Page 1

Οικείες Σκιές

Λεάνδρος Αντωνιάδης


0909014 Επιστροφές – καταστροφές ή εν αναναμονή καταστροφής…. Έτσι είναι κάθε Σεπτέμβρη, κάθιδρος ν’απαλύνω πόνους μύριους σαν Ξεμένω - κάποτες - σε μια άδεια αμμουδιά να ξεθάβω γελάκια παιδικά ενός καλοκαιριού που έσβησε από τα μάτια και τα χείλη. Ένα βλέμμα μπορεί να’μεινε στη μνήμη, ελάχιστη συντροφιά, και γιαυτό σπουδαία όπως κάθετι ελάχιστο, βοηθώντας με να τέμνω βαθιά ένα γκρίζο νερό, απέραντο όπως κι η θάλασσα.. Κι όλες οι ομορφιές σαν συνεννοημένες να στέκουν βουβές, να επωάζουν μια καινούρια που θα ερθεί. Τι κι αν έχασα την ευκαρία να μιλήσω μέσα σε ένα θέρος που βουίζε ζωή κι ελπίδα – η βουβαμάρα αυτή θα γεννήσει την νέα ευκαιρία… Αναλογίζεται κανείς στιγμές σε ένα σκοτάδι ματώνοντας(μια σάρκα φωτός που’τυχε και του δόθηκε/..τόσο άξαφνα, τόσο απλόχερα. Κι όλες οι ομορφιές θα γεννήσουν μία ομορφιά – αυτή που υπάρχει εντός (μας) και μένει ασάλευτη στους αιώνες!! Και τι άλλο είναι αυτά τα νησιά – δόντια μυτερά ενός κοίμηση γίγαντα καρφωμένα στο πάτο ενός χιλιοειπωμένου πηγαδιού που ατενίζε εποχές σε κύκλους. Όλοι πιασμένοι χέρι-χέρι κάποιες νύχτες δωρεάς που μας έλαχαν, να στέργουμε σύμπονια, ν’αναπνέουμε σύμπνοια, αντιμέτωποι με αγνώμονες οιωνούς. Οι δρόμοι πάνω σε ράχες που μαρτυρούν κούραση – κακοτράχαλοι, έρημοι και περήφανοι, παίρνουν τις μοίρες και τη θέληση αυτών που τους χάραξαν. Ένα παιχνίδι στην αρχή, σαν το δάχτυλο στην άμμο που γράφει ιστορίες που ένωνουν και χωρίζουν. Κάποτε μια νύχτα μια Αριάδνη σκάλισε σε ένα νεκρό δέντρο το μέλλον της, έκτοτε βουβάθηκε, περιμένοντας. Ένα φίδι που ψάχνοντας για μια σκιερή δροσιά – μπαιλντισμένο κατακαλοκαίρο – πριν του λιώσουν το κεφάλι. Ένα παιδί που ακόμη δεν γνώριζει την υποχρέωση του χρόνου. Και οι βαρκούλες πλημμυρίσμενες γαλάζιο, λευκό, μπλέ και μουσταρδί θα λικνίζονται περιμένοντας τον ξυπόλητο ιππότη… Μια τελευταία πανσέληνος με μια κουβέντα αφημένη στη μέση – όπως σχεδόν όλες οι κουβέντες – σε μια άδεια από κόσμο γκαλερί, με τους καλλιτέχνες παρόντες αν και νεκρούς, δίπλα στα έργα τους να χαμογελάνε. Και μια ελπιδα που ακόμα δεν σβήστηκε – όσο κι αν όλοι παλέψαν γι αυτό, οι κριτές μας μεγαλώνοντας βρήκαν το ψέγαδι πιο εύκολο και το σέβας – ίδια οφειλή – στον εαυτό τους πάντα να υπόλειπεται. Ας είναι αυτή η μόνη θαλπωρή – αντίδοτο στην κακία – η αγάπη αντίβαρο του θάνατου. Σ’ένα κρεβάτι πόνου, μια μέρα φωτεινή, και τη ζωή να κελλαρύζει αμέριμνη. Κι αυτός που υποφέρει – πεθαίνοντας να πεί – love each other or die>>>>


Απολήξεις (The Art of Plagiarism - Dedicated to D.W.) Ζω στο κέντρο της πόλης Ίσως και στις άκρες της Παίζεται πως θα κοιτάξει κανείς Κατήργησα επιθυμίες Για να καταλήξω εδώ. Ένα σπίτι γκρίζο με λιγοστό φως και τα παράθυρα ανοιχτά όταν χαράζει για να περνάει ένας αχόρταγος ήλιος. Η επιλογή μου δεν υπήρξε ποτέ, είμαι αυτό που έγινα. Τα χρόνια ξεφορτώνουν τον κόπο να μαζεύεις αλλά όχι και την ανάγκη για μάζεμα. Η ύπαρξη βαρίδι στον πάτο της θάλασσας Διακαώς πλέον ζητώ ένα τίποτα, ίσως ένα αίσθημα που νομίζω ότι θα με γιατρέψει. Εγώ και η σιωπή μου θα κατέβουμε στη στεγνή ακροποταμιά ν' αφουγκραστούμε μια δροσιά που υπήρξε όπως κι εμείς,...μέτρια κι ανήμπορη. Θα ξεμάθω ότι γνώρισα και πιο πολύ ότι περνούσε για ταλέντο μου. Ίσως το πιο δύσκολο κι απ'το να ζείς.


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ – ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΟΥ ΣΤΑΖΕΙ Δημιουργία στην άκρη της στιγμής, με μια επίφαση αντοχής και να σπαρταρά το αυγό μόνο του πριν προδώσει ο νεοσσός το τσόφλι. Κάθε μεσημέρι που έρχονται στο σώμα θύμησες κοντινές & επιθυμίες ανείπωτες, γράφοντας μόνο από ανία & έλλειψη επικοινωνίας/επιβεβαίωσης. Δρομολόγησα τη χάρτινη βαρκούλα μου καταμεσής στην μισοάδεια σκάφη του μυαλού μας, ήλπισα σ’ ένα χεράκι που κρεμόταν μεσίστεια χωρίς φανερό όφελος. Τινάγματα στο λεπτό στρώμα και μετά στο γυμνό δάπεδο, καθήμενοι στεκάμενοι, ανυπόληπτοι κλέφτες, ψεύτες, τα υγρά μας έλκονται για να μας προδώσουν άφωνα. Αυτή την ώρα, η μόνη γεύση των χειλιών σου επίμονα μου έρχεται, με δαγκωματιές μετράν το χώρο μας, ανηλεείς ανιχνευτές αδαούς ευτυχίας, μπαλώματα στο στόμα του δωματίου που χάσκει ορθάνοιχτο προσπαθώντας να ψελίσσει το ολοφάνερο. Πεθαίνουμε εν γνώσει μας, ηδονοβλεψίας η σβηστή λάμπα, σφυγμομετρώντας ακούσια τις στιγμές μας που στάζουν σε μυριάδες όμοιες κλεψύδρες. Κ εγώ που ζήτησα το είναι, καταδικάστηκα στο τίποτα Κι απτο το τίποτα έλαβα τα πάντα, ανεξάντλητη μνήμη, αθόρυβη σάρκα, σάλιο που στάζει σε ανέφελο δέρμα, βλέπω το ύδωρ να σχηματίζει ρυάκια σ’ ανορθόδοξες κοίτες, κόσμου έρμαια παράφορα αγαπημένες, άδολα μόνες, σίγουρες μεσ’ την υποταγή τους. Το βράδυ ήταν μια σκέτη ενόχληση, τα γυαλικά στη ραφιέρα έβγαζαν μια φευγαλέα κλαγγή. Ένα φεγγάρι μισό, μάρτυρας τυφλός σ’ αυτά που δεν έγιναν, αλλά και γι’ αυτά που έγιναν δάκρυσε…και μετά γέλασε. Ακόμη είμαι εκεί, κείτομαι στο πάτωμα, το θλιμμένο σεντόνι θα πνίξει το δελφίνι & το φίδι.


ΓΙΟΡΤΑΣΙ/ΜΟΝΟΣ Τη χαραμάδα ανοίγω Να κλέψω φωταψίες Ζωγραφίζοντας το συνεχές τίποτα Κλάμα ανάξιο στη ροή του χρόνου Δρομολόγια διογκωμένα στο επέκεινα & Η κόρη ξυπόλητη στης κλωστής την άκρη Σπουδή στο ανέφικτο Η θύμηση σου απόψε ματώνει το γύψο. Ένα σκουπόξυλο που χάνεται στα ερέβη, δείχνει πως ξέρει Την ανάρμοστη μας κατάληξη. Κι εγώ που θέλω το ανεπίτρεπτο Ερήμην δίκης βλεμμάτων εριφίων Υπομένων Λόγος, Παράλογος. Χτες ένα ζούληγμα στο στήθος Σήμερα νωθρή λαγνεία στο χαρτί Επαφή με το πρόσκαιρο Το άγνωστο πως? Το αόριστο πότε? Ίχνη γέλιου,…στο τηλέφωνο, πρωί & μετά…….ΣΙΩΠΗ!!! .


Μικρή/wee Με καταπίνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις, Αναίμακτη η σφαγή, σε τραπέζι ατσάλινο, Όμορα αισθήματα, φευγαλέα, σαν & μας Ευθύνη ανύπαρκτη, φιλία χωρίς αίσθημα, Αγάπη χωρίς πόνο… Ίδρωσαν άξαφνα οι παλάμες μου Σαν σε σκέφτηκα, στην αμμουδιά να κείτεσαι Αδιάφορη, παράταιρη, με τα χέρια λυτά Στοργικό το δάκρυ, ο αφαλός που τρέμει Η κοιλιά γιορτάζει, το μονοπάτι χάθηκε Ο Ροβήρος ανέστιος για απόψε, ίσως κι αύριο Οι κουβέντες με σκλάβωσαν, γραμμάτιο που μόλις έληξε Καβούρια που πόδια δαγκώνουν Σήκω, άναψε ένα κερί, θυμήσου & δυστύχησε το αναπότρεπτο Άθελα η κλωστή που μας ένωσε κόπηκε.


Μετά το μετρό – Υπόγειες Διαβάσεις Θαρρείς πως αντέχεις; Γελιέσαι σου το είπα ήδη... Η αντοχή στέκεται αντικρυ στο ανυπόφορο και τριγύρω ακουγονται γελάκια. Οι σκιές μας σε λίγο θα χωρίσουν ο καθείς τη συντροφιά του άλλου θα τρέφει για λίγο – χωρίς λόγο. σαν μια πορουσία που λείπει για να μιλάμε με την απουσία της. Δεν τρέφω αυταπάτες για το παρόν που μας ορίζει Ούτε εντρυφώ σε ένα μέλλον που θα μας κρίνει είναι σαν να το καθιστάς θεό, χωρίς να ελπίζεις, χωρίς να πιστεύεις. Το βράδυ στο δωμάτιο μας ο καθένας χωριστά θα σκεφτόμαστε αυτά για τα οποία συναινούμε και συνεχώς αναβάλλουμε. Ίσως φταίει η ψευδαισθηση του αιωνίου που μας κατέχει. Θυμάμαι στιγμές εκείνο τον ποιητή που πήγε στην έρημο σε μια τέντα με βεδουίνους κι έγραφε για μια χρυσόφρυδη νεράιδα. Επέστρεψε απο εκεί - και ναι την βρήκε να τον περιμένει (Ήταν μεγάλος ποιητής: Σίγουρα – ίσως και εραστής;) Οταν θα περάσει ο καιρός και θα συναντηθούμε στο δρόμο καμιά φορά βιαστικοί, ίσως να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον – αλλά θα μείνουμε βουβοί Όπως καταλήγει και κάποιο καύχημα για κάτι που υπήρξε...κάποτε


Νέοι Τόποι Και δεν υπάρχει μέρος να κρυφτούμε, αλήθεια ποιος μας έφερε εδώ? Σ’ αυτό το μέρος κανένας δεν μιλάει την ημέρα – όλοι περιμένουν να σουρουπώσει. κι όμως είναι όμορφο μέρος κι ας μοιάζει ώρες-ώρες με εξορία, ίσως φταίει που τα παιδιά είναι λίγα και σκελεθρωμένα, γέροι και γριές, ψηλόλιγνες μελαχροινές που δε γελάνε – ίσως περιμένουν να νυχτώσει κι αυτές... Το βράδυ μαζεύτηκε ένα πλήθος σε μια λιανή φωτιά μπροστά Όλοι όρθιοι – η φωτιά στη ρίζα μιας κολόνας με ένα σβηστό γλόμπο πάνω-ψηλά όλα τα κεφάλια σκυφτά – όπως των απανταχού κακομοίρηδων και μια μουρμούρα να πλανάται ολούθε, σκέτο μελίσσι. Ήταν δύσκολο το ταξίδι, πετάξαμε ότι είχαμε στη θάλασσα για να σωθούμε ήρθαμε εδώ απο τους τελευταίους άλλοι δεν ήρθαν, ούτε πρόκειται να έρθουν (ή να τους φέρουν), δεν χωράει το μέρος τόσες μνήμες και νοσταλγία μαζεμένες. Δεν θα φύγουμε όμως – καθημερινά οι μισοί κάνουμε βόλτα το πρωί στο ακροθάλασσι – οι άλλοι μισοί το απόγευμα. Αυτοί που βρήκαμε εδώ είχαν έρθει πριν απο μας, ίσως για αυτό μιλάνε λιγότερο, η σιωπή τους ειναι ή ύστατη προσπάθεια να κρατήσουν ζεστή τη μνήμη τους.


Χάρες; Δύο οι χάρες που οφείλω – σε σένα – να σε θυμάμαι – σε μένα – να σε ξεχάσω... Ετσι όφειλε να πεί κάποιος που αγαπούσε κάτι που ήταν δύσκολο να φτάσει ή ακόμα κι όταν το έφτασε του γλίστρησε μέσ’ από τα χέρια του. Οι άλλοι απλώς θα μηρυκάζουν αισθήματα – μια δόση χαρά, μια δόση θλίψη και ο κύκλος θα γυρνά ασταμάτητα. Μέχρι που κάτι καθολικό θα ορίσει τα όρια κι ορίζοντας θα τα σβήσει. Είναι σαν το θάνατο κι οι μεγάλες αγάπες – σβήνουν πονώντας. Αλήθεια έχουμε ποτέ θάψει αγαπημένους; Στην ουσία ποτέ – παραμένουν άθαφτοι και επανέρχονται στο δικό μας αιώνα – μέχρι να τελειώσει κι αυτός. Στη βροχή πάντοτε μούρχονται στο μυαλό φρέσκοι νεκροί – τους αισθάνομαι σαν να βρέχονται μες στο χώμα – έθαψα κάποιον σήμερα και πάλι βρέχει πολύ – έχω φυλάξει τα ερωτικά του γράμματα – αυτά που πήρε – τα βάσταγε κρυφά απο τη γυναίκα του, κι απ’αυτήν που τα’γραψε. Τώρα στράφι όλα – οι στιγμές, οι αγάπες, κι οι ζωές – θα καρτερούν καινούρια παραδείγματα προς μίμηση ή αποφυγή.


Μπουνιουέλ Μια χοντρή πεταλούδα στάθηκε πάνω στο λιανό μίσχο του λουλούδιου και τον λύγισε-τον τσάκισε Ο βάτραχος έριξε μια βουτιά μες στή λιμνούλα κι εξαφανίστηκε ένα κίτρινο πανί κάλυψε το νερό’ Στην άκρη του δρόμου ένας – εμφανώς – άρρωστος κουνούσε τα χέρια του μη μπορώντας να μιλήσει Ο σκηνοθέτης ντύθηκε μασκαράς ή παπάς στα διαλείματα των γυρίσματων κεντούσε ή έπλεκε!! Η σκόνη όλα τα έσβησε...


Γενέθλια Έτυχε να είναι σκληροί καιροί αλήθεια ποιανού ήταν απόφαση; όχι δική μου. Ίσως κάποιου που ήθελε να συλέξει μύριες λεπτομέρειες κι ήθελε να τις βάλει σε τάξη. Γι αυτό σε αγάπησα και κάθε τόσο γιορτάζουμε τα γενέθλια σου. Γιατί είναι σκληροί οι καιροί κι εμείς γλεντάμε ερήμην τους.


Έτσι κι αλλιώς Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα κλάψει για σένα... Άν πεθάνεις σε ξένη, απούσα γη αλεσμένη με καρβουνοσκόνη. Άν λιώσεις όρθιος σε μια διαβάση – αμίλητων πεζών κουμπωμένων και σκυφτών. Άν κρυώνεις μουσκεμένος πατώντας στεγνό γρασίδι, διψώντας για το χάδι που πάντα σου αρνήθηκαν. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα κλάψει για σένα... Η μάνα σου πέθανε με τον ερχομό σου σε αυτόν το γκριζοκαφετί κόσμο. Η αγρύπνια των φουγάρων τη μοιρολόγησε εκείνη τη νύχτα και τα κρεμαμένα φώτα του δρόμου ωσάν κεριά στέκονταν σε ένα αντίο ανήξερο. Μη λυπάσαι, μη φοβάσαι! Όσο βαδίσεις, θα σ’ ακολουθεί η σκιά σου θυμίζοντας σου να σηκώνεις που και που το κεφάλι, να βγάζεις το κάπελο για να χαιρετάς τα αόρατα αγάλματα που συναντάς στο διάβα σου. Το ποτήρι σου μισοάδειο θα το βρίσκεις κάποια πρωινά, μ’ένα γαρύφαλλο -ελαφρώς μαραμένο – μέσα μια θύμηση, μιας άκεφης νύχτας μιας συνάντησης ανέλπιδης και γι’αυτό εκρηκτικής. Ήρθε η ώρα να διπλωθείς στα δύο να πιάσεις το στομάχι και νεφρά στο πάτωμα εμπρός σου με το σάλιο σου να κάνεις ένα σχήμα Να – σαν κάποι ασημένιο λεωφορείο που σταμάτησε απότομα. Η ακόμη μια θλίψη να την πάρεις αγκαλιά και να χορέψετε μέχρι ο ένας να πνίξει τον άλλον. Τι κρίμα να πεθάνεις κάποιες χαρμόσυνες μέρες, απαρατήρητος..


(Αλλά), Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα κλάψει για σένα...

Ούφφφ...!!! Σώπαινε πια, πέρασε η ώρα, αύριο πάλι θα δούμε, με τη δροσιά την πρωινή και το ζωηρό χορτάρι έξω απο την πόρτα να κραδαίνει την ημέρα σαν σπαθί δίκοπο. Δε θα κάνουμε κάτι μαζί ή χώρια, απλώς θα κοιτάμε και αυτό για τους πολλούς δεν αποτελεί πράξη. Τα γεγονότα θα ακολουθήσουν τον αντίθετο δρόμο απο την αλήθεια – ως συνήθως. Ισως καλύτερα έτσι για να υπάρχουν πολλές φωνές που λαλούν ακούραστα, να πασχίζουν να γίνουν πιστευτές, ενω αυτό δε θέλει προσπάθεια.. Σωστό ή λάθος θα το κρίνει το αποτέλεσμα... Ας αφήσουμε τη συνειδητοποίηση των δεινών για τους λίγους.

Οικείες σκιές