Page 1

KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 11

3 Αυγούστου

ΠΡΟ ολίγου έφυγε. Εύθυμος και γελαστός, μ’ αποχαιρέτησε παραγγέλνοντάς μου να μην ξεχάσω την υπόσχεσή μου, παρά να φροντίσω, όσο μπορώ, να τονε βοηθήσω. Τίποτε στα φερσίματά του δεν εφανέρωσε πως είχε κάποιο μύχιο στοχασμό που προσπαθούσε να τον τυλίξει μες στ’ αξέγνοιαστα και ζωηρά λόγια που μου ’λεγε. Ούτε απόφευγε να με κοιτάζει μέσα στα μάτια, όπως είναι το φυσικό του, ούτε παράλειψε να μου επαναλάβει χίλιες φορές πως τα περιμένει όλα από μένα. Τίποτε. Ούτε ήταν νευρικός σήμερα, ούτε άφηνε μισοτελειωμένο κατιτί που αρχινούσε να λέει, όπως κάνει πάντα, χρόνια τώρα, σα βρισκόμαστε μαζί. Ούτε μου μίλησε για κάποια μεγάλα ιδανικά και για κάποιες παράμερες κι ευτυχισμένες ζωούλες. Τίποτε. Δίχως να καθίσει διόλου, μιαν ολόκληρη ώρα, μου μιλούσε με τα πιο συνηθισμένα, 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 12

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

τα πιο απλά λόγια – ένας γνωστός μας, που ήρθε να μας κάμει βίζιτα και πρέπει να μας κουβεντιάζει ωσότου φύγει, κι ένας φίλος μας, που έρχεται να μας ζητήσει μια χάρη. Γνωστός μου ήταν κι εμένα κάμποση ώρα κι έπειτα γίνηκε ο φίλος μου και μου ανάφερε την υπόθεσή του. Του υποσχέθηκα. Με μεγάλη προθυμία του ’δωσα το λόγο μου πως θα κάμω τ’ αδύνατα δυνατά για χάρη του. «Θα δεις πως θα μείνεις ευχαριστημένος μαζί μου, όσο ποτέ, όσο ποτέ άλλοτε, θα μου χρωστείς την ευτυχία σου τώρα». Έτσι του είπα και μου αποκρίθηκε σοβαρά: «Ναι, ναι, το ξέρω». Κι εγώ; Μ’ αλήθεια, εγώ μιλούσα με τα σωστά μου, όταν του έλεγα πως αυτό με κάνει να ’μαι πολύ χαρούμενη; Ή μήπως ήταν ψεύτικη η αδιαφορία που έδειχνα; Ήταν άραγε προσποίηση όλα εκείνα τα γέλια και οι κουβέντες που κάμαμε πάνω στην υπόθεση αυτή που μου ανάθεσε να του τελειώσω; Το να δεχτώ εγώ να λάβω μέρος σε μια παρόμοια ιστορία, αυτό δεν ήταν κατιτί πολύ τραγικό και πολύ πένθιμο; Ποιος ξέρει. Εγώ η ίδια δε θα ’ξερα να πω. Η ανάγκη να δημιουργήσω ένα θόρυβο γύρω μου, να διακόψω την ασάλευτη σιωπή που με τριγυρίζει και με κάνει να συλλογιούμαι και ν’ αναδεύω στο νου μου όλο τα ίδια 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 13

RIDI, PAGLIACCIO

και τα ίδια πάντα, χίλιω λογιώ μιζέριες, μ’ εκυριάρχησε πια. Βαρέθηκα να ’μαι κλεισμένη μες στο νεκροταφείο της ψυχής μου, μην κάνοντας άλλο παρά να περιμένω όλο και καινούριους νεκρούς να θάβω, που φεύγουν κάθε μέρα από τον κόσμο της δικής μου ζωής. Αυτό το θλιβερό και μονότονο έργο του νεκροθάφτη το σιχάθηκα. Πέρα από τα κάγκελά του είδα πως υπάρχει μια ζωή πολυσύνθετη και παντοκρατόρισσα. Η ζωή των άλλων. Αλυσίδα ασύντριφτη κι ατέλειωτη οι ζωές –τα εκατομμύρια οι ζωές– με ξεκουφαίνει με το δαιμονισμένο κρότο της! Τι καλά! Θα πάω κι εγώ τώρα να ενώσω το χαλκά της ζωής μου με τους χαλκάδες που αποτελούνε την αλυσίδα όλη. Θα κουδουνίσει κι ο δικός μου μες στους άλλους. Έτσι κι η δική μου ζωή θα βγάλει κάποιους ήχους αγγίζοντας των άλλων τις ζωές. Μα θα ’ναι άσκημοι κι αταίριαστοι. Ας είναι. Τι πειράζει; Έτσι θα ’ναι μόνο για μένα. Κανείς άλλος δε θα τους ακούσει, γιατί κανείς δεν προσέχει τι κάνει ο διπλανός του. Ο σκοπός είναι να γενεί θόρυβος. Μια παράξενη και πρωτόφαντη βουή που να μη μ’ αφήνει ν’ ακούω πια το αδιάκοπο αναστέναγμα των κυπαρισσιών. Θέλω να ξεχάσω για πάντα, ω, για πάντα, το μέρος που άφησα. Αυτό θέλω. Να βάλω γύρω μου έναν κόσμο να κινιέται και να 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 14

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

φωνάζει και να οργιάζει με ξεφρενιασμένη όρεξη. Θα καταβάλω γι’ αυτό όση θέληση έχω, θα ξεκουνήσω κάθε εμπόδιο που τυχόν θα μου φράζει το δρόμο. Όσο μεγάλο κι αν είναι, όσο κι αν φαίνεται ατράνταχτο, θα γενεί κουκλίστικο και μικροσκοπικό μπρος στη δύναμη την απελπισμένη της ψυχής μου. Θα δώσω το σημείο εγώ ν’ αρχινήσει μια ορχήστρα από χίλια όργανα, για τον πιο αλλόκοτο, τον πιο μακάβριο χορό. Όλα ξεκουρντισμένα και παράταιρα, μια βάρβαρη και πρωτάκουστη μουσική· και μέσα στο πανδαιμόνιο που θα βγάζουν όλες αυτές οι παραφωνίες, εγώ να σέρνω το χορό ξεκαρδισμένη στα γέλια, σιγοτραγουδώντας δίχως ν’ ακούομαι ένα μονόσυρτο σκοπό σα μοιρολόι... 4 Αυγούστου

ΟΤΑΝ πήγα, κοιμότανε. Η υπερέτριά της, ένα κορίτσι μελαχρινό, με γλυκό πρόσωπο, με κατιτί στους τρόπους από κείνη, με παρακάλεσε, ανοίγοντάς μου την πόρτα του σαλονιού, να λάβω τον κόπο να περιμένω λιγάκι, επειδή η κυρία της ανέβηκε να ησυχάσει και φαίνεται θα τηνε πήρε ο ύπνος. Χαμογέλασε κι ετοιμαζόταν να πει κι άλλο τίποτε, μα δεν πρόφτασε. 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 15

RIDI, PAGLIACCIO

Μέσα είχαν αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά και, μόλις άνοιξε, σχηματίστηκε δυνατό ρεύμα με την πόρτα, που την ανάγκασε να μετακλείσει ευτύς αφήνοντάς με μοναχή. Το μέρος που βρέθηκα δε μ’ άρεσε καθόλου. Παράξενο σαλόνι κι ολωσδιόλου ακατάλληλο για τη δουλειά που ερχόμουν. Πρώτα πρώτα οι κουρτίνες από άσπρο τούλι άφηναν τον ήλιο να μπαίνει μέσα ασυγκράτητος. Ήταν έτσι όλο το δωμάτιο, κι ως τις πιο κρυφές γωνιές, πλημμυρισμένο από ένα φως ανυπόφορα θαμπωτικό, που κούραζε τα μάτια. Έπειτα τα έπιπλα: πόσο λίγο φιλόξενα και γλυκομίλητα! Λόγου χάρη ο καναπές – θαρρείς πως τον είχανε παραγγείλει επίτηδες έτσι στενό και άβολο, για να μην μπορεί κανείς να μείνει πολλή ώρα. Απάνω του, δίχως άλλο, δε θα ’χαν καθίσει ως τα τώρα παρά κυρίες σφιγμένες στον κορσέ και σοβαροί, λιγόλογοι κύριοι. Βίζιτες της ετικέτας και της αδιάφορης κοινωνίας. Από πάνω, αντίς ταπέτο, ένα μεγάλο ταμπλό παρουσίαζε έναν πελώριο, ξαγριεμένο ουσάρο με παρδαλή στολή, έργο δεν ξέρω τίνος μεγάλου ζωγράφου. Έπειτα, αντικρύ του καναπέ, στον τοίχο, ένα τραπέζι τετράγωνο, παραφορτωμένο μ’ επισκεπτήρια, μ’ ένα άλμπουμ για καρτολίνες και δυο τρία πιατάκια του τσιγάρου. Κατόπι, στη γωνιά, μια εταζέρα με πολλά μπιχλιμπίδια, αν


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 16

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

θογυάλια, αγαλματάκια, συντροφιασμένα δυσανάλογα μ’ ένα γιγάντιο λεξικό του Λαρούς άδετο, δίπλα μια βδομαδιάτικη εφημερίδα του Παρισιού με μια γυναίκα στο ξώφυλλο ντυμένη με κοστούμι του μπάνιου, έτοιμη να πέσει στο νερό. Κι ανάμεσα στα δυο ορθάνοιχτα παραθύρια ένας μεγάλος καθρέφτης γεμάτος φωτογραφίες της οικογένειας: του συζύγου, των παιδιών, της αδερφής, της μητέρας, του πεθερού. Πολύ ακατάλληλο σαλόνι για τη δουλειά μου. «Ορισμένως», σκεπτόμουνα, «αν η Μαίρη δεν έχει κανένα άλλο δωμάτιο ξεχωριστό για να δέχεται, σίγουρα θα ’ναι η πιο φρόνιμη γυναίκα του κόσμου, και τότε...» Μια λεκάνη νερό χύθηκε στο δρόμο από το πάνω πάτωμα, και καθώς πέρασε από τ’ ανοιχτό παραθύρι που στεκόμουν, μ’ άφησε μια ελαφριά μυρουδιά σαπουνιού και κολόνιας. «Ξύπνησε», σκέφτηκα, κι άρχισα σοβαρά να συλλογιούμαι τι ήρθα να γυρέψω μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Την είχα γνωρίσει τώρα και δυο χρόνια σ’ ένα εκδοτικό κατάστημα όπου κατά τύχη είχαμε πάει κι οι δυο την ίδια ώρα ν’ αγοράσουμε βιβλία. Από τότε γενήκαμε φιλενάδες και για κάμποσο καιρό βλεπόμασταν συχνότατα. Εκείνη δεν είχε λόγια να με θαμάζει όπου πήγαινε κι εγώ δεν έβρισκα λόγια να τη χαραχτηρίσω. Ήταν ένας τύπος ρομαντικής γυναίκας δοσμένης όλης 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 17

RIDI, PAGLIACCIO

στα βιβλία που διάβαζε. Είχε αποχτήσει έτσι με τον καιρό ένα χαραχτήρα πολυσύνθετο κι αξεδιάλυτο, που δεν ταίριαζε σε κανένα χαραχτηρισμό ορισμένο. Τα ρομάντσα του 1830 και τα ρομάντσα του 1907 ήτανε κοπαδιασμένα στη φαντασία της και τη γέμιζαν από χίλιω λογιώ πεποίθησες κι ιδέες. Την πραγματική ζωή, τη ζωή του σπιτιού της, αυτή δεν την καταλάβαινε καθόλου. Ο άντρας της και τα παιδιά της ήτανε πρόσωπα από κάποια βιβλία που διάβασε, κι η ίδια ζούσε σ’ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό του αληθινού. Ένας τύπος επιπόλαιος κι αιστηματικός, που δεν αγαπούσε και δε θάμαζε τίποτ’ άλλο από ό,τι της διηγιότανε ο ένας κι ο άλλος συγγραφέας και ποιητής. Το Λώρη τον γνώριζε από παλιά –πώς και πού δε φρόντισα να μάθω ποτέ– πριν να τη γνωρίσω εγώ. Έτσι ήξερε όλη την ιστορία της αγάπης μας από τον ίδιο, χωρίς γι’ αυτό να βρεθώ στην ανάγκη να της κάμω εγώ τέτοιου είδους εμπιστευτικές κουβέντες. Ποτέ όμως δε μου μιλούσε γι’ αυτόν κι απόφευγε μάλιστα καθετί που θα μας ανάγκαζε να τον αναφέρουμε. Κι εγώ είχα μάθει από το Λώρη, σαν του είπα πώς τη γνώρισα, πως άλλοτε, που ήταν γειτόνοι, είχανε αλληλογραφία κι ότι τα δικά της γράμματα μιλούσανε πάντα για κάποιο μέλλον που θα τους έφερνε κοντά. Γελούσαμε πολλές φορές με το Λώρη για τις αιστη o


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 18

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ματικές της αυτές εκδήλωσες... Μα ήταν τόσο δυστυχισμένη μες στο στενό κύκλο του σπιτιού της! Την αγαπούσε τόσο λίγο ο άντρας της, κι αυτή είχε μια τόσο μεγάλη ανάγκη από αγάπη!... Άξαφνα πάψαμε να βλεπόμαστε. Ο Λώρης είχε φύγει, εγώ έλειψα σε ταξίδι κάμποσο καιρό κι εκείνη στο μεταξύ είχε αλλάξει σπίτι κι άργησα πολύ να μάθω την καινούρια της διεύθυνση. Σκεπτόμουνα μάλιστα πως δεν ήτανε κανένας λόγος να ξαναπιάσουμε φιλίες, αφού δεν είχαμε πια τίποτε άλλο να πούμε. Λίγες μέρες πριν φύγω, είχε και σ’ εμένα πει πως ήταν θύμα, καταδικασμένη να πεθάνει απαρηγόρητη. Μια κι αυτή από τις χιλιάδες τις γυναίκες που δεν τους λείπει τίποτε για να ’ναι ευτυχισμένες και βρίσκουνται έτσι στην ανάγκη να ξεσκαλίζουνε, ίσως και βρούνε κατιτί να τους γαρνιρίσει τη μονοτονία της καλοπέρασης με καμπόσους αναστεναγμούς απογοήτεψης. Μα ναι, τι ήρθα να κάμω μέσα σ’ αυτό το σπίτι; «Αγαπημένη μου!» Κύμα μυρουδιάς μ’ έλουσε με τον ερχομό της κι ευτύς κατάλαβα πως δεν ερχόμουν ίσως άδικα. Αφροί νταντελένιοι την ετύλιγαν και την έδειχναν έτσι πιο παχουλή, ενώ το πρόσωπό της, πρόσωπο γυναίκας τριάντα πέντε χρονώ, είχε ακόμη την κοκκινάδα του μασάζ και το γυάλισμα καμιάς κρέμας. Τα χέρια της –ωραία 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 19

RIDI, PAGLIACCIO

χέρια, παχουλά κι άσπρα– ήτανε φορτωμένα δαχτυλίδια με χρωματιστές πέτρες, κι ο λαιμός της, κοντός κι ολοστρόγγυλος, έβγαινε μέσα από τις νταντέλες της ρόμπας χιονάτος και προκλητικός. Αυτό μου ’φερε πάλι στο νου τη δουλειά μου. Το σώμα της, κοντούτσικο και γεμάτο, υποσχόταν πολύ όμορφες στιγμές στο Λώρη. Καθίσαμε στον καναπέ κι άρχισε να μου αραδιάζει παράπονα και να με ρωτά τι ήταν αυτό το πράμα να την ξεχάσω, ενώ εκείνη δεν έπαψε ούτε λεπτό να μ’ αγαπά και να με συλλογάται. Τα συνηθισμένα της. «Μα δεν πρέπει να με παρεξηγείς, όταν μάλιστα σκεφτείς πως έλειπα». «Α, ναι, αλήθεια, έλειπες κιόλας, τώρα μόνο το θυμήθηκα! Και πώς πέρασες; Πες μου. Είναι το μέρος όμορφο; Έχει ωραίες τοποθεσίες; Έχει δέντρα; Νερά; Φαίνεται η θάλασσα, έχει λουλούδια πολλά, μενεξέδες, ρόδα;» «Βέβαια. Όλα αυτά τα βρίσκεις εκεί, δε φαντάζεσαι πόσες φορές σε συλλογίστηκα». «Αλήθεια; Μερσί. Ω, δεν ξέρεις πράγματι πόση ανάγκη είχα κι εγώ από ’να ταξίδι. Δεν αιστάνουμαι διόλου καλά τον εαυτό μου, κάθε μέρα αδυνατίζω, το νιώθω κάθε στιγμή». «Όχι δα, μην το λες· καλά είσαι, πολύ καλά. Εγώ τουλάχιστο ποτέ μου δε σε είδα έτσι όμορφη...» 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 20

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Εδώ στράφηκε να δει στον καθρέφτη, αλλά κει μέσα μόνο εμένα είδε, που την κοίταζα χαμογελώντας. «Σε παρακαλώ, δεν πηγαίνουμε εκεί κοντά στο παράθυρο; Εδώ δεν κάθεσαι καλά... κάνει ζέστη». «Όπως θες... ευχαρίστως». Δυο καρέκλες τοποθετήθηκαν ωραία. Μια στο παράθυρο δίπλα κι η άλλη, αναγκαστικά, δίπλα στον καθρέφτη. «Αλήθεια, σε βρίσκω πολύ καλά. Δε σου πιστεύει κανένας εύκολα πως είσαι άρρωστη». «Αλήθεια μου το λες;» Κι έριξε πάλι μια ματιά, χωρίς να το θέλει τώρα, στον καθρέφτη, κίνημα που τη στενοχώρεσε, γιατί αντιλήφθηκε πως την είδα. «Κι όμως, έχω λόγους να ’μαι στενοχωρημένη. Ο άντρας μου έφυγε πάλι για υποθέσεις στη Γερμανία και θα λείπει κάπου τέσσερις μήνες, τα κορίτσια μου τα ’κλεισα στο σχολείο... Μην τα ρωτάς, είμαι ολομόναχη. Ω, δε φαντάζεσαι τη μοναξιά!» «Δεν έχεις τότε παρά να μου δείξεις πόσο μ’ αγαπάς». ***

... «Μα ναι, να ’ρχεσαι σπίτι συχνά, όσο συχνά θες· κι από το πρωί – αυτό θα ’ναι πιο καλό. Μ’ αυτό τον τρόπο ούτ’ εσύ ούτ’ εγώ θα ’μαστε μονάχες πια. Δε 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 21

RIDI, PAGLIACCIO

φαντάζεσαι τι όμορφα θα περνούμε. Το σπίτι μας, όσο για ομορφιά, δεν έχει ταίρι. Το ξέρεις. Θάλασσα, περβόλι, βιβλία, μουσική, ό,τι σ’ αρέσει». Απόμεινε κατενθουσιασμένη. «Ναι, ναι· θα ’ρχομαι, θα ’ρχομαι, όσο μπορώ συχνότερα». «Μα για σκέψου τι καλά θα ’ναι!» «Μα θα μένουμε μόνες; Θα μας αφήνουνε μονάχες;» πρόστεσε με παιδιακίσιο ύφος. «Γιατί, ξέρεις, σιχαίνουμαι τους άλλους, εκείνους που δεν τους αρέσουνε αυτά που αγαπούμε εμείς!» Καημένοι άλλοι! Σεις να σκέπτεστε τόσο στοχαστικά και μετρημένα και δραστήρια, την ώρα που εμείς χανόμαστε σ’ ανύπαρχτα όνειρα, προσπαθώντας να ξετρυπώνουμε κατιτί να ευχαριστηθούμε τη μια στιγμή για να το βαρεθούμε ευτύς την άλλη. «Και ποιος θες να ’ρχεται; Ο μπαμπάς μου λείπει όλη μέρα, η Αντιγόνη μας είναι μικρούλα, κι όσο για ξένους, τους έχω αφήσει από πολύ καιρό. Βίζιτες δεν κάνω πουθενά. Πότε πότε μόνο να ’ρθει ο Λώρης... σπανιότατα». Κατιτί σαν κοκκινάδα και σαν ταραχή την έκαμε να κοντοσταθεί να μου απαντήσει. «Α, έρχεται ο κύριος Λώρης; Μα ναι, αλήθεια, άκουσα πως γύρισε από τη Γερμανία...» 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 22

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Την ψεύτρα, αφού ήξερα από το Λώρη πως του ’χε κιόλας γράψει ζητώντας του βιβλία. «Βέβαια κι ήρθε· πώς και δεν τον είδες;» «Εγώ; Πού να τον δω;» έκαμε με ύφος Αγίου Ονούφριου. «Φαντάζουμαι τη χαρά σου!» «Μπα! Γιατί; Με τον τρόπο που μου το λες, σα να βάζει ο νους σου κάτι άλλο. Ο Λώρης, πρέπει να ξέρεις, είναι για μένα ένας φίλος, ένας αδερφός. Τίποτ’ άλλο. Βέβαια είμαι ευχαριστημένη που ήρθε, μα όχι όπως θαρρείς. Ένας γνώριμος στενός που ξαναβλέπουμε». «Μα πώς;» Κι έδειξε πως ήταν πειραγμένη, γιατί νόμιζε πως την κορόιδευα. «Εγώ είχα ακούσει άλλοτε πως σ’ αγαπούσε... Δε σου ’καμα ποτέ λόγο, γιατί περίμενα να το πεις μόνη σου. Και σήμερα που σου τ’ αναφέρω, το κάνω γιατί έτυχε να ’ρθει η κουβέντα». «Να σου πω τι; Μα δεν είχε, σε βεβαιώνω, Μαίρη, καμιά σοβαρότητα το αίστημα αυτό. Παιδίστικα πράματα, δε βαριέσαι. Αιστήματα... αστείο θα ’τανε. Εκείνος πια δεν είναι για κόρτε. Ένας κοτζάμ συγγραφέας... ούτ’ εγώ βέβαια... Ααα, φίλος όσο θες, κι αληθινός μάλιστα. Μα για ερωμένος... ούτε να λέγεται!...» Ποτέ δε θα μάθω βέβαια αν τον συμπαθούσε με την καρδιά της ή, απλούστατα, ό,τι την έσπρωχνε στο Λώρη δεν ήταν άλλο παρά καπρίτσιο της ηλικίας, που έπρεπε αναγκαστικά να ικανοποιηθεί. Ως εκείνη 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 23

RIDI, PAGLIACCIO

τη μέρα ούτε μιας στιγμής καιρό δεν είχα χάσει πασκίζοντας να βρω τα ελατήρια που την έβαζαν να φαίνεται πως τον προκαλούσε... Ο Λώρης, όπως μου ’λεγε τουλάχιστο (και δεν είχα λόγο να μην τον πιστεύω) ποτέ δεν έδωσε προσοχή σ’ αυτά τα γράμματα. Γράμματα γυναίκας που περνά τα τρία τέταρτα του χρόνου μοναχή, δίχως τον άντρα της, που είναι όμορφη και μεροξημερώνεται με το ρομάντσο στο χέρι, δεν έχουνε καμιά σημασία. Ένα από τα δυο: ή που πρέπει να της δώσεις να καταλάβει πως είσαι πρόθυμος να της κάνεις κάποτε συντροφιά, ή να κάνεις πως δεν πολυπαίρνεις από τα παρόμοια. Ο Λώρης είχε ακολουθήσει το δεύτερο κι εγώ δεν είχα αφορμές να σκουτουριάζουμαι με τις αιστηματολογίες της. Σήμερα, ύστερα από ένα χρόνο, κατόπι από γεγονότα που ήρθαν και μ’ απομακρύνανε χιλιάδες μίλια μακριά απ’ ό,τι δε σχετιζόταν μ’ αυτά, ύστερ’ από μια μεταβολή που άλλαξε τη ζωή μου όλη –και που δεν ήταν παράξενο ν’ αλλάξει και την ψυχή μου ακόμη– βρισκόμουνα πάλι στο σπίτι αυτό, όπου φανταζόμουν πως δε θα ξαναπήγαινα πια, αντικρύ στη γυναίκα αυτή, που για κάμποσο καιρό γνώρισα δίχως ν’ αγαπήσω και που την είχα ξεχάσει ολότελα έναν ολόκληρο χρόνο, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να της πάρω μια ομολογία που μου χρειαζόταν, αποφασι


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 24

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

σμένη ύστερα στην ανάγκη να την τραβήξω και δίχως να θέλει στο κρεβάτι του Λώρη. «Ναι, ναι, αγαπημένη μου· φίλοι όσο θες, κι αληθινοί μάλιστα, μα για ερωμένοι ούτε να λέγεται». Ήταν ευχαρίστηση, ήταν ανησυχία ό,τι πέρασε από τα μάτια της και την έκαμε να τα χαμηλώσει; Άραγε της είχε περάσει ποτέ η υποψία πως εμπόδιζα εγώ το Λώρη να δεχτεί ό,τι του πρόσφερνε και τώρα αιστανόταν χαρά που της παρουσιαζόταν έτσι άξαφνα το μέρος λεύτερο; Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, η υπερέτριά της μισάνοιξε την πόρτα και της ανάγγειλε τη βίζιτα του κυρίου Σταύρου. Το ίδιο ρεύμα σχηματίστηκε πάλι, μερικές φωτογραφίες έπεσαν τώρα κι ο αέρας πήρε κι έφερε ως τη μέση του σαλονιού την τούλινη κουρτίνα, που βιάστηκε εκείνη να συμμαζέψει, ενώ μαζί ρωτούσε τον κύριο Σταύρο τι γίνηκε και την ξέχασε. (Ό,τι είπε και σ’ εμένα πρωτύτερα.) Ο κύριος Σταύρος ήταν ένας πολύ νέος και πολύ όμορφος κύριος, μα από κείνους τους νέους κι όμορφους κυρίους που ποτέ δε θα μπορέσουν να ελκύσουνε την προσοχή μιας έξυπνης γυναίκας. Σ’ αυτό επάνω τουλάχιστο, εμείς είμαστε πολύ ανώτερες από τους άντρες – έτσι, ένας τρανός διπλωμάτης δε βαριέται καμιά φορά να κυνηγά ώρες ολόκληρες στους δρόμους 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 25

RIDI, PAGLIACCIO

μια καλοθρεμμένη παραμάνα που εύκολα του τράβηξε την προσοχή. Η παρουσία μου, φαίνεται, στενοχωρούσε τον κύριο Σταύρο σε απελπιστικό σημείο, γιατί δεν είχε πει ούτε μια λέξη από τη στιγμή που μπήκε, μόλο που εκείνη του μιλούσε διαρκώς και πάσκιζε να τον καταφέρει ν’ ανοίξει κουβέντα. Κι εγώ φυσικά ήμουν σε δύσκολη θέση, γι’ αυτό και θα ’θελα να μπορούσα να του δώσω να καταλάβει πως δεν έπρεπε να ’χει τον παραμικρό φόβο πως του ’δινα προσοχή. Επιτέλους σηκώθηκα και πλησίασα την εταζέρα κι αρχίνησα να ξεφυλλίζω το λεξικό του Λαρούς. Κάτι σαν ψίθυρος έφτανε ίσαμ’ εμένα και κατάλαβα πως ο κύριος Σταύρος είχε ξεπάρει λιγάκι. «Μα γιατί φεύγεις;» Απορροφημένη τώρα να κοιτάζω τις εικόνες της παριζιάνικης εφημερίδας, δεν είχα προσέξει πως ο κύριος Σταύρος είχε τελειώσει τη βίζιτα κι αποχαιρετούσε. Εχαιρέτησα κι εγώ με το κεφάλι τη ματιά που μου ’ριξε αντίς για «Αντίο σας» κι η πόρτα ανοίχτηκε να φύγει. Ο αέρας ξαναπήρε πάλι την κουρτίνα και την άπλωσε. Μια σκιά αιφνίδια πέρασε από την παλικαρίστικη μορφή του ουσάρου. Κατιτί σαν αγριοσύνη ζωγραφίστηκε στα γλυκά του μπλε μάτια έτσι που με κοίταζε. 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 26

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

«Μπορείς να μου πεις», τη ρώτησα μόλις καθίσαμε, «ποιος είναι αυτός ο αξιωματικός;» «Ποιος; Ο ουσάρος αυτός; Μα κανείς· αυτή είναι ελαιογραφία που την αγόρασε ο Κιολ από μια δημοπρασία επίπλων που γινότανε πέρσι στο Βερολίνο. Καθώς μου ’πε, αυτός ο αξιωματικός σκοτώθηκε σε μονομαχία από τον ερωμένο της γυναίκας του· κι επειδή είναι έργο διάσημου ζωγράφου, την αγόρασε και την κρατούσε σα γύρισε. Τι; Σου ’καμε κι εσένα εντύπωση;» «Ναι, είναι πολύ άγριος, ε;» «Όχι δα!» έκαμε σχεδόν δυσαρεστημένη. «Το εναντίον, είναι ομορφότατος· κοίταξε τι σώμα! Πελώριο! Νιώθει κανένας τον εαυτό του μικρό μικρό σαν έχει μπροστά του τέτοιους άντρες. Πολλές φορές συλλογίστηκα τι χτήνος θα ’ταν η γυναίκα του να τον απατήσει!...» «Όλες οι γυναίκες που απατούνε τους άντρες τους είναι χτήνη;» ρώτησα ανήσυχη. «Ή μιλείς μόνο γι’ αυτές που ’χουνε ωραίους και μεγαλόσωμους άντρες;» «Μα δεν ξέρω· τώρα δεν πρόκειται για όλες τις γυναίκες, μα αυτή είναι ασυχώρετη!» πρόστεσε κοιτάζοντας τον αξιωματικό, που της χαμογελούσε τώρα μέσα από το κάντρο του. Ανακουφίστηκα. «Πού ξέρεις...» έκαμα τότε εγώ αγγίζοντάς τη μια 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 27

RIDI, PAGLIACCIO

και καλή στο δόντι που την πονούσε. «Είσαι βέβαιη πως κι αυτή δεν ήταν γυναίκα δυστυχισμένη; Είσαι βέβαιη πως δεν ήταν κι αυτή μια εξαιρετική ψυχή που παραγνωρίστηκε και δόθηκε μ’ ευγνωμοσύνη κι αγάπη στον πρώτο άνθρωπο που της είπε πως την αγαπούσε όπως κι εκείνη είχε ονειρευτεί ν’ αγαπηθεί;» Το «δεν ήταν κι αυτή» την έκαμε ν’ αναστενάξει δίχως ν’ απαντήσει τίποτε... Αυτό μ’ ενθουσίασε και, ευχαριστημένη, τη ρώτησα ξαφνικά ποιος ήτανε αυτός ο κύριος Σταύρος. «Συγγενής του αντρός μου», μου αποκρίθηκε μελαγχολική. (Δίχως άλλο, η παραγνωρισμένη γυναίκα του ουσάρου την απασχολούσε ακόμη.) «Ναι, συγγενής του αντρός μου, που έρχεται κάποτε και με συνοδεύει, σα θέλω να βγω τη νύχτα περίπατο. Η μέρα πάει κι έρχεται, μα η νύχτα είναι αβάσταχτη στη μοναξιά!» «Έχεις δίκιο, Μαίρη μου· είναι αβάσταχτη η νύχτα, όταν είναι κανένας μονάχος!» 8 Αυ γ ο ύ σ τ ο υ

ΣΗΜΕΡΑ ο ταχυδρόμος μου ’φερε ένα γράμμα που δεν το περίμενα. Ο Φίλιππας μου γράφει από την Αί


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 28

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

γυπτο πως στενοχωριέται για μένα. Έμαθε, λέει, πως είμαι άρρωστη και με παρακαλεί να του πω «σε δυο γραμμίτσες» –μόνο σε δυο γραμμίτσες– αν είν’ αλήθεια. Τίποτε άλλο δε μου ζητεί· αυτό θα ’ναι μια μεγάλη χάρη – που τολμά να περιμένει από την καλοσύνη μου. Ο καημένος ο Φίλιππας, πόσο μακριά βρίσκεται απ’ όλα κείνα τα θλιβερά πράματα που με τριγυρίζουνε τώρα, που προκάλεσα εγώ η ίδια να με τριγυρίσουνε, για να περάσει κι εμένα η ώρα μου! Ήσυχα ήσυχα, υποτάχτηκε στη ζωή που τον έβαλαν ν’ ακολουθήσει. Χωρίς φωνές κι ανώφελες διαμαρτυρίες – χωρίς, προπάντων, μεγάλα δυσκολοπίστευτα λόγια. Ακολούθησε τα γεγονότα δίχως να χρειαστεί ανάγκη να τον σπρώξουνε να πάει με τη βία. Και τώρα –έπειτα από τόσον καιρό– μου ξαναγράφει πως δεν έπαψε να με θυμάται (απόφυγε να μεταχειριστεί τη λέξη «αγαπώ») και μου ζητεί να του γράψω πώς είμαι, να ησυχάσει. Ο καημένος ο Φίλιππας! Πού να ξέρει πως τα συμπαθητικά του λόγια δε μου προξένησαν κανένα άλλο αίστημα, όξω από την κάπως αλλόκοτη εντύπωση που μου κάνουν πάντα οι αληθινά όμορφες κι ευγενικές... ψυχές. Παλιάς μόδας πολύτιμο φόρεμα, που όσο ωραίο κι αν είναι, δε βάζεται πια δίχως να κάμει αποκριάτικον αυτόν που το φορεί. 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 29

RIDI, PAGLIACCIO

Να του απαντήσω; Μα και τι να του πω; Αυτό δε θα γίνει αιτία να ξαναφέρουμε πάλι πίσω τα ξεχασμένα; Και προς τι τώρα πια; Ποιος ο λόγος να παρουσιαστώ άλλη μια φορά μπροστά του; Ο Λώρης ας αναλάβει να του γράψει. Θα του το πω, κι αν θέλει, ας τον πληροφορήσει πως είμαι καλά, πολύ καλά, και να μένει ήσυχος. Απέχω τόσα μίλια τώρα εγώ απ’ όλες αυτές τις αιστηματικότητες, που θαρρώ πως μόνο για υποκρισίες και για ψευτιές θα ’μαι ικανή από τώρα κι εμπρός. 13 Αυ γ ο ύ σ τ ο υ

ΗΜΟυΝΑ όξω με το Λώρη. Πήγαμε μακριά στην εξοχή και περπατήσαμε ώρες οι δυο μας ολομόναχοι στα χωράφια. Μου μίλησε για το καινούριο του ρομάντσο που θα γράψει και μου ανάλυσε την υπόθεσή του. Μιλούσε γεμάτος όλος από την ιδέα του βιβλίου του και τα μάτια του αστράφτανε – και θάμασα άλλη μια φορά τη βαθιά του σκέψη και τη μεγάλη του φαντασία! Και μου φάνηκε παράξενο πώς γνωριστήκαμε και πώς μ’ αγάπησε, και συλλογίστηκα τα περασμένα, που μας έφεραν τόσο κοντά, ενώ οι δρόμοι μας ήταν τόσο διαφορετικοί. 


KAZANTZAKI sel_Final_Layout 1 23/10/2012 7:52 ΜΜ Page 30

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Μου ’πε πως θα παντρευτεί μοναχά πολύ πλούσια γυναίκα, γιατί του χρειάζονται πολλά, πάρα πολλά πράματα για ό,τι ονειρεύεται. «Δε θα την αγαπήσω ίσως ποτέ τη γυναίκα αυτή – ακριβώς γιατί θα ξέρω πως με πήρε για τ’ όνομά μου κι εγώ για την περιουσία της. Είμαι ένας μποέμ εγώ, η ψυχή μου έχει της τσιγγάνικης περιπλάνησης τη νοσταλγία. Τίποτε δε θα με υποτάξει εμένα στους νόμους της νοικοκυρίστικης ζωής. Ούτε η αγάπη! Ούτε αυτή, μόλο που ξέρω πως τίποτε δεν αξίζει στον κόσμο όσο εκείνη! Γιατί κι αυτή τη θέλω διαβατάρικη και τσιγγάνικη! Βαθιά, ζωντανή, ανθρώπινη, που να με κυριαρχήσουνε οι στιγμές της όλον. Τα μπράτσα της τα θέλω να μ’ αγκαλιάζουνε σφιχτά και τα χείλη της τα θέλω να καίνε. Μα μόνο για λίγο· το αιώνιο, το σίγουρο, το συνηθισμένο, το σιχαίνουμαι και το βαριούμαι. Η γυναίκα που με καρτερεί με πάθηση και υπομονή και λατρεία με κουράζει... Διαβατάρικη και τσιγγάνικη, όπως μου τη δίνεις εσύ!» Όπως του τη δίνω εγώ, διαβατάρικη και τσιγγάνικη! Ας είναι· κάλλιο να μην ξέρει την ψυχή μου, να μην τη μάθει ποτέ του, για να μην την ταπεινώσει ποτέ με τον οίχτο του. Διαβατάρικη και τσιγγάνικη, όπως του τη δίνω εγώ!... *** 

Γαλάτεια Καζαντζάκη - Ridi, pagliaccio