκοτώσεις.» «Δεν είναι πια ο φίλος σου.» «Δεν με ενδιαφέρει δεν θα τον αγγίξεις.» «Κάνε στην άκρη να τελειώνουμε.» «Πάνω από το πτώμα μου.»Του είπα κι άρχισα να του γρυλίζω. Τότε ο Παύλος και η Μαρίνα άλλαξαν μορφή κι ήρθαν να κάτσουν δίπλα μου. Άλλαξε κι ο Άγγελος. Μόνο εγώ ήμουν λύκος τώρα αρνούμενη να αφήσω τον Ντέιβ έστω κι για να γίνω άνθρωπος. «Πήγαινε να αλλάξεις μορφή θα τον προσέχουμε εγώ κι ο Παύλος. Δεν θα του κάνουμε κακό.» Μου είπε η Μαρίνα. Γρύλισα άλλη μια φορά στον Άγγελο και πήγα να αλλάξω μορφή. Όταν πια ήμουν άνθρωπος έτρεξα κι έκατσα διπλά στον Ντέιβ που ακόμα πονούσε προσπαθώντας να τον ηρεμίσω. «Αφού θα τον αφήσουμε να ζήσει πρέπει να τον πάμε κάπου.» Μου είπε ο Άγγελος.


«Υπάρχει μι�� καλύβα μέσα στο δάσος, μπορούμε να τον πάμε εκεί.»Του είπε ο Παύλος. «Ναι όμως ποιος θα μένει μαζί του;» «Εγώ!» Είπα αμέσως. «Και το σχολείο;» Μου είπαν και οι 3 μαζί. «Την Δευτέρα θα έχει τελειώσει η μεταμόρφωση του .Το πρωί θα κάνω κοπάνα. Σιγά τώρα για 1 μέρα.» «Και η μητέρα σου; αν μάθει για την κοπάνα…» «θα κάνω ότι είμαι άρρωστη και θα με αφήσει στο σπίτι.» «Τότε πως θα έρχεσαι εδώ;» «Κρυφά. Δεν λέω θα ναι δύσκολο άλλα θα τα καταφέρω.» «Πάμε τότε στην καλύβα»Είπε η Μαρίνα. Τότε πήρα αγκαλιά τον Ντέιβ κι ακολούθησα τον Παύλο που μας πήγαινε στην καλύβα. Όταν φτάσαμε μπήκε μέσα ο Παύλος κι η Μαρίνα κι έφτιαξαν ένα πρόχειρο κρεβάτι από χόρτα. Μπήκα μέσα κι ξάπλωσα τον Ντέιβ πάνω στο κρεβάτι από τα χόρτα κι κάθισα δίπλα του. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα η Μαρίνα κι έφερε ένα στρώμα για εμένα. Εγώ της είπα ότι δεν ήταν ανάγκη αλλά εκείνη επέμενε. Όταν βγήκε από την καλύβα πείρα τον Ντέιβ και τον έβαλα να ξαπλώσει πάνω στο στρώμα. Κατά τις 08:00 θα πήγαινα σπίτι και στις 09:00 θα ερχόταν η Μαρίνα να με πάρει να πάμε για ψώνια στην Γλυφάδα. Τουλάχιστον έτσι θα νόμιζαν οι γονείς μου. Κάποια στιγμή εκεί που καθόμουν δίπλα από τον Ντέιβ μου λέει η Μαρίνα. «Γρήγορα πρέπει να φύγεις. Θα τον προσέχω εγώ.» Βγήκα από την καλύβα κι άρχισα να τρέχω με προορισμό το σπίτι μου. Η μόνη δυσκολία ήταν το πώς θα ανέβαινα στο μπαλκόνι για να μπω μέσα. Τέλος πάντων την ώρα που ο πατέρας μου έβγαινε έξω για να πετάξει τα σκουπίδια εγώ με γρήγορες δρασκελιές ανέβηκα στο μπαλκόνι μου, μπήκα μέσα, άλλαξα κι κατέβηκα κάτω κάνοντας ότι μόλις είχα ξυπνήσει. Δεν είχα κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ αλλά δεν νύσταζα. Όταν κατέβηκα κάτω έκανα ότι έκανα και κάθε άλλη φυσιολογική Κυριακή. Ήπια το γάλα μου έφαγα φρυγανιές με μέλι και κάθισα να δω τι παίζει στην τηλεόραση. Στις 09:00 όπως το είχαμε κανονίσει ήρθε να με πάρει η Μαρίνα. Στο δρόμο για την καλύβα την ρώτησα πως είναι ο Ντέιβ κι μου απάντησε ότι ήταν όπως τον άφησα. Όταν φτάσαμε μπήκα γρήγορα μέσα στην καλύβα. Η Μαρίνα κι ο Παύλος έφυγαν κι συνέχισαν την περιπολία ενώ ο άγγελος έμεινε γιατί ανησυχούσε για εμένα. Κάποια στιγμή εκεί που καθόμουν δίπλα του μου έπιασε το χέρι κι μου είπε τόσο χαμηλά που σχεδόν δεν ακουγόταν. «Πο-να-ω.» «Το ξέρω καλέ μου. Ηρέμισε θα περάσει.» Του είπα κι άρχισα να του τραγουδώ. Το ότι είχα γίνει ‘‘προστάτης’’ δεν σήμαινε το ότι


είχα ξεχάσει να τραγουδάω και να παίζω μουσικά όργανα. Έμεινα εκεί δίπλα του όλη την ημέρα κι όταν πήγε 20:00 έφυγα και πήγα σπίτι. Μπήκα μέσα από την πόρτα κανονικά και πήγα για ύπνο, που λέει ο λόγος. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και πήδηξα από το μπαλκόνι. να πάω στην καλύβα. Είχα ένα προαίσθημα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Η Μάχη «Μάντι!!!» Με φώναξε ο άγγελος όταν με είδε να φτάνω. «Τι έγινε;’ «Έχουμε επισκέψεις.» Είπε κι έτριξε τα δόντια του. Το προαίσθημά μου είχε βγει αληθινό όντως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Πήγαινε να αλλάξεις μορφή. Εγώ θα πάω στο δάσος να δω ποιοι είναι.»Άλλαξα μορφή όπως μου είπε ο Άγγελος και πήγα και στάθηκα μπροστά από την καλύβα. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά ήρθε μια θηλυκιά βρικόλακας με ξανθά μαλλιά σαν τον ήλιο και τα μάτια της ήταν τόσο κόκκινα που νόμιζες ότι θα σε έκαιγαν. Εδώ ήμουν μόνο εγώ. Όταν ο Άγγελος από το δάσος που βρισκόταν είδε την βρικόλακα που ερχόταν, ήρθε κι μπήκε μπροστά μου γρήγορα γρυλίζοντας. Έπειτα η βρικόλακας μίλησε. «Για σας είμαι η Άλκη . δεν ήρθα εδώ για να κάνω κακό σε κανέναν. Ήρθα μόνο για να πάρω κάτι που μου ανήκει.» Είπε κι έριξε μια ματιά στην καλύβα. Τότε μου μίλησε ο Άγγελος μέσα στο κεφάλι μου. «Σε αυτό μπορείς μόνο εσύ να πάρεις μιαν απόφαση. Θα τον αφήσεις να πάει με τους όμοιους του ή θα τον κρατήσεις εδώ;» «Φυσικά και θα μείνει εδώ» του είπα κι πήγα 2 βήματα πιο κοντά στην βρικόλακα γρυλίζοντας. Τότε εκείνη με μια γρήγορη κίνηση με χτύπησε στο πρόσωπο. Αμέσως ο Άγγελος έτρεξε κατά πάνω της και της δάγκωσε το χέρι. Άρχισα να φωνάζω δυνατά για να έρθουν η Μαρίνα κι ο Παύλος. Η Άλκη με μια επιδέξια κίνηση πέταξε τον Άγγελο στην άκρη κι άρχισε να τρέχει προς την καλύβα. Τότε πήδηξα πάνω της και της δάγκωσα το ίδιο χέρι και της το έκοψα. Εκείνη την στιγμή αηδίασα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Εκείνη με πέταξε πάνω σε έναν βράχο. Εκείνη την στιγμή έφτασαν ο Παύλος κι η Μαρίνα. Όταν ο Παύλος είδε την βρικόλακα που ερχόταν καταπάνω μου κι εγώ δεν μπορούσα να κουνηθώ από τον πόνο της σύγκρουσης, έπεσε πάνω της και της δάγκωσε το πόδι για να την καθυστερήσει. O Άγγελος ήρθε γρήγορα δίπλα μου Ενώ έκανε νόημα στον Παύλο κι την Μαρίνα να απασχολήσουν την Άλκη. Εγώ είχα μείνει εκεί που με είχε ρήξη η βρικόλακας. Προτιμούσα να μην κινούμε πολύ ειδικά το χέρι μου γιατί όταν το κινούσα με πόναγε.


«Μάντι είσαι καλά; Ηρέμισε. Πρέπει να αλλάξεις μορφή. Θες να φωνάξω την Μαρίνα;» Δεν του απάντησα. Δεν ήθελα να ανησυχεί για εμένα μπορούσα να τα βγάλω πέρα. «Πρέπει να αλλάξεις μορφή για να δούμε το τραύμα σου. Έλα πάμε στο δάσος. Θες να έρθει και η Μαρίνα μαζί σου;» «Όχι μπορώ να τα καταφέρω απλώς βοήθησε με να σηκωθώ.» Με βοήθησε να σηκωθώ και πήγα στο δάσος να αλλάξω μορφή ενώ οι υπόλοιποι απασχολούσαν την Αλκη. Αφού σιγουρεύτηκα ότι δεν είχα τίποτε άλλο από μελανιές κι το χέρι μου μάλλον σπασμένο έτρεξα και μπήκα μέσα στην καλύβα. Ευτυχώς ο Ντείβ ήταν ακόμα εκεί ασφαλής. Αν και είχε σταματήσει να φωνάζει ήμουν σίγουρη ότι ακόμα πονούσε. Από έξω ακουγόντουσαν φωνές. Άλλαξα μορφή κι πήγα να βοηθήσω τα ‘‘αδέρφια μου’’ . Η Άλκη ενώ της έλειπε ένα χέρι πετούσε τον Παύλο από την μια μεριά στην άλλη ενώ ο Άγγελος και η Μαρίνα προσπαθούσαν να της αποσπάσουν την προσοχή. Τότε εγώ έτρεξα με φόρα και την ακινητοποίησα, τότε ήρθε ο Άγγελος και με μια γρήγορη κίνηση την σκότωσε. Έπειτα αλλάξαμε όλοι μορφή κι ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά. Μετά με την βοήθεια των υπολοίπων μαζέψαμε όλα της τα κομμάτια και τα πετάξαμε στην φωτιά. Όταν ποια είχε καεί τελείως σβήσαμε την φωτιά και μπήκαμε μέσα να περιποιηθούμε τις πληγές μας. Η Μαρίνα είχε χτυπήσει , ευτυχώς όχι σοβαρά, στο κεφάλι ενώ ο Παύλος είχε μερικές μελανιές. Ο Άγγελος είχε ένα βαθύ σκίσιμο στο πόδι ενώ εγώ τελικά είχα σπάσει το χέρι μου. Ο Άγγελος μου έδεσε το χέρι με επίδεσμο κι είπε ότι την Τρίτη θα ήταν μια χαρά γιατί εμείς γιατρευόμαστε γρήγορα. Η Μαρίνα κι ο Παύλος θα ήταν μια χαρά σε μερικές ώρες ενώ ο Άγγελος θα ήταν μια χαρά αύριο. Δεν μπορούσαμε να πάμε σε γιατρό γιατί θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς.


Ο Ντέιβ και ο Άγγελος. Η ώρα είχε πάει 06:00 κι έφυγα. Πήγα στο σπίτι , σκαρφάλωσα με δυσκολία στο μπαλκόνι και μπήκα μέσα από το παράθυρο. Ντύθηκα, έβαλα μια ζακέτα για να μην δουν οι γονείς μου τον επίδεσμο και κατέβηκα κάτω. Τότε με είδε ο πατέρας μου. «Μάντι γλυκιά μου τι έχεις?» «Δεν αισθάνομαι πολύ καλά.» «Τότε καλύτερα να μην πας σχολείο να μείνεις εδώ σήμερα.» «Εντάξει.» »Όμως δεν θα σηκωθείς καθόλου από το κρεβάτι. Άντε πήγαινε να ξαπλώσεις.» «Εντάξει μπαμπά.» Είπα κι πήγα επάνω. Είχα συμφωνήσει με τον Άγγελο πως αν ήθελα μπορούσα να κοιμόμουν λίγο. Στην αρχή σκέφτηκα να κοιμηθώ αλλά τελικά αποφάσισα πως άμα ήθελα να κοιμηθώ θα κοιμόμουν εκεί στην μορφή του λύκου. Οπότε βγήκα στο μπαλκόνι μου και πήδηξα στο έδαφος. Έπειτα άρχισα να τρέχω ώσπου έφτασα στο λιβάδι. Μόλις με είδε ο Άγγελος ήρθε δίπλα μου. «Πως είσαι? Είσαι καλύτερα? Πονάει πολύ το χέρι σου?» «Είμαι μια χαρά. Εσύ?» Του είπα κι του έδειξα το πληγωμένο του πόδι που από ότι παρατήρησα δεν τον πόναγε κι πολύ γιατί περπατούσε κι έτρεχε άνετα. «Α σχεδόν έκλεισε η πληγή.» «Ωραία. Εμ. Πρέπει να σου ζητήσω μία χάρη.» «Τι καλέ? Πες μου.» «Να το πω στους γονείς μου. Όχι όλες τις λεπτομέρειες αλλά μόνο ότι γίνομαι λύκος. Δεν μπορώ να τους γεμίζω στο ψέμα.» «Όχι αυτό με τίποτα. Δεν πρέπει. Με τίποτα» «Μα…» «Δεν έχει μα δεν μπορείς. Όχι.» «Μα δεν καταλαβαίνεις. Εσένα οι δικοί σου νομίζουν ότι έχεις χαθεί ή ότι έχεις πεθάνει. Δεν με ενδιαφέρει εγώ θα τους το πω.» Έκανε σαν να μην με άκουσε κι μου είπε. «Σήμερα περιμένουμε άλλη μια κοπέλα να έρθει και θα πας εσύ να την καλωσορίσεις.» «Μμμ. Ωραία επιλογή έκανες να με δει η κοπέλα κι να τρομάξει ακόμα δεν θα έρθει.» Του πα κι του έδειξα το σπασμένο χέρι μου που το χα με επίδεσμο ακόμα. «Θα έρθει κατά τις 21:00 το μέρος όπου με συνάντησες. Όταν την ακούσεις από μακριά να τρέχει θα αρχίσεις να φωνάζεις για να ακολουθήσει την φωνή σου και να σε βρει.Θα την περιμένεις στην


λυκίσια σου μορφή κι έπειτα θα αλλάξεις. Αμέσως μετά φέρε την εδώ για να της εξηγήσω εγώ τα υπόλοιπα. Μιας και θα έχεις έναν νεογέννητο βρικόλακα για να φροντίσεις.» «Ό,τι πεις ‘‘Αρχηγέ’’» Έκανε ένα μορφασμό στο άκουσμα αυτής της λέξης. Δεν του άρεσε να τον λέμε έτσι. «Καλά καλά κάνε ότι θες πες το και στην μισή χώρα αλλά έτσι και βρεθούμε σε μπελάδες ...» « Ξέρω ξέρω εγώ θα τρέχω για να μας βγάλω από την δύσκολη θέση και αν χρειαστεί θα φύγω από την αγέλη. Ευχαριστώ πολύ.» Του είπα και πήγα να τον αγκαλιάσω από την χαρά μου αλλά τελικά αποφάσισα να μην το κάνω διότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ χαζό κι παιδιάστικο εκμέρους μου κι θα μπορούσε να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Ντέιβ ήταν ακόμα ξαπλωμένος αλλά προσπαθούσε να μου πει κάτι. Πήγα κοντά του κι του έπιασα το χέρι. Ήταν πολύ κρύος, παγωμένος μπορώ να πω. Ειδικά για εμένα που ήμουν γύρω στους 40οC. «Μάντι?» «Εδώ είμαι. Ηρέμισε σε λίγες ώρες θα περάσει ο π��νος. Μην ανησυχείς.» Κάθισα μαζί του και του τραγούδησα για να του απαλύνω τον πόνο. Όταν η ώρα πήγε 15:00 Δεν θα τους το έλεγα ακόμα. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για αυτό. Όταν έφτασα σπίτι πήρε τηλέφωνο η Μαρίνα. «Ναι? Έλα Μαρίνα τι έγινε στο σχολείο?» «Δεν θα το πιστέψεις. Έκλεισε το σχολείο.» «Γιατί?» «Λόγω του νέου Ιού και θα ανοίξει μετά τα Χριστούγενα» «Κρίμα. Πάντως έχει και την καλή του πλευρά θα μπορούμε να συναντιόμαστε κι να κάνουμε της περιπολίες πιο εύκολα..» «Καλά άντε για θα τα πούμε εκεί.» «Έγινε.» Της είπα και πήγα να πω στους γονείς μου για το σχολείο. Έπειτα ζήτησα από τον πατέρα μου να με αφήσει να πάω μια βόλτα κι ευτυχώς με άφησε. Όταν έφτασα ήταν 19:00 είχα καθυστερήσει να ξεκινήσω από το σπίτι. Το χέρι μου το είχα ξεδέσει λόγω των γονιών μου αλλά ούτως ή άλλως δεν με πονούσε. Όταν μπήκα στην καλύβα έμεινα άφωνη. Δίπλα στον Ντέιβ καθόταν ο Άγγελος και τον κοίταζε με ένα πονεμένο βλέμμα κρατώντας του το χέρι. Μου φάνηκε πως είχε δακρύσει. Μπορεί όμως να ήταν η φαντασία μου. Ο Ντέιβ είχε έναν αδερφό αλλά δεν τον είχα δει ποτέ. Λες να ήταν ο Άγγελος? Μπα. Αποκλείετε. Αφού ήθελε να τον σκοτώσει. Αλλά ποιος ξέρει όλα μπορούν να γίνουν. Εδώ είδα τον κολλητό μου να γίνετε βρικόλακας μπροστά στα μάτια μου. Εγώ είχα γίνει λυκάνθρωπος κι είχα πολεμήσει με


βρικόλακες. Οπότε αυτό μπροστά σε όλα αυτά που έχουν συμβεί δεν είναι τίποτα κι άνετα θα μπορούσε να είναι αλήθεια. Μόλις με είδε βγήκε έξω γρήγορα. Εγώ τον ακολούθησα και στάθηκα μπροστά του και του μίλησα στα ίσια. «Είσαι ο αδερφός του Ντέιβ.» Δεν μου απάντησε. Αυτό τι σήμαινε. Ναι? «Άγγελε σε είδα πως τον κοίταζες μέσα στην καλύβα κι πως δάκρυσες κιόλας. Αν δεν είσαι αδερφός του τότε γιατί έκανες έτσι? «Εντάξει. Ναι είμαι αδερφός του. Και λείπαμε που τον βλέπω έτσι.» «Τότε γιατί ήθελες να τον σκοτώσεις. Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό.?» «Δεν ξέρω αν θα μπορούσα. Ήταν το σωστό. Ευτυχώς όμως που ήσουν εσύ εκεί. Δεν θα το άντεχα στην συνείδηση μου αν το έκανα.» «Και γιατί τόσο θέατρο . Γιατί δεν το είπες από την αρχή.» «Γιατί δεν ήθελα ούτε εγώ να το πιστέψω ότι αυτό το παιδί που πόναγε ήταν ο αδερφός μου . Ο μικρός μου αδερφός. Εγώ είμαι 18 χρονών κι αυτός μόλις 17. Και κοίτα τι του έκαναν. Πήγαινε τώρα γιατί τελικά η κοπέλα θα έρθει πριν της 21:00.» «Μα είναι ακόμα 20:00. Εντάξει πάω.» Του είπα κι έφυγα.

Ο Ντέιβ και το καινούριο μέλος. Όταν έφτασα άφησα στο δάσος μία μπλούζα κι ένα τζιν για να αλλάξει η κοπέλα που θα ερχόταν. Στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω πως το ξέραμε ότι θα ερχόταν αλλά τελικά κατάλαβα ήταν κάτι σαν έκτη αίσθηση μία από τις ανομαλότητες μας. Κάποια στιγμή άκουσα βήματα κι κατάλαβα πως ήταν αυτή ευθύς άρχισα να φωνάζω. Μέχρι που με άκουσε κι είδα έναν σοκολατί λύκο να με πλησιάζει. Μόλις με είδε σταμάτησε. Εγώ πήγα κι άλλαξα μορφή κι ήρθα γρήγορα εκεί. Να της εξηγήσω πώς να άλλαξε μορφή.«Καλός ήρθες.»Είπα. «Στην μορφή που είσαι θα ναι λίγο δύσκολο να επικοινωνήσουμε. Αν είναι πήγαινε στο δάσος να αλλάξεις μορφή. Σου έχω αφήσει ρούχα.» Με κοίταξε με ένα αθώο βλέμμα σαν να μου λέει πως θα το κάνω αυτό. «Για να αλλάξεις μορφή πρέπει να σκέφτεσαι μόνο την ανθρώπινη μορφή σου.» Μου έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι της κι πήγε στο δάσος να αλλάξει μορφή. Όταν βγήκε έμεινα άναυδη. Η κοπέλα δεν ήταν άλλη από την Βαλεντίνα. Όταν πλησίασε έτρεξα γρήγορα κοντά της. «Μάντι . τι μου συμβαίνει. Μάλλον διόρθωση. Τι ΜΑΣ συμβαίνει?»


«Να. Εμ. Να. Έχουμε επιλεχθεί για να προστατεύουμε τους ανθρώπους.» «Να τους προστατεύουμε από τι?» «Από τους βρικόλακες κι γενικός όσους θέλουν να τους κάνουν κακό.» «Μα δεν καταλαβαίνω γιατί όχι πιο πριν γιατί τώρα?» «Δεν ξέρω. Τα υπόλοιπα θα σου τα εξηγήσουν τα υπόλοιπα μέλη της αγέλης . εγώ πρέπει να φύγω. Ακολούθα με. Θα σε πάω στους υπόλοιπους.» ‘Όταν φτάσαμε την παρέδωσα στον Παύλο κι την Μαρίνα κι εγώ με τον Άγγελο μπήκαμε μέσα στην καλύβα. Εγώ κάθισα δίπλα στον Ντείβ κι του τραγούδαγα ψιθυριστά χαδεύοντας του τα μαλλιά, όπως θα έκανε μια μάνα για να νανουρίσει το παιδί της, ενώ ο Άγγελος καθόταν όρθιος κι κοίταζε τον Ντέιβ. Ήταν πολύ αναστατωμένος. Μάλλον φοβόταν μην κάνει κακό στον Ντέιβ ή μήπως έκανε ο Ντέιβ στον Άγγελο κακό. Ναι αυτό πρέπει να ήταν . Θύμωσα με την στάση του κι σηκώθηκα όρθια. «Αν φοβάσαι μην σου κάνει κακό ο Ντέιβ να βγεις έξω. Δηλαδή δεν έχεις καθόλου πίστη στον αδερφό σου πια?» Είχα θυμώσει τόσο πολύ που φοβόμουν μην αλλάξω μορφή κι πληγώσω τον Άγγελο. Αλλά τι έγινε καθόλου δεν νοιαζόταν για τον αδερφό του δεν του είχε απομείνει καθόλου πίστη πια? «Δεν είναι αυτό που νομίζεις. Δεν φοβάμαι μην κάνει κακό σε εμένα. Αλλά…» «Αλλά τι?» «Αλλά φοβάμαι μην κάνει κακό σε εσένα. Δεν θα άντεχα άμα έβλεπα τον ίδιο μου τον αδερφό να σου κάνει κακό κι δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα.» «Πόπο τώρα σε έπιασαν κι τα παλικαρίσια ε?» «Καλύτερα να σταματήσει η συζήτηση εδώ δεν βλέπω να βγάζουμε καμία άκρη.» «Ναι μάλιστα. ΑΡΧΗΓΕ» Μόλις τελειώσαμε , μετά από λίγο ο Ντέιβ άρχισε να συνέρχεται. Η μεταμόρφωση του είχε ολοκληρωθεί. Έτρεξα αμέσως δίπλα του ενώ ο Άγγελος ήρθε από πίσω μου. «Μάντι, Άγγελε. Τι μου συμβαίνει, τι κάνετε εδώ, που είμαι, γνωρίζεστε, γτ πονάω τόσο πολύ στο λαιμό μου κι γιατί γενικός πόναγα τόσο καιρό?» «Ηρέμισε Ντέιβ. Θα στα εξηγήσουμε όλα. Σιγά σιγά. Καταρχάς πονάς κι νιώθεις ένα κάψιμο στο λαιμό κι πόναγες αυτές τις 3 μέρες διότι είσαι βρικόλακας.» Του είπε ο Άγγελος. «Τι τι είμαι? Κι πως. Δηλαδή.» «Πως το ξέρουμε εμείς?» Του είπα κι γύρισα να ζήτησω με το βλέμμα μου βοήθεια από τον Άγγελο. Σαν να του έλεγα να του το πω ή όχι. Τελικά κατάλαβε γιατί γύρισα κι μου έγνεψε με το κεφάλι


του ναι. Όλη αυτή η βουβή συζήτηση δεν κράτησε παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα αλλά του Ντέιβ αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα του φάνηκαν αιώνες ώσπου να γυρίσω να του απαντήσω. «Το ξέρουμε διότι είμαστε λυκάνθρωποι. Σε βρήκα μέσα στο δάσος μόλις σε είχαν δαγκώσει. Κανονικά θα έπρεπε να σε σκοτώσουμε πριν τελειώσει η μεταμόρφωση σου αλλά εγώ δεν το επέτρεψα. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Όμως τώρα πρέπει να πας να κυνηγήσεις γιατί αλλιώς θα σε πονάει πολύ ο λαιμός σου κι θα υποφέρεις.» «Μα τι λες είσαι τρελή. Δεν πάω πουθενά. Δεν πρόκειται να σκοτώσω κανέναν.» «Αν το έκανες θα είχες να τα βάλεις μαζί μου.» Του είπε ο Άγγελος δείχνοντας του την γροθιά του. «Αυτό που εννοούσε ο Άγγελος» Είπα κι γύρισα κι τον κοίταξα θυμωμένη προτού γυρίσω κι τελειώσω την πρόταση μου. «Είναι ότι δεν θα σε αφήσουμε να σκοτώσεις ανθρώπους αλλά θα σε πάμε στο δάσος κι θα τραφείς με ζώα.» Λέγοντας τις τελευταίες τέσσερις λέξεις ανατρίχιασα κι η φωνή μου κόμπιασε λίγο. Έπειτα του έκανα νεύμα να με ακολουθήσει ενώ κοίταξα τον Άγγελο αυστηρά κι το έγνεψα να έρθει κι αυτός μαζί. Άλλο που δεν ήθελε αυτός να ελέγχει τον μικρό του αδερφό μην κάνει καμία βλακεία. Μόλις βγήκαμε έξω από την καλύβα εγώ κι ο Άγγελος αλλάξαμε μορφή. Ο Ντέιβ δεν μας είχε ξαναδεί να αλλάζουμε μορφή κι είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Έπειτα ο Άγγελος έτρεξε προς το δάσος. Εγώ έκανα ένα νόημα στον Ντέιβ ότι πρέπει να τον ακολουθήσουμε κι έτσι κι έγινε. Φτάσαμε στο δάσος. Εγώ κάθισα κάτω από ένα δέντρο κι λιαζόμουν στον ήλιο ενώ τα αγόρια πήγαν να κυνηγήσουν. Δεν μου αρέσει να κυνηγάω τα ζώα μου φέρνει αναγούλα κι μόνο στην σκέψη ότι θα δάγκωνα ένα κακόμοιρο ελάφι. Κάποια στιγμή άκουσα φωνές. Ανοισίχισα. Μήπως τσακώνονται. Άμα τσακώνονται ο Άγγελος μπορεί να πληγωθεί ή ακόμα και να.. όχι δεν θα πάθει τίποτα πρέπει να πάω εκεί αμέσως. Σκέφτηκα κι πήγα γρήγορα εκεί από όπου άκουσα φωνές. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό. Ο Ντέιβ είχε πιάσει μία αντιλόπη κι ενώ εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει εκείνος της έπινε το αίμα. Αμέσως έφυγα μακριά. Άρχισα να τρέχω. Ήθελα να φύγω να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα. Δεν ανήκω εδώ. Ένα απλό κορίτσι μέχρι πριν λίγες μέρες κι τώρα, τώρα τι? Είμαι μία λυκάνθρωπος. Μόλις μεταμορφώθηκα είδα τον καλύτερο μου φίλο να υποφέρει ώσπου να γίνει ένας βρικόλακας. Έχει αλλάξει τόσο πολύ από την τελευταία μέρα που τον είδα στο σχολείο. Τώρα πια τα μάτια του δεν έχουν αυτό το όμορφο καστανό χρώμα τους αλλά


ένα κατακόκκινο σαν την φωτιά. Σαν την φλόγα του θανάτου. Δεν έχει πια το μαύρισμα που είχε αλλά είναι χλομός. Μπορώ να πω όμως ότι έχει ομορφύνει αρκετά. Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι πριν από λίγο παραλίγο να μην τον αναγνωρίσω. Αφότου τον βρήκα όμως κι τον μετέφερα στην καλύβα ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Έπρεπε να τα βάλω με μία βρικόλακα την Άλκη για να τον προστατεύσω κι να μην πάει κι του κάνει κακό ή έστω να τον πάρει μακριά. Δεν μπορούσα ούτε να τον φανταστώ ότι θα τον έπαιρνε ενώ εκείνος θα ήταν ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Την σκότωσα μαζί με τους άλλους. Είδα μπροστά στα μάτια μου ένα ζωντανό πλάσμα να πεθαίνει. Αλλά κι πάλι ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Έπρεπε να τον προσέχω. Κι εκτός από αυτό πρέπει να λέω ψέματα. Πολλά ψέματα σε όλους. Στους γονείς μου στις φίλες μου ακόμα κι στους γονείς του Ντέιβ, αυτούς ειδικά τους λυπάμαι χάσανε κι τα 2 τους παιδιά σε διάστημα ολίγον ημερών δεν έχουν ιδέα για το που βρίσκονται. Νομίζουν ότι έχουν πεθάνει, κι κάθε μέρα ελπίζουν πως θα τους ξαναδούν. Αυτό όμως θα αργήσει να γίνει. Δεν ξέρω κιόλας αν θα γίνει. Ο Άγγελος μέχρι να είναι σίγουρος ότι μπορεί να τους πει την αλήθεια δεν θα πάει να τους βρει. Ενώ ο Ντέιβ, ο Ντέιβ θα περάσει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να δει ξανά άνθρωπο. Κανονικό άνθρωπο. Όχι λύκους κι βλακείες. Όση ώρα τα σκεφτόμουν αυτά δεν κοίταζα τι συνέβαινε γύρω μου. Απλώς έτρεχα. Έτρεχα να ξεφύγω από τον ίδιο μου τον εαυτό. Ο Άγγελος προσπάθησε να μου μιλήσει αλλά εγώ σαν να έκανα ένα κλικ σε κάποιον υπολογιστή τον έκανα να σωπάσει. Το τελευταίο που ήθελα τώρα είναι να δει τι σχεδιάζω να κάνω τι πρόκειται να κάνω για να ξεφύγω από όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με σώσει από όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα μου μένει να κάνω.

Το τέλος, Ή όχι? Ο Άγγελος κι ο Ντέιβ ανησυχούσαν πολύ. Δεν έβρισκαν την Μάντι πουθενά. Είχαν ψάξει σε όλο το δάσος, στο λιβάδι της καλύβας στην καλύβα, ακόμα κι στο σπίτι της είχαν πάει να δουν μήπως ήταν εκεί. Η Μαρίνα κι ο Παύλος είχαν ανησυχήσει πολύ. Κάποια στιγμή εκεί που η Βαλεντίνα καθόταν κι προσπαθούσε όπως όλοι οι άλλοι να μπουν στο μυαλό της Μάντις τα κατάφερε κι χωρίς να σκεφτεί τίποτα κι την πάρει είδηση καθόταν κι παρακολουθούσε τον ειρμό της σκέψης της ενώ έβλεπε κι προς τα πού κατευθυνόταν. Την άκουσε να παραπονιέται στον εαυτό της για


αυτό που είχε καταντήσει κι για πράγματα που σε εκείνη ήταν ελάχιστα γνωστά. Δηλαδή όσα της είχαν πει ο Παύλος κι η Μαρίνα. Δηλαδή για της μέρες που δεν ήταν λύκαινα. Στο τέλος όμως μία φράση της Μάντι την έκανε να τρομάξει κι να φωνάξει. Η Μάντι την άκουσε κι σφράγισε καλά της σκέψεις της για να μην μπορούν να της δουν. Η Βαλεντίνα για να ηρεμίσει άλλαξε μορφή. Μόλις ο Άγγελος κι οι υπόλοιποι την άκουσαν να φωνάζει άλλαξαν μορφή κι έτρεξαν κοντά της. Ο Ντέιβ πήγε κι έκατσε δίπλα της κάτω από ένα δέντρο στο λιβάδι. Όταν μαζεύτηκαν όλοι γύρο της εκείνη άρχισε να τους λέει χωρίς να παραλείψει τίποτα τους είπε ό,τι είχε ακούσει στο μυαλό της Μάντις. Για το πόσο απαίσια ένιωθε για αυτό που είναι κι τους είπε ακόμα κι για την φράση αυτή που την τρόμαξε τόσο. ‘Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με σώσει από όλα αυτά. Μόνο ένα πράγμα μου μένει να κάνω.’ Όσο τα άκουγε όλα αυτά ο Ντέιβ είχε σηκωθεί κι είχε καθίσει σε μία απόμερη γωνιά για να σκεφτεί. Της είχε προκαλέσει τόσα προβλήματα. Την είχε κάνει να πονέσει. Για αυτόν είχε σπάσει το χέρι της. Κι παρόλα αυτά εκείνη όσο αυτός πονούσε καθόταν δίπλα του κι του τραγουδούσε για να του απαλύνει τον πόνο. Κι τώρα. Τώρα βρισκόταν σε κίνδυνο εξαιτίας του. Γιατί ήταν σίγουρος τι σήμαινε αυτή της η τελευταία φράση. Έπρεπε να κάνει κάτι κι μάλιστα γρήγορα αλλιώς η Μάντι μπορεί…Όχι δεν θα το σκεφτόταν αυτό. Δεν θα την άφηνε να πάθει κι άλλο κακό εξαιτίας του. Θα πήγαινε να την σώσει. Με ή χωρίς την αγέλη. Ο Άγγελος τον είδε που είχε απομακρυνθεί κι πήγε να του μιλήσει. Όσο να ναι αδερφός του ήταν έπρεπε να τον παρηγορήσει. «Τι έχεις αδερφέ μου?» Του είπε κι πήγε κι έκατσε ακριβώς μπροστά του σε έναν σπασμένο κορμό. Ο Ντέιβ πριν του απαντήσει κάθισε δίπλα του. Ένιωθε έτυμος να κλάψει κι ήταν σίγουρος πως αν ήταν άνθρωπος τώρα κι όχι βρικόλακας θα έκλεγε. Εξήγησε στον Άγγελο αυτά που είχε συλλογιστεί προηγουμένως. Έπειτα πήγαν κι κάθισαν μαζί με την υπόλοιπη αγέλη όπου κατέστρωσαν το σχέδιο της διάσωσης της Μάντι από τον ίδιο της τον εαυτό. Ενώ η αγέλη κι ο Ντέιβ σκέφτονταν που ακριβώς ήταν η Μάντι κι πως θα την σταμάταγαν εκείνη είχε φτάσει στον προορισμό της. Στεκόταν ακριβώς μπροστά από τον γκρεμό. Είχε πάρει την απόφασή της θα πήδαγε από τον γκρεμό. Έτσι θα τελείωναν όλα. Πήρε φόρα κι πήδηξε. Ένιωθε τον αέρα να της τινάζει τα μαλλιά. Όλο της το είναι ήθελε να πάρει θέση έτσι ώστε άμα έπεφτε να πάταγε σώα στα πόδια της όμως όχι το είχε πάρει απόφαση. Όπως έπεφτε χτύπησε πάνω σε ένα κλαδί που προεξείχε από τον βράχο κι της έκοψε λίγο την φόρα. Χτύπησε στο κεφάλι κι άρχισε να ζαλίζετε. Τότε ένιωσε πως κάτι την κρατούσε κι


τότε γύρισε κι είδε τον Ντέιβ ο οποίος την κρατούσε γερά κι δεν την άφηνε να του πέσει ενώ έπεφταν μαζί στο κενό. Κι τότε όλα γύρω της μαύρισαν.

Σώα κι αβλαβής!! Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στην καλύβα, σε ένα στρωμένο ωραίο κρεβάτι. Στην αρχή δεν κατάλαβα που ήμουν κι το πώς είχα βρεθεί εκεί αλλά έπειτα θυμήθηκα ότι πριν λιποθυμήσω από το χτύπημα στο κεφάλι με έπιασε ο Ντέιβ κι αυτός μάλλον με έφερε εδώ. Όπως πήγα να σηκωθώ με πόνεσε το κεφάλι μου κι τότε συνειδητοποίησα ότι το κεφάλι μου, το είχαν τυλίξει με επίδεσμο. Ο Ντέιβ κι ο Άγγελος καθόντουσαν λίγο πιο κει κι μόλις είδαν ότι ξύπνησα βγήκαν έξω κι φώναξαν τους άλλους, έπειτα ήρθαν όλοι μέσα να δουν πως είμαι. Πρώτος μου μίλησε ο Άγγελος. «Μάντι είσαι καλά. Μα γιατί το έκανες αυτό. Ανησυχήσαμε.»Εγώ τον κοίταξα μουτρωμένη κι στράφηκα στην Βαλεντίνα. «Γιατί το έκανες αυτό γιατί τους το είπες. Γιατί με σώσατε?»Τότε αυτός που μίλησε ήταν ο Ντέιβ. «Μάντι είσαι τρελή? Μα άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Έκανες όλα αυτά τα πράγματα μόνο κι μόνο για να με σώσεις κι μετά να πας κι να πέσεις από το γκρεμό? Μα δηλαδή. Δηλαδή έλεος.» Είπε κι ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. «Μας κατατρόμαξες.» «Μα πως καταλάβατε που βρισκόμουν?» «Ά εύκολα» Είπε η Βαλεντίνα. «Είδα που σκεφτόσουν ότι ήθελες να πας κι τους το είπα κι επειδή ο Ντέιβ τρέχει πιο γρήγορα από όλους μας ήρθε εκείνος να σε σταματήσει κι από ότι μας περίγραψε έφτασε στο τσακ. Αλλά πες μου κάτι πως χτύπησες το κεφάλι σου?» «Όπως έπεφτα έπεσα πάνω σε ένα κλαδί κι χτύπησα.» Τότε δεν άντεξα ανακάθισα στο κρεβάτι κι άρχισα να κλαίω. Τότε η Μαρίνα ήρθε κάθισε δίπλα μου κι με αγκάλιασε από τους ώμους κι μου σιγοτραγουδούσε για να ηρεμίσω. Όταν μου πέρασε η κρίση τους εξήγησα γιατί έφτασα σε αυτό το σημείο κι τους υποσχέθηκα ότι δεν θα ξαναέκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Επίσης τους είπα ότι θα ερχόμουν να μείνω μόνιμα στην καλύβα κι ότι θα έλεγα σήμερα κιόλας στους γονείς μου για το τι είμαι παραλείποντας τις περιττές


λεπτομέρειες. Στο τέλος κάναμε ένα συμβούλιο κι αποφασίσαμε ότι θα μετακομίζαμε όλοι στην καλύβα αλλά θα την μεγαλώναμε κι θα την βάφαμε λίγο. Θα την κάναμε σαν κανονικό σπιτάκι. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα χρήματα αλλά κάπου θα τα βρίσκαμε το πολύ πολύ να παίρναμε τίποτε από τους γονείς μας κι να πουλάγαμε πράγματα που δεν χρειαζόμασταν πια. Το άλλο καλό που έγινε είναι ότι κατάφερα τον Άγγελο να πάει να δει τους γονείς του να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί όμως δεν θα τους έλεγε τίποτα για τον Ντέιβ. Όμως μέχρι να πήγαινε δεν θα σταμάταγα να του το λέω κι ας θύμωνε στο τέλος. Όταν η ώρα πήγε 7:00 έφυγα κι πήγα σπίτι. Μπήκα από την πόρτα γιατί σκέφτηκα ότι δεν χρειάζεται να τους κρύβομε πια. Μόλις μπήκα μέσα είδα τους γονείς μου να τρέχουν πάνω κάτω κι να παίρνουν τηλέφωνα. Τότε κατάλαβα. Είχαν πάρει είδηση ότι έλειπα. Τους συγκέντρωσα κι τους 2 στο σαλόνι και τους τα είπα όλα. Παραλείποντας τον Ντέιβ την μάχη κι τον γκρεμό. Όταν με ρώτησαν πως χτύπησα στο κεφάλι τους είπα ψέματα ότι απλώς τσακώθηκα με άλλον ένα από την αγέλη κι τίποτε άλλο. Δεν ήταν ανάγκη να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες. Τους είπα ότι για ένα διάστημα θα μετακομίζαμε όλη η αγέλη στην καλύβα κι πως ήρθα να πάρω τα πράγματα μου. Η μητέρα μου είχε μείνει άφωνη, αλλά δεν έκανε τίποτε για να με μεταπείσει. Είχα κι άλλες υποχρεώσεις πια. Πήγα πάνω μάζεψα τα πράγματα μου κι την ώρα που πήγα να φύγω χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι παραλίγο να μου πέσει το τηλέφωνο από τα χέρια. Η μεγαλύτερη μου αδερφή η Ντέμη σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα μαζί με το άντρα της κι η κόρη της που ήταν μόλις 6 χρονών είχε μείνει ορφανή. Αυτό το κοριτσάκι ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο κι εγώ αλλά κι η αδερφή μου. Τότε η φωνή από το τηλέφωνο θέλησε να μιλήσει στους γονείς μου γιατί ήμασταν οι πιο κοντινοί συγγενείς κι αν συμφωνούσαν θα γινόντουσαν εκείνοι κηδεμόνες της. Κατέβηκα κάτω κι πριν τους δώσω το τηλέφωνο τους εξήγησα περί τίνος πρόκριτε. Η μητέρα μου είχε βάλει τα κλάματα κι ο πατέρας μου έτρεμε. Έπειτα τους είπα ότι την μικρή θα την φρόντιζα εγώ κι δεν θα χρειαζόταν να κουράζονται απλώς μόνο να δεχτούν. Πήραν το τηλέφωνο κι μίλησε η μητέρα μου μαζί του. Όταν έκλισαν το τηλέφωνο τους ρώτησα τι θα γινόταν τελικά κ εκείνοι μου απάντησαν ότι θα ερχόταν την επόμενη μέρα κάποιος ειδικός να ελέγξει αν η οικογένεια μας είναι εντάξει κι αν συμφωνούσε τότε την επόμενη μέρα θα μας έφερναν την μικρή Ρασέλ. Όταν ηρέμισαν κάπως με ρώτησαν τι θα κάναμε με την μικρή. Αφού εγώ θα πήγαινα στην καλύβα κι εκείνοι δούλευαν τι θα κάναμε. Εγώ τους εξήγησα ότι είχα σκοπό να την πάρω μαζί μου. Θα είχε της ίδιες ανέσεις που


θα έει κι εδώ γιατί όταν θα μετακομίζαμε εκεί θα το είχαμε κάνει κανονικό σπιτάκι. Μέχρι να ήταν κατάλληλο για εκείνη να μείνει εκεί θα έμενα κι εγώ εδώ μαζί της κι θα την πρόσεχα. Θα έλειπα από την καλύβα για καμιά βδομάδα. Εξάλλου μου χρειαζόταν κι εμένα. Έπειτα έφυγα να πάω να πω τα νέα στα παιδιά της αγέλης. Φοβόμουν πως θα έπαιρναν την απόφασή μου έτσι όταν έφτασα πήγα πρώτα να μιλήσω στην Μαρίνα κι στον Παύλο που ήμουν σίγουρη ότι θα με βοηθούσαν.

Προετοιμασίες!! Μόλις τους είπα για το ατύχημα της αδερφής μου κι για την Ρασέλ έβαλα τα κλάματα. Δεν μπορούσα πως η Ντέμι είχε πεθάνει. Κι για αυτό θα έπαιρνα εγώ να μεγαλώσω την Ρασέλ από μικρές λέγαμε πως αν πάθαινε κάτι μία από εμάς κι είχε παιδιά την κηδεμονία θα την έπαιρνε η άλλη αδερφή κι άμα γινόταν αυτό που έγινε κι τώρα δηλαδή το ότι είμαι ανήλικη κι πάλι όταν θα ενηλικιωνόμουν θα έμ��ναν με εμένα. Κι τώρα όλα έγιναν έτσι όπως φοβόμασταν ότι μπορεί κάποτε να γίνουν. Για αυτό κι η μικρή θα έμενε μαζί μου πάσης θυσία. Θα την φρόντιζα κι θα την πρόσεχα εγώ κι είμαι σίγουρη ότι θα της άρεσε η ζωή μαζί μας. Θα είχε κι πολλούς θείους. Ευτυχώς δεν είχε αρχίσει ακόμα το σχολείο. Θα πήγαινε πρώτη του χρόνου έτσι θα είχε λίγο χρόνο να προσαρμοστεί. Όταν τα δίδυμα άκουσαν αυτά που τους είπα έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Έπειτα δέχτηκαν να πάμε όλοι μαζί να το πούμε στους άλλους αν και κάτι μέσα μου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Ζήτησα από όλους να καθίσουν κάτω έξω από την καλύβα εκτός από τον Παύλο κι την Μαρίνα που έμειναν μαζί μου. Κι άρχισα. «Σας ζήτησα να έρθετε όλοι εδώ γιατί πήρα μία μεγάλη απόφαση που θα αλλάξει πολύ την ζωή μας κι θα ήθελα να μου πείτε αν συμφωνείτε. Η μεγαλύτερη μου αδερφή κι ο άντρας της πέθαναν σε ατύχημα κι η κόρη τους έμεινε ορφανή, κι επειδή δεν μπορώ να αναλάβω εγώ την κηδεμονία επειδή είμαι ανήλικη θα την αναλάβουν οι γονείς μου όμως θα μείνει εδώ μαζί μας.» Τότε μου μίλησε ο Άγγελος. «Όταν λες εδώ εννοείς εδώ στην καλύβα.» «Ναι, εδώ εννοώ κι μέχρι να έρθουμε να μείνουμε εδώ εγώ κι η Ρασέλ την Καλύβα θα την έχουμε κάνει σαν κανονικό σπίτι για


αυτό αν συμφωνείτε καλύτερα να αρχίσουμε αμέσως.» Μόλις το είπα σιγοψιθύρισαν λίγο μεταξύ τους κι στο τέλος ο Ντέιβ μου είπε. «Ναι δεχόμαστε θα ήταν ωραία να ερχόταν ένα μικρό εδώ να μείνει μαζί μας.» Έτσι σηκωθήκαμε γρήγορα κι ο Άγγελος κι εγώ φύγαμε να πάρουμε τα υλικά για το φτιάξιμο της καλύβας. Μπογιές ξύλα κι ότι άλλο θα χρειαζόμασταν. Το μόνο πράγμα που με ανησυχούσε ήταν αν ο Ντέιβ θα άντεχε την μυρωδιά της. Σε περίπτωση που δεν μπορούσε θα έμενα στο σπίτι μαζί της. Αλλά πίστευα σε αυτόν. Το ήξερα ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Το συζήτησα κι με τον Άγγελο κι συμφωνούσε κι αυτός. Ο Ντέιβ της δύο μέρες που ήταν βρικόλακας είχε αποδείξει ότι δεν είχε πρόβλημα με το αίμα κι αυτό ήταν κάτι πολύ καλό. Αυτό το είχαμε καταλάβει διότι όταν ερχόταν να με σώσει πέρασε δίπλα από πολλούς ανθρώπους κι δεν τον πείραξε καθόλου. Δεν ένιωσε ούτε καν κάψιμο στο λαιμό του. Όταν πήραμε όλα τα υλικά επιστρέψαμε στην καλύβα όπου τα παιδιά είχαν αφαιρέσει τους 2 τείχους κι την σκεπή της καλύβας για να μπορέσουμε να την μεγαλώσουμε. Πήραμε τα ξύλα κι τα σφυριά κι αρχίσαμε δουλειά. Ήμασταν 6 άτομα κι όμως προχωράγαμε πολύ γρήγορα γιατί ήμασταν πιο δυνατοί κι πιο ευκίνητοι. Ούτε σκάλα χρειαστήκαμε ούτε τίποτε. Δουλέψαμε όλη την ημέρα κι όλη την νύχτα και κατά της 10:00 το πρωί της άλλης μέρας τελειώσαμε το χτίσιμο. Τώρα το μόνο που μας έμενε να κάνουμε ήταν να την βάψουμε κι θα ήταν τέλεια. Την είχαμε κάνει διώροφη κι ήταν πολύ ωραίο το σπιτάκι μας. Στο βάψιμο εγώ θα έλειπα έπρεπε να πάω σπίτι πριν έρθει ο ειδικός για να δει αν είναι εντάξει η οικογένεια μου για να προσέχει την μικρή, κι για λίγες μέρες θα έμενα σπίτι κι δεν θα ερχόμουν καθόλου για να προσέχω τη μικρή Ρασέλ. Αποχαιρέτισα τα παιδιά κι έφυγα. Όσο να ναι θα μου έλειπαν αυτές της λίγες μέρες είχαμε περάσει τόσα μαζί πέντε μέρες τώρα. Θα πήγαινα να μείνω εκεί την Παρασκευή δηλαδή σε δύο μέρες αλλά και πάλι θα μου έλειπαν. Ειδικά ο Άγγελος κι οι απαιτήσεις του κι που ήταν τόσο προστατευτικός ή ο Ντέιβ που τόσες μέρες τον έβλεπα καθηλωμένο σε ένα κρεβάτι να υποφέρει κι τώρα πια ήταν τόσο θλιμμένος. Όταν έφτασα σπίτι πήγα κι κάθισα μαζί με τους γονείς μου περιμένοντας τον ειδικό. Μετά από δέκα λεπτά –που εμένα μου φάνηκαν αιώνες- ήρθε. Τον υποδέχτηκα εγώ. Όταν μπήκε μέσα του προσέφερα λίγο καφέ κι έπειτα κάθισα μαζί με τους γονείς μου. Ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Λίγο κοντός με καστανά μαλλιά κι ε λίγη φαλάκρα. Είχε κι ένα μουστάκι που μετά από κάθε μας απάντηση στις ερωτήσεις του το έτριβε κι καθόταν σκεφτικός. Φορούσε ένα μαύρο κοστούμι με μαύρη γραβάτα. Κι όση ώρα μας έκανε ερωτήσεις καθόταν σταυροπόδι με ένα σημειωματάριο στα πόδια του. Όταν τελείωσε


κι πήγε να φύγει δεν κρατήθηκα κι τον ρώτησε αν αποφάσισε αν θα πάρουμε την Ρασέλ σπίτι. Εκείνος μου χαμογέλασε κι μου είπε ότι εκείνος δεν έχει καμία αντίρρηση κι ότι είμαστε κατάλληλη οικογένεια για εκείνη κι ότι θα μας έπαιρνε τηλέφωνο σήμερα ο βράδυ κι θα μας έλεγε τι θα γινόταν τελικά. Εγώ είχα χαρεί τόσο πολύ που ήθελα να τρέξω να πάω στην καλύβα να το πω σε όλους αλλά αποφάσισα ότι θα ήταν σοφό να πήγαινα την Παρασκευή κι απλώς να επικοινωνούσα μαζί τους σήμερα το βράδυ αφότου μας τηλεφωνούσε ο κύριος Αγγελόπουλος όπως μας συστήθηκε. Το βράδυ ενώ θα ήταν μια καλή ευκαιρία για εμένα να πέσω νωρίς για ύπνο δεν το έκανα. Περίμενα να μας πάρει τηλέφωνο ο κύριος Αγγελόπουλος. Κατά της 22:00 χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε ο πατέρας μου κι αφότου τo έκλεισε μας είπε ότι τα καταφέραμε. Η μικρή Ρασέλ θα ερχόταν εδώ αύριο το πρωί στις 10:00. Η μητέρα μου τότε με έπιασε κ μου μίλησε. «Είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Να εννοώ, ξέρω πόσο αγαπούσες την αδερφή σου αλλά δεν είναι λίγο μεγάλη ευθύνη να προσέχεις ένα μικρό παιδί?»Κι τότε δεν άντεξα κι της είπα μέσα από τους λυγμούς μου. «Μα δεν καταλαβαίνεις πόσο αγαπάω την Ρασέλ κι είμαι πολύ πιο ικανή από ότι νομίζεις διότι εγώ την δεύτερη μέρα που ήμουν λυκάνθρωπος αναγκάστηκα να πολεμήσω με μία βρικόλακα για αυτό μην μου λες αν είμαι σίγουρη ή όχι. Μπορώ να την προστατέψω καλύτερα από τον καθένα.» Τότε η μητέρα μου έμεινε άφωνη. Δεν της είχα πει για την μάχη μου με την Άλκη κι τρόμαξε. Αμέσως όμως ηρέμισε γιατί συνειδητοποίησε ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα. Δεν σταμάτησε όμως να πιστεύει ότι θα είναι πολύ επικίνδυνο κι για μένα αλλά κι για την Ρασέλ. Στο τέλος με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα προσέχω κι τότε ηρέμισε. Έπειτα πήγα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου κι έβαλα ξυπνητήρι για της 8:00 για να προετοιμάσω το δωμάτιο κι για την Ρασέλ μου γιατί από δω κι πέρα θα είναι η Ρασέλ μου κι θα την προσέχω σαν τα μάτια μου. Όταν ξύπνησα σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να ετοιμάζω το δωμάτιο. Τις λίγες μέρες που θα μέναμε εδώ θα κοιμόταν μαζί μου στο κρεβάτι μου. Σηκώθηκα όρθια πλύθηκα έκανα κι ένα ντους που είχα μέρες να κάνω κι ήμουν έτοιμη να υποδεχτώ την μικρή μου πριγκίπισσα. Ξαφνικά θυμικά ότι είχα ξέχασει να πάρω τηλέφωνο τον Άγγελο να του πω να ξέρει αν θα ετοιμάσει ένα δωμάτιο ξεχωριστό για εμένα κι την Ρασέλ. Πείρα το κινητό μου στα χέρια μου σχημάτισα τον αριθμό του κινητού του κι άρχισα να ελπίζω να μην είναι μεταμορφωμένος. Ευτυχώς στον τρίτο χτύπο απάντησε ο Άγγελος. «Ναι?»


«Άγγελε η Μάντι είμαι. Πείρα για να σου πω ότι σε μία ώρα θα έρθει εδώ η Ρασέλ. Κι θα έρθουμε εκεί την Παρασκευή.» «Δηλαδή αύριο. Εντάξει θα σας έχουμε έτοιμο ένα διαφορετικό δωμάτιο. Εγώ σήμερα θα πάω μαζί με τον Ντέιβ να πούμε στους γονείς μας τι συμβαίνει. Θα πούμε ότι κι ο Ντέιβ είναι λύκος κι αν μας ζητήσουν να μεταμορφωθεί κι αυτός –πράγμα που δεν νομίζω- θα τους πούμε ότι έχει χτυπήσει στο πόδι του κι δεν μπορεί να μεταμορφωθεί μέχρι να του περάσει η πληγή. Άντε σας περιμένουμε. Γεια!!» «Περίμενε.» του είπα πριν κλίσει το τηλέφωνο. «Μπορείς να μου δώσεις τον Ντέιβ?» «Ναι ασφαλώς.»μου είπε κι άκουσα να τον φωνάζει από την άλλη γραμμή. «Ναι?» άκουσα τον Ντέιβ να λέει από την άλλη γραμμή. «Έλα Ντέιβ. Είσαι σίγουρος γι αυτό που θα κάνετε σήμερα?» «Ναι. Κι εξάλλου είναι ο μόνος τρόπος για να δω αν θα μπορέσω να με κοντά στην Ρασέλ χωρίς να της κάνω κακό.» «Καλά άντε για. Α και να πεις στα παιδιά ότι σας ευχαριστώ πολύ για όσα κάνετε για μένα.» «Μάντι, μην μας ευχαριστείς. Το κάνουμε επειδή θέλουμε. Γεια σου. Κι έχεις χαιρετίσματα από τους υπόλοιπους.» «Επίσης να τους πεις.» Του είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο. Τότε συνειδητοποίησα ότι είχα δακρύσει. Παρόλο που ήταν μόνο μία μέρα που έλειπα μου λίπανε είδη. Τότε κοίταξα το ρολόι μου κι είδα ότι ήταν δέκα παρά πέντε. Από στιγμή σε στιγμή θα ερχότανε η Ρασέλ. Πείρα το κινητό μου κι ένα γλειφιτζούρι που είχα πάρει για εκείνην κι κατέβηκα γρήγορα κάτω.

Η μικρή Ρασέλ!!! Όταν κατέβηκα κάτω οι γονείς μου ήταν ίδει στο σαλόνι κι περίμεναν να έρθει η Ρασέλ. Εγώ βγήκα έξω στην βεραντούλα κι κάθισα πάνω σε μία πολυθρόνα που είχαμε. Δεν είχαν περάσει πάνω από πέντε λεπτά από την ώρα που κατέβηκα κάτω κι είδα ένα μαύρο αυτοκίνητο να στρίβει στην γωνία. Αμέσως σηκώθηκα όρθια κι περίμενα. Όταν το αμάξι πάρκαρε είδα να βγαίνει από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ο κύριος Αγγελόπουλος κι να ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου για να βγει η Ρασέλ. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Αυτό το χαρωπό παιδάκι που ήξερα με τα πολύχρωμα ρουχαλάκια του τώρα φορούσε ένα μαύρο φορεματάκι κι περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι. Βγήκα αμέσως έξω από το


σπίτι κι εκείνη ήρθε τρέχοντας κι έπεσε την αγκαλιά μου κλαίγοντας. Είχε στενοχωρηθεί πολύ με το θάνατο των γονιών της. Τότε ήρθαν κι οι γονείς μου κι ευχαρίστησαν τον κύριο Αγγελόπουλο που είχε φέρει την μικρή. Εγώ μπήκα μέσα κρατώντας ακόμα στα χέρια μου την μικρή Ρασέλ. Όταν μου είπε. «Αχ θεία όλα έγιναν τόσο βιαστικά την μια στιγμή ο μπαμπάς γύρισε να δει τι έκανα γιατί πόναγε το πόδι μου επειδή είχα χτυπήσει πιο πριν κι μετά. Α θεία.» «Ηρέμισε» Της είπα κι την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά. Οι γονείς μου είχαν πάρει τα ρούχα της μικρής. Ο κύριος Αγγελόπουλος της είχε ζητήσει να διαλέξει ότι ήθελε για να πάρει μαζί της κι εκείνη διάλεξε σχεδόν όλα της τα ρούχα δύο αρκουδάκ��α κι μερικές φωτογραφίες με τους γονείς της. Όταν έφυγε ο κύριος Αγγελόπουλος κι ηρέμισα την Ρασέλ της μίλησα για το που θα μέναμε. «Γλυκιά μου πρέπει να σου εμπιστευτώ ένα μεγάλο μυστικό. Είσαι πολύ μεγάλη για να μην το πεις σε κανέναν έτσι?» «Ούτε στον παππού και στην γιαγιά?» «Στον παππού και στην γιαγιά μπορείς να το πεις. Λοιπόν η θεία σου δεν είναι αυτό που νομίζεις ότι είναι.» Άρχισα κι έπειτα της είπα τα πάντα για του λύκους για τους βρικόλακες αν κι παρέλειψα τα πράγματα που δεν θα ήταν καλό για εκείνη να τα μάθει κι της είπα για το που θα πάμε αύριο. Τότε εκείνη μου είπε. «Θεία πρέπει να σου πω κι εγώ κάτι. Μου είχε πει ο Μπαμπάς ότι στον μόνο που θα το έλεγα είσαι εσύ.» «Τι είναι γλυκιά μου?» Την ρώτησα κι την έβαλα κι καθίσαμε στον καναπέ του σαλονιού. «Ο Μπαμπάς ήταν μάγος. Κι εγώ μου είπε ότι είμαι μάγισσα. Αλλά θα πρέπει να εξασκηθώ μόνη μου. Μου είχε δώσει κι ένα γράμμα που ήταν για να το διαβάσω άμα πάθει κάτι εκείνος κι δεν μπορούσα να μάθω αυτά που ήθελε να μου πει.» «Κι που είναι αυτό το γράμμα.» Την ρώτησα με μάτια ορθάνοικτα από την έκπληξη. «Εδώ το έχω στην τσέπη μου.» Μου είπε κι μου το έδωσε. Άρχισα να το διαβάζω δυνατά. Γλυκιά μου Ρασέλ. Αυτό το γράμμα είναι για το άμα πάθω κάτι. Το ξέρω πως σου το έχω ξαναπεί αλλά είμαι μάγος κι είσαι κι εσύ μάγισσα. Θέλω να ξέρεις ότι αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση όπως ο Harry Potter δεν είναι αληθινά. Δεν υπάρχουν μαγικά ραβδάκια ή ξόρκια και κατάρες. Όλα γίνονται με την σκέψη. Άμα θέλεις να γίνει κάτι το σκέφτεσαι κι γίνετε. Για παράδειγμα δοκίμασε να ανασηκώσεις κάτι που βρίσκετε κοντά σου. Πρόσεχε μην είναι εύθραυστο κι σπάσει. Επίσης θέλω να ξέρεις πως στον μόνο που θα το πεις είναι η θεία Μάντι. Είναι κι εκείνη ξεχωριστή κι κάποια μέρα θα το μάθει κι αυτή αλλά κι εσύ η ίδια. Κάτι άλλο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προβλέπουμε


το μέλλον κι να μεταφερόμαστε στο παρελθόν. Γενικός να μεταφερόμαστε στο χρόνο. Για αυτό κι εγώ ξέρω πως η θεία σου είναι ξεχωριστή κι πως αυτήν την στιγμή διαβάζει αυτό το γράμμα. Επίσης ξέρω πως θα βρείτε πολλές δυσκολίες αλλά κι ότι εκεί που θα πάτε θα είναι γύρω σου άνθρωποι που θα σε λατρεύουν. Για να μεταφερθείς στο παρελθόν ή στο μέλλον πρέπει να εξασκηθείς πολύ στην αρχή με διαστήματα μόνο μίας ώρας. Για να το καταφέρεις πρέπει να καθίσεις κι να στεφτείς που θες να μεταφερθείς. Ακριβής τοποθεσία χρόνο ημέρα κι ώρα, αλλιώς μπορεί να χαθείς μέσα στον χρόνο και θα είναι δύσκολο να επιστρέψεις στο παρόν. Επίσης όταν μεταφέρεσαι στο παρελθόν κι στο μέλλον δεν φαίνεσαι. Δηλαδή οι άνθρωποι γύρω σου δεν σε βλέπουν. Άμα κρατάς κάποιον όταν μεταφέρεσαι στο χρόνο αυτός θα έρθει μαζί σου. Αυτά ήθελα να σου πω γλυκιά μου κι να ξέρεις ότι σε αγαπώ φιλιά πολλά. Με πολύ αγάπη Ο μπαμπάς σου.

Όταν τελείωσα είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα. Οι γονείς μου δεν ήταν μπροστά. Έπειτα πείρα την Ρασέλ αγκαλιά κι ανέβηκα στο δωμάτιο μου της έδωσα το γλειφιτζούρι κι της είπα να καθίσει λίγο στο κρεβάτι μου γιατί έπρεπε να κάνω κάτι τηλεφωνήματα. Τότε μου είπε. «Θα το πεις στους φίλους σου.» «Γλυκιά μου το μυστικό σου είναι ασφαλές με τα παιδιά δεν θα το πουν σε κανένα.» «Μα ο μπαμπάς.» «Ο μπαμπάς σου θα ήθελε να το ξέρουν τα παιδιά για να μπορούμε να σε προστατέψουμε μην ανησυχείς. Έλα εδώ.» Της είπα κι την πείρα αγκαλιά. Έπειτα την άφησα πάνω το κρεβάτι μου κι πήγα λίγο πιο πέρα να πάρω τον Άγγελο. «Ναι?» «Έλα η Μάντι είμαι πάλι.» «Μάντι τι έγινε. Είναι όλα καλά. Έπαθες τίποτα? Η μικρή?» «Μια χαρά είμαστε όλοι απλώς η Ρασέλ.» «Τι έπαθε η μικρή?» «Τίποτα δεν έπαθε απλώς είναι λίγο ξεχωριστή. Να ο πατέρας της ήταν μάγος κι εκείνη είναι μάγισσα. Της είχε αφήσει ένα γράμμα που της τα εξηγούσε όλα. Θα τα πούμε αύριο το πρωί απλός ήθελα να στο πω να το ξέρεις. Α πες το κι στα παιδιά αλλά δεν πρέπει να το μάθει κανείς άλλος αλλιώς κινδυνεύει. Κατάλαβες?» «Ναι κατάλαβα. Να της δώσεις πολλά φιλιά από εμάς.» «Εντάξει για, α κι να προσέχετε κι οι δύο σας σήμερα με τους γονείς σας εντάξει? Μου το υπόσχεσαι?» «Στο υπόσχομαι.» «Κι αν δεις ότι ο Ντέιβ πονάει στο λαιμό η γενικός έχει εκφράσεις δυσκολίας να τον πάρεις κι να φύγετε αμέσως. Εντάξει?»


«Εντάξει.» «Μου το υπόσχεσαι δηλαδή να μείνω ήσυχη δεν θα κάνετε καμιά βλακεία?» «Δεν φημιζόμαστε εμείς για τις βλακείες μας άλλος ή μάλλον άλλη φημίζετε. Άντε για, και πρόσεχε την μπέμπα.» «Οκ γεια.» Έκλισα το τηλέφωνο κι στράφηκα προς την Ρασέλ. Τη βρήκα να κάθετε στο κρεβάτι μου με το άλμπουμ τον φωτογραφιών μου κι το είχε ανοιχτό σε μία φωτογραφία όπου ήμασταν στα βαφτίσια της εγώ η μαμά κι ο μπαμπάς της. Εγώ ήμουν 10 χρονών τότε κι κρατούσα την Ρασέλ πριν μπούμε στην εκκλησία. Πήγα κάθισα δίπλα της κι την κοίταξα στα μάτια. Τότε εκείνη ήρθε κι έπεσε στην αγκαλιά μου. «Δεν θα μου περάσει ποτέ αυτός ο πόνος ε?» Μου είπε. Τότε εγώ σηκώθηκα όρθια . «Αλήθεια? Αν δεν σε κάνω εγώ να σου περάσει να μου τρυπήσεις την μύτη κι να με γεμίσεις σκουλαρίκια.»Της είπα κι την γαργάλισα στης μασχάλες. Εκείνη άρχισε να γελάει. «Τώρα θα δεις.» μου είπε κι προσπαθούσε να μου τραβήξει τα μαλλιά. Εγώ σηκώθηκα όρθια κι της είπα. «Έλα. Ώρα να βγάλουμε αυτό το μαύρο φορεματάκι κι να βάλουμε κάτι πιο χαρούμενο.» Την πείρα από το χέρι κι πήγα κι άνοιξα το βαλιτσάκι της. Αφού έψαξα λίγο βρήκα ένα άσπρο φορεματάκι σκέτη γλύκα. «Αυτό θα βάλεις.» «Μα το απόγευμα είναι η κηδεία» Μου είπε κι έσκυψε πάλι το κεφάλι. «Τα μικρά παιδάκια δε πρέπει να πηγαίνουν μέσα στην μαυρίλα. Οπότε εσύ θα βάλεις αυτό.» Της είπα ενώ την βοηθούσα να βγάλει το μαύρο φόρεμα κι να βάλει το άσπρο. Όταν ντύθηκε η ώρα ήταν για το μεσημεριανό. Η μαμά είχε φτιάξει μακαρόνια. Είχα μέρες να φάω κι πείναγα ‘σαν λύκος’. Κατεβήκαμε γρήγορα της σκάλες ενώ προσπαθούσε να με πιάσει. Τα είχα καταφέρει της είχα φτιάξει την διάθεση. Όταν φάγαμε φύγαμε κι πήγαμε όλοι μαζί οικογενειακός στην κηδεία. Εκεί όλοι κλάψαμε ακόμα κι εγώ. Η Ρασέλ δεν το περίμενε ότι θα έβαζα τα κλάματα. Όταν επιστρέψαμε ήταν οχτώ η ώρα κι επειδή αύριο θα φεύγαμε νωρίς για να μην μας δει κανείς πέσαμε κι οι δύο για ύπνο χαιρετίσαμε τους γονείς μου κι βάλαμε της πιζάμες μας. Βοήθησα την Ρασέλ να βάλει την δικιά της κι μετά ξαπλώσαμε κι οι δύο στο κρεβάτι μου.


Το νέο μας σπιτικό!! Όταν ξύπνησα η ώρα ήταν 05:00. Σηκώθηκα γρήγορα από το κρεβάτι κι ξύπνησα την Ρασέλ για να ετοιμαστούμε κι να φύγουμε. Έκανα μπάνιο την Ρασέλ γρήγορα γρήγορα. Ντύθηκα κι εγώ χτενίστηκα κι κάθισα να της φτιάξω τα μαλλιά. Η Ρασέλ είχε μαύρα μακριά μαλλιά ως την μέση και κατσαρά. Τα μάτια της ήταν πράσινα κι ήταν αρκετά ψιλή για την ηλικία της. Επειδή μέχρι να φτάσουμε, την διαδρομή θα την πέρναγε στην πλάτη μου κι εγώ θα ήμουν λύκος, της έβαλα μία φόρμα με την Barbie απάνω. Έχαμε φτιάξει από εχτές την βαλίτσα μου. Έπειτα κατεβήκαμε κάτω χωρίς να κάνουμε φασαρία βγήκαμε έξω από το σπίτι κι κατευθυνθήκαμε προς τα δέντρα για να αλλάξω μορφή. Μόλις φτάσαμε άλλαξα μορφή πείρα την μία βαλίτσα στο στόμα μου κι την άλλη αφού ανέβηκε πάνω στην πλάτη μου την πείρε η Ρασέλ κι ξεκινήσαμε. Της είχα πει να κρατηθεί γερά γιατί θα τρέχαμε πολύ γρήγορα κι μπορεί να έπεφτε. Τρέχαμε πολύ γρήγορα κι έτσι σε μισή ώρα ήμασταν εκεί. Σταμάτησα λίγο πριν την φτάσουμε στο ξέφωτο της καλύβας κι του νέου μας σπιτιού. Η Ρασέλ κατέβηκε από την πλάτη μου έπειτα αμαξά μορφή πείρα της βαλίτσες κι μαζί με την Ρασέλ κατευθυνθήκαμε προς την καλύβα. Η Ρασέλ είχε ενθουσιαστεί. Ήθελε πάρα πολύ να γνωρίσει τα παιδιά κι της άρεσε πολύ η βόλτα πάνω στην πλάτη μου. Μόλις φτάσαμε μπροστά από το σπίτι μας έπεσα κάτω. Δεν το πίστευα ήταν τέλειο . Ήτα διώροφο άσπρο κι πολύ μεγάλο. Τα παιδιά είχαν κάνει πολύ καλή δουλειά. Ό Άγγελος μας άκουσε κι βγήκε έξω για να μας υποδεχτεί. Πείρε την Ρασέλ στους ώμους του κι μπήκαμε μέσα. Όταν μπήκαμε μέσα έψαξα με το βλέμα μου να βρω τον Ντέιβ αλλά δεν τον έβλεπα. Μήπως είχε πάει κάτι στραβά. Σύστισα στα παιδιά την Ρασέλ κι έκανα νόημα στον Άγγελο ότι ήθελα να του πω κάτι. «Που είναι ο Ντέιβ? Κι η Μαρίνα? «Η Μαρίνα πήγε για περιπολία. Ο Ντέιβ έφυγε. Άφησε αυτό το γράμμα για εσένα.»Πείρα το γράμμα το άνοιξα κι άρχισα να διαβάζω από μέσα μου. Μάντι θα φύγω γιατί αρκετό κακό σας προξένησα θα πάω να μείνω κάπου μακριά μόνος μου για να ήσαστε ασφαλής κι εσύ κι η Ρασέλ κι τα παιδιά. Αντίο κι…. Όχι τίποτα για.

Μόλις το διάβασα πήγα κι είπα στα παιδιά να προσέχουν την Ρασέλ εγώ θα έλειπα για λίγο. Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει. Άλλαξα μορφή κι άρχισα να τρέχω. Δεν ήξερα που θα πήγαινα απλώς


έπρεπε να τον βρω. Δεν θα είχε πάει κι πολύ μακριά. Αν κι έτρεχε πιο γρήγορα από εμένα θα τον έφτανα. Κάποια στιγμή άκουσα ένα θρόισμα από έναν θάμνο λίγο πιο πέρα από εμένα. Σταμάτησα να τρέχω κι πλησίασα αυτόν τον θάμνο. Δεν πρόλαβα να φτάσω κ ένας βρικόλακας έπεσε πάνω μου. Τότε άρχισα να φωνάζω μήπως κι με άκουγε ο Άγγελος γιατί εκείνη την στιγμή δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ κι να μπω στην σκέψη του κι να του π να έρθει. Τώρα ήταν σίγουρα το τέλος μου ο βρικόλακας ήταν έτοιμος να μου σπάσει το κεφάλι όταν ξαφνικά χωρίς να καταλάβω πως έγινε κι από πού ήρθε είδα τον Ντέιβ να πέφτει πάνω του με φόρα κι να τον πετάει πάνω σε ένα δέντρο. Εγώ τότε βρήκα ευκαιρία κι σηκώθηκα όρθια. Τότε άκουσα τον Ντέιβ να φωνάζει. Τότε είδα ότι ο βρικόλακας τον είχε πετάξει στην άκρη κι κατευθυνόταν προς εμένα. Τότε εγώ πείρα φόρα έπιασα ένα μυτερό κλαδί που βρήκα δίπλα μου κι έτρεξα καταπάνω του κι έβαλα το κλαδί ακριβώς στο σημείο όπου θα βρισκόταν η καρδιά του . Κι τότε ο βρικόλακας έπεσε κάτω εξασθενημένος. Τότε ο Ντέιβ άναψε μια μεγάλη φωτιά κι τον πετάξαμε μέσα έπειτα το χιόνι έσβησε την φωτιά κι όλα έμοιαζαν σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ. Έπειτα πήγα λίγο πιο βαθιά στο δάσος κι άλλαξα μορφή. Αμέσως μετά πήγα στον Ντέιβ κι του είπα. «Έλα πάμε. Και δεν θέλω αντιρρήσεις.» Τότε εκείνος μου χαμογέλασε κι επιστρέψαμε στο λιβάδι. Εκεί μας περίμεναν τα παιδιά έξω από την καλύβα εκτός από τον Άγγελο που ήταν μέσα με την Ρασέλ. Τώρα πια το χιόνι είχε στρωθεί. Εμένα μου έφτανε ως το γόνατο. Τότε αφού εξηγήσαμε στα παιδιά τι είχε συμβεί μπήκαμε σιγά σιγά με τον Ντέιβ μέσα. Στην αρχή φοβόμουν λίγο αλλά τελικά όλα πήγαν εντάξει. Ο Ντέιβ δεν είχε κανένα πρόβλημα με την μυρωδιά της Ρασέλ κι από ότι μου είπε ο Άγγελος ούτε χτες είχε με τους γονείς τους. Η ώρα είχε πάει 10:00 κι έτσι ζήτησα από τον Άγγελο να ξεναγήσει εμένα κι την Ρασέλ στο σπίτι. Στην αρχή μας έδειξε το σαλόνι όπου κι καθόταν με την Ρασέλ τόσην ώρα. Ήταν ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο με τρεις καναπέδες, δύο πολυθρόνες, ένα τραπεζάκι κι μία τηλεόραση. Έπειτα μας έδειξε την κουζίνα όπου θα μαγείρευα εγώ με την Βαλεντίνα μιας κι αυτό μας άρεσε πολύ να το κάνουμε μαζί. Έπειτα ανεβήκαμε στο επάνω όροφο. Μόλις ανεβήκαμε μας πήγε στο δικό μας δωμάτιο. Ήταν ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο με δύο κρεβάτια το δικό μου κι της Ρασέλ κι δύο θρανία. Στην μία μεριά είχε μία μεγάλη ντουλάπα για να βάζουμε τα πράγματα μας ενώ στην απέναντι βρισκόντουσαν τα κρεβάτια και ακριβώς δίπλα τα θρανία. Αφήσαμε τα πράγματα μας κι πήγαμε στο διπλανό δωμάτιο που ήταν της Βαλεντίνας κι της Μαρίνας ήταν το ίδιο με το


δικό μας. Η επίπλωση ήταν ίδια ενώ στον τοίχο ήταν ένα απαλό ροζ όπως κι το δικό μας. Αμέσως μετά πήγαμε στο δωμάτιο των αγοριών. Εκεί βρισκόντουσαν δύο κρεβάτια για τον Άγγελο κι τον Παύλο κι ένας καναπές. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε ένα αχνό μπλε κι είχε κι αυτό το δωμάτιο δύο θρανία κι μία μεγάλη ντουλάπα όπως όλα τα άλλα. Έπειτα η Ρασέλ πήγε στο δωμάτιο μας για να παίξει με της κούκλες της ενώ εγώ με τον Άγγελο κατεβήκαμε κάτω. Τελικά αποφάσισα ότι θα πήγαινα μία βόλτα στο δάσος κι ρώτησα τον Άγγελο αν ήθελε να έρθει μαζί μου. Εκείνος συμφώνησε κι βγήκαμε έξω κατευθυνόμενοι προς το δάσος.

Στο δάσος!! Όπως περπατούσαμε μέσα στο δάσος ο Άγγελος μου είπε. «Γιατί συνέχεια μπλέκεις σε φασαρίες. Γιατί συνέχεια θέλεις να κάνεις την γενναία?» «Μα δεν κάνω την γενναία είμαι κι δεν μπλέκω σε φασαρίες αλλά βοηθάω όσους με χρειάζονται.» Είπα κι έσκυψα το κεφάλι μου. Τότε εκείνος γύρισε προς εμένα έπιασε το κεφάλι μου με τα δύο του χέρια κι με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Βοηθάς ή σε βοηθάνε. Γιατί το κάνεις αυτό? Δεν ξέρεις πόσο ανησυχώ. Κάθε φορά που ακούω σε τι κινδύνους μπλέκεις τρομάζω.» Το πρόσωπο του είχε πλησιάσει πολύ στο δικό μου ενώ με κρατούσε ακόμα με τα χέρια του. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Νόμιζα ότι θα εκραγεί. Και τότε με φίλησε. Εγώ τον αγκάλιασα γύρω από το λαιμό του κι δεν ήθελα να τελειώσει. Tα χείλι μου μετακινιόντουσαν μαζί με τα δικά του. Ήταν πολύ τρυφερός κι ζεστός. Τότε ήρθε η Μαρίνα κι μας διέκοψε. Μας έψαχναν όλοι γιατί είχαμε φύγει ξαφνικά χωρίς να πούμε τίποτα σε κανέναν. Όταν μας είδε ήρθε κι μας μίλησε. «Θα μπορούσαν άλλη φορά τα πιτσουνάκια να μας το πούνε πριν φύγουν? Ανησυχήσαμε.» Εμείς σταματήσαμε αμέσως κι αγκάλιασα τον Άγγελο από την μέση. Είναι πολύ γλυκός. Δεν μπορούσα να πάρω την ματιά μου από τα δικά του πράσινα μάτια, αλλά αναγκάστηκα κι γύρισα να απαντήσω στην Μαρίνα. «Συγνώμη Μαρίνα άλλη φορά θα σου το πούμε.» Έπειτα την ακολουθήσαμε ως το σπίτι όπου και βρήκαμε τα υπόλοιπα παιδιά να κάθονται στο σαλόνι μαζί με την Ρασέλ. Όταν με είδαν αγκαλιά με τον Άγγελο μείνανε όλοι άφωνοι. Εμείς πήγαμε και καθίσαμε στον έναν καναπέ εγώ κάθισα στην αγκαλιά του Άγγελου και


μύριζα το άρωμα που είχε βάλει. Μύριζε πολύ όμορφα. Εγώ εκείνη την στιγμή πετούσα στα σύννεφα. Ο Άγγελος με αγαπούσε κι τον αγαπούσα κι εγώ. Τότε παρατήρησα ότι ο Ντέιβ είχε στην αγκαλιά του την Ρασέλ κι καθότανε κάπως σκεφτικός. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γι’ αυτό τον ρώτησα. «Ντέιβ τι έχεις?» «Τίποτα απλώς σκέφτομαι όλα αυτά που έγιναν πριν με εκείνον τον άλλο βρικόλακα.» Ένα σιγανό γρύλισμα ξέφυγε από τον Άγγελο αλλά μάλλον δεν το άκουσαν. «Και τι ακριβώς σκέφτεσαι με αυτό το θέμα?» Τον ρώτησα πηγαίνοντας πιο κοντά στον Άγγελο, ενώ εκείνος με αγκάλιασε πάνω από τον ώμο μου. «Να ότι πάλι χάρη σε εμένα βρέθηκες σε κίνδυνο.» Εγώ τότε τσαντίστηκα τραβήχτηκα από την αγκαλιά του Άγγελου κι ανακάθισα πάνω στον καναπέ. «Και γιατί παρακαλώ χάρης σε εσένα? Τι σχέση είχες εσύ με αυτόν?» Του είπα με θυμωμένο ύφος. «Γατί αν δε είχα φύγει δεν θα είχες έρθει να με βρεις και να πέσεις πάνω σε αυτόν.» «Έχεις δίκιο αλλά μόνο στο ότι δεν θα έπρεπε να φύγεις. Είσαι χαζός. Το βλέπεις κι μόνος σου ότι δεν κάνεις κακό στην Ρασέλ αλλά ούτε κι σε κανέναν άλλον γιατί λοιπόν φοβάσαι? Χαλάρωσε.» Του είπα κι ξάπλωσα πάνω στα πόδια του Άγγελου ενώ εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά. «Ναι έχεις δίκιο.» μου είπε κι στράφηκε προς την Ρασέλ. «Εσύ μικρή μου δεσποσύνη μήπως πείνασες? Θες να σου ετοιμάσω ένα τοστ να φας?» «Έχω πολύ καιρό να φάω τοστ. Ναι παρακαλώ.» Του απάντησε κι του χαμογέλασε με ένα χαμόγελο έως τα αυτιά. Ενώ ο Ντέιβ κι η Ρασέλ πήγαιναν προς την κουζίνα μίλησε ο Άγγελος. «Παιδιά εσείς μήπως πεινάτε?» «Μπα εμείς φάγαμε όσο εσείς οι δυο φιλιόσασταν στο δάσος.» Του απάντησε η Μαρίνα ευχαριστημένη για το καρφί που του πέταξε. Εγώ την κοίταξα θυμωμένη αλλά δεν θα την άφηνα να μου χαλάσει την διάθεση. Τότε ο Άγγελος γύρισε προς εμένα. «Εσύ αγάπη μου μήπως πεινάς?» Είπε κι κοκκίνισε ως τα αυτιά. Δεν είχε συνηθίσει ακόμα το ότι ήμασταν μαζί. Ήταν ένας άγγελος όπως το έλεγε κι το όνομά του άλλωστε. «Θα έτρωγα ευχαρίστως ένα τοστάκι κι εγώ.» Του είπα κι σηκώθηκα από τον καναπέ. «Θες να σου φτιάξω κι εσένα ένα?» «Αν δεν έχεις πρόβλημα» Μου είπε κι μου χαμογέλασε. Τότε εγώ τον φίλησα απαλά στο στόμα κι πήγα στην κουζίνα για να φτιάξω


τα τοστ. Εκεί βρήκα την Ρασέλ να κάθετε κι να τρώει το τοστ της ενώ ο Ντέιβ έπλενε τα πιάτα που είχαν αφήσει προηγουμένως οι άλλοι. Μόλις έβαλα τα τοστ στην τοστιέρα να γίνουν μου είπε. «Τον αγαπάς ε?» «Ναι. Γιατί εσένα τι σε πειράζει?» «Δεν με πειράζει. Απλώς ήθελα να σου πω πως είναι πολύ καλό παιδί. Κι πως είσαι τυχερή που τον έχεις.» «Κι εσύ είσαι τυχερός που είναι αδερφός σου» του απάντησα κι έβαλα τα έτοιμα τοστ σε δύο πιάτα ενώ κατευθύνθηκα προς το σαλόνι.

Ατύχημα!! Όταν μπήκα στο σαλόνι ο Άγγελος δεν ήταν εκεί. Πήγα γρήγορα κι μίλησα στην Μαρίνα. «Που πήγε ο Άγγελος?» «Τον πήραν τηλέφωνο από ένα νοσοκομείο κι του είπαν ότι ο πατέρας του έπαθε έμφραγμα.» «Τι?» Άκουσα τον Ντέιβ να φωνάζει ακριβώς από πίσω μου. «Σε πιο νοσοκομείο πήγε?» Ρώτησα την Μαρίνα. «Δεν ξέρω δες τις κλίσεις του τηλεφώνου του. Από τι βιασύνη του το ξέχασε εδώ.» Πείρα το τηλέφωνό του κι έψαξα στις εισερχόμενες κλίσεις. Βρήκα σε πιο νοσοκομείο πήγαινε είπα στα παιδιά να προσέχουν την Ρασέλ κι βγήκα έξω. Έκανε πολύ κρύο αλλά δεν το ένιωθα. Άρχισα να τρέχω προς την κατεύθυνση του νοσοκομείου ώσπου σε μία ώρα είχα φτάσει. Μπήκα μέσα γρήγορα κι πήγα κι ζήτησα από την γραμματεία να μου πει που βρισκόταν ο κύριος Γιωργόπουλος ο πατέρας του Άγγελου. Εκείνη μου έδειξε μια πόρτα αλλά μου είπε ότι δεν μπορούσα να μπω μέσα. Τότε εγώ κάθισα έξω και περίμενα. Μετά από μισή ώρα περίπου είδα να βγαίνει από την αίθουσα του νοσοκομείου ο Άγγελος. Εγώ τότε πήγα κι τον αγκάλιασα για να τον ηρεμίσω. Πήγαμε κι καθίσαμε σε κάτι καρέκλες κι τον ρώτησα τι είχε συμβεί. Μου εξήγησε ότι τον πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο κι του είπαν ότι ο πατέρας του είχε πάθει έμφραγμα όταν έφτασε μπήκε μέσα στην αίθουσα κι ευτυχώς ο πατέρας του είναι εντάξει. Τότε μπήκαμε μέσα να δούμε πως ήταν. Είχε της αισθήσεις του μια


χαρά κι ξαφνιάστηκε όταν με είδε. Και μάλιστα αγκαλιά με τον Άγγελο. «Γνωρίζεστε?» Μας ρώτησε . Κι ο άγγελος του απάντησε. «Είναι κι αυτή στην αγέλη μπαμπά.» «Κι μου φαίνεται ή τρέχει κάτι μεταξύ σας. Μάντι είχα να σε δω από τότε που εξαφανίστηκε ο Ντέιβ. Τι κάνεις κοπέλα μου?» «Μια χαρά είμαι.» Του είπα κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του Άγγελου όπου άκουγα την καρδιά του να χτυπάει ρυθμικά. Αφού χαιρετίσαμε τον πατέρα του Άγγελου αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του Άγγελου για να πούμε τα καλά νέα για τον κύριο Γιωργόπουλο στην μητέρα του και να πάρουμε τη μηχανή του. Το σπίτι των γονιών του δεν ήταν μακριά από το νοσοκομείο για αυτό και οι γιατροί τον προλάβανε. Έτσι φύγαμε από το νοσοκομείο κι κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι των γονιών του Άγγελου. Επειδή δεν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή πήγαμε περπατώντας και έτσι κάναμε πολύ ώρα να φτάσουμε. Ο Άγγελος είχε πάρει τηλέφωνο την μητέρα του ότι όλα είναι καλά κι ότι θα περνούσαμε από εκεί για να πάρει την μηχανή του. Όταν φτάσαμε μας υποδέχτηκε η μητέρα του -η κυρία Μαρία- Κι όπως κι ο άντρας της έτσι κι εκείνη απόρησε όταν μας είδε μαζί κι μάλιστα αγκαλιά. Ο Άγγελος όμως της εξήγησε ότι είμαι στην αγέλη κι ότι εκεί γνωριστήκαμε κι ερωτευτήκαμε. Της εξηγήσαμε ότι δεν θα καθόμασταν πολύ κι ότι ήρθαμε μονάχα για να πάρουμε την μηχανή του Άγγελου. Έπειτα την χαιρετίσαμε κι ανεβήκαμε στην μηχανή. Εγώ κάθισα ακριβώς πίσω από τον Άγγελο κι τον κράτησα σφιχτά από την μέση. Έπειτα επειδή βιαζόμασταν να επιστρέψουμε στην καλύβα έβαλε μπρος κι ξεκινήσαμε. Τα μαλλιά μου κυμάτιζαν στον αέρα. Μου άρεσε πάρα πολύ που ήμουν πάνω στην μηχανή μαζί με τον Άγγελο. Κάποια στιγμή λίγο πριν φτάσουμε στον δρόμο όπου θα στρίβαμε για να πάμε στην καλύβα η μηχανή του Άγγελου πάτησε σε κάτι γυαλιά από κάποιο τρακάρισμα μάλλον κι έσκασε το λάστιχο. Τότε η μηχανή άργησε να γυρίζει γύρω γύρω στον γύρο του θανάτου. Τότε ο Άγγελος μου είπε να πηδήξω από την μηχανή. Δεν ήταν κάτι δύσκολο για εμένα αλλά θα μας έβλεπε τόσος κόσμος τότε ο Άγγελος μου φώναξε. «ΠΗΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΧΑΝΗ ΤΩΡΑ» Εγώ τότε αν κι απόρησα έκανα αυτό που μου ζήτησε. Πήδηξα από την μηχανή κι έπεσα πάνω στην άσφαλτό. Τα αυτοκίνητα είχα όλα σταματήσει κι γύρο μας ήταν διάφοροι άνθρωποι που καλούσαν την αστυνομία ή ασθενοφόρο. Εγώ σηκώθηκα γρήγορα όρθιο κι φώναζα στον Άγγελο ν πηδήξει αλλά εκείνος δεν με άκουγε τότε εγώ δεν άντεξα πήδηξα πάνω στην μηχανή κι τράβηξα τον Άγγελο στην άκρη κι


τότε κατάλαβα γατί δεν είχε πηδήξει από την μηχανή. Γιατί είχε χτυπήσει το κεφάλι του και αιμορραγούσε. Τον τράβηξα στην άκρη κι τότε ήρθαν δίπλα μου διάφοροι άνθρωποι. Τότε πείρα τηλέφωνο την Βαλεντίνα κι της είπα να πάρει το αυτοκίνητο της κι να έρθει γρήγορα εδώ. Στην συνέχεια προσπάθησα να σταματήσω την αιμορραγία. Δεν κάλεσα ασθενοφόρο γιατί η πληγή θα έκλεινε γρήγορα το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να τον πάρουμε από εδώ. Τότε ήρθε η Βαλεντίνα. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν περίεργα όταν έβαζα τον Άγγελο μέσα. Έτσι αναγκάστηκα να τους πω ψέματα ότι ο πατέρας μου είναι γιατρός κι θα τον πάω σε εκείνον να τον κάνει καλά. Μόλις τον έβαλα μέσα πήγα κι κάθισα δίπλα του. Η Βαλεντίνα ήταν 18 χρονών έτσι ήξερε να οδηγεί κι είχε δίπλωμα όπως έχει κι ο Άγγελος στην μηχανή. Η Βαλεντίνα έβαλε την μηχανή στην άκρη για να ερχόμασταν αργότερα να την πάρουμε. Και ξεκινήσαμε για το λιβάδι. Εγώ είχα χτυπήσει λίγο στο πόδι αλλά η πληγή είχε κλίσει σχεδόν αμέσως. Και λέω σχεδόν διότι είχε ματώσει το παντελόνι μου. Κι τότε θυμήθηκα τον Ντέιβ. Πείρα τηλέφωνο την Μαρίνα κι της είπα να πει στον Παύλο να φύγει μαζί με τον Ντέιβ μέχρι να τον πάρει εκείνη τηλέφωνο κι της εξήγησα για πιο λόγω. Ο Άγγελος ακόμα αιμορραγούσε. Εγώ καθόμουν δίπλα του κι προσπαθούσα να του καθαρίσω την πληγή με λίγο οινόπνευμα που είχε φέρει η Βαλεντίνα. Όταν επιτέλους φτάσαμε η Βαλεντίνα με βοήθησε να τον ανεβάσω στο δωμάτιο του. Η πληγή του είχε κλίση. Εγώ πήγα γρήγορα κι άλλαξα παντελόνι κι έπειτα είπα στην Μαρίνα να πει στον Παύλο να γυρίσουν, μετά πήγα στο δωμάτιο των αγοριών όπου είχαμε βάλει τον Άγγελο στο κρεβάτι του. Ο Άγγελος δεν είχε συνέλθει ακόμα. Κι τότε εγώ δεν άντεξα κι ξέσπασα σε κλάματα. Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στο στήθος του για να είμαι σίγουρη ότι είναι εντάξει αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούσα να ηρεμίσω. Ώσπου κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του. Εγώ στην αρχή δεν το πίστευα, νόμιζα ότι το μυαλό μου μου έπαιζε κάποιο κακόγουστο παιχνίδι τότε σήκωσε το χέρι του και με χάιδεψε στο μάγουλο. Εγώ σήκωσα το κεφάλι μου και με δάκρια στα μάτια έσκυψα κι τον φίλησα πριν ξεσπάσω σε κλάματα πάλι αλλά από την χαρά μου. Τότε εκείνος μου μίλησε. «Γιατί κλαις γλυκιά μου?» «Νόμιζα ότι δεν θα συνερχόσουνα ποτέ.» Εκείνος τότε ανακάθισε στο κρεβάτι κι μου έκανε νόημα να καθίσω δίπλα του. Εγώ κάθισα κι εκείνος με πείρε αγκαλιά. Εγώ τότε έβαλα το πρόσωπο πάνω στον ώμο του προσπαθώντας να κρύψω τα δάκρια μου.


«Τρόμαξα πάρα πολύ. Γιατί δεν πήδηξες από την μηχανή κι ζήτησες να πηδήξω μόνο εγώ?» Τότε εκείνος απολύτως ήρεμος πείρε το κεφάλι μου στα χέρια του και με κοίταξε στα μάτια. «Γιατί αν άφηνα την μηχανή θα έπεφτε πάνω σε κάποιον άνθρωπο κι έπειτα χτύπησα το κεφάλι μου πάνω στο τιμόνι κι έχασα τις αισθήσεις μου.» Μετά με το χέρι του σκούπισε τα δάκρια μου και με φίλησε. Εγώ ανταποκρίθηκα στο φιλί του. Έπειτα κάθισα όσο πιο κοντά του μπορούσα για να νιώσω την ζεστασιά του να δω ότι είναι ζωντανός να το πιστέψω. «Θυμάσαι όταν πήγες να πηδήξεις από εκείνον τον γκρεμό. Καταλαβαίνεις πόσο πολύ τρόμαξα κι ανησύχησα κι συγχρόνως έπρεπε να δείχνω ήρεμος για να δίνω θάρρος στους υπόλοιπους?» «Ναι έχεις δίκιο. Συγνώμη αλλά κι εσύ μην μου το ξανακάνεις αυτό.» «Τώρα για πες μου τι έγινε αφότου έχασα τις αισθήσεις μου. Πως βρέθηκα εδώ?» «Όταν πήδηξα περίμενα να πηδήξεις αλλά δεν το έκανες, έτσι άρχισα να σου φωνάζω αλλά εσύ κι πάλι δεν κουνιόσουν από την μηχανή τότε εγώ πήδηξα κι σε τράβηξα από την μηχανή και είδα ότι είχες χτυπήσει κι κάλεσα την Βαλεντίνα με το αυτοκίνητο να έρθει έπειτα βάλαμε στην άκρη την μηχανή κι φύγαμε είχα πει στην Μαρίνα να πει στον Παύλο να πάρει τον Ντέιβ κι να φύγουν για λίγο μέχρι να τους πει να επιστρέψουν για το αίμα. Έπειτα σε φέραμε επάνω κι εγώ πήγα να αλλάξω γιατί όπως είχα πηδήξει από την μηχανή είχα χτυπήσει κι είχε λερωθεί το παντελόνι μου με αίμα κι θα το μύριζε ο Ντέιβ και…» «Τι χτύπησες? Είσαι καλά?» Μου είπε κι τα μάτια του άνοιξαν από την ανησυχία. «Ναι αλλά δεν είναι τίποτα η πληγή έκλεισε αμέσως. Κι μετά ήρθα εδώ κι τα υπόλοιπα τα ξέρεις.» «Δεν μου είπες μετά γιατί έκλαιγες αφού είδες ότι δεν είχα τίποτα γιατί έκλαιγες?» «Γιατί δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι ήσουν εντάξει.» Τότε η Ρασέλ όρμισε μέσα τρέχοντας κι έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας ενώ κρατούσε το χέρι του Άγγελου. «Τι έχεις γλυκιά μου?»Την ρώτησα. « Μου είπε η Μαρίνα ότι είχατε ένα ατύχημα κι δεν με άφηνε να βγω από το δωμάτιο μέχρι να μου πει και...» Σταμάτησε για να πάρει μία ανάσα. «Και νόμιζα ότι είχατε πάθει το ίδιο με την μαμά και τον μπαμπά.»


«Μην ανησυχείς Ρασέλ η θεία σου κι εγώ ήμαστε μια χαρά.» Της είπε ο Άγγελος. Εκείνη τότε κάθισε πάνω στα γόνατα μου κι μας χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έφτανε ως τα αυτιά.

Ο Άγνωστος Όταν κατεβήκαμε κάτω εγώ δεν έφευγα μακριά από τον Άγγελο φοβόμουν πως άμα έφευγα θα τον έχανα. Η ώρα είχε πάει 20:00 οπότε έφτιαξα μια σαλάτα και φάγαμε ενώ ο Ντέιβ πήγε να κυνηγήσει. Στις εννιά πήρα την Ρασέλ η οποία κοιμόταν όρθια κι την πήγα πάνω στο δωμάτιο μας να κοιμηθεί. Την σκέπασα κι της τραγούδησα ένα νανούρισμα. Έπειτα εγώ μαζί με τον Άγγελο πήγαμε κι καθίσαμε στον καναπέ να δούμε τηλεόραση. Ώσπου εμένα με πείρε ο ύπνος στην αγκαλιά του Άγγελου. Όταν ξύπνησα ώρα ήταν εφτά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου χωρίς να κάνω θόρυβο και ξυπνήσω την Ρασέλ κι κατέβηκα κάτω να ετοιμάσω πρωινό για εμένα κι για τους υπόλοιπους για όταν θα ξύπναγαν. Όπως πήγαινα για την κουζίνα είδα πως στο σαλόνι καθόταν ο Ντέιβ κι κοίταζε κάτι που κρατούσε. Μόλις με είδε να τον πλησιάζω το έκρυψε πίσω από ένα μαξιλάρι κι κάθισε κοιτάζοντας τα χέρια του σκεφτηκος. «Τι ήταν αυτό που κρατούσες κι το έκρυψες για να μην το δω?» Τον ρώτησα. «Τίποτα.» «Αφού δεν είναι κάτι γιατί το έκρυψες? Δώσε μου εδώ.» Είπα κι το τράβηξα πίσω από το μαξιλάρι ενώ εκείνος προσπάθησε να με σταματήσει. Αυτό που είδα δεν το περίμενα με τίποτα. Ήταν μια φωτογραφία που με είχε βγάλει στην τριήμερη εκδρομή της τρίτης γυμνασίου που είχαμε πάει με το σχολείο. Καθόμουν στην κουπαστή του καραβιού που μας πήγαινε στην Αίγινα. Μα τι την ήθελε αυτήν την φωτογραφία τώρα? Γύρισα κι τον κοίταξα απορημένη. Αυτός είχε σκύψει κι κοίταζε το πάτωμα. Τότε κατάλαβα. Για αυτό εχτές που ήμουν με τον Άγγελο ήταν κάπως θλιμμένος κι όταν πήγα να φτιάξω τα τοστ με ρώτησε αν αγαπάω τον Άγγελο. Τώρα τα κατάλαβα όλα. Του έδωσα αμέσως την φωτογραφία κι έτρεξα στην κουζίνα να ετοιμάσω το πρωινό. Ήμουν πολύ αναστατωμένη. Έβγαλα λίγες φρυγανιές κι τις άλειψα


με βούτυρο κι με μέλι κι κάθισα κι έφαγα μερικές έπειτα έφτιαξα κι λίγο γάλα και ήπια κι βγήκα και κάθισα έξω για να πάρω λίγο καθαρό αέρα. Το βράδυ μάλλον θα είχε χιονίσει γιατί έξω το είχε στρώσει. Κάποια στιγμή μέσα άκουσα φωνές κι είδα ότι η Μαρίνα κι ο Ντέιβ τσακώνονταν, εγώ χωρίς να πω τίποτα ανέβηκα πάνω εκείνοι με κοίταγαν απορημένοι κι σταμάτησαν να καβγαδίζουν. Όταν έφτασα πάνω κι μπήκα στο δωμάτιο μου βρήκα τον Άγγελο να κάθετε στο κρεβάτι μου κι να με περιμένει ενώ η Ρασέλ δεν ήταν εκεί. «Μην ανησυχείς πήγε κάτω μαζί με την Μαρίνα.» Εγώ τότε πήγα κι κάθισα δίπλα του σκυφτή. Εκείνος με κοίταγε λες κι ήξερε τι είχε συμβεί προηγουμένως ώσπου κάποια στιγμή εγώ σήκωσα το κεφάλι μου κι τον κοίταξα στα μάτια. Εκείνος τότε πέρασε το χέρι του πάνω από τον ώμο μου κι με κράτησε σφιχτά. Τότε εγώ κάθισα κοντά του και ανέπνευσα το άρωμα του και αμέσως ηρέμησα. Κάθισα όσο πιο κοντά το μπορούσα κι έκλεισα τα μάτια μου. Τότε σαν να πέρασαν ακριβώς μπροστά μου είδα όλα όσα είχαν συμβεί τον καιρό αυτό. Την λυκίσια μου μορφή, τον Ντέιβ, τον Άγγελο, τα παιδιά, τον γκρεμό, τον θάνατο της αδερφής μου, την Ρασέλ, το φιλί με τον Άγγελο, το ατύχημα με την μηχανή και την φωτογραφία μου που κρατούσε ο Ντέιβ σήμερα. Όλα πέρασαν ακριβώς μπροστά μου αστραπιαία. Ο Άγγελος με άφησε να σκεφτώ χωρίς να με ενοχλήσει απλός κοιτώντας με ανήσυχος. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου κατάλαβα ότι το μόνο που έπρεπε να με ενδιαφέρει τώρα ήταν ο Άγγελος κι η Ρασέλ τίποτα άλλο. Ούτε ο Ντέιβ ούτε κανείς άλλος. Τότε γύρισα προς τον Άγγελο τον κοίταξα στα μάτια κι του μίλησα. «Ξέρεις τι έχει συμβεί.» Αυτό δεν ήταν ερώτηση αλλά δήλωση. «Ναι, ξέρω.» Μου είπε. «Και επίσης ξέρω ότι δεν θέλω να μου στεναχωριέσαι. Δεν φταις εσύ που σε αγαπάει ούτε που εσύ αγαπάς εμένα.» Μου είπε κι έσκυψε κι με φίλησε. Εγώ πέρασα τα χέρια μου πίσω από τον λαιμό του κι ανταποκρίθηκα στο φιλί του, έπειτα έσκυψα και τον φίλησα στον λαιμό προτού βάλω το κεφάλι μου στο στήθος του για να ακούω τον χτύπο της καρδιάς του. «Γιατί σου αρέσει τόσο πολύ να κουρνιάζεις εκεί?» Μου είπε χαμογελαστός. «Γιατί έτσι ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου. Κι αυτός ο χτύπος είναι το παν για μένα. Γιατί έτσι είμαι σίγουρη ότι είσαι μια χαρά.» Του απάντησα κι σηκώθηκα όρθια. «Που πας?» Μου είπε ανήσυχος. «Έλα κι θα δεις.»Του είπα κι τον τράβηξα από το χέρι. Εκείνος με ακολούθησε. Κατέβηκα κάτω κι από κει βγήκα έξω όπου χιόνιζε.


Εκεί τα παιδιά είχαν πάρει διάφορα χριστουγεννιάτικα φωτάκια κι στόλιζαν. Εγώ τον τράβηξα κι κατευθύνθηκα προς το δάσος. «Μα που πάμε? Δεν κάνω βήμα αν δεν μου πεις.» Μου είπε κι σταμάτησε εκεί όπου βρισκόταν. «Έλα!» Του είπα με μια γλυκιά φωνή κι τον φίλησα.«Μην μου το χαλάς έλα σε παρακαλώ.» «Καλά.» Είπε κι με ακολούθησε ώσπου είχαμε φτάσει κοντά στο σπίτι μου. «Α τώρα κατάλαβα. Θες να πάμε στους γονείς σου ε?» Μου είπε κι με τράβηξε κοντά του. «Είσαι έξυπνος τελικά.» Πρόλαβα να πω πριν με σηκώσει αγκαλιά. «Κι δεν το έλεγες νωρίτερα?» Είπε κι προχώρησε προς το σπίτι. «Άσε με κάτω» Είπα ενώ γέλαγα συγχρόνως. «Όχι κυρία μου δεν καταλάβατε. Δεν θα σας αφήσω μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.» Μου είπε κι με φίλησε στο μέτωπο. Όταν φτάσαμε μπροστά από το σπίτι με άφησε κάτω. Τότε εγώ άνοιξα την εξωτερική πόρτα κι τον τράβηξα μέσα. Έπειτα χτύπησα το κουδούνι κι η μητέρα μου μας άνοιξε την πόρτα. Όταν με είδε αγκαλιά με τον Άγγελο παραξενεύτηκε αλλά μας είπε να περάσουμε. «Μαμά αυτός είναι ο Άγγελος. Είναι ο αδερφός του Ντέιβ κι το αγόρι μου.» Της είπα ενώ ο Άγγελος της έσφιξε το χέρι. «Ήρθα για να πάρω μερικά χριστουγεννιάτικα πράγματα που έχουμε κι δεν τα χρησιμοποιούμε όπως και το δεύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο.» «Κι πως θα τα κουβαλήσετε. Α ναι ξέχασα είστε αρκετά δυνατοί για να τα σηκώσετε μόνοι σας.» «Εντάξει μαμά πάμε να τα πάρουμε τώρα.» Σε μια βδομάδα ήταν τα Χριστούγεννα κι το σχολείο θα άνοιγε μετά από τα Χριστούγεννα. Τότε θυμήθηκα την Ρασέλ. Όταν θα άνοιγαν τα σχολεία η Ρασέλ που θα έμενε? Αφού ακόμα κι ο Ντέιβ θα επέστρεφε στο σχολείο. Καλά δεν ήταν τώρα η ώρα για να ανησυχήσω θα ανησυχούσα όταν θα ήταν η ώρα. Πήγαμε στην αποθήκη και πήραμε μία κούτα στολίδια κι το ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εκείνος πείρε τα στολίδια κι εγώ το δέντρο παρόλο που εκείνος επέμενε ότι το δέντρο είναι πολύ βαρύ κι ήθελε να το πάρει εκείνος εγώ δεν συμφώνησα. Κάποια στιγμή του έπεσε κάτω ένα χριστουγεννιάτικο στολίδι και έσπασε. «Χα. Μου αρέσει που ήθελες να πάρεις το χριστουγεννιάτικο δέντρο.» Του είπα γελώντας. «Τι είπες?» Μου είπε κάνοντας ότι δεν άκουσε τι του είπα.


«Είπα ότι είσαι ανίκανος να σηκώσεις τα στολίδια κι ήθελες να σηκώσεις το δέντρο.» Του είπα ακόμα πιο χαμογελαστή. «Έτσι ε? Τώρα θα δεις.» Εγώ άφησα κάτω το δέντρο κι άρχισα να τρέχω γελώντας. Άφησε κι εκείνος την κούτα κάτω κι άρχισε να με κυνηγάει. «Δεν μπορείς να με πιάσεις.» Του είπα γελώντας ενώ έτρεχα μέσα στο δάσος. «Έτσι νομίζεις.» Είπε κι έπεσε πάνω μου. Πέσαμε κι οι δύο κάτω ο ένας δίπλα στον άλλον. «Με πλήγωσε που με είπες ανίκανο.» Μου είπε μουτρωμένος. «Αυτό ήθελα να κάνω.» Του είπα γελώντας. «Τώρα μπορείς να κάνεις κι εσύ κάτι που να με πειράξει.» «Το μόνο που θέλω να κάνω είναι να είμαι μαζί σου κι να ξέρω ότι είσαι καλά.» Είπε κι γύρισε κι με φύλησε. «Τι σε προβληματίζει?» Με ρώτησε. «Τον τελευταίο καιρό γίνετε το ένα κακό μετά το άλλο. Κι το μόνο καλό που μου συνέβη είσαι εσύ για αυτό φοβάμαι ότι κάτι θα μας χωρίσει.» «Τίποτα δεν θα μας χωρίσει μην φοβάσαι γλυκιά μου. Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Παρά μόνο άμα μου το ζητήσεις εσύ.»Εγώ ανακάθισα πάνω στο χώμα κι τον κοίταξα. «Πιστεύεις ότι θα σου ζητούσα ποτέ κάτι τέτοιο? Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.» «Μάλλον θα πηδούσες από κανένα γκρεμό.» «Έλα μην με πειράζεις.» Του είπα κι τον έσπρωξα αλλά όχι με δύναμη. «Τι μόνο εσύ μπορείς να με πειράζεις εγώ δεν μπορώ?» «Δεν είπα κάτι τέτοιο.» «Έλα πρέπει να πάμε τα πράγματα στο σπίτι. Θα μας ψάχνουν πάλι.» «Έχεις δίκιο πάμε.» Είπα κι πήγα κι πείρα το δέντρο ενώ εκείνος πείρε τα στολίδια. Όταν φτάσαμε δεν ήταν κανείς έξω. Μπήκαμε μέσα αφήσαμε τα πράγματα κι ανεβήκαμε επάνω να βρούμε τους υπόλοιπους. Όταν μπήκα στο δωμάτιο μου άθελα μου φώναξα. Ο Άγγελος τότε βρέθηκε ακριβώς δίπλα μου. Το δωμάτιο ήταν άνω κάτω. Το παράθυρο ήταν σπασμένο. Η Ρασέλ δεν ήταν πουθενά και η φωτογραφία των γωνιών της που δεν την άφηνε ποτέ από κοντά της ήταν πεταμένη στο πάτωμα. «Τι έγινε εδώ?» Φώναξα. Τότε κάποιος άρχισε να χτυπάει την ντουλάπα αλλά από την μέσα μεριά. Πήγα κοντά κι είδα ότι η ντουλάπα ήταν κλειδωμένη κι είχε επάνω το κλειδί. Ξεκλείδωσα γρήγορα κι από μέσα βγήκε η Μαρίνα.


«Ο Παύλος θα μου το πληρώσει ακριβά.» Είπε κι ξεσκονίστηκε αφότου πήρε μία ανάσα καθαρού αέρα. «Κόντεψα να σκάσω εκεί μέσα.» «Μα γιατί σε κλείδωσε?» Την ρώτησε ο Άγγελος. Κάτι το οποίο θα το έκανα κι εγώ αν θυμόμουν πώς να βγάλω ήχο από το στόμα μου. Είχα μείνει άφωνη. Τι είχε συμβεί εδώ? Ο Άγγελος κατάλαβε την ανησυχία μου κι με αγκάλιασε από την μέση για να μου δώσει θάρρος. «Να ήρθε ένας βρικόλακας κι πείρε την Ρασέλ κι ένα χαρτί που είχες στην κοσμηματοθήκη σου εγώ με τα παιδιά προσπαθήσαμε να τον σταματήσουμε αλλά ήταν πολύ δυνατός. Μετά τα αγόρια τον ακολούθησαν. Ήθελα να πάω κι εγώ αλλά ο Παύλος με κλείδωσε μέσα στην ντουλάπα για να με σταματήσει. Η Βαλεντίνα υποθέτω πως πήγε μαζί τους γιατί την είδα να τους ακολουθεί.» Εγώ μόλις άκουσα αυτά που είπε η Μαρίνα πήγα κι κάθισα στο κρεβατάκι της Ρασέλ κοιτάζοντας στο κενό σκεφτική. Αυτές ήταν οι δυσκολίες που εννοούσε ο μπαμπάς της? Ότι χάρης σε εμένα – που με θεωρούσε και εκλεκτό άτομο- η Ρασέλ είναι στα χέρια ενός βρικόλακα ?Αν δεν είχαμε φύγει με τον Άγγελο ίσως να είχαμε μπορέσει να προφυλάξουμε την μικρούλα μου. Όλα ήταν δικό μου λάθος. Εγώ έφταιγα για όλα. Όσο τα σκεφτόμουν αυτά θα έπρεπε να είχα δακρύσει γιατί είδα τον Άγγελο να μου σκουπίζει τα μάτια. «Μάντι μου δεν φταις εσύ. Και μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά να τώρα θα πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά κι θα μάθουμε που βρίσκονται και θα πάμε να τους βοηθήσουμε μην ανησυχείς.» «Κι όμως εγώ φταίω γιατί άμα δεν σε είχα πάρει να φύγουμε και είχαμε μείνει εδώ ίσος και να τον είχαμε σταματήσει.» «Όπως το είπες. Ίσος. Δεν ξέρουμε. Πάντως αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να ψάξουμε για την Ρασέλ.» Τότε άκουσα κάποιον να τρέχει στις σκάλες κι είδα την Βαλεντίνα να τρέχει προς το μέρος μας. «Τι κάνεις εσύ εδώ? Δεν είχες πάει να βοηθήσεις τα παιδιά?» «Κι ακριβώς αυτό κάνω. Με έστειλαν να σας πάρω χρειαζόμαστε βοήθεια βρήκαμε που την έχει πάει. Δοκιμάσαμε να μπούμε αλλά μας είδε κι είπε ότι οι μόνοι που μπορούνε να μπούνε μέσα είναι οι αρχηγοί μας και οι αρχηγοί μας είστε εσείς κι είπε ότι το κάνει αυτό γιατί είσαστε υπεύθυνοι για τον θάνατο της Άλκης του και κάτι τέτοιες ασυναρτησίες.» Τότε εγώ κι ο Άγγελος κοιταχτήκαμε στα μάτια σαν να λέγαμε ο ένας στον άλλον κατάλαβες ό,τι κατάλαβα? Τελικά αυτός που μίλησε ήμουν εγώ. «Ξέρω ποιος είναι αυτό ή τέλος πάντων υποψιάζομαι ποιος μπορεί να είναι. Λογικά είναι κάποιος που αγαπούσε πολύ την Άλκη την βρικόλακα που σκοτώσαμε και τώρα θέλει για


αντάλλαγμα να κάνει κάτι που θα κάνει εμάς που την σκοτώσαμε να πονέσουμε. Από ό,τι φαίνεται με κάποιον τρόπο μας παρακολουθούσε κι θα είδε ότι ο πιο σημαντικό πρόσωπο για όλους μας είναι η Ρασέλ.» «Τότε το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι να πάμε να τον βρούμε. Βαλεντίνα οδήγησε μας σε εκείνον.» Είπε ο Άγγελος.

Ρασέλ? Εγώ προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου αλλά δεν ήταν κι πολύ εύκολο. Το μόνο που κατάφερα είναι να δείχνω ψύχραιμη. Ο μόνος που κατάλαβε τι γινόταν μέσα μου αυτήν την στιγμή ήταν ο Άγγελος. Μόλις βγήκαμε έξω από το σπίτι η Βαλεντίνα άλλαξε μορφή και μας έγνεψε να την ακολουθήσουμε. Τότε εγώ ο Άγγελος και η Μαρίνα κάναμε ότι μας είπε. Αλλάξαμε μορφή και την ακολουθήσαμε. Διασχίσαμε το δάσος μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε μία καλύβα ίδια με την δικιά μας. Εκεί βρήκαμε και τον Ντέιβ με τον Παύλο. Είδα με την άκρη του ματιού μου την Μαρίνα να είναι έτοιμη να ορμίσει στον Παύλο. «Μαρίνα δεν είναι ώρα για αυτό. Όταν επιστρέψουμε.» Της είπα. Ο Άγγελος τότε γύρισε και με κοίταξε ήταν άσπρος σαν το πανί κι μάλλον ήμουν κι εγώ έτσι. Ανησυχούσε πολύ για την Ρασέλ όπως και εγώ. Τότε εγώ κατευθύνθηκα προς την πόρτα της καλύβας. Αφότου πήρα μία βαθιά εισπνοή και βεβαιώθηκα ότι ο Άγγελος ήταν δίπλα μου χτύπησα την πόρτα. Την πόρτα άνοιξε ένας ψιλός ξανθός άντρας και υπέθεσα ότι αυτός ήταν ο βρικόλακας που είχε την Ρασέλ. Μόλις μας άφησε και μπήκαμε μέσα μας έβαλε να καθίσουμε χωριστά. Εμένα με έβαλε από την μία άκρη της αίθουσας ενώ από την άλλη έβαλε τον Άγγελο. Τότε είδα ότι λίγο πιο πέρα από εμένα είχε δεμένη την Ρασέλ. «Λοιπόν, για να μην λέτε ότι δεν είμαι ευγενικός με λένε Στέφαν και είμαι ο αδερφός την Άλκης. Της βρικόλακας που σκοτώσατε. Λοιπό αν θέλετε η μικρή από εδώ να ζήσει, πολύ απλά θα πρέπει να μείνετε εσείς στην θέση της. Τι λέτε?»Εγώ χωρίς καν να το σκεφτώ απάντησα. «Εγώ θα μείνω αρκεί να με αφήσεις να την αποχαιρετίσω και να αποχαιρετίσω τα υπόλοιπα παιδιά της αγέλης.»


«Συμφωνώ και εγώ.» Είπε και ο Άγγελος και μου έριξε μια ματιά γεμάτη λίπη. Σαν να μου έλεγε πως δεν θα μπορούσε να μείνει στην ζωή χωρίς εμένα. «Εντάξει. Μπορείτε αλλά δεν θα την λύσω μέχρι να μπείτε μέσα.» Εγώ και ο Άγγελος βγήκαμε έξω. Φαίνετε πως τα παιδιά είχαν ακούσει την συζήτηση μας διότι ήταν όλοι με δάκρυα στα μάτια. Περάσαμε από αγκαλιά σε αγκαλιά και η κάθε στιγμή ήταν εξίσου σημαντική για εμένα γιατί ήταν η τελευταία στιγμή που θα ήμουν μαζί τους. Κάποια στιγμή ένιωσα κάποιον να με σφίγγει υπερβολικά πολύ. Κόντευα να σκάσω αλλά δεν με ένοιαζε. Μπροστά μου ήταν ο Ντέιβ ο οποίος είχε γεμίσει δάκρυα. «Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος, να να μην γίνει αυτό?» «Όχι Ντέιβ. Και η Ρασέλ είναι πολύ πιο σημαντική από εμένα. Να την προσέχετε.» Τους είπα. Φίλησα τον Ντέιβ στο μάγουλο και πριν μπούμε μέσα κοίταξα τον Άγγελο στα μάτια και τον αγκάλιασα σφιχτά γιατί ήμουν σίγουρη πως άμα περνάγαμε αυτήν την πόρτα ο Στέφαν θα μας χώριζε ξανά. Κοίταξα μέσα στα καταπράσινα μάτια του και ένιωσα μία ζέστη να με πλημμυρίζει. Εκείνος έσκυψε και ακούμπησε απαλά τα χείλι του πάνω στα δικά μου. Ήμασταν σίγουροι και οι δυο μας πως ήταν το τελευταίο μας προτού μπούμε μέσα στην καλύβα. Μολις μπήκαμε μέσα όπως το είχα προβλέψει ο Στέφαν μας χώρισε ξανά. Έπειτα έλυσε την Ρασέλ η οποία έτρεξε αμέσως και έπεσε στην αγκαλιά μου. «Όχι θεία μην μου το κάνεις αυτό. Πόσο να αντέξω πια . Πρώτα οι γονείς μου μετά εσύ και ο Θείος Άγγελος. Γιατί?» Ήταν η πρώτη φορά που αποκάλεσε τον Άγγελο θείο και μάλλον και η τελευταία. «Γλυκιά μου εσύ είσαι μικρή. Θα σου περάσει. Θα μείνεις με τα παιδιά τα οποία θα σε βοηθήσουν να εξασκείς τις ικανότητές σου και εμάς θα μας ξεχάσεις πολύ εύκολα.» Όσο και αν προσπάθησα να κρατηθώ ήρεμη τα δάκρυα δεν μπόρεσα να τα κρατήσω κι άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα μου. Έπειτα της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και της χάιδεψα τα μαλλιά προτού πάει στον Άγγελο. Όταν χαιρέτισε και τον Άγγελο η Μαρίνα μπήκε μέσα και την πείρε. Κλαίγανε κι οι δυο τους με λυγμούς προτού βγούνε έξω και κλίσουν την πόρτα πίσω τους ώστε να χαθούν από τα μάτια μου. Τότε είδα τον Στέφαν να με πλησιάζει. Έφτασε ακριβώς από πάνω μου. Ήξερα πως ήταν το τέλος μου. Τον Άγγελο τον είχε δέσει σε μια καρέκλα για να μην μπορεί να κουνηθεί. Με έπιασε από τα μαλλιά πάνω από το κούτελο κι τράβηξε το κεφάλι μου πίσω. Εγώ δαγκώθηκα για να μην φωνάξω. Ο πόνος δεν ήταν τίποτα. Το μόνο που με ενοχλούσε ήταν το ότι δεν μπορούσα να κοιτάξω τα μάτια σαν ζαφείρια που ένιωθα ότι με κοιτούσαν με πόνο. Τα μάτια του Άγγελου για τελευταία φορά. Τότε ο Στέφαν έσκυψε κοντά στο


αυτί μου και ενώ μου τραβούσε ακόμα τα μαλλιά μου είπε ψιθύρισε. «Ξέρεις τι θα κάνω? Όχι δεν ξέρεις. Επειδή εσύ ήσουν αυτή που αποφάσισε να σκοτώσουν την Άλκη ξέρεις τι θα κάνω? Όχι δεν θα σε σκοτώσω πρώτη. Όχι θα σκοτώσω πρώτον αυτόν για να τον δεις να πεθαίνει και να υποφέρεις. Και μετά θα σε σκοτώσω και εσένα αργά και βασανιστικά.» Είπε και με έκανε να κοιτάξω προς την μεριά του Άγγελου. Έπειτα άφησε το κεφάλι μου και κατευθύνθηκε προς τον Άγγελο. Εκείνη την ώρα άκουσα φωνές από έξω και ξαφνικά μέσα μπήκε τρέχοντας η Ρασέλ με την Μαρίνα και τον Παύλο να την κυνηγούνε. «Δεν θα κάνεις κακό σε κανέναν από τους θείους μου. Το κατάλαβες?» Φώναξε κι την είδα να κλίνει τα μάτια της και να συγκεντρώνετε. Τότε ξαφνικά ένα ρόπαλο του Μπέιζμπολ άρχισε να αιωρείται ώσπου έφτασε πάνω από το κεφάλι του Στέφαν και άρχισε να τον κοπανά. Έπειτα είδα την Ρασέλ να πιάνει μία καρέκλα που βρήκε εκεί κοντά της και να πετάει στον αέρα κρατώντας την προτού του την πετάξει στην κοιλιά. Είχα μείνει άφωνη. Δεν ήξερα ότι είχε εξασκήσει τόσο πολύ της δυνάμεις της. Ξαφνικά συνειδητοποίησα τι γινόταν η Ρασέλ τον αποσπούσε για να πάω να λύσω τον Άγγελο και μετά όλοι μαζί να σκοτώσουμε τον Στέφαν. Εγώ σηκώθηκα αμέσως από την καρέκλα μου και πήγα και έλυσα τον Άγγελο έπειτα με ένα πήδο έπιασα την Ρασέλ η οποία ακόμα αιωρούταν και έπιανε κι του πετούσε ότι μπορούσε να βρει. «Πάρε την Ρασέλ και βγείτε έξω. Να περιμένετε εκεί μέχρι να έρθουμε. Φώναξε και τον Ντέιβ με την Βαλεντίνα.» «Μάλλον δεν θα χρειαστεί. Έρχονται αυτήν την στιγμή.» Του είπα κι μέσα μπήκε τρέχοντας ο Ντέιβ με την Βαλεντίνα. Εγώ κράτησα σφιχτά την Ρασέλ στην αγκαλιά μου η οποία είχε λιποθυμήσει και βγήκα έξω. Ήταν λογικό το ότι λιποθύμησε γιατί πρώτη φορά χρησιμοποίησε της δυνάμεις της τόσο πολύ. Καθόμουν έξω κάτω από ένα δέντρο και την είχα αγκαλιά. Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της. «Θεία μου.» Είπε κι με αγκάλιασε. «Που είναι οι υπόλοιποι? Πολεμούν τον Στέφαν?» «Ναι γλυκιά μου. Αλλά εμείς δεν θα πάμε 1 ον γιατί είναι επικίνδυνα για εσένα και 2ον γιατί είσαι εξασθενημένη τόσο πολύ που χρησιμοποίησες τις ξεχωριστές σου δυνάμεις.» «Καλά. Αλλά ελπίζω να είναι όλοι καλά. Ο θείος Άγγελος πως είναι, είναι καλά?» «Αμέ νάτος πίσω σου.» Είπα κι σηκώθηκα όρθια βοηθώντας και την Ρασέλ να σηκωθεί. Ο Άγγελος ερχόταν γρήγορα προς το


μέρος μας. Άρπαξε την Ρασέλ και την σήκωσε ψηλά προτού αρχίσει να την γυρίζει γύρω γύρω και να γελάει. «Θείε είσαι καλά.» Είπε η Ρασέλ φωνάζοντας σχεδόν από την χαρά της. «Πως με είπες?» Είπε ο Άγγελος και σταμάτησε να την γυρνάει γύρω γύρω αφήνοντας την κάτω. «Θείε σε είπα. Γιατί αφού είσαι με την θεία είσαι θείος μου.» «Ακόμα και η μικρή το κατάλαβε» Του είπα και του έσκασα ένα χαμόγελο. Τον κοίταξα μέσα στα καταπράσινα μάτια του και νόμιζα πως βυθιζόμουν μέσα τους. Μέσα στο ζαφειρένιο χρώμα που νόμιζα ότι δεν θα ξαναδώ. Μέσα στην ζεστασιά τους. «Νόμιζα πως δεν θα σε ξαναέβλεπα ποτέ.» του είπα χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από τα μάτια του. «Κι εγώ το ίδιο. Όταν τον είδα να σε τραβάει από τα μαλλιά και να πλησιάζει στο αυτί σου η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από τον φόβο της. Τρόμαξα πάρα πολύ. Και σε έβλεπα κι όλας να σφίγγεσαι από τον πόνο.» «Το ότι μου τράβηξε τα μαλλιά δεν με πόνεσε καθόλου. Το μόνο που με πόναγε είναι το ότι δεν με άφηνε να κοιτάξω στα μάτια σου. Στο ζαφειρένιο χρώμα τους. Γιατί ήμουν σίγουρη πως δεν θα μπορούσα να τα δω ξανά.» Είπα κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. «Μην κλαις.» Είπε και μου σκούπισε τα μάτια.«Αυτό που έχει σημασία είναι το ότι είμαστε καλά και είμαστε μαζί. Και ότι τίποτα δεν θα μας χωρίσει ποτέ.» Μου είπε. «Ποτέ!» Επανέλαβα προτού τα χείλη του αγγίξουν τα δικά μου και τα χέρια του αρχίσουν να με χαϊδεύουν στα μαλλιά. Έπειτα γύρισα να δω που βρισκόταν η Ρασέλ. Την είδα να κάθετε λίγο πιο πέρα και να συζητάει με τους υπόλοιπους όλο χαρά. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στο σπίτι μας.» «Ναι έτσι νομίζω και εγώ.» Του είπα και πέρασα το χέρι μου από την μέση του προτού ξεκινήσουμε για τον δρόμο της επιστροφής.


Η καινούρια λύκαινα Όταν φτάσαμε σπίτι η ώρα είχε πάει 22:00. Εγώ πήρα αγκαλιά την Ρασέλ κι την ανέβασα στο δωμάτιο μας για να κοιμηθεί. Έπειτα πήγα στο δωμάτιο του Άγγελου. Τον βρήκα να κάθετε στο βεραντάκι και να κοιτάει τα αστέρια. Οι υπόλοιποι σήμερα θα κάνανε περιπολία στο δάσος για να ελέγχουν άμα έρχεται κανείς. Βγήκα κι εγώ στην βεράντα κι έκατσα δίπλα του. «Τι σκέφτεσαι?» Του είπα. «Το ότι παραλίγο να σε χάσω σήμερα.» «Έλα μην το σκέφτεσαι πια. Πέρασε.» «Ποτέ δεν θα περάσει ο φόβος που έχω για να μην πάθεις κάτι. Συνέχεια κάνεις κάτι ριψοκίνδυνο ή κάτι για να σώσεις κάποιον και με κάνεις και ανησυχώ. Δεν μπορείς να φανταστείς πως ένιωσα όταν σε έπιασε από τα μαλλιά. Όταν σου ψιθύρισε στο αυτί, τόσο κοντά στον λαιμό σου. Όταν δεν μπορούσα να δω την έκφραση του προσώπου σου για να δω πως είσαι. Αλήθεια όμως τι σου είπε?» «Δεν μπορείς να φανταστείς. Μου είπε ότι επειδή εγώ ήμουν αυτή που έφταιγα για τον θάνατο της Άλκης ότι θα σκότωνε πρώτα εσένα για να το δω και να υποφέρω και μετά θα σκότωνε εμένα αργά και βασανιστικά. Αλλά δεν ήταν ο δικός μου θάνατος αυτό που με έκανε να πονώ αλλά το ότι θα σκότωνε και εσένα.»Είπα και σηκώθηκα και τον αγκάλιασα. Το μόνο που ήθελα τώρα ήταν να είμαι μαζί του να νιώθω την ζεστασιά του. Να ξέρω ότι είναι ζωντανός. «Ηρέμισε.» Μου είπε και με πείρε αγκαλιά. Με κρατούσε στα χέρια του. Κι έσκυψε και με φίλησε. Εγώ καθόμουν όσο πιο κοντά του μπορούσα. Μπήκαμε μέσα χωρίς να σταματήσει να με φιλάει. Καθίσαμε στο κρεβάτι του κι εκείνος έβγαλε την μπλούζα του. Τι ωραίο σώμα που είχε. Σταμάτησα να τον φιλάω κι άρχισα να σκιαγραφώ με το δάχτυλο μου τους κοιλιακούς του. «Τι όμορφο!» Είπα ενώ είχα ακόμα το χέρι μου πάνω στο σώμα του. «Πιο?»Με ρώτησε όλο απορία. «Εσύ.» Του απάντησα και τον κοίταξα στα ζαφειρένια μάτια του. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από εσένα.» Μου είπε και με φίλησε ξανά. Εγώ ξεκούμπωσα την ζακέτα μου και την άφησα στην άκρη του κρεβατιού. Εκείνος χωρίς να σταματήσει να με φιλάει μου έβγαλε την μπλούζα. Εγώ κάθισα όσο πιο κοντά του μπορούσα. Το πρωί όταν ξύπνησα ήμουν στο δωμάτιο των αγοριών. Εκείνος ήταν ξύπνιος και με κρατούσε αγκαλιά.


«Καλημέρα πριγκίπισσα!» Μου είπε. Εγώ του χαμογέλασα πριν του απαντήσω. «Καλημέρα!!» «Πως κοιμήθηκες?» «Μια χαρά. Αφού ήσουν εσύ μαζί μου. Εσύ? Πως κοιμήθηκες?» «Σαν πουλάκι. Είσ��ι πολύ γλυκιά όταν κοιμάσαι, το ξέρεις?» Εγώ κοκκίνισα. «Σε αγαπώ.» Του είπα και τον φίλησα. «Κι εγώ. Και θα σε αγαπώ για πάντα.» «Για πάντα.» επανέλαβα τις τελευταίες του λέξεις και κάθισα πιο κοντά του. Εκείνος μου χάιδεψε τα μαλλιά. «Μάλλον θα έπρεπε να πάμε κάτω. Να φάμε και κάτι. Εξάλλου η Ρασέλ μπορεί να έχει ξυπνήσει και να σε ψάχνει.» «Ναι, δίκιο έχεις.» Είπα και σηκώθηκα. Φόρεσα την μπλούζα μου και το παντελόνι που φορούσα εχτές και πήρα την ζακέτα μου στο χέρι. «Να σε περιμένω ή να πάω να δω τι κάνει η Ρασέλ?» «Πήγαινε. Θα έρθω και θα σας βρω σε λίγο.» «Εντάξει.» Του είπα και τον φίλησα. «Μην αργήσεις.» «Μην ανησυχείς. Θα είμαι εκεί μέχρι να πεις κύμινο.» «Εντάξει.» Είπα και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Κατευθύνθηκα όλο χαρά προς το δωμάτιο που κοιμόταν η Ρασέλ. Μπήκα μέσα άφησα την ζακέτα μου και κοίταξα το ρολόι. Η ώρα ήταν 10 το πρωί. Ώρα να ξυπνήσει και η μικρή. Πήγα κοντά στο κρεβατάκι της και κάθισα στην άκρη. Άρχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά και να της ψιθυρίζω να ξυπνήσει. «Θεία?» «Καλημέρα μικρή υπναρού.» Της είπα και την φίλησα στο μέτωπο. «Ξύπνησα το βράδυ και δεν ήσουν εδώ και ανησύχησα. Έτσι πήγα στο δωμάτιο του θείου και είδα ότι κοιμόσουν εκεί. Γιατί δεν κοιμήθηκες εδώ και πήγες και στριμώχτηκες με τον θείο?» Με ρώτησε με ένα βλέμμα απορίας. Τώρα εγώ τι να της έλεγα? Ότι εμείς οι μεγάλοι το κρεβάτι δεν το έχουμε μόνο για να κοιμόμαστε? Τελικά σκέφτηκα γρήγορα μια δικαιολογία και της απάντησα. «Είχα πάει να δω τι κάνει ο θείος σου και επιδεί ήμουν κουρασμένη με πείρε ο ύπνος στην αγκαλιά του. Κατάλαβες?» «Ναι ναι. Πάμε κάτω τώρα. Πεινάω.» «Α δεν έχεις ντυθεί ακόμα. Με τις πιτζάμες θα μείνεις όλη μέρα? Για έλα εδώ να βρούμε ένα φορεματάκι να βάλεις.» Της είπα κι την σήκωσα από το κρεβάτι. Έπειτα πήγα στην ντουλάπα και της έβγαλα από μέσα ένα φορεματάκι. Ύστερα έβγαλα κι απ την παπουτσοθήκη ένα ζευγάρι μπαλαρινέ παπούτσια κι την βοήθησα να ντυθεί. Όταν ντύθηκε κατεβήκαμε κάτω. Εκεί ήταν όλοι και μας


περιμένανε εκτός από την Βαλεντίνα. Κατευθύνθηκα γρήγορα προς τον Άγγελο που καθόταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση. «Που είναι η Βαλεντίνα?» Τον ρώτησα με βιασύνη ενώ έκανα νόημα στην Ρασέλ να πάει στην Μαρίνα να της ετοιμάσει κάτι να φάει. «Πήγε να υποδεχτεί ένα νέο μέλος στην αγέλη μας.» «Ωραία. Και που είναι?» «Τώρα έρχονται.» Είπε κι εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα η Βαλεντίνα ακολουθημένη από μία κοπέλα. Πρέπει να είναι στην ηλικία μου. Ήταν πολύ ψιλή και πολύ όμορφη. Είχε καστανά μάτια και μακριά κατσαρά ξανθά που της έφταναν ως την μέση. Τότε είδα πως την κοίταζε ο Ντέιβ και ο Παύλος λες και ήταν καμιά θεά. Εκείνη ένιωθε λίγο άβολα με τόσο προσοχή που της έδιναν. Τότε ο Άγγελος σηκώθηκε όρθιος και πήγε να την υποδεχτεί. Ένα κύμα ζήλιας με διαπέρασε όταν τον είδα να της σφίγγει το χέρι αλλά ηρέμισα γιατί δεν της έδωσε περισσότερη σημασία. Είχα ένα προαίσθημα ότι θα γινόμασταν καλές φίλες. Πήγα κοντά της και της πρότεινα να μένει στο δωμάτιο μαζί μας. Εκείνη δέχτηκε και την πείρα να τη ξεναγήσω στο σπίτι. Όταν πήγαμε επάνω και της έδειξα το δωμάτιο που θα μέναμε έμεινε άφωνη. Την ρώτησα πως την λέγανε και μου απάντησε πως την φωνάζανε Αγάπη. Είπε πως θα πήγαινε να πει στους γονείς της τι συνέβαινε και θα ερχότανε το βράδυ εδώ. Όταν έφυγε ο Παύλος πήγε και της έφερε ένα κρεβάτι και το έβαλε μέσα στο δωμάτιο, δίπλα στο δικό μου. Χωρούσε άνετα. Ύστερα εγώ και ο Άγγελος καθίσαμε μαζί με την Ρασέλ και είδαμε τηλεόραση περιμένοντας την να έρθει. Κατ της μία ήρθε και έτρεξε προς το μέρος μου. Οι γονείς της δεν την είχαν πιστέψει και νομίζανε ότι ήταν τρελή. Τότε εγώ θύμωσα και την πείρα και της είπα να πάμε στο σπίτι της. Όταν φτάσαμε μπήκαμε μέσα και με οδήγησε στους γονείς της. «Νομίζετε ότι είναι εύκολο αυτό που περνάει τώρα η κόρη σας και για αυτόν τον λόγο της το κάνετε πιο δύσκολο? Ε Να σας πω εγώ που το έχω περάσει. Όχι δεν είναι καθόλου εύκολο. Και εσείς αντί να την βοηθάτε της το κάνετε πιο δύσκολο.» Είχα αρχίσει να φωνάζω. Ένιωθα πολύ προστατευτική απέναντι στην καινούρια κοπέλα. Δεν ήξερα το γιατί αλλά μάλλον γιατί δείχνει τόσο αδύναμη και τόσο εύθραυστη. Κάποια στιγμή όπως φώναζα άρχισα να τρέμω. Και τότε χωρίς να το θέλω μεταμορφώθηκα. Η Αγάπη μόλις με είδε μεταμορφώθηκε και εκείνη και προσπάθησε να με ηρεμίσει. Μόλις ηρέμισα γίναμε ξανά άνθρωποι και ενώ έριξα ένα θυμωμένο βλέμμα στους γονείς της βγήκαμε έξω. Εκείνη την ώρα ήρθε τρέχοντας από πίσω μας η μητέρας της.


«Συγνώμη. Έχετε δίκιο. Απλώς μου ήταν αδύνατο να το πιστέψω.» Εγώ τότε ψιθύρισα στην Αγάπη να φύγουμε πριν μεταμορφωθώ ξανά και επιστρέψαμε στο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο λιβάδι ήρθε αμέσως δίπλα μου ο Άγγελος. Μόλις είδε ότι έτρεμα με κοίταξε απορημένος. Εγώ συγκρατήθηκα να μην αλλάξω γιατί άμα άλλαζα θα μπορούσα να τον χτυπήσω. Τότε εκείνος μας οδήγησε και τις δυο μας μέσα στο σπίτι. Μόλις μπήκαμε μέσα εγώ με τον Άγγελο ανεβήκαμε στο δωμάτιο του και βγήκαμε στην βεράντα. «Τι έγινε? Γιατί τρέμεις?» «Άγγελε φύγε μακριά μου.» Μόλις του το είπα αυτό εκείνος ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Πες μου τι έγινε και μην με κάνεις να ανησυχώ.» «Φώναξα στους γονείς της και δεν συγκρατήθηκα και μεταμορφώθηκα. Ευτυχώς δεν τους έκανα τίποτα αλλά το τρέμουλο μου έχει μείνει γι αυτό σου λέω να πας πιο μακριά γιατί από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μεταμορφωθώ και να σου κάνω κακό.» «Έλα πάμε έξω.» «Γιατί?» «Πρέπει να μεταμορφωθείς αλλιώς δεν θα ησυχάσεις. Πάμε έξω να ηρεμίσεις και ερόμαστε μετά μέσα.» «Η Ρασέλ που είναι?» «Είναι στο δωμάτιο της Μαρίνας και παίζει μαζί της. Έλα πάμε.» «Καλά.» Είπα και σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε κάτω. Μόλις βγήκαμε έξω εγώ δεν συγκρατήθηκα και άλλαξα μορφή έπειτα πήγα και κάθισα κάτω από ένα δέντρο μαζί με τον Άγγελο που είχε αλλάξει και εκείνος μορφή για να καθίσει μαζί.

ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ


Όσο ο Άγγελος προσπαθούσε να ηρεμίσει την Μάντι η Αγάπη βρισκόταν στο καινούριο της δωμάτιο ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και έκλεγε. Ξαφνικά άκουσε κάποιον να ανοίγει την πόρτα και ανακάθισε γρήγορα στο κρεβάτι της σκουπίζοντας τα δάκρυα της. Είχε ακούσει καλά. Εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα ο Ντέιβ. «Ξέρεις που είναι η Μάντι?»Την ρώτησε. «Όχι δεν έχω ιδέα.» Είπε προσπαθώντας να δείξει όσο πιο φυσιολογική γινόταν. Παρόλα αυτά δεν τα κατάφερε. «Τι έχεις?» Της είπε και κάθισε δίπλα της. «Τίποτα.» «Εμένα δεν μπορείς να με ξεγελάσεις έλα πες μου τι έχεις?» «Είπα τίποτα. Καλά απλώς όλα μου πάνε στραβά.» «Όπως?» «Όπως οι γονείς μου και εχθές χώρισα με το αγόρι μου. Αλλά τι κάθομαι και σου λέω εσένα. Έχεις και εσύ τα προβλήματα σου.» «Όχι δεν υπάρχει πρόβλημα. Βγάλτα από μέσα σου. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, και μην φοβάσαι να κλάψεις. Πρέπει με κάποιον τρόπο να εκτονωθείς. Μην ανησυχείς δεν θα σε παρεξηγήσει κανείς. Ξέρω τι σου λέω γιατί και εγώ το έχω περάσει αυτό.» «Ευχαριστώ πολύ.» Του είπε κι έπεσε στον ώμο του κλαίγοντας.» «Ηρέμισε.» Της είπε και την άγγιξε στα μαλλιά. Κάθισαν έτσι πολύ ώρα μέχρι να της περάσει. Όταν της πέρασε και πείρε είδηση ότι ήταν στον ώμο του Ντέιβ σηκώθηκε απότομα ενώ συγχρόνως είχε κοκκινίσει. Τότε ο Ντέιβ της απεύθυνε τον λόγο. «Ε. Μάλλον καλύτερα να πάω να βρω την Μάντι.» Είπε κομπιάζοντας και έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο. Η Αγάπη κοίταζε το ταβάνι και σκεφτόταν τι είχε μόλις συμβεί. Μα τι την είχε πιάσει. Πως συμπεριφέρθηκε έτσι. Τον Ντέιβ δεν τον ήξερε καλά καλά. Εκείνη την στιγμή Μπήκε μέσα η Μάντι. Όπως πήγαινα στο δωμάτιο να δω τι έκανε η Αγάπη είδα από μία χαραμάδα που ήταν ανοιχτή η πόρτα ότι η Αγάπη έκλεγε στον ώμο του Ντέιβ. Άλλο και τούτο. Την ώρα που πήγαινα να μπω μέσα βγήκε έξω με φόρα ο Ντέιβ. Πέρασε γρήγορα από δίπλα μου και κατέβηκε τις σκάλες. Εγώ τότε μπήκα μέσα στο δωμάτιο. «Τι έγινε Αγάπη? Τι έπαθε ο Ντέιβ?» «Τίποτα. Σε έψαχνε.» «Αλήθεια? Γιατί τώρα που ερχόμουν με είδε και με προσπέρασε.» «Πες μου τι έγινε.» «Τίποτα δεν έγινε απλώς με είδε να κλαίω και μου είπε να το βγάλω από μέσα μου και εγώ παραφέρθηκα. Άρχισα να κλαίω πάνω στον ώμο του και εκείνος.»


«Εκείνος τι?» «Εκείνος μου φάνηκε ότι με χάιδεψε στα μαλλιά.»Είπε και κοκκίνισε ολόκληρη. «Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει αλλά όποτε τον βλέπω αγχώναμε και νιώθω περίεργα. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Πρώτη φορά μου συμβαίνει.» «Α κατάλαβα. Πιστεύεις στον έρωτα με την πρώτη ματιά?» «Ναι.» Είπε και με κοίταξε στα μάτια. «Ε αυτό σας συνέβη και εσάς τους δύο. Μήπως νομίζεις ότι δεν είδα τι συνέβη εδώ μέσα. Θα με πεις κουτσομπόλα αλλά όταν ήρθα έξω από τα δωμάτιο η πόρτα ήταν λίγο ανοιχτή και είδα τι συνέβη. Σάμπως δεν έχω δει πως σε κοιτάει ή πως τον κοιτάς εσύ? Ξέρω τι λέω γιατί αυτό συνέβη και με εμένα και τον Άγγελο.» Εκείνη είχε κοκκινίσει και είχε σκύψει μπροστά. «Μα τον ξέρω μόνο λίγες ώρες.» «Το ξέρω γλυκιά μου.» Της είπα και την αγκάλιασα από τους ώμους. Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύ ωραίας φιλίας ήμουν σίγουρη για αυτό. Όταν η ώρα πια είχε πάει 22:00 Εγώ με την Βαλεντίνα σερβίραμε το φαγητό και καθίσαμε όλοι μαζί να φάμε εκτός από τον Ντέιβ που καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση. Η Αγάπη τελείωσε πρώτη από όλους και πήγε στο σαλόνι. Ήξερα πως πήγε εκεί επειδή ήταν και ο Ντέιβ οπότε έκανα ησυχία και προσπάθησα να ακούσω την συζήτηση τους. «Τι κάνεις εδώ μόνος σου?» Του είπε η Αγάπη. «Τίποτα βλέπω τηλεόραση. Εξάλλου εγώ δεν τρώω.» «Σε πειράζει αν καθίσω ��αι εγώ?» «Όχι κάθισε.» Της είπε και έκανε χώρο να καθίσει δίπλα του στον καναπέ. «Συγνώμη για πριν.» «Έλα μην ανησυχείς δεν ήταν τίποτα. Πες μου όμως γιατί σε είχε πιάσει και έκλαιγες τόσο πολύ. Στενοχωριόμουν να σε βλέπω.» «Τίποτα οι γονείς μου. Και επειδή όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Από την μια στιγμή στην άλλη. Στην αρχή ήμουν μία απλή κοπέλα και ξαφνικά έγινα λύκος.» «Προστάτης.» Την διόρθωσε χαμογελαστός ο Ντέιβ. «Καταλαβαίνω πως νιώθεις το πέρασα και εγώ. Από κει που έκανα βόλτα στο δάσος ξαφνικά βρέθηκα σε ένα κρεβάτι να πονάω και μετά να είμαι ένας βρικόλακας. Ευτυχώς που με βρήκε η Μάντι γιατί αλλιώς δεν ξέρω τι θα γινόταν.» Είπε και γύρισε και την κοίταξε. Τότε η Αγάπη σηκώθηκε και τον χαιρέτισε. «Ε καληνύχτα. Εμ πάω για ύπνο.» Του είπε και πήγε τρέχοντας επάνω. Τότε εγώ σηκώθηκα και μάζεψα τα πιάτα στο τραπέζι που είχαν τελειώσει τα παιδιά και κάθισα στον νεροχύτη να τα πλύνω. Έπειτα έδωσα ένα φιλί στον Άγγελο για καληνύχτα και ανέβηκα


πάνω. Είχαμε αποφασίσει ότι δεν χρειαζόταν να πάμε για περιπολία μιας και δεν κινδυνεύουμε από κάτι. Προς το παρών. Όταν μπήκα στο δωμάτιο βρήκα την Αγάπη να κάθετε σκεφτηκή στο κρεβάτι της κάτω από τα σκεπάσματα. Φόρεσα τις πιτζάμες μου και πήγα και κάθισα δίπλα της αλλά χωρίς να μπω από κάτω. «Για πες μου τι έγινε με τον Ντέιβ?» «Τίποτα. Έφυγα αμέσως.» «Έμα είσαι χαζή. Τέλος πάντων καληνύχτα τώρα γιατί νυστάζω.» Της είπα και πήγα στο κρεβάτι μου και ξάπλωσα. Μετά από λίγο πριν με πάρει ο ύπνο μπήκε μέσα ο Άγγελος κρατώντας την Ρασέλ αγκαλιά και την πήγε στο κρεβάτι της. Έπειτα ήρθε και έκατσε στην άκρη του δικού μου. «Δεν κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου?» «Δεν μπορεί να με πάρει ο ύπνος.» «Θες να καθίσω εδώ και να σε νανουρίσω μέχρι να κοιμηθείς?» «Όχι μην ξαγρυπνάς για εμένα. Πήγαινε να κοιμηθείς.» «Έλα δεν με πειράζει.» Μου είπε και άρχισε να μου λέει ένα νανούρισμα χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά ώσπου με πείρε ο ύπνος. Το πρωί όταν ξύπνησα η Αγάπη δεν βρισκόταν στο κρεβάτι της. Σηκώθηκα έβαλα την ρόμπα μου και κατέβηκα κάτω. Όπως κατέβαινα είδα ότι η Αγάπη και ο Ντέιβ καθόντουσαν και μιλάγανε στον καναπέ. Εγώ κάθισα στις σκάλες και χωρίς να κάνω θόρυβο αφουγκράστηκα το τι λέγανε. «Πρέπει να φύγω τώρα.» Του είπε η Αγάπη. «Καλά.»Της απάντησε με ένα θλιμμένο βλέμμα ο Ντειβ. «Γεια.» Είπε η Αγάπη και σηκώθηκε. Ξαφνικά εκεί που κατευθυνόταν προς τις σκάλες γύρισε ξαφνικά και φίλησε τον Ντέιβ στο στόμα και όπως γρήγορα το έκανε αυτό έτσι γρήγορα έτρεξε προς τις σκάλες. Μόλις με είδε να κάθομαι κριμένη εκεί με τράβηξε και τρέξαμε και οι δύο γρήγορα επάνω. Μόλις φτάσαμε επάνω μπήκε μέσα στο μπάνιο και κλειδώθηκε. Φαίνετε πως είχαμε κάνει πολύ φασαρία και ξυπνήσαμε τα κορίτσια. Η Ρασέλ ευτυχώς κοιμόταν ακόμα. «Τι έγινε Μάντι? Γιατί κλειδώθηκε μέσα? Τσακωθήκατε?» Με ρώτησε η Μαρίνα νυσταγμένη. «Μην τους πεις.» Φώναξε μέσα από το μπάνιο η Αγάπη. «Αγάπη άφησε με να μπω.» Της φώναξα. Εκείνη δεν απάντησε. «Αγάπη δεν σε βοήθησα και με τους γονείς σου? Άνοιξε μου σε παρακαλώ.» Της είπα. «Καλά έλα μπες.» Μου είπε και άνοιξε ελάχιστα την πόρτα. Μόλις μπήκα μέσα την έκλεισε πάλι και κλείδωσε. «Τι έγινε? Γιατί κλίστηκες εδώ μέσα?» «Είδες και μόνη σου τι έγινε.» Μου είπε σκυφτή.


«Πως έγινε? Πες μου τα όλα.» Της είπα και κάθισα στην άκρη της μπανιέρας περιμένοντας να μου εξηγήσει. «Όταν ξύπνησα κατέβηκα κάτω. Εκεί καθόταν στον καναπέ. Καθίσαμε και μιλήσαμε για διάφορα και όταν πήγα να φύγω δεν κρατήθηκα και γύρισα και τον φίλησα. Κατάλαβες?» «Κατάλαβα. Μωρέ τι σου έλεγα εγώ? Να με ακούς άλλη φορά.» Της είπα. «Λοιπόν θα κατέβω κάτω και όταν ανέβω θα έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα.» «Μα τον ξέρω μόνο 2 μέρες και πριν λίγο καιρό χώρισα με το αγόρι μου δεν δεν ξέρω τι γίνετε.» «Ο μα σου εξήγησα εχτές. Τέλος πάντων, σου είπα ότι σου συνέβη ο έρωτας με την πρώτη ματιά διότι είστε ταιριαστεί ο ένας για τον άλλον. Κατάλαβες?» «Ναι.» «Τότε εγώ θα πάω κάτω. Εσύ περίμενε εδώ και θα έρθω μετά να σου πω.» «Είσαι πολύ καλή φίλη.» «Το ξέρω.» Της είπα γελώντας. «Ψωνάρα.» Μου είπε και μου ξεκλείδωσε την πόρτα. Μόλις βγήκα από το μπάνιο όλοι ήρθαν γύρω μου εκτός από τον Ντέιβ. Κάνανε όλοι την μία ερώτηση μετά από την άλλη και δεν καταλάβαινα τίποτα. Έτσι αναγκάστηκα να φωνάξω. «Είναι μια χαρά απλώς πείτε μου που είναι ο Ντέιβ.» Τότε όλοι σωπάσανε και μου δήξανε προς το δωμάτιό μας εγώ τότε πήγα και μπήκα μέσα. Εκεί βρήκα τον Ντέιβ να κάθετε και να κοιτάει από το παράθυρο στο κρεβάτι της Αγάπης. «Ντέιβ έμαθα τι έγινε.» Του είπα και έκατσα δίπλα του. «Και μην νομίζεις ότι δεν έχω προσέξει πως την κοιτάς. Ξέρω πολύ καλά ότι σου αρέσει από την πρώτη στιγμή που την είδες γιατί λοιπόν τώρα εσύ κλίστηκες εδώ και εκείνη στο μπάνιο?» «Το θέμα είναι ότι δεν τα ξέρεις όλα. Με την Αγάπη ήμασταν πρόπερσι μαζί στην κατασκήνωση. Εκεί γνωριστήκαμε και εκεί άρχισε να μου αρέσει. Όμως όταν επιστρέψαμε στο σχολείο μου άρεσες εσύ για τα 3 τελευτέα χρόνια αλλά μου άρεσε και εκίνη.» «Καλά καταλαβένω. Περίμεν εδώ. Μην φύγεις.»Του είπα και έτρεξα στο μπάνιο. Χτύπισα την πόρτα και η Αγάπη μου άνοιξε αμέσως. Εγώ την τράβυξα αμέσως και την πήγα στο δωμάτιο όπου περίμενε ο Ντέιβ. «Πες της αυτά που μου είπες προηγουμένως. Αν δεν το κάνεις θες να τα ακούσει από μένα?» «Όχι όχι εντάξει θα της τα πω. Πρόπερσι στην κατασκήνωση θυμάσε που ήμασταν μαζί? Ε μου άρεσες αλλά μετά για να σε


ξεχάσω ερωτεύτηκα την Μάτι όμως τώρα που σε ξαναείδα, όλα είναι αλλιώς.» «Πρόπερσι στην κατασκήνωση? Μην μου πεις ότι είσαι ο Ντέιβιντ? Ο κολλητός της Άντζελας?» «Ναι αυτός είμαι. Και μου αρέσεις ακόμα ξέρεις.» Είπε και έσκυψε το κεφάλι. «Ξέρεις κάτι?» Του είπε η Αγάπη. «Και εμένα μου άρεσες. Πάντα μου άρεσες και δεν μπορούσα να σε ξεχάσω.» Του είπε και του σήκωσε το κεφάλι κάνοντας τον να την κοιτάξει. Εκείνος τότε σηκώθηκε όρθιος την πείρε αγκαλιά. Ήμουν πολύ χαρούμενη διότι ο Ντέιβ ήταν πολύ στενοχωρημένος όταν με έβλεπε με τον Άγγελο και με πλήγωνε. Όμως τώρα θα είναι μια χαρά. Έπειτα έφυγα και τους άφησα να ζήσουν τον έρωτα τους και πήγα εγώ να βρω τον δικό μου.

Όταν μπήκα στο δωμάτιο του Άγγελου τον βρήκα να κάθετε στο κρεβάτι του σκεφτικός. Μόλις με είδε σηκώθηκε όρθιος και ήρθε


γρήγορα και με αγκάλιασε. Με κράτησε σφιχτά λες και ήταν η τελευταία φορά. «Τι έχεις Άγγελε?»Του είπα και τραβήχτηκα από την αγκαλιά του. «Γιατί είσαι έτσι σκεφτικός με ανησυχείς.» «Συγνώμη γλυκιά μου.» Είπε και κάθισε στον καναπέ τραβώντας με από το χέρι να καθίσω πάνω στα γόνατά του. «Σε παρακαλώ πες μου τι έχεις.»Είπα και τον κοίταξα στα μάτια. «Απλώς δεν σε έχω δει καθόλου όλη μέρα έχει σχεδόν βραδιάσει και δεν σε είδα καθόλου και ξέρεις απόσχισα, μήπως…» Τότε συνειδητοποίησα ότι η ώρα είχε φτάσει 7 το απόγευμα. «Μήπως τι?» Είπα και έβαλα το κεφάλι μου στον ώμο του. «Μήπως δεν με ήθελες πια. Μήπως έκανα κάτι που δεν έπρεπε.» Μου είπε χαϊδεύοντας μου τα μαλλιά, ενώ με κρατούσε όσο πιο γερά μπορούσε. «Είσαι χαζός?»Του είπα και σηκώθηκα απότομα από τα πόδια του ενώ κάθισα στον καναπέ. «Υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω εγώ ποτέ? Εμένα δεν με ξεφορτώνεστε έτσι εύκολα κύριε.» «Συγνώμη.» Είπε και έσκυψε το κεφάλι. «Δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτώ. Μου έλειψες.» «Και εμένα μου έλειψες.» «Ναι το είδαμε. Είχες απορροφηθεί τόσο πολύ στο να κάνεις τον Ντέιβ και την Αγάπη να τα βρούνε που με ξέχασες.» Μου είπε κάπως γκρινιάζοντας. «Έλα συγνώμη. Δεν ήθελα να τους βλέπω λυπημένους.» «Έλα εδώ.» Μου είπε και μυ άνοιξε τα χέρια του για να καθίσω στην αγκαλιά του. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψε η φωνούλα σου, το άγγιγμα σου, η μυρωδιά σου, εσύ η ίδια.» «Ούτε εσύ μπορείς.» Είπα και τον φίλησα. Εκείνη την στιγμή μπήκαν μέσα ο Ντέιβ με την Αγάπη. «Ωχ συγνώμη σας διακόψαμε?» Είπε η Αγάπη. Και έκανε να τραβήξει τον Ντείβ και να βγουν έξω. «Όχι όχι. Για πείτε μου τι συμβαίνει?» Τους είπα ενώ κάθισα όσο πιο κοντά στον Άγγελο μπορούσα. «Απλώς θέλαμε να σε ευχαριστήσουμε. Χωρίς εσένα δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί.» Μου είπε η Αγάπη και ήρθε με τον Ντέιβ και κάθισαν δίπλα μας στον καναπέ ενώ του κρατούσε το χέρι. «Δεν κάνει τίποτα.» «Άγγελε, έχεις τίποτα?» Είπε ο Ντέιβ στον Άγγελο. «Όχι όχι τίποτα. Απλώς είμαι λίγο κουρασμένος και μου έλειψε η Μάντι, αυτό είναι όλο.» «Α καλά. Λοιπόν εμείς θα πάμε κάτω να ετοιμάσουμε στην Ρασέλ κάτι να φάει.» «Καλά, εγώ δεν θα έρθω δεν πεινάω.» Είπα στον Ντέιβ


«Εσύ Άγγελε?» «Όχι ούτε εγώ θα έρθω.» Όταν φύγανε τα παιδιά εγώ με τον Άγγελο καθίσαμε αγκαλιά ενώ εγώ είχα πάρει στα χέρια μου το δικό του και το περιεργαζόμουν. «Τι κάνεις?» Με ρώτησε. «Κοιτάζω το χέρι σου.» «Αυτό το βλέπω, γιατί όμως?» Μου είπε με ένα απορημένο τόνο που μέσα του έκρυβε και τρυφερότητα. «Έτσι.» Του είπα και γύρισα και τον φίλησα. «Ποτέ δεν θα σε καταλάβω. Και αυτό μάλλον είναι το μαγικό.» Όταν η ώρα πήγε εννιά πήρα την Ρασέλ και την πήγα να ξαπλώσει έπειτα άλλαξα και εγώ και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μετά από λίγο μπήκε μέσα ο Άγγελος για να με καληνυχτίσει. Ήρθε και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. «Καληνύχτα αγάπη μου.» Είπε και μου χάιδεψε τα μαλλιά ενώ έκανε να σηκωθεί. «Περίμενε.» Του είπα. «Τι?» «Μπορείς να ξαπλώσεις εδώ μαζί μου?» «Τι να κοιμηθούμε μαζί?» «Ναι.» «Καλά εντάξει.» Μου είπε και εγώ πήγα πιο κει για να μπορέσει να ξαπλώσει. Όταν ξάπλωσε και εκείνος στριμώχτηκα ό��ο πιο κοντά του μπορούσα και κοιμηθήκαμε. Το πρωί όταν ξύπνησα ο Άγγελος δεν ήταν δίπλα μου. Δεν πρόλαβα όμως να ανησυχήσω γιατί τον είδα να μπαίνει μέσα με έναν δίσκο στο χέρι. «Πως κοιμήθηκες πριγκηπέσα μου?» Είπε και ακούμπησε το δίσκο στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. «Μια χαρά εσύ?» Είπα και τον φίλησα. «Μια χαρά και εγώ.» «Η Ρασέλ που είναι?» «Να τη έρχεται.» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και μπήκε μέσα τρέχοντας η Ρασέλ. «Θεία!!» «Τι κάνεις μικρούλα μου?» «Μια χαρά είμαι. Θεία να σε ρωτήσω κάτι?» «Τι γλυκιά μου?» «Που είναι ο Παύλος? Από τότε που τσακώθηκε με τον θείο Άγγελο δεν τον έχω δει και μου είχε υποσχεθεί ότι θα με πήγενε βόλτα.» «Δεν ξέρω γλυκιά μου. Ε Ρασέλ δεν πας λίγο στην Βαλεντίνα γιατί θέλω να πω κάτι με το θείο σου.»


«Καλά.» Είπε και έφυγε. Εγώ τότε σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και γύρισα θυμωμένη προς τον Άγγελο. «Για πες τώρα.» «Τι να πω?» Είπε και έκανε να με αγκαλιάσει. «Δεν πιάνουν αυτά σε εμένα. Κάθισε εκεί και πες τι έγινε με τον Παύλο.» Για την ακρίβεια έπιαναν και ο Άγγελος το ήξερε και για αυτό το έκανε. Γι αυτό και εγώ του είπα να κάτσει πιο εκεί για να μπορέσω να συγκεντρωθώ. Τον κοίταξα στο πρόσωπο του και δεν μπορούσα να θυμώσω μαζί του. Μόλις είδα τα ζαφειρένια μάτια του η έκφραση μου μαλάκωσε, παρόλα αυτά συνέχυσα να του μιλάω με υψηλό τόνο. «Θα μου πείτε κύριε Άγγελε τι έγινε με τον Παύλο ή να πάω μόνη μου να τον βρω και να μάθω όπου και να είναι.» Με το που τον είπα κύριο είδα την έκφραση του να αλλάζει και να παίρνει ένα λυπημένο ύφος ενώ άπλωνε τα χέρια του προς το μέρος μου. Ήξερε πως μόνο άμα θύμωνα πολύ θα τον έλεγα έτσι όπως και παλιότερα με τον Αρχηγό. Γι αυτό και στεναχωρήθηκε. Δεν του άρεσε να με τσαντίζει όπως δεν του άρεσε να τον αποκαλώ έτσι. «Συγνώμη. Θα σου τα εξηγήσω όλα απλώς άφησε με να σε πλησιάσω. Μην μου το κάνεις αυτό.» Εγώ δεν άντεξα άλλο και τον άφησα να τυλίξει τα χέρια του γύρω από την μέση μου. Δεν άντεχα να τον βλέπω με αυτό το πονεμένο βλέμμα. «Το πρωί που ξύπνησα βρήκα τον Παύλο μέσα στο δάσος να τρέχει στην ληκίσια του μορφή κατευθυνόμενος προς την πόλη. Και διάβασα στις σκέψεις του ότι είχε σκοπό να πάει να πει σε μία κοπέλα τι είναι. Εγώ τότε θύμωσα. Τον πρόφτασα και τον έφερα εδώ. Αφότου τσακώθηκα μαζί του, του είπα να φύγει από την αγέλη και να κάνει ότι θέλει. Και εκείνος έφυγε. Και και δεν ξέρω. Είχα θυμώσει πάρα πολύ.» «Τι έκανες?» Είπα και αποτραβήχτηκα από την αγκαλιά του. «Έδιωξες τον Παύλο. Γιατί. Επειδή ήθελε να το πει στην κοπέλα του? Και αν θες να ξέρεις είχε ρωτήσει εμένα αν μπορεί και του είχα πει ναι.» «Δεν μου είπε κάτι τέτοιο. Και γιατί ρώτησε εσένα και όχι εμένα?» Και οι δυο μας τώρα φωνάζαμε. «Μάλλον γιατί δεν θα σε εμπιστεύεται ή ίσως επειδή φοβόταν μην τον ΔΙΩΞΕΙΣ.» «Ναι όμως αν μου το είχες πει ίσως τώρα να μην είχε φύγει και εμείς να μην τσακωνόμασταν.» «Δεν έφυγε τον έδιωξες. Και μου ζήτησε εκείνος να μην στο πω.» «Και εσύ σαν καλή ΑΡΧΗΓΟΣ τον άκουσες.» «Ναι τον άκουσα διότι εγώ σέβομαι τα μέλη της αγέλης όχι σαν εσένα.»


«Γιατί εγώ δεν τα σέβομαι?» «Όχι κύριε δεν τα σέβεσαι. Και τι δεν κάναμε για να σε πείσουμε να μας αφήσεις να το πούμε στην οικογένεια μας. Και να σου πω κάτι. Ο Παύλος είναι ο καλύτερος μου φίλος και θα πάω να τον βρω και άμα σου αρέσει.» «Όχι δεν θα πας.» «Ναι θα πάω και δοκίμασε να με σταματήσεις.» Είπα και άλλαξα μορφή μέσα στο δωμάτιο ενώ πήδαγα από το παράθυρο που έσπασε με κρότο. Προσγειώθηκα στα τέσσερα. Όπως έσπασα το παράθυρο ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί μου μπήκε στο δεξί μπροστινό πόδι. Εγώ δεν του έδωσα σημασία και παρόλο που πονούσα με κάθε μου βήμα συνέχισα να τρέχω μέσα στο δάσος όχι μόνο για να βρω τον Παύλο αλλά και γιατί ο Άγγελος με κυνηγούσε και αυτός με την λικίσια του μορφή. Κάποια στιγμή όπως έτρεχα παραπάτησα και έπεσα πάνω σε έναν αγκαθωτό θάμνο. Εκεί δεν μπόρεσα να κρατηθώ και φώναξα από τον πόνο. Τα αγκάθια είχαν μπει σε όλο μου το σώμα. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Όταν ξαφνικά είδα τον Παύλο να βγαίνει από κάτι θάμνους λίγο πιο πέρα στην ανθρώπινη μορφή του να τρέχει προς εμένα ενώ ακριβώς το ίδιο έκανε και ο Άγγελος από την άλλη μεριά. Όταν έφτασαν ακριβώς από πάνω μου άκουσα τον Παύλο να λέει στον Άγγελο. «Ξέρω ότι δεν είμαι πια μέλος της αγέλης και δεν είμαι εδώ για αυτό. Είμαι εδώ διότι η Μάντι, που τυχαίνει να είναι η καλύτερη μου φίλη, έχει χτυπήσει άσχημα.» «Παύλο συγνώμη για πριν ήμουν θυμωμένος. Δεν ισχύει τίποτα από όσα σου είπα.» «Αλήθεια. Το εννοείς?» «Ναι το εννοώ αλλά καλύτερα να πάμε την Μάντι στο σπίτι να την περιποιηθούμε.» Όταν φτάσαμε σπίτι τα κορίτσια με βοήθησαν να αλλάξω μορφή και να ντυθώ και μετά μου βγάλανε με πολύ κόπο και πόνο για μένα τα αγκάθια. Έπειτα μου έδεσαν το πόδι με έναν επίδεσμο και με αφήσανε να φύγω. Μόλις ένιωσα ότι το πόδι μου δεν με πόναγε πολύ ανέβηκα τις σκάλες και πήγα στο δωμάτιο των αγοριών. Εκεί βρήκα τον Άγγελο και τον Παύλο να συζητάνε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μόλις με είδαν να μπαίνω μέσα σηκώθηκαν και οι δύο όρθιοι. Εγώ προσπαθώντας να μην δείξω ότι με πονούσε το πόδι μου κατευθύνθηκα προς τον Παύλο και τον αγκάλιασα με όση δύναμη μου είχε μείνει. «Μην το ξανακάνεις ποτέ. Μην ξαναφύγεις και μην τον ακούς αυτόν εντάξει? Δεν ξέρει τι λέει.» Του είπα. «Και εσύ μην ξαναψάξεις για κάποιον γιατί φαίνετε πως δεν είναι από τα καλύτερα σου. Πρώτα με τον Ντέιβ και με τον βρικόλακα


τώρα με εμένα. Ή τουλάχιστον πρόσεχε λίγο περισσότερο. Έλα τώρα. Κάθισε στον καναπέ να ξεκουράσεις το πόδι σου.» Είπε και με έβαλε να καθίσω στον καναπέ. Έπειτα με διακριτικό τρόπο με άφησε μόνη με τον Άγγελο. «Αγάπη μου. Είδες ο Παύλος είναι εντάξει και δεν είναι θυμωμένος, και εγώ σε κυνηγούσα γιατί είχες χτυπήσει στο πόδι και όχι για να σε σταματήσω. Και είδες τι έπαθες.» Είπε και πήγε να καθίσει στην άκρη του καναπέ. «1ον μην με λες αγάπη σου και 2ον φύγε από κοντά μου. Εγώ θα πάω να ξαπλώσω και να ξεκουραστώ αντίο.» του είπα και σηκώθηκα όρθια. Έπειτα βγήκα από το δωμάτιο και πήγα στο δικό μου όπου μόλις μπήκα μέσα έπεσα πάνω στο δικό μου και ξέσπασα σε κλάματα. Είχα θυμώσει πολύ με τον Άγγελο αλλά δεν ήθελα να είμαι τσακωμένη μαζί του. Δεν μπορούσα χωρίς αυτόν. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Άγγελος. «Αν θες να φύγω πες το μου και θα φύγω αλλά θα το κάνω μόνο αν το εννοείς.» Μου είπε και ήρθε και έκατσε δίπλα μου. «Φύγε» Είπα μέσα από τα δάκρυα μου. «Φύγε. Δεν θέλω να είσαι εδώ.» «Δεν το θέλεις πραγματικά. Διότι αν το ήθελες τώρα δεν θα έκλαιγες. Κοίταξε με.» Είπε και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Σε παρακαλώ πες μου γιατί κλαις.» Τότε εγώ τράβηξα το πρόσωπο του και τον φίλησα. Έπειτα κάθισα κοντά του και σταμάτησα να κλαίω. «Τι έγινε μας πέρασε ο θυμός?» «Θα ήθελες. Απλώς δεν μπορώ μακριά σου.» «Καλά, ότι πεις. Σου ζήτησα συγνώμη. Δεν το ήθελα. Σε παρακαλώ γλυκιά μου λυπήσουμε.» «Καλά, αρκεί να μην το ξανακάνεις.» «Σου το υπόσχομαι.» Είπε και με φίλησε. «Πως είσαι?» «Οι πληγές από τα αγκάθια έκλισαν. Το κόψιμο από το παράθυρο θα γίνει καλά αύριο γιατί όπως έπεσα το ράγισα. Ε αυτά.» «Δεν μου λες όμως. Τόσο χαζή ήσουν και πήδηξες από το παράθυρο και παρόλο που είδες ότι είχες χτυπήσει δεν σταμάτησες να τρέχεις?» «Δεν ήμουν χαζή, φίλη είμαι.» «Και επίσης ήσουν μία θυμωμένη έφηβος.» «Καλά καλά ότι πείτε κύριε ενήλικα.» «Αυτό να μην το ξαναπείς ποτέ. Στεναχωριέμαι που στενοχωριέμαι γιατί είμαι μεγαλύτερος σου μην ακούω και τέτοια. Εντάξει εγώ είμαι 18 και εσύ 17 δεν είμαι και πολύ μεγαλύτερος σου.» «Όχι δεν είσαι. Να σε πειράξω ήθελα μόνο.» «Και νομίζω πως το κατάφερες μια χαρά.»


«Τέλεια.» «Μα πως έπεσες? Το πόδι σου σε πόνεσε ή…» «Γύρισα να δω που είσαι και όπως έτρεχα δεν κοίταξα που πατούσα και μπερδεύτηκα σε μία ρίζα και έπεσα.»


Μια διαφορετική λυκανθρωποιστορία