Page 1


2 / ΚΟΛΑΖ

/ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

RAM’S CAMEO/ SCARY FASHIONISM TETRISM/ Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΨΗΣ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ / Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ / THE BULLYING ISSUE/ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΚΑΚΟ ΤΕΛΟΣ

THE ODD FELLAS / THE TALENTED MR. HITCHCOCK ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / HORROR ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ Α ΜΗΧΑΝΙΑ SOUNDTRACKS ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΧΟΡΡΟ-ΡΘΡΙΛΕΡ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ / NIGHTMARE AFTER CHRISTMAS DESIGN ΡΕ! / TOP 5 FREAKY DESIGNS

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΝ / Theatre Banal ΚΛΙΣΕ / ...


3 / ΚΟΛΑΖ

/EDITORIAL


4 / ΚΟΛΑΖ

XX


5 / ΚΟΛΑΖ

/RAM’S CAMEO

Άρθρο / Χαράλαμπος Νικολάου

Ο

ι μόδες πάνε κι έρχονται αλλά οι ταινίες τρόμου παραμένουν . Κάθε σεζόν, εμφανίζονται οι φανατικοί του είδους –οι οποίοι είναι και αναρίθμητοι, συμπαρασύροντας κι άλλους στις αίθουσες, με αποτέλεσμα, να προσφέρουν ακόμα και στους άπειρους, την πρώτη τους τρομάρα, που συνήθως θα θυμούνται για πάντα. Όπως ακριβώς λοιπόν, η μαγεία του κλασικού tweed σακακιού δεν φεύγει ποτέ από τη μόδα, έτσι και οι σταθερές αξίες των ταινιών τρόμου δεν μπορούν παρά να επανεφευρίσκονται και να επιστρέφουν.


6 / ΚΟΛΑΖ

Οι κατηγορίες είναι λίγο έως πολύ γνωστές, καθώς τα πράγματα που μπορούν να μας προκαλέσουν τρόμο είναι είτε φυσικά, είτε υπερφυσικά / μεταφυσικά. Αμέτρητα χρήματα, έμπνευση και εργατοώρες έχουν ξοδευθεί για να γίνουν τα υπερφυσικά πλάσματα όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά, μέσω της τέχνης του μακιγιάζ και των ειδικών εφέ. Κάπως έτσι, έχουμε καταλήξει στους πιο αγαπημένους χαρακτήρες των ταινιών τρόμου, οι οποίοι αποτελούν σημείο αναφοράς της σύγχρονης καλλιτεχνικής κουλτούρας. Τα αρχέγονα τέρατα τείνουν στις σύγχρονες μεταφορές τους βέβαια, να γίνονται όλο και πιο στυλάτα κι έτσι βλέπουμε τα teenager βαμπίρ του πασίγνωστου Saga του Λυκόφωτος, να δημιουργούν τάσεις στο μακιγιάζ και στο hair styling ή ακόμα και τις σύγχρονες Μάγισσες του Coven, να εδραιώνουν τα υπερμεγέθη τσόχινα καπέλα ως απόλυτα trend και να κάνουν το μαύρο και το κόκκινο χρώμα, πιο επίκαιρα από ποτέ. Πέρα από τα μυθικά τέρατα του παρελθόντος, τα οποία όχι μόνο δε μας τρομάζουν πλέον αλλά αντιθέτως τείνουν να μας γίνουν και συμπαθή (βλέπε King Kong, Frankenstein, zombies κ.α.), οι ασύλληπτα σατανικές μορφές, όπως αυτή του κόμη Δράκουλα -ειδικά δια χειρός Coppola - έχουν δοθεί με τέτοιο τρόπο στο σινεμά, ώστε να προκαλούν δέος και ίσως ακόμα και γοητεία, που επισκιάζουν μέχρι και τον τρόμο για ένα πλάσμα που διψά για αίμα. Για την άρτια ενδυματολογική απεικόνιση του Κόμη στο συγκεκριμένο φιλμ, αξίζει να αναφερθεί η εξαιρετική δουλειά της Eiko Ishioka στα κοστούμια. Σε έκανε να τα χαζεύεις, σε σημείο που ίσως παρακαλούσες και για μια μικρή δαγκωματίτσα.

/RAM’S CAMEO


7 / ΚΟΛΑΖ

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων πάντως, Νο 1 τρομακτική απειλή, είναι κάτι πολύ πιο φυσικό. Ο άνθρωπος. Ένας άνθρωπος όπως εμείς δηλαδή, με μια ελαφριά εγκεφαλική διαστροφή ή πολύ τραυματικό παρελθόν. Νομίζω τα περισσότερα θύματα κάποιου εξωπραγματικού τέρατος, δε θα είχαν να περιμένουν έλεος απ’ αυτό, καθώς είναι η φυσική του τάση να’ ναι επιθετικό και σαρκοβόρο. Αλλά ένα ον με ξεκάθαρα ανθρώπινη υπόσταση, οπλισμένο με ένα μαχαίρι και μια κακόγουστη μάσκα, που έρχεται κατά πάνω σου, είναι αρκετά πιο disturbing ως θέαμα. Και για να γίνει ακόμα χειρότερο, τείνουμε να φοβόμαστε πιο πολύ αυτό που δεν βλέπουμε, παρά αυτό που είναι μπροστά μας. Έτσι ο ήχος από την κλειστή ντουλάπα, το χέρι κάτω από το κρεβάτι και η μάσκα που καλύπτει το πρόσωπο του άλλου, καταλήγουν να γίνονται ο χειρότερος εφιάλτης μας. Η δύναμη της μεταμφίεσης λοιπόν, σε συνδυασμό με το ψυχολογικό παιχνίδι που διαδραματίζεται όταν δεν μπορείς να διακρίνεις ούτε ψήγμα συναισθήματος, κάνουν κορυφαία απειλή τον psycho killer, o οποίος διαλέγει ένα φαινομενικά άκακο προσωπείο, όπως αυτό ενός κλόουν (καταραμένε Stephen King) ή ακόμα κι ενός αθλητή του hockey (Παρασκευή και 13). Τα στοιχεία οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, πως Αλλά ο άγνωστος με το hoodie που νιώθεις ότι σε ακολουθεί εδώ και τρία τετράγωνα -κι ας φαίνεται φυσιολογικός εξ όψεως, θα ξυπνάει πάντα λίγο περισσότερο το αίσθημα του τρόμου μέσα σου…

/RAM’S CAMEO


8 / ΚΟΛΑΖ

/TETRISM

Άρθρο / Αγγελική Τζιαφέτα


9 / ΚΟΛΑΖ

Δε σέβομαι τους ανθρώπους που αυτοκτονούν. Δεν ξέρω, δεν τους σεβάστηκα ποτέ. Ίσως φταίει η μαμά μου, που κάθε φορά που άκουγε ότι κάποιος έχει αυτοκτονήσει, ξέσπαγε σε ένα δίλεπτο μονόλογο περί δειλίας. «Τα πάντα αντιμετωπίζονται». Και κάπως κόλλησε μέσα μου αυτή η άποψη, με αποτέλεσμα να μη σέβομαι τους αυτόχειρες. Μέχρι και τα φοιτητικά μου χρόνια, αυτό δεν άλλαξε. Όταν τα ψυχολογικά μού χτύπησαν την πόρτα, ξέσφιξα λίγο το λουρί. Δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό, απλά μεγάλωσα. Είναι κάποιες συνειδητοποιήσεις που σε ταράζουν και ακόμα και χρόνια μετά, σε τρώνε.

/TETRISM


10 / ΚΟΛΑΖ

Συνειδητοποίηση Νο1 Όλα τελειώνουν. Η ζωή, ο έρωτας, όλα. Ο χρόνος δε σταματά για κανέναν και τίποτα. Άρα όλα κάνουν το κύκλο τους, φθείρονται. Μου πήρε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω ότι το δικό μου «όλα τελειώνουν», είναι ένα «όλα αλλάζουν», που μπορεί να είναι πολύ καλό πράγμα. Και όλα αυτά που αλλάζουν, μας ωριμάζουν και κάποιες φορές μας διαλύουν, μέχρι να τα διαχειριστούμε και να περπατήσουμε ξανά, άλλοι από αυτό που ήμασταν πριν.

Συνειδητοποίηση Νο2 Ο κόσμος είναι χάλια. Οι άνθρωποι είναι χάλια. Δεν ξέρω για εσάς αλλά στη δική μου αφελή πραγματικότητα, συνειδητοποιήσεις τύπου: πείνα, βία, το ότι η μεγαλύτερη αιτία θανάτου στον κόσμο είναι το μολυσμένο νερό, ότι υπάρχουν μεγαλοεπιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ανθρώπινο δυναμικό, ζώα, τρόφιμα κλπ, η ύπαρξη του Jersey Shore, με τάραζαν και με ταράζουν ακόμα. Σαν να μην το έχω χωνέψει, ότι ζω σε αυτόν τον κόσμο. Μέχρι που κατέληξα στο ότι «Ο κόσμος είναι χάλια, η ζωή είναι ωραία». Όσο και να απογοητεύομαι, να διαφωνώ και να απελπίζομαι με την πραγματικότητα, άλλο τόσο πιστεύω σε μια ζωή γεμάτη προσπάθεια, για να βρεις το ποιος είσαι, τι θες να κάνεις, πώς θα βοηθήσεις, πώς θα περάσεις γεμάτα και ευτυχισμένα χρόνια. Και πάλι η αυτοκτονία έχει χάσει , είτε είναι διαφυγή, είτε statement, είτε απελπισία. Ίσως έχω μια ανοχή στις ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, τις οποίες και αντιμετωπίζω σαν ασθένεια. Ίσως είναι και η άγνοια μου επί του θέματος. Ίσως κάθε άνθρωπος που αυτοκτονεί, να είναι μια τέτοια περίπτωση, είτε το ξέρει είτε όχι. Και σε αυτό το σημείο, Άρης Κωνσταντινίδης happened. Το πρώτο παράδειγμα ανθρώπου που σέβομαι και θαυμάζω βαθιά. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1993, οι γείτονες βρήκαν στον ακάλυπτο χώρο της Βασιλίσσης Σοφίας 4, το πτώμα του Κωνσταντινίδη. Εκατό χρόνια νωρίτερα, το 1893, στο Lessing Theater του Βερολίνου ανέβηκε για πρώτη φορά, ένα από τα τελευταία έργα του Ίψεν, ο Αρχιμάστορας Solness (The Master Builder). Χωρίς να θέλω να εκβιάσω την παράθεσή τους δίπλα -δίπλα και τα δυο γεγονότα, ένα πραγματικό και ένα θεατρικό, μου αφήνουν την ίδια γεύση για τη μοναξιά της κορυφής. Η Ayn Rand, το 1943, γράφει το Κοντά στον Ουρανό (The Fountainhead), με βασικό ήρωα τον Howard Roark, βασισμένο στον Αμερικάνο πατέρα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, Frank Lloyd Wright. Μέσα στο βιβλίο, σκιαγραφείται εκπληκτικά το μοντέλο του μοντέρνου αρχιτέκτονα, απέναντι στην κοινωνία, τα άκαμπτα πιστεύω και μια επαναλαμβανόμενη ιστορία αυτών των ανατρεπτικών ανθρώπων που κατάφεραν να είναι σήμερα το Architecture 101. Ο Κωνσταντινίδης ήταν και είναι, ίσως ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας της χώρας μας, ο πατέρας του μεταπολεμικού μοντερνισμού, ο οποίος έτυχε διεθνούς αναγνώρισης. Ανήκε στους ασυμβίβαστους ανθρώπους, ενώ χαρακτηριζόταν από μια κάποια ιδιορρυθμία, όπως όλες οι μεγαλοφυΐες που έχουν διαμορφώσει την ιδεολογία της καθολικής αξίας της αρχιτεκτονικής. Είχε ένα όραμα. Αλλά βίωσε την πίκρα ενός απομονωμένου ήρωα, που έβλεπε τις αξίες του να μη γίνονται αποδεκτές από αυτούς στους οποίους τις απηύθυνε. Ωστόσο, έγινε σχολείο για πολλές γενιές αρχιτεκτόνων. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου, εργάστηκε στην Πολεοδομία Αθηνών και μετά τον πόλεμο, στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Η άποψη του ότι η αρχιτεκτονική εντάσσεται στα κοινωνικά λειτουργήματα, τον οδήγησε στη θέση του προϊσταμένου της Yπηρεσίας Mελετών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και έπειτα έγινε προϊστάμενος και ειδικός σύμβουλος της Yπηρεσίας Mελετών του EOT.

/TETRISM


11 / ΚΟΛΑΖ

/TETRISM

Τα χρόνια αυτά, σχεδίαζε και επέβλεπε μια σειρά εργατικών κατοικιών και ξενοδοχείων. Ήταν ο πρώτος αρχιτέκτονας που εισήγαγε αποτελεσματικά τα πρώτα δημόσια έργα μεγάλης κλίμακας. Μεταξύ άλλων, δημιούργησε τα περίφημα ξενοδοχεία Ξενία, που χτίστηκαν σε εξαιρετικά προνομιακές θέσεις, σε τουριστικές περιοχές, με στόχο να προβάλουν το πρόσωπο μιας νέας, σύγχρονης Ελλάδας, τα οποία ωστόσο, σήμερα το ελληνικό κράτος έχει παραδώσει στη λήθη και την εγκατάλειψη. Απέφυγε τα δυο μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής του, την αντιγραφή των Δυτικών προτύπων και την αρχαιολατρεία των Ελλήνων. Θεωρούσε ότι ο θεμελιώδης λίθος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής είναι το ελληνικό τοπίο και αναγνώρισε την ανάγκη της πλήρους αρμονίας της με αυτό. Αυτό, τον οδήγησε στην ανάδειξη της ανώνυμης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της υπαίθρου, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Όρισε λοιπόν, τη σύζευξη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής της υπαίθρου, με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. Το υλικό που διατίθεται είναι τόσο άφθονο και εύληπτο. Θέτει συνεχώς ερωτήματα ηθικής τάξεως απέναντι σε βασικά και δύσκολα ερωτήματα, όπως τι είναι ανθρώπινο ή τι σημαίνει σύνεση και ειλικρίνεια και πώς όλα αυτά θα μπορούσαν να εκφράζονται, με σύγχρονο τρόπο, μέσα από την αρχιτεκτονική. Ο λόγος του ήταν πάντα ευθύς και καθαρός, όσο και οι θέσεις του για τα ζητήματα που έθιγε. Τα γραπτά του μαρτυρούσαν το πόσο απόλυτος ήταν και κατά συνέπεια, το πόσο ακραίος. «Πρέπει να έχω να χτίζω. Και να δούμε πώς θα τα καταφέρω. Και σίγουρα θα έχω να υποφέρω, έτσι που δε δέχουμαι συμβιβασμούς. Και που θέλω να τα έχω όλα τέλεια και λιτά και απλά και αυτονόητα». «Για να πω, δηλαδή, πόσο πρέπει να έχει, ένας αρχιτέκτονας και μιαν πιο γενική καλλιέργεια, έξω από τα «τεχνικά» και «καλλιτεχνικά» της δουλειάς του. Και το πιο σπoυδαίο: Να θέλει να βλέπει καθαρά και ξάστερα, όχι μόνο στα έξω του αλλά και στα μέσα του. Και για να συνθέτει, τότε και από τα έξω και από τα μέσα, το ένα σχήμα που θα είναι το σωστό, το απαραίτητο, το χρήσιμο, το αναγκαίο». Ο ίδιος πίστευε ότι κάθε αληθινό αρχιτεκτόνημα, δείχνει ένα τρόπο ζωής. Και για τον Κωνσταντινίδη, η ζωή θα έπρεπε να είναι τέτοια που όλοι οι άνθρωποι να ζούνε άνετα, απλά, λιτά και μονιασμένα. Βρέθηκε όμως αντιμέτωπος με τους πελάτες, καλομαθημένους αστούς του ηδονικού μοντερνισμού, όπως έχει πει ο Κοτιώνης. Η αυτοχειρία του Άρη Κωνσταντινίδη, υπήρξε η έσχατη αντίδρασή του απέναντι στη φθορά και ένα δείγμα της ασυμβίβαστης προσωπικότητάς του. Στα Προλεγόμενα, συμπεριλαμβάνεται ένας στίχος του Σολωμού: “Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα... και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ”. O Kωνσταντινίδης, ήταν οργισμένος, γιατί γύρω από την υψηλή τέχνη της Aρχιτεκτονικής, όλα πήγαιναν κατά διαόλου. O ίδιος είχε μιλήσει για τη μάσκα του φτιαχτού, της ψευτιάς και της υποκρισίας, του εξωραϊσμού και της ωραιοποιημένης αυθαιρεσίας. Oργή για την κατάντια του τόπου, για τις ηθικές αξίες και μια έντονη αξιοπρέπεια, πιθανότατα, οδήγησαν στην

“ηθελημένη πτώση” του Άρη Kωνσταντινίδη, στις παραμονές της έκδοσης ενός ακόμη βιβλίου του, όπου ήταν «στενεμένος» να επαναλάβει πράγματα, να δώσει συμβουλές και οδηγίες, που δεν επρόκειτο να εισακουσθούν.

«Eίμαι οργισμένος. Ό,τι έχω χτίσει στη ζωή μου, σήμερα, δεν το αναγνωρίζω, το έχουν αλλάξει. Aκόμη και το μικρό σπιτάκι στην Aνάβυσσο […]. Είμαι 78 χρονών, το μυαλό μου δουλεύει ακόμη, θα μπορούσα να χτίζω. Εδώ και δέκα χρόνια, δεν έχω τίποτα. Ξαφνικά, παπ! Κόπηκαν όλα με το μαχαίρι. Βέβαια, είχα αρχίσει να γίνομαι κι εγώ λιγάκι δύστροπος. Μόλις τελείωνα κάθε τι που έχτιζα και έφευγα, το αλλάζανε. Μ’ αφήναν να το κάνω, διότι είχα και τον τρόπο να επιμένω αλλά μετά το αλλάζανε. Τα «Ξενία» που έχω χτίσει, αγνώριστα. Τα ’χουν αλλάξει. Στα χρώματα, στα έπιπλα, σε όλα. Ή τα σπίτια. Αγνώριστα. Κι αρχίζω κι εγώ να λέω τότε “Προς τι; Αξίζει να σκοτώνεσαι για κάτι που μόλις σηκωθείς και φύγεις, οι άλλοι θα σου το αλλάξουν με το πρόσχημα «Δικό μου είναι, το κάνω ό,τι θέλω» Βέβαια είναι δικό σου, δεν λέω αλλά δεν μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις.”».

Ήθελα να γράψω για στοιχειωμένα σπίτια, για το πως το ξενοδοχείο στη Λάμψη (The Shining, 1980) του Kubrick, δε βγάζει μια υλοποιήσιμη κάτοψη, ένας χώρος γεμάτος αυταπάτες, για να μην αφήνει το θεατή να αντιλαμβάνεται το χώρο και να πλαισιώσει την παράνοια του θρίλερ. Ήθελα να γράψω για αυτά και θα μου μείνει άχτι. Αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην κάνει υπεκφυγές, να μην απορρίπτω τα θέματα, τα λεπτά, αυτά που πραγματικά με τσιτώνουν και με ταλαιπωρούν. Τα αμφιλεγόμενα μέσα μου. Γιατί στην πραγματικότητα, τι πιο τρομακτικό, από το να έχεις τόσα αποκρυσταλλωμένα πιστεύω, που να μην χωράς στην ατέλεια του κόσμου.

ΥΓ: Ψάξτε την τελευταία συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη από τον Θ.Λάλα, λίγους μήνες πριν φύγει. Δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό του, στο ΒΗΜΑ.


12 / ΚΟΛΑΖ

/ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ


13 / ΚΟΛΑΖ

/ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


14 / ΚΟΛΑΖ

Η Νεκροκεφαλή τίγκα στο κέφι και το μπρίο (κατάσταση σπάνια για “άτομα” του είδους της), μαζί με την υπόλοιπη ημιθανή παρέα της, επισκέφτηκαν τις πρώτες πρωινές, το μαγαζάκι που έπαιζε Εκείνος, για μια τελευταία, αιματηρή μπύρα. Μπαίνοντας μέσα, έριξαν μια κλεφτή ματιά ο ένας στον άλλο. Και ναι, ήταν φάμπιουλους. Ακολούθησε και μια δεύτερη και μια τρίτη και μια τέταρτη. Κι έπειτα, οι ματιές εμπλουτίστηκαν με χαμόγελα κι έγιναν βλέμματα. Όχι χυδαία. Σχεδόν παιδικά, σχεδόν ρομαντικά. Ντροπαλά και μισόκρυφα. Η Νεκροκεφαλή είχε ξεχάσει την ομορφιά αυτού που οι όμοιοί της, ονόμαζαν «άι κόντακτ». Ελάτε, μην κάνετε τους ανήξερους. Το ξέρετε κι εσείς. Υπό το σπούκι φωτισμό δε, όλα δείχνουν ακόμα πιο ερωτικά και πολλά υποσχόμενα. Κι εκεί που τα βλέμματα έδιναν κι έπαιρναν και ο Σκελετός θα αποκτούσε κεφάλι και η Νεκροκεφαλή, σώμα, έγινε η Επέλαση. Μυρίων βαρβάρων, όχι αστεία. Ακολούθησε πανικός. Νεκροί και σκελετοί και νεκροκεφαλές και κολοκύθες, κατέβηκαν τα σκαλιά κουτρουβαλώντας, ενώ οι πιο ακραίοι πηδούσαν από τα παράθυρα του τετάρτου ορόφου. Ένα τελευταίο (καθόλου ζοφερό) βλέμμα πριν την υποχρεωτική αποχώρηση, σήμανε μια περίεργη επανένωση. Το επόμενο πρωί, η Νεκροκεφαλή ξύπνησε με ένα πλατύ, ξεδοντιάρικο χαμόγελο στα χείλη. Ένα χαμόγελο ίδιο με του Σκελετού. Τόσο βαθύ και τόσο όμορφο. Αποφασισμένη ότι έπρεπε να τον ξαναδεί, επέστρεψε στο dead friendly μπαράκι της Ταξίμ, το ίδιο βράδυ, παρέα με το στενό της φίλο, Ακέφαλο Καβαλάρη. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που πίστευε ότι θα βγει από το τρύπιο μάτι της. Ανέβηκε τα σκαλιά γρήγορα-γρήγορα, καλπάζοντας στην πλάτη του φίλου της. Άνοιξε με ορμή και αγωνία την πόρτα. Εκείνος πουθενά. Πήρε δυο ανάσες και πέρασε στο Plan B. Ο Ακέφαλος Καβαλάρης ήταν καλλιτεχνάκι σωστό και τη βοήθησε ιδιαιτέρως στην πραγματοποίηση του σχεδίου.

/ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ


15 / ΚΟΛΑΖ

Παρήγγειλαν την κατακόκκινη μπύρα τους κι άρχισαν να συντάσσουν το σημείωμα. We loved your music but your scary smile made me come back. Δεν έγραψε όνομα, μόνο ζωγράφισε (εδώ φανερώνεται η “συνδρομή” του καλλιτέχνη) το πρόσωπο της, με τα χαρακτηριστικά μαλλιά και μάτια της. Το άφησε στο δέκατο τέταρτο σκαλοπάτι του μαγαζιού. Δεν ξέρει κανείς αν ο Σκελετός βρήκε το σημείωμα. Ξέρω όμως, ότι περιέργως πως, βρήκε τη Νεκροκεφαλή. Σε μια πόλη που κανείς από τους δύο δεν ήξερε το όνομα του άλλου, αυτοί οι φοβιστικοί τύποι ξανασυναντήθηκαν. Once in a lifetime. True Story, Κε Πρόεδρε. Παράτα τις συμπτώσεις, τα τυχαία, τα τυχερά και τα ασυμβίβαστα. Διεκδίκησε αυτό που θες. Όσο παράταιρο, παλιό, καινούριο, γνωστό, άγνωστο, τελειωμένο ή χαμένο από χέρι κι αν μοιάζει. YOLO* που λέει σαρκαστικά κι ο Ακέφαλος. Συνεχίζω να μην ξέρω να γράφω παραμύθια. Ξέρω όμως, ότι είναι βγαλμένα από τη ζωή. Και είναι, ω Άδη, κυριολεκτικά μαγικά._

*YOLO: You Only Live Once

/ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ


16 / ΚΟΛΑΖ

XX

Άρθρο / Στέλλα Σαμιώτη


17 / ΚΟΛΑΖ

/ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ

«Γιατί δεν έρχεσαι να της μάθεις εσύ, που παίρνεις τις καλύτερες πίπες σε όλο το σχολείο...;», ξεστόμισε και δεν πίστευε ούτε ο ίδιος στα αφτιά του. Για ένα δευτερόλεπτο, ένιωσε να εκδικείται για όλες τις βρισιές που είχε ακούσει. Για τα κοροϊδευτικά γέλια κάθε φορά που περνούσε από μπροστά τους, για τα χαρτάκια με τα ζωγραφισμένα πουλιά που του πετούσαν στα διαλείμματα, τις σφαλιάρες, τις μπάλες που προσγειώνονταν κάθε μέρα στο κεφάλι του, τα σπρωξίματα στο κυλικείο και τις απειλές στις τουαλέτες. Για όλα τα κλάματα και την ξεφτίλα. Για όλα αυτά που ένιωθε στην καρδιά και το σώμα του αλλά το μυαλό δυσκολευόταν να αποδεχτεί. Για όλα αυτά που περνούσε τον τελευταίο καιρό, από τη μέρα που τον «ανακάλυψαν». Για πρώτη φορά κοίταξε κάποιον στα μάτια και μίλησε. Αυτός ο κάποιος, που ήταν και ο πιο μυώδης, πήδηξε τα κάγκελα και μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, τον άρπαξε από το λαιμό και άρχισε να τον χτυπάει βίαια στο πρόσωπο και να του ρίχνει γονατιές στην κοιλιά. Η φίλη του, προσπάθησε να τον σταματήσει αλλά τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας που περνούσαν τα κάγκελα με τη σειρά τους, την έσπρωξαν κι εκείνη έπεσε κάτω. Κάποιος την κλότσησε στο πρόσωπο για να σκάσει. Όλοι μαζί μετά, έπεσαν πάνω του. Δεν είχε το κουράγιο να αμυνθεί, ούτε τη δύναμη να αντισταθεί στον πόνο που ένιωθε. Ήταν περίπου δέκα άτομα κι αυτός μόνος. Μερικοί τον κρατούσαν και οι υπόλοιποι χτυπούσαν όπου έβρισκαν. «Για να δούμε, φοράς σουτιέν;», είπε κάποιος άλλος και του έσκισαν την μπλούζα, ενώ αυτός είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις του. Ορισμένοι, υποβάσταζαν το βάρος του, για να συνεχίσουν οι άλλοι να τον χτυπούν.

πιασε νευρικά το μολύβι κι άρχισε να γεμίζει το κενό που έχουν τα άλφα και τα όμικρον στο βιβλίο της ιστορίας. Το τέλος της ώρας πλησίαζε κι η νευρικότητα, έκανε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και τα χέρια του να ιδρώνουν. Δεν πρόσεχε καν στο μάθημα, όταν η κυρία Μι ρώτησε κάτι που σίγουρα θα το ήξερε. Έσκυψε ακόμη πιο χαμηλά το κεφάλι από τις ενοχές, που δε σήκωσε γι’ άλλη μια φορά το χέρι. Η κυρία Μι είχε παρατηρήσει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του τον τελευταίο καιρό. Το κουδούνι χτύπησε και το μολύβι έπεσε από τα χέρια του. Ξεροκατάπιε και πετάχτηκε αστραπιαία από την καρέκλα του, για να φτιάξει την τσάντα του. Έφυγε πρώτος από την τάξη κι έτρεξε στις σκάλες, για να τη συναντήσει στο προαύλιο. Είχαν δώσει ραντεβού από το προηγούμενο διάλειμμα. Θα έκαναν κοπάνα τις δυο τελευταίες ώρες. Η πρώτη του κοπάνα. Στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και την είδε να τον περιμένει. Επιτέλους. Έκανε το πρώτο βήμα, όταν η φωνή της κυρίας Μι, ακούστηκε από μακριά. Γαμώτο. Κατσούφιασε και γύρισε να τη δει, καθώς πλησίαζε προς το μέρος του «Νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε. Τι λες;», είπε η κυρία Μι εμπιστευτικά, με μια γλύκα που δεν είχε ξαναδεί σε εκπαιδευτικό.Την κοίταξε κατάματα χωρίς καμία έκφραση, της γύρισε την πλάτη και έτρεξε προς το προαύλιο. Ήθελε να εξαφανιστεί από το χώρο που λεγόταν σχολείο. Έπιασε τη φίλη του κι έτρεξαν, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Α, έρωτας σκέφτηκε η κυρία Μι και έμεινε να τους χαζεύει για λίγο. «Κοίτα πως τρέχει η παλιο-αδερφή!», ακούστηκε από την παρέα που είχε μαζευτεί δίπλα από την μπασκέτα κι όλοι γέλασαν κακαριστά. Ο φύλακας του σχολείου, είδε τα δυο παιδιά να σκαρφαλώνουν τα κάγκελα και έτρεξε να τους προλάβει αλλά ήταν σαν αγρίμια μέσα σε κλουβί. Με το που βρέθηκαν από την έξω μεριά, η κοπέλα κοίταξε τον επιστάτη και χαμογέλασε αμήχανα. Τα παιδιά από την μπασκέτα που τους είδαν να το σκάνε, πλησίασαν τα κάγκελα και τους γιούχαραν. «Θα σου μάθει πως να παίρνεις πίπες; Είναι μεγάλος δάσκαλος», είπαν στην κοπέλα, κοιτώντας τον κι ένα μακρόσυρτο «Ωωωω...» θαυμασμού, ακούστηκε από την παρέα σαν να είχε πει σοφή κουβέντα. «Άστους! Πάμε να φύγουμε...», του είπε και έπιασε το χέρι του για να τον τραβήξει αλλά αυτός είχε μείνει παγωμένος να κοιτάζει την παρέα που συνέχιζε να γελάει από την μέσα μεριά.

Ο φύλακας του σχολείου έτρεξε να ζητήσει βοήθεια, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση στην ηλικία του να κατάφερνε να τους χωρίσει. Η κυρία Μι έβλεπε τι συνέβαινε από εκεί που την είχε αφήσει ο μαθητής της. Άκουσε τις φωνές του φύλακα που μπήκε στο γραφείο των καθηγητών αλλά εκείνη έτρεξε προς το προαύλιο. Πήγε στην είσοδο και είδε ότι ήταν κλειδωμένη με μια τεράστια αλυσίδα που κατέληγε σε ένα ακόμη πιο μεγάλο λουκέτο. Πέταξε κάτω το σακάκι της, έβγαλε τις γόβες της και σκαρφάλωσε τα κάγκελα. Μόλις την είδαν στην έξω μεριά αναμαλλιασμένη και ξυπόλυτη, επικράτησε αμήχανη σιωπή. Σταμάτησαν να χτυπούν τον αναίσθητο μαθητή και ξαφνικά όλοι διαλύθηκαν μέσα σε έναν πανικό. Έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις, σα σκυλιά που τα κυνηγάει ο μπόγιας. Η κυρία Μι αντίκρισε το θέαμα του ημίγυμνου μαθητή της, κακοποιημένου τόσο βάναυσα, που τον αναγνώρισε με δυσκολία. Τον πλησίασε με τρόμο. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Μια τάση για εμετό ανέβηκε μέχρι τον οισοφάγο της αλλά το σταμάτησε. Τον πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Μια τούφα από μαλλιά και αίμα ήταν δίπλα στον ώμο του. Σκέφτηκε να τον αγγίξει απαλά αλλά φοβήθηκε ότι θα διαλυόταν μπροστά στα μάτια της. Τοποθέτησε τα δυο δάχτυλά της στο λαιμό του. Δε βρήκε σφυγμό. Ψηλάφησε την περιοχή και πίεσε ξανά. Σίγουρα έκανε κάτι λάθος. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο αίμα. Ένιωσε την τρομαχτική σιωπή. Κοίταξε απεγνωσμένα πίσω της και είδε μια τεράστια μάζα ανθρώπων να στηρίζεται πάνω στην πλάτη της καθώς την κοιτούσαν με μια ανθρωποφαγική περιέργεια πίσω από τα κάγκελα. Έγνεψε αρνητικά στον επιστάτη που παρακολουθούσε αποσβολωμένος. Ο ήχος επανήλθε από το τρίξιμο της κεντρικής πύλης του σχολείου, που μόλις είχε ανοίξει. Ο Διευθυντής, κραδαίνοντας μια μεγάλη αρμαθιά με κλειδιά, έτρεχε προς το μέρος της.


18 / ΚΟΛΑΖ

/THE ODD FELLAS

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


19 / ΚΟΛΑΖ

/THE ODD FELLAS

Ήταν σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που είδα το Ψυχώ. Ακόμα θυμάμαι τη σκηνή στο ντους. Και τη θυμάμαι κάθε μέρα που μπαίνω στη μπανιέρα μου. Ειδικά τα βράδια, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο trailer των Πουλιών. Όχι, δεν την είδα ποτέ. Μόνο η σκηνή, που τα πουλιά επιτίθενται στην κατά τα άλλα γλυκυτάτη, Tippi Hedren, ήταν αρκετή, ώστε κάθε φόρα που περνάω από το Ζάππειο, να ανησυχώ αν θα «βγάλω» ή όχι την πλατεία. Enough is enough, είπα και δεν ξανασχολήθηκα με το συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Αν κάποιος μπορεί να μου δημιουργήσει εμμονικές φοβίες, αυτός είναι σίγουρα ο μέγας, Alfred Hitchcock.


20 / ΚΟΛΑΖ

/THE ODD FELLAS XX


21 / ΚΟΛΑΖ

/THE ODD FELLAS

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία, ο Hitchcock γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1899, στο East End του Λονδίνου. Παχύσαρκος και μοναχικός, μεγάλωσε υπό την προστασία της καταπιεστικής μητέρας του, η οποία πιθανότατα αποτέλεσε τη «μούσα» όλων των καταπιεστικών μητέρων, που πρωταγωνίστησαν στις ταινίες του. Ο πατέρας του, από την άλλη, προκειμένου να συνετίζει το γιο του όποτε παρεκτρεπόταν, είχε ανακαλύψει μία όχι και τόσο παιδαγωγική τιμωρία. Φήμες λένε, πως κάθε που ο μικρός Alfred, ήταν άτακτος, παρουσιαζόταν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, με το πατρικό σημείωμα, το οποίο έγραφε: «Ήμουν άτακτος. Ο πατέρας μου θέλει να με κλειδώσετε στο κελί για δέκα λεπτά». Όπως αντιλαμβάνεσαι αναγνώστη, φυσικά και του έμεινε κατάλοιπο. Μεγαλώνοντας, αποφάσισε να φοιτήσει σε μια τεχνική σχολή, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Η πρώτη του δουλειά, ήταν σε κάποιο κινηματογραφικό στούντιο (παράρτημα της Paramount), όπου εργάστηκε αρκετό καιρό ως σχεδιαστής διατίτλων και τίτλων αρχής για όλες τις βουβές ταινίες. Αλλά καθώς οι ευκαιρίες έρχονται πάντα σε αυτούς που ξέρουν να τις αρπάξουν, κατάφερε να κάνει εμμέσως το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, όταν λόγω ασθενείας αντικατέστησε το σκηνοθέτη της ταινίας Always tell your wife. Αφήνοντας έκπληκτους τους παραγωγούς, σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, με τίτλο Αριθμός 13. Έπειτα από αρκετούς σκοπέλους, η αρχή της καριέρας του Μετρ, ξεκινάει το 1925, με το Pleasure Garden. Λίγο αργότερα γύρισε την πρώτη ομιλούσα Βρετανική ταινία, με τίτλο Blackmail. Στο τέλος της δεκαετίας του ’30, με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις ΗΠΑ. Μετά από αρκετές κλειστές «πόρτες» στο σκηνοθετικό του ταλέντο, βρέθηκε στο δρόμο του ο μεγαλοπαραγωγός David O. Selznick, ο oποίος του πρόσφερε επταετές συμβόλαιο. Ο νέος του παραγωγός, αρχικά του ανέθεσε να σκηνοθετήσει τον Τιτανικό αλλά σύντομα κατάλαβε ότι το μπάτζετ του ξεπερνούσε κατά πολύ το βούλιαγμα ενός πλοίου, με αποτέλεσμα να την αποσύρει. Έτσι, το 1940, η πρώτη χολυγουντιανή του ταινία, ήταν το Rebecca, η οποία του χάρισε και το ένα και μοναδικό του Όσκαρ. Αυτό της Καλύτερης Ταινίας. Η εικοσαετία που ακολούθησε, ήταν παραγωγικότατη, αφού η μια ταινία ακολουθούσε την άλλη. Και για να μη μακρηγορούμε, Ψυχώ εγένετο, εν έτει 1960.


22 / ΚΟΛΑΖ

/THE ODD FELLAS

Η πρώτη και μόνη ταινία, στην οποία η πρωταγωνίστρια σφαγιάζεται στη ντουζιέρα, από το μαχαίρι του θεότρελου ιδιοκτήτη του μοτέλ, εντός του πρώτου μισάωρου, αφήνοντας τους θεατές, στήλη άλατος. Μια ταινία πρωτοποριακή και καθόλα τρομακτική, που τα επιφωνήματα των θεατών στις αίθουσες, αποτέλεσαν το δεύτερο soundtrack της. Ο Hitchcock, δυσκολεύτηκε πολύ για να τη βγάλει στη μεγάλη οθόνη, αφού οι παραγωγοί είχαν αρχίσει να χάνουν την πίστη τους στο ταλέντο του. Ο ίδιος έβαλε πολλά χρήματα από την «τσέπη» του, ρισκάροντας οικονομικά, ό,τι είχε καταφέρει να αποκτήσει. Η διάψευση ήρθε σύντομα, ειδικά όταν οι εισπράξεις ξεπέρασαν τα δεκαπέντε εκατομμύρια δολάρια (ποσό, διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή). Οι καινοτομίες του Hitchcock ήταν πολλές. Ήταν ο πρώτος που πειραματίστηκε με ταινία – μονοπλάνο (βλ. Θηλιά), ήταν ο εφευρέτης του Mc Guffin (μηχανισμός πλοκής, που αναφέρεται συνήθως σε ένα αντικείμενο, το οποίο αποτελεί μόνο την αφορμή για να ξεκινήσει η περιπέτεια) και αυτός που τελικά καθιέρωσε – σχεδόν λατρεύοντας τις cameo* εμφανίσεις στις ταινίες του. Κι από «ιδιαιτερότητες», ωστόσο, δεν έμεινε πίσω. Οι περισσότερες των ταινιών του, ήθελε να φέρουν μονολεκτικό τίτλο, αντιπαθούσε την πλειοψηφία των ηθοποιών του, των οποίων μάλιστα φρόντιζε να μαθαίνει τις φοβίες, ώστε να τους κάνει και τις αντίστοιχες και πάντα στοχευμένες φάρσες του, απεχθανόταν τα αυγά, λάτρευε τον Bonuel, κρυβόταν πίσω από τον καναπέ του κάθε που τον έψαχνε «για κακό» ο παραγωγός του, όταν σηκωνόταν από τη σκηνοθετική του καρέκλα, έσπαγε την κούπα του, ενώ συχνά διατεινόταν ότι το μυστικό για την επιτυχία μιας ταινίας, δεν ήταν άλλο από το «να διαρκεί όσο αντέχει η ουροδόχος κύστη του θεατή». Αυτός ήταν ο Hitchcock. Ένας εκκεντρικός, περίεργος αλλά ευφυέστατος τύπος.


23 / ΚΟΛΑΖ

Συνοδοιπόρος στη ζωή και το έργο του, ήταν πάντα η σύζυγός του, Alma Reville. «Ζητώ την άδειά σας, να αναφερθώ ονομαστικά σε τέσσερα μονάχα άτομα, τα οποία ως πιο σημαντικά στη ζωή μου με αγάπησαν, με εκτίμησαν, με επηρέασαν και μου συμπαραστάθηκαν ως πιστοί και αφοσιωμένοι φίλοι και συνεργάτες. Το πρώτο άτομο είναι ένας μοντέρ, το δεύτερο είναι σεναριογράφος, το τρίτο είναι η μητέρα της κόρης μου της Patricia Hitchcock και το τέταρτο είναι μια φανταστική μαγείρισσα που κατάφερε να κάνει θαύματα μέσα στα στενά πλαίσια μιας κουζίνας. Τα ονόματά των τεσσάρων αυτών ανθρώπων, είναι Alma Reville». Πέθανε το 1980, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το The Short Night, ταινία που δούλευε τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια. Ο Hitchcock και οι ταινίες του, αποτέλεσαν πολλάκις αντικείμενο έρευνας ψυχολόγων και ψυχιάτρων. Υπήρξε με διαφορά ο «τρομακτικότερος» σκηνοθέτης όλων των εποχών, παίζοντας με τις φοβίες κοινού και κριτικών. Ένας σωστός μαέστρος του θρίλερ.

/THE ODD FELLAS


24 / ΚΟΛΑΖ

/ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

Άρθρο / Αρστείδης Γεωργίου


25 / ΚΟΛΑΖ

/ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ


26 / ΚΟΛΑΖ

/ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

Τελείωσαν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, οι γλυκουλίστικες ταινίες και τα φιλιά κάτω από τα δέντρα. Ώρα για πόνο, κραυγές, βασανιστήρια, εξορκισμούς, δαίμονες, διαβόλια και τριβόλια και λίτρα αίματος. Νομίζω το πιάσατε. Ώρα για ταινίες τρόμου. Στα τέλη του 1890 και συγκεκριμένα το 1896, ο Georges Méliès, με το έργο του “Le Manoir du Diable” ή αλλιώς “The Haunted Castle”, άνοιξε ένα πολύ σημαντικό και μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του κινηματογράφου. Για πολλούς, είναι η πρώτη ταινία τρόμου που κυκλοφόρησε ποτέ και ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Συνεπώς από τότε μέχρι και σήμερα, το είδος γιορτάζει τα 118α γενέθλιά του, με ίσως παραπάνω από 1.500 με 2.000 ταινίες παγκοσμίως. Είναι αρκετές αυτές που ξεχώρισαν κι άλλες που πέρασαν τελείως αδιάφορες. Κάποιες που μέσω της υπερβολής προκάλεσαν μέχρι και γέλιο και κάποιες άλλες τόσο ανατριχιαστικά αληθοφανείς, που σήκωσαν το πετσί όσων τις παρακολούθησαν. Σίγουρα πάντως, οι ταινίες τρόμου εξακολουθούν να φέρνουν μεγάλα ποσά στα ταμεία των παραγωγών, καθώς ο κόσμος, ακόμα θέλει να νιώθει την αγωνία κι αυτό το αίσθημα αδρεναλίνης που αυτές μπορούν επιτυχώς να του προσφέρουν. Έτσι οι ταινίες τρόμου, είναι ίσως το μόνο είδος με τόσο φανατικό κοινό. Δεν έχω δει ας πούμε ποτέ κάποιον να λέει έχω πάθος με τις κωμωδίες ή με τα ρομάντζα αλλά έχω γνωρίσει πολλούς κολλημένους με τα ουρλιαχτά. Ίσως είναι ένα ψυχολογικό τεστ, του πόσο μπορείς να αντέξεις, πριν αρχίσεις να ξεφωνίζεις από την τρομάρα σου. Ίσως είναι το γεγονός ότι πρόκειται για ένα είδος που έχει δεχτεί τόση κριτική και αμφισβήτηση, όσο περίπου και το πορνό. Είναι ένα είδος ταμπού. Ψυχολόγοι, δάσκαλοι και λοιποί θεωρητικοί έχουν λυσσάξει να βγάλουν συμπεράσματα, για το πως ταινίες τέτοιου είδους, συνδέονται με αληθινές πράξεις ατόμων. Παιδιά που γίνονται κατα συρροήν δολοφόνοι, μαμάδες που σκοτώνουν τα παιδιά τους, πατεράδες βιαστές και λοιποί παλιοχαρακτήρες. Δε λέω πως είναι μπαρούφες αλλά σκληρά εγκλήματα, γίνονταν και πριν δημιουργηθεί ο κινηματογράφος και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Τα γιαταγάνια και τα χατζάρια, βγήκαν πολύ πριν τις κάμερες και τα φώτα. Τέλος πάντων. Καθείς με τα συμπεράσματά του.

Ένα μεγάλο λάθος που κάνουμε εδώ στην Ελλάδα, είναι πως συνδέουμε τα θρίλερ (Thriller) με τα τρόμου (Horror). Το θρίλερ είναι ταινία αγωνίας, όπως λόγου χάρη το “Seven” και το “American Psycho”, ενώ τρόμου είναι το “Saw” και το πρόσφατο “Conjuring”. σ.σ.Τρόμου συνήθως, λέμε μια ταινία που σκοπό έχει να σε κάνει να τα «κάνεις» επάνω σου και ας μην έχει κάποιο βαθύτερο νόημα. Οι John Carpenter, Wes Craven, George A. Romero, Tobe Hooper, Sam Raimi, William Friedkin αλλά και σκηνοθέτες όπως ο Alfred Hitchcock και ο Stanley Kubrick, μας έχουν κόψει το αίμα με τις ταινίες τους. Ο Freddy Krueger, ο Jason Voorhees, o Frankenstein, o Norman Bates, o Count Dracula, o Chakie, η Regan McNeil, o Hannibal Lecter και άλλοι αμέτρητοι χαρακτήρες, έχουν γραφτεί με γράμματα από αίμα και πόνο στην ιστορία των κινηματογραφικών ηρώων. Ακολουθεί ένα προσωπικό τοπ δώδεκα, για ταινίες που φέρνουν ανατριχίλες και σε τινάζουν ψηλά πάνω από τον καναπέ σου, κάνοντας την τρίχα σου, σαν αυτή του Fido Dido.

1. A NIGHTMARE ON ELM STREET (1984) 2. DRACULA (1958) 3. FRIDAY THE 13TH (1980) 4. THE SHINING (1980) 5. THE CABIN IN THE WOODS (2012) 6. EVIL DEAD II (1987) 7. THE TEXAS CHAINSAW MASSACRE (1974) 8. THE SILENCE OF THE LAMBS (1991) 9. THE EXORCIST (1973) 10.HALLOWEEN (1978) 11.NIGHT OF THE LIVING DEAD (1968) 12.ROSEMARY’S BABY (1968)

Σπρώξτε σιγά - σιγά την κασέτα στο βίντεο, βάλτε ποπ κορν στο μπολ και ετοιμαστείτε για πολλά, πολλά λίτρα κινηματογραφικού αίματος και στριγγλιστών τσιρίδων. Αυτή η δωδεκάδα, μπορεί να σας κάνει να λατρέψετε ή να μισήσετε το είδος, μια για πάντα... Μου χα χα χα ...


27 / ΚΟΛΑΖ

/ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ


28 / ΚΟΛΑΖ

/ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ Α ΜΗΧΑΝΙΑ

Άρθρο / Αριστομένης Γεωργιόπουλος


29 / ΚΟΛΑΖ

/ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ Α ΜΗΧΑΝΙΑ

Αν κάποιο τραγούδι έρχεται στο μυαλό μου όταν ακούω τη λέξη τρόμος, αυτό δεν είναι άλλο από το “παιδικό” τραγουδάκι “One, two, Freddy’s coming for you”. Το ξέρω πως μόλις ξέθαψα από το υποσυνείδητο σας, βαθιά κρυμμένους φόβους. Μνήμες που δεν θα θέλατε να εμφανιστούν ποτέ ξανά. Όμως αυτοί οι στίχοι, θα στοιχειώνουν ακόμα τα όνειρα σας, όπως άλλωστε έκανε και ο Freddy Krueger, ο πρωταγωνιστής στην ταινία Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες. Ήσουν εννιά χρονών περίπου, όταν είδες το πρώτο σου θρίλερ, ίσως και μικρότερος. Τώρα πια κοντεύεις τα τριάντα και οι στίχοι “ One two Freddy’s coming for you / three four better lock your door / five six grab your crucifix / seven eight gonna stay up late / nine ten never sleep again”, ακόμα διαπερνούν όλο σου το κορμί και σου δημιουργούν μια ανεξήγητη ένταση. Κοιτάς προς τη πόρτα, σκέφτεσαι το βράδυ που θα ξαπλώσεις να παραμείνεις ήρεμος και ρίχνεις και μια ματιά στη Παναγίτσα, που έχει κρεμάσει η μητέρα σου πάνω από το κρεβάτι και δεν έχεις αξιωθεί να τη βγάλεις ακόμα, αφού είσαι ρεμάλι (και λίγο μαμάκιας). Τα χρόνια περάσανε, ο Freddy κατάντησε από τρομακτικός, γραφικός (σαν κι εσένα ένα πράγμα) αλλά θα τον θυμάσαι πάντα όπως ήταν σε εκείνη την πρώτη ταινία, κάπου στο 1984. Τότε που έμαθες τι θα πει τρόμος. Καλά τα παιδικά τραγουδάκια και ιδιαίτερα τρομακτικά τολμώ να ομολογήσω, όμως ας μιλήσουμε για λίγη ποιοτική τρομάρα. Από συνθέτες όπως οι Wendy Carlos, Rachel Elkind, Kryzsztof Penderecki, Gyorgi Ligeti και Bela Bartok δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα άλλο από κάποιο κλασικό αριστούργημα. Έτσι λοιπόν, ο Kubrick, σκηνοθέτης της ταινίας Η Λάμψη, τους έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη και σίγουρα δε βγήκε χαμένος. Αποκορύφωμα της μουσικής τους ευφυίας, είναι το “Polymorphia” του Penderecki και το “Music for Strings, Percussion, & Celesta” του Bartok. Και στα δύο κομμάτια, η ενορχήστρωση δημιουργεί μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που ταιριάζει απόλυτα με την ταινία. Πάντως, κάλλιστα θα μπορούσε να σταθεί το εν λόγω soundtrack και μόνο του, ως ένα ολοκληρωμένο έργο.

Λογικά, κάπου εδώ θα σας έχει έρθει στο νου, ένα soundtrack ορόσημο από μία ταινία που για πολλούς αποτελεί το καλύτερο θρίλερ που έχει υπάρξει ποτέ. Ταινία Psycho, συνθέτης Bernard Herrmann. Σε κάθε μαχαιριά κι ένα βιολί να ουρλιάζει. Η μουσική επένδυση των ταινιών, άλλαξε για πάντα. Η μουσική λαμβάνει πια, ενεργό μέρος στη ταινία και δεν αποτελεί μια απλή ταπετσαρία. Ενδυναμώνει τα συναισθήματα του θεατή, ενεργοποιώντας στο έπακρο την αίσθηση της ακοής. Μετά από αυτό το soundtrack, δε φοβάσαι πλέον μόνο να κοιμηθείς (βλέπε Freddy Krugeur παραπάνω) αλλά και να πλυθείς μιας και η σκηνή που θα θυμάστε σίγουρα όλοι, διαδραματίζεται στην ντουζιέρα. Εκεί που νερά, αίμα, κραυγές και δοξαριές βιολιών που σκούζουν ζητώντας έλεος, χάραξαν ανεξίτηλα τη μνήμη μας. Ας τελειώσουμε όμως, όπως ξεκινήσαμε. Μα με τι άλλο; Με ένα νανούρισμα. Το κομμάτι “Lullaby” του Krzysztof Komeda από το soundtrack της ταινίας Rosemary’s Baby, είναι ένα τρυφερό, απαλό, ζεστό νανούρισμα από μια γυναικεία φωνή που σε αγκαλιάζει σε κάθε της γύρισμα. Δεν είναι κλασικό κομμάτι ταινίας τρόμου, μα είναι ένα κομμάτι που σου βγάζει ξέχωρα από τη ταινία, περίεργα συναισθήματα. Σα μια μητρική αγκαλιά, που σε σφίγγει μέχρι να πεθάνεις από ασφυξία. Ο Komeda ισορροπεί σε jazz μονοπάτια και gothic ενορχηστρώσεις, δίνοντας μας ένα soundtrack που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Στο παρελθόν, είχε ξανά συνεργαστεί με τον Polanski (Knife in the Water, The Fearless Vampire Killers, κ.α.), χωρίς κάποιο ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα. Και μια συμβουλή τελευταίας στιγμής: Αν τα παραπάνω σας πέσανε πολύ βαριά, υπάρχει πάντα ένα soundtrack που μπορεί να σας συνοδέψει μετά από μια ταινία τρόμου. Μιλάμε για το καταπληκτικό soundtrack της Γκουφοταινίας. Μη γελάτε καθόλου, τραγούδια εμπνευσμένα από τους Carter Burwell και Don Davis, τραγουδισμένα μέχρι και από τον Tevin Campbell, θα σας ξεσηκώσουν και θα σας κάνουν να ξεχάσετε αμέσως το κλίμα οποιουδήποτε θρίλερ. Φυσικά κανένα θρίλερ δεν μπορεί να τα βάλει με το συνδυασμό μουσικής και ταινίας. Οπότε αν έχετε και την ταινία μαζί, τίποτα δεν μπορεί να σας τρομάξει. Υ.Γ. Οι συμβουλές που προηγήθησαν, δεν προέρχονται από προσωπική εμπειρία.


30 / ΚΟΛΑΖ

/Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ

Άρθρο / Χάρης Φρανσίς


31 / ΚΟΛΑΖ

/Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ

«Μην τα πιστεύεις αυτά παιδάκι μου… Όλα κέτσαπ και μακιγιάζ είναι… Ψέματα, για να σε φοβίζουν και να τα βλέπεις»


32 / ΚΟΛΑΖ

/Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ

Πάντα αυτό έλεγε ένα προσφιλές μου πρόσωπο, όταν μικρός κατέφευγα στην αμερικανική γραμμή παραγωγής τρόμου και αγωνίας της βιομηχανίας του θεάματος, για να καταπολεμήσω την ανία μου. Με έβλεπε χλωμιασμένο και για να με καθησυχάσει, μου αράδιαζε το παραπάνω απόφθεγμα, μήπως πειστώ ότι αυτό που βιώνεις μέσα από την εικόνα και το καρέ, δεν είναι πραγματικότητα. Κι όμως, παρά την άγνοιά του, το άτομο αυτό είχε πιάσει το νόημα και τα κόλπα που μεταχειρίζεται η εικόνα, για να μου προσελκύει και να μας προσελκύει το ενδιαφέρον. Αυτά όμως, αφορούν την έβδομη τέχνη της ψευδαίσθησης και του ιδεατού, με την οποία δεν έχω σκοπό να καταπιαστώ στο παρόν άρθρο, φίλε αναγνώστη. Όχι λοιπόν, δε θα σου την κάνω τη χάρη. Εδώ θα εξερευνήσουμε τον τρόμο που στοιχειώνει το ρεαλισμό και την καθημερινότητα μας, όπως κι αν εμφανίζεται αυτός. Τι θέλω να πω; Καλοί και άγιοι οι βρικόλακες, τα βαμπίρ, τα ζόμπι και τα ξωτικά (οξύμωρο το σχηματάκι μου), που μας σερβίρει η αστείρευτη silver screen του κινηματογράφου αλλά τι είναι αυτό που μας προκαλεί φόβο στο καθημερινό πήγαινε -έλα της μικροσκοπικής ζωούλας μας; Να αναφέρω ένα παράδειγμα για να σε βάλω στο πνεύμα της συζήτησης (αν θες φυσικά αναγνώστη μπορείς να μπεις και στο «οινό-πνευμα» της, με τη συνοδεία του κατάλληλου ποτού, καθώς διαβάζεις τις γραμμές). Ο εσωτερικός χώρος ενός μεγάλου εκκλησιαστικού ναού που αντηχεί, είναι μια σχετικά γνώριμη εικόνα στο μέσο άνθρωπο. Θα ήθελες να δοκιμάσεις να κλειστείς νύχτα μόνος σου στον ίδιο χώρο, χωρίς φως και με την επιβλητική παρουσία του αντίλαλου; Θα μου πεις - και πολύ καλά θα κάνεις – ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Πραγματικά, ποιος ο λόγος να υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε καταστάσεις που μας φοβίζουν, ενώ κανονικά θα έπρεπε να τις αποφεύγουμε;

Θα συνεχίσω την αφήγηση, για να δω αν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα… Άλλο παράδειγμα: κανονικά οι νόμοι της φυσικής ορίζουν ότι η φυγόκεντρος δύναμη είναι ικανή να εκτοπίσει ένα αντικείμενο που κινείται με μεγάλη ταχύτητα εκτός της προκαθορισμένης τροχιάς του. Λογικά σκεπτόμενοι επομένως, θα πούμε ότι αν δεν κινούμαστε σε ευθεία δεν έχει νόημα να τρέχουμε, διότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να φύγουμε εκτός πορείας και να συγκρουστούμε. Σωστά; Ας μου εξηγήσει τότε κάποιος, για ποιο λόγο στήνονται παντιλίκια στα λιμανάκια με έπαθλο έναν αναψοκοκκινισμένο κινητήρα και έναν οδηγό που έχει χάσει δέκα χρόνια από τη ζωή του, προκειμένου να περάσει ξυστά από το χείλος του γκρεμού και να αποφύγει από τη μια στιγμή στην άλλη να κάνει παρέα με τα ψάρια του Σαρωνικού… Δεν ξέρω αν έχω αρχίσει να ξεκαθαρίζω τι είναι αυτό που εξετάζω. Ίσως ένα ακόμα παράδειγμα: Λίγο πολύ, όλοι έχουμε ανέβει σε κάποιο από τα ανεκδιήγητα τρενάκια, πύργους ή δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο στα πάρκα ψυχαγωγίας, στα οποία συνήθως καταλήγουμε να βγάζουμε το στομάχι από το σβέρκο και να έχουμε χάσει πέντε κιλά μόνο και μόνο από τις τσιρίδες, καθώς η βαρύτητα επιδρά πάνω μας και αναποδογυρίζει τις αισθήσεις. Τι το ιδιαίτερο έχει μια διαδικασία που σε υποβάλει σε μαρτύρια γνωριμίας με τις αντοχές του συκωτιού σου; Άλλη περίπτωση: Από μικρό παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει κάθε χρόνο στις ειδήσεις του διεθνούς τύπου για επιθέσεις καρχαρία σε άνθρωπο σε παραλία της Αυστραλίας, που παραλίγο να αποβεί μοιραία (άγιο είχε, γλίτωσε από του χάρου τα δόντια, κολύμπι με το θάνατο, τα πτερύγια του τρόμου, μπάνιο στην κόλαση, κλπ). Παρά ταύτα, κάθε «αντίστοιχο» καλοκαίρι, οι όμορφες κατά τα άλλα παραλίες της μακρινής ηπείρου, σφύζουν από λουόμενους, που απολαμβάνουν τον ήλιο, τη θάλασσα και τη ζωή (όσοι προλάβουν και επιζήσουν), αψηφώντας τον εγκυμονούντα κίνδυνο.


33 / ΚΟΛΑΖ

/Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ

Ας μην αναφέρω όμως, μόνο καταστάσεις που προξενούν αγωνία ή τρόμο. Δε γνωρίζω, φίλε αναγνώστη, αν έχεις ταξιδέψει ποτέ σε χώρα της Kεντρικής ή Bόρειας Ευρώπης. Ξέρεις, εκεί που στους -4 βαθμούς Κελσίου, βγαίνει έκτακτο, τηλεοπτικό δελτίο καύσωνα. Σε αυτές τις «χώρες του Ποτέ» λοιπόν, οι άνθρωποι έχουν φιλοτεχνήσει μερικά θεόρατα, επιβλητικά γοτθικού ρυθμού κτίρια, τα οποία, όταν κοιτάζεις από κάτω, προστατεύεις το κεφάλι σου μην πεταχτεί καμιά νυχτερίδα ή ο ίδιος ο Κόμης (ο γνωστός Ρουμάνος) και σε απόθανατίσει. Γιατί άραγε να διακοσμήσουν αυτοί οι λαοί τις πόλεις τους, με κτίρια που αν μη τι άλλο σου προκαλούν ένα σφίξιμο στην καρδιά; Δοκίμασε αφού διαβάσεις αυτό το άρθρο, κολαζ-μένε αναγνώστη μου, να κάνεις ένα πείραμα με την παρέα σου. Χωρίς να τους προϊδεάσεις, μάζεψέ τους και βάλτους να κάνουν μια συζήτηση δίνοντας τους δύο θέματα ως επιλογές: ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ή η οικονομική άνθηση της δεκαετίας του ’90 στη γλυκιά μας πατρίδα. Είμαι περίεργος να μάθω τι επέλεξαν. Αν θες, στείλε μου την απάντηση στο mail του περιοδικού. Φαντάζομαι ότι όλοι λίγο πολύ έχουμε βρεθεί σε κάποια σκοτεινή αίθουσα σινεμά να κλείνουμε με τα χέρια μας τα μάτια, λες και έτσι θα αποτρέψουμε να συμβεί το μοιραίο, αφήνοντας παράλληλα όμως και μια χαραμάδα για να «απολαύσουμε» τη σκηνή της φρίκης και να συμμετάσχουμε με αυτό τον τρόπο και εμείς στο πάρτυ της πιο σκοτεινής και βίαιης πλευράς του ανθρώπινου πνεύματος. Στην Αμερική, επί παραδείγματι, που είναι η Μέκκα των σύγχρονων αγορών, δεν είναι καθόλου τυχαίο που μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα επενδύουν στην αναμετάδοση reality σκηνών από στρατιωτικές επεμβάσεις και την ανταπάντηση των εξτρεμιστών ανταρτών με τη μετάδοση κάποιου διαγγέλματος, διανθισμένου με τον αποκεφαλισμό αιχμαλώτου. Κι ο ίδιος ο Χίτσκοκ θα ζήλευε τη σκηνοθεσία. Λες αναγνώστη μου, η πραγματική αιτία των πολεμικών επιχειρήσεων, να είναι η άνοδος των τηλεοπτικών μεριδίων των μεγάλων καναλιών; Όλα είναι πιθανά σε έναν κόσμο «χορρο-ρθρίλερ».

Θα μου πεις τώρα, μα υπάρχει τέτοιος μαζοχισμός γύρω μας που μας ηδονίζει να αναζητούμε σκηνές τρόμου και βίας; Μην πας μακριά, αναγνώστη… Δες το κι εσύ από τη σκοπιά της δικής σου καθημερινότητας. Όλοι οι άνδρες κάποια στιγμή τρώμε ξύλο με πλάστη και όλες οι γυναίκες κερατώνονται αλλά συνεχίζουν να αγαπούν…Τι σημαίνει αυτό; Δεν ξέρω πώς θα το ερμηνεύσεις εσύ. Εγώ λέω το εξής: και ο φόβος και η βία είναι συναισθήματα μέσα στη ζωή και τα αποζητούμε με την ίδια θέληση που αποζητάμε και όλα τα υπόλοιπα. Όποιος διαχειρίζεται όλα τα συναισθήματα με την ίδια ικανότητα, παλαντζάρει καλύτερα. Συμπέρασμα; Δώστε «αίμα» και «τρόμο» στο λαό κι αφήστε τον να «παίξει». Νηφάλιος και δριμύτερος, πάλι θα επιστρέψει.


34 / ΚΟΛΑΖ

/ΑΡΘΡΟ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ

Άρθρο / Κέλλυ Δεσύπρη


35 / ΚΟΛΑΖ

/ΑΡΘΡΟ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ


36 / ΚΟΛΑΖ

Το ξύλινο σπίτι ήταν ζεστό και σκοτεινό. Τίποτα δε σάλευε μέσα στην ησυχία της νύχτας. Ήταν το πρώτο βράδυ, που είχαν κλείσει το φως της βεράντας. Ήθελαν να θαυμάσουν στο έπακρο τον ουρανό που απλωνόταν πάνω από την κοιλάδα και τα φώτα θα τους ξυπνούσαν από το “όνειρο”. Στο τζάκι, κάποια κάρβουνα έκαιγαν ακόμα ζωηρά και χρωμάτιζαν με πορτοκαλί λάμψεις το τζάμι της εξώπορτας. Το σπίτι ήταν μικρό -βασισμένο σε μια παλιά καλύβα που χρησίμευε ως καταφύγιο κυνηγών κάποτε- όμως το είχαν ανακαινίσει με πολύ φροντίδα και είχαν προσθέσει ό,τι έλειπε, για να γίνει ένα άνετο και ζεστό εξοχικό, στο οποίο περνούσαν πια τις περισσότερες διακοπές τους. Ο χειμώνας ήταν άγριος εκεί πάνω. Κλεισμένοι μέσα στο ξύλινο “κουκούλι” τους, άκουγαν τον παγωμένο αέρα να αλυχτάει έξω και έσφιγγαν ακόμα περισσότερο τη μάλλινη κουβέρτα που τους σκέπαζε. Τα έπιπλα ήταν ακόμα λιγοστά μέσα στο σπίτι αλλά δε χρειάζονταν άτι περισσότερο για την ώρα. Το τζάκι ανέδυε ακόμα τη μυρωδιά του καμένου ξύλου -αν και αδύναμα- και μερικές ριπές θερμού αέρα τους χάιδευαν ακόμα τους ώμους. Από τη μεγάλη τζαμαρία, στο πίσω μέρος του δωματίου, φαίνονταν οι κορυφές από τα έλατα της κοιλάδας, τυλιγμένα στη νυχτερινή πάχνη, με κορμούς βουλιαγμένους μέσα στο λευκό, μαλακό χιόνι. Πάνω από την κοιλάδα, ο ουρανός ήταν καθαρός και ξάστερος, με ένα φεγγάρι λεπτό σαν φλούδα από φρούτο, παρατημένη στον ουρανό. Πυκνές σκιές σέρνονταν έξω, στον πάτο της κοιλάδας, μπλέκονταν η μια στα πόδια της άλλης, δημιουργώντας ένα παιχνίδι σκοτεινό και μαύρο. Μέσα στο ζεστό σπίτι, η βουή του άερα γρήγορα τους κοίμισε και βούλιαξαν ακόμα περισσότερο στον αγαπημένο τους Chesterfield καναπέ, μην παρατηρώντας τα σημάδια της επικείμενης τραγωδίας. Όπως η συνείδησή τους βυθιζόταν, ένα απότομο φύσημα του αέρα τράνταξε την πόρτα και την άνοιξε. Δεν ήταν πολύ, ήταν μονάχα μια χαραμάδα όμως ακόμη και αυτά τα ελάχιστα χιλιοστά, ήταν αρκετά για να περάσουν μέσα οι σκιές...Τα τελευταία κούτσουρα τρεμόπαιξαν και ξεψύχησαν μέσα στο σταχτύ τους τάφο. Τα δυο σώματα στον καναπέ αναρρίγησαν χωρίς να ξυπνήσουν. Μπροστά τους, στο τραπεζάκι, η ξύλινη πιατέλα που είχε φιλοξενήσει το λιτό δείπνο, από τυριά και φρούτα, φωτιζόταν στο λιγοστό φως του φεγγαριού. Το μαχαίρι αντανακλούσε αυτό το φως, μα η λάμψη έπεφτε κάπου πάνω από το τζάκι, αγνοώντας επιδεικτικά τα μάτια τους- τίποτα δε θα τους ξυπνούσε απόψε.

/ΑΡΘΡΟ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ


37 / ΚΟΛΑΖ

/ΑΡΘΡΟ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ

Οι σκιές σύρθηκαν στις ξύλινες σανίδες της εισόδου και κατέβηκαν το σκαλί που τις χώριζε από το επίπεδο του καναπέ. Με τη βδελυρή τους κοιλιά, έγλειψαν τη φυσική πέτρα που κοσμούσε το πάτωμα και άφησαν πάνω της σκοτεινούς λεκέδες. Έκαναν ένα κύκλο γύρω από το τραπεζάκι, τυλίχτηκαν στα χοντρά του πόδια, εξερεύνησαν το χώρο από κάτω και κούρνιασαν στο ράφι. Το φεγγάρι είδε τη σκηνή από το παράθυρο και έβαλε όλη του τη δύναμη να λάμψει λίγο παραπάνω μήπως και ξυπνήσει τους ανίδεους. Οι σκιές χασκογέλασαν σιωπηλά και πλησίασαν τον καναπέ...Το σκούρο καφέ δέρμα του είχε με τα χρόνια φθαρεί και ήταν ακόμα πιο μαλακό στο άγγιγμα. Όταν το δέρμα παλιώνει, έχει κάτι από τη νοσταλγία και τη θέρμη των γηρατειών, γίνεται εύκολα μια οικεία αγκαλιά για όποιον το κατέχει. Την ημέρα που τον είχαν δει, θαμμένο κάτω από ένα σωρό μικροαντικείμενα, μέσα στο παλαιοπωλείο, κατάλαβαν ότι ήταν αυτό που έψαχναν...Κάτι γνώριμο και δεκτικό, μα και στιβαρό, για να επιπλώσει το μικρό τους ξύλινο σπίτι στο βουνά. Κάτι που -κάθε φορά που θα έφευγαν- θα τους περίμενε καρτερικά να γυρίσουν, κοιτώντας για ώρες ατελείωτες τη δραστηριότητα κάτω στην κοιλάδα από τη μεγάλη τζαμαρία. Ο καναπές ένιωσε το σκοτεινό άγγιγμα και αναρρίγησε. Εκείνοι δεν κατάλαβαν τίποτα, μα εκείνος ήξερε πως κάτι τρομερό θα συνέβαινε αν δεν έκανε κάτι. Έβαλε όλη του τη δύναμη και ταρακουνήθηκε σύγκορμος, τα μαξιλάρια κάτω από τα σώματά τους τρεμούλιασαν, οι κλειδώσεις του βούηξαν από την προσπάθεια. Ο άντρας ξύπνησε απότομα και είδε τις σκιές να υψώνονται μπροστά του, να απλώνονται στον καναπέ, διάφανες, σαν κουρτίνα από σκοτάδι. Άρπαξε το μαχαίρι και... ...Μερικά λεπτά μετά η εξώπορτα ήταν κλειστή, τα φώτα πια αναμμένα, οι σκιές είχαν εξαφανιστεί. Η γυναίκα είχε σηκωθεί και καθόταν μπροστά από τη τζαμαρία με το βλέμμα καρφωμένο στο σκοτάδι της νύχτας. Ο άντρας ανασκάλευε τη φωτιά για να την ξανανάψει. Το σπίτι ήταν ακόμα αρκετά ζεστό, όμως μεταξύ τους είχε υψωθεί τώρα ένα παγωμένο τείχος. Ο καναπές στεκόταν στην ίδια θέση, πληγωμένος βαριά στην πλάτη, ένα κουμπί του είχε καταλήξει μέσα στην πιατέλα. Το μαχαίρι ήταν ακόμα κάτω, πεταμένο, όπως αρμόζει στο όπλο ενός εγκλήματος. Θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να κλείσουν οι πληγές του και οι ουλές που θα έμεναν, θα τους θύμιζαν για πάντα εκείνη τη νύχτα. Κανείς δεν ήξερε να εξηγήσει τι είχε συμβεί, ούτε ο ίδιος ο άντρας δεν ήξερε τι μανία είχε καταλάβει το μυαλό του. Δεν είχε καν μνήμες από τα προηγούμενα λίγα λεπτά. Από τη γωνία της τζαμαρίας, δυο σκοτεινά μάτια παρατηρούσαν τη σκηνή, μην τολμώντας να βγουν στο φως. “Την επόμενη φορά θα γίνει...”.


38 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ

Άρθρο / Κέλλυ Δεσύπρη

Αχ design! Εσύ που «ντύνεις» με υπέροχα χρώματα την καθημερινότητά μας. Εσύ που γεμίζεις με πανέμορφες εικόνες τα μάτια μας. Εσύ που ζωντανεύεις τα όνειρά μας. Χμ...Κι αν τελικά αυτό που έρθει στη ζωή, είναι ο χειρότερος εφιάλτης σου; Μην απορείς. Κι αυτό design είναι.


39 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ

Freaky Design #5

Freaky Design #2

Το κλασικό χριστουγεννιάτικο δώρο για τη μαμά σου, μόλις πήρε μια πολύ, πολύ λάθος στροφή. Μια διαστροφή, ακόμα καλύτερα. Η designer Natalie Luder, δικαιολογεί το έργο της, χρησιμοποιώντας τη γαλλική λέξη για το μαντίλι “Η λέξη Foulard, αποτελείται από τις λέξεις fou (τρελός) και lard (μπέικον)” ,λέει με περισσή χαρά, σα να ανακάλυψε νέο άστρο. Γιατί λοιπόν να μη φτιάξει ένα μαντίλι που μοιάζει εξαιρετικά με μπέικον; Pourquois pas?

Να κι ένα σπίτι. Μη βιαστείτε να φανταστείτε το τρομακτικό κάστρο του κόμη Δράκουλα ή κάποια μεσαιωνική αίθουσα βασανιστηρίων. Εδώ, η ανατριχίλα πηγάζει από το ίδιο το concept του κτιρίου και όχι μονάχα από την όψη του. Όλα ξεκίνησαν, όταν η δημιουργική ομάδα του SoftKill Design (μήπως το όνομα σάς χτυπάει καμπανάκι κινδύνου;), αποφάσισε να φτιάξει ένα σπίτι που θα μπορούσε να...τυπωθεί με τη βοήθεια του μεγαλύτερου 3D printer.

ΥΓ: Αν σε ενδιαφέρει όντως να βγεις στο δρόμο, φορώντας μια λωρίδα ροζ κρέατος και λίπους -έστω και φαινομενικά- ίσως σε ενδιαφέρει και η πληροφορία ότι πωλείται στα 140 ευρώ.

Το σπίτι σχεδιάστηκε έτσι, ώστε να στηρίζεται εν μέρει στην άκρη ενός γκρεμού, ενώ για το περίπλοκο οργανικό design του, χρησιμοποιήθηκε ένας αλγόριθμος, που μιμείται την ανάπτυξη των οστών (ναι, των οστών). Το αποτέλεσμα λοιπόν, είναι ένα σύμπλεγμα νευρώδων ιστών, που συνολικά μοιάζει με κρανίο προϊστορικού τέρατος. Εν πάσει περιπτώσει, τώρα μπορεί να μοιάζει ανατριχιαστικό αλλά αν ζούσαμε σε μία μελλοντική δυστοπία, αυτό δε θα ήταν ένα υπέροχο σπίτι για να στεγάσεις την τρέλα σου;

Freaky Design #4 Ας πάμε σε ένα πιο ευνοϊκό -για εσένα έστω- σενάριο. Ας πούμε πως είσαι εσύ ο διεστραμμένος, μοχθηρός χαρακτήρας της ιστορίας. Έχεις, λοιπόν, φροντίσει να χτίσεις το κρησφύγετό σου, σε μια μυστική τοποθεσία -σε μια υπόγεια σπηλιά, στις κατακόμβες ενός αρχαίου ναού, στο ρετιρέ του πύργου των επιχειρήσεων που διατηρείς ως βίτρινα - όπως αρμόζει στη θέση σου. Έχεις φροντίσει για τη σωστή επένδυση των τοίχων, με μαόνι αν είσαι από τους κλασικούς, με γρανίτη αν αγαπάς το μίνιμαλ, με περίεργα κράματα μετάλλων αν είσαι τρελός επιστήμονας. Έχεις ακόμα μαζέψει εκεί, όλα τα βιβλία που θα μπορούσε ποτέ να διαβάσει κανείς, μερικά κλεμμένα αρχαία κειμήλια, μερικά βαλσαμωμένα ζώα...και μια γάτα φυσικά. Περσική. Τι σου λείπει όμως; Αυτή η πολυθρόνα σού λείπει! Σχεδιασμένη από τον Harold Sangοuard σε σχήμα νεκροκεφαλής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. ΥΓ: Εκτός αν μπορείς να βρεις τον Iron Throne (βλ. Game of Thrones). Τότε, προτίμησε εκείνον.

Freaky Design #3 Εκείνη τη γάτα που είπαμε ότι έχεις ήδη πάρει μαζί σου, στο μυστικό σου κρησφύγετο, τη θυμάσαι; Ε, γι’ αυτή θα μιλήσουμε τώρα. Είναι άλλωστε γνωστό, πως οι γάτες ήταν πάντα δίπλα σε μάγους, σατανιστές, τέρατα και κάθε είδους περίεργο άνθρωπο -και στο δικό μου επίσης. Αν ξέρεις έστω και λίγο από γάτες, τότε γνωρίζεις ήδη, πως πίσω από το γλυκό παρουσιαστικό τους κρύβουν και έναν άλλο, σκοτεινό εαυτό. Εκεί βασίστηκε και η Thorunn Arnadottir, για να δημιουργήσει το εξής, γλυκύτατο κερί. Η πραγματική έκπληξη έρχεται, όταν το κερί αρχίσει να λιώνει, αποκαλύπτοντας ένα μεταλλικό σκελετό με διαβολικό βλέμμα και κακές προθέσεις. Νιαρ!

Freaky Design #1 Στη μικρή αυτή λίστα, είδαμε διαφόρων μεγεθών αντικείμενα, κάποια υπάρχουν μόνο στα pc των σχεδιαστών, κάποια άλλα μπορείς να βρεις στην αγορά. Τίποτα όμως δε συγκρίνεται με το παρακάτω παράδειγμα, που κερδίζει επάξια την πρωτιά. Το μαγαζάκι -του τρόμου- που παρουσιάζεται, δεν είναι μονάχα υπαρκτό αλλά ανήκει και στον διάσημο γαλλικό οίκο Hermes. Σε συνεργασία με το Studio TooGood (μην πιστεύετε την ονομασία), ο οίκος ανακαίνισε με «φαντασία», τη boutique του στη διάσημη Bond Street του Λονδίνου. Κι ως αντίδραση στο πολυτελές, λαμπερό design των καταστημάτων της περιοχής, το Petit H, όπως ονομάζεται το μαγαζί, αγκάλιασε τη βία που προϋπάρχει των πολυτελών δερμάτινων αξεσουάρ του οίκου. Ολόκληρες επιφάνειες καλύφθηκαν με γυαλιστερή κόκκινη ρητίνη, παλιά έπιπλα και στοκ του οίκου, βουτήχτηκαν στο...“αίμα” και στόλισαν τις βιτρίνες. Τα...εργαλεία του επαγγέλματος μπήκαν σε ειδικές προθήκες, για να έχει στο νου του ο πελάτης, πώς ακριβώς πεθαίνουν τα ζώα, προκειμένου να γίνει η πανάκριβη Birkin του. Υπέροχο...not.


40 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


41 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


42 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


43 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


44 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


45 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


46 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


47 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


48 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


49 / ΚΟΛΑΖ

/DESIGN ΡΕ


50 / ΚΟΛΑΖ

/ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΝ


51 / ΚΟΛΑΖ

/ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΝ

Ο τρόμος δεν έχει χιούμορ. Ποτέ δεν είχε. Δεν έχει τρόπους. Δεν χρειάστηκε να μάθει. Ο τρόμος δεν είναι διπλωμάτης. Ότι του γυάλιζε, γινόταν δικό του με το έτσι θέλω. Πάντα. Μάλλον, όταν γινόταν. Και του γυάλιζαν πάντα, σχεδόν τα πάντα. Ήταν σίγουρα κακομαθημένος. Είναι ακόμα. Έπρεπε πάντα να τον αφήνουν να τρυπώνει. Στο σκοτάδι στα βήματα στο τρίξιμο - quelle banalité, αλήθεια – σε τόση ασημαντότητα. Κι εκείνος, ομολογουμένως ευφάνταστος στους τρόπους του τους αυθάδεις αφού, άμα τη εμφανίσει του, έκανε εντύπωση τόση που ντυνόταν η ασημαντότητα λαμπερή τραγωδία κάθαρση χωρίς κι οι ήρωες του μικροί και λίγοι ηρωικό τίποτα να μη τους βρίσκεις. Μέχρι τότε. Που η προσβεβλημένη αισθητική σου ενστικωδώς αποφασίζει να μην υποστεί άλλο τη τόση κοινοτοπία σηκώνεται απο τα θεωρεία των επισήμων που την έχουνε βολέψει και αποχωρεί. Γιατί ο τρόμος είναι και ατάλαντος.

Καρέ (τυχαία συλληφθέντα), Νίκη Μάρκου Λέξεις (ατάκτως ερριμένες), Βάσω Χατζηπέτρου


52 / ΚΟΛΑΖ

XX


53 / ΚΟΛΑΖ

XX


Issue 8  

Μου χα χα χα χα...Καλώς ορίσατε στο τεύχος του τρόμου. Αίμα, πόνος, αγωνία και λαχτάρα. Πόρτες που κλείνουν απότομα, παράθυρα που τρίζουν, τ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you