Issuu on Google+

Κόντε Άρη Σύγχυση


Κόντε Άρη Σύγχυση


Σειρά: Ποίηση Τίτλος: Κόντε Άρη σύγχυση Συγγραφέας: Κόντε Άρης


Σε σένα


κάπου, 2013


Μάχη μέσα Σ’ αυτή τη μηχανή -σ’ αυτό που μοιάζει με ψυχήτις ώρες μου περνάω Ω ψυχή… Ποιά αλήθεια θα μου φανερώσεις πάλι τώρα μια Μούσα που μουδιάζει το κεφάλι και που τραβώ τις λέξεις δίχως τις σκέψεις «Αληθινή η ώρα!» καθώς πατάω τα κουμπιά αναρωτιέμαι ή μήπως να πλανιέμαι από μια φλόγα που καίει μέσα μου;


Παρρησία Αν ανοίξω το στόμα μου και όλα όσα έχω στον νου αραδιάσω με παρρησία γαληνή …Τις σκέψεις μου σαν ξεπεράσω και όλα όσα μοχθώ με ηρεμία, ορθά, αποστομίσω και σας αγγίξω… λίγο με κάθε λέξη που θα πω… Ν’ αφήσω όλη την Αγάπη να ξεχυθεί να ειπωθεί αυτό που θέλω τόσο ό,τι μοχθώ ό,τι θα ήθελα να είμαι εκείνο που δεν φτάνω, μα ποθώ… Λέω στον εαυτό: κοντά κάτσε και μείνε


Το βασίλειο των αναπήρων Οι Ιδέες μάς νικούν Οι άνθρωποι πονούν, μα δεν μπορούν ειρήνη μέσα τους να βρουν --ΦΙΛΟΝΙΚΙΑ-Η Λέξη η τρομερή που ηχεί απ’ τα κορμιά μας έως τη Γη …δονεί τα ένστικτά μας Όλοι για μια Τιμή σκοτώνουμε για έναν θεό χτυπάμε για την Ανδρεία ματώνουμε στον Έρωτα ασθματικά βογκάμε Κι από το αίμα που κυλά στόμφο γεμάτοι -κυνικάσ’ εκκλησία, οικογένεια, σχολεία μαθαίνουμε Ιστορία Για Αίμα! Για Τιμή! Για Ανδρεία! Για Ελπίδα! Για Χαρά! Αισιοδοξία! Για Υπόληψη! Αξιοπρέπεια! Αυτοθυσία! Για του κόσμου τη μεγίστη Υποκρισία


Κύκλοι Σέρνω κάτι βαρύ Το πρωί όταν θα πω «θ’ αρχίσω» είναι ήδη εκεί! Με βάραινε πριν ξεκινήσω… Στην πρώτη σκέψη -πόσες ο άνθρωπος μπορεί ν’ αντέξειμπαίνει στους μυς και στις αρθρώσεις Νιώθω το σώμα μου βαρύ… Κάτι φωνάζει στην ψυχή μου «τρέξε όσο θες! Δε θα γλυτώσεις» Όσο να πέσει το σκοτάδι σέρνω τα πόδια μου νωθρά με μόνη μου παρηγοριά του σεντονιού το χάδι Κάτι με τυραννά… δε σταματά! Εικόνες στέλνει στ’ όνειρό μου ξυπνώντας με τα πρωινά Τότε που λέω «θ’ αρχίσω» (…με βάραινε πριν ξεκινήσω)


Σιών Να παραμείνεις ταπεινός αυτός είν’ ο Αγώνας αυτό είν’ ο Σκοπός Κι αν σκιάζεσαι που μένεις κατά μόνας ψάξε αλλού να δεις το Φως Κοίτα ψηλά να βρεις βοήθεια και γιατρειά Πνοή καθάρια να μπει στα στήθια παρηγοριά Ψάξε αλλού γι’ αυτό που θέλεις που λαχταρείς Μακριά να φύγεις απ’ τη συνήθεια να λυτρωθείς


Πλάνεψέ με Λέξεις στοιχειά γέμισέ με κι απόψε ταχιά πλάνεψέ με στο πουθενά Μάγεψέ με Σ’ ουτοπικές διαδρομές σε πολιτείες βουές μοίρασέ με σε οπτασίες λερές στέριωσέ με κι ύστερα φύγε σα χθες Θέλεις δε θες θα γλυτώσω μια μέρα από σένα Εαυτέ τι που κλαις; Κι ας στενεύουν οι δρόμοι ολοένα τη Γαλήνη που νοιώσαμε βρες που μυρίζει χορτάρια βρεγμένα…


Χέρι Δώσ’ μου μια πένα και χαρτί κι εγώ θα σου γεμίσω την ψυχή πριν να δακρύσω Κι εσύ; Θ’ αφήσεις να σε πλημμυρίσω μ’ ό,τι δεν έχω Μ’ όσα ο ίδιος δεν αντέχω Δώσ’ μου σιγή Δώσ’ μου σιωπή να σε αγγίξω


Οι σκέψεις ματαιοπονούν Οι σκέψεις ματαιοπονούν Γίγαντες ξεχασμένοι χρόνια στα τάρταρα κλεισμένοι βρίσκουν σανό σ’ αυτές και ζουν Μες απ’ τα χέρια μας δομούν τη Νέα Βαβυλώνα -ομοίωσή τους και εικόναΝα ζήσουν πάλι νοσταλγούν Τώρα τη βλέπω καθαρά μες απ’ την έρημο του κόσμου Μια εικόνα με γρανάζια ζει! Μια εικόνα στέκει εμπρός μου ζητώντας ό,τι έχω, για ψυχή Ζητώντας… «Δώσ’ μου!» Κι οι όχλοι που σαλεύονται απ’ ανέμους πράττοντας όλοι εν συνειδήσει (εγείροντας πολέμους) στρώνουν τον δρόμο με χορούς λίγο πριν δύσει Το σώμα τους πατούν! Πατούν τους πεθαμένους


Ανακυκλώσιμοι καιροί Ανακυκλώσιμοι καιροί στον πάτο της ζωής μάς πάνε Ασάλευτοι, αδύναμοι, βουβοί… δίχως να βλέπουμε τον Δρόμο πάμε Πόλεμος στη Γη μπάτσοι, δολάρια κι αίμα Όλα πώς μοιάζουν ένα ψέμα!! Δε βγάζει κάπου η σιγή Μα δεν πονώ που μένω σε όσα δε βαστώ στιγμή να υπομένω Που είμαι ‘δω και περιμένω τον γυρισμό


Σύγχυση Αρχίσαμε κοινά τα όνειρά μας στης ζήσης τη χρυσόλουστη αυγή και πριν καλά αρχίσει ο Δρόμος μας έπνιξε, σκοτάδι, η Σιγή Δε μετανιώνω που δε βρίσκω λέξεις, την Ύπαρξη να ελευθερώσω να εξηγήσω ό,τι είμαι για λίγο, τόσο λίγο, να σε νιώσω Στης Σύγχυσης την Πέτρα παραδίδω όλη μου την προσπάθεια που ορθώνω να μείνω μόνος μ’ ανθρώπους, με Θεό να σμίγω Μα να… Έριδες κι έχθρα πως τάχα «είμαι ο σωστός» καθένας νοιώθει πάνω απ’ τη σκόνη και την τέφρα… Για τούτο… μόνο γι’ αυτό θα γράψω


Άλλη μία φορά Τι με κάνει να γυρίζω σ’ εσένα και να ποθώ λίγο απ’ το τίποτά σου; Να νοσταλγώ βράδια βρεγμένα… τον έρωτά σου Τι με ωθεί να ‘ρθω κοντά σου -ξανάλίγο πριν φύγω για μια άλλη φορά; Πριν να γίνουμε σκόνη… Το χέρι που κρατά την πένα ματώνει και η καρδιά που χτυπά μελαγχολεί Με ρωτά: γιατί φτάσαμε εκεί για άλλη μία φορά;


Πριν «σκρολάρεις» μηχανικά από μια συνήθεια που ζει στην άκρη του δαχτύλου σου κάνε μια παύση Δώσε Χρόνο να μεγαλώσει αυτό που, μετά από τόσες συγκυρίες, στέκει εμπρός σου


Κλείνω τα μάτια μου και πέφτω στην άβυσσο του κόσμου Πόσο πολύ απέχω από μένα;


Millennium Πώς να υμνήσει ο ποιητής τραγούδι πώς να βγει απ’ την ψυχή μας Το πνεύμα αυτής της εποχής -ο λίχνος της ζωής μαςξερνά τους πάντες κατά γης και σέρνεται μαζί μας Ήρωες τραγικοί τα πρόσωπά μας προσωπεία Μήτε μια σπίθα παρρησία Δοκούμε -τάχα- ότι είμαστε αληθινοί


Στιγμές Καμιά φορά θέλεις να πεις πολλά μα τίποτα δε βγαίνει από το στόμα Κι άλλες φορές, λέξεις μικρές δονούν σεμνά το σώμα ανθρώπων ταπεινών, που ζουν και αγαπούν ακόμα

Άμα δε θέλει η στιγμή εάν το ποίημα δε ζητά να βγει τότε τι θέλεις; Οίηση συγγραφική για θες ντορβάδες με φλουρί να τους χαϊδεύεις… Βγες στο παράθυρο κοίτα την Πλάση και χαίρου


Στιγμές που σκέφτομαι για τις στιγμές που πέρασαν κοιτάζω όσες γέρασαν …στιγμές Ταΐζω με χρόνο το κορμί μου στο βάθος των καιρών κοιτώ πού πάει η ψυχή μου… Στην Έξοδο! Στο τέλος όλων των στιγμών

Πώς μας γεμίζει με στιγμές ο όμορφος βίος! Το Φως που φανερώνει των σχημάτων τους δεσμούς Ο Πόνος πώς χωρεί σε αυτές! Που αναδομεί και μυστικά, σε μια ζωή φτιάχνει αγίους Πώς… !! Σιγανό ποτάμι η ζωή που φτάνει και οι στιγμές που ζούμε νούφαρο σε νερό που πιάνει όλα όσα ‘ρθούνε


Ιούδας Κάθε μια νότα που πονώ καθώς πατάω τις χορδές καθώς ζητώ να φτάσω… Τι να Σου τάξω; Που δεν αρθρώνω μετά από χίλιες προσευχές λόγο για να Σου πω για να Σου περιγράψω αυτό που νιώθω Που το ‘χω μέγα πόθο Που όμως σπάει στο κορμί μου πριν να πετάξει να βγει απ’ τους πόρους της ψυχής μου και να Σου πει

Συγγνώμη


Παρωδία Μία γαλήνη σα να κατακλύζει τα ορατά Τα φύλλα δε θροΐζονται μήτε λυσσομανούν οι ανέμοι δεν αλυχτάνε τα σκυλιά κι οι άνθρωποι στο δρόμο πίνουν, γλεντούν και χαίρονται (κλέβουν, φθονούν και «παίρν0νται») …γυρνοβολούν ευτυχισμένοι Ωιμέ ψυχή… ! Να ζω, θαρρώ, σε παραμύθι! «Σκόνη από την Αφρική» σκορπούν τ’ αεροπλάνα ρακούν που τρέχουν σα λαγοί έχουν σκορπιό για μάνα και τη γαλήνη που κοιτούν εγώ θωρώ για λήθη Τι κάναμε στον Άνθρωπο!!! Τι έχουμε απογίνει… Ό,τι -γλυκά- ήταν σοφό πια το αναλώνουμε σαν κτήνη Κάτι δεν πάει καθόλου καλά κι όμως κανένας δε μιλάει αληθινά! Λένε απόψεις… κι όλοι μπαίνουν στο facebook! …Καταναλώνουν αγαθά


Βλέπουν τηλεόραση κι ειδήσεις –πλύσεις πάνε σε κέντρα εμπορικά και πίνουν latte! …Πετούν μ’ αεροπλάνα για ταξίδια μακρινά «Σα να μην έζησα ποτέ σα να μην κοίταξα ψηλά απ’ το παραθύρι» ή όπως ο Ξανθόπουλος: Τι κάνετε ωρέ!!! Κάτι γελοίο ή πικρό θε ν’ ακουστεί απ’ τα χείλη «Ειρήνη στον πρώτο κόσμο!» Ειρήνη, θα μου πουν… Εγώ τη βλέπω φόβο! Σαν πίθηκοι όλοι αυτοί δε λένε, δεν ακούνε, δεν κοιτούν Ειρήνη… Σκατά στα μούτρα μας «ειρήνη»! Ας τη λουστούμε τώρα που έρχεται που είναι αναπόφευκτο, πια, και που ΕΡΧΕΤΑΙ Ας τη λουστούμε την πικρή, της Νέμεσις τη δίνη (Που έρχεται)


Βουβός Απλά μουτζουρώνω με μελάνι το χαρτί Καμία σκέψη δε μπορεί δε φτάνει απ’ όσα νιώθω να ειπωθεί Όπως ο ξένος… Όπου κι αν πάω κι αν σταθώ σ’ ένα παιχνίδι για εμετό -παιχνίδι που φθονώ κι εγώβουβός κοιτώ και σαστισμένος Γυρνώ να φύγω …δεν μπορώ Σαν ένα χέρι σκοτεινό πίσω απ’ τον ώμο στο σώμα σέρνεται, τυλίγεται με πόνο κρατώντας με στον οχετό …Μα εγώ κρυώνω


Ιλαρότης Το φως της μέρας ξαναζεί! Μπροστά από τα μάτια μου -σα να γεννήθηκα ξανάμου φανερώνει μια γιορτή Τη λάμψη, τα πουλιά… το νέο ξεκίνημα της μέρας …την Αυγή Τώρα ο αέρας όλος δροσιά το δέρμα μου χαϊδεύει Το χώμα, το χορτάρι γίνονται όπως παλιά… το στρώμα που θα κυλιστώ Κρυψώνα που γιατρεύει μια ευαίσθητη καρδιά Του όρμου ο γιαλός κάτω από αστέρια με αγκαλιάζει… Χείμαρρους το ποτάμι αντίκρυ σαν αδειάζει σ’ ορίζοντες χρυσούς που αντανακλούν το φως (κρυστάλλινο) στης θάλασσας τους παφλασμούς …Νιώθω σαν τότε η καρδιά να αγαλλιάζει


Παλαίωση Περπάτησα τον δρόμο της Μοναξιάς χρόνια τώρα Με μια απάρνηση που διαπερνά τα ρούχα και δίνει τόλμη να εξακολουθείς να ματώνεις δίχως να νοιάζεσαι Τελικά ο πιο αδυσώπητος εχθρός μου είναι ο εαυτός μου Ό,τι μου δίνει δύναμη να ματώνω


Birdy Για ‘Σένα… για ‘Σένα… …για ‘Σένα καλπάζω Τις τύψεις για ‘Σένα… …για ‘Σένα δαμάζω κι Εσύ… σιωπείς…


Ε.Σ. Τρίτη, 15/12/1998

Αν θα κάτσω να σου γράψω, θα σου γράψω ιστορίες. Ιστορίες για ξένες χώρες, μακρινές, μαγεμένα νησιά και για νεράιδες που ξέχασαν να βγουν και τώρα μισούν τους χαμένους χώρους όπου καταδικάστηκαν, κάπου ανάμεσα στη χώρα των ξωτικών. Τώρα ζουν άθλιες, ξεχασμένες και γυρίζουν ασταμάτητα στον παράξενο χορό της Ιστορίας. Πλασμένες για άλλον έναν μύθο –περιμένοντας υπομονετικά η κάθε μία τη σειρά της: Τον πρίγκιπα που θα ‘ρθει να την πάρει. Εγώ όμως σιχάθηκ��! Σιχάθηκα να τις ψάχνω απελπισμένα… κάπου στα δάση των ονείρων μου… Μια μέρα με πήραν κι εμένα τα κύματα και με ξέβρασαν σε ακρογιαλιές μαγεμένες, ονειρικές. Σ’ εκείνα τα άγνωστα νησιά, κάπου στη μέση του πουθενά. Όμως με προσπέρασαν οι δούλοι τους, αγνοώντας την άθλια παρουσία μου. Δε ζητάω, πια, το έλεός σας! Σας βαρέθηκα. Με τρελάνατε μα ζω, υπάρχω, ακούω, βλέπω. Είμαι αυτός που πάντα θα ήθελες να έχεις. Όμως έχασες, μικρή μου φαντασίωση, τώρα γεια σου… έχω ήδη φύγει.


Οι χώρες αυτές μικρές, ασήμαντες για το ανθρώπινο μάτι. Εξωφρενικά ζωντανές, για να ανθήσεις εκεί. Λουσμένες με άπλετο φεγγαρόφως που δίνει μια αίσθηση ανίας και εξουσίας του κακού. Εκεί είναι, όμως, που φυτρώνει το άνθος της ντροπής στο βλαστάρι της ζωής. Είναι το διάβα μου εκεί δοσμένο, μα εγώ επιμένω να το κατουρώ. Να φτύνω αυτό το σίχαμα κι ας είναι φυτεμένο στη ράχη μου! Σε χώρες άλλες, μακρινές, ασήμαντες για το ανθρώπινο μάτι… Τι τα θες, όμως, αφού η λύση είναι στο κεντρί του… ; Κλειδί για την αιώνια ζωή! Άραγε αληθεύει το πλήθος των πιστών της ή όλα είναι ένα ψέμα; Όταν κάθομαι και σκέφτομαι σε κρατάω, όμως, σφιχτά, γερά μέσα στη χούφτα μου και σβήνω. Ακούω τον παλμό της και επανέρχομαι… περιμένοντας τη λύση, Εσένα… ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ;



Σύγχυση