Η χαρά είναι για όλους

Page 1



Όταν έχασα τις αισθήσεις μου

Ήμουν άνθρωπος τότε Στον Λόφο ανέβαινα μόνο Γιατί είχα ελεύθερο χρόνο να σκοτώσω Αλλά ό,τι τελικά σκότωσα ήταν το Εγώ και το Δικό μου. Χωρίς το Εγώ και το Δικό μου Χωρίς επιθυμία και βούληση, Να ’μαι, ένα άδειο δοχείο Σκλάβος στη Θεία Βούληση Και τις απέραντες δεξιότητες.

ΣΤΗΝ ΠΌΛΗ ΜΑΪΣΌΡ υπάρχει μια παράδοση. Αν έχεις κάτι να

κάνεις, ανεβαίνεις στον λόφο Τσαμούντι. Και αν δεν έχεις τί­ ποτα να κάνεις, ανεβαίνεις στον λόφο Τσαμούντι. Αν ερωτευ­ τείς, ανεβαίνεις στον λόφο Τσαμούντι. Και αν σου ’χει περάσει ο έρωτας, πρέπει να ανέβεις στον λόφο Τσαμούντι. Ένα απόγευμα δεν είχα τίποτα να κάνω και, επιπλέον, μου είχε πρόσφατα περάσει ένας έρωτας, οπότε πήγα ν’ ανέβω στον λόφο Τσαμούντι. Περίπου στα δύο τρίτα της διαδρομής προς την κορυφή πάρκαρα τη μηχανή μου και κάθισα σε έναν βράχο που προε­ ξείχε. Αυτός ήταν για μένα ο «βράχος της περισυλλογής». Τον


22

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

επισκεπτόμουν για κάμποσο καιρό. Μια κόκκινη μουριά και μια καχεκτική ινδική συκιά είχαν απλώσει τις γερές τους ρίζες μέσα σε μια βαθιά ρωγμή στην επιφάνεια του βράχου. Μπροστά μου απλωνόταν ολόκληρη η πόλη – η θέα ήταν πανοραμική. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με την εμπειρία μου, το σώμα και ο νους μου ήταν το «εγώ» και ο κόσμος ήταν το «εκεί έξω». Αλλά ξαφνικά σταμάτησα να διακρίνω τη διαφο­ ρά μεταξύ του εαυτού μου κι εκείνου που δεν ήταν ο εαυτός μου. Τα μάτια μου εξακολουθούσαν να είναι ανοιχτά. Ο αέρας που εισέπνεα όμως, ο βράχος πάνω στον οποίο καθόμουν, η ατμόσφαιρα τριγύρω μου, τα πάντα είχαν γίνει ο εαυτός μου. Ήμουν εγώ τα πάντα που υπήρχαν εκεί. Είχα συνείδηση, αλλά ήταν σαν να έχω χάσει τις αισθήσεις μου. Απλώς δεν υπήρχε πλέον η επιλεκτική φύση των αισθήσεων. Όσο πιο πολλά πω, τόσο πιο τρελά θα ακουστούν, διότι αυτό που συνέβαινε ήταν απερίγραπτο. Βρισκόμουν στην κυριολεξία παντού. Ήταν σαν να εκρήγνυνταν τα πάντα καταργώντας κάθε όριο. Τα πάντα εκρήγνυνταν και μεταμορφώνονταν. Ήταν μια ολότητα δίχως διαστάσεις – η απόλυτη τελειότητα. Η ζωή μου όλη είναι απλώς εκείνη η στιγμή, η οποία εξα­ κολουθεί να διαρκεί με όλη της τη χάρη. Όταν επανήλθαν οι αισθήσεις μου, ένιωθα σαν να είχαν περάσει δέκα λεπτά. Όταν όμως κοίταξα το ρολόι μου, είδα ότι ήταν επτά και μισή το απόγευμα! Είχαν περάσει τεσσερι­ σήμισι ώρες. Τα μάτια μου ήταν ανοιχτά, ο ήλιος είχε δύσει και είχε σκοτεινιάσει. Είχα πλήρη επίγνωση, όμως, αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι είναι ο εαυτός μου είχε εξαφανιστεί. Δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου ο τύπος που κλαίει εύκολα. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, στα είκοσι πέντε μου χρόνια, βρέθηκα να κάθομαι σε έναν βράχο στην πλαγιά του λόφου Τσαμούντι,


SADΗGURU |

23

νιώθοντας τόσο μεγάλη έκσταση που έτρεχαν τα δάκρυα πο­ τάμι και το πουκάμισό μου είχε γίνει μούσκεμα! Δεν μου είχε λείψει ποτέ η γαλήνη και η χαρά. Είχα ζήσει τη ζωή μου όπως ακριβώς την ήθελα. Είχα μεγαλώσει τη δεκαετία του εξήντα, την εποχή των Beatles και των τζιν παντελονιών, είχα διαβάσει αρκετή ευρωπαϊκή φιλοσοφία και λογοτεχνία – Ντοστογιέφσκι, Καμί, Κάφκα και τους σχετικούς. Κι όμως, βρέ­ θηκα ξαφνικά να νιώθω σαν να έχω εκραγεί μέσα σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση της ύπαρξης, η οποία μου ήταν εντελώς άγνωστη. Με είχε κατακλύσει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα – μια ευφορία, η απόλυτη ευτυχία– που ποτέ πριν δεν είχα διανο­ ηθεί ότι υπάρχει. Όταν επιχείρησα να το καταλάβω με τη λογική μου, το μόνο που περνούσε απ’ το μυαλό μου ήταν ότι πιθα­ νότατα είχα τρελαθεί! Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα τόσο υπέροχο συναίσθημα που ήξερα ότι δεν ήθελα με τίποτα να το χάσω. Ποτέ μου δεν κατάφερα να περιγράψω ακριβώς τι συνέβη εκείνο το απόγευμα. Ίσως ο καλύτερος τρόπος να το εκφράσω είναι ότι ανυψώθηκα και δεν επανήλθα ποτέ. Ποτέ ξανά.

Γεννήθηκα στη Μαϊσόρ, μια αρκετά αριστοκρατική πόλη της νότιας Ινδίας, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα, που ήταν διάσημη για τα παλάτια και τους κήπους της. Ο πατέρας μου ήταν για­ τρός και η μητέρα μου νοικοκυρά. Ήμουν ο μικρότερος από τέσσερα αδέλφια. Το σχολείο το βαριόμουν. Δεν άντεχα καθόλου να κάθομαι στην τάξη, διότι αντιλαμβανόμουν ότι οι δάσκαλοι μας μιλού­ σαν για πράγματα που δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα για τη ζωή τους. Όταν ήμουν τεσσάρων, με πήγαινε κάθε πρωί στο σχολείο η οικιακή βοηθός μας, κι εγώ της ζητούσα να με αφήνει


24

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

στην είσοδο και να μην μπαίνει ποτέ μέσα στο κτίριο. Με το που έφευγε, εγώ έτρεχα κατευθείαν σε ένα φαράγγι εκεί κοντά, όπου υπήρχαν μυριάδες είδη ζωής. Άρχισα να δημιουργώ έναν τεράστιο ζωολογικό κήπο από έντομα, γυρίνους και φίδια, τα οποία τα έβαζα σε μπουκάλια που έπαιρνα από το ιατρείο του πατέρα μου. Όμως, όταν ύστερα από μερικούς μήνες οι γονείς μου ανακάλυψαν ότι δεν πήγαινα στο σχολείο, συνειδητοποίη­ σα ότι οι εξερευνήσεις μου στον κόσμο της βιολογίας δεν τους εντυπωσίασαν στο παραμικρό. Αντιμετώπισαν τις εξορμήσεις μου στο φαράγγι σαν ανούσιο παιχνίδι στα λασπόνερα. Απο­ γοητευμένος, μιας και ο κόσμος των ενηλίκων μού φαινόταν σχεδόν πάντα βαρετός και χωρίς ίχνος φαντασίας, έστρεψα απλώς την προσοχή μου αλλού και βρήκα κάτι διαφορετικό να κάνω. Τα επόμενα χρόνια προτιμούσα να περνάω τις μέρες μου εξερευνώντας το δάσος. Έπιανα φίδια, ψάρευα, περπατούσα, και σκαρφάλωνα στα δέντρα. Συχνά ανέβαινα στο πιο ψηλό κλαδί ενός μεγάλου δέντρου και καθόμουν εκεί με το κολατσιό μου και ένα μπουκάλι νερό. Το λίκνισμα των κλαδιών με ταξί­ δευε, έμπαινα σε μια κατάσταση έκστασης, ήμουν την ίδια στιγ­ μή κοιμισμένος αλλά και εντελώς ξύπνιος. Έχανα εντελώς την αίσθηση του χρόνου πάνω στο δέντρο. Κούρνιαζα εκεί από τις εννέα το πρωί μέχρι τις τεσσερισήμισι το απόγευμα που χτυπού­ σε το κουδούνι του σχολείου για το σχόλασμα. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι, χωρίς να το ξέρω, είχα αρχίσει να κάνω διαλογισμό εκείνη την εποχή. Μετά από χρόνια, όταν ξεκίνη­ σα να καθοδηγώ άλλους για να διαλογιστούν, πάντα υπήρχε το στοιχείο του λικνίσματος στους διαλογισμούς. Βέβαια τότε, όταν ήμουν μικρός, δεν είχαν καν ακούσει τη λέξη «διαλογι­ σμός». Απλώς μου άρεσε ο τρόπος που με λίκνιζε το δέντρο και έμπαινα σε μία κατάσταση πέρα από τον ύπνο και τον ξύπνιο.


SADΗGURU |

25

Η τάξη μού φαινόταν βαρετή, αλλά έβρισκα μεγάλο εν­ διαφέρον στα πάντα γύρω μου – στον τρόπο με τον οποίο είναι φτιαγμένος ο κόσμος, στην υφή του εδάφους, στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Καβαλούσα το ποδήλατό μου, πήγαινα στους χωματόδρομους μέσα στη φύση κι έκανα τουλάχιστον τριάντα πέντε χιλιόμετρα τη μέρα. Όταν πια γύριζα στο σπίτι, ήμουν γεμάτος λάσπες και χώματα απ’ την κορφή ως τα νύχια. Μου άρεσε πολύ να χαρτογραφώ με τον νου μου τις περιοχές απ’ όπου είχα περάσει. Όταν ήμουν μόνος, έκλεινα τα μάτια και ξαναζωγράφιζα νοερά ολόκληρο το τοπίο που είχα εξερευ­ νήσει τις προηγούμενες ώρες – κάθε βράχο, κάθε πέτρα, κάθε δέντρο. Οι αλλαγές των εποχών με συνάρπαζαν, όπως και η εικόνα της οργωμένης γης ή των σπόρων που βλασταίνουν. Αυτό ήταν που με τράβηξε και στο έργο του Τόμας Χάρντι: λά­ τρευα τις ατέλειωτες περιγραφές του αγγλικού τοπίου. Έκανα κι εγώ ακριβώς το ίδιο, αλλά μέσα στο μυαλό μου: κατέγραφα τον κόσμο που με περιέβαλλε. Ακόμη και σήμερα είναι σαν να υπάρχει ένα βίντεο μέσα στο κεφάλι μου. Όποτε θέλω το ξανα­ παίζω, τα πάντα είναι καταγραμμένα, όλα όσα παρατηρούσα όλα αυτά τα χρόνια, με κάθε λεπτομέρεια. Ήμουν πάντα υπερβολικά σκεπτικιστής. Ακόμη και στα πέ­ ντε μου χρόνια, όποτε η οικογένειά μου πήγαινε στον ναό, εγώ είχα πάντα απορίες – πολλές απορίες. Ποιος είναι ο Θεός; Πού βρίσκεται; Εκεί πάνω; Πού είναι το πάνω; Μετά από κάνα δυο χρόνια είχα ακόμη περισσότερες απορίες. Στο σχολείο έλεγαν ότι ο πλανήτης μας είναι στρογγυλός. Αν όμως ο πλανήτης είναι στρογγυλός, τότε πώς ήξεραν ποιο είναι το πάνω μέρος του; Ποτέ κανένας δεν μπόρεσε να μου δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά μου, γι’ αυτό κι εγώ δεν έμπαινα στον ναό. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να με αφήνουν έξω απ’ τον ναό και να με προσέχει ο υπεύθυνος των παπουτσιών. Εκείνος μου κρατούσε


26

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

σφιχτά το χέρι και με τραβολογούσε πέρα δώθε καθώς έκανε τη δουλειά του. Ήξερε ότι έτσι και γυρνούσε απ’ την άλλη θα εξαφανιζόμουν! Αργότερα στη ζωή μου παρατηρούσα ότι οι άνθρωποι που έβγαιναν από τα εστιατόρια είχαν πάντα πιο χα­ ρούμενα πρόσωπα από εκείνους που έβγαιναν από τους ναούς. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Αλλά, παρ’ ότι που ήμουν σκεπτικιστής, ποτέ δεν ένιωσα ότι αυτή η λέξη περιγράφει αυτό που πραγματικά ήμουν. Είχα πολλές απορίες για τα πάντα, όμως, ποτέ δεν ένιωσα την ανά­ γκη να καταλήξω σε συμπεράσματα. Συνειδητοποίησα πολύ νωρίς ότι δεν ήξερα τίποτα για οτιδήποτε. Αυτό σήμαινε ότι άρχισα να παρατηρώ με υπερβολική προσοχή τα πάντα γύρω μου. Αν μου ’δινε κάποιος ένα ποτήρι νερό, εγώ το κοιτούσα διερευνητικά για ώρα. Αν μάζευα ένα φύλλο από κάτω, το κοι­ τούσα με τις ώρες. Παρατηρούσα το σκοτάδι όλη νύχτα. Όπο­ τε έβλεπα ένα βότσαλο, ένιωθα την εικόνα του να κατακλύζει τον νου μου για ατέλειωτες ώρες, μέχρι που τελικά κατέγραφα την παραμικρή λεπτομέρειά του, από κάθε γωνία. Θεωρούσα, επίσης, ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτα παραπά­ νω από μια συνωμοσία που είχαν εφεύρει οι άνθρωποι. Κάθε φορά που κάποιος μιλούσε συνειδητοποιούσα ότι απλώς βγά­ ζει διάφορους ήχους και ότι εγώ ήμουν εκείνος που τους έδινε νόημα. Έτσι, σταμάτησα να δίνω νόημα στους ήχους και οι ήχοι άρχισαν να γίνονται πολύ διασκεδαστικοί. Έβλεπα μοτίβα να εκτοξεύονται από το στόμα ανθρώπων. Και αν συνέχιζα να παρατηρώ με προσοχή, ο άνθρωπος που μιλούσε εξαϋλωνό­ ταν και μεταμορφωνόταν σε μία μάζα ενέργειας. Και το μόνο που έμενε ήταν τα μοτίβα! Σε αυτή την κατάσταση απόλυτης, απεριόριστης ά­­γνοιας, το παραμικρό μπορούσε να μου τραβήξει την προσοχή. Ο αγα­ πημένος μου πατέρας, επειδή ήταν γιατρός, άρχισε να πιστεύει


SADΗGURU |

27

ότι χρειαζόμουν ψυχίατρο. Έλεγε: «Το αγόρι μας συνεχώς κοι­ τάζει επίμονα κάτι. Δεν ανοιγοκλείνει καν τα μάτια του. Τα ’χει χαμένα!». Πάντα μου φαινόταν περίεργο το γεγονός ότι ο κόσμος δεν μπορεί να αντιληφθεί την απεραντοσύνη που χαρακτηρίζει την κατάσταση «Δεν γνωρίζω». Όσοι καταστρέ­ φουν αυτή την κατάσταση με τις πεποιθήσεις και τις υποθέσεις τους χάνουν μια τεράστια πιθανότητα – την πιθανότητα να μάθουν. Ξεχνούν ότι το «Δεν γνωρίζω» είναι η πόρτα –η μοναδική πόρτα– προς την αναζήτηση και τη γνώση. Η μητέρα μου με δίδασκε να προσέχω πολύ αυτά που λένε οι δάσκαλοί μου. Και το έκανα. Την προσοχή με την οποία τους άκουγα δεν θα την έβρισκαν ποτέ, πουθενά αλλού! Δεν είχα ιδέα τι έλεγαν, αλλά όποτε πήγαινα στην τάξη τούς κοι­ τούσα με απόλυτη προσήλωση και με όλη μου την ένταση. Για κάποιον λόγο δεν τους άρεσε καθόλου ο τρόπος μου. Ένας καθηγητής έβαλε κάποτε τα δυνατά του για να μου αποσπάσει μια απάντηση. Αλλά εγώ παρέμενα σιωπηλός και λιγομίλητος, κι εκείνος με άρπαξε απ’ τους ώμους και άρχισε να με ταρα­ κουνάει βίαια. «Εσύ είσαι είτε θεός είτε διάβολος» είπε. Και πρόσθεσε: «Νομίζω ότι είσαι το δεύτερο!». Δεν ένιωσα ιδιαίτερα προσβεβλημένος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή προσέγγιζα το παραμικρό τριγύρω μου –από έναν κόκκο άμμου μέχρι και ολόκληρο το σύμπαν– με απορία. Όμως, μέσα στον περίπλοκο ιστό που σχημάτιζαν οι απορίες μου υπήρχε πάντα μία βεβαιότητα: το «εγώ». Αλλά το ξέσπα­ σμα του δασκάλου μου πυροδότησε μια ολόκληρη σειρά από νέες απορίες. Ποιος ήμουν εγώ; Άνθρωπος, θεός, διάβολος, τι; Άρχισα να με παρατηρώ για να βρω την απάντηση. Μάταια όμως. Οπότε, έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα ξανά. Περνούσαν τα λεπτά, οι ώρες, κι εγώ συνέχισα να κάθομαι με τα μάτια κλειστά.


28

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, τα πάντα μού τραβούσαν την προσοχή – ένα μυρμήγκι, ένα φύλλο, τα σύννεφα, τα λουλού­ δια, το σκοτάδι, σχεδόν τα πάντα. Αλλά με έκπληξη ανακά­ λυψα ότι με τα μάτια κλειστά υπήρχαν ακόμη περισσότερα πράγματα που μου τραβούσαν την προσοχή – ο τρόπος με τον οποίο πάλλεται το σώμα, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα διαφορετικά όργανα, τα διαφορετικά κανάλια μέσα από τα οποία ρέει η εσωτερική μας ενέργεια, ο τρόπος με τον οποίο η ανατομία του σώματός μας ευθυγραμμίζεται, το γεγονός ότι τα όρια είναι πεπερασμένα στον εξωτερικό κόσμο. Η άσκηση αυτή μου αποκάλυψε ολόκληρο τον μηχανισμό του να είσαι άνθρωπος. Αντί να με οδηγήσει σε μια απλοϊκή απάντηση ότι είμαι «αυτό» ή «εκείνο», με βοήθησε να συνειδητοποιήσω στα­ διακά ότι, εάν ήθελα, μπορούσα να γίνω τα πάντα. Το θέμα δεν ήταν να καταλήξω σε συμπεράσματα. Καθώς άρχισα να αναπτύσσω μια βαθύτερη αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, κατέρρευσε ακόμη και η βεβαιότητα του «εγώ». Από εκεί που θεωρούσα τον εαυτό μου ένα αυτόνομο ον, αυτή η άσκηση με έκανε να νιώθω λες και είχα λιώσει. Λες και είχα γίνει ένα νεφελώδες ον. Παρά τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα τα πράγματα, το μόνο που κατάφερα να κάνω με αξιοσημείω­τη πειθαρχία ήταν η εξάσκηση της γιόγκα. Αυτό ξεκίνησε κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών όταν ήμουν δώδεκα χρόνων. Όλα τα ξαδέλφια, και ήμασταν αρκετά, συναντιόμα­ σταν μια φορά τον χρόνο στο πατρικό σπίτι του παππού μου. Στον πίσω κήπο υπήρχε ένα παλιό πηγάδι με βάθος πάνω από σαράντα πέντε μέτρα. Ενώ τα κορίτσια έπαιζαν κρυφτό, το παιχνίδι των αγοριών ήταν να πηδάμε μέσα στο πηγάδι και να σκαρφαλώνουμε για να βγούμε έξω. Τόσο το άλμα για να βρεθούμε στον πάτο, όσο και το σκαρφάλωμα μετά, ήταν και


SADΗGURU |

29

τα δυο δύσκολα. Αν κάτι δεν έκανες σωστά, πιθανότατα θα βρισκόσουν με το κεφάλι ανοιγμένο και τα μυαλά στα τοιχώ­ ματα του πηγαδιού. Δεν υπήρχαν σκαλιά για να σκαρφαλώσεις προς τα πάνω, έπρεπε να στηριχτείς γερά από την πέτρινη επιφάνεια και να ανέβεις προσέχοντας πολύ από πού πιάνε­ σαι. Συχνά τα ακροδάχτυλά μας μάτωναν από την υπερβολική πίεση. Δεν μπορούσαν όλα τα αγόρια να το καταφέρουν αυτό. Εγώ ήμουν από εκείνους που το κατάφερναν – και μάλιστα ήμουν πολύ καλός. Μια μέρα εμφανίστηκε ένας άντρας που ήταν πάνω από εβδομήντα χρόνων. Κάθισε και μας παρακολούθησε για λίγη ώρα. Χωρίς να πει λέξη, πήδηξε μέσα στο πηγάδι. Εμείς νο­ μίζαμε ότι σκοτώθηκε. Αλλά σκαρφάλωσε στην κορυφή πιο γρήγορα από μένα. Έβαλα στην άκρη την υπερηφάνεια μου και του έκανα μία μόνο ερώτηση: Πώς; «Έλα να μάθεις γιό­ γκα» είπε ο γέροντας. Τον ακολούθησα σαν σκυλάκι. Κι έτσι έγινα μαθητής του Σουάμι Μαλαντιχάλι* –με αυτό το όνομα ήταν γνωστός ο γέ­ ροντας– και άρχισα να ασχολούμαι με τη γιόγκα. Στο παρελ­ θόν το πρωινό μου ξύπνημα ήταν ένα δυσεπίλυτο καθημερινό πρόβλημα για όλη την οικογένεια. Όσο εκείνοι προσπαθούσαν να με βάλουν να καθίσω στο κρεβάτι, τόσο εγώ γλιστρούσα πάλι προς τα πίσω και με ξανάπαιρνε ο ύπνος. Η μητέρα μου μου έβαζε στο χέρι την οδοντόβουρτσα κι εγώ την έβαζα στο στόμα και με ξανάπαιρνε ο ύπνος. Απεγνωσμένη, στο τέλος με έσερνε μέχρι το μπάνιο. Κι εμένα με ξανάπαιρνε ο ύπνος αμέσως. Αλλά τρεις μήνες αφού ξεκίνησα να κάνω γιόγκα, το σώμα μου άρχισε να ξυπνάει στις τρεις και σαράντα κάθε πρωί, χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια, το οποίο συνεχίζεται μέχρι και * Σουάμι (Swami): Ινδός μοναχός (Σ.τ.Ε.).


30

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

σήμερα. Μόλις ξυπνούσα, οι ασκήσεις μου λες και γίνονταν από μόνες τους, όπου και να βρισκόμουν, σε όποια κατάσταση, κάθε μέρα, χωρίς καμία εξαίρεση. Αυτή η απλή γιόγκα –η ανγκαμάρντανα (angamardana), ένα σύστημα ασκήσεων που εν­ δυναμώνουν τους τένοντες και τα άκρα– με έκανε να ξεχωρίζω από τους άλλους ανθρώπους, τόσο σωματικά όσο και νοη­τικά. Αλλά αυτό ήταν όλο. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα τότε. Περνώντας τα χρόνια, έχασα κάθε εμπιστοσύνη στο εκ­ παιδευτικό σύστημα. Δεν ήμουν κυνικός. Μέσα μου είχα πολύ πάθος και ζωντάνια, μου άρεσε να ασχολούμαι με τα πάντα. Όμως, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μου, ακόμη και σε εκεί­ νη την ηλικία, ήταν η καθαρότητα του μυαλού. Δεν είναι ότι έψαχνα να βρω κάποια παγίδα ή ασυμβατότητα σε ό,τι μου δίδασκαν. Απλώς τις εντόπιζα κατευθείαν. Ποτέ στη ζωή μου δεν κοιτάζω να βρω κάτι. Απλώς κοιτάζω. Και αυτό ακριβώς προσπαθώ να διδάξω στους ανθρώπους σήμερα: εάν θέλε­ τε να γνωρίσετε την πνευματικότητα, μην ψάχνετε για κάτι. Ο κόσμος νομίζει ότι πνευματικότητα σημαίνει να αναζητάς τον Θεό ή την αλήθεια ή το απόλυτο. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ότι έχεις ήδη καθορίσει τι είναι αυτό που αναζητάς. Σημασία όμως δεν έχει το αντικείμενο της έρευνας, αλλά η δεξιότητα να κοιτάς. Αυτό που λείπει στον κόσμο σή­ μερα είναι η ικανότητα να κοιτάνε χωρίς κίνητρο. Κάθε άν­ θρωπος είναι ένα πνευματικό ον που αναζητά να δώσει νόημα στα πάντα. Αναζήτηση όμως δεν σημαίνει ότι ψάχνεις κάτι συ­ γκεκριμένο. Σημαίνει ότι διευρύνεις την αντίληψή σου, αυτήν ακριβώς την ικανότητά σου να βλέπεις. Όταν τελείωσα το λύκειο, ξεκίνησα ένα πρόγραμμα αυτο­ διδασκαλίας στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Μαϊσόρ. Ήμουν ο πρώτος που έφτανε εκεί το πρωί στις εννέα και ο τελευταίος που έδιωχναν με το ζόρι στις οκτώμισι το βράδυ.


SADΗGURU |

31

Μεταξύ πρωινού και βραδινού φαγητού το μόνο που κατανά­ λωνα ήταν βιβλία. Αν και πάντοτε πεινούσα σαν λύκος, δεν έφαγα μεσημεριανό για έναν ολόκληρο χρόνο. Διάβασα μια τεράστια γκάμα βιβλίων, από Όμηρο μέχρι το περιοδικό Popular Mechanics, από Κάφκα μέχρι Καλιντάσα, από Δάντη μέχρι Ντένις, ο τρομερός. Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, είχα μάθει μεν πάρα πολλά πράγματα, αλλά είχα και άπειρες απορίες, πιο πολλές από ποτέ. Η μητέρα μου με ανάγκασε με τα κλάματά της να γραφτώ στο τμήμα της αγγλικής φιλολογίας του πανεπιστημίου της Μαϊσόρ. Όμως, κουβαλούσα συνεχώς μαζί μου το σύννεφο με τις εκατομμύρια απορίες που είχα, σαν να με περιέβαλλε συ­ νεχώς ένα σκοτεινό φωτοστέφανο. Ούτε η βιβλιοθήκη ούτε οι καθηγητές μου μπόρεσαν να το διώξουν. Άρχισα και πάλι να περνάω περισσότερο χρόνο έξω από την τάξη παρά μέσα. Θεωρούσα ότι το μόνο που έκαναν μέσα στην τάξη ήταν να μας υπαγορεύουν σημειώσεις, κι εγώ σίγουρα δεν είχα σκοπό να γίνω στενογράφος! Μια φορά ζήτησα από μια λέκτορα της σχολής να μου δώσει τις σημειώσεις της για να τις φωτοτυπή­ σω. Έτσι θα γλίτωνε εκείνη τον κόπο να τις υπαγορεύει κι εγώ τον κόπο να παρακολουθώ. Τελικά, κατάφερα να κάνω μια συμφωνία με όλους τους καθηγητές (οι οποίοι καταχάρηκαν με την ιδέα ότι δεν θα με είχαν μέσα στην τάξη). Θα μου έβα­ ζαν παρουσία κάθε μέρα. Την τελευταία μέρα του μήνα που καταγράφονταν επίσημα οι παρουσίες θα πήγαινα κι εγώ στην τάξη για να βεβαιωθώ ότι τηρούσαν τον λόγο τους! Μια ομάδα από φοιτητές αρχίσαμε να συναντιόμαστε κάτω από μια τεράστια ινδική συκιά που υπήρχε στους κήπους του πανεπιστημίου. Κάποιος μας αποκάλεσε το Κλαμπ της Ινδικής Συκιάς κι από τότε μας έμεινε το όνομα. Το μότο του κλαμπ ήταν: «Το κάνουμε για την πλάκα μας». Μαζευόμασταν κάτω απ’ το


32

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

δέντρο, καθόμασταν πάνω στις μοτοσικλέτες μας και αρχίζαμε να αναλύουμε επί ώρες διάφορα ζητήματα – απ’ το πώς θα κα­ ταφέρναμε να κάνουμε πιο γρήγορες τις Jawa μας, μέχρι το πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Αλλά ποτέ δεν κατεβαίναμε από τις μηχανές μας. Αυτό θα ήταν ιεροσυλία! Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο, είχα γυρίσει ολόκληρη τη χώρα με τη μηχανή. Στην αρχή πήγαινα με το ποδήλατό μου στη νότια Ινδία. Αργότερα διέσχισα τη χώρα με τη μηχανή. Μετά, όπως ήταν φυσικό, άρχισα να βγαίνω και από τα σύνο­ ρα. Όταν όμως έφτασα στα σύνορα μεταξύ Ινδίας και Νεπάλ, με ενημέρωσαν ότι η άδεια της μηχανής και το δίπλωμά μου δεν αρκούσαν. Χρειαζόμουν κι άλλα χαρτιά. Μετά από αυτό, το όνειρό μου ήταν να καταφέρω με κάποιον τρόπο να βγάλω όσα χρήματα θα χρειαζόμουν για να γυρίσω τον κόσμο με τη μηχανή μου. Δεν ήταν απλώς μια επιθυμία να γνωρίσω τον κό­ σμο. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να κάτσω στην ησυχία μου. Ήθελα να μάθω κάτι. Δεν ήξερα όμως τι, ούτε ήξερα πού πρέπει να πάω για να το βρω. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μου ήξερα ότι ήθελα περισσότερα. Ποτέ δεν θεώρησα ότι είμαι ιδιαίτερα παρορμητικός τύπος. Αγαπούσα τη ζωή. Υπολόγιζα τις συνέπειες των πράξεών μου – αν και, όσο πιο επικίνδυνες ήταν, τόσο μεγαλύτερο ενδια­ φέρον μού ασκούσαν. Κάποιος μου είπε κάποτε ότι ο φύλακας άγγελός μου θα πρέπει να είναι πολύ καλός και να εργάζεται μονίμως υπερωρίες! Πάντα ένιωθα μέσα μου την ανάγκη να αναμετριέμαι με τα όριά μου, να τα ξεπερνάω. Το τι και το γιατί δεν ήταν ποτέ ερωτήσεις που έθετα. Η μοναδική ερώτηση για μένα ήταν το πώς. Τώρα πλέον συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν σκέφτηκα τι θέλω να γίνω στη ζωή μου. Σκεφτόμουν μόνο πώς θέλω να ζήσω τη ζωή μου. Και ήξερα ότι το «πώς» μπορούσε να καθοριστεί μόνο μέσα μου και από μένα.


SADΗGURU |

33

Την εποχή εκείνη υπήρχε μεγάλη άνθηση στην εκτροφή πουλερικών. Ήθελα να κερδίσω μερικά χρήματα για να χρημα­ τοδοτήσω τα σχέδιά μου για ταξίδια χωρίς όρια και χωρίς στό­ χο. Κι έτσι άρχισα να ασχολούμαι με την εκτροφή πουλερικών. Ο πατέρας μου μου είπε: «Τι θα λέω στον κόσμο; Ότι ο γιος μου μεγαλώνει κότες;». Εγώ όμως κατάφερα να φτιάξω τη δική μου φάρμα εντελώς μόνος μου, από το μηδέν. Η επιχείρηση πήγε πολύ καλά. Άρχισα να έχω μεγάλα κέρδη. Αφιέρωνα στη δουλειά τέσσερις ώρες κάθε πρωί. Την υπόλοιπη μέρα διάβαζα κι έγραφα ποιήματα, βούταγα στο πηγάδι, έκανα διαλογισμό, και ονειροπολούσα πάνω σε μια τεράστια ινδική συκιά. Η επιτυχία με έκανε τολμηρό. Ο πατέρας μου συνεχώς πα­ ραπονιόταν ότι οι γιοι όλων των άλλων είχαν γίνει μηχανικοί, βιομήχανοι, δημόσιοι υπάλληλοι ή είχαν φύγει για την Αμερι­ κή. Ενώ, όπου και να πήγαινα, όλοι όσοι συναντούσα –φίλοι, συγγενείς, παλιοί δάσκαλοι απ’ το σχολείο και το πανεπιστή­ μιο– έλεγαν: «Πιστεύαμε ότι θα γίνεις σπουδαίος, αλλά εσύ τη σπαταλάς τη ζωή σου». Το είδα σαν πρόκληση. Συνεταιρίστηκα με έναν φίλο πο­ λιτικό μηχανικό και κάναμε μια κατασκευαστική εταιρεία. Σε πέντε χρόνια η εταιρεία μας ήταν μια από τις μεγαλύτερες, ανάμεσα στις πιο πετυχημένες ιδιωτικές κατασκευαστικές της Μαϊσόρ. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να το πιστέψει και ήταν κατευχαριστημένος. Ήμουν ενθουσιασμένος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, η αδρεναλίνη μου ήταν στα ύψη και αναζητούσα συνέχεια νέες προκλήσεις. Όταν πετυχαίνεις ό,τι κι αν επιχειρήσεις να κά­ νεις, έχεις την τάση να πιστεύεις ότι οι πλανήτες περιστρέφο­ νται γύρω από εσένα και όχι γύρω απ’ τον ήλιο! Ένας τέτοιος νεαρός άντρας ήμουν λοιπόν εκείνο το μοιραίο απόγευμα τον Σεπτέμβριο του 1982 που αποφάσισα να καβαλή­


34

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

σω την τσέχικη μηχανή μου και να ανέβω στον λόφο Τσαμούντι. Ιδέα δεν είχα τότε ότι η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.

Αργότερα, όταν επιχείρησα να περιγράψω στους φίλους μου τι είχε συμβεί εκείνη τη μέρα πάνω στο βουνό, το μόνο που με ρωτούσαν ήταν: «Μήπως είχες πιει τίποτα; Είχες πάρει κάνα τριπάκι;». Δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι σήμαινε αυτή η νέα διάσταση που είχε εμφανιστεί στη ζωή μου – ούτε κι εγώ άλλωστε την καταλάβαινα. Πριν καν αρχίσω να προσπαθώ να εξηγήσω τι είχε συμβεί, βίωσα ξανά την ίδια εμπειρία. Μια εβδομάδα αργότερα. Κα­ θόμουν στο τραπέζι και τρώγαμε βραδινό με την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι διήρκεσε δύο λεπτά, αλλά κράτησε επτά ώρες. Καθόμουν εκεί, με πλήρη επίγνωση, μόνο που το «εγώ» που ήξερα ότι είναι ο εαυτός μου δεν ήταν πια εκεί. Όλα τα άλλα ήταν. Και έχασα την αίσθηση του χρόνου. Θυμάμαι κάποιους από την οικογένειά μου να με χτυπάνε ελαφρά στον ώμο και να με ρωτάνε τι μου συμβαίνει, λέγοντάς μου να φάω το φαγητό μου. Εγώ απλώς σήκωσα το χέρι μου και τους ζήτησα να φύγουν. Συχνά φερόμουν παράξενα κι έτσι με είχαν συνηθίσει πλέον. Με άφησαν ήσυχο. Όταν επανήλθαν οι «κανονικές» μου αισθήσεις, είχε πάει σχεδόν τέσσερις και τέταρτο τα ξημερώματα. Άρχισα να βιώνω αυτή την εμπειρία όλο και πιο συχνά. Και κάθε φορά έμενα νηστικός και άυπνος για ατελείωτες ώρες. Απλώς καθόμουν ακίνητος σε ένα σημείο. Μια φορά η εμπει­ ρία αυτή κράτησε δεκατρείς ολόκληρες μέρες. Βρισκόμουν σε ένα χωριό όταν ξεκίνησε – αυτή η κατάσταση που ένιωθα να με κατακλύζει απέραντη γαλήνη και έκσταση. Οι κάτοικοι του


SADΗGURU |

35

χωριού μαζεύτηκαν γύρω μου και άρχισαν να ψιθυρίζουν με­ ταξύ τους: «Πρέπει να βρίσκεται σε σαμάντι» (samadhi – μια γαλήνια κατάσταση ύπαρξης έξω από το σώμα, η οποία είναι καταγεγραμμένη σε ινδικές πνευματικές παραδόσεις). Στην Ινδία υπάρχει μια παραδοσιακή αντίληψη της πνευματικότη­ τας, η οποία κληροδοτείται από γενιά σε γενιά – έτσι είναι αυτή η χώρα. Εγώ όμως, με τα τζινάκια μου και το μοντέρνο μυαλό μου, δεν είχα ιδέα για αυτή την παράδοση. Όταν τελικά βγήκα από αυτή την κατάσταση, κάποιος ήθελε να μου περά­ σει μια γιρλάντα γύρω από το σώμα μου. Ένας άλλος ήθελε να αγγίξει τα πόδια μου. Ήταν τρελό – δεν μπορούσα να πιστέψω ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο. Μια άλλη μέρα έτρωγα το μεσημεριανό μου. Έβαλα ένα κομμάτι φαγητό στο στόμα μου και ξαφνικά αυτό εξερράγη. Τη στιγμή εκείνη μπορούσα να βιώσω τη θαυματουργή αλχη­ μεία της ανθρώπινης πέψης – τη διαδικασία κατά την οποία μια εξωτερική ουσία, ένα τμήμα του πλανήτη, γινόταν κομμάτι δικό μου. Θεωρητικά όλοι τη γνωρίζουμε αυτή τη διαδικασία – όταν δηλαδή ένα κομμάτι του πλανήτη μετατρέπεται σε τροφή για να συντηρήσει το σώμα μας, και το σώμα μας με τη σειρά του μετατρέπεται κάποια μέρα σε ουσία που θα θρέψει την ίδια αυτή γη που το συντηρούσε. Όταν όμως αυτή η γνώση έγινε ξάφνου εμπειρική, άλλαξε τη θεμελιώδη αντίληψη που είχα για το ποιος ήμουν. Η σχέση μου με τα πάντα γύρω μου, μεταξύ των οποίων και ο πλανήτης, άλλαξε ριζικά, σαν να με­ τατοπίστηκε σε άλλη διάσταση. Συνειδητοποίησα σε όλο της το μεγαλείο την εκπληκτική νοημοσύνη που υπάρχει μέσα σε όλους μας, η οποία μεταλ­ λάσσει μέσα στο ανθρώπινο σώμα ένα κομμάτι ψωμί ή ένα μήλο σε ένα μόνο απόγευμα. Δεν είναι και λίγο! Καθώς άρχισα να την αγγίζω συνειδητά αυτή τη νοημοσύνη, που είναι η πηγή


36

|

Η Χ Α Ρ Α Ε Ι Ν Α Ι Γ Ι Α Ο Λ Ο ΥΣ

της δημιουργίας, άρχισαν να συμβαίνουν διάφορα, φαινομενι­ κά ανεξήγητα, πράγματα τριγύρω μου. Αντικείμενα που άγγιζα μεταμορφώνονταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν και ξέσπαγαν σε κλάματα. Πολλοί υποστήριξαν ότι ανακουφίστηκαν από σωματικές και ψυχολογικές παθήσεις μόνο και μόνο επειδή με κοίταξαν. Κι εγώ ο ίδιος γιατρευόμουν μέσα σε λίγες ώρες από παθήσεις που θα μου έπαιρναν μήνες μέχρι να γίνω καλά, αν ακολουθούσα την κλασική ιατρική. Κι όμως, δεν έδωσα μεγάλη σημασία σε όλα αυτά. Η ικανότητα να μεταμορφώνω σχεδόν ριζικά την εξωτερι­ κή και την εσωτερική πραγματικότητα συνεχίζει να υπάρχει μέσα μου και γύρω μου μέχρι και σήμερα. Δεν πρόκειται για κάτι που επεδίωξα ποτέ συνειδητά να πετύχω. Απλώς, από τη στιγμή που καταφέρνει κανείς να έρθει σε επαφή με αυτή τη βαθύτερη διάσταση της νοημοσύνης, η οποία είναι ουσιαστικά η βάση της ύπαρξής μας εδώ, η ζωή γίνεται θαυματουργή με έναν πολύ φυσικό τρόπο. Μετά από έξι με οκτώ εβδομάδες, αυτή η απίστευτη εμπει­ ρία έγινε η πραγματικότητα την οποία ζούσα καθημερινά. Εκείνο το διάστημα άλλαξαν εντελώς τα πάντα πάνω μου. Η εμφάνισή μου –το σχήμα των ματιών μου, το βάδισμά μου, η φωνή μου, ακόμη και η ευθυγράμμιση του κορμιού μου– άρχι­ σε να αλλάζει σε εντυπωσιακό βαθμό, τόσο που ακόμη και οι γύρω μου άρχισαν να το παρατηρούν. Το πιο εντυπωσιακό από όλα, όμως, ήταν εκείνο που συνέ­ βαινε μέσα μου. Μέσα σε έξι εβδομάδες είχα κατακλυστεί από αναμνήσεις – με είχαν πλημμυρίσει, στην κυριολεξία, ολόκλη­ ρες ζωές από αναμνήσεις. Είχα πλήρη επίγνωση ενός εκατομμυ­ ρίου διαφορετικών πραγμάτων που συνέβαιναν μέσα μου μέσα σε ένα μόνο λεπτό. Ήταν κάτι σαν καλειδοσκόπιο. Η λογική μου μου έλεγε ότι τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να είναι αληθινό.


SADΗGURU |

37

Αυτά που έβλεπα μέσα μου ήταν πιο καθαρά κι απ’ το φως της ημέρας. Αλλά είχα την κρυφή ελπίδα ότι ήταν ψεύτικα. Πάντα με θεωρούσα έξυπνο άνθρωπο. Μα ξαφνικά βρέθηκα να φαίνο­ μαι σαν ένας νεαρός ανόητος που δεν έχει ιδέα τι του συμβαί­ νει, και μου ήταν αδύνατον να αποδεχτώ αυτή τη σύγχυση που ένιωθα. Όμως, τελικά ανακάλυψα, προς μεγάλη μου απογοή­ τευση, ότι όλα όσα μου έλεγε η μνήμη μου ήταν αληθινά. Μέχρι εκείνη την εποχή αρνιόμουν κατηγορηματικά να αποδεχτώ οτιδήποτε δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τη λογική. Άρχισα όμως σιγά σιγά να συνειδητοποιώ ότι η ίδια η ζωή είναι η απόλυτη νοημοσύνη. Η ανθρώπινη νόηση είναι απλώς η εξυ­ πνάδα που μας διασφαλίζει την επιβίωση. Αλλά η πραγματική νοημοσύνη είναι η ίδια η ζωή – και όλα όσα αποτελούν πηγή ζωής. Τίποτα άλλο. Ο κόσμος πιστεύει ότι θεϊκό σημαίνει αγάπη, ότι θεϊκό ση­ μαίνει ενσυναίσθηση. Αν όμως παρατηρήσετε πιο προσεκτι­ κά τη δημιουργία, θα συνειδητοποιήσετε ότι το θεϊκό, ή ό,τι άλλο είναι η πηγή της δημιουργίας, είναι, πάνω απ’ όλα, η πιο υψηλή νοημοσύνη που μπορεί κανείς να διανοηθεί. Αντί να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε αυτή την παντοδύναμη νοημοσύνη που πάλλεται μέσα στον καθένα από εμάς, εμείς επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε τη λογική μας, η οποία είναι βέβαια χρήσιμη σε ορισμένες περιστάσεις, αλλά είναι και εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Άρχισα επίσης να γίνομαι υπερευαίσθητος όσον αφορά τα συναισθήματα των άλλων. Μερικές φορές με έπιαναν τα κλά­ ματα και μόνο στη θέα ενός άγνωστου ανθρώπου στον δρόμο που στεκόταν λυπημένος. Δεν χωρούσε το μυαλό μου το μέγε­ θος της δυστυχίας που μπορούσαν οι άνθρωποι να υπομένουν την ώρα που εμένα με κατέκλυζε η έκσταση χωρίς κανέναν συγκεκριμένο λόγο.


38

|

Η ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να αντιληφθώ ότι αυτό που μου συνέβαινε ήταν κάτι «πνευματικό». Άρχισα να συνειδητο­ ποιώ ότι η εμπειρία που βίωνα ήταν αυτό που οι θρησκευτικές παραδόσεις και οι γραφές εκθείαζαν ως την απόλυτη εμπειρία. Ότι στην πραγματικότητα βίωνα ό,τι πιο όμορφο μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Κάθε λεπτό, κάθε κύτταρο του σώματός μου κατακλυζόταν από διάφορα είδη έκστασης που δεν ήξερα καν να τα ονοματίσω. Σήμερα οι άνθρωποι εκθειάζουν την παιδική ηλικία διότι ένα παι­ δί μπορεί να γελάει και να είναι χαρούμενο χωρίς κανέναν συγκε­ κριμένο λόγο. Εγώ όμως διαπίστωσα ότι γίνεται και στην ενήλικη ζωή να βρίσκεται κανείς σε έκσταση. Μπορεί να συμβεί σε κάθε άνθρωπο, διότι οτιδήποτε βιώνουμε προέρχεται από μέσα μας. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η μεταμόρφωση στην εξω­ τερική μου εμφάνιση αντανακλούσε ουσιαστικά τη νέα ευθυ­ γράμμιση ολόκληρου του εσωτερικού μου κόσμου. Από τότε που ήμουν δώδεκα χρόνων είχα ξεκινήσει να κάνω μια βασική σειρά ασκήσεων χάθα γιόγκα. Τα δεκατρία χρόνια που έκανα γιόγκα είχαν φέρει απτά αποτελέσματα. Η γιόγκα είναι στην ουσία ένας τρόπος να επαναδημιουργείς το σώμα σου, ώστε να μπορεί να υπηρετήσει έναν ανώτερο σκοπό. Το ανθρώπινο σώμα μπορεί να λειτουργήσει είτε σαν ένα κομμάτι από σάρκα και οστά, είτε ως η απόλυτη πηγή της δημιουργίας. Για να μεταμορφωθεί το ανθρώπινο σε θεϊκό υπάρχει συ­ γκεκριμένη τεχνολογία. Η σπονδυλική στήλη μας δεν είναι απλώς μια τυχαία διάταξη των οστών – είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το σύμπαν. Εξαρτάται, λοι­ πόν, από το πώς θα οργανώσει κανείς εκ νέου το σύστημά του. Όσον αφορά εμένα, από εκεί που ήμουν άνθρωπος που κουβαλούσε μεγάλες σωματικές εντάσεις, έμαθα να φέρω το σώμα μου σαν να μην υπάρχει. Η σωματική μου υπόσταση


SADΗGURU |

39

έγινε πολύ πιο χαλαρή. Παλαιότερα, το σώμα μου ήταν γεμά­ το ένταση. Οι άνθρωποι γύρω μου ένιωθαν ότι, όταν έμπαινα σε ένα δωμάτιο, αυτό σήμαινε ότι αναλαμβάνω δράση. Τώρα όμως έχω μάθει να κινώ το σώμα μου με τρόπο διαφορετικό. Τότε συνειδητοποίησα ότι η εμπειρία που είχα βιώσει ήταν στην ουσία η γιόγκα. Η εμπειρία της ταύτισης με την ύπαρξη, ότι έχω γίνει ένα με κάθε είδος ζωής, ότι δεν υπάρχουν όρια, όλο αυτό ήταν το αποτέλεσμα της γιόγκα. Στην αρχή νόμιζα ότι η σειρά από απλές στάσεις της γιόγκα, οι ασάνα (asana), στις οποίες εξασκούμουν καθημερινά, θα με βοηθούσαν να αποκτήσω καλή φυσική κατάσταση. Μετά όμως από την εμπειρία μου στον λόφο Τσαμούντι κατάλαβα ότι αυτό που έκανα ήταν ουσιαστικά μία διαδικασία που θα με βοηθούσε να φτάσω σε μια διάσταση πολύ πέρα από τη σωματική. Γι’ αυτό και λέω στους ανθρώπους: ακόμα κι αν κάνετε γιόγκα για τους λάθος λόγους, και πάλι είναι αποτελεσματική! Υπάρχει κάτι μέσα σε όλους τους ανθρώπους που αντιπα­ θεί τα όρια, που αναζητά να απαλλαγεί από αυτά. Είναι στη φύση του ανθρώπου να ποθεί να γίνει κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είναι κάθε στιγμή. Όσα και να πετυχαίνουμε, εξακολου­ θούμε να θέλουμε να γίνουμε κάτι περισσότερο. Αν το σκεφτό­ μασταν όμως αυτό λίγο παραπάνω, θα αντιλαμβανόμασταν ότι αυτή μας η επιθυμία δεν είναι για κάτι περισσότερο – τα θέλουμε όλα. Όλοι μας θα θέλαμε να νιώσουμε την αίσθηση του άπειρου. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αναζητάμε να το πετύχουμε σε μικρές δόσεις. Φανταστείτε ότι σας έχουν κλειδώσει μέσα σε ένα δωμάτιο ενάμισι επί ενάμισι μέτρο. Όσο άνετο και να είναι, εσείς θα λα­ χταράτε να απελευθερωθείτε από εκεί μέσα. Εάν την επόμενη μέρα σάς μετέφεραν σε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο με διαστά­ σεις τρία επί τρία μέτρα, θα νιώθατε καλά για λίγο αλλά στη


40

|

Η Χ Α Ρ Α Ε Ι Ν Α Ι Γ Ι Α Ο Λ Ο ΥΣ

συνέχεια θα επανερχόταν η επιθυμία σας να απαλλαγείτε από τον περιορισμό. Δεν έχει σημασία πόσο ευρύ είναι το όριο που θέτουμε, διότι τη στιγμή που θα το συνειδητοποιήσετε, ενστι­ κτωδώς θα θέλετε αμέσως να το καταρρίψετε. Στην Ανατολή αυτή η επιθυμία είναι πολιτισμικά αναγνωρισμένη ως ο υψη­ λότερος στόχος κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και προ­ σπάθειας. Η απελευθέρωση –ή μούκτι (mukti) ή μόκσα (moksha)– θεωρείται η φυσική τάση του ανθρώπου και ο απώτερος προορισμός μας. Ο λόγος που επιχειρούμε να την αποκτήσου­ με σε μικρές δόσεις είναι ότι δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αυτό μέσα μας, κι έτσι προσπαθούμε να την επιτύχουμε με το να αποκτάμε δύναμη, χρήματα, αγάπη ή γνώση. Ή ακόμα και με τον πολύ διαδεδομένο σήμερα τρόπο να περνάμε την ώρα μας ψωνίζοντας! Τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι η ανθρώπινη επιθυμία δεν έχει να κάνει με ένα συγκεκριμένο πράγμα, αλλά απλά με το να διευρύνεται αέναα, τότε ένιωσα μέσα μου μια διαύγεια. Όταν είδα ότι όλοι έχουμε τη δυνατότητα να το πετύχουμε, ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ. Στόχος μου από τότε έχει γίνει να καταφέρω με κάποιον τρόπο να μεταδώσω αυτή την εμπειρία σε άλλους ανθρώπους, να τους αφυπνίσω ότι αυτή η κατάσταση χαράς, ελευθερίας, η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν όρια είναι στο χέρι τους να την πετύχουν, εκτός αν οι ίδιοι στέ­ κονται εμπόδιο στον εαυτό τους και δεν επιτρέπουν να τους κατακλύσει η φυσική χαρά της ζωής. Αυτή η κατάσταση εκστατικής ευεξίας που βιώνω μέσα μου από εκείνο το απόγευμα στον λόφο Τσαμούντι δεν είναι ούτε άπιαστη πιθανότητα ούτε όνειρο θερινής νυκτός. Είναι μια πραγματικότητα την οποία μπορούν να ζουν όσοι το επιθυ­ μούν. Είναι δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται.