Page 1

VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 7

TΟΜ

7

Ό

ΤΑΝ Ο άΝθρωΠΟΣ είναι είκοσι χρόνων, μπορεί να συγκατοικήσει άνετα με δύο συνομηλίκους του· στα σαράντα ένα του όμως αυτό πια παύει να είναι αστείο. Καμιά φορά, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, μετά το μεθύσι, σας ξυπνάει ένας πονοκέφαλος με μια φοβερή δίψα, οπότε σηκώνεστε και πάτε κατευθείαν να πιείτε νερό από τη βρύση, διότι είναι τζάμπα κόπος να προσπαθήσετε να βρείτε στο ψυγείο τη δική σας μπίρα ή το δικό σας αναψυκτικό. Βαριέστε να ψάξετε τις παντόφλες σας στο σκοτάδι, με αποτέλεσμα να νιώθετε στα γυμνά σας πέλματα (ακριβώς μια τέτοια σκοτεινή ιδέα είχε περάσει απ’ το μυαλό σας) ξερά ψίχουλα ψωμιού, λειωμένες ελιές με σάλτσα σκόρδου, κομμένα νύχια του Σκίπι κι ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Στο επόμενο δευτερόλεπτο θα γλιστρήσετε στα πεταμένα φυλλάδια της κινητής τηλεφωνίας Eurotel. Ο Σκίπι αγοράζει μέχρι και τρεις φορές το χρόνο καινούργιο κινητό, κάθε μήνα αλλάζει εταιρεία και συνεχώς μετράει τα δωρεάν λεπτά, διότι στην ουσία δεν έχει σε ποιον να τηλεφωνήσει. Όπως κι εγώ άλλωστε – έχουμε τόσα λεπτά δωρεάν που μπορούμε να τα χαρίζουμε. Από τα δωμάτια Ένα και Τρία ακούγεται το ροχαλητό των δυο συγκατοίκων μου και στον πίνακα από φελλό διακρίνεται μια λευκή κόλλα χαρτιού όπου καταγράφεται η ύστατη μάταιη προσπάθεια να καθοριστεί με σειρά ο μηνιαίος καθαρισμός του δωματίου. Aν ανοίξετε αθόρυβα την πόρτα του μπάνιου, ψαχουλεύοντας στα τυφλά, θ’ αγγίξετε το πλαστικό αιδοίο που ένα βροχερό Σαββατοκύριακο ο Σκίπι είχε τοποθετήσει στον τοίχο στη θέση του διακόπτη,


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 8

θα κλείσετε ερμητικά τα μάτια σας και θ’ ανοίξετε το φως. Μετά σιγά σιγά θ’ ανοίξετε και τα μάτια σας: επάνω στον απίστευτα βρόμικο νιπτήρα υπάρχουν τρεις ξυριστικές μηχανές. Ο καθρέφτης από πάνω τους είναι πασαλειμμένος με κάθε λογής οδοντόκρεμες και αρχίζει να θυμίζει πίνακα αφηρημένης τέχνης. Θ’ ανοίξετε τη βρύση αφήνοντας το νερό να τρέχει και θα παρατηρήσετε τις ρυτίδες κάτω απ’ τα μάτια και στο μέτωπό σας. Αφουγκράζεστε το νερό στην αποχέτευση: μες στην ησυχία του νυχτερινού δωματίου ο ήχος του σας φαίνεται κάπως διαφορετικός σε σχέση με την ημέρα. Σαν να περιέχει κάποιο κωδικοποιημένο μήνυμα – ένα μήνυμα για σας: Ρε, φιλαράκο, έχεις τα χάλια σου! Έπονται και χειρότερα. Ούτε που θα σας ξαφνιάσει. Ίσως κουνήσετε ελαφρώς το κεφάλι σας καταφατικά, θα κλείσετε το νερό και θα ξαναπάτε για ύπνο. Στο δικό σας δωμάτιο, στο νούμερο Δύο.

ΕΥΑ

8

ΜεΤά ΤΟ δΙΑΖύγΙΟ θα μείνει μόνη της. Τότε όλοι της έλεγαν πως στα είκοσι εννιά της, και κυρίως με τη φατσούλα που έχει (μισεί αυτή τη λέξη), δεν θα έχει το παραμικρό πρόβλημα να βρει άντρα, αλλά εκείνη μάλλον δεν τον ψάχνει καν. Αν και καμιά φορά δέχεται πρόσκληση για καφέ ή για θέατρο, ποτέ δεν υπάρχει συνέχεια. Τις περισσότερες φορές τής φαίνεται από την αρχή κιόλας κάπως... φτιαχτό. Οι άντρες αυτοί προσπαθούν υπερβολικά και αυτό πιθανόν να είναι το λάθος τους. Η Εύα χαμογελάει, παρατηρεί τις ακριβές γραβάτες τους και ακούει τις αστείες ιστορίες τους τη μια μετά την άλλη (ο Τζεφ επέμενε πως στην περίπτωσή της η απώλεια της αίσθησης του χιούμορ έφτανε στα όρια της νοητικής καθυστέρησης), αλλά μέσα της ήδη ανυπομονεί να γυρίσει στο σπίτι, να γεμίσει την μπανιέρα, να ρίξει μέσα αφρόλουτρο με άρωμα μανταρινιού και ν’ ακούσει το καινούργιο CD των U2. Γίνεται να το καταλάβει κανείς; Σχεδόν όλες οι φίλες της (και πολύ περισσότερο η μητέρα της) θα έλεγαν πως δεν γίνεται.


Όμως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η ομορφιά της λες και παραλύει όλα τα αρσενικά μόλις την αντικρίσουν. Τη λέξη «ομορφιά» τη χρησιμοποιεί με την ίδια άνεση όπως οι πλούσιοι μιλούν για λεφτά – αυτό βέβαια στους φτωχούς ακούγεται σαν υπεροψία. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν είναι ακατάδεχτη και οι διάφορες φιλοφρονήσεις πιο πολύ την εκνευρίζουν. Προς Θεού, γιατί ο άνθρωπος να μοιάζει λες και μόλις ανακάλυψε την Αμερική; Ναι, είναι όμορφη, το ξέρει – και τι μ’ αυτό; Δεν είναι βέβαιη αν μπορεί να το εξηγήσει. Αρκετοί από τους άντρες που τη φλερτάρουν μετά το διαζύγιό της τής κάνουν διάφορες ρομαντικές χειρονομίες: της χαρίζουν δαχτυλίδια με διαμάντια που τους τα επιστρέφει ζητώντας τους συγγνώμη· της αγοράζουν αεροπορικά εισιτήρια για το Λονδίνο που αργότερα τα ακυρώνουν πληρώνοντάς τα ακριβά· εναποθέτουν στα πόδια της ολόκληρες τις ζωές τους (ενίοτε μαζί με τα παιδιά και τη σύζυγό τους). Μοιάζουν να είναι έτοιμοι να κόψουν όλες τις γέφυρες μέχρι την τελευταία – πιθανόν να υποψιάζονται πως μπορεί να την κερδίσει μόνο εκείνος που θα είναι πρόθυμος να προσφέρει τη μεγαλύτερη θυσία. Μερικές φορές αισθάνεται σαν διαμέρισμα πολυτελείας προς πώληση: προτεραιότητα έχει η υψηλότερη προσφορά. Τα πάντα είναι πολύ προβλέψιμα. Στην αρχή όλοι είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση, όταν όμως κατανοούν πως η συνεσταλμένη της συμπεριφορά δεν αλλάζει με τίποτα, η φούσκα σκάει. Εν ριπή οφθαλμού αρχίζουν να της φέρονται σαν να ήταν η προϊσταμένη τους, αρχίζουν να τη φοβούνται. Συνεχώς τη ρωτούν αν της αρέσει το φαγητό, μήπως της λείπει τίποτα και τι μπορούν να κάνουν γι’ αυτήν. Θα κάνουν, λένε, τα πάντα. Ίσως και να έπεφταν στα γόνατα μπροστά της. Μπορούν όμως να τη σαγηνεύουν τέτοιου είδους άντρες; Είναι κουραστικό. Γελοίο. Τον πιο ακριβή ορισμό ίσως τον είχε δώσει κάποτε ο Σκίπι: «Όλοι χεζόμαστε με το που σε βλέπουμε». Η ίδια ποτέ δεν θα το έλεγε μ’ αυτό τον τρόπο (ποτέ δεν μιλάει πρόστυχα), αλλά σκέφτεται: κάπου θα ’χει δίκιο ο μπαγάσας. Αλήθεια, ποτέ δεν θα βρεθεί κάποιος που να μη... χεστεί στη θωριά της; Τα είχε φανταστεί εντελώς διαφορετικά. «Τα φαντάζεσαι ό-

9

VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 9


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 10

10

πως ο Σβέικ τον πόλεμο!» της φώναξε κάποτε έξαλλος ο Τζεφ πριν το διαζύγιό τους. Μερικές φορές η Εύα βλέπει στον ύπνο της ένα τρελό όνειρο: κάποιος χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας κι αυτή πάει ν’ ανοίξει φορώντας ένα μπουρνούζι. Στο κατώφλι στέκεται ένας άγνωστος άντρας· τη χαιρετάει με τα μάτια του. Αυτή κάνει πίσω, ο άντρας μπαίνει και τη βοηθάει να συμμαζέψει τα πράγματά της: αυτή ανοίγει τις ντουλάπες, βγάζει τις κρεμάστρες με τα ρούχα κι αυτός τα τοποθετεί στη βαλίτσα. Όλη την ώρα δεν μιλάει κανείς. Η κόρη της η Αλίτσε την κοιτάζει με απορία, αλλά αυτή με το βλέμμα της θα της δώσει να καταλάβει πως όλα είναι εντάξει. Ο άντρας θα κλείσει τις βαλίτσες, θα σηκώσει την πιο μεγάλη και θα πιάσει το χέρι της Αλίτσε. Η Εύα κουβαλάει τη δεύτερη βαλίτσα. Χωρίς βιασύνη κατεβαίνουν ως το αμάξι και ο άντρας τις πηγαίνει στο σπίτι του... Είναι τόσο δύσκολο να τα εξηγήσει κανείς. Το πρόβλημα έγκειται στην επικοινωνία, συνήθιζε να λέει ο Τζεφ. «Να επικοινωνείς μαζί μου! Μίλα! Πώς να σεβαστώ τα μυστηριώδη γυναικεία σου αισθήματα όταν δεν προσπαθείς καν να μου τα περιγράψεις; Πώς, γαμώτο μου, να σε καταλάβει κανείς;»

Η Αλίτσε τής καταλογίζει πως τον τελευταίο καιρό τα πρωινά περνάει όλο και περισσότερη ώρα στο μπάνιο. Ίσως και να ’χει δίκιο, δεν μετράει την ώρα. Ο κατάλογος με τις διάφορες ατέλειες στο πρόσωπό της που κάθε πρωί πρέπει να περιποιείται ή έστω να καλύπτει αυξάνεται τώρα μετά τα σαράντα τόσο ραγδαία που αρχίζει να την ανησυχεί. Στα δεκαοκτώ της δεν έμενε ούτε πέντε λεπτά το πρωί στο μπάνιο: βούρτσιζε τα δόντια της, έριχνε κρύο νερό στο πρόσωπό της, άπλωνε την πρώτη κρέμα που έβρισκε στο νιπτήρα, χτένιζε στα γρήγορα τα μαλλιά της – κι όλοι της έλεγαν, και μάλιστα όλη την ημέρα, πόσο όμορφη είναι. Όταν το Σάββατο κατέβαινε στην κουζίνα να πάρει το πρωινό της με την υπόλοιπη οικογένεια, στο πρόσωπο του πατέρα της εμφανιζόταν πάντοτε μια ευχάριστη έκπληξη, σχεδόν κατάπληξη. Μάλιστα αυτό της φαινόταν κάπως απρεπές, λόγω της μητέρας της. Μερικές φορές ο πατέρας της άφηνε παράμερα την ανοιχτή μισο-


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 11

Το βράδυ μένει σχεδόν πάντα σπίτι. Κάποτε έκανε μαθήματα γιόγκας για αρχάριους, αλλά τα παράτησε μετά από έξι μήνες: εκείνες οι στάσεις τής φαίνονταν αστείες και καταπίεζε πολύ τον εαυτό της να μην το αποκαλύψει στη φανατική δασκάλα τους. Το παράδοξο ήταν πως βαρέθηκε οριστικά μόλις κατάφερε να εκτελέσει επιτυχώς τις πρώτες περίπλοκες στάσεις. Τα κατάφερνε μάλιστα καλύτερα από τους υπόλοιπους, η δασκάλα την επαινούσε και την παρουσίαζε σαν παράδειγμα, αλλά η Εύα ένιωθε αμήχανα σ’ εκείνες τις αφύσικες στάσεις. «Μπορώ κάλλιστα να σταθώ πάνω στο κεφάλι μου, αλλά έτσι κι αλλιώς θα παραμείνω χωρισμένη», έλεγε μέσα της. Της αρέσει να λύνει σταυρόλεξα, να πλέκει και συχνά πυκνά να βλέπει τηλεόραση· της είναι αδιάφορο τι λένε οι άλλοι. Από

11

διαβασμένη εφημερίδα του και την παρατηρούσε να προσπαθεί να συναρμολογήσει τον διαλυμένο αποχυμωτή για να μπορέσει να ετοιμάσει φρέσκο χυμό από τα τρία κιτρινοπράσινα κουβανέζικα πορτοκάλια. «Αλένκα», θ’ απευθυνθεί στη γυναίκα του, «πώς είναι δυνατόν να συλλάβαμε στα βρόμικα μπάνγκαλοους της Κροατίας κάτι τόσο όμορφο;» Θα σηκωθεί, θα σπρώξει απαλά την κόρη του και θα συναρμολογήσει μόνος του τον αποχυμωτή. «Ούτε ’γώ το έχω καταλάβει», απαντά η μητέρα της Εύας χαμογελώντας. «Πάντως δεν ήταν βρόμικα», ψιθυρίζει στην Εύα. «Αυτό το ’χει βγάλει ο μπαμπάς σου απ’ το μυαλό του». Της φαίνεται σαν να ήταν χθες. Σήμερα περνάει μια ολόκληρη ώρα στο μπάνιο και, όταν φτάνει στην κουζίνα, η κόρη της η Αλίτσε τής λέει να πάει να λευκάνει τα δόντια της και στα πρησμένα μάτια της να βάζει σακουλίτσες με απόσταγμα από πράσινο τσάι. «Κι αν πράγματι αποφάσισες να παραιτηθείς από κάθε είδους χτένισμα, τότε φόρα τουλάχιστον ένα μαντίλι!» Μερικές φορές τής φαίνεται πως η κόρη της αρχίζει να μιλάει σαν τον Τομ.


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 12

12

τις ταινίες προτιμά τα ντοκιμαντέρ και κυρίως αυτά που μιλάνε για ταξίδια. Τη σειρά Ταξιδομανία σπάνια τη χάνει. Ποτέ δεν υπήρξε φανατική τουρίστρια, στην πραγματικότητα τα ταξίδια δεν την πολυγοητεύουν («Τέλος πάντων, τι είναι αυτό που μ’ έλκει στη ζωή μου;» ρωτάει ενίοτε τον εαυτό της), κατά καιρούς όμως φαντάζεται πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε γεννηθεί σε κάποια άλλη χώρα. Αν, για παράδειγμα, είχε σπουδάσει σε λύκειο θηλέων στην Υεμένη. «Στην Υεμένη;! Μαμά, δεν πας καλά», την περιγέλασε η Αλίτσε. «Πώς σου ’ρθε κάτι τέτοιο;» Η Εύα δεν ξέρει. Ποιος φταίει; Η ίδια; Η τηλεόραση έχει γεμίσει το κεφάλι της με διάφορα διαφημιστικά σλόγκαν και σποτάκια. Εννοείται πως δεν θέλει καν να τα θυμάται. Πρόκειται για γλωσσικά σκουπίδια που δεν καταφέρνει να τα αποβάλει από το υποσυνείδητό της. Την προηγούμενη εβδομάδα είδε σε μια γωνιά μιας θολωτής στοάς έναν άντρα να ουρεί. Αμέσως θυμήθηκε τα λόγια του σλόγκαν από την τηλεόραση Οι άντρες για τον εαυτό τους. Έστρεψε αηδιασμένη το βλέμμα της στη σκεπή του κοντινού σπιτιού. Μπράμαξ, θυμήθηκε πάλι. Η σκεπή για όλη τη ζωή σας. Μερικές φορές σκέφτεται μήπως κάπως έτσι αρχίζει η κλιμακτήριος.

Στη δουλειά πηγαίνει με το μετρό, διότι με το αυτοκίνητο, την ώρα της πρωινής αιχμής, θα έκανε σχεδόν τον διπλάσιο χρόνο. Συνήθως τα βαγόνια είναι φίσκα, πράγμα που ειλικρινά απεχθάνεται. Αν κατά τύχη βρει καμιά κενή θέση, ξεφυλλίζει εφημερίδες. Διαβάζει μόνο τα ένθετα: Ελεύθερος χρόνος, Τέχνες, Υγεία, Οικονομία· ρίχνει μόνο μια φευγαλέα ματιά στους τίτλους των εσωτερικών και των εξωτερικών ειδήσεων. Ποτέ δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό της να ενδιαφερθεί περισσότερο για την πολιτική. Αφήνεται πιο πολύ στο ένστικτό της: προσέχει τι έκφραση έχουν οι πολιτικοί, πώς μιλάνε και πώς ντύνονται. «Εσύ δεν ψηφίζεις κόμματα ούτε προγράμματα», την κατηγόρησε ο Τζεφ την παραμονή των εκλογών το βράδυ, «εσύ ψηφίζεις κοστούμια! Ψηφίζεις γραβάτες!»


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 13

«Όχι μόνο», υπερασπίζεται εκείνη κουρασμένα, γνωρίζοντας πως αυτή τη μάχη την έχει χάσει προ πολλού, «επίσης μ’ επηρεάζουν τα μάτια τους, το χαμόγελό τους και άλλα...» «Δηλαδή αν ο Γκρεμπένιτσεκ* έμοιαζε στον Ρίτσαρντ Γκιρ, θα ψήφιζες τους κομμουνιστές;» Κάποιες φορές δεν καταφέρνει καθόλου να συγκεντρωθεί στις εφημερίδες και αντί αυτών παρατηρεί κρυφά τους συνεπιβάτες της – κυρίως τις γυναίκες. Κάτω από τα πόδια της νιώθει τα τραντάγματα και τις ταλαντώσεις του βαγονιού βάρους πολλών τόνων. Εσείς πώς τα καταφέρνετε; Πώς και βρισκόμαστε ακόμα εδώ; Γιατί δεν έχουμε καταλήξει, όπως η Ιρένα, κάτω από τις ράγες;

ΤΟΜ

Σ

* Miroslav Grebeníček: πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχίας. (Σ.τ.Μ.)

13

ΤΑ εξήΝΤΑ δύΟ ΤΟυ ο Βαρτέτσκι κρατιέται ακόμα πάρα πολύ καλά· στο σχολείο πηγαίνει από την άνοιξη ως το φθινόπωρο με το ποδήλατό του, δύο φορές την εβδομάδα παίζει βόλεϊ και κάθε Παρασκευή επισκέπτεται τη σάουνα με την κατά δεκαέξι χρόνια μικρότερη γυναίκα του. Μερικές συνάδελφοί του (οι γυναίκες στο σύνολο των καθηγητών έχουν υπεροχή 80% και βάλε) τον κυνηγάνε, γεγονός που αντιμετωπίζει με μια παράξενη, σκυθρωπή και συνάμα ιπποτική στωικότητα. Στις γιορτές, όπως αυτή εδώ, θυμίζει έναν τεράστιο καλόκαρδο σκύλο που τον βασανίζουν τα παιδιά: τα κάθε λογής χάδια, φιλάκια και την επιμονή να κάθονται στα πόδια του τα υπομένει με μια συμπαθητική εγκαρτέρηση, και μόνο όταν οι εκδηλώσεις συμπάθειας φτάσουν στο όριο της ανεκτικότητας σηκώνεται, διώχνει προσεκτικά από πάνω του τις ελαφρώς μεθυσμένες καθηγήτριες και περνά αξιοπρεπώς στην απέναντι γωνία του γραφείου των καθηγητών. Εγώ του βρίσκω μια άδεια καρέκλα, τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας και φλυαρούμε ασκόπως. Δίπλα μας περνάει η συνάδελφος


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 14

14

Μράζοβα: με τα δυο της χέρια σφίγγει ένα χάρτινο πιατάκι, όπου έχουν μείνει μόνο δύο λιπαροί λεκέδες από σάντουιτς, ένα κομματάκι λίπος από παντσέτα και ένα ημικύκλιο από μια φλούδα λεμόνι. Σκύβω όλος τυχαίως στον Βαρτέτσκι και του ψιθυρίζω στο αυτί: «Και η νεαρή συνοδός φέρνει κιόλας στους τιμώμενους παιδαγωγούς το κρατικό βραβείο». Η Μράζοβα θα γυρίσει, θα μας ελέγξει με τα ειρωνικά της μάτια κι ύστερα θ’ ανοίξει το στόμα της σ’ ένα χαμόγελο που ίσως το θεωρεί παιχνιδιάρικο· στη μασέλα της είναι κολλημένος κρόκος αυγού. Η Μράζοβα θα ’πρεπε ν’ αφήσει οριστικά πλέον τα παιχνιδιάρικα χαμόγελα, λέω μέσα μου. Θα ’πρεπε να τα αποθηκεύσει σε μία από τις κούτες που μυρίζουν ναφθαλίνη πάνω στην ντουλάπα, εκεί όπου κατά τον Οκτώβρη κρύβει τα καλοκαιρινά της ρούχα. «Εξαιρετικό πάρτι, έτσι δεν είναι;» θα πω, μη φανώ αγενής. Πριν είκοσι πέντε χρόνια δεν χωνεύαμε ο ένας τον άλλον, αλλά τώρα και οι δύο πασχίζουμε να το κρύψουμε. Τότε αυτή μας δίδασκε μαθηματικά και ευκλείδεια γεωμετρία. Μια φορά στο τέλος της σχολικής χρονιάς μ’ εξέταζε στον πίνακα – με απροκάλυπτη περιφρόνηση με παρακολουθούσε να ταλαιπωρούμαι με το άγνωστο για μένα ύψος μιας πυραμίδας. «Τόμας, νόμιζα πως διαθέτετε κάποια φαντασία – μια και είστε ποιητής...» μου είπε με κακεντρέχεια. «Φαντασία έχω, μου λείπει μόνο η κατανόηση του χώρου», απάντησα. «Αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα, συντρόφισσα καθηγήτρια».* Μουγκάθηκε με το θράσος μου. Άραγε το θυμάται; Υπήρχαν εκατοντάδες παρόμοιοι ρέμπελοι – μήπως αυτό μειώνει το αποτέλεσμα της διαβόητης αντίστασης; Ο πληθωρισμός των ρέμπελων. Θυμήθηκα την κωμική επισημότητα με την οποία πάντα χειριζόταν τον μεγάλο ξύλινο διαβήτη και δεν μπόρεσα να κρύψω το χαμόγελό μου. «Κύριοι, έχετε κάποιο κοινό μυστικό;» ρωτάει υποψιασμένα. * Συνήθης προσφώνηση στα χρόνια του σοσιαλισμού. (Σ.τ.Μ.)


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 15

Όταν μετά από μία ώρα περίπου θα ξαναβρεθούμε με τον Βαρτέτσκι, θα επιστρέψω για μια ακόμα φορά στο υπονοούμενό του – θα περιμένω όμως ένα κενό στο διάλογό μας, ώστε η αλλαγή του θέματος να μη φανεί τόσο βίαιη. «Μια προσωπική ερώτηση σε σχέση με το παρελθόν – επιτρέπεται;» Ο Βαρτέτσκι ανέκαθεν ήταν ολιγόλογος, ίσως να είναι η αντίδρασή του στην πολυλογία των θηλυκών συναδέλφων του – κι εγώ είχα δεχτεί σταδιακά τον τρόπο του όποτε συζητούσαμε. Θα γνέψει καταφατικά χωρίς δισταγμό. «Τότε, στην εκδρομή στην πόλη του Σλάπι, κοιμήθηκες μαζί της;» Δεν χρειάζεται να ρωτήσει το όνομα, ούτε προσποιείται πως πρέπει να θυμηθεί. Θα το εκτιμήσω, αλλά ταυτόχρονα θ’ ανησυχήσω: όλα αυτά τα χρόνια είχε διδάξει δεκάδες όμορφα κορίτσια, αν όχι εκατοντάδες. «Όχι». Φαίνεται πως δεν λέει ψέματα, αλλά δεν είμαι σίγουρος. «Και πριν ή μετά;» «Όχι». «Γιατί όχι;» ρωτώ νωχελικά. Από το ανοιχτό πουκάμισό του ξεχύνονται πυκνές, ελαφρώς γκριζωπές τρίχες – απεναντίας, το δικό μου στέρνο είναι σχεδόν άτριχο και γι’ αυτό το λόγο συνήθως, όταν είμαστε μαζί, φροντίζω να παίρνω την πόζα διανοούμενου που περιφρονεί αυτό το τόσο πρωτόγονο σημάδι ανδρισμού. «Όταν εκείνη ήρθε στον κήπο μου / όλα ήταν έτοιμα να μαραθούν. / Τόσο σκυθρωπός κοιμόταν στον ορίζοντα / ο ταξιδιάρικος ήλιος ». Να μια διαφυγή στην ποίηση, σκέφτηκα αμέσως.

15

Ο Βαρτέτσκι θα με κοιτάξει. «Μάλλον ναι», λέει. «Αγαπούσαμε κάποτε την ίδια κοπέλα». Η Μράζοβα θ’ αναστενάξει όλο αντίρρηση: «Εσείς οι άντρες, ξέρετε να συζητάτε για κάτι άλλο;»


16

VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 16

«Η γυναίκα σου είναι σαράντα έξι», θα του αντιτείνω. «Όταν παντρευτήκατε, τότε ήταν μόνο λίγα χρόνια μεγαλύτερη από την Εύα». «Δεν ήταν όμως μαθήτριά μου. Με τις μαθήτριες δεν βγάζεις άκρη. Υπάρχουν περισσότερα προβλήματα παρά χαρές». Περιμένω, παρότι δεν θα λάβω άλλη εξήγηση. «Νομίζω πως κάτι θα ’πρεπε να ξέρεις γι’ αυτό», προσθέτει απλά υπονοώντας την Κλάρα. Ακόμα δεν τον έχω πιστέψει εντελώς, αλλά δεν του κρατώ κακία: δεν έχει λόγο να μου λέει ψέματα, επομένως, αν δεν μου λέει την αλήθεια για μια υπόθεση παλιά εδώ και είκοσι χρόνια, το κάνει μόνο και μόνο από διακριτικότητα. Ξέρει πως για μένα το παρελθόν δεν έχει τελειώσει. «Εσύ;» ρωτάει ξαφνικά. «Μπίνγκο!» θα φωνάξω. «Το ερώτημα-κλειδί, η ουσία του προβλήματος». «Δηλαδή κοιμήθηκες;» «Όχι». Δεν θα πει τίποτε άλλο. «Τρία γράμματα – και μέσα τους υπάρχει η μισή ζωή», λέω εγώ. Το κρασί στα πλαστικά μπουκάλια δεν αξίζει δεκάρα, αλλά και έτσι θα κατεβάσω μεμιάς ολόκληρο το ποτήρι μου. Μετά θα ξαναγεμίσω και των δυο μας. «Και γιατί όχι;» ενδιαφέρεται απαθής. Η δική μου φωνή έτρεμε όταν του έκανα την ίδια ερώτηση. Συνειδητοποίησα πως εδώ βρίσκεται η διαφορά: ο Τζεφ κι εγώ γυροφέρναμε ερεθισμένοι την Εύα, ενώ αυτός είχε μείνει ήρεμος και ακίνητος. Την περιτριγυρίζαμε επίμονα, μιλούσαμε ασταμάτητα, μάλιστα απαγγέλλαμε και στίχους, ενώ αυτός είχε μείνει σιωπηλός. Εμείς στρέφαμε αλλού το βλέμμα μας, ενώ αυτός την κοιτούσε με άνεση. Το είχα υποψιαστεί ήδη από τότε: πώς θα μπορούσε να την ενδιαφέρει κάποιος που η ομορφιά της τον μούδιαζε ; Χρειαζόταν κάποιον που απλά θα ήταν σε θέση ν’ αρπάξει αυτή την ομορφιά. Κοροϊδεύαμε με τον Τζεφ επιδεκτικά τον Βαρτέτσκι πως είναι γέρος (Θεέ μου, συγχώρεσέ μας!), αλλά


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 17

στην πραγματικότητα τον φοβόμασταν. Διαισθανόμασταν πολύ καλά πως διέθετε κάτι που εμείς με καμία δύναμη δεν μπορούσαμε να έχουμε. «Ξέρω ’γώ;» θα φωνάξω. «Διότι ήσουν εσύ. Διότι την είχε κλείσει ο Τζεφ. Και τα λοιπά». Ο Βαρτέτσκι σκεπάζει το στόμα του με το δάχτυλό του. Η Μάρτα, η πρώην γυμνάστριά μου, γυρίζει χαρούμενη προς το μέρος μου: «Μάααλιστα, δηλαδή το θέμα είναι και πάλι η Εύα Σάλκοβα, ε;» Ο Βαρτέτσκι δείχνει απαθής, εγώ σωπαίνω αμήχανα σαν έφηβος που τον έπιασαν στα πράσα. (Tο να διδάσκεις στην ίδια σχολή όπου σπούδαζες κι εσύ είναι, κατά κάποιον τρόπο, αισχρό – πολύ θα ήθελα να πω πως περιέχει κάτι το αιμομικτικό. Την απόφασή μου να επιστρέψω στην alma mater μου ως παιδαγωγός κάποτε την εξηγούσα με υγιή συντηρητισμό και συναίσθημα· σήμερα ξέρω πλέον πως τον βασικό ρόλο τον είχε παίξει κάποια κοινωνική μου τεμπελιά: δεν ήθελα να μοχθήσω για ν’ ανακαλύψω άλλη ζωή από αυτήν που ήξερα τόσο καλά.) Η Μάρτα η άπιστη κουνάει το κεφάλι της. «Σάλκοβα forever!» θα γελάσει. «Ακριβώς, Μάρτα», θ’ απαντήσω σοβαρά. «Σάλκοβα forever».

ΕΥΑ

2 – Παίζοντας τα μήλα

17

Ο

δΗγεί ΑυΤΟκίΝΗΤΟ, αλλά μόνο στις δύο συνηθισμένες γνωστές της διαδρομές: κάθε Παρασκευή για ψώνια στο σουπερμάρκετ Υπερνόβα και μια φορά στις δυο βδομάδες στους γονείς της στο Βρχλάμπι – μόλις συνταξιοδοτήθηκαν, πούλησαν το διαμέρισμά τους στην Πράγα και αγόρασαν μια μικρή μονοκατοικία στην εξοχή. Δεν πηγαίνει πουθενά αλλού με το αυτοκίνητο. Μέρες ολόκληρες μένει το μοβ της Φιατάκι στο ίδιο μέρος (το χειμώνα είναι συχνά το μοναδικό καλυμμένο με χιόνι αυτοκίνητο, και το καλοκαίρι, όταν το αφήνει σταθμευμένο πιο κοντά στο πάρκο, μετά από μια εβδομάδα έχει καλυφθεί με απαλή κίτρινη


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:29 μ.μ. Page 18

18

γύρη, όπου τα παιδιά ζωγραφίζουν πρόστυχες εικόνες). Πέρυσι στα γενέθλιά της –επτά χρόνια μετά το διαζύγιό τους– της το χάρισε ο Τζεφ. «Τι προσπαθείς να κάνεις;» του είπε. «Τώρα προσπαθώ μόνο να επιβιώσετε». Είναι, όπως λένε, το πιο ασφαλές αυτοκίνητο στην κατηγορία του.

Τη διαδρομή για το Βρχλάμπι την ξέρει απ’ έξω· το κάθε σήμα, την κάθε στροφή· αν αναγκαστεί, όπως για παράδειγμα τώρα, να περάσει έστω σε μια άλλη λωρίδα κυκλοφορίας από εκείνη όπου είχε συνηθίσει να τρέχει, αμέσως αγχώνεται. «Μαμά», την κοροϊδεύει η Αλίτσε, «τι θα κάνεις όταν θα βρεις μπροστά σου μια παράκαμψη τριάντα χιλιομέτρων;» Εννοείται πως το είχε σκεφτεί και η ίδια. Παρατηρούσε υποψιασμένη τους πίσω τροχούς του προπορευόμενου Φορντ. Εξήντα περισσότερα μεταλλικά πλέγματα από τους άλλους τροχούς, θυμήθηκε πάλι μια διαφήμιση και εκνευρίστηκε με τον εαυτό της. «Θα σταματήσω στην άκρη, θ’ ανάψω τα προειδοποιητικά φώτα και θα φωνάξω την οδική βοήθεια». Η Εύα κλείνει το μάτι στην κόρη της: κάτι στο χαμόγελό της θα της θυμίσει σχεδόν με πόνο τον Τζεφ την εποχή που τον αντίκρισε για πρώτη φορά. Τότε δεν είχε κλείσει καλά καλά τα δεκάξι και ήταν έναν πόντο κοντύτερός της. Μετά βέβαια την ξεπέρασε, ψηλώνοντας απότομα. Καθώς σταθμεύει στην αυλή πίσω απ’ το σπίτι, θα προσέξει τον πατέρα της στο παράθυρο, κρυμμένο πίσω από την κουρτίνα – δεν θα της ανοίξει, λες και για κάποιο λόγο χρειαζόταν ν’ αργοπορήσει ακόμα για λίγο εκείνη τη στιγμή, όπου θα βγει έξω και θα την καλοδεχτεί. Λες και χρειαζόταν ακόμα δυο-τρία λεπτά για να το σκεφτεί. Η επιστροφή της μοναχοκόρης του που τον απογοήτευσε, σκέφτηκε η Εύα. «Είσαι τα πάντα για μας. Το καμάρι μας. Μην το ξεχνάς». Αυτό της έλεγε πάντα η μαμά της. Εννοείται πως αυτό πλέον δεν λέγεται στις κόρες που έχουν


VIVEK sel_D_Layout 1 13/05/2010 2:30 μ.μ. Page 223

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΙΒΑΝ ΚΛΙΜΑ

Ένα ερωτικό καλοκαίρι Μυθιστόρημα Το Ένα ερωτικό καλοκαίρι διηγείται την ιστορία ενός παντρεμένου επιστήμονα στην πρώην Τσεχοσλοβακία που ελπίζει να βρει το ελιξίριο για την αθανασία των ανθρώπων και μ’ αυτό τον τρόπο να γίνει διάσημος. H δουλειά αυτή απορροφά σχεδόν όλη την ενέργειά του. Μια τυχαία όμως συνάντησή του με τη φοιτήτρια Ίβα ανατρέπει τις αξίες του και τον κάνει να αναθεωρήσει όλη τη ζωή του. Ο Δαβίδ σοκάρεται από τον ελεύθερο τρόπο ζωής της Ίβας, αλλά η ερωτική έλξη που αρχίζει να βιώνει τον κάνει να ξεχάσει το χρόνο που περνάει, να ξεχάσει το φόβο του για τα γεράματα. Mολονότι η Ίβα τού προσφέρει την ευκαιρία να ζήσει έναν δυνατό και παθιασμένο έρωτα, ο ίδιος διστάζει να θυσιάσει τα πάντα και προσπαθεί να κάνει συμβιβασμούς. Η στάση του όμως αυτή στο τέλος θα τον οδηγήσει στην αναπότρεπτη καταστροφή. Το Ένα ερωτικό καλοκαίρι θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα.

VIVEK  

T Ο Μ 7 Ε Υ Α 8 9 10 11 12 Τ Ο Μ 13 * Συνήθης προσφώνηση στα χρόνια του σοσιαλισμού. (Σ.τ.Μ.) 14 Ο Βαρτέτσκι θα με κοιτάξει. «Μάλλον ναι», λ...

VIVEK  

T Ο Μ 7 Ε Υ Α 8 9 10 11 12 Τ Ο Μ 13 * Συνήθης προσφώνηση στα χρόνια του σοσιαλισμού. (Σ.τ.Μ.) 14 Ο Βαρτέτσκι θα με κοιτάξει. «Μάλλον ναι», λ...

Advertisement