Page 1

Saturday, April 26, 2008 Ελληνική Παροικία της Αιγύπτου και Τραπεζικό Κεφάλαιο στο μεσοπόλεμο . Μια μικρή γεύση από το διδακτορικό μου Η Αίγυπτος είναι μια χώρα του περιφερειακού καπιταλισμού. Στον αγροτικό τομέα επικρατεί η μονοκαλλιέργεια του βαμβακιού, οι απαρχές της οποίας βρίσκονται στον προηγούμενο αιώνα. Το βαμβάκι εξάγεται σχεδόν στο σύνολό του. Το ειδικό βάρος που αποκτά η βαμβακοκαλλιέργεια στην συνολική παραγωγή καθώς και το γεγονός ότι συνδέει την αιγυπτιακή οικονομία με τις εξελίξεις στη διεθνή αγορά, την μετατρέπει εύκολα σε στοιχείο αποσταθεροποίησης της αιγυπτιακής οικονομίας. Σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια του βαμβακιού, παίζουν τα εκτεταμένα αρδευτικά έργα της υπαίθρου, τα οποία αποτελούν κρατικές επενδύσεις στη γεωργία. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα έργα αυτά προέρχεται και από το γεγονός ότι η κρατική αριστοκρατία της Αιγύπτου κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης με βαμβακοκαλλιέργειες. Στον βιομηχανικό τομέα σημειώνεται σημαντική ανάπτυξη κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Η ανάπτυξη αυτή είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα της αδυναμίας συσσώρευσης στον τομέα της κυκλοφορίας και του εμπορίου του βαμβακιού εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης. Άξονα της βιομηχανικής ανάπτυξης αποτελεί η BANK MISR (ως επί το πλείστον εγχώρια κεφάλαια) που εκφράζει και τις ανάγκες ανάπτυξης του αιγυπτιακού καπιταλισμού.Παρόλα αυτά η παρουσία των ξένων κεφαλαίων στη διαδικασία εκβιομηχάνισης δεν μειώνεται. Το κράτος αναπτύσσει για πρώτη φορά ένα σοβαρό προστατευτικό πλαίσιο για την βιομηχανία, η οποία είναι προσανατολισμένη στην εσωτερική αγορά και αποτελεί στο σύνολό της ελαφρά βιομηχανία. Ας σημειωθεί ότι η δημιουργία ελαφράς βιομηχανίας ήταν γενικό φαινόμενο στις χώρες που αποτέλεσαν αγγλικές αποικίες. Στο εξωτερικό εμπόριο της Αιγύπτου, κυρίαρχη θέση κατέχουν οι εξαγωγές βαμβακιού. Οι εισαγωγές αφορούν βιομηχανικά προϊόντα, μηχανήματα και μέσα παραγωγής. Η διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου της Αιγύπτου αντανακλά και τον χαρακτήρα της χώρας ως αγροεξαγωγικής. Η σύνθεση των εισαγωγών της φανερώνει την τεχνολογική της εξάρτηση από τον μητροπολιτικό καπιταλισμό και την ανεπάρκεια της βιομηχανικής δομής. Το δημόσιο χρέος της Αιγύπτου φτάνει στα 100 εκατομμύρια Λ. Αιγ. στο μεσοπόλεμο και αποτελεί έναν ακόμη μηχανισμό εξάρτησης και ελέγχου της αιγυπτιακής οικονομίας από τα ξένα κεφάλαια. Το έλλειμα του κρατικού προϋπολογισμού οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην πολυδάπανη λειτουργία της κρατικής μηχανής. Το συνολικό θεωρητικό σχήμα που προτείνεται στην εν λόγω διατριβή είναι ότι η οικονομική και πολιτική εξάρτηση της Αιγύπτου από τη Μ. Βρετανία προσδιορίζει όχι μόνο τον τρόπο της απόσπασης και της διανομής του κοινωνικού πλεονάσματος αλλά και την κοινωνική διαστρωμάτωση στο εσωτερικό της χώρας.Από την άλλη μεριά οι εσωτερικοί αυτοί παράγοντες, όταν παγιώνονται επιβάλλουν αναγκαστικά την αναπαραγωγή μοντέλου εξάρτησης της Αιγύπτου από τις δυτικές χώρες. Η ένταξη της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας εξετάζεται μέσα από τους συγκεκριμένους τρόπους απόσπασης του κοινωνικού πλεονάσματος. Τα βασικότερα κοινωνικά στρώματα στην Αίγυπτο του μεσοπολέμου είναι: Η αστική τάξη, η τάξη των γαιοκτημόνων, τα κοινωνικά στρώματα των εμπόρων και τοκογλύφων, οι μισθωτοί εργάτες στον αγροτικό τομέα, οι μικροιδιοκτήτες γης και το προλεταριάτο των πόλεων.Η ταξική αυτή δομή θα ήταν ελλειπής, αν δεν


συμπεριελάμβανε τόσο τους ιδιοκτήτες των αγγλικών υφαντουργείων (που αποκτώντας φτηνή πρώτη ύλη, αποσπούν ένα τμήμα του αιγυπτιακού πλεονάσματος), όσο και την εργατική τάξη των δυτικών χωρών (που δεν πρέπει να αποκλείεται κατά την εξέταση της αναδιανομής του πλεονάσματος που προέρχεται από τις περιφερειακές χώρες). Με βάση την παραπάνω ανάλυση το πλεόνασμα της αιγυπτιακής κοινωνίας διακρίνεται σε δύο τομείς: 1)Σε αυτόν που αποσπάται μέσα από σχέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως καπιταλιστικές (βιομηχανία, μισθωτές σχέσεις στην γεωργία, εμπορευματική κυκλοφορία). 2)Σε αυτό αποσπάται μέσα από σχέσεις που δεν έχουν καπιταλιστική μορφή, όπως η τοκογλυφία και το εμπόριο μικρής κλίμακας στη σφαίρα της μικρής ιδιοκτησίας. Σημαντικό μέρος του πλεονάσματος περιέχεται στα χέρια της κρατικής γραφειοκρατίας , η οποία δεν μπορεί να οριοθετηθεί αυστηρά από την τάξη των γαιοκτημόνων. Η παράλληλη ύπαρξη και αναπαραγωγή δύο διαφορετικών μορφών παραγωγής στην αιγυπτιακή γεωργία θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για την συνοχή τόσο των σχέσεων εξάρτησης, όσο και αυτού του ίδιου κοινωνικού σχηματισμού. Αν και το όλο σχήμα λειτουργίας επιτυγχάνει να διατηρήσει το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού υπερπληθυσμού στην ύπαιθρο, ωστόσο η επανεπένδυση του πλεονάσματος στον αγροτικό χώρο γίνεται με χαμηλούς ρυθμούς και με τρόπο που να ωφελείται η τάξη των γαιοκτημόνων (μεγάλα αρδευτικά έργα). Η προσέγγιση της παροικίας στηρίζεται στην εξέταση της διαστρωμάτωσής της. Ο αστισμός της παροικίας δεν θεωρείται σαν ένα ξένο σώμα προς της αιγυπτιακή κοινωνία αλλά σαν τμήμα της αιγυπτιακής αστικής τάξης που παρουσιάζει όμως ορισμένες ιδιομορφίες. Οι έλληνες αστοί στην αίγυπτο ελέγχουν σημαντικούς τομείς της οικονομίας και ιδιοποιούνται την υπερεργασία των αιγύπτιων εργαζομένων , όχι όμως μέσα από τους τυπικούς αποικιακούς μηχανισμούς. Έχοντας την τάση να επανεπενδύσουν τα κέρδη τους μέσα στην Αίγυπτο (μεγαλεμπόριο, χρηματιστήριο, κτηματικές επιχειρήσεις, τράπεζες, μεγάλη γαιοκτησία και βιομηχανία) οι έλληνες αστοί πάροικοι δεν διαφέρουν σημαντικά από τα υπόλοιπα μέλη της αιγυπτιακής αστικής τάξης. Από το αγγλικό κεφάλαιο που δρα στην Αίγυπτο διαφέρουν στο γεγονός ότι το τελευταίο επαναπατρίζει στη Μ. Βρετανία το πλεόνασμα της αιγυπτιακής κοινωνίας, που το κεφάλαιο αυτό ιδιοποιείται. Ιδιόμορφος είναι και ο ρόλος του μικρού ελληνικού παροικιακού κεφαλαίου, το οποίο κλιμακώνεται σε όλα τα στάδια της παραγωγής και εμπορίας του βαμβακιού, στο επίπεδο εκείνο των μικροσυναλλαγών, όπου το ξένο κεφάλαιο δεν βρίσκει συμφέρον να διεισδύσει. Οι διαδοχικές κρίσεις στο εμπόριο του βαμβακιού που συρρικνώνουν τα περιθώρια κέρδους των πολλαπλών διαμεσολαβητών στη διακίνηση του προϊόντος αυτού μεταθέτουν ένα τμήμα των παροικιακών μεσοστρωμάτων στον κοινωνικό χώρο της μισθωτής εργασίας. Η τάση αυτή μεγαλώνει στην διάρκεια του μεσοπολέμου. Το κυριώτερο εμπόδιο όμως για την πλήρη ενσωμάτωση των παροικιών στην αιγυπτιακή κοινωνία και η αιτία της αντιπαλότητας που διαμορφώνουν οι αιγύπτιοι απέναντι στους έλληνες είναι ο ίδιος ο ρόλος της ελληνικής παροικίας. Ο ρόλος αυτός συνίσταται στην αναπαραγωγή του καθεστώτος της εξάρτησης και της μονοκαλλιέργειας του βαμβακιού. Στο μεσοπόλεμο η Αίγυπτος κατέχει την τρίτη θέση στον κόσμο ως προς της παραγωγή βαμβακιού, ενώ το σύνολο της παραγωγής βαμβακιού εξάγεται. Το


γεγονός αυτό διαμορφώνει την εξωστρέφεια της αιγυπτιακής οικονομίας και τον υψηλό βαθμό ευαισθησίας της απέναντι στη διεθνή αγορά. Οι ποσοτικοί αυτοί παράγοντες διαμορφώνονται και από στοιχεία που έχουν να κάνουν με την ποιότητα και τις διάφορες ποικιλίες του βαμβακιού. Η ποιοτική υπεροχή του αιγυπτιακού βαμβακιού στην πραγματικότητα αποτελεί την ειδική πλευρά της ένταξης της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Οι έλληνες της παροικίας είναι εκείνοι που πρώτοι ασχολήθηκαν με την επιστημονικη καλλιέργεια του βαμβακιού και τη βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής του. Οι καλύτερες ποικιλίες του αιγυπτιακού βαμβακιού φέρουν ελληνικά ονόματα. Η σημασία των ποικιλιών φαίνεται και από το γεγονός ότι όταν αυτές εκφυλίζονται (αναπόφευκτη φυσική διαδικασία), η οικονομία της Αιγύπτου κλονίζεται. Η πτώση των τιμών του βαμβακιού εξαιτίας της οικονομικής κρίσης είχε αποδιαρθρωτικές επιδράσεις στη γεωργία, περιορίζοντας το ενδιαφέρον για παραγωγικές βελτιώσεις εκ μέρους των γαιοκτημόνων . Ο ρόλος αυτός περνάει σταδιακά στα χέρια του κράτους που φροντίζει για την εξεύρεση νέων ποικιλιών. Στο μεσοπόλεμο όμως εκφυλίζονται και οι καλύτερες ποικιλίες του αιγυπτιακού βαμβακιού, που τo είχαν κάνει περιζήτητο στη διεθνή αγορά. Έτσι η κρίση του βαμβακιού συμπίπτει και με τον εκφυλισμό των καλύτερων ποικιλιών του. Σημαντικό ρόλο παίζει η τοκογλυφία στη διαδικασία παραγωγής του βαμβακιού. Οι τοκογλύφοι είναι συνήθως έμποροι του βαμβακιού, οι οποίοι προαγοράζουν τη συγκομιδή με κεφάλαια που προέρχονται από βραχυπρόθεσμο τραπεζικό δανεισμό. Αυτοί ενεργώντας υπό τη διπλή ιδιότητα του εμπόρου και του τοκογλύφου, αποσπούν υπερεργασία από την αιγυπτιακή ύπαιθρο, η οποία διανέμεται καθώς περνάει από τα διάφορα στάδια του εμπορικού κυκλώματος και των πιστωτικών σχέσεων. Τα στάδια αυτά συναρτώνται με πολύπλευρες δραστηριότητες του βιομηχανικού , εμπορικου, τραπεζικού, εφοπλιστικού κεφαλαίου και συνδέονται στενά και με τις επενδύσεις και τα συμφέροντα της ελληνικής παροικίας. Άλλωστε οι Έλληνες της παροικίας αποτέλεσαν και ιστορικά τους βασικότερους φορείς της διάδοσης της μονοκαλλιέργειας βαμβακιού, από την οποία άντλησαν και την οικονομική και κοινωνική του αίγλη. Η ελληνική παροικία είχε τη σημαντικότερη παρουσία στην αιγυπτιακή ύπαιθρο και κρατούσε στα χέρια της σχεδόν εξολοκλήρου την τοκογλυφική λειτουργία και την εμπορική δραστηριότητα που συνδεόταν με το βαμβάκι. Έτσι η κρίση της παραγωγικής βάσης της παροικίας αποτελούσε έναν ακόμη παράγοντα της συρρίκνωσης της ελληνικης παρουσίας στην αιγυπτιακή ύπαιθρο. Η διεθνής οικονομική κρίση διόγκωσε τα προβλήματα της εξάρτησης και της υπανάπτυξης και προκάλεσε ενα γενικό αντιαποικιακό ρεύμα στα λαϊκά στρώματα. Οι συνέπειες από την ανάπτυξη ενός εθνικοπαπελευθερωτικού κινήματος αποσοβήθηκαν χάρη στην πολιτική δράση της Ουάφντ, η οποία ενώ στην αρχή σχηματίστηκε μέσα από τη δυναμική του αντιαποικιακού αγώνα, στην συνέχεια εκφυλίστηκε σε κόμμα της αστικής τάξης, η οποία και τελικά επέβαλε την δική της πολιτική εκδοχή. Έτσι το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα μετατράπηκε σε ένα στενό εθνικιστικό ρεύμα που είχε δύο βασικές κατευθύνσεις: Α)τη μεταβολή του πολιτικού πλαισίου της αποικιοποίησης της χώρας από την Μ.Βρετανία, δηλαδή την κατάργηση της ειδικής πολιτικής μορφής της εξάρτησης και Β)τη συρρίκνωση των παροικιών Μέσα σε αυτό το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα, οι παροικίες μετατράπηκαν στα πρώτα αδύναμα τμήματα του αιγυπτιακού κοινωνικού σχηματισμού και αποτέλεσαν


του πόλους συγκέντρωσης και εκτόνωσης του εθνικιστικού φρονήματος. Η ελληνική παροικία χάνοντας τα πολιτικά της στηρίγματα με την υποχώρηση της βρετανικής αποικιοκρατίας ,μετατράπηκε σταδιακά σε ασήμαντη μειονότητα. Οι πιστωτικές σχέσεις στην Αίγυπτο αναπτύσονται σε αναλογία με τα ειδικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει η παραγωγική βάση της αιγυπτιακής οικονομίας και ιδιαίτερα η βαμβακοπαραγωγή. Έτσι oi τράπεζες δεν είναι δυνατόν να περιοριστούνε σε αμιγώς πιστωτικές σχέσεις αλλά επιφορτίζονται τόσο με εμπορικές, όσο και με μεταποιητικές λειτουργείες, εκτίμηση, ταξινόμηση, πρακτόρευση, χρηματοστηριακές πωλήσεις, εκκοκισμός , μεταφορά. Συνέπεια της ιδιομορφίας αυτής είναι ότι οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι που επιβαρύνουν τις τράπεζες , δεν περιορίζονται στους συμβατικούς πιστωτικούς κινδύνους, αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρο το μεταποιητικό, μεταφορικό, εμπορικό και χρηματιστηριακό φάσμα. Από την άλλη πλευρά, οι τραπεζικές δραστηριότητες δεν παρουσιάζονται με την συμβατική μορφή που αντιστοιχεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και έχει επικρατήσει την εποχή αυτή στις δυτικές χώρες , αλλά συνδέονται άμεσα με την τοκογλυφία. Μπορεί κανέις να πει ότι η τοκογλυφία στην ύπαιθρο είναι η βάση για την παραπέρα ανάπτυξη των πιστωτικών σχέσεων στην ύπαιθρο. Τα κεφάλαια που διακινούν οι τοκογλύφοι προέρχονται από τις ίδιες τις τράπεζες. Έτσι ο μηχανισμός απόσπασης της αγροτικής υπερεργασίας αποτελεί μια ενότητα που περιλαμβάνει τόσο τις τράπεζες , όσο και τους τοκογλύφους. Η ιδιαιτερότητα αυτή απορρέει από την ταυτόχρονη παρουσία στην ύπαιθρο δύο μορφών παραγωγής, αφενός αυτή που στηρίζεται στη μεγάλη ιδιοκτησία και τη μισθωτή εργασία και αφετέρου τη μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η δομή του αιγυπτιακού τραπεζικού συστήματος στον μεσοπόλεμο επιτρέπει την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού τραπεζικών γραφείων, που είναι εγκατεστημένα κοντά στον τόπο παραγωγής του βαμβακιού και που σε συνθήκες χαμηλής τεχνολογίας μεταφορών και επικοινωνιών τροφοδοτούνται από την τοκογλυφία και αναπτύσσουν εμπορικές και μεσιτικές δραστηριότητες. Ωστόσο δύο παράγοντες αρχίζουν στον μεσοπόλεμο να λειτουργούν προς την κατεύθυνση της υπονόμευσης του λειτουργικού σχήματος που προαναφέρθηκε. Η ανάπτυξη του αιγυπτιακού αστισμού, έστω και αν συντελείται σε περιορισμένο βαθμό, δημιουργεί την ανάγκη του εκσυγχρονισμού του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η ανάγκη της διατήρησης της μικρής ιδιοκτησίας ωθεί τόσο το κράτος, όσο και τα εγχώρια ιδιωτικά κεφάλαια στην εφαρμογή σειράς οικονομικών και νομικών μεταρρυθμίσεων και στη διαμόρφωση περισσότερο εκσυγχρονισμένων μηχανισμών για την άσκηση της αγροτική πίστης. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις στην διεθνή αγορά του βαμβακιού συρρικνώνουν το συνολικό πλεόνασμα που διαμορφώνεται σε όλη τη φάση της παραγωγής και εμπορίας του προϊόντος αυτού. Έτσι οι παραδοσιακές σχέσεις τοκογλυφίας στο βαθμό που αποδυναμώνουν τη μικρή εκμετάλλευση, τείνουν να υπονομεύσουν την ίδια συνοχή της αιγυπτιακής κοινωνίας. Η εξαθλίωση των αγροτών παίρνει πολιτικές μορφές και καταλήγει σε ανοιχτές αντιαποικιακές και αντιπαροικιακές διαδηλώσεις. Η ενότητα των πιστωτικών σχέσεων, τραπεζικών και τοκογλυφικών διασπάται και οι δύο αυτές μορφές πιστωτικών σχέσεων έρχονται πλέον σε σύγκρουση. Η σύγκρουση αυτή παίρνει στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο τη μορφή της ανοιχτής αμφισβήτησης των Ελλήνων διαμεσολαβητών στην εμπορευματική κυκλοφορία του βαμβακιού, εκ μέρους της αιγυπτιακής κοινωνίας. Στο οικονομικό επίπεδο εκδηλώνεται με την συρρίκνωση της παρουσίας των ελλήνων τοκογλύφων στην αιγυπτιακή ύπαιθρο. Η υποχώρηση της τοκογλυφίας θίγει άμεσα τις ελληνικές τράπεζες και μειώνει τα κέρδη τους. Καθώς οι τράπεζες αυτές ,


ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικές κρίσης δεν μπορούν να διαμορφώσουν ανταγωνιστικούς όρους σε σχέση με τα υποκαταστήματα των μεγάλων αγγλικών τραπεζών , ούτε όμως και προς το εθνικό τραπεζικό δίκτυο της Αιγύπτου, οι εργασίες τους συνεχώς λιγοστεύουν. Η μείωση του συνολικού μεγέθους του πλεονάσματος της υπαίθρου λόγω της κρίσης του βαμβακιού, εντείνει τον τραπεζικό ανταγωνισμό για την αναδιανομή του πλεονάσματος στα πλαίσια των πιστωτικών σχέσεων. Σε αυτό το παιχνίδι, οι εγγενείς αδυναμίες των ελληνικών τραπεζών, θα αποδειχθούν καθοριστικές.

Ελληνική παροικία της Αιγύπτου και τραπεζικό κεφάλαιο,1933-1937  

Διάλεξη που οργάνωσε το περιοδικό Μνήμων για την παρουσίαση του διδακτορικού μου