Issuu on Google+


1

Ο

γιος του βοσκού κατέβαινε τρέχοντας την πλαγιά, πίσω απ’ τα παλιά καταφύγια. Φορούσε κουρελιασµένα ρούχα, ένα τριµµένο σκούρο παντελόνι, σκισµένο στα γόνατα και έτοιµο να διαλυθεί σε κοµµάτια, έτσι όπως χοροπηδούσε σαν τρελός, διασχίζοντας το µονοπάτι, και από πάνω µια φανέλα που του ’φτανε µε το ζόρι µέχρι τη µέση. Από τότε που ήταν παιδί δεν είχε αλλάξει τρόπους, όλοι τον ήξεραν σωστό αγρίµι, να κυνηγιέται και να χτυπιέται µε τα άλλα παιδιά του χωριού µέχρι να τους χωρίσουν οι µεγαλύτεροι. Κανείς δεν είχε ποτέ καταφέρει να ανταλλάξει µια κουβέντα µαζί του, κι ας πλησίαζε πια τα δεκαπέντε. Ήταν σωστός δαίµονας. Κάποιοι απ’ τους γέροντες της περιοχής υποστηρίζουν ότι οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν οι οικογένειες των βοσκών, ενώ πριν απ’ αυτούς δεν πατούσε, 7


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

λένε, ούτε άγριο θηρίο το πόδι του εδώ. Όλα αυτά τότε που η Θάλχη ήταν ακόµα η άκρη ενός γκρεµού, µια απόκρηµνη µεριά στο τέλος της µεγάλης πολιτείας του Μόγνα, την εποχή που ακόµα κανείς δεν τολµούσε να χτίσει ένα σπίτι και να φτιάξει τη ζωή του πάνω στα βράχια και στις παγίδες αυτού του φτωχού τόπου. Τώρα όλα ήταν διαφορετικά. Η Θάλχη ήταν ένα δύστροπο, αλλά ευλογηµένο κοµµάτι γης, γεµάτο ζωντάνια και πληµµυρισµένο από την ευδαιµονία των κατοίκων της. Μπορεί το χωριό να ήταν µικρό, όµως όσοι ζούσαµε εδώ είχαµε για τα καλά ριζώσει στα σπλάχνα του και τίποτα δε µας έλειπε, τίποτα δε µας περίσσευε από µια γαλήνια ζωή, χωρίς εκπλήξεις και κακουχίες. Οι ρυθµοί του βίου µας υπάκουαν σε ένα καλοκουρδισµένο ρολόι, οι µέρες µας έµοιαζαν µε µια ευτυχή τροχιά προς την αιωνιότητα. Ήµαστε µια σφιχτή, αρµονική κοινότητα, η οποία είχε βρει τον τρόπο να ζει µε βεβαιότητα µέσα στην ανοιχτή αγκαλιά ενός ασφαλούς µικρόκοσµου. Οι κάτοικοι του χωριού σπάνια το εγκατέλειπαν. Όταν κάποιος είχε την ανάγκη ενός γιατρού πιο έµπειρου από τον Φένη, τον δικό µας ηλικιωµένο γιατρό, πήγαινε στο Λάνι, ή, αν η περίπτωση ήταν πιο σοβαρή, στο κεντρικό νοσοκοµείο του Μόγνα. Αν και ο Φένης θύµωνε που τον αγνοούσαν, γεγονός είναι πως οι ασθενείς βιάζονταν να γυρίσουν πίσω, στην κανονικότητα και στην ορατή ευτυχία της Θάλχης.

8


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

Τελευταία είχε βρέξει πολύ και το χώµα ήταν λασπωµένο από τις ξαφνικές νεροποντές. Ο χειµώνας στον τόπο αυτόν θέριζε, δεν µπορούσε κανείς να αστειευτεί µαζί του. Ωστόσο εκείνο το απόγευµα ήταν ηλιόλουστο, το έδαφος είχε πληµµυρίσει από ζωύφια – µικροσκοπικά πλάσµατα που ξεβράστηκαν στην επιφάνεια µετά το νερό που έπεσε και τώρα κολυµπούσαν µέσα στα λασπόνερα, πολεµώντας µε τον ήλιο που έκαιγε το χώµα. Οι µπότες µου είχαν γεµίσει λάσπες, κι έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι και να τις καθαρίσω. Κατέβηκα τον περιφερειακό δρόµο, πίσω από την κεντρική πλατεία. ∆εν είχα διάθεση εκείνη την ώρα για πολλές κουβέντες και, αν επέλεγα να περάσω από το καφενείο, σίγουρα όλο και κάποιος θα µε προσκαλούσε στο τραπέζι του για λίγο. Περπατούσα δίπλα στη νοητή γραµµή που χώριζε το χωριό από το µεγάλο δάσος των γκρεµών, όπως το έλεγαν οι παλιότεροι, αφού, αν διέσχιζε κανείς τα µαλακά µονοπάτια του µέχρι τέλους, βρισκόταν µπροστά σε ένα µεγάλο ύψωµα µε δυο απότοµες άκρες, σαν δυο κοφτερά µαχαίρια, που µε τη σειρά τους κατέληγαν σε δυο τροµακτικούς γκρεµούς. Μόνο αν σερνόσουν σαν φίδι στο χώµα µπορούσες να κατεβείς, γιατί διαφορετικά ήταν βέβαιο ότι θα γκρεµοτσακιζόσουν σε εκείνο το αµέτρητο χάος. Ο καιρός εκείνη τη µέρα σού έδινε τη λανθασµένη εντύπωση ότι, όπου να ’ναι, πλησιάζει το καλοκαίρι. Το 9


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

φως έπεφτε µειλίχια και σκέπαζε ευλαβικά τη µικρή µας πολιτεία και για άλλη µια φορά µπορούσες να αφουγκραστείς τις καρδιές των κατοίκων να χτυπάνε µε λαχτάρα, ευχαριστώντας έναν άγνωστο θεό για την τύχη που τους οδήγησε σε αυτό το σηµείο του πλανήτη, µακριά από το βουητό που αφήνουν πίσω τους οι ταραγµένες ζωές των ανθρώπων. Καθώς περπατούσα, ήρεµος και καλοδιάθετος, αποφάσισα να µην επιστρέψω αµέσως στο σπίτι – ας περίµεναν οι λασπωµένες µου µπότες – και να επισκεφτώ τη ∆έσποινα. Έστριψα αριστερά και µπήκα στις δυτικές γειτονιές του χωριού. Μικρά παιδιά, σαν ζωηρά κουταβάκια, έτρεχαν το ένα πίσω απ’ το άλλο και ούτε µε πρόσεξαν όταν βρέθηκα δίπλα τους· παραπέρα, σε µια αυλή, τρεις γέροντες κάθονταν ανέµελοι και συζητούσαν χαµηλόφωνα – τους χαιρέτησα περνώντας από µπροστά τους και εκείνοι ανταπέδωσαν το χαιρετισµό µε εγκάρδια χαµόγελα. Είχα λαχανιάσει µέχρι να φτάσω στης ∆έσποινας. Το σπίτι της ήταν το τελευταίο στη µεγάλη ανηφόρα, και η υψηλή θερµοκρασία έκανε δυσκολότερο το ανέβασµα. Της χτύπησα και, όταν µου άνοιξε, άρχισε να γελάει που µε είδε να αγκοµαχώ. «Γέρασες πριν την ώρα σου», µου είπε και µου ένευσε να περάσω µέσα. Κάθισα σε µια από τις πολυθρόνες, κοντά στο µεγάλο 10


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

παράθυρο που έβλεπε στο πίσω µέρος του σπιτιού, στην αυλή. «Ακόµα δεν τα καθάρισες αυτά τα χόρτα; Θα σε πνίξουν σε λίγο», της είπα, ρίχνοντας µια µατιά στην άναρχη βλάστηση που µεγάλωνε δυσανάλογα και ασχήµαινε την πίσω αυλή. «Θα τα καθαρίσω. Ακόµα δεν ήρθες, κι άρχισες να γκρινιάζεις», έκανε η ∆έσποινα και ήρθε να καθίσει στα γόνατά µου. Έµοιαζε σαν παιδί, τόσο νέα και αθώα. Κούρνιασε στο στέρνο µου και πήρε µια στάση σαν να κοιµόταν. Τα µαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπό µου. Κόντευε τα τριάντα πέντε, ήταν τρία χρόνια µικρότερή µου, κι όµως οι πόροι του δέρµατός της ανέδιδαν εκείνη τη χαρακτηριστική µυρωδιά καραµέλας που ανιχνεύει κανείς πάνω στο δέρµα ενός µωρού. Κι αν την πρόσεχες καλύτερα, το πηγαίο, διάπλατο χαµόγελό της πράγµατι σε τίποτα δεν την ξεχώριζε από ένα παιδί. Ήταν, χωρίς δεύτερη σκέψη, µια γυναίκα που πάντα έκανε την καρδιά µου να χτυπάει δυνατά, χωρίς ποτέ να παύει να την αναζητά και να την επιθυµεί, όσος καιρός κι αν περνούσε. Η µάνα µου θύµωνε που δεν κάναµε ένα παιδί, που δε ζούσαµε στο ίδιο σπίτι, γιατί την αγαπούσε και την ήθελε για µένα. ∆εν µπορούσε να χωνέψει µε κανέναν τρόπο ότι δεν είχαµε φροντίσει να κάνουµε οικογένεια και να ζούµε κάτω από κοινή στέγη. 11


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

«Πώς και πέρασες; ∆ε µου είχες πει τίποτα», µε ρώτησε, ακόµα χωµένη µέσα στην αγκαλιά µου. «∆εν ξέρω, δεν το είχα σκοπό. Έκανα µια βόλτα και µου ήρθε ξαφνικά η σκέψη να έρθω να σε δω λίγο. Κανονικά έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι, γιατί οι µπότες µου έχουν γίνει χάλια απ’ τις λάσπες». Μόλις το άκουσε αυτό, έσκυψε και είδε τις µπότες, που σχεδόν δε φαίνονταν από τη βρωµιά. «Μάριε, θα βρωµίσεις όλο το σπίτι, τώρα µου το λες;» φώναξε δήθεν εκνευρισµένη και αµέσως µου έβγαλε τις µπότες για να τις καθαρίσει. Με άφησε για λίγο µόνο στο δωµάτιο. Ήταν ένας λιτός χώρος, µε ελάχιστα αντικείµενα, ένα γραφείο βουλιαγµένο απ’ τα χαρτιά και ένα κρεβάτι σε µια από τις γωνίες. Στην πραγµατικότητα, όλο το σπίτι ήταν το καθιστικό, ένα µακρόστενο σαλόνι που οδηγούσε στην τουαλέτα, στην κουζίνα και από κει στην πίσω αυλή, που περιµετρικά κύκλωνε το σπίτι. Όµως αυτή η αυλή έµενε µονίµως ανεκµετάλλευτη, αφού η ∆έσποινα δεν είχε ποτέ την επιθυµία να φυτέψει κάτι στον κήπο ή να περάσει την ώρα της εκεί. Η µόνη της έγνοια ήταν να γράφει. Πάλευε µε τα γραπτά της επί χρόνια, αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωνε κάτι. Πάντα η ίδια ιστορία, διαρκώς δυσαρεστηµένη από οποιοδήποτε κείµενο κι αν έγραφε. Μέχρι να γυρίσει, περιεργάστηκα την αγαπηµένη µου µολυβοθήκη 12


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

– την είχαµε αγοράσει µαζί από το µεγάλο βιβλιοπωλείο του Μόγνα πριν από δυο τρία χρόνια. Είχε στη βάση της ένα µικροσκοπικό µαγνήτη, µε αποτέλεσµα να περιστρέφεται κάθε φορά που ακουµπούσε κάτι πάνω της. Έµοιαζε µε παιχνίδι περισσότερο παρά µε µολυβοθήκη. ∆ίπλα ήταν αραδιασµένες µερικές σελίδες. Έµοιαζαν να έχουν κάποια συνοχή, έτσι όπως ήταν τοποθετηµένες η µια κοντά στην άλλη. Ποιος ξέρει, ίσως η ∆έσποινα να είχε ξεκινήσει να γράφει πάλι κάτι καινούργιο. Τη στιγµή που έκανα να ρίξω µια µατιά, µπήκε µέσα µε τις καθαρές πλέον µπότες µου και µου φώναξε να αφήσω κάτω τις σελίδες της. «Μηηη, είναι ακόµα νωρίς, µη διαβάζεις!» µε επέπληξε ευγενικά και εγώ, µε µια αντανακλαστική κίνηση, άφησα τις κόλλες πάνω στο γραφείο. «Έλα, πάµε µια βόλτα. Κοίτα τι καλό καιρό έχει», της είπα και φάνηκε να της αρέσει η ιδέα. Έβαλε κάτι παλιά παπούτσια, που δεν την ένοιαζε να λερωθούν, και βγήκαµε µαζί έξω. Κατεβήκαµε το δρόµο προς την κεντρική οδό, που οδηγούσε στην πλατεία. «Έλα να µπούµε λίγο στο δάσος», µε προέτρεψε ξαφνικά και µε τράβηξε απ’ το χέρι, µέχρι να καταλήξουµε στον εσωτερικό χωµατόδροµο µπροστά από τις πρώτες δεντροστοιχίες. Το δάσος έµοιαζε µε ζώο που αναπαυόταν. Η παρά13


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

δοξη ησυχία που βασίλευε εκεί φάνταζε στα µάτια µου σαν ένας µελλοντικός κρότος, µια κραυγή που περιµένει το ξέσπασµά της. ∆εν µπορεί να ήταν αληθινή η αλλόκοτη εκείνη γαλήνη ανάµεσα στα δέντρα, η υψηλή θερµοκρασία που χάιδευε όλες µας τις αισθήσεις και το θρόισµα των φύλλων, όλα, σαν ένα θεατρικό σκηνικό µε αόρατους θεατές. Η ∆έσποινα έβγαλε τα παπούτσια της – άδικα φοβόµασταν τις λάσπες, σε εκείνο το σηµείο το έδαφος δεν ήταν τόσο υγρό – και έτρεξε προς το µεγάλο ξέφωτο που οδηγούσε στους γκρεµούς. ∆εν µπορούσα να τη σταµατήσω, έκανε σαν µικρό παιδί. Έτσι γινόταν πάντα, ξαφνικά χανόταν απ’ τα µάτια της το σοβαρό της ύφος, αυτή η όψ�� ώριµης γυναίκας, και µεταµορφωνόταν στα µάτια µου σε µικρό κορίτσι. ∆ε µου έκανε καρδιά να διακόψω αυτό το θέαµα, γι’ αυτό την ακολούθησα. Σε λίγο είχαµε λαχανιάσει, βρισκόµασταν πολύ κοντά στους γκρεµούς, από εκείνο το µικρό ύψωµα µάλιστα µπορούσαµε να διακρίνουµε τη χαράδρα. Είχα κουραστεί και έκατσα στο χώµα να πάρω µια ανάσα. «Πάλι κουράστηκες; Τώρα ξέρω ότι σίγουρα γερνάς», είπε ειρωνικά η ∆έσποινα, που τελευταία της άρεσε να µε πειράζει µε αυτό το αστείο. «Ναι, γέρασα, τι περιµένεις;» της είπα και την τράβηξα κοντά µου. Ο ιδρώτας της είχε µια ελκυστική, κοριτσίστικη µυρω14


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

διά. Tην πήρα στην αγκαλιά µου και της έδωσα ένα φιλί στο λαιµό. Mείναµε για ώρα σιωπηλοί, ώσπου µου είπε κοιτάζοντας προς το µέρος του γκρεµού: «Από κει θα σε ρίξω µια µέρα. Θα κάνεις τόσο θόρυβο σκάζοντας κάτω, που θα ακουστείς µέχρι τον Μόγνα». ∆εν απάντησα. Ο ήλιος είχε κρυφτεί και φυσούσε ένα ευχάριστο αεράκι, έτσι σηκωθήκαµε και πήραµε ανόρεχτα το δρόµο της επιστροφής. Της πρότεινα να έρθει µέχρι το σπίτι µου, να δειπνήσουµε µαζί, αλλά αρνήθηκε λέγοντας ότι ήταν πολύ κουρασµένη και δεν είχε προλάβει καθόλου να γράψει εξαιτίας της απρόσµενης επίσκεψής µου. Την οδήγησα ως το σπίτι της και µε γρήγορο βήµα πήρα και πάλι το δρόµο προς το κέντρο του χωριού. Λίγο πριν στρίψω στο στενό για το σπίτι µου, συνάντησα τον Λάνα, που επέστρεφε απ’ το καφενείο και µε ρώτησε αν θα γινόταν και φέτος το µεγάλο πανηγύρι. Όµως δε γνώριζα τίποτα για το θέµα και δεν είχα να του δώσω απάντηση. Η πόρτα της αυλής ήταν ανοιχτή και συµπέρανα ότι µόλις είχε επιστρέψει και ο Πέτρος. Η µητέρα ήταν ξαπλωµένη στη µεγάλη σάλα. Είχε ρίξει µια βαριά κουβέρτα πάνω στα πόδια της και το πρόσωπό της µου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήταν και πολύ καλά στην υγεία της. Οι µπότες µου ακούστηκαν άτσαλα πάνω στις ξύλινες σανίδες του πατώµατος – το σπίτι έτριζε λες και σε λίγο θα 15


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

µας καταπλάκωνε κάτω απ’ την ετοιµόρροπη σκεπή του. ∆εν έβλεπα πουθενά τον πατέρα. Τον έψαξα µε το βλέµµα µου, κι η µητέρα κατάλαβε: «Έχει πεταχτεί έξω να φέρει νερό», µου είπε και αµέσως έβηξε δυνατά, σαν να ήθελε να διώξει έναν κακό δαίµονα από µέσα της. Τα ξύλα µύριζαν υγρασία, από την είσοδο µέχρι την κουζίνα, όπου σιγόκαιγε η κατσαρόλα. Ο Πέτρος βγήκε απ’ το δωµάτιό του και έδειξε έκπληκτος που µε είδε µπροστά του. «Αδερφέ, πότε ήρθες, δε σε κατάλαβα», είπε ζωηρά και έκοψε λίγο απ’ το ψωµί που θρονιαζόταν στην τραπεζαρία. Ο Πέτρος ήταν ακριβώς όπως εγώ πριν από δέκα χρόνια, όση και η διαφορά της ηλικίας µας δηλαδή – µπορούσα να αναγνωρίσω τους τρόπους µου στις κινήσεις και στον αυθορµητισµό του, µια συµπεριφορά που εγώ ολοένα έχανα µε το πέρασµα του χρόνου. Τον ακούµπησα στοργικά στον ώµο και µπήκα στην κουζίνα. Η µητέρα είχε φτιάξει σούπα, δεν έβλεπα κάτι άλλο. Άνοιξα το καπάκι της κατσαρόλας και ανακάτεψα λίγο µε την κουτάλα. Ένα αχούρι ήταν η κουζίνα, κάτι ερειπωµένα σκεύη κρεµασµένα στον τοίχο, κουτάλες, πιάτα, ένα γιγαντιαίο µαχαίρι, αγορασµένο από τον πατέρα σε ένα παλιό του ταξίδι. Στο πάτωµα πεταµένες σακούλες µε λογιών άχρηστα πράγµατα, τα οποία η µητέρα αρνιόταν πεισµατικά να αποχωριστεί. ∆εν άκουγε κουβέντα όταν της έλεγα ότι δε χρειαζόµασταν τίποτε απ’ αυτά, κι όσο 16


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

της το έλεγα, τόσο περισσότερο αντιδρούσε, µε αυτό το παράλογο πείσµα των ηλικιωµένων. Ακούστηκε θόρυβος στην εξώπορτα, µόλις είχε µπει κι ο πατέρας. Γύρισα στο σαλόνι και τον είδα. Κρατούσε στα χέρια του ένα σακίδιο και ένα µπουκάλι κρασί. «Τι έχεις στο σακίδιο, πατέρα, µας εγκαταλείπεις;» αστειεύτηκε ο Πέτρος µόλις τον είδε. Εκείνος χαµογέλασε και απάντησε: «Μου το έδωσε η Μαρία. Θα έρθουν µε τον Νάστο να φάµε όλοι µαζί». «Με τον Νάστο;» πετάχτηκε θορυβηµένη η µητέρα, τινάζοντας την κουβέρτα απ’ τα πόδια της. «∆ε µας είπανε τίποτα, πώς θα έρθουν έτσι; Μια σούπα έχω φτιάξει µόνο, γιατί δε µας ειδοποίησαν νωρίτερα;» «∆εν πειράζει, κάτι θα φέρουν κι αυτοί», έκανε ο πατέρας και πήγε µέχρι τη βρύση να πλύνει τα χέρια του. Ήταν πράγµατι παράξενο που θα ερχόταν η αδερφή µου µε τον άντρα της για φαγητό έτσι, χωρίς να µας το πουν, δε συνέβαινε συχνά κάτι τέτοιο. Η µητέρα έστρωσε το τραπέζι, ο Πέτρος πήγε στην αυλή να κόψει µερικά λαχανικά και εγώ στρογγυλοκάθισα στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και τους παρατηρούσα. Ο πατέρας είχε πια γεράσει, το πρόσωπό του είχε φαγωθεί από τις ρυτίδες, στο µέτωπό του είχαν σχηµατιστεί δυο έντονες γραµµές – θυµάµαι ότι παλιότερα δεν τις είχε – και τα 17


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

µαλλιά του ήταν λευκά σαν χιόνι. Πότε κύλησαν τα χρόνια, ποτέ δεν κατάλαβα, κάποτε ήταν ένας δυνατός άνδρας, γεµάτος σβελτάδα και ανησυχία, δεν µπορεί να ήταν ο ίδιος µε αυτό τον γέροντα που δοκίµαζε τη σούπα µε την κουτάλα της κουζίνας. Με τη µητέρα ήταν αλλιώς, από µικρή είχε χάσει τη φρεσκάδα της, αρρώσταινε συχνά και, όσο κι αν προσπαθούσα, δεν µπορούσα να τη θυµηθώ νέα και πολύ διαφορετική από ό,τι τώρα. Ήταν µια γυναίκα µε ρωγµές στο σώµα. Ποτέ δεν την είχα δει πραγµατικά ευτυχισµένη, ωστόσο δεν παραπονιόταν για τη ζωή της µέσα στην οικογένεια και ποτέ δε µας είχε στενοχωρήσει, από τότε που ήµασταν ακόµα παιδιά. Η Μαρία µε τον Νάστο έφτασαν λίγο αργότερα και τους υποδεχτήκαµε µε γέλια και ενθουσιασµό. Έφεραν φαγητό, ένα ταψί µε ψητό κρέας, το οποίο σερβίρισε η µητέρα µαζί µε τη σούπα της. Καθόµασταν όλοι γύρω απ’ το τραπέζι και αστειευόµασταν. Πείραζε ο ένας τον άλλο, ήταν δίχως άλλο µια διασκεδαστική για όλους βραδιά. Ο Νάστος έδειχνε λίγο αποπροσανατολισµένος, σαν κάτι να τον προβληµάτιζε. Μολονότι συµµετείχε στην παρέα µας, µπορούσα να διακρίνω πάνω του µια ανησυχία. Ήταν ένας φιλήσυχος άνδρας, αρκετά µεγαλύτερος από την αδερφή µου. Είχαν γνωριστεί πριν από τρία χρόνια στο πανηγύρι, για την ακρίβεια γνωρίζονταν από πριν, αλλά εκεί υπήρξε για πρώτη φορά ερωτική έλξη. Όλα 18


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

έγιναν τόσο γρήγορα· ύστερα από έξι µήνες παντρεύτηκαν και φαίνονταν στ’ αλήθεια ευτυχισµένοι µαζί. Τελειώσαµε το φαγητό και σκορπιστήκαµε µέσα στο δωµάτιο. Η Μαρία κάθισε στο ντιβάνι µε τη µητέρα και της παραπονιόταν ότι είχε βολευτεί στο ρόλο της άρρωστης και δεν έκανε καµία προσπάθεια να συνέλθει λίγο και να δείχνει πιο ζωντανή. Η µητέρα γελούσε, της χάιδευε τα µαλλιά – είχε σκεπάσει τα πόδια της µε τη βαριά κουβέρτα – και γκρίνιαζε ότι κρύωνε. Την άκουσε ο Πέτρος και την επέπληξε κι αυτός, ότι µας έχει ζαλίσει µε τις αδιαθεσίες της, όµως η µητέρα δεν είχε τόσο άδικο για το κρύο, αφού, κάθε λεπτό που περνούσε, αισθανόµασταν ότι ο καιρός άλλαζε προς το χειρότερο. Ο πατέρας, πάλι, είχε κολλήσει το κεφάλι του στο τζάµι και κοιτούσε έξω. O άνεµος είχε δυναµώσει για τα καλά και άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες. Προτού το καταλάβουµε, ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και ξέσπασε µια δυνατή µπόρα, πολύ πιο έντονη από εκείνες των προηγούµενων ηµερών. Κάπου µακριά άστραψε και ακούστηκε η απειλή ενός κεραυνού. Ο Νάστος καθόταν στην πολυθρόνα και χαµογελούσε µε αµηχανία. Με κοιτούσε σαν µικρό παιδί, λες και δεν είχε ξαναδεί κακοκαιρία στη ζωή του. Kαθίσαµε όλοι γύρω απ’ το τζάκι. Ο πατέρας άναψε τη φωτιά και ανταλλάσσαµε µατιές, µε τα πρόσωπά µας να φεγγοβολούν µπροστά από τις λαµπερές φλόγες. Αισθανόµουν 19


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

καλά, περικυκλωµένος από την οικογένειά µου. ∆ε µοιάζαµε και τόσο µε τις χαρακτηριστικές οικογένειες της Θάλχης. Συνήθως οι άνθρωποι σ’ αυτό τον τόπο ήταν χαρούµενοι, δεν είχαν πολλές έγνοιες στο κεφάλι τους. Η δική µας οικογένεια όµως πάντα ζούσε σε µια κάπως µελαγχολική ατµόσφαιρα, ήταν διάχυτη και ορατή µια αίσθηση βάρους και δυσαρέσκειας, χωρίς πάντως να αισθανόµαστε δυστυχείς ή αδικηµένοι απ’ τη ζωή µας. Όσο ξαφνικά έπιασε η µπόρα, άλλο τόσο ξαφνικά σταµάτησε και ο νυχτερινός ουρανός γέµισε από αστέρια και µια ζηλευτή πραότητα που µας έκανε να χαµογελάσουµε από ευχαρίστηση. Πόσο ευλογηµένο ήταν το χωριό µας, ήµασταν και εµείς ένα κοµµάτι από τη γη, ήµασταν φτιαγµένοι απ’ το χώµα και τον αέρα του, δεµένοι µε τη µοίρα και τη φύση που φώλιαζε στα σπλάχνα µας. Βγήκα έξω να περπατήσω λίγο στο γλυκό σκοτάδι. Μόλις είχα κάνει δυο βήµατα, όταν άκουσα να µε φωνάζει ο Νάστος. Ήθελε να έρθει κι εκείνος µαζί µου. Τον αγαπούσα αυτό τον άνθρωπο, ήταν τόσο ήσυχος και πνευµατώδης, τόσο διακριτικός και ευγενικός – η Μαρία ήταν τυχερή που τον συνάντησε στο δρόµο της. Περπατήσαµε στην πλαγιά και παρακάτω, στο ύψος του σχολείου, κόψαµε δρόµο και µπήκαµε στα εγκαταλειµµένα οικόπεδα. Πρόσεξα ότι εξακολουθούσε να µη φαίνεται και τόσο καλά. Η όψη του ήταν σκοτεινή, σαν κάτι να 20


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

διασπούσε την προσοχή και την αυτοσυγκέντρωσή του. «Είσαι καλά, Νάστο;» του είπα και τον ακούµπησα φιλικά στην πλάτη, γιατί δεν ήξερα αν έκανα καλά που τον ρώτησα. «∆εν ξέρω», µου είπε και από την απάντησή του ήταν προφανές ότι ήθελε να το συζητήσει µαζί µου. «Τι έχεις; Σε απασχολεί κάτι;» συνέχισα όσο πιο ανώδυνα µπορούσα. ∆εν είχα κάνει ποτέ παρόµοια κουβέντα µαζί του και δεν ήθελα να τον πιέσω. «Πονάει λίγο το στοµάχι µου τελευταία...» µου είπε και χρειάστηκαν µερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι είχα ακούσει καλά τα λόγια του. «Το στοµάχι σου;» έκανα έκπληκτος και µισόκλεισα αυθόρµητα τα µάτια µου. Ήθελα να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. «Ναι, κυρίως τις νύχτες... αλλά και τώρα που µιλάµε αισθάνοµαι µια ενόχληση. Aνησυχώ...» Βαδίσαµε για λίγο αµίλητοι. Πέρασαν από µπροστά µας δυο άντρες, µάλλον µόλις είχαν φύγει απ’ το καφενείο, µας χαιρέτησαν και συνέχισαν την πορεία τους. Κατηφορίσαµε αργά τον µεγάλο χωµατόδροµο και, τη στιγµή που κάναµε και πάλι τον κύκλο για να βρεθούµε στο στενό που οδηγούσε στο σπίτι, σταµάτησα για λίγο και τον ξαναρώτησα: «Νάστο, δεν κατάλαβα τι είναι αυτό που µου είπες για 21


∆ H M H T P H Σ

Σ Ω T A K H Σ

το στοµάχι σου, πραγµατικά δεν το κατάλαβα... Θέλεις να µου εξηγήσεις;» Με κοίταξε µε µια παράξενη ενοχή και είπε χαµηλόφωνα: «∆εν είναι τίποτα... µου έχει χαλάσει λίγο τη διάθεση, γιατί µε ενοχλεί αρκετά τις τελευταίες µέρες. Αυτό είναι όλο». «Μα γιατί δεν πας στον γιατρό; Το έχεις συζητήσει µε τη Μαρία;» «Όχι, δε θέλω να τη στενοχωρήσω. Περιµένω µήπως µου περάσει, δεν ξέρω αν πρέπει να της το πω ακόµα». Ήταν παράξενο που µου µιλούσε µε τέτοια ασάφεια γύρω από ένα φαινοµενικά απλό ζήτηµα, όπως ο στοµαχόπονος. ∆εν µπορούσα να καταλάβω τι ήθελε να µου πει ή αν µου έκρυβε κάτι. Του χαµογέλασα ανεπαίσθητα, θέλοντας να του δείξω την αδυναµία µου να κατανοήσω ακριβώς αυτό που µου εξοµολογήθηκε. Σε λίγο σταθήκαµε ακίνητοι έξω απ’ το σπίτι. Από µακριά έφτανε στ’ αυτιά µας ο ευχάριστος απόηχος της χαράς των συγχωριανών. Σαν να είχαν βγει απ’ το καβούκι τους, σκορπίζονταν µετά την µπόρα σε όλο το χωριό. Aκούστηκαν δυνατά γέλια και µετά κάποιοι που παρίσταναν ότι καβγαδίζουν, και µετά πάλι ξεκαρδίζονταν και από τη µεριά της πλατείας ερχόταν µια γλυκιά βοή από όσους βρίσκονταν εκεί και απολάµβαναν τη νύχτα. Η Θάλχη, που 22


O

Θ A N A T O Σ

T Ω N

A N Θ P Ω Π Ω N

έσφυζε από ζωή, έµοιαζε µε ουράνια σφαίρα καταδικασµένη στην ευτυχία και στην υπεροχή. Συχνά έκανα µια αλλόκοτη σκέψη, ότι υπόγεια και µυστικά το αίµα των κατοίκων της Θάλχης ανανεώνεται και αποκτάει επιθυµίες και δύναµη µε έναν παράδοξο τρόπο, που κανείς µας δεν αντιλαµβάνεται. Όσοι ζούσαν εδώ δεν έµοιαζαν µε ανθρώπινες φιγούρες, παρά µε ευτυχισµένες µαριονέτες που περιφέρονταν στα όρια του φωτισµένου χωριού µας. Όταν επιστρέψαµε στο σπίτι, η οικογένεια είχε πάλι καθίσει γύρω απ’ το τραπέζι και έπιναν καφέ. Είχε σηκωθεί απ’ το ντιβάνι της και η µητέρα, που φαινόταν τώρα πιο ζωηρή και ευδιάθετη. «Τι γίνεται έξω, περάσατε απ’ την πλατεία;» ρώτησε ο πατέρας την ώρα που η Μαρία γέµιζε τα φλιτζάνια µας. «∆εν πήγαµε από κει, αλλά δεν τους ακούς; Βγήκαν σαν τα σαλιγκάρια µετά τη βροχή, κανείς δεν έµεινε µέσα», απάντησα και ήπια µε όρεξη µια γουλιά απ’ τον καφέ µου. «Γιατί δεν πάµε κι εµείς µια βόλτα στην πλατεία;» είπε ο Πέτρος αλλά κανείς δεν του έδωσε σηµασία. «Θα γίνει το πανηγύρι φέτος;» άλλαξε θέµα η αδερφή µου, η οποία φαινόταν ιδιαίτερα ευδιάθετη εκείνη τη νύχτα. «∆εν ξέρω ακόµα, µε ρώτησε και ο Λάνας πριν, που τον πέτυχα στο δρόµο. Ίσως το συζητήσουµε στη συνέλευση της Κυριακής». 23



O θάνατος των ανθρώπων - Δημήτρης Σωτάκης