Issuu on Google+

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ Ηλία Νικολόπουλου Μιχάλη Παουλιούκ Στάθη Παπαγεωργίου Στην Οικιακή Οικονομία

1


ΣΟΥΣΑΜΙ

ΣΟΥΣΑΜΙ

2


Στεγνοί σπόροι σησαμιού Το Σουσάμι είναι : 1. κοινή ονομασία του γένους Αγγειόσπερμων Δικότυλων φυτών με το όνομα Σήσαμο (Sesamum) και κυρίως του είδους Σήσαμο το ινδικό (S. indicum) που καλλιεργείται από την αρχαιότητα για τα εδώδιμα ελαιούχα σπέρματα του. 2. κοινή ονομασία των σπερμάτων του είδους S. Indicum. Το γένος Σήσαμο ανήκει στην τάξη Σκροφουλαριώδη, στην οικογένεια Πηδαλιίδες (Pedaliaceae). Περιλαμβάνει 37 είδη ποωδών φυτών που είναι ιθαγενή της Ασίας και της Αφρικής. Σημαντικότερο όλων από οικονομική άποψη είναι το S. indicum

 Ιστορία της χρήσης του Το σουσάμι θεωρείται ως ένα από τα αρχαιότερα ετήσια ελαιοδοτικά καλλιεργούμενα φυτά και η σημασία του στους αρχαίους πολιτισμούς υπήρξε σημαντική. Πριν από την εποχή του Μωυσή οι Αιγύπτιοι άλεθαν τα σπέρματα και χρησιμοποιούσαν το σουσάμι με τη μορφή 3


αλευριού. Οι Κινέζοι ήδη πριν από 5000 χρόνια παρήγαγαν αιθάλη με καύση σησαμελαίου για την παρασκευή της καλύτερης σινικής μελάνης. Οι ρωμαίοι άλεθαν τα σπέρματα του σουσαμιού με κύμινο για την παρασκευή μιάς κρέμας που άλειφαν στο ψωμί. Κατά το παρελθόν πίστευαν επίσης ότι είχε μυστικές δυνάμεις και το σουσάμι διατηρεί ακόμη κάτι από τις μαγικές ιδιότητες που του αποδίδονταν , όπως φαίνεται και από την έκφραση "άνοιξε σουσάμι" που προέρχεται από το παραμύθι Ο Αλή μπαμπά και οι Σαράντα κλέφτες από τις Χίλιες και μία νύχτες  Καλλιέργεια

Συγκομιδή του σουσαμιού στην Ταϋλάνδη Το σουσάμι ευδοκιμεί σε αμμοπηλώδη έως πηλώδη εδάφη. Ως φυτό των θερμών και ξηρών περιοχών απαιτεί θερμοκρασίες μεταξύ 21 και 26 βαθμών Κελσίου καθώς επίσης και βλαστική περίοδο 60-120 ημερών. Η ανάπτυξη του ευνοείται από μέτριες βροχοπτώσεις. Οι αποδόσεις βελτιώνονται αν γίνουν κατά τη θερινή περίοδο 2-3 ποτίσματα. Σε ξερική καλλιέργεια οι αποδόσεις κυμαίνονται απο 40 έως 80 χιλιόγραμμα ανά στρέμμα , ανάλογα με τις συνθήκες καλλιέργειας , ενώ σε αρδευόμενα εδάφη είναι της τάξης των 250 χιλιογράμμων ανά στρέμμα. Για την καλλιέργεια του σουσαμιού 4


απαιτείται καλή προετοιμασία της σποροκλίνης (τού κατάλληλα προετοιμασμένου χώρου για τη σπορά) επειδή το σπέρμα του είναι πολύ μικρό. Η σπορά γίνεται τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Οι αρδευόμενες καλλιέργειες απαιτούν λίπανση. Η συγκομιδή πραγματοποιείται με το κόψιμο των φυτών. Ακολουθεί δεματοποίηση , ξήρανση και αλώνισμα. Η εποχή της συγκομιδής εξαρτάται από την ποικιλία. Στις ποικιλίες που οι κάψες ανοίγουν εύκολα η συγκομιδή πρέπει να γίνεται πρώιμα και με το χέρι για την αποφυγή ανάμειξης ποικιλιών.

 Εχθροί και ασθένειες Κυριότερος εχθρός του σουσαμιού στην Ελλάδα είναι το έντομο Antigastra catalounelis, οι προνύμφες του οποίου καταστρέφουν τα φύλλα , τα άνθη και τους καρπούς.

 Κυριότερες ποικιλίες στην Ελλάδα Κυριότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα είναι η Early Russian, αμερικανικής προέλευσης και πολύ πρώιμη, η Margo αμερικανικής προέλευσης και σχετικά όψιμη και η Δωδεκανήσου, διαλογή του Ινστιτούτου βάμβακος από αυτόχθονα πληθυσμό η οποία παρουσιάζει μεγάλη προσαρμοστικότητα και είναι μεσοπρώιμη.

 Χρήση Το άρωμα και η γεύση του σπέρματος του σουσαμιού είναι ήπια και θυμίζουν τη γεύση καρυδιών.

5


Κουλούρια Τουρκίας με σουσάμι Τα σπέρματα τού σουσαμιού χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου , ως αρωματικός παράγοντας και για την παραλαβή ελαίου, του σησαμελαίου. Το χρώμα του είναι λευκό ή ανοικτό μπεζ ενώ όταν αποφλοιωθεί ανάλογα με τον τύπο μπορεί να είναι εντελώς λευκό ή κοκκινωπό ή σπανιότερα μαύρο (μαυροσούσαμο). Ολόκληρο το σπέρμα χρησιμοποιείται πολύ στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής και της Ασίας. Το ταχίνι παρασκευάζεται από συνθλιμμένους σπόρους σουσαμιού. Ο χαλβάς είναι ένα γλύκισμα που παρασκευάζεται από ταχίνι και έναν γλυκαντικό παράγοντα (ζάχαρη, φρουκτόζη, μέλι, μαλτόζη). Tο σουσάμι χρησιμοποιείται στην επιφάνεια του ψωμιού, αρτοσκευασμάτων, τσουρεκιών για εμπλουτισμό της γεύσης τους και για αρωματικούς λόγους. Στην Ελλάδα το σουσάμι είναι πολύ γνωστό ως βασικό συστατικό παραδοσιακών προϊόντων και γλυκών όπως το κουλούρι Θεσσαλονίκης, η λαγάνα και το παστέλι. Το σησαμέλαιο χρησιμοποιείται στην παραγωγή μαγειρικού λίπους και μαργαρίνης στην παραγωγή λιπαντικών, καλλυντικών και φαρμακευτικών προϊόντων. Τέλος θεωρείται εξαιρετικό λάδι για κάθε μαγειρική χρήση, με άριστα αποτελέσματα στις σαλάτες και στο τηγάνισμα πατάτας.

6


 Η θρεπτική αξία του σουσαμιού Το σουσάμι (ή σησάμι) και τα προϊόντα του αποτελούν τρόφιμα υψηλής θρεπτικής αξίας. Ο σησαμόσπορος, καρπός του φυτού σησάμι, αποτελεί την πρώτη ύλη για την παρασκευή του σουσαμιού, του ταχινιού (πολτοποιημένο σουσάμι) και του χαλβά. Το σουσάμι αποτελεί μια πολύ θρεπτική τροφή για τον άνθρωπο, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει συσχετιστεί τόσο με την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση χρονίων νοσημάτων με υψηλή συχνότητα στους κατοίκους της Δύσης, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, διάφορες μορφές καρκίνου κ.ά. Ανά 100 γρ. το σουσάμι περιλαμβάνει: 19,8 γρ. πρωτεΐνη 52,5 γρ. λίπος 15-20 γρ. υδατάνθρακες (εκτός φυτικών ινών) 3 γρ. φυτικών ινών 1.200 mg ασβεστίου 540 mg φωσφόρου 10 mg σιδήρου Βιταμίνες του συμπλέγματος Β Βιταμίνη Ε

Πρωτεΐνες Το σουσάμι αποτελεί φυτικής προέλευσης τρόφιμο, που περιέχει υψηλής βιολογικής αξίας φυτικές πρωτεΐνες. Όπως εξηγούν οι κλινικοί διαιτολόγοι-διατροφολόγοι κ.κ. Χαράλαμπος. Ι. Γεωργακάκης, πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων 7


και Ιωάννης Χρύσου, ταμίας του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων, το σουσάμι είναι πλούσιο σε αμινοξέα όπως η μεθειονίνη, η τρυπτοφάνη, η λευκίνη και η αργινίνη, ενώ είναι σχετικά μικρή η περιεκτικότητά του σε λυσίνη. Έτσι, όταν συνδυασθεί με τρόφιμα που περιέχουν λυσίνη, όπως τα όσπρια και οι ξηροί καρποί, οι πρωτεΐνες που προκύπτουν είναι υψηλής βιολογικής αξίας και διαθεσιμότητας, καθώς πλησιάζουν τη βιολογική αξία ζωικών πρωτεϊνών, όπως η καζεΐνη. Γι’ αυτούς τους λόγους το σουσάμι θα μπορούσε με τους κατάλληλους συνδυασμούς τροφίμων να αποτελέσει τρόφιμο εκλογής για ανθρώπους, οι οποίοι αποφεύγουν την κατανάλωση κρέατος και προϊόντων του, όπως είναι οι φυτοφάγοι και όσοι βρίσκονται σε περίοδο παρατεταμένης νηστείας. Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να υποκαταστήσει δια παντός το κρέας και τα ζωικά προϊόντα στη διατροφή. Λιπίδια Τα λιπαρά οξέα αποτελούν τα θρεπτικά συστατικά με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα στο σουσάμι. Στην πλειονότητά τους είναι μονοακόρεστα (45%) και πολυακόρεστα (40%), ενώ τα κορεσμένα κατέχουν το μικρότερο ποσοστό στη σύσταση του τροφίμου (15%). Η αυξημένη παρουσία πολυακόρεστων λιπαρών οξέων καθιστά το σουσάμι μια ιδιαιτέρως θρεπτική τροφή, καθώς τα συγκεκριμένα οξέα δεν μπορεί να τα συνθέσει ο ανθρώπινος οργανισμός, γι’ αυτό και θεωρείται απαραίτητο να προσλαμβάνονται μέσω της διατροφής. Υδατάνθρακες Οι υδατάνθρακες αποτελούν το θρεπτικό συστατικό με τη μικρότερη αναλογία στο σουσάμι. Αποτελούν το 15%-20% της σύστασης του 8


τροφίμου. Από αυτούς το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν οι φυτικές ίνες (κυρίως κυτταρίνη και ημικυτταρίνη), ενώ περιλαμβάνονται σε ελάχιστες ποσότητες απλά σάκχαρα, όπως η γλυκόζη και η φρουκτόζη. Βιταμίνες Στο σουσάμι περιέχονται κυρίως βιταμίνες του συμπλέγματος Β, όπως Β1, Β2 και νιασίνη (βιταμίνη Β5). Οι βιταμίνες αυτές αποτελούν συνένζυμα πολλών μεταβολικών συστημάτων και διεργασιών, γεγονός που τις καθιστά απαραίτητες για την καλύτερη υγεία του οργανισμού. Στο σουσάμι και ιδιαιτέρως στο έλαιό του περιέχονται επίσης επαρκείς ποσότητες βιταμίνης Ε, που έχει ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Μέταλλα και ιχνοστοιχεία Τα κυριότερα μεταλλικά άλατα και ιχνοστοιχεία που περιέχονται στο σουσάμι είναι το ασβέστιο, ο φώσφορος, το μαγνήσιο, ο ψευδάργυρος και το σελήνιο. Τα συστατικά αυτά αποτελούν πολύ σημαντικά στοιχεία του ανθρώπινου μεταβολισμού όντας απαραίτητα για ποικίλες λειτουργίες, όπως η σύνθεση των οστών και των μυών (ασβέστιο), οι αντιδράσεις μεταβολισμού (ψευδάργυρος) κ.λ.π. Ιδιαιτέρως το σελήνιο, που περιέχεται σε σημαντικές ποσότητες στο σουσάμι, έχει διαπιστωθεί τα τελευταία χρόνια ότι επίσης διαθέτει ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, προστατεύοντας έτσι από καρδιοπάθειες και καρκίνο (ιδίως τον καρκίνο του προστάτη). Άλλες ουσίες Το σουσάμι περιέχει επίσης φυτοχημικές ουσίες με ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, όπως στερόλες (καμπεστερόλη, στιγμαστερόλη, β -σιτοστερόλη κ.α.) και λιγνάνες (σεσαμίνη και σεσαμολίνη). Πολλές μελέτες που έχουν διεξαχθεί με αυτές έχουν δείξει ότι δρουν προστατευτικά στον οργανισμό. 9


10


ΜΕΛΙ

11


Μέλι είναι η γλυκιά ρευστή θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες.  Ορισμός-Τι είναι το μέλι

Σύμφωνα με την Νομοθεσία Μέλι είναι η φυσική γλυκιά ουσία που παράγουν οι Μέλισσες του είδους Apis Mellifera από το νέκταρ των φυτών ή εκκρίσεις από ζωντανά μέρη των φυτών ή εκκρίματα εντόμων που οι μέλισσες συλλέγουν , μεταποιούν εμπλουτίζουν με δικές τους ουσίες που συντελούν στην μετατροπή του, αποθέτουν, αφυδατώνουν, αποθηκεύουν και το φυλάσσουν στις κηρήθρες της κυψέλης προκειμένου να ωριμάσει. Σύμφωνα με τις αγορανομικές διατάξεις το μέλι είναι τρόφιμο και όχι φάρμακο. Το Μέλι διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Το Ανθόμελο που παράγεται από το νέκταρ των λουλουδιών και το Μέλι από Μελιτώματα που παράγεται από εκκρίματα κοκκοειδών που αποζυμούν τα φυτά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει το μέλι του πεύκου του έλατου και άλλων δασικών φυτών. Το μέλι είναι ένας αληθινός θησαυρός υγείας και δύναμης. Η αξία του μελιού έχει εκτιμηθεί από τα πανάρχαια χρόνια .Στους 12


Αιγυπτιακούς παπύρους πριν από 3500 χρόνια αναφέρεται το μέλι ως θεραπευτικό. μέσο Στο βιβλίο ζωής των αρχαίων Ινδών αναφέρεται ότι η ζωή παρατείνεται όταν στην καθημερινή διατροφή υπάρχει το μέλι και το γάλα. Στην Ελληνική μυθολογία με μέλι ανατράφηκε ο Δίας από τη νύμφη μέλισσα και το νέκταρ αποτελούσε τροφή των θεών του Ολύμπου Ιπποκράτης συνιστούσε το μέλι για την θεραπεία πολλών ασθενειών το ίδιο και ο Αριστοτέλης. Τα ζάχαρα του μελιού είναι απλά απορροφούνται αμέσως γι΄αυτό το μέλι είναι μια γρήγορη πηγή ενέργειας, περιέχει ιχνοστοιχεία τα οποία συμβάλουν στον μεταβολισμό και τη θρέψη του οργανισμού. Το μέλι έχει αντισηπτικές ιδιότητες είναι τονωτικό , αυξάνει το ρυθμό της καρδιάς ,μειώνει τα προβλήματα έλκους στο στομάχι, περιέχει υψηλή περιεκτικότητα σε χολίνη που βοηθάει τα άτομα που υποφέρουν από δυσκοιλιότητα, και συμβάλει στην καλή λειτουργία του οργανισμού. Την αντιμικροβιακή και αντιβακτηριδιακή του υπόσταση το μέλι την οφείλει στο Υπεροξείδιο του Υδρογόνου. To Μέλι έχει ανόργανα στοιχεία γνωστά σαν ιχνοστοιχεία τα οποία παίζουν σπουδαίο ρόλο στον μεταβολισμό και τη θρέψη ,είναι συστατικά του σκελετού και των κυττάρων συμμετέχουν σε διάφορα ενζυμικά συστήματα και ρυθμίζουν την οξύτητα του στομάχου.

 Συστατικά Οι μέλισσες συλλέγουν νέκταρ από τα λουλούδια ή φυσικούς χυμούς και το αποθέτουν στην κυψέλη τους. Εκεί χάνει υγρασία και φτάνει στη συνηθισμένη υγρασία του μελιού, από 14-18%. Το μέλι περιέχει κατά 77-78% σάκχαρα (κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη) και λόγω της σχετικά χαμηλής του υγρασίας, δεν ευνοεί την ανάπτυξη μικροοργανισμών.

13


Είναι όξινης αντίδρασης, ρευστό στην αρχική μορφή του, αλλά μεταβάλλεται σε κρυσταλλικό όταν μείνει πολύ καιρό. Αποτελείται κυρίως από δύο απλά σάκχαρα, την δεξτρόζη και την λεβουλόζη, με παρουσία κατά περιπτώσεις πιο σύνθετων υδατανθράκων, με επικρατέστερη συνήθως την λεβουλόζη και περιέχει πάντοτε μεταλλικές ουσίες, φυτικά χρωστικά υλικά, μερικά ένζυμα και κόκκους γύρεως.  Ιδιότητες Στην κατανάλωση μελιού αποδίδεται η μακροβιότητα διάσημων μελισσοκόμων, που κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90 ετών Τα μέλια με σκούρο χρώμα έχουν τις περισσότερες τονωτικές ιδιότητες, όπως λ.χ. το πευκόμελο, που είναι πλούσιο σε μεταλλικά ιχνοστοιχεία Το μέλι σαν τροφή του ανθρώπου είναι ένα από τα πολυτιμότερα, θρεπτικότερα και υγιεινότερα τρόφιμα. Δίνει ενέργεια στους μυς, διαύγεια στο μυαλό, απολυμαίνει και ρυθμίζει το πεπτικό σύστημα. Η τακτική χρήση του δίνει σφρίγος στον οργανισμό και συντελεί στην παράταση της ζωής. Ο Ιπποκράτης και όλοι οι γιατροί της αρχαιότητας το συνιστούσαν σαν φάρμακο σε πολλές περιπτώσεις. Και σήμερα αναγνωρίζεται η θεραπευτική του αξία στην καθ' έξιν δυσκοιλιότητα, στις καρδιοπάθειες, αναιμία, αδενοπάθεια και στις περιπτώσεις κατάπτωσης και αδυναμίας του οργανισμού. Η άποψη αυτή είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο τον κόσμο και το σπουδαιότερο είναι τεκμηριωμένη και από επιστήμονες. Έτσι σε μια προσπάθεια να προσδιοριστεί η δράση του μελιού ως τροφή και φάρμακο σε διάφορες κλινικές περιπτώσεις ο Duisberg (1967) διέκρινε τις παρακάτω περιπτώσεις. Το μέλι δρα κατά της κοπώσεως και αυτό πετυχαίνεται με αποθήκευση της φρουκτόζης που περιέχει στο συκώτι ως γλυκογόνο. Εκεί μετατρέπεται σε γλυκόζη, αυξάνοντας έτσι την περιεκτικότητα της στο αίμα. Ευκολύνει την αφομοίωση του ασβεστίου, δραστηριοποιεί την οστεοποίηση 14


Γιατρεύει ή ανακουφίζει τις εσωτερικές διαταραχές, τα έλκη του στομάχου, την αϋπνία, τους πονόλαιμους, μερικές καρδιακές παθήσεις και γενικά έχει ευεργετική επίδραση και στην καρδιά, αυξάνει τις αιμογλοβίνες του αίματος και τη μυϊκή δύναμη, κ.α Σε εξωτερική χρήση θεραπεύει τα εγκαύματα, τις πληγές και τις ρινοφαρυγγικές παθήσεις χάρη στην ινχιδίνη (inhidine) που του προσδίδει βακτηριοστατικές ιδιότητες Το μέλι, λοιπόν, είναι το βασικό προϊόν στην μελισσοκομία αλλά και ένας πολύτιμος σύμμαχος του ανθρώπινου οργανισμού.  Κρυστάλλωση Το μέλι έχει την τάση να κρυσταλλώνει. Στην αρχή σχηματίζονται κρύσταλλοι στον πυθμένα και τα τοιχώματα του δοχείου. Διαρκώς προστίθενται νέοι κρύσταλλοι οι οποίοι δίνουν γενικά μια όχι ευχάριστη εικόνα στο μέλι. Η κρυστάλλωση επίσης το κάνει δύσχρηστο. Το κρυσταλλωμένο μέλι δεν χάνει τις ιδιότητές του. Με την κρυστάλλωση όμως δημιουργείται μια άνιση κατανομή της υγρασίας με αποτέλεσμα το μη κρυσταλλωμένο μέλι να έχει περισσότερη υγρασία (πάνω από 20-21%) και να οδηγεί σε έναρξη των ζυμώσεων. Έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες για την πρόβλεψη του χρόνου έναρξης της κρυστάλλωσης. Πιο ικανοποιητική θεωρείται ο λόγος γλυκόζης/νερού. Συνήθως τα ανθόμελα κρυσταλλώνουν σε μερικές εβδομάδες, το πευκόμελο σε μερικούς μήνες ενώ υπάρχουν και αρκετά είδη, όπως το μέλι της ακακίας, που χρειάζεται χρόνια για να κρυσταλλώσει. Στην Ελλάδα ο καταναλωτής προτιμά το ρευστό μέλι. Για την προσωρινή αποφυγή κρυσταλλοποίησης χρησιμοποιούνται διάφοροι μέθοδοι όπως η λεπτοκρυσταλλοποίηση. Οι περισσότερες μέθοδοι ενδείκνυνται για πολύ μεγάλες ποσότητες καθώς χρειάζονται ακριβά μηχανήματα και χρησιμοποιούνται μόνο από εταιρείες. Άλλη μέθοδος είναι η ανάμιξη διαφόρων ειδών μελιού που κρυσταλλώνει γρήγορα με είδη που αργούν να κρυσταλλώσουν.

15


 Ελληνικό μέλι Π.Ο.Π. Το μοναδικό ελληνικό μέλι με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (Π.Ο.Π.) από το 1992 είναι το Μέλι Ελάτης Μαινάλου Βανίλια που παράγεται σε οριοθετημένη περιοχή του Μαινάλου Αρκαδίας, κυρίως στην περιοχή γύρω από την Αλωνίσταινα και τη Βυτίνα. Το σύμπλεγμα του όρους Μαίναλο κυριαρχείται από το δάσος της Κεφαλληνιακής ελάτης, ενώ υπάρχουν και διάφορα άλλα είδη τοπικής χλωρίδας. Το μέλι ελάτης "βανίλια" ανήκει στην κατηγορία των μελιών από μελιτώματα, προέρχεται δηλαδή από το χυμό που προσλαμβάνουν οι μέλισσες με την μεσολάβηση κάποιων εντόμων που παρασιτούν στα φυτά -στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για το παράσιτο physokermes hemicryphus που βρίσκεται στα έλατα. Το μέλι αυτό ξεχωρίζει για το κεχριμπαρένιο χρώμα του και για το γεγονός ότι δεν κρυσταλλώνει ποτέ, καθώς η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα είναι μικρότερη απ' ό,τι σε άλλους τύπους μελιού.

 Οι ποικιλίες μελιού που βρίσκουμε στην αγορά Το μέλι μπορεί να προέρχεται είτε από νέκταρ λουλουδιών (ανθόμελα) είτε από τους γλυκούς χυμούς που εκκρίνουν τα κωνοφόρα δέντρα. Υπάρχουν άπειρα επιμέρους «είδη». Κανένα μέλι όμως δεν είναι «καθαρό», δηλαδή δεν αποτελείται 100% από ένα μόνο είδος φυτού. Γι' αυτό και σε κάποιες συσκευασίες θα δείτε κάτω από το όνομά του (π.χ. θυμαρίσιο) να γράφονται και τα άλλα φυτά από τα οποία προέρχεται. Αυτό συμβαίνει γιατί η μέλισσα «βόσκει» ταυτόχρονα από διάφορα φυτά που ανθίζουν την ίδια εποχή. Και ο ίδιος ο μελισσοκόμος όμως ή ο έμπορος που θα το συσκευάσει μπορεί να αναμείξει διαφορετικά μέλια, για να αποφύγει την κρυστάλλωση ορισμένων ειδών. Είναι τα λεγόμενα «χαρμάνια» μελιών, μια διαδικασία που δεν είναι παράνομη αρκεί να μην κρύβει δόλο. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αναφέρονται τα είδη μελιού που αναμείχθηκαν, π.χ. μέλι 16


πεύκου και ανθέων. Πορτοκάλι • Σκούρο μπεζ προς πορτοκαλί, με πλούσιο γήινο και μελένιο άρωμα, γεύση από άνθη πορτοκαλιάς, σχετικά ρευστό και ζαχαρώνει εύκολα. • Προέρχεται από τους μεγάλους πορτοκαλεώνες της Αρτας και του Αργους. • Είναι η πρώτη παραγωγή της χρονιάς, γύρω στον Απρίλιο, μαζί με το μέλι φασκόμηλου. Καστανιά • Σκούρο χρυσοκάστανο, παχύρρευστο μέλι, με ιδιαίτερο άρωμα που θυμίζει μαρόν γλασέ και ξηρούς καρπούς. Γεύση γεμάτη, με αισθητά αρώματα ξηρών καρπών και εσπεριδοειδών. Έλατο • Χρυσοκάστανο χρώμα, διάφανο, με βαθύ άρωμα και γεύση που θυμίζει δάσος και νότες από λουλούδια (πανσέδες). • Προέρχεται κυρίως από το Μαίναλο, τον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα και παράγεται τον Μάιο και τον Ιούνιο. Έλατο «βανίλια» • Περλέ, κεχριμπαρένιο χρώμα με κάποιες καφέ ανταύγειες, με αρώματα από άνθη και έλατο και γεύση πικάντικη, που θυμίζει καραμέλα βουτύρου. • Παράγεται στη Βυτίνα της Αρκαδίας και είναι το μοναδικό μέλι ΠΟΠ (Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) στην Ελλάδα. Θυμάρι • Μπορεί να περιέχει επίσης θρούμπι, ρίγανη, αγριοδεντρολίβανο, μέντα, αγριομέντα, φασκομηλιά, τσάι του βουνού κ.ά. • Εχει ανοιχτόχρωμο, λαμπερό, χρυσό χρώμα, κλασικό «μελένιο» άρωμα, με νότες βοτάνων. • Παράγεται σε όλη τη νότια Ελλάδα και τα νησιά των Κυκλάδων, τον 17


Ιούνιο και τον Ιούλιο. • Από κάποιους θεωρείται το καλύτερο μέλι και το λατρεύουν Ελληνες και ξένοι, γι' αυτό και η τιμή του είναι τσουχτερή. • Ενα θυμαρίσιο μέλι σπάνια είναι αμιγώς θυμαρίσιο. Πάντως, για να πάρει την ονομασία αυτή πρέπει να περιέχει μέλι από θυμάρι σε συγκεκριμένη αναλογία. Ρείκι • Κοκκινοχάλκινο χρώμα, γήινο άρωμα, θαμνώδες και επιβλητικό αίσθηση δάσους- με αρωματικές νότες πικρής καραμέλας. Γεύση ιδιαίτερη. • Είναι το τελευταίο μέλ�� της χρονιάς, πριν από τον χειμώνα, είναι ανθόμελο και παράγεται από τον Οκτώβριο έως τον Νοέμβριο. • Είναι το μέλι που συντηρεί τις μέλισσες ολόκληρο το χειμώνα. Ανθέων • Περλέ χρώμα, σκούρας καραμέλας γάλακτος, άρωμα ελαφρώς ανθικό με αρκετούς ξηρούς καρπούς, παχύρρευστο και ανθικό στη γεύση. Κρυσταλλώνει εύκολα. • Μπορεί να προέρχεται απ' όλα τα λουλούδια της ελληνικής Φύσης που ανθίζουν Ιούλιο και Αύγουστο. Πεύκο • Πολύ σκούρο χάλκινο προς καφέ χρώμα, μύτη βαριά, μυρωδιά δάσους, γεύση πολύ γεμάτη και δυνατή, πιπεράτη, με αίσθηση από κουκουνάρι και δάσος. • Αποτελεί το 60% - 65% της ετήσιας ελληνικής παραγωγής μελιού και προέρχεται κυρίως από τη βόρεια Εύβοια και τη Χαλκιδική. • Ο τρύγος του γίνεται το τρίμηνο Αύγουστος - Οκτώβριος. Οι υπόλοιπες ποικιλίες Επίσης στην αγορά μπορεί να βρούμε και τα παρακάτω πιο σπάνια μέλια: Τριφύλλι (ανθόμελο από τις μεγάλες πεδιάδες εντατικών καλλιεργειών του Θεσσαλικού Κάμπου και τη Μακεδονία), Ηλιοτρόπιο (με διακριτικό άρωμα ηλιόσπορου και ανθέων, εξαιρετικά παχύρρευστο, με γεύση κάπως 18


ανισόρροπη, που αφήνει την αίσθηση πορτοκαλιού), Ευκάλυπτος (με ζωηρό άρωμα και γεύση ευκάλυπτου), Δεντρολίβανο (με φινετσάτο άρωμα και γεύση, αρκετά ρευστό), Ακακία (αραιό, με εξαιρετικά λεπτό άρωμα και γεύση ακακίας), Ελαιοκράμβη (συμπαγές, με υφή σαν γλυκό βανίλια και γεύση που, παρά την πυκνότητά της, διαλύεται γρήγορα στο στόμα, αφήνοντας μια περίεργη δροσιά και μια ελαιώδη γεύση, πολύ γλυκιά)

19


Οι μαθητές Ηλίας Νικολόπουλος Μιχάλης Παολιούκ, Στάθης Παπαγεωργίου

20


Σουσάμι και Μέλι