Issuu on Google+

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 11

τώρα θα πάψω να υπάρχω και θ’ αρχίσω να ζω, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να φροντίσω να κρατήσω τη χαρά μου για πάντα ζωντανή. Η παρουσία μου στον κόσμο βρήκε νόημα και προορισμό, κι εγώ απέκτησα μοναδικότητα... Πριν συμβεί αυτό, ήμουν ένας συνηθισμένος γιατρός που ξεκινούσε μια συνηθισμένη καριέρα. Ροκάνιζα λίγο λίγο το μερίδιό μου στην καθημερινότητα χωρίς μεγάλη όρεξη, άλλοτε περνώντας την ώρα μου με τις λιγοστές μου κατακτήσεις στο γυναικείο φύλο, που ούτε τις διέκρινε το πάθος ούτε και μου άφηναν κανένα σημάδι, κι άλλοτε αρκούμενος να συναντώ περιστασιακούς φίλους κάποια βράδια στις παμπ και τα Σαββατοκύριακα στα δάση για καμιά ήσυχη πεζοπορία – με άλλα λόγια, μια ατέλειωτη ρουτίνα που τη διέκοπτε αραιά και πού με την εμφάνισή του και κάποιο γεγονός πρόσκαιρο και ασαφές όσο η αίσθηση πως κάτι το έχουμε ξαναζήσει και που δεν μου προσέφερε τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι ένα συνηθισμένο συμβάν που διαβάζει κανείς στην εφημερίδα... Γνωρίζοντας την Τζέσικα, γνώρισα τον κόσμο, θα έλεγα μάλιστα πως εισχώρησα στην πεμπτουσία του κόσμου. Ήθελα να είμαι τόσο σημαντικός για κείνη όσο ήταν κι αυτή για μένα, να κερδίσω κάθε της σκέψη, να είμαι παρών και στο παραμικρό πρόβλημα που την απασχολεί· ήθελα να γίνει η φανατική μου οπαδός, η Ηγερία μου, η φιλοδοξία μου· ήθελα τόσα πολλά και η Τζέσικα ήταν εκείνη που ενσάρκωνε τα πάντα. Στην πραγματικότητα, εκείνη ήταν το αστέρι κι εκείνη φώτιζε όλο μου τον ουρανό. Βρισκόμουν στο αποκορύφωμα της ευτυχίας. Νόμιζα πως πρώιμα καλοκαίρια γεννιόνταν μέσα στα χέρια μου. Η καρ-

11

Ο

ΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ, ΕΙΠΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ,


12

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 12

διά μου χτυπούσε στον ρυθμό των χαρισματικών στιγμών. Κάθε φιλί που δέχονταν τα χείλη μου, ισοδυναμούσε με όρκο. Η Τζέσικα ήταν ο σεισμογράφος μου και η θρησκεία μου, μια θρησκεία όπου η σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων δεν είχε θέση, όπου η προφητεία συμπυκνωνόταν σ’ ένα και μόνο στίχο: σ’ αγαπώ... Αλλά, εδώ και μερικές εβδομάδες, είχα αρχίσει να χάνω την πίστη μου. Η Τζέσικα δεν με κοιτούσε πια με το αλλοτινό της βλέμμα. Δεν την αναγνώριζα πλέον. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια γάμου για να αντιληφθώ πως κάτι δεν λειτουργούσε καλά στη σχέση μας, κάτι που αρνιόταν να μου δώσει έστω και μια μηδαμινή ένδειξη έτσι ώστε να μπορέσω να φτάσω στην πηγή της παρεξήγησης. Κάθε φορά που προσπαθούσα να της μιλήσω, εκείνη αναπηδούσε κι έπρεπε να περάσει τουλάχιστον ένα λεπτό για να συνειδητοποιήσει πως εκείνος που προσπαθούσε να διαπεράσει το καβούκι μέσα στο οποίο είχε κλειστεί, ήμουν εγώ, ο άντρας της· όποτε επέμενα, οχυρωνόταν ανασηκώνοντας τα χέρια της με το πρόσχημα πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα, της προκαλούσαν δυσφορία, την απομάκρυναν ακόμα πιο πολύ από μένα. Η γυναίκα μου δεν με ανησυχούσε απλά. Με τρόμαζε. Όταν την γνώρισα ήταν μαχητική, σίγουρη γι’ αυτά που διεκδικούσε και πίστευε, παραμονεύοντας για την παραμικρή σπίθα που θα έριχνε φως στη ζωή μας... Η Τζέσικα του τότε ήταν η εικόνα των ευλογημένων χρόνων όπου όλα μάς πήγαιναν καλά. Δέκα χρόνια αχαλίνωτου έρωτα, παθιασμένων στιγμών και τρυφερής σύμπνοιας. Την είχα γνωρίσει σε μια μπιραρία στα Ηλύσια Πεδία, στο Παρίσι. Είχε έρθει να παρακολουθήσει κάποιο σεμινάριο κι εγώ βρισκόμουν εκεί για ένα συνέδριο. Την αγάπησα από την πρώτη στιγμή που την είδα. Είχαμε κοιταχτεί σιωπηλά, εκείνη στο βάθος της αίθουσας κι εγώ δίπλα στην τζαμαρία. Κι έπειτα είχαμε χαμογελάσει ο ένας στον άλλον. Εκείνη είχε φύγει πρώτη, παρέα με μερικούς συναδέλφους της. Νόμιζα πως δεν θα την ξαναδώ. Το ίδιο βράδυ, οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν ξανά στην είσοδο του ξενοδοχείου όπου διεξάγονταν, σε διαφορετικούς ορόφους, το σεμινάριό της και το συνέδριό μου. Μια χαρά τα είχε φέρει η


τύχη, γιατί να μην το εκμεταλλευτούμε λοιπόν;... Τέσσερις μήνες αργότερα, είχαμε κιόλας παντρευτεί. Τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο απόμακρη; Γιατί δεν μου αποκάλυπτε τίποτε από όλα όσα την φόβιζαν, κανένα από τα μυστικά της; Μην μπορώντας να φανταστώ κάτι άλλο, ερμήνευσα τη συμπεριφορά της σαν ένα θέμα συνειδησιακό και υποπτεύθηκα πως μου έκρυβε κάποια εξωσυζυγική σχέση, μια περιπέτεια δίχως αύριο που θα την καταδίωκε με εκκωφαντικές τύψεις – όμως παραλογιζόμουν. Η Τζέσικα ήταν δική μου. Δεν θυμόμουν να είχα πιάσει ποτέ το βλέμμα της να κοιτάζει κάποιον άλλον. Πάμπολλες φορές, στην κουζίνα, μετά από ένα σιωπηλό γεύμα, κι ενώ εκείνη απέφευγε το βλέμμα μου, άπλωνα το χέρι μου προς το δικό της. Ενστικτωδώς, σαν τρομαγμένο σαλιγκάρι, η Τζέσικα το μάζευε και το έκρυβε κάτω απ’ το τραπέζι. Κρατούσα την ψυχραιμία μου, φοβούμενος μην επιδεινώσω την κατάσταση. Ήταν όμορφη η Τζέσικα. Πέθαινα από επιθυμία να την αγκαλιάσω, την ποθούσα, ποθούσα το γενναιόδωρο κορμί της, τις οργασμικές της περιπτύξεις. Είχα επιθυμήσει τη μυρωδιά των μαλλιών της, το άρωμά της, το γαλάζιο των ματιών της. Μου έλειπε, παρόλο που βρισκόταν δίπλα μου, σε απόσταση αναπνοής· την έχανα απ’ τα μάτια μου με το που μου γύριζε την πλάτη. Δεν ήξερα πια πώς να την ξανακερδίσω. Το σπίτι μας θύμιζε σφραγισμένο μαυσωλείο του οποίου ήμουν ο αιχμάλωτος και το στοιχειό μαζί. Δεν ήξερα πού να βρω παρηγοριά. Ένιωθα κομματιασμένος, περιττός και τόσο άχρηστος. Δεν μου είχε μείνει τίποτα εκτός απ’ τα μάτια μου για να βλέπω τους ήλιους να σβήνουν ένας ένας και το σκοτάδι απ’ τα παρασκήνια να γεμίζει τη σκηνή πάνω στην οποία η ηρωίδα μου είχε χάσει την αίσθηση του διαλόγου. Η Τζέσικα είχε ξεχάσει τα λόγια της. Κανένας ρόλος δεν ταίριαζε στις σιωπές της. Δεν ήταν πια παρά ένα σάρκινο περίβλημα, άπιαστο όσο και μια ανάμνηση ορφανή από την ίδια της την ιστορία. Τι να σκεφτόταν άραγε; Τι ήταν αυτό που την άγχωνε; Γιατί βιαζόταν πάντα να πάει για ύπνο, εγκαταλείποντάς με στο σαλόνι κάτω από ένα σωρό ερωτηματικά;

13

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 13


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 14

14

Περνούσα τα βράδια μου βαριεστημένος μπροστά στην τηλεόραση, που δεν με διασκέδαζε πια, αλλάζοντας συνεχώς κανάλια. Αποκαμωμένος, με το κεφάλι μου να σφυροκοπά, πήγαινα στην κρεβατοκάμαρα και περνούσα μια αιωνιότητα ακούγοντας την Τζέσικα να κοιμάται. Ήταν υπέροχη όταν κοιμόταν. Έμοιαζε με ουρανοκατέβατο δώρο, μόνο που δεν μου επιτρεπόταν να το αγγίξω. Λυτρωμένο απ’ τις εμμονές του, το πρόσωπό της ξανάβρισκε τη δροσιά, την παραμυθένια όψη, την ανθρωπιά του· ήταν το ωραιότερο θέαμα που μπορούσα να περιμένω μέσα στη νύχτα που μου στερούσε τον κόσμο. Το πρωί, είχε ήδη φύγει. Έβρισκα τα απομεινάρια απ’ το πρωινό της στην κουζίνα, ένα σημείωμα πάνω στο ψυγείο: Μη με περιμένεις απόψε. Μάλλον θ’ αργήσω να γυρίσω... και το κοκκινάδι απ’ το κραγιόν της αντί για υπογραφή πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Κι από κείνη τη στιγμή η μέρα μού έδειχνε κιόλας τόσο άδεια από θέλγητρα όσο και οι ξάγρυπνες νύχτες μου.

Εργαζόμουν ως παθολόγος στο ισόγειο ενός λουσάτου κτιρίου, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το Χένινγκερ Τουρμ, στο ύψος του Ζαξενχάουζεν, στο νότιο τμήμα της Φρανκφούρτης. Το ιατρείο μου καταλάμβανε ολόκληρο τον όροφο και διέθετε μια αίθουσα αναμονής αρκετά μεγάλη ώστε να μπορεί να υποδεχθεί καμιά εικοσαριά άτομα. Τη βοηθό μου την έλεγαν Έμα, ήταν μια ψηλή κοπέλα με μυώδεις γάμπες, σπάνιας αποδοτικότητας. Μητέρα δύο παιδιών, τα οποία και μεγάλωνε μόνη από τότε που την εγκατέλειψε ο άντρας της, διατηρούσε το ιατρείο μου άψογο σαν χειρουργείο. Δυο ασθενείς με περίμεναν στην αίθουσα: ένας γέροντας, κατάχλομος, τυλιγμένος μ’ ένα παλτό και μια νεαρή γυναίκα με το μωρό της. Ο γέροντας έδειχνε σαν να είχε περάσει τη νύχτα στο κατώφλι του ιατρείου, περιμένοντας τον ερχομό μου. Σηκώθηκε όρθιος με το που με είδε. «Υποφέρω πολύ, γιατρέ. Τα χάπια που μου γράψατε, δεν μου κάνουν τίποτα πια. Τι θ’ απογίνω αν δεν μου κάνει πια κανένα φάρμακο;»


«Θα σας δω σ’ ένα λεπτό, κύριε Έγκερ». «Ανησυχώ πολύ, γιατρέ. Τι μου συμβαίνει; Είστε σίγουρος πως δεν κάνατε λάθος στη διάγνωση;» «Ακολουθώ τις υποδείξεις του νοσοκομείου, κύριε Έγκερ. Θα τα δούμε όλα αυτά σε λίγο». Ο γέροντας ξαναγύρισε στο κάθισμά του και κουλουριάστηκε πάλι μέσα στο παλτό του. Είπε στη νεαρή μητέρα, που τον κοιτούσε με βλέμμα αγανακτισμένο: «Ήμουν εδώ πριν από σας, κυρία μου». «Μπορεί», του απάντησε εκείνη, «μονάχα που εγώ έχω μωρό παιδί». Όση ώρα εξέταζα τους ασθενείς, σκεφτόμουν την Τζέσικα. Δεν κατάφερνα να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Η Έμα πρόσεξε πως δεν ήμουν καλά. Το μεσημέρι, με παρακάλεσε να φύγω και να πάω για φαγητό, να χαλαρώσω λίγο. Πήγα σ’ ένα μικρό εστιατόριο κοντά στην πλατεία Ρέμερμπεργκ. Στο διπλανό τραπέζι βρισκόταν ένα ζευγάρι που δεν έπαψε να μαλώνει χαμηλόφωνα. Κι έπειτα, εισέβαλε και μια οικογένεια με φασαριόζικα παιδιά και έσπευσα να ζητήσω τον λογαριασμό. Περπάτησα ως την πλατεία που βρισκόταν κοντά στο εστιατόριο και κάθισα σ’ ένα παγκάκι μέχρι να έρθει να με ενοχλήσει μια παρέα από νεαρούς τουρίστες. Στο ιατρείο, τρεις ασθενείς με περίμεναν ανυπόμονα· κοίταξαν επίμονα τα ρολόγια τους για να μου δώσουν να καταλάβω πως είχα αργήσει πάνω από μια ώρα. Στις πέντε περίπου το απόγευμα, δέχθηκα την κυρία Μπιριμπάουερ, μια από τις πιο παλιές μου ασθενείς. Φρόντιζε επίτηδες να είναι από τα τελευταία μου ραντεβού για να μπορεί να μου εκμυστηρεύεται τα οικογενειακά της προβλήματα. Ήταν μια καλοστεκούμενη ογδοντάρα, πολύ ευγενική, με πολύ περιποιημένο ντύσιμο. Εκείνη τη μέρα, δεν είχε βαφτεί και το φόρεμά της δεν ήταν σιδερωμένο. Η όψη της έδειχνε σκυθρωπή και τα μικρά ζαρωμένα της χέρια ήταν γεμάτα μελανιές. Ξεκίνησε δίνοντάς μου να καταλάβω πως δεν είχε έρθει για κάποιο ιατρικό λόγο, ζήτησε συγγνώμη που για πολλοστή φορά με «ζάλιζε» με τις ιστορίες μιας μοναχικής γριάς και μετά, αφού πρώτα το σκέφτηκε, με ρώτησε: «Πώς είναι ο θάνατος, γιατρέ;»

15

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 15


16

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 16

«Ελάτε τώρα, κυρία Μπιριμπάουερ...» Με διέκοψε με μια κίνηση του χεριού: «Πώς είναι ο αιώνιος ύπνος;» «Κανείς δεν έχει αναστηθεί για να μας το περιγράψει», της είπα. «Μη φοβάστε, δεν φτάσαμε ακόμα εκεί. Έχετε έναν μικρό καλοήθη όγκο που θα εξαφανιστεί μετά την κατάλληλη θεραπεία». Τραβήχτηκε για να αποφύγει το χέρι μου, που ήθελα να ακουμπήσω στον ώμο της, κι έπειτα επανήλθε δριμύτερη: «Δεν είναι αυτό το φρικαλέο πράγμα που φυτρώνει κάτω από τη μασχάλη μου που μ’ έκανε να έρθω να σας δω, γιατρέ. Πραγματικά αναρωτιέμαι. Τις τελευταίες μέρες, δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό μου. Προσπαθώ να φανταστώ πώς είναι το μεγάλο σάλτο, το απόλυτο σκοτάδι, το μεγάλο κενό, και δεν τα καταφέρνω». «Δεν θα ’πρεπε να το σκέφτεστε, κυρία μου. Η υγεία σας είναι ατσάλινη κι έχετε ακόμα ωραία χρόνια μπροστά σας». «Τα ωραία χρόνια είναι αυτά που μοιραζόμαστε με κείνους που αγαπάμε, γιατρέ. Κι έπειτα, τι να σκεφτώ; Τι άλλο υπάρχει να σκεφτώ;» «Σκεφτείτε τον κήπο σας». «Δεν έχω κήπο». «Τη γάτα σας, τις γλάστρες σας, τις γιορτές, τα εγγόνια σας...» «Δεν έχω πια κανέναν, γιατρέ, και τα λουλούδια στο μπαλκόνι μου δεν φτάνουν για να μου φέρουν την άνοιξη. Ο γιος μου, που ζει είκοσι χιλιόμετρα μακριά από μένα, ούτε που έρχεται να με δει. Όποτε του τηλεφωνώ, λέει πως τον έχει φάει η δουλειά και πως δεν έχει ούτε λεπτό στη διάθεσή του... Κι εγώ, έχω άπλετο χρόνο να αναρωτηθώ με τι μοιάζει το μεγάλο κενό...» Έμπλεξε τα δάχτυλά της προσθέτοντας: «Η μοναξιά είναι ένας αργός θάνατος, γιατρέ. Δεν είμαι σίγουρη πια πως ανήκω ακόμα σ’ αυτόν τον κόσμο». Με κοίταξε κατάματα αρκετή ώρα κι έπειτα απέστρεψε το βλέμμα της. «Διώξτε αυτές τις άσχημες σκέψεις, κυρία Μπιριμπάουερ», της είπα. «Άδικα βασανίζεστε. Στο κεφάλι μας είναι όλα. Κρατήστε ακμαίο το ηθικό σας. Έχετε δείξει θάρρος και διαύγεια σκέψης.


Δεν έχετε κανένα λόγο να το βάλετε κάτω τώρα και, πιστέψτε με, τη ζωή, με τις χαρές και τις λύπες της, αξίζει κανείς να τη ζήσει ως το τέλος». «Αυτό ακριβώς λέω, γιατρέ. Πώς είναι το τέλος;» «Τι σημασία έχει; Σημασία έχει να ασχοληθείτε λίγο περισσότερο με τα λουλούδια σας. Το μπαλκόνι σας θα γίνει πιο χαρούμενο. Για δείξτε μου τώρα πώς αντέδρασε ο όγκος μας στη θεραπεία». Τράβηξε τα χέρια της και μου ομολόγησε αναστενάζοντας: «Δεν την έκανα τη θεραπεία». «Μα πώς είναι δυνατόν;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, σαν παιδάκι που κακιώνει: «Έκαψα τη συνταγή με το που γύρισα σπίτι». «Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα». «Τίποτα δεν είναι σοβαρό όταν δεν έχεις κανέναν γύρω σου». «Υπάρχουν και κάποια εξειδικευμένα μέρη ξέρετε, κυρία Μπιριμπάουερ. Γιατί δεν στρέφεστε εκεί, αν νιώθετε μόνη; Θα έχετε παρέα, φροντίδα, και...» «Λέτε για τα άσυλα των ετοιμοθάνατων ηλικιωμένων; Για τους προθάλαμους του θανάτου;... Όχι, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να περνάει τις τελευταίες του μέρες σε ένα απ’ αυτά τα θλιβερά ιδρύματα. Όχι, δεν μπορώ να δεχτώ να με βάζουν για ύπνο συγκεκριμένες ώρες, να με βγάζουν να πάρω αέρα σαν να είμαι φυτό και να μου πιάνουν τη μύτη για να καταπιώ τη σούπα μου. Δεν μου το επιτρέπει η αξιοπρέπειά μου. Κι έπειτα, δεν μ’ αρέσει να εξαρτώμαι απ’ τους άλλους. Θα φύγω με το κεφάλι ψηλά, όρθια, χωρίς βελόνες στις φλέβες, ούτε αναπνευστικές συσκευές στο πρόσωπο. Θα διαλέξω εγώ η ίδια το πότε και το πώς...» Έσπρωξε μακριά το χέρι μου και σηκώθηκε, πολύ θυμωμένη με τον εαυτό της. Προσπάθησα να την συγκρατήσω, αλλά με παρακάλεσε να την αφήσω να φύγει και βγήκε απ’ το ιατρείο μου χωρίς να πει μια λέξη παραπάνω, ούτε να ρίξει ένα βλέμμα σε κανέναν. Την άκουσα να κατεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου, να ανοίγει την πόρτα του κτιρίου και να την κλείνει πίσω της· περίμενα να την δω να βγαίνει στον δρόμο· δεν πέρασε μπροστά 2 – Εξίσωση θανάτου

17

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 17


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 18

18

απ’ το παράθυρό μου, ως συνήθως, πρέπει να πήρε την αντίθετη κατεύθυνση. Μια βαθιά θλίψη ρίζωσε μέσα μου κι έσπευσα να δεχτώ τον επόμενο ασθενή.

Είχε πια νυχτώσει όταν η Έμα ήρθε να με ρωτήσει αν μπορούσε να φύγει. «Θα τα πούμε αύριο», της είπα. Αφού έφυγε η Έμα, παρέμεινα περίπου μισή ώρα ακόμα στο γραφείο μου, χωρίς να κάνω τίποτα το ιδιαίτερο. Καθώς η Τζέσικα θα αργούσε να γυρίσει, δεν ήξερα τι να κάνω τον ελεύθερο χρόνο που μου είχε απομείνει. Έσβησα το φώτα και άφησα αναμμένη μονάχα τη λάμπα του γραφείου. Αυτό με χαλάρωσε λίγο. Μου άρεσε να ακούω τη σιωπή του κτιρίου, μια σιωπή ποτισμένη από σκοτάδι και απουσία, που έμοιαζε να εξαγνίζει τα πράγματα γύρω μου. Έμεναν άνθρωποι σ’ αυτούς τους πέντε αθόρυβους ορόφους και κανείς τους δεν ακουγόταν. Κλείνονταν στα σπίτια τους, σαν να κλείνονταν σε τάφους. Ήταν άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας, εύποροι, ακόμα και μεγαλοαστοί, αλλά απίστευτης διακριτικότητας. Συναντούσα έναν δυο απ’ αυτούς στην είσοδο, κλεισμένους στον εαυτό τους, κρυμμένους κάτω απ’ το καπέλο τους, που έσπευδαν να εξαφανιστούν από τα μάτια μου ζητώντας σχεδόν συγγνώμη που βρέθηκαν μπροστά μου. Το ρολόι μου έδειχνε οκτώ. Δεν είχα διάθεση να γυρίσω σπίτι, να βρεθώ ξανά στο θεοσκότεινο σαλόνι και να καθίσω εκεί, απέναντι από μια τηλεόραση που δεν θα μου προσέφερε τίποτα, να κοιτάζω κάθε πέντε λεπτά το ρολόι του τοίχου και να νομίζω πως η Τζέσικα επέστρεψε κάθε φορά που ένα αυτοκίνητο σταματούσε στον δρόμο. Έριξα μια ματιά στο πορτρέτο της γυναίκας μου, στην κορνίζα· μια φωτογραφία που τραβήχτηκε σε κάποια ιταλική παραλία, δυο χρόνια μετά τον γάμο μας. Η Τζέσικα κάνει ηλιοθεραπεία πάνω σ’ έναν βράχο που τον πολιορκούν αφρισμένα κύματα, τα ξανθά μαλλιά της στάζουν στους ώμους της που αντιστέκονται στο μαύρισμα, έτσι διάφανοι σχεδόν που είναι. Μοιάζει με γοργόνα πάνω σε σύννεφο, γελαστή, με πρόσωπο λαμπερό,


μάτια πιο πλατιά κι απ’ τον ορίζοντα... Τι ήταν αυτό που τώρα δεν πήγαινε καλά; Από τότε που πήρε τη θέση της υποδιευθύντριας του τμήματος διεθνών πωλήσεων στην πολυεθνική εταιρεία που εργάζεται, η Τζέσικα άλλαξε. Ταξίδευε πολύ, από το Χονγκ Κονγκ στη Νέα Υόρκη κι από τη Σκανδιναβία στη Λατινική Αμερική, σκοτωνόταν στη δουλειά, θυσίαζε τις άδειές της, έφερνε στο σπίτι ολόκληρα πακέτα με φακέλους και περνούσε από έλεγχο τα έγγραφα με ευστροφία λαγωνικού. Μερικές φορές κλεινόταν ώρες ολόκληρες στο κλουβί της, με την πόρτα διπλοκλειδωμένη, λες και είχε να ασχοληθεί με υποθέσεις που αποτελούσαν μυστικά υψίστης ασφαλείας. Πήρα το παλτό μου, τύλιξα το κασκόλ γύρω απ’ τον λαιμό, έσβησα τη λάμπα και βγήκα. Στον διάδρομο του κτιρίου, το ασανσέρ περίμενε υπομονετικά κάποιον χρήστη. Ήταν ένα ωραίο ασανσέρ περασμένης εποχής, εντοιχισμένο μέσα σ’ ένα κουβούκλιο από φερ φορζέ βαμμένο μαύρο, που έλαμπε από καθαριότητα. Έξω, ένας παγωμένος αέρας έγδερνε τους τοίχους. Φόρεσα το παλτό μου και ανηφόρισα τον δρόμο ως το καφέ μπαρ της πλατείας. Ο Τόνι, ο μπάρμαν, μου απηύθυνε ένα πλατύ χαμόγελο βλέποντάς με να μπαίνω. Κατέβασε το χερούλι της αντλίας του βαρελιού και άφησε για μένα, πάνω στον πάγκο του μπαρ, ένα ποτήρι μπίρα που ξεχείλιζε από αφρό. Ερχόμουν τακτικά και δοκίμαζα την ποικιλία θαλασσινών του μαγαζιού, όποτε η Τζέσικα αργούσε να γυρίσει. Ο Τόνι ήταν ένα καλό παλικάρι από τον νότο, εύθυμος και αστείος τύπος, κοκκινομάλλης και φλογερός σαν σπίθα. Όλοι στη γειτονιά τον φώναζαν Σικελό, εξαιτίας της καλής του διάθεσης και του αυθορμητισμού του. Μερικές φορές, η πληθωρική του οικειότητα σάστιζε ορισμένους πελάτες, ελάχιστα συνηθισμένους στις αυτοσχέδιες φιλίες, αλλά, με τον καιρό, τον συνήθιζαν. Τον συμπαθούσα πολύ τον Τόνι, παρόλο που ήμουν παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει συγκρατημένος για τα γούστα του. Είχε το χάρισμα να διώχνει το στρες από πάνω μου και το απαιτούμενο τακτ ώστε να μην επιμένει όταν δεν αντιδρούσα στα φιλικά του χτυπήματα στον ώμο. «Κουρασμένος φαίνεσαι, Κουρτ». «Ήταν φορτωμένη μέρα σήμερα».

19

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 19


20

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 20

«Τυχεράκια! Θα ’πρεπε να χαίρεσαι». «Χαίρομαι». «Δεν φαίνεται. Ελπίζω να μην ξέχασες το χαμόγελό σου πάνω στο στηθοσκόπιο». Του χαμογέλασα. «Τώρα ησύχασα. Βλέπεις; Δεν κοστίζει τίποτα ένα χαμόγελο». Καθάρισε στα γρήγορα τον πάγκο μ’ ένα πανί και μου ανακοίνωσε: «Μόλις έφυγε ο Χανς. Δεν συναντηθήκατε στο δρόμο;» «Όχι. Πότε γύρισε;» «Πριν από τρεις μέρες. Δεν πέρασε να σε δει;» «Όχι». «Τι τρέχει; Έχετε τσακωθεί;» «Καθόλου. Αν δεν πέρασε να με δει, πάει να πει πως είχε άλλες προτεραιότητες... Πώς τα πήγε στην Αμαζονία;» «Καλά, απ’ ό,τι φαίνεται. Δεν προλάβαμε να μιλήσουμε και πολύ γι’ αυτό, αλλά έδειχνε ικανοποιημένος από την αποστολή του. Κι έπειτα, μαύρισε κι έχασε μερικά κιλά, του πάει πάρα πολύ». Ο Χανς Μάκενροτ είναι παλιός μου φίλος. Κληρονόμος μιας εκ των πλουσιοτέρων οικογενειών της Φρανκφούρτης, διοικούσε κάμποσες μεγάλες εταιρείες εξειδικευμένες στον νοσοκομειακό εξοπλισμό. Αλλά η μεγάλη του περιουσία δεν τον είχε κάνει απρόσιτο. Αντίθετα, συχνά τον έβλεπε κανείς σε συνηθισμένα μέρη, να χάνεται μέσα στο πλήθος και απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι τις πληκτικές δεξιώσεις και τις σοφιστικέ κοσμικότητες. Είχαμε γνωριστεί πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στο Μας Παλόμας, στα Κανάρια Νησιά. Ο Χανς γιόρταζε τα είκοσι πέντε χρόνια γάμου του με την Πόλα· η Τζέσικα κι εγώ περνούσαμε τον μήνα του μέλιτος. Τα μπανγκαλόου μας ήταν δίπλα δίπλα, μόλις μερικά βήματα από την παραλία. Η Πόλα είχε γίνει φίλη με την Τζέσικα, παρά τη διαφορά της ηλικίας τους. Καλούσαν η μία την άλλη τα βράδια για ένα φλιτζάνι καφέ και μας επέτρεπαν, στον Χανς και σε μένα, να καθίσουμε στην παρέα τους. Ο Χανς είχε πάθος με τα πλοία, τους ωκεανούς και τους λαούς που ζουν σε μακρινές χώρες. Δεκτικός καθώς ήμουν, ο Χανς παθιάστηκε και με μένα. Γίναμε σχεδόν αχώριστοι.


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 21

* Καρπάτσιο: ορεκτικό που φτιάχνεται με πολύ λεπτές φέτες από κρέας ή ψάρι, οι οποίες μαρινάρονται και κατόπιν σερβίρονται ωμές. (Σ.τ.Μ.)

21

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Πόλα έχασε τη ζωή της ξαφνικά από πνευμονικό οίδημα και ο Χανς, από τη στιγμή που χήρεψε, δεν σταμάτησε να γυρίζει τον κόσμο, σαν να ’θελε να ξεφύγει από τη θλίψη του. Ήταν ένας ασυναγώνιστος θαλασσοπόρος, που τον γοήτευαν οι άγνωστοι ορίζοντες. Κάθε χρόνο, σήκωνε άγκυρα για τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου, προσφέροντας τη βοήθειά του στους λαούς που το είχαν ανάγκη, πότε στα βάθη του δάσους του Αμαζονίου, πότε στην Αφρική και πότε στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Ασίας. «Θέλεις κάτι άλλο;» με ρώτησε ο Τόνι. «Έχω μια λιγούρα, αλλά δεν θέλω την ποικιλία των θαλασσινών απόψε». «Έχω νοστιμότατα καλαμαράκια». «Προτιμώ λίγο κρέας. Ένα ορεκτικό μου φτάνει». Ο Τόνι μου πρότεινε ένα καρπάτσιο βοδινού.* Πάνω από τον πάγκο του μπαρ, μια οθόνη «πλάσμα» αναμετέδιδε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Στο βάθος της αίθουσας, μια οικογένεια έτρωγε σιωπηλά, γύρω από έναν γέροντα που έκανε κάτι ακαθόριστες κινήσεις. Δυο κοπέλες φλυαρούσαν σ’ ένα τραπέζι κολλημένο στην τζαμαρία του μαγαζιού· η ταμπέλα τις έλουζε μ’ ένα παρδαλό φως, βάφοντας τα μαλλιά τους με φλογερές ανταύγειες. Η μια απ’ αυτές με κοίταξε επίμονα κι έπειτα έσκυψε προς τη φιλενάδα της που, με τη σειρά της, γύρισε κι αυτή το κεφάλι για να μου ρίξει μια ματιά. Ζήτησα τον λογαριασμό και, παρόλο που ο Τόνι επέμενε για ένα τελευταίο ποτηράκι, βγήκα στον δρόμο, όπου το κρύο είχε γίνει πιο τσουχτερό. Σκόπευα να περπατήσω λίγο, να πάω προς το ποτάμι για να ξεμουδιάσουν τα πόδια μου και το μυαλό μου, αλλά ο ουρανός άστραψε κάτω από τα βαριά σύννεφα και η βροχή με ανάγκασε να πάρω τον δρόμο για το πάρκινγκ όπου είχα αφήσει το αμάξι μου. Έφτασα σπίτι μου κατά τις δέκα και μισή, λόγω του μποτιλιαρίσματος που προκάλεσε η βροχή. Είχα την ελπίδα πως η Τζέσι-


22

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 22

κα θα είχε επιστρέψει, αλλά τα παράθυρα της βίλας μας δεν ήταν φωτισμένα. Ένα σακάκι της Τζέσικα βρισκόταν ακουμπισμένο σ’ ένα κομό, στο χολ. Δεν θυμόμουν να το είχα προσέξει βγαίνοντας το πρωί να πάω στο ιατρείο μου. Στην κρεβατοκάμαρά μας το κρεβάτι ήταν στρωμένο. Έβγαλα το παλτό μου, το σακάκι μου και τη γραβάτα μου και πήγα στην κουζίνα να πάρω μια μπίρα. Έπειτα κάθισα στον καναπέ, έβαλα τα πόδια μου σταυρωτά πάνω σ’ ένα πουφ και πήρα το τηλεκοντρόλ. Η οθόνη άνοιξε σε μια πολιτική συζήτηση. Άλλαξα κανάλι κάμποσες φορές, προτού πέσω πάνω σ’ ένα ντοκιμαντέρ για τον κόσμο της θάλασσας. Καρχαρίες δρούσαν ομαδικά ανάμεσα στα κοράλλια. Τα βάθη των ωκεανών με ηρέμησαν, χωρίς εντούτοις να μου επιτρέψουν να συγκεντρωθώ στο θέμα. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε έντεκα και έντεκα λεπτά. Όπως και το ρολόι μου. Άρχισα να αλλάζω κανάλια με μανία για να καταλήξω και πάλι στο ντοκιμαντέρ για τον θαλάσσιο κόσμο. Καθώς καμία εκπομπή δεν κατάφερνε να μου τραβήξει το ενδιαφέρον, αποφάσισα να κάνω ένα ντους, προτού πέσω για ύπνο. Ανάβοντας τα φώτα στο μπάνιο, παραλίγο να σωριαστώ στο πάτωμα, σαν να με φύσηξε ένας δυνατός στρόβιλος. Στην αρχή, νόμιζα πως είχα παραισθήσεις, αλλά δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη οφθαλμαπάτη· αυτό που είδα μπροστά μου, ξεπερνούσε τα όρια μιας απλής εντύπωσης. Όχι, άκουσα τον εαυτό μου να κραυγάζει. Αποσβολωμένος, μετέωρος σ’ ένα αστρικό κενό, πιάστηκα από τον νιπτήρα για να μην καταρρεύσω. Άρχισα να νιώθω ρίγη στα πόδια μου, ρίγη που ανέβηκαν προς την κοιλιά μου και διακλαδώθηκαν σε όλο μου το είναι, σαν ένα πλήθος από ηλεκτρικές σπίθες: η Τζέσικα βρισκόταν εκεί, ξαπλωμένη στην μπανιέρα, με τα ρούχα, το νερό ως τον λαιμό, το κεφάλι γερμένο στο πλάι και το ένα χέρι να κρέμεται έξω από την μπανιέρα. Τα μαλλιά της έπλεαν γύρω από το κάτωχρο πρόσωπό της και τα μισόκλειστα μάτια της κοιτούσαν με θλίψη το άλλο της χέρι, λυγισμένο πάνω στην κοιλιά της..., ένα θέαμα ανυπόφορο, εφιαλτικό, εξωπραγματικό... Η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο!


Το σπίτι μου είχε γεμίσει εισβολείς. Κάποιος μου έφερε ένα ποτήρι νερό και με βοήθησε να καθίσω. Μου μιλούσε, αλλά δεν τον άκουγα. Έβλεπα αγνώστους γύρω μου να κάνουν διάφορα πράγματα, ένστολους αστυνομικούς, τραυματιοφορείς με λευκές μπλούζες. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί; Τι δουλειά είχαν σπίτι μου; Κι έπειτα, θυμήθηκα. Εγώ τους είχα καλέσει. Μια στιγμή διαύγειας κι έπειτα, πάλι ομίχλη. Και πάλι δεν καταλάβαινα, δεν κατάφερνα να βρω μια άκρη μέσα στο χάος που κατέκλυζε το μυαλό μου: η Τζέσικα... Η Τζέσικα είχε αυτοκτονήσει καταπίνοντας δυο κουτιά υπνωτικά χάπια. Δυο κουτιά... υπνωτικά... πώς ήταν δυνατόν; Η Τζέσικα ήταν νεκρή... Η γυναίκα μου αυτοκτόνησε... Ο έρωτας της ζωής μου εξαφανίστηκε... Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο κόσμος μου έγινε φτωχότερος... Έπιασα το κεφάλι μου στα δυο μου χέρια για να μην το αφήσω να διαλυθεί. Αδύνατον να βγάλω απ’ το μυαλό μου αυτή την αστραπιαία εικόνα που κατέγραψα στο μπάνιο, αυτό το πτώμα στην μπανιέρα...Τζέσικα, βγες από κει, σε ικετεύω... Πώς μπορούσε να βγει από κει; Πώς μπορούσε να με ακούσει; Η ακαμψία της, η μαρμάρινη χλομάδα της, η παγωμένη ακινησία των ματιών της, δεν επιδέχονταν καμία έκκληση, κι όμως, είχα τρέξει κοντά της, την είχα πάρει στην αγκαλιά μου, την είχα προστάξει να ξυπνήσει· οι κραυγές μου περιφέρονταν στον χώρο, συντρίβονταν στους τοίχους, μου τρυπούσαν τα μηνίγγια. Ο γιατρός μέσα μου ήξερε πως δεν μπορούσε να γίνει τίποτα· ο σύζυγος αρνιόταν να το παραδεχτεί. Η Τζέσικα δεν ήταν πια παρά ένα σαρκίο, μια νεκρή φύση. Την είχα ξαπλώσει στο πάτωμα και είχα εφαρμόσει κάθε πρακτική που υπήρχε για να την επαναφέρω. Απελπισμένος, εξαντλημένος και κατατρομαγμένος, είχα κουλουριαστεί σε μια γωνιά του δωματίου και είχα μείνει να την κοιτάζω σαν μέσα από έναν αμφίδρομο καθρέφτη. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί καταβεβλημένος, σκυθρωπός, τσακισμένος από τη συμφορά που με χτύπησε. Οι αστυνομικοί βγήκαν επιτέλους απ’ το μπάνιο, αφού πρώτα μάζεψαν τον επαγγελματικό τους εξοπλισμό. Είχαν βγάλει φωτογραφίες και είχαν συλλέξει ενδείξεις ικανές να επεξηγή-

23

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 23


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 24

24

σουν τις συνθήκες του θανάτου της γυναίκας μου. Οι τραυματιοφορείς πήραν την άδεια να μεταφέρουν τη σορό. Τους είχα δει να βγάζουν την Τζέσικα πάνω σ’ ένα φορείο – την Τζέσικα που δεν ήταν πια παρά ένα απλό κουφάρι σκεπασμένο μ’ ένα λευκό σεντόνι. Ένας ψηλός κύριος με σκούρο κοστούμι μού έκανε νόημα να πλησιάσω. Το πρόσωπό του ήταν στρογγυλό, είχε γκρίζους κροτάφους και ήταν σχεδόν φαλακρός. Με μια ευγένεια στα όρια της δουλοπρέπειας, που για κάποιον άγνωστο λόγο με εκνεύρισε, με προσκάλεσε να κουβεντιάσω μαζί του στο σαλόνι. «Είμαι ο υπαστυνόμος Στουρμ. Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις. Ξέρω, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, αλλά είμαι υποχρεωμένος...» «Όντως, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, υπαστυνόμε», τον διέκοψα. «Δεν είναι καθόλου η κατάλληλη στιγμή». Δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω τη φωνή μου, έτσι καθώς έμοιαζε να βγαίνει μέσα από μια ατέλειωτη σειρά φίλτρων. Ήμουν έξαλλος με τον αξιωματικό της αστυνομίας, έβρισκα τη συμπεριφορά του απάνθρωπη. Πώς τολμούσε να μου κάνει ερωτήσεις από τη στιγμή που δεν καταλάβαινα τίποτε απ’ ό,τι μου συνέβαινε; Τι απαντήσεις ήλπιζε να πάρει από κάποιον που είχε χάσει πλέον κάθε στήριγμα, κάθε δυνατότητα σκέψης, κάθε κρίση; Είχα κλονιστεί, είχα συντριβεί από έναν στρόβιλο που με παρέσυρε σε μια άγνωστη άβυσσο... Ένα πράγμα ήθελα μόνο: να ξαναβρώ τη σιωπή του σπιτιού μου.

Ο υπαστυνόμος ξανάρθε να με δει το επόμενο πρωί, συνοδευόμενος από δυο ανέκφραστους επιθεωρητές που μου έγιναν αμέσως αντιπαθείς. Έκανε βιαστικά τις συστάσεις και με παρακάλεσε να τους αφήσω να μπουν. Τραβήχτηκα στην άκρη για να περάσουν. Αναγκαστικά. Δεν ήμουν σε θέση να δεχτώ την επίσκεψη κανενός. Είχα ανάγκη να μείνω μόνος, να κλείσω τα παραθυρόφυλλα, να εγκλωβιστώ στο σκοτάδι και να κάνω πως δεν υπάρχω. Ο πόνος μου συνέχιζε να αντικαθιστά τον χρόνο, τον κό-


σμο, ολόκληρο το σύμπαν. Αισθανόμουν τόσο αδύναμος κάτω απ’ την κυριαρχία του, τόσο μικροσκοπικός που θα μπορούσα να πνιγώ και σ’ ένα δάκρυ. Κι έπειτα, ήταν κι αυτή η βαριά κούραση, η τεράστια κούραση που με διαμέλιζε μεθοδικά... Δεν είχα κλείσει μάτι όλη νύχτα. Όσο πιο πολύ ξαναγύριζε στο νου μου η μακάβρια σκηνή του μπάνιου, τόσο λιγότερο την κατανοούσα. Ήταν σαν ένα όνειρο που ερχόταν κι έφευγε, κάτι σαν απροσδιόριστη και έντονη ναυτία. Νομίζω πως έκανα αρκετές φορές εμετό. Ή μπορεί απλά να μου ανακατεύτηκε πολλές φορές το στομάχι. Δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα. Η αυτοκτονία της Τζέσικα ήταν ένα τρομακτικό μυστήριο... Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να κοιμηθώ. Ο ύπνος ήταν ο χειρότερός μου δήμιος. Γιατί να κοιμηθώ; Για να διαπιστώσω ξανά, ξυπνώντας, πως η Τζέσικα ήταν νεκρή; Πώς να επιζήσει κανείς από το επαναλαμβανόμενο σοκ μιας τόσο ωμής πραγματικότητας;... Όχι, πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να κοιμηθώ... Αφού έφυγε το ασθενοφόρο και αποχώρησε η αστυνομία, έκλεισα τα φώτα, κλείδωσα τα παραθυρόφυλλα, αποτραβήχτηκα σε μια γωνιά του δωματίου και κράτησα τον ύπνο σε απόσταση ως το πρωί, ξέροντας πολύ καλά πως καμιά αχτίδα ήλιου δεν θα με βοηθούσε να δω καθαρά μέσα στο πένθος μου. Οδήγησα τους τρεις αστυνομικούς στο σαλόνι. Κάθισαν στον καναπέ. Εγώ έμεινα όρθιος, μην ξέροντας τι ακριβώς να κάνω. Ο υπαστυνόμος μού υπέδειξε μια πολυθρόνα και περίμενε να καθίσω προτού με ρωτήσει αν η Τζέσικα είχε κάποιο λόγο να βάλει τέλος στη ζωή της. Μου έκανε την ερώτηση με μισό στόμα. Τον κοίταξα αμήχανος. Αφού πρώτα κλωθογύρισα την ερώτηση στο μυαλό μου, του είπα πως δυσκολευόμουν να πιστέψω πως η Τζέσικα ήταν νεκρή, πως περίμενα πως όπου να ’ναι θα ξυπνήσω. Ο υπαστυνόμος έγνεψε καταφατικά, ευγενικά, και μου ξανάκανε την ίδια ερώτηση λες και τα λόγια μου ήταν εκτός θέματος και να ήθελε να με κάνει να παραμείνω αυστηρά στα γεγονότα, στις πιθανές αιτίες που μπορεί να οδήγησαν ένα άτομο σαν την Τζέσικα στην αυτοκτονία. Από τον τρόπο που με παρατηρούσε, κατάλαβα πως σχημάτιζε μια προκαταρχική υπόθεση στο μυαλό του, προτού περάσει σε κάποια άλλη, πιο εμπεριστατωμένη,

25

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 25


26

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 26

μιας και κατά τη γνώμη του τίποτα δεν αποδείκνυε προς το παρόν πως επρόκειτο για αυτοκτονία. Αντιλαμβανόμενος την καθόλου λεπτή συμπεριφορά του, ίσιωσε τη γραβάτα του και με ρώτησε, με απλότητα, πώς ήταν η Τζέσικα το τελευταίο διάστημα. Του απάντησα πως ήταν αγχωμένη, απόμακρη, μυστικοπαθής, αλλά πως ούτε για μια στιγμή δεν πίστεψα πως θα ήταν ικανή να προβεί σε μια τόσο απελπισμένη ενέργεια. Ο υπαστυνόμος δεν έδειξε να ικανοποιείται από τη δήλωσή μου, η οποία προφανώς δεν τον βοήθησε και πολύ. Αφού έτριψε το κόκαλο της μύτης του, πέρασε το χέρι του από τη φαλάκρα του, χωρίς να με αφήσει από τα μάτια, και με ρώτησε αν η σύζυγός μου είχε αφήσει κανένα γράμμα που να έδινε εξηγήσεις για την πράξη της... «Γράμμα; – Ή κάποιο ηχογραφημένο μήνυμα, κάτι τέτοιο», πρόσθεσε. «Δεν σκέφτηκα να κοιτάξω», του είπα. Ο υπαστυνόμος θέλησε να μάθει αν η σχέση μας περνούσε κάποια «κρίση». Απέστρεψε το βλέμμα του κάνοντάς μου αυτή την ερώτηση. Τον διαβεβαίωσα πως η Τζέσικα κι εγώ τα πηγαίναμε μια χαρά και πως δεν είχαμε καμία αντιδικία μεταξύ μας. Άρχισα να τρέμω, ενοχλημένος που έπρεπε να μιλάω για την προσωπική μου ζωή σε αγνώστους. Υπήρχε σ’ αυτή την τελικά συνήθη ανάκριση, ένα απροσδιόριστο θράσος που δεν το ανεχόμουν. Θα ’λεγε κανείς πως οι τρεις αστυνομικοί με υποπτεύονταν και προσπαθούσαν να μου στήσουν παγίδα. Η ψυχρή και αποφασιστική τους μέθοδος με έκανε να αγανακτώ. Ο υπαστυνόμος κράτησε κάτι βιαστικές σημειώσεις σ’ ένα μπλοκάκι. Αφού ξερόβηξε, φέρνοντας τη γροθιά του μπροστά στο στόμα, με ενημέρωσε πως, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, ο θάνατος της συζύγου μου πρέπει να επήλθε ανάμεσα στις δέκα το πρωί και τις δύο το μεσημέρι και με παρακάλεσε να του περιγράψω τη χθεσινή μου μέρα. Του είπα πως είχα φύγει από το σπίτι κατά τις οκτώ και μισή, πως ήμουν στο ιατρείο μου στις εννέα και τέταρτο, πως είχα εξετάσει τους ασθενείς μου ως τη μία το μεσημέρι, πως είχα πάει για φαγητό και μετά είχα επιστρέψει στη δουλειά μου... Ξαφνικά, φοβήθηκα. Κι αν με ρωτούσαν τι είχα κάνει ανάμεσα στη μία και τις τρεισήμισι το μεσημέρι, πώς μπορούσα να αποδείξω την παρουσία μου στην πλατεία, μόνος σε κάποιο παγκάκι, χωρίς κα-


νέναν πειστικό μάρτυρα, την ώρα που οι ασθενείς μου ξεροστάλιαζαν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου μου; Οι δυο επιθεωρητές άκουγαν τις δηλώσεις μου δήθεν αποστασιοποιημένοι, αναίσθητοι στη δυστυχία που προκαλούσαν μέσα μου. Θύμωνα που με στρίμωχναν κατ’ αυτόν τον τρόπο, που αγνοούσαν τη στεναχώρια μου και που συνέχιζαν να με σφυροκοπούν με ερωτήσεις, ψαχουλεύοντας αδιάντροπα τις πιο προσωπικές γωνιές της συζυγικής μου ζωής. Περίμενα στωικά να φύγουν, να εξαφανιστούν από μπροστά μου. Στο τέλος της συνομιλίας, ο υπαστυνόμος τακτοποίησε το μπλοκάκι του στη μέσα τσέπη της καμπαρντίνας του και με ρώτησε αν μπορούσε να μου φανεί χρήσιμος σε κάτι. Δεν του απάντησα. Κούνησε το κεφάλι του, μου έδωσε την κάρτα του και το τηλέφωνό του, σε περίπτωση που θυμόμουν κάποια λεπτομέρεια ικανή να τον διαφωτίσει. Όταν έφυγαν οι αστυνομικοί, έπιασα ξανά το κεφάλι μου στα δυο μου χέρια, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τίποτα. Η Έμα μού τηλεφώνησε για να με ενημερώσει πως με περίμεναν οι ασθενείς μου στο ιατρείο. Την παρακάλεσα να τους ζητήσει συγγνώμη εκ μέρους μου και να ακυρώσει όλα τα ραντεβού για τις επόμενες μέρες. Προβληματισμένη, θέλησε να μάθει τι συνέβη. «Η Τζέσικα πέθανε», της είπα με άχρωμη φωνή. «Θεέ μου!» αναφώνησε εκείνη. Παρέμεινε άφωνη για αρκετή ώρα, στην άλλη άκρη της γραμμής, και μετά έκλεισε το τηλέφωνο. Κοίταξα το ακουστικό στο χέρι μου, μην ξέροντας τι να το κάνω. Μερικοί γείτονες κατέφθασαν σπίτι μου. Δεν τους είχε διαφύγει ο χτεσινός σαματάς, η άφιξη του ασθενοφόρου και των περιπολικών με τα περιστρεφόμενα φώτα, ίσως και να μην τους είχε αφήσει να κοιμηθούν. Τώρα, που είχε ξημερώσει, είχαν έρθει να δουν τι συνέβη. Γύρω στις δώδεκα, ήρθε να με δει ο Χανς Μάκενροτ, έχοντας μάθει τα νέα από την Έμα. Ήταν συντετριμμένος από την τραγωδία που με είχε βρει. «Τι συμφορά!» είπε. Και με αγκάλιασε. Καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας, ακούγοντας τη βροχή να πέφτει ρυθμικά πάνω στα τζάμια. Βουβοί. Και ακίνητοι.

27

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 27


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 28

28

Η Έμα ήρθε κι εκείνη να μας βρει. Φορούσε ένα μαύρο ταγιέρ, κατάλληλο για την περίσταση. Από τα κοκκινισμένα της μάτια, κατάλαβα πως είχε κλάψει. Είχε το τακτ να μη με κάνει να νιώσω άσχημα με τις συχνά αδέξιες εκδηλώσεις της συμπόνιας και αρκέστηκε να πάει να μας φέρει να πιούμε. Η νύχτα μάς βρήκε και τους τρεις τόσο πολύ χαμένους στις σκέψεις μας που κανείς μας δεν σκέφτηκε να ανάψει το φως στο δωμάτιο. Δεν είχαμε φάει τίποτα όλη μέρα και τα ποτήρια μας ήταν ακόμα γεμάτα. Παρακάλεσα την Έμα να γυρίσει σπίτι της. «Τα παιδιά είναι με τη μητέρα μου», με καθησύχασε εκείνη. «Μπορώ να μείνω». «Δεν είναι ανάγκη». «Είστε σίγουρος πως δεν με χρειάζεστε;» «Μείνε ήσυχη, Έμα». Προτού φύγει, μου υπενθύμισε πως είχα το κινητό της και πως μπορούσα να της τηλεφωνήσω οποιαδήποτε ώρα. Της υποσχέθηκα πως θα το σκεφτόμουν. Κι έπειτα, στράφηκα προς τον Χανς. «Δεν σ’ αφήνω μόνο σου», βιάστηκε να μου απαντήσει εκείνος με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Και τηλεφώνησε στον Τόνι να του παραγγείλει το δείπνο μας.

Ψιλόβρεχε πάνω από το νεκροταφείο που το γκρίζο φως έντυνε με μια σκοτεινή μελαγχολία. Η τελετή γινόταν σ’ ένα τετράγωνο κομμάτι γης σκεπασμένο με χορτάρι, διαχωρισμένο από συμμετρικά μονοπάτια με χαλίκι. Οι φίλοι που είχαν έρθει να συνοδεύσουν την Τζέσικα στην τελευταία της κατοικία, συνωστίζονταν μπροστά στο σκουρόχρωμο μνήμα, άλλοι κάτω από τις ομπρέλες τους κι άλλοι τυλιγμένοι στα παλτά τους. Ο Βόλφγκανγκ Μπρόντερζεν, ο πατέρας της Τζέσικα, κοιτούσε επίμονα το φέρετρο όπου αναπαυόταν η κόρη του. Είχε καταφτάσει το ίδιο πρωί από το Βερολίνο και είχε προτιμήσει να απευθυνθεί άμεσα στο γραφείο τελετών αντί να έρθει σε επαφή μαζί μου. Από την απόμακρη και ολιγόλογη συμπεριφορά του, είχα καταλάβει πως τα εί-


χε με μένα. Δεν συμπαθούσαμε ο ένας τον άλλον. Πρώην στρατιωτικός, μαθημένος στην αυστηρότητα, μιλούσε λίγο και κρατούσε τις απόψεις του για τον εαυτό του. Είχε διστάσει πολύ προτού δώσει τη συγκατάθεσή του στην Τζέσικα να με παντρευτεί. Άλλωστε, δεν είχε μείνει και πολλή ώρα στον γάμο μας. Δεν θυμάμαι να τον είδα στη δεξίωση που ακολούθησε. Χήρος, μοναχικός και ξεροκέφαλος, απέφευγε τους γάμους και τις γιορτές όπως ο διάβολος το λιβάνι. Τις σπάνιες φορές που η Τζέσικα κι εγώ πηγαίναμε στο Βερολίνο, μας έδινε την εντύπωση πως τον ενοχλούσαμε. Δεν ήξερα για ποιο λόγο δεν με είχε στην καρδιά του. Ίσως έτσι να είναι οι στρατιωτικοί: αναγκασμένοι να ζουν μακριά από το σπίτι τους, ίσως έχουν φτιάξει μια ασπίδα προστασίας που τους κάνει ελάχιστα ευαίσθητους στις οικογενειακές χαρές. Ή ίσως, κτητικός και μονήρης, να μην είχε καταφέρει να ξεπεράσει το ότι του είχα στερήσει το μοναδικό συγγενικό πρόσωπο που του απέμενε. Ομολογώ πως δεν του είχα κρατήσει κακία και πως είχα προσπαθήσει να τον δικαιολογήσω. Αυτό όμως δεν θα άλλαζε και πολύ τις σχέσεις μας. Ήταν κρίμα, αυτό ήταν όλο. Αγαπούσε την Τζέσικα. Αν και αποστρεφόταν να εκδηλώνει τα συναισθήματά του, μου αρκούσε να τον βλέπω να κοιτάζει την κόρη του για να αντιληφθώ πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη που έτρεφε για κείνη. Η Τζέσικα τον λάτρευε. Παρά την υπερβολική συστολή του πατέρα της, δεν δίσταζε να χιμήξει στη�� αγκαλιά του κάθε φορά που τον ξανάβλεπε. Όση ώρα τον αγκάλιαζε, εκείνος κρατούσε τα μπράτσα του κολλημένα στα πλευρά του και έδινε μάχη μέσα του μέχρι να την αγκαλιάσει κι εκείνος με τη σειρά του. Ανάμεσα στους φίλους που παρευρέθηκαν στην κηδεία, ήταν και ο Χανς Μάκενροτ. Κάπου κάπου, μου απεύθυνε μια ενθαρρυντική χειρονομία. Πίσω του, η Έμα τουρτούριζε κάτω απ’ την ομπρέλα της, με την άκρη της μύτης της κοκκινισμένη απ’ το κρύο. Δίπλα της, ο Τόνι είχε σχεδόν εξαφανιστεί χωμένος στον γιακά του παλτού του. Στα δεξιά του, η Κλόντια Ράινχαρτ, μια συνάδελφος της Τζέσικα, φυσούσε τη μύτη της σ’ ένα χαρτομάντιλο, με μάτια που γυάλιζαν απ’ τα δάκρυα. Ήταν πολύ καλή φίλη της γυναίκας μου και περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί

29

XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 29


XANTRA sel_Final_Layout 1 28/09/2012 2:56 ΜΜ Page 30

30

μας παρά με τους δικούς της. Η Κλόντια ήταν μια κοπέλα εγκάρδια και ευχάριστη. Εκείνη είχε πιέσει την Τζέσικα να γραφτεί στο γυμναστήριο όπου έκαναν αερόμπικ. Μου έστειλε ένα δειλό θλιμμένο χαμόγελο στο οποίο αποκρίθηκα με ένα ανεπαίσθητο νεύμα κι έπειτα εκείνη ξανάβαλε τη μύτη της στο χαρτομάντιλο και δεν ξανασήκωσε το κεφάλι. Μετά την τελετή, ο κόσμος διαλύθηκε. Οι πόρτες των αυτοκινήτων άρχισαν να ανοιγοκλείνουν με θόρυβο, η μία μετά την άλλη, και τα αμάξια να φεύγουν απ’ το νεκροταφείο. Άκουγα μονάχα το τρίξιμο από τα λάστιχα πάνω στα χαλίκια. Όταν η σιωπή ξανάρχισε να βασιλεύει σε τούτη τη γωνιά του κόσμου, ο Χανς Μάκενροτ μου είπε χαμηλόφωνα: «Τελείωσε, Κουρτ. Πάμε τώρα». «Τι τελείωσε;» του είπα. «Αυτό που είχε αρχίσει μια μέρα». «Πιστεύεις πως είναι τόσο απλό;» «Τίποτα δεν είναι απλό στη ζωή, Κουρτ, αλλά πρέπει να μάθουμε να ζούμε μ’ αυτό». Έριξα μια τελευταία ματιά στο μνήμα. «Μπορεί και να ’χεις δίκιο, Χανς. Μόνο που τίποτα δεν μας εξηγεί το πώς να ζήσουμε μ’ αυτό». «Είναι δουλειά του χρόνου». «Δεν σε πιστεύω...» Ο Χανς ύψωσε τα χέρια του ως τους ώμους σε ένδειξη πως παραδίνεται. Στην πραγματικότητα, δεν είχε τρόπο να απαντήσει και καταλάβαινε πως η αδεξιότητά του απλά θα περιέπλεκε περισσότερο τα πράγματα. Λυπόταν που δεν είχε βρει τα κατάλληλα λόγια για να με παρηγορήσει και θύμωνε με τον εαυτό του που είχε μιλήσει.

Βρήκα την Έμα, την Κλόντια και μερικούς γείτονες στο σπίτι. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Βόλφγκανγκ Μπρόντερζεν, ο πεθερός μου, ήταν εκεί, σωριασμένος σε μια καρέκλα κοντά στο μπαλκόνι. Νόμιζα πως θα είχε φύγει κιόλας για το Βερολίνο. Σηκώθηκε, άφησε το ποτήρι του σ’ ένα τραπεζάκι και περίμενε να


Γιασμίνα Χάντρα - Εξίσωση θανάτου