Page 1

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 5

ΤΖΕΝΝΥ ΕΡΠΕΝΜΠΕΚ

Η συντέλεια του κόσμου c

Μυθιστόρημα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ

ΑΛΕξΑΝΔΡΟΣ ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 6

H παρούσα έκδοση πραγματοποιήθηκε με την οικονομική ενίσχυση του Ινστιτούτου Γκαίτε, που χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων. ❧ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: Jenny Erpenbeck, Aller Tage Abend

Copyright 2012 by Albrecht Knaus Verlag, a division of Verlagsgruppe Random House GmbH, München, Germany © Copyright για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2016 ©

Έτος 1ης έκδοσης: 2017 Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε. ΓΡΑΦΕΙΑ: Θεμιστοκλέους 104, 106 81 Αθήνα ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ: Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα % 210-330.12.08 – 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31

e-mail: info@kastaniotis.com www.kastaniotis.com ISBN 978-960-03-6167-4


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 7

Για τον Βόλφγκανγκ


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 8


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 9

Μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι φεύγαμε από εδώ για το Μαρίενμπαντ. Και τώρα, πού πάμε τώρα; Β. Γ. Ζ Ε Μ Π Α Λ Ν Τ , «Αούστερλιτς»


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 10


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 11

ΒΙΒΛΙΟ I


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 12


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 13

[ 1 ]

Ο

έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν,* της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν – κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ’ το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάχτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο χαλκοκόκκινα θάφτηκε ζωντανή· τρεις φορές ρίξανε χώμα, και η μεγάλη γυναίκα που θα της είχε πάρει, όταν θα είχε αρχίσει και η ίδια να γίνεται αργή, ένα εργόχειρο απ’ τα χέρια με τα λόγια: αχ, μάνα, κι εκείνη αργά αργά απ’ το χώμα που έπεφτε μες στο στόμα της έπαθε ασφυξία. Κάτω από τρεις χούφτες γεμάτες χώμα κειτότανε μια γριά γυναίκα εκεί, μέσα στον τάφο, μια γυναίκα που και η ίδια έχει αρχίσει ήδη να γίνεται αργή, στην οποία μια άλλη νέα γυναίκα ή ένας γιος θα είχε πει * Παλαιά Διαθήκη, Ιώβ, κεφ. 1 στ. 21 (σε μετάφραση Νεοφύτου Βάμβα). (Σ.τ.Μ.)

13

Κύριος


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 14

κάποια φορά: αχ, μάνα, κι εκείνη περίμενε τώρα να της ρίξουνε χώμα, μέχρι να γεμίσει πάλι κάποια στιγμή εντελώς ο λάκκος, και να είναι λίγο πιο γεμάτος από γεμάτος, γιατί τον λόφο πάνω απ’ τον λάκκο τον γεμίζει βέβαια και τον υψώνει το σώμα, αν και αυτό είναι πολύ πιο κάτω, όπου δεν το βλέπει κανένας πια. Πάνω από ένα βρέφος, που πέθανε ξαφνικά, ο λόφος δεν υψώνεται σχεδόν καθόλου. Στην πραγματικότητα, όμως, ο λόφος θα έπρεπε να είναι τεράστιος σαν τις Άλπεις. Αυτό σκέφτεται, και ας μην έχει δει ποτέ τις Άλπεις με τα ίδια της τα μάτια.

14

Κάθεται στο ίδιο σκαμνάκι όπου καθότανε πάντα παιδί, όταν της έλεγε ιστορίες η γιαγιά της. Αυτό το σκαμνάκι ήτανε το μοναδικό πράγμα που θα ήθελε απ’ τη γιαγιά της για το δικό της το νοικοκυριό. Κάθεται στο χολ σ’ εκείνο το σκαμνάκι, ακουμπάει στον τοίχο, έχει κλειστά τα μάτια, και το φαγητό και το ποτό που της έβαλε μπροστά της μια φίλη της δεν τ’ αγγίζει. Επτά ημέρες θα κάθεται τώρα έτσι εκεί. Ο άντρας της προσπάθησε να τη σηκώσει, αλλά κόντρα στη θέλησή της δεν τα κατάφερε. Όταν ακούστηκε η πόρτα να κλείνει πίσω του, αυτή χάρηκε. Μόλις την προηγούμενη Παρασκευή η προγιαγιά είχε χαϊδέψει στο κεφάλι τη μικρή που κοιμότανε και την είχε πει τσούπρα της.* Αυτή η ίδια, με τη γέννα του παιδιού είχε μεταμορφώσει τη γιαγιά της σε προγιαγιά, και τη μάνα της σε γιαγιά, αλλά τώρα όλες οι μεταμορφώσεις είχανε πάλι αναιρεθεί. Προχθές η μάνα της, που εκείνη την ώρα μπορούσε ακόμα να λέγεται γιαγιά, της είχε φέρει μια μάλλινη κουβέρτα, για να τη ρίχνει πάνω της όταν θα πήγαινε τις κρύες μέρες περίπατο στο πάρκο με το βρέφος. Τις φωνές τής είχε βάλει ο άντρας της μες στη νύχτα, ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Αλλά αυτή δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει σε μια τέτοια κατάσταση. Ύστερα από τις * Στα γίντις στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 15

Έτσι είχε γίνει και στη γέννα του παιδιού, απ’ την οποία δεν είχανε περάσει ούτε καν οχτώ μήνες. Ύστερα από μία νύχτα, μία ημέρα και πάλι μία νύχτα που το παιδί δεν έλεγε να γεννηθεί, αυτή ήθελε να πεθάνει. Τόσο πολύ είχε απομακρυνθεί εκείνες τις ώρες απ’ τη ζωή: απ’ τον άντρα της, που περίμενε απ’ έξω, απ’ τη μάνα της, που καθότανε σε μια καρέκλα σε μια γωνιά του δωματίου, απ’ τη μαμή, που καταπιανότανε με γαβάθες νερό και με πετσέτες, και προ πολλού κι από κείνο το παιδί που υποτίθεται ότι έπρεπε να είναι στην κοιλιά της – αλλά εκείνο είχε σφηνωθεί στον κόσμο των αοράτων. Το πρωί μετά τη γέννα τούς έβλεπε απ’ το κρεβάτι της, να κάνουνε όλοι απλώς αυτό που έπρεπε να κάνουν: η μάνα της, που είχε μεταμορφωθεί σε γιαγιά τώρα, υποδέχτηκε μια φίλη της, που είχε έρθει να τους συγχαρεί, η γιαγιά της, που είχε μεταμορφωθεί σε προ-

15

φωνές του, κι ύστερα από τα λίγα λεπτά εκείνη τη νύχτα που δεν ήξερε τι να κάνει, ύστερα από εκείνη τη μία τη στιγμή που κι ο άντρας της δεν ήξερε τι να κάνει, εκείνος δεν της είχε πει λέξη. Αυτή μες στην ανάγκη της είχε τρέξει στη μάνα της, που δεν ήτανε πια γιαγιά, η μάνα της της είχε πει ότι πρέπει να γυρίσει σπίτι και να την περιμένει εκεί, ότι θα στείλει τους ανθρώπους εκείνη. Ενώ ο άντρας της πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι, αυτή δεν είχε τολμήσει ν’ αγγίξει το παιδί άλλη φορά. Όλους τους κουβάδες, που ήτανε γεμάτοι νερό, τους είχε βγάλει απ’ το σπίτι και τους είχε αδειάσει, είχε σκεπάσει τον καθρέφτη στο χολ μ’ ένα σεντόνι, τα παράθυρα του δωματίου όπου ήτανε το παιδί τα είχε ανοίξει νυχτιάτικα, κι ύστερα είχε καθίσει πλάι στην κούνια. Μ’ εκείνες τις κινήσεις των χεριών της θυμήθηκε το κομμάτι της ζωής της που το είχανε κατοικήσει άνθρωποι. Εκείνο, όμως, που ούτε μια ώρα πριν είχε γίνει εδώ, στο σπίτι της, κανενός ανθρώπου χέρι δεν μπορούσε να το πιάσει.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 16

γιαγιά, έφερε τα χαρτάκια της λοχείας* με τον Ψαλμό 21 και φρεσκοψημένο γλυκό, κι ο άντρας της είχε πάει στο καπηλειό για να πιει στην υγειά του παιδιού. Η ίδια κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της, και το παιδί φορούσε τα ζιπουνάκια που η ίδια, η μάνα της κι η γιαγιά της τα είχανε κεντήσει τους μήνες πριν από τη γέννα.

Και γι’ αυτό που είχε συμβεί τώρα υπήρχαν κανόνες. Οι άνθρωποι είχαν εμφανιστεί με την ανατολή του ήλιου, είχανε πάρει το παιδί από την κούνια, το είχαν τυλίξει σ’ ένα πανί και το είχανε βάλει πάνω σ’ ένα μεγάλο φορείο. Τόσο ελαφρύ και μικρό ήτανε το δέμα, που κάποιος χρειαζότανε να το κρατάει, όταν κατεβαίνανε τη σκάλα, αλλιώς θα είχε τσουλήσει. Κάνε μου τη χάρη και μη μου πέσεις απ’ τη σκάλα.* Κάνε μου τη χάρη. Αυτή ήξερε ότι το παιδί θα το σκεπάσει το χώμα την ίδια μέρα κιόλας.

16

Τώρα κάθεται σ’ αυτό το μικρό ξύλινο σκαμνάκι που πήρε γαμήλιο δώρο απ’ τη γιαγιά της, κάθεται εκεί με κλειστά τα μάτια, έτσι όπως έχει δει άλλους να κάθονται σε εποχές πένθους. Κάποιες φορές ήτανε αυτή που έφερνε φαγητό σ’ εκείνους που πενθούσαν, τώρα μια φίλη τής έβαλε αυτηνής πιατέλες με φαγητό στα πόδια. Έτσι όπως χθες τη νύχτα έχυσε όλο το νερό που ήτανε στο σπίτι, γιατί λένε ότι ο Άγγελος του Θανάτου καθαρίζει το ξίφος του εκεί μέσα, όπως σκέπασε τον καθρέφτη κι άνοιξε το παράθυρο, γιατί είχε δει άλλους να κάνουν έτσι, αλ* Σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, τα χαρτάκια της λοχείας με τυπωμένους ψαλμούς του Δαυίδ τα κρεμούσαν στο δωμάτιο του νεογέννητου ως φυλαχτά. (Σ.τ.Μ.) ** Στα γίντις στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 17

Που η κουβέρτα ήτανε πολύ βαριά, αυτό μπορεί να ήταν η αιτία. Που το παιδί κοιμότανε ανάσκελα. Που ίσως στραβοκατάπιε. Που ήτανε άρρωστο, και δεν το ήξερε κανένας. Που το κλάμα του παιδιού μέσ’ απ’ τις πόρτες σχεδόν δεν ακουγόταν. Μες στο δωμάτιο του παιδιού ακούει τώρα τα βήματα της μάνας της και ξέρει, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει, τι κάνει εκεί: Παίρνει κουβέρτες και μαξιλάρια από την κούνια και τραβάει τα σεντόνια, κατεβάζει το ύφασμα που σκεπάζει την κούνια από τον ξύλινο σκελετό και σπρώχνει την κούνια στην άκρη. Με την αγκαλιά γεμάτη ασπρόρουχα βγαίνει τώρα απ’ το δωμάτιο, περνάει μπροστά απ’ την κόρη της που κάθεται στο σκαμνάκι, αυτή έχει ακόμα τα μάτια της κλειστά, και τα κατεβάζει όλα στο πλυσταριό. Που ήταν πολύ νέα, για να ξέρει τι να κάνει. Που η μάνα της ποτέ δεν της είχε μιλήσει για όλα αυτά. Που κι ο άντρας της δεν ήξερε τι να κάνει. Που αυτή, κατά βάθος, πάντα εντελώς μόνη της ήτανε με το παιδί, μ’ εκείνο το πλάσμα που έπρεπε να κρατηθεί στη ζωή. Που κανένας δεν της είχε πει πριν ότι η ζωή δεν λειτουργεί σαν μηχανή. Η μάνα της επιστρέφει πάλι. Βγάζει καθώς περνάει το σεντόνι που σκεπάζει τον καθρέφτη στο χολ, το διπλώνει και το πάει στο δωμά-

2 – Η συντέλεια του κόσμου

17

λά κι επειδή η ψυχή του παιδιού δεν θα γύριζε ύστερα, παρά θα πέταγε έξω να φύγει για πάντα, έτσι θα κάθεται τώρα εκεί επτά ημέρες, επειδή έχει δει άλλους να κάθονται έτσι, αλλά κι επειδή δεν ήξερε καθόλου πού αλλού να μείνει, αφού δεν θέλει να πατήσει πια το πόδι της σ’ εκείνο το απάνθρωπο μέρος που την προηγούμενη νύχτα ήτανε το δωμάτιο του παιδιού. Σαν προβλήτες έχουνε χτιστεί τα έθιμα των ανθρώπων μες στο απάνθρωπο, σκέφτεται, χειροπιαστά σχήματα, απ’ τα οποία θα μπορούσε πάλι να πιαστεί ένας καραβοτσακισμένος και ν’ ανέβει, αν τα κατάφερνε ποτέ. Ωραία θα ήτανε, σκέφτεται, άμα κυβερνούσε η σύμπτωση κι όχι θεός.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 18

18

τιο του παιδιού. Κάτω κάτω το βάζει στη βαλίτσα, που την έφερε ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό, ύστερα βγάζει τα πράγματα του παιδιού απ’ το συρτάρι στη σιφονιέρα και τα βάζει με το πανί μες στη βαλίτσα. Τους μήνες πριν από τη γέννα εκείνες, η εγκυμονούσα, η μάνα της κι η γιαγιά της, ράβανε, κεντούσανε και πλέκανε εκείνα τα ζακετάκια, τα ρουχαλάκια και τα σκουφάκια. Η μάνα της κλείνει τώρα το άδειο συρτάρι. Πάνω στη σιφονιέρα είναι το παιχνίδι με τ’ ασημένια κουδουνάκια. Όταν το μαζεύει, τα κουδουνάκια χτυπάνε. Και χθες χτυπήσανε, όταν η ίδια η κόρη της ήταν ακόμα μάνα κι έπαιζε με το παιδί της. Μέσα στις είκοσι τέσσερις ώρες που έχουνε περάσει από τότε, το χτύπημα δεν άλλαξε τον ήχο του. Η μάνα της βάζει τώρα το παιχνίδι στη βαλίτσα πάνω πάνω, ύστερα κλείνει τη βαλίτσα και τη σηκώνει, βγαίνει απ’ το δωμάτιο, κουβαλάει τη βαλίτσα περνώντας απ’ το χολ, μπροστά απ’ την κόρη της, και την πηγαίνει στο υπόγειο. Ίσως, όμως, που το παιδί δεν είχε ακόμα βαφτιστεί, και που ο γάμος των γονιών του ήτανε μόνο ένας κατ’ ανάγκην πολιτικός γάμος, που λένε. Σύμφωνα με το εβραϊκό έθιμο το θάψανε σήμερα, και σύμφωνα με το εβραϊκό έθιμο θα κάθεται τώρα αυτή στο σκαμνάκι για επτά ημέρες, αλλά ο άντρας της δεν της μιλάει. Σίγουρα εκείνος είναι τώρα στην εκκλησία και προσεύχεται για την ψυχή του παιδιού. Πού μπορεί άραγε να πάει η ψυχή του παιδιού τώρα; Στο καθαρτήριο πυρ, στον Παράδεισο ή στην Κόλαση; Ή μήπως ήταν όντως έτσι, όπως λένε μερικοί, ότι το παιδί ήταν ένα από κείνα που χρειάζονται λίγο χρόνο μόνο για να βάλουν τέλος σε κάτι από μια άλλη ζωή, για την οποία οι γονείς τους δεν ξέρουνε τίποτα, και γι’ αυτό γυρίζουνε τόσο σύντομα εκεί απ’ όπου ήρθανε; Η μάνα της έρχεται πάλι, μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού και κλείνει τα παράθυρα. Μήπως όμως, απ’ την άλλη πλευρά της ζωής, δεν υπήρχε απλώς τίποτα; Πλήρη ησυχία έχει τώρα μες στο σπίτι. Αυτό κατά βάθος θα της άρεσε πιο πολύ απ’ όλα.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 19

* Εβραϊκή λέξη για τους μη Εβραίους. (Σ.τ.Μ.)

19

Όταν σκοτεινιάζει, τα στήθη της αρχίζουν να σκληραίνουνε και να πονάνε. Γάλα έχει ακόμα, γάλα για ένα παιδί που είναι στο χώμα. Πιο πολύ απ’ όλα θέλει, απ’ αυτό που τώρα έχει περίσσιο, να ψοφήσει. Ενώ το παιδί πάλευε ακόμα για αέρα κι ύστερα άρχισε να μελανιάζει, μες στις σκέψεις της αυτή είχε χαρίσει στο παιδί όλο τον χρόνο της ζωής της, είχε θελήσει να κλείσει μια εμπορική συμφωνία με τον Θεό των προγόνων της κι είχε θελήσει ν’ ανταλλάξει τη ζωή της με τη ζωή που ’χε βγει από μέσα της. Αλλά ο Θεός, αν υπήρχε, δεν είχε δεχτεί το δώρο. Αυτή έζησε. Τώρα της έρχεται πάλι στο νου που η γιαγιά της από τον γάμο και μετά ποτέ δεν την ξανάφησε να πάει μαζί της, για να επισκεφτεί τον παππού της. Μόνο αφού είχε ήδη έρθει το παιδί, κι αυτή ήθελε οπωσδήποτε να του το δείξει, έμαθε ότι ο παππούς της την ημέρα που αυτή, η εγγονή του, είχε παντρευτεί τον γκόι,* την είχε ξενυχτήσει για νεκρή εκείνη τη ζωντανή νύφη και ότι παρά την αδυναμία του έμεινε καθιστός στο κρεβάτι για επτά ημέρες. Από ψηλά, απ’ τον ουρανό του παππού της ιδωμένη, είχε περάσει ήδη λοιπόν και αυτή το σύνορο της ζωής, και δεν είχε τίποτα πια που να μπορεί να το προσφέρει γι’ αντάλλαγμα στον Θεό. Όταν πέφτει η νύχτα, σπρώχνει τις πιατέλες με το φαγητό στην άκρη και ξαπλώνει εκεί όπου είναι το σκαμνάκι για να κοιμηθεί. Δεν ακούει πότε ξαπλώνει η μάνα της να κοιμηθεί. Κι ούτε ακούει πότε γυρίζει ο άντρας της. Κάποια στιγμή αυτή τη νύχτα έχουνε περάσει είκοσι τέσσερις ώρες ακριβώς από τότε που σε μια μικρή πόλη της Γαλικίας, γεωγραφικό πλάτος 50,08333 μοίρες βόρεια, γεωγραφικό μήκος 25,15000 μοίρες ανατολικά, ένα βρέφος ξαφνικά πέθανε.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 20

[ 2 ]

20

Ε

νας γέρος άντρας είναι ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι σε μια σκοτεινή καλύβα και σωπαίνει. Εδώ και πολύ καιρό είναι ξαπλωμένος έτσι, μέρα με την ημέρα, ξέρει ότι ο κόσμος λέει ότι πεθαίνει, αλλά, ενώ για κάποιους ο θάνατος είναι ένα μικρός προθάλαμος που μ’ ένα βήμα, μ’ έναν πήδο τον διασχίζουν για να βρεθούνε στην άλλη πλευρά, αυτός βρίσκεται μέσα σ’ έναν τεράστιο θάνατο που δεν λέει να καταφέρει να τον διασχίσει, ίσως επειδή είναι πάρα πολύ αδύναμος πια. Πλάι του κάθεται η γυναίκα του, κάθεται πολύ καιρό χωρίς να λέει τίποτα, έξω εν τω μεταξύ έχει ήδη σκοτεινιάσει πάλι. Ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν, λέει τελικά εκείνη. Πέρυσι την άνοιξη η γυναίκα του καθότανε συχνά πλάι του κι έπλεκε και, μολονότι τα μάτια του δεν ήτανε πια και τα καλύτερα, έβλεπε ότι τα πράγματα που έφτιαχνε ήτανε πολύ μικρά. Μια μέρα τότε, με τ’ αποθέματα που έπρεπε να φτάσουνε για ολόκληρη την εβδομάδα, έφτιαξε ένα γλυκό κι έφυγε απ’ το σπίτι. Εκείνη την εβδομάδα το Σάββατο δεν ήταν αυγοκομμένη η σούπα. Αυτός δεν χρειάστηκε να τη ρωτήσει τίποτα, εκείνη δεν χρειάστηκε να εξηγήσει τίποτα. Νωρίς σήμερα το πρωί, όταν ήταν σκοτάδι ακόμα, ενώ μισοκοιμότανε άκουσε τη γυναίκα του και την κόρη του να κρυφοψιθυρίζουνε μες στην κάμαρη, μετά το μεσημέρι έφυγε τότε η γυναίκα του απ’ το σπίτι, και μόνο αφού έπεσε το σκοτάδι ξαναγύρισε, κάθισε πλάι του, σώπαινε πολλή ώρα, και τελικά είπε: Ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν. Στον γάμο της εγγονής τους δεν τους είχανε καλέσει τους δυο γέρους. Τη μέρα που η εγγονή τους παντρεύτηκε έναν γκόι, ο γέρος είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι του κι επτά ημέρες είχε μείνει καθιστός, για να την ξενυχτήσει για νεκρή εκείνη τη ζωντανή νύφη, όπως ήτανε συνήθειο άλλες φορές όταν πέθαινε κάποιος.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 21

Τώρα σωπαίνει η γυναίκα του πλάι του, πλάι στον γέρο άντρα της που ’χει πέσει κατάκοιτος, και κουνάει το κεφάλι της. Ένας θεός ξέρει τι της ήρθε της τσούπρας μας να παντρέψει τη μικρή της μ’ έναν γκόι, λέει ο γέρος.

[ 3 ]

Π

κουβέρτες και μαξιλάρια από την κούνια, τραβάει τα σεντόνια, κατεβάζει το ύφασμα που σκεπάζει την κούνια από τον ξύλινο σκελετό και σπρώχνει την κούνια στην άκρη. Το κακό είχε αρχίσει πριν από πολλά χρόνια, τότε κι η κόρη της η ίδια ήταν ακόμα βρέφος. Όταν ακούσανε τη φασαρία απ’ έξω, ο άντρας της είχε στείλει αμέσως την παραμάνα με το παιδί πάνω στο παιδικό δωμάτιο, να μανταλώσει την πόρτα, σε καμία περίπτωση να μην ανοίξει άμα χτυπήσει κάποιος, και να κλείσει καλά τα παραθυρόφυλλα. Ύστερα είχανε τρέξει στο κάτω πάτωμα από παράθυρο σε παράθυρο για να δούνε τι γινόταν: στους γύρω δρόμους και στην πλατεία μπροστά στο σπίτι φαινότανε να μαζεύεται κόσμος, κάποιοι τρέχανε, κάποιοι φωνάζανε, αλλά τι φωνάζανε δεν καταλάβαινες. Αυτή κι ο άντρας της δεν είχανε προλάβει να κλείσουνε και κάτω τα παραθυρόφυλλα, πριν το πετύχουνε το σπίτι οι πρώτες πέτρες. Ο άντρας είχε προσπαθήσει ν’ αναγνωρίσει ποιος έριχνε τις πέτρες, κι είχε αναγνωρίσει τον Αντρέι. Αντρέι, είχε φωνάξει, Αντρέι! Αλλά ο Αντρέι δεν άκουγε, ή έκανε ότι δεν άκουγε, πράγμα που ήτανε πιο πιθανό, γιατί ήξερε βέβαια ποιος έμενε στο σπίτι που πετροβολούσε. Μετά μια πέτρα του Αντρέι πέταξε κι έσπασε ένα τζάμι, πέρασε παρά τρίχα απ’ το κεφάλι της, ακούστηκε να σπάει την τζαμένια βιβλιοθήκη πίσω της και πέτυχε τον 9ο τόμο της δερματόδετης έκδοσης των Απάντων του Γκαίτε, που την είχε πάρει δώρο ο άντρας της απ’ τους γονείς του για το απολυτήριό του απ’ το σχολείο. Κανένας αέρας από καμιά πλευρά! / Νε-

21

αΙρνει


22

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 22

κρική σιγή φρικτή! / Πέρα στην απεραντοσύνη μακριά / Δεν κινείται κύμα εκεί! Αμέσως είχε ανοίξει ο άντρας της όλο θυμό την πόρτα της εισόδου, προφανώς για ν’ αρπάξει τον Αντρέι απ’ τον γιακά και να τον φέρει στα λογικά του, αλλά την είχε κλείσει την πόρτα πάλι αμέσως, τώρα που έβλεπε τον Αντρέι να έρχεται τροχάδην προς το σπίτι μαζί με τρεις τέσσερις άλλους νέους άντρες, που ο ένας τους κρατούσε ένα τσεκούρι στο χέρι. Είχε γυρίσει γρήγορα το κλειδί στην κλειδαριά και μαζί μ’ αυτήν, τη γυναίκα του, είχανε προσπαθήσει να καρφώσουνε στην πόρτα τις σανίδες που πάντα ήτανε πρόχειρες κοντά στην πόρτα για μια τέτοια περίπτωση ανάγκης. Γι’ αυτό όμως ήτανε ήδη πάρα πολύ αργά, πού να βρούνε τα καρφιά, πού να βρούνε το σφυρί, η πόρτα άρχισε ήδη να σκίζεται από τις τσεκουριές. Αντρέι, Αντρέι. Τότε είχαν ανέβει αυτή κι ο άντρας της τρέχοντας τη σκάλα, είχανε βαρέσει την πόρτα πίσω απ’ την οποία καθότανε η παραμάνα με το παιδί, αλλά εκείνη δεν είχε ανοίξει, είτε γιατί δεν κατάλαβε ποιος ήθελε να μπει μέσα είτε επειδή φοβότανε τόσο πολύ, που απλώς δεν ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα. Από την τελευταία, απότομη ξύλινη σκάλα είχανε ξεφύγει αυτή κι ο άντρας της στη σοφίτα, όταν ο Αντρέι και οι άντρες του κάτω είχανε ήδη εισβάλει μες στο σπίτι. Στο ισόγειο οι εισβολείς σπάσανε τα υπόλοιπα τζάμια στα παράθυρα, ξηλώσανε τα κουφώματα απ’ τον τοίχο, ρίξανε κάτω τη βιβλιοθήκη, σκίσανε τα παπλώματα, κάνανε θρύψαλα τα πιάτα και τα βάζα, πετάξανε τα τρόφιμα στον δρόμο, ύστερα όμως ένας απ’ αυτούς πρέπει να άκουσε που αυτή κι ο άντρας της προσπαθούσανε να μανταλώσουνε την πόρτα της σοφίτας, γιατί χωρίς να σταματήσουνε στον πρώτο όροφο ανέβαιναν τρέχοντας τώρα οι άντρες τη σκάλα, σκίζανε στον δρόμο προς τα επάνω την ταπετσαρία απ’ τους τοίχους κι ανοίγανε με το τσεκούρι εδώ κι εκεί τρύπες στα ντουβάρια. Αυτή κι ο άντρας της στέκονταν πίσω απ’ την πόρτα της σοφίτας, που ήταν πολύ λεπτή, είχανε βάλει το μάνταλο, αλλά δεν είχαν βρει κανένα έπιπλο που να ’ναι αρκετά βαρύ για να


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 23

* Παλαιά Διαθήκη, Ψαλμοί, κεφ. 39 στ. 12-13. (Σ.τ.Μ.) ** Παλαιά Διαθήκη, Ψαλμοί, κεφ. 40 στ. 17. (Σ.τ.Μ.)

23

οχυρώσουνε την πόρτα, ακούγανε τώρα τα βήματα των αντρών στην τελευταία, απότομη ξύλινη σκάλα. Εισάκουσον, Κύριε, της προσευχής μου και δος ακρόασιν εις την κραυγήν μου· μη παρασιωπήσης εις τα δάκρυά μου. Διότι πάροικος είμαι παρά σοι και παρεπίδημος, καθώς πάντες οι πατέρες μου. Παύσαι απ’ εμού, διά να αναλάβω δύναμιν, πριν αποδημήσω και δεν υπάρχω πλέον.* Ο ουρανός, ο ουρανός. Αφού δεν πήγαινε προς τα κάτω, έπρεπε να υπάρχει διέξοδος προς τα πάνω. Αρχίσανε να βγάζουνε τα κεραμίδια της σκεπής με τα χέρια κι έκαναν ένα άνοιγμα. Αλλά η πόρτα στην πλάτη τους, που σταματάει για μια στιγμή τούς διώκτες τους, είναι λεπτή, μια δυο σανίδες μόνο. Ο άντρας της τη βοηθάει να σηκωθεί ψηλά και μέσ’ απ’ το άνοιγμα να σκαρφαλώσει στη σκεπή. Κι ύστερα αυτή θέλει να τον τραβήξει. Κι ύστερα η λεπτή πόρτα δεν αντέχει πια τα χτυπήματα του όχλου. Κι ύστερα αυτή τον τραβάει απ’ το ’να χέρι, κι οι άντρες κάτω απ’ τ’ άλλο. Ο Λωτ δεν θέλει να παραδώσει τους αγγέλους που φιλοξενεί. Ο Λωτ στέκεται στο κατώφλι, ο λαός τον αρπάζει απ’ το χέρι και θέλει να τον τραβήξει έξω, για να τον τιμωρήσει για το δικαίωμα φιλοξενίας που παρέχει, τουλάχιστον να ορμήσουνε σ’ αυτόν, να σοδομίσουνε αυτόν, να φτύσουνε, να βασανίσουνε και να τσαλαπατήσουνε αυτόν, οι άγγελοι όμως τον αρπάζουν από μέσα με τ’ αγγελικά τα χέρια τους απ’ τ’ άλλο χέρι, είναι δυνατοί, τους ανθρώπους απ’ έξω τους τυφλώνουνε, τραβάνε τον Λωτ πάλι μες στο σπίτι και κλείνουνε την πόρτα ανάμεσα σ’ εκείνον και τους ανθρώπους, οι άνθρωποι απ’ έξω δεν βλέπουνε πια ο ένας τον άλλον, κι ούτε την είσοδο για το σπίτι του Λωτ πια, ψηλαφίζουνε με τα χέρια τους τους τοίχους κι αναγκάζονται να φύγουνε. Θεέ μου, μη βραδύνης.** Αυτή δεν έχει τη δύναμη των αγγέλων, δεν καταφέρνει να τραβήξει τον άντρα της


24

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 24

επάνω προς το μέρος της, κρατώντας γερά τον άντρα της απ’ το χέρι ζητάει απ’ τον Αντρέι, που τον ξέρει από παιδί, έλεος, κι απ’ τους άντρες, που δεν τους ξέρει, ανάμεσά τους κι από κείνον με το τσεκούρι, έλεος, αλλά, ενώ κρατάει ακόμα γερά το χέρι του άντρα της, τον άντρα της που κρέμεται από κάτω της πρώτα τον βρίζουνε οι άντρες που δεν τους ξέρει, κι ο Αντρέι που τον ξέρει από παιδί, ύστερα τον χτυπάνε, έλεος, και τελικά μπροστά στα μάτια της τον κομματιάζουνε. Αυτή δεν τον αφήνει. Πρώτα κρατάει τον άντρα της απ’ το χέρι, ύστερα κρατάει μόνο ένα κομμάτι κρέας απ’ το χέρι, ύστερα δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό πια που να μπορεί να το τραβήξει πάνω προς το μέρος της στον καθαρό αέρα. Ύστερα είναι μια Εβραία χήρα, που κρατάει απ’ το χέρι τον θάνατο. Ύστερα τον αφήνει, σηκώνεται και κοιτάζει τη μικρή πόλη εκεί κάτω και το τοπίο μακριά. Είναι μέρα μεσημέρι, υπάρχουνε αχυροσκεπές και σκεπές που είναι στρωμένες με σανίδια, υπάρχουνε δρόμοι, πλατείες και σιντριβάνια, πέρα μακριά χωράφια και δάσος, αγελάδες είναι σ’ ένα λιβάδι, μια άμαξα διασχίζει έναν χωματόδρομο, κάτω απ’ το σπίτι στέκονται άνθρωποι που κοιτάζουνε πάνω προς το μέρος της και τώρα σωπαίνουνε και δεν κουνιούνται. Κι ύστερα βλέπει ξαφνικά ότι χιονίζει. Όλα θα παγώσουνε τώρα, σκέφτεται, καλό αυτό, σκέφτεται, χιόνι, χιόνι. Χάνει τις αισθήσεις της και καταρρέει, κατρακυλάει απ’ την επικλινή στέγη προς τα κάτω και πέφτει, όπως το θέλει η τύχη της, σ’ έναν σωρό με ρούχα, σκεπάσματα και κουρτίνες που είχανε πετάξει στον δρόμο πρωτύτερα οι άντρες, μένει ξαπλωμένη εκεί μες στον σωρό με τα κουρέλια, μες στο αίμα της μαρμελάδας σμέουρο, που έφτιαξε μόνη της πέρυσι το καλοκαίρι, το βάζο με τη μαρμελάδα έγινε κομμάτια όταν το πέταξαν έξω, κείτεται έτσι εκεί, με σπασμένα μέλη, τα μάτια κλειστά, και κανένας από κείνους που σωπαίνουνε στην πλατεία δεν πλησιάζει ή δεν κοιτάζει να δει αν αυτή ζει ακόμα. Αυτή ζει, αλλά εκείνη τη στιγμή κι η ίδια δεν το ξέρει. Οι νιφάδες παίρνουν από το πέσιμό της


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 25

γι’ άλλη μια φορά ώθηση προς τα πάνω, περισσότερα φτερά πετάγονται απ’ τα κατασκισμένα σκεπάσματα προς τα πάνω, τρυφερά πούπουλα χήνας αιωρούνται στον αέρα και πέφτουνε σιγά σιγά στα κλαδιά των δέντρων, χιόνι, χιόνι, ακριβώς όπως τον χειμώνα. Με την αγκαλιά γεμάτη ασπρόρουχα φεύγει τώρα απ’ το παιδικό δωμάτιο και περνάει μπροστά απ’ την κόρη της που κάθεται στο σκαμνάκι. ξέρει πολύ καλά γιατί πάντρεψε την κόρη της μ’ έναν χριστιανό. Ο μπαμπάς έφυγε μια μέρα και δεν ξαναγύρισε, είχε πει στην κόρη της όταν εκείνη άρχισε να ρωτάει για μπαμπά. Γιατί έφυγε; Πού πήγε; Θα ξαναγυρίσει ποτέ καμιά φορά; Στη βιβλιοθήκη μπήκανε καινούργια τζάμια. Πούλησε το σπίτι στο γκέτο και μετακόμισε στο κέντρο της πόλης, συνέχισε να κρατάει το μαγαζί του άντρα της και ό,τι μπορούσε να εξοικονομήσει το έβαζε στην άκρη για την προίκα της κόρης της. Αυτή ξέρει, πολύ καιρό τώρα πια, αυτό που η κόρη της θα μάθει από τη μια μέρα στην άλλη: Στο τέλος μιας ημέρας που κάποιος πέθανε δεν έρχεται δα και η συντέλεια του κόσμου.

[ 4 ]

Τ

είχε γίνει απλώς προφανές ό,τι διαισθανόταν ολόκληρη τη ζωή του, ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια – ότι δηλαδή, όταν κανείς έβγαινε έστω και λίγο απ’ την πεπατημένη, το τέλος ήταν εξίσου αναπόφευκτο όπως όταν έπεφτε κανείς κατευθείαν στον έναν ή τον άλλον τον γκρεμό. Ως α. & β.* δημόσιος υπάλληλος, υπεύθυνος για ένα τμήμα μήκους 35 χιλιομέ* Συντομογραφία του χαρακτηρισμού k.u.k. [kaiserlich und königlich], που σημαίνει «αυτοκρατορικός και βασιλικός» και συνόδευε τα αξιώματα στην αυστροουγγρική μοναρχία. (Σ.τ.Μ.)

25

ώρα


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 26

26

τρων της γραμμής του Σιδηροδρόμου Καρόλου Λουδοβίκου της Γαλικίας, ήξερε ότι όλα απ’ αυτό εξαρτώνταν, να δημιουργείς τάξη, κι εκεί που είχε ήδη δημιουργηθεί να τη διατηρείς. Γι’ αυτόν τον ίδιο όμως πάντοτε στη ζωή του μεσολαβούσε η ζωή. Το έτος αναμονής του διορισμού του, όταν ακόμα δεν έπαιρνε μισθό, η πείνα του τον είχε φέρει στο σημείο να χρεωθεί. Φορτωμένος ήδη με χρέη, είχε ως εκ τούτου αναγκαστεί, μετά την παρέλευση του έτους αναμονής για τον διορισμό του ν’ αρχίσει τη δραστηριότητά του ως τακτικός υπάλληλος της ενδεκάτης, δηλαδή της κατώτατης, μισθολογικής κλίμακας. Η πείνα του ήταν έστω ένα σημάδι για το ότι ήταν ζωντανός, και το ξεπάγιασμά του επίσης εκείνον τον πρώτο χειμώνα – όμως τώρα τα χρέη θα χτυπούσαν άσχημα στο μάτι κατά τη μυστική κρίση προσόντων, την αξιολόγηση που του απέκρυπτε ο προϊστάμενός του. Πότε θ’ ανέβαινε από την ενδέκατη στη δέκατη μισθολογική κλίμακα, για να μπορέσει να μειώσει τα χρέη, δεν μπορούσε ως εκ τούτου να το πει αυτός, και δεν του το έλεγε και κανένας άλλος. Καμία προοπτική, επομένως, να επανέλθει στη φυσιολογική ζωή. Η πείνα και το ξεπάγιασμα σταθεροποιούσαν την πείνα και το ξεπάγιασμα, έτσι ήταν αυτά, όταν η ζωή έστω και μία φορά παρατραβούσε. Ύστερα είχε γνωρίσει την Εβραία γυναίκα του εμπόρου και την κόρη της, που το δέρμα της ήτανε τόσο άσπρο που θα μπορούσε να ’χε τυφλωθεί σαν απ’ το χιόνι αυτός, αν ήτανε σκαθάρι και περπατούσε πάνω της. Μακάρι να ήξερε μόνο ποια ήταν και ποια δεν ήταν η πεπατημένη, όταν έκανε την πρόταση γάμου. Με εβραϊκή προίκα δεν πληρώνεις τα χρέη σου, ακόμα κι όταν τα πληρώνεις. Υπάρχουνε διαφορές. Τις διαφορές τις αναγνωρίζεις απ’ το ότι εξαπλώνεται μια σιωπή – στο καζίνο, στο γραφείο. Κι αυτή η σιωπή έχει κάπως να κάνει με το τέλος γενικά, αυτό το καταλαβαίνει τώρα, αυτό το έχει κατανοήσει τώρα, που το τέλος έχει γίνει ανυπολόγιστο. Πώς σώπασε μεμιάς το παιδί.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 27

Διακόσια κιλά σπάγκος χρειάζονται για να στολιστεί ο σταθμός του Μπρόντι με λουλούδια λόγω της διέλευσης του αυτοκράτορα. Δρύινες δοκοί με δεκαπεντάρα διατομή για να ανακαινιστούν οι στρωτήρες ανάμεσα στις σιδηροτροχιές. 600 γκούλντεν τον χρόνο παίρνει ένας δημόσιος υπάλληλος της ενδέκατης μισθολογικής κλίμακας, ένας δημόσιος υπάλληλος της δεκάτης, αντιθέτως, 800, και με λίγη τύχη ακόμα 200 γκούλντεν επίδομα. Τι έκανε όμως κανείς με όλα όσα δεν υπολογίζονται; Πόσος χρόνος μεσολάβησε ανάμεσα στο δευτερόλεπτο που το παιδί ήτανε ζωντανό και το επόμενο, που δεν ήτανε πια ζωντανό; Ήταν όντως χρόνος αυτό που χώριζε μια τέτοια στιγμή από την άλλη; Ή θα έπρεπε να λέγεται αλλιώς, μόνο που δεν είχε βρεθεί κανένα όνομα γι’ αυτό ακόμα; Πώς υπολόγιζε κανείς τη δύναμη που τραβούσε ένα παιδί πέρα στους νεκρούς; Θυμάται ακόμα τη στιγμή που είχε φανταστεί για πρώτη φορά πώς μπορεί να ήτανε η άσπρη σχισμή ανάμεσα στα πόδια της μνηστής του, σάρκινη και σφιχτή, κι όταν θα την άνοι-

27

Ο πατέρας του δεν είχε έρθει ούτε για την πολιτική γαμήλια τελετή ούτε για τη γέννα του παιδιού. Ήτανε, λέει, πολύ μακριά και πολύ ακριβά. Τρία χρόνια είχε να τον δει, και, αν όλα πήγαιναν καλά, δεν θα χρειαζότανε και να τον ξαναδεί ποτέ πια. Το πρωί μετά τη γέννα είχε πάει μόνος του σ’ ένα καπηλειό και τσούγκριζε το ποτήρι του με ξένους άντρες στην υγειά του νεογέννητου, κι όταν γύριζε με τη γλώσσα στο στόμα το πιοτό για να απολαύσει πλήρως τη γεύση του, σκεφτόταν ότι και η μικρή του κόρη είχε γλώσσα στο στόμα, με τα δικά της τα σωθικά είχε βγει απ’ τα σωθικά της μάνας της, με τις δικές της τις κοιλότητες απ’ την κοιλότητα της μάνας της. Αυτός, ο δημόσιος υπάλληλος ενδεκάτης κλίμακας, είχε γεννήσει κάτι ζωντανό, και δεν χρειαζότανε καμία μυστική κρίση προσόντων για ν’ αναγνωρίσει αυτό το γεγονός.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 28

28

γε με τα δάχτυλά του, θα φαινότανε το μικροσκοπικό κόκκινο λειρί. Αργότερα τότε, όταν ήτανε γυναίκα του, λάτρευε τους ήχους που κάνανε τα ιδρωμένα σώματα και των δυο τους όταν τρίβονταν ο ένας πάνω στον άλλον, και ξεκολλούσανε ο ένας απ’ τον άλλον, ακούγονταν πλαταγίσματα και ρουφήγματα, τα στόματά τους, οι γλώσσες τους, τα χείλια τους μπερδεύονταν μεταξύ τους, ρουφώντας είχε μεταμορφωθεί αυτό που πριν ήτανε μοναχό του σε μία και μοναδική υγρή σπηλιά από σάρκα. Σάρκα, σάρκα, καμιά φορά ήταν η λέξη αρκετή για να τον ερεθίσει. Αλλά από χθες τη νύχτα, που πήρε απ’ την αγκαλιά της γυναίκας του το άψυχο παιδί και το ’βαλε πίσω στην κούνια, ξέρει πόσο κρύο είναι κάτι πεθαμένο, πολύ πιο κρύο απ’ ό,τι θα περίμενε ποτέ. Δεν ξέρει πώς θα το ξεχάσει ποτέ αυτό. Αυτός, ο δημόσιος υπάλληλος ενδεκάτης κλίμακας, γέννησε κάτι νεκρό, και δεν χρειάζεται καμία μυστική κρίση προσόντων για να τ’ αναγνωρίσει αυτό.

Ηλιόφως πέφτει πάνω στο άγριο δάπεδο από πευκόξυλο στο πανδοχείο όπου κάθεται. Όταν έφτασε εδώ τη νύχτα, κάτω απ’ τα τραπέζια ήτανε ξαπλωμένοι και κοιμόντουσαν κάνα δυο Ρώσοι λιποτάκτες. Ενώ έπινε το πρώτο σπίρτο, και το δεύτερο, και το τρίτο, εκείνοι ξύπνησαν, μάζεψαν τους μπόγους τους και φύγανε μαζί μ’ έναν κοντό καραφλό άντρα, ο οποίος εμφανίστηκε το χάραμα και με τον οποίο είχανε προφανώς ραντεβού. Ούτε ο καραφλός ούτε κάποιος από τους άντρες είχε μιλήσει πολύ, και εν τούτοις ήταν ξεκάθαρο ότι εκείνοι οι Ρώσοι, όπως τους συναντά συχνά κανείς σε τέτοια χάνια, ήτανε άντρες που είχαν αποφασίσει να μη γυρίσουνε πια πίσω. Ύστερα απ’ αυτό που έζησε τη νύχτα αυτός, ο δημόσιος υπάλληλος ενδεκάτης κλίμακας, ξαφνικά καταλαβαίνει τι σημαίνει στην πραγματικότητα ένα τέτοιο πέρασμα συνόρων. Καταλαβαίνει τι σημαίνει να μην υπάρχει πια η δυνατότητα να πάρεις τον δρόμο της επι-


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 29

στροφής. Είναι σαν να θρυμματίζεται τώρα, απ’ όλα όσα βλέπει και όσα του συμβαίνουν, το στρώμα που τον εμπόδιζε πριν να καταλάβει, και τώρα αυτός πρέπει, θέλει δεν θέλει, ν’ αναγνωρίσει αυτό που είναι από κάτω και ν’ αντέξει την αναγνώριση – αλλά πώς θα πάει αυτό, δεν το ξέρει.

Ο κοντός καραφλός άντρας μπαίνει πάλι στο πανδοχείο, κάνει ένα νόημα στον πανδοχέα και κάθεται σ’ ένα τραπέζι, όχι μακριά από τον βασιλικό και αυτοκρατορικό δημόσιο υπάλληλο,

29

Καμιά φορά, όταν κοίταζε το παιδί, αναρωτιότανε από πού να είχε έρθει, πού να ήτανε πριν, προτού το πιάσει η μάνα του. Τώρα θα επιθυμούσε να μην είχε καμία διαφορά αν το παιδί είχε εμφανιστεί αλλά είχε μείνει μόνο φευγαλέα ή αν δεν είχε εμφανιστεί καθόλου. Αλλά όχι, είχε διαφορά. Με τον αντίχειρά του τρίβει να γυαλίσει ένα γυαλιστερό κουμπί στο παλτό του. Επειδή δεν υπήρχε κανένα μέτρο για τη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ο θάνατος εκείνου του μικροσκοπικού παιδιού ήταν εξίσου απόλυτος με κάθε θάνατο. Ποτέ ως τώρα δεν του έχει φανεί τόσο περιττό το μέτρημα, που είναι βέβαια το επάγγελμά του, όσο αυτή τη στιγμή. Να ρίξει άραγε πάνω του την καθημερινότητα πάλι, τώρα που κατάλαβε πως η καθημερινότητα είναι ένας μανδύας μόνο; Τη νύχτα είχε βάλει τις φωνές στη γυναίκα του, επειδή εκείνη είχε βέβαια πάρει το παιδί κι είχε προσπαθήσει να το ηρεμήσει, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει επειδή δεν ήξερε κανένα φάρμακο για τον θάνατο, αλλά είχε βάλει τις φωνές και επειδή ο ίδιος δεν ήξερε κανένα φάρμακο για τον θάνατο. Αυτός, ο δημόσιος υπάλληλος της κατώτατης βαθμίδας, δεν κατάφερε να τα βάλει με τον θάνατο. Και τώρα;


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 30

που τον είχε δει και το πρωί να κάθεται εκεί – όταν ήρθε να πάρει τους Ρώσους. Ο δημόσιος υπάλληλος έχει ρίξει απρόσεχτα το παλτό του με τα χρυσά κουμπιά σε μια άδεια καρέκλα, κι αν δεν υπήρχε το παλτό, ο καραφλός δεν θα ήξερε ότι εδώ κάθεται ένας που μια τέτοια μέρα εκείνη την ώρα θα έπρεπε προ πολλού να είναι σ’ ένα γραφείο. Ο δημόσιος υπάλληλος είναι αξύριστος, οι άκρες στο μουστάκι του είναι βρώμικες, δεν φοράει γραβάτα κι έχει πάλι μπροστά του ένα γεμάτο ποτηράκι σπίρτο, κοιτάζει απ’ το παράθυρο στον δρόμο έναν κόπρο να τρέχει γύρω γύρω και να προσπαθεί να πιάσει την ουρά του, κάποιες φορές γλιστράει το ζωντανό σε μια παγωμένη λακκούβα, παραπαίει για λίγο, στέκεται πάλι στα πόδια του κι αρχίζει εκ νέου το κυνήγι της δικής του ξεμαλλιασμένης άκρης. Ο καραφλός παραγγέλνει έναν μεζέ, μαριναρισμένη ρέγκα και μια μπίρα, και πίνει στην υγειά του. Δεν αποκλείει ότι εδώ αυτό το πρωί μπορεί να γίνει κι άλλη μια δουλειά.

[ 5 ]

30

Ε

ίναι αλήθεια, ξύπνησε, και υπάρχει αυτή η επόμενη ημέρα, κι αυτήν επίσης θα την περάσει καθισμένη στο σκαμνάκι. Η μάνα της μάζεψε προφανώς νύχτα ακόμα ή νωρίς το πρωί τις πιατέλες με το φαγητό, που ούτε που άγγιξε η πενθούσα. Ακούει κάποιον να κάνει κάτι στην κουζίνα, νερό να τρέχει, να σπρώχνει στην άκρη κάτι πάνω στο τραπέζι, ν’ ακούγονται βήματα πάνω στις σανίδες, πορσελάνη να τσουγκρίζει. Στο παιδικό δωμάτιο πάντως δεν υπάρχει τώρα πια τίποτα να κάνει. Δεν ήταν όπως φοβότανε χθες: ότι μες στον ύπνο της θα ξεχνούσε τι συνέβη και ότι η θύμηση θα έπεφτε πάλι πάνω της με το που θα ξυπνούσε με όλο της το βάρος. Όχι, σ’ όλη τη διάρκεια του ύπνου της ήξερε ότι το παιδί της δεν ζει πια, και με το που ξύπνησε ακόμα το θυμόταν, ο ύπνος δεν ήτανε ούτε περισσότερο


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 31

31

ούτε και λιγότερο βαρύς από το ξύπνημα, κι έτσι είχε γλιτώσει και δεν είχε δει γι’ άλλη μια φορά τη βιωμένη καθημερινότητα να καταρρέει. Όταν ισιώνει τώρα την πλάτη της και κάθεται πάλι στο σκαμνάκι, γίνεται ησυχία στην κουζίνα, λες και η μάνα της θέλει να κρυφακούσει τι κάνει η κόρη της, αφού κουνήθηκε. Γιατί άραγε τώρα ήτανε μες στο σπίτι της σαν να την κυνηγάνε; Στο σαλόνι το μικρό ρολόι χτυπάει με οξείς, μεταλλικούς χτύπους 6 η ώρα, ύστερα γίνεται πάλι απόλυτη ησυχία. Ο άντρας της, καθώς φαίνεται, ακόμα λείπει. Χθες, όταν γυρίσανε στο σπίτι απ’ την κηδεία κι αυτή κάθισε στο σκαμνί, είχε προσπαθήσει να τη σηκώσει πάλι, αλλά όταν δεν τα κατάφερε έφυγε απ’ το σπίτι τρέχοντας. Από τότε έχει να τον δει. Θα της συμβεί τώρα άραγε το ίδιο με τη μάνα της; Όταν μικρό κορίτσι προσπαθούσε να φανταστεί πού μπορεί να ήταν ο πατέρας της, αντί να είναι με την οικογένειά του, έβλεπε πάντα μπροστά της κάποιον που είχε κρεμαστεί. Ο μπαμπάς ίσως είναι στην Αμερική, είχε πει η μάνα της. Ή στη Γαλλία. Αλλά αυτή δεν την είχε πιστέψει. Η μάνα της για την απουσία του άντρα της πάντα μιλούσε σαν για κάτι οριστικό, μη αναστρέψιμο, ποτέ δεν είχε αφήσει να ξυπνήσει στην κόρη της η παραμικρή ελπίδα, ότι μπορεί να γύριζε σπίτι ή ότι μπορεί να ήταν κάπου εκεί κοντά, στην πόλη ας πούμε, με μια άλλη γυναίκα, με νέα παιδιά. Καμιά φορά τής φαινόταν ότι οι άνθρωποι, που τους έλεγε για πρώτη φορά τ’ όνομά της, χάνανε για μια στιγμή τα λόγια τους. Στην Αμερική, είχε πει η μάνα της, ή στη Γαλλία. Αλλά αυτή ποτέ δεν τον είχε δει τον πατέρα της με τα μάτια της ψυχής της ζωντανό, ούτε στην Αμερική, ούτε στη Γαλλία, ούτε κι εδώ κοντά, παρά πάντα μόνο σαν έναν άντρα που είχε κρεμαστεί, παραδείγματος χάριν – κι αν κάτι ήτανε κοντά, ήτανε το πολύ πολύ το δάσος, στο οποίο ίσως να είχε αιωρηθεί κρεμασμένος, πιθανόν να είχε περάσει κι αυτή κάνοντας περίπατο από το δέντρο στο οποίο εκείνος μπορεί να είχε στερεώσει το σκοινί.


32

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 32

Χρειάζεσαι κάτι, ρωτάει τώρα η μάνα. Από πίσω της μπαίνει μες στην κουζίνα ο ήλιος, γι’ αυτό η μάνα της φαίνεται σαν το περίγραμμα μιας σκιάς. Η κόρη κουνάει το κεφάλι της. Αυτή τη δεύτερη ημέρα που κάθεται, δεν μιλάει πολύ με τη μάνα της. Κανένας δεν την ξέρει τη μάνα της καλύτερα από κείνη, και κανένας δεν την ξέρει αυτήν καλύτερα απ’ τη μάνα της, έτσι δεν έχουνε πολλά να πούνε. Κάθεται και σκέφτεται ότι ένα κομμάτι της είναι τώρα στο χώμα κι αρχίζει να αποσυντίθεται, ύστερα κοιτάζει το δέρμα της, που είναι ακόμα στον αέρα και ζει. Μια φίλη της έρχεται επίσκεψη, φέρνει πάλι πιατέλες και λέει: Θα κάνεις δεύτερο παιδί, και τρίτο επίσης, και τέταρτο. Αυτή λέει, θα δούμε. Σε μια από τις πιατέλες που έφερε η φίλη της έχει αυγά, ξέρει ότι έτσι συνηθίζεται, αλλά δεν θέλει να τα φάει. Μια γειτόνισσα δεν χτυπάει καν την πόρτα, παρά πέφτει δυνατά πάνω στην πόρτα κλαίγοντας, ούτε καν τινάζει το χιόνι απ’ τα παπούτσια της, παρά πέφτει αμέσως με τα κλάματα στα πόδια εκείνης που κάθεται, δόξα να ’χει ο μοναδικός Κριτής, φωνάζει και σηκώνεται πάλι όρθια, κρεμιέται με λυγμούς κι απ’ τον λαιμό της μάνας της, αχ, γιατί, γιατί, κουνάει το κεφάλι της, ύστερα δεν λέει πάλι τίποτα, γιατί η φωνή της απ’ τα δυνατά τα κλάματα δεν της βγαίνει πια. Ο αμαξάς ο Σίμων έρχεται, κοντοστέκεται ακριβώς στην πόρτα στο χολ και λέει ότι λυπάται, φέρνει, λέει, λίγη σούπα, η γυναίκα του στέλνει χαιρετίσματα, δεν μπορεί, λέει, να εμφανιστεί η ίδια εδώ, επειδή είναι πολύ άρρωστη. Έρχεται μια άλλη φίλη της και λέει: Απ’ την αρχή σκεφτόμουν ότι ήτανε χλομό. Μια άλλη, που λέει: Γιατί δεν φωνάξατε έναν γιατρό πια; Ήταν όντως τόσο γρήγορο; Μια τρίτη: Τα μικρά δεν αντέχουνε, ποιος ξέρει τι έχει σκεφτεί ο Κύριος μες στην απέραντη τη μεγαλοσύνη Του! Μια τέταρτη: Καλά, πού είναι ο άντρας σου; Η γιαγιά έρχεται το βράδυ, κάθεται πλάι της στο πάτωμα, παίρνει τα πόδια της εγγονής της με τις κάλτσες στην ποδιά της και τα ζεσταίνει με τα χέρια της, μόνο τότε αυτή θα μπορέσει, για πρώτη φορά από


τότε που πέθανε το παιδί, να κλάψει. Την τρίτη ημέρα έρχεται πάλι ο ένας, ο άλλος και η άλλη. Σαν μπροστά σε βωμό πλησιάζουνε φίλοι και πρώην γείτονες από το γκέτο στο σκαμνί με την πενθούσα, της φέρνουνε φαγητά, την παρηγορούνε, ξέρουνε κι οι ίδιοι πώς είναι να χάνεις ένα παιδί, ή δεν το ξέρουνε, ουκ ολίγοι είναι μάλλον πολύ ευχαριστημένοι που χάθηκε μια, που μ’ έναν γκόι και τα λοιπά, αλλά αυτό δεν το λένε, παρά λένε, παραδείγματος χάριν: Το σημαντικότερο είναι ότι εσύ είσαι ζωντανή ακόμα. Όσο γι’ αυτήν δεν μπορεί, όσο έχει επισκέψεις, να κλαίει, την τρίτη ημέρα έχει ήδη κουραστεί πολύ που οι άλλοι εκπληρώνουνε το ιερό χρέος να της συμπαρασταθούνε, δεν ξέρει πώς να τ’ αντέξει, που ο θάνατος του παιδιού της δεν σταματάει και από ’δώ και πέρα δεν θα σταματήσει ποτέ πια και δεν θα μικρύνει ποτέ πια, αλλά γι’ αυτό δεν μιλάει με κανέναν από τους επισκέπτες. Το βράδυ της τρίτης ημέρας ξέρει ότι ο άντρας της, αφού δεν έχει γυρίσει μέχρι τώρα, δεν θα γυρίσει κιόλας. Ρωτάει τη μάνα της πώς είναι έτσι – χωρίς άντρα. Η μάνα της λέει: Δύσκολα. Μια φίλη της λέει: Θα δεις, το αργότερο αύριο θα είναι πάλι εδώ, σίγουρα θα έχει μεθύσει μόνο. Η γιαγιά της κάθεται πλάι της και της τραγουδάει ένα παιδικό τραγούδι. Άραγε τώρα ο χρόνος που ήτανε μεγάλη γυναίκα πέρασε πια; Γυρίζει απλώς ο χρόνος, όταν έχει χάσει τον δρόμο προς τα εμπρός, και πάει πάλι προς τα πίσω; Την τέταρτη ημέρα το ίδιο της το πένθος τής είναι ξένο, και σκέφτεται ότι ίσως δεν έχει καμία διαφορά αν κάποιο πλάσμα είναι μπροστά ή πίσω απ’ το σύνορο. Την πέμπτη ημέρα η μάνα της λέει, πρέπει να σκεφτούμε τώρα τι θα γίνει. Την έκτη ημέρα χτυπάει το ρολόι με οξύ, μεταλλικό ήχο όλες τις ώρες που έχει μία ημέρα. Μήπως ήτανε τώρα όντως η ώρα να ψάξει για τον πατέρα της, άμα δεν είχε κρεμαστεί; Το πρωί της έβδομης ημέρας τη βοηθάει η μάνα της να σηκωθεί και την πηγαίνει στο τραπέζι στην κουζίνα. Μόνο όταν η κόρη της έχει κάτσει εκεί, της λέει: Πρέπει να κάνουμε οικονομία τώρα. Αυτή την έ-

3 – Η συντέλεια του κόσμου

33

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 33


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 34

βδομη ημέρα τής κάνει της κόρης για πρώτη φορά εντύπωση ότι και η ίδια κόρη είναι, μια κόρη μάλιστα που έμεινε ζωντανή, που στη ζωή της μόλις τώρα, με μια μικρή καθυστέρηση δεκαεπτά χρόνων, ατύχησε. Πότε θ’ αποδειχτεί ότι μια ευχή δεν θα εκπληρωθεί, αυτό κανένας δεν μπορεί να το προβλέψει. Η μάνα της κάθεται πλάι της, πιάνει τα χέρια της και λέει: Τον πατέρα σου τον σκοτώσανε οι Πολωνοί.

[ 6 ]

34

Ξ

έρει τώρα πού θα βρει το πρακτορείο, ο καραφλός τού έδωσε τη διεύθυνση. Όταν βγαίνει στον δρόμο, σκέφτεται ότι και ενός συναδέλφου του του πέθανε πρόωρα το πρώτο το παιδί. Λίγο μετά τον θάνατο εκείνου του παιδιού ο συνάδελφός του τον είχε ρωτήσει μια φορά αν ήθελε να δει τον τάφο. Ναι, είχε πει αυτός, αν και στην πραγματικότητα δεν ήθελε να τον δει, κι έτσι ένα μεσημέρι πήγανε περίπατο στο νεκροταφείο. Αριστερά στη μάντρα ο συνάδελφός του του έδειξε σε μια σιδερένια πλάκα τ’ όνομα του παιδιού, τον λόφο του τάφου μπροστά της και το πέτρινο πλαίσιο με το μικρό κιγκλίδωμα. Ούτε καν ενάμιση χρόνο αργότερα εκείνος ο συνάδελφος έγινε γι’ άλλη μια φορά πατέρας, στο νεογέννητο στη βάφτισή του δώσανε για δεύτερο όνομα το μικρό όνομα του πεθαμένου παιδιού. Μπαίνει στην τράπεζα, για να σηκώσει το απαραίτητο ποσό για το ταξίδι. Τα 20 δολάρια που, όπως του είπε ο καραφλός, χρειάζεται για την είσοδο στη χώρα τα παίρνει στο ανταλλακτήριο ακριβώς δίπλα. Του έρχεται στο νου πώς γελούσε πάντα η γυναίκα του, όταν της παρίστανε πώς ήταν εκείνη όταν κοιμόταν. ξανά και ξανά γελούσανε με τα ίδια αστεία, ξανά και ξανά με το τίποτα σχεδόν, κι η πεθερά του, όταν ήτανε παρούσα, σπάνια καταλάβαινε τι γινότανε και κουνούσε απλώς τους ώμους της. Από τις σιδηροτροχιές που μέχρι τώρα επέβλεπε θα φύγει


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 35

Πηγαίνοντας στον σταθμό βλέπει στην άλλη πλευρά του δρόμου το σπίτι του και κοντοστέκεται για λίγο. Εκεί επάνω γίνεται ό,τι μέχρι τώρα λεγότανε ζωή του, μόνο τον δρόμο θα χρειαζότανε να διασχίσει, μόνο τη σκάλα ν’ ανέβει, ύστερα θα ήτανε πάλι εκεί που ανήκει: πλάι στη γυναίκα του. Μέχρι εδώ ακούει να φτάνουνε φωνές και κλάματα από μέσα. Η φωνή της γυναίκας του δεν είναι, γι’ αυτό είναι σίγουρος, κι αν δεν απατάται, ούτε της πεθεράς του. Ποιος κλαίει τότε εκεί για το δικό του το παιδί; Η πόρτα ανοίγει και μια, που δεν την ξέρει, βγαίνει τρέχοντας απ’ το σπίτι, με ίσια παπούτσια, το παλτό κουμπωμένο μέχρι πάνω, τα μαλλιά καλυμμένα, σκουπίζει καθώς περπατάει τα δάκρυα απ’ το πρόσωπό της, δεν έχει προσέξει τον άντρα στην άλλη πλευρά του δρόμου, και να τον είχε προσέξει, δεν θα είχε ιδέα γιατί στέκεται εκεί – πριν ακόμα φτάσει στην επόμενη γωνία εκείνη, κανένας δεν θα καταλαβαίνει πια ότι έκλαιγε. Όταν στρίβει, έρχεται προς το μέρος της ένας γέρος, παρά τρίχα την αποφεύγει, στα χέρια κρατάει μια γαβάθα. Ο γέρος γνέφει στη γυναίκα, συνεχίζει ύστερα να προχωράει

35

τώρα όπου να ’ναι το τρένο του, 1 ώρα και 20 λεπτά διαρκεί εκείνο το τμήμα, όχι πιο πολύ, ελάχιστη είναι η διαδρομή για την οποία ήταν υπεύθυνος μέχρι τώρα, σε σχέση μ’ ολόκληρο το ταξίδι που ’χει μπροστά του τώρα. Όταν την αγκάλιαζε τη γυναίκα του, το στήθος της ταίριαζε ακριβώς στο κοίλωμα των πλευρών του. Κάποιες φορές στέκονταν απλώς έτσι κι ήταν ευτυχισμένοι, κάποιες φορές κάνανε μαζί γκριμάτσες στον καθρέφτη, μια φορά τής είχε βάλει μες στ’ αυτί τις άκρες απ’ το μουστάκι του, μια άλλη φορά είχε τρίψει τη μύτη του στη μύτη της. Διά ξηράς πάει στη Βρέμη, κι εκεί, έτσι του το είχε εξηγήσει ο καραφλός, επιβιβάζεται στο καράβι, το καράβι το λένε Σπεράντσα. Ύστερα αναρωτιόντουσαν αν κι άλλοι άνθρωποι έκαναν τέτοια πράγματα όταν ήτανε μόνοι τους.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 36

αργά μέχρι το σπίτι και σπρώχνει την πόρτα με τον ώμο του ν’ ανοίξει, για να μη χυθεί απ’ το χείλος ό,τι είναι μέσα στη γαβάθα, σούπα ίσως, που θέλει να τη φέρει στην πενθούσα. Εκείνος, ο παθών πρώτου βαθμού, μια πετριά μακριά, βλέπει την καμπουριασμένη ράχη του γέρου και ξέρει ότι είναι ο Σίμων ο αμαξάς από την εβραϊκή συνοικία, που άλλες φορές κουβαλάει πριονίδια, μπάζα και γάλα, συχνά τον έβλεπε, και έτσι από πίσω, καθισμένο στη θέση του στην άμαξα. Όλοι οι άνθρωποι εδώ φαίνονται να ξέρουνε ποιο είναι το χρέος τους, μόνο του λόγου του αναρωτιέται τι να κάνει. Η μάνα του, αν ζούσε ακόμα, θα προσευχότανε τώρα μαζί του με το ροζάριο, αυτός θα καθότανε πλάι στο μικρό φέρετρο μες στην κάμαρα και θα ήτανε ο πατέρας του πεθαμένου παιδιού. Δείχνει δειλία άμα εγκαταλείπει κανείς την ίδια του τη ζωή, ή χαρακτήρα άμα έχει τη δύναμη ν’ αρχίσει πάλι απ’ την αρχή;

[ 7 ]

Τ

ερώτημα αν το παιδικό δωμάτιο από τώρα και στο εξής πρέπει να μείνει για πάντα κλειστό δεν το θέτει στον εαυτό της, γιατί είναι ολοφάνερο ότι πρέπει να το παρατήσει το σπίτι, συνολικά. Η μοναδική δυνατότητα που της μένει είναι αυτή, να πάει πάλι στης μάνας της. Εκείνης δεν της άρεσε που ο άντρας της ακόμα και χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών του πήρε για γυναίκα του αυτήν, μια Εβραία; Εκείνης δεν της άρεσε κιόλας που το πάθος του γι’ αυτήν τον παρέσυρε τόσο πολύ, που ξέχασε την καταγωγή του; Αυτή τη φορά είναι όντως του λόγου της αυτό που τον παρασύρει να φύγει, τώρα την αφήνει μόνη της χωρίς τη συγκατάθεσή της. ξέρει ότι η απουσία του θα είναι μόνο όσο μεγάλη είν’ η αγάπη του γι’ αυτήν και το παιδί, στη γραμμή του θανάτου καθρεφτίζεται τώρα, κατά βάθος, μόνο ό,τι τον δένει μαζί της.

36

ο


Κοριτσάκι μου, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι με σένα πλήρωσε τα χρέη του. Με μένα πλήρωσε και το ότι δεν πήρε προαγωγή: Αιώνια θα είχε μείνει για μένα στην ενδέκατη μισθολογική βαθμίδα. Αιώνια δεν ήταν πάντως. Για το παιδί έγινε. Νομίζεις. Απλώς πρωτύτερα δεν του ήτανε ξεκάθαρο ότι δεν έκανε χάρη στον εαυτό του με τον γάμο. Αχ, κι αυτό πρέπει να με παρηγορήσει; Ναι. Τώρα θέλεις δηλαδή να μου πάρεις και τον καιρό που ήμουν ευτυχισμένη. Εγώ θέλω μόνο να σου πω ότι δεν είχες τόσα πολλά όσα πιστεύεις τώρα ότι χάνεις. Θέλεις να πεις ότι, αν μπορούσα να το δω έτσι, θα μου ήτανε πιο εύκολο; Το ελπίζω. Τότε θα έβαζα πάλι απλώς την ποδιά και θα θυμόμουνα πόσο ζυγίζει μία ρέγκα σε σύγκριση με τρία μήλα. Με τη ρέγκα και τα μήλα ξέρει κανείς τουλάχιστον με τι έχει να κάνει. Φαίνεται ότι πάει πολύς καιρός πια από τότε που αγάπησες εσύ. Το ξέρεις ότι γίνεσαι άδικη τώρα. Δεν θέλω να μιλήσω άλλο. Πάντα έλεγε ότι με την ένωση δύο ανθρώπων είναι σαν να περνάς ένα σύνορο που δεν πέρασες ποτέ με κάποιον άλλον, ν’ αφήνεις πίσω σου τον κόσμο, και από ’κεί και πέρα να μοιράζεσαι τα πάντα με τον άλλον. Τώρα βλέπει ότι το σύνορο είναι κινητό και σε τέτοιους καιρούς, όπως είναι αυτοί τώρα παραδείγματος χάριν, μετατοπίζεται. Χωρίς να το καταλάβει το σύνορο γλίστρησε προς τα μέσα και τον χωρίζει τώρα πάλι απ’

37

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 37


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 38

αυτήν. Πρωτύτερα αυτή ήταν η ελευθερία του, τώρα την ελευθερία του εκείνος την ψάχνει κάπου αλλού.

[ 8 ]

Μ

να ήξερε μόνο πού μπορεί να βρει τον θάνατο, έναν εύκολο εύχεται, τώρα, αφού καιρό πια είναι ξαπλωμένος και τον περιμένει. Τόσο ελαφρύς σαν ασπασμός. Τόσο ελαφρύς σαν να βγάζεις μία τρίχα από το γάλα. Μια γειτόνισσα, χωρίς να το ζητήσει αυτός, του είπε ότι το βρέφος έπαθε ασφυξία. Η ασφυξία, έτσι λέει στο Ταλμούδ, είναι ο σκληρότερος από τους εννιακόσιους τρεις θανάτους. Η ασφυξία είναι σαν αγκαθωτός θάμνος που έχει πιαστεί σε μαλλί, τον οποίο ξεριζώνεις με όλη σου τη δύναμη και τον ρίχνεις πίσω σου. Σαν χοντρό σκοινί που το περνάς μέσα από ένα πολύ στενό άνοιγμα. Να βρίσκεις, όλο να βρίσκεις, του ευχήθηκε ο φίλος του στον γάμο, πενήντα δύο χρόνια πριν, κι έτσι το να βρίσκει κρατάει μέχρι σήμερα – να βρίσκει τη σοφία στην Τορά, να βρίσκει μια καλή γυναίκα, να βρίσκει μια ειρηνική ζωή μέχρι την τελευταία φτυαριά χώμα που ρίχνεται πάνω στο πτώμα, να βρίσκει έναν θάνατο, που είναι ελαφρύς σαν ασπασμός, σαν τον ασπασμό με τον οποίο ο Κύριος έδωσε ζωή στον Αδάμ, αναπνοή τού φύσηξε μέσ’ απ’ τη μύτη, και την αναπνοή, αν έχει τύχη κανείς, την αποχαιρετά μια μέρα γλυκά κι εύκολα πάλι μ’ έναν ασπασμό. Να βρίσκεις όμως, σκέφτεται τώρα, όταν θέλεις να κάνεις την ανάγκη σου, κι ένα αποχωρητήριο, και μειδιά με το γέρικο, ξεδοντιάρικο μειδίαμά του. Πρέπει να πάω, φωνάζει προς τα έξω, γιατί χωρίς τη βοήθεια της γυναίκας που ήτανε νύφη πλάι του, όταν ο φίλος του του ευχήθηκε ευτυχία με τις λέξεις Να βρίσκεις, πενήντα δύο χρόνια πριν, δεν μπορεί πια να σηκωθεί. 38

ακάρι


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 39

[ 9 ]

Γ

είναι τα νερά, γκρίζα, κι αυτός βγάζει τα συκώτια του, για ποιον βγάζει αλήθεια τα συκώτια του κανείς, όταν βγάζει τα συκώτια του, σκέφτεται, όταν σηκώνει λίγο το κεφάλι, αλλά ύστερα είναι πάλι τόσο άσχημα, τόσο άσχημα, όπως δεν ήτανε ποτέ σ’ όλη του τη ζωή. Η γυναίκα του του είχε πει μια φορά ότι όταν ήτανε παιδί για πολύ καιρό ήταν πεπεισμένη ότι ο κόσμος είναι επίπεδος σαν τηγανίτα, και ότι ειδικά εκείνη, όπως κι οι άλλοι κάτοικοι της συνοριακής πόλης, ήτανε περιχυμένη στην πιο εξωτερική άκρη αυτής της τηγανίτας, ένας κόκκος ζάχαρης. Όποτε χανότανε στα περίχωρα της μικρής πόλης, ο μοναδικός της φόβος ήτανε ότι πλησίαζε πολύ κοντά στα σύνορα και ότι ξαφνικά θα έπεφτε απ’ την άκρη. Ο κόκκος μου ζάχαρης. Όμως ο ορίζοντάς της, όπως έμαθε αργότερα στο σχολείο, δεν ήτανε τίποτ’ άλλο παρά μια νοητή γραμμή, που διαπερνούσε τη Ρωσία. Όσο έμενε σ’ ένα σημείο κανείς, ήτανε πράγματι δύσκολο να το καταλάβει, ακόμα και γι’ αυτόν, τον νεαρό δημόσιο υπάλληλο, που μάλιστα λόγω επαγγέλματος έπρεπε να φροντίζει τον σιδηρόδρομο, πάει να πει δηλαδή τη μετακίνηση της ανθρωπότητας. Ουσιαστικά μόλις εδώ, σ’ αυτό το κλυδωνιζόμενο καράβι, του γίνεται βαθιά μέσα του σαφές τι σημαίνει το ότι η Γη είναι μια σφαίρα. Όχι μόνο που τον έχει πιάσει ίλιγγος από τη στρογγυλάδα της, που κάνει κύκλους γύρω της κι οι κύκλοι δεν σταματάνε, αλλά και που ο ορίζοντας συγχρόνως μπροστά σ’ αυτόν, που είναι σε κίνηση, τραβιέται όλο και πιο πέρα, λες και το κλυδωνιζόμενο καράβι μένει επίτηδες στη θέση του, για να είναι αυτός, ο ταξιδιώτης, πάντα το ίδιο μακριά απ’ τον προορισμό του, σαν να τρέχει το τέρμα να ξεφύγει απ’ αυτόν που τρέχει να ξεφύγει, κι ενώ αυτός κινείται, σαν να εκμηδενίζει πάλι πάραυτα την κίνησή του. Τα νερά είναι γκρίζα, κι αυτός είναι πολύ άσχημα, όσο άσχημα είναι και κάποιοι άλλοι που είναι πλάι του και

39

κρίζα


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 40

βγάζουνε τα συκώτια τους κι εκείνοι. Ο άνεμος φυσάει από την κατεύθυνση που πηγαίνει το καράβι, σηκώνει την ουρά του αυτοκρατορικού και βασιλικού παλτού, και αυτουνού, που μέχρι πρότινος ήταν δημόσιος υπάλληλος εφ’ όρου ζωής, του παγώνει την πλάτη – ενώ του λόγου του, σκυμμένος πάνω από την πίσω κουπαστή, αφήνει κληρονομιά στην πατρίδα του, για να την αποχαιρετήσει, όλα όσα τον τάισε εκείνη. Ύστερα από δυο τρεις μέρες καταλαγιάζει η ναυτία, λέει κάποιος πίσω του, είναι ο κύριος με τον οποίον μοιράζεται την καμπίνα δεύτερης θέσης, ένας Ελβετός, που εκείνη τη στιγμή κάνει περίπατο στο κατάστρωμα και του δίνει, όταν βλέπει ότι υπάρχει ανάγκη, ένα μαντίλι, μετά περνάει. Ο κύριος είναι προφανώς συνηθισμένος στα ταξίδια, συγκρατεί τα μαλλιά του στον αέρα και βγάζει τώρα ένα μήλο, εκείνου, αντιθέτως, ο καθαρός αέρας τού ανοίγει την όρεξη, λέει, δαγκώνει και προσφέρει και στον νεαρό άντρα ένα μήλο, όχι ευχαριστώ, λέει αυτός και γυρίζει πάλι στη θάλασσα, καταλαβαίνω, λέει ο κάτοχος του μήλου και πετάει το δεύτερο στρογγυλό πράγμα από τη γαλαρία κάτω στους ταξιδιώτες της τελευταίας θέσης, κάτω στο αμπάρι, αυτοί σίγουρα θα πεινάνε, φυσικά χωρίς πρόσβαση σε δική τους κουπαστή, για να μπορούν, όταν είναι άσχημα, να βγάζουνε τα συκώτια τους.

[ 10 ]

40

Κ

ι αυτή; Αυτή ζυγίζει περίπου τρία χρόνια ρέγκες και μήλα, δίνει ψωμί, γάλα και σπίρτα πάνω απ’ τον πάγκο. Δεν μπορείς να κοιτάς τους ανθρώπους τόση ώρα καταπρόσωπο. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να δω. Δεν ’ναι σωστό. Αυτό το κάνουν μόνο τα παιδιά. Δεν έχει παραπονεθεί κανένας. Η Γκμόρα έρχεται πιο σπάνια, κι ο Φάιτελ επίσης.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 41

41

Κρατάς λογαριασμό, δηλαδή. Όχι, αλλά τους νιώθω τους πελάτες. Κι εγώ δηλαδή όχι. Κατά βάση, ναι. Μπορώ και να μην το κάνω. Έλα τώρα, μην προσβάλλεσαι πάντα τόσο γρήγορα. Δεν προσβάλλομαι, αλλά, αν η βοήθειά μου εδώ δεν είναι επιθυμητή, μπορώ και να φύγω. Αχ, ναι, και πού θα πας; Η κόρη σωπαίνει. Δεν το εννοούσα έτσι, και το ξέρεις. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τα αυγά τα παίρνανε παλιά από τη Γιοχάνα Ζαβίτσκι, εν τω μεταξύ όμως αποδείχτηκε ότι του Κάρελ είναι πιο φρέσκα. Η τιμή της κηροζίνης για τις λάμπες έχει πέσει, γιατί το πετρέλαιο της Γαλικίας δεν πωλείται όσο γρήγορα χαλάει όταν βγαίνει στο φως. Για τη ρέγκα και τ’ αγγούρια τουρσί μαζί κάνουνε στους πελάτες τους καλύτερη τιμή απ’ τον Λεβί. Την ώρα που κάθεσαι, όταν δεν είναι κανείς εδώ, θα μπορούσες να σφουγγαρίζεις. Παραδείγματος χάριν. Ναι, ναι. Κορίτσι μου, αυτό εδώ είναι και δικό σου μαγαζί, έχεις μεγαλώσει. Δεν το διάλεξα εγώ. Α, τώρα φταίω εγώ, δηλαδή. Τότε γιατί μάθαινα στο σχολείο τον Γκαίτε απέξω; Να χαίρεσαι που πήγες έστω και σχολείο. Τώρα ό,τι πουλούσε πάντα στην κόρη της η εμπόρισσα για αλήθεια έχει αποκτήσει όντως ζωή. Τώρα είναι η κόρη στη θέση της η παρατημένη σύζυγος, κι αντί γι’ αυτό εκείνη ό,τι ήταν πάντα, ακόμα κι αν το απέκρυπτε: μια χήρα.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 42

[ 11 ]

42

Η

Γκμόρα έρχεται πιο σπάνια, κι ο Φάιτελ επίσης, μπορεί να είναι κι έτσι. Αντί γι’ αυτό όμως τώρα τελευταία έρχεται καθημερινά –ακριβώς τότε που η μάνα της πηγαίνει να πάρει τ’ αυγά και το γάλα απ’ τους αγρότες– ο αξιωματικός, για ν’ αγοράσει σπίρτα. Εκείνος μπορεί ύστερα να πει ότι του αρέσουνε τα μαλλιά της όπως τα χτενίζει, κι αυτή μπορεί να τον ρωτήσει αν στα γυμνάσια πυροβολούν με αληθινές σφαίρες. Ή να πει εκείνος ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα βρέξει σήμερα που θα κάνουνε ασκήσεις, κι αυτή να πει, δεν θα λιώνατε κιόλας, και να γελάσει, κι εκείνος να πει ότι έχει ωραίο γέλιο. Και μια φορά, όταν του δίνει τα σπίρτα πάνω απ’ τον πάγκο, εκείνος έχει ξαφνικά βγάλει το άσπρο δερμάτινο γάντι πριν πάρει το κουτί, αγγίζει για λίγο το χέρι της και λέει σιγανά: Έχω ανάψει, κι αυτή λέει: Ένα γρόσι, όπως πάντα, επειδή πιστεύει ότι έχει παρακούσει. Την επόμενη φορά μπορεί να μην πει κάτι ιδιαίτερο εκείνος και να συνεχίσει να φοράει το γάντι, επειδή η μάνα της στέκεται πλάι της, γιατί την Κυριακή οι αγρότες, απ’ τους οποίους η μάνα της άλλες φορές πάει να πάρει αυγά και γάλα, είναι στην εκκλησία. Αλλά ύστερα, την αρχή της επόμενης εβδομάδας, όταν στέκεται πάλι μόνη της πίσω απ’ τον πάγκο, της σπρώχνει βουβά εκείνος, ενώ την κοιτάζει, μαζί με το κέρμα κι ένα χαρτάκι, που αυτή όμως μόνο αφού φεύγει εκείνος το ξεδιπλώνει και το διαβάζει. Άλλο τίποτα δεν γράφει το χαρτάκι παρά: μια οδό, έναν αριθμό, μια μέρα και μια ώρα. Μάλιστα, σκέφτεται, και σκέφτεται επίσης ότι άρα όντως δεν έκανε λάθος. Κι αργότερα, το βράδυ, όταν είναι ξαπλωμένη μόνη της στο κρεβάτι, στο οποίο ξάπλωνε κι όταν ήτανε κορίτσι και στο οποίο επέστρεψε μετά τον θάνατο του παιδιού της για να κοιμάται εκεί μέχρι που να γεράσει, και μάλιστα μια μέρα, ίσως, ποιος ξέρει, να πεθάνει σ’ αυτό, αργότερα, το βράδυ, όταν το βράδυ κατά βάθος θέλει να γίνει νύχτα, ουσιαστικά


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 43

Ναι, και γιατί όχι; Ο άντρας της έχει φύγει, το παιδί δεν υπάρχει πια, και στη μάνα της δεν χρειάζεται στο κάτω κάτω να το πει. Θέλει. Την πιάνει, όταν σκέφτεται το ζεστό, ξηρό, σχεδόν άγριο χέρι του αξιωματικού, ίλιγγος απ’ την επιθυμία. Η επιθυμία της διακλαδώνεται μέχρι τις άκρες του σώματός της, μέχρι τις φάλαγγες στα δάχτυλα των χεριών της, στα δάχτυλα των ποδιών της, μέχρι ανάμεσα στα πόδια της την πιάνει ίλιγγος. Έτσι είναι λοιπόν όταν ο πειρασμός παύει να είναι μόνο μια λέξη, και μπαίνει μέσα σε μια ζωή, όταν μπαίνει κάτω απ’ τη φούστα μιας τυχαίας γυναίκας και διαπερνώντας το θνητό της σώμα μένει ξαφνικά εκεί μ’ όλη τη δύναμή του. Εξαιρετικός είναι εκείνος που μπαίνει σε πειρασμό, διότι μόνο εκείνος έχει την ευκαιρία να αντισταθεί, έτσι της το ’χε εξηγήσει ο παππούς της μια φορά πριν από χρόνια, όταν αυτή, έφηβη εν τω μεταξύ, καθότανε πάλι μια φορά στο σκαμνάκι, ενώ η μάνα της με τ’ άλογο και την άμαξα όργωνε την επαρχία για ν’ αγοράσει προϊόντα. Και τι κερδίζει κανείς με αυτό, που συγκρατιέται; Το ότι αντιστέκεται, σ’ αυτό έγκειται η αμοιβή. Αυτό δηλαδή πάει να πει ότι πληρώνω εγώ τον εαυτό μου. Μόνο όταν αντιστέκεσαι. Όταν αντιστέκομαι. Ο Κύριος θέλει να αποδειχτείς αντάξιά του. Παραπάνω δεν θέλει; Παραπάνω δεν θέλει. Τότε έχει να κάνει μόνο με μένα; Με σένα, ως μέρος του όλου. Τότε στην πραγματικότητα εγώ είμαι οι εξετάσεις του. Τι εννοείς;

43

δεν ξέρει για ποιο λόγο να μην πάει τη δεδομένη ώρα εκεί που θα την περιμένει ο αξιωματικός.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 44

Αν δεν αντισταθώ εγώ, σημαίνει ότι εκείνος έκανε άσχημη δουλειά. Όταν ο παππούς της γελούσε, αυτή μπορούσε να δει μες στο στόμα του, κι έβλεπε πόσο λίγα δόντια είχε πια. Αυτό θα ήταν πράγματι για κλάματα, αν Εκείνος, που κρατάει το νερό στη θάλασσα σαν μέσα σ’ έναν ασκό, ήθελε να δώσει εξετάσεις σ’ ένα νεαρό πλάσμα σαν κι εσένα. Μα τότε για τι άλλο χρειάζεται τη δική μου την απάρνηση; Τότε τα πόδια της ήταν τόσο μακριά, που, ενώ καθόταν στο σκαμνάκι, μπορούσε να στηρίζει χωρίς κόπο το σαγόνι στα γόνατά της. Λόγω του γάμου της με τον γκόι, ο παππούς της την είχε ξενυχτήσει τότε για νεκρή, είχε καθίσει σιβά* λες και είχε πεθάνει. Από τότε μέχρι τον θάνατό του, πριν από ενάμιση χρόνο, δεν τον είχε ξαναδεί. Ο παππούς της την είχε απορρίψει, αλλά μετά την απόρριψη από κείνον η ζωή της είχε συνεχιστεί, και κρατούσε μέχρι σήμερα. Ποιοι νόμοι όμως ίσχυαν από τότε και μετά γι’ αυτή τη ζωή, που για κείνον δεν ήτανε πια ζωή, κανέναν δεν μπορούσε να ρωτήσει. Η ζωή από τότε και μετά ήταν απλώς και μόνο η ζωή.

[ 12 ]

Μ

44

φορά πρέπει να φορέσουνε σωσίβια γιλέκα, επειδή το καράβι περνάει μέσα από πυκνή ομίχλη κι υπάρχει ο κίνδυνος να συγκρουστεί με κάποιο άλλο, μια φορά έχει τέτοια φουρτούνα, που μια γριά γυναίκα τραβάει και κόβει το μενταγιόν της απ’ την αλυσίδα στον λαιμό της και με προσευχές πέφτει στη θάλασσα, για να συμφιλιώσει τον Κύριο και Θεό με το καράβι, μια φορά ακούνε σ’ ένα από τα κάτω καταστρώματα κάποιον να ια

* Κατά την εβραϊκή παράδοση, περίοδος πένθους επτά ημερών που ακολουθεί την κηδεία. (Σ.τ.Μ.)


παίζει βιολί, ένα κομμάτι από την οπερέτα «Η νυχτερίδα», αλλά ο πρώην δημόσιος υπάλληλος δεν ξέρει τη μουσική, αν και έχει σπουδάσει στη Βιέννη. Αν τώρα πέθαινε αυτός απ’ τη ναυτία που δεν έλεγε να τελειώσει, ποιος θα έπαιρνε μετά το ρολόι τσέπης και το παλτό του με τα χρυσά κουμπιά; Ο συνταξιδιώτης κύριος δείχνει σ’ ένα αγόρι από την Πολωνία μία μπανάνα και εξηγεί πώς καθαρίζεται ένα τέτοιο πράγμα. Τη μικρή μαύρη κορυφή της μπανάνας τη δαγκώνει ο ίδιος ο κύριος και τη φτύνει στη θάλασσα. Το παιδί όμως δεν θέλει να πάρει την μπανάνα. Ούτε ύστερα από δύο, ούτε ύστερα από τρεις, ούτε ύστερα από τέσσερις ημέρες δεν του περνάει η ναυτία του νεαρού άντρα. Μόνο ύστερα από δωδεκάμισι ατελείωτες ημέρες βλέπει ένα πρωί, ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπων που ξαφνικά στριμώχνονται στο κατάστρωμα, το Άγαλμα της Ελευθερίας, κι αυτό είναι πολύ καλύτερο από το να μην το δει ποτέ του. Ο κύριος του είχε μιλήσει καθ’ οδόν για έναν Γερμανό καπετάνιο που το καράβι του ήτανε τόσο άθλιο, που, αντί να τολμήσει τη διαδρομή απ’ τον ωκεανό, είχε πλεύσει πέρα δώθε με τους επιβάτες του μόνο μέχρι τις ακτές της Σκοτίας, τόσο μακριά απ’ τη στεριά, που εκείνοι δεν βλέπανε το νησί. Ύστερα από εννιά ημέρες είχε αποβιβάσει τους μετανάστες σ’ ένα μικρό λιμάνι στη στεριά, με την υπόδειξη ότι ήτανε η Αμερική. Εδώ όπως κι εκεί μιλούσανε αγγλικά, μια γλώσσα που κανένας από τους αφιχθέντες δεν καταλάβαινε, κι οι άντρες τριγυρνούσανε με φούστες, όπως ήτανε μάλλον η τελευταία μόδα στη Νέα Υόρκη – γι’ αυτό κράτησε σχεδόν μια εβδομάδα μέχρι να καταλάβει κι ο τελευταίος μετανάστης ότι βρισκότανε ακόμα στην Ευρώπη. Τότε όμως ο άθλιος ο καπετάνιος είχε προ πολλού εξαφανιστεί μαζί με τα λεφτά για τη μετάβαση στον Νέο Κόσμο. Τώρα άντρες, γυναίκες και παιδιά κλαίνε απ’ τη συγκίνηση και δείχνουνε ο ένας στον άλλον τη γιγάντια γυναικεία μορφή, κάποιοι αγκαλιάζουνε τον πρώτο τυχόντα που στέκεται πλάι τους, τον Αυστριακό μια ηλικιωμένη κυρία θέλει να τον σφίξει

45

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 45


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 46

στην αγκαλιά της, αλλά εκείνος το αποφεύγει. Αυτός στον πατέρα του πριν την αναχώρηση έγραψε μόνο μία κάρτα, τι συμμαχία να κάνει τώρα με την ανθρωπότητα; Ίσως είναι λοιπόν απλώς ένας ψυχρός άνθρωπος, σκέφτεται για πρώτη φορά για τον εαυτό του κι αναρωτιέται αν η άφιξη στα ξένα φτιάχνει από έναν άνθρωπο, γρήγορα κιόλας, έναν άλλον μέσα στο ίδιο δέρμα. Ένα παιδί δείχνει το άγαλμα και ρωτάει: Ποια είναι αυτή; Κι αυτός λέει: Ο Κολόμβος.

[ 13 ]

Τ

σπίτι στο οποίο μπαίνει δεν φαίνεται διαφορετικό από τ’ άλλα σπίτια. Είναι Τετάρτη απόγευμα, στην πόρτα της εισόδου πέφτει ακόμα ήλιος, στη μάνα της είπε ότι θα πάει επίσκεψη σε μία φίλη της. Καθυστέρησε πέντε λεπτά, για να είναι απολύτως σίγουρη ότι δεν θα φτάσει πριν από εκείνον. Πριν ακόμα προλάβει να χτυπήσει, εκείνος ανοίγει την πόρτα, άκουσε τα βήματά της στη σκάλα. Την τραβάει μέσα και το τράβηγμα το μεταμορφώνει αμέσως σε αγκάλιασμα, μετά έρχεται το φιλί, μετά αυτή αγγίζει με τη γλώσσα της τα δόντια του, μετά προσέχει πώς το σάλιο του υγραίνει την άκρη του στόματός της, μετά τον σπρώχνει, μετά εκείνος την κρατάει σφιχτά, πιέζει τον πήχη του στο στόμα της, κι αυτή τον δαγκώνει, γιατί δεν ξέρει τι άλλο να κάνει με τον πήχη του, κι εκείνος λέει: Αχ, αυτή δαγκώνει πιο δυνατά, κι εκείνος λέει πάλι: Αχ, κι αυτή την πιάνει όρεξη να τον δαγκώσει μέχρι το κόκαλό του, τότε τη σπρώχνει εκείνος και την αρπάζει πάλι και τη γυρίζει, έτσι που να μπορεί να ξεκουμπώσει το φουστάνι της, που είναι κλειστό πίσω με μια μεγάλη σειρά κόπιτσες, και τον κορσέ της επίσης, εν τω μεταξύ αυτή σκύβει το κεφάλι της και βγάζει τις φουρκέτες απ’ τα μαλλιά της, και η ελεγχόμενη, σιωπηλή ενασχόληση και των δυο τους είναι η προετοιμασία για κάτι που, όπως έχει

46

ο


συμφωνηθεί, ούτε ελεγχόμενο θα είναι ούτε σιωπηλό. Το δωμάτιο στο οποίο την προσκάλεσε είναι μικρό κι επιπλωμένο, η κουρτίνα ξεθωριασμένη, απ’ τη γαβάθα με το νερό, που είναι πάνω στη σιφονιέρα, έχει ξεφλουδίσει ήδη το εμαγιέ, αλλά αυτή δεν το βλέπει, αλλά βλέπει ότι το εφαρμοστό παντελόνι του αξιωματικού φουσκώνει ξεκάθαρα πάνω απ’ τον καβάλο, χαϊδεύει με το χέρι της το φούσκωμα και απορεί που της επιτρέπεται να το κάνει αυτό, και που επίσης ξέρει ότι της επιτρέπεται να το κάνει αυτό. Κάποια πράγματα αυτό το απόγευμα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι ήταν με τον άντρα της, το μόριο του αξιωματικού έχει μια κλίση προς τα πάνω αντί για προς τα κάτω όταν είναι ερεθισμένος, εκείνος γλείφει τα στήθη της, κάτι που ο άντρας της ποτέ δεν έκανε, και χτυπάει, όταν εκείνη είναι πάνω του, με την παλάμη του τον πισινό της, κι ακούγεται ένα πλατάγισμα. Γι’ αυτήν, αυτό το απόγευμα κάθε στιγμή είναι πολύ αργά για να φύγει πάλι. Όταν όμως οι δύο ώρες, για τις οποίες νοίκιασε το δωμάτιο εκείνος, έχουν σχεδόν περάσει, της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο και λέει: Δυστυχώς πρέπει να φύγουμε, λατρεία μου. Αυτή τον κοιτάζει να σηκώνεται, τα πόδια του είναι μυώδη και μακριά, πολύ πιο μακριά απ’ του άντρα της. Εκείνος σκύβει, για να ξεχωρίσει τα δικά του πράγματα απ’ τα δικά της, που είναι ένα κουβάρι στο πάτωμα, φουστάνι, κορσέ και κάλτσες τα πετάει προς το μέρος της στο κρεβάτι, φοράει απ’ την πλευρά του το εφαρμοστό παντελόνι, φούσκωμα δεν φαίνεται τώρα πια. Εκείνος δεν ξέρει ότι αυτή έχει ήδη φέρει στον κόσμο μια φορά ένα παιδί, αλλά αυτή ευχαρίστως θα του το έλεγε, πώς όμως; Σηκώνεται τώρα κι αυτή και φοράει τις κάλτσες της, εν τω μεταξύ εκείνος ψάχνει στο πορτοφόλι του. Ίσως τώρα να κάνει ακόμα ένα, και μάλιστα δικό του, σκέφτεται και χαμογελάει. Βάζει τον κορσέ της, τον κουμπώνει πάλι επιδέξια, είτε με γάμο είτε χωρίς γάμο τώρα δεν θα την ένοιαζε αυτό, τότε εκείνος έχει βρει επιτέλους το χαρτονόμισμα που θέλει να της δώσει, αυτή πάντως θα ήταν ευτυχι-

47

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 47


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 48

σμένη. Φοράει το φουστάνι πάνω απ’ το κεφάλι, ακούγεται ένα θρόισμα και, μόλις εμφανίζεται πάλι μέσ’ απ’ το φουστάνι, βλέπει το απλωμένο χέρι του προς το μέρος της με τα λεφτά, το ξηρό, ζεστό του χέρι, με το οποίο άρχισαν όλα, βλέπει το χέρι του με τα λεφτά, και θέλει να βάλει τα γέλια σχεδόν, και ρωτάει: Τι είν’ αυτό; Αλλά εκείνος δεν γελάει, παρά λέει ίσως μόνο: Για σένα. Ή και κάτι τέτοιο όπως: Μην κάνεις έτσι τώρα. Ή: Κράτα τα. Ή: Τα κέρδισες και με το παραπάνω, κούκλα μου. Κάποια τέτοια πρόταση της λέει, τότε αυτή τον κοιτάζει σαν να μην τον έχει ξαναδεί. Εκείνος όμως της γνέφει, βάζει τα λεφτά στη σιφονιέρα, τη γυρίζει μετά, λες και είναι παιδί που δεν μπορεί να ντυθεί μόνο του, με την πλάτη προς το μέρος του και της κουμπώνει, αυτής που τώρα φαίνεται εντελώς βυθισμένη στον εαυτό της, το φουστάνι, για να μπορεί να βγει στον δρόμο χωρίς να καταλάβει κάτι κανείς άμα τη δει. Φεύγοντας φοράει τα λευκά δερμάτινα γάντια του και λέει: Εσύ κατέβα, σε παρακαλώ, λίγο αργότερα. Αυτή ούτε τον κοιτάζει, ούτε του δίνει κάποια απάντηση, στέκεται απλώς μες στη μέση του δωματίου και κοιτάζει το πάτωμα, λες και το πάτωμα χάνεται σ’ ένα αόρατο για κείνον βάθος.

[ 14 ]

Ό

ο άντρας της, που με τη βαριά αρρώστια του είχε ζήσει περισσότερο από πολλούς υγιείς, τελικά πέθανε, η γριά είχε αποδεχτεί την πρόσκληση της κόρης της, είχε χαρίσει τις κότες της, είχε βάλει σε μια βαλίτσα την Αγία Γραφή, την επτάφωτη λυχνία και τα δυο είδη πιατικών της κι είχε μετακομίσει σ’ εκείνη. Το μισοσκόταδο, στο οποίο είχε περάσει τη ζωή της, το άφησε πίσω της, όπως και τα κάνα δυο έπιπλα που τα πό-

48

ταν


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 49

Εδώ, στο σπίτι της κόρης της, από τότε που ο γκόι έκανε φτερά με την προίκα της εγγονής της, έχουνε πουληθεί προ πολλού τα χαλιά, τα τραπεζομάντιλα και οι κινέζικες πορσελάνες, αλλά το σπίτι το κρατάει η κόρη της ακόμα – οι σανίδες είναι από γυαλισμένη βελανιδιά, τα πόμολα στις πόρτες από μπρούντζο, το φως περνάει μέσ’ από τζαμένια παράθυρα. Κάθε πρωί η γριά περνάει απ’ όλα τα δωμάτια μ’ ένα φτερό χήνας και σκουπίζει μ’ εκείνο τη σκόνη, που είναι πάνω στα λιγοστά έπιπλα, για να φύγει, ύστερα βγάζει την ποδιά της και κάθεται στον καναπέ, για να διαβάσει την Τορά. Γύρνα και σκάλιζε μέσα της, γιατί μέσα της είναι όλα, κοίτα μέσα της και γέρνα μέσα της και πάλιωσε, και μην την εγκαταλείψεις, γιατί δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από αυτήν. Η μοναδική προίκα που αυτή κι ο άντρας της είχαν μπορέσει να δώσουνε εφόδιο στην κόρη τους στον γάμο με τον ευκατάστατο γιο του εμπόρου ήτανε το πάθος για τη μελέτη των ιερών βιβλίων. Νύχτες συζητούσαν οι δυο νέοι άνθρωποι, αφού είχαν βάλει στο κρεβάτι τη μικρή, με τους δυο γέρους αν το Βασίλειο του Θεού μπορείς στην πραγματικότητα να το βρεις και εδώ στη γη, αν έχεις μόνο τα μάτια γι’ αυτό, επομένως μπορεί να είναι ανάμεσα στους ανθρώπους κρυμμένο το αίνιγμα της ζωής, ή μήπως στο Επέκεινα. Αν κατά βάση υπήρχανε δυο κόσμοι ή μόνο ένας. Μόνο μέσω μιας ζωής στην ιερότητα μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος να συν-

4 – Η συντέλεια του κόσμου

49

δια τους ήτανε γρατζουνισμένα και ταλαιπωρημένα, όταν αρχίζανε να χαλάνε ο άντρας της έπαιρνε το πριόνι και τα κόνταινε κάνα δυο εκατοστά, άφησε πίσω της το αργιλώδες πάτωμα, που ήταν το ίδιο όπως έξω απ’ την πόρτα, η εγγονή της, όταν ήτανε μικρή ακόμα, είχε σκαλίσει γράμματα πάνω του μ’ ένα ραβδί. Σύντομα η αχυρένια στέγη θα καταπλάκωνε εντελώς το εγκαταλειμμένο τώρα πια σπίτι, θα το έσπρωχνε μέσα στο χώμα και θα το σκέπαζε μέχρι να σαπίσει.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 50

δέσει αυτό που έχει διαλυθεί, τον επερχόμενο κόσμο με τον γήινο, έλεγε ο άντρας της. Τι είναι όμως μια ζωή στην ιερότητα, τον είχε ρωτήσει ο γαμπρός του, αφού τα πάντα είναι ζήτημα ερμηνείας της Αγίας Γραφής απ’ τους ανθρώπους – αν σφάλλει ο άνθρωπος, θα είναι εσφαλμένες και οι προσπάθειές του για τη σωστή ζωή. Ναι, είχε πει η κόρη τους, όλα όσα στην πραγματικότητα βρίσκουνε τον άνθρωπο πάνω στη γη πρέπει κανείς να τα διαβάζει, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτά που λέει η Αγία Γραφή. Η ίδια πίστευε εκείνα τα βράδια στην αιώνια ζωή επί της γης, γιατί την έβλεπε μπροστά της: τον ίδιο της τον εαυτό και τον γέρο της, την κόρη της με τον άντρα της, και το νεογέννητο, το μικροσκοπικό κορίτσι, που με το κεφάλι γερμένο πίσω στον σβέρκο κοιμότανε του καλού καιρού. Από τότε όμως που της κόρης της της είχανε σκοτώσει τον άντρα, δεν γίνονταν πια τέτοιες συζητήσεις, η κόρη της είχε φύγει απ’ το γκέτο, και το κορίτσι της, όταν μεγάλωσε, το έδωσε να το παντρευτεί ένας γκόι. Τώρα ο γκόι είχε φύγει πάλι, η εγγονή έμενε πάλι, όπως στα παιδικάτα της, μαζί με τη μάνα της, κι όταν δεν ήτανε εκεί η μάνα της, τη φρόντιζε η γιαγιά της, όπως παλιά. Μια ανθρώπινη ζωή ήταν επομένως αρκετά μεγάλη για να ματαιώσει ένα φευγιό.

50

Όταν βραδιάζει, η γριά αφήνει το βιβλίο στην άκρη και βάζει πάλι την ποδιά της. Αν έχει κρέας, αρχίζει το μαγείρεμα πηγαίνοντας κάτω στην αυλή να καθαρίσει το κοφτερό μαχαίρι με το οποίο θέλει να κόψει το κρέας χώνοντάς το μες στη γη και τραβώντας το πάλι έξω, γιατί σ’ αυτό το νοικοκυριό δεν μπορείς να εμπιστευτείς ότι θα τηρήσει κάποιος άλλος εκτός από την ίδια τον προβλεπόμενο διαχωρισμό των πιατικών και των σκευών. Το κατσικάκι μια φορά δεν πρέπει να μαγειρεύεται μες στο γάλα της μάνας του.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 51

[ 15 ]

51

Σ

το Έλις Άιλαντ, ένα μικροσκοπικό νησί σε απόσταση που φαίνεται απ’ το Μανχάταν, οι άρτι αφιχθέντες εξετάζονται για την καταλληλότητά τους για τη ζωή στην ελευθερία. Εξετάζονται τα μάτια τους, τα πνευμόνια τους, οι λαιμοί τους, τα χέρια τους και τελικά ολόκληρο το γδυτό σώμα, άντρες και γυναίκες χωρισμένοι μεταξύ τους, παιδιά χωρισμένα απ’ τους γονείς τους. Στην οφθαλμολογική εξέταση πρόσεχε όταν έρθει εκείνος με τον γάντζο! Γιατί; Μπορεί να συμβεί, να σου πέσει το μάτι. Σίγουρα; Ναι, ένας άντρας μού είπε ότι το μάτι του έπεσε μες στην τσέπη του σακακιού του. Όταν έρχεται η σειρά του, του λένε μες στο δωμάτιο της εξέτασης να γδυθεί εντελώς. Στα αγγλικά δεν καταλαβαίνει τι του λένε, αλλά κι όταν ένας διερμηνέας του το μεταφράζει, αυτός δεν κινείται. Μήπως οι Αμερικάνοι είχανε χάσει εντελώς το μυαλό τους; Ή μήπως στην πραγματικότητα πιστεύανε ότι με την είσοδο στη χώρα τους επρόκειτο για μια δεύτερη γέννα; Η εξέτασή του τότε στο Πολυτεχνείο στη Βιέννη, που σίγουρα δεν ήταν εύκολη, είχε γίνει διαφορετικά. Come on. Κάνε γρήγορα. Δεν ωφελεί: Πιο γυμνός απ’ ό,τι έστεκε ποτέ μπροστά στη γυναίκα του πρέπει τώρα για τ’ όνομα του Θεού να σταθεί κάτω απ’ το φως και να παρουσιαστεί μπροστά σε μια ολόκληρη ομάδα γιατρών. Μακάρι να ήξερε κανείς από τα πριν πού οδηγεί ένας δρόμος που επέλεξε αποφασίζοντας ελεύθερα. Το παλτό του και τα ρούχα του εν τω μεταξύ απολυμαίνονται, όταν τα παίρνει πίσω μετά την εξέταση είναι τσαλακωμένα. Με ντροπή έπρεπε λοιπόν ν’ αγοράσει κανείς τη ζωή στην ελευθε-


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 52

ρία, ή μήπως η ελευθερία έγκειτο ακριβώς σ’ αυτό, ότι η ντροπή δεν ίσχυε πια εδώ; Τότε η Αμερική ήτανε μάλλον πράγματι ο Παράδεισος.

[ 16 ]

52

Ο

άντρας της ήξερε εδώ κι ενάμιση χρόνο τι ερχόταν μετά τον θάνατο, και τώρα θα το μάθαινε σύντομα κι αυτή. Η κόρη της, αντιθέτως, αν και πιο πολύ καιρό χήρα απ’ αυτήν, είχε ακόμα να κάνει πολύ δρόμο, κόπιαζε με το μαγαζί, και τι θα γινότανε η εγγονή της αν έμενε κάποια μέρα μόνη της στον κόσμο; Δυο καράβια είναι στο λιμάνι. Αν και τ’ αυτιά της με τους ξεχειλωμένους τους λοβούς τα έχει κοντά στο στόμα του άντρα της, το ψιθύρισμά του είναι τόσο σιγανό, που δεν ακούει καν την υπόλοιπη ιστορία, αλλά συχνά τη διάβαζε μόνη της. Το ένα απ’ τα δυο καράβια μόλις έχει επιστρέψει από ένα μακρινό ταξίδι, τ’ άλλο ετοιμάζεται τώρα για ένα μακρινό ταξίδι. Προσπαθεί να δώσει στον άντρα της, που η ομιλία τον κουράζει πολύ, να πιει, αλλά εκείνος δεν θέλει να καταπιεί, κι έτσι τρέχει το νερό απ’ το αξύριστο σαγόνι του μέχρι κάτω στο μαξιλάρι. Αλαλαγμός κι ευχές συνοδεύουν το καράβι που σαλπάρει – αυτό που έχει φτάσει, αντιθέτως, κανείς δεν το προσέχει. Αλλά εκείνο δεν αξίζει στην πραγματικότητα τον αλαλαγμό; Είναι κρίμα που μαζί του μπόρεσε να μεγαλώσει μόνο τη μία κόρη της. Δυο άλλα παιδιά είχανε πεθάνει λίγο μετά τη γέννα. Όταν κάποια βράδια αυτή έκλαιγε για τα πεθαμένα, εκείνος καθότανε πλάι της και κουνούσε το κεφάλι του. Το καράβι που ’χει φτάσει είναι ευτυχισμένο στο λιμάνι. Για κείνο που σαλπάρει όμως δεν ξέρουμε τίποτα. Ποιος ξέρει τη μοίρα του; Ποιος ξέρει αν θα μπορέσει ν’ αντέξει στις φουρτούνες που το περιμένουν;


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 53

Η κόρη της έλεγε πρόσφατα ότι ίσως είναι πιο έξυπνο να κλείσουνε το μαγαζί κι αντί γι’ αυτό να νοικιάζουνε ένα μέρος του σπιτιού. Ή μήπως προτιμάς σούπα; Το μαξιλάρι, απ’ το νερό που ήθελε να του δώσει να πιει, ήταν ακόμα μούσκεμα, ενώ εκείνος είχε σταματήσει ήδη να αναπνέει.

[ 17 ]

53

Η

εμπόρισσα θυμάται ακόμα καλά την ημέρα που ήρθε για πρώτη φορά στο μαγαζί ο γκόι κι είδε το κορίτσι της, που είχε γίνει δεκάξι τότε. Του λόγου της του ζήτησε λίγο αργότερα, όταν φάνηκε ότι ενδιαφέρεται σοβαρά, να πάει για ένα τσάι στο σπίτι της, πρωί, ενώ η μικρή ήταν ακόμα στο σχολείο. Του είχε δείξει το καθιστικό και τη βιβλιοθήκη με την έκδοση του Γκαίτε, είχε μιλήσει για την προίκα και τον είχε πάει τελικά και στο δωμάτιο της κόρης της, το φουστάνι που είχε φορέσει εκείνη την προηγούμενη ημέρα ήταν ακόμα παρατημένο στη ράχη της μεγάλης πολυθρόνας, απ’ τα παπούτσια, που ήτανε παραδίπλα, το ένα ήταν αναποδογυρισμένο, πάνω στο κρεβάτι ήταν κουλουριασμένη η γάτα του σπιτιού και κοιμόταν. Θα ξέρετε βέβαια ότι είμαστε εβραϊκής καταγωγής. Το ξέρω. Μπορείτε ακόμα να φύγετε. Είχε ήδη πουλήσει πολλά εμπορεύματα στη ζωή της. Ήξερε πότε ήτανε πολύ αργά για έναν πελάτη να φύγει από το μαγαζί. Όσο περισσότερη ελευθερία τού άφηνες για να διαλέξει, τόσο πιο σίγουρο ήταν ότι θα διάλεγε ακριβώς αυτό που έπρεπε. Μα τι λέτε. Κι οι δυο είχανε σταθεί για λίγο σιωπηλοί πλάι στο κρεβάτι του απόντος κοριτσιού και κοιτάζανε τη γάτα, που μες στον ύ-


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 54

54

πνο της έβγαζε καμιά φορά τα νύχια της κι ύστερα πάλι τα μάζευε μέσα στο τρίχωμά της.

Εκείνο το πρωί, με αντίτιμο την ευτυχία της κόρης της, είχε πουλήσει την ευτυχία της κόρης της. Καμιά φορά μια τιμή ανέβαινε τόσο πολύ, και μόνο καιρό αφότου την είχε πληρώσει κανείς γινότανε πάρα πολύ ακριβή. Ένα τέτοιο εμπόριο είναι μια ζωντανή ισορροπία, αυτό το κατάλαβε μόλις τα τρία τελευταία χρόνια, μετά που χάθηκε ο γαμπρός της. Το κέρδος και η ζημία χρησιμοποιούσαν έναν πωλητή μόνο για να παίξουν μεταξύ τους, κατά βάση όμως έκαναν εμπόριο μόνοι τους και κάποια στιγμή εξισώνονταν πάλι μόνοι τους επίσης. Μες στην ηλιόλουστη σιγή ενός Σαββάτου πέφτει ένα γράμμα από ένα χέρι που ανοίγει σ’ ένα χέρι που κάποιος το απλώνει ανοιχτό. Σ’ έναν άντρα που θέλει να μεταφέρει ένα γράμμα το Σάββατο δεν επιτρέπεται, έτσι λέει το Ταλμούδ, να παραδώσει το γράμμα, γιατί αυτό θα ήταν εργασία. Εργασία θα ήταν να μπει σ’ ένα σπίτι από τον δρόμο, δηλαδή το ανακάτεμα του μέσα και του έξω. Το Σάββατο όμως πρέπει να αναπαύεται ο άνθρωπος, και οι τρεις χώροι –το έξω, το μέσα και το ύπαιθρο– πρέπει να είναι μόνος του ο καθένας. Αν όμως ο αγγελιοφόρος πήγαινε στο παράθυρο του παραλήπτη που ήταν ανοιχτό προς τον δρόμο κι άφηνε το γράμμα να πέσει στο χέρι του παραλήπτη, ο αγγελιοφόρος δεν θα εγκατέλειπε τον χώρο του, τον δρόμο, και ο παραλήπτης επίσης θα έμενε στον δικό του, το σπίτι – άλλωστε, το να αφήσεις το γράμμα να πέσει δεν θα ήτανε δώσιμο, ούτε το να το παραλάβει το ανοιχτό χέρι πάρσιμο. Πόσο έντονα είχανε συζητήσει αυτή κι ο άντρας της με τους γέρους γονείς της για το ότι το Ταλμούδ εδώ έδειχνε μόνο του τον δρόμο για την εξαπάτηση, για την υπέρβαση των κανόνων, για τους οποίους στην πραγματικότητα ήταν αρμόδιο. Ο πατέρας της έλεγε ότι επρόκειτο μόνο για την ακριβή κατονομασία των ορίων, δεν


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 55

Πόσο ευτυχισμένος πρέπει να είναι, σκέφτεται εν τω μεταξύ, εδώ και είκοσι χρόνια έχει σκοτωθεί ο άντρας της, εδώ και τρία χρόνια η κόρη της είναι μια εγκαταλειμμένη κι εδώ και ενάμιση χρόνο ο πατέρας της νεκρός και θαμμένος, πόσο ευτυχισμένος πρέπει να είναι εκείνος που θα κατάφερνε να ενεργήσει με τέτοια αταραξία όπως ο αγγελιοφόρος σ’ εκείνη την ιστορία, ν’ αφήνει τα πράγματα απλώς να συμβαίνουνε, κι ωστόσο αυτό που του αναθέσανε να το μεταφέρει. Όταν βρίσκει στο νοικοκυριό της ίχνη από χώμα σ’ ένα μαχαίρι, που το καθάρισε η μάνα της, τη σιχαίνεται τη μάνα της. Η κόρη της πάλι κινείται μες στο μαγαζί πάντα τόσο αργά, που διόλου σπάνια την πιάνει η όρεξη αυτήν, να την πιάσει απ’ το μαλλί και να τη στρώσει στη δουλειά. Αλλά και το δικό της το σώμα το παρακολουθεί με ανυπομονησία να κοπιάζει να σηκώσει στην άμαξα τα δεκάκιλα σακιά με το αλεύρι, τους αγρότες, που καμιά φορά τη βοηθάνε και καμιά φορά όχι, τους λένε Μάρεκ, Κρτσιστόφ ή –και να τ’ ακούει τ’ όνομα, της είναι ακόμα δύσκολο πάντα– συχνά και Αντρέι.

55

είναι δυνατόν να τηρήσεις μία απαγόρευση αν δεν ξέρεις ακριβώς πού αρχίζει και πού τελειώνει. Παραβολή πάντως δεν είναι, είχε πει ο άντρας της, παρά καθαρά μαθηματικά, κατά βάθος. Η μάνα της είχε γελάσει κι είχε πει, Θεός φυλάξοι, μόνο να μην αφήσει ο αγγελιοφόρος να πέσει κάνα αυγό. Του λόγου της τότε είχε αποκαλέσει μικροπρεπή τον δισταγμό του αγγελιοφόρου, ο πατέρας της είχε χαμογελάσει που είχε εξοργιστεί τόσο πολύ, και είχε πει, δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει. Τότε δεν ήθελε και να καταλαβαίνει πάντα τι σημαίνει, γιατί ο πατέρας της ήταν ακόμα ζωντανός και παρών, και τόσο καιρό μπορούσε, και ενήλικη ακόμα, να είναι αυτή που σφάλλει. Μες στην ηλιόλουστη σιγή ενός Σαββάτου πέφτει ένα γράμμα από ένα χέρι που ανοίγει σ’ ένα χέρι που κάποιος το απλώνει ανοιχτό.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 56

[ 18 ]

Ο

56

,τι άρχισε με τα χέρια τελειώνει επομένως και με τα χέρια. Μήπως πρέπει του άντρα, που πίστευε ότι μπορούσε κανείς να την αγοράσει, να του χαρίσει κάτι; Σίγουρα όχι, σκέφτεται και παίρνει, όταν έχει φύγει εκείνος, τα λεφτά απ’ τη σιφονιέρα, βγαίνει απ’ το δωμάτιο, κατεβαίνει τη σκάλα, βγαίνει απ’ το σπίτι, που δεν διαφέρει από τ’ άλλα, έξω στον δρόμο. Στην πρώτη ζητιάνα που κάθεται στην άκρη του δρόμου χαρίζει τα λεφτά, και για δυο ημέρες ύστερα απ’ αυτό η ζωή μοιάζει πράγματι με την παλιά. Την τρίτη μέρα όμως, είναι μια Κυριακή, μπαίνει ο αξιωματικός πάλι στο μαγαζί σαν να μην έχει γίνει τίποτα, σπίρτα θέλει ν’ αγοράσει, λέει, όπως πάντα, η μάνα της εκείνη τη στιγμή τυλίγει στο πίσω δωμάτιο εμπορεύματα σε χαρτί εφημερίδας, ακούγεται ένα θρόισμα, τότε πιάνει εκείνος την πρόσφατα ερωμένη του απ’ το σαγόνι πάνω απ’ τον πάγκο του μαγαζιού, την αναγκάζει έτσι να τον κοιτάξει στα μάτια και λέει, κι ούτε καν χαμηλώνει τη φωνή του, ότι έχει έναν φίλο που επίσης ενδιαφέρεται. Χαρτί εφημερίδας που θροΐζει. Η μέρα, η ώρα, το σπίτι που μοιάζει με τ’ άλλα. Χαρτί εφημερίδας που θροΐζει. Αν δεν θέλει να μαθευτεί, πρέπει να πάει, λέει. Σιωπή. Κορίτσι μου, μπορείς να με βοηθήσεις μια στιγμή. Ναι, μητέρα. Παραδέξου το, πέρασες καλά κι εσύ. Τι μπέρδεμα κι αυτό – πού είσαι, παιδί μου, μου ’χουν κοπεί τα χέρια. Έρχομαι.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 57

[ 19 ]

Μ

ετά την εξέταση της σάρκας που εισήλθε στη χώρα εξετάζεται και το πνεύμα για την ορθότητά του, σε τριάντα ερωτήσεις πρέπει να δώσουν απάντηση άντρες, γυναίκες και παιδιά, και μόνο όποιου η απάντηση είναι η επιθυμητή, σ’ εκείνον, εκείνη ή εκείνο θα επιτραπεί η μετάβαση στην ηπειρωτική χώρα. Την παραφροσύνη, τη μελαγχολία, τον αναρχισμό – όλα αυτά και άλλα τέτοια δεν τ’ αφήνουνε να περάσουν. Ήταν ποτέ στη φυλακή; Είναι πολυγαμικοί; Ο Αυστριακός με το τσαλακωμένο πλέον παλτό αναρωτιέται μήπως στην Αμερική εξαιτίας αυτής της αυστηρής εξέτασης εισόδου δεν υφίσταται προ πολλού πια τίποτα ανεπαρκές, μήπως δεν υπάρχουν πια σακάτηδες και καμία ανίατη ασθένεια, καμία παραφροσύνη, καμία ανυπότακτη συμπεριφορά, και μήπως ούτε καν ο θάνατος πια;

[ 20 ]

Έ

ήταν λοιπόν όταν έπεφτες, ένας κόκκος ζάχαρης από την άκρη της τηγανίτας και χανόσουν. Τα λεφτά του δεύτερου πελάτη της τα είχε ήδη χρησιμοποιήσει για τον εαυτό της κι είχε αγοράσει καινούργιες κάλτσες, ήταν άλλωστε το δικό της σώμα που πρόσφερε προς πώληση εκεί. Με τον τρίτο ήταν ένα μαντίλι για τον λαιμό, άσε τις κουρτίνες ανοιχτές, θέλω να σε βλέπω, με τον τέταρτο, ε, δεν μπορείς ν’ αντιστέκεσαι, και στον πέμπτο, δώσ’ μου το στόμα σου, και στον έκτο, Εβραία σκρόφα, τέσσερα, πέντε κι έξι μαζί ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια. Την πονούσε, την αηδίαζε, ήταν γελοιωδέστατο, καμιά φορά σκιζότανε το δέρμα της σ’ ευαίσθητες περιοχές κι έκαιγε, αλλά σιγά σιγά, χάνοντας το μυαλό της, έγινε η δουλειά της. Ήξερε τώρα τι κρύβανε οι άντρες από τις οικογένειές τους, κι ακόμα και εκείνους που τη συναντούσανε στον δρόμο με στολή, με

57

τσι


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 58

καπέλο και ημίψηλο ή με την ποδιά τους δεν μπορούσε πια να τους βλέπει διαφορετικά απ’ ό,τι ήταν όλοι όντως κατά βάθος: γυμνοί. Ό,τι μπορούσε ν’ αγοράσει με τα λεφτά που έβγαζε μ’ αυτόν τον τρόπο, σε σύγκριση με το ότι με κανέναν στον κόσμο, ούτε καν με τον εαυτό της, δεν ήταν πια ένα, ήταν γελοία λίγο. Αλλά, ακριβώς όσο πιο λίγο ήταν ένα φουστάνι, ένα καπέλο, ένα κόσμημα σε κάποια σχέση μ’ αυτό που έδινε από τον εαυτό της, τόσο πιο εύκολο της γινότανε να πουληθεί γι’ άλλη μια φορά. Κάποια στιγμή η πραγματική αξία της, που τώρα μόνο αυτή η ίδια γνώριζε, θα ήτανε αμέτρητη. Χαίρει η θεότητα για τους μετανοημένους αμαρτωλούς· / Αθάνατοι υψώνουν άσωτα τέκνα· / Με φλεγόμενα χέρια στον ουρανό ψηλά. Η μάνα της δεν ρωτούσε πού τα έβρισκε τα καινούργια πράγματα που φορούσε τώρα, αλλά και χωρίς να τη ρωτάει αυτή της έλεγε ότι τα παπούτσια τα αγόρασε εδώ ή εκεί φτηνά, μεταχειρισμένα, το ’να ή τ’ άλλο τής το χάρισε μια φίλη της, το δαχτυλίδι το βρήκε στον δρόμο. Σάμπως κι η μάνα της δεν της έλεγε ψέματα όλη την παιδική και τη νεανική της ηλικία για τον θάνατο του πατέρα της;

[ 21 ]

Τ

αποτέλεσμα των εξετάσεων το περιμένουνε μες στο μισοσκόταδο της μεγάλης αίθουσας χίλιοι ή δυο χιλιάδες άνθρωποι, και συνέχεια έρχονται κι άλλοι. Σε πάγκους είναι καθισμένοι ανακούρκουδα, ξαπλωμένοι και καθιστοί εκείνοι οι άνθρωποι, άνθρωποι με μπόγους, σκεπάσματα και κουτιά, με σαμοβάρια, άνθρωποι χωρίς καμία αποσκευή, παιδιά που τρέχουνε, μωρά που κλαίνε, άνθρωποι που ξαπλώσανε στο πάτωμα και κοιμούνται, άνθρωποι μ’ ετοιμόρροπους γονείς, άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουνε λέξη αγγλικά, άνθρωποι που δεν ξέρουνε αν εκείνος που πρόκειται να τους πάρει από ’δώ πράγματι θα

58

ο


έρθει, άνθρωποι που ελπίζουνε, άνθρωποι που αμφιβάλλουνε, άνθρωποι που νοσταλγούνε την πατρίδα τους, άνθρωποι που φοβούνται, άνθρωποι που δεν ξέρουνε τι τους περιμένει, άνθρωποι που σκέφτονται από πού θα πάρουνε τα 25 δολάρια για την είσοδο στη χώρα, άνθρωποι που ξαφνικά θέλουν να γυρίσουνε πάλι πίσω, άνθρωποι που είναι χαρούμενοι μόνο και μόνο επειδή το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους δεν κουνιέται πια, άνθρωποι με κοντά ή μακριά παντελόνια, με μαντίλια στο κεφάλι, φούστες, κουστούμια, με καπέλα, με φράντζες, παπούτσια ή παντόφλες, με γάντια ή μανσέτες, με κοτσίδες, μούσια, μουστάκια, μπούκλες και χωρίστρες, άνθρωποι με πολλά, με λίγα ή χωρίς παιδιά – αμέτρητοι άνθρωποι, που όλοι ανεξαιρέτως περιμένουνε ν’ ακουστεί κάποια στιγμή τ’ όνομά τους και να μάθουνε αν θα τους επιτραπεί να μείνουνε ή αν θα τους στείλουνε πίσω στην Ευρώπη. Δεν θα είναι πολύ διαφορετικά, σκέφτεται ο νεαρός άντρας, που είναι κι αυτός ένας από κείνους που περιμένουν, κατά πάσα πιθανότητα μία ημέρα των ημερών τη Δευτέρα Παρουσία. Και τότε ακούγεται ξαφνικά ένας δυνατός κρότος και γυαλιά μες στην αίθουσα, κι όλοι βουβαίνονται για μια στιγμή και γυρίζουνε να κοιτάξουνε και βλέπουνε: Ένα μεγάλο κινέζικο βάζο είναι κομμάτια στο πάτωμα – ακριβώς σ’ έναν από τους ελάχιστους χώρους στην αίθουσα που δεν είναι καλυμμένος με ανθρώπους ή ρούχα ή μπόγους, παρά στρωμένος μόνο με πέτρινες πλάκες, ένα κορίτσι το έριξε εκείνο το βάζο, που από τότε που έφυγε από μια μικρή πόλη κοντά στο Βουκουρέστι ή στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, την Οδησσό, την Αθήνα ή το Παρίσι το κρατούσε σ’ όλο τον δρόμο μέσω Βρέμης, Αμβέρσας, Ντάντσιχ, Μασσαλίας, Πειραιά ή Βαρκελώνης στην αγκαλιά της: Εκείνο το βάζο γίνεται κομμάτια εδώ, στην αίθουσα άφιξης, στον τελευταίο σταθμό πριν απ’ τη Νέα Υόρκη, γιατί το κορίτσι είδε για πρώτη φορά στη ζωή του έναν άντρα με μαύρο δέρμα, έναν δημόσιο υπάλληλο της υπηρεσίας μετανάστευσης

59

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 59


60

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 60

ο οποίος εκείνη τη στιγμή συμπτωματικά διασχίζει την αίθουσα, και κατά πάσα πιθανότητα νόμισε ότι ήταν ο διάβολος. Η μάνα του κοριτσιού φαίνεται τώρα ότι πολύ θα ήθελε να το σκοτώσει στο ξύλο το παιδί, και το κορίτσι φαίνεται ότι θα επιθυμούσε να ήτανε νεκρό. Ύστερα αρχίζει πάλι ο θόρυβος, τα κλάματα, οι ομιλίες κι οι φωνές, τα παιδιά τρέχουνε πάλι, οι ενήλικες περιμένουνε, ένα αγόρι βάζει ένα παγωτό που του έφερε ένας συγγενής του, στον οποίο επιτράπηκε να το επισκεφτεί, πλάι του πάνω στον πάγκο, εκεί λιώνει σιγά σιγά, γιατί το αγόρι δεν ξέρει τι είναι το παγωτό. Κοίτα, στην πλάτη σου έγραψε ένα γράμμα ο ελεγκτής με κιμωλία – και στη δικιά μου; Το αγόρι γυρίζει την πλάτη του στον φίλο του, για να μπορέσει να δει εκείνος αν έχει κι αυτός ένα τέτοιο σημάδι, που μάλλον θα καθορίσει αν θα του επιτραπεί να μείνει ή αν πρέπει να γυρίσει στην Ευρώπη. Όχι, στην πλάτη σου δεν έχει τίποτα. Τι γράμμα είναι αυτό; Δεν ξέρω. Πρέπει τώρα να γυρίσω εγώ ή εσύ; Ιδέα δεν έχω. Δυο μικρά κορίτσια κάθονται ανακούρκουδα στο πάτωμα. Διψάω. Αν έρθεις στο Μπάτερι Παρκ, έχει πολλά σιντριβάνια εκεί, είπε η γιαγιά. Τότε θα πιω. Όχι, δεν κάνει σε καμία περίπτωση. Γιατί δεν κάνει; Είπε ότι τότε θα ξεχάσεις ό,τι ξέρεις για την πατρίδα σου. Θα ξεχάσω τον κήπο; Ναι. Και το τζάκι; Ναι.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 61

Και τον παππού; Ναι. Και τη γιαγιά; Ναι. Και τη γάτα; Ναι. Όλα; Ναι. Κι από πού το ξέρει η γιαγιά; Το άκουσε από κάποιους ανθρώπους.

[ 22 ]

Τ

* Στα γίντις στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)

61

ο βράδυ μιας ημέρας δεν έχει φαγητό στο τραπέζι, κι όταν η μάνα κι η κόρη θέλουνε ν’ ανοίξουνε την πόρτα για το δωμάτιο της γιαγιάς, δεν γίνεται, γιατί το σώμα της είναι πεσμένο μπροστά της. Τι έπαθες; Μανούλα, τι έπαθες;* Τον αμαξά τον Σίμωνα φέρνουνε για βοήθεια, μ’ ένα τσεκούρι χτυπάει εκείνος την πόρτα να τη σπάσει, η μάνα στέκεται παραδίπλα και πιέζει το χέρι στο στόμα της, η κόρη φωνάζει τ’ όνομα της γιαγιάς, αλλά κανείς δεν απαντάει. Τι άλλο έχεις να κάνεις σήμερα; Πρέπει να περιποιηθώ έναν μουσαφίρη. Έχεις συχνά μουσαφίρηδες; Μήπως η ψυχή που ’μεινε μονάχη μουσαφίρης δεν είναι μες στο σώμα; Σήμερα είν’ εδώ, κι αύριο έχει φύγει πάλι. Όταν η τρύπα στην πόρτα είναι αρκετά μεγάλη τελικά, απλώνουνε οι δυο γυναίκες τα χέρια προς τη γιαγιά, αλλά εκείνη είναι κιόλας κρύα, τόσο κρύα, όσο μόνο κάτι που πιάνεις και είναι πεθαμένο.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 62

[ 23 ]

Σ

τη μεγάλη αίθουσα του Έλις Άιλαντ, σ’ ένα απ’ τα πολλά μικρά τετράγωνα γκισέ γίνεται από έναν Λόσελ ένας Λιούις, από έναν Ντάνβαρ ένας Ντέιβιντ, από έναν Άρντεν ένας Άλβιν, από μία Χάγια μία Κλάρα. Κι απ’ αυτόν, τον Γιόχαν, ένας Τζο. Ήθελε αλήθεια να πάει τόσο μακριά; Και γιατί άραγε; Άλλοι σ’ ένα τέτοιο μικρό τετράγωνο γκισέ μαθαίνουνε ότι στην οικογένειά τους επιτρέπεται βέβαια να μείνει εδώ, αλλά σε κείνους όχι, ή ότι και όλα τ’ άλλα μέλη της οικογένειας πρέπει εξαιτίας τους να πάρουνε τον δρόμο της επιστροφής και να γυρίσουνε πίσω στην πατρίδα τους, εκεί που δεν ήθελαν πια να είναι η πατρίδα τους, όπου θα πεθάνουνε απ’ την πείνα ή θα τους σκοτώσουνε. Ύστερα βάζουνε τις φωνές ή γαντζώνονται ο ένας απ’ τον άλλον, κάποιοι επίσης κλαίνε βουβά απλώς από μέσα τους ή χάνουνε τη μιλιά τους.

[ 24 ]

62

Μ

όνο μετά την ταφή της γιαγιάς τής λέει η μάνα της ότι αυτή, η κόρη, έκανε τα πρώτα της βήματα κρατώντας το χέρι της γιαγιάς. Και πού ήσουνα εσύ; Εγώ οργάνωνα τη μετακόμιση και παρ’ όλ’ αυτά κρατούσα το μαγαζί ανοιχτό. Δεν σε βοηθούσε κανένας; Όχι. Γιατί; Η μετακόμιση γινότανε προς τη λάθος κατεύθυνση. Άρα μια τέτοια μάνα ήξερε πιο πολλά για ένα παιδί απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να μάθει το παιδί για τον ίδιο του τον εαυτό. Αν το δικό της είχε μείνει ζωντανό, σίγουρα αυτή, σαν μά-


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 63

Με τα ίδια τα χέρια που, όταν μάθαινε να περπατάει, κρατούσε καλά τη γιαγιά της για να μη χάνει την ισορροπία της, βάζει τώρα σε μια βαλίτσα τα πλέον απαραίτητα, την κουβαλάει στον σταθμό και πληρώνει το εισιτήριο. Σ’ ένα κουπέ δεύτερης θέσης ταξιδεύει πάνω στις ράγες, που για τη συντήρησή τους ήταν αρμόδιος εκείνος που στην πρότερη ζωή της τον λέγανε

63

να του, θα του μάθαινε πώς να βάζει το ’να πόδι μπροστά απ’ τ’ άλλο – κάποιο πρωί, ενώ ο άντρας της θα ήτανε στην υπηρεσία του, το παιδί κρατώντας το χέρι της θα είχε περπατήσει για πρώτη φορά τη διαδρομή απ’ την ντουλάπα μέχρι το μπαούλο χωρίς να πέσει, κι αν είχε και καλό καιρό μπορεί και κάτω τον δρόμο απ’ την πόρτα του σπιτιού μέχρι την επόμενη γωνία. Σαν μάνα θα το ήξερε και ποτέ δεν θα το ξεχνούσε, και μπορεί μια μέρα να το ’λεγε και στο παιδί της, μπορεί και όχι, είτε είχε κάποιο λόγο είτε δεν είχε. Τώρα όμως όλα τα μυστικά κι όλες οι αναμνήσεις ανήκανε σ’ αυτήν μόνο, και για ό,τι αποκρύπτει, ακόμα και πολλά χρόνια αργότερα, κανένας δεν θα τη ρωτήσει. Το σπίτι της γιαγιάς της, στο οποίο, όπως έμαθε μόλις τώρα, έμαθε να περπατάει, το είδε πρόσφατα, ρημαγμένο πια. Η στέγη έχει πέσει μες στην κάμαρα, κι αυτά που παλιά ήταν ένα δωμάτιο έχουν γίνει ένας σωρός σκουπίδια. Κότες τριγυρνούσανε σ’ εκείνο τον σωρό και σκαλίζανε με τα ράμφη τους μες στα σάπια άχυρα, ψάχνοντας για κάνα σκουλήκι ή σκαθάρι για όλη την κοτίσια τη ζωή τους. Αν έμενε σ’ αυτή τη μικρή πόλη για την υπόλοιπη ζωή της, αργά ή γρήγορα, βγαίνοντας από ένα σπίτι που μοιάζει με τ’ άλλα, θα συναντούσε ακριβώς μπροστά από κείνο τη μάνα της, ίσως και μια γειτόνισσα μόνο, ή μία φίλη, αυτό θ’ αρκούσε. Όχι, δεν πρέπει να περιμένει να πάει χαμένη, να μη βρίσκει πια τον εαυτό της, τώρα πια είν’ ελεύθερη μέχρι το κόκαλο, τώρα πια είναι παντελώς αδιάφορο τι κάνει.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 64

άντρα της, το ν’ αφήσει πίσω της το τμήμα εκείνο διαρκεί μόνο 1 ώρα και 20 λεπτά, συνεχίζει να ταξιδεύει ακόμα δυο ώρες και στο Λέμπεργκ, την πρωτεύουσα του Βασιλείου της Γαλικίας και Λοδομερίας, κατεβαίνει πάλι, 90 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της μικρής συνοριακής πόλης στην οποία πρώτα ήτανε κορίτσι, ύστερα νεαρή γυναίκα κι αργότερα για μικρό χρονικό διάστημα και μάνα και σύζυγος. Αντιγράφει από μια ανακοίνωση στον σταθμό μια διεύθυνση, κουβαλάει τη βαλίτσα της εκεί, πληρώνει το μισό ενοίκιο για τον μήνα προκαταβολικά, πιέζει το πόμολο μιας πόρτας προς τα κάτω κι έτσι εγκαθίσταται στο νέο της κατάλυμα. Εδώ κανένας δεν ξέρει ποιος την κρατούσε απ’ το χέρι όταν μάθαινε, ήδη έντεκα μηνών, να περπατάει όρθια, κανένας δεν ξέρει επίσης ότι οι Πολωνοί φταίνε που αυτή πατέρα δεν θυμάται, κι άλλο τόσο δεν ξέρει κανείς ότι αυτή ακόμα και τώρα μπορεί να λέει απέξω το «Ο Θεός και η μπαγιαντέρα» του Γκαίτε. Εδώ το δεξί το χέρι της, φυσικά και τ’ αριστερό της, όπως και το στόμα της και τις άλλες τρύπες του σώματός της δεν θα τις χρησιμοποιήσει για τίποτα παραπάνω απ’ το να κρατήσει στη ζωή ακριβώς αυτό το σώμα, τα χέρια, το στόμα, και τα υπόλοιπα που έχουνε τις τρύπες. Βέβαια με καινούργιο όνομα, που, όπως νομίζει, ταιριάζει κατά κάποιον τρόπο στην καινούργια ζωή της, όταν τη ρωτάει κάποιος πώς τη λένε, λέει ότι τη λένε Λέρα φον Λέμπεργκ, και γελάει.

[ 25 ]

64

Η

αυστροουγγρική μοναρχία όντως συγκέντρωνε υπό το στέμμα της σχεδόν τόσα έθνη όσα βλέπει κι αυτός εδώ μέσα στην αίθουσα. Από τη Βοσνία μέχρι την πιο απόμακρη πολωνόφωνη επαρχία οι πόρτες κάθε μικρομάγαζου είχανε πάντα κίτρινες και μαύρες κορδέλες, η φωτογραφία του αυτοκράτορα είχε τιμητική θέση στον τοίχο, και παρά την όλη ανάμειξη των


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 65

διάφορων γλωσσών και διαλέκτων τα γερμανικά παρέμεναν η γλώσσα των υπηρεσιών. Αλλά διαλογή δεν είχε κάνει ο αυτοκράτορας, είχε απλώς ενσωματώσει στο βασίλειό του τους λαούς συνολικά: η μελαγχολία, η παράνοια και η παρανομία είχανε μείνει στην πατρίδα, έστω κι αν το «στην πατρίδα» ξαφνικά λεγότανε Αυστρία ή Ουγγαρία, και δεν είχε βλάψει τη μοναρχία αυτό. Πόλεμος εδώ κι εκεί, ανέκαθεν αναμειγνύονταν οι άνθρωποι εντός Ευρώπης, περιπλανώμενοι στην ηπειρωτική χώρα, κι όταν η μία χώρα πρόσφερε πολύ λίγα ή η ζωή για κάποιον άλλο λόγο είχε γίνει ανυπόφορη, ψάχνανε να βρούνε μια νέα πατρίδα. Αλλά ίσως μια τέτοια ακτή να ήτανε από τη φύση της ένα πιο αποφασιστικό είδος συνόρων. Εδώ τους ανθρώπους που δεν τους θέλανε τους στέλνανε απλώς πίσω στη θάλασσα, κι ας χάνονταν στα σπίτια τους ή ας πνίγονταν απλώς, σαν υπεράριθμα νεογέννητα γατιά, στ’ ανοιχτά της θάλασσας.

[ 26 ]

Γ

πρώτη φορά εύχεται να ’τανε λειψό το μυαλό της, τόσο λειψό που να ήτανε σε θέση να λέει την κόρη της αχάριστο πλάσμα. Στο σπίτι έχει τώρα τόσα δωμάτια ελεύθερα, που αξίζει να τα νοικιάσει. Το μαγαζί το κλείνει, αποχαιρετάει τους αγρότες και πουλάει άλογο και κάρο στον Σίμωνα τον αμαξά. Από τα δωμάτια που προορίζονται για τους ενοικιαστές βγάζει όλα τα προσωπικά αντικείμενα, και το κελάρι το αδειάζει σιγά σιγά, γιατί σε δυο τρία χρόνια μπορεί οι δυνάμεις της να μην την κρατάνε για τέτοιες δουλειές. Πολλά που μέχρι τώρα, αν και δεν προβλεπόταν να χρησιμοποιηθούνε, ήθελε να τα φυλάξει τα χαρίζει τελικά, την κούνια, στην οποία το εγγόνι της είχε κοιμηθεί οχτώ μήνες, το φιλντισένιο παιχνίδι με τα κουδουνάκια από ασήμι και τη μάλλινη τη μαντίλα για τους ώμους, δικό της δώρο στην κόρη της, που είχε μείνει αχρησιμοποίητη επει-

5 – Η συντέλεια του κόσμου

65

ια


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 66

δή η κόρη της δεν πρόλαβε να πάει περίπατο με το παιδί στο πάρκο. Το σκαμνάκι το κρατάει, γιατί χωρίς αυτό δεν φτάνει πια στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης της, κι εκεί είναι ακόμα, και εκεί θα μείνουνε, οι τόμοι 1 έως 20 της έκδοσης των Απάντων του Γκαίτε, ανάμεσά τους o 9ος, που πριν από χρόνια τον πέτυχε η πέτρα του Αντρέι. Έτσι, ανάμεσα στις καλές μένει να διατηρείται κι η άσχημη ανάμνηση, ασώματη κι η μια όπως και η άλλη. Και την ασημένια λυχνία, που την είχε φέρει μαζί της η μάνα της, την κρατάει, είναι τώρα στο πρεβάζι του παραθύρου στο σαλόνι, αλλά αυτή δεν τα ανάβει κανένα Σάββατο, κι ούτε άλλοτε ποτέ, τα κεριά της.

[ 27 ]

Τ

Αύγουστο πατάει πάλι το πόδι του σε ηπειρωτική χώρα για πρώτη φορά στην άλλη πλευρά του κόσμου, ανάμεσα στα σπίτια μαζεύεται η ζέστη, θα είχε πει η γυναίκα του, κάθεται ο αέρας, αυτός θα είχε κοιτάξει τις μελανόχρωμες σκιές κάτω απ’ τις μασχάλες της στο κατά τ’ άλλα γαλάζιο φουστάνι της και, αν δεν έβλεπε κανένας, θα είχε χώσει γρήγορα το χέρι του εκεί μέσα, κι εκείνη θα είχε πει, άσε με, και θα είχε γελάσει. Εδώ τώρα βλέπει για πρώτη φορά εμπόρους με τίποτ’ άλλο παρά μια βρώμικη φανέλα στο ιδρωμένο σώμα τους, φρούτα, κρέας ή ψάρι φωνάζουνε και κρατάνε το ’να ή τ’ άλλο κομμάτι ψηλά, την εντόπια πελατεία φαίνεται να μην την ενοχλούν οι βουβά φουντωμένες τρίχες των αντρών στο στήθος, στον σβέρκο και στα μπράτσα, που μάρτυράς τους γίνεται άθελά της. Του λόγου του μπαίνει, για να βρει μια καθαρή τουαλέτα, σ’ ένα ξενοδοχείο, κατά τη μετάβαση από το Έλις Άιλαντ στο Μπάτερι Παρκ χάλασε το χτένισμά του, κοιτάζεται στον καθρέφτη, βλέπει τον ίδιο άντρα που έβλεπε και στην Ευρώπη πάντα στον καθρέφτη, σ’ εκείνον φτιάχνει πάλι τις τούφες των μαλλιών του,

66

ον


του βάζει λίγη πομάδα στο μουστάκι, του ρίχνει στον πήχη το παλτό από καλό αυτοκρατορικό-βασιλικό ύφασμα, του δίνει τη βαλίτσα στ’ άλλο χέρι και τον βγάζει έτσι, σχεδόν Αμερικάνο κιόλας, έξω πάλι στον καθαρό αέρα. Σ’ ένα χαρτάκι, που του το ’δωσε ο συνταξιδιώτης του όταν τον αποχαιρετούσε, έχει δρόμο και διεύθυνση. Στρίβει, όπως γράφει στο χαρτάκι, δεξιά κι αμέσως βρίσκει την είσοδο που του πρότεινε για να κατέβει κάτω από τη γη, με το subway θα πάει στο Χάρλεμ, εκεί έχει ο κύριος που ταξίδευε μαζί του τη βιοτεχνία του, όσο πιο πολύ κατεβαίνει, τόσο πιο ζεστός και μπαγιάτικος είναι ο υπόγειος αέρας, στη μοναρχία τραγουδούσανε με μια μελωδία του Μότσαρτ: Πάντα με πίστη κι εντιμότητα να διαβαίνεις / Μέχρι στον κρύο τάφο σου σαν μπεις / Και μήτε ένα δαχτυλάκι να μη βγαίνεις / Από τον δρόμο του Θεού σαν περπατείς – εδώ, αντιθέτως, ακόμα κι οι νεκροί θα ιδρώνουνε μέσα στη μαύρη γη τους. Προσπαθεί να θυμηθεί τις υπόλοιπες στροφές του τραγουδιού, τότε έρχεται κιόλας το τρένο, που το σέρνουνε άλογα, στον σταθμό, παρωπίδες φοράνε τα φτωχά τα ζωντανά, ενώ κάτω απ’ τη γη είναι σκοτεινά ούτως ή άλλως, ο αμαξάς ο Σίμων θ’ απορούσε. Διόλου λιγότερο κουφός και βουβός απ’ τα άλογα είναι αυτός, ο ίδιος ο ταξιδιώτης, ούτε μιλάει ούτε καταλαβαίνει μία και μοναδική αγγλική λέξη, δεν ξέρει τίνος φωτογραφία είναι πάνω στο κέρμα με το οποίο πληρώνει το εισιτήριο και το μάσημα τσίχλας των επιβατών που ταξιδεύουνε μαζί του το παίρνει για αρρώστια. Ακριβώς τώρα, που εν τω μεταξύ του είναι ξεκάθαρο ότι ο κόσμος των αριθμών κρύβει περισσότερα απ’ όσα δείχνει, διαβάζει εδώ 96η, 110η, 116η Στράσε. Τόσο λίγα μόνο στα παιδικά του χρόνια ήξερε, όταν ο πατέρας του τον χτυπούσε κάθε Κυριακή κι αυτός δεν μάθαινε την αιτία, ούτε και μετά, όταν έπρεπε να τον ευχαριστεί τον πατέρα του για το ξύλο και να τον αποκαλεί με τον τίτλο του: Κύριε τελώνα. Η μάνα δεν προστάτευε τον γιο της απ’ τον άντρα της, έβλεπε τον πατέρα του να τον χτυπάει, κι εκείνη στεκότανε μόνο στη γωνία, δεν

67

ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 67


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 68

έκανε ρούπι κι έκλαιγε σιγανά. Άμα το κλάμα της γινότανε πολύ δυνατό, θα έτρωγε και η ίδια ξύλο. Όταν ήτανε παιδί δεν ήξερε ποιον έπρεπε να μισεί πιο πολύ, τον πατέρα του, που κάθε Κυριακή ήθελε να τον σκοτώσει στο ξύλο, ή τη μάνα του, που έστεκε παραδίπλα και δεν ήξερε τι να κάνει. Και η γυναίκα του εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα δεν ήξερε τι να κάνει.

68

Πριν ακόμα αποφοιτήσει από το Πολυτεχνείο στη Βιέννη, η μάνα του είχε πεθάνει στο σπίτι, από «εγκεφαλική προσβολή» έλεγε το τηλεγράφημα που έλαβε. Αυτός μέχρι σήμερα το θεωρούσε ένα κακόγουστο αστείο, γιατί αυτός ήξερε τις προσβολές και το ξύλο του πατέρα του. Οι μελανιές, όπως εκείνες που είχε πιθανότατα κάνει ο πατέρας του στη μάνα του, αλλάζανε χρώμα, αυτό το είχε ακούσει μια φορά από έναν φίλο του που σπούδαζε Ιατρική, ακόμα και μες στο φέρετρο και στο χώμα, και γίνονταν πρώτα πράσινες, κι ύστερα τελικά κίτρινες, λες κι εκείνες οι εξελίξεις που δεν μπορεί να τις ζήσει πια ένας άνθρωπος που πέθανε απ’ το ξύλο αντικαθίστανται τουλάχιστον για λίγο χρόνο από αυτές τις μεταμορφώσεις των χρωμάτων. Τότε πλησίαζαν άμεσα οι εξετάσεις προόδου του στη Ζύγιση και Μέτρηση, με αυτή τη δικαιολογία απουσίασε από την κηδεία, πράγμα με το οποίο ήτανε σύμφωνος ο πατέρας του. Κάπου είχε μάθει ή είχε διαβάσει μια φορά ότι η Νέα Υόρκη είναι χτισμένη πάνω σε βράχους, κι ίσως αυτός είναι ο λόγος που θέλει να μείνει εδώ, γιατί σε βραχώδες έδαφος μπορεί να είναι σίγουρος ότι δεν θα ακολουθήσει τα χνάρια κανενός ανθρώπου, και βέβαια ούτε του πατέρα του του τελώνη, αλλά ούτε και της φοβητσιάρας της μάνας του.


ERPENBERK D Final_Layout 1 16/3/17 12:43 μ.μ. Page 69

[ 28 ]

Τ

69

ώρα τα πράγματα έχουν έτσι, ώστε το ένα χέρι ξέρει: Το μόριο ενός άντρα δεν πονάει, ακόμα κι όταν το σφίγγεις κάπως δυνατά, είναι απλώς ένας μυς. Ένα άλλο χέρι ξέρει ήδη προ πολλού ότι πρέπει να προσέχει όταν περιχύνει τον χυλό στην κατσαρόλα με νερό, γιατί το νερό πετάγεται τότε ψηλά και μπορεί να τo κάψει. Ένα χέρι πιάνει καθημερινά οχτακόσιες φορές τον μοχλό ενός τρυπανιού και τον κατεβάζει. Ένα χέρι νίβει τ’ άλλο, ένα χέρι περνάει απ’ τα μαλλιά, ένα χέρι ρίχνει ένα quarter σ’ έναν μετρητή γκαζιού. Ένα χέρι ισιώνει ένα ύφασμα, ένα άλλο σκουπίζει ψίχουλα απ’ το τραπέζι, ένα τρίτο ανάβει το φως. Μάτια βλέπουνε σκόνη όταν πέφτει πάνω τους το φως, βλέπουνε μέσα στ’ ανοιχτά στόματα των αντρών, βλέπουνε ένα κανατάκι με λάδι. Αυτιά ακούνε μια πόρτα να χτυπάει, ακούνε σειρήνες, ακούνε κάποιον να βήχει, πόδια μπαίνουνε σε μεταξωτές κάλτσες, αγκώνες τρίβονται, νύχια των ποδιών κόβονται, λιμάρονται και βάφονται, πόδια είναι τόσο πρησμένα που δεν μπαίνουνε στα παπούτσια, γκρίζα, μαύρα και καστανά μαλλιά, σακούλες κάτω απ’ τα μάτια, κάλοι, δυο πεσμένα στήθη, σχεδόν καράφλα κιόλας, πονόδοντος, γλώσσα, μια φωνή σαν μετάξι. Ό,τι κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να είναι ή να γίνουν τα μέλη μιας οικογένειας τώρα είναι τόσο πολύ ξεχαρβαλωμένο, που σε αντίθεση μ’ αυτό ο διαμελισμός με άλογα δεν είναι τίποτα. Κι όμως αυτός, αυτή ή η άλλη κάνει καμιά φορά εδώ, εκεί ή αλλού την ίδια σκέψη: Πώς σώπασε μεμιάς το παιδί.

Τζέννυ Έρπενμπεκ «Η συντέλεια του κόσμου»  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you