solo art exhibition: Waiting for the sailor

Page 1


Πως ορίζεται η απουσία? Να ζεις με κάποιον που είναι απών, ακόμα και όταν πια δεν είναι.. Να ζεις μέσα από τις εμπειρίες κάποιου άλλου? Η Κατερίνα Κοκκινάκη κατάγεται από οικογένεια εν μέρη ναυτική, πατέρας, θείοι, ξαδέρφια. Κάθε γυναίκα-κορίτσι-παιδί ναυτικού έχει βιώσει την απουσία και έχει μεγαλώσει με αυτό το κενό . Μέσα στους εφτά, οχτώ, εννέα ή και παραπάνω μήνες που ταξιδεύει ο ναυτικός υπάρχει πολύς χρόνος για να δημιουργήσει κανείς εικόνες που θα καλύψουν το κενό όσων δε βλέπει αλλά του περιγράφονται από το τηλέφωνο, τον ασύρματο, το μειλ. Με έναν τρόπο αυτός που μένει πίσω βιώνει τη δική του Τζακάρτα, τις Φιλιππίνες, τον Παναμά, το Χονγκ Κονγκ. Έχει σχηματίσει μια ιδανική εικόνα και ξαφνικά μια μέρα ο απών γυρνάει… με δώρα περίεργα, εξωτικά που δεν έχουν μάλλον καμία σχέση με τα εγχώρια δεδομένα, και κάπου εκεί αρχίζουν οι υποψίες ότι ο καθένας ζει μια δίκη του πραγματικότητα. «Αυτός άλλωστε έφυγε, ήταν στη δράση κ εγώ στην αναμονή.» Κάπως έτσι μπερδεμένα είναι λοιπόν τα πράγματα. Και αργότερα μπερδεύονται κ άλλο. Σε αυτή την «εγκατάσταση» περισσότερο, παρά έκθεση, συνυπάρχουν το τοπίο, το πορτρέτο, οι επιτοίχιες κατασκευές και συμπεριφέρονται σα κομμάτια του πάζλ μιας αφήγησης. Η απόδοση της έκθεσης είναι διττή. Από τη μια δημιουργείται η φανταστική εικόνα των εμπειριών ενός ναυτικού που λείπει και από την άλλη υπάρχει η αυτό εικόνα όσων μένουν πίσω.


Ποικίλες εικαστικές πρακτικές και ετερόκλητες πλαστικές εκφάνσεις (assamblage, collage, καμβάδες, ακουαρέλες, χαρτί) συγκροτούν την ιδέα της «απουσίας». Τα “wall carpets” είναι φτιαγμένα από φαντασία για το άγνωστο, με αρκετή μελαγχολία και προσμονή. Κατασκευές με αντικείμενα συμβολικά, σα δωρεές στο βωμό της θυσίας, ξόρκια ή τάματα στην εικόνα της Παναγίας. Ιστορίες προσωπικές αποτυπωμένες σε φανταστικούς, μη πραγματικούς τόπους. «Έχουν αυτή τη διάθεση να μπερδεύουν τις κουλτούρες που άκουσα αλλά τελικά δε τις ξέρω.. και πόση σημασία έχει αυτό? Ποσό σημασία έχει πως πραγματικά είναι η Σιγκαπούρη αφού για μένα υπάρχει ήδη η εικόνα της στο μυαλό μου, έχει φωτάκια, καλύβες και τηλεφωνικούς θαλάμους (πάντα στο πρώτο πλάνο), τροπικά κορίτσια στο βάθος, και δώρα πολλά που δε θα με πείσουν όμως.» Γλυκόπικρες ιστορίες από φόρουμ ναυτικών, συνοδεύουν τα έργα για να επιβεβαιώσουν φόβους και αλήθειες. Αληθινές αφηγήσεις σε ένα επίπλαστο διάλογο με τις «γυναίκες τους»…. Και κάπου εκεί οι σύγχρονες Πηνελόπες περιμένουν με υπομονή ανάμεσα στα τροπικά αναθήματα, τον άνδρα της ζωής τους. Ανολοκλήρωτοι έρωτες και μια γρήγορη βουτιά, στο σκοτεινό ωκεανό του κενού.


Αυτή τη στιγμή σου γραφώ από το Dubai στο αεροδρόμιο περιμένοντας τη πτήση για Αθήνα. Και όμως ξέρεις ποιο είναι το παράδοξο? Στεναχωρήθηκα που έφυγα από το καράβι, όσο και αν ξέρω πως σε λίγες ώρες θα δω τους δικούς μου, εντούτοις μου λείπει... η οικογένεια που είχα εδώ και τόσο διάστημα! Κάθομαι και αναλογίζομαι τώρα πως τελικά είναι πολύ παράδοξο αυτό το συναίσθημα.. (πραγματική αφήγηση με μικρές αλλαγές από φόρουμ ναυτικών)




Σήμερα κατέβηκα Πειραιά και ανακάλυψα ότι μετά από δεκατέσσερα χρόνια στεριανός , δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τα καράβια. Και είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν θα τα ξεπεράσω. Είναι μια αγάπη πιο δυνατή και από γυναίκα .Τι δεν θα έδινα να ήμουν σε μια βαρδιόλα φορτηγού, απόγευμα ,και να κοιτώ μακριά εκεί στον ορίζοντα, ψάχνοντας να δω το τέλος του. Η ξαπλωμένος πρίμα στους κάβους , να βλέπω την γραμμή που αφήνει η προπέλα πίσω της . (πραγματική αφήγηση με μικρές αλλαγές από φόρουμ ναυτικών)



Η Πηνελόπη ξέρει να έχει υπομονή. Είναι νέα και όμορφη και φαντάζεται πως να ναι η Τζακάρτα, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ . Κ.Κ.



Μαρία με λένε (έχω το όνομα της Παναγίας) και που να το ‘ξερα πως μια μέρα θ’ αγαπούσα ναυτικό!… γνώρισα άντρες… να φαν’ κι κότες… η ζωή μου τα ‘φερε ανάποδα και αναγκάζομαι να κάνω αυτή την άσχημη δουλειά... Και τώρα από πάνω, επειδή τα βάσανα ήτανε λίγα κι θεός είναι δίκαιος, μου φέρνει κι αυτό το κακό… Ν’ αγαπήσω ναυτικό! Αυτό Παναγία μου, αν γνωρίζεις καθόλου απ’ αυτά τα πράγματα, είναι το χειρότερο. Γιατί κάλλιο να σιχαίνεται το κορμί και να υποφέρει τον ξένο άνθρωπο, παρά αυτό! Να υποφέρει η καρδιά από έρωτα! Για κάποιον που είναι όλο μακριά. Σφίγγω την καρδιά μου και δεν του γράφω... Αυτός μου λέει «στείλε μου Μαρία», μα εγώ δεν του γράφω. Μόνο στο χαρτί του περιτυλίγματος γράφω, αλαφρώνω λίγο κι ύστερα τα κομματιάζω και τα πετάω στα σκουπίδια. Λίγα-λίγα τα κομμάτια – μην τα ταιριάξει κανείς και καταλάβει. Γράφω και για μένα γράφω και γι αυτόν κι ύστερα τα πετάω. Σκέφτηκα αυτή τη φορά να του τα δώσω που θα ‘ρθεί, αλλά όχι! Φοβάμαι Παναγία μου (αλλά τι σου λέω τώρα εσένα) μήπως κάνει μόνο το κέφι του μαζί μου και η καρδιά μου αδειάζει. Έλενα Καρύμπακα


Έλενα Καρύμπακα


«Πριν μερικά χρόνια για να τηλεφωνήσει ένας ναυτικός στο σπίτι θα έπρεπε να καλέσουν το Ελλάς Ράδιο (των παράκτιο σταθμό ασυρμάτου), να τους συνδέσουν με τον αριθμό τηλεφώνου και να μιλάνε λέγοντας "Έτοιμος" στο τέλος κάθε φράσης ώστε να μιλήσει ο άλλος και να ξαναμιλήσουν όταν άκουγαν το "Έτοιμος" από τον άλλο και σε άκουγε και το υπόλοιπο πλήρωμα και τα άλλα καράβια που ήταν στη συχνότητα. Και βέβαια δεν μπορούσαν να μιλάνε πολλά πλοία ταυτόχρονα, οπότε περίμεναν τη σειρά τους για να μιλήσουν. Ειδικά σε γιορτές που όλοι ήθελαν να πάρουν τηλέφωνο σπίτι τους η αναμονή ήταν για ώρες. Έτσι λοιπόν ήταν κάποια γιορτή δεν θυμάμαι ποια, Χριστούγεννα, Πάσχα ή άλλη και χτυπάει το τηλέφωνο σπίτι μας αργά το βράδυ, το σηκώνει η μάνα μου και ακούει το γνώριμο "ομιλείτε με πλοίο ..." μιλάει για λίγο με τον πατέρα μου (δεν ήταν και για φλυαρίες) λέει τις ευχές μας και κλείνοντας μας λέει ότι στο καράβι το γλεντάνε. Όταν ξεμπαρκάρισε ο πατέρας μου τον έπιασα που έλεγε κουβεντιάζοντας με ένα συνάδελφο του: «Εκείνη τη μέρα μας είχε βγάλει ένα καιρό και δεν μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι από το μπότζι και είχα πάρει και σπίτι, να τους πω τα χρόνια πολλά και τους λέω "και εμείς εδώ καλά περνάμε ...χορεύουμε" για να μη στεναχωρηθούνε χρονιάρα μέρα» (πραγματική αφήγηση με μικρές αλλαγές από φόρουμ ναυτικών)


Σεβίλλη, καλοκαίρι 1522 Τρίτο καλοκαίρι μακριά. Θα γυρίσεις, Χουάν. Η καρδιά μου το ξέρει, θα γυρίσεις. Ξέρω πως υποφέρεις, πως έχεις κουραστεί. Έχε πίστη, και το κρεβάτι μας θα είναι όπως πρώτα. Θα ζεσταίνω το κορμί σου κάθε βράδυ, όπως μου ζητήσεις. Ξέρω πως δεν θα ξαναφύγεις – είπες πως αυτό το ταξίδι θα είναι το τελευταίο.

Απόσπασμα από το φανταστικό ημερολόγιο της Μαρία Ερνάντεζ Ντερνιάλντε, συζύγου του Χουάν Σεμπαστιάν Ελκάνο που έκανε ως ναύτης του Φερνινάνδου Μαγγελάνου το γύρο του κόσμου (1519-1522). Από τους 240 ναύτες που ξεκίνησαν για την αναζήτηση του νησιού των μπαχαρικών, επέζησαν από τις τρομερές κακουχίες του ταξιδιού και επέστρεψαν στην Ισπανία το 1522 μόνο οι 17. Τρία χρόνια αργότερα, ο Ελκάνο επέστρεψε στη θάλασσα λαμβάνοντας μέρος στην αποστολή Λοαίσα για λογαριασμό του Ισπανού βασιλιά Κάρολου Α' με σκοπό να προσαρτήσει τις Ανατολικές Ινδίες. Πολλοί ναύτες πέθαναν, ανάμεσα τους και ο Ελκάνο, στον Ειρηνικό Ωκεανό λόγω έλλειψης τροφίμων. Έλενα Καρύμπακα



Bλέπω αυτή τη τσιμινιέρα και θυμάμαι όταν ήμουν πρωτομπαρκος. Φθάσαμε Σεϋχέλλες ένα βράδυ, και βάρεσαν τα ρουλεμάν ενός εξαεριστήρα του μηχανοστασίου που βρίσκεται εκεί μέσα. Αχ ζεστή, μουτζούρα, κούραση! Είχα και έναν προϊστάμενο ηλεκτρολόγο (εγώ ήμουν δόκιμος) που με είχε στείλει και εκατό φορές πίσω στην πρύμη που ήταν τα εργαλεία. Μετά από αυτό και σε οποίο βαπόρι έκανα σαν προϊστάμενος, σε κάθε επισκευή το πρώτο που έδινα για επισκευή ήταν όλοι οι ανεμιστήρες του μηχανοστασίου. Όσο και αν βάλετε την φαντασία σας να δουλέψει ,δεν μπορείτε να φαντασθείτε για τι κούραση μιλάμε. Ξεκινήσαμε το βράδυ στης 22:00 και τελειώσαμε στης 06:00 το πρωί .Όταν πήγα στην καμπίνα έβαλα σε ένα μπουγέλο ζεστό νερό και έβαλα τα ποδιά μου να ξεπρηστούν. Έχει μπει κανείς σας σε τσιμινιέρα? Από μέσα όχι απ’ έξω (πραγματική αφήγηση με μικρές αλλαγές από φόρουμ ναυτικών)



Μπροστά στο χαρτί με τις γραμμές. Πρέπει να γράψεις το γράμμα. Ότι και να πεις θα είναι αφύσικο, μακρινό και παράξενο. Σαν τα γράμματα που παίρνεις... Κ.Κ.




Μικρές Παναγίες της στεριάς, ξέρουν να περιμένουν κ ας χτικιάζουν μέσα τους. Κ.Κ.



Εγώ είμαι τυχερή. Έχω άνδρα και πατέρα που μας φέρνει οτι πιο νέο κυκλοφορεί στις μεγάλες αγορές του κόσμου. Φτωχή ελλαδίτσα.. Κ.Κ.


Γυρνούσαμε από Ταϋλάνδη και ήμασταν κάτω από Σρι Λάνκα περίπου, η θάλασσα λάδι και βαπόρι δεν φαινόταν στον ορίζοντα... Κάποια στιγμή ακούμε στο VHF "Έλα κάπτα Κώστα πάμε 69", ωπα λέμε ελληνικό βαπόρι είναι κοντά, κοιτάμε το όργανο που έχει στη γέφυρα και δείχνει τα βαπόρια τριγύρω, τίποτα, γυρίζουμε και εμείς 69 και περιμένουμε να ακούσουμε τι θα πούνε… Αφού πέρνα λίγη ώρα κοιτώ πάλι μήπως εμφανίσει κανένα βαπόρι και βλέπω ότι κοντά μας ήταν ένα άλλο της εταιρίας, φωνάζουμε το Καπετάνιο, παρεμβαίνει στο κανάλι και ξεκίνησε να μιλάει με τον άλλο καπετάνιο που ήταν και γνωστοί. Τελικά φάνηκε το βαπόρι, κανόνισαν να περάσουν πολύ κοντά να τους δούμε κιόλας.... Όταν έφτασε διπλά μας βγήκαμε στη βαρδιόλα και ξεκινήσαμε να χαιρετιόμαστε και να φωνάζουμε από κάτι ντουντούκες και η μπουρού να σφυρίζει συνεχεία. Όταν άκουσα το καπετάνιο από το άλλο βαπόρι να φωνάζει "καλά ταξίδια" και να χαιρετάει, ανατρίχιασα... Ξέρετε τι είναι στη μέση του Ινδικού να βρίσκεις Έλληνες και μάλιστα γνωστούς σου? Τρομερή αίσθηση και κάτι το οποίο μου έχει μείνει πολύ από το μπάρκο.... (πραγματική αφήγηση με μικρές αλλαγές από φόρουμ ναυτικών)



Το σπίτι σου, το καράβι σου επιπλέει πάνω στο νερό. Αν σε πάρω τηλέφωνο από ένα κοχύλι δε θα σ΄ακούσω? Κ.Κ.


Το καράβι που φεύγει είσ’ εσύ. Κυβερνήτης στο άδειο κορμί. Πας ταξίδι και μένει η γη μία βαθιά μες στα στήθια πληγή. Δε γνωρίζω καμιά εποχή μέχρι να΄ ρθεις κοντά μου εσύ. Όλα έχουνε χρώματα γκρι. Τα πουλιά, τη δική σου φωνή. Ανθή Μητροπέτρου


Από παιδί όταν φυσάει έχω μια περίεργη ταραχή, μια ανησυχία, φοβάμαι. Όπου κ’ αν βρίσκομαι ο νους μου ταξιδεύει. Στην θάλασσα, μεσοπέλαγα, βλέπω τα κύματα, ακούω τον ήχο που χτυπά τις λαμαρίνες, ζαλίζομαι από την μπαλάντσα του πλοίου. Είναι κι αυτή η παλιά ιστορία που με στοιχειώνει. Η μάνα μου την έλεγε ξανά και ξανά την μέρα των γενεθλίων μου. Κοιλοπονούσε… όταν άκουσε για «το ναυάγιο». Το «Ηράκλειον» …βούλιαξε στη Φαλκονέρα εκεί που σμίγει το Κρητικό με το Μυρτώο πέλαγος, εκεί στην μέση της διαδρομής για Πειραιά. Πόνος στον πόνο… δεν σώθηκε ούτε μία γυναίκα, ούτε ένα παιδί… τραγωδία! Κάθε φορά όταν φυσάει …βρίσκομαι εκεί μεσοπέλαγα στην Φαλκονέρα. Βάλια Καραπιδάκη



Δώρα πολλά από τις Ηπείρους φέρνεις,, το ένα δεν έχει καμία σχέση με το άλλο. Όλα όμως τώρα έχουν τοποθετηθεί μέσα μου με το χρώμα της βαλίτσας που έφτανε στα σκαλιά και με τις μυρωδιές του πέτσινου μπουφάν στο κατάστρωμα. Κάπου εκεί βλέπω τα λαχούρια της ανατολής και τα αστραφτερά της δύσης. Είναι τα λάβαρά σου. Κ.Κ.



Millions discover their favorite reads on issuu every month.

Give your content the digital home it deserves. Get it to any device in seconds.