Page 1


2 / ΚΟΛΑΖ

< ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ >

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ / ΠΕΤΑΛΙΝΓΚ THE ODD FELLAS / ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ / ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΟΡΘΟΠΕΤΑΛΙΕΣ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

TETRISM / ΡΟΔΑ, ΤΣΑΝΤΑ & ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / ΛΕ ΣΚΡΙΠΤ ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / ΡΟΔΑ ΤΣΑΝΤΑ & ΚΟΠΑΝΑ

RAM’S CAMEO / ΒACKPACKING

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ / GARETH Ο ΠΟΔΗΛΑΤΑΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΠΟΔΗΛΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ

Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ / ΜΟΔΑ, FANTA & ΖΑΡΓΑΝΑ

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ / Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ / ΖΩΗ

ΦΩΤΟ-ΓΡΑΦΕΙΝ / ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ


3 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΝΤΙΤΟΡΙΑΛ >

Τυχερέ μου αναγνώστη. Για σένα γίνονται όλα... Καλοκαίρι. Ξάπλα. Ήλιος. Κοκτέιλ. Θάλασσα. Θάλασσα, θάλασσα, τα ‘χα αλλά τα χάλασα. Έχω να παω από το Πάσχα. Μετά τίποτα. Όχι ότι δεν προλάβαινα, αλλά το μπάνιο στην Αθήνα πάντα μου την έδινε. Ιδρώνεις να πας. Ιδρώνεις να γυρίσεις. Ιδρώνεις να βρείς να κάτσεις. Βλαστημάς για την κυρία με τους κεφτέδες και το ευτραφές παιδάκι της, που μασουλώντας δυνατά, παράλληλα κατουράει δίπλα στο κεφάλι σου και η μαμά του, το επικροτεί. Έλεος. Μην γελάτε. Έχει συμβεί. Φτάνει με τις παραλίες. Πίσω στο ‘ΚΟΛΑΖ’.

Τευχάρα με τα όλα της. Βολτάδικη έκδοση. Για ρόδες, τσάντες και ποδήλατα. Κινδύνευσε να βγεί λειψό καθώς κάποια από τα μέλη μας υπηρετούν την πατρίδα και υπάρχει δυσκολία. Τα καταφέραμε παρόλα ταύτα και βγήκαμε ον τάιμ και πλήρεις. Αρπάχτε ένα mojito και ανοίχτε το πισί. Διαδοχικά πατήματα απο w, k, o, l, a , z και n, e , t και βάλτε και κανά δυό τελείες στο ενδιάμεσο. Είστε μέσα. Άρχισε τις προάλλες και ο ποδηλατικός γύρος της Γαλλίας και συμπέσαμε περίπου. Τυχαίο; Μάλλον ναι. Πολύ ζέστη για βόλτα, οπότε μέσα, αρκουδίσιο και διάβασμα. Αν βαρεθείτε βέβαια, πάντα υπάρχει η λύση. Ποδήλατο και βόλτα με τους “freeday” κάθε Παρασκευή από το Θησείο ή και με άλλες ομάδες και άλλες μέρες, σε όλη την Αθήνα. Ποτάκια, χαλάρωση και ξαπλαντάρωμα. Η δουλειά ούτως ή άλλως δεν είναι στο πρόγραμμα. Θέσεις εργασίας δεν υπάρχουν, λεφτά επίσης, οπότε χαλάρωστε και απολαύστε μια μπύρα «περιπτερίσια» με καλή παρέα, κέφι και μπρίο. Καλοκαίρι είναι θα περάσει.


4 / ΚΟΛΑΖ

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >

Άρθρο / Στέλλα Σαμιώτη


5 / ΚΟΛΑΖ

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >

Έ

νας οδηγός επιλογής ποδηλάτων και επιβίωσης μέσα στην πόλη, εμπνευσμένος εξ ολοκλήρου από προσωπική εμπειρία. Απευθύνεται στους ποδηλάτες που δεν έχουν ποδηλατοδρόμους στην πόλη τους, που φοβούνται να κυκλοφορήσουν στις μεγάλες λεωφόρους και προτιμάνε το πεζοδρόμιο, που όταν βλέπουν το σήμα της ίντσας σκέφτονται τηλεόραση και όχι ακτίνες ποδηλάτου. Απευθύνεται σε αυτούς, που κάθε φορά ψάχνουν από ποια μεριά του τιμονιού αλλάζει ο δίσκος και δεν θυμούνται σε ποιο χέρι βρίσκονται το μπροστινό και πισινό φρένο αντίστοιχα, που λαχανιάζουν στο πρώτα εκατό μέτρα, σε αυτούς που τους ενδιαφέρει πιο πολύ η εμφάνιση του ποδηλάτου παρά η πρακτικότητά του. Υπάρχουμε κι εμείς, που μας πιάνει κόμπλεξ όταν βλέπουμε υπερεξοπλισμένους ποδηλάτες, να προσπερνάνε ανέμελα τα λεωφορεία στη Μεσογείων.

Το ποδήλατο «του δημοτικού». Το κόκκινο bmx. Ήταν το πρώτο μου. Το έφερε ο πατέρας συνοδεία με το κλασικό ψέμα, ότι τα βοηθητικά ροδάκια θα αργούσαν λίγο. Δεν τα παρήγγειλε ποτέ και αναγκάστηκα να μάθω ισορροπία. Για να γίνει αυτό χρειάστηκε να θυσιαστούν όλοι οι πλαϊνοί καθρέφτες των αυτοκινήτων της γειτονιάς. Όταν απέκτησα αυτοπεποίθηση- δηλαδή έπεφτα μόλις πέντε φορές την ημέρα, αποφάσισα ότι μπορώ να γοητεύσω το παιδί που σύχναζε εκεί γύρω. Βγήκα σεργιάνι με την κούρσα μου κι αυτός «συμπτωματικά» με προκάλεσε να παραβγούμε μέχρι το τέλος του δρόμου. Εγώ με το ποδήλατο κι αυτός με τα πόδια (!). Στα πρώτα δέκα μέτρα είχα ήδη αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και πλησίαζα επικίνδυνα τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Από το φόβο μου μην πέσω μπροστά του, πανικοβλήθηκα, έχασα την ισορροπία μου και πάρ’ την κάτω. Κυλίστηκα, κουλουριάστηκα, σύρθηκα για μερικά μέτρα στο έδαφος και ευχήθηκα να ανοίξει η γη να με καταβροχθίσει μαζί με το διαολοποδήλατο. Αυτός γέλασε με την ψυχή του και με διαπόμπευσε στους ελάχιστους που δεν είχαν την τύχη να το δουν σε απευθείας μετάδοση. Η εκδίκηση ήρθε άθελά μου λίγα χρόνια αργότερα. Το ποδήλατο κατέληξε σκουριασμένο στην αυλή της γιαγιάς, πρόχειρη σκάλα για να σκαρφαλώνουμε στο δέντρο και να κόβουμε λεμόνια.


6 / ΚΟΛΑΖ

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >

Το ποδήλατο «το φοιτητικό». Ανθρακολαδί με αεροδυναμικό σχεδιασμό. Το καβάλησα στα είκοσι, μετά από την μαρτυρική παιδική εμπειρία μου (βλέπε παραπάνω). Το ποδηλατάδικο απείχε περίπου πεντακόσια μέτρα από το σπίτι μου. Στην επιστροφή μαζί με το καινούριο απόκτημα μου, αντιλήφθηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Χρειάστηκε να σταματήσω το πετάλι πολλές φορές. Στην αρχή, νόμιζα ότι κουνιόταν η σέλα, μετά ότι είχε φύγει η αλυσίδα, ότι δεν έπιαναν τα φρένα και ότι κολλούσαν οι ταχύτητες. Ήμουν έτοιμη να το γυρίσω πίσω και να τους το φέρω στο κεφάλι, όταν το συνειδητοποίησα. Δεν θυμόμουν να κάνω ποδήλατο. Δεν είχε περάσει στιγμή από το μυαλό μου ότι μπορεί να δυσκολευόμουν μετά από τόσα χρόνια αποχής. Ευτυχώς μου πήρε μόνο μερικές ημέρες για να του πάρω τον αέρα. Και πάνω στο τρίμηνο που ένιωθα τρομερή αυτοπεποίθηση, μου το έκλεψαν από την πυλωτή της πολυκατοικίας. Όταν το ανακάλυψα το απόγευμα εκείνης της ημέρας πήρα τους δρόμους έτοιμη να εκδικηθώ. Μάταια. Έκανα βόλτες στην περιοχή γύρω από το σπίτι μου, περιμένοντας να πιάσω τον κλέφτη στα πράσα να βεβηλώνει τη σέλα μου. Το έγκλημα, όμως, ήταν οργανωμένο. Όπως έμαθα αργότερα, υπάρχουν συγκεκριμένες «πιάτσες» που τα πηγαίνουν. Για πολύ καιρό περπατούσα στο δρόμο και σκάναρα όλους τους ποδηλάτες ως ύποπτους για κλεπταποδοχή.

Το ποδήλατο «το δανεικό». Κόκκινο, mountain, με φουλ έξτρα. Αυτός ήταν στο στρατό και το ποδήλατο πέρασε στα χέρια μου για δώδεκα μήνες. Ήταν πολύ αγορίστικο για τα γούστα μου, αλλά ψαγμένο και εξοπλισμένο με πρώτης τάξεως εξαρτήματα. Όλοι το κοιτούσαν και νόμιζαν ότι είμαι έμπειρη ποδηλάτισσα και με πλησίαζαν για πληροφορίες γενικές περί ποδηλασίας και ειδικές επί του ποδηλάτου. Εκσφενδόνιζα διάφορες λέξεις και όρους που είχε πάρει το αφτί μου από εδώ κι εκεί και έφευγα καμαρωτή για να κάνω εντύπωση. Μαζί του έμαθα να ανεβαίνω στα πεζοδρόμια και να φρενάρω πατώντας το πόδι στο πλάι – η λεγόμενη κωλιά. Αγαπημένη διαδρομή Εξάρχεια-Σύνταγμα- Μοναστηράκι, με μικρή στάση στην πλατεία Κοραή, όπου με έπαιρναν στο κυνήγι τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής και έπρεπε να ξεκαβαλήσω για να μη με φάνε ζωντανή. Κατέβαινα και το έπαιρνα στα χέρια για λίγα μέτρα, μέχρι να τους τραβήξει την προσοχή κάποιος άλλος δικυκλιστής. Επιστρέφοντας μια μέρα από την οδό Μπενάκη, άκουσα από πίσω κάποιον να μου λέει «Δεν έχεις πολύ γυμνασμένα πόδια». Κατακόκκινη από την ντροπή και μετανιωμένη για την επιλογή μου να βάλω σορτς εκείνη την ημέρα βρήκα λίγο θάρρος και του είπα αμήχανα «Μην τα κοιτάς…». «Θέλω να τα γλείψω!» απάντησε... Άβυσσος.


7 / ΚΟΛΑΖ

Το ποδήλατο «του σήμερα». Μπεζ, πόλης, με καλάθι μπροστά από το τιμόνι και δυναμό για να ανάβει το οπισθοφάναρο. Είναι πολύ εντυπωσιακό, αλλά δύσχρηστο. Δεν χωράει πουθενά μέσα στο σπίτι και είναι πολύ δύσκολο να το κουβαλήσει κανείς από τις σκάλες, ειδικά στο κατέβασμα που το βάρος λόγω καλαθιού γίνεται αβάσταχτο και λίγο επικίνδυνο να σε πάρει ο κατήφορος. Προειδοποίηση προς όλες τις κοπέλες: όσο πιο θαυμάσια φαίνεσαι πάνω ή δίπλα σε τέτοιου είδους ποδήλατα τόσο πιο θεαματικά θα γίνει μια ενδεχόμενη πτώση. Όλο το χειμώνα το είχα πίσω από τον καναπέ στο σαλόνι, γιατί δεν χωρούσε πουθενά αλλού. Οι φίλοι χτυπούσαν συνεχώς το κεφάλι τους στο τιμόνι με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να βγάλω το ποδήλατο στο μπαλκόνι. Μέγα λάθος. Η σκουριά είναι ο θάνατος του ποδηλάτου. Επιπλέον οι γείτονες βρίσκουν πάτημα και λένε για την τεμπέλα που έχει τόσο ωραίο ποδήλατο, αλλά δεν το χρησιμοποιεί. Η έλλειψη εμπιστοσύνης που έχω στους οδηγούς με αναγκάζει να κυκλοφορώ πολύ συχνά από τα πεζοδρόμια. Εκεί οι πεζοί, συνήθως, ακούνε μουσική και αγνοούν τις επίμονες προειδοποιήσεις μου, να κάνουν στην άκρη. Δεν μου αφήνουν άλλη επιλογή. Πέφτω λίγο πάνω τους, πολύ ευγενικά ζητάω συγνώμη, μας ακούνε / βλέπουν οι υπόλοιποι σε ακτίνα μερικών μέτρων και το πεζοδρόμιο ανοίγει διάπλατα για να περάσω. Η καλύτερή μου εμπειρία πάνω σε ποδήλατο, όταν σε ηλικία 11 χρονών πήγα με την αδελφή μου διακοπές στη Γερμανία, στο Σαν Πέτερ, μια παραθαλάσσια κωμόπολη του βορρά. Όλα τα σπίτια είχαν δυο και τρία ποδήλατα στο γκαράζ. Η πόλη είχε παντού ποδηλατόδρομους σαν προέκταση του πεζοδρομίου. Κανένας πεζός δεν πατούσε πάνω τους και κανένα αυτοκίνητο δεν στάθμευε δίπλα τους. Σκοτείνιαζε λίγο πριν τα μεσάνυχτα κι εμείς οργώναμε την περιοχή με τα ποδήλατα μέχρι εκείνη την ώρα. Καλές πορείες!

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >


8 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


9 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >

Κ

άποιοι απλώς δουλεύουν για να ζουν. Άλλοι δουλεύουν για να ταξιδεύουν. Ορισμένοι ταξιδεύουν για να ζουν. Και ελάχιστοι απλώς δε ζουν χωρίς να ταξιδεύουν. Ο Ίαν Χίμπελ, πάνω στις δυο ρόδες ενός ποδηλάτου και με μια τσάντα στους ώμους, διέσχισε τα μήκη και πλάτη της γης, «γράφοντας» στο κοντέρ του τόσα χιλιόμετρα, όσα η απόσταση της Γης από το φεγγάρι. Έγινε ένας από τους γνωστότερους ποδηλάτες όλων των εποχών, εμπνέοντας έναν νέο τρόπο προσέγγισης της ζωής, σε όποιον, κάπου ανά τον κόσμο, μοιραζόταν το ίδιο πάθος με εκείνον. Αυτό της περιπέτειας.


10 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >

Η αγάπη του για το ποδήλατο ξεκίνησε αρκετά νωρίς, όταν έφηβος ακόμα, έπαιρνε το τρένο με τον πατέρα του και στη συνέχεια διέσχιζαν με το δίτροχό τους την εξοχή. Κοιμόντουσαν σε κορμούς δέντρων ή οπουδήποτε αλλού μπορούσαν να βρουν ένα ασφαλές μέρος να διανυκτερεύσουν. Το ταξίδι τους κρατούσε μέρες ολόκληρες. Αυτό προμήνυε απλώς την αναπόφευκτη συνέχεια. Το 1963, στα είκοσι εννιά του χρόνια, ζήτησε την πρώτη του άδεια άνευ αποδοχών, διάρκειας δύο ετών, από την υπηρεσία στην οποία εργαζόταν, παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση να πραγματοποιήσει το πρώτο ταξίδι με το ποδήλατό του. Η επιστροφή του καθυστέρησε κάποια χρόνια ακόμα, αφού επέστρεψε ξανά στο Ντέβον της Αγγλίας, έπειτα από μια δεκαετία. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, κατάφερε να γίνει ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε με ποδήλατο από τη Γη του Πυρός ως την Αλάσκα. Ετησίως έκανε περίπου 6.000 μίλια. Έφτασε από τη μακρινή Ανταρκτική στις ζούγκλες του Αμαζονίου και από τον Αρκτικό Κύκλο ως την Ινδονησία. Από τη Νορβηγία στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας κι από την Μπανγκόγκ στο Βλαδιβοστόκ, κάνοντας πετάλι ή περπατώντας κάθε σπιθαμή των ασύλληπτων διαδρομών του. Ο Ίαν Χίμπελ, όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησής του, σημείωσε αναρίθμητες πρωτιές. Ήταν εκτός πολλών άλλων, ο πρώτος ποδηλάτης που κατάφερε να διασχίσει ολόκληρη την Αμερική σε ένα, συνεχές ταξίδι. Μόνιμος τόπος κατοικίας του, ήταν πια το ποδήλατό του. Η Αγγλία ήταν μόνο το διάλειμμά του για ξεκούραση και για αντάμωση με τη γυναίκα και το γιο του. Κάθε που επέστρεφε, εργαζόταν στην υπηρεσία του, μαζεύοντας χρήματα για το επόμενο μεγαλόπνοο, μακρινό ταξίδι του. Επισκεύαζε την «παρέα» του, όπως συνήθιζε να χαρακτηρίζει το ποδήλατο του, ανακαλύπτοντας διαρκώς καινούριες πατέντες για να «την» ενισχύσει και επέστρεφε πάλι στους δρόμους του κόσμου.

«Το ήσυχο βουητό της ρόδας, το τρίξιμο του ιμάντα ενάντια στο βάρος, το κουδούνισμα των πραγμάτων μέσα στις λιγοστές αποσκευές που κουβαλάω, είναι συναρπαστικά», δήλωσε ο ίδιος κάποια στιγμή, περιγράφοντας τι τον ευχαριστεί στο μέσο μεταφοράς του στους πολιτισμούς της γης. Στα ταξίδια του έβρισκε στέγη και τροφή, όποτε αυτό ήταν εφικτό, ενώ είχε φιλοξενηθεί από τις περισσότερες μακρινές και νομαδικές φυλές των πέντε ηπείρων.

Το ποδήλατο του, ήταν ο μοναδικός του σύντροφος όταν βούλιαξε στην καυτή άμμο της Σαχάρα, όταν ήταν αδύνατο να διασχίσει ένα κομμάτι της ζούγκλας του Αμαζονίου λόγω πυκνής βλάστησης, όταν προσπαθούσε να ανέβει τις βραχώδεις πλαγιές του Περού. Οι περιπέτειες που έζησε, θα απαιτούσαν άλλα τόσα χρόνια για να περιγραφούν. Κινδύνεψε από τροπικά μερμήγκια που είχαν φάει τη σκηνή του, από την επίθεση λιονταριού και ελεφάντων στη ζούγκλα,


11 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >

από αυτοκινητικό ατύχημα στην Κίνα, όπου ένα βαν πάτησε το χέρι του, από τροπικές καταιγίδες, από επιθέσεις ληστών. Στην έρημο, τυχαία δεν πέθανε από αφυδάτωση, όταν ήδη λιπόθυμο, τον βρήκαν κάποιοι νομάδες, βλέποντας από μακριά το ποδήλατό του να αντανακλά το φως. Κάπου μεταξύ περιπλανήσεων και διαλειμμάτων στην πατρίδα του, κατάφερε να γράψει ένα βιβλίο για το αέναο ταξίδι του, με τίτλο «Into the remote places» και να δώσει κάμποσες διαλέξεις σε πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, προτρέποντας κι άλλους ποδηλάτες να ακολουθήσουν αυτόν τον ιδιότυπο τρόπο ζωής, με πρωταγωνιστές την περιπέτεια και το ρίσκο. Έγινε γνωστός παγκοσμίως και οι αίθουσες των πανεπιστημίων που επισκεπτόταν, ήταν πάντα κατάμεστες, προκειμένου να γνωρίσουν από κοντά το σύγχρονο Οδυσσέα. Το τελευταίο του ταξίδι, σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών, έλαβε χώρα στην Ελλάδα, με σκοπό να κάνει μια «προπόνηση», όπως είχε δηλώσει ο ίδιος στην οικογένειά του. Ήταν ένα αυγουστιάτικο πρωί Κυριακής πριν πέντε χρόνια, όταν καβάλησε το ποδήλατό του, διασχίζοντας την εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας. Δύο αυτοκίνητα κάνουν κόντρες. Ο Χίμπελ στην άκρη του δρόμου με το ποδήλατό του. Ένα εκ των δύο τον παρασύρει. Λίγη ώρα μετά, η τροχαία, βρίσκει μια ρόδα, συντρίμμια, και μια τσάντα με ένα διαβατήριο. Ο νεκρός Ίαν Χίμπελ, αναγνωρίζεται.

«Ένα πουλί συχνά φεύγει και ταξιδεύει σε μέρη που για κάποιο λόγο το τραβάνε εκεί. Υποθέτω πως δεν μπορεί να μας πει γιατί το κάνει αλλά το κάνει έτσι και αλλιώς».

End of story._


12 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


13 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >

Σ

υχνά στις μέρες μας η φωτογραφία (και δεν αναφέρομαι στην εφαρμοσμένη εκδοχή της) βρίσκεται να συνυπάρχει με αλλότριες τέχνες συνήθως σε ρόλο δευτερεύοντα, συμπληρωματικό. Η φωτογραφία όμως ως καλλιτεχνική έκφραση δεν μπορεί παρά να έχει ρόλο αμιγώς πρωταγωνιστικό. Δεν πρέπει λοιπόν να συμπληρώνει ή να συμπληρώνεται αλλά αυθύπαρκτη να περιγράφει χωρίς να αφηγείται επιτρέποντας στον θεατή να δημιουργήσει την δική του ιστορία γύρω από αυτή. Στη στήλη αυτή λοιπόν, θα αναζητώ την κατά Henri Cartier Bresson “αποφασιστική στιγμή” , θα εκθέτω και θα εκτίθεμαι πότε εντός και πότε εκτός θέματος. Άνευ λέξεων, άνευ τίτλων, άνευ περιορισμών γενικότερα. Παναγιώτης Φιλιππάτος, panagiotis4@hotmail.com


14 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


15 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


16 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


17 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


18 / ΚΟΛΑΖ

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >

Άρθρο / Αριστομένης Γεωργιόπουλος


19 / ΚΟΛΑΖ

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >

υμάται κανείς πως έμαθε ποδήλατο; Θυμάται κανείς τις τούμπες που έφαγε μέχρι να κάνει πρώτη φορά πετάλι; Πραγματικά ανατρέχω στις μνήμες των παιδικών μου χρόνων και δεν μπορώ να θυμηθώ, μα με τίποτα, έστω και μία αποτυχημένη προσπάθεια. Όχι δεν γεννήθηκα πάνω σε ρόδα, ούτε η πρώτη λέξη που βγήκε από το στόμα μου ήταν shimano. Δύο είναι τα ενδεχόμενα. Πρώτον, η μετάβαση από ποδήλατο με βοηθητικές, σε κανονικό, έγινε πολύ ομαλά (πρώτα βγάζουμε τη μία βοηθητική, ύστερα την άλλη και ξαφνικά ισορροπείς σε δύο ρόδες χωρίς να το καταλάβεις) ή δεύτερον -και πιθανότερον, οι μετέπειτα εμπειρίες που μου χάρισε το ποδήλατο ήταν τόσο ισχυρές που υπερκάλυψαν τις αρχικές (μνήμες-τούμπες). Μιλώντας για μνήμες, συν του ότι η στήλη μου λέγεται Μουσική Βιο(α)μηχανία (Θεία Βάλια μπορείς να ανασάνεις, ακολουθούν μουσικές αναφορές), ας θυμηθούμε κάποια τραγούδια που είτε άμεσα, είτε έμμεσα σχετίζονται με αυτό το λιτό και απέριττο μέσo μεταφοράς, το πολυαγαπημένο μας, ποδήλατο. Κώστας Μακεδόνας στη φωνή, Άρης Δαβαράκης στους στίχους και Χρήστος Νικολόπουλος στη μουσική. Κάπου στο 1996 αυτή η τριάδα έρχεται να μας δώσει ένα αθάνατο τραγούδι. Οι στίχοι «Ήμουν μικρό παιδάκι με καθαρή καρδιά/είχα τ’ όνειρο μου, το ποδήλατό μου/κι όλα έμοιαζαν σωστά/ έγινα δεκάξι, κι όλα ήταν εντάξει/είχα μια ζωή μπροστά», ακόμα και τώρα στριφογυρίζουν στο μυαλό μου και με ωθούν να βγω στους δρόμους, να ξεφύγω με το πιο απλό μέσο, να πάω με τις δυνάμεις μου όσο πιο μακριά μπορώ. Ούτε βενζίνη, ούτε πετρέλαιο, ούτε αέρας, ούτε τίποτα. Μόνο πόδια και πάνω απ’ όλα καρδιά. Γιατί όταν τα πόδια σου σε εγκαταλείψουν η καρδιά είναι αυτή που θα σε ανεβάσει στην ανηφόρα. Όταν ήμασταν παιδιά, μια βόλτα στην γειτονιά φάνταζε με περιπέτεια σε ανεξερεύνητα μονοπάτια, με πολυήμερο trekking στα βουνά του Άτλαντα. Τώρα που “μεγαλώσαμε” και οι “ανηφόρες” έχουν αλλάξει και έχουν γίνει πιο δύσκολες από ποτέ, καλό είναι να θυμόμαστε που και που το ποδηλατάκι που καβαλάγαμε μικροί. Ελένη Βιτάλη, στη φωνή, στους στίχους και τη μουσική. Στο πρόσφατο «2008», οι στίχοι «Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί/είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή», αναφέρονται σε όσους τόλμησαν, αν και «μεγάλωσαν», να πάρουν το ποδήλατο τους για μια βόλτα. Καταφέρνουν να δώσουν λύση διεισδύοντας στην ουσία του πράγματος. Ελευθερία, αέρας να χτυπάει το πρόσωπο και όταν όλα φαντάζουν άλυτα απλά κάνουμε βόλτες στη ζωή. Σαν παιδιά που κυνηγάνε το όνειρο, σαν πουλιά που κυνηγάνε τον ήλιο, με μόνιμο κίνδυνο βέβαια, πλησιάζοντας, να χάσουν τα φτερά τους.


20 / ΚΟΛΑΖ

Άλλος ένας καλλιτέχνης που μας χαρίζει συχνά ωραίες στιγμές με ποδήλατα μέσα από τα τραγούδια του είναι ο Παύλος Παυλίδης. Το 2004, σε στίχους και μουσική του ίδιου, μας «συστήνει» τον αλησμόνητο «Κηπουρό». Στο εν λόγω τραγούδι, κάτι πουλιά μας τραγουδάνε πως η αγάπη θα έρθει. Πώς όμως θα έρθει; Πως θα μας γνωστοποιήσει την παρουσία της; Μα φυσικά πάνω σε ένα λευκό ποδήλατο, φωτίζοντάς μας. Αγνή, καθαρή, ακτινοβολώντας και γεμίζοντας κάθε σπιθαμή της καρδιάς μας. Σαν άλλος Θεός, Σαν ο ένας και μοναδικός Θεός. Λευκά ποδήλατα, πρωτοβάφτηκαν στο Άμστερνταμ, το 1960. Ήταν ποδήλατα, που μπορούσε ο καθένας να χρησιμοποιήσει ελεύθερα. Έκανε τη βόλτα του, πήγαινε στη δουλειά του και στη συνέχεια το άφηνε. Το έπαιρνε άλλος και ου τω καθεξής. Ελευθερία, αναρχία, Θεός και αγάπη. Έννοιες τόσο αφηρημένες και τόσο δυνατές, που μόνο ένα τραγούδι, ένα ποδήλατο και λίγη φαντασία μπορούν να τις προσεγγίσουν. Ας πάμε όμως αρκετά χρόνια πίσω, στο 1992 όπου οι Στέρεο Νόβα γράφουν για «ένα κλεμμένο ποδήλατο» σε στίχους του Κωνσταντίνου Βήτα. Ένα τραγούδι γραμμένο για την ειρήνη και τον πόλεμο, για την αγάπη και το μίσος (η σειρά των λέξεων δεν δηλώνει αναγκαστικά αναλογία). Ένα τραγούδι για τον άνθρωπο που Θα διασχίσει ένα πρωινό τον κόσμο και θα `ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο. Για τον άνθρωπο που όταν κάνει βόλτα με αυτό, το κλεμμένο ποδήλατο Σα δαχτυλίδια του Κρόνου στέκονται πάνω απ’ το κεφάλι/Τα όνειρα που κάνει όταν είναι ξύπνιος στο σκοτάδι. Κάθε ακτίνα του ποδηλάτου είναι και μιαν ανάμνηση, κάθε στροφή της ρόδας του στην άσφαλτο, είναι και μια περιπλάνηση. Οφείλω να πω, πως μελαγχόλησα λιγάκι. Δεν φταίει το ποδήλατο, ούτε οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας (καλά ίσως λιγάκι μόνο). Απλά όση ώρα κάθομαι και γράφω το συγκεκριμένο άρθρο, έχουν έρθει στο μυαλό μου μουσικές και στίχοι από αγαπημένα τραγούδια, από καλλιτέχνες και συγκροτήματα που με σημάδεψαν, που ακόμα και σήμερα ακούω με την ίδια ένταση και προσήλωση. Σίγουρα έχω ξεχάσει πάρα πολλά, άλλωστε σκοπός δεν ήταν να γίνει μια λίστα με τραγούδια, αλλά να μπούμε για λίγο σε ένα κλίμα ανέμελο και ταξιδιάρικο. Να μεταφερθούμε σε έναν κόσμο που θα μπορούμε να ζούμε αρμονικά με το περιβάλλον που θα έχουμε σαν σύμβολα το ποδήλατο και τον άνθρωπο και όχι τα όπλα και το πετρέλαιο. Η μουσική οφείλει να αποτελεί έναυσμα για κινητοποίηση. Βλέπετε η μουσική, και η τέχνη γενικότερα, είναι από τα λίγα πράγματα που έχουν απομείνει να μας υπενθυμίζουν, την άυλη υπόσταση μας. Ντριν, ντριν...και καλές μας βόλτες.

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >


21 / ΚΟΛΑΖ

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >


22 / ΚΟΛΑΖ

< H ΖΩΗ ΜΑΣ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ >

Άρθ ρο /

Κέλ λυ Δ εσύ πρη


23 / ΚΟΛΑΖ

< H ΖΩΗ ΜΑΣ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ >

Ή

ταν μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ο γερμανός βαρόνος Καρλ φον Ντράις εφήυρε το ποδήλατο. Από τότε, το ανθρωποκίνητο, δίτροχο όχημα έχει φτάσει σε κάθε γωνιά του κόσμου, κατακτώντας τις ζωές μικρών και μεγάλων και πλέον αποτελεί το πιο δημοφιλές εναλλακτικό μέσο μετακίνησης στην εποχή των αλλαγών. Στο σήμερα. Πέρα όμως από την αδιαμφισβήτητη χρησιμότητά του στον οικολογικό τρόπο ζωής, το ποδήλατο έχει πολλά περισσότερα να “πει” στον αναβάτη του. Ίσως για κάποιους να είναι μια ανάμνηση από την παιδική ηλικία, για άλλους να έγινε πόλος έλξης νέων φίλων στα εφηβικά χρόνια και για κάποιους να σηματοδοτεί μια νέα αρχή στον κόσμο των ενηλίκων. Σε κάθε περίπτωση, το ρετρό δίτροχο μας κρατάει σε επαφή με το παιδί μέσα μας. Οι περισσότεροι, ξυπνήσαμε ένα χριστουγεννιάτικο πρωινό, ή σε κάποια γενέθλια, και αντικρίσαμε το πρώτο μας ποδήλατο. Πολλοί από εμάς το κατεβάσαμε αμέσως στο δρόμο για να το δοκιμάσουμε, άλλοι -πιο διστακτικοί- το κρατήσαμε για λίγο στο σπίτι μέχρι να το “εξημερώσουμε” και να μας “εξημερώσει”. Όλοι όμως, κάποτε, δεχτήκαμε ανυποψίαστα τα πρώτα μαθήματα ζωής πάνω σε ένα ποδήλατο. Στην αρχή, δειλά- δειλά ανακαλύψαμε τη δύναμη που κρύβονταν στα μικρά μας πόδια, πώς μπορούσαν να μας κάνουν να πάμε μπροστά, να τρέξουμε χωρίς καν να πατάμε. Όταν βγήκαμε πια από το καβούκι μας, ήρθε η ώρα που κάποιος γονιός, σαν από μηχανής θεός, αφαίρεσε με ένα κατσαβίδι “τη γη κάτω από τα πόδια μας”. Όπως θα μαθαίναμε πολύ αργότερα, οι βοηθητικές ρόδες ποτέ δεν μένουν για πολύ. Είναι εκεί, μονάχα για να σε προετοιμάσουν για το υπόλοιπο της “βόλτας”. Τότε άρχισαν τα δύσκολα...Η πρώτη απώλεια, η πρώτη διαπραγμάτευση -“Θα με κρατάς; Μη με αφήσεις!”- και η πρώτη πτώση. Προδοσία να ήταν αυτό που νιώσαμε; Σίγουρα ήταν πόνος, μάλλον όχι μονάχα σωματικός. Όπως και να έχει, “εισπράξαμε” τότε ένα φιλί, μια αγκαλιά, το τσούξιμο από το ιώδιο και ένα τράβηγμα στο δέρμα από το τσιρότο. Ίσως μετά να ασχοληθήκαμε λίγο με άλλες δραστηριότητες, πιο ήσυχες, λίγο ζωγραφική, λίγο παιχνίδι με κουκλόσπιτα και αυτοκινητάκια, ενώ το ποδήλατο μπήκε και πάλι σπίτι μαζεύοντας μπόλικη σκόνη. Έλα όμως, που ο δρόμος είναι βάσανο, έχει δικά του τραγούδια να πει σε κάθε στροφή και κανείς δεν αρκείται να τα ακούει μονάχα πίσω από ένα τζάμι. Κάπως έτσι, το πήραμε απόφαση και ξαναβγήκαμε να κυνηγήσουμε, πάνω στο ποδήλατο, νέες μουσικές. Πέσαμε, σηκωθήκαμε, ξαναπέσαμε, ξανασηκωθήκαμε... Καταλάβαμε ότι κάτι είχε αλλάξει για πάντα. “Nana korobi ya oki” λένε οι γιαπωνέζοι “εφτά φορές να πέσεις, οχτώ να σηκωθείς”. Πάνω σε ένα ποδήλατο μάθαμε να “μετράμε” τη γη. Οι δύσκολες ανηφόρες, οι γρήγορες κατηφόρες, οι έντονες στροφές. Φτιάξαμε μέσα μας τρισδιάστατους χάρτες της γειτονιάς, της παραλίας, της πόλης. Πιέσαμε τον εαυτό μας να αντέξουμε λίγο περισσότερο, να τρέξουμε γρηγορότερα, να βγούμε λίγο πιο μπροστά. Τεντώσαμε τα πόδια και τα χέρια και νιώσαμε την έξαψη του κινδύνου να μας κατακλύζει. Κοιτάξαμε πέρα από την άκρη της ρόδας -και της μύτης μας- τον κόσμο, όπως ακριβώς είναι. Είδαμε τα χρώματα της πόλης, μυρίσαμε την εξοχή, δοκιμάσαμε τα όριά του ανεβάζοντας πάνω αδέρφια και φίλους, δοκιμάσαμε ακόμα και τα δικά μας όρια. Όπως είπε και η Φράνσις Γουίλαρντ -μια από τις πρώτες σουφραζέτες, τελικά για την αποτυχία δεν φταίνε οι τρεμάμενοι τροχοί, αλλά η “τρεμάμενη” θέληση”. Γιατί τη στιγμή που γυρίσαμε να κοιτάξουμε αν μας κρατάει ακόμα κανείς, ήταν όταν η ισορροπία και η αυτοπεποίθηση είχαν χαθεί. Ο Αϊνστάιν κάποτε είπε, πως η ζωή είναι σαν ποδήλατο. Για να κρατήσει κανείς ισορροπία, πρέπει να κινείται συνέχεια. Ας ανεβούμε ξανά λοιπόν στα ποδήλατά μας, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, και ας θυμηθούμε εκείνα τα παιδικά μαθήματα ζωής.


24 / ΚΟΛΑΖ

< TETRISM >

Άρθρο / Αγγελική Τζιαφέτα


25 / ΚΟΛΑΖ

< TETRISM >

Ο Benjamin βγήκε στον αυτοκινητόδρομο του Φραϊβούργου (Freiburg) με το σακίδιο του, με σκοπό να φτάσει στη Βαρκελώνη. Τον ακολούθησαν η Helen και ο Ben, που έκαναν εκείνες τις μέρες couchsurfing, στο σπίτι της Helen. Μετά από τρεις ώρες ωτοστόπ, μια μαύρη BMW σταμάτησε και ένας 27χρονος επιχειρηματίας προσφέρθηκε να τους μεταφέρει. Τους άφησε στην Βασιλεία (Basile) της Ελβετίας και κοιμηθήκαν πλάι σε μια λίμνη. Συνέχισαν έτσι για δυο μέρες. Περπατούσαν κυρίως σε αυτοκινητόδρομους και «άλλαζαν» αυτοκίνητα σε βενζινάδικα. Έγραφαν σε μια πινακίδα, τις πόλεις που είχαν ως προορισμό και περίμεναν, κάποιες φορές, για ώρες κάτω από τον ήλιο. Μετά τη Λωζάνη διέσχισαν τα σύνορα με τα πόδια. Στη νότια Γαλλία, σταμάτησαν πολλοί που δεν το περίμεναν, προσφέροντας τους μεταφορικό μέσο. Ένας παππούς στην αρχή κι έπειτα ένας αρχιτέκτονας, που τους πήγε μέχρι το Άνσι (Annecy) και πέρασαν ένα τουριστικό απόγευμα τρώγοντας παγωτό. Παρά τα πολλά «désolé» (=λυπάμαι), κατάφεραν εντέλει να κατασκηνώσουν σε μια λίμνη στο Άιξ λε Μπέιν (Aix-Le-Bains), να κολυμπήσουν και να γνωρίσουν έναν απομονωμένο Βαλκάνιο με το σκυλί του, που είχε αποσυρθεί από τα κοινά, και έμενε στη λίμνη μετά από χρόνια έντονης ζωής. Ένας σέρφερ τους μετέφερε λίγο ακόμα αλλά κόλλησαν στην διαδρομή για τη Λιόν (Lyon), όπου o Ben συνέχισε μόνος του και τον ξαναείδαν τυχαία σε ένα βενζινάδικο κάποιες πόλεις μετά. Ο Benjamin και η Helen, συνέχισαν προς τη Λιόν και το Μονπελιέ (Montpellier) με έναν φιλικό αγρότη, και έναν οδηγό που είχε ψύχωση με τους Antony & the Johnsons. Κατέληξαν στα σύνορα της Ισπανίας βράδυ, ένα δύσκολο μέρος να διανυκτερεύσει κανείς, γεμάτο πόρνες και οδηγούς λεωφορείων αλλά βρήκαν ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας. Τελικά κατάφεραν να φθάσουν λίγο έξω από τη Βαρκελώνη, με μια τελευταία στάση σε έναν τρελό couchsurfer, που στο σπίτι του είχε δωμάτια γεμάτα στρώματα ώστε να φιλοξενεί διάφορους περαστικούς ταξιδιώτες.


26 / ΚΟΛΑΖ

< TETRISM >

Ο Ευτύχης έκανε την πρακτική του στη Σερβία, στο Βελιγράδι. Η Sarah, η Anna, ο Nacho και o Roberto τον ειδοποίησαν από το Μαυροβούνιο για να βρεθούν στο Ντουμπρόβνικ (Dubrovnik), στην Κροατία. Πήρε το μαγιό του, πέντε κοντομάνικα και τον συγκάτοικο του Marvin και βρεθήκαν στο Ντουμπρόβνικ. Αφού κολύμπησαν δίπλα στο κάστρο, νοίκιασαν αυτοκίνητα και οδεύσανε προς το Σπλιτ (Split). Διέσχισαν δυο φορές τα σύνορα της Βοσνίας, καθώς λίγα χιλιόμετρα ακτής της Αδριατικής θάλασσας ανήκουν στη Βοσνία και η περιοχή του Ντουμπρόβνικ χωρίζεται από την υπόλοιπη Κροατία. Συνεχίσανε προς το εθνικό πάρκο Κίρκα (Kirka), το Ζαντάρ (Zadar) και τη Ριέκα (Rijeka) ώστε να διανυκτερεύσουν στην Οπατία (Opatija)- ένα μικρό χωριό- και να γιορτάσουν εκεί, τα γενέθλια της Sarah. Πήραν το τρένο προς Σλοβενία και έμειναν δυο μέρες σε ένα χόστελ στη Λουμπλιάνα (Ljubljana). Κολυμπούσαν με κάθε ευκαιρία σε όλες τις ακτές της διαδρομής, και στη Λουμπλιάνα βούτηξαν στη λίμνη Μπλεντ (Bled), χαζεύοντας τα σλοβένικα γαμίλια έθιμα, εξαιτίας του γάμου που εκτιλισσόταν εκείνη τη στιγμή στη λίμνη - προσπαθώντας να πείσουν τον Marvin ότι τα θαλασσινά νερά είναι πιο ωραία από τα γλυκά νερά των λιμνών.


27 / ΚΟΛΑΖ

< TETRISM >

Η Anna βρήκε μια φτηνή πτήση προς Γερμανία. Έκανε couchsurfing στην Νυρεμβέργη, στο σπίτι ενός τύπου, ο οποίος φεύγοντας της χάρισε το ποδήλατο του. Ταξίδεψε με αυτό για ένα μήνα, ακολουθώντας περίπου τη χάραξη του Δούναβη. Ξεκίνησε με τον Sam από το Νόιμαρκτ (Neumarkt) της νοτιοανατολικής Γερμανίας και συνέχισε με στάσεις στο Ρέγκενσμπεργκ (Regensberg), Στράουμπινκ (Straubing) και στο Πασάου (Passau). Πέρασαν τα σύνορα προς βόρεια Αυστρία, αφού πρώτα έκαναν στάση σε ένα τριήμερο φεστιβάλ. Διέσχισαν το Λιντζ (Linz), το Μελκ (Melk) και τη Βιέννη - όπου έμειναν τέσσερις μέρες για να δούνε κάτι φίλους και στη συνέχεια προστέθηκε στην παρέα και η Angie. Πέρασαν στη Σλοβακία από Μπρατισλάβα, μετά στη Γκιόρ (Gyor) και την Εζντεργκόμ (Eztergom) και κατέληξαν στην Βουδαπέστη. Η Anna εκεί, χάρισε το ποδήλατο σε μια κοπέλα που σκόπευε να κάνει ένα αντίστοιχο ταξίδι, με την υπόσχεση και εκείνη με τη σειρά της, να το παραδώσει σε κάποιον άλλον μόλις τελειώσει. Πέρασαν τις νύχτες τους κυρίως, κάνοντας couchsurfing αλλά και σε σπίτια αγνώστων που προσφέρθηκαν, όταν είχαν «κολλήσει» κάπου. “People are so generous” μου σχολίασε και ένιωσα άβολα ευχάριστα. Μια μόνο νύχτα ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη, όπου κατέληξαν να κατασκηνώσουν στα ερείπια ενός χημικού εργοστασίου. Όλη η διαδρομή έγινε χωρίς χάρτες, μόνο ζητώντας οδηγίες, κάτι το οποίο δεν «δούλευε» πάντα. Την ρώτησα πως το οργάνωσε, και μου απάντησε με μια ευκολία, ότι η ποδηλασία κατά μήκος του Δούναβη είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, δεν είχε κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία. Χρησιμοποίησε Google Maps, ποδηλατικά forums και couchsurfing. Πολλοί έχουμε πάρει ένα σακίδιο και έχουμε φύγει, για πολύ ή για λίγο. Ο καθένας για άλλους λόγους. Ταξιδεύοντας εγώ, άρχισα να ξαναβρίσκω το νόημα του τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Έκανα δυο βήματα πίσω. Τα τοπία, η φύση, οι άνθρωποι, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στα ίδια προβλήματα, ενεργοποιούν σκέψεις. Η τόση εμπειρία συμπυκνωμένη σε λίγο χρόνο βάζει φυτίλια που ανάβουν φωτιές.

Όταν ταξιδεύεις βγαίνεις από το καβούκι του μικρόκοσμού σου. Βλέπεις. Βλέπεις τι λειτουργεί και τι δεν λειτουργεί. Χειρότερα και καλύτερα. Στις πόλεις και στους ανθρώπους. Παιδεία και επαναχρήσεις νομίζω ότι είναι η «λύση». Όλες οι εικόνες, οι εμπειρίες και οι σκέψεις μένουν μαζί σου όταν γυρνάς σπίτι. Και δεν τις χρεώνει κι η Ryan Air. Αυτό το άρθρο γράφτηκε στη κουζίνα ενός σπιτιού με περιστασιακούς ταξιδιώτες, στην Casa Tina, της Γρανάδας. Κάποιοι διαβάζουν, άλλοι δουλεύουν, ακούγοντας όλη τη δισκογραφία των Beatles. Ο Ευτύχης φτιάχνει τσάι σε μια κατσαρόλα και ρωτάει ποιος θέλει μέλι. Κάθομαι και τους κοιτάω. Αυτές οι αστραφτερές στιγμές των ταξιδιών δίνουν μια μοναδικότητα.

Υγ: Το CouchSurfing ξεκίνησε, ως ιδέα, το 2000 απο τον Casey Fenton. Βρήκε ένα φτηνό αεροπορικό εισητήριο προς Ισλανδία, αλλά λόγω οικονομικής δυσπραγίας έστειλε σε 1500 τυχαίους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Ισλανδίας αν μπορούν να τον φιλοξενήσουν... στον καναπέ τους. Περισσότεροι από 50 φοιτητές έδωσαν θετική απάντηση και μετά το ταξίδι του, άρχισε να αναπτύσσει τον κώδικα της ιστοσελίδας CouchSurfing.org, ένα παγκόσμιο δίκτυο φιλοξενίας, που σήμερα αριθμεί 1,6 εκατ. μέλη σε 234 χώρες και λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2004.


28 / ΚΟΛΑΖ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ - ΜΕΡΑ Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ κάθεται αραγμένος σε μια σεζλόνγκ στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα δεξιά του υπάρχει ένα τραπεζάκι, στο οποίο έχει πάνω ένα Mojito με δύο μεγάλα πολύχρωμα καλαμάκια και μία ομπρελίτσα. Έχει απλωμένες τις αρίδες του στο κάγκελο και ρεμβάζει το άπειρο. Τη σιωπή του μεσημεριού, διακόπτει το κουδουνάκι ενός ποδηλάτου. (ΗΧΟΣ – κουδουνάκι ποδηλάτου.) Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ δεν δίνει σημασία. Το κουδουνάκι ξαναχτυπά επίμονα αυτή τη φορά. Ανασηκώνεται και κοιτάει έξω. Είναι η Στέλλα. Ναι -ναι η «καθημερινή», καβάλα στο ποδηλατάκι της με το χαρακτηριστικό καλαθάκι. ΣΤΕΛΛΑ Έλα παιδάκι μου αφού σε βλέπω. Βγες να σου πω. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Ώχου...Τι θες μωρέ; Αφήστε με στην ησυχία μου τον άνθρωπο. ΣΤΕΛΛΑ Έλα να σου πω. Θα σου αρέσει αυτό που θα ακούσεις. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ (Σηκώνεται) Άντε πες. Τι θες; ΣΤΕΛΛΑ Λοιπόν. Θέμα δεν έχουμε “Ρόδα, τσάντα και ποδήλατο”; ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Ναι...και; ΣΤΕΛΛΑ Λοιπόν σήκω, πάρε το ποδήλατό σου και πάμε βόλτα. Έχω να σου δείξω. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Μα δεν έχω ποδήλατο. Εγώ πάω μόνο με οχήματα που έχουν μηχανή. Άσε με ήσυχο. Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ ξαναξαπλώνει το κορμί του στην σεζλόνγκ. 10 δευτερόλεπτα αργότερα χτυπάει το κουδούνι του επίμονα. Σηκώνεται εμφανώς ενοχλημένος και πάει στην πόρτα.

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >


29 / ΚΟΛΑΖ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ - ΜΕΡΑ Κοιτάει από το ματάκι και ναι είναι η Στέλλα. Ανοίγει κι εκείνη ξεχύνεται σαν σίφουνας μέσα στο σαλόνι αφήνοντας το ποδήλατό της μες στην μέση του δωματίου. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Ωραία και τώρα τι κατάλαβες; ΣΤΕΛΛΑ Λοιπόν άσε τα πολλά και βάλε αυτό το DVD να παίξει. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Τι είναι πάλι τούτο; ΣΤΕΛΛΑ Λες να μην ξέρω τι χαλβάς είσαι; Σιγά μην είχες ποδήλατο και σιγά μην σηκωνόσουν να βγούμε βόλτα. Βάλε να δούμε την ταινία θα σου αρέσει... ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Άντε καλά...Κάτσε. Ελπίζω να μην είναι καμία σαχλαμάρα γυναικουλίστικη. ΣΤΕΛΛΑ Έννοια σου και ξέρω τι βλέπεις. Όλες τις σαχλογλυκαναλατοκομεντί του Χόλυγουντ τις έχεις ξεκοκκαλίσει και μας το παίζεις και κουλτούρα. Κάτσε να δούμε και κάτι πιο ποιοτικό. Άσχετε. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Σγκρούμβ. (Ηχητικό εφέ με το στόμα, εκδηλώνει δυσαρέσκεια). Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ σπρώχνει το DVD μέσα στο player και πατάει το play. Το DVD έγραφε “LADRI DI BICICLETTE”.

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >


30 / ΚΟΛΑΖ

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >

Άρθρο / Αριστείδης Γεωργίου


31 / ΚΟΛΑΖ

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >

Τ

ο ποδήλατο είναι ένα μέσο μεταφοράς, το οποίο έχει εμφανιστεί αρκετές φορές στον κινηματογράφο. Το πιο γνωστό ίσως, ήταν αυτό που διέσχιζε την πανσέληνο στην αφίσα του “ΕΤ”. Ή τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Το ποδήλατο συμβολίζει την ελευθερία, την αθωότητα και γενικά όλα τα ευγενή αισθήματα. Υπάρχουν φορές βέβαια, που μετατρέπεται σε ένα extreme μέσο, που με σούζες, σπινιές και κωλοτούμπες, μπορεί να σου κόψει την ανάσα. Ο κινηματογράφος το εκμεταλλεύτηκε σε όλες τις μορφές του. Ήταν κάπου στο 1948, στην μεταπολεμική ατμόσφαιρα της Ρώμης, οπότε ο Cezare Zavattini βασιζόμενος σε μια ιστορία του Luigi Bartolini, γυρίζει το «Κλέφτες ποδηλάτων». Αν είναι αυτός ο ελληνικός τίτλος. Μπορείτε πάντως να το αναζητήσετε, είτε ως “Bicycle Thieves”, είτε ως “ Ladri Di Biciclette”. Βρείτε το, δείτε το. Είναι μια από της καλύτερες ιταλικές ταινίες όλων των εποχών και μια από τις καλύτερες παγκοσμίως, με πολλές διακρίσεις και βραβεία. Ατμόσφαιρα, αγωνία, συναίσθημα και τρεχαλιτό στους δρόμους της Ρώμης. Ρόδα είναι και γυρίζει και μου θυμίζει το πώς γυρίζει η μπομπίνα πάνω στον προτζέκτορα. Ο χαρακτηριστικός της ήχος που μπλέκεται με την μυρωδιά του ποπ κόρν και της μπύρας, ίσως και με το άρωμα της διπλανής. Τα φώτα χαμηλώνουν και πέφτει ο πρώτος τίτλος. Τα τζιτζίκια, τα αστέρια, η βραδινή δροσιά και καμιά φορά αυτά τα διαβολεμένα τα κουνούπια, συνθέτουν την ιδανική ατμόσφαιρα για μια κινηματογραφική εμπειρία. Θερινό.

Αρκετά χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα του 1982, η Σπέντζος Φιλμ παρουσιάζει την ταινία ορόσημο της κάλτ κουλτούρας και της ντεμέκ αλητείας των trash 80-90’s, «Ρόδα,τσάντα και κοπάνα». Συμμετέχει η αφρόκρεμα της εποχής. Σταμάτης Γαρδέλης (Αμερικανοί μου γόηδες, καθίστε καλά), Τέτα Ντούζου, Στήβ Ντούζος (aka Μπίλιας), Βίνα Ασήκη, Ισμήνη Καλέση (...όλε), Μίμης Φωτόπουλος, Νίκος Ρίζος (aka Κοντός) και άλλοι πολλοί «σταρ». Η ταινία έκοψε 201.304 εισιτήρια και έμεινε στην ιστορία μέχρι και σήμερα. Το στόρυ, απλό. Πιτσιρικάδες στο σχολείο, κάνουν κοπάνα και αλητεύουν με μηχανάκια και κορίτσια. Το δικάβαλο δίνει και παίρνει κι οι ατάκες και οι φάπες πέφτουν βροχή. Λατρεύω. Τα σίκουελ που ακολουθούν, το ένα χειρότερο από το άλλο –δυστυχώς, και το 2010 γυρίζεται η πέμπτη κατά σειρά συνέχεια, την οποία δεν έκανα καν τον κόπο να δω. Τέλος. Την ίδια χρονιά ωστόσο, στη μακρινή America, ο Danny Boyle επιστρέφει μετά τις μέχρι τότε επιτυχίες του (για περισσότερα επισκεφτείτε το IMDB), με την πραγματική ιστορία ενός ποδηλάτη. Ο Άρον (James Franco), ξεκινά με το ποδήλατό του ένα ταξίδι, με σκοπό να διασχίσει το Blue John Canyon. Όλα κυλούν καλά, μέχρι που ένας βράχος του πιάνει το χέρι και τον παγιδεύει, ενώ βρίσκεται σε μια υπόγεια σπηλιά. Εκεί ξεκινάει η ιστορία του. «172 ώρες». Μια υπέροχη ταινία. Αγωνία, απίστευτη φωτογραφία και γρήγορο μοντάζ. Διάλλειμα. Η μπομπίνα σταματάει. Το bar ανοίγει και πάλι. Η λεμονίτα και η μπύρα φεύγουν σαν νερό. Τα τσιμπήματα σε «τρώνε», αλλά δεν δίνεις σημασία. Επιστρέφεις στην θέση σου περνώντας αργά δίπλα από τη διπλανή, ώστε τώρα να πάρεις μια γερή τζούρα από το άρωμά της. Κάθεσαι και λες δυο κουβέντες με την παρέα. Μέχρι να γελάσετε δυνατά, τα φώτα σβήνουν και το δεύτερο μέρος ξεκινά. Καλές προβολές και εννοείται καλές βόλτες με ποδήλατα, μηχανάκια και τσάντα παραλίας στην πλάτη.


32 / ΚΟΛΑΖ

< RAM’S CAMEO >

Άρθρο / Χαράλαμπος Νικολάου


33 / ΚΟΛΑΖ

< RAM’S CAMEO >

Ό

σοι τόμοι κι αν γραφτούν για το πιο σέξι ντύσιμο και πως να το πετύχει κάποιος, αδιαφιλονίκητο φαβορί θα είναι πάντα το ανεπιτήδευτο ντύσιμο. Ο αέρας της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας από κάθε ενδυματολογικό κανόνα, ο μποέμ τρόπος που το λευκό t-shirt του Dean απέπνεε προσωπικότητα και στυλ. Την αύρα αυτή κουβαλάνε κατά κάποιο τρόπο και οι ποδηλάτες της Αθήνας, κορίτσια και αγόρια με σακίδια στις πλάτες τους, απαλλαγμένοι από το hairspray και το ατσαλάκωτο ντύσιμο, που περνούν ανάμεσά μας αφήνοντας τον αέρα να τους χαλάσει τα μαλλιά και να ανεμίσει τα ελαφρά τους ρούχα.


34 / ΚΟΛΑΖ

< RAM’S CAMEO >

Κουβαλώντας όσα χρειάζονται πάνω τους, μιας και οι ρυθμοί των ημερών μάς θέλουν νομάδες μέσα στην ίδια μας την πόλη, το σακίδιο πλάτης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των νέων ανθρώπων. Κάποιοι είχαμε αποφασίσει μετά τα γλυκά αλλά και λίγο βάναυσα σχολικά χρόνια, να μην τα ξαναχρησιμοποιήσουμε. Ήδη από τότε για να εξοικειωθούμε με τα -ασφυκτικά γεμάτα από βιβλία, τετράδια και λοιπά- ογκώδη, υφασμάτινα backpacks, τα εξωραϊζαμε, γράφοντας στο μπροστινό τσεπάκι με blanco, στίχους και τα αρχικά των ονομάτων της παρέας σε μια εξίσωση, με αποτέλεσμα “b.f.f.e”… H ιστορία βέβαια της συγκεκριμένης τσάντας βρίσκεται πολύ πιο πίσω από τα μαθητικά μας χρόνια, τότε που ο Neanderthal εφηύρε το backpack, για να μεταφέρει το τεμαχισμένο θήραμα του πίσω στο σπίτι. Σίγουρα τα προϊστορικά του χέρια, έραψαν με πολύ αγάπη τα τομάρια και ενώνοντας τα δημιούργησε ένα από τα πιο χρηστικά αξεσουάρ, στο οποίο εμπιστεύτηκαν να φυλάξει τα υπάρχοντά τους, άπειροι εξερευνητές τις επόμενες χιλιετίες.

Τα υλικά και οι επεξεργασίες το έκαναν πιο ελαφρύ, πιο ανθεκτικό, αδιάβροχο, συνήθως με κάθε λογής κρυφά τσεπάκια και φερμουάρ στο πέρασμα του χρόνου, μέχρις ότου επέμβουν εικαστικά σχεδόν ανεξαιρέτως, όλοι οι μαθητές (εντάξει τα «φυτά» δεν πιάνονται). Αρκετά αργότερα, μια από τις πιο γνωστές εταιρίες που ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με backpacks, διεξάγει δημιουργικούς διαγωνισμούς καλώντας καλλιτέχνες απ’ όλο το κόσμο να επέμβουν στο κλασικό σακίδιο αντιμετωπίζοντας το ως λευκό καμβά για να δημιουργήσουν. Περνώντας τα στάδια της εξέλιξης του κι αυτό, το σακίδιο πλάτης δεν αποτελεί πια μόνο μαθητικό ,εξερευνητικό ή ποδηλατικό εξοπλισμό, ως απαραίτητο χρηστικό αντικείμενο, είναι και statement, δίνοντας τον απαραίτητο μποέμ τόνο στο κουστούμι και στο φόρεμα. Ταυτόχρονα, αποτελεί το αντίπαλο δέος της τεράστιας tote τσάντας, που «βόλεψε» τις πολυάσχολες γυναίκες, σέρνοντάς τις μαζί τους ολημερίς. Γιατί όμως το backpack είναι πιο cool; Μα γιατί έχεις ελεύθερα τα χέρια σου για να μιλήσεις στο τηλέφωνο, να χαιρετήσεις τους γνωστούς σου και να φας το πρωινό σου -που ποτέ δεν προλαβαίνεις να φας σπίτι- στον δρόμο. Γιατί όταν καβαλάς το ποδήλατο ή τη μηχανή σου, ισοκατανέμεις το βάρος της προίκας σου στους ώμους και την πλάτη σου. Γιατί το σακίδιο πλάτης, σε γεμίζει ετοιμότητα για την περιπέτεια της γεμάτης από υποχρεώσεις, μέρας.


35 / ΚΟΛΑΖ

< RAM’S CAMEO >


36 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα

Μελανθίου 8, Πέμπτη απόγευμα. Με το που στρίβουμε στο κατά τα άλλα εγκαταλελλειμένο στενό του Ψυρρή, βλέπουμε στο πεζοδρόμιο αραγμένα ποδήλατα και καμμιά πενταριά άτομα να κάθονται στο πεζοδρόμιο. Είναι όλοι έξω από το ποδηλατάδικο του Gareth και των συνεργατών του, το VCA. Ένα στενό γεμάτο graffiti και θετικά vibes.


37 / ΚΟΛΑΖ

XX


38 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >


39 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >

Το σκηνικό του μαγαζιού είναι στημένο με πολύχρωμους σκελετούς και ζάντες στους τοίχους, βιτρίνα με πετάλια, εργαλεία. Μεταξύ ποδηλάτων και εξαρτημάτων, ο Gareth «δημιουργεί», καθισμένος στο πάτωμα. Give me ten minutes, μας λέει κι εμείς αδράττουμε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε λιγάκι το χώρο. Σηκώνεται όντως, έπειτα από δέκα λεπτά (εδώ μπορεί κανείς εύκολα να μαντέψει την καταγωγή του) και τραγουδώντας αλλάζει μπλούζα και κάθεται στις παλέτες. Κάμερα, μικρόφωνο, έτοιμοι. Το όνομα του είναι David Gareth William Jones, που όπως λέει κι ο ίδιος είναι ένα αρκετά χαζό όνομα όπως όλων που κατάγονται από την Ουαλία. Δηλώνει «ποδηλατάς» από πέντε χρονών. Θυμάται να επιδιορθώνει ποδήλατα από πιτσιρικάς, ποτέ όμως μέχρι πρόσφατα, σε επίπεδο καριέρας. Μετά από χρόνια περιπλάνησης, καταλήγει στην Αθήνα, μέσω φίλων. Όταν ήρθα εδώ είπα Θεέ μου τι ωραίος καιρός για ποδήλατο. Και τι χαζό γίνεται εδω; Ο κόσμος πάει στο περίπτερο με το αυτοκίνητο και στα μπαρ με ταξί, περιγράφει κάνοντας παράλληλα αστείες γκριμάτσες. Όταν το ποδήλατο άρχισε να εντάσσεται στην κουλτούρα της πόλης, έκανε ένα χόμγουερκ και αντιλήφθηκε ότι στην αγορά υπήρχε ένα κενό στην προσφορά. Μπορούσε κάποιος να αγοράσει ένα bmx, ένα mountain ή ένα ποδήλατο δρόμου, αλλά εκείνος που ήθελε να βρει κάτι πιο special και unique δεν μπορούσε.


40 / ΚΟΛΑΖ

XX


41 / ΚΟΛΑΖ

XX


42 / ΚΟΛΑΖ

Το Vicious Cycles Athens, άνοιξε το 2010, φέρνοντας στην πόλη αυτό που πριν δεν υπήρχε: ένα custom ποδηλατάδικο, όπου ο πελάτης μπορεί να φτιάξει το δίτροχό του, όπως ακριβώς επιθυμεί. Καποιος που θα πάει στον Gareth για ποδήλατο, σίγουρα δε θα είναι το πρώτο του. Ίσως είναι το δεύτερο ή το τρίτο, οπότε ξέρει πια τι ακριβώς ζητάει, τι του αρέσει, τι όχι, τι τον βολεύει, τι τον κουράζει και ποιες ανάγκες θέλει να του καλύπτει. Θα πάει κάποιος που το ποδήλατο είναι μέρος της καθημερινής του μετακίνησης, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι το παίρνει απλώς για να πηγαίνει για ψώνια. Κάποιος που θα επενδύσει (όχι και τόσα χρήματα όσα φαντάζεσαι), σε κάτι που πιθανότατα θα το κρατήσει μια ζωή. Το ποδήλατο χτίζεται από το μηδέν. Σύμφωνα με τις ακριβείς διαστάσεις κάθε σώματος, σύμφωνα με το χρώμα, τη ρόδα, τη σέλα ή ό,τι άλλο ο πελάτης έχει παραγγείλει. Ένα ποδήλατο που είναι ακριβώς στις διαστάσεις ενός σώματος ταιριάζει σα γάντι στον αναβάτη του, και κάνει την οδήγηση απλώς συναρπαστική, μας εξηγεί, πείθοντας μας, χωρίς καν να έχουμε καβαλήσει ένα τέτοιο. Ο Gareth αγαπάει πολύ τη δουλειά του. Γι’ αυτό και δε βρίσκει τίποτα σε αυτήν ακατόρθωτο. Ακόμα κι όταν πρέπει να επισκευάσει ένα ποδήλατο του 1964, όπου τα πάντα πρέπει να φτιαχθούν από την αρχή, για τον ίδιο –και την ομάδα του- δεν είναι κάτι παραπάνω από μια άκρως ενδιαφέρουσα πρόκληση, που σίγουρα θα φέρει σε πέρας. Με ενθουσιάζει τόσο η χαρά στα μάτια των ανθρώπων που έρχονται να πάρουν το ποδήλατο τους, που όμοιό του δεν υπάρχει εκεί έξω. Αυτό κάνει το επάγγελμά μου «επικό». Το VCA, έκανε την εμφάνιση του, όταν ο Αθηναίος ξεκίνησε να υιοθετεί το ποδήλατο ως μέσο για την καθημερινή του μετακίνηση. Οι λόγοι που συνετέλεσαν σ’ αυτή την αλλαγή νοοτροπίας είναι τόσο οικονομικοί, όσο και κουλτούρας. Τα ποσοστά των ποδηλατών έχουν ανέβει κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα ο τομέας «ποδήλατο» να γνωρίζει πραγματική άνθιση για κάποιον που το κάνει επαγγελματικά.

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >


43 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >

Ο Gareth, σχεδόν αποστομωτικά, μας αποκαλύπτει ότι θεωρεί την Ελλάδα χώρα ευκαιριών γιατί δίνει χώρο στις νέες ιδέες με πολύ μικρότερο ανταγωνισμό σε σχέση με μια μεγαλούπολη που είναι πιο δύσκολο να ξεχωρίσει κάτι καλό. Αν κάποιος έχει μια δυνατή ιδέα, πρέπει απλώς να την πραγματοποιήσει. Να ξεπεράσει τα εμπόδια που θα συναντήσει και να το κάνει. Κι ο φόβος της αποτυχίας; Αν τον ξεπεράσει κι αυτόν και πιστέψει πραγματικά στο πόσο καλή είναι αυτή η ιδέα, θα το πιστέψουν κι άλλοι. Κι αν το πιστέψουν οι άλλοι θα τον πληρώνουν για να συνεχίσει να την κάνει. Απλά μαθηματικά. Η Αθήνα του αρέσει πολύ. Είναι το σπίτι του τα τελευταία οκτώ χρόνια. Του αρέσει ο καιρός, η απλότητα, και η αίσθηση της υπευθυνότητας που έχουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Και αυτό το θέμα με την υπευθυνότητα που εσύ τώρα διαβάζεις και το κοιτάς με γουρλωμένα μάτια, το εξηγεί με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Αν στην Αγγλία υπάρχει μια λακούβα στο πεζοδρόμιο και κάποιος πέσει και χτυπήσει εξαιτίας της, θα πάρει εξάμηνη άδεια από το δουλειά του, με τα έξοδά του πληρωμένα, γιατί ήταν λάθος του δήμου που έπεσε στη λακούβα κι όχι δικό του που δεν την είδε. Εδώ πάλι, απλώς θα πέσει, θα σηκωθεί και θα πάει στη δουλειά με σπασμένο πόδι. Αυτό λέγεται αγγλιστί self- responsibility. Ο Gareth νιώθει περήφανος γι’ αυτό που έχει καταφέρει να κάνει. Η επιχείρηση πάει πολύ καλά, ο κόσμος εκτιμά το προϊόν που του παρέχεται, η δουλειά έχει ανοδική πορεία και ... επεκτείνεται. Μιας και δεν είναι κάτι ανακοινώσιμο, σύντομα η συνέχεια στην οδό Μελανθίου. Γιατί τα δημιουργικά μυαλά δε σταματάνε ποτέ να λειτουργούν. * Η άχρηστη πληροφορία της συνέντευξης. Όση ώρα περάσαμε μαζί, είπε στα ελληνικά πέντε λέξεις: δήμος, σκελετός, περίπτερο, δίπλα, καφενείο.


44 / ΚΟΛΑΖ

< ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


45 / ΚΟΛΑΖ

< ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >


46 / ΚΟΛΑΖ

< ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >


47 / ΚΟΛΑΖ

< ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >

Θησείο. Παρασκευή. 9:30μμ . Κοσμοσυρροή. Ο ήχος του πεντάλ και οι χαρούμενες φωνές κυριαρχούν στο ηχοτοπίο. Που και που, μια κόρνα από κάποιο ταξί που δεν μπορεί να περάσει. Είναι κι αυτό στο πρόγραμμα. Αμέτρητα κόκκινα φωτάκια σέλας αναβοσβήνουν μπροστά. Οι οργανωτές λένε ότι κάποιες καλοκαιρινές μέρες μαζεύονται και 2.000 ποδήλατα. Όλοι με τσάντα, για φαγητό και έξτρα σαμπρέλα. Είναι ωραία παρέα και είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Βόλτα. Εδώ και 4 χρόνια. Είναι ωραία η Πειραιώς μόνο με ποδήλατα και χαρούμενους ανθρώπους. Αν τύχει να γυρνάς σπίτι με το αυτοκίνητο και πετύχεις τους “Freeday” μπροστά σου, μην θυμώσεις. Σκέψου την επόμενη φορά να είσαι κι εσύ με το δικό σου ποδήλατο.


48 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Χάρης Φρανσίς Φωτογραφία, Αριστείδης Γεωργίου

Απόγευμα μιας καθημερινότατης μέρας ως σχολικό τσουτσέκι. Μία από τις επτά θανάσιμες αιτίες που σε οδηγούν στην αυτοχειρία, είτε αυτή την εκλαμβάνεις, φίλε αναγνώστη, ως τελεύτωση της ζωής είτε ως αυτοϊκανοποίηση. Η ηλικία δεν έχει τόση σημασία. Για την οικονομία της ιστορίας, τα πρώιμα εφηβικά χρόνια (12-13). «Πρώιμα»…. Να μια λέξη που μπορεί να κυνηγάει τον άνδρα μια ζωή. Εκείνα λοιπόν τα χρόνια είναι που απότομα μαθαίνεις, ότι το άλλο φύλο δεν αποτελεί ένα διακοσμητικό στοιχείο που εναπόθεσε ο δημιουργός στο κηπάκι με την επωνυμία Εδέμ… Φαίνεται να είναι κάτι πιο μυστηριώδες. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις άλλωστε, αυτό το περίεργο γαργάλημα που νιώθεις στα άβατα του λέτσικου παντελονιού σου, κάθε φορά που η Δήμητρα με την κοντή φουστίτσα της, σε κοιτάει ή σου εξηγεί για ποιο λόγο δεν της αρέσει η γυμναστική. Εκείνα τα πρώτα χρόνια, που συνήθως κατατάσσεις τα πράγματα γύρω σου με την τρομερή και ευφυέστατη αξιακή διελκυστίνδα του καλού και του κακού και παρά ταύτα, δεν μπορείς να εντάξεις με σιγουριά την έννοια της «Δήμητρας» στη μία ή την άλλη πλευρά. Τα συναισθήματα είναι παράξενα και πρωτόγνωρα για σένα. Την ημέρα, σου φαίνεται ένα χαζό κοριτσάκι που κινείται σε παιδιάστικους ρυθμούς. Το βράδυ, όμως, μπαίνει στα όνειρά σου που εκτυλίσσονται με τη βοήθεια της υγρής προεφηβικής σου φαντασίας και την μεταμορφώνουν σε ανοιχτό παράδεισο. Μάλιστα. Κάτι τρέχει εδώ. Δεν είσαι στα καλά σου. Ξωτικά κονταροχτυπιούνται μέσα σου για την κυριαρχία της σεξουαλικής προσωπικότητάς σου. «Τι θέλει από μένα η Δήμητρα και τι θέλω εγώ από εκείνη;»… Χα, χα, χα. Τώρα πια που έχουν περάσει τα χρόνια και ξέρω εκ των προτέρων πως εκτυλίσσεται η ιστορία, γελάω δυνατά. Κι αυτό, γιατί γνωρίζω τι με περιμένει στη συνέχεια. Η Δήμητρα δεν είναι τίποτα σε αυτό που θα επακολουθήσει, μα τον Όσιρη. Γιατί αυτό που επακολουθεί, ξεκινά από εκείνο το απόγευμα που προείπα στην εισαγωγή. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας συμμαθητής που με ζητούσε. Δεν τον πολυπήγαινα. Κόλλαγε πολύ και δε σε άφηνε σε ησυχία. «Έμαθες τα νέα; Από αύριο έχουμε καινούρια καθηγήτρια αγγλικών. Επιτέλους να φύγει αυτή η σπαστική που μας έπρηζε…». «Καλά, κάτσε να δούμε τι θα ‘ναι κι η άλλη… Καμία στριμμένη, περίεργη». Το αύριο όμως, γίνεται πάντα σήμερα στην αληθινή ζωή κι αν δεν είσαι έτοιμος τότε κινδυνεύει να γίνει χθες. Η στριμμένη καθηγήτρια μεταμορφώνεται τελικά σε μια μελαχρινή 35άρα με ένα μοβ ταγιέρ και με μια σχετικά προκλητική φούστα. Για την ιστορία και μόνο, στα μάτια τα δικά μας η φούστα και μόνο ήταν ένδειξη θηλυκότητας σε έναν παντελονοκρατούμενο κόσμο εφηβικών κοριτσιών. Κλείνει η παρένθεση.

XX


49 / ΚΟΛΑΖ

< Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ >

Μπαίνει μέσα. Θεέ μου, τι γυναίκα. Έχουν δίκιο τελικά όσοι λένε ότι ο πρώτος έρωτας σε χτυπά στην πλάτη μια φορά, με μεγάλη ένταση. Η δις Γεωργία. Χείλη μικρά αλλά με διακριτικά γοητευτικό κραγιόν, μακριά σκούρα μαλλιά που τονίζουν τα θελκτικά ζυγωματικά. Έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κάτι που έσπαγε το γκρίζο τοίχο της μίζερης καθημερινότητας. Μας χαιρέτισε στα Αγγλικά: «Hello students!». Κάτι έχει μπει στο μυαλό μου και το πριονίζει. Δεν πρόλαβα να πιάσω τη φράση αλλά δεν με ενδιέφερε. Θεωρούσα ότι ο σκοπός της δίδος Γεωργίας σε αυτό τον πλανήτη ήταν άλλος. Είχε έρθει για να γαργαλήσει το στομάχι μου. Πήγαινα να τη ρωτήσω δήθεν πράγματα και κόμπλαρα. Έμπαινα στην τάξη και αγχωνόμουν. Δεν αλλάζουν με τίποτα στον κόσμο αυτά τα συναισθήματα. Τα πρωτόγνωρα, τα πρώιμα. Το ίντερνετ ήρθε μετέπειτα και καθιέρωσε όρο στα λήμματα για αυτές τις γυναίκες, με τη βοήθεια αγγλικού αρκτικόλεξου. Οι πιο πολλοί, καταλαβαίνουν ποιον εννοώ. Εγώ θα πω ότι ο όρος είναι κάτι φθηνό για να ορίσει την εικόνα που αντιλαμβανόμουν για τη δίδα. Έβλεπα μια γυναίκα που δεν τολμούσα να κοιτάξω κατάματα και όταν δεν τολμάμε να κοιτάξουμε κάτι κατάματα σημαίνει είτε ότι το αντιμετωπίζουμε με δέος ή το φοβόμαστε. Στη δικιά μου περίπτωση μισό κιλό κι απ’ τα δυο. Διαβάζοντας τις γραμμές, θα πείτε «σιγά το θέμα, ο μικρός δάγκωσε την ατσαλένια λαμαρίνα με μια μεστωμένη»… Κι εγώ αυτό λέω τώρα. Στο παιδικό μυαλό όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Σε μια ηλικία που το μόνο που σε νοιάζει είναι αν αυτό που θα φορέσεις είναι αρκετά αλανιάρικο, αν θα πάψεις να πίνεις Fanta και θα το γυρίσεις στην «εξτρεμιστική» μπύρα, και αν τα κοριτσάκια είναι απλά η άλλη πλευρά ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού, η προσγείωση της θηλυκότητας υπό τη μορφή μιας ώριμης καθηγήτριας σκάει σα βόμβα στο εννοιολογικό σου σύμπαν. Πιθανό και να καθορίσει τον τρόπο που θα αντιμετωπίζεις από τούδε και στο εξής το ωραίο φύλο. Από την άλλη βέβαια, είναι πιθανό και να απαλείψει πολύ απότομα την παιδική σου αθωότητα, βάζοντας για πρώτη φορά -και για πάντα -στη ζωή σου, το «διάολο» στο παιχνίδι. Οι μέρες περνούσαν και η δις Γεωργία έμπαινε όλο και πιο βαθιά στις επιθυμίες μου και τα «σκοτεινά» μου όνειρα. Πότε με την δήθεν αυστηρότητά της, πότε με τα επευφημηστικά της σχόλια και πάντα φυσικά με το διακριτικό κραγιόν στα μικρά της χείλη, γινόταν παράδεισος και κόλαση και μου δίδασκε καθημερινά ότι τα ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή είναι αυτά που σε εξυψώνουν και σε καταστρέφουν ταυτόχρονα. Άλλωστε, η ερωτική μου περιπέτεια ήταν και ένα κλασικό εικονογραφημένο δείγμα ανεκπλήρωτου έρωτα. Τι είμαι εγώ για να σαγηνεύσω μια 35άρα που ζητάει από τη ζωή της κάτι πολύ παραπάνω από ένα παιδάκι που ψάχνει τα ανεξιχνίαστα και κοιτάει να παντελονιάσει τα ρέστα από το χαρτζιλίκι που του δίνουν. Κάποια στιγμή το ερωτικό μου αντικείμενο έφυγε. Έπρεπε να γεννήσει το βλαστάρι της. Κι εγώ; Έμεινα στα κρύα του λουτρού. Μόνος με τη σκέψη ότι η δις έφυγε και μαζί της πήρε και τον έρωτά μου για εκείνη. Δε θέλησα να μάθω ποτέ τι απέγινε. Ήμουν θυμωμένος, γιατί μια μεγάλη γυναίκα εισέβαλε άθελά της στο σχολικό μου κόσμο και ξαφνικά με «ωρίμασε». Μου έδωσε γλυκόπικρους καρπούς κι εγώ έπρεπε και να τους φάω και να τους χωνέψω. Έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε. Εκείνη, φαντάζομαι, θα ναι οικογενειάρχης από αυτές που βλέπουμε στα σουπερμάρκετ να περιμένουν ταλαιπωρημένες στην ουρά. Εγώ πάλι είμαι ένας ενήλικας που προσπαθεί να επιβιώσει στον μάταιο τούτο κόσμο και παρόλο που ο έρωτας για την 35άρα ζαργάνα δασκάλα πέθανε με τα χρόνια, η φιγούρα που εκείνη αντιπροσώπευε, ζει και βασιλεύει. Περπατάει τα βράδια σε μπαράκια, χαζεύει τα απογεύματα σε βιτρίνες, περιμένει σε ουρές στις τράπεζες και σε τακτά διαστήματα μου τσιγκλά το μυαλό και μου θυμίζει πόσο απότομα αλλάζουμε και πόσο μόνιμα μένουμε οι ίδιοι….


50 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ | Η ΣΥΝΈΧΕΙΑ >

Άρθρο / V.


51 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ | Η ΣΥΝΈΧΕΙΑ >


52 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ | Η ΣΥΝΈΧΕΙΑ >

Απορροφημένος στην σκέψη του, έριξε τον αναπτήρα κάτω. Έσκυψε να τον πιάσει και τότε άκουσε από πίσω του κάποιον να ανασαίνει. O Χρήστος σηκώθηκε και κοίταξε πίσω από την πλάτη του. Δε χρειάστηκε παραπάνω από μια στιγμή και για τις δύο κινήσεις. Σβέλτος αλλά αυτός ο κάποιος από πίσω του εξαφανίστηκε και η ανάσα σταμάτησε αυτή την ίδια στιγμή. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο εκτός από το απόλυτο σκοτάδι. Σιωπή γύρω του ξανά, είχε σταματήσει και ο ίδιος να αναπνέει. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει μία προς μία, όλες του τις αισθήσεις, μήπως εκείνες τον βοηθούσαν να καταλάβει τι μέρος ήταν αυτό που βρισκόταν, γιατί το μυαλό του αρνείτο. Τότε την άκουσε ξανά, ανάσα απαλή σαν νιαούρισμα μα συγχρόνως δυνατή, σαν ανάσα αθλητή, ο οποίος μόλις έτρεξε 200 μέτρα κούρσα. Ο Χρήστος, σαν να μην λειτουργούσε ως οργανισμός πια, παρά μόνο ως ακουστικός πόρος, γύρισε προς την ανάσα η οποία μεταμορφώθηκε τώρα σε κάποιο ψίθυρο γνώριμο σε εκείνον. Δεν μπορούσε παρόλα αυτά να διακρίνει λέξεις, ούτε και την λογική συνέχεια μεταξύ τους. Ένα πέρασμα, κάμποσο πιο μακριά από εκεί που στεκόταν ο Χρήστος, φωτίστηκε αχνά. Μια φιγούρα γυναικεία έτρεχε προς το σκοτεινό διάδρομο και καθώς έτρεχε μετέφερε μαζί της το φως, την ανάσα και τον ψίθυρο. Ο Χρήστος παρέμεινε ακίνητος, εγκλωβισμένος στην εικόνα απέναντι του. Η φιγούρα ήταν ψηλόλιγνη, τα μακριά της μαλλιά ήταν κόκκινα. Περπατούσε σαν να χόρευε μέσα στον χώρο και δεν φαινόταν να φοβάται καθόλου το σκοτάδι. Δεν φορούσε ούτε ρούχα, ούτε παπούτσια. Περίμενε, φώναξε ο Χρήστος. Αλλά εκείνη χάθηκε στο πέρασμα. Ο Χρηστός έτρεξε προς το πέρασμα μέσα στο οποίο η κοπέλα είχε εξαφανιστεί ακολουθώντας τους ήχους και το φως της. Ο διάδρομος ήταν στενός. Ο Χρήστος χαλάρωσε το τρέξιμο του, τώρα περπατούσε λες και το σκοτάδι ήταν δικό του. Η κοπέλα, περπατούσε στις μύτες τον ποδιών της αφύσικα γρήγορα. Ποια είσαι; ρώτησε. Εκείνη δεν απάντησε, μόνο γύρισε και κοίταξε προς τον μέρος του. Ο Χρήστος ζαλίστηκε για μια στιγμή, ούτε που πρόσεξε ότι ο διάδρομος τελείωσε και τώρα βρισκόταν σε ένα τεράστιο δωμάτιο. Στο κέντρο του δωματίου, έκαιγε μια φωτιά με διάμετρο μεγαλύτερη από την αγκαλιά δέκα ανθρώπων. Η κοπέλα στεκόταν για πρώτη φορά ακίνητη, πολύ κοντά στην φωτιά. Ο Χρήστος, τον άκουγε καθαρά τώρα τον ψίθυρο. Μόνο που δεν ήταν ψίθυρος αλλά ο ήχος της αγαπημένης του φωτιάς όταν καίει δέντρα, σπίτια ή ψυχές.


53 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ | Η ΣΥΝΈΧΕΙΑ >

Με λένε Φωτιά, αποκρίθηκε η κοπέλα. Ο Χρήστος περπάτησε προς το μέρος της. Δεν είναι δυνατόν, είπε. Και ποιος είσαι εσύ που θα πει τι είναι δυνατόν και τι όχι; , απάντησε εκέινη. Ο Χρήστος δεν είπε τίποτα και τι να πει μετά από αυτό, μόνο που ένιωσε έντονη επιθυμία να την φιλήσει. Η κοπέλα με το παράξενο όνομα, τον κοίταξε για μια ακόμα φορά, σταμάτησε για λίγο το χρόνο και μετά, με ένα πήδημα βρέθηκε μέσα στην μεγάλη φωτιά. Ο Χρήστος την κοιτούσε υπνωτισμένος, είχε φτάσει αρκετά κοντά της, αν άπλωνε το χέρι του θα την ακουμπούσε. Ένιωθε ένα κάψιμο στο λαιμό του που ανέβαινε σιγά - σιγά προς το στόμα του, με τελευταίο προορισμό τα χείλη του. Ζεστάθηκε το μέσα του. Σε περιμένω, του είπε η Φωτιά. Με το άκουσα της φωνής της, ο Χρήστος πήδηξε μέσα στην πελώρια φωτιά χωρίς δεύτερη σκέψη. Ζεστή και κόκκινη να τον τυλίγει και εκείνος να αφήνεται στην αγκαλιά της, που ήταν πιο μεγάλη από την αγκαλιά δέκα ανθρώπων. Ανάμεσα στα κόκκινα δάση και τις πορτοκαλί θάλασσες, την είδε να κάθεται γυμνή πάνω σε ένα βράχο με τα πόδια διπλωμένα κοντά στο στήθος της. Ο Χρήστος την κοίταζε, πήδηξε έναν-έναν όλους τους φλεγόμενους βράχους και έφτασε σε εκείνη. Του χαμογέλασε.

Την έπιασε με όλη του την δύναμη και την φίλησε δυνατά. Τα χείλη του ενώθηκαν μοναδικά με τα κατακόκκινα δικά της. Ένιωσε την φλόγα. Το φιλί ήταν ζεστό και συνάμα δροσερό. Έκλεισε τα μάτια του για να χαθεί μέσα της και τότε το φιλί μεταμορφώθηκε σε υγρό. «Υγρό πυρ», σκέφτηκε. Βασιλιάς της φωτιάς και όλα στην ψυχή του μεταβαλλόταν σε πιο στέρεα. Ο Χρήστος άνοιξε τα μάτια του. Το σκυλί του φύλακα του ξενοδοχείου, του έγλυφε το πρόσωπο με μανία. Όλα ήταν στην θέση τους τώρα, οι κάδοι σκουπιδιών, τα φώτα, η λίμνη, η ράμπα φορτοεκφορτώσεων, το ποδήλατο του, τα αστέρια. Όλα ρευστά και εκείνος ξαπλωμένος στο έδαφος, μπροστά από τον τοίχο που τον ρούφηξε.


54 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

Άρθρο / V.


55 / ΚΟΛΑΖ

Η

Ζωή άνοιξε με δύναμη την πόρτα της τουαλέτας του φαστφουντάδικου, κρατώντας ακόμα στο δεξί της χέρι το μπουκαλάκι νερό που μόλις είχε αγοράσει. Δεν διψούσε, χρειαζόταν όμως τον κωδικό της απόδειξης για την είσοδο της στην τουαλέτα. Ώρες-ώρες, της έλειπε τόσο πολύ το χωριό της, εκεί που δεν χρειαζόσουν κωδικούς για να ζήσεις και φυσικά ούτε για να κατουρήσεις. Πέταξε το μπουκαλάκι στα σκουπίδια δίπλα της. Ξεκρέμασε την τεράστια τσάντα από τον ώμο της γεμάτη ικανοποίηση, σαν καπετάνιος που βρήκε μέρος ιδανικό να αράξει το καράβι του. Η Ζωή έδωσε εντολή στο μυαλό να ηρεμήσει τους μύες του ώμου της. Η τσάντα της έπεσε στο πάτωμα, κάνοντας θόρυβο. Κούνησε τους κουρασμένους της ώμους μπρος και πίσω, ενώ κοίταζε κατάματα τον εαυτό της στον καθρέφτη. Η Ζωή ήταν μόνη στην τουαλέτα, λεπτή, μελαχρινή, μετρίου αναστήματος. ‘Ομορφη. Η άτσαλη συνηθισμένη τουαλέτα του φαστφουντάδικου έμοιαζε το λάθος σκηνικό για εκείνη. Άφησε το κινητό της δίπλα στον νιπτήρα. Έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά της και τα πέταξε μέσα στην τσάντα. Μια γυναίκα που ανακοίνωνε τους τίτλους των ειδήσεων στο εκτατό δελτίο, ακούστηκε ξερά σε όλη την τουαλέτα. Τα πλακάκια της τουαλέτας και η φωνή ήταν τόσο ταιριαστά, σαν την κέτσαπ με τις πατάτες, που τηγανιζόταν ένα τοίχο μακριά.

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >


56 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

«Συνεχίζονται οι έρευνες στο ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου ανοιχτά της Λέσβου. Οι νεκροί έχουν ξεπεράσει τους 400. Εκατό άτομα αγνοούνται ακόμα».

Η Ζωή κοίταξε την πόρτα πίσω της, τα μάτια της καρφώθηκαν στον σύρτη.

«Δεν υπάρχει καμία επίσημη ανακοίνωση από τις πρεσβείες των χωρών των νεκρών. Ο Αρχηγός του λιμενικού σώματος σε ερώτηση δημοσιογράφου απάντησε ότι οι έρευνες θα συνεχιστούν μέχρι νεωτέρας εντολής από την κυβέρνηση».

Με ένα μεγάλο βήμα βρέθηκε εύκολα μέχρι την πόρτα και τράβηξε τον σύρτη, ο όποιος κούμπωσε χωρίς καμία αντίσταση. Η τουαλέτα τώρα έμοιαζε ακόμα πιο σκοτεινή αλλά και άσπρη συγχρόνως. Η θάλασσα έκανε πάντα ότι ήθελε και άνθρωποι πάντα πνίγονταν στην θάλασσα, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να το κάνουμε τόσο μεγάλο θέμα τώρα, αναρωτήθηκε, κοιτώντας πάντα τον εαυτό της στον καθρέφτη. Με μια αποφασιστική κίνηση, έβγαλε το ροζ ζιβάγκο της. Η Ζωή, μένοντας με το μαύρο σουτιέν της, πλησίασε τον καθρέφτη. Ανάμεσα στα στήθη της είχε ένα τεράστιο τατουάζ, τη θάλασσα φουρτουνιασμένη. Άγγιξε τα κύματα στο στέρνο της, διάλεξε το αγαπημένο της τραγούδι- το Βlue Ηotel από τους Τrentemoller- και ένιωσε λίγο παραπάνω σέξι από ότι θα ένιωθε ο μέσος άνθρωπος στην τουαλέτα ενός φαστφουντάδικου. Έλυσε τα φθαρμένα μπεζ μποτάκια της και πατώντας πάνω τους έβγαλε το τζιν της. Τώρα στεκόταν μόνο με τα μαύρα της εσώρουχα μπροστά από τον καθρέφτη. Πέρασε το δεξί της χέρι κάπως βίαια ανάμεσα στα σγουρά μαλλιά της. Έπειτα έσκυψε, έπιασε την τσάντα της από το πάτωμα, την ανέβασε στον νιπτήρα και έβγαλε από μέσα μια αλλαξιά ρούχα. Ξεδίπλωσε ένα μαύρο μίνι φόρεμα, έσκισε την ετικέτα και το φόρεσε. Έλεγξε τις μασχάλες της αν ήταν τέλεια ξυρισμένες. Έβγαλε τις χρωματιστές κάλτσες της και φόρεσε προσεκτικά το λεπτό μαύρο καλσόν που είχε μαζί της. Άφησε τις μαύρες γόβες της στο πάτωμα και ανέβηκε πάνω τους. Άπλωσε μαύρο μολύβι στο πάνω μέρος των βλεφάρων της, έβαλε λίγο ρουζ και lip gloss στα ήδη μεγάλα της χείλη. Τέλος τόνισε με το μολύβι ματιών της την ελίτσα που είχε στην πάνω δεξιά γωνία του στόματός της. Σε χρόνο μηδέν είχε μεταμορφωθεί σε γυναίκα, έτοιμη μάλλον να σκοτώσει κάθε αρσενικό που θα τύχαινε στον δρόμο της, και όλα αυτά πριν τελειώσει το τραγούδι της. Η Ζωή πέταξε τα ρούχα και τα παπούτσια που φανέρωναν ποια ήταν πριν από λίγο, μέσα στην τσάντα της, χωρίς να μπει στον κόπο να τα διπλώσει. Την κρέμασε στον ώμο της ξανά, πήρε το κινητό της και έκλεισε τη μουσική. Βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από το φαστφουντάδικο, δεν ήθελε με τίποτα να μείνει η χαρακτηριστική μυρωδιά του στο φόρεμά της. Αν και θα μπορούσε να του πει ότι άλλαξε ρούχα σε φαστφουντάδικο. Κατά πάσα πιθανότητα θα την παίνευε για την αίσθηση του χιούμορ της.

Όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα για το ραντεβού, ήταν μακριά από το σπίτι της και φυσικά δεν κυκλοφορεί ντυμένη στην τρίχα με τακούνια και μίνι, στην πραγματικότητα τα μισεί. Θα έπρεπε βέβαια να τα έχει μαζί της, αλλά δεν περίμενε να την ειδοποιήσουν τόσο γρήγορα, της φάνηκε καλύτερη ιδέα να αγοράσει ότι χρειαζόταν παρά να γυρίσει σπίτι της για να αλλάξει. Εξάλλου το επαγγελματικό της κόκκινο τσαντάκι το είχε πάντα μαζί της, τα ρούχα ήταν απλώς μια στολή. Η Ζωή διέσχισε την λεωφόρο πάνω στα τακούνια της, σχεδόν αδιάφορα. Είδε από μακριά την ταμπέλα του μετρό και κατέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες χωρίς να προσέξει όλα τα αρσενικά της πλατείας που την κοίταζαν επίμονα. Στον υπόγειο, προσπέρασε επιδεικτικά τους αυτόματους πωλητές εισιτηρίων και κατευθύνθηκε προς τα ντουλαπάκια φύλαξης αποσκευών. Ήταν η βραδινή ώρα αιχμής. Η Ζωή διάλεξε ένα ντουλαπάκι στην τελευταία σειρά, έριξε ένα κέρμα για να γυρίσει το κλειδί. Άφησε την τσάντα της εκεί, αφού πρώτα έβγαλε από μέσα το κόκκινο τσαντάκι της. Προχώρησε προς τις αποβάθρες και πήρε τον πρώτο συρμό προς το κεντρικό ξενοδοχείο. Ανέβηκε την σκάλα στην είσοδο του ξενοδοχείου και άφησε τον νεαρό στην πόρτα να την θαυμάσει από πάνω μέχρι κάτω, κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ χωρίς κάποιος να την σταματήσει. Θα έχουν ενημερώσει, σκέφτηκε φευγαλέα. Εξάλλου όλη η ενέργεια της ήταν συγκεντρωμένη στο τελευταίο πάτωμα του ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα για παραπάνω από πέντε δευτερόλεπτα συνεχόμενα.


57 / ΚΟΛΑΖ

“Στο λόφτ σας παρακαλώ», είπε σε έναν κύριο που φαινόταν περισσότερο γελοίος με την στολή του ξενοδοχείου, από τον νεαρό της πόρτας. Ο κύριος, με ένα αχνό χαμόγελο, πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. Σε λιγότερο από είκοσι δευτερόλεπτα είχαν φτάσει στο λόφτ. Η Ζωή κοίταζε τον διάδρομο και πάτησε με δύναμη την γόβα της στο χοντρό πέλος του λουλουδάτου χαλιού. Με το βλέμμα της έψαξε για το δωμάτιο 714.

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

«Γεια σου», είπε ο άνδρας. Ήταν γύρω στα πενήντα με γκρίζα, σπαστά, μακριά μαλλιά, τραβηγμένα όλα προς τα πίσω, γυμνασμένος. Κάτι ανάμεσα σε μαφιόζο και συνταξιούχο χορευτή πατινάζ έμοιαζε με το γυαλιστερό πανάκριβο κουστούμι του. «Χαίρεται», αποκρίθηκε αυστηρά η Ζωή.

Κοίταζε τους αριθμούς στην βαριά πόρτα έναν προς έναν σαν να ξεδιπλωνόταν μπροστά της ο πιο δύσκολος μαθηματικός γρίφος. Ήταν αναμφίβολα έξω από το σωστό δωμάτιο. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, χτύπησε την πόρτα.

«Πεινάς;» «Όχι, ευχαριστώ.»

Το δωμάτιο, όπως το περίμενε, ήταν αρκετά μεγάλο, μπαρόκ, με τις βαριές κουρτίνες ορθάνοιχτες. Δεν υπήρχε άλλος φωτισμός εκτός από τα φώτα της πόλης που έδιναν στο δωμάτιο ένα περίεργο μπλε χρώμα, μπλε τοίχοι, μπλε λουλουδάτο χαλί, η αντανάκλαση της μπλε στο τζάμι, σαν να πέρασε σε μια διαφορετική διάσταση. Για μια στιγμή νόμιζε ότι και ο αέρας που αναπνέει έρχεται καταπάνω της μπλε και φουρτουνιασμένος. Τότε πρόσεξε το στρωμένο τραπέζι και τον άνδρα να κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού. Ξαφνιάστηκε, νόμιζε ότι θα τον δει στο κρεβάτι γυμνό και όχι κουστουμαρισμένο να την περιμένει για δείπνο.

«Δεν πειράζει. Κάτσε μαζί μου. Σαμπάνια λευκή ή ροζέ;» Η Ζωή δεν πρόλαβε να απαντήσει ούτε να κουνηθεί. Ο άνδρας σηκώθηκε, πήγε κοντά της και της προσέφερε ένα ποτήρι ροζέ σαμπάνια που βρισκόταν ήδη στο τραπέζι. Η σαμπάνια ήταν παγωμένη και οι φυσαλίδες ήταν τόσο ζωηρές, που σχεδόν την έπνιξαν. Έπειτα ήταν και η γλώσσα του που χώθηκε μέσα στο στόμα της και η ανακατωσούρα έγινε μεγαλύτερη. Ευτυχώς το φιλί δεν κράτησε πολύ. Ο άνδρας κράτησε τα μάτια του κλειστά για μερικά δευτερόλεπτα μετά το φιλί, οπότε η Ζωή είχε την ευκαιρία να επαναφέρει το πρόσωπό της στην κανονική του μορφή και ο άνδρας να μην πάρει χαμπάρι την γκριμάτσα αηδίας που είχε πριν λίγο. Ο άνδρας ξαναέκατσε στο τραπέζι. Η Ζωή παρέμεινε ακίνητη κρατώντας σφιχτά το κόκκινο τσαντάκι της.

Ο άνδρας έχει ξαναδεί την Ζωή άλλη μια φορά στο παρελθόν. Την αναγνωρίζει; α. Ναι β. Όχι Η καθαρίστρια το επόμενο πρωί μόλις μπει στο 714 θα βρει: α. Ένα όπλο β. Τα εσώρουχα της Ζωής γ. Τη φωτογραφία ενός δεύτερου άνδρα

Δώστε την απάντησή σας στο | www.kolaz.net


58 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ >


59 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ >

Καρέ (τυχαία συλληφθέντα), Νίκη Μάρκου Λέξεις (ατάκτως ερριμένες), Βάσω Χατζηπέτρου


60 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ >


61 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ >


62 / ΚΟΛΑΖ

XX


63 / ΚΟΛΑΖ

XX


Issue 2 single  

Kolaz magazine Issue 2

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you