Issuu on Google+

ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 13

1

Α Λ Ο Κ Α Ι Ρ Ι . Βράδυ.

Κ Η σιωπή πριν από την έναρξη της τραγωδίας Βάκχες του Ευριπίδη, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, ήταν βαθιά και απόλυτη. Σε γύριζε πίσω στο χρόνο, στις ρίζες, στον πυρήνα της ύπαρξης. Αριστερά, στο κατάμεστο κοίλο της Επιδαύρου, έτοιμοι για την ορχήστρα, οι πρωταγωνιστές, τα πρόσωπα: ο Διόνυσος, ο Κάδμος, η Αγαύη, ο Πενθέας, ο μάντης Τειρεσίας. Δεξιά, ο χορός των Βακχών, με τύμπανα, κρόταλα, μάσκες, φιδοτόμαρα. Οι ασκήσεις για την πλευροδιαφραγματική αναπνοή είχαν γίνει νωρίτερα, προκειμένου να επιτευχθεί η μεγάλη φωνή της Επιδαύρου. Το σώμα ήταν ευλύγιστο, έτοιμο για την πυρετώδη ένταση. Το πνεύμα ήρεμο, με αποθηκευμένα τα λόγια, τις ατάκες, τη ροή του έργου. Η ψυχή γαλήνια, πριν από την έκρηξη των συναισθημάτων πάνω στη σκηνή. Καθένας ήταν κλεισμένος στην ερμητική σιωπή του. Η τελευταία ηλιαχτίδα έσβησε στο μεγαλοπρεπές αμφιθέατρο. Ακουγόταν μόνο, και σχεδόν πάντα, ο γκιόνης. 


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 14

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

Ξάφνου μια ανάλαφρη Βακχίδα, μ’ ένα πανέρι στο χέρι, όρμησε μέσα σαν αερικό και άρχισε να μοιράζει στις πρώτες σειρές των θεατών κουκουνάρια και φύλλα κισσού, σαν αυτά που είχαν μπηγμένα στους θύρσους τα μέλη του χορού. Το φως του προβολέα την ακολούθησε. Σε μια γυναίκα από τις πρώτες σειρές η Βακχίδα ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρη – διπλή δόση. Έσκυψε και κάτι σα να της είπε. Ο Πέτρος καθόταν επτά σειρές πίσω και παρακολουθούσε, όπως όλοι, ανυποψίαστος. Στο φως του προβολέα, η Βακχίδα και η γυναίκα από το κοινό γύρισαν πίσω χαμογελώντας. Και ο Πέτρος την είδε. Ο πόνος που ένιωσε ήταν αφόρητος, λες κι ένα φαλαινοθηρικό διεμβόλισε κάτι που μέχρι πριν από λίγο ανέπνεε και ξεφυσούσε, ενώ τώρα σπαρτάραγε, με την αιχμή του εισβολέα σφηνωμένη οδυνηρά στα πλευρά του. Η γυναίκα από το κοινό, με τα κουκουνάρια και τους κισσούς στα χέρια, κάρφωσε τα μάτια της πάνω του. Μέσα στο πλήθος, τον ξεχώρισε και τον απομόνωσε. Η Βακχίδα έφυγε αλαφροπάτητη όπως ήρθε και πήρε θέση για την πάροδο, την είσοδο των Βακχών στην ορχήστρα. Οι δυο τους, ο Πέτρος και η γυναίκα στις πρώτες σειρές, έμειναν να κοιτάζουν σε κατεύθυνση αντίθετη από των υπολοίπων, λες κι ο κόσμος έπαψε να υπάρχει, αποκομμένοι, όπως τότε στον Μπάλο, όταν ο Πέτρος μάζευε κοχύλια διαφόρων χρωμάτων και μεγεθών για να τα αφήσει στην ποδιά της, ανάθημα και προσφορά στην ακόρεστη θεά της λα


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 15

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

γνείας, που τους είχε οδηγήσει εκεί, να ζουν σαν πρωτόπλαστοι, κοινωνοί ενός δικού τους παραδείσου. Ο Πέτρος άκουγε την καρδιά του να χτυπάει μες στο κεφάλι του, σαν ένα τεράστιο γκονγκ που άλλαζε θέσεις στο κρανίο του και δεν έλεγε να κοπάσει. Όλα άρχισαν να πονούν: το χτύπημα στο μέτωπο και η πληγή στο μπράτσο, το τραύμα στον αυχένα, ο φρονιμίτης που ζόριζε το ούλο και το έπρηζε, οι σπόνδυλοι στη μέση, οι κλεισμένες από το κάπνισμα φωνητικές χορδές. Όλα χτυπούσαν, όλα φώναζαν, λες και είχε ενεργοποιηθεί το καμπανάκι του πόνου. Την επόμενη στιγμή, σαν κύμα που φουσκώνει και ανεβαίνει, αργά πρώτα, ύστερα γρήγορα, τα φώτα άναψαν και ο χορός των Βακχών ξεχύθηκε στη σκηνή με σείστρα, τύμπανα, σουραύλια, χορεύοντας, κραυγάζοντας, σείοντας θύρσους, διαλαλώντας το γήινο, το ζωικό, το εδώ και τώρα του θεού Διονύσου. «Και τα μέρη της Ασίας και τον Τμώλο τον ιερό τ’ αντιπέρασα και τρέχω...»* Ταυτόχρονα, φωνές ξεχύθηκαν από τα έγκατα του Πέτρου, αναρίθμητες φωνές που ξεπηδούσαν από μια μυστική κάνουλα, από μια πηγή που τη λογάριαζε στερεμένη και σφραγισμένη. Φωνές που, καίτοι διηγούνταν πολλές και διαφορετικές ιστορίες, στην ουσία διηγούνταν μία – τη δική τους. Αν χαρακτηρίζει κάτι τον έρωτα, είναι το δισυπόστατό του, τα δυο πρόσωπα του Ιανού, εκ των οποίων το ένα ζει ε*

μετάφραση Λεωνίδας Ζενάκος. 


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 16

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

λεύθερο στο καταπράσινο λιβάδι και το άλλο είναι κλεισμένο στο σφαγείο. Από την πρώτη στιγμή, τότε, χρόνια πριν, ο Πέτρος είχε αισθανθεί ότι η ιστορία αυτή θα τους στιγμάτιζε, θα τους περνούσε μέσα από υψικάμινο και θα τους έλειωνε για να τους ανασυνθέσει, σε βαθμό που κανείς δε θα μπορούσε να τους αναγνωρίσει. Πλήρης μεταμόρφωση. Μετάλλαξη και αναδημιουργία. Γέννα και θάνατος. Το είχε νιώσει προτού συμβεί, δεν μπορούσε όμως να αντιδράσει, να ξεφύγει από το βλέμμα της, παράδοξα ελκυστικό στην αρχή, ανυπόμονα πεισμωμένο στη συνέχεια, επειδή δεν είχε την προσοχή που νόμιζε ότι του άξιζε. Μόλις έπεσε πάνω στον Πέτρο, τον απογύμνωσε και φανέρωσε ποιος πραγματικά ήταν: κάποιος που νόμιζε πως οι ιδεοληψίες του είναι και οι αλήθειες του κόσμου όλου. Το γεγονός αυτό του δημιούργησε επιτακτική την ανάγκη να το βάλει στα πόδια, να κρυφτεί σαν ποντικός στο λαγούμι του. Μα ήταν ήδη αργά. Με τρόπο μοναδικό, λες και εισχώρησε από μια αθέατη πτυχή του χρόνου, βρισκόταν δίπλα του και του μιλούσε. Της μιλούσε κι εκείνος. Ήταν λες και τα πιο κρίσιμα λεπτά της συνάντησής τους είχαν σβηστεί. Διώκτης και θήραμα είχαν πιαστεί στην ίδια φάκα. Σαν μια δυσεύρετη μορφή θα την περιέγραφε τότε ο Πέτρος. Δεν μπορούσε να σκεφτεί όχι μόνο κάποια που να της έμοιαζε, αλλά ούτε που να της έφερνε κάπως. Το βλέμμα της δεν είχε τίποτα από το γεμάτο προσδοκίες βλέμμα των γυναικών όταν περιεργάζονται έναν άντρα. Έπεφτε πάνω σου με μανία, σαν μαχαίρι με ακονισμένη λάμα, και άρχιζε να σε πετσοκόβει. Το βάδισμά της υπάκουε σ’ ένα ρυθμό που 


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 17

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

πολύ απείχε από το να θεωρηθεί χορευτικός – έμοιαζε περισσότερο σα να προσπαθούσε να αποφύγει μια σειρά από αόρατα εμπόδια που είχαν εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά της. «Φεύγουμε;» της πρότεινε ο Πέτρος. «Γιατί;» «Γιατί κινείται η θάλασσα;» Τρία ερωτήματα που οδήγησαν σε μία κατάφαση. Από την πρώτη κιόλας στιγμή η έλξη τους, η εκρηκτικότητα της χημείας τους, όπως θέλει κανείς τη λέει, υπήρξε ακατανίκητη. Μια έλξη που ο Πέτρος διέκρινε σε κάθε τους κίνηση, σε κάθε τους λέξη, σε κάθε τους βλέμμα, αναδυόταν θαρρείς από τους πόρους του δέρματός τους. Μόλις απομακρύνθηκαν, μόλις κρύφτηκαν από τα μάτια του κόσμου, έγιναν γλώσσες που εξερευνούσαν, ανάσες που συμπλέκονταν, αγγίγματα που πάλλονταν. Πυρετικά ενωμένοι έτρεχαν να προλάβουν όσα ο χρόνος τούς είχε στερήσει, όσα δεν είχαν ζήσει προτού γνωριστούν. Κάθε λεπτό μακριά της έμοιαζε χαμένο, ανούσιο, ενώ τώρα καθετί είχε αποκτήσει κρυστάλλινη διαύγεια. Άκουσε μια κραυγή και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι την έσφιγγε πάνω του με τόση λαχτάρα, που κόντευε να τη λειώσει, λες κι επεδίωκε να τη συνθλίψει, να την εκμηδενίσει, να την κάνει ένα με αυτόν. «Σε πόνεσα;» τη ρώτησε έκπληκτος από τον ίλιγγο που τον είχε κυριέψει. «Μακάρι όλοι μου οι πόνοι να ’ταν σαν αυτόν», του είπε γελώντας βραχνά. Την επόμενη στιγμή ξανάγιναν γλώσσες που εξερευνούσαν, ανάσες που συμπλέκονταν, αγγίγματα που πάλλονταν.  2o


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 18

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

Ο Πέτρος χάθηκε στο σκοτεινό δάσος της, στο άρωμα του πεύκου, στα σκοίνα που μύριζαν μαστίχα, με μεγαλύτερη ένταση αυτή τη φορά, τόση που για μια στιγμή τρόμαξε. Θα μου περάσει, σκέφτηκε, αλλά κάτι μέσα του έλεγε πως δε θα περνούσε έτσι απλά, δε θα έφευγε. Ήταν όλα τόσο οικεία, που ένιωθε ότι τα είχε ξαναζήσει σ’ έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη εποχή, το ίδιο έντονα και με το ίδιο πάντα πρόσωπο – το δικό της. Ώρες κράτησε η πρώτη τους επαφή, ώρες πολύτιμες, ανεκτίμητες, εκεί, στο μέρος αυτό που τους φαινόταν το πιο μαγικό μέρος του κόσμου. Πολύ αργότερα, όταν έτυχε να περάσει από το ίδιο μέρος, του φάνηκε άθλιο. Δεν ήταν παρά ένας σκουπιδότοπος, μ’ ένα φριχτό τσιγαράδικο που την ώρα εκείνη ήταν κλειστό, κι ένα ακόμα πιο φριχτό μπαρμπέρικο που ήταν ανοιχτό, το οποίο εκτός των άλλων πούλαγε καναρίνια σε κλουβιά, με τον πιο άγαρμπο κουρέα που μπορούσε να βρει κανείς, στη σκοτεινή πλευρά της πόλης, τη βρόμικη και περιθωριακή, που όμως την ώρα εκείνη, μαζί της, είχε μεταμορφωθεί σε πολύχρωμο κήπο. Βογγητά, άναρθρα λόγια, κραυγές. Μεταβλήθηκαν και οι δυο σε ζώα που έτρεμαν, σε γόνατα που λύνονταν και δεν τους βαστούσαν, σε πλάσματα ξένα που είχαν προσγειωθεί σ’ έναν πλανήτη και δεν ήξεραν τι να κάνουν, πώς να τον διαχειριστούν, πώς να επιβιώσουν απέναντι σε κάτι που υπερέβαινε τους ίδιους, που υπερέβαινε την ίδια τους τη ζωή. Κανείς όμως δεν έκανε πίσω, ούτε εκείνη ούτε αυτός, κανείς τους δεν είπε κάτι λογικό, όπως «ας σταματήσουμε εδώ», γιατί κανείς τους δεν ήθελε να τελειώσει αυτό το σμί


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 19

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

ξιμο. Σταμάτησαν για λίγο ξέπνοοι, έκαναν μισό βήμα πίσω λες και ήθελαν να δουν από κοντά τον αλλόκοτο εαυτό τους και ξαναρίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο, με τον ίδιο οίστρο. Στόματα, γλώσσες, χέρια και πόδια, όλα σε παροξυσμό. Ο Πέτρος της δάγκωσε το λοβό του αφτιού τόσο βίαια, που λίγο έλειψε να τον κόψει. Ένα αιμάτινο τατουάζ φάνηκε στην άκρη του λαιμού της και κύλησε πίσω, κατά το σβέρκο. «Συγγνώμη», ψέλλισε. «Δεν πειράζει», του είπε και συνέχισε. Έφτασαν τέλος στα όριά τους, έπεσαν χάμω και άρχισαν να γελάνε, να γελάνε, με το αίμα να τρέχει ποτάμι από πάνω τους και τα κομμάτια της σάρκας τους να κείτονται στο γλιτσιασμένο πεζοδρόμιο.




ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 20

2

τηλέφωνα και χώρισαν με την ελπίδα να μην ξαναϊδωθούν, με την προσδοκία ότι κάποιος από τους δυο θα έλεγε όχι στην επόμενη συνάντηση κι αυτό το σμίξιμο θα έληγε εκεί, θα αποτυπωνόταν στη μνήμη τους με ανεξίτηλο μελάνι και θα χωνόταν στο σεντούκι των αναμνήσεων, για να μπει στην άκρη. Ξαναβρέθηκαν όμως, αυτή τη φορά σε πολιτισμένο περιβάλλον, πολύβουο και πολυσύχναστο, και ξανάκαναν τα ίδια με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι, με τον κόσμο να περνάει δίπλα τους, αδιάφοροι για τα σκανδαλισμένα βλέμματα που τους έριχναν, αδιάφοροι για οτιδήποτε συνέβαινε γύρω τους. Από τη μια πλευρά ήταν έκπληκτοι και σοκαρισμένοι για το κύμα που τους παράσερνε, από την άλλη αναζωογονημένοι κι ενθουσιώδεις για το σφρίγος που τους τροφοδοτούσε, μόνοι, σ’ έναν κόσμο δικό τους, που διαρκώς ψήλωνε, μάκραινε, πλάταινε. Κάθε άγγιγμα ήταν πιο μεστό απ’ το προηγούμενο, τόσο αληθινό που τίποτα δεν μπορούσε να το διαψεύσει. Ο Πέτρος αναρωτήθηκε πού οδηγούσε αυτή η γιορτή των αισθήσεων, η γεύση της μαστίχας, η οσμή της

Α

ΝΤΑΛΛΑξΑΝ

2


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 21

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

κανέλας, τα μπαχαρικά της Ανατολής, το σανταλόξυλο. Εκείνη αναστέναξε και του είπε: «Φτάνει... ως εδώ». Μια μικρή υποχώρηση. Ένα πρώτο σημάδι εκλογίκευσης. Έμειναν ώρες σφιχταγκαλιασμένοι στο παγκάκι, ενώ ο κόσμος περνούσε και τους κοίταζε με το ήρεμο και συγκαταβατικό ύφος των ανθρώπων που ξέρουν αλλά δεν καταλαβαίνουν. Στη συνέχεια κατέφυγαν σ’ ένα χώρο όπου μπορούσαν, επιτέλους, να είναι αληθινά μόνοι, στο σπίτι μιας φίλης της που έλειπε στο εξωτερικό. Ο Πέτρος τη θυμάται, την επόμενη στιγμή, ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια απλωμένα, σαν ικέτιδα, να τον καλεί κοντά της, να ριχτεί πάνω της, να μπει μέσα της. Ολόγυμνη την είδε τότε, για πρώτη και τελευταία φορά, γιατί μισόγυμνη θα την έβλεπε έκτοτε, λες και γνώριζε πως η μισάνοιχτη πόρτα ελκύει περισσότερο το ενδιαφέρον από την ορθάνοιχτη. Την πρώτη φορά όμως του δόθηκε τσίτσιδη, εκεί, στο σπίτι της φίλης της, με τον σομιέ να τρίζει και τους ενοίκους των γύρω διαμερισμάτων να διαμαρτύρονται και να χτυπούν τους τοίχους. Ο Πέτρος χώθηκε μες στο υγρό της βασίλειο, στο άβατο των πόθων της, σ’ ένα αλησμόνητο ταξίδι. Μέχρι τότε νόμιζε ότι ήξερε τον έρωτα. Τίποτα δεν ήξερε, απολύτως τίποτα. Πώς να ήξερε ότι δυο άνθρωποι μπορούν να συντονιστούν σαν ρολόγια, γρανάζια και λεπτοδείκτες σε πλήρη ταύτιση, ότι μπορούν να φτάνουν ταυτόχρονα σε κορύφωση, την ίδια στιγμή, όχι μια φορά αλλά κάθε φορά, ξανά και ξανά. Κάθε φορά έβρισκε μια ξεριζω2


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 22

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

μένη τούφα από τα μαλλιά της στην παλάμη του και κάθε φορά εκείνη άφηνε μια κραυγή που έμοιαζε με βρυχηθμό από τα σωθικά της. Του έσφιξε μανιασμένα το λαιμό και του έκοψε την ανάσα, αφήνοντας το αποτύπωμα των δαχτύλων της, το μαρκάρισμά της, τόσο βαθύ που ο Πέτρος αναγκάστηκε να μετατρέψει την μπαντάνα του σε μαντίλι για να το κρύψει. Μόρφασε όταν την είδε. Την τράβηξε από το λαιμό του και την έσκισε, την έκανε χίλια κομμάτια. «Θέλω να το δουν οι πάντες», δήλωσε με νοσηρή κτητικότητα, «και να ξέρουν πως σ’ το ’χω κάνει εγώ». Όταν κατακάθισε η σκόνη, όταν η νηνεμία διαδέχτηκε την καταιγίδα, δυο εξουθενωμένα κορμιά κείτονταν στο πεδίο της μάχης, δυο ερείπια που κάπνιζαν. Ξεραμένος ιδρώτας ανακατευόταν με το κολλημένο στο δέρμα τους σπέρμα και σταθεροποιούσε το σύμπαν. Ο Πέτρος είχε τα μάτια κλειστά και το κεφάλι άδειο από σκέψεις, όμοιος με χτυπημένο καμιόνι, απαθής, οκνηρός, ξαπλωμένος στη γλιστερή κρούστα του πόθου τους. Η Άννα φώλιασε στην αγκαλιά του, με τους μαιάνδρους των μαλλιών της άναρχα ξετυλιγμένους και το κορμί της να εκπέμπει ένα φως εκθαμβωτικό. Ο Πέτρος άκουγε από παντού ήχους. Κάτω από το σώμα του βοούσαν υπόγειοι κόσμοι, καλώδια, ράγες, υπερταχείες. Ελευθερωνόταν σιγά σιγά από τη φυλακή που τον κρατούσε δέσμιο, συντροφιά πάντοτε με τους ήχους της πόλης: τα λαϊκά που ακούγονταν από το διπλανό διαμέρισμα, το σκυλί που αλυχτούσε στην είσοδο, την τηλεόραση που έπαιζε μισοξεχασμένη, το βόμβο των διερχόμενων οχημά22


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 23

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

των – ήχοι από παντού. Αυτούς κράτησε για να βεβαιωθεί ότι όλα κυλούσαν ομαλά, ότι δεν είχε έρθει δα η συντέλεια του κόσμου, ότι ήταν εκεί πανάλαφρος, ένα άδειο κέλυφος, με τη ροή της πόλης να μαρτυρά πως η ζωή στον πλανήτη Γη συνεχιζόταν. Γέρνεις πάνω της. Υπάρχει ακόμα μια αίσθηση ικανοποίησης γύρω από το στόμα της και η ζεστασιά που νιώθει την κάνει πιο δυνατή, πιο ουσιώδη. Κλείνεις τα μάτια και σου φαίνεται ότι δεν υπήρξες ποτέ τόσο κοντά σε άλλον άνθρωπο. Ίσως φταίει αυτός ο μικρούλης χώρος που σου δίνει την εντύπωση ότι οι δυο σας αποτελείτε τον πυρήνα της ανθρωπότητας. Ξανανοίγεις τα μάτια. Η θερμότητα που εκπέμπει η παρουσία της πυροδοτεί τις φαντασιώσεις σου. Βλέπεις το δέρμα της κάτω από μεγεθυντικό φακό. Το πρόσωπό της, που τόσο αγαπάς, παίρνει μια άλλη, σχεδόν παράδοξη όψη. Κουνάς τα δάχτυλά σου και ίσα που την αγγίζεις. Σου φτάνει για να νιώσεις το ρίγος της παρουσίας της, να νιώσεις πως είσαι εδώ και μπορείς να της το δείξεις. Μάτια και σώμα, όραση και αφή – μια επιθυμία χωρίς τέλος. Το πόδι της σε αγγίζει. Γυρίζει και σου χαμογελά. Αντιλαμβάνεσαι τις κινήσεις της, χωρίς λόγια. Πόσο καλά γνωρίζεις, όχι εσύ αλλά οι παλμοί στις άκρες των δαχτύλων σου, τη στιλπνότητα των μαλλιών της. Είναι το βράδυ αυτό, πρόσωπο της αγάπης συνεσταλμένο μες στην τρελή πορεία σου. Θα φύγεις και θα πάρεις μαζί σου την ανάμνηση του ζεστού δωματίου, την ανάμνηση των φιλιών σας, την ανάμνηση της γιορτής, την ανάμνηση της σιωπής, το χαμόγελό της, τη νύχτα ολόκληρη και την ανάμνηση της νύχτας, την ανάμνηση του έρωτα και τον έρωτα. 2


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 24

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

Αυτό ήταν το πρώτο του κείμενο. Το κλείδωσε στο συρτάρι με τα προσωπικά του αντικείμενα και το φύλαξε ως κόρη οφθαλμού. Μέχρι τότε ο Πέτρος δεν είχε φανταστεί ότι μπορεί να γινόταν συγγραφέας. Είχε γεννηθεί στη Νέα Φιλαδέλφεια, μια προσφυγούπολη που αναπτυσσόταν ραγδαία και αποκτούσε τα χαρακτηριστικά των συνοικιών της πρωτεύουσας. Ζούσε σ’ ένα σπίτι που έμοιαζε με αγρόκτημα, με διαδρόμους ανάμεσα στα δέντρα και μικρά ξέφωτα, όπου κατέφευγε σχεδιάζοντας με τις ώρες παιχνίδια στρατηγικής. Η περιοχή ήταν γεμάτη αλάνες, όπου ο Πέτρος συναντούσε τους συνομηλίκους του κι έπαιζαν ποδόσφαιρο, πέταγαν χαρταετούς, έπιαναν ακρίδες για να τους βγάλουν τα μάτια, μπουκάριζαν σε κτήματα με μισογκρεμισμένους φράχτες για να κόψουν σταφύλια, κυνηγιόνταν, δέρνονταν, γέλαγαν μέχρι δακρύων, τσακώνονταν και φίλιωναν στο λεπτό, καβάλαγαν ποδήλατα με κλαταρισμένα λάστιχα για να παραβγούν σε αγώνες ταχύτητας, ή μάλλον βραδύτητας, έκαναν, και τι δεν έκαναν. Θα είχε την καλύτερη παιδική ηλικία του κόσμου, αν δεν υπήρχε στο σπίτι αυτός ο μπαμπούλας, που άκουγε στο μυστηριώδες όσο και τρομερό όνομα μπαμπάς. Τον έτρεμαν οι πάντες, και κυρίως οι δυο αδερφές του. Η καλύτερή τους ήταν όταν το φόβητρο ήταν στη δουλειά του, ή όταν κοιμόταν, αφού είχε πρώτα καβγαδίσει με τη μητέρα τους για οικονομικά θέματα. Κλείνονταν τότε στο δωμάτιό τους και προσποιούμενοι τους ψόφιους κοριούς άκουγαν με κατάνυξη τη μεγάλη τους αδερφή να διαβάζει (μόνο εκείνη 2


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 25

ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΠΑΘΟΣ

γνώριζε αυτή την ιερή τέχνη) ψιθυριστά ιστορίες του Τσαρλς Ντίκενς, του Χέρμαν Μέλβιλ και του Τζακ Λόντον, που τους μετέφεραν σε κόσμους γεμάτους δυνάστες με ημίψηλα καπέλα, εκδικητικούς καραβοκύρηδες και αγέλες πεινασμένων λύκων. Στην εφηβεία του, γύρω στα δεκάξι, είχε μετωπική σύγκρουση με το τέρας που ζούσε στο σπίτι. Συνέβη ένα βράδυ, όταν η αδερφή του (όχι η μεγάλη, που ήταν επιμελής, αλλά η μεσαία, που ήταν πιο αλέγρα) αργοπόρησε να επιστρέψει από ένα πάρτι. Ο δράκος την περίμενε στην εξώπορτα και με το που εμφανίστηκε τη χαστούκισε. Στη συνέχεια την έμπασε με το ζόρι στο σπίτι και άρχισε να την ξυλοφορτώνει, ενώ η αδερφή του έκλαιγε και φώναζε σε βοήθεια. Ο Πέτρος μπήκε στη μέση κι έσπρωξε μακριά το τέρας, στέλνοντάς το να κυλιστεί στο δάπεδο. Η ματιά του περιστράφηκε σαν ρουλεμάν στη σαλοτραπεζαρία, συγκρατώντας λεπτομέρειες από την απόγνωση στο πρόσωπο της μητέρας του, την κατάπληξη της μεγάλης του αδερφής και τη σιωπηρή συγκατάβαση της μεσαίας (ένα ύφος που έλεγε «καιρός ήταν να του κοπεί ο βήχας»), για να σκάσει με γδούπο, σαν κύμα στην προκυμαία, πάνω στην έκφραση του πατέρα του που πάσχιζε να καταπνίξει το φόβο του στο θυμό. Σα να μην έφτανε αυτό, ο Πέτρος άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο, τον σημάδεψε και του το εκσφενδόνισε, όπως είχε μάθει με τους κινούμενους στόχους στις αλάνες. Το μαχαίρι καρφώθηκε λίγα εκατοστά μακριά από τη μύτη και το έντρομο βλέμμα του δράκου, που από τη μέρα εκείνη, ως διά μαγείας, ημέρεψε. 2


ARKOUDEAS sel_Final_Layout 1 24/04/2013 1:05 ΜΜ Page 26

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ

Τελετή ενηλικίωσης. Ήρθε κατόπιν η στρατιωτική χούντα, κατά την οποία ο Πέτρος σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία, ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις του προς την πατρίδα και άρχισε να εργάζεται ως δάσκαλος σε σχολείο. Η πτώση της δικτατορίας τον βρήκε να μαθαίνει βιολί και να απομακρύνεται σταδιακά από το σπίτι – ήταν ο πρώτος στην οικογένειά του που έκανε κάτι τέτοιο. Νοίκιασε στην αρχή μια γκαρσονιέρα μ’ ένα φιλαράκι, έπειτα ένα δυαράκι μόνος του κι εντέλει μετακόμισε στο εργένικο τριάρι που διατηρούσε στο λόφο του Στρέφη. Είχε καβατζάρει τα τριάντα όταν τη γνώρισε, με το δρόμο ανοιχτό μπροστά του, μια αχανή λεωφόρο που οδηγούσε στο άγνωστο. Εξακολουθούσε να είναι διψασμένος για περιπέτειες, δίχως τίποτα φοβερό να επιδείξει αλλά και τίποτα που να τον κάνει να ντρέπεται, παρθένος σχεδόν, άγραφος, tabula rasa. Μέχρι να τη γνωρίσει είχε ελάχιστες αναμνήσεις από το άλλο φύλο, βιωματικές αναμνήσεις εννοείται, επώδυνες ή ανώδυνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε πάθει αμνησία. Απλώς διατηρούσε στη θύμησή του μια αρμαθιά παρουσίες που τον είχαν συντροφέψει κατά καιρούς – τίποτε άλλο. Διαισθητικά ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα έβρισκε κάποια να τον συναρπάσει.

2


Κώστας Αρκουδέας - Παράφορο πάθος