Issuu on Google+

GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 3

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 8 Μυθιστόρημα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 4

©

Copyright Θοδωρής Γεωργακόπουλος – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2012

Έτος 1ης έκδοσης: 2012 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com

ISBN 978-960-03-5446-1


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 5

Σε δεκαπέντε χιλιάδες ανθρώπους


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 6

Ο Φεβρουάριος γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του το Φεβρουάριο του 2012. Αν και κάποια από τα περιστατικά που περιγράφονται στο βιβλίο είναι εμπνευσμένα από πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνο το μήνα, όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και οι ιστορίες τους, είναι φανταστικοί.


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 7

1η Φεβρουαρίου

πάλι και οι χιονονιφάδες σκόρπισαν. Τις βλέπω έξω απ’ το παράθυρο να πετάν στα κουτουρού, όπου της έρθει της καθεμιάς, χωρίς στόχο και σχέδιο. Πιο νωρίς, όταν ήταν πιο πολλές, πέφταν κανονικά, πιο ευθύγραμμα, με σκοπό: Ο σκοπός ήταν το έδαφος. Ήμασταν έξω λίγες ώρες πριν. Στεκόμασταν ακίνητοι και κοιτάζαμε το έδαφος ή τα παπούτσια μας ή τους τάφους ή ένα τάφο συγκεκριμένο και οι νιφάδες έπεφταν γύρω μας και στους ώμους μας και στα μαλλιά και στις ομπρέλες μας, καθεμιά διαφορετική, όλες ίδιες, κι έμεναν για λίγο κολλημένες στις ξένες, ανοίκειες επιφάνειες, και μετά έλειωναν και χάνονταν για πάντα, νοτίζοντας υφάσματα, χαλίκια, μάρμαρα, τρίχες και δέρματα. Τώρα πια είναι λίγες όμως, ασύνταχτες, σαν σαστισμένες, σαν να μην ξέρουν τι πρέπει να γίνει παρακάτω, σαν να μην το πιστεύουν κιόλας ότι κατάφεραν να φτάσουν ως εδώ. Ταυτίζομαι απόλυτα. Όπως συνήθως, τ’ αφτιά και τα άκρα μου είναι παγωμένα. Μόλις γύρισα στο σπίτι έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα κι έφτιαξα ένα ζεστό τσάι, περισσότερο για να ζεστάνω τα χέρια μου πιάνοντας το φλιτζάνι παρά για να το πιω. Αυτό έγινε πριν από μία ώρα περίπου.

Τ

ΩΡΑ ΒΓΗΚΕ Ο ΗΛΙΟΣ


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 8

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Υπάρχει μια καρέκλα στο σπίτι μου, στην οποία δεν είχα καθίσει ποτέ ως τώρα. Όλοι έχουν μια τέτοια καρέκλα ή πολυθρόνα ή, τέλος πάντων, γωνιά μέσα στο σπίτι τους. Μπορεί να περάσουν χρόνια και να υπάρχει εκεί και να περιμένει, αχρησιμοποίητη. Αργά ή γρήγορα θα παρουσιαστεί όμως μια ευκαιρία και θα κάτσεις, και τότε θα δεις το σπίτι σου από μια γωνία ολοκαίνουργια, και θα σου μοιάσει αλλιώτικο και ξένο. Κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα τώρα, γιατί είναι δίπλα στην μπαλκονόπορτα του δεύτερου υπνοδωματίου του σπιτιού, αυτού που χρησιμοποιώ ως γραφείο, και από εδώ μπορώ ν’ απλώσω τα πόδια μου στον ήλιο που μπαίνει για να ζεσταθούν και να χαζέψω τις ζαλισμένες χιονονιφάδες. Από αυτό το σημείο βλέπω την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας με τα σκουριασμένα κάγκελα, τα σύρματα για ν’ απλώνουν οι κυράδες ρούχα, το μικρό ερειπωμένο δώμα με την κεκλιμένη τσίγκινη οροφή, όπου καταλήγει η εσωτερική σκάλα, τον ηλιακό θερμοσίφωνα και βέβαια τα σίδερα για το πανωσήκωμα, σκουριασμένες τετράδες, διάσπαρτες. Πιο μακριά φαίνονται κι άλλες χαμηλές πολυκατοικίες, όλες με ηλιακούς θερμοσίφωνες, άθλια δώματα και σίδερα για πανωσήκωμα, όλες με περισσευούμενο συντελεστή δόμησης, αέρα που δεν πρόλαβε να χτιστεί. Στο μπαλκονάκι μου βλέπω ένα σκούρο μπλε μούσκεμα χαλάκι που έχει πέσει από τους από πάνω εδώ και μέρες. Γύρωγύρω μπόλικη βρεγμένη βρόμα, συσσωρευμένη στις γωνίες και γύρω από το σιφόνι. Δεν έχω πλύνει ποτέ αυτό το μπαλκόνι. Ούτε αυτό το τζάμι. Όλα μοιάζουν λίγο θολά. Μέσα στο δωμάτιο που βρίσκομαι, πέρα από τα συνήθη (το κομπιούτερ, το γραφείο, την ντουλάπα, ράφια), βλέπω για πρώτη φορά ένα αποκεφαλισμένο playmobil και μια κοντόχοντρη 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 9

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

βίδα χωμένα κάτω από το υποπόδιο που χρησιμοποιώ όταν κάθομαι στη σωστή καρέκλα, τη σκόνη που έχει συσσωρευτεί στα χαντάκια ενός πολύμπριζου, τη σκόνη που μαζεύεται στο σοβατεπί, στο γείσο. Τα κρυμμένα μυστικά σε μέρη οικεία έχουν πάντα κάποια σχέση με τη βρόμα, υποθέτω. Έπρεπε να έχω ανακαλύψει νωρίτερα αυτό το σημείο. Τώρα θα προσπαθήσω να γράψω πώς έγιναν τα πράγματα, όσο ακόμα ο ήλιος, που ζαλίζει τις χιονονιφάδες, μπαίνει από την μπαλκονόπορτα και με ζεσταίνει κάπως. Ήταν μια δύσκολη μέρα και είναι δύσκολες οι λέξεις που πρέπει να γράψω, και θα είναι πιο δύσκολο να τις γράψω με δάχτυλα παγωμένα. Λοιπόν: Θυμάμαι ν’ ακούω μουσική μέσα από ακουστικά που αποτύγχαναν να πνίξουν τη φασαρία του γραφείου, να βλέπω το τηλέφωνο ν’ αναβοσβήνει με την άκρη του ματιού μου, ένα νούμερο στην οθόνη που δεν ήξερα και μετά μια φωνή που μετά βίας αναγνώρισα, κάποιας γυναίκας που δεν ήξερα καλά. Δε θυμάμαι ακριβώς τι μου είπε, αλλά θυμάμαι ότι κατάλαβα από τον τόνο της φωνής της ότι πρέπει κάπου να πάω και κάτι να κάνω αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση, και το κατάλαβα πριν καν μου πει πού πρέπει να πάω και τι πρέπει να κάνω, το κατάλαβα επειδή μου μιλούσε αργά και σταθερά και μελίρρυτα, όπως μιλάνε στα παιδάκια ή στους πολύ ηλικιωμένους, και ταυτόχρονα και λίγο κάτω από την επιφάνεια η φωνή της σαν να έτρεμε, κι αν αυτό το καταλάβαινα μέσα στη φασαρία του γραφείου και μέσα απ’ το τηλέφωνο, τότε μάλλον η φωνή της δεν έτρεμε και πολύ βαθιά κάτω από την επιφάνεια. 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 10

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τα επόμενα λεπτά είναι λίγο θολά στη μνήμη μου. Θυμάμαι να οδηγώ ένα αυτοκίνητο κάποιου άλλου για να φτάσω εκεί, αλλά δε θυμάμαι πώς ή τι έγινε στο δρόμο ή αν είχε κίνηση ή φανάρια. Θυμάμαι ότι το κεφάλι μου βούιζε και ότι αισθανόμουν ότι δεν έχω αίμα, ένιωθα τις φλέβες και τις αρτηρίες μου κενές, σαν να είχε εξατμιστεί το από μέσα μου κι όλος ένιωθα άδειος και πολύ ελαφρύς, όπως νιώθεις τον εαυτό σου στα όνειρα. Η απόσταση δεν ήταν μακρινή. Δεν ήξερα ακριβώς πού πήγαινα, η γυναίκα στο τηλέφωνο δε μου είχε δώσει διεύθυνση ή ακριβείς οδηγίες, αλλά υπέθετα ότι δε χρειάζονταν λεπτομέρειες, ήξερα ότι θα καταλάβαινα όταν θα έφτανα.  Είχα δίκιο. Έφτασα και δεν πάρκαρα, παράτησα το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και βγήκα χωρίς να με νοιάζει. Το σημείο εκείνο έμοιαζε όλο λάθος, σαν μια γωνιά της πραγματικότητας τσαλακωμένη, σαν κάτι μεγάλο και βίαιο να είχε αρπάξει τα πράγματα (το πεζοδρόμιο, το συρματόπλεγμα, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους) και να τα είχε αναδιατάξει τυχαία, λανθασμένα.  Ένα κόκκινο αυτοκίνητο βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Όλο το μπροστινό του μέρος ήταν τσαλακωμένο, συστραμμένο αλλόκοτα, σαν μουσούδα που αποφάσισε να γείρει αριστερά, απότομα, μορφάζοντας. Το παρμπρίζ του έχασκε κενό.  Ένας άνθρωπος καθόταν στο πεζοδρόμιο. Μια γυναίκα γονατιστή κρατούσε ένα πανί πάνω στο κεφάλι του. Το πανί ήταν ματωμένο και το πρόσωπό του ήταν ματωμένο και το πουκάμισό του ήταν ματωμένο. Πιο δίπλα στεκόταν ένα ασθενοφόρο, παρκαρισμένο διαγώνια, παράνομα, το μισό μέσα στο δρόμο. Δεν υπήρχε δρόμος. Δεν υπήρχε κυκλοφορία. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν χωρίς να τρέχουν, αλλά πανικόβλητοι. Κάπου ανα


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 11

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

βόσβηναν γαλάζια φώτα. Τα πιο μακρινά πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν βοήθεια. Γιατί δεν τον έβαζαν στο ασθενοφόρο; Παρακάτω στο οδόστρωμα, κοντά στο ασθενοφόρο και δίπλα σε μια ξεχαρβαλωμένη μάζα, που κάποτε μάλλον ήταν ένας φράχτης από συρματόπλεγμα, βρισκόταν ένα εσερικό σύμπλεγμα από σίδερα, το αυτοκίνητό μου. Το αναγνώρισα από την πινακίδα. Το αυτοκίνητό μου ήταν μαύρο, αλλά τα σίδερά του έλαμπαν ασημένια, σαν να έχει ξεγυμνωθεί το από μέσα του, σαν να έχει ξεφλουδιστεί η μπογιά του απότομα, ολόκληρη. Περπατώντας προς τα εκεί κατάλαβα ότι βαδίζω πάνω σε γυαλιά. Παντού υπήρχαν γυαλιά. Το έδαφος ήταν καλυμμένο από μια κριτσανιστή στοιβάδα και το σιδερένιο σύμπλεγμα που ήταν το αυτοκίνητό μου ήταν πασπαλισμένο με θρυμματισμένο γυαλί που βρισκόταν παντού και έμοιαζε με γαλαζωπή ζάχαρη. Πού βρέθηκε τόσο γυαλί; Πού ήτανε κρυμμένο; Ο αερόσακος του συνοδηγού έχασκε σαν τρυπημένο μπαλόνι. Δεν υπήρχε αερόσακος στη θέση του οδηγού. Έχεις ποτέ κάνει μακροβούτι τόσο μακρύ που τ’ αφτιά σου γεμίζουν νερό και ο ήχος σβήνει εντελώς και, λίγο πριν βγεις στην επιφάνεια, το μόνο που ακούς είναι ένα βουητό, που σχεδόν σίγουρα προέρχεται από μέσα σου, και μετά βγαίνεις και για λίγες στιγμές δεν ακούς και δε βλέπεις και μετά αδειάζεις και τα πράγματα ξαναποκτούν σχήμα και οι ήχοι ορμάνε και ξαναγεμίζουνε τ’ αφτιά σου;  Η στιγμή της συνειδητοποίησης εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, ήταν μία και ήταν ακριβώς έτσι. Εντελώς ξαφνικά, το αίμα μου πλημμύρισε ξανά τις φλέβες και τις αρτηρίες, έπαψα να είμαι ελαφ��ύς και σαν σε όνειρο και οι εικόνες που έβλεπα γύρω 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 12

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

μου συνδέθηκαν μ’ ένα βόμβο και μια λάμψη κι έναν κρότο μέσα στο μυαλό μου και κατάλαβα πού είμαι και τι βλέπω και τι μου είχε πει η φωνή στο τηλέφωνο και γιατί οι άνθρωποι με κοιτάζουν έτσι και γιατί δε βάζουνε τον άνθρωπο εκείνο στο ασθενοφόρο.  Αυτά συνέβησαν πριν από ένα χρόνο ακριβώς: 1η Φεβρουαρίου του 2011.  Δεν είδα ποτέ το πτώμα της γυναίκας μου.




GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 13

2 Φεβρουαρίου

στη γυναίκα με το πιο θλιμμένο βλέμμα Εσμοστον κόσμο κι αυτή σήκωσε τα πιο θλιμμένα μάτια στον κόκαι με κοίταξε για ένα κλάσμα χρόνου τόσο μικρό που δεν ΙΠΑ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ

έχει όνομα, και μετά άρχισε να περνάει τα προϊόντα από το λέιζερ φωτάκι ένα- ένα («μπιπ, μπιπ») και με ρώτησε: «Καρτούλα έχετε;» μα δεν την ένοιαζε στ’ αλήθεια. Ένας Γερμανός φιλόσοφος, που ήταν ταυτόχρονα και μαθηματικός, μια εποχή πολύ παλιά, όταν ακόμα η γνώση ήταν τόσο λίγη που κάποιος μπορούσε να ξέρει δυο τρεις επιστήμες ταυτόχρονα, έβγαλε το εξής πόρισμα: «Αυτός είναι ο καλύτερος κόσμος που είναι δυνατό να υπάρξει». Γιατί υπάρχουν τραγωδίες, ναι, καταστροφές και φρίκη και θάνατος, αλλά ο Θεός εξ ορισμού φτιάχνει τα πάντα σωστά. Άρα ο κόσμος είναι όσο καλύτερος γίνεται. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Έτσι το σκέφτηκε.  «Αγαπητή Σόνια», ήθελα να της πω, γιατί αυτό ήταν το όνομα που ήταν γραμμένο στο ταμπελάκι στο αριστερό της στήθος, με μπλε στυλό κι αδέξια παιδικά γράμματα, «αυτός είναι ο καλύτερος κόσμος που είναι δυνατό να υπάρξει». Αλλά δεν της 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 14

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

το είπα. Της έδωσα την καρτούλα μου και την πέρασε μπροστά από το κόκκινο λέιζερ και έκανε «μπιπ».  Η γυναίκα με το πιο θλιμμένο βλέμμα στον κόσμο είναι ταμίας σ’ αυτό το σουπερμάρκετ τουλάχιστον όσα χρόνια έρχομαι σ’ αυτό το σουπερμάρκετ, δηλαδή έξι ή ίσως επτά. Έχει ένα πρόσωπο στρογγυλό σαν φεγγάρι. Τα μαλλιά της είναι ξανθά, μαζεμένα πάντα σε αλογοουρά πολύ σφιχτή, το στόμα της είναι μια κατωφερής παρένθεση και τα μάτια της, που είναι γαλάζια, έχουν μιαν απόγνωση τόσο βαθιά, που με κάνει να νιώθω τυχερός και προνομιούχος. Οι ώμοι της είναι σκυφτοί και στρογγυλοί, τα χέρια της κάτασπρα. Γαλαζωπές φλέβες φαίνονται κάτω από τη διάφανη επιφάνεια του δέρματος, στην αναστροφή της παλάμης της. Οι καρποί των χεριών της είναι πολύ λεπτοί, τα δάχτυλα μακρόστενα, μα η υπόλοιπη είναι παχουλή κι ασύμμετρη. Φορώντας την ολόσωμη ποδιά του σουπερμάρκετ θυμίζει μπλε καμπάνα εκκλησίας.  Δεν ήταν πάντα έτσι η ταμίας Σόνια. Παλιά, πριν από χρόνια, τη θυμάμαι σφριγηλή, νεαρή. Οι κινήσεις της ήταν πιο γρήγορες. Θυμάμαι ότι μου άρεσε να την κοιτάζω. Ήταν φωτεινή και ανοιχτόχρωμη. Έμοιαζε ξένη και ευαίσθητη κι ευάλωτη. Πάντα το δικό της ταμείο διάλεγα, ακόμα κι αν είχε ουρά. Παλιά δεν είχε το πιο θλιμμένο βλέμμα στον κόσμο.  Έχεις παρατηρήσει πώς αλλάζουν οι γυναίκες που βλέπεις στιγμιαία μα επαναλαμβανόμενα για πολλά χρόνια; Οι υπάλληλοι στις τράπεζες, οι ταμίες στα σουπερμάρκετ, οι γραμματείς στις εταιρείες, οι πωλήτριες στα καταστήματα, οι κομμώτριες στα κομμωτήρια; Αυτές που δεν προλαβαίνεις να γνωρίσεις, αλλά που βλέπεις τα πρόσωπά τους και τα σώματά τους για λίγες στιγμές σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αλλάζουν αργά, ό


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 15

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

πως όλοι, αλλά εσύ βλέπεις μόνο αποσπάσματα της αλλαγής, τυχαία καρέ της ταινίας της ζωής τους. Είσαι ο μόνος που τις βλέπεις έτσι, με το ρυθμό των σχεδίων που ζωγραφίζουμε στην άκρη των σελίδων ενός βιβλίου που μετά φυλλομετρούμε. Η αλλαγή είναι συνήθως προς το χειρότερο. Η ηλικία της Σόνιας με το πιο θλιμμένο βλέμμα του κόσμου είναι απροσδιόριστη, όπως συμβαίνει μερικές φορές σε γυναίκες που έχουν ταλαιπωρηθεί πολύ κι από νωρίς. Μπορεί να είναι σαράντα αλλά μπορεί και είκοσι οκτώ. Ελπίζω να μην είναι είκοσι οκτώ. Το βλέμμα της σήμερα ήταν μια αβάσταχτη άβυσσος. Σχεδόν φώναζε: «Θα προτιμούσα να μην υπάρχω». Πέρασε μπροστά από το κόκκινο φωτάκι, διαδοχικά, ένα πακέτο με ψωμί για τοστ, μια κοκακόλα, δύο πακέτα μακαρόνια, μια σάλτσα για μακαρόνια, ένα τέταρτο του κιλού φέτα, ένα πακέτο μπισκότα με κομμάτια σοκολάτας, δέκα λεπτοκομμένες φέτες ζαμπόν και μια λάμπα 40W. Αυτά ήταν τα ψώνια μου. Στην ουρά περίμεναν άλλοι δύο άνθρωποι. Δεν ήμουν σε ταμείο «μέχρι 10 τεμάχια», αλλά κανένας τους δεν είχε περισσότερα από δέκα τεμάχια στο καλαθάκι. Σε ολόκληρο το σουπερμάρκετ κανείς δε χρησιμοποιούσε καρότσι.  «Δώδεκα και σαράντα», είπε η γυναίκα με το πιο θλιμμένο βλέμμα του κόσμου, ενώ έβαζα τα ψώνια στις σακούλες. Πλήρωσα κι έφυγα. Με το που επέστρεψα στο σπίτι έβγαλα όλα μου τα ρούχα και για λίγο, μέχρι να εξατμιστεί η ζέστη που είχε συσσωρευτεί στο κορμί μου απ’ το περπάτημα και ντυθώ ξανά, κοίταξα τον εαυτό μου στο μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου. Είδα τα εξής: Ένα πρόσωπο μακρόστενο, παραλληλόγραμμο, στεφανωμένο α


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 16

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

πό μια κόμη μαύρη, φθίνουσα. Οι τρίχες των μαλλιών μου είναι ίσιες, μακραίνουν γρήγορα και θέλουν κόψιμο συχνά. Ο ρυθμός της πτώσης τους αυξάνεται. Όσο περνάν τα χρόνια, βουλώνουν το σιφόνι του ντους όλο και πιο εύκολα. Βλέπω ένα μεγάλο μέτωπο και μεγάλα αφτιά, κάπως πεταχτά. Τα αφτιά συνεχίζουν να μεγαλώνουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, αλλά μόνο σε μήκος. Το πλάτος τους μένει ίδιο. Το ήξερες αυτό; Το βρίσκω καταπληκτικό. Το σημαντικότερο γνώρισμα του προσώπου μου είναι πως τα χαρακτηριστικά του (μάτια, φρύδια, μύτη, στόμα) είναι συμπυκνωμένα στο κέντρο του, αφήνοντας πολύ ελεύθερο χώρο τριγύρω για μέτωπο, σαγόνι και μάγουλα. Δεν είμαι ένας όμορφος άντρας. Το πρόσωπό μου είναι μια έρημος. Το βλέμμα μου δεν είναι πάρα πολύ θλιμμένο. Το σώμα μου είχε πάντα ένα σχήμα κυλινδρικό, από παιδί ήμουν σχεδόν ομοιόμορφος, συμμετρικός, όχι πολύ μακρόστενος μα αρμονικός, ένας σχεδόν τέλειος σωλήνας από κρέας, λίπος και αίμα. Αλλά εδώ και αρκετό καιρό έχω αλλάξει. Δεν είμαι πια πολύ ομοιόμορφος. Στον καθρέφτη βλέπω τώρα αυξομειώσεις και ασυμμετρίες, εξογκώματα και βαθουλώματα, βουνά και λαγκάδια, εκεί που παλιά υπήρχαν μόνο ατέλειωτες πεδιάδες δέρματος, χλομοί, τριχωτοί, καμπύλοι ορίζοντες. Και δεν έχω πια το χρώμα το λευκό, τη χλομάδα της LCD οθόνης: τώρα είμαι ροδαλός, σχεδόν υγιής. Κοιτάζω τον εαυτό μου και δε με αναγνωρίζω και πολύ και αυτό κάπως μου αρέσει, γι’ αυτό κοιτάζω τον εαυτό μου λίγο ακόμα. Αλλά δεν μπορεί να είμαι υγιής. Είμαι σίγουρος ότι αυτή τη στιγμή που μιλάμε κάπου μέσα μου κάτι πεθαίνει. Είμαι ένας άντρας 32 χρονών και ζω στην Αθήνα και κοιτά


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 17

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

ζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη συχνά, για να προλάβω να καταλάβω όσο το δυνατό περισσότερα γι’ αυτό που βλέπω. Μετά ντύνομαι φορώντας φόρμες πάνω από πιτζάμες κι από πάνω μια ρόμπα χοντρή από μαλακό πετσετέ ύφασμα, γιατί αυτός ο Φεβρουάριος είναι πολύ κρύος κι εγώ έχω ζητήσει από το διαχειριστή να μην ανάβει το δικό μου το καλοριφέρ εφέτος.  Ζω στο δεύτερο όροφο μιας τετραώροφης πολυκατοικίας στο Γαλάτσι, σ’ ένα διαμέρισμα 105 τετραγωνικών μέτρων, τα 12 εκ των οποίων είναι ημι-υπαίθριος. Έχει δύο υπνοδωμάτια, το ένα εκ των οποίων το έχω μετατρέψει σε γραφείο. Έχει ένα σαλόνι, ένα μπάνιο, μια κουζίνα ανοιχτή δίπλα στο σαλόνι και ένα μικροσκοπικό WC το οποίο δε χρησιμοποιώ ποτέ. Η πολυκατοικία αυτή κατασκευάστηκε το 2001. Το νοίκι που πληρώνω είναι 650 ευρώ. Τα κοινόχρηστα 30 ευρώ, εκτός απ’ το πετρέλαιο. Το επάγγελμά μου είναι άνεργος δημοσιογράφος. Η περιουσία μου είναι 1.043 ευρώ σε λογαριασμό τράπεζας, 35 ευρώ στο πορτοφόλι μου και περίπου 20 ευρώ σε ψιλά σ’ ένα φαρδύ βάζο δίπλα στην είσοδο του σπιτιού μου, στο τραπεζάκι που βάζω τα κλειδιά. Δεν έχω αυτοκίνητο. Έχω έναν καινούργιο φορητό υπολογιστή κι έναν παλιό, επιτραπέζιο, που δε λειτουργεί πολύ καλά. Έχω ένα κινητό τηλέφωνο, ένα ψυγείο, ένα πλυντήριο πιάτων, ένα πλυντήριο ρούχων, μια τηλεόραση 37 ιντσών, έναν καναπέ σε σχήμα Γ, δύο πολυθρόνες, μια τραπεζαρία, περίπου διακόσια πενήντα βιβλία κι ένα διπλό κρεβάτι με στρώμα από αφρό, από αυτά που αγκαλιάζουν το σώμα, που ξαπλώνεις και νιώθεις σαν να κοιμάσαι σε σύννεφο. Έχω καταλάβει ότι το στρώμα είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή. Αν έχεις ένα καλό στρώμα και μια καλή δουλειά, ένα μεγάλο μέρος των θεμάτων σου έχει λυθεί. Μένει 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 18

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

μόνο ν’ αποφασίσεις πώς θα περάσεις τις υπόλοιπες τρεις τέσσερις ώρες της μέρας. Τα προβλήματά σου συμπυκνώνονται εκεί. Οποιοσδήποτε μπορεί να πάρει ένα καλό στρώμα βεβαίως, αλλά είναι δύσκολο να βρεις καλή δουλειά. Όχι μόνο σήμερα – πάντα ήταν. Κάποτε, πριν ανακαλυφθεί το κόκκινο φωτάκι λέιζερ, η γυναίκα με το πιο θλιμμένο βλέμμα στον κόσμο ήταν αναγκασμένη να πατάει κουμπιά με τιμές για καθένα από τα προϊόντα. Το βλέμμα της τότε δεν ήταν τόσο θλιμμένο βεβαίως. Οπότε μάλλον το απλοποιώ λίγο το θέμα. Ή μπορεί να είχε πάρα πολύ καλό στρώμα.  Το στρώμα μου είναι το πιο πολύτιμο αντικείμενο που μου ανήκει. Ο φορητός υπολογιστής μου είναι το πιο όμορφο. Δεν έχω τίποτ’ άλλο. Το σπίτι μου είναι άδειο και ήσυχο. Δεν είναι βρόμικο, γιατί μου αρέσει να το καθαρίζω, η χειρωνακτική διαδικασία με χαλαρώνει, βοηθά τις σκέψεις μου να μπαίνουν σε μια σειρά. Αλλά κάποιος μπορεί να πει ότι είναι ακατάστατο, γιατί δε μ’ ενδιαφέρει πολύ τα πράγματα να είναι στη σωστή τους θέση. Εδώ και καιρό κάθε θέση μού μοιάζει η σωστή θέση. Το σπίτι μου είναι γεμάτο με πλαστικές σακούλες σουπερμάρκετ πεταμένες –όχι πεταμένες, τοποθετημένες– στο έδαφος. Όταν φέρνω τα πράγματα από το σουπερμάρκετ, τις αδειάζω και απλά τις αφήνω να πέσουν. Δεν τις θεωρώ βρομιά. Είναι χρήσιμα αντικείμενα. Κι όταν τα χρειαστώ, ξέρω πού θα τα βρω. Σπάνια τις χρειάζομαι. Το σπίτι μου δεν έχει πολλά αντικείμενα, αλλά τα περισσότερα από αυτά είναι ξεχασμένα σε αλλόκοτα, αναπάντεχα μέρη. Υπάρχει ένας φακός στο ψυγείο. Ένα μπουκάλι ουίσκι στο μπάνιο. Δε θυμάμαι γιατί. Δε μετακινώ τίποτα. Δεν τους αλλά


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 19

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

ζω θέση. Στο γραφείο μου στέκει ανοιχτή η σιδερώστρα, παρόλο που εδώ και μερικούς μήνες έχω σταματήσει να σιδερώνω τα ρούχα μου. Στη μέση του σαλονιού, παρατημένο στο πάτωμα, υπάρχει ένα κουτί που περιέχει ένα πουκάμισο. Το πουκάμισο είναι δώρο γενεθλίων, από πέρυσι. Το άφησα στη μέση του σαλονιού για να μην ξεχάσω να το πάω στο κατάστημα γι’ αλλαγή. Μου ήταν μεγάλο. Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος. Περνώ τις περισσότερες από τις μέρες μου και τις περισσότερες από τις ώρες τους εδώ, σ’ αυτό το διαμέρισμα, κοιτάζοντας τις οθόνες μου εναλλάξ. Όταν δεν κοιτάζω τις οθόνες μου, κοιμάμαι. Όταν δεν κάνω τίποτα από τα δύο, ζεσταίνω φαγητό στο φούρνο μικροκυμάτων και το τρώω, ή κάθομαι στην τουαλέτα, ή βάζω πλυντήριο, ή ξεσκονίζω το σπίτι, ή κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Σχετικά σπάνια βγαίνω από το διαμέρισμά μου. Η ζωή μου δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε ήμουν αλλιώς, πιο κυλινδρικός μα πιο ευτυχισμένος και πιο πλήρης και πιο δραστήριος και χαρούμενος και ζωντανός. Δεν το γράφω με παράπονο. Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο θα διαβάσεις πολύ λίγη γκρίνια. Δεν είναι αυτός ο στόχος. Δε με πειράζει που δεν έχω δουλειά και δεν έχω ζωή και δεν έχω και πολλούς λόγους να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι το πρωί. Αντιλαμβάνομαι ότι έτσι είναι η ζωή κι έτσι είναι τα πράγματα, ότι είναι φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος που θα μπορούσε να υπάρξει. Αυτή η ζωή είναι η καλύτερη που θα μπορούσα να έχω. Η οθόνη μου σήμερα έγραφε για το χωριό Σοδέτο της Ισπανίας. Στο χωριό Σοδέτο υπάρχουν εβδομήντα νοικοκυριά. Πριν από λίγες εβδομάδες τα εξήντα εννιά από αυτά αγοράσανε λαχεία για τη χριστουγεννιάτικη κλήρωση. Το λαχείο εκεί είναι 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 20

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

κάπως περίεργο, μπορούν πολλοί να αγοράσουν τον ίδιο αριθμό, και στο χωριό Σοδέτο όλοι αγόρασαν τον αριθμό 58268 και μετά το ξέχασαν, όπως γίνεται συνήθως με τα λαχεία. Κέρδισαν εκατομμύρια ευρώ, δεκάδες εκατομμύρια, πράγμα που σχεδόν ποτέ δε γίνεται με τα λαχεία. Τις τελευταίες εβδομάδες, έγραφε η οθόνη, το χωριό έχει γεμίσει με πωλητές πολυτελών αυτοκινήτων και άλλων προϊόντων. Μα αυτό δεν ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της είδησης. Στο Σοδέτο υπάρχει κι ένα άλλο νοικοκυριό. Σε μια αγροικία οχτακόσια μέτρα απ’ το χωριό ζει μόνος του ένας άντρας. Τη μέρα που πέρασαν τα μέλη του συνεταιρισμού για να πουλήσουν τα λαχεία, τον ξέχασαν. Και έτσι ο άντρας αυτός, σκηνοθέτης στο επάγγελμα, που είχε φτάσει τόσο μακριά, σ’ ένα μικροσκοπικό ισπανικό χωριό, για μια γυναίκα που δεν είναι πια εκεί, δεν κέρδισε.  Ο άντρας αυτός είναι Έλληνας. Τον λένε Κωστή Μητσοτάκη. Δεν αστειεύομαι καθόλου. Η οθόνη έγραφε ότι ο Κωστής Μητσοτάκης δε νιώθει πίκρα. Θα συνεχίσει να καλλιεργεί τον κήπο του. Ταυτίζομαι απόλυτα. Ετούτο το βιβλίο δίσταζα ν’ αρχίσω να το γράφω για πολύ καιρό. Η ζωή μου είναι λίγο ασυνήθιστη αλλά όχι πολύ ενδιαφέρουσα. Κανείς δε θα ήθελε να είναι σαν εμένα και δεν έχω να μάθω σε κανέναν τίποτα. Δεν ξέρω καν αν είμαι συγγραφέας. Δε γνωρίζω τον ορισμό. Για έξι χρόνια μια εταιρεία με πλήρωνε για να γράφω λέξεις, οπότε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι οι λέξεις μου 


GEORGAKOPOULOS_FEBROUARIOS sel_DD_Layout 1 18/06/2012 1:31 ΜΜ Page 21

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

έχουν για κάποιους κάποια αξία. Μετά όμως η εταιρεία έκλεισε, πράγμα που ίσως να υποδεικνύει το αντίθετο. Το γράφω για τέσσερις λόγους: Πρώτον, επειδή νιώθω μιαν ανάγκη εσωτερική. Η ανάγκη αυτή είναι πολύπλοκη, δεν αφορά μόνο την έκφραση με το λόγο το γραπτό, αλλά αφορά και αυτή. Θα γίνει καλύτερα κατανοητό αυτό παρακάτω. Δεύτερον, επειδή δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο για να κάνω. Είμαι άνεργος. Έχω ελεύθερο χρόνο. Δεν έχω απεριόριστο χρόνο, αλλά αυτός που έχω είναι ελεύθερος. Και νομίζω ότι ο τρόπος που βρήκα για να τον γεμίζω θα είναι χρήσιμος σε αρκετούς. Τρίτον, επειδή από τον επόμενο μήνα και μετά κάποιοι άνθρωποι μπορεί να έχουν απορίες και ν’ αναζητούν εξηγήσεις. Τέταρτον, δε, επειδή όλοι οι άνθρωποι, όποιοι κι αν είναι, έχουν μέσα τους μια ιστορία που αξίζει να διαβάσει κανείς: τη δικιά τους. Σκέψου τι ωραίο βιβλίο που θα μπορούσε να γράψει τώρα ο Κωστής ο Μητσοτάκης απ’ το Σοδέτο της Ισπανίας. Ή τι δάκρυα θα έριχνες με την ιστορία της Σόνιας, της γυναίκας με το πιο θλιμμένο βλέμμα στον κόσμο. Οι συγγραφείς, υποθέτω, είναι οι άνθρωποι που έχουν μέσα τους περισσότερες από μία ιστορίες. Αλλά αυτό δε με απασχολεί. Δε σκοπεύω να γράψω δεύτερο βιβλίο.




Φεβρουάριος