Issuu on Google+


2 / ΚΟΛΑΖ

< ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑXX>

TETRISM / MR RUBIK RAM’S CAMEO / PLAYING ROLES

DESIGN ΡΕ / LE GODT ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ

Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ / ΚΑΤΩ Η ΠΑΙΧΝΙΔΟΚΡΑΤΙΑ THE ODD FELLAS / Ο ΤΡΕΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / ΛΕ ΣΚΡΙΠΤ

ΦΩΤΟ-ΓΡΑΦΕΙΝ / INTERMEZZO ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ / Η ΑΝΤΕΛ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ / ΟΧΙ, ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ / ΕΝΑ ΦΡΑΓΚΟ Η ΒΙΟΛΕΤΑ

ΑΡΘΡΟ “ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ” / Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ, ΜΑΓΚΑΚΙΑ


3 / ΚΟΛΑΖ

< EDITORIALXX>

Καλό Σεπτέμβρη ΚΟΛΑΖμένοι μου αναγνώστες και φίλοι του περιοδικού. Το καλοκαιράκι πέρασε και άφησε πίσω του αναμνήσεις, φωτογραφίες με φίλους σε παραλίες και μια γλυκιά μπυροκοιλιά για να χαιδεύετε τα βράδια του χειμώνα, χαζεύοντας ντιβιντιά στην τιβί. Σεπτέμβρης είναι θα περάσει... Θέμα μήνα: Το παιχνίδι (μέρος πρώτο). Παιδικές αναμνήσεις. Τζί Άι Τζό, Μπάρμπι, Πλεϊμομπίλ, Λέγκο και όλη η παλιοπαρέα, παρελαύνει στις σελίδες του τεύχους. Θυμηθείτε που σας κυνήγαγε η μαμά να τα μαζέψετε από το πάτωμα για να μην τα μαζέψει η σκούπα. Που φωνάζατε φίλους στο σπίτι για να παίξετε, να τσακωθείτε και να γελάσετε ή να καταλήξετε κλαίγοντας και τσιρίζοντας ότι δεν θέλετε ο Μάκης ή η Μαρίτσα να ξανάρθουν ποτέ σπίτι. Ύστερα ήρθαν οι κονσόλες και τα πισιά. Τα πληκτρολόγια και να χειριστήρια αναστέναζαν στα χέρια σας. Πότε στο πάτωμα διαλυμένα από νεύρα και πότε στην ντουλάπα του μπαμπά κλειδωμένα μέχρι νεωτέρας, γιατί η βαθμολογία στο σχολείο βρισκόταν υπό το μηδέν και η δασκάλα έλεγε «καλό παιδί και έξυπνο, αλλά δεν διαβάζει...». Ιστορίες για αγρίους. Περί ανέμων και υδάτων και περι ποντικών και γάτων. Βγαλμένες απο τα παιδικά μας χρόνια. Τα χρόνια της αθωότητας. Ανοίγει η παρένθεση. Να μην ξεχάσω, μου είπε η Θεία Βάλια πως μόλις ενημερώθηκε ότι «το πρόσωπο του μήνα» μας κάνει βουτιές στα Μάταλα και πως δεν θα μπορέσει να επιστρέψει για το τεύχος, παρότι δεν του είχαμε δώσει άδεια. Κλείνει η παρένθεση. Κλείνει το εντιτόριαλ. Έφυγα για πουρνάρια. Καλή ανάγνωση.


4 / ΚΟΛΑΖ

/ TETRISM

Άρθρο / Αγγελική Τζιαφέτα


5 / ΚΟΛΑΖ

/ TETRISM

ίμαι στο νησί. Όλοι ξέρουν ότι είμαι στο νησί. Δεν έχει χτυπήσει το κινητό μου παρά μια φορά - ο έλεγχος της Ελληνίδας μάνας ότι έφτασα. Και από εκεί και πέρα σιωπή. Και σε μια αναλαμπή 3G, τιριριρι mail. “ΠΑΙΞΤΕ¨- valia - kolaz septemvrios thema. Αγγελική, δεν το είδες ποτέ. Κοίτα μπροστά την Καλαμίτσα της Σκύρου, πριν λίγο πέρασε δελφίνι. Δεν το είδες ποτέ αυτό το e-mail. Δεν πιάνει το κινητό σου. ΤΙ; Θέλει άρθρο. Eίναι 5 Αυγούστου. Αποκλείεται, δεν το έχεις δει Αγγελική. Ψυχραιμία. Το gmail φακελώνει; Το λέει ότι το διάβασες; Θα γυρίσω 13 και αν θέλουν άρθρο, τότε εντάξει. Έχουμε τουρνουά μπιρίμπας, δεν προλαβαίνω. Βάλια, έφερα ντόρτια και την έπιασα μέσα στο πλακωτό. “ΝΑ΄ΤΑΝ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΑΥΤΑ”, πέντε γράμματα. Νιάτα. Και εδώ βάλε ΙΑ, έτσι είναι οι μενεξέδες στα αρχαία, το θυμάμαι από πέρυσι. Το καλοκαίρι είναι για να παίζεις. Ξεκινάς με κουβαδάκια και καταλήγεις να παίζεις με τη φίλη της ξαδέρφης σου με το πορτοκαλί μαγιώ. Έχει μαυρίσει, της πάει. Αχ ξαναστέλνει. Αθώο παιχνίδι λέει. 9 Αυγούστου deadline. Θα πιω μια μπύρα. Που είναι ο κύβος μου, πρέπει να χαλαρώσω. Νίκο δώσε μου τον κύβο. Ο κύβος. Το αγαπημένο μου παιχνίδι.


6 / ΚΟΛΑΖ

/ TETRISM

Κάπως έτσι είχε ξεκινήσει. Όλη η παρέα χυμένη στους καναπέδες, γιατί ο ήλιος δεν μας είχε αφήσει περιθώρια να επικοινωνούμε, ζούσα την αδράνεια του ντάλα μεσημέρι - μένουμε Ελλάδα, τζιτζίκια στη διαπασών και εγώ να λύνω σκανδιναβικά σταυρόλεξα. Η Εύα λιαζόταν, ο Σωτήρης έπαιζε ρακέτες και ο Αέτιος έπαιζε με τον κύβο του. Πάλευα και εγώ κάθε λίγο, δίχως αποτέλεσμα, και τον άφηνα. Είδε ότι ψάρωνα και μου είπε πέντε πράγματα, και κόλλησα. Έβλεπα τον Ρούμπικ στον ύπνο μου. Αρχιτέκτονας είναι, μου λέει. Και ψάρωσα κι άλλο. Έρνο Ρούμπικ. Ούγγρος. Γεννήθηκε το 1944 στη Βουδαπέστη και αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική της Βουδαπέστης το 1967, οπότε συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων. Από το ‘71 έως το ‘75 εργάστηκε ως αρχιτέκτονας και μετά ως καθηγητής αρχιτεκτονικής. Σε αυτό το διάστημα, άρχισε να σχεδιάζει έναν τρισδιάστατο κύβο. Το πρώτο, πρωτότυπο του Rubik’s Cube, ολοκληρώθηκε το 1974. Στην αρχή, ο Ρούμπικ απολάμβανε τον τρόπο που στρεφόταν ο κύβος, όταν όμως προσπάθησε να τον επαναφέρει στην αρχική του θέση, συνάντησε μεγάλη δυσκολία. Παραδόξως, μαγεύτηκε από την πρόκληση και ένα μήνα μετά επανέφερε τον κύβο στην αρχική του θέση. Όταν το έδειξε σε άλλους, είχαν την ίδια αντίδραση και σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι ένας ενδιαφέρον γρίφος - παιχνίδι. Ένα χρόνο μετά, το πατένταρε μόνο στην Ουγγαρία, και το ονόμασε αρχικά Μαγικό Κύβο. Αν και είναι ευρέως γνωστό ότι ο Ρούμπικ δημιούργησε τον κύβο ως διδακτικό εργαλείο για τους φοιτητές του, ώστε να κατανοήσουν τρισδιάστατα αντικείμενα, στην πραγματικότητα ο σκοπός του ήταν να μετακινεί ανεξάρτητα τμήματα ενός μηχανισμού, χωρίς να καταστρέφει το σκελετό του. Στον κλασσικό κύβο του Ρούμπικ 3x3, ο μηχανισμός αποτελείται από τα 6 σταθερά κέντρα, και μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια περιστρέφεται ενιαία, χωρίς να καταρρέει το σύστημα.

Στις αρχές των 80s έγινε editor του περιοδικού ..És jaték (...και Παιχνίδια), και το ‘83 ίδρυσε το Rubik Studio, όπου σχεδίαζε έπιπλα και παιχνίδια. Το ΄90, έγινε πρόεδρος την Ουγγρικής Ακαδημίας Μηχανικών και δημιούργησε το Ίδρυμα Ρούμπικ για να στηρίξει νέους, ταλαντούχους μηχανικούς. Από το ‘77 έως το ’85, υπολογίζεται ότι πουλήθηκαν πάνω από 100.000.000 κύβοι. Ο εθισμός μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλος, που γιατροί χρειάστηκε να επινοήσουν δυο νέους όρους για να περιγράψουν τα συμπτώματα της μανιώδους ενασχόλησης με αυτόν: ο Καρπός του Ρούμπικ και ο Αντίχειρας του Κυβιστή. Ο κύβος του Ρούμπικ έχει έξι πλευρές, με κάθε πλευρά ένα διαφορετικό χρώμα (παραδοσιακά μπλε, πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο, λευκό και κίτρινο). Παίρνεις τον κύβο και στρίβεις τις πλευρές του. Ο σκοπός είναι να κάνεις κάθε πλευρά ένα ενιαίο χρώμα, όπως τον έβγαλες από το κουτί του. Δυο ώρες μετά έχεις γοητευτεί τόσο από τον κύβο, που είσαι πολύ μακριά από τη λύση του. Αυτό ακριβώς συνέβη σε εκατομμύρια ανθρώπους το 1980 και έγινε εμμονή σε όλο τον κόσμο. Ο κύβος έκανε διεθνή αίσθηση. Εκατομμύρια άνθρωποι μαγεύτηκαν από την πολυπλοκότητά του. Απλός, κομψός, δύσκολος. Όλοι ήθελαν έναν. Μικροί και μεγάλοι. Μεταξύ 1981 και 1985, ο κύβος υπήρξε ένα από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της Ουγγαρίας, που συνέβαλαν στη μετάβαση από τον κομμουνισμό στον καπιταλισμό. Παρά την απογοήτευση εκατομμυρίων «χρηστών» που δεν κατάφερναν να τον λύσουν, η εμμονή τους οδήγησε στην κυκλοφορία δεκάδων βιβλίων στις αρχές των 80s, με τυποποιημένες λύσεις του κύβου. Από την άλλη, όσοι είχαν καταφέρει να τον λύσουν, δεν σταμάτησαν εκεί. Στο πρώτο διεθνές ετήσιο πρωτάθλημα Ρούμπικ, ο σκοπός ήταν η ταχύτερη επίλυση. Έλαβε χώρα στις 5 Ιουνίου του 1992 στη Βουδαπέστη, με νικητή τον βιετναμέζο φοιτητή Minh Thai, ο οποίος έλυσε τον γρίφο σε 25’98’’. Σήμερα, το ρεκόρ του speed cubing (ταχύτερου χρόνου λύσης του κύβου), το κατέχει ο Ολλανδός Mats Valk με χρόνο 5,55 δευτερόλεπτα (Δεν είναι τυπογραφικό. Δευτερόλεπτα.).


7 / ΚΟΛΑΖ

/ TETRISM

άθροισμα y+x, ο συνολικός αριθμός των κινήσεων, να δούμε ποιος αριθμός είναι. Το αποτέλεσμα έδειξε, ότι οποιαδήποτε και αν ήταν η αρχική μορφή του κύβου, η επίλυσή του απαιτούσε σε ορισμένες περιπτώσεις, το μέγιστο 29 κινήσεις ενώ στην πλειοψηφία, απαιτούνταν λιγότερες από 26. Σε θεωρητική εργασία, αναφέρεται ότι ο αριθμός αυτός είναι λίγο μεγαλύτερος του 20. Και 26 κινήσεις είναι πολύ λίγο. Απλά μαθηματικά. Την επόμενη μέρα πήρα κύβο, και το ταξίδι ξεκίνησε. Ώρες ατελείωτες. Άρχισα να καταλαβαίνω πως λειτουργεί η κίνηση. Τα κέντρα της κάθε πλευράς είναι σταθερά και κάθε κομμάτι έχει συγκεκριμένη θέση. Με έπιασε τενοντίτιδα αλλά τον έλυσα. Και τον ξανα- έλυσα. Και ξανά και ξανά. Διάβασα, παιδεύτηκα, και αναζήτησα λύσεις που δεν χρειάζονται να μάθεις απ’ έξω αλγόριθμους και fixed λύσεις. Και ήταν ένα μικρό σχολείο όλη αυτή η διαδικασία. Και συνεχίζει να είναι. Θα συμφωνήσω με εκείνους που ισχυρίζονται ότι είναι το καλύτερο παζλ όλων των εποχών. Προχτές μου έκαναν δώρο έναν 2x2, και νομίζω θέλω και άλλους. Βλέπω τόσο συχνά την άρνηση. “Δεν προσπαθώ καν, δεν θα το λύσω ποτέ. Εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά”. Στην πραγματικότητα δεν είναι κάποια ακραία μαθηματική σκέψη. Δεν λέω ότι είναι εύκολο αλλά σίγουρα έχουμε μάθει να μην καταπιανόμαστε με πράγματα έξω από το comfort zone μας. Ο κύβος, μου θυμίζει συνεχώς ένα πράγμα. Ότι μπορείς να καταφέρεις ό,τι θέλεις. Δεν είναι το πρόβλημα που θέτει τον πήχη αλλά το μυαλό σου. Δημιουργείς μια ταυτότητα σύμφωνα με τα “ταλέντα” σου και όχι με τις δυνατότητες σου. Αλλά οι δυνατότητες είναι μια έννοια άκρως ελαστική, που είναι στο δικό σου χέρι μέχρι που θα τις εξελίξεις. Τα χρόνια που ακολούθησαν ωστόσο, η αγορά του εξασθένουσε σιγά –σιγά. Σε αυτό συνέβαλε η σειρά δικαστικών διαμαχών για την πνευματική κυριότητα του κύβου αλλά και το δικαίωμα κατασκευής και διανομής του. Το 1995, ένας αμερικάνος διανομέας παιχνιδιών επανέφερε δοκιμαστικά κάποια κομμάτια στα ράφια, το οποία εξαφανίστηκαν εν ριπή οφθαλμού, τόσο από τους νοσταλγούς όσο και από μια νέα γενιά αγοραστών, οι οποίοι αναβίωσαν τον μαγικό κύβο. Είναι -μέχρι και σήμερα- το παιχνίδι με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία, καθώς πάνω από 350.000.000 κύβοι πουλήθη��αν παγκοσμίως, εμπνέοντας το Ρούμπικ να δημιουργήσει μια νέα σειρά γεωμετρικών παιχνιδιών, αντίστοιχα με τον κύβο. Ο αριθμός του θεού. Δεν ξέρω που κολλάει ο θεός στη γεωμετρία αλλά είναι ό,τι πιο κοντινό έχω σε πίστη. Ο αριθμός του θεού είναι η τέλεια λύση. Έρευνες γίνονται για τον ελάχιστο αριθμό κινήσεων που χρειάζονται για να λυθεί κάθε κύβος από οποιαδήποτε αρχική μορφή. Οι πιθανές διαμορφώσεις είναι πάνω από τρία τετράκις εκατομμύρια, 43.252.003.274.489.856.000 για να είμαστε ακριβείς. Με τη συμβολή δυο ερευνητών και ενός υπερυπολογιστή, αποδείχτηκε ότι ο κύβος μπορεί να πάρει την αρχική του μορφή σε λιγότερο από 26 κινήσεις. Ο υπερ-υπολογιστής χρειάστηκε εξήντα τρεις ώρες για να παρουσιάσει μια απόδειξη. Επίσης απαραίτητη ήταν η ευφυής παρέμβαση των μεταπτυχιακών φοιτητών Daniel Kunkle και Gene Cooperman από το Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, για την εύρεση της απόδειξης, διότι στροβιλίζοντας τον κύβο από τα 43 δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων αρχικών θέσεων που μπορεί να πάρει, θα χρειαζόταν πολύ χρόνο, ακόμα και για έναν υπερ-υπολογιστή. Αντιθέτως, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τεχνική δύο βημάτων για τους υπολογισμούς τους. Αυτό σημαίνει ότι προγραμμάτισαν τον υπολογιστή να καταλήγει σε μία από τις 15.000 μεσαίες λύσεις. Γνώριζαν εκ των προτέρων ότι μπορούσαν να λύσουν οποιαδήποτε από τις 15.000 καταστάσεις του κύβου σε λίγες μόνο κινήσεις. Δηλαδή αν έχουμε ένα κύβο που οι 15.000 πιθανές μορφές του λύνονται σε x κινήσεις για να πάρουμε οποιοδήποτε κύβο και να τον φέρουμε σε μια από τις 15.000 περιπτώσεις, θέλουμε y κινήσεις. Ψάχνουμε δηλαδή έναν y αριθμό κινήσεων ώστε το


8 / ΚΟΛΑΖ

/ RAM’S CAMEO

Άρθρο / Χαράλαμπος Νικολάου

Π

οιο είναι το πρώτο παιχνίδι που παίζουμε με το που γεννιόμαστε; Η οπτική πως πρωταγωνιστούμε στον κόσμο, μας κάνει να αποζητούμε την προσοχή. Έτσι από βρέφη πιθανόν που ξεκινάμε να καταλαβαίνουμε πως προκαλούμε την προσοχή των άλλων, συνδυάζουμε τις αντιδράσεις τους με τις δικές μας δράσεις και αποθηκεύουμε στο σκληρό μας το αντίστοιχο mode. Όλες εκείνες τις φορές που κλαίμε ως μωρά και κανείς δε ξέρει το λόγο, ίσως ανεβάζουμε το πρώτο μας θεατρικό, για να κερδίσουμε την αμέριστη προσοχή των γονιών. Αυτήν τη θεατρική παράσταση -όλο και πιο περίπλοκη βέβαια σεναριακά και υποκριτικά- επαναλαμβάνουμε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.


9 / ΚΟΛΑΖ

/ RAM’S CAMEO

Άλλες φορές παίζουμε ρόλους διαφορετικούς από μας, άλλες πάλι, παίζουμε ποικίλες εκδοχές του χαρακτήρα μας, όπου τονίζουμε ή εξαφανίζουμε τα στοιχεία που έχτισαν το ποιοι είμαστε σήμερα. Εφόσον λοιπόν το θέατρο είναι τόσο στην καθημερινότητα μας γιατί να μην το ντύσουμε και ανάλογα ενδυματολογικά. Το role playing εκτός από ερωτικό παιχνίδι μπορεί να διεγείρει τη φαντασία μας και στην καθημερινότητα. Άλλωστε γι’ αυτό τείνουμε να επιλέγουμε δυναμικές σιλουέτες στην εργασία μας και πιο ήπιες και ρευστές στην καθημερινότητα μας. Ένα δυναμικά τονισμένο και γεωμετρικά σταθερό σακάκι, δίνει το απαραίτητο βάρος στην παρουσία του εργαζόμενου ενώ παράλληλα κάνει τον ίδιο να εναρμονίζεται με το αυστηρό περιβάλλον. Δείγμα του πόσο αρέσει στους ανθρώπους η ενσάρκωση ρόλων στην καθημερινότητα τους, είναι και η τάση του ανδρόγυνου ντυσίματος από τις γυναίκες, η οποία αν γίνει σωστά, αναδεικνύει ασύγκριτα το θηλυκό στοιχείο ακόμα και μέσα από ανδρική περιβολή. Δυστυχώς δεν υπάρχει αντίστοιχο -πειραματικά έστω- look για τους άνδρες κοινωνικά αποδεκτό εκτός του σπιτιού. Ακόμα. Τα ρούχα παλαιότερων δεκαετιών επίσης, έχουν μια δύναμη να μας κάνουν να εκφράσουμε την νοσταλγία μας για το παρελθόν, ακόμα κι αν είναι αρκετά πρόσφατο (με τις ταχύτητες του σήμερα είναι παρελθόν) και έτσι τα παλιά μας timberland ή το αθλητικό φούτερ είναι τα αντικείμενα που έχουμε για να ξαναμπούμε στο ρόλο της εφηβείας μας.

Ενέχει κινδύνους όμως το θεατρικό μας; Σίγουρα κάθε παράσταση έχει διαφορετικό feedback μιας και αλλάζει πάντα το κοινό, καθώς και ο τρόπος και η διάθεση με την οποία παρακολουθεί τις μίνι παραστάσεις μας. Ασφαλώς και δεν αρέσουμε σε όλους και αν οι μεταμφιέσεις δεν είναι άλλοθι παρά απλό παιχνίδι, δε νομίζω πως έχουμε να φοβηθούμε κάτι ρισκάροντας. Γνωρίζουμε καλά πως οι κανόνες ,ειδικά στο ντύσιμο, εδώ και καιρό δεν ισχύουν αφού ο καθένας είναι φορέας των δικών του εμπειριών, της προσωπικής του αισθητικής και των αναγκών του, οπότε αν δεν χωράς στα στενά ομολογουμένως όρια του dress code, η σκηνή είναι εκεί και σε περιμένει να κερδίσεις το κοινό με το «κοστούμι» σου. Γιατί για κάποιους είναι ανάγκη να μην παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους.


10 / ΚΟΛΑΖ

/ DESIGN ρέ


11 / ΚΟΛΑΖ

/ DESIGN ρέ

Άρθρο / Κέλλυ Δεσύπρη

ια τους λάτρεις του design, παιχνίδι σημαίνει ένα πράγμα. Τουβλάκια Lego. Πολλοί από εμάς, ανακαλύψαμε για πρώτη φορά τον ενθουσιασμό της δημιουργίας μέσα από ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού με τα πολύχρωμα αυτά «κομμάτια», που παρά την “ταπεινή” τους εμφάνιση, τα κρατήσαμε από τη σχολική ηλικία μέχρι και την εφηβεία. Κάποιοι μάλιστα, συνεχίσαμε και ως ενήλικοι να παίζουμε με αυτά, ενώ παράλληλα με εμάς, πολλοί καλλιτέχνες και designers τα χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα, ως βασικό δομικό και διακοσμητικό στοιχείο σε ένα πλήθος εφαρμογών. Τι είναι όμως αυτό που τα κάνει να διαφέρουν από τα εξελιγμένα προγράμματα σχεδιασμού και τα υπερσύγχρονα παιχνίδια δημιουργίας και simulation; Και πώς ένα τόσο ρετρό παιχνίδι -που έχει αλλάξει ελάχιστα μορφή από το 1958- κερδίζει “στο ζύγι” τα εντυπωσιακά επιτεύγματα του 21ου αιώνα; Όλα ξεκίνησαν, όταν το 1932, ο Δανός ξυλουργός Όλε Κερκ Κρίστιανσεν, εγκαινίασε την επιχείρησή του με το όνομα LEGO, συντομία της φράσης Leg Godt, που μεταφράζεται ως «παίζουν καλά». Ανάμεσα σε άλλα, ο Όλε κατασκεύαζε ξύλινα παιχνίδια μέχρι το 1947, οπότε και εισήγαγε το πλαστικό ως βασικό υλικό για τα σχέδιά του. Το 1955, βγήκαν στην κυκλοφορία τα πρώτα σετ από τα τουβλάκια, τα οποία θα γίνονταν συνώνυμα της εταιρείας και θα άλλαζαν το τοπίο στο δημιουργικό παιχνίδι για πάντα. Το 1958, η LEGO κατοχύρωσε την πατέντα του πλέον πασίγνωστου παιχνιδιού και άρχισε να επεκτείνεται εκτός Δανίας.


12 / ΚΟΛΑΖ

Τα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν δεκάδες σειρές των διάσημων Lego σε παραλλαγές κατάλληλες για κάθε ηλικία και γούστο. Η βασική τους σειρά όμως, με τα χαρακτηριστικά χρώματα και τις τέσσερις, έξι ή οκτώ στρογγυλές προεξοχές, είναι αυτή που έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, για μια πληθώρα πρωτοποριακών κατασκευών. Κατασκευές, που μπορεί να ξεκινούν από ερασιτεχνικά γλυπτά, εμπνευσμένα από την ποπ κουλτούρα και να φτάνουν σε σημείο να γίνονται λειτουργικά εργαλεία, που εξυπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς. Αυτό δεν ακούγεται και τόσο απίθανο, αφού σύμφωνα με υπολογισμούς, έξι τουβλάκια με οκτώ προεξοχές το καθένα μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους με παραπάνω από 900 εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους. Το νούμερο ίσως ακούγεται αστρονομικό, ωστόσο έχει υπολογιστεί με ακρίβεια, δίνοντας έτσι μια πρόχειρη απάντηση στο αίνιγμα της επιτυχίας των Lego. Αυτή η αμέριστη δημιουργική ελευθερία, με την ταυτόχρονη αίσθηση παιχνιδιού και το γεγονός ότι πρόκειται για μια πραγματικά ”χειρονακτική” εργασία και όχι για ένα προϊόν υψηλής τεχνολογίας. είναι τα χαρακτηριστικά που κάνουν τα Lego, το πιο ρεαλιστικό σχεδιαστικό παιχνίδι. Οι εντυπωσιακές κατασκευές με τα πασίγνωστα τουβλάκια σε βάθος χρόνου, «δίνουν και παίρνουν». Μια εξ αυτών, είναι το αντίγραφο του μηχανισμού των Αντικυθήρων. Η χρησιμότητα του αρχαίου μηχανισμού παρέμεινε μυστήριο για παραπάνω από ένα αιώνα, αφού όταν ανακαλύφθηκε το 1901, δεν υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα για να αποκρυπτογραφηθούν τα μυστικά του. Το φοβερά περίπλοκο σύμπλεγμα γραναζιών ακριβείας ήταν διαβρωμένο σε τέτοιο βαθμό, που οποιαδήποτε λάθος κίνηση μπορούσε να αποβεί μοιραία για τον ίδιο το μηχανισμό. Το 2006 και με τη χρήση ακτίνων Χ, ο σκοπός του μηχανισμού ήρθε στο φως. Επρόκειτο για μία μηχανή πρόβλεψης ηλιακών και σεληνιακών εκλείψεων, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιωθεί κάποια παραπάνω πληροφορία για αυτό. Το 2010, η λύση προέκυψε μέσα από την χρήση 1500 κομματιών Lego Technic και 110 γραναζιών της ίδιας εταιρείας. Ένα πλήρως λειτουργικό αντίγραφο του μηχανισμού, σχεδιάσθηκε και δημιουργήθηκε μέσα σε 30 μέρες και πλέον η πραγματική έρευνα πάνω στον εκπληκτικό αυτό μηχανισμό, ξεκίνησε. Ακόμα μία στιγμή μεγάλης δημοσιότητας για τα πολύχρωμα τουβλάκια, ήταν το 2012, όταν ο Ντέιβιντ Γκίλντει κέρδισε το βραβείο Γκίνες, κατασκευάζοντας ένα ρομπότ από Lego που μπορούσε να λύσει τον κύβο του Ρούμπικ σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ο Γκίλντει χρησιμοποίησε μονάχα ένα σετ από τη σειρά Mindstorms, ενώ πλέον ο καθένας μπορεί να φτιάξει το δικό του αντίστοιχο ρομπότ, ακολουθώντας τις οδηγίες που ο ίδιος παραχώρησε στο site της εταιρείας. Σίγουρα κάπου εδώ και οι πιο άπιστοι, πειστήκατε για το γεγονός πως τα απίθανα αυτά τουβλάκια κρύβουν μέσα στον κενό πυρήνα τους πολλά περισσότερα από όσα μπορούσαμε να αντιληφθούμε, όταν τα λαμβάναμε ως δώρο τα Χριστούγεννα. Πέρα από τη μηχανική τους αξία, έχουν και μια άλλη. Την αισθητική τους, η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από τους designers του σήμερα. Κάπως έτσι, ο Σον Κένι έχτισε έναν ολόκληρο τοίχο αλλά και την κουπαστή της σκάλας ενός διαμερίσματος, από 20.000 λευκά και χρωματιστά τουβλάκια. Αντίστοιχα, ο Γκραντ Σόλμπροκ κατασκεύασε ένα... κ��φάλι ρινόκερου αποκλειστικά από κίτρινα Lego, κάνοντας το δικό του σχόλιο πάνω στη μόδα που «προστάζει» βαλσαμωμένα ζώα αναρτημένα σε τοίχους. Πάντως, το αποτέλεσμα έχει ένα ποπ, γραφιστικό ύφος, που τείνει από μόνο του να δημιουργήσει τάση στο design. Μεγάλοι και μικροί, καλλιτέχνες και ερευνητές, designers και αρχιτέκτονες, όλοι κατά καιρούς έχουν αντλήσει έμπνευση και έχουν παράξει έργα, ξεκινώντας πάντα από μια μικρή μονάδα, ένα πλαστικό τουβλάκι με κυλινδρικές εξοχές. Καθώς όμως η μαγεία του είναι αστείρευτη και δεν περιορίζεται σε ειδικότητες και ιδιότητες, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να δοκιμάσετε να χτίσετε και εσείς το δικό σας μικρό παράδεισο από χρωματιστά τουβλάκια, δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στην ξεχασμένη, παιδική σας δημιουργικότητα.

/ DESIGN ρέ


13 / ΚΟΛΑΖ

/ DESIGN ρέ


14 / ΚΟΛΑΖ

Έ

νας εξίσου μεγάλος αλλά τελείως διαφορετικός φωτογράφος, ο Ansel Adams, κατάφερε να δώσει ζωή στα άγρια τοπία της Sierra Nevada αποτυπώνοντάς τα με τρόπο μοναδικό. Οι φωτογραφίες του απέχουν παρασάγγας από την φωτογραφία τοπίου όπως την έχουμε σήμερα στο μυαλό μας. Ο Ansel Adams πέτυχε κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Μπορούσε να δώσει ζωή σε φαινομενικά ακίνητα τοπία αναδεικνύοντας μικρά θαύματα της φύσης και μετατρέποντάς τα - μέσω του φωτογραφικού του φακού - από τοπία σε μνημεία. Είπε κάποτε:

You don’t make a photograph just with a camera. You bring to the act of photography all the pictures you have seen, the books you have read, the music you have heard, the people you have loved.” Παναγιώτης Φιλιππάτος panagiotis4@hotmail.com

/ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ


15 / ΚΟΛΑΖ

/ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ


16 / ΚΟΛΑΖ

XX


17 / ΚΟΛΑΖ

XX


18 / ΚΟΛΑΖ

XX


19 / ΚΟΛΑΖ

XX


20 / ΚΟΛΑΖ

XX


21 / ΚΟΛΑΖ

XX


22 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Χάρης Φρανσίς Φωτογραφία / Αριστείδης Γεωργίου

εν ξέρω ποια είναι η γνώμη σας αλλά εγώ πάντα πίστευα ότι μερικά παιχνίδια θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία, όπως ακριβώς τα μαθηματικά και τα ελληνικά και μάλιστα με υποχρεωτική παρακολούθηση και εξέταση (ακόμα επεξεργάζομαι τι θα πρέπει να γίνεται με τους μετεξεταστέους). Μπορεί να απορήσετε αρχικά αλλά θα ήθελα να δώσετε μια δεύτερη ευκαιρία στη σκέψη μου. Αναλογιστείτε επί παραδείγματι τι θα γινόταν αν το εθνικό μας σπορ ήταν μάθημα κορμού στη μέση εκπαίδευση. Φυσικά, μιλάω για το τάβλι. Εντατικά μαθήματα πάνω στο τρίπτυχο «πόρτες-πλακωτό-φεύγα» από τον αντίστοιχο καταρτισμένο καθηγητή, με πρόσληψη από ΑΣΕΠ και υψηλή μοριοδότηση, σε όσους έχουν τουλάχιστον επταετή προϋπηρεσία σε καφενεία και τεκέδες. Όχι, πραγματικά, σκεφτείτε αν αγόρια και κορίτσια παρακολουθούσαν μαθήματα στο σχολείο, ποια θα ήταν τα προφανή οφέλη. Να, ένα πρώτο που μου έρχεται είναι το εξής: καμιά γυναίκα δε θα μπορεί va αποφεύγει την πρόκληση για ένα παιχνίδι τάβλι από ένα αγόρι -που κατά βάθος της ρίχνεταιμε την πρόφαση ότι δεν ξέρει, προκειμένου να τον απομακρύνει. Αφού έτσι κι αλλιώς το έχεις διδαχθεί στο σχολείο κυρά μου, εκτός κι αν έμεινες από απουσίες. Μου ήρθε στο καπάκι κι ένα δεύτερο: δε θα διοργανώνονταν παράνομα στοιχήματα, αφού το τάβλι θα είχε γίνει πλέον common knowledge με όλα του τα μυστικά και κανείς δε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση για να στοιχηματίσει και να κερδοσκοπήσει. Τώρα που το επεξεργάζομαι ούτε καν στην παραλία δε θα είχε κανείς ευχαρίστηση να παίζει τάβλι. Ποιος παίρνει homework στη θάλασσα; Άλλο παράδειγμα παιχνιδιού: η γνωστή monopoly. Με καθηγητές που έχουν έφεση στη διαχείριση επενδύσεων και μαθητές έτοιμους να αγοράσουν ένα οικόπεδο παραπάνω για να χτίσουν ξενοδοχεία. Θα προωθείτο έτσι και η Μεγάλη Ιδέα της τσιμεντοποίησης του συνόλου της χώρας και στο τελευταίο μαθητούδι. Το Jenga…..χαχαχα. Αν πράγματι διδασκόταν σε σχολικό επίπεδο, τότε όλοι θα ήταν αρκετά ικανοποιητικοί παίκτες ώστε να ολοκληρώνεται κάθε παρτίδα χωρίς ο τελευταίος μαλ…ς να τραβήξει τη λάθος μπάρα, να ρίξει όλο τον πύργο και στη συνέχεια να πρέπει να μαζέψει όλα τα τουβλάκια και να τα βάλει

/ Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ


23 / ΚΟΛΑΖ

στη θέση τους. Ένα ακόμα χρήσιμο παιχνίδι που θα έπρεπε να εφαρμόζεται η διδαχή του, θα έπρεπε να είναι αυτό το κλασικό που έπαιζαν κάποτε κάτι καουμπόηδες σε μια διαφήμιση ουίσκι. Ξέρετε ποιο εννοώ… Αυτό που κάθονται από απόσταση σε ένα βαρέλι και προσπαθούν να πετάξουν φελλούς μέσα του, αφού πρώτα γκελάρουν με επιτυχία στο χείλος του βαρελιού. Θα ήταν μια εξαίσια προπαιδευτική διαδικασία και για όσους θα επιθυμούσαν μελλοντική σταδιοδρομία στο δημόσιο (δε θέλω ειρωνεία). Αναλογιστείτε επίσης, πώς θα ήταν η ζωή αν διδάσκονταν οι ρακέτες στην παραλία. Πέρα από το γεγονός ότι ακόμη κι ο πιο «τελευταίος» θα είχε master στις καρφωτές, το καλοκαίρι στις παραλίες δε θα υπήρχε χώρος για ξαπλώστρες, ομπρέλες και ψάθες και οι πάντες θα βλέπαμε αμέτρητα κίτρινα μπαλάκια να ανεβοκατεβαίνουν στον αέρα και όλη η ακτή να μετατρέπεται σε μια ατέρμονη μανούρα για το ποιος ενοχλεί ποιον - το αγαπημένο χόμπι του Έλληνα συμπληρώνω ευθαρσώς. Τώρα που το συλλογίζομαι, κάποια στιγμή πρέπει να εισαχθεί και η μακριά γαϊδούρα στα υποχρεωτικά μαθήματα. Αφού την παίζουν που την παίζουν, ας διεξάγεται πλέον κι επίσημα στις σχολικές αίθουσες, ούτως ώστε οι μαθητές να προπονούνται και για τις ατελείωτες ουρές που πρόκειται να συναντήσουν όταν ενηλικιωθούν βιαίως, στην εφορία, στο ΙΚΑ, στα νοσοκομεία και όλα τα υπόλοιπα σατανικά ιδρύματα παραγωγής πόνου και κούρασης. Ποιος άραγε δε θα ήθελε να μάθει από τα σχολικά του χρόνια πώς να παίζει σωστά και νικηφόρα Scrabble, χωρίς να χρειάζεται να ξημεροβραδιάζεται όλη η παρέα στο σαλόνι λες και «κλαίνε» το νεκρό και να μπορεί να πηγαίνει ο καθένας νωρίς στο σπιτάκι του (αμάν πια με αυτό το επιτραπέζιο της ταλαιπώριας και του νυχτοκάματου!). Ακόμα πιο καινοτόμες ιδέες θα μπορούσε να εισαγάγει το υπουργείο Παιδείας, με την καθιέρωση δίωρου μαθήματος στα τηλεκατευθυνόμενα αυτοκινητάκιαμε έμφαση στο γυναικείο μαθητευόμενο κοινό και εντατικά μαθήματα στο πως μπορούν να παρκάρουν το αυτοκινητάκι μέσω του τηλεχειριστηρίου και να στρίβουν σωστά χωρίς να παίρνουν αμπάριζα ότι βρεθεί στο διάβα τους. Για τα αγοράκια αντίστοιχα, θα πραγματοποιούνται εντατικά μαθήματα πάνω στο στήσιμο των οχημάτων και τα λαοφιλή παντιλίκια.

/ Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ


24 / ΚΟΛΑΖ

Πρέπει επιτέλους να καταλάβει ο ελληνικός λαός ότι στη ζωή προοδεύουν μόνο οι κοινωνίες που είναι οπλισμένες με ανεξάντλητα αποθέματα υπομονής και ατάραχου βουδισμού. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να προταθούν εργαστήρια μελέτης μπιρίμπας στα οποία θα συστήνονται ομάδες από έξι έως οκτώ άτομα και στα οποία ο καθένας θα πρέπει να περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία για να ξαναέρθει η σειρά του να παίξει. Οι Γερμανοί τα καταφέρνουν μια χαρά, εμείς ως πότε θα εθελοτυφλούμε; Γιατί επιμένουν να θεωρούν ότι το επιτραπέζιο «Μάντεψε Ποιος» που παίζαμε μικροί δεν έχει καμιά εκπαιδευτική χρησιμότητα; Έτσι κι αλλιώς με τη λογική που παίζαμε το παιχνίδι έχουμε μάθει πια να επιλέγουμε πολιτικούς, κόμματα, ηγέτες, παρέες, φίλους. Η φιλοσοφία του «ό,τι να ‘ναι» δηλαδή, που στο τέλος πάντα θριαμβεύει. Κάποτε θυμάμαι μαζευόμασταν και παίζαμε «ινδιάνους και καουμπόηδες» και τα χρόνια πέρασαν και δε μπορούμε ποια να ξεχωρίσουμε ποιοι είναι οι μεν και ποιοι οι δε. Κάποτε δίναμε ραντεβού να παίξουμε κρυφτό και τώρα κρυβόμαστε συνέχεια ο ένας απ’ τον άλλον. Κάποτε πετάγαμε χαρταετό για να γιορτάσουμε την άνοιξη και τώρα σιχτιρίζουμε τις «αλλεργίες» που μας φέρνει. Κάποτε κάναμε τραμπάλα στο πάρκο που μεγαλώσαμε και τώρα σωριάζονται εκεί πρεζάκια κι άστεγοι. Κάποτε παίζαμε με νεροπίστολα στην παραλία και τώρα κατσαδιάζουμε τα μικρά που ανακατεύονται στα πόδια μας όταν απολαμβάνουμε τη φραπεδάρα κάτω απ’ την ομπρέλα. Κάποτε τρέχαμε χωρίς να λαχανιάσουμε και τώρα «λαχανιάζουμε» χωρίς να τρέχουμε. Κάποτε, αναγνώστη, κάποτε…

XX


25 / ΚΟΛΑΖ

XX


26 / ΚΟΛΑΖ

/ THE ODD FELLAS

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


27 / ΚΟΛΑΖ

/ THE ODD FELLAS


28 / ΚΟΛΑΖ

Ο

γεννημένος από εβραϊκής καταγωγής γονείς, στην Αμερική του ’40, εγκαταλελειμμένος λίγα χρόνια μετά από τον πατέρα του κι έπειτα και από τη μητέρα και την αδερφή του, προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα κόσμο γεμάτο παράδοξα. Απεχθάνεται το σχολείο, ωστόσο λατρεύει το παιχνίδι. Όχι αυτό στο δρόμο αλλά το άλλο, με τα εξήντα τέσσερα τετράγωνα, τους πύργους, τους στρατιώτες, τα άλογα, τους αξιωματικούς, το βασιλιά και τη βασίλισσα. Τα παρατάσσει και ξεκινά. Στήνει παιχνίδια με αντίπαλο τον εαυτό του, που διαρκούν μέρες ολόκληρες. Η βιβλιοθήκη του έχει στοιβαγμένα δεκάδες βιβλία σχετικά με το σκάκι. Και κάπως έτσι, σε ηλικία δεκατριών ετών, εμφανίζεται στον πρώτο του αγώνα. Με αμφίεση κάθε άλλο παρά comme il faut, με πορτοκαλί μπλούζα, βερμούδα και αθλητικά, μπαίνει στο πρώτο του ματς, με αντιπάλους έξυπνους μαθητές με ατσαλάκωτα παντελόνια και καζάκες. Τα βλέμματα στρέφονται πάνω του, όχι μόνο για το ιδιότυπο outfit αλλά γιατί καταφέρνει το αναπάντεχο. Ο άγνωστος, εκκεντρικός πιτσιρικάς, περιέργως πώς, συντρίβει τους αντιπάλους του. Η συνέχεια είναι εξίσου αναπάντεχη με την αρχή. Την ίδια χρονιά, γίνεται ο νεότερος παίκτης των ΗΠΑ, που κερδίζει το πρωτάθλημα νέων και δηλώνει «λατρεύω τη στιγμή που σπάω τον εγωισμό του αντιπάλου μου». Το σκάκι μέχρι εκείνη τη στιγμή, θεωρείται το παιχνίδι των τρόπων, της ευγενούς άμιλλας. Ο Φίσερ αλλάζει τους κανόνες και σε αυτό. Εγωκεντρικός, προκλητικός και σχεδόν ασεβής, αντιμετ��πίζει τους συμπαίκτες του, τουλάχιστον υποτιμητικά. Ωστόσο, η συμπεριφορά του δεν τον εμποδίζει στα δεκαπέντε του -έχοντας ήδη αρκετές νίκες στο ενεργητικό του, να γίνει γκρανμάστερ. Το όνομα του «χτίζεται» μετά βαϊων και κλάδων, αφού κατατροπώνει έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς παίκτες, τον Ντόναλντ Μπάιρν, στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για μια «μάχη» γεμάτη σκακιστικά πυροτεχνήματα. Πολύπλοκοι συνδυασμοί, ευφάνταστες τεχνικές, ριψοκίνδυνες κινήσεις. Ο Φίσερ βγαίνει από το πεδίο της, μεγάλος νικητής. Η φήμη του, χρόνο με το χρόνο εξαπλώνεται και οι ακόμα πιο σπουδαίοι αγώνες ξεκινούν. Μιας και ουσιαστικά στην Αμερική, το «παιχνίδι» είναι δικό του, πρόκληση αποτελούν πλέον μόνον οι μετρ του είδους. The Russians. Έπειτα από ένα χρόνο σερί νικών (είκοσι παιχνίδια, χωρίς ήττα ενάντια στους σημαντικότερους γκρανμάστερς), το 1972, έρχεται η μεγάλη πρόσκληση. Ο Ρώσος, παγκόσμιος πρωταθλητής, Μπόρις Σπάσκυ, επιθυμεί να τον συναντήσει στο Ρέικιαβικ, για ένα παιχνίδι, που ίσως κανείς εκ των δύο δε θα μπορούσε να υποθέσει ότι θα έφερε έκτοτε και για πάντα, τον τίτλο του «παιχνιδιού του αιώνα». Η διάρκειά του είναι το ίδιο εντυπωσιακή, μιας και το ματς κρατά συνολικά τρεις μήνες και αποτελείται από είκοσι τέσσερα, πεντάωρα παιχνίδια, καθηλώνοντας για πρώτη φορά εκατομμύρια τηλεθεατές μπροστά από την τηλεόραση. Πριν καν ξεκινήσει ο αγώνας, η αγωνία ήδη χτυπάει κόκκινο. Ο Φίσερ, παρά το γεγονός ότι έχει αποδεχτεί την πρόσκληση, απειλεί ότι δεν πρόκειται να εμφανιστεί, αν δεν αλλάξει το ποσό αμοιβής του νικητή. Το ποσό ανεβαίνει στα 250.000 $, ωστόσο και πάλι η παρουσία του είναι αβέβαιη για τους διοργανωτές. Η αναστάτωση φθάνει μέχρι το Λευκό Οίκο, η οποία εν μέσω δε, Ψυχρού Πολέμου, αναγκάζει το Ρίτσαρντ Νίξον, τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ, να παρέμβει προσωπικά μέσω του Γενικού Γραμματέα, Χένρι Κίσινγκερ, προκειμένου να μεταβεί στην Ισλανδία για τον αγώνα. Ο Φίσερ τελικά πείθεται, ωστόσο τα τερτίπια του δε σταματούν εκεί.

/ THE ODD FELLAS


29 / ΚΟΛΑΖ

/ THE ODD FELLAS


30 / ΚΟΛΑΖ

/ THE ODD FELLAS

Αφού φθάνει στο Ρέικιαβικ, ο αγώνας ξεκινά δια της απουσίας του. Η πρώτη κίνηση γίνεται από το Σπάσκυ, το χρονόμετρο έχει ήδη πατηθεί και ο Φίσερ είναι ακόμα απών. Μπαίνει έπειτα από κάποια λεπτά, απολογείται λέγοντας ότι «κόλλησε» στην κίνηση και κάθεται στο τραπέζι. Αφού κινεί το άλογό του, σηκώνεται αμέσως να διαμαρτυρηθεί για την παρουσία των καμερών στο χώρο και το παιχνίδι διακόπτεται ξανά. Το τέλος της ημέρας, τον βρίσκει ηττημένο από το Ρώσο αντίπαλό του. Στο δεύτερο παιχνίδι, δεν εμφανίζεται ποτέ, καταφέρνοντας να εγείρει και πάλι ανησυχίες για το μέλλον του πολύπαθου αγώνα και χαρίζοντας τη νίκη στο Σπάσκυ. Η αγωνία σταματά σύντομα αφού παρά τις πάμπολλες διακοπές που ακολουθούν για διάφορους λόγους (όπως γιατί δεν παιζόταν στην Ισλανδική τηλεόραση το αγαπημένο σόου του Φίσερ), τελικά το παιχνίδι ολοκληρώνεται το Σεπτέμβριο του 1972, αναδεικνύοντας μεγάλο νικητή τον εκκεντρικότατο Μπόμπι Φίσερ, έπειτα από μια σειρά πραγματικά εντυπωσιακών αγώνων. Σε συνέντευξη που ακολουθεί της νίκης του, δε διστάζει να δηλώσει ευθαρσώς ότι θέλει να παίξει λίγο σκάκι, γιατί νιώθει ότι δεν έπαιξε αρκετό. Ο Φίσερ φεύγει από το Ρέικιαβικ θριαμβευτής και αρκετά πλουσιότερος. Ακολουθεί μια τριετία πολυτελούς ζωής. Εξοχικές κατοικίες σε Μπέβερλι Χιλς και Χονγκ Κονγκ, γιότ και ιδιωτικά αεροπλάνα, κατά παραγγελία Ρολς Ρόις αξίας 50.000$, πλουσιοπάροχα γεύματα, συναναστροφές με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, με τις οποίες ωστόσο ελάχιστα έχει να πει. Με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και την εμμονική προσήλωση του στο σκάκι, είναι ένας άνθρωπος που παρά τα χρήματα και τη δόξα, παραμένει επί της ουσίας μόνος. Κατ’ επιλογήν, όπως θα αποκαλύψει αργότερα ο ίδιος. Τρία χρόνια αργότερα καλείται να υπερασπιστεί τον τίτλο του, στη Μανίλα, ενάντια στον Ανατόλι Καρπόφ. Δεν εμφανίζεται ποτέ, χαρίζοντας τον στον αντίπαλό του και απογοητεύοντας παράλληλα τους συμπατριώτες του αλλά και εκατοντάδες γκρανμάστερς ανά τον κόσμο, που περίμεναν τα επόμενα καινοτόμα παιχνίδια του. Μέλος της επιτροπής που δίνει τον τίτλο στον Καρπόφ, δηλώνει κάποια χρόνια αργότερα «τη στιγμή που ανακοίνωνα τον επόμενο Παγκόσμιο Πρωταθλητή ένιωθα ότι τερμάτιζα την καριέρα του σημαντικότερου ίσως σκακιστή όλων των εποχών». Τα χρόνια που ακολουθούν, ο Φίσερ εξαφανίζεται. Ακολουθεί μια ζωή ασκητική, μακριά από τα σκακιστικά τραπέζια των επίσημων διοργανώσεων. Οι φήμες για την ψυχική του κατάσταση, την αντισημιτική συμπεριφορά του καθώς και για τη συμμετοχή του σε κάποια αίρεση, δίνουν και παίρνουν. Ακούγονται πολλά μα εκείνος είναι πάντα απών. Χωμένος μέσα στα άπειρα βιβλία του, δε σταματά ποτέ να μελετά και να παίζει. Και επανεμφανίζεται. Το 1992.


31 / ΚΟΛΑΖ

/ THE ODD FELLAS

Έπειτα από το γράμμα μιας νεαρής παίκτριας σκάκι, η οποία δηλώνει μεγάλη θαυμάστριά του, πείθεται να επιστρέψει στο τραπέζι, ενάντια στον παντοτινό του αντίπαλο. Ο αγώνας διοργανώνεται στο Βελιγράδι, όπου Φίσερ και Σπάσκυ, βρίσκονται και πάλι αντιμέτωποι. Η αίγλη του προ εικοσαετίας αγώνα τους έχει πια χαθεί, ωστόσο παραμένει ένα σπουδαίο γεγονός. Για πολλούς δε, ένα μεγάλο comeback. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως συνήθως, και ο Φίσερ είναι και πάλι νικητής. Το παιχνίδι τελειώνει με τον Μπόμπι Φίσερ να εξαφανίζεται ξανά, αφού πια καταζητείται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς με τη συμμετοχή του, έσπασε το εμπάργκο έναντι της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αγνοείται για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δε γνωρίζει που βρίσκεται, μέχρι που ο ίδιος αποφασίζει να επιστρέψει «δυναμικά». 11 Σεπτεμβρίου 2001. «Τι ευχάριστα νέα. Γαμήστε επιτέλους την Αμερική. Θέλω τόσο πολύ να τη δω να καταστρέφεται!». Η δήλωση αυτή ακολουθεί του χτυπήματος των Δίδυμων Πύργων, από ραδιοφωνικό σταθμό στις Φιλιππίνες. Το αγαπημένο παιδί των Αμερικανών, γίνεται μια από τις πιο μισητές προσωπικότητες, εν μία νυκτί. Κάποιους μήνες αργότερα, συλλαμβάνεται σε κεντρικό αεροδρόμιο της Ιαπωνίας, προσπαθώντας να ταξιδέψει με πλαστό διαβατήριο. Λίγο πριν την έκθεση του στην Αμερική, του προσφέρεται άσυλο από τη χώρα που τον ανέδειξε, την Ισλανδία. Ο κόσμος εκεί, τον υποδέχεται σαν εθνικό ήρωα. Το 2008 πεθαίνει έπειτα από προβλήματα που ταλάνιζαν την υγεία του, σε νοσοκομείο της Ισλανδίας. Παντρεύτηκε μεγάλος και δεν απέκτησε ποτέ παιδιά. Εκκεντρικός, παράξενος ή προβληματικός, φασαριόζος ή εμμονικός, ο Φίσερ υπήρξε πρώτα και κυρίως, παίκτης. «Οι πρωταθλητές στο σκάκι δεν είναι απαραίτητα ιδιοφυίες. Αυτό που χρειάζονται για να επιτύχουν, είναι ισχυρή μνήμη, βαθιά συγκέντρωση, αποφασιστικότητα, υπομονή και φονικό ένστικτο». Κι εκείνος τα είχε όλα._


32 / ΚΟΛΑΖ

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

Άρθρο / Αρστείδης Γεωργίου


33 / ΚΟΛΑΖ

Κ

άνω κινηματογράφο. Κάνω ποδήλατο. Παίζει η ταινία. Παίζω. Παιχνίδι. Μια ομάδα, η οποία προσπαθεί να παράξει μια ταινία, με όσα υλικά διαθέτει. Μπορεί να κοστίσει από σχεδόν μηδέν, έως και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ανάλογα με το budget, ο σκηνοθέτης μαζί με το υπόλοιπο crew (πλήρωμά) του, σαν καπετάνιος, πρέπει να φέρει εις πέρας την ταινία, ώστε να είναι ει δυνατόν, καλύτερη απ΄ ότι τα χρήματα που διαθέτει, του επιτρέπουν. Πρέπει να σκαρφιστούν φθηνούς τρόπους για να δημιουργήσουν ακριβά εφέ. Πατέντα στην πατέντα. Έτσι, όλο αυτό γίνεται ένα παιχνίδι έμπνευσης και γνώσεων. Ένας διαγωνισμός εφευρετικότητας και ευφυίας. Όλοι οι σκηνοθέτες, οι φωτογράφοι και οι σπεσιαλίστες των οπτικών και ειδικών εφέ, έχουν ενίοτε “σπάσει” τα κεφάλια τους για να βρουν λύση σε τεχνικά προβλήματα κατά την διάρκεια της προπαραγωγής ή και του γυρίσματος. Ας περιοριστούμε όμως σε δύο, χωρίς αμφιβολία, μεγάλους μετρ του είδους. -Δεν θέλω σχόλια και μην βαράτε. Προφανώς είναι και άλλοι μέντορες του είδους, o Francis Ford Coppola, o George Lucas, o Nolan, o Spielberg, o Scorsese, o Tarantino και πολλοί, πολλοί ακόμα, αλλά δε φτάνει ένα άρθρο για να τους περιλάβει όλους. Οπότε, απλώς περιορίζομαι στους δύο που μου ήρθαν πρώτοι στο μυαλό. Πάμε λοιπόν.

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

Ο Stanley Kubrick, στις πρώτες του μεγάλου μήκους ταινίες, διέθετε σχεδόν μηδενικό budget, αλλά αρκετό χρόνο. Έτσι έκανε γυρίσματα σαββατοκύριακα, που όλοι είχαν ελεύθερο χρόνο. Δανείστηκε μια κάμερα, την οποία, για την ιστορία, του έκλεψαν μέσα από το αυτοκίνητο σε κάποιο γύρισμα. Έφτιαξε «καρέλο» (όχημα σαν καρότσι κινούμενο συνήθως σε ράγες, πάνω στο οποίο τοποθετείται η κάμερα), με ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ. Πειραματίστηκε και οραματίστηκε, μαζί με τους συνεργάτες του και βρήκαν λύσεις που μέχρι τότε κανείς δεν είχε σκεφτεί. Κάπως έτσι, το “Fear and Desire” και το “Killer’s Kiss”, γυρίστηκαν με επιτυχία και αποτέλεσαν την αρχή για την μετέπειτα ιστορική πορεία του μικρού τότε, Stanley. Ο Kubrick φυσικά δε σταμάτησε εκεί το «παιχνίδι» του. Όντας για χρόνια φωτογράφος και εραστής των καμερών και της τεχνολογίας, θέλησε να κάνει ακόμα ένα πείραμα. Το πείραμα ονομάστηκε “Barry Lyndon”. Γυρίστηκε εν έτει 1975. Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ιρλανδία του 18ου αιώνα. Ο Stanley παθιασμένος για το ιδανικό και το τέλειο, ήθελε για το έργο του αυτό, την καλύτερη δυνατή ατμόσφαιρα. Έτσι λοιπόν αποφάσισε, μαζί με τον φωτογράφο του John Alcott, να κάνουν κάτι αξεπέραστο.


34 / ΚΟΛΑΖ

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

Πήραν ειδική παραγγελία, έναν φακό Carl Zeiss (ναι η εταιρεία που φτιάχνει πλέον φακούς και για τα κινητά σας), ο οποίος ήταν 50mm, με διάφραγμα f/0,7. Το μεγαλύτερο διάφραγμα σε φακό που έχει κατασκευαστεί ποτέ. Ο φακός αυτός, επέτρεπε να καταγραφεί εικόνα στο φιλμ, με μηδαμινό φωτισμό. Έτσι όλα τα εσωτερικά πλάνα της ταινίας, γυρίστηκαν υπό το φως των κεριών, χωρίς καμία προσθήκη τεχνητού φωτισμού. Ο φακός αυτός, είχε κατασκευαστεί από τη Zeiss για τη NASA αλλά κατόπιν τροποποιήσεων, ο Stanley τον εφάρμοσε στην κάμερά του. Του δημιούργησε ωστόσο πολλά προβλήματα λόγω του πολύ μικρού βάθους πεδίου. Για παράδειγμα, με έναν τέτοιο φακό, μπορεί η μύτη ενός προσώπου να είναι εστιασμένη και το πρόσωπο να μην είναι. Οπότε οι κινήσεις της κάμερας και των ηθοποιών έπρεπε να είναι πολύ περιορισμένες. Αν δείτε την ταινία, μπορείτε να παρατηρήσετε πως στα πλάνα αυτά, τα πρόσωπα, αρκετές φορές είναι θολά. Φανταστείτε την δυσκολία στο γύρισμα, για να είναι θολή η εικόνα σε ταινία του Stanley Kubrick. Εν τέλει πάντως, ο στόχος επετεύχθη και παρά το μεγάλο για την εποχή κόστος παραγωγής- περί τα 11.000.000 δολάρια- η ταινία, όχι απλά σάρωσε τα βραβεία, αλλά και τις καρδιές θεατών και τεχνικών του σινεμά. Ο Kubrick δεν ήταν ο μόνος όμως που έπαιξε το παιχνίδι της ευρεσιτεχνίας. Ένας άλλος «τρελός» σκηνοθέτης, είναι και ο Lars Von Trier. Πολυτάλαντος και όντως τρελός. Αμφισβητήθηκε και συνεχίζει να αμφισβητείται όσο λίγοι, με τη Nicole Kidman να παραδέχεται δημόσια, με το πέρας των γυρισμάτων του “Dogville”, πως δεν πρόκειται να ξαναδουλέψει μαζί του. Ο Lars, με σκοπό να προκαλέσει τους ηθοποιούς του, πολλές φορές εμφανίστηκε να σκηνοθετήσει… γυμνός. Έκανε ένα έργο άνω κάτω, το οποίο σε πολλές φάσεις έχανε την συνοχή και την συνέχειά του, αλλά στο τέλος βγήκε ολοκληρωμένο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συζητήθηκε ως προσωπικότητα και σίγουρα όχι η τελευταία. Η μεγάλη όμως καινοτομία στο “Dogville”, ήταν το γεγονός πως χρησιμοποίησε 154 κάμερες, στημένες σε πλέγμα πάνω από το studio, προκειμένου να γυρίσει τα κατοψικά του πλάνα. Αν παρατηρήσετε την ταινία, θα καταλάβετε ίσως ότι δεν είναι εικόνα μιας κάμερας, καθότι αλλάζει η προοπτική από την μια πλευρά στην άλλη. Η τελική εικόνα, είναι η σύνθεση και των 154 εικόνων. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί πολλές κάμερες, καθώς 3 χρόνια πριν, το 2000, είχε γυρίσει το “Dancer In The Dark”, ένα μιούζικαλ με πρωταγωνίστρια την Bjork, στο οποίο όλες τις σκηνές χορού τις γύρισε με 100 miniDV κάμερες, για να μην χάσει καμία γωνία λήψης. Ο Peter Hjorth, επικεφαλής των οπτικών εφέ, σε όλες σχεδόν τις ταινίες του, είχε πει σε μια ομιλία του, πως τον πήρε ο Lars τηλέφωνο και του είπε: «Γεια σου Πήτερ, θέλουμε να γυρίσουμε το “Dogville” και έχω κάτι πάνω από 100 κάμερες. Τι μπορούμε να κάνουμε αυτή τη φορά;». Κάπως έτσι, το παιχνίδι για τους δυο τους ξεκίνησε και από τότε δε σταμάτησε. Ευφυέστατα οπτικά εφέ στο “Antichrist” και στο “Melancholia” και εξτρεμιστικές μέθοδοι γυρίσματος, στην μοναδική κωμωδία του Trier, “The Boss of it All”. Στην ταινία αυτή, χρησιμοποίησε μια τεχνική μάλιστα, η οποία ονομάζεται ‘Automavision’. Η τεχνική αυτή αφορά στο ότι η κάμερα ελέγχεται εξ ολοκλήρου από ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος διαλέγει κάθε φορά το καλύτερο δυνατό κάδρο με αναπάντεχα πολλές φορές αποτελέσματα. Δυο εντελώς διαφορετικοί σκηνοθέτες, διαφορετικής γενιάς, διαφορετικού ύφους και αισθητικής, αλλά με κοινό πάθος για παιχνίδι με τις διάφορες τεχνοτροπίες και τεχνολογίες. Ο Stanley, από ανάγκη στην αρχή και από αγάπη στη συνέχεια και ο Lars, ίσως από ανάγκη να προκαλέσει συζητήσεις, να αμφισβητήσει και να αμφισβητηθεί, αλλά σίγουρα και για πειραματισμό και έκφραση, άνοιξαν τον δρόμο στους νέους κινηματογραφιστές, να μην φοβούνται τα πειράματα και να μην σταματούν μπροστά σε κανένα εμπόδιο. Όπως είχε πει και ο δεύτερος «δεν είναι δύσκολο να γυρίσεις μια ταινία, αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού».


35 / ΚΟΛΑΖ

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ


36 / ΚΟΛΑΖ

ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ – ΜΕΡΑ Το πλήρωμα του πλοίου αποτελείται από playmobil και το ΣΥΝΤΑΚΤΗ. Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ είναι φιλοξενούμενος τους. Όλοι πηγαίνουν πάνωκάτω στο κατάστρωμα και κάνουν δουλειές. Ένας σφουγγαρίζει, άλλος ρίχνει νερά με κουβάδες, ένας τρίτος αναβαίνει με φόρα, στο παρατηρητήριο του καταρτιού. Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ, λιάζεται σε μια αιώρα, που είναι δεμένη ανάμεσα στα δυο κατάρτια του πλοίου και έχει στον ώμο του έναν παπαγάλο, που του χάρισε ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ. Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ είναι πράσινος και κόκκινος, με τεράστιο ράμφος και εκνευριστική φωνή, που σκούζει όλη την ώρα.

ΛΙΜΑΝΙ – ΝYXTA (flashback) Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ , κατεβαίνει από το πλοίο και περπατάει με τον ΠΑΠΑΓΑΛΟ στον ώμο. Καθώς διασχίζει τον χωμάτινο δρόμο, βρίσκει ένα χαμετυπίο και ανοίγει την πόρτα.

ΜΠΑΡ – ΝΥΧΤΑ (flashback) O KΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, μπαίνει μες στο μπαρ και περπατάει προς την μπάρα. Εκεί είναι ένας ΜΠΑΡΜΑΝ, ο οποίος σκουπίζει με μια πετσέτα και λίγο σάλιο τα ποτήρια του. Σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, που φωτίζει από ένα μικρό φαναράκι πετρελαίου, κάθεται ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ και πίνει ήσυχος την μπύρα του. Ο ΜΠΑΡΜΑΝ, καθώς ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, διασχίζει το μαγαζί, παθαίνει πανικό. Γουρλώνει τα μάτια του, τα μούσια του κουνιούνται ρυθμικά και τα μάγουλά του ροδοκοκκινίζουν. Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ δείχνει ατάραχος, αλλά κάτι δεν του πάει καλά. Με το που φτάνει στο μπαρ, ο ΜΠΑΡΜΑΝ πετάει κάτω το ποτήρι και σκαρφαλώνοντας πάνω στην μπάρα, αγκαλιάζει τον ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ. Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ ανοίγει έντρομος τα φτερά του και σκούζοντας αρχίζει να πετάει γύρω- γύρω σε όλο το μαγαζί. Επικρατεί αναστάτωση. ΜΠΑΡΜΑΝ Δεν το πιστεύω. Μα τις χίλιες παρθένες είναι αλήθεια. Πιάνει σφιχτά τον ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ και τον τσιμπολογάει. ΜΠΑΡΜΑΝ Είσαι αληθινός. Έχω να δω Playmobil, από όταν ήμουν ένα τόσο δα παιδάκι. Πάντα μου άρεσε να παίζω μαζί σας. Ήσασταν οι μοναδικοί μου φίλοι. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (μη μπορώντας να ανασάνει καλά από το σφίξιμο) Εμμ. Δεν ξέρω για τι πράγμα μου μιλάς φίλε μου. ΜΠΑΡΜΑΝ Μιλάς! Μιλάς;;; Μα τον Άγιο Κομφούκιο! Μιλάς. Και είσαι και καπετάνιος. Το πειρατικό ήταν το πιο αγαπημένο μου απ’ όλα. Εσύ ήσουν ο αγαπημένος μου.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει. Ο ΜΠΑΡΜΑΝ, τον αφήνει, αλλά εξακολουθεί να τον κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

ΜΠΑΡΜΑΝ Να σου βάλω κάτι να πιεις. Τι θες; ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Όχι, σε ευχαριστώ. Δε θέλω τίποτα. ΜΠΑΡΜΑΝ Επιμένω. Θα σου βάλω ένα ποτήρι Ρούμι. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Μην μπαίνεις στον κόπο. Την τουαλέτα σου θα ήθελα. ΜΠΑΡΜΑΝ Αποκλείεται. Ήρθες στα αλήθεια μετά από τόσα χρόνια, μπήκες στο μαγαζί μου και δεν θα σε κεράσω κάτι; Αποκλείεται. Ο ΜΠΑΡΜΑΝ, ανοίγει μια μπουκάλα Ρούμι, παίρνει ένα ποτήρι και το ρίχνει μέσα. Το προσφέρει στον ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ και αυτός απλώνει το χέρι του και το πιάνει. ΜΠΑΡΜΑΝ Στην υγειά σου καπετάνιε. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Άντε γεια μας. Με μία κίνηση ο καπετάνιος σηκώνει το χέρι, μα έτσι όπως είναι που δεν μπορεί να λυγίσει στον αγκώνα, ρίχνει το ποτό όλο πίσω του. Ο ΜΠΑΡΜΑΝ τον κοιτάει περίλυπος. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Αφού σου είπα, δεν θέλω. Πες μου τώρα που είναι η τουαλέτα. ΜΠΑΡΜΑΝ Χίλια συγγνώμη καπετάνιε μου. Εκείνη την ώρα μπαίνει στο πλάνο ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ. Κρατάει στο χέρι ένα καλαμάκι. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Επιτρέψτε μου κάπταιν. Βάζει το καλαμάκι στο ποτήρι με το ρούμι. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Τώρα μπορείτε να το πιείτε. Έχουν μείνει και οι δύο να κοιτάζουν μια το ποτήρι και μια τον ΣΥΝΤΑΚΤΗ. Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, πλησιάζει το καλαμάκι και αρχίζει να ρουφάει το ρούμι με ευχαρίστηση. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Αγαπητέ μου νέε, μου έλυσες το πρόβλημα που είχα χρόνια τώρα με αυτά τα κωλόχερα. Επίτρεψέ μου να σε καλέσω στο σκάφος μου και να σου χαρίσω και τον αγαπημένο μου παπαγάλο.


37 / ΚΟΛΑΖ

/ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Ω, μα αυτό είναι πολύ. Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο για να δεχτώ τέτοιο δώρο.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ με τον ΣΥΝΤΑΚΤΗ κοιτάζονται με απορία. Παρόλα αυτά, ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ δείχνει να πείθεται και δίνει εντολή στον τιμονιέρο, πρόσω ολοταχώς για το λιμάνι.

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Επιμένω. Θα έρθεις μαζί και θα πάρεις και το πουλί. Με μια κίνηση, ο παπαγάλος κάθεται στον ώμο του ΣΥΝΤΑΚΤΗ.

ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ Κρα- κρα. Άντε πάμε να τους μεθύσουμε, να πάρουμε την γκομενίτσα και να βγάλουμε και παραδάκι. Κρα, κρα.

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Είδες. Σε θέλει. Πάμε. Μπάρμαν κλείσε το μαγαζί, πάρε όλο το ρούμι και έλα και εσύ μαζί. Έτσι μέσα σε δυο λεπτά, το μαγαζί κλείνει και βγαίνουν και οι τρεις, μαζί με το πουλί στον δρόμο. Φτάνουν στο πλοίο και ανεβαίνουν στο καράβι.

Ήταν η πρώτη φορά που το πουλί μίλησε.

ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ – ΜΕΡΑ (συνέχεια) Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, πλησιάζει το ΣΥΝΤΑΚΤΗ, κρατώντας ένα Ρούμι με καλαμάκι. Τον χτυπάει στον ώμο. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Συντάκτη μου, μιας που είσαι ο πιο έξυπνος της παρέας, θα ήθελα την βοήθειά σου. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Ότι θες κάπταιν. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Λοιπόν, πρέπει να κατέβουμε στο λιμάνι της Σκύλας των Σκυλιών και να ανέβουμε στο κάστρο της Ματέλ. Εκεί είναι μια πριγκίπισσα που πρέπει να την πάρουμε στο πλοίο, για να ζητήσουμε λύτρα από τον γκομενάκο της. Το κακό είναι όμως πως τη φυλούν κάποιοι άριστα εκπαιδευμένοι στρατιώτες. Τους λένε Τζι Άι Τζο. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Αμάν. Τους ξέρω. Είναι πολύ ισχυροί. Και δεν μου λες κάπταιν, η πριγκίπισσα ποια είναι; ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (ερωτευμένος) Είναι ξανθιά και πανέμορφη. Τη λένε Μπάρμπι. Εκείνη την ώρα έρχεται φουριόζος ο ΜΠΑΡΜΑΝ και μπαίνει στην κουβέντα. ΜΠΑΡΜΑΝ Ποια αυτή που τα έχει με αυτόν τον ηλίθιο τον Κεν? Είμαι μέσα, πάμε να του την πάρουμε. Μην φοβάσαι για τους Τζι Άι Τζο. Ξέρω τον Τζο. Θα του δώσουμε μια μπουκάλα Ρούμι και θα μας αφήσει να περάσουμε. Είναι δυνατός αλλά λίγο μ@$#ας.

ΤΕΛΟΣ.


38 / ΚΟΛΑΖ

/ ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ

Καρέ (τυχαία συλληφθέντα), Νίκη Μάρκου Λέξεις (ατάκτως ερριμένες), Βάσω Χατζηπέτρου

Χωρίς μαντήλι και σπαθί δε θα ‘χαμε θεό να μιμηθούμε. Ποια ιστορία; Ποια να παραβγεί μ’ ευχές χρυσό τις λάμπες σου τις φθοριούχες; Βασιλικός μυρίζει εδώ που το καραβάκι σου τσαλακώθηκε προσπαθώντας ν’ ανεβεί σ’ εκείνο το καρουζέλ. Αρλεκίνος να ντυθείς βαλσάκια να σερβίρεις απ’ το γινάτι σου για μια μάσκα βενετσιάνικη. Κι ιπποκόμος γυαλιστερός πένης να κουβαλάς όπλα με δόξα τιμημένα μα να μη τα ζώνεσαι. Και παραμάνα σοφή πλύστρα να υφαίνεις έρωτες με ραβασάκια στη ποδιά σου μα να ν’ η έννοια σου μοναχά τα νιάτα. Mια κεντήστρα. Κι ένας σιδεράς. Χωρίς μαντήλι και σπαθί δεν θα ‘χαμε θεό να μιμηθούμε. Φώτα.


39 / ΚΟΛΑΖ

XX


40 / ΚΟΛΑΖ

XX


41 / ΚΟΛΑΖ

XX


42 / ΚΟΛΑΖ

XX


43 / ΚΟΛΑΖ

XX


44 / ΚΟΛΑΖ

/ ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ

Άρθρο / V.


45 / ΚΟΛΑΖ

XX


46 / ΚΟΛΑΖ

ύπνησα απότομα. Η νύχτα ήταν ζεστή, η μπαλκονόπορτα κλειστή και το πάπλωμα, που είχε ξεχαστεί στο κρεβάτι από τον χειμώνα, ήταν τόσο μπερδεμένο με το σώμα μου, που καταντούσε ενοχλητικό. Ανακάθισα στο κρεβάτι, έδιωξα το πάπλωμα από πάνω μου κουνώντας τα πόδια μου στον αέρα, σαν να κλωτσούσα με μίσος τη νύχτα και τη ζέστη της. Έπιασα το μπουκάλι με το νερό από το πάτωμα δίπλα μου. Ήπια αργά δυοτρεις γουλιές και το έβαλα πίσω στην θέση του. Έτριψα τα μάτια μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο φως που ερχόταν από το διάδρομο. Το φως μού ήταν οικείο. Ήταν το φως του μπάνιου, που έμενε ανοιχτό μέρανύχτα. Η τουαλέτα του σπιτιού μου δεν είχε παράθυρο και έτσι το φως έμενε αναμμένο για λόγους βαρεμάρας, για να μη χρειάζεται να το αναβοσβήνω συνέχεια. Είχα πρόσφατα καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Σηκώθηκα, προχώρησα προς την πόρτα και την έκλεισα. Το βαρέθηκα αυτό το φως, σκέφτηκα. Πρέπει να μετακομίσω, να βρω μια τουαλέτα με παράθυρο. Γυρνώντας πίσω στο κρεβάτι μου μέσα στα σκοτάδια, έπεσα πάνω στο μπουκάλι με το νερό, το οποίο δεν είχα κουμπώσει σωστά. Το νερό χύθηκε πάνω στο κόκκινο χαλάκι, δίπλα απ’ το κρεβάτι μου. Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη η ζημιά, σκέφτηκα. Αν το χαλάκι δεν ήταν εκεί το νερό θα είχε απλωθεί σε μεγαλύτερη επιφάνεια στο ξύλινο πάτωμα. Έσκυψα κούμπωσα το μπουκάλι στα τυφλά και δίπλωσα το βρεγμένο χαλάκι προσεκτικά. Μην ξυπνήσω και πατήσω τα νερά, θα μου χαλούσε σίγουρα την μέρα. Σε ένα βήμα θα ήμουν ξανά στο κρεβάτι μου, αλλά το χαλάκι από κάτω δεν είχε πάτωμα. Έπεσα. Δεν θέλω να πέσω κάπου χωρίς φωτάκι τουαλέτας στο διάδρομο, σκέφτηκα. Η Αντέλ ξυπνούσε πάντα μετά από αυτό το όνειρο. Δεν ήταν από αυτά τα όνειρα που την επόμενη μέρα θυμάσαι κάποια θραύσματα τους, ούτε από αυτά

/ ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ

που ξεχνάς μόλις περάσεις το κατώφλι της κρεβατοκάμαρας. Ήταν από αυτά τα όνειρα που επιμένουν για μήνες, ίσως και για χρόνια, αν δεν προσπαθήσεις να τα καταλάβεις και απλά θολώνεις την εικόνα τους με το νερό που πλένεις το πρόσωπο σου το πρωί. Για την Αντέλ, η ελεύθερη πτώση κάτω από το χαλάκι ξεκίνησε τους τελευταίους δύο μήνες που έψαχνε σπίτι και συνεχιζόταν μέχρι σήμερα. Σηκώθηκε αργά από το king size κρεβάτι που κοιμήθηκε εχτές το βράδυ. Δεν ήταν το δικό της αλλά το είχε βολευτεί. Πάτησε το λεπτοκαμωμένο πόδι της στην μοκέτα και για μια στιγμή θαύμασε τα κόκκινα νύχια της. Μετά από αυτή την ασυνήθιστη στιγμή ναρκισσισμού, η Αντέλ κατευθύνθηκε προς την τζαμαρία που καταλάμβανε ολόκληρη την αριστερή μεριά του δωματίου. Παρόλο που οι κουρτίνες ήταν κλειστές, αυτό το πρωινό ήταν πολύ φωτεινό και πολυτελές σε σχέση με την καθημερινότητα της. Μπορούσε να φανταστεί πανομοιότυπα δωμάτια να απλώνονται πάνω από το κεφάλι της και κάτω από τα πέλματά της σε αυτό το ξενοδοχείο. Φορούσε μονάχα τα εσώρουχά της, ένα πολύχρωμο κιλοτάκι και ένα άσπρο δαντελένιο σουτιέν, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν μεταξύ τους, εκτός από το ότι κάλυπταν μέρη του ίδιου σώματος. Αν κοιτούσες καλύτερα, θα έβλεπες ξεκάθαρα τις δύο μεγάλες τρύπες στο πλαϊνό μέρος του εσωρούχου της ενώ αντίθετα το σουτιέν της είχε αυτήν την λευκότητα του καινούριου και αχρησιμοποίητου. Δεν θυμόταν πολλά από εχτές. Έκτος από το ότι ξεκίνησε την μέρα της όπως τους τελευταίους δύο μήνες, ξυπνώντας μόνη της και παίρνοντας πρωινό στο σαλόνι, ακούγοντας ραδιόφωνο. Δεν ασχολιόταν ποτέ με τον σταθμό, αφού η ροδέλα που έψαχνε στα fm είχε χαλάσει. Της το είχε χαρίσει η μαμά της, πριν το φευγιό της στην Γαλλία. Η Αντέλ πίστευε ότι το κανόνιζε χρόνια να τους αφήσει με αυτό το τρόπο. Όλοι οι γύρω τους, φίλοι και γνωστοί, πίστεψαν στους ξαφνικούς λόγους της επείγουσας αναχώρησής της αλλά εκείνη ήξερε από την αρχή ότι δεν θα ξαναγυρίσει.


47 / ΚΟΛΑΖ

Ευτυχώς, η μαμά της άκουγε μόνο κλασσική μουσική. Τρώγοντας μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα φράουλα και φυστικοβούτυρο, ένα μήλο και πίνοντας τον καφέ της, κύκλωνε υποψήφια σπίτια στην εφημερίδα με ένα πράσινο μαρκαδόρο. Έπειτα έκλεινε ραντεβού με τους μεσίτες και έπαιρνε τους δρόμους να τα δει. Έψαχνε σπίτι κατάλληλο και για τους δυο τους, με σαλόνι, κουζίνα και δύο υπνοδωμάτια, ώστε το ένα να το χρησιμοποιούν σαν γραφείο. Αν και η Αντέλ ήταν άνεργη εδώ και λίγο καιρό, δεν είχε χρόνο να ψάχνει και σπίτι και δουλειά. Το σπίτι εκ το πραγμάτων ήταν η προτεραιότητά της, γιατί η σχέση της ήταν η προτεραιότητα της. Η Αντέλ τράβηξε την κουρτίνα. Στάθηκε σχεδόν γυμνή απέναντι από το κέντρο της πόλης που απλωνόταν μπροστά της. Ένιωσε καλύτερα που την χώριζε μόνο μια τζαμαρία από την οικεία ζέστη του καυσαερίου στα ρουθούνια της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, στερεώνοντας τα χέρια της στην μέση της. Έψαξε με το βλέμμα της, τα κουμπιά του ραδιοφώνου που βρίσκονταν συνήθως ριζωμένα στον τοίχο δίπλα από το κρεβάτι, σα μικροσκοπικά μανιτάρια που φύτρωναν μόνο σε ξενοδοχεία. Καμία πρωτοτυπία. Και εδώ βρισκόντουσαν ακριβώς εκεί, με ένα μεταλλικό πλαίσιο τριγύρω τους. Πλησίασε και γύρισε το κουμπί ON-OFF. «Δεν υπάρχει κανένα νεότερο για το ναυάγιο στη Λέσβο. Οι έρευνες έχουν σταματήσει μας λένε οι ντόπιοι, παρόλο που οι αρχές το αρνούνται». Η Αντέλ άκουγε αφηρημένη, το κούτελό της ακουμπούσε τώρα το τζάμι. «Περιμένουμε από ώρα σε ώρα τις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου και του Αρχηγού του λιμενικού σώματος καθώς η κοινή γνώμη και η Ευρωπαϊκή ένωση...» Έφτιαχνε με την ανάσα της σύννεφα θολά στο τζάμι. Εισέπνεε από τη μύτη και εξέπνεε από το στόμα. «Πιέζουν όλο και περισσότερο για την επίσημη ανακοίνωση του αριθμού των νεκρών και των καταμερισμό των ευθυνών. Αλλάζουμε θέμα..»

/ ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ

Με το δεξί της δείκτη έδιωχνε τα σύννεφα που σχημάτιζε με την ανάσα της, κοιτούσε για μια στιγμή από τον τρίτο όροφο την διάβαση της κεντρικής λεωφόρου και συνέχιζε ξανά. Είδε τον εαυτό της να διασχίζει την λεωφόρο με μια εφημερίδα παραμάσχαλα. Η Αντέλ έκανε ένα βήμα μακριά από την τζαμαρία, έβγαλε μια κραυγή και γύρεψε την άκρη του κρεβατιού για να κάτσει. Το απογευματινό αεράκι σήκωνε την φλοράλ φούστα της αλλά η Αντέλ δεν φαινόταν να νοιάζεται. Κοιτούσε κάτω της φαρδιές γραμμές της διάβασης. Ένας ομορφούλης νεαρός σταμάτησε με ένα κίτρινο Punto στο φανάρι, κοιτάζοντάς την, από πάνω έως κάτω. Ήθελε να της μιλήσει αλλά την είδε έτσι σκεφτική και κουρασμένη και δεν είπε τίποτα. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα τον άκουγε καν. Η Μαρία της το είχε ξεκαθαρίσει δεν μπορεί να μένουν άλλο σε αυτή την γκαρσονιέρα χωρίς παράθυρα, σε αυτήν την σκατοπεριοχή. Μα την ένοιαζε η γειτονιά; Αφού έφευγε τα ξημερώματα και γυρνούσε το βράδυ, αναρωτιόταν η Αντέλ. Από την άλλη μεριά, παραδεχόταν ότι το σπίτι χωρίς παράθυρα ήταν πρόβλημα. Όπως και να έχει δεν είπε κουβέντα και όταν έκλεισε το αρχιτεκτονικό γραφείο που δούλευε και έμεινε άνεργη άρχισε να ψάχνει σπίτι. Η Μαρία, αρχιτεκτόνισσα και εκείνη, ήταν ασυμβίβαστη. Τους άξιζε το καλύτερο έλεγε, μετά από τόσα χρόνια στην γκαρσονιέρα. Η Αντέλ σήμερα είχε ραντεβού για ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, μόλις πέντε λεπτά μακριά από το γραφείο της Μαρίας. Έριξε μια ματιά στο χάρτη του κινητού της και έστριψε στο στενάκι. Ξαφνικά όλος ο θόρυβος της κεντρικής λεωφόρου εξαφανίστηκε. Σήκωσε τα μάτια της. βρισκόταν στην πίσω μεριά του Εθνικού Κήπου. Δεν είχε ιδέα ότι έφτανε μέχρι εδώ, αν και μεγάλωσε στο κέντρο της Αθήνας.

H Αντέλ θα συναντήσει στο διαμέρισμα: α. τον μεσίτη β. τον προηγούμενο ενοικιαστή

Θα το νοικιάσει το σπίτι τελικά η Αντέλ; α. ναι β. όχι

Δώστε την απάντησή σας στο | www.kolaz.net


48 / ΚΟΛΑΖ

/ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ

Άρθρο / Στέλλα Σαμιώτη


49 / ΚΟΛΑΖ

/ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ

ταν το πρώτο διάλειμμα της ημέρας μετά το κουραστικό δίωρο. Όλα τα παιδιά του γυμνασίου, στριμώχτηκαν στο κυλικείο για ένα «κουρασάν». Οι μαθητές του λυκείου από το διπλανό κτίριο, έριχναν αδιάφορες ματιές καπνίζοντας με μανία από δανεικά πακέτα. Η παρέα των δημοφιλών παιδιών είχε ξεκινήσει ήδη το δικό της παιχνίδι. Είχαν όλοι, αγόρια-κορίτσια, προμηθευτεί εκείνα τα παντελόνια φόρμες που ανοίγουν με κουμπιά στο πλάι. Το κυνήγι έδινε και έπαιρνε μεταξύ τους. Τα «υπόλοιπα παιδιά» έτρωγαν και τους παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον. Ο κανόνας ένας: να ξεκουμπώσουν όσες περισσότερες φόρμες μπορούσαν. Αν μπορούσαν μάλιστα να γλιτώσουν το ξεκούμπωμα της δικής τους, ακόμη καλύτερα. Η «πεταχτούλα» της παρέας, φορούσε καυτό σορτσάκι μέσα από το παντελόνι και κάθε φορά που κάποιος άνοιγε τα κουμπιά της, ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήθελε να τα κλείσει. Φήμες ήθελαν το στήθος της να ενισχύεται από δύο στηθόδεσμους, για να δείχνει το πιο μεγάλο σε όλη την περιφέρεια. Ο «γόης» έτρεχε και πηδούσε θεαματικά χωρίς να ρίχνει ούτε μια στάλα ιδρώτα. Ο «καλλιτέχνης» στεκόταν ανέμελος, ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο. Με την πρώτη ματιά, φαινόταν σα να μην ήθελε να πάρει μέρος, αλλά στην πραγματικότητα παραμόνευε και υπολόγιζε την επόμενη κίνησή του. Ο καθένας είχε το ρόλο του σε αυτή την καλοκουρδισμένη παράσταση.

Πήγε με τις φίλες της στην τουαλέτα. Ευχόταν μέσα της να ήταν ένα όνειρο, να μην είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωινό, να υπήρχε μια έξοδος διαφυγής μέσα από την τουαλέτα, που θα την έβγαζε σε έναν άλλο κόσμο. Η όψη της έμοιαζε ήρεμη, με εξαίρεση την παλάμη που είχε αποτυπωθεί στο μάγουλό της. Τα λόγια που περνούσαν από δίπλα της δεν είχαν κανένα νόημα. «...θα το πούμε στο διευθυντή. Το μαλάκα! Ποιος νομίζει ότι είναι;»

Το «κακό παιδί» με τα κόκκινα σακουλιασμένα μάτια, έτρεχε λαχανιασμένος να προλάβει. Γελούσε επιδεικτικά όταν τα κατάφερνε κι έδειχνε τη γλώσσα του περιπαικτικά στα «υπόλοιπα παιδιά», που απλώς παρακολουθούσαν. Μια κοπέλα που μόλις είχε τελειώσει το φαγητό της, άπλωσε το χέρι της και του ξεκούμπωσε το ένα μπατζάκι. Αυτός, γύρισε, την είδε, σήκωσε το χέρι του και τη χαστούκισε με όλη του τη δύναμη. «ΓΝΩΡΙΖΟΜΑΣΤΕ;;;» ούρλιαξε μέσα από τα σωθικά του, σαν το θύμα που καταφέρνει να ξεμπροστιάσει το θύτη κι εκείνη ένιωσε την τσιγαρίλα στην ανάσα του.

Ένα πράγμα γυρόφερνε στο μυαλό της. Το χορό. Το ίδιο βράδυ ήταν ο πρώτος χορός της χρονιάς. Πως θα εμφανιζόταν; Με τι σθένος; Γύρισε στο σπίτι το μεσημέρι με καταβασμένο πρόσωπο. Η κολλητή της, την είχε ακολουθήσει για να σιγουρευτεί ότι θα ήταν εντάξει. Είχαν δώσει όλες μαζί ραντεβού το απόγευμα για να ετοιμαστούν παρέα. Όταν έφτασαν οι υπόλοιπες, εκείνη ήταν ήδη έτοιμη. Δεν ήθελε να πάει, αλλά θα έβαζε τα δυνατά της να μην καταλάβει κανείς τίποτα.

Τα πάντα σταμάτησαν να κινούνται για μερικά δευτερόλεπτα και αυτοί οι δύο είχαν γίνει το επίκεντρο της προσοχής όλων. Οι φίλες της έμειναν σαστισμένες σα να είχαν φάει εκείνες το χαστούκι. Αυτή έγινε κατακόκκινη, έτοιμη να κλάψει, αλλά δεν το έκανε. Είχε πονέσει πάρα πολύ, αλλά περισσότερο είχε ντροπιαστεί. Ανεπανόρθωτα, νόμιζε για μερικά λεπτά. Το παιχνίδι συνέχισε μετά από λίγο, κάπως αμήχανο. Τώρα όλοι κοιτούσαν εκείνη, σχολιάζοντας χαμηλόφωνα.

Όταν έφτασαν έξω από το μαγαζί, πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα. Το πρώτο άτομο που συνάντησαν ήταν αυτός. Βρομούσε αλκοόλ και παραπατούσε. Δεν την αναγνώρισε. Την κοίταξε σαν να την κοιτούσε πρώτη φορά και συνέχισε. Κι όμως γνωριζόμαστε, του ψιθύρισε καθώς έφευγε. Εκείνο το βράδυ δεν σταμάτησε να χαμογελάει, από αμηχανία στην αρχή, και να χορεύει. Καθώς προχωρούσε η βραδιά όλο το σχολείο της έδωσε να καταλάβει ότι ήταν με το μέρος της.


50 / ΚΟΛΑΖ

/ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ - ΑΜΗΧΑΝΙΑ

Άρθρο / Αριστομένης Γεωργιόπουλος


51 / ΚΟΛΑΖ

/ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ - ΑΜΗΧΑΝΙΑ

Χ

ρώματα, πλαστελίνες, φόβος, μαρκαδόροι, γέλιο, μικρές καρέκλες, τραπεζάκια, ελευθερία, χούλα χουπ, κλάμα, παραμύθια, περιέργεια, παιχνίδια και...μουσική. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν λίγο πολύ ένα νηπιαγωγείο. Στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων με πέντε περίπου ετών, η φαντασία των παιδιών οργιάζει. Όταν η δημιουργική τους ικανότητα αφεθεί ελεύθερη τότε τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την έμπνευση τους. Δημιουργικότητα και φαντασία πάνε μαζί, χεράκι- χεράκι η μία βοηθά στην ανάπτυξη της άλλης. Σαν τη πλαστελίνη που τα παιδιά πιάνουν στα χέρια τους και της δίνουν ότι σχήμα και μορφή θέλουν, έτσι και αυτά τα ίδια, είναι εύπλαστα και ανοιχτά σε όλα τα ερεθίσματα που θα βρεθούν μπροστά τους. Ένα ερέθισμα -και μάλιστα ισχυρό- για την δόμηση της προσωπικότητας των παιδιών αποτελεί και η μουσική. Μέσα από τη μουσική τα παιδιά,, μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα χαράς, λύπης, πόνου, ευχαρίστησης και να διαμορφώσουν την αισθητική τους. Σημαντικό όπλο στη φαρέτρα κάθε νηπιαγωγού είναι τα παιχνίδια. Είτε αυτά είναι υλικά, είτε -ακόμα καλύτεραάυλα.

Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθώ με τα μουσικοκινητικά παιχνίδια, μέσω των οποίων δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να χαλαρώσει, να εκτονωθεί, να κοινωνικοποιηθεί και να αναπτύξει αυτοπειθαρχία. Ας μην υπάρξει συσχετισμός με την πειθαρχία, την οποία και θεωρώ ύπουλη και αρκετές φορές αχρείαστη. Οι γονείς που τυχόν μας διαβάζουνε παρακαλώ να μην τραβάνε τα μαλλιά τους (ή ότι άλλο έχουν εύκαιρο) μιας και η πειθαρχία από μόνη της χωρίς την κατάλληλη ανάπτυξη προσωπικότητας αποτελεί αναπόφευκτη αιτία δημιουργίας πανομοιότυπων ανδρείκελων (ρομπότ τελοσπάντων). Η ύπαρξη της αυτοπειθαρχίας από την άλλη, οδηγεί σε ισορροπία και ηρεμία. Δύο επιθυμητά και αναγκαία, για ήρεμο βίο, χαρακτηριστικά. Ας επιστρέψω όμως στα μουσικοκινητικά παιχνίδια. Όπως φανερώνει και το όνομα τους πρόκειται για δραστηριότητες (άυλα παιχνίδια) που συνδυάζουν κίνηση και μουσική.

Ποιος δεν θυμάται τις “μουσικές καρέκλες”; Αυτό το παιχνίδι πρέπει να ομολογήσω πως με έχει στιγματίσει και είμαι σίγουρος πως δεν έχει αφήσει τα βίαια σημάδια του μόνο σε εμένα. Σε αυτή την αθώα ηλικία των τεσσάρων άντε πέντε ετών (θες έξι; Έξι. Εκεί θα τα χαλάσουμε;) που δεν έχεις νιώσει ακόμα την απόρριψη, τον αποκλεισμό, την αποτυχία, έρχεται με τον πιο αποτρόπαιο και αναπάντεχο τρόπο να στα διδάξει, όλα μαζί, αυτό το παιχνίδι. Κάποιος (λες να είναι ο Θεός;) πατάει το play και ξαφνικά όλα τα πιονάκια, συγγνώμη παιδάκια, αρχίζουν και χορεύουν γύρω- γύρω από κάποιες καρέκλες. Ο αριθμός των καρεκλών όμως είναι κατά μία μονάδα μικρότερος από των αριθμό των παιδιών, οπότε όταν ο καλός θεούλης πατήσει το stop και πάνε να κάτσουν τα παιδάκια στις καρέκλες, ένα καημένο, άθλιο, μίζερο παιδάκι θα μείνει όρθιο, τιμωρία να κοιτάει τα άλλα τυχερά παιδάκια που κάθονται. Είναι ολοφάνερο, πως αυτό το παιχνίδι σε βάζει απότομα στα βαθιά. Σου δίνει μαθήματα για μια ζωή. Όλοι μαζί και ο ψωριάρης χώρια και άλλα τέτοια πολύ ωραία και χρήσιμα για τον μετέπειτα βίο σου. Φυσικά, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, όλα τα παιδάκια τα ρίχνουν στον Καιάδα και μένουν μόνο δύο στο τέλος, με μία καρέκλα. Περιττό να πω, ότι μόνο ένας κερδίζει και ανακηρύσσεται αρχηγός της φυλής (νικητής). Όλα καλά μέχρι εδώ, αλλά η μαγεία του παιχνιδιού είναι αλλού. Το παίζεις μία, δύο...πέντε...δεκαπέντε φορές από ένα σημείο και μετά (το σημείο αυτό διαφέρει στο κάθε παιδί), όταν βγαίνεις από το παιχνίδι απλά δεν σε νοιάζει, δεν σου καίγεται καρφάκι, προτιμάς να αράξεις στο σκαμπό παρά να κάτσεις στη διαολεμένη καρέκλα για να νικήσεις. Τότε είναι που έρχεται το μεγαλύτερο μάθημα, η αδιαφορία. Δεν πάει να σκοτώνονται; Απέχω. Σοφά μαθήματα ελευθερίας και επ’ ουδενί χειραγώγησης, μέσα από απλές δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών.

“Περνά, περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα, παιδόπουλα!”. Από μία μεγάλη παρέα παιδιών, επιλέγονται δύο αρχηγοί, ο κάθε αρχηγός διαλέγει κάτι π.χ. “μέρα – νύχτα” ή “κόλαση - παράδεισος” ή “στρατός – ελευθερία” τέλοσπαντων το πιάσατε το νόημα. Για τον τρόπο επιλογής, μη με ρωτάτε. Το κλασικό και πάντα δίκαιο “πρόλαβα” (που ήταν το αγαπημένο μου), τα “αριθμάκια” και το ξύλο ήταν οι επικρατέστεροι. Φυσικά ποτέ δεν αποκλειόταν ένας συνδυασμός των παραπάνω (με το ξύλο να δηλώνει παρόν σε όλους τους συνδυασμούς). Οι δύο αρχηγοί λοιπόν, ενώνουν τα χέρια τους ψηλά ώστε να κάνουν κάτι σαν καμάρα. Τα χτυπάνε (τα χέρια τους, όχι τα άλλα παιδάκια) και τραγουδούν το γνωστό και πολυαγαπημένο “Περνά- περνά η μέλισσα”. Τα υπόλοιπα παιδιά, περνάνε ένα- ένα κάτω από την καμάρα. Όταν με το καλό τελειώσει το τραγουδάκι, το παιδάκι που βρίσκεται κάτω από την καμάρα αιχμαλωτίζεται από τους δύο αρχηγούς. Το ηθικό δίδαγμα πασιφανές και σε αυτή τη περίπτωση. Τρέχα όσο παίζει το τραγουδάκι αλλιώς τη γάμησες. Τώρα όμως, σε αντίθεση με τις “μουσικές ταξιαρχίες”, μα τι έχω πάθει σήμερα, “μουσικές καρέκλες” ήθελα να πω. Το παιδί που αιχμαλωτίζεται δεν χάνει αλλά πάει με μία από τις δύο ομάδες με τυχαίο τρόπο, δηλώνοντας π.χ. “μέρα” ή “νύχτα”, αφού του ψιθυρίσουν οι αρχηγοί στο αυτί τις επιλογές. Τα παραπάνω συνεχίζονται ν-3 φορές (όπου ν ο συνολικός αριθμός των παιδιών). Επομένως όταν μείνει ένα μόνο παιδί, τότε τραγουδάνε όλοι μαζί “Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη τρεις και τον τσακώσαμε”, περνάει από κάτω το γλυκούλι, τον πιάνουνε και αυτόν. Φωναχτά πλέον τον ρωτάνε “μέρα” ή “νύχτα” πάει κι αυτός εκεί που διάλεξε μη ξέροντας αν είναι με τους πολλούς ή τους λίγους και το παιχνίδι τελειώνει με μια φοβερή, αιματηρή διελκυστίνδα. Ότι και να πω γι’ αυτό το παιχνίδι είναι λίγο. Έχει σασπένς, δολοπλοκίες, μάχες είναι πραγματικά ότι πρέπει για ένα παιδί. Πρώτα πιάνουμε τον κλέφτη και μετά τον παίρνουμε με το μέρος μας. Τον οικειοποιούμαστε και τον εκμεταλλευόμαστε για να κερδίσουμε τη μάχη και κατ’ επέκταση τον πόλεμο. Παιχνίδι με ηθικές αρχές που μαθαίνει στα παιδιά τα βασικά και τα εφοδιάζει με αξίες μιας ζωής.

Θα μπορούσα να συνεχίσω με αρκετά ακόμα “παιδικά” μουσικοκινητικά παιχνίδια “βάρκα βαρκούλα”, “ένα φράγκο η βιολέτα” και τα λοιπά, αλλά πιστεύω το πιάσατε το νόημα. Δεν θέλω να καταδικάσω κ��νένα από αυτά τα παιχνίδια και φυσικά ούτε τις σύγχρονες μεθόδους, με τις οποίες γίνεται το μάθημα της μουσικής αγωγής στα νηπιαγωγεία και τους παιδικούς σταθμούς. Απλά με χιουμοριστική και πάνω από όλα καλή διάθεση, ήθελα να προβληματιστούμε παρέα για το πως ένα παιδί μπορεί να επηρεαστεί από κάτι τόσο απλό όσο ένα παιχνίδι. Προφανώς υπάρχουν και αμέτρητες θετικές απολαβές αλλά δεν είχαν τόση πλάκα ώστε να τις αναλύσω. Επιπλέον ήθελα να βρω μερικές ακόμα δικαιολογίες για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. “ Πως έγινες έτσι;” “Δεν φταίω εγώ. Κοίτα τι παιχνίδια έπαιζα μικρός...”.


52 / ΚΟΛΑΖ

/ ΑΡΘΡΟ “ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ”

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


53 / ΚΟΛΑΖ

/ ΑΡΘΡΟ “ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ”

Δ

ε διάβαζα κόμικς, ούτε Σούπερ Κατερίνα. Συμπλήρωνα όμως το άλμπουμ του Beverly Hills, που έδινε δώρο και κάτι αφίσες με την Κέλυ, τον Μπράντον Γουόλς και τη λοιπή παρέα. Δεν έβλεπα παιδικά, παρά μόνο εκείνο το ωραίο με τα ρακούνς στην ΕΡΤ1. Τότε, έτσι ήταν ακόμα. ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2. Όχι ότι θυμάμαι κάτι από το παιδικό. Μόνο ότι το παρακολουθούσα με κάποιο ενδιαφέρον. Α, και λίγο Πάουερ Ρέιντζερς. Ήθελα να’ μαι η Κίτρινη, μάλλον όχι γιατί μου άρεσε περισσότερο αλλά γιατί η Ροζ ήταν πάντα ρεζερβέ. Με θυμάμαι να λέω και «Κο– Κο Πάουερ Ρέιντζερς!». Ίσως εννοούσα “go - go”; Δυσεπίλυτο το μυστήριο. Σε ξέρω τι είσαι. Ετοιμάζεσαι να πεις πόσο ξενέρωτο παιδάκι ήμουνα. Ε λοιπόν, μπορώ να υπογράψω με την πιο επίσημη τζίφρα μου, ότι η ψυχούλα μου, παρότι γύρισα την πλάτη στις περισσότερες παιδικές ασχολίες, φχαριστήθηκε τη σπουδαιότερη. Το παιχνίδι. Ρόλοι. Μοναχοκόρη και μεγαλωμένη μόνο από τη δύσμοιρη μανούλα μου, έπαιξα μόνη μου με το τσουβάλι. Έπαιξα τη μαμά μωρών που κλαίγανε με μηχανισμό, αρκούδων κι ενός ελέφαντα. Μετά αναβαθμίστηκα. Έγινα εργαζόμενη μητέρα. Ήμουν η δασκάλα με τις κλεμμένες κιμωλίες. «Έπαιζα» με μεγάλη επιτυχία, την κυρία Ευγενία. Κράταγα με τον ίδιο τρόπο που κράταγε κι εκείνη την κιμωλία της κι έγραφα πάνω στο σουηδικό ξύλο της δίφυλλης ντουλάπας μου. Ο σπόγγος δεν ανήκε στα κλοπιμαία. Ήταν αγορασμένος από τον Ξυνό της γειτονιάς (σούπερ μάρκετ που αργότερα κι αυτό , όπως και πολλά άλλα, εξαγοράστηκε από μεγάλο όμιλο). Και στα διαλείμματα, το μαύρο, καλοξυσμένο μου μολύβι, γινόταν το τσιγάρο μου, στο γραφείο των δασκάλων. Αχ καημένη μάνα. Από τότε εξέπεμπα μηνύματα μελλοντικής καπνίστριας. Π’ ανάθεμά με! Στο σχολείο. Κουτσό. Πάλι πρωταγωνίστριες οι κιμωλίες. Και το Μητσάκι. Από το προνήπιο μαζί. Σε φωτογραφίες, να τραγουδάμε καθιστές στον πάγκο, με δόντια να λείπουν και χρωματιστά βρακάκια να φαίνονται. Τα χρόνια της αθωότητας. Κουτσό στα διαλείμματα. Σε εκείνα τα διαλείμματα που η κυρία Ευγενία, κάπνιζε στο γραφείο. Από το ένα ως το δέκα. Και δώσ’ του πάλι από την αρχή. Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό με τους υπόλοιπους, την ώρα της γυμναστικής. Ως παιδί μονογονεϊκής οικογένειας, αγχωνόμουν λίγο με αυτό το «κομμάτι». Έχασα τη μάνα μου και ψάχνω να τη βρώ; Παναγία βόηθα! Τέλος σχολικής χρονιάς, με μεγάλο event. Μπου - γέ - λο. Και τα μυαλά στα κάγκελα. Το παιχνίδι ξεκινούσε από το σχολείο κι έφτανε μέχρι την πλατεία του Γκίκα. Οι νερόμπομπες πέφτανε βροχή, τα γέλια και τα ουρλιαχτά ακούγονταν στα γύρω τετράγωνα. Κι η ζωή ήταν τόσο ανέμελη και τόσο… βρεγμένη. Στο δωμάτιο. Ε, καθότι καλά μαθητούδια και καλά- σε γενικές γραμμέςπαιδάκια, είχαμε τα τυχερά μας από τον Άη -Βασίλη. Όχι ότι πίστεψα ποτέ και σ αυτόν. Η ξαδερφούλα μου ακόμα θυμάται πώς της χάλασα το «όνειρο». Μαρία, τι ζήτησες από τον Άη- Βασίλη; Τον «Τροχό της Τύχης». Έλα εδώ να δεις κάτι. Και τότε ανοίγει η ντουλάπα και αποκαλύπτεται ο «Τροχός». Κι όλα θα ‘ταν καλά, αν ο μήνας δεν είχε ακόμα… 23. Κρίμα. Ωστόσο, το παιχνίδι το χιλιοπαίξαμε. Κι αυτό μαζί με τις Mπάρμπι και τις Σίντι. Ε, ρε ντροπές και γέλια, άμα μας πετύχαινε καμιά φορά η θεία Κατερίνα, να παίζουμε την Μπάρμπι, που κάνει το «ξέρεις» με τον Κεν. Και κάπου εκεί γύρω που ανακαλύπτεις τη σεξουαλική σου φύση αλλά και τον έρωτα, σκάει το απόλυτο. Το ανυπέρβλητο. Το παιχνίδι που θα μπορούσε να με κάνει να πιστέψω στον Αη –Βασίλη, φτου κι απ’ την αρχή. Χτυποκάρδια Στο Τηλέφωνο. Ροζ ασύρματος, ταμπλό με καμιά εικοσαριά εφηβικά αγορίστικα φατσάκια με τα τηλέφωνα τους από κάτω. Ο σκοπός του παιχνιδιού απλός: να βρεις τον κρυφό σου θαυμαστή. Γιατί η παραμύθα ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια. Μην τα πολυλογούμε. Το απόλυτο επιτραπέζιο, γένους θηλυκού. Με τον Τέντυ να ρίχνει τις χυλόπιτες, τη μία πίσω από την άλλη. Ρε πόσα τηλέφωνα, στο 555-3030, να ‘ταν το νούμερό του; Μια φορά νομίζω μάλιστα ότι φαντάστηκα να λέει το πολυπόθητο «Έχεις δίκιο, μου αρέσεις!». Αλλά που; Μόνο ο χαζο – Βάσος το ‘λεγε με τόση ευκολία και συχνότητα.


54 / ΚΟΛΑΖ

Πρώιμη εφηβεία και το παιχνίδι αλλάζει. Πάρτυ, με καλύτερα να θεωρούνται της Μέλπως. Ε ναι. Παρτάρες. Τα περιμέναμε στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Ακόμα θυμάμαι τη διεύθυνσή της. Πάντα έβγαινε κάποιος έρωτας από δαύτα. Λίγο οι «Πόρτες», λίγο η «Πυθεία», λίγο το “Total eclipse of the heart” στα ηχεία. Αθώα και ερωτικά. Σκαμπανεβάσματα από ασανσέρ και πεταλούδες στο στέρνο. Το παιχνίδι εν συνεχεία παραχωρεί τη θέση του στη μουσική, στις βόλτες στο Μακάο, στους δυνατούς εφηβικούς έρωτες, στις αδύναμες εφηβικές φιλίες, στο κουτσομπολιό, στο τσιγαράκι, στο παρκάκι. Και κάπου γύρω στα 20, ένα βράδυ που ήμαστε μια μεγάλη παρέα για ποτό, ξαναγίναμε παιδιά. Πιο αυθεντικά και πιο ανέμελα από ποτέ. Ξαναγυρίσαμε στην πλατεία, παίζοντας το πιο ωραίο κρυφτό της ζωής μας. Αυτό, που κρύβεσαι πίσω από το θάμνο στις 12 το βράδυ αλλά δε φοβάσαι. Γιατί είσαι πια μεγάλος. Αλλά το ευχαριστιέσαι σαν παιδί. Για τον ίδιο λόγο. Έκτοτε, ακολούθησαν μπόουλινγκ, μπιλιάρδο (φυσικά, εμείς τα κοριτσάκια δεν ξέρουμε να «σπάμε»), Ταμπού, Τρίβιαλ, Σκραμπλ και μπιρίμπες. Άπειρες παρτίδες. Χιλιάδες πόντοι. Δεκάδες συνδυασμοί. Μα ο πυρήνας κοινός. Μια παρέα, που πάντα αγαπιέται. Πσιτ. Καλή ζωή και καλά παιχνίδια._

/ ΑΡΘΡΟ “ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ”


55 / ΚΟΛΑΖ

/ ΑΡΘΡΟ “ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ”



Issue 4 single v2