__MAIN_TEXT__
feature-image

Page 1

πολιτική / πολιτισμός /τέχνες Ιανουάριος 2010

3


άτακτες σ κέψεις

ww

www.twitter.com/konteinergr _Η συντακτική ομάδα του κοντέινερ στο twitter

Στo λήμμα «δίκαιος πόλεμος» στη wikipedia διαβάζει κανείς πως: Η θεωρία του δίκαιου πολέμου έχει δύο ομάδες κριτηρίων. Στην πρώτη ορίζεται το δίκαιο του να ξεκινά ένα έθνος, μια χώρα, έναν πόλεμο (jus ad bellum) και στη δεύτερη ομάδα το δίκαιο σύμφωνα με το οποίο πρέπει να διεξάγεται ο πόλεμος από τη στιγμή που έχει ξεκινήσει (jus in bello). Αυτά όμως, ορίστηκαν την περίοδο που οι πόλεμοι ήταν εθνικοί πόλεμοι, δηλαδή αφορούσαν όλο τον πληθυσμό των εθνών που εμπλέκονταν. Σήμερα που οι πόλεμοι αφορούν κυρίως τις πολιτικές των εταιριών και όχι απαραίτητα τους πληθυσμούς –όπως π.χ. ο «δίκαιος πόλεμος στο Αφγανιστάν« όπως τον αποκάλεσε ο πρόεδρος Ομπάμα– δεν θα έπρεπε να προστεθεί και μια τρίτη κατηγορία δικαίου, αυτή του δικαιώματος να τρέχεις όσο πιο μακριά γίνεται από τις πόλεις/πεδία της μάχης; Η κατηγορία δηλαδή του δικαιώματος να μεταναστεύσεις, καθώς και της κατανόησης της δίκαιης αιτίας αυτής της φυγής εκ μέρους των χωρών υποδοχής; H. M.

w.k

o

nte Α ine Διά νανεώ βασ r.gr ν έ το εται σ υνε , όπ χ ως σε δ ώς. ιαβ άζε ι.

Περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι έμειναν άνεργοι τη χρονιά που μας πέρασε. Οι «σκοτεινοί» αριθμοί είναι σίγουρα μεγαλύτεροι από αυτούς που δίνουν οι επίσημες στατιστικές. Σκοτεινό και το μέλλον τους με τη συνεχιζόμενη κρίση. «Rue de l’ avenir, impasse» έγραφε η κάρτα που έλαβα από το Παρίσι. Μια νέα κοινωνική τάξη εμφανίζεται στον ορίζοντα: οι νεόπτωχοι. Τους συναντάς στο διάβα σου. Επαίτες καθ’ όλα αξιοπρεπείς και ρακοσυλλέκτες. Όλο και περισσότεροι ψάχνουν στα σκουπίδια της γειτονιάς. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι γιορτές που πέρασαν, μόνο σαρκασμό ενέπνευσαν στον κόσμο: «Άντε να τελειώνουν» μου έλεγε μια φίλη στο τηλέφωνο. «Κόπος και έξοδα είναι οι γιορτές. Σκέτο εμπόριο» συμπλήρωσε μια άλλη. Εμπόριο με παγωμένη την αγορά, όμως, δεν γίνεται. Παγωμένος και ο κόσμος στους δρόμους. Με τα κεφάλια σκυφτά και στην τσέπη δανεικά. Όταν έχεις ιδανικά έτσι γίνεται πάντα. Και μένεις μόνος. Άνεργος και ενίοτε ανέστιος. Στο νου έρχονται οι στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη: «Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου. Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου».

Στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος τι ψάχνετε και ανοίγετε τα computer; Ας πούμε στη Βαρκελώνη βγάζεις τις μπότες σου! «cada loco con su tema» «ο κάθε τρελός με το θέμα του» Κ. Τα όμορφα δάση, γρήγορα χάνονται. Στις 27/10/2009 η Δασική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής χαρακτήρισε ως μη δασική έκταση 26 στρέμματα στον Κηφισό. Κρίνοντας πως έχασε τον δασικό της χαρακτήρα! Κι όμως αεροφωτογραφίες από το 1938 δείχνουν τη συγκεκριμένη έκταση να είναι δάσος κατά 70%. Τι άλλαξε αλήθεια; Γίνεται «πράσινη ανάπτυξη» χωρίς ευαισθησία για τις τελευταίες δασικές εκτάσεις που έχουν απομείνει στην Αττική; Ε. Μ. Σε τοίχο της πόλης: «Τα μαύρα πλουμιστά φτερά σου το μυτερό σου ράμφος πλι πλι πλι»

«Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα»

Γ. Δ. Γ. Δ.

Καλή Χρονιά Γκέλλυ Κωστάκου

Τράπεζες σε καλούν σε μαζικά event, πιστωτικές κάρτες στέλνουν «γενέθλιο» reminder, ουπς! Να και super poke από την εφορεία με το που μπήκε το νέο έτος, πρωταπριλιάτικες κάρτες από το ΤΕΒΕ (ΟΚ, τώρα λέγεται ΟΑΕΕ), το wall σου χρεωμένο και τι να πρωτοσβήσεις, δόσεις δόσεις δόσεις απαιτούν "respond to friend request" και τα χρέη ανεβάζουν comment μαυρίζοντας τις χαρούμενες φωτογραφίες από τις καλοκαιρινές διακοπές (ναι, τότε που είχες πάρει το διακοπο-δάνειο...). welcome στον νέο κόσμο του «φέσι- book». Αν σας λένε κάτι τα παραπάνω, μην το καθυστερείτε, join in! Ε. Μ.

«Σ' έναν τόπο χωρίς παρελθόν δεν υπάρχει τόπος για να κρύψει κανείς το μέλλον από τα μάτια του παρόντος». Γκρέγκορ Μάρκοβιτς

Ξεκλειδώστε τις ψυχές σας, ξεκλειδώστε τα wi-fi σας. V. B.

Γ. Δ.

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ

K Y K Λ O Φ O P E I Σ E O Λ A TA B I B Λ I O Π Ω Λ E I A

EK∆OΣEIΣ KAΣTANIΩTH

w w w . k a s t a n i o t i s . c o m κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 3


Editorial

Φωνές από την Αγορά _Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Ο Ποτέμκιν πολύ πριν γίνει ναύαρχος, κατόπιν θωρηκτό και τέλος τίτλος ταινίας του Αϊζενστάιν, υπήρξε εραστής και δεξί χέρι της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης. Της επονομαζόμενης και μεγάλης. Στο πλαίσιο των εκτός κρεβατοκάμαρας καθηκόντων του, του ανατέθηκε κάποια στιγμή και η οργάνωση μιας φιλόδοξης περιοδείας από άκρη σε άκρη της Ρωσίας. Φυσικά η χώρα όλη και, ακόμη περισσότερο οι κάτοικοί της, είχαν τα χάλια τους. Παντού φτώχεια, μιζέρια και δυστυχία. Πώς μπορούσε να αφήσει την κυρία του να εκτεθεί σε ένα τόσο δυσάρεστο θέαμα που επιπλέον θα κλόνιζε και την αυτοπεποίθησή της. Σκαρφίστηκε λοιπόν το εξής: Πολυπληθή συνεργεία προπορεύονταν κατά μερικές μέρες από την αυτοκρατορική πομπή και έστειναν κουκλίστικα σκηνικά πόλεων και χωριών κατά μήκος της διαδρομής (ξέρετε σαν αυτά που χρησιμοποιούν τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο όπου τα κτήρια διαθέτουν μόνο πρόσοψη) έτσι ώστε η Αικατερίνη απ’ όπου και αν περνούσε να βλέπει μόνο τακτοποιημένους και καθαρούς οικισμούς κι ευχαριστημένους υπηκόους που εννοείται πως ήταν κομπάρσοι και άρα άσοι στις επευφημίες. Μια σειρά από καρικατούρες που πάντως έπεισαν την Αυτοκράτειρα και τους υψηλούς συνοδούς της πως κυβερνούσαν μια χώρα ζωντανή και ακμάζουσα. Ας μιλήσουμε τώρα για την ελληνική πόλη. Ο ενικός αρκεί. Οι ελληνικές πόλεις, αν εξαιρέσει κανείς το μέγεθος, τη γεωγραφική θέση και το κλίμα, σε λίγα διαφέρουν μεταξύ τους. Αν επισκεφτείς μία είναι σαν να τις επισκέφτηκες όλες. Σαν εκείνα τα δημιουργήματα του δαιμόνιου Ποτέμκιν, ένας δύο κεντρικοί δρόμοι, άλλα τόσα «κεντρικά» σημεία, ένα μάτσο πανομοιότυπα νευρόσπαστα και αυτό ήταν όλο. Ό,τι περισσεύει μοιάζει με αποθήκη ή υπνόσακο, είναι σαν να μην υπάρχει. Όπως στις πόλεις του Ποτέμκιν, αν σταθείς και κοιτάξεις πίσω από τη «βιτρίνα», δεν θα βρεις τίποτα άξιο λόγου. Αυτή η έλλειψη βάθους των ελληνικών πόλεων δεν κοστίζει μόνον αισθητικά. Αυτή η στενάχωρη έλλειψη σηματοδοτεί πολλά περισσότερα. Πώς να το κάνουμε; Όπου ο δημόσιος χώρος καθίσταται δημοσιά, ένα πολυσύχναστο πέρασμα που οδηγεί μα δεν ενώνει τίποτα, δεν παράγει νοήματα. Αλλά όπου απουσιάζουν τα νοήματα, απουσιάζουν και οι συλλογικότητες, και όπου απουσιάζουν οι συλλογικότητες απουσιάζει η θέληση για συμμετοχή στα κοινά. Κατ’ επέκταση απουσιάζει και το ενδιαφέρον για το πώς και ποιος καθορίζει τη λειτουργία αυτών των «κοινών». Με λίγα λόγια η ελληνική πόλη ως επί το πλείστον είναι πρωτίστως ιδιωτική δηλαδή απολιτική άρα εχθρική προς κάθε έννοια σχετική με τη φύση και το ρόλο της πόλης. Μια αναγκαστική και χωροταξική συγκέντρωση με ομφαλό αλλά χωρίς σπλάχνα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Αθήνα· Σόλωνος, Πανεπιστημίου, Ακαδημίας, Εξάρχεια, Κολωνάκι, Ομόνοια, Σύνταγμα. Ό,τι συμβαίνει εδώ είναι σχεδόν το μόνο που συμβαίνει και διαθέτει ένα κάποιο νόημα. Έτσι έχουν τα πράγματα. Απ’ όλο το αχανές πολεοδομικό σύμπλεγμα που αποτελεί σήμερα την ελληνική πρωτεύουσα είναι αυτά τα λιγοστά σημεία και η πανίδα τους που καθορίζουν άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά την ταυτότητά της, αν όχι, (χάρη στη τηλεόραση) και όλης της χώρας. Γιατί στις περισσότερες από τις ελληνικές πόλεις απουσιάζουν ακόμη και αυτά τα ελάχιστα «ζωντανά» σημεία. Κακά τα ψέματα, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις ο μόνος δημόσιος χώρος που εκπέμπει οτιδήποτε, είναι οι οθόνες των τηλεοράσεων και τα άλλα Μέσα που αναλαμβάνουν να αναμεταδώσουν κατά περίσταση όσα συμβαίνουν σε μερικά οικοδομικά τετράγωνα του κέντρου της Αθήνας. Αυτό είναι όλο. Πάντως στο τρίτο τεύχος του κοντέινερ φιλοξενείται ένα ακόμη πολυφωνικό αφιέρωμα που αναφέρεται στην πόλη. Και έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον να ακούγονται πού και πού φωνές, έτσι για να θυμόμαστε τη σημασία της Αγοράς. 

ΣΤΙΒ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ OUTSIDERS H TEXNH ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ Μετάφραση: Ειρήνη Χριστοπούλου Ζ

Η

Τ

Η

Σ

4 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

Τ

Ε

Τ

Ο

Σ

Ε

Ο

Λ

Α

Τ

Α

Β

Ι

www.metaixmio.gr Β

Λ

Ι

Ο

Π

Ω

Λ

Ε

Ι

Α


κοντέινερ info@konteiner.gr Τ: 211 402 92 77

ΣΤΗΛΕΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ: Στέφανος Νόλλας

03

Άτακτες Σκέψεις

04

Editorial

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Κωνσταντίνος Τζαμιώτης k.tzamiotis@konteiner.gr ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΡΙΑ: Ευγενία Μπόζου e.bozou@konteiner.gr ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Γιώργος Διβάνης g.divanis@konteiner.gr ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΚΔΟΣΗΣ: Ηλίας Μαρμαράς Σεραφείμ Κεντεποζίδης CREATIVE DIRECTION: Γιώργος Κωνσταντινίδης, NoLogo g.konstantinidis@konteiner.gr ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΕΥΧΟΥΣ: Μυρτώ Αποστολίδου, Λευτέρης Βασιλόπουλος, Βένια Βέργου, Αλέξανδρος Βούλγαρης, Ελένη Γιώτη, Θανάσης Δεμίρης, Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, Δάφνη Δραγώνα, Γιώργος Κακανάκης, Χρήστος Καρράς, Λένα Κιτσοπούλου, Γιώργος Κοκκινάκος, Γιώργος Κοροπούλης, Γκέλλυ Κωστάκου, Γιάννης Μακριδάκης, Εύα Μανιδάκη, Ιλάν Μανουάχ, Γιώργος Μαργαρίτης, Βαρδής Μαρινάκης, Δημήτρης Νόλλας, Λίνα Πανταλέων, Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, ΜαρίαΛουίζα Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, Τερέζα Παπαμιχάλη, Κλειώ Παπαπαντολέων, Ναταλία Ρουμελώτη, Ίων Σαγιάς, Μάνος Σιφονιός, Γιάννης Υφαντής, Άννα-Μαρία Φίλιππα, Δημήτρης Φιλιππίδης, Παύλος Φυσάκης, Tijana Prodanovic, Εrrands, Michael March.

06 Μινεράλια Δημήτρης Νόλλας 07

Λαβύρινθος της Λογικής Γιώργος Κοκκινάκος

07 Σχεδόν Γιάννης Μακριδάκης 08

Πάντα Εδώ Γιάννης Υφαντής

09

Το ένα και το άλλο Λένα Κιτσοπούλου

10-11 Δωμάτιο Φιλοξενίας

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΠΟΛΗ 14

Ποιος φοβάται (σ)την πόλη; Ίων Σαγιάς

15

Τα υπόγεια της Κυψέλης Ευγενία Μπόζου

16

Το μικρό πράσινο βιβλίο Ελένη Γιώτη, Ιλάν Μανουάχ (Errands)

17

«Πιο απλά, πιο διασκεδαστικά, πιο ευέλικτα, πιο σίγουρα!»

19

Ουτοπικές πόλεις - Γκρεμίζοντας την ουτοπία Τερέζα Παπαμιχάλη

20

Οι πιθανές ψευδαισθήσεις μιας παιγνιώδους χαρτογράφησης Δάφνη Δραγώνα

21

Υπέρ-Έκθεση Γιώργος Κακανάκης

22

Η πόλη ως πεδίο μάχης Συνέντευξη του Γιώργου Μαργαρίτη στον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο

23

Για την πόλη-ανάποδα Ναταλία Ρουμελιώτη

23

Το λεξικό του διάολου Μάνος Σιφονιός

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: Juliette van Dorst j.vandorst@konteiner.gr

24

Περπατώ εις την πόλη όταν ο λύκος είναι εδώ Eύα Μανιδάκη, Θανάσης Δεμίρης

ΑΤΕΛΙΕ: Ελένη Σγόντζου

26

Η ηλιόλουστη ομορφιά των κουρσάρων Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Ηρώ Μακρή

28

Οδικοί διάδρομο errands

29

Η πόλη ανάποδα Tijana Prodanovic

29

Η πόλη τη νύχτα Γιώργος Παπαγιαννόπουλος

30

Τα νερά άλλοτε και τώρα Δημήτρης Φιλιππίδης

31

Αστυμαγεία Ηλίας Μαρμαράς

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Γιώργος Πολυκράτης ΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ: Γιάννης Μπάστας ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ADVERTISING EXECUTIVE: Πόπη Κουδούνη T: 210 92 96 377 ΥΠΟΔΟΧΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ Κώστας Καλόγερος T: 210 92 96 114 ΕΚΤΥΠΩΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ Χ.Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε. ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: Διάδραση Α.Μ.Κ.Ε. Ευριπίδου 57-59-61 105 54, Αθήνα Μια προσφορά από την

ΒΛΕΜΜΑ 32

Κουβέντες του Σιναφιού Ο Ανδρέας Τάκης συνομιλεί με τον Μοαβία Αχμέτ

38

Μικρού Μήκους Όνειρα

40

Μουσική Χρήστος Καρράς

41

Κινηματογράφος Αλέξανδρος Βούλγαρης

42

Θέατρο Μαρία Λουίζα Παπαδοπούλου

43

Λογοτεχνία Λίνα Πανταλέων

44

Κριτική Βένια Βέργου, Λευτέρης Βασιλόπουλος

46

Δικηγόροι με γυαλιά Κλειώ Παπαπαντολέων, Άννα-Μαρία Φίλιππα φωτογραφία εξωφύλλου: Voltnoi Brege, Παρίσι 2004 κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 5


μ ι ν ε ρα λ ι α

Θάλαμος ασκήσεων _Δημήτρης Νόλλας

Όμορφη πόλη/ φωνές μουσικές απέραντοι δρόμοι/ κλεμμένες ματιές Γιάννης Θεοδωράκης

Πολλοί είναι εκείνοι που νοσταλγούν μια προ πόλεως ζωή. Όταν οι άνθρωποι κατοικούσαν στην ύπαιθρο, σε χωριουδάκια και οικισμούς, ακόμα και στις ερημιές μόνοι τους -όχι από ανησυχία μεταφυσική- διακινδυνεύοντας να πεθάνουν από την πείνα ή από ένα τσίμπημα μύγας. Οι άνθρωποι επέλεξαν να ζήσουν αλλιώς κι εργάστηκαν σκληρά για να το πετύχουν.

Η πόλη, ο πολιτισμός, η πολιτική και η πολιτοφυλακή, οι πολίτες και οι πολιτικάντηδες. Η πάνω πόλη και η Πόλυ Πάνου.

Η πόλη, ο πολιτισμός, η πολιτική και η πολιτοφυλακή, οι πολίτες και οι πολιτικάντηδες. Η πάνω πόλη και η Πόλυ Πάνου. Και εντέλει η βαθύτερη ανάγκη των ανθρώπων να έρθουν κοντά ο ένας στον άλλον, να μιλήσουν, να συγκρουστούν και να συμφωνήσουν, ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν. Και η καρδιά της πόλης – η αγορά. Εκεί όπου το καζάνι του συγκερασμού κοχλάζει ασταμάτητα. Συχνά καταγγέλλεται σαν σκληρή, απάνθρωπη κι αβίωτη. Λες και η πόλη έγινε όλα αυτά από μόνη της. Κι όμως τις περισσότερες φορές λειτουργεί σαν αερόσακος, μαξιλαράκι προστατευτικό, απαλό, απορροφώντας τους κραδασμούς που προκαλεί το πέρασμα ενός τσαμπουκαλεμένου μάγκα ή απλώς ενός ταξιτζή, στο κέντρο μιας πολυθόρυβης πλατείας ή ενός καφενείου. Μ’ ένα γιαούρτι φρέσκο, ή λίγα αυγά κλούβια το πράγμα κατευνάζεται. Φανταστείτε μόνο την κατάληξη που θα είχε η συνάντηση αυτών των δύο ατόμων σ’ ένα φαράγγι, στο βάθος του οποίου κελαρύζει το νερό και στις κορφές των δέντρων λαλούνε τα πουλάκια, όπου θα διασταυρώνονταν κυνηγώντας κι οι δυο τους το ίδιο θήραμα, τη δόξα. Και πού αλλού εκτός μιας πολυπληθούς πόλεως, μπορεί κανείς να ασκηθεί στον έλεγχο του ανθρωποφάγου εγώ; Είναι εδώ, στην πόλη μέσα, στο θάλαμο ασκήσεων, που τιθασεύεται το σαρκοβόρο Εγώ. Είναι εδώ, όπου άθλιοι κοντορεβυθούληδες κι αγράμματοι λεχρίτες συνασπίζονται με άλλους μικρόνοες, ανίκανοι όλοι τους να διακρίνουν ένα τζιτζίκι από ένα γαϊδούρι, δημιουργώντας τείχος συμπαγές και δηλητηριώδες, το οποίο πρέπει καθημερινά να αντιμετωπίζεις ζώντας στην πόλη. Ω, σχέδια δολοφονικά που ανθίζουν κάθε πρωί και στο πρώτο ξύπνημα σ’ όλους εμάς που υποφέρουμε από κρίσεις κλινοφιλίας: πάλι μ’ αυτούς θα ζήσω; Και ω, τι θέλω ‘γω, σ’ αυτόν τον ζωολογικό κήπο της συγκατοίκησης; Κι όμως, όμορφη που είσαι πόλη, όταν βρίσκεις τον τρόπο να μη χαρίζεσαι στο ψέμα και στο κάλπικο, σ’ όλους εμάς που παριστάνουμε πως συμβιώνουμε, αλλά και περήφανη, όταν παρελαύνεις και στροβιλίζεσαι, μαϊμού στολισμένη σαν γαϊτανάκι του παλιού καιρού. 

6 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010


λαβύρινθος της λογικής

Ως θραύσμα δυσεύρετης τρυφερότητας _Γιώργος Κοκκινάκος

Όταν οι άνθρωποι δεν αμφιβάλλουν για το δίκιο τους πόσο μπορούνε να αδικούν Αρ. Χαιρέτης (Γιαλαύτης)

Πάνε χρόνια τώρα που ένα χειμωνιάτικο βράδυ έφτασε στο ψυχιατρείο Χανίων με την κλούβα των μεταγωγών ένας 60ρης, ο Άρης. Ωραία μορφή, μακριά ατημέλητα μαλλιά, τον έριξε το κύμα στο ψυχιατρείο, όπως πολλούς άλλους… «Πες μου Άρη μια ακραία σου συμπεριφορά», του είπα την άλλη μέρα που τον «εξέτασα». «Τι να σου πω γιατρέ. Σας έχω βαρεθεί. Ό,τι και να γίνει τον μπελά μου θα βρω. Τέλος πάντων.» Αρχίζει να μιλάει –φαίνεται κέρδισα την εμπιστοσύνη του. «Πριν χρόνια, στην πλατεία Κυψέλης –έμενα στην Αθήνα όπου και εργαζόμουν τότε– τριγυρνούσα και μπήκα σ’ ένα μαγαζάκι που πουλούσε ωδικά πτηνά.

Πόσα χρήματα θέλεις για όλο το μαγαζί, ρωτώ τον ιδιοκτήτη. Δηλαδή; Μου λέει εκείνος. Δηλαδή θέλω να αγοράσω όλο το μαγαζί. Κάνει τους υπολογισμούς του και σε λίγο μου λέει. 470.000 δραχμές. Ετοίμασε τα πουλιά και έρχομαι, του απαντώ. Πάω δίπλα στην Εθνική όπου είχα λογαριασμό με 500.000δρχμ. –δούλευα σερβιτόρος εκείνο τον καιρό- κάνω ανάληψη τα χρήματα και επιστρέφω. Πληρώνω και παίρνω τα πουλιά και άρχισα να τα απελευθερώνω στον ουρανό. Γέμισε η πλατεία Κυψέλης με τις φωνές τους. «Άλλοι το λένε τρέλα γιατρέ», μου λέει, και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. «Μπράβο. Είσαι σπουδαίος», του απαντώ εντυπωσιασμένος.

«Άφησε τα μπράβο γιατρέ. Αυτό μου στοίχισε 10 χρόνια σε ψυχιατρείο». «Άρη, θα σου δώσω εξιτήριο», του λέω. «Φύγε να κάνεις τον κόσμο πιο όμορφο». «Πιο δίκαιο, γιατρέ, πιο δίκαιο», μου απαντά. «Και τότε θα είναι όμορφος». Ο Άρης πήρε εξιτήριο, αλλά δεν ξέρω αν είναι αρκετό αυτό για να γίνει ο κόσμος πιο όμορφος. Όταν κάθε συμπεριφορά που δεν εγκρίνεται δεν θα πολιτογραφείται ως ακατανόητη για να τονίζουμε ότι μόνον η δική μας είναι κατανοητή και ορθή. Όταν σε κάθε σύμπτωμα θα έχουμε έτοιμες απλοποιητικές νοσογραφικές απαντήσεις και δεν θα το διαβάζουμε και ως ψυχικό βίωμα, ως τρόπο τού υπάρχειν στον

κόσμο, ως μήνυμα και γλώσσα επικοινωνίας ή υπαρξιακή ανάγκη ή χάσμα, ο κόσμος δεν θα είναι ούτε δίκαιος ούτε όμορφος. Γιατί όμορφο είναι το διαφορετικό. Γιατί η ομοιότητα σκοτώνει την ποικιλία, σκοτώνει την ομορφιά. Ο Άρης έφυγε και έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Κράτησα όμως την εικόνα του ως ενοχή για την κοινωνία της ομοιομορφίας που φτιάξαμε. Ως ένα κεράκι λύπης για το είναι που έδωσε τη θέση του στο φαίνεσθαι. Ως σπίθα αθωότητας στον σημερινό κόσμο των ορθολογισμών, υπολογισμών, παραλογισμών. Ως θραύσμα δυσεύρετης τρυφερότητας μέσα στην αγριότητα των καιρών που ζούμε.  

ΣΧΕΔΌΝ

μια παλιά οφειλή _Γιάννης Μακριδάκης

Παραμονές πρωτοχρονιάς, ήμουνα στον Σπόρο, το κατάστημα «δίκαιου εμπορίου» στα Εξάρχεια και αγόραζα ημερολόγια των Ζαπατίστας, ενίσχυα δηλαδή με τον οβολό μου τους ιθαγενείς της Τσιάπας, οι οποίοι επί χρόνια καταδυναστεύονταν από τους μετοίκους που κατέκτησαν τα εδάφη τους και μια άλλη πρωτοχρονιά πριν δεκαέξι χρόνια εξεγέρθηκαν και ζουν ακόμα εξεγερμένοι, όταν χτύπησε το κινητό μου και άκουσα έναν φίλο μου δημοσιογράφο να μου προτείνει το θέμα «μετανάστες και οικονομία» για το πρώτο φύλλο της νέας χρονιάς της εφημερίδας «Δημοκρατική» στη Χίο. Σημαδιακό, δεν μπορείτε να πείτε. Κάποτε λοιπόν οι ιθαγενείς δεχόντουσαν τη βία τυχοδιωκτών μεταναστών – κατακτητών ή αποικιοκρατών που ψάχνανε για άλλες πατρίδες, παρθένες, για να απομυζήσουνε τους φυσικούς τους πόρους. Σήμερα, που ο πλανήτης είναι πλέον κορεσμένος και οδεύει προς την εξάντληση λόγω της υπερεκμετάλλευσης που υπέστη από όλους αυτούς τους μετανάστες –κατακτητές– αποικιοκράτες, οι πρώην φτωχοί ιθαγενείς μετατρέπονται οι ίδιοι σε μετανάστες, δίχως να έχουν όμως τη δύναμη να γίνουν και κατακτητές ή αποικιοκράτες. Έτσι, με χίλιους δυο τρόπους προσπαθούν να εισβάλουν στα μέρη των πρώην εκμεταλλευτών τους, οι οποίοι μετατρέπονται

πλέον σε ιθαγενείς και νιώθουνε να απειλείται η ευζωία που με τόσους κόπους κατακτήσανε εφόσον και οι πρώην ιθαγενείς απαιτούν από τους νυν το μερδικό που τους ανήκει. Δίκαια πράγματα. Γι’ αυτό και δύσκολα. Είναι το «εδώ πληρώνονται όλα» που λέει ο λαός, για να μιλήσουμε επιτέλους με όρους οικονομικούς μιας και το απαιτεί το θέμα μας. Όταν λοιπόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης ζει επί εκατοντάδες χρόνια εις βάρος των υπολοίπων, όταν αυτοί οι λίγοι ανεπτυγμένοι οδηγούν τις εξελίξεις φτιάχνοντας κοινωνίες όχι πλέον εξαρτημένες αλλά ταυτισμένες με τους οικονομικούς όρους, όταν αυτοί οι ίδιοι λιγοστοί αναπτύσσουν τεχνολογίες θαυμαστές που μπορούν να κάνουν όλη τη γη μια γειτονιά, όταν υποστηρίζουν με σθένος την παγκοσμιοποίηση, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να ξεχνούν πως η γειτονιά εμπεριέχει και τους άλλους, που έχουνε κι αυτοί δικαίωμα στο ευ ζην. Οι σύγχρονοι μετανάστες, «λαθρομετανάστες», πρόσφυγες είναι οι Ερινύες που έρχονται να μας θυμίσουνε ότι χρωστάμε, για να μιλήσουμε και πάλι με όρους οικονομικούς μιας και το θέμα είναι τέτοιο.

Ο σύγχρονος μετανάστης είναι ο δοσάς που έρχεται και μας χτυπάει την πόρτα αγανακτισμένος όχι μόνο επειδή τον έχουμε φεσώσει προ καιρού αλλά προπάντων επειδή του τα πήραμε βίαια. Κι εμείς οι ιθαγενείς που έχουμε φάει ήδη όχι μόνο το κεφάλαιο που δανειστήκαμε αλλά και τα κέρδη από την επένδυσή του, αμπαρωνόμαστε στη θέα των δοσάδων, λέμε πως τα οικονομικά μας δεν αντέχουνε για όλους, βολεύουμε όσους μπορούμε από δαύτους για να απαλλαγούμε κι εμείς από εργασίες κοπιώδεις και αταίριαστες πλέον με το προφίλ μας, μα οι δοσάδες δεν σταματάνε να ’ρχονται, τόσο πολλά είναι τα χρέη μας, όλο καινούργιοι καταφτάνουνε και απαιτούνε, κι εμείς δεν ξέρουμε πια πώς να τους αποφύγουμε, ούτε να κάνουμε ό,τι έκανε ο Πρίγκιπας του Κασόλα μπορούμε, να σκηνοθετήσουμε δηλαδή το θάνατό μας μπας και φύγουνε άπρακτοι, σκεπτόμενοι ότι ουκ αν λάβης παρά του μη έχοντος. Έτσι, αρχίζουμε να αντιδρούμε βίαια όπως κάθε στριμωγμένος οφειλέτης, τους βρίζουμε, τους απειλούμε, πολλές φορές τους σκοτώνουμε κιόλας, συστήνουμε ομάδες συνοριοφυλάκων, διακρατικές περιπολίες Frontex και ενισχύουμε τους μηχανισμούς της φύλαξής μας μπας και τους κρατήσουμε σε απόσταση αλλά βαστιέται μακριά από το δίκιο του ο αδικημένος, δεν βαστιέται. Ίσως να καθυστερεί αλλά δεν παραιτείται, έτσι κι αλλιώς έχει κηρύξει πτώχευση προ πολλού κι ό,τι οικονομήσει κέρδος είναι… 

κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 7


πάντα εδώ

Κλίμαξ Θωμά της ερήμου χώρας _Γιάννης Υφαντής, www.yfantis.gr

Πού είναι η ζωή που τη χάσαμε ζώντας; Πού είναι η σοφία που τη χάσαμε στη γνώση; Πού είναι η γνώση που τη χάσαμε στις πληροφορίες;

Ποια είναι η ζωή που τη χάσαμε ζώντας; Είναι αυτή μέσα στην οποία μπορούσε ο καθένας μας να πει τη φράση των Ορφικών: «Παις ειμί Γας και Ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον».

για την Τιμισοάρα; Αυτή που έβγαινε στα πρωτοσέλιδα για μέρες ή εκείνη που γράφτηκε στα ψιλά και μόνο μια φορά; Γιατί χρησιμοποιήθηκε, όπως χρησιμοποιήθηκε, ο βουτηγμένος στην πίσσα κορμοράνος;

Μυθολογικά η ζωή που χάσαμε, ισούται με την απώλεια της ιδιότητας των τέκνων της Γης και τ’ Ουρανού. Αφότου ο Χρόνος-Κρόνος ευνούχισε τον Ουρανό, χάσαμε τον ωκεανό της αιωνιότητας. Πέσαμε στο ποτάμι του καιρού, μέσα στο ρεύμα της παροδικότητας, που οι όχθες του γίνονται φέρετρό μας.

Ζούμε μες στα σκουπίδια που ρίχνονται μες στο σπίτι μας από το παράθυρο που λέγεται τηλεόραση. (Γιατί θέλουν τόσο πολύ να μας πείσουν ότι ο κόσμος, δεν είν’ εκείνο το απέραντο που μας φανερώνει ο Ήλιος, αλλ’ είναι μόνο αυτό το απομονωμένο που μας δείχνει ο φακός της τηλεόρασης;)

Φιλοσοφικά η ζωή που χάσαμε, είναι ο συμπάντιος, «ξυνός» (κοινός και σύννους) λόγος του Ηράκλειτου, απ’ όπου αποκομμένοι, κλειστήκαμε στην «ιδίαν φρόνησιν», στον ιδιωτικό νου, στην ιδιωτική γλώσσα.

Δίνουμε ραντεβού, ν’ ανταμωθούμε, επειδή μας χωρίζουν σκουπίδια. Κολυμπούμε στα σκουπίδια, γυρεύοντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου, προσπαθούμε, αναμερίζοντας σκουπίδια. Παραιτούμεθα τέλος λέγοντας, «ίσως αυτό να είναι το πρόσωπο του άλλου, ένα κολύμπι μέσα στα σκουπίδια».

Και βέβαια, σοφία είναι η πλήρως συνειδητοποιημένη εμπειρία μας. Και βέβαια, γνώση είναι ό,τι προσλαμβάνουμε έξωθεν, από την πλήρως συνειδητοποιημένη εμπειρία των άλλων. Κινδυνεύοντας πάντα. Αν η ερωτική ευφροσύνη κι ο ενθουσιασμός δεν επιλέξουν τα λίγα και ουσιαστικά, αν αντιμετωπίσουμε τη γνώση σαν συζυγικό καθήκον, κινδυνεύουμε να γίνουμε αποθήκες γνώσεων. Και βέβαια «η πολυμάθεια δεν σε κάνει σοφό». Και βέβαια «πολυμαθίη» και «κακοτεχνίη» πηγαίνουν μαζί. Και βέβαια η απόσταση της κακής πολυμάθειας από τις πληροφορίες είναι τόσο μικρή. Ω οι πληροφορίες! Κινούντ’ εδώ, κινούντ’ εκεί, μέσω σκοπιμοτήτων. Δεν έχουν σίγουρη και συγκεκριμένη πηγή. Είναι συνήθως διαστρεβλωμένα ακούσματα, αναξιόπιστων ανθρώπων, για γεγονότα που έγιναν ή δεν έγιναν, είτε έγιναν μεν αλλ’ όχι όπως φημολογείται: Ποια είναι η αλήθεια

8 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο. Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο». Πίσω ολοταχώς. Να βγούμε από τα σκουπίδια των πληροφοριών. Προς το σκαλοπάτι της γνώσης. Κι από κει προς το σκαλοπάτι της σοφίας. Όπου το οιδιπόδειο, όντας πνευματικό αρχέτυπο κι όχι σύμπλεγμα, αποκαλύπτει τη βαθύτερη θεοποιό σημασία του. Η Αφροδίτη που γεννήθηκε από τον αφρό, όταν τα ερωτικά μέλη τ’ Ουρανού πέσαν στη θάλασσα, γίνεται οδηγός μας. Όσοι ερωτευτούμε τη Ζωή (τη μάνα μας), γινόμαστε αυτός που νίκησε τον Χρόνο-Κρόνο, γινόμαστε Ζευς. Γινόμαστε οι μετέχοντες στη συμπάντια αλληλουχία, όπου τίποτε δεν είναι αποκομμένο και θνητό. Γινόμαστε αυτοί που μπορούν να βιώσουν όσα βίωσε ο Σεγκ Τσαν, όταν ξεστόμισε το εξαίσιο: «Δεν υπάρχει εδώ ή εκεί, η αιωνιότητα βρίσκεται μπρος στα μάτια μας». 

Γιατί θέλουν τόσο πολύ να μας πείσουν ότι ο κόσμος, δεν είν’ εκείνο το απέραντο που μας φανερώνει ο Ήλιος, αλλ’ είναι μόνο αυτό το απομονωμένο που μας δείχνει ο φακός της τηλεόρασης;


το έ να και το άλλο

Σε πρώτο πληθυντικό _Λένα Κιτσοπούλου

www.ffffound.com

«Βάλαμε γκόοοολ», ουρλιάζει ο φίλαθλος, περήφανος για την ομάδα του, «κερδίσαμεεε!». Και σκέφτομαι εγώ: Μα, δεν το έβαλες εσύ το γκολ, ρε ηλίθιε. «Γυρίσαμε με το χρυσό από τους Ολυμπιακούς», περηφανεύεται ο γείτονάς μου που δουλεύει στην εφορία. Και σκέφτομαι εγώ: Μα πότε πήγε στο Πεκίνο αυτός και γύρισε κι όλας, αφού κάθε μέρα εδώ τον βλέπω; Και επιπλέον, πώς γίνεται να ανήκει στην Εθνική Ομάδα συγχρονικής κολύμβησης ο κύριος Γιώργος; Δεν του το ’χα. «Φέτος τα πήγαμε πολύ καλά», ανακοινώνει ο περήφανος πατέρας στο κυριακάτικο τραπέζι, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού του γιου, εννοώντας τις επιδόσεις του παιδιού του στο σχολείο, λες και καθόταν κι αυτός κάθε μέρα μαζί του μέσα στην τάξη. «Είμαστε ανασφαλείς εμείς οι ηθοποιοί», εξηγεί ένας ηθοποιός σε κάποιον (εκτός χώρου) φίλο του, μιλώντας φυσικά για τον εαυτό του, αλλά θεωρώντας ότι μέσα σ’ αυτήν την αρνητική εντύπωση που έχει για την πάρτη του, πρέπει να συμπεριλάβει και όλους τους υπόλοιπους. «Τι σκέφτεται η νέα γενιά σήμερα;», αναρωτιέται ό έξυπνος δημοσιογράφος, λες και η γενιά είναι ένα πρόσωπο με μία μύτη, με ένα στόμα, με δύο μάτια και έναν μόνο κώλο και δεν αποτελείται από χιλιάδες άτομα, εκ των οποίων κάποια σκέφτονται έτσι και κάποια σκέφτονται αλλιώς. Εμείς οι σαραντάρηδες, εμείς οι Έλληνες, εμείς οι αριστεροί, εμείς οι Πελοποννήσιοι, εμείς οι Σκορπιοί. Ο πανηλίθιος πρώτος πληθυντικός σε μορφή καραμέλας γλυκαίνει την ανασφάλεια και το αίσθημα κατωτερότητας της ανθρώπινης φύσης. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να ανή-

κει κάπου, να στρογγυλοκαθίσει κάτω από μία ταμπέλα, όποια κι αν είναι αυτή, να δοξαστεί για κάτι που δεν έκανε ο ίδιος, να έχει μια οποιαδήποτε ταυτότητα επειδή η ταυτότητα που είναι για την κωλότσεπή του, δεν του αρκεί. Μα υπάρχει σαραντάρης που δέρνει τη γυναίκα του, σαραντάρης φασίστας, σαραντάρης γενναιόδωρος, σαραντάρης δημιουργικός, σαραντάρης τεμπέλης, σαραντάρης που φτύνει έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, σαραντάρης που σέβεται, σαραντάρης κλέφτης, σαραντάρης ταλαντούχος και σαραντάρης κακόγουστος. Όλοι αυτοί λοιπόν αποτελούν «τη γενιά των σαραντάρηδων». Υπάρχει μουσικός που λέγεται Νίνο Ρότα και μουσικός που λέγεται Τημπούτσα Μουρώτα. Πώς λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε γενικά για τους σαραντάρηδες ή γενικά για τους μουσικούς και να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα για τα χαρακτηριστικά τους και τη συμπεριφορά τους; Αυτή η ανάγκη για κατηγοριοποίηση, για ομαδοποίηση, η γενίκευση, η φανατική συμμετοχή των ανθρώπων μέσα στα διάφορα τάργκετ γκρουπ, η ακατάπαυστη χρήση του «εμείς», «εσείς» κλ.π., αποδεικνύει δυστυχώς ότι υπάρχει πράγματι ένα είδος προς κατηγοριοποίηση και αυτό το είδος ονομάζεται μάζα, ή αλλιώς πλήθος, ή αλλιώς ανθρώπινη φύση και δεν έχει επάγγελμα, ούτε φύλο, ούτε εθνικότητα, ούτε ηλικία. Είναι το 95% των Ελλήνων, το 95% των σαραντάρηδων, ή των εικοσάρηδων, ή των ογδοντάρηδων, το 95% των Ολυμπιακών, το 95% των Πασοκτζήδων, το 95% δικηγόρων, ηθοποιών, γιατρών, ταξιτζήδων, γονιών, παιδιών, παγωτατζήδων, υπαλλήλων, το 95% των ανθρώπων γενικώς, που πάσχει από αυτό το αίσθημα κατωτερότητας που δεν του επιτρέπει να είναι περήφανο για τον εαυτό του, γιατί πράγματι δεν έχει κανένα λόγο να είναι περήφανο για τον εαυτό του. (Βάζω 95%,

επειδή είμαι από τη φύση μου πολύ αισιόδοξη). Είναι το ποσοστό των περήφανων Ελλήνων, των περήφανων Χριστιανών, των περήφανων Κρητικών, των περήφανων γενικώς, οι οποίοι υπερηφανεύονται για κάτι, για το οποίο οι ίδιοι δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια. Μήπως θα έπρεπε να είμαι υπερήφανη που είμαι γυναίκα και μάλιστα με καταγωγή από το Σούλι, επειδή κάποτε μία Σουλιώτισσα πήδηξε από τον γκρεμό; Μήπως θα ’πρεπε να βγω στους δρόμους και να φωνάζω σε πρώτο πληθυντικό «Ρέεε, εμείς, πηδήξαμε από τον γκρεμό, για να μην υποταχτούμε στον Τούρκο» και να νιώθω επαναστάτρια, ενώ στην πραγματικότητα είμαι μια φοβισμένη υπάλληλος που κάνει τεμενάδες στον εργοδότη της για να μη χάσει τα 800 ευρώ; Τι σχέση έχω εγώ με τη Σουλιώτισσα που θυσιάστηκε; «Εμείς», λέμε υπερήφανα, «έχουμε τον Χατζιδάκι». Εμείς, ως Έλληνες. «Βγάλαμε έναν Θεοδωράκη, βγάλαμε έναν Γκάλη!». Όχι αγαπητέ μου εθνικιστή, αυτούς δεν τους έβγαλες εσύ. Αυτούς τους γέννησε η μάνα τους και ούτε καν. Βγήκαν από έναν σπόρο, που δεύτερος δεν υπάρχει, είναι αστέρια τόσο μακρινά σου, όσο αυτά της νύχτας, και σου ανήκουν τόσο, όσο ανήκουν και σε έναν Τούρκο, όσο ανήκουν και σε έναν Κινέζο, όσο ανήκουν και σε έναν ουρακοτάγκο. Οι χρήστες του πρώτου πληθυντικού είναι πολλοί, έχουν ανθρώπινη μορφή, ψηφίζουν, μας εξυπηρετούν, μας χαιρετούν, γεμίζουν τα μαιευτήρια με τα νεογέννητα μωρά τους, είναι κάτι τύποι που κάνουν συχνά το σταυρό τους και στις εθνικές γιορτές καρφώνουν την ελληνική σημαία στα μπαλκόνια τους. Αυτοί που βάζουν τέρμα σκυλάδικα στα ηχεία των αυτοκινήτων τους και ανοίγουν τα παράθυρά τους. Αυτοί οι περήφανοι φασίστες. 

κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 9


Δ ω μ ά τ ι ο Φ ι λοξεν ίας

Ένας ξενώνας κοντά στην θάλασσα _Michael March, Διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Πράγας, www.pwf.cz _Μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Απεξαρτήσου από την αρχική εξάρτηση. «Ένας ξενώνας κοντά στη θάλασσα – επίσκεψη σύντομη». Μόνο δύο πράγματα είναι σίγουρα: ο θάνατος κι ο καφές. Ο Ναπολέων είπε: «Πόλεμος είναι η απλή τέχνη της εκτέλεσης». Ο Σαμίχ αλ Καζίμ είπε: «Απ’ το παράθυρο του μικρού κελιού μου βλέπω το μεγάλο σου κελί». «Η εξορία κοιτάει ολόγυρα για να βρει από πού να πάει» Για τον Μαχμούτ Ντάργουις «Ταξιδεύουμε όπως οι άνθρωποι αλλά εμείς επιστρέφουμε στο πουθενά. Λες και το ταξίδι να είναι ο δρόμος που οδηγεί στα σύννεφα». Για τον Ντάργουις: «Όλη η όμορφη ποίηση είναι μια πράξη αντίστασης». «Νύχτα είναι ιστορία πόθου κι εσύ είσαι η νύχτα μου». Καθόμουνα με τον Σαμίχ αλ Καζίμ στο Άκκο το καλοκαίρι του 1984. Αυτά τα γαλάζια νερά κράτησαν πολλές ζωές και πολλές ζωές έχουν περάσει από τότε. «Έχουμε μια χώρα από λέξεις. Μίλα, μίλα για να μπορέσω να βάλω το δρόμο μου πάνω στην πέτρα μιας πέτρας. Έχουμε μια χώρα από λέξεις. Μίλα, μίλα έτσι ίσως γνωρίσουμε το τέλος αυτού του ταξιδιού».

«Γνωρίζεις τους νεκρούς;» Γνωρίζω τους αγέννητους. Θα γεννηθούν κάτω απ’ τα δέντρα, Θα γεννηθούν απ’ τη βροχή, Θα γεννηθούν απ’ την πέτρα, Θα γεννηθούν από σπασμένο γυαλί Θα γεννηθούν σε γωνιές Από ήττες, από καθρέφτες Θα γεννηθούν από οβίδες, Από ιστορίες. Θα γεννηθούν και θα μεγαλώσουν Θα γεννηθούν και θα σκοτωθούν, Θα γεννηθούν και θα γεννηθούν και θα γεννηθούν». Υπάρχουν πολλοί πειρασμοί για να ζήσεις, για να αναζητήσεις μια ταυτότητα. Ζούμε πάνω στους νεκρούς, «οι νεκροί είναι καλοί με μας». Προσπαθήσαμε να τηλεφωνήσουμε στον Ντάργουις στο Παρίσι, η γραμμή είχε κοπεί. «Πόσο μακριά είναι το μακριά, πόσοι δρόμοι οδηγούν εκεί;» Για του Έλληνες ήταν φυσικό να βρίσκονται στο πουθενά. Τουλάχιστον για τους φιλοσόφους και τους ποιητές που ήσαν «άτοποι». Για τον Ιερό Αυγουστίνο: «Είμαστε εδώ για να ξαναρχίσουμε». Για τον Ντάργουις: «Είμαι εδώ. Οτιδήποτε περισσότερο είναι φήμη και δυσφήμηση». «-Πού είμαι; -Είσαι στη Ραμάλα. -Πότε έφτασα; - Σήμερα. -Γιατί δεν θυμάμαι; Νομίζεις ότι είμαι άρρωστος; - Δεν είναι η αρρώστια στο μυαλό σου, είναι η λαχτάρα να ξεχάσεις!» Ο Ντάργουιτς, κομψός, καθόλου βίαιος, με συνείδηση της δίψας, επιδιώκοντας την άοπλη αλήθεια, όπου η ιδιωτική φωνή μοιάζει με τη δημόσια φωνή. Θύμα ενός χάρτη όπου το ποτάμι πεθαίνει από δίψα. «Η καρδιά μου έγινε αλέα, τα πλευρά μου πέτρες. Και γαρίφαλα φύτρωναν, και γαρίφαλα φύτρωναν». «Τι χρειάζεται η ποίηση; Τι θα χρειάζεται όταν ο πόλεμος τελειώσει;» «Βάλτο αυτό στο αρχείο σου: Είμαι Άραβας, αγαπούμε τη ζωή, όποτε μπορούμε». 

Όλοι οι ποιητές είναι εξόριστοι. Ο αφέντης καθορίζει τον ορισμό των λέξεων. Όταν η οικουμένη μοιάζει με την πολιτική, μύγες σκεπάζουν τα χείλια μας.

CONTEINER

29-12-09

08:37

™ÂÏ›‰·1

Δ∂ÀÃ√™ 3, º£π¡√¶øƒ√ 2009

ÂÌ›˜ Î·È ÔÈ Á›ÙÔÓ˜ °ƒ∞º√À¡ °ÈÒÚÁÔ˜ ∞Ó‰Ú¤Ô˘, Nebojsa Bradic, §¤Ó· ¢È‚¿ÓË, ∞Ϥ͢ ∏Ú·ÎÏ›‰Ë˜, ∞Ó·Û Ù·Û›· ∫˘ÚÎ›Ó Ë-∫Ô‡ÙÔ˘Ï·, ∏Ú·ÎÏ‹˜ ª‹Ï·˜, °È¿ÓÓ Ë˜ ¶·ÓÔ‡Û Ë˜, ∫ˆÛ Ù‹˜ ¶··‰ËÌËÙÚ›Ô˘, §Â˘Ù¤Ú˘ ¶··ÏÂÔÓÙ›Ô˘, ™‹Ê˘ ºÈÙÛ·Ó¿Î˘ ¢È¢ı˘ÓÙ‹˜ ¶¤ÙÚÔ˜ ª¿ÚηÚ˘

10 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

∫ˆËÏ¿Ù˜ ¶∂ƒπO¢π∫O ™À∑∏Δ∏™∏™ ∫∞𠶃Oμ§∏ª∞Δπ™ªOY

∂Δ∏™π∞ ™À¡¢ƒ√ª∏

35 ¢ÚÒ ∂∫¢√™∂π™ °∞μƒπ∏§π¢∏™ ÙËÏ. 210 3636 514


Δωμάτιο Φιλοξενίας

«Έπαρέ με στο μομ-πάιλ!» Γιώργος Κοροπούλης, συνταξιούχος σχολάρχης

Όταν ήμουν μαθητής, διάβαζα στο λεωφορείο – όρθιος, εννοείται (δεν συγκαταλεγόμουν, ακόμη τότε, στα χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα) ή καθισμένος σ’ ένα είδος λοφίσκου, πλάι στον οδηγό, σ’ ένα κουβούκλιο το οποίο κάλυπτε τη μηχανή και ζεμάταγε. Συσχετίσεις τού εν λόγω καθίσματος με το συγκεκαλυμμένο πλην θερμό ενδιαφέρον μου για τη λογοτεχνία κρίνονται παρακινδυνευμένες, μολονότι η θέση κι η στάση μας (όχι η ηθική, η σωματική) κατά την ανάγνωση συνδιαμορφώνει τα κριτήριά μας: Aν διαβάζαμε όρθιοι, φερ’ ειπείν, όπως οι αρχαίοι ημών, δεν θα κυριαρχούσε η πρόζα των μπεστ σέλλερ, διότι θα διέκοπταν την κατανάλωσή της, καθιστώντας την άβολη, οι αλλεπάλληλες πτώσεις μας λόγω υπνηλίας. Σημειωτέον δε, ότι η στάση του σώματος ενδοβάλλεται (γι’ αυτό προσευχόμαστε γονυπετείς) και μεταφράζεται σε ηθικό και ιδεολογικό σχήμα. Eν πάση περιπτώσει! Tο θέμα μου, τώρα, δεν είναι η στάση κατά την ανάγνωση αλλά η ίδια η δυνατότητα να διαβάζω (και μάλιστα «σοβαρά» βιβλία) σε χώρο κατεξοχήν δημόσιο.

Aυτή η θεμελιώδης διακριτικότητα, η ευγένεια να ενδιαφέρεσαι για την κοινή ζωή κι όχι για το καλάθι με τα άπλυτα του διπλανού σου, η επίγνωση ότι ζεις (οδηγείς, ρυπαίνεις, σπρώχνεις, μιζάρεις) εν κοινωνία κι αναλαμβάνεις την ευθύνη των επιπτώσεων της δράσης σου, θάφτηκε στα ερείπια της ίδιας της έννοιας «δημόσιος χώρος». H ποιότητα, η βαθιά δομή του δημοσίου θορύβου αλλοιώθηκε από όγκους αδιαφορίας και επιθετικότητας: δεν περιέχει ορύγματα ησυχίας, γιατί η φασαρία γίνεται σαν να μπλέχτηκαν οι γραμμές. O θρήνος γι’ αυτή τη μετατροπή του πλήθους των πολιτών σε άθροισμα αυτιστικών είναι ο ήχος του κινητού τηλεφώνου... Ποιος απ’ όλους όσοι εκφωνούν τα πιο ασήμαντα και ιδιωτικά δεδομένα τους στο κινητό μπορεί να ξεχωρίσει πια τι νοιάζει και όλους τους άλλους, ώστε να συμπράξει σε συλλογική διαμαρτυρία – οποτεδήποτε χρειαστεί; Ποιος αντιλαμβάνεται τι επείγει να περιφρουρηθεί (το περίφημο «προσωπικό δεδομένο»), τι δεν εκχωρούμε και άρα δεν δικαιούμεθα ούτε να το υφαρπάσουμε;

Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τη δυνατότητα να φτιάχνεις (νοερώς) στο επίκεντρο του θορύβου που σε περιβάλλει ένα όρυγμα ησυχίας, συγκέντρωσης, σχεδόν θαλπωρής – που όμως, θυμάμαι, δεν αποτελούσε τεκμήριο αυτισμού (όπως ο θύλακος μονήρους ακρόασης, όπου κρύβεσαι φορώντας γουώκμαν και παρατηρώντας με απλανές βλέμμα το κενό). Ένας καβγάς, ένα ατύχημα, μια ζωηρή συνομιλία περί πολιτικής, ένας διά Θεόν σαλός με πλακάτ που παραληρούσε, μια πέτρα από διαδήλωση στο τζάμι – πλήθος ηχητικές εικόνες της καλειδοσκοπικής ζωής σου ως κατοίκου της πόλης, ως εξ αντικειμένου πολίτη, συνέρρεαν στο όρυγμά σου κι εμπλούτιζαν την ανάγνωση, μετέχοντας στους συνειρμούς που γεννά, ενώ παράλληλα συνδυάζονταν σ’ ένα πλέγμα εναντιωματικών προς το τυχαίο ανάγνωσμα ερεθισμάτων, που λειτουργούσε σαν κόσκινο: ένα βιβλίο κακό, βαρετό, (μεταφορικά) «χοντρόκοκκο», διαχωριζόταν κι έπαυε να σ’ ενδιαφέρει, αμέσως μόλις κάτι συνέβαινε γύρω σου.

Tο παζλ της ιδιωτικής ζωής, που το φτιάχνουμε και το διαλύουμε αενάως με ψηφίδες ασήμαντες (ψώνια, έριδες, έρωτες, γέλια, πυρετούς των παιδιών, μικροδουλειές, μουσικές, διαβάσματα, γκρίνιες), εμφανίζει, μόλις συμπληρωθεί, άλλην εικόνα, σπουδαιότερη από το τυχαίο πρόσωπό μας: την εικόνα ενός κοινωνικού όντος. Aυτή η εικόνα συντρίβεται όταν το θρυμματίσουμε ολόκληρο, διά μιας, σε πίξελ δημοσιότητας. Mαζί της συντρίβεται η ίδια η σκαλωσιά του ενδιαφέροντός μας για οτιδήποτε – κι έπειτα ανασχηματίζεται ως γλοιώδης τρόμος, φιλοτομαρισμός και πορεία επί πτωμάτων.

O δημόσιος χώρος περιείχε λοιπόν μιαν ουσιώδη εγγύηση: O ηχητικός αναβρασμός που τον χαρακτήριζε δεν οφειλόταν στην εκφώνηση δεδομένων του ιδιωτικού βίου, δεν σ’ έβαζε σε θέση μπανιστηρτζή (διά της ακοής), δεν σ’ έκανε να ντρέπεσαι ή να δυσφορείς που ακούς, δεν εξομοίωνε το ενδιαφέρον σου για την κοινωνία με την άνευ εντάλματος εισβολή στην κουζίνα ή την κρεβατοκάμαρα κάποιου... Oι ειδήσεις που κόμιζε αφορούσαν όλες τις εκδοχές της συλλογικότητας, ήσαν λοιπόν εν συνόλω η άλλη όψη των συλλογισμών σου: αν τοποθετούσες όρθιο αυτό το νόμισμα, στεκόταν σαν σύνορο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου.

H σύγχυση ιδιωτικού και δημόσιου, την οποία αναγγέλλουν (βάσει της παρτιτούρας των δελτίων) οι επτά σάλπιγγες του κινητού, έχει όντως αυτή την τελική –και αντίστροφη της αναμενόμενης– επίπτωση: Δεν διαχέει μόνο το ιδιωτικό στο δημόσιο, καταστρέφοντας τη ρίζα της πολιτικότητας και συμφύροντας οριστικά κριτική, κουτσομπολιό και διαφήμιση, αλλά μετακυλίει και την ακηδία του ιδιώτη (την καμωμένη από στρίμωγμα, απόγνωση και φόβο θανάτου μετουσιωμένον σε πόθο για την κάμερα) στο επίκεντρο της κοινής ζωής. Oι δονήσεις των κινητών μες στα βαγόνια, στα σινεμά, στις ταβέρνες, στα καφενεία και στις παρέες αποτελούν έναν διαρκή προσεισμό. Kι η αλλαγή της υφής των θορύβων γύρω μας κλονίζει κάθε μορφή καλλιέργειας και κοινωνικότητας: το ρεμβασμό, την ανάγνωση, τη βαθύτερη ακρόαση – κι εντέλει τη δυνατότητα να γνοιαστείς ή να φωνάξεις «βοήθεια». 

H ποιότητα, η βαθιά δομή του δημοσίου θορύβου αλλοιώθηκε από όγκους αδιαφορίας και επιθετικότητας: δεν περιέχει ορύγματα ησυχίας, γιατί η φασαρία γίνεται σαν να μπλέχτηκαν οι γραμμές.

κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 11


πόλη_αφιερωμα

Πόσο μεγάλη είναι η απόσταση από τις ουτοπικές πολιτείες μέχρι τις πόλεις πεδία-μάχης; Η πόλη από ψηλά, ανάποδα, το κάτω-πάνω, το μέσαέξω, σε υπόγεια και στοές, η πόλη ως ροές και δίκτυα, ως διαδρομές, η πόλη του ευτυχισμένου ανθρώπου, εκείνη του δυστυχισμένου και εκείνη του ανθρώπου που δεν σταματάει να ψάχνει ποτέ. Η πόλη που μας ακολουθεί παντού. Το καράβι που μας ταξιδεύει και το λιμάνι που μας περιμένει. Η πόλη μέσα στην πόλη. Η πόλη μέσα μας. Η πόλη που θέλουμε να αλλάξουμε μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε πόσο μας έχει αλλάξει αυτή. Αποσπασματικές προσεγγίσεις, ανορθόδοξες οπτικές, προσωπικές ιστορίες, σκέψεις, προβληματισμοί, θραύσματα, ποιήματα. «Όλα» για αυτό το γιγάντιο, πολύπλοκο ανθρώπινο κατασκεύασμα, που μας περιβάλλει, που μας περικλείει. Που φτιάξαμε για να στεγάσουμε τα όνειρα, τα πάθη, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις, τις φιλίες μας, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Το πεδίο που επιλέξαμε να δώσουμε τους αγώνες μας, το μυστικό μας κρησφύγετο για τις στιγμές που τα πράγματα ζορίζουν –μπορείς πάντα να χαθείς μέσα στην ανωνυμία που προσφέρουν οι δρόμοι της. Το καζάνι μέσα στο οποίο όλοι βράζουμε. Είμαστε όλοι εδώ. Και η πόλη είναι εδώ για μας.

Γράφουν: _Ίων Σαγιάς _Ευγενία Μπόζου _Ελένη Γιώτη _Ιλάν Μανουάχ _Τερέζα Παπαμιχάλη _Δάφνη Δραγώνα _Γιώργος Κακανάκης _Ναταλία Ρουμελιώτη _Μάνος Σιφονιός _Eύα Μανιδάκη _Θανάσης Δεμίρης _Δημήτρης Παπαλεξόπουλος _errands _Tijana Prodanovic _ Γιώργος Παπαγιαννόπουλος _Δημήτρης Φιλιππίδης _Ηλίας Μαρμαράς

12 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010


πόλη_Αφιέ ρωμ α

ww

w.k

o

nte Α ine Διά νανεώ βασ r.gr νετ αι σ έ το υνε , όπ χ ως σε δ ώς. ιαβ άζε ι.

Evgeniou

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 13


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Ποιος φοβάται (σ)την πόλη;

_Ίων Σαγιάς, Επίκουρος Καθηγητής, Τομέας Γεωγραφίας και Περιφερειακού Σχεδιασμού, Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Ε.Μ.Π

Η «κρίση πανικού» που φαίνεται να κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα και των εφημερίδων και των δελτίων ειδήσεων των 8, και αφορά άλλοτε τους μετανάστες στο Κέντρο της Αθήνας, άλλοτε τους «μπάχαλους» στα Εξάρχεια και τις πανεκπαιδευτικές πορείες, άλλοτε τα πρεζόνια στην Κομμουνδούρου, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Εμφανίζεται σήμερα όμως με άλλους όρους και προκρίνει άλλους μηχανισμούς υπέρβασης τής –εικονικής– «ανομίας». Όρους που καλλιεργούν και ενισχύουν τους μηχανισμούς της αγοράς και της κοινωνικής αυτορρύθμισης οδηγώντας σε «λύσεις» που προκρίνουν την «ασφάλεια» της απομόνωσης-περιχαράκωσης. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αντίληψης είναι και η τοποθέτηση του νυν υφυπουργού Σ. Βούγια, που πιστεύει ότι τα Εξάρχεια θα μπορούσαν να γίνουν το Village ή η Μontmartre και έτσι να απαλλαγούν από την εκεί συγκεντρωμένη παραβατικότητα και ανομία. Η αντίληψη αυτή δεν είναι ούτε πρωτότυπη, ούτε τόσο άκακη ή γραφική. Η Κατερίνα Βασιλείου στη μεταπτυχιακή διπλωματική της εργασία1 καταγράφει τις προτάσεις που έχουν γίνει για τη «σωτηρία» των Εξαρχείων και μας δείχνει ότι τα σχέδια αναπλάσεων και οι επιχειρήσεις «αρετής» μοιάζει να «προσκαλούν» κάποιες κοινωνικές ομάδες με στόχο την «απομάκρυνση» κάποιων άλλων. Συνήθως οι «διώκτες» είναι καλλιτέχνες(!), πλούσιες σπιτονοικοκυρές, εργασιομανείς γιάπις και ενίοτε καλοί φοιτητές, που διαβάζουν τα μαθήματα τους. Οι «εκδιωκόμενοι» είναι συνήθως τα εξαρτημένα άτομα αλλά και οι εργαζόμενες γυναίκες που μένουν μόνες τους, οι μετανάστριες και οι μετανάστες, οι χειρώνακτες εργάτες/εργάτριες και οι αμφισβητίες φοιτητές/φοιτήτριες. Αυτή την ίδια λογική εξέφρασε και ο αστυνομικός που περιπολούσε στο Downtown Eastside στο Vancouver λέγοντας ότι για να αδειάσει η περιοχή από άστεγους και εξαρτημένα άτομα (περίπου 16.000 χιλιάδες) που «συνωστίζονται» εκεί θα πρέπει να γίνουν επενδύσεις σε κατοικίες για τη μεσαία τάξη και σε καταστήματα αναψυχής (όπως στο γειτονικό Gastown). Οι επενδύσεις αυτές θα πετύχουν το στόχο του εκτοπισμού των «ανεπιθύμητων». «What we can’t do, money can». Μήπως κάτι τέτοιο δεν έγινε και στην Πλάκα, στου Ψυρρή, στο Γκάζι; Όλοι οι μελετητές και «σχολιαστές» πιστεύουν λοιπόν ότι οι «εισβολείς» θα εκτοπίσουν τους «ανεπιθύμητους» είτε μέσα από την κινητοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών είτε με τον αυτοματισμό του «αόρατου χεριού» της αγοράς γης και κατοικίας. Τα νοίκια θα αυξηθούν οι φοιτητές και τα λαϊκά στρώματα θα φύγουν και οι «ευγενείς» θα «κατακτήσουν» την περιοχή, νέα καταστήματα και κέντρα αναψυχής θα εγκατασταθούν σε εγκαταλελειμμένα κτήρια ή θα εκτοπίσουν λιγότερο επικερδείς επιχειρήσεις. Η «οικολογία» του φόβου λοιπόν, όπως την ονομάζει ο Mike Davis, με τη δημιουργία πανικού/φόβου στους νοικοκυραίους, προβάλλει τις «ουτοπίες» των κατα-

14 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

σκευαστών (ασφαλείς ομοιογενείς γειτονιές/περιφραγμένες κοινότητες, Mall) ως απαντήσεις στα αιτήματα της νεο-συντηρητικής «αγοράς» για πολιτικές «αναγέννησης» των «υποβαθμισμένων» περιοχών της πόλης. Λίγο πιο μακριά από το Kέντρο όμως, κάτοικοι και δήμαρχοι της Ανατολικής Αττικής διαμαρτύρονται ότι η «εισβολή» νέων κατοίκων, που ανήκουν συνήθως στα μεσαία και υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, περιορίζεται στην κατασκευή σύγχρονων «φρουρίων»/«all inclusive» κατοικιών και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα συνοχής στις περιοχές υποδοχής. Οι νέοι κάτοικοι χρειάζονται και απαιτούν νέες υποδομές (ύδρευση, διαχείριση απορριμμάτων, δρόμους κ.λπ.) αλλά βλέπουν τη «νέα πόλη» τους μόνο ως «υπνωτήριο». Ελάχιστα τους απασχολεί η κοινωνική ζωή, οι δημόσιοι χώροι, οι ανάγκες των «παλαιών κατοίκων». Παραμένουν ψυχρά αδιάφοροι για τις επιπτώσεις και τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η μετατροπή των παραθεριστικών περιοχών σε περιοχές κύριας κατοικίας. Συχνά μάλιστα οι νέοι κάτοικοι αντιδρούν στις προσπάθειες των Δημοτικών Αρχών και των παλαιότερων κατοίκων να αλλάξει ο πολεοδομικός σχεδιασμός, να χαρακτηριστούν αυτές οι περιοχές ως Α΄ κατοικίας, να δημιουργηθούν νέοι κανόνες δόμησης, περισσότεροι κοινόχρηστοι, ελεύθεροι χώροι. Η κατασπατάληση των φυσικών πόρων οδηγεί έτσι στην defacto απαξίωση των επενδύσεων στη γη και στην κατοικία τους. Οι «νέοι κάτοικοι» λοιπόν και τα «νέα καταστήματα» δεν βοηθάνε στην «αναβάθμιση» των περιοχών κατοικίας στα όρια της πόλης. Σε ένα πρόσφατο άρθρο τους οι Αράπογλου και Σαγιάς2 υποστηρίζουν ότι οι δύο αυτές όψεις της πόλης αποτελούν τμήμα αυτού που ο E. Soja αποκαλεί «exopolis»: «Η πόλη αναποδογυρίζεται καθώς τα προάστια πυκνώνουν και οι απόμακρες αστικές περιοχές αναπτύσσονται, αλλά ταυτόχρονα το Κέντρο έλκει οτιδήποτε κάποτε θεωρείτο απόμακρο». Προτείνουν να αντιληφθούμε και να βιώσουμε την ποικιλομορφία της πόλης μας όπου, «Στην Ομόνοια, στο Μεταξουργείο και στο Γκαζοχώρι δεν συναντούμε πληθυσμιακές συγκεντρώσεις μιας μόνο εθνότητας ακριβώς γιατί ο Κινέζος έμπορος στεγάζεται στο ίδιο κτήριο με τον Αιγύπτιο καφετζή, τον Πακιστανό κουρέα, και τον Έλληνα βιοτέχνη». Επίσης μια ματιά «στους παράκτιους δήμους, κατά μήκος της γραμμής του τραμ, των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, των νέων πολυκαταστημάτων και παραθαλάσσιων κέντρων αναψυχής, μέχρι και την απόληξη της Γλυφάδας και της Βουλιαγμένης δείχνει ότι εμφανίζονται συγκεντρώσεις μεταναστών που εργάζονται ως πωλητές σε εμπορικά καταστήματα, σε υπηρεσίες αναψυχής και οικιακής φροντίδας και ως μικροί επιχειρηματίες». Αλλά και «η διασπορά της κατοικίας μεταναστών (στην Αττική)

σε αγρούς και βιομηχανικές ζώνες αλλά και οι συγκεντρώσεις τους σε μικρούς συνοικισμούς, σε εγγύτητα με τους χώρους της εντατικής εργασίας τους, ίσως θυμίζει περισσότερο «εθνοχώρια». Σε όλες αυτές τις περιοχές, συναντά κανείς «τους τρίτους χώρους», την εναλλαγή των «ήπιων» και «σκληρών» μορφών διαχωρισμού, τη μετάβαση από τον «εκτοπισμό» στην «εντοπιότητα»». Την ποικιλομορφία φοβούνται λοιπόν οι κάτοικοι της πόλης μας; Πώς (και ποιους) θέλουμε άραγε (σ)τις πόλεις μας; Θέλουμε περιοχές με «Αμιγή Κατοικία», «Λευκά Προάστια» χωρίς μετανάστες ή φτώχεια; Και η λύση είναι «Τάξη και Ασφάλεια» παντού; Μήπως όμως έχουμε ξεχάσει ότι και η Αθήνα υπήρξε πάντα μια πόλη μεταναστών (έστω «εσωτερικών», από τα βουνά και νησιά της Ελλάδας και τη Μικρά Ασία) που πάντα αντιμετωπίστηκαν ως «ξένοι» και κάποιοι από αυτούς ακόμα αντιμετωπίζονται έτσι;3 Έχουμε ξεχάσει άραγε ότι στο κέντρο της Αθήνας είχαμε από πολύ παλιά τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της χώρας και στις γύρω συνοικίες κατοικούσαν οι «απείθαρχοι» φοιτητές τους; Έχουμε ξεχάσει ότι τη δεκαετία του ’60 οι ελληνικές ταινίες, έδειχναν νυχτερινά πλάνα από την Ομόνοια, το Σύνταγμα προβάλλοντας την Αθήνα στη λογική του bright lights (big city) της ποικιλομορφίας και της ζωντάνιας δηλαδή; Έχουμε ξεχάσει ότι ο Γιώργος Φούντας μαχαίρωσε τη Μελίνα-Στέλλα στην Καλλιδρομίου; Ξεχνάμε και σήμερα ότι τα προβλήματα φτώχειας και υποβάθμισης, που δεν τα γέννησαν οι «ανεπιθύμητοι», στο Κερατσίνι (μόνο κάνα ΡΕΣΑΛΤΟ μάς το θυμίζει), στη Δραπετσώνα, στο Μενίδι, στην Αγία Βαρβάρα χρειάζονται λύσεις; Κατάφερε ο φόβος να μας κάνει να παραιτηθούμε από σχεδιασμένες προσπάθειες να βελτιωθεί η ζωή στην πόλη μας για όλους και τα περιμένουμε όλα από την «πλάνα» αγορά; Μια αγορά που πλασάρεται ως «υπεράνω» κάθε άλλου εργαλείου χωρικής και κοινωνικής ρύθμισης; Πιστεύουμε άραγε στα σοβαρά ότι «δεν υπάρχει κοινωνία αλλά μόνο άτομα»; Πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι ωφελιμιστικό ον και μόνο κάθε τετραετία κοινωνικό-πολιτικό; Εγώ ακόμα αισιοδοξώ πως όχι!  

1 Κ.Βασιλείου 2009, Κοινωνικοοικονομικός επαναπροσδιορισμός και αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία του Κέντρου της Αθήνας (Εξάρχεια): Διαδικασίες, Τάσεις, Κρατική Παρέμβαση, Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία, ΔΠΜΣ, Αρχιτεκτονική Σχεδιασμός του Χώρου, Κατεύθυνση: Πολεοδομία-Χωροταξία, ΕΜΠ 2 Βασίλης Αράπογλου & Ιωάννης Σαγιάς, 2008 «Διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και χωρικά πρότυπα διαχωρισμού των μεταναστών στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας», Γεωγραφίες, Τεύχος 14, σ. 25-45 3 Λεοντίδου, Λ., 1989, Πόλεις της Σιωπής, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Πιζάνιας, Π. Οι Φτωχοί των Πόλεων, 1993, Αθήνα, Θεμέλιο


πόλη_Αφιέ ρωμ α

Τα υπόγεια της Κυψέλης _Ευγενία Μπόζου

Michael Steele

«Ζούμε όλοι στα υπόγεια, όμως μερικοί από εμάς κοιτάνε τ’ αστέρια». Και κάπως έτσι, παραφράζοντας τον Όσκαρ Ουάιλντ, μέσα στο μυαλό μου συνέχιζα να κόβω βόλτες στους δρόμους της Κυψέλης. Με την προσοχή μου στραμμένη λίγα μέτρα κάτω από τα πόδια μου, σε έναν σχεδόν κρυμμένο υπόγειο κόσμο, που ζει, ανασαίνει, ελπίζει, κοιμάται, ξαγρυπνάει, προσεύχεται, περιμένει, κάνα δυο ορόφους κάτω από τη γη. Eκεί που οι περισσότεροι από μας δεν θα διανοούνταν ούτε καν να ζήσουν πόσο μάλλον να ονειρευτούν. Δεν ξέρω αν σε άλλη γειτονιά της πόλης υπάρχουν πιο ζωντανά, πιο «φωτεινά», πιο πολύβουα υπόγεια. Τα υπόγεια της Κυψέλης όμως, που είτε παρέμεναν αδειανά είτε χρησίμευαν για αποθήκες, κατοικήθηκαν και συνεχίζουν να κατοικούνται ευρέως από μετανάστες. Και εκεί που κανονικά θα έβλεπες εμπορεύματα ή κούτες ή παρκαρισμένα αυτοκίνητα, σήμερα βλέπεις ανθρώπους. Έτσι, περπατάς και κάτω από τα πόδια σου, έρχονται μυρωδιές, από τα φαγητά που μαγειρεύουνε. Κάρυ, γαρίφαλλο, εξωτικά μπαχαρικά, κρεμμύδια και σκόρδα σε ποσότητες αβάσταχτες για όποιον δεν έχει συνηθίσει. Ανάλογα με την ώρα, ακούς παιδικές φωνές, ή ροχαλητά, μουσικές σε γλώσσες ακαταλαβίστικες. Οικογένειες μπροστά στο αχνό φως της τηλεόρασης. Και το καλοκαίρι, που όλα τα παράθυρα μένουν ανοιχτά μπορείς να τους δεις να προσεύχονται ή να δειπνούν ή να κοιμούνται ή να μαλώνουν, πάντα σε κοινή θέα αφού τα παράθυρά τους είναι στον δρόμο. Τα ξεχωρίζω τα σπίτια αυτά, για το μεράκι που βάζουν οι άνθρωποι που τα κατοικούν, να στολίσουν αυτά τα παράθυρα, με κουρτινάκια ή γλάστρες ή λούτρινα ζωάκια. Μικροπράγματα, που εκφράζουν αυτή την ανθρώπινη ανάγκη για προκοπή, για να αποκτήσουν αυτό που λέμε «σπιτικό». Τα ξεχωρίζω όμως πάνω απ’ όλα για όλους τους συμβολισμούς που φέρουν. Υπογραμμίζουν τη μεγάλη αδικία που υφίστανται στην πλειονότητά τους οι μετανάστες. Ρωτώντας γιατί ενώ υπάρχουν τόσα άδεια σπίτια στην Κυψέλη πηγαίνουν στα υπόγεια, πήρα μια απάντηση που δεν περίμενα. «Όταν είσαι μετανάστης, είναι πιο εύκολο να βρεις δουλειά από το να βρεις σπίτι. Δεν μένουμε στα υπόγεια από αδυναμία να πληρώσουμε ένα καλύτερο σπίτι. Όμως, οι ιδιοκτήτες σχεδόν πάντα ζητάνε πιο υψηλά ενοίκια από τους μετανάστες! Με τα χρήματα που δίνει ένας μετανάστης για το υπόγειο ένας Έλληνας θα νοίκιαζε κανονικό διαμέρισμα σε όροφο», μου εξηγεί ένας κάτοικος υπογείου από την Αφρική. Και φυσικά οι ιδιοκτήτες που διαφορετικά θα τα νοίκιαζαν για αποθήκες ή θα τα είχαν κλειστά, ευεργετούνται από ένα έξτρα εισόδημα.

Υπάρχει και ένας ακόμη, σκληρός συμβολισμός: λες και αυτοί οι άνθρωποι που ήρθαν ώς εδώ για να κάνουν μια νέα αρχή, πρέπει να αρχίσουν από τα χαμηλά (και να παλέψουν, με μικρές πιθανότητες να φτάσουν κάποτε τα εγγόνια τους στα …ρετιρέ). Λες και τα υπόγεια αυτά είναι το πρώτο στάδιο για να μπουν στην ελληνική κοινωνία. Σε έναν φίλο μου Αφρικανό αρέσει πάντοτε να λέει ότι στα υπόγεια μπορούν να καθρεφτιστούν διάφορες καταστάσεις. Και φέρνει το παράδειγμα του Σουδανού που κάποτε αγόρασε φθηνά ένα υπόγειο, καθώς ήταν ακατάλληλο για κατοικία, λόγω ζημιών από τους σεισμούς. Με τα χρόνια ο ίδιος έφυγε από εκεί, «ανέβηκε» τόσο όροφο όσο και οικονομικό επίπεδο, και τώρα το νοικιάζει πανάκριβα σε άλλους μετανάστες. Είναι ένα παράδειγμα, πώς και οι ίδιοι μπαίνουν στο χορό της εκμετάλλευσης και από θύματα γίνονται θύτες. Κι όμως σε αυτά τα υπόγεια, που τα πλημμυρίζουν οι βροχές, που δεν τα βλέπει ποτέ ο ήλιος, έχουν βρει στέγη άλλες διαδικασίες που ζεσταίνουν εκατοντάδες ζωές και που ξεπερνούν την απλή κάλυψη των βασικών αναγκών. Η Κενυατική κοινότητα έχει τα γραφεία της σε υπόγειο, όπως και της Σιέρα Λεόνε. Εκεί φιλοξενούνται γιορτές, συγκεντρώσεις, συζητήσεις. Είναι στέκια και τόποι συνάντησης για την αφρικανική κοινότητα. Αλλά και χώροι όπου τα παιδιά μπορούν να μάθουν τη μητρική τους γλώσσα ή να διδαχθούν θρησκευτικά. Ένα σύγχρονο «κρυφό σχολειό» για τους μετανάστες. Λένε πως η Κυψέλη είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του πλανήτη. Και ίσως να είναι. Ό,τι απέμεινε από την παλιά αθηναϊκή αστική τάξη, μικροαστοί, μικρέμποροι, φοιτητές, μετανάστες όλων των εθνοτήτων και προελεύσεων και χρωμάτων και αρωμάτων, οικογένειες και «άνθρωποι μονάχοι», εύποροι και πάμπτωχοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι. Θέατρα και παρηκμασμένα μπιλιαρδάδικα και γκλαμουράτες καφετέριες στη Φωκίωνος. Η κατάληψη στην Παλιά Δημοτική Αγορά - ένα ζωντανό κύτταρο πολιτισμού και ανθρώπινης αλληλεγγύης. Η Αλεπότρυπα και το Άλσος. Οι ακάλυπτοι των πολυκατοικιών. Τα πολωνέζικα μπακάλικα και τα αφρικάνικα κομμωτήρια. Τα συσσίτια της εκκλησίας, τα παλιά μαγειρεία, τα μοδιστράδικα, οι φούρνοι, τα αμέτρητα μικρομάγαζα. Οι ασφυκτικά στοιβαγμένες στη σειρά πολυκατοικίες και τα νεοκλασικά ή τα πανέμορφα αρχιτεκτονήματα του μοντερνισμού. Τα στενά με τα ονόματα από όλα τα νησιά. Όλα αυτά είναι η Κυψέλη. Ας μην ξεχνάμε τα υπόγειά της.  

κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 15


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Το μικρό πράσινο βιβλίο _Ελένη Γιώτη.

_Ιλάν Μανουάχ (Errands), μουσικός

Evgeniou

Το Φεβρουάριο του 2007 κυκλοφόρησε από τις γαλλικές εκδόσεις La Fabrique ένα μικρό πράσινο βιβλίο 128 σελίδων με τον τίτλο L’ insurrection qui vient (Η εξέγερση που έρχεται). Το βιβλίο φέρει την υπογραφή μιας Αόρατης Επιτροπής και αποτελεί καρπό ενός συλλογικού εγχειρήματος που προτιμά την ανωνυμία και αρνείται τη ναρκισσιστική ή οικονομική ικανοποίηση που συνεπάγεται η ιδιότητα του πνευματικού δημιουργού. Σύμφωνα με τον εκδότη του βιβλίου, Eric Hazan, δεν πρόκειται λοιπόν για ένα καμουφλάζ άλλα για μια ηθική τοποθέτηση. Άλλωστε, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου οι συγγραφείς προτείνουν να «μεταστρέψουμε την ανωνυμία σε θέση επίθεσης». Ενώ το βιβλίο περνά αρχικά μάλλον απαρατήρητο και γίνεται γνωστό κυρίως από στόμα σε στόμα και μέσω του ίντερνετ, τραβά τελικά την προσοχή των γάλλων δημοσιογράφων στις αρχές του 2008 με αφορμή τη σύλληψη κάποιων νέων «αναρχο-αυτόνομων» στην Τουλούζη, καθώς η ύπαρξή του σε κάποιο από τα σπίτια των συλληφθέντων θεωρείται ως ένδειξη «τρομοκρατικών» κλίσεων. Είναι όμως η περίφημη υπόθεση Ταρνάκ που θα κάνει το βι16 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

βλίο ανάρπαστο και θα απλώσει τη φήμη του και εκτός Γαλλίας: στις 11 Νοέμβρη 2008, μετά από ένα σαμποτάζ σιδηροδρομικών γραμμών, η γαλλική αντι-τρομοκρατική συλλαμβάνει πέντε νεαρά άτομα σε μια αγροτική κατοικία του χωριού Ταρνάκ. Το βιβλίο, που θα βρεθεί στο σπίτι των υπόπτων, θα θεωρηθεί από την αστυνομία ως «εγχειρίδιο της εξέγερσης της υπερ-αριστεράς» (ultra-gauche, πρόσφατη μιντιακή ετικέτα για τη σημερινή άκρα αριστερά που υποστηρίζει βίαιες επαναστατικές πρακτικές). Οι ήδη δέκα στο σύνολό τους κατηγορούμενοι σε αυτή την υπόθεση τρομοκρατίας αντιμετωπίζουν μια δικογραφία που δεν έχει στοιχεία αλλά έχει ιδέες: ο δικαστής Φρανιολί φρόντισε να γεμίσει τον άδειο φάκελο Ταρνάκ κατεβάζοντας από το ίντερνετ το μικρό αυτό βιβλίο. Για να ενισχυθεί ο αδύναμος φάκελος, η αντι-τρομοκρατική εισήγαγε τον μάρτυρα 42 (άνθρωπο με ιστορικό μυθομανίας, όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το βιβλίο γράφτηκε από κάποιους από τους κατηγορούμενους ως «ιδεολογικό υπόβαθρο» των ενεργειών τους. Η πτώση του ψευδομάρτυρα, και κυρίως η σθεναρή αντί-

σταση των δέκα κατηγορούμενων (σήμερα ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους) που μαζί με το πλατύ κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε δηλώνουν απλώς αναγνώστες του βιβλίου, κατέστησαν την υπόθεση Ταρνάκ ένα «πολιτικο-δικαστικό φιάσκο» το οποίο εξυπηρέτησε ωστόσο τη λειτουργία του: ποινικοποιώντας υποτιθέμενες προθέσεις, ενέτεινε την τρομοκράτηση της γαλλικής κοινωνίας. Φιάσκα σαν αυτό του Ταρνάκ ή του Ρεσάλτο δεν κάμπτουν ίσως τις αντιστάσεις και τις απόψεις εκεί που υπάρχουν, αλλά πασχίζουν να τις αποκλείσουν εκεί που θα μπορούσαν να γεννηθούν. Είμαστε όλοι (εν δυνάμει) ένοχοι. Το βιβλίο στα γαλλικά διατίθεται ολόκληρο στην ιστοσελίδα των εκδόσεων La Fabrique (www.lafabrique.fr/ spip/IMG/pdf_Insurrection.pdf), ενώ έχει μεταφραστεί στα αγγλικά (The Coming Insurrection, MIT Press, 2009 και ανώνυμη μετάφραση στο linsqv.blogspot.com) και τα ισπανικά (La insurreciόn que viene, Melusina, 2009). Περισσότερες πληροφορίες για την υπόθεση Ταρνάκ στη (γαλλική) ιστοσελίδα «στήριξης των κατηγορούμενων της 11ης Νοέμβρη» soutien11novembre.org. 


πόλη_Αφιέ ρωμ α

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση του τέταρτου κεφαλαίου (Τέταρτος Κύκλος) από το βιβλίο L’ insurrection qui vient (Η εξέγερση που έρχεται).*

«Πιο απλά, πιο διασκεδαστικά, πιο ευέλικτα, πιο σίγουρα!» Μη μας μιλάτε πια για την «πόλη» και την «εξοχή», πόσο μάλλον για την πανάρχαια αντίθεσή τους. Αυτό που εκτείνεται γύρω μας δεν τους μοιάζει ούτε στο ελάχιστο: πρόκειται για μια ενιαία αστική επιφάνεια χωρίς μορφή και χωρίς τάξη, μια ερημωμένη ζώνη, αόριστη και απεριόριστη, ένα παγκόσμιο συνεχές από μουσειοποιημένα υπερ-κέντρα και φυσικά πάρκα, μεγάλα σύνολα, απέραντες αγροτικές εκτάσεις και τεμάχια, βιομηχανικές ζώνες, εξοχικά καταφύγια και μοδάτα μπαρ: η μητρόπολη. Υπήρξαν πράγματι η αρχαία πόλη, η μεσαιωνική πόλη και η μοντέρνα πόλη· δεν υπάρχει μητροπολιτική πόλη. Η μητρόπολη επιδιώκει τη σύνθεση όλου του πεδίου. Όλα συνυπάρχουν, όχι τόσο γεωγραφικά, αλλά ιδίως μέσω του πλέγματος των δικτύων της. Ακριβώς επειδή έχει σχεδόν εξαφανιστεί η πόλη έχει πλέον γίνει φετίχ, ως Ιστορία. Οι βιοτεχνίες της Lille γίνονται θεατρικές σκηνές, το τσιμεντένιο κέντρο της Havre είναι προστατευόμενο μνημείο της Ουνέσκο. Στο Πεκίνο, τα χουτόνγκ γύρω από την Απαγορευμένη Πόλη έχουν καταστραφεί, και ξαναχτίζουν λίγο παραπέρα ψεύτικα, για τους φιλοπερίεργους. Στην Troyes, κολλάνε προσόψεις από ξύλο πάνω σε κτήρια από πέτρα, μια τέχνη της απομίμησης που φέρνει στο νου τα μαγαζιά βικτωριανού στυλ της Disneyland Paris. Τα ιστορικά κέντρα, άλλοτε εστίες της εξέγερσης, βρίσκουν μελετημένα τη θέση τους στο οργανόγραμμα της μητρόπολης. Έχουν παραδοθεί στον τουρισμό και την επιδεικτική κατανάλωση. Είναι νησίδες εμπορικής γητειάς που συντηρούνται με πανηγύρια και στολίδια, αλλά και με τη βία. Ο αποπνικτικός συναισθηματισμός των χριστουγεννιάτικων παζαριών συνοδεύεται από όλο και περισσότερους φύλακες και περιπολίες της δημοτικής αστυνομίας. Ο έλεγχος ταιριάζει άψογα στο τοπίο του εμπορεύματος, δείχνοντας σε όποιον θέλει να δει το αυταρχικό του πρόσωπο. Είμαστε στην εποχή του mix: μουσικούλα, πτυσσόμενα γκλομπ και μαλλί της γριάς. Διότι τα μάγια προϋποθέτουν αστυνομική επιτήρηση! Η αναζήτηση του αυθεντικού (σε εισαγωγικά) και του ελέγχου που πάει πακέτο, συνοδεύει τη μικροαστική τάξη στην αποικιοκρατική της εκστρατεία στις λαϊκές γειτονιές. Διωγμένη από τα υπερ-κέντρα, έρχεται να βρει μια «γειτονιά» που δεν θα έβρισκε ποτέ στις ιδιόκτητες μονοκατοικίες Phénix. Και διώχνοντας τους φτωχούς, τα αυτοκίνητα και τους μετανάστες, καθαρίζοντας τον τόπο, εξολοθρεύοντας τα μικρόβια, εξοντώνει αυτό ακριβώς που ήρθε να βρει. Σε μια αφίσα του δήμου βλέπουμε έναν οδοκαθαριστή να τείνει το χέρι σε έναν αστυνομικό· ένα σλόγκαν: «Montauban, καθαρή πόλη». Η ευσχημοσύνη των πολεοδόμων που τους υποχρεώνει να μη μιλούν πια για την «πόλη», που οι ίδιοι κατέστρεψαν, αλλά για το «αστικό», θα έπρεπε να τους προτρέπει επίσης να μη μιλούν πλέον για την «εξοχή», που επίσης δεν υπάρχει πια. Αυτό που υπάρχει στη θέση της, είναι ένα τοπίο που εκτίθεται στα μάτια του αγχωμένου και ξεριζωμένου πλήθους, ένα παρελθόν έτοιμο πλέον να γίνει «σκηνικό», τώρα που οι αγρότες έχουν απομείνει τόσο λίγοι. Πρόκειται για ένα μάρκετινγκ που απλώνεται σ’ ένα «πεδίο» όπου τα πάντα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να συγκροτηθούν σε πολιτιστική κληρονομιά. Είναι πάντα το ίδιο αυτό κρύο κενό που φτάνει και στα πιο απομακρυσμένα καμπαναριά. Η μητρόπολη είναι ο ταυτόχρονος θάνατος της πόλης και της εξοχής, το σταυροδρόμι που συγκλίνουν όλες οι μεσαίες τάξεις, το κέντρο του μεσαίου χώρου που εκτείνεται χωρίς τέλος από την αποκέντρωση στην «προαστιοποίηση». Στην υαλοποίηση του παγκόσμιου πεδίου βασι-

λεύει ο κυνισμός της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ένα λύκειο, ένα νοσοκομείο, μια βιβλιοθήκη αποτελούν παραλλαγές του ίδιου θέματος: διαφάνεια, ουδετερότητα, ομοιομορφία. Κτήρια, συμπαγή και ρευστά, σχεδιασμένα χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε τι θα στεγάσουν και τα οποία θα μπορούσαν να βρίσκονται εδώ αλλά και οπουδήποτε αλλού. Τι να τους κάνουμε τους πύργους γραφείων της Défense, της Part Dieu, της Euralille; Η έκφραση «λάμπει σαν καινούργιο», συμπυκνώνει μέσα της τη μοίρα τους. Όταν οι εξεγερμένοι έκαψαν το Δημαρχείο του Παρισιού το 1871, ένας σκωτσέζος ταξιδιώτης βεβαίωσε τη μοναδική λαμπρότητα της εξουσίας την ώρα που φλέγεται: «[…] ποτέ δεν είχα φανταστεί κάτι το τόσο ωραίο· είναι υπέροχο. Οι άνθρωποι της Κομμούνας είναι φριχτοί αλήτες, δεν αντιλέγω, αλλά τι καλλιτέχνες! Και δεν είχαν καν συνείδηση του έργου τους! […] Είδα τα ερείπια του Αμάλφι να λούζονται από τα γαλανά κύματα της Μεσόγειου, τα ερείπια των ναών του Τουνγκ-χουρ στο Παντζάμπ∙ είδα τη Ρώμη και πολλά άλλα πράγματα: τίποτα δεν συγκρίνεται με αυτό που είδα απόψε». Απομένουν, ωστόσο, μέσα στο μητροπολιτικό πλέγμα, κάποια θραύσματα πόλης και κάποια υπολείμματα εξοχής. Όμως ό,τι είναι ζωντανό έχει καταφύγει σε τόπους εξορίας. Το παράδοξο είναι πως τα μέρη που μοιάζουν τα πλέον αβίωτα, είναι τα μόνα που κατά κάποιο τρόπο κατοικούνται ακόμα. Ένα κατειλημμένο παλιόσπιτο θα φαίνεται πάντα πιο κατοικημένο από τα καλοβαλμένα διαμερίσματα όπου μπορεί κανείς μόνο να τοποθετήσει τα έπιπλά του και να τελειοποιήσει τη διακόσμηση περιμένοντας την επόμενη μετακόμιση. Στις περισσότερες μεγαλουπόλεις, οι παραγκουπόλεις είναι οι τελευταίοι ζωντανοί, βιώσιμοι χώροι και ταυτόχρονα, διόλου περίεργο, οι πιο θανατεροί. Είναι η άλλη όψη του ηλεκτρονικού ντεκόρ της παγκόσμιας μητρόπολης. Τα συγκροτήματα κατοικιών στα βόρεια παρισινά προάστια, παρατημένα από τους μικροαστούς που βγήκαν στο κυνήγι της μονοκατοικίας, αναστημένα από τη μαζική ανεργία, φωτίζονται πιο έντονα από το Καρτιέ Λατέν. Τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη. Οι εμπρησμοί του Νοέμβρη τού 2005 δεν γεννήθηκαν από την ακραία στέρηση, όπως τόσο διατυμπανίστηκε, αλλά αντίθετα από την πλήρη κυριαρχία στο χώρο. Μπορούμε να καίμε αυτοκίνητα για να περνά η ώρα, αλλά για να σπείρουμε το ξέσπασμα της βίας για έναν ολόκληρο μήνα και να κρατάμε την αστυνομία σε θέση άμυνας, χρειάζεται οργάνωση, συμμαχίες, τέλεια γνώση του εδάφους, κοινή γλώσσα και κοινός εχθρός. Τα χιλιόμετρα και οι βδομάδες δεν εμπόδισαν την εξάπλωση της φωτιάς. Τις πρώτες εστίες ακολούθησαν άλλες, εκεί που μάλιστα ήταν λιγότερο αναμενόμενες. Οι φήμες από στόμα σε στόμα δεν υποκλέπτονται.

Αυτός ο κόσμος δεν θα κινιόταν με τέτοια ταχύτητα αν δεν τον καταδίωκε διαρκώς η επικείμενη κατάρρευσή του.

Η μητρόπολη είναι το πεδίο μιας αδιάκοπης σύγκρουσης χαμηλής έντασης, στην οποία η κατάκτηση της Βασόρα, της Μογκαντίσου και της Ναμπλούζ αποτελούν σημεία κορύφωσης. Η πόλη, για τους στρατιωτικούς, υπήρξε για πολύ καιρό μέρος προς αποφυγή, ακόμη και για πολιορκία. Αντίθετα, η μητρόπολη είναι εντελώς συμβατή με τον πόλεμο. Η ένοπλη σύγκρουση δεν είναι παρά μια στιγμή του διαρκούς μετασχηματισμού της. Οι μάχες που διεξάγουν οι μεγάλες δυνάμεις μοιάζουν με μια διαδικασία αστυνόμευσης που τελείται ξανά και ξανά, στις μαύρες τρύπες της μητρόπολης –«είτε είναι στη Μπουρκίνα Φάσο, το Νότιο Μπρονξ, το Καμαγκασάκι, την Τσιάπας, είτε την Κουρνέβ». Οι «επεμβάσεις» δεν επιδιώκουν τόσο τη νίκη, ούτε καν την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και της κοινωνικής ειρήνης, όσο τη συνέχιση μιας επιχείρησης ασφάλειας – ήδη και πάντα εν εξελίξει. Ο πόλεμος δεν μπορεί πια να οριστεί χρονικά, αλλά διαθλάται σε μια σειρά μικρο-επιχειρήσεων, στρατιωτικών και αστυνομικών, για να εγγυηθεί την ασφάλεια. κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 17


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Η αστυνομία και ο στρατός συναρμόζονται σταδιακά μεταξύ τους. Ένας εγκληματολόγος προτείνει να οργανώνονται τα ΜΑΤ σε μικρές, ευέλικτες και ειδικευμένες μονάδες. Ο στρατιωτικός θεσμός, κοιτίδα των πειθαρχικών μεθόδων, επανεξετάζει την ιεραρχική του οργάνωση. Ένας αξιωματούχος του ΝΑΤΟ, εφαρμόζει στο τάγμα επιλέκτων μια «συμμετοχική μέθοδο που εμπλέκει τον καθένα στην ανάλυση, την προετοιμασία, την εκτέλεση και την αξιολόγηση μιας δράσης. Το σχέδιο συζητιέται και ξανασυζητιέται για μέρες, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που λαμβάνονται […] Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα σχέδιο δουλεμένο από κοινού για να ενισχυθεί το αίσθημα της συμμετοχής και να δοθεί κίνητρο». Οι ένοπλες δυνάμεις όχι μόνο προσαρμόζονται στη μητρόπολη, αλλά και τη διαμορφώνουν. Έτσι οι ισραηλινοί στρατιώτες, μετά τη μάχη της Ναμπλούζ, μετατρέπονται σε αρχιτέκτονες εσωτερικού χώρου. Αναγκασμένοι από το παλαιστινιακό αντάρτικο να εγκαταλείψουν τους υπερβολικά επικίνδυνους δρόμους, μαθαίνουν να προχωρούν κάθετα και οριζόντια στο εσωτερικό αστικών κτισμάτων, κατεδαφίζοντας τοίχους και ταβάνια για να κινηθούν. Ένας αξιωματικός των ισραηλινών δυνάμεων Άμυνας, πτυχιούχος φιλοσοφίας, εξηγεί: «Ο εχθρός ερμηνεύει το χώρο με τρόπο κλασικό, παραδοσιακό, αρνούμαι να ακολουθήσω την ερμηνεία του και να πέσω στις παγίδες του. […] Θέλω να τον εκπλήξω! Αυτή είναι η ουσία του πολέμου. Πρέπει να νικήσω […] Λοιπόν: έχω επιλέξει τη μεθοδολογία του να διαπερνώ τοίχους… Σαν ένα σκουλήκι που προχωρά τρώγοντας ό,τι βρίσκει στο δρόμο του». Το αστικό τοπίο δεν είναι μόνο το θέατρο της σύγκρουσης, είναι και το μέσο. Αυτό θυμίζει τις συμβουλές του Μπλανκί, αυτή τη φορά από τη μεριά της εξέγερσης, που συνιστούσε στους μελλοντικούς εξεγερμένους του Παρισιού να πολιορκούν τα σπίτια που βρίσκονται στους δρόμους των οδοφραγμάτων για να προστατέψουν τις θέσεις τους, να τρυπούν τους τοίχους για να επικοινωνήσουν, να γκρεμίζουν τα σκαλιά των ισογείων και να ανοίγουν τρύπες στα ταβάνια για να προστατευθούν από πιθανές επιθέσεις, να ξηλώνουν τις πόρτες για να αμπαρώσουν τα παράθυρα και να μετατρέπουν κάθε όροφο σε πυροβολείο. Η μητρόπολη δεν είναι μονάχα η αστικοποιημένη μάζα, η τελική σύγκρουση ανάμεσα στην πόλη και την εξοχή, είναι συνάμα μια ροή ανθρώπων και πραγμάτων. Ένα ρεύμα που περνά από ένα ολόκληρο δίκτυο από οπτικές ίνες, σιδηροδρομικές γραμμές, δορυφόρους, κάμερες παρακολούθησης, ώστε ο κόσμος να μη σταματήσει ποτέ να τρέχει προς τον αφανισμό του. Ένα ρεύμα που θέλει να παρασύρει τα πάντα στην ανέλπιδη κίνησή του, που κινητοποιεί τον καθένα. Όπου βαλλόμαστε από πληροφορίες σαν να ήταν εχθρικές δυνάμεις. Όπου το μόνο που μένει είναι να τρέξουμε. Εκεί που γίνεται δύσκολο το να περιμένει κανείς, ακόμα και το μετρό. Ο πολλαπλασιασμός των μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας μάς ξεριζώνει αδιάκοπα από το εδώ και το τώρα, με τον πειρασμό τού να είμαστε πάντα αλλού. Παίρνουμε το τρένο, τον προαστιακό, ένα τηλέφωνο, για να είμαστε ήδη εκεί. Η κινητικότητα αυτή προϋποθέτει ξεριζωμό, απομόνωση, εξορία. Θα ήταν για τον καθένα ανυπόφορη, αν δεν επρόκειτο πάντα για την κινητικότητα της ιδιωτικής σφαίρας, για τον μεταφερόμενο εσωτερικό χώρο. Η ιδιωτική σφαίρα δεν σπάει ποτέ, απλά επιπλέει. Το cocooning δεν τελειώνει, απλά τίθεται σε κίνηση. Από έναν σταθμό, ένα εμπορικό κέντρο, μια τράπεζα, από ένα ξενοδοχείο σε ένα άλλο, κυριαρχεί αυτή η απόμακρη κατάσταση, τόσο συνηθισμένη, τόσο γνώριμη που καταλήγει να γίνεται η έσχατη οικειότητα. Η πολυτέλεια της μητρόπολης είναι αυτό το τυχαίο ανακάτεμα από προσδιορισμένα περιβάλλοντα που μπορούν να επανασυνδυάζονται απεριόριστα. Τα αστικά κέντρα δεν προσφέρονται ως πανομοιότυποι τόποι αλλά ως πρωτότυπες λύσεις περιβάλλοντος, μέσα στις οποίες εξελισσόμαστε,

18 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

διαλέγοντας τη μια, αφήνοντας την άλλη, ανάλογα με τις προτιμήσεις ενός υπαρξιακού shopping ανάμεσα σε στυλ μπαρ, ανθρώπων, design ή ανάμεσα στις playlists ενός ipod. «Με το mp3 player μου, είμαι κυρίαρχος του κόσμου μου». Για να επιβιώσει κανείς από την περιβάλλουσα ομοιομορφία, η μόνη επιλογή είναι να ανασυγκροτεί διαρκώς τον εσωτερικό του κόσμο, σαν ένα παιδί που χτίζει παντού το ίδιο σπιτάκι. Όπως ο Ροβινσώνας αναπαρήγαγε τον κόσμο του μπακάλικου πάνω στο ερημονήσι, έτσι κι εμείς, μόνο που το ερημονήσι μας είναι ο ίδιος ο πολιτισμός και είμαστε δισεκατομμύρια που μας ξεβράζει το κύμα χωρίς σταματημό. Ακριβώς επειδή είναι μια αρχιτεκτονική ροών, η μητρόπολη αποτελεί έναν από τους πιο ευάλωτους ανθρώπινους σχηματισμούς που έχουν υπάρξει ποτέ. Εύπλαστη, εκλεπτυσμένη, μα ευάλωτη. Ένα ξαφνικό κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας κάποιας άγριας επιδημίας, μια οποιαδήποτε έλλειψη σε έναν ζωτικό ανεφοδιασμό, ένα οργανωμένο μπλοκάρισμα των αρτηριών επικοινωνίας, και όλο το σκηνικό καταρρέει, δεν μπορεί πια να κρύψει τις σκηνές σφαγής που μονίμως το στοιχειώνουν. Αυτός ο κόσμος δεν θα κινιόταν με τέτοια ταχύτητα αν δεν τον καταδίωκε διαρκώς η επικείμενη κατάρρευσή του. Η δικτυακή δομή του, όλη η τεχνολογική υποδομή κόμβων και συνδέσεων, η αποκεντρωμένη του αρχιτεκτονική, θα ήθελαν να προστατέψουν τη μητρόπολη από τις αναπόφευκτες δυσλειτουργίες της. Το ίντερνετ πρέπει να αντισταθεί σε μια πυρηνική επίθεση. Ο συνεχής έλεγχος της ροής πληροφοριών, ανθρώπων και εμπορευμάτων πρέπει να διασφαλίζει τη μητροπολιτική κινητικότητα, τη δυνατότητα εντοπισμού, να φροντίζει ποτέ να μη χάνεται μια παλέτα σε ένα στοκ εμπορευμάτων, ποτέ να μη βρεθεί ένα κλεμμένο εισιτήριο στο εμπόριο ή ένας τρομοκράτης σε ένα αεροπλάνο. Κάτι που γίνεται εφικτό χάρη σε ένα μικροτσίπ RFID (ταυτοποίηση μέσω ραδιοσυχνοτήτων), ένα βιομετρικό διαβατήριο, ένα φάκελο DNA. Όμως η μητρόπολη παράγει επίσης τα μέσα για την ίδια της την καταστροφή. Ένας Αμερικανός ειδικός σε θέματα ασφάλειας αποδίδει την ήττα στο Ιράκ στην ικανότητα του αντάρτικου να εκμεταλλεύεται τους νέους τρόπους επικοινωνίας. Με την εισβολή τους, οι ΗΠΑ δεν εισήγαγαν τόσο τη δημοκρατία όσο τα κυβερνο-δίκτυα. Έφεραν μαζί τους ένα από τα όπλα για την ήττα τους. Η αύξηση των κινητών τηλεφώνων και των σημείων πρόσβασης στο ίντερνετ έδωσε στο αντάρτικο πρωτόγνωρα μέσα για να οργανωθεί και να γίνει λιγότερο ευάλωτο. Κάθε δίκτυο έχει τα αδύναμα σημεία του, τους κόμβους που πρέπει να χτυπηθούν για να σταματήσει η κυκλοφορία, για να διαρραγεί ο ιστός. Το τελευταίο ευρωπαϊκό μπλακ-άουτ το απέδειξε: θα αρκούσε ένα τεχνικό πρόβλημα σε μια γραμμή υψηλής τάσης για να βυθίσει ένα μεγάλο μέρος της ηπείρου στο σκοτάδι. Το πρώτο βήμα για να αναδυθεί κάτι μέσα στη μητρόπολη, για να ανοιχτούν άλλες δυνατότητες, είναι να σταματήσει η κίνηση στο διηνεκές. Αυτό κατάλαβαν οι ταϊλανδοί επαναστάτες που ανατίναξαν τους σταθμούς ηλεκτροδότησης. Αυτό κατάλαβε το κίνημα αντί-CPE που μπλόκαρε τα πανεπιστήμια για να προσπαθήσει στη συνέχεια να μπλοκάρει την οικονομία. Αυτό κατάλαβαν οι αμερικανοί λιμενεργάτες στην απεργία του Οκτώβρη του 2002 για τη διατήρηση τριακοσίων θέσεων εργασίας, αποκλείοντας για δέκα μέρες τα βασικά λιμάνια της Δυτικής Ακτής. Η αμερικανική οικονομία είναι τόσο εξαρτημένη από τις εμπορικές συναλλαγές με την Ασία που το κόστος του μπλόκου έφτανε το ένα δισεκατομμύριο ευρώ τη μέρα. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι φτάνουν για να κλονίσουν τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο. Για κάποιους «ειδικούς», αν αυτό το κίνημα των λιμενεργατών είχε συνεχιστεί για έναν ακόμη μήνα, θα είχαμε παρακολουθήσει «μια επιστροφή της ύφεσης στις ΗΠΑ και έναν οικονομικό εφιάλτη για τη Νοτιοανατολική Ασία».   * Μετάφραση Ελένη Γιώτη, Ιλάν Μανουάχ


πόλη_Αφιέ ρωμ α

Ουτοπικές πόλεις - Γκρεμίζοντας την ουτοπία _Τερέζα Παπαμιχάλη, Εικαστικός

Ουτοπία σημαίνει ο μη-τόπος, αντιμετωπίζοντάς το όμως περισσότερο θετικά, εννοείται ως ευ-τόπος, ως μια ιδανική κατάσταση παρά μια κατάσταση ανυπαρξίας και συνήθως αναφέρεται σε φανταστικές κοινωνίες με ιδανικές κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες. Σήμερα έχει επικρατήσει πλέον να χρησιμοποιείται σαν όρος για να περιγράψει το ιδανικό που είναι ακατόρθωτο να πραγματοποιηθεί. Πέρα από τον πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτήρα που δείχνει να επικρατεί, έχει και έναν θεολογικό χαρακτήρα καθώς περιέχει στοιχεία «χαμένου παράδεισου» ή «γης της επαγγελίας». Σε μια παλαιότερη εποχή ιδεολογιών η διάθεση για ουσιαστική κοινωνική αναμόρφωση αντικατοπτριζόταν και στην αρχιτεκτονική ή καλύτερα στο σχεδιασμό των πόλεων, και μέσα στη συζήτηση για μια ιδανική δίκαιη κοινωνία υπήρχε και η προβληματική για την ιδανική πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της απόπειρας εφαρμογής μιας ιδανικής κοινωνικής συνθήκης, οι ουτοπικές πόλεις θα μπορούσαν θεωρητικά να κατασκευαστούν και να κατοικηθούν όχι σε μια μελλοντική πιθανή κατάσταση αλλά αμέσως. Αρχιτέκτονες όπως οι Howard, Frank Lloyd Wright, Le Corbusier οραματίστηκαν, σχεδίασαν και κατασκεύασαν τέτοιες πόλεις κινούμενοι βέβαια σε διαφορετικές οικονομικοκοινωνικές θεωρίες αλλά ως μοντερνιστές είχαν έναν κοινό άξονα επιβολής της λογικής πάνω στη φύση (και την ανθρώπινη φύση) με ένα ολοκληρωτικά οργανωμένο περιβάλλον, επιθυμώντας να διαμορφώσουν εναλλακτικές παραγωγικές κοινωνίες, όπως άλλωστε και οι πολεοδόμοι της σοσιαλιστικής πραγματικότητας. Η σχέση της πόλης με την εξοχή, η δημιουργία κέντρων γύρω από τη βιομηχανία και το κεφάλαιο ή ζωνών για την πρόνοια του αστικού πληθυσμού, η πυκνότητα του πληθυσμού των πόλεων ήταν κάποια από τα σημεία των ουτοπικών θεωριών που εφαρμόστηκαν από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όμως ελάχιστες από αυτές τις πόλεις ή συγκροτήματα κατοικιών λειτούργησαν πραγματικά και στην πλειοψηφία τους ερημώθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν προβάλλοντας και εντείνοντας τα προβλήματα της αστικής κρίσης. Μαζί με την κατάρρευση των ιδεολογιών και την απογοήτευση από την απραγματοποίητη εξιδανίκευση του μέλλοντος, η ατελής εφαρμογή της ουτοπίας παρήγαγε τη δυστοπία, ένα εφιαλτικό τοπίο πόλης. Ένα από τα πιο γνωστά σχόλια πάνω στη δυστοπία αποτελεί το Koyanisquatsi (του Godfrey Reggio πάνω σε μουσική του Philip Glass) όπου από αρχειακό υλικό θα δούμε την κατεδάφιση του Pruit-Igoe

στις ΗΠΑ, που ήταν ένα πρότυπο αστικού σχεδιασμού και κατέληξε πολύ γρήγορα σε εστία εγκληματικότητας. Η κατεδάφιση αυτού του συγκροτήματος κατοικιών του αρχιτέκτονα Minoru Yamasaki που είναι και ο αρχιτέκτονας του World Trade Center σήμανε το τέλος μιας εποχής κοινωνικού οραματισμού. Ο Γάλλος Cyprien Gaillard εμπνεόμενος από το Pruit-Igoe χρησιμοποιεί επίσης κινηματογραφικό υλικό από κατεδαφίσεις κτηρίων-συμβόλων του μοντερνισμού ή και της σοσιαλιστικής ουτοπίας στη Γλασκώβη, στο Παρίσι ή στο Βελιγράδι. Γοητευμένος από τα φαντάσματα των ουτοπικών πόλεων όσο και από το θέαμα που προσφέρει η μαζική πλέον σήμερα κατεδάφισή τους, φαίνεται να τονίζει πάνω απ’ όλα πόσο απροσπέλαστα και αφιλόξενα είναι. Στο «Hotel Polonia- The Afterlife of Βuildings» τη συμμετοχή της Πολωνίας στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία, εξετάζεται υποθετικά η μορφή και η νέα χρήση κτηρίων της σημερινής φιλόδοξης αρχιτεκτονικής σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, μετά από ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές, απόρροια της περιβαλλοντικής και οικονομικής κρίσης που ήδη ζούμε σήμερα. Αντιπαραβάλλοντας φωτογραφίες των σημερινών κτηρίων με επεξεργασμένες φωτογραφίες που εικονοποιούν τα δυστοπικά παραδείγματα, ένας ουρανοξύστης -σύμβολο της οικονομικής ανάπτυξης στο κέντρο της Βαρσοβίας- ελλείψει γης θα γίνει ένα κάθετο νεκροταφείο-τεφροφυλάκιο, μια εκκλησία ελλείψει πιστών, γίνεται λουτρά για τον αυξανόμενο πληθυσμό «εναλλακτικών» τουριστών, ένα κτήριο γραφείων γνωστό για το αίθριό του γίνεται φυλακή στα πρότυπα του Panoptikon. Φαίνεται μάλλον ότι η εφαρμογή της ουτοπίας είναι επί της ουσίας αδύνατη από τη στιγμή που για να υπάρξει θα πρέπει να προσαρμοστεί στην ισχύουσα συνθήκη, πολεοδομική και κοινωνική, πράγμα που αμέσως την παραμορφώνει και εντέλει την ακυρώνει. Ίσως σ’ αυτό στηρίχτηκαν ουτοπιστές αρχιτέκτονες όπως ο Peter Cook των Archigram και ο Oskar Hansen που οραματίστηκαν και σχεδίασαν κτήρια και πόλεις μιας ανεφάρμοστης πραγματικότητας. Έτσι και οι ουτοπικές πόλεις ίσως μπορούν να ισχύουν όχι ως οι ιδανικές πόλεις, άλλα μόνο ως άτοπες και ανύπαρκτες. Η ουτοπία συνδέεται περισσότερο με την πίστη παρά με μια υπόσχεση για το μέλλον, μπορεί να είναι η αφορμή για αναστοχασμό πάνω στην καθημερινότητα που ισχύει και ίσως να προκαλέσει συμμετοχή στη διαμόρφωσή της. Η ουτοπία τελικά δεν έχει λόγο να πραγματοποιηθεί καθώς ανήκει στο φαντασιακό και δεν αποτελεί πραγματικότητα. Είναι μια κατασκευή ή ένα credo, που δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να εφαρμοστεί, αλλά πρέπει να την υπερασπίζεται κανείς ως απαραίτητη για την ύπαρξή μας.  

Μαζί με την κατάρρευση των ιδεολογιών και την απογοήτευση από την απραγματοποίητη εξιδανίκευση του μέλλοντος, η ατελής εφαρμογή της ουτοπίας παρήγαγε τη δυστοπία, ένα εφιαλτικό τοπίο πόλης.

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 19


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Οι πιθανές ψευδαισθήσεις μιας παιγνιώδους χαρτογράφησης _Δάφνη Δραγώνα, Επιμελήτρια τέχνης και νέων μέσων, www.ludicpyjamas.net

Χιχόν, Ισπανία, Απρίλιος 2008. Κάνει αρκετό κρύο, μοιάζει ακόμα με χειμώνα. Ο Gordan Savicic, media καλλιτέχνης από την Αυστρία φοράει έναν περίεργο κορσέ με περιστρεφόμενα μοτεράκια που συνδέονται με μια κονσόλα Nintendo DS με Wi-fi που κρατάει στα χέρια και ετοιμάζεται να διανύσει την πόλη. Δημοσιογράφοι τον περιτριγυρίζουν και τον βγάζουν φωτογραφίες ημίγυμνο με τον κορσέ που μοιάζει περισσότερο με ρούχο φετίχ. Ο καλλιτέχνης εξηγεί ότι θα περιπλανηθεί στην πόλη και θα καταγράψει με το μηχανισμό που φοράει τα wi-fi δίκτυά της. Όσο πιο πολλά «κλειδωμένα» ιδιωτικά δίκτυα συναντά τόσο θα σφίγγει ο κορσές πάνω του. Ρωτάει αν κάποιος θέλει να δοκιμάσει να κάνει τη βόλτα φορώντας τον κορσέ... Καλύτερα όχι, κρύο και πόνος. Ο Savicic με σοβαρότητα αλλά και χιούμορ μετά από μία μεγάλη βόλτα και μπόλικες μελανιές έχει διαμορφώσει ένα «σχιζοφρενικό χάρτη πόνου» στον οποίο καταγράφονται τα ασύρματα internet δίκτυα της Χιχόν. Δίκτυα πυκνά ή αραιά πάνω στο χάρτη, πάνω σε διαδρομές που οι κάτοικοι της πόλης κάνουν καθημερινά από το σπίτι στη δουλειά, από τη δουλειά σε έναν δημόσιο χώρο,... από ασύρματο δίκτυο σε ασύρματο δίκτυο, κλειστό ή ανοιχτό. O Savicic με αφορμή το έργο του «Constraint City: the pain of everyday life/ Καταναγκαστική πόλη: ο πόνος της καθημερινής ζωής» έχει ήδη χαρτογραφήσει εκτός από τη Χιχόν και άλλες πόλεις όπως η Βιέννη, το Βερολίνο, η Μαδρίτη. Γι’ αυτόν όπως και για άλλους καλλιτέχνες η ίδια η πόλη γίνεται αντιληπτή ως περιβάλλον διεπαφής/interface, ως ψηφιακός χάρτης όπου καταγράφονται κινήσεις και δράσεις αλλά και ως φυσικό περιβάλλον που προσφέρεται για διερεύνηση και περιπλάνηση. Ο τίτλος «Constraint city/ Καταναγκαστική Πόλη» παραπέμπει στη «Naked City/Γυμνή πόλη», έναν από τους ψυχογεωγραφικούς χάρτες τού Debord. Οι νέες χαρτογραφήσεις, οι νέες μορφές υποκειμενικής, μεταστροφικής γεωγραφίας που προτείνονται σήμερα από τους καλλιτέχνες ήρθαν γεμάτες υποσχέσεις και αναφορές. Παρεμβάσεις, performances και location based games/ παιχνίδια με συστήματα εντοπισμού δι’ επαφής που αναπτύσσονται στη σύγχρονη πλέον ψηφιακή πραγματικότητα μιλάνε για μεταμορφώσεις του δημόσιου χώρου μέσω της διάδρασης, για νέους τρόπους πρόσληψης του αστικού περιβάλλοντος, για επαναπροσδιορισμό των συσχετίσεων των κατοίκων μέσα σε αυτό. Αναφέρονται συχνά στην έννοια της «ψυχογεωγραφίας», την παιγνιώδη και απελευθερωτική περιπλάνηση με μόνο οδηγό τις επιθυμίες καθενός. Προσδίδουν στον καλλιτέχνη/ χρήστη/ παίκτη προσωρινά την ιδιότητα του flaneur/ του πλάνητα και βλέπουν τις δράσεις του ως «τακτικές» που εναντιώνονται στις «στρατηγικές» που επιβάλλει η δομή μιας σύγχρονης πόλης –α λα Debord και De Certau. Ίσως ειναι δύσκολο οι νέες αυτές ψηφιακές χαρτογραφήσεις να παίξουν όντως τόσο σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητά μας, μέσα στο αστικό περιβάλλον. Σίγουρα όμως ο παιγνιώδης και δικτυακός χαρακτήρας τους ταιριάζει απόλυτα με το zeitgeist της Κοινωνίας των Δικτύων και της διασυνδεδεμενης πραγματικότητας που βιώνουμε.

20 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

Ζούμε έτσι κι αλλιώς πλέον μέσα στα ίδια τα «μέσα» και η έννοια του χάρτη σήμερα σχετίζεται περισσότερο με τους χάρτες google και τις επισημάνσεις, τα «saved places» από τους χρήστες παρά με το χάρτη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Οι χρήστες στους οποίους απευθύνονται οι παραπάνω εφαρμογές και παρεμβάσεις στο αστικό περιβάλλον, είναι οι χρήστες των «saved places» και των «tags» του κοινωνικού διαδικτύου. Όλοι αυτοί (ή όλοι εμείς), οι μετέχοντες στην ψηφιακή πραγματικότητα είναι που καλούνται να μετακινηθούν από τον ψηφιακό μη-γεωγραφικό χώρο, στους δρόμους της πόλης τους και να τη διασχύσουν και πάλι για να την αντιληφθούν αυτή τη φορά μέσω ένος ψηφιακού interface μιας συσκευής που θα κρατάνε στα χέρια τους. Οι κανόνες για τη συμμετοχή τους είναι οικείοι. Είναι η υποκειμενικότητά τους που μετράει, οι εμπειρίες τους που θα καταγραφούν, η πορεία τους που θα ληφθεί υπόψη για τη χαρτογράφηση που επιχειρείται. Θα παρατηρήσουν και θα παρατηρηθούν, θα καταγράψουν και θα καταγραφούν, θα παρακολουθήσουν και θα παρακολουθηθούν... Τελικά όμως αν και η κίνηση και η δράση σε έναν ψηφιακό και φυσικό χάρτη ταυτόχρονα έχει αναμφισβήτητα κάτι συναρπαστικό, οι συμμετέχοντες πιθανώς δεν θα νιώσουν ότι αναπτύσσουν «τακτικές» στο αστικό περιβάλλον ή ότι επαναπροσδιορίζουν την εμπειρία τους μέσα από εφήμερες παρεμβάσεις. Γιατί; Ίσως γιατί τελικά το δίκτυο των παικτών-χρηστών δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε. Ίσως γιατί κάποιοι παίκτες λείπουν, είναι εκτός. Λείπουν γιατί αν και γνωρίζουν διαφορετικά την πόλη, δυστυχώς δεν αντιλαμβάνονται την ψηφιακή διάσταση, δεν ανήκουν στους χρήστες των «tags», των «saved places», των «bookmarks», όπως δεν ανήκουν και σε πολλά κομμάτια της πόλης. Αντιμέτωποι με την ύποπτη μοναξιά του ψηφιακού πολιτισμού, επιλέγουμε να αναφερόμαστε σε κείμενα και έννοιες του ’60 για να ορίσουμε την ταυτότητα των εκφάνσεων του. Τελικά καταλήγουμε όμως να απομονωνόμαστε ακόμα περισσότερο, νομίζοντας ότι είμαστε πολλοί, «όλοι», που βυθιζόμαστε στις νέες δυνατότητες και επανασυνδεόμαστε με γοητευτικά κομμάτια του παρελθόντος για να διεκδικήσουμε νέες εμπειρίες στην πόλη. Η περιπλάνηση, ο αποπροσανατολισμός, η περιπέτεια, το παιχνίδι. Αλλά και In girum imus nocte et consumimur igni/Κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα και η φωτιά μάς καταβροχθίζει Ο λατινικός καρκινικός στίχος που άρεσε πολύ στο Debord επανέρχεται στη ζωή της πόλης συνεχώς. Δεν είναι η τεχνολογία το θέμα… Ίσως γίνει όταν οι νέες ενδιαφέρουσες ψηφιακές δικτυώσεις και χαρτογραφήσεις μπορέσουν να στηρίξουν και να περιλάβουν και νέους κόμβους που βρίσκονται λίγο παραέξω.  

Αντιμέτωποι με την ύποπτη μοναξιά του ψηφιακού πολιτισμού, επιλέγουμε να αναφερόμαστε σε κείμενα και έννοιες του ’60 για να ορίσουμε την ταυτότητα των εκφάνσεων του.


πόλη_Αφιέ ρωμ α

ΥΠΕΡ-ΕΚΘΕΣΗ

_Γιώργος Κακανάκης, σκηνοθέτης, www.the-erasers.org

Evgeniou

Διάλυση: από το βωβό σινεμά στην πολιτική σιωπή Όλες οι κανονικές προσδοκίες μπήκαν στο συρτάρι και οι καθημερινές συνήθειες διαταράχτηκαν από την αίσθηση ενός διαρκώς επεκτεινόμενου χάους που καταβρόχθιζε (κατανάλωνε) τα πάντα ενώ καθιστούσε το μέλλον αβέβαιο, το παρελθόν απρόσιτο και την κοινή καθημερινότητα τόσο ανοργάνωτη έτσι ώστε οι άνθρωποι απλά θεώρησαν πως ό,τι και να φανταζόντουσαν μπορούσε να συμβεί, πως αν υπήρχε μόνο μια πόρτα σε ένα κτήριο δεν θα άνοιγε πια, πως το σιτάρι θα μπορούσε να φυτρώσει ανάποδα προς τα κάτω στο χώμα και όχι προς τα έξω, και εφόσον δεν ήταν ικανοί να αντιληφθούν παρά μόνο τα συμπτώματα της διάλυσης ενώ οι αιτίες παρέμεναν ανεξιχνίαστες και ασύλληπτες, δεν μπορούσε κανείς να κάνει τίποτα εκτός από το να στέκεται, να κοιτάζει και να κοιτιέται.

εντελώς την έννοια της γειτονιάς ή αυτής του κτηρίου/ περιοχής/κοινότητας. Γεγονός: Τον Οκτώβριο του 2009, ο ιστότοπος «Internet Eyes» ανακοίνωσε πως διατίθετο να πληρώσει τα μέλη του να παρακολουθούν CCTV κάμερες από τα σπίτια τους και να αναφέρουν όποιο έγκλημα έβλεπαν.

ρούμε να δούμε στο κινηματογραφικό του δοκίμιο «Sans Soleil») και σκάρωσε ένα νέο «στρατόπεδο συγκέντρωσης». Το αξίωμα αυτού του «στρατόπεδου συγκέντρωσης» βασίζεται στη δολοφονική βία τού μπανάλ, όπου μια ανεπαίσθητη μορφή εξόντωσης έχει σχεδιαστεί με βασικά υλικά την αδιαφορία, τη μονοτονία και το κοινότοπο. Μυθιστόρημα

1.3 ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ/ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ/βιολογικό: Η υπερέκθεση των «εαυτών» μας στις εικόνες και την ίδια στιγμή η ανάγκη μας να διαποτίζουμε τους «εαυτούς» μας μέσα σε εικόνες, δημιούργησε έναν νέο οπτικό ιό: το συλλογικό σύνδρομο της Στοκχόλμης. Αυτός ο ιός χαρακτηρίστηκε από το γεγονός πως ο ξενιστής έγινε ένα και το αυτό με τον ιό. Η εξέλιξη αυτού του στελέχους έχει ήδη οδηγήσει σε εθελοδουλία και σε μια εξελιγμένη μορφή σχέσης κυρίου-σκλάβου.

Future Films (η γέννηση του αθέλητου σινεμά του ελέγχου) Άδεια κουτιά από φιλμ Ζανζιβάρη: O Κόλεριτζ και ο Πολίτης Κέιν Ένα ατελείωτο set φιλμ παρακολούθησης που αποθηκεύτηκε και δεν ειδώθηκε ποτέ.

Tele Genesis (η γέννηση του κοινωνικού σινεμά) 1.1 ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΒΛΕΜΜΑ/εξωτερικό: Το πανόπτικον ήταν η έσχατη πραγμάτωση των μοντέρνων θεσμών πειθαρχίας. Επέτρεπε διαρκή παρατήρηση που χαρακτηριζόταν από μια «άνιση» ματιά. Ίσως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό τού πανόπτικον ήταν πως είχε σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο που ο φυλακισμένος δεν μπορούσε ποτέ να είναι σίγουρος αν τον παρατηρούσαν ή όχι. Η άνιση ματιά γινόταν αιτία εσωτερίκευσης της πειθαρχικής ατομικότητας και παρήγαγε το πειθήνιο σώμα. Αυτό σημαίνει πως δεν είναι καθόλου πιθανό κάποιοι να σπάσουν τους κανόνες αν πιστεύουν πως παρακολουθούνται, ακόμα και αν αυτό δεν συμβαίνει. Έτσι, η φυλακή και ειδικότερα εκείνοι που εφαρμόζουν το μοντέλο τού πανόπτικον, παρέχουν την ιδανική μορφή της μοντέρνας τιμωρίας. Γεγονός: Το πρώτο σύστημα CCTV (κάμερες ασφαλείας) εγκαταστάθηκε από τη Siemens AG στο Test Stand VII στο Peenemunde στη Γερμανία το 1942, για την παρακολούθηση των εκτοξεύσεων των πυραύλων V-2. 1.2 ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ/εσωτερικό: Η εμφάνιση ενός νέου είδους (τηλε) όρασης μια (τηλε) όραση που δεν είχε σαν στόχο να ενημερώνει ή να διασκεδάζει τις μάζες των θεατών, αλλά να εισβάλλει και να εκθέτει τους ιδιωτικούς χώρους, σαν μια νέα μορφή φωτός, ικανή να ανατρέψει

Γεγονός: 2010 Ηνωμένο Βασίλειο, στατιστικές: Μία κάμερα ανά δεκατέσσερις ανθρώπους. 1.4 Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟΥ/ ή παίρνοντας τον James Bulger από το χέρι. Σ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων, η ίριδα του ματιού δελεάζεται από τον εαυτό της μέσω της μεγαλύτερης μηχανής προπαγάνδας εικόνων στην ιστορία. Το web 2.0. Ο οπτικός ορίζοντας όλων των χρηστών έχει τροποποιηθεί από (για παράδειγμα) το YouTube, στο ότι οι χαμηλής ευκρίνειας εικόνες που «ανεβαίνουν» και βλέπονται μοιάζουν να προσφέρουν στον χρήστη/θεατή ένα αίσθημα ασφάλειας, καθότι οι εικόνες αυτές έχουν σχεδιαστεί να λειτουργούν με ένα αισθητικό κώδικα που τις κάνει να φαίνονται σαν σπιτικά βίντεο και γι’ αυτό πιο φιλικές προς τον χρήστη. Και έτσι δεν αποτελούν απειλή για τον χρήστη.

Ποτέ ιδωμένο φιλμ # 6,206 Ένας άντρας περπατάει στο δρόμο κρατώντας το χέρι του παιδιού του. Ο άνδρας σταματά στο ζαχαροπλαστείο και αγοράζει στο παιδί μερικά γλυκά για το σχολείο. Μετά περιμένει με το παιδί μέχρι να έρθει το σχολικό λεωφορείο. Ο άνδρας φεύγει αφού έχει βάλει το παιδί στο σχολικό. Κάθε μέρα. Χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο. Το παιδί μεγαλώνει, ο άντρας σκεβρώνει. Το παιδί, μεγάλο πια, περπατά στο δρόμο κρατώντας τον άνδρα από το χέρι. Το παιδί σταματά στο φαρμακείο και αγοράζει στον άνδρα τα φάρμακα του. Το παιδί περιμένει μέχρι να έρθει το λεωφορείο του γηροκομείου. Το παιδί φεύγει αφού έχει βάλει τον άνδρα στο λεωφορείο. Κάθε μέρα. Χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο.

Ο συλλογισμός εδώ είναι πως όσο λιγότερο αναγνωρίσιμο μοιάζει το υλικό της εικόνας, τόσο πιο πραγματικό γίνεται και όσο πιο πραγματικό γίνεται τόσο πιο ασφαλές και αξιόπιστο είναι για κατανάλωση. 1.5 ΑΠΑΛΗ ΕΞΟΝΤΩΣΗ Η μηχανή προπαγάνδας πήρε την έρευνα του Chris Markers για το κοινότοπο, το απλό, το συνηθισμένο (αυτή που μπο-

Κάθε μέρα, αιώνια. Γεγονός: Ούτε μια λέξη αυτού του κειμένου δεν είναι αυθεντική. Το κείμενο έχει φτιαχτεί με οικειοποιημένα αποσπάσματα όπως ακριβώς η CCTV απορροφά την εικόνα μας και μας αναδημιουργεί από τα θραύσματά μας.  

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 21


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Η πόλη ως πεδίο μάχης

Συνέντευξη του Γιώργου Μαργαρίτη* στον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο (Errands)

Στις 7/5/2007 στο κτήριο της Σχολής Καλών Τεχνών στην οδό Πατησίων διεξήχθη ένα μικρό σεμινάριο με τρεις ομιλητές, οργανωμένο από τον Ζάφο Ξαγοράρη, με θέμα την «πόλη ως πεδίο μάχης». Ο Γιώργος Μαργαρίτης αναφέρθηκε στις μάχες της Αθήνας στα Δεκεμβριανά (1944), ο Eyal Weizman στον μετα-στρουκτουραλιστικό πόλεμο διαμέσου τοίχων στις παλαιστινιακές πόλεις και η Ines Weizman στην αρχιτεκτονική ώς ένοπλο αγώνα στις δύο πλευρές του τείχους του Βερολίνου. Ζητήσαμε από τον κ. Γ. Μαργαρίτη να μας σχολιάσει την πόλη ως πεδίο μάχης:

Πώς πιστεύετε ότι επηρεάζουν οι χωρικές συνθήκες την διεξαγωγή των μαχών μέσα στις πόλεις; Η στρατιωτική σύγκρουση μέσα σε ένα πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον παρουσιάζει οπωσδήποτε σημαντικές διαφορές με μία αντίστοιχη σύγκρουση στον ανοικτό φυσικό χώρο. Εξάλλου ούτε στον τελευταίο τα πράγματα είναι ομοιόμορφα: άλλη μορφή έχει η αναμέτρηση στην έρημο, λόγου χάρη, και άλλη μία αντίστοιχη στα ορεινά περάσματα των βαλκανικών βουνών. Σε μια τέτοια κατάσταση αποφασιστικό πλεονέκτημα δίνει η γνωριμία, ακόμα περισσότερο, η εξοικείωση με τον χώρο. Εδώ συμβαίνει μάλιστα κάτι που ίσως φαίνεται αντιφατικό. Το πλεονέκτημα αυτό το έχουν είτε τα προερχόμενα από την ίδια την κοινωνία της πόλης στρατιωτικά σώματα, είτε οι καλά εκπαιδευμένοι –και σε συνθήκες αστικού περιβάλλοντος – στρατιώτες ενός τακτικού στρατού. Στα Δεκεμβριανά της Αθήνας ετούτος ο κανόνας αποτυπώθηκε καθαρά. Προβλήματα εκτίμησης και μαχητικής απόδοσης εμφανίστηκαν σε όλες σχεδόν τις μονάδες του τακτικού ΕΛΑΣ ενώ ο «εφεδρικός» ΕΛΑΣ της Αθήνας επέδειξε αποτελεσματικότητα δυσανάλογη με τον οπλισμό και τη στρατιωτική του συγκρότηση. Το ίδιο και στην άλλη πλευρά. Οι μεταβαπτισθέντες σε «Εθνοφύλακες» προερχόμενοι από την επαρχία άνδρες των παλαιών Ταγμάτων Ασφαλείας μόνο σε βοηθητικό ρόλο έγινε δυνατό να χρησιμοποιηθούν. Το βάρος της κρούσης έπεφτε στα βρετανικά στρατεύματα. Το κύριο χαρακτηριστικό του αστικού περιβάλλοντος είναι ο πολλαπλασιασμός των μεγεθών, των χώρων, σε κάθε διάσταση. Αυτό που γενικά ισχύει στους ορεινούς όγκους βρίσκει στην εδώ περίπτωση την απόλυτη σχεδόν ολοκλήρωσή του. Από τα υπόγεια των κτηρίων ως την ταράτσα τους πλήθος διαδρομών, «καταφυγίων», «οχυρών» και αληθινών «πεδίων μαχών» μπορούν να χωρέσουν. Το κλιμακοστάσιο αποκτά καίρια τακτική σημασία ενώ η εφευρετικότητα και η πρωτοβουλία αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο στην πολυδαίδαλη αυτή πραγματικότητα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στους εξωτερικούς χώρους, στο ρυμοτομημένο πλαίσιο της πόλης. Μία ευθεία, πλατιά και χωρίς μεγάλες υψομετρικές μεταβολές οδός παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα ως προς την διάβασή της 22 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

όσο και ένα πλατύ ποτάμι στην κλασική «υπαίθρια» εκδοχή του πολέμου. Η λεωφόρος Συγγρού, λόγου χάρη, χρειαζόταν ολόκληρη επιχείρηση, προσεκτική προετοιμασία στην διάβασή της καθώς εύκολα μπορούσε να ελεγχθεί από όπλα ευθυτενούς τροχιάς ή τις κινήσεις των τεθωρακισμένων. Για το λόγο αυτό οι νότιες συνοικίες της Αθήνας ήταν ουσιαστικά χωρισμένες σε δύο «ανεξάρτητα» μέτωπα –το ανατολικό και το δυτικό. Αντίθετα οι προσφυγικές συνοικίες με τη δαιδαλώδη «ρυμοτομία» τους αποτελούσαν αληθινά απόρθητα φρούρια καθώς ακύρωναν την ποιοτική ή αριθμητική ανωτερότητα εκείνου που θα επιχειρούσε να τις αλώσει. Οι Βρετανοί επιτελείς έκριναν, λόγου χάρη, ότι θα ήταν αδιανόητη μία μετωπική έφοδος στην Κοκκινιά και ότι το στρατιωτικό αποτέλεσμα έπρεπε να επιτευχθεί εδώ με τον αποκλεισμό της –όπως γινόταν με τα φρούρια των παλαιών εποχών... Πώς συμμετέχει η μάζα της πόλης, η σχέση τού μέσα-έξω στην ίδια τη μάχη; Σε έναν πόλεμο απόρροια μιας κοινωνικής σύγκρουσης, μιας επανάστασης, αν προτιμάτε, οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τις σταθερές της προηγούμενης ζωής τους. Αποδέχονται, μεταξύ άλλων την καταστροφή του κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν, της πόλης τους. Εξάλλου, σε καταστάσεις όπως εκείνη της Αθήνας του ’44, η ιδιοκτησία είναι σχετική έννοια. Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής η εκποίηση ακινήτων για την εξασφάλιση της επιβίωσης ήταν τρέχουσα πρακτική και ο φετιχισμός της ιδιοκτησίας, ειδικά της κρίσιμης κοινωνικά μικροϊδιοκτησίας, έγινε σχετική μόνο έννοια. Όλα λοιπόν μπορούσαν να θυσιαστούν στον αγώνα για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Ειδικά για τα δεκεμβριανά η πρακτική της κίνησης μέσα απ’ τα κτήρια, μέσα απ’ τη μάζα της πόλης, γι' αυτούς που δεν έλεγχαν τους δρόμους, πώς συγκρίνεται με σύγχρονες πρακτικές σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως οι καταστροφικές πρακτικές ‘moving through walls’ του ισραηλινού στρατού στις παλαιστινιακές πόλεις; Σε αντίθεση με το ορεινό περιβάλλον πολέμου, όπου τα περάσματα είναι προκαθορισμένα, το αστικό περιβάλλον

επιτρέπει τη μερική έστω «ανάπλασή» του, σύμφωνα με τις ανάγκες του πολέμου. Οι δρόμοι μπορούν να κλείσουν με οδοφράγματα ή με καταστροφές και να γίνουν επικίνδυνοι με την οργάνωση αμυντικών θέσεων, ενεδρών και παγίδων κατά το μήκος τους. Αντίθετα, τα σταθερά εμπόδια στην κίνηση, οι τοίχοι των σπιτιών, λόγου χάρη, οι μεσοτοιχίες μεταξύ κατοικιών, μπορούν να μετατραπούν σε περάσματα, σε άξονες κίνησης –με το επιπλέον πλεονέκτημα ότι είναι «εσωτερικοί»– δηλαδή αθέατοι. Τι υπάρχει ακόμα από τα ίχνη αυτών των μαχών; Έχουν ήδη περάσει 65 χρόνια από το Δεκέμβριο του 1944. Χρόνια κοσμογονίας για την Αθήνα που στην κυριολεξία μεταμορφώθηκε στην περίοδο αυτή. Είναι φυσικό να μην απομένουν παρά μόνο ελάχιστα ορατά ίχνη από τις 33 ημέρες της μάχης της Αθήνας – και αυτά μόνο ένας βαθιά μυημένος θα μπορούσε να τα αναγνωρίσει. Οι τρύπες από σφαίρες στις προσφυγικές πολυκατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας ή στο μάρμαρο του κτηρίου στη λεωφόρο Αμαλίας είναι τα πιο γνωστά από αυτά τα κατάλοιπα. Κάποιες επιγραφές της εποχής που έρχονται στο φως όταν ο σοβάς που τις σκέπασε έπεσε με τα χρόνια, κάποια ίχνη ορυγμάτων στον Αρδηττό που ίσως τότε ήσαν χαρακώματα. Για τέτοια κατάλοιπα μιλάμε, για σπαράγματα της μεγάλης εικόνας. Οι φωτογραφίες μόνο μας δίνουν μια εικόνα. Αλλά ακόμα και σε αυτές δυσκολευόμαστε πλέον να αναγνωρίσουμε τον τόπο και τα γύρω κτήρια. Είναι η πόλη πια το πεδίο του πολέμου; Αν χρειαστεί ναι. Οι άνθρωποι πολεμούν σχεδόν παντού όταν έρθει η κακή ώρα του πολέμου. Καθώς μάλιστα στην δική μας εποχή το δομημένο περιβάλλον, ο αστικός χώρος αν προτιμάτε, έχει υπέρμετρα εξαπλωθεί, είναι περίπου βέβαιο ότι οι πόλεις θα γίνουν πεδία μαχών σε έναν μελλοντικό πόλεμο.

* Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών Α.Π.Θ.


πόλη_Αφιέ ρωμ α

για την πόλη-ανάποδα _Ναταλία Ρουμελιώτη, αρχιτέκτων μηχανικός

Η πόλη-ανάποδα είναι η πόλη κάτω από τα πόδια μας και βρίσκεται σε εκστατική περιδίνηση. Εμφανίζεται υπερπλήρης ως πλανώμενη ύλη άχρηστων αντικειμένων: πεταμένα κοντέινερ, καρέκλες, καναπέδες, εξαρτήματα, θερμοσίφωνες, συσκευές, εκτυπωτές, παπούτσια, βαλίτσες, κλιματιστικά, αντικείμενα τα οποία εναλλάσσονται καθημερινά δίπλα στον κάδο απορριμμάτων αρθρώνοντας μια σιωπηλή, ανεξερεύνητη αστική γλώσσα. Η πόλη επί τους πόδας μας! Πρόκειται για το κοινό μας μυστικό ως τη στιγμή του επείγοντος, που αποκαλύπτεται μέσω της όσφρησης και κατόπιν μέσω της όρασης, π.χ., λόγω μιας απεργίας των εργαζομένων στα συνεργεία καθαρισμού. Ο Η. Hancock, ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς της jazz, αναφέρει πως ο κόσμος θα ήταν νεκρός, χωρίς την καθημερινή παρουσία αυτών των ανθρώπων, καθώς είναι εξίσου σημαντικοί με έναν δάσκαλο, έναν rock star ή έναν ηγέτη. Αναφέρει η M. Douglas πως η βρομιά δεν είναι ένα μεμονωμένο συμβάν, αλλά ένδειξη ύπαρξης ενός συστήματος1. Ο κάδος απορριμμάτων, τόπος καθημερινής εμπειρίας απώλειας, είναι ζωτική απόδειξη της συνολικής δομής σκέψης σε μια κουλτούρα. Όσα δεν εντάσσονται πλέον ή δεν εξυπηρετούν έναν προσδοκώμενο ρόλο, απορρίπτονται με αισθήματα καταστροφής, αηδίας, αποστροφής. Στο βιβλίο Trash, ύμνο για τα σκουπίδια, o J. Knechtel2 ορίζει συνοπτικά το πεταμένο αντικείμενο ως το άδειο, το χρησιμοποιημένο, το σπασμένο, το χαμένο, το αποφυώδες, το απαρχαιωμένο, το εξορισμένο, αυτό που αφέθηκε πίσω. Η πλεονάζουσα ενέργεια που περικλείεται στο βρόμικο πλέγμα της πόλης επιφέρει σποραδικά αναστάτωση: τι σημαίνει η πόλη-ανάποδα; Σημειολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταύτιση όσων πραγμάτων βρίσκονται στο έδαφος με το τέλος ζωής τους, εξαιτίας και μόνο της θέσης τους να κείτονται χάμω. Ο Μ. Thompson3 υποστηρίζει πως υπάρχουν μεταβάσεις διαμέσου του ορίου μεταξύ των πραγμάτων που συνωμοτούμε στο να μη δούμε και σε αυτά που δεν μπορούμε να δούμε: δεν είναι ένα σταθερό όριο. Άρα η πόλη-ανάποδα είναι μια πόλη που απαρτίζεται από ένα υλικό συνονθύλευμα το οποίο βρίσκεται σε λάθος θέση-τόπο, ενώ είναι αποτέλεσμα της συνωμοσίας του μη ορατού που υφαίνεται κυρί-

ως δίπλα στους κάδους απορριμμάτων. Από το ύψος ενός μπαλκονιού το καθημερινό υπόλοιπο αφαίρεσης εμφανίζεται συρρικνωμένο, για να μεγεθυνθεί μέσω της εγγύτητας τη στιγμή της απόρριψης. Μπροστά σε έναν κάδο απορριμμάτων, με προσποιητή ανεμελιά και επιτακτική σβελτάδα, απομακρύνονται τα θραύσματα δημιουργίας και επιθυμίας. Το υφαντό της πόλης-ανάποδα με τη διάσπαρτη ύλη, υποδεικνύει τις λαθεμένες προσπάθειες στο θέμα χειρισμού της διάθεσης επιλογών, καθώς και την αποτυχία να τεθούν γνώση και σχεδιασμός σε σωστή βάση. Το καθιερωμένο πρότυπο designer δεν σχεδιάζει, σχεδόν ποτέ, με την προοπτική του τέλους ή της αντίστοιχης αποδόμησης του αντικειμένου, λες και εξορκίζει έτσι τον ίδιο το θάνατο. Ποιος νοιάζεται αφού αγοράστηκε και κατ’επέκταση, για το high-tech αθάνατο έδεσμα, την επονομαζόμενη πλαστική σούπα στη μέση του Ειρηνικού Ωκεανού. Σε μορφή σμήνους, καταφθάνουν ακόμη μπαλώματα από την κάθε πόλη-ανάποδα του πολιτισμού, δύσης και ανατολής. Ταξίδεψαν για δεκαετίες, ώστε να στροβιλιστούν μαζί στο ωκεάνιο ταξίδι τους σχηματίζοντας νησίδες μεγέθους αναλόγου με εκείνο των ηπείρων της αφετηρίας τους. Ναι, από κανένα μπαλκόνι ή έξοδο πολυκατοικίας δεν είναι ορατό το μέγεθός της! Στη μικροκλίμακα της πόλης ο κάδος απορριμμάτων, ως εν δυνάμει κρίσιμο αρχιτεκτονικό στοιχείο, μπορεί να μετατοπίσει το σχεδιαστικό λάθος και την αστοχία της γνώσης, με πιθανή μείωση του ρυθμού μεταβολής της εντροπίας. 24 ώρες καθημερινά, 365 μέρες το χρόνο και για δεκαετίες αποτελεί το συλλογικό σημείο μιας ετεροχρονισμένης συνάντησης και πιθανής ανταλλαγής μεταξύ των ενοίκων διαφορετικών οικοδομικών τετραγώνων καθώς και περαστικών. Νήματα αδειάσματος από τη σφαίρα του ιδιωτικού στον δημόσιο χώρο. Η συνωμοσία του μη ορατού καταρρίπτεται όταν, ξαφνικά, απουσιάζει το τζάμι μια βιτρίνας, ενώ στέκεσαι δίπλα στον κάδο με το βλέμμα καρφωμένο πάνω σε ένα αντικείμενο, μετάθεση μιας άλλοτε επιθυμίας. Η πόλη-ανάποδα κατασκευάζει αντι-βιτρίνες! Αναπάντεχα και κατ’ αποκλειστικότητα, μόνο από τη λάθος θέση, σου προσφέρεται η δυνατότη-

τα παράτασης ζωής του αντικειμένου που αφέθηκε στο έδαφος. Ένα υφαντό από τέλειες επιφάνειες, σκληρές διατομές, ποικίλα ημιδιαφανή ή πολύχρωμα υλικά πλεγμένα με την πατίνα του χρόνου και τις πιθανές γρατσουνιές, κείτονται σε φάση αναμονής του απορριμματοφόρου και της, κατά σύμβαση, νέκρωσης με τον ερχομό. 24 ώρες! Το ωρολογιακό χρονόμετρο διαρρηγνύεται τη στιγμή που κάποιος εισβάλλει στην πόλη-ανάποδα αποφασίζοντας να αφαιρέσει το αντικείμενο από τη λάθος θέση, ματαιώνοντας την αδράνεια του συστήματος και της αποκρυσταλλωμένης γνώσης. Ο κάποιος, είναι ένας hacker, όταν διασώζει το αντικείμενο θέτοντάς το σε κίνηση και μεταφέροντάς το ξανά στη δική μας πόλη! Χακεύω σημαίνει αφαιρώ, και κάθε χάκεμα αγγίζει το δυνητικό και μετασχηματίζει το υπαρκτό4. Κάθε κομμάτι του υφαντού, που περιλαμβάνει ένα μίνιμουμ τεχνολογικών στοιχείων και το οποίο χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από την προβλεπόμενη, πιθανώς και λόγω παρανόησης, αποτελεί χάκεμα. Εάν το χάκεμα έχει να κάνει με τη φαντασία, τότε ο κάποιος χακεύει και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να πραγματοποιήσει τους στόχους του κυμαίνονται από την τελευταία λέξη του τεχνολογικού φάσματος έως την πρώτη. Αφαιρώ ένα κομμάτι του υφαντού από το τοπολογικό σημείο μηδέν που ορίζει ο κάδος απορριμμάτων, μπορεί να σημαίνει είτε την επανάχρησή του με την εφεύρεση μιας νέας εντελώς λειτουργίας, είτε την προσαρμογή σε νέο περιβάλλον, είτε την αποδόμηση και ανασύνθεσή του με άλλα αντικείμενα, είτε το μετασχηματισμό του, είτε, τέλος, την υλική του μετάλλαξη. Η πόλη-ανάποδα αναποδογυρίζει και εφάπτεται κανονικά ως ύφανση στο εσωτερικό των πολυκατοικιών, όσο οι πιθανότητες για χάκεμα αποτελούν μια πρώτη πράξη επινόησης νέων κόσμων.  

1

Mary Douglas, Purity and Danger: An analysis of the Concepts of

2 John Knechtel, Trash, Alphabet City, MIT Press, 2007, σ.8. pollution and Taboo, London Routledge and Kegan Paul,1978, σ.36. 3 Michael Thompson, Rubbish Theory. The Creation and Destruction of Value, Oxford University Press, 1979, σ.92. 4 Mc Kenzie Wark, ’Ενα Mανιφέστο των Χάκερ, μτφ. Νεκτάριος Καλαιτζής, Scripta, 2004, παρ.071, 083.

το λεξικό του διαόλου _Μάνος Σιφονιός

Άλ-σος  Άγνωστη για τους πολλούς λέξη, που αν και κραυγάζει από γεννησιμιού της για τη σωτηρία της, έχει πάψει να πολυχρησιμοποιείται και απομένει ο οριστικός εξοβελισμός της από το λεξικό της πόλης. Διαδήλωση  Θρησκευτική τελετή στην οποία συρρέουν οι πιστοί για την περιφορά αιτημάτων, έχοντας στο μυαλό τους την προσδοκία της ανάστασης. Πώς λέμε επιτάφιος; Δρόμος  Ένας άγνωστος κύριος που θεωρούμε ότι αν τον ακολουθήσουμε θα μας οδηγήσει στη Σαγκριλά, αλλά κατά κανόνα αποδεικνύεται παλιός μας γνώριμος και μας γυρίζει στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Αναρωτιέμαι τελικά τι εννοούσε η μάνα μας όταν έλεγε να μην ακολουθούμε αγνώστους!

Πεζοδρόμιο  Καθιερωμένος χώρος ανάπαυσης οχημάτων, ο οποίος υποχρεώνει τους αρμόδιους χρήστες του σε ενδιαφέροντα σλάλομ. Πόλη  1. Πολύβουο μελίσσι με εκατομμύρια κηφήνες, ελάχιστες εργάτριες, καμία βασίλισσα και δισεκατομμύρια τόνους παραγωγής σκουπιδόμελου. 2. Καρπός από τη διασταύρωση της ανασφάλειας και του ανταγωνισμού. Η σύγχρονη βιολογία την αναγνωρίζει ως τερατογένεση. 3. Ό,τι μένει αν αφαιρέσεις τα σκουπίδια. 4. Ιερός -παλαιότεραχώρος στον οποίο όμως, ακόμη προσφεύγουν ικέτες στη θεά της εργασίας, αλλά φευ καταλήγουν σε λάτρεις του δαίμονα της ανεργίας και τελικώς, υποτακτικοί των ιερέων του. 5. Βιβλίο με ένα φανταχτερό εξώφυλλο και εκατομμύ-

ρια μουντές ιστορίες. 6. Ανώτερος οργανισμός, με καρδιά, κυκλοφορικό και κυρίως απεκκριτικό σύστημα. Οι ποσότητες των εκκρίσεων που αποβάλλει είναι παροιμιώδεις και αποτελούν τροφή για τους κατώτερους οργανισμούς, μερικοί από τους οποίους νομίζουν ότι τον εξουσιάζουν. Σήματα  Διακοσμητικά στοιχεία με σκοπό τον αποπροσανατολισμό και τη γνωριμία με άλλα μέρη, εκτός του προορισμού σου. Σκουπίδια  Ανεπιθύμητα τέκνα μας, τα οποία αποκηρύσσουμε με μεγάλη ευκολία και επιμένουμε να τα υιοθετήσει κάποιος άλλος. Μεγαλώνοντας, εξελίσσονται σε εύφλεκτα μέσα προπαγάνδας και εκβιασμού.  

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 23


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Περπατώ εις την πόλη όταν ο λύκος είναι εδώ

_Eύα Μανιδάκη, αρχιτέκτων, _Θανάσης Δεμίρης, αρχιτέκτων Οδοιπορικό: 485 μέτρα ή 730 βήματα, από τη Βιβλιοθήκη στη Βαρβάκειο Αγορά.

Χωρίς τις στοές η περιπλάνηση δεν θα είχε αποκτήσει νόημα…. W. Benjamin

Ανακαλύπτοντας την «κρυφή πόλη» Η περιπλανητική διάσχιση των κτηρίων, μας οδηγεί σε μία πολύ προσωπική ανάγνωση της πόλης. Μια πόλη, η οποία απουσιάζει από χάρτες και τουριστικούς οδηγούς. Την ύπαρξή της, την αντιλαμβανόσαστε όταν πετάξουμε πάνω από την πόλη που γνωρίζουμε και παρατηρήσουμε τους αναρίθμητους κρυφούς χώρους μέσα στα οικοδομικά τετράγωνα: φωταγωγούς, αίθρια, εσωτερικές αυλές, ακάλυπτους. Τα καλά αυτά κρυμμένα κενά μέσα στον φαινομενικά συμπαγή όγκο του οικοδομικού τετραγώνου μάς δημιουργούν αυτή την οικεία πολεοδομία.

Όταν περπατάμε μέσα στις στοές διαπιστώνουμε ότι η κίνησή μας περιορίζεται από τους εσωτερικούς τοίχους των κτηρίων που υποδιαιρούν το χώρο και από τα εσωτερικά αίθρια που τον επανασυνδέουν. Αυτή η νέα κίνηση στην κοιλιά του κτηρίου, μας κάνει να γινόμαστε και εμείς, άνθρωποι πιο οικείοι, πιο κοντινοί στην πόλη αυτή. Η έγκλειστη οικειότητα δημιουργεί, μια σχέση χωρική και μεταβλητή καθώς ανιχνεύουμε το μυστικό σώμα της πόλης. Η διείσδυση από τον ένα χώρο στον άλλο, από το εσωτερικό και χαμηλό στο εξωτερικό και ψηλό, από το ιδιωτικό στο δημόσιο, από το στενό στο πλατύ, χτίζουν αυτή την καινούργια οδοιπορία στο μυστικό σώμα της πόλης. Οι διαδοχικές μεταβολές των θεάσεων, η διακύμανση του

24 | κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0

φωτός, από το φυσικό στο τεχνητό, η έξαρση των σκιών, τα βλέμματα των πεζών που διασταυρώνονται διά μέσου των ραμπών αλλά και των πιο περιορισμένων κινήσεων στο εσωτερικό των στοών, καλλιεργούν τις στενές επαφές με την πόλη και τους κατοίκους της. Εκεί υπάρχει και αναπνέει μια άλλη πόλη, μια φαινομενικά αυτάρκης και αυτόνομη πόλη, με δημόσιους οργανισμούς, τράπεζες, σχολεία, καταστήματα, ιατρεία, γραφεία, εκκλησίες, ξενοδοχεία, πανεπιστήμια, θέατρα, ωδεία, κατοικίες… Αυτό το πολεοδομικό collage χρήσεων, αρχιτεκτονικής, εποχών. είναι «λιγωτικά χορταστικό» και μας κάνει να το γευόμαστε ξανά και ξανά!!!


πόλη_Αφιέ ρωμ α

στοά η [stoa] προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις «στοιά» και «στωιά». α. Επίμηκες κτίσμα ανοιχτό από τη μία τουλάχιστον πλευρά, που διαμορφώνεται σε κιονοστοιχία ή σε τοξοστοιχία μονώροφη ή διώροφη β. Στεγασμένο συνήθως πέρασμα ανάμεσα από ένα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα με καταστήματα στις δύο πλευρές.

Ήταν πριν μερικά χρόνια όταν ξαφνικά έπιασε μια μπόρα και έτρεξα μέσα της, για να προφυλαχθώ από τη βροχή. Από τότε, άρχισε μία ιστορία, που ακόμα δεν έχει γραφτεί το τέλος της. Θυμάμαι τις μυρωδιές από ένα μικρό καφενείο που ήταν στα δεξιά κάτω από μια σκάλα κρυμμένο, θυμάμαι στην είσοδο του κτηρίου τον κύριο θυρωρό να με ρωτάει αν ψάχνω κάτι έτσι όπως είχα γουρλώσει τα μάτια μου στο ξύλινο ταμπλό με τις επιγραφές. 105 – Βιοτεχνία Βαπτιστικών 108 – Γραβάτες

139 – Δάνεια – Δυσμενή – Άλλες Οικονομικές Υπηρεσίες 146 – Ιδιωτικές Ασφαλείας

Έρευνες

Συστήματα

Θυμάμαι εκείνη τη σκάλα ράμπα να κατεβαίνει προς τα κάτω, άκουγα έναν ρυθμικό ήχο, που χτυπούσε μάλλον πάνω σε δέρμα. Κατεβαίνοντας κάτω είδα τρία τσαγκαράδικα στη σειρά. Οι ήχοι ήταν άλλοι από αυτούς «της έξω πόλης» και ήταν τόσο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Το φως ήταν αλλιώς. Τα φώτα τα νέον τρεμόπαιζαν και έκαναν καταπληκτικές αντανακλάσεις στα απέναντι κόκκινα μάρμαρα. Δεν ήθελα να φύγω από εκεί, δεν με ένοιαζε αν η βροχή είχε σταματήσει· ήθελα να πάω βαθιά και πιο βαθιά.

127 – Εκκλησία «Σύναξης του Θεού» Η στοά είχε γίνει το μικρό μου καταφύγιο.  

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 25


Αφι έ ρω μα _ πόλη

«Η ηλιόλουστη ομορφιά των κουρσάρων»* _Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.

Έχουμε ξεχάσει τις συνολικές προτάσεις για την πόλη που προβάλλουν ένα μελλοντικό «ουτοπικό» όραμά της. Καταγράφουμε την αδυναμία μας να δημιουργήσουμε ολικές εναλλακτικές προτάσεις του αστικού χώρου. Οι τελευταίες ολικές προτάσεις είδαν το φως τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Σήμερα, ο πραγματικός κόσμος δημιουργείται κομμάτι κομμάτι και όχι συνολικά. Η μόνη ολική προβολή στο μέλλον αφορά σε φόβους καταστροφής. Έτσι λοιπόν έχει σημασία να ξαναδιαβάζουμε εκείνες τις ολικές ριζοσπαστικές προτάσεις των δεκαετιών ’60 και ’70 που επιχειρούν το συνολικό διαφορετικό και φυσικά μεταξύ αυτών την πρόταση για την «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» του Τάκη Ζενέτου όχι μόνο γιατί ξεκινά από έναν προβληματισμό για τον ελληνικό αστικό χώρο αλλά και γιατί είναι από τις μοναδικές «τεχνοτοπίες» του διεθνούς χώρου που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις ψηφιακές τεχνολογίες, τις «τεχνολογίες της επικοινωνίας» όπως ο ίδιος τις ονόμαζε, αλλά και σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα βιώσιμη ανάπτυξη, γεγονός που την καθιστά διπλά επίκαιρη. Η πρώτη δημοσίευση της «Ηλεκτρονικής Πολεοδομίας» έγινε το 1963 στο περιοδικό Αρχιτεκτονική. Οι επόμενες δημοσιεύσεις είναι στο ίδιο περιοδικό το 1963 καθώς και στα Αρχιτεκτονικά Θέματα το 1967. Ακολουθεί η αυτόνομη έκδοση του 1969 και οι δημοσιεύσεις στα Αρχιτεκτονικά Θέματα των ετών 1969 και 1970, ενώ στο ίδιο περιοδικό, στα τεύχη των ετών 1973 και 1974 γίνεται μια τελευταία λεπτομερής αναφορά στην επεξεργασία των γενικών αρχών σχεδιασμού και ιδιαίτερα στο σχεδιασμό μονάδων κατοικίας. Η «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» είναι για τον Τάκη Ζενέτο, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ένα εργαστήριο ιδεών. Στα αρχιτεκτονικά του έργα, που σχεδιάστηκαν με στόχο να υλοποιηθούν, είναι δυνατόν να επισημανθούν, εκτός από την ιδιαιτερότητα κάθε έργου, τα στοιχεία εκείνα που είτε προέρχονται από την «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» είτε την τροφοδοτούν. Στην «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» ο Τάκης Ζενέτος δοκιμάζει τα άκρα των προβληματισμών του. Ωστόσο, οι θεωρητικές ή σχεδιαστικές αναζητήσεις του αρχιτέκτονα, που υπερβαίνουν τους συμβατικούς όρους με τους οποίους η κατασκευή και η λειτουργία γίνονται αντιληπτές στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο του σχεδιασμού, εμπλουτίζουν τον συνθετικό προβληματισμό του, αποτελούν έναν συντελεστή που υπεισέρχεται στο σχεδιασμό της πραγματικότητας. Το ψηφιακό όραμα βρίσκεται σε μια αμφίδρομη σχέση με το προς κατασκευή έργο. Στην τρίγλωσση έκδοση του 1969, ο Τάκης Ζενέτος αναδιατυπώνει τις μέχρι τότε προτάσεις του τοποθετώντας στον πυρήνα της «Ηλεκτρονικής Πολεοδομίας» τις νέες

26 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

τεχνολογίες της επικοινωνίας. Ο υπότιτλος Telepolis Versus Megapolis είναι αρκετά εύγλωττος και δίνει το στίγμα της μελέτης: η ευρεία χρησιμοποίηση των «τηλε-μέσων», –σε συνδυασμό με μέτρα περιφερειακής ανάπτυξης και εύκαμπτη πολεοδομία– θα άρει τις αιτίες που έχουν προκαλέσει την υπέρμετρη ανάπτυξη των πόλεων και τις απειλούν με ασφυξία. Στην πρόταση που παρουσιάζεται στο Ζάππειο το 1971 και δημοσιεύεται στα Αρχιτεκτονικά Θέματα σε δύο συνέχειες (1973 και 1974), η αιώρηση της πόλης πάνω από τη φύση είναι το τελευταίο στάδιο μιας εξελικτικής διαδικασίας που σταδιακά «απογειώνει» την πόλη. Η κεντρική ιδέα της «Ηλεκτρονικής Πολεοδομίας» είναι η δημιουργία ενός εκτεταμένου συστήματος ανηρτημένων από καλώδια επιπέδων, που θα φιλοξενήσουν τις δραστηριότητες της πόλης και ιδιαίτερα την κατοικία, επάνω από την προστατευόμενη και ελεύθερη φύση. Οι τεχνολογίες της επικοινωνίας θα επιτρέπουν τη γενικευμένη διασύνδεση ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων. H εκτεταμένη εφαρμογή τηλε-εργασίας, τηλε-διαχείρισης, τηλε-ιατρικής, τηλ-εκπαίδευσης, θα ξαναοργανώσει το ανθρώπινο περιβάλλον προς την κατεύθυνση της ελεύθερης επικοινωνίας και δημιουργικής απασχόλησης. «Τα όρια που θέσαμε χθες ξεπεράστηκαν και τα όρια που θέτουμε σήμερα είναι πάλι κινητά, παρ’ όλη την ανθρώπινη σταθερά». Πιστεύει ακράδαντα ότι αυτό το ξεπέρασμα των ορίων συνδέεται με την ενοποίηση του παγκόσμιου χώρου μέσα από τα δίκτυα επικοινωνίας και προχωρά, προς την κατεύθυνση μιας ουμανιστικής θεώρησης των τεχνολογιών της πληροφορίας. Απογείωση, ελαφρότητα, άυλο και Φύση είναι λέξειςκλειδιά της «Ηλεκτρονικής Πολεοδομίας». Απογείωση για τα στάδια μετάβασης προς το μέλλον, ελαφρότητα για το τεχνικό μέσον, άυλο για το στόχο και η Φύση ώς το Άλλο, σε σχέση με το οποίο ορίζεται οντολογικά η αρχιτεκτονική. Καταλύτης είναι οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας. Η σταδιακή απομάκρυνση από το έδαφος και η αιώρηση επάνω από τη Φύση, υποστηρίζεται από τις Τεχνολογίες της Επικοινωνίας που διασύνδεουν λειτουργικά όλες τις δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα. Η αρχιτεκτονική είναι λοιπόν απεδαφοποιημένη και διασυνδεδεμένη. Ο Τάκης Ζενέτος φαίνεται να βρίσκεται μεταξύ του μοντερνισμού και της άρνησής του μέσα από την προβολή του προς την άυλη και κυρίως διασυνδεδεμένη αρχιτεκτονική. Η απεδαφοποίηση συνδυασμένη με την

πρόταση για τεχνητή γη επάνω από τη φύση, δεν θα διέφερε από τη Cité radieuse του Le Corbusier αν δεν συνδεόταν με το άυλο των νέων τεχνολογιών. Η απεδαφοποίηση, συσχετιζόταν πάντα με την απελευθέρωση από τα δεσμά του τόπου, με την αποδέσμευση από την υποχρέωση μιας αρχιτεκτονικής υπερπροσδιορισμένης από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου χώρου που εντέλει καταλαμβάνει. Ακόμα συσχετιζόταν με μια αρχιτεκτονική απελευθερωμένη από την κωδικοποιημένη αντίληψη για την ιστορία καθώς και από το βάρος της παράδοσης. Η ελευθερία αυτή είναι ελευθερία κίνησης σε έναν χώρο χωρίς όρια και συνεπώς χωρίς κέντρο προσδιορισμένο από τα πριν. Πρόκειται για την επιθυμία να σχεδιάσει κανείς ό,τι θεωρεί σωστό επάνω από το έδαφος, εκεί όπου όλοι οι περιορισμοί που τίθενται επί του εδάφους διαλύονται. Το σχήμα που εντέλει προτείνει είναι πιο πολύπλοκο από τη διχοτομία «φύση/στο έδαφος»-«αρχιτεκτονική/υπέργεια». Καθώς ο κτισμένος χώρος απογειώνεται, αφήνει λειτουργίες να εξακολουθούν να φιλοξενούνται από το φυσικό περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα η φύση σκαρφαλώνει στο τρισδιάστατο πλέγμα. Οι υπάρχουσες πόλεις ανακαινίζονται και είναι φορείς ιστορικής μνήμης. Η φύση «ανακαινίζεται» και αυτή για να αποκατασταθεί στην αρχική της κατάσταση πριν από τις καταστροφικές επεμβάσεις του ανθρώπου. Στο έδαφος θα εξακολουθούν να βρίσκονται οι άμεσα συσχετιζόμενες με αυτό λειτουργίες όπως είναι ο αθλητισμός και η ελεύθερη, χωρίς πρόγραμμα επαφή με τη φύση. Ακόμα στο φυσικό έδαφος βρίσκονται και τα σχολεία, αφού η σχέση του ανθρώπου με τη φύση είναι βασικό και βαθύ στοιχείο της εκπαίδευσής του. Στα πρώτα επίπεδα επάνω από το έδαφος τοποθετούνται οι δημόσιες λειτουργίες και η κατοικία τοποθετείται στα ψηλότερα, πιο απομονωμένη. Οι καλλιέργειες βρίσκονται φυσικά στο έδαφος, ωστόσο ένθετα εδάφη βρίσκονται και στα τεχνητά επίπεδα, ψηλά, κοντά στην κατοικία, για ατομικές ή ομαδικές καλλιέργειες. Η πόλη αιωρείται επάνω από τη φύση. Πόλη-πλοίο, που απομακρύνεται από εκείνη την καθημερινή πραγματικότητα που κατασκευάζεται κομμάτι κομμάτι; «Οι πολιτισμοί χωρίς πλοία είναι σαν τα παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν ένα μεγάλο κρεβάτι που πάνω του να παίξουν. Τα όνειρά τους τότε στερεύουν, η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια, και η τερατώδης ασχήμια της αστυνομίας την ηλιόλουστη ομορφιά των κουρσάρων»*. 

* Michel Foucault, Les Hétérotopies, 1966.


πόλη_Αφιέ ρωμ α

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 27


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Αυτοσχέδια πόλη 3 Οδικοί διάδρομοι _errands

«Ποτέ δεν σκέφτηκα να κόψω δρόμο, αυτό είναι το γραφείο μου» Υπάρχουν πορείες οχημάτων οι οποίες διαπερνούν την πόλη με προκαθορισμένα δρομολόγια που επαναλαμβάνονται καθημερινά. Οι πορείες απορριμματοφόρων, λεωφορείων ή τρόλεϊ διαμορφώνονται από ένα άκαμπτο πρόγραμμα. Η επανάληψη ενός δρομολογίου παγώνει την κίνηση, αποδυναμώνει τις εναλλαγές. Οι επαναλαμβανόμενες τροχιές γίνονται αντιληπτές ως κλειστοί χώροι. Με αυτό τον τρόπο οι εργαζόμενοι μέσω των προδιαγεγραμμένων αυτών διαδρομών οικειοποιούνται σε ένα βαθμό το έξω της πόλης, δίνοντας μια διάσταση προσωπική στον δημόσιο χώρο. • Το ατομικό πρόγραμμα των δρομολογίων αλλάζει ανά τυχαία χρονικά διαστήματα. Μπορεί κάθε μέρα, μπορεί κάθε δυο μέρες, αλλά όλα τα δρομολόγια επαναλαμβάνονται τακτικά. (7 χρόνια οδηγός λεωφορείου) Απλά μ’ άρεσε, ας πούμε, να ‘χω διαδρομές μεγάλες, έτσι να μην κάνω πολλά δρομολόγια για παράδειγμα. Να μην έχεις πολλές επαναλήψεις δηλαδή… Να κάνεις ας πούμε ένα μεγάλο δρομολόγιο, να κάνεις δυόμισι δρομολόγια, να μην κάνεις ξέρω ’γω ένα μικρό που θα κάνεις 5-6… Γιατί βαριόμουν τις επαναλήψεις… Εμένα αυτό μ’ άρεσε. Αλλά είχαμε και κάποια τοπικά. Τώρα έχει κάποιο στο Περιστέρι, ας πούμε, ένα δρομολόγιο το 822. Ε, αυτό είναι σβούρα, δηλαδή εκεί που θα κάνεις… Κρατάει ένα τέταρτο να πας, ένα τέταρτο να ’ρθεις, μισή ώρα. Όταν είσαι οδηγός τι μπορείς να κάνεις; Τίποτα. Απλά οδηγάς. Έχεις το νου σου, ε – είσαι συγκεντρωμένος, κάνεις τη δουλειά σου. Αυτή είναι η δουλειά σου. Στη μια ώρα κάνεις ένα-δύο δρομολόγια, στο οκτάωρο θα κάνεις 12-14 τέτοια πάνω-κάτω, ξέρω ’γω… Και τυχαίνει καμιά φορά να κάνεις το ίδιο για δυο μέρες συνέχεια. • Πολλές επαναλήψεις ενός δρομολογίου σημαίνει ότι γνωρίζεις κάθε δεδομένο της διαδρομής. Ας πούμε, μπορεί να δες το πεζοφάναρο ν’ ανάψει απέναντι, απ’ λες θ’ ανάψει κίτρινο, κόβεις… ξέρεις ακριβώς. … Ξέρεις, τα σαμαράκια που ’χει – που βάζουν οι δήμοι ας πούμε, ή η λακκούβα ή ποια στροφή είναι πιο κλειστή, πιο ανοιχτή... Ή, ξέρω ’γω, αν θα στρίψεις και θα βρεις, για παράδειγμα, παρκαρισμένα… Εεε… ακόμα ξέρεις και σε ποιο δρομολόγιο, για παράδειγμα, μπορεί να πάρεις ένα, ας πούμε, εμείς λέμε τα πεντάρια (δρομολόγιο το οποίο ξεκινάει 5 η ώρα το πρωί) και να κλειστείς επειδή ο άλλος δεν έχει πάρει το αμάξι του.

28 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

• Στα δρομολόγια που επαναλαμβάνονται, ιδιαίτερη διαφορά κάνουν μόνο οι καιρικές συνθήκες. (31 χρόνια οδηγός τρόλεϊ) Όταν κάνεις την ίδια διαδρομή συνέχεια «το βάζεις στο σκληρό δίσκο» και λες ότι αύριο θα πας αυτή τη διαδρομή που έχει 3-5-6 δρομολόγια. Τον Αύγουστο 6 δρομολόγια! Ξέρεις τι σημαίνει με 45 βαθμούς έξω και με τα παλιά τα Ρώσικα τα τρόλεϊ; Με εκείνα έπιανες αυτή εκεί την κολόνα και δεν μπορούσες να την πιάσεις γιατί έκαιγε. Φαντάσου μ’ αυτή τη θερμοκρασία να κάνεις 6 δρομολόγια.

μαι με τις συγκοινωνίες είτε για να έρθω στη δουλειά είτε για να φύγω. Μετά τις 8:00 δεν κάνω υποχωρήσεις.

• Για τον συγκεκριμένο οδηγό, τα δρομολόγια δεν είναι άκαμπτα. Μέχρι τις 8:00 εγώ παίρνω και εκτός στάσεως, γιατί ξέρω ότι είναι εργαζόμενοι σαν και μένα γιατί κι εγώ μεταφέρο-

• Όλες οι διαδρομές έχουν την ίδια αίσθηση. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ο καιρός. Άμα κάνει κρύο ή βροχή, δεν υποφέρεται.  

• Με την επανάληψη των διαδρομών αναγνωρίζονται μόνο τα καθήκοντα της δουλειάς (Υπάλληλος απορριμματοφόρου 20 χρόνια εργασίας, 8 χρόνια στην ίδια περιοχή) Όλες οι διαδρομές είναι το ίδιο. Ξέρω πού είναι τα καζάνια (οι υπάλληλοι αποκαλούν τους κάδους καζάνια), ξέρω πού έχει πολλά σκουπίδια, πού έχει βαριά πράγματα, τις ταβέρνες, μπουκάλια τέτοια κτλ.


πόλη_Αφιέ ρωμ α

Η πόλη ανάποδα _Tijana Prodanovic

Δευτέρα το πρωί. Η Ηρακλείου, μπλοκαρισμένη όπως πάντα, σε συνεργασία με το «φιλόξενο» Α8, προσφέρουν την απαραίτητη ατμόσφαιρα για επιτυχείς συναναστροφές και καινούργιες φιλίες. Δύο κυρίες κάθονται πίσω μου και παρασύρομαι από την κουβέντα τους. Μιλούν την ίδια, ξένη τους, ελληνική γλώσσα, αλλά οι προφορές αναδεικνύουν δύο διαφορετικές καταγωγές: την αλβανική και τη γεωργιανή. Η θεματολογία κλασική -διεθνής- γυναικεία: περί δικών τους ανδρών και άλλων γυναικών… Μιλούσαν για τις άτιμες Ρουμάνες, δηλαδή, που κλέβουν τους άνδρες τους. Κάτι το αυτονόητο για έναν Έλληνα –όπως είναι το «γεγονός» ότι όλες οι ξένες κλέβουν το εγχώριο ανδρικό προϊόν, οι καθημερινές συνήθειες, διάφορα στιγμιότυπα της ζωής στην Αθήνα– για έναν ξένο, μπορεί να έχει εντελώς διαφορετική σημασία... Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια σε αυτήν την πόλη, ακόμα εκπλήσσομαι με το φαινόμενο «κάνω τον σταυρό μου όπου σταθώ και όπου βρεθώ». Παρατηρώ παντού ανθρώπους να κάνουν περίεργες ακροβασίες με τα χέρια τους όποτε περνούν δίπλα από εκκλησία. Αν και ορθόδοξη (βλέπε: γνωρίζω τη διαδικασία με τα τρία δάχτυλα, όπως και το σχετικό ποίημα «εις το όνομα του πατρός…»), ομολογώ ότι η ποικιλία των στυλ και πατρόν, πάντα με εντυπωσιάζει. Είτε στο τρένο, είτε πάνω στη μηχανή, είτε κρατώντας τρεις σακούλες από τη λαϊκή στο ένα χέρι και το κινητό – αξεσουάρ στο άλλο… η ιεροτελεστία πάντα πραγματοποιείται. Με γρήγορες κυκλικές κινήσεις πάνω από την περιοχή του στομαχιού ή τοποθετώντας προσεκτικά την ενότητα των τριών δαχτύλων στο μέτωπο και τον κάθε ώμο, ψιθυρίζοντας την προσευχή ή φωνάζοντας στο τηλέφωνο παράλληλα. Το αγαπημένο μου στυλ, πάντως, είναι το «στολισμένο», με το κομπολόι να κρέμεται από τα δάχτυλα. Σε αυτήν την τεχνοτροπία η προσευχή αντικαθίσταται από το γαμωσταυρίδι που μόλις ρίξαμε, ως γνήσιοι χριστιανοί, στον διπλανό Πακιστανό, που μιλάει υπερβολικά δυνατά με τον συμπατριώτη του. Υποθέτω, αυτό που μας χαλάει είναι το γεγονός ότι στερούμαστε ενός καλού καθημερινού κουτσομπολιού, καθώς δεν γνωρίζουμε τι λέει. Κάποτε ούτε εγώ ήξερα την ελληνική γλώσσα και θυμάμαι όταν μια φορά στο περίπτερο προσπαθούσα να ζητήσω χαρτομάντιλα. Όσο εγώ έλεγα serviettes, τόσο αυτός κινούσε το κεφάλι του προς τα πάνω. Όσο αυτός συνέχιζε να επικοινωνεί με τα ουράνια, τόσο εγώ έψαχνα νέους τρόπους να του εξηγήσω τι ζητώ. Το πείραμα πέτυχε τη στιγμή που, συνεχίζοντας να φωνάζω serviettes, έδειξα με τα χέρια ότι θέλω να φυσήξω τη μύτη μου. Με κοίταξε λίγο παράξενα, αλλά τα καταφέραμε. Εγώ έφυγα αναπνέοντας πλέον και αυτός είχε άλλη μια αστεία ιστορία για τους χαζούς τουρίστες να διηγηθεί στα φιλαράκια στο καφενείο το βράδυ. Διασκέδαση προσφέρει, σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της, και η γνωστή ελληνική φιλοξενία. Δεν έχω δει πουθενά αλλού τέτοιο ενθουσιασμό, τέτοια, σχεδόν μαζική, συμμετοχή, τέτοια καλή θέληση... στην πράξη βοήθειας των περαστικών στο παρκάρισμα. Μόλις ανάψουν τα τέσσερα φωτάκια, σαν χορωδία αρχίζουν όλοι και φωνάζουν τις κατευθύνσεις, με τις χειρονομίες να πρωταγωνιστούν και τον κόσμο να μαζεύεται να δει το θέαμα. Η φιλοξενία είναι: Να δώσουμε και τη δική μας θέση που δεν την έχουμε στον άγνωστο; Η φιλικότητα: Να αποκτήσουμε καινούριους φίλους και ας τους βρίζουμε μετά που θα κάνουμε το tour de Παγκράτι μια ώρα μέχρι να βρούμε θέση;

Η πόλη τη νύχτα

_ Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Αρχιτέκτων, Λέκτορας του Δ.Π.Θ.

Τα λογικά σχήματα του ορθού λόγου φαίνεται να αδυνατούν να ερμηνεύσουν την πόλη ανάποδα, κινδυνεύοντας να επιδοθούν σε επιστημονικοφανή διανοητικά γυμνάσματα. Όπως υποστηρίζει και η φίλη μου η Ανθή, η γλώσσα της ποίησης ισορροπεί καλύτερα από τον ορθό λόγο. Γι’ αυτό μεταφέρω τη βιωματική χωρική εμπειρία τής χορεύτριας Ελίνας Τζαβάρα μέσα από τον ποιητικό της γραπτό λόγο:

Η πόλη τη νύχτα Θα τρεμοπαίζουνε οι καύτρες των περαστικών, σαν πατημένα άστρα στην άσφαλτο. Θα αναβοσβήσουν για άλλη μια φορά τα κόκκινα γράμματα: HOTEL Ακόμα μια μολυσμένη δύση του ήλιου, θα καρφωθεί ανάμεσα στο H και το L. Η πόλη μου, έχει το σουλούπι μεσήλικης κοκαλιάρας πόρνης. Ακούραστη και άφθαρτη από τους εμετούς και τις φτυσιές των πεζοδρομίων. Ντυμένη και πασαλειμμένη με τα λόγια των συνθημάτων και τις κόλλες των αφισών. Στρώνει τη λιγδερή μαύρη τουαλέτα της να κατουρήσουν τα μικρά παιδιά και οι αλκοολικοί. Μαζεύει το φως από τους άρρωστους σταθμούς τα ορφανά σπίτια και τις πλατείες και νανουρίζει τους αλήτες και τους μεγαλεμπόρους. Κι έπειτα γέρνει προς το μέρος μου, μου φτιάχνει τα μαλλιά, και κλείνοντας το μάτι της, μου δείχνει ένα εισιτήριο «χωρίς επιστροφή» –Η βροχή πέφτει τώρα σαν τιμωρία– γιατί η πόλη μου κάθε βραδιά ξενοκοιμάται αφήνοντάς μας έρμαια της απουσίας της να αφουγκραζόμαστε, έναν απόηχο ροχαλητού ή επιθανάτιου ρόγχου…

–Μας έμεινε πια μόνο μία κατεύθυνση: ΠΑΝΩ

Βέβαια, μπορούμε πάντα να πάρουμε ταξί. Όπου οι παρεξηγήσεις πάνε μαζί με τα χιλιόμετρα. Γιατί; Επειδή ένας ταξιτζής δεν μπορεί να καταλάβει πως γίνεται μια Σέρβα να μην είναι ψηλή και ξανθιά και εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ ως κομπλιμέντο ότι είμαι «παρ’ όλα αυτά μουνάρα». Όπως και να έχει, χθες άκουσα στην τηλεόραση ότι πρέπει «να σέβεσαι την Ελλάδα». Δεν είμαι πολύ σίγουρη τι σημαίνει αυτό. Ίσως να είμαι ακόμα πρωτάρα στα ελληνικά. Δεν ξέρω αν τη σέβομαι, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν τη βαριέμαι ποτέ.   κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 29


Αφι έ ρω μα _ πόλη

Τα νερά άλλοτε και τώρα

_Δημήτρης Φιλιππίδης, Ομότιμος Καθηγητής, Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.

Η Αττική, από τότε που καταγράφηκε η ιστορία της, βασανιζόταν από λειψυδρία. Στους μύθους γένεσής της παίζει σπουδαίο ρόλο το νερό και ο τόπος είναι γεμάτος με προσωποποιημένες θεότητες νερών. Οι νύμφες βρίσκονταν παντού, πλάι σε ρυάκια ή μέσα σε σπηλιές. Ο μεγάλος Κηφισός, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, θα παρασταθεί με τη μορφή ξαπλωμένου θεού. Αυτή η αρχέγονη λειψυδρία της Αθήνας μεταφράστηκε σε συστηματική άντληση των υπόγειων νερών. Ένας ρεαλιστικός χάρτης της πόλης, κοιτάζοντας από κάτω προς τα πάνω, θα έδειχνε άπειρους κυλίνδρους πηγαδιών, λες και κάποιος δούλεψε εδώ με φοβερή επιμονή, ανοίγοντας με τρυπάνι τρύπες στο υπέδαφος. Όταν η πρωτεύουσα άρχισε να συγκεντρώνει μεγάλο πληθυσμό τα πηγάδια πολλαπλασιάστηκαν ενώ κάποτε στραγγίστηκαν τα έλη στην πεδιάδα του Φαλήρου, πηγή αφάνταστης ταλαιπωρίας για τους κατοίκους. Ώς το τέλος του 19ου αιώνα είχε επιπλέον δημιουργηθεί τεράστιο πρόβλημα με τη συνύπαρξη πηγαδιών με βόθρους. Αυτή την κατάσταση θα ανακάλυπτε ο μετροπόντικας σκάβοντας για το μετρό. Οι αρχαιολόγοι γνώριζαν τι θα συναντούσε και προειδοποιούσαν αλλά μόνο όταν φάνηκαν ρωγμές σε κτήρια και καθιζήσεις κατάλαβαν οι υπόλοιποι τι σήμαινε «ασταθή εδάφη». Για να δειχτούν αυτά τα φαινόμενα ο αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές σχεδίασε μια σειρά από γλαφυρές τομές. Δείγμα τέτοιου πηγαδιού εκτίθεται επίσης στην τοιχογραφία-αναπαράσταση στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα. Τα παλιά εκείνα πηγάδια, όπου έγιναν ανασκαφές μέσα στην πόλη, αποδείχτηκαν ότι ήταν πραγματικοί θησαυροί με αφάνταστο πλούτο ευρημάτων. Πηγάδια και ρέματα, άρα και νερόμυλοι. Σε όποιο παλιό χάρτη της Αθήνας κι αν κοιτάξεις, φαίνονται σημάδια από τέτοιες εγκαταστάσεις, που στη συνέχεια απόμειναν απλά τοπωνύμια. Ακόμα και στις αρχές του αιώνα, όταν μπορούσε κανείς να μιλάει για «δάσος» στην Αττική, τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές όπως οι Κουκουβάουνες και το Τατόι, οι όχθες του Κηφισού ήταν διάστικτες από νερόμυλους. Σε αυτή την έρημη και άνυδρη Αττική σπάνιζε τότε το πράσινο, όπως δείχνουν αρκετά εύγλωττα οι τότε παραστάσεις τοπίου από περιηγητές. Με πρωτοβουλία της θεληματικής βασίλισσας Αμαλίας θα κατασκευαστούν οι πρώτοι οργανωμένοι χώροι πρασίνου στην Αθήνα, κυρίως για λογαριασμό του Θρόνου αλλά και επιμέρους εξωραϊσμοί με μικρότερους κήπους και δεντροστοιχίες στο σύνολο της πόλης. Μάλιστα η βασίλισσα είχε τότε δεχτεί έντονες επικρίσεις για τη σπατάλη τού τόσο πολύτιμου νερού της πόλης. Η αλήθεια ήταν ότι έπρεπε πάντα να δοθούν μάχες για να επιβιώσει εκείνο το λιγοστό πράσινο μέσα στην Αθήνα, που ελάχιστα σέβονταν οι κάτοικοι. Ίσως από τότε έμεινε η αίσθηση ότι αλόγιστη σπατάλη νερού σήμαινε δύναμη στην πόλη.

Οι αρχικά τρομακτικές ανάγκες για νερό στην πρωτεύουσα με τον καιρό ξεχάστηκαν και φούντωσαν τα πάρκα, όταν δημιουργήθηκαν τεχνητές λίμνες που αποθήκευαν νερό. Όμως ο τόπος, παρ’ όλες τις προβλέψεις και τους προγραμματισμούς, επρόκειτο να δοκιμαστεί σκληρά σε μια πιο πρόσφατη λειψυδρία που απείλησε δημόσιους και ιδιωτικούς κήπους. Τότε χρειάστηκε να ανοιχτούν νέα πηγάδια με πρωτοβουλία του δημοσίου και ιδιωτών. Σε μια τέτοια πόλη όμως, ακριβώς εκείνη η στέρηση μεταφράστηκε τελικά σε επίφαση αφθονίας. Η Αθήνα όφειλε να δείχνει ευρωπαϊκή. Έτσι κατασκευάστηκαν εκείνες οι υπέρτατες σπατάλες: τα πατροπαράδοτα σιντριβάνια που κατά κανόνα στέρευαν λίγο μετά τα εγκαίνιά τους. Οι μεγάλες πλατείες στολίστηκαν με μαρμάρινα μνημειακά σιντριβάνια. Το πιο διάσημο στη μεταπολεμική Αθήνα ήταν στην πλατεία Ομονοίας, έργο του γλύπτη Γιώργου Ζογγολόπουλου, που προκάλεσε ειρωνικά σχόλια αλλά συνάμα θεωρήθηκε και έκφραση του αθηναϊκού εκσυγχρονισμού. Πιο πρόσφατα ακολούθησε νέα γενιά σιντριβανιών του δήμαρχου Δημήτρη Αβραμόπουλου που μοιράστηκαν πάνω σε μεγάλους κυκλοφοριακούς άξονες της πόλης, για να θυμίζουν τα άλλοτε ρέματα, σήμερα θαμμένα. Ας μην ξεχνάμε τα νερά του αρχαίου υδραγωγείου που σήμερα τρέχουν κάτω από την πλατεία Μοναστηρακίου και ξαναβγαίνουν τόσο συγκινητικά μέσα στον Κεραμεικό. Πέρα από αυτές τις επιδεικτικές χειρονομίες με νερά που αναβρύζουν, αναπηδούν ή εξαφανίζονται, υπάρχουν και εκείνα τα νερά που χύνονται αλόγιστα πάνω στο οδόστρομα όταν, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, σπάσει ένας αγωγός ή πάθει βλάβη κάποιο ρολόι νερού. Το καλοκαίρι είναι πολλές φορές ευπρόσδεκτες τέτοιες πηγές δροσιάς μέσα στο καμίνι της πόλης. Εκεί όπου για διάφορους λόγους δεν υπάρχει ακόμα άσφαλτος ή γίνονται έργα, ραντίζουν τακτικά τα χώματα με το λάστιχο για να μη σηκώνεται πολλή σκόνη και τότε μυρίζει σαν τα πρωτοβρόχια. Βέβαια δεν έλειψαν ποτέ οι ξαφνικές νεροποντές το χειμώνα κάποτε μάλιστα με θύματα, οπότε πλημμυρίζουν ολόκληρες περιοχές και όλοι καταγγέλλουν παρανομίες και απρονοησίες. Πιο παλιά πάντως, όταν η άσφαλτος ήταν ακόμα σπάνιο προνόμιο, η Αθήνα ταλαιπωρείτο από πυκνά σύννεφα σκόνης, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε το καθημερινό κατάβρεγμα των δρόμων από το Δήμο ήταν υποχρεωτικό για την επιβίωση των κατοίκων. Υπάρχουν πολλές τέτοιες μαρτυρίες, κυρίως διαμαρτυρίες ενάντια στην τόσο αφόρητη κατάσταση που δημιουργούσε η σκόνη δύο αιώνες πριν. Σήμερα όμως αυτά, όπως και τόσα άλλα που χαρακτηρίζονται από ρευστότητα, έχουν εκλείψει από την πόλη και τα νερά έπαψαν να μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Απλά τρέχουν.  

Σε μια τέτοια πόλη όμως, ακριβώς εκείνη η στέρηση μεταφράστηκε τελικά σε επίφαση αφθονίας. Η Αθήνα όφειλε να δείχνει ευρωπαϊκή. Έτσι κατασκευάστηκαν εκείνες οι υπέρτατες σπατάλες: τα πατροπαράδοτα σιντριβάνια που κατά κανόνα στέρευαν λίγο μετά τα εγκαίνιά τους.

konteinerΤV _Κινηματογραφιστές αποτυπώνουν την πόλη στην ιστοσελίδα του κοντέινερ. konteiner RADIO _Αμφί πλήθουσαν αγοράν, ο Γιώργος Κοροπούλης περιδιαβάζει και σχολιάζει καθημερινά στην ιστοσελίδα του κοντέινερ. 30 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010


πόλη_Αφιέ ρωμ α

Αστυμαγεία

_Ηλίας Μαρμαράς, www.foldedin.blogspot.com Τα παρακάτω, είναι θραύσματα μιας συνομιλίας που έγινε κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στην περιοχή που αποκαλείται «γκέτο» του κέντρου της Αθήνας. Ο συνομιλητής μου είναι κάμποσα χρόνια άστεγος, (τον περισσότερο καιρό) και χρήστης ουσιών. Κατά τη διάρκεια του «περίπατου» προσπάθησα να δω τη συγκεκριμένη ζώνη της πόλης, με τα μάτια κάποιου που είναι μεν εγκλωβισμένος σ’ αυτή τη μορφή ζωής, αλλά όπως λέει και ο ίδιος, «η παιδεία που διαθέτει του επιτρέπει την έξωθεν όραση». Όχι όμως και τον «οριστικό απεγκλωβισμό του». «Το γκέτο είναι ένα από τα αποτελέσματα της αστυμαγείας. Είναι αρχαία Ελληνική λέξη αυτή που χαρακτήριζε από τότε τη δυναμική των μαζικών κινήσεων της πόλης. Η πόλη κινείται προς το κέντρο. Και οι κινήσεις της είναι οι κινήσεις της επιθυμίας. Επίσης, των αναστολών και των ματαιώσεών της βέβαια... Τίποτα δεν είναι αυτό που μοιάζει να είναι. Όλοι μεταμορφώνονται συνέχεια. Όλα είναι εικονικά. Σε μια διαρκή αλλαγή ανάλογα με τα άτομα, τις φυλές, την περιοχή, και βέβαια την ώρα. Και οι παρεμβάσεις “απ’ έξω”, οι “σκούπες” κι αυτές εικονικές είναι.» «Κάποια μέρα ένας άστεγος έβαλε ένα πακετάκι με απορρυπαντικό σε έναν κάδο για να το πάρει ένας άλλος άστεγος μήπως και πλύνει κανένα ρούχο. Είδε την κίνηση ένας πρεζάκιας παραπλανήθηκε από τη συσκευασία και τη σύσταση της σκόνης, το πήρε και άρχισε να το σπρώχνει σαν πρέζα.» «Ο Π. είναι ένας ντίλερ έτσι; Από κάπου από τη Μέση Ανατολή η καταγωγή του. Πολύ μάτσο τύπος από αυτούς που ορκίζονται στα παντελόνια τους. Φτάνει για παράδειγμα στο δρόμο, πες στη Σοφοκλέους, ακουμπά την μπίρα του πάνω στο σκουπιδοντενεκέ, τον ονομάζει “γραφείο” του, γύρω του απλώνονται τα τσιράκια, πιάνουν τα πόστα, αυτοί τσεκάρουν την πελατεία, αν δεν σε ξέρουν ή αν σ’ έχουν στη μαύρη λίστα ή δεν σε γουστάρουν για κάποιο λόγο, σε στέλνουν έτσι και τολμήσεις να πλησιάσεις κοντά. Όσοι μαζεύονται για να πάρουν “χαρτί” πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί μην ακουμπήσουν την μπίρα που είναι πάνω στο “γραφείο”.» «Πιο παλιά, οι μαύροι σπρώχνανε πρωινές ώρες, χαράματα, το διάστημα που γινόταν η αλλαγή βάρδιας των μπάτσων και οι δρόμοι έμεναν “ακηδεμόνευτοι” και καλά. Γενικά οι μαύροι δεν είχανε ποτέ καλή πρέζα γιατί δεν είναι “πότες” δεν ξέρουν και την κόβουνε άγαρμπα με μαλακίες. Δεν έχουν στοργή. Καμιά φορά όμως συνέβαινε να σπρώξουν καμιά καλή, ε... τότε τα σκαλάκια στις πολυκατοικίες γύρω γύρω, μεταμορφωνόντουσαν σε στασίδια

ενατένισης του υπερπέραν. Όποιος ξέρει από πρέζα (καλά) καταλαβαίνει τη μεταφυσική κίνηση της εξόδου από τον εαυτό. Έχεις δει τον εσωτερικό χορό που εκτελεί καμιά φορά το πρεζάκι που την έχει ακούσει μες στη μέση του δρόμου έτσι; Που θυμίζει άλογο παγωμένο τη στιγμή του άλματος, της εξόδου…» «Οι εξελίξεις και οι αλλαγές είναι γρήγορες, γιατί το χρηματιστήριο της πρέζας είναι το πιο ευαίσθητο στις αλλαγές χρηματιστήριο αξιών κάθε πόλης, κι αυτό γιατί η πρέζα δεν είναι απλά μια επιθυμία, είναι επιθυμία εφ’ όλης της ύλης, επιθυμία ζωής... Σε μια αλλαγή λοιπόν επάνω, οι μαύροι χάσανε τις σταθερές περιοχές τους. Εξαρτάται από πολλά πράγματα και καταστάσεις αυτό. Πώς δηλαδή οι ομάδες, οι συμμορίες που λένε τα κανάλια, μετακινούνται και πώς διαμορφώνονται οι ζώνες. Τώρα, αυτό τον καιρό, οι μαύροι είναι σαν μια παλίρροια που πάει και έρχεται γύρω από την Ομόνοια. Φαντάσου, πως οι μαύροι έγιναν η αιτία κάποια στιγμή, να προκύψει μια οργανωμένη αντίδραση από τα τζάνκια. Επειδή μας είχαν τρελάνει στο “πακέτο”, στην “ψιλοκαλή” σταματήσαμε να ψωνίζουμε απ’ αυτούς... πώς έγινε η συνεννόηση; Δεν ξέρω, ωσμωτική διαδικασία μάλλον. Αυτό πάντως συνέβαλε στο να χάσουνε τις σταθερές πιάτσες. Συνδικαλισμός έτσι; Εσύ δεν μου είχες πει για εκείνο το γκράφιτι που είδες κάποτε σε έναν τοίχο στο Άμστερνταμ; Junkies will do the revolution; Ε... κάτι τέτοιο... Υπάρχουν όρια στην εκμετάλλευση. Ακόμα και στην πρέζα. Η πρέζα... το απαραίτητο παυσίπονο στην οδύνη που επιφέρει στο άτομο, ο οργανισμός της πόλης. Από την εποχή του διαφωτισμού έτσι; Θυμήσου τον De Quincy... » «Τελευταία, ανακάλυψαν κάτι συνταγές για παρασκευή κάποιου σταφ που το πουλάνε στο δρόμο σαν κοκαΐνη, ενώ είναι μάλλον κάποιο παράγωγο αμφεταμίνης ή και τίποτα ακόμα χειρότερο, πάντως απ’ αυτά που χρειάζεται κάτι σαν εργαστήριο για να φτιαχτούν, μια κουζίνα με τέσσερα μάτια το πολύ και άντε και ένα φουρνάκι. Οι πιο πολλοί από αυτούς που βλέπεις να βαράνε ενέσεις στο δρόμο, δεν βαράνε ηρωίνη, αυτό βαράνε. The Greek Crack. Coca for the masses, η γκλαμουριά στο πεζοδρόμιο. Τα καλά του φιλελευθερισμού για όλους. Δημοκρατικές διαδικασίες. Τι νιώθει ο αγχωμένος golden boy ρε παιδί μου; Ένα άγχος, μια υπερένταση νιώθει γενικώς. Θες οι δουλειές, θες οι γκόμενες, τα power games; Ε, το ίδιο αποτέλεσμα έχει κι αυτό το σταφ άμα το βαρέσεις. Ένα τυφλό άγχος νιώθεις. Βλέπεις τα πάντα γύρω σου, ανθρώπους, κτήρια, δρόμους, σαν το ντεκόρ της κίνησής σου και μάλιστα τυφλά, άφωτα, έτσι όπως πρέπει. Δεν χρειάζεται να ξέρεις για ποιο λόγο πραγματικά αγχώνεσαι. Αρκεί να ’χεις το feeling. Να υποτάσσονται όλα γύρω σου στο αίσθημα του άγχους σου και εσύ σ’ αυτά. Σαν golden boy σού λέω ακριβώς. Δουλεία.»

«Μέχρι πριν λίγα χρόνια έβρισκες ακόμα καβάτζες στο κέντρο. Παίζανε οι στοές. Όπως η στοά Λουμίδη. Γιατί τι ζητά από την πόλη το τζάνκι; Μια εσοχή, μια στοά να κόβει ο αέρας να μπορεί να καπνίσει την πρέζα. Αυτό κυρίως ψάχνει, μια διευθέτηση της σχέσης με τον αέρα. Τώρα η πόλη έχει κλειδώσει κάθε άνοιγμά της, εσοχές, καβάτζες, όλα κλειδωμένα. Γι’ αυτό και βαράνε φόρα παρτίδα στους δρόμους. Φταίνε κυρίως τα τζάνκια γι’ αυτό. Κάνανε κατάχρηση της ανεκτικότητας των ανθρώπων. Λέει ο άλλος για παράδειγμα σε κάποιους που έχουν καβατζωθεί σε μια είσοδο, “φύγετε για κάνα μισάωρο να κατεβάσω τα παιδιά μου να πάνε σχολείο”. Και δεν φεύγουνε... εκεί ...βαράνε. Ε, τι θα κάνει δεν θα κλειδώσει; Η στοά Λουμίδη “κόπηκε” γιατί άρχισαν να σκάνε πολλοί και σε κάποιες φάσεις έμοιαζε λίμνη από τα αίματα που τρέχαν από τα βαρέματα. Κρίμα, ήταν ωραία καβάτζα και υπήρχε κάποιου είδους συνύπαρξη με μερικούς παλιούς δικηγόρους ποινικολόγους, που είχαν γραφεία στους ορόφους. Κάποιοι μάς συνέδραμαν. Καταλάβαιναν. Τώρα είναι άγρια τα πράγματα. Παίζει το σύστημα “δαγκάνα”. Οι “δαγκάνες” στις πόρτες, ο μηχανισμός δηλαδή που τις κλείνει αυτόματα αλλά αργά, είναι φετίχ για τα τζάνκια. Μπαίνει κάποιος στο κτήριο και μέχρι να κλείσει η πόρτα βάζουν το πόδι και τη σταματούν. Μπαίνουν μέσα και καβατζώνονται.» «Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι κόλαση μέσα στο “γκέτο”. Αν για κάποιο λόγο λείψεις και δεν σε δουν “οι γνωστοί” για κάποιες μέρες, αυτό σημαίνει ή πως πέθανες ή είσαι σε κανένα νοσοκομείο ή στη φυλακή. Κανείς δεν πιστεύει πως υπάρχει τρόπος εξόδου. Όσοι είναι “μέσα” έχουν ξεχάσει το “έξω”.» «Οι Έλληνες χρήστες είναι οι πιο τραγικές περιπτώσεις γιατί είναι μόνοι τους. Οι αλλοδαποί ομαδοποιούνται πάντα. Σημαντικότατο να ανήκεις κάπου. Εμείς είμαστε μοναχικά στοιχεία. Πολύ επικίνδυνο, είμαστε στο έλεός τους. Στην πέφτουν ακόμα και μέρα μεσημέρι π.χ., στην Πανεπιστημίου. Πάνω στο πέσιμο, συνήθως μπαίνει στη μέση ένας άλλος Έλληνας, ο “διαιτητής”. Δεν παίρνει το μέρος σου όμως. Σου λέει κάτι θα τους έκανες για να στην πέφτουν, κάνα “πακέτο” θα τους έδωσες. Έτσι, βοηθά τους άλλους για να βγάλει κάτι από αυτά που θα σου πάρουν, κάνα φράγκο, κινητό, τέτοια. Έχει και την ελπίδα να μισοχωθεί στην ομάδα των αλλοδαπών. Δύσκολο βέβαια, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Μεγάλες κόντρες γίνονται για τις καβάτζες στα κτήρια μεταξύ Ελλήνων και αλλοδαπών. Αλλά χαμένη υπόθεση για τους Έλληνες γιατί είπαμε, είμαστε μοναχικά στοιχεία. Ατομικισμός... και γι’ αυτό εντελώς ξένοι στην πόλη μας.>> 

www.konteiner.gr κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 31


ΒΛΕΜΜΑ_ Κου βέντ ε ς τ ου σινα φι ο ύ

Από το άσυλο στην ιθαγένεια, από την ανοχή στη συμβίωση _Συντονισμός συζήτησης: Κλειώ Παπαπαντολέων, δικηγόρος, Ευγενία Μπόζου _Επιμέλεια κειμένου: Ευγενία Μπόζου _Φωτογραφίες: Παύλος Φυσάκης

Συνομιλούν ο Ανδρέας Τάκης, Γ.Γ. Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, με τον Μοαβία Αχμέτ, συντονιστή του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών.

Για τη χορήγηση ασύλου/ η έννοια των ανθρώπων που «χρήζουν προστασίας»

χόμενη ανάγκη αναδιευθέτησης των αρμοδιοτήτων μεταξύ περισσότερων Υπουργείων σχετικά με τα θέματα αυτά.

Κλειώ Παπαπαντολέων: Ξεκινάμε με τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Ουσιαστικά ο μόνος μηχανισμός της ελληνικής πολιτείας ο οποίος ασχολείται μ’ αυτά τα πρόσωπα, είναι ο μηχανισμός καταστολής, δηλαδή η αστυνομία, η οποία κρατάει κάποια πρόσωπα για ένα διάστημα και στη συνέχεια τα αφήνει αδυνατώντας να τα διαχειριστεί. Έχει κανένα νόημα να εξακολουθήσει μια πολιτεία να κάνει αυτό το πράγμα; Δηλαδή σε κρατάω έξι μήνες, ενώ ξέρω ότι θα σε αφήσω; Και οι συνθήκες των κέντρων κράτησης είναι απάνθρωπες. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί επανειλημμένα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες στα κέντρα κράτησης.

Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβάνομαι ότι ο κύριος όγκος των ανθρώπων οι οποίοι είναι συσσωρευμένοι σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας, αλλά και άλλων πόλεων, είναι ακριβώς ο πληθυσμός που ονομάζουμε εμείς στα νομικά, «πρόσωπα των οποίων η απέλαση είναι ανέφικτη». Δηλαδή πρόσωπα τα οποία έχουν έρθει εδώ, επειδή είναι αφόρητη η κατάσταση στη χώρα τους. Έτσι, όσο δεν αποδεικνύουν ότι διατρέχουν κίνδυνο προσωπικά, οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι, με τη στενή νομική έννοια, πρόσφυγες που θα μπορούσε να τους δώσει κάποιος πολιτικό άσυλο.

Ανδρέας Τάκης: Ίσως θα πρέπει κανείς να οφείλει ευγνωμοσύνη στις τροποποιήσεις του μεταναστευτικού νόμου που εισηγήθηκε ο αναπληρωτής Υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Μαρκογιαννάκης το καλοκαίρι που μας πέρασε, γιατί χάρη ειδικά σε αυτή η οποία επεξέτεινε τα χρονικά όρια διοικητικής κράτησης των αλλοδαπών χωρίς χαρτιά που εισέρχονται παράνομα στη χώρα, κατέστη σαφές στον καθένα ότι ένα μοντέλο διαχείρισης του πληθυσμού αυτού το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην καταστολή, στην αστυνόμευση και τον εγκλεισμό, απλά είναι αδιέξοδο, αν όχι καταστροφικό. Όσον αφορά τη διασφάλιση του αιτήματος ασφάλειας του εγχώριου πληθυσμού, είναι τελείως αναποτελεσματικό. Όσον αφορά την κράτηση, οι τροποποιήσεις αυτές απλώς οδήγησαν το σύστημα του διοικητικού εγκλεισμού των λεγόμενων παρανόμων αλλοδαπών στην ευθεία κατάργηση, δεδομένου ότι οι ούτως ή άλλως υπερφορτωμένοι χώροι εγκλεισμού δέχθηκαν πληθυσμό για τόσο χρόνο και σε αριθμούς τέτοιους που απλά δεν μπόρεσαν να τους διαχειριστούν. Κ.Π: Η νεοσύστατη Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής πώς θα διαχειριστεί το άσυλο; Α.Τ.: Να σας ξεκαθαρίσω καταρχήν ότι η αρμοδιότητα για το πολιτικό άσυλο ανήκει σήμερα αποκλειστικά στην ΕΛ.ΑΣ. και όχι στο Υπουργείο Εσωτερικών, αν και, όπως ενδεχομένως γνωρίζετε, σήμερα διενεργείται συζήτηση για την ενδε32 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

Αυτές οι κινήσεις πληθυσμών φαίνεται ότι δεν πρόκειται να σταματήσουν στο προσεχές μέλλον. Και αυτό επιβάλει ακριβώς να δει κανείς με ποιο τρόπο θα μπορούσε, εν αναμονή μιας πρωτοβουλίας που μόνο διεθνής μπορεί να είναι, να βάλει μια τάξη. Δεν θα πρέπει με φοβικότητα να σφραγίζουμε απλώς τα σύνορα και να μην αφήνουμε να περνάει κανείς με την απειλή των όπλων, αλλά να δούμε πώς θα διαχειριστούμε αυτό τον πληθυσμό εδώ και τώρα. Έναν πληθυσμό που, μέσα από τη ρητορεία ακραίων ομάδων, η παρουσία του έχει γίνει συνώνυμη με τον κίνδυνο για την ασφάλεια των Ελλήνων, με τον κίνδυνο για την υγεία των Ελλήνων, με τον κίνδυνο για την απασχόληση του εγχώριου πληθυσμού. Υπάρχει σειρά από λόγους για τους οποίους αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να πάψουν να ζουν ως εξαθλιωμένοι παρίες. Η κατάσταση που ζούμε σήμερα αποδίδεται στο ότι τόσο καιρό, εν πολλοίς, οι αρμόδιοι καμώνονται ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Η διαχείριση αυτών των πληθυσμών πρέπει να γίνει με τρόπο αξιοπρεπή. Και αυτό είναι κάτι που έχει να κάνει με το συμφέρον αυτό καθεαυτό των ανθρώπων αυτών, αλλά και με το συμφέρον και την ασφάλεια όλων μας. Φανταστείτε για παράδειγμα τις περιστάσεις μιας πανδημίας. Τι θα ήταν πιο ευεργετικό για τη δημόσια υγεία; Να παραστήσουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι, μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης, δεν υπάρχουν, ή αντιθέτως να τους συμπεριλάβουμε στα προγράμματα ιατρικής μέριμνας, λ.χ. του εμβολιασμού, μιας και δεν νομίζω ότι η γρίπη κοιτάζει το καθεστώς νομιμότητας.

Μοαβία Αχμέτ: Καταρχήν πάγιο αίτημα ήταν πάντα να πάψει να χρησιμοποιείται στην πολιτική και στη ρητορική των Μ.Μ.Ε. η λέξη «λαθρομετανάστης». Δεν υπάρχει σε καμία χώρα. Μόνο στην Ελλάδα. Οπουδήποτε αλλού χρησιμοποιούμε τον όρο «undocumented» (χωρίς χαρτιά). Πάντως, θέλω να πω πως υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ προσφύγων και μεταναστών. Δυστυχώς, η προηγούμενη πολιτική μπέρδεψε τα πράγματα. Α.Τ.: Εγώ θα σε ρωτήσω εάν νομίζεις ότι υπάρχουν μόνο αυτές οι δυο ομάδες: οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Μ.Α.: Τουλάχιστον μέσα στα νομικά πλαίσια που υπάρχουν μέχρι στιγμής, εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω τίποτε άλλο. Σαφώς υπάρχει κάτι άλλο διαφορετικό, αλλά εν πάση περιπτώσει εδώ πέρα, χρόνια πολλά, προσπαθούν να επιβάλουν την έννοια του λαθρομετανάστη. Λένε «λαθρομετανάστης» είναι αυτός που μπαίνει παράνομα στη χώρα. Εμείς γνωρίζουμε ότι για τους πρόσφυγες δεν ισχύει αυτό. Ξέρετε εσείς πρόσφυγα να ζητάει βίζα; Οι άνθρωποι που χρήζουν προστασίας έχουν δικαίωμα να περάσουν κάθε σύνορο. Η έννοια αυτή είναι πολύ σημαντική. Και δεν ξέρω αν οι σημερινές πολιτικές περιλαμβάνουν αυτή τη διάσταση ή είναι όλες ενταγμένες στην διαδικασία αντιμετώπισης του παράνομου φαινόμενου. Εμένα, ως μετανάστη αυτό που με ενδιαφέρει για το άσυλο είναι το εξής: Υπάρχει έξαρση του ρατσισμού ακριβώς επειδή το κράτος αρνείται να δώσει άσυλο, δηλαδή να ρυθμίσει αυτό το σύστημα. Είναι πολύ παράξενο αυτό το πράγμα… αντί να εκδηλωθούν ακραία ρατσιστικά φαινόμενα όταν αρχικά κατέφθασαν εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες παρουσιάστηκαν τώρα, με 5.000 «παράνομους» το πολύ. Όμως το αποτέλεσμα ήταν στο στόχαστρο να μπουν όλοι οι αλλοδαποί. Επομένως το θέμα του ρατσισμού είναι πολύ βασικό. Το άσυλο είναι ένα μέτρο σημαντικό στην αντιμετώπιση όλου του ζητήματος. Έτσι δεν είναι; Α.Τ.: Υπάρχουν δύο σκέλη. Το μεγάλο πρόβλημα του ασύλου στη χώρα δεν είναι απλώς η απροθυμία του ελληνικού κράτους να χορηγεί το καθεστώς. Το πραγματικό πρόβλημα του ασύλου είναι ότι χωρίς χαρτιά δεν έχεις δυνατότητα να βρεις άλλο τρόπο, πέρα από το άσυλο, για να μείνεις


Κουβέντε ς τ ου σ ιναφιού _ΒΛΕΜΜΑ

κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 33


ΒΛΕΜΜΑ_ Κου βέντ ε ς τ ου σ ιναφι ο ύ

έστω και για λίγο στη χώρα. Αν το μοναδικό φως στο σκοτεινό τούνελ για έστω και για μία λίγων μηνών, λίγων εβδομάδων, ή λίγων ημερών ασφαλή παραμονή στη χώρα είναι το να κάνεις μια αίτηση ασύλου, μοιραία όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα αναζητήσουν διέξοδο εκεί. Καταλήγουμε, λοιπόν, να έχουμε ένα τεράστιο αριθμό συσσωρευμένων αιτήσεων στο μηχανισμό του ασύλου, μηχανισμού δυσλειτουργικού από τη μάνα του, με αποτέλεσμα αυτός ο μηχανισμός απλώς να κατεβάζει τα ρολά και το άσυλο στη χώρα μας, όπως πια παραδέχονται και οι ίδιοι οι αρμόδιοι, να μη λειτουργεί. Αυτό έχει τρομερά δυσάρεστες συνέπειες. Το άσυλο δεν είναι απλώς ένας θεσμός που διασφαλίζει τα συμφέροντα όσων είναι κυνηγημένοι στη χώρα τους. Είναι ένας θεσμός ο οποίος είναι συμβολικός της αγωνίας κάθε δημοκρατίας να προστατέψει όσους κυνηγιούνται για τις ιδέες τους και την πολιτική τους θέση. Όταν κατεβάζεις τα ρολά, είναι σαν να κόβεις ένα κομμάτι από την ουσία σου ως δημοκρατία. Γι’ αυτό πρέπει να δώσει κανείς τη δυνατότητα στο θεσμό του ασύλου να ανασάνει ξανά, βρίσκοντας γι’ αυτούς τους ανθρώπους που η επιστροφή στη χώρα τους είναι αδύνατη μια άλλη διέξοδο. Ε.Μ.: Πώς συνδέεται η χορήγηση ασύλου με τα φαινόμενα ρατσισμού; Α.Τ.: Εδώ πέρα υπάρχει ένα είδος ...συνεκδοχής, όπου το μέρος ενός πράγματος καταλήγει να χαρακτηρίζει το όλο. Και αυτό είναι ένα εύκολο παιχνίδι στη ρητορεία της άκρας δεξιάς. Δείχνουν με το δάχτυλο εκείνη την ομάδα των αλλοδαπών που παρουσιάζει τα πιο δυσάρεστα κοινωνικά χαρακτηριστικά, αυτά τα οποία είναι δυνατόν να φοβίσουν τον μέσο Έλληνα πολίτη, και αυτή είναι η ομάδα που ακριβώς επειδή δεν έχει χαρτιά ωθείται στην εξαθλίωση. Από την εικόνα αυτή πρέπει να συναγάγει κανείς ότι αυτό είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο κάθε αλλοδαπού στη χώρα. Δηλαδή η εικόνα των πιο εξαθλιωμένων περιπτώσεων που μπορεί κανείς να δει στις υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας να εκλαμβάνονται ως οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις του μη Έλληνα στη χώρα. Αυτό υπονομεύει πρώτα απ’ όλα την προοπτική της ένταξης των νόμιμων μεταναστών και δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι ένας εν δυνάμει κίνδυνος, ένας παράγοντας ανησυχίας, και αυτό με τη σειρά του γίνεται ένας μηχανισμός απόσυρσης και εγκλωβισμού των Ελλήνων μέσα στη δικιά τους φαντασιακή ταυτότητα. Ένας εγκλωβισμός μέσα σε μια περιχαράκωση η οποία αποκλείει όλο αυτόν τον πλούτο που θα μπορούσε να προκύψει από την ενεργό επαφή με την/τον διαφορετικό, ο οποίος ζει δίπλα σου. Ο ρατσισμός είναι προϊόν της εγκατάλειψης εκ μέρους του ίδιου του κράτους. Όταν αφήνεις τις κοινωνικές διαφορές να γιγαντωθούν μέσα σε καταστάσεις εξαθλίωσης, το μόνο που μπορείς να έχεις και σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα είναι οριζόντια ένταση κοινωνικών ομάδων. Νομιμοποίηση/ Ιθαγένεια/ ένταξη/συμβίωση Ε. Μ.: Μέσα από την αλλαγή μιας νομοθεσίας, μέσα από τη λήψη μέτρων από το κράτος, η συμβίωση μπορεί να επιτευχθεί; Μπορεί να εκπαιδευτεί η κοινωνία; Μ.Α.: Σίγουρα δεν είναι εύκολο να πούμε ότι οι Έλληνες είναι ρατσιστές. Αυτό είναι πολύ άδικο. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Σαφώς αυτό που θα κάνει ο νόμος είναι το εξής: Οπλίζει τον μετανάστη με δικαιώματα, και δίνει την αίσθηση της ασφάλειας, ότι δεν θα τον ενοχλεί ο αστυνόμος, γενικά το κράτος. Αλλά αυτό δεν φτάνει. 34 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

Α.T.: Σημαντικό και αυτό! Μ.Α.: Τον κατοχυρώνει, αλλά χρειάζεται και την αποδοχή του κόσμου. Είναι δυο μέτωπα διαφορετικά. Είναι το κράτος και η κοινωνία. Εγώ κλείνω το κομμάτι του κράτους αλλά έχω και την κοινωνία με την οποία ζω κάθε μέρα. Τα δικαιώματα που σου δίνει ο νόμος είναι η θωράκιση του να είσαι κάποιος. Αλλά το να είσαι κάποιος δεν είναι αρκετό για να ζεις. Και κυρίως δεν είναι αρκετό για να ζεις καλά. Το να ζεις καλά, το να ζεις πραγματικά μέσα σε μια κοινωνία σημαίνει ότι έχεις μια συναλλαγή, έχεις μια τριβή, έχεις μια ανταλλαγή με τον άλλον που είναι διαφορετικός από σένα. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Και αυτό δεν παράγεται μηχανικά από τους νόμους. Α.Τ.: Συμφωνώ, αυτό δεν είναι ένταξη. Το να δώσεις στους ανθρώπους που έρχονται εδώ ως μετανάστες δικαιώματα, περίθαλψη όταν αρρωστήσουνε, να μπορούν να βρουν μια δουλειά και αυτή η δουλειά να είναι μια νόμιμη δουλειά, από μόνο του δεν αρκεί. Το να μη φοβάται να μην τον πιάσει ο αστυνόμος που θα του δείξει την κάρτα ή να ξέρει ότι θα έχει κοινωνική ασφάλιση είναι σημαντικά. Χρειάζεται όμως κάτι παραπάνω το οποίο δεν το παραγγέλνεις α λα κάρτ. Για παράδειγμα το να μπορεί να μιλήσει φιλικά με τον Έλληνα γείτονά του. Αυτά είναι πράγματα τα οποία μπορούν να επιτευχθούν μονάχα μέσα από την ανάγκη που παράγει η συμβίωση, το ότι θα μου χαλάσει το αυτοκίνητο και θα χρειαστώ βοήθεια, το ότι θα πάει το παιδί μου στο ίδιο σχολείο. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται αυτόματα. Και δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να συλλάβει ως ένταξη το να συμβιώνουνε με νομικά δικαιώματα σε διαφορετικές ξεχωριστές και με ελάχιστες επαφές μεταξύ τους κοινότητες –οι παλιοί Έλληνες πολίτες και οι νέοι Έλληνες πολίτες, που δέχονται με τη ρύθμιση της 2ης γενιάς την ιθαγένεια. Μη γελιόμαστε! Έχουμε την περίπτωση της Γαλλίας και της εξέγερσης των περιχώρων. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν την γαλλική ιθαγένεια και όμως εξεγέρθηκαν με έναν τρόπο ο οποίος ήταν απορριπτικός αυτής της ταυτότητας, εκφράζοντας μια βία και μια οργή και κυρίως μια πικρία για το ότι ασχέτως με το τι λέει ο νόμος γι’ αυτούς, το ότι μπορούν και να ψηφίζουν όπως και κάθε Γάλλος, οι ίδιοι θεωρούσαν και ένιωθαν εαυτούς ξένους. Μ.Α.: Αυτή είναι η διάσταση που τονίζω συνεχώς. Κ.Π.: Θεωρείς Μοαβία ότι στην Ελλάδα, το γεγονός ότι έχουμε έναν κώδικα ιθαγένειας σχεδόν μοναδικό ως προς την αυστηρότητά του στις προϋποθέσεις κτήσης της ιθαγένειας (είμαστε εμείς, το Ισραήλ και Ιαπωνία), παίζει κάποιο ρόλο στη δυσκολία αποδοχής του άλλου ως κάποιου εξ ημών? Συμβάλλει και η πολιτική συστηματικής άρνησης απόδοσης ιθαγένειας εδώ και τόσα χρόνια σε αλλοδαπά πρόσωπα σε μία φοβική κάπως αντίληψη της ταυτότητας από την μεριά των Ελλήνων? Σας θυμίζω το γηπεδικού τύπου σύνθημα «Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ…» Μ.Α.: Μέχρι στιγμής, όντως δεν έχει υπάρξει πολιτική κοινωνικής ένταξης! Όμως προτείνω να το δούμε σαν ευκαιρία και να αντιμετωπίσουμε το θέμα τελείως διαφορετικά, μαθαίνοντας από την αποτυχημένη ευρωπαϊκή εμπειρία. Στην Βόρεια Ευρώπη βλέπεις ένα κράτος δικαίου που δίνει όλα τα δικαιώματα, οι κοινωνίες όμως δεν συνεργάζονται. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αυτό που βοηθάει είναι η κοινωνία. Γι’ αυτό, και το είπα πολλές φορές, εγώ εμπιστεύομαι την κοινωνία πολύ περισσότερο από το κρά-

τος. Γιατί πέραν από όλα αυτά που λέμε, για ρατσισμό κ.λπ., στην πραγματικότητα οι μετανάστες αυτή τη στιγμή βοηθιούνται από τους απλούς Έλληνες. Δηλαδή στην ουσία επειδή λείπει το κράτος, η διαδικασία ένταξης γίνεται από την κοινωνία από τα κάτω. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ζούνε στην ίδια πολυκατοικία, τα παιδιά τους πάνε στα ίδια σχολεία. Δηλαδή με έναν τρόπο, τα ίδια τα πράγματα που δημιουργούν τις συγκρούσεις είναι τα ίδια που τους φέρνουν κοντά. Δύναμη και αδυναμία ταυτόχρονα. Αυτή τη θετική κοινωνική εμπειρία πρέπει να εκμεταλλευτεί το κράτος σε συνδυασμό με τις νομοθετικές ρυθμίσεις. Α.T.: Συν –πλην. Ένα βήμα μπρος ένα βήμα πίσω. Μ.Α.: Ακριβώς. Πάμε τώρα στο άλλο ζήτημα. Είναι άδικο καμιά φορά να συγκρίνουμε την κατάσταση της Ελλάδας με άλλες χώρες. Tο σύστημα έχει αδυναμίες πολλές και δεν αφορούν μόνο τον μετανάστη. Βλέπω πώς ταλαιπωρούνται οι μετανάστες σε ουρές για την άδεια. Αλλά το ίδιο βλέπουμε και με συνταξιούχους για το ΙΚΑ. Έτσι δεν είναι; Χωρίς πάλι αυτό να σημαίνει ότι σ’ αυτό το πράγμα είναι ίσοι , αλλά η ταλαιπωρία είναι ίδια. Α.T.: Για μένα, η ένταξη αφορά κατά το ήμισυ τους μετανάστες. Το άλλο μισό είναι η ένταξη των Ελλήνων σε μια νέα και πλούσια από εμπειρίες κοινωνικότητα. Να μάθουν να ζουν μέσα σε μια κοινωνία που αλλάζει διαρκώς. Οικονομία των πολιτισμών Α.Τ.: Η παρουσία των «ξένων» τόσα χρόνια μεταξύ μας έχει παραγάγει μια διαφορετική καθημερινή κοινωνικότητα. Πράγματα της καθημερινής ζωής μάς φέρνουν πολύ πιο κοντά σε εθνικότητες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη χώρα μας. Ακόμα και εμπορικές πρακτικές όπως τα night shops, τα ινδικά εστιατόρια, τα κινέζικα μαγαζιά, μας κάνουμε να έχουμε την αίσθηση ότι ζούμε σε ένα πολύχρωμο κόσμο αλλά και ότι μ’ αυτούς τους ανθρώπους βρισκόμαστε σε ένα επίπεδο ισότητας... Παρ’ όλη την ανισότητα που έχουμε, όπως για παράδειγμα το ότι εμείς μπορούμε να ψηφίζουμε και αυτοί όχι, σε πολλά ζητήματα της καθημερινής επαφής νιώθουμε με έναν τρόπο ίσοι. Και αυτό νομίζω ότι είναι η πραγματική ένταξη, η οποία προχωράει ακόμα και ερήμην ενός κράτους που μπορεί να είναι κατά περιόδους άκαμπτο ή αδιάφορο. Μ.Α.: Ως προς τα πολιτιστικά, εγώ θέλω να δω τους μετανάστες πραγματικά ενταγμένους. Να μη λέμε «έκθεση φωτογραφίας μεταναστών», να λέμε απλά «έκθεση φωτογραφίας» και εκεί να συμμετέχουν Έλληνες και μετανάστες. Να αρχίσουν να μεταφράζονται και οι ποιητές και οι λογοτέχνες μας στα ελληνικά. Α.Τ.: Υπάρχουν μια σειρά από προγράμματα που η Ε.Ε. προωθεί ως κεντρική πολιτική, με στόχο την εμβάθυνση των διαδικασιών. Θέλει φαντασία, θέλει διαθεσιμότητα και ετοιμότητα και κυρίως θέλει κουράγιο εκατέρωθεν. Oι Έλληνες εκπαιδεύουν τους αλλοδαπούς και οι αλλοδαποί τους Έλληνες και οι ευθύνες της αποτυχίας αυτού του στοιχήματος, ακόμα και αν θα βαραίνουν πιο πολύ από την ελληνική μεριά, είναι κοινές. Γιατί μη γελιόμαστε, πραγματικά θα πρέπει και οι μετανάστες, μ’ όλη την πικρία που μπορεί να νιώθουν για όσα τους έχουν συμβεί, να έχουν υπόψη τους ότι δεν μπορούν απλώς να μεταφέρουν τη μικροκοινωνία που άφησαν φεύγοντας από τη χώρα τους εδώ και να περιμένουν αυτή να παραμείνει αλώβητη. Και αυτό το


Κουβέντες τ ου σ ιναφιού _ΒΛΕΜΜΑ

κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 35


ΒΛΕΜΜΑ_ Κου βέντ ε ς τ ου σ ιναφι ο ύ

λέω ειδικά για περιπτώσεις όπου θρησκευτικές αντιλήψεις ή κοινωνικές στάσεις κάνουν αυτούς τους ανθρώπους να είναι διαφορετικοί όχι μόνο ως προς το χρώμα του δέρματος αλλά και ως προς τη στάση απέναντι στη ζωή. Ε.Μ.: Πριν από λίγο καιρό το Υπουργείο διοργάνωσε μια γιορτή, «Τη Μέρα του Μετανάστη». Μου θύμισε λίγο τις γιορτές που τόσα χρόνια διοργανώνουν μόνες τους οι κοινότητες των μεταναστών μαζί με Έλληνες που έρχονται κοντά μέσα από τη ζωή. Τι νόημα έχει να οργανώνονται κάτι τέτοια από το Υπουργείο; Για ποιο λόγο να ξοδευτούν τόσα χρήματα να γίνει μια γιορτή που αντίστοιχές της γίνονται έτσι και αλλιώς με πολύ λιγότερα χρήματα από τις ίδιες τις κοινότητες μεταναστών και αυτά τα χρήματα να μην πάνε σε κάτι άλλο, πιο ουσιαστικό. Κάθε κυβέρνηση ξοδεύει πάρα πολλά χρήματα σε φανταχτερές καμπάνιες. Μ.Α.: Συμφωνώ, αποτελεί, αντίφαση, μεγάλη αντίφαση. Δεν μπορεί ένα κράτος που δεν επικυρώνει τη σύμβαση του ΟΗΕ σε σχέση με τους μετανάστες να το γιορτάζει. Επιπλέον τα χρήματα αυτά δεν είναι από το ελληνικό κράτος αλλά είναι από το ευρωπαϊκό ταμείο ένταξης και τα οποία όμως πρέπει να πάνε για την ένταξη και όχι για γιορτές! Και αυτό είναι απαίτηση, είναι αίτημα. Τα χρήματα που εισπράττονται ως επιπλέον φόρος από τους μετανάστες (ο προϋπολογισμός για το 2009 προβλέπει το κράτος να εισπράξει από τους μετανάστες 40.000.000 ευρώ) πρέπει να πάνε για την ένταξη των μεταναστών. Να ικανοποιηθεί ας πούμε το πολιτιστικό κομμάτι που είναι πολύ σημαντικό μέσα από τη στήριξη των συλλογικοτήτων των μεταναστών. Έχουμε σωματεία, υπάρχουν κι αυτά. Α.Τ.: Πράγματι η συγκεκριμένη εκδήλωση είχε ήδη καθοριστεί από την προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου, η οποία και βαρύνεται και με την αποδοχή του κόστους που τελικά είχε αυτή η όλη εκδήλωση. Πολλές κριτικές έχουν γίνει για το θέμα αυτό. Προσωπικά θεωρώ ότι το ισοζύγιο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι θετικό και όχι αρνητικό. ‘Όχι τόσο επειδή αυτή η εκδήλωση αποτελεί μια ουσιώδη δράση κοινωνικής ένταξης για τους μετανάστες στην Ελλάδα, αλλά πιο πολύ επειδή με αυτή την εκδήλωση, την πρώτη που γίνεται επίσημα, σπάει ένα ταμπού του ελληνικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση είναι μια ενέργεια που δεσμεύει το κράτος να κάνει και άλλα πράγματα. Πραγ-

CONTEINER

29-12-09

08:37

ματοποιήθηκε και μια μη προβλεπόμενη από το αρχικό πρόγραμμα συνάντηση γνωριμίας με τον Υπουργό Εσωτερικών με τους μετανάστες. Παρά την αμηχανία της επισημότητας και τα προβλήματα της πρώτης επαφής, δεν παύει όμως να είναι ένα θετικό βήμα το ότι έγινε αυτό. Το θέμα της ένταξης βέβαια πρέπει να ξεκινάει πιο πολύ από τα κάτω –το κράτος θα πρέπει να ενισχύει τις τάσεις από κάτω, να επιδοτεί πρωτοβουλίες των ίδιων των μεταναστών που έχουν μια ενταξιακή προοπτική. Μ.Α.: Σίγουρα μέχρι στιγμής δεν αναγνωρίζεται η συλλογική παρουσία των μεταναστών μέσω σωματείων. Αυτό θα αλλάξει; Α.Τ.: Νομίζω ότι το ελληνικό κράτος οφείλει να αναγνωρίσει τις συλλογικότητες μεταναστών. Αλλά και οι συλλογικότητες των μεταναστών θα πρέπει να διαθέτουν ορισμένα βασικά εχέγγυα αξιοπιστίας γι’ αυτό και νομίζω ότι ίσως το πρώτο βασικό ζήτημα συζήτησης που πρέπει να έχουμε μεταξύ μας είναι ποια κριτήρια θα είναι αυτά τα οποία θα μπορούν να πιστοποιούν αυτή την αξιοπιστία. Εντοπίζοντας τη ρίζα του προβλήματος. Διαχείριση ή ανθρωπισμός; Κ.Π.: Τελικά οι μετανάστες, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη είναι ένα θέμα προς «διαχείριση»; Γίνεται πολύς λόγος για την κυκλική μετανάστευση. Να τώρα είμαστε δω– σε χρειάζομαι τρεις μήνες για τη φράουλα στην Ελλάδα και μετά θα πας δυο μήνες στην Ισπανία για τα πορτοκάλια και 3 μήνες αλλού κ.λπ. Πόσο συνάδει αυτή η εργαλειοποίηση προσώπων με την αντίληψη που θεωρητικά η Ευρώπη έχει για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Δηλαδή πόσο αυτό το πράγμα ταιριάζει με μια Ευρώπη που κατά τ΄άλλα είναι τόσο «ευαίσθητη» ώστε να λέει ότι προσβάλλεται η αρχή της ισότητας της γυναίκας επειδή απλώς φοράει τη μαντίλα στο κεφάλι; Μήπως όλα αυτά που συνιστούν στην κοινωνία μας κάποιες βασικές –υποτίθεται– αρχές, όπως η ελευθερία, η αυτονομία και η ισότητα καταρρέουν όταν φτάνουν στο θέμα των μεταναστών; Μ.Α.: Το μεταναστευτικό είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για όλες τις αξίες που αφορούν τη δημοκρατία. Στην Ελλάδα υπάρχουν 184 κέντρα κράτησης, δεν ξέρω πόσα εί-

ναι σε όλη την Ευρώπη. Άνθρωποι φυλακίζονται απλώς επειδή μετακινήθηκαν από ένα σημείο της γης σε ένα άλλο. Μόνο στο Αιγαίο τα τελευταία 3 χρόνια πνίγηκαν 512 άτομα! Το πρόβλημα είναι ο πόλεμος και η φτώχεια. Στο τέλος ο στόχος είναι η μοιρασιά του πλούτου του κόσμου. Δεν μπορεί 20 χώρες του κόσμου να έχουν όλο τον πλούτο και να περιμένουν ότι κανένας δεν θα τους χτυπήσει την πόρτα. Τα νούμερα λένε ότι οι μετανάστες είναι 200.000.000, και τα μικρά εμβάσματα που στέλνουν στις οικογένειές τους είναι 10 φορές περισσότερα από το σύνολο της βοήθειας της δύσης προς τον αναπτυσσόμενο/ Τρίτο κόσμο. Τελικά οι ίδιοι οι μετανάστες παίζουν μεγάλο ρόλο στο να παραμένουν οι άνθρωποι στις χώρες τους. Το πρόβλημα δεν θα λυθεί ποτέ αν δεν πεισθούν τα κράτη να δίνουν ένα μέρος του πλούτου τους. Α.Τ.: Νομίζω ότι ακουμπάς πια τη ρίζα του θέματος. Θα συμφωνήσω ότι πλέον σήμερα το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι η εκδήλωση ενός μαζικότατου και συλλογικότατου αιτήματος δικαιοσύνης στη μοιρασιά, στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Γιατί κακά τα ψέματα, την ευημερία αυτή σε παγκόσμια κλίμακα την έχει η Δύση επειδή πλέον δεν την έχει το υπόλοιπο μέρος του κόσμου. Αυτό εγείρει ζητήματα δικαιοσύνης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα εγείρει και ερωτηματικά ως προς την αντιμετώπιση του ζητήματος. Θα υπερασπιστώ όμως τη δυτική δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή στη δύση η ευημερία και οι ελευθερίες, οσοδήποτε ασθενείς, είναι υπαρκτές. Πρέπει αυτό που θεωρούμε κατάκτηση, όχι του δυτικού αλλά του κάθε πολιτισμού, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα του ανθρώπου, την κοινωνική παροχή, τη στήριξη, τη συμβίωση εν ευημερία και ελευθερία, αυτό να μοιραστούμε και όχι τη μιζέρια, την ανέχεια και την τυραννία. Και για να γίνει αυτό σημαίνει ότι εάν κάτι έχουμε κατακτήσει, θεσμούς που θεωρούμε άξιους να έχουμε, άσχετα αν τους θεωρούμε μη επαρκώς ταξικά ευαίσθητους, πρέπει να τους στηρίξουμε. Οι άλλοι που έρχονται κατά χιλιάδες και εκατομμύρια εδώ, αυτοί τους εκτιμούν πιο πολύ απ’ ότι εμείς. Αν λοιπόν κάτι έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε πώς να διασφαλίσουμε την εκπαίδευση ημών των ιδίων και αυτών που έρχονται ώστε να επιτύχουμε το είδος συμβίωσης που επιθυμούμε.  

™ÂÏ›‰·2

£√¢øƒ∏™ ∫∞§§πº∞Δπ¢∏™ ¶∂Δƒ√™ ª∞ƒ∫∞ƒ∏™ ∏.Ã. ¶∞¶∞¢∏ª∏Δƒ∞∫√¶√À§√™

∫ø™Δ∞™ Δ∞ÃΔ™∏™ ∞ƒ°Àƒ∏™ Ãπ√¡∏™ ∂∫¢√™∂π™ °∞μƒπ∏§π¢∏™

ª·˘ÚÔÌȯ·ÏË 18, ∞ı‹Ó· ÙËÏ. 210 3636 514 36 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010


DROG_A_TEK, THE ERASERS, BIOMASS, SANCHO 003, THE LOGO AND THE RECORD LABEL

live saturday 30 jan. 2010 @ myga club athens

FOR SALE

www.quetempo.gr / info@quetempo.gr www.mygainathens.com, Αισώπου & Μίκωνος 13, Ψυρρή, Αθήνα.


ΒΛΕΜΜΑ_ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Νομός Χανίων _Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου _Κείμενα: Βαρδής Μαρινάκης _Μουσική: Rage Against The Machine

Ήτανε χήρα. Γεμάτη όνειρα.

Θέλαν το κορμί της. Φέραν και δώρα.

Πώς σας λένε αγόρια;

Ταξίδευαν τρεις μέρες. Χωρίς φαΐ.

Μάκης

Βγάλατε τις κάλτσες σας;

Ραμόν

Όχι

38 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010


ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ _ΒΛΕΜΜΑ

Σπερματικός περίγελος

Ήταν όλα ένα όνειρο;

Πεινάω. Θέλω τοστ

Πήρες βρακιά;

Την πήγε στους Άγιους τόπους

Την πήγε και για ψάρεμα. Την έκανε ευτυχισμένη. κοντέινερ Ιανουάριος 2010 | 39


ΒΛΕΜΜΑ_Μουσ ική

Οι λίστες με τα καλύτερα _Χρήστος Καρράς

Σε καθοριστικά χρονικά σημεία –θαρρείς και τα κάνει εμβληματικά μόνο και μόνο μια στρογγυλή ημερομηνία στο γρηγοριανό ημερολόγιο– έχουμε την τάση να κάνουμε απολογισμούς. Και η συγκυρία που θέλει κάθε 365 μέρες να αλλάζει ο χρόνος και κάθε περίπου 3652 η δεκαετία, μας κάνει, όλους εμάς που ασχολούμαστε με τη μουσική, να φτιάχνουμε λίστες. Το τέλος του Δεκέμβρη δεν αποτελεί ασφαλώς κάποιο ιδιαίτερο ορόσημο και δεν έχει να κάνει με το πότε οι μουσικοί ηχογραφούν και δημοσιοποιούν τη δουλειά τους. Είναι απλώς μια προσυμφωνημένη δικαιολογία για να καταρτίσουμε ακόμα μια λίστα. Λίστα που προετοιμάζουμε ήδη από τις αρχές της χρονιάς. Η δημοσίευσή της δεν είναι παρά μέρος μιας επαναλαμβανόμενης ετήσιας τελετουργίας. Ανάλογα με το περιοδικό που ξεφυλλίζεις ή τον ιστότοπο όπου περιηγείσαι, οι λίστες μπορεί να παρουσιάζουν μικρές ή μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Η ετυμηγορία τους πάντως δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Θαρρείς πως όλες καταρτίστηκαν για να ικανοποιήσουν ένα συγκεκριμένο target group. Όσες λίστες κι αν ξεφυλλίσεις, δεν θα διακρίνεις τη διάθεση από την πλευρά των εκάστοτε ώστε να εκπλαγούν θετικά ή έστω και αρνητικά οι αναγνώστες τους. Amy για το κοινό του Q, Radiohead για τους αναγνώστες του Rolling Stone, Animal Collective για τους επισκέπτες του Pitchfork. Είσαι ό,τι διαβάζεις, άρα στις περισσότερες περιπτώσεις οι λίστες δεν έρχονται παρά για να επιβεβαιώσουν με μια επίφαση αυθεντίας όσα ήδη γνωρίζεις ή να σου υπενθυμίσουν πράγματα που κάποια στιγμή πέρασαν από το ραντάρ σου. Λίγα κλικ μακριά –και μάλιστα δωρεάν– βρίσκονται ήδη όλα τα albums που κατέκτησαν μια θέση στις λί-

Petnet

στες με τα καλύτερα. Το ψηφιακό instant gratification κάνει πάρτι πάνω στο κουφάρι της βιομηχανίας που επιμένει να καταρτίζει λίστες και να διασκεδάζει το γεγονός ότι έχουν αλλάξει πολλά από τότε που ξεφύλλιζες τα μοναδικά δυο τρία μουσικά περιοδικά που υπήρχαν. Όταν το youtube και οι πλατφόρμες του streaming του downloading βρίσκονταν ακόμα στη σφαίρα του αδιανόητου, το μυστήριο ήταν μεγαλύτερο: έπρεπε να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις, να κινητοποιήσεις τη φαντασία σου, να πιστέψεις ότι ο τάδε δίσκος σε αφορά και να ξεκινήσεις το σαφάρι: να ψαχτείς ανάμεσα σε φίλους και γνωστούς που μπορεί να τον είχαν ήδη αποκτήσει ή να τραβηχτείς στο δισκάδικο για να τον αγοράσεις. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Σήμερα λες απλώς «δε βαριέσαι». Και κατεβάζεις βαριεστημένα το «δίσκο της χρονιάς» και τον καταναλώνεις αυτοστιγμεί. Μια στιγμή. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: βαριέσαι. Τα τέλη των ’00s θέλουν το καθένα, από το πιο έγκυρο έντυπο μέχρι το πιο εξειδικευμένο blog να «ποστάρει» τη δική του λίστα με τα καλύτερα. Τα καλύτερα της χρονιάς, των 00s, του rock and roll, όλων των εποχών. Οι λίστες είναι σαν τις απόψεις, ο καθένας έχει τη δική του. Και είναι πλέον τόσο πολλές που «όλοι οι καλοί χωράνε». Όσο όμως αυξάνονται οι λίστες, τόσο λιγοστεύουν τα εμβληματικά γεγονότα. Όσο πυκνότερα ρέει η πληροφορία, τόσο μικρότερη είναι η σημασία της. Ταυτόχρονα με την –υγιώς εννοούμενη– φθορά της «αυθεντίας», χάνεται και η βαρύτητα της –κάθε– λίστας. Βάλτε στην εξίσωση και την υποβάθμιση της σημασίας του album ως κυρίαρχου φορέα της μουσικής παραγωγής κι έχετε ίσως την προαναγγελία μιας νέας εποχής: στο μέλλον όλοι θα είναι διάσημοι για 15 megabytes.  

ªÂÛÔÁ›ˆÓ 256 > ÃÔÏ·ÚÁfi˜ > 210 651 1784 ∫ËÊÈÛ›·˜ 220 > ∫ËÊÈÛÈ¿ > 210 808 0477 Ξενοκράτους > Κολωνάκι > 210 729 0544

petshops

an alternative view for you and your pet 40 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

www.petnet.gr


Κινηματογρ άφος _ΒΛΕΜΜΑ

Ο πόλεμος της εικόνας _Αλέξανδρος Βούλγαρης

Άρχισαν οι απολογισμοί και οι απολογίες για τα όσα συνέβησαν τη δεκαετία που μας πέρασε στην τέχνη του κινηματογράφου. Michael Haneke, Gus Van Sant, Ben Stiller, Richard Kelly, Tony Scott, Crispin Glover,Bella Tarr. Μερικοί μόνο από τους σκηνοθέτες που κατέθεσαν ταινίες– προτάσεις γύρω από το μέλλον του κινηματογράφου. Η δεκαετία που μας πέρασε δεν έβγαλε κάποιο μεγάλο κίνημα. Ούτε καν μια φούσκα όπως το Δανέζικο Δόγμα της δεκαετίας του ’90. Η αλήθεια είναι ότι ήταν μια δεκαετία χωρίς πολλές κινηματογραφικές συγκινήσεις. Το σινεμά δεν είναι πια το καινούργιο, δεν είναι στον πυρήνα των εξελίξεων, θυμίζει τη NASA της δεκαετίας του ’80, που μαράζωσε εφόσον κόπηκε ο προϋπολογισμός για το διάστημα, μετά και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Κι όμως μέσα σε αυτό το ομιχλώδες τοπίο μπορεί να δει κανείς ότι το βασικό ζήτημα της δεκαετίας αυτής ήταν η πρόοδος της ψηφιακής τεχνολογίας και η αποδοχή της από το κοινό. Στη δύση της δεκαετίας λοιπόν, δύο αμερικάνικες ταινίες επαναφέρουν ζωτικά ερωτήματα για το μέλλον του κινηματογράφου. Ο James Cameron επιστρέφει μετά από 12 χρόνια με το Avatar. Μια από τις σπάνιες πια περιπτώσεις δημιουργού που προσπαθεί να αλλάξει την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα και να ξανακάνει τον κινηματογράφο μοναδική εμπειρία, ο Cameron δημιούργησε μια ταινία τριών διαστάσεων κάνοντας τον θεατή να νιώσει έστω και για λίγο ποια θα ήταν η συγκίνηση των πρώτων ανθρώπων που στάθηκαν μπροστά στη μεγάλη οθόνη. Η δεύτερη ταινία είναι το απρόβλητο ακόμα στη χώρα μας Where the wild things are του Spike Jonze. Μια ταινία που πάλεψε αρκετά χρόνια με τα αμερικάνικα στούντιο για να καταφέρει τελικά να βγει στις αίθουσες στην αρχική της μορφή. Ένα σκοτεινό παραμύθι που αρνείται την παντοκρατορία της ψηφιακής τεχνολογίας και ξαναπλάθει «αναλογικά» τέρατα βγάζοντας ξανά στο προσκήνιο την Jim Henson Company, 25 χρόνια μετά το θρίαμβο του Dark Crystal και του Muppet Show.

Αυτή η στροφή στις πιο αναλογικές μεθόδους δεν είναι τυχαία. Είναι μια τάση που παρατηρούμε και στη μουσική με την άνοδο των πωλήσεων του βινυλίου. Είναι ίσως ακόμα και η ίδια τάση που οδηγεί κάποιους μακριά από τη ζωή στην πόλη. Πιο κοντά στο ήδη γνωστό και φαινομενικά υγιές. Ο άνθρωπος από τη φύση του φοβάται το καινούργιο. Είναι απλά δειλός ή μήπως το μέλλον έχει αρχίσει να φαντάζει ζοφερό; Εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια ακούμε προφητείες για κινηματογράφους με ψηφιακές προβολές, για κατάργηση του φιλμ, για το θάνατο της κινηματογραφικής αίθουσας. Όλες αυτές οι εικασίες ήταν απλά μια εισαγωγή. Η ψηφιακή τεχνολογία είναι πλέον έτοιμη να παρουσιάσει κάτι ευπρεπές και αυτό κάνει τους λάτρεις του παραδοσιακού τρόπου κινηματογράφησης ακόμα πιο μαχητικούς στα πιστεύω τους. Το ζήτημα τελικά της κόντρας και οι κατηγορίες που εξαπολύονται από τα δύο στρατόπεδα αφορούν την παραποίηση της αλήθειας. Αυτή άλλωστε ήταν και η βασική αιτία κάθε μάχης μέσα στην Ιστορία. Ο Πόλεμος της Εικόνας μόλις άρχισε. Ο Πόλεμος της Εικόνας αρχίζει ξανά. Ζήτω ο Πόλεμος της Εικόνας. ΕΠΙΣΗΣ: Ακολουθώντας τη μέθοδο των περισσότερων εντύπων να αφήνουν και μια δυο γραμμές για το πραγματικά καινοτόμο ενώ σε όλο το υπόλοιπο άρθρο μιλάνε για τα λίγο πολύ γνωστά σε όλους, η κινηματογραφική στήλη σάς προτείνει να «δείτε» το album του Ισραηλινού Kutiman με τίτλο Thru you στο You tube. Ίσως η πιο σιωπηλή άλλα και πιο πολιτική καλλιτεχνική δήλωση της δεκαετίας μας. Δύο τέχνες σε μία. Ανακύκλωση. Video Remix. Ένας δίσκος που βλέπεται. Μια ταινία που ακούγεται. Όλος ο κόσμος εκπέμπει. Δεν είμαστε πια χώμα και νερό άλλα ήχος και εικόνα.  

www.dancetheater.gr Τα πάντα για τον χορό. κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 41


ΒΛΕΜΜΑ_Θ έ ατρ ο

Περί ομάδων…

_Μαρία Λουίζα Παπαδοπούλου, σκηνοθέτις marialouisa_pap@yahoo.gr

Το Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω στο υγρό υπόγειο όπου στεγάζεται η ομάδα Ακτίς Αελίου την παράσταση Αχταρμίξ 2, μια πιο θεατρική «εκδοχίξ» της μουσικο-θεατρικής παράστασης Αχταρμίξ 1 που είχε παρουσιαστεί την περσινή χρονιά στη γνωστή μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης, το Καφωδείον Ελληνικόν. Το Αχταρμίξ 1,2 είναι, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, ένας «αχταρμάς», ένα ταξίδι με στάσεις, δάνεια και αντιδάνεια, γύρω από την αρχαιότερη –σωζόμενη– κωμωδία του Αριστοφάνη, τους Αχαρνείς. «Ο Δικαιόπολις, ήρωας του Αριστοφάνη, βλέπει πως τον πόλεμο τον πελοποννησιακό και η Σπάρτη και η Αθήνα χάνει. Ζητάει από του εχθρούς συνθήκη ειρήνης χωριστή. Γι’ αυτόν και τη φαμίλια του αποκλειστική». Η διασκευή είναι του Θωμά Βελισσάρη που υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Στηρίζεται στη διασκευή του Μάκη Θνητού (Αχταρμίξ 1), ο οποίος με τη σειρά του εμπνεύστηκε από τη θρυλική διασκευή του Σαββόπουλου του 1976. Η παράσταση προέκυψε μέσα από την τρίχρονη ήδη συνεργασία της ομάδας με το Καφωδείον Eλληνικόν. Απευθυνόμενη σε ένα διαφορετικό κοινό και με σκηνικό χώρο το μικρό στενό παλκοσένικο του Καφωδείου, η Ακτίς Αελίου, έχει αναπτύξει τη σχέση της με τη μουσική γλώσσα, αφήνοντας κατά μέρος κάποια κλασικά θεατρικά εργαλεία. Τέσσερις ηθοποιοί-περφόρμερ και ένας μουσικός, ως μπάντα, με πολύ ενέργεια και σύμπνοια, εναλλάσσονται σε ρόλους, χορό, αφήγηση. Παίζουν λαούτο, φλάουτο, πλήκτρα, τραγουδούν Σαββόπουλο και όχι μόνο, εναλλάσσουν ρυθμούς με νταούλια, παλαμάκια, ακόμα και με το στόμα. Οι εικόνες είναι λιγοστές. Οι ηθοποιοί πάλλονται στο ρυθμό της μουσικής που παίζουν αλλά σπάνια μετακινούνται στο χώρο. Η παράσταση στοχεύει να σε προσεγγίσει μέσα από το αυτί, το ρυθμό, την ενέργεια, το ευφυές χιούμορ, την αμεσότητα· το έμμετρο κείμενο βρίθει από αναφορές στη Θεσσαλονίκη. Ο λόγος τρέχει ακατάπαυστα σε εκστατική-καταιγιστική, τύπου «ραπ», απαγγελία. Ό,τι από του Αχαρνείς δεν βρίσκει άμεση απήχηση στα αυτιά του σημερινού θεατή αφαιρείται. Στόχος είναι η σύγχρονη απόδοση του έργου χωρίς έγνοια να αναπαρασταθεί στις λεπτομέρειές της η αριστοφανική κωμωδία. Τα βασικά πρόσωπα αρκούν: ο «ειρηνάκιας» και εν τω άμα παρτάκιας Δικαιόπολις, ο Ευριπίδης,ο φιλοπόλεμος στρατηγός Λάμαχος και οι αγρότες από το Μενίδι που στην παράσταση θυμίζουν τους εξεγερμένους του Δεκέμβρη.

42 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

Το αντιπολεμικό μήνυμα του Αριστοφάνη γίνεται μήνυμα αντι-βίας και συμφιλίωσης με αιχμές κατά του υπερβολικού βολέματος και του ατομικισμού. Μια παράσταση στο σύνολό της, λαϊκή, και μοντέρνα, πολύ ζωντανή που ανιχνεύει μια πιο σύγχρονη σχέση μουσικής- θεάτρου. Μια παράσταση που ενδιαφέρει όμως και για έναν ακόμα λόγο. Η συγκεκριμένη ομάδα (καλλιτεχνική διεύθυνση Ν. Σακαλίδη) δείχνει να έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο: να συντηρηθεί σταθερά μέσα στο χρόνο κρατώντας τον βασικό πυρήνα, να αγνοήσει τις οικονομικές δυσκολίες, να διευρύνει το ρεπερτόριό της δίνοντας σταθερά το στίγμα της στην πόλη. Όλα αυτά σε μια εποχή που ηχεί σαν σενάριο ακραίας επιστημονικής φαντασίας, η εμπρόθεσμη εκταμίευση των επιχορηγήσεων. Η δράση πολλών ομάδων σαν την Aκτίς Aελίου είναι μια απάντηση σε όσους φοβούμενοι τον κατακερματισμό του κοινού ή την αίσθηση ανεξέλεγκτου χάους που επισύρει ο πολυκεντρισμός διαμαρτύρονται για το πλήθος των μικρών σχημάτων. Το πόσο σημαντικό εiναι το θεατρικό τοπίο μιας χώρας να μην στηρίζεται μόνο στα κρατικά θέατρα είναι φανερό και από όλες τις ξένες ανεξάρτητες ομάδες που παρουσιάζονται στο φεστιβάλ. (La Fura del Baus, Wooster group, Societas Raffaello Sanzio κ.ά.) Δεν υπάρχει αναλογία, ίσως αντιτείνει κανείς, μα προς τα εκεί θα έπρεπε να στοχεύουμε. Μια ουσιαστική ομάδα δεν είναι κάτι απλό, προϋποθέτει ωριμότητα, συνυπευθυνότητα, συνεχή ανανέωση τρόπων συνεργασίας, διαμόρφωση συλλογικών στόχων και ως τέτοια αποτελεί νησίδα δημοκρατίας. Χρειάζεται την αρμόζουσα νοοτροπία που δεν την έχουμε πάντα. «Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη» όπως λέει και ο ποιητής. Τα περισσότερα μικρά σχήματα στη χώρα μας όμως λυγίζουν κυρίως από την οικονομική δυσπραγία και τη χαμηλή προβολή. Η κριτική μόνο τον τελευταίο καιρό στρέφει πιο συστηματικά το βλέμμα της στις μικρές ομάδες. Ψάχνει το νέο με ενθουσιασμό αλλά μετά δεν το στηρίζει με προσοχή. Να κρίνει αλλά όχι να σκοτώνει. Το περνάει από δοκιμασίες και όποιος αντέξει. Κάποιο άλλο νέο θα βρεθεί… Υπάρχει μεγάλη ευθύνη. Με τις υπάρχουσες οικονομικές δυσκολίες της χώρας μόνο ένα ανανεωμένο θεσμικό πλαίσιο και μια στέρεη πολιτιστική πολιτική μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο, θα

μπορούσε να συμβάλει στην επιβίωση και κυρίως στην ενδυνάμωση του καλλιτεχνικού τους έργου. Στέρεη πολιτιστική πολιτική σημαίνει να χαραχτούν κάποιοι μακροπρόθεσμοι στόχοι και να υλοποιηθούν σταδιακά. Οι βασικές γραμμές να μην αλλάζουν κάθε χρόνο, π.χ. με την αλλαγή σύνθεσης της εκάστοτε επιτροπής ή του υπουργού ώστε να μπορείς και να εμπνεύσεις τις κατευθυντήριες γραμμές καθώς και να επηρεαστείς στις επιλογές σου από την πολιτική αυτή. * Το ΣΕΗ παρόλο που έχει διαμορφώσει το θεσμό ΟΕΘ -ΣΕΗ και επιδοτεί παραστάσεις σε μέλη του σωματείου που δραστηριοποιούνται ομαδικά, υιοθετεί μια ανελαστική λογική ως προς τα ένσημα. * Το Εθνικό θέατρο καθιέρωσε φέτος για πρώτη χρονιά το θεσμό του group hostel, «ξενώνα» φιλοξενίας ανεξάρτητων ομάδων. Φαντάζομαι πως στα πλαίσια του θεσμού θα προσκληθούν και ομάδες χωρίς προηγούμενη συνεργασία με το Εθνικό δίνοντάς τους έτσι στήριξη, προβολή μα και δημιουργώντας ένα διάλογο μαζί τους. Θα μπορούσαν ίσως και τα περιφερειακά θέατρα αν όχι να μιμηθούν τουλάχιστον να εμπνευστούν από την πρωτοβουλία αυτή του Εθνικού, κάτι που θα φέρει και μια μεγαλύτερη κινητικότητα στην επαρχία, έτσι, ώστε να αναχαιτιστεί η λογική του θεάτρου δύο ταχυτήτων, της Αθήνας και της επαρχίας. Ένα καραβάνι με παραστάσεις στην επαρχία προσκεκλημένοι των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ και των Δήμων γιατί όχι; * Με αυτό τον τρόπο χορηγοί που συνήθως επιχoρηγούν τα μεγάλα σχήματα ή δυστυχώς όπως γίνεται πάντα στον τόπο μας κάποιον γνωστό ή συγγενή, θα μπορούσαν να στηρίξουν ανάλογους θεσμούς. * Γενικά βέβαια η αίσθηση της συμβολής στην κοινότητα δεν είναι ανεπτυγμένη στη χώρα μας και είναι πολύ σημαντικό σημείο η καλλιέργεια μιας άλλης αντίληψης. Και βέβαια ούτε τα κίνητρα (φορολογικές ελαφρύνσεις κλ.π.) δεν είναι πολλά. Από την άλλη τα πολιτιστικά των δήμων τις περισσότερες φορές, τα χειρίζονται άνθρωποι που δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι και ούτως ή άλλως υποτάσσονται σε ψηφοθηρικές επιλογές. Έτσι πηγή χρηματοδότησης του πολιτισμού αποτελεί δυστυχώς σχεδόν αποκλειστικά και μόνο το Υπουργείο Πολιτισμού. Το βέβαιο είναι πως η νοοτροπία και πολλοί θεσμοί χρήζουν ανανέωσης γιατί δεν ανταποκρίνονται πια στη σημερινή πραγματικότητα και τις σημερινές ανάγκες. Ελπίζω να μην είμαι πολύ ρομαντική.  


Λογ οτεχν ία _ΒΛΕΜΜΑ

Όταν το μυθιστόρημα ανατέλλει _Λίνα Πανταλέων

Την Ιστανμπούλ ακούω με τα μάτια μου κλειστά. Με το κεφάλι μεθυσμένο από εποχές παλιές Απ’ ένα σπίτι στο νερό, με λεμβοστάσια σκοτεινά αι του νοτιά το ουρλιαχτό να ησυχάζει μέσα. Την Ιστανμπούλ ακούω με τα μάτια μου κλειστά. (Απόσπασμα από ποίημα του Ορχάν Βελί Κανίκ. Στην ποιητική συλλογή της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, Λονδίνο-Ιστανμπούλ, «Πόλις» 2009)

Η Κωνσταντινούπολη δεν είναι πόλη, είναι ιδέα. Μια ιδέα μάλιστα που τα τελευταία χρόνια έχει γονιμοποιήσει τη μυθοπλαστική φαντασία αρκετών Ελλήνων συγγραφέων. Το γεωγραφικό της στίγμα ίσως πρέπει να αναζητηθεί στο νεοελληνικό φαντασιακό παρά στη βορειοδυτική Τουρκία. Η Κωνσταντινούπολη των μυθιστορημάτων είναι ο τόπος της απώλειας, η χαμένη πατρίδα που έχει φορτιστεί με την οδύνη του ξεριζωμού, της οποίας η αναπόληση παίρνει διαστάσεις εθνικού πένθους. Αποτελεί συνεπώς μια εμβληματική έκφανση του νόστου και μαζί χίμαιρα. Πέρα όμως από τα ιστορικά συμφραζόμενα που τη σημασιοδοτούν, όπως τα ύστερα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κυρίως τα γεγονότα της παλαιολόγειας περιόδου, και η Άλωση, παρατηρούμε πως τα λογοτεχνικά εποικοδομήματα που την ανασυσταίνουν την ανάγουν σε σύμβολο σχεδόν μεταφυσικό. Είναι η Νέα Ρώμη, η αιώνια πόλη της χριστιανοσύνης, όπου τα γνησιότερα στοιχεία του ελληνισμού αρδεύονται από την εκμαυλιστική αύρα της Ανατολής. Οι μυθοπλαστικές περιηγήσεις των συγγραφέων στη Βασιλεύουσα καταλήγουν στη συγκομιδή εκλεκτών, αν και κάπως πανομοιότυπων από βιβλίο σε βιβλίο, σουβενίρ για τους αναγνώστες τους. Μυστηριακός εξωτισμός, θρησκευτική πνευματικότητα, ανοίκειος αισθησιασμός, μυθώδης κοσμοπολιτισμός, άσβηστες μνήμες αγαστής συνύπαρξης, μνήμες αιματοκυλισμένες, ερείπια ζωής, εθνικές θρηνωδίες που κρατούν αιώνες, μια λαφυραγωγημένη από τους βαρβάρους αίσθηση πολιτισμικού μεγαλείου, όλα αυτά συνιστούν μέρος ενός στερεότυπου λίγο πολύ διακόσμου. Όσον αφορά τις συγκρουσιακές όψεις της Κωνσταντινούπολης στο εθνικό υποσυνείδητο, πρόδηλες συχνά στις λογοτεχνικές απεικονίσεις της, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον οι στοχασμοί του Γιώργου Σεφέρη, μεθοδικά στοιχειοθετημένοι από τον Γιώργο Γεωργή με βάση τα ημερολόγια, το ποιητικό και διπλωματικό έργο και την αλληλογραφία του ποιητή, στον τόμο Η Κωνσταντινούπολη του Γιώργου Σεφέρη (Καστανιώτης, 2004). Οι συγγραφείς που γοητεύονται από την Κωνσταντινούπολη επιμένουν στην πλειονότητά τους σε μια, κατά το μάλλον ή ήττον, ιστοριογραφική προσέγγιση όπου συνήθως δεσπόζει η αποφράδα ημερομηνία, η 29η Μαΐου του 1453. Πρόσφατα παραδείγματα, το μυθιστόρημα του Ρήγα-Γιώργου Σκουτέλα Στα τείχη της Κωνσταντινούπολης (Λεξίτυπον, 2009), όπου ο συγγραφέας αφουγκράζεται τους ύστατους σπασμούς του Βυζαντίου, αλλά και ο Καλός χριστιανός (Πατάκης, 2009) του Κωνσταντίνου Γουσί-

δη, που συμπαρίσταται στον τελευταίο πορφυρογέννητο αυτοκράτορα, αμυνόμενος με αυταπάρνηση υπέρ της Πόλης. Στο μυθιστόρημα του Γουσίδη θίγεται το ζήτημα των αλυσιτελών θρησκευτικών ερίδων με επίκεντρο τις απελπισμένες προσπάθειες του αυτοκράτορα για την ένωση της ορθόδοξης με την καθολική Εκκλησία. Με το ίδιο ζήτημα καταπιάνεται και ο Κωνσταντίνος Κοκόσης στο μυθιστόρημά του Η Ανατολή της Δύσης (Αλεξάνδρεια, 2004), το οποίο διαδραματίζεται λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1437, εποχή κατά την οποία εδραιωνόταν ολοένα ισχυρότερη η πεποίθηση πως η Δύση θα συνεργούσε στη σωτήρια υπεράσπιση του Βυζαντίου με την προϋπόθεση πως οι Εκκλησίες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης θα συναινούσαν στην ένωση. Η διερεύνηση της συγκεκριμένης προβληματικής προσφέρει στους συγγραφείς την ιδανική ευκαιρία να ψαύσουν ένα νευραλγικό σημείο της νεοελληνικής συνείδησης, την Ορθοδοξία, σε συσχέτιση με τις λαγγεμένες της ματιές προς τον περιούσιο δυτικό κόσμο. Η συγκυρία αντικατοπτρίζει διαυγώς τον υβριδισμό και τις παλινωδίες της εθνικής μας ταυτότητας, συμπτώματα υπερχρονικά. Αν η προάσπιση της ορθόδοξης πίστης, σύμφυτης εν πολλοίς με την έννοια της ελληνικότητας, μπορεί εν μέρει να εκληφθεί ως ενδοστρέφεια, η πρόταξη της ευρωπαϊκότητας μαρτυρεί μια τάση εξωστρέφειας. Μια ταυτότητα, εν ολίγοις, αμφικλινής. Όπως πολλοί συγγραφείς που ενέκυψαν στην υπό συζήτηση θεματική και ο Μιχαήλ Κοκκινάρης για τους Αντρειωμένους του (Αρμός, 1999) υιοθετεί επικούς τόνους, παρακολουθώντας τους μετασχηματισμούς του ελληνισμού μετά από την Άλωση, με άξονα τη μυθιστορηματική βιογραφία του μεσαιωνικού του ήρωα, Κορκόδειλου Κλαδά. Στα νεότερα χρόνια τοποθετεί το δράμα των ηρώων του ο Γιάννης Σαλαπασίδης στο μυθιστόρημά του Τι να θυμηθώ! Τι να ξεχάσω! (Λιβάνης, 1999), όπου αντηχούν ο θρήνος και ο θυμός για τα γεγονότα του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, σημείο καμπής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δύσθυμο το κλίμα και στις σελίδες του Απ’ όσα ξέρω (Εκδόσεις Τσουκάτου, 2002) του Κωνσταντινουπολίτη Γιώργου Εξαρχόπουλου, ο οποίος σκηνοθετεί κατασυγκινημένος το προσκύνημα των ηρώων του στα απομεινάρια του προγονικού σπιτιού, κατοικημένου πια μόνο από νεκρούς. Σε αντίστιξη με την εστίαση των περισσότερων ιστορικών μυθιστορημάτων, ο Γιάννης Ξανθούλης στο βιβλίο του Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (Μεταίχ-

μιο, 2008) περπατά στις όχθες του Κεράτιου και του Βοσπόρου με το βλέμμα του ολοκληρωτικά αφοσιωμένο στο παρόν, αποστασιοποιημένο από εθνικά τραύματα. Ο αφηγητής καταβυθίζεται απροκατάληπτα στις αντινομίες του τόπου, εισέρχεται σε άξενα σοκάκια, αφήνεται άφοβα σε περιπέτειες ασεβείς, γυμνός από αναστολές μπαίνει σε πολίτικα χαμάμ, καταφέρνοντας στο τέλος να συναιρέσει τα στερεότυπα που ενδομύχως τον κατέτρυχαν με τις βιωματικές του εντυπώσεις, εξεικονίζοντας μέσα από την υποκειμενικότητα και το εκμυστηρευτικό ύφος του «ανορθόδοξου» οδοιπορικού του μια Πόλη «αλλιώς». Ειρήσθω εν παρόδω, πως ο συγγραφέας είχε ήδη επιμεληθεί (2004) στο πλαίσιο της εκδοτικής σειράς του Μεταίχμιου «Μια πόλη στη λογοτεχνία», την ανθολόγηση κειμένων Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών αναφορικά με την Κωνσταντινούπολη. Παρόμοιοι ασεβείς πόθοι με εκείνους με τους οποίους αναμετρήθηκε ο Ξανθούλης εκκολάπτονται στην Ιερή παγίδα της Λείας Βιτάλη (Πατάκης, 2006), που συστήνεται σαν το «απόκρυφο χρονικό της Πόλης». Η συγγραφέας λοξοδρομώντας από την πολυθρύλητη ιστορική οδό της δόξας και της συντριβής, στρέφει την προσοχή της στην πρόσμιξη διάπυρων πόθων και ανίερων δολοπλοκιών μέσω ενός χαρίεντος όσο και δαιμονικού πλάσματος, ενός δεκατετράχρονου βυζαντινού πρίγκιπα, φορέα απροσμάχητης σαγήνης, ο οποίος πολιορκείται στενά από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Επικυρώνοντας την ευαισθησία, απόρροια προαιώνιας αμφιθυμίας, της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας ως προς τους εξ Ανατολών γείτονες, το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου Ιμαρέτ. Στη σκιά του ρολογιού (Μεταίχμιο, 2008) απέσπασε πριν λίγες ημέρες το Βραβείο Αναγνωστών. Κεντρικό μοτίβο της εξιστόρησης είναι η απρόσκοπτη συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων, ανόθευτη από θρησκευτικά δόγματα, στην τουρκοκρατούμενη Άρτα του 1854, όπου στο φόντο της αφήγησης ορθώνονται τα «ιμαρέτ», οθωμανικά συγκροτήματα κτηρίων που λειτουργούσαν ως ιεροδιδασκαλεία, αλλά και ως ανεξίθρησκα φιλανθρωπικά ιδρύματα που πρόσφεραν φαγητό και στέγη. Οι λογοτεχνικοί επισκέπτες της Κωνσταντινούπολης φαίνεται πως βρίσκουν στο πολυσυλλεκτικό μωσαϊκό της ένα στρωμένο τραπέζι που υπόσχεται στη γραφή τους μια ανεκλάλητη ευωχία. Τσιμπολογώντας από ετερόκλιτα εδέσματα αναπαλαιώνουν τελικά στις σελίδες τους το δικό τους ξένιο «ιμαρέτ». 

καταρράχτες στις χαράδρες πλέκουν χίλια νήµατα το νερό όπου κατοικεί δράκος είναι πάντα γαλάζιο

www.shaolineagleclaw.gr µία προσέγγιση στις µαχητικές τέχνες του ‘Αετού’ και της ‘Εσωτερικής Γροθιάς’ κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0 | 43


ΒΛΕΜΜΑ_κ ρ ιτικ ή

Με τσαμπουκά και ευγένεια _Βένια Βέργου

Στρέλλα, του Πάνου Χ. Κούτρα (2009, 113΄) Ρεαλισμός με σασπένς, ρίξη με διάφορα ταμπού γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα, και εξαιρετικές ερμηνείες στη σημαντικότερη ελληνική ταινία της δεκαετίας. Την πρώτη ημέρα της αποφυλάκισής του, ο Γιώργος γνωρίζει μια τρανσέξουαλ πόρνη, τη Μίνα, σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας. Το σεξ της μιας νύχτας μεταμορφώνεται γρήγορα σε ερωτική σχέση, με τον ανυποψίαστο Γιώργο να διεισδύει ψύχραιμα στον τρανσέξουαλ κόσμο της Μίνας. Όταν όμως, αποκαλυφθεί το μεγάλο μυστικό του παρελθόντος, η ηφαιστειακή επίδρασή του θα ανατρέψει όλες τις μέχρι τότε βεβαιότητες της ζωής των δύο ηρώων. Στη δύση της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας, η ελληνική κινηματογραφία απέκτησε στις λίστες της μια μεγάλη ταινία, φτιαγμένη σε απόλυτη συνάρτηση με την εποχή της. Ως καλός γνώστης και στοχαστής της μεταμοντέρνας εποχής που διανύουμε, ο Κούτρας τολμά να μεταγγίσει στοιχεία από την αρχαία ελληνική τραγωδία στη σύγχρονη post-gender κουλτούρα, η οποία βασιλεύει στο περιθώριο της πόλης. Ξεσκεπάζει και έρχεται σε ρήξη με τα σεξουαλικά ταμπού τόσο της μικρομεσαίας όσο και της αστικής τάξης. Αντιπροτείνει, με τσαμπουκά και ευγένεια, κάτι μεγαλειώδες στην ενδοοικογενειακή βία. Τη συγχώρεση. Κι όλα αυτά σε μια εναλλακτική, νέου τύπου οικογένεια, που μπορεί(;) να βρει θέση στη βαθιά υποκριτική και συντηρητική ελληνική κοινωνία. Μπορεί ή μήπως, όλη αυτή η θεώρηση του Κούτρα είναι απλώς μια επινοημένη εικόνα μέσα σ’ ένα παιχνίδι viewmaster; Σαν αυτό της παι-

δικής ηλικίας του Γιώργου και σαν το πλάνο-viewmaster (με ειδικά εφέ) με το οποίο ο σκηνοθέτης κλείνει την ταινία του. Το σίγουρο είναι, πως ακόμη κι αν ο δημιουργός ονειρεύεται κάτι που δεν είναι (και πιθανώς να μην γίνει ποτέ) πολιτικά ορθό στην ελληνική κοινωνία, κατάφερε να εξιστορρήσει ένα μελόδραμα ικανό να ξαφνιάσει, να ενοχλήσει αλλά και να συγκινήσει τους πάντες. Η Στρέλλα (Μίνα Ορφανού), η ανέμελη κι απενοχοποιημένη τρανσέξουαλ πόρνη, ζει σ’ ένα πολύχρωμο νεοκλασικό (πιθανόν) στην ευρύτερη περιοχή του Κεραμεικού. Έχει βρει καταφύγιο στους κόλπους μιας παρέας μεγαλύτερων γυναικών τρανσέξουαλ, οι οποίες είναι για κείνη ταυτόχρονα φίλες και οικογένεια. Η πελατεία της φτάνει μέχρι τα πλουσιόπαιδα της ανώτερης αστικής τάξης, εκείνα που ηδονίζονται με σκληρά ναρκωτικά και πληρωμένο σεξ στα πολυτελή διαμερίσματα της γειτονιάς της Βουλής των Ελλήνων. Έχει χιούμορ, είναι έξυπνη, πιάνουν τα χέρια της, και κυρίως, παρά τη νέα ταυτότητα που πηγαίνει κόντρα στη φύση της, διατηρεί στο βλέμμα μια αθωότητα και ταυτόχρονα, μια ενοχή που σπάνε κόκαλα. Ο Γιώργος (Γιάννης Κοκκιασμένος) ζούσε σ’ ένα χωριό προτού κάνει το έγκλημα και μπει στη φυλακή. Είναι συμφιλιωμένος με τον εγκλεισμό του, δεν κουβαλάει το βάρος των «χαμένων χρόνων» στο κελί, γι’ αυτό και χαρίζει στον εαυτό του το δώρο της ελευθερίας στη σεξουαλική επιλογή, παρά το συντηρητισμό που υπαγορεύει το background του.

Οι δυο τους συναντιούνται για το σεξ. Όμως, σ’ αυτή την ταινία (που υπερβαίνει τον όρο queer cinema, παρότι τον υπηρετεί), το σεξ δεν είναι πηγή ηδονής, είναι πηγή πόνου για τον άλλο. Το σεξ είναι εκδίκηση και τιμωρία. Ώσπου πέφτουν οι μάσκες και η μεγάλη ανατροπή έρχεται με κουβέντες πολύ βαριές. Εκεί, ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί του έχουν το θάρρος να πουν τα ανείπωτα. Έχουν το θάρρος να εκστομίσουν φράσεις στην κόψη του ξυραφιού. Κι έχουν τα κότσια να πάρουν αυτό το ρίσκο, ώστε τις ανείπωτες κραυγές να τις κάνουν πράξεις στο φινάλε. Ένα φινάλε που για πολλούς θα ’πρεπε να κλείνει στην άκρως κινηματογραφική περιπλάνηση της Μίνας στη χριστουγεννιάτικη Αθήνα, με υπόκρουση από Μαρία Κάλλας. Όμως, ο Κούτρας συνεχίζει. Γιατί επιμένει να ονειρεύεται, να επινοεί και να επιβάλλει τις δικές του εικόνες στο παιδικό viewmaster.  Σκηνοθεσία: Πάνος Χ. Κούτρας. Σενάριο: Πάνος Χ. Κούτρας, Παναγιώτης Ευαγγελίδης. Φωτογραφία: Ολυμπία Μυτηλιναίου. Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδιάκης. Μουσική: Μιχάλης Δέλτα. Σκηνικά: Πηνελόπη Βαλτή. Κοστούμια: Βασίλης Μπαρμπαρίγος. Πρωταγωνιστούν: Μίνα Ορφανού, Γιάννης Κοκκιασμένος, Μίνως Θεοχάρης, Μπέτυ Βακαλίδου.

απέραντα

_Λευτέρης Βασιλόπουλος Απέραντα Άδειο Σπίτι, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου (εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ) Το τελευταίο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου Απέραντα Άδειο Σπίτι (εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ) αν και φαινομενικά αποτελείται από επτά ανεξάρτητες ιστορίες, ασύνδετες μεταξύ τους, πέρα από τους χώρους του «πραγματικού» διεθνούς αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος και της «φανταστικής» Λίμνης Αχαΐας (θα επανέλθω αργότερα στην αντίθεσή τους) πρόκειται, μάλλον, για ένα αρθρωτό μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας χειρίζεται σαν έμπειρος τεχνίτης τις πρώτες ύλες, που σκάβοντας βρήκε και πήρε στα χέρια του, ή που του παραδόθηκαν με τον καιρό –δοκιμάζοντας τη λιτή γραφή κάποιου που απλώς διηγείται μία ιστορία (κάτι ιδιαίτερα δύσκολο στην εποχή του κατακερματισμού). Οι εικόνες του ξεκάθαρες, ακόμα και όταν (κάποιοι θα θεωρούσαν ότι) είναι προκλητικές. Το ύφος αλλάζει από ιστορία σε ιστορία (άλλοτε πολύ, άλλοτε ανεπαίσθητα) μ’

44 | κοντέινερ Ιανουάριος 2010

έναν τρόπο που εντάσσει κάθε μία στο συνολικό έργο με αποκορύφωμα την επιστημονικής φαντασίας Μέδουσα, που χωρίς να αποτελεί παραφωνία μέσα στο κατά τ’ άλλα «ρεαλιστικό» βιβλίο, προσθέτει την οπτική αυτού του λογοτεχνικού είδους, που αποδείχθηκε τόσο προφητικό και πρωτοποριακό, παραμένει όμως στην Ελλάδα περιθωριακό –κι’ ας γεννήθηκε εδώ κάποτε ένας Δημοσθένης Βουτυράς. Καθώς θυμήθηκα τους «παλιούς», μπορώ να πω ότι ο Β.Ρ. συνειδητά πλησιάζει παρελθοντικές γραφίδες, αναγνωρίζοντας την αξία τους, κάπως σαν τους νεότερους ποιητές, που ξαναγυρνούν σε παραδοσιακές φόρμες, όπως ο δεκαπεντασύλλαβος ή το σονέτο, έχοντας παλέψει και αγαπήσει τόσο τον ελεύθερο στίχο, ώστε να στραφούν στην απελευθερωτική ροή τέτοιων ρυθμών. Επανέρχομαι στη διαλεκτική πραγματικού-φαντασιακού,

θέλοντας να επισημάνω ότι ίσως ο συγγραφέας, αντιτιθέμενος στη μονοδιάστατη αντίληψη ότι πρέπει να υπάρχει είτε το ένα είτε το άλλο, προσπαθεί να χτίσει γέφυρες, βάζοντας, ας πούμε, έναν συνταξιούχο να καταφεύγει στις αίθουσες του σινεμά (μοντερνισμός) για να ικανοποιηθεί με παιδάκια κι ενήλικα ζευγάρια, αλλά και μία νέα γυναίκα να ερωτεύεται τους δίδυμους αδερφούς Τερζάκη (μύθος όσο παλιός είναι κι ο κόσμος: βλ. τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη, που έσωσαν την αδερφή τους Ελένη από τον Θησέα – ή, ακόμα, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα και τόσους άλλους). Κλείνοντας, οφείλω να προσθέσω πως ο Β.Ρ. γράφει την κάθε λέξη με όλη της τη σημασία –κάτι που, δυστυχώς, στις μέρες μας, μπορούμε να το πούμε μόνο για λίγους. 


Να με θυμάσαι.. μη με ξεχνάς..

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

ΦANTAΣIA Ε.Π.Ε


ΒΛΕΜΜΑ_Δ ι κηγόρ ο ι μ ε γ υαλι ά

ΚΑΛΉ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΆ _Κλειώ Παπαπαντολέων, δικηγόρος

Στις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει ο Ποινικός μας Κώδικας και που επιφέρουν σημαντική μείωση της ποινής, είναι και η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος, για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, συμπεριφέρθηκε καλά. Το τι σημαίνει «συμπεριφέρομαι καλά» στο λεξιλόγιο της ποινικής δικαιοσύνης έχει μεγάλο ενδιαφέρον και μπορεί να μας δώσει πολύτιμα συμπεράσματα για την ίδια την ποινική δικαιοσύνη σε μία χώρα αλλά και για τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν σε μία κοινωνία και αναπαράγονται από τα δικαστήρια ή που ο ίδιος ο δικαστικός μηχανισμός επιβάλλει και διαχέει στην κοινωνία μέσα από την αυθεντία της νομιμοποιημένης βίας. Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια του «πρότερου έντιμου βίου», ο οποίος ομοίως συνιστά ελαφρυντική περίσταση: ως έντιμο βίο, δηλαδή έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, τα δικαστήρια δεν αναγνωρίζουν από μόνο του το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτούν να «μην παραβιάζονται εκ προθέσεως οι άγραφοι ηθικοί κανόνες1». Έτσι για παράδειγμα, η σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης σημαίνει αυτομάτως ανέντιμη οικογενειακή ζωή… Για να επανέλθουμε όμως: Κάποιος μετά την πράξη μπορεί να βρίσκεται ελεύθερος στην κοινωνία ή κρατούμενος στη φυλακή. Στη δεύτερη περίπτωση τα δικαστήρια κρίνουν ότι «η επιδειχθείσα στη φυλακή (ενν. καλή) διαγωγή του δεν είναι αρκετή για τη θεμελίωση της καλής

συμπεριφοράς» κι αυτό γιατί «μόνη της η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ως κρατουμένου στις φυλακές…χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως τούτου…δεν μπορεί να θεμελιώσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά.. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς αξιώνεται καλή, γενικά, στην κοινωνία συμπεριφορά, η οποία να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης, και όχι φόβου ή καταναγκασμού2». Το συγκεκριμένο αυτό απόσπασμα επαναλαμβάνεται μονότονα σε δεκάδες άλλες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και των κατώτερων δικαστηρίων, σχεδόν αντανακλαστικά σε κάθε ισχυρισμό περί αναγνώρισης του συγκεκριμένου ελαφρυντικού από κρατούμενο. Τα ελληνικά δικαστήρια δηλαδή θεωρούν ότι το να συμπεριφέρεται κάποιος «καλά» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– στο πλαίσιο της εξαναγκαστικής συμβίωσης της φυλακής και της απόλυτης ανελευθερίας και αποστέρησης των δικαιωμάτων είναι αυτονόητο, ως προϊόν φόβου και καταναγκασμού, ενώ η καλή συμπεριφορά «στην κοινωνία» είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης, αφού στην κοινωνία δεν έχουμε ούτε φόβο ούτε καταναγκασμό αλλά κινούμαστε μόνοι κι ελεύθεροι σαν πουλιά, χωρίς επικαθορισμούς, εξαρτήσεις και εξαναγκασμούς, μόνοι με την ατομική μας βούληση και ένα απεριόριστο πεδίο επιλογών…

Η πάγια αυτή προσέγγιση των δικαστηρίων είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσα: πρώτον, γιατί θέτει τις φυλακές εκτός της κοινωνίας, σε έναν παράλληλο κόσμο. Δεύτερον, παραδέχεται ότι στις φυλακές αυτό που επικρατεί είναι φόβος και καταναγκασμός, δηλαδή ένα μοντέλο βίας και καταστολής. Εάν όμως ένας κρατούμενος δεν μπορεί παρά να συμπεριφέρεται «καλά» και άρα όλοι ανεξαιρέτως οι κρατούμενοι συμπεριφέρονται «καλά», ποιο είναι αυτό το περιστατικό που το δικαστήριο ζητάει ως επιπλέον δηλωτικό της αρμονικής συμβίωσης μέσα στις φυλακές, αφού το ίδιο θεωρεί εκ προοιμίου, ότι στη φυλακή η συμβίωση είναι αρμονική επειδή είναι στη φυλακή. Η διάκριση αυτή μεταξύ κρατουμένων και μη ως προς την αναγνώριση ενός ελαφρυντικού δεν είναι μόνο νομικά εσφαλμένη, αλλά και ιδεολογικοπολιτικά εξόχως προβληματική αφού αποστερεί από μία κατηγορία προσώπων τη δυνατότητα να μειώσουν την ποινή τους και να αποφυλακιστούν συντομότερα, αφήνοντας πίσω τους ένα σύστημα που το τελευταίο που κάνει είναι να παράγει «καλές ομογενοποιημένες συμπεριφορές». 

1 Άρειος Πάγος 1358/2008 δημοσιευμένη στο www.dsanet.gr. 2 Άρειος Πάγος 405/2007 δημοσιευμένη στο www.dsanet.gr.

Σε κανενός το σπίτι _Άννα-Μαρία Φίλιππα, δικηγόρος

“How small, of all that human hearts endure, That part which laws or kings can cause or cure!” Samuel Johnson

Υπόθεση οικογενειακού δικαίου, αγωγή διαζυγίου κατά της συζύγου λόγω τετραετούς απουσίας του συζύγου από τη συζυγική εστία. Ο σύζυγος συζεί με ερωμένη. Τέκνα τέσσερα εκ των οποίων τα τρία ανήλικα. Λόγω της ανυπομονησίας του συζύγου να παντρευτεί την ερωμένη του συμφωνείται μηνιαία καταβολή ποσού διατροφής στα τέκνα και τη σύζυγο με τη δέσμευση της συζύγου για συναίνεση στην έκδοση διαζυγίου. Εκδίδεται το διαζύγιο. Ο σύζυγος σταματά να καταθέτει το συμφωνημένο ποσό της διατροφής και δηλώνει ότι θα καταβάλλει όποιο ποσό «μπορεί» μηνιαίως. Λίγο καιρό πριν τη συζήτηση της διατροφής στο δικαστήριο η σύζυγος δίνει τραγικό τέλος στη ζωή της.

λειά κοινωνιολόγων και ψυχολόγων που πρέπει να ενταχθούν ενεργά στη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου προς βοήθεια όλης της οικογένειας. Το διαζύγιο, σφραγίζει το τέλος μιας σχέσης και είναι εξ ορισμού ιδιαίτερα οδυνηρό για τους ίδιους τους συζύγους αλλά και για τα παιδιά τους. Ταυτόχρονο με την επιμέλεια των τέκνων και τη διατροφή δεν πρέπει να συνιστά εργαλείο πίεσης μεταξύ των συζύγων. Νομοθετικά είναι ένα ιδιαίτερα λεπτό αντικείμενο που πρέπει να αντιμετωπιστεί και στη χώρα μας με περισσότερη ευαισθησία. Έως τότε θα πρέπει να ευχόμαστε ό,τι ευχήθηκε ο πατέρας της άτυχης συζύγου και μητέρας: «να μη συμβεί κάτι τέτοιο σε κανενός το σπίτι».

Κανείς, ΚΑΝΕΙΣ δεν είχε αντιληφθεί την πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης, ούτε η οικογένεια, ούτε οι συγγενείς, ούτε οι φίλοι, ούτε και οι δικηγόροι. Η αλήθεια όμως είναι ότι κανείς, ΚΑΝΕΙΣ από την οικογένεια, τους συγγενείς, τους φίλους και τους δικηγόρους δεν είναι πραγματικά αρμόδιος να βοηθήσει όλους αυτούς οι οποίοι περνούν τον ψυχολογικό σκόπελο ενός διαζυγίου, αυτή είναι δου-

Γιατί η Βρετανία είναι μεγάλη…

46 | κ ο ν τ έ ι ν ε ρ Ι α ν ο υ ά ρ ι ο ς 2 0 1 0

Σε μία χώρα όπου υπάρχει αδιάλειπτη συνέχεια της νομοθεσίας από το 1100 μ.Χ. περίπου, το ακόλουθο δικαστικό συμβάν έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (αν όχι στα τέλη της δεκαετίας του 1980):

Διαρρήκτης αποφασίζει να διαρρήξει μονοκατοικία εισερχόμενος από την καμινάδα η οποία όλως περιέργως και κυρίως πρωτοτύπως εβρίσκετο στην οροφή της εν λόγω οικίας. Επειδή ο διαρρήκτης δεν διέθετε ελικόπτερο και συνεργάτη πιλότο, γεγονός που θα του επέτρεπε την άμεση είσοδο στην καμινάδα, όπως κάθε νορμάλ διαρρήκτης που σέβεται τον εαυτό του σκαρφάλωσε στην οροφή και άρχισε να παίρνει το δρόμο προς την καμινάδα. Για κακή του τύχη, όπως προς στιγμήν ζύγισε το θέμα, η οροφή έσπασε στο σημείο που αυτός περπατούσε με αποτέλεσμα να πέσει στο εσωτερικό της υπό διάρρηξη οικίας και να υποστεί πολλαπλά τραύματα. Το βρετανικό δικαστήριο απεφάνθη ότι οι ιδιοκτήτες της μονοκατοικίας όφειλαν να αποζημιώσουν αδρά τον διαρρήκτη τους διότι οι οροφές των μονοκατοικιών αυτών οφείλουν διά νόμου να συντηρούνται επαρκώς από τους ιδιοκτήτες τους, προϋπόθεση που εάν είχαν φροντίσει να σεβαστούν, θα απέτρεπε τον τραυματισμό του διαρρήκτη μας ο οποίος επιχείρησε να διαρρήξει το σπίτι με τη λογική βεβαιότητα ότι η οροφή ήταν καλοσυντηρημένη!


Profile for konteinermag konteinermag

konteiner3  

konteiner magazine

konteiner3  

konteiner magazine

Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded