Issuu on Google+

DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 11

Αίθουσα αναμονής στον Α.Β.

σ’ αυτή τη βρόμικη αίθουσα με τις σκισμένες πολυθρόνες από βυσσινί βελούδο και χαλί από τις γόπες των τσιγάρων, μόνος απέναντι σ’ ένα γκρίζο, υπομονετικό, παγερό άγαλμα που παρίστανε τον άνθρωπο, ήταν κάτι που ξεπέρναγε τα όρια της φαντασίας του. Δεν έχει νεύρα αυτή η γυναίκα μέσα της; αναρωτήθηκε. Μία ώρα την παρατηρούσε, μία ώρα ολόκληρη και δεν είχε κουνηθεί, δεν είχε καπνίσει, δεν είχε αλλάξει στάση, ακόμα και το βλέμμα της το ’χε αφήσει στα θολά απ’ την ομίχλη τζάμια, το ’χε καρφώσει σ’ ένα φανταστικό τίποτε που θα ’χε η ίδια τοποθετήσει. Μήπως ήταν τυφλή; Μόνο εκείνοι που δε βλέπουν έχουν τέτοια ηρεμία. Δυο ώρες ακόμα πώς θα περνούσαν; Αισθάνθηκε σαν χαμένος μέσα σ’ αυτή την υγρή αίθουσα, που έμοιαζε με μια έρημο από σκισμένα εισιτήρια, άδεια πακέτα, ψίχουλα από ψωμιά. Ένδειξη πως πριν απ’ αυτόν είχαν περάσει άλλοι, ένδειξη πολιτισμού, όπως λένε οι αρχαιολόγοι όταν ανακαλύπτουν ένα μέρος απ’ όπου πέρασε ο άνθρωπος. Ωραίος πολιτισμός. Καλά να πάθει. Ήθελε να κάνει τον

Ν

Α ΒρΕΘΕΙ




DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 12

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

έξυπνο κι έβαλε στοίχημα πως θα έφτανε πρώτος. Η θριαμβευτική φιλάρεσκη εικόνα της Αλεξ, καθισμένης στην αναπαυτική πρώτη θέση του αεροπλάνου, τον γέμιζε αγανάκτηση. Θα πίνει σαμπάνια, σκέφτηκε και έγλειψε τον ουρανίσκο του. Και εγώ σκάω από δίψα. Σταθμός να σου πετύχει! «Καπνίζετε;» Είχε πάρει την απόφαση και της μίλησε. Μπορεί να ήταν τυφλή, αλλά μουγγή δε θα ’ταν. Κάτι θα του έλεγε, οτιδήποτε. Η σιωπή τον τρέλαινε. «Όχι, ευχαριστώ», είπε η νέα γυναίκα γυρίζοντας ελαφρά προς το μέρος του. Περίεργο πρόσωπο, μικρό οβάλ, με δυο μήλα που έμοιαζαν σαν να χρησίμευαν για να στερεώνουν τα τεράστια μάτια με το ακαθόριστο χρώμα. «Περιμένετε κι εσείς το τρένο;» «Ναι». «Δεν μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχει ακόμα κόσμος που ταξιδεύει με τρένο. Όπως δεν πίστευα πως υπάρχουν και τέτοιοι σταθμοί. Αξιοθρήνητη κατάσταση. Αμφιβάλλω αν έχει σταθμάρχη». «Έχει». «Φαίνεστε απόλυτα σίγουρη. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεστε εδώ, έτσι δεν είναι; Ε, τότε πρέπει να ’χετε κουράγιο», είπε, χωρίς να περιμένει απάντηση. Την είδε να χαμογελάει, μ’ ένα χαμόγελο που δεν κατόρθωνε ν’ αλλάξει την αόριστα λυπημένη έκφραση των ανέκφραστων ματιών της. «Λέτε;» 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 13

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

«Δεν ξέρω, μα θα πρέπει. Διαφορετικά δε θα ξαναπερνούσατε από δω. Νομίζω ότι πρέπει να θεωρήσω τον εαυτό μου τυχερό... Βρίσκομαι σε μια παράλογη αίθουσα αναμονής, πλάι σε μια κυρία που έχει κουράγιο και με παρηγορεί λέγοντάς μου πως, αν μη τι άλλο, υπάρχει σταθμάρχης. Για φαντάσου! Τι άλλο θέλω;» είπε ειρωνικά και μετάνιωσε αμέσως, γιατί φοβήθηκε πως την είχε προσβάλει. Στις μαύρες κόρες των ματιών της είχε κινηθεί μια γκρίζα σκιά. Έτσι του φάνηκε. «Το τρένο, νομίζω». Δεν έκανε λάθος. Η σκιά, σαν φάντασμα, έκανε ένα πήδημα κι έπειτα κρύφτηκε στα βάθη των απέραντων ματιών της. «Αυτό να λέγεται». «Ε, αυτό μόνο να λέγεται, γιατί δε θά ’ρθει, τουλάχιστον απόψε». Τον πείραζε; Ασφαλώς και τον πείραζε για να τον τρομάξει. «Αφού το ξέρατε ότι δεν υπάρχει αμαξοστοιχία, τότε γιατί ήρθατε, μου λέτε;» τη ρώτησε νομίζοντας πως το επιχείρημά του ήταν τόσο δυνατό, που θα την ανάγκαζε να παραδεχτεί πως είχε ξεστομίσει μια ανοησία. «Θέλετε καφέ;» ήταν η απάντησή της. Και χωρίς να περιμένει, έβγαλε από τη μεγάλη τσάντα της ένα ασημένιο θερμός και έβαλε σ’ ένα μικρό ποτηράκι μια μικρή ποσότητα αχνιστού καφέ. Εκείνος το πήρε σιωπηλός, και περίμενε ότι κάποια στιγμή θα μιλούσε. Πέρασαν αρκετά λεπτά πριν ακούσει τη φωνή της. 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 14

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

«Ξέρετε, είχα έναν γνωστό παλιά που μου έλεγε... Μα πιείτε τον καφέ σας, θα σας τονώσει, είστε λίγο χλομός». Άφησε τις υποψίες του να μεταμορφωθούν σε λόγια και ρώτησε: «Ώστε βλέπετε;» «Ναι, γιατί;» «Νόμισα... Ανοησίες. Τι λέγατε για τον γνωστό σας;» «Α, ναι, μου έλεγε πως όταν ήθελε να σκεφτεί, πήγαινε σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό και καθόταν, η ατμόσφαιρα τον βοηθούσε. Καμιά φορά του άρεσε να βλέπει τα τρένα που έρχονταν απ’ τον βορρά φορτωμένα με ζώα. Τα παρατηρούσε να κατεβαίνουν ανυπόμονα, να τρέχουν, να μουγκρίζουν, να βελάζουν, κουρασμένα, διψασμένα απ’ το ταξίδι. Ανυπόμονα... Ναι, αυτή ήταν ακριβώς η λέξη που ’χε χρησιμοποιήσει. Ανυπομονούσαν να φτάσουν· για να τα σφάξουν. Δεν το ήξεραν, γι’ αυτό βιάζονταν. Μα σας κουράζω με τις ιστορίες μου, απλώς σήμερα τον θυμήθηκα. Είχα, ας πούμε, την ανάγκη κι εγώ να σκεφτώ λιγάκι, γι’ αυτό και ήρθα». «Δηλαδή δε θα φύγετε;» Μια κίτρινη λάμψη γλίστρησε μέσα στο δωμάτιο και φώτισε τα δυο άγνωστα πρόσωπα για λίγα δευτερόλεπτα. Ο κεραυνός έπεσε τόσο κοντά, που ο θόρυβος σκέπασε το «Δεν έχω ακόμα αποφασίσει» που είχε ψιθυρίσει εκείνη. Χοντρές σταγόνες σαν πέτρες άρχισαν να χτυπούν ανηλεώς τα λερωμένα τζάμια. Ένας παράξενος φόβος τον κυρίεψε, ένας φόβος ότι η άγνωστη του έλεγε την αλήθεια, πως δεν υπήρχε τρένο, πως θα ’μενε ακόμα ώρες πολλές, ίσως ως τα ξημερώματα, σ’ αυτόν τον υγρό, αποκρουστικό χώρο. Έ


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 15

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

πρεπε να δώσει ένα χαστούκι στον εαυτό του για να δει μην τάχα ονειρευόταν, μην όλα αυτά ήταν ένα κακόγουστο αστείο της φαντασίας ενός κοιμισμένου. Μα ξαφνικά έβαλε τα γέλια. «Είστε απίθανη», είπε, «και τόσο πειστική! Κόντεψα να σας πιστέψω. Γιατί θελήσατε να με τρομάξετε;» Το βλέμμα της ξανάπεσε στο τίποτε και παρέμεινε ασάλευτη. Είχε ξαναγίνει το απροσπέλαστο, τυφλό άγαλμα. Εκείνος συνέχισε λίγο ακόμα να γελά, λες και με το γέλιο του προσπαθούσε να ξορκίσει την αμφιβολία και να πείσει τον εαυτό του πως πλησίαζε η ώρα της άφιξης του τρένου. Πώς από στιγμή σε στιγμή θα έφτανε σαν άγγελος για να τον πάρει απ’ το παράλογο εκεί για να τον μεταφέρει στην πρωτεύουσα, απ’ όπου και θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο. Ένιωθε εξουθενωμένος. Δεν ήθελε τίποτε περισσότερο απ’ το να φτάσει το ταχύτερο σπίτι του και να πληρώσει το στοίχημα. Άλλωστε, και να το ’χε κερδίσει, το αποτέλεσμα θα ’ταν το ίδιο· την Αλεξ θα την παντρευόταν οπωσδήποτε. Έγειρε το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια. Τι όμορφη που ήταν! Σαν ξανθιά νεράιδα της πόλης. Τη φαντάστηκε με το λευκό μακρύ μεταξωτό νυφικό της να του κρατά το χέρι. Ήταν υπέροχη. Μα τι έγινε; Η Αλεξ, αντί γι’ αυτό, φορούσε μια άσπρη ποδιά ματωμένη. Κι αυτό το μεγάλο πριόνι που κρατούσε; Τι γύρευε στα χέρια της; Τι έκανε πίσω απ’ τον πάγκο; Και τα μαλλιά της; Τα πάντα καλοχτενισμένα, τραβηγμένα προς τα πίσω, πώς ήταν έτσι ανακατωμένα, πεσμένα μπροστά στα μάτια της που πέταγαν γαλάζιες εχθρικές σπίθες; Ο ίδιος πού ήταν; Δεν καταλάβαινε. Ξαφνι


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 16

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

κά είδε τον εαυτό του γυμνό πάνω σε έναν πάγκο. Έπειτα έντρομος είδε την Αλεξ να σκύβει πάνω του και να του πριονίζει τα γόνατα. «Άργησες». «Ναι, αλλά ήρθα κι είμαι τόσο χαρούμενος». «Το ξέρω», είπε εκείνη και συνέχιζε με τέχνη να τον κόβει σε μεγάλα κομμάτια. «Γλυκιά μου, δε φαντάζεσαι πόσο ανυπομονούσα να σε δω». «Σσσς... μη μιλάς, ήρθε η ώρα του κεφαλιού, αποφάσισα να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Το μυαλό είναι το καλύτερο μέρος, το πιο σημαντικό, το πιο νόστιμο» «Αλεξ, είσαι χασάπης;» «Ναι». «Για φαντάσου, τόσον καιρό και δεν το ήξερα». «Δεν έχει σημασία, αγάπη μου, ούτε εγώ ήξερα πως είσαι ζώον. Μα σώπασε επιτέλους». Το τρένο των δέκα ταξιδεύει με καθυστέρηση επτά ωρών, λόγω των καιρικών συνθηκών. Η φωνή του αόρατου άντρα τον έκανε να πεταχτεί σαν ελατήριο. Πού βρισκόταν; Μα πού αλλού; Στην πιο απίθανη αίθουσα αναμονής, του πιο απίθανου σταθμού, στο μέσον ενός ανύπαρκτου πουθενά. Χασμουρήθηκε. Θεέ μου, τι εφιάλτης! Ευτυχώς που η παράξενη άγνωστη γυναίκα καθόταν πάντα εκεί, ασάλευτη. Ευτυχώς, σκέφτηκε με ανακούφιση, γιατί ήταν τέτοια η ψυχολογική του κατάσταση εκείνη τη στιγμή, που δεν άντεχε τη μοναξιά ούτε λεπτό. Είχε απόλυτη ανάγκη από μια ανθρώπινη παρουσία. 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 17

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Κάρφωσε αδιάκριτα το βλέμμα του πάνω της και άρχισε να την περιεργάζεται σα να ήταν απούσα. Αλλόκοτη αλλά γοητευτική και... ξαφνικά του φάνηκε τόσο κοντινή και ορατή, μα ταυτόχρονα και τόσο απίστευτα μακρινή και εξωπραγματική. Έβγαλε την ασημένια ταμπακιέρα του και με τον χρυσό αναπτήρα του άναψε ένα τσιγάρο. Ένα ίχνος μειδιάματος σχηματίστηκε στα σαρκώδη χείλη της, ή ήταν η ιδέα του; «Μήπως σας έμεινε λίγος καφές; Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, νομίζω ότι αποκοιμήθηκα για λίγα λεπτά», είπε σχεδόν απολογητικά. «Κοιμάστε τρία τέταρτα», απάντησε εκείνη προσφέροντάς του το ίδιο ποτήρι με τον καφέ. «Με χρονομετρούσατε;» «Όχι ακριβώς, φωνάζατε όμως». «Α, ναι; Και τι έλεγα;» «Κάτι για ζώα, δεν κατάλαβα καλά. Άλλωστε απομακρύνθηκα, δεν ήθελα να σας παρακολουθώ την ώρα που είχατε παραδοθεί στο όνειρο. Είναι αδιάκριτο, δεν είναι;» «Φαίνεται πως θα ’χα επηρεαστεί από τις διηγήσεις σας. Και τώρα τι γίνεται; Πώς περνάνε αυτές οι επτά ώρες;» «Ανάλογα με το τι διαθέτετε». «Τι εννοείτε;» «Εννοώ ότι για να γεμίσεις τον χρόνο σου χρειάζεται φαντασία». «Χαρίστε μου λίγη απ’ τη δική σας, δε θα σας λείψει, έχω την εντύπωση ότι σας περισσεύει. Πείτε μου κάτι απ’ τη ζωή σας».  o


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 18

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

«Δεν είναι καλή ιδέα. Ήταν πολ�� πληκτική και θα σας κούραζε τόσο όσο κούρασε κι εμένα. Γιατί δε μου λέτε εσείς κάτι, κάτι απίθανο ίσως;» «Εμένα το μόνο απίθανο που μου συνέβη, εκτός φυσικά του ότι βρίσκομαι εδώ μέσα, είναι ένα όνειρο που είδα προ ολίγου. Να σας το διηγηθώ;» «Όχι. Μη μοιράζεστε τα όνειρά σας με κανέναν. Τελικά είναι το μόνο που μας ανήκει». «Μα ήταν άσχημο, ακατανόητο», επέμεινα. «Το ίδιο κάνει». «Πιστεύετε στα όνειρα;» «Δε δίνω εξηγήσεις. Πιστεύω μόνο πως εάν δεν υπήρχαν κι αυτά, θα πεθαίναμε συνεχώς απ’ την πραγματικότητα». «Προτιμώ την πραγματικότητα και όπως βλέπετε είμαι ζωντανός». «Ζωντανός; Είστε σίγουρος;» «Εσείς τι λέτε;» «Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη». «Εγώ όμως ξέρω πως είμαι ολοζώντανος και ότι εσείς επιμένετε να παριστάνετε την παράλογη, άγνωστο για ποιο λόγο. Να σας ρωτήσω κάτι; Θα μου απαντήσετε ευθέως; Με το χέρι στην καρδιά; Όταν πριν από λίγο άναψα ένα τσιγάρο, είχα την εντύπωση ότι χαμογελάσατε, τώρα πια είμαι σίγουρος ότι το κάνατε. Γιατί; Τι είναι αυτό που σας φάνηκε αστείο;» «Τι παρατηρητικός που είστε!» «Είμαι, αλλά όχι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, μην αλλάζετε κουβέντα. Να επαναλάβω την ερώτηση;» 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 19

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

«Τι επίμονος... Έστω, αφού νομίζετε ότι είστε σε θέση να αντέξετε την αλήθεια, θα αναγκαστώ να γίνω αγενής. Η ταμπακιέρα και ο αναπτήρας σας με έκαναν να μειδιάσω, θλιμμένα όμως. Μου φάνηκε τόσο... τόσο. Πώς να το διατυπώσω;» «Με δικά σας λόγια». «Αφού επιμένετε. Γελοίο. Τόση ματαιοδοξία, τόσος χρυσός και τόσο ασήμι σε μια τσέπη; Γιατί; Προτιμάτε να κουβαλάτε ένα ιδιωτικό κοσμηματοπωλείο, προς τι; Τόσα περιττά βάρη; Η ζωή η ίδια δεν είναι ένα βάρος; Δεν είναι από μόνη της ένα αερόστατο, που για να σου επιτρέψει να παραμείνεις στον αέρα σού ζητά να πετάς ότι ζυγίζει πολύ; Και τα πολυτελή σκουπίδια, αγαπητέ μου, βαραίνουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Αυτά». Εκείνος είχε ζητήσει την αλήθεια. Όφειλε λοιπόν να μη δείξει ότι τον είχε εκνευρίσει που τον αποκάλεσε ματαιόδοξο, και επίσης όφειλε να συνεχίσει να είναι φιλικός μαζί της. «Θέλετε ένα τσιγάρο, έτσι για να δοκιμάσετε; Δε θα πεθάνετε με μια ρουφηξιά. Επιμένω, γιατί φοβάμαι ότι δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω, ενώ εσείς είστε τόσο γενναιόδωρη». «Όχι, ευχαριστώ. Μπορεί να μην ξέρω τι ακριβώς θέλω, είμαι όμως απόλυτα σίγουρη για το τι δε θέλω. Το έχω κόψει, ή μάλλον με έχει κόψει. Κάνετε ένα λαθάκι, αν μου επιτρέπετε». «Ελεύθερα». «Εάν μου προσφέρετε κάτι, και τι ακριβώς είναι αυτό, εγώ θα το κρίνω. Μόνο εκείνος που παίρνει μπορεί να εκτι


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 20

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

μήσει την αξία του. Ένας γνωστός μου κάποτε μου χάρισε ένα κεχριμπάρι. Νόμιζε πως μου ’δινε κεχριμπάρι, αλλά ήταν αχάτης». «Σαν πολλούς γνωστούς έχετε. Ας είναι, με διασκεδάζει η ασυναρτησία σας. Συνεχίστε...» «Κι εμένα η ομοιότης σας». «Με ποιον;» έκανε έκπληκτος. Μια απότομη νοσταλγία κυρίευσε το πρόσωπό της. Το χρώμα των ματιών της έγινε σχεδόν χρυσό σαν μέλι. Έσταξε μερικές σταγόνες και κόλλησε πάνω του. Γλυκάθηκε. «Με τον ήρωα ενός μυθιστορήματος». «Θέλετε να μου πείτε την ιστορία;» «Πάει πολύς καιρός που το διάβασα». Αισθανόταν το μέλι να χύνεται συνεχώς, αισθανόταν πως την είχε ανάγκη, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. «Αν σας παρακαλούσα να το θυμηθείτε; Μη μου το αρνηθείτε, με συναρπάζουν οι ιστορίες σας». «Δεν το ’χω ξεχάσει. Μα να, δεν ξέρω αν θα σας αρέσει». Ζωές ολόκληρες πέρναγαν από μπροστά της σαν λάμψεις από εκατομμύρια άστρα και φώτιζαν το πρόσωπό της. Τα χοντρά βλέφαρα δημιουργούσαν παράξενα σχήματα πάνω στα εξογκωμένα μήλα της. «Σας ακούω». Έμοιαζε αναποφάσιστη. «Είναι περίεργο αλλά φοβάμαι ν’ ακούσω τη φωνή μου να το αφηγείται, φοβάμαι μήπως χαλάσω τις αναμνήσεις μου. Καταλαβαίνετε;» «Προσπαθώ». 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 21

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και ετοιμαζόταν να κάνει μακροβούτι, και άρχισε: «Εντάξει λοιπόν, θα το τολμήσω, και ό,τι θέλει ας γίνει», έκανε ακουμπώντας το μάγουλό της πάνω στην αριστερή παλάμη της. «Ήταν ένας άντρας μ’ ένα όνομα, μ’ έναν χαρακτήρα, με μια ηλικία, που ζούσε σ’ ένα από κείνα τα εξωτικά νησιά, Ταϊτή, Χαβάη, δεν είμαι σίγουρη. Μια μέρα, σ’ ένα από τα πολλά ταξίδια του στο εξωτερικό, γνώρισε μια γυναίκα που μπορούσε να ’χει όλα τα ονόματα, όλους τους χαρακτήρες κι όλες τις ηλικίες. Είπαν μια κουβέντα, μια από εκείνες τις τυχαίες κουβέντες που καμιά φορά γίνονται μοιραίες. “Από πού είστε;” τον ρώτησε εκείνη, και στο άκουσμα του νησιού είπε με κάποια θλίψη: “Είστε τυχερός, εγώ ζω στο πιο κρύο μέρος”. Έμειναν έτσι ο ένας απέναντι στον άλλον πέντε ώρες. Όλο το μυστικό της γοητείας βρισκόταν στην απομόνωσή τους. Αγνοούσαν τους άλλους δέκα επιβάτες, αγνοούσαν τη μυρωδιά απ’ το καμένο πετρέλαιο, αγνοούσαν τα κύματα... Μα έχω την εντύπωση πως δε με παρακολουθείτε». «Αντίθετα, μόνο που δεν καταλαβαίνω πού βρίσκονταν, εννοώ τον χώρο». «Έχετε δίκιο, είμαι τόσο αφηρημένη. Σ’ ένα καΐκι. Σκεφτήκατε ποτέ γιατί σ’ ένα ταξίδι οι άνθρωποι συνδέονται περισσότερο;» «Αν είναι αληθινά αυτά που λέγατε πριν από λίγο, φαντάζομαι πως επειδή το ταξίδι αγγίζει το όνειρο», είπε και σάστισε γιατί έπιασε τον εαυτό του να μιλά σαν κι εκείνη. «Ναι, είναι κι αυτό. Νομίζω όμως ότι το σπουδαιότερο 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 22

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

είναι ο χρόνος. Έχεις διαφορετική αίσθηση του χρόνου όταν είσαι έξω από τις συνήθειές σου. Έτσι δεν είναι;» «Εμένα πάντως αυτές οι ώρες μού φαίνονται ατελείωτες», είπε αυτός και μετάνιωσε αμέσως. Δεν ήταν ευγενικό, αλλά ήταν πια αργά για να το πάρει πίσω. «Ακριβώς. Γι’ αυτό, αγαπητέ μου, θα μείνετε πάντα με την εντύπωση πως με γνωρίζατε χρόνια ολόκληρα. Η ένταση, βλέπετε, της ακινησίας...» «Έχετε δίκιο. Αλλά ξεχάσαμε την ιστορία», είπε εκείνος για ν’ αλλάξει θέμα. «Ε, να, είναι τόσο απλή, κοινότοπη θα έλεγα. Αυτοί οι δυο άνθρωποι έζησαν ένα υπέροχο όνειρο. Μέσα σ’ αυτές τις λίγες ώρες ένιωσαν όλα τα συναισθήματα, δοκίμασαν όλες τις συγκινήσεις. Έπειτα χώρισαν». «Κι έτσι τέλειωσε;» «Έτσι θα ’πρεπε να τελειώσει, γιατί θα συνεχιζόταν, μα δυστυχώς είχε συνέχεια. Εκείνον, που σ’ όλη του τη ζωή αισθανόταν σαν ένας σχοινοβάτης, η θύμησή της τον έκανε να χάνει την ισορροπία του. Η μορφή της έμπαινε μπροστά στον ήλιο και δεν τον άφηνε να περάσει. Η σκιά της ήταν καυτή και τον έκαιγε, τον βάραινε, τον τρόμαζε, κι έτσι αποφάσισε ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν. Έψαξε και βρήκε τη διεύθυνσή της στη μικρή, υγρή, πληκτική πόλη όπου έμενε. Της έγραψε ένα ευγενικό αλλά δόλιο γράμμα. Την προσκαλούσε να πάει να τον βρει στο ηλιόλουστο νησί του. Την προσκαλούσε να κάνουν αναπαράσταση του ονείρου, για να το σκοτώσουν. Εκείνη αρνήθηκε». «Γιατί;» 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 23

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

«Διότι σ’ εκείνον τον ατέλειωτο χειμώνα μόνο η ανάμνηση του καϊκιού τη ζέσταινε. Οι άδειες, υγρές και θλιβερές μέρες, εκείνη η ακατανόητη επανάληψη του χτες με το αύριο, της φαίνονταν λιγότερο άδειες, λιγότερο όμοιες. Έτσι, την ώρα που έμενε μόνη της κι έπεφτε στο κρεβάτι της, είχε κάτι ωραίο να σκεφτεί και αισθανόταν λιγότερο μόνη. Άντεχε το κρύο γιατί ήλπιζε ότι κάποτε θα περνούσε έστω και περαστική από τέτοια ζεστά μέρη. Διαβάζοντας το γράμμα του αναλογίστηκε με θλίψη: Είναι δυνατόν να μου ζητά να πάω ερωτική τουρίστρια στον παράδεισο ένας άνθρωπος που εγώ η ίδια κατασκεύασα; Όχι δεν πάω, γιατί δεν αντέχω την επιστροφή. Θα κρατήσω την ελπίδα μου. Μου ανήκει. Στην άρνησή της εκείνος οργίστηκε τόσο, που η ξένη τού έγινε αφόρητα επιθυμητή. Α, όχι κυρία μου, έκανες λάθος. Δε με ξέρεις καλά. Εγώ αποφασίζω πάντα ποιον θα δω και πότε θα τον δω. Και να είσαι σίγουρη ότι μέσα σε λίγα λεπτά θα σε ξεφτίσω, είπε μέσα του και πήρε βιαστικά το πρώτο αεροπλάνο που θα τον πήγαινε κοντά της. Θα σε ξεφτίσω, για να ησυχάσω, να απαλλαγώ από σένα μια και καλή. Ήταν ένας γόης. Και εκ πείρας γνώριζε πως θα του αρκούσε ένα λεπτό, ένα μονάχα λεπτό, για να βρει την αρχή της κλωστής που θα τραβούσε. Ανυπομονούσε...» «Σαν τα ζώα που πάνε για σφαγή;» «Κάπως έτσι». «Κι εκείνη τι έκανε, τον κομμάτιασε;» ρώτησε, αρχίζοντας να υποψιάζεται πως αυτό το βιβλίο όχι μονάχα δεν το ’χε ποτέ της διαβάσει, μα πιθανόν και αυτή η ιστορία να μην είχε ποτέ γραφεί. Δεν έμοιαζε με μυθιστόρημα, αλλά με πα


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 24

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

ραμύθι. Ένα παραμύθι για μεγάλους. Να το ’χε πλάσει η ίδια εκείνη τη στιγμή ή μήπως το ’χε ζήσει; «Όχι βέβαια. Αντιθέτως πήγε στο αεροδρόμιο να τον υποδεχτεί. Φιληθήκανε. Αντάλλαξαν δώρα. Αυτός της χάρισε έναν διαμαντένιο σταυρό κι αυτή του πρόσφερε την αρχή του νήματος... Βλέπετε, είναι δύσκολο με λίγες φράσεις να σας εξηγήσω δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο ένας πάσχιζε να κρύψει τη σκέψη του και τον εαυτό του απ’ όλους, ενώ εκείνη έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες για να γίνει αντιληπτή. Κι έτσι συνέβη αυτό που δυστυχώς γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή το αντίθετο. Αυτή τον κατάλαβε, αυτός όμως όχι, γι’ αυτό και τράβαγε με μανία το νήμα μεθυσμένος από τη νίκη του. Ξήλωσέ με, έλεγε μέσα της με θλίψη, ξήλωσέ με αφού σ ’ευχαριστεί. Πρόσεξε μόνο μην μπλεχτείς μέσα στις κλωστές μου, είναι εκατομμύρια. Καλέ μου φίλε, διατήρησα το όνειρό μου, κατέστρεψες το δικό σου. Φυλάξου απ ’τα ερείπιά του. Σε ώρα που δε θα το περιμένεις, ��πορεί να πέσουν και να σε θάψουν μέσα τους». Σταμάτησε απότομα να μιλά κι ακούμπησε το κεφάλι της στον τοίχο. Είχε λαχανιάσει. Ανέπνεε με δυσκολία, λες και είχε ανέβει στην κορυφή ενός βουνού. Είχε κουραστεί να επινοεί, να μιλά ή να θυμάται; «Μεγάλος ηλίθιος», είπε αυτός για να πει κάτι. «Αντίθετα, αξιολύπητα λογικός». «Και στο τέλος τι έγινε;» «Δεν ξέρω, το παράτησα. Τέτοιες ιστορίες δεν πρέπει να ’χουν τέλος. Αλήθεια, πώς βρεθήκατε εδώ;» ρώτησε κι όλο το μέλι απ’ τα μάτια της τραβήχτηκε μονομιάς προς τα μέσα. 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 25

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

«Με τι ευκολία πηδάτε από τη μια συζήτηση στην άλλη. Βάζω στοίχημα ότι ο ήρωας αυτής της ιστορίας ήταν κι αυτός κάποιος γνωστός σας. Το ζήσατε, έτσι δεν είναι; Πριν από λίγο σάς θεωρούσα απροσπέλαστη, μοναδική. Να όμως που δεν είστε. Μέσα σε λίγη ώρα έμαθα κάτι απ’ τη ζωή σας, ίσως το σπουδαιότερο» «Αγαπητέ μου, όταν διάβαζα την Άννα Καρένινα ήμουνα δεκατεσσάρων χρονών κι όμως είχα την αίσθηση ότι εγκατέλειπα τον σύζυγό μου. Ένα ωραίο βιβλίο πρέπει κανείς να το ζει, αλλιώτικα δεν αξίζει». «Το βιβλίο;» «Όχι, ο αναγνώστης», έκανε κουρασμένα. Ξαφνικά έμοιαζε μεγάλη. Πόσο να ’ταν άραγε; Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. «Ωραία. Να μου πείτε τον τίτλο για να το αγοράσω. Μου κίνησε την περιέργεια κι εγώ δεν είμαι σαν κι εσάς. Εγώ θέλω να μάθω το τέλος. Πρέπει να ’χει κάποιο τέλος. Μην ξεχνάτε γιατί αρχίσατε να μου το διηγείστε. Σας διασκέδαζε η ομοιότητά μου με τον ήρωα, έτσι δε μου είπατε; Λοιπόν, με αφορά κατά κάποιον τρόπο. Εγώ...» «Όχι άλλα εγώ, φτάνουν και περισσεύουν. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ζητάτε. Ναι, μοιάζετε γιατί και οι δυο έχετε τη μανία να βάζετε τέλος. Τέλος σημαίνει θάνατος». «Όχι πάντα. Αλλά εγώ –συγχωρέστε το εγώ– έχω κι άλλη μανία: να βάζω τίτλους». «Γιατί; Τους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους, τις επιθυμίες τους, τα όνειρά τους και τις ιστορίες τους, τους τοποθετείτε σε κάποιο ντοσιέ με χρονολογία και με κωδικό, 


DANELLI_ANAMONH sel_Final_Layout 1 25/04/2013 4:15 ΜΜ Page 26

ΤΙΤΙΝΑ ΔΑΝΕΛΛΗ

για να τους έχετε έτοιμους να τους ανοίξετε όταν και εάν κάποτε επιλέξετε να τους θυμηθείτε;» «Σχεδόν», έκανα γελώντας. «Ε, ωραία λοιπόν, λεγόταν Χωρίς Τέλος». «Τίνος;» «Της Αγάπης Αγνώστου». «Συμβολικό όνομα. Δε σας πιστεύω». «Καλά κάνετε», είπε εκείνη και σηκώθηκε. Μέτριο ανάστημα, πολύ αδύνατη, σώμα εφηβικό. Ερωτικό. Κοίταζε το ρολόι του. Ήταν δύο, με την κουβέντα είχαν περάσει πέντε ολόκληρες ώρες, πέντε χρόνια, πέντε χιλιετίες. Τις υπόλοιπες τι θα έκανε; αναρωτήθηκε καθώς την έβλεπε να προχωρά προς την έξοδο. Να κοιμόταν; Όχι, δεν ήθελε να κοιμηθεί, το μόνο που επιθυμούσε ήταν να είναι μαζί της. Η άγνωστη τον διασκέδαζε... Τον διασκέδαζε; Όχι, άλλο ήταν το ρήμα, η λογική του όμως το αρνιόταν, μέχρι τη στιγμή που την είδε να φτάνει μπροστά στην πόρτα. Μεμιάς πετάχτηκε όρθιος και με μεγάλες δρασκελιές την έφτασε. Το χέρι του ακούμπησε πάνω στο δικό της που έσφιγγε το χερούλι. «Πού πάτε;» Γύρισε το κεφάλι της απέναντι απ’ το δικό του. Και πάλι εκείνο το μέλι χύθηκε στα μάγουλά της παχύ σαν δάκρυ. Έσκυψε και το σκούπισε με τα χείλη του. Τα νεύρα του έκαναν μερικές συσπάσεις. Έπειτα... Δεν υπήρχε έπειτα, η λογική δεν είχε λογική, το παρόν δεν είχε παρελθόν, οι έννοιες καμία έννοια... Ρώμη 1973 


Τιτίνα Δανέλλη - Αίθουσα αναμονής