Issuu on Google+


1 Χαμένη ευημερία

Νομίζω ότι όλοι όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ θα συμφωνήσουμε ότι έχουμε χάσει το αίσθημα της κοινής ευημερίας. Μπαράκ Ομπάμα, 27 Μαρτίου 20081

Ευημερία2 σημαίνει να πηγαίνουν τα πράγματα καλά για μας: σύμφωνα με τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας. «Πώς πάει η ζωή;» ρωτάμε ο ένας τον άλλο. «Πώς πάνε τα πράγματα;» Οι καθημερινοί διάλογοι εκφράζουν κάτι περισσότερο από τον συνήθη χαιρετισμό. Αποκαλύπτουν ένα αμοιβαίο ενδιαφέρον για την ευζωία των συνανθρώπων μας. Η επιθυμία να πηγαίνουν τα πράγματα καλά αποτελεί κοινή ανθρώπινη ανησυχία. Είναι ευνόητο ότι αυτό το αίσθημα, να πηγαίνουν τα πράγματα καλά, περιλαμβάνει κάποια έννοια συνέχειας. Δεν τείνουμε να πιστεύουμε ότι η ζωή εξελίσσεται ομαλά αν είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι όπου να ’ναι τα πάντα καταρρέουν. «Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ. Αύριο υποβάλλω αίτηση χρεoκοπίας». Μια τέτοια απάντηση δεν θα έβγαζε νόημα. Υπάρχει μια φυσική τάση να ενδιαφερόμαστε για το μέλλον. Υπάρχει επίσης το αίσθημα ότι η ατομική ευημερία περιστέλλεται 1. Από ομιλία στο Cooper Union της Νέας Υόρκης στις 27 Μαρτίου 2008, ηλεκτρονικά στο www.barack-obama.com/2008/03/27/remarks_of_senator_barack_obam_54.php. Τελευταία πρόσβαση στις 17 Ιουλίου 2009. 2. Από το επίρρημα ευ (καλά) και τη λέξη ημέρα.

25


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

σε περιπτώσεις κοινωνικών δεινών. Μπορεί τα πράγματα να πηγαίνουν καλά για μένα προσωπικά, αυτό όμως ελάχιστα μπορεί να με παρηγορήσει αν η οικογένεια, οι φίλοι και τα μέλη της κοινότητας στην οποία ζω βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Η ευημερία η δική μου και όσων βρίσκονται γύρω μου είναι συνυφασμένες, αναπόσπαστα ορισμένες φορές. Σε γενικότερο επίπεδο αυτή η κοινή ανησυχία μετουσιώνεται σε ένα όραμα ανθρώπινης προόδου. Η ευημερία αφορά την εξάλειψη της πείνας και της έλλειψης στέγης, το τέλος της φτώχειας και της αδικίας, τις ελπίδες για έναν κόσμο ασφάλειας και ειρήνης. Το όραμα αυτό είναι σημαντικό όχι μόνο για λόγους αλτρουισμού αλλά συχνά και ως επιβεβαίωση ότι η ίδια μας η ζωή έχει νόημα. Ενέχει μια παρήγορη αίσθηση ότι τα πράγματα συνολικά πάνε προς το καλύτερο – και όχι προς το χειρότερο –, αν όχι πάντα για μας, τουλάχιστον για τους απογόνους μας. Μια καλύτερη κοινωνία για τα παιδιά μας. Ένας πιο δίκαιος κόσμος. Ένα μέρος όπου οι λιγότερο τυχεροί κάποια μέρα θα ευημερήσουν. Αν δεν μπορώ να πιστέψω ότι η προοπτική αυτή είναι εφικτή, τότε σε τι μπορώ να πιστέψω; Τι νόημα μπορώ να βγάλω από τη ζωή μου; Μ’ αυτή την έννοια, η ευημερία είναι ένα κοινό όραμα. Απόηχοί της ενυπάρχουν στις καθημερινές μας πρακτικές. Σκέψεις σχετικά με αυτή διαπνέουν τον πολιτικό και κοινωνικό μας κόσμο. Η ελπίδα για την πραγμάτωσή της παραμένει άσβεστη στον πυρήνα της ζωής μας. Μέχρι εδώ όλα καλά. Πώς όμως θα πραγματωθεί αυτή η προσδοκία; Χωρίς κάποιον ρεαλιστικό τρόπο μετουσίωσης αυτής της ελπίδας σε πραγματικότητα, η ευημερία παραμένει μια ψευδαίσθηση. Έχει σημασία η ύπαρξη ενός αξιόπιστου και στιβαρού μηχανισμού που θα επιτύχει την ευημερία. Και εδώ δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα σωστής λειτουργίας του μηχανισμού. Η νομιμότητα του μέσου για την επίτευξη της ευημερίας αποτελεί μέρος του συνεκτικού ιστού που κρατά ενωμένη την κοινωνία. Το συλλογικό νόημα χάνεται όταν χάνεται η ελπίδα. Απειλούνται οι ηθικοί κανόνες. Η σωστή λειτουργία του μηχανισμού αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. 26


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

Ένα από τα θεμελιώδη μηνύματα αυτού του βιβλίου είναι ότι αποτυγχάνουμε σ’ αυτό το ζήτημα. Οι τεχνολογίες, η οικονομία και οι κοινωνικές μας βλέψεις δεν καταφέρνουν να συντονιστούν με οποιαδήποτε θετική έκφραση ευημερίας. Το όραμα της κοινωνικής προόδου που λειτουργεί ως εφαλτήριο – και βασίζεται στη συνεχή διόγκωση των υλικών αναγκών – είναι θεμελιωδώς αβάσιμο. Αυτή η αποτυχία δεν είναι απλώς μια απομάκρυνση από τα ουτοπικά ιδεώδη. Είναι πολύ πιο στοιχειώδης. Στη διαδικασία αναζήτησης της καλής ζωής σήμερα, αποσαθρώνουμε συστηματικά τη βάση της μελλοντικής ευημερίας. Διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο να χάσουμε την προοπτική μιας κοινής και μακροχρόνιας ευημερίας. Το παρόν βιβλίο όμως δεν αποτελεί λίβελο εναντίον των μειονεκτημάτων της σύγχρονης εποχής. Ούτε ελεγεία για το αναπόδραστο της ανθρώπινης κατάστασης. Υπάρχουν αναμφίβολα ορισμένοι αμετάβλητοι περιορισμοί στις προοπτικές μας για μια μακροχρόνια ευημερία. Ίσως ένας από αυτούς να είναι οι οικολογικοί περιορισμοί της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ένας άλλος ίσως αποδειχθεί ότι είναι οι εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης. Η προσεκτική παρακολούθηση αυτών των περιορισμών αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του πνεύματος αυτής της έρευνας. Βασικός στόχος του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η αναζήτηση βιώσιμων απαντήσεων στο μεγαλύτερο δίλημμα των καιρών μας: την εναρμόνιση των προσδοκιών μας για μια καλή ζωή με τους περιορισμούς που θέτει ένας πεπερασμένος πλανήτης. Στις επόμενες σελίδες η ανάλυση επικεντρώνεται στην ανακάλυψη ενός αξιόπιστου οράματος για το τι σημαίνει για την ανθρώπινη κοινωνία να ευδοκιμήσει στο ευρύτερο πλαίσιο των οικολογικών περιορισμών. Ευημερία ως ανάπτυξη Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται ένα πολύ απλό ερώτημα. Τι μορφή μπορεί να έχει άραγε η ευημερία σε έναν πεπερασμένο κόσμο, με περιορισμένους πόρους και με έναν πληθυσμό που αναμένεται να ξεπεράσει 27


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

τα 9 δισεκατομμύρια μέσα σε μερικές δεκαετίες;3 Έχουμε ένα αξιοπρεπές όραμα ευημερίας για έναν τέτοιο κόσμο; Είναι το όραμα αυτό αξιόπιστο ενόψει των ενδείξεων που έχουμε περί οικολογικών ορίων; Πώς μπορούμε να μετατρέψουμε το όραμα σε πραγματικότητα; Η επικρατούσα απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι η διαμόρφωση της ευημερίας με οικονομικούς όρους και η υιοθέτηση της συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης ως μέσου για την επίτευξή της. Τα υψηλότερα εισοδήματα συνεπάγονται περισσότερες επιλογές, πλουσιότερη ζωή και βελτιωμένη ποιότητα ζωής για όσους επωφελούνται από αυτά. Αυτό τουλάχιστον υπαγορεύει η συμβατική πείρα και γνώση. Αυτή η συνταγή εξαργυρώνεται (σχεδόν κυριολεκτικά) ως αύξηση του κατά κεφαλήν ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Το ΑΕΠ αποτελεί, με την ευρεία έννοια, ένα μέτρο της «οικονομικής δραστηριότητας» ενός έθνους ή μιας περιοχής.4 Όπως θα δούμε αργότερα, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να αμφισβητήσουμε κατά πόσο ένα τέτοιο απλοϊκό μέτρο είναι πράγματι επαρκές. Προς το παρόν όμως αποτελεί μια δίκαιη απεικόνιση αυτού που εννοούμε, με ευρύτερους όρους, όταν μιλάμε για αύξηση του εισοδήματος. Από αυτή την άποψη, μια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ισοδυναμεί με αύξηση της ευημερίας.5 3. Μια μέση πρόβλεψη για τον παγκόσμιο πληθυσμό μέχρι το 2050 είναι 9,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, σύμφωνα με τις πρόσφατες προβλέψεις του Τμήματος Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (UN 2007). Ο ελάχιστος αριθμός είναι 7,8 δισεκατομμύρια, ενώ ο μέγιστος 11,1 δισεκατομμύρια. 4. Όπως αναφέραμε στο κεφάλαιο 6, το ΑΕΠ είναι βασικά μια λογιστική ταυτότητα που παρέχει ένα πρόχειρο μέτρο «οικονομικής δραστηριότητας» σε μια περιοχή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι υπολογίζει ταυτόχρονα το σύνολο όλης της οικονομικής παραγωγής (μαζί με την ακαθάριστη αξία), το σύνολο όλων των εισοδημάτων (μισθοί και μερίσματα/κέρδη) και το σύνολο όλων των δαπανών (κατανάλωση και επενδύσεις). 5. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημάνει κανείς ότι η αύξηση του ΑΕΠ οδηγεί σε αύξηση του εισοδήματος (κατά κεφαλήν ΑΕΠ) εφόσον η οικονομία αναπτύσσεται γρηγορότερα από τον πληθυσμό. Πράγματι, η αύξηση του πληθυσμού μπορεί αυτή καθαυτή να θεωρηθεί ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Αν ο πληθυσμός αυξάνεται αλλά το ΑΕΠ παραμένει σταθερό, τότε τα επίπεδα εισοδήματος θα μειωθούν. Το ΑΕΠ πρέπει να αυξηθεί τουλάχιστον εξίσου γρήγορα με τον πληθυσμό για να διατηρηθεί το επίπεδο διαβίωσης των ανθρώπων.

28


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

Αναμφισβήτητα, αυτός είναι ένας από τους λόγους που η αύξηση του ΑΕΠ αποτέλεσε τον σημαντικότερο στόχο όσων διαμορφώνουν πολιτική σ’ ολόκληρο τον κόσμο κατά το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου αιώνα. Η λογική μιας τέτοιας αντίδρασης βρίσκει σαφώς ανταπόκριση στα φτωχότερα έθνη του κόσμου. Μια ουσιαστική προσέγγιση στο ζήτημα της ευημερίας πρέπει ασφαλώς να αντιμετωπίσει τα δεινά του ενός εκατομμυρίου ανθρώπων παγκοσμίως που ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα – το μισό της τιμής ενός μικρού καπουτσίνο στα Στάρμπακς.6 Ισχύει όμως η ίδια λογική και για τα πλουσιότερα έθνη, στα οποία οι ανάγκες διαβίωσης σε μεγάλο βαθμό ικανοποιούνται, ενώ η περαιτέρω παραγωγή καταναλωτικών αγαθών ελάχιστα συμβάλλει στην εξασφάλιση υλικών ανέσεων; Πώς είναι δυνατόν να έχουμε τόσο πολλά υλικά αγαθά και παρ’ όλα αυτά να λαχταρούμε κι άλλα; Δεν θα ήταν ίσως καλύτερο να σταματούσαμε το αδυσώπητο κυνηγητό της ανάπτυξης στις προηγμένες οικονομίες και να επικεντρωνόμαστε στον πιο δίκαιο καταμερισμό των διαθέσιμων πόρων; Σε έναν κόσμο πεπερασμένων πόρων, περιορισμένων από αυστηρά περιβαλλοντικά όρια, ο οποίος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από «νησίδες ευημερίας» εν μέσω «ωκεανών φτώχειας»,7 είναι άραγε τα ολοένα αυξανόμενα εισοδήματα των ήδη πλουσίων όντως νόμιμος στόχος για τις αδιάκοπες ελπίδες και τις προσδοκίες μας; Ή μήπως υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος, που να οδηγεί σε μια πιο βιώσιμη, πιο δίκαιη μορφή ευημερίας; Θα επανερ��όμαστε σ’ αυτό το ερώτημα συνεχώς, εξετάζοντάς το από πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες. Στο σημείο αυτό όμως αξίζει να καταστήσουμε σαφές ότι για πολλούς οικονομολόγους αυτή καθαυτή η ιδέα της ευημερίας χωρίς ανάπτυξη αποτελεί ανάθεμα. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ θεωρείται δεδομένη. Τόμοι ολόκληροι έχουν γρα6. UNDP 2005. 7. Αυτή η εμφατική φράση ανήκει στον Ινδό οικολόγο Madhav Gadjil (Gadjil and Guha 1995).

29


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

φτεί σχετικά με το πού βασίζεται, ποιος είναι καταλληλότερος να την επιτύχει και τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση αναστολής της. Πολύ λιγότερα έχουν γραφτεί για το λόγο για τον οποίο θα πρέπει ούτως ή άλλως να την επιθυμούμε. Ωστόσο το αδυσώπητο κυνήγι για περισσότερα, το οποίο ενεδρεύει στη συμβατική άποψη περί ευημερίας, έχει κάποια πνευματική βάση. Εν ολίγοις, ο συλλογισμός έχει ως εξής: το ΑΕΠ μετρά την οικονομική αξία αγαθών και υπηρεσιών που ανταλλάσσονται στα πλαίσια της αγοράς. Εφόσον ξοδεύουμε τα χρήματά μας σε ολοένα και περισσότερα αγαθά, σημαίνει ότι εκτιμάμε την αξία τους. Δεν θα εκτιμούσαμε λοιπόν την αξία τους, αν την ίδια στιγμή δεν βελτίωναν τη ζωή μας. Επομένως, ένα συνεχώς αυξανόμενο κατά κεφαλήν ΑΕΠ αποτελεί έναν εύλογο παράγοντα για αυξανόμενη ευημερία. Το συμπέρασμα αυτό όμως είναι παράδοξο, ακριβώς επειδή η ευημερία δεν είναι αυτονόητα συνώνυμη με το εισόδημα ή τον πλούτο. Η αυξανόμενη ευημερία δεν ισοδυναμεί αυταπόδεικτα με την οικονομική ανάπτυξη. Το περισσότερο δεν είναι αναγκαστικά και καλύτερο. Μέχρι αρκετά πρόσφατα η ευημερία δεν προσδιοριζόταν συγκεκριμένα με χρηματικούς όρους· ήταν απλώς το αντίθετο της αντιξοότητας ή των δεινών.8 Η έννοια της οικονομικής ευημερίας – και η σύνδεση της αυξανόμενης ευημερίας με την οικονομική ανάπτυξη – αποτελεί σύγχρονο κατασκεύασμα. Πρόκειται μάλιστα για ένα κατασκεύασμα που έχει δεχτεί ήδη πολλή κριτική. Μια από τις κατηγορίες εναντίον του είναι ότι η ανάπτυξη έχει διανείμει τα οφέλη της, στην καλύτερη περίπτωση, άνισα. Το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού κερδίζει μόλις το 2% του παγκόσμιου εισοδήματος. Αντιθέτως, το πλουσιότερο 20% κερδίζει το 74% του παγκόσμιου εισοδήματος. Η διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτω8. «Να είσαι μετρημένος στην ευημερία, συνετός στις αντιξοότητες», συμβούλευε ο Περίανδρος, ηγεμόνας της Κορίνθου, το 600 π.Χ.· «Η ευημερία θέτει σε δοκιμασία τους τυχερούς· οι αντιξοότητες τους σπουδαίους», ισχυρίστηκε η Rose Kennedy, μητέρα του JFK και του RFK.

30


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

χών χαρακτηρίζεται από τεράστιες ανισότητες – πραγματικές διαφορές στο επίπεδο ευημερίας με βάση οποιαδήποτε κριτήρια. Τέτοιου είδους ανισότητες είναι απαράδεκτες από ανθρωπιστική πλευρά. Επίσης, προκαλούν αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις: πραγματικές δοκιμασίες των περισσότερο μειονεκτούντων ομάδων, που μεταδίδονται στο σύνολο της κοινωνίας.9 Ακόμη και στους κόλπους των προηγμένων κοινωνιών η ανισότητα κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με είκοσι χρόνια νωρίτερα. Ενώ οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης στις δυτικές χώρες παρέμειναν στάσιμα με πραγματικούς όρους πολύ πριν εκδηλωθεί η παρούσα ύφεση. Η ανάπτυξη, αντί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο εκείνων που το είχαν περισσότερο ανάγκη, απογοήτευσε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ο πλούτος διοχετεύθηκε σιγά σιγά στους λίγους και τυχερούς. Η δικαιοσύνη (ή η έλλειψή της) είναι ένας μόνο από τους λόγους αμφισβήτησης της παρούσας συνταγής για επίτευξη ευημερίας. Ένας άλλος είναι η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι, τουλάχιστον πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, το συνεχές κυνήγι της οικονομικής ανάπτυξης δεν φαίνεται να προάγει, ενδεχομένως μάλιστα να εμποδίζει, την ανθρώπινη ευτυχία. Την τελευταία δεκαετία η σχετική οικονομική επιτυχία συνοδεύεται από αναφορές σε μια εντεινόμενη «κοινωνική ύφεση» στις προηγμένες κοινωνίες.10 Τέλος, είναι ίσως προφανές ότι οποιοδήποτε αξιόπιστο όραμα ευημερίας θα πρέπει να επιληφθεί του ζητήματος των ορίων. Αυτό ισχύει κυρίως για κάποιο όραμα που βασίζεται στην ανάπτυξη. Πώς 9. Σχετικά με την εισοδηματική ανισότητα στα ανεπτυγμένα έθνη, βλέπε ΟΟΣΑ 2008· σχετικά με τις παγκόσμιες ανισότητες, βλέπε UNDP 2005. Σχετικά με τις επιπτώσεις της εισοδηματικής ανισότητας, βλέπε Marmot 2005, Wilkinson 2005, Marmot and Wilkinson 2006, Wilkinson and Pickett 2009. 10. Βλέπε, για παράδειγμα: Layard 2005, nef 2006, Haidt 2007, Norman et al 2007, Abdallah et al 2008. Σχετικά με την «κοινωνική ύφεση», βλέπε Rutherford 2008. Σχετικά με την ευημερία και την ανισότητα, βλέπε Jackson 2008a.

31


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

– και για πόσο – είναι εφικτή η συνεχής ανάπτυξη χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα οικολογικά όρια που θέτει ένας πεπερασμένος πλανήτης; Το ζήτημα των ορίων Η ενασχόληση με το ζήτημα των ορίων είναι πανάρχαια. Ωστόσο η πρόσφατη ιστορία του μπορεί να θεωρηθεί ότι χωρίζεται σε τρεις διακριτές φάσεις. Στα τέλη του 18ου αιώνα ο εφημέριος Thomas Robert Malthus καταπιάστηκε με το ζήτημα στο εξαιρετικά σημαντικό του έργο Essay on Population. Στη δεκαετία του 1970 έγινε και πάλι αναφορά, με διαφορετικό τρόπο, στην έκθεση της Λέσχης της Ρώμης με τίτλο «Limits to Growth». Η τρίτη φάση είναι αυτή στην οποία βρισκόμαστε τώρα: η ανησυχία για την κλιματική αλλαγή και την «κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου»11 διεκδικούν την προσοχή μας, συνοδευόμενες από φόβους οικονομικής κατάρρευσης. Είναι, φυσικά, επικίνδυνο να εγείρει κανείς το φάσμα τού Malthus. Έχει κατηγορηθεί συστηματικά για πολλούς και διάφορους λόγους. Ορισμένοι από αυτούς πολύ βάσιμοι – όπως η κακεντρεχής άποψή του για τη φτώχεια και η λυσσαλέα αντίθεσή του στη νομοθεσία για τη φτώχεια. Άλλωστε, ο Malthus ήταν εκείνος που έδωσε στα οικονομικά τη φήμη της «άχαρης επιστήμης». Επομένως, θα μπορούσε να ειπωθεί απερίφραστα ότι ο Malthus δεν είχε δίκιο. Τουλάχιστον όσον αφορά τις λεπτομέρειες των ισχυρισμών του.12 Το επιχείρημά του (εξαιρετικά συμπυκνωμένο) ήταν ότι η ανάπτυξη του πληθυσμού κινείται πάντα με πιο γρήγορους ρυθμούς από την αύξηση των πόρων που απαιτούνται για την παροχή τροφής και

11. Η «κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σημείο στο οποίο κορυφώνεται η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου προτού εισέλθει σε φάση οριστικής μείωσης. 12. Για μια πιο πλήρη ανάλυση του έργου Essay του Malthus και της συνάφειάς του με τη βιώσιμη ανάπτυξη, βλέπε Jackson 2002, 2003 και τις σχετικές παραπομπές.

32


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

καταφυγίου στους ανθρώπους. Έτσι, αργά ή γρήγορα, ο πληθυσμός εξαπλώνεται πέρα από τα «μέσα διαβίωσης» και ορισμένοι άνθρωποι – αναπόφευκτα οι φτωχότεροι – θα υποφέρουν. Ένα από τα ελαττώματα του Malthus ήταν ότι δεν κατάφερε να διακρίνει (ακόμη και να υπερασπιστεί) τις δομικές ανισότητες που κρατούσαν τους ανθρώπους παγιδευμένους στη φτώχεια. Έκανε όμως λάθος και στους μαθηματικούς υπολογισμούς. Ο παγκόσμιος πληθυσμός είναι σήμερα περισσότερο από εξαπλάσιος του πληθυσμού κατά την εποχή του Malthus. Και αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα μέσα διαβίωσης αναπτύχθηκαν αρκετά πιο γρήγορα απ’ ό,τι ο πληθυσμός – εντελώς αντίθετα με ό,τι είχε υποστηρίξει ο Malthus. Η παγκόσμια οικονομία είναι εξήντα οκτώ φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1800.13 Του διέφυγαν εντελώς οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τεράστιων τεχνολογικών αλλαγών που ήδη επιτελούνταν γύρω του. Ούτε θα μπορούσε να είχε προβλέψει ότι η ανάπτυξη θα συνοδευόταν από σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης του πληθυσμού. Σήμερα ο αυξανόμενος πλούτος ωθεί τον συνολικό όγκο των πόρων γρηγορότερα απ’ ό,τι η ανάπτυξη του πληθυσμού.14 Τα μέσα διαβίωσης συμβάδισαν με το παραπάνω με την τάση των ανθρώπων να αναπαράγονται, κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας φτηνών ορυκτών καυσίμων. Παρ’ όλα αυτά, οι τεράστιες αυξήσεις στη χρήση πόρων, που συνδέονταν με μια παγκόσμια οικονομία σχεδόν εβδομήντα φορές μεγαλύτερη από εκείνη της εποχής του, θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν δώσει στον Malthus τροφή για σκέψη. Πώς ήταν δυνατόν να συνεχιστούν τέτοιου είδους αυξήσεις; Αυτό ήταν το ερώτημα που τέθηκε από μια ομάδα επιστημόνων στην οποία η Λέσχη της Ρώμης ανέθεσε κατά τη δεκαετία του 1970 να εξετάσει το ζήτημα των οικολογικών ορίων. Η Donella και ο Dennis Meadows μαζί με τους συναδέλφους τους εξέτασαν τη ραγδαία 13. Maddison 2008. 14. Βλέπε κεφάλαιο 5 για περισσότερες λεπτομέρειες.

33


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

αύξηση της χρήσης των πόρων, τον πληθυσμό και την οικονομική δραστηριότητα από την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, και έθεσαν στον εαυτό τους ένα πολύ απλό ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν αυτοί οι στατιστικοί δείκτες (σχήμα 1.1α) να συνεχίσουν την πορεία τους σύμφωνα με τις συμβατικές οικονομικές προβλέψεις; Γνώριζαν ότι τα φυσικά οικοσυστήματα υπάκουαν σε πολύ διαφορετικούς στατιστικούς δείκτες (σχήμα 1.1β). Μήπως η τεράστια πρόοδος του ανθρώπου δεν ήταν τίποτε άλλο από μια απότομη πρώιμη ανάπτυξη που συσχετιζόταν με την αριστερή πλευρά μιας καμπύλης σε σχήμα καμπάνας και, αναπόφευκτα, όπως συμβαίνει σε κάθε άλλο οικοσύστημα που ξεπερνά τη βάση των πόρων του, κατευθυνόμαστε προς την κατάρρευση; Η ομάδα των Meadows υποστήριξε ότι οι ελλείψεις πόρων θα ωθούσαν προς τα πάνω τις τιμές και θα επιβράδυναν τις δυνατότητες μελλοντικής ανάπτυξης. Τελικά, αν ο συνολικός όγκος των αγαθών δεν περιοριζόταν, η βάση των πόρων θα κατέρρεε, συμπαρασύρ��ντας

α) Οικονομική ανάπτυξη

β) Οικονομική υπέρβαση του ορίου

Χρόνος

Σχήμα 1.1 Καμπύλες ανάπτυξης για οικονομικά και οικολογικά συστήματα Πηγή: Συγγραφέας.

34


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

τη δυνατότητα συνεχούς οικονομικής δραστηριότητας – τουλάχιστον στην κλίμακα που προσδοκούσαν οι αισιόδοξοι. Αφού συγκέντρωσαν όσο περισσότερα δεδομένα μπόρεσαν να βρουν σχετικά με τους ρυθμούς άντλησης πόρων και τα διαθέσιμα αποθέματα, έθεσαν ως στόχο να υπολογίσουν πότε θα εκδηλωνόταν η κρίσιμη καμπή – τα σημεία στα οποία η πραγματική έλλειψη ίσως άρχιζε να γίνεται αισθητή. Όπως αποδείχτηκε, και όπως παραδέχτηκαν αργότερα οι ίδιοι, έκαναν κι αυτοί λάθος. Το λάθος τους όμως δεν έμοιαζε σε καμία περίπτωση με εκείνο του Malthus. Στη δεκαετία του 1970 το ζεύγος Meadows περίμενε να δει σημαντικές ελλείψεις πόρων πριν από τη νέα χιλιετία. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν, τότε που τα στοιχειώδη δεδομένα και οι φυσικοί πόροι ήταν ακόμη λιγότερα σε σύγκριση με την εποχή μας. Ωστόσο η προοπτική της έλλειψης δεν απείχε πολύ από τις προσδοκίες τους.15 Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ήδη το 2000 η συζήτηση περί κορύφωσης της παραγωγής πετρελαίου είχε προκύψει ήδη ως επίμαχο ζήτημα. Οι υπέρμαχοι αυτής της θεωρίας υποστήριζαν ότι η κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου ήταν απλώς ζήτημα λίγων χρόνων, και πιθανότατα βρισκόμαστε ήδη καθ’ οδόν προς αυτήν. Οι αντίπαλοί τους έδιναν έμφαση στα τεράστια αποθέματα που βρίσκονταν ακόμα στις δεξαμενές πετρελαιοφόρου αμμόλιθου και σχιστόλιθου. Η εξόρυξη του πετρελαίου μπορεί να ήταν δαπανηρή και επιβαρυντική για το περιβάλλον, αλλά η παντελής έλλειψη απείχε ακόμα πολύ, υποστήριζαν οι αισιόδοξοι. Στο μεταξύ η τιμή του πετρελαίου σημείωνε σταθερή άνοδο. Οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου είχαν δείξει ήδη ότι έχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν την παγκόσμια οικονομία και να θέσουν υπό απειλή τα βασικά χρεόγραφα. Τον Ιούλιο του 2008 οι τιμές του πετρελαίου έφτασαν τα 147 δολάρια το βαρέλι (σχήμα 1.2). 15. Meadows et al 1972· Meadows et al 2004.

35


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Παρ’ όλο που έπεσαν απότομα στους μήνες που ακολούθησαν, η απειλή της κορύφωσης στην παραγωγή πετρελαίου δεν έχει εξαλειφθεί. Η ανοδική τάση επανήλθε στις αρχές του 2009. Ακόμη και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) υποστηρίζει πλέον ότι η «κορύφωση» θα μπορούσε να επέλθει το 2020. Άλλοι σχολιαστές πιστεύουν ότι θα μπορούσε να συμβεί ακόμη νωρίτερα. Μετά την κορύφωση το πετρέλαιο δεν θα εξαφανιστεί. Θα είναι όμως πιο σπάνιο, και η εξόρυξή του πολύ πιο δαπανηρή. Στην περίπτωση αυτή, η εποχή του φτηνού πετρελαίου θα έφτανε ουσιαστικά στο τέλος της και, ως εκ τούτου, η οικονομία της ενέργειας θα άλλαζε αμετάκλητα.16 Το πετρέλαιο δεν είναι το μοναδικό προϊόν για το οποίο θα σημειωθεί έλλειψη μέσα σε λίγες δεκαετίες. Οι τιμές των τροφίμων επίσης αυξήθηκαν απότομα μέχρι τον Ιούλιο του 2008, πυροδοτώντας εξεγέρσεις στους δρόμους σε ορισμένες χώρες. Μετά την έλευση της περιόδου αιχμής, η υποβόσκουσα τάση φαίνεται να είναι και πάλι ανοδική (σχήμα 1.2). Οι παραγωγικές εκτάσεις γης, όπως συμφώνησε και ο ίδιος ο Malthus, αποτελούν την ύστατη πηγή πόρων όσον αφορά τη βασική διαβίωση. Οι διαμάχες σχετικά με την αξιοποίηση της γης, οι οποίες σχετίζονταν ιδιαίτερα με τη χρήση των εκτάσεων γης για καλλιέργεια βιοκαυσίμων, αποτέλεσε σίγουρα έναν από τους παράγοντες που ώθησαν στα ύψη τις τιμές των τροφίμων το 2008. Κανείς δεν περιμένει ότι οι διαμάχες αυτές θα εξομαλυνθούν με τον καιρό.

16. Η ομάδα G20 είχε προειδοποιήσει ήδη από τις αρχές του 2005 για την απειλή που έκρυβε η άνοδος της τιμής του πετρελαίου για την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα (www.independent.co.uk/news/business/news/g20-warns-of-oil-pricethreat-to-global-economic-stability-511293.html). Οι φόβοι κορυφώθηκαν τον Ιούλιο του 2008, όταν η τιμή του πετρελαίου έφτασε τα 147 δολάρια το βαρέλι. Παρότι κατά τους μήνες που ακολούθησαν έπεσε απότομα, εκδηλώθηκε πλέον ευρέως μακροπρόθεσμη ανησυχία. Βλέπε, για παράδειγμα, το World Energy Outlook του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA 2008) και την έκθεση της Περιβαλλοντικής Ομάδας Εργασίας για την κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου και την ενεργειακή ασφάλεια (ITPOES 2008).

36


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ 500 – 450 –

Πετρέλαιο

Τρόφιμα

Μέταλλα

Ιούνιος 2003 = 100

400 – 350 – 300 – 250 – 200 – 150 – 100 – 50 – 0 – Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ Iαν Ιούλ 2003 2003 2004 2004 2005 2005 2006 2006 2007 2007 2008 2008 2009 2009

Σχήμα 1.2 Παγκόσμιες τιμές προϊόντων: Ιανουάριος 2003 - Ιούλιος 200917 Πηγή: Αντλήθηκε από δεδομένα της σημείωσης 17.

Η τάση στις τιμές των μεταλλευμάτων είναι επίσης ανοδική. Κάτι τέτοιο δεν είναι αναπάντεχο. Η ζήτηση αυξάνεται ακόμη και με τις παρούσες τιμές εξόρυξης, και ένας αριθμός σημαντικά μεταλλεύματα οδεύουν προς εξάντληση μέσα σε διάστημα δεκαετιών και όχι αιώνων. Καθώς οι τιμές εξόρυξης αυξάνονται, ο ορίζοντας της έλλειψης μικραίνει. Αν ολόκληρος ο κόσμος κατανάλωνε πόρους στα μισά ποσοστά από εκείνα στα οποία καταναλώνουν οι ΗΠΑ, τότε, για παράδειγμα, ο χαλκός, ο κασσίτερος, το ασήμι, το χρώμιο, ο ψευδάργυρος και ένα πλήθος άλλα «στρατηγικά μεταλλεύματα» θα εξαντλούνταν σε λιγότερο από τέσσερις δεκαετίες. Αν όλοι κατανάλωναν με τους ίδιους ρυθμούς με τους οποίους καταναλώνουν σήμερα οι ΗΠΑ, ο χρονικός ορίζοντας θα ήταν μικρότερος από είκοσι χρόνια. Ορισμένα σπάνια 17. Τα δεδομένα προέρχονται από τον Τιμάριθμο Χρηματιστηριακών Εμπορευμάτων του The Economist, με βάση το δολάριο (προσβάσιμα στο www.economist.com).

37


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

μέταλλα αλκαλικών γαιών θα εξαντλούνταν μέσα σε μια δεκαετία, ακόμη και με τους σημερινούς παγκόσμιους ρυθμούς κατανάλωσης.18 Το 2008, κατά τη διάρκεια της «φούσκας» των τιμών των αγαθών, επενέργησαν διάφοροι παράγοντες. Ορισμένοι από αυτούς είχαν σχέση απλώς με βραχυπρόθεσμη πολιτική. Όλοι συμφωνούν ότι είναι δύσκολο να βγάλει κανείς πολλά συμπεράσματα για την πραγματική έλλειψη εξετάζοντας τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των τιμών. Οι αισιόδοξοι εκμεταλλεύονται το γεγονός αυτό, προκειμένου να υποβαθμίσουν το ζήτημα της έλλειψης πόρων. Είναι όμως επίσης ανησυχητικό το γεγονός ότι οι τιμές των αγαθών είναι τόσο ευμετάβλητες, ώστε δεν μπορούν να παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες για την επικείμενη έλλειψη. Και μόνο η απειλή της έλλειψης ήταν αρκετή για να τις εκτινάξει στα ύψη. Ήταν εξίσου επιρρεπείς σε κατάρρευση ενόψει της ύφεσης. Μέσα από το ζενίθ και το ναδίρ της οικονομικής δραστηριότητας η υποκείμενη βάση φυσικών πόρων οδηγήθηκε αναπόφευκτα προς την εξάντληση. Η αγορά είναι υπερβολικά απορροφημένη στον εαυτό της για να μπορέσει να μετρήσει κάτι τέτοιο. Όπως μου επισήμανε ένας οικονομολόγος εν μέσω της πιστωτικής κρίσης: «Δεν υποστήκαμε την κρίση που πολλοί οικονομολόγοι πίστευαν ότι θα υφιστάμεθα, κρίνοντας από τη φούσκα των αγαθών, εκείνη που προκαλείται από τις υψηλές τιμές των πόρων». Ένα πράγμα όμως είναι σίγουρο: η ύφεση πλησιάζει. Αργά ή γρήγορα. Και όταν αυτό συμβεί, τότε ο αντίκτυπος στις τιμές θα είναι εξίσου αναπάντεχος με εκείνον του 2008. Ο αντίκτυπος στην οικονομία θα είναι ολέθριος. Η τρίτη φάση της διαμάχης περί ορίων διαφέρει από τις δύο τελευταίες. Η έλλειψη πόρων – το πρόβλημα των «πηγών» στη γλώσσα των περιβαλλοντικών οικονομολόγων – αποτελεί μέρος μόνο της γενικότερης ανησυχίας. Η διαμάχη πυροδοτείται ακόμη πιο έντονα 18. Σχετικά με τα αποθέματα μετάλλων και τους ρυθμούς εξόρυξης, βλέπε Turner et al 2007, ιδίως τους πίνακες 1-3. Βλέπε επίσης Cohen 2007.

38


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

από το πρόβλημα των «δεξαμενών» – της δυνατότητας του πλανήτη να «αφομοιώνει» τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της οικονομικής δραστηριότητας. «Πριν ακόμη μας τελειώσει το πετρέλαιο, μας τελειώνει ο πλανήτης», εξηγεί ο οικολόγος Bill McKibben.19 Ένα από αυτά τα προβλήματα είναι η κλιματική αλλαγή. Προκαλείται από τη συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα και επιταχύνεται από ανθρώπινες δραστηριότητες, ειδικά από την καύση ορυκτών καυσίμων. Η ικανότητα του κλίματος να αφομοιώνει αυτές τις εκπομπές χωρίς να προκαλούνται «επικίνδυνες» κλιματικές αλλαγές μειώνεται με γοργούς ρυθμούς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο επιστήμονας του κλίματος James Hansen έστρεψε την προσοχή όλου του κόσμου στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, ένα ζήτημα που τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει αναπόφευκτα ανέλθει σε προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα. Γνώρισε μεγάλη ώθηση χάρη στη σημαντική Έκθεση Stern που δημοσιεύθηκε το 2006. Ένας πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Νίκολας Στερν, ανέλαβε να κάνει μια επισκόπηση των οικονομικών της κλιματικής αλλαγής για λογαριασμό του υπουργείου Οικονομικών της Βρετανίας. Η επισκόπηση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα μικρό έγκαιρο πλήγμα στο ΑΕΠ (ίσως της τάξεως του 1% του ΑΕΠ) θα μας έδινε τη δυνατότητα να αποφύγουμε αργότερα κάποιο πολύ μεγαλύτερο πλήγμα (ενδεχομένως της τάξεως του 20% του ΑΕΠ).20 Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι χρειάστηκε ένας οικονομολό-

19. McKibben 2007, σ. 18. Σχετικά με το ζήτημα των πηγών έναντι των δεξαμενών, βλέπε, για παράδειγμα, Common and Sagl 2006, Pearce and Turner 1990, Turner et al 2007. 20. Stern 2007, σ. xv. Το ευρέως εκπεφρασμένο συμπέρασμα ήταν ότι «αν δεν αναλάβουμε δράση, το συνολικό κόστος των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής θα ισοδυναμεί με απώλεια τουλάχιστον 5% [και ίσως να φτάσει μέχρι το 20%] του παγκόσμιου ΑΕΠ ετησίως, τώρα και για πάντα». Αντιθέτως, η έκθεση υποστήριξε ότι «το κόστος της δράσης μπορεί να περιοριστεί γύρω στο 1% του ΑΕΠ ετησίως». Θα επανέλθουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα στο κεφάλαιο 5.

39


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

γος με εντολή ενός κυβερνητικού οργάνου για να επιστήσει την προσοχή του κόσμου σε πράγματα για τα οποία επιστήμονες για την κλιματική αλλαγή – κυρίως η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) – μιλούσαν εδώ και χρόνια. Κάτι τέτοιο αποτελεί εν μέρει απόδειξη της ισχύος που έχουν οι οικονομολόγοι στον πολιτικό κόσμο. Ωστόσο ο αντίκτυπος της έκθεσης του Stern οφειλόταν και στη δελεαστική φύση του μηνύματός του. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να διορθωθεί, έλεγε, και τη διαφορά δεν θα την παρατηρήσουμε καν. Η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να συνεχιστεί λίγο πολύ ως συνήθως. Θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε το μήνυμα αυτό κάπως λεπτομερέστερα σε όσα ακολουθούν. Η ιστορία της κλιματικής αλλαγής σίγουρα θέτει υπό κάποια αμφισβήτηση την πεποίθηση ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα. Με το Πρωτόκολλο του Κιότο οι προηγμένες οικονομίες δεσμεύτηκαν να μειώσουν μέχρι το 2010 τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά περίπου 5% από τα επίπεδα του 1990. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν και τόσο καλά. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εκπομπές αυξήθηκαν κατά 40% από το 1990. Στο μεταξύ, η ίδια η επιστήμη έχει προχωρήσει. Η Έκθεση Stern έθεσε ως στόχο της τη σταθεροποίηση των εκπομπών άνθρακα στην ατμόσφαιρα στα 550 ppm.21 Οι περισσότεροι επιστήμονες – και ο ίδιος ο Stern – δέχονται πλέον ότι αυτός ο στόχος δεν θα αποτρέψει το ενδεχόμενο επικίνδυνης ανθρωπογενετικής κλιματικής αλλαγής. Η Τέταρτη Έκθεση Αξιολόγησης της IPCC υποστηρίζει ότι θα χρειαστεί να τεθούν ως στόχος τα 450 ppm, προκειμένου να περιοριστεί η κλιματική αλλαγή σε μια μέση αύξηση της θερμοκρασίας παγκοσμίως 21. Για να είμαστε ακριβείς, ο στόχος αυτός θα πρέπει να εκφραστεί ως 550 ppm CO2e (ισοδύναμο του διοξειδίου του άνθρακα). Η κλιματική αλλαγή προκαλείται από

μια σειρά αερίων του θερμοκηπίου, όπως διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, πρωτοξείδιο του αζώτου, και διάφορα άλλα βιομηχανικά αέρια. Το σημαντικότερο αέριο του θερμοκηπίου είναι το διοξείδιο του άνθρακα, ενώ οι συγκεντρώσεις και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συχνά μετατρέπονται σε ισοδυναμίες με βάση το διοξείδιο του άνθρακα (CO2e). 40


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

κατά 2° Κελσίου.22 Η επίτευξη αυτού του στόχου θα μπορούσε να σημαίνει μείωση, μέχρι το 2050, των παγκόσμιων εκπομπών κατά 85% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.23 Δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature τον Απρίλιο του 2009 αμφισβητούν ακόμη και αυτό το συμπέρασμα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι εκείνο που έχει σημασία είναι ο συνολικός όγκος αερίων του θερμοκηπίου που θα επιτρέψουμε να εκλυθούν στην ατμόσφαιρα μέχρι το 2050. Οι παγκόσμιες ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις βρίσκονται ήδη στα 435ppm. Αν μάλιστα θέλουμε να έχουμε 75% πιθανότητες να μείνουμε κάτω από τους 2° Κελσίου, η παγκόσμια οικονομία έχει περιθώριο να εκπέμψει συνολικά μόνο χίλια δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στο χρονικό διάστημα 2000-2050. Δείχνουν με καίριο τρόπο ότι το 2008 είχαμε καταναλώσει ήδη το ένα τρίτο αυτής της ποσότητας. Η παραμονή μας εντός των ορίων αυτού του προϋπολογισμού θα είναι πιο απαιτητική ακόμη κι απ’ όσο δείχνουν τα υπάρχοντα σενάρια σταθεροποίησης στα 450 ppm.24 Το μήνυμα που προκύπτει απ’ όλα αυτά είναι πολύ δυσάρεστο. Ο κίνδυνος της κλιματικής αλλαγής απέχει μόνο λίγες δεκαετίες κι εμείς καταναλώνουμε με γρήγορους ρυθμούς τα αποθέματα που έχουμε στη 22. Μια αύξηση θερμοκρασίας της τάξης των 2ο Κελσίου ενδεχομένως να μην ακούγεται πολύ μεγάλη. Πρόκειται όμως για ετήσια μέση αύξηση παγκοσμίως και ήδη συνεπάγεται πολύ υψηλότερες τοπικές και εποχιακές αυξήσεις και σημαντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο οι 2ο Κελσίου είναι το όριο που έχει ορίσει η ΕΕ ως καθοριστικό της διαφοράς ανάμεσα στην αποδεκτή και στην επικίνδυνη κλιματική αλλαγή. Ορισμένοι παρατηρητές – μεταξύ των οποίων η Ένωση Μικρών Νησιωτικών Κρατών – ζητούν να τεθεί χαμηλότερο όριο, στον 1,5ο Κελσίου. 23. Αυτό το 85% προέρχεται από την Τέταρτη Έκθεση Αξιολόγησης της IPPC (2007). Στο κεφάλαιο 5 θα χρησιμοποιήσουμε αυτόν το στόχο για να υπολογίσουμε ακριβώς πόση τεχνολογική εξέλιξη είναι απαραίτητη για διαφορετικά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και να εξακριβώσουμε πόσο απαιτητική μπορεί να αποβεί η σταθεροποίηση της κλιματικής αλλαγής. 24. Βλέπε Allen et al 2009· Meinshausen et al 2009. Μεταξύ των υφιστάμενων σεναρίων σταθεροποίησης, ο στόχος των 350 ppm που θέτει ο James Hansen προσφέρει τη μεγαλύτερη ελπίδα αποτροπής της επικίνδυνης κλιματικής αλλαγής, επειδή βασίζεται σε έναν προϋπολογισμό χαμηλότερων εκπομπών.

41


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

διάθεσή μας. Μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να αλλάξουν μορφή τα συστήματα ενέργειας που διαθέτουμε, και μόλις ξεκινήσαμε να δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Όσο εξελίσσεται η επιστήμη, καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι ένας υπερθερμασμένος πλανήτης ενδέχεται να αποτελέσει τη σοβαρότερη απειλή για την επιβίωση. Μπορεί το κλίμα να μπήκε αργά στο παιχνίδι, ωστόσο ίσως αποδειχτεί η μητέρα όλων των ορίων. Πέρα από τα όρια Αυτή η σύντομη σκιαγράφηση των οικολογικών ορίων δεν τιμά καθόλου τον συσσωρευμένο πλούτο γνώσεων σχετικά με την έλλειψη πόρων και την κλιματική αλλαγή. Δεν έχει καν ασχοληθεί με ζητήματα γρήγορης αποψίλωσης, ιστορικά πρωτοφανούς απώλειας της βιοποικιλότητας, μείωσης του αριθμού ψαριών, έλλειψης νερού ή μόλυνσης του εδάφους και των αποθεμάτων νερού. Όσοι αναγνώστες ενδιαφέρονται για τα ζητήματα αυτά μπορούν να ανατρέξουν σε άλλες πηγές για λεπτομερείς αναλύσεις.25 Από μια άποψη, δεν έχουν και τόση σημασία οι λεπτομέρειες. Κανείς δεν διαφωνεί σοβαρά με την εκτίμηση των επιπτώσεων. Για παράδειγμα, είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι περίπου το 60% των παγκόσμιων υπηρεσιών για τα οικοσυστήματα έχουν υποβαθμιστεί ή υπερχρησιμοποιηθεί από τα μέσα του 20ού αιώνα.26 Κατά την ίδια περίοδο η παγκόσμια οικονομία αναπτύχθηκε πέντε φορές περισσότερο. Αν εξακολουθήσει να αναπτύσσεται με τον ίδιο 25. Για χρήσιμες συνοπτικές παρουσιάσεις αυτών των επιπτώσεων βλέπε, για παράδειγμα, Brown 2008 (κεφάλαιο 2-6), McKibben 2007, Victor 2008a (κεφάλαιο 1), Monbiot 2006, Northcott 2007, Porritt 2005 (κεφάλαιο 3), Booth 2004 (κεφάλαια 4 και 5), GND 2008, IEA 2008, ITPOES 2008, Lynas 2004, Stern 2007, μεταξύ πολλών άλλων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται, φυσικά, η έκθεση της Επιτροπής Αειφόρου Ανάπτυξης σχετικά με το Redefining Prosperity (SDC 2003) και το πολύ χρήσιμο Millennium Ecosystem Assessment (MEA 2005). 26. MEA 2005, TEEB 2008.

42


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

ρυθμό, τότε το 2100 θα είναι ογδόντα φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με το 1950.27 Αυτή η ασυνήθιστη διόγκωση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με όσες επιστημονικές γνώσεις έχουμε σχετικά με την πεπερασμένη βάση των πόρων και την εύθραυστη οικολογία από την οποία εξαρτούμε την επιβίωσή μας. Είναι ήδη αδιανόητος ένας κόσμος στον οποίο τα πράγματα απλώς συνεχίζουν την πορεία τους ως συνήθως. Ποια είναι όμως η τύχη ενός κόσμου στον οποίο 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι επιτυγχάνουν το επίπεδο ευμάρειας που αναμένεται στα κράτη του ΟΟΣΑ;28 Μια τέτοια οικονομία θα έπρεπε, μέχρι το 2050, να είναι δεκαπέντε φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή (εβδομήντα πέντε φορές μεγαλύτερη από την οικονομία του 1950) και μέχρι το τέλος του αιώνα σαράντα φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή (διακόσιες φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με το 1950).29 Τι είδους μορφή έχει άραγε μια τέτοια οικονομία; Με ποια υλικά λειτουργεί; Προσφέρει πράγματι ένα αξιόπιστο όραμα για μια κοινή και μακροχρόνια ευημερία; Συνήθως αποφεύγουμε τη θλιβερή πραγματικότητα αυτών των αριθμών. Η εξορισμού υπόθεση υπαγορεύει ότι – πέρα από τις οικο27. Η μέση ετήσια αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ τα τελευταία πενήντα χρόνια ξεπερνά το 3% το χρόνο. Αν η οικονομία εξακολουθήσει να αναπτύσσεται με τον ίδιο ρυθμό τα επόμενα ενενήντα ένα χρόνια, θα γίνει (1,031)91 = 16,1 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι σήμερα. 28. Αυτή είναι η μέση εκτίμηση του ΟΗΕ για την αύξηση του πληθυσμού το 2050 (βλέπε σημείωση 2). 29. Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα στην ΕΕ το 2007 ήταν 27.000 δολάρια (σε δολάρια του 2.000). Με μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 2%, το ποσό αυτό θα φτάσει τα 63.000 δολάρια μέχρι το 2050. Για να φτάσουν 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι αυτό το εισόδημα, η παγκόσμια οικονομία θα πρέπει να είναι 573 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το 2007 ήταν 39 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι το 2050 η οικονομία θα είναι 570/39 = 14,6 φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή. Αν υποθέσουμε ότι το 2050 ο πληθυσμός θα σταθεροποιηθεί και ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη θα οφείλεται σε αύξηση του εισοδήματος με τον ίδιο μέσο ρυθμό του 2%, τότε μέχρι το 2100 η οικονομία θα είναι (1,02)50 = 2,7 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι το 2050, δηλαδή, γύρω στις 2,7 x 15 = 40 φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι σήμερα.

43


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

νομικές κρίσεις – η ανάπτυξη θα συνεχιστεί επ’ αόριστον. Όχι μόνο για τις φτωχότερες χώρες, όπου υπάρχει αναμφισβήτητα η ανάγκη για καλύτερη ποιότητα ζωής, αλλά ακόμη και για τα πλουσιότερα κράτη, όπου η αφθονία υλικού πλούτου ελάχιστα συμβάλλει στην ευτυχία και έχει αρχίσει να απειλεί τα θεμέλια της ευημερίας μας. Είναι αρκετά εύκολο να διασαφηνιστούν οι λόγοι αυτής της συλλογικής τυφλότητας (όπως θα δούμε αργότερα με περισσότερες λεπτομέρειες). Η σύγχρονη οικονομία στηρίζει δομικά τη σταθερότητά της στην οικονομική ανάπτυξη. Όταν η ανάπτυξη κλονίζεται – όπως συνέβη δραματικά τους τελευταίους μήνες του 2008 –, οι πολιτικοί πανικοβάλλονται. Οι επιχειρήσεις αγωνίζονται να επιβιώσουν. Οι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους και ενίοτε το σπίτι τους. Αρχίζει να προβάλλει μια τάση βαθμιαίας ύφεσης. Η ένταση των αμφισβητήσεων θεωρείται πράξη όσων είναι τρελοί, ιδεαλιστές και επαναστάτες. Πρέπει όμως να αμφισβητήσουμε αυτή την κατάσταση. Μπορεί η ιδέα μιας μη αναπτυσσόμενης οικονομίας να αποτελεί ανάθεμα για τους οικονομολόγους, αλλά η ιδέα της συνεχώς αναπτυσσόμενης οικονομίας αποτελεί ανάθεμα για τους οικολόγους. Σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής, κανένα υποσύστημα πεπερασμένου συστήματος δεν μπορεί να αναπτύσσεται απεριόριστα. Οι οικονομολόγοι θα πρέπει να καταφέρουν να απαντήσουν στο ερώτημα πώς ένα συνεχώς αναπτυσσόμενο οικονομικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει στα πλαίσια ενός πεπερασμένου οικολογικού συστήματος. Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτή την πρόκληση είναι να υποθέσουμε – όπως κάνουν οι οικονομολόγοι – ότι η ανάπτυξη σε δολάρια «αποσυνδέεται» από την ανάπτυξη σε υλικές παροχές και σε περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Όπως όμως θα δούμε πιο καθαρά σε όσα ακολουθούν, κάτι τέτοιο δεν έχει φέρει μέχρι στιγμής τα αναγκαία αποτελέσματα. Ούτε υπάρχουν προοπτικές ότι θα το κάνει στο άμεσο μέλλον. Η ίδια η κλίμακα αποσύνδεσης που χρειάζεται για να τηρηθούν τα όρια που παρουσιάστηκαν εδώ (και να μην ξεπεραστούν τη στιγμή που η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται στο διηνεκές) κλονίζει τη φαντασία. 44


ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ

Εν ολίγοις, δεν έχουμε άλλη εναλλακτική από το να αμφισβητήσουμε την ανάπτυξη. Ο μύθος της ανάπτυξης μας έχει προδώσει. Έχει προδώσει το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που ακόμα προσπαθούν να ζήσουν καθημερινά με το μισό του αντιτίμου ενός καφέ. Έχει προδώσει τα εύθραυστα οικοσυστήματα από τα οποία εξαρτούμε την επιβίωσή μας. Έχει αποτύχει, θεαματικά, να παρέχει σταθερότητα και να διασφαλίσει τα μέσα βιοπορισμού των ανθρώπων. Φυσικά, αν η τρέχουσα οικονομική κρίση πράγματι υποδεικνύει (όπως προβλέπουν ορισμένοι) το τέλος μιας εποχής εύκολης ανάπτυξης, τουλάχιστον για τα προηγμένα έθνη, τότε οι προβληματισμοί που εκφράζονται σ’ αυτό το βιβλίο είναι διπλά εύστοχοι. Η ευημερία χωρίς ανάπτυξη είναι ένα πολύ χρήσιμο τέχνασμα, που αξίζει να το έχει κανείς σαν άσο στο μανίκι του σε περίπτωση που κλονιστεί η οικονομία. Η άβολη πραγματικότητα είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το επικείμενο τέλος της εποχής του φτηνού πετρελαίου, την προοπτική της σταδιακής ανόδου των τιμών των αγαθών, την υποβάθμιση της ατμόσφαιρας, του νερού και της γης, τις διαμάχες για την εκμετάλλευση της γης, των πόρων, του νερού, των δικαιωμάτων δασοκομίας και αλιείας, και την κοσμοϊστορική πρόκληση της σταθεροποίησης του παγκόσμιου κλίματος. Και αυτές τις προκλήσεις τις αντιμετωπίζουμε με μια οικονομία συθέμελα διαλυμένη, με απεγνωσμένη ανάγκη ανανέωσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επάνοδος στις συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές δεν αποτελεί επιλογή. Η ευημερία των λίγων, που βασίζεται στην οικολογική καταστροφή και στη διαρκή κοινωνική αδικία, δεν αποτελεί θεμέλιο για μια πολιτισμένη κοινωνία. Είναι ζωτικής σημασίας η ανάκαμψη της οικονομίας. Είναι απολύτως απαραίτητη η προστασία της απασχόλησης – και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Εκτός αυτού όμως, χρειαζόμαστε επειγόντως και ένα ανανεωμένο αίσθημα κοινής ευημερίας. Μια βαθύτερη αφοσίωση στις αρχές της δικαιοσύνης σε έναν πεπερασμένο κόσμο. Η εκπλήρωση αυτών των στόχων ίσως να φαντάζει ανοίκειο ή ακόμη και παράταιρο έργο σε σχέση με τις πολιτικές της σύγχρονης 45


ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

εποχής. Ο ρόλος της διακυβέρνησης έχει οριοθετηθεί από πολύ στενά πλαίσια, εξαιτίας υλικών στόχων, και έχει ερημώσει από ένα άστοχο όραμα απεριόριστων καταναλωτικών ελευθεριών. Η ίδια η έννοια της διακυβέρνησης έχει άμεση ανάγκη ανανέωσης. Ωστόσο η οικονομική κρίση μας προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να επενδύσουμε στην αλλαγή. Να αποδιώξουμε τη βραχυπρόθεσμη συλλογιστική που μαστίζει επί δεκαετίες την κοινωνία. Να την αντικαταστήσουμε με συνετές πολιτικές, ικανές να αντιμετωπίσουν την τεράστια πρόκληση μιας μακροχρόνιας ευημερίας. Άλλωστε, η ευημερία ξεπερνά τελικά τα όρια των υλικών απολαύσεων. Υπερβαίνει τα υλικά ενδιαφέροντα. Σχετίζεται με την ποιότητα της ζωής μας και την υγεία και την ευτυχία της οικογένειάς μας. Είναι παρούσα στην ανθεκτικότητα των σχέσεών μας και της πίστης μας στην έννοια της κοινότητας. Εκφράζεται μέσα από την ικανοποίησή μας για τη δουλειά μας και το αίσθημα κοινού νοήματος και στόχου. Βασίζεται στη δυνατότητά μας να συμμετέχουμε πλήρως στη ζωή της κοινωνίας. Η ευημερία έγκειται στην ικανότητά μας να αναπτυσσόμαστε ως άνθρωποι – μέσα στα οικολογικά όρια που θέτει ένας πεπερασμένος πλανήτης. Η πρόκληση για την κοινωνία μας είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Αυτό είναι το πιο επείγον έργο των καιρών μας.

46



Ευημερία χωρίς ανάπτυξη - Tim Jackson