Page 1


ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΟΓΙΑ Εισαγωγή-επιλογή-απόδοση: Ι. Ν. Κυριαζής


ISBN: 978-960-98671-5-3 2009 ΕΝ∆ΥΜΙΩΝ ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ endymionpublic@yahoo.gr

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ∆ΙΑΘΕΣΗ Νικολe-τάκης Σοφούλη 3, 151 21 Πεύκη Τηλ. 210 80 20 153 www.nikoletakis.gr e-mail: info@nikoletakis.gr Bιβλιοθήκη του ναυτίλου Χαρ. Τρικούπη 28 106 79 Αθήνα Τηλ. 210 3616 204, Fax: 2103616369 e-mail: nafbooks@vivodinet.gr


ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ Εισαγωγή-επιλογή-απόδοση: Ι. Ν. Κυριαζής

σαν ρόδο υποπόρφυρο...

ΕΝΔΥΜΙΩΝ


στη μνήμη του Ανδρέα Λεντάκη, το βιβλίο του οποίου στάθηκε η αφορμή ν’ ασχοληθώ με την Παλατινή.


Οὐκ ἔσχον τὸ ζῆν ἴδιον, ξένε· χρησάμενος δὲ τῷ χρήσαντι χρόνῳ ἀνταπέδωκα πάλιν. Δεν ήμουν της ζωής μου εγώ ποτέ ιδιοκτήτης. Γι’ αυτό και την επέστρεψα στο Χρόνο δανειστή της. (Peek W., Griechische Vers – Inschriften . I. Grabepigramme,1955)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Στον ανήφορο της παιδικής ηλικίας, η πορεία μου προς τα γράμματα σκόνταφτε στα ηλιοβασιλέματα.Τ’ απογεύματα στο σχολείο, περισσότερο κι απ’ τον Οιδίποδα με βασάνιζε μια κόκκινη κιμωλία που μουτζούρωνε τα γραμμένα στον πίνακα - τυφλωμένος κι εγώ, μα από το δράμα του ήλιου...Κι όπως κάνουν στα παιδιά για να μη δουν το τέλος ενός ανθρώπου, τραβούσε τις κουρτίνες ο καθηγητής κι έμενα μ’ ένα εξακολουθητικό υπερσυντέλικο φως να συνοψίζει το συσκοτισμένο μου μέλλον. Ίσως γι’ αυτό αγάπησα τις λέξεις - γιατί αυτές δεν τέλειωναν ποτέ. Μα κι έτσι αβασίλευτες, ακηδεμόνευτες, μια χαρά κατάφερναν να κηδεύουν τα παιδικά μου μάτια, νιογέννητες αυτές, στα σπλάχνα των αρχαίων κοιμωμένων...,ήθελα να πω, κειμένων. Η Παλατινή Ανθολογία έμεινε εν πολλοίς ανέγγιχτη από την εκπαιδευτική διαδικασία.Η τολμηρή της θεματολογία πιθανόν την κράτησε μακριά από τη σχολική ρουτίνα.Έτσι η επαφή μου μαζί της είχε κάτι από ανεπαίσθητο τρίψιμο ώμου σε κοριτσίστικο στήθος, ως υλικό κατοπινής ονείρωξης. Τα επιγράμματα της Παλατινής τα είδα σαν συνθήματα των νεκρών στους πάλλευκους τοίχους του θανάτου, ερωτικά sms που ανταλλάσσουν χαμένα ζευγάρια στον Άδη, νεύματα αγάπης από σβησμένα πρόσωπα. Ποιήματα μικρά μα κι απέραντα τρυφερά, παλιά μα κι απέθαντα, ολοζώντανοι ρυθμοί για έναν πένθιμο χορό της γλώσσας, δίστιχες ράγες δακρύων, αναπαλμοί καρδιάς στο στήθος άψυχων ονείρων · αυτό είναι για μένα η Παλατινή... Σιγά-σιγά, μεταφράζοντας τα επιγράμματά της, άρχισα ν’ αγαπώ τους ποιητές της κι ιδιαιτέρως τους ανώνυμους, απ’ τους οποίους διασώθηκε μόνο η λάμψη κάποιου δίστιχου.Μ’ αρέσει να τους σκέφτομαι με σκοτεινό πρόσωπο να βουλιάζουν μες στους αιώνες ρίχνοντας πίσω τους χρυσά γράμματα, για να τους βρούμε... Επειδή γνωρίζω πως πολλοί σημερινοί νέοι έχουν μιαν αίσθηση, όχι απλώς ανίας μα σχεδόν πνιγμού, ανάμεσα σε ναυαγισμένα κομμάτια λέξεων κι επιπλέουσες σανίδες γραμματικής-συντακτικού... Επειδή υποψιάζομαι τουλάχιστον αδιαφορία, αν όχι αποστροφή, και σ’ αρκετούς εκπαιδευτικούς που μετρούν τις διδακτικές τους ώρες σαν μια φθονερή ποινή που επέβαλε εκείνος ο εξαφανισμένος αρχαίος χρόνος πάνω στο σύγχρονο της καθημερινής τους ζωής... Επειδή η γνώση έφτασε να γίνει αντώνυμο της απόλαυσης μέσα στο σχολείο... Αλλά κι επειδή ψηλαφώ ρινίσματα κατερ-


12 γασμένης μαγείας πάνω στις αναπότρεπτες ρυτίδες εκείνων των ποιημάτων... Επειδή οι ρυτίδες τους μοιάζουν περισσότερο με χαρακώματα απ’ όπου οι λέξεις δώσαν τη μάχη τους με τη σιωπή του χρόνου... Επειδή, τέλος, ο αναστεναγμός δεν πρέπει να είναι ο μοναδικός τρόπος για να βγάζουμε την αναπνοή μας.... γι’ αυτούς τους λόγους προσπάθησα να μοιραστώ και μ’ άλλους την αγάπη μου για την Παλατινή, προσφέροντάς τους μια χούφτα τρίμματα ψυχής απ’τις σκισμένες τσέπες του Χρόνου . Τα πρωτότυπα κείμενα συμβάλλουν σε μια γλωσσική μαγγανεία χωρίς τη στυφή γεύση της στάχτης. Γιατί η στάχτη είναι η σκόνη του παλιού που επικάθεται στα προς στάχτη,άφθαρτα τάχα, μέλη της ύλης. Τα γεννήματα εκείνα όμως είναι μια ανάερη ύλη που θα κυματούται εσαεί δονώντας τις φωνητικές χορδές όλων των εποχών. Ι.Ν.Κυριαζής


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Παλατινή Ανθολογία : πρόκειται για μια ανθολογία 3.700 ποιημάτων, κυρίως επιγραμμάτων, που καλύπτει μια μεγάλη περίοδο, από τον 6ο αι. π. Χ έως τον 10ο αι. μ. Χ. Το επίγραμμα είναι μια έμμετρη σύντομη επιγραφή (αρχικώς επρόκειτο για κείμενο χαραγμένο πάνω σε μια επιφάνεια) που με τον καιρό αυτονομήθηκε σε ιδιαίτερο ποιητικό είδος, χωρίς να είναι απαραίτητη η συσχέτισή του μ’ ένα μνημείο. Η συντομία του - τα περισσότερα επιγράμματα αποτελούνται από δύο έως οκτώ στίχους - οφείλεται σε πρακτικούς κυρίως λόγους (στενός χώρος για τη χάραξη του κειμένου) και μετατράπηκε σε αισθητικό κανόνα προσδιορισμού του εν λόγω ποιητικού είδους. Ο ιερωμένος Κων/νος Κεφαλάς συνέθεσε τη συγκεκριμένη Ανθολογία τον 10ο αι. μ. Χ. Το 1606 ο γάλλος λόγιος Claude de Saumaise ψάχνοντας κώδικες της Παλατινής Βιβλιοθήκης της Χαϊδελβέργης ανακάλυψε το χειρόγραφο του Κεφαλά. Από τη βιβλιοθήκη του Παλατινάτου πήρε το όνομά της: «Παλατινή Ανθολογία». Τα είδη των επιγραμμάτων ποικίλλουν: πρόκειται για επιγράμματα χριστιανικά, ερωτικά, επιτύμβια, αναθηματικά, συμποτικά, σκωπτικά, επιδεικτικά, προτρεπτικά, παιδεραστικά, αλλά και για επιγραφές αγαλμάτων, αριθμητικά προβλήματα, αινίγματα, χρησμούς, κ.ά. Το επίγραμμα διακρίνεται για την πυκνότητα, το συγκινησιακό του υπόβαθρο, την εξαιρετική του εικονοποιία, τους λεκτικούς του ιριδισμούς, το στοχευμένο εντυπωσιασμό κι αποτελεί ένα παιχνίδι του πνεύματος. Η ερωτική αυτανάφλεξη των ποιητών της Παλατινής, η φιλοπαίγμων διάθεσή τους, ο εκλεπτυσμένος αλλά και σπαραχτικός τους θρήνος, η στοχαστική αντιμετώπιση της ζωής, η επιθυμία τους για την αποδυνάμωση του θανάτου και για την κατάκτηση της αιωνιότητας μέσω της ποίησης, είναι ορισμένα στοιχεία που δύσκολα θ’ άφηναν αδιάφορους τους αναγνώστες ανά τους αιώνες.

Η επιλογή μου να μεταφράσω τα συγκεκριμένα 125 επιγράμματα έγινε με απολύτως υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια. Προτίμησα την έμμετρη - ομοιοκατάληκτη μεταφορά τους στη νέα ελληνική γλώσσα, αφού και τα ποιήματα αυτά στο πρωτότυπο ήταν γραμμένα υπακούοντας σ’ ένα μέτρο, το ελεγειακό δίστιχο, βασι σμένο όχι φυσικά στην εναλλαγή τονισμένων - άτονων,αλλά μακρόχρονων - βραχύχρονων συλλαβών (αρχαία προσωδία). Έτσι λοιπόν θεώρησα ότι θα έπρεπε να απο-


16 δοθεί όχι μόνο το νόημα αλλά και η ρυθμική τους «αναπνοή». Η έμμετρη- ομοιοκατάληκτη μεταγραφή τους επιβάλλει όμως και κάποιους περιορισμούς. Σε αρκετές περιπτώσεις η μετάφραση είναι αδύνατο να είναι ακριβής, αν και η προσπάθεια να κρατηθεί η βασική νοηματική αλληλουχία στο ποίημα είναι υπαρκτή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα ήταν σωστό τα παρόντα μεταφράσματά μου να θεωρηθούν έμμετρες αποδόσεις και ως τέτοιες να αξιολογηθούν. Η παράθεση της αρχικής μορφής των επιγραμμάτων γίνεται για να ελεγχθεί από τον αναγνώστη ο βαθμός πιστότητας ή απόκλισής τους από το πρωτότυπο, αλλά και για να είναι δυνατή η αναγνωστική απόλαυσή τους. Στο τέλος του βιβλίου, εν είδει επιμέτρου, παρατίθενται ως αποτέλεσμα εφαρμογής της ίδιας μεταφραστικής τακτικής, ακόμη δεκαπέντε αποσπάσματα της αρχαίας ελληνικής ποίησης, εκτός Παλατινής. Τελειώνοντας, να ευχαριστήσω τον ποιητή Βασίλη Λαλιώτη, χωρίς τη βοήθεια-παρότρυνση του οποίου, αυτή η εργασία μου δε θα έπαιρνε ποτέ τη μορφή ενός βιβλίου. Ι. Ν. Κυριαζής


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ


18

V 2. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Τήν καταφλεξίπολιν Σθενελαΐδα, τήν βαρύμισθον, τήν τοῖς βουλομένοις χρυσόν ἀμεργομένην, γυμνήν μοι διά νυκτός ὅλης παρέκλινεν ὄνειρος ἄχρι φίλης ἠοῦς προῖκα χαριζομένην. Οὐκέτι γουνάσομαι τήν βάρβαρον οὐδ’ ἐπ’ ἐμαυτῷ κλαύσομαι ὕπνον ἔχων κεῖνα χαριζόμενον.

V 13. ΦΙΛΟΔΗΜΟΥ Ἑξήκοντα τελεῖ Χαριτώ λυκοβαντίδας ὥρας, ἀλλ’ ἔτι κυανέων σύρμα μένει πλοκάμων, κἀν στέρνοις ἔτι κεῖνα τά λύγδινα κώνια μαστῶν ἕστηκεν, μίτρης γυμνά περιδρομάδος, καί χρώς ἀρρυτίδωτος ἔτ’ ἀμβροσίην, ἔτι πειθώ πᾶσαν, ἔτι στάζει μυριάδας χαρίτων. Ἀλλά πόθους ὀργῶντας ὅσοι μή φεύγετ’, ἐρασταί, δεῦρ’ ἴτε, τῆς ἐτέων ληθόμενοι δεκάδος.

V 14. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Εὐρώπης τό φίλημα, καί ἤν ἄχρι χείλεος ἔλθῃ, ἡδύ γε, κἄν ψαύσῃ μοῦνον ἄκρου στόματος· ψαύει δ’ οὐκ ἄκροις τοῖς χείλεσιν, ἀλλ’ ἐρύσασα τό στόμα τήν ψυχήν ἐξ ὀνύχων ἀνάγει.


19

V 2. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Τη φλογερή και ακριβή στο σεξ Σθενελαΐδα που αν την ποθείς, από χρυσό πρώτα σε ξαλαφρώνει, μια νύχτα ολόκληρη, γυμνή σε όνειρο την είδα δική μου να ’ναι ως την αυγή, χωρίς να με χρεώνει… Ξανά ποτέ γονατιστός μπροστά της δε θα κλάψω αφού μπορώ να κοιμηθώ και να την απολαύσω… V 13. ΦΙΛΟΔΗΜΟΥ Η Χαριτώ, εξήντα χρόνων, έχει μαλλιά μαύρα και μόνον. Και των βυζιών στητοί οι κώνοι, στηθόδεσμος κι ας μην τα υψώνει. Πόροι αρυτίδωτοι, που στάζουν συν αμβροσία, μύρα μυριάδες. Μπρος εραστές, και μη σας νοιάζουν της ηλικίας οι δεκάδες.

V 14. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Γλυκά η Ευρώπη που φιλά τα χείλη μόλις πλησιάζει κι όπως το στόμα της κολλά απ’ την ψυχή σου σε αδειάζει...


20

V 24. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Ψυχή μοι προλέγει φεύγειν πόθον Ἡλιοδώρας, δάκρυα καί ζήλους τούς πρίν ἐπισταμένη. Φησί μέν, ἀλλά φυγεῖν οὔ μοι σθένος· ἡ γάρ ἀναιδής αὐτή καί προλέγει καί προλεγοῦσα φιλεῖ.

V 29. ΚΙΛΛΑΚΤΟΡΟΣ Ἁδύ τό βινεῖν ἐστι· τίς οὐ λέγει; ἀλλ’ ὅταν αἰτῇ χαλκόν, πικρότερον γίνεται ἑλλεβόρου.

V 33. ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Ἐς Δανάην ἔρρευσας, Ὀλύμπιε, χρυσός, ἵν’ ἡ παῖς ὡς δώρῳ πεισθῇ, μή τρέσῃ ὡς Κρονίδην.

V 34. ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ ῾Ὁ Ζεύς τήν Δανάην χρυσοῦ, κἀγώ δέ σέ χρυσοῦ· πλείονα γάρ δοῦναι τοῦ Διός οὐ δύναμαι.


21

V 24. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Την Ηλιοδώρα η ψυχή μού λέει να ξεχάσω τις ζήλιες και τα δάκρυα μην ξαναδοκιμάσω. ΄Ό ,τι κι αν λέει, δεν μπορώ - μα πώς το αποτολμάει και να ζητά το χωρισμό κι ακόμα ν’ αγαπάει;...

V 29. ΚΙΛΛΑΚΤΟΡΟΣ Ποιος δε θα πει ολόγλυκο πως είναι το γαμήσι μα απ’ το φαρμάκι πιο πικρό, αν χρήματα κοστίσει...

V 33. ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Μες στη Δανάη έρρευσες, χρυσός, Ολύμπιε Δία, από το δώρο να πεισθεί κι όχι απ’ τη φοβία.

V 34. ΠΑΡΜΕΝΙΩΝΟΣ Σαν τη Δανάη εσύ, κι εγώ σαν Δίας να σε χρυσώσω. Μα από τον Δία πιο πολλά δεν έχω να σου δώσω.


22

V 38. ΝΙΚΑΡΧΟΥ Εὐμεγέθης πείθει με καλή γυνή, ἄν τε καί ἀκμῆς ἅπτητ’, ἄν τε καί ᾖ, Σιμύλε,πρεσβυτέρη. ῾Ἡ μέν γάρ με νέα περιλήψεται· ἤν δέ παλαιή, γραῖά με καί ῥυσή, Σιμύλε, λειχάσεται. V 49. ΤΟΥΔΙΚΙΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ῾Ἡ τρισί λειτουργοῦσα πρός ἕν τάχος ἀνδράσι Λύδη, τῷ μέν ὑπέρ νηδύν, τῷ δ’ ὑπό, τῷ δ’ ὄπιθεν, εἰσδέχομαι φιλόπαιδα, γυναικομανῆ, φιλυβριστήν. Εἰ σπεύδεις ἐλθών σύν δυσί, μή κατέχου. V 50. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Καί πενίη καί ἔρως δύο μοι κακά· καί τό μέν οἴσω κούφως, πῦρ δέ φέρειν Κύπριδος οὐ δύναμαι.

V 51. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Ἠράσθην, ἐφίλουν, ἔτυχον, κατέπραξ’, ἀγαπῶμαι. τίς δέ καί ἧς καί πῶς, ἡ θεός οἶδε μόνη.


23

V 38. ΝΙΚΑΡΧΟΥ Μικρή ή μεγάλη θέλω, φίλε, νταρντάνα όμορφη, Σιμύλεη νέα εντός της θα με στείψει μα η γριά θα μου τον γλείψει. V 49. ΤΟΥΔΙΚΙΟΥ ΓΑΛΛΟΥ Τρεις άνδρες, η Λυδή εγώ, μπορώ να κουμαντάρωτο «πάνω» μου, το «κάτω» μου, το «πίσω» να τους δώσω σε γυναικά, παιδεραστή, ακόμη και βιτσιόζο... Εμπρός λοιπόν κι οι τρεις εσείς, ελάτε να σας πάρω! V 50. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Φτώχια και Έρως: δυο δεινά που το καθένα τυραννά. Και αν τη φτώχια τη βαστώ τον Έρωτα αδυνατώ. V 51. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Συνάντησα, ερωτεύθηκα κι από αγάπη λειώνω – μα ποιος εγώ, με ποια και πώς, θεός γνωρίζει μόνο.


24

V 55. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ Δωρίδα τὴν ῥοδόπυγον ὑπὲρ λεχέων διατείνας ἄνθεσιν ἐν χλοεροῖς ἀθάνατος γέγονα. ῾Ἡ γὰρ ὑπερφυέεσσι μέσον διαβᾶσά μὲ ποσσὶν ἤνυεν ἀκλινέως τὸν Κύπριδος δόλιχον, ὄμμασι νωθρὰ βλέπουσα· τὰ δ’ , ἠύτε πνεύματι φύλλα, ἀμφισαλευομένης ἔτρεμε πορφύρεα, μέχρις ἀπεσπείσθη λευκὸν μένος ἀμφοτέροισιν, καὶ Δωρὶς παρέτοις ἐξεχύθη μέλεσι. V 60. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Παρθένος ἀργυρόπεζος ἐλούετο, χρύσεα μαζῶν χρωτὶ γαλακτοπαγεῖ μῆλα διαινομένη· πυγαὶ δ’ ἀλλήλαις περιηγέες εἱλίσσοντο, ὕδατος ὑγροτέρῳ χρωτὶ σαλευόμεναι· τὸν δ’ ὑπεροιδαίνοντα κατέσκεπε πεπταμένη χεὶρ οὐχ ὅλον Εὐρώταν, ἀλλ’ ὅσον ἠδύνατο. V 68 . ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ ῎Ἢ τό φιλεῖν περίγραψον, Ἒρως, ὃλον ἢ τό φιλεῖσθαι πρόσθες, ἳν’ ἢ λύσῃς τόν πόθον ἢ κεράσῃς. V 70. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Κάλλος ἔχεις Κύπριδος, Πειθοῦς στόμα, σώματος ἀκμὴν εἰαρινὼν Ὡρῶν, φθέγμα δὲ Καλλιόπης, νοῦν καὶ σωφροσύνην Θέμιδος καὶ χεῖρας Ἀθήνης· σὺν σοὶ δ’ αἱ Χάριτες τέσσαρές εἰσι, Φίλη.


25

V 55. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ Στη χλόη, τη ροδοκάπουλη Δωρίδα την πλαγιάζωμες στων ανθών τον οργασμό με αθάνατο πώς μοιάζω... Τα πόδια της, πανύψηλα, τη μέση μου έχουν κλείσει σε αγώνα δρόμου ερωτικό τρέχει για να νικήσει... Σαν φύλλα που τα φύσηξαν, τα μάτια ανοιγοκλείνει κι εξαντλημένη από ηδονή, μαζί με μένα χύνει.

V 60. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Λουζόταν κι έπεφτε νερό στου κοριτσιού τα στήθια που σάλευαν, μήλα χρυσά, στο γαλατένιο σώμα. Πώς οι γλουτοί της τρίβονταν και μοιάζανε, αλήθεια, να είναι πιότερο υγροί κι απ’ το νερό ακόμα... Φουσκώνει ο Ευρώτας της, μπροστά το χέρι βάζει μα όσο και να ήθελε όλον δεν τον σκεπάζει... V 68 . ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Έρωτα, να μην αγαπώ κάνε με ή ν’ αγαπιέμαιτον πόθο είτε σβήσε μου είτε ανάφλεξέ με. V 70. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Τη χάρη έχεις της Κύπριδος και της Πειθούς το στόμα και της Καλλιόπης τη φωνή, της Άνοιξης το σώμα. Τα χέρια έχεις της Αθηνάς, της Θέμιδος τη σκέψη. Οι Χάριτες δεν είναι τρεις - τέταρτη σ’ έχουν στέψει.


26

V 73. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Δαίμονες, οὐκ ᾔδειν, ὅτι λούεται ἡ Κυθέρεια, χερσὶ καταυχενίους λυσαμένη πλοκάμους. Ἱλήκοις, δέσποινα, καὶ ὄμμασιν ἡμετέροισι μήποτε μηνίσῃς θεῖον ἰδοῦσι τύπον. Νῦν ἔγνων· Ῥοδόκλεια, καὶ οὐ Κύπρις. Εἶτα τὸ κάλλος τοῦτο πόθεν; σύ, δοκῶ, τὴν θεὸν ἐκδέδυκας. V 74. ΡΟΥΦΙΝΟΥ * Πέμπω σοι, Ῥοδόκλεια, τόδε στέφος, ἄνθεσι καλοῖς αὐτὸς ἐφ’ ἡμετέραις πλεξάμενος παλάμαις. Ἔστι κρίνον, ῥοδέη τε κάλυξ νοτερὴ τ’ ἀνεμώνη καὶ νάρκισσος ὑγρὸς καὶ κυαναυγὲς ἴον. Ταῦτα στεψαμένη, λῆξον μεγάλαυχος ἐοῦσα· ἀνθεῖς καὶ λήγεις καὶ σὺ καὶ ὁ στέφανος. *Τα αρχικά των ονομάτων των λουλουδιών σχηματίζουν ακροστιχίδα: κρίνον, ῥοδέη, ανεμώνη, νάρκισσος, ἴον : κρανίον.

V 77. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Εἰ τοίην χάριν εἶχε γυνὴ μετὰ Κύπριδος εὐνὴν, οὐκ ἂν τοι κόρον ἔσχεν ἀνὴρ ἀλόχῳ συνομιλῶν. Πᾶσαι γὰρ μετὰ κύπριν ἀτερπέες εἰσὶ γυναῖκες.


27

V 73. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Θεοί, δεν ήξερα εδώ πως λούζεται η Κυθέρεια και στα μαλλιά της έδωσαν τη λευτεριά τα χέρια. Έλεος, δέσποινα, μην πεις τα μάτια να μου σβήσουν γιατί το θεϊκό κορμί έτυχε ν’ αντικρίσουν... Ωχ! Τη Ροδόκλεια εγώ με Κύπρι έχω μπερδέψει... Τότε, το κάλλος από πού;...Μην τη θεά έχεις κλέψει;... V 74. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Ροδόκλεια, το στεφάνι αυτό σε σένανε το στέλνω που το ’χουνε τα χέρια μου μ’ ανθούς ωραίους πλεγμένο. Το κρίνο και το ρόδο εδώ κι η ανεμώνη - ιδέ τα! κι ο νάρκισσος που ’ναι υγρός, κι η όμορφη βιολέτα... Κι όταν μ’ αυτά στεφανωθείς, να πάψεις να καυχάσαι στο άνθισμα, στο μαρασμό, σαν το στεφάνι θα ’σαι.

V 77. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Μετά τον έρωτα αφού οι χάρες τους ξοφλάνε, οι άνδρες στις γυναίκες τους τις πλάτες τους γυρνάνε γιατί μετά την ένωση, τερπνές παύουνε να ’ναι.


28

V 78. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Τήν ψυχήν, Ἀγάθωνα φιλῶν, ἐπί χείλεσιν ἔσχον· ἦλθε γάρ ἡ τλήμων ὡς διαβησομένη. V 81. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ ῾Ἡ τὰ ῥόδα, ῥοδόεσσαν ἔχεις χάριν. Ἀλλὰ τὶ πωλεῖς; Σαυτὴν ἢ τὰ ῥόδα ἠὲ συναμφότερα; V 83. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Εἲθ’ ἄνεμος γενόμην, σύ δ’ ἐπιστείχουσα παρ’ αὐγάς στήθεα γυμνώσαις, καὶ με πνέοντα λάβοις. V 84. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Εἴθε ῥόδον γενόμην ὑποπόρφυρον, ὄφρα μὲ χερσὶν ἀρσαμένη χαρίσῃ στήθεσι χιονέοις.

ΙΧ 133 ΑΝΩΝΥΜΟΥ Εἲ τις ἅπαξ γήμας πάλι δεύτερα λέκτρα διώκει, ναυηγὸς πλώει δὶς βυθὸν ἀργαλέον.


29

V 78. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Φιλώντας τον Αγάθωνα, στα χείλη ήρθες, ψυχή μου, για να περάσεις από εκεί σ’ εκείνον, δύστυχή μου… V 81. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ Ρόδα κρατάς αλλά κι εσύ του ρόδου έχεις τη χάρη. Τα ρόδα, εσένα ή και τα δυο ο αγοραστής θα πάρει;... V 83. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Αέρας στην ακρογιαλιά που περπατάς αν γίνω, πνοή στα στήθη τα γυμνά εμένα θα σου δίνω. V 84. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Σαν ρόδο υποπόρφυρο στα χέρια να με πιάνεις και στα χιονάτα στήθια σου χάρισμα να με κάνεις.

ΙΧ 133 ΑΝΩΝΥΜΟΥ Μοιάζει αυτός που χώρισε κι άλλη γυναίκα παίρνει με ναυαγό που στο βυθό ντουγρού ξαναπηγαίνει.


30

V 85. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Φείδῃ παρθενίης. Καὶ τὶ πλέον; οὐ γὰρ ἐς Ἅιδην ἐλθοῦσ’ εὑρήσεις τὸν φιλέοντα, κόρη· ἐν ζωοῖσι τὰ τερπνὰ τὰ Κύπριδος· ἐν δ’ Ἀχέροντι ὀστέα καὶ σποδιή,παρθένε, κεισόμεθα. V 91. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Πέμπω σοι μύρον ἡδύ, μύρῳ παρέχων χάριν, οὐ σοί. Αὐτή γάρ μυρίσαι καί τό μύρον δύνασαι. V 98. ΑΡΧΙΟΥ Ὅπλιζευ, Κύπρι, τόξα, καὶ εἰς σκοπὸν ἥσυχος ἐλθὲ ἄλλον· ἐγὼ γὰρ ἔχω τραύματος οὐδὲ τόπον. V 102. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ -Τὴν ἰσχνὴν Διόκλειαν, ἀσαρκοτέρην Ἀφροδίτην, ὄψεαι, ἀλλὰ καλοῖς ἤθεσι τερπομένην. -Οὐ πολύ μοι τὸ μεταξὺ γενήσεται, ἀλλ’ ἐπὶ λεπτὰ στέρνα πεσὼν ψυχῆς κείσομαι ἐγγυτάτω.


31

V 85. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Την παρθενιά σου τι κρατείς;... Θα φύγεις μ’ ένα άχτι. Έρωτα κάτω δεν θα βρεις μόνον οστά και στάχτη. V 91. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Σου στέλνω μύρο δυνατό - στο μύρο κάνω χάρη, τη μυρωδιά από σένανε το άρωμα να πάρει. V 98. ΑΡΧΙΟΥ Τα τόξα, Κύπρι, όπλιζε και βρες έν’ άλλο στόχο. Ούτε για ένα τραύμα εγώ δεν έχω άλλο τόπο. V 102. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ - Είναι η Διόκλεια της Αφροδίτης μια κοκκαλιάρα, ισχνή εκδοχή της, μα είναι οι τρόποι της εκλεπτυσμένοι και οπωσδήποτε χαριτωμένοι. - Δίχως εμπόδιο έτσι θα σπεύσω στ’ άσαρκα στήθη της πάνω θα πέσω ως την ψυχούλα της να τη θωπεύσω.


32

V 128. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ Στέρνα περὶ στέρνοις, μαστῷ δ’ ἔπι μαστὸν ἐρείσας χείλεά τε γλυκεροῖς χείλεσι συμπιέσας Ἀντιγόνης καὶ χρῶτα λαβὼν πρὸς χρῶτα, τὰ λοιπὰ σιγῶ, μάρτυς ἐφ’ οἷς λύχνος ἐπεγράφετο. V 156. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ ῾Ἁ φίλερως χαροποῖς Ἀσκληπιὰς οἷα γαλήνης ὄμμασι συμπείθει πάντας ἐρωτοπλοεῖν. V 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Ἓν τόδε, παμμήτειρα θεῶν, λίτομαί σε, φίλη Νύξ, ναὶ λίτομαι, κώμων σύμπλανε, πότνια Νύξ· εἴ τις ὑπὸ χλαίνῃ βεβλημένος Ἡλιοδώρας θάλπεται, ὑπναπάτῃ χρωτὶ χλιαινόμενος, κοιμάσθω μὲν λύχνος, ὁ δ’ ἐν κόλποισιν ἐκείνης ῥιπτασθεὶς κείσθω δεύτερος Ἐνδυμίων.


33

V 128. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ Το στήθος της στο στήθος μου, το στέρνο της στο στέρνο. Της Αντιγόνης τα γλυκά χείλη στα χείλη φέρνω. Του δέρματός της άφησε στο δέρμα μου το ίχνος. Σιωπώ - για τ’ άλλα μάρτυρας, ο αναμμένος λύχνος. V 156. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Με γαλανά, γαλήνια μάτια, σαν μια θαλάσσης ηρεμία, μας προσκαλείς, Ασκληπιάδα, μαζί σου σ’ ερωτοπλοΐα. V 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Μητέρα όλων των θεών, Νύχτα αγαπημένη, σ’ εκλιπαρώ, σεβάσμια και κωμογυρισμένη, όποιον κάτω απ’ τη χλαίνη της, στην Ηλιοδώρα πλάι η θαλπωρή της σάρκας της τον κάνει ν’ αγρυπνάει, Νύχτα, σβήσε το λύχνο τους, κι αυτός στην αγκαλιά της ως άλλος Ενδυμίωνας ας κοιμηθεί κοντά της.


34

V 168. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Καὶ πυρὶ καὶ νιφετῷ με καί, εἰ βούλοιο, κεραυνῷ βάλλε, καὶ εἰς κρημνοὺς ἕλκε καὶ εἰς πελάγη. Τὸν γὰρ ἀπαυδήσαντα πόθοις καὶ Ἔρωτι δαμέντα οὐδὲ Διὸς τρύχει πῦρ ἐπιβαλλόμενον. V 171. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Τὸ σκύφος ἁδὺ γέγηθε, λέγει δ’ ὅτι τᾶς φιλέρωτος Ζηνοφίλας ψαύει τοῦ λαλίου στόματος. Ὂλβιον· εἲθ’ ὑπ’ ἐμοῖς νῦν χείλεσι χείλεα θεῖσα ἀπνευστὶ ψυχὰν τάν ἐν ἐμοὶ προπίοι.

V 174. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Εὕδεις, Ζηνοφίλα, τρυφερὸν θάλος· εἲθ’ ἐπὶ σοί νῦν ἄπτερος εἰσῄειν Ὕπνος ἐπί βλεφάροις, ὡς ἐπὶ σοὶ μήδ’ οὗτος, ὁ καὶ Διὸς ὄμματα θέλγων, φοιτήσαι, κάτεχον δ’ αὐτὸς ἐγὼ σε μόνος.


35

V 168. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Ρίξε φωτιά και κάψε με, χιόνι και πάγωσέ με και αν μου θέλεις το κακό, κεραυνοβόλησέ με. Πέτα με αν θες απ’ τους γκρεμούς στης θάλασσας τα βάθη τι άλλο ο ερωτόπληκτος χειρότερο να πάθει;... V 171. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Τι τυχερό το κύπελλο που της φιλά τα χείλη όπως το στόμα με κρασί βρέχει η Ζηνοφίλη... Ας ήτανε τα χείλη της ν’ αγγίξουν τα δικά μου και μονορούφι ας έπινε όλα τα σωθικά μου!

V 174. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Κοιμάσαι, τρυφερέ βλαστέ, μα μέσα σου, μακάρι, άπτερος Ύπνος στα κλειστά μάτια σου να τρυπώνω να μη σ’ αγγίζει ούτε κι αυτός που ’χε τον Δία πάρει και, Ζηνοφίλη, άλλος κανείς - παρά εγώ και μόνο.


36

V 176. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Δεινὸς Ἔρως, δεινός. Τὶ δὲ τὸ πλέον,ἢν πάλιν εἴπω καὶ πάλιν οἰμώζων πολλάκι· «δεινὸς Ἔρως» ; ἦ γὰρ ὁ παῖς τούτοισι γελᾷ καὶ πυκνὰ κακισθεὶς ἥδεται· ἢν δ’ εἴπω λοίδορα, καὶ τρέφεται. Θαῦμα δέ μοι,πῶς ἄρα διὰ γλαυκοῖο φανεῖσα κύματος, ἐξ ὑγροῦ, Κύπρι,σύ πῦρ τέτοκας. V 210. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Τῷ θαλλῷ Διδύμη μὲ συνήρπασεν· ὤμοι, ἐγὼ δὲ τήκομαι, ὡς κηρὸς πὰρ πυρί, κάλλος ὁρῶν. Εἰ δὲ μέλαινα, τὶ τοῦτο; καὶ ἄνθρακες· ἀλλ’ ὅτε κείνους θάλψωμεν,λάμπουσ’ ὡς ῥόδεαι κάλυκες. V 224. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ Λῆξον, Ἔρως, κραδίης τε καὶ ἥπατος· εἰ δ’ ἐπιθυμεῖς βάλλειν, ἄλλο τί μου τῶν μελέων μετάβα.

V 252. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Ῥίψωμεν, χαρίεσσα,τὰ φάρεα, γυμνὰ δὲ γυμνοῖς ἀμπελάσῃ γυίοις γυῖα περιπλοκάδην· μηδὲν ἔοι τὸ μεταξύ· Σεμιράμιδος γὰρ ἐκεῖνο τεῖχος ἐμοὶ δοκέει λεπτὸν ὕφασμα σέθεν· στήθεα δ’ ἐζεύχθω,τά τε χείλεα· τἄλλα δὲ σιγῇ κρυπτέον· ἐχθαίρω τὴν ἀθυροστομίην.


37

V 176. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ «Δεινός ο Έρως, φοβερός» : τι κι αν το πω με κλάμα;... Γελά και χαίρεται μ’ αυτά - για μένα είναι θάμα που βγήκες από το γλαυκό της θάλασσας το ντύμα για να γεννήσεις, Κύπρι εσύ, φωτιά μεσ’ απ’ το κύμα.

V 210. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Αλίμονο, μου έγνεψε η Διδύμη μ’ έναν κλώνο την ομορφιά της βλέποντας σαν το κεράκι λειώνω. Κι αν είναι μαύρη, τι μ’ αυτό;...Το κάρβουνο θυμίζει που, όταν τ’ ανάβεις, λαμπερό σαν ρόδο κοκκινίζει. V 224. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ Έρωτα, σε ήπαρ και καρδιά πάψε να ρίχνεις βέλη. Αλλ’ άμα θέλεις να χτυπάς, υπάρχουν κι άλλα μέλη.

V 252. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Γδύσου κι άσε τα μέλη μου τα μέλη σου να βρούνε κι ανάμεσά μας, τίποτε - τα πάντα ας ενωθούνε. Ακόμη και το αραχνωτό υφαντό που σ’ αγκαλιάζει με τείχος αδιαπέραστο της Βαβυλώνας μοιάζει. Τα στήθη μου στα στήθη σου, τα χείλη μου στα χείλη, μα τ’ άλλα ας κρύψει η σιωπή - μ’ αυτήν είμαστε φίλοι.


38

V 258. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Πρόκριτός ἐστι,Φίλιννα, τεὴ ῥυτὶς ἤ ὀπὸς ἥβης πάσης· ἱμείρω δ’ ἀμφὶς ἔχειν παλάμαις μᾶλλον ἐγὼ σέο μῆλα καρηβαρέοντα κορύμβοις ἢ μαζὸν νεαρὴς ὄρθιον ἡλικίης. Σὸν γὰρ ἔτι φθινόπωρον ὑπέρτερον εἴαρος ἄλλης, χεῖμα σὸν ἀλλοτρίου θερμότερον θέρεος.

V 268. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Μηκέτι τις πτήξειε πόθου βέλος· ἰοδόκην γὰρ εἰς ἐμὲ λάβρος Ἔρως ἐξεκένωσεν ὅλην. Μὴ πτερύγων τρομέοι τις ἐπήλυσιν· ἐξότε γάρ μοι λὰξ ἐπιβὰς στέρνοις πικρὸν ἔπηξε πόδα, ἀστεμφής, ἀδόνητος ἐνέζεται, οὐδὲ μετέστη, εἰς ἐμὲ συζυγίην κειράμενος πτερύγων. V 284. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Πάντα σέθεν φιλέω· μοῦνον δὲ σὸν ἄκριτον ὄμμα ἐχθαίρω, στυγεροῖς ἀνδράσι τερπόμενον. V 304. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Ὄμφαξ οὐκ ἐπένευσας· ὅτ’ ἦς σταφυλή,παρεπέμψω· μὴ φθονέσῃς δοῦναι κἄν βραχὺ τῆς σταφίδος.


39

V 258. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Πιότερο τις ρυτίδες σου,Φίλιννα, προτιμάω απ’ τους χυμούς των κοριτσιών που θέλω να ρουφάω. Τα μήλα σου που γέρνουνε, να ξέρεις, δεν τ’ αλλάζω ούτε με τ’ όρθιο βυζί παρθένας να μαλάζω. Του φθινοπώρου σου η εποχή, έαρος υπερτέρα κι η χειμωνιά σου απ’ αλληνής το θέρος θερμοτέρα.

V 268. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ Δε θα τρομάξει άλλον πια του Έρωτα το βόλι, σε μένα τη φαρέτρα του αφού την άδειασε όλη. Κι ούτε με φτεροκόπημα άλλον δε θα φοβίσει στο στέρνο μου αποφάσισε να στρογγυλοκαθίσει. Στέκει ακίνητος, βαρύς, δεν παίρνει πια τις ρούγες αφού απ’ τη ρίζα έκοψε τις δυο του τις φτερούγες. V 284. ΡΟΥΦΙΝΟΥ Όλα σε σένα τ’ αγαπώ - τα μάτια με πειράζουν, αφού τους άνδρες που μισώ με πόθο τους κοιτάζουν. V 304. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Κι όταν σταφύλι ήσουνα και όταν αγουρίδα, μ’ αρνήθης - μα μη μ’ αρνηθείς τώρα λίγη σταφίδα.


40

V 309. ΔΙΟΦΑΝΟΥΣ ΜΥΡΙΝΑΙΟΥ Τριλληστὴς ὁ Ἔρως καλοῖτ’ ἂν ὄντως· ἀγρυπνεῖ, θρασύς ἐστιν, ἐκδιδύσκει. V 329. ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ Ἄλλος μὲν κρύσταλλον, ὁ δ’ ἄργυρον, οἱ δὲ τοπάζους πέμψουσιν, πλούτου δῶρα γενεθλίδια· ἀλλ’ ἲδ’ Ἀγρειππίνη δύο δίστιχα μοῦνον ἰσώσας, ἀρκοῦμαι δώροις, ἃ φθόνος οὐ δαμάσει. VII 80. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ Εἶπέ τις, Ἡράκλειτε, τεὸν μόρον, ἐς δὲ με δάκρυ ἤγαγεν· ἐμνήσθην δ’, ὁσσάκις ἀμφότεροι ἥλιον ἐν λέσχῃ κατεδύσαμεν· ἀλλὰ σὺ μέν που, ξεῖν’ Ἁλικαρνησεῦ, τετράπαλαι σποδιή· αἱ δὲ τεαὶ ζώουσιν ἀηδόνες, ᾗσιν ὁ πάντων ἁρπακτὴς Ἀΐδης οὐκ ἐπὶ χεῖρα βαλεῖ. VII 128. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ Ἡράκλειτος ἐγώ· τὶ μ’ ἄνω κάτω ἔλκετ’, ἄμουσοι; οὐχ ὑμῖν ἐπόνουν,τοῖς δὲ μ’ ἐπισταμένοις. εἷς ἐμοὶ ἄνθρωπος τρισμύριοι, οἱ δ’ ἀνάριθμοι οὐδείς. ταύτ’ αὐδῶ καὶ παρὰ Φερσεφόνη.


41

V 309. ΔΙΟΦΑΝΟΥΣ ΜΥΡΙΝΑΙΟΥ Με τρεις ληστές τον Έρωτα ο καθένας εξισώνει γιατί ’ναι άγρυπνος, θρασύς, ξέρει ν’ απογυμνώνει. V 329. ΛΕΩΝΙΔΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ Κρύσταλλο, άργυρο, τοπάζι σου φέρνουν, Αγριππίνα, δώρα. Δυο δίστιχα από μένα θώρα δώρα που ο φθόνος δε δαμάζει. VII 80. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ Σαν μου ’πανε, Ηράκλειτε, πως τέλειωσες το βίο θυμήθηκα με δάκρυα που από εμάς τους δύο ο ήλιος άπειρες φορές στη δύση του επετάχτη. Μα εσύ ’σαι, Αλικαρνασεύ, από καιρό πια στάχτη. Όμως τ’ «Αηδόνια» σου που ζουν, τ’ άλλα κι αν καταβάλλει, στο χέρι του ο άρπαγας ο Άδης δε θα βάλει. VII 128. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ Εμένα, τον Ηράκλειτο, στην ησυχία μου αφήστε... Για όσους γνωρίζαν κόπιαζα, μα εσείς αγράμματοι είστε. Χίλιους ανθρώπους έβρισκα στον άνθρωπο τον ένα, αλλ’ αν στους χίλιους έψαχνα, δε θα ’βρισκα κανένα. Κι η Περσεφόνη αυτά εδώ θ’ ακούσει από μένα.


42

VII 134. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ Ἐνθάδε Γοργίεω κεφαλὴ κυνικοῦ κατάκειμαι οὐκέτι χρεμπτομένη οὔτ’ ἀπομυσσομένη. VII 217. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Ἀρχεάνασσαν ἔχω, τάν ἐκ Κολοφῶνος ἑταίραν, ἇς καὶ ἐπὶ ῥυτίδων ὁ γλυκὺς ἕζετ’ Ἔρως. ἆ νέον ἥβης ἄνθος ἀποδρέψαντες ἐρασταὶ πρωτοβόλου, δι’ ὅσης ἤλθετε πυρκαϊῆς. VII 285. ΓΛΑΥΚΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΙΤΟΥ Οὐ κόνις οὐδ’ ὀλίγον πέτρης βάρος, ἀλλ’ Ἐρασίππου ἥν ἐσορᾷς, αὕτη πᾶσα θάλασσα τάφος· ὤλετο γὰρ σὺν νηί· τὰ δ’ ὀστέα ποῦ ποτ’ ἐκείνου πύθεται, αἰθυίαις γνωστὰ μόναις ἐνέπειν. VII 314. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ Μὴ πόθεν εἰμὶ μάθῃς μηδ’ οὔνομα · πλὴν ὅτι θνῄσκειν τοὺς παρ’ ἐμὴν στήλην ἐρχομένους ἐθέλω.


43

VII 134. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ Η κεφαλή του κυνικού Γοργία εδώ κείται να βγάζει μύξες, φλέγματα, δε θα την ξαναδείτε. VII 217.ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Την Αρχεάνασσα κρατώ, εταίρα εκ Κολοφώνος, που στις ρυτίδες της πατά του Έρωτα ο θρόνος. Εσείς που δρέψατε, εραστές, της νιότης τον ανθό της ποια πυρκαγιά περάσατε, από ανάμεσό της;.. VII 285. ΓΛΑΥΚΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΙΤΟΥ Δεν είναι η πέτρα και η γη του Ερασίππου ο τάφος μα όλη η θάλασσα - σ’ αυτήν εχάθη με το σκάφος. Και πού σαπίζουν τα οστά και πού θα διαλυθούνε, μονάχα οι γλάροι ξέρουνε, εκείνοι θα στο πούνε. VII 314. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ Τον τόπο μου και τ’ όνομα μη θες να μάθεις, ξένε· όσους στον τάφο μου θα ’ρθούν, νεκρούς τους θέλω, ξέρε.


44

VΙΙ 320. ΗΓΗΣΙΠΠΟΥ Ὀξεῖαι πάντῃ περὶ τὸν τάφον εἰσὶν ἄκανθαι καὶ σκόλοπες· βλάψεις τοὺς πόδας, ἢν προσίῃς. Τίμων μισάνθρωπος ἐνοικέω. Ἀλλά πάρελθε οἰμώζειν εἶπας πολλά, πάρελθε μόνον. VII 349. ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ Βαιὰ φαγών καὶ βαιὰ πιὼν καὶ πολλὰ νοσήσας ὀψὲ μέν, ἀλλ’ ἔθανον. ἔρρετε πάντες ὁμοῦ.

VII 452. ΛΕΩΝΙΔΟΥ Μνήμης Εὐβούλοιο σαόφρονος, ὦ παριόντες, πίνωμεν· κοινὸς πᾶσι λιμὴν Ἀΐδης. VΙΙ 456. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ Τὴν τίτθην Ἱέρων Σειληνίδα, τήν, ὅτε πίνοι ζωρόν, ὑπ’ οὐδεμιῆς θλιβομένην κύλικος, ἀγρῶν ἐντὸς ἔθηκεν, ἵν’ ἡ φιλάκρητος ἐκείνη καὶ φθιμένη ληνῶν γείτονα τύμβον ἔχοι.


45

VΙΙ 320. ΗΓΗΣΙΠΠΟΥ Βάτα και γαϊδουράγκαθα τον τάφο μου τον ζώνουν και πιο κοντά αν θες να ’ρθείς, τα πόδια σου ματώνουν. Ο Τίμων ο μισάνθρωπος εδώ έχει καταλύσει. Και τώρα δρόμο, αρκετά, μ’ όσα μ’ έχεις στολίσει. VII 349. ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ Φαΐ, ποτό έλεγα λίγο να βάλω πολύ αρρώστησα - δεν έζησα άλλο. Να πάτε όλοι σας μαζί στο διάλο... VII 452. ΛΕΩΝΙΔΟΥ Φίλοι, στη μνήμη του Εύβουλου που έχει πια πεθάνει ας πιούμε - είναι ολονών ο Άδης κοινό λιμάνι. VΙΙ 456. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ Τη Σειληνίδα την τροφό του ο Ιέρωνας τη θάβει -αυτήν που δεν την πείραζαν τα ξέχειλα ποτήριαμες στους αγρούς να κείτεται, η μπεκρού σ’ ένα χωράφι έτσι που ο τάφος της κοντά να ’ναι στα πατητήρια.


46

VII 461. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Παμμῆτορ γῆ, χαῖρε· σύ τὸν πάρος οὐ βαρὺν εἰς σὲ Αἰσιγένην καὐτή νῦν ἐπέχοις ἀβαρής. VII 538. ΑΝΥΤΟΥ Μάνης οὗτος ἀνὴρ ἦν ζῶν πότε· νῦν δὲ τεθνηκὼς ἶσον Δαρείῳ τῷ μεγάλῳ δύναται. VII 546. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Εἶχε κορωνοβόλον πενίης λιμηρὸν Ἀρίστων ὄργανον, ᾧ πτηνὰς ἠκροβόλιζε χένας ἦκα παραστείχων δολίην ὁδόν,οἷος ἐκείνας ψεύσασαθαι λοξοῖς ὄμμασι φερβομένας. νῦν δ’ ὁ μὲν εἰν Ἀΐδῃ· τὸ δὲ οἱ βέλος ὀρφανὸν ἤχου καὶ χερός· ἡ δ’ ἄγρη τύμβον ὑπερπέταται. VII 608. ΕΥΤΟΛΜΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΟΥ Υἱέος ὠκυμόρου θάνατον πενθοῦσα Μενίππη κωκυτῷ μεγάλῳ πνεῦμα συνεξέχεεν· οὐδ’ ἔσχεν παλίνορσον ἀναπνεύσασα γοῆσαι, ἀλλ’ ἅμα καὶ θρήνου παύσατο καὶ βιότου.


47

VII 461. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Μητέρα Γη, σε χαιρετώ - σαν ζούσε ο Αισιγένης βάρος δε σου ’δινε. Γι’ αυτόν, κι εσύ ελαφριά να γένης. VII 538. ΑΝΥΤΟΥ Ο Μάνης δούλος ήτανε σε όλον του το βίο. Τώρα που πέθανε έγινε ίσος με τον Δαρείο. VII 546. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Χήνες με τη σφεντόνα του ο Αρίστωνας χτυπούσε αφού σε δρόμο δολερό περίμενε για εκείνες. Στον Άδη αφότου έφτασε βέλος του δεν ηχούσε. Τώρα πάνω απ’ τον τάφο του πετούν ψηλά οι χήνες.

VII 608. ΕΥΤΟΛΜΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΟΥ Τον πρόωρο θάνατο του γιου πενθώντας η Μενίππη μαζί με δυνατή κραυγή άφησε την πνοή της. Και δεν ανάπνευσε ξανά, δεν την ξανάβρε η λύπη παρέα με το θρήνο της έφυγε κι η ζωή της.


48

VII 621. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Ἐνθάδ’ ἐγὼ Σοφοκλῆς στυγερὸν δόμον Ἄιδος ἔσβην κάμμορος, εἴδατι Σαρδώῳ σελίνοιο γελάσκων. ὥς μὲν ἐγών, ἕτεροι δ’ ἄλλως,πάντες δέ τε πάντως.

VΙΙ 623. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ Εἰς παῖδα τῆς μητρὸς τεθνηκυίας θηλάζοντα.

Ἕλκε, τάλαν, παρὰ μητρὸς ὅν οὐκέτι μαστὸν ἀμέλξεις, ἕλκυσον ὑστάτιον νᾶμα καταφθιμένης· ἤδη γὰρ ξιφέεσσι λιπόπνοος· ἀλλὰ τὰ μητρὸς φίλτρα καὶ εἰν Ἀΐδῃ παιδοκομεῖν ἔμαθεν. VΙΙ 669. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Ἀστέρας εἰσαθρεῖς ἀστὴρ ἐμός. εἴθε γενοίμην Οὐρανός, ὡς πολλοῖς ὄμμασιν εἰς σὲ βλέπω. VΙΙ 670. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Ἀστὴρ πρὶν μὲν ἔλαμπες ἐνὶ ζωοῖσιν Ἑῷος. νῦν δὲ θανὼν λάμπεις Ἕσπερος ἐν φθιμένοις.


49

VII 621. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Εδώ εγώ ο Σοφοκλής έχω ο ατυχής πεθάνει από τα γέλια αφού έφαγα σαρδιανό βοτάνι. Έτσι εμένα μου ’λαχε να μείνω εις τον τόπο άλλοι αλλιώς μπορεί αλλά... όλοι με κάποιον τρόπο. VΙΙ 623. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ (σε παιδί που πέθανε η μάνα του καθώς το θήλαζε, στη διάρκεια πολιορκίας μιας πόλης)

Βάλε στης μάνας το μαστό το στόμα σου να γλείφει το τελευταίο νάμα της, γιατί απ’ αυτήν τα ξίφη, δύστυχο, πήραν την πνοή και μπήκε στο σκοτάδι. Η μάνα τρέφει το παιδί ακόμη και στον Άδη. VΙΙ 669. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Τ’ άστρα κοιτάς, αστέρι μου - σαν ουρανός ας ζούσα, τα μάτια σου με άπειρα μάτια να τα κοιτούσα... VΙΙ 670. ΠΛΑΤΩΝΟΣ Έλαμπες σαν Αυγερινός, προτού στον τάφο νά ’μπεις και τώρα μέσα στους νεκρούς, Αποσπερίτης λάμπεις.


50

VII 671.ΑΝΩΝΥΜΟΥ Πάντα Χάρων ἄπληστε, τὶ τὸν νέον ἥρπασας αὔτως Ἄτταλον; οὐ σὸς ἔην, κἄν θάνε γηραλέος;

ΙΧ 66. ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ ΣΙΔΩΝΙΟΥ Μναμοσύναν ἕλε θάμβος , ὅτ’ ἔκλυε τᾶς μελιφώνου Σαπφοῦς· «Μὴ δεκάταν Μοῦσαν ἔχουσι βροτοί.»

ΙΧ 75. ΕΥΗΝΟΥ ΑΣΚΑΛΩΝΙΤΟΥ Εἰς ἄμπελον ἥν τράγος κατέφαγεν.

Κἤν με φάγῃς ἐπὶ ῥίζαν ,ὅμως ἔτι καρποφορήσω, ὅσσον ἐπισπεῖσαι σοί, τράγε, θυομένῳ. IX 369. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Πάγκαλον ἐστ' ἐπίγραμμα τὸ δίστιχον· ἢν δὲ παρέλθῃς τοὺς τρεῖς, ῥαψωδεῖς κοὐκ ἐπίγραμμα λέγεις.


51

VII 671. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Γιατί τον Άτταλο άρπαξες, άπληστε Χάρε, νέο; Πάλι δε θα τον έκανες δικό σου, γηραλέο;...

ΙΧ 66. ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ ΣΙΔΩΝΙΟΥ Απ’ τη μελίφωνη Σαπφώ έκθαμβη η Μνημοσύνη είπε: « Οι θνητοί μην έχουνε δέκατη Μούσα εκείνη;»

ΙΧ 75.ΕΥΗΝΟΥ ΑΣΚΑΛΩΝΙΤΟΥ Σε αμπέλι που το έφαγε τράγος

Κι αν ως τη ρίζα μ’ έφαγες, καρπούς πάλι θα φέρω, σαν, τράγε μου, θυσιαστείς, σπονδή να σου προσφέρω. IX 369. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Το δίστιχο επίγραμμα, του κάλλους η ευλογία. Τρεις στίχοι, επίγραμμα; Όχι δα - μάλλον, μια ραψωδία...


52

Χ 28. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Τοῖσι μὲν εὖ πράττουσιν ἅπας ὁ βίος βραχύς ἐστιν, τοῖς δὲ κακῶς μία νύξ ἄπλετός ἐστι χρόνος.

X 32. ΠΑΛΛΑΔΑ Πολλά μεταξύ πέλει κύλικος καί χείλεος ἂκρου.

Χ 58. ΠΑΛΛΑΔΑ Γῆς ἐπέβην γυμνὸς γυμνὸς θ’ ὑπὸ γαῖαν ἄπειμι· καὶ τὶ μάτην μοχθῶ γυμνὸν ὁρῶν τὸ τέλος;

Χ 60. ΠΑΛΛΑΔΑ Πλουτεῖς· καὶ τὶ τὸ λοιπόν; ἀπερχόμενος μετὰ σαυτοῦ τὸν πλοῦτον σύρεις εἰς σορὸν ἑλκόμενος; τὸν πλοῦτον συνάγεις δαπανῶν χρόνον· οὐ δύνασαι δὲ ζωῆς σωρεῦσαι μέτρα περισσότερα.


53

Χ 28. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Είναι η ζωή μία στιγμή γι’ αυτόν που τη γλεντάει και μια στιγμή όλη η ζωή για κείνον που πονάει. X 32. ΠΑΛΛΑΔΑ Κανείς δεν ξέρει πόσα θα μεσολαβήσουν μέχρι τα χείλη το ποτήρι ν’ ακουμπήσουν. (Επίγραμμα εμπνευσμένο μάλλον από απόσπασμα της Οδύσσειας (χ 8 κ. εξ.) όπου ο Οδυσσέας σκοτώνει τον Αντίνοο με ένα βέλος, πριν προλάβει να φέρει την κούπα στο στόμα του για να πιει...)

Χ 58. ΠΑΛΛΑΔΑ Γυμνός ήρθα πάνω στη γη, γυμνός θα μπω από κάτω. Αφού είν’ το τέλος μου γυμνό, ματαίως όλα τα πράττω.

Χ 60. ΠΑΛΛΑΔΑ Κι αν έχεις πλούτη, τι μ’ αυτό; Πίσω δε θα τ’ αφήσεις; Μ’ όλο το βιος σου δεν μπορείς το βίο ν’ αβγατίσεις...


54

Χ 63. ΠΑΛΛΑΔΑ Μηδέποτε ζήσας ὁ πένης βροτὸς οὐδ’ ἀποθνῄσκει· καὶ γὰρ ζῆν δοκέων ὡς νέκυς ἦν ὁ τάλας. οἱ δὲ τύχας μεγάλας καὶ χρήματα πολλὰ λαχόντες, οὗτοι τὸν θάνατον πτῶσιν ἔχουσι βίου. Χ 67. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ ΥΠΑΤΟΥ Μνήμη καὶ Λήθη, μέγα χαίρετον· ἡ μὲν ἐπ’ ἔργοις Μνήμη τοῖς ἀγαθοῖς, ἡ δ’ ἐπὶ λευγαλέοις. Χ 85. ΠΑΛΛΑΔΑ Πάντες τῷ θανάτῳ τηρούμεθα καὶ τρεφόμεσθα ὡς ἀγέλη χοίρων σφαζομένων ἀλόγως. Χ 118. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Πῶς γενόμην; πόθεν εἰμί; τίνος χάριν ἦλθον; ἀπελθεῖν; πῶς δύναμαι τι μαθεῖν μηδὲν ἐπιστάμενος; οὐδὲν ἐών γενόμην· πάλιν ἔσσομαι, ὡς πάρος ἦα· οὐδὲν καὶ μηδὲν τῶν μερόπων τὸ γένος. ἀλλ’ ἄγε μοι Βάκχοιο φιλήδονον ἔντυε νᾶμα· τοῦτο γάρ ἐστι κακῶν φάρμακον ἀντίδοτον.


55

Χ 63. ΠΑΛΛΑΔΑ Αφού δεν έζησε ποτέ, ζωή δε θα αφήσει γιατί ο φτωχός το βίο του νεκρός τον έχει ζήσει. Μα οι τυχεροί που είχανε γεμάτα πορτοφόλια αυτοί το θάνατο θαρρούν του βίου τους απώλεια. Χ 67. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ ΥΠΑΤΟΥ Μνήμη και Λήθη, πάντοτε να ’στε καλά ζητάω. Για να θυμάμαι τα καλά και τ’ άλλα να ξεχνάω. Χ 85. ΠΑΛΛΑΔΑ Το θάνατο να θρέψουμε, τρώμε με δυο πιρούνια παράλογα όπως σφάζεται αγέλη από γουρούνια. Χ 118. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Πώς τάχα να γεννήθηκα, γιατί ήρθα και θα φύγω; Χωρίς να ξέρω πώς μπορώ να μάθω αυτό το λίγο; Το τίποτε που ήμουνα στο τίποτε πηγαίνει. Το τίποτε και το μηδέν είν’ των θνητών τα γένη. Έλα, του Βάκχου δώσε μου φιλήδονο κρασάκι γιατί αυτό είναι φάρμακο για κάθε μας φαρμάκι.


56

Χ 124. ΓΛΥΚΩΝΟΣ Πάντα γέλως καὶ πάντα κόνις καὶ πάντα τὸ μηδέν· πάντα γὰρ ἐξ ἀλόγων ἐστὶ τὰ γινόμενα.

XI 8. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Μὴ μύρα, μὴ στεφάνους λιθίναις στήλαισι χαρίζου· μηδὲ τὸ πῦρ φλέξῃς · ἐς κενὸν ἡ δαπάνη. ζῶντί μοι,εἴ τι θέλεις, χάρισαι · τέφρην δὲ μεθύσκων πηλὸν ποιήσεις, κοὐχ ὁ θανὼν πίεται. ΧΙ 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Πρῴην τὴν σαύραν Ἀγάθων ῥοδοδάκτυλον εἶχεν· νῦν δ’ αὐτὴν ἤδη καὶ ῥοδόπηχυν ἔχει. ΧΙ 43. ΖΩΝΑ Δός μοι τοὐκ γαίης πεπονημένον ἁδὺ κύπελλον, ἇς γενόμην καὶ ὑφ’ ᾇ κείσομ’ ἀποφθίμενος.


57

Χ 124. ΓΛΥΚΩΝΟΣ Όλα είναι γέλιο και μηδέν κι η σκόνη τους θα μείνει μιας και απ’ το παράλογο τα πάντα έχουν γίνει.

XI 8. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Μύρα και στέφανα ποτέ στο μνήμα μη μου φέρεις και μη φουντώσεις τη φωτιά, τσάμπα όλα αυτά, να ξέρεις... Μα όσο ζω, δώσ’ μου ό,τι θες – οίνο την τέφρα αν ράνεις δε θα μπορώ νεκρός να πιω, απλώς λάσπη θα κάνεις. ΧΙ 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Παλιά, σαν ροδοδάχτυλη ο Αγάθων «σαύρα» είχε. Τώρα από μπράτσο ροδαλό, καθόλου δεν απείχε... ΧΙ 43. ΖΩΝΑ Δώσ’ μου την κούπα τη γλυκιά, που είν’ απ’ τη γη φτιαγμένη κι εγώ απ’ τη γη γεννήθηκα, κι αυτή με περιμένει.


58

ΧΙ 46. ΑΥΤΟΜΕΔΟΝΤΟΣ ΚΥΖΙΚΗΝΟΥ Ἄνθρωποι δείλης, ὅτε πίνομεν· ἢν δὲ γὲνηται ὄρθρος, ἐπ’ ἀλλήλους θῆρες ἐγειρόμεθα.

XI 66. ΑΝΤΙΦΙΛΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ Κἤν τείνῃς ῥακόεντα πολυτμήτοιο παρειῆς χρῶτα, καὶ ἀβλεφάρους ὦπας ἐπανθρακίσῃς, καὶ λευκὴν βάψῃς μέλανι τρίχα, καὶ πυρίφλεκτα βοστρύχια κροτάφοις οὖλα περικρεμάσῃς, οὐδὲν ταῦτα, γελοῖα, καὶ ἢν ἔτι πλείονα ῥέξῃς.

XI 108. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Κόνων δίπηχυς, ἡ γυνὴ δὲ τεσσάρων· ἐν τῇ κλίνῃ δὲ τῶν ποδῶν ἰσουμένων, σκόπει, Κόνωνος ποῦ τὸ χεῖλος ἔρχεται.

ΧΙ 111. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Βουλόμενός ποθ’ ὁ λεπτὸς ἀπάγξασθαι Διόφαντος, νῆμα λαβὼν ἀράχνης αὑτὸν ἀπηγχόνισεν.


59

ΧΙ 46. ΑΥΤΟΜΕΔΟΝΤΟΣ ΚΥΖΙΚΗΝΟΥ Το βράδυ, όταν πίνουμε, μας θεωρούν ανθρώπους μα το πρωί τρωγόμαστε με των θηρίων τους τρόπους.

XI 66. ΑΝΤΙΦΙΛΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ Το ζαρωμένο δέρμα κι αν τεντώσεις, τ’ αβλέφαρά σου μάτια μπογιατίσεις, την άσπρη τρίχα μαύρη χρωματίσεις και το μαλλί με μπούκλες κατσαρώσεις μάταια όλα αυτά, γελοία θα ’ναι κι αν θες κι άλλα πολλά να κάνεις, κάνε. XI 108. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Κόνων, το ύψος σου δυο πήχες τέσσερις, της γυναίκας που είχες. Ίσια στην κλίνη αν σας βάλναν Κόνων, τα χείλη σου πού φτάναν;...

ΧΙ 111. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Να κρεμαστεί ο Διόφαντος βοήθησε η λεπτότης, μίας αράχνης παίρνοντας το νήμα απ’ τον ιστό της.


60

ΧΙ 120. ΚΑΛΛΙΚΤΗΡΟΣ Ὀρθῶσαι τὸν κυρτόν ὑποσχόμενος Διόδωρον Σωκλῆς τετραπέδους τρεῖς ἐπέθηκε λίθους τοῦ κυρτοῦ στιβαροὺς ἐπὶ τὴν ῥάχιν· ἀλλὰ πιεσθεὶς τέθνηκεν, γέγονεν δ’ ὀρθότερος κανόνος. ΧΙ 139. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Γραμματικὸν Ζηνωνὶς ἔχει πώγωνα Μένανδρον, τὸν δ’ υἱὸν τούτῳ φησὶ συνεστακέναι. τάς νύκτας δ’ αὐτῇ μελετῶν οὐ παύεται οὗτος πτώσεις, συνδέσμους, σχήματα, συζυγίας.

ΧΙ 152. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Εἰ βούλει τὸν παῖδα διδάξαι ῥήτορα, Παῦλε, ὡς οὗτοι πάντες, γράμματα μὴ μαθέτω.

ΧΙ 156. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Οἴει τὸν πώγωνα φρενῶν ποιητικὸν εἶναι καὶ διὰ τοῦτο τρέφεις, φίλτατε,μυιοσόβην. κεῖρον ἐμοὶ πεισθεὶς ταχέως· οὗτος γὰρ ὁ πώγων φθειρῶν ποιητής, οὐχὶ φρενῶν γέγονεν.


61

ΧΙ 120. ΚΑΛΛΙΚΤΗΡΟΣ Ο Διόδωρος που το Σωκλή ορκίστηκε να ισιώσει, τρεις πλάκες στην καμπούρα του βαριές είχε απλώσει. Τι κι αν από την πίεση στον τόπο έχει μείνει;... Πιο ίσιος κι από χάρακα έχει ο καμπούρης γίνει. ΧΙ 139. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Η Ζηνωνίς φιλόλογο το Μένανδρο έχει πάρει μονάχα, λέει, για το γιο, το άξιο παλικάρι. Μα αυτός τις νύχτες μελετά την κάθε συζυγία, πτώσεις, συνδέσμους και φωνές, μαζί με την κυρία.

ΧΙ 152. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Να γίνει, Παύλε, ρήτορας ο γιος σου αν εβάλθη, όπως και όλοι οι ρήτορες, γράμματα να μη μάθει.

ΧΙ 156. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Το μούσι τρέφεις φίλτατε, που για σοφία πήρες. Ξυρίσου - οι τρίχες κρύβουνε όχι σοφία μα ψείρες.


62

XI 215. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Εἴκοσι γεννήσας ὁ ζωγράφος Εὔτυχος υἱοὺς οὐδ’ ἀπὸ τῶν τέκνων οὐδὲν ὅμοιον ἔχει. ΧΙ 220. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Ἀλφειοῦ στόμα φεῦγε · φιλεῖ κόλπους Ἀρεθούσης πρηνὴς ἐμπίπτων ἁλμυρὸν ἐς πέλαγος. ΧΙ 226. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Εἴη σοι κατὰ γῆς κούφη κόνις, οἰκτρὲ Νέαρχε, ὄφρα σε ῥηιδίως ἐξερύσωσι κύνες. ΧΙ 237. ΔΗΜΟΔΟΚΟΥ Καππαδόκην ποτ’ ἔχιδνα κακὴν δάκεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ κάτθανε γευσαμένη αἵματος ἰοβόλου.


63

XI 215. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Κακός ζωγράφος ο Εύτυχος, παιδιά είκοσι βγάζει και δεν ευτύχησε απ’ αυτά κανένα να του μοιάζει. ΧΙ 220. ΑΝΩΝΥΜΟΥ Μακριά απ’ το στόμα του Αλφειού, που σ’ αλμυρά πελάη βουτώντας, της Αρέθουσας τους κόλπους της φιλάει. ΧΙ 226. ΑΜΜΙΑΝΟΥ Να σε σκεπάζει, Νέαρχε κακέ, ελαφρύ το χώμα από τους σκύλους εύκολα να ξεθαφτεί το πτώμα. ΧΙ 237. ΔΗΜΟΔΟΚΟΥ Τον Καππαδόκη μια κακή οχιά τόνε δαγκώνει αλλά φαρμάκι το αίμα του και την οχιά σκοτώνει.


64

ΧΙ 242. ΝΙΚΑΡΧΟΥ Οὐ δύναμαι γνῶναι, πότερον χαίνει Διόδωρος ἢ βδῆσ’ · ἓν γὰρ ἔχει πνεῦμα κάτω καὶ ἄνω.

ΧΙ 277. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Εἰς ἀργόν.

Τῆς νυκτὸς τροχάσας ἐν ὕπνοις ποτὲ Μάρκος ὁ ἀργὸς οὐκὲτ’ ἐκοιμήθη, μὴ πάλι που τροχάσῃ.

ΧΙ 278. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Εἰς γραμματικὸν κερασφόρον.

Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου ἔνδον ἔχων πολλοὺς τῆς σῆς Ἑλένης Πάριδας.

ΧΙ 282. ΠΑΛΛΑΔΑ Εἰς ἀεὶ νοσοῦντα

Τοὺς καταλείψαντας γλυκερὸν φάος οὐκέτι θρηνῶ, τοὺς δ’ ἐπὶ προσδοκίῃ ζῶντας ἀεὶ θανάτου.


65

ΧΙ 242. ΝΙΚΑΡΧΟΥ Δεν ξέρω ο Διόδωρος αν χασμουριέται ή κλάνειο κώλος και το στόμα του την ίδια μπόχα βγάνει.

ΧΙ 277. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Σε τεμπέλη. Ο Μάρκος είδε όνειρο τροχούς πως είχε βγάλει και δεν ξανακοιμήθηκε, μην ξανατρέξει πάλι.

ΧΙ 278. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Σε φιλόλογο κερατά. Τον Πάρη, το Μενέλαο έξω σ’ άλλους μαθαίνεις μα μέσα οι Πάρηδες πολλοί είν’ της δικής σου Ελένης.

ΧΙ 282. ΠΑΛΛΑΔΑ Σε διαρκώς άρρωστο Απ’ όσους άφησαν το φως δεν κλαίω πια κανέναν μα αυτούς θρηνώ που μια ζωή το χάρο περιμέναν.


66

XI 288. ΠΑΛΛΑΔΑ Κουρεὺς καὶ ῥαφιδεὺς κατεναντίον ἦλθον ἀγῶνος, καὶ τάχα νικῶσιν τὸ ξυρὸν αἱ ῥαφίδες. ΧΙ 300. ΠΑΛΛΑΔΑ Πολλὰ λαλεῖς, ἄνθρωπε, χαμαὶ δὲ τίθῃ μετὰ μικρόν. σίγα καὶ μελέτα ζῶν ἔτι τὸν θάνατον.

ΧΙ 306. ΠΑΛΛΑΔΑ Ἂν μετ’ Ἀλεξάνδρειαν ἐς Ἀντιόχειαν ἀπέλθῃς καὶ μετὰ τὴν Συρίην Ἰταλίας ἐπιβῇς, τῶν δυνατῶν οὐδεὶς σὲ γαμήσει · τοῦτο γὰρ αἰεὶ οἰομένη πηδᾷς εἰς πόλιν ἐκ πόλεως. XI 314. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Ἐζήτουν, πινάκων πόθεν οὔνομα τοῦτο καλέσσω, καὶ παρὰ σοὶ κληθεὶς εὗρον, ὅθεν λέγεται, πείνης γὰρ μεγάλης μεγάλους πίνακας παρέθηκας, ὄργανα τοῦ λιμοῦ, πειναλέους πίνακας.


67

XI 288. ΠΑΛΛΑΔΑ Στα χέρια κάποτε ήρθανε κουρέας μ’ ένα ράφτη και οι βελόνες γρήγορα νικήσαν το ξυράφι. ΧΙ 300. ΠΑΛΛΑΔΑ Λες, άνθρωπε, πολλά, μα στο ’πα πως σύντομα θα μπεις στο χώμα. Μελέτα όσο ζεις ακόμα το θάνατό σου - γι’ αυτό σώπα. ΧΙ 306. ΠΑΛΛΑΔΑ Τι κι αν για Αντιόχεια την Αλεξάνδρεια αφήνεις κι απ’ τη Συρία πιο μετά στην Ιταλία βγαίνεις, αφού ισχυρού αντρός ποτέ γυναίκα δε θα γίνεις κι από την πόλη σου τη μια στην άλλη ας πηγαίνεις... XI 314. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ Το πιάτο κατανόησα γιατί το λένε «πίναξ» στο δείπνο που μου πρόσφερες μεγάλα πιάτα...πείνας.


68

ΧΙ 323. ΠΑΛΛΑΔΑ Ῥῷ καὶ λάμβδα μόνον κόρακας κολάκων διορίζει· λοιπὸν ταὐτὸ κόραξ βωμολόχος τε κόλαξ. τοὔνεκά μοι, βέλτιστε, τόδε ζῷον πεφύλαξο εἰδὼς καὶ ζώντων τοὺς κόλακας κόρακας. XI 349. ΠΑΛΛΑΔΑ Εἰς μυθητήν.

Εἰπέ, πόθεν σύ μετρεῖς κόσμον καὶ πείρατα γαίης ἐξ ὀλίγης γαίης σῶμα φέρων ὀλίγον. σαυτὸν ἀρίθμησον πρότερον καὶ γνῶθι σεαυτόν, καὶ τότ’ ἀριθμήσεις γαῖαν ἀπειρεσίην. εἰ δ’ ὀλίγον πηλὸν τοῦ σώματος οὑ καταριθμεῖς, πῶς δύνασαι γνῶναι τῶν ἀμέτρων τὰ μέτρα;

XI 373. ΠΑΛΛΑΔΑ Εἰς ποιητὴν κυβεύοντα

Πάντων μουσοπόλων ἡ Καλλιόπη θεός ἐστιν· ἡ σὴ Καλλιόπη Ταβλιόπη λέγεται.


69

ΧΙ 323. ΠΑΛΛΑΔΑ Οι κόλακες κι οι κόρακες διαφέρουν σ’ ένα γράμμα και θα ’ταν όμοιοι εντελώς, το ρω αν γινόταν λάμδα. Γι’ αυτό φυλάξου απ’ αυτό το ζώο, φιλαράκιμάθε πως είναι ο κόλακας των ζωντανών κοράκι. XI 349. ΠΑΛΛΑΔΑ Σε μυθολόγο Πες μου, τον κόσμο πώς μετράς μέχρι της γης το τέρμα εσύ που από λίγη γη έχεις λιγάκι δέρμα;.. Πρώτα σ’ αυτό απάντησε: «ποιος είναι ο εαυτός μου;» και υπολόγισε ύστερα το άπειρο του κόσμου. Αν του κορμιού το λιγοστό πηλό σου δε μετρήσεις, τα μέτρα των αμέτρητων πώς θα κατανοήσεις;

XI 373. ΠΑΛΛΑΔΑ Σε ποητή που παίζει ζάρια Μούσα του κάθε ποιητή είναι η θεά Καλλιόπη μα η Καλλιόπη λέγεται για σένα Ταβλιόπη.


70

XI 381. ΠΑΛΛΑΔΑ Πᾶσα γυνὴ χόλος ἐστίν· ἔχει δ’ ἀγαθὰς δύο ὥρας, τὴν μίαν ἐν θαλάμῳ, τὴν μίαν ἐν θανάτῳ.

XI 387. ΠΑΛΛΑΔΑ Πάντες ἅπαξ τρώγουσιν· ὅταν δὲ τρέφῃ Σαλαμῖνος, οἲκαδ’ ἀριστῶμεν δεύτερον ἐρχόμενοι. XI 421. ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΥ Ἂν μὲν ἀπόντα λέγῃς με κακῶς, οὐδὲν ἀδικεῖς με, ἂν δὲ παρόντα καλῶς, ἴσθι κακῶς μὲ λέγων.

ΧΙ 428. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Εἰς τὶ μάτην νίπτεις δέμας Ἰνδικὸν; ἴσχεο τέχνης· οὐ δύνασαι δνοφερὴν νύκτα καθηλιάσαι.


71

XI 381. ΠΑΛΛΑΔΑ Κάθε γυναίκα του αντρός πικραίνει όλο το βίο και οι γλυκές του οι στιγμές είναι μονάχα δύο: όταν μ’ αυτήν ξαπλώνει κι όταν τη σαβανώνει. XI 387. ΠΑΛΛΑΔΑ Όλοι μας τρώμε μια φορά, μα αν φάω στο Σαλαμίνο, στο σπίτι τρώω δεύτερη, άφαγος να μη μείνω. XI 421. ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΥ Απόντα αν κακολογείς, να τόνε βλάψεις δεν μπορείς. Μα αν κάποιον επαινείς μπροστά του, αυτό θα είναι για ζημιά του. ΧΙ 428. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Τσάμπα τον Ινδό μπάνιο τον κάνειςδεν μπορείς τη νύχτα να λευκάνεις.


72

XI 430. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Εἰ τὸ τρέφειν πώγωνα δοκεῖς σοφίαν περιποιεῖν, καὶ τράγος εὐπώγων αἶψ’ ὅλος ἐστὶ Πλάτων.

XI 431. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Εἰ ταχὺς εἰς τὸ φαγεῖν καὶ πρὸς δρόμον ἀμβλὺς ὑπάρχεις, τοῖς ποσί σου τρῶγε καὶ τρέχε τῷ στόματι.

XII 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Κλέψομεν ἄχρι τίνος τὰ φιλήματα καὶ τὰ λαθραῖα νεύσομεν ἀλλήλοις ὄμμασι φειδομένοις; μέχρι τίνος δ’ ἀτέλεστα λαλήσομεν, ἀμβολίαισι ζευγνύντες κενεὰς ἔμπαλιν ἀμβολίας; μέλλοντες τὸ καλὸν δαπανήσομεν · ἀλλὰ πρὶν ἐλθεῖν τάς φθονεράς, Φείδων, θῶμεν ἐπ’ ἔργα λόγοις.

XII 32. ΘΥΜΟΚΛΕΟΥΣ Μέμνῃ που, μέμνῃ, ὅτε τοι ἔπος ἱερὸν εἶπον · Ὥρη κάλλιστον, χὤρη ἐλαφρότατον · ὥρην οὐδ’ ὁ τάχιστος ἐν αἰθέρι παρσύθη ὄρνις · νῦν, ἴδε, πάντ’ ἐπὶ γῆς ἄνθεα σεῦ κέχυται.


73

XI 430. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Όποιος γενειάδα αφήνοντας σοφός θέλει να γένη τότε ένας τράγος, Πλάτων πια, θα ’ναι με τόσο γένι.

XI 431. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ Αν να τρως είσαι γοργός αλλ’ αργά τα πόδια έχεις, με τα πόδια σου να τρως, με το στόμα σου να τρέχεις. XII 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Φείδων, ως πότε τα φιλιά θα δίνουμε λαθραία και θ’ ανταλλάσσουμε ματιές, βλέμματα φευγαλέα;... Με τα μισόλογα κανείς ως πότε θ’ αναβάλλει;... Είναι η καθυστέρηση της ομορφιάς σπατάλη. Προτού η τρίχα σου να βγει και γίνει σαν τη βέργα εμπρός, σε λόγια τολμηρά να προστεθούνε κι έργα...

XII 32. ΘΥΜΟΚΛΕΟΥΣ Θυμάσαι λόγο ιερό που σου ’πα εδώ και χρόνια;... "Η άνοιξη είναι όμορφη, μα όχι και αιώνια." Και ούτε τα πιο γρήγορα πουλιά δεν την προφταίνουν. Για δες όλα τα άνθη σου τώρα τη γη πώς ραίνουν...


74

XII 60. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Ἢν ἐσίδω Θήρωνα, τὰ πάνθ’ ὁρῶ · ἢν δὲ τὰ πάντα βλέψω, τόνδε δὲ μή, τἄμπαλιν οὐδὲν ὁρῶ.

XII 131. ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΥ ῞Ἃ Κύπρον, ἅ τε Κύθηρα, καὶ ἃ Μίλητον ἐποιχνεῖς, καὶ καλὸν Συρίης ἱπποκρότου δάπεδον, ἔλθοις ἵλαος Καλλιστίῳ, ἥ τὸν ἐραστὴν οὐδὲποτ’ οἰκείων ὦσεν ἀπὸ προθύρων. XII 153. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Πρόσθε μοι Ἀρχεάδης ἐθλίβετο · νῦν δὲ τάλαιναν οὐδ’ ὅσσον παίζων εἰς ἒμ’ ἐπιστρέφεται. οὐδ’ ὁ μελιχρὸς Ἔρως ἀεὶ γλυκύς · ἀλλ’ ἀνιήσας πολλάκις ἡδίων γίνετ’ ἐρῶσι θεός.

XII 154. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Ἡδὺς ὁ παῖς, καὶ τοὔνομ’ ἐμοὶ γλυκύς ἐστι Μυΐσκος καὶ χαρίεις· τίν’ ἔχω μὴ οὐχὶ φιλεῖν πρόφασιν; καλὸς γάρ, ναὶ Κύπριν, ὅλος καλός · εἰ δ’ ἀνιηρός, οἶδε τὸ πικρὸν Ἔρως συγκεράσαι μέλιτι.


75

XII 60. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Τα πάντα βλέπω όταν θωρώ του Θήρωνα τα κάλλη μα αν δω τα πάντα κι όχι αυτόν, τίποτε βλέπω πάλι...

XII 131. ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΥ Θεά, που ζεις στη Μίλητο, στα Κύθηρα, στην Κύπρο και στη Συρία που αντηχεί απ’ των οπλών τον χτύπο, έλα και βόηθα την Καλλίστη , που ποτές της δεν έδιωξε μπρος απ’ την πόρτα εραστές της. XII 153. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Ο Αρχεάδης κάποτε επάνω μου κολλούσε μα ούτε γι’ αστείο τώρα πια σε μένα θα γυρνούσε. Πάντα με τη γλυκύτητα ούτε ο Έρως πάει, πολύ γλυκύτερος θεός είν’ όταν τυραννάει.

XII 154. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Μυίσκο λένε το παιδί, γλυκό, χαριτωμένογιατί να μην τον αγαπώ ακόμη επιμένω;... Όμορφος, μα την Κύπριδα, έστω κι αν με παιδεύει, με μέλι ο Έρως το πικρό ξέρει ν’ ανακατεύει.


76

XII 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Λευκανθὴς Κλεόβουλος, ὁ δ’ ἀντία τοῦδε μελίχρους Σώπολις, οἱ δισσοὶ Κύπριδος ἀνθοφόροι. τοὔνεκά μοι παίδων ἕπεται πόθος · οἱ γὰρ Ἔρωτες πλέξειν ἐκ λευκοῦ φασί με καὶ μέλανος. XII 167. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Χειμέριον μὲν πνεῦμα · φέρει δ’ ἐπὶ σοὶ με , Μυΐσκε, ἁρπαστὸν κώμοις ὁ γλυκύδακρυς Ἔρως. χειμαίνει δὲ βαρὺς πνεύσας Πόθος, ἀλλὰ μ’ ἐς ὅρμον δέξαι ,τὸν ναύτην Κύπριδος ἐν πελάγει.

XII 177. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Ἑσπερίην Μοῖρίς με, καθ’ ἥν ὑγιαίνομεν ὥρην, οὐκ οἶδ’ , εἴτε σαφῶς, εἲτ’ ὄναρ, ἠσπάσατο. ἤδη γὰρ τὰ μὲν ἄλλα μάλ’ ἀτρεκέως ἐνόησα, χὠκόσα μοι προσέφη, χὠκόσ’ ἐπυνθάνετο · εἰ δὲ με καὶ πεφίληκε, τεκμαίρομαι · εἰ γὰρ ἀληθές, πῶς ἀποθειωθεὶς πλάζομ’ ἐπιχθόνιος;


77

XII 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Της Κύπρης δυο ειν’ απέναντι, καθένας ανθισμένος, Κλεόβουλος ο λευκανθής, Σώπολις ο μελένιος. Τ’ άνθη αυτά ο Πόθος μου τα δυο έχει επιλέξει, γιατί από μαύρο και λευκό οι έρωτες μ’ έχουν πλέξει. XII 167. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ Αέρας χειμωνιάτικος - με φέρνει μες στο αγιάζι ο Έρως ο γλυκύδακρυς, Μυίσκε, που μ’ αρπάζει. Γίνε λιμάνι μου γιατί φουρτούνιασε απ’ τον Πόθο της Κύπριδας η θάλασσα και σαν το ναύτη νιώθω.

XII 177. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Όταν με καληνύχτισε, ο Μοίρις, λέω, με φίλησεσ’ όνειρο να ’ταν τάχα;... Τώρα ο νους μου φώτισε τι μου ’πε, τι με ρώτησεφιλί του πρέπει να ’χα. Μ’ αλήθεια, αν τον φίλησα στη γη θνητός πώς γύρισα αφού τα ουράνια θα ’χα;...


78

XII 178. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Ἐξεφλέγην, ὅτε Θεῦδις ἐλάμπετο παισὶν ἐν ἄλλοις οἷος ἐπαντέλλων ἀστράσιν ἠέλιος. τοὔνεκ’ ἔτι φλέγομαι καὶ νῦν, ὅτε νυκτὶ λαχνοῦται· δυόμενος γὰρ ὅμως ἥλιός ἐστιν ἔτι.

XII 180. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Καῦμά μ’ ἔχει μέγα δή τι · σύ δ’ , ὦ παῖ, παύεο λεπτὸν ἠέρι δινεύων ἐγγὺς ἐμεῖο λίνον. ἄλλο τι πῦρ ἐμοῦ ἔνδον ἔχω κυάθοισιν ἀναφθὲν καὶ περὶ σῇ ῥιπῇ μᾶλλον ἐγειρόμενον. ΧΙΙ 188. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Εἴ σὲ φιλῶν ἀδικῶ καὶ τοῦτο δοκεῖς ὕβριν εἶναι, τὴν αὐτὴν κόλασιν καὶ σὺ φίλει με λαβών.

XII 227. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Ἤν τινα καὶ παριδεῖν ἐθέλω καλὸν ἀντισυναντῶν, βαιὸν ὅσον παραβὰς εὐθὺ μεταστρέφομαι.


79

XII 178. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Ο Θεύδις στ’ άλλα ανάμεσα τ’ αγόρια μ’ έχει κάψει σαν ήλιος που ανάμεσα στ’ αστέρια έχει ανάψει. Κι ας έχει αυτήν τη λάμψη του το χνούδι τώρα σβήσει ο ήλιος της ανατολής είν’ ήλιος και στη δύση...

XII 180. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Μια πυρκαγιά απ’ του ρούχου σου το αγέρι μεγαλώνει και σαν βεντάλια του κρασιού τη φλόγα δυναμώνει.

ΧΙΙ 188. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Αν τα φιλιά μου έγκλημα είναι και αδικία με τα φιλιά σου δώσε μου την ίδια τιμωρία.

XII 227. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ Όποιον ωραίο συναντώ, μπροστά αν δεν τον χορτάσω, πίσω γυρνάω να τον δω, αφού τον προσπεράσω.


80

XII 232. ΣΚΥΘΗΝΟΥ Ὀρθὸν νῦν ἕστηκας, ἀνώνυμον,οὐδὲ μαραίνῃ, ἐντέτασαι δ’ ὡς ἂν μήποτε παυσόμενον · ἀλλ’ ὅτε μοι Νεμεσηνὸς ὅλον παρέκλινεν ἑαυτὸν πάντα διδούς, ἃ θέλω, νεκρὸν ἀπεκρέμασο. τείνεο καὶ ῥήσσου καὶ δάκρυε · πάντα ματαίως · οὐχ ἕξεις ἔλεον χειρὸς ἀφ’ ἡμετέρης. XVI 145. ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Οὐ βροτὸς ὁ γλύπτης· οἵαν δὲ σὲ Βάκχος ἐραστὰς εἶδεν ὑπὲρ πέτρας ἔξεσε κεκλιμέναν.

XVI 168. ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Γυμνὴν εἶδε Πάρις μέ, καὶ Ἀγχίσης, καὶ Ἄδωνις. τοὺς τρεῖς οἶδα μόνους. Πραξιτέλης δὲ πόθεν;


81

XII 232. ΣΚΥΘΗΝΟΥ Τώρα, στητό κι αμάραντο είσαι και σηκωμένο σαν είχα τον Νεμεσηνό κρεμόσουν μαραμένο. Τεντώσου τώρα, δάκρυσε, χτυπήσου: όλα ματαίως. Δε θα σου δείξει η χούφτα μου κανένα έλεος, πέος!

XVI 145. ΑΓΝΩΣΤΟΥ (Σε άγαλμα της Αριάδνης)

Αθάνατος ο γλύπτης σου - όπως σε είδε ο Βάκχος σε σκάλισε να σε γλεντά επάνω του ένας βράχος...

XVI 168. ΑΓΝΩΣΤΟΥ (στο άγαλμα της Αφροδίτης της Κνίδου)

Πάρις, Αγχίσης κι Άδωνις : γυμνή δεν μ’ είδε άλλος. Ο Πραξιτέλης από πού μου μάντεψε το κάλλος;...


82

XVI 180 . ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ (Εἰς τὴν Ἀφροδίτην ἀνερχομένην ἀπὸ θαλάσσης)

Κύπρις ὅτε σταλάουσα κόμας ἁλιμυρέος ἀφροῦ γυμνὴ πορφυρέου κύματος ἐξανέδυ, οὕτω που κατὰ λευκὰ παρήϊα χερσὶν ἑλοῦσα βόστρυχον, Αἰγαίην ἐξεπίεζεν ἅλα, στέρνα μόνον φαίνουσα, τὰ καὶ θέμις · εἰ δὲ τοιήδε κείνη, συγχείσθω θυμὸς Ἐνυαλίου.

XVI 210. ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ Ἄλσος δ’ ὡς ἱκόμεσθα βαθύσκιον,εὕρομεν ἒνδον πορφυρέοις μήλοισιν ἐοικότα παῖδα Κυθήρης. οὐδ ἔχεν ἰοδόκον φαρέτρην,οὐ καμπύλα τόξα · ἀλλὰ τὰ μὲν δένδρεσσιν ὑπ’ εὐπετάλοισι κρέμαντο, αὐτὸς δ’ ἐν καλύκεσσι ῥόδων πεπεδημένος ὕπνῳ εὗδεν μειδιόων· ξουθαὶ δ’ ἐφύπερθε μέλισσαι κηροχύτου μέλιτος λαροῖς ἐπὶ χείλεσι ῥαῖνον.

XVI 388. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΥΠΑΡΧΩΝ Στέφος πλέκων ποθ’ , εὗρον ἐν τοῖς ῥόδοις Ἔρωτα · καὶ τῶν πτερῶν κατασχών, ἐβάπτισ’ εἰς τὸν οἶνον. λαβὼν δ’ ἔπιον αὐτόν. καὶ νῦν ἔσω μελῶν μου πτεροῖσι γαργαλίζει.


83

XVI 180 . ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ (Στην αναδυόμενη από τη θάλασσα Αφροδίτη)

Με τα μαλλιά σταλάζοντας αφρό αλμυρό ανεδύθη μες από κύμα πορφυρό γυμνή η Αφροδίτη. Πλάι σε μάγουλα λευκά το βόστρυχο εκράτη να στείψει με τα χέρια της του Αιγαίου το αλάτι τα στήθη μόνο δείχνοντας, όσο η ντροπή επιτρέπει. Αν ήταν έτσι η θεά, φουρτούνα του Άρη πρέπει.

XVI 210. ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ Είδαμε μες στου άλσους τον ίσκιο της Κυθέρειας το γιο, μήλο ίδιο. Βέλη, τόξα, φαρέτρα αφημένα σ’ ανθισμένα κλαδιά κρεμασμένα. Μες σε πέταλα ρόδων που ζούσε κοιμισμένος ο Έρως γελούσε. Χύναν μέλισσες μέλι από επάνου τα ευώδη του χείλη να ράνουν. XVI 388. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΥΠΑΡΧΩΝ Παλιά, πριν από τόσα χρόνια, στων ρόδων που έπλεκα τα κλώνια μπλεγμένο μέσα στο στεφάνι τον Έρωτα το χέρι πιάνει και τον βαπτίζω μες στον οίνο. Αφού τον βούτηξα, τον πίνω. Και τώρα εντός μου που έχει πάει, με τα φτερά με γαργαλάει.


ΕΠΙΜΕΤΡΟ


86

1. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 22 ἐγὼ δ’ ἔσοπτρον εἴην, ὅπως ἀεὶ βλέπῃς με. ἐγὼ χιτὼν γενοίμην, ὅπως ἀεὶ φορῇς με. ὕδωρ θέλω γενέσθαι, ὅπως σὲ χρῶτα λούσω· μύρον, γύναι, γενοίμην, ὅπως ἐγὼ σ’ ἀλείψω. καὶ ταινίη δὲ μασθῷ καὶ μάργαρον τραχήλῳ καὶ σάνδαλον γενοίμην· μόνον ποσίν πάτει με. 2. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 35 Ἔρως ποτ’ ἐν ῥόδοισι κοιμωμένην μέλιτταν οὐκ εἶδεν, ἀλλ’ ἐτρώθη. τὸν δάκτυλον παταχθεὶς τᾶς χειρὸς ὠλόλυξε, δραμὼν δὲ καὶ πετασθεὶς πρὸς τὴν καλὴν Κυθήρην «ὄλωλα, μῆτερ», εἶπεν, «ὄλωλα κἀποθνῄσκω· ὄφις μ’ ἔτυψε μικρὸς πτερωτός, ὅν καλοῦσιν μέλιτταν οἱ γεωργοί.» ἃ δ’ εἶπεν· « εἰ τὸ κέντρον πονεῖς τὸ τᾶς μελίττας, πόσον δοκεῖς πονοῦσιν, Ἔρως, ὅσους σύ βάλλεις;»


87

1. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 22 Καθρέφτης σου να ήμουνα, εμένα να κοιτούσες χιτώνας να γινόμουνα, πάντα να με φορούσες. Νεράκι για να έτρεχα, το δέρμα σου να πλύνω και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω. Στηθόδεσμος στο στήθος σου, στολίδι στο κεφάλι, τα πόδια σου να με πατούν, ας ήμουν και σανδάλι.

2. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 35 Ο έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει. Το δάχτυλό του πόνεσε, οδύρεται και κλαίει στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει: «Μάνα μου, πάει…, χάνομαι, με τσίμπησε, μανούλα φίδι μικρό και φτερωτό - το λένε μελισσούλα.» Κι εκείνη του ’πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει, το βέλος σου πόσο πονεί, αυτόν που αγαπάει;…»


88

3. ΑΝΑΚΡΕΩΝ (Στοβ. 4,51,12) πολιοὶ μὲν ἡμῖν ἤδη κρόταφοι κάρη τε λευκόν, χαρίεσσα δ’ οὐκὲτ’ ἥβη πάρα, γηραλέοι δ’ ὀδόντες, γλυκεροῦ δ’ οὐκέτι πολλὸς βιότου χρόνος λέλειπται· διὰ ταῦτ’ ἀνασταλύζω θαμὰ Τάρταρον δεδοικώς· Ἀίδεω γάρ ἐστι δεινὸς μυχός, ἀργαλῆ δ’ ἐς αὐτὸν κάτοδος· καὶ γὰρ ἑτοῖμον καταβάντι μὴ ἀναβῆναι.

4. ΣΑΠΦΩ Δέδυκε μὲν ἁ Σελάνα καὶ Πληιάδες, μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχεται ὥρα, ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω. 5. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 5W. ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἥν παρὰ θάμνῳ, ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων· αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα· τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη; ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.


89

3. ΑΝΑΚΡΕΩΝ (Στοβ. 4,51,12) Η κόμη μου ασπρίζει οι κρόταφοί μου, γκρίζοι. Τα νιάτα μαραμένα, τα δόντια σαπισμένα. Λίγος καιρός μου μένει ζωή γλυκιά, χαμένη. Γι’ αυτό συχνά στενάζω με τους νεκρούς τρομάζω. Φρικτό το βάθος του Άδη, απύθμενο πηγάδι. Εκεί όποιος εχάθη εδώ δε θα ξανάρθει.

4. ΣΑΠΦΩ Η σελήνη έχει δύσει και η Πούλια έχει λειώσει τα μεσάνυχτα με βρίσκουν μόνη εγώ να ’χω ξαπλώσει.

5. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 5W Ο Σάιος θ’ αγάλλεται που ’βρε κοντά σε θάμνο την όμορφη ασπίδα μου, που κι αν δε θέλω χάνω. Μα αν τη ζωή μου έσωσα, η ασπίδα τι με νοιάζει;… Μιαν άλλη, όχι κατώτερη, θα βρω - δε με πειράζει.


90

6. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 31W. ΣΥΝΕΣ. 11. 75b ἡ δὲ οἱ κόμη ὤμους κατεσκίαζε καὶ μετάφρενα.

7. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 42 W ΑΘΗΝ. Ι΄ 447 b ὥσπερ αὐλῶι βρῦτον ἢ Θρέιξ ἀνὴρ ἢ Φρὺξ ἔμυζε · κύβδα ἦν πονεομένη.

8. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 48W. Ἐσμυριχμένας κόμην καὶ στῆθος, ὡς ἄν καὶ γέρων ἠράσσατο. 9. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ 196 a W. (42-53) παρθένον δ’ ἐν ἄνθεσιν τηλεθάεσσι λαβὼν ἔκλινα, μαλθακῆι δὲ μιν χλαίνηι καλύψας, αὐχὲν’ ἀγκάληις ἔχων, δείματι παλλομένην τὼς ὥστε νεβρὸν ἐκ φυγῆς μαζῶν τε χερσὶν ἠπίως ἐφηψάμην, ἧιπερ ἔφηνε νέον ἥβης ἐπήλυσις χρόα· ἅπαν τε σῶμα καλὸν ἀμφαφώμενος λευκὸν ἀφῆκα μένος ξανθῆς ἐπιψαύων τριχός.


91

6. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 31W. ΣΥΝΕΣ. 11. 75b Και στη σκιά που έριχνε η κόμη ήτανε και η πλάτη της κι οι ώμοι.

7. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 42 W. ΑΘΗΝ. Ι΄ 447 b Κι όπως με το καλάμι του ρουφά ο άντρας μπίρα με το κεφάλι της σκυφτό, ρούφαγε η κακομοίρα.

8. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 48W. Τα μυρωμένα της μαλλιά, τα ευωδιαστά της στήθη, ως κι ένα γέρο πλάνταξαν κι ο πόθος του αναστήθη. 9. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ 196 a W. (42-53) Μες στων ανθών τον οργασμό ξάπλωσα την παρθένα στη χλαίνη μου τη μαλακή με μέλη βυθισμένα.. Με φόβο στην αγκάλη μου σύγκορμη σπαρταρούσε σαν ελαφάκι σε φυγή που κάποιος κυνηγούσε. Τα χέρια μου που αγγίξανε το στήθος το απαλό της νιώσαν στο άγουρο κορμί την έφοδο της νιότης. Κι αφού το σώμα γεύτηκα απ’ την αρχή ως το τέρμα πάνω στις τρίχες τις ξανθές ξεθύμανε άσπρο σπέρμα.


92

10. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122W. Χρημάτων ἄελπτον οὐδὲν ἐστιν οὐδ’ ἀπώμοτον οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ’ ἀποκρύψας φάος ἡλίου λάμποντος· λυγρὸν δ’ ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος. Ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίγνεται ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ’ ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω, μηδ’ ἐάν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν ἐνάλιον καὶ σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα φίλτερ’ ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ’ ὑλέειν ὄρος.

11. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 188W. οὐκὲθ’ ὁμῶς θάλλεις ἁπαλὸν χρόα, κάρφεται γὰρ ἤδη ὄγμοις, κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ πήματα, ἀφ’ ἱμερτοῦ δὲ θορών γλυκὺς ἵμερος προσώπου βέβηκεν · ἦ γὰρ πολλὰ δὴ σ’ ἐπῆιξεν πνεύματα χειμερίων ἀνέμων μάλα πολλάκις δέ...[


93

10. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122W. Ανέλπιστο και θαυμαστό τίποτε δεν υπάρχει αφού ο Δίας ο θεός που τους Ολύμπιους άρχει μεσημεριάτικα έφερε νύχτα σ’ όλους τους τόπους το φως του ήλιου κρύβοντας, τρόμαξε τους ανθρώπους. Και από τότε τίποτε απίστευτο δε μοιάζει ούτ’ αν το αγρίμι την τροφή με το δελφίνι αλλάζει κι αγαπητό της θάλασσας, σ’ αυτό, το κύμα αν γίνει κι αν αγαπήσει του βουνού τα δέντρα το δελφίνι.

11. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 188W. Το δέρμα σου το απαλό πώς ζάρωσε , εμαράθη, κι η γλύκα του προσώπου σου πού πήγε κι επικράνθη... Στ’ αλήθεια χειμωνιάτικοι άνεμοι σε χτυπήσαν. Πολλές φορές...[το ποίημα εδώ οι αιώνες σταματήσαν.]


94

12. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (ΝΟΘΟ) , 328 W Ἴσος κιναίδου καὶ κακῆς πόρνης ὁ νοῦς χαίρουσιν ἄμφω λαμβάνοντες κέρματα κινούμενοί τε καὶ διατρυπώμενοι βινούμενοί τε καὶ διεσπεκλωμένοι γομφούμενοί τε καὶ διασφηνώμενοι χορδούμενοί τε καί κατασποδούμενοι. Ἀμφοῖν δ’ ὀχευτὴς οὐκ ἀπέχρησέν ποθ’ εἷς, ἀλλ’ αἰὲν ἄλλο κἂλλο λασταύρων ὅλον εἰδῆνον ἐκροφοῦντες ἥδονται πέος, πειρώμενοί τε μειζόνων καὶ πασσόνων νεύρων, κυβιστώντων τε διφώντων θ’ ὁμοῦ ἅπαντα τἄνδον σύν τε δηιούντων βαθὺ δεινοῦ βερέθρου χάσμα, καὶ διαμπερὲς μέσου προκοπτόντων παράχρις ὀμφαλοῦ. τοιγὰρ καπρῶσα μαχλὰς ἄρδην ἐρρέτω πασχητιώντων εὐρυπρώκτων σὺν γένει· ἡμῖν δὲ Μουσῶν καὶ βίου σαόφρονος μέλοι φρέαρ τε, τοῦτο γιγνώσκουσ’ , ὅτι ἥδ’ ἐστὶ τέρψις, ἥδ’ ἀκίβδηλος χαρά, ἥδ’ ἡδονὴ πέφυκε, μὴ συνειδέναι αἰσχρᾶι ποθ’ ἡδυνθεῖσιν αὑτοῖς ἡδονῆι. 13. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 380 PFEIFFER για τον Αρχίλοχο εἵλκυσε δὲ δριμύν τε χόλον κυνὸς ὀξύ τε κέντρον σφηκός, ἀπ’ ἀμφοτέρων δ’ ἰὸν ἔχει στόματος.


95

12. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (ΝΟΘΟ) , 328 W Το ίδιο έχουνε μυαλό ο πούστης και η πόρνη: κι οι δύο χαίρονται σαφώς αν κάποιος τους πληρώνει... κουνιούνται για να πηδηχτούν,τρυπιούνται, καβαλιούνται, καρφώνονται, ξεσκίζονται και διαρκώς γαμιούνται. Τον ίδιο να ’χουνε γαμιά, το φέρουνε βαρέως κάθε φορά επιθυμούν νά ’βρουν κι έν’ άλλο πέος. Να δοκιμάζουνε καυλιά παχιά και πιο μεγάλα που μέσα τους να χώνονται, στη φοβερή κουφάλα... αλύπητα να τους τρυπούν, αυτό πώς τους αρέσει και από μέσα ως του αφαλού να φτάνουνε τη μέση. Να πάνε οι ξεκωλιάρηδες κι οι πόρνες στα κομμάτια! Στις Μούσες μόνο να ’χουμε εμείς στραμμένα μάτια · εκεί είναι η γνήσια χαρά, η απόλαυση κι η τέρψη σε ηδονές αισχρές κανείς την προσοχή μη στρέψει.

13. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 380 PFEIFFER για τον Αρχίλοχο Πήρε απ’ το σκύλο τη χολή και το κεντρί απ’ τη σφήκατα δυο τους δηλητήριο στο στόμα του τα βρήκα.


96

14. ΑΛΚΜΑΝ, 89 εὕδουσι δ’ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες πρώονές τε καὶ χαράδραι φῦλα τ’ ἑρπὲτ’ ὅσα τρέφει μέλαινα γαῖα θῆρες τ’ ὀρεσκῷοι καὶ γένος μελισσᾶν καὶ κνώδαλ’ ἐν βένθεσσι πορφυρέας ἁλός· εὕδουσι δ’ οἰωνῶν φῦλα τανυπτερύγων.

15. ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ , Ζ 146-149 οἵη περ φύλλων γενεή,τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν. φύλλα τὰ μὲν τ’ ἄνεμος χαμάδις χέει,ἄλλα δὲ θ’ ὕλη τηλεθόωσα φύει,ἔαρος δ’ ἐπιγίγνεται ὥρῃ· ὥς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει ἡ δ’ ἀπολήγει.


97

97

14. ΑΛΚΜΑΝ,89 Φαράγγια, λόφοι και βουνά, χαράδρες, δες, κοιμούνται και τα ερπετά της μαύρης γης καθόλου δεν κουνιούνται. Των μελισσών το γένος δες, στον ύπνο που εγλυκάθη, τα κήτη μες στης θάλασσας της σκοτεινής τα βάθη, των μακροφτέρουγων πουλιών το σμήνος που εβουβάθη…

15. ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ , Ζ 146-149 Θνητές γενιές, σκορπάτε σαν τα φύλλαβάζει στη θέση σας άλλα η φύση, ώσπου κι αυτά μια μέρα θα σκορπίσει φύσημα ανέμου σαν ανατριχίλα.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


101 ΠΡΟΛΟΓΟΣ...............................................................................................................................σελ.12 ΕΙΣΑΓΩΓΗ.................................................................................................................................σελ. 15 ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ .....................................................................................................................σελ. 18 Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο.........................................................................................................................σελ. 85


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΝΔΥΜΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗ ΛΥΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2009 ΦΙΛΙΑΣ ΧΑΡΙΝ

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ  

σαν ρόδο υποπόρφυρο...