Issuu on Google+

OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 5

ΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ P

Μυθιστόρημα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 6

©

Copyright Ντίνος Οικονόμου – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2014

Έτος 1ης έκδοσης: 2014 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-5752-3


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 7

στην Τιτίκα


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 8


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 9

Ι

Ε

— ίΝΑΙ μονόχνοτη κι άτεγκτη η Απλησίαστη Σκύλα, είπε ο Ρομποτής. Αλλά κι εμείς έχουμε τα προσόντα, σωστά; — Έτσι λένε, είπε ο Τραυλός. — Επιμελητής στην «Παντάνασσα», χρειάζονται περισσότερα; Κουτούλησαν στην οδό Πολωνίας και αναγνώρισε αμέσως ο ένας τον άλλο. Είχαν καιρό να συναντηθούν. Φοίτησαν μαζί στο Αριστοτέλειο, όταν ο Ρομποτής μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη ακολουθώντας το γέρο του, δικαστικό που πήρε μετάθεση. Έπειτα έγινε χειρουργός και τώρα απεγνωσμένα αναζητούσε υποτροφία, ενίσχυση, κάτι, για μετεκπαίδευση στο Λονδίνο. Τα οικονομικά ενός δικαστικού υπαλλήλου δεν επιτρέπαν ανοίγματα. Κάθονταν και πίναν καφέ στο «Στέκι», πλατεία Ιπποδρομίου, απέναντι από το φοιτητικό εστιατόριο «Παπαγάλος», κι ανέτρεχαν στα παλιά. — Ωραίες μέρες, αναστέναξε ο Ρομποτής. Τώρα τι γίνεται. — Εσύ έχεις μια θέση, είπε ο Τραυλός. Στο κάτω κάτω δε μένεις από τσιγάρο. — Σου τη χαρίζω, μούγκρισε ο Ρομποτής. 9


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 10

— Μπράβο, έκανε ο Τραυλός. Μιλάς σοβαρά; — Σε γελάσανε, κάγχασε ο άλλος. Παρέμενε γεροδεμένος, ψηλός, αν και γύρω απ’ τη μέση του άρχισε και σχηματιζόταν σωσίβιο. «Αλλά και οι κόλποι στο κούτελό μου βαθαίνουν», σκέφτηκε ο Τραυλός. «Τι τα θέλεις, περνάνε τα χρόνια». Έφερε στο νου του τις πόρτες που χτύπησε κι ένα κύμα απελπισίας τον έπνιξε. Κατάντησε άνεργος. Ένας αναισθησιολόγος δίχως μοίρα στον ήλιο, απ’ ό,τι τουλάχιστον μέχρι τότε δείχναν τα πράγματα. Και το χειρότερο, πήρε στο λαιμό του την Αίγλη.

Ο πρώτος ήταν κοντόχοντρος, φαλακρός με κόκκινο πρόσωπο σαν να βρισκόταν σε μόνιμη αποπληξία. Συστήθηκε Παυλόπουλος, κάτι τέτοιο. Κλινικάρχης του «Αγίου Ελευθερίου», Λεωφόρος Στρατού. Κοντά χέρια σε αέναη κίνηση, που μάλλον είχε να κάνει με την επίδειξη των ακριβών τους αξεσουάρ. Ρολόι ολόχρυσο και δυο δαχτυλίδια, που σύμφωνα με την εκτίμηση του Τραυλού θα έλυναν το οικονομικό του πρόβλημα για τα δύο επόμενα χρόνια. — Ήρθες πάνω στην ώρα, του είπε. Σχεδιάζουμε επέκταση. Τον οδήγησε σ’ ένα γραφείο φανταχτερό και του υπέδειξε να καθίσει σε μια πολυθρόνα μάλλον απομίμηση Τσέστερφιλντ. Εκείνος άναψε πούρο με αναπτήρα Ντιπόν, δίχως να διανοηθεί να προσφέρει. Άφησε σκοπίμως να κυλήσουν λίγα λεπτά κι έπειτα είπε αργά: 10


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 11

— Ας τα βάλουμε κάτω. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους κατά τη γνώμη μου. — Σωστά, είπε ο Τραυλός. — Προχωρούμε την κουβέντα μας τότε στη βάση του αμοιβαίου συμφέροντος. — Εννοείται. — Λοιπόν, χρειαζόμαστε χειρουργούς, αναισθησιολόγοι υπάρχουν, δήλωσε ο κλινικάρχης. — Άσχημο αυτό, σούφρωσε τα χείλη του ο Τραυλός. Και ποιοι ακριβώς είναι οι όροι; — Το αυτονόητο, είπε ο κλινικάρχης. Θα προτιμηθούν όσοι φέρουν τους περισσότερους χειρουργούς. — Οι καλύτεροι νταβατζήδες, κάγχασε ο Τραυλός, που φαντασιώθηκε εκείνη την ώρα σαν έναν τρίτο τον εαυτό του. Το πράγμα αποκτάει ενδιαφέρον. — Γούστο έχεις, γιατρέ, είπε ο κλινικάρχης. Ακούω. — Δύο ή τρεις, έκανε σκεπτικά ο Τραυλός. Πώς το βλέπεις; — Κάτι παραπάνω και κλείσαμε. — Πέντε τότε, είπε ο Τραυλός, που σηκώθηκε και στάθηκε πάνω του.

— Ε, είσαι αθεόφοβος! ενθουσιάστηκε ο Ρομποτής. Για λέγε. — Τίποτα, είπε ο Τραυλός. Του σβούριξα απλώς ένα φάσκελο. — Και λοιπόν; — Εκείνος βούλιαξε δυο πόντους στην πολυθρόνα του, ενώ κάποιος άλλος πήρε τους δρόμους ξανά. 11


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 12

Σειρά είχαν οι «Άγιοι Πάντες», όπου ένας κιτρινιάρης ραχιτικός με καρύδι που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά σαν εκκρεμές τού γύρεψε ποσοστά. Φίφτι φίφτι συγκεκριμένα. — «Ας πάει στην ευχή», σκέφτηκα, είπε ο Τραυλός. Αυτή στο κάτω κάτω είναι η πιάτσα. Δεν είχε όμως τον Θεό του ο άνθρωπος. Όταν αρνήθηκα να δίνω ολόκληρη απόδειξη, με κοίταξε σαν να ’βλεπε εξωγήινο. — Να εισπράττεις τα μισά και να φορολογείσαι για ολόκληρο το ποσό! κραύγασε ο Ρομποτής. Θα ήταν σαν να δουλεύεις για την ψυχή του πατέρα σου. — Κάτι τέτοιο, κούνησε το κεφάλι του ο αναισθησιολόγος. Στην παρατήρησή μου ότι θα απομένουν ψίχουλα τελικά, «Στην κατανάλωση βρίσκεται το κέρδος», μου είπε. «Έτσι θα μείνουμε όλοι ευχαριστημένοι, γιατρέ». — Και πήρε την απάντησή του φαντάζομαι. — Μπα, είπε ο αναισθησιολόγος. Του έδωσα μάλιστα φεύγοντας και το χέρι. Όπως και στη συνέχεια αποδείχθηκε, καθένας με τον τρόπο του μου ζητούσε να χρηματοδοτήσω τη θέση. Η κατάσταση ήταν προχωρημένη για να την αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος μόνος του. Αν κατάφερνα κάτι, θα ήταν μόνο να βγάλω το άχτι μου. Όποιος όμως σ’ αυτή τη χώρα βγάζει το άχτι του κάθε φορά που χρειάζεται, στο τέλος καταντάει γραφικός. — Στο Πανεπιστήμιο σε έλεγαν τζόρα, είπε με απογοήτευση ο Ρομποτής. Να πιστέψω ότι ήταν διαδόσεις; — Αστεία, αστεία, ξεφύσησε ο Τραυλός, είμαστε τρεις μήνες χωρίς δουλειά. Μέχρι πού θ’ αντέξει ο λογαριασμός στο Ταμιευτήριο; Τα ίδια και η Αίγλη. Το μόνο που κατάφερε μέχρι τώρα ήταν να βρει μια θέση παρασκευάστριας. 12


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 13

— Κομμένη, πετάχτηκε ο Ρομποτής, που λίγο έλειψε να του πέσει το φλιτζάνι απ’ το χέρι. Παρασκευάστρια μια επιμελήτρια του παθολογοανατομικού στην «Παντάνασσα»; — Κι όμως, από παρασκευάστριες είχαν έλλειψη. Της το ξέκοψε μια και καλή η παρφουμαρισμένη εξηντάρα, όπως την περιέγραψε, που δεν εννοούσε να παραδεχτεί ότι γέρασε. Έπεσε να πεθάνει η Αίγλη κι εγώ δεν έβρισκα τι να πω. Τι λένε άραγε σε μια τέτοια περίπτωση; — Τίποτα, είπε ο χειρουργός. Παίρνουν ένα περίστροφο και τινάζουν τα μυαλά της μέγαιρας στον αέρα. — Κι έπειτα; Πολλά περάσαν απ’ το μυαλό μου, δε λέω. Κατέβασε την τελευταία γουλιά του καφέ, κατάπιε με θόρυβο τον καπνό του τσιγάρου κι έπιασε να χαζεύει το δρόμο. Η Πολωνίας, σκιερή και ήσυχη οδός, τεμνόταν από στενά των οποίων τη γραφικότητα είχε ισοπεδώσει η άναρχη δόμηση. Την έφερνες στο νου σου σαν δρόμο που χρησίμευε απλώς για διέλευση, δίχως τίποτα ιδιαίτερο. Αν κάπου στεκόσουν, ήταν ίσως το Ιπποδρόμιο, που το ζωντάνευε η φοιτητική παρουσία, η πυροσβεστική λίγο πιο πάνω απ’ το «Στέκι» και το περιώνυμο «Τραμπούκ Καφέ» στην αρχή της, που συγκέντρωνε προδικτατορικά το συρφετό της ΕΚΟΦ. Αναλογίστηκε τους λογαριασμούς που είχε ανοίξει μαζί της τα χρόνια που ήταν φοιτητής στο Αριστοτέλειο. Ο Ρομποτής δεν έλεγε τίποτα, στην πραγματικότητα δεν έβρισκε τι να πει. Είχε αντίκρυ του έναν άνθρωπο που δεν του αρέσαν τα λόγια και σίγουρα δε χρειαζόταν παρηγοριές. Τα νέα για τον Τραυλό είχαν φτάσει στη Σαλονίκη πριν απ’ τον ίδιο και τον ήθελαν να έχει το διάολο μέσα 13


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 14

του.* Ένας άλλος στη θέση του θα περιοριζόταν στην επίσημη εκδοχή. Ο θάνατος της Ρέας Ορφανού θα ήταν ατύχημα και η περίπτωση Πετρέλη αναιτιολόγητος θάνατος, απ’ αυτούς που δε σπανίζουν σε μονόστηλα εφημερίδων. Ο Τραυλός όμως την έκανε κουρελόχαρτο. Όχι! Η δήθεν αυτοπυρπόληση της Ρέας δεν ήταν ατύχημα, ούτε και αναιτιολόγητος ο θάνατος του Πετρέλη. Όπως επίσης δεν ήταν τυχαία η αυτοκτονία του Ισίδωρου Βαρελά, διευθυντή της καρδιολογικής κλινικής. Καιγόταν μέσα του να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι τα καθέκαστα, δυσκολευόταν όμως να κάνει έστω και νύξη. Ο άλλος ήταν τύπος που μόνο όταν έκρινε ότι έπρεπε να πει κάτι το έλεγε. Προσπάθησε να φέρει τον εαυτό του στη θέση του και σκέφτηκε ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που δε χρειάζονται επιβεβαίωση για τυχόν αμφιλεγόμενές τους ενέργειες και οι άλλοι που ανοίγονται σε κάθε πρόθυμο ακροατή επιζητώντας απελπισμένα εύκολη και ανέξοδη συγκατάθεση. Αναρωτήθηκε αν στη θέση του Τραυλού θα έμενε στην «Παντάνασσα» ο ίδιος. Αν θα άντεχε φήμες, με άλλα λόγια, που, όπως όλοι γνωρίζουν, δε συνηθίζουν να δίνουν λογαριασμό. Δεν αποκλείεται πολλοί να τον εγκαλούσαν ότι «έδωσε» τον Ορφανό στην αστυνομία και να του χρέωναν ακόμα και την αυτοκτονία του Βαρελά, παραβλέποντας ότι δολοφόνησε τον Πετρέλη. Το χειρότερο πάντως πρέπει να ήταν ο εαυτός του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία απ’ * «Εξιχνίαση στυγερού εγκλήματος από τον αναισθησιολόγο Αλέξη Τραυλό στο νοσοκομείο “Παντάνασσα” της Αθήνας». (Το μνημόσυνο της χελώνας, Εκδόσεις Καστανιώτη 2008)

14


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 15

το να εύχεσαι να έπεσες έξω και να μην έγιναν όλα όπως νόμιζες ότι έγιναν. Ε��χε αντίκρυ του έναν τύπο με συμπαθητικό πρόσωπο, ευγενικά χαρακτηριστικά και κόλπους στο κρανίο βαθείς που προχωρούσαν αμείλικτα. Φορούσε πρασινωπό σακάκι με αγκώνες από πετσί και σκούρο ζιβάγκο που κάλυπτε το λαιμό του ολόκληρο. Ένα γυναικείο μάτι ίσως στεκόταν κάπως περισσότερο πάνω του, κατά τα άλλα θα περνούσε απαρατήρητος. Ήταν άνεργος επί του παρόντος, κι ένας μονοκόμματος άνθρωπος που δεν έβαζε το απαιτούμενο νερό στο κρασί του είχε ελάχιστες πιθανότητες. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα ταλαιπωρούνταν καιρό. Αν μάλιστα η στόφα της Αίγλης ήταν ανάλογη, μάλλον την είχανε βάψει. Δε γνώριζε το ύψος των αποθεμάτων τους στο Ταμιευτήριο φυσικά, δεν τους φανταζόταν όμως, σε καμία περίπτωση, να βγάζουνε δίσκο. Αν έβλεπε ένα παράθυρο, ήταν η θέση της Χονδρονάσιου, που χήρευε εδώ και καιρό. Ποντάριζε στην Απλησίαστη Σκύλα. Υπήρχαν στην πραγματικότητα τουλάχιστον τέσσερις υποψήφιοι για τη θέση, ο ένας τους μάλιστα είχε θείο συνταγματάρχη. Χωρίς να παίρνει και όρκο, ο Ρομποτής πίστευε ότι ήταν ένας από τους λόγους, αν όχι ο κύριος, που οδήγησαν στην απόρριψή του. Έξω η Πολωνίας έπαιρνε χρώμα μαβί. Σπάνιοι διαβάτες, μερικοί με σηκωμένους γιακάδες εξαιτίας του ψυχρού αέρα που δε χωράτευε. Ο Τραυλός έσβησε το πέμπτο στη σειρά τσιγάρο και έπειτα ρώτησε: — Πόσο καιρό μένει η θέση κενή; — Δυόμισι μήνες περίπου. 15


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 16

— Ακούστηκαν διάφορα για την αυτοκτονία της Χονδρονάσιου. — Πεντοθάλη και κουράριο στον ορό. Παρακέντησε η ίδια τη φλέβα της, αφού πρώτα πήρε μια χούφτα ηρεμιστικά. Έπειτα άφησε τον ορό να τρέξει και να κάνουν τη δουλειά τους τα φάρμακα. Τη βρήκαν το μεσημέρι της επόμενης μέρας. — Εξαιτίας της δίκης, έτσι δεν είναι; — Δυο χρόνια με αναστολή. Εφετείο. — Τι τύπος ήταν; — Εσωστρεφής με μια λέξη, αλλά αξεπέραστη στη δουλειά της. — Και πώς έγινε τότε; — Πίσω από την καταδίκη ενός γιατρού αναζήτησε έναν άλλο γιατρό. — Τώρα μου λες... — Ακριβώς. Και το όνομα αυτού Μιχελόγκωνας. Νεκτάριος Μιχελόγκωνας. Ομόλογός της, επιμελητής αναισθησιολόγος. Αν είχαμε χρόνο θα σου έλεγα περισσότερα, που θα σου είναι και χρήσιμα άλλωστε, μια που... σύμφωνα τουλάχιστον με τη γνώμη μου... — Τώρα μου λες να πιστέψω στα θαύματα. — Κάθε άλλο, στις Απλησίαστες Σκύλες. Και άκου, να είσαι γύρω στις δέκα στο «Κεντρικό». Θα έχω κάνει προκαταρκτική συζήτηση μέχρι τότε. Το «Κεντρικό» αναδύθηκε στη μνήμη του αναισθησιολόγου, προκαλώντας του ανάμεικτα συναισθήματα.

16


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 17

ΙΙ

Α

τα μάτια ο αναισθησιολόγος Τραυλός αναρωτήθηκε πού βρισκόταν. Τον συνέφερε κατόπιν το βάρος που ένιωθε να πλακώνει το στήθος του ξυπνώντας κάθε πρωί. Στη θαμπάδα της κάμαρης δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τους δείκτες του ρολογιού, υπέθεσε όμως ότι η ώρα θα πρέπει να ήταν περίπου εφτά. Άτονο, υγρό φως εισχωρούσε από τις γρίλιες των ξύλινων παντζουριών. Χαμηλό φως, κτητικό όμως κι επίμονο. Στ’ αφτιά του η ήρεμη, ρυθμική ανάσα της Αίγλης που είχε γυρίσει πλευρό. Της χάιδεψε τα μαλλιά κι εκείνη ένιωσε το χάδι, θαρρείς, κι ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της. «Σου άξιζε άραγε τέτοια τύχη, Τραυλέ!» Τράβηξε την κουβέρτα να τη σκεπάσει καλύτερα. Ζωηρά χρώματα και κόκκινα κρόσσια. Σηκώθηκε προσεκτικά φροντίζοντας να μην την ταράξει και γατοπάτησε ως την κουζίνα. Το ξύλινο πάτωμα στρίγγλιζε τόπους τόπους σαν δαίμονας. Έβαλε στο καμινέτο νερό, έξω το φως σάρωνε τα τελευταία ξέφτια της νύχτας. Έριξε δυο κουταλιές νεσκαφέ στα φλιτζάνια, πρόσθεσε δυο κουταλιές ζάχαρη και σταγόνες γάλα εβαπορέ, κι έπειτα ρίχνοντας μερικά δράμια νερού βάλθηκε να ζαλίζει με την αναστροφή ενός κουταλιού τον πολτό που δημιουργήθηκε μέχρι που να τον μεταΝοίγοΝΤΑΣ

17


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 18

τρέψει σε ανοιχτόχρωμο καφέ παρασκεύασμα. Το νερό στο μπρίκι άρχισε να κοχλάζει και σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμο ένα αφέψημα που γαργάλαγε τα ρουθούνια. Φύσηξε το ένα από τα δύο φλιτζάνια και δοκίμασε μια γουλιά. Ο καφές ζέστανε ευχάριστα το λαρύγγι του. Έξω είχε δυναμώσει το φως κι εκείνος πλησίασε το στενό παράθυρο της κουζίνας. Μικρές αυλές, χαμηλά σπίτια κι ένας αδύναμος άνεμος. Ευθείες γραμμές, σχεδιασμένες λες από χέρι παιδιού στο μαθητικό του τετράδιο. Στο βάθος το μάτι του σκόνταψε στο μαντρότοιχο απέναντι. Αραιές, ασαφείς σιλουέτες έσπαζαν την ακινησία του στενού δρόμου που περπατούσε παράλληλα. Μετέφερε στην κρεβατοκάμαρη προσεκτικά τα φλιτζάνια. Ακούμπησε στο κομοδίνο το φλιτζάνι της Αίγλης, στην επιφάνεια της σβηστής ξυλόσομπας το δικό του. Σκούντησε έπειτα τον ώμο της ελαφρά. Εκείνη άνοιξε τα μάτια αργά, τα ανοιγόκλεισε κι έπειτα ανασήκωσε το κορμί της. Τον τράβηξε πάνω της κι εκείνος ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Είχαν όπως πάντα γεύση ροδάκινου. Το πρόσωπό της φωτίστηκε όταν αντίκρισε τον καφέ. «Έχει και τα καλά της η εξορία». Ο αναισθησιολόγος τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού κι έπιασε το φλιτζάνι. — Με πήρε ο ύπνος ενώ σε περίμενα, είπε η Αίγλη. Τι ώρα ήρθες αλήθεια; — Περασμένες δέκα, είπε ο Τραυλός. Εκείνη σηκώθηκε, φόρεσε μια γαλάζια ρόμπα, ήταν όμορφη στο χαμηλό φως της κρεβατοκάμαρης. Ζάρωσε τα φρύδια της έπειτα κι έφερε μπροστά το κεφάλι. — Κάνα νέο; 18


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 19

— Υπάρχει ένα ραντεβού, στις δέκα στο «Κεντρικό», κάτι μπορεί να προκύψει. Τον κοίταξε δύσπιστα. — Τα ίδια λέγαμε και πριν λίγες μέρες. Κουράστηκα, Αλέξη. Ο αναισθησιολόγος την έπιασε από τους ώμους και τεντώνοντας τα χέρια μπροστά την έφερε αντίκρυ του. — Είσαι η Αίγλη που ξέρω; Τον κοίταξε και, χαμηλώνοντας κατόπιν τα μάτια της, είπε: — Φεύγουν οι μέρες, Αλέξη, το πρόσεξες; Οι μέρες κύλαγαν άγονες, και όσο κι αν προσπαθούσε να παραστήσει τον ψύχραιμο, το σάλιο του, ώρες ώρες, καταντούσε πικρό. Ο κόσμος ήταν χυδαία ανταγωνιστικός, αδυσώπητος. Έφτανε να νοσταλγεί την προστατευμένη ατμόσφαιρα της «Παντάνασσας», αποφεύγοντας να το ομολογήσει και στον εαυτό του ακόμα. Σου γύρευε κυνικά να ποδοπατήσεις και τον αυτοσεβασμό που σου απέμενε ζώντας σε μια κοινωνία που δε σεβόταν τον εαυτό της. Και ναι, να βάλεις νερό στο κρασί σου, υπάρχουν όμως και όρια. Έφερε στο νου του τη μέρα που η παρφουμαρισμένη εξηντάρα τής πρότεινε θέση παρασκευάστριας. Εκείνο το απόγευμα δεν κατάφερε να την κάνει να βγάλει κουβέντα από το στόμα της, και, μάρτυράς του ο Θεός, αν προσπάθησε. Η Αίγλη έπιασε μια γωνιά του καθιστικού που έβλεπε την αυλίτσα, τύλιξε τα χέρια γύρω από τα λυγισμένα της γόνατα και καταπιάστηκε να κουνάει ρυθμικά πίσω μπρος το κορμί της. Με ύφος όπως εκείνο που είχε τη στιγμή που αποσπάστηκε από τα χέρια του. Αδύνατον να τη βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση. 19


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 20

Άναψε τσιγάρο, του φάνηκε να έχει περίεργη γεύση. Κάπως σαν μυρωδιά καμένου πετσιού, που η οξύτητά του σου φέρνει μέχρι και δάκρυα στα μάτια. Βιάστηκε να το σβήσει και πλησίασε το παράθυρο. Η ώρα κόντευε οχτώ. Ψηλά ο ουρανός σκυθρωπός, αναλλοίωτος. Απέναντι ο μαντρότοιχος είχε πάρει χρώμα σταχτί. Το σκηνικό απέπνεε μοναξιά, εγκατάλειψη. «Όπως πρέπει να νιώθει η Αίγλη», σκέφτηκε, και το ευκολότερο που βρήκε ήταν να κατηγορήσει τον εαυτό του. Μήπως όμως η Αίγλη ήταν απ’ τους ανθρώπους που τους σέρνει από τη μύτη ο άλλος; Ο συλλογισμός τον βοήθησε, χωρίς ωστόσο οι ενοχές του να τον εγκαταλείψουν ολότελα. Στη «Λιμπελούλα» πάντως το μόνο που έκανε ήταν να την παρακαλέσει να αγκαζάρει ταξί και να φέρει τα πράγματά του, κι όσο κι αν στράγγιζε το μυαλό του δε θυμόταν να της απηύθυνε πρόσκληση. Αντίθετα η ίδια ήταν που είπε «Ένα πορτμπαγκάζ δε φτάνει να μεταφέρω και τις δικές μου αποσκευές». Άλλο αν του έπεσε από τον ουρανό στην πραγματικότητα, και ασφαλώς δεν έφερε αντίρρηση. Στη θέση του μόνο ένας αυτοκτονικός θα το έκανε. Ίσως μάλιστα τώρα, αν θεωρητικά γινόταν να επαναληφθεί η σκηνή, να μη δίσταζε διόλου να προχωρήσει σε πρόσκληση: «Μακρύ ταξίδι για να το κάνει κανείς μονάχος του». Αθήνα – Θεσσαλονίκη ο δρόμος φάνταζε ατελείωτος. Ούτε τον περίμενε κανένας εκεί μετά το θάνατο της μητέρας του και τη μετεγκατάσταση του Ρήγα, του αδερφού του, στη Γερμανία. Ο χρόνος σκορπίζει τις παρέες της νιότης όπως ο άνεμος τα φύλλα του φθινοπώρου. Καθώς το σκεφτόταν, του φάνηκε πολύ πιθανό, σχεδόν βέβαιο. 20


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 21

Πλησίασε, πήρε το πρόσωπό της στις φούχτες του και ένιωσε να ζεματάν οι παλάμες του. Κατόπιν το ανασήκωσε αργά. Αναρίθμητες ρανίδες ήταν καθισμένες στα τσίνορά της. Την κοίταξε με βλέμμα που προσπάθησε να φανεί πειστικό. — Κουράγιο, φαντάρε, τα δύσκολα πέρασαν. Πέρασαν! Μακάρι να μπορούσε να το πιστέψει. — Και ποιος το λέει αυτό; ρώτησε δύσπιστα η Αίγλη. — Κανένας, ή μάλλον το ένστικτό μου, αν θέλεις. — Μάλιστα, έκανε σκεπτικά η κοπέλα. Τώρα που το λες, στην «Παντάνασσα» αποδείχθηκε αλάνθαστο. Ήσουν ο μόνος που υποπτευόταν τον Ορφανό και όταν οι πάντες αποφάνθηκαν «αναιτιολόγητος θάνατος» στην περίπτωση του Πετρέλη, έδειξες με το δάχτυλο τον Ισίδωρο Βαρελά. — Εκτός από αυτό, ο Ρομποτής είναι φερέγγυο άτομο. Μου μίλησε για μια Απλησίαστη Σκύλα και φάνηκε να ποντάρει σ’ αυτήν πολύ σοβαρά. — Απλησίαστη Σκύλα! Και ποιος είναι αλήθεια ο Ρομποτής; — Ένας κρεμανταλάς ασουλούπωτος. Φοιτητές καθίσαμε στα ίδια θρανία. Κάτι περισσότερο θα ξέρει, δε γίνεται. — Ψηλά λοιπόν το κεφάλι, φαντάρε, είπε η Αίγλη. — Χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω, την αγκάλιασε ο Τραυλός. Δεν ήξερε με τι ανθρώπους είχε να κάνει κι έκρινε ότι έπρεπε να εμφανιστεί ευπρεπής. Συνδύασε το πράσινο σακάκι του με καφέ πουκάμισο και γραβάτα λαδί. Κι έριχνε, καθώς ετοιμαζόταν, κλεφτές ματιές στην κοπέλα που έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ της. 21


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 22

Τελειώνοντας εκείνη σηκώθηκε και αφού τον κοίταξε προσεκτικά από κάποια απόσταση, έσφιξε κάπως τον κόμπο και μετατόπισε τη γραβάτα του λίγο αριστερά. Βγαίνοντας ο Τραυλός ένιωσε την υγρασία που εισχωρούσε βαθιά στα ρουθούνια και νότιζε την ανάσα του.

22


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 23

ΙΙΙ

Ο

Μιχελόγκωνας καθόταν κοντά στο παράθυρο κι έπινε το ποτό του ένα απόγευμα που διαγραφόταν διαφορετικό από τα άλλα. Συνήθιζε ένα ποτήρι Τζόνυ Ουόκερ γύρω στις έξι, κι αφήνοντας το βλέμμα του να γλιστράει πάνω από τις στέγες, απολάμβανε την προσγείωσή του τελικά στον Θερμαϊκό. Μεγάλη υπόθεση ένα σπίτι με θέα. Κάτι φαντασμένοι συνάδελφοί του πιάσαν ρετιρέ Βασιλίσσης Σοφίας και κάνα δυο φακελάκηδες χειρουργοί κοκορευόντουσαν για το διαμέρισμά τους στην Τσιμισκή. Σκατά πατημένα. Ένα σπίτι με θέα άξιζε όλο το χρυσάφι του κόσμου, ανεξαρτήτως αν ήταν δυάρι σε μια όχι και τόσο περιζήτητη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Τους ήθελε να το συζητήσουν, χωρίς όμως την υπεροψία και το ψωριάρικο ύφος τους. Έτσι σαν ίσοι προς ίσους. Εκείνος ουδέποτε ισχυρίστηκε πως ήταν τίποτα διαφορετικό. Διέθετε απλώς κοινή λογική και ποιότητα. Ούτε ευθυνόταν εξάλλου αν η συναίσθηση της μειονεκτικότητάς τους τους ωθούσε να παίρνουν απαράδεκτες πόζες, και, σε πείσμα κάθε συναδελφικής δεοντολογίας, να τηρούν αποστάσεις σχηματίζοντας κλίκες και δηλώνοντας έτσι ομαδικά ότι ήταν ανεπιθύμητος. Στην πραγματικότητα τους έγραφε στα παπάρια του. «Ο Νεκτάριος Μιχελόγκωνας είναι αυτάρκης, καθίκια, ΝΕκΤάΡΙοΣ

23


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 24

δεν έχει ανάγκη κανέναν, πολύ περισσότερο πέντε δέκα κακομαθημένα κωλόπαιδα». Ήξερε καλά τη δουλειά του, με την αξία του αποκλειστικά και χωρίς δεκανίκια ή γλειψίματα κατέλαβε θέση επιμελητή αναισθησιολογίας στο «Κεντρικό», ένα νοσοκομείο που δεν ήταν για πέταμα, κάθε άλλο. Και όχι για να παινέψει τον εαυτό του, αλλά όλα έδειχναν ότι ήταν επιστήμονας με μέλλον μπροστά του. Και φυσικά δε θα του στεκόταν εμπόδιο η στριμμένη, η Απλησίαστη Σκύλα, που, στο κάτω κάτω, δε μετρούσε στην ενεργό υπηρεσία παρά δυο τρία χρόνια ακόμα. Περίπτωση αυτή η γυναίκα. Μονόχνοτη, παγερή, ζήτημα να τα πήγαινε καλά με κανέναν, ζήτημα να τα πήγαινε καλά με τα ρούχα της. Μόνο η μακαρίτισσα η Χονδρονάσιου ήταν εξαίρεση. Ήταν περίεργο αλλά η Μαυρογενίδου έλεγε «Μέλπω» κι έσταζε μέλι το στόμα της. Πάλι, άνθρωπος ήταν και σαν άνθρωπος δικαιούνταν να έχει κι αυτή τις αδυναμίες της. Και όχι ότι η Χονδρονάσιου δεν ήξερε τη δουλειά της, ο Μιχελόγκωνας ήταν δίκαιο άτομο. Από του σημείου όμως εκείνου μέχρι τη σκανδαλώδη, ανεπίτρεπτη προώθησή της υπήρχε απόσταση. Και άλλοι ήξεραν τη δουλειά τους το ίδιο καλά, και ίσως καλύτερα. «Ο Θεός όμως αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη, κυρά μου, έτσι δεν είναι;» Πού βρισκόταν τώρα η Χονδρονάσιου; Δεν ήταν στις συνήθειές του η υπερβολή, περιοριζόταν σε ένα μόνο ποτήρι, αλλά χωρίς να το καταλάβει σηκώθηκε κι έβαλε δεύτερο. Ξετρύπωσε κι ένα πακέτο Άσσο άφιλτρο και άναψε μετά από διάστημα αποχής σαράντα πέντε ημε24


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 25

ρών και οκτώ ωρών ακριβώς. Το χρειαζόταν. Εισέπνευσε βαθιά τον καπνό και η σπουδή τού προκάλεσε βήχα. Δεσμεύτηκε από την επομένη κιόλας να συνεχίσει την αποχή. Ζούσε φυσικά ένα απόγευμα διαφορετικό, και δεν το έλεγε για να ξεγελάσει τον εαυτό του. Ένα απόγευμα που κανονικά έπρεπε να πίνει νηφάλιος το ουίσκι του, χωρίς να πολιορκούν το μυαλό του απαισιόδοξες σκέψεις και παράλογοι φόβοι. Στις έντεκα το πρωί έγινε το μνημόσυνο της Χονδρονάσιου και ήταν όλοι εκεί: παθολογικές, χειρουργικές ειδικότητες, εργαστήρια. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο νοσοκομείο. Δημοφιλής αλλά και άτυχη, θα πρόσθετε εκείνος. Άτυχη, αυτή ήταν η λέξη, ανεξαρτήτως αν μερικά διεστραμμένα μυαλά... Παντού όμως υπάρχουν διεστραμμένα μυαλά. Άτυχη και παθολογικά ευαίσθητη, κατά τη γνώμη του. Άτομο που επωμιζόταν, χωρίς λόγο, ξένες ευθύνες. Ο ίδιος θα καταλόγιζε ανεπάρκεια στις νοσηλεύτριες, που δεν απείχε από την πραγματικότητα. «Ραστώνη, ανευθυνότητα, ασχετοσύνη, διαλέξτε ό,τι θέλετε. Κανένα δικαστήριο δε σε δικάζει για ευθύνες των άλλων, κυρία μου. Εσύ βρισκόσουν στο χειρουργείο ημέρα εφημερίας, τελεία και παύλα. Τα περιστατικά διαδέχονταν το ένα το άλλο και καν δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Έδινες ακατάπαυστα νάρκωση και δεν ήταν δική σου δουλειά η εξακρίβωση των στοιχείων. Μεσολάβησε και μια σατανική σύμπτωση φυσικά. Μια αναθεματισμένη συνωνυμία για την ακρίβεια. Ευφροσύνη Δεσποτοπούλου η μία, Ευφροσύνη Δεσποτοπούλου η άλλη. Αλλεργική στην πεντοθάλη η μία, αλλεργική στη λιδοκαΐνη η άλλη. Εσύ χορήγησες λι25


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 26

δοκαΐνη, έκανες ενδοραχιαία, όπως ακριβώς υπαγόρευαν τα στοιχεία που είχες στα χέρια σου. Αν τώρα η ασθενής που κατεβάσαν στο χειρουργείο δεν ήταν η Ευφροσύνη του Άνθιμου, αλλά ήταν η Ευφροσύνη του Κωνσταντίνου, δεν μπορούσες να μυρίσεις τα δάχτυλά σου. Όφειλες συνεπώς να το ξεκόψεις από την πρώτη στιγμή. Εγώ, παραδείγματος χάριν, θα σήκωνα ψηλά την κάρτα της νοσηλείας της και θα ρωτούσα ευθέως το δικαστήριο: “Μπορείτε να μου πείτε τι γράφει εδώ; Ή μήπως έχετε την απαίτηση να παίρνω και δακτυλικά αποτυπώματα του αρρώστου; Το σφάλμα ήταν του νοσηλευτικού προσωπικού εκατόν δέκα τοις εκατό. Εγώ ήξερα απλώς την Ευφροσύνη Δεσποτοπούλου που κατεβάσαν στο χειρουργείο”. Το λάθος σου ήταν ότι προχώρησες σε μια ακατανόητη προσπάθεια συγκάλυψης ανθρώπων που, κατά τη γνώμη μου, δεν άξιζαν τον κόπο. Μίλησες, χωρίς να σε ρωτήσει κανείς, για παράλογο φόρτο εργασίας, για συνθήκες γαλέρας και ισοπέδωση μέρας και νύχτας. Πελαγοδρόμησες με αποτέλεσμα να καταστήσεις τον εαυτό σου συμμέτοχο στην ολέθρια παράλειψη, αντί, επαναλαμβάνω, να το ξεκόψεις από την πρώτη στιγμή: “Η ταυτοποίηση του προσώπου δε με αφορούσε, κύριοι δικασταί, δεν ήταν δική μου δουλειά”. Ευθύνεσαι απόλυτα για την τροπή που πήραν τα πράγματα, και μη διανοηθείς να τη χρεώσεις αλλού. Και αν με ρωτάς, με αφήνουν αδιάφορο οι κακοήθεις υπαινιγμοί και τα ανεύθυνα σχόλια. Εγώ δεν έκανα τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι είχες κάνει προηγουμένως εσύ. Όταν ο πρόεδρος της έδρας, ένας καθόλου κακοπροαίρετος άνθρωπος, μου απηύθυνε την ερώτηση, αν δηλαδή υπάρχει ευθύνη του αναισθησιολόγου στην πι26


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 27

στοποίηση της ταυτότητας του αρρώστου, μίλησα, με τη σειρά μου κι εγώ, γενικά κι αόριστα. “Είναι λεπτομέρειες αυτά, κύριε πρόεδρε”, του είπα, “όταν επικρατεί χάος και αναρχία. Όταν με άλλα λόγια χάνει η μάνα το παιδί, όπως λένε, και καταλαβαίνετε τι θέλω να πω”. Το χειρότερο σ’ ένα δικαστήριο είναι η διάσταση απόψεων ανάμεσα σε ανθρώπους που βρίσκονται στην ίδια όχθη του ποταμού. Αδυνατίζει η υπεράσπιση, για να μη λογαριάσουμε ότι κινδυνεύει να βρεθεί στο εδώλιο για ψευδή μαρτυρία ο μάρτυρας. Όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται, έστω έμμεσα, την ευθύνη του, πώς τότε εσύ, ένας τρίτος, επικαλείσαι ελαφρυντικά που ο ίδιος απέφυγε να επικαλεστεί;» Τα είχε σκεφτεί αμέτρητες φορές όλα αυτά, κάποτε όμως έπρεπε να σταματήσει η φάμπρικα. Δεν ήταν διατεθειμένος να παρακολουθεί αβάσιμες παρανοϊκές απόψεις που φτάναν μέχρι τ’ αφτιά του, και, ούτε λίγο ούτε πολύ, του χρεώναν την ευθύνη της καταδίκης της. Σαν άνθρωπος λυπόταν για την ακατανόητη απόφαση που στοίχισε το χαμό της. Ο ίδιος είχε καθαρή τη συνείδησή του. Ασχέτως αν κακοήθεις, ξεπερνώντας τα όρια, του καταλόγιζαν εσκεμμένη και υστερόβουλη ενέργεια. Κάπως σαν να ήξερε την ερώτηση και να είχε μεθοδεύσει την απάντηση καταλλήλως. Αλλά κι έτσι ακόμα αν ήταν, θα έπρεπε να είναι προικισμένος με υπερβατικές ιδιότητες για να προβλέψει ότι θα την οδηγούσε σε αυτοκτονία μια έστω ατιμωτική καταδίκη, που η ευτέλεια έφτασε σε σημείο να υποστηρίξει ότι του άφηνε το δρόμο ελεύθερο. Αρκετά όμως. Είχε την τάση να εκτρέπεται σε ανεξέλεγκτες σκέψεις τις οποίες μεγαλοποιούσε ενδεχομένως και το μόνο που κατάφερνε τελικά ήταν να 27


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 28

δηλητηριάζει τις μέρες του. Το γεγονός αυτό τον προβλημάτιζε πολύ σοβαρά. Συλλογιζόταν συχνά ότι η αυτοκτονία της Χονδρονάσιου ανέδειξε μια αυτοκαταστροφική πλευρά του, που, αν δε φρόντιζε έγκαιρα να ελέγξει, ήταν άδηλο μέχρι πού μπορούσε να εξωθήσει τα πράγματα. Ένας άνθρωπος ευσυγκίνητος, με ευαίσθητο χαρακτήρα και –γιατί όχι– συναισθηματικά ασταθής, δεν ήταν διόλου απίθανο να ανατραπεί από υποβολιμαίες, ύπουλες σκέψεις. Μηχανικά ξαναγέμισε το ποτήρι του και προχώρησε σε καινούργιο τσιγάρο. Νοέμβρη μήνα, η νύχτα έπεφτε χωρίς να το καταλάβεις καλά καλά και στο βάθος αναδύονταν φώτα σποραδικά. Δεν άναψε ηλεκτρικό, από παιδί ήταν εξοικειωμένος με το σκοτάδι. Το ένιωθε σαν πέπλο που τον προστάτευε. Κάποτε τον αποκάλεσαν σκοτεινό – και, ναι, έτσι ήθελε να τον σκέφτονται. Με έναν σκοτεινό τύπο δεν παίζεις, φυλάγεσαι. Όσε�� αμφιβολίες κι αν διατηρούσε –να του επιτρέπαν να ξέρει τον εαυτό του καλύτερα–, εφόσον ήταν η γνώμη τους, εκείνος δε θα έκανε τίποτα για να τους πείσει για το αντίθετο. Το άσχημο πάντως με το σκοτάδι είναι ότι σε φέρνει απέναντι με τον εαυτό σου και είναι αδύνατον να ξεφύγεις, εκτός αν προνοήσεις να έχεις κατάλληλη συντροφιά. Ο νους του πήγε στη Θέκλα, παρόλο που ήταν ακόμα νωρίς. Την περίμενε μετά τις οχτώ και του είχε κάνει εντύπωση η επιμονή της να συναντηθούνε στο σπίτι του, αν και μέχρι τότε το απέφευγε συστηματικά. Η Θέκλα ήταν ορκισμένη πουριτανή. Δεν ανεχόταν να δίνει λαβή για σχόλια σε γείτο28


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 29

νες και περαστικούς, ακόμα κι αν τη διαβεβαίωναν ότι δε θα τους ξανασυναντούσε ποτέ στη ζωή της. Συναντιούνταν αραιά, στα πιο απίθανα μέρη. Στον πευκιά δίπλα στο κτήριο της Γεωπονικής, πάνω στα εβραίικα μνήματα ή στην παραλία, στα μπλόκια, όπου το σκοτάδι τούς έβρισκε στο σκελετό κάποιας βάρκας παρατημένης μ’ εκείνον να αγωνίζεται απεγνωσμένα να της σηκώσει το φουστάνι δυο πιθαμές. Τις περισσότερες φορές περιοριζόταν να βρέχει το σώβρακό του και ήταν τυχερός όταν τον άφηνε να τον ακουμπήσει στα μπούτια της. Η Θέκλα αποτελούσε σίγουρα εκκρεμότητα. Αμέτρητες φορές αποφάσισε να της δώσει τα παπούτσια στο χέρι, αλλά δεν είχε τσαγανό, που να πάρει ο διάολος. Καμιά από τις κινήσεις του ωστόσο δεν ήταν τυχαία. Στην ηλικία του μερικοί είχαν περάσει χειροπέδες στα χέρια τους, άλλοι το κωλοβάραγαν και τρενάρανε σχέσεις που μάλλον κάπου εκεί θα τους έβγαζαν, ενώ μια τρίτη κατηγορία διένυε στάδιο αναμονής επιδιδόμενη σε αλλεπάλληλες δοκιμές. Ο Μιχελόγκωνας κατέτασσε τον εαυτό του στην τρίτη κατηγορία. Προέβλεπε το στάδιο της αναμονής παρατεταμένο και έκρινε ότι θα ήταν καλό να υπάρχει κάτι μονιμότερο, κάτι σαν βάση εκκίνησης. Η δική του βάση εκκίνησης ήταν η Θέκλα, όσο κι αν δεν πληρούσε τις προδιαγραφές και τις απαιτήσεις του. Εκτός από το συμπαθητικό πρόσωπο και το έξυπνο βλέμμα της, δε διέθετε τίποτα ιδιαίτερο. Οι αντιλήψεις της, που θα τις έλεγες ακόμα και αναχρονιστικές, είχαν άμεσο αντίκτυπο στη συντηρητική της εμφάνιση, που εύκολα θα χαρακτηριζόταν παλιομοδίτικη. Δε διέθετε καμπύλες επίσης, ήταν μάλλον επίπεδη, με συνέ29


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 30

πεια να περνάει απαρατήρητη. Και σαν να μη φτάναν όλα αυτά, η προέλευσή της ήταν ασύμβατη με τα μελλοντικά του σχέδια. Προερχόταν από ασήμαντη επαρχιώτικη οικογένεια, η οποία, όπως και η ίδια, δε διακατεχόταν από μεγάλες φιλοδοξίες. Έτσι μάταια προσπάθησε να την φανταστεί σαν μελλοντική σύζυγο διευθυντή. Όσες φορές όμως σκέφτηκε να τελειώνει μαζί της, σκόνταφτε συστηματικά στην ανεύρεση αντικαταστάτριας. Έκανε κι εξακολουθούσε να κάνει απόπειρες, που δυστυχώς έπεφταν στο κενό. Με αποτέλεσμα να χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Άλλο πάλι αυτό. Αναρωτιόταν τι έφταιγε και δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Δεν ήταν κουτσός, στραβός ή αλλήθωρος. Χωρίς φυσικά να παριστάνει τον Πωλ Νιούμαν –απ’ αυτούς φτιάχνεται ένας στο εκατομμύριο–, σίγουρα δεν ήταν για πέταμα. Ψηλός, πάνω από ένα εβδομήντα, ευθυτενής, καστανόχρωμος, με χαρακτηριστικά ανδροπρεπή, όταν ντυνόταν της προκοπής συγκέντρωνε πάνω του βλέμματα. Το άσχημο ήταν ότι τα μαλλιά του αραιώναν μπροστά, αν και ήταν βέβαιος μέσα του ότι η απώλειά τους θα καθυστερούσε πολύ. Έκανε άλλωστε φιλότιμες προσπάθειες καθυστέρησης. Τελευταία μια συνταγή με λεμόνι έδειχνε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Τι έφταιγε τότε και ήταν καθηλωμένος στη Θέκλα; Πολλά περνούσαν από το μυαλό του. Το χρήμα ήταν νούμερο ένα, αυτό όμως θα διορθωνόταν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Σαν διευθυντής δε θα ζούσε ασφαλώς από το μισθό του. Δεν είχε σκοπό να καταλήξει σαν την Απλησίαστη Σκύλα, που η μαλακισμένη δε διέθετε ούτε ένα φουστάνι της προκοπής. Και δε θα σήμαινε παραβίαση των αρχών του, σ’ αυ30


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 31

τό ήταν απόλυτος. Δε ζητάς, παίρνεις ό,τι σου δίνουν. Ο έξυπνος όμως βρίσκει τον τρόπο να υποδεικνύει στο πόπολο τις υποχρεώσεις που έχει. Άλλες φορές σκεφτόταν ότι είχε λανθασμένο τρόπο προσέγγισης. «Η γυναίκα είναι σύνθετο εργαλείο, χρειάζεται κατάλληλους χειρισμούς και οι χειρισμοί προϋποθέτουν ταλέντο». Ήξερε κάποιον στο Πανεπιστήμιο που ήταν μανούλα σ’ αυτά. Όταν εντόπιζε στο κυλικείο, στο αμφιθέατρο, θηλυκό που ν’ αξίζει τον κόπο, προχωρούσε ακάθεκτος χωρίς να διστάσει να βάλει και στοίχημα. Πετύχαινε το στόχο τέσσερις στις πέντε φορές και έχανε μόνο όταν μεσολαβούσαν παράγοντες εξωγενείς και απρόβλεπτοι. Ο τύπος είχε ταλέντο, πολλοί διατείνονταν ότι γνώριζε συλλήβδην την ψυχολογία των γυναικών. Σκατά πατημένα. Ο Νεκτάριος Μιχελόγκωνας υποστήριζε ότι κάθε γυναίκα έχει δική της ψυχολογία. Το ζήτημα, κατά τη γνώμη του, ήταν να εντοπίσεις τι περιμένει η καθεμιά απ’ τον άντρα και να υποδυθείς τον κατάλληλο ρόλο. Όπως στην περίπτωση της Θέκλας, παραδείγματος χάριν, που δεν απαιτούσε πλούτη, διακρίσεις και μεγαλεία, αλλά ειλικρίνεια και εντιμότητα. Έτσι τα πράγματα κύλησαν ομαλά μέχρι τότε, και θα κύλαγαν ομαλά ώσπου κάποια μέρα φυσιολογικά θα έσπαγε το σκοινί. Αλλά ο Νεκτάριος Μιχελόγκωνας θα είχε το πλεονέκτημα της απόφασης. «Τσιμουδιά μέχρι τότε, Νεκτάριε, περιορίσου στο ρόλο σου. Αγνόησε τελείως υπαινιγμούς, μπηχτές και ειρωνικά μειδιάματα. Μια γυναίκα που την έχεις για να ξεχαρμανιάζεις απλώς, δεν είναι απαραίτητο να είναι δίδυμη της Ούρσουλα Άντρες. Τσιμουδιά, λοιπόν, εκτός αν πρόκειται να 31


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 32

βρίζεις Παττακό, Μακαρέζο, τη χούντα». Η Θέκλα, ήταν περίεργο, αλλά είχε μίσος για τους δικτάτορες. Ένα αίσθημα αναπάντεχα δυνατό για μια μικροαστή και μάλιστα θρησκευόμενη. Εκείνος απεναντίας δεν είχε τίποτα να μοιράσει μαζί τους. Όσα έφταναν στ’ αφτιά του τον αφήναν αδιάφορο. Κοίταζε τη δουλειά του χωρίς να πειράζει κανέναν, ας κόπιαζαν και όσοι ξεσηκώναν τον κόσμο με κηρύγματα και τσιρίδες. Αν έβριζε τους δικτάτορες δεν ήταν για να της κάνει απλώς την καρδιά, είχε παρατηρήσει ότι όσο χυδαιότερες ήταν οι εκφράσεις του, τόσο οι αντιστάσεις της Θέκλας ακολουθούσαν φθίνουσα κλίμακα. Σε μια φάση μάλιστα που είπε «Πολύ θα ήθελα να γινόταν να τους χώσω ένα παλούκι στον κώλο», ήταν η πρώτη φορά που κατάφερε και της κατέβασε την κιλότα και μια από τις μετρημένες που τον άφησε να τελειώσει στα μπούτια της, λίγα μόλις εκατοστά από την πηγή της ζωής. Ώρες ώρες, πάλι, μπορεί και να την σιχαινόταν ακόμα, δεν άντεχε όμως ούτε κατά διάννοια το ενδεχόμενο να φύγει από τη ζωή του η Θέκλα πριν την αντικαταστήσει η γυναίκα που θα πληρούσε τις προσωπικές του προδιαγραφές. Γιατί όμως εκείνο το βράδυ στριφογύρναγαν στο μυαλό του περίεργες σκέψεις που ειλικρινά τον δαιμόνιζαν; Ήταν ίσως η πρωτοβουλία της να συναντηθούνε στο σπίτι του ή μήπως η καταφανής αλλαγή της τον τελευταίο καιρό –μετά την αυτοκτονία της Χονδρονάσιου συγκεκριμένα–, που μόνο από κάποιον ανυποψίαστο θα διέφευγε; Είχε ενδώσει ελάχιστες φορές στις προτάσεις του να συναντηθούν, κι εκείνες ήταν πάντοτε βιαστική και τον κρατούσε σε απόσταση. Τον τρόμαξε και το ύφος της στο μνημόσυνο. Ήταν σφιγ32


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 33

μένη, ανέκφραστη. «Θα περάσω από το σπίτι σου μετά τη διάλεξη», είπε, όταν προσπάθησε να την πλησιάσει. Η διάλεξη ήταν «Νέα γενιά μυοχαλαρωτικών στην αναισθησία» και γινόταν στο δώμα του «Λαϊκού» στις εφτά. Οι διαλέξεις αυτές ποτέ δεν αρχίζαν στην ώρα τους. Αν λογάριαζε και το δεκαπεντάλεπτο που χρειαζόταν για να φτάσει εκεί, δεν έπρεπε να την περιμένει πριν από τις οχτώμισι. Ασυναίσθητα γέμισε το ποτήρι του κι άναψε τσιγάρο ξανά. Το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν να γίνει μάντης κακών, πώς όμως να ξεχάσει το ύφος της; Δεν ήθελε να πιστέψει ότι την επηρέασαν οι φήμες, οι κακοήθειες, αλλά πάλι... Σηκώθηκε και βημάτισε στο καθιστικό. Ο χώρος ήταν στενός, γνώριζε όμως τη διάταξη των αντικειμένων τόσο καλά, που, αν και επικρατούσε σκοτάδι, δεν υπήρχε περίπτωση να σκοντάψει πάνω τους. Στάθηκε έπειτα να χαζέψει τα αναρίθμητα φώτα της πόλης που ξάπλωνε εμπρός του. Κανονικά δεν έπρεπε να έχει παράπονο, ως ένα σημείο όλα είχαν πάει καλά. Ειδικά η αυτοκτονία της Χονδρονάσιου ξεκαθάρισε το τοπίο. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν εμπόδια. Ούτε έπαιρνε στα σοβαρά την πρόσληψη ενός Τραυλού στη θέση της, για τον οποίο άκουσε περίεργες ιστορίες. Για καλό και για κακό όμως όφειλε να έχει το νου του. Ο Τραυλός έπρεπε να ξεκαθαρίσει ευθύς εξαρχής στο μυαλό του ποιος ήταν εκεί το αφεντικό μετά τη Μαυρογενίδου. Αυτά αν ήθελε να έχει το κεφάλι του ήσυχο.

33 2 – Θα πεθάνεις, αν χρειαστεί


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 34

ΙV

Κ

συνωθούνταν στο ασανσέρ περιμένοντας τη σειρά του και ο Τραυλός προτίμησε να ανέβει με τα πόδια στον δεύτερο όροφο. Το κτήριο ήταν παλιό, με ξέθωρα χρώματα ώχρας, τοίχους που ξεφλούδιζαν τόπους τόπους και σοβάδες στα πρόθυρα διάβρωσης. Δεκαοχτούρες και περιστέρια στα περβάζια και στις στενές προεκτάσεις της στέγης. Το θέαμα που αντίκρισε από τα μεγάλα ανοίγματα του κλιμακοστασίου και αντιστοιχούσε στην απέναντι πτέρυγα, μολονότι απέπνεε αφροντισιά και εγκατάλειψη, δεν έπαυε να είναι ανθρώπινο. Ανέκαθεν προτιμούσε κτήρια φτιαγμένα από ταπεινά υλικά, τον έκαναν να αισθάνεται ασφάλεια. Η πόρτα της εισόδου στον δεύτερο όροφο διέθετε αυτόματο μηχανισμό επαναφοράς που δε λειτουργούσε καλά. Έμεινε στο μέσο της διαδρομής και τον ανάγκασε να την επαναφέρει στη θέση της. Ο διάδρομος δε φωτιζόταν από το πενιχρό φως της ημέρας, αλλά κυρίως από κυλινδρικούς λαμπτήρες νέον της οροφής. Το μήκος τους ξεπερνούσε το μέτρο. Ένας ξανθός νοσοκόμος με φουσκωτά μάγουλα και ψαλιδισμένο μουστάκι τού έδειξε το γραφείο. Ήταν η πέμπτη στη σειρά πανομοιότυπη πόρτα στη δεξιά πλευρά του διαδρόμου. Μαύρη πινακίδα απέριττη. 34

όΣμοΣ


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 35

ΜΑΥΡΟΓΕΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΟΣ

Ούτε καν διευθύντρια. Από περιέργεια έριξε και στις διπλανές μια ματιά. Φορτωμένες με υπαρκτούς και ανύπαρκτους τίτλους. Ιστορίες για αγρίους κι αυτή. Από τη διπλανή πόρτα βγήκε ένα ζευγάρι κλαμένο. Η γυναίκα θα ήταν ως τριάντα χρονών, ο άντρας σαφώς μεγαλύτερος. Πέρασε το χέρι του προστατευτικά στους ώμους της και συνέχισαν. Και ο Τραυλός τους συνόδεψε με το βλέμμα. «Το προνόμιο της άχαρης ειδικότητάς μου», σκέφτηκε. «Η συμμετοχή στους θριάμβους μπορεί να είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη, το γεγονός όμως ότι δε συμμετέχεις σε σκηνές όπως αυτή που πιθανότατα προηγήθηκε αποτελεί πλεονέκτημα». ΓΙΑΝΝΙΩΤΗΣ έγραφε η ταμπέλα της διπλανής πόρτας. ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΕ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΜΑΣΤΟΥ. Κοίταξε το ρολόι του. Αν ήθελε να είναι εγγλέζος, έπρεπε να αναβάλει το χτύπημα για λίγα λεπτά. Σκέφτηκε έπειτα ότι όλα τα ρολόγια δε δείχνουν την ίδια ώρα αναγκαστικά. Το «Εμπρός» που ακούστηκε ήταν δυνατό, ευδιάκριτο και αναντίστοιχο με τον λεπτοκαμωμένο της θώρακα. Αντίθετα με την εικόνα της αντρογυναίκας που σχημάτισε στο μυαλό του, η Απλησίαστη Σκύλα ήταν ένα εύθραυστο μαυροτσούκαλο, που το μόνο που πρόσεχες πάνω του ήταν δυο μάτια γαλάζια και μαύροι κύκλοι ολόγυρα που τους πρόσθεταν βάθος και σου δημιουργούσαν την αίσθηση ότι κάτι περισσότερο μπορούσαν να δουν. 35


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 36

— Μαυρογενίδου, άπλωσε ένα χέρι τόσο μικρό, που δικαιολογημένα ο αναισθησιολόγος αναρωτήθηκε πώς διάολο τα κατάφερνε με χειρισμούς που ήταν πολύπλοκοι από τη φύση τους. Και πώς στους κύκλους της θεωρούνταν σίγουρη και επιδέξια, που ήταν μεγάλη υπόθεση. «Τα απευκταία στη δική μας δουλειά είναι, εννέα στα δέκα, συνέπεια ατυχών χειρισμών. Πώς τώρα ένα χεράκι μικροσκοπικό, ψεύτικο... ποιος τα κανονίζει αυτά». Συλλογίστηκε πως αν παρέτασσαν μπροστά του πέντε γυναίκες, όπως γίνεται με τους αυτόπτες μάρτυρες προκειμένου να αναγνωρίσουν τον ένοχο, ο ίδιος έβαζε στοίχημα ότι θα αναγνώριζε την Απλησίαστη Σκύλα στις υπόλοιπες τέσσερις. Διέκρινε μαντεμένιο σταχτοδοχείο στο λιτό της γραφείο γεμάτο αποτσίγαρα και ένιωσε κάπως καλύτερα. — Καθίστε, κύριε Τραυλέ, είπε η γυναίκα, που έφτανε μέχρι τον ώμο του, κι εκείνος κάθισε απέναντι από το παράθυρο. Στη βορειοδυτική του πλευρά το κομμάτι της πόλης που μπορούσε να δει αποτελούνταν από σπίτια διώροφα με γερτές κεραμοσκεπές. Ανάμεσά τους ξεφύτρωναν πολυκατοικίες κακάσχημες, απ’ αυτές που θα στέγαζαν το μέλλον μιας κοινότητας που ο πληθυσμός της αβγάταινε άναρχα με ρυθμούς που δε θα τους έλεγες φυσιολογικούς. Αριστερά ο τοίχος ήταν σκεπασμένος από βιβλία, μπροστά δέσποζε μια σεβάσμια μορφή. Άφησε για λίγο το βλέμμα επάνω της. — Είναι ο δάσκαλός μου, είπε εκείνη. Του οφείλω πολλά. Όσο και αν προσπάθησε, στάθηκε αδύνατον να ανακαλέσει τη μορφή του στη μνήμη του. 36


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 37

— Μην κουράζεστε, είπε η Μαυρογενίδου, είναι μάταιος κόπος. Ήταν άνθρωπος σεμνός και αθόρυβος, μοίραζε αφειδώλευτα τις γνώσεις και τις ιδέες του, χωρίς να κρατάει τίποτα ζηλότυπα για τον εαυτό του. Και δε θα πω ότι ήταν λίγοι όσοι επωφελήθηκαν. Συμβαίνουν κι αυτά, όπως ξέρετε. «Όπως ξέρετε!» ένιωσε πρωτόγνωρη οικειότητα. — Λοιπόν, πότε αρχίζουμε; είπε η γυναίκα. Την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει. — Αλλά πώς... ψέλλισε. Μήπως... θέλω να πω... — Το έψαξα, μη νομίζετε, είπε εκείνη, κι ο Τραυλός συναισθάνθηκε ότι ήταν από τους ανθρώπους που πρέπει να τους παίρνεις στα σοβαρά. Εσείς εγκαταλείψατε την «Παντάνασσα» κι εμένα μου έπεσε ο πρώτος αριθμός του λαχείου. Δύσκολο ν’ αντικαταστήσεις κάποιον που άξιζε τον κόπο πραγματικά μ’ έναν άλλο που επίσης αξίζει τον κόπο. — Με τιμάει η κουβέντα σας, είπε ο Τραυλός, αν και η σύγκριση με τη Χονδρονάσιου... — Δεν το συμμερίζονται όλοι, τον κοίταξε η διευθύντρια, που την έκανε κοντά στα εξήντα. Μερικοί μίλησαν για δειλία και άλλοι για ομολογία μοιραίου λάθους που ανέλαβε να εξοφλήσει η ίδια. — Τα ξέρω αυτά, χαμογέλασε πικρά ο Τραυλός. Και για μένα είπαν ότι έδωσα στους μπάτσους κάποιον του σιναφιού και ίσως έσπρωξα αναίτια στην αυτοκτονία έναν άλλο. — Οι φήμες ταξίδεψαν γρήγορα, είπε η διευθύντρια. Κι αν θέλεις ακούστηκαν διάφορα. — Δεν πρόκειται τίποτα να διαψεύσω, είπε ο Τραυλός. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν άντεχα να μείνω άλλο εκεί. 37


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 38

Και αυτό χωρίς κανένας να μου δείξει την πόρτα. Αν πάλι γύριζε πίσω ο χρόνος, δε θα έκανα τίποτα διαφορετικό. Θα ήταν μάταιο εξάλλου να προσπαθήσω να ξεφύγω από τον ίδιο τον εαυτό μου. — Και η Χονδρονάσιου το ίδιο. Ανήκε στην κατηγορία των απροσάρμοστων, βλέπετε, είπε η διευθύντρια. Με μια λέξη της θα ξεκαθάριζε το τοπίο, και όσο κι αν δε θεωρώ ανθρώπους όπως ήταν αυτή ως τους ευτυχέστερους των θνητών, θα επιθυμούσα, πιστέψτε με, να ανήκω στην ίδια κατηγορία. «Κάπου εκεί βρίσκεσαι», σκέφτηκε ο Τραυλός, «και δύσκολα μου το βγάζεις απ’ το μυαλό». Θα έδινε σίγουρα το... μισό του βασίλειο για να μιλάει μαζί της στον ενικό. Αναρωτήθηκε πώς άραγε να ήταν η Χονδρονάσιου: κανονική, λεπτοκαμωμένη ή αντίθετα ευτραφής; Όμορφη άσχημη, ψηλή, κοντή ή κανονικού αναστήματος; Ποιος ήταν εντέλει ο ρόλος του σωματότυπου –αν έπαιζε κάποιο ρόλο– στην κατηγορία των αδιόρθωτων, των απροσάρμοστων; «Αν αίφνης συναντούσες τυχαία στο δρόμο σου τον Αλέξανδρο Παναγούλη, και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο, θα διέκρινες κάτι επάνω του που να τον κατατάσσει στους απροσάρμοστους; Αλλά πάλι...» Ανέτρεξε στην περίπτωση ενός παλιού του συμμαθητή στο γυμνάσιο, που πληροφορήθηκε πρόσφατα ότι τον είχε συλλάβει η χούντα. Όσο προσπαθούσε να τον φέρει στο νου του, έβλεπε έναν κοντό ξανθόψειρα, μικροκαμωμένο και ασήμαντο. Ανεπιθύμητο τότε στις συντροφιές των περπατημένων, των ξύπνιων, των τάχατες. Όσων δηλαδή, φρονίμως ποιούντες, αργότερα κατάπιαν τη γλώσσα τους. 38


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 39

Συνήλθε ακούγοντας χτύπους στην πόρτα. Η Μαυρογενίδου είπε «Εμπρός», μια βοηθός μπήκε και στάθηκε ένα βήμα μπροστά. Κι έπειτα ρώτησε αν θα μπορούσε να τη συναντήσει και πότε για κάτι προσωπικό. Την πληροφόρησε ότι θα ήταν ελεύθερη σ’ ένα τέταρτο κι ο Τραυλός έκρινε ότι έφτανε και περίσσευε για να πουν όσα είχαν να πουν, μιας και, κατά τη γνώμη του, είχαν πει ήδη τα σπουδαιότερα. — Όταν μου μίλησε ο Ρομποτής, είπε η Μαυρογενίδου, βιάστηκα να πάρω μια φίλη μου στο τηλέφωνο. Η αντικατάσταση της Χονδρονάσιου επείγει και πόσο ν’ αντέξει κανείς σε πιέσεις, χρόνια που ζούμε. — Αλήθεια πόσο ν’ αντέξει, είπε ο Τραυλός. Ειδικά όταν οι μνηστήρες έχουν τον τρόπο τους. Συγγένεια με στρατιωτικούς παραδείγματος χάριν. — Τίποτα δε μένει κρυφό, γέλασε η Μαυρογενίδου, αν και ο καθένας δίνει την ερμηνεία του. Η φίλη μου, για να μη σας κουράζω, έτυχε να είναι διευθύντριά σας στο νοσοκομείο «Παντάνασσα». — Και λοιπόν; — Μη με αναγκάζετε να επαναλαμβάνω τα ίδια. — Αν ξέρατε, έκανε ο Τραυλός, θα με δικαιολογούσατε ίσως. — Τυχαίνει να ζω κι εγώ στον γαλάζιο πλανήτη, τον πληροφόρησε, οπότε κάτι παίρνει κι εμένα το αφτί μου. Την κοίταξε κι ένιωσε πολύ τυχερός που θα συνεργαζόταν με μια τέτοια γυναίκα. — Όπως και να ’χει, είπε, δε φανταζόμουν τέτοια φτήνια, τόση ευτέλεια. Μου έγιναν προτάσεις που δεν έβαζε ο νους μου, στην προσπάθειά μου να βρω μια δουλειά. 39


OIKONOMOU_TA PETANEIS sel_Final_Layout 1 12/05/2014 6:11 ΜΜ Page 40

— Με πρώτη και καλύτερη να τους φέρνετε χειρουργούς. — Και πελάτες. Δε δίστασαν ν’ απαιτήσουν και οικονομική ρήτρα ακόμα. «Θα καταβάλλετε εκατό χιλιάδες δραχμές, με διετή προθεσμία». Το τελευταίο που τους ενδιέφερε ήταν η ποιότητα της δουλειάς μου. Κανένας, απ’ όσο θυμάμαι, δεν ενδιαφέρθηκε για το βιογραφικό μου σημείωμα. — Θα ζήσουμε πάντως έτσι κι αλλιώς, είπε σκεπτικά η διευθύντρια. Κάτι μου λέει ότι κι εμείς χρειαζόμαστε. — Εύχομαι να μην κάνετε λάθος. — Σωστά. Είδαν τόσα τα μάτια μου. Αλλά έχω μια ιδέα. Έβγαλε ένα πακέτο Σαντέ και κοίταξε το ρολόι της. — Μας μένουν ακόμα πέντε λεπτά.

40


Oikonomou ta petaneis sel final tsonta