Issuu on Google+

DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 5

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ Μυθιστόρημα

‫ﱮﱭ‬

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 6

©

Copyright Βασίλης Δανέλλης – Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2011

Έτος 1ης έκδοσης: 2011 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com

ISBN 978-960-03-5262-7


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 7

[0]

στα μάτια. Ή μάλλον σε δύο νεκρά μάτια. Έχει διαφορά; Ξάπλωνε γυμνός πάνω στο μέταλλο, με τομές στο σώμα του, σαν βάτραχος σε εργαστήρι βιολογίας, και μια βαθιά πληγή στο στήθος, στο σημείο που χώθηκε η λεπίδα κομματιάζοντας την καρδιά του. Ανατρίχιασα. Δυσκολευόμουν να δεχτώ πως αυτό το κενό σώμα ήταν ο ίδιος άνθρωπος με τον οποίο πίναμε μπίρα λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες πριν. Αυτή η ακίνητη μάζα ήταν ο χαρωπός γίγαντας που γελούσε με την παραμικρή αφορμή και με εκνεύριζε με την υπερβολική αισιοδοξία και την παράλογα θετική σκέψη του ακόμα και στις χειρότερες καταστάσεις. Ήθελα να τον ταρακουνήσω να ξυπνήσει, όχι τίποτα άλλο, μόνο για να δω τι στο διάολο θα έβρισκε να μου πει τώρα. Ένιωσα να πνίγομαι. Ο χώρος στένευε, μετατρεπόταν σε μεταλλικό συρτάρι και με κλείδωνε δίπλα στο πτώμα. Από τη στιγμή που κατέβαινα εκείνη τη σκάλα, ήξερα πως δεν ήταν για καλό που βρέθηκα εκεί. Στο τέλος της μια πόρτα ξεχείλιζε παγωνιά και ξασπρισμένο φως από λάμπες φθορίου. Πίσω της, στοιχισμένοι σε δύο σειρές, ξάπλωναν πάνω σε τσίγκινα, άβολα τραπεζάκια άνθρωποι με στρατιωτική ακινησία και τα νεκροτάμπελα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών τους, σαν μια μακά-

Κ

ΟΙΤΑξΑ ΤΟΝ θΑΝΑΤΟ


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 8

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

βρια διμοιρία που περίμενε να περάσει επιθεώρηση. Οι ουλές στα σώματά τους, σε κάποιες περιπτώσεις τα κομμένα μέλη και τα διάφορα χρώματα της μεταθανάτιας διαδικασίας έκαναν την όψη τους αποκρουστική και το στομάχι μου να γυρίζει. Σε αυτό βοηθούσε και η δυσοσμία. Μου ήταν αδύνατον να την προσδιορίσω, αλλά μέσα στο αίμα και στις υπόλοιπες ανθρώπινες οσμές ανακατεύονταν διάφορες χημικές ουσίες, κάποια από τις οποίες ίσως ήταν φορμόλη. Δεν έπρεπε να επιτρέπουν σε κάποιον σαν εμένα να επισκέπτεται το νεκροτομείο. Ειδικά όταν πρόκειται να συναντήσει έναν γνωστό του, τον οποίο ζήλευε για την αστείρευτη ενέργειά του, τη θέληση για ζωή και το πάθος του για τις μικρές καθημερινές χαρές της. Κατέληξα σε ένα συμπέρασμα: Το να βάλεις έναν καταθλιπτικό να κάνει αναγνώριση ισοδυναμεί με το να τον σπρώξεις από το περβάζι την ώρα που σκέφτεται αν πρέπει να πηδήξει ή όχι. «Λοιπόν;» ρώτησε ο συνοδός μου. «Αυτός είναι», απάντησε μια φωνή που δεν την αναγνώρισα. Νομίζω πως τότε ξεκίνησαν όλα. Από κει πρέπει να αρχίσω την αφήγησή μου. Ή μάλλον όχι. Προηγήθηκε μια μικρή αλληλουχία συγκυριών, από αυτές που συμβαίνουν συνεχώς σε όλους μας, που με οδήγησε, είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, να κοιτάζω κατάματα έναν νεκρό, αντί να παίζω μουσική σε κάποιο σκαλοπάτι στην άκρη ενός δρόμου και να γκρινιάζω με την παραμικρή αφορμή για ασήμαντα πράγματα, όπως έκανα κάθε άλλη μέρα.


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 9

[1]

τις χορδές μόλις πέρασε από Σ μπροστά μου μια κοντόχοντρη γυναίκα χωρίς να μου ρίξει ούτε μια ματιά. Στο ένα χέρι κουβαλούσε δύο σακούλες με επώΤΑΜΑΤΗΣΑ ΝΑ ΒΑΣΑΝΙζΩ

νυμες φίρμες, στο άλλο έσφιγγε την ομπρέλα της κόντρα στον άνεμο. Τα είχε σκάσει χοντρά η κάργια για παπούτσια και εσώρουχα, αλλά σ’ εμένα δεν είχε ούτε μισό ευρώ να δώσει. Πίσω της δεν ακολουθούσε κανείς. Η Ερμού ήταν σχεδόν άδεια, η βροχή δυνάμωνε και το κρύο με θέριζε, έστω και αν είχα βρει μια εσοχή για να αράξω και να παίξω μουσική για λίγο. Είχε έρθει η ώρα να την κάνω. Κοίταξα τα κέρματα μέσα στη θήκη της κιθάρας μου. Πεντοδίφραγκα. Η νεροποντή που λάσπωνε την πόλη από το μεσημέρι κιόλας απέτρεψε τους ματσωμένους να κατέβουν στο κέντρο για ψώνια. Το ήξερα από τη στιγμή που είδα κάτι σύννεφα σαν μαύρη νερομπογιά να λερώνουν τον ουρανό, αλλά δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω και αποφάσισα να βγω έτσι κι αλλιώς. Μέτρησα τα ψιλά μπας και έβγαινε καμιά μπίρα. Με το ζόρι... Ζώστηκα την κιθάρα στην πλάτη και άρχισα να προχωράω κάτω από τη βροχή. Το όργανο δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Ήταν προστατευμένο μέσα σε μία από εκείνες τις παλιές, ανθεκτικές, δερμάτινες θήκες. Λίγο φθαρμένη με τα χρόνια, αλλά 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 10

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

ικανή να αντισταθεί στο νερό που τη ράντιζε. Εξάλλου δεν χρειαζόταν καν. Όταν είσαι ήδη σκεβρωμένος, δεν τη φοβάσαι την μπόρα. Κάπως έτσι σκεφτόμουν και για τον εαυτό μου. Περπάτησα μέχρι το τέλος του δρόμου, όπου φάνηκε η Αθηνάς. Σκέφτηκα για μια στιγμή να τα παρατήσω και να πάω σπίτι, αλλά μετάνιωσα αμέσως. Έστριψα στην πλατεία. Οι νέοι δεν καταλάβαιναν από μερικές στάλες, όσο χοντρές και να ’ταν. Έβγαιναν από τα σπίτια τους, έστω κι αν στριμώχνονταν στον ζεστό σταθμό του μετρό, περιμένοντας εκεί τους φίλους τους. Έστριψα πάλι στη Θησέως. Τα μαγαζιά έκλειναν και τα πρεζάκια είχαν βγει στη γύρα. Κανείς ωστόσο δεν με σταμάτησε να μου ζητήσει ψιλά «για να φάει». Έμειναν κουρνιασμένοι στις στεγνές, σκοτεινές γωνιές τους καθώς περνούσα. Οι μπατίρηδες έχουμε μπέσα μεταξύ μας. Στο τέλος του δρόμου το σκηνικό άλλαξε πάλι. Μουσικές ξεχύνονταν από τα μεζεδοπωλεία και πίσω από τα θολά τζάμια μπορούσα να διακρίνω άντρες και γυναίκες να τραγουδούν αγκαλιασμένοι, πιωμένοι από πολύ νωρίς. Χώθηκα σε μια ιρλανδική παμπ που σύχναζα πού και πού και ένιωσα τα κοκαλάκια μου να ζεσταίνονται. Προχωρώντας στο μπαρ, το χαμόγελο που μου χάρισε η γκαρσόνα ανέβασε τη θερμοκρασία μου κάπως περισσότερο. Μάζεψα τα βρεγμένα μαλλιά μου αλογοουρά, παράγγειλα την μπίρα που αναλογούσε στα κέρδη της ημέρας και ξεκίνησα να την πίνω με μικρές, μετρημένες γουλιές, λες και ακολουθούσα κάποια συγκεκριμένη τελετουργία. Όσο κι αν προσπάθησα όμως, τελείωσε γρήγορα. Γύρω μου οι θαμώνες παράγγελναν δεύτερες και τρίτες γύρες. Ζευγάρια που μοιράζονταν το ίδιο πιάτο φαγητό και φίλοι 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 11

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ

που έχυναν λίγο από το περιεχόμενο του ποτηριού, τσουγκρίζοντας με περισσότερη δύναμη απ’ όση χρειαζόταν. Ένα δωμάτιο γεμάτο ζωή, με ροδαλά πρόσωπα και τρανταχτά γέλια που υψώνονταν στο ταβάνι, γεμάτο ενέργεια ποτισμένη με αλκοόλ. Κοίταξα λίγο πιο προσεχτικά. Διέκρινα δυο τρεις από τους μόνιμους. Ο ένας ήταν σκυμμένος πάνω στο ποτό του. Του ψιθύριζε τα μυστικά του· έτσι έκανε συνήθως. Ο γέρος, δεν έμαθα ποτέ το όνομά του, με τα μακριά μαλλιά και τα γένια μέχρι το στήθος παρακολουθούσε μια μονομαχία με βελάκια στην τηλεόραση πάνω από το μπαρ και σχολίαζε με δυνατή φωνή, χωρίς να απευθύνεται σε κανέναν συγκεκριμένα. Ο τρίτος έξυνε την καράφλα, που πλαισιωνόταν με ακούρευτα, λαδωμένα μαλλιά, και μπάνιζε την γκόμενα που καθόταν στο απέναντι σκαμπό. Αναρωτήθηκα αν υπήρχαν μέσα στον χώρο ζευγάρια μάτια που έβλεπαν κι εμένα μέσα από το ίδιο πρίσμα. Ένας τελειωμένος τύπος που πίνει ανάμεσα στο πλήθος για να μοιραστεί τη μοναξιά του. Ένιωσα ένα γνωστό συναίσθημα αυτολύπησης να ανεβαίνει από το στομάχι στο στήθος μου και να απλώνεται σιγά σιγά παντού μέσα μου, σαν ένας καυτός χυλός που καίει την καρδιά μου. Δεν είχα θέση εκεί, σίγουρα όχι τόσο στεγνός από αλκοόλ και λεφτά όσο ήμουν εκείνο το βράδυ. Έψαξα τις τσέπες μου. Πενήντα λεπτά μού απέμεναν. Ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Γύρισα και αντίκρισα τον γιγαντόσωμο άντρα με τα δεκάδες τατουάζ να γέρνει από πάνω μου. Στάθηκα μπροστά του, αλλά η κορυφή του κεφαλιού μου με το ζόρι έφτανε στο πιγούνι του. Με άρπαξε σαν να ήμουν φτερό και με αγκάλιασε. «Αντρέα! Τι κάνεις, αγορίνα μου; Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω». «Κι εγώ χαίρομαι, Λάζαρε. Πώς κι από δω σήμερα;» 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 12

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

Ο Λάζαρος εκτός από θεριακωμένος ήταν και καλλιτέχνης του δρόμου. Τις καθημερινές χάριζε ζογκλερικά κόλπα σε οδηγούς που περίμεναν στον κόκκινο σηματοδότη και τα Σαββατοκύριακα κατέβαινε στην Ερμού να κάνει τα ακροβατικά του. Αν ήταν τυχερός, πήγαινε και σε κανένα παιδικό πάρτι, η εμφάνισή του όμως τρόμαζε εύκολα τους γονείς κι ας διασκέδαζε τους μπόμπιρες. Εγώ πάλι, αν με ρωτούσες, θα έλεγα πως ο Λάζαρος ήταν ένας αγαθός γίγαντας με καρδιά μικρού παιδιού, αλλά ποιος νοιάζεται για τη γνώμη ενός πλανόδιου μουσικού. «Πού πας; Κάτσε να πιούμε καμιά μπίρα», είπε μόλις είδε πως ετοιμαζόμουν να φύγω. Σκέφτηκα το μισό ευρώ που αναπαυόταν στο παντελόνι μου. «Δεν μπορώ, ρε συ. Δεν μου έμεινε φράγκο. Καμιά άλλη φορά. Από βδομάδα», απάντησα κι έκανα να φύγω, μα εκείνος άπλωσε τη χερούκλα του και με σταμάτησε. «Δεν έχεις να πας πουθενά. Κερνάω εγώ απόψε». «Εσύ; Τι λες, ρε Λάζαρε; Τρελάθηκες; Εσύ δεν ήσουν που τα μάζευες δεκάρα δεκάρα; Τα χρειάζεσαι εξάλλου. Οι κορίνες σου πουλάνε λιγότερο κι από τα ακόρντα μου». «Τέρμα αυτά, φιλαράκο. Από αύριο αλλάζω ζωή. Πάει, θα με χάσεις! Γι’ αυτό σου λέω, κάτσε να πιούμε μια μπίρα απόψε». Η ξαφνική ευδιαθεσία του και οι μεγαλοστομίες που αράδιαζε με τόση ευκολία ερέθισαν τα ήδη τσιτωμένα νεύρα μου. Μα όσο και να ήθελα να φύγω, δεν μπορούσα να αντισταθώ στην ατσαλένια λαβή που συγκρατούσε το μπράτσο μου, πόσω μάλλον στην προσφορά μιας κερασμένης μπίρας. Μόνο που η μία έγιναν δύο και οι δύο άλλες τόσες κι έπειτα... Έπειτα χάσαμε το μέτρημα, ξεχάσαμε την αριθμητική. «Ρε συ, σίγουρα έχεις να πληρώσεις;» τον ρώτησα με δυσπιστία όταν παράγγειλε για νιοστή φορά δύο από τις αγαπη


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 13

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ

μένες του ιρλανδικές μαύρες μπίρες, κλείνοντας το μάτι στη σερβιτόρα. «Ναι, ρε, σου λέω. Έπιασα την καλή». «Και πότε αν επιτρέπεται; Γιατί την τελευταία φορά που σε είδα, υποτίθεται πως δεν είχες μία». Προσπάθησε να με κοιτάξει πονηρά, αλλά το βλέμμα του είχε θολώσει για τα καλά. Έσκυψε προς το μέρος μου χαρίζοντάς μου τα μεθυσμένα χνότα του. «Απόψε. Δηλαδή απόψε θα τα ’κονομήσω», είπε σχεδόν ψιθυριστά, ρεύτηκε κι άρχισε να γελάει. «Κατάλαβα. Αγόρασες λαχείο;» Επιδίωξα –ανεπιτυχώς– να συγκρατήσω την ειρωνεία, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν χρειαζόταν. Ήταν τόσο τύφλα και τόσο χαρούμενος, που τίποτα δεν χαλούσε τη διάθεσή του. «Πίστη», είπε και μου ’ριξε μια σουρωμένη, συνωμοτική ματιά. Παρέμεινα σιωπηλός, αναποφάσιστος, επανεξετάζοντας πιο σοβαρά αυτή τη φορά την εκδοχή του λαχείου, όπως κι εκείνη της απότομης στροφής προς την Εκκλησία. Αλλά οι παπάδες ποτέ δεν χαρίζουν λεφτά. «Να, δες», συνέχισε, λύνοντας την απορία μου, και ακούμπησε τον δείκτη του σε ένα από τα δεκάδες τατουάζ του με τόση δύναμη, που φοβήθηκα μήπως τον σπάσει. Μου έδειχνε ένα κινέζικο ιδεόγραμμα που κοσμούσε τη γάμπα του. «Σημαίνει πίστη. Το χτύπησα για να το βλέπω τις δύσκολες στιγμές». «Ξέρεις κινέζικα;» Ξέσπασε σε γέλια. «Έχεις την πλάκα σου, αγορίνα. Να, δες κι αυτό», είπε γε


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 14

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

λώντας και φτύνοντας, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη σειρά από ιδεογράμματα στον δεξιό του πήχη. «Οι άνθρωποι χωρίς πίστη μέσα τους δεν μπορούν να επιβιώσουν», απάγγειλε με στόμφο, σαν να έλεγε κάτι πραγματικά σημαντικό. «Τι λες, ρε συ;» του ανταπάντησα. «Ξέρεις κι άλλα τέτοια ωραία;» Δυστυχώς πήρε τα λόγια μου τοις μετρητοίς. «Αμέ! Σκέφτομαι να κάνω άλλο ένα τατού με την πρώτη ευκαιρία, και λέω να είναι κι αυτό κινέζικο ρητό. Άκου κάνα δυο να μου πεις τη γνώμη σου: “Αντιμετώπισε τα λάθη των φίλων σου με την ίδια επιείκεια που αντιμετωπίζεις τα δικά σου”. Πώς σου φαίνεται;» «Καλό», πέταξα βαριεστημένα. «Δεν είναι κακό. Αλλά τόσο καιρό έτσι σκεφτόμουν και τι κατάλαβα; Αν έλεγε: “Αντιμετώπισε τα λάθη των φίλων σου σαν ευκαιρίες”, θα το χτύπαγα σίγουρα». Ξεκαρδίστηκε πάλι. «Άκου άλλο ένα», συνέχισε. «“Καλύτερα να πεθάνεις δέκα χρόνια νωρίτερα, παρά να ζήσεις δέκα χρόνια φτωχός”». Αυτό το γνωμικό με προβλημάτισε, επαναφέροντάς με στις προηγούμενες σκέψεις μου. Το αλκοόλ και η μιζέρια που κυλούσαν στο αίμα μου με ώθησαν να αναλογιστώ πόση σοφία περιείχε, αλλά ευτυχώς κατόρθωσα να το ξεπεράσω γρήγορα. Είχαν αρχίσει να με κουράζουν οι κινέζικες μπουρδολογίες, αλλά ευτυχώς ο Λάζαρος δεν το συνέχισε για πολύ. Ύστερα από λίγα λεπτά περάσαμε στην εξέταση των υπόλοιπων στιγμάτων που ψεγάδιαζαν το λευκό του δέρματός του. Τα χέρια του ήταν εντελώς καλυμμένα, από τους καρπούς μέχρι τους ώμους, με διάφορα σχέδια – από καρδιές και στιλέτα μέχρι ακαταλαβίστι


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 15

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ

κα συμπλέγματα γραμμών και γεωμετρικών σχημάτων, που ίσως είχαν κάποια λογική, την οποία εγώ πάντως αδυνατούσα να συλλάβω. Ξεχώρισα μια νεκροκεφαλή με ένα πιστόλι και ένα ρόδο χωμένα στις δύο άδειες κόγχες της. Ύστερα ήταν μια γοργόνα που κολυμπούσε ανάμεσα στους κυματιστούς κοιλιακούς του, μια νεράιδα που προσπαθούσε να δραπετεύσει από τη βάση του σβέρκου του ανοίγοντας τα φτερά της, ένας σταυρός που έχανε την ξύλινη ακαμψία του πάνω στον αριστερό στρογγυλό του ώμο και ένας ακόμα στη δεξιά ωμοπλάτη του, με κοφτερές σαν λόγχες άκρες. Ένα γιν γιανγκ στο εσωτερικό του λαιμού και ένα περίπλοκο τοτέμ στην άλλη γάμπα, που απεικόνιζε ξεχασμένους ινδιάνικους θεούς ήταν ανάμεσα σε όσα θαυμαστά παρέλασαν μπροστά από τα μάτια μου. «Το καλύτερο όμως είναι αυτό», είπε και σήκωσε την μπλούζα μέχρι τον λαιμό του. Τόση ώρα έριχνα κλεφτές ματιές δεξιά αριστερά στο μπαρ για να διαπιστώσω αν έχουμε γίνει θέαμα. Πράγματι κάποιοι γελούσαν σχολιάζοντας, άλλοι μας χάριζαν περιφρονητικές γκριμάτσες και μερικά κορίτσια προσπαθούσαν να κοιτάξουν διακριτικά τους σμιλεμένους μυώνες του Λάζαρου πάνω από τους ώμους των ανυποψίαστων συνοδών τους. Η αλήθεια είναι πως οι μύες του είχαν εντυπωσιάσει κι εμένα περισσότερο από τα έργα τέχνης που στόλιζαν το κορμί του. Ήταν πρησμένοι λες και είχε πάθει αλλεργικό σοκ. Τους φαντάστηκα να λειτουργούν σαν καλογρασαρισμένα εξαρτήματα μιας μηχανής ικανής να λιώσει οτιδήποτε έμπλεκε στα γρανάζια της. Ευχήθηκα να μην πέσω ποτέ για κακό σε εκείνα τα χέρια που έμοιαζαν με κουπιά. Κοίταξα το τατουάζ που μου έδειχνε. Ήταν το περίγραμμα ενός γυναικείου προσώπου πάνω στο αριστερό καλογυμνασμένο 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 16

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

στήθος του. Πραγματικό αριστούργημα, και ας αποτελούνταν μόνο από μαύρες γραμμές. Ο άγνωστος δημιουργός είχε καταφέρει να αποδώσει με μαεστρία την ομορφιά της κοπέλας, αντιγράφοντας προφανώς κάποια φωτογραφία της που του εξασφάλισε ο ερωτοχτυπημένος πελάτης του. Φαντάστηκα τον Λάζαρο να πίνει και να την κοιτάζει όση ώρα τού τρυπούσαν το δέρμα, νιώθοντας μια γλυκιά, μαζοχιστική ηδονή. Στα χείλη της ζωγραφιστής γυναίκας ήταν χαραγμένο ένα αινιγματικό χαμόγελο τύπου Μόνα Λίζα, ήμουν σίγουρος όμως ότι αν ο Λάζαρος έσφιγγε τους θωρακικούς του, η καλή του θα μου χαμογελούσε διάπλατα. Ίσως αυτό το τατουάζ ήταν περισσότερο εντυπωσιακό επειδή σε αρκετή απόσταση πάνω στον κορμό του ζογκλέρ δεν υπήρχε κανένα άλλο σημάδι, δημιουργώντας μια έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο, σχεδόν απολύτως καλυμμένο από ζωγραφιές σώμα του. «Γι’ αυτήν τα κάνω όλα, φίλε. Για να την κάνω πάλι δικιά μου. Να της χαρίσω όσα της αξίζουν», είπε κατεβάζοντας το ρούχο και η φωνή του βάφτηκε με τα χρώματα της μελαγχολίας. Φυσικά δεν ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα να μιλάει για την Άσπα, τη «γυναίκα της ζωής του», όπως την αποκαλούσε. Κάθε φορά που έπινε, πάντα η κουβέντα έφτανε σ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν έλεγε πολλά πολλά, ούτε κι εγώ ρωτούσα περισσότερα. Οι ιστορίες αγάπης πάντα με κούραζαν. Ειδικά εκείνες που έχουν πικρό τέλος. Του Λάζαρου δε παραήταν κλισέ: Μια πλούσια κοπέλα έμπλεξε για λίγο με τον φτωχό ακροβάτη και μετά τον άφησε για κάποιον της τάξης της. Τουλάχιστον αυτό προέκυπτε από τα κατά καιρούς συμφραζόμενα. «Καλά, αυτή δεν σε είχε παρατήσει για κάποιον άλλο; Ακόμη ασχολείσαι;» είπα με αδιάφορο τόνο. 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 17

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ

Τα μάτια του γέμισαν σπίθες και για μια στιγμή ανησύχησα για την αντίδραση που θα ακολουθούσε. Ύστερα, ευτυχώς, η πυρά τους έσβησε από ένα νερωμένο βλέμμα, που διαδέχθηκε την οργή. «Δεν είναι έτσι», ακούστηκε ξεψυχισμένος. «Δεν με παράτησε, της έβαλαν λόγια για μένα». Είχε σκύψει το κεφάλι του και φοβήθηκα πως θα έβαζε τα κλάματα. «Έλα, ρε, πώς κάνεις έτσι. Μια γκόμενα είναι, θα βρεις άλλη». Το είχα πει για καλό. Ήλπιζα πως θα σταματούσε το μελόδραμα και θα αλλάζαμε κουβέντα. Πάντα ήμουν αφελής και κακός στις εκτιμήσεις μου. Οι τανάλιες που είχε για δάχτυλα έσφιξαν τον καρπό μου. Τον ένιωσα να τρίζει σαν καρύδι εγκλωβισμένο σε καρυοθραύστη. «Η Άσπα δεν είναι μια γκόμενα και δεν θέλω να βρω άλλη». Σώπασε καρφώνοντας τα μάτια του στα δικά μου, λες και περίμενε να δει αν τον πίστευα. Η λαβή στο χέρι μου παρέμενε σφιχτή, ένα επιπρόσθετο εργαλείο πειθούς. Δεν μπορούσα να του χαλάσω το χατίρι και χρειαζόμουν τον καρπό μου για να παίζω μουσική. Ανασήκωσα τους ώμους μου, αλλά δεν μίλησα· για σιγουριά. Ικανοποιήθηκε. «Ας πιούμε μια τεκίλα», είπε ελευθερώνοντάς με και χαμογέλασε πάλι. «Είναι κάπως αργά, λέω να την κάνω», προσπάθησα να δραπετεύσω. «Δύο τεκίλες», φώναξε σε έναν καχεκτικό μπάρμαν αγνοώντας με. Το καυτό φαρμάκι τόνωσε την ψυχολογία του. Το γύρισε πάλι στην πλάκα και η κουβέντα κύλησε όμορφα για καμιά ώρα  o


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 18

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ

ακόμα. Ύστερα κοίταξε το ρολόι πάνω από το μπαρ και είπε πως έφτασε η στιγμή να φύγουμε. Ανακουφίστηκα. Δεν ήταν πως δεν μ’ άρεσε η παρέα του, αλλά ένιωθα ακόμη παγωμένος από τη βροχή και τον αέρα που είχαν ποτίσει το κορμί μου κι εκείνη η μπιροκατάνυξη είχε τραβήξει περισσότερο απ’ όσο άντεχα. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, φουσκωμένος όσο τα μπράτσα του συντρόφου μου, τρόμαξα. Πρέπει να είχαμε πιει ένα βαρέλι μπίρα, αλλά εκείνος, τηρώντας την υπόσχεσή του, ξετρύπωσε αμέσως από την τσέπη του δύο χιλιοτσαλακωμένα χαρτονομίσματα μεγάλης αξίας και τα ακούμπησε στον πάγκο. Μόλις βγήκαμε στο βρεγμένο σοκάκι, του πρότεινα να μείνει στο σπίτι μου. Ήταν κοντά. «Δεν υπάρχει πολύς χώρος, αλλά κάπως θα τα βολέψουμε». «Όχι, ευχαριστώ. Έχω δουλειά να κάνω», αρνήθηκε. Προχωρήσαμε μέχρι τη γωνία. Σταμάτησε σαν να ήθελε να με αποχαιρετήσει. Τον κοίταξα με δυσπιστία και θολούρα. «Δουλειά; Έτσι όπως είσαι;» «Μια χαρά είμαι, αδερφέ. Μην ανησυχείς για μένα». Ήμουν έτοιμος να παραπονεθώ πριν με διακόψει η φωνή μιας γριάς ζητιάνας. Ντυμένη σαν να είχε μόλις φτάσει με το ΚΤΕΛ από το χωριό, ήταν καθισμένη σε ένα πεζούλι, είχε σκύψει το κεφάλι της σχεδόν ίσαμε τα γόνατα και κρατούσε ψηλά ένα πακέτο χαρτομάντιλα. «Πάρτε ένα πακετάκι να με βοηθήσετε, παιδιά μου. Σας παρακαλώ. Δεν έχω...» Έπαψα να την ακούω και γύρισα να συνεχίσω την κουβέντα με τον Λάζαρο. Εκείνος όμως έβγαλε ένα εικοσάευρω και της το έδωσε. 


DANELLIS sel_final_Layout 1 24/03/2011 2:26 μ.μ. Page 19

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ

«Πάρε, γιαγιούλα. Να φας κάτι καλό απόψε». Τον ευχαρίστησε πλέκοντας ένα εγκώμιο για την ευγενική ψυχή, τη μεγαλοκαρδία και την ανθρωπιά του, κουνώντας παράλληλα το κεφάλι της πάνω κάτω για να υπογραμμίσει τη σημασία των φιλοφρονήσεών της. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν πολύ μεθυσμένος. Την επόμενη μέρα θα συνειδητοποιούσε τι έκανε και θα μετάνιωνε. Έβαλα μηχανικά το χέρι στην τσέπη, έβγαλα το πενηντάλεπτο που μου είχε απομείνει και το έδωσα στη γριά. «Σε ευχαριστώ, γιόκα μου. Πάρε τα χαρτομάντιλα». Την αγνόησα και επανέλαβα την προσφορά μου στον Λάζαρο. Αρνήθηκε πάλι. Ανασήκωσα τους ώμους. Ύστερα από εκείνο το βράδυ τον είδα άλλη μια φορά, αλλά εκεί –μπροστά στην πόρτα της μπιραρίας– ήταν η τελευταία φορά που του μίλησα. Πριν φύγω, πήρα το πακετάκι. Το είχα πληρώσει εξάλλου.




Βασίλης Δανέλλης - Μαύρη μπίρα