Page 1

NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 9

1 

Το εκραγέν καρπούζι

νερά. ΝΤοΠολλά κουβαριασμένο γαλάζιο σεντόνι, γύρω απ’ το

ΕΡΑ . Νερά που γεννιέσαι και νερά που πνίγεσαι.

κεφάλι και το νεανικό του σώμα, επέτεινε την αίσθησή του, ναι, τη βεβαιότητα, πως ανεβοκατέβαινε μέσα σε μια δεξαμενή νερού χωρίς τοιχώματα, σαν κάποιος με μιαν αντλία ή, χειρότερα, με μια βεντούζα απόφραξης, να τον τραβούσε άλλοτε πάνω κι άλλοτε κάτω. Και ασφαλώς δεν ήταν μόνο η αφόρητη ζέστη, που δέκα η ώρα το πρωί κι είχε κιόλας σκαρφαλώσει στους 28 βαθμούς, σκέφτηκε, όταν βγήκε στον ακάλυπτο της ημιυπόγειας γκαρσονιέρας και περιλούστηκε με το λάστιχο του ποτίσματος, ήταν που το κεφάλι του είχε καταληφθεί εκείνες τις μέρες από την αποψινή επιχείρηση και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Αν και δεν ήταν η πρώτη φορά κι εξάλλου δεν θα ήταν μόνος του –ο Ιάκωβος θα τον κάλυπτε–, όπως κάνανε πάντα, αφού θα ’ρχόταν οπλισμένος μ’ ένα πιστόλι να τον πάρει να φύγουν απ’ το σπίτι κατά τα μεσάνυχτα.


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 10

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

Υπήρχε καιρός και κανένας σοβαρός λόγος ανησυχίας κι όμως η ταραχή, ταραχή. Παρ’ όλ’ αυτά κάποια στιγμή παραδέχτηκε πως ήταν άλλος ο λόγος αυτής της έρπουσας ανησυχίας που τον έτρωγε, και τότε τρόμαξε. Ήταν ετούτη τη βδομάδα (ή ήταν μια βδομάδα πριν;) που κόντευαν δέκα χρόνια απ’ το θάνατο του πατέρα του. Σαν υλικό που, έχοντας σαπίσει με τον καιρό, αναδύεται από μόνο του στην επιφάνεια, χωρίς να το θυμήθηκε αποβραδίς ή να τ’ ονειρεύτηκε, είχε εισβάλει στον ύπνο του αυτό που εξελίχτηκε σε πρωινό πνιγηρό εφιάλτη, ανακαλώντας το θάνατο του πατέρα. Αφορμή η ταβέρνα στο λιμάνι. Ένα ημιυπόγειο κουτούκι απέναντι ακριβώς από κει που δέναν τα καράβια της γραμμής, τα ψαροκάικα, αλλά και τα κότερα, και το οποίο είχε υπάρξει το κέντρο του κόσμου των παιδικών του χρόνων για όσο μπορούσε να θυμηθεί ο Άθως. Το επάγγελμα του πατέρα, και τον οποίο ο Άθως θυμόταν πάντα αυτή τη δουλειά να κάνει, η δουλειά που τους έτρεφε, αλλά και η αναφορά όλης της οικογένειας, των αδερφών του και της μάνας τους, ήταν η ταβέρνα στο λιμάνι, καθώς ο Αποστολάκης περνούσε εκεί μέσα τον περισσότερο καιρό του παρά στο σπίτι. Ο ίδιος, μικρό παιδί εκείνα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, παρακολουθούσε φοβισμένος και κρυμμένος στην πιο σκοτεινή γωνιά που σχημάτιζαν τα βαρέλια της ταβέρνας τα δίδυμα αδέρφια του 10


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 11

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

που είχαν επιστρέψει από το Άαχεν με τα διπλώματά τους, οικονομολόγος ο ένας, μηχανικός ο άλλος, τους παρακολουθούσε να απαριθμούν επιχειρήματα και να ξεδιπλώνουν μπροστά στον πατέρα τους ένα σεντόνι λόγων για τους οποίους έπρεπε να αλλάξει χρήση «αυτό το άθλιο κρασοπουλειό». Από κοντά κι η μάνα τους, «Έχουν δίκιο τα παιδιά, Αποστολάκη μου», σιγοντάριζε. «Να το δώσεις, άνθρωπέ μου. Μόστρα στο λιμάνι, και χάνουμε λεφτά με το άσυλο ανιάτων που το κατάντησες... Να το δώσεις στα παιδιά να το κάνουν κάτι σύγχρονο. Ένα ζαχαροπλαστείο, ένα Γουίμπυ, ξέρω γω;» Ο Αποστολάκης δεν μιλούσε αλλά αντιστεκόταν, κουνώντας το κεφάλι του μπουρινιασμένος. Είχε αναστήσει την οικογένειά του μ’ αυτό το μαγαζί κι ήταν χαρά του να δουλεύει τη μικρή ταβέρνα. Σπούδασε τα παιδιά του, άκου να το λένε «άθλιο κρασοπουλειό», τα έκανε επιστήμονες, όπως του άρεσε να λέει, ενώ εκείνος συνέχιζε να πουλάει κρασί και να πίνει κάνα ποτήρι με τους πελάτες του. Είχε δημιουργήσει και το απολάμβανε, όπως θαυματουργό φάρμακο αρρώστιας βαριάς, μια κοινότητα απομάχων μέσα στην καρδιά του λιμανιού, εκεί όπου καθημερινά το χρήμα είχε αρχίσει να πηγαινοέρχεται με ξέφρενους ρυθμούς, καθώς πράκτορες και μεσίτες αυθαίρετων κατασκευών, με γιωτ κι ενοικιαζόμενες βίλες και κάθε είδους εξυπηρετήσεις, συνωστίζονταν αλλάζοντας το σχήμα μιας κοινότητας που μέχρι πριν από λίγο καιρό επέμενε να ζει με τον δικό της τρόπο. 11


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 12

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

Φαίνεται όμως πως τα ψωμιά αυτού του τρόπου είχαν φαγωθεί. Τώρα άλλα πράγματα είχαν αρχίσει να ζητούν οι ξένοι, κι από κοντά κι οι ντόπιοι. Χωρίς να χρειαστεί να δηλώσει την παρουσία του, από εκείνη τη σκοτεινή κρυψώνα τού φαινότανε πως τα αδέρφια του κι η μάνα λέγανε σωστά λόγια, κι όμως ένας παράξενος πόνος τον διαπερνούσε, καθώς ένιωθε πως ο πατέρας τους αντιστεκόμενος έχανε σιγά σιγά πόντους, και το φως του. Σ’ εκείνη την ηλικία τού ήταν δύσκολο να καταλάβει την αλλαγή ενός κόσμου που άφηνε στα απόνερά του έναν γερασμένο πατέρα. Ο Άθως θυμόταν μια τελευταία του φράση, ενώ είχε αρχίσει να λυγίζει στην πίεση, όταν τ’ αδέρφια του, θεωρώντας πως τον κάνανε περήφανο με τα σχέδιά τους, λέγανε περήφανα, θα κάνουμε αυτό και θα κάνουμε εκείνο, είχε πει, «Πιο δύσκολα γίνεται μια φάβα από ένα χαρμάνι τσιμέντο. Μια πετυχημένη φάβα θέλει μαστοριά, θέλει αγάπη... Να το θυμάστε». Κι έτσι, ενώ έμοιαζε να έχει αρχίσει να παραδίδεται, συμπεριφερόταν όπως πάνω σε ποδήλατο με χαλασμένα φρένα στην κατηφόρα. Και επιπλέον αντί να προσπαθήσει να κάνει κάτι μ’ αυτό που ’ρχόταν κατευθείαν απάνω του, το αντιμετώπιζε σαν μια αθώα, καθημερινή συνάντηση. Και το ποδήλατο έφευγε σφαίρα στον κατήφορο. Ύστερα από λίγες μέρες ο Αποστολάκης εμφανίστηκε στο κουτούκι πριν από τη συνηθισμένη του ώρα, όπου κανείς δεν τον περίμενε τόσο νωρίς εκείνο το 12


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 13

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

πρωινό, αν και συχνά έβρισκε απέξω μουστερήδες να κόβουν βόλτες πάνω κάτω, νευρικά κι αμήχανα, σαν να είχαν περάσει όλη την προηγούμενη νύχτα μπροστά στην κλειστή πόρτα, περιμένοντάς τον να τους ανοίξει. Περπάτησε τα λίγα βήματα μέχρι την προβλήτα κι αφέθηκε να γλιστρήσει στο νερό, έχοντας κρεμάσει δυο τσιμεντόλιθα δεμένα μ’ ένα παλαμάρι γύρω απ’ το λαιμό του, εξασφαλίζοντας έτσι πως θα έφτανε στον πάτο, ακόμη κι αν μετάνιωνε την τελευταία στιγμή. «Oύτε καν ένα σουβλατζίδικο της προκοπής δεν μπόρεσαν να το κάνουν. Από τη μια ακρότητα στην άλλη», είχε πει της Χαράς, όταν είχαν πάει να της δείξει τον τόπο που γεννήθηκε και στάθηκαν μπροστά στην παλιά ταβέρνα που είχε μετατραπεί σε κάβα ποτών και ανθοπωλείο, ενώ το ισόγειο σε φαστφουντάδικο με φωτισμένες εικόνες λουκάνικων και χάμπουργκερ. «Τώρα που το σκέφτομαι, μετά από τόσα χρόνια», είχε πει ο Άθως, συνεχίζοντας την περιήγηση της Χαράς, «μου μοιάζει σαν απόσυρση η αυτοκτονία του… Εντάξει, κάθε αυτοκτονία είναι μια απόσυρση, όμως αν δεν είχε αυτοκτονήσει, σκέφτομαι καμιά φορά, πώς θα είχαμε εμείς διαχειριστεί την κατάσταση, έτσι που ήμασταν όλοι εναντίον του και δεν καταλαβαίναμε την επιμονή του; Να σ’ το πω κι αλλιώς: αν κάποιο αγαπημένο σου πρόσωπο, το παιδί σου, ο άντρας σου, αρχίζει να εκτροχιάζεται, τότε τι κάνεις; Κι όχι μόνο βγαίνει από τις, ασφαλείς σε όλους εμάς, 13


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 14

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

ράγες, αλλά προσπαθεί και να μας παρασύρει στον δικό του τρόπο, να μας βγάλει κι εμάς απ’ το δρόμο μας, τότε τι κάνεις;» Η Χαρά είπε, «Μην τα σκέφτεσαι τόσο πολύ, αγάπη μου. Η ζωή βρίσκει τον τρόπο και τα βάζει στη σειρά τους αυτά τα πράγματα», κι έσκυψε να ξεμπλέξει ένα γατί που είχε μπερδευτεί σε μια παρατημένη μεσινέζα κάτω απ’ το τραπέζι του παραθαλάσσιου καφενείου. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής πως την ενοχλούσε το σκάψιμο της οικογενειακής ζωής του Άθου, αν και υποψιαζόταν τους λόγους του. Το θέμα δεν την ενδιέφερε, ο Άθως όμως δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει τη ζωή να τα τακτοποιήσει αυτά τα ζητήματα. «Δεν μου απαντάς όμως, τι κάνεις;» είχε επιμείνει εκείνη τη φορά που επισκέφτηκαν τον τόπο που ’χε μεγαλώσει. «Τον αφήνουμε να μας τραβήξει στον κόσμο του; Να μας πεθάνει;» είχε υψώσει απότομα τη φωνή του, συνεχίζοντας αμέσως με πιο ήρεμη μιλιά, «Νομίζω δεν τον ακολουθούμε, όσο αγαπημένος και να είναι. Όπως με το πένθος. Νομίζω τον αντιμετωπίζουμε σαν νεκρό και τον αφήνουμε στον δικό του κόσμο, στον κόσμο των νεκρών… Γιατί ο δικός μας είναι αποδώ μεριά. Εσύ», επέμενε να πάρει μιαν απάντηση απ’ τη Χαρά, «τι θα έκανες στη θέση μιας κόρης, της οποίας ο πατέρας τα ’χει παίξει; Ένας άνθρωπος που ’χει αρχίσει να χάνει την ισορροπία του και χωρίς προστατευτικό δίχτυ από κάτω; Δεν θα τον περιόριζες, δεν θα τον έκλεινες κάπου;… Ε, νομίζω 14


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 15

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

αυτό έκανε κι ο Αποστολάκης. Πήγε και αποσύρθηκε, κλείστηκε μόνος του, δεν μας περίμενε να το κάνουμε εμείς», είχε πει εκείνο το χειμωνιάτικο δειλινό, όταν πήρανε το καράβι της επιστροφής. Στάζοντας ακόμη νερά, έβγαλε ένα καρπούζι απ’ το ψυγείο να δροσίσει τα μέσα του, αφού το υπαίθριο ντους είχε μετριάσει τη θερμοκρασία του σώματος. Πριν το ακουμπήσει στο μάρμαρο του γλίστρησε και τσακίστηκε στο νεροχύτη, παραγινωμένο όπως ήταν, κι έγινε κομμάτια. Μαύρα σπόρια τον πιτσίλισαν και τινάχτηκαν θραύσματα ψίχας και το στήθος του κοκκίνισε. Το βρεγμένο πεζοδρόμιο, εκείνη την ασέληνη νύχτα, αντανακλούσε τις φωτισμένες βιτρίνες και τα κίτρινα φώτα της κυκλοφορίας να αναβοσβήνουν στις διασταυρώσεις των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στο λιμάνι. Το απόβροχο μιας ξαφνικής καλοκαιρινής μπόρας, ξέσπασμα της σωρευμένης κάψας εκείνης της μέρας κι ο Άθως με το μικρό σακίδιο αγκαλιασμένο στο στήθος του έμοιαζε με φοιτητή που επέστρεφε σπίτι του μετά από ολονύκτια μελέτη, ή διασκέδαση. Θα μπορούσε. Μια ευωδιά μούσκευε τώρα τη νύχτα, που την έφερνε από κήπους και μπαλκόνια, ένα μυρωμένο αεράκι ποτισμένο γιασεμί, τριαντάφυλλα και νυχτολούλουδα. Οι δρόμοι καθάρισαν κι ο Άθως εισέπνευσε τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, όταν πέρασε δίπλα σ’ ένα ψωραλέο δημοτικό 15


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 16

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

παρκάκι. Μπροστά του, μέσα στη γαλήνια νύχτα υψωνόταν το πολυώροφο κτήριο της ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΑΕ, που με τη φωταγωγημένη κορυφή του φάνταζε με πλανητικό σταθμό έτοιμο να εκτοξεύσει πύραυλο, καθώς η αντίστροφη μέτρηση για την πυροδότησή του είχε ξεκινήσει, κι ο πρωινός, πνιγηρός εφιάλτης είχε επανέλθει λίγο πριν ξεκινήσει απ’ το σπίτι, παρ’ όλο που ο Ιάκωβος δεν είχε φανεί, όσο έκανε ένα τελευταίο έλεγχο στο ρολόι της βόμβας και στις τελευταίες λεπτές συνδέσεις του μηχανισμού. «Γιατί δεν έκανα κάτι να πάρω το μέρος του, να τον σώσω;… Δεν μου αναλογούσε μερίδιο ευθύνης;... Το ότι ήμουν ο μικρότερος δεν έπαιζε ρόλο, είναι μια φτηνή δικαιολογία. Αν έχεις συνείδηση της ευθύνης, μικρός μεγάλος είναι άσχετο. Αφού αισθανόμουν το άδικο που του γινόταν, είχα ευθύνη». Τα ερωτηματικά πηγαινοέρχονταν και χτυπιόνταν όπως το αβοήθητο σώμα του μέσα στον πρωινό εφιάλτη, ενώ η αδικαιολόγητη απουσία του Ιάκωβου, αντί να τον ανησυχήσει και να μην προχωρήσει μόνος του στην προσχεδιασμένη επιχείρηση, είχε οξύνει μια βαθύτερη επιθυμία του να μην αφήσει τίποτα όρθιο. Μετατόπισε ελαφρά το σακίδιο και το πέρασε στον αριστερό του ώμο, κι ένιωσε την ψυχή του, ολόκληρο το είναι του, να ορέγεται δάκρυα και τρόμο και ταραχή. Και ήταν εκείνη τη στιγμή που σαν αστραπή τον διαπέρασε και τον έκοψε στα δύο η σκέψη, πως το να μην πάρει θέση τότε, τον είχε αποκόψει απ’ τη μι16


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 17

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

κρή παραθαλάσσια πόλη που είχε μεγαλώσει, φουντώνοντας τη μελαγχολική νοσταλγία που ένιωθε γι’ αυτήν. Και σε τι διέφερε η σημερινή του ιδέα, που αισθανόταν να τον διεμβολίζει, ναι, τώρα, αυτή ακριβώς τη στιγμή, από τη στάση των αδερφών του, που ήταν μια έκφραση του ίδιου μηδενιστικού κενού, «Να γίνουν όλα λαμπόγυαλο, παρθένα γη, για να φυτρώσουν τα νέα λουλούδια. Η νέα ζωή». Και ήταν τότε, εκείνη τη μεσοκαλοκαιριάτικη νύχτα με τη μυρωδιά του τσακισμένου καρπουζιού στα χέρια του, τα ίδια χέρια που τώρα κανάκευαν τον εκρηκτικό μηχανισμό, που είχε νιώσει πως στην πραγματικότητα εκείνο που τον συνέθλιβε τότε, εκείνο που τον εμπόδιζε να πάρει βαθιές ανάσες, ήταν πως απ’ τη μια μεριά έβλεπε να τον πλησιάζει με ταχύτητα το απαστράπτον εκσυγχρονιστικό έμβολο των αδερφών του, κι από την άλλη, με την ανάλογη επιμονή και σταθερότητα, να υψώνεται ένα τείχος, το τείχος του πατέρα –ίδιο βουνό–, χωρίς ν’ αφήνει ούτε μια ρωγμή για μιαν άλλη άποψη, έναν συγκερασμό των διαφορετικών απόψεών τους. Και πόσο μοιάζανε όλοι τους σ’ αυτό, στο να μη θέλουν ούτε πόντο να κάνουν πίσω, εκτός απ’ τον ίδιο που πλημμύριζε από θλίψη. Και πόσο αργεί αυτή η γνώση να ωριμάσει και πόσο βαρύ το τίμημά της. Για μια στιγμή η καρφωμένη στο κεφάλι του ιδέα είχε αισθανθεί να τον μετατρέπει σε κάποιον πολλαπλά υπεύθυνο, υπεύθυνο για όλους και για όλα, και περπάτησε με βήμα σταθερό ίσια μπροστά στο στόχο του. 17 2o


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:37 ΜΜ Page 18

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

Και τότε σκοτάδι σκέπασε τα μάτια του, ενώ ένα καυτό κι αστραφτερό λευκό τον τύλιξε κι ευθύς γκρεμίστηκε στο χώμα το σφριγηλό του σώμα, όπως θα γινότανε και με το πολυώροφο κτήριο που ’χε σχεδιάσει να το κάνει σκόνη – αν είχε προλάβει.

18


NOLLAS D_Layout 1 29/04/2010 12:38 ΜΜ Page 120

Δημήτρης Νόλλας - Ο καιρός του καθενός  

Μια ιστορία για την αέναη ανανέωση των διακόνων της εξουσίας. Για τους τρελαμένους εραστές της. Για εκείνους που, ως εξεγερμένοι μπουρλοτιέρ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you