Issuu on Google+

MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 13

Τερέζα ΜακΕλντόουνι } 1

μαίνονταν εκείνο τον Σεπτέμβρη του 1960 Ε στις ανατολικές παρυφές των Βραχωδών Ορέων, η εντεκάχρονη Τερέζα ΜακΕλντόουνι επέστρεφε με τη μητέρα της ΝΩ ΟΙ φΩΤΙΕΣ

Μάρθα και τον επτάχρονο αδελφό της Μάικ από τη Γουιτσιτά του Κάνσας στο Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα. Ο πατέρας της – ο συνταγματάρχης Τιμ ΜακΕλντόουνι– δεν ήταν μαζί τους. Χρόνια αργότερα, στη σκιά ενός αρμυρικιού στα Πολώνια της Μήλου, θα μου περιέγραφε πως, από την ώρα που πέρασαν τα σύνορα της Πολιτείας με το Γουαϊόμινγκ, άκουγαν μονότονα στο ραδιόφωνο ότι οι φωτιές πάνω στα βουνά διένυαν ήδη τον τρίτο τους μήνα και ότι, αν και είχε πάρει να δροσίζει για τα καλά, η ανομβρία επέμενε προκαλώντας διαρκείς αναζωπυρώσεις. Τα μαραμένα άνθη στα παρτέρια μιλούσαν για ξηρασία και η Τερέζα παραξενεύτηκε καθώς «Μοντάνα» και «ξηρασία» ήταν στο μυαλό της έννοιες ασύμβατες. Μόλις η Μάρθα ΜακΕλντόουνι πάρκαρε τη μαβιά Μπουίκ, μοντέλο του ’57, στη ράμπα που ανηφόριζε ελαφρά προς την εξώθυρα του πατρικού της, τα παιδιά πετάχτηκαν έξω και, τσαλαπατώντας το κιτρινισμένο γρασίδι, έτρεξαν προς τo κεφαλόσκαλο όπου η γιαγιά Λωρήν σκούπιζε τα χέρια στην ποδιά της και ο παππούς Νίκολας, φορώντας ένα αστραφτερό χαμόγελο που αποκάλυπτε την τεχνητή 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 14

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

του οδοντοστοιχία, τύλιγε με το δεξί χέρι προστατευτικά τους ώμους της μάλλον μικρόσωμης συζύγου του σαν να πόζαρε για οικογενειακή φωτογραφία. Η Τερέζα μου αφηγήθηκε πως κοντοστάθηκε καταμεσής του μισοξεραμένου γκαζόν καθώς τη χτύπησε αίφνης μια οσμή σαν από καμένο πλαστικό, ανεπαίσθητη ίσως αλλά διακριτή. Ταυτόχρονα ένιωσε ένα τσούξιμο στα μάτια. Έστρεψε μηχανικά το βλέμμα προς τα βόρεια, έπειτα προς τα δυτικά, διακρίνοντας –ή νομίζοντας πως διέκρινε–, πέρα από τα λοφώδη αντερείσματα των Ρόκις που χάνονταν στις εσχατιές της Μοντάνα ως απάνω στις αχανείς πεδιάδες του Καναδά, μια άχνα να ντύνει τις κορυφογραμμές σ’ ένα μουντό μαβί πέπλο. Ένα υποτυπώδες αλλά παιγνιδιάρικο ουράνιο τόξο στεφάνωσε την υγρή βεντάλια του ποτιστικού που περιστρεφόταν στην πελούζα του γείτονα. Οι δίδυμες οξιές της πίσω αυλής αργοσάλεψαν δισταχτικά πάνω από τη δίρριχτη στέγη του σπιτιού σαν να επιχειρούσαν να τη σκουπίσουν. Έπειτα ο χρόνος επανήλθε στον συνήθη βηματισμό του. Ο παππούς άνοιγε τώρα την αγκαλιά του για να υποδεχτεί τον Μάικ. Είχε, όπως του άρεσε να λέει, αναπτύξει ειδική σχέση μαζί τους, μιας και τα παιδιά περνούσαν μεγάλο μέρος των διακοπών τους με τον παππού και τη γιαγιά, μακριά από τις στρατιωτικές βάσεις όπου ζούσε κατά κανόνα η οικογένεια. Εκείνο το βράδυ, μετά το δείπνο, όταν ο Μάικ και η Τερέζα ανέβηκαν για ύπνο κι άρχισαν να ψάχνουν για θησαυρούς με τον κτητικό παιδικό συναισθηματισμό τους –παλιά παιγνίδια, βιβλία και τα σχετικά που είχαν ξεμείνει στο δωμάτιο από τις προηγούμενες επισκέψεις τους–, στον κάτω όροφο άρχισε μια μάλλον έντονη συζήτηση. Μέσα από τα τριξίματα και τα γουργουρητά της κεντρικής θέρμανσης –οι νύχτες ήταν ήδη ψυχρές 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 15

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

στη Μοντάνα– η Τερέζα μπορούσε να διακρίνει ένα τόνο επίπληξης όταν η γιαγιά απευθυνόταν στη μοναχοκόρη της. Σε μια στιγμή απόλυτης ησυχίας –ενώ ο Μάικ, εγκαταλείποντας το ηλεκτρικό τρενάκι, είχε επιτέλους ανακαλύψει τη στοίβα με τα Μίκυ Μάους που ο παππούς είχε επιμελώς τακτοποιήσει σε μια ντουλάπα και οι σωληνώσεις του σπιτιού έμοιαζαν να κρατούν την ανάσα τους– η φωνή της γιαγιάς ανέβηκε μια οκτάβα. Δεν παρατάς έτσι εύκολα τον άντρα σου, Μάρθα. Όχι για ένα πείσμα. Ή για ένα καπρίτσιο. Όχι έναν ήρωα της Κορέας, παρασημοφορημένο από τον στρατηγό ΜακΆρθουρ. Ουφ! Την έχω χεσμένη πια αυτή την Κορέα και όλα του τα παράσημα, ακούστηκε τώρα η φωνή της Μάρθας με μια ιδέα επίπλαστης υστερίας. Βαρέθηκα πια τη ζωή του στρατοπέδου – την ακινησία, την πλήξη, τις ανέσεις και τα κουτσομπολιά της. Απραγία, ανία, ανευθυνότητα, τα τρία άλφα. Μίλα πιο σιγά, τα παιδιά θα έχουν στήσει αυτί, παρενέβη ο παππούς. Η φωνή της μαμάς έφτανε τώρα ως επάνω τρεμουλιαστή, σαν να ήταν έτοιμη να μετατραπεί σε λυγμό. Ιππασία, γκολφ κλαμπ και κοκτέιλ σε στρατιωτικές λέσχες. Παντρεύτηκα στο Φορτ Μπέννινγκ, μαμά –θα το θυμάσαι, ελπίζω–, στο βαθύ Νότο, στα σύνορα Τζώρτζια και Αλαμπάμα, σ’ ένα στρατόπεδο εκατόν πενήντα χιλιάδων νοματαίων αν συνυπολογίσεις και τις οικογένειες των στρατιωτικών. Η κόρη μου γεννήθηκε στην Αννάπολις του Μέρυλαντ κι ο γιος μου σε στρατιωτική βάση, στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνας. Έχω διδάξει αγγλικά – έτσι για να μη βαριέμαι– στο, άκουσον άκουσον!, Western Hemisphere Institute for Security Cooperation, με μαθητές μέλλοντες Λατινοαμερικανούς δικτάτορες προερχόμενους από τον Παναμά, την Παραγουάη και τη Βενεζουέλα. Δύο χρόνια σε στρα


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 16

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

τιωτική βάση έξω από την Φρανκφούρτη και –παραλίγο να το ξεχάσω– ένα εξάμηνο στο Τόκιο με τα παιδιά στην κούνια. Υποχρεωτικός τουρισμός με έξοδα του φορολογούμενου πολίτη. Πού ανήκω τελικά, μαμά; Βάλε μου λίγο ουίσκι, μπαμπά, σε παρακαλώ. Και μην το τσιγγουνεύεσαι, είμαι μεγάλο κορίτσι πια. Έπειτα οι φωνές έγιναν ξανά μουρμουρητά και η Τερέζα δεν μπορούσε ή ίσως δεν ήθελε ν’ ακούσει άλλα. Όρθια, κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, πάνω από τις φρεσκοβαμμένες, έντονα επικλινείς στέγες, προς τη δύση. Στις τελευταίες αναλαμπές ενός ηλιοβασιλέματος που ο παππούς λίγο πριν, στη διάρκεια του δείπνου, είχε αποκαλέσει με δόση σαρκασμού δραματικό, αποδίδοντας το πολύχρωμο ουράνιο δράμα στην κάπνα και την πάχνη, η εντεκάχρονη Τερέζα διέκρινε τον τέλειο, σαν άροτρο, τριγωνικό σχηματισμό ενός σμήνους από καναδικές αγριόχηνες να κατευθύνεται νότια. Η μετανάστευση άρχισε, ο χειμώνας έρχεται, σκέφτηκε. Μισοξάπλωσε στο κρεβάτι της και της δημιουργήθηκε η εντύπωση πως διέκρινε τις ράχες των πουλιών να αναφλέγονται από τις τελευταίες ασθενικές ακτίνες του ήλιου, σαν τα φτερά των αγγέλων στην Κόλαση. Φαντάστηκε πως άκουσε κρωξίματα εκεί στα μοναχικά ουράνια. Έπειτα το μυαλό της έτρεξε στις διάσπαρτες εστίες της φωτιάς και τις τυχαίες, όπως έλεγαν τα δελτία ειδήσεων, αναζωπυρώσεις μες στη νύχτα κι αναρωτήθηκε μήπως οι εκφωνητές είχαν άδικο ως προς το τυχαίο των πυρκαγιών, μήπως τελικά πίσω από την καταστροφή υπήρχε μια πρωταρχική αιτία, ένα σχέδιο, ένα μοτίβο. Σκέφτηκε τα συνεργεία ντόπιων εθελοντών και Ινδιάνων, που πάλευαν με τις φλόγες στη διάρκεια της μέρας, ν’ αποσύρονται τώρα πια ανήμπορα στους πρόχειρους καταυλισμούς με τις καντίνες που είχε στήσει η Δασική Υπηρεσία, για ένα χάμπουργκερ και κάνα δυο μπύρες, πριν παραδοθούν στον ανήσυχο ύπνο 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 17

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

τους. Άραγε αυτοί οι άντρες που πάλευαν για μήνες με τις φλόγες είχαν αφήσει πίσω την οικογένειά τους επειδή ήθελαν να υπηρετήσουν ένα ανώτερο σκοπό; Μήπως επειδή ήταν άφραγκοι; Ή μήπως γιατί είχαν βαρεθεί τη ζωή τους και τώρα γεύονταν μια δόση περιπέτειας; Αυτά μου είπε πως σκεφτόταν εκείνο το βράδυ ξαπλωμένη στα παχιά της μαξιλάρια η Τερέζα ΜακΕλντόουνι – αν και πιστεύω πως πρόκειται για προσθήκες της μνήμης. Κι όταν αργότερα την πήρε ο ύπνος με μια παλιά εικονογραφημένη έκδοση του Χώκλμπερρυ Φινν ανοιχτή πάνω στο στήθος της, ονειρεύτηκε ένα σκαντζόχοιρο με τα αγκάθια του να αναφλέγονται, θυμίζοντας τις απόμακρες γαλάζιες φλογίτσες των υψικαμίνων στις Πολιτείες που διέσχιζαν με τη μαμά και τον Μάικ τις τελευταίες μέρες ή, καθώς πλησίαζαν στο Γκρέητ Φολλς, τα μπεκ των γεωτρήσεων, τις τσιμινιέρες και τις ασημένιες δεξαμενές του διυλιστηρίου που είχαν ξεφυτρώσει στην αντίπερα όχθη του Μισσούρι μετά το πετρελαϊκό μπουμ στο οποίο είχε αναφερθεί ο παππούς κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ονειρεύτηκε ακόμη τα φλεγόμενα κέρατα ενός ταράνδου, κι έπειτα ένα μωρό αρκουδάκι να παγιδεύεται από τη φωτιά πάνω σ’ ένα έλατο και να μετατρέπεται σε καιόμενη μπάλα, όπως κάποτε εκείνο το χνουδωτό κουνέλι που η μαμά είχε πετάξει μάλλον αναίτια στο τζάκι μετά από μια λογομαχία με τον μπαμπά στο Λάνγκλεϋ της Βιρτζίνια. } Τα παιδιά γράφτηκαν αρχικά στο τοπικό δημόσιο σχολείο στη Σασκατζαγουέα Ντράιβ. Είχαν χάσει λίγες μόνο μέρες μάθημα και δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα. Ήταν και οι δυο τους καλοί μαθητές. Η Τερέζα, μιλώντας για τον εαυτό της, το απέδιδε στις αλλεπάλληλες αλλαγές τόπου διαμονής που την είχαν 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 18

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

κάνει δυνατή και ευπροσάρμοστη. Πληγωνόταν κάθε φορά που έχανε τους φίλους της, προσπαθούσε να διατηρήσει κάποια επαφή στέλνοντας καρτ ποστάλ από δω κι από κει αλλά η ανταπόκριση ήταν πενιχρή ή εξασθενούσε σταδιακά. Τα παιδιά ξεχνούν εύκολα, κι αυτή είναι η δύναμή τους, μου έλεγε συλλογισμένη. Αλλά τίποτα δεν χάνεται ολότελα, όλα επανέρχονται αργότερα, μετά την «πτώση» της εφηβείας. Ο συνταγματάρχης ΜακΕλντόουνι εμφανίστηκε απροειδοποίητα στο Γκρέητ Φολλς στις αρχές του Οκτώβρη ενώ μια ξερή χιονοθύελλα σάρωνε το τοπίο ως επάνω στα καναδικά σύνορα. Φορούσε τη στολή και όλα του τα παράσημα. Τον έφερε ως την εξώπορτα ένα τζιπ της 120ής Αεροπορικής Πτέρυγας Μάχης της Πολιτοφυλακής της Μοντάνα, στον αεροδιάδρομο της οποίας είχε προσγειωθεί πριν από δυο ώρες. Είχε παρο��σιαστεί στην Αεροπορική Βάση Μάλστρομ στα ανατολικά της πόλης, που ονομάσθηκε έτσι προς τιμήν του σμηναγού Έϊναρ Άξελ Μάλστρομ, ήρωα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συντρόφου του μπαμπά στο ευρωπαϊκό θέατρο των επιχειρήσεων. Ο Μάλστρομ –όπως επέμενε να τους αφηγηθεί αναλυτικά το ίδιο εκείνο βράδυ ο συνταγματάρχης σαν, κατά τη γνώμη της Τερέζας, να ήθελε να αποφύγει κάποια άλλη, περισσότερο επείγουσα συζήτηση– την είχε γλυτώσει φτηνά όταν το αεροσκάφος του καταρρίφθηκε σε γαλλικό έδαφος ελεγχόμενο από την προδοτική κυβέρνηση του Βισύ. Συνελήφθη αιχμάλωτος και παραδόθηκε στους Γερμανούς. Ενώ όμως επιβίωσε από τις κακουχίες του πολέμου τελικά, ω της ειρωνείας!, απεδήμησεν εις Κύριον το 1954, εν καιρώ ειρήνης, σε αεροπορικό δυστύχημα στις παρυφές του Γκρέητ Φολλς. Ο συνταγματάρχης ΜακΕλντόουνι είχε λοιπόν επιθεωρήσει επί τροχάδην τις εγκαταστάσεις –που ήταν κοινό μυστικό στην 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 19

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

πόλη πως στέγαζαν μεταξύ άλλων και πυρηνικές κεφαλές–, για να δικαιολογήσει το φύλλο πορείας και την εν γένει παρουσία του στη Μοντάνα και εμφανίστηκε στο σπίτι του παππού ενώ τα παιδιά βρίσκονταν ακόμη στο σχολείο. Όταν αυτά επέστρεψαν και η γιαγιά Λωρήν τα παρέλαβε από το μουσταρδί λεωφορείο φορώντας τους τις κουκούλες για να μην πουντιάσουν και λέγοντας με υπερβολικά χαρούμενη φωνή, σας έχω μια έκπληξη χρυσά μου, ο μπαμπάς είναι εδώ, η Τερέζα βίωσε για πρώτη φορά, όπως μου εξηγούσε δεκατέσσερα χρόνια μετά, την αίσθηση ότι η ζωή χρησιμοποιεί μάσκες προκειμένου να σου αποκρύψει την πραγματικότητα που, αν και οφείλει να είναι προφανής, προτιμά να θάβει το πρόσωπό της κάτω από την επιφάνεια της γης, όπως κάνουν οι στρουθοκάμηλοι. Η Μάρθα ΜακΕλντόουνι καθόταν στην άκρη του καναπέ απέναντι στην κλειστή τηλεόραση και έμοιαζε κλαμένη. Ο παππούς κρυβόταν –αυτή η λέξη ήρθε αυτόματα στον νου της Τερέζας– πίσω από ένα φύλλο της Γκρέητ Φολλς Τρίμπιουν, ενώ ο μπαμπάς άργησε να αντιδράσει στη θορυβώδη εισβολή των παιδιών και της Λωρήν. Έσφιξε εντέλει στο στήθος του τον μικρό εν μέσω ινδιάνικων κραυγών κι έπειτα γονατίζοντας, όπως έκανε πριν από πολλά χρόνια, τράβηξε κοντά του την Τερέζα. Ο μπαμπάς είναι εδώ, είπε κοιτάζοντάς την κατάματα, μ’ ένα υπομειδίαμα που δήλωνε απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. Έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να ξεπακετάρει με ζήλο μάλλον άγνωστο σ’ αυτόν δώρα για όλους, που ανέσυρε με τη θεατρικότητα ταχυδακτυλουργού από μια μεγάλη δερμάτινη βαλίτσα με μεταλλικές γωνίες αφημένη καταμεσής του λίβινγκ ρουμ. Τα παιδιά αντέδρασαν όπως αντιδρούν συνήθως τα παιδιά όλου του κόσμου σε παρόμοιες περιστάσεις, αν και ήδη διαισθάνονταν πως η πραγματικότητα δεν θα ήταν ποτέ ξανά αυτή που γνώριζαν –έστω και μασκαρεμένη– ως τότε. 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 20

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

Το είχαν ήδη καταλάβει, συνέχισε την αφήγησή της η Τερέζα ΜακΕλντόουνι, όταν, ξυπνώντας ένα πρωί στις αρχές του Σεπτέμβρη στο υπνοδωμάτιό τους, στον πάνω όροφο του άνετου κέδρινου μπανγκαλόου τους στη Γουιτσιτά του Κάνσας, με το δροσερό αεράκι ενός ασθμαίνοντος καλοκαιριού να φουσκώνει τις κουρτίνες, είδαν τη μαμά να έχει κατεβάσει τις βαλίτσες και να πακετάρει με βιάση αν και χωρίς σύστημα τον ρουχισμό τους. Είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες μέρες αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα σε εταιρείες μεταφορών και αποθήκες. Ακολούθησε η επίσημη τρόπον τινά δήλωσή της προς τα παιδιά –ένα βραδάκι που πότιζαν τα λουλούδια και κούρευαν το γρασίδι– ότι ο μπαμπάς θα ήταν απασχολημένος όλο τον χειμώνα στο Γουέστ Πόιντ για το οποίο είχε αναχωρήσει στα μέσα Αυγούστου και ότι οι τρεις τους θα φιλοξενούνταν, μάλλον προσωρινά, στο πατρικό της σπίτι, στο Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα. Παρά το ότι η Τερέζα και ο Μάικ είχαν προ πολλού εξοικειωθεί με τις συνεχείς μεταθέσεις του μπαμπά και τις συνάδουσες μετακομίσεις, τώρα οσμίζονταν νέου είδους αλλαγές στον στατικό ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και στις θαμμένες λέξεις που ήταν πολύ επικίνδυνες για να εκστομισθούν –έτσι το διατύπωσε η Τερέζα–, εντύπωση ενισχυόμενη από τα συχνά τηλεφωνήματα του μπαμπά που περιείχαν μια υπερβολική εκ μέρους του προσπάθεια να τα πείσει ότι όλα ήταν μια χαρά, αλλά και από τις ατέλειωτες ώρες που περνούσε η μαμά στο τηλέφωνο, συνομιλώντας ψιθυριστά με φίλες της ανά την επικράτεια, ακόμη και με την αδελφή της, τη θεία Μάργκαρετ, που υπηρετούσε στο Στέητ Ντηπάρτμεντ και τώρα βρισκόταν στη Μανίλα. Η αλλαγή των οικογενειακών ισορροπιών έγινε εμφανής όταν, ένα βράδυ στα τέλη Αυγούστου που τα παιδιά παρακολουθούσαν το παιδικό πρόγραμμα στην τηλεόραση, το κουδούνι της 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 21

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

εξώπορτας χτύπησε και, όταν ο Μάικ έτρεξε ν’ ανοίξει, έκανε την εμφάνισή του χαμογελαστός και μ’ ένα κουτί ντόνατς στα χέρια ο λοχαγός Ο’Χάρα, υφιστάμενος του μπαμπά, ένας τύπος που δεν πολυάρεσε στα παιδιά παρά το άνετο και φιλικό του ύφος και παρά το ότι η μαμά είχε κατ’ επανάληψη κάνει το σχόλιο ότι είναι κούκλος και ότι έχει την πιο απαστράπτουσα οδοντοστοιχία σ’ αυτά τα μέρη, πράγμα που, κατά την γνώμη της Τερέζας, έκανε έξαλλο τον μπαμπά αν και προσπαθούσε να μην το δείχνει. Ο λοχαγός Ο’Χάρα δεν είχε παιδιά – μάλλον ούτε γυναίκα είχε πια γιατί η κυρία Τζέσικα Ο’Χάρα, μια «νότια καλλονή» όπως την αποκαλούσε ο μπαμπάς, είχε πρόσφατα μετακομίσει στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα για να δουλέψει ως γραμματέας σε ναυτιλιακή εταιρεία. Ο λοχαγός είχε υποσχεθεί παλιότερα στον Μάικ να τον συνοδεύσει στο εναρκτήριο παιγνίδι μπέηζ μπολ της Minor League που θα γινόταν στην πόλη και στην Τερέζα να πάνε ένα Σάββατο για πίτσα πεππερόνι στο ιστορικό πρώτο μαγαζί της Pizza Hut στο πανεπιστημιακό κάμπους της Γουιτσιτά. Η Μάρθα ΜακΕλντόουνι κατέβηκε εκείνο το βράδυ με μεγαλοπρέπεια από τον πάνω όροφο, κι ενώ τα παιδιά είχαν αρχίσει ν’ αδημονούν μόνα τους με τον λοχαγό Ο’Χάρα. Φορούσε ξώφτερνες μαύρες γόβες και μεσάτο στράπλες τυρκουάζ φόρεμα, στους ώμους είχε ριγμένο ένα κατάλευκο σάλι με στρας και κρατούσε ένα ποτήρι με εμφανές το αποτύπωμα του κερασί κραγιόν της, από το οποίο κατά τα φαινόμενα σιγοέπινε την ώρα που ετοιμαζόταν. Ζήτησε συγγνώμη από τον λοχαγό για την αργοπορία της, κατευθύνθηκε στο εντοιχισμένο μπαρ και, χωρίς να τον ρωτήσει, του προσέφερε ένα ποτό ενώ ξαναγέμιζε το ποτήρι της, λέγοντας πως ήταν σίγουρη ότι τα καλά της τα παιδιά του κράτησαν καλή παρέα, πράγμα που εκείνος επιβεβαίω


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 22

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

σε με κάπως υπέρμετρο ενθουσιασμό. Η Τερέζα πρόσεξε ότι η Μάρθα ήταν αμήχανη και νευρική, γελούσε με το παραμικρό, πηγαινοερχόταν στο πικάπ εξηγώντας για ποιο δίσκο επρόκειτο και πού τον είχε ανακαλύψει, ενώ κάποια στιγμή στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη του χολ και βάλθηκε να φρεσκάρει το μακιγιάζ της με ανάρμοστο κατά την Τερέζα τρόπο – με την άνεση που θα το έκανε μπροστά στον μπαμπά αλλά και με επίγνωση ότι την παρακολουθούσαν ξένα αντρικά μάτια. Θα σας πείραζε παιδιά αν σας άφηνα μόνα απόψε για μια δυο ώρες; ρώτησε το είδωλό της μέσα απ’ τον καθρέφτη. Ο λοχαγός υποσχέθηκε εδώ και καιρό να με συνοδεύσει στον ετήσιο χορό των χορηγών του Πανεπιστημίου. Θα βρίσκονται και οι αρχές της πόλης. Δέχθηκα με ενθουσιασμό – έχω να χορέψω κάτι αιώνες. Σκέφτηκα ότι δεν χρειάζεστε μπέιμπυ σίττερ, έχετε μεγαλώσει πια. Υπάρχει πίτα, Τερέζα, στην κουζίνα. Να πιείτε από ένα ποτήρι γάλα και σε παρακαλώ να ξαπλώσετε στις εννιά. Δεν θ’ αργήσουμε πολύ. Θα αφήσω τα φώτα του κάτω ορόφου αναμμένα και οι Γκίμπσον είναι δίπλα για οτιδήποτε χρειαστείτε. Η Μάρθα ΜακΕλντόουνι δεν περίμενε απάντηση. Έκανε μια στροφή στις μύτες των ποδιών της, έπειτα μια χορευτική φιγούρα στον ρυθμό του τσα τσα τσα και υποκλίθηκε χάνοντας προς στιγμήν την ισορροπία της. Carreteras de mi vida. Έμοιαζε ήδη μεθυσμένη. Ο λοχαγός Ο’Χάρα, καθισμένος πάντα στον καναπέ και, κατά την Τερέζα, χαμογελώντας ηλίθια, της είπε, είσαι κούκλα απόψε, Μάρθα, λέξη που στα αυτιά της εντεκάχρονης ακούστηκε ακριβής αν και εντελώς ανάρμοστη. Τη θαύμαζε τη μητέρα της, αν και τη ζήλευε λίγο, καθώς μπροστά της ένιωθε κάπως άχαρη και, εκείνο ειδικά το βράδυ, σαν ασχημόπαπο. Χάρηκε πάντως για λογαριασμό της που θα έβγαινε για χορό, ενώ με τον μπαμπά όλο σε κοκτέιλ πάρτι στη στρατιωτι


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 23

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

κή λέσχη πήγαιναν και σε πληκτικά για κείνη οικογενειακά πικνίκ δίπλα στο ποτάμι και καμιά φορά σε επίσημα δείπνα με παρασημοφορημένους στρατηγούς που έπιναν το καταπέτασμα και συζητούσαν για διηπειρωτική βαλλιστική και για τις μακαρθικές εκκαθαρίσεις και για τη ρωσική αρκούδα και για την κούρσα του διαστήματος. Η μαμά γκρίνιαζε συχνά όταν επέστρεφαν σπίτι και αφού έδιωχναν την μπέιμπυ σίττερ έστηναν καυγάδες που παρά τον ψιθυριστό τους τόνο κατάφερναν συχνά να ξυπνήσουν τα παιδιά. Η Τερέζα δεν φοβόταν να μένει μόνη τα βράδια με τον Μάικ. Το να μεγαλώνεις σε στρατιωτικές βάσεις έμοιαζε με ζωή σε ενυδρείο. Όλοι γνωρίζονταν με όλους, οι κυρίες αντάλλασσαν επισκέψεις και κέικ σοκολάτα, τα παιδιά πήγαιναν στο ίδιο σχολείο και η βία βρισκόταν εκτός των πυλών – ή αυτό τέλος πάντων άφηναν να εννοηθεί οι μεγάλοι. Άλλωστε οι γονείς της σπάνια τους άφηναν μόνους μετά το ηλιοβασίλεμα. Όμως τη νύχτα εκείνη, αφού σκέπασε τον αδελφό της και τον φίλησε καληνυχτίζοντάς τον, η Τερέζα διέκρινε τους ψιθύρους των φαντασμάτων στον άνεμο που έξυνε τα φυλλώματα των φτελιών στον δρόμο τους. Βεβαιώθηκε κάνα δυο φορές ότι δεν κρυβόταν κάποιο τέρας κάτω απ’ το κρεβάτι της, αν και γνώριζε από καιρό πως τέρατα δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, όχι αντιληπτά πάντως. Όφειλε να αποκλείσει και την τελευταία πιθανότητα να συμβεί κάτι κακό στον Μάικ αλλά και στην ίδια που είχε επιφορτισθεί με την προστασία του. Μόλις ωστόσο η μία απίθανη πιθανότητα αποκλειόταν λογικά, αμέσως το μυαλό της γεννούσε μιαν άλλη. Έμεινε έκπληκτη με τον αριθμό των τεράτων ή και τερατωδών καταστάσεων που το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να μορφοποιήσει, έμεινε άναυδη με τις όψεις που μπορεί να πάρει το Κακό και σκέφτηκε με ανατριχίλα ότι, αφού το μυαλό τις 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 24

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

γεννούσε, τότε μπορούσαν να υλοποιηθούν και στην πραγματικότητα – δηλαδή ότι ήταν ήδη υπαρκτές. Ο Μάικ κοιμόταν ευτυχισμένος και η Τερέζα τον μίσησε γι’ αυτό κι έπειτα ντράπηκε που είχε μισήσει τον μικρό της αδελφό – ένα αγγελούδι όπως της άρεσε να λέει στις φίλες της, που συχνά το κανάκευε όπως έκανε άλλωστε και η Μάρθα και που τώρα αγκάλιαζε σφιχτά έναν λούτρινο Γκούφυ έχοντας πετάξει το σεντόνι του στο πάτωμα. Έκανε ζέστη και η Τερέζα σηκώθηκε και άνοιξε μια ιδέα το παράθυρο. Δεν νύσταζε, κι αυτό ήταν περίεργο. Ο χλιαρός άνεμος από τις Μεγάλες Πεδιάδες χάιδεψε το νυχτικό της. Εντέλει ξανάπεσε στο κρεβάτι μπρούμυτα, κάθιδρη και αποκαμωμένη. Πρέπει να την είχε πάρει ο ύπνος όταν άκουσε μηχανή αυτοκινήτου στο ρελαντί, έπειτα τον πνιχτό μεταλλικό ήχο από πόρτες που έκλειναν, βήματα στα σκαλοπάτια της εισόδου, και το καμπανάκι της εξώπορτας να ηχεί παράταιρα χαρωπά. Ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια της. Από τον κάτω όροφο ανέβαιναν πνιχτά γελάκια, μια βραχνή υπόκωφη αντρική φωνή, έπειτα το γρατζούνισμα της βελόνας στο πικάπ και η χαρακτηριστική φωνή του Τζώννυ Κας στο “If I were a carpenter”. Αν και της άρεσε να λέει στις φίλες της πως μισούσε την κάουντρυ, το συγκεκριμένο τραγούδι συγκινούσε ιδιαίτερα την Τερέζα, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει γιατί. Αργότερα θα συσχέτιζε το συναίσθημα αυτό με περισσότερο ευτυχισμένες εποχές – ο μπαμπάς να το γρατζουνάει στην κιθάρα και η μαμά να τον παρακολουθεί μ’ ένα υπομειδίαμα κι εκείνος να την κοιτάζει σαν να μην την είχε ξαναδεί ποτέ κι έπειτα να πιάνουν μαζί το ρεφρέν. Ανασηκώθηκε καθησυχασμένη στο κρεβάτι της καθώς η τάξη του κόσμου έμοιαζε να έχει αποκατασταθεί και οι εφιάλτες να έχουν διαλυθεί, σαν αιθαλομίχλη που την αποδιώχνει ο άνεμος. Πέταξε το σεντόνι, 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 25

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτη ως το κεφαλόσκαλο. Στηρίχτηκε στη γωνιά του παραπέτου απ’ όπου διέκρινε τη μαμά μέσα σε μια λίμνη φαιοκίτρινου φωτός να πετάει τις γόβες της μακριά κι έπειτα να λικνίζεται με ένα ποτήρι στο χέρι, άρρυθμα, σαν σπασμένη κούκλα. Τότε στο πλάνο μπήκε ένας άντρας –μα βέβαια ήταν ο λοχαγός Ο’Χάρα– που την πλησίασε και πέρασε το χέρι στη μέση της σαν να ήθελε να την επαναφέρει στον ρυθμό. Η Μάρθα έριξε γελώντας το κεφάλι πίσω, με τα μαλλιά της να κυματίζουν για μια στιγμή σαν σε διαφήμιση σαμπουάν και του έδειξε με το ελεύθερο χέρι της τον πάνω όροφο, σαν να του υπενθύμιζε πως δεν ήταν μόνοι τους στο σπίτι. Αλλά ο λοχαγός είχε σκύψει πάνω της και κάτι της ψιθύριζε υπόκωφα κι ασθματικά –το κομμάτι είχε τελειώσει και ακουγόταν μόνο το σύρσιμο της βελόνας στο πικάπ– σφίγγοντάς την τόσο ώστε τα σώματά τους να γίνουν ένα, ενώ η μαμά πέρασε το χέρι της στον καλοξυρισμένο σβέρκο του γέρνοντας πάντα το κεφάλι της προς τα πίσω σαν το μισό κορμί της να ήθελε να ξεφύγει απ’ τον κλοιό και το άλλο μισό να έχει ήδη παραδοθεί και η εντεκάχρονη Τερέζα δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σκέψη πως, καθώς οι δυο τους λικνίζονταν προσχηματικά, τα στήθη της Μάρθας συμπιέζονταν στο στέρνο του λοχαγού Ο’Χάρα ενώ το «εργαλείο» του τριβόταν στο υπογάστριο της μαμάς καθώς εκείνη είχε πάψει πια να τραβάει κάθε τόσο τη λεκάνη της προς τα πίσω κι έδειχνε να απολαμβάνει τη στιγμή με μισόκλειστα μάτια. Τότε η μικρή ανατρίχιασε και κατά κάποιο τρόπο φοβήθηκε για τη μαμά, αλλά έμεινε ακίνητη στη μισοσκότεινη κρυψώνα της, ώσπου η Μάρθα ΜακΕλντόουνι έδειξε να συνέρχεται και απωθώντας ευγενικά τους ώμους του Ο’Χάρα είπε, σαν να καθάριζε τον λαιμό της μ’ ένα βηχάκι, πως ήταν αργά αλλά εκείνος, σε μια τελευταία απόπειρα, έδειξε σαν να ήθελε να προσδώσει ανε


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 26

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

μελιά στη σκηνή και παρακάμπτοντας τη διαφαινόμενη απόρριψη, την άρπαξε από τους γοφούς, τη σήκωσε ψηλά και της έκανε μια περιστροφή που αποκάλυψε στιγμιαία τις λευκές της ζαρτιέρες και τους γλουτούς ως ψηλά. Η Μάρθα τσίριξε αλλά προσγειώθηκε ομαλά ενώ το χέρι του άντρα της μάλαζε τώρα την πλάτη και επιτέλους κατάφερε να του πει, είναι ώρα να πηγαίνεις τώρα, γίνε καλό παιδί, Τζιμ. Εντάξει, θα περάσω αύριο αν τα καταφέρω, εντάξει, Τζιμ, το υπόσχομαι. Έπειτα αποσπάστηκε από τη λαβή του και άρχισε να αναζητά τις γόβες της, ενώ ο Ο’Χάρα έσιαχνε τη γραβάτα και ίσιωνε το ξανθό τσουλούφι στο μέτωπό του. Αποσύρθηκαν από το οπτικό πεδίο της Τερέζας σαν ηθοποιοί που ολοκληρώθηκε η συμμετοχή τους σ’ αυτή την πράξη του δράματος αφήνοντας τον θεατή με την αίσθηση ότι σύντομα θα τον ξανααπασχολήσουν με τα πάθη τους. Το μόνο που ακουγόταν για λίγο ήταν το παράταιρα ρυθμικό ξύσιμο της βελόνας στον ξεχασμένο δίσκο και οι γδούποι της καρδιάς της Τερέζας – σαν την ανάσα μιας νέας πραγματικότητας. Ανατρίχιασε ξανά, μόνο που τώρα ένιωσε μια θέρμη να την κατακλύζει –έμοιαζε με τον κίτρινο καυτό λίβα στις ατέλειωτες θερισμένες πεδιάδες του Μιντγουέστ, είπε η Τερέζα–, να την αναφλέγει και να την ανασηκώνει έτσι που τα γυμνά της πόδια δεν ακουμπούσαν πια στο πάτωμα. Εκτεινόταν ακτινικά από το μυστικό επίκεντρο της ύπαρξής της ως τους γλουτούς, τον αυχένα και τ’ ακροδάχτυλά της. Τελευταίες ανεφλέγησαν οι ρίζες των κοκκινόξανθων μαλλιών της και αίφνης ήταν βέβαιη πως αν μπορούσε να κοιτάξει τον εαυτό της από κάποια απόσταση οι μπούκλες της θα έμοιαζαν με φλεγόμενα σχοινιά. Τρόμαξε κι έπειτα ένιωσε κάτι σαν ίλιγγο και στηρίχτηκε με τα δυο χέρια στο παραπέτο. Δεν διέκρινε σχεδόν τίποτα πια στον κάτω όροφο καθώς η μαμά είχε σβήσει τα φώτα, αφήνοντας αναμμένο 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 27

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

μόνο εκείνο της εξώπορτας που έστελνε μια πορτοκαλιά πλαγιαστή πυραμίδα ασθενικού φωτός στο καθιστικό. Άκουσε τον τρομακτικό υπό τις δεδομένες συνθήκες ήχο της μίζας ενός αυτοκινήτου να ρηγματώνει την έναστρη σκοτεινή σιγαλιά και τότε μόνο σύρθηκε παραζαλισμένη κάτω απ’ το σεντόνι της. Έπειτα από λίγο ακούστηκαν τα πνιχτά ακανόνιστα βήματα της μαμάς στη σκάλα, ένα τρίξιμο στα σανίδια, και σύντομα τη χτύπησε η βαριά οσμή του αλκοόλ ανάμικτη μ’ εκείνη την απόμακρη ξινίλα του ιδρώτα, ταυτόσημη στο παιδικό μυαλό της με τον ανδρισμό που αναδυόταν από το σώμα του μπαμπά όταν λόγου χάριν έτρεχαν κατά μήκος του ποταμού Άρκανσω ή δίπλα στο υδροηλεκτρικό φράγμα ή πάλι από το σώμα του παππού όταν ξεπέζευαν μετά από μια μακριά βόλτα με τα άλογα που εξέτρεφε στο ράντσο του, στο Κασκέηντ της Μοντάνα. Δεν κοιμάσαι, ψιθύρισε τώρα η μαμά στο αυτί της, ενώ της ίσιωνε μια μπούκλα. Έχεις πυρετό, μικρή μου, είπε έπειτα αγγίζοντας με την ανάστροφη της παλάμης το ιδρωμένο μέτωπό της. Κοιμάμαι μαμά, ψιθύρισε εξαντλημένη ή ίσως χαλαρωμένη η Τερέζα. Σε ξυπνήσαμε, αγάπη μου, συγγνώμη, έλεγε τώρα η Μάρθα ΜακΕλντόουνι, θα τα πούμε το πρωί. Πέρασα πολύ ωραία και ο λοχαγός Ο’Χάρα ήταν πολύ ευγενικός μαζί μου. Την άκουσε έπειτα να πλησιάζει το κρεβάτι του Μάικ και κάτι να του ψιθυρίζει. Έπειτα η Μάρθα επέστρεψε κοντά της με αβέβαια βήματα και η Τερέζα ένιωσε τα χείλη της στο μάγουλό της με ένα είδος αποστροφής και της ήρθε για μια στιγμή η διάθεση να βγάλει το χέρι απ’ το σεντόνι και να σκουπίσει επιδεικτικά το ίχνος του φιλιού αλλά δεν το έκανε από τον φόβο ότι τότε η παράσταση της Μάρθας θα παρατεινόταν κι άλλο. Τη στιγμή εκείνη την κατέκλυσε ταυτόχρονα ένα είδος αυτάρκειας αλλά και ταύτισης με τη μαμά, γιατί, λίγο πρόωρα ίσως, η Τερέζα είχε ενηλικιωθεί 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 28

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

τη νύχτα εκείνη – αν και εδώ πρόκειται μάλλον για πρωθύστερη γνώση. Η Τερέζα μου αφηγείτο αυτό το κομμάτι της ιστορίας μια νύχτα του καλοκαιριού του 1974 στα Πολώνια της Μήλου με το φεγγαρόφωτο να έχει μετασχηματίσει την ακρογιαλιά σε λάμα καμπυλωτού ξίφους – πρέπει να ήταν η βραδιά που μάθαμε στις ειδήσεις για την παραίτηση του Προέδρου Νίξον υπό τις κλιμακούμενες αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του Γουότεργκεητ και η Τερέζα ζητωκραύγασε από χαρά όταν της είπα τα νέα. Έπειτα, με τη σμαραγδιά διαύγεια του βλέμματός της χαμένη στα σκόρπια τρεμάμενα φώτα της απέναντι ακτής της Κιμώλου, επανασυνδέθηκε με την πρότερη αφηγηματική γραμμή εγκαταλείποντας τον δημόσιο χώρο για χάρη του ιδιωτικού με μοναδική ευκολία, όπως παρατήρησα όχι χωρίς έκπληξη. Πρόσθεσε λοιπόν ότι το αίσθημα αποστροφής για τα χείλη της μαμάς τη συνόδευε για καιρό, ενώ το τελετουργικό καληνύχτισμα είχε καταντήσει μια σχεδόν οδυνηρή δοκιμασία, καθώς δεν μπορούσε ν’ αποδιώξει την ιδέα ότι τα χείλη αυτά είχαν ίσως φιλήσει τον λοχαγό Ο’Χάρα εκείνη τη νύχτα στη Γουιτσιτά του Κάνσας, ότι είχαν συρθεί στο σώμα του, ότι είχαν αφήσει το ξεθυμασμένο αποτύπωμα του κραγιόν στο κολάρο του, ότι είχαν κάνει ανομολόγητα πράγματα που θα γίνονταν όλο και σαφέστερα με τα χρόνια, καθώς τα αγόρια στο γυμνάσιο διασαφήνιζαν τις προθέσεις τους και τα ραντεβού μαζί τους αποκτούσαν αυτό που οι φίλες της αποκαλούσαν στα κρυφά «συγκεκριμένο περιεχόμενο». Κι όμως, ήταν με αφορμή τα ίδια αυτά χείλη –την εικόνα τους σε δράση εννοώ, διευκρίνισε βιαστικά η Τερέζα– που απελευθερωνόταν μέσα της η επιθυμία για ηδονή και αυτά ακριβώς σκεφτόταν, σε διάφορες παραλλαγές, όταν, μόνη στο κρεβάτι της, προσπαθούσε να κάνει ν’ αναβιώσει η εμπειρία της πυρηνι


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 29

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

κής, όπως την απεκάλεσε, έκρηξης εκείνη τη νύχτα στη Γουιτσιτά. Και με τον καιρό τα κατάφερνε μια χαρά, γρήγορα και αποτελεσματικά. Θα σου δείξω κάποια στιγμή, περίεργέ μου Έλληνα, είπε σκύβοντας προς το μέρος μου, αν και όχι απόψε. Εσύ δεν θα αγγίζεις, απλώς θα παρακολουθείς. Είναι νωρίς όμως ακόμη γι’ αυτό. Γέλασε κι επέμενε να πληρώσει εκείνη τον Μεμή, που έτεινε με τη γνωστή του δουλοπρέπεια τον λογαριασμό. Δεν της έφερα αντίρρηση. } Το επόμενο πρωί δεν ειπώθηκε τίποτα, ούτε και εκείνα που ακολούθησαν. Για μια περίπου βδομάδα η Μάρθα ΜακΕλντόουνι άφηνε φρυγανισμένο ψωμί, γάλα και κορν φλέηκς στον πάγκο της κουζίνας, ίσως και κανένα βραστό αυγό, και έφευγε για να παραδώσει τα τελευταία, όσο την αφορούσε, μαθήματα γερμανικών, μιας και τα σχολεία όπου να ’ναι θα άνοιγαν και τα παιδιά είχαν επιστρέψει πια από τις καλοκαιρινές διακοπές. Η Τερέζα και ο Μάικ γυρόφερναν ανόρεχτα στο προαύλιο ή έκαναν ποδηλατάδες στους σκιασμένους από τις πυκνόφυλλες φτελιές δρόμους της γειτονιάς. Τα δυο αδέλφια έπαιζαν καβάλα στα ποδήλατά τους το παιγνίδι του φωτός και της σκιάς κάνοντας ζιγκ-ζαγκ από ρείθρο σε ρείθρο, με τα συριστικά παχιά φυλλώματα να τα προστατεύουν από τον ήλιο, τέμνοντας με τις ρόδες των ποδηλάτων τους αέναα μετακινούμενους χρυσαφιούς ρόμβους στο καλά ασφαλτοστρωμένο οδόστρωμα. Ο μπαμπάς τούς είχε εξηγήσει τη βραδιά πριν από την αναχώρησή του ότι οι φτελιές είχαν προσβληθεί από ένα μύκητα φερμένο απ’ την Ευρώπη και ότι οι δημοτικές υπηρεσίες αποφάσισαν να τις κόψουν σύρριζα για να μη μεταδοθεί παραπέρα η αρρώστια και η Τερέζα ένιωθε τώρα μια ακαθόριστη θλίψη, γιατί με την έλευση του 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 30

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

φθινοπώρου τίποτα δεν θα ήταν ξανά όπως πριν – τα δέντρα αυτά, που φιλοξενούσαν σκιουράκια και όπου φώλιαζαν μικρά πουλιά κι όλων των ειδών τα ζουζούνια και που τα παιδιά της συνοικίας τα είχαν γεμίσει ταΐστρες, σκαλωσιές, ακόμη και μικρά παρατηρητήρια στα πάνω δυνατά κλαδιά τους, θα έπαυαν να υπάρχουν σχεδόν ταυτόχρονα με τη δική τους φυγή από τη Γουιτσιτά του Κάνσας, και αναρωτιόταν τι θα απογίνονταν όλες αυτές οι μορφές ζωής που έβρισκαν εδώ το καταφύγιό τους. Τον καιρό εκείνο η μαμά επέστρεφε σπίτι αργά, λίγο αναστατωμένη και πάντα νευρική και έβγαζε από την τσάντα της λογαριασμούς και πιστωτικές κάρτες και αιτήσεις και συμβόλαια και καθόταν στο τηλέφωνο και μιλούσε με τις ώρες, κι όταν αντιλαμβανόταν τα παιδιά τριγύρω της χαμήλωνε τη φωνή, κι έπειτα καθόταν ως αργά στο γραφείο του μπαμπά και σκάλιζε τη χαρτούρα αναστενάζοντας, ξεχνώντας καμιά φορά ακόμη και να μαγειρέψει βραδινό. Η Τερέζα ανελάμβανε τότε να ετοιμάσει για τον αδελφό της σάντουιτς και να του ζεστάνει ένα ποτήρι γάλα, ενώ έπαιρνε συχνά την πρωτοβουλία να τον βάλει η ίδια στο κρεβάτι και να του διαβάσει κάποια ιστορία από τα αγαπημένα του βιβλία, αν και ο Μάικ ήξερε πια να διαβάζει μια χαρά. Μία ή δύο φορές που είχε τηλεφωνήσει ο μπαμπάς από το Γουέστ Πόιντ είχε απαντήσει η Τερέζα, αλλά η μαμά τής είχε αρπάξει το ακουστικό απ’ το χέρι λέγοντάς της επιτακτικά πως ήταν ώρα για ύπνο, κόβοντας τον μπαμπά τη στιγμή που ρωτούσε πώς τα πάει η εντεκάχρονη νεράιδα του και πριν προλάβει καλά-καλά η Τερέζα να τον ρωτήσει πότε επιστρέφει. Έπειτα άρχισαν τα πακεταρίσματα κι ένα βράδυ η μαμά έσβησε το τσιγάρο της, τράβηξε τα δυο παιδιά στην αγκαλιά της και τους ανακοίνωσε ότι την επομένη θα ξεκινούσαν για το Γκρέητ Φολλς. Θα έμεναν κοντά στον παππού και τη γιαγιά για 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 31

ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

όσο διάστημα έλειπε ο μπαμπάς και θα πήγαιναν εκεί σχολείο για φέτος, ίσως και του χρόνου, γιατί ο μπαμπάς είχε επωμισθεί μια πολύ λεπτή αποστολή, μια αποστολή εθνικής σημασίας – έτσι την αποκάλεσε. Μετά άρχισε να τους λέει για μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Βιετνάμ και ο Μάικ ρώτησε κατά πού πέφτει αυτό το Βιετνάμ και η μαμά απάντησε, πολύ μακριά, κάπου στην Ασία, αλλά δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό, και η Τερέζα, που είχε κάνει Γεωγραφία την προηγούμενη χρονιά και της άρεσε το μάθημα γιατί έβαζε σε τάξη τα ερεθίσματα που είχε αποκομίσει ως τότε από τις μετακινήσεις της οικογένειας, παρατήρησε διστακτικά ότι οι αποστάσεις μάλλον έχουν τη σημασία τους. Τότε η μαμά γέλασε επιδοκιμαστικά και διευκρίνισε πως δεν ήταν βέβαιο ότι ο μπαμπάς θα πήγαινε ως αυτό το μακρινό Βιετνάμ –άλλωστε αυτό ήταν αυστηρώς απόρρητο– αλλά ότι σε κάθε περίπτωση τα παιδιά έπρεπε να φυλάξουν το μυστικό γιατί οι εχθροί του έθνους καραδοκούν. Πρόσθεσε ότι πρέπει σ’ όλη τους τη ζωή να είναι γενναία και υπεύθυνα παιδιά. Σε μέρη όπως το Βιετνάμ θα διακυβεύονταν στα χρόνια που θα ’ρχονταν οι τύχες του Ελευθέρου Κόσμου. Εκεί, όπως λέει ο μπαμπάς, θα πολεμήσουμε τους κίτρινους που βάφτηκαν κόκκινοι, είπε η Μάρθα ΜακΕλντόουνι και ο Μάικ ρώτησε αν οι Βιετναμέζοι έμοιαζαν με τους Ερυθροδέρμους οπότε εκείνη έβαλε τα γέλια κι έπειτα, εντελώς απρόσμενα, άρχισε να κλαίει σιωπηλά, με τα δάκρυα να κυλούν ανεξέλεγκτα ως τον λαιμό και το μπούστο της και η Τερέζα της έσφιξε το χέρι λέγοντας, όλα θα πάνε καλά μαμά, αλλά συνειδητοποίησε αμέσως ότι η φωνή της έτρεμε και ένιωσε την αρμύρα των ίδιων της των δακρύων ενώ ο Μάικ έλεγε, μη φοβάσαι μαμά, θα τους νικήσουμε τους Βιετναμέζους – αφού νικήσαμε τους Γερμανούς και τους Ιάπωνες και τους Κορεάτες. 


MODINOS_DYSH sel_DDD final_Layout 1 29/05/2013 2:13 ΜΜ Page 32

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

Η Μάρθα ΜακΕλντόουνι έλεγξε σύντομα το ξέσπασμά της και άρχισε να λέει με επίπεδη φωνή πως εδώ και χρόνια, λόγω της δουλειάς του μπαμπά, ζουν σαν νομάδες αλλά κατά την άποψή της εντέλει αυτό δεν πείραζε και τόσο – έτσι δαμάστηκε κάποτε από τους προπάτορες του έθνους μας η Άγρια Δύση. Αν ο αμερικανικός λαός έχει μια συγκολλητική ουσία αυτή είναι η ιδιότητα του πιονέρου, τους είπε, δηλαδή του ανιχνευτή και εξερευνητή. Αυτή είναι η ουσία της ελευθερίας μας. Έπειτα βάλθηκε να τους εξηγεί με απλά λόγια τι σήμαινε ο όρος νομάδες κι έπειτα ο όρος πιονέρος και ο Μάικ κρεμόταν από τα χείλη της. Με νοσταλγική φωνή πρόσθεσε, αυτά όλα όμως τώρα θ’ αλλάξουν, ας ελπίσουμε προς το καλύτερο παιδιά μου, και άρχισε να σκιαγραφεί τα μακρά καλοκαίρια που θα περνούσαν στο ράντσο του παππού στο Κασκέηντ, πώς θα κατασκήνωναν νύχτα στην ακροποταμιά κάτω απ’ τον μεταξένιο έναστρο ουρανό, πώς θα άναβαν φωτιές και θα έστηναν παγίδες και θα ψάρευαν πέστροφες ψηλά στα Βραχώδη Όρη κοντά στις πηγές του Μισσούρι, ενώ τα άλογά τους δεμένα σε μια παραποτάμια ιτιά θα μασουλούσαν ακούραστα υγρό, φρέσκο χορτάρι με φόντο την ασημένια ράχη του ατίθασου νεαρού ποταμού. Τα λόγια της απηχούσαν περιέργως, με ελαφρές λυρικές παρεκκλίσεις, τις σχετικές αφηγήσεις του μπαμπά αλλά και παλαιότερες κοινές οικογενειακές εμπειρίες, κλείνοντας με την επωδό, πάντα υπάρχει κάτι νέο ν’ ανακαλύψεις, αρκεί να κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά. Η Τερέζα βούρκωσε τότε γιατί κατάλαβε ότι ο μπαμπάς τής έλειπε πολύ της μαμάς, ότι ίσως ο χωρισμός αποδεικνυόταν μακρύτερος από ό,τι δήλωναν οι δυο τους, ότι το Γουέστ Πόιντ και ίσως αυτό το Βιετνάμ ήταν η αφορμή αλλά με κανένα τρόπο η αιτία για τη βίαιη αλλαγή της πραγματικότητας. Ένιωσε όμως ταυτόχρονα και κάποιου είδους ενοχή γιατί ένα μέρος του εαυτού 


Μιχάλης Μοδινός - Άγρια Δύση