Issuu on Google+

MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 5

ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

ΝΤΑΣΤΑΡ Μυθιστόρημα

‫ﱣﱢ‬

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 6

©

Copyright Μάρα Μεϊμαρίδη – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2011

Έτος 1ης έκδοσης: 2011 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com

ISBN 978-960-03-5401-1


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 7

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σμύρνη στα 1918 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Μια παράνομη ανασκαφή . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην κοιλάδα του ποταμού Σκάμανδρου . . . . . . . . . . . . . . . Ankershagen, Γερμανία 1831 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Τουρκία, πεδιάδα της Τρωάδος, Ιούλιος 1853 . . . . . . . . . . . . Η διδασκαλία . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Χανούμες, ζεϊμπέκες και πασάδες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο νονός και ο αγάς . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Άρης και Νταλάρ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . H Κούπα των Λεόντων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Οι δυο πηγές του Ομήρου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το όνομά μου είναι Ντάσταρ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ας ανασκάψουμε την Τροία του Πριάμου, χερ Σλήμαν! . . . . . Το λόγο έχει ο γκασμάς . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Καρθάλα και Ντάσταρ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η ανακάλυψη του θησαυρού της Τροίας . . . . . . . . . . . . . . . . Ο ζάπλουτος μεσιέ Μιαμιός . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Το πικ-νικ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Τζίμυ Μέλαρτ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «… Λένε πως ένας μεγάλος έρωτας…» . . . . . . . . . . . . . . . . ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

11 19 26 38 56 135 168 208 228 275 291 298 326 342 366 421 451 461 490 514

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 553


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 8


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 9

Στον καθηγητή μου της Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γεώργιο Στυλ. Κορρέ Που με έμαθε να αγαπώ τις ανασκαφές


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 10


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 11

Σμύρνη Στα 1918

Οικία του Σύριου και της Κατίνας Καραμάνου Αλία Σαμπαντζή μπέη

ΤΙΣ ΟΚΤΩ είναι η ώρα του ύπνου. Καμία παράβαση δεν χωράει

Σ και τα Καραμανάκια, θέλουν δεν θέλουν, ανεβαίνουν τις

σκάλες για το παιδικό δωμάτιο. Οι τελευταίες γκρίνιες πέφτουν εκεί. «Μη μου βάλεις κορδελάκια σήμερα στην κεφαλή», φώναζε η Όλγα στην ντάντα, πονάει το καύκαλό μου». Ο Ελιά πρέπει να φορέσει το νυχτικό του. Τραβολογάει το λαιμό του και παρακαλάει να παίξει ακόμα. «Σου είπα ότι δεν θέλω να κοιμηθώ». «Η μάνα σου είπε να τσι πεις, πετάο τότε». Η φερμιέρα,* του κούμπωσε και το τελευταίο κουμπί στο λαιμό με μάχες. Ο Ελιά την είχε βουτήξει από το τσουλούφι. «Να φύεις από δω», τσίνησε ο Ελιά, «δεν σε θέουμε». Η Όλγα έχει δικό της δωμάτιο –μεγάλη πια– που χωρίζεται από του Ελιά και της Ελενίτσας από ένα κομψό σκριτόριο** με παράθυρο στην πίσω αυλή. Σ’ αυτό μπορεί να ζωγραφίζει και να ονειροπολεί με την ησυχία της. * Βοηθός νταντάς με γνώσεις νοσηλευτικής. ** Δωμάτιο γραφείου. 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 12

ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

Οκτώ παρά δύο, με τα χίλια ζόρια, χώθηκαν στα κρεβάτια τους. Οκτώ παρά ένα η πόρτα άνοιξε και η κόνα Καραμάνου θρόισε τη φούστα της μπαίνοντας μέσα. «Μαμάααα!» ούρλιαξε ο Ελιά. «Δεν μ’ αρέσει η ντάντα. Να φύει από δω». Έβαλε τα κλάματα. «Απ’ τα νεύρα του κλαίει...» είπε η ντάντα. «Τι νεύρα αυτό το παιδί...! Όλη μέρα σήμερα είχε νεύρα». Η κόνα Καραμάνου πλησίασε την καριόλα.* «Δεν πειράζει να κλαις, Ελιά. Κλάψε αν θες». «Όχι! Δεν θέλω!» Ο Ελιά μουλάρωσε και του ’μεινε ένα πνιχτό αναφιλητό. Η Ελενίτσα παρακολουθούσε ακίνητη μέσα από τα σκεπάσματά της. Οι μαύρες της μπούκλες ήσαν τυλιγμένες σε κορδελάκια. Είχε αγκαλιά την αιώνια κούτσα** που ο Ελιά της είχε μουτζουρώσει τη μούρη και είχε γίνει τότε μεγάλο νταβαντούρι. «Τι κοιτάς εσύ!» φώναξε ο Ελιά. «Σα ζαρζαβάτι είσαι. Για δέσε!» Το μουγγό αναφιλητό μετακόμισε τώρα στην Ελενίτσα. «Στενοχωριέται η Ελενίτσα όταν κάποιος τη λέει ζαρζαβάτι». Η Ελενίτσα γούρλωσε τα μάτια της. Η Κατίνα ξεκούμπωσε το κουμπί της νυχτικιάς που έπνιγε τον Ελιά στο λαιμό. «Σα να μεγάλωσες λίγο και η νυχτικιά σε πνίει». «Μεγάλωσα», είπε ο Ελιά. Ντάντα και φερμιέρα αναστέναξαν ορθές κοντά στην πόρτα. Η Κατίνα τους έκανε νόημα να βγουν. * Ξύλινο παιδικό κρεβατάκι. ** Κούκλα. 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 13

ΝΤΑΣΤΑΡ

Κάθισε στην καριόλα. «Αν δεν νυστάζεις, μην κοιμηθείς ακόμα. Κάθισε ακίνητος και κάρφωσε το βλέμμα σου... να εκεί πάνω στο ταβάνι. Σκέψου ότι κάποιος είναι εκεί και σε κοιτάει». «Ποιος;» «Κάποιος που εσύ ξέρεις». Ελιά και Ελενίτσα ταβάνωσαν τα μάτια τους. «Δεν ξεύρω κανέναν». «Κάποιος που θα ’θελες να του μιλήσεις, να του πεις τον πόνο σου». «Ο μπαμπάς», είπε ο Ελιά, «ο μπαμπάς με κοιτάει. Έφυγε και δεν με πήρε μαζί του». Η Κατίνα τον κοίταξε για μερικά λεπτά. «Ξέρεις τι σκέφτομαι Ελιά;» «Τι;» «Σε θαυμάζω, Ελιά. Εγώ αν ήμουνα στη θέση σου, θα ’νιωθα πολύ μόνος μου... όπου και να γυρίσεις, εδώ μέσα, μόνο θηλυκά βλέπεις. Η ντάντα, εγώ, η Όλγα, η Ελενίτσα, η διδασκάλισσα των γαλλικών, η Θεανώ...» «Η πιανού!!!* Οι φατόρες»,** συμπλήρωσε γρήγορα ο Ελιά, κι έκανε μια γκριμάτσα στενοχωρεμένη. Ο Ελιά κούρνιαξε στην αγκαλιά της μάνας του. Το κλάμα ξανάρχισε. Η Κατίνα τον άφησε να κλάψει. «Θυμάμαι», είπε τότε, «ένα αγόρι που ένιωθε κι αυτό πολύ μόνο του. Η μάνα του είχε πεθάνει όταν ήταν μικρό». «Ποιο αγόρι;» * Δασκάλα του πιάνου. ** Καμαριέρες τραπεζαρίας. 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 14

ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

«Κάποιο που το έλεγαν Χένρυ». «Το ήξευρες;» την κοίταξε ο μικρός. «Ω, ήταν ακόμα πριν καν γεννηθώ εγώ!» Χαμογέλασε με τις σκέψεις αυτές. «Θέλεις να σου πω γι’ αυτόν;» «Όι». «Τότε θα σου πω πώς τον βοήθησε η Ντάσταρ». «Τον λυπήθηκε;» έκανε η Όλγα, που άκουγε από μέσα. «Δεν ήταν για λύπηση! Για λύπηση είναι αυτός που δεν κατανοεί ότι σαν γεννιόμαστε όλοι μόνοι μας είμαστε. Η Ντάσταρ πίστεψε σ’ αυτόν και ήταν πάντα κοντά του. Η Ντάσταρ το βοήθησε τ’ αγόρι και το αγόρι με τη σειρά του βοήθησε τη γενιά της». «Πωπώ!» έκανε η Όλγα. «Η Ντάσταρ της Ντέστε;»* «Ναίσκε». Η Όλγα ήρθε και χώθηκε στα σκεπάσματα μαζί με την Ελενίτσα. Η Ελενίτσα χώθηκε με τη σειρά της στην αγκαλιά της Όλγας. Κορδελάκια και κοτσιδάκια έσμιξαν μαζί. «Η ιστορία που θα σας διηγηθώ», έκανε η Κατίνα, «ξεκινά χίλια τόσα χρόνια πριν τον Χριστό.1 Εδώ, στην Τρούβα** της Ανατολίας, που τότε δεν την έλεγαν έτσι. Κλείστε τα μάτια σας και φανταστείτε ένα κάστρο... με ψηλά και απόρθητα τείχη...» Τρία ζευγάρια μάτια σφάλισαν γρήγορα τα βλέφαρα. «... Από ψηλά αγναντεύει τη θάλασσα. Τριγύρω του είναι ένας πλούσιος κάμπος. Έχει στάρια και καλαμπόκια, σταφύλια και μηλιές, νερά τρεχούμενα, κυνήγι, πέρδικες και φασιανούς, κάπρους. Στα δυο ποτάμια, που ποτίζουν την πεδιάδα, βόσκουν νεροβούβαλοι. Εδώ, μέσα στο κάστρο, ζουν πλούσιοι άνθρωποι. Πλούσιοι, γιατί έχουν να κάνουν με το χρυσάφι. Ο βασιλιάς με * Τράπουλα της μοίρας με μορφές και εικόνες που έλεγαν τότε τα χαρτιά. ** Τροία. 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 15

ΝΤΑΣΤΑΡ

τους γιους και τις κόρες του μένουν στο παλάτι. Πολλοί ήσαν εκείνοι που θα ’θελαν ν’ αρπάξουν το χρυσάφι του βασιλιά. Και πολλοί προσπάθησαν. »Πιαστείτε από το χέρι και ελάτε να πετάξουμε εκεί. Ελάτε να σηκωθούμε ψηλά. Νιώστε τον αέρα. Είναι δροσερός. Μοσχοβολάει ανατολίτικα αρώματα. Πετάξτε πάνω από τους κάμπους, χαμηλώστε και χαϊδέψτε τα σπαρτά, που τώρα μεγαλώνουν καταπράσινα. Σηκωθείτε στον ουρανό και χαμογελάστε στον ήλιο. Δέστε τη θάλασσα που λαμπυρίζει πιο κει και τον όρμο. Δέστε που έχει πλοία, πολλά πλοία. Είναι στρατοί που ήρθαν από μακριά». «Είναι κακοί αυτοί», είπε ο Ελιά. «Αυτή τη φορά έχουν μαζευτεί πάρα πολλοί. Έχουν στρατοπεδεύσει στην άκρη του όρμου. Τούτους τους λένε Αχαιούς. Πάμε πιο κοντά. Μη φοβάστε, δεν σας βλέπουν. Περπατήστε ανάμεσά τους. Στις σκηνές ζούνε οι αρχηγοί. Γενναίοι και δυνατοί, μπορούν να σηκώσουν τα βαριά σπαθιά. Ζούνε με τις σκλάβες και τις δούλες τους. Τριγύρω οι οπλίτες. Αυτοί που θα πολεμήσουν για να κατακτήσουν το κάστρο. Όλος αυτός ο στρατός έχει ανάγκη από μύριους άλλους. Βλέπετε, έχουν στήσει ολόκληρη πόλη. Αρτοποιοί που τους ζυμώνουν το ψωμί, σιδεράδες που τους κατασκευάζουν τα όπλα, καλαφατάδες που τους καλαφατίζουν τα πλοία, παραπαίδια που τους γυαλίζουν τις ασπίδες. Σαν πάρουν το χρυσάφι του βασιλιά, θα το μοιραστούν όλοι αυτοί, που περιμένουν εδώ υπομονετικά δέκα χρόνια τώρα να έρθει η ώρα. Και σαν έρθει η ώρα, θα επιτεθούν». «Να φύουμε απ’ εδώ μαμά», γκρίνιαξε ο Ελιά. «Να φύουμε. Ας πετάξουμε πάλι ψηλά προς το κάστρο. Πλησιάζουμε τα τείχη. Τι μεγάλες, θεόρατες πέτρες, λες και οι γίγαντες μόνο θα μπορούσαν να τις βάλουν τη μία πάνω στην άλλη». 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 16

ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

«Θα πέσω... θα πέσω... θα πέσω...» είπε ο Ελιά κρατώντας τα μάτια κλειστά. «Θα χτυπήσω πάνω στα τείχη». «Οι κάτοικοι της Τρούβα λένε πως ο παλιός τους βασιλιάς, που τον έλεγαν Λαομέδοντα, κορόιδεψε τον Ποσειδώνα και τον έβαλε να χτίσει τα τείχη της πόλης του». «Κακός ήταν αυτός», πετάχτηκε ο Ελιά. «Κάρναξε* πια, Ηλία!» θύμωσε η Όλγα. «Ήταν ένας άνθρωπος απλός, όπως όλοι μας, Ελιά. Και καλός και κακός». Έγινε μια παύση, να πέσουν οι θυμοί κι η Κατίνα συνέχισε. «Ήταν όμως έξυπνος. Αν ο κόσμος μάθαινε ότι τα τείχη του τα έχουν χτίσει θεοί, τότε δεν θα ’ρχονταν να κυριεύσουν το κάστρο του». «Εκεί ζούσε και η Ντάσταρ;» ρώτησε η Όλγα. «Εκεί ζούσε και η Ντάσταρ», απάντησε η Κατίνα. «Τα δρομάκια μέσα στο κάστρο είναι στενά, γιατί σε καιρό πολέμου οι άνθρωποι από τα γύρω χωριά έρχονται εδώ μέσα να σωθούν κι οι πόρτες κλείνουν. Το ένα σπίτι ακουμπά στο άλλο. Στη μέση είναι το παλάτι. Χωρίζει από τα σπιτόνια. Σαν μπεις από την πόρτα, φτάνεις σε μια αυλή. Εδώ έχει πηγάδι βαθύ, γιατί ο βασιλιάς πίνει δικό του νερό, ξέχωρα από το λαό. Γύρω γύρω έχει κάμαρες με κρεβάτια και λυχνάρια κρεμαστά που ανάβουν το λαδάκι τους το βράδυ. Ίσια πέρα από την αυλή, είναι εκεί που ο βασιλιάς και η φαμίλια του μαζεύονται. Στο θρόνο κάθεται εκείνος. Οι άλλοι, όπου βρουν. Βλέπετε εκείνη τη γυναίκα στο βάθος; Είναι η βασίλισσα. Δέτε τι φοράει...» «Βλέπω να φοράει ένα φουστάνι μακρύ κι έχει πολλά βρα* Σκάσε. 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 17

ΝΤΑΣΤΑΡ

χιόλια και πολλά κοσμήματα... όλα χρυσά», είπε η Όλγα με τα μάτια σφαλιστά. «Μαζί με τις κόρες της, δώδεκα κόρες, η μια πιο όμορφη από την άλλη, πάνε προς το ναό. Θέλουν να προσευχηθούν γιατί η πόλη τους κινδυνεύει». Η Κατίνα χαμήλωσε τη φωνή και είπε ψιθυριστά: «Σσσς... Ελάτε να τις παρακολουθήσουμε. Να δούμε τι θα κάνουν. Να! Ο ναός. Φως μπαίνει από παντού. Μυρίζει κέδρινο λιβάνι και το άγαλμα της Ατάνας Ιλιάδας είναι στη μέση. Μπροστά της καίνε τα θυμιατά. Κοιτάξτε γύρω σας. Όλος ο ναός είναι ζωγραφιστός με λέοντες, με λουλούδια, με παραστάσεις ισχυρών ανθρώπων, που κάποτε ήσαν εδώ σημαντικοί. Οι θεοί τους, οι βασιλιάδες τους. Και το άγαλμα της θεάς είναι ντυμένο με ρούχα αληθινά. Στολισμένο με κοσμήματα και όλο ζωγραφιστό.Τα χέρια, τα πόδια, το πρόσωπο με κόκκινη παπαρουνόσκονη. Δίπλα της, δεξιά κι αριστερά, δείτε τα δυο ολόχρυσα όμορφα λεοντάρια. Εκείνη ακουμπά τα χέρια της στην κεφαλή τους. Σαν την κοιτάς στα μάτια, σε κοιτά ίσια στα μάτια κι αυτή. Απ’ όπου και να στρίψεις. Είναι ψηλή και επιβλητική. Δίπλα στο άγαλμα της θεάς στέκεται ορθή η Ντάσταρ. Τα μαλλιά της είναι κατάξανθα και τα μάτια της βιολετιά. Αν η θεά μιλήσει, τότε η φωνή της θ’ ακουστεί μέσα από το στόμα της Ντάσταρ. Αν η θεά επιθυμήσει, τότε την επιθυμία της θα πει στους ανθρώπους η Ντάσταρ. Κανείς δεν ξέρει πού και πότε γεννήθηκε. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε εδώ. Κανείς δεν ξέρει πώς και πότε θα φύγει. Το όνομά της στη γλώσσα των Τρώων σημαίνει η κόρη της Αττάρτης. Μπορεί και μιλάει με τα πουλιά, μαντεύει τις σκέψεις των ανθρώπων, ταξιδεύει στ’ άστρα, έχει δυνάμεις πολλές. Είναι μάγισσα. Μην είναι και η ίδια η θεά που μπαίνει στο σώμα της Ντάσταρ; Κανείς δεν το ξέρει. Αλλά έχει ένα μυστικό...» 


MEIMARIDI sel_Final_Layout 1 10/11/2011 4:01 ΜΜ Page 18

ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

«Ποιο μυστικό;» «Ζει και ξαναζεί για χιλιάδες χρόνια τώρα. Δείτε στα πόδια της θεάς αυτούς τους γυαλιστερούς πέτρινους πελέκεις που λαμπυρίζουν σαν αστέρια. Είναι οι πέτρες των ψυχών. Τα χρώματά τους είναι πρασινωπά, μπλε, κόκκινα, γαλανά, ανάλογα με την ψυχή που έχουν μέσα τους κοιμισμένη. Λένε πως αν κάποιος πεθάνει και στο σώμα του τοποθετήσεις αυτές τις πέτρες, τότε θα ξαναγεννηθεί». «Δεν μ’ αρέσει αυτό το παραμύθι, μαμά. Δεν θέλω να πεθάνει κάποιος». «Τι πιο φυσικό από το θάνατο, Ελιά;» είπε η Κατίνα. «Όποιος έχει όμως τις πέτρες της θεάς δεν πεθαίνει ποτέ. Ε, μαμά;» «Δέτε τις γυναίκες της Τροίας! Η βασίλισσα και οι βασιλοπούλες γονάτισαν μπροστά στη θεά. Είναι σίγουρες ότι αυτή τις ακούει...» Έγινε σιγή. «Αν πραγματικά πιστέψεις ότι ο Θεός σ’ ακούει, τότε να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό. Έγινε όμως μια καταστροφή. Οι Αχαιοί κυρίευσαν το κάστρο, πήραν τους θησαυρούς κι έβαλαν φωτιά στα παλάτια και στους ναούς. Οι πέτρινοι πελέκεις χάθηκαν. Και η Ντάσταρ πρέπει να τους βρει εκεί που σκόρπισαν, πριν τους βρουν οι Βαλτρίδες. Αλλιώς δεν θα ξαναγεννηθούν οι ισχυροί».




Ντάσταρ