Page 1


2 / ΚΟΛΑΖ

< ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ >

ΤΟ ΚΟΛΑΖ ΕΙΝΑΙ.

WHO IS WHO

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ / ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ! ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ / JUKEBOX TETRISM / WHERE IS WALDO?

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΕΛΛΑΣ / BEDTIME STORIES Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ / ΟΜΟΙΟΣ ΟΜΟΙΩ ΑΕΙ ΚΟΛΑΖ(ει) RAM’S CAMEO / ΜΟΔΑ=ΚΟΛΑΖ ΥΛΙΚΩΝ

THE ODD FELLAS / THE POPE OF THE POP

ΦΩΤΟ-ΓΡΑΦΕΙΝ / ΜΩΣΑΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ / ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΑΤΑ

ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ / ΛΕ ΣΚΡΙΠΤ, ΚΟΛΑΖ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ / ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ / ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΟΛΑΖ

ADDITIONAL CONTENT / SAMPLINH KOΛΑΖING


3 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΝΤΙΤΟΡΙΑΛ >

λα και επισημότητες. Το Πρώτο έφτασε. Έ ρε μεγαλεία. Από τον Ιούλιο το περιμέναμε. Και το beta version ωραίο ε; Χορευτικούλια, σπινιές, στροφες, τσαχπινιές και τέτοια. Το επίσημο είναι και ομότιτλο. Κόλλα, ψαλίδι, μολύβι, χαρτί. Όλα τα συνθετικά του κολάζ. Άρα θέμα το κολάζ. Τι άλλο; Παρουσίαση όλης της ομάδας, ισομερώς. Όλα τα μέλη, συν ένα. Κενό ή περίπου (διαβάστε και θα καταλάβετε τι εννοώ). Αν καλωσορίσουμε κάποιον… Δικό του. Μια σελίδα ο καθένας. Και τα έγραψε ο καθένας μόνος του. Άρα η αλήθεια όσων λέγονται, ελέγχεται… Είμαστε ωραίοι όμως και σύντομα θα στηθούμε και για φωτογραφία. Τυχεροί. Ένας τρελός φωτογράφος – ιλλουστρέιτορ, ο κύριος Αυρίλιος με το τρελό του ραντεβού, μια καινούρια ιστορία βγαλμένη από το μαστερ σέφ, αρχιτεκτονικές τρέλες και ένας μυστήριος Χάρης. Η Στέλλα πάντα μπερδεμένη , δείνει και εξετάσεις και δεν πάει πολύ καλά, ο Αριστομένης την είδε ρομαντικά την δουλειά και εγώ χαζολογάω. Μια δασκάλα κολάζ αντιμέτωπη με τον αδιαμφισβήτητα, αμφισβητήσιμο Andy. Ποιήματα με φωτογραφίες και φωτογραφίες δίχως ποιήματα. Καλή ανάγνωση. Καλή διασκέδαση. Ευχαριστώ.


4 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΚΟΛΑΖ ΕΙΝΑΙ... >

Άρθρο / Κέλλυ Δεσύπρη


5 / ΚΟΛΑΖ

Η

ίδια η σύγχρονη ζωή άλλωστε δεν είναι τίποτα άλλο ,από ένα κολάζ εμπειριών. Αντίστοιχα, όλες οι μορφές τέχνης, εφαρμοσμένης και μη, αποτελούν φίλτρα μέσα από τα οποία περνάνε μυριάδες ετερόκλητα στοιχεία μέχρι να αποκτήσουν μεταξύ τους συνδετικά σημεία. Ο καθένας από μας ακόμα, είναι ένα κολάζ, παρελθοντικών και μελλοντικών ευκαιριών, γονιδιών, βιωμάτων και επιλογών. Αλλά επειδή όλα αυτά μάλλον δυσκολεύουν τα πράγματα, αντί να τα απλοποιούν, το κολάζ είναι πρώτα και κύρια, μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, και σαν τέτοιο, μπορούμε να το προσεγγίσουμε ευκολότερα. Λέγοντας απλώς, την ιστορία του. Όταν το 200μΧ οι Κινέζοι εφευρίσκουν το χαρτί, αναπόφευκτα «φυτεύουν το σπόρο» για την ανάπτυξη μιας από τις πιο ανατρεπτικές τεχνοτροπίες που θα γνώριζε ο 20ος αιώνας. Η τεχνική αυτή καθ’ αυτή ωστόσο, έχει τις ρίζες της σε έναν άλλο πολιτισμό της Άπω Ανατολής, εκείνον της Ιαπωνίας. Κάπου στον 10ο αιώνα, οι καλλιγράφοι συνθέτουν τοπία από κομμάτια χαρτιού, βαμμένα με φυτικές χρωστικές, για να συνοδεύσουν ποιήματα και γνωμικά, που αποτελούν και το βασικό αντικείμενο της τέχνης τους. Ο εμπλουτισμός της καλλιγραφίας με συνθέσεις κολάζ, δημιουργεί μία ολοσδιόλου νέα μορφή τέχνης, που ονομάζεται Chigiri-e και συναντάται ευρέως στην Ιαπωνία ακόμα και σήμερα. Το ειδικό χαρτί που χρησιμοποιείται, είναι ημι-διάφανο κι ανθεκτικό και ευνοεί την χρήση του σε στρώσεις, κάτι που δίνει στα χρώματα ζωντάνια και πολυπλοκότητα. Χρειάζονται ωστόσο, άλλοι δέκα αιώνες μέχρι να ανοίξει η Ανατολή τις πύλες της αλλά και για να ωριμάσουν οι συνθήκες που τελικά επιτρέπουν στην μαγεία του κολάζ να εξαπλωθεί στη Δύση. Στην αυγή του 20ου αιώνα, με αφορμή τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη ξυπνάει απότομα από τον ήρεμο ύπνο του Ρομαντισμού και μπαίνει δυναμικά στην εποχή του Μοντερνισμού. Το κολάζ γίνεται τότε, ένα μέσο απόταξης του ακαδημαϊσμού στην Τέχνη αλλά και αντικατοπτρισμός της γενικότερης κοινωνικής αλλαγής. Πρώτα, εμφανίζεται “δειλά” στα έργα των Κυβιστών Πάμπλο Πικάσο και Ζορζ Μπρακ που εμπλουτίζουν με κομμάτια υφάσματος και καμβά τα σκίτσα τους. Το πρώτο ζωγραφικό έργο που χρησιμοποιεί την τεχνική αυτή, αποδίδεται στον Πικάσο και είναι το «Still Life with Chair Caning», κατασκευασμένο το 1912. Το πλεκτό καφασωτό μιας καρέκλας γίνεται το δεύτερο επίπεδο δημιουργίας πάνω από τον καμβά, προσθέτοντας έτσι, την τρίτη διάσταση και μπλέκοντας την γλυπτική με τη ζωγραφική. Εμπνευσμένη από την πρωτοπορία των Κυβιστών καλλιτεχνών, είναι η τεχνική Cubomania, που ανέδειξε το κίνημα του Σουρεαλισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Σύμφωνα με αυτή, η αρχική εικόνα κόβεται σε τετράγωνα ισομεγέθη κομμάτια, που στη συνέχεια αλλάζουν θέση με τρόπο αυτόματο και τυχαίο, δημιουργώντας μια νέα αφηρημένη αίσθηση της πρώτης. Με αυτό τον τρόπο, απελευθερώνονται οι κρυμμένες έννοιες των εικόνων, μακριά από τη σαφή, και συχνά εμπορική, ερμηνεία που επιτάσσει η πρώτη μορφή τους. Με μια «δεύτερη ανάγνωση», φανερώνεται και η άμεση σχέση του κινήματος

< ΤΟ ΚΟΛΑΖ ΕΙΝΑΙ... >

αυτού με τη πρακτική της ψυχανάλυσης, την οποία εισάγει ο Φρόιντ εκείνη την εποχή. Παράλληλα, με τις αλλαγές στην Τέχνη, αρχίζει και η κοινωνία να ενδιαφέρεται περισσότερο για το “είναι” των πραγμάτων και λιγότερο για το “φαίνεσθαι”, τα όνειρα γίνονται αντικείμενο μελέτης και το υποσυνείδητο έρχεται στην επιφάνεια. Λίγο χρόνια πριν, και ενώ στην Ευρώπη μαίνεται ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, στην Νέα Υόρκη, γεννιέται το κίνημα που θα απογείωνε αργότερα την τεχνική του κολάζ. Ο Ντανταϊσμός. Το κίνημα αυτό είναι στην ουσία του, μια αντίδραση στον εκλεκτικισμό που χαρακτηρίζει την Τέχνη ως τότε. Είναι μία “αντί-Τέχνη”, όπως οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της λένε, αφού εναντιώνεται μανιωδώς σε οτιδήποτε θεωρείται “σωστό” και “ωραίο”. Κίνημα με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, αποτελεί απάντηση στη φρίκη του πολέμου αλλά και έμπνευση όλων των κινημάτων που ακολουθούν, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940. Με την ορμή και την αναρχική δύναμη που το χαρακτηρίζει, το κολάζ γίνεται από τους πιο σημαντικούς τρόπους έκφρασής του κινήματος, φθάνοντας στο ζενίθ των δυνατοτήτων του. Οι Ντανταϊστές, «προωθώντας» αυτήν ακριβώς την άναρχη απόδοση της πραγματικότητας, χρησιμοποιούν ένα μεγάλο εύρος υλικών στα κολάζ τους. Ο Κερτ Σβίττερς, παραδείγματος χάριν, δημιουργεί, με εισιτήρια λεωφορείων, παλιούς χάρτες, περιτυλίγματα γλυκών, διαφημιστικά φυλλάδια, κομμάτια δαντέλας και οτιδήποτε άλλο βρίσκει στις καθημερινές του αναζητήσεις στην πόλη. Κάπως έτσι, τα έργα του αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την πραγματικότητα της αστικής ζωής και γίνονται ένα είδος “ημερολογίου πόλης”. Μια ακόμα μορφή κολάζ, που εμφανίζεται αρκετά νωρίς, μπορεί να θεωρηθεί και το photomontage, τεχνική που τελειοποίησε ο Max Ernst. Χρονολογικά και καθόλου τυχαία, το ιδιότυπο έργο του, συμπίπτει με τη γέννηση του Σουρεαλισμού. Οι δυνατότητες πια, είναι απεριόριστες και η αντίθεση με τις κλασικές τέχνες, όλο και πιο εμφανής. Από αυτό το σημείο και έπειτα, το κολάζ περνάει στην ιστορία της Τέχνης με τα έργα pop καλλιτεχνών όπως ο Άντυ Γουόρχολ, ο Ιβ Κλάιν, ο Ρόι Λίχτενσταιν. Η πολύχρωμη και περίπλοκα χαοτική φύση της δεκαετίας του 1960, δίνει ζωή στο pop κίνημα και παρότι το κολάζ είχε εκλείψει ως τεχνοτροπία για περίπου 40 χρόνια, αναδύεται και πάλι μέσα από τα περιπετειώδη μάτια των εκπροσώπων της. Αυτή τη φορά, είναι η ίδια η τεχνοτροπία που δίνει το σήμα για την ανάπτυξη πολλών ακόμα τεχνικών, όπως το mixed media, το 3D collage και το digital collage. Οι καλλιτέχνες, από την δεκαετία του 1970 έως και σήμερα, ξεχνούν τους περιορισμούς του καμβά και τους κανόνες της γλυπτικής, δημιουργούν χωρίς περιορισμούς με όλα τα πιθανά μέσα και συνεχίζουν να εξερευνούν τις δυνατότητες της ύλης που μας περιβάλλει. Το μέλλον της τέχνης του κολάζ παραμένει άγνωστο, η αξία του όμως ανεκτίμητη. Γι’ αυτό του δίνουμε μια νέα, διαφορετική διάσταση. «Κολάζ» ανθρώπων και ιδεών, όπως συνηθίζουμε άλλωστε να λέμε.


6 / ΚΟΛΑΖ

< WHO IS WHO >

WHO IS WHO


7 / ΚΟΛΑΖ

< WHO IS WHO >


8 / ΚΟΛΑΖ

Αριστείδης Γεωργίου // Ζω σε ένα δράμα 1986. Συντέλεια. Πανικός. Γέννηση. Σαράντα τέσσερις μέρες πριν το δράμα του Τσέρνομπιλ. Είχε φανεί το πράγμα. Εν τω μέσω της νυκτός, έτρεχε η καλή μου η μάνα να προλάβει, μην της ξεγλιστρήσω. Έτοιμος ήμουν να βγω, να καταστρώσω τα μεγαλεπίβολα σχέδιά μου. Μικρός, ήθελα να γίνω περιπτεράς και όχι αστροναύτης ή άλλα κοινότυπα. Ήθελα να τρώω τα παγωτά μου και είχα βάλει τον πατέρα μου να δώσει όρκο, πώς δώρο στο γάμο μου θα ήταν ένα φορτηγό από δαύτα. Αργότερα, πήρα την απόφαση να γίνω μεγαλοεπιχειρηματίας καθώς έτσι θα μπορούσα να αγοράζω όλα τα παγωτά του κόσμου, μόνος μου. Αντ’ αυτών, είπα να κάνω ένα περιοδικό και βλέπουμε… Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας στην πανέμορφη Λέσβο, στο δροσερό και πάντα κεφάτο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και έπειτα στην παγωμένη Δανία, για να σπουδάσω την τέχνη του κινηματογράφου. Όλα ωραία δηλαδή. Ελλάδα σε οικονομική κρίση κι εμείς κόντρα. Δουλειά δε βρίσκουμε, τη δημιουργούμε. Φιλιά.

< WHO IS WHO >


9 / ΚΟΛΑΖ

Βάλια Ζαμπάρα // The Odd Fellas Η Βάλια γεννήθηκε μια άνοιξη πριν από είκοσι επτά χρόνια. Μέχρι και σήμερα, έχει βάσιμες υποψίες ότι στην προηγούμενη ζωή της ήταν φυτό, καθώς η αγαπημένη της ασχολία είναι η φωτοσύνθεση. Σπούδασε Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με σκοπό να γίνει τηλεαστέρας. Περνώντας τα χρόνια, αποφάσισε πως της ταιριάζει γάντι απλώς το… αστέρας. Καταπιάστηκε με το «Κολάζ», γιατί –παρά τη διάχυτη λάμψη της, πιστεύει στη δύναμη της ομάδας και όχι της μονάδας. «Χαμογέλα. Η ζωή είναι μία, μικρή κι ωραία», είναι το μότο της και η σχεδόν μόνιμη συμβουλή της στις αναποδιές. Συνεχίζει, παρά την περιρρέουσα κατήφεια, να πιστεύει ότι ζει στην ομορφότερη χώρα του κόσμου.

< WHO IS WHO >


10 / ΚΟΛΑΖ

Αγγελική Τζιαφέτα // Τetrism Η Αγγελική γεννήθηκε το ‘89 στην Αθήνα και είναι περήφανη που τεχνικά ανήκει στα 80s. Ενώ είχε αποφασίσει να γίνει αρχιτέκτονας, το 2007 πήγε στο Λονδίνο να δει τέχνη. Μετά ήθελε να ανοίξει φούρνο στην Κούβα, πήγε στην Κούβα και όταν γύρισε δεν ήθελε να ξανακούσει ρεγκετόν, ήθελε να πάει στην Ινδία να πλένει ελέφαντες. Πήγε στην Ινδία δεν είδε ελέφαντες, γλίτωσε στο τσακ να γίνει η 3η γυναίκα του Αλαντίν στο Κάιρο (έδιναν στον ξάδερφο 2000 καμήλες και το σκεφτόταν λιγάκι), και τώρα είναι στην Ισπανία και κάνει φωτογραφία. Αλλά θα επιστρέψει να πάρει πτυχίο γιατί είναι λογοδοσμένη με την αρχιτεκτονική. Το μόνο πράγμα που ξέρει σίγουρα για τον εαυτό της, είναι ότι είναι καπνίστρια. Θα πούλαγε το ένα νεφρό για 250.000 στη μαύρη αγορά αλλά δεν μπορείς να πιεις καφέ μετά και είναι pending life decision. Της προκαλεί ευφορία: το 3ο ποτό (έπειτα η αντοχή εκμηδενίζεται), τα τατουάζ, οι κασέτες των Beatles και οι τελευταίες σελίδες των βιβλίων. Το να κλαις από τα γέλια είναι η ανεκτίμητη αξία της -το προκαλούν συνήθως οι φίλοι και οι αδερφές της. Έχει ασπαστεί 2 φιλοσοφίες ζωής “Sharing is caring” και “One day at a time” και τα δυο από τους ΑΑ. Όταν “κολλάει” παίζει tetris, βοηθάει στο troubleshooting.

< WHO IS WHO >


11 / ΚΟΛΑΖ

Αριστομένης Γεωργιόπουλος // Μουσική Βιο(α)μηχανία Ο Αριστομένης γεννήθηκε το 1985, στην Αθήνα. «Πριν καν γεννηθεί, είχε γίνει εμφανές το ιδιότροπο του χαρακτήρα του», συνήθιζε να λέει, γελώντας, η μητέρα του, στηριζόμενη σε κάποιες επιπλοκές που παρουσιάστηκαν στη γέννα. Πάντα πνεύμα αντιλογίας, με μια περίεργη αντίληψη για το κέντρο του κόσμου. Σε προσχολική ηλικία, οι γονείς του τον στέλνουν σε ένα γειτονικό ωδείο να μάθει πιάνο (λίγο μετά τον γράφουν και γαλλικά). Μέσα σε μια εβδομάδα, τα παρατάει και αρχίζει μαθήματα κιθάρας, μιας κι αυτή όπως έλεγε, θα μπορούσε να την παίρνει μαζί του στη παραλία. Κάποιες κασέτες που υπήρχαν στο σπίτι, από τις δύο μεγαλύτερες αδερφές του, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στα μετέπειτα ακούσματά του. Παράλληλα, οι μουσικές επιλογές των γονιών του, που τον νανούριζαν σε κάθε τους ταξίδι με το αυτοκίνητο, δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο. Έτσι Beatles, Steve Miller Βand, Γιοκαρίνης, Elvis Presley και Πουλικάκος, “έμπαιναν” από το ένα αυτί και Ζαμπέτας, Γαβαλάς, Μοσχολιού και Άκης Πάνου “έβγαιναν” από το άλλο. «Λέει ότι έχει ένα βουητό στα αυτιά του, μάλλον μας κοροϊδεύει», είχε αναφέρει η θεία του στον ωριλά, λίγο πριν διαγνωσθεί μία μόνιμη εμβοή ανεξιχνίαστης αιτίας. Τέλος πάντων, ο μικρός Αριστομένης μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε, υπηρέτησε τη “μαμά” πατρίδα και πλέον εργάζεται ως προγραμματιστής. Η μουσική, του έμεινε απωθημένο, το ίδιο και η λογοτεχνία. Γράφει στον ελεύθερο του χρόνο, από ταξιδιωτικά άρθρα μέχρι ποίηση. Ενίοτε “ντύνει” με μουσική, τις έμμετρες ποιητικές του απόπειρες. Κάποτε έκανε καμιά δυο δημοσιεύσεις στο περιοδικό “Συμπαντικές Διαδρομές” και αργότερα εξέδωσε κάποια ποιήματα του σε μία ποιητική συλλογή με τίτλο “Άγγελοι Πετάσσοντες”, υπό την αιγίδα του Εξωραϊστικού Συλλόγου Αμπελοκήπων. Προς το παρόν, συνεχίζει να γράφει, λειτουργικό και ευανάγνωστο κώδικα, ενώ παράλληλα, βγάζει τα καλλιτεχνικά του απωθημένα μέσα από τη στήλη “Μουσική Βιο(α)μηχανία” του Κολάζ.

< WHO IS WHO >


12 / ΚΟΛΑΖ

Παναγιώτης Φιλιππάτος // Φωτοργαφία δίχως λόγια Ο Παναγιώτης Φιλιππάτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989. Η φωτογραφία τράβηξε το ενδιαφέρον του σε νεαρή ηλικία αλλά η ενδελεχής ενασχόληση μαζί της ξεκίνησε με το πέρας των σπουδών του πάνω στο αντικείμενο της πληροφορικής. Η φωτογραφία δρόμου μονοπωλεί το ενδιαφέρον του ενώ στις κορυφαίες του καλλιτεχνικές επιλογές βρίσκονται ο Henri Cartier Bresson, o Josef Koudelka και ο André Kertész.

< WHO IS WHO >


13 / ΚΟΛΑΖ

Κατά φαντασίαν συντάκτης // Το νέο μέλος. Καλλιεργημένος και ωραίος ή και στο θηλυκό μου. Καλλιεργημένη και κουκλίτσα λοιπόν. ‘Κολάζ’ νέο μέλος. Ευχαριστώ τον μπαμπά, την μαμά και όλη μου την οικογένεια που με βοήθησαν με στήριξαν όταν χρειάστηκε και με φρόντισαν. Μου σκούπισαν τον ιδρώτα και μου χάιδεψαν τα μαλλιά σε όλη μου την προσπάθεια να με δεχτεί το ‘κολάζ’. Μου δώθηκε τελικά η ευκαιρία να γράφω και να ζωγραφίζω, να σκιτσάρω και να φωτογραφίζω για το υπέροχο αυτό περιοδικό. Οι εισαγωγικές εξετάσεις ήταν ζόρικες, αλλά άξιζε τον κόπο. Είμαι λοιπόν κατά φαντασίαν συντάκτης και ζογκλέρ των media και αγαπώ αυτό που κάνω. Είμαι αυτός/η που είμαι και είμαι καλά.

< WHO IS WHO >


14 / ΚΟΛΑΖ

Χάρης Φρανσίς // Η πρόζα του Χάρη Ο Χάρης Φρανσίς, είναι 27 ετών και είναι γόνος αλεξανδρινού πατρός και στερεοελλαδίτισας μητρός. Το μίγμα αυτό συνετέλεσε στην απαρχή μιας αδιάφορα και σουρεαλιστικά ανιαρής προσωπικότητας, με τάσεις ηλεκτρικές. Στους φίλους και γνωστούς επαγγέλεται οικονομολόγος (απόφοιτος ΑΣΟΕΕ γαρ με master στα εφαρμοσμένα οικονομικά) αλλά ο ίδιος επιμένει να πιστεύει ότι είναι ένα είδος αυτοσαρκαστικού παρουσιαστή, τύπου David Letterman. Μεγάλωσε στην περιοχή του ευρύτερου αστικού κέντρου των Αθηνών, από όπου και αντλεί την έμπνευσή του. Εφόσον οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, προσπαθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπηρετώντας το επάγγελμα το οποίο επέλεξε (άλλωστε όλοι λειτούργημα κάνουμε). Παρόλα αυτά δεν αμελεί ποτέ τα συγγραφικά του καθήκοντα, προσπαθώντας πάντα να συμμετέχει σε πρωτότυπα και ευρηματικά πρότζεκτ δίνοντας ό,τι μπορεί κι αυτός από την πολύτιμη έμπνευσή του. Εδώ και μια τριετία, παρουσιάζει τη δική του ραδιοφωνική εκπομπή (με κάποια διαλείμματα γκουχ γκουχ) από ιντερνετική ραδιοφωνική συχνότητα (για λεπτομέρειες απευθυνθείτε στον ίδιο). Είναι θαυμαστήςτηςλεγόμενης7ηςΤέχνης,μεπολύσημαντικές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που θα ζήλευε ακόμα και η ίδια η ακαδημία κινηματογράφου και λατρεύει καλλιτέχνες που επιλέγουν περισσότερες από μία μορφές τέχνης για να εκφράσουν το ταλέντο τους (κυρίως όταν αυτό γίνεται με σατιρική απόχρωση). Παράλληλα, λατρεύει την πρόζα, είτε αυτή εσωκλείεται σε ένα κειμενάκι τόσο δα, είτε ξεδιπλώνεται live μπροστά στα μάτια του. Κατά καιρούς θέλει να πιστεύει ότι ανήκει και σε μουσικό σχήμα ροκ διαθέσεων ως κιθαρίστας, όταν ο “καιρός” το επιτρέπει..... Στα κείμενά του μπορεί να κρύβεται κάτω από την ταυτότητα ΕΛΕ.ΘΕΣ. (το αρκτικόλεξο αποτελεί κρατικό μυστικό top secret).

< WHO IS WHO >


15 / ΚΟΛΑΖ

Χαράλαμπος Νικολάου // Ram’s Cameo O Χαράλαμπος Νικολάου γεννήθηκε, μεγάλωσε και ερωτεύτηκε (σ)την Αθήνα. Σπούδασε Γραφιστική, Σχέδιο Μόδας και Ενδυματολογία. Εργάστηκε ως ενδυματολόγος σε θεατρικές παραστάσεις, περιοδικά μόδας, τηλεόραση, fashion και μουσικά βίντεο και ως σχεδιαστής σε ελληνικές εταιρείες μέχρι να ιδρύσει το προσωπικό του ομώνυμο brand και να παρουσιάσει την πρώτη του ready to wear συλλογή το 2011 στα πλαίσια της Ελληνικής Εβδομάδας Μόδας. Έκτοτε συνεχίζει τη δημιουργική του περιπλάνηση και αντλεί έμπνευση από τα ερεθίσματα του περιβάλλοντός του, με κινητήριο δύναμη τις αισθητικές προκλήσεις της εποχής.

< WHO IS WHO >


16 / ΚΟΛΑΖ

Βίκη Χρηστάκη // Έκτακτο Δελτίο H Βίκη πιστεύει στην αγάπη, τους ανθρώπους, τις βαλίτσες. Στις λευκές σελίδες, στο τυρί, τους βυθούς και τα πουλιά. Πιστεύει επίσης, στο χιόνι, το πάθος, τη ζωηράδα. Στα φεγγάρια και στο σινεμά. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει παιδί και σεναριογράφος. Ζει παντού και συνήθως γράφει νύχτα.

XX


17 / ΚΟΛΑΖ

Στέλλα Σαμιώτη // Ιστορίες καθημερινής Σ-τρέλας Σπουδασμένη στις Αθήνες, δημοσιογράφος και θεατρίνα. Μένει στα Εξάρχεια και τα Σάββατα ψωνίζει φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή της Καλλιδρομίου, τα οποία στη συνέχεια τοποθετεί με αλφαβητική σειρά στο ψυγείο. Τις Κυριακές παίζει τζόκερ και όταν κερδίσει θα ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Οι γονείς της έχουν περισσότερα τατουάζ από την ίδια, πράγμα που της έχει δημιουργήσει σοβαρά ψυχικά τραύματα. Μιλάει άπταιστα κρητικά και αλαμπουρνέζικα, με κινέζικη προφορά.

XX


18 / ΚΟΛΑΖ

Βάσω Χατζηπέτρου // Φωτο-γραφειν Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Γραπτά της (με ψευδώνυμο) εμφανίστηκαν στο περιοδικό «Η Εν Λόγω Τέχνη», στην συντακτική ομάδα του οποίου συμμετείχε από το 1999 έως και το 2004. Το 2000 έλαβε έπαινο για την συμμετοχή της στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

XX


19 / ΚΟΛΑΖ

Νίκη Μάρκου // Φωτο-γραφειν Η Νίκη Μάρκου, γεννήθηκε στον Πειραιά το 1979 και μεγάλωσε στις Ερυθρές της Δυτικής Αττικής. Σπούδασε στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ασχολείται με τη φωτογραφία ερασιτεχνικά, από το 2012.

XX


20 / ΚΟΛΑΖ

Φαίδωνας Αρβανιτάκης // Visual Designer, Art Director του Κολάζ Ηλιοφάνεια. Σε 7 μέρες λέει πρέπει να βγεί το τεύχος. Πρέπει να του αρέσει κιόλας. Ά ρε Γεωργίου... Σκοτεινιάζει. Ορίστε, μια ευκαιρία είχα να με γνωρίσει και μένα ο κόσμος και πάει. Χάθηκε. Δεν προλαβαίνω. Η ψυχολογία ανεβοκατεβαίνει μαζί με το βαρόμετρο. Θα γράψω για μένα άλλη φορά. Ολόκληρο τεύχος. Βρέχει. Ομπρέλα και έφυγα.

XX


21 / ΚΟΛΑΖ

Σπύρος Αυλωνίτης // Web Developer του Κολάζ //Basic Info name = ‘Spiros’; age = ‘27’; occuppation = ‘undefined’; //Main Function function RulesToLiveBy (activity) { if( activity == ‘movies’ || activity == ‘tv_series’ || activity == ‘anime’ || activity == ‘video_games’ || activity == ‘hang_with_friends’ || activity == ‘board_games’ || activity == ‘stare_aimlessly_at_wall’) { DoItNow(); } else { DoItTommorow(); } }

XX


Save Africa Agency , Bold Ogilvy | Photo, Math Studio | Creative Director, Yannis Sideris

22 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα

Μας υποδέχτηκε στο στούντιό του, στις 12 το βράδυ. Η πρώτη μου μεταμεσονύκτια συνέντευξη. Κι η δική του μάλλον. Ήταν χαλαρός και χαβαλετζής. Αρχίσαμε να συζητάμε πριν καν ανάψουν οι κάμερες. Τα 50’ s κινηματογραφικά φώτα που είχαν στηθεί, δημιούργησαν αυτό που έλεγε κι ο Ηλιόπουλος, «μια ωραία ατμόσφαιρα». Με την ολοκλήρωση της προετοιμασίας, ο Άρης πάτησε το on σε μικρόφωνο και κάμερες και η συζήτηση ξεκίνησε επισήμως.

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >


23 / ΚΟΛΑΖ

XX


24 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >

Ο

Μάριος Θεολόγης είναι φωτογράφος, προερχόμενος από το χώρο της ζωγραφικής. Από πολύ μικρή ηλικία εικονογραφούσε και ζωγράφιζε, με αποτέλεσμα η αλλαγή της πορείας του προς τη φωτογραφία, να του φαίνεται αλληλένδετη με ό,τι είχε κάνει στο παρελθόν. Η διαφορά που βρίσκει μεταξύ των τριών αυτών ασχολιών, είναι απλώς ότι αλλάζει το μέσο που δημιουργείται η εικόνα. Με τη φωτογραφία ασχολήθηκε επαγγελματικά λόγω της ενασχόλησής του με τη διαφήμιση. Όπως λέει ο ίδιος, αυτό ήταν κάτι που έτυχε. Την εποχή της άνθισης του διαφημιστικού τομέα στην Ελλάδα, βρήκε μέσω γνωστών έναν τρόπο να βγάζει τα προς το ζην. Τότε δημιουργήθηκαν και οι Common Artists. Επρόκειτο για μια ομάδα αποτελούμενη από ζωγράφους, illustrators και εικονογράφους, οι οποίοι υπό την καθοδήγηση του, αναλάμβαναν διάφορα projects για περιοδικά και διαφημίσεις, την περίοδο της μεγάλης ζήτησης. Η ομάδα αυτή δεν υφίσταται πια. Ο λόγος απλός. . Όλα είναι πλέον πιο εύπεπτα, πιο γρήγορα, και κανείς δεν μπορεί να καλύψει το κόστος μιας εικονογράφησης, η οποία μπορεί και να απαιτεί μέρες ολόκληρες, μέχρι την υλοποίησή της. Η αισθητική και η κουλτούρα στο συγκεκριμένο χώρο και όχι μόνο, έχει μεταβληθεί ριζικά. Σήμερα, η επιβίωση στη διαφήμιση είναι για δυνατούς λύτες. Είναι για όσους αντέχουν να εργάζονται σκληρά, χωρίς να ρίχνουν την ποιότητα της δουλειάς τους και αμοιβόμενοι πολύ χαμηλότερα σε σχέση με το παρελθόν. Οι αντιξοότητες της δουλειάς είναι μες στο παιχνίδι, ωστόσο, όπως δηλώνει ο Μάριος, αυτό είναι που την κάνει και πιο ενδιαφέρουσα. Δεν έχει υπάρξει καμιά φωτογράφιση που να μην έχει φέρει σε πέρας, παρά τον όποιο βαθμό δυσκολίας. Άλλωστε τα δύσκολα είναι που τον ιντριγκάρουν. «Το να πρέπει να αποθανατίσεις μια σφαίρα την ώρα που διαπερνά ένα τζάμι, είναι κάτι πολύ δύσκολο. Θέλει καλούς υπολογισμούς και μελέτη αλλά αυτό είναι το ωραίο».

Renault Agency , Publicis | Photo, Math Studio | Art Director, Elias Moustakeas


25 / ΚΟΛΑΖ

DUO Agency , F.C.B. Gnomi | Photo, Math Studio | Creative Director, Yannis Barboutis

XX


26 / ΚΟΛΑΖ

Mom W.W.F Agency , Cream | Photo, Math Studio | Creative Director, Thodoris Tsekouras | Art Director, Konstantinos Argiriou

XX


27 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ >

Ο Μάριος, είναι ένας επαγγελματίας αναγνωρισμένος στο χώρο του. Με τιμές και δόξες και βραβεία. Ο ίδιος όμως δε δείχνει να ενδιαφέρεται για όλα αυτά. «Τα βραβεία δεν μου λένε τίποτα. Εγώ θέλω μόνο να κάνω σωστά τη δουλειά μου. Συνήθως άλλωστε βραβεύεται η ιδέα και όχι η εκτέλεση της φωτογραφίας». Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δε νιώθει πολύ περήφανος για κάποιες δουλείες του, όπως σπεύδει να διευκρινίσει, ως απάντηση κυρίως στο σαστισμένο μου βλέμμα. Ρωτώντας τον τι δε θα έκανε ποτέ σε σχέση με τη φωτογραφία, του πήρε λίγο χρόνο να απαντήσει. «Ανδρικό γυμνό. Αυτό δε θα έκανα. Όχι από ομοφοβία. Απλώς δε με ενδιαφέρει». Κι εδώ που τα λέμε είναι κατανοητό, αν αναλογισθεί κανείς το τεράστιο φωτογραφικό έργο του με γυναικεία γυμνά. Το γυμνό είναι για εκείνον μέσο έκφρασης. Είναι ένας τρόπος να εξελίσσεται φωτογραφικά και παράλληλα να εκφράζεται ζωγραφικά, δημιουργώντας φόρμες ή τοπία, με ανθρώπινα σώματα. Δεν καταγράφει απλώς το γεγονός. Πειραματίζεται με το φωτισμό ή τη γωνία λήψης, φτιάχνοντας νέους άξονες. Τα γυμνά του μοιάζουν με γλυπτά, δεν έχουν τίποτα το πρόστυχο. Η φωτογραφία είναι γι’ αυτόν ένα πινέλο. Ένα πινέλο, με το οποίο ζωγραφίζει κυρίως το φως, παρά τη σκιά. «Το φωτόμετρο, όπως πρόσφατα μου έλεγε ένας φίλος, ονομάζεται έτσι, ακριβώς γιατί μετράει το φως. Από εκεί ξεκινάν όλα, αν το καλοσκεφτείς». Η όψη του Μάριου θυμίζει αυτή, ενός ανθρώπου που έχει έρθει σε μια κάποια επαφή με τον εαυτό του. Αποπνέει μια ειλικρίνεια. Τον θυμώνει η αχαριστία ενώ τον κάνει ευτυχισμένο να μπορεί να «μοιράζεται» την εμπειρία και τις γνώσεις του. Είτε ο αποδέκτης είναι ο πεντάχρονος γιος του, είτε μια αίθουσα με μαθητές*. Υπάρχει όμως και κάτι που δε μοιράζεται ποτέ. Τις στιγμές χαλάρωσης του. Τότε που μόνος, προσπαθεί να τακτοποιήσει τα σκονισμένα ράφια και τις κούτες του δωματίου του μυαλού του. Μετά από είκοσι χρόνια φαντάζεται τον εαυτό του να εργάζεται (όχι να δουλεύει, το τονίζει) και να συλλέγει γνώση. Off the record, μας «πετάει» ότι μετά τα σαράντα, το σώμα δεν έχει τις ίδιες αντοχές. Παλιά άντεχε 24ωρα ολόκληρα ξύπνιος. Τώρα πια δεν είναι το ίδιο. Η συνέντευξη όμως εκείνης της βραδιάς, μάλλον τον διαψεύδει. Από το στούντιο φύγαμε στις 03.00, πίνοντας κι ένα ποτηράκι τσικουδιά. Ο Μάριος Θεολόγης, είναι ωραίος τύπος τελικά._ * Τα τελευταία δεκατρία χρόνια διδάσκει εικονογράφηση στη σχολή ΑΚΤΟ.

Ολόκληρη την δουλειά του Μάριου Θεολόγη, μορείτε να βρείτε στο | www.mariostheologis.com Τη βιντεοσκοπημένη συνέντευξη, μπορείτε να τη βρείτε στο | www.kolaz.net


28 / ΚΟΛΑΖ

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >

Άρθρο / Αριστομένης Γεωργιόπουλος

Ο

ρεστιάδα 2009. Θερμοκρασία -15c. Απόγευμα. Σε ένα χιονισμένο στενάκι δύο φαντάροι έκαναν βόλτα ψάχνοντας ένα μαγαζί να χωρέσει και να ζεστάνει τις σκέψεις και τις καρδιές τους. Το σώμα τους είχε συνηθίσει το κρύο. Δεν ήθελαν άλλη καφετέρια, ούτε άλλη ταβέρνα. Τα τσιπουράδικα τα είχαν βαρεθεί. Έψαχναν κάτι πρωτότυπο και αυθεντικό. Κάτι με καλή μουσική και καλό ποτό. Ξαφνικά ο ένας από τους δύο, ο κοντός, βλέπει μέσα από μία τζαμαρία έναν πολύχρωμο όγκο. Κοιτάει πιο προσεχτικά. Ναι ήταν αλήθεια. Ήταν ένα jukebox. Πως ήταν δυνατόν να περάσει αυτό το μαγαζί απαρατήρητο; Μόνο και μόνο το jukebox του έδινε ένα στιλ άλλης εποχής, του έδινε κάτι από την Αμερική την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης κάπου στα 1920. Του έδινε κάτι από την Ελλάδα του 1960. Ροκ και Λαϊκό, σε δύο διαφορετικές χώρες, σε άλλες εποχές. Το κοίταζαν λες και έβλεπαν μία χρονομηχανή, που από την Ορεστιάδα του 2009 και την βαρετή και ανούσια θητεία τους, θα τους μετέφερε μόνο με ένα νόμισμα σε άλλες εποχές που είχαν για λίγο ονειρευτεί να ζήσουν. Ανοίγουν την πόρτα και ήταν λες και πέρασαν μία χωροχρονική πύλη που τους οδήγησε σε ένα σαλούν το 1889 στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί που τοποθετήθηκε το πρώτο jukebox. Τότε είχε δίσκο Shellac των 78 στροφών το λεπτό, αντικαταστάθηκε όμως από δίσκους βινυλίου των 45 στροφών κάπου στο 1950. Όπως ήταν φυσικό με τη πάροδο του χρόνου και την ανάπτυξη της τεχνολογίας από το 1980 και μετά έδωσαν και τα βινύλια τη θέση τους στα cd και στα τέλη του 20ού αιώνα ήρθαν και τα πλήρως ψηφιακά jukebox. Σκληροί δίσκοι και mp3 αντικατέστησαν τον ρομαντισμό και τον μοναδικό, “βρόμικο” ήχο του βινυλίου. Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι. Το μυαλό τους ταξίδευε. Τι ειρωνεία... Ήταν φαντάροι και έβλεπαν ένα jukebox που έμοιαζε με το 1015-Bubbler της Wurlitzer. Το πιο δημοφιλές και κλασσικό σχέδιο jukebox που υπήρξε ποτέ. Εμπνευσμένο και σχεδιασμένο από τον Paul Fuller τη δεκαετία του ‘40. Μάλιστα φημολογείται, ότι όταν ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος οι εταιρείες παραγωγής μουσικού εξοπλισμού «αφιερώθηκαν» κυρίως στην

αναμετάδοση του πολέμου. Με αυτή την εξέλιξη, ο Fuller είχε περισσότερο χρόνο να ασχοληθεί με την σχεδίαση και την αισθητική του μοναδικού αυτού μοντέλου. Ο πλεονάζον αυτός χρόνος, είχε ως αποτέλεσμα να έρθει στο φως ένα από τα καλύτερα σχέδια αυτής της κουλτούρας.


29 / ΚΟΛΑΖ

XX


30 / ΚΟΛΑΖ

Το ξύλο δέσποζε σε κάθε γωνιά του μαγαζιού. Του προσέδιδε μία ζεστή ατμόσφαιρα. Την είχαν ανάγκη. Τότε σηκώθηκε ο άλλος εκ των δύο, ο ψηλός, και κατευθύνθηκε προς το jukebox. Έκατσε για λίγο όρθιος απέναντι του. Το περιεργάστηκε, το θαύμασε. Ήταν λες και είχαν έναν μυστικιστικό διάλογο. Κοίταξε τα τραγούδια, τους συνδυασμούς γραμμάτων και αριθμών που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την επιλογή κομματιού. Τις επιλογές που είχε. Τη διακόσμηση. Ήταν ένα έργο τέχνης. Μόνο μία ματιά σε αυτό το αριστούργημα αρκούσε για να σου φτιάξει τη διάθεση. Ήταν μια αισθητική πανδαισία. Συνδυασμός δύο τεχνών. Μουσικής και ζωγραφικής. Ακόμα καλύτερα ήταν ένα κολάζ μουσικής και ζωγραφικής. Έβγαλε ένα πενηντάλεπτο από τη τσέπη του και μέσα σε λίγα λεπτά έδωσε ζωή στο άψυχο μηχάνημα. Η πρώτη του επιλογή ήταν “Το Όνειρο” του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Στο μαγαζί βρίσκονταν άλλες δύο παρέες. Με το που ακούστηκε το κομμάτι αντάλλαξαν περίεργα βλέμματα. Ο ψηλός έκατσε στο τραπέζι και αφού τσούγκρισαν τα ποτήρια τους απόλαυσαν το “ονειρικό” τραγούδι του Θανάση, το οποίο για όσο διήρκεσε τους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Μόλις τελείωσε, ένας από τη διπλανή παρέα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε κι αυτός με τη σειρά του προς το jukebox. Έβγαλε ένα νόμισμα από το πορτοφόλι του και το έριξε στη σχισμή του μηχανήματος, κοιτάει τους δυο μας φίλους, τους χαμογελάει, με νόημα, και κάθεται στο τραπέζι του. Τσουγκρίζει με τη παρέα του και κάνει νεύμα προς τους δυο φαντάρους με υψωμένα τα ποτήρια. Το τραγούδι που είχε επιλέξει ήταν το «Ιron Μan» από Black Sabbath. “Ozzy lost his mind, can he see or is he blind?” Δεν ξέρω αν ο Ozzy έχασε το μυαλό του αλλά οι φίλοι μας για λίγο το έχασαν σίγουρα. Μετά το σοκ όμως, σαν να τους άρεσε. Σαν να ξεκίνησαν ένα μικρό διαγωνισμό. Μία μικρή πρόκληση από τις άλλες παρέες. Αφού τέλειωσε το κομμάτι, σηκώθηκε ο κοντός, έβγαλε ένα νόμισμα, αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να γίνει αντιληπτός σε όλο το μαγαζί και επέλεξε Παπάζογλου, «Κανείς εδώ δεν τραγουδά». Έκατσε και ήταν η σειρά τους να χαμογελάσουν και να τσουγκρίσουν με το “μαγαζί”. Τότε ήταν που ήρθαν και τα ποτά από τα δίπλα τραπέζια. Χαιρετούρες, γέλια, κουβέντες. Ένα κολάζ από νότες, τραγούδια, είδη μουσικής, χρώματα, μυρωδιές και συναισθήματα. Εν τέλει, ίσως δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κολάζ ανθρώπων. Άλλωστε η μουσική δεν είναι μόνο κανόνες και κλίμακες. Είναι και πάθος, αγάπη και οργή. Χάρη σε μια «μηχανή», οι δύο φίλοι πέρασαν ένα αξέχαστο απόγευμα βάζοντας το δικό τους πολύχρωμο, μουσικό χαρτάκι στο κολάζ του jukebox.

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >


31 / ΚΟΛΑΖ

< ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟ (Α) ΜΗΧΑΝΙΑ >


32 / ΚΟΛΑΖ

< TETRISM >

Άρθρο / Αγγελική Τζιαφέτα


33 / ΚΟΛΑΖ

Ό

ταν ήμουνα μικρή ένιωθα τρομερή χαρά στο να βρίσκω τον Waldo. Θυμάστε αυτά τα μεγάλα βρετανικά παιδικά βιβλία, που έπρεπε να βρεις τον τυπάκο με την ριγέ κόκκινη μπλούζα μέσα στο πλήθος; Μην αρχίσετε όλοι τώρα ότι “ήταν Where’s Wally” , εγώ είχα την έκδοση που έλεγε “Where’s Waldo” (μετά από στοίχημα είδαμε ότι στην Αμερική και στον Καναδά το είχαν αλλάξει σε Waldo). Κάθε σελίδα ήταν ένα χάος. Όταν δεν τα κατάφερνα με την πρώτη παρατήρηση, το πήγαινα εκατοστό- εκατοστό, παρατηρούσα τη σελίδα και ξεχνούσα ότι πρέπει να βρω τον Waldo. Γύρω στα 15 μου, άρχισα να κυκλοφορώ στο κέντρο της Αθήνας. Φροντιστήριο, σχολή έπειτα, τριγυρνούσα όλες τις ώρες. Τα πρωινά, ειδικά του καλοκαιριού, ένιωθα ακριβώς σαν τον Waldo. Πνιγμένη μέσα σε ένα χάος, στριμωγμένη από πάρα πολλούς, σαν εμένα. Το να περπατάω στο δείγμα πεζοδρομίου της Σόλωνος - μέσα στο καταμεσήμερο - με σανδάλι, ήταν εφιάλτης. Παρ’ όλα αυτά λατρεύω την Αθήνα. Έχει τα στραβά της, κάμποσα προβλήματα, αλλά παραμένει μια ιδιαίτερα γοητευτική πόλη. Έχω μεγαλώσει στο κέντρο, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνομαι όποια περιοχή μπορώ να γυρίσω σπίτι με τα πόδια, σαν προέκταση της γειτονιάς μου. Κάθε φορά που τυχαίνει να ζήσω σε μια άλλη πόλη, όταν επιστρέφω, η σχέση που έχω μαζί της αλλάζει δραματικά και γίνεται ακόμη πιο οικεία και αυτόματη. Δεν τρέφουν όλοι φυσικά την ίδια αγάπη για το κέντρο. Φίλοι που μένουν στα προάστια έρχονται στο κέντρο μόνο το βράδυ, άλλοι σε καμία περίπτωση και άλλοι δεν έχουν πρόβλημα αλλά προτιμούν τον καθαρό αέρα της γειτονιάς τους. Υπάρχουν κι αυτοί που μετακομίζουν στο κέντρο από τα προάστια για να μην τους «τρώνε» οι αποστάσεις. Προφανώς και δεν είναι κάτι καλύτερο από κάτι άλλο, είναι επιλογή τρόπου ζωής. Πάντα εκτιμώ τη βόλτα στα παρκάκια της Φιλοθέης και στου Παπάγου, και όσοι ζουν εκεί βιώνουν τη διαφορά του πρασίνου στην καθημερινότητα τους, αλλά δεν θα μπορούσα να μείνω αλλού. Το βράδυ το κέντρο αλλάζει, μεταμορφώνεται σχεδόν. Όλη η πρωινή βαβούρα μεταφράζεται σε αυτή την αξιοζήλευτη νυχτερινή ζωή που σπάνια βρίσκουμε ως τουρίστες στο εξωτερικό, όπου τριγυρνάμε στις δώδεκα το βράδυ σαν τις άδικες κατάρες να βρούμε κάτι ανοιχτό να τσιμπήσουμε.

“Το Μπουένος Άιρες αυξάνεται ανεξέλεγκτα και ατελώς. Μια πυκνοκατοικημένη πόλη σε μια ερημωμένη χώρα. Μια πόλη στην οποία χιλιάδες κτίρια υψώνονται στον ουρανό. Χωρίς κανένα κριτήριο. Δίπλα σε ένα ψηλό, ένα μικρό. Δίπλα σε ένα λογικό, ένα παράλογο. Δίπλα σε ένα γαλλικό, κάποιο χωρίς κανένα στυλ. Αυτές οι ανωμαλίες ίσως μας αντικατοπτρίζουν απόλυτα. Αισθητικές και ηθικές ανωμαλίες. Αυτά τα κτίρια, που δεν ακολουθούν καμία λογική, δείχνουν κακό σχεδιασμό. Ακριβώς όπως οι ζωές μας: Δεν έχουμε ιδέα πώς θέλουμε να είναι. Ζούμε λες και το Μπουένος Άιρες είναι μια στάση. Δημιουργήσαμε μια “κουλτούρα ενοίκων”. Τα κτίρια γίνονται όλο και πιο μικρά... για να κάνουν χώρο για ακόμη μικρότερα. Τα διαμερίσματα μετρούνται από τον αριθμό των δωματίων τους. και κυμαίνονται από 5 δωμάτια με μπαλκόνια, παιδότοπους, δωμάτια υπηρεσίας και αποθήκες... μέχρι διαμερίσματα ενός δωματίου γνωστά και ως “σπιρτόκουτα”. Ακριβώς όπως σχεδόν όλα τα χειροποίητα αντικείμενα, τα κτίρια κατασκευάζονται για να μας διαφοροποιούν. Υπάρχει μια μπροστινή και μια πίσω πλευρά.

< TETRISM >

Ψηλά και χαμηλά διαμερίσματα. Οι προνομιούχοι έχουν το γράμμα Α ή μερικές φορές το Β. Όσο πιο πίσω στο αλφάβητο, τόσο χειρότερο το διαμέρισμα. Το υποσχόμενο φως και η θέα... σπάνια συμπίπτουν με την πραγματικότητα. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από μια πόλη... που γυρίζει την πλάτη στο ποτάμι της; Είμαι πεπεισμένος ότι οι χωρισμοί, τα διαζύγια, η ενδοοικογενειακή βία, η πληθώρα των καλωδιακών τηλεοπτικών σταθμών, η έλλειψη επικοινωνίας, η νωθρότητα, η απάθεια, η κατάθλιψη, η αυτοκτονία, οι νευρώσεις, οι κρίσεις πανικού, η παχυσαρκία, η υπερένταση, η ανασφάλεια, η υποχονδρία, το άγχος και η καθιστική ζωή... οφείλονται σε αρχιτέκτονες και οικοδόμους.”

Σπουδάζοντας Αρχιτεκτονική, κατανόησα κάποια πράγματα για την πόλη και την πολεοδομία της και την είδα κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Μετά τη δεκαετία του ’60, η Αθήνα άρχισε να μεγαλώνει, υπήρξε έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας με την ανέγερση πολυκατοικιών τόσο στο κέντρο όσο και στα προάστια. Όταν άρχισε να πιέζεται το κέντρο, άρχισε και να εγκαταλείπεται εκ των έσω, να επεκτείνεται προς τα έξω, και να τρέχει σε κάθε δυνατή κατεύθυνση, σε περιοχές που ακόμα χτίζονται όπως η Παλλήνη ή ο Γέρακας. Πολλές περιοχές είναι σαν άδειο κουφάρι. Στην Πλατεία Βάθης και από την Αθηνάς προς την Ομόνοια είναι γεμάτο εγκαταλελειμμένα, και οι περιοχές αυτές γίνονται σιγά-σιγά απρόσιτες για όσους δεν ζουν εκεί. Δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς τα τρωτά σημεία της πόλης. Η αναρχία στη δόμηση έπνιξε τους φυσικούς αεραγωγούς, τα πάρκα και τους κοινόχρηστους δημόσιους χώρους μέσα και έξω από το αστικό τοπίο. Οι ανεπαρκείς συγκοινωνίες, κάνουν απαραίτητο για πολλούς το αυτοκίνητο, το οποίο δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα με αποτέλεσμα έντονης κυκλοφοριακής συμφόρησης και ηχορύπανσης. Η Αθήνα δεν έχει χώρο για τους πεζούς και τα δέντρα, αλλά κυρίως γύρισε την πλάτη της στη θάλασσα κλείνοντας τον ορίζοντα της. Αυτό είναι ίσως το μόνο που δεν της συγχωρείται. Βέβαια δεν πιστεύω ότι ο Αττικός ουρανός πνίγηκε στα σκουπίδια και στην κακή αρχιτεκτονική. Ακόμα και όταν σε πιτσιλάνε τα air-condition, μπορείς να ξεφύγεις στα Αναφιώτικα, να πας βόλτα στο Παλαιό Φάληρο. Η Αθήνα είναι πυκνή και η ετερόκλητη όψη της είναι γεμάτη γωνιές. Είναι ένα μωσαϊκό και επιλέγεις πως θες να το βιώσεις. Η ενέργεια της δεν είναι άλλη από την ομορφιά του χάους. Η αντικειμενική ομορφιά της Αθήνας είναι λιγότερο σημαντική από τον αυθορμητισμό και τα βιώματα των κατοίκων της μέσα σε αυτήν, και εκεί κρύβεται η γοητεία της. Ξέρω ακριβώς τι θα κάνω όταν θα επιστρέψω σπίτι. Θα πάω μια βόλτα από τη σχολή, θα πάρω κάτι με σφολιάτα από τα «Στάχυα» και καφέ από τον Πιτ. Θα ανέβω από Ιπποκράτους να κάνω ένα τσιγάρο στη Μαρία να δω πως έκανε το σπίτι. Θα κατέβω στην Ευριπίδου να βρω τα παιδιά στα μπριζολάκια του Τέλη, και αν δεν μου έχουν αφήσει τίποτα, θα τσιμπήσω ένα φαλάφελ φεύγοντας. Θα πάρω το Μάρκο να πάμε για τάβλι στου Παπάγου, θα πάω Χαλάνδρι για μια μπύρα να δω τα κορίτσια, και να κατέβουμε στην Αθηναία για θερινό. Θα πάρω κουρού στο διάλλειμα, θα κατέβω κέντρο για ποτό και θα γυρίσω από τη Μιχαλακοπούλου για μια μερίδα κοτοπουλάκια πριν πάω σπίτι. Και θα προσπαθώ μάλλον να… χωνέψω. Υγ: Στην ταινία Medianeras (2011) που θα πει μεσοτοιχίες, του Gustavo Taretto, υπάρχει μια από τις πιο πετυχημένες εισαγωγές που αφορούν την τροπή των μεγαλουπόλεων. Έχει και τον Waldo.


34 / ΚΟΛΑΖ

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >

Άρθρο / Στέλλα Σαμιώτη


35 / ΚΟΛΑΖ

«Καληνύχτα μωρή! Άντε βγάλε το σκασμό τώρα». Όταν δεν είναι καλά, μιλάει ακατάπαυστα. Το αντίσκηνο είναι για τέσσερα άτομα. Εμείς μόλις δύο και δεν μας χωράει ο τόπος. Την πήρα άρον - άρον από τη συναυλία του Θανάση, γιατί έπεφτε πάνω στον κόσμο. Πως αλλιώς να στηριχτεί; Δεν μπορεί να ελέγξει το σώμα της και τρώω ένα ξεγυρισμένο χαστούκι την ώρα που αλλάζει πλευρό. Της δίνω να πιει νερό και εύχομαι να χυθεί όλο πάνω της. Η καριολίτσα όμως τα καταφέρνει, γιατί νομίζει ότι είναι ρακί και δεν θέλει να χαραμίσει ούτε μία σταγόνα. Καθώς μου δίνει πίσω το μπουκάλι, γλιστράει από τα χέρια της και αδειάζει πάνω μου. Αλλάζω μπλούζα και την ακούω να ροχαλίζει. Η συναυλία μόλις τελείωσε και οι υπόλοιποι κατασκηνωτές συνεχίζουν το πάρτι με κιθάρες. Αποκοιμιέμαι. Γυρνάω στο σπίτι κατάκοπη και το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ. Βρίσκομαι στη Μ.Λ.(Μετά Λουμπάγκο) περίοδο της ζωής μου. Βγάζω με δυσκολία τα ρούχα μου και από την τσέπη του τζιν, πέφτει ένα ευρώ. Το παρακολουθώ να κυλάει, ανήμπορη να σκύψω να το μαζέψω. Σταματάει δίπλα σε μια κάλτσα, ένα σκουλαρίκι, τα παπούτσια που φορούσα την προηγούμενη μέρα, μερικά κέρματα ακόμη, ένα σορτσάκι και τρία τσιμπιδάκια για τα μαλλιά. Ό, τι πέφτει στο πάτωμα, μετά το λουμπάγκο, μένει εκεί. Γελάω και καθώς κατευθύνομαι προς το κρεβάτι, πατάω κι άλλα μικροαντικείμενα, τα περισσότερα είναι κέρματα αλά Φοντάνα Ντι Τρέβι. «Χρειάζομαι ξεκούραση» σκέφτομαι και πέφτω για ύπνο. Το επόμενο πρωί, μια στοίβα από εικοσάλεπτα βρίσκεται στο τραπεζάκι του σαλονιού. Τα έχει μαζέψει ο καλός μου. Διακοπές του Πάσχα. Έχουμε βγει για ποτό και περνάω πολύ όμορφα. Δυο μήνες πριν, ούτε που θα το φανταζόμουν. Λες και έπεσε βαριά κατάρα στη σχέση μας. Από αυτές της Κατίνας της μικρασιάτισσας μάγισσας με το μαύρο το μπιρμπιλωμάτικο βλέμμα. Η σανγκρία γλυκόπιοτη κατεβαίνει σα νεράκι. Χορεύουμε αλλοπαρμένα και παράλληλα προσπαθώ να καταλάβω που έγινε το λάθος. Χώθηκα στη σχολή μου, χάθηκε, απομακρύνθηκα, μετάνιωσε, αναθεώρησα. Ποιος ξέρει... Ένιωσα πολλές φορές προδομένη και άλλες προδότρα. Ακούγεται αστεία ως λέξη: «προδότρα». Μετριάζει λίγο το κακό που έχεις κάνει. Δεν είναι η κατάλληλη ώρα να το λύσουμε αυτό, άσε που ποτέ δεν θα παραδεχτεί τις αλήθειες που ξέρω. Με γυρίζουν στο σπίτι της αδελφής μου ξημερώματα και μόλις μπαίνω μέσα τρέχω στην τουαλέτα και κάνω εμετό. Με παίρνει ο ύπνος πάνω στη λεκάνη. Βλέπω για χιλιοστή φορά «Σεξ εντ δε σίτι» παρέα με τον κολλητό μου. Πρόκειται για την αγαπημένη μου σειρά μαζί με «Τα φιλαράκια». Και ξαφνικά μου σκάει. Η Κάρι Μπράτσο είναι λίγο μαλακισμένη. Έχει εμμονές, είναι εγωίστρια και ξεροκέφαλη. Πατάω pause μπουχτισμένη και το ανακοινώνω στο Δημήτρη. «Μου ‘χει σπάσει τα νεύρα με τον κωλοχαρακτήρα της!». Απαντάει «Ήμουν έτοιμος να σου πω το ίδιο», και πατάει ξανά το play. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.

< ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ >


36 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Χάρης Φρανσίς Φωτογραφία, Αριστείδης Γεωργίου

Πριν από λίγες μέρες ήρθε ένας φίλος από εξωτερικό. Τον πήρα ένα απόγευμα και πήγαμε να πιούμε έναν καφέ και να βολτάρουμε στο κέντρο. Ήταν από αυτές τις αθώα κουλτουριάρικες βόλτες που κάνουμε για να εξιλεωθούμε από την κατάχρηση της αθηναϊκής νυχτερινής πίστας. Μπήκα σε ένα συμπαθητικό καφέ λίγο πιο κάτω από την πλατεία Συντάγματος. Παρεμπιπτόντως τι όνομα βρήκαν να δώσουν στην πιο κεντρική πλατεία αν είναι ποτέ δυνατόν… Αντί να την πουν «χυμαδιού κι αρπακόλλας γωνία». Με το που μπήκα είδα μια ωραία μεγάλη κορνίζα που περιείχε ένα εντυπωσιακό κολάζ από διάσημες κινηματογραφικές αφίσες. Ωραίο αναμνηστικό! Έπινα τον καφέ και για κάποιο παράξενο λόγο άρχισα να «γράφω» το συνομιλητή μου- είναι άλλωστε αγαπημένο μας εθνικό σπορ, και να ρίχνω το βλέμμα μου σε αυτή την συμπαθητική κορνίζα. Ξεκίνησα λοιπόν να φτιάχνω μέσα στο μυαλό μου ένα κατά δικό μου «σύμπλεγμα». Εντελώς συνειρμικά…. Ψηφιδωτό εικόνων, ήχων, αναμνήσεων. Κολάζ που δεν κρεμιέται σε έναν άψυχο τοίχο. Αντίθετα, ζει και τσιγκλά το μυαλό σου και δε μπαίνει σε κοινή θέα. Άρχισαν να μου έρχονται στο μυαλό σκόρπιες εικόνες. Μια τύπισσα που βόλταρες σ’ ένα πεζόδρομο με μαγαζιά, της εξηγούσες το φόβο σου ή τις προσδοκίες σου και εκείνη σε ρωτούσε αν θεωρείς ότι η νέα κολεξιόν Gucci είναι πολύ ακριβή και υπερτιμημένη. Μια άλλη κοπέλα που ήξερες ότι σε έχει στο τσεπάκι και παρ’ όλα αυτά ήθελες να μπεις μέσα σε αυτό το σατανικό τσεπάκι. Ένα απρόσμενο φιλί μέσα στο αμάξι. Συνέχισα να στήνω το σουρεαλιστικό «πανηγυράκι» μου. Έβαλα και ήχο. Μια μεταμεσονύκτια βόλτα με ιαπωνική ρόδα και μουσική από Ray Charles να δηλώνει θρασύτατα ότι “έχει μια γυναίκα στην άλλη άκρη της πόλης που είναι καλή και ευγενική μαζί του και του δίνει αγάπη” κι εσένα να έχεις χαζέψει μια ωραία ξανθιά φιγούρα που περνά μπροστά σου καθώς περιμένεις στο φανάρι και αναρωτιέσαι αν άραγε μιλά γι’ αυτή το τραγούδι. Ένας λιγνός τύπος μισομεθυσμένος σε κάποιο στενό να τραγουδά ότι «Είν’ αητός χωρίς φτερά» κι εγώ να σκέφτομαι: ποιος από τους 2 μας πρέπει να έχει πιει περισσότερο; Ο λιγνός που τραγουδά ή εγώ που τον ακούω αποσβολωμένος; Τώρα που το σκέφτομαι αν πράγματι πληρώναμε ένα συμβολικό ποσό δικαιωμάτων κάθε φορά που ο καθένας μας έχει σιγοτραγουδήσει ή γκαρικλοφωνάξει αυτό το τραγούδι ο Μ. Χατζιδάκις θα ήταν πλουσιότερος από τον Warren Buffet. Οι εικόνες και οι ήχοι συνέχιζαν να παίζουν το περίεργο παιχνίδι τους στα άδυτα του μυαλού μου. Πονηρές αναμνήσεις, βαρύγδουπα λόγια, επαγγελματικά σιχτιρίσματα. Ένα υπερρεαλιστικό κουβάρι αντιθέσεων από όμορφες εικόνες και πικρές γεύσεις. Είπα μέσα μου καλύτερα να επικεντρωθώ στη συζήτηση με το φίλο μου (αμάν, τον είχα ξεχάσει αυτόν) γιατί θα το κάψω το κεφαλάκι μου. Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης. Το μυαλό εκεί! Επιμονή! Ανέσυρα - κάτι σαν το σημερινό ελληνικό “drag and drop”, που λέμε - καλοκαίρια σε παραλίες με τα γνωστά ακούσματα πριονίδια από την ανατολή ως τη δύση

< Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ >


37 / ΚΟΛΑΖ

< Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΧΑΡΗ >

του ηλίου, γαλάζια νερά, φαγητό με φίλους, θερινά σινεμά. Πωωω, σκέφτηκα, όλα σήμερα θα τα αναβιώσω. Κάποια στιγμή ο φίλος μου συνειδητοποίησε ότι μιλά σε «τοίχο». Τελικά ισχύει ότι με κάποιον που έχεις να δεις πολλά χρόνια δεν έχεις να πεις και πολλά στο φινάλε- φινάλε, οι καθημερινοί μας άνθρωποι είναι οι συνομιλητές μας. Μετά από κάποια ώρα γύρισε και με ρώτησε: «Συμβαίνει κάτι; Τρέχει κάπου το μυαλό σου;» Έπεσε μέσα. Του εξήγησα τον πανικό που συνέβαινε μέσα μου και προς μεγάλη μου έκπληξη ταυτίστηκε μαζί μου. «Άσε, εγώ τέτοια νοητικά τσαλαβουτήματα τα κάνω συνέχεια» μου είπε και άρχισε να με βάζει σε νέο «τρυπάκι». Τελικά είμαστε οι αναμνήσεις μας; Κουβαλάμε μέσα μας εικόνες, ήχους και στιγμιότυπα και τα επαναφέρουμε όποτε βαριόμαστε τον εαυτό μας ή τους γύρω μας; Κι αν το κάνουμε συνέχεια, μήπως ζούμε μόνο με τις αναμνήσεις; Πήγα να παγιδευτώ στη δίνη των σκέψεων που ο ίδιος δημιούργησα. Είπα στον εαυτό μου πήγαινε σπίτι και γράψε κάτι να ηρεμήσεις. Μου κατέβηκαν δυο στροφές στο κεφάλι (συνήθως μου έρχονται μόνες τους)

Κολάζ με εικόνες και αναμνήσεις Κι αναρωτιέμαι «που θα πατήσεις;» Έχει ο δρόμος σου κάποιο συρμό Ή τσάμπα τρέχεις, χωρίς σφυγμό; Πάρε μια εικόνα όποια σ’ αρέσει Κόψε τις άκρες από τη μέση Κράτα το χρώμα πάρε στυλό Και ξαναφτιάξ’ τη ψηφιδωτό

Σκέφτηκα να δώσω τους στίχους στον Παντελή Παντελίδη. Άλλωστε τέχνη χωρίς φράγκα, αμάξι χωρίς άλογα. Το σκέφτηκα λίγο καλύτερα και είπα στον εαυτό μου: «Όχι, μην τους δώσεις, περίμενε λίγο ακόμα, μπορείς να γράψεις και χειρότερα». Με τα πολλά η μέρα πέρασε αλλά η ιδέα του κολάζ έμεινε καρφωμένη στο μυαλό μου. Μου έρχονταν κι άλλες εικόνες ώσπου τελικά κατάλαβα ότι δεν έφταιγε ο ανιαρός φίλος μου που άθελα του με παρακίνησε να ξεκινήσω αυτή τη βασανιστικά αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία. Έχω όπως φαίνεται το «σαράκι» από μόνος μου. Στριφογύριζα όλη νύχτα στο κρεβάτι με άγχος και με ένα πλάκωμα στο στήθος. Κολάζ φτιάχνουμε όλοι μας, ο καθένας με το δικό του θέμα και τα δικά του υλικά. Τα κόβουμε, τα ράβουμε, τα χρωματίζουμε, τα νιώθουμε. Το θέμα είναι τι πρωτογενές υλικό χρησιμοποιεί ο καθένας. Φίλους, παρέες, ταξίδια, τραγούδια, πρόσωπα. Το πρωί ξύπνησα «άδειος» από σκέψεις και έτοιμος να «γεμίσω». Απ’ ότι φαίνεται αν δεν αδειάζεις το μυαλό κατά διαστήματα, αυτό γυρνά και σου επιτίθεται. Σηκώθηκα κι ετοιμάστηκα να ζήσω άλλη μια μέρα που θα με βοηθούσε να προσθέσω κι άλλα χρώματα κι άλλες εικόνες και να εμπλουτίσω τον υπέρτατο Αρμαγεδδώνα των σκέψεών μου. Τώρα πια είμαι σίγουρος, δεν το συζητάω άλλο: ΚΟΛΑΖ σημαίνει ΖΩ.


38 / ΚΟΛΑΖ

< RAM’S CAMEO >

Άρθρο / Χαράλαμπος Νικολάου


39 / ΚΟΛΑΖ

Η

ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργήσει το εξωτερικό του κολάζ και ο τρόπος επιλογής των συστατικών του κολάζ αυτού, «ξύπνησαν» απ’ όταν πρωτοκάλυψε την γύμνια του (ή λίγο αργότερα έστω). Για αιώνες όμως, του επιβάλλονταν φυλετικά, κοινωνικά και θρησκευτικά κριτήρια επιλογής ρουχισμού. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτό άλλαξε και απέκτησε σταδιακά, απεριόριστες δυνατότητες επιλογής των «υλικών» της ενδυματολογικής του παλέτας. Η συνολικού τζίρου 150 εκατομμυρίων δολαρίων βιομηχανία της μόδας, που είχε την ικανότητα να επιβάλλει ανά εξάμηνο ή και νωρίτερα νέες τάσεις και να ορίζει τις τεράστιες ποσότητες ρούχων που καταλήγουν στους καταναλωτές, αρχίζει να αναμορφώνεται. Το στιλιστικό πρότυπο του total brand look έχει εξαληφθεί –από το street wear style τουλάχιστον- δημιουργώντας την ανάγκη για έναν μοναδικό τρόπο ντυσίματος, αποστρεφόμενο τις εικόνες των κλασικών editorials. Η ευκολία στην πρόσβαση σε εικόνες από τα διεθνή fashion weeks ανά τον κόσμο και τα live streamings από κάθε λογής red carpet event, κάνουν τους απανταχού καταναλωτές και καταναλώτριες πιο ενημερωμένους από ποτέ αλλά και πιο ανήσυχους για τις επιλογές τους. Υπεραστέρες και ταμμένες φασιονίστες όπως η SJP (ναι πάλι αυτή) έχουν από χρόνια υιοθετήσει και προμοτάρει μια επιλεκτική και πολυσυλλεκτική mix and match αισθητική όσον αφορά τα ψώνια και τον συνδυασμό των ρούχων, οδηγώντας τις γυναίκες να γίνουν οι ίδιες trendsetters. Είναι άξιο να σημειωθεί δε, πως διανύσαμε τη πρώτη δεκαετία που ήταν και είναι ακόμα, αδύνατον να καθοριστεί το look της, σε ό,τι σχετίζεται με τη σιλουέτα, το μήκος των ρούχων και τη χρωματική παλέτα, κάνοντας το σύστημα πρόβλεψης της μόδας να καταρρέει.

άλλαξε καθώς αυξήθηκαν τα μέρη που μπορούσε κανείς να προμηθευτεί «νέα μόδα». Καινούριες, γρήγορα ανελισσόμενες εταιρείες, εισήλθαν στην αγορά και κατάφεραν να πουλήσουν μεγάλες ποσότητες από πανομοιότυπες με των μεγάλων οίκων δημιουργίες. Σήμερα αυτές πολλαπλασιάζονται ταχέως. Στα γυναικεία περιοδικά δίπλα στη στήλη «who wore it better» με το debate μεταξύ των εικόνων διάσημων γυναικών που φορούν το ίδιο φόρεμα, φιγουράρει πια και το «steal the look» με ένα ρούχο στο ίδιο στυλ αλλά στο 1/10 της τιμής του αρχικού. Οι επιχειρηματίες δημιουργοί και οι όμιλοι στους οποίους ανήκουν, βλέπουν την αλλαγή καθώς η επιτυχία των megabrands που μεσουρανούσαν στα ράφια, δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Πλέον, το μάτι του αγοραστικού κοινού φεύγει από το ταμπελάκι του ρούχου και πηγαίνει στο ταμπελάκι της τιμής, συνυπολογίζοντας πια το value for money. Επίσης η τρομερή ανάγκη για ταχύτητα -καθώς το νέο μήκος της φούστας πχ, μέχρι να βγει στην παραγωγή από το μαζικής προσέλευσης κατάστημα μπορεί πια να έχει ξεπεραστεί- αναγκάζει τους κατασκευαστές να παρέχουν αρκετές παραλλαγές του ίδιου οδηγού με χρωματικές διαφορές ή ξεχωριστές λεπτομέρειες για να καλύψουν περισσότερο κόσμο ακόμα κι αν ρισκάρουν να μείνει εμπόρευμα απούλητο. Παρέχονται, ειδικά στον τομέα των jeanswear, δεκάδες fit και επεξεργασίες ,ακόμα και από εταιρίες που δεν εξειδικεύονται στο denim, για να εξασφαλίσουν τον απρόβλεπτο τρόπο που λειτουργεί πια η τάση του αγοραστικού κοινού. Αυτό οδηγεί από την άλλη μεριά τις γυναίκες, να στήνουν καθημερινούς μικρούς μαραθώνιους για να σετάρουν τις νέες τους αγορές, αφού θα μπουν με την ίδια ευκολία σε μια boutique ,σε ένα μαγαζί με

< RAM’S CAMEO >

Η βιομηχανία αναγκάζεται να επανεξετάσει τον τρόπο που λειτουργούσε ως τώρα. Οι retailers προσπαθούν να αλλάξουν τον τρόπο που προβάλουν το προϊόν τους ως κομμάτι μαζικής παραγωγής, δίνοντας του μοναδικότητα, μιας και οι σύγχρονοι καταναλωτές που σέβονται τον εαυτό τους, δεν ψωνίζουν πλέον από το σωρό. Οι κατασκευαστές καλούνται να αυξήσουν τους ρυθμούς τους ενώ τα μαγαζιά καλούνται να προσφέρουν ατελείωτη ποικιλία προϊόντων, χωρίς όμως ουσιαστικά κανείς να μπορεί να προβλέψει τι είναι αυτό που πραγματικά θα πουλήσει. Επί παραδείγματι, ένα κατάστημα γυναικείων ειδών δεν αποκλείει κανέναν τύπο φούστας, αφού μίνι, μάξι, πένσιλ, εβαζέ και πλισέ έχουν όλες απήχηση και αντίστοιχο κοινό, που θα τα αναζητήσουν και θα τα αγοράσουν. Το προηγούμενο σύστημα είχε ως εξής: οι σχεδιαστές των μεγάλων οίκων είχαν τα μάτια στραμμένα στο Παρίσι για τις εκθέσεις υφασμάτων δυο φορές το χρόνο. Τα ρούχα των συλλογών αγοράζονταν από ακριβές επιλεγμένες μπουτίκ ανά τον κόσμο, αντιγράφονταν από τους κατασκευαστές με μικρότερα καταστήματα, φτάνοντας στην βιτρίνα της παραμικρής γειτονιάς, την οποία κοίταζε η παραμικρή γυναίκα, που στη συνέχεια οδηγούταν στην αγορά του πέδιλου με πλατφόρμα το ‘70, του δυναμικά τονισμένου σακακιού το ‘80 και του μίνιμαλ ταγιέρ το ‘90. Με τόσο στενά όρια ήταν πολύ εύκολο να προβλεφθεί τι θα πουλήσει και να καθοδηγηθούν οι ορδές πελατισσών, να τους προταθεί ένα έτοιμο σύνολο αποτελούμενο από όλα τα βασικά κομμάτια της νέας τάσης και ικανοποιημένες να φύγουν από το κατάστημα, έχοντας προεξοφλήσει πως έχουν πετύχει ένα καλόγουστο σύνολο χωρίς να χρειαστεί να ψάξουν παραπάνω ή να συνδυάσουν. Τα επόμενα χρόνια αυτό

denim, σε vintage shop ή θα περιπλανηθούν σε κάποια υπαίθρια αγορά για να δημιουργήσουν το δικό τους προσωπικό κολάζ. Οι εταιρίες λοιπόν, δεν ενοχλούνται με τα sold out ρούχα αφού στοχεύουν στο να προκαλείται η αίσθηση της μοναδικότητας. Από τη μια, οι οίκοι με τζίρους δισεκατομμυρίων δολαρίων το χρόνο, δημιουργούν limited edition συλλογές προσπαθώντας να κρατήσουν πιο ψηλά το ήδη υψηλό κασέ τους, από την άλλη οι vintage θησαυροί ξεπηδούν από παντού είτε έρχονται με το τσουβάλι από το εξωτερικό, είτε από την ντουλάπα της γιαγιάς. Και κάπου στη μέση, μπλέκονται. Οι υπερστιλίστες -ανάμεσά τους Katie Grand, Emanuelle Alt, Panos Yiapanis,Patricia Field- οσμίστηκαν πρώτοι την τάση του κοινού, συνδυάζοντας τα αντίθετα άκρα, μιξάροντας υψηλή ραπτική με ευτελούς αξίας diy ρούχα και props και εν τέλει δίνοντας στο κάθε «κολάζ» δική του, ξεχωριστή υπόσταση. Έχοντας εξασφαλίσει λοιπόν πως η προσωπική μας αισθητική πια ορίζει το ντύσιμό μας και πως για κάθε ενδυματολογική ανάγκη υπάρχει πληθώρα προϊόντων για τον καθένα, μπορούμε πλέον να αποφύγουμε τη μαζοποίηση και ομοιομορφία που δημιουργούσαν έως τώρα, οι «επιταγές» της μόδας. Με τόσο έντονη πια την ανάγκη κάποιων από μας να ξεχωρίσουμε (και) μέσω του τρόπου που ντυνόμαστε, καταφέρνουμε τελικά να μην μοιάζουμε όλοι μεταξύ μας; Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα απαντούσε μάλλον όχι, γιατί ακόμα και στον αιώνα της υπερπληροφορίας, αναπόφευκτα ταυτίζονται οι προσλαμβάνουσες μας. Η διαφορά είναι, πως αυτή τη φορά, «το ρεύμα» το ορίσαμε εμείς, από τις επιλογές μας.


40 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


41 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


42 / ΚΟΛΑΖ

Γ

εννιέται και μεγαλώνει στο Pittsburgh των ΗΠΑ, την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του ‘30. Σε μικρή ηλικία, πλήττεται από έναν ιό, ο οποίος επηρεάζει το νευρικό του σύστημα για το υπόλοιπο της ζωής του. Μέχρι τα δέκα του, έχει πάθει ήδη τρεις νευρικούς κλονισμούς. Είναι το αλλόκοτο παιδί του σχολείου. Γρήγορα, του κολλάνε το παρατσούκλι “Rednose”, κοροϊδεύοντας την παράξενη μύτη του. Κουβαλώντας την άσχημη εικόνα και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, στα δεκαοκτώ, φεύγει από την επαρχιακή πόλη στην οποία μεγάλωσε, για να σπουδάσει εικονογράφηση. Μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και ξεκινά να εργάζεται ως εικονογράφος σε διαφημίσεις. Τα χρήματα είναι ελάχιστα, και προκειμένου να επιβιώσει, κάποια στιγμή φθάνει να συγκατοικεί με άλλα δεκαεφτά άτομα, σε ένα υπόγειο στο Μανχάτταν. Οι κατσαρίδες του σπιτιού του, τον βοηθούν να πάρει την πρώτη του μεγάλη δουλειά. Πηγαίνοντας να δείξει τα σχέδια του στην τότε διευθύντρια του Harper’s Bazaar, μια κατσαρίδα ξεπηδά από το ντοσιέ του. Όπως αργότερα ισχυρίζεται ο ίδιος, τον λυπήθηκε τόσο που τον προσέλαβε. Έτσι γίνεται η αρχή. Ακολουθούν πολλές και σημαντικές συνεργασίες, μεταξύ των οποίων, η Vogue και το Νew Yorker. Παράλληλα ζωγραφίζει. Όχι τοπία, αλλά παπούτσια. Τα εκκεντρικά του σχέδια με έντονο μελάνι γίνονται το σήμα κατατεθέν του. Τα χρόνια περνούν κι εκείνος συνεχίζει να δημιουργεί και να εξελίσσεται. Κάπως έτσι, ο τριαντάρης πια Γουόρχολ, εισέρχεται στους κύκλους των avant garde καλλιτεχνών της Νέας Υόρκης. Η πορεία ξεκινά. Το ‘62, κάνει την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής, με έργα που απεικονίζουν αντικείμενα μαζικής κατανάλωσης, που μέχρι πρότινος, κανείς δεν τόλμησε να τα ονομάσει Τέχνη. Οι κονσέρβες σούπας Campbell, τα απορρυπαντικά Brillo και τα μπουκάλια της Cοca Cola είναι ο πυρήνας του έργου του. Η έκθεση σημειώνει μεγάλη επιτυχία και ο ίδιος γίνεται o «πρωτομάστορας» ενός νέου καλλιτεχνικού κινήματος, της Pop Art. Από τον επόμενο κιόλας χρόνο, καταπιάνεται με τις περίφημες σειρές πορτρέτων των διασημοτήτων της εποχής. Οι πολύχρωμες μεταξοτυπίες του, τον καθιστούν σε έναν από τους πιο περιζήτητους καλλιτέχνες της εποχής του. Με χιλιάδες παραγγελίες στα σκαριά, ο Γουόρχολ αποφασίζει ότι η παραγωγή του οφείλει να παραμείνει μαζική. Έτσι, το «εργοστάσιο» ανοίγει. Κεφάλαιο Factory. «Για να μπει κανείς στο Factory έπρεπε ή να είναι κάποιος σπουδαίος εκκεντρικός τύπος ή έστω να προσποιείται καλά πως είναι. Και τα

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


43 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >

δύο αρκούσαν», φανερώνει αρκετά χρόνια μετά, κάποια αυτοαποκαλούμενη “Factory Superstar”. Πρόκειται όντως για ένα εργοστάσιο. Προσλαμβάνονται οι «εργάτες της τέχνης» και παράγουν καθημερινά μεταξοτυπίες σε καμβάδες, «μαραθώνιες» ταινίες, περίεργα παπούτσια, μουσική και οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί καλλιτεχνική δημιουργία, υπό την επίβλεψη πάντα του Warhol. Στο πικάπ ακούγεται Μαρία Κάλλας, ενώ υπάρχουν παντού καθρέφτες και άφθονο αλουμινόχαρτο. Από εκεί περνάνε καθημερινά ελεύθεροι επαγγελματίες και Σούπερσταρς (άνθρωποι προικισμένοι με απροσδιόριστο και αντιεμπορικό ταλέντο). Το Factory όμως, εκτός από μια καλορυθμισμένη παραγωγική μηχανή, είναι και καταφύγιο. Πρεζάκια, αλκοολικοί, τρανσέξουαλ, γκέι, πονεμένοι κι αφημένες, περιθωριακοί κι αλήτισσες, βρίσκουν στέγη εκεί προσπαθώντας να γίνουν κάτι. Και αυτοί, μαζί με τους ροκ σταρ και τους ηθοποιούς, τα μοντέλα, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους και τις κυρίες της κοσμικής Νέας Υόρκης, συνυπάρχουν, χορεύοντας στα ιστορικά του πάρτυ, δημιουργώντας έτσι, το πιο ιδιότυπο συνονθύλευμα προσωπικοτήτων, μέσα στο πιο ιδιότυπο εργοστάσιο. Αυτό της Union Square. Και ένα πρωί το κουδούνι του Factory χτυπά. Η πόρτα ανοίγει. Εκείνος πέφτει. Έχει μόλις πυροβοληθεί. Η Valerie Solanas, με μια μόλις σφαίρα, του καταστρέφει τους πνεύμονες, τον οισοφάγο, τη σπλήνα, το στομάχι και το συκώτι του. Μετά από πέντε ώρες χειρουργείου, δύο μήνες νοσηλείας και πολλές επεμβάσεις στη συνέχεια, οι ασύδοτα ανοιχτές πόρτες του διάσημου εργοστασίου, κλειδώνουν πια για τους πολλούς. Τα σημάδια του πυροβολισμού είναι εμφανή στο σώμα, στην τέχνη και την κοσμοθεωρία του. Αργότερα, στη «Φιλοσοφία» του, θα γράψει περί θανάτου «δεν πιστεύω σ αυτόν, γιατί δεν είσαι παρών ώστε να ξέρεις ότι συνέβη». Τα επόμενα χρόνια παράγει πολλές ταινίες με τον Paul Morrissey και πρωταγωνιστή «τη μούσα» του, Joe Dallesandro. Κάποιες από τις b-movies τους γίνονται εμπορικές επιτυχίες. Δεν καθησυχάζεται. Παράλληλα, εκδίδει το περιοδικό Interview. Ένα έντυπο που έμελλε να ορίσει για μια εικοσαετία την καλλιτεχνική και κοσμική ζωή της Νέας Υόρκης. Η ιδέα απλή: συνεντεύξεις διασημοτήτων ή wannabe διασημοτήτων σε διασημότητες, με ερωταπαντήσεις και μεγάλου μεγέθους φωτογραφίες. «Αφού έκανα εκείνο που λέγεται τέχνη, μπήκα στην τέχνη των επιχειρήσεων. Το να ‘σαι καλός στις επιχειρήσεις είναι το πιο συναρπαστικό είδος τέχνης». Ο «Κολοσσός Andy Warhol» αριθμεί πια εκατομμύρια δολάρια.


44 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


45 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


46 / ΚΟΛΑΖ

Ο ίδιος, παρά τη φήμη και τα χρήματα παραμένει ένας «απλός τύπος». Αυτοχαρακτηρίζεται ζηλιάρης, μαμόθρεφτος,γυναικωτός και ανώριμος. Πιστεύει στο χαμηλό φωτισμό, τους κολακευτικούς καθρέφτες, την πλαστική χειρουργική, το γκρίζο του μαλλί και το χρήμα. Βρίσκει πάντα όμορφα τρία πράγματα: ένα παλιό, άνετο ζευγάρι παπούτσια, την κρεβατοκάμαρά του και το Τελωνείο των ΗΠΑ. Αγαπάει τα «πλαστικά είδωλα», τις ηλεκτρικές σκούπες, τις συσκευασίες από το τσάι Lipton, και τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του. Νιώθει ευτυχής μιλώντας στο τηλέφωνο και βλέποντας ώρες ατελείωτες τηλεόραση. Νιώθει πλούσιος όταν είναι ξαπλωμένος στην μπανιέρα του. Αγαπημένη του συνήθεια, είναι να παραγγέλνει φαγητό που δεν του αρέσει σε πανάκριβα εστιατόρια, και μετά να του το πακετάρουν για να το αφήσει σε κάποια γωνιά του δρόμου. Υπάρχουν άλλωστε τόσοι άστεγοι εκεί έξω. 22 Φεβρουαρίου 1987, δωμάτιο νοσοκομείου. Ο Andrew Warhola ή αλλιώς Drella*, πεθαίνει στον ύπνο του, έπειτα από επιπλοκές σε εγχείρηση στην οποία υπεβλήθη. Ο Andy Warhol όμως, ζει μέχρι σήμερα. Αντί επιλόγου. Μερικές φορές οι άνθρωποι αφήνουν το ίδιο πρόβλημα να τους κάνει δυστυχισμένους για χρόνια, ενώ θα μπορούσαν να πουν: «Και τι μ’ αυτό;». «Η μαμά μου δε μ’ αγαπούσε». Και τι μ’ αυτό; «Ο άντρας μου δε με πηδάει». Και τι μ’ αυτό; «Έχω πετύχει αλλά είμαι ακόμα μόνος». Και τι μ’ αυτό; Δεν ξέρω πως θα τα έβγαζα πέρα, όλα αυτά τα χρόνια, αν δε μάθαινα το κόλπο. Χρειάστηκα χρόνια ώσπου να το μάθω, από τη στιγμή που θα το μάθεις όμως, δεν το ξεχνάς ποτέ._ (Απόσπασμα από τη «Φιλοσοφία του Andy Warhol, από το Α στο Β και πάλι από την αρχή»).

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


47 / ΚΟΛΑΖ

< ΤΗΕ ODD FELLAS >


48 / ΚΟΛΑΖ

XX

Καρέ (τυχαία συλληφθέντα), Νίκη Μάρκου Λέξεις (ατάκτως ερριμένες), Βάσω Χατζηπέτρου designed by

Ip»½¿ nuÑrÇ suÑrÇ Ï ÇaÌ/ /Ì/ a¥xt É/ÇÌ/ ÇÌ  t xaÏ  Ǧ Éotat Ì ÑÇatÏÇǦÌ/t atayÑt EaÏx ¦Ç tytÑ Ç/ÇuÓx ÇÌÉx aÇ"/Ì"ÇaÉ Ç -/Ì-  ÇÇyoÎ att ÑrÇÇÏ/Ç /aaÏ  ÇÌytÇÇ ÉÇ Éot" É


49 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟ - ΓΡΑΦΕΙΝ >


50 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >


51 / ΚΟΛΑΖ

< ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ >

Σ

υχνά στις μέρες μας η φωτογραφία (και δεν αναφέρομαι στην εφαρμοσμένη εκδοχή της) βρίσκεται να συνυπάρχει με αλλότριες τέχνες συνήθως σε ρόλο δευτερεύοντα, συμπληρωματικό. Η φωτογραφία όμως ως καλλιτεχνική έκφραση δεν μπορεί παρά να έχει ρόλο αμιγώς πρωταγωνιστικό. Δεν πρέπει λοιπόν να συμπληρώνει ή να συμπληρώνεται αλλά αυθύπαρκτη να περιγράφει χωρίς να αφηγείται επιτρέποντας στον θεατή να δημιουργήσει την δική του ιστορία γύρω από αυτή. Στη στήλη αυτή λοιπόν, θα αναζητώ την κατά Henri Cartier Bresson “αποφασιστική στιγμή” , θα εκθέτω και θα εκτίθεμαι πότε εντός και πότε εκτός θέματος. Άνευ λέξεων, άνευ τίτλων, άνευ περιορισμών γενικότερα. Παναγιώτης Φιλιππάτος, panagiotis4@hotmail.com


52 / ΚΟΛΑΖ

ΣΑΛΟΝΙ - ΜΕΣΗΜΕΡΙ Ï ÓÕÍÔÁÊÔÇÓ åßíáé óôï óáëüíé ôïõ óðéôéïý ôïõ êáèéóìÝíïò óå ìéá ðïëõèñüíá IKEA. ÂëÝðåé ôçëåüñáóç. ×ôõðÜåé ôï ôçëÝöùíï. Ôï êïéôÜåé óáí íá ôï ðñïóêáëåß íá Ýñèåé êïíôÜ ôïõ. Åßíáé óôçí Üëëç Üêñç ôïõ äùìáôßïõ êáé äåí åßíáé êáí áóýñìáôï. Ôï óé÷áßíåôáé áõôü. ÐñÝðåé íá êÜèåôáé óå ìéá Üâïëç èÝóç ãéá íá ìéëÞóåé óôï ôçëÝöùíï áð’üðïõ äåí ìðïñåß êáí íá êïõíçèåß ãéá íá ðéÜóåé êÜôé ðïõ èÝëåé. ÎåöõóÜåé äõíáôÜ êáé óçêþíåôáé. Ìå ôï ðïõ öôÜíåé ôï ôçëÝöùíï óôáìáôÜåé íá ÷ôõðÜåé. O åêíåõñéóìüò ôïõ åßíáé öáíåñüò. Äåí Ý÷åé êáé áíáãíþñéóç êëÞóçò ãéá íá ðÜñåé ðßóù. ÊïíôïóôÝêåôáé. Ãõñßæåé ðñïò ôçí ðïëõèñüíá. ÊÜèåôáé êáé îáíá- îåöõóÜåé. Áðëþíåé ôï Ýíá ðüäé óôï õðïðüäéï áëëÜ, ðñßí ðñïëÜâåé êáí íá áêïõìðÞóåé ôï äåýôåñï ÷ôõðÜåé ôï êéíçôü ôïõ. Áõôü âñßóêåôáé áêüìç ðéï ìáêñéÜ. Åßíáé óôçí êñåâáôïêÜìáñá êáé öïñôßæåé. Óçêþíåôáé ìå öïýñéá, ÷ôõðÜåé ôï ìéêñü äÜ÷ôõëï ôïõ ðïäéïý ôïõ óôï õðïðüäéï, âãÜæåé ìéá õðüêùöç êñáõãÞ ç ïðïßá óõíïäåýåôáé áðü óðáóôéêü ãÝëéï êáé óõíå÷ßæåé êïõôóáßíïíôáò êáé áóèìáßíïíôáò ôï äñüìï ôïõ ãéá ôçí êñåâáôïêÜìáñá üðïõ ôï ñçìÜäé ôï êéíçôü ôïõ äåí óôáìáôÜåé íá ÷ôõðÜåé.

ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ – ΜΕΣΗΜΕΡΙ ÖôÜíåé êáé êïéôÜæåé ôçí ïèüíç. Ôï üíïìá ÂÁËÉÁ (27) áíáâïóâÞíåé áðåéëçôéêÜ. ÎåöõóÜåé êáé ôï óçêþíåé. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Έλα Βάλια. Ç ÂÁËÉÁ(27) ìå ìáêñý ìáýñï – êïñáêß ìáëëß, áäýíáôç. Äåß÷íåé êáôÜ êïéíÞ ïìïëïãßá ìåãáëýôåñç áðü ôçí çëéêßá ôçò ðñÜãìá ðïõ ôçí ôóáíôßæåé. Âñßóêåôáé óôï ìðÜíéï ôçò âõèéóìÝíç óôçí ìðáíéÝñá, ìåóá óå ðëïýóéï áöñüëïõôñï. ÐåôáìÝíá óôï ðÜôùìá öáßíïíôáé êïõôóïìðïëßóôéêá ðåñéïäéêÜ áìöéâüëïõ ðïéüôçôïò. Ç ÂÁËÉÁ êñáôÜåé ìå ôï Ýíá ÷Ýñé ôï áêïõóôéêü ôïõ ôçëåöþíïõ ôçò êáé ìå ôï Üëëï êñáôÜåé ôóéãÜñï ìå ìáêñý ðéðÜêé, áëÜ Audrey Hepburn ðïõ ðÞãå ãéá ðñùéíü óôïõ Ôßöáíé. ΒΑΛΙΑ Γεια σου Συντακτάκο µου. Τι κάνεις; ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Καλά είµαι…Εσυ; ΒΑΛΙΑ Καλά και γω. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Τι θές από την ζωή µου; Τι έγινε πάλι; ΒΑΛΙΑ Το άρθρο σου το έγραψες; Ε;

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ (ÌáæåìÝíïò) Έεεε, να. Ξέρεις… ∆εν το έχω τελειώσει ακόµα… Αλλάαα Θα το έχεις µέχρι το βράδυ. ΒΑΛΙΑ Εντάξει. Αλλά µην µου το αργήσεις.

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >


53 / ΚΟΛΑΖ

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ Έγινε. Γεια. ΒΑΛΙΑ Γεια σου χρυσό µου. Ï ÓÕÍÔÁÊÔÇÓ êëåßíåé ôï ôçëÝöùíï, ôï âãÜæåé áðü ôçí öüñôéóç êáé øéèõñßæåé êÜðïéåò âñéóéÝò (óå mute). ÊÜèåôáé óôï ãñáöåßï ôïõ êáé áíïßãåé ôïí áãêáëéôóïûðïëïãéóôÞ(aka laptop) ôïõ. Ðëçêôñïëïãåß óôï google “collage cinema”. ÊÜôé âñÞêå. Íá ðÜñåé êáìéá êáëÞ éäÝá ãéáôß ç çìÝñá åßíáé äýóêïëç. Óçêþíåôáé áðü ôçí êáñÝêëá ðÜåé óôçí êïõæßíá.

ΚΟΥΖΙΝΑ – ΑΠΟΓΕΥΜΑ Áíïßãåé ôï øõãåßï êáé øÜ÷íåé åðßìïíá, ëÝò êáé åêåß èá âñåß ôçí Ýìðíåõóç. Âñßóêåé Ýíá êïììÜôé ðßôóáò ðñï÷èåóéíÞò, ôï ðåôÜåé óôçí ôïóôéÝñá êáé êÜèåôáé áðü ðÜíù ôçò, íá ôï ðåñéìÝíåé íá øçèåß. ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ (V.O*) {*Voice Over: Ðñïç÷ïãñáöçìÝíç ïìéëßá óôçí ôáéíßá ç ïðïßá óõíïäåýåé ôçí åéêüíá êáé âïçèÜåé óôçí áöÞãçóç} Ìá íá ìå ðáßñíåé êáé íá ìïõ ëÝåé íá ãñÜøù êåßìåíï, óÞìåñá… ÅìÝíá ìå ñþôçóå êáíåßò áí Ý÷ù Ýìðíåõóç; ÊïëÜæ êáé êéíçìáôïãñÜöïò. ¢êïõ åêåß èÝìá. Ôé íá ãñÜøù äçëáäÞ; Ôï êïëÜæ åßíáé åéêüíåò êïëëçìÝíåò üëåò ìáæß. ÓùóôÜ; Êáé ï êéíçìáôïãñÜöïò ôï ßäéï äåí åßíáé; ¹ äåí ôï óêÝöôïìáé êáëÜ; Åéêüíåò âáëìÝíåò, ç ìéá äßðëá óôçí Üëëç Þ êáé ðÜíù óôçí Üëëç. Óôçí óåéñÜ. ¼÷é ðÜíôá, áõôü åîáñôÜôáé áðü ôïí ìïíôÝñ. ÔÝóðá. ÁõôÜ èá ãñÜøù… Èá âñþ êáé Üëëá. Ï ÓÕÍÔÁÊÔÇÓ áíïßãåé ôçí ôïóôéÝñá êáé ðÜåé íá âãÜëåé ôçí ðßôóá. Ôçí ãñáðþíåé êáé êáßãåôáé. ËÝåé êÜôé “ãáëëéêÜ” (÷ùñßò mute), ôçí ðåôÜåé óå Ýíá ðéÜôï êáé ðÜåé ðÜëé ðñïò ôï äùìÜôéï. (êÜìåñá ÷åñÜôç(aka óôï ÷Ýñé) áêïëïõèåß ôïí óõíôÜêôç óáí óå ôáéíßá ôñüìïõ).

ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ- ΑΠΟΓΕΥΜΑ Ï ÓÕÍÔÁÊÔÇÓ êÜèåôáé óôçí êáñÝêëá ôñáâÜåé ìéá ãåñÞ äáãêùìáôéÜ óôçí ðßôóá, ñïõöÜåé ìéá ãïõëéÜ áðü Ýíá ìðïõêáëÜêé êïêá êüëá ôï ïðïßï ìÜëëïí Þôáí åêåß áðü ÷èÝò êáé áíïßãåé ôïí êåéìåíïãñÜöï óôïí õðïëïãéóôÞ ôïõ. FADE TO BLACK.

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >


54 / ΚΟΛΑΖ

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >

Άρθρο / Αριστείδης Γεωργίου


55 / ΚΟΛΑΖ

< ΖΩ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ >

λέξη κολάζ, προέρχεται από την γαλλική λέξη coller, που σημαίνει “κολλάω” και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εικόνα που δημιουργείται από κομμάτια υφάσματος ή χαρτιού αλλά και από άλλα υλικά, κολλημένα μεταξύ τους. Ανεξάρτητα από τα υλικά όμως, το αποτέλεσμα είναι τελικά μια καλλιτεχνική δημιουργία. Σαν τέτοια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το κολάζ, με το πέρασμα των χρόνων, βρήκε εφαρμογή και σε άλλες μορφές τέχνης, όπως η μουσική, η φωτογραφία και ο κινηματογράφος. Ειδικά ο κινηματογράφος, μπορεί ίσως να θεωρηθεί ένα συνεχές κολάζ. Μία σειρά εικόνων οι οποίες εναλλάσσονται διαδοχικά με σκοπό να συνθέσουν μια ενιαία ιστορία. Το φιλμ κόβεται και επανακολλάται, τριμάρεται και ανασυνθέτεται στην μονταζιέρα. Τα εργαλεία; Μα φυσικά κόλλα και ψαλίδι. Πολλές φορές μάλιστα, οι εικόνες δεν κόβονται απλά, αλλά πέφτουν η μία πάνω στην άλλη. Σύνθεση. Στο παρελθόν, διάφοροι κινηματογραφιστές πειραματίστηκαν, κολλώντας πάνω στο φιλμ άλλες εικόνες ή ακόμα κι αντικείμενα, δημιουργώντας έτσι οπτικά εφέ. Παράδειγμα θα βρείτε στο Mothlight του Stan Brakhage. Ο αγαπημένος μου Woody Allen στο έργο του “What’s up Tiger Lilly”, πήρε μία παλιά ιαπωνική ταινία του Senkichi Taniguchi, την έκοψε, την επανακόλλησε με άλλη σειρά και έγραψε από πάνω χιουμοριστικούς δικούς του διαλόγους, φτιάχνοντας μια εντελώς καινούρια ταινία. Δεν θέλει κόπο, θέλει φαντασία. Με το πέρασμα των χρόνων και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή ταινιών ο τρόπος που γίνεται το μοντάζ άλλαξε. Χιλιόμετρα από φιλμ, μοντάρονται πλέον ψηφιακά σε υπολογιστές. Πλέον το ψαλίδι και η κόλλα αποτελούνται από κάμποσες γραμμές κώδικα. Η τεχνική όμως παραμένει η ίδια και ο πειραματισμός εξακολουθεί να υπάρχει. Τα οπτικά εφέ γίνονται μέσα από ειδικό λογισμικό επεξεργασίας τρισδιάστατων μοντέλων και άλλα εξειδικευμένα προγράμματα επεξεργασίας εικόνας και πλέον μία εικόνα μπορεί να συντεθεί από πολλές άλλες με ένα απλό drag&drop ή με πού πιο περίπλοκες διαδικασίες. Αν έχει τύχει να δείτε πως φτιάχνουν 3D μοντέλα στον υπολογιστή, θα διαπιστώσετε πως σχεδιάζουν πολύγωνα τα οποία τοποθετούν το ένα δίπλα ή πάνω στο άλλο και στην συνέχεια τους περνούν υφές και χρώματα για να τα δείχνουν ρεαλιστικά. Έτσι η δουλειά γίνεται και πάλι σε επίπεδα (layers) τα οποία αποτελούν εν τέλει ένα ενιαίο σύνολο. Μία άλλη τεχνική που θα μπορούσε να θεωρηθεί κολάζ στο σινεμά είναι το λεγόμενο “green screen” (πολλές φορές και blue screen, ειδικά παλαιότερα). Σίγουρα έχετε δεί σκηνές από τα γυρίσματα, του Matrix, του Άρχοντα, του Batman ή των Transformers. Αν δεν έχετε δεί, ρίξτε μια ματιά στο youtube και θα διαπιστώσετε ότι συχνα οι ηθοποιοί παίζουν τον ρόλο τους μπροστά σε κάτι μεγάλα πράσινα πανιά ή τοίχους. Με τον τρόπο αυτό, ο σκηνοθέτης των ειδικών εφε, μπορεί μετα να κόψει το πράσινο από την εικόνα και έτσι να τοποθετήσει τους ηθοποιούς όπου αυτός θέλει. Είτε αυτό θα είναι ένας άλλος χώρος, είτε ένα περιβάλλον εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο στον υπολογιστή. Επειδή όμως - εικόνα = 1000 x λέξεις - δείτε κανα video σχετικό για να καταλάβετε τι εννοώ. Κινηματογράφος και κολάζ. Κινηματογράφος και κολάς.


56 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / V.

XX


57 / ΚΟΛΑΖ

Ο Αυρήλιος αναζητούσε τώρα τον ηλεκτρικό πίνακα του σταθμού με τις αφίξεις των επόμενων τραίνων.

Π

ερπατώντας κατά μήκος της αποβάθρας, είδε πρώτα τον ηλεκτρικό πίνακα που ενημέρωνε τους επιβάτες ότι η κατεύθυνση της επόμενης κυλιόμενης σκάλας είναι προς τα πάνω. Έπειτα είδε τον ηλεκτρικό πίνακα, που ενημέρωνε τους επιβάτες ότι η κατεύθυνση της επόμενης κυλιόμενης σκάλας είναι προς τα κάτω και επιτέλους εμφανίστηκε μπροστά του ο επόμενος πίνακας, ο οποίος έδειχνε τις αφίξεις. Ο Αυρήλιος τον κοίταξε την στιγμή εκείνη, που οι κόκκινες ηλεκτρονικές κουκκίδες από το νούμερο δύο μεταμορφώνονταν στο νούμερο ένα. Η αλλαγή αυτή, σε συνδυασμό με τον ήχο του τραίνου που έφτανε στο σταθμό, του έμοιαζαν μαγικά. Πήδηξε μέσα και το δεξί του χέρι έσφιξε δυνατά την μεταλλική κολόνα στην μέση του βαγονιού. Σκεφτόταν ήδη την στιγμή που θα έμπαινε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Λίγες στιγμές μετά, όλη αυτή η αγωνία του θα ήταν ένας κακός εφιάλτης. Βέβαια, μια άλλη αγωνία για το ραντεβού του θα ξεκινούσε αλλά τουλάχιστον στο μυαλό του, αυτό ήταν ένα χρονικό επίπεδο μετά. Το τραίνο έφτασε στον επόμενο σταθμό. Ο Αυρήλιος κατευθύνθηκε πρώτος προς τη σκάλα και βρέθηκε γρήγορα στην επιφάνεια του εδάφους. Κοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν 10.28, πέρασε την κυκλική πόρτα του ξενοδοχείου και κατευθύνθηκε στην ρεσεψιόν. «Καλημέρα σας», είπε. «Καλημέρα σας», του απάντησε γλυκά η ρεσεψιονίστ. «Για το 415;» ρώτησε ο Αυρήλιος. «Ναι φυσικά. Περάστε, είναι έτοιμο», είπε η κοπέλα και χαμογέλασε. Ο Αυρήλιος κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ, μπήκε μέσα και πάτησε το νούμερο του ορόφου. Οι πόρτες έκλεισαν μπροστά του και εκείνος κοιτούσε την μηχανική τους κίνηση, χαλαρός, για πρώτη φορά στο σημερινό πρωινό. Έμοιαζε σαν να πέρασε μόλις σε άλλη διάσταση, η οποία όμως του ήταν με κάποιο τρόπο, γνώριμη και οικεία. Το ασανσέρ έφτασε στον τέταρτο όροφο. Ο Αυρήλιος βγαίνοντας, έστριψε δεξιά και προχώρησε προς το δωμάτιο. Στάθηκε απέναντι στην πόρτα σαν να ήθελε να την αντιμετωπίσει. Κοίταξε ένα-ένα τα νούμερα και μετά το ρολόι του. Το γεγονός ήταν αναμφισβήτητο. Ήταν στην ώρα του. Άφησε κάτω την δερμάτινη τσάντα του, την άνοιξε και έβγαλε από την πρώτη θήκη μια πλαστική κάρτα με το λογότυπο του ξενοδοχείου. Έβαλε την κάρτα στην υποδοχή της πόρτας. Εκείνη ταίριαζε απόλυτα στην σχισμή, σαν δύο χείλη εραστών που έψαχναν να βρουν ο ένας τον άλλον μέσα στους αιώνες ενός άρλεκιν. Το πράσινο λαμπάκι άναψε και ο Αυρήλιος άνοιξε την πόρτα. Έβγαλε τα παπούτσια του αμέσως, περπάτησε πάνω στο παλιό και κάποτε ακριβό χαλί, κρατώντας ακόμα την τσάντα του. Έφτασε στο παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα στο πλάι. Η θέα δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δηλαδή, κατά πάσα πιθανότητα, θα κρατούσαν τις συγκεκριμένες κουρτίνες κλειστές.

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ | Η ΣΥΝΈΧΕΙΑ >

Μια άσχημη πολυκατοικία, από αυτές που υπάρχουν συνήθως στο κέντρο της πόλης, υψωνόταν στην απέναντι μεριά του δρόμου. Ουρανός δεν φαινόταν, ενώ το απέναντι δεν ήταν και τόσο απέναντι τελικά, αλλά περισσότερο δίπλα. Ο Αυρήλιος άφησε την τσάντα του στα πόδια μιας πολυθρόνας κοντά στο παράθυρο, την άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα ζευγάρι κιάλια. Τράβηξε την καρέκλα μπροστά στο παράθυρο και έκατσε με τέτοιο τρόπο, που νόμιζες ότι ήταν έτοιμος να παρακολουθήσει την ωραιότερη ταινία όλων των εποχών. Στο απέναντι γραφείο, ένας Κύριος γύρω στα 60 καθόταν σε ένα υπερφορτωμένο με βιβλία, γραφείο. Έμοιαζε σα δικηγόρος αλλά σου έδινε την ίδια στιγμή την αίσθηση του κλητήρα. Ο Κύριος αυτός δεν είχε καθόλου μαλλιά και καμπούριαζε ελαφρώς. Ο Αυρήλιος τον κοιτούσε μέσα από τα κιάλια του προσηλωμένος και απόλυτα συγκεντρωμένος, τόσο που νόμιζες ότι το μικρό στενάκι που χώριζε τα δυο κτίρια είχε εξαφανιστεί και το μόνο που χώριζε τους δυο άντρες ήταν η απόσταση από τα μάτια του Αυρήλιου έως τον εξωτερικό φακό των κιαλιών. Είχαν περάσει δύο ώρες από την στιγμή που ο Αυρήλιος μπήκε στο δωμάτιο, όταν ένιωσε την κοιλιά του να διαμαρτύρεται από την πείνα. Ο Κύριος, βρισκόταν ακόμα χωμένος στα χαρτιά του. Ο Αυρήλιος,χωρίς να βγάλει τα κιάλια από τα μάτια του ανασήκωσε το κορμί του στην καρέκλα και έπιασε το ακουστικό του τηλέφωνου που βρισκόταν σε ένα τραπεζάκι παραδίπλα. Πάτησε το νούμερο εννέα. «Ρεσεψιόν παρακαλώ. Πως μπορώ αν σας εξυπηρετήσω;», ρώτησε ευγενικά μια ανδρική φωνή. «Γεια σας. Θα ήθελα το διαιτητικό σας μενού με τα κριτσινάκια και το σολωμό, στο 415». «Φυσικά, κ. Αυρήλιε. Πως είστε σήμερα;» «Καλά, ευχαριστώ», αποκρίθηκε ο Αυρήλιος. «Ωραία. Σε 20 λεπτά το γεύμα σας θα είναι εκεί. Καλό μεσημέρι, χάρηκα που σας άκουσα». Ο Αυρήλιος, κατέβασε το ακουστικό στην θέση του. Όλη αυτή την ώρα δεν πήρε ούτε δευτερόλεπτο τα μάτια του από τον Κύριο απέναντι, ο οποίος όμως μόλις σηκώθηκε, κατευθύνθηκε στην πόρτα του γραφείου του και βγήκε έξω. Ο Αυρήλιος σηκώθηκε και εκείνος με την σειρά του πήρε την τσάντα του και πήγε στο μπάνιο. Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη, την άνοιξε και έβγαλε προσεκτικά πέντε συσκευασίες διαφορετικών χαπιών. Πήρε ένα χάπι από την κάθε μια, γέμισε το ποτήρι που βρήκε στο νιπτήρα με ένα νερό και κρατώντας τα κατευθύνθηκε ξανά προς την πολυθρόνα του. Ο Κύριος έλειπε ακόμα, αλλά ο Αυρήλιος κοίταζε το παράθυρο, αυτή την φορά χωρίς τα κιάλια του. Ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα μετά από ώρα, τον ξύπνησε. Όταν άνοιξε τα μάτια του, το γραφείο απέναντι ήταν ακόμα άδειο. Πήγε προς την πόρτα και άνοιξε. Ο νεαρός από το room service του χαμογέλασε, ο Αυρήλιος του έκανε χώρο να περάσει. «Καλή όρεξη κ. Αυρήλιε», είπε. «Ευχαριστώ», απάντησε. Ο νεαρός τοποθέτησε το τρόλεϊ δίπλα στη πολυθρόνα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο Αυρήλιος έκατσε την θέση του, πήρε ένα-ένα τα χάπια πίνοντας μεγάλες γουλιές νερό. Έπειτα έσυρε το τρόλεϊ μπροστά του. Ο Κύριος στο απέναντι γραφείο είχε πια επιστρέψει. «Καλή όρεξη μπαμπά» είπε ο Αυρήλιος.


58 / ΚΟΛΑΖ

XX

Άρθρο / V.


59 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

φωτιά συνέχισε να καίει τις τρίχες του δεξιού χεριού αλλά ο Χρήστος δεν κούνησε ούτε χιλιοστό το χέρι του. Δεν καταλάβαινε από πόνο. Κράτησε σφιχτά το βαρύ τηγάνι πάνω από την εστία και ψέκασε με ευχαρίστηση το κρέας με τη βότκα. Oι φλόγες υψώθηκαν μέχρι το κεφάλι του. Δεν θα τον έλεγες ψηλό, αν και ήταν. Σίγουρο θα τον έλεγες, αν έπρεπε να του δώσεις ένα χαρακτηριστικό που θα του ταίριαζε απόλυτα. Οι κόρες των ματιών του μίκρυναν κι άλλο. Κοίταζε την φωτιά σαν να ήταν η πιο όμορφη γκόμενα του κόσμου, με ευχαρίστηση, με καύλα, δεν πήρε στιγμή τα μάτια του από την εστία για εκείνα τα δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν μέχρι το κρέας να γίνει φλαμπέ. Όταν ήρθε η ώρα να το σβήσει με λεμόνι, σαν κάποιος φοβερός ινδός δάσκαλος διαλογισμού να του πίεσε με ακρίβεια το σημείο εκείνο στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για το πάθος, και πρώτα το βλέμμα και έπειτα οι κινήσεις του ηρέμησαν, έγιναν πιο φυσιολογικές.


60 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

Ο Χρήστος, αισθανόταν ζωντανός μέσα στην ζέστη της κουζίνας, πάνω ακριβώς από την φωτιά. Αγαπούσε τρελά τις μυρωδιές του ωμού κρέατος που ψήνεται. Ένιωθε βασιλιάς πλάι της, γιατί μπορούσε να την κουμαντάρει. Του άρεσε που είχε την δυνατότητα να ελέγχει ένα στοιχείο της φύσης, κατά την γνώμη του, το πιο επικίνδυνο από όλα. Μιλούσε με την φωτιά, καταλάβαινε πότε το υλικό που μαγείρευε έφτανε στο πιο γευστικό του σημείο. Θα ήταν το ίδιο ευτυχισμένος αν δούλευε στο μικρότερο σουβλατζίδικο της επαρχίας, όμως του τα έφερε έτσι η ζωή, που τα τελευταία πέντε χρόνια δούλευε σε ένα από τα μεγαλύτερα και παλιότερα ξενοδοχεία της Ευρώπης, χωρίς κανένα ιδιαίτερο πτυχίο, μόνο με αυτή την τρέλα του για την φωτιά και το κρέας. Τo φιλέτο wagyu με τα λαχανικά ήταν έτοιμο πάνω στο πάσο. Ο Χρήστος, ακίνητος παρατηρούσε τον σερβιτόρο να παίρνει το πιάτο. Μόλις εκείνος απομακρύνθηκε, κοίταξε το μεγάλο ρολόι στην κουζίνα. Η ώρα ήταν 22.30. Ο Σεφ τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη, το ήξερε πολύ καλά ο Χρήστος αυτό το σήμα. Ήταν ώρα για τσιγάρο. Ο Σεφ ήταν μανιακός καπνιστής όπως και ο Χρήστος και καταλάβαινε την επιθυμία του για τσιγάρο πολύ καλά. Ο Χρήστος βέβαια, κάπνιζε όχι τόσο για να σκοτώνει την ώρα του, ούτε για κοινωνικοποίηση που το κάνουν άλλοι. Δεν είχε ανάγκη από τέτοιες χαζομάρες. Είχε την ανάγκη όμως να βλέπει την καύτρα του τσιγάρου να καίγεται σιγά-σιγά καθώς ρουφούσε τον καπνό. Ποτέ του δεν έσβηνε το τσιγάρο πριν τελειώσει, πριν νιώσει την καύτρα σχεδόν ανάμεσα στα χείλη του.

Άνοιξε την πόρτα στην πίσω μεριά της κουζίνας και βγήκε στον κρύο αέρα μόνο με την στολή του. Τα σωθικά του ακόμα έκαιγαν μετά από τόσες ώρες πάνω από την φωτιά. Έβγαλε από την κωλότσεπη του παντελονιού του τον καπνό και με τελετουργικές κινήσεις, έστριψε ένα τσιγάρο. Το έβαλε στο στόμα του και το άναψε. Ακούμπησε με δύναμη την πλάτη του στον πέτρινο τοίχο και τράβηξε μια τζούρα. Είχε ακόμα τέσσερις ώρες βάρδιας, αλλά όταν γυρνούσε μετά το τσιγάρο του, η κουζίνα θα ήταν άδεια, καθαρή και ήσυχη σαν να μην περάσε ποτέ όλος αυτός ο στρατός με τις άσπρες στολές, από εκεί μέσα. Η βραδινή βάρδια περνούσε νεράκι. Του άρεσε να είναι μόνος. Δεν ήταν κανένας τύπος από προβληματική οικογένεια, μεγάλωσε με τους γονείς του και τον αδερφό του σε μια ήσυχη γειτονιά. Πάντα όμως, είχε την ανάγκη της φυγής. Δεν μιλούσε πολύ ή μάλλον σχεδόν καθόλου, παρόλο που δεν είχε συμβεί κάτι παράξενο στην παιδική του ηλικία. Ούτε είχε ποτέ φανταστικό φίλο. Αν το καλοσκεφτόταν βέβαια τώρα, ίσως χρειαζόταν μια φανταστική γκόμενα ή και μια αληθινή. Του άρεσε όμως να έχει σκέψεις πραγματοποιήσιμες. Μπορεί να ήταν όμορφος και σκληρός, συνδυασμός που ήξερε πολύ καλά ότι ήταν θανατηφόρος για να ρίξεις μια τύπισσα στο κρεβάτι, αλλά εκείνος αντιμετώπιζε δυσκολίες. Χανόταν στο μυαλό των γυναικών και με δυσκολία επικοινωνούσε μαζί τους, ακόμα και για πολύ απλά πράγματα. «Θα πάμε στο σπίτι σου ή στο δικό μου;», ήταν η τελευταία φράση που απευθυνόταν σε εκείνον, από γυναικείο στόμα. «Μα γιατί με ρωτάει;», σκέφτηκε, αφού ήδη είχαν αρχίσει να το κάνουν στο στενό δίπλα από το club. «Είμαστε δύο λεπτά μακριά από το σπίτι της. Φυσικά και θα πάμε στο δικό της. Κάνει ψωλόκρυο. Άλλα γιατί δεν μου το πρότεινε αμέσως και με ρωτάει χαζά πράγματα;» αναρωτήθηκε. Ήθελε πάντα να νιώθει ότι έχει το πάνω χέρι και για αυτό το λόγο προτιμούσε τη φωτιά του.


61 / ΚΟΛΑΖ

< ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ >

Σκοτάδι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του τρεις – τέσσερις φορές συνεχόμενα αλλά ακόμα δεν έβλεπε την εικόνα που θα έπρεπε και είχε συνηθίσει. Ούτε οι κάδοι σκουπιδιών, ούτε τα φώτα, ούτε η λίμνη, ούτε η ράμπα φορτοεκφορτώσεων, ούτε το ποδήλατο του, ούτε τα αστέρια ήταν εκεί. Μαύρο μονάχα. Ήρεμα συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα το τσιγάρο του, το έφερε κοντά στο στόμα του και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά για να φωτίσει όσο πιο μακριά γίνεται. Το τσιγάρο κάηκε αλλά δεν κατάφερε να δει παραπάνω από τρία εκατοστά πέρα από την μύτη του. Ο Χρήστος έκανε ένα βήμα πίσω.

Το τσιγάρο είχε φτάσει στο τέλος του και ο Χρήστος είχε αρχίσει να χάνει την υψηλή θερμοκρασία του, το πέταξε και μπήκε στο κτίριο. Το ηχοτοπίο ήταν τελείως διαφορετικό από πριν. Ησυχία, στους διαδρόμους και στην κουζίνα. Στον πάγκο, τον περίμενε μια κόλλα Α4 από τον Σεφ, με την προετοιμασία που θα έπρεπε να κάνει. Έμοιαζε με σημείωμα από μαμά προς γιο, για το πως θα πρέπει να ζεστάνει το βραδινό φαγητό μόνος του, αφού εκείνη θα λείπει ως αργά. Σημείωμα γεμάτο λεπτομέρειες, οδηγίες και τύψεις. Ο Χρήστος έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και το άφησε πάνω στον καλογυαλισμένο μεταλλικό πάγκο, άνοιξε το ραδιόφωνο και στο έκτακτο δελτίο ειδήσεων, η γυναικεία φωνή, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ανακοίνωνε τους τίτλους των ειδήσεων. «Συνεχίζονται οι έρευνες στο ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου ανοιχτά της Λέσβου. Ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται, όμως ακόμα δεν υπάρχει καμία επίσημη ανακοίνωση από τις πρεσβείες των χωρών των αγνοουμένων».

«Πως αφού ακουμπούσα στον τοίχο;» σκέφτηκε. Άρχισε να κουνάει τα χέρια του αριστερά- δεξιά, με την ελπίδα να πιάσει κάτι γνώριμο. Όμως, τίποτα δεν ήταν γύρω του. Τα μάτια του άρχισαν να συνηθίζουν το σκοτάδι αλλά αυτό δεν βοηθούσε καθόλου στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αποφάσισε να κάνει μερικά βήματα μέσα στον χώρο ή σε ό,τι τελοσπάντων είχε μεταφερθεί. Περπάτησε κυκλικά γύρω από το σημείο που στεκόταν. «Άδειο, μάλλον μεγάλο και σκοτεινό», κατέληξε. Κοντοστάθηκε, άναψε ξανά το τσιγάρο του και προσπάθησε να βάλει τα γεγονότα σε μια σειρά. «Βγήκα έξω, άναψα το τσιγάρο μου, ακούμπησα στον τοίχο και...ο τοίχος με ρούφηξε από την άλλη μεριά. Βγάζει νόημα;», αναρωτήθηκε καθώς έβαζε τον αναπτήρα του στην κωλότσεπη. Απορροφημένος στην σκέψη του, έριξε τον αναπτήρα κάτω. Έσκυψε να τον πιάσει και τότε άκουσε από πίσω του κάποιον να ανασαίνει. Συνεχίζεται...

Έκλεισε το ραδιόφωνο και διάλεξε μουσική από την λίστα του κινητού του. Μελωδίες από παλιά ρεμπέτικα ακούστηκαν στην ιταλική κουζίνα και η φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ έκανε αντίλαλο περνώντας ανάμεσα από τα τεράστια τηγάνια στο πάνω ράφι. Κοίταξε τη λίστα, και δίχως καμία αντίδραση, προχώρησε προς στην κατάψυξη, άνοιξε την τεράστια πόρτα και χώθηκε μέσα. Η άσπρη του στολή ξεχώριζε ανάμεσα στα σώματα ζώων, που κρέμονταν δεξιά και αριστερά του. «Που στο διάολο είναι τώρα παλιοκουτί;» σκέφτηκε. Προχώρησε γρήγορα κατά μήκος της κατάψυξης, ενώ το βλέμμα του σκάναρε τα κουτιά στα ράφια με τα μαγειρεμένα κρέατα. Δεν του άρεσε το άσπρο καθόλου, ήθελε να δει λίγο φωτιά. Παράτησε την προσπάθεια του, προχώρησε προς την πόρτα της κατάψυξης, την άνοιξε, διέσχισε την κουζίνα και βγήκε γρήγορα έξω. Χρειαζόταν τσιγάρο. Οι μείον τρεις βαθμοί, του φαίνονταν καλοκαιρινό βραδάκι στις Κυκλάδες, σε σύγκριση με την θερμοκρασία της κατάψυξης. Ο Χρήστος έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε. Πήρε την πρώτη τζούρα με τα μάτια κλειστά, ακουμπώντας την πλάτη του μαζί με όλο το βάρος του σώματός του, στον πέτρινο τοίχο. Άκουσε τον καπνό και το χαρτάκι να καίγονται μαζί και αφού άφησε τον ήχο να περιπλανηθεί στο κεφάλι του, χωρίς να τον επεξεργαστεί ούτε στο ελάχιστο, απομάκρυνε το τσιγάρο από τα χείλη του και άνοιξε τα μάτια του.

Πίσω από τον Χρήστο στέκεται: α. Μια γυναίκα β. Ο ίδιος Θα καταφέρει να βγει από την άλλη μεριά του τοίχου ξανά; α. Ναι β. Όχι

Δώστε την απάντησή σας στο | www.kolaz.net


62 / ΚΟΛΑΖ

< ΗΕΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >

Η Νάνσυ Θεοφίλου δηλώνει εικονογράφος, ζωγράφος, δασκάλα κολάζ, μαμά και σύζυγος. Έχοντας ζήσει σε τέσσερις διαφορετικές ηπείρους, είναι προικισμένη με τον αυθορμητισμό και την ηρεμία των ανθρώπων, που είναι πλήρεις εμπειριών και βιωμάτων. Εκείνων των ανθρώπων, που μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι το να ασχοληθεί κανείς επαγγελματικά με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, δεν είναι χάσιμο χρόνου και χρήματος, αλλά ανάγκη για έκφραση και δημιουργία. Άρθρο / Βάλια Ζαμπάρα


63 / ΚΟΛΑΖ

Γ

εννήθηκε στο Κέιπ Τάουν και μεγάλωσε μεταξύ Ελλάδας, Αμερικής και Ινδίας. Οι προσλαμβάνουσες της πολλές, και η σχέση της με τις τέχνες σχεδόν αναπόφευκτη. Στα δεκαοκτώ της, αποφάσισε να τις «σπουδάσει», στο Maryland Institute College of Art, όπου και έγινε αποδεκτή με προεδρική υποτροφία. Αποφοίτησε κάποια χρόνια αργότερα, με πτυχίο στην εικονογράφηση. Σε μια προσπάθεια συνεχούς εξέλιξης, εγκατέλειψε την Αμερική για την Αγγλία, όπου συνέχισε, κάνοντας μεταπτυχιακό σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Παράλληλα, εργαζόταν ως εικονογράφος σε διάφορα έντυπα. Σε κάθε μέρος που έμενε κατά καιρούς, άφηνε πίσω της και κάποιο σχέδιό της. Η επιστροφή στην Ελλάδα, την προσγείωσε απότομα καθώς οι ευκαιρίες και οι προοπτικές εξέλιξης ήταν περιορισμένες. Για τις διαφημιστικές εταιρείες ήταν «πολύ ζωγράφος» και για τις γκαλερί «πολύ εικονογράφος». Τη λύση τη βρήκε μόνη της: πήρε τελάρα και μετέφερε εκεί τις εικονογραφήσεις της, κάνοντας τις πίνακες. Αργότερα, τους εξέθεσε, με μια «κάποια επιτυχία», όπως προσγειωμένα, λέει.. Τότε μάλιστα, έβγαλε κάποια χρήματα από αυτή τη δουλειά. Ήταν μια καλή εποχή, και τα έργα της κόσμησαν διάφορους τοίχους ανά την Ελλάδα. Η Νάνσυ, καθόλου business woman, και δημοσιοσχετίστρια, αναγνωρίζει ότι αν ήταν έστω κάτι από τα δύο, θα μπορούσε να έχει εξασφαλισθεί οικονομικά μέσω της εικονογράφησης. Ωστόσο προτιμά, τον άλλο τρόπο. Αυτόν που την κάνει να δημιουργεί όπως θέλει, να διδάσκει κάτι που αγαπάει, να μοιράζεται το χρόνο της, όπου η ίδια επιθυμεί, να παραμένει αυθεντική και να χαίρεται την καθημερινότητά της με την κόρη και το σύντροφό της. Κάπως έτσι βρέθηκε πριν κάποια χρόνια, να διδάσκει στο «Σπίρτο». Το κολάζ ήταν κομμάτι των σπουδών της και αποφάσισε ότι επρόκειτο για έναν πολύ ενδιαφέρον τρόπο έκφρασης. Δε διδάσκει πώς κόβεις και κολλάς, αλλά πώς μπορείς να επικοινωνήσεις αυτό που δημιουργείς. Να εκφράσεις αυτό που νιώθεις μέσα από τη συλλογή και σύνθεση διαφορετικών υλικών. Οι τεχνικές, όπως λέει η ίδια, είναι πολλές. Η πιο συνήθης και με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους μαθητές της, είναι αυτή του ντεκουπάζ. Να κολλάς δηλαδή διάφορα άχρηστα ή μη αντικείμενα, πάνω σε άλλα, με σκοπό να τους προσδώσεις μια νέα χρηστική ιδιότητα. Εξίσου ενδιαφέρον ωστόσο, είναι και το 3D κολάζ. Η τοποθέτηση δηλαδή, πραγμάτων, με τέτοιο τρόπο που δημιουργείται μια καλλιτεχνική σύνθεση.

Στους πίνακές της, η Νάνσυ, χρησιμοποιεί το κολαζ, χωρίς ωστόσο να κολλάει πράγματα. Κολλάει απλώς διαφορετικές έννοιες, ζωγραφίζοντάς τις. Σε ένα από τα έργα της , ένα λιοντάρι συνυπάρχει με έναν άνθρωπο που κάνει kung fu, σε ένα φανταστικό τοπίο, εμπνευσμένο από την Αφρική και την Ινδία. Το κολάζ στην τέχνη της, είναι κάπως παράλληλο με τη ζωή της. Συνθέτει με τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες της. Κάθε μέρος στο οποίο έχει ζήσει, έχει επηρεάσει την εικόνα που βλέπει κανείς στον καμβά της. Έντονα χρώματα «φερμένα» από την Ινδία, ζώα και φυτά από την Αφρική, Ιστορία από την Ελλάδα και την Ιταλία. Μυρωδιές και μουσικές από κάθε μέρος που έχει βρεθεί. Αυτά είναι τα υλικά της. Τα τελευταία εννιά χρόνια ζει μόνιμα στην Ελλάδα. «Εδώ οι πηγές έμπνευσης στερεύουν. Η καθημερινή δυσκολία επιβίωσης στερεί από αυτή τη χώρα την ομορφιά της. Βέβαια, ενώ περπατάς στο χαλασμένο, στενό πεζοδρόμιο, ξαφνικά κάποιος περνά και σου λέει καλημέρα. Λίγο πιο κάτω βλέπεις ένα λουλούδι να ανθίζει. Και τότε αναθεωρείς την ασχήμια της». Για τη Νάνσυ, η τέχνη δεν έχει όρια. Είναι παντού, είναι τα πάντα. Είναι οτιδήποτε μας προκαλεί συναισθήματα. Θυμό, θαυμασμό, ευτυχία, συγκίνηση.

< ΗΕΩΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ >


64 / ΚΟΛΑΖ

Άρθρο / Αριστείδης Γεωργίου

Δ

ικαιώματα. Ποιος έγραψε τι, σε ποιον ανήκει, ποιος μπορεί να το χρησιμοποιήσει και με ποιον τρόπο. Μπερδεμένο στόρυ.

Πάρε λοιπόν λίγα τύμπανα από funk, ένα ακορντεόν από παλιά ιταλική ταραντέλα (σ.σ. μουσική που γραφόταν στην Νότια Ιταλία με σκοπό τη θεραπεία από το τσίμπημα της μαύρης δηλητηριώδους αράχνης – δεν πάνε καλά οι φίλοι μας οι Ιταλοί…), μια κιθάρα από gypsy swing του Django Reinhardt και φωνητικά της καλλονής φιλενάδας μου Ταξούλας και βγήκε. Κομμάτι μουσικό, φτιαγμένο από κομμάτια, κομματιών άλλων. Τώρα δηλαδή αυτό σε ποιόν ανήκει; Ιδού η απορία. Ολάκερη η hip-trip-hop-breakbeat-electroswingofunky, groove μουσική σκηνή, παλεύει κρεμασμένη από ένα σχοινί, που ονομάζεται sample*.

Άποψή μου; Είναι σαν να θές να φτιάξεις έναν μουσακά για το κορίτσι σου και να πρέπει να πάρεις άδεια από κάποιον, μάλλον περουβιανό, που πρωτοφύτεψε την πατάτα, από έναν άλλο που έβγαλε την πρώτη μελιτζάνα, από τον Νικόλαο Τσελεμεντέ που εικάζεται πως εφηύρε την μπεσαμέλ και από ένα κάρο άλλους τύπους, για να είσαι νόμιμος να τον αναπαράγεις με τον δικό σου πάντα τρόπο και να τον απολαύσεις. Μέχρι να τα κάνεις όλα αυτά και μουσακά δεν θα φτιάξεις και το κορίτσι θα το χάσεις. Εμ δεν γίνονται αυτά. Γίνονται; Αφήστε λοιπόν αγαπητοί μου πρόεδροι δισκογραφικών και πολυαγαπημένοι μου κύριοι της ΑΕPI, την μουσική να τριγυρίσει και να εξελιχθεί όπως η κάθε εποχή επιβάλλει, χωρίς όρους, νομοθεσίες και συμβάσεις. Αρέσει; Σίγουρα όχι σε όλους. Τι θα γίνει; Θα δούμε.

INFO Ψάξτε και βρείτε το ντοκιμαντέρ “Copyright Criminals”. Αξίζει τον κόπο. *Το να χρησιμοποιείς ένα «σημείο» από ένα κομμάτι κάποιου, με σκοπό να δημιουργήσεις ένα καινούριο δικό σου.


65 / ΚΟΛΑΖ

XX


KOLAZ_ISSUE 1  

Μια ιδέα. Δύο άνθρωποι. Ένα χαρτί και ένα μολύβι. Πολλοί καφέδες και άλλα τόσα ποτά. Μια ομάδα που δημιουργείται και ένα όνειρο που γίνεται...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you