Issuu on Google+

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Για ένα παιδί που κοιμάται


Η

Δήμητρα

Χριστοδούλου

γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια

στη

Μέση Εκπαίδευση.

Δημόσια


Το 2008 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο της "Λιμός"


ΠΟΙΗΣΗ •Τα άλογα του Μυροβλήτου, Αθήνα, 1974 •Ηγησώ, Κείμενα, 1979 •Χώμα, Κέδρος, 1985 •Η προσευχή του αναιδούς, Καστανιώτης, 1991 •Το κυπαρίσσι των εργατικών, Καστανιώτης, 1995 •Φορτίο, Καστανιώτης, 1997 •Προς τα κάτω, Νεφέλη, 1999


ΠΟΙΗΣΗ •Ελάχιστα πριν, Νεφέλη, 2005 •Λιμός, Νεφέλη, 2007 •Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Πατάκης 2010 •Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Πατάκης, 2012 •Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι, 2014

ΠΕΖΑ Ακτή στο φως του χειμώνα, Καστανιώτης, 1994


Για ένα παιδί που κοιμάται

Γύζης Νικόλαος-Παιδί που κοιμάται


Στη διάρκεια της δεκαετίας ’90, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).


Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο. Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,

1

Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες, Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος 5 Κοντά στη σκάρα του ατμού, Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος Ξεκουράζεται. Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο. 10 Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι. Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα, Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

15


Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του, Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο, Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα Μόλις θυμάται. 20 Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του, Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα. Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας, Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου Ενός ανίκητου στρατηλάτη, 25 Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη, Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη. Καμιά φορά πιο εγκάρδια Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας, Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

30


Ενότητες 1η ενότητα: «Νύχτα … εκεί μέσα» [ΠΑΡΟΝ] Οι δύσκολες συνθήκες ζωής του μικρού βιοπαλαιστή. (ή ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση) 2η ενότητα: «Τα χιονισμένα βουνά … θερμό ατμό» [ΠΑΡΕΛΘΟΝ – ΠΑΡΟΝ] Οι αναμνήσεις του παιδιού από την πατρίδα του και η σκληρή πραγματικότητα.


Για ένα παιδί που κοιμάται

Ο τίτλος δε μας προϊδεάζει για το θέμα του ποιήματος. Λειτουργεί κάπως «παραπλανητικά» καθώς θα ταίριαζε πιο πολύ σε ένα νανούρισμα ή σε ένα λυρικό ποίημα.


Διαβάζοντας ωστόσο ολόκληρο το ποίημα καταλαβαίνουμε ότι έχει κυριολεκτική σημασία και αναφέρεται στη σκληρή πραγματικότητα.


Νύχτα: η μαύρη σκληρή Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο. πραγματικότητα, οι δύσκολες συνθήκες ζωής. Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο, Εργοστάσιο: Οι εργάτες έχουν σχολάσει και το μηχανοστάσιο Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες, αποτελεί το καταφύγιο τυο παιδιού. Οι μηχανές: Η προσωποιημένη Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες παρουσία των μηχανών σε συνδυασμό με την ανθρώπινη Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος απουσία τονίζουν τη μοναξιά του παιδιού. Κοντά στη σκάρα του ατμού, σκάρα του ατμού: Τη στέρηση της μητρικής φροντίδας και Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος στοργής έρχεται να καλύψει ο ζεστός ατμός από τη σκάρα των Ξεκουράζεται. μηχανών και το δανεικό ρούχο του (μεγαλύτερου;) αδερφού του.


Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο. Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι. Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα, Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Πώς περνά τη μέρα του το παιδί;


Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο. Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι. Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα, Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

•Τα ρήματα και τα επιρρήματα δείχνουν τον σκληρό και ανελέητο αγώνα που δίνει το μικρό παιδί κάθε μέρα για να επιβιώσει. •Η μέρα του ολοκληρώνεται με τη στάση του νυχτοφύλακα που δεν είναι ανθρωπιστική αλλά σκληρή και απάνθρωπη αφού εκμεταλλεύεται το αδύναμο παιδί.


Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του, Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του

Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο, Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα Μόλις θυμάται. Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του, Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.

Το παιδί σκέφτεται, αναπολεί, ονειρεύεται: •Εικόνες της πατρίδας του (τα χιονισμένα βουνά) •Τη μητέρα του που το φρόντιζε •Τον δάσκαλό του (πληρωνόταν σε είδος: ανταλλακτική οικονομία)

Θυμάται με δυσκολία την προφορική ελληνική ομιλία. Από πού λοιπόν μπορεί να κατάγεται;


Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας, Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου Ενός ανίκητου στρατηλάτη, Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,


Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,


Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου  Ενός ανίκητου στρατηλάτη, 


Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,


Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη. Καμιά φορά πιο εγκάρδια Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας, Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

Το παιδί αντιμετωπίζει καθημερινά προσβολές, ταπείνωση και εξευτελισμό. Μόνη του παρηγοριά είναι η σχάρα του ατμού καθώς εκεί: •ξεκουράζεται •αναπολεί •ονειρεύεται


Αντώνη Σαμαράκη, «Το νυχτερινό σχολά» Ώρα έντεκα και κάτι, το νυχτερινό σχολά κει που πέρναγες, διαβάτη, κι ήταν όλα σκοτεινά. Άξαφνα ένα φως τα λούζει, ξεπροβάλλουν τα παιδιά, μάγουλα απ' το κρύο μπούζι, ποδαράκια σαν κλαδιά. Ώρα έντεκα και κάτι, τα εργατόπαιδα σχολάν. Στάσου προσοχή, διαβάτη, ήρωες μικροί περνάν. Σαν φυσά το ξεροβόρι και λυγίζουν δω κι εκεί, άλλοι δίχως πανωφόρι, άλλοι ακόμα νηστικοί, αδερφάκια κουρασμένα απ' τη δύσκολη ζωή, όλη μέρα βουτηγμένα στις καπνιές και στη βουή.

Ώρα έντεκα και κάτι, τα εργατόπαιδα σχολάν. Στάσου προσοχή, διαβάτη, ήρωες μικροί περνάν. Μες στη νύχτα τώρα πάνε στο σκοτάδι το πηχτό τα παιδιά που πολεμάνε για το μεροκάματο. Χέρια βρώμικα απ' τα λάδια, μάτια κατακόκκινα, αδερφάκια δίχως χάδια με σφαγμένη την καρδιά. Ώρα έντεκα και κάτι, τα εργατόπαιδα σχολάν. Στάσου προσοχή, διαβάτη, ήρωες μικροί περνάν.


Νικηφόρου Βρεττάκου: Το παιδί με τα σπίρτα Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα τα έξι του χρόνια. Το χτένισε όμορφα. Δε θα ’χει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει. Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας. Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας πουλήσει τα τέσσερα. — Παίζει ο χειμώνας στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα. Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της, απάνω και κάτω. Σκοτάδι: «Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα σπίρτο να φωτίσει τον κόσμο».


Ερωτήσεις  Να περιγράψετε πώς νιώσατε διαβάζοντας το ποίημα και να

παρουσιάσετε τις απόψεις σας για το θέμα της παιδικής εργασίας.  Από ποια στοιχεία (μορφής ή περιεχομένου) καταλαβαίνετε ότι το ποίημα ανήκει στη νεοτερική ποίηση;  Στη δεύτερη στροφή ο ποιητής μας δίνει εικόνες από την πατρίδα του παιδιού. Να τις εντοπίσετε. Οι εικόνες αυτές αποτελούν ευχάριστες ή δυσάρεστες αναμνήσεις για το παιδί;  Με τι παρομοιάζει ο ποιητής τα ελληνικά που άκουγε το παιδί στην πατρίδα του (δύο παρομοιώσεις) και τώρα στην Ελλάδα (τρεις παρομοιώσεις); Στη συνέχεια, να σχολιάσετε το περιεχόμενό τους.  Να περιγράψετε πώς περνάει τη μέρα και τη νύχτα του το παιδί.


Παραδοσιακή και νεοτερική ποίηση  Η δομή του ποιήματος βασίζεται στις

στροφές που έχουν σταθερό αριθμό στίχων.

 Οι στίχοι έχουν ορισμένο αριθμό

συλλαβών.

 Οι στίχοι έχουν συγκεκριμένο μέτρο

που παραμένει σταθερό.

 Υπάρχει ομοιοκαταληξία.  Η χρήση των σημείων στίξης είναι

σύμφωνη με τους κανόνες της γλώσσας.

 Συνήθως, χρησιμοποιούνται λέξεις

ποιητικές (δηλαδή λέξεις που δε συνηθίζονται στη κοινή καθημερινή ομιλία, είναι εντυπωσιακές και συχνά δημιούργημα των ποιητών).

Ελεύθερος στίχος  Δεν υπάρχουν στροφές με σταθερό

αριθμό στίχων.

 Οι στίχοι δεν έχουν ορισμένο αριθμό

συλλαβών.

 Το ποίημα δεν κατανέμεται σε στίχους,

αλλά γράφεται με τρόπο που θυμίζει πεζό λόγο.

 Απουσιάζουν ή χρησιμοποιούνται

ελάχιστα τα κύρια σημεία στίξης.

 Χρησιμοποιούνται «αντιποιητικές»

λέξεις (από την καθημερινότητα, από το επαγγελματικό λεξιλόγιο κτλ.).

 Συνδυάζονται λέξεις και έννοιες που

είναι αταίριαστες στον καθημερινό λόγο.


Για ένα παιδί που κοιμάται