Page 1

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΟ∆ΩΡΟΥ

ΛΑΓΚΑΣ

Στη µνήµη των αδελφών του: • • •

Κατίγκως Σταυρούλας Ελένης

Επιµέλεια : Φωτίου Μιχ. Τρανού ∆ηµιουργικό: Αικατερίνη Φ. Τρανού

ΑΘΗΝΑ 2009 -1-


ΦΩΤΙΟΣ ΜΙΧ. ΤΡΑΝΟΣ • • •

•      • •

Είναι ο πρωτότοκος υιός των Μιχαήλ Π. Τρανού και Κατίγκως Θ. Λάγκα Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1930 στην Αρβανιτοκερασιά Αρκαδίας Φοίτησε στα σχολεία: ∆ηµοτικά: Κοσµά Κυνουρίας, Αρβανιτοκερασιάς και Αλεποχωρίου Μαντινείας. Βο Γυµνάσιο Αρένων Τριπόλεως Παιδαγωγική Ακαδηµία Τριπόλεως Υπηρέτησε στο Στρατό: Κέντρο Εκπαιδεύσεως Κορίνθου – ΣΕΑΠ Ηρακλείου Κρήτης – 513 Τ. Πεζικού Νιγρίτα – Λ/Σ ΧΙ Μεραρχίας Καβάλα Υπηρέτησε ως ∆ιδάσκαλος στα ∆ηµοτικά Σχολεία: Αµυγδάλων, Ερµακιάς και Σκάφης Κοζάνης Πολυαράβου, Νικανδρίου, Ά Γυθείου Λακωνίας. Ά Αµφιθέας, 8ο Κορυδαλλού, 4ο Αγίας Βαρβάρας Αθηνών Νεαπόλεως Βοιών Λακωνίας 12ο Αιγάλεω, 16ο Ν. Λιοσίων, 3ο Πετρουπόλεως Αθηνών Ενυµφεύθη µε την Αµαλία Γερµανάκου, ∆ιδασκάλισσα και απέκτησαν τρία παιδιά: Μιχαήλ – Αικατερίνη – Παναγιώτη Προσέφερε υπηρεσίες στους συλλόγους: ∆ηλεσίου, Γονέων και Κηδεµόνων Τ.Ε.Λ. Πετρούπολης και 1ου Γυµνασίου, Πελοποννησίων και Αρκάδων Πετρούπολης Ζει µε τη σύζυγό του Αµαλία: Αγίας Λαύρας 86, Πετρούπολη – τηλ. 2105010782. -2-


Αντί προλόγου Ο Γεώργιος Θ. Λάγκας ήταν αδελφός της µάνας µου Κατίγκως. Έζησα µαζί του κατά τα δύσκολα χρόνια της Γερµανο-Ιταλικής Κατοχής1940-41. Μπορώ να ειπώ ότι χρωστάω και τη ζωή µου στην οικογένειά

του,

διότι

εκείνα

τα

χρόνια

όλοι

δυστυχήσαµε. Πήρα αρκετές εµπειρίες που µου χρησίµευσαν στη ζωή µου. Το πόσο λυπήθηκα µε την απάνθρωπη δολοφονία του, δεν µπορώ να περιγράψω. Θεωρούσα χρέος και καθήκον µου να γράψω δυο λόγια, κυρίως για τη δολοφονία του. Αυτό επιχειρώ τώρα. Ποτέ δεν είναι αργά! Φώτιος Μιχ. Τρανός

-3-


-4-


-5-


Ο Γεώργιος Θεοδώρου Λάγκας, πολέµησε στη µάχη των Γιαννιτσών και είχε πάρει µετάλλιο µε τη λέξη «ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ»

-6-


Ο Γεώργιος Θ. Λάγκας ήταν ο δευτερότοκος γιος του Θεοδώρου Γ. Λάγκα και της Ελένης Κατσίπου από το Μαυρίκι Τεγέας. Είχε τρεις αδελφές, την Κατίγκω που ήταν η πρωτότοκη κόρη και µάνα του γράφοντος, (πρέπει να είχε γεννηθεί το έτος 1903 αφού το 1982 που απεβίωσε, εγράφη στην πλάκας του τάφου της, ετών 79), τη Σταυρούλα και την Ελένη. Η δε ηλικία του αδελφού τους Γεωργίου, το έτος 1944 που δολοφονήθηκε από τα γερµανικά στρατεύµατα Κατοχής στου “Πέργαντου” τη χούνη, κάτω από τη γκοριτσά που πελέκαγε την γκλίτσα του βόσκοντας τα πρόβατά του, εγράφη στον ξύλινο σταυρό του τάφου, ετών 34. Εγώ δεν θυµάµαι ακριβώς πότε τον γνώρισα και πόσων χρονών ήτο. Πήγαινα στο παλιό τους σπίτι στα Λαγκαίϊκα στη Βλαχοκερασιά. Από µικρός πριν ακόµη πάω στο ∆ηµοτικό Σχολείο, το έτος 1937. Θυµάµαι ότι το σπίτι τους ήτο ισόγειο µε την είσοδο από το νότιο µέρος. Αριστερά πρός τη ∆ύση ήτο το χειµωνιάτικο χωρίς ιδιαίτερο δάπεδο, το τζάκι, κρεβάτια χαµηλά πρόχειρα, ένα µεγάλο κασόνι που αποθήκευαν τα γεννήµατα (σιτάρι, σµιγιάδι, αραποσίτι) και χρησίµευε και για τραπέζι. Εδώ σ' αυτό το δωµάτιο και το τραπέζι ήρθε ο πατέρας µου µαζί µε τον πρώτο εξάδερφό του Αναστάσιο Ν. Μητρόπουλο, Συµβολαιογράφο “Καλτεζούντος” µε έδρα τη Βλαχοκερασιά και ζήτησε σε γάµο τη µάνα µου. Προς τα δεξιά ήτο ο στάβλος για τα µουλάρια, τις γίδες και τις κότες. Πάνω από το στάβλο µε πρόχειρο πατάρι – πάτωµα, ήτο η µπλόζα, ο αχυρώνας, όπου αποθήκευαν το άχυρο και τα διάφορα σανά, τα οποία αποτελούσαν την τροφή των οικόσιτων ζώων. Το σπίτι αυτό που µε λίγα λόγια περιέγραψα, ήτο το κύριο σπίτι στο χωρίο. Αργότερα ο θείος µου το ανακαίνισε και το -7-


έκανε διώροφο µε τρία δωµάτια, µεγάλα παράθυρα, µπαλκόνι και σκάλα. Στην αυλή είχαν και φούρνο και µια µουριά. Είχαν ακόµη δυο άλλα σπίτια ή καλύβια όπως τα έλεγαν. Ένα καλοκαιρινό στη Βάλτενα που απείχε από το χωριό περίπου µια ώρα και πηγαινοέρχονταν µε τα µουλάρια όπου είχαν Το διόροφο σπίτι του Γεωργίου Θ. Λάγκα στη Βλαχοκερασιά τα ποτιστικά χωράφια και (Φωτό σήµερα) καλλιεργούσαν αραποσίτι, φασολιές, κολοκυθιές και άλλα κηπευτικά. Είχαν και αµπέλι και καστανιές. Στην αυλή υπήρχε µια µεγάλη καστανιά στον ίσκιο της οποίας καθόταν και έτρωγαν το µεσηµεριανό φαγητό τους. Φυσικά χωρίς τραπέζι και καθίσµατα. Είχαν ένα χαµηλό τραπεζάκι, το σοφρά, και µικρά σκαµνιά ή κούτσουρα. Το τρίτο σπίτι βρισκόταν στην τοποθεσία Ράχες της Κοινότητας Λογγανίκος της Λακεδαίµονας, στην απέναντι πλευρά του ποταµού Ευρώτα προς τον Ταΰγετο και οντά στο χωριό Άγιος Κωνσταντίνος (Ρεγκόζενα). Ήταν τα χειµαδιά όπως έλεγαν τα χωράφια που βρίσκονταν εκεί και σ' αυτά καλλιεργούσαν τις ελιές, τα ελαιόδεντρα από τα οποία παρήγαγαν το ελαιόλαδο για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους ή και το πωλούσαν όταν οι ποσότητες ήσαν µεγαλύτερες. Φυσικά καλλιεργούσαν και κάποια ήδη λαχανικών και αχλαδιές που τις κέντρωναν σε γκορτσιές (αγραπιδιές). Στο σπίτι αυτό παραχείµαζαν τους χειµερινούς µήνες, από του Αγίου Νικολάου ή και ενωρίτερα µέχρι και µετά του Ευαγγελισµού και πριν το Πάσχα οπωσδήποτε. Στις Ράχες επειδή η περιοχή έχει χωµατόλοφους, ράχες µε πλαγιές τις -8-


οποίες εκχέρσωναν για να σπείρουν σιτάρι, σµιγάδι, και άλλα ψυχανθή (βίκος, λαθούρι, φακές) και φυσικά ελαιόδεντρα από τα οποία το ελαιόλαδο που παράγετο ήτο άριστης ποιότητας. Εδώ στις Ράχες, οι χωµατόλοφοι είναι σκεπασµένοι από θάµνους, κυρίως κουµαριές, γλατζινιές, σκίνα, κουνούκλες κ.ά. που µετά την εκχέρσωσή τους και την υλοτόµησή τους άναβαν τα πρόχειρα τζάκια για να ζεσταίνονται και για τις άλλες χρήσεις, µαγειρεύµατος, καψίµατος του φούρνου, ξυλοκάρβουνα κ.ά. Ακόµη στις Ράχες και στα χειµαδιά, ξεχειµώνιαζαν τα κοπάδια τους µε τα αιγοπρόβατά που τα στέγαζαν στα µαντριά και στις ξελότζες. Με την είσοδο των Γερµανικών Στρατευµάτων στην Ελλάδα, την Τσοπάνης µε το κοπάδι του Άνοιξη του 1941 και την Κατοχή τους η οποία άφησε τη χειρότερη εικόνα και ζωή, αφού στερηθήκαµε τα πάντα, τρόφιµα, ρούχα, παπούτσια, και όλα τα αναγκαία προς το ζην, εµείς, επειδή ο Πατέρας µου ήτο ∆άσκαλος και ηλικιωµένος, και ήµασταν πέντε αδέρφια µε µεγαλύτερο εµένα και νεογέννητη τη µικρή µου αδερφή την Παναγιώτα στο τέλος του 1941, ήρθαν στο σπίτι µας στην Αρβανιτοκερασιά, ο θείος µου ο Γιώργος µαζί µε τον επίσης δεύτερο θείο µου και πρώτο ξάδερφο του Γιάννη Ν. Λάγκα (που σήµερα ζει σε ηλικία 108 ετών) και ζήτησαν από τους γονείς µου να µε πάρουν να πάµε στις Ράχες για «να τρώει το παιδί ψωµί και να µην πεθάνει από την πείνα» όπως συγκεκριµένα είπαν. Οι γονείς µου συµφώνησαν. Με πήραν και µε τα µουλάρια και µε πεζοπορία από τη Βλαχοκερασία, Βάλτενα, Άγιο Χριστόφορο, Άνω Κολίνες, -9-


Κάτω Κολίνες (Αγιά Βαρβάρα), Κακοσκάλι, Παλιοχώρι, Ευρώτα, φτάσαµε στις Ράχες! Για µένα όλη η διαδροµή η πρωτόγνωρη δηµιούργησε πολλές εντυπώσεις και πολλά ερωτηµατικά που µε την πάροδο του χρόνου και την εν γένει συµβίωσή µου στην οικογένεια του παππούλη µου Θοδωράκη Λάγκα έβρισκε τη λύση τους και φυσικά τον εντυπωσιασµό µου. Εδώ στις Ράχες, άρχισα να εκπαιδεύοµαι στις γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες. Βοηθούσα στο µάζεµα της ελιάς, στο όργωµα, στο κόψιµο των κλαδιών για τα αρνιά, την παρακολούθηση της γέννας των αρνιών, τη βοσκή των προβάτων µαζί µε το θείο µου. Ακόµη, µε τον Παππού µου και τη θειά µου την Ελένη πηγαίναµε στο Λιοτριβειό του Τουρνά στη Ρεγκόζενα και βγάζαµε το φρέσκο λάδι. Εκεί στο ελαιοτριβείο του Τουρνά έφαγα και «Μπουκουβάλα»: καψαλισµένο ψωµί και βουτηγµένο µέσα στο φρέσκο λάδι, που ας το έτρωγα για πρώτη φορά, ήταν τόσο νόστιµο που τη γεύση την αισθάνοµαι ακόµα! Εδώ στις Ράχες µε έµαθαν, ο παππούς µου και ο θείος µου, να «ρίχνω» ή στήνω τα αγκίστρια. Μικρά αγκίστρια δεµένα µε «µπερσίµι» (µεταξωτή κλωστή) σε ένα ξυλάκι (παλουκάκι) 25 εκατοστών περίπου, στο αγκίστρι του οποίου µπουρλιάζαµε ένα σκουλήκι που το είχαµε προµηθευτεί από την προηγούµενη και το στήναµε πριν ακόµη ξηµερώσει µε το φανάρι, για να τσιµπήσουν οι τσίχλες και τα κοτσύφια µε το χάραµα, κι εµείς να πάµε µετά να τα µαζέψουµε και να συγκεντρώσουµε το κυνήγι µας που θα ήταν 5 ή 10 αθώα πουλιά τα οποία τα φέρναµε στο σπίτι – καλύβι για τα περαιτέρω. ∆ηλαδή να τα ψήσουµε στη θράκα, να τα µαγειρέψουµε ή να τα παστώσουµε ή να τα πουλήσουµε. Εδώ στις Ράχες ήρθα µετά από επικίνδυνη πεζοπορία 4-5 ωρών ολοµόναχος και ελέγχους από Γερµανούς στρατιώτες για να µεταφέρω τη θλιβερή, την είδηση, το φοβερό µαντάτο - 10 -


ότι «οι Γερµανοί σκότωσαν το θειο µου το Γιώργη στα Τριαντάφυλλα εκεί στου «Πέργαντου τη Χούνη» που έγινε στις 4 Ιουνίου 1944. Πρωτοσυνάντησα τον µπαρµπαγιάννη του Λάγκα που τυχαία συνάντησα πρώτον στο σπίτι –καλύβι που είχε µεταφέρει δέµατα σιταριού. Ήταν η εποχή του θέρου. Στα χειµαδιά τα γεννήµατα, δηµητριακά ωριµάζουν γρηγορότερα. Εκείνος ο Μπαρµπαγιάννης µε έπεισε να µην ειπώ στον παππού µου και τη θειά µου την Ελένη ότι έχουν σκοτώσει το θείο µου το Γιώργη αλλά ότι τον έχουν πάρει, τον έχουν συλλάβει και κανείς δεν γνωρίζει για την τύχη του. Ενώ η εντολή της γιαγιάς µου ήτο να τους ειπώ ότι «το Γιώργη τον σκότωσαν». Όταν ήρθαν, ο παππούς µου και η θεία µου από τον «Άγιο-Λιά», απέναντι ράχες, που είχαν χωράφια και θέριζαν. Και όπως προανέφερα δεν τους είχα πει την πραγµατική αλήθεια. Από µικρή συζήτηση που έκαναν, απεφάσισαν να φύγουν για να πάνε στη Βλαχοκερασιά. Η ώρα πρέπει να ήταν µεσηµέρι 1-2. Πρότειναν για µένα να µείνω εκεί στις Ράχες, µε την αιτιολογία ότι ήµουν κουρασµένος. Εγώ αρνήθηκα και τους ακολούθησα. Παππούς, θεία Ελένη εγώ και το µουλάρι, κατεβήκαµε προς τα κάτω στο µικρό ρέµα (Κολενίτσα) που χύνεται στον Ευρώτα. Εκεί συναντηθήκαµε µε Γερµανούς στρατιώτες αλλά και Ταγµατασφαλίτες Βλαχοκερασιώτες, οι οποίοι συνέχιζαν προς τον Ταΰγετο για την αποστολή τους. Ταγµατασφαλίτης Ένας Ταγµατασφαλίτης όπλισε το όπλο αξιωµατικός του (οι Ταγµατασφαλίτες είχαν αραβίδες – Ιταλικές, ενώ οι Γερµανοί Μάουζερ) και το πρότεινε στον παππούλη µου. Μη µου το τσακουρδάς ρε λεβέντη! Ξέρω κι εγώ από - 11 -


τουφέκια. Του απάντησε ο παππούς µου (ο παππούς µου ήταν Εύζωνας και ήρωας της µάχης των Γιαννιτσών! Είχε πάρει και παράσηµα «ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ» Στη συνέχει, πήρε το µουλάρι, το επίταξε, για τις ανάγκες τους. Είπε και στη θειά µου την Ελένη: Έλα κι εσύ µαζί! -Το κορίτσι µην το παίρνετε! Παρακάλεσε ο παππούς µου άδικα όµως! Ταγµατασφαλίτης αξιωµατικός -Ελένη, µη φοβάσαι! Μόλις βρούµε άλλο µουλάρι θα σε αφήσουµε! της είπε άλλος Ταγµατασφαλίτης Βλαχοκερασιώτης ονόµατι Χουχουλής. Του παππού µου η µάνα ήταν Χουχουλίτσα . Εγώ και ο παππούς µου συνεχίσαµε την πορεία µας. Περάσαµε τον Ευρώτα, δεν είχε πολύ νερό, τον απέναντι Κολλινιάτικο συνοικισµό «Παλιάλωνα» και προσωρούσαµε. Ο παππούς µου έτρεχε. Εγώ δεν τον έφτανα. Ανηφορίσαµε στο κακοσκάλι και συνεχίσαµε στον κάπως ίσιο και οµαλότερο ηµιονικό δρόµο προς τις Κάτω Κολλίνες (Αγία Βαρβάρα). Πριν το ρέµα της Αγίας Βαρβάρας, στα δεξιά ήταν µια βρυσούλα. Καθίσαµε να πιούµε λίγο νερό και να ξαποστάσουµε. Εκεί άνοιξα το στόµα µου και είπα στον παππούλη µου: - Παππούλη , το θείο το Γιώργη, τον εσκότωσαν οι Γερµανοί! Στα Καλύβια, στις Ράχες δε µε άφησαν να σου το πω! Εµένα µε βασάνιζε µέσα µου η εντολή της γιαγιά µου! Έπρεπε να ειπώ την αλήθεια! Έστω και αργά το είπα! Τότε ήταν που ο παππούς µου δεν κρατιόταν! ∆εν τον έφτανα! Τα βήµατά του ήταν αληθινού δροµέα! ∆εν θυµάµαι να περάσαµε µέσα από τις Άνω Κολλίνες ή από κάποιο άλλο µονοπάτι. Βγήκαµε στον Άγιο Παντελεήµονα και συνεχίσαµε στο δηµόσιο δρόµο. Πιο πάνω τα Κολλινιάτικα αµπέλια και της «Παπαδιάς η βρύση». Πότε φθάσαµε στον Άγιο Χριστόφορο ούτε το κατάλαβα. Περάσαµε µέσα από τα δέντρα (δρύες) και αγναντέψαµε τα Τριαντάφυλλα. Εµένα το µυαλό µου έβλεπε την εικόνα του σκοτωµού του θειου µου! ∆εν περάσαµε από το καλύβι στη Βάλτενα! Και τι να κάνουµε; Προχωρήσαµε στο ρέµα της - 12 -


Βάλτενας, τον Άγιο-Θανάση, στο Βροντόβυρο, πάνω από τους Μύλους, ανηφορικά στο αµπέλι του Κατσελέ (Κων/νου Γριµπά) και βγήκαµε στη Ράχη. Αγναντέψαµε την εκκλησία ‘Άγιοι Απόστολοι» που από κάτω ήταν τα Λαγκαίϊκα σπίτια και του παππού µου φυσικά. Πιο γρήγορα τώρα, από το ρέµα και φτάσαµε στο σπίτι. Θα πρέπει η ώρα να ήταν 5 περίπου απογευµατινή. Εγώ ξεκίνησα από το καλύβι στη Βάλτενα κατά τις 10 πριν το µεσηµέρι. Ηµέρα, δεν θυµάµαι! Φτάσαµε στο σπίτι! Ακούγαµε κλάµατα. Φωνές, µοιρολόγια και η γιαγιά µου να ουρλιάζει: Γιώργη µου! Γιώργη µου! Το νεκρό τον είχαν στη σάλα. ∆εν θυµάµαι αν τον είχαν µέσα σε φέρετρο. Εκείνο που θυµάµαι είναι ότι το πολτοποιηµένο κεφάλι του το είχαν δεµένο µε µια πετσέτα προσώπου. Το φέρετρο µε το νεκρό το πήγαν στον Άγιο Γεώργιο. Εκεί ο παπά-Μητσιώνης του έκανε τις νεκρικές σπονδές, χώµα και λάδι. ∆ε νοµίζω να εψάλη νεκρώσιµη ακολουθία. Στη συνέχεια οι γυναίκες παρέλαβαν το φέρετρο και το οδήγησαν στο νέο Νεκροταφείο, πάνω από τους Αγίους – Αποστόλους, όπου Άγιος Γεώργιος Βλαχοκερασιάς, ετάφη χωρίς παπά… όπου εψάλη η νεκρώσιµη ακολουθία του Γεωργίου Λάγκα το 1944 (φωτό σήµερα)

Στο Νεκροταφείο αυτό, το νέο, είχε εργαστεί και ο ίδιος για να ισοπεδωθεί, να βγουν οι µεγάλες πέτρες και να γίνει κατάλληλο για τη δηµιουργία τάφων. Το Νεκροταφείο αυτό φιλοξένησε και το δικό του αδικοσκοτωµένο σώµα….

Κοιµητήριο Βλαχοκερασιάς, όπου ετάφη ο Γεώργιος Λάγκας το 1944 (φωτό σήµερα)

- 13 -


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΚ∆ΡΟΜΗ Πάντα διαβάζω τη «ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ», την τριµηνιαία εφηµερίδα του συλλόγου Βλαχοκερασιωτών. Τούτο το φύλλο όµως, το 49, δεν ξέρω τι είναι εκείνο που µ΄ έκανε στην κυριολεξία να την «ξεκοκαλίσω» . Ιδιαίτερα µε τράβηξε το άρθρο του αγαπητού µου φίλου και παλιού Γυµνασιακού συµµαθητή, Ντίνου Κρίµπαλη, «µε αφορµή µια εκδροµή». ∆ε θα σταθώ καθόλου στην εκδροµή της 4-5-/5/96, αλλά θα µου επιτρέψουν οι αγαπητοί συγχωριανοί Βλαχοκερασιώτες και οι αναγνώστε της «Φωνής» να εκθέσω µερικές παλιές αναµνήσεις-εικόνες που συχνά τριγυρίζουν στην µνήµη µου και πολλές φορές µε βασανίζουν µε το γιατί έγιναν αυτά που τότε έγιναν. Και φυσικά θα αποτελέσουν και µικρό µνηµόσυνο για την εποχή εκείνη και για το µακαρίτη – αείµνηστο θείο µου, αδελφό της µάνας µου, Γεώργιο Λάγκα. Ήταν 9 Ιουνίου 1944, όταν τα Γερµανικά στρατεύµατα κατοχής στην Ελλάδα πραγµατοποιούσαν τη «µεγάλη εξόρµηση» στον Ταΰγετο για να διαλύσουν τις Αντάρτικες οµάδες και όπως θα λέγαµε σήµερα να καταστείλουν την Εθνική Αντίσταση. Από τις προηγούµενες µέρες ο µπάρµπας µου ο Γιώργης, είχε φέρει τα πρόβατά του από τα «βουνά» συγκεκριµένα από «τα πηγάδια», πιο πάνω από τη Λούτσα, στο Λόγγο, στη Βάλτενα, και στα Τριαντάφυλλα (τώρα γιατί η ονοµασία Τριαντάφυλλα, είναι µια άλλη ιστορία, που περιµένει απάντηση από κάποιον που γνωρίζει το θέµα). Τη στρούγκα µαζί µε άλλους κτηνοτρόφους συγγενείς και χωριανούς του την είχαν φτιάξει στη ράχη πάνω από του Κοντού τη λότζα για να είναι κοντά στα καλύβια (σπίτια) και στα ποτιστικά χωράφια τους στη Βάλτενα. Την προηγούµενη ηµέρα, έβοσκε τα πρόβατά του στου «Πέργαντου τη Χούνη» και ήταν καθισµένος κάτω από την τότε γκορτσιά στηριγµένος στον κορµό της και πελέκαγε µια γκλίτσα. Πέρασε η Γερµανική φάλαγγα µε κατεύθυνση τις - 14 -


Κολλίνες, όπου αποβιβάζονταν τα στρατεύµατα για να περάσουν απέναντι στον Ταΰγετο να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους και να πετύχουν τον αντικειµενικό τους σκοπό. Στο πέρασµα είδαν τον τσοπάνη κάτω από την γκορτσιά και τον εκτέλεσαν εν ψυχρό. Στην πραγµατικότητα τον δολοφόνησαν µε τον πιο απάνθρωπο τρόπο, αφού οι κάλυκες των φυσιγγίων από τα πολεµικά όπλα βρέθηκαν δίπλα στον πολτοποιηµένο νεκρό! Ίσως ήταν της «χαριστικής βολής». Μόλις την επόµενη, 4-6-44 , βρέθηκε νεκρός. Τη νύχτα η µανίτσα µου (γιαγιά), που κοιµόµασταν µαζί στο καλύβι, είχε ένα ολοφάνερο για τη δολοφονία του όνειρο και διάλογο από την απέναντι ράχη, µε τη «γριά Τράκενα»: « ... Θοδωρού, έ Θοδωρού! Μίλησε η Τράκενα! - Ού απάντησε η γιαγιά µου! - Ούξι και ξερό σου! Της ανταπάντησε. Εκείνη τη στιγµή η γιαγιά µου ονειρευόταν το θειο µου και της ζητούσε νερό! Αµέσως ξύπνησε! Η παράδοση λέει ότι ο σκοτωµένος διψάει και ζητάει νερό…» Τα πρόβατα δεν πήγαν στη στρούγκα για άρµεγµα και αυτό ήταν ένδειξη ότι κάτι είχε συµβεί. Πήγαν και τον βρήκαν σκοτωµένο στου Πέργαντου τη Χούνη! Από τα πρόβατα έλειπαν περίπου 10. Τα είχαν πάρει οι ΓερµανοΤαγµατασφαλίτες. Το πρωί, η γιαγιά µου µε ξύπνησε µε έστειλε να µεταφέρω το θλιβερό µαντάτο στις Ράχες, (χειµαδιά, περιοχής Λογγανίκου), όπου θέριζαν ο παππούλης µου ο Θοδωράκης, µε τη θεία µου την Ελένη, που σήµερα έχει αποβιώσει, και τους άλλους χωριανούς τους τα γεννήµατά τους. Ξεκίνησα αφού µε εφοδίασε µε ένα ταγαράκι υφαντό στον αργαλειό όπου είχε µέσα ψωµί από αλεύρι κριθαρένιο και λαθούρινο, για τις Ράχες. Επειδή όµως η Γερµανική φάλαγγα πηγαινοερχόταν µεταφέροντας στρατεύµατα, δεν πήγα από το δηµόσιο δρόµο, αλλά δίπλα του, µέσα από αφάνες και ρείκια και περνώντας από της Ελένης το πηγάδι, και κάτω από τα δέντρα του δάσους του Αγίου Χριστόφορου, βρήκα το µονοπάτι-ηµιονικό δρόµο, που οδηγούσε µέσω της Αγίας – - 15 -


Ειρήνης στις Ράχες. Ράχη, ράχη, τρέχοντας κλαίγοντας και φοβισµένος από τη γενική κατάσταση για τη ζωή µου η λύπη µου για το φονικό αλλά και για τη µεταφορά της «αγγελίας», έφτασα στα σπίτια του οικισµού «Αγία Ειρήνη». Είδα την όµορφη παλιά εκκλησιά, από το όνοµα της Αγίας της οποίας είναι χαρισµένη από τους προγόνους και κτήτορες και κατευθύνθηκα στην πηγή για να Η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης ξεδιψάσω πίνοντας νερό – σήµερα Αγίασµα µε το παραδοσιακό «τάσι». Νόµισα ότι όταν ήπια νερό µου έδωσε δύναµη για να συνεχίσω το αχάρι και επικίνδυνο δροµολόγιό µου. ∆εν πρέπει να µπήκα µέσα στον Ιερό Ναό! ∆εν το θυµάµαι! Εκεί που έπινα νερό – αγίασµα και είχα καθίσει λίγο για να ξαποστάσω, µε είδε µια γιαγιά, όπου µου είπε λεγόταν Μητροπούλου, µου είπε και το όνοµα του άντρα της, αλλά τώρα, ύστερα από πενήντα τρία ολόκληρα χρόνια, δεν το θυµάµαι. Με ρώτησε ποιος είµαι, πως µε λένε, από πού έρχοµαι και που πηγαίνω. Της απάντησα κανονικά. Λυπήθηκε πολύ για το σκοτωµό, γιατί σαν Βλαχοκερασιώτισσα γνώριζε το Γιώργη το Λάγκα. Με συµβούλεψε, µου έδωσε θάρρος και µου συνέστησε να µη φοβηθώ, γιατί στο δρόµο που θα πήγαινα, κάτω από το Η πηγή της Αγίας Ειρήνης, ρέµα, µέσα στο ρουµάνι θα βγαίναν που µου έδωσε τότε δύναµη να Γερµανοί στρατιώτες. Όπως και έγινε! συνεχίσω, Ήταν αυτοί που πήγαιναν προς τις στη σηµερινή της µορφή Κολλίνες για τον Ταΰγετο, «Για να πιάσουν τους Αντάρτες». Συνέχισα, µε πολύ φόβο γιατί ήξερα καλά ότι οι Γερµανοί σκοτώνουν, αλλά και µε κάποιο θάρρος για το χρέος που είχα - 16 -


αναλάβει να µεταφέρω την «είδηση» αλλά και µε δύναµη που είχα πάρει από την Αγία Ειρήνη και µε το Αγίασµα που είχα πιει. Τα πόσα συναισθήµατα και πόσες ψυχικές καταστάσεις ανακατεύτηκαν µέσα µου ώσπου να ξεφύγω από τον κλοιό, µόνο η καρδούλα µου το ξέρει: Πάντως µε φόβο µε δύναµη, µε θάρρος και µε χρέος εξετέλεσα τη δύσκολη αποστολή µου. Ακολούθησαν όλα τα µετέπειτα.

- 17 -


Το τσούλο Στην προκειµένη περίπτωση πρόκειται για ένα αρνί µε τσούλο (µε µικρά αυτιά) που ο κτηνοτρόφος Γεώργιος Θ. Λάγκας, το είχε για πρόστα (να γεννήσει και να δηµιουργήσει νέα γενιά προβάτων). Το 1942 – 43 στον Άγιο Χριστόφορο Κολλινών είχε στρατοπεδεύσει µια στρατιωτική µονάδα Ιταλικών στρατευµάτων που έκοβε τα δέντρα (δρύες) και έφτιαχναν ξυλοκάρβουνα για τις ανάγκες τους. Οι Ιταλοί έκαναν περιοδείες στη γύρω περιοχή και «έπαιρναν» από τους κτηνοτρόφους από ένα αρνί στα δέκα. Εγώ έβοσκα τα αρνιά κοντά στα αυλάκια και στα ποτιστικά της Βάλταινας. Την ηµέρα εκείνη, τα έβοσκα στη «Μούσγα» (περιοχή της Βάλταινας. Ήρθαν δυο Ιταλοί στρατιώτες και µου ζήτησαν να τους δώσω ένα αρνί. Τους έδωσα το τσούλο, επειδή ήταν λίγο αδύνατο και χαρακτηριστικό. Το πόσο στενοχωρήθηκε ο θείος µου, δε λέγεται. Ευτυχώς δε µε µάλωσε πολύ!

Τρέλα Τρέλα ή µούρλια ή ζούρλια, κατ’ εµέ, είναι η κατάσταση του ανθρώπου που έχει χάσει τα λογικά του και κάνει πράξεις παράλογες. Στην προκειµένη περίπτωση θα αναφερθώ σε ένα γεγονός, όπου αφορά το θειό µου Γεώργιο Θεοδώρου Λάγκα, αδερφό της µάνας µου Κατίγκως. Ο µπάρµπα Γιώργος ήτο κτηνοτρόφος. ∆ολοφονήθηκε µε το χειρότερο τρόπο στις 9 Ιουνίου 1944, από τα Γερµανικά στρατεύµατα Κατοχής. Την προηγούµενη χρονιά, 1943-44, όπου ξεχειµώνιαζε τα πρόβατα στις ράχες, περιοχή στις πηγές του ποταµού Ευρώτα, στον παραπόταµο Λογαρά, της τότε Κοινότητας Λογκανίκου, τα µικρά - 18 -


αρνιά «τρελαίνονταν». Η παράδοση έλεγε ότι το τρελό αρνί έπρεπε να το σφάξουν, όπως και έγινε, και το κεφάλι του να το ρίξουν στο ποτάµι χωρίς να κοιτάξουν προς το ρίξιµο. Το έργο αυτό το είχα αναλάβει εγώ, που ήµουν τότε ηλικίας 13-14 ετών. Πήγαινα από τα Καλύβια και τη Λότζα στου Ξεκαβάλα, από το µονοπάτι – ηµιονικό δρόµο, µέχρι του Λαγαρά και έριχνα τα τρελά κεφάλια στο ποτάµι. Το κακό σταµάτησε όταν δολοφονήθηκε ο Γεώργιος Θ. Λάγκας.

Οι «κοκορόφτεροι» Οι Ιταλοί ήσαν «κοκορόφτεροι»! Φορούσαν στο κεφάλι στους ένα καπέλο αν θυµάµαι καλά, έφερε όρθια δυο πούπουλα, αρκετά µεγάλα, που ίσως να ήταν από κοκόρους.

Το Γαϊδουρόγαλο Ο Μπάρµπας µου ο Γιώργης, όταν ήταν µικρός, είχε αρρωστήσει από κάποια αρρώστια και του έδιναν και έπινε γαϊδορόγαλο. Και έγινε καλά. Αυτό, µου το έλεγε η γιαγιά µου, η µάνα του.

- 19 -


Οι αδερφές του: Κατίγκω: Παντρεύτηκε µε το Μιχαήλ Π. Τρανό, ∆ηµοδιδάσκαλο και απέκτησαν τα παιδιά: Φώτιο: Συνταξιούχο ∆άσκαλο Ηρωδίκη: Αγρότισσα Θεοδώρα : Μοδίστρα Παντελή: Συνταξιούχο ΟΤΕ και Παναγιώτα: ∆ασκάλα η οποία δεν εξάσκησε το επάγγελµα. Η Κατίγκω Σταυρούλα: Παντρεύτηκε µε το Βασίλειο Μιχαλόπουλο, Τεχνίτη και απέκτησαν τα παιδιά: Θεοδόσιο Συνταξιούχο Αυτοκινητιστή Θεόδωρο: Συνταξιούχο Συνδικαλιστή Ηλία: Συνταξιούχο ΟΤΕ Κρινιώ: έχει αποβιώσει και Γεωργία: Μετανάστρια

Ελένη: Παντρεύτηκε µε τον Παναγιώτη Αποστολόπουλο, ο οποίος ήρθε σώγαµπρος και απέκτησαν τα παιδιά: Γεώργιο: Μουσικό Απόστολο: Συνταξιούχο ∆ΕΗ Μιχαήλ: Υπάλληλο ΟΣΕ Αργύρω: ∆ηµόσιο Υπάλληλο Υπουργείου Υγείας Σηµ.: Το Μιχάλη τον εβάπτισε ο ∆ικηγόρος ∆ηµήτριος Άρχος.

- 20 -


∆ιανοµή συσσιτίου στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, στις 3 Ιανουαρίου ’41. Ο Γεώργιος Λάγκας είναι ο τελευταίος δεξιά.

Οπισθογράφηση της φωτογραφίας: Τη 3 Ιανουαρίου 41… Και αδελφές και γονείς Στέλνω το κορµάκι µου δίχως αίµα. Σας τη στέλνω δια ενθύµιον, µε ειδείτε να µε επενθυµήσετε. Γι αυτό ετώρα είµαι 60… δια τούτο έγινα 56.. - 21 -


Ο Θεόδωρος Λάγκας , είπε:

Έχω µυαλό ν΄ αλείψει ένα σπίτι, δεν… κόβει το άσταυρο!

• Έκανα έναν γαµπρό µεστόν -εννοώντας το Μιχαήλ Τρανό, που ήταν περίπου 20 χρόνια µεγαλύτερος από την κόρη του Κατίγκω. • Τον δεύτερο κανονικόν – εννοώντας το Βασίλειο Μιχαλόπουλο που ήταν σχεδόν συνοµήλικος µε την κόρη του Σταυρούλα. • Και τον τρίτο που είναι του γάλακτος’ εννοώντας τον Παναγιώτη Αποστολόπουλο που ήταν µικρότερος από την κόρη του Ελένη

- 22 -


Γκλίτσα. (Από το βουλγάρικο klits). Η γκλίτσα ήταν για το τσοπάνο όπλο αµυντικό κι επιθετικό. Μ' αυτήν αµυνόταν στις επιθέσεις του λύκου και µ΄ αυτήν επιτίθετο στους εχθρούς του. Ήταν εργαλείο εξουσίας στα πρόβατά του. Μ' αυτήν έπιανε, από το πόδι, όποιο πρόβατο ήθελε και µ΄ αυτήν πειθαρχούσε και κατηύθυνε το ποίµνιο. Ήταν η βακτηρία του στις κακοτράχαλες πορείες του και το στήριγµά του, όταν όρθιος αγνάντευε τα βουνά. Ανάλογα µε τα γούστα του τσοπάνη υπήρχαν πολλών µορφών γκλίτσες, όπως κανονικές ή αρσενικές, σιούτες ή θηλυκές, κεντητές κ.λ.π.

- 23 -


"ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΛΑΓΚΑΣ" από το Φώτη Μιχ. Τρανό  

Το ιστορικό της δολοφονίας του Γεωργίου Λάγκα στη Βλαχοκερασιά, από τους Γερμανούς το 1944, όπως την έγραψε ο τότε 14χρονος ανηψιός του, Φώτ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you