Page 1

ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΟΙ ΒΡΥΣΕΣ Του Αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Πανταζή.

Υπήρχαν πέντε βρύσες στο χωριό. Οι ονομασίες και οι λοιπές πληροφορίες των βρυσών έχουν όπως αναφέρονται κατωτέρω:

1. Βρύση του Αγίου Αθανασίου (Βρύση τ’ Α Θανάση): Θέση: Η βρύση βρίσκεται ανατολικά και κάτω από τον τοίχο της μάντρας της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Την ακριβή θέση της θα τη δούμε στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Η», α/α 1. Προέλευση της ονομασίας: Την ονομασία της την έλαβε από τη γειτνίασή της με την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Λοιπές πληροφορίες: Ο χώρος της βρύσης εξωραΐστηκε, για τελευταία φορά, τον Αύγουστο του 1993. Τότε διατέθηκαν, από την «Αδελφότητα Κωσταλεξιωτών», 405.000 δραχμές. Αλλά και σε προγενέστερο χρόνο, η «Αδελφότητα», είχε διαθέσει άλλες 172.000 δραχμές, ήτοι σύνολο: 577.000 δραχμές. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στο ενδιάμεσο των δύο προηγουμένων εξωραϊσμών, ο Δημήτριος Σπύρου Κανατάς εξωράισε την πρόσοψη της βρύσης, στη μνήμη του πατέρα του και τοποθέτησε σχετική αναμνηστική πλάκα. Τη βρύση τη βλέπουμε στην επόμενη φωτογραφία, Νο 1, όπως είναι σήμερα (2006):

Φωτ. Νο 1: Η βρύση του Αγίου Αθανασίου, όπως είναι σήμερα (2006). Η βρύση, σε παλαιότερη εμφάνιση, φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία, Νο 2:


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 2: Η βρύση του Αγίου Αθανασίου όπως ήταν παλαιότερα

2. Βρύση της Ψωριάρας (Βρύση τ’ς Ψουργιάρας): Θέση: Η θέση της φαίνεται στα κατωτέρω ΠΑΡΑΡΤΗΑΤΑ: α. ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Η», α/α 6. β. ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Θ», α/α 12. Προέλευση ονομασίας: Λίγα μέτρα δυτικά της βρύσης είναι ένας μεγάλος πλάτανος. Στον πλάτανο αυτό στάλιζαν (στάλιζαν) παλιά, γίδια (γίδγια) και πρόβατα (πράιτα). Μία γίδα είχε πολύ ψώρα και κάθονταν, συνέχεια, μέσα στη σπηλιά της βρύσης (την οποία θα περιγράψουμε στη συνέχεια), όπου είχε δροσιά, για να ανακουφίζεται από τη φαγούρα. Όταν έβγαινε από τη σπηλιά πήγαινε και ξύνονταν στον πλάτανο. Όλοι έλεγαν, τότε, «η ψουργιάρα η γίδα, η ψουργιάρα η γίδα», μετά είπαν «η βρύση τ’ς ψουργιάρας τ’ς γίδας», μετά έγινε «η βρύση η ψουργιάρα» και τελικά απόμεινε «η ψουργιάρα», ονομασία με την οποία εννοούν τη συγκεκριμένη βρύση. Λοιπές Πληροφορίες: Η πρόσοψη της βρύσης, όπως είναι σήμερα, φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία Νο 3:

2


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 3: Η πρόσοψη της βρύσης της Ψωριάρας. Το νερό της βρύσης πηγάζει μέσα από ένα σπήλαιο, το οποίο αρχίζει από εκεί που είναι το καμαρωτό άνοιγμα της πρόσοψης. Το είσοδος του σπηλαίου είναι στο σημείο που, το νερό, εξέρχεται στην επιφάνεια του εδάφους και είναι η βρύση. Το σπήλαιο, όπως το περιγράφει ο Δημήτριος Σπύρου Κανατάς στο περιοδικό «Λυχνάρι» - Τεύχος ένατο - έχει μήκος 60 περίπου μέτρων. Σε απόσταση 15 με 20 μέτρων, από την είσοδο, υπάρχει μία μικρή διακλάδωση. Το άνοιγμα του σπηλαίου ποικίλει από 2 μέχρι 2,50 μέτρα και προς το τέρμα του στενεύει στο 1 μέτρο. Στη συνέχεια βλέπουμε τρεις φωτογραφίες του Σπηλαίου, Νο 4, Νο 5 και Νο 6, παρμένες από το ίδιο τεύχος του «Λιχναριού».

Φωτ. Νο 4: Η είσοδος του σπηλαίου.

3


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 5: Η διακλάδωση του σπηλαίου.

Φωτ. Νο 6: Το μεγαλύτερο άνοιγμα του Σπηλαίου. Η βρύση της Ψωριάρας είχε, τότε, δύο κούπες σε μία μικρή απόσταση η μία από την άλλη. Μέχρι το 1923, που οι Κωσταλεξιώτες αγόρασαν το τσιφλίκι του Νικολάου Τράκα και της αδελφής του Ειρήνης, το σύνορο μεταξύ των ιδιοκτησιών του Τράκα και των Κωσταλεξιωτών περνούσε ανάμεσα στις δύο Βρύσες. Από αυτές, η Ανατολική, ανήκε στους Κωσταλεξιώτες και, η Δυτική, στον Τράκα. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία Νο 3, οι δύο αρχικές «κούπες», έχουν τοποθετηθεί, ανά μία, αριστερά και δεξιά της εισόδου της βρύσης. Η είσοδος του σπηλαίου καλύπτεται με σιδερένια κάγκελα. Στην περιοχή βορειοδυτικά της βρύσης ήταν τα περιβόλια ή κήποι της Ψωριάρας (πιρ’βόλια ή κήπγια τ’ς Ψουργιάρας).1 Τα περιβόλια αυτά ήταν πολύ μικρά 1

Η ακριβής θέση τους φαίνεται στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Η», α/α 8. και ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Θ», α/α 11. Περισσότερες λεπτομέρειες θα τις βρούμε στο τοπωνύμιο Περιβόλια (Πιρ’βόλια).

4


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

αγροτεμάχια στα οποία, οι χωριανοί, φύτευαν τα λαχανικά τους για την κάλυψη των αναγκών της οικογενείας τους. Τα πότιζαν με το νερό της βρύσης. Ακριβώς δυτικά από τη βρύση είναι ένας μεγάλος πλάτανος. 2 Ο πλάτανος αυτός αποτελούσε, παλιά, μία επί πλέον Βουλή των Κωσταλεξιωτών, πέραν εκείνης της δυτικής πλευράς της Εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Εκεί συγκεντρώνονταν, κυρίως, οι Καρυωταίοι γέροντες και, κουβεντιάζοντας, έλυναν τα τοπικά και διεθνή προβλήματα.

3. Βρύση του Κασμάκη (Βρύση τ’ Καζμάκη): Θέση: Η βρύση ήταν στη θέση του τοπωνυμίου Κασμάκης (Καζμάκης)3. Προέλευση της ονομασίας: Την ονομασία την πήρε από το τοπωνύμιο «Καζμάκης». Λοιπές πληροφορίες: Παλιά η βρύση έβγαζε πολύ νερό. Τώρα έχει στερέψει και, στη θέση της, έχουν φυτρώσει πολλά βάτα. Την απόφαση κατασκευής της βρύσης θα τη δούμε στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Ι»- ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ, Τοπωνύμιο α/α 46 (Δρόμοι). Η είσοδος στο τοπωνύμιο του Κασμάκη, όπου ήταν και η βρύση, φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία Νο 7:

Φωτ. Νο 7: Είσοδος στον Κασμάκη.

4. Βρύση του Μότσιου (Βρύση τ’ Μότσιου): Θέση: Η θέση της φαίνεται στη φωτογραφία, Νο 8:

2

Η ακριβής θέση του Πλάτανου φαίνεται στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Η», α/α 7.

3

Η ακριβής θέση του Κασμάκη φαίνεται στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Ε», α/α 4. Λεπτομέρειες και στο ομώνυμο τοπωνύμιο.

5


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 8: Βρύση Μότσιου. Η διακεκομμένη γραμμή, από τη Βρομόβρυση στη βρύση Μότσιου, εννοεί τη μεταφορά του νερού από την πρώτη στη δεύτερη. Προέλευση της ονομασίας: Είναι άγνωστο από προέρχεται η ονομασία της βρύσης. Ίσως να προέρχεται από το επώνυμο του κατασκευαστή της. Λεπτομέρειες, για τη βρύση, αναφέρονται στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Ι» - ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ, α/α 29 (Βρομόβρυση).

5. Βρύση της Παναγίας (Βρύση τ’ς Παναΐας). Θέση: ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Ε», α/α 14 (Βρύση Παναγίας). Προέλευση της ονομασίας: Την ονομασία την έλαβε από το τοπωνύμιο Παναγία (Παναΐα)4, μέσα στο οποίο βρίσκεται. Λοιπές πληροφορίες: Το νερό της βρύσης στερεύει το καλοκαίρι. Η βρύση, όπως είναι σήμερα, φαίνεται στη επόμενη φωτογραφία, Νο 8:

4

Το παρόν τοπωνύμιο («Παναγία» είναι διαφορετικό από το τοπωνύμιο «Παναγία –Κοίμηση της Θεοτόκου». Λεπτομέρειες στο Τοπωνύμιο «Παναγία» (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Ι» - Τμήμα …….

6


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 8: Η βρύση της Παναγίας Γενικές Πληροφορίες για τις βρίσες: α. Για την Κατασκευή της βρύσης Κασμάκη: Στην Πράξη 3 του Κοινοτικού Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου του 1917, λήφθηκαν οι εξής αποφάσεις: Επιβολή φόρου 1% επί του ακαθαρίστου εισοδήματος επί των καπνών της Κοινότητας του έτος 1917. Υπολογίσθηκε ότι, με τον ανωτέρω φόρο, θα συγκεντρώνονταν 800 δραχμές. Τα χρήματα αυτά θα διετίθεντο δια την κατασκευή της «κρήνης Κασμάκη» και της αμαξιτής οδού από «σιδηράς γεφύρας Σπερχειού ποταμού μέχρι του Σχολείου Κωσταλεξίου». «Διά την κατασκευήν της κρήνης Κασμάκη θέλουσι απαιτηθεί διακόσιαι (200) δραχμαί». Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν ο Αχιλλέας Αναγνωστόπουλος. β. Για την κατασκευή των βρυσών Αγίου Αθανασίου και Παναγίας: Οι δύο αυτές βρύσες κατασκευάσθηκαν το 1916 με την Πράξη του Κοινοτικού Συμβουλίου υπ’ αριθμ. 11. Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν ο Γεώργιος Πανταζής του Αποστόλου. Στην επόμενη φωτογραφία, Νο 9, βλέπουμε το αποφατικό της πράξεως αυτής:

Φωτ. Νο 9: Το πρωτότυπο αποφατικό της πράξης υπ’ αριθμ. 11 7


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Στο αποφατικό, αυτό, αναφέρονται τα εξής: «Αποφαίνεται παμψηφεί ψηφίζει ίνα τα έργα ταύτα (δύο κρήναι) κατασκευσθώσι διά κοινοτικών χρημάτων εκ του φόρου του καπνού 1916 έτους διά τακτικών ημερομισθίων ενώπιον τριών τουλάχιστον Κοινοτικών Συμβούλων, εν οίς και ο Πρόεδρος Γεώργ. Πανταζής, και μέχρι του ποσού των διακοσίων (200) δραχμών και εντέλλεται τω κ. Προέδρω ίνα προβεί εις την εκτέλεσιν των έργων τούτων λαμβάνων προκαταβολικώς εκ του Κοινοτικού ταμείου Κωσταλεξίου το χρηματικόν ποσόν των διακοσίων (Αριθ. 200) δραχμών και επαφήνει την περαιτέρω ενέργειαν τω κ Προέδρω. Το Συμβούλιον Ο Πρόεδρος: Γεώργ. Πανταζής Τα μέλη: Δ. Ροζής, Ευάγγ. Λάζος, Αχ. Αναγνωστόπουλος, Αθ. Ι. Ευθυμίου». Οι βρύσες και οι Κωσταλεξιώτες: Εκεί στις βρύσες του χωριού: - Ξαπόσταινε 5 και δροσίζονταν ο σκασμένος από τη δίψα περαστικός και ο αγρότης, που γύριζε από το χωράφι του κατακαμένος από το λιοπύρι τις καυτερές μέρες του καλοκαιριού. - Έπαιρναν νερό, οι βασανισμένες και τυραννισμένες αγρότισσες μάννες, με τις βαρέλες (τ’ς βαρέλις), τα λαγήνια) (λαήνια) και τους τενεκέδες (τ’ς ντινικέδις).6 Οι βαρέλες και τα λαγήνια φαίνονται στο ΒΙΒΛΙΟ ΕΝΑΤΟ (ΑΛΩΝΙΑ), σελίδα 4, φωτογραφία Νο 4. Ένας «ντινικές» φαίνεται στη επόμενη φωτογραφία, Νο 10:

5

Ξαπόσταινε < από το ξαποσταίνω (= αναπάβομαι, ξεκουράζομε) = ξε + αποσταίνω. Το ρήμα αποσταίνω (= κουράζομε, αποκάνω) < από το Βυζαντ. αποστέκω < από το αρχ. αφίσταμαι. 6 Ντινικέδις = τενεκέδες = πληθυντικός της λ. τενεκές ή ντενεκές (= λευκοσιδηρό διχείο. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν ειδικής κατασκευής για τη μεταφορά νερού) < από το Τουρκ. teneke.

8


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

Φωτ. Νο 10: Ο τενεκές. Πολλές, από τις γυναίκες αυτές, φορτώνονταν, στην πλάτη, δύο βαρέλες ή μία βαρέλα στην πλάτη και έναν τενεκέ ή ένα λαγήνι στο χέρι. Στην επόμενη φωτογραφία, Νο 11, βλέπουμε μία γυναίκα φορτωμένη με δύο βαρέλες.

Φωτ. Νο 11: Γυναίκα φορτωμένη δύο βαρέλες. Με τον τρόπο αυτό και με αργά και κουρασμένα βήματα, οι γυναίκες, πήγαιναν στη βρύση και γύριζαν στο σπίτι, για να μεταφέρουν το νερό. Πολλές φορές, στο δρόμο, αναγκάζονταν να σταματήσουν, γιατί τρυπούσε η πλάτη τους από το βάρος της βαρέλας και «κόβονταν» το χέρι τους από το βάρος του τενεκέ ή του λαγηνιού. Τότε ακουμπούσαν καταγής το φορτίο, έπαιρναν μερικές βαθιές αναπνοές, κουνούσαν λίγο τα κουρασμένα χέρια τους, για να κυκλοφορήσει το αίμα, και, αφού ξεκουράζονταν λιγάκι, ξαναφορτώνονταν το φορτίο και συνέχιζαν με τον ίδιο βασανιστικό τρόπο. Θυμάμαι το ακόλουθο περιστατικό: Ήταν η Ελένη, σύζυγος Χρήστου Ευθυμίου Αναγνωστόπουλου (Ξ’στρήνα – Από το παρατσούκλι του άντρα της, Ξ’τρής) , που, φορτωμένη με μία βαρέλα, ανέβαινε τον ανήφορο, κουβαλώντας νερό, από τη βρύση του Αγίου Αθανασίου, στο σπίτι της. Είχε φτάσει στο ύψος της Εκκλησίας. Εκεί έπαιζαν μερικά νεαρά παιδιά (πιδγιά) 7 και δύο από αυτά ήλθαν σε αντιπαράθεση για κάποιο θέμα. Το ένα φαίνεται ότι θίχτηκε πολύ από το άλλο και, βρίζοντάς τον, εξεστόμισε τη συνηθισμένη φράση γ…..τη μάννα σου (γ……. τη μάννα σ’). Η «Ξ’στρήνα» το άκουσε και, αγανακτισμένη, άφησε τη βαρέλα καταγής, άνοιξε τα χέρια της και αναφώνησε «Αχ αυτή η Μάννα - αχ αυτή η Μάννα……», 7

Η λέξη «πιδί» (παιδί), κατά το Ρουμελιώτικο Γλωσσικό Ιδίωμα, σημαίνει αγόρι. Κακώς, ορισμένοι που δεν γνωρίζουν το θέμα, μας κατηγορούν ότι, στην περιοχή μας, θεωρούμε παιδιά (τέκνα) μόνο τα αγόρια, ενώ τα θηλυκά είναι, απλώς, κορίτσια.

9


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

θέλοντας, με αυτόν τον τρόπο, να εκφράσει την αγανάκτησή της, για το γεγονός ότι, ενώ οι Μανάδες τα προσφέρουν όλα, τις βρίζουν και από επάνω. Και βέβαια ήταν πολύ τυχερές οι γυναίκες, των οποίων τα σπίτια ήταν κοντά στη βρύση. Και γράφω ότι το νερό το κουβαλούσαν οι γυναίκες, γιατί, αυτή η εργασία, εθεωρείτο κατ’ εξοχήν γυναικεία. Αν, κάποιος άνδρας, τολμούσε να παραβιάσει τον κανόνα και να κουβαλήσει νερό για το σπίτι, σχολίαζαν κακόβουλα τη συμπεριφορά του όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες!!!. Όλες οι ανάγκες του σπιτιού, σε νερό, καλύπτονταν με τον ανωτέρω τρόπο. Παρά ταύτα πάντοτε περίσσευε λίγο νεράκι, για να ποτίζονται τα λίγα λουλουδάκια (λιλ’δάκια), που, η γυναικεία φιλαρέσκεια και ευαισθησία, φρόντιζε να φυτευτούν στις γλάστρες, για να ομορφαίνουν τα παράθυρα. - Κάθε απόγευμα περνούσαν όλοι οι χωριανοί, κατατσακισμένοι από τη δουλειά της ημέρας και έφερναν τα φορτωμένα ζώα τους για να πιουν νερό. Ποιος δεν θυμάται, από εμάς τους παλαιότερους, με πόση ασυγκράτητη βουλιμία έτρεχαν τα ζώα, για να πιουν νερό και πόσο αχόρταγα το ρουφούσαν από τη λεκάνη της βρύσης. - Εκεί κατέφθαναν, αγχωμένες, οι νοικοκυράδες από το σπίτι τους, μόλις γύριζαν από το χωράφι, προκειμένου να πάρουν λίγο νεράκι, για να προλάβουν να μαγειρέψουν το βραδινό φαγητό της οικογένειας. Εκεί άνθρωποι και ζώα, την ίδια ώρα, προσπαθούσαν να αντλήσουν δύναμη από το ζωογόνο νεράκι της βρύσης. - Εκεί οι γυναίκες ξέπλεναν τα σκουτιά (σκουτγιά), 8 ύστερα από την απαραίτητη «αλισίβα» (αλισίβα)9 στο σπίτι. - Εκεί οι γυναίκες, τις ημέρες αργίας που είχαν λίγο χρόνο στη διάθεσή τους, εύρισκαν την ευκαιρία να συναντηθούν, να ανταλλάξουν φιλοφρονήσεις και πειράγματα, να συζητήσουν οικογενειακά προβλήματα, να προξενέψουν, να κουτσομπολέψουν και ….να μαλώσουν καμιά φορά. Στην επόμενη φωτογραφία, Νο 12, βλέπουμε ζωγραφικό πίνακα του Ζωγράφου Νίκου Φωτάκη με τον τίτλο «Γυναίκες στη βρύση»:

Φωτ. Νο 12: Γυναίκες στη βρύση. 8

Σκουτγιά = σκουτιά (= φορεσιές χωρικών από μάλλινο χοντρό ύφασμα) < από τη λ. σκουτί (το μάλλινο χοντρό ύφασμα) < από τη λ. σκυτίον < από το αρχ. σκύτος (= κατεργασμένο δέρμα ζώου) 9 Αλισίβα = αλισίβα [= σταχτόνερο ( νερό βρασμένο με στάχτη) χρησιμοποιούμενο, παλιότερα, για το πλύσιμο ρούχων (μπουγάδα)] < από το Ιταλικό lisciva < από το λατινικό lexiva.

10


ΒΙΒΛΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΒΡΥΣΕΣ)

- Εκεί, στις βρύσες, γίνονταν ένα φυσικό και απροσποίητο αντάμωμα των χωριανών, συνήθως κάτω από το άγχος του σκληρού καθημερινού αγροτικού μόχθου. Λιγοστές ήταν οι φορές που γίνονταν αντάμωμα χαράς. Κάθε βρύση είχε και τη δική της πελατεία και εξυπηρετούσε, κατά πρώτο λόγο, τους χωριανούς που τα σπίτια τους ήταν κοντά σ’ αυτή. Επίσης εξυπηρετούσε και εκείνους, οι οποίοι έπρεπε να περάσουν, υποχρεωτικά, από εκεί, για να πάνε στα σπίτια τους. Με βάση αυτό το περισσότερο φορτίο το σήκωναν οι βρύσες του Αγίου Αθανασίου και της Ψωριάρας. Από όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι, οι βρύσες του χωριού μας, είναι ανεκτίμητα μνημεία της λαϊκής μας παράδοσης και τούτο μας δημιουργεί την ηθική υποχρέωση, να τις διατηρούμε σαν ιστορικά μνημεία και να σεβόμαστε τη μνήμη τους και την ιστορία τους.

11

Βρύσες  
Βρύσες  

Οι βρύσες του χωριού

Advertisement