Page 1


ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΙΣΧΥΟΣ Penny Jordan Η Πέπεp Μινέσε αποπνέει αισθησιασμό και αυτοπεποίθηση. Αντιπροσωπεύει μια πρόκληση που κανένας άντρας δεν μπορεί να αγνοήσει. Όμως έχει πληρώσει πολύ ακριβά την επιτυχία της. Για δέκα ολόκληρα χρόνια, την ωθούσε και την εμψύχωνε η δίψα της για εκδίκηση. Ώσπου, μετά από μύριες αντιξοότητες και δυσκολίες, κατάφερε ν' απόκτησει αυτό που επιζητούσε: δύναμη και πλούτη. Και τώρα είχε έρθει επιτέλους η ώρα να πληρώσουν οι ένοχοι... Τέσσερις άντρες τής είχαν αρπάξει βίαια την αθωότητα και την ξεγνοιασιά της, σημαδεύοντας ανεξίτηλα την ψυχή της. Τώρα ήταν η σειρά τους να στερηθούν ό, τι ο καθένας τους θεωρούσε πολυτιμότερο. Η Πέπερ κρατάει το μέλλον τους κλεισμένο σε τέσσερις φακέλους. Όταν θα τους ανοίξει, για κανέναν τους δε θα υπάρχει αύριο. Γι' αυτό κι εκείνοι θα προσπαθήσουν να τη σταματήσουν -με κάθε τρόπο... Η Penny Jordan αποτελεί ένα αληθινό εκδοτικό φαινόμενο!» The Bookseller «Κάθε γυναίκα θα αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τον εαυτό της στες ηρωίδες της μοναδικής Penny Jordan». Publishers Weekly Penny Jordan ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΙΣΧΥΟΣ Μετάφραση: Καίτη Οικονόμου Τίτλος πρωτοτύπου: Power Play Copyright © 1988 by Penny Jordan © 2010 XAPAENIK ΕΑΑΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A.B.E.E. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-210-0 Μετάφραση: Καίτη Οικονόμου Επιμέλεια: Βαγγελιώ Χατζηευστρατίου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή ά?Λο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. SILK-ΤΕΥΧΟΣ 55 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΙΣΧΥΟΣ 1 Στο Λονδίνο, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πόλη του κόσμου, υπάρχουν πολλοί δρόμοι που τα ονόματά τους είναι συνώνυμα του χρήματος και της δύναμης. Ένας από αυτούς είναι η Μπίφορτ Τέρας Στρητ· μια θελκτική καμπή με τρίπατα πέτρινα κτίρια εποχής Αντιβασιλείας. Άψογα μαύρα κιγκλιδώματα κοσμούν τις πέτρινες σκάλες από τις οποίες ανεβαίνει κανείς στις νεοκλασικές εισόδους. Τούτα τα κιγκλιδώματα έχουν διακοσμητικά από χρυσό και δικαίως τα ενοίκια για τα δια-μερίσματα-γραφεία αυτών των κτιρίων θεωρούνται τ’ ακριβότερα στην πόλη.


Η Πέπερ Μινέσε ήταν σίγουρα πιο εξοικειωμένη με αυτόν το δρόμο απ’ όλους όσοι νοίκιαζαν εδώ γραφεία. Η εταιρεία της ήταν από τις πρώτες που εγκαταστάθηκαν όταν αποχώρησαν τα συνεργεία ανακαίνισης και οι διακοσμητές εσωτερικών χώρων. Δικό της ήταν το τριώροφο στην καρδιά ακριβώς του ημικυκλικού δρόμου. Καθώς ετοιμαζόταν ν’ ανέβει τη σκάλα, αντιλήφθηκε πως ένας άντρας είχε κοντοσταθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο για να την κοιτάξει. Ήταν ντυμένη με μαύρο ταγέρ του Σεν Δοράν, που το βαθύ V ντεκολτέ του έδινε την εντύπωση πως ήταν γυμνή από μέσα. Στην πραγματικότητα, μέσα από το σακάκι φορούσε μια μαύρη μεταξωτή πουκαμίσα, αλλά, εδώ και πολύ καιρό, είχε καταλάβει πως βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση όταν αποσπούσε την προσοχή αυτών με τους οποίους διαπραγματευόταν, είτε για επαγγελματικούς είτε για προσωπικούς λόγους· ήταν μια από κείνες τις λιγοστές γυναίκες που δεν αποπνέουν μόνο αισθησιασμό αλλά και δύναμη, και οι άντρες τις βλέπουν σαν πρόκληση. Όταν τη βόλευε, τους άφηνε να νομίζουν πως είναι μια πρόκληση την οποία είναι εύκολο να αντιμετωπίσουν. Στις δυο πλευρές του δρόμου ήταν παρκαρισμένα ακριβά αυτοκίνητα, επιβεβακόνοντας το «πρεστίζ» της ημικυκλικής παρόδου. Μεγαλέμποροι, τραπεζίτες και διάφοροι άλλοι λεφτάδες τσακώνονταν σαν τα σκυλιά για ένα γραφείο σ’ αυτόν το δρόμο. Η εταιρεία Μινέσε Μάνατζμεντ είχε φοβερά κέρδη. Εκτός από το ιδιόκτητο κτίριο στην Τέρας Στρητ, η Πέπερ είχε κι άλλα δύο. Είχε αγωνιστεί σκληρά για να φτάσει εδώ που ήταν σήμερα. Ήξερε ποις δεν έμοιαζε για γυναίκα που διευθύνει μια αυτοκρατορία αξίας πολλών εκατομμυρίων λιρών- κατ’ αρχάς έδειχνε υπερβολικά νέα. Κόντευε να κλείσει τα είκοσι οχτώ και ήξερε τα πάντα γύρω από την ανθρώπινη φύση. Το Μινέσε δεν ήταν το πραγματικό της επίθετο- το είχε φτιάξει μόνη της. Ήταν αναγραμματισμός της λέξης «νέμεση» και το θεώρησε κατάλληλο για τίτλο των επιχειρήσεών της. Της άρεσε η ελληνική μυθολογία- η στηλίτευση όλων σχεδόν των συναισθημάτων που διέπουν το ανθρώπινο γένος ταίριαζε με την κυνική πλευρά του χαρακτήρα της. Θεωρούσε ειρωνική αλλά και αποκαλυπτική ταυτόχρονα αντίφαση το γεγονός ότι μια κοινωνία, ενώ «κουκουλώνει» τη βιαιοπραγία κατά ανηλίκου, φρίττει στο άκουσμα της λέξης εκδίκηση. Εκείνης της άρεσε, γιατί είχε τις ρίζες της σε μια αρχαία κουλτούρα- ανήκε σε μια φυλή που σαν αρχή της είχε την επιβολή δίκαιης τιμωρίας για κάθε παράπτωμα. Καθώς έμπαινε στο κτίριο, μια δέσμη ηλιαχτίδων έπεσε στο σι-νιόν της, κάνοντας να λάμψουν οι σκουροκόκκινες ανταύγειες των μαλλιών της. Όταν βρισκόταν στη σκιά φάνταζαν μαύρα, αλλά δεν ήταν. Είχαν το βαθύ σκουροκόκκινο χρώμα του κρασιού Βουργουνδίας. Ήταν ένα ασυνήθιστο χρώμα, σπάνιο θα μπορούσε να πει κανείς- όσο σπάνιο ήταν και το γαλάζιοβιολετί των ματιών της. Καθώς η κοπέλα διάβαινε το κατώφλι, ο άντρας από το απέναντι πεζοδρόμιο κοίταζε λαίμαργα τα λεπτά μακριά πόδια της. Φορούσε μαύρες λεπτές κάλτσες. Ήταν μεταξωτές και τις παράγγελ-νε με τις ντουζίνες. Βλέποντας την Πέπερ, η ρεσεψιονίστ χαμογέλασε νευρικά. Όλο το προσωπικό την αντιμετώπιζε με κάποιο δέος. Ήταν απαιτητική με τους συνεργάτες της κι έδινε πρώτη το παράδειγμα με την ακαταπόνητη εργατικότητά της. Δε γινόταν αλλιώς. Ξεκίνησε την εταιρεία από το μηδέν και τώρα εκπροσωπούσε μερικούς από τους κορυφαίους σταρ κι αθλητές του κόσμου, διαπραγματευόταν τα διαφημιστικά τους συμβόλαια και διαχειριζόταν τα εισοδήματά τους, κάνοντάς τους εκατομμυριούχους. Η ρεσεψιονίστ ήταν μια εικοσάχρονη νόστιμη ξανθούλα με τα πιο μακριά πόδια που είχε δει στη ζωή της η Πέπερ. Γι’ αυτό και την προσέλαβε. Οι πελάτες τα χάζευαν κι είχαν κάτι ν’ απασχολήσουν το μυαλό τους όση ώρα περίμεναν να δουν την ίδια. Μετά το ψυχρό γκριζόμαυρο ντεκόρ της ρεσεψιόν, με τις διακριτικές λευκές πινελιές και τις πολυθρόνες-αντίκες, υπήρχε ένας πολυτελής χώρος συνεντεύξεων. Κρυμμένος πίσω από κινητά χωρίσματα βρισκόταν ο πιο σύγχρονος εξοπλισμός βιντεοσκόπησης και ηχοληψίας. Όποιος ήθελε να χρησιμοποιήσει τους πελάτες της σε οποιοδήποτε είδος τηλεοπτικής παραγωγής έπρεπε πρώτα ν’ αποδείξει στην ίδια ότι ήξερε τη δουλειά του. Η Πέπερ διέσχισε την αίθουσα αναμονής, γνωρίζοντας πως δεν είχε κανένα ραντεβού. Αν τη ρωτούσε κανείς, θα μπορούσε να του απαριθμήσει από μνήμης όλα τα ραντεβού του προσεχή μήνα, χωρίς να παραλείψει ούτε ένα- είχε μυαλό ξυράφι και μνήμη υπολογιστή. Η γραμματέας της σήκωσε το βλέμμα καθώς η Πέπερ έμπαινε στο γραφείο. Η Μιράντα Χέις εργαζόταν πέντε χρόνια στην εταιρεία και ήξερε για την εργοδότριά της όσα και την πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά.


Στα ρουθούνια της έφτασε το άρωμα που παρασκεύαζαν ειδικά για την Πέπερ στο Παρίσι και κοίταξε με ζήλια το κομψό ταγέρ της. Το κορμί που το φορούσε διέθετε χυμώδεις καμπύλες, αλλά η Μιράντα υποπτευόταν πως η εργοδότριά της δεν είχε ούτε ένα πα-ραπανίσιο γραμμάριο κρέας. Αναρωτήθηκε αν γυμναζόταν και, αν ναι, πού. Πάντως η Πέπερ Μινέσε δεν έδειχνε γι’ αθλητικός τύπος. Η Μιράντα ήταν αδύνατο να φανταστεί την ψυχρή, συγκρατημένη εργοδότριά της α-ναψοκοκκινισμένη και ιδρωμένη μετά από εξαντλητική σωματική άσκηση. «Κανένα τηλεφώνημα;» ρώτησε η Πέπερ. Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. «Πήρε ο Τζεφ Στόουελ να σας υπενθυμίσει το κοκτέιλ πάρτι για τον Καρλ Βάινερ, απόψε στ ο Γκρόβενορ». Η Πέπερ ανασήκωσε το φρύδι, εκφράζοντας έτσι την απαρέσκειά της που ο ατζέντης του νεαρού τενίστα θεώρησε απαραίτητη αυτή την υπόμνηση. «Είπε ότι θα έρθει κάποιος που θέλει να σας γνωρίσει», πρό-σθεσε η Μιράντα. «Είπε ποιος;» Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θέλετε να του τηλεφωνήσω;» «Όχι», είπε κοφτά η Πέπερ. «Αν θέλει ο Τζεφ να παίξει το Ποιος-είναι-Ποιος, ας το παίξει μόνος του. Εγώ δεν έχω καιρό για χάσιμο». Ανοιξε την πόρτα του γραφείου της, μπήκε μέσα και την έκλεισε, αφήνοντας πίσω της μια αδιόρατη ευωδιά από το άρωμά της. Το γραφείο της δεν είχε ίχνος θηλυκότητας. Όταν προσέλαβε το διακοσμητή, του είπε πως ήθελε να αποπνέει μια έντονη αίσθηση δύναμης. «Δύναμης;» Την είχε κοιτάξει καλά καλά κι εκείνη του χαμογέλασε γλυκά. «Ναι, τη δύναμη του ανθρώπου που θα κάθεται πίσω από αυτό το γραφείο». «Ξέρετε, οι άντρες δεν ανταποκρίνονται θετικά στις δυναμικές γυναίκες», της είχε πει αμήχανα. Η Πέπερ του θύμιζε νωχελικό αίλουρο που καραδοκούσε να του ορμήσει, αλλά ήταν ομοφυλόφιλος και πάντα του προκαλούσαν νευρικότητα οι αισθησιακές γυναίκες. Είχε δίκιο, και η Πέπερ δεν έφερε αντίρρηση. Ωστόσο δεν είχε γεννηθεί ακόμα το αρσενικό που δε θα μπορούσε να το κουμαντά-ρει. Ήξερε από πείρα πως όσο πιο δυναμικός είναι ένας άντρας, τόσο πιο ευάλωτος είναι ο εγωισμός του· κι ένα από τα πρώτα πράγματα που είχε μάθει στη ζωή της ήταν πώς να το εκμεταλλεύεται αυτό προς όφελος της. Από την κλειστή πόρτα άκουγε το ρυθμικό χτύπημα της γραφομηχανής της Μιράντα. Ο ήλιος που ορμούσε από τα παράθυρα έκανε να γυαλίζει η λεπτή αλυσιδίτσα στον αριστερό καρπό της. Τη φορούσε πάντα, και τώρα την κοίταξε για μια στιγμή μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, πριν τη βγάλει για να χρησιμοποιήσει το περασμένο σ’ αυτή χρυσό κλειδάκι και ν’ ανοίξει ένα από τα συρτάρια του γραφείου της. Σ’ αυτό το συρτάρι είχε τους πιο σημαντικούς προσωπικούς φακέλους της. Ήταν μόνο τέσσερις. Τέσσερις πολύ ξεχωριστοί φάκελοι που δεν ανήκαν σε πελάτες της. Όσοι την ήξεραν θα έλεγαν πως ήταν χαρακτηριστικό για την Πέπερ να κουβαλά πάντα πάνω της το κλειδί του συρταριού, να το φορά όπως 0α φορούσε μια άλλη γυναίκα το δώρο του αγαπημένου της. Κοντοστάθηκε λίγο πριν τους βγάλει. Περίμενε πολύ καιρό αυτή τη στιγμή· περίμενε, δούλευε για να την προετοιμάσει και να που κρατούσε πια στα χέρια της το τελευταίο στοιχείο με το οποίο θα τελειοποιούσε το... όργανο της εκδίκησής της. Εκδίκηση -μια λέξη που δεν ταιριάζει στους υπερευαίσθητους.


Δεν υπάρχει θρησκεία που να μην απαγορεύει την εκδίκηση από τον άνθρωπο· μόνο στους θεούς ανήκει αυτό το προνόμιο. Και η Πέπερ ήξερε γιατί. Η δίψα της εκδίκησης απελευθερώνει καταστροφικές δυνάμεις στην ανθρώπινη ψυχή. Για χάρη της εκδίκησης ένα ανθρώπινο πλάσμα μπορεί να υπομείνει τα πάνδεινα. Οι φάκελοι δεν είχαν γραμμένα πάνω ονόματα· δεν τα χρειαζόταν. Τους είχε συμπληρώσει με κόπους και θυσίες όλα αυτά τα χρόνια· συγκέντρωσε χιλιάδες πληροφορίες μέχρι να βρει αυτό που ζητούσε. Κοντοστάθηκε πάλι πριν ανοίξει τον πρώτο, χτυπώντας ρυθμικά το σκουροκόκκινο νύχι της στην επιφάνειά του. Δεν ήταν διατακτική γυναίκα κι όσοι την είχαν ακουστά συχνά σάστιζαν διαπιστώνοντας πως ήταν μικροκαμωμένη, μόλις ένα κι εξήντα, με λεπτό, σχεδόν εύθραυστο σκελετό. Σύντομα όμως καταλάβαιναν πως ήταν τόσο εύθραυστη όσο ένα ατσαλόσυρμα, αν κι αυτό δεν τη βόλευε πάντα. Κάποτε υπήρξε ευάλωτη και όπως όλα τα ευάλωτα πλάσματα... Κούνησε το κεφάλι και στράφηκε στο παράθυρο. Το προφίλ της θύμιζε αιγυπτιακό γλυπτό· τα μάτια της ήταν κάπως σχιστά, χαρίζοντας στην όψη της μυστήριο και σαγήνη. Γι’ αρκετή ώρα απέμεινε να κοιτάζει τους φακέλους και τέλος τους ξανάβαλε στο συρτάρι. Ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στα χείλη της. Περίμενε πολύ καιρό, αλλά από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε το μεγάλο παιχνίδι. Το τηλέφωνο χτύπησε και το σήκωσε. «Είναι η ΛέσλΓΕβανς», της είπε η Μιράντα. Η νεαρή σταρ του πατινάζ είχε γίνει πελάτισσά της πολύ πρόσφατα. Ήταν υποψήφια για χρυσό μετάλλιο στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η Πέπερ την είχε προσέξει πριν από δώδεκα μήνες κι είχε δώσει εντολή στα στελέχη της να παρακολουθούν την πορεία της. Στον κόσμο των επιχειρήσεων η Πέπερ Μινέσε είχε τη φήμη πως ήξερε να ποντάρει στο σωστό άλογο και, το σπουδαιότερο, να βρίσκει αουτσάιντερ με ευνοϊκές πιθανότητες. Η Πέπερ δεν έλεγε τίποτα. Από επαγγελματική άποψη την εξυπηρετούσε να την προβάλλει ο Τύπος σαν ένα άτομο με προφητικές ικανότητες, έστω κι αν δεν ίσχυε αυτό. Έτσι, μεγάλωνε το μυστήριο που την περιέβαλλε, αν και στην πραγματικότητα βάσιζε τις αποφάσεις της στην προσεκτική αξιολόγηση των αντικειμενικοί στοιχείων και σε κάποιες εκλάμψεις της διαίσθησής της, που είχε μάθει να την εμπιστεύεται. Κάποιοι πλησίασαν την πατινέρ μ’ ένα διαφημιστικό συμβόλαιο για νεανικά ρούχα. Η Πέπερ ήξερε καλά την εταιρεία που τα κατασκεύαζε. Τακτική τους ήταν να δένουν χειροπόδαρα νεαρούς σταρ με συμβόλαια γεμάτα επαχθείς όρους και ποινικές ρήτρες. Και μόνο το γεγονός ότι προτίμησαν να παρακάμψουν την Πέπερ και να πλησιάσουν μόνοι τους τη Λέσλι Έβανς ήταν αποκαλυπτικό των προθέσεών τους. Το απόγευμα δέχτηκε έναν καταιγισμό τηλεφωνημάτων. Οι πελάτες της Πέπερ ήταν διάσημοι σταρ, καλλιτέχνες κι αθλητές, φοβερά κακομαθημένοι κι εγωιστές· δουλειά της ήταν να τους καλοπιάνει και να τους κανακεύει -μέχρι ενός ορίου. Στις πέντε χτύπησε την πόρτα της η Μιράντα και τη ρώτησε αν μπορούσε να φύγει. «Ναι, δε σε χρειάζομαι άλλο. Κι εγώ δε θα καθίσω πολύ ακόμα. Το πάρτι στο Γκρόβενορ αρχίζει στις εφτά». Η Πέπερ περίμενε να πάει πέντε και τέταρτο πριν ξεκλειδώσει πάλι το συρτάρι. Αυτή τη φορά έβγαλε χωρίς δισταγμό τους φακέλους, πήγε στο γραφείο της ιδιαιτέρας της και κάθισε μπροστά στην ηλεκτρονική γραφομηχανή της. Η Μιράντα θα ζήλευε την ταχύτητα και την ακρίβειά της. Η Πέπερ έγραφε χωρίς δισταγμούς· ήξερε καλά τι έκανε. Τέσσερις φάκελοι. Τέσσερις άντρες. Τέσσερα γράμματα που θα τους έφερναν εδώ, γεμάτους αγωνία, να τη συναντήσουν. Από μια άποψη το έβρισκε διασκεδαστικό που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της αυτί] τη βαθιά, φυλετική, αταβιστική ανάγκη γι’ απόδοση δικαιοσύνης -για εκδίκηση... Ίσως ο πολύς κόσμος αποδοκίμαζε την άποψή της για την απονομή της


δικαιοσύνης, αλλά τι μ’ αυτό; Με τα χρόνια είχε αναπτύξει την ικανότητα να αποστασιοποιείται από πρόσωπα και καταστάσεις, να παρατηρεί και ν’ αναλύει αντικειμενικά. Τέσσερις άντρες τής είχαν στερήσει κάτι για το οποίο ήταν πολύ περήφανη. Για ν’ αποδοθεί, λοιπόν, δικαιοσύνη έπρεπε να χάσει ο καθένας τους αυτό που ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή του. Τα τέσσερα γράμματα δακτυλογραφήθηκαν άψογα στο χοντρό επιστολόχαρτο με τη φίρμα της εταιρείας. Η Πέπερ τα δίπλωσε προσεκτικά, τα έβαλε σε φακέλους, χρησιμοποιώντας τις σφραγίδες που είχε αγοράσει ειδικά γι’ αυτή την περίπτωση. Ήταν κι αυτό μέρος του τελετουργικού. Ο φύλακας της χαμογέλασε καθώς έβγαινε από το κτίριο. Ήταν η εργοδότριά του και τη σεβόταν, αλλά δεν έπαυε να είναι άντρας κι έριξε ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στη λεπτή σιλουέτα με τις αρμονικές καμπύλες και τις υπέροχες γάμπες. Στη γωνία υπήρχε ένα ταχυδρομικό κουτί στο οποίο έριξε τα τέσσερα γράμματα. Το αυτοκίνητό της, μια σκουροκόκκινη Άστον Μάρτιν με αριθμό κυκλοφορίας PSM1, ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο κτίριο. Η Πέπερ το ξεκλείδωσε και κάθισε στη θέση του οδηγού. Ο ουρανός ήταν από κρεμ δέρμα και η ταπετσαρία των καθισμάτων επίσης σκουροκόκκινη. Ο ουρανός μπορούσε ν’ ανοίξει ή να κλείσει μ’ ένα κουμπί, και καθώς έβαζε μπροστά η Πέπερ πάτησε το κουμπί για να τον κατεβάσει. Οδηγούσε όπως έκανε και καθετί άλλο στη ζωή της: μ’ επιδε-ξιότητα και οικονομία κινήσεων. Σε μισή ώρα είχε φτάσει στο σπίτι της, στο Πόρτσεστερ Μιους. Για ν’ ανοίξει η σιδερένια πύλη του περιτειχισμένου οικισμού χρειαζόταν μια ειδική κάρτα. Όπως και τα γραφεία της, έτσι κι εδώ τα κτίρια ήταν εποχής Αντιβασι-λείας. Ήταν ένας από τους αριστοκρατικότερους οικισμούς του Λονδίνου, με σπίτια και διαμερίσματα χτισμένα γύρω από έναν κοινό κήπο. Όλοι οι ιδιοκτήτες και οι ενοικιαστές μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις αθλητικές εγκαταστάσεις του συγκροτήματος. Η πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων ήταν μια από τις καλύτερες του Λονδίνου. Το γυμναστήριο ήταν εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα όργανα, και τα γήπεδα τού σκουός είχαν σχεδιαστεί από τον παγκόσμιο πρωταθλητή αυτού του αθλήματος. Εκτός από το σπίτι της, η Πέπερ ήταν ιδιοκτήτρια κι ενός διαμερίσματος, το οποίο διατηρούσε γι’ αποκλειστική χρήση των πελατών της. To σπίτι της ήταν τρίπατο. Στο ισόγειο ήταν το σαλόνι, η τραπεζαρία και η κουζίνα. Στον πρώτο όροφο υπήρχαν δύο ξενώνες με δικά τους λουτρά και στον τελευταίο όροφο οι προσωπικοί της χοίροι, δηλαδή, μια πελώρια κρεβατοκάμαρα, το λουτρό της, ένα καθιστικό και ένα μπουντουάρ, στους δυο αντικριστούς τοίχους του οποίου υπήρχαν ντουλάπες μ’ εξωτερικούς καθρέφτες από το πάτωμα ως το ταβάνι. Η γυναίκα που φρόντιζε καθημερινά το σπίτι είχε ήδη φύγει. Στο ψυγείο υπήρχε ένα μπλέντερ γεμάτο κομμάτια φρούτα. Το έβγαλε και άναψε το διακόπτη. Η Πέπερ ήταν κοντή και μπορούσε πολύ εύκολα να πάρει βάρος. Γι’ αυτό πρόσεχε πολύ τι έτρωγε και τι έπινε. Και γυμναζόταν -κρυφά. Καθώς έπινε το φρουτοχυμό, συλλογιζόταν τα γράμματα και τους τέσσερις άντρες για τους οποίους γνώριζε περισσότερα απ’ όσα οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Χρόνια ολόκληρα συγκέντρωνε στοιχεία γι’ αυτούς κι είχε φτάσει πια σ’ ένα σημείο που μπορούσε να μπει μέσα στο μυαλό τους. Κοίταξε το ρολόι της. Είχε ένα απλό χρυσό μπρασελέ αγορασμένο από τον κοσμηματοπώλη των Ανακτόρων. Πάντα απέφευγε τα φανταχτερά κομμάτια. Άφηνε για τους άλλους τα Ρόλεξ και τα Καρτιέ· η Πέπερ δεν είχε ανάγκη από τέτοιου είδους αυτοεπιβε-βαίωση. Αυτό το ρολόι είχε σχεδιαστεί ειδικά για κείνη και ήταν λιτό και κλασικό. Θα μπορούσε να φορεθεί μετά από είκοσι χρόνια χωρίς να δείχνει ντεμοντέ. Τα ρούχα της την περίμεναν απλωμένα πάνω στο κρεβάτι· είχε αφήσει ένα σημείωμα στην υπηρέτρια το πρωί, που της έλεγε τι θα φορούσε. Φρόντιζε πολύ το ντύσιμό της όπως και οτιδήποτε άλλο την αφορούσε, αλλά, μόλις έβαζε τα ρούχα, έπαυε αυτομάτως να τα σκέφτεται. Για κείνο το βράδυ είχε διαλέξει ένα σύνολο του Βαλεντίνο. Αντίθετα με πολλούς άλλους κορυφαίους σχεδιαστές, ο Βαλεντίνο αντιλαμβανόταν πως δεν είναι όλες οι γυναίκες ένα κι ογδόντα. Το ντεπιές που θα φορούσε ήταν μαύρο -μαύρη βελούδινη φούστα, κοντή και στενή, και μαύρη μακρυμάνικη μπλούζα, που από τους γοφούς μέχρι το στήθος ήταν πλεχτή κι από κει και πάνω βελούδινη σαν τη φούστα. Το πλεχτό της μέρος εφάρμοζε στο σώμα της σαν γάντι. Αυτό το σύνολο ήταν φτιαγμένο μόνο για τέλεια κορμιά. Πρώτα έκανε ένα ντους, απολαμβάνοντας το ζεστό νερό, ενώ τεντωνόταν σαν αίλουρος. Αυτή ήταν μια πτυχή της


προσωπικότητάς της που κανείς δεν ήξερε -η αισθησιακή, ευαίσθητη πλευρά της. Το ζεστό νερό έκανε ν’ αναδυθεί έντονα η ευωδιά του αρώματος της. Ήταν η μόνη που το φορούσε κι είχε ποτίσει το δέρμα της. Η Πέπερ βγήκε από την ντουσιέρα και σκουπίστηκε πριν απλώσει προσεκτικά στο σώμα της μια λοσιόν δέρματος. Σύμφωνα με τους νόμους της επιστήμης, το κορμί στα είκοσι οχτώ φέρει ήδη πάνω του τα πρώτα σημάδια του χρόνου, αλλά εκείνη ήξερε, χωρίς να χρειαστεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη, πως το δικό της ήταν σφιχτό, σφριγηλό και τόσο ελκυστικό, ώστε ελάχιστοι άντρες μπορούσαν ν’ αντισταθούν στη θέα του. Στην ιδέα αυτή τσιτώθηκε κι έσφιξε τα χείλη. Δεν ήθελε να σκέφτεται ούτε το αντρικό φύλο ούτε τους πόθους που του ενέπνεε. Είχε φροντίσει με τα χρόνια να δημιουργήσει γύρω της το μύθο της φοβερά αισθησιακής γυναίκας. Μέχρι στιγμής, κανείς δεν είχε προσπαθήσει να τον αμφισβητήσει. Πίστευε πως ούτε στο μέλλον θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Η ματιά της έπεσε σ’ ένα μικρό ασημί σημαδάκι χαμηλά στο κορμί της· συνοφρυώθηκε και το άγγιξε νευρικά με το δάχτυλο. Το υπερβολικά εφαρμοστό ντεπιές δεν προσφερόταν για εσώρουχα· έτσι, το μόνο που θα φορούσε από κάτω ήταν ένα ζευγάρι ειδικές κάλτσες που σφιχταγκάλιαζαν τους μηρούς. Τις είχε ανακαλύψει στη Νέα Υόρκη πολύ πριν τις εισαγάγουν στην Αγγλία. Η Πέπερ περίμενε ν’ απορροφήσει το δέρμα της τη λοσιόν τριγυρίζοντας άσκοπα στο δωμάτιό της. Όταν βρισκόταν μόνη στο σπίτι της, με τις πόρτες αμπαρωμένες και τα παράθυρα κλειστά, ένιωθε αρκετά ασφαλής για να το κάνει, αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια για ν’ αποκτήσει αυτό το αίσθημα ασφάλειας· κι ήταν αρκετά έξυπνη για να ξέρει πως μια γυναίκα που εμφανίζεται έμπειρη ερωτικά, όπως ήθελε να παρουσιάζεται η ίδια, δεν είναι δυνατό να νιώθει αμηχανία για το ίδιο της το σώμα. Οι άντρες είναι σαν τ’ αρπακτικά κι έχουν το ένστικτο αρπακτι-κού στη γυναικεία αδυναμία. Στη σκέψη αυτή την κυρίευσε ένα ρίγος που το καταπολέμησε με όλη τη δύναμη της θέλησής της, μένοντας ακίνητη, σαν να τη μαστίγωνε ένα παγερό ρεύμα αέρα, μέχρι που το κατέπνιξε. Αγνοώντας την προδοτική της αντίδραση, μακιγιαρίστηκε και μάζεψε πάλι τα μαλλιά της σε σινιόν. Φόρεσε μια χρυσή καδένα με μόνο στολίδι ένα απλό αλλά άψογο διαμάντι, που φώλιασε στη γουβίτσα του λαιμού της σκορπίζοντας φλόγες στο τρυφερό, σταράτο δέρμα της. Η Πέπερ σπάνια έκανε ηλιοθεραπεία· δεν τη συγκινούσαν οι διακοπές και το δέρμα της είχε ευαισθησία στον ήλιο. Το πρόσωπό της δεν το άφηνε ποτέ να μαυρίσει. Ξεκίνησε στις εφτά παρά τέταρτο. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ανέβασε τον ουρανό. Έβαλε μια κασέτα και, καθώς οδηγούσε προς τον προορισμό της, άκουγε τη δική της φωνή ν’ απαριθμεί τα στοιχεία από το φάκελο του Καρλ Βάινερ. Ήταν αρχή της να μαθαίνει τα πάντα για τους πελάτες της. Όταν παρέδωσε το αυτοκίνητό της στο θυρωρό του Γκρόβενορ, είχε αποστηθίσει το βιογρα-φικό του νεαρού σταρ του τένις. Πάνω από το ντεπιές φορούσε μια κοντή βραδινή κάπα από μαύρο βελούδο, γαρνιρισμένο με λευκή μινκ που είχε μαύρες πινελιές σαν ερμίνα. Ήταν σκέτο θέατρο -απαραίτητο μέρος του προσωπείου που παρουσίαζε στον κόσμο, και, μόλο που δεν το έδειχνε, διασκέδαζε μέσα της με τα βλέμματα που της έριχναν καθώς διέσχιζε αργά το φουαγιέ. Ένας υπάλληλος της ρεσεψιόν την αναγνώρισε και τη συνοδέυσε στη σουίτα όπου δινόταν το πάρτι. Οικοδεσπότης ήταν η εταιρεία που κατασκεύαζε αθλητικά παπούτσια τα οποία διαφήμιζε ο Καρλ Βάινερ. Η Πέπερ είχε διαπραγματευτεί μια εξαψήφια προκαταβολή συν ποσοστά. Η ίδια έπαιρνε δέκα τοις εκατό. Ο Τζεφ Στόουελ, ο ατζέντης του τενίστα, την περίμενε στο κατώφλι. Την άδραξε από το μπράτσο. «Πού στο διάβολο ήσουν;» ρώτησε. «Γιατί; Είναι εφτά ακριβώς, Τζεφ», του είπε ψυχρά, τραβώντας το χέρι της κι αφήνοντας τον υπάλληλο που στεκόταν πίσω της να πάρει την κάπα. Πρόσεξε πως ο Τζεφ ήταν ελαφρά ιδρωμένος κι αναρωτήθηκε σε τι οφειλόταν η νευρικότητά του. Ήταν διαχυτικός άνθρωπος, με την τάση να καταπιέζει τους κατωτέρους του. Φερόταν στους πελάτες του σαν να ήταν παιδιά, αναγκάζοντάς τους να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. «Κοίτα, απόψε ήρθε κάποιος που θέλει να σε γνωρίσει -ο Τεντ Στάινερ, ο ιστιοπλόος. Έχει τον Μαρκ Μακόρμακ, αλλά θέλει μια αλλαγή». Ο Τζεφ την είδε να κατσουφιάζει. «Τι συμβαίνει; Νόμιζα ότι θα χαρείς...» «Θα χαιρόμουν», απάντησε ψυχρά η Πέπερ, «αν ήξερα γιατί σκέφτεται ν’ αλλάξει τον Μακόρμακ. Δεν πέρασαν καλά καλά έξι μήνες που κέρδισε το έπαθλο Γουάιτμπρεντ Τσάλεντζ και υπέγραψε συμβόλαιο μαζί του. Αν παίρνει ναρκωτικά και με


θέλει για να του τα προμηθεύω, λάθος πόρτα χτύπησε». Είδε τον ατζέντη ν’ αναψοκοκκινίζει και κατάλαβε πως οι πληροφορίες της ήταν σωστές. «Ηθικοί ενδοιασμοί», γκρίνιαξε ο άλλος. Η Πέπερ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Οικονομικοί. Εκτός από την αυτονόητη πιθανότητα να μπλέξεις με την αστυνομία και τον Τύπο, ένας πρωταθλητής που παίρνει ναρκωτικά δε μένει για πολύ στην κορυφή, κι όταν αρχίσουν οι ήττες παύει να έχει και προτάσεις για διαφημιστικά συμβόλαια· οπότε, τι να τον κάνω;» Απομακρύνθηκε από τον Τζεφ, χωρίς να του δώσει την ευκαιρία ν’ απαντήσει, αναζητώντας με το βλέμμα τον Καρλ Βάινερ. Δε δυσκολεύτηκε να τον βρει. Του άρεσαν οι γυναίκες κι εκείνος άρεσε σ’ αυτές. Γύρω του ήταν συγκεντρωμένες έξι εφτά εντυπωσιακές, ηλιοκαμένες καλλονές, όλες ξανθιές. Όταν όμως είδε την Πέπερ να πλησιάζει προς το μέρος του, έχασε κάθε ενδιαφέρον για τις θαυμάστριές του. Είχε κερδίσει τη φήμη του πλείμπόι, και του άξιζε. Γι’ αυτόν το λόγο μερικές άλλες εταιρείες ανησυχούσαν για κείνον, αλλά ήταν αρκετά έξυπνος και καταλάβαινε τις συνέπειες που θα είχε αν το παρατραβούσε. Η Πέπερ πίστευε πως τον επόμενο χρόνο θα κέρδιζε τον τίτλο του Γουίμπλεντον. Αντίθετα με τους άλλους άντρες, που φορούσαν απογευματινά και βραδινά κοστούμια, εκείνος ήταν ντυμένος με τη λευκή στολή του τένις. Το σορτσάκι του ήταν υπερβολικά κοντό. Τα χρυσά μαλλιά του, ξανοιγμένα από τον ήλιο, έπεφταν σε άτακτες μπού-κλες στο μέτωπό του. Ήταν είκοσι ενός ετών κι έπαιζε τένις από τα δώδεκα. Έμοιαζε σαν παιδί με πρόωρη ανάπτυξη, με τα γλυκά γαλάζια μάτια του και το μυώδες κορμί. Στην πραγματικότητα όμως είχε μυαλό ξυράφι. «Πέπερ!» Πρόφερε τ’ όνομά της σαν χάδι στο κορμί της. Σαν εραστής θα έπρεπε να είναι από εκείνους που τους αρέσει να φιλάνε και να πιπιλίζουν. Η Πέπερ, πριν ακόμα κοιτάξει τις θαυμάστριές του, ήξερε ότι τα γούστα του απαιτούσαν μεγάλα και σφιχτά στήθη. Μια από τις ξανθιές που στέκονταν δίπλα του στραβομουτσούνιασε, διστάζοντας ανάμεσα στην αποδοχή της παρουσίας της και το απροκάλυπτο μίσος. Η Πέπερ την αγνόησε και κοίταξε τα πόδια του Καρλ. Ήταν ψηλός, μυώδης και φορούσε παπούτσια του τένις νούμερο έντεκα. Το χαμόγελο που της χάρισε όταν σήκωσε το βλέμμα ήταν όλο λαγνεία. «Μήπως ενδιαφέρεσαι να διαπιστώσεις αν αληθεύει το γνωμι-κό; Θα σου δείξω ευχαρίστως». Οι ξανθιές βάλθηκαν να χαχανίζουν ανόητα. Η Πέπερ τον κοίταξε ψυχρά. «Μου το έχεις δείξει ήδη», απάντησε ξερά. «Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι φοράς τα παπούτσια του σπόνσορά σου». Ο Καρλ Βάινερ κοκκίνισε σαν κακομαθημένο παιδί. Η Πέπερ τον χάιδεψε στο μάγουλο, γρατζουνώντας τον ανάλαφρα με τα μακριά της νύχια. «Οι πραγματικές γυναίκες προτιμούν το διακριτικό από το κραυγαλέο. Μέχρι να το μάθεις όμως αυτό, μπορείς να παίζεις με τις όμορφες κουκλίτσες σου». Οι σπόνσορες ήταν μια καινούρια σχετικά εταιρεία στο αθλητικό παπούτσι κι ήθελαν να δημιουργήσουν για το προϊόν τους μια εικόνα ρωμαλέα και σοφιστικέ. Η Πέπερ είχε διαβάσει γι’ αυτούς στον οικονομικό Τύπο και τους πλησίασε με δική της πρωτοβουλία. Ο οικονομικός διευθυντής πίστεψε ότι αυτό του έδινε το πάνω χέρι, αλλά η Πέπερ του διέλυσε σύντομα τις αυταπάτες. Είχε ήδη πολλές προσφορές από κατασκευαστές παπουτσιών τένις, αλλά δε σκόπευε να επιτρέψει στον πελάτη της να δεχτεί μία που δεν είχε επιλέξει η ίδια. Η συγκεκριμένη εταιρεία είχε τη μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια κι ένα καινούριο μοντέλο που, με το στυλ και τη λειτουργικότητά του, σύντομα θα έκανε θραύση στην αγορά. Ωστόσο η Πέπερ, με την αυτοπεποίθηση και την ψυχρότητά της, ανάγκασε τον οικονομικό διευθυντή Άλαν Χαρτ να υποχωρήσει και να δεχτεί τους όρους της. Ήταν παρών εκείνο το βράδυ. Είχε πιστέψει ότι μπορούσε να τη ρίξει στο κρεβάτι του κι ο εγωισμός του δεν είχε συνέλθει ακόμα από την άρνησή της. Μόλο που της έλειπε μπόι, ο τρόπος που κινιόταν τραβούσε το μάτι. Κάποτε κάποιος είπε πως το βάδισμά της συνδύαζε τη χάρη του αιλουροειδούς με το υπνωτιστικό σύρσιμο του φιδιού. Δεν είχε καλλιεργήσει συνειδητά αυτή την περπατησιά· ήταν


η κληρονομιά γενεών περήφανων και ανεξάρτητων γυναικών. Ο Άλαν Χαρτ την παρατηρούσε καθώς πήγαινε από συντροφιά σε συντροφιά, εντυπωσιασμένος από την επίδραση που ασκούσε στους γύρω της. Οι άντρες ζαλίζονταν, κι εκείνη χρησιμοποιούσε το σεξαπίλ της όπως ο χειρουργός το νυστέρι του. «Αναρωτιέμαι πώς είναι στο κρεβάτι», γύρισε και είπε κατσού-φικα στον διπλανό του. «Τι βάσανο αυτή η γυναίκα!» Ο άλλος γέλασε. «Μιλάς από προσωπική πείρα;» Αγνόησε την ερώτηση παρακολουθώντας το νωχελικό βάδισμα της Πέπερ. Πώς τα είχε καταφέρει; Πώς έχτισε μια αυτοκρατορία ξεκινώντας από το μηδέν; Ο άντρας που πετυχαίνει τόσα πολλά ως τα τριάντα του προκαλεί δέος. Πόσο μάλλον μια γυναίκα... χωρίς σπουδές και περγαμηνές, με μόνη κινητήρια δύναμη τη φιλοδοξία της... Ο Άλαν αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως του ενέπνεε σχεδόν... ζήλια! Οι γυναίκες σαν την Πέπερ Μινέσε αντιπροσώπευαν μια ακαταμάχητη πρόκληση για τους άντρες. Η δική του γυναίκα ήταν απόλυτα ευχαριστημένη στο ρόλο τής πνευματικά και οικονομικά κατώτερής του. Της είχε χαρίσει δύο παιδιά και όλα τα υλικά αγαθά που τραβά η ψυχή μιας γυναίκας. Της έκανε πολλές απιστίες με ελαφριά την καρδιά, σαν ν’ άλλαζε πουκάμισο. Πίστευε πως, ακόμα κι αν τις ανακάλυπτε η γυναίκα του, δε θα τον χώριζε. Θα έχανε πάρα πολλά· δε θα μπορούσε να συντηρήσει μόνη τον εαυτό της κι ούτε είχε δική της περιουσία. Εδώ και τρία χρόνια, η γυναίκα του είχε δεσμό με τον καλύτερό του φίλο. Ο Αλαν δεν το ήξερε, αλλά το ήξερε η Πέπερ. Έφυγε όταν πήρε αυτό για το οποίο ήρθε: μια πρώτη προσφορά για έναν άλλο πελάτη της, ένα παλικαράκι από τις φτωχογειτονιές του Λίβερπουλ, που κάποια μέρα θα κέρδιζε χρυσό μετάλλιο στους αγώνες ταχύτητας. Τα προκαταρκτικά είχαν τελειώσει· τώρα θ’ άρχιζε το σκληρό παζάρι. Σε αυτό το παιχνίδι πρωταθλήτρια ήταν η Πέπερ. * Σε μια αίθουσα του ταχυδρομικού κέντρου του Λονδίνου, ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα που ταξινομούσε ακούραστα τις χιλιάδες επιστολές έβαλε στις σωστές θυρίδες τέσσερις από αυτές. Τέσσερα πιόνια πήραν θέση στη σκακιέρα της ζωής.

2 Το πρώτο μέλος της τετράδας έλαβε το γράμμα το Σάββατο, στις εννιά και τέταρτο ακριβώς. Μόλο που η Τράπεζα Χάουελ δεν άνοιγε το Σάββατο, ο Ρίτσαρντ Χάουελ, πρόεδρος και γενικός διευθυντής, συνήθιζε να πηγαίνει για δυο ωρίτσες, για να κοιτάξει το ταχυδρομείο του και να φροντίσει διάφορες μικροεκκρεμότητες που είχε παραβλάψει στη διάρκεια της βδομάδας. Από το διαμέρισμά του στο Τσέλσι, όπου έμενε με τη δεύτερη γυναίκα του, μέχρι το μικρό ιδιωτικό πάρκινγκ που ανήκε στην τράπεζα ήταν μια διαδρομή μόλις μισής ώρας. Την πόρτα τού άνοιξε ένας θυρωρός με στολή. Ο Χάρι Ρότζερς δούλευε στην τράπεζα από τα τέλη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, στον οποίο έχασε το δεξί του χέρι. Στο τέλος του χρόνου έβγαινε στη σύνταξη, πράγμα που δεν περίμενε με ιδιαίτερη χαρά, παρά το γενναίο εφάπαξ που θα εισέπραττε. Του άρεσε να δουλεύει στου Χάουελ. Κατ’ αρχάς είχε κάτι να καυχιέται στους φίλους του, την Παρασκευή το βράδυ που τους συναντούσε στο παμπ Σκύλος και Πάπια. Και ποιος δεν ήξερε τον Ρίτσαρντ Χάουελ! Ο οικονομικός Τύπος τον ανέφερε συχνά σαν υποδειγματικό τραπεζίτη· κι εκείνοι οι οικονομικοί συντάκτες που στα πρώτα του βήματα τον χαρακτήριζαν «τυχοδιώκτη» και «τυχεράκια» τώρα τον θεωρούσαν «έναν άνθρωπο με οξύτατη διορατικότητα σε οικονομικά θέματα, νεωτεριστή και τολμηρό». Ο Χάουελ βρισκόταν πίσω από ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές οικονομικές συναλλαγές που έγιναν στο Σίτι τα τελευταία χρόνια κι όποιος συνεργαζόταν μια φορά με την τράπεζά του έμενε τόσο ικανοποιημένος ώστε γινόταν μόνιμος πελάτης. Κλείνοντας τα τριάντα, ο Ρίτσαρντ Χάουελ διατηρούσε αδιάπτωτη την ενεργητικότητα και το ζήλο που τον διέκριναν στα πρώτα του βήματα, μόνο που τώρα σ’ αυτές του τις ιδιότητες είχαν προστεθεί η επιφυλακτικότητα και μια γενναία δόση πανουργίας.


Η φωτογραφία του δημοσιευόταν τακτικά τόσο στον οικονομικό Τύπο όσο και στις κοσμικές στήλες που ασχολούνταν με γνωστές προσωπικότητες, αλλά ελάχιστοι από αυτούς που έβλεπαν τις φωτογραφίες του θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν αν τον συναντούσαν στο δρόμο. Γιατί ο φακός ήταν αδύνατο ν’ αποτυπώσει την αστείρευτη ζωτικότητά του, που πρόβαλλε έντονα και καταλυτικά όταν τον έβλεπες πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν ήταν πάρα πολύ ψηλός -γύρω στο ένα κι ογδόντα- κι είχε ίσια μαύρα μαλλιά και το σταράτο δέρμα που φανέρωνε την εβραϊκή καταγωγή του. Πριν από αρκετές γενιές οι Χάουελ έκαναν αγγλικό τ’ όνομά τους κι απαρνήθηκαν την ιουδαϊκή τους πίστη· φρόντισαν προνοητικά να παντρευτούν με μέλη της κατώτερης και, ορισμένες φορές, της υψηλής βρετανικής αριστοκρατίας, αλλά, από καιρό σε καιρό, γεννιόταν κάποιος Χάουελ που έμοιαζε εντυπωσιακά με τον Τζέικομπ, τον ιδρυτή της αυτοκρατορίας τους. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ είχε αδρό, οστεώδες, ασκητικό πρόσωπο. Στα μάτια με το έντονο γαλάζιο χρώμα έλαμπε ασίγαστη η φλόγα της φιλοδοξίας που φούντωνε στην ψυχή του, της λαχτάρας να δημιουργήσει. Ο πατέρας κι ο παππούς του ήταν κι αυτοί φιλόδοξοι, με το δικό τους τρόπο. Δυστυχώς, στην περίπτωση του πατέρα του, η φιλοδοξία δεν οδήγησε στην επιτυχία αλλά στο θάνατο. Όμως, περασμένα ξεχασμένα. Η πρώτη του σύζυγος τον κατηγορούσε ότι είναι εργασιομανής. Ο Ρίτσαρντ όμως το αρνιόταν. Οι εργασιομανείς έχουν απλώς πάθος με τη δουλειά· εκείνος ήθελε πολύ περισσότερα· πάντα έθετε στόχους κι αγωνιζόταν με ζήλο να τους πετύχει. Ακόμα και τώρα που είχε εκπληρώσει τους πόθους του, του ήταν αδύνατο να σταματήσει. Κατά βάθος ήταν τζογαδόρος. Αντίθετα όμως με τους ανθρώπους που χάνουν και κερδίζουν περιουσίες στα κοσμοπολίτικα καζίνα, εκείνος είχε την καλή τύχη να μπει στ’ ανώτερα κυκλώματα του τζόγου -στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο Ρίτσαρντ πήρε το γράμμα και μελέτησε σκεφτικός τη φίρμα. Μινέσε Μάνατζμεντ. Την ήξερε φυσικά· στο Σίτι συζητιόταν ότι σύντομα θα εξέδιδε μετοχές, αλλά ο ίδιος αμφέβαλλε. Η Πέπερ Μινέσε δε θα παρέδιδε ποτέ την επιχείρησή της σε άλλους, έστω κι αν κέρδιζε εκατομμύρια μπαίνοντας στο χρηματιστήριο. Ο Ρίτσαρντ την είχε δει μια φορά, από μακριά, σ’ ένα κοκτέιλ πάρτι στο οποίο συνόδευε τη γυναίκα του. Είχε πάνω της κάτι που του φάνηκε αδιόρατα οικείο, αλλά, παρ’ όλο που έστυβε όλη νύχτα το μυαλό του, δεν μπόρεσε να θυμηθεί. Αυτό τον εκνεύρισε, γιατί παινευόταν για τη μνήμη του σε φυσιογνωμίες, και το δικό της πρόσωπο ήταν τόσο εντυπωσιακά όμορφο, που του φαινόταν αδιανόητο να την έχει γνωρίσει και να την ξεχάσει. Θα ορκιζόταν πως δεν την ήξερε κι ωστόσο... κάτι φευγαλέο, κάτι άπιαστο που ανάδευε στη μνήμη του του έλεγε πως δεν την έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του. Η Λίντα, η δεύτερη σύζυγός του, δούλευε σε μια ανεξάρτητη τηλεοπτική εταιρεία. Ήταν κι εκείνη, σαν αυτόν, άνθρωπος της καριέρας. Η Πέπερ Μινέσε είχε έρθει στο πάρτι μ’ έναν πελάτη της. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ δεν είχε προκαταλήψεις για τις επιτυχημένες γυναίκες και η Πέπερ Μινέσε του τράβηξε το ενδιαφέρον. Ήταν αυτοδημιούργητη, ξεκίνησε από το τίποτα και κανείς δεν ήξερε λεπτομέρειες για το παρελθόν της πέρα από το ότι, πριν υπογράψει συμβόλαιο με τον πρώτο της πελάτη, δούλευε για τον Αμερικανό επιχειρηματία Βίκτορ Ορλάντο. Ήταν μια γυναίκα που, ενώ παρουσιαζόταν προσιτή, στην πραγματικότητα ήταν απόλυτα μυστικοπαθής ως προς το παρελθόν και την ιδιωτική της ζωή. Ο Ρίτσαρντ κοίταξε σκεφτικός το φάκελο πριν τον ανοίξει. Δεν ήταν σπάνιο να λαβαίνει επιστολές από ανθρώπους που δε γνώριζε· αντίθετα, συνέβαινε συχνά. Η τράπεζά του φημιζόταν για την εχεμύθεια και τη διακριτικότητά της στους χειρισμούς των υποθέσεων των πελατών της. Άνοιξε το γράμμα, το διάβασε και μετά ξεφύλλισε το ημερολόγιό του. Τη Δευτέρα το απόγευμα ήταν ελεύθερος. Πήρε στυλό και σημείωσε. Το γράμμα είχε κινήσει την περιέργειά του. Δεν έβλεπε την ώρα να συναντήσει την Πέπερ Μινέσε. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα συνάντηση. Διάβαζε την υπόλοιπη αλληλογραφία του, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε κι άκουσε τη φωνή της γυναίκας του. Είχαν κανονίσει να περάσουν το Σαββατοκύριακο με φίλους και τον πήρε να του το υπενθυμίσει. «Σε μισή ώρα θα είμαι στο σπίτι». Έτσι θα προλάβαινε να της κάνει έρωτα πριν ξεκινήσουν. Το γράμμα της Πέπερ του είχε προ-καλέσει μια αδημονία και μια περιέργεια που ανέβασε στα ύψη την αδρεναλίνη του, κάνοντας το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες του. Έτσι γινόταν πάντα· με την παραμικρή ένδειξη μιας συμφωνίας, μιας δουλειάς, ενός παιχνιδιού, άναβε ο ερωτισμός του. Η Λίντα ήταν η ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν όταν ο Ρίτσαρντ είχε ερωτικές ορμές, ήταν πάντα πρόθυμη και προκλητική· όταν δεν είχε διάθεση, ποτέ δεν του το ζητούσε. Θεωρούσε το γάμο τους πολύ πετυχημένο. Ενώ με την πρώτη του γυναίκα... Κατσούφιασε· δεν ήθελε ούτε να τη σκέφτεται. Κάποτε η Λίντα τον κατηγόρησε πως προσποιούνταν ότι ο πρώτος του γάμος δεν έγινε ποτέ. Το απέδωσε στην εβραϊκή καταγωγή του και την κληρονομική προσκόλληση στις παλιές


αρχές και αξίες. Εκείνος απέφυγε να διαφωνήσει. Πώς μπορούσε; Ο γάμος του με την Τζέσικα ήταν ένα θέμα που δεν άντεχε να συζητήσει με κανέναν, ακόμα και τώρα. Ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα του, καταπνίγοντας τις ερωτικές ορμές του, κι έσπευσε να διώξει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό του. Η Τζέσικα ανήκε στο παρελθόν. Δεν είχε νόημα να σκαλίζει παλιές πληγές. * Ο Άλεξ Μπάρνετ έλαβε το γράμμα το Σάββατο το πρωί, όταν άφησε ο ταχυδρόμος την αλληλογραφία του στο κατώφλι του σπιτιού του. Η γυναίκα του Τζούλια πήρε τα γράμματα και τα πήγε στο ηλιόλουστο καθιστικό, στο πίσω μέρος του σπιτιού, όπου έτρωγαν το πρωινό τους και ραχάτευαν τις αργίες. Ο Άλεξ την κοίταξε ανήσυχα καθώς έμπαινε στο δωμάτιο, μήπως κι ανακαλύψει τα γνωστά σημάδια της κατάθλιψης που τόσο συχνά την κυρίευε τον τελευταίο καιρό. Εκείνο το πρωί ωστόσο δε διέκρινε κανένα. Της είχε ανεβάσει το ηθικό η επίσκεψη των υπευθύνων υιοθεσίας. Ο Άλεξ και η Τζούλια είχαν όλα όσα ονειρεύεται ένα φιλόδοξο ζευγάρι. Όλα εκτός από ένα... Στα τριάντα του ο Άλεξ Μπάρνετ θεωρούνταν ένας από τους πιο διορατικούς και πετυχημένους ανθρώπους στον τομέα του. Όταν ανέλαβε το εργοστάσιο ραπτομηχανών του πατέρα του, η εποχή των υπολογιστών μόλις που είχε αρχίσει να προβάλλει στον ορίζοντα. Το πέρασμα από τις ραπτομηχανές στους υπολογιστές ήταν στην πραγματικότητα μεγάλο άλμα, αλλά ο Άλεξ το έκανε μ’ επιτυχία και, μόλο που ορισμένοι μεγαλύτεροι στην ηλικία συνεργάτες του αντιμετώπιζαν μ’ επιφυλακτικότητα τους νεωτερισμούς του, η εταιρεία του κατέκτησε ένα σημαντικό μερίδιο της αγοράς. Την προσεχή εβδομάδα θα έπαιρνε απάντηση για μια προσφορά που είχε κάνει στην κυβέρνηση για τη μηχανογράφηση των α-νά την υφήλιο πρεσβειών. Η σύμβαση αυτή είχε για κείνον πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι άφηνε να φανεί. Τον τελευταίο καιρό παρατηρούνταν μια ελαφρά πτώση στις πωλήσεις τους, που, αν και δεν ήταν ανησυχητική, τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο απαραίτητα ήταν τα κέρδη της κρατικής σύμβασης για να χρηματοδοτηθούν νέες επενδύσεις. Γιατί αυτό είναι το κλειδί της επιτυχίας των επιχειρήσεων πληροφορικής, ενός τομέα για νέους ανθρώπους- ο Άλεξ, στα τριάντα του μόλις χρόνια, ένιωθε γέρος μπροστά στους σχεδιαστές του, που ήταν όλοι σχεδόν πολλά χρόνια νεότεροι του. «Έχουμε τίποτα ενδιαφέρον;» ρώτησε τη γυναίκα του καθώς έμπαινε κρατώντας τα γράμματα στο δωμάτιο. Είχαν αγοράσει το σπίτι πριν από τέσσερα χρόνια, όταν άρχισε να «πιάνει» η εταιρεία στην αγορά. Είχαν πάει για Σαββατοκύριακο στο Κότσγουολντ, για να γιορτάσουν την επέτειο των γάμων τους και το καινούριο μοντέλο υπολογιστή. Είδαν το σπίτι με την ταμπέλα «Πωλείται» και αμέσως κατάλαβαν πως ήταν αυτό που έψαχναν. Πάντα ήθελαν να κάνουν μεγάλη οικογένεια. Ο Άλεξ ήταν μοναχοπαίδι, το ίδιο και η Τζούλια. Λαχταρούσαν και οι δυο παιδιά, και το σπίτι αυτό ήταν ιδανικό για οικογένεια. Είχε μεγάλες αυλές και κήπους κι ένα μικρό περιφραγμένο λιβάδι που θα μπορούσε να φιλοξενήσει τέσσερα πόνι. Το χωριό απείχε μόλις δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο και υπήρχαν μερικά εξαιρετικά ιδιωτικά σχολεία στην περιοχή, που θα μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά τους. Αγόρασαν το σπίτι σε πολύ καλή τιμή και η Τζούλια σταμάτησε τη δουλειά για να το ανακαινίσει, να το επιπλώσει και, βέβαια, να μείνει έγκυος. Μόνο που δεν έμεινε- και μετά τη δεύτερη αποτυχημένη απόπειρα εξωσωματικής γονιμοποίησης, τον περασμένο μήνα, η Τζούλια έπεσε σε μαύρη απελπισία, που προσπαθούσε να κρύψει με ψεύτικο κέφι. Ο Άλεξ υπέψερε φοβερά με αυτή την κατάσταση. Το χειρότερο όμως κατά την Τζούλια ήταν που αυτός μπορούσε ν’ αποκτήσει παιδιά- το πρόβλημα της στειρότητας ήταν αποκλειστικά δικό της. Μάταια προσπάθησε να την πείσει ο Άλεξ πως περισσότερο από τα παιδιά μετρούσε στην καρδιά του εκείνη. Η Τζούλια δεν ήθελε να πειστεί κι έτσι επανήλθαν στη λύση της υιοθεσίας, που την είχαν συζητήσει για πρώτη φορά την εποχή που ανακάλυψαν ότι η Τζούλια δεν μπορούσε να συλλάβει. Στο μεταξύ όμως δοκίμασαν κάθε εναλλακτική λύση, αλλά α-πέτυχαν όλες. Η ένταση των τελευταίων χρόνων, με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, είχε τσακίσει και τους δύο· την Τζούλια όμως περισσότερο από τον Άλεξ. Είχε εναποθέσει όλες της τις ελπίδες στην εξωσωματική γονιμοποίηση κι όταν απέτυχε κι αυτή έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη.


Ωστόσο τώρα έδειχνε να έχει συνέλθει κάπως. Του χαμογέλασε καθώς του έδινε την αλληλογραφία. «Έχουμε γράμμα από το γραφείο υιοθεσίας. Μόλις εγκριθεί η αίτησή μας, θα στείλουν μια κοινωνική λειτουργό». Στάθηκε δίπλα στην καρέκλα του και ξαναδιάβασε το γράμμα. Ο ήλιος έπεφτε στα ξανθά μαλλιά της κι ο Άλεξ άπλωσε το χέρι και τα έσπρωξε τρυφερά από το πρόσωπό της. Την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε και την αγαπούσε ακόμα. Η ευτυχία της ήταν και δική του· θα έδινε τα πάντα για να της χαρίσει το παιδί που τόσο απελπισμένα ποθούσε. «Αυτό τι είναι;» τον ρώτησε πιάνοντας έναν κρεμ φάκελο. Τον πήρε από το χέρι της κι έσμιξε τα φρύδια διαβάζοντας τη φίρμα. «Μινέσε Μάνατζμεντ... Είναι μια εταιρεία που εκπροσωπεί πρωταθλητές σε διαφημιστικά συμβόλαια και τα παρόμοια. Μεγάλη επιχείρηση». «Και γιατί σου γράφουν;» «Ποιος ξέρει; Ίσως οργανώνουν κανένα τουρνουά και μας προτείνουν να συμμετέχουμε στη χρηματοδότηση». Ο Άλαν άνοιξε το γράμμα, το διάβασε και της το έδωσε. «Δεν είναι και πολύ διαφωτιστικό», σχολίασε εκείνη. «Θα πας να τους δεις;» «Τι έχω να χάσω; Η διαφήμιση είναι πάντα χρήσιμη, μόλο που φυσικά αυτό εξαρτάται από το τι καλείσαι να πληρώσεις. Θα τους κάνω ένα τηλέφωνο τη Δευτέρα το πρωί και βλέπουμε...» Ο Άλεξ ανακλαδίστηκε στην καρέκλα και οι μύες στο καλοφτιαγμένο κορμί του φούσκωσαν. Μετά .γέλασε βλέποντας την έκφραση της Τζούλια. Η σεξουαλική τους ζωή ήταν πάντα αρμονική, μόλο που τα τελευταία χρόνια δυσφορούσαν και οι δυο επειδή ήταν αναγκασμένοι να κάνουν έρωτα με πρόγραμμα και κατά παραγγελία, για να μείνει έγκυος η Τζούλια. «Νόμιζα πως θα πας να παίξεις γκολφ». «Προτιμά'} να παίξω κάτι άλλο», την πείραξε κι εκείνη άρπαξε την εφημερίδα και τον απείλησε δήθεν θυμωμένη. Ο Άλεξ έσκυψε να την αποφύγει και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Έστω και χωρίς παιδιά είχαν τόσα πολλά για να χαρούν, αλλά ο Άλεξ διαισθανόταν πως η Τζούλια δε θα το έβαζε κάτω· είχαν κάνει πολύ δρόμο για να τα παρατήσουν. Αν τους απέρριπταν όμως την αίτηση υιοθεσίας; Ρίγησε και κοίταξε το πρόσωπο της γυναίκας του. Ήταν αδυνατισμένη, κομμένη από την υπερένταση. Είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στην εξωσωματική γονιμοποίηση· ο Άλεξ φοβήθηκε ότι η γυναίκα του θα κατέρρεε τελείως μετά την αποτυχία της τελευταίας προσπάθειας. Ήταν τόσο εύθραυστη, τόσο ευάλωτη· ένιωθε τα κόκαλά της κάτω από το δέρμα. Τον πλημμύρισε ένα κύμα τρυφερότητας. Έ-χιοσε το πρόσωπό του στη θέρμη του κόρφου της και ψιθύρισε πνιχτά: «Πάμε στο κρεβάτι». Ανέβηκαν στην κρεβατοκάμαρα πιασμένοι χέρι χέρι. Η Τζούλια προσπαθούσε να κρύψει την απροθυμία της. Μετά την αποτυχία της δεύτερης προσπάθειας για εξωσωματική γονιμοποίηση, είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για το σεξ. Σκοπός του σεξ και του γάμου ήταν η γέννηση παιδιών· γνωρίζοντας πως είναι στείρα, είχε πάψει να απολαμβάνει την ερωτική πράξη, ενώ αντίθετα τον πρώτο καιρό του γάμου τους και μόνο η σκέψη πως ο έρωτάς τους μπορούσε να σημάνει τη σύλληψη μιας νέας ζωής αρκούσε για να φτάσει σε έντονο οργασμό. Βέβαια, σιγά σιγά και με το πέρασμα των χρόνων, το πρώτο πάθος άρχισε να ξεθωριάζει, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπαψε ν’ απολαμβάνει το σεξ· και τώρα, άξαφνα, η ερωτική πράξη τής φαινόταν δίχως νόημα. Όσες φορές κι αν της έκανε έρωτα, δεν επρό-κειτο να καρπίσει μέσα της το παιδί του. Όταν την πήρε ο Άλεξ στην αγκαλιά του, η Τζούλια έκλεισε τα μάτια της για να μη διαβάσει μέσα τους την άρνησή της. * Ο Σάιμον Χάρις, βουλευτής των Συντηρητικών της εκλογικής περιφέρειας του Σέλικ, στα βόρεια σύνορα Αγγλίας και Σκοτίας, πήρε το γράμμα του το Σάββατο, στις έντεκα το πρωί. Το προηγούμενο βράδυ, η μακρά συνάντηση με μια επίλεκτη και ισχυρή ομάδα οπαδών των Συντηρητικών τον κράτησε στο πόδι ως τις τρεις κι όπως ήταν φυσικό το πρωί άργησε να ξυπνήσει. Έτσι, κόντευε έντεκα η ώρα όταν μπήκε στην πρόχειρη


τραπεζαρία του σπιτιού του στην Τσέστερ Σκουέαρ. Όπως πάντα, το πρώτο που έκανε ήταν να κοιτάξει την αλληλογραφία του. Ο μπάτλερ την είχε φέρει σ’ έναν ασημένιο δίσκο. Ο χοντρός κρεμ φάκελος με τη φίρμα Μινέσε Μάνατζμεντ τράβηξε αμέσως την προσοχή του. Σαν καλός πολιτικός, γνώριζε όλες τις εταιρείες και τα ιδρύματα που χρηματοδοτούσαν διακριτικά το Συντηρητικό Κόμμα και θυμήθηκε αμέσως πως η Μινέσε είχε κάνει μια μάλλον γενναιόδωρη εισφορά στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους. Οι Συντηρητικοί βουλευτές, που είναι ως επί το πλείστον προϊόν της αγγλικής δημόσιας εκπαίδευσης, μαθαίνουν από τα γεννοφάσκια τους να υιοθετούν εκφράσεις που υποτιμούν πράγματα και καταστάσεις αντί να τα υπερτιμούν. Είναι μια βρετανική παράδοση που λέγεται ότι ξεκίνησε από τον Ντρέικ, ο οποίος έπαιζε μπίλιες ενώ έβλεπε την ισπανική αρμάδα να επελαύνει. Η «μάλλον γενναιόδωρη», λοιπόν, εισφορά ήταν ένα ποσό που άγγιζε το ένα εκατομμύριο λίρες. Παρ’ όλα αυτά, ο Σάιμον δεν άνοιξε αμέσως το γράμμα, αλλά το κοίταξε καχύποπτα. Η καχυποψία είναι απαραίτητο προσόν για έναν πολιτικό, και στην πολιτική, όπως και σε όλους τους άλλους τομείς της εξουσίας, οι χάρες πληρώνονται. Ο αναπάντεχος κρεμ φάκελος τον αναστάτωσε. Δεν τον περίμενε, και ήταν από τους ανθρώπους που δεν προσαρμόζονται εύκολα σε ό,τι παρεκκλίνει από την αυστηρή ρουτίνα της ζωής τους. Στα τριάντα δύο του, όλοι οι ισχυροί μυστικοί κύκλοι της εξουσίας τον θεωρούσαν το μελλοντικό ηγέτη των Τόρις. Εκείνος φρόντιζε να μη δείχνει έπαρση, αλλά χαμογελούσε μελαγχολικά κι έπαιζε το ρόλο του εντυπωσιασμένου αλλά ταπεινού μαθητή απέναντι στους κορυφαίους πολιτικούς που τον είχαν προωθήσει. Ήξερε από τότε ακόμα που αποφοίτησε από την Οξφόρδη πως δε θα συμβιβαζόταν με τίποτα λιγότερο από την πρωτοκαθεδρία, αλλά είχε μάθει να χαλιναγωγεί και να κρύβει τις φιλοδοξίες του. Η άρχουσα τάξη της Βρετανίας εξακολουθούσε να θεωρεί την υπερβολική φιλοδοξία και ύποπτη και αταίριαστη για έναν τζέντλε-μαν. Ο Σάιμον Χάρις είχε τις καλύτερες προϋποθέσεις· καταγόταν από μια οικογένεια των βόρειων επαρχιών και διέθετε διασυνδέσεις με την αριστοκρατία. Είναι γνωστό στους διαδρόμους της εξουσίας ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει βουλευτής χωρίς πρόσθετα εισοδήματα -οι αριστεροί πολιτικοί χρηματοδοτούνται από τα συνδικάτα και οι δεξιοί από ιδιωτικές πηγές. Ο Σάιμον Χάρις εξασφάλισε από την οικογένεια της γυναίκας του αυτό το εισόδημα, που του επέτρεψε να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής τον οποίο ελάχιστοι φίλοι του μπορούσαν να συναγωνιστούν. Τα πεθερικά του του παραχώρησαν επίσης αυτό το σπίτι, καθώς κι ένα πλούσιο κτήμα πάνω από τέσσερις χιλιάδες στρέμματα μ’ ένα ελισαβετιανό αρχοντικό, κοντά στο Μπέρικ. Μόνο το σπίτι στην Τσέστερ Σκουέαρ, που ήταν το γαμήλιο δώρο των πεθερικών του, κόστιζε με συντηρητικούς υπολογισμούς μισό εκατομμύριο λίρες. Πήρε τους Τάιμς και γύρισε στο κύριο άρθρο, αλλά ο κρεμ φάκελος τράβηξε πάλι το βλέμμα του. Στις έντεκα ακριβώς, ο μπάτλερ άνοιξε την ενδιάμεση πόρτα μεταξύ κουζίνας και πρόχειρης τραπεζαρίας και του έφερε το πρωινό του. Φρέσκο χυμό από καλιφορνέζικα πορτοκάλια, που τα προτιμούσε· δύο φέτες ψωμί από αλεύρι ολικής αλέσεως κι ένα βαζάκι μέλι από τα κτήματά του· μια καφετιέρα με φρεσκοαλε-σμένο καφέ που αγόραζαν κάθε πρωί, εκτός από την Κυριακή, από το Χάροντς Φουντ Χολ, και τον οποίο ο Σάιμον έπινε σκέτο. Του άρεσε η απόλυτη τάξη στη ζωή του. Κι όποιος το σχολίαζε αυτό έπαιρνε από τον Σάιμον την απάντηση πως ήταν αποτέλεσμα της ανατροφής και της εκπαίδευσής του. Φρόντιζε το βάρος του όπως και όλα όσα τον αφορούσαν. Η δημόσια εικόνα είναι σπουδαίο πράγμα. Βέβαια, δεν επιδίωκε ν’ αποκτήσει την προσεγμένη μέχρι επιτήδευσης εμφάνιση των Αμερικανών πολιτικών -οι Άγγλοι ψηφοφόροι θα την έβρισκαν ανειλικρινή. Ωστόσο θα ήταν κουτό να μην εκμεταλλευτεί το μπόι του -ένα κι ογδόντα τέσσερα- και το μυώδες, καλοφτιαγμένο κορμί που απέκτησε χάρη στα σπορ που έκανε σαν μαθητής και φοιτητής. Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και σκουρόξανθα. Το καλοκαίρι ξάνοιγαν από τον ήλιο και το δέρμα του έπαιρνε ένα όμορφο, όλο υγεία μαύρισμα. Είχε όψη περήφανη κι αριστοκρατική. Οι γυναίκες τον αγαπούσαν και τον ψήφιζαν* οι άντρες τον ζήλευαν και θαύμαζαν τις επιτυχίες του. Ο λαϊκός Τύπος τον είχε ανακηρύξει ως το μοναδικό Συντηρητικό πολιτικό με σεξαπίλ. Εκείνος φυσικά παρίστανε πως απεχθανόταν αυτόν το χαρακτηρισμό. Μόνο η γυναίκα του ήξερε πόσο του άρεσε και γιατί!


Αυτές τις μέρες έλειπε- είχε πάει επίσκεψη στους γονείς της, στη Βοστόνη. Η Ελίζαμπεθ είχε κάνει ένα χρόνο μεταπτυχιακά στην Οξφόρδη, αφού αποφοίτησε από το Ράντκλιφ. Ο Σάιμον βρήκε διασκεδαστική την ψυχρή αλαζονεία της. Την πήρε, λοιπόν, στο πατρικό του στους λόφους των συνόρων και της έδειξε τα ντοκουμέντα της αρχαίας καταγωγής της οικογένειάς του, που οι ρίζες της έφταναν ως το δούκα Γουλιέλμο των Νορμανδών. Η Ελίζαμπεθ, με τη σειρά της, τον κάλεσε στη Βοστόνη. Οι γονείς της εντυπωσιάστηκαν μαζί του. Ο πατέρας της, ο Χένρι Κάλ-βερτ, ήταν συνεταίρος στην οικογενειακή τράπεζα και δεν άργησε να καταλάβει ότι ο Σάιμον Χάρις καταγόταν από μια οικογένεια παλιά κι εύρωστη σαν τη δική του. Ο γάμος τους αποτέλεσε κοσμικό γεγονός. Άλλωστε παραβρέθηκε κι ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας, η νονά του Σάιμον. Φυσικά, το μυστήριο τελέστηκε στην εκκλησία Σεντ Μάργκα-ρετ του Γουέστμινστερ. Η κυρία Κάλβερτ βρισκόταν στο μεταίχμιο του ενθουσιασμού και της απογοήτευσης. Θα ήταν πολύ όμορφο να δώσει στη Βοστόνη μια δεξίωση για τη νονά του μέλλοντος γαμπρού της, αλλά ο Σάιμον υπήρξε ανένδοτος: ο γάμος θα γινόταν στην εκκλησία Σεντ Μάργκαρετ. Οι Τάιμς είχαν ένα δημοσίευμα για την προσπάθειά του να περάσει μια καινούρια, πιο αυστηρή νομοθεσία για όσους κακοποιούσαν παιδιά. Προωθούσε για τον εαυτό του την εικόνα του υπέρ-μαχου του νόμου και της τάξης και υποστήριζε την επιστροφή στις παλιές αυστηρές ηθικές αρχές. Οι συνάδελφοί του τον αποκα-λούσαν, μερικές φορές σκωπτικά, «η ψήφος της νοικοκυράς». Ο Σάιμον χαμογέλασε και ξαναδιάβασε το άρθρο. Υπήρχαν χιλιάδες νοικοκυρές, όλες με δικαίωμα ψήφου! Η βοηθός του θα έκοβε το δίχως άλλο το άρθρο και θα το έβαζε στο αρχείο. Ήταν μια εικοσιτριάχρονη αριστούχος απόφοιτος του Κέμπριτζ κι ο Σάιμον κοιμόταν εδώ και τρεις μήνες μαζί της. Ήταν έξυπνη αλλά πολύ συναισθηματική. Οι σκέψεις του άλλα- , ξαν μονοπάτι. Ευτυχώς σε λίγο έκλεινε το κοινοβούλιο. Οι καλοκαιρινές διακοπές ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να ξεκόψει σιγά σιγά. Του άρεσαν οι περιπέτειες, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να μπλέξει σοβαρά. *** Ο Σάιμον άνοιξε το φάκελο σχίζοντάς τον μ’ ένα ασημένιο μαχαίρι που είχε χαρίσει στον παππού του ο βασιλιάς. Το γράμμα ήταν σύντομο και διόλου διαφωτιστικό. Ήταν προσκεκλημένος στα γραφεία της Μινέσε Μάνατζμεντ τη Δευτέρα, στις τρεις το απόγευμα, για ένα θέμα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Δεν ήταν ασυνήθιστο γράμμα. Κοίταξε την ατζέντα του να δει αν ήταν ελεύθερος το απόγευμα της Δευτέρας. Ήταν. Σημείωσε το ραντεβού και μια υπενθύμιση να ζητήσει από τη γραμματέα του να συγκεντρώσει ό,τι στοιχεία μπορούσε για την εταιρεία και την ιδρύτριά της Πέπερ Μινέσε. Δεν τη γνώριζε προσωπικά, αλλά είχε τη φήμη όμορφης και πανέξυπνης γυναίκας. * Ο δικηγόρος Μάιλς Φρεντς, που ήλπιζε να γίνει σύντομα δικαστής, δεν έλαβε το γράμμα του παρά τη Δευτέρα το πρωί. Είχε περάσει το Σαββατοκύριακο με την τελευταία ερωμένη του. Ήταν ένας άντρας που του άρεσε ν’ ασχολείται μ’ ένα πράγμα τη φορά και, όταν ήταν με μια γυναίκα που απολάμβανε τη συντροφιά της, δεν ήθελε να περισπάται η προσοχή του. Με τη Ρόζμαρι Μπένετ τα είχε έξι μήνες, διάστημα ασυνήθιστα μεγάλο για τις συνήθειές του. Του άρεσαν οι όμορφες γυναίκες, αλλά και οι έξυπνες συζητήσεις· γι’ αυτό συνήθως το μυαλό του βαριόταν πριν από το σώμα του. Η Ρόζμαρι ήταν δημοσιογράφος στο Βογκ και κάθε φορά που θύμωνε μαζί του τον τιμωρούσε παρουσιάζοντάς τον στους συναδέλφους της του ρεπορτάζ μόδας. Στον κλειστό τους κύκλο ο δικηγόρος ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα. Οι άντρες ειρωνεύονταν τα κλασικά του κοστούμια και τα λευκά κολλαριστά πουκάμισα, ενώ οι γυναίκες τον έγδυναν με τα μάτια και υπολόγιζαν τι πιθανότητες είχαν να τον κλέψουν από τη Ρόζμαρι. Ήταν ένα κι ογδόντα οχτώ, με κορμί γεμάτο σκληρούς μυς. Είχε μαύρα, ελαφρώς σπαστά μαλλιά. Τα μάτια του είχαν το χρώμα του πάγου και η Ρόζμαρι ισχυριζόταν ότι της προκαλούσε ένα υπέροχο ρίγος τρόμου όταν έπαιρνε το αυστηρό «δικηγορίστικο» ύφος του. Ταίριαζαν. Είχαν και οι δυο τους τις αρχές τους· ήξεραν τι έπρεπε και κυρίως τι δεν έπρεπε να περιμένουν από τη σχέση τους. Ο Μάιλς δεν ξενοκοιμόταν, αλλά η Ρόζμαρι ήξερε πως αμέσως μόλις άρχιζε να τη βαριέται θα την εγκατέλειπε, χωρίς η ίδια να μπορεί να... εφεσιβάλει την απόφασή του.


Ο Μάιλς πήρε το γράμμα μαζί με μερικά άλλα που βρήκε στο κατώφλι του διαμερίσματος του. Τα άφησε όλα στο γραφείο του πριν ανέβει στο πάνω πάτωμα για να πλυθεί και ν’ αλλάξει. Εκείνη την ημέρα δεν είχε ραντεβού. Ήταν άνθρωπος που απεχθανό-ταν τις βιασύνες, υπομονετικός, οργανωτικός και, για όσους δεν τον γνώριζαν, απροσδόκητα παράφορος. Ο θυμός του ήταν πολύ επικίνδυνος, παρ’ όλο που αργούσε να φουντώσει. Καθώς έμπαινε στην ντουσιέρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Βλαστήμησε και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα να το σηκώσει, γεμίζοντας νερά το χαλί. Το κορμί του ήταν δυνατό και σφιχτό, γεμάτο μυς από το σκουός που έπαιζε δυο φορές τη βδομάδα στο κλαμπ του. Το στέρνο του σκεπαζόταν από σκούρο μεταξένιο τρίχωμα, που το άλλο φύλο έβρισκε ακαταμάχητα αισθησιακό. Το τηλεφώνημα ήταν από τη γραμματέα του. Ο Μάιλς απάντησε στο ερώτημά της κι έκλεισε. Όταν ντύθηκε, πήγε στην κουζίνα κι ετοίμασε καφέ. Είχε μια γυναίκα που ερχόταν καθημερινά για το νοικοκυριό και τα ψώνια, αλλά προτιμούσε να είναι ανεξάρτητος. Δεν είχε γνωρίσει γονείς. Τον εγκατέλειψαν μωρό στα σκαλοπάτια του Νοσοκομείου Παί-δων της Γλασκόβης, απ’ όπου τον έστειλαν στο ορφανοτροφείο. Εκεί έμαθε την αξία της ανεξαρτησίας και της προστασίας της ιδιωτικής του ζωής. Πήρε τον καφέ του και πήγε στο γραφείο του. Ήταν ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με τοίχους γεμάτους ράφια με βιβλία· αυτός ήταν ένας από τους λόγους που αγόρασε το διαμέρισμα. Κάθισε στο γραφείο και κοίταξε την αλληλογραφία του, σμίγοντας ελαφρά τα φρύδια και τα χείλη όταν έφτασε στο φάκελο της Μινέσε Μάνατζμεντ· ήταν μια έκφραση που έπαιρνε ασυναίσθητα, αλλά οι γυναίκες την έβρισκαν πολύ σέξι. Το όνομα της εταιρείας τού ήταν γνωστό, αλλά, απ’ ό,τι θυμόταν, δεν είχε επαγγελματικές δοσοληψίες μαζί της, κι άλλωστε η πελατεία του δεν είχε καμιά σχέση με σταρ και πρωταθλητές. Ο Μάιλς άνοιξε το φάκελο και διάβασε το γράμμα μ’ ένα χαμόγελο. Του κίνησε την περιέργεια. Θα είχε καταλάβει πως το έγραψε γυναίκα ακόμα κι αν δεν ήξερε ποιος διηύθυνε τη Μινέσε Μάνατζμεντ. Δε θυμόταν αν γνώριζε προσωπικά την Πέπερ Μινέ-σε, αλλά σίγουρα την είχε ακουστά. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε να τον θέλει κι άρχισε να κάνει διάφορες υποθέσεις. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να το διαπιστώσει, και το απόγευμα ήταν ελεύθερος. Ο Μάιλς σήκωσε το τηλέφωνο. * Η Πέπερ πέρασε το Σαββατοκύριακο με φίλους. Ο Φίλιπ και η Μαίρη Σιμς έμεναν έξω από την Οξφόρδη· τους αγαπούσε σαν συγγενείς από τότε που πέθανε η γιαγιά της, στα δεκαπέντε της χρόνια. Έφτασε στις έντεκα το Σάββατο το πρωί, έχοντας ξεκινήσει νωρίς από το Λονδίνο για ν’ αποφύγει την κίνηση. Η καλοκαιριάτικη λιακάδα την ανάγκασε να κατεβάσει τον ουρανό της Αστόν Μάρτιν και το αεράκι είχε ανακατέψει τα μαλλιά της, που ήταν λυτά. Φορούσε ένα λινό ταγέρ σε μια απαλή απόχρωση του πράσινου της ελιάς, με ίσια κοντή φούστα και σακάκι που εφάρμοζε στο στήθος και τη μέση. Από κάτω φορούσε κρεμ μεταξωτή μπλούζα. Όταν σταμάτησε μπροστά στο σπίτι των Σιμς κι ετοιμάστηκε να κατεβεί, είδε τον Όλιβερ να εξαφανίζεται στη γωνία του δρόμου. Τον φώναξε κι αυτός σταμάτησε και την περίμενε. Ήταν ένα δεκάχρονο αγόρι με σοβαρά μάτια. Κοκκίνισε ελαφρά καθώς τον πλησίαζε η κοπέλα, αλλά οι καλοί τρόποι που του είχαν εμφυσή-σει οι γονείς του τον έκαναν να την περιμένει μέχρι να πλησιάσει. «Γεια σου, Όλιβερ». Απ’ όλους τους φίλους των γονιών του, η Πέπερ ήταν η αγαπημένη του. Δε συνήθιζε να του ανακατεύει τα μαλλιά και, το χειρότερο, να τον φιλάει, και θυμόταν πάντα να του αγοράσει στα γενέθλιά του και τα Χριστούγεννα το δώρο ακριβώς που ήθελε, βά-ζοντάς του κι ένα μικροποσό στο λογαριασμό του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Τώρα μάζευε χρήματα ν’ αγοράσει καινούριο ποδήλατο. Τα γενέθλιά του έπεφταν Ιούνιο και ήλπιζε ότι οι γονείς του, για δώρο, θα συμπλήρωναν τα χρήματα που του έλειπαν. «Η μαμά κι ο μπαμπάς είναι στον κήπο», είπε στην Πέπερ. Είχε έρθει στον κόσμο όταν η μητέρα του ήταν σαράντα ετών κι ο πατέρας του οχτώ χρόνια μεγαλύτερος· στα δέκα χρόνια της σύντομης ύπαρξής του δεν αμφέβαλε ποτέ για το πόσο τον ήθελαν. Δεν ήταν κακομαθημένος με την έννοια ότι τον παραχάιδευ-αν με δώρα και υλικά αγαθά· ο πατέρας του ήταν καθηγητής σε γυμνάσιο της περιοχής και η οικογένεια ζούσε μάλλον άνετα παρά πλούσια. Ωστόσο το παιδί μεγάλωνε με την αίσθηση της σιγουριάς και της ασφάλειας που προσφέρει η βαθιά αγάπη.


Ήταν ένα καλόκαρδο παιδί που μάθαινε από πολύ μικρό ν’ αναλύει και να κρίνει λογικά· και μόλο που έρχονταν στιγμές που ζήλευε τους συμμαθητές του, οι οποίοι είχαν το τελευταίο μοντέλο υπολογιστή ή ποδήλατο ΒΜΧ, ήξερε πως πολλοί από αυτούς προέρχονταν από οικογένειες που οι γονείς τους ήταν τόσο απορρο-φημένοι με τις δουλειές τους, ώστε οι πατεράδες τους -πολλές φορές και οι μητέρες τους- τους ήταν σχεδόν ξένοι. Ο Όλιβερ ήξερε πως ήταν μεγάλη οικονομική θυσία για τους γονείς του που τον έστελναν στο ακριβό ιδιωτικό σχολείο, αλλά πάντα βρίσκονταν χρήματα για διάφορα πράγματα που ήθελε, όπως η σχολική στολή ή οι διακοπές για σκι που είχε κάνει τα Χριστούγεννα. Αφού συνοδέυσε την Πέπερ στον πίσω κήπο, της είπε ευγενικά: «Συγνώμη, αλλά πρέπει να φύγω. Έχω ένα παιχνίδι κρίκετ. Φέτος ίσως με πάρουν στην ομάδα παίδων». Η Πέπερ τον κοίταζε μέχρι που εξαφανίστηκε και μετά μπήκε στον κήπο. «Πέπερ, καλή μου! Νωρίς ήρθες...» «Ευτυχώς, δεν έπεσα στην κίνηση». Η Πέπερ φίλησε τη Μαίρη στο μάγουλο και η μεσόκοπη γυναίκα την έσφιξε στην αγκαλιά της. Ήταν το μόνο ανθρώπινο πλάσμα που άφηνε να την αγκαλιάζει. Απέφευγε ενστικτωδώς κάθε διαχυτικότητα και σωματική επαφή, αλλά με τη Μαίρη ήταν αλλιώς. Χωρίς τη Μαίρη... «Μια χαρά είσαι, Μαίρη... Και οι δυο σας είστε μια χαρά». Στη φωνή της δεν υπήρχε κανένα αίσθημα καθώς περιεργαζόταν τα πρόσωπά τους. Κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει πόσο στενοί ήταν οι δεσμοί της με το ζευγάρι. Η Μαίρη Σιμς, που είχε μεγαλώσει σ’ ένα παλιό πρεσβυτέριο, κοντά στο Κέμπριτζ, στο οποίο δεν έμεναν μόνο οι γονείς της αλλά και οι υπερήλικοι θείοι και θείες, είχε μάθει από μικρή να είναι στοργική κι εκδηλωτική. Μάτωνε η καρδιά της στη σκέψη ότι η Πέπερ είχε στερηθεί σαν παιδί την αγάπη που τόσο πλουσιοπάροχα απόλαυσε η ίδια και μοίραζε με τη σειρά της στον άντρα και το γιο της. Ο Φίλιπ Σιμς χαιρέτησε την Πέπερ με τη συνηθισμένη αφηρημάδα του. Ο Φίλιπ ήταν γεννημένος δάσκαλος· είχε το χάρισμα να μεταδίδει στους μαθητές του τη λαχτάρα της γνώσης. Της είχε διδάξει τόσα πολλά... της είχε δώσει τόσα πολλά... Εδώ, σ’ αυτό το ζεστό σπιτικό, είχε... «Είδες τον Όλιβερ;» διέκοψε τους συλλογισμούς της η φωνή της Μαίρης. Η Πέπερ της χαμογέλασε. «Ναι, την ώρα που έφευγε. Είπε κάτι για κρίκετ». «Φιλοδοξεί να μπει στην ομάδα του σχολείου του». Καθώς μιλούσε η Μαίρη, τα μάτια της έλαμπαν από αγάπη για το γιο της και μητρική περηφάνια για τα κατορθώματά του. Ο Φίλιπ μεταφύτευε με προσοχή κάτι φυτά και η Πέπερ τον παρακολουθούσε. Ήταν πάντα τόσο τρυφερός κι ευγενικός με ό,τι καταπιανόταν, τόσο προσεκτικός και υπομονετικός, με απέραντη κατανόηση... «Πέρασε μέσα. Θα φτιάξω καφέ». Η κουζίνα είχε αλλάξει ελάχιστα από την πρώτη φορά που την είχε δει η Πέπερ· υπήρχαν βέβαια ένα καινούριο πλυντήριο, καινούριος καταψύκτης και καινούρια ηλεκτρική κουζίνα, αλλά τα μεγάλα ντουλάπια στις δυο πλευρές του τζακιού κι ο βαρύς μπουφές έμεναν όπως τα θυμόταν από παλιά η Πέπερ. Οι πορσελάνες στον μπουφέ ανήκαν σε μια θεία της Μαίρης, όπως και τα περισσότερα έπιπλα. Το χρήμα ποτέ δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή των Σιμς, κι όταν ερχόταν η Πέπερ να τους δει ένιωθε σαν να επέστρεφε στην ασφάλεια της μήτρας. Ενώ η Μαίρη έψηνε καφέ, έπιασαν κουβέντα. Το ζευγάρι δεν κουραζόταν ποτέ να εκφράζει το θαυμασμό του για τις επιτυχίες της· καμάρωναν γι’ αυτή όσο και για τον Όλιβερ, αν όχι περισσότερο, αλλά δυσκολεύονταν να την καταλάβουν. Πώς μπορούσαν άλλωστε; Η Πέπερ καθόταν σ’ ένα σκαμπό από φορμάικα κι αναρωτιόταν τι θα έλεγε η Μαίρη αν μάθαινε τι είχε κάνει. Για μια στιγμή


το πρόσωπό της συννέφιασε, αλλά δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να εφαρμόσει τον ηθικό κώδικα της Μαίρης στις δικές της πράξεις. Η ζωή της, τα συναισθήματά της και οι αντιδράσεις της ήταν τόσο περίπλοκα, ώστε ούτε η Μαίρη ούτε ο Φίλιπ θα μπορούσαν ποτέ να νιώσουν την εμπάθεια που φλόγιζε τα σωθικά της. Όταν αποφάσισε να φύγει από την Οξφόρδη στενοχωρήθηκαν πολύ, αλλά κανείς τους δεν επιχείρησε να τη μεταπείσει. Είχε ζή-σει σχεδόν ένα χρόνο σ’ αυτό το σπίτι, όπου την περιέθαλψαν, τη φρόντισαν, την προστάτευσαν. Την πήραν κάτω από τις φτερού-γες τους και της πρόσφεραν κάτι που δεν είχε γνωρίσει ποτέ μέχρι τότε στη ζωή της. Ήταν οι μόνοι πραγματικοί χριστιανοί που γνώρισε η Πέπερ· κι ωστόσο ήξερε αρκετούς που θα τους περκρρο-νούσαν και θα τους χλεύαζαν για την απλή ζωή τους και την αδιαφορία τους για τα πλούτη και την επιτυχία. Οι επισκέψεις της εδώ ήταν κάτι που το είχε ανάγκη όσο σχεδόν και την εκδίκηση. Έπρεπε να πιέσει τον εαυτό της για να περιορίσει τις επαφές· μια φορά το μήνα, Χριστούγεννα και γενέθλια. Η Πέπερ και η Μαίρη ήπιαν τον καφέ τους βυθισμένες σ’ εκείνη τη συντροφική σιωπή που υπάρχει μόνο ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται πολύ καλά και νιώθουν τελείως άνετα ο ένας με τον άλλο. Μετά η Πέπερ βοήθησε τη Μαίρη στο πλύσιμο των πιάτων και την ετοιμασία του φαγητού -απλές σπιτικές δουλειές για τις οποίες κανένα από τα στελέχη της δε θα τη φανταζόταν ικανή, γιατί ποτέ δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλο να τη δει έτσι: απλή, ευάλωτη, εξαρτημένη. Μετά το φαγητό βγήκαν όλοι στον κήπο, όχι για να ραχατέψουν στη μεσημεριανή λιακάδα, αλλά για να ξεβοτανίσουν τ’ αγριόχορτα που ήταν η αιώνια απειλή για τα παρτέρια του Φίλιπ. Δουλεύοντας, κουβέντιαζαν. Τον Φίλιπ τον απασχολούσαν, όπως πάντα, οι μαθητές του. Ακούγοντάς τον, η Πέπερ ένιωσε την καρδιά της να πλημμυρίζει από αγάπη και γαλήνη. Για κείνη, αυτός ο άντρας αντιπροσώπευε ό,τι και στα δεκάξι της χρόνια, όταν ήταν ένα μικρό, άγριο, αμόρφωτο αγρίμι που το μόνο που γνώριζε ήταν οι νόμοι της τσιγγάνικης φυλής της, οι οποίοι διέπονταν μάλλον από το συναίσθημα παρά τη λογική. Έφυγε την Κυριακή, λίγο μετά τις πέντε, μετά το απογευματινό τσάι που πήραν στον κήπο, τρώγοντας τα σπιτικά κουλουράκια της Μαίρης και τη μαρμελάδα που είχε φτιάξει το περασμένο καλοκαίρι. Ο Όλιβερ είχε φέρει δυο φίλους του, που χάζεψαν με το αυτοκίνητο της Πέπερ. Κάποια στιγμή που η κοπέλα παρατηρούσε τα παιδιά, ο Όλιβερ της χαμογέλασε συνωμοτικά, μ’ έναν τρόπο που έδειχνε τι άντρας θα γινόταν όταν μεγάλωνε. Ήδη ο Όλιβερ Σιμς παρουσίαζε τα πρώτα σημάδια μιας χαρισματικής προσωπικότητας, γεμάτης εξυπνάδα, πάθος και πολύ περισσότερα. Όλη του τη ζωή, ό,τι κι αν του τύχαινε, όπου κι αν βρισκόταν, θα μπορούσε ν’ ανατρέχει στις αναμνήσεις των ευτυχισμένων παιδικών του χρόνων, στην αγάπη των γονιών του, στην ασφάλεια που του πρόσφεραν. Και σε όλη του τη ζωή θα τους ευχαριστούσε γι’ αυτά τα δώρα, όπως ένα στάχυ που μεγαλώνει σε πλούσιο, εύφορο έδαφος και γίνεται πιο γερό κι ανθεκτικό από ένα άλλο που φύτρωσε σε ξερότοπο. Οι αντιξοότητες ξεπερνιούνται, αλλά αφήνουν σημάδια. Ο 0-λιβερ θα ενηλικιωνόταν χωρίς να κουβαλά μέσα του τραύματα από την παιδική ηλικία. Η Πέπερ σηκώθηκε, αγκάλιασε, φίλησε τη Μαίρη και τον Φί-λιπ. Τη συνοδέυσε όλη η οικογένεια μέχρι το αμάξι. «Σε τρεις βδομάδες το σχολείο του Όλιβερ θα κάνει τη γιορτή των εξετάσεων», της είπε ο Φίλιπ. «Θα μπορέσεις να έρθεις;» «Είμαι νονά του και δεν επιτρέπεται να τη χάσω». Η Πέπερ κι ο Όλιβερ αντάλλαξαν ένα χαμόγελο. Η κοπέλα ήξερε πως έδωσε την απάντηση που έπρεπε να δώσει μπροστά στους φίλους του. Ο μικρός είχε φτάσει σε μια ηλικία που κάθε συναισθηματική εκδήλωση των ενηλίκων αντιμετωπιζόταν με μεγάλη δυσφορία από τους συνομηλίκους του. Μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε το κλειδί στη μηχανή. Στο Λονδίνο την περίμεναν σοβαρές προσωπικές υποθέσεις. Θ’ απαντούσαν στα γράμματά της; Κάτι της έλεγε πως ναι. Είχε ρίξει ένα δόλωμα στο οποίο κανείς τους δε θα μπορούσε ν’ α-ντισταθεί. Όλοι τους, για το δικό του λόγο ο καθένας, ήλπιζαν να ωφεληθούν από την επαφή τους με τη Μινέσε Μάνατζμεντ. Η Πέπερ χαμογέλασε πικρόχολα καθώς κατευθυνόταν προς τον αυτοκινητόδρομο.

3 Τη Δευτέρα το πρωί η Πέπερ άργησε, γιατί την πήρε ο ύπνος.


Στο Νάιτσμπριτζ έπεσε σε μποτιλιάρισμα που την καθυστέρησε ακόμα περισσότερο, εντείνοντας τον εκνευρισμό της. Κάπου μπροστά της έβλεπε μιλιούνια κόσμου να μπαινοβγαίνουν στο Χάροντς, να χαζεύουν στα καταστήματα της Μπρόμπτον Στρητ και της Σλόαν Σκουέαρ· η περιοχή αυτή ήταν ένας καταναλωτικός παράδεισος για όσους είχαν χρήματα για ξόδεμα. Κομψές γυναίκες ντυμένες με πανάκριβα μοντελάκια κοντοστέκονταν να χαζέψουν μπροστά στις βιτρίνες. Η πριγκίπισσα της Ουαλίας είχε ψωνίσει από του Χάρβεϊ Νίκολς πριν από το γάμο της με το διάδοχο του θρόνου· σε κάθε τμήμα αυτού του πολυτελούς καταστήματος έβλεπε κανείς νέες κοπέλες με την κοφτή, καθαρή προφορά της ανώτερης τάξης. Αμερικάνοι και Γιαπωνέζοι τουρίστες συνωστίζονταν έξω από την κύρια είσοδο του Χάροντς. Η Πέπερ σκέφτηκε αφηρημένα ότι έβλεπες πολύ λιγότερους Άραβες απ’ ό,τι παλιότερα. Έριξε μια ανυπόμονη ματιά στο ρολόι του ταμπλό. Δεν είχε πρωινά ραντεβού, αλλά δεν ήθελε να καθυστερεί για οποιονδήπο-τε λόγο, γιατί αυτό έδειχνε πως δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της. Ωστόσο προσπάθησε να καταπνίξει τον εκνευρισμό της· ο εκνευρισμός είναι κακός σύμβουλος, κάνει τους ανθριοπους απρόσεκτους και τους οδηγεί σε λάθη. Και τα λάθη -εκτός από κείνα των άλλων- δεν είχαν καμιά θέση στη ζωή της Πέπερ. Ήταν τόσο ασυνήθιστο ν’ αργεί στο γραφείο, ώστε η ρεσεψιο-νίστ το σχολίασε όταν κατέβηκε η Μιράντα να παραλάβει την αλληλογραφία της. «Φαίνεται, το έριξε έξω το Σαββατοκύριακο», μουρμούρισε με νόημα η Έλενα καθώς της έδινε τους φακέλους. Η Μιράντα είχε την ίδια περιέργεια με τη ρεσεψιονίστ για την ερωτική ζωή της Πέπερ, αλλά και τη σωφροσύνη να μην το δείχνει. Τα κουτσομπολιά σε βάρος του εργοδότη υπήρξαν το Βατερλό πολλών πετυχημένων ιδιαιτέρων γραμματέων, και της Πέπερ δεν της διέφευγε τίποτα. «Μα δε θα παντρευτεί;» ρώτησε η Έλενα, απρόθυμη ν’ αλλάξει θέμα. «Πολλές πετυχημένες επιχειρηματίες συνδυάζουν μ’ επιτυχία τη δουλειά και το γάμο», απάντησε η Μιράντα. «Χμ... είδα στην εφημερίδα μια φωτογραφία της με τον Καρλ Βάινερ. Τι σέξι που είναι αυτό το παιδί!» Η Μιράντα ανασήκωσε το φρύδι και απάντησε ξερά: «Κι εκείνη είναι σέξι». Με την άκρη του ματιού της είδε την Πέπερ να μπαίνει στο κτίριο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει το νωχελικό βάδισμά της, την αρμονική κίνηση των γλουτών και των ποδιών. «Καλημέρα, Μιράντα... Έλενα...» Η Πέπερ τις προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της. Η γραμματέας της την ακολούθησε. «Μιράντα, περιμένω τέσσερις κυρίους στις τρεις το μεσημέρι. Θα τους δεχτώ όλους μαζί. Ορίστε τα ονόματά τους». Έδωσε ένα δακτυλογραφημένο χαρτί στη γραμματέα της. «Εντάξει. Θέλετε καφέ;» «Ναι, ευχαριστώ. Και... Μιράντα, πες στο φρουρό ασφαλείας να βρίσκεται κάπου τριγύρω όταν θα τους δεχτώ». Μόλο που δεν έδειξε την έκπληξή της, η Μιράντα μάταια προσπάθησε να θυμηθεί κάποια άλλη περίσταση που να της έδωσε παρόμοια εντολή η εργοδότριά της. Διάβασε με περιέργεια τα ονόματα κι αναγνώρισε μόνο δύο. Το βουλευτή και τον επιχειρηματία. Μετά παραμέρισε την περιέργειά της, ξέροντας ότι θα την ικανοποιούσε όταν της υπαγόρευε η Πέπερ τις σημειώσεις της από τη συνάντηση. Η Πέπερ κρατούσε σχολαστικά σημειώσεις σε όλες της τις συζητήσεις με πελάτες και υποψήφιους σπόνσορες. Η Μιράντα άφησε το χαρτί πάνω στο γραφείο της και πέρασε στην κουζινίτσα που βρισκόταν δίπλα. Παραδίπλα υπήρχε μια αίθουσα για το προσωπικό, ευρύχωρη κι ευήλια, με όμορφη διακό-σμηση, ράφια γεμάτα βιβλία και αναπαυτικά καθίσματα. Η εταιρεία Μινέσε Μάνατζμεντ δεν είχε καντίνα για το προσωπικό, επειδή ήταν ολιγάριθμο. Ωστόσο, συνεχόμενη με το γραφείο της Πέπερ, υπήρχε μια όμορφη τραπεζαρία, στην οποία μερικές φορές έτρωγαν πελάτες και σπόνσορες. Το φαγητό γι’ αυτές τις περιπτώσεις το προμηθεύονταν από ένα εστιατόριο που ειδικευόταν σε γεύματα εργασίας. Η Μιράντα αναλάμβανε να


μάθει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις προτιμήσεις των καλεσμένων και όταν έδινε τα στοιχεία στην Πέπερ, εκείνη τηλεφωνούσε στο εστιατόριο κι έκανε την ανάλογη παραγγελία. Σ’ αυτό το θέμα, όπως και σε όλα τ’ άλλα, η Πέπερ είχε μια ενστικτώδη διορατικότητα. Κι αν ποτέ η Μιράντα της έλεγε κάτι τέτοιο, η Πέπερ θ’ απαντούσε πως είχε μάθει από καιρό ότι ακόμα και η πιο ασήμαντη λεπτομέρεια παίζει σπουδαίο ρόλο στις μεγάλες δουλειές. Η Μιράντα έψησε καφέ στην κουζινίτσα και τον έβαλε σε μια καφετιέρα. Την τοποθέτησε σ’ έναν ασημένιο δίσκο μαζί με το φλιτζάνι κι ένα μικρό μπολάκι με την κρέμα. Όλα τα κομμάτια ανήκαν στο πορσελάνινο σερβίτσιο που χρησιμοποιούσαν για τα γεύματα εργασίας. Ήταν λευκό, με όμορφη γαλάζια μπορντούρα και χρυσό φινίρισμα -ένα σερβίτσιο βαρύτιμο και ταυτόχρονα λιτό, όπως και η ίδια η Πέπερ... Όταν της πήγε τον καφέ η Μιράντα, η Πέπερ άφησε τα χαρτιά που μελετούσε και της είπε: «Αν σου τηλεφωνήσει κάποιος από τους κυρίους που τα ονόματά τους είναι γραμμένα στο χαρτί που σου έδωσα πριν, θα πεις ότι λείπω. Αν αναβάλει το ραντεβού, ενη-μέρωσέ με». Δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο και η Μιράντα δεν έκανε ερωτήσεις. Η Πέπερ ήταν άτομο συγκεντρωτικό. Η επιτυχία ή αποτυχία της Μινέσε Μάνατζμεντ βρισκόταν αποκλειστικά στα δικά της χέρια. Ήπιε τον καφέ της διαβάζοντας τ’ αποκόμματα των κυριακάτικων εφημερίδων. Ένα από τα καθήκοντα της Μιράντα ήταν να κόβει από τις εφημερίδες τα δημοσιεύματα που αφορούσαν τους πελάτες και τους σπόνσορές τους. Στις δώδεκα παρά τέταρτο η Πέπερ τακτοποίησε το γραφείο της και κάλεσε την ιδιαιτέρα της. «Έχω ραντεβού με τον Τζον Φλέτσερ στις δώδεκα. Αν με ζητήσει κανείς, θα επιστρέφω κατά τις δύο». Ο Τζον Φλέτσερ ήταν ένας ανερχόμενος σχεδιαστής μόδας. Η Πέπερ είχε δει μερικά κομμάτια του στο Βογκ και του παρήγγειλε δύο σύνολα. Προς το παρόν δεν ήταν πολύ γνωστός, αλλά η Πέπερ έκανε μεγάλα σχέδια γι’ αυτόν. Είχε πελάτισσα ένα νεαρό μανεκέν, ένα κορίτσι που προοριζόταν να φτάσει ψηλά, και σχεδίαζε να συνδέσει το σχεδιαστή και το μανεκέν μ’ έναν τρόπο που θα χάριζε και στους δυο μεγάλη δημοσιότητα. Η Λουίζ Φάμπερ αυτοσυστήθηκε στην Πέπερ σ’ ένα κοκτέιλ πάρτι. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και ήξερε καλά τι ήθελε από τη ζωή της. Η μητέρα της ήταν κι αυτή μανεκέν κι έτσι η Λουίζ είχε από το ξεκίνημά της όλες τις απαραίτητες για τη δουλειά διασυνδέσεις. Αρκετοί παλιοί συνεργάτες της μητέρας της είχαν προκόψει κι ανέβηκαν ψηλά στον κόσμο της μόδας. Η Ρένα Φάμπερ, με μερικά τηλεφωνήματα στους παλιούς της φίλους, εξασφάλισε στην κόρη της τις καλύτερες προϋποθέσεις. Η Λουίζ όμως δεν ήταν ένα συνηθισμένο ονειροπαρμένο δεκαοχτάχρονο κοριτσόπου-λο που μοναδική του φιλοδοξία ήταν να δει μια μέρα το πρόσωπό του στο εξώφυλλο του Βογκ. Η Λουίζ είχε τα δικά της όνειρα. Ήθελε ν’ ανοίξει εστιατόριο για προσωπικότητες. Χωρίς χρήματα και γνωριμίες, όμως, είχε ελάχιστες πιθανότητες να προσληφθεί σ’ ένα καλό εστιατόριο για να μάθει τη δουλειά. Οι γυναίκες δε γίνονται σεφ αλλά μαγείρισσες. Η Λουίζ το είχε βάλει σκοπό ν’ αποδείξει το αντίθετο. Οι γονείς της είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρή και, απ’ ό,τι είχε πει στην Πέπερ, δεν υπήρχαν τ’ απαραίτητα χρήματα ούτε για να πάρει την κατάλληλη εκπαίδευση, πόσο μάλλον ν’ ανοίξει το εστιατόριο που ονειρευόταν. Η τυχαία παρατήρηση ενός φίλου της μητέρας της της έδωσε την ιδέα να δουλέψει σαν μανεκέν για να μαζέψει τ’ απαραίτητα κεφάλαια. Κι όταν πήρε την απόφαση να γίνει μανεκέν, το έβαλε πείσμα να γίνει το καλύτερο. Όπως εξομολογήθηκε στην Πέπερ, ήθελε να φτιάξει ένα δικό της τύπο, που να ξεχωρίζει από τ’ άλλα όμορφα, φιλόδοξα κορι-τσόπουλα που έμπαιναν στο επάγγελμα. Τότε το μυαλό της Πέπερ πήγε στον Τζον Φλέτσερ· σκέφτηκε πως ο μοντελίστ και το μανεκέν είχαν κάτι να προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Αν στις εξόδους της η Λουίζ φορούσε αποκλειστικά μοντέλα του Τζον Φλέτσερ, θα επωφελούνταν και οι δυο από τη δημοσιότητα. Η Πέπερ είχε τις απαραίτητες επαφές για να γραφτεί αυτό στον Τύπο. Το είχε συζητήσει ήδη με τον Τζον και σήμερα εκείνος θα της έδινε την απάντησή του. Στην αρχή θα είχε ελάχιστα κέρδη από τη συμφωνία. Αυτή όμως ήταν η ειδικότητά της: ν’ ανακαλύπτει νέα ταλέντα στον αθλητισμό ή σ’ οποιονδήποτε άλλο τομέα, να τα προωθεί και, όταν έφτανε η επιτυχία, να εισπράττει και η ίδια από τα κέρδη τους. Κανένας σπόνσορας δεν επένδυε σε αουτσάιντερ. Όταν όμως το αουτσάιντερ άρχιζε να δρέπει δάφνες, η Πέπερ ήταν πλέον


σε θέση να επιβάλει τους όρους της. Έτσι είχε αρχίσει τη δουλειά της: «σταμπάροντας» πριν από τους άλλους τους μελλοντικούς νικητές. Το ατελιέ του Τζον Φλέτσερ βρισκόταν κοντά στο Μπόσαμπ Πλέις. Επειδή τα μεσημέρια είχε μεγάλη κίνηση, δεν πήρε την Αστόν Μάρτιν, αλλά προτίμησε ταξί, που την άφησε λίγα μέτρα πιο κάτω από τον προορισμό της. Δυο όμορφα ψηλόλιγνα κορίτσια -προφανώς μανεκέν- που έβγαιναν από το ατελιέ του Μπρους Όλντφιλντς στράφηκαν και την κοίταξαν γεμάτα θαυμασμό. Ήταν και τα δυο το πολύ δεκαεννιά χρονών. Όταν ανέβηκε στο ατελιέ, η Πέπερ δε βρήκε κανέναν στη ρεσεψιόν. Χτύπησε και μπήκε στην αίθουσα επιδείξεων. Δυο άντρες στέκονταν μπροστά στο παράθυρο και περιεργάζονταν ένα τόπι μεταξωτό ύφασμα στο κόκκινο της φωτιάς. «Πέπερ!» αναφώνησε ο Τζον Φλέτσερ και αφήνοντας το τόπι στο βοηθό του, έσπευσε να τη χαιρετήσει. «Βλέπω, φοράς το μαύρο». Η Πέπερ του χαμογέλασε. Επίτηδες είχε διαλέξει το μαύρο μοντέλο που της σχεδίασε. Μαύρες τηβέννους δε φοράνε οι δικαστές όταν απαγγέλλουν τη θανατική καταδίκη; Πίστευε ότι ο Μάιλς Φρεντς θα εκτιμούσε τη «φινέτσα» της χειρονομίας της. Κι όχι μόνο αυτός -όλοι οι άλλοι. Η φούστα ήταν στη μοντέρνα γραμμή· κοντή, εφαρμοστή στη μέση και τους γοφούς και φαρδιά πιο κάτω. Ο βοηθός του Τζον τη βοήθησε να βγάλει το σακάκι. Ήταν ένας από τους πιο όμορφους νεαρούς που είχε δει στη ζωή της, με υπέροχο σώμα, μελένιο δέρμα και χρυσά μαλλιά. Ο νεαρός κι ο Τζον αντάλλαξαν στα κρυφά ένα βλέμμα κι ο δεύτερος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Η Πέπερ έπιασε στον αέρα τη συνεννόηση, αλλά περίμενε μέχρι να φύγει ο νεαρός πριν σχολιάσει κεφάτα: «Ευχαριστώ, Τζον. Θα με πρόσβαλλες βαριά αν μου πρόσφερες τις υπηρεσίες των επιβητόρων σου». «Τον έχω λίγο καιρό κι είναι ακόμα κάπως ατζαμής», είπε απολογητικά εκείνος. «Είναι πολλές οι πελάτισσες που σου ζητούν αυτού του είδους τις υπηρεσίες;» ρώτησε μπαίνοντας στο δοκιμαστήριο για να γδυθεί. «Αρκετές. Εσύ όμως πού το ξέρεις; Οι περισσότεροι που μπαίνουν εδώ μέσα μόλις τον δουν καταλήγουν στο συμπέρασμα...» «Οτι είσαι αδερφή;» Η Πέπερ βγήκε από το δοκιμαστήριο και του χάρισε ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. «Τζον, καταλαβαίνω σε ποιους άντρες αρέσουν οι γυναίκες και σε ποιους όχι, αλλά, ειλι-κρινά, πιστεύω πως κερδίζεις αρκετά και χωρίς πρόσθετες υπηρεσίες στις πελάτισσές σου». «Εγώ δεν ανακατεύομαι. Οι όποιες δοσοληψίες τους με τον Λόιντ είναι αποκλειστικά προσωπική τους υπόθεση». Η Πέπερ σούφρωσε τα χείλη. «Βγαίνουν όμως φήμες και υπάρχουν ένα σωρό πλούσιες αργόσχολες γυναίκες οι οποίες θα ήθελαν έναν μοντελίστ που να κάνει περισσότερα για το σώμα τους κι όχι απλώς να το ντύνει». Ο Τζον ανασήκωσε τους ώμους. «Πρέπει να ζήσω κι εγώ...» Ενώ της προβάριζε το φόρεμα, συζήτησαν για το σχέδιό της να φορά η Λουίζ Φάμπερ αποκλειστικά τα μοντέλα του. «Μου αρέσει». Σηκώθηκε και περιεργάστηκε το ρούχο. «Τι λες, θα καταφέρεις να περάσεις την είδηση στο Βογκ;» «Το ελπίζω. Έχω αρκετές διασυνδέσεις στο περιοδικό. Στη φιλανθρωπική δεξίωση που θα πάμε απόψε θα είναι και αρκετοί συντάκτες μόδας. Θα κουβεντιάσουμε μαζί τους και, αν τους αρέσει η ιδέα, θα βρεθούμε με τη Λουίζ να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες». Η Πέπερ έφυγε μετά από μισή ώρα. Πήρε ταξί και πήγε στο αγαπημένο της εστιατόριο. Ο αρχισερβιτόρος την αναγνώρισε αμέσως και την οδήγησε σ’ ένα κεντρικό τραπέζι, απ’ όπου την έβλεπαν όλοι οι άλλοι πελάτες.


Το εστιατόριο ήταν αρχικά ένα σαραβαλιασμένο τριώροφο κτίριο, σε μια πάροδο της Σλόαν Σκουέαρ. Η Πέπερ το αγόρασε, διαβλέποντας μια τάση των πλουσίων να μεταφέρουν τα μπλοκ των επιταγών και τις πιστωτικές τους κάρτες από την Μποντ Στρητ στο Νάιτσμπριτζ. Νοίκιασε τους τρεις ορόφους με πολύ καλά αν και όχι εξωφρενικά ενοίκια. Χρηματοδότησε επίσης το εστιατόριο και ήταν εκείνη που πληροφόρησε τον σεφ ότι η νουβέλ κιουιζίν ήταν πολύ «ιν». Με την κατάλληλη προβολή, το εστιατόριο έγινε αμέσως «ιν» και όποια μέρα της βδομάδας κι αν πήγαινες δεν υπήρχε άδειο τραπέζι. Συνήθως σύχναζαν κομψές κυρίες της αριστοκρατίας, οι οποίες τσιμπολογούσαν το φαγητό που δεν είχαν καμία πρόθεση να φάνε -πρόσεχαν πολύ τη σιλουέτα τους. Άλλωστε δεν πήγαιναν για φαγητό, αλλά για να δουν και να τις δουν. Ένας καλλιτέχνης, που ήταν επίσης πελάτης της Πέπερ, είχε μεταμορφώσει το μουντό εσωτερικό του κτιρίου σε ναό του ερωτισμού με τις τολμηρές τοιχογραφίες του. Όποιος ήταν εξοικειωμένος με τις διασημότητες, μπορούσε να διακρίνει στα πρόσωπα των νυμφών και των σατύρων τις φυσιογνωμίες διαφόρων προσωπικοτήτων. Κι όταν κάποιος έπεφτε στην αφάνεια, πάνω στο πρόσωπό του ζωγραφιζόταν ένα άλλο, που ανήκε σε ανερχόμενο αστέρα. Πολλοί ηθοποιοί, ακόμα και πολιτικοί, ζητούσαν διακριτικά από τον Αντουάν να βάλει το πρόσωπό τους στις τοιχογραφίες του. Η σχέση της Πέπερ με το εστιατόριο κρατιόταν μυστική και καμιά νύμφη δεν είχε τη μορφή της. Ωστόσο, καθώς διέσχιζε με το νωχελικό της βάδισμα την αφράτη σκουρόγκριζα μοκέτα, όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς το μέρος της. Κάθισε κι έδωσε την παραγγελία της χωρίς να συμβουλευτεί το μενού. Οι περισσότερες γυναίκες πελάτισσες ήταν ή κάτω από τριάντα ή πάνω από σαράντα -δηλαδή, ή νιόπαντρες ή διαζευγμένες. Οι άλλες, οι γυναίκες καριέρας, οι γυναίκες που κέρδιζαν δικά τους χρήματα, γευμάτιζαν με πελάτες ή πρόσωπα που προωθούσαν τις επαγγελματικές επαφές τους· έκαναν δηλαδή ό,τι και οι άντρες στις λέσχες τους. Σύντομα αυτή η κατηγορία γυναικών θα χρειαζόταν το δικό της στέκι. Τώρα υπήρχαν πολύ λίγες λέσχες για τις πετυχημένες γυναίκες καριέρας. Σ’ αυτές τις λέσχες μπορούσαν να δεχτούν τους πελάτες τους, να γευματίσουν, ή και να διανυκτερεύσουν αν χρειαζόταν. Οι πελάτες της Πέπερ της πρόσφεραν μεγάλη ευχέρεια σε ρευστό κι εκείνη φρόντιζε να επενδύει προσεκτικά αυτά τα κέρδη, έτσι ώστε να έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια για τις επιχειρήσεις της. Η Πέπερ δεν έλεγε ποτέ όχι σε μια καλή επένδυση. Χαμογέλασε συνεπαρμένη από τις ευχάριστες σκέψεις της. Μόλο που ήξερε ότι την κοιτούσαν, αγνόησε τα κλεφτά βλέμματα, απορροφημένη από τις προοπτικές μιας καινούριας δουλειάς και από το φρέσκο σολομό με σαλάτα που είχε παραγγείλει. Η Πέπερ, έχοντας πεινάσει όταν ήταν παιδί, εκτιμούσε πάντα το καλό φαγητό. Ήξερε πως πολλές από τις γυναίκες που τσιμπολογούσαν χωρίς να τρώνε στην πραγματικότητα έτριζαν τα δόντια τους από ζήλια για την όρεξή της και την αδιαφορία της για τις συνέπειες στη σιλουέτα της. Δεν ήξεραν όμως ότι το βράδυ θα την έβγαζε μ’ ένα φρούτο και το απόγευμα θα έπαιζε μισή ώρα τένις στις αθλητικές εγκαταστάσεις του οικιστικού συγκροτήματος στο οποίο έμενε. Το να διατυμπανίζεις ότι κάνεις δίαιτα είναι σημείο αδυναμίας και η Πέ-περ ήξερε να κρύβει καλά τις αδυναμίες της. Επέστρεψε στο γραφείο της στις δύο και πέντε. Η Μιράντα της είπε ότι τηλεφώνησαν και οι τέσσερις κύριοι. Οι τρεις ζήτησαν να μιλήσουν προσωπικά στην Πέπερ, αλλά, ακούγοντας ότι απουσιάζει, περιορίστηκαν να επιβεβαιώσουν τα ραντεβού τους. «Και ο τέταρτος;» Η Μιράντα συμβουλεύτηκε τον κατάλογο. «Ο Μάιλς Φρεντς δε σας ζήτησε. Απλώς είπε ότι θα έρθει». Η Μιράντα, καθώς στεκόταν δίπλα στο γραφείο της Πέπερ, σκέφτηκε πως η εργοδότριά της έδειχνε κάπως αφηρημένη, αλλά φυσικά δεν έκανε ερωτήσεις. Στις δύο και μισή, η Μιράντα ετοίμασε το κυλιόμενο τραπεζάκι με το τσάι, για να το σερβίρει όταν θα της το ζητούσαν. Το πορ-σελάνινο σερβίτσιο ήταν ειδικά σχεδιασμένο για την Πέπερ. Οι τέσσερις άντρες έφτασαν με διαφορά δέκα λεπτών ο πρώτος από τον τελευταίο. Η ρεσεψιονίστ τους οδήγησε στην αίθουσα αναμονής και ειδοποίησε τη Μιράντα, για να ειδοποιήσει με τη σειρά της την Πέπερ. Η κοπέλα κοίταξε το ρολόι της.


Τρεις παρά πέντε. Η Πέπερ αντιστάθηκε στον πειρασμό να ρίξει μια τελευταία ματιά στους φακέλους, καθώς και να ελέγξει γι’ άλλη μια φορά τα ρούχα και το μακιγιάζ της. Στις τρεις παρά πέντε χτύπησε το τηλέφωνο και το στομάχι της σφίχτηκε. Το σήκωσε και η Μιράντα την πληροφόρησε ότι έφτασαν οι τέσσερις άντρες. Πήρε βαθιά ανάσα και είπε ήρεμα: «Να περάσουν. Μιράντα, σε παρακαλώ, φέρε μας το τσάι». Οι τέσσερις άντρες περίμεναν στην άνετη αίθουσα αναμονής, στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Φυσικά, είχαν αναγνωρίσει ο ένας τον άλλο με κάποια έκπληξη. Οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει και σπάνια συναντιόνταν πια. Μόνο ο Μάιλς Φρεντς ήταν τελείως άνετος. Ο Σάιμον Χάρις τον παρατηρούσε ελαφρά συνοφρυωμένος κι αναρωτιόταν: Τι γυρεύει αυτός εδώ; Τι σχέση είχε με τη Μινέσε Μάνατζμεντ; Μήπως διαχειριζόταν τις νομικές της υποθέσεις; Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια ελκυστική καστανή. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ. Η δεσποινίς Μινέσε σας περιμένει». Όταν μπήκαν στο γραφείο, η Πέπερ στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα, παριστάνοντας ότι κοιτάζει τη θέα από το παράθυρο. Περίμενε να φέρει το τσάι η Μιράντα και να κλείσει πίσω της την πόρτα και ύστερα στράφηκε προς το μέρος τους. Και οι τέσσερις αντέδρασαν βλέποντάς την, αλλά μόνο ένας την αναγνώρισε. Ο Μάιλς Φρεντς. Η Πέπερ κατάφερε να μείνει τελείως ανέκφραστη, κρύβοντάς του την οργή και το μίσος της. Ο Μάιλς στεκόταν απέναντι της και την περιεργαζόταν με εύθυμη περιέργεια. Κατάλαβε αμέσως ότι τη γνώριζε, αλλά χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να θυμηθεί από πού. Κοίταξε τους άλλους και κατάλαβε ότι δεν την αναγνώρισαν· οι οξυμένες στα δικαστήρια αισθήσεις του συνέλαβαν αμέσως την υπερέντασή της. Η κοπέλα είχε διανύσει έναν πολύ, πολύ μακρύ δρόμο από την εποχή της Οξφόρδης... Πρώτος μίλησε ο Σάιμον Χάρις. Η Πέπερ τον άφησε να της σφίξει το χέρι και να της χαρίσει το καλοεξασκημένο του χαμόγελο, που ήταν ένα μείγμα αντρικού θαυμασμού, ειλικρίνειας και σοβαρότητας. Είχε πάρει μερικά κιλά από την τελευταία φορά που τον είδε και του πήγαινε. Έδειχνε αυτό που ήταν: ένας πλούσιος και πετυχημένος άντρας. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν το παράδειγμά του. Ο Μάιλς Φρεντς ήταν ο μόνος που την κοίταξε στα μάτια, προσπαθώντας να τη φέρει σε μειονεκτική θέση. Η Πέπερ το κατάλαβε και η καρδιά της χτύπησε άτακτα, γιατί βεβαιώθηκε ότι την είχε αναγνωρίσει. Αυτό δεν το περίμενε, δεν ήταν μέσα στα σχέδιά της. Ο Μάιλς Φρεντς την είχε αιφνιδιάσει. «Ασφαλώς όλοι αναρωτιέστε γιατί σας κάλεσα εδώ». Το επαγγελματικό και προκλητικό χαμόγελό της τους υποσχόταν ότι δε θα τους απογοήτευε. Είχε ξεκλειδώσει ήδη το συρτάρι κι έβγαζε τους τέσσερις φακέλους. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο πρακτικό να τους διαβάσετε εδώ». Οι φάκελοι ήταν βέβαια αντίγραφα. Τα πρωτότυπα βρίσκονταν στη θυρίδα της στην τράπεζα. Δεν είχε καμιά διάθεση να δει κόπους δέκα χρόνων να σκίζονται σε χίλια κομμάτια μπροστά στα μάτια της. Καθώς σερβίριζε το τσάι, καραδοκούσε να δει πότε θα έσβηναν τ’ αυτάρεσκα χαμόγελα από τα χείλη τους. Πρώτα έσβησε του Ρίτσαρντ Χάουελ. Είδε τα μάτια του να στενεύουν και ύστερα σήκωσε το βλέμμα από τα χαρτιά του και το κάρφωσε πάνω της. «Γάλα, κύριε Χάουελ;» τον ρώτησε όλο γλύκα. Σε κάθε φάκελο βρισκόταν ένα μυστικό που, αν γινόταν γνωστό, θα κατέστρεφε για πάντα την επαγγελματική τους υπόσταση. Όλοι πίστευαν ότι το μυστικό τους ήταν καλά φυλαγμένο και δεν επρόκειτο ν’ αποκαλυφθεί ποτέ. Όλοι έκαναν λάθος! * Ο Ρίτσαρντ Χάουελ ήταν τώρα ένας φτασμένος κι αξιοσέβαστος τραπεζίτης· κάποτε όμως υπήρξε ένας ασήμαντος νεαρός φτωχός συγγενής σε σύγκριση με το θείο του Ντέιβιντ, ο οποίος διηύθυνε την οικογενειακή αυτοκρατορία.


Χρειάστηκε πολύ ψάξιμο για ν’ ανακαλύψει η Πέπερ πού βρήκε τα λεφτά που του επέτρεψαν ν’ αγοράσει μυστικά αρκετές μετοχές, ώστε σε πρώτη φάση ν’ αμφισβητήσει και σε δεύτερη να μειώσει τη δύναμη του θείου του στην οικογενειακή επιχείρηση. Η Πέπερ δούλεψε σκληρά μήνες και μήνες μέχρι που ανακάλυψε ότι η αγορά των μετοχών άρχισε την εποχή που δούλευε στο τμήμα θυρίδων της τράπεζας. Για πολλούς ανθρώπους η θυρίδα είναι το μέρος που αφήνουν τα πολύτιμα υπάρχοντά τους για να μην τους τα κλέψουν. Υπάρχουν ωστόσο αρκετοί που τις θεωρούν τέλειες κρυψώνες για μετρητά ή άλλα αντικείμενα που απέκτησαν με παράνομα μέσα -φοροδιαφυγή, απάτη, ακόμα και κλεψιά. Για καλή τύχη του Ρίτσαρντ Χάουελ, την εποχή που ήταν υπεύθυνος του τμήματος θυρίδων, έπεσε πάνω σε κάποιον που ανήκε σ’ αυτή την τελευταία κατηγορία. Και καθώς ήταν κανονισμός της τράπεζας να κρατάνε αντικλείδι για κάθε θυρίδα, μπορούσε, επιλέγοντας την κατάλληλη στιγμή, να τις ξεκλειδώνει και να ψάχνει τι είχαν μέσα· αυτό όμως έγινε αργότερα, αφού πέθανε από καρδιακή προσβολή ο άνθρωπος που αποκαλούσε τον εαυτό του Γουίλιαμ Λόου. Ο «Γουίλιαμ Λόου» έπαθε την καρδιακή προσβολή στο δρόμο, λίγο πιο κάτω από την τράπεζα. Οι απογευματινές εφημερίδες δημοσίευσαν τη φωτογραφία του κι ένα μικρό κομμάτι για το θάνατό του, μόνο που τ’ όνομά του δεν ήταν Γουίλιαμ Λόου αλλά Φρανκ Πρέντις και υπήρξε μέλος μιας σπείρας ύποπτης για κλεψιές εκατοντάδων χιλιάδων λιρών. Η αστυνομία δεν μπόρεσε να βρει ποτέ αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία για να καταδικάσει τον Φρανκ Πρέντις και τ’ άλλα μέλη της συμμορίας, και, όταν πέρασαν τρεις μήνες χωρίς να συνδέσουν ούτε οι Αρχές ούτε η τράπεζα τον Φρανκ Πρέντις με τον Γουίλιαμ Λόου, ο Ρίτσαρντ Χάουελ άδειασε τη θυρίδα του, αφήνοντας μέσα μόνο διακόσιες λίρες. Δε φοβόταν μήπως τα κλεμμένα χρήματα οδηγήσουν σ’ εκείνον -ένας άντρας έξυπνος σαν τον Φρανκ Πρέντις θα είχε φροντίσει ασφαλώς να «ξεπλύνει» τα χαρτονομίσματα πριν τα φυλάξει. Κι αν η αστυνομία συνέδεε τελικά τον Φρανκ Πρέντις με τον Γουίλιαμ Λόου κι έφτανε ως τη θυρίδα, θα υπέθετε απλώς ότι ο Φρανκ είχε ξοδέψει τα λεφτά του. Τώρα ο Ρίτσαρντ Χάουελ είχε στον προσωπικό λογαριασμό του στη Λόιντς Μπανκ το ποσό των διακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων λιρών κι όταν ο θείος του σκέφτηκε να ρωτήσει πού στην ευχή βρήκε τόσα χρήματα, ήταν πια αργά -ο Ρίτσαρντ είχε αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών της Τράπεζας Χάουελ, παίζοντας έξυπνα το αρχικό του κεφάλαιο στο χρηματιστήριο και πολ-λαπλασιάζοντάς το εντυπωσιακά. Η Πέπερ του χαμογέλασε γλυκά καθώς του έδινε το φλιτζάνι του. Η καρδιά της αγαλλίασε βλέποντας τον πανικό να καθρεφτίζεται στα μάτια του. Το δίχως άλλο πίστευε πως ήταν απόλυτα ασφαλής. Τώρα διαπίστωνε το λάθος του. Κι ο Σάιμον Χάρις, ο ανερχόμενος πολιτικός; Ο υπέρμαχος των αυστηρών αρχών και της οικογένειας; Ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος και ικανοποιούσε τα βίτσια του με μικρά αγόρια -όσο μικρότερα τόσο το καλύτερο! Όταν φοιτούσε στην Οξφόρδη, ήταν επικεφαλής μιας μυστικής επίλεκτης ομάδας που, μεταξύ άλλων, επιδιδόταν και στη μαύρη μαγεία. Η Πέπερ χαμογέλασε μειλίχια βλέποντας τα οργισμένα γαλάζια μάτια του να την κοιτάζουν αστράφτοντας απειλητικά. Ο Άλεξ Μπάρνετ υπήρξε επίσης μέλος αυτής της ομάδας -αν και για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο αυτό αρκού-σε για ν’ απορριφθεί η αίτηση υιοθεσίας από το αρμόδιο κρατικό γραφείο. Η Πέπερ ήξερε τα πάντα για την απεγνωσμένη λαχτάρα της Τζούλια ν’ αποκτήσει παιδί και ήξερε ακόμα ότι ο Άλεξ λάτρευε τη γυναίκα του. Σειρά είχε ο Μάιλς Φρεντς. Αυτός την είχε δυσκολέψει. Ήταν αλήθεια πως είχε πολύ έντονη σεξουαλική ζωή, αλλά ήταν εκλε-κτικός στην επιλογή των παρτενέρ του και πιστός σε αυτές όσο διαρκούσε η σχέση τους. Η Πέπερ περίμενε πολύ να βρει κάποιο πραγματικά καταστροφικό στοιχείο σε βάρος του, αλλά τελικά η υπομονή της ανταμείφθηκε. Πριν από τρεις μήνες, η δεκαοχτάχρονη κόρη ενός φίλου του έφερε λαθραία στη χιορα κοκαΐνη. Κανονικά θα έπρεπε να συλλη-φθεί. Οι πληροφορίες της Πέπερ έλεγαν ότι ερχόταν αεροπορικώς από το Ρίο ντε Τζανέιρο κι είχε κρύψει το ναρκωτικό στο σακίδιό της. Όταν όμως έφτασε στο Χίθροου, η κοκαΐνη είχε κάνει φτερά. Η πτήση της έκανε μια σύντομη στάση στο Παρίσι. Ο Μάιλς Φρεντς βρισκόταν κι αυτός στο Παρίσι εκείνη την εποχή και γύρισαν μαζί στο Λονδίνο. Φαίνεται πως ο Μάιλς είχε πείσει το κορίτσι να του δώσει εκείνου την κοκαΐνη. Η Πέπερ ήταν βέβαιη, έστω κι αν δεν είχε αποδείξεις. Αλλά και χωρίς αποδείξεις αυτή η ιστορία αρκούσε για να καταστρέψει την καριέρα και την υπόληψή του. Ένας υποψήφιος δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου ανα-μεμειγμένος σε σκάνδαλο ναρκωτικών... Θα τον πετούσαν με τις κλοτσιές από το δικηγορικό σύλλογο! Περίμενε μέχρι να τελειώσουν όλοι το διάβασμα. Μόνο ο Μάιλς Φρεντς είχε διατηρήσει το χαμόγελό του. Του έβγαζε το


καπέλο για την ψυχραιμία του, αλλά δεν μπορούσε να την ξεγελάσει. Πρώτος μίλησε ο Σάιμον Χάρις, πετώντας κάτω το φάκελο και ρωτώντας επιτακτικά: «Τι σημαίνουν όλα αυτά;» Ο θυμός του άφησε αδιάφορη την Πέπερ. «Όλοι σας διαβάσατε το φάκελό σας κι όλοι θα έχετε συνειδητοποιήσει τη δεινότητα της θέσης σας. Σε αυτούς τους φακέλους υπάρχουν στοιχεία που αν κοινοποιηθούν θα επιδράσουν αρνητικά στην υπόληψη και τη σταδιοδρομία σας». «Ώστε αυτό είναι!» βρυχήθηκε ο Σάιμον Χάρις. «Εκβιασμός!» Η Πέπερ τον κατακεραύνωσε μ’ ένα παγερό βλέμμα. «Όχι εκβιασμός», του είπε ήρεμα. «Έγκλημα και τιμωρία». Όλοι την κοίταξαν απορημένοι -όλοι, εκτός από τον Μάιλς Φρεντς, που στα χείλη του ήταν ζωγραφισμένο ένα πονηρό, προκλητικό χαμόγελο. «Τιμωρία; Για ποιο πράγμα;» ρώτησε επιθετικά ο Άλεξ Μπάρνετ. «Για βιασμό, κύριοι. Πριν από έντεκα χρόνια, όλοι σας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συμβάλατε στο βιασμό μου». Σταμάτησε βλέποντας την έκφραση ν’ αλλάζει στα πρόσωπά τους και πρό-σθεσε κοροϊδευτικά: «Τελικά θυμηθήκατε, ε;» «Γιατί μας κάλεσες;... Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Ήταν ο Άλεξ Μπάρνετ που μίλησε, προσπαθώντας να καταπνίξει τη δυσπιστία που τον κατέκλυζε. Και βέβαια θυμόταν το γεγονός. Ποτέ δεν το είχε ξεχάσει, απλώς το είχε θάψει στο υποσυνείδητό του μαζί με τις ενοχές του κι όλα τ’ άλλα δυσάρεστα συμβάντα του παρελθόντος που προτιμούσε να ξεχάσει. Κοίταξε την κομψή, σικάτη Πέπερ και θαύμασε τη μεταμόρφωσή της. Το κορίτσι που θυμόταν αυτός ήταν κοκαλιάρικο, φτωχοντυμένο, με προφορά τόσο βαριά, που δυσκολευόσουν να την καταλάβεις. Είχε αντισταθεί σαν λυσσασμένο αγρίμι, ξεσκίζοντας τα πρόσωπά τους με τα νύχια του... Τον διαπέρασε ένα δυνατό ρίγος κι έκλεισε τα μάτια. «Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε. Εκείνη συνέχιζε να τους χαμογελά. «Τίποτα. Εκτός αν με αναγκάσετε». Παρά την επιφανειακή ηρεμία της, όλες της οι αισθήσεις ήταν τεταμένες και η αδρεναλίνη είχε ανέβει στα ύψη καθώς τους παρατηρούσε, ζύγιαζε τις αντιδράσεις τους. Βιασμός. Γι’ αυτή ήταν η χειρότερη λέξη του κόσμου, ειδικά όταν αναφερόταν στο είδος του βιασμού που υπέστη η ίδια. Δε θα ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της τη φρίκη εκείνης της νύχτας. Δε θ’ άφηνε τον εαυτό της να ξεχάσει· αυτή ήταν η κινητήρια δύναμη της ζωής της όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή την είχε ανεβάσει από την απόγνωση και τη φτώχεια στο σημείο που βρισκόταν σήμερα. «Μου κλέψατε κάτι αναντικατάστατο κι αποφάσισα ότι πρέπει να στερηθείτε κι εσείς κάτι ανάλογης αξίας. Εσείς, κύριε Χάρις», του είπε χαμογελαστά, αλλά τα μάτια της ήταν ψυχρά σαν πάγος, «θα παραιτηθείτε από το βουλευτικό αξίωμα και το Συντηρητικό Κόμμα. Ακούγεται ότι σας προορίζουν για μελλοντικό ηγέτη του. Νομίζω όμως ότι δε θα θεωρήσουν σπουδαία απώλεια την αποχώρησή σας αν πληροφορηθούν το περιεχόμενο αυτού του φακέλου». Παρά το χαμόγελό της, μέσα της φούντωνε ο θυμός, αλλά τον αγνόησε κι έστρεψε την προσοχή της στον Ρίτσαρντ Χάουελ. «Η τράπεζα είναι το παν για σας, έτσι, κύριε Χάουελ; Φοβάμαι όμως ότι πρέπει να την απαρνηθείτε». «Να παραιτηθώ;» ρώτησε εκείνος δύσπιστα. Του χαμογέλασε ευχάριστα αλλά αδυσώπητα. «Δυστυχώς. Ασφαλούς ο θείος σας θα είναι ευτυχής να σας διαδεχτεί».


Ο Αλες Μπάρνετ περίμενε το χτύπημα, έχοντας μαντέψει τι θα του ζητούσε. Είχε αγωνιστεί από τότε που αποφοίτησε από την Οξφόρδη για να στήσει την εταιρεία του· είχε επενδύσει ό,τι είχε και δεν είχε σ’ αυτή· της είχε αφιερώσει όλο το χρόνο και την ε-νεργητικότητά του· άξαφνα ένιωσε την επιθυμία ν’ αρπάξει στα χέρια του αυτόν το λευκό λαιμό και να τον σφίξει μέχρι να σωπά-σουν για πάντα τα χείλη της. Με μια ματιά στο πρόσωπό του η Πέπερ κατάλαβε πως είχε ήδη μαντέψει το τελεσίγραφό της, γι’ αυτό απευθύνθηκε στον Μάιλς Φρεντς. «Ξέρω», της είπε ξερά, «αλλά ξέχασες κάτι, Πέπερ...» Η κοπέλα κατσούφιασε, ενοχλημένη από τη χρήση του μικρού της ονόματος. Αντίθετα από τους άλλους, έδειχνε μάλλον να το διασκεδάζει παρά να φοβάται. «Η εκδίκηση είναι δική μου, είπε ο Κύριος», της θύμισε κοροϊδευτικά. «Έχεις πάρει πολύ επικίνδυνο δρόμο, να το ξέρεις». Η Πέπερ απέστρεψε το βλέμμα. «Έχετε όλοι ένα μήνα να σκεφτείτε τις... προτάσεις μου. Αν στο τέλος αυτής της διορίας δε μου έχετε απαντήσει, οι φάκελοί σας θα δοθούν στον Τύπο. Περιττό να προσθέσω ότι κρατάτε στα χέρια σας αντίγραφα». «Και ότι έχεις αφήσει από μια επιστολή στην τράπεζα και το δικηγόρο σου για την περίπτωση εξαφάνισης ή αιφνίδιου θανάτου σου», την κοροΐδεψε ο Μάιλς. Η Πέπερ εκνευρίστηκε που συνέχιζε να προσποιείται ότι απλώς διασκέδαζε μαζί της. Θα έχανε κι αυτός όσα οι άλλοι. Τον κοίταξε στα μάτια και ρίγησε από τις αναμνήσεις... Εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει στο δωμάτιό του, με το πουκάμισό του ριγμένο πάνω στο μωλωπισμένο κορμί της· εκείνος στεκόταν από πάνω της και την κοιτούσε. «Δε θα περάσει έτσι αυτό...» φώναξε μανιασμένος ο Χάουελ. Ο Μάιλς τον άγγιξε στο μπράτσο και κούνησε το κεφάλι του. «Ένα μήνα είπες;» Κοίταξε σκεφτικά την Πέπερ και μετά στράφηκε στους υπόλοιπους. «Ένας μήνας δεν είναι μεγάλο διάστημα, κύριοι, γι’ αυτό δεν πρέπει να χάνουμε στιγμή». Η Πέπερ τηλεφώνησε στη Μιράντα για να της πει να τους συνοδεύσει έξω. «Μπορείτε να κρατήσετε τους φακέλους σας», τους είπε κοροϊδευτικά και μετά τους γύρισε την πλάτη και πλησίασε στο παράθυρο. Είχαν τελειώσει όλα κι ένιωθε ένα παράξενο κενό μέσα της... Ενώ το περίμενε τόσο καιρό, είχε μείνει ανικανοποίητη... Άκουσε την πόρτα του γραφείου της να κλείνει και κατάλαβε ότι έφυγαν. Σε πέντε λεπτά μπήκε η Μιράντα να πάρει το τσάι. Παρ’ όλο που η γραμματέας έμεινε στο γραφείο όλο το απόγευμα, η Πέπερ δεν την κάλεσε να της υπαγορεύσει σημειώσεις. Έξω στο δρόμο οι τέσσερις άντρες κοίταξαν ο ένας τον άλλο. «Κάτι πρέπει να κάνουμε». «Ναι», συμφώνησε ο Μάιλς. «Πάμε κάπου να μιλήσουμε». «Κάπου που να μην μπορεί να μας ακούσει αυτό το βρομοθήλυκο», γρύλισε άγρια ο Σάιμον Χάρις. «Πρέπει να είχε βάλει να μας παρακολουθούν...» «Προτείνω να πάμε στο σπίτι μου να το συζητήσουμε». Ο Μάιλς κοίταξε το ρολόι του. «Είναι τέσσερις και μισή. Είστε όλοι ελεύθεροι;» Κούνησαν τα κεφάλια τους. Ήταν όλοι ισχυροί άντρες με μεγάλη επιρροή ο καθένας στον τομέα του, αλλά τώρα αντιδρούσαν σαν χαμένα παιδιά. Έτσι που τους έβλεπε ο Μάιλς, υποπτευόταν πως δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα τι τους


συνέβαινε. Για κείνον ήταν διαφορετικά· αντίθετα με τους άλλους, την αναγνώρισε με την πρώτη και, διαπιστώνοντας το τεράστιο άλμα που είχε κάνει για να φτάσει εκεί που ήταν, κατάλαβε αμέσως τη δύναμή της. «Είναι απίστευτο!» μουρμούρισε σαν να πνιγόταν ο Άλεξ Μπάρνετ, επιβεβαιώνοντας τις σκέψεις του Μάιλς. «Να περιμένει τόσα χρόνια...» Τι θα έλεγε στην Τζούλια; Αν απέσυραν την αίτηση για υιοθεσία, η γυναίκα του δε θα το άντεχε. «Πρέπει να τη σταματήσουμε». Άκουσε τον Σάιμον Χάρις να λέει κάτι χωρίς να παρακολουθεί τα λόγια του και ύστερα ο Μάιλς παρατήρησε ψυχρά: «Τι έχεις στο μυαλό σου, Χάρις; Ελπίζω, όχι φόνο». «Φόνο;» «Αποκλείεται». Ήταν ο Ρίτσαρντ Χάουελ. «Πρέπει να τη σταματήσουμε». Ο Σάιμον Χάρις αγριοκοίταξε τους υπόλοιπους. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Αυτή η σκύλα το ’χε βάλει σκοπό να τους τσακίσει, να τους κάνει να γονατίσουν μπροστά στη δύναμή της. Και μόνο γι’ αυτό θα τη σκότωνε ευχαρίστως -πόσο μάλλον για τ' άλλα... «Αν συμφωνείτε όλοι, προτείνω να συζητήσουμε το θέμα κάπου ήσυχα. Είμαι ανύπαντρος, οπότε το σπίτι μου είναι το πιο κατάλληλο μέρος». Διάβολε, πώς τα κατάφερνε ο Φρεντς και ήταν τόσο ψύχραιμος! Έδειχνε λες και το διασκέδαζε. Κοιτώντας τον, ο Σάιμον θυμήθηκε πόσο λίγο τον εμπιστευόταν παλιά και πόση ευχαρίστηση είχε νιώσει όταν τον... Συνειδητοποίησε άξαφνα ότι και ο Μάιλς τον παρατηρούσε και βιάστηκε να κρύψει την εχθρότητά του. Προς το παρόν συνέφερε να μείνουν ενωμένοι. Ο Μάιλς σταμάτησε ένα ταξί που περνούσε κι έδωσε τη διεύθυνσή του με κοφτή φωνή. Σαν δικηγόρος, είχε εξασκηθεί να παραμερίζει τα προσωπικά αισθήματα και τις αντιδράσεις του και να εξετάζει τα πράγματα αντικειμενικά. Το ίδιο έκανε και τώρα. Από τη σκοπιά της Πέπερ Μινέσε -πού στην ευχή είχε βρει αυτό το όνομα;- ήταν φυσικό να θέλει να τους τιμωρήσει για ό,τι της έκαναν, χρειαζόταν όμως σιδερένια θέληση για να περιμένει με τόση υπομονή και να μαζεύει στοιχεία τόσο καιρό. Διαισθανόταν πως απ’ όλους τους ομοιοπαθείς ο Σάιμον Χάρις βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση· διακατεχόταν από τέτοια αγωνία, που θα μπορούσε να φτάσει ως την άσκηση βίας. Τον ήξερε από παλιά, ήταν άνθρωπος επικίνδυνος, εκρηκτικός και βίαιος. Στην Οξφόρδη ανήκε στη χρυσή νεολαία· κατά βάθος όμως ήταν άτομο μοχθηρό και νοσηρό. Και οι άλλοι δυο; Ο Άλεξ Μπάρνετ ήταν ακόμα κάτωχρος από το σοκ. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ καθόταν ζαρωμένος στη θέση του κι έτρεμε από υπερένταση. Δε σπατάλησαν τα λόγια τους μέχρι που μπήκαν στο γραφείο του Μάιλς. «Θα πιούμε κάτι;» Όλοι δέχτηκαν. Αν και συναντιόνταν περιστασιακό όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχαν διατηρήσει τη σχέση που είχαν ως φοιτητές. Τώρα παρατηρούσαν ο ένας στον άλλο τις αλλαγές, περιμένοντας ποιος θα μιλήσει πρώτος. «Δε θα περάσει έτσι αυτό!» Ο Σάιμον Χάρις κατέβασε μονοκοπανιά το ουίσκι του. «Δε θα με διατάζει εμένα ένα τσουλάκι, μια παλιογύφτισσα!» «Ασφαλώς οι θαυμάστριές σου θα ενδιαφέρονταν πολύ ν’ ακούσουν αυτά τα λόγια, Σάιμον», σχολίασε ψυχρά ο Μάιλς, «αλλά, φαίνεται, σου διαφεύγει ότι δεν έχουμε πια να κάνουμε μ’ ένα αμόρφωτο δεκαεφτάχρονο κοριτσάκι. Η δεσποινίς Μινέσε είναι μια δυνατή και πετυχημένη γυναίκα». «Θέλει να μας καταστρέψει!» Ο Άλεξ Μπάρνετ άφησε κάτω το ποτήρι του με χέρι που έτρεμε. «Πρέπει να τη σταματήσουμε...» «Διάβολε, αυτό το ξέρουμε. Πώς θα το καταφέρουμε όμως, μου λέτε;» ρώτησε εκνευρισμένος ο Ρίτσαρντ.


Ο Μάιλς σούφρωσε τα χείλη και είπε ήρεμα: «Θα κάνω μια πρόταση». Όλοι τον κοίταξαν. «Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να φέρουμε τη δεσποινίδα Μινέσε σε τέτοια θέση, ώστε όχι μόνο να μας παραδώσει αυτούς τους φακέλους, αλλά και να της κοπεί κάθε διάθεση να... να επαναλάβει κάτι παρόμοιο στο μέλλον». «Εννοείς να βρούμε κάτι να την απειλήσουμε;» Ο Άλεξ Μπάρνετ δεν έδειχνε ενθουσιασμένος με την ιδέα. Ο Μάιλς τον αγνόησε. «Θαρρώ πως η επιτυχία της Μινέσε Μάνατζμεντ βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της ιδρύτριάς της. Αν εξαφανιζόταν για ένα διάστημα η δεσποινίς Μινέσε, χωρίς αυτήν η εταιρεία σύντομα θα κατέρρεε». «Αν εννοείς να την απαγάγουμε, δεν πρόκειται να βγει τίποτα», τον έκοψε ο Ρίτσαρντ. «Την άκουσες τι είπε». «Ναι, την άκουσα και συμφωνώ. Δε γίνεται να εξαφανιστεί. Θα μπορούσε ωστόσο να φύγει με τον εραστή της... και να λείψει γι’ αρκετό διάστημα ώστε να χάσει την εμπιστοσύνη των πελατών της. Οι σταρ είναι φοβερά εγωιστές κι απαιτούν να τους προσέχεις...» Ο Μάιλς ανασήκωσε το φρύδι περιμένοντας αντιδράσεις. «Τέλεια ιδέα!» σάρκασε ο Σάιμον. «Και πώς θα είμαστε βέβαιοι ότι ο εραστής της θα την κρατήσει μακριά -αν υποθέσουμε ότι θα δεχτεί να τον ακολουθήσει;» «Πολύ απλό. Φροντίζοντας ο εραστής της να είναι ένας από μας», του αποκρίθηκε μειλίχια ο Μάιλς. Σιωπή γεμάτη έκπληξη ακολούθησε τα λόγια του. Πρώτος μίλησε ο Ρίτσαρντ Χάουελ, στριφογυρίζοντας νευρικά στο κάθισμά του. «Ωραία ώρα γι’ αστεία βρήκες, Μάιλς! Αυτή δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί να τα φτιάξει μ’ έναν από μας...» «Δε χρειάζεται να δεχτεί». Τον κοίταξαν απορημένοι. «Είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να παραμελήσει τη δουλειά της ούτε για κάποιον από μας ούτε για οποιονδήποτε άλλο άντρα. Αν καταφέρουμε όμως να πείσουμε το προσωπικό της και κάθε ενδιαφερόμενο ότι έφυγε εκούσια με τον εραστή της, η απουσία της δε θα θεωρηθεί εξαφάνιση κι επομένως η τράπεζα κι ο δικηγόρος της δε θα εφαρμόσουν τις εντολές της. Και, φυσικά, όταν θα την έχουμε στο χέρι, θα βρούμε έναν τρόπο να την πείσουμε ν’ αποσύρει τα τελεσίγραφα που μας έδωσε σήμερα». «Υπάρχει ένα πρόβλημα», τον έκοψε σαρδόνια ο Ρίτσαρντ Χάουελ. «Ποιος από μας θα παίξει το ρόλο του υποτιθέμενου εραστή;» Ο Μάιλς ανασήκωσε τα φρύδια. «Μάλλον εγώ». Τους χαμογέλασε. «Είμαι ο μόνος ανύπαντρος. Μπορώ να λείψω από τη δουλειά μου όσο θέλω, χωρίς να με ελέγξει κανείς για την απουσία μου». Χαμογέλασε πάλι. «Βέβαια, αν προσφέρεται κανένας άλλος...» Αντάλλαξαν σιωπηλοί ματιές μεταξύ τους. Τέλος, μίλησε ο Σάιμον Χάρις. «Πολύ ευγενικό από μέρους σου, αλλά γιατί δέχεσαι να θυσιαστείς για μας;» ρώτησε καχύποπτα. «Δε θυσιάζομαι για σας», είπε ήρεμα ο Μάιλς. «Για τον εαυτό μου το κάνω. Και, για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ να εξαρτάται η τύχη μου από μένα τον ίδιο παρά από κάποιον άλλο. Πάντως, αν έχει κανείς να προτείνει κάτι καλύτερο...» «Εκτός από το φόνο, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο», ομολόγησε πικρόχολα ο Ρίτσαρντ. «Χριστέ μου, μας έχει στο χέρι και το ξέρει!» Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. «Είμαστε όλοι σύμφωνοι λοιπόν». Ο Μάιλς σηκώθηκε. «Προτείνω, από τώρα μέχρι την εξαφάνισή της, να μην έχουμε καμιά επαφή μεταξύ μας. Θα πρέπει να μας παρακολουθούσε και ίσως συνεχίσει να το κάνει, αν υποπτευθεί πως σχεδιάζουμε κάτι


εναντίον της». «Και τι φαντάζεται -ότι θα δεχτούμε με τα χέρια σταυρωμένα τα τελεσίγραφά της;» Ο Άλεξ Μπάρνετ δεν είχε ξεπεράσει ολοκληρωτικά το σοκ, αλλά είχε αρχίσει να θυμώνει. Στο μέτωπό του είχε εμφανιστεί ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα. Νόμιζε πως όλη αυτή η ιστορία με τον Χάρις ανήκε στο παρελθόν... Τι ανόητος που στάθηκε τότε... Τον είχε κολακέψει η φιλία του Χάρις... Ο Ρίτσαρντ Χάουελ ήταν απορροφημένος από τις δικές του σκέψεις. Πώς στην ευχή ανακάλυψε η Πέπερ το κόλπο με τη θυρίδα; Δεν μπορούσε να παραχωρήσει σε άλλον τον έλεγχο της τράπεζας. Είχε αγωνιστεί σκληρά για να τον αποκτήσει. Θα έπιανε όμως το σχέδιο του Φρεντς; Αυτό που πήγαιναν να κάνουν ήταν απαγωγή κι αν ο Φρεντς δεν κατάφερνε να κρατήσει κρυμμένο το κορίτσι, αν δεν πετύχαινε το σχέδιό του;... Ξεροκατάπιε νευρικά. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Ο Σάιμον Χάρις παρατηρούσε τον Μάιλς. Δεν τον εμπιστευόταν, ποτέ του δεν τον εμπιστεύτηκε. Ούτε τον χώνευε. Στην Οξφόρδη ο Φρεντς δεν ανήκε στην «αυλή» του. Κι αυτό το ύπουλο παλιοθήλυκο!... Θα κατάφερνε να την κάνει καλά ο Φρεντς; Μακάρι, γιατί είχε κοπιάσει για να φτάσει εδώ που βρισκόταν και δε σκόπευε να τα τινάξει όλα στον αέρα. Ασφαλώς υπήρχε κι άλλος τρόπος, αλλά μέχρι να τον βρει θα συνεργαζόταν με τον Φρεντς. «Λοιπόν, κύριοι, τι λέτε; Συμφωνείτε με το σχέδιό μου, ναι ή όχι;» Τους κοίταξε έναν έναν περιμένοντας απάντηση. «Δε νομίζω να υπάρχει εναλλακτική λύση». Ο Άλεξ Μπάρνετ έδειχνε άρρωστος, χαμένος... «Ας ευχηθούμε στο Θεό να πετύχει το σχέδιο». Ο Χάουελ βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω. «Ναι... Ναι... Εντάξει, συμφωνώ». «Κι εσύ, Χάρις;» ρώτησε ο Μάιλς. «Συμφωνώ». Αλλά δε σ’ εμπιστεύομαι, Φρεντς, πρόσθεσε από μέσα του. Δε σ’ εμπιστεύομαι ούτε τόσο δα και θα σε παρακολουθώ άγρυπνα. «Εντάξει. Έχουμε ένα μήνα καιρό και σκοπεύω να τον εκμεταλλευτώ προς το συμφέρον μας». Κοίταξε το ρολόι του. «Και τώρα με συγχωρείτε, κύριοι, αλλά έχω ένα ραντεβού». Το ραντεβού του ήταν με τη Ρόζμαρι. Έπρεπε να της ανακοινώσει το τέλος του δεσμού τους. Αναρωτήθηκε πώς θ’ αντιδρούσε. Ήταν κρίμα που η Πέπερ έμαθε για τη Σόφι· πίστευε πως είχε καταφέρει να καλύψει καλά τα ίχνη τους. Πέπερ Μινέσε... Πού στο διάβολο βρήκε αυτό το όνομα; αναρωτήθηκε όταν έφυγαν οι άλλοι. Στην Οξφόρδη την ήξερε απλώς σαν «Τσιγγάνα». Όλοι έτσι τη φώναζαν. Πώς και πότε η «Τσιγγάνα» ίδρυσε τη Μινέσε Μάνατζμεντ; Σήκωσε το τηλέφωνο και μετά το άφησε. Θ’ άρχιζε από αύριο να ψάχνει για τη λύση του μυστηρίου που λεγόταν Πέπερ Μινέσε. Απόψε έπρεπε να ξεμπερδέψει με τη Ρόζμαρι. Λυπόταν που ο χωρισμός τους δεν του προξενούσε καμιά θλίψη, καμιά συγκίνηση. Μήπως τελικά διάλεγε όλες τις γυναίκες της ζωής του με τέτοια κριτήρια, ώστε να μη δένεται μαζί τους συναισθηματικά; Η Πέπερ Μινέσε... Τη θυμόταν όπως ήταν εκείνο το πρωί, μαζεμένη σε μια γωνιά του κλειδωμένου δωματίου του. Ήταν παρθένα· θυμόταν που αναγκάστηκε να πετάξει τα σεντόνια του. Έκλεισε τα μάτια του και βλαστήμησε. * Η Πέπερ μπήκε στην μπανιέρα με το ζεστό νερό κι αμέσως ένιωσε να χαλαρώνει. Δεν ήθελε να πάει στο αποψινό πάρτι, αλλά το είχε υποσχεθεί στη Λουίζ. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι τέλειωσαν όλα, ότι τα είχε καταφέρει. Έκλεισε τα μάτια κι έφερε στο νου της εικόνες από τη συνάντηση. Είδε το πανικόβλητο πρόσωπο του Άλεξ Μπάρνετ· ο Μάιλς Φρεντς ήταν απαθής· ο Σάιμον εξοργίστηκε· κι ο Ρίτσαρντ δεν πίστευε στα μάτια και τ’ αυτιά του. Τι να έκαναν τώρα; Ασφαλώς προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να τη σταματήσουν, αλλά αυτό ήταν αδύνατο. Εκείνη προετοίμαζε δέκα χρόνια το σχέδιό της· αυτοί είχαν μόνο ένα μήνα στη διάθεσή τους. Κι είχε λάβει τα μέτρα της. Αν πάθαινε κάτι... Αλλά, όχι, δεν επρόκειτο να πάθει τίποτα. Τώρα δεν ήταν μια τιποτένια, ένα μηδενικό, ένα ψωριάρι-κο σκυλί του κλότσου και του μπάτσου. Μα πίστευαν αλήθεια πως θα ξεχνούσε; Πως θα της γλίτωναν;


Αναδεύτηκε νευρικά στο νερό που είχε αρχίσει να παγώνει κι αναρωτήθηκε γιατί δεν ένιωθε ευφορία. Δίπλα στο μπάνιο βρισκόταν ένα μπουκάλι σαμπάνια που είχε βγάλει από το ψυγείο. Την είχε βάλει το πρωί να κρυώσει για να γιορτάσει το θρίαμβό της, αλλά τώρα δεν της έκανε κέφι να πιει. Την ενοχλούσε που το κατόρθωμά της της προκαλούσε τόσο λίγη ευχαρίστηση. Τι την είχε πιάσει; Κανονικά θα έπρεπε ν’ απολαμβάνει τη νίκη της. Ίσως έφταιγε που δεν είχε κάποιον να μοιραστεί τη χαρά της... Η σκέψη την τάραξε και βιάστηκε να τη διώξει από το μυαλό της καθώς έβγαινε από την μπανιέρα. Η φιλανθρωπική γιορτή στην οποία θα πήγαινε γινόταν στην αίθουσα χορών του Γκρόβενορ. Για καβαλιέρο της θα έπαιρνε έναν από τους παλιότερους φίλους της, τον Γκόφρεϊ Πιτ, που υπήρξε οικονομικός της σύμβουλος για πολλά χρόνια. Τον είχε γνωρίσει όταν η Μινέσε Μάνατζμεντ άρχισε να εξελίσσεται από μικρή εταιρεία σε κολοσσό, κι ήταν ο Γκόφρεϊ Πιτ που καθοδήγησε την Πέπερ στα πρώτα, επιφυλακτικά βήματα που έκανε για να την επεκτείνει. Ήταν επίσης ο Γκόφρεϊ που τη συμβούλευσε ν’ αγοράσει γραφεία αντί να νοικιάσει και τη βοήθησε να επενδύσει τα κέρδη της έτσι ώστε ν’ αποφέρουν πρόσθετα εισοδήματα. Σήμερα πια η Πέπερ ήξερε όσα κι εκείνος σχεδόν για τις επενδύσεις, αλλά επίσημα παρέμενε οικονομικός της σύμβουλος. Όταν τον γνώρισε η Πέπερ, εκείνος μόλις είχε αρχίσει να ξεπερνά την τραυματική εμπειρία του διαζυγίου. Ήταν αναπόφευκτο να δεθούν στενά, μόλο που ο Γκόφρεϊ, όπως και όλοι οι άντρες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν, σύντομα διαπίστωσε ότι η Πέπερ είχε την τάση να κρατά για τον εαυτό της το πιο σημαντικό κομμάτι της ψυχής της. Οι περισσότεροι τη θεωρούσαν ψυχρή. Πώς μπορούσε όμως να δοθεί σ’ έναν άντρα μετά από αυτό που είχε πάθει; Μέσα της είχε ριζώσει βαθιά καχυποψία για όλο το αντρικό φύλο. Το φόβο της για τους άντρες είχε κατορθώσει να τον δαμάσει, αλλά δεν άντεχε ούτε τη σκέψη ν’ αφήσει κάποιον να την πλησιάσει... Όταν θυμόταν τον εξευτελισμό και την ταπείνωση που την είχαν υποβάλει, πάγωνε από φρίκη. Δεν ήταν κουτή· ήξερε ότι με μια κατάλληλη αγωγή, με τη βοήθεια ενός ψυχολόγου, ίσως μπορούσε να ξεπεράσει την αποστροφή της για το αντρικό φύλο. Η Πέπερ όμως δεν ήθελε να την ξεπεράσει. Βλέποντας γύρω της τι υπέφεραν οι γυναίκες από τους δεσμούς τους με τους άντρες, δεν είχε καμιά διάθεση για έρωτες και λουλούδια. Σε όλη της τη ζωή ήταν μόνη κι είχε μάθει να της αρέσει η μοναξιά της. Κάθε άλλος τρόπος ζωής τής ήταν αδιανόητος. Και πόσο έξυπνα, πόσο διακριτικά είχε μάθει να βάζει στη θέση του το άλλο φύλο! Με τον Γκόφρεϊ δε δυσκολεύτηκε διόλου. Τώρα είχαν το είδος εκείνο της φιλίας που υπάρχει μεταξύ δύο ανθρώπων οι οποίοι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και δεν έχουν ερωτικές βλέψεις ο ένας απέναντι στον άλλο. Βέβαια, υπήρχαν στιγμές που ο Γκόφρεϊ ένιωθε έντονη την επιθυμία να τη ρίξει στο κρεβάτι, αλλά ήξερε ότι ο πόθος δεν ήταν αμοιβαίος. Άλλωστε, από τότε που μπήκε ο Νικ Χάουαρθ στη ζωή της... Ο Γκόφρεϊ έκανε ένα μορφασμό. Αν δεν έλειπε στο εξωτερικό για δουλειές ο Χάουαρθ, αμφέβαλλε αν η Πέπερ θα του ζητούσε να τη συνοδεύσει απόψε. Πέρασε να την πάρει από το σπίτι της στις οχτώ ακριβώς. Ο Γκόφρεϊ είναι ο τύπος του αριστοκράτη που του πάει υπέροχα το βραδινό ντύσιμο, σκεφτόταν η Πέπερ καθώς τη βοηθούσε να μπει στη Ρολς του. Ήταν ψηλός, καστανόξανθος, με τσακίρικα μάτια -ο άντρας που ονειρεύεται κάθε μητέρα για την κόρη της. Φτάνοντας στην Παρκ Λέιν, στάθηκαν στο τέλος της φάλαγγας των αυτοκινήτων που περίμεναν ν’ αφήσουν τους επιβάτες τους στην είσοδο του Γκρόβενορ. Ο φιλανθρωπικός χορός γινόταν για τα διανοητικώς καθυστερημένα παιδιά, υπό την αιγίδα της πρι-γκίπισσας της Ουαλίας, που θα παραβρισκόταν μαζί με το διάδοχο του θρόνου. Καθώς συνόδευε στην αίθουσα χορού του Γκρόβενορ την Πέ-περ, ο Γκόφρεϊ έκανε διάφορες υποθέσεις για τη σχέση της με τον Νικ Χάουαρθ. Ήξερε ότι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους πελάτες της. Κυκλοφορούσαν φήμες πως εκτός από την επαγγελματική τους σχέση ήταν εραστές, κι εμφανίζονταν σχεδόν πάντα μαζί σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις εκδηλώσεις τις οποίες συχνά διοργάνωνε ο Χάουαρθ ως σπόνσορας. Ήταν εραστές; Ο Γκόφρεϊ ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας στη σκέψη ότι κάποιος μοιραζόταν το κρεβάτι της Πέπερ. Ήταν άντρας καλόβολος κι ευγενικός· πίστευε ότι δεν ήταν ο τύπος που είχε ελπίδες να κρατήσει το ενδιαφέρον μιας γυναίκας σαν την Πέπερ, τόσο έντονα αισθησιακής, ώστε κανένα αρσενικό δεν μπορούσε να μείνει αλώβητο στη σαγήνη της. Η Πέπερ δε θα ξαφνιαζόταν αν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του. Ο Γκόφρεϊ δεν ήταν ο μόνος που έκανε εικασίες για τη σχέση της με τον Νικ Χάουαρθ. Γνωρίζονταν αρκετά χρόνια και, μόλο που εμφανίζονταν και οι δυο τακτικά με άλλους


συνοδούς στον κύκλο τους, όλοι τούς θεωρούσαν εραστές. Ο Νικ δεν ήταν σαν τον Γκόφρεϊ. Πριν λίγο καιρό της είχε δώσει τελεσίγραφο. Δεν ήταν ο πρώτος· ούτε θα ήταν ο τελευταίος. Τώρα έλειπε ταξίδι, αλλά σύντομα θα επέστρεφε και τότε... Τότε θα σκεφτώ πώς θα το χειριστώ, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Προς το παρόν την απασχολούσαν σοβαρότερα θέματα. Μέσα της άρχισε να φουντώνει μια έξαψη. Σε τέσσερις βδομάδες... αλλά, όχι, ήταν νωρίς να το σκέφτεται. Είχε καιρό, όταν... Είχε μάθει να τιθασεύει τις σκέψεις και τις παρορμήσεις της, να διώχνει ό,τι ήταν άκαιρο από το μυαλό της. Έστρεψε την προσοχή της γύρω της. Κοιτώντας ολόγυρα, διαπίστωσε ότι έκαναν θραύση οι δημιουργίες του Εμανουέλ σε τούλι και σιφόν. Η δική της τουαλέτα ήταν μοντέλο του Μπελβίλ Σασόν. Η φαρδιά ζωηρόχρωμη γαλάζια μεταξωτή φούστα θρόιζε σε κάθε της κίνηση και το εφαρμοστό μπούστο τόνιζε τις καμπύλες του στήθους της. Τα κοντά μανίκια και ο ποδόγυρος της φούστας ήταν γαρνιρισμένα με παλιά δαντέλα που είχε κοστίσει όσο σχεδόν όλο το υπόλοιπο φόρεμα. Είχε τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και πιασμένα μ’ ένα ασορτί μεταξωτό λουλούδι. Το φόρεμά της ξεχώριζε εντυπωσιακά ανάμεσα στα απαλά ροζ και τα βερικοκί που φορούσαν οι υπόλοιπες γυναίκες. Η δούκισσα του Γιορκ είχε κάνει της μόδας τα κόκκινα μαλλιά, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο διάβα της. Ο Τζον Φλέτσερ και η Λουίζ Φάμπερ κάθονταν ήδη στο τραπέζι τους όταν έφτασε η Πέπερ. Τους σύστησε τον Γκόφρεϊ και δέχτηκε τη σαμπάνια που της πρόσφεραν. Έπιασαν συζήτηση περί ανέμων και υδάτων, ενώ τα τραπέζια γύρω τους γέμιζαν. Ένα σούσουρο διαπέρασε το πλήθος όταν αναγγέλθηκε ο ερχομός του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας της Ουαλίας. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. «Τι όμορφη που είναι!» ψιθύρισε η Λουίζ στην Πέπερ καθώς η πρόεδρος καλωσόριζε το πριγκιπικό ζεύγος. Ο Τζον κοίταξε προσεκτικά το φόρεμα της πριγκίπισσας και είπε: «Θα πρέπει να είναι μοντέλο του Μπρους Όλντφιλντς. Αναγνωρίζω την καινούρια του γραμμή». Στο δείπνο συζήτησαν για δουλειές. Ο Τζον είχε σκεφτεί την πρόταση της Πέπερ και του άρεσε. Είχε αποφασίσει κιόλας τι γκαρνταρόμπα θα σχεδίαζε για τη Λουίζ. «Μίλησα με το Βογκ όταν έφυγα από το ατελιέ», του είπε η Πέπερ. «Απόψε βρίσκεται εδώ μια συντάκτρια μόδας, κάποια Ρόζμαρι Μπένετ. Την ξέρεις;» «Ναι. Πριν από λίγο μάλιστα κάπου την πήρε το μάτι μου». Ο Τζον κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας με το βλέμμα στα τραπέζια. «Να την, εκεί! Είναι αυτή με το άσπρο σατέν του Τζόρτζιο Αρμά-νι. Θέλεις να σου τη συστήσω;» «Όχι εδώ... Θα πάω αύριο μεθαύριο στο Βογκ να τη γνωρίσω». Η Πέπερ τράβηξε το βλέμμα από τη δημοσιογράφο και πάγωσε βλέποντας έναν άντρα να περπατά ανάμεσα στα τραπέζια. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως κατευθυνόταν προς το μέρος της και το πρόσωπό της άσπρισε σαν χαρτί, το κορμί της σφίχτηκε από το σοκ. «Πέπερ, τι έπαθες;» Προσπάθησε να συγκρατηθεί. «Είσαι καλά;» Ο Τζον την κοιτούσε ανήσυχα, συνοφρυωμένος. Τι την είχε πιάσει; Είχε τα πάντα υπό έλεγχο κι όμως... μια ματιά στον Μάιλς Φρεντς ήταν αρκετή να την αιφνιδιάσει, να την κάνει να χάσει τελείως την ψυχραιμία της. Η απογευματινή συνάντηση την είχε ταράξει περισσότερο απ’ όσο είχε συνειδητοποιήσει. Ο Μάιλς Φρεντς δεν αντέδρασε σαν τους άλλους. Ήταν πολύ πιο ψύχραιμος, πολύ πιο αυτοκυριαρχη-μένος και, επιπλέον, την είχε αναγνωρίσει. Αυτό ήταν κάτι που η Πέπερ δεν το περίμενε. Είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πίστευε πως δεν είχε απομείνει ούτε ίχνος από το κοριτσόπουλο που υπήρξε κάποτε.


Ο Μάιλς Φρεντς όμως της απέδειξε το αντίθετο, αναστατώνοντας την ψυχική της γαλήνη. Στην άλλη άκρη της σάλας, η Ρόζμαρι Μπένετ έσυρε χαϊδευτικά τα νύχια της στον καρπό του Μάιλς. «Συλλογισμένο σε βλέπω, αγάπη μου. Συμβαίνει τίποτα;» Ο Μάιλς της χαμογέλασε αφηρημένα. «Όχι...» Εκείνη τη βραδιά της φαινόταν αλλιώτικος, απόμακρος. Είχε μεγάλη πείρα από άντρες κι αναγνώρισε τα σημάδια. Ο Μάιλς είχε αρχίσει να τη βαριέται. Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Ωστόσο δεν ήθελε να τον χάσει. Σαν εραστής ήταν υπέροχος κι αμφέβαλλε αν θα έβρισκε ποτέ άλλον ισάξιό του· συναισθηματικά όμως ήταν πάντα συγκρατημένος, ποτέ δεν της επέτρεψε να τον πλησιάσει πραγματικά, να κατακτήσει την καρδιά του. Η Ρόζμαρι τον περιεργάστηκε διακριτικά. Ο Μάιλς δεν ήταν από τους άντρες που μπορούν να στερηθούν για πολύ τη γυναικεία συντροφιά. Οπότε, προφανώς, είχε διαλέξει ήδη την αντικαταστάτριά της. Αναρωτήθηκε χωρίς μνησικακία ποια ήταν αυτή η γυναίκα. Όποια κι αν ήταν, ήλπιζε να έχει μυαλό και να μην τον ερωτευτεί. Ο Μάιλς γύρισε και την κοίταξε. «Απόψε λέω να φύγουμε νωρίς». Ό,τι κι αν πεις, ο Μάιλς ξέρει να δίνει με στυλ τα παπούτσια στο χέρι! συλλογίστηκε πικρόχολα. Αναρωτήθηκε αν θα της το έλεγε πριν ή μετά το κρεβάτι. Ξέροντας τον Μάιλς, πίστευε ότι θα το έλεγε προκαταβολικά και μετά θα την αποχαιρετούσε κάνο-ντάς της έρωτα. Από τη στιγμή που είδε τον Μάιλς, η Πέπερ δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Νιώθοντας την υπερένταση της, αλλά αγνοώντας το λόγο που την προκάλεσε, ο Γκόφρεϊ, μόλις τελείωσαν το φαγητό τους, τη ρώτησε αν ήθελε να φύγουν. Η Πέπερ δέχτηκε μ’ ευγνωμοσύνη και καληνύχτισε τον Τζον και τη Λουίζ. «Συγνώμη, αλλά μ’ έπιασε φοβερός πονοκέφαλος», δικαιολογήθηκε. Ο Γκόφρεϊ την έπιασε από το μπράτσο και τη συνοδέυσε προς την έξοδο. «Περίμενε, πάω να φέρω το παλτό σου», της είπε στο φουαγιέ. Η Πέπερ κάθισε σε μια πολυθρόνα και κοίταξε αφηρημένα γύρω της. Στο φουαγιέ μπήκε ένα ζευγάρι· η φωνή της γυναίκας ήταν ψυχρή κι ελαφρά μεταλλική, του άντρα βαθιά, κοφτή και παράξενα οικεία. „ Το σώμα της τσιτώθηκε καθώς τους κοίταξε. «Πέπερ, τι όμορφη έκπληξη!» Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαρύγγι της καθώς την πλησίαζε ο Μάιλς. Επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά μπερδεύτηκε το τακούνι της στο στρίφωμα και παραπάτησε. Ο Μάιλς την έπιασε για να τη συ-γκρατήσει και το άγγιγμά του στα γυμνά της μπράτσα της προκάλεσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Δίπλα τους, η Ρόζμαρι κατάλαβε αμέσως από το ύφος που κοιτούσε ο Μάιλς την άλλη κοπέλα ποια θα την αντικαθιστούσε στο κρεβάτι του. Χαμογέλασε πικρά. Είχε έξοχο γούστο. Η Πέπερ Μι-νέσε ήταν γυναίκα με τα όλα της. Όταν επέστρεψε ο Γκόφρεϊ με το παλτό της, το άλλο ζευγάρι είχε ήδη φύγει, αλλά εκείνη αγωνιζόταν ακόμα να καταπολεμήσει την έντονη συγκίνηση που της προκάλεσε η σύντομη σκηνή.

4 ΗΠέπερ δεν κοιμήθηκε καλά εκείνο το βράδυ. Ήρθε πάλι να στοιχειώσει τον ύπνο της ο παλιός εφιάλτης. Πάντα τον έβλεπε όταν είχε στρες. Οι καταχωνιασμένες αναμνήσεις ανέβαιναν στην επιφάνεια, τριβέλιζαν το μυαλό της, την έκαναν να στριφογυρίζει στα μεταξωτά σεντόνια καθώς προσπαθούσε να διώξει από τη μνήμη της το πηχτό σκοτάδι, τα χέρια, τις


φωνές, τους πνιχτούς ψιθύρους. Στους εφιάλτες της προσπαθούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν, μόλο που στην πραγματικότητα τους άκουγε καθαρά και ήξερε τι της έκαναν. Τη βίαζαν. Η λέξη άφηνε μια πικρή γεύση στο στόμα της, ένα στόμα σαρκώδες, αισθησιακό· οι άντρες το κοίταζαν κι ονειρεύονταν τη ρόδινη θέρμη του πάνω στο δέρμα τους. Δεν προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, γιατί ήξερε τι θα της συνέ-βαινε. Θα βρισκόταν πάλι σ’ εκείνο το μισοσκότεινο δωμάτιο της Οξφόρδης, θα φύλαγαν την πόρτα οι άντρες που την πήγαν εκεί και θα... Το κορμί της ρίγησε βίαια και την έλουσε κρύος ιδρώτας. Την κυρίευσε πάλι παραλυτικός φόβος και προσπάθησε να διώξει τη φρικτή ανάμνηση των αόρατων χεριών που μάλαζαν το κορμί της, των πνιχτών φωνών που της ψιθύριζαν στο αυτί. Άναψε το πορτατίφ και προσπάθησε να ελέγξει τη λαχανιασμένη από το φόβο ανάσα της. Έκαιγε κι έτρεμε ταυτόχρονα, την κυνηγούσαν δαίμονες με απαίσια όψη. Η μαγιάτικη νύχτα ήταν ζεστή, αλλά μέσα της επικρατούσε θανάσιμη παγωνιά. «Μπορείς ν’ αποκτήσεις ό,τι θέλεις από τη ζωή», της είχε πει κάποτε ο Φίλιπ, «αλλά πάντα υπάρχει ένα αντίτιμο». Η Πέπερ το είχε πληρώσει· τώρα ήταν καιρός να πληρώσουν και οι άλλοι αυτά που της χρωστούσαν. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και έψαξε στο ντουλάπι μέχρι που βρήκε το κουτί με το κακάο. Το είχε δύο χρόνια, από την τελευταία επίσκεψη της Μαίρης που είχε έρθει για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Η Μαίρη κι ο Φίλιπ δεν ένιωθαν τελείως άνετα στο σπίτι της. Η παγερή του πολυτέλεια τους προκαλούσε αμηχανία. Αυτοί βάσιζαν τη ζωή τους στην ευτυχία και την ψυχική ισορροπία. Καταλάβαινε πως και οι δυο ανησυχούσαν για κείνη, ο καθένας με τον τρόπο του. Και, μόλο που δεν το ήξεραν, υπήρχε κάθε λόγος ν’ ανησυχούν. Η Πέπερ έκανε ένα μορφασμό καθώς έριχνε γάλα στο ρόφημά της. Πήρε το φλιτζάνι στο δωμάτιό της και ξάπλωσε πάλι στα κρεμ μεταξωτά σεντόνια με τις παλιές δαντέλες. Χωρίς μακιγιάζ και με τα σγουρά μαλλιά να πλαισιώνουν ελεύθερα το πρόσωπό της, έμοιαζε με δεκαεφτάχρονη κοπελίτσα που βρίσκεται στο δωμάτιο της μεγαλύτερης αδερφής της. Δεν ήταν όμως δεκαεφτά χρονών... Στα δεκαεφτά... Αναστέναξε και πάσχισε να διώξει τις αναμνήσεις, αλλά ήταν αργά. Επέστρεψαν ορμητικά βυθίζοντάς τη στο φόβο και τον πόνο. Τελικά τις αποδέχτηκε συμβιβασμένη. Ίσως απόψε πρέπει να θυμηθώ, συλλογίστηκε. Την είχε κυριεύσει η μοιρολατρία της φυλής της. Θα τα θυμόταν λοιπόν όλα, από την αρχή... * Τον Ιανουάριο του 1960, η τσιγγάνικη φυλή της μητέρας της έστησε τα τσαντίρια της στη Σκοτία, στο κτήμα ενός άρχοντα του γένους των Μακγκρέγκορ. Ήταν βαρύς εκείνος ο χειμώνας, με πυκνά χιόνια και άγριους ανατολικούς ανέμους που έρχονταν κατευθείαν από τις παγωμένες ρωσικές θάλασσες. Ο σερ Ίαν, ένας άνθρωπος ευγενικός όχι μόνο στην καταγωγή αλλά και την ψυχή, σαν αρχηγός της οικογένειας των Μακγκρέγκορ, ένιωθε υπεύθυνος για τους Τσιγγάνους που φιλοξενούσε στα κτήματά του όσο και για την ίδια του την οικογένεια. Οι Μακγκρέγκορ δεν υπήρξαν ποτέ ιδιαίτερα πλούσιοι· ήταν βέβαια γαιοκτήμονές, αλλά η γη τους ήταν κατάλληλη μόνο για την εκτροφή προβάτων και για να νοικιάζεται σαν κυνηγότοπος σε πλούσιους Αμερικανούς. Όταν ο επιστάτης είπε στον Ίαν Μακγκρέγκορ πως οι Τσιγγάνοι ήρθαν και κατασκήνωσαν στην κοιλάδα όπως συνήθιζαν, το πρώτο που ένιωσε ήταν ανακούφιση που έφτασαν σώοι. Οι Τσιγγάνοι κατασκήνωναν στην κοιλάδα πάνω από διακόσια χρόνια, αλλά εκείνη τη χρονιά τους καθυστέρησαν οι θυελλώδεις χιονοπτοισεις. Το δεύτερο που ένιωσε ήταν ανησυχία. Πώς θα περνούσαν το βαρύ χειμώνα; Έστειλε, λοιπόν, τον επιστάτη του στην κοιλάδα με μπάλες σανό για τα πόνι τους και κρέας από τα ελάφια που είχε σκοτώσει με τους φίλους του τα Χριστούγεννα. Ο Ντάνκαν Ράνταλ δεν ήταν μόνο επιστάτης του Μακγκρέ-γκορ αλλά ανιψιός και κληρονόμος του. Ήταν ένα ψηλό, μάλλον ακοινώνητο δεκαοχτάχρονο παλικάρι, με μαύρα μαλλιά και μακρύ οστεώδες πρόσωπο. Ο Ντάνκαν ήταν ονειροπόλος και


ιδεαλιστής. Λάτρευε το θείο του και τη γη και στην ψυχή του έκλεινε την ποίηση της κέλτικης καταγωγής του. Το νυχτερινό χιόνι είχε φράξει την είσοδο της κοιλάδας και οι Τσιγγάνοι ήταν αποκλεισμένοι. Τον είδαν να πλησιάζει την κατασκήνωσή τους με το Λαντ Ρόβερ. Είχαν ανάψει φωτιές και τα κουρελιάρικα αδύνατα παιδιά τους είχαν μαζευτεί ολόγυρα να ζεσταθούν. Η φυλή είχε περάσει μια δύσκολη χρονιά. Ο αρχηγός τους πέ-θανε το φθινόπωρο, στα εξήντα οχτώ του χρόνια, αφήνοντας τη φυλή σαν ακυβέρνητο καράβι. Τώρα όλοι είχαν αποθέσει τις ελπίδες τους στη Ναόμι, τη χήρα του, να τους καθοδηγήσει. Ο αρχηγός άφησε πίσω του μόνο ένα παιδί, ένα κορίτσι. Η Λαϊλά ήταν δεκαπέντε χρονών και σύμφωνα με το τσιγγάνικο έθιμο έπρεπε να παντρευτεί τον άντρα που θα διάλεγε η φυλή γι’ αρχηγό της. Ο Ρέιφ, ο μελλοντικός σύζυγός της, ήταν τριάντα χρονών, ο μικρότερος γιος του αρχηγού μιας άλλης, συγγενικής φυλής. Στα μάτια της δεκαπεντάχρονης Λαϊλά φάνταζε σχεδόν γέρος και της προκαλούσε μια αλλόκοτη ταραχή. Παρά τις προειδοποιήσεις της μητέρας της, ο πατέρας της την είχε παραχαϊδέψει, γιατί ήταν το μοναχοπαίδι που απέκτησε στα γεροντάματά του. Η Λαϊλά, λοιπόν, ήταν ένα άγριο, ανεξάρτητο πλάσμα, που οι διαθέσεις του άλλαζαν όπως ο απριλιάτικος ουρανός. Η Ναόμι ανησυχούσε γι’ αυτήν, προβλέποντας ότι ο ατίθασος χαρακτήρας της θα της δημιουργούσε προβλήματα σε όλη της τη ζωή. Η Ναόμι είχε παρακαλέσει τον Ρέιφ να περιμένει μέχρι να γίνει δεκάξι η Λαϊλά για να την παντρευτεί. Τα γενέθλιά της έπεφταν την άνοιξη κι ο Ρέιφ δέχτηκε απρόθυμα. Όμως όλη η φυλή ήξερε πως τη ζήλευε και την παρακολουθούσε άγρυπνα. Η Λαϊλά φερόταν απότομα κι αδέξια στον αρραβωνιαστικό της. Η μητέρα της είχε απελπιστεί. Ο Ρέιφ ήταν ένας άντρας που κάθε γυναίκα θα ένιωθε περήφανη να τον πάρει άντρα της, αλλά η Λαϊλά, όταν τον έβλεπε, τίναζε πίσω τα μαλλιά, απέφευγε τα μάτια του και γλυκοκοίταζε, αντί για κείνον, τ’ αγόρια με τα οποία είχε μεγαλώσει. * Ο Ρέιφ· δεν είχε ξανάρθει στην κοιλάδα, γιατί ήταν η πρώτη χρονιά που ζούσε με τη φυλή. Έτσι, κοίταξε καχύποπτα το Λαντ Ρόβερ που πλησίαζε στην κατασκήνωση. «Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε τη Ναόμι στη γλώσσα των Ρομά. «Ο ανιψιός του Μακγκρέγκορ», του εξήγησε και, καθώς ο Ρέιφ ετοιμαζόταν να πλησιάσει το αυτοκίνητο, τον σταμάτησε πιάνοντάς τον από το μπράτσο. «Είναι φίλος μας, Ρέιφ». «Είναι λευκός», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Ναι, αλλά είμαστε καλόδεχτοι σ’ αυτή την κοιλάδα πάππου προς πάππου. Κοίτα, μας έφερε σανό για τα ζώα», του είπε η Ναόμι όταν ο Ντάνκαν κατέβηκε από το Λαντ Ρόβερ κι ετοιμάστηκε να το ξεφορτώσει. Τα παιδιά έτρεξαν να τον βοηθήσουν· μαζί τους και η Λαϊλά. Η Ναόμι την κοίταξε κατσουφιασμένη, προσέχοντας πώς σηκωνόταν η φούστα της καθώς έτρεχε. Για έναν Ρομ ήταν μεγάλη προσβολή να φανερώνει η γυναίκα του τα πόδια της σε άλλους άντρες. Κι όμως η Λαϊλά ώρες ώρες θαρρείς και το έκανε επίτηδες, για να εξαγριώνει τον Ρέιφ. Η Ναόμι είχε καταλάβει εδώ και καιρό πως η κόρη της δεν ήθελε γι’ άντρα τον Ρέιφ, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να τον πάρει, γιατί η Λαϊλά, όπως κι αυτός, ήταν απόγονοι ενός τρανού βασιλιά των Τσιγγάνων. Στις φλέβες και των δύο έτρεχε το ίδιο αίμα και η Λαϊλά θα καταπατούσε τον άγραφο νόμο των Τσιγγάνων αν παντρευόταν άντρα από άλλη γενιά. Παρ’ όλα αυτά, η καρδιά της Ναόμι έτρεμε για το άμυαλο παιδί της. Οι μπάλες του σανού ήταν πελώριες και βαριές, αλλά, ύστερα από ένα χρόνο δουλειάς στην ύπαιθρο, το κορμί του Ντάνκαν είχε δέσει κι είχε σκληραγωγηθεί· έτσι τις σήκωνε εύκολα. Ένιωθε πάνω του τα εξεταστικά βλέμματα των Τσιγγάνων, αλλά τ’ αγνόησε, μόλο που του προξενούσαν κάποια νευρικότητα. Στην άλλη άκρη του μικρού ξέφωτου που είχαν ανάψει τις φωτιές τους, έβλεπε μια γριά κι έναν άντρα που τον παρατηρούσαν. Η απροκάλυπτη αντιπάθεια του άντρα τού δημιουργούσε αμηχανία. Δεν τον κατηγορούσε όμως για την


έχθρα του. Η ζωή των Τσιγγάνοι ήταν απαίσια -εξαθλίωση, πείνα, συνεχείς μετακινήσεις από το ένα μέρος στο άλλο. Τράβηξε το βλέμμα από τον άντρα και κοίταξε τα παιδιά που τον τριγύριζαν. Μερικά είχαν οιδήματα στα πρόσωπα κι όλα έδειχναν πεινασμένα. Ο θείος του, εκτός από το κρέας, είχε στείλει κι ένα σακί αλεύρι. Έσκυψε στο Λαντ Ρόβερ να το βγάλει και τότε είδε την κοπέλα. Στεκόταν κάπως παράμερα από τ’ άλλα παιδιά και τον παρατηρούσε έντονα, αλλά ήταν τέτοια η περηφάνια στη ματιά της, τέτοια η αρχοντιά στη στάση του κορμιού της, που δεν μπόρεσε να νιώσει οίκτο και γι’ αυτήν. Ενώ τ’ άλλα παιδιά ήταν καχεκτικά, εκείνη ήταν βεργολυγερή, θυμίζοντάς του τις καλαμιές που γέρνουν στις όχθες των βάλτων όταν φυσάει ο άνεμος. Τα μαλλιά της γυάλιζαν στο χειμωνιάτικο ήλιο μακριά και κατάμαυρα και το δέρμα της είχε μια απαλή χρυσαφένια λάμψη. Αντιμετώπισε το βλέμμα του με μάτια που άστραφταν από θυμό κι αλαζονεία· μάτια χρυσαφένια σαν το δέρμα της. Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε αντικρίσει στη ζωή του. Το σακί που κρατούσε του γλίστρησε από τα χέρια κι έσκυψε να το ξαναπιάσει αναψοκοκκινισμένος, ενώ ένα άγριο κύμα πόθου φλόγισε τα σωθικά του. Η Λαϊλά ήξερε αρκετά καλά τους άντρες και κατάλαβε τον πόθο του. Και, μόλο που του το έκρυψε, την ερέθιζε. Στη φυλή τους υπήρχαν πολύ λίγα παλικάρια της ηλικίας της και κανένα τους δεν ήταν όμορφο σαν αυτόν το νεαρό λευκό, με τα μαύρα μαλλιά και το χλομό δέρμα, που ξεπερνούσε σε μπόι και διάπλαση όλους τους άντρες της φυλής της και που στα μάτια του καθρεφτιζόταν ο πόθος. Τίναξε πίσω τα μαλλιά καθώς περνούσε δίπλα του, κυριευμένη από ένα ξαφνικό κύμα έξαψης. Δεν ήθελε να παντρευτεί τον Ρέιφ· τον φοβόταν, μόλο που για τίποτα στον κόσμο δε θα το ομολογούσε. Διαισθανόταν μια σκληράδα μέσα του που της προκαλούσε τρόμο. Η μητέρα της τη φώναξε με αυστηρή φωνή, αλλά η Λαϊλά την αγνόησε. Δεν ήταν παιδάκι να την προστάζουν, ήταν κοτζάμ γυναίκα και θα διάλεγε μόνη της το δρόμο της στη ζωή. Αποφεύγο-ντας τον Ρέιφ, βάδισε στο χιόνι και τρύπωσε σε μια σκηνή. Ο Ντάνκαν είδε τη Ναόμι να πλησιάζει προς το μέρος του και από την περιγραφή του θείου του, κατάλαβε ότι ήταν η γυναίκα του αρχηγού της φυλής. Μιλούσε τ’ αγγλικά με βαριά προφορά, αλλά ο Ντάνκαν δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει ότι ο άντρας της είχε πεθάνει κι ο νέος αρχηγός ήταν ο Ρέιφ. Αργότερα, καθώς έπιναν το τσάι τους με τον σερ Ίαν, καθισμένοι μπροστά στο τζάκι, ο Ντάνκαν δεν παρέλειψε να πει στο θείο του πόσο αφιλόξενους και δύστροπους βρήκε τους Τσιγγάνους. «Έτσι είναι το χούι τους. Χαρίζουν πολύ δύσκολα την εμπιστοσύνη τους στους λευκούς, όπως καταλαβαίνεις. Είναι μια φυλή που γνώρισε πολλούς κατατρεγμούς κι ελάχιστη συμπόνια, επειδή τα ήθη και τα έθιμά τους διαφέρουν από τα δικά μας. Οι νόμοι τους είναι σκληροί σε σχέση με τους δικούς μας, αλλά και οι συνθήκες της ζωής τους το ίδιο. Τιμωρούν άσπλαχνα τις γυναίκες τους σε περίπτωση μοιχείας και θεωρούν το γάμο τόσο ιερό, ώστε μόνο ο θάνατος μπορεί να τον διαλύσει. Πάντως είναι σπουδαίος λαός, πολύ περήφανος». Ο Ντάνκαν ήταν έτοιμος να του μιλήσει για τη μικρή τσιγγα-νοπούλα, αλλά πάνω στην ώρα μπήκε η οικονόμος μ’ ένα δίσκο ζεστά βουτήματα. Ο σερ Ίαν ζούσε άνετα αλλά απλά κι ο Ντάνκαν είχε αρχίσει ήδη να νοσταλγεί την πιο έντονη ζωή που έκανε ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Η μητέρα του ήταν αδερφή του σερ Ίαν. Είχε παντρευτεί έξω από το σόι των Μακγκρέγκορ κι ο πατέρας του Ντάνκαν ήταν νομικός. Ο Ίαν Μακγκρέγκορ ήταν πολύ μεγαλύτερος από την αδερφή του. Ο μοναχογιός του σκοτώθηκε στον πόλεμο. Λίγο αργότερα πέθανε και η γυναίκα του από τη θλίψη κι ο Ίαν δεν ξαναπαντρεύτηκε. Έτσι, ο Ντάνκαν ήταν ο μοναδικός του κληρονόμος. Ο νεαρός εγκατέλειψε πρόθυμα τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να εργαστεί σαν επιστάτης του θείου του. Αυτή θα ήταν η προπαρα-σκευή του για την κληρονομιά που μια μέρα θα γινόταν δική του. * Η Λαϊλά ένιωθε πλήξη κι εκνευρισμό. Μισούσε την κλεισούρα που τους επέβαλλε το χιόνι. Ήθελε να ξεφύγει για λίγο από την καταπιεστική παρουσία του Ρέιφ. Να δραπετεύσει... Ήθελε να ξα-ναδεί τον Ντάνκαν Ράνταλ. Κανείς δεν την πήρε είδηση όταν ξεγλίστρησε από την κατασκήνωση στο πρώτο φως της μέρας. Διέσχισε αργά κι αθόρυβα το χιόνι και σκαρφάλωσε σαν τα κατσίκια του σερ Ίαν Μακγκρέγκορ στο στενό, απότομο μονοπάτι που οδηγούσε έξω από την κοιλάδα.


Χρειάστηκε μισή ώρα να φτάσει στην κορυφή. Ατένισε τους χαμηλούς λόφους που απλώνονταν ολόγυρά της και πέρα, στο βάθος του ορίζοντα, τα ψηλότερα βουνά. Εδώ κι εκεί μια σκοτεινή σχισμή πάνω στο χιόνι σημάδευε τη θέση άλλων μικρών κοιλάδων και στο γαλανό ουρανό διέκρινε μια στήλη καπνού. Η Λαϊλά ένιωσε να την τραβά κάτι προς τα εκεί, μόλο που το ένστικτό της την προειδοποιούσε να γυρίσει στην κατασκήνωση. Εκείνο το πρωί σηκώθηκε και ο Ντάνκαν πολύ νωρίς. Ήθελε να πάει ζωοτροφές στους τσοπάνηδες πριν πέσει κι άλλο χιόνι. Η Λαϊλά, μέσα στη σιγαλιά του πρωινού, άκουσε τη μηχανή του Λαντ Ρόβερ πολύ πριν το δει. Στάθηκε και περίμενε το αυτοκίνητο να πλησιάσει, ενώ ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά της σαν μαύρη παντιέρα. Στην αρχή, όταν την είδε ο Ντάνκαν, φοβήθηκε μήπως είχε συμβεί κάτι κακό στη φυλή, αλλά, όταν σταμάτησε μπροστά της και την κοίταξε στα μάτια, κατάλαβε αμέσως τι ήταν αυτό που καθρεφτιζόταν στα βάθη τους. Ένιωσε μια κάψα στο κορμί και της άνοιξε αμίλητος την πόρτα να μπει. Τη νύχτα η Λαϊλά είχε ονειρευτεί τον λευκό και να τώρα που τον απάντησε μπροστά της. Ήταν, λοιπόν, μοιραίο... Δεν ήταν γι’ αυτήν ο γάμος με τον Ρέιφ, γύρευε περισσότερα από τη ζωή. Ήταν αμόρφωτη, ακαλλιέργητη, καταλάβαινε μόνο τις επιθυμίες που πλημμύριζαν το κορμί της· κι όμως ήξερε πως αυτές οι ίδιες επιθυμίες πλημμύριζαν και το αντρικό νεανικό κορμί δίπλα της. Η Λαϊλά ήταν παρθένα, αλλά δεν είχε άγνοια για τις σχέσεις του άντρα και της γυναίκας. Όταν αρνήθηκε να παντρευτεί τον Ρέιφ, η μητέρα της της εξήγησε πως όταν ήταν έτοιμη να γίνει γυναίκα του θα το καταλάβαινε μόνη της. Τώρα το κορμί της ήταν έτοιμο να κατακτηθεί από έναν άντρα· το καταλάβαινε από την ανταπόκρισή της στα βλέμματα του Ντάνκαν. Απλωσε το χέρι της, τον άγγιξε στο μπράτσο κι ένιωσε τους μυς του να σφίγγονται. Όταν σταμάτησε το Λαντ Ρόβερ, φιλήθηκαν λαίμαργα και παθιασμένα, σαν να γνωρίζονταν από παλιά και να περίμεναν χρόνια αυτή τη στιγμή. Παρά την απειρία τους, το σμίξιμό τους δεν ήταν ούτε αδέξιο ούτε διστακτικό, γιατί είχε κυριεύσει και τους δυο μια δύναμη ανώτερη από τη θέλησή τους. Τη νύχτα ο Ντάνκαν έμεινε ξάγρυπνος και σκεφτόταν τις άγριες κραυγές του πάθους της, τα πόδια της που σφίγγονταν γύρω από το σώμα του. Λαχταρούσε να την πάρει πάλι στην αγκαλιά του, να την κάνει πάλι δική του. Αλλά και η Λαϊλά τον σκεφτόταν, κουλουριασμένη στο στενό της ράντζο. Είχε απολαύσει τον έρωτά τους, αλλά, πάνω απ’ όλα, η ψυχή της αγαλλίαζε γι’ αυτό που έκαναν. Τώρα ο Ρέιφ, σύμφωνα με τα τσιγγάνικα έθιμα, δεν μπορούσε να την κάνει γυναίκα του· τώρα δεν ήταν υποχρεωμένη να σκύψει το κεφάλι μπροστά του και να τον δεχτεί σαν κύριο και αφέντη της. Ήξερε πως πολλοί τη θεωρούσαν πεισματάρα και περήφανη κι έλεγαν πως τη χάλασε ο πατέρας της. Ίσως ήταν αλήθεια, αλλά δεν ήταν υποζύγιο για να την πουλήσουν σ’ έναν άντρα. Η αγανάκτηση που σιγόκαιγε μέσα της από τη μέρα που της ανακοίνωσε η Ναόμι ότι θα παντρευτεί τον Ρέιφ φούντωσε τώρα για τα καλά και η Λαϊλά σήκωσε δικό της μπαϊράκι. Είχε γίνει ερωμένη του λευκού καταπατώντας τις ιερότερες παραδόσεις της φυλής της, αλλά δεν της καιγόταν καρφί. Κανένας νόμος δεν μπορούσε να την αλυσοδέσει. Ήταν η Λαϊλά... ήταν ελεύθερη. Επί μια βδομάδα το νεαρό ζευγάρι συνέχισε να συναντιέται και να κάνει έρωτα. Ο Ντάνκαν κυριεύτηκε από τέτοιο πάθος για κείνη, ώστε όλα τ’ άλλα έχασαν τη σημασία τους. Ζούσε για τις σύντομες κλεφτές στιγμές που περνούσαν μαζί, όταν η Λαϊλά κατά-φερνε να το σκάσει από τη φυλή της. Το ότι ο Ρέιφ την παρακολουθούσε άγρυπνα απλώς φούντωνε τη διέγερσή της κάθε φορά που κατόρθωνε να ξεγλιστρήσει και να συναντηθεί με τον Ντάνκαν. Σαν άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια, ο Ρέιφ είπε πως ήταν καιρός να φύγουν από την κοιλάδα. Τότε μόνο η Λαϊλά άρχισε να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεών της. Εξομολογήθηκε τους φόβους της στον Ντάνκαν ένα απόγευμα, καθώς ήταν ξαπλωμένοι στο πατάρι ενός αχυρώνα του θείου του. «Μην πας μαζί τους», την ικέτευσε με πάθος. «Μείνε κοντά μου... θα σε παντρευτώ». Η Λαϊλά αναδεύτηκε ανήσυχα στην αγκαλιά του. Ήθελε να παντρευτεί τον Ντάνκαν; Τον αγαπούσε· αγαπούσε την αίσθηση του νεανικού κορμιού του· αγαπούσε το πάθος που ξυπνούσε μέσα της· αγαπούσε όμως και τη γλύκα του απαγορευμένου, την έξαψη που της δημιουργούσε το επικίνδυνο μυστικό. Αν έμενε μαζί του, η φυλή της θα την ξέγραφε... κανείς δε θα ξανάλεγε τ’ όνομά της. Η μητέρα της...


Η μητέρα της είχε τα δικά της προβλήματα. Αυτή η σκοτσέζικη κοιλάδα ήταν ένας από τους αγαπημένους σταθμούς τους. Συνήθως έμεναν δυο τρεις μήνες εκεί, αλλά τώρα αρχηγός ήταν ο Ρέιφ και του Ρέιφ δεν του άρεσε η κοιλάδα. Ο Ρέιφ είχε αρχίσει να εξαγριώνεται με την ξεροκεφαλιά της κόρης της. Η Λαϊλά όμως ήταν ακόμα τόσο παιδί... ατίθαση σαν φοραδίτσα. Η Ναόμι είχε γεράσει πια. Τα κόκαλά της πονούσαν στον παγωμένο αέρα και η ζωή είχε χάσει τη νοστιμάδα της από τότε που έφυγε ο Αίον. Η δυστροπία του Ρέιφ είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στην υπόλοιπη φυλή. Μερικά μέλη της έλεγαν κιόλας ότι η κοιλάδα δεν ήταν καλό μέρος. Αυτό που χρειάζονταν ήταν ένα μεγάλο γλέντι για να στυλωθεί το ηθικό τους... ένας γάμος. Στη φυλή όμως το μοναδικό κορίτσι της παντρειάς ήταν η Λαϊλά, κι αυτή... Η Ναόμι βαριαναστέναξε και, παίρνοντας την τράπουλα Ταρό, άρχισε να ρίχνει αφηρημένα τα χαρτιά. Αξαφνα ένα τραπουλόχαρτο τράβηξε την προσοχή της. Το αίμα της πάγωσε πιότερο κι από το χιόνι. Θάνατος. Άφησε την τράπουλα με τρεμάμενα χέρια. Η τράπουλα Ταρό δεν έλεγε ποτέ ψέματα. Ρίγησε σύγκορμη νιώθοντας την απειλή του θανάτου, αόρατη για το ανθρώπινο μάτι, να ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω απ’ όλη τη φυλή. Ένα πρωί ο Ρέιφ ανήγγειλε ότι φεύγουν. Κανείς δεν αμφισβήτησε την απόφασή του, ούτε καν η Λαϊλά -κανείς δεν αμφισβητούσε τις αποφάσεις του αρχηγού της φυλής. Όμως, με την πρώτη ευκαιρία, το κορίτσι ξεγλίστρησε κρυφά έξω από την κοιλάδα και κίνησε για το μέρος όπου συναντιόταν με τον Ντάνκαν. Μόνο που αυτή τη φορά κάποιος την ακολούθησε. Ο Ρέιφ, πανούργος, όπως άλλωστε κι όλη η ράτσα του, την ακολουθούσε χωρίς να τη χάνει από τα μάτια του. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα. Ο πανικός την είχε κάνει απρόσεκτη. Η Λαϊλά ήξερε ότι μόλις έφευγαν από την κοιλάδα ο Ρέιφ θα την ανάγκαζε να τον ‘ παντρευτεί. Τώρα που ήταν ερωμένη του Ντάνκαν, η σκέψη του γάμου με τον Ρέιφ γινόταν ακόμα πιο απωθητική. Ο Ντάνκαν θα την παντρευόταν, το ήξερε, αλλά πώς θ’ απαρ-νιόταν τη μάνα της, τη φυλή της;... Οι σκέψεις αυτές τριβέλιζαν το μυαλό της και δεν πρόσεξε τους ανεπαίσθητους, προδοτικούς θορύβους του Ρέιφ που την ακολουθούσε. Έξω από τον αχυρώνα κοντοστάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε πίσω από τον ώμο της. Δεν είδε ψυχή. Μπήκε μέσα κι ο Ντάνκαν, που την είχε ακούσει να πλησιάζει, έτρεξε να την υποδεχτεί. Την άρπαξε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φλογερό φιλί. Όταν την άφησε, η Λαϊλά του μίλησε για την απόφαση του Ρέιφ. «Μη φύγεις. Μείνε μαζί μου», την ικέτευσε γι’ άλλη μια φορά. «Το θέλω, αλλά...» Κανείς τους δε φανταζόταν ότι κάποιος κρυφάκουγε την ψιθυριστή κουβέντα τους. Ο Ρέιφ είχε τρυπώσει στον οχυρώνα την ώρα που φιλιόνταν και τώρα, κρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά, έβλεπε κι άκουγε τα πάντα. Τον είχε πιάσει άγρια μανία. Η Λαϊλά ήταν δική του, αλλά τον είχε ατιμάσει προσφέροντας τον εαυτό της στον λευκό. Είχε καταπατήσει τον ιερότερο νόμο των Ρομά. Αν γινόταν γνωστό το κρίμα της, θα την έδιωχναν από τη φυλή. Δεν ήταν άξια να γίνει γυναίκα του, αλλά θα την έπαιρνε μόνο και μόνο για να της δείξει τι είχε περιφρονήσει για να γίνει ερωμένη του λευκού. Πρώτα όμως... Κανείς τους δεν τον είδε παρά μόνο όταν έφτασε δίπλα τους και τράβηξε βίαια τη Λαϊλά από την αγκαλιά του Ντάνκαν. Έχωσε το κοφτερό μαχαίρι του στα πλευρά του Ντάνκαν και μετά το τράβηξε προς τα πάνω και το κάρφωσε στην καρδιά του. Ο Ντάνκαν έβγαλε έναν πνιχτό ήχο κι από το στόμα του ανέ-βλυσε αίμα καθώς σωριαζόταν στο πάτωμα. Η Λαϊλά τον κοιτούσε παγωμένη από τη φρίκη να ξεψυχά μπροστά στα μάτια της· στο βλέμμα του ζωγραφιζόταν άφατη αγωνία και η κοπέλα κατάλαβε ότι δε θα ξεχνούσε την έκφρασή του ώσπου να πεθάνει.


Καθώς ο Ρέιφ έσκυβε να τραβήξει το μαχαίρι του, η Λαϊλά το έβαλε στα πόδια και βγήκε έξω στο χιόνι χωρίς να τολμήσει να κοιτάξει ούτε μια φορά πίσω της. Ο Ρέιφ την άφησε να φύγει. Πού θα μπορούσε να πάει; Σκούπισε το αίμα από την κάμα του και κοίταξε με απάθεια τον νεκρό αντίζηλό του. Ο λευκός τού είχε κλέψει τη γυναίκα και ήταν αναφαίρετο δικαίωμά του να τον τιμωρήσει παίρνοντας τη ζωή του. Τη Λαϊλά θα την τιμωρούσε με διαφορετικό τρόπο. Ένα άγριο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του καθώς συλλογιζόταν την τιμωρία που θα της επέβαλλε. Βέβαια τώρα δε θα την έκανε γυναίκα του· είχε μαγαριστεί από το σμίξιμό της με τον λευκό. Ωστόσο θα την έπαιρνε στο κρεβάτι του. Ο Ρέιφ είχε ένα ελάττωμα που σπάνια συναντιέται σε Ρομ: του άρεσε να προκαλεί πόνο, να βασανίζει. Μικρό παιδί έστηνε παγίδες για λαγούς κι άλλα μικρά ζώα όχι γιατί χρειαζόταν τροφή, αλλά για να κάθεται και ν’ απολαμβάνει το μαρτύριό τους, την αγωνία στα μάτια των παγιδευμένων ζώων. Ο πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε για να τον συμμορφώσει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον αναγκάσει να κρύβει τις σαδιστικές τάσεις του. Τις εκδήλωνε μόνο στις γυναίκες που αγόραζε όταν είχε χρήματα, αλλά τώρα η Λαϊλά έγινε από μόνη της θύμα στο οποίο μπορούσε να ξεσπάσει χωρίς αναστολές. Με τις πράξεις της είχε γίνει απόβλητη της φυλής· κανείς δε θα κουνούσε το δαχτυλάκι του για να τη σώσει από την τιμωρία που θα της επέβαλλε. Δε βιαζόταν να την πιάσει στα χέρια του. Πού θα πήγαινε; Ο εραστής της ήταν νεκρός και η φυλή δε θα επέτρεπε στη μητέρα της να της προσφέρει καταφύγιο από την οργή του. Με την πρώτη ματιά που έριξε η Ναόμι στο πρόσωπο της κόρης της κατάλαβε ότι τους είχε βρει μεγάλο κακό. Θυμήθηκε την τράπουλα Ταρό κι είδε το θάνατο να της χαμογελά. Η Λαϊλά μέσα στον πανικό της ούτε που σκέφτηκε να της κρύψει την αλήθεια. Η Ναόμι έφριξε μαθαίνοντας πως η κόρη της κι ο Ντάνκαν Ράνταλ ήταν εραστές. «Κι ο Ρέιφ τον σκότωσε», πρόσθεσε η Λαϊλά. Η Ναόμι προσπάθησε απελπισμένα να βρει λύση. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να σκεφτεί τη φυλή της. Τώρα θα πλήρωναν όλοι για την αμυαλιά της κόρης της και την αντίδραση του Ρέιφ. Η φυλή χρειαζόταν αρχηγό... χρειαζόταν τον Ρέιφ. Έπρεπε να φύγουν γρήγορα από την κοιλάδα και να σκεφτούν κάποιο ψέμα για να καλύ-ψουν τη φοβερή αλήθεια. Όταν θα ανακάλυπταν το πτώμα του λευκού, η αστυνομία θα ερχόταν να τους κάνει ερωτήσεις, αλλά... δεν μπορεί, κάτι θα σκεφτόταν μέχρι τότε. «Πήγαινε στο τσαντίρι μας και περίμενέ με», πρόσταζε τραχιά την κόρη της. Είχε τόσα να κάνει... κι ο Ρέιφ έλειπε. Πήγε από τσαντίρι σε τσαντίρι, ειδοποιώντας όλους να ετοιμαστούν για να φύγουν. Οι φωτιές του καταυλισμού έσβησαν τα παιδιά και τα ζώα, μυρίζοντας το φευγιό, κυριεύτηκαν από εκνευρισμό και ανυπομονησία. Μισή ώρα αργότερα, όταν γύρισε ο Ρέιφ, κατάλαβε από το ύφος της Ναόμι ότι ήξερε την αλήθεια. «Σ’ τα είπε;» ήταν η μόνη του κουβέντα. Η Ναόμι έγνεψε, μη αντέχοντας να τον κοιτάξει στα μάτια από την ντροπή. Η Λαϊλά, η κόρη της, την είχε ατιμάσει. Πόσο θα πικραινόταν ο Αίον αν ζούσε να δει αυτή τη συμφορά... «Πρέπει να φύγουμε. Θα ’ρθει η αστυνομία. Θα κάνουν ερωτήσεις...» «Στις οποίες οι άνθρωποί μας δεν ξέρουν τις απαντήσεις», την προειδοποίησε ο Ρέιφ. «Απόψε να στείλεις στη σκηνή μου την κόρη σου». Το ύφος του της έκοψε κάθε διάθεση για αντιρρήσεις και η Ναόμι γύρισε στη σκηνή της με βαριά καρδιά. Το κρίμα της Δαϊλά ήταν βαρύ κι ασυγχώρητο, της άξιζε η τιμωρία· η ματιά όμως του Ρέιφ πάγωσε το αίμα της. Η Λαϊλά ήταν παιδί της... Τη βρήκε κουλουριασμένη στο ράντζο της, να κοιτάζει το κενό. Όταν της μετέφερε την εντολή του Ρέιφ, κούνησε άγρια το κεφάλι της.


«Δεν πάω!» Τα μάτια της Ναόμι σκιάστηκαν από πόνο κι απελπισία. Η κόρη της ήταν τόσο όμορφη, τόσο ατίθαση. Ακόμα και τώρα κρατούσε το κεφάλι σηκωμένο περήφανα... χωρίς ντροπή για τις πράξεις της. «Δεν πάω!» «Παιδί μου, δεν έχεις άλλη επιλογή». Τα λόγια αυτά καρφώθηκαν στο μυαλό της Λαϊλά. Μισούσε τον Ρέιφ... Αν μπορούσε, θα τον σκότωνε με τα ίδια της τα χέρια γι’ αυτό που είχε κάνει. Δεν ήξερε όμως από μαχαίρια κι ούτε μπορούσε να συγκριθεί η μυϊκή της δύναμη με τη δική του. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα τι είχε χάσει. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Ντάνκαν ήταν νεκρός. Το σοκ την προστάτευε από την πραγματικότητα, τουλάχιστον προς το παρόν. Όταν ήρθε η αστυνομία ν’ ανακρίνει τους Τσιγγάνους, όλοι απάντησαν στωικά, δίνοντας ο ένας άλλοθι στον άλλο. Ο Ρέιφ στεκόταν παράμερα και παρακολουθούσε σιωπηλός. Ο σερ Ίαν, που είχε έρθει με τους αστυνομικούς, έδειχνε γέρος και εξουθενωμένος. Η Ναόμι τον λυπήθηκε. Είχε χάσει κάποιον που τον είχε σαν παιδί του κι αυτό τον τσάκισε. Η αστυνομία είχε ανακρίνει ήδη τον Ρέιφ. Τους είπε ότι είχε βγει κυνήγι και παρουσίασε δύο μάρτυρες. Παρά τις ερωτήσεις που έκανε η αστυνομία, δεν μπόρεσε να διαπεράσει το τείχος σιωπής των Τσιγγάνων. Ήξερε ότι ένας από αυτούς σκότωσε τον Ντάνκαν η δεξιοτεχνική χρήση του μαχαιριού μόνο από χέρι Ρομ μπορούσε να προέρχεται. «Καλύπτουν ο ένας τον άλλο», παρατήρησε ο ενωμοτάρχης καθώς έφευγαν. «Δεν πρόκειται να τους βγάλουμε λέξη». «Μα γιατί... γιατί;» αναρωτήθηκε συντετριμμένος ο σερ Ίαν. «Δεν καταλαβαίνω... Ο Ντάνκαν ήταν χρυσό παιδί...» «Ίσως δε μάθουμε ποτέ». «Τσιγγάνος τον σκότωσε, είμαι σίγουρος», είπε ο ενωμοτάρχης στον ανώτερο του λίγο αργότερα, στο τμήμα. «Αμφιβάλλω όμως αν θα τον πιάσουμε. Έχουν εξασφαλίσει ο ένας για τον άλλο ατράνταχτα άλλοθι». Το σούρουπο, τα μέλη της φυλής έφαγαν σιωπηλά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα φόβου και καχυποψίας. Από τη στιγμή που επέστρεψε η Ααϊλά στον καταυλισμό, κανείς δεν της απηύθυνε το λόγο. Έφαγε μόνη στο τσαντίρι της και τώρα πλησίαζε η ώρα που θ’ απαιτούσε ο Ρέιφ την εκδίκησή του.. Αναριγούσε στη σκέψη τού τι θα της έκανε. Ο έρωτας του Ντάνκαν την είχε βοηθήσει να συνειδητοποιήσει ποιες ήταν οι ανάγκες του κορμιού της. Του ανταποκρινόταν σαν λουλούδι που ανθίζει στο χάδι του ήλιου, αλλά για τον Ρέιφ δεν ένιωθε πόθο, μόνο μίσος και φόβο. Τον μισούσε γιατί είχε σκοτώσει τον αγαπημένο της και ποτέ δε θα του το συγχωρούσε. Και τον φοβόταν σαν γυναίκα που διαισθάνεται ότι ο συγκεκριμένος άντρας θα τη βασάνιζε, θα της έκανε μεγάλο κακό. «Πρέπει να πας», της είπε ήσυχα η Ναόμι. «Αν δεν πας, θα στείλει τους άντρες να σε πάρουν με τη βία στη σκηνή του κι αυτό θα είναι χειρότερο. Καλύτερα να υπομείνεις την τιμωρία σου με αξιοπρέπεια». «Έστω κι αν βασανιστεί το σώμα μου;» φώναξε υστερικά η Ααϊλά. Ήταν ακόμα πολύ μικρή και ήθελε να ριχτεί κλαίγοντας στην αγκαλιά της μάνας της ζητώντας προστασία, αλλά η Ναόμι είχε δίκιο. Και η μητέρα της δεν μπορούσε να την προστατεύσει, παρά το σεβασμό που της είχε η φυλή. Ήταν μια νύχτα που δε θα ξεχνούσε η Ααϊλά σε όλη την υπόλοιπη σύντομη ζωή της. Πήγε στο τσαντίρι του Ρέιφ τρέμοντας από φόβο. Μετά από πολλές ώρες, όταν επιτέλους τον πήρε ο ύπνος και η κοπέλα κατάφερε να βγει σέρνοντας, το κορμί της ήταν σακατεμένο από τα χτυπήματα και τις βουρδουλιές. Η Ναόμι της περιποιήθηκε τις πληγές κλαίγοντας σιωπηλά, αλλά τι μπορούσε να πει; Η Ααϊλά την κοιτούσε σαν αγρίμι πιασμένο σε παγίδα. Ο Ρέιφ δεν είχε τσακίσει μόνο το σώμα της αλλά και το ηθικό της.


Η Ααϊλά δεν ήταν αρκετά στωική ώστε να δεχτεί την άσκηση τέτοιας σωματικής βίας πάνω της· τώρα το μόνο που ένιωθε ήταν μίσος για τον Ρέιφ. Ούτε στη μητέρα της μπορούσε να περιγράφει αυτά που της είχε κάνει· τον τρόπο που την κακοποίησε παίρνο-ντάς την όχι σαν άντρας αλλά σαν λυσσασμένο θηρίο. Η Ναόμι της έδωσε ένα καταπραϋντικό φίλτρο να κοιμηθεί, αλλά μόλις γύρισε την πλάτη η Ααϊλά το έχυσε. Δεν άντεχε να περάσει άλλη νύχτα σαν αυτή· έπρεπε κάτι να κάνει. Ενώ κοιμόταν όλη η φυλή, ξεγλίστρησε αθόρυβα από τον καταυλισμό. Ο αξιωματικός υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα άκου-σε εμβρόντητος την ιστορία της, χωρίς να ξέρει αν έπρεπε να την πιστέψει. Ο ενωμοτάρχης, που τον ξύπνησαν και τον κουβάλησαν άρον άρον στο τμήμα, με το πρώτο βλέμμα στο χλομό, μελανιασμένο πρόσωπο της Ααϊλά κατάλαβε το κίνητρο της δολοφονίας του Ντάνκαν. Τα χαράματα συνέλαβαν τον Ρέιφ και δυο μήνες αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο. Δεν πέθανε στην αγχόνη. Αίγο πριν από την εκτέλεσή του, άγνωστο πώς, προμηθεύτηκε δηλητήριο και τον βρήκαν νεκρό στο κελί του ένα πρωί. Η Ααϊλά έγινε απόβλητη για τη φυλή της. Εξέλεξαν καινούριο αρχηγό, που αποφάσισε ότι η Ναόμι μπορούσε να μείνει, αλλά η Ααϊλά έπρεπε να φύγει. Όταν ανακάλυψε η Ναόμι ότι η κόρη της ήταν έγκυος, έπεσε στα πόδια του νέου αρχηγού ικετεύοντάς τον κι εκείνος έδειξε οίκτο· η Ααϊλά, αν και απόβλητη της φυλής, μπορούσε να ταξιδεύει μαζί τους. Η Ναόμι έβλεπε την κόρη της να λιώνει σαν κερί και μάτωνε η μητρική καρδιά της. Το μόνο που κρατούσε ζωντανή τη Ααϊλά ήταν το παιδί που περίμενε, το παιδί του Ντάνκαν. Επαναλάμβανε ξανά και ξανά αυτές τις λέξεις σαν ξόρκι. «Μπορεί να είναι του Ρέιφ», την προειδοποίησε η μητέρα της. Η Ααϊλά κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Τα μάτια της φάνταζαν αλλόκοτα γερασμένα στο νεανικό προσωπάκι της. «Αποκλείεται. Δε με πήρε όπως παίρνει ο άντρας τη γυναίκα-δεν άφησε μέσα μου το σπέρμα του». Η Ραχήλ Λη γεννήθηκε τον όγδοο μήνα της κύησης. Το λεπτό, καχεκτικό κορμί της Λαϊλά με τη φουσκωμένη κοιλιά ήταν ένα ε-πώδυνο θέαμα για τη Ναόμι. Μια άγρια φλόγα φούντωνε στην ψυχή της Λαϊλά, αντλώντας απ’ αυτή περηφάνια κι αποφασιστικότητα, χαρίσματα που η Ναόμι δεν περίμενε ποτέ ν’ αποκτήσει το κακομαθημένο, ελαφρόμυαλο παιδί της. Η γέννα ήταν δύσκολη και παρ’ όλο που οι άλλες γυναίκες της φυλής κοντοστέκονταν κι αφουγκράζονταν τις φωνές της Λαϊλά καμιά δεν ήρθε στο τσαντίρι να βοηθήσει. Τη Ναόμι δεν την ένοια-ζε. Ήταν έμπειρη μαμή και το παιδί κατέβαινε κανονικά, αν και ήταν πολύ μεγάλο για το αποστεωμένο σώμα της μητέρας του. Όταν το απίθωσε στην αγκαλιά της Λαϊλά, την είδε για πρώτη φορά να χαμογελά μετά το θάνατο του Ντάνκαν. «Είναι πεντάμορφη», είπε στη μητέρα της. «Θα τη βγάλεις Ραχήλ και θα την αγαπάς για μένα, εντάξει, μητέρα;» Μια ακατάσχετη αιμορραγία έπαιρνε σιγά σιγά τη Λαϊλά από τη ζωή. Η Ναόμι ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, πως η κόρη της πέθαινε. Το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε το παιδί. Θαρρείς και η Λαϊλά συγκρατήθηκε με νύχια και δόντια στη ζωή ώσπου να φέρει στον κόσμο το μωρό της. Από μια άποψη, για τη φυλή ήταν νεκρή από τη στιγμή που απάτησε τον Ρέιφ. Δεν άναψαν νεκρώσιμη πυρά για τη Λαϊλά, δεν έκλαψαν, ούτε πένθησαν τη σύντομη ζωή που έφυγε τόσο γρήγορα. Και μόλο που η φυλή θεωρούσε δική της τη Ναόμι, η μικρή Ραχήλ μεγάλωσε ξέροντας πως δεν ήταν κανονικό μέλος της, πως τη γέννησή της και το θάνατο της μητέρας της κάλυπτε ένα μυστήριο που την ξεχώριζε από τους άλλους Τσιγγάνους. Γρήγορα κατάλαβε ότι τ’ όνομα της μητέρας της ήταν απαγορευμένο και ότι η ίδια και η Ναόμι ζούσαν με τη φυλή όχι δικαιωματικά αλλά χατιρικά. Η Ραχήλ έμαθε να κρύβει τον πόνο της με περηφάνια κι αδιαφορία, και σύντομα όλοι έλεγαν πως το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά. Τ’ άλλα παιδιά την αντιπαθούσαν και της το έδειχναν. Αυτό την έκανε να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό της, να γίνει πιο απόμακρη, πιο ακατάδεκτη. Μόνο η Ναόμι την αγαπούσε και στεκόταν ανάμεσα σ’ εκείνη και στους άλλους, που την εχθρεύονταν.


5 Ναι, η Πέπερ είχε μάθει από πολύ μικρή τι σημαίνει να είσαι απόβλητος της κοινωνίας. Πριν αρχίσει καλά καλά να μπουσουλάει, την απομόνωσαν τ’ άλλα παιδάκια, αλλά η σκληρότητά τους της έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα. Ήταν ένα υπερευαίσθητο παιδί που η περιφρόνηση και η έχθρα των άλλων το πλήγωναν αφόρητα. Ήξερε πως δεν τη χώνευαν, ούτε την ήθελαν ανάμεσά τους, αλλά αγνοούσε γιατί. Έτσι, έμαθε να κρύβει τα αισθήματά της κάτω από μια στωική αδιαφορία. Αυτό ήταν το μάθημα: να μη δείχνει στους άλλους ότι είχαν τη δύναμη να την πληγώσουν. Όχι ότι την πλήγωναν επίτηδες· απλώς δεν τη θεωρούσαν δική τους· η μητέρα της είχε τσαλαπατήσει τα όσια και τα ιερά της φυλής και το παιδί της δε θα γινόταν ποτέ αποδεκτό σαν μέλος της. Η Πέπερ πέρασε τα παιδικά χρόνια της ακολουθώντας τη φυλή στις ετήσιες νομαδικές περιπλανήσεις της σε όλη την Αγγλία. Τα τσιγγανόπουλα, στην καλύτερη περίπτωση, παρακολουθούσαν περιστασιακό κάποια μαθήματα στο σχολείο· ακόμα κι ο πιο ευσυνείδητος επιθεωρητής ήταν αδύνατο να ελέγξει αν έπαιρναν την υποχρεωτική εκπαίδευση τα παιδιά των μόνιμα μετακινούμενων καραβανιών. Η Ναόμι όμως είχε μάθει ανάγνωση και γραφή από τον άντρα της και ήταν πολύ περήφανη για τις γνώσεις της. Έβλεπε τι τραβούσε η εγγονή της και υπέφερε μαζί της, αλλά τι μπορούσε να κάνει; Κανείς δεν καταπατά ατιμώρητα τους τσιγ-γάνικους νόμους. Ώρες ώρες σκεφτόταν να πάει στον Ίαν Μακγκρέγκορ και να του αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά φοβόταν πως η Ραχήλ θ’ αντιμετώπιζε την ίδια υποδοχή που της επιφύλαξαν οι Τσιγγάνοι. Και ύστερα, όταν η μικρή έγινε εφτά χρονών, ο Ίαν Μακγκρέγκορ πέ-Οανε και τον κληρονόμησε ένας πολύ μακρινός συγγενής. Η Ναόμι επέμεινε να μάθει γράμματα η εγγονή της. Γι’ αυτό, όταν κατασκήνωναν, έστελνε ανελλιπώς τη Ραχήλ στο σχολείο. Ξέροντας πόσο περήφανη ήταν η Ναόμι που μάθαινε ανάγνωση και γραφή, η Ραχήλ δεν της μίλησε ποτέ για τα μαρτύρια που τραβούσε στο σχολείο. Όπως δεν την αποδέχονταν τα τσιγγανά-κια, έτσι δεν την αποδέχονταν και τα λευκά παιδιά. Την κοροΐδευαν για τα ρούχα της, την έβριζαν κουρελιάρα, περιγελούσαν τη βαριά προφορά της και τους χρυσούς κρίκους που φορούσε στ’ αυτιά της. Τα μεγαλύτερα αγόρια τούς τραβούσαν με κακία μέχρι που μάτωναν οι λοβοί της και τη φώναζαν «γυφτάκι», ενώ τα κορίτσια χασκογελούσαν με τα χιλιομπαλωμένα ρούχα της. Χουρίς άντρα να τις προστατεύει και να εξασφαλίζει τα προς το ζην, οι μόνοι πόροι συντήρησης γιαγιάς κι εγγονής ήταν οι πενταροδεκάρες που κέρδιζε η Ναόμι λέγοντας τη μοίρα και πουλώντας μανταλάκια. Καμιά φορά, μέσα στην άγρια νύχτα, κάποια γυναίκα της φυλής εμφανιζόταν στο κατώφλι τους και ζητούσε τα φίλτρα που έφτιαχνε η Ναόμι από αγριολούλουδα και βότανα. Η Ραχήλ παρακολουθούσε με ορθάνοιχτα μάτια αυτές τις μυστηριώδεις συναλλαγές, αλλά, όταν ρωτούσε τη γιαγιά της γιατί γίνονταν μέσα στη νύχτα, εκείνη της απαντούσε πως ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει. Η Ναόμι είχε μάθει τις συνταγές των φίλτρων από τη μάνα της κι είχε προσπαθήσει να τις διδάξει στην α-καμάτρα κόρη της, αλλά ήξερε πως δεν είχε νόημα ν’ αφήσει την πολύτιμη κληρονομιά της στην εγγονή της. Καμιά γυναίκα της φυλής δε θ’ απευθυνόταν στη Ραχήλ για φίλτρα και συμβουλές όπως ερχόταν στην ίδια. Αυτήν τη θεωρούσαν ακόμα δική τους και τη σέβονταν -αν και ο σεβασμός τους είχε μια δόση οίκτου-, αλλά η Ραχήλ ήταν κόρη του λευκού που για την αγάπη του η Λα'ΐλά, η μάνα της, καταπάτησε τους ιερούς νόμους των Τσιγγάνων. Όταν μεγάλωνε η Ραχήλ, η φυλή θα την έδιωχνε και η γιαγιά της αγωνι-ούσε προκαταβολικά για την τύχη της. Είχε γεράσει, τα κόκαλά της πονούσαν στο κρύο και την υγρασία. Έστελνε σχολείο τη Ραχήλ, ελπίζοντας ότι έτσι σιγά σιγά θα έμπαινε στον κόσμο των λευκών. Και η Ραχήλ, από αγάπη στη γιαγιά της, δεν της έλεγε ότι ο λαός του πατέρα της τη χλεύαζε και την καταφρονούσε όσο και η φυλή της μητέρας της. Στην αρχή το σχολείο ήταν για κείνη χαρά και αγαλλίαση, ρουφούσε σαν σφουγγάρι αυτά που έλεγαν οι δάσκαλοι. Τώρα όμως έγινε μισητή φυλακή από την οποία το έσκαζε όποτε της δινόταν η ευκαιρία, περνώντας τις ώρες της μόνη στους λόγκους και τα λιβάδια.


Στα έντεκα το κορμί της άρχισε ν’ αλλάζει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ν’ αλλάξουν οι αντιδράσεις των γύρω της. Τ’ αγόρια στο σχολείο, που της τραβούσαν τα μαλλιά, βρήκαν άλλο τρόπο να τη βασανίζουν· προσπαθούσαν να την τσιμπήσουν στον κόρφο, που είχε αρχίσει να φουσκώνει τσιτώνοντας τα τριμμένα ρούχα. Τα μαλλιά της, που ήταν πάντα πυκνά και γυαλιστερά, τώρα σκούρυναν κι απέκτησαν καινούρια ζωντάνια, και το κορμί της άλλαζε μαγικά σχήμα μέρα με τη μέρα. Η Ραχήλ ήξερε τι προοιωνιζόταν αυτή η αλλαγή- η φυλή της ζούσε κοντά στη φύση και τα κορίτσια μάθαιναν να είναι περήφανα για τη θηλυκότητά τους. Δυο τρεις νεαροί Τσιγγάνοι άρχισαν να της ρίχνουν κλεφτές ματιές, αλλά δεν ξεχνούσαν ποια ήταν η μητέρα της και τι είχε κάνει. Κι ενώ τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της ανίχνευαν τη νιόφα-ντη θηλυκότητά τους γελώντας και κορτάροντας με τ’ αγόρια, η Ραχήλ, ασυνείδητα, την κατέπνιγε. Ήταν ένα παιδί που ζούσε στη σκιά, με σκυθρωπό πρόσωπο και σπινθηροβόλα μάτια. Από διαίσθηση η Ραχήλ ήξερε πως οι άνθρωποι της φυλής της την παρακολουθούσαν αναζητώντας σημάδια ομοιότητας με τη μητέρα της. Όσο φερόταν ήσυχα και διακριτικά, κανείς δε χολόσκαγε για κείνη. Μερικά πράγματα όμως δεν κρύβονται, όπως για παράδειγμα το λουλούδιασμα του κορμιού της που άρχιζε να μεστώνει. Έμαθε ν’ αγνοεί τις τσιμπιές και τις άσεμνες χειρονομίες των συμμαθητών της, όπως είχε μάθει ν’ αγνοεί και τις κοροϊδίες για τα ρούχα και την προφορά της. Δεν ήταν το μόνο κορίτσι που αναγκαζόταν να υπομένει τ’ άγαρμπα αγορίστικα πειράγματα, αλλά όλα τ’ άλλα είχαν φίλους, οικογένειες, προστάτες και υπερασπιστές, στους οποίους μπορούσαν να καταφύγουν όταν αποθρασύνονταν τ’ αγόρια. Η Ραχήλ δεν είχε κανέναν και οι «βασανιστές» της το ήξεραν. Οι Τσιγγάνοι στις περιπλανήσεις τους ακολουθούσαν ένα ετήσιο δρομολόγιο. Η Πεντηκοστή τους έβρισκε πάντα στη Βόρεια Αγγλία, στις σκυθρωπές βιομηχανικές πόλεις με τα μεγάλα υφαντουργεία, που οι κάτοικοί τους ήταν οι κληρονόμοι της βιομηχανικής επανάστασης κι ένιωθαν συχνά το ανήλεο δάγκωμα της πείνας και της ανέχειας. Η ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν τόσο κλειστή, όσο και οι ζωσμένες από λόφους κοιλάδες όπου βρίσκονταν οι πόλεις τους. Ίσως γι’ αυτό ήταν και τόσο στενόμυαλοι. Τα μεγάλα υφαντουργεία έκλειναν χτυπημένα από τις εισαγωγές υφασμάτων από το Πακιστάν, που είχαν χαμηλό κόστος χάρη στη φτηνή εργατική δύναμη. Στα γυμνάσια της κοιλάδας συνωστίζονταν έφηβοι που δεν έβρισκαν δουλειά· οι φάμπρικες στις οποίες δούλευαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους έκλειναν και στις κοιλάδες η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από αγανάκτηση και πικρία. Η Ραχήλ απεχθανόταν το μέρος όπου κατασκήνωνε κάθε χρόνο η φυλή. Οι κάτοικοι της κοιλάδας ήταν σχεδόν το ίδιο φτωχοί με τους Τσιγγάνους και γι’ αυτό φρουρούσαν ζηλόφθονα τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους. Οι ξένοι δεν ήταν καλόδεχτοι στον τόπο τους- αντιπαθούσαν τους Τσιγγάνους πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι κάτοικοι των πλουσιότερων, νότιων περιοχών της χώρας. Υπήρχαν ελάχιστες διασκεδάσεις για τους ανθρώπους που ζού-σαν σ’ αυτές τις γεμάτες «σκοτεινά», «σατανικά» υφαντουργεία κοιλάδες. Μια από αυτές ήταν η βδομάδα της Πεντηκοστής. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν μεθοδιστές, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να ρίχνονται μ’ ενθουσιασμό στον εορτασμό, που αποκορύφωμά του ήταν οι βόλτες της Πεντηκοστής. Από βδομάδες πριν τα θηλυκά της οικογένειας ετοίμαζαν τα ρούχα για τη βόλτα, που ήταν μια ευκαιρία να επιδειχθούν. Οι καινούριες φορεσιές ήταν απαραίτητες για κάθε οικογένεια που σεβόταν τον εαυτό της. Όλοι έβγαιναν στους δρόμους και βολτάριζαν με τα καινούρια τους ρούχα· μετά οι οικογένειες συγκεντρώνονταν για το τσάι και το απόγευμα τα παλικάρια και οι κοπέλες πήγαιναν στα πανηγύρια που στήνονταν στις κεντρικές πλατείες. Αυτά ακριβώς τα πανηγύρια ήταν που έφερναν τους Τσιγγάνους στα βορειοδυτικά. Λέγοντας τη μοίρα, κάνοντας δουλειές του ποδαριού και πουλώντας τις πραμάτειες τους κέρδιζαν κι αυτοί κάτι. Η Ραχήλ τα μισούσε όλα αυτά. Μισούσε τα ειρωνικά βλέμματα των κοριτσιών της τάξης της που καμάρωναν για τα καινούρια τους ρούχα. Ήξερε πως ήταν απόβλητη και την περιγελούσαν, αλλά εκείνη ειδικά την άνοιξη, που είχε λουλουδίσει η θηλυκότητά της, η κατάσταση κατάντησε αφόρητη. Τα κορίτσια τη φθονούσαν για την ομορφιά της και τ’ αγόρια κοιτούσαν όλο λαγνεία το κορμί της που μέστωνε. Το γεγονός ότι δεν ήταν μια από αυτούς


την έκανε πρόσφορο στόχο των ακατονόμαστων πόθων τους. Είχε μάθει ν’ αγνοεί αυτά που έλεγαν για κείνη, να παριστάνει πως δεν άκουγε τις προσβολές τους. Αλλά εκείνο ειδικά το πρωί, ξέροντας την έξαψη και τον αναβρασμό που θα επικρατούσαν στο σχολείο εξαιτίας των αναμενόμενων διακοπών της Πεντηκοστής, της ήταν αδύνατο ν’ αντιμετωπίσει την καταφρόνια των άλλων παιδιών. Πάντα ήταν ευαίσθητος δέκτης στη γνώμη που είχαν οι άλλοι για κείνη, αλλά, με τον ερχομό της ήβης, η ευαισθησία της είχε αυξηθεί. Μερικές φορές, στην προσπάθεια να μην κλάψει μπροστά στους συμμαθητές της, βύθιζε με τόση μανία τα νύχια στις παλάμες της που έτρεχε αίμα. Στις κοιλάδες του βορρά υπήρχαν τρεις δίοδοι μεταφορών: οι δρόμοι, ο σιδηρόδρομος και το κανάλι. Στις όχθες του περπατούσε τώρα η Ραχήλ, σταματώντας πότε πότε για να χαζέψει τις αγριό-κοτες με τα κλωσόπουλά τους ή τα ψαράκια που άλλαζαν αλαφιασμένα κατεύθυνση στη θέα της σκιάς της πάνω στο νερό. Το κανάλι είχε εγκαταλειφθεί σαν δίοδος μεταφοράς πριν από πολύ καιρό· οι σαπισμένες πόρτες των φραγμάτων και τα πρασινωπά νερά ήταν σιωπηλοί μάρτυρες της παρακμής του. Φάμπρικες εγκαταλειμμένες από τους ιδιοκτήτες τους, που δεν άντεξαν τον ανταγωνισμό των εισαγωγών από το εξωτερικό, έριχναν στις όχθες τις σκιές τους, με τα παράθυρα να χάσκουν ανοιχτά, τα τζάμια σπασμένα, το εσωτερικό τους άδειο και σιωπηλό. Πού και πού χρυσές ηλιαχτίδες γλιστρούσαν ανάμεσα στα σκυθρωπά κτίσματα. Της Ραχήλ της άρεσε να περπατάει. Την ηρεμούσε, τη βοηθούσε ν’ αφήνει ελεύθερες τις σκέψεις της. Πέρασε κάτω από μια στενή γεφυρούλα και ρίγησε από το κρύο και την υγρασία που ανέδιδαν τα μουχλιασμένα πέτρινα τοιχώματα. Στον περίπατό της αντάμωσε μερικούς ανθρώπους· έναν κύριο που είχε βγάλει βόλτα το σκύλο του, ζευγάρια που κορτάριζαν και χασκο-γελούσαν. Στην απέναντι όχθη, στην άλλη άκρη της κοιλάδας, διέ-κρινε αγρότες να δουλεύουν στα χωράφια τους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές και χαμόσπιτα παραταγμένα στη σειρά. Αυτή η κοιλάδα ήταν μακρόστενη, κλεισμένη από τραχιούς άδεντρους λόφους· ένας τόπος θλιβερός και μελαγχολικός, που η Ραχήλ τον μισούσε. Όποτε έφταναν εδώ, την κυρίευε μια δυσάρεστη αίσθηση κλεισούρας· μισούσε την καταθλιπτική ατμόσφαιρα που διαπότιζε αυτό το μέρος. Σ’ ένα σπιτάκι στις όχθες του καναλιού, μια γυναίκα ασβέστωνε τα σκαλοπάτια. Φορούσε φανελένια ρόμπα, όπως συνήθιζαν οι παντρεμένες σ’ αυτά τα μέρη. Μόλις είδε τη Ραχήλ, την αποπήρε. «Τσακίσου από δω, βρομιάρα! Παλιογύφτισσα!» Η Ραχήλ αγνόησε τις βρισιές και συνέχισε το δρόμο της. Λίγο πιο κάτω ο ποταμός Κάλντερ έρεε παράλληλα με το κανάλι και το μονοπάτι περνούσε ανάμεσά τους. Η μια του πλευρά βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με το κανάλι κι από την άλλη κατηφόριζε απότομα στα νερά του ποταμού που παρέσυρε στο διάβα του κάθε λο-γής σαβούρες -σκουριασμένα καροτσάκια και ποδήλατα, παλιο-τενεκέδες και διάφορα άλλα σκουπίδια που άδειαζαν τα σπίτια στις όχθες. Κοντοστάθηκε σ’ ένα κενό που άφηναν οι σκιές των χαμόσπιτων για να ζεσταθεί στον ήλιο. Μπροστά της βρισκόταν η πίσω πόρτα ενός μικρού παμπ. Βγήκε ένας άντρας και κατευθύνθηκε τρεκλίζοντας στην τουαλέτα, αλλά μεσοστρατίς μετάνιωσε κι ανακουφίστηκε στο ποτάμι. Η Ραχήλ τον αγνόησε και συνέχισε το δρόμο της. Μια μέρα θα ξέφευγε από όλα αυτά, από τους ανθρώπους που την παίδευαν και την καταφρονούσαν. Μια μέρα... Οι ονειροπολήσεις έκαναν τη ζωή της κάπως πιο υποφερτή, γι’ αυτό κατέφευγε σ’ αυτές όποτε μπορούσε. Της άρεσε το διάβασμα κι είχε μάθει από τα βιβλία ότι υπήρχαν κι άλλοι τρόποι να ζει κανείς. Μια μέρα... Οι ονειροπολήσεις της διακόπηκαν απότομα από κάποιον που φώναξε κοροϊδευτικά τ’ όνομά της. Το κορμί της μυρμήγκιασε καθώς σταματούσε μπροστά σε μια παρέα συμμαθητών της. Ήταν όλοι μεγαλύτεροι της· το καλοκαίρι τελείωναν το σχολείο. Φορούσαν όλοι λιγδιασμένα τζιν και φτηνά πέτσινα σακάκια. Η ταγκή μυρωδιά των νεανικών αγορίστικων κορμιών εισχώρησε στα ρουθούνια της καθώς την πλησίαζαν. Η Ραχήλ δεν οπισθοχώρησε κι απέφυγε να τους κοιτάξει στα μάτια. Η καρδιά της βροντοχτυπού-σε από το φόβο, αλλά εξωτερικά δεν έδειχνε τίποτα. «Κατάπιες τη γλώσσα σου, γυφτάκι;» χλεύασε ο ένας. Τα μάτια του χαμήλωσαν από το πρόσωπο στα στήθη της. «Μωρέ, για κοιτάξτε κάτι βυζάκια που ’χουμε δω! Λένε ότι οι γύφτισσες είναι καλές στο κρεβάτι...» Τα πρόστυχα λόγια του και τα γέλια των φίλων του μεγάλωσαν τον τρόμο της, αλλά θα ήταν τρέλα να το βάλει στα πόδια. Αυτό επιδίωκαν κι εκείνοι. Η Ραχήλ σκέφτηκε πως δεν μπορούσαν να τη βιάσουν εδώ, μέρα μεσημέρι. Ένα αγόρι άπλωσε το


βρόμικο χέρι του και τη ζούπηξε στο στήθος. Το κορίτσι κατέπνιξε την ενστικτώδη επιθυμία να τον ξεσκίσει με τα νύχια της. Αρκετή ώρα αργότερα, αφού την άφησαν να προσπεράσει φωνάζοντας διάφορες αισχρολογίες ξοπίσω της, ένιωθε μολυσμένη από το άγγιγμα και το κορμί της έτρεμε από φόβο κι οργή. Στα πανηγύρια της Πεντηκοστής, η γιαγιά της ήταν απασχολημένη λέγοντας τη μοίρα και η Ραχήλ έβρισκε την ευκαιρία να περιπλανιέται στους ρεικότοπους, όπου βοσκούσαν πρόβατα σε ημιάγρια κατάσταση και η γη ήταν άκαρπη και γυμνή. Εδώ κι εκεί μισογκρεμισμένοι τοίχοι από ξερολιθιά στόλιζαν με σκούρες πινελιές το τοπίο, αλλά ο τόπος, γενικά, είχε μείνει ανέγγιχτος από την ανθρώπινη παρέμβαση, αν εξαιρούσες μια δεξαμενή που στην επιφάνειά της καθρεφτιζόταν το κυνηγητό των σύννεφων στον ουράνιο θόλο. Την Πεντηκοστή οι κάτοικοι των κοιλάδων πήγαιναν διακοπές· οι πιο εύποροι τρεις και τέσσερις ακόμα μέρες, οι φτωχοί μία. Όλοι όμως είχαν τον ίδιο προορισμό: την ακτή του Λάνκασιρ και το Μπλάκπουλ. Η Ραχήλ έβλεπε τα πούλμαν να φεύγουν γεμάτα και τ’ άκουγε να επιστρέφουν αργά τη νύχτα. Ο τσιγγάνικος καταυλισμός βρισκόταν σε μια αλάνα κοντά στην πλατεία, όπου είχαν την αφετηρία τους τα πούλμαν κι αργά τη νύχτα ξεφόρτωναν τους κα-λοφαγωμένους και πιωμένους επιβάτες τους. Εδώ, στην καρδιά της μικρής πόλης, υπήρχε μια αερογέφυρα για να περνά ο σιδηρόδρομος πάνω από το δρόμο και το κανάλι· τις νύχτες οι καμάρες της έδιναν καταφύγιο στα ζευγαράκια. Οι Τσιγγάνοι περιφρονούσαν τους λευκούς εφήβους για την ξεδιάντροπη συμπεριφορά τους, αλλά η Ραχήλ ήξερε πως πολλά παλικάρια της φυλής, ειδικά αυτά που δούλευαν στα πανηγύρια, ξεγλιστρούσαν τα βράδια για ν’ απολαύσουν τις χάρες των κοριτσιών που μαζεύονταν παρέες παρέες κάτω από την αερογέφυρα. Μια νύχτα, καθώς περνούσε κάτω από μια καμάρα επιστρέφο-ντας στον καταυλισμό, αναγνώρισε ένα αγκαλιασμένο ζευγαράκι. Η κοπέλα ήταν η Aw Βατς, συμμαθήτριά της στο σχολείο, μόλο που περνούσε δυο χρόνια τη Ραχήλ. Η Βατς δεν «έπαιρνε» τα γράμματα, αλλά δεν είχε καμιά δυσκολία να «πάρει» τον νεαρό που την είχε στριμώξει στα σκοτεινά. Η Aw Βατς φθονούσε τη Ραχήλ, που όλοι την παραδέχονταν σαν το πιο όμορφο κορίτσι του σχολείου, και ήταν ορκισμένη εχθρός της. Θα περνούσαν χρόνια πριν μπορέσει να συνειδητοποιήσει η Ραχήλ πως, κανονικά, θα έπρεπε να λυπάται την Aw Βατς, που εκείνη τη νύχτα είχε κολλήσει σαν βδέλλα πάνω στον Τάιλερ Λη. Ο Τάιλερ Λη, ο μεγαλύτερος από τους τρεις αδερφούς του, ήταν ψηλός για τσιγγάνος, με μαύρα μαλλιά σγουρά σαν δαχτυλίδια. Στα δεκαεφτά το κορμί του ήταν δυνατό και γεροδεμένο από τη δουλειά στα πανηγύρια και τα καλοκαιρινά μεροκάματα στα χωράφια. Το δέρμα του ήταν μελαψό, τα μάτια του μαύρα σαν νεφρίτες. Ήταν περήφανος για την καταγωγή του και προοριζόταν να παντρευτεί τη δεύτερη ξαδέρφη του. Η Ραχήλ το ήξερε αυτό, αλλά η Aw Βατς όχι. Γι’ αυτή, ο Τάιλερ Λη ενσάρκωνε τους ήρω-ες που έβλεπε το σαββατόβραδο στον κινηματογράφο. Ήταν το πιο όμορφο αγόρι που είχε δει στη ζωή της, πολύ πιο όμορφο από τους αδέξιους, ανιαρούς συμμαθητές της. Ήταν κι επικίνδυνος, πράγμα που τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό. Οδηγούσε μια μοτοσικλέτα που είχε συναρμολογήσει από διάφορα εξαρτήματα τα οποία μάζευε στις περιπλανήσεις τους κι είχε απόλυτη συναίσθηση των αντιδράσεων που προκαλούσε όταν κοίταζε κάποιο κορίτσι μ’ εκείνα τα σκοτεινά λάγνα μάτια του. Μόλο που η Ανν Βατς δεν το ήξερε, ο Τάιλερ την περιφρονού-σε, όπως περιφρονούσε όλες τις λευκές που τον ποθούσαν και η Ανν δεν ήταν η πρώτη. Ο Τάιλερ είχε πρωτοανακαλύψει τη δύνα-μη της γοητείας του στα δεκατέσσερά του χρόνια. Έχασε την παρθενιά του από μια τριαντάρα νοικοκυρά στο Νόρφολκ, ανταλλάσ-σοντάς τη μ’ ένα μηχανάκι κι αρκετά χρήματα για ν’ αγοράσει δερμάτινο μπουφάν. Στη συνέχεια ακολούθησαν τόσες νοικοκυρές και Aw Βατς, που ο Τάιλερ Λη έχασε το λογαριασμό. Η Aw Βατς θα έσβηνε πολύ σύντομα από τη μνήμη του. Τώρα τριβόταν προκλητικά πάνω του, απολαμβάνοντας τις ρυθμικές κινήσεις των γοφών του. Ο Τάιλερ ήταν ο τρίτος στον οποίο τα έδινε όλα, και η Aw σκεφτόταν ήδη τι θα έλεγε στις φίλες της. Της άρεσε το έκπληκτο, σοκαρισμένο ύφος τους όταν άκουγαν τις εκμυστηρεύσεις της. Ήταν όλες μικρότερές της και παρθένες. Με την άκρη του ματιού της είδε τη Ραχήλ να προσπερνά και ξίνισε τα μούτρα της. Της έδινε στα νεύρα η περήφανη περπατησιά του κοριτσιού, που φερόταν λες και δεν υπήρχε καλύτερή της σε όλο τον κόσμο. Μα ποια νόμιζε πως ήταν; Όλοι ήξεραν πως οι Τσιγγάνοι ήταν κλεφταράδες και δεν πλένονταν ποτέ. Η Ανν μπανιαριζόταν μια φορά τη βδομάδα στο λουτρό που μόλις είχαν εγκαταστήσει στο πλυσταριό τους. Το σπίτι τους ήταν το μοναδικό στη γειτονιά που είχε μέσα το αποχωρητήριο. Ο πατέρας της ήταν αρχιεργάτης σε μια από τις λιγοστές


φάμπρικες που λειτουργούσαν ακόμα και η μητέρα της κρατούσε την καντίνα του εργοστασίου. Η Ανν ήταν μοναχοπαίδι. Η κυρία Βατς κοκορευόταν πως η κορούλα της θα παντρευόταν μικρή μικρή. Ήταν τόσο όμορφη, που όλα τ’ αγόρια την κυνηγούσαν. Ο Τάιλερ, νιώθοντας πως είχε περισπαστεί η προσοχή της, την κόλλησε πάνω στον πέτρινο τοίχο πιέζοντας σταθερά τους ανοιχτούς μηρούς της και ρώτησε επιτακτικά: «Τι κοιτάς;» «Αυτήν τη Ραχήλ Λη». Η Ανν είδε το ύφος που πήρε ο Τάιλερ και κατάλαβε πως ούτε κι αυτός χώνευε τη Ραχήλ. «Τι τρέχει;» τον ρώτησε περίεργα. «Τι έχεις εναντίον της;» «Η μάνα της ήταν φόνισσα», της είπε ο Τάιλερ. Κανείς στη φυλή δε μιλούσε για τη μητέρα της Ραχήλ, αλλά όλοι ήξεραν την ιστορία. Τα μάτια της Ανν άστραψαν μοχθηρά. Πάντα διαισθανόταν ότι υπήρχε κάτι αλλόκοτο σ’ αυτό το κορίτσι. Πω, πω, γλέντι που ’χε να γίνει όταν το έλεγε στο σχολείο! Ο Τάιλερ τρίφτηκε επίμονα πάνω της και ύστερα της σήκωσε το φουστάνι και κατέβασε το παντελόνι του. Η Ραχήλ ξεχάστηκε... αλλά όχι για πολύ. Η Ραχήλ κατάλαβε αμέσως μόλις μπήκε στην αυλή του σχολείου ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι οξυμένες στον κίνδυνο αισθήσεις της έπιασαν αμέσως τη δυσοίωνη σιωπή που έπεσε μόλις πάτησε το πόδι της στο προαύλιο. Εκείνη, όμως, χωρίς να κοιτάξει ούτε δεξιά ούτε αριστερά, βάδισε προς την αίθουσα. Η Ανν Βατς περίμενε να φτάσει κοντά της πριν ρίξει την... πρώτη βολή. «Ποιανής η μάνα ήταν φόνισσα;» ρώτησε τραγουδιστά κι αμέσως έπιασαν το σκοπό οι φίλες της κι αντιλάλησε όλο το προαύλιο. Η Ραχήλ είχε μάθει πια την ιστορία της γέννησής της και ήταν πολύ ευαίσθητη σ’ αυτό το θέμα. Χιορίς να το σκεφτεί, έδωσε ένα δυνατό σκαμπίλι στην Ανν και της άνοιξε τη μύτη. Τ’ αγόρια, σαν κυνηγόσκυλα που οσμίζονται το αίμα της αλεπούς, ξεχύθηκαν κραυγάζοντας πάνω στη Ραχήλ. Χρειάστηκαν τέσσερις δάσκαλοι να χωρίσουν τα παιδιά κι όταν τράβηξαν τη Ραχήλ από τα χέρια τους είχε σπασμένη την κλείδα και τρία πλευρά. Παρά τις ερωτήσεις των δασκάλων και της αστυνομίας, το κορίτσι αρνήθηκε ν’ αποκαλύψει την αιτία του καβγά. Ο διοικητής ήταν νέος και καινούριος στην περιοχή· δυσκολευόταν να καταλάβει τη σκληρότητα των κατοίκων της κοιλάδας. Και στα δικά του μέρη υπήρχε φτώχεια, αλλά ήταν μια φτώχεια αλλιώτικη από τούτη δω, όπως ήταν αλλιώτικοι και οι άνθρωποι. Μέσα του λυπόταν την τσιγγανοπούλα, αλλά το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τα αισθή-ματά του όταν την ανέκρινε. Έδειχνε τελείως μόνη κι εγκαταλειμμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου κι ο αστυνομικός υποπτευόταν πως οι νοσοκόμες δεν της φέρονταν με μεγαλύτερη συμπάθεια απ’ όση οι συμμαθητές της. Μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν για τη Ραχήλ. Πρώτα πρόσεξε την αλλαγή της γιαγιάς της. Η Ναόμι είχε γεράσει και στο πρόσωπό της παρουσιάστηκαν καινούριες ρυτίδες που μόνο ο σωματικός πόνος μπορούσε να προκαλέσει. Για πρώτη φορά στη ζωή της η Ραχήλ άρχισε να φοβάται πως θα έμενε τελείως μόνη. Τι θα γινόταν αν πέθαινε η γιαγιά της; Η φυλή δεν την ήθελε. Θα την έκλειναν σε ορφανοτροφείο; Το μόνο που ήξερε γι’ αυτά τα ιδρύματα ήταν πως τα επέσειαν σαν απειλή στ’ άτακτα τσιγ-γανοπούλα. Στο μυαλό της το ορφανοτροφείο είχε ταυτιστεί με φυλακή και με τόπο τιμωρίας. Έβλεπε τη γιαγιά της ν’ αργολιώνει μέρα με τη μέρα. Μερικές φορές, όταν νόμιζε ότι δεν την κοίταζε κανείς, η Ναόμι έτριβε το στήθος της. Η Ραχήλ ήξερε ότι πονούσε αφόρητα. Ήξερε ακόμα ότι τις νύχτες, για να κοιμηθεί, έπινε αφιόνι. Η Ραχήλ φοβόταν, αλλά έκρυβε το φόβο της όπως και όλα τ’ άλλα συναισθήματά της. Η Ναόμι ήξερε πως οι μέρες της ήταν μετρημένες. Ένας επίμονος πόνος σιγότρωγε το κορμί της, ένας πόνος που ξεκινούσε από το γρουμπούλι που είχε βγάλει στο στήθος. Θα πέθαινε, κι όταν ερχόταν εκείνη η ώρα τι θα γινόταν η Ραχήλ;


Έφτασε ο χειμώνας και η φυλή μετακινήθηκε πάλι προς βορρά. Αυτή τη φορά δεν κατασκήνωσε στη μοιραία κοιλάδα του Μακγκρέγκορ αλλά σ’ ένα χερσότοπο, έξω από μια κωμόπολη. Εκεί που κάποτε οι Τσιγγάνοι ενέπνεαν σεβασμό και φόβο, τώρα γίνονταν δεκτοί με απροκάλυπτη καταφρόνια. Οι κάτοικοι της πόλης τούς φώναζαν «παλιοκλέφτες» και η Ραχήλ ένιωθε πολύ άσχημα από τον τρόπο που τους κοίταζαν. Ποτέ δεν ήταν τόσο μόνη, τόσο αποδιωγμένη. Δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει. Η Ναόμι πέθαινε, αλλά η Ραχήλ πίστευε πως θα γινόταν κάποιο θαύμα και η γιαγιά της θα ξανάβρισκε την υγεία της. Περνούσε ατέλειωτες ώρες ψάχνοντας σπάνια βότανα που θα τη θεράπευαν. Έβγαζε την μπουκιά από το στόμα για να της τη δώσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα· η Ναόμι ήταν καταδικασμένη. Η Ραχήλ ήταν δεκαπέντε χρονών εκείνη την άνοιξη που σταμάτησαν πάλι στο βορρά για τα πανηγύρια της Πεντηκοστής. Η Aw Βατς πήγαινε ακόμα σχολείο, αλλά τώρα ήταν τελειόφοιτη. Η εφηβική της στρουμπουλάδα είχε γίνει ακαλαίσθητο πάχος. Όταν η Ραχήλ εμφανίστηκε στο σχολείο, την κοίταξε με κακία. «Τι βλέπω! Μας ξανακουβαλήθηκαν οι Τσιγγάνοι!» σάρκασε αποφεύγοντας να πλησιάσει τη Ραχήλ. «Γι’ αυτό μου ήρθε μια μπόχα!» Αγνοώντας τα γέλια και τις κοροϊδίες, η Ραχήλ, με το κεφάλι ψηλά, μπήκε στην τάξη. Όσο αντιπαθούσε τους συμμαθητές της, τόσο της άρεσε η γαλήνια σιωπή της αίθουσας διδασκαλίας. Μέσα της είχε μεγάλη δίψα για μάθηση, αλλά όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθούσε τα μαθήματα περιστασιακό και δεν είχε μάθει σχεδόν τίποτα. Για τους δασκάλους της δεν ήταν παρά ένα ακόμα τσιγγανό-πουλο που θα έφευγε πριν προλάβει να πάρει τις βάσεις. Γνώριζε ανάγνωση, γραφή και απλές προσθέσεις, δηλαδή όσα και τα περισσότερα παιδιά που αποφοιτούσαν από σχολεία τέτοιων υποβαθμισμένων περιοχών. Βρίσκονταν στην κοιλάδα μια βδομάδα σχεδόν, όταν ένα απόγευμα η Ραχήλ κατάλαβε από διαίσθηση πως η Ναόμι τη χρειαζόταν. Μόλις έγινε διάλειμμα, έφυγε τρέχοντας από το σχολείο και κόβοντας δρόμο από το μονοπάτι, δίπλα στο κανάλι, κατευ-θύνθηκε στον καταυλισμό. Έβαλε στα πόδια της φτερά κι έφτασε ξέπνοη, λαχανιασμένη. Ήταν η πρώτη φορά που ένκυθε τη μυστηριώδη έκτη αίσθηση που διέθεταν όλες οι γυναίκες της οικο-γένειάς της. Όπως το περίμενε, βρήκε τη γιαγιά της ετοιμοθάνατη. Η Ναόμι την αναγνώρισε και της έπιασε το χέρι. Την απασχολούσε το μέλλον αυτού του παιδιού που δεν ήταν ούτε Τσιγγάνα ούτε λευκή. Την τράβηξε κοντά της και της ψιθύρισε στο αυτί πού είχε κρύψει το μικρό κομπόδεμα που μάζευε από τότε που κατάλαβε πως ήταν άρρωστη. Προόριζε τα χρήματα για ένα συγκεκριμένο σκοπό και τώρα είπε στη Ραχήλ τι έπρεπε να κάνει. «Πρέπει να φύγεις πριν... πριν πεθάνω. Να παριστάνεις πως είσαι μεγαλύτερη από την πραγματική σου ηλικία. Να βρεις μια δουλειά και να ζήσεις σαν λευκή, Ραχήλ. Η τσιγγάνικη ζωή δεν είναι για σένα και δε θα ήθελα να καταλήξεις πόρνη. Έχε την ευχή μου, παιδί μου». Καθώς έσπρωχνε πέρα τη Ραχήλ, καυτά δάκρυα έπεσαν στα παγωμένα χέρια της. Η κοπέλα έχανε το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που την αγαπούσε, αλλά, αν έμενε, η φυλή θα την έδιωχνε και οι Αρχές θα την έκλειναν σε ορφανοτροφείο. Η Ναόμι είχε δίκιο· έπρεπε να φύγει. Κλαίγοντας με λυγμούς, η Ραχήλ βρήκε το μικρό κομπόδεμα. Έσκυψε και φίλησε τη Ναόμι στο μάγουλο, μουρμουρίζοντας τα λόγια του αποχαιρετισμού. Δε θα έμενε να δει τη νεκρώσιμη πυρά της γιαγιάς της, να ευχηθεί στο πνεύμα της καλό ταξίδι. Η Ναόμι άνοιξε τα μάτια και είδε την αβέβαιη έκφραση της εγ-γονής της. Με τις τελευταίες δυνάμεις που της είχαν απομείνει, πήρε το χέρι της Ραχήλ στα δικά της. «Πήγαινε... πήγαινε, παιδί μου, κι έχε την ευχή μου... Φύγε γρήγορα». * Από τη στιγμή που έμαθε να διαβάζει, η Ραχήλ κατάλαβε πως η μόρφωση είναι ο μόνος δρόμος σωτηρίας από τη φτώχεια. Έτσι, τώρα την τράβηξε, όπως και αμέτρητους άλλους πριν από αυτήν, η Οξφόρδη με τα ψηλά καμπαναριά της. Είχαν περάσει με τη φυλή πολλές φορές από κει. Είχε διαβάσει τι ήταν αυτή η πόλη, αλλά είχε πλήρη άγνοια για τα ταμπού και τις προκαταλήψεις που επικρατούσαν, και ήταν τόσο ισχυρά όσο και της φυλής της.


Η Ραχήλ έφτασε στην Οξφόρδη στα τέλη του καλοκαιριού του 1977, στα δεκαεφτά της χρόνια. Ταξίδεψε με τα πόδια, ακολουθώντας παλιά τσιγγάνικα μονοπάτια· αβγάταινε τα χρήματα που της είχε δώσει η γιαγιά της κάνοντας περιστασιακό μεροκάματα καθ’ οδόν, κυρίως σε αγροκτήματα τα οποία διάλεγε προσεκτικά, ώστε να είναι σίγουρη ότι θα την πάρει υπό την προστασία της η σύζυγος του αγρότη. Η Ραχήλ είχε μάθει αρκετά για το αντρικό φύλο στη σύντομη ζωή της και φυλαγόταν να μην πέσει στην εξουσία κάποιου άντρα. Θυμόταν ακόμα τη μισητή αίσθηση των αντρικών χεριών και ήξερε ότι η φυλή έδιωξε τη μητέρα της εξαιτίας κάποιου άντρα. Γι’ αυτό απέφευγε τ’ αρσενικά κάθε τάξης και ηλικίας. Όταν έφτασε στην Οξφόρδη, είχε αυξήσει το μικρό της κομπόδεμα σε διακόσιες λίρες, που τις είχε σ’ ένα δερμάτινο σακουλάκι δεμένο κάτω από τη φούστα της. Τα ρούχα τής έρχονταν μικρά και ήταν κουρελιασμένα. Το ντύσιμό της συμπλήρωναν μερικά ετερόκλητα αποφόρια που της έδωσαν σπλαχνικές αγρότισσες. Ο οίκτος τους, που κάποτε θα την έθιγε, τώρα γινόταν δεκτός μ’ ένα αχνό χαμόγελο ευγνωμοσύνης, γιατί η Ραχήλ άρχιζε να συνειδητοποιεί για πρώτη φορά στη ζωή της τη δύναμη της ελευθερίας. Της έλειπε βέβαια η γιαγιά της, αλλά δε νοσταλγούσε διόλου την καταπίεση και την αποδοκιμασία της φυλής της, ούτε την περιφρόνηση και την αντιπάθεια των κατοίκων των πόλεων όπου έστηναν τα τσαντίρια τους. Τώρα ήταν διαφορετικά· ένιωθε και η ίδια διαφορετικά, γιατί δεν τη συνόδευε η βαριά ρετσινιά της γύφτισσας. Σιγά σιγά λοιπόν αποκτούσε συνείδηση της ελευθερίας της, της δυνατότητας να διαλέγει η ίδια τι θα κάνει. Στ’ αγροκτήματα που σταματούσε να δουλέψει τη θεωρούσαν σαν μια ακόμα από τους πολλούς εφήβους που έβγαζαν το χαρτζιλίκι τους κάνοντας το καλοκαίρι μεροκάματα στα χωράφια· οι Τσιγγάνοι δεν ταξιδεύουν ποτέ μόνοι· και με το χλομό δέρμα και τα σκουροκόκκι-να μαλλιά της δεν ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς πως ανήκε στη φυλή. Ήταν δουλευταρού και κέρδιζε αμέσως τη συμπάθεια της γυναίκας του αφεντικού. Δεν την έμελλε τι δουλειά την έβαζαν να κάνει, αρκεί να μην είχε πολλά πάρε δώσε με τ’ αρσενικά μέλη του νοικοκυριού, πράγμα που μετρούσε κι αυτό στα συν της. Αρκετές φορές της ζήτησαν να μείνει, αλλά εκείνη είχε αρχίσει να σκέφτεται πως μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω στη ζωή από εργάτρια ή δουλικό. Στην πλούσια περιοχή του Τσέσιρ εργάστηκε για λίγο σ’ ένα αγρόκτημα όπου τ’ αφεντικά της της παραχώρησαν το παλιό δωμάτιο της παντρεμένης κόρης τους, το οποίο διέθετε μέχρι και τηλεόραση. Φυσικά, αρκετά μέλη της φυλής είχαν τηλεόραση αλλά όχι η γιαγιά της. Η Ραχήλ περνούσε τις ελεύθερες ώρες της ρουφιο-ντας γνώσεις από τούτη την καινούρια πηγή σαν έρημος που δέχεται τη ζωογόνο βροχή. Παρακολουθούσε όλα τα προγράμματα -εκπαιδευτικά, πολιτικά, κινούμενα σχέδια, αμερικάνικα αστυνομικά σίριαλ. Και με αυτά που έβλεπε βεβαιωνόταν πως υπήρχε κι ένας άλλος κόσμος, κι ένας άλλος τρόπος ζωής. Θυμόταν που η γιαγιά της της έλεγε πως η μόρφωση είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες και τώρα την πίστευε. Πώς θα μορφωνόταν όμως; Γιατί η Ραχήλ είχε βάλει πια ένα στόχο στη ζωή της. Ήθελε να γίνει σαν τις γυναίκες που έβλεπε στην τηλεόραση: καλλιεργημένη, θελκτική... άξια ν’ αγαπηθεί. Εκείνες πώς τα κατάφεραν; Δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της τέτοιες γυναίκες, με τα ξανθά τους μαλλιά και τα όμορφα πρόσωπά τους -και τα κομψά ρούχα τους. Μέχρι τότε τα ρούχα ήταν για τη Ραχήλ μέσο προστασίας από τις καιρικές συνθήκες· βλέποντας αυτές τις κοπέλες με τα όμορφα ρούχα, λαχταρούσε να ντυθεί κι αυτή έτσι μια μέρα. Όταν δε δούλευε, περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της εξερευνώ-ντας τις πόλεις από τις οποίες διάβαινε κατηφορίζοντας προς νότο. Χάζευε με ορθάνοιχτα μάτια τις βιτρίνες και γρήγορα βρήκε το κουράγιο να διαβεί τις γυάλινες πόρτες ενός καταστήματος. Ίσως η πωλήτρια που την εξυπηρέτησε να σοκαρίστηκε από την ελεεινή κατάσταση των ρούχων της ή ν’ απόρησε που η Ραχήλ δεν ήξερε το νούμερό της· ό,τι κι αν ένιωσε, ωστόσο, το κράτησε για τον εαυτό της. Η Ραχήλ ξόδεψε με σύνεση τα λεφτά της. Ήξερε τι ακριβώς ήθελε. Όταν βγήκε από το μαγαζί και πήρε τυχαία το μάτι της το είδωλό της σε μια τζαμαρία, κοκάλωσε κατάπληκτη από την καινούρια της εμφάνιση. Δεν έδειχνε πια αλλιώτικη... φτωχή. Ήταν κι αυτή όπως όλος ο κόσμος. Έριξε ολόγυρα μια ματιά να βεβαιωθεί κι είδε τα κοριτσόπου-λα, ντυμένα απλά και νεανικά σαν την ίδια, να περπατούν, να γελούν, να φλερτάρουν. Τώρα ήταν κι εκείνη ένα από αυτά τα κορίτσια. Χαμήλωσε το βλέμμα στο τζιν της -η γιαγιά της δεν ενέκρι-νε τα παντελόνια στα κορίτσια- κι άγγιξε το μπλουζάκι της. Το καινούριο ύφασμα ήταν ευχάριστα αισθησιακό στην αφή. Ήταν υπέροχο να ξέρει πως δεν είχε φορέσει κανείς άλλος αυτά τα ρούχα, ότι ήταν δικά της και μόνο δικά της. Όταν η Ραχήλ έφτασε στην Οξφόρδη, η μεταμόρφωσή της ήταν σχεδόν τέλεια. Είχε βγάλει τα τσιγγάνικα σκουλαρίκια και στην ομιλία της δεν είχαν απομείνει παρά κάποια ίχνη της τσιγγά-νίκης προφοράς. Ήταν ντυμένη όπως όλες οι τινέιτζερ και


καμάρωνε για την πρωτόφαντη αυτοπεποίθηση που είχε αποκτήσει. Η Οξφόρδη την τραβούσε σαν μαγνήτης. Είχε παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα γι’ αυτή στην τηλεόραση, που φούντωσε ακόμα περισσότερο την επιθυμία της να βρεθεί εκεί. Έφτασε λίγο πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Η πόλη ήταν ακόμα άδεια από φοιτητές· τα ποδήλατα, που αργότερα θα γέμιζαν όλους τους δρόμους, κυκλοφορούσαν τώρα σποραδικά, τα παμπ και οι ντίσκο που σύχναζαν οι νέοι ήταν έρημα ακόμα. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών η Οξφόρδη ανήκε στους κατοίκους της και τους τουρίστες, Αμερικανούς κυρίως, που έρχονταν να σεργιανίσουν στα κολέγια και να γνωρίσουν τις ιδιορρυθμίες τούτου του παμπάλαιου λίκνου της μάθησης. Η Ραχήλ βρήκε σχετικά εύκολα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο, αλλά δεν πλήρωναν καλά όπως στ’ αγροκτήματα και η δουλειά ήταν σκληρή. Οι περισσότερες άλλες καμαριέρες ήταν αλλοδαπές· μια Ιρλανδέζα, με τόσο βαριά προφορά που δυσκολευόσουν να την καταλάβεις όταν μιλούσε, της έκανε φιλικά ανοίγματα και πριν περάσει μια βδομάδα η Ραχήλ είχε τακτοποιηθεί μια χαρά. Μια μέρα παραπονέθηκε στην Μπερναντέτ για τη χαμηλή αμοιβή τους και η Ιρλανδέζα της χαμογέλασε. «Γιατί δεν κάνεις ό,τι κι εγώ; Να βρεις δουλειά σε κανένα παμπ το βραδάκι; Εκεί που εργάζομαι εγώ ζητάνε μια κοπέλα. Θέλεις να σε συστήσω;» Η Ραχήλ συμφώνησε. Μόλο που το ξενοδοχείο πρόσφερε στέγη και τροφή στους εργαζομένους, τα γεύματα ήταν φτωχά και η Ραχήλ ένιωθε σχεδόν μόνιμα πεινασμένη. Έπιασε δουλειά στο παμπ όπου δούλευε η Μπερναντέτ. Ιδιοκτήτης ήταν ένας κεφάτος χοντρούλης που πλησίαζε τα πενήντα, με δυο κόρες που έλειπαν για σπουδές και μια σύζυγο που επιτηρούσε άγρυπνα όσες γκαρσόνες παραήταν τσαχπίνες. Η κοπέλα περνούσε την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής της. Όταν όμως ρώτησε δειλά την Μπερναντέτ πώς θα μπορούσε να γίνει συνδρομήτρια σε μια δανειστική βιβλιοθήκη, ο κοιτώνας που μοιράζονταν με τις υπόλοιπες καμαριέρες αντήχησε από τα δυνατά γέλια της Ιρλανδέζας. «Τι έκανε, λέει; Θέλεις να γραφτείς συνδρομήτρια σε βιβλιοθήκη; Γιατί, βρε παιδάκι μου; Ένα όμορφο κορίτσι σαν εσένα μπορεί να μάθει ό,τι χρειάζεται από τους άντρες!» Η Ραχήλ είχε καταλάβει από την αρχή ότι η Μπερναντέτ ήταν ζωηρούλα, αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιούσε το χάσμα που τις χώριζε. Για πρώτη φορά από τότε που έφυγε νοστάλγησε τη φυλή της. Στο κάτω κάτω ήταν ο λαός της. Όταν της πρότεινε η φίλη της να πάνε σε ντίσκο, αρνήθηκε. «Τόσο το καλύτερο... Έτσι, τ’ αγόρια θ’ ασχολούνται μόνο μ’ εμένα». Και, τινάζοντας πίσω τα μαύρα μαλλιά της, βγήκε από το δωμάτιο. Η Ραχήλ κατάλαβε ότι την πρόσβαλε με την άρνησή της. Ευτυχώς η Μπερναντέτ ήταν κυκλοθυμική και καλόψυχη. Την άλλη μέρα το πρωί είχε ξαναβρεί το γνωστό διαχυτικό εαυτό της και φλυαρούσε ακατάπαυστα για το αγόρι που γνώρισε το περασμένο βράδυ καθώς δούλευαν με τη Ραχήλ. «Μακριά από το δωμάτιο δέκα», προειδοποίησε τη Ραχήλ. «Η Χέλγκα, η Γερμανίδα, μου είπε ότι σήμερα το πρωί που πήγε να συγυρίσει βγήκε ολόγυμνος από το μπάνιο και της ζήτησε να του τρίψει την πλάτη! Κι είναι πενήντα χρονών ο πορνόγερος... και παντρεμένος! Μάλιστα, είχε μείνει κάποτε στο ξενοδοχείο με τη γυναίκα του...» Όλες οι καμαριέρες κουτσομπόλευαν, αν και η Ραχήλ απέφευγε τα πολλά πολλά με τις άλλες κοπέλες. Ήταν ασυνήθιστη σε τόσες οικειότητες και τις αντιμετώπιζε επιφυλακτικά, περιμένοντας υποσυνείδητα ν’ αλλάξει άξαφνα η συμπεριφορά των συναδέλφων της και να στραφούν εναντίον της. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τι είχε τραβήξει στο σχολείο. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά, τώρα δεν ήταν το γυφτάκι που το είχαν όλοι του κλότσου και του μπάτσου αλλά ένα κορίτσι όπως όλα τ’ άλλα. Ήταν ωραίο πράγμα να είσαι νέος τη δεκαετία του εβδομήντα· ο κόσμος ήταν γεμάτος αισιοδοξία και οι μεγάλοι παραχάιδευαν τη νεολαία. Το να είσαι νέος σήμαινε ότι κρατούσες όλο τον κόσμο στα χέρια σου. Η Ραχήλ γνώρισε πολλά νέα παιδιά που, όπως κι εκείνη, αγαπούσαν την ελευθερία τους, αλλά αυτοί είχαν ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Έρχονταν στο παμπ φορώντας ξεθωριασμένα τζιν και φορτωμένοι τα σακίδια στην πλάτη, τ’ αγόρια ξερακιανά και μουσάτα, τα κορίτσια τους με μακριά μαλλιά και λαμπερά μάτια, κι έπιναν μπίρα κι έλεγαν ιστορίες από το Κατμα-ντού κι άλλα εξωτικά μέρη. Η


Ραχήλ διάβαζε τα περιοδικά που άφηναν στο μαγαζί οι πελάτες και δεν άργησε να μάθει πως ζούσε σε μια εποχή σχεδόν μαγική. Καθώς το καλοκαίρι ξεψυχούσε κι έμπαινε το φθινόπωρο, φέρνοντας μια αχνή ομίχλη πάνω από το ποτάμι την αυγή, η Οξφόρδη άρχισε σιγά σιγά να ζωντανεύει. Η πόλη πλημμύρισε φοιτητές που έφταναν κατά κύματα κι άρχισε να ξυπνά από τον καλοκαιρινό της λήθαργο. Οι τουρίστες έφευγαν και τα καταλύματά τους τα έπιαναν οι πρωτοετείς. Όταν άρχισε το πρώτο εξάμηνο, η ζωή στην πόλη είχε αλλάξει εντελώς παίρνοντας ένα γρήγορο, πυρετικό ρυθμό. Η Μπερναντέτ ήταν κατενθουσιασμένη. «Τώρα θα βρούμε κανένα αγόρι της προκοπής», υποσχέθηκε ένα πρωί στη Ραχήλ, καθώς τελείωναν τη δουλειά τους. «Περίμενε και θα δεις!» Ήταν αδύνατο να μην επηρεαστεί κάποιος απ’ αυτή τη γεμάτη έξαψη και παλμό ατμόσφαιρα. Η Ραχήλ ένιωθε να τη διαπερνά ως το μεδούλι. Κάθε νύχτα σχεδόν το παμπ κατακλυζόταν από νέους με ξεβαμμένα τζιν, φουλάρια με τα χρώματα του πανεπιστημίου τυλιγμένα στο λαιμό και μαλλιά μακριά ως τους ώμους. Μιλούσαν με κάθε είδους προφορά, αλλά πάντα με το γνωστό επιτηδευμένο φοιτητικό στυλ· ήταν η αφρόκρεμα, η jeunesse dore, και το ήξεραν. Μερικά από τα πιο συντηρητικά κολέγια απαιτούσαν άδεια για να επιτρέψουν την οδήγηση αυτοκινήτου κι έτσι η πλειοψηφία των σπουδαστών χρησιμοποιούσε τα παραδοσιακά ποδήλατα. Η Ραχήλ αναγκάστηκε να σαλτάρει στο πεζοδρόμιο για να μην τη χτυπήσει ένα από αυτά κάποιο απόγευμα που πήγαινε φουριόζα στη δουλειά της. Άκουσε πίσω της μια κραυγή κι ένα «μπουμ» και γυρνώντας είδε ένα σύμπλεγμα από ρόδες και πόδια. Ενεργώντας ενστικτωδώς ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια, όταν τη σταμάτησε μια παρακλητική φωνή. «Έι, στάσου να μου δώσεις ένα χεράκι! Τσακίστηκαν τα κόκαλά μου!» Η φωνή ήταν καλλιεργημένη και πειρακτική -ήταν η φωνή ενός άντρα συνηθισμένου να κορτάρει και να χαριεντίζεται. Καθώς γύρισε το κεφάλι, η Ραχήλ διέκρινε ένα ξανθομαλλό κεφάλι. Δίστασε. «Έλα δω... εσύ φταις που έπεσα. Είχα χρόνια να καβαλήσω ποδήλατο κι όταν σε είδα... Πρέπει ν’ απαγορευτεί διά νόμου στα όμορφα κορίτσια να κυκλοφορούν στους ίδιους δρόμους με μαθη-τευόμενους ποδηλάτες!» Την είχε πει όμορφη αφυπνίζοντας την επιφυλακτικότητά της, ωστόσο στον τόνο του δεν υπήρχαν η προστυχιά και η καταφρόνια που της έδειχναν συνήθως οι άντρες. Κάτι την έσπρωχνε να φύγει, αλλά κάτι ακόμα πιο δυνατό κι ανεξιχνίαστο την έκανε να σταθεί. Τον πλησίασε αργά και στάθηκε μπροστά του. Εκείνος έσπρωξε το ποδήλατο και σηκώθηκε όρθιος. Ήταν ψηλός, πάνω από ένα κι ενενήντα, με ξανθά μαλλιά ως τους ώμους και τα πιο γαλάζια μάτια που είχε δει στη ζωή της η Ραχήλ -μάτια που θαρρείς και χαμογελούσαν πάντα. Και, πραγματικά, της χαμογελούσε πλατιά καθώς τίναζε τις σκόνες από πάνω του. «Να πάρει ο διάβολος! Πρέπει να χάλασε η μπροστινή ρόδα. Για να μάθω να χαζεύω τα ωραία κορίτσια!» Πήγε να κάνει ένα βήμα και μόρφασε. «Εκτός από τη ρόδα, στραμπούλιζα και τον αστράγαλο. Μένω εδώ κοντά... Αν μου δώσεις ένα χεράκι, θα τα καταφέρω να φτάσω ως το δωμάτιό μου». Σε κάθε άλλη περίπτωση η Ραχήλ θα είχε αντιδράσει αρνητικά, βλέποντας πως εκείνος το ’χε σίγουρο ότι ήταν πρόθυμη να τον βοηθήσει, αλλά, για κάποιον άγνωστο λόγο, ανταποκρίθηκε στο χαμόγελό του και τον πλησίασε. «Θα στηριχτώ πάνω σου...» Την αγκάλιασε από τους ώμους. Το μπράτσο του ήταν λεπτό αλλά μυώδες και η αντρική μυρωδιά του κορμιού του ανακατευόταν με την οσμή του μάλλινου πουλόβερ του. Της χαμογέλασε πάλι και τα δόντια του άστραψαν κατάλευκα στο ηλιοκαμένο πρόσωπό του. Η κοπέλα ένιωσε τη διάθεση να τον χαϊδέψει. Σοκαρι-σμένη από την αντίδρασή της, βιάστηκε να χαμηλώσει το βλέμμα. Δεν έμοιαζε με κανένα παλικάρι απ’ όσα είχε γνωρίσει. Είχε πάνω του κάτι που την τραβούσε. Κοίταξε το χέρι του που αναπαυόταν στον ώμο της. Τα δάχτυλά του ήταν μακριά, τα νύχια φροντισμένα.


«Κατάπιες τη γλώσσα σου;» τη ρώτησε και της χάρισε άλλο ένα χαμόγελο. Η Ραχήλ κούνησε το κεφάλι. Εξαιτίας του θα καθυστερούσε στη δουλειά, αλλά δεν την έμελλε. Είπε πως έμενε κάπου εκεί κοντά, αλλά στην πραγματικότητα η απόσταση ήταν γύρω στα οχτακόσια μέτρα. Η Ραχήλ κοίταξε με δέος το παλιό κτιριακό σύμπλεγμα που στέγαζε το κολέγιό του. Το είχε εξερευνήσει το καλοκαίρι, συνδυάζοντας τους περιπάτους της με τις γνώσεις που αποκτούσε από τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης. Η γυναίκα του ταβερνιάρη τής είχε εξηγήσει πώς να γραφτεί μέλος της βιβλιοθήκης. Τώρα άγγιξε τις τραχιές πέτρες καθώς έστριψαν στη γωνία και μπήκαν στο προαύλιο. «Το προαύλιο του Θωμά», παρατήρησε κεφάτα ο σύντροφός της κοιτώντας τη λοξά. Η Ραχήλ απλώς χαμογέλασε. Ήξερε όλη την ιστορία του Κολεγίου της Χριστιανικής Εκκλησίας· το είχε ιδρύσει ο καρδινάλιος Γούλσεϊ, τέσσερα χρόνια πριν πέσει στη δυσμένεια του Ερρίκου Η'. Ο Κρίστοφερ Ρεν έχτισε τον πύργο πάνω από την πύλη του Γούλσεϊ και ο Θωμάς ο Μέγας το καμπαναριό, το 1682. «Έλα, το δωμάτιό μου είναι από δω». Οι ώμοι της είχαν πιαστεί από το βάρος του, αλλά ούτε που της πέρασε από το μυαλό ν’ αρνηθεί να τον ακολουθήσει. Στις καλοκαιρινές διακοπές είχε μάθει ν’ αποκρούει μ’ επιτυχία τις ερωτο-τροπίες των θαμώνων του παμπ, αλλά τόσο η Μπερναντέτ όσο και η γυναίκα του αφεντικού την είχαν προειδοποιήσει ότι οι φοιτητές της Οξφόρδης φημίζονταν για την επιμονή τους. «Λες και δεν έχουν άλλη δουλειά παρά μόνο να παρασύρουν τα κορίτσια στο κρεβάτι τους», είχε σαρκάσει περιφρονητικά η Μπερναντέτ. Η Μπερναντέτ και οι άλλες καμαριέρες όμως την είχαν μάθει να μην είναι τόσο ακοινώνητη. Τώρα, όταν δούλευε, συχνά σιγο-μουρμούριζε κάποια τελευταία επιτυχία της ποπ. Επίσης, βαφόταν -κάτι που δεν ενέκρινε η γιαγιά της-, και γενικά υιοθετούσε σταδιακά τους τρόπους και τα φερσίματα των συνομηλίκων της. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε ότι είχε γίνει αποδεκτή επί ίσοις όροις από το περιβάλλον της και της άρεσε αυτό, αλλά ήταν από χαρακτήρα καχύποπτη. Όταν τ’ άλλα κορίτσια εξαφανίζονταν τα βραδάκια με χαρές και γέλια και δεν εμφανίζονταν παρά το πρωί, η Ραχήλ άκουγε τις ψιθυριστές εξομολογήσεις τους για τ’ αγόρια με τα οποία έβγαιναν· όταν όμως προσπαθούσε κάποιος να της κλείσει ραντεβού, η Ραχήλ τον κρατούσε σταθερά σε απόσταση. Δεν την ενδιέφεραν τ’ αγόρια και οι έρωτες· δεν είχε καιρό για τέτοια. Είχε τόσα να κάνει· ο ερχομός της στην Οξφόρδη της άνοιξε τα μάτια για όλα όσα έλειπαν από τη ζωή της. Οι φοιτητές που πηγαινοέρχονταν στους δρόμους της Οξφόρδης θα έβγαιναν μια μέρα στον κόσμο και θα γίνονταν πρόσωπα διακεκριμένα κι αξιοσέβαστα. Η Ραχήλ, που δεν είχε ξεπεράσει τις πίκρες των παιδικών της χρόνων, ήταν αποφασισμένη να μην την ξαναπληγοισει κανείς στο μέλλον. Κι ο μόνος τρόπος να το πε-τύχει αυτό ήταν να γίνει οικονομικά ανεξάρτητη. Ήταν εύστροφη και σύντομα κατάλαβε πως εκείνη δεν την ικανοποιούσαν οι στόχοι που έθεταν η Μπερναντέτ και τ’ άλλα κορίτσια. Τους αρκούσε να περνούν τις μέρες τους ανέμελα, να ξοδεύουν το μισθό τους σε λούσα και να βγαίνουν κάθε βράδυ με άλλο αγόρι. Ήταν σαν τις παπαρούνες που ανθίζουν στα καλαμπο-κοχώραφα το καλοκαίρι -όμορφες και φανταχτερές, γέρνουν από δω κι από κει με το φύσημα του ανέμου, αλλά μόλις έρθει το φθινόπωρο μαραίνονται και πεθαίνουν· δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς φιος, χωρίς ζεστασιά. «Τι λες, θα τα καταφέρεις να με ανεβάσεις στα σκαλιά;» Η Ραχήλ συνοφρυώθηκε και τον κοίταξε συλλογισμένη. Δεν ήταν ο πρώτος φοιτητής που της έδειχνε ενδιαφέρον· έπρεπε να ’χει το νου της. «Πρέπει να πηγαίνω», του είπε. «Έχω αργήσει ήδη στη δουλειά μου». «Δουλεύεις;» Το είπε με τόσο εύθυμη συγκατάβαση, που η Ραχήλ ένιωσε το δέρμα της να φλογίζεται από οργή. «Ναι», αποκρίθηκε ξερά. «Στο Κινγκς Αρμς».


«Α... ναι;» Τώρα την κοιτούσε διαφορετικά, επίμονα· και η Ραχήλ ήξερε τι περνούσε από το μυαλό του. Με το τζιν, το βαμβακερό μπλου-ζάκι και τα μακριά ως τους ώμους μαλλιά την είχε περάσει για φοιτήτρια. Τώρα που έμαθε ότι δεν ήταν την κοιτούσε μ’ έναν τρόπο που της θύμιζε τους συμμαθητές της στο σχολείο. Από το βλέμμα του έλειπε μόνο η καχυποψία, αλλά είχε δώσει τη θέση της σε μια έντονη, όλο ερωτική λαγνεία λάμψη. «Ώστε δεν είσαι φοιτήτρια». Τον κοίταξε παγερά, αδιαφορώντας για το περιπαθές βλέμμα του. «Όχι». «Πώς σε λένε; Εγώ λέγομαι Τιμ... Τιμ Γουάιλντινγκ». Η απροσδόκητη αλλαγή θέματος την αιφνιδίασε και του απάντησε χωρίς να το καταλάβει: «Ραχήλ». Τα γαλάζια μάτια του σπίθισαν. «Δε μου αρέσει... θυμίζει Βίβλο! Εγώ θα σε φωνάζω Τσιγγάνα... σου ταιριάζει πολύ». Η καρδιά της βροντοχτύπησε από φόβο, αλλά εκείνος δε φάνηκε να το καταλαβαίνει. «Έχεις τσιγγάνικη καρδιά; Εγώ ναι». Ψηλά πάνω από το κεφάλι τους άνοιξε ένα παράθυρο κι ο Τιμ πισωπάτησε για να κοιτάξει. Η Ραχήλ ακολούθησε το βλέμμα του κι είδε έναν άντρα να σκύβει στο περβάζι. Ήταν στην ίδια ηλικία πάνω κάτω με το σύντροφό της, αλλά διέφερε πολύ στην εμφάνιση. Είχε μαύρα μαλλιά, κάπως πιο κοντά από τις επιταγές της μόδας, και σγουρά σαν δαχτυλίδια. Το πρόσωπό του ήταν οστεώδες, το δέρμα του μελαψό και τα μάτια του είχαν ένα διαυγές, παγερό γκρίζο χρώμα. «Μάιλς, στραμπούλιζα τον αστράγαλο κι αυτή η ευγενική κόρη προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Θα κατέβεις να δώσεις ένα χεράκι;» Τα γκρίζα μάτια έριξαν ένα σαρδόνιο βλέμμα στο ζευγάρι κι ύστερα το μελαχρινό κεφάλι τραβήχτηκε κι έκλεισε το παράθυρο. «Ο Μάιλς Φρεντς, ο συγκάτοικός μου», εξήγησε στραβομουτσουνιάζοντας ο Τιμ Γουάιλντινγκ. «Κάπως στρυφνός για τα γούστα μου, αλλά έτσι καταντά όποιος σπουδάζει νομικά. Πολύ φλεγματικός ο δικός σου, δε χάνει με τίποτα την ψυχραιμία του, δεν ιδρώνει το αυτί του -αφασία, σου λέω». Και την έπιασε από τον καρπό εμποδίζοντάς τη να φύγει. Η Ραχήλ σκέφτηκε τα λόγια του· είχε την αίσθηση ότι ο Τιμ δεν πολυσυμπαθούσε το συγκάτοικό του και ρίγησε καθώς θυμήθηκε το ψυχρό, διαπεραστικό βλέμμα του άλλου, την αδιόρατη ειρωνεία του καθώς την περιεργαζόταν. Κάτι πάνω του την είχε τρομάξει μ’ έναν τρόπο που ποτέ δε θα κατάφερνε η λαγνεία νεαρών σαν τον Τιμ. «Αινιγματικός, που λες, ο Μάιλς μας», συνέχιζε τη φλυαρία του ο Τιμ. Έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα πακέτο τσιγάρα. «Θέλεις;» Η Ραχήλ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Τιμ έβγαλε τσιγάρο, το άναψε και της χαμογέλασε. Το χαμόγελό του την έκανε να νιώσει παράξενα· έμοιαζε με σκανταλιάρικο χερουβείμ. Μόλις ξεφύ-σηξε τον καπνό, κατάλαβε γιατί. Την τύλιξε η χαρακτηριστική μυρωδιά της μαριχουάνας. Μια άλλη καμαριέρα την είχε διαφωτίσει για την περίεργη, γλυκερή μυρωδιά που πλανιόταν στο δωμάτιο ενός πελάτη. Ήταν μια μυρωδιά που διαπότιζε αρκετά στέκια στην Οξφόρδη, και η Ραχήλ πισωπάτησε μηχανικά. Η γιαγιά της της είχε διδάξει ορισμένες από τις θεραπευτικές ιδιότητες διαφόρων φυ-tow και βοτάνων και την είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της κατάχρησής τους. Η εξώπορτα άνοιξε πριν προλάβει να κάνει κάποιο σχόλιο και την προσοχή της τράβηξε ο νέος άντρας που βάδιζε προς το μέρος τους. Ήταν ντυμένος όπως και ο Τιμ, με τζιν και βαμβακερό πουκάμισο. Η Ραχήλ πρόσεξε πως έσφιξε τα χείλη του μόλις μύρισε τη μαριχουάνα.


«Κύριε συνήγορε!» τον ειρωνεύτηκε ο Τιμ, προσέχοντας κι αυτός το μορφασμό του. «Τι σόι δικηγόρος θα γίνεις, αγαπητέ μου, αν δεν έχεις δοκιμάσει όλες τις απολαύσεις και τους κινδύνους της ζωής;» «Δε χρειάζεται να καπνίσω αυτό το πράγμα για να μάθω ότι φυραίνει το μυαλό». Η φωνή του, που ήταν πολύ πιο βαθιά από του Τιμ, παλλόταν από κοροϊδία κι ένα ίχνος θυμού. «Άντε, Τιμ, γιατί έχω και δουλειά. Σταμάτα να κάνεις φιγούρα στο κορίτσι σου και πάμε πάνω». Αγνόησε τη Ραχήλ και βοήθησε τον Τιμ ν’ ανέβει τα σκαλοπάτια της εισόδου. Η κοπέλα θύμωσε με την αδιαφορία του. Ο Τιμ στράφηκε προς το μέρος της και φώναξε πάνω από τον ώμο του: «Να μη χαθούμε, ωραία μου Τσιγγάνα!» Η Ραχήλ κίνησε να φύγει. Δεν είχε καμιά πρόθεση να τον ξα-ναδεί· ακόμα όμως κι αν τύχαινε να συναντηθούν, θα του ξεκαθάριζε πως δε σκόπευε να πλαγιάσει μαζί του. Τη δεκαετία του εβδομήντα το σεξ ήταν ελεύθερο, ένα καινούριο παιχνίδι που όλοι το δοκίμαζαν, εκείνη όμως καταγόταν από μια κοινωνία καθυστερημένη, με άτεγκτους ηθικούς κώδικες, και είχε πληρώσει σκληρά την αμυαλιά και την ελευθεριότητα των γονιών της, που έκαναν έρωτα χωρίς να σκεφτούν τις συνέπειες. Η Ραχήλ ήταν αποφασισμένη να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος. Εκείνο το βράδυ καθυστέρησε στη δουλειά. Η Μπερναντέτ την κοίταξε συνοφρυωμένη όταν πήρε θέση πίσω από το μπαρ. «Άργησες! Ο γερο-Γουέλς σε ψάχνει!» Δεν ήταν δύσκολο να βρεις δουλειά τη δεκαετία του εβδομήντα και η Ραχήλ δεν ήταν μόνο δουλευταρού αλλά κι εμφανίσιμη. Έτσι ο Τζορτζ Γουέλς, ο διευθυντής του παμπ, γρήγορα ΐης συγχώρησε τη μικρή καθυστέρηση, μόλο που το βράδυ που σχόλασαν την κράτησε λίγο παραπάνω για να κάνει έναν τελευταίο έλεγχο στα τραπέζια γι’ άδεια ποτήρια. Όταν έφυγε, ο δρόμος έξω ήταν άδειος και κατασκότεινος. Πριν προλάβει να κάνει δυο βήματα όμως, ένα χέρι την άρπαξε από τον καρπό και της κόπηκε η χολή από το φόβο. «Γεια σου, Τσιγγάνα. Επιτέλους, περιμένω τόσες ώρες να φανείς!» Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή και, γυρίζοντας, αντίκρισε τα γελαστά γαλάζια μάτια. «Πάμε κάπου να μιλήσουμε, να γνωριστούμε καλύτερα», της πρότεινε. «Θέλω να μάθω τα πάντα για σένα, ωραία μου Τσιγγάνα». Η μυρωδιά του ναρκωτικού διαπότιζε ακόμα το δέρμα του και το χέρι του έκαιγε. Η Ραχήλ ήθελε να τραβηχτεί και συνάμα κάτι την κρατούσε κοντά του. Ήταν τόσο διαφορετικός από την ίδια... Διψούσε να δει τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Ήξερε από διαίσθηση ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ότι είχε μεγαλώσει προστατευμένος από τον πλούτο. Είχε ζήσει μια ζωή που εκείνη τη γνώριζε μόνο από δεύτερο χέρι, από τα βιβλία, και ήθελε να μάθει τι ήταν αυτό που του χάριζε τόση αυτοπεποίθηση και τον έκανε ν’ αδιαφορεί για τα προβλήματα που εκείνη την ταλάνιζαν καθημερινά. Ήθελε να συζητήσει μαζί του και θυμήθηκε ότι στο δρόμο προς το ξενοδοχείο περνούσε από ένα καφενεδάκι που ήταν πάντα ανοιχτό. Εκεί θα πήγαιναν.

6 ΟΤιμ Γουάιλντινγκ δεν ήξερε τι σημαίνει να θέλεις κάτι και να μείνει ανικανοποίητη η επιθυμία σου. Γεννήθηκε περιστοιχισμένος από θηλυκά που τον λάτρευαν και μεγαλώνοντας έμαθε να θεωρεί δεδομένη την αδυναμία τους και να την εκμεταλλεύεται με τρόπο τόσο συγκαλυμμένο, που εκείνες συνέχιζαν να τον αγαπάνε και να τον κακομαθαίνουν.


Ήταν εγγονός του κόμη του Μάρτσινγκτον· η Κομητεία ανα-γόταν στην εποχή της βασίλισσας Ελισάβετ Αλ Η οικογένειά του είχε στην ιδιοκτησία της πλούσια γαιοκτήματα στο Πέμπροκσιρ και το Νορθ. Ο παππούς του ζούσε στο Ντόρσετ, σ’ ένα απέραντο σύμπλεγμα κτισμάτων κάθε είδους και ρυθμού, που οι ιδιοκτήτες του, στο πέρασμα των αιώνων, ήταν αρκετά πλούσιοι ώστε να κάνουν προσθήκες στο αρχοντικό τους ανάλογα με τα κέφια τους και την εποχή. Ο πρώτος κόμης καταγόταν από το Ντόρσετ. Ήταν ένας ναυτικός που έγινε πειρατής και στη συνέχεια ένας από τους αγαπημένους αυλικούς της βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία τον αντάμειψε για την αφοσίωσή του -και τις επιδόσεις του στο κρεβάτι, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες- δίνοντάς του για γυναίκα μια από τις πλουσιότερες προστατευόμενές της. Η προίκα που έδωσε στον άντρα της η Κέιτ Σόθεϊ ήταν μια τεράστια περιουσία που μάζεψαν οι γονείς και οι παππούδες της, καθώς και γαιοκτήματα στη Βόρεια Αγγλία. Ο Γουίλ Γουάιλντινγκ ήταν σαράντα οχτώ χρονών την εποχή του γάμου του και σύμφωνα με τις φήμες η νύφη δεν τον ήθελε με κανέναν τρόπο. Ήταν ερωτευμένη με κάποιον άλλο,, αλλά υπερί-σχυσε η θέληση της βασίλισσας και, στην πορεία, η Κέιτ χάρισε στον άντρα της ένα γιο και τρεις θυγατέρες. Ούτε ο τίτλος της κόμισσας στάθηκε ικανός να την παρηγορήσει γι’ αυτά που έχασε στη ζωή της, και στα οικογενειακά πορτραίτα παρουσιαζόταν σαν μια αγέλαστη, εύθραυστη γυναίκα, στη σκιά του γλεντζέ άντρα της. Οι απόγονοι του Γουίλ Γουάιλντινγκ ακολούθησαν το παράδειγμά του, κάνοντας πλούσιους γόμους που αβγάταιναν την περιουσία τους, με αποτέλεσμα ο τωρινός κόμης να είναι πολυεκατομ-μυριούχος. Ζούσε με την οικογένειά του στο μέγαρο Μάρτσιν-γκτον και μόλο που από το γάμο του γιου του είχαν γεννηθεί κά-μποσα παιδιά, μόνο το ένα ήταν αρσενικό. Αυτός ο μοναχογιός ήταν και μοναδικός κληρονόμος του τίτλου και της περιουσίας. Ο Τιμ είχε μεγαλώσει έχοντας απόλυτη επίγνωση του τι σήμαινε να είναι ο μοναδικός αρσενικός βλαστός της οικογένειας και ξέροντας ότι μια μέρα θα γινόταν κόμης του Μάρτσινγκτον. Από πολύ μικρός έμαθε επίσης πόσο τον είχε ευνοήσει η φύση κι εκμεταλλευόταν ασύστολα την ωραία του εμφάνιση. Στο Ίτον έγινε εραστής ενός τελειόφοιτου που ήταν διαβόητος για τ’ ανώμαλα γούστα του -μέχρι που γυάλισε σ’ έναν άλλο τελειόφοιτο, που τον πήρε για λογαριασμό του. Ο Πολ Σόμερτον ήταν τρελός και παλαβός μαζί του κι ο Τιμ έπαιζε σαδιστικά με τα αισθήματά του, απολαμβάνοντας τη δύναμή του. Δεν ένιωθε τίποτα για τον Πολ, αλλά είχε μάθει ήδη πώς να εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους με την ομορφιά και τη γοητεία του -μια ικανότητα που θα χρησιμοποιούσε σε όλη του τη ζωή με την επαγγελματική ψυχρότητα πόρνης. Το σεξ για τον Τιμ δεν ήταν παρά ένα μέσο για να υποδουλώνει τα θύματά του, και ήταν δεξιοτέχνης στον έρωτα τόσο με άντρες όσο και με γυναίκες. Η ηλικία, η εμφάνιση, η προσωπικότητα... τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τον επηρέαζε στην επιλογή ερωτικών συντρόφων, μέχρι που γνώρισε τον Σάιμον Χάρις. Ο Σάιμον ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος του και τον περνούσε μια τάξη στο Ίτον. Έμεναν σε διαφορετικά κτίρια και συναντιόνταν μόνο τυχαία, αλλά ο Τιμ, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον Σάι-μον, κατάλαβε πως ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Είχε μια δύναμη, μια γοητεία που σαγήνευε τον Τιμ, και μαθητεύοντας κοντά του έμαθε να επιλέγει προσεκτικότερα τους εραστές του. Στην Οξφόρδη, μεταξύ άλλων, είχε βάλει στο μάτι έναν επιμελητή, έναν άντρα με τεράστια επιρροή στο κολέγιο. Δεν ήταν ακόμα εραστές, αλλά ο Τιμ ήξερε πως δε θ’ αργούσαν να γίνουν. Μαζί με τον Σάιμον γελούσαν με την ευκολία που υπέκυπταν τα θύματά τους. Παρέμεναν εραστές, αλλά το σεξ ήταν μια ασήμαντη μάλλον πλευρά της σχέσης τους, κι ο Σάιμον, ξέροντας καλά τον Τιμ, καταλάβαινε ότι η ιδιοσυγκρασία του δεν ανεχόταν περιορισμούς στην ερωτική του ζωή. Άλλες φορές ο Τιμ απολάμβανε το κυνήγι και την τελική πτώση του θύματός του κι άλλες φορές πάλι διάλεγε εραστές επειδή μπορούσαν να του προσφέρουν κάτι που χρειαζόταν. Ο συγκάτοικος του Τιμ και του Σάιμον ανήκε στην πρώτη κατηγορία, αλλά, μέχρι στιγμής, δεν είχε υποκύψει. Ο Τιμ όμως δεν ανησυχούσε. Μπορούσε να περιμένει· έτσι ο τελικός θρίαμβος θα γινόταν ακόμα πιο γλυκός. Εκείνος κι ο Σάιμον μοιράζονταν το δωμάτιο με κάποιον άλλο όταν έφτασε στην Οξφόρδη ο Μάιλς, ο οποίος εγκαταστάθηκε παρά τη θέλησή του στο δωμάτιό τους όταν το αρχικό μέλος του τρίο αποβλήθηκε από τη σχολή. Ο Μάιλς υποπτευόταν ότι ο Σάιμον Χάρις είχε ενοχληθεί όσο κι ο ίδιος μ’ αυτή τη διευθέτηση κι απέφευγαν όσο μπορούσαν ο ένας τον άλλο. Ο Τιμ αντέδρασε διαφορετικά· του άρεσε να βασανίζει τον Μάιλς πετώντας του προκλητικά υπονοούμενα. Αχ, πόσο θα το απολάμβανε όταν θρυμματιζόταν η ψυχρή αινιγματική του πόζα από τη σαρωτική δύναμη του πάθους! Γιατί κάποτε θα θρυμματιζόταν. Μέχρι τώρα δεν είχε αποτύχει ποτέ. Ίσως έπρεπε να προσκα-λέσει τον Μάιλς σπίτι του στις διακοπές των Χριστουγέννων...


Σκέφτηκε τις αντιδράσεις του Σάιμον όταν μάθαινε γι’ αυτή την πρόσκληση και μια σκανταλιάρικη λάμψη σπίθισε στα μάτια του. Μετά έστρεψε πάλι την προσοχή του στη Ραχήλ. Ήταν παρθένα -έκοβε το κεφάλι του. Πάντα μυριζόταν τις παρθένες από μακριά. Αυτό εξυπηρετούσε θαυμάσια τα σχέδιά του. Μια γλυκιά έξαψη τον κυρίευσε στη σκέψη των απολαύσεων που του επιφύλασσε το μέλλον. Χάρη σε τούτο το κορίτσι θα κατάφερνε να καλέσει το Σατανά. Ο Σάιμον... Ο Σάιμον δεν τα πιστεύει κατά βάθος αυτά, συλλογίστηκε και κατσούφιασε. Κι όμως, ήταν αυτός που είχε πρωτοστατήσει στην ανασύσταση της λέσχης Φωτιά της Κολάσεως, αλλά δεν ασκούσε πάνω του την ίδια ακαταμάχητη γοητεία όπως στον Τιμ. Ο Τιμ υποπτευόταν ότι τον Σάιμον δεν τον πολυσυγκι-νούσαν οι σκοτεινές σατανικές δυνάμεις με τις οποίες ο ίδιος ένιωθε τόσο εξοικειωμένος. Ήταν σίγουρος όμως ότι θα τον κατάφερνε να συμμεριστεί το πάθος του... και τώρα ήξερε πώς! Το στομάχι του σφίχτηκε από έξαψη. Οι παρθένες ήταν σπάνιο είδος εκείνη την εποχή και τούτη δω ήταν ιδανική... ιδανική! Διαισθανόταν την περηφάνια της, τον αδάμαστο χαρακτήρα της. Θ’ αντιστεκόταν. Του άρεσε αυτό. Η ιδέα τον ερέθισε και βιάστηκε να στρέψει αλλού τις σκέψεις του. Μπορεί το κορίτσι να ήταν μια απλή γκαρσόνα, αλλά έδειχνε έξυπνη... κι επιφυλακτική. Δεν ήθελε να την τρομάξει... σ’ αυτό το στάδιο. Δε θ’ αργούσε η στιγμή που θα έτρεμε από το φόβο της! Το καφενεδάκι που του πρότεινε να πάνε ήταν γεμάτο, αλλά βρήκαν ένα ελεύθερο τραπέζι. Η Ραχήλ κάθισε κι ο Τιμ πήγε στο μπαρ να παραγγείλει κάτι να πιουν. Η κοπέλα είχε προσέξει πως, όταν μπήκαν, όλα τα μάτια στράφηκαν προς τον Τιμ. Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε δει στη ζωή της κι ωστόσο αυτή η τελειότητα την τρόμαζε και την τραβούσε συγχρόνως. Κάποιο αρχέγο-νο ένστικτο την προειδοποιούσε να προσέχει, αλλά τι κακό μπορούσε να πάθει αν καθόταν και συζητούσε λιγάκι μαζί του; Έφυγαν από τους τελευταίους από το καφενείο. Ο Τιμ επέμενε να τη συνοδεύσει ως το ξενοδοχείο, αλλά μόλις έφτασαν η Ραχήλ τον απώθησε σταθερά όταν επιχείρησε να τη φιλήσει. Δέχτηκε την άρνησή της μ’ ένα νωχελικό χαμόγελο και τα μάτια του σπίθισαν εύθυμα, σαν να της έλεγε πως δε θα δυσκολευόταν να βρει κάποια πιο πρόθυμη από την ίδια. Η Ραχήλ χάρηκε που η Μπερναντέτ κοιμόταν. Δεν ένιωθε ακόμα έτοιμη να μιλήσει για τον Τιμ. Είχε πάει δύο η ώρα όταν επέστρεψε ο Τιμ στο δωμάτιό του. Όταν χώρισε με τη Ραχήλ, ένιωθε τόσο ενθουσιασμένος και ικανοποιημένος από τον εαυτό του, που πήγε σε μια ντίσκο να το γιορτάσει. Εκεί βρήκε μια κοπέλα εύκολη, κανονικό τσουλί, που τον πήγε πρόθυμα στο δωμάτιό της. Την άφησε να κοιμάται βαθιά κι έφυγε, με το δέρμα του να ’χει ποτίσει από τη φτηνή της κολόνια και τη μυρωδιά του σεξ. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, ο Μάιλς σήκωσε το βλέμμα, αλλά δεν έδειξε την παραμικρή αντίδραση. «Όρθιος είσαι ακόμα; Νόμιζα πως θα έχεις κάνει νανάκια εδώ και ώρες, αλλά φαίνεται ότι φοβάσαι να πέσεις στο κρεβάτι μήπως έρθω και πλαγιάσω δίπλα σου», τον ειρωνεύτηκε ο Τιμ. Η τεχνική του ήταν να προκαλεί τα θύματά του, που συνήθως αντιδρούσαν. Ο Μάιλς όμως περιορίστηκε να χαμογελάσει με απάθεια χωρίς να πει λέξη. Η έλλειψη αντιδράσεων χάλασε κάπως το κέφι του Τιμ. Άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά καθώς παρακολουθούσε τον Μάιλς να μαζεύει τα βιβλία του με ήρεμες κινήσεις. Ανάθεμά τον! Ήταν τέρας ψυχραιμίας και ήξερε να κρατά τον άλλο στη θέση του. Και τι δε θα ’δίνε ο Τιμ για να τον δει να χάνει τον αυτοέλεγχό του, για να τσαλαπατήσει την περηφάνια του! «Σε ζητούσε ο Χάρις». Ο Μάιλς δεν τον κοίταξε όταν μίλησε, αλλά ο Τιμ διαισθάνθη-κε μια ένταση στη φωνή του. Ώστε δεν ήταν άτρωτος! Χαμογέλασε ικανοποιημένος κι έσβησε το τσιγάρο του. «Ζηλεύεις;» μουρμούρισε τρυφερά, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του. «Άκου, αγόρι μου...» «Κόφ’ το, Τιμ». Το ψυχρό, λακωνικό σχόλιο έκρυβε κάποια δόση ειρωνείας. «Δικαίωμά σου να έχεις φιλίες με όποιον θέλεις, αλλά ξέρεις ότι δε χωνεύω τον Χάρις». «Επειδή είναι ομοφυλόφιλος;» Ανασήκωσε σκανταλιάρικα το φρύδι. «Αγαπητέ μου, οι μισοί τουλάχιστον φοιτητές...»


«...γουστάρουν να κάνουν έρωτα με δεκάχρονα αγόρια και να τους ρίχνουν από πάνω κι ένα χέρι ξύλο; Δε νομίζω». Ώστε ο Φρεντς ήξερε... Φαίνεται, κάτι είχε ξεφύγει του Σάι-μον. Συνήθως ήταν πολύ διακριτικός και φρόντιζε να κρατάει κρυφά τα βίτσια του. Έπρεπε να τον προειδοποιήσει να προσέχει. «Είπε τι με ήθελε;» ρώτησε ανέμελα. «Κάτι για μια συγκέντρωση... Είπε ότι θα γίνει αύριο το βράδυ». Στην Οξφόρδη υπήρχαν πολλές και διάφορες λέσχες κι έτσι ήταν ανεξήγητο το λοξό, διαπεραστικό βλέμμα που του έριξε ο Μάιλς. Όπως πάντα όμως, η μυρωδιά του κινδύνου πυροδότησε την έξαψή του. Έτσι του άρεσε να ζει, πάντα στην κόψη του ξυραφιού, πάντα ερωτοτροπώντας με τη βία... Ο Μάιλς κατάλαβε πως ο συγκάτοικός του βρισκόταν ακόμα κάτω από την επίδραση των ναρκωτικών και, αν δεν τον ξεγελούσε η μυρωδιά που ανέδιδε το σώμα του, του σεξ. Παράξενο... η μελαχρινούλα με την οποία είδε τον Τιμ δεν ήταν ο τύπος του. Συνήθως προτιμούσε τα κορίτσια με πληθωρικό αισθησιασμό. Θα ήθελε ν’ ανοίξει τα παράθυρα για να μπει καθαρός αέρας, αλλά ήξερε από πείρα πως μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε μια σειρά πειράγματα και υπονοούμενα, με σκοπό να σπάσουν τα νεύρα του και να χάσει την αυτοκυριαρχία του. Σεξουαλικά ο Τιμ τον άφηνε εντελώς αδιάφορο -όπως και κάθε άλλος εκπρόσωπος του φύλου του-, αλλά δεν ήταν το τέρας της ψυχραιμίας που παρίστα-νε· τις ελάχιστες φορές που ο θυμός του ξέφευγε από το σιδερένιο του αυτοέλεγχο, γινόταν άλλος άνθρωπος, αγνώριστος για όσους τον ήξεραν. ΓΤ αυτό φρόντιζε να συγκρατεί πάντα τα νεύρα του, αν και ο Τιμ, χωρίς να το ξέρει, τον είχε φέρει αρκετές φορές στα όρια της αντοχής του. Υποπτευόταν ότι στον Τιμ, όπως και στον Σάιμον, άρεσε ο συνδυασμός του σεξ και της βίας. Μόνο που, ενώ ο Χάρις είχε τάσεις σαδιστικές, ο Τιμ έκλεινε προς το μαζοχισμό. Όμως, η ερωτική ζωή του συγκατοίκου του ήταν κάτι που δεν τον αφορούσε. Είχε τύχη βουνό που κατάφερε να μπει στην Οξφόρδη. Είχε έρθει για να σπουδάσει, όχι να μπλέξει σε κλίκες. Ο πρώην συγκάτοικος του Τιμ είχε αποβληθεί με τη ρετσινιά του προμηθευτή και χρήστη ναρκωτικών. Η ποινή φάνταζε υπερβολικά αυστηρή, γιατί η χρήση μαριχουάνας ήταν γενικευμένο φαινόμενο στο φοιτητόκοσμο της Οξφόρδης. Το παράξενο ήταν ότι ο Τιμ δεν ανέφερε ποτέ τον παλιό του συγκάτοικο, μόλο που είχαν μοιραστεί επί δώδεκα μήνες το ίδιο δωμάτιο. Ο Τιμ ανήκε στη χρυσή νεολαία της Οξφόρδης, όπως όλα τ’ άρρενα μέλη παλιών οικογενειών. Ο Μάιλς αμφέβαλλε αν θα έπαιρνε ποτέ το πτυχίο του. Παρά τη γοητευτική του εμφάνιση, ο Μάιλς τον έβρισκε απωθητικό, κι αυτό άσχετα με τα ερωτικά βίτσια του. Υπήρχε πάνω του κάτι αδίστακτο, ψυχρό, επικίνδυνο· κάτι που αναιρούσε τους εγκάρδιους τρόπους και την ανέμελη συμπεριφορά του. Αν ήταν στο χέρι του να διαλέξει, ο Μάιλς θα προτιμούσε ένα συγκάτοικο με τον οποίο θα είχε κοινή καταγωγή και φιλοδοξίες. Για κείνον το πτυχίο είχε τεράστια σημασία, ήταν το πρώτο βήμα προς τον τελικό του στόχο. Ήθελε να γίνει νομικός από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, και τα όσα είχε πετύχει μέχρι τώρα ήταν πραγματικός άθλος για ένα παιδί που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Η περίπτωσή του ήταν κλασική. Νεογέννητο μωρό τον εγκατέ-λειψαν στα σκαλοπάτια ενός νοσοκομείου. Η μητέρα του εξαφανίστηκε χωρίς να δώσει ποτέ σημεία ζωής. Και η έκθεσή του στο τσουχτερό κρύο εκείνης της ημέρας έγινε αιτία ν’ αρριοστήσει σοβαρά· χρειάστηκε να μείνει δύο χρόνια στο νοσοκομείο πριν αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του. Ήδη όμως ήταν πολύ μεγάλος για υιοθεσία -σε τέτοιες περιπτώσεις όλοι προτιμούν τα μωρά- κι έτσι κατέληξε στο ορφανοτροφείο. Ο Μάιλς δεν καταριόταν τη μοίρα του, αντίθετα το φιλοσοφούσε. Το ορφανοτροφείο ήταν καλό, το προσωπικό ευγενικό με τα παιδιά κι εκείνος από μικρός έμαθε να είναι ελαστικός στις ανθρώπινες αδυναμίες, ίσως γιατί έτσι του ήταν εύκολο να δικαιολογήσει τη μητέρα του που τον εγκατέλειψε. Ουσιαστικά προστάτευε τον εαυτό του από την πίκρα και τον πόνο. Του άρεσε να σκέφτεται ότι στάθηκε τυχερός στη ζωή του, και μάλιστα από τότε που τον έβαλαν στο ορφανοτροφείο, το οποίο βρισκόταν στα προάστια της κωμόπολης Κότσγουολντ. Ένας από τους πιο γενναιόδωρους χορηγούς του ορφανοτροφείου ήταν ο εν αποστρατεία συνταγματάρχης Γουάιτγκεϊτ. Ο συνταγματάρχης, ένας τύπος αυστηρός και χήρος, ήταν από κείνους τους ανθρώπους που, αν και δεν έχουν δικά τους παιδιά, ξέρουν να επικοινωνούν μαζί τους. Καλούσε


τακτικά στο αρχοντικό του μικρές ομάδες από το ορφανοτροφείο και, αφού τον βοηθούσαν στο μικρό ιπποτροφείο του, έπιναν το τσάι τους στην άνετη, φιλόξενη βιβλιοθήκη του. Ο συνταγματάρχης εξέτρεφε και γύμναζε πόνι για πόλο, χόμπι που είχε αποκτήσει από την εποχή που υπηρετούσε στο στρατό. Μόλο που ήταν εύπορος, δεν είχε τα μέσα να συντηρεί ολόκληρη ομάδα πόλο και να γυρίζει τον κόσμο παίρνοντας μέρος σε αγώνες, γι’ αυτό είχε στρέψει τις προσπάθειές του μόνο στην εκτροφή των πόνι. Ήταν επίσης διαβασμένος, με απλά γούστα και από πολλές απόψεις αγνός και αδαής για τις κακίες της ζωής -ένας από τους ελάχιστους που τους άξιζε πραγματικά ο τίτλος του τζέντλεμαν. Φερόταν στοργικά σε όλα τα παιδιά με τα οποία ερχόταν σ’ επαφή· το ορφανοτροφείο ήταν σχετικά μικρό και τα ήξερε σχεδόν όλα με το μικρό τους όνομα. Ωστόσο δεν είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Μάιλς μέχρι που αυτός κέρδισε μια υποτροφία για το Ράγκμπι. Έτυχε, λοιπόν, το Ράγκμπι να είναι το σχολείο στο οποίο είχε φοιτήσει και ο ίδιος και, όταν ο διευθυντής του ορφανοτροφείου ανέφερε ότι ίσως ο Μάιλς αναγκαζόταν ν’ αρνηθεί την υποτροφία επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για τα διάφορα έξοδα, ο συνταγματάρχης δήλωσε αμέσως ότι αναλάμβανε να καλύψει κάθε δαπάνη. Όμως δεν περιορίστηκε στη στολή και τα προσωπικά μικροέξοδα του Μάιλς, αλλά κάλυψε και τις δαπάνες διαφόρων σχολικών και αθλητικών εκδηλώσεων, επιμένοντας να συμμετέχει σε όλες ο Μάιλς. Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου, όταν ο Μάιλς επιχείρησε να διαμαρτυρηθεί, ο συνταγματάρχης του είπε ότι, για να είναι ολοκληρωμένη η μόρφωσή του, έπρεπε να εκμεταλλευτεί όλες τις δυνατότητες που πρόσφερε το σχολείο του. «Νομίζεις ότι εγώ θα είχα ασχοληθεί με το πόλο αν δεν πήγαινα στο στρατό; Τι σχέδια έχεις για το μέλλον;» ρώτησε απότομα. «Θέλω να γίνω νομικός...» είπε δειλά ο Μάιλς. Δεν ήξερε κι ο ίδιος γιατί ασκούσαν τόση γοητεία πάνω του τα νομικά, ωστόσο, ήταν κάτι που πήγαζε βαθιά από την ψυχή του. Η πολυδαίδαλη και σύνθετη αυτή επιστήμη τον συνάρπαζε κι αντιπροσώπευε για κείνον μια πρόκληση· του άρεσε επίσης η τέχνη της διαλεκτικής και είχε ήδη συζητήσει με το διευθυντή του οικοτροφείου την επιθυμία του να γίνει δικηγόρος. Αν απογοητεύτηκε ο συνταγματάρχης Γουάιτγκεϊτ, το έκρυψε καλά. Ο Μάιλς ήξερε θαυμάσια πόσο κόστιζαν σε χρόνο και σε χρήμα οι νομικές σπουδές. Ήξερε ακόμα ότι το δικηγορικό επάγγελμα ήταν κλειστό και ο νεποτισμός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Η φιλοδοξία του να γίνει δικηγόρος θα ικανοποιούνταν μόνο αν άλλοι δικηγόροι τού άνοιγαν τις πόρτες των γραφείων τους και του κλειστού τους κόσμου. Σπουδάζοντας νομικά θα μπορούσε βέβαια να γίνει συμβολαιογράφος, αλλά δεν τον συγκι-νούσε αυτή η εναλλακτική λύση. Όλα αυτά τα είχε συζητήσει με το διευθυντή και ήξερε πόσο μακρύς και δύσβατος ήταν ο δρόμος που ξανοιγόταν μπροστά του. Πρώτ’ απ’ όλα έπρεπε να πάρει πτυχίο και, αν κατάφερνε να κερδίσει υποτροφία για την Οξφόρδη, το πτυχίο του θα είχε δέκα φορές μεγαλύτερη αξία. Μετά θ’ ακολουθούσε κι άλλη μελέτη, κι άλλες εξετάσεις και μετά η περίοδος της άσκησης. Όλα αυτά τα ήξερε ήδη και τα είπε στο συνταγματάρχη καθώς του μιλούσε για τις φιλοδοξίες του. «Είναι έξυπνο αγόρι κι αποφασισμένο να φτάσει ψηλά», είπε αργότερα ο συνταγματάρχης στο διευθυντή του ορφανοτροφείου. «Ισως είναι υπερβολικά φιλόδοξος». «Όχι... Κάθε φιλοδοξία είναι θεμιτή όταν χρησιμοποιείς έντιμα μέσα». Ο Μάιλς κατάφερε να μπει στην Οξφόρδη κι ο συνταγματάρχης συνέχισε να τον χρηματοδοτεί, περήφανος για την πρόοδο του προστατευόμενού του. Τον είχε καλέσει για τις διακοπές στο σπίτι του, αλλά ο Μάιλς πήγε μόνο για δυο βδομάδες. Όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι το πέρασε δουλεύοντας στις πετρελαιοπηγές της Βόρειας Θάλασσας. Εκεί η δουλειά του ανειδίκευτου ήταν σκληρή, αλλά πλήρωναν καλά κι έτσι τώρα ο Μάιλς είχε κάποια λεφτουδάκια στην τράπεζα που Οα του επέτρεπαν να ζήσει μέχρι τις απολυτήριες εξετάσεις, κάνοντας βέβαια οικονομία.


Στο Αμπερντίν έμαθε πολλά. Όταν βγήκε στη στεριά με τους συναδέλφους του και είπε ότι δουλεύει στις πετρελαιοπηγές, διαπίστωσε ότι ένα σεβαστό μέρος του γυναικείου πληθυσμού ήταν αδύνατο ν’ αντισταθεί στη γοητεία του επαγγέλματος. Ο Μάιλς δεν πήγε παρθένος στην Οξφόρδη· είχε μερικές βιαστικές κι αδέξιες εμπειρίες. Σ’ ένα παμπ όμως του Αμπερντίν τον «ψώνισε» η βαριεστημένη σύζυγος ενός στελέχους των πετρελαϊκών επιχειρήσεων και τον πήγε στο σπίτι της, όπου του δίδαξε τη διαφορά μεταξύ της σεξουαλικής ικανοποίησης και των έντονων ερωτικών ηδονών. Ο Μάιλς ξαφνιάστηκε ανακαλύπτοντας τη δύναμη του ίδιου του ερωτισμού του και από τότε αξιοποίησε με το παραπάνω τα μαθήματα που του είχε δώσει εκείνη η καλή γυναίκα. Δεν είχε μόνιμο δεσμό· προτιμούσε τις επιπόλαιες σχέσεις. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να δεσμευτεί τόσο πρόωρα, όπως συνέβαινε με αρκετούς συμφοιτητές του. Το πρόγραμμά του ήταν φορτωμένο και μελετούσε σκληρά. Γι’ αυτόν είχε μεγάλη σημασία να πάρει το πτυχίο, αλλά ξέκλεβε πάντα λίγο χρόνο για ψυχαγωγία. Ήταν μέλος αρκετών φιλολογικών λεσχών, κωπηλατούσε κι έπαιζε τένις. Του άρεσε και η κλασική μουσική και η ποπ, αν και δεν έπαιζε κανένα όργανο. Καμιά φορά έγραφε πνευματώδη κομμάτια για το Ίσις, το περιοδικό του πανεπιστημίου. Αυτό που δεν έκανε ήταν να μεθά και να παίρνει ναρκωτικά, όπως συνήθιζε η χρυσή νεολαία· ήταν πολύ έξυπνος για να μπει σε τέτοιο λούκι. Ήξερε πολύ καλά γιατί τον προκαλούσε ο Τιμ Γου-άιλντινγκ. Αν ήταν άλλος στη θέση του Τιμ, θα του είχε πει πολύ απλά ότι έχανε άδικα τον καιρό του. Ήξερε τι σημαίνει ομοφυλοφιλία από το Ράγκμπι ακόμα. Ήταν κάτι που ποτέ δεν τον συγκίνησε και ποτέ δεν το δοκίμασε· οι προτιμήσεις του ήταν σταθερά προσανατολισμένες στις γυναίκες. Ωστόσο, ανάμεσα στους φίλους του υπήρχαν και μερικοί ομοφυλόφιλοι που τους εκτιμούσε για το πνεύμα και την εξυπνάδα τους. Όμως ο Τιμ Γουάιλντινγκ ήταν διαφορετικός· διαισθανόταν πάνω του κάτι επικίνδυνο και καταστροφικό. Αν και μοιράζονταν τα ίδια δωμάτια, δεν είχαν κοινούς φίλους. Ο Τιμ αδιαφορούσε παντελώς για το πτυχίο του. Αυτός και η παρέα του περιφρονούσαν τους φοιτητές που δεν είχαν αριστοκρατική καταγωγή κι έρχονταν από δημόσια σχολεία. Ο σνομπισμός τους ενοχλούσε τον Μάιλς· τον απέδιδε μάλλον σ’ ένα υποσυνείδητο κόμπλεξ κατωτερότητας, παρά στην ανωτερότητα και την αυτοπεποίθηση που δεν έπαυαν να επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία. Το γεγονός ότι ο Τιμ ήταν εγγονός ενός από τους πιο διακεκριμένους ευγενείς της χώρας άφηνε παγερά ασυγκίνητο τον Μάιλς. Κατά βάθος τον λυπόταν. Ο παππούς του ήταν ένας αξιοσέβα-στος άνθρωπος κι ο πατέρας του πετυχημένος επιχειρηματίας· ο Τιμ ήταν επιφορτισμένος με το βαρύ χρέος να φανεί αντάξιός τους. Καλύτερα, λοιπόν, να παλεύεις για κάτι μόνος σου, παρά να υφίστασαι μια ζωή τη σύγκριση με τους πετυχημένους συγγενείς σου. Όχι, δε ζήλευε τον Τιμ, κι ούτε πολυχώνευε και τους δύο συ-γκατοίκους του, αν και αναγνώριζε πως ο πιο επικίνδυνος ήταν ο Σάιμον Χάρις. Διαισθανόταν μια δύναμη σ’ αυτόν, που του ξυπνούσε ενστι-κτωδώς επιφυλακτικότητα. Το δίχως άλλο ήταν χαρισματική προσωπικότητα, αλλά, ώρες ώρες... όταν κάτι του πήγαινε στραβά, εκδηλωνόταν μια σκοτεινή, πολύ πιο επικίνδυνη πλευρά του εαυτού του... Έτσι, ο Μάιλς τους απέφευγε και τους δύο και δεν είχε καμιά όρεξη να μπει στον κύκλο τους. Οι σεξουαλικές προτιμήσεις τους αποτελούσαν κοινό μυστικό, αλλά, βέβαια, δεν ήταν οι μόνοι αμφιφυλόφιλοι νέοι στην Οξφόρδη. Ο Μάιλς, που τους ζούσε θέλοντας και μη από κοντά, είχε στιγμές στιγμές την εντύπωση ότι ο Τιμ προκαλούσε τον Σάιμον να ασκήσει πάνω του σεξουαλική βία -και την απολάμβανε. Όλα αυτά αήδιαζαν τον Μάιλς, αλλά ήταν και οι δύο ενήλικοι και η προσωπική τους ζωή δεν τον αφορούσε. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολύ περισσότερα από μια ομοφυλοφι-λική σχέση· ακόμα κι αυτό όμως ήταν ύποπτο, δεδομένου ότι ο Τιμ δεν έκρυβε ότι είχε και άλλους εραστές αμφοτέρων των φύλων. Κι όμως, παρά τις ερωτικές κατακτήσεις του, ανέδιδε μια αίσθηση ασεξουαλικότητας, μια κίβδηλη αθωότητα, σαν παιδί στην προεφηβική ηλικία. Ενώ όμως ο Τιμ μπορούσε να γίνει όταν ήθελε γοητευτικός και πνευματώδης, ο Σάιμον είχε μια βλοσυρότητα που απωθούσε τους πάντες εκτός από το στενό κύκλο των φίλων του. Ο Μάιλς δεν ήταν μέλος αυτής της κλίκας κι ούτε είχε καμιά διάθεση να γίνει. Υποπτευόταν ότι ο Τιμ και οι άλλοι είχαν συστήσει μια μυστική λέσχη, αλλά δεν είχε ιδέα για τους σκοπούς και τους στόχους της και δεν τον ενδιέφερε να μάθει. Τα πανεπιστήμια έβριθαν από μυστικές λέσχες, που άλλες εξακολουθούσαν να λειτουργούν, άλλες διαλύονταν κι άλλες εξελίσσονταν σε θεσμούς και ήταν μεγάλη τιμή να καταφέρεις να γίνεις μέλος τους. Ο Μάιλς πίστευε ότι η λέσχη του Χάρις


θα έπεφτε στη λησμονιά όταν θα έφευγε εκείνος από το Κολέγιο της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ο Τιμ του είχε πει κάποτε ότι ο Χάρις σκόπευε να γίνει κληρικός, πράγμα το οποίο φάνηκε εντελώς απίθανο στον Μάιλς, που δεν είχε συναντήσει πιο κοσμικό κι αντίχριστο άνθρωπο. Κράτησε όμως τις σκέψεις του για τον εαυτό του, ξέροντας πόσο άρεσαν τα καλαμπούρια στον Τιμ. Είχε ακούσει έναν καθηγητή να λέει ότι ο Σάιμον Χάρις μπορούσε να γίνει καλός πολιτικός. «Είναι αρκετά ανέντιμος και δολοπλόκος για να διακριθεί στην πολιτική κονίστρα», ήταν το κυνικό σχόλιο. Ο Τιμ περίμενε να κοιμηθεί ο Μάιλς πριν φύγει από το διαμε-ρισματάκι τους. Τα κολέγια της Οξφόρδης είχαν πλέον καταργήσει την απαγόρευση της κυκλοφορίας των φοιτητών τη νύχτα, αλλά ο Τιμ ήταν από χαρακτήρα μυστικοπαθής και του άρεσε να ξεγλιστρά αθέατος μέσα στις σκιές, για να πάει στο προκαθορισμένο ραντεβού του. Ο Σάιμον τον περίμενε, όπως το είχε υπολογίσει. Μόνο που, αντίθετα με τον Μάιλς, δεν αγνόησε τη βαρβατίλα που ανέδιδε το πετσί του και τον έσπρωξε απότομα όταν επιχείρησε να τον αγκαλιάσει. Ο Τιμ γέλασε σιγανά, ξέροντας πως είχε τη δύναμη να κάνει το φίλο του να λιώνει από πόθο, αν το ήθελε. «Πήρα το μήνυμά σου. Γιατί αλλάξατε την ώρα της συγκέντρωσης;» «Έπρεπε ν’ αλλάξουμε τον τόπο. Κάτι υποπτεύθηκε ο εφημέριος και είμαστε αναγκασμένοι να βρούμε άλλο μέρος για τις συναντήσεις μας». «Δε φαντάζομαι ο Φράνσις Ντάσγουντ ν’ αντιμετώπιζε τέτοια προβλήματα, αλλά μην ανησυχείς, αγαπητέ μου. Βρήκα κάτι που θα σ’ ενθουσιάσει. Μια γλυκιά κι ανέγγιχτη παρθένα». Ο Σάιμον Χάρις ενδιαφερόταν για τον αποκρυφισμό και έμαθε πολλά σχετικά με τον σερ Φράνσις Ντάσγουντ και τους συντρόφους του. Με την πάροδο των χρόνων το ενδιαφέρον του εντάθηκε. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που, σαν τον Τιμ Γουάιλντινγκ, τους τραβούσε η ιδέα της βίας και του σεξ και, όταν αυτά συνδυάζονταν με μυστικότητα και δύναμη, η έλξη γινόταν ακαταμάχητη. Σκοπός της μυστικής αδελφότητας δεν ήταν τόσο η επίκληση του Σατανά, όσο η διερεύνηση του κατά πόσο αυτό ήταν δυνατό· θέτοντας αυτόν το στόχο, ο Σάιμον κατάφερε να «επενδύσει» τη λέσχη με μια κίβδηλη σοβαροφάνεια. Βέβαια, προκειμένου να επικυρώσουν τους ισχυρισμούς του Ντάσγουντ και των οπαδών του ότι κατάφεραν να καλέσουν το Σατανά, ο Σάιμον και οι φίλοι του έπρεπε να αναπαράγουν τις μεθόδους τους. Μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαν για τις τελετουργίες τους ένα απομονωμένο ξωκλήσι, αλλά ο εφημέριος κάτι υποψιάστηκε, αναγκάζοντας τους ν’ αναζητήσουν άλλο στέκι. Ο Σάιμον δεν πίστευε τους ισχυρισμούς του Ντάσγουντ· υποπτευόταν ότι ο Ντάσγουντ, όπως κι αυτός, απολάμβανε τη σεξουαλική ασυδοσία και τη δύναμη που του εξασφάλιζε ο ρόλος του. Γιατί πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι με προληπτικούς φόβους γύρω από τις προχριστιανικές δοξασίες. Ο Σάιμον έμαθε τυχαία στο Ίτον ότι μπορείς ν’ αποκτήσεις επιρροή πάνω στους άλλους απειλώντας τους με απόκρυφες δυνάμεις. Τώρα χρησιμοποιούσε με διαφορετικό τρόπο αυτή τη δύναμη. Για υποτακτικούς του διάλεγε μόνο άτομα που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα. Στην αρχή τους δελέαζε με υποσχέσεις συγκλονιστικών απολαύσεων και μετά, αφού είχαν πάρει μέρος σ’ αυτές τις απολαύσεις, τους εκβίαζε υπενθυμίζοντάς τους τη συμμετοχή τους. Ο Τιμ όμως, αντίθετα με τον Σάιμον, πίστευε πως ο Φράνσις Ντάσγουντ είχε κατορθώσει να καλέσει το Σατανά· τον τραβούσε αυτός καθαυτός ο σατανισμός, δεν τον έβλεπε σαν μέσο να εξουσιάζει τους άλλους -διέθετε ήδη αυτή τη δυνατότητα. Πλησίαζε μια σημαντική γιορτή του σατανικού ημερολογίου, η παραμονή των Αγίων Πάντων· η νέα λέσχη Φωτιά της Κολάσεως θα τη γιόρταζε με μια μαύρη λειτουργία. Κι αν θυσιαζόταν μια παρθένα στη μαύρη λειτουργία, θα ενεργοποιούνταν οι πιο ισχυρές μαύρες δυνάμεις.


Εκείνο το βράδυ η Ραχήλ του αποκάλυψε πάνω στη συζήτηση ότι ήταν ορφανή. Ακούγοντάς το φωτίστηκαν τα μάτια του, το αίμα του κόχλασε και το κορμί του ζωντάνεψε από γλυκιά προσμονή. Έβλεπε κιόλας με τη φαντασία του τη σκηνή, αισθανόταν τη δύναμη που θα γινόταν δική του, πρώτα όταν θα βυθιζόταν μέσα της και ύστερα όταν θα τη θυσίαζε τελετουργικά, προσφέροντάς τη στον Αρχοντα του Σκότους. Κανείς, ούτε καν ο Σάιμον, που τον μύησε στη μαύρη μαγεία, δεν ήξερε πόσο βαθιά είχε επηρεαστεί ο Τιμ από το σατανισμό. Είχε ερευνήσει και μελετήσει την πορεία του διά μέσου των αιώνων, τον ένιωθε να κυλά στο αίμα του χαρίζοντάς του πρωτόγνωρες συγκινήσεις. Η επίκληση του Σατανά θα ήταν η συγκίνηση των συγκινήσεων, η ηδονή των ηδονών· θα τον εύφραινε περισσότερο από τα ναρκωτικά, θα τον διήγειρε ερωτικά πιότερο κι από την επαφή με την ξένη σάρκα. Και μόνο στη σκέψη ένιωθε τον πόθο να φουντώνει καυτός μέσα του. Ο Σάιμον τον κοίταξε και συνοφρυώθηκε. Ο Τιμ είχε καπνίσει πάλι μαριχουάνα· τα μάτια του γυάλιζαν και μια λεπτή γραμμή σάλιου άσπριζε στην άκρη των χειλιών του. Ο Σάιμον τον είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο εθισμού στα ναρκωτικά. Έπαιρνε κι ο ίδιος αλλά με σύνεση. Του άρεσε η ιδέα να θυσιάσουν μια παρθένα, μόλο που προσωπικά θα προτιμούσε το χλομό, άτριχο σώμα ενός αγοριού. Η σκέψη τον ερέθισε. Την περασμένη βδομάδα είχε πάει μ’ ένα αγορά-κι... Στο μέτωπό του ανέβλυσε ιδρώτας κι ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Όταν ήταν πρωτάκι στο Ίτον, μπήκε μια μέρα στο αναγνωστήριο ενός τελειόφοιτου τη στιγμή που εκείνος βίαζε τον Τιμ. Το θέαμα κάποιου που εξανάγκαζε κάποιον άλλο να υποκύψει στις σεξουαλικές απαιτήσεις του τον ερέθισε φοβερά και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα αναπολούσε ξανά και ξανά το επεισόδιό που υπήρξε καθοριστικό στη διάπλασή του, γιατί ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε ότι ο πόνος μπορεί να προσφέρει ηδονή εξίσου έντονη με το σεξ. Δεν ήταν ούτε πέντε χρονών καλά καλά, όταν ο πατέρας του τον κακοποίησε σεξουαλικά για πρώτη φορά. Η μητέρα του είχε πεθάνει αμέσως μετά τη γέννησή του κι ο ίδιος παραδόθηκε στη φροντίδα μιας θείας του πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν μια απόμακρη φιγούρα που έλειπε τον περισσότερο καιρό στο Λονδίνο για δουλειές κι ερχόταν στο σπίτι τους, στη Βόρεια Αγγλία, σπάνια και για μικρά διαστήματα. Όταν ο Σάιμον έγινε τεσσάρων χρονών, η γριά θεία πέθανε κι ο πατέρας επέστρεψε κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι. Ήταν ένας άνθρωπος σκληρός και βλοσυρός, που τρόμαζε τον μικρό Σάι-μον, ο οποίος τον απέφευγε όσο μπορούσε, μόλο που ο φόβος του ήταν αναίτιος ακόμα. Την πρώτη φορά που ο πατέρας του γλίστρησε στο κρεβάτι του και βάλθηκε να τον πασπατεύει άγρια και βιαστικά, ο Σάιμον έμπηξε τα κλάματα τρομοκράτη μένος. Σύντομα διδάχτηκε να μην ξανακάνει αυτό το λάθος. Την άλλη μέρα ο πατέρας του τον μαστίγωσε, αφήνοντας μελανά σημάδια στον πισινό του. Η θύμηση του γονιού του να γλείφει γονατιστός τις λαμπερές σταγόνες αίμα από την πληγιασμένη σάρκα του ήταν κάτι που δε θα ξεχνούσε ποτέ στη ζωή του. Μέχρι να έρθει η ώρα να φύγει για το Ίτον, είχε μάθει ν’ αποδέχεται στωικά τις επιθέσεις του πατέρα του και να υποφέρει σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα όταν τον κακοποιούσε. Με την πιο ασήμαντη αφορμή τον χτυπούσε μέχρι αίματος και μετά κυριευόταν από παράφορη λαγνεία. Όταν ο Πολ Σόμερτον πάσαρε τον Τιμ στο φίλο του, πήρε τη θέση του ο Σάιμον. Η βαναυσότητα του μεγαλύτερου αγοριού δεν εντυπώσιασε τον Σάιμον, που είχε υποφέρει ήδη τα πάνδεινα στα χέρια του διεστραμμένου πατέρα του. Ο Σάιμον ποτέ πια στη ζωή του δε θα ένιωθε ηδονή χωρίς να προκαλέσει πόνο στον ερωτικό του σύντροφο. Κι όπως είχε μάθει σαν παιδί να συγκαλύπτει την ανώμαλη σχέση με τον πατέρα του, έτσι έκρυβε και σαν ενήλικος τις δικές του σαδιστικές τάσεις. Όταν μπήκε στην Οξφόρδη, ήταν πλέον δεξιοτέχνης στο κα-μουφλάζ της πραγματικής του προσωπικότητας. Οι άλλοι συνήθως δεν τον συμπαθούσαν, διαισθάνονταν τα βαθιά, απρόσιτα χάσματα της προσωπικότητάς του, αλλά ήταν αδύνατο να εξηγήσουν γιατί τους ήταν απωθητικός. Ούτε ο Τιμ ήξερε τίποτα για τα παιδικά του χρόνια· είχε θάψει βαθιά μέσα του αυτές τις εμπειρίες και δε θα τις άφηνε ποτέ να βγουν στην επιφάνεια. Μισούσε ήδη τη Ραχήλ χωρίς να τη γνωρίζει. Ένιωθε πόσο είχε διεγείρει ερωτικά το φίλο του αυτό το βρομοθήλυκο. Ο Σάιμον


μισούσε τις γυναίκες· η μητέρα του πέθανε εγκαταλείποντάς τον στα νύχια του πατέρα του· στη συνέχεια πέθανε και η θεία του. Αυτές οι δυο γυναίκες ευθύνονταν για τα μαύρα παιδικά του χρόνια. Ερωτικά το θηλυκό φύλο τον άφηνε ψυχρά αδιάφορο, ήξερε όμως ότι μια μέρα αναγκαστικά θα παντρευόταν. Ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε το σπίτι και τα κτήματα, που δεν ήταν διόλου προσοδοφόρα. Κι ο Σάιμον ήταν φιλόδοξος -μόνο που για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του χρειαζόταν λεφτά, πολλά λεφτά. Ένας τρόπος υπήρχε για να τ’ αποκτήσει: ο γάμος. Ο Σάιμον είχε φτιάξει ήδη ένα μικρό κατάλογο υποψήφιων συζύγων. Έστρεψε τις σκέψεις του σε πιο άμεσα θέματα. Κάποιο μέλος της λέσχης είχε την ανοησία να ξεχάσει στο ξωκλήσι ένα ματσάκι μαύρα κεριά. Έτσι, τώρα ήταν υποχρεωμένοι να βρουν καινούριο στέκι για την επόμενη μαύρη λειτουργία τους. «Έχω μια ιδέα!» αναφώνησε όλο έξαψη ο Τιμ. «Υπάρχει ένα παρεκκλήσι στο Μάρτσινγκτον. Εκεί θα κάνουμε την επόμενη λειτουργία μας!» «Μη γίνεσαι ανόητος. Θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο». Ο Σάιμον είχε ξεχάσει πόσο λάτρευε τον κίνδυνο ο Τιμ. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι το επιχείρημα που επικαλέστηκε θα έφερνε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, αλλά ήταν ήδη αργά. «Όσο πιο δύσκολα πετυχαίνεις κάτι, τόσο πιο γλυκοί είναι οι καρποί των κόπων σου», είπε σιγανά ο Τιμ. «Σκέψου το καλύτερα, Σάιμον. Κανείς δε θα μας ενοχλήσει στο Μάρτσινγκτον. Θα είμαστε εντελώς απερίσπαστοι να καλέσουμε το Σατανά. Σκέψου τη δύναμη που θ’ αποκτήσουμε!» Ο Σάιμον αναδεύτηκε αμήχανα. Πίστευε, λοιπόν, στ’ αλήθεια ο Τιμ;... Ήξερε από καιρό την απάντηση, και ήταν καταφατική. Ο Τιμ ήταν παθιασμένος με τη μαύρη μαγεία και πίστευε ακράδαντα ότι αυτές οι αρχαίες τελετές έκρυβαν το μυστικό της απόλυτης δύναμης.. «Θα κάνουμε τη μαύρη λειτουργία μας στο Μάρτσινγκτον. Θα θυσιάσουμε την παρθένα και θα καλέσουμε το Σατανά!» Ο Σάιμον ετοιμάστηκε να προειδοποιήσει για τους κινδύνους τον Τιμ, αλλά, βλέποντας το ύφος του, σταμάτησε απότομα. Ο Τιμ εννοούσε κάθε λέξη που είπε, ήταν τυφλωμένος από το πάθος του για το σατανισμό. Θα μπορούσε ίσως να τον σταματήσει, αλλά... σκεφτόταν τη δύναμη που θ’ αποκτούσε αν τον άφηνε να εφαρμόσει το σχέδιό του. Όχι τη δύναμη που ονειρευόταν ο Τιμ, αλλά κάποια πολύ πιο ρεαλιστική. Θα τον άφηνε να οργανώσει τη μαύρη λειτουργία. Θα έμενε στο παρασκήνιο καταγράφοντας τα πάντα, κρατώντας στοιχεία. Έπρεπε να διαλέξουν μ’ εξαιρετική προσοχή όσους θα συμμετείχαν εκείνη τη νύχτα... Έκανε ένα νοερό κατάλογο αυτών που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμοι στο μέλλον. Αυτών που είχαν αδύνατο χαρακτήρα και θα υπέκυπταν στον εκβιασμό. Η Ραχήλ ξεχάστηκε... ο θάνατός της δε σήμαινε τίποτα για τον Σάιμον. Δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο πλάσμα που θα χρησιμοποιούσε σαν μέσο για να φτάσει στο σκοπό του. Ο Τιμ ήθελε τη μαύρη λειτουργία του· θα την είχε λοιπόν. Στη σκέψη της διπλοπροσωπίας του τα μάτια του έλαμψαν από ευχαρίστηση. Τον ενθουσίαζε να ξέρει πως είχε τον Τιμ κάτω από τον έλεγχό του. «Πολύ καλά», είπε αργά. «Πρέπει όμως να το σχεδιάσουμε προσεκτικά και κανείς -μα κανείς- να μη μάθει τίποτα μέχρι την τελευταία στιγμή. Φαντάσου να λιγοψυχήσει κάποιος, να την κοπανήσει και ν’ αρχίσει να φλυαρεί από δω κι από κει...» «Θα γίνουν όλα τέλεια», είπε ο Τιμ. Ανάσαινε σταθερά, το κορμί του είχε σκληρύνει από πόθο. Ο Σάιμον, που είχε δει αυτό το ύφος πάρα πολλές φορές, το αναγνώρισε και γέλασε σιγανά. «Με θες εδώ και τώρα...» μουρμούρισε αυτάρεσκα. Ήταν κρύα και σκοτεινά, αλλά δεν τους ένοιαζε. Η φλόγα του πάθους τούς θέρμαινε και τους έκανε να ξεχνούν το περιβάλλον. Αργότερα, καθώς κείτονταν κορεσμένοι στο έδαφος, ο Τιμ άνοιξε τα μάτια και είπε ειρωνικά: «Τι κρίμα που δεν είναι εδώ κι ο αγαπητός μας Μάιλς να μοιραστεί μαζί μας αυτή την υπέροχη εμπειρία». «Να τον προσέχεις», τον προειδοποίησε σοβαρά ο Τιμ. «Αυτός δεν είναι σαν τους άλλους, Τιμ. Δεν πρόκειται να υποκύψει».


Ο Τιμ δε συμφωνούσε μαζί του, αλλά, χαυνωμένος καθώς ήταν, δεν είχε καμιά διάθεση για διαφωνίες. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να καταστρώνει, νοερά, σχέδια για τη μαύρη λειτουργία. Το θέμα αυτό τον ξάναψε τόσο πολύ, που πλησίασε πάλι τον Σάι-μον μ’ ερωτικές διαθέσεις. Εκείνος όμως τον απώθησε. Στη σχέση τους έθετε εκείνος τους κανόνες, γεγονός που ο Τιμ είχε την τάση να ξεχνά.

7 ΟΣάιμον κι ο Τιμ είχαν δημιουργήσει τη λέσχη Φωτιά της Κο-λάσεως το πρώτο εξάμηνο φοίτησης του Τιμ στην Οξφόρδη. Ο πρώην συγκάτοικος του Τιμ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη, αλλά άρχισε να μιλά, να γίνεται αδιάκριτος κι αναγκάστηκαν να τον ξεφορτωθούν. Η ιδέα να κρύψουν ναρκωτικά στα πράγματά του ήταν του Σάιμον* ο ίδιος, επίσης, κανόνισε να τον τσακώσουν. Ο Σάιμον ήταν πολύ καλός στο να «κανονίζει» πράγματα. Από τότε επέλεγαν πολύ προσεκτικά αυτούς που έκαναν μέλη της λέσχης. Για να λειτουργεί κανονικά και αποτελεσματικά η αδελφότητα, χρειάζονταν δεκατρία τακτικά μέλη. Επιπλέον, είχαν αρκετά δόκιμα· ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Ρίτσαρντ Χάουελ κι ο Άλεξ Μπάρνετ. Και οι δυο είχαν μπει στη λέσχη σχεδόν τυχαία. Ο Άλεξ Μπάρνετ συναντήθηκε μια μέρα με τον Τιμ στη βιβλιοθήκη του κολεγίου κι έπιασαν την κουβέντα. Από παιδί τον συνάρπαζε η έρευνα των αλχημιστών για το μαγικό ξόρκι που θα μετέτρεπε τα κοινά μέταλλα σε χρυσάφι. Όταν είδε, λοιπόν, τον Τιμ να διαβάζει ένα βιβλίο μ’ αυτό το θέμα, του άνοιξε κουβέντα και λίγο αργότερα δεχόταν να πάει σε μια συνάντηση του Τιμ και των φίλων του, χωρίς να έχει καταλάβει περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. Κατά βάθος τον είχε κολακέψει η πρόσκληση. Πριν έρθει στην Οξφόρδη φοιτούσε σε δημόσιο σχολείο κι ο Τιμ με τους αριστοκράτες φίλους του του προκαλούσαν δέος. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ μπήκε στην αδελφότητα με διαφορετικό τρόπο. Υπήρξε πάντα φαινόμενο για τις σεξουαλικές ορμές του κι όταν άκουσε τις φήμες ότι ανασυστάθηκε μια λέσχη του δέκατου όγδοου αιώνα, με σκοπό τα ερωτικά όργια, δίχως να χάσει καιρό έκανε γνωστό ότι αν όντως υπήρχε αυτή η λέσχη θα ήθελε πολύ να γίνει μέλος. Τώρα ήταν και οι δυο δόκιμοι και κανείς τους δεν έπαιρνε στα σοβαρά τις σατανιστικές ενασχολήσεις της λέσχης. Γι’ αυτούς ήταν μάλλον ένας κλειστός μυστικός κύκλος στον οποίο είχαν το προνόμιο να μετέχουν. Θα κοροΐδευαν και οι δυο τον Τιμ αν τους αποκάλυπτε ότι πίστευε στ’ αλήθεια στο σατανισμό· νόμιζαν πως το θεωρούσε κι εκείνος, όπως οι ίδιοι, ένα παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. Κι όταν συνειδητοποίησαν το λάθος τους, ήταν πια πολύ αργά. Σαν δόκιμα μέλη, τους επέτρεπαν να παίρνουν μέρος μόνο στα προκαταρκτικά στάδια της μαύρης λειτουργίας. Ο Σάιμον επέλεγε με μεγάλη προσοχή αυτούς που γίνονταν τακτικά μέλη. Δεν έκανε ένα δόκιμο μέλος τακτικό αν δεν είχε συγκεντρώσει πρώτα αρκετό ενοχοποιητικό υλικό εναντίον του ώστε να είναι σίγουρος πως, στην περίπτωση που θ’ αποχωρούσε από τη λέσχη, θα κρατούσε κλειστό το στόμα του. Για τον Σάιμον η λέσχη δεν ήταν παρά ένα ακόμα σκαλοπάτι στο δρόμο που είχε ορίσει στον εαυτό του. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα τι σταδιοδρομία θ’ ακολουθούσε, αλλά σκεφτόταν πως όσο πιο πολλούς ανθρώπους εξούσιαζε, τόσο το καλύτερο. Τα νέα μέλη της λέσχης θα έμεναν κατάπληκτα αν μάθαιναν ότι ο Σάιμον τους φακέλωνε κανονικά. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ είχε διασυνδέσεις στα τραπεζικά κυκλώματα -ασήμαντες φυσικά, αλλά κανείς δεν ήξερε πού θα οδηγούσαν και πόσο πολύτιμες θα μπορούσαν ν’ αποδειχτούν στο μέλλον. Ο Άλεξ Μπάρνετ ανήκε σ’ ένα κοινωνικό στρώμα που προκα-λούσε θανάσιμη ανία στον Σάιμον. Ήταν μέλος της μεσαίας τάξης και σχετικά εύπορος. Ωστόσο, η έκτη αίσθηση του Σάιμον του έλεγε πως άξιζε τον κόπο να καλλιεργήσει τις σχέσεις του με αυτό το παλικάρι. Ο Ρίτσαρντ και ο Άλεξ θα γίνονταν τακτικά μέλη της λέσχης στην επόμενη συνάντησή της. Σ’ αυτή την περίπτωση γινόταν κάποια τελετή μύησης. Το συζήτησαν ένα απομεσήμερο στη βιβλιοθήκη που συναντήθηκαν τυχαία. Από τους δυο ο Άλεξ ήταν ο πιο νευρικός, ο λιγότερο σίγουρος για τον εαυτό του. Ήξερε πολύ καλά τι θα έλεγαν οι γονείς του αν μάθαιναν πού είχε μπλέξει και ζήλευε την αταραξία του Ρίτσαρντ


Χάουελ και την αδιαντροπιά με την οποία συζητούσε τα ερωτικά όργια τα οποία προσδοκούσε με αδημονία. Αν δεν τον παρέσυρε η ανεμελιά του Ρίτσαρντ, ο Άλεξ θα είχε αποχωρήσει από τη λέσχη. Είχε νιώσει φοβερά άσχημα στην πρώτη μαύρη λειτουργία που παρακολούθησε· τον κυρίευσε ένας αταβιστικός φόβος που σήκωσε τις τρίχες της κεφαλής του, και μαζί η αίσθηση πως έμπαινε σ’ επικίνδυνα χωράφια. Ήταν καινούριος όμως στην Οξφόρδη κι ένιωθε έξω από τα νερά του· δεν είχε την αυτοπεποίθηση να πει ανοιχτά τη γνώμη του. Προερχόταν από τη δημόσια μέση εκπαίδευση, και το φημισμένο πανεπιστήμιο με τις παμπάλαιες παραδόσεις τού προκαλούσε δέος- το ίδιο και οι αριστοκράτες συμφοιτητές του που σνομπάριζαν όσους θεωρούσαν κατώτερούς τους. Ήξερε ότι ο Σάιμον Χάρις κι ο Τιμ προέρχονταν από πλούσιες οικογένειες γαιοκτημόνων. Ήταν αναπόφευκτο, λοιπόν, να τον εντυπωσιάσουν, αν και το αναλυτικό μυαλό του, που βρισκόταν ακόμα υπό διάπλαση, του έλεγε ότι η αξία ενός ανθρώπου έγκειται σ’ αυτό τον ίδιο κι όχι στην καταγωγή του. Οι γονείς του ένιωσαν πολύ περήφανοι όταν κατάφερε να μπει στην Οξφόρδη. Ο πατέρας του, που θυμόταν τις φήμες για το πανεπιστήμιο και τους αποφοίτους του τη δεκαετία του τριάντα, τον προειδοποίησε να μην μπλέξει με πολιτικές οργανώσεις. Ο Άλεξ διαπίστωσε ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν κλίκες και αδελφότητες και, χωρίς να το καλοκαταλάβει, ένιωσε μια ισχυρή έλξη για τον κύκλο του Τιμ και του Σάιμον. Και οι δυο τού προκαλούσαν δέος· ζήλευε την αυτοπεποίθηση και τους αλαζονικούς τρόπους τους, τα πλούτη και την κοινωνική θέση τους και, δίχως να το συνειδητοποιεί, υιοθέτησε την αργόσυρτη ομιλία του Τιμ. «Θα ’θελα να ’ξέρα τι θα γίνει στην τελετή μύησης», σχολίασε χαμογελώντας ο Ρίτσαρντ. Ο Άλεξ ένιωσε αμέσως ένα σφίξιμο στο στομάχι. Στην Οξφόρδη κυκλοφορούσαν ανατριχιαστικές ιστορίες για τη βία και το σα-δισμό που ασκούνταν σε ορισμένες μυστικές τελετές. Άθελά του ο Άλεξ ρίγησε από φόβο. «Άες να μας προσφέρουν από μια παρθένα;» συνέχισε εύθυμα ο Ρίτσαρντ. Αντίθετα με τον Άλεξ, δεν του προκαλούσε κανένα φόβο η τελετή. Δε διέθετε την απαραίτητη φαντασία. Ο πατέρας του το έφερε βαρέως που τον εκδίωξαν από το διοικητικό Συμβούλιο της οικογενειακής τράπεζας και η πικρία τού είχε δηλητηριάσει τη ζωή. Αυτή η πικρία είχε γίνει αντιληπτή από τον Ρίτσαρντ πριν φτάσει σε ηλικία να καταλάβει τα αίτια που την προκάλεσαν. Ανατράφηκε με την αίσθηση ότι του είχαν στερήσει κάτι που του ανήκε δικαιωματικά, αν και για ένα μεγάλο διάστημα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει γιατί ήταν τόσο φαρμακωμένος ο πατέρας του. Η ιστορία ήταν πολύ απλή. Ο Τζέικομπ Χάουελ ήταν ο μικρότερος γιος. Ο πατέρας άφησε την πλειοψηφία των μετοχών στον πρωτότοκο κι ο Τζέικομπ δεν του το συγχώρησε ποτέ, όπως δε συγχώρησε και τον αδερφό του που γεννήθηκε πρώτος. Την ημέρα που ο Ρίτσαρντ έκλεινε τα δεκατρία χρόνια του, ο Τζέικομπ Χάουελ πήρε το περίστροφο που φύλαγε στο δεξί συρτάρι του γραφείου του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Τον βρήκε η γυναίκα του. Όταν ο Ρίτσαρντ γύρισε στο σπίτι για τις σχολικές διακοπές, έμαθε ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός και η μητέρα του βρισκόταν κλεισμένη «σ’ ένα μέρος όπου θα την έκαναν πάλι καλά». Του είπαν πως από δω και στο εξής θα έπρεπε να θεωρεί σπιτικό του το σπίτι του θείου Ντέιβιντ. Αυτό όμως του ήταν αδύνατο. Πάντως ο Ρίτσαρντ, αντίθετα από τον πατέρα του, έμαθε να ελέγχει και να κρύβει τα αισθήματά του, καλύπτοντάς τα με μια μάσκα κεφάτης ξεγνοιασιάς, με μια προσποιητή ευθυμία που ξεγελούσε τους πάντες εκτός από τον αδερφό της γιαγιάς του, το θείο Ρομπέν. «Θυμήσου τα λόγια μου, τούτο το παιδί θα μας βάλει σε μπελάδες», είπε στον ανιψιό του, αλλά ο Ντέιβιντ Χάουελ γέλασε. «Είναι πολύ κουτός», απάντησε στο θείο του. «Έχει μυαλό μόνο για φάρσες κι αστεία. Δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα». «Ανιψιέ, εσύ είσαι κουτός. Δεν έχεις προσέξει τα βλέμματα που σου ρίχνει όταν νομίζει ότι δεν κοιτούν οι άλλοι», επέμενε ο Ρομπέν Βάις, αλλά ο Ντέιβιντ περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι και να πει αργότερα στη γυναίκα του ότι ο θείος, που κάποτε το μυαλό του έκοβε σαν ξυράφι, γέρασε κι άρχισε να τα χάνει. Η τράπεζα των Χάουελ ιδρύθηκε στο Λονδίνρ το 1789, δηλαδή, την κατάλληλη στιγμή για να προσελκύσει τους Γάλλους


αριστοκράτες που έσπευδαν άρον άρον στην Αγγλία, κουβαλώντας μαζί τους τα οικογενειακά κοσμήματα. Στο Λονδίνο διαπίστωναν ενθουσιασμένοι ότι υπήρχε ένας τραπεζίτης που όχι μόνο μιλούσε άπταιστα γαλλικά, αλλά τους φερόταν και με το σεβασμό που κάποτέ τους ανήκε δικαιωματικά. Ήταν μεγάλη ανακούφιση να κάθεσαι στο γραφείο του μεσιέ Χάουελ, που θύμιζε τόσο τα σαλόνια των αρχοντικών της Γαλλίας, και να διηγείσαι με ιερή αγανάκτηση τα βάσανά σου σε κάποιον που έδειχνε τόσο ενδιαφέρον και κατανόηση... Ο μεσιέ Χάουελ κατανοούσε επίσης την επείγουσα ανάγκη να μετατραπούν τα κοσμήματα σε μετρητά -στη Γαλλία υπήρχαν συγγενείς που διέτρεχαν θανάσιμο κίνδυνο. Ο μεσιέ Χάουελ ήξερε πώς να βοηθήσει. Βρισκόταν σ’ επαφή με μια ομάδα γενναίων που είχαν αφοσιωθεί με αυταπάρνηση στη διάσωση της γαλλικής αριστοκρατίας από τις αρπάγες του όχλου. Φυσικά κόστιζε και η επιτυχία δεν ήταν εξασφαλισμένη, αλλά... Ο Τζέικομπ Χάουελ ήταν άνθρωπος λογικός και μετρημένος. Δεν τον παρέσυρε η απληστία. Αρκούνταν σ’ ένα δέκα τοις εκατό αποτυχίας των επιχειρήσεων διάσωσης. Κι αν αυτό το δέκα τοις εκατό τύχαινε ν’ αφορά άτομα ζάπλουτα, με συγγενείς διατεθειμένους να πληρώσουν αδρά για να τα σώσουν... τότε η αποτυχία της διάσωσης απέβαινε τα μέγιστα επωφελής για την τράπεζα. Ο μεσιέ Χάουελ ανακοίνωνε με συντριβή την αποτυχία των φίλων του -πόσο μάλλον που μερικοί φίλοι του είχαν εξαφανιστεί μαζί με το άτομο που προσπαθούσαν να διασώσουν. Ο μεσιέ Χάουελ ήλπιζε να μπορέσει να επιστρέφει το ποσό που είχε προκατα-βάλει η μαντάμ ή ο μεσιέ, αλλά δυστυχώς... Στο σημείο αυτό έκανε μια εκφραστική χειρονομία, δηλώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο ότι σε τέτοιες τραγικές περιπτώσεις τα χρήματα είναι το τελευταίο πράγμα που μας απασχολεί, και το θύμα αποχωρούσε από την τράπεζα με την πεποίθηση ότι ο μεσιέ Χάουελ ήταν ένας από τους ευγενέστερους και γενναιότερους ανθρώπους του κόσμου. Η έλλειψη απληστίας του μεσιέ Χάουελ ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα. Οι επιτυχημένες αποδράσεις εμιγκρέδων από το Παρίσι ήταν πολυάριθμες και του εξασφάλισαν για μεγάλο διάστημα μια πηγή σταθερών εσόδων. Οσο για τις αποτυχίες του... δικαιολογούνταν απόλυτα γιατί ήταν ελάχιστες και τόσο προσεκτικά σχεδιασμένες, ώστε κανείς δεν παρατήρησε ότι το μικρότερο ποσοστό επιτυχίας σημειωνόταν μεταξύ εκείνων για τους οποίους οι συγγενείς ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν τα περισσότερα. Αυτή η καινοφανής μέθοδος πλουτισμού δεν ήταν παρά το πρώτο βήμα. Η οικογένεια των Χάουελ διακλαδωνόταν σε όλη την Ευρώπη -ο Τζέικομπ ήταν ο πέμπτος γιος ενός Αυστριακού ενεχυροδανειστή και τ’ αδέρφια του ζούσαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Έτσι, ο Τζέικομπ πέρασε από τη διάσωση εμιγκρέδων στην παροχή πληροφοριών, για τις οποίες χρυσοπληρωνόταν, τόσο στις αγγλικές όσο και στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες. Στη Γαλλία, ο Φουσέ θεωρούσε τον αδερφό του Τζέικομπ σαν μια από τις πολυτιμότερες πηγές πληροφοριών και ποιος θα μπορούσε να συνδέσει τον Ραούλ Λεμπρίν, ένθερμο οπαδό της επανάστασης, είτε με τον Φέλιξ Λέβοτιτς της Αυστρίας είτε με τον Τζέικομπ Χάουελ του Λονδίνου; Τ’ αδέρφια, μεγαλώνοντας στο γκέτο, ψήθηκαν από νωρίς στη ζωή και ήξεραν να καλύπτουν τα ίχνη τους. Στο Λονδίνο ο Τζέικομπ είχε κερδίσει την εκτίμηση και τη φιλία του Γουίλιαμ Πιτ. Οι πόλεμοι κοστίζουν και οι τραπεζίτες που δείχνουν έμπρακτη προθυμία να βοηθήσουν τη δεύτερη πατρίδα τους είναι πάντα ευπρόσδεκτοι -ειδικά όταν είναι τόσο πλούσιοι όσο ο Τζέικομπ Χάουελ. Κανείς δεν υποπτευόταν ότι εκτός από τις επιστολές έβαζε κρυφά στην Αγγλία και μετάξια και γαλλικά κονιάκ, που διέσχιζαν τη Μάγχη μέσω της «γέφυρας» που είχε στήσει για τους εμιγκρέδες. Χάρη στις γραμμές επικοινωνίας αλά Ρότσιλντ που διατηρούσε με τ’ αδέρφια του, ο Τζέικομπ Χάουελ έμαθε για τον αγγλικό θρίαμβο στο Βατερλό πολύ πριν από την κυβέρνηση και το λαό -αρκετά έγκαιρα για ν’ αγοράσει τα κρατικά χρεόγραφα που τόσο απερίσκεπτα πουλούσαν πανικόβλητοι όσοι περίμεναν να νικήσουν οι Γάλλοι. Μέσα σε μια νύχτα η περιουσία του τετραπλασιάστηκε και η τράπεζά του εδραιώθηκε για τα καλά. Το 1818 ο Τζέικομπ Χάουελ αγόρασε έναν τίτλο ευγενείας και παντρεύτηκε το μοναχοπαίδι ενός πλούσιου Λονδρέζου εμπόρου. Απέκτησε ένα γιο και τρεις θυγατέρες. Μετά το θάνατό του ο γιος κληρονόμησε την τράπεζα, αλλά οι κόρες δεν πήραν τίποτα. Έτσι δημιουργήθηκε στην οικογένεια η παράδοση των πρωτοτοκιών. Ο παππούς του Ρίτσαρντ δεν ήταν τόσο στενοκέφαλος όσο ο πατέρας του· αυτουνού όμως οι γιοι ήταν δίδυμοι, γεννημένοι μόνο με δέκα λεπτά διαφορά, κι από τους δύο ο πατέρας είχε αδυναμία στον Τζέικομπ, τον πιο ευαίσθητο και συναισθηματικό.


Ωστόσο ο πατέρας τους δεν αγνόησε απόλυτα την οικογενειακή παράδοση. Ναι μεν μοίρασε τις μετοχές της τράπεζας στους γιους του, αλλά άφησε στον πρωτότοκο, τον Ντέιβιντ, την πλειοψηφία και την προεδρία. Ίσως όλα να πήγαιναν καλά, αν ο δευτερότοκος, ο Τζέικομπ, εκτός από την ανόητη ζήλια που ένιωθε για τον αδερφό του, δεν έκανε και διάφορες άλλες βλακείες. Ο Ντέιβιντ, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, παντρεύτηκε μια κοπέλα από πλούσια και γνωστή οικογένεια, που ήταν επιπλέον μοναχοκόρη. Αντίθετα ο Τζέικομπ πήγε κι εροπεύτηκε σαν ανόητος μια απένταρη η οποία δεν ήταν καν όμορφη. Πεισματάρης και ξεροκέφαλος καθώς ήταν, αγνόησε τις συμβουλές των δικών του και παντρεύτηκε τη Φίλις του, πράγμα για το οποίο, όπως υποψιαζόταν ο Ρί-τσαρντ, χτυπούσε μετά το κεφάλι του σε όλη του τη ζωή. Ο γιος του μάλιστα πίστευε ότι η χαρτοπαιξία και το πιοτό, που εξελίχτηκαν σε καταστροφικά πάθη, είχαν αφετηρία τη ζήλια για το μεγάλο του αδερφό. Η πτώση άρχισε όταν ο Τζέικομπ υπέγραψε μια επιταγή χωρίς αντίκρισμα. Ο Ντέιβιντ τον κάλεσε στην τράπεζα και του είπε ότι δε θα την πλήρωνε παρά μόνο αν του μεταβίβαζε τις περισσότερες μετοχές του και παραιτούνταν από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας. Ο Τζέικομπ δέχτηκε αναγκαστικά. Ένα μήνα αργότερα αυτοκτόνησε, αφήνοντας μόνη κληρονομιά στο γιο του ένα φορτίο πικρίας και μίσους, το οποίο ο Ρίτσαρντ φρόντιζε να κρύβει από το οικογενειακό περιβάλλον. Ανατράφηκε ξέροντας ότι εξαιτίας μιας ασήμαντης λεπτομέρειας -για δέκα μόλις λεπτά της ώρας- έχασε την τράπεζα την οποία θα κληρονομούσε ο πρώτος του ξάδερφος, ο Μόρις. Ο Μόρις ήταν τρία χρόνια μικρότερος του. Και ο θείος Ντέιβιντ είχε υποσχεθεί στον Ρίτσαρντ ότι, αν τα πήγαινε καλά στις σπουδές του, θα υπήρχε μια θέση γι’ αυτόν στην τράπεζα. Ο Ρίτσαρντ δεν ήθελε μόνο αυτή τη θέση αλλά και πολλά, πολλά περισσότερα. Ο θείος εντυπωσιάστηκε όταν ο ανιψιός ανέφερε σε κάποια συζήτησή τους το όνομα του Τιμ. Και θα εντυπωσιαζόταν ακόμα περισσότερο όταν μάθαινε για την επίσκεψη στο Μάρτσινγκτον. Βέβαια, δε θα μάθαινε γιατί πήγε εκεί ο Ρίτσαρντ... Η όλη ιστορία της μύησης αποκτούσε μεγαλύτερη αίγλη από το γεγονός ότι θα γινόταν στο παρεκκλήσι του Μάρτσινγκτον. Θα πήγαινε όλη η συντροφιά για Σαββατοκύριακο. Ο Ρίτσαρντ διάβασε για το αρχοντικό στη βιβλιοθήκη. Στο Μάρτσινγκτον δεν υπήρχαν κατακόμβες, όπως στο κτήμα του Φράνσις Ντάσγουντ, όπου θα μπορούσαν να κάνουν αθέατοι τις μυστικές τελετές τους, αλλά ο Τιμ είχε εξηγήσει ότι θα έλειπε η οικογένειά του κι ο Ρίτσαρντ προτιμούσε τις ανέσεις και τις πολυτέλειες του Μάρτσιν-γκτον από τις γοτθικές κατακόμβες του Μέντμεγχαμ. Επί μία βδομάδα, ο Τιμ συναντούσε καθημερινά τη Ραχήλ όταν σχολούσε το βράδυ από τη δουλειά. Στην αρχή τον αντιμετώπιζε καχύποπτα, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να της κάνει ανήθικες προτάσεις. Αυτός όμως της φερόταν σαν κύριος και το κορίτσι άρχισε σιγά σιγά να χαλαρώνει. Ήταν το πρώτο αγόρι της ηλικίας της με το οποίο συζητούσε. Όταν το ήθελε, ο Τιμ μπορούσε να γίνει εξαιρετικά διασκεδαστι-κός σύντροφος· είχε ένα ατέλειωτο ρεπερτόριο ανεκδότων για συγγενείς και φίλους κι ο γουστόζικος τρόπος που τα διηγούνταν είχε γοητεύσει άτομα πολύ πιο «περπατημένα» από τη Ραχήλ. Τη δεκαετία του εβδομήντα, ένα άλλο κορίτσι της ηλικίας της και με την εμφάνισή της θα είχε προβληματιστεί από την έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος του Τιμ, αλλά η Ραχήλ δεν ήταν σαν τ’ άλλα κορίτσια. Φοβόταν το σεξ κι ο Τιμ, σαν έμπειρος κυνηγός, μύριζε το φόβο της. Διασκέδαζε ανιχνεύοντας πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει χωρίς να την τρομάξει. Όταν την άγγιζε δήθεν τυχαία, εκείνη κοκάλωνε και τον κοιτούσε ανήσυχα, φοβισμένα. Τι σπάνιο εύρημα που ’ταν τούτο το κορίτσι! Δεν ήταν αγνή μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά -τόσο ιδανική για το σκοπό του, που θαρρούσε πως έβλεπε το χέρι του Διαβόλου στη σχεδόν μαγική εμφάνισή της στη ζωή του την κατάλληλη στιγμή. Μετά το πρώτο βράδυ, φρόντιζε να την πηγαίνει σε μέρη που δεν επρόκειτο να τους δουν γνωστοί -περιπάτους στις όχθες του ποταμού ή μακρινές βόλτες με το αυτοκίνητο. Όταν είπε στον Σάιμον ότι σκόπευε να προσκαλέσει τη Ραχήλ στο Μάρτσινγκτον, εκείνος εξαγριώθηκε. «Δεν πρέπει, ανόητε!» αναφώνησε. «Γιατί; Σπίτι μου είναι, όποιον θέλω καλώ!»


«Δεν “κολλάει”. Οι αδερφές σου...» «Οι αδερφές μου θα την ανεχτούν όπως και όλους σας -όπως κι εσένα. Άσε που θα λείπουν...» Ο Τιμ, όταν τον έπιανε η κακία του, γινόταν πολύ προσβλητικός. Χαμογέλασε μέσα του βλέποντας τον Σάιμον να κοκκινίζει σαν παντζάρι. «Να ξέρεις, είσαι πολύ αδιάκριτος», συνέχισε σαρκαστικά. «Ο πατέρας ποτέ δε θα σου επιτρέψει να παντρευτείς την Ντέμπορα. Έχει άλλα σχέδια για κείνη». Ο Σάιμον τον αγριοκοίταξε. Ώρες ώρες, παρά το σαρκικό πόθο του για τον Τιμ, του ερχόταν να τον σκοτώσει. Ήταν πολύ εύθικτος και χρειάστηκε να σφίξει τα δόντια για να μην απαντήσει ότι, αν η Ντέμπορα δεν ήταν αυτή που ήταν, ούτε που θα γύριζε να την κοιτάξει. Δεν ήταν όμορφη -καμιά από τις αδερφές του Τιμ δεν ήταν. Οι μοίρες θαρρείς κι έδωσαν όλα τους τα δώρα στον Τιμ, στρέφοντας την πλάτη στις αδερφές του. * Το τελευταίο πράγμα που περίμενε η Ραχήλ ήταν μια πρόσκληση για το σπίτι του Τιμ. Είχε καταλάβει από τους τρόπους και την προφορά του ότι καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αλλά δεν είχε ιδέα για την κοινωνική του θέση. «Λοιπόν;» τη ρώτησε, ξέροντας ότι η απροσδόκητη πρόσκληση την είχε βγάλει τελείως από τα νερά της. Τι αθώο, τι αφελές παιδί! Τι νόμιζε ότι είχε στο μυαλό του -να της κάνει πρόταση γάμου; Του ήρθε να βάλει τα γέλια. «Θέλεις να ’ρθω στο σπίτι σου για... για το Σαββατοκύριακο;» «Τι λέμε τόση ώρα;» Η Ραχήλ τον κοίταξε κι ένιωσε άξαφνα ένα κακό προαίσθημα, ένα ρίγος που την πάγωσε ως το μεδούλι. Ωστόσο αγνόησε την προειδοποίηση του τσιγγάνικου αίματός της. «Δεν ξέρω αν θα μου δώσουν άδεια από τη δουλειά...» Ο Τιμ κατέπνιξε με κόπο την ανυπομονησία του. Θα ήθελε να της πει ότι η δουλειά της ήταν κάτι εντελώς γελοίο και ασήμαντο, αλλά ήξερε πως έπρεπε να φερθεί προσεκτικά. Το κυνήγι αυτού του συγκεκριμένου θηράματος ήταν συναρπαστικό. Είδε με τη φαντασία του το γυμνό κορμί της ξαπλωμένο στην Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου του Μάρτσινγκτον, το αίμα της να τρέχει πάνω στο λευκό μαρμάρινο δάπεδο. Το μυαλό του θόλωσε για μια στιγμή· ένιωσε να κατακλύζεται από τη δύναμη του Σατανά και χρειάστηκε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να καταπνίξει τη συγκίνηση που τον κυρίευσε, να πειθαρχήσει τα ένστικτά του και να διώξει με πειστικά λόγια τους δισταγμούς της. Η Ραχήλ δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ο Τιμ την καλούσε στο σπίτι του. Θα πήγαιναν με το αυτοκίνητό του και θα γνώριζαν την οικογένειά του. Ο Τιμ είχε φροντίσει να μην αναφέρει ότι θα έλειπαν όλοι οι δικοί του -ο παππούς του στη Σκοτία, οι γονείς και οι αδερφές του στο Άλγκρεϊβ, για διακοπές. Η Μπερναντέτ πρόσεξε τη σιωπή της καθώς ετοιμάζονταν να πέσουν στο κρεβάτι. «Με το φιλαράκο σου είχες βγει;» τη ρώτησε περίεργη όπως πάντα. «Πού σε πήγε απόψε;» «Πουθενά... Έναν περίπατο κάναμε», απάντησε η Ραχήλ. Η Μπερναντέτ ρουθούνισε. «Να προσέχεις, να του πεις να σε πάει κάπου να διασκεδάσεις. Δεν είναι σωστό να σε κρύβει λες και ντρέπεται για σένα». «Με κάλεσε στο σπίτι του το Σαββατοκύριακο». Δεν πίστεψε ότι ο Τιμ της μιλούσε σοβαρά παρά μόνο όταν πρόφερε δυνατά αυτά τα λόγια. Η έκπληξη όμως της Μπερναντέτ λειτούργησε σαν αντίδοτο στη δική της. Η φίλη της απέμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα και η Ραχήλ της χαμογέλασε, νιώθοντας άξαφνα να την πλημμυρίζει ευδιαθεσία.


«Σοβαρολογείς;» ρώτησε η Μπερναντέτ. «Και βέβαια. Γιατί να σου πω ψέματα; Λες να μου δώσει άδεια τ’ αφεντικό;» «Ακου, λέει! Ακόμα όμως κι αν δε σου δώσει, θα σε καλύψου-με εμείς οι υπόλοιπες», τη βεβαίωσε η φίλη της. Η γενναιοδωρία της υπερκάλυψε ένα τσίμπημα ζήλιας που ένιωσε στην καρδιά. «Μην πεις σε κανέναν τίποτα. Θα μιλήσω εγώ στις άλλες. Μας έχεις κάνει ένα σωρό εξυπηρετήσεις. Μόνο το παμπ πρέπει να ειδοποιήσεις, αλλά αυτοί θα δείξουν σίγουρα κατανόηση. Θα είναι η πρώτη φορά που θα λείψεις Σαββατοκύριακο από τότε που έπια-σες δουλειά. Τι ρούχα θα πάρεις μαζί σου; Θα χρειαστείς κανένα φουστανάκι της προκοπής εκτός από τα τζιν». Η Μπερναντέτ είχε προσχωρήσει στον αντικομφορμισμό της νεολαίας, αλλά δεν είχε αποβάλει εντελώς τις ιρλανδικές καταβολές της. Στην πατρίδα της ένα κορίτσι πρόσεχε ιδιαίτερα την εμφάνισή του όταν επρόκειτο να συναντήσει την οικογένεια του «δικού της». Η Ραχήλ δεν είχε τίποτα να φορέσει. Ούτε που το είχε σκεφτεί αυτό το θέμα. «Κάτι θα βρούμε», τη βεβαίωσε η Μπερναντέτ. «Θες να πάμε αύριο για ψώνια;» Η Ραχήλ χαμογέλασε και δεν είπε τίποτα. Το κοφτερό μάτι της είχε ήδη προσέξει την τεράστια διαφορά μεταξύ των φτηνών ρούχων που αγόραζαν και φορούσαν η Μπερναντέτ και τ’ άλλα κορίτσια και του ντυσίματος των εύπορων φοιτητριών. Τα τζιν ήταν η τυποποιημένη «στολή» όλης της νεολαίας, αλλά οι φοιτήτριες διέθεταν και άλλα ρούχα, ρούχα που όμοιά τους δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της η Ραχήλ, αλλά καταλάβαινε ενστικτώδους ότι αποτελούσαν κι αυτά ένα άλλο είδος «στολής» τη στολή των προνομιούχων. Η Μπερναντέτ μόρφαζε περιφρονητικά όταν έβλεπε τις φοιτήτριες ντυμένες με φούστα, μπλούζα και κολλαριστό πουκάμισο. Ο Τιμ είχε αναφέρει τις αδερφές του. Η Ραχήλ ήταν σίγουρη πως έτσι θα ήταν κι αυτές ντυμένες. Αλλά, ακόμα κι αν ήξερε πού μπορούσε να ψωνίσει τέτοια ρούχα, δε διέθετε τ’ ανάλογα χρήματα. «Θα χρειαστείς κάτι για το βράδυ», την προειδοποίησε η Μπερναντέτ. «Ξέρεις, η καλή κοινωνία ντύνεται αμπιγέ για το δείπνο». Αμπιγέ... Η Ραχήλ το σκεφτόταν με αγωνία όλη νύχτα. Έδινε μεγάλη σημασία στο ντύσιμο. Ποτέ δε θα ξεχνούσε τις κοροϊδίες που δέχτηκε σαν παιδί για τα κουρελιασμένα, χιλιομπαλωμένα ρούχα της. Μ’ αυτή τη σκέψη ξύπνησε το πρωί. Στις έντεκα, ενώ ετοιμαζόταν για το πρωινό διάλειμμα, τη φώναξε η προϊσταμένη και της είπε να καθαρίσει το δωμάτιο 112. Η κοπέλα δεν έφερε αντίρρηση. Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε υποθέτοντας ότι ήταν άδειο. Μέσα όμως βρισκόταν ένα κορίτσι στην ηλικία της πάνω κάτω και με τις δικές της διαστάσεις. Παντού ολόγυρα ήταν σκορπισμένα ρούχα και πάνω στο κρεβάτι βρίσκονταν ανοιγμένες βαλίτσες και σακ βουαγιάζ. «Γεια», χαιρέτησε τη Ραχήλ. «Θα μου δώσεις ένα χεράκι να τα μαζέψω; Φεύγω για τις Ινδίες με κάτι φίλους. Μεταξύ μας, το σκάω!» Κι έβαλε τα γέλια. Μιλούσε σαν τον Τιμ· τα μαλλιά της ήταν ξανθά και καλοχτενισμένα και τα νύχια της μακριά και περι-ποιημένα. «Φεύγουμε το απόγευμα -πέντε άτομα μ’ ένα παλιό πουλμανάκι. Θα περάσουμε υπέροχα, αλλά ο Τζιλ λέει ότι μπορώ να πάρω μαζί μου μόνο μια βαλίτσα...» Η Ραχήλ δίπλωνε ήδη μηχανικά τα ρούχα. «Όχι, όχι αυτά», είπε το ξανθό κορίτσι. «Δε θα τα πάρω μαζί μου. Αρχίζω μια καινούρια ζωή!» Άπλωσε τα χέρια και χαμογέλασε πλατιά στη Ραχήλ. «Οι γονείς μου θα τρελαθούν όταν το μάθουν! Μ’ έστειλαν στην Οξφόρδη να βρω έναν καλό γαμπρό». Έ-κάνε μια γκριμάτσα. «Θα τους στείλω γράμμα... όταν φτάσουμε στο εξωτερικό. Θα παντρευτούμε με τον Τζιλ στο Νέο Δελχί...» Και συνέχισε να φλυαρεί, ενώ η Ραχήλ ετοίμαζε τη βαλίτσα της, διακόπτοντας πού και πού το μονόλογό της μ’ ένα, «Όχι, όχι αυτό...» ή, «Ναι, αυτό βάλ’ το, θα το πάρω». Οταν γέμισε η βαλίτσα, πάνω στο κρεβάτι είχε μείνει μια μεγάλη στοίβα ρούχα. Η Ραχήλ τα κοίταξε.


«Τελειώσαμε;» είπε η ξανθιά. «Τώρα βοήθησέ με να την κλείσω». Η βαλίτσα κλείστηκε, κλειδώθηκε και η κοπέλα την ακούμπη-σε στο πάτωμα και πήρε την τσάντα της. Είχε φτάσει στην πόρτα, όταν η Ραχήλ συνειδητοποίησε ότι έφευγε. «Και τι θα γίνουν όλα αυτά;» ρώτησε απορημένη. Η ξανθιά γύρισε, κοίταξε αδιάφορα τα στοιβαγμένα στο κρεβάτι ρούχα κι ανασήκωσε τους ώμους. «Πέτα τα, χάρισέ τα, κάν’ τα ό,τι θέλεις. Αργησα κι ο Τζιλ είπε ότι δε θα περιμένει». Κι έφυγε, αφήνοντας τη Ραχήλ να κοιτάζει την κλειστή πόρτα. Απέμεινε για κάμποσες στιγμές ασάλευτη από την έκπληξη και ύστερα στρώθηκε να καθαρίσει το δωμάτιο, περιμένοντας ότι το κορίτσι θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή να ζητήσει τα ρούχα του. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε όμως. Δεν μπορούσε να τ’ αφήσει εδώ. Έγλειψε νευρικά τα χείλη, πλησίασε στο κρεβάτι και βάλθηκε να ξεδιπλώνει ένα ένα τα ρούχα και να τα κοιτάζει. Υπήρχαν πουλόβερ από το πιο φίνο κι απαλό μαλλί που είχε δει ποτέ της -ήταν κασμιρένια, αλλά θα περνούσαν λίγα χρόνια πριν μάθει να τ’ αναγνωρίζει-, με λαιμόκοψη και μακριά μανίκια, και λεπτές μάλλινες και βαμβακερές μπλούζες. Υπήρχαν· ακόμα μερικές πλισέ φούστες σαν αυτές που φορούσαν οι φοιτήτριες και δυο υπέροχα μάλλινα φορέματα με δαντελένια γιακαδάκια, σε απλή γραμμή. Η Ραχήλ είχε κληρονομήσει ουρανοκατέβατα την γκαρνταρό-μπα μιας νεαρής αριστοκράτισσας. Ασφαλώς η Μπερναντέτ θα σούφρωνε την αυθάδικη μυτίτσα της και θα της έλεγε ότι τα ρούχα δεν ήταν μοντέρνα. Η Ραχήλ όμως ήξερε πως ήταν αυτό που χρειαζόταν. Με στόμα στεγνό έβγαλε την ποδιά της καμαριέρας και τα δοκίμασε. Ήταν λίγο πιο ψηλή και λεπτή από την ξανθούλα, αλλά της έρχονταν μια χαρά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και η καρδιά της πλημμύρισε χαρά και ανακούφιση. Τέτοια ρούχα θα ’θελα να φοράω σε όλη μου τη ζωή, συλλογίστηκε, χαϊδεύοντας το απαλό μάλλινο ύφασμα της φούστας. Έτσι ντυμένη, κανείς δε θα την περιγελούσε, δε θα τη χλεύαζε. Τέτοια ρούχα θα φορούσε το κορίτσι που κάποτε θα παντρευόταν ο Τιμ. Άξαφνα κοντοστάθηκε. Συνειδητοποίησε ότι ο Τιμ ποτέ δε θα παντρευόταν ένα κορίτσι σαν αυτή. Μόλο που της φερόταν θαυμάσια, η Ραχήλ ένιωθε την καταφρόνια του για κείνους που θεωρούσε κατώτερούς του. Δεν έπρεπε να τρέφει αυταπάτες. Δεν ήταν παρά ένα κορίτσι που τράβηξε το ενδιαφέρον του, αλλά ήταν σίγουρη ότι σε λίγο καιρό θα τη βαριόταν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και φλογίστηκε από τη φιλοδοξία να γίνει κάποτε κάποια που θα φορούσε δικαιωματικά τέτοια ρούχα... που θα μιλούσε με την ξεγνοιασιά της ξανθούλας που τ’ άφησε... που θ’ ανήκε στην ελίτ, στους προνομιούχους που τρυγούν τον ανθό της ζωής χωρίς βάσανα και σκοτούρες. Θα τα κατά-φερνε όμως; Άλλαξε και φόρεσε πάλι την ποδιά. Τι νόημα είχε να πάει στο σπίτι του Τιμ; Η σχέση τους δε θα έβγαζε πουθενά. Κοίταξε τ’ ακριβά ρούχα, σκέφτηκε πόσο της πήγαιναν κι ανασήκωσε αγέρωχα το κεφάλι, ενώ στα μάτια της σπίθιζε ο θυμός. Μήπως και η ίδια δεν καταγόταν από την πιο περήφανη ράτσα του κόσμου; Μήπως ο πατέρας της δεν ήταν ανιψιός και κληρονόμος ενός μεγάλου άρχοντα; Για πρώτη φορά στη ζωή της η Ραχήλ ένιωσε περήφανη. Θα πήγαινε με τον Τιμ. Ίσως η σχέση τους να ήταν επιπόλαια και παροδική, αλλά μπορούσε να διδαχτεί πολλά στη διάρκειά της. Άρχισε να μονολογεί, προσπαθώντας να μιμηθεί την ομιλία της ξανθούλας. Η φωνή της ακούστηκε επιτηδευμένη ·και προσποιητή, αλλά μια μέρα θα γινόταν και η δική της ομιλία καλλιεργημένη. Μια μέρα θ’ αποκτούσε πλούτη. Μια μέρα θα πετούσε κι εκείνη τα μισά της ρούχα χωρίς να γυρίσει να ρίξει δεύτερο βλέμμα. Προς το παρόν όμως έπρεπε να θεωρήσει την καλή της τύχη σαν σημάδι ότι έπρεπε να πάει με τον Τιμ. Δεν είπε τίποτα στις άλλες για την καινούρια γκαρνταρόμπα της. Η Μπερναντέτ δε θα καταλάβαινε. Πήγε όλα τα ρούχα στο καθαριστήριο και μετά βγήκε ν’ αγοράσει καινούρια βαλίτσα. Έκανε αρκετή ώρα να διαλέξει. Έψαξε στα πολυκαταστήματα, αλλά δε βρήκε κάτι που να της αρέσει. Τα δερμάτινα είδη τους δεν έμοιαζαν με τη βαλίτσα που είχε δει στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, και η Ραχήλ τέτοια βαλίτσα ήθελε.


Τελικά βρήκε αυτό που γύρευε αλλά όχι στα καταστήματα. Βρισκόταν σε μια άκρη της βιτρίνας ενός μαγαζιού μεταχειρισμένων ενδυμάτων, χωμένου σ’ ένα στενοσόκακο της Οξφόρδης. Η Ραχήλ μπήκε διστακτικό. Μύριζε κλεισούρα κι ένιωσε μια έντονη παρόρμηση να κάνει επιτόπου μεταβολή. Πριν προλάβει όμως να σαλέψει, τραβήχτηκε μια κουρτίνα στο βάθος του μαγαζιού κι εμφανίστηκε μια γυναίκα. Η Ραχήλ δεν είχε ξαναδεί τόσο αλλόκοτο θέαμα. Είχε τα μαλλιά της βαμμένα κόκκινα και, μόλο που θα πρέπει να ήταν πενηντάρα και βάλε, φορούσε μακριά φούστα όλο βολάν και πολύχρωμο σάλι, ντύσιμο που ταίριαζε περισσότερο σε δεκαοχτάρα. Στ’ αυτιά της ήταν κρεμασμένοι κάτι πελώριοι κρίκοι, ακόμα μεγαλύτεροι κι από αυτούς που φορούσαν οι Τσιγγάνες. Είχε τα μάτια έντονα βαμμένα με μαύρο μολύβι και το πρόσωπό της φάνταζε άσπρο σαν κιμωλία. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Για μια στιγμή η Ραχήλ κατάπιε τη γλώσσα της από το εντυπωσιακό θέαμα της γυναίκας. Το μαγαζί ήταν γεμάτο καλόγερους με ρούχα, καπέλα, παπούτσια και κάθε είδους πράγματα, έτσι που έμενε μόνο ένα μικρό κενό μπροστά στον πάγκο. «Ε... θα ήθελα να δω τη βαλίτσα που έχετε στη βιτρίνα», είπε τελικά. Τα βαμμένα μάτια που την κοίταζαν ήταν μαύρα και διαπεραστικά. «Τη Βιτόν; Έχετε εξαιρετικό γούστο. Μισό λεπτό να τη βγάλω». Στην πραγματικότητα χρειάστηκε κάμποση ώρα να φτάσει ως τη βιτρίνα, να πάρει τη βαλίτσα και να τη φέρει στη Ραχήλ. Ήταν σκεπασμένη με σκόνη και η γυναίκα την καθάρισε με την άκρη του σάλιού της κι επιθεώρησε τις κλειδαριές. «Είστε τυχερή, δεν έχει αρχικά -οι περισσότερες έχουν. Είχα ένα ολόκληρο σετ -ήταν ειδικά σχεδιασμένες για να χωράνε στο πορτμπαγκάζ της Ρολς Ρόις* αυτή είναι η τελευταία που μου έμεινε· θέλετε να δείτε και το εσωτερικό της; Είναι επενδυμένη με μετάξι. Κοιτάξτε...» Η Ραχήλ δεν άντεξε στον πειρασμό, άπλωσε και χάιδεψε το μετάξι. Ήταν απαλό... σχεδόν αισθησιακό στην αφή. Όμως τα δάχτυλά της, τραχιά από τη φασίνα στο μπαρ, γρατζούνισαν το ύφασμα. «Πόσο... πόσο κάνει;» Είχε στεγνώσει το στόμα της. Ήθελε αυτή τη βαλίτσα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Είχε γίνει το σύμβολο αυτών που ποθούσε με τόση λαχτάρα, του στόχου που είχε θέσει στον εαυτό της. Η γυναίκα σούφρωσε τα χείλη και είπε μπαγαπόντικα: «Για σένα, δέκα λίρες». Δέκα λίρες! Στα άλλα μαγαζιά, οι καινούριες βαλίτσες δεν κόστιζαν ούτε τα μισά. Δέκα λίρες... θα ήταν μεγάλη αφαίμαξη για τις οικονομίες της. «Αμεταχείριστη έχει δεκαπλάσια τιμή... Θα μπορούσα να την πουλήσω και είκοσι λίρες, που λέει ο λόγος...» Η Ραχήλ ήξερε πως ήταν λόγια του αέρα. Κάτι τέτοια λένε οι πωλητές για να κεντρίσουν την όρεξη του υποψήφιου πελάτη. Καταγόταν από μια ράτσα που είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο για τη δεινότητά της στα παζάρια. «Θα... θα την πάρω», είπε ξέπνοα. Η γυναίκα χαμογέλασε και η Ραχήλ νόμισε πως διέκρινε μια λάμψη κατανόησης στα μάτια της. «Δε θα το μετανιώσεις», υποσχέθηκε. «Οι Βιτόν είναι αθάνατες. Έχεις πολύ καλό γούστο». Κοίταξε συλλογισμένη το κορίτσι. «Έχω και κάτι άλλο που μπορεί να σ’ ενδιαφέρει. Στάσου δυο λεπτά». Κι εξαφανίστηκε στο βάθος του μαγαζιού πριν προλάβει να της πει η Ραχήλ πως δε χρειαζόταν τίποτε άλλο. Έλειψε καμιά δεκαριά λεπτά κι όταν επέστρεψε κρατούσε κάτι τυλιγμένο σ’ ένα λευκό πανί που θύμιζε σάβανο. «Τα πήρα τις προάλλες από μια εκποίηση. Πιάσε να δεις ύφασμα!» Και ξετύλιξε το «σάβανο», αποκαλύπτοντας δυο φορέματα μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Ραχήλ. Το πρώτο είχε μια απόχρωση μεταξύ κεχριμπάρι και βερικοκί και είχε τόσο λεπτεπίλεπτο πλισάρισμα, που η κοπέλα απόρησε πώς το έκαναν. Όταν το σήκωσε για να της το δείξει, της φάνηκε σαν στενόμακρος σωλήνας.


«Υπέροχο, ε;» κορδώθηκε η εμπόρισσα. «Πιάσε το ύφασμα!» Η Ραχήλ άγγιξε το ρούχο. Ποιος θα φορούσε τέτοιο πράγμα; Κι όμως... είχε κάτι που της άρεσε... «Και τώρα δες αυτό». Ήταν ένα φόρεμα σε στυλ του ’20, από κρεμ σατέν, με χάντρες και πούλιες. Ποτέ σε όλη της τη ζωή δε θα της δινόταν η ευκαιρία να φορέσει τέτοια φουστάνια. Ωστόσο η Ραχήλ, παρά την άγνοια της, κατάλαβε ενστικτωδώς ότι αντιπροσώπευαν ένα άλλο είδος ζωής, εντελώς απρόσιτο για κείνη. Και μόνο αυτός ο λόγος ήταν αρκετός για να χαϊδέψει τρυφερά τα ρούχα, με μάτια ονειροπόλα. «Σ’ τα δίνω και τα δύο με δέκα λίρες», είπε η γυναίκα. «Δεν τα τραβάει η περιοχή τέτοια ρούχα. Κανονικά θα έπρεπε να τα φυλάξω ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος αγοραστής, αλλά μέχρι τότε... θα ’χω πάει στα θυμαράκια! Πάρ’ τα και θα με θυμηθείς!» την προέτρεψε και καθώς η Ραχήλ έβγαζε το πορτοφόλι της ήξερε πως δεν αγόραζε απλώς μια βαλίτσα και δυο παλιομοδίτικα φουστάνια, αλλά έναν τρόπο ζωής, ένα όνειρο... τ’ όνειρό της. Βγήκε παραζαλισμένη από το παλαιοπωλείο και σύντομα την κυρίευσε ένα αίσθημα δυσφορίας. Είχε ξοδέψει είκοσι λίρες ποσό που έκανε μήνες ν’ αποταμιεύσει. Αποφάσισε να πάει πίσω και να τα επιστρέφει εξηγώντας πως δεν άντεχε η τσέπη της, αλλά καθώς γύριζε είδε τη γυναίκα να κρεμάει στην πόρτα την ταμπελίτσα που έγραφε «ΚΛΕΙΣΤΟΝ». Ήταν αργά. Δεν έπρεπε να τα δουν τ’ άλλα κορίτσια. Θα γελούσαν μέχρι δακρύων με τη χαζομάρα της. Γύρισε απελπισμένη στον κοιτώνα κι έκρυψε τη βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, με τα φορέματα τυλιγμένα μέσα. Εκείνο το βράδυ ο Τιμ περίμενε την απάντησή της στην πρόσκλησή του. Είχε πάρει την απόφασή της. Θα πήγαινε. Στο κάτω κάτω, τι είχε να χάσει; * Την ημέρα που ο πατέρας του Τιμ επέστρεψε από το ταξίδι του μέλιτος με τη νυφούλα του, οι καμπάνες της εκκλησίας υποδέχτηκαν χαρμόσυνα το νιόπαντρο ζευγάρι. Από τότε οι καμπάνες της εκκλησίας του χωριού ήχησαν σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις: στη γέννηση των παιδιών του υποκόμη. Αλλά το χτύπημά τους δεν ήταν ποτέ τόσο περήφανο και χαρμόσυνο όσο την ημέρα που γεννήθηκε ο μοναχογιός και κληρονόμος του. Ο δρόμος προς το Μάρτσινγκτον διέσχιζε το χωριό, περνούσε μπρος από την εκκλησία, έκανε μια μεγάλη στροφή και, τέλος, πρόβαλλε άξαφνα μέσα από τα δέντρα το μέγαρο Μάρτσινγκτον, σαν πύργος βγαλμένος από τα παραμύθια. Ήταν φθινόπωρο όταν το πρωτοαντίκρισε η Ραχήλ, λουσμένο στη ροδοπόρφυρη αχλή του δειλινού, ζωσμένο από θαλερά δάση, ν’ αναδύεται σαν διαμάντι πάνω σ’ ένα στέμμα από πράσινο και χρυσό. Ο Τιμ πέρασε και την πήρε από το ξενοδοχείο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Το αμάξι του ήταν μακρύ και χαμηλό, με σηκωμένη την κουκούλα παρά τη φθινοπωριάτικη ψιχάλα. Μόλις μπήκε μέσα, μύρισε την ευωδιά της ακριβής δερμάτινης ταπετσαρίας. Φορούσε πλισέ φούστα και μια απλή μπλούζα, με τον κολλαριστό γιακά να προβάλλει από τη λαιμόκοψη του πουλόβερ. Είχε αγοράσει μερικά λεπτά μάλλινα καλσόν κι ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια. Τα μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της και το πρόσωπό της ήταν άβαφτο, μ’ εξαίρεση το λίπστικ. Ήξερε ότι εξωτερικά δε διέφερε διόλου από τις φοιτήτριες που τόσο ζήλευε και, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, χαμογέλασε στον Τιμ με αυτοπεποίθηση. Στο δρόμο για το Ντόρσετ, ο Τιμ τη λοξοκοίταζε πού και πού. Εκείνη την ημέρα έδειχνε διαφορετική. Του θύμιζε τις αδερφές του -το ντύσιμό της δεν άρμοζε στην κοινωνική θέση της. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως του είχε πει ψέματα, μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια ορφανή. Τρύπωσε μέσα του η αμφιβολία, αναστατώνοντας τα καλό μελετημένα σχέδιά του. Όσο πλησίαζαν στο Ντόρσετ, τόσο φούντωναν οι αμφιβολίες του. Οι άλλοι θα έρχονταν την επομένη· το είχε κανονίσει σκόπιμα έτσι. Το κορμί του σφίχτηκε και λαχτάρησε το ερωτικό σμίξιμο. Είχε μια βδομάδα να πάρει ναρκωτικά, ξέροντας ότι χρειαζόταν ξεκάθαρο μυαλό για να εφαρμόσει το παράτολμο σχέδιό του. Τώρα, ξαφνικά, τον κυρίευσε κατάθλιψη κι εκνευρισμός. Ήθελε τον Σάιμον -τον Σάιμον που ποτέ δε βασανίστηκε από το σαράκι της αμφιβολίας, τον Σάιμον που τίποτα δεν μπορούσε να τον αναγκάσει να παρεκκλίνει από την προκαθορισμένη πορεία του. Η Ραχήλ διαισθάνθηκε τη δυσθυμία του, αλλά η σιωπή του δεν την ενθάρρυνε να τον ρωτήσει τι είχε. Και ύστερα, άξαφνα, εμφανίστηκε μπροστά τους το Μάρτσιν-γκτον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του. Ένας κόμπος ανέβηκε στο


λαρύγγι της και τα μάτια της βούρκωσαν. «Έχουμε και φάντασμα», σχολίασε περιπαικτικά ο Τιμ, «γι'αυτό μην τρομάξεις αν ακούσεις βήματα τη νύχτα!» Τον κοίταξε τρομαγμένη και νοστάλγησε απροσδόκητα την ασφάλεια του κοιτώνα του ξενοδοχείου. Οι πύλες περίμεναν ορθάνοιχτες και το αυτοκίνητο όρμησε μπροστά, περνώντας κάτω από τις ανοιχτές φτερούγες των αετών που κρατούσαν με τα ράμφη τους το οικογενειακό ρητό: «Θα επιβιώσουμε με τους αγώνες μας». Έξυπνο. Και οι Γουάιλντινγκ το ακολουθούσαν κατά γράμμα εδώ και πολλές γενιές. Το αρχοντικό έδειχνε έρημο κι άδειο από ενοίκους. Η Ραχήλ ένιωσε μια αδιόρατη ανησυχία. Πού ήταν οι τρεις αδερφές για τις οποίες ο Τιμ μιλούσε με περιφρόνηση; Πού ήταν οι γονείς κι ο παππούς του που έμεναν εδώ; Τον κοίταξε ερωτηματικά. «Για δες... φαίνεται πως λείπουν. Παράξενο!» Παρκάρισε και κατέβηκε. «Δεν πειράζει, όπου να ’ναι θα γυρίσουν. Πάμε μέσα». Η Ραχήλ τον ακολούθησε διστακτικό. Οι διπλές πόρτες της εισόδου οδηγούσαν σ’ ένα απέραντο, ψηλοτάβανο, επιβλητικό χολ. Η κοπέλα κοντοστάθηκε στο κατώφλι κι έριξε μια ματιά πίσω της, στο αυτοκίνητο. «Η βαλίτσα μου...» άρχισε. «Θα στείλουμε μια καμαριέρα να σ’ τη φέρει». Μια καμαριέρα! Ένα κορίτσι σαν αυτή... Η Ραχήλ ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα του πανικού. «Πάμε να σου δείξω τα κατατόπια μέχρι να εμφανιστούν οι δικοί μου». Ο Τιμ την έπιασε από το χέρι και την παρέσυρε ξοπίσω του. Διέσχισαν αρκετά δωμάτια, όλα ευρύχωρα κι επιπλωμένα με πολυτέλεια, που ανέδιδαν την παγερή μυρωδιά του χρόνου και της φθοράς. Η Ραχήλ διαισθάνθηκε την υπερέντασή του και την απέδωσε στην αγωνία του που θα τη σύστηνε στην οικογένειά του -αγωνία που συμμεριζόταν κι εκείνη απόλυτα. Έφτασαν σ’ ένα στενό, παγερό διάδρομο με πέτρινο πάτωμα. Στο βάθος υπήρχε μια πόρτα και, καθώς πλησίαζαν, η Ραχήλ ένιωσε έντονη απροθυμία να προχωρήσει. Σταμάτησε, κι ο Τιμ, που την κρατούσε ακόμα από το χέρι, γύρισε και την κοίταξε κατσουφιάζοντας. «Τι έπαθες; Δε θέλεις να δεις το οικογενειακό παρεκκλήσι; Είναι ιστορικό αξιοθέατο, ξέρεις». Κι άνοιξε την πόρτα αγνοώντας τη δυσφορία της. «Ένας ιερέας δολοφονήθηκε εδώ ακριβώς, μπροστά στο ιερό», της είπε αδιάφορα καθώς την παρέσυρε στο εσωτερικό. «Υπάρχει μια κηλίδα στο πάτωμα που λένε ότι είναι από το αίμα του και δε βγαίνει...» Η Ραχήλ δεν μπορούσε να σαλέψει. Όλο της το είναι είχε παρα-λύσει από έναν αρχέγονο καταλυτικό φόβο. Της ήταν αδύνατο να εξηγήσει αυτό που ένιωθε· ήξερε μόνο πως. αν έμπαινε στο μικρό, απέριττο χώρο με την Αγία Τράπεζα, τον Εσταυρωμένο και τα βι-τρό που απεικόνιζαν τα θεία πάθη, θα ερχόταν σ’ επαφή με κάτι τόσο κακό κι επικίνδυνο, που θα τη μόλυνε για όλη της τη ζωή. Πολλές, αμέτρητες φορές είχε ακούσει τη γιαγιά της να μιλά για οράματα, αλλά η ίδια δεν είχε γνωρίσει ποτέ παρόμοια εμπειρία. Όμως τώρα, καθώς κοιτούσε την Αγία Τράπεζα, είδε μια γκρίζα ομίχλη να σκοτεινιάζει το χώρο, να σβήνει το φως του ήλιου που έμπαινε από τα παράθυρα. Γύρω από την Αγία Τράπεζα διέ-κρινε σκοτεινές, άμορφες σιλουέτες... ρασοφόρους... Και πάνω στην Αγία Τράπεζα κειτόταν ένα κορμί... ένα κορμί γυναικείο... Αναρίγησε από τρόμο και πανικό, το κορμί της διαπέρασε ένας σουβλερός πόνος. Ένιωσε την παγωνιά του θανάτου, όπως την είχε νιώσει άλλη μια φορά, όταν πέθανε η γιαγιά της. Πισωπάτησε ενστικτωδώς, μη τολμώντας ν’ αποτραβήξει τα μάτια από την Αγία Τράπεζα, μη τολμώντας να στρέψει τη ράχη και να τρέξει όπως λαχταρούσε, μήπως και γίνει αληθινό το μακάβριο όραμα. Ο Τιμ, που είχε αφήσει το χέρι της για να πλησιάσει στην Αγία Τράπεζα, γύρισε και την κοίταξε.


«Τι συμβαίνει;» Ήταν σκυθρωπός, θυμωμένος σχεδόν, αλλά καμιά δύναμη στον κόσμο δεν ήταν ικανή να αναγκάσει τη Ραχήλ να μπει εκεί μέσα. Ένιωθε το κακό να βαραίνει αποπνικτικά τον αέρα. Ξόρκισε τα κακά πνεύματα με μια τσιγγάνικη χειρονομία και οπισθοχώρησε στο διάδρομο. «Ραχήλ...» «Όχι... όχι! Δεν μπαίνω εκεί μέσα!» Η αρχική ενόχληση του Τιμ υποχώρησε και την κοίταξε στα μάτια συνεπαρμένος. Κάτι είχε διαισθανθεί... κάτι είχε δει ίσως. Διάβολε, ήταν ιδανική για το σκοπό του... Ι-δα-νι-κή! Ένιωσε να φουντώνει μέσα του η δύναμη. Ζαλισμένος σχεδόν από την έντασή της, γέλασε σιγανά. «Μη φοβάσαι, κουτούτσικο!» Η φωνή του είχε έναν τόνο σχεδόν θριαμβευτικό, λες κι ο φόβος της του προκαλούσε άφατη ευχαρίστηση. Η Ραχήλ συνειδητοποίησε πως δεν έπρεπε να είχε έρθει εδώ. Ήθελε να φύγει. Υπήρχε κάτι επικίνδυνο, κάτι αλλόκοτο... κάτι που δεν καταλάβαινε, αλλά ήξερε ενστικτώδους ότι την απειλούσε. Αυτό το μέρος ανέδιδε τη δυσοσμία της διαφθοράς και του κακού... το ίδιο κι ο Τιμ. Τον κοίταξε και ήταν σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν επικίνδυνος· την είχε φέρει εδώ με κάποιο σκοπό άγνωστο σ’ αυτήν αλλά σίγουρα κακό. Έπρεπε να φύγει... να γλιτώσει. Φόβος πρωτόγνωρος την κυρίευσε· ένιωθε τον κίνδυνο, το κακό, τόσο έντονα, που ξεθώριαζαν όλα τ’ άλλα. Καθώς διέσχιζε το στενό διάδρομο, της ερχόταν ασφυξία και, όταν βγήκε τελικά σ’ ένα χολ με κάμποσες πόρτες δεξιά κι αριστερά, συνειδητοποίησε ότι, παρά την παγωνιά που αισθανόταν μέσα της, την είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Απέξω ακούστηκε ένα αυτοκίνητο. Ο Τιμ κατσούφιασε και πλησίασε στο παράθυρο. Ήταν νωρίς ακόμα για να ’ρθουν οι άλλοι. Τους περίμενε την επομένη. Τι γύρευαν τέτοια ώρα; Κοίταξε στο προαύλιο κι αναγνώρισε την Ντέμλερ του παππού του. Τον κυρίευσε ανίσχυρη λύσσα. Από πού είχε ξεφυτρώσει ο γέρος; Υποτίθεται ότι βρισκόταν στη Σκοτία. Ο Τιμ έσφιξε με δύναμη τις γροθιές και τα νύχια του μπήχτηκαν στις παλάμες. Ο λόρδος Μάρτσινγκτον ποτέ δεν ξεγελάστηκε από την ωραία εμφάνιση και την απατηλή χάρη του εγγονού του. Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί, συνάντησε μια γριά στους κήπους του αρχοντικού τους. Η γυναίκα μονολογούσε καθώς ο Ά-νταμ πλησίαζε να τη ρωτήσει ποια είναι και τι γύρευε στον κήπο της μητέρας του. Άξαφνα όμως συναισθάνθηκε τόσο έντονα τη δύναμη του κακού που ανέδιδε η άγνωστη γριά, ώστε πισωπάτησε ενστικτωδώς. Εκείνη κινήθηκε προς το μέρος του με τέτοια ταχύτητα για την ηλικία της, ώστε τον αιφνιδίασε και μόλο που το εξάχρονο αγόρι ήταν ψηλό και δυνατό χρειάστηκε και η πρόσθετη δύναμη της παραμάνας και της γκουβερνάντας του για να το αποσπάσουν από τα χέρια της γριάς που έσφιγγαν με θανάσιμη λαβή το λαιμό του. Αργότερα ο πατέρας του του εξήγησε ότι η γριά κυρία ήταν η μεγαλύτερη αδερφή του, θεία του δηλαδή, και μέχρι τη γέννησή του πίστευε ότι κάποια μέρα θα κληρονομούσε ο γιος της τον τίτλο και τα κτήματα. Ήταν μοναχοκόρη και δεν υπήρχαν άλλοι αρσενικοί κληρονόμοι του τίτλου. Στα είκοσι της όμως κι ενώ ήταν νιό-νυμφη και μικρομάνα, οι γονείς της, πέρα από κάθε προσδοκία, απέκτησαν γιο και κληρονόμο. Όταν αντιλήφθηκε ο άντρας της πως ο γιος τους δεν επρόκειτο να κληρονομήσει τον τίτλο, την εγκατέ-λειψε. Το σοκ τής σάλεψε τα μυαλά και πέρασαν πολλά χρόνια πριν συνειδητοποιήσει ο Ανταμ πως δεν ήταν η απώλεια του άντρα της που την τρέλανε αλλά το τυφλό μίσος για τον αδερφό της. Φορές φορές, όταν κοίταζε στα μάτια τον εγγονό του, ο λόρδος Μάρτσινγκτον έβλεπε μέσα τους το ίδιο μίσος, τον ίδιο φθόνο που θυμόταν στα μάτια της γριάς. Μια δόση τρέλας είναι κάτι που εμφανίζεται συχνά στις αριστοκρατικές οικογένειες όπου γενιές και γενιές παντρεύονται ξαδέρφια μεταξύ τους· αλλά η τρέλα που προκαλεί δολοφονική μανία ξεφεύγει από τα πλαίσια των γοητευτικών εκκεντρικοτήτων των πλουσίων, είναι κουσούρι επικίνδυνο, ασυγχώρητο. Και για πολλοστή φορά ο λόρδος Μάρτσινγκτον ανησυχούσε για τον εγγονό του· και κληρονόμο του. Ένα πρόσφατο τηλεφώνημα από κάποιο φίλο του που ζούσε στην Οξφόρδη τον προειδοποίησε ότι ο Τιμ είχε μπλέξει με ναρκωτικά. Αυτός ήταν ο λόγος που γύρισε από τη Σκοτία. Πριν δει το αυτοκίνητο του Τιμ παρκαρισμένο μπροστά στο αρχοντικό δεν είχε ιδέα ότι ο εγγονός του είχε έρθει σπίτι για το Σαββατοκύριακο. Έσμιξε τα φρύδια του ακόμα πιο ανήσυχος.


«Τι είναι;» ρώτησε η Ραχήλ, βλέποντας το πρόσωπο του Τιμ να σκοτεινιάζει. «Ήρθε ο παππούς μου». Το είπε ήρεμα, ανέκφραστα, ωστόσο η Ραχήλ κατάλαβε το μίσος του. «Φεύγουμε», της είπε απότομα. «Γυρίζουμε στην Οξφόρδη». Και η Ραχήλ κατάλαβε αμέσως πως όποιος κι αν ήταν ο λόγος για τον οποίο την είχε φέρει στο Μάρτσινγκτον, πάντως δεν ήταν για να τη γνωρίσει στους δικούς του. Ένιωσε πάλι την ίδια παγωνιά που τη διαπέρασε στο παρεκκλήσι, είδε με τα μάτια της φαντασίας της το λευκό κορμί στην Αγία Τράπεζα, ένιωσε την ανάσα του θανάτου. Ο λόρδος Μάρτσινγκτον ξαφνιάστηκε βλέποντας το κορίτσι με τον Τιμ. Ποτέ δεν έφερνε σπίτι τους εραστές του, αμφοτέρων των φύλων. Ο κόμης δεν ήταν αφελής... Γνώριζε τις σεξουαλικές ροπές του εγγονού του, αλλά δεν τον αφορούσαν, αρκεί μια μέρα να παντρευόταν και ν’ αποκτούσε γιο και κληρονόμο· αυτό που τον ανησυχούσε ήταν μήπως εκτεθεί ο Τιμ διασύροντας το όνομα και την οικογένειά του. Άκουσε βλοσυρός τον Τιμ να λέει πως ήταν έτοιμοι να φύγουν. Απέφυγε να τον ρωτήσει το οτιδήποτε μπροστά σ’ αυτή τη συνεσταλμένη, αιθέρια κοπελίτσα. Δεν περίμενε να βρει στο Μάρτσινγκτον τον εγγονό του, σκόπευε να πάει στην Οξφόρδη και να του μιλήσει εκεί. Μπορούσαν όμως να περιμένουν αυτά που είχε να του πει -τουλάχιστον λίγες ώρες. Αποχαιρέτησε ευγενικά τη Ραχήλ και της χαμογέλασε, αλλά ο Τιμ δεν ξεγελάστηκε. Παράλληλα με το μίσος του για τον παππού του, μέσα του έρεε μια βαθιά φλέβα φόβου και μνησικακίας. Ο παππούς ήταν στα νιάτα του πρωταθλητής, ήρωας πολέμου, άντρας που διακρινόταν για το πνεύμα και τη χάρη του, ήταν δηλαδή όλα αυτά που ο Τιμ ήξερε πως δε θα μπορούσε να γίνει. Κάποτε όμως θα πέθαινε... κάποτε θα γινόταν ο Τιμ κόμης κι ο παππούς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει, κι εκεί ακριβώς βασιζόταν η δική του δύναμη. Κι αν δεν εμφανιζόταν απροσδόκητα ο παππούς, αν δεν έχωνε τη μύτη του στις δουλειές του, η δύναμη αυτή θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερη. Τώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τη μαύρη λειτουργία στο Μάρτσινγκτον και ήταν πλέον αργά για να βρουν άλλο κατάλληλο μέρος. Σε όλο το ταξίδι της επιστροφής στην Οξφόρδη, το πικρό μίσος του Τιμ φούντωνε. Καθισμένη βουβή στο πλευρό του, η Ραχήλ ήξερε πως η σχέση τους είχε λήξει. Εκείνη τη μέρα είχε διακρίνει μέσα του κάτι τόσο τρομακτικό, που δεν ήθελε να τον ξα-ναδεί στα μάτια της. Ο Τιμ την άφησε έξω από το ξενοδοχείο δίχως ευγένειες. Ήταν μεγάλη ανάγκη να βρει τον Σάιμον, να του πει τι έγινε και να ματαιώσουν ό,τι είχαν κανονίσει, να πάρει δύναμη από τη δύναμή του. Η Ραχήλ ξεχάστηκε, υπερφαλαγγίστηκε από μια πολύ πιο έντονη ανάγκη. Αχ, πώς μισούσε τον παππού του! Αλλά δε θα ’ταν αιώνια υπόδουλός του. Κάποια μέρα... κάποια μέρα... Το μίσος μαινόταν μέσα του σαν αλυσοδεμένο κτήνος, γυρεύοντας να ξεφύγει.

8 ΟΤιμ βρήκε τον Σάιμον έτοιμο να φύγει από το διαμερισματά-κι τους και του εξήγησε τι συνέβη με φωνή κοφτή κι οργισμένη. Ο Σάιμον είχε ένα ραντεβού έξω από την πόλη και πρότει-νε στον Τιμ να πάει μαζί του. Ο Σάιμον ήξερε το μίσος του Τιμ για τον παππού του. Φρόντιζε ν’ ακούει με κατανόηση τα παράπονά του, γιατί, παρ’ όλα όσα έλεγε ο Τιμ, ήταν αποφασισμένος μια μέρα να γίνει γαμπρός του. Ο Τιμ, όταν θύμωνε, όπως τώρα, μπορούσε να γίνει πολύ αδιάκριτος... πάρα πολύ. Δεν άντεχε να μην περνάει το δικό του. Αυτά και άλλα παρόμοια σκεφτόταν ο Σάιμον καθώς άκουγε τον Τιμ να μιλάει νευρικά και κάπως ασυνάρτητα, αναφέροντας συνέχεια τον παππού του και τη Ραχήλ, τη γελοία της άρνηση να μπει στο παρεκκλήσι... Ο Σάιμον χαιρόταν από μια μεριά· ποτέ δεν του άρεσε η ιδέα να κάνουν τη λειτουργία τους στο Μάρτσινγκτον, αλλά συμφώνησε με τον Τιμ ότι η Ραχήλ έπρεπε να τιμωρηθεί.


«Πρέπει να τη θυσιάσουμε», είπε έξαλλος ο Τιμ αρπάζοντάς τον από τα πέτα. Διέσχιζαν ένα στενό γεφυράκι που από κάτω του κυλούσαν ορμητικά τα νερά του ποταμού. «Πρέπει, Σάιμον... πρέπει. Μόνο έτσι θ’ αποκτήσω τη δύναμη που θέλω!» Από το θυμό του μιλούσε σαν παράφρονας. Ο Σάιμον ένιωθε ολοένα και πιο αμήχανος με το βίαιο ξέσπασμά του. Δεν του άρεσαν όλες αυτές οι συζητήσεις για θυσίες και αίματα, αλλά, όταν πήγε να διαμαρτυ-ρηθεί, ο Τιμ φούντωσε ακόμα περισσότερο και τα δάχτυλά του άσπρισαν καθώς έσφιγγαν τα πέτα του Σάιμον. «Ελα, ησύχασε, Τιμ». Ο Σάιμον προσπάθησε να τον απωθήσει, φοβούμενος μήπως περάσει κανείς κι ακούσει την κουβέντα τους. Σωματικά ήταν πιο δυνατός από τον Τιμ κι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από τα χέρια του ήταν να τον σπρώξει με δύναμη προς το χαμηλό παραπέτο της γέφυρας. Σαν σε αργή κίνηση, είδε τον Τιμ να πέφτει και να χτυπά με το κεφάλι στην πέτρινη βάση της γέφυρας πριν βυθιστεί στο νερό. Κατάλαβε ότι ο φίλος του ήταν νεκρός από τον απαίσιο θόρυβο που έκανε το κεφάλι του καθώς χτυπούσε στην πέτρα, ωστόσο, βούτηξε στο ποτάμι και τον ανέσυρε στην όχθη, σοκαρισμένος και γεμάτος τύψεις. Καθώς γονάτιζε πάνω από το πτώμα του Τιμ, ά-κουσε κάποιον να φωνάζει. Ένας άλλος φοιτητής, που δεν τον ήξερε, πλησίασε τρέχοντας. «Έπεσε... έπεσε από τη γέφυρα», του είπε ο Σάιμον. * Αυτά ήταν τα λόγια που επαναλάμβανε ξανά και ξανά, μέχρι που αποτυπώθηκαν με πύρινα γράμματα στο μυαλό του -στην αστυνομία, στη συντετριμμένη οικογένεια του Τιμ, στον πρύτανη... Τα είπε τόσο πολλές φορές, που στο τέλος άρχισε να τα πιστεύει κι ο ίδιος. Κι όσο πιο πολύ πειθόταν για την αθωότητά του, τόσο δυνάμωνε το μίσος του για το πρόσωπο που θεωρούσε υπαίτιο για το χαμό του Τιμ και την καταστροφή των δικών του σχεδίων για το μέλλον. Η Ραχήλ... αυτή έφταιγε για όλα! Λες κι από τη στιγμή που πέθανε ο Τιμ, παρέλαβε αυτός τη σκυτάλη της τρέλας του. Ο θάνατος του Τιμ καταχωρίστηκε σαν «ατύχημα», αλλά ο Σάιμον ήξερε πως δεν ήταν. Τον σκότωσε η Ραχήλ κι έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν μπορούσε όμως να την τιμωρήσει μόνος. Χρειαζόταν βοήθεια. Θυμήθηκε τα λόγια του Τιμ: Είναι το ιδανικό σφάγιο... Είναι παρθένα... Ένα σχέδιο άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του. Πρώτα όμως έπρεπε να διαλέξει τους συνεργούς του. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Οι δυο καινούριοι δόκιμοι... Ναι. Ναι... Και οι δυο αρνήθηκαν κι επέμειναν στην άρνησή τους, μέχρι που ο Σάιμον τους θύμισε πόσο εύκολα μπορούσε να κανονίσει να τους αποβάλουν από το πανεπιστήμιο. Στο κάτω κάτω τι τους ζητούσε; Τίποτα σπουδαίο... Απλώς ν’ απαγάγουν ένα κορίτσι και να το φέρουν στο δωμάτιό του. Σπουδαίο πράμα! Δεν είχαν άλλη επιλογή... Δέχτηκαν αναγκαστικά. Ο Ρίτσαρντ Χάουελ σκέφτηκε τη θέση στην τράπεζα που του είχε υποσχεθεί ο θείος του και υπέκυψε. Ο Άλεξ Μπάρνετ θυμήθηκε τις θυσίες που έκαναν για χάρη του οι γονείς του, τις ελπίδες τους για το μέλλον του και υποχώρησε με βαριά καρδιά. Ο Σάιμον τα κανόνισε για το απόγευμα της κηδείας του Τιμ· θα ήταν η δική του, προσωπική νεκρώσιμη τελετή. Η Ραχήλ άκουσε για το θάνατο του Τιμ και μετά το αρχικό σοκ ένιοισε πως ο θάνατός του ήταν κάτι το αναπόφευκτο. Δεν ήξερε γιατί αισθανόταν έτσι... Ήταν η ίδια ενδόμυχη γνώση όπως στο παρεκκλήσι του Μάρτσινγκτον, κάτι ανεξήγητο, πέρα από τη λογική. Η δύναμη του κακού που είχε νιώσει στο παρεκκλήσι και που καταλάβαινε ενστικτωδώς ότι την εξέπεμπε ο Τιμ σκότωσε τα τρυφερά αισθήματα απέναντι του, αλλά άφησε άθικτη τη λαχτάρα -που γεννήθηκε μαζί με τη γνώση ότι ο Τιμ δε θα παρουσίαζε ποτέ στους γονείς του ένα κορίτσι σαν εκείνη για μέλλουσα σύζυγό του- να βρει έναν τρόπο και ν’ αποκτήσει όλα αυτά που της είχε αρνηθεί η ζωή: σεβασμό, πλούτο, κοινωνική θέση, μόρφωση... Κάποια μέρα θα τ’ αποκτούσε όλα αυτά -κι ακόμα παραπάνω. Ο θάνατος του Τιμ, όπως ήταν φυσικό, μπήκε στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων. Στη φοιτητική κοινότητα συζητήθηκαν


πολύ ο εθισμός του στα ναρκωτικά και η έκφυλη ζωή του. Στην κηδεία πήγε πολύς κόσμος. Ο Σάιμον, κατηφής και μαυροντυμένος, στεκόταν στο βάθος της εκκλησίας του χωριού. Μια δυο φορές η Ντέμπορα Γουάιλντινγκ έστρεψε το κεφάλι και τον κοίταξε. Ήξερε ότι ήταν ο καλύτερος φίλος του Τιμ, αλλά είχε πάνω του κάτι που την τρόμαζε. Είχε το παράξενο συναίσθημα ότι αυτός ευθυνόταν για το θάνατο του αδερφού της. Ωστόσο, δεν τόλμησε να το συζητήσει με κανέναν. Ήξερε ότι η μητέρα της συμπαθούσε τον Σάιμον και οι αδερφές της, που περνούσαν ακόμα τη γεμάτη επιπολαιότητα φάση της εφηβείας, τον θεωρούσαν σέξι. Εκείνη όμως δεν ένιωθε ποτέ άνετα μαζί του. Ήταν σαν τη φλόγα που τραβούσε στο θανάσιμο αγκάλιασμά της τις άμυαλες πεταλουδίτσες. Ο Τιμ τον ακολουθούσε τυφλά σε ό,τι έκανε, σε ό,τι έλεγε. Τον λάτρευε, θα μπορούσε να πει κανείς. Και η Ντέμπορα, μερικές φορές, διαισθανόταν κάποια δυνατά υπόγεια ερωτικά ρεύματα στη σχέση τους. Θα ήθελε να τα συζητούσε όλα τούτα με κάποιον, αλλά δεν είχε στενούς φίλους της ηλικίας της· ο πατέρας της, πάλι, ήταν πάντα απόμακρος και η μητέρα της υπερβολικά αφελής. Έριξε άλλη μια ματιά πάνω από τον ώμο της και την τύλιξε μια παράξενη παγωνιά. Ήταν, λοιπόν, η μόνη που έβλεπε το κακό σ’ αυτό το όμορφο νεανικό πρόσωπο; Λάτρευε τον αδερφό της, αλλά η αγάπη της δεν την τύφλωνε ώστε να μη βλέπει τα ελαττώματά του. Ο Τιμ υπήρξε άμυαλος και ηδονιστής. Τον είχαν χαλάσει όλοι τους και τώρα η χρυσή του νιό-τη θα γινόταν βορά στα σκουλήκια. Η Ντέμπορα ήταν σίγουρη -απολύτως σίγουρη- ότι ο νέος που στεκόταν στο βάθος της εκκλησίας, με λυπημένο πρόσωπο, ήταν υπεύθυνος για το θάνατο του αδερφού της. * Η Ραχήλ δεν πήγε στην κηδεία. Πώς θα μπορούσε; Θυμήθηκε το σοβαρό, περήφανο πρόσωπο του ηλικιωμένου άντρα που κατέβηκε από το αυτοκίνητο και η καρδιά της σφίχτηκε. Λυπόταν το γε-ρο-κόμη κι όχι τον αδικοχαμένο Τιμ. Το απροσδόκητο όραμα που είδε στο παρεκκλήσι την έφερε πίσω στις ρίζες της. Ήταν σαν να είχε προχωρήσει βαθιά μέσα στα σκοτάδια ενός φοβερού κινδύνου και ήξερε πως ήταν το τσιγγάνι-κο αίμα της που διαισθάνθηκε το κακό. Ο πανέμορφος και γοητευτικός εξωτερικά Τιμ από μέσα ήταν σάπιος Kat διεφθαρμένος. Η Ραχήλ δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς το ήξερε, ωστόσο, ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό, όσο για το όνομα και το επίθετό της. Στην αρχή τη σαγήνεψε όπως σαγηνεύει πάντα το κακό, αλλά τώρα είχε ελευθερωθεί από τα βρόχια της γοητείας του. Ο κίνδυνος όμως δεν είχε περάσει. Τον διαισθανόταν να τη ζώνει από παντού, να τη σφίγγει αποπνικτικά. Γιατί όμως; Αφού ο Τιμ έφυγε για πάντα... γιατί εκείνη ένιωθε ακόμα πως κινδύνευε; Ο κίνδυνος καραδοκούσε και γινόταν ακόμα πιο απειλητικός, γιατί η Ραχήλ δεν ήξερε από που ερχόταν... * Ο Σάιμον κατέστρωσε προσεκτικά τα σχέδιά του. Ο πόθος για εκδίκηση πυρπολούσε την ύπαρξή του, κάνοντάς τον να ξεχνά τις τύψεις του, διαστρεβλώνοντας παρανοϊκά την αλήθεια, μεταβάλλοντας αυτό που πραγματικά έγινε σ’ εκείνο που θα ήθελε να έχει γίνει. Αυτή την ικανότητά του να κοροϊδεύει τον ίδιο τον εαυτό του την είχε καλλιεργήσει από τα παιδικά του χρόνια και οι καταβολές της ήταν αξεδιάλυτα πλεγμένες με τους βαθιά ριζωμένους φόβους του. Δεν καταλάβαινε ότι αυτό που έκανε ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει από την πραγματικότητα, από τις ενοχές του, να πείσει τον εαυτό του ότι δεν έφταιγε ο ίδιος για το θάνατο του Τιμ αλλά κάποιος άλλος. Είχε χάσει τον καλύτερό του φίλο, τον πιο πιστό του σύντροφο, το μοναδικό πρόσωπο στη γη που ήταν διατεθειμένο να του κάνει όλα τα χατίρια. ΓΓαυτόν ήταν αστείρευτη πηγή χαράς η επιρροή του πάνα;» στον Τιμ. Και τώρα τον είχε χάσει... Αυτό το πουτανάκι η Τσιγγάνα έφταιγε! Ο Σάιμον ποτέ του δε συμμερίστηκε την πίστη του Τιμ ότι είναι δυνατόν να καλέσεις το Διάβολο, αλλά τώρα, με το θάνατό του, θαρρείς και του μετέδωσε εν μέρει αυτή την πεποίθηση. Ο Σάιμον δεν μπορούσε να καταλάβει ότι οι εξάρσεις της μεγαλομανίας του ήταν δείγματα ψυχικής ασθένειας που προκλήθηκε από τη βασανισμένη παιδική ηλικία του, κι αν του το έλεγε κανείς θα του γελούσε κατάμουτρα. Η πίστη του στη δύναμή του, τη μεγαλοσύνη του, το πεπρωμένο του ήταν τελείως νοσηρή.


Η Ραχήλ είχε μπει στο δρόμο του. Είχε καταστρέψει ένα από τα όργανα που σκόπευε να χρησιμοποιήσει για να πετύχει και γι’ αυτό έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν έφταιγε αυτός που έπεσε και σκοτώθηκε ο Τιμ, έφταιγε εκείνη... η Τσιγγάνα... η πόρνη -και θα το πλήρωνε ακριβά. Από τη στιγμή που πέθανε ο Τιμ, δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του· από την εφηβεία ακόμα είχε ανακαλύψει ότι η νηστεία ξεθολώνει το μυαλό κι επιδρά ευεργετικά στη λειτουργία του. Πολλές φορές έμενε επί μέρες νηστικός, με αποτέλεσμα να έχει συχνά παραισθήσεις και φοβερούς εφιάλτες· ο πατέρας του, ακόμα και νεκρός, ερχόταν στα όνειρά του να τον βασανίσει. Τον έπιασαν ρίγη, αλλά κατάφερε να μη χάσει τον αυτοέλεγχό του και συγκέντρωσε τις σκέψεις του στον Τιμ. Τον άκουγε να του φωνάζει από τον τάφο γυρεύοντας εκδίκηση. Στο νοσηρό μυαλό του τα σχέδιά του είχαν περιβληθεί με το μανδύα της δικαιοσύνης, φάνταζαν σαν ιερός πόλεμος· θαρρείς και κάποια ανώτερη δύναμη του είχε αναθέσει να πάρει εκδίκηση για τον Τιμ. Αποσπασματικές εικόνες στριφογύριζαν στο μυαλό του. Αρκούσε να κλείσει τα μάτια για να δει με τη φαντασία του τον Τιμ, να τον ακούσει να του μιλά για τη δύναμη που θα γινόταν μια μέρα δική τους -τη δύναμη που θα μοιράζονταν μυστικά. Τώρα όμως ο Τιμ είχε πεθάνει κι ο Σάιμον φοβόταν ότι ο θάνατός του, με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, θα εξανέμιζε αυτή τη δύναμη. Με την τιμωρία της Ραχήλ θα την ξανάβρισκε, θα την ανακτούσε όπως ο βασιλιάς Αρθούρος το Εξκάλιμπερ. Η πραγματικότητα έδωσε τη θέση της στη φαντασίωση κι όπως πάντα, όταν νήστευε, ο Σάιμον έφτασε σ’ ένα στάδιο όπου τον μέθυσε το νοσηρό εγώ του. Τα είχε σχεδιάσει όλα προσεκτικά. Δε δυσκολεύτηκε να μάθει τι ώρα σχολούσε το βράδυ το κορίτσι. Ο Σάιμον είχε μάθει ν’ α-λιεύει πληροφορίες από την εποχή ακόμα του Ίτον και η χαζοχαρούμενη ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου ήταν εύκολο θύμα. Της δικαιολογήθηκε ότι ήθελε την πληροφορία για λογαριασμό ενός φίλου του. Για καλή του τύχη, τη νύχτα της κηδείας του Τιμ, ο Μάιλς Φρεντς θα έλειπε στη μηνιαία συγκέντρωση μιας φιλολογικής λέσχης στην οποία ήταν μέλος κι έτσι δε θα τον είχε μέσα στα πόδια του· άλλο ένα σημάδι ότι η μοίρα ευνοούσε τα σχέδιά του. Δε φοβόταν μήπως τον καταγγείλει η Ραχήλ. Τα κορίτσια της τάξης της δεν τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Όπως πάντα όταν σκεφτόταν τη Ραχήλ, το μίσος κόχλασε μέσα του. Το μοναδικό ανθρώπινο πλάσμα που κατάφερε να τον συγκι-νήσει ήταν ο Τιμ... και τώρα ο Τιμ ήταν νεκρός εξαιτίας αυτής της σκύλας. Η βαθιά απέχθεια που έτρεφε ανέκαθεν ενάντια στο θηλυκό γένος τώρα είχε μεταβληθεί σε πραγματική λύσσα, εξωθώντας τον στα όρια του αυτοελέγχου του. Πάντα μισούσε τις γυναίκες· ήταν αδύναμες, καταστροφικές και τους άξιζε να τιμωρηθούν. Ανατρίχιασε σύγκορμος κι αισθάνθηκε ένα σαρωτικό κύμα ευφορίας. Έχασε κάθε ίχνος επαφής με την πραγματικότητα. Ήταν η τρέλα που θα εκδηλωνόταν περιοδικά σε όλη του τη ζωή, μετα-μορφώνοντάς τον από ένα χαρισματικό άτομο με τετράγωνη λογική σ’ επικίνδυνο ψυχοπαθή. * «Δεν είναι σωστό αυτό που πάμε να κάνουμε», μουρμούρισε στενοχωρημένος ο Άλεξ στον Ρίτσαρντ καθώς περίμεναν τη Ραχήλ να βγει από το παμπ. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή», του υπενθύμισε τραχιά εκείνος κι ο Άλεξ βυθίστηκε στη σιωπή, αναγνωρίζοντας την ορθότητα των λόγων του. Ένιωθε άσχημα γι’ αυτό που τους έβαλαν να κάνουν-ερχόταν σε αντίθεση με την ανατροφή του, τα πιστεύω του. Ο άντρας αγαπά και προστατεύει τη γυναίκα· σ’ αυτή τη βάση στηριζόταν η σχέση των γονιών του κι ο Άλεξ πίστευε ακράδαντα ότι έτσι έπρεπε να γίνεται. Να όμως τώρα που περίμενε μια νέα κοπέλα για να την απαγάγει και να την παραδώσει στα χέρια αυτού του... «Ηρέμησε επιτέλους», τον μάλωσε ο Ρίτσαρντ. «Μην ανησυχείς, είναι πολύ εύκολο... Θα την πάρουμε από πίσω και, όταν της ορμήσουμε, εγώ θα της φράξω το στόμα κι εσύ θα της δέσεις τα χέρια. Θα τη βάλουμε στο αμάξι, θα την πάμε στο δωμάτιο του Χάρις και μετά θα φύγουμε». «Τι λες να της κάνει;» Ο Άλεξ δεν μπόρεσε να μην ξεστομίσει αυτή την αφελή ερώτηση. Ήδη η φαντασία του οργίαζε και τον έπνιγαν προκαταβολικά οι τύψεις. Ο Σάιμον τους είχε πει ότι το κορίτσι, εδώ και βδομάδες, ερωτοτροπούσε τόσο με τον ίδιο όσο και με τον Τιμ. Είπε πως ήθελε να της δώσει ένα μάθημα όχι τόσο για τον εαυτό του όσο για τον Τιμ. Απ’ όποια σκοπιά όμως κι αν το εξέταζε ο Άλεξ, κατέληγε πάντα στην ίδια αποτρόπαια λέξη: βιασμός. Τόλμησε να πει τις σκέψεις του στον Σάιμον μόλις το περασμένο βράδυ και τότε αυτός τον κοίταξε μ’ ένα ύφος που τον


έκανε να ριγήσει από φόβο. «Δεν είναι βιασμός, γιατί πήγαινε τόσο καιρό γυρεύοντας...» Ο Άλεξ δεν ήθελε να μπλέξει σ’ αυτή την ιστορία, αλλά στάθηκε αδύνατο να το αποφύγει. Η λέσχη Φωτιά της Κολάσεως διαλύθηκε μέσα στον πανικό που ακολούθησε το θάνατο του Τιμ. Τα μέλη της θαρρούσαν ότι καίγοντας τα ράσα τους θα εξαφάνιζαν κάθε ίχνος της ύπαρξής της. Δεν μπορούσαν όμως να σβήσουν τη μνήμη του Σάιμον. Ο Άλεξ κι ο Ρίτσαρντ ήταν οι πρώτοι που κατάλαβαν ότι τους είχε του χεριού του. Ούτε ο Ρίτσαρντ ενέκρινε αυτό που πήγαιναν να κάνουν, αλλά ήταν αρκετά καπάτσος για να καταλάβει ότι ο Σάιμον δε θα δίσταζε να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Έτσι, ενέδωσε. Γιατί να καταστρέψει το μέλλον του για χάρη μιας κοπέλας που ούτε καν γνώριζε; Μια ματιά στη φωτογραφία που τον έδειχνε να χορεύει γυμνός ανάμεσα σε μνήματα, υπό το φως των κεριών, αρκούσε να καταστρέψει τις πιθανότητές του να δουλέψει στην τράπεζα· δεν είχε καμιά όρεξη να χαντακωθεί εξαιτίας ενός νυμφιδίου που είχε την αφροσύνη να προκαλέσει τη φοβερή οργή του Σάιμον. Εκείνο το βράδυ η Ραχήλ σχόλασε κάπως καθυστερημένα. Επειδή ήταν αργά, η αφεντικίνα της της πρότεινε να τη συνοδεύσει στο ξενοδοχείο ο ανιψιός της που έμενε μαζί τους, αλλά η κοπέλα αρνήθηκε. Βγήκε από την πίσω πόρτα και βάδισε με αυτοπεποίθηση στο σκοτεινό δρομάκι. Η έκτη αίσθησή της δεν την προειδοποίησε ότι την παρακολουθούσαν και δεν το κατάλαβε παρά μόνο όταν ένα χέρι έφραξε το στόμα της και δυνατά μπράτσα τυλίχτηκαν γύρω της σαν πλοκάμια. Προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά οι λαρυγγικοί μύες της είχαν παραλύσει. Της έκλεισαν με αυτοκόλλητη ταινία το στόμα και της έδεσαν πίσω τα χέρια. Ήξερε ενστικτωδώς ότι το κακό που τη βρήκε είχε σχέση με τον Τιμ... αλλά ο Τιμ ήταν νεκρός... Μέσα της ξύπνησε η δεισιδαιμονία των Κελτών και Τσιγγάνων προγόνων της και την κυρίευσε τρόμος. Άρχισε να κλοτσά προς κάθε κατεύθυνση, αλλά τη σήκωσαν στον αέρα φυλακισμένη ανάμεσα σε δυο στιβαρά κορμιά. Το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει ο Ρίτσαρντ περίμενε παρκαρισμένο στο βάθος του δρόμου. Την έσπρωξαν μέσα. Ο Άλεξ κάθισε δίπλα της στο πίσω κάθισμα για να την προσέχει και ο Ρίτσαρντ ανέλαβε να οδηγήσει. Για να πάνε στο κολέγιο έκαναν ένα μεγάλο κύκλο, όπως τους είχε δασκαλέψει ο Σάιμον. Μετά τον πανικό της πρώτης στιγμής, η Ραχήλ άρχισε να ξαναβρίσκει το έμφυτο θάρρος της. Την πήγαιναν κάπου, με κάποιο σκοπό -και ήξερε πως αυτός ο σκοπός σχετιζόταν άμεσα με τον Τιμ. Όμως ο Τιμ είχε πεθάνει... ωστόσο οι νεκροί καμιά φορά επηρεάζουν τις πράξεις των ζωντανών. Αυτόματα θυμήθηκε τη γιαγιά της κι αρπάχτηκε από την ανάμνηση της δύναμης και της καλοσύνης της, προσπαθώντας να θυμηθεί τα ξόρκια που της μάθαινε όταν ήταν παιδί για να διώχνει το κακό. Μέσα στο αυτοκίνητο δεν ένιωθε την ύπαρξη του κακού, αλλά μάλλον του φόβου, που δεν ήταν μόνο δικός της. Το κακό όμως περίμενε στο τέλος της διαδρομής. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο, την έβγαλαν τσουβαλιαστή και την ανέβασαν σε κάτι σκάλες. Δυνατά χέρια εξουδετέρωναν κάθε προσπάθειά της να ξεφύγει. Ο Σάιμον τους είδε να φτάνουν. Τους άνοιξε αμίλητος κι έδειξε ένα κρεβάτι που ήταν στρωμένο μ’ ένα λευκό κατωσέντονο. Ήταν του Μάιλς, όχι το δικό του. Όταν ο Άλεξ κι ο Ρίτσαρντ άφησαν τη Ραχήλ στο κρεβάτι, τους έγνεψε να φύγουν και κλείδωσε την πόρτα ξοπίσω τους. Το γυμνό κάτω από τη ρόμπα κορμί του έτρεμε από την ανυπομονησία να τιμωρήσει άγρια αυτή τη γυναίκα που έγινε αιτία να χαθεί το μοναδικό πλάσμα που αγάπησε στη ζωή του. Ο Τιμ, νεκρός, του ήταν άχρηστος. Κι όμως τον ήθελε -τον χρειαζόταν-ζωντανό. Κοίταξε την κοπέλα παγώνοντάς τη με το βλέμμα του και τα χείλη του τραβήχτηκαν σ’ ένα σατανικό χαμόγελο που αποκάλυψε τα δόντια του. Η Ραχήλ κατάλαβε αμέσως ότι δε σκόπευε να τη σκοτώσει, αλλά δεν ήξερε και η ίδια γιατί ήταν τόσο σίγουρη. Κατάλαβε ακόμα ότι αυτό που σκόπευε να της κάνει θα ήταν πολύ χειρότερο κι από το θάνατο. Στο κάτω κάτω, πεθαίνεις μόνο μια φορά. Θυμήθηκε τη μητέρα της κι αναρωτήθηκε απελπισμένα γιατί οι γυναίκες της οικογένειάς τους προσέλκυαν πάντα ό,τι χειρότερο είχε να επιδεί-ξει το αντρικό φύλο. «Φοβάσαι, ε; Φοβάσαι, σκύλα... Ξέρεις γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Η Ραχήλ κατάλαβε ότι είχε ανάγκη να μιλήσει και κούνησε το κεφάλι, ικετεύοντας το Θεό να γίνει κάποιο θαύμα και να


γλιτώσει. «Πρέπει να πληρώσεις για το θάνατο ενός ανθρώπου. Εσύ, εσύ τον σκότωσες... εσύ τον μάγεψες και πέθανε...» Εννοούσε τον Τιμ! Πάγωσε το αίμα της από το φόβο. Ο Σάιμον γέλασε. «Νόμιζε ότι μπορούσε να καλέσει τον Εωσφόρο, αρκεί να θυσίαζε μια παρθένα. Τα είχε όλα έτοιμα...» Το παρεκκλήσι στο Μάρτσινγκτον... η αίσθηση του κακού... η οργή του Τιμ όταν εμφανίστηκε ο παππούς του... Ναι, τώρα όλα είχαν μια εξήγηση. Αυτός ο άντρας υπήρξε εραστής του Τιμ. Ήταν σίγουρη, το ήξερε. Και ήξερε ακόμα ότι εκείνος τον είχε σκοτώσει. Ένα όραμα πέρασε σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια της -δυο άντρες πάλευαν πάνω σε μια γέφυρα... ο ένας έπεσε... «Εσύ... εσύ σκότωσες τον Τιμ!» «Όχι!» Ο Σάιμον τη χαστούκισε τόσο δυνατά, που παραλίγο να λιποθυμήσει. Μετά έβγαλε από την τσέπη του ένα στιλέτο. Άρπαξε το μπλουζάκι της από μπροστά και το έσκισε στα δύο. Η αιχμηρή άκρη χάραξε στο δέρμα της μια κόκκινη ματωμένη γραμμή. Το μάτι του Σάιμον θόλωσε. Το έκανε για τον Τιμ, όχι για τον εαυτό του, αλλά... το λευκό κορμί, ο φόβος του κοριτσιού... τον ερέθιζαν, κάνοντας αυτό το σμίξιμο χίλιες φορές ηδονικότερο από τις σεξουαλικές εμπειρίες του με άλλες γυναίκες. Κυριευμένος από τυφλή μανία, ξεκούμπωσε το τζιν της και τη γύμνωσε ξεσκίζοντας τα ρούχα της σαν ύαινα που κατασπαράζει τις σάρκες του θύματός της. Έχασε κάθε επαφή με την πραγματικότητα, στ’ αυτιά του αντηχούσαν τα λόγια του πατέρα του κι άρχισε μηχανικά να τα επαναλαμβάνει. «Πρέπει να τιμωρηθείς... πρέπει να σε τιμωρήσω... πρέπει να σε τιμωρήσω...» Μπήκε μέσα της αδέξια και άγρια και η Ραχήλ νόμιζε ότι θα πεθάνει από τον πόνο. Το κορμί της είχε παραλύσει από το φόβο και την αηδία· και μόνο στο θέαμα της στύσης του πλημμύριζε πανικό. Έσπασε βίαια τον παρθενικό υμένα, αντλώντας δύναμη από μια άλογη επιθυμία να προκαλέσει πόνο που είχε τις ρίζες της στα τραύματα της παιδικής του ηλικίας. Η Ραχήλ ένιωσε το σπέρμα του να ξεχύνεται καυτό μέσα της κι όταν εκείνος αποτραβήχτηκε απότομα ο πόνος ήταν το ίδιο σχεδόν ανυπόφορος με τη στιγμή της εισόδου του. Βρισκόταν ακόμα σε στύση, που την τροφοδοτούσε η δύναμη του μίσους του. Ήταν ακόμα δεμένη πισθάγκωνα και τα μπράτσα της πονούσαν αφόρητα, το κεφάλι της γύριζε σαν σβούρα και το κακοποιημένο κορμί της πονούσε παντού. Ωστόσο μέσα της, εκτός από το φόβο, φούντωνε κι ο θυμός. Δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτό τον άντρα, αυτή τη νύχτα... Κάποτε θα πλήρωνε σκληρά γι’ αυτό που της έκανε... Όλοι θα πληρώσουν, συμπλήρωσε νοερά καθώς θυμήθηκε και τους δύο απαγωγείς της. Ο Σάιμον σηκώθηκε και για μια στιγμή η Ραχήλ πίστεψε ότι το μαρτύριό της είχε τελειώσει. Και ύστερα, μ’ ένα καινούριο κύμα πανικού, κατάλαβε πως έκανε λάθος. Ο Σάιμον τη γύρισε μπρούμυτα κοντανασαίνοντας. «Αυτό ήταν για τον Τιμ... γι’ αυτό που του έκανες... για να μην το ξεχάσεις ποτέ». Ένα ουρλιαχτό πνίγηκε στο λαρύγγι της καθώς ένιωσε το στιλέτο να χαράζει την τρυφερή σάρκα στο δεξιό γλουτό της, πρώτα με μια κάθετη μαχαιριά και ύστερα με μια οριζόντια. Ταυ... Ταυ... το αρχικό του Τιμ. Ταυ... το αρχικό του Τρόμου. «Κι αυτό ήταν για μένα... στη μνήμη του ανθρώπου που αφάνισες». Η Ραχήλ ένιωσε τον πόνο ν’ απλώνεται κατά κύματα σε όλο της το σώμα και, ενώ υπέμενε την κτηνώδη βία του ξέροντας ότι θα τη σημάδευε για όλη την υπόλοιπη ζωή της, υποσχέθηκε στον εαυτό της μια εκδίκηση τόσο τρομερή, τόσο αδυσοδπητη, που θα τον έκανε να παρακαλάει -όπως παρακαλούσε τώρα κι εκείνη- να πεθάνει για να λυτρωθεί. Πριν φύγει ο Σάιμον, τράβηξε απότομα από το στόμα της την αυτοκόλλητη ταινία, κάνοντας τη να βουρκώσει από τον πόνο,


κι έφερε στα χείλη της ένα ποτήρι μ’ ένα άχρωμο κι άοσμο υγρό. Εκείνη αντιστάθηκε και τότε τη χαστούκισε δυνατά και της είπε: «Πιες το, ανόητη. Υπνοκικό είναι». Η Ραχήλ δεν ήθελε να το πιει, αλλά ο Σάιμον της έπιασε τη μύτη και της το έδωσε με το ζόρι. Περίμενε μέχρι που την είδε να γλαρώνει και μετά άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του. Έπρεπε να τα κάψει. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ακόμα τουλάχιστον μισή ώρα στη διάθεσή του πριν επιστρέφει ο Μάιλς. Ωραία. Φαντάστηκε τα μούτρα του συγκατοίκου του όταν θ’ ανακάλυπτε το «εύρημα» στο κρεβάτι του. Ήταν τόσο κόπανος ο Φρεντς, που ίσως φανταζόταν ότι το νυμφίδιο τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες! Σύντομα θ’ ανακάλυπτε το λάθος του αν επιχειρούσε να της κάνει έρωτα! Ο Σάιμον κοίταξε το κάτωχρο πρόσωπο με το φωτοστέφανο από σκουρο-κόκκινα μαλλιά. Επιτέλους, είχε πάρει την εκδίκησή του. Η παραφορά της κρίσης είχε τώρα υποχωρήσει, αφήνοντάς τον ήρεμο κι ανανεωμένο. Θα χρειαζόταν ένα άλλοθι για την περίπτωση που μιλούσε το κορίτσι, αλλά το θεωρούσε απίθανο. Τα κορίτσια της τάξης της... αυτά τα μηδενικά που δεν έχουν ούτε χρήματα ούτε συγγενείς... Ακόμα και να έλεγε τι της έκανε, ποιος θα την πίστευε; Όταν βγήκε και κλείδωσε την πόρτα, στα χείλη του ήταν ζωγραφισμένο ένα μακάριο αγγελικό χαμόγελο. Το τελευταίο πράγμα που είχε κάνει πριν φύγει ήταν να κόψει το σκοινί που ήταν δεμένα τα χέρια της. Πρόσεξε ότι το δέρμα των καρπών της ήταν κατακόκκινο και γδαρμένο από το σφίξιμο. * Ο Μάιλς έφυγε από τη συγκέντρωση αργότερα απ’ ό,τι υπολόγιζε. Είχε μπλέξει σε μια παθιασμένη διαλογική συζήτηση από την οποία βγήκε νικητής. Πέρα από την ικανοποίησή του όμως που απέδειξε τις θέσεις του, μέσα του υπέβοσκε μια αλλόκοτη ανησυχία... Κάτι σκάρωνε ο Σάιμον Χάρις -το ένιωθε, το μύριζε στον αέρα. Ο θάνατος του Τιμ δεν τον είχε ξαφνιάσει· κάπου μέσα του τον προαισθανόταν, αν και τον περίμενε κάπως πιο θεαματικό κι όχι ένα απλό ατύχημα -αν ήταν ατύχημα τελικά. Ήξερε πώς βασάνιζε κι εκμεταλλευόταν ο Τιμ τους άλλους και ήταν φανερό ότι κάποτε κάποιο θύμα του θα έπαιρνε εκδίκηση. Τον ξάφνιασε μόνο που ήταν ο Σάιμον Χάρις παρών όταν πέθανε. Απ’ όσο καταλάβαινε, ο Τιμ ήταν πολύ πιο χρήσιμος στον Σάιμον ζωντανός παρά νεκρός. Ο Τιμ ήταν όργανο του Σάιμον· χωρίς αυτόν, ο Χάρις γινόταν επικίνδυνα ευάλωτος. Και στον Χάρις δεν άρεσε να είναι ευάλωτος. Ο Μάιλς ήταν κάτι σαν μελετητής της ανθρώπινης φύσης, όπως θα έπρεπε να είναι κάθε μέλλων δικηγόρος. Παρατηρώντας την αλληλεπίδραση που είχαν μεταξύ τους ο Σάιμον και ο Τιμ, είδε πράγματα που κανείς από τους δυο τους δε θα ήθελε να δει. Ήξερε φυσικά ότι διατηρούσαν σχέσεις, αλλά καταλάβαινε ότι τους έδεναν πολύ περισσότερα από το σεξ. Διαισθανόταν ακόμα ότι ήταν δυνατοί κι επικίνδυνοι -ο Σάιμον περισσότερο από τον Τιμ. Ο Σάιμον είχε μια νοσηρή φιλοδοξία να επιβάλλεται στους γύρω του, ενώ ο Τιμ προτιμούσε να παίζει με τους άλλους σαν τη γάτα με το ποντίκι. Τώρα ο Τιμ ήταν νεκρός· δεν τον δολοφόνησε κάποιος εξαγριωμένος εραστής του, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά έπεσε και σκοτώθηκε πάνω στη «μαστούρα» του και μπροστά στα μάτια ενός ανθρώπου που θα πουλούσε και την ψυχή του για να τον κρατήσει ζωντανό. Ωστόσο, κάτι έλεγε στον Μάιλς ότι ο θάνατος του Τιμ δεν ήταν ένα απλό ατύχημα... Υπήρχε κάτι... κάτι σκοτεινό κι επικίνδυνο... που δεν μπορούσε όμως να το εντοπίσει κι έτσι το μυαλό του παραμέρισε αυτή τη σκέψη ελλείψει στοιχείων. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά κι έβγαλε το κλειδί από την τσέπη. Το αναγνωστήριο που μοιράζονταν οι τρεις τους ήταν σκοτεινό. Ο Μάιλς ήταν κουρασμένος και πήγε γραμμή στο δωμάτιό του. Μια παράξενη, άγνωστη μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα. Δεν ήταν ναρκωτικά, δεν ήταν καν βαρβατίλα... αλλά ήταν κάτι που του έφερε ανατριχίλα σ’ όλο το κορμί. Αναγνώρισε έκπληκτος ότι ήταν η μυρωδιά του φόβου και... του αίματος;... Αναψε το ηλεκτρικό και, μισοτυφλωμένος από το φως, κοίταξε ολόγυρα. Μια βαριά ακινησία επικρατούσε στο δωμάτιό του... Το βλέμμα του έπεσε στο αναστατωμένο κρεβάτι και το γυμνό κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο στο λευκό σεντόνι. Ο Μάιλς την πλησίασε με βήμα αθόρυβο σαν γάτας. Την είχε αναγνωρίσει αμέσως. Ήταν το κορίτσι του Τιμ... η μικρή κοκκινομάλλα. Τι γύρευε εδώ η ανόητη; Μήπως είχε κάνει τη βλακεία να μπλέξει με τον Σάιμον, να περάσει στο δικό του κρεβάτι ύστερα από του Τιμ;


Ο Μάιλς είχε πάψει πια να σοκάρεται από αυτά που γίνονταν στην Οξφόρδη. Ήταν η εποχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της απόλυτης ασυδοσίας, κι όποιος δε συμβάδιζε με το κλίμα της εποχής αποτελούσε εξαίρεση και παραφωνία. Πλησίασε και σκούντησε ελαφρά το ασάλευτο κορμί. Αγνοούσε το λόγο που την έφερε στο κρεβάτι του, αλλά δεν την ήθελε εκεί. Πρόσεξε άθελά του ότι το κορμί της ήταν πολύ καλοκαμωμένο... κι άξαφνα θυμήθηκε πόσο καιρό είχε να πλαγιάσει με γυναίκα -αλλά δε σκόπευε να μπλέξει μ’ αυτήν ειδικά τη γυναίκα. «Πολύ ενδιαφέρον», μονολόγησε βαριεστημένα. «Απόψε όμως θέλω το κρεβάτι μου μόνο για τον εαυτό μου». Δεν είχε ιδέα γιατί το κορίτσι βρισκόταν στο δικό του αντί για του Σάιμον, αλλά το απέδωσε στις γνωστές φάρσες του συγκατοίκου του. Η μικρή δεν έλεγε να ξυπνήσει κι ο Μάιλς έπιασε την άκρη του σεντονιού και την τράβηξε απότομα, με πρόθεση να τη ρίξει στο πάτωμα. Μόνο όταν το κορίτσι κύλησε στο κρεβάτι είδε το αίμα στο σεντόνι και το χαραγμένο αρχικό πάνω στη σάρκα του γλουτού της. Κατάλαβε πως ό,τι κι αν έγινε στο δωμάτιό του κατά τη διάρκεια της απουσίας του σίγουρα δεν ήταν η αθώα φάρσα που υπέθεσε στην αρχή. Εξέτασε με μεγαλύτερη προσοχή το γυμνό κορμί και διέκρινε τα σημάδια των σκοινιών στους καρπούς της. Είδε το ποτήρι, το σήκωσε και βούτηξε το δάχτυλό του στα κατακάθια του υγρού. Αναρωτήθηκε αν ο Χάρις τη νάρκωσε πριν ή μετά την κακοποίησή της. Ξέροντας καλά το συγκάτοικό του, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι αυτό έγινε μετά. Τώρα καταλάβαινε γιατί πλανιόταν η μυρωδιά του φόβου στον αέρα και γιατί ο Σάιμον την είχε αφήσει στο δικό του κρεβάτι. Τα πράγματα έδειχναν ότι η κοπέλα ήταν παρθένα. Άγγιξε τη χαρακιά που έβγαζε ακόμα αίμα κι εκείνη βόγκηξε σιγανά. Ακόμα κι αν ήξερε πού έμενε, ήταν κάπως δύσκολο να την ξυπνήσει και να την πάει στο σπίτι της σ’ αυτή την κατάσταση. Όμως ήταν κατάκοπος και ήθελε να πλαγιάσει. Η πόρτα, από τη μέσα μεριά, είχε σύρτη. Τον κοίταξε για λίγο και πήρε την απόφασή του. Αμφέβαλλε αν θα γύριζε ο Χάρις εκείνο το βράδυ. Στο μεταξύ... Ο Μάιλς ήταν αρκετά σκληραγωγημένος από τη δουλειά σε αγροκτήματα και δε λιποψυχούσε στη θέα του αίματος και της πληγωμένης σάρκας, οι γυναίκες όμως δεν ήταν ζώα κι αυτή εδώ είχε κακοποιηθεί με κτηνωδία. Έσφιξε τα χείλη βλέποντας πόσο άγρια είχε βιάσει ο Σάιμον το κορίτσι κι αναρωτήθηκε αφηρημένα αν θα κατάφερνε ποτέ να το ξεπεράσει και να ζήσει μια φυσιολογική ερωτική ζωή μετά την αποψινή της τραγωδία... Όση ώρα την καθάριζε, εκείνη δε σάλεψε. Της φόρεσε ένα δικό του πουκάμισο, κούμπωσε όλα τα κουμπιά και γύρισε τα μανίκια. Μετά τη σήκωσε από το κρεβάτι και τράβηξε το ματωμένο σεντόνι. Παρά την κούρασή του κοιμήθηκε ελάχιστα. Την ένιωσε να ξυπνά κάποια στιγμή πριν από το χάραμα και σηκώθηκε από την πολυθρόνα που είχε περάσει τη νύχτα για να πάει κοντά της. Όταν η Ραχήλ άνοιξε τα μάτια κι αντίκρισε έναν άλλο άντρα να στέκει και να την κοιτάζει, την έπιασε πανικός. Ούρλιαζε, σηκώθηκε κι έτρεξε τρεκλίζοντας προς την πόρτα. Ήταν κλειδωμένη και καθώς πάσχιζε να τραβήξει το σύρτη την έφτασε ο Μάιλς. Μέσα στην απόγνωσή της συλλογίστηκε πως προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει παρά ν’ αντέξει άλλον έναν άντρα πάνω στο κορμί της. Ο Μάιλς την άφησε να φύγει. Αν την κυνηγούσε, απλώς θα επιδείνωνε το φόβο της. Θυμήθηκε τον τρόμο που ήταν ζωγραφισμένος στα μάτια της κι έσφιξε τις γροθιές. Δεν ήταν βίαιος άνθρωπος· όταν καθάριζε και περιποιόταν αυτό το λεπτό ντελικάτο κορμί, του ήρθε αναγούλα για τα όσα της είχαν κάνει. Δεν ήταν αφελής· ήξερε ότι υπάρχουν άντρες και γυναίκες που η βία και ο πόνος τούς ερεθίζουν σεξουαλικά -και είναι δικαίωμά τους, αρκεί να μην κακοποιούν άλλους που δε συμμερίζονται τα γούστα τους. Όταν έκανε αυτός έρωτα με μια γυναίκα, του άρεσε να μοιράζεται μαζί της την ευχαρίστησή του, να την κάνει να φωνάζει από χαρά κι απόλαυση. * Μόνο η Μπερναντέτ ήξερε ότι η Ραχήλ έλειψε όλη νύχτα και σαν καλή φίλη φρόντισε να την καλύψει. Η Ραχήλ έμεινε δυο μέρες στο κρεβάτι, σε άθλια κατάσταση, και η προϊσταμένη απέδωσε την «αρρώστια» της σε μια δύσκολη περίοδο. Επειδή ήταν φιλότιμη και δουλευταρού, τ’ αφεντικά της έδειξαν κατανόηση.


Επί δύο μέρες το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς θα πάρει εκδίκηση για το έγκλημα που διαπράχτηκε σε βάρος της. Δεν είχε νόημα να πάει στην αστυνομία· σαν Τσιγγάνα έτρεφε έντονη δυσπιστία για τις Αρχές. Πώς μπορούσε όμως να εκδικηθεί ένα κορίτσι χωρίς συγγενείς και φίλους, φτωχό και αμόρφωτο; Θα έβρισκε τρόπο... Θα έβρισκε. * Ο Σάιμον επέστρεψε στην Οξφόρδη μετά από τρεις μέρες. Σε αυτούς που ρώτησαν, απάντησε ότι ο θάνατος του Τιμ του προκάλε-σε μεγάλο σοκ κι έφυγε λίγο για να συνέλθει. Στο διάστημα της απουσίας του φρόντισε να φυλάξει τους φακέλους που κρατούσε για τα μέλη της λέσχης σε τραπεζική θυρίδα. Οι τραπεζικές θυρίδες όμως έχουν κλειδιά... και τα κλειδιά μπορούν να χαθούν, να πέσουν σε λάθος χέρια, να κλαπούν, να ξεχαστούν... Ο Μάιλς τον περίμενε. Ήξερε πως κάποια στιγμή ο Σάιμον θα εμφανιζόταν, αν μη τι άλλο για να πάρει το πτυχίο του. Δεν ήταν βίαιος άνθρωπος -δε φανταζόταν ότι έκρυβε τόση βία μέσα του. Όμως χτύπησε τον Σάιμον τόσο άγρια, που μετά αυτός δεν μπορούσε να συρθεί ως το κρεβάτι του· έμεινε πεσμένος στο πάτωμα κλαψουρίζοντας σαν μωρό παιδί. «Τώρα ξέρεις τι σημαίνει να σου φέρονται βάναυσα και να μην μπορείς ν’ αντιδράσεις», του είπε με απάθεια Είχε φροντίσει ήδη να μεταφερθεί σε άλλο διαμέρισμα. Σκέφτηκε ν’ αναζητήσει το κορίτσι και να ρωτήσει τι κάνει, αλλά τον είχε αηδιάσει τόσο η όλη ιστορία, ώστε το μόνο που ήθελε ήταν να την ξεχάσει. Το ίδιο ήθελε και η Ραχήλ... αλλά δεν μπορούσε. Την έκαιγαν οι αναμνήσεις, προκαλώντας της ένα μόνιμο αίσθημα αναγούλας. Πέρασε πάνω από ένας μήνας πριν συνειδητοποιήσει την αλήθεια. Ήταν έγκυος... Μέσα της μεγάλωνε το παιδί του βιαστή και βασανιστή της. Αν μπορούσε να το ξεριζώσει από τα σπλάχνα της με τα ίδια της τα χέρια, θα το είχε κάνει. Πρώτη το μάντεψε η Μπερναντέτ. «Υπάρχει μια γυναίκα στην οποία πάνε τα κορίτσια στην κατάστασή σου...» της είπε. «Αλλά χρειάζονται λεφτά». Έκτρωση! Η γιαγιά της Ραχήλ έκανε πού και πού εκτρώσεις. Ήταν επικίνδυνες ακόμα κι όταν τις αναλάμβαναν οι πιο έμπειρες πρακτικές. Χρησιμοποιούσαν το σείρικα, το μύκητα της σίκαλης, για να προκαλέσουν τεχνητή αποβολή, αλλά μπορούσε επίσης να προκαλέσει τρέλα ή θάνατο. Η Ραχήλ όμως δεν ήθελε το παιδί. Πώς ήταν δυνατόν να το θέλει; Πήγε να δει τη γυναίκα για την οποία της μίλησε η Μπερνα-ντέτ. Την οδήγησε σ’ ένα παγερό δωμάτιο, μ’ ένα στενό κρεβάτι, νιπτήρα... και τίποτε άλλο. «Για να δούμε... Χμ... είσαι περίπου έξι εβδομάδων», είπε η γυναίκα όταν τελείωσε την εξέταση. Η Ραχήλ ένιωθε απαίσια· το πασπάτεμα του κορμιού της της θύμιζε πώς φυτεύτηκε στη μήτρα της το μισητό παιδί. «Πρέπει να πας δώδεκα εβδομάδων για την επέμβαση... είναι η καλύτερη στιγμή. Κοστίζει εκατό λίρες... Πρέπει να φέρεις σαπούνι κι έναν κουβά. Έτσι, θ’ αποφύγουμε τις μολύνσεις και... δε θα έχω κι εγώ μπλεξίματα». Βλέποντας το ύφος της Ραχήλ, μόρφασε εκνευρισμένη. «Ακόμα δεν μπορείς να καταλάβεις πώς την πάτησες, έτσι; Τι έγινε; Σε ξελόγιασε κανένας λιμοκοντόρος; Γιατί δεν παίρνεις το χάπι, βρε παιδάκι μου; Τέλος πάντων, ό,τι έγινε έγινε. Εγώ στη θέση σου θα ζητούσα τα λεφτά από τον πατέρα... Τέτοιος κορίτσαρος σαν εσένα... Να τον βάλεις να πληρώσει. Κι αν σου φέρει αντιρρήσεις, απείλησέ τον ότι θα πας στην αστυνομία. Βάζω στοίχημα ότι είναι φοιτητής και...» «Το σαπούνι...» την έκοψε βραχνά η Ραχήλ. «Μια πλάκα πράσινο, χωριάτικο. Το βράζουμε με μπόλικο νερό και μετά...» Βλέποντας τη Ραχήλ να χλομιάζει, πρόσθεσε κοφτά: «Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Εγώ δεν είμαι σαν μερικές μερικές, που καταστρέφουν τα σωθικά των πελατισσοιν τους. Μετά από δω θα πας στο σπιτάκι σου, θα ξαπλώσεις στο κρεβατάκι σου και σε δώδεκα ώρες θα είσαι περδίκι -σαν να πέρασες περίοδο με πολλή αιμορραγία». Η Ραχήλ έφυγε τρομοκρατημένη. Πού θα έβρισκε εκατό λίρες; Ζήτα τες από τον πατέρα, της είχε πει η γυναίκα. Πού να ’ξερε...


Όχι, ήταν αδύνατον να βρει εκατό λίρες. Μια λύση λοιπόν της έμενε... Την έλουσε ιδρώτας και ανατρίχιασε από το φόβο καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί τι της έλεγε η γιαγιά της για τα προσβεβλημένα από σείρικα στάχυα της σίκαλης, που, αν χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, προκαλούν δυνατές συσπάσεις στη μήτρα κι αποβολή του ανεπιθύμητου εμβρύου. Αν όμως δε χρησιμοποιηθούν σωστά, σε πιάνουν φοβερές κράμπες στο στομάχι, μετά παθαίνεις γάγγραινα και τέλος πεθαίνεις. Ήξερε τι χρειαζόταν, αλλά δεν ήξερε ούτε την ποσότητα ούτε τον κατάλληλο χρόνο. Χαμένη στους λογισμούς της, βγήκε από την πόλη κι ακολούθησε το δρόμο που οδηγούσε στην εξοχή, χωρίς να βλέπει γύρω της. Περπατούσε μηχανικά, προσπαθώντας να ξεπεράσει την απόγνωσή της. Πρώτη την είδε η γυναίκα καθώς ο άντρας της έστριβε στη γωνία. Του φώναξε κι εκείνος φρενάρισε απότομα. Ήταν όμως αργά. Το αυτοκίνητο χτύπησε τη Ραχήλ. Η κοπέλα τινάχτηκε στο χορτάρι, στην άκρη του δρόμου. Το ζευγάρι πετάχτηκε από το αυτοκίνητο κι έτρεξε κοντά στην αναίσθητη κοπέλα. «Είναι ζωντανή! Γρήγορα στο νοσοκομείο!»

9 Η Ραχήλ ξύπνησε σε μια μικρή ηλιόλουστη κρεβατοκάμαρα που της ήταν εντελώς άγνωστη, χωρίς να θυμάται πώς βρέθηκε εκεί. Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε μια μικροκαμωμένη, περιποιη-μένη γυναίκα με καλοσυνάτο, τρυφερό βλέμμα. «Γεια σου. Πώς είσαι;» «Ε... πώς βρέθηκα εδώ;...» Η Ραχήλ προσπάθησε να θυμηθεί αν ήξερε τη γυναίκα κι όταν βεβαιώθηκε ότι την έβλεπε για πρώτη φορά την κυρίευσε πανικός. «Μην ταράζεσαι». Η γυναίκα πλησίασε και της έπιασε στοργικά τα χέρια. «Λέγομαι Μαίρη Σιμς. Έγινε ένα ατύχημα... Σε χτυπήσαμε με το αυτοκίνητο. Σε πήγαμε στο νοσοκομείο και οι γιατροί είπαν ότι δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Από τη φίλη σου στο ξενοδοχείο μάθαμε ότι δεν έχεις οικογένεια κι έτσι σε φέραμε εδώ». Για μια στιγμή η γυναίκα φάνηκε αβέβαιη. «Αν δε θέλεις να μείνεις...» Η Ραχήλ κοίταξε ολόγυρα κι ένιωσε μια ζεστασιά που δεν προερχόταν μόνο από το φιλόξενο δωμάτιο αλλά κι από την ίδια τη γυναίκα. Και για πρώτη φορά από το θάνατο της γιαγιάς της αι-σθάνθηκε πως δεν ήταν ολομόναχη στον κόσμο. Άξαφνα όμως- θυμήθηκε γιατί περπατούσε σαν αλλοπαρμένη στον εξοχικό δρόμο κι έφερε ασυναίσθητα το χέρι στο στομάχι. Μια σπίθα πόνου τρεμόσβησε στα μάτια της γυναίκας και η Ραχήλ αναρωτήθηκε γιατί. «Όχι, δεν έχασες το μωρό». Η Ραχήλ έσκυψε το κεφάλι. «Μακάρι να το είχα χάσει!» είπε παθιασμένα, πικρόχολα, μισώντας το έμβρυο που μεγάλωνε μέσα της. «Η Μπερναντέτ μας είπε όχι ο... ο φίλος σου σκοτώθηκε σε ατύχημα. Το έχεις πει στους δικούς του; Ότι περιμένεις το παιδί του;» «Το παιδί δεν είναι του Τιμ. Είναι...» Η φωνή της ράγισε και ύστερα ξέσπασε με κακία: «Δεν είναι κανενός παιδί! Το μισώ!» Είδε το πρόσωπο της Μαίρης Σιμς να σκοτεινιάζει και την κοίταξε άπορη μένη. «Θα πάψεις να νιωθεις έτσι όταν γεννήσεις». Η Ραχήλ κούνησε βίαια το κεφάλι. Όχι, ποτέ στη ζωή της δε θ’ αγαπούσε τον καρπό της βαναυσότητας και της κτηνωδίας. Προς μεγάλη της αγανάκτηση ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν και τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της.


Η κυρία Σιμς ένιωσε ένοχη. «Ορίστε, σε τάραξα! Πάω να σου φέρω κάτι να φας και μετά θα κοιμηθείς. Ο γιατρός είπε να μείνεις δυο τρεις μέρες στο κρεβάτι». «Γιατί; Μήπως και χάσω το μωρό;» Καταλάβαινε ότι η γυναίκα ανησυχούσε πολύ για το μωρό -πολύ περισσότερο απ’ όσο ανησυχούσε για την ίδια τη Ραχήλ-και ζήλεψε λιγάκι. «Όχι. Επειδή έπαθες διάσειση από το χτύπημα». Η Μαίρη Σιμς έφυγε κι επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα με μια γαβάθα ζεστή σούπα και φρέσκα ζυμωτά φραντζολάκια. Η Ραχήλ έφαγε λαίμαργα όλο το φαγητό της. «Ραχήλ, δεν είσαι ακόμα σε θέση να γυρίσεις στη δουλειά σου. Ο άντρας μου κι εγώ θα θέλαμε να μείνεις μαζί μας μέχρι να γίνεις τελείως καλά. Τι λες, δέχεσαι;» Η Ραχήλ ένιωσε να την κατακλύζει ένα κύμα ανακούφισης μόλις άκουσε την πρόταση που της έκανε η γυναίκα, ωστόσο, ξύπνησε η αιώνια καχυποψία της, ασυνήθιστη καθώς ήταν σε τόση καλοσύνη. «Γιατί με θέλετε;» ρώτησε ξερά. «Για το μωρό;» Δεν ήξερε ούτε και η ίδια γιατί το είπε, αλλά, βλέποντας τα μάτια της γυναίκας να σκοτεινιάζουν, κατάλαβε ότι τη χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο της. «Όχι ακριβώς... Ο Φίλιπ κι εγώ ανησυχούμε για σένα... νιώθουμε κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνοι για το ατύχημά σου. Είσαι μόνη στον κόσμο... ένα κορίτσι δεκαεφτά χρονών. Ο Φίλιπ κι εγώ είμαστε δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι και δεν έχουμε παιδιά. Θα θέλαμε να μείνεις μαζί μας, Ραχήλ... όσο καιρό θέλεις». «Και το μωρό;» «Μαζί με το παιδί σου, όταν έρθει με το καλό». Η γυναίκα σηκώθηκε και πήρε το δίσκο. «Τώρα προσπάθησε να κοιμηθείς. Θα έρθει να σε δει το απόγευμα ο γιατρός». Ο γιατρός ήταν ένας εύθυμος εξηντάρης, πολύ πιο ομιλητικός από τους σωτήρες της. Ναι, ήξερε πολλά χρόνια τους Σιμς, είπε στη Ραχήλ απαντώντας στις ερωτήσεις της. Από το .ύφος της κατάλαβε ότι δεν ήθελε το παιδί της κι αν ήταν στο χέρι της θα φρόντιζε να το ρίξει. Τη λυπήθηκε· του θύμισε αγριμάκι πιασμένο σε παγίδα, που μάταια πασχίζει να ελευθερωθεί. Η Μαίρη του είχε πει πως η κοπέλα αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ήταν ο Τιμ Γουάιλντινγκ πατέρας του παιδιού της, αλλά, σύμφωνα με τη φίλη της και τους ιδιοκτήτες του παμπ στο οποίο εργαζόταν, η Ραχήλ δεν είχε σχέσεις, ούτε καν φιλίες, με κανέναν άλλο άντρα. Κάτι πολύ πιο σοβαρό κρυβόταν πίσω από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της και το άγριο πάθος με το οποίο αρνιόταν το παιδί της. Ο γιατρός αυτόματα σκέφτηκε τις χαρακιές στο γλουτό της, που ασφαλώς είχαν σχέση με τη διαταραγμένη πνευματική της κατάσταση. Ωστόσο, ό,τι κι αν είχε γίνει, η κοπέλα δεν ήταν έτοιμη να το κουβεντιάσει. Έτσι, ο γιατρός προτίμησε να της μιλήσει για το ζευγάρι που τη φιλοξενούσε. «Ο Φίλιπ είναι δάσκαλος... Θα τον συμπαθήσεις, είναι αξιαγάπητος άνθρωπος». Καθώς σηκώθηκε να φύγει, ο γιατρός σκέφτηκε ότι και ο Φίλιπ θα εκτιμούσε την ευστροφία και τις δυνατότητες του ακαλλιέργητου μυαλού της μικρής. Η Ραχήλ διαπίστωσε ότι ο γιατρός είχε δίκιο. Όσο κι αν προσπάθησε να μη δεθεί ψυχικά με τους Σιμς, βρέθηκε άθελά της ν’ ανταποκρίνεται στη στοργή και τις φροντίδες τους. Το παιδί μέσα της μεγάλωνε κι αυτή η ίδια μπουμπούκιαζε κι άνθιζε στη θαλπωρή του σπιτικού τους.


Το παλιό σπίτι όπου ζούσαν βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Οξφόρδη και ήταν χτισμένο καταμεσής ενός μεγάλου κήπου που τον φρόντιζε η Μαίρη. Όταν ανακάλυψε ότι η Ραχήλ ήξερε από βότανα, ενθουσιάστηκε και σιγά σιγά η κοπέλα άρχισε να ξανοίγεται και να μιλά για τον εαυτό της στους ανεπίσημους κηδεμόνες της. «Τι θα κάνεις όταν... όταν γεννήσεις;» τη ρώτησε μια φορά στο βραδινό τραπέζι ο Φίλιπ. Την είδε να παίρνει ένα ύφος όλο αγωνία κι αναρωτήθηκε γιατί. «Θέλω να γίνω πλούσια», αποκρίθηκε λακωνικά. «Τόσο πλούσια που να...» Συνειδητοποιώντας ότι είχε πέσει βαριά σιωπή στο τραπέζι, σταμάτησε απότομα. Σε αυτό το σπιτικό δε μετρούσε το χρήμα. Το ζευγάρι δεν ήταν πλούσιο, αλλά δεν του έλειπε και τίποτα. Αχ, αν είχε μεγαλώσει σ’ αυτό το περιβάλλον, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή της... Τι αδικία να μένουν άκληροι τέτοιοι υπέροχοι άνθρωποι, που είχαν τόσα να δώσουν σ’ ένα παιδί, ενώ άλλοι... «Θέλω... θέλω να κρατήσετε εσείς το μωρό μου», είπε απότομα. Η Μαίρη την κοίταξε δύσπιστα, ενώ το πρόσωπό της βαφόταν κατακόκκινο. Τόσο εκείνη όσο και ο Φίλιπ φρόντιζαν να μη θίγουν το θέμα του παιδιού. Η Ραχήλ δεν ήθελε ούτε ν’ ακούει γι’ αυτό και γινόταν πυρ και μανία όταν το ζευγάρι προσπαθούσε να την κάνει να ενδιαφερθεί λιγάκι για το μωρό που μεγάλωνε μέσα της. Το μόνο που τους είχε πει ήταν ότι δεν το ήθελε και η Μαίρη πίστευε ότι, όταν ερχόταν εκείνη η ώρα, θα το έδινε για υιοθεσία. Ποτέ δεν τόλμησε να ελπίσει ότι θα το υιοθετούσαν εκείνη κι ο Φίλιπ. Κάποτε ίσως... αλλά τώρα ήταν και οι δυο πολύ μεγάλοι για να εγκρίνουν την αίτησή τους οι αρμόδιες Αρχές. Παντρεύτηκε στα είκοσι πέντε, μετά ακολούθησαν οι αλλεπάλληλες εγκυμοσύνες με τη δραματική κατάληξη, ύστερα μια περίοδος αρκετών χρόνων κατά τη διάρκεια των οποίων δεν μπορούσε ούτε ν’ ακούσει τη λέξη «μωρό» και, τέλος, όταν ωρίμασε μέσα της η ιδέα της υιοθεσίας, ήταν πολύ αργά γιατί είχε πατήσει τα σαράντα κι ο Φίλιπ ήταν πενηντάρης. Πολύ αργά... ή έτσι νόμιζε. Να όμως που τώρα αυτή η κοπέλα της πρόσφερε το ανεπιθύμητο μωρό της. Της φάνηκε σαν όνειρο, σαν θαύμα, και θέλησε ν’ απλώσει τα χέρια και να την αγκαλιάσει. Πρυτάνευσε όμως η λογική. Η Ραχήλ ήταν και η ίδια παιδί και βρισκόταν σε τέτοια συναισθηματική σύγχυση, που δεν επιτρεπόταν να πάρει μια τόσο σοβαρή απόφαση. Της έπιασε τρυφερά το χέρι. «Γλυκό μου παιδί, δεν ξέρεις πόσο λαχταρώ να πω ναι, αλλά, όταν γεννήσεις το μωρό σου, θα δεις πόσο διαφορετικά θα αισθανθείς». «Κι αν αισθάνομαι το ίδιο;» επέμεινε πεισμωμένη η Ραχήλ. «Τότε», επενέβη γαλήνια ο Φίλιπ, «να ξέρεις ότι τόσο για σένα όσο και για το παιδί σου το σπίτι μας θα είναι και δικό σας. Σε θεωρούμε δικό μας άνθρωπο, Ραχήλ, πολύ δικό μας... Η Μαίρη κι εγώ σ’ αγαπάμε για τον εαυτό σου, όχι για το παιδί που κουβαλάς μέσα σου. Σε ρώτησα τι σχεδιάζεις για το μέλλον όχι επειδή θέλω να σε ξεφορτωθώ, αλλά γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω να σπατα-λάς την ευφυΐα που σου χάρισε ο Θεός. Είπες ότι θέλεις να γίνεις πλούσια. Πρόσεξε, παιδί μου, μήπως κάνεις λάθος ευχή, γιατί υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πραγματοποιηθεί». Ήταν σαν να έστριψε το μαχαίρι στην πληγή της. Της ήρθε να του φωνάξει ότι αυτός δεν ήξερε τι είχε περάσει στη ζωή... Ότι τα ωραία του λόγια ήταν καλά για τους άλλους, αυτούς που έχουν σπίτι, οικογένεια, αποκούμπι στη ζωή, αλλά δεν είχε κανένα δικαίωμα να κάνει σ’ εκείνη κήρυγμα. * Οι ωδίνες του τοκετού άρχισαν ένα κυριακάτικο απόγευμα του Ιουνίου. Η Μαίρη έμεινε στο πλευρό της, φροντίζοντάς την και δί-νοντάς της τρυφερά κουράγιο μέχρι που γέννησε το γιο της. Η Ραχήλ αρνήθηκε να τον δει και είπε κουρασμένα: «Δε θέλω να τον δω, Μαίρη. Πάρ’ τον εσύ». Επέμενε στην άρνησή της να δει το μωρό όλες τις μέρες που έμεινε στην κλινική και ήταν η Μαίρη που ξημεροβραδιαζόταν δίπλα στην κούνια του, παρακολουθώντας άγρυπνα κάθε του κίνηση, κάθε αντίδραση. Ήταν η Μαίρη που πήγε και του ψώνισε καλαθάκι και ρουχαλάκια και ήταν η Μαίρη που τον κρατούσε στην αγκαλιά της όταν ήρθε ο Φίλιπ να τις πάρει στο σπίτι.


* «Ραχήλ, σε παρακαλώ... πάρ’ το στην αγκαλιά σου!» Η Ραχήλ γύρισε αλλού το κεφάλι. Ήταν τρεις βδομάδες που γύρισαν από την κλινική και δεν είχε αγγίξει ούτε μια φορά το γιο της, δεν του είχε ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Μέσα στην καρδιά της, εκεί που άλλοτε φώλιαζε βαθύ μίσος για το μωρό, τώρα υπήρχε ένα πλάκωμα, ένας δυνατός πόνος. Και ήξερε ότι, αν άγγιζε το παιδί, αν το έπαιρνε έστω και μια φορά στην αγκαλιά της, θα γεννιόταν ανάμεσα τους ένας δεσμός που μετά καμιά δύναμη δε θα ήταν ικανή να σπάσει. Η Μαίρη είχε δίκιο, δε γινόταν να μισείς το ίδιο το παιδί σου. Η Ραχήλ όμως είχε όλο το χρόνο να σκεφτεί, και στους ατέλειωτους μήνες της εγκυμοσύνης της κατέστρωσε αποφασιστικά τα σχέδια για το μέλλον της, στα οποία δε συμπεριέλαβε το παιδί της. Κοντά στον Φίλιπ και τη Μαίρη θα έβρισκε την ασφάλεια που η ίδια ποτέ δε θα μπορούσε να του προσφέρει. Καταλάβαινε πως έπρεπε να τους το αφήσει για το καλό του κι είχε πείσει τον εαυτό της να το σκέφτεται σαν δικό τους παιδί κι όχι δικό της. Εδώ θα μεγάλωνε χωρίς το φοβερό στίγμα της σύλληψής του· εδώ θα δια-παιδαγωγούνταν με τις ανθρωπιστικές αρχές και αξίες που η ίδια δεν ήταν σε θέση να του διδάξει· εδώ δε θα κινδύνευε από τίποτα -γιατί, όταν έπαιρνε την εκδίκηση που σχεδίαζε, ήταν σίγουρη ότι ο Σάιμον θα προσπαθούσε ν’ αντεκδικηθεί, αδιαφορώντας αν αυτό σήμαινε την καταστροφή του ίδιου του γιου του. Με τη γέννηση του μωρού η δίψα της για εκδίκηση φούντωσε ακόμα περισσότερο. Παράλληλα έγινε ακόμα πιο ώριμη. Έτσι, τώρα κοίταξε κατάματα τη Μαίρη και μίλησε ήρεμα, με ειλικρίνεια. «Δεν μπορώ. Αν τον πάρω στην αγκαλιά μου, μετά δε θα μπορέσω να τον απαρνηθώ. Δεν είναι δικός μου, Μαίρη, είναι δικός σου». Πήρε βαθιά ανάσα κι είπε στη Μαίρη αυτό που μέχρι τότε κρατούσε μυστικό: «Ο πατέρας του... με βίασε. Δεν μπορώ να το ξεχάσω. Δε θα ήθελα να μεγαλώσει το παιδί στη σκιά αυτού του γεγονότος. Εσύ μπορείς να του δώσεις τόσα πολλά... όλα αυτά που θα του λείψουν κοντά σ’ εμένα... Αγάπη, ασφάλεια... Γιατί να του τα στερήσω; Δεν καταλαβαίνεις, Μαίρη; Θέλω να τον κρατήσετε, γιατί μαζί σας θα είναι ασφαλής, σίγουρος, ευτυχισμένος». Κανονίστηκαν όλα ήσυχα και διακριτικά. Οι Σιμς δεν είχαν στενούς συγγενείς να ξέρουν τα οικογενειακά τους. Κι ο Φίλιπ ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε την ιδιωτική του ζωή για τον εαυτό του. Με μια αλλαγή σπιτιού κι εργασίας και δυο τρία λόγια σε μερικούς φίλους ότι κράτησαν μυστική την εγκυμοσύνη της Μαίρης λόγω του βεβαρημένου γυναικολογικού ιστορικού της, όλοι πίστεψαν ότι ο Όλιβερ ήταν δικό τους παιδί. «Κι εσύ, Ραχήλ;» τη ρώτησε ο Φίλιπ καθώς τον βοηθούσε να μαζέψει τα βιβλία του πριν από τη μετακόμιση. «Εσύ τι θα κάνεις;» ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΙΣΧΥΟΣ Τα είχε προγραμματίσει όλα. «Θα πάω στο κολέγιο. Θέλω να σπουδάσω γλώσσες κι οργάνωση γραφείου». Τον είδε που απογοητεύτηκε και ήξερε γιατί. Ο Φίλιπ θα προτιμούσε να πάει στο πανεπιστήμιο, αλλά αυτό απαιτούσε περισσότερο χρόνο απ’ όσο είχε στη διάθεσή της. «Θα κάνω και μερικά μαθήματα οικιακών, σαβουάρ βιβρ και μαγειρικής. Θα βγάζω τα έξοδά μου πιάνοντας μια απογευματινή δουλειά». Τους μήνες που έμεινε κοντά στον Φίλιπ και τη Μαίρη έμαθε πολλά από τις συζητήσεις μαζί τους κι από τα βιβλία που διάβασε. Κατάλαβε ότι για να πετύχει αυτό που ήθελε δεν έφταναν μόνο οι ικανότητές- θα χρειαζόταν επαφές και γνωριμίες... Το είδος των γνωριμιών που μπορείς να κάνεις στα πανάκριβα ειδικά τμήματα για κορίτσια που έχουν ορισμένα από τα πιο εκλεκτά ιδιωτικά κολέγια της Οξφόρδης. «Άσε μας να σε βοηθήσουμε. Τουλάχιστον μείνε μαζί μας», πρότεινε ο Φίλιπ. Η Ραχήλ κούνησε το κεφάλι.


«Όχι, δε γίνεται, Φίλιπ. Πρώτ’ απ’ όλα είναι... είναι ο Όλιβερ». Δεν προσπάθησε να τη μεταπείσει, αλλά, όταν έφυγε για ν’ αρχίσει σπουδές γραμματέως, της έδωσε μια επιταγή εκατό λιρών και της είπε ότι δεν ήθελε να του επιστρέφει τα χρήματα. Η Ραχήλ μελετούσε σκληρά και σύντομα ξεπέρασε όλη την τάξη. Τα βράδια δούλευε σε παμπ -σ’ ένα καινούριο, όπου δεν την ήξερε κανείς- και σχεδίαζε να πιάσει δουλειά σαν δακτυλογράφος αμέσως μόλις τελείωνε τη σχολή. Έτσι, θα είχε ελεύθερα τ’ απογεύματα για να παρακολουθήσει μαθήματα ξένων γλωσσών. Ο Φίλιπ της βρήκε την πρώτη της δουλειά. Ένας γνωστός του ήθελε μια κοπέλα να τον βοηθήσει στην πραγματεία που ετοίμαζε στις καλοκαιρινές διακοπές- εκτός από τη δακτυλογράφηση, θα έπρεπε να τον βοηθά και στην έρευνα που έκανε. Η Ραχήλ πήγε γεμάτη αγωνία στο ραντεβού της με τον καθηγητή Κρόμπτον, αλλά τα πήγε μια χαρά. Φορούσε τα ρούχα που της είχε χαρίσει η άγνωστη νεαρή πελάτισσα του ξενοδοχείου. Ήταν ένα ντύσιμο που δε φεύγει ποτέ από τη μόδα, και η πρώτη εντύπωση του καθηγητή ήταν ότι επρόκειτο για ένα περιποιημένο, σεμνό και σοβαρό κορίτσι. Όταν διαπίστωσε ο καθηγητής πόσο ικανή ήταν στη δουλειά της, οι μετοχές της ανέβηκαν, κι όταν πληροφορήθηκε τυχαία ότι τα βράδια έκανε μαθήματα γαλλικών και γερμανικών έπεσε από τα σύννεφα. «Γιατί;» ρώτησε με περιέργεια. Ήταν φανερό ότι ένα τόσο όμορφο κορίτσι δε θα έμενε ανύπαντρο για καιρό. Τι τις ήθελε τις σπουδές; Η Ραχήλ απέφυγε ν’ απαντήσει μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων. Είχε ήδη αποφασίσει τι είδους δουλειά θα έψαχνε μόλις αποκτούσε τις απαραίτητες γνώσεις και το ακόμα πιο απαραίτητο λούστρο. Μια θέση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης... που να τη φέρει σ’ επαφή με ανθρώπους πλούσιους και ισχυρούς... που να τη βάλει στο δρόμο πραγμάτωσης των φιλοδοξιών της. Στο τέλος του καλοκαιριού, όταν η μελέτη ήταν άψογα δακτυλογραφημένη, οι φάκελοι ενημερωμένοι και τακτοποιημένοι και τα βιβλία αλφαβητικά ταξινομημένα, ο καθηγητής, εκτός από ένα μπόνους, πρόσφερε στη Ραχήλ και τη θέση της μόνιμης γραμματέ-ως και βοηθού του. Την αρνήθηκε. Η Οξφόρδη δεν είναι μέρος να" κάνεις την τύχη σου. Ο Φίλιπ και η Μαίρη απογοητεύτηκαν. Ο Όλιβερ είχε γίνει ένα στρουμπουλό γελαστό μωράκι που κουνούσε τα χεράκια του σε όποιον τον πλησίαζε. Μερικές φορές, όταν τον έβλεπε η Ραχήλ, ένιωθε αβάσταχτη επιθυμία να τον πάρει στην αγκαλιά της και κα-τάφερνε με κόπο να συγκρατηθεί. Δεν είχε περιθώρια να υπαναχωρήσει, να τον αγαπήσει σαν δικό της παιδί. Δεν ήταν δικός της. Ανήκε στη Μαίρη και τον Φίλιπ. Τον αγαπούσαν μ’ έναν τρόπο που η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ να τον αγαπήσει. Τον αγαπούσαν δίχως εγωισμό και θα τον μεγάλωναν όλο στοργή και φροντίδα, προστατεύοντάς τον από τις σκληρές αλήθειες της ζωής. Κόντευε να μαζέψει τα χρήματα γι’ αυτό που ονόμαζε νοερά «λούστρο». Δυο μήνες δουλειά ακόμα και θα ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει τα μαθήματα. Αγόρασε μια μεταχειρισμένη γραφομηχανή και, εκτός από τα νυχτερινά μαθήματα και την κανονική της δουλειά σ’ ένα πρακτορείο έκτακτων γραμματέων -τη διάλεξε γιατί πρόσφερε ποικιλία-, ανέλαβε να δακτυλογραφεί εργασίες φοιτητών. Ήταν σκληρή δουλειά και κακοπληρωμένη, της εξασφάλιζε όμως ένα πρόσθετο έσοδο. Όταν θ’ άρχιζε την τελευταία φάση των σπουδών της, ήθελε ν’ αφήσει το φτωχικό της δωμάτιο και να νοικιάσει κάτι καλύτερο. Ήθελε να βρει ένα μέρος που να μένουν εύπορα κορίτσια, με ωραία προφορά και μια θέση στην κοινωνία. Αυτούς τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει ν’ αποβάλλει τη χωριάτικη προφορά της και να μιμείται την καλλιεργημένη ομιλία των ανώτερων τάξεων. Μέχρι τα Χριστούγεννα ήλπιζε να έχει ολοκληρώσει την προσπάθειά της. Μερικές φορές ο Φίλιπ και η Μαίρη σάστιζαν με την αποφασι-στικότητά της, την αφοσίωσή της στο σκοπό της, το πάθος της να πραγματοποιήσει τα χιμαιρικά, όπως τους φαίνονταν, όνειρά της. Ωστόσο δεν έπαυαν να την αγαπούν όχι για το παιδί που τους χάρισε αλλά γι’ αυτή την ίδια, και η Ραχήλ, που το καταλάβαινε, σιγά σιγά ξεπέρασε τις αναστολές της και τους αγάπησε κι εκείνη με τη σειρά της. Βρήκε αυτό που ήθελε σχεδόν τυχαία, ένα απόγευμα του Οκτωβρίου. Βάδιζε βιαστικά στο δρόμο για να προλάβει το λεωφορείο, όταν σκουντούφλησε πάνω σ’ ένα κορίτσι που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Το κορίτσι κρατούσε ένα πακέτο χαρτιά που της έπεσαν και οι κακοδακτυλογραφημένες σελίδες σκορπίστηκαν στο λασπωμένο δρόμο.


«Να πάρει!» αναφώνησε. «Τώρα θα με πνίξει ο Νιλ!» Και, καθώς η Ραχήλ έσκυβε να τη βοηθήσει να τα μαζέψουν, συνέχισε: «Είναι ο αδερφός μου και του έταξα να του δακτυλογραφήσω την εργασία του. Την έχω καθυστερήσει ήδη μια βδομάδα!» Ήταν μια μικροκαμωμένη καστανούλα με σγουρά μαλλιά και ζωηρά τσακίρικα μάτια, που κέρδισε αμέσως τη συμπάθεια της Ραχήλ. Φορούσε αδιάβροχο, μάλλινο καλσόν και μπότες κι έσφυ-ζε από κέφι κι αυτοπεποίθηση. «Θέλεις να σε βοηθήσω;» προσφέρθηκε η Ραχήλ. «Αλήθεια το λες; Κοίτα, μένω εδώ, στη γωνία. Πάμε στο σπίτι μου να πιούμε έναν καφέ. Να στυλωθώ μια στάλα για να μπορέσω ν’ αντιμετωπίσω τον Νιλ!» Κι έκανε μια γκριμάτσα που έδειξε στη Ραχήλ πόσο λίγο φοβόταν στην πραγματικότητα την οργή του αδερφού της. Το σπίτι της αποδείχτηκε πως ήταν ένα όμορφο διώροφο. «Απαίσιο, ε;» είπε καθώς έμπαιναν μέσα. «Επιλογή των γονιών μου». Κοίταξε ψηλά δήθεν με απόγνωση. «Ο Νιλ μένει πάνω κι εγώ κάτω. Μέχρι πρόσφατα είχα συγκάτοικο, αλλά έφυγε για την Ελβετία. Οι γονείς μου επιμένουν να βρω άλλο κορίτσι. Ένας Θεός ξέρει τι φοβούνται ότι θα σκαρώσω με το μεγάλο αδερφούλη μου!» To σπίτι, τα έπιπλα, όλα τριγύρω έδειχναν στη Ραχήλ το περιβάλλον από το οποίο καταγόταν η άλλη κοπέλα. «Δε συστηθήκαμε όμως. Λέγομαι Ιζαμπέλ Κεντ». «Κι εγώ Πέπερ... Πέπερ Μινέσε». Η Ραχήλ είχε σκαρώσει αυτό το όνομα εδώ και κάμποσο καιρό, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που το χρησιμοποιούσε. Περίμενε με αγωνία να δει πώς θ’ αντιδράσει η Ιζαμπέλ στο άκουσμά του. Το άλλο κορίτσι όμως το αποδέχτηκε χωρίς σχόλια. Για τη νέα της ζωή η Πέπερ είχε επινοήσει ένα καινούριο παρελθόν. Οι γονείς της είχαν πεθάνει, δεν είχε κηδεμόνα και ζούσε με οικογενειακούς φίλους -τους Σιμς-, αλλά τώρα ήθελε ν’ ανοίξει τα φτερά της. Δεν υπήρχαν χρήματα. Είχε προετοιμάσει ακόμα και την γκριμάτσα που θα έκανε όταν το έλεγε. Είχε μάθει πολλά τους τελευταίους μήνες κι ένα από τα σπουδαιότερα ήταν ότι το χρήμα δεν έχει τόση σημασία αν διαθέτεις την κατάλληλη προφορά και καταγωγή. Από καταγωγή έπασχε αλλά από προφορά!... «Τι κάνεις στην Οξφόρδη; Δεν είσαι φοιτήτρια, έτσι;» ρώτησε νευρικά η Ιζαμπέλ. Η Πέπερ γέλασε. «Όχι... Προς το παρόν... προς το παρόν δεν κάνω τίποτα ιδιαίτερο, αλλά μετά τα Χριστούγεννα θα πάω στο Μπέντον». «Χριστούλη μου, τι σύμπτωση! Εκεί πάω κι εγώ!» Η Ιζαμπέλ έκανε μια γκριμάτσα. «Είναι απαίσιο! Καλύτερο βέβαια από το Σεντ Γκόντρικ... Φοίτησα κι εκεί ένα φεγγάρι για γραμματέας, αλλά ήμουν ανεπίδεκτη μαθήσεως. Η μαμά έγινε έξω φρενών όταν έμαθε ότι δακτυλογραφούσα ακόμα με τα δύο δάχτυλα! Ο μπαμπάς, ξέρεις, είναι συνεταίρος σε μια εμπορική τράπεζα κι ήθελε να πάω να δουλέψω εκεί... Καταλαβαίνεις, για να βρω κανέναν καλό γαμπρό». Έκανε κι άλλη γκριμάτσα και γέλασαν και οι δυο. «Πού μένεις;» «Προς το παρόν πουθενά. Δηλαδή, με φιλοξενούν κάτι φίλοι των γονιών μου, αλλά ψάχνω για σπίτι». «Αχ, τι καλά! Θα έρθεις εδώ!» Η καρδιά της Ραχήλ άρχισε να βροντοχτυπάει. Δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι θα της έκανε τέτοια πρόταση η Ιζαμπέλ, απλώς θέλησε να προβάρει την καινούρια της ταυτότητα, αλλά τώρα που έγινε η προσφορά... «Δεν ξέρω», είπε επιφυλακτικά. «Δυστυχώς τα οικονομικά μου δεν είναι και πολύ ανθηρά...» «Α, μη σκας γι’ αυτό! Τα πληρώνει όλα ο μπαμπάς. Εσύ μόνο το φαγητό σου θα πληρώνεις. Σκέψου το, σε παρακαλώ, με σώζεις! Αν δε δεχτείς, θα μου φορτώσει η μαμά καμιά από τις απαίσιες κόρες των φιλενάδων της!» Η Ραχήλ χαμογέλασε. Η συνείδησή της την έτυπτε που κοροΐδεψε την Ιζαμπέλ, αλλά αν της έλεγε την αλήθεια... ότι ήταν


νόθα και κατά το ήμισυ Τσιγγάνα... αν της μιλούσε με τη χωριάτικη προφορά των παιδικών της χρόνων, αν της έλεγε ότι δούλεψε σαν γκαρσόνα, ότι βιάστηκε κι έμεινε έγκυος... αν της τα έλεγε όλα αυτά, θα ήταν τόσο ευπρόσδεκτη από την Ιζαμπέλ; Όχι, όχι βέβαια! Σκέφτηκε αποφασιστικά ότι εκείνη τη μέρα άρχιζε η καινούρια της ζωή. Το παρελθόν έπρεπε να ξεχαστεί. Από δω και πέρα δύο στόχους θα είχε στη ζωή της: οικονομική επιτυχία και εκδίκηση των τεσσάρων αντρών που συνεργάστηκαν για το βιασμό της. Η Ραχήλ Λη δεν υπήρχε πια. Είχε γίνει η Πέπεp Μινέσε. Αλλαξε τ’ όνομά της με επίσημη πράξη και μετακόμισε στης I-ζαμπέλ. Ο Νιλ στην αρχή αντιμετώπισε με δυσπιστία την καινούρια «φίλη» της κάπως επιπόλαιας αδερφής του, αλλά σταδιακά ξε-πέρασε τις επιφυλάξεις του κι άλλαξε συμπεριφορά. Τα Χριστούγεννα, λίγο πριν αρχίσει το τμήμα στο οποίο θα φοιτούσε η Πέπεp, η Ιζαμπέλ την κάλεσε στο πατρικό της. Η Πέπεp αρνήθηκε. Δεν ήταν ακόμα έτοιμη να παρουσιάσει την καινούρια της προσωπικότητα μπροστά σε πολύ κόσμο, χρειαζόταν ακόμα εξάσκηση. Ευχαρίστησε την Ιζαμπέλ για την πρόσκληση, έγραψε στους γονείς της μια ευγενική ευχαριστήρια επιστολή κι εξήγησε ότι θα περνούσε τις χριστουγεννιάτικες διακοπές με φίλους των γονιών της, στην Οξφόρδη. Η Μαίρη κι ο Φίλιπ ενθουσιάστηκαν όταν την είδαν. Ο Όλιβερ ήταν τώρα έξι μηνών, ένα ευτυχισμένο γελαστό μωράκι που οι θετοί γονείς του το λάτρευαν. Η Πέπεp πάσχιζε να το σκέφτεται μόνο σαν παιδί του Σάιμον. Του πήγε χριστουγεννιάτικο δώρο, έπαιξε μαζί του, αλλά πάντα φρόντιζε να μένει στο περιθώριο της ζωής του. Η Μαίρη ζήλευε τη δύναμη της θέλησής της, αλλά και σοκαρι-ζόταν. Δεν ήξερε πώς να φερθεί σ’ αυτή τη γεμάτη αυτοπεποίθηση νέα γυναίκα που μιλούσε με την προφορά της ανώτερης τάξης. Αν δεν το είχε δει με τα ίδια της τα μάτια, δε θα μπορούσε να πιστέψει ότι πριν από δεκαοχτώ μήνες μόλις ήταν ένα αδέξιο, τρομοκρατημένο παιδί. Και η αλλαγή δεν ήταν μόνο εξωτερική. Ο Φίλιπ ποτέ δεν αμφέβαλλε για την εξυπνάδα της Πέπερ, αλλά τώρα, όταν συζητούσαν, θαύμαζε το πόσο την είχε καλλιεργήσει. Όταν τον είχε ρωτήσει πώς μπορούσε να επεκτείνει τις γενικές γνώσεις της, της συνέστησε να διαβάζει τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, που φημίζονταν για την αντικειμενική δημοσιογραφία τους. Η Πέπερ είχε την ικανότητα να ρουφά σαν σφουγγάρι τις γνώσεις και να θυμάται ό,τι μάθαινε. Ο Φίλιπ πίστευε μέσα του ότι η Ραχήλ -ή Πέπερ, όπως ήθελε τώρα να τη φωνάζουν- είχε τα φόντα για ανώτατες σπουδές και ακαδημαϊκή καριέρα. Εκείνη όμως προτιμούσε την οικονομική επιτυχία. Αυτό τον στενοχωρούσε λιγάκι, αλλά υπενθύμιζε στον εαυτό του ότι κάθε ανθρώπινο πλάσμα έχει τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες. Κοίταξε το σκυμμένο κεφαλάκι του γιου της που έπαιζε με τους πρώτους πολύχρωμους κύβους του κι ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής. Ίσως έπρεπε να επιμείνουν περισσότερο... Ίσως έπρεπε να την πιέσουν να κρατήσει το παιδί της. Εκείνος και η Μαίρη, όσο κι αν λάτρευαν τον Όλιβερ, δεν ήταν οι πραγματικοί του γονείς... «Ποτέ δε θα μετανιώσω». Σήκωσε το κεφάλι αιφνιδιασμένος που η Πέπερ διάβασε με τόση ακρίβεια τις σκέψεις του. «Κοίταξέ τον», συνέχισε τρυφερά. «Κοίτα τα μάτια του. Είναι ευτυχισμένος. Του προσφέρετε αγάπη κι ασφάλεια. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι ποτέ, μα ποτέ δε θα του πείτε την αλήθεια». Καταλάβαινε η Πέπερ σε τι δοκιμασία έβαζε τις αρχές του; Ο Φίλιπ σε όλη του τη ζωή πίστευε στην απόλυτη ειλικρίνεια, ωστόσο, σε ποια ηλικία λες στο λατρεμένο σου παιδί ότι δεν είσαι ο πατέρας του; Και μετά θα ερχόταν ο καιρός που ο Όλιβερ θα ήθελε να μάθει περισσότερα, να γνωρίσει τους φυσικούς γονείς του. «Για χάρη του σ’ το ζητάω αυτό», είπε σοβαρά η Πέπερ. «Η αλήθεια όχι μόνο δε θα του κάνει καλό, αλλά θα τον πληγώσει. Ο πατέρας του...» Ρίγησε κι έδιωξε αποφασιστικά τις φοβερές εικόνες που μερικές φορές στοίχειωναν ακόμα τις νύχτες της.


«Θέλω να έχει όλα όσα στερήθηκα εγώ... Γονείς, θαλπωρή, ασφάλεια. Αυτό είναι το δο'ιρο μου στον Όλιβερ -το μόνο που μπορώ να του προσφέρω. Υποσχέσου μου ότι δε θα του πεις ποτέ την αλήθεια». Κι ο Φίλιπ της το υποσχέθηκε. Είναι το καλύτερο που μπορούσε να γίνει, τον βεβαίωσε η Μαίρη όταν έφυγε η Πέπερ, κι ο Φίλιπ ευχήθηκε να μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα όσο η γυναίκα του και η Πέπερ. * Οι πρώτες βδομάδες της Πέπερ στη σχολή θα ήταν πολύ δύσκολες αν δεν είχε την Ιζαμπέλ να της ανοίξει το δρόμο. Η Ιζαμπέλ, ή μάλλον οι γονείς της γνώριζαν τους πάντες. Η μητέρα της ήταν η δημοφιλέστερη ντεμπιτάντ της χρονιάς της και κανείς δεν ξαφνιάστηκε όταν παντρεύτηκε τον καλύτερο γαμπρό, το νεαρό κληρονόμο μιας από τις γνωστότερες ιδιωτικές τράπεζες του Λονδίνου. Η Πέπερ, μόλο που κανείς εκτός από την ίδια δεν το ήξερε αυτό, έγινε δεκτή στη σχολή χάρη στο συστατικό γράμμα που υποτίθεται ότι είχε γράψει μια φίλη της μακαρίτισσας της μητέρας της. Ποντάρισε στο γεγονός ότι η γραμματεία του κολεγίου δε γνώριζε το γραφικό χαρακτήρα της μητέρας του Τιμ, αφού οι αδερφές του, σύμφωνα με τα λεγόμενό του, θα φοιτούσαν σ’ ελβετικά κολέγια, όπως και η μητέρα τους. Το επιστολόχαρτο που είχε πάρει από το χολ του Μάρτσινγκτον, υποκύπτοντας σε μια στιγμιαία πα-ρόρμηση, αποδείχτηκε πολύ πιο χρήσιμο απ’ ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Ο μόνος λόγος που το πήρε ήταν γιατί την τράβηξε το χοντρό χαρτί πολυτελείας, τόσο διαφορετικό από το επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου στο οποίο δούλευε. Αργότερα την έκαιγαν οι τύψεις γι’ αυτό που είχε κάνει και το καταχώνιασε. Δεν το θυμήθηκε παρά μόνο όταν άκουσε δυο κορίτσια να συζητούν για ένα τρίτο, που δεν έγινε δεκτό στη σχολή γραμματέων επειδή «η οικογένειά της δεν είναι καθώς πρέπει». Φυσικά, αυτό που είχε κάνει δεν ήταν σωστό, αλλά δικαιολογούνταν αφού δεν έβλαπτε κανέναν... παρά μόνο αυτούς που το άξιζαν... αυτούς που την είχαν βλάψει πρώτοι... Για να πάρει την εκδίκηση που λαχταρούσε η ψυχή της έπρεπε να εκμεταλλευτεί κάθε πλεονέκτημα, κάθε ευνοϊκή συγκυρία που θα παρουσιαζόταν στο δρόμο της. Όμως, ένα συστατικό γράμμα από τη μητέρα του Τιμ Γουάιλ-ντινγκ δε σημαίνει τίποτα, όταν όλα τ’ άλλα κορίτσια είτε γνωρίζονται μεταξύ τους είτε έχουν ακουστά η μια την άλλη μέσω των κοινωνικών επαφών των γονιών τους. Η Πέπερ θα ήταν ένα ξένο σώμα στο κολέγιο αν δεν υπήρχε η Ιζαμπέλ. Στο μεσημεριανό διάλειμμα, που όλα τα κορίτσια κατέβαιναν στην τραπεζαρία, οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από τα πάρτι και τα ρεβεγιόν των χριστουγεννιάτικων διακοπών. Άλλα κορίτσια είχαν πάει για σκι με τους γονείς τους κι άλλα στα πατρικά τους, στην επαρχία. Έτσι, η Πέπερ έμαθε ότι το Γκστάαντ είχε καταντήσει αηδία, γιατί σύχναζε πια εκεί κάθε καρυδιάς καρύδι, κι ότι διάφοροι απαίσιοι τύποι είχαν αρχίσει να παίρνουν μέρος στα κυνήγια... Ύστερα, το ίδιο κορίτσι, χωρίς να πάρει ανάσα, άρχισε να μιλάει για την α-πί-θα-νη δουλειά που της πρόσφερε η μαμά μιας φίλης της στο μαγαζί της. Γρήγορα όμως η Πέπερ έμαθε ότι αυτά τα «μαγαζιά» βρίσκονταν πάντα στο Νάιτσμπριτζ κι ότι οι βίλες των διακοπών ήταν στη Νότια Γαλλία και την Καραϊβική. Όταν κάποιος πατέρας είχε γιοτ, πάντα ήταν «ένα μικρό καρυδότσουφλο...» Η Πέπερ έμαθε γρήγορα ότι η χρήση υπερθετικών ήταν δείγμα παρακατιανής καταγωγής. «Αλήθεια, Πέπερ, εσύ τι θα κάνεις όταν τελειώσουμε τη σχολή;» τη ρώτησε μια φορά ένα κορίτσι στο μεσημεριανό τραπέζι. Η Πέπερ δεν είχε ιδέα, αλλά θυμήθηκε κάτι που είχε πετάξει παλιά πάνω στην κουβέντα η Ιζαμπέλ και, χωρίς να το σκεφτεί, το ξεφούρνισε αεράτα. «Να σου πω... δεν έχω αποφασίσει ακόμα, αλλά σκέφτομαι ν’ ασχοληθώ μ’ έτοιμα γεύματα για εταιρείες». Η επιχείρηση αυτή ήταν σχετικά καινούρια τη δεκαετία του εβδομήντα και πρόσφερε σε μια κοπέλα την ευκαιρία ν’ αποδείξει την εξυπνάδα της, γνωρίζοντας παράλληλα ενδιαφέροντες νέους άντρες. Έτσι, όλες οι συμμαθήτριές της την κοίταξαν


εντυπωσιασμένες. «Αυτή τη δουλειά την είχε κάνει μια ξαδέρφη μου», είπε μια κοπέλα, «αλλά τη βρήκε φοβερά ανιαρή και τελικά τα παράτησε». «Εγώ τη βρίσκω έξοχη ιδέα», πετάχτηκε η Ιζαμπέλ. «Η Πέπερ κι εγώ σκοπεύουμε να συνεταιριστούμε». Ήταν η σειρά της Πέπερ να εκπλαγεί. Από τις συζητήσεις με τη φίλη της ήξερε ότι η Ιζαμπέλ δεν ενδιαφερόταν για την ανεξαρτησία της ούτε σκόπευε να εργαστεί. Θα έβρισκε έναν καλό γαμπρό και θα βάδιζε στ’ αχνάρια της μητέρας της. Ωστόσο... ωστόσο όφειλε πολλά στην Ιζαμπέλ κι επιπλέον τη συμπαθούσε. Αλλωστε η Ιζαμπέλ έχει πολλές χρήσιμες γνωριμίες, συμπλήρωσε νοερά, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι σκεφτόταν πρακτικά αντί να παρασύρεται από το συναισθηματισμό της, ενώ στην πραγματικότητα ίσχυε το δεύτερο. Θυμήθηκε το χρυσό απόφθεγμα: «Ταξιδεύει πιο γρήγορα όποιος ταξιδεύει μόνος του». Σίγουρα η Ιζαμπελ θα ξεχάσει σε λίγο αυτή την τρελή ιδέα, παρηγόρησε τον εαυτό της καθώς χτυπούσε το κουδούνι και τα κορίτσια σηκώνονταν να πάνε στις τάξεις τους. Η Ιζαμπέλ όμως δεν το ξέχασε κι ήταν τόσος ο ενθουσιασμός της, που δεν έκανε καρδιά στην Πέπερ να την προσγειώσει ανώμαλα. «Μίλησα στη μαμά για τα σχέδιά μας», της ανήγγειλε μια Κυριακή βράδυ, μόλις επέστρεψε από το πατρικό της. «Ενθουσιάστηκε! Ανυπομονεί να σε γνωρίσει, Πέπερ. Έπρεπε να είχες έρθει μαζί μου το Σαββατοκύριακο». «Το επόμενο», της υποσχέθηκε, ερμηνεύοντας σωστά την αντίδραση της μητέρας της. Η Ντοροθία Κεντ ήθελε να την «επιθεωρήσει». «Κι ο μπαμπάς εγκρίνει την ιδέα μας. Είπε ότι η τράπεζά του θα γίνει ο πρώτος μας πελάτης... δηλαδή, μόνο το διοικητικό συμβούλιο», πρόσθεσε μ’ ένα γελάκι. «Λέει ότι δε θα μας αφήσει να ταΐσουμε τους πελάτες του αν δε βεβαιωθεί πρώτα ότι δεν πρόκειται να τους δηλητηριάσουμε!» «Κι ο αδερφός σου;» Μόλο που ο Νιλ έμενε στο πάνω πάτωμα, η Πέπερ τον έβλεπε πολύ σπάνια κι είχε καταλάβει ότι οι σχέσεις των δύο αδερφιών δεν ήταν ιδιαίτερα αρμονικές. «Α, ο Νιλ! Τι βαρετός άνθρωπος -σκέτη μούχλα! Είπε ότι θα τα παρατήσουμε μέσα σ’ ένα μήνα. Όμως, πρέπει να πετύχουμε, Πέπερ, έτσι, για να του αποδείξουμε ότι έχει άδικο! Α, ξέχασα... ο μπαμπάς τού είπε να πάρει εισιτήρια για το χορό του Μάγκντα-λεν -ξέρεις, στην Οξφόρδη θεωρείται το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Η μαμά μού υποσχέθηκε καινούρια τουαλέτα. Εσύ τι θα φορέσεις;» Η Πέπερ δεν είχε ιδέα. Τώρα που ζούσε με την Ιζαμπέλ, δεν μπορούσε να εργάζεται κι έπρεπε να ξοδεύει με μεγάλη οικονομία τις αποταμιεύσεις της. Τα μόνα καλά φορέματα που διέθετε ήταν εκείνα που είχε αγοράσει από το παλαιοπωλείο. Έπρεπε να βρει μια δικαιολογία να μην πάει στο χορό... Αλλά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν και τόσο εύκολο. Αρρώστησε μια γριά θεία της Ιζαμπέλ στη Σκοτία και η μητέρα της πήγε να τη δει. Έτσι, ματαιώθηκε η πρόσκληση να επισκε-φθεί η Πέπερ το σπίτι των Κεντ στο Λονδίνο. Η μητέρα της Ιζαμπελ της έστειλε ένα γράμμα που της ζητούσε συγνώμη και πρόσθετε ότι ήλπιζε να τη γνωρίσει όταν θα ερχόταν στην Οξφόρδη για το χορό. Με άλλα λόγια, η Πέπερ έπρεπε να πάει οπωσδήποτε στο χορό. Η κοπέλα κλείστηκε στο δωμάτιό της, έβγαλε τις τουαλέτες από το βάθος της ντουλάπας της και τις περιεργάστηκε. Ήταν υπέροχες αλλά δεν ταίριαζαν... Η μητέρα της Ιζαμπέλ ήταν συνδρομήτρια του περιοδικού Τάτ-λερ και η Ιζαμπέλ έφερνε πάντα τα τεύχη του όταν ερχόταν από το Λονδίνο. Ξεφυλλίζοντάς τα, η Πέπερ είχε δει στις φωτογραφίες των σελίδων με την κοσμική κίνηση πώς ντυνόταν η καλή κοινωνία. Όταν πήγε να επισκεφθεί τη Μαίρη και τον Φίλιπ, την απασχολούσε ακόμα αυτό το πρόβλημα. Τώρα ο Όλιβερ περπατούσε κι


άρθρωνε τα πρώτα του λογάκια. Της χάρισε το λαμπερό χαμόγελο που επιφύλασσε στους πάντες κι έτρεξε προς το μέρος της. Η κοπέλα τον σήκωσε αυθόρμητα στην αγκαλιά της, απορώντας κάπως με τον εαυτό της που δεν ένιωθε μητρική αγάπη γι’ αυτόν. Περιεργάστηκε προσεκτικά τα χαρακτηριστικά του, αλλά δε βρήκε καμιά ομοιότητα ούτε με τα δικά της ούτε με του πατέρα του. Ήταν ένα πανέμορφο γελαστό μωράκι. Όταν μπήκε η Μαίρη στο δωμάτιο, ο μικρός γύρισε προς το μέρος της και προσπάθησε να κατέβει από την αγκαλιά της Πέπερ. Μόλις τον έστησε στα πόδια του η κοπέλα, διέσχισε τρέχοντας το δωμάτιο και ρίχτηκε στην αγκαλιά της Μαίρης. Ναι, η απόφασή της ήταν σωστή... και για την ίδια και για το παιδί. «Κάπως στενοχωρημένη σε βλέπω», σχολίασε ο Φίλιπ στο τραπέζι. Όλη μέρα ήταν αμίλητη κι ήταν φανερό ότι κάτι την απασχολούσε. Η Πέπερ τους εξήγησε. Η Μαίρη, παρατηρώντας τις γεμάτες χάρη χειρονομίες της κι ακούγοντας την ευχάριστη, καλλιεργημένη φωνή της, σκέφτηκε ότι δε θύμιζε σε τίποτα το τσιγγανάκι που περιμάζεψαν κάποτε από τους πέντε δρόμους. Όποιος τη γνώριζε ούτε που θα διανοούνταν ότι δεν προερχόταν από ένα εύπορο σπιτικό της ανώτερης τάξης, με παραδόσεις και καταβολές γενειών και γενειών. «Ναι, σίγουρα πρέπει να φορέσεις κάτι ξεχωριστό», συμφώνησε η Μαίρη όταν τελείωσε. «Δε σκόπευα να πάω, αλλά η κυρία Κεντ επιμένει... Θέλει να γνωρίσει τη φίλη και μελλοντική συνεταίρο της κόρης της». «Κι όχι μόνο αυτό», παρατήρησε η Μαίρη με ασυνήθιστη ειρωνεία. «Μην ξεχνάς ότι συγκατοικείς με το μοναχογιό της!» «Προς Θεού, με τον Νιλ βλεπόμαστε ελάχιστα!» διαμαρτυρήθηκε η κοπέλα. «Αμφιβάλλω αν θυμάται την ύπαρξή μου!» Η Μαίρη δεν ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Η Πέπερ είχε μια ομορφιά πραγματικά εντυπωσιακή και, με τους τρόπους που είχε αποκτήσει, τα φυσικά της προσόντα αναδεικνύονταν ακόμα περισσότερο. «Νομίζω ότι μπορούμε να σε βοηθήσουμε στο θέμα της τουαλέτας», είπε απροσδόκητα η Μαίρη. «Αν δε σε πειράζει να φορέσεις κάτι από δεύτερο χέρι». «Το ρωτάς;» αναφώνησε ενθουσιασμένη η κοπέλα. «Τις προάλλες βοήθησα τη γυναίκα του εφημέριου να μαζέψει ρούχα για την ετήσια φιλανθρωπική αγορά της ενορίας. Ανάμεσά τους υπάρχει μια βαλίτσα με πράγματα της ανιψιάς μιας φίλης της, που κλέφτηκε μ’ έναν Άραβα πρίγκιπα...» «Κύριε ελέησον!» απόρησε ο Φίλιπ. «Πώς της ήρθε να κάνει τέτοιο πράγμα;» «Είναι γυναίκα, αγαπητέ μου», του απάντησε ξερά η Μαίρη. «Κι απ’ ό,τι άκουσα, ο εν λόγω νεαρός είναι φοβερά αρρενωπός και πλούσιος σαν Κροίσος». Ακολούθησε μια ζωηρή συζήτηση σχετικά με την αμυαλιά της νιότης και τις οδυνηρές συνέπειές της που διήρκεσε μισή ώρα και τέλος η Μαίρη σηκώθηκε και δήλωσε αποφασιστικά: «Εσείς οι δυο είστε ικανοί να κουβεντιάζετε επί ώρες αυτό το θέμα, αλλά, αν η Πέπερ έχει σκοπό να δει τα ρούχα...» Η Πέπερ, φυσικά, είχε σκοπό και η Μαίρη, κρατώντας από το χεράκι τον Όλιβερ, που αρνήθηκε πεισματικά να μπει στο καρότσι του, την οδήγησε στο πρεσβυτέριο, που ήταν εκεί κοντά. Η γυναίκα του εφημέριου συμφώνησε πρόθυμα να ρίξει μια ματιά η Πέπερ στα ρούχα. «Είναι πολύ καλά και φοβάμαι ότι δε θα πουληθούν... Οι γυναίκες που έρχονται στη φιλανθρωπική αγορά δε φοράνε τέτοια πράγματα». Υπήρχαν τρία τέσσερα εξαιρετικά μοντέρνα κι εξαντρίκ σύνολα, που η Πέπερ, παρά την άριστη ποιότητά τους, απέρριψε αμέσως -καμιά συμφοιτήτριά της δε φορούσε τέτοια ρούχα και το τελευταίο που ήθελε ήταν να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα.


Ευχήθηκε νοερά να βρει κάτι πιο κατάλληλο και πραγματικά, στη συνέχεια, η γυναίκα του εφημέριου της έδειξε ένα φόρεμα που της φάνηκε ιδανικό. Ήταν από λευκή δαντέλα, με μικρό ντεκολτέ, φαρδιά φούστα και φουρό από μέσα, κι ένα γαλάζιο ρελάκι στο ντεκολτέ από το ίδιο ύφασμα της φαρδιάς ζώνης. Ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε η Πέπερ· αρκετά σεμνό για να κερδίσει την επιδοκιμασία της Ντο-ροθία Κεντ και παρόμοιο μ’ αυτά που θα φορούσαν τα υπόλοιπα κορίτσια. «Μου κάνει», δήλωσε αποφασιστικά. Η γυναίκα του εφημέριου της το πούλησε δέκα λίρες και το έβαλε σε μια σακούλα απ’ το Μαρκς & Σπένσερ. «Θα σ’ το πλύνω και θα το κολλαρίσω», υποσχέθηκε η Μαίρη. «Πρέπει ν’ αλλάξουμε και το ρέλι. Τι λες, βάζουμε ροζ;» Η Μαίρη δεν ήταν η ίδια κοκέτα, αλλά έκοβε το μάτι της στα ρούχα και η Πέπερ συμφώνησε πρόθυμα μαζί της. Την ημέρα του χορού, η Πέπερ και η Ιζαμπέλ πέρασαν ένα μεσημέρι όλο γέλια, προσπαθώντας να φτιάξουν τα μαλλιά τους κότσο, όπως συνηθιζόταν στους χορούς. Η μια είχε αναλάβει να χτενίσει την άλλη. «Αδικία!» διαμαρτυρόταν η Ιζαμπέλ. «Τα δικά σου μαλλιά είναι φανταστικά... πυκνά και στρωτά. Τα δικά μου είναι κατσαρά και δε στέκουν σ’ ένα μέρος». Μάταια προσπαθούσε εδώ και μισή ώρα να ισιώσει τις μπού-κλες με το σίδερο· αυτές επέμεναν να πετάνε ατίθασα προς κάθε κατεύθυνση. * Όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο. Η Ντοροθία Κεντ, με την πρώτη ματιά στη συγκάτοικο της μοναχοκόρης της, αντιλήφθηκε πως ήταν πολύ ισχυρότερη προσωπικότητα από την Ιζαμπέλ. Στην πρώτη τους συνάντηση το κορίτσι φορούσε μια απλή μπλούζα και πλισέ φούστα· στη δεύτερη -στο χορό-, ένα όμορφο, κατάλληλο για την ηλικία της βραδινό φόρεμα. Η Ντοροθία Κεντ κατάλαβε ότι η Πέπερ διέθετε μια δύναμη και μια αποφασιστικότητα που δε θ’ αποκτούσε ποτέ η Ιζαμπέλ. Ωστόσο, μετά από πέντε λεπτά συζήτησης, βεβαιώθηκε ότι η Πέπερ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα πρότεινε στην κόρη της να το σκάσουν για ένα περιπετειώδες ταξίδι στην Αυστραλία ή κάτι εξίσου απίθανο, όπως είχαν κάνει πολλές άλλες φιλενάδες της Ιζαμπελ στο παρελθόν. Ήταν κρίμα, φυσικά, που η Πέπερ δεν είχε οικογένεια, αλλά, πέρα από αυτό, η κυρία Κεντ δεν έβλεπε κανένα άλλο ψεγάδι. Της πρότεινε, λοιπόν, να τους επισκεφθεί στις καλοκαιρινές διακοπές και το κορίτσι δέχτηκε μ’ ευγένεια την πρόσκληση. Η Ντοροθία βεβαιώθηκε επίσης ότι ο γιος της, που ήταν τελειόφοιτος των οικονομικών επιστημών και προοριζόταν ν’ ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, δε διέτρεχε κανέναν κίνδυνο από τη νεαρή, εντυπωσιακή καλλονή. Ευτυχώς, γιατί οι γονείς του είχαν άλλα σχέδια για κείνον όταν ερχόταν με το καλό η ώρα- ο Νιλ θα παντρευόταν μια μακρινή ξαδέρφη του, που ο πατέρας της είχε στην κατοχή του ένα μεγάλο μέρος της Σκοτίας κι έναν τίτλο ευγενείας. Ναι, η κυρία Κεντ έμεινε πολύ ικανοποιημένη. Η Πέπερ ήταν παράξενο κορίτσι, αλλά ασκούσε θετική επιρροή στην Ιζαμπέλ. Άλλωστε δεν προέβλεπε να διαρκέσει για πολύ η ιστορία του περίφημου συνεταιρισμού. Ήταν σίγουρη ότι η κόρη της θα παντρευόταν πριν κλείσει τα είκοσι ένα... Ο ίδιος ο χορός δεν ενδιέφερε την Πέπερ. Το σημαντικό γεγονός της ημέρας ήταν η συνάντηση με τους Κεντ και κυρίως με τη μητέρα της Ιζαμπέλ. Ο πατέρας της ήταν ευγενικός, δήλωσε ότι ανυπομονούσε να δοκιμάσει τα εδέσματα της μελλοντικής επιχείρησης των κοριτσιών, αλλά, κατά τα άλλα, δεν είπε πολλά πράγματα. Η μητέρα της Ιζαμπέλ, χωρίς να γίνει αδιάκριτη, αυτά που είπε -ή μάλλον ρώτησε- ήταν επί της ουσίας. Η Πέπερ ήξερε ότι είχε κερδίσει τις εντυπώσεις και μπορούσε πια να ηρεμήσει, ωστόσο, το μόνο που ήθελε ήταν να περάσει μια ήσυχη βραδιά με τη Μαίρη και τον Φίλιπ, συζητώντας τα σχέδιά της για το μέλλον. Ένιωθε τους Σιμς και σαν δική της οικογένεια -όχι μόνο του Όλιβερ. Καθώς άκουγε αφηρημένα τη χαρούμενη φλυαρία της Ιζαμπέλ, σκεφτόταν πως η Μαίρη κι ο Φίλιπ ήταν τα μοναδικά πλάσματα στον κόσμο που αγαπούσε αληθινά.


Στο χορό τις συνοδέυσε ο Νιλ... Ο Νιλ, που είχε την τάση να υποτιμά την κάπως επιπόλαια κι ελαφρόμυαλη αδερφή του. Τα είχε με μια συμφοιτήτριά του και, απ’ ό,τι σχολίασε γελώντας η Ιζα-μπέλ στην Πέπερ, αυτό που τον τραβούσε σ’ ένα κορίτσι ήταν το μυαλό, όχι η εμφάνιση. «Αναρωτιέμαι τι κάνουν όταν μένουν μόνοι -έρωτα ή λογιστικές αθροίσεις;» Εκείνο τον καιρό η Ιζαμπέλ ένιωθε μεγάλη περιέργεια για τη σεξουαλική ζωή των άλλων -προφανώς επειδή δεν είχε δική της, όπως εξομολογήθηκε στην Πέπερ. «Βάζω στοίχημα ότι είμαστε οι μοναδικές παρθένες σε όλη την Οξφόρδη!» αναφώνησε αγανακτισμένη ένα βραδάκι. Είχε βγει ραντεβού μ’ ένα νεαρό, αποφασισμένη ν’ απαλλαγεί από το ανεπιθύμητο στίγμα της παρθενιάς, αλλά τσακώθηκε μαζί του κι επέστρεψε άπρακτη στο σπίτι. «Ήταν πολύ αδέξιος... Με πασπάτευε άγαρμπα με τα κουλά του...» εξήγησε μ’ ένα ρίγος αποστροφής. «Όχι, θα βρω κάποιον άλλο», κατέληξε. Η Πέπερ είχε γίνει αποδεκτή σαν μέλος του κλειστού εκλεκτού κύκλου των κοριτσιών που σπούδαζαν μαγειρική και οικοκυρικά στο κολέγιο. Μέσω αυτών είχε επεκτείνει τις γνωριμίες της κι ήξερε αρκετούς από τους νεαρούς στο χορό. Δεν έμεινε για πολύ χωρίς καβαλιέρο κι ενώ η Ιζαμπέλ χόρευε με το τελευταίο της φλερτ, η Πέπερ στροβιλιζόταν στην πίστα με διάφορους νεαρούς. Κανείς τους δεν τη συγκινούσε. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε στη ζωή της ήταν ένας άντρας, είτε ως σύζυγος είτε ως εραστής. Έτσι, ούτε που τους έδινε σημασία. Ωστόσο κάποιος την κοιτούσε... Ο Μάιλς Φρεντς είχε αγοράσει εισιτήρια επειδή επέμενε να πάνε στο χορό το κορίτσι του, μια όμορφη Αμερικανίδα. Ήταν μια κοπέλα δυναμική, ψηλή, με μακριά ίσια μαύρα μαλλιά, που ισχυριζόταν ότι στις φλέβες της κυλούσε και λίγο ινδιάνικο αίμα. Τον Μάιλς τον είχε τραβήξει γιατί ήταν εξωτική, τελείως διαφορετική από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα. Δεν ήταν παρθένα κι ούτε σκόπευε στο άμεσο μέλλον να βρει έναν άντρα και να νοικοκυρευτεί, όπως του εξομολογήθηκε από το δεύτερο κιόλας ραντεβού, όταν του πρότεινε να πάνε στο δωμάτιό της και να κάνουν έρωτα. Έτσι, έγιναν εραστές. Ο Μάιλς την εκτιμούσε και του άρεσε, αλλά χαιρόταν που δεν τον διάλεξε για μόνιμο σύντροφο της ζωής της. Η συμβίωση με μια τόσο δυναμική γυναίκα δεν είναι παίξε γέλασε! συλλογιζόταν εύθυμα καθώς την κοιτούσε να χορεύει μ’ έναν άλλο καβαλιέρο. Τότε ήταν που πήρε το μάτι του την Πέπερ. Ξεχώρισε για μια στιγμή τα μαλλιά της, αυτόν το γυαλιστερό χείμαρρο με το σπάνιο σκουροκόκκινο χρώμα -τα μαλλιά και τη θεσπέσια ομορφιά του προσώπου της. Στενεύοντας τα μάτια την αναζήτησε πάλι ανάμεσα στο πλήθος της πίστας. Δεν είχε ξεχάσει τα δραματικά συμβάντα εκείνης της νύχτας... ούτε είχε συγχωρήσει τον εαυτό του για το βίαιο ξέσπασμά του όταν επέστρεψε ο Σάιμον. Πολλές φορές αναρωτιόταν τι απέγινε το κορίτσι και τώρα, βλέποντας το ψυχρό πρόσωπό της, σκέφτηκε βλοσυρά ότι ήξερε την απάντηση. Είχε αλλάξει... είχε αλλάξει δραστικά, αλλά την αναγνώρισε. Αυτή η έκφραση στα μάτια της... αυτή η ψυχρή επιφυλακτικότητα που κρατούσε σε απόσταση τους άλλους... Ο Χάρις ήταν υπαίτιος αυτής της αλλαγής -ο Μάιλς έκοβε το κεφάλι του. Οι περισσότεροι άντρες θα έλεγαν ότι ήταν πανέμορφη, χωρίς κανένα ψεγάδι, αλλά θα έκαναν λάθος. Ο Μάιλς ήταν σίγουρος πως μέσα της, συναισθηματικά, ήταν προβληματική· ένιωθε την παγωνιά της ψυχής της παρά την απόσταση που τους χώριζε. Αναλογίστηκε τη δυναμική, διαχυτική Αμερικανίδα ερωμένη του, με την ακόρεστη όρεξη για το σεξ και τις χαρές της ζωής κι αναζήτησε αντίστοιχα σημάδια στο ψυχρό πρόσωπο της Πέπερ· δε βρήκε κανένα. Ο βιασμός είναι άγριο πράγμα... Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να πλησιάσει την κοκκινομάλλα, αλλά εκείνη τη στιγμή τον φώναξε η Μπεθ. Καλύτερα, γιατί σίγουρα η κοπέλα δε θα ήθελε να του μιλήσει... Η απροσδόκητη εμφάνισή του θα της θύμιζε αυτό που είχε πάθει και θα έξυνε την πληγή. Κι όμως... είχε μια αλλόκοτη αίσθηση ότι μόλις είχε πάρει λάθος απόφαση για ένα πολύ, πολύ σοβαρό θέμα.

10


ΟΆλεξ Μπάρνετ περίμενε τον πατέρα του στο προαύλιο του κολεγίου. Ένιωθε παράξενα στη σκέψη πως δε θα ξαναγύριζε το φθινόπωρο. Θα του έλειπε η Οξφόρδη, μόλο που έτρεφε διχασμένα αισθήματα για την επιλογή του να σπουδάσει εδώ. Τα τρία χρόνια των σπουδών του του χάρισαν μια ωριμότητα και μια αυτοπεποίθηση που τον έκαναν ν’ αντιμετωπίζει με συγκατάβαση τον παλιό του εαυτό. Όταν ήρθε στην Οξφόρδη, τον έτρωγε η αγωνία μήπως κάνει κανένα λάθος... μήπως γελοιοποιηθεί στο καινούριο περιβάλλον. Τώρα, με την πείρα που είχε αποκτήσει στο μεταξύ, αν μπορούσε να ξαναδιαλέξει, θα προτιμούσε να σπουδάσει στο Κέμπριτζ. Έτσι θα βρισκόταν στην καρδιά της νέας τεχνολογίας, των υπολογιστών. Κι όσο σκεφτόταν πως όταν ήρθε στην Οξφόρδη οι υπολογιστές δε σήμαιναν τίποτα γι’ αυτόν... Θυμόταν σαν να ήταν χτες την πρώτη διάλεξη που παρακολούθησε γι’ αυτό το θέμα και ύστερα άλλες, κι άλλες... Ήξερε από μικρός ότι μόλις τελείωνε το πανεπιστήμιο θα δούλευε στην επιχείρηση του πατέρα του, ότι οι σπουδές και το πτυχίο δεν ήταν παρά το κερασάκι στην τούρτα -επιτυχίες για τις οποίες οι γονείς του θα κοκορεύονταν στους φίλους τους, χωρίς να τους περνά από το μυαλό ότι εκείνος ήθελε να κάνει κάτι άλλο. Αλλά ζήλευε... πόσο ζήλευε τους συμφοιτητές του που θα έκαναν καριέρα στον πιο νέο και συναρπαστικό κλάδο της βρετανικής βιομηχανίας... Ο Άλεξ λαχταρούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο ν’ ασχοληθεί με τους υπολογιστές· ήξερε όμως τι περίμενε από κείνον ο πατέρας του. Η οικογενειακή βιομηχανία που είχε ιδρυθεί από τον προπάππο του έφτιαχνε τις περίφημες ραπτομηχανές Μπάρνετ. Ο πατέρας του ήταν περήφανος για την επιχείρηση, περήφανος για την ποιότητα και την αντοχή των ραπτομηχανών που κατασκεύαζαν. Έκαναν εξαγωγές ακόμα και σε κάθε γωνιά της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τις αγόραζαν απομονωμένα νοικοκυριά στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, σύζυγοι ιεραποστόλων στην Αφρική και την Κίνα και καπετάνιων που ταξίδευαν στη Νότια Αμερική και την Καραϊβική. Τώρα οι εξαγωγές τους είχαν περιοριστεί δραστικά σε σχέση με τον όγκο τους κατά τη βικτωριανή και την εδουαρδιανή εποχή, αλλά η επιχείρηση έστεκε ακόμα γερά στα πόδια της. Στο Νότιγ-χαμσιρ, όπου βρισκόταν το εργοστάσιό τους, τους θεωρούσαν καλούς εργοδότες που νοιάζονταν για τους ανθρώπους τους. Ο πατέρας του ήταν πρόεδρος του τοπικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου και η μητέρα του πρωτοστατούσε στις πάσης φύσε-ως φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Τον πρώτο χρόνο των σπουδών του, αν ρωτούσε κάποιος τον Άλεξ πώς έβλεπε το μέλλον του, θα είχε απαντήσει δίχως δισταγμό ότι σκόπευε ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του. Τώρα δεν ήταν και τόσο σίγουρος... Κι ένιωθε σαν να πρόδιδε τον πατέρα του και μόνο που παραδεχόταν τους ενδοιασμούς του. Αλλοι νέοι, που τους ήξερε από το Κέμπριτζ, πήγαιναν στην Ιαπωνία και την Καλιφόρνια για να ενημερωθούν σχετικά με τις τελευταίες τεχνικές εξελίξεις στους υπολογιστές· μιλούσαν ήδη για το μέλλον και τις αλλαγές που θα επέφερε η νέα τεχνολογία σαν προφήτες προικισμένοι με μαντικές ικανότητες. Λαχταρούσε απελπισμένα να μπει σ’ αυτόν το στενό, εκλεκτό κύκλο, αλλά δεν του πήγαινε η καρδιά να γυρίσει την πλάτη στον πατέρα του και να τον απογοητεύσει. Γιατί θα τον απογοήτευε. Ο Άλεξ είχε προσπαθήσει να του μιλήσει για τα όνειρά του, αλλά εκείνος κατσούφιασε κι απέρριψε τους υπολογιστές, λέγοντας πως δεν ήταν παρά μια τρέλα που θα ξεφούσκωνε σαν μπαλόνι σ’ ένα δυο χρόνια. Ο Άλεξ ήξερε ότι ο πατέρας του είχε άδικο. Σκυθρώπασε, αλλά από τις ονειροπολήσεις του τον έβγαλε ο ήχος βημάτων που πλησίαζαν. Ήταν ο Ρίτσαρντ Χάουελ. Του φάνηκε σαν να είχε περάσει ένας αιώνας από τότε που γνωρίστηκαν σαν πρωτοετείς κι έμπλεξαν σ’ εκείνες τις ανοησίες της λέσχης Φωτιά της Κολάσεως. Τι κουτά που φέρθηκαν... Κουτά κι απερίσκεπτα... Ανακατεύτηκαν με κάτι που 0α μπορούσε να καταστρέψει το μέλλον τους αν έβγαινε ποτέ στη φόρα... Εκείνη την εποχή όμως τον είχαν εντυπωσιάσει τόσο πολύ ο Σάιμον Χάρις και η παρέα του, που δεν κατάλαβε πού πήγαινε να μπλέξει... Το συνειδητοποίησε μόνο όταν ο Χάρις τους έβαλε ν’ απαγά-γουν εκείνη την κοπέλα. Ο Άλεξ αναρωτήθηκε τι της είχε κάνει και τον διαπέρασε ένα ρίγος. Δεν είχε όμως νόημα να στενοχωριέται για κείνη τη νεανική αδυναμία. Ό,τι έγινε έγινε και δεν μπορούσε ν’ αλλάξει. Τώρα το μόνο που έπρεπε να τον απασχολεί ήταν το μέλλον του.


Είδε το αυτοκίνητο του πατέρα του να πλησιάζει και σήκωσε τις βαλίτσες του, φωνάζοντας ένα «Γεια σου» στον Ρίτσαρντ. Έκαναν αμίλητοι τη διαδρομή προς το σπίτι. Ο Γκίλμπερτ Μπάρνετ ήταν τύπος λιγομίλητος, εσωστρεφής και προτιμούσε τη σιωπή από την κουβέντα, ειδικά όταν οδηγούσε. Κατά το απογευματάκι έφτασαν στο μεγάλο βικτωριανό σπίτι που είχε χτίσει ο προπάππος του στο μικρό χωριό του Νότιγχαμ-σιρ. Βρισκόταν πάνω σ’ ένα μικρό λόφο και δέσποζε στην περιοχή. Το αυτοκίνητο διάβηκε τις πύλες και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του σπιτιού. Ο πατέρας του Άλεξ δεν ήταν τσιγκούνης, αλλά ούτε και του άρεσε να επιδεικνύεται. Είχε τέσσερα χρόνια τη Ρόβερ του και τη διατηρούσε του κουτιού, όπως τη μέρα που βγήκε από την έκθεση αυτοκινήτων. Ο Άλεξ ήξερε πως, όταν αγόραζε καινούριο αμάξι ο πατέρας του, θα έπαιρνε εκείνος τη Ρόβερ. Ο ίδιος θα προτιμούσε ένα δυνατό σπορ μοντέλο, αλλά ήξερε ότι ο πατέρας του δε θα ε-νέκρινε κάτι τέτοιο. Η Ρόβερ ήταν γερό κι ανθεκτικό αυτοκίνητο, ταίριαζε με τη δημόσια εικόνα της εταιρείας. Η μητέρα του Άλεξ τους περίμενε στο σαλόνι. Σηκώθηκε και φίλησε το γιο της μάλλον ντροπαλά. Ο πατέρας του απαγόρευε τις υπερβολικές διαχύσεις μεταξύ μαμάδων και γιων κι έτσι η γυναίκα του, όσο περνούσε ο καιρός, έμενε ολοένα και περισσότερο στο περιθώριο της ζωής του Άλεξ. «Απόψε θα δειπνήσουμε νωρίς, γιατί ο πατέρας σου έχει ένα επαγγελματικό ραντεβού το βράδυ. Έχουμε το αγαπημένο σου φαγητό... ψητό παπάκι». Το δωμάτιό του δεν είχε αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια και καθώς κοίταζε ολόγυρα ένιωσε σχεδόν ξένος εκεί μέσα. Μόνο όταν κοίταξε το εξοχικό τοπίο από το παράθυρό του συνειδητοποίησε πόσο λίγο του είχε λείψει το σπίτι του. Ήξερε ότι θα περνούσαν χρόνια πριν του επιτρέψει ο πατέρας του ν’ αναλάβει πρωτοβουλίες στην επιχείρηση, αλλά πώς μπορούσε να του γυρίσει την πλάτη και να του πει ότι τα έβρισκε όλα αυτά πολύ πληκτικά; Ότι αναζητούσε άλλους, πιο ανοιχτούς, πιο συναρπαστικούς ορίζοντες; Δεν μπορούσε. Έτσι, έκανε ντους, άλλαξε και κατέβηκε για το δείπνο. Στο τραπέζι η μητέρα του φλυαρούσε γύρω από τις κοινωνικές της δραστηριότητες, ενώ πού και πού τη διέκοπτε ο πατέρας του μ’ ένα λακωνικό σχόλιο. Ήταν μια σκηνή πολύ οικεία κι όμως τώρα, για πρώτη φορά, του φαινόταν ξένη. Αισθανόταν ο ίδιος ξένος. Προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον πατέρα του στο επαγγελματικό ραντεβού, αλλά εκείνος του απάντησε ότι θα έπληττε. «Τώρα που το θυμήθηκα... Νομίζω πως πρέπει να γραφτείς στη λέσχη του γκολφ, να κάνεις γνωριμίες». Γκολφ! Πουφ! Ο Άλεξ προτιμούσε σπορ πιο κινητικά, όπως το σκουός ή το τένις. Ένιωσε να τον τυλίγει σαν γκρίζο σύννεφο η κατάθλιψη. ΓΓαυτό είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη; Για να ’ρθει να θαφτεί σ’ αυτή την τρύπα; Ο πατέρας του του υπέδειξε να καθίσει ένα δυο μήνες πριν πιά-σει κανονικά δουλειά. Ωστόσο έπρεπε να πηγαίνει στο εργοστάσιο σχεδόν καθημερινά, για να μάθει τα μυστικά της επιχείρησης, ξεκινώντας από την παραγωγή κι ανεβαίνοντας προς τα πάνω. Ο πατέρας του όμως τον αιφνιδίασε ακόμα περισσότερο. Απαντούσε με αοριστολογίες όταν τον ρωτούσε πότε θα μπει στη δουλειά και τελικά του είπε ότι του άξιζε λίγη ξεκούραση και του έδωσε τη Ρόβερ να πάει διακοπές. Ο Άλεξ ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που του δινόταν η ευκαιρία να το σκάσει για λίγο, ώστε δεν έκανε ερωτήσεις. Μόλο που δεν είχε νόημα να διατηρήσει επαφή με τους φίλους του που ασχολούνταν με τους υπολογιστές, ένας από αυτούς του έγραψε καλώντας τον σε μια ανεπίσημη συνάντηση στο Κέμπριτζ, όπου θα ενημερώνονταν για τις τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας. Έχοντας ένα μήνα ελεύθερο, γέμισε μια βαλίτσα και ξεκίνησε με τη Ρόβερ, σταματώντας για λίγες μέρες όπου του έκανε κέφι, μέχρι που έφτασε στο Κέμπριτζ δύο μέρες πριν από τη συνάντηση. Ο φίλος που του είχε γράψει ζούσε στα περίχωρα του Κέμπριτζ. Ο Άλεξ, αφού έκλεισε δωμάτιο στο ξενοδοχείο, πήρε το αυτοκίνητο και ξεκίνησε να του κάνει επίσκεψη. Βρήκε αρκετά εύκολα το χωριό και, ρωτώντας για το σπίτι, έμαθε ότι ο φίλος του ήταν γιος του εφημέριου. Του έδειξαν το πρεσβυτέριο, ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτίσμα με παραμελημένο κήπο. Ο Άλεξ παρκάρισε τη Ρόβερ μπροστά στο σπίτι και κατέβηκε. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι με ξανθά μαλλιά και χρυσά μάτια. Φορούσε την πιο κοντή φούστα που είχε δει ποτέ του ο Άλεξ και πέδιλα· τα νύχια των


ποδιών της ήταν βαμμένα σε έντονο φούξια. Δεν έμοιαζε διόλου με παπαδοκόρη, και το ύφος του Άλεξ θα πρέπει να μαρτύρησε τη σκέψη του, γιατί η κοπέλα τού έριξε ένα παγερό βλέμμα πριν του πει να περάσει μέσα. «Είμαι φίλος του Γουίλιαμ», της εξήγησε διστακτικό. «Δε με περιμένει, αλλά...» «Καθόμαστε στον κήπο. Ελάτε μαζί μου». Και κίνησε χωρίς να του δώσει την ευκαιρία ν’ απαντήσει, αναγκάζοντας τον να την ακολουθήσει απρόθυμα. Ο πίσω κήπος του πρεσβυτερίου ήταν σχεδόν το ίδιο παραμε-λη μένος με τον μπροστινό, αν κι εδώ κάποιος είχε κάνει μια προσπάθεια να κουρέψει το γρασίδι. Ο Γουίλιαμ καθόταν σε μια πάνινη πολυθρόνα μελετώντας ένα τεχνικό βιβλίο, αλλά η έκπληξή του έγινε γρήγορα χαρά όταν αναγνώρισε τον επισκέπτη του. «Ηρθα για τη συνάντηση της Τετάρτης», εξήγησε αμήχανα ο Άλεξ. «Και σκέφτηκα να περάσω να πω μια καλημέρα... Η αδερφή σου...» Κοίταξε προς το μέρος της και την είδε θρονιασμένη σε μια άλλη πολυθρόνα, να περνά δεύτερο χέρι τα νύχια της. Ο Γουίλιαμ του χαμογέλασε. «Η Τζούλια δεν είναι αδερφή μου». Ο Άλεξ, προς μεγάλη του δυσφορία, κοκκίνισε. «Λείπουν οι δικοί μου», συνέχισε ο Γουίλιαμ, κάνοντας τον Άλεξ να νιώσει ακόμα χειρότερα. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να κρατήσει φανάρι στο ζευγαράκι! «Έτσι, η καλή μου η ξαδερφούλα ήρθε να με φροντίζει». Δεν ήταν, λοιπόν, εραστές αλλά ξαδέρφια... Αυτό όμως δε σή-μαινε... Ο Άλεξ κοίταξε μια το φίλο του και μια την κοπέλα, αλλά δεν μπορούσε να καταλήξει αν υπήρχε ερωτικός δεσμός μεταξύ τους. Κανονικά θα έπρεπε να ρωτήσει ευθέως αν ενοχλούσε, αλλά, από τότε που έφυγε από την Οξφόρδη, τον είχε επηρεάσει κάπως η συντηρητική νοοτροπία των γονιών του και δεν του ερχόταν να το πει. Ένιωθε απαίσια και η αμηχανία του επιδεινωνόταν από τον επίμονο τρόπο που τον κοιτούσε το κορίτσι. «Κοίτα, πετάχτηκα απλώς να δω τι κάνεις... Και τώρα... να πηγαίνω...» «Δεν κάθεσαι να φάμε;» Η πρόσκλησή της ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε. Γύρισε να κοιτάξει την κοπέλα, αλλά αυτή είχε χαμηλωμένα τα μάτια. «Ναι, μείνε!» συμφώνησε ζωηρά ο Γουίλιαμ. Ήταν μεσάνυχτα όταν ο Άλεξ σηκώθηκε απρόθυμα και είπε ότι ήταν ώρα να φύγει. «Αλλιώς θα με κλειδώσουν έξω από το ξενοδοχείο». «Και γιατί να πας στο ξενοδοχείο;» ρώτησε η Τζούλια, κοιτώντας τον με το γαλήνιο, αδιαπέραστο ύφος της. «Μείνε να κοιμηθείς εδώ. Έχουμε κάμποσα δωμάτια». Μα τι είχε αυτό το λεπτοκαμωμένο κορίτσι και τον έκανε να τα χάνει, να δένεται η γλώσσα του; Πρώτ’ απ’ όλα ήταν τουλάχιστον δύο χρόνια μικρότερή του... Η κοπέλα γέλασε. «Θα σου δανείσει ο Γουίλιαμ ό,τι χρειάζεσαι. Γουίλιαμ, έχεις κανένα περισσευούμενο ζευγάρι πιτζάμες;» «Δε φοράω ποτέ πιτζάμες», την πείραξε εκείνος. «Πού να τρέχεις τώρα στο ξενοδοχείο, Άλεξ», πρόσθεσε γυρνώντας προς το φίλο του. «Θα πάμε το πρωί να πάρουμε τα πράγματά σου. Όπως λέει και η Τζούλια, έχουμε ένα σωρό δωμάτια. Θα χαρούμε πολύ να μείνεις μαζί μας».


Κι έτσι ο Άλεξ, χωρίς να το καλοκαταλάβει, συμφώνησε να περάσει τις υπόλοιπες διακοπές του στο πρεσβυτέριο. Ο Γουίλιαμ διατηρούσε επαφή με διάφορους μανιακούς των υπολογιστών που ζούσαν στην περιοχή και υποσχέθηκε να τον συστήσει στην παρέα. «Βλέπεις;» τον πείραξε η Τζούλια. «Τι άλλο θέλεις;» Ο Άλεξ δεν ήξερε αν ήταν της φαντασίας του, αλλά, ώρες ώρες, θα ορκιζόταν ότι το κορίτσι τον φλερταρε. Είχε βεβαιωθεί πια ότι τα δυο ξαδέρφια δεν είχαν ερωτικές σχέσεις και είχε ανακαλύψει επίσης ότι η Τζούλια ήταν έξοχη συζητήτρια, έξυπνη και πνευματώδης. Όπως του είχε εξηγήσει κάπως κυνικά, οι γονείς της την ανέθρεψαν για να γίνει απλώς «καλή σύζυγος και μητέρα» και μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στο πατρικό της στο Γκλόστερ και το διαμέρισμα που μοιραζόταν με άλλα δυο κορίτσια στο Λονδίνο. Δούλευε σε μια γκαλερί τέχνης κι όταν ήθελε μπορούσε να διηγηθεί πολύ διασκεδαστικά ανέκδοτα για τις προσωπικότητες που γνώριζε εκεί. Επιστρέφοντας αργά το βράδυ από τη συγκέντρωση για την οποία ήρθε αρχικά στο Κέμπριτζ, ο Άλεξ ένιωθε ανανεωμένος κι ευδιάθετος από τη συζήτηση και την ευχάριστη συντροφιά. Αυτός κι ο Γουίλιαμ πήγαν με τη Ρόβερ και τώρα γύριζαν σπίτι. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις στη ζωή σου, Άλεξ;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Γουίλιαμ. «Δεν έχω και πολλά περιθώρια εκλογής... Θα δουλέψω στην οικογενειακή επιχείρηση. Εσύ;» «Σχεδιάζω ένα μικρό υπολογιστή. Τόσο μικρό, που θα μπορεί να μπει σε κάθε σπίτι· τόσο απλό στη χρήση, που θα μπορεί να τον χρησιμοποιήσει ακόμα κι ένα παιδί. Πρέπει να λύσω όμως αρκετά προβλήματα ακόμα». Αναστέναξε. «Ένας φίλος μου δουλεύει πάνω σ’ ένα παρόμοιο μοντέλο κι έχουμε αύριο ραντεβού. Θέλεις να έρθεις; Πόσες μέρες θα μείνεις ακόμα;» «Οι διακοπές μου τελειώνουν σε δέκα μέρες, αλλά...» Ο Άλεξ σκόπευε να προσθέσει ότι δεν ήθελε να καταχραστεί τη φιλοξενία του, προς μεγάλη του χαρά, όμως, ο Γουίλιαμ αναφώνησε: «Τέλεια! Θα μείνεις εδώ, έτσι; Μπορούμε να δουλέψουμε μαζί το μοντέλο μου». «Μα... οι γονείς σου...» άρχισε ο Άλεξ. «Θα γυρίσουν στα τέλη του μήνα. Αλλωστε δε θα έχουν αντίρρηση. Έχουμε τόσα δωμάτια, δεν υπάρχει πρόβλημα. Εκτός αν σε περιμένει καμιά φιλεναδίτσα...» Κι ο Γουίλιαμ τον κοίταξε ερωτηματικά, αλλά ο Άλεξ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Όταν σπούδαζε στην Οξφόρδη, είχε κατά καιρούς διάφορες φιλενάδες αλλά ποτέ κάτι σοβαρό. Του άρεσε το σεξ, αλλά δεν ήταν και μανιακός... και ποτέ δεν είχε ποθήσει γυναίκα σε βαθμό που να ξεχάσει όλα τ’ άλλα. Μέχρι τώρα. Ήταν η πρώτη φορά που παραδέχτηκε στον εαυτό του τα αι-σθήματά του για την Τζούλια. Αρκούσε ένα της βλέμμα για να κάνει το αίμα του να κοχλάσει. Τη σκεφτόταν από το πρωί ως το βράδυ. Κι όταν έπεφτε να κοιμηθεί τη νύχτα, τον πλημμύριζαν ερωτικές φαντασιώσεις. Στιγμές στιγμές είχε την αίσθηση ότι εκείνη καταλάβαινε την καταλυτική επίδραση που ασκούσε πάνω του. Του έριχνε κάτι ματιές... σαν να ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν. Φτάνοντας στο σπίτι, ο Άλεξ ανέβηκε γραμμή για ύπνο. Πήγε στο λουτρό που βρισκόταν δίπλα στο υπνοδωμάτιό του για να κάνει ένα ντους. Όπως ο Γουίλιαμ, έτσι κι αυτός κοιμόταν χωρίς πιτζάμες. Έτσι, μπήκε στο δωμάτιό του με μια πετσέτα δεμένη γύρω από τους γοφούς. Το φως ήταν σβηστό και η απαλή αύρα ανάδευε τις κουρτίνες. Άπλωσε το χέρι στο διακόπτη -κι όμως, θυμόταν ότι είχε αφήσει ανοιχτό το ηλεκτρικό- και... κοκάλωσε ακούγοντας τη φωνή της Τζούλια. «Όχι, μην το ανάψεις». Έκλεισε μηχανικά την πόρτα και προσπάθησε να διακρίνει την κοπέλα μέσα στο σκοτάδι. Ήταν στο κρεβάτι του· μόλις που ξεχώριζε την ξαπλωμένη σι-λουέτα της. Πλησίασε διστακτικό και του κόπηκε η ανάσα όταν κατάλαβε πως ήταν γυμνή. Το δέρμα της γυάλιζε σαν μαργαριτάρι στο σκοτάδι. Βλέποντας την αβεβαιότητά του, η Τζούλια ανακάθισε. «Με θέλεις... δε με θέλεις;» ρώτησε και το κορμί της τραντάχτηκε από ένα σιγανό, κοροϊδευτικό γέλιο.


Ένα εκρηκτικό μείγμα πόθου και οργής φούντωσε μέσα του. Έπαθε αμέσως στύση και η πετσέτα τσιτώθηκε. Ανάθεμά την, τον έπαιζε στο μικρό της δαχτυλάκι και το ήξερε! Ένιωσε την επιθυμία να την τιμωρήσει για το κοροϊδευτικό της γέλιο, να της δείξει πως ήταν άντρας και δεν έπρεπε να παίζει μαζί του. Πλησίασε, έγειρε πάνω της ακινητοποιώντας τη στο κρεβάτι κι έπνιξε το γέλιο της μ’ ένα φιλί. Αναζήτησε τα στήθη της και βάλθηκε να τα χαϊδεύει. Εκείνη έβγαζε μικρές, άναρθρες κραυγές, μπήγοντας τα νύχια της στις πλάτες του, διατρέχοντας τη ραχοκοκαλιά του. Ο Άλεξ, ξετρελαμένος από τον πόθο, έχωσε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και, καθώς χάιδευε την απαλή υγρή σάρκα, την ένιωσε να τρέμει στην αγκαλιά του. «Τώρα... Σε θέλω τώρα...» Της είχαν κοπεί πια τα γέλια και η φωνή της παλλόταν από ένα πάθος που ταίριαζε απόλυτα με το δικό του. Ο Άλεξ της άνοιξε τα πόδια και μετατοπίστηκε ανάμεσά τους. Είχε γνωρίσει κι άλλες γυναίκες, αλλά καμιά δεν ήταν σαν αυτή. Τα αισθήματά του απέναντι της επηρέαζαν και τις αντιδράσεις του, ανάβοντας ακόμα περισσότερο τον πόθο του. Την ένιωθε να τον ρουφά καυτή και , σφιχτή, κάνοντάς τον να θέλει να βυθιστεί μέσα της, να την κάνει αιώνια δική του. Άκουσε την κραυγή της και την έπνιξε με τα χείλη του, αφήνοντας να τον παρασύρει η δίνη του άγριου πόθου του σ’ ένα βίαιο, ανεξέλεγκτο αποκορύφωμα. Μόνο όταν τελείωσε συνειδητοποίησε ότι εκείνη δεν είχε φτάσει σε οργασμό. Και καθώς τραβιόταν από μέσα της, την ένιωσε να σφίγγεται από τον πόνο. Ο Άλεξ δεν ήταν εγωιστής· ήξερε ότι η φύση τον είχε προικίσει όπως και κάθε φυσιολογικό άντρα -ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο. Οι ανατομικές του διαστάσεις δεν ήταν τέτοιες που να δικαιολογούν αυτόν το σπασμό πόνου... εκτός εάν... «Δεν το ’χες ξανακάνει;» Μόλις έκανε την ερώτηση, κατάλαβε την γκάφα του. Με την ερώτησή του είχε αφυπνίσει όλα τα ταμπού που κουβαλάνε μέσα τους οι γυναίκες, όσο απελευθερωμένες κι αν είναι. Βλαστήμησε τον εαυτό του για τη βλακεία του. Καλύτερα να το είχε βουλώσει και ν’ ανακάλυπτε αργότερα την αλήθεια, διακριτικά, με τακτ. Την ένιωσε να δυσφορεί και προσπάθησε να περισώσει ό,τι μπορούσε. «Συγνώμη που... εγώ... εσύ...» Του ξέφυγε μια βλαστήμια και η κοπέλα κλείστηκε ακόμα πιο πολύ στο καβούκι της. «Σε ποθούσα τόσο πολύ!» ξέσπασε απελπισμένος. «Με είχες τρελάνει κι ορίστε το αποτέλεσμα! Σου υπόσχομαι όμως ότι την επόμενη φορά θα είναι πολύ καλύτερα». Περίμενε με αγωνία κάποιο τσουχτερό σχόλιο ότι δε θα υπήρχε επόμενη φορά, αλλά η μόνη απάντηση ήταν ένας πνιχτός λυγμός. Ξεχνώντας την αμηχανία του, την τράβηξε στην αγκαλιά του και βάλθηκε να την παρηγορεί με τρυφερά φιλιά και γλυκά ερωτόλογα. Εκείνο το ίδιο βράδυ αποφάσισαν να παντρευτούν το συντομότερο δυνατόν. Όταν πληροφορήθηκε ο Άλεξ ότι η Τζούλια ούτε έπαιρνε χάπι ούτε είχε την πρόθεση να πάρει, δεν τολμούσε πια να την αγγίξει. Ήθελε σαν τρελός να την κάνει γυναίκα του, αλλά δεν ήθελε να την αφήσει έγκυο πριν παντρευτούν. Η Τζούλια επιστράτευσε όλη τη γυναικεία πανουργία για να τον αναγκάσει να πατήσει τον όρκο του και να της κάνει έρωτα πριν από το γάμο. Αρνιόταν να πάρει χάπι. Ήθελε πολλά παιδιά και είχε ακούσει ότι το χάπι, σε ορισμένες περιπτώσεις, προκαλεί στειρότητα. Αρνιόταν επίσης ν’ αφήσει τον Άλεξ να χρησιμοποιήσει τις κλασικές μεθόδους αντισύλληψης. Τι του έμενε λοιπόν; Όταν πήγαινε τα Σαββατοκύριακα στο Λονδίνο κι έμενε στο διαμέρισμά της, τα τερτίπια της για να τον αναγκάσει να πατήσει τον όρκο του τον οδηγούσαν στα πρόθυρα της τρέλας. Κι εκείνη έδειχνε να διασκεδάζει που τον έφερνε στα όρια της αντοχής του με τα χάδια, τα φιλιά της. Τώρα δεν υπήρχαν αναστολές μεταξύ τους. Η Τζούλια είχε γνωρίσει το κορμί του όσο καλά ήξερε και το δικό της· όσο συχνά όμως κι αν την οδηγούσε εκείνος στον οργασμό, η κοπέλα ισχυριζόταν ότι δε θα ήταν απόλυτα ευτυχισμένη παρά μόνο όταν θα έκαναν κανονικά έρωτα. Εκ των υστέρων ο Άλεξ απορούσε πώς άντεξε τόσο καιρό. Μια βδομάδα πριν παντρευτούν, η Τζούλια του άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της φορώντας μόνο ένα αποκαλυπτικό σλιπάκι και μια διάφανη ρόμπα. Είχε σκουρύνει τις θηλές της με ρουζ και φορούσε ένα βαρύ μεθυστικό άρωμα. Τον προκαλούσε μέχρι που κόντεψε να του στρίψει και τέλος χαμογέλασε αισθησιακά.


«Ξέρεις τι θέλω...» του ψιθύρισε. Το παιδί του. Του το είχε πει τόσες φορές και τώρα, μια βδομάδα μόλις πριν από το γάμο, ο Άλεξ ήταν αδύνατο ν’ αντισταθεί στην παράκλησή της. Εκείνο το Σαββατοκύριακο πέρασε μέσα σ’ ένα ερωτικό ντελί-ριο. Ο Άλεξ ήταν ακαταπόνητος· έκαναν έρωτα ξανά και ξανά, σαν να εξαρτιόταν από αυτό η ζωή τους. Αργότερα, όταν αναπολούσε εκείνο το Σαββατοκύριακο, ο Άλεξ είχε την εντύπωση ότι διακατέχονταν και οι δυο υποσυνείδητα από ένα άσχημο προαίσθημα. * Δύο μέρες πριν από το γάμο ο πατέρας του έπαθε το μοιραίο καρδιακό επεισόδιο. Ο Άλεξ δεν ήξερε ότι ο πατέρας του έπασχε από την καρδιά του. Ήταν σαν να έπεσε πάνω του αστροπελέκι, αλλά έπρεπε να κάνει κουράγιο για χάρη της μητέρας του, που έγινε ράκος. Φυσικά ο γάμος αναβλήθηκε κι αντί για χαρές είχαν κηδεία. Η Τζούλια στεκόταν μαυροντυμένη στο πλευρό του Άλεξ. Οι γονείς της συμφώνησαν μαζί του ότι ο γάμος έπρεπε ν’ αναβληθεί. «Τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, χρυσό μου», της είπε η μητέρα της μπροστά στον Άλεξ. «Ο αρραβωνιαστικός σου έχει πένθος». «Πένθος! Μα αυτά είναι αναχρονιστικά πράγματα!» διαμαρτυρήθηκε η κοπέλα. «Αναχρονιστικά ξεαναχρονιστικά, ο γάμος πρέπει ν’ αναβληθεί», επέμεινε ήσυχα η μητέρα της. Ο Αλες μπήκε στον πειρασμό να προτείνει στην Τζούλια να κάνουν στα γρήγορα πολιτικό γάμο, αλλά ήξερε ότι οι γονείς της Οα έφριτταν. Ήταν μοναχοκόρη και περίμεναν χρόνια τη στιγμή που Οα την έβλεπαν ντυμένη νυφούλα. «Θα δεις που οι έξι μήνες Οα περάσουν χωρίς να το καλοκατα-λάβεις», της υποσχέθηκε. Τη Δευτέρα είχε ραντεβού με το δικηγόρο του πατέρα του. Είχε αφήσει το σπίτι στο γιο και όχι στη γυναίκα του, ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας. Ο Άλεξ αναλάμβανε την υποχρέωση ν’ αγοράσει στη μητέρα του ένα άνετο σπιτάκι κάπου εκεί κοντά. Και η ίδια το προτιμούσε έτσι. Η Τζούλια έκανε ένα μορφασμό όταν το άκουσε. Δεν την ενδιέφερε το σπίτι των πεθερικών της κι ο Άλεξ δεν την αδικούσε. Ήταν παλιό και καταθλιπτικό. Στη συνέχεια έπρεπε να ξεκαθαριστούν οι υποθέσεις της επιχείρησης. Ο Άλεξ δεν είχε μπει στο νόημα της δουλειάς. Μέχρι στιγμής η μύησή του είχε περιοριστεί στην αλυσίδα της παραγωγής. Ο πατέρας του έδειχνε μια αλλόκοτη απροθυμία να τον μπάσει στα μυστικά του εργοστασίου κι εκείνος την απέδιδε στο γέρικο λιοντάρι που φοβάται το βρυχηθμό του νεαρού. Εκείνη τη Δευτέρα διαπίστωσε πόσο αφελής ήταν. Ο Τσαρλς Γουίλσοου ήταν δικηγόρος του πατέρα του από τότε που ο Άλεξ θυμόταν τον εαυτό του. Ήταν, επίσης, συνομήλικοι και στενοί φίλοι, γι’ αυτό ο Τσαρλς παραβρέθηκε στην κηδεία. Τη Δευτέρα, όταν ο νεαρός πήγε στο γραφείο του, τον κοίταξε σκυθρωπά. «Πες μου, παιδί μου, ο πατέρας σου συζητούσε μαζί σου τις υποθέσεις του;» «Όχι... μάλλον όχι. Δεν ήταν ο τύπος του... Ήταν γνωστό ότι θα τον διαδεχόμουν στην επιχείρηση, αλλά πέρα από αυτό...» «Τότε, Άλεξ, φοβάμαι ότι έχω να σου αναγγείλω δυσάρεστα νέα». Ήταν χειρότερα απ’ ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Ωστόσο, πέρα από το σοκ, ο Άλεξ ένιωσε ανακούφιση που τώρα... τώρα θα ήταν ελεύθερος. Οι πωλήσεις είχαν πέσει δραματικά τα τελευταία χρόνια· κι ο πατέρας του, για να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του, πήρε μεγάλα δάνεια με υψηλούς τόκους. Δεν κατάφερε να τα ξεπληρώσει και τώρα το εργοστάσιο κινδύνευε να βγει στο σφυρί. «Η επιχείρηση είναι υπερχρεωμένη», κατέληξε ο δικηγόρος.


«Υπάρχει φυσικά το σπίτι που θα σου αποδώσει ένα αρκετά σεβαστό ποσό, αλλά ίσως αργήσει να βρεθεί ο κατάλληλος αγοραστής. Στις μέρες μας είναι λίγοι αυτοί που αγοράζουν τόσο μεγάλα κι ακριβά σπίτια». Ακολούθησε μια βδομάδα συσκέψεων και διαβουλεύσεων -με την τράπεζα, τους πιστωτές, τους εργαζομένους, τους λογιστές. Στο τέλος ο Άλεξ κατάλαβε ότι θα ήταν τυχερός αν από την όλη ιστορία τού έμεναν δέκα χιλιάδες λίρες. Το ποσό βέβαια δεν ήταν μικρό, αλλά σίγουρα δεν έφτανε για να εξασφαλίσει ένα σπίτι για τη μητέρα του, την Τζούλια και τον ίδιο. Στο μυαλό του ήρθε η συζήτησή του με τον πατέρα της Τζούλια όταν ζήτησε το χέρι της. Ο κύριος Χέντερσον ήταν ένας άνθρωπος με συντηρητική νοοτροπία, που πίστευε ότι οι γυναίκες είναι πολύ ευαίσθητες για να σκοτίζονται με οικονομικά ζητήματα κι ακόμα περισσότερο για να βγουν στην κοινωνία και να δουλέψουν. Η Τζούλια είχε ανατραφεί μέσα σ’ ένα υπερπροστατευτικό περιβάλλον κι ο Άλεξ ήταν αρκετά ειλικρινής για να παραδεχτεί ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της που τον τράβηξαν ήταν αυτή ακριβώς η αδυναμία της. Δε θα την άλλαζε με καμιά άλλη, ωστόσο, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν κατάλληλος σύζυγος γι’ αυτήν ένας άφραγκος νεαρός που έπρεπε να δουλέψει για τον επιούσιο. Άλλωστε οι γονείς της δε θα έδιναν ποτέ την άδεια για έναν τέτοιο γάμο. Η Τζούλια ήταν πολύ μικρή κι ο Άλεξ πίστευε πως, μόλις μάθαινε ο πατέρας της την κατάσταση που διαμορφώθηκε, θα επέμενε ν’ αναβληθεί ο γάμος μέχρι να τακτοποιηθεί οικονομικά ο Άλεξ. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ένας έντιμος άντρας στη θέση του ήταν να πάει στους γονείς της, να εξηγήσει πώς είχαν τα πράγματα και ν’ αναβάλει το γάμο. Η Τζούλια αντέδρασε άσχημα. Μπροστά στους γονείς της ρίχτηκε στην αγκαλιά του και, κλαίγοντας γοερά, τον ικέτευσε ν’ αλλάξει απόφαση. Του είπε ότι μπορούσαν να ζήσουν με τους γονείς της μέχρι να τακτοποιηθεί οικονομικά· στο τέλος επενέβη η μητέρα της και την πήγε στο δωμάτιό της, αφήνοντας τον Άλεξ ν’ αντιμετωπίσει σαν άντρας προς άντρα το μέλλοντα πεθερό του. Κι έγινε αυτό που περίμενε. Ο κύριος Χέντερσον του δήλωσε ευγενικά αλλά σταθερά ότι δε θα έδινε τη συγκατάθεσή του για το γάμο πριν βεβαιωθεί ότι ο Άλεξ θα μπορούσε να προσφέρει μια άνετη ζωή στην κόρη του. Αργότερα, όταν ο Άλεξ προσπαθούσε να παρηγορήσει την Τζούλια, ένιωθε άθελά του μια πικρία για τον πατέρα του. Αν είχε πεθάνει λίγες μέρες αργότερα, τώρα θα ήταν παντρεμένος με την αγαπημένη του. Προσπαθούσε να δει τα πράγματα από τη σκοπιά των γονιών της, αλλά ήταν σκληρή... πολύ σκληρή η δοκιμασία που του επιφύλαξε η μοίρα... Το πιο δύσκολο πράγμα που έκανε στη ζωή του ήταν ν’ αδιαφορήσει για τα παρακάλια της και ν’ αρνηθεί να προχωρήσουν στο γάμο. Προσπάθησε να της εξηγήσει πως, αν δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τους γονείς της, έπρεπε να κάνουν υπομονή. Η καρδιά του σπάραξε όταν έφυγε αφήνοντάς την πνιγμένη στο κλάμα, αλλά θα μισούσε τον εαυτό του αν συμφωνούσε με την πρότασή της να παντρευτούν κρυφά και μετά να ζήσουν με τους γονείς της. Αυτό ήταν κάτι που δεν το επέτρεπε η περηφάνια του. Ήθελε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να την κάνει γυναίκα του· θα την έπαιρνε αύριο κιόλας αν μπορούσε, αλλά όχι πίσω από τις πλάτες των δικών της. Γιατί ήξερε ότι έτσι θα κατέληγε να τον συντηρεί ο πεθερός του. Τον συγκίνησε βαθιά η επιμονή της Τζούλια να παντρευτούν αμέσως κι αναρωτήθηκε τι έγινε εκείνο το κορίτσι που μέχρι πριν από λίγες μέρες ονειρευόταν έναν ανοιχτό γάμο. Η εμπιστοσύνη του στην αγάπη τους βάθυνε κι ορκίστηκε στον εαυτό του ότι κάποια μέρα θα τακτοποιόταν οικονομικά, έστω κι αν ήξερε ότι αυτό θ’ απαιτούσε καιρό. Ήταν νέοι, μπορούσαν να περιμένουν... έστω κι αν η Τζούλια είχε εντελώς αντίθετη άποψη. Οι γονείς της συμφώνησαν απόλυτα με τον Άλεξ και του συμπαραστάθηκαν ηθικά στην προσπάθειά του· ήταν οι πρώτοι που έμαθαν τον απροσδόκητο χαμό του πατέρα του και τώρα ήταν αναγκασμένος να τους εξηγήσει ότι τα οικονομικά του ήταν τέτοια, που τον ανάγκαζαν ν’ αναβάλει επ’ αόριστον το γάμο. Ήξερε ότι ρισκάριζε να χάσει την Τζούλια, αλλά δεν μπορούσε να τη δέσει μαζί του και να της επιβάλει τη φτώχεια που ίσως αναγκαζόταν να περάσει ο ίδιος αν δεν έβρισκε δουλειά. Μέσα σε μια νύχτα τα έχασε όλα. Εκεί που ήταν ένας εύπορος νέος με εξασφαλισμένο μέλλον έγινε ένα τίποτα -λιγότερο κι από τίποτα, αν δε βρισκόταν αγοραστής για το σπίτι. Ο πατέρας της Τζούλια τον άκουσε σιωπηλός. Ήταν ένας κλειστός, συντηρητικός άνθρωπος που θύμιζε στον Άλεξ τον πατέρα του. Κι ενώ επικρότησε την απόφασή του ν’ αναβάλει το γάμο, ο Άλεξ τον ένιωσε να γίνεται ακόμα πιο απόμακρος και μάντεψε ότι ο Τομ Χέντερσον αναρωτιόταν αν άξιζε πια τον κόπο να τον θεωρεί μέλλοντα γαμπρό του. Ο Άλεξ το είπε αυτό στον Γουίλιαμ μια βδομάδα αργότερα, όταν τον επισκέφθηκε στην Οξφόρδη μετά από πρόσκληση του φίλου του.


«Βρήκες τίποτα;» ρώτησε ο Γουίλιαμ. Ο ,Άλεξ κούνησε το κεφάλι. «Όχι... Ασε που έχω μπλέξει σ’ έναν κυκεώνα με τα οικονομικά της επιχείρησης και δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω... Ας ευχηθούμε να πουληθεί γρήγορα το σπίτι...» Δεν μπορούσε να πει στον Γουίλιαμ για την αντίδραση της μητέρας του όταν έμαθε ότι θα πουλιόταν το σπιτικό της. Τώρα τη φιλοξενούσε μια ξαδέρφη της στο Νόρφολκ. Είχε τα χάλια της και οι γιατροί διέγνωσαν νευρική κατάρρευση. «Η Τζούλια πώς το πήρε;» «Δεν καταλαβαίνεις; Αναγκαστήκαμε ν’ αναβάλουμε το γάμο την τελευταία στιγμή...» Ο Άλεξ βαριαναστέναξε. «Τώρα ποιος ξέρει πότε θα τακτοποιηθώ οικονομικά για να μπορέσουμε να παντρευτούμε...» «Ίσως μπορώ να βοηθήσω». «Τι εννοείς;» «Θυμάσαι που σου μίλησα γι’ αυτό τον υπολογιστή που φτιάχνω; Βρήκα κάποιον που έχει λύσει ορισμένα από τα προβλήματα της κατασκευής του. Έχει και κάτι λεφτουδάκια να ρίξει στη δουλειά... όχι πολλά, αλλά... κάτι θα γίνει». «Μια στιγμή! Μου προτείνεις;...» «Σου προτείνω να συνεταιριστούμε οι τρεις μας, να στήσουμε μια επιχείρηση». «Μα θα περάσουν χρόνια πριν μπορέσουμε να περάσουμε στη μαζική παραγωγή!» διαμαρτυρήθηκε ο Άλεξ. «Και δεν έχουμε εγκαταστάσεις, δεν έχουμε...» «Εγώ, αντίθετα, πιστεύω ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στο στόχο μας. Αυτές οι ιδέες που μας έδωσες στην τελευταία μας συνάντηση ίσως είναι το κλειδί για πολλά προβλήματα. Μπορούμε να δώσουμε την πατέντα σε μια εταιρεία. Τα κέρδη θα είναι λιγότερα, αλλά θα κάνουμε μια αρχή... Υπολογίζω ότι σ’ έξι μήνες θ’ αρχίσουμε την παραγωγή ενός προϊόντος εντελώς πρωτοποριακού για την εποχή μας. Τι λες, δεν αξίζει τον κόπο;» κατέληξε ο Γουίλιαμ. Ο Άλεξ δεν ήταν σίγουρος αν αυτό που ανέβασε τους σφυγμούς του ήταν φόβος ή ενθουσιασμός, όμως άξαφνα ένιωσε τόσο ζωντανός, όσο δεν είχε νιώσει εδώ και μήνες. Να που του δινόταν η ευκαιρία να εκπληρώσει τον πόθο του και ν’ ασχοληθεί με τους υπολογιστές! Φυσικά, θα χρειαζόταν σκυλίσια δουλειά και τα οικονομικά προβλήματα θα ήταν σχεδόν αξεπέραστα, αλλά... «Πότε μπορείς να με συστήσεις στο φίλο σου;» ρώτησε τον Γουίλιαμ. * Τρεις μέρες αργότερα ο Άλεξ έφευγε από το Κέμπριτζ με αναπτερωμένο το ηθικό. Φτάνοντας στο σπίτι, πληροφορήθηκε ότι οι μεσίτες είχαν βρει υποψήφιο αγοραστή και το θεώρησε καλό οιωνό. Αποφάσισε να πάει στο Λονδίνο για να δει την Τζούλια, αν και δεν το συνήθιζε μεσοβδόμαδα1 το καλούσε όμως η εξαιρετική περίσταση. Της κόστισε τόσο πολύ που ματαιώθηκε ο γάμος... Και με τις τελευταίες εξελίξεις δεν επρόκειτο να επισπευστεί ο γάμος, αλλά τουλάχιστον τώρα ο Άλεξ είχε μια προοπτική. Η Τζούλια μοιραζόταν το διαμέρισμα με δυο φίλες της και του άνοιξε η μία από αυτές. Ο Άλεξ ποτέ δε συμπάθησε τη Φράνσις Νέιπιερ. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη από την Τζούλια, αλλά πολύ ξεσκολισμένη· έκανε παρέα με άντρες που την περνούσαν καμιά εικοσαριά χρόνια και ήταν πλούσιοι. Μόλις τον είδε, του έριξε ένα ψυχρό, περιφρονητικό βλέμμα. «Η Τζούλια είναι αδιάθετη κι έχει ξαπλώσει». Για μια στιγμή ο Άλεξ πίστεψε πως δε θα τον άφηνε να μπει στο σπίτι, αλλά εκείνη παραμέρισε για να περάσει. Πήγε


γραμμή στο δωμάτιο της Τζούλια. Τη βρήκε ανακαθισμένη στο κρεβάτι, με μια στοίβα μαξιλάρια στην πλάτη της. Το πρόσωπό της είχε μια χλομάδα νεκρική. Τον κοίταξε με βλέμμα απλανές καθώς πλησίαζε κι όταν έσκυψε να τη φιλήσει απέστρεψε το πρόσωπό της. «Τζούλια, αγάπη μου, να χαρείς, μη μου φέρεσαι έτσι!» την παρακάλεσε. «Αφού ξέρεις πόσο θέλω να παντρευτούμε...» Προσπάθησε να της φτιάξει το κέφι μιλώντας της για τα σχέδια του Γουίλιαμ, αλλά εκείνη έμεινε απαθής, χαμένη θαρρείς σ’ ένα δικό της κόσμο. Οι κόρες των ματιών της ήταν διεσταλμένες σαν να βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο Άλεξ ανησύχησε που την είδε σ’ αυτή την κατάσταση. Όταν τη ρώτησε τι έχει, βούρκωσε και είπε πνιχτά: «Τίποτα... Απλώς μου ήρθε η περίοδος». Κάθισε κάνα δυο ώρες, αλλά εκείνη έμεινε απόμακρη και σιωπηλή, βυθισμένη στις σκέψεις της, τελείως αλλιώτικη από το κεφάτο κορίτσι που αγαπούσε ο Άλεξ. * «Έφυγε;» ρώτησε η Φράνσις μόλις έκλεισε η εξώπορτα. «Του το είπες;» Η Τζούλια κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Τι να του πω; Περίμενα το παιδί σου, αλλά πήγα και το έριξα;» «Ανοησίες! Μην το παίρνεις τόσο κατάκαρδα! Θα δεις... θα κάνετε άλλα παιδιά... πολλά! Ο άνθρωπος είναι τρελός και παλαβός μαζί σου, δεν το βλέπεις;» Η Τζούλια δεν αποκρίθηκε. Δεν μπορούσε, την έπνιγαν τα δάκρυα. Από τη στιγμή που ο Άλεξ έριξε τη βόμβα της αναβολής του γάμου, ζούσε σ’ έναν εφιάλτη. Το βράδυ εκείνο που έκαναν έρωτα, ήξερε ότι έμεινε έγκυος. Το είχε σχεδιάσει επίτηδες έτσι, γνωρίζοντας ότι εκείνος δε θα μπορούσε να της αντισταθεί... Υποψιαζόταν πως, όταν παντρεύονταν, ο Άλεξ θα επέμενε να περιμένουν ένα δυο χρόνια πριν κάνουν παιδί. Όταν της είπε ότι πέθανε ο πατέρας του, δεν πίστευε στ’ αυτιά της, και λίγες μέρες αργότερα, όταν βεβαιώθηκε για την εγκυμοσύνη της, κόντεψε να της σαλέψει. Οι γονείς της είχαν παλιά μυαλά· το τελευταίο πράγμα που ήθελαν ήταν ένα νόθο εγγόνι. Βέβαια, αν το είχε πει στον Άλεξ, θα την παντρευόταν αμέσως, το ήξερε... αλλά πώς να του το πει; Πώς να του φορτώσει το βάρος όχι μόνο μιας συζύγου αλλά κι ενός παιδιού τη στιγμή που είχε βρεθεί τελείως ξεκρέμαστος και δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Η Τζούλια δεν είχε χρειαστεί να κάνει οικονομίες ποτέ στη ζωή της. Ο πατέρας της ήταν πολύ εύπορος, αλλά, αν παντρευόταν η κόρη του, θα είχε την απαίτηση να τη συντηρεί ο σύζυγός της. Μέσα στον πανικό της, κατέφυγε στη Φράνσις. «Είσαι έγκυος -και λοιπόν;» είπε γελώντας εκείνη. «Σιγά τα λάχανα!» Και την πήγε σε μια μικρή ιδιωτική κλινική, πολυτελή αλλά απρόσωπη. Πέρασε εκεί τη νύχτα και μετά επέστρεψαν στο διαμέρισμα. Η Τζούλια δεν πόνεσε, δεν κατάλαβε τίποτα, δεν πέρασε αυτές τις φρικτές εμπειρίες που διαβάζουμε στα βιβλία. Η δοκιμασία της δεν ήταν σωματική αλλά ψυχική -και την καταρράκωσε. Σκότωσε το μωρό της... Όσο κι αν επαναλάμβανε στον εαυτό της ότι θα έκανε άλλα παιδιά, ήξερε ότι ποτέ δε θα ξεχνούσε αυτό που χάθηκε. Έπρεπε να τιμωρηθεί... να πληρώσει σκληρά για ό,τι έκανε. Και η Φράνσις, που είχε επισκεφθεί την κλινική δυο τρεις φορές με ανάλογο πρόβλημα, την κοιτούσε με κυνική περιφρόνηση. Αν άνοιγε τουλάχιστον την καρδιά της στον Άλεξ... Αλλά πώς μπορούσε! Αν ήξερε για την εγκυμοσύνη της, θα την παντρευόταν στο πι και φι, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Δε θ’ άντεχε όμως να το πει στους γονείς της... να το μάθει ο κόσμος... Αχ, αν δεν είχε πεθάνει ο πατέρας του... τώρα θα ήταν παντρεμένοι... Ξέσπασε σε κλάματα και το χέρι της πήγε αυτόματα στο επίπεδο στομάχι της. *


Ο Άλεξ στάθηκε τυχερός. Σύντομα βρέθηκε αγοραστής για το εργοστάσιο κι όταν πληρώθηκαν όλα τα χρέη τού έμειναν σχεδόν είκοσι χιλιάδες λίρες -τα διπλά απ’ όσα υπολόγιζε. Η μητέρα του είχε αποφασίσει να μείνει με την ξαδέρφη της. Ο Άλεξ της έδωσε τα μισά χρήματα, συμβουλεύοντάς τη να τα επενδύσει για να εξασφαλίσει ένα μικρό εισόδημα. Δε θα ήταν βέβαια πολλά, αλλά από τ’ ολότελα... Κι όταν έστρωνε η δουλειά του, θα μπορούσε να της προσφέρει περισσότερα. Μέσα σ’ ένα χρόνο η καινούρια επιχείρηση διακρίθηκε για τις πρωτοποριακές της ιδέες, οι παραγγελίες έπεφταν βροχή κι ο Άλεξ βρέθηκε στην ευχάριστη θέση να πληροφορήσει την Τζούλια ότι μπορούσαν να ορίσουν την ημερομηνία του γάμου τους. Αγόρασαν ένα μικρό σπίτι στα περίχωρα του Κέμπριτζ, για να βρίσκεται ο Άλεξ κοντά στη δουλειά του. Τις νύχτες που έκαναν έρωτα, η Τζούλια ανταποκρινόταν με πάθος, και είχαν περάσει ήδη δυο χρόνια χωρίς ν’ αποκτήσουν το πολυπόθητο μωρό όταν αγόρασαν το σπίτι στο Κότσγουολντ -ένα σπίτι ιδανικό για μεγάλη οικογένεια. Η επιχείρηση διαρκώς επεκτεινόταν, αλλά σε κάποια φάση άρχισε ο κορεσμός της αγοράς οικιακών υπολογιστών κι έτσι, εδώ και τρία χρόνια, έκαναν επενδύσεις για την παραγωγή ενός νέου συστήματος. Το καινούριο μοντέλο ήταν τόσο επαναστατικό, ώστε υπήρχε μια επιφυλακτικότητα στην αγορά, αλλά μόλις έπαιρναν την κρατική παραγγελία... Ο Άλεξ κοίταξε με βλέμμα απλανές το εξοχικό τοπίο από το παράθυρο. Όλα τού πήγαιναν στραβά. Θα έπρεπε να είχαν πάρει ήδη απάντηση για την προσφορά τους... και, σαν να μην του έφταναν οι σκοτούρες του, είχε προκύψει τώρα και αυτό το καταραμένο πρόβλημα με την Πέπερ Μινέσε που κρεμόταν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του. Αν μάθαιναν στο υπουργείο το περιεχόμενο του φακέλου... Και στη σκέψη μόνο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που πήγε στην Οξφόρδη, που γνώρισε τον Σάιμον Χάρις, που έμπλεξε στη λέσχη Φωτιά της Κολάσεως. Αλλά όχι... δεν έπρεπε να χάνει την ψυχραιμία του. Η Τζούλια μπήκε στο δωμάτιο. Οι λεπτές ρυτίδες του άγχους στο πρόσωπό της είχαν βαθύνει τον τελευταίο καιρό. Ήξερε πόσο της κόστιζε η στειρότητά της και θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει να το ξεπεράσει, αλλά, δυστυχώς, ήταν ανίσχυρος. Είχαν ξεκινήσει τη διαδικασία της υιοθεσίας, αλλά η κοινωνική λειτουργός που παρακολουθούσε την υπόθεσή τους δεν τους υποσχόταν τίποτα. Τους βομβάρδιζαν με χιλιάδες ερωτήσεις, έχωναν τη μύτη τους στην προσωπική τους ζωή... κι ο Άλεξ αναρωτιόταν τι θα έκανε η γυναίκα του αν απέρριπταν την αίτησή τους. Έδειχνε τόσο εύθραυστη, οι περίοδοι που έπεφτε σε κατάθλιψη πύκνωναν ολοένα... και συχνά τις νύχτες την ένιωθε να κλαίει βουβά, όταν νόμιζε πως εκείνος κοιμόταν. Η Τζούλια τον είδε ν’ αποστρέφει το πρόσωπό του και το στομάχι της σφίχτηκε από πανικό. Τώρα τελευταία το έκανε όλο και πιο συχνά αυτό: να γυρίζει αλλού μόλις την έβλεπε. Και γιατί να μην το κάνει; Ποιος άντρας θέλει μια γυναίκα που δεν μπορεί να του κάνει παιδιά, μια γυναίκα που σκότωσε το παιδί που της χάρισε; Ένιωσε να βυθίζεται σε μια άβυσσο απόγνωσης που την τραβούσε όλο και πιο βαθιά... Ίσως ο Άλεξ είχε βρει κάποια άλλη... κάποια που μπορούσε να τον κάνει πατέρα. Στο κάτω κάτω ήταν πολύ ελκυστικός άντρας. Τι θα έκανε αν τον έχανε; Θεέ μου, αρκετά δεν υπέφερα; ρώτησε νοερά. Αρκετά δεν πλήρωσα το κρίμα μου; Γιατί για όλα έφταιγε βέβαια η έκτρωση, που δεν της στέρησε μόνο το μωρό της, αλλά και κάθε πιθανότητα να μείνει έγκυος. Μπορεί η κλινική να ήταν πολυτελής και πανάκριβη, αλλά εκείνος ο γιατρός είχε κάνει ένα λάθος... ένα λάθος μοιραίο που την άφησε στείρα... ένα λάθος που το ήξεραν μόνο αυτή κι ο γυναικολόγος της. Μόλις της ανακοίνωσε το νέο, μέσα στη μαύρη απελπισία της, τον παρακάλεσε να μην εξηγήσει στον Άλεξ ποιοι ακριβώς ήταν οι λόγοι της στειρότητάς της. Κι ο Άλεξ, που ήταν πάντα τόσο ευαίσθητος και διακριτικός, δέχτηκε τις εξηγήσεις της χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις. Ήταν τόσο υπομονετικός μαζί της... Αλλά τι κέρδιζε με την υπομονή του; Κι αν... Κοντοστάθηκε, διστάζοντας να τον πλησιάσει. Φοβόταν μήπως επαληθεύονταν οι φόβοι της... Ο Άλεξ άκουσε τα βήματά της και περίμενε. Μετά την άκουσε ν’ ανεβαίνει πάνω και του ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Έπρεπε να πάει κοντά της, να την παρηγορήσει... αλλά όχι τώρα. Βρισκόταν κι ο ίδιος σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Τουλάχιστον να τον ειδοποιούσαν για το καταραμένο συμβόλαιο... Ή να τηλεφωνούσε ο Μάιλς και να του έλεγε ότι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο...

11


ΟΡίτσαρντ Χάουελ έφυγε από την Οξφόρδη το ίδιο καλοκαίρι με τον Άλεξ. Τον περίμενε κι αυτόν μια έτοιμη δουλειά, μόνο που κληρονόμος της οικογενειακής επιχείρησης δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο ξάδερφός του. Πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές αναπληρώνοντας τους υπαλλήλους που έλειπαν σε άδεια και παίρνοντας αυτό που ο θείος Ντέιβιντ ονόμαζε γερές βάσεις στις τραπεζικές αρχές. Ο Ρίτσαρντ μισούσε τη δουλειά του. Στα κατώτερα κλιμάκια ο ρυθμός ήταν αργός και πληκτικός και η καθημερινή ρουτινιάρικη επαφή με τους πελάτες τον σκότωνε. Αυτός άλλα ονειρευόταν... άλλα άξιζε... Και η πικρία του μεγάλωσε όταν βγήκαν τ’ αποτελέσματα κι έμαθε ότι πήρε το πτυχίο του με άριστα. Ο θείος Ντέιβιντ ξαφνιάστηκε, αλλά όχι τόσο όσο ο Ρομπέν Βάις. «Σου ’πα να τον προσέχεις! Αν δεν έχεις το νου σου, θα βουτή-ξει την τράπεζα κάτω από τη μύτη του γιου σου!» Ο Μόρις ήταν λίγο αυτό που λέμε «λαπάς» -καλό παιδί, αλλά χωρίς το τσαγανό του ξαδέρφου του. «Σαχλαμάρες», είπε νευρικά ο Ντέιβιντ. «Αυτά είναι σαν αδέρφια... Μαζί μεγάλωσαν». «Αδέρφια ήταν και ο Κάιν με τον Αβελ», του θύμισε σαρκαστικά ο Ρομπέν Βάις κι ο Ντέιβιντ, μοιραία, σκέφτηκε το δίδυμο αδερφό του και το μίσος που τους χώριζε. Από τότε άρχισε να κοιτάζει με μισό μάτι τον ανιψιό του.. Ο Μόρις δε θα πήγαινε ούτε στην Οξφόρδη ούτε σε κανένα άλλο πανεπιστήμιο. Ο Ντέιβιντ δε θα το παραδεχόταν ποτέ ανοιχτά, αλλά ήξερε ότι ο γιος του δε διέθετε την εξυπνάδα του ξαδέρφου του. Πολλές φορές ο Ρίτσαρντ του θύμιζε το συγχωρεμένο τον πατέρα του, τον πανέξυπνο τραπεζίτη στον οποίο όφειλε η τράπεζα τη σημερινή της οικονομική επιφάνεια. Ίσως αν τον απομάκρυνε για ένα διάστημα... αν τον έστελνε διακοπές σαν δώρο που πήρε το πτυχίο του... Σε λίγο θα έπιανε δουλειά στην τράπεζα και ο Μόρις θα προετοιμαζόταν για το ρόλο του ως αυριανού προέδρου. Ο Μόρις είχε ήδη μια τάση να επηρεάζεται από το μεγαλύτερο, πολύ πιο καπάτσο ξάδερφό του και δεν ήταν σωστό ο μελλοντικός πρόεδρος να βλέπει με δέος ένα άτομο το οποίο ναι μεν έφερε το τιμημένο όνομα των Χάουελ, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, δε θα γινόταν παρά ένας ασήμαντος διευθυντάκος. Ο Ντέιβιντ Χάουελ βυθίστηκε στους λογισμούς του. Ναι, ήταν καλή ιδέα να ξαποστείλει τον Ρίτσαρντ... αλλά πού; Λίγο αργότερα αναγκάστηκε να παραμερίσει προς το παρόν το πρόβλημα του ανιψιού του. Του τηλεφώνησε ένας φίλος του τραπεζίτης από τη Νέα Υόρκη και τον ειδοποίησε ότι ερχόταν οικογενειακούς στο Λονδίνο για διακοπές. Ο Ντέιβιντ γνωριζόταν πολύ καλά με τον Νταν Λίμπερμαν. Είχαν επαγγελματικές δοσοληψίες και τον είχε φιλοξενήσει αρκετές φορές στο σπίτι του, στη Νέα Υόρκη. Μάλιστα, είχαν κάνει και κάποιες συζητήσεις για ένα μελλοντικό γάμο μεταξύ του Μόρις και της κόρης του Νταν, της Τζέσικα. Η Τράπεζα Λίμπερμαν μπορεί να μην ήταν μεγάλη σαν των Χάουελ, ωστόσο, ήταν πασίγνωστη και την έλεγχε αποκλειστικά η οικογένεια Λίμπερμαν. Μετά το θάνατο του Νταν θ’ αναλάμβανε Ο γιος του· και ο παππούς, πριν από το θάνατό του, είχε αφήσει μετοχές και στα δύο εγγόνια του, πράγμα που σήμαινε ότι η Τζέ-σικα Λίμπερμαν θα γινόταν κάποτε μια πολύ πλούσια γυναίκα. Ο Ντέιβιντ τηλεφώνησε στο σπίτι του και είπε στη γυναίκα του ότι κάλεσε τους Λίμπερμαν για το Σαββατοκύριακο στο Ουίνδσορ. Η βίλα στο Ουίνδσορ ήταν πρόσφατο απόκτημα και περιτριγυριζόταν από ένα απέραντο κτήμα. Ο Ντέιβιντ στην αρχή δεν ενθουσιάστηκε από την ιδέα της γυναίκας του να εγκατασταθούν μόνιμα στο Ουίνδσορ, αλλά στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν είχε αποκτήσει αρκετούς σημαντικούς πελάτες χάρη στις γνωριμίες που έκανε εκεί. Επιπλέον, ενισχυόταν το γόητρο αυτών που είχαν ακίνητα στο βασιλικό θέρετρο. Πράγματι, ο Νταν Λίμπερμαν εντυπωσιάστηκε όταν του ανέφερε το όνομα του μικρού δήμου. Η Αννα Χάουελ ήταν η ιδανική σύζυγος για ένα διακεκριμένο τραπεζίτη. Ήταν υπέροχη οικοδέσποινα και κατάφερνε να συνδυάζει στο σπίτι της μια ατμόσφαιρα φιλόξενη και αριστοκρατική συνάμα. Η ίδια ήταν κλειστός χαρακτήρας και δεν εκδηλωνόταν ποτέ. Επίσης, ήταν φοβερά διακριτική και δε διέκοπτε ποτέ τον άντρα της, ακόμα κι αν η συζήτηση με τους φίλους και συνεργάτες του απειλούσε να καταστρέψει το σχολαστικά προετοιμασμένο δείπνο της.


Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, άρχισε να σχεδιάζει τις ετοιμασίες. Έγραφε τον κατάλογο των καλεσμένων στο σαλονάκι της, όταν μπήκε ο Μόρις. Έπαιζε τένις με το γιο ενός γείτονα και η Άννα σούφρωσε ελαφρά τη μύτη της μυρίζοντας τον ιδρώτα του. «Τι κάνεις;» τη ρώτησε ο Μόρις. «Ο πατέρας σου κάλεσε τους Λίμπερμαν για το Σαββατοκύριακο. Έρχονται στο Λονδίνο αυτή τη βδομάδα. Τους θυμάσαι, έτσι δεν είναι; Έχουν μια κόρη...» «...Αμερικανοεβραία πριγκιπέσα», την έκοψε γελαστά ο Μόρις. «Ναι, τη θυμάμαι». Η μητέρα του γέλασε τρυφερά. Μπορεί ο Μόρις να μη διέθετε την εξυπνάδα του ξαδέρφου του, αλλά είχε κάτι πολύ πιο σημαντικό κατά τη γνώμη της: μια γλυκύτητα, μια ευγένεια στους τρόπους και την ψυχή. Όπως ο Ντέιβιντ, έτσι και η Άννα ενοχλούνταν από την αφοσίωσή του στον ξάδερφό του, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Δε συμπαθούσε τον Ρίτσαρντ. Της θύμιζε έντονα τον παππού του, τον πεθερό της. Η Άννα ήξερε γιατί ενθουσιάστηκε τόσο πολύ ο πατέρας του Ντέιβιντ με το γάμο τους... Όχι επειδή συμπαθούσε την ίδια, αλλά γιατί ήταν Εβραία και πλούσια. Και δεν έτρεφε αυταπάτες. Ο Ντέιβιντ θα την είχε πάρει άσχετα με τα δικά του αισθήματα, απλώς και μόνο επειδή το ήθελε ο πατέρας του. Ήταν παράλογο, αλλά φοβόταν ότι ο Μόρις, ο λατρεμένος* γιος της, θα γινόταν πιόνι στα χέρια του ξαδέρφου του, όπως ήταν πιόνι ο άντρας της στα χέρια του πατέρα του. Ο Ντέιβιντ δεν υπήρξε ποτέ ο αγαπημένος του γιος, ο χαϊδεμένος της οικογένειας, και συχνά παραγκωνίστηκε για το χατίρι του αδερφού του... ακόμα κι όταν αυτός ο αδερφός απέδειξε πέρα από κάθε αμφιβολία πως ήταν ανάξιος της αγάπης του πατέρα του, ένα χαμένο κορμί. Η Άννα ήξερε -ήταν δα κοινό μυστικό- πως, αν ήταν στο χέρι του πεθερού της ν’ αλλάξει τα πράγματα, θα προτιμούσε για πρωτότοκο και κληρονόμο του τον Τζέικομπ, παρά τα ελαττώματα και τις αδυναμίες του. «Μην τη λες έτσι!» μάλωσε τρυφερά το γιο της. «Είναι πολύ καλό κορίτσι». Ο Μόρις έκανε μια γκριμάτσα. «Είναι κακομαθημένη και το ξέρεις!» «Τέλος πάντων... φρόντισε να είσαι εδώ το Σαββατοκύριακο». «Αφού πρέπει... Πάντως ο Ρίτσαρντ δε μαντρώνεται εύκολα!» Ένα άλλο αγκάθι στην καρδιά της Αννας ήταν που ο ανιψιός της συνέχιζε να ζει μαζί τους, ενώ κανονικά θα έπρεπε, εδώ και καιρό, να έχει πιάσει δικό του σπίτι. Ο Ντέιβιντ της θύμιζε ότι ήταν εβραϊκή παράδοση να μη χωρίζουν οι οικογένειες, αλλά ήξεραν και οι δυο ότι ο Ρίτσαρντ έμενε μαζί τους γιατί δεν άντεχε η τσέπη του στον τρόπο ζωής που ήταν μαθημένος. Και έτσι επίσκιαζε τον Μόρις σε ό,τι κι αν έκαναν -από τις σπουδές μέχρι το κολύμπι, το τένις και το χορό. Αντίθετα με τον Μόρις, ο Ρίτσαρντ δέχτηκε τα νέα της επίσκεψης των Λίμπερμαν δίχως σχόλια, όταν του το ανακοίνωσε ο θείος του. Θείος κι ανιψιός κατέβαιναν μαζί τα Σαββατοκύριακα στο Ουίνδσορ -ο χαμηλός μισθός του Ρίτσαρντ δεν του επέτρεπε ν’ αγοράσει αυτοκίνητο, ή τουλάχιστον το μοντέλο που πίστευε ότι του άρμοζε να οδηγεί. Προτιμούσε λοιπόν την άνεση της Ρολς του θείου του από το ν’ αγοράσει κάποιο μεταχειρισμένο αμάξι που να το αντέχει η τσέπη του. Δέχτηκε επίσης χωρίς σχόλια την παρατήρηση του θείου του ότι έπρεπε να πάει στο Χίθροου για να παραλάβει τους Λίμπερμαν. Καθώς έσκυβε το μελαχρινό του κεφάλι συμφωνώντας, ο Ντέιβιντ σκέφτηκε πως ήταν της φαντασίας του αυτή η σπίθα οργής που τρεμόπαιξε στα καταγάλανα μάτια -μάτια που μόνο από το σόι της μητέρας του θα μπορούσε να έχει κληρονομήσει. Υπήρχαν στιγμές που ο Ρίτσαρντ του προκαλούσε νευρικότητα, στιγμές που διαισθανόταν έναν υπολογισμό, μια αναμονή στη στάση του ανιψιού του, όπως τον προειδοποιούσε η Άννα. Ο Ρίτσαρντ υποδέχτηκε τους Λίμπερμαν όπως του είχαν αναθέσει. Τους γνώριζε από παλιά και χαιρέτησε το ζευγάρι με μια ευγενική αδιαφορία που ταίριαζε πολύ στο στυλ του. Ο Ντάνιελ Λίμπερμαν ο Νεότερος δεν ήταν μαζί τους. Τέλειω-νε τις σπουδές του στο Χάρβαρντ και είχε προτιμήσει να πάει διακοπές με τους φίλους του, όπως απάντησε η μητέρα του, η Μίτσι Λίμπερμαν, στην ευγενική ερώτηση του Ρίτσαρντ.


Η Μίτσι συμπαθούσε τον Ρίτσαρντ. Του χαμογέλασε κοκέτικα, πράγμα που έκανε την Τζέσικα ν’ αηδιάσει μέσα της. Πότε επιτέλους θα καταλάβαινε η μητέρα της ότι ήταν ώριμη γυναίκα και ότι γινόταν γελοία με τα καμώματά της; Αρκούσε μια ματιά στον Ρίτσαρντ Χάουελ για να καταλάβεις πως δεν έπασχε από γυναίκες. Τώρα θα πρέπει να γελούσε μέσα του με τη μητέρα της. Η Τζέσικα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται σ’ αυτή τη σκέψη. Η Τζέσικα Λίμπερμαν ήταν πραγματικά αυτό που λέμε «Αμε-ρικανοεβραία πριγκιπέσα». Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ήξερε για τις μετοχές που της είχε αφήσει ο παππούς της και τα εκατομμύρια που θα κληρονομούσε όταν έκλεινε τα τριάντα. Αυτό την έκανε αλαζονική κι αντιπαθή στο πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο στο οποίο φοιτούσε και στο οποίο έδιναν μεγαλύτερη σημασία στην καταγωγή παρά στα πλούτη. Όποια κι αν ήταν όμως η οικονομική κατάστασή της, η Τζέσικα ήταν από τα άτομα που δεν τα συμπαθείς, κι ο πλούτος της απλώς υπογράμμιζε την περιφρόνησή της για τους συνανθρώπους της, που ήταν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της όπως και το χρώμα των ματιών της. Φυσικά, κάποια μέρα θα παντρευόταν, αλλά αυτή η προοπτική ήταν μακρινή, χαμένη κάπου στο μέλλον. Προς το παρόν, η μητέρα της έκανε χίλια σχέδια για το ντεμπούτο της στην υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης και η Τζέσικα δεν έφερνε αντιρρήσεις. Μέσα της σκυλοβαριόταν, αλλά ήταν μαθημένη να κρύβει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Το μόνο πράγμα που τη συγκι-νούσε πραγματικά ήταν η τέχνη. Σκόπευε με την πρώτη ευκαιρία να επισκεφθεί όλες τις γκαλερί του Λονδίνου. Κάποτε φιλοδοξούσε να γίνει και η ίδια ζωγράφος, αλλά η σχολαστικότητα και η με-θοδικότητα που απαιτούσε αυτή η δουλειά την εκνεύρισαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν ξανάπιασε πινέλο στο χέρι της. Σε όλη της τη ζωή δε συμβιβαζόταν με τίποτα λιγότερο από το τέλειο, τόσο στον εαυτό της όσο και στους άλλους. Αν δεν μπορούσε να γίνει η καλύτερη, προτιμούσε να μην ασχοληθεί καθόλου. Κάθισε στην πίσω θέση της Ρολς, μαζί με τη μητέρα της. Το πορτμπαγκάζ είχε γεμίσει με τις βαλίτσες και τα βαλιτσάκια τους. Η μητέρα της πίστευε ακράδαντα ότι μόνο στη Νέα Υόρκη μπορείς να βρεις καλά πράγματα κι έτσι, όταν ταξίδευε, κουβαλούσε μαζί της ένα σωρό αποσκευές. Μόλο που τους είχαν ξαναφιλοξενήσει οι Χάουελ, πρώτη φορά θα πήγαιναν στο σπίτι τους στο Ουίνδσορ. Ο Ρίτσαρντ απάντησε στις ερωτήσεις του Νταν Λίμπερμαν γι’ αυτό καθώς οδηγούσε επιδέξια τη Ρολς. Κάθε τόσο κοιτούσε την Τζέσικα από το καθρεφτάκι. Είχε εκείνο το λούστρο που διαθέτουν όλα τα πλουσιοκόριτσα από την Αμερική. Το ντύσιμό της ήταν ακριβό αλλά διακριτικό -η Μίτσι Λίμπερμαν δεν ενέκρινε «τις τρέλες της μόδας». Τα δόντια της -προϊόν δεκαοχτάχρονων οδοντιατρικών φροντίδων- άστραφταν κατάλευκα στο οβάλ πρόσωπό της καθώς μιλούσε. Τα μαλλιά της, σκούρα και πυκνά, ήταν φυσικά σγουρά και η σιλουέτα της, αν και μικροκαμωμένη, διέθετε αρμονικές καμπύλες. Ήταν σχεδόν ο αντίποδας της μόδας, που ήθελε τα κορίτσια πανύψηλα και κοκα-λιάρικα, με ίσια σαν πράσα μαλλιά -κι άλλωστε ο Ρίτσαρντ προτιμούσε τις ξανθές... Οι Λίμπερμαν εντυπωσιάστηκαν από το σπίτι των Χάουελ. Η Άννα παρατηρούσε πώς ήταν επιπλωμένα τα σπίτια των μη Εβραίων συνεργατών του άντρα της κι όταν μετακόμισαν υιοθέτησε αυτό το στυλ στην καινούρια επίπλωση, μ’ εντυπωσιακή επιτυχία. Ο Ντέιβιντ εκτίμησε τις προσπάθειές της και το απέδειξε με το διαμαντένιο περιδέραιο που της χάρισε στην επέτειο των γόμων τους. Της Μίτσι Λίμπερμαν της άρεσε το σπίτι, αλλά προτιμούσε το ντεκόρ του δικού τους διαμερίσματος στη Νέα Υόρκη, με την κα-τάλευκη μοκέτα και τους δερμάτινους καναπέδες σε παστέλ χρώματα. Το είχε αντιγράψει από το περιοδικό Λάιφσταϊλ, προσθέτοντας μερικές δικές της πινελιές, όπως οι δίδυμες χρυσές αλογοκεφαλές, που χρησίμευαν σαν στήριγμα σ’ ένα τραπεζάκι με γυάλινη επιφάνεια, και οι πλούσιες χρυσαφιές κουρτίνες. Ανακαίνισε το διαμέρισμα πριν από ένα χρόνο, όταν η κόρη της ήταν τελειόφοιτη στο Βάσαρ. Η Τζέσικα ήταν πολύ μυστήριο κορίτσι... Δεν την ενδιέφεραν οι άντρες ούτε ο γάμος. Όταν επέστρεψε, ούτε που σχολίασε τις αλλαγές στο διαμέρισμα. Η Τζέσικα, που θαύμαζε με τρόπο μια μικρή συλλογή από υδατογραφίες που είχε αγοράσει η Αννα από ένα παλαιοπωλείο, κοίταξε τη μητέρα της και μάντεψε εύκολα τις σκέψεις της. Η κοπέλα έβρισκε το διαμέρισμά τους στη Νέα Υόρκη πολύ κακόγουστο. Όχι απλώς κακόγουστο -κιτς. Ενώ αυτό το σπίτι ήταν διακοσμημένο διακριτικά, με γούστο.


Ο Μόρις εμφανίστηκε την ώρα που η μητέρα του σερβίριζε το τσάι. Τον Ρίτσαρντ τον είχαν αγγαρέψει να μοιράζει τα φλιτζάνια, και τα δυο ξαδέρφια άλλαξαν ένα βλέμμα. Η Τζέσικα γνώριζε τον Μόρις· τον έβρισκε αδιάφορο και ανιαρό, αλλά ήξερε ότι ο πατέρας της τον καλόβλεπε για γαμπρό. Ήταν μετά το δείπνο, όταν ο Ντέιβιντ αποφάσισε να κάνει μια νύξη στον Μόρις γι’ αυτό που είχε στο μυαλό του. «Η Τζέσικα δε γνωρίζει ανθρώπους της ηλικίας της στην Αγγλία, Μόρις», του είπε όταν η Άννα πήγε να δείξει τους κήπους στους Λίμπερμαν. «Θα ήθελε να τη φροντίσεις και να τη διασκεδάσεις όσο είναι εδώ». Ο Ρίτσαρντ κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις του θείου του και η ζήλια που πάντα σιγόβραζε μέσα του άναψε και φούντωσε. Ορίστε! Στον Μόρις, τον κληρονόμο της τράπεζας, προσφερόταν στο πιάτο η ευκαιρία να παντρευτεί μια γυναίκα ακόμα πιο πλούσια κι από αυτό τον ίδιο. Ο Ρίτσαρντ δεν έτρεφε αυταπάτες για τη ζωή. Ήξερε πως, αν ο πατέρας του είχε κάνει ένα γάμο σύμφωνα με την κοινωνική θέση της οικογένειας, η δική του ζωή θα είχε πάρει τελείως διαφορετική τροπή. Μισούσε το αγγλικό αίμα που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του. Ο Μόρις θα παντρευόταν την Τζέσικα Λίμπερμαν και την τεράστια περιουσία που θα κληρονομούσε στα τριάντα της. Είδε τους Λίμπερμαν να πλησιάζουν το σπίτι και στράφηκε ν’ ανοίξει την μπαλκονόπορτα. Αργότερα, όταν ο θείος του τον κατηγόρησε πως αποπλάνησε σκόπιμα την Τζέσικα, το αρνήθηκε. Κι έλεγε την αλήθεια. Δεν υπολόγιζε πως θα χρειαζόταν να φτάσει τόσο μακριά. Αλλά η Τζέσικα δεν ήθελε να παντρευτεί... κι εκείνος το ’χε βάλει σκοπό να την καταφέρει. Η Τζέσικα ήταν αρκετά κοσμοπολίτισσα, αλλά, περιέργως, είχε μείνει παρθένα. Η απόμακρη κι αλαζονική συμπεριφορά της αποθάρρυνε τους άντρες· κι όταν υπήρχαν τόσα άλλα κορίτσια πρόθυμα να τους προσφέρουν αυτό ήθελαν, ποιος καθόταν ν’ ασχοληθεί με τις Τζέσικα Λίμπερμαν αυτού του κόσμου; Απέφευγε τους νέους που προσπαθούσαν να τη φλερτάρουν όπως ο διάβολος το λιβάνι, ξέροντας πως είχαν στο μυαλό τους αυτό ακριβώς που εκείνη δεν ήθελε: το γάμο. Προτιμούσε την ελευθερία της, το δικαίωμα να ορίζει τον εαυτό της... και τα λεφτά της. Ήξερε καλά γιατί τη φλέρταραν. Ωστόσο, ακόμα και η πιο λογική γυναίκα μπορεί κάποτε να πέσει θύμα των ορμονών της. Η Τζέσικα διαπίστωσε με φρίκη ότι α-νταποκρινόταν στη φυσική παρουσία του Ρίτσαρντ Χάουελ μ’ έναν τρόπο που συχνά ονειρευόταν, αλλά ποτέ δε φανταζόταν ότι 0α της συνέβαινε. Μια μέρα, στις σκιές του κήπου, της είπε ότι ήθελε να τη ρίξει στο κρεβάτι, να της κάνει έρωτα όλη νύχτα και να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της· και η Τζέσικα ήθελε το ίδιο. Ήθελε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο μια σύντομη αλλά φλογερή ερωτική περιπέτεια των διακοπών. Ο Ρίτσαρντ όμως δεν είχε κέφι για σύντομες περιπέτειες, ήθελε γάμο. Κι όταν κατάλαβε τι είχε στο μυαλό της η Τζέσικα, έκρινε πως έπρεπε ν’ αλλάξει τακτική. Φρόντισε, λοιπόν, να την κρατά σε διαρκή αναστάτωση κι αναμονή έτσι που, όταν της πρότεινε να την επισκεφθεί στο ξενοδοχείο, εκείνη δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Οι γονείς της θα έβγαιναν το βράδυ· είχαν τραπέζι στους Χάουελ να τους ευχαριστήσουν για τη φιλοξενία. Ο Ρίτσαρντ ήξερε πως η έξοδος θα διαρκούσε πολύ λιγότερο απ’ όσο περίμεναν η Τζέσικα και οι Λίμπερμαν. Το είχε κανονίσει ο ίδιος δωροδοκώντας έναν κατώτερο υπάλληλο της τράπεζας, που θα έθετε σε λειτουργία το σύστημα συναγερμού, με αποτέλεσμα να διακοπεί το δείπνο και να κληθεί ο θείος του στην αστυνομία. Οι Λίμπερμαν, λοιπόν, επέστρεψαν στη σουίτα τους πάνω στην ώρα για ν’ ακούσουν τις κραυγές ικανοποίησης της Τζέσικα, καθώς ο Ρίτσαρντ τηρούσε φιλότιμα τις υποσχέσεις που της είχε δώσει. Φυσικά, έπρεπε να παντρευτούν. Ο Ρίτσαρντ έπαιξε υπέροχα το ρόλο του. Έκανε τον συντετριμμένο, τον μεταμελημένο, αλλά δήλωσε ανυποχώρητα ότι λάτρευε την Τζέσικα και ήθελε να την παντρευτεί. Η Τζέσικα αντιστάθηκε στην απόφαση των γονιών της σαν πα-γιδευμένο αγρίμι, μάταια όμως. «Πρέπει να παντρευτείς, δεν το καταλαβαίνεις;» την απόπαιρνε η μητέρα της.


Ο γάμος έγινε στο Λονδίνο και ήταν ανοιχτός. Το πρόσωπο της νύφης ήταν άσπρο σαν το νυφικό της και τα χείλη της σφιγμένα σε μια γραμμή. Η Τζέσικα δεν είχε αυταπάτες. Ήξερε θαυμάσια γιατί την κυνήγησε ο Ρίτσαρντ κι απορούσε απλώς με τη δική της βλακεία και τον πόθο της γι’ αυτόν που την τύφλωσε. Ο Νταν Λίμπερμαν εκνευρίστηκε με τη συμπεριφορά της κόρης του, με την ελαφρομυαλιά της. Κανονικά έπρεπε να πάρει τον κληρονόμο των Χάουελ, όχι τον ξάδερφό του. Ο Ντέιβιντ έγινε θηρίο με τον Ρίτσαρντ, αλλά δεν είπε τίποτα εκτός από μια μπηχτή στον Μόρις, ότι ο ξάδερφός του του άρπαξε την πολύφερνη νύφη κάτω από τη μύτη του. «Αφού την αγαπά ο Ρίτσαρντ, μπαμπά, δε με νοιάζει», διαμαρτυρήθηκε ο Μόρις. «Εγώ ούτε που την ξέρω καλά καλά την κοπέλα...» Άντε τώρα να εξηγήσεις στον Μόρις ότι ο Ρίτσαρντ δεν έδινε δεκάρα για τη νύφη και ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι μετοχές της. Τα πράγματα δε θα ήταν τόσο άσχημα αν ο Νταν Λίμπερμαν προσφερόταν να πάρει το γαμπρό του στην τράπεζά του στη Νέα Υόρκη -αλλά δεν προσφέρθηκε. Η θέση του Ρίτσαρντ είναι στην οικογενειακή επιχείρηση των Χάουελ, δήλωσε σταθερά. Το μόνο που αισθανόταν ο Ρίτσαρντ για την Τζέσικα ήταν κάτι σαν περιφρόνηση. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη γυναίκα με την οποία πλάγιασε στο κρεβάτι και τον διασκέδαζε ο απελπισμένος πόθος της για κείνον. Προς το παρόν ήταν πολύ άπειρη για να τον ικανοποιήσει, αλλά αυτός δεν την παντρεύτηκε για να ικανοποιείται σεξουαλικά. Η φιλενάδα που είχε αυτή την εποχή ήταν μια ψηλή ξανθιά με υπέροχα μακριά πόδια και τόσο πλούσιο ερωτικό ρεπερτόριο, που ακόμα κι αυτός ξαφνιάστηκε δυο τρεις φορές. Ήλπιζε ότι στην πορεία η Τζέσικα θα του έκανε παιδιά -κατά προτίμηση ένα γιο. Κι αν αυτό το παιδί ήταν ο μοναδικός εγγονός του Νταν Λίμπερμαν... αλλά όχι, δεν έπρεπε να προτρέχει. Οι νιόπαντροι έκαναν το μήνα του μέλιτος στην Καραϊβική -ήταν το γαμήλιο δώρο του θείου Ντέιβιντ. Ο Ρίτσαρντ δεν είχε προβληματιστεί για το πώς θ’ αντιδρούσε η Τζέσικα σ’ αυτόν το γάμο. Ήταν Εβραία, άρα είχε ανατραφεί για να γίνει μια μέρα σύζυγος και μητέρα. Το τελευταίο πράγμα που περίμενε ήταν ότι θα γινόταν έξω φρενών και θ’ αρνιόταν να τον δεχτεί στο κρεβάτι της. Στην αρχή την πήρε με το καλό κι όταν απέτυχε, της δήλωσε παγερά πως ήταν γυναίκα του και σκόπευε να ολοκληρώσει το γάμο τους. Δεν ήταν βιασμός... αλλά και δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις ως τότε ερωτικές εμπειρίες του. Η ψυχρότητά της, η αποστροφή με την οποία υπέμενε τον έρωτά του του έσπαγαν τα νεύρα, κι όταν επέστρεψαν στο Λονδίνο δεν είχαν διακόψει μόνο κάθε σεξουαλική επαφή αλλά ούτε καν μιλιόνταν. Ο πατέρας της Τζέσικα τους αγόρασε ένα πολυτελές διαμέρισμα στην καλύτερη συνοικία του Λονδίνου. Όταν η Τζέσικα πρόσβαλε τον Ρίτσαρντ κοπανώντας του ότι ο πατέρας της πλήρωνε το σπίτι, εκείνος αδιαφόρησε. Μπορούσε να λέει ό,τι θέλει, δεν τον ενδιέφερε. Του αρκούσε που είχε αποκτήσει αυτό που ήθελε: μια σύζυγο που θα τον έκανε πλούσιο. Δεν ήταν παντρεμένοι έξι μήνες καλά καλά και κοιμόνταν ήδη σε διαφορετικές κρεβατοκάμαρες. Ο Ρίτσαρντ δεν έβγαινε πια με την ξανθιά -την είχε αντικαταστήσει με μια κοκκινομάλλα. Κι ούτε που τον ένοιαζε τι έκανε η γυναίκα του κατά την απουσία του. Φρόντιζε να λείπει συνέχεια από το σπίτι κι επισκεπτόταν σπάνια το Ουίνδσορ. Τώρα δούλευε και ο Μόρις στην τράπεζα, αφυπνίζοντάς του πάλι τη ζήλια και τη μνησικακία που είχαν καταλαγιάσει προσωρινά χάρη στο γάμο με την Τζέσικα. Ο Ρίτσαρντ συνειδητοποίησε ότι δεν ήθελε μόνο λεφτά -ήθελε την τράπεζα. Η πρώτη ένδειξη ότι υπήρχαν οικονομικά προβλήματα παρουσιάστηκε όταν μια μέρα, μπαίνοντας στο γραφείο του θείου του, τον άκουσε να μιλά στο τηλέφωνο. Δεν έδειξε τίποτα, αλλά άρχισε να σκαλίζει κρυφά τις οικονομικές δοσοληψίες του θείου του. Ο θείος του είχε παίξει στο χρηματιστήριο κι έχασε όλη σχεδόν την προσωπική περιουσία του· η τράπεζα είχε χάσει μερικούς από τους καλύτερους πελάτες της· και στην αγορά κυκλοφορούσαν φήμες ότι η Τράπεζα Χάουελ δεν πήγαινε καθόλου καλά. Και τότε, θαρρείς και η μοίρα αποφάσισε επιτέλους να τον ευνοήσει, ο Ρίτσαρντ στάλθηκε στο τμήμα θυρίδων ν’ αντικαταστήσει έναν υπάλληλο που είχε πάρει άδεια επ’ αόριστον λόγω ασθένειας. Είχε περίπου τέσσερα χρόνια παντρεμένος με την Τζέσικα και κόντευε να μαζέψει το πρώτο του εκατομμύριο λίρες, ενώ η Τράπεζα Χάουελ κινδύνευε σοβαρά να καταρρεύσει. Οι φήμες οργίαζαν και ο οικονομικός Τύπος το έγραφε ανοιχτά. Μια μέρα ο Μόρις του εξομολογήθηκε ότι ανησυχούσε για τον πατέρα του κι ο Ρίτσαρντ κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να


δράσει. Άφησε να διαρρεύσουν στον Τύπο διάφορα λάθη του θείου του στη διοίκηση της τράπεζας και την ίδια μέρα ανήγγειλε ότι τον πλησίασαν ορισμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του ζήτησαν ν’ αναλάβει την προεδρία, σαν γιος του δίδυμου αδερφού του Ντέιβιντ Χάουελ. Επακολούθησε πανικός και οι μετοχές της τράπεζας άρχισαν να πέφτουν κατακόρυφα στο χρηματιστήριο. Ο Ρίτσαρντ βάλθηκε ν’ αγοράζει κρυφά. Ο θείος του τον κάλεσε και τον κατηγόρησε για τα δημοσιεύματα του Τύπου, αλλά ο Ρίτσαρντ αποκρίθηκε αθώα ότι δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη. Ο Ντέιβιντ Χάουελ βέβαια τον ήξερε καλά, αλλά δεν είχε αποδείξεις... τίποτα. Τώρα ήταν ανίσχυρος, ένας άνθρωπος που αμαύρωσε τη μεγάλη παράδοση της οικογένειας. Οι πόνοι που ένιωθε τελευταία στο στήθος χειροτέρεψαν. Σκέφτηκε τον αδερφό του και το πρόσωπό του... Τον βρήκε ο Ρομπέν Βάις πεσμένο με τα μούτρα στο γραφείο του. Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαία. Στην τράπεζα ακολούθησε πανδαιμόνιο. Κάποιος έπρεπε να πάρει τα ηνία. Ο Ρίτσαρντ είχε το κύρος. Ο Ρίτσαρντ είχε τις μετοχές... και τώρα είχε και την υποστήριξη του διοικητικού συμβουλίου. Επιτέλους, πήρε τη θέση που του άρμοζε. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως είχε να πάει στο σπίτι του τρία εικοσιτετράωρα. Έκανε ένα ντους στο λουτρό που κάποτε ανήκε στο θείο του και τώρα ήταν δικό του και κάλεσε ένα ταξί. Θα πουλούσε τη Ρολς και θα έπαιρνε κάτι άλλο... Σκεφτόταν τι μοντέλο να διαλέξει καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα κι έμπαινε στο χολ. Βρήκε την Τζέσικα στο σαλόνι να διαβάζει ένα περιοδικό. Παρά την παρατεταμένη απουσία του, δεν έδειξε έκπληξη για τον ερχομό του. «Μάντεψε!» της είπε χαρούμενα. «Έγινα πρόεδρος της τράπεζας!» «Μάντεψε!» του πέταξε ειρωνικά. «Παίρνουμε διαζύγιο!» Είχε στα χέρια της όλα τα στοιχεία. Τα μάζευε μήνες, ή μάλλον δεν τα μάζευε η ίδια αλλά ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ. Μάταια προσπάθησε ο Ντέιβιντ να τη μεταπείσει πότε με το καλό και πότε με το άγριο. Στάθηκε ανυποχώρητη. Ήθελε την ελευθερία της και θα την αποκτούσε. Μια ώρα αργότερα ο Ρίτσαρντ έβγαινε σαν σίφουνας από το σπίτι, βρίζοντας και βλαστημώντας. Αν τον χώριζε... Αναλογίστηκε την περιουσία που θα γινόταν δική της μόλις έκλεινε τα τριάντα και βλαστήμησε πάλι. Κι άλλοι άντρες είχαν περιπέτειες, αλλά δεν τους χώριζαν οι γυναίκες τους; Οι άλλοι όμιος δεν ήταν παντρεμένοι με την Τζέσικα... Δίστασε για μια στιγμή και ύστερα ανασήκωσε τους ώμους. Αφού η Τζέσικα ήξερε ότι την απατούσε και μάλιστα συστηματικά, μια φορά πάνω μια κάτω δεν άλλαζε τα πράγματα. Αποφάσισε να κάνει μια επίσκεψη στη Ρόζα. Με τη Ρόζα Μάρσαλ συνδεόταν εδώ και τρεις μήνες. Ήταν μανεκέν κι εργαζόταν σε οίκους μόδας -ένα πραγματικό εγγλέζικο ρόδο, μια ξανθιά καλλονή που διέφερε από την Τζέσικα όσο η μέρα με τη νύχτα. Πήγε στο διαμέρισμά της και ήταν τόσο εξοργισμένος με την Τζέσικα, που ξέχασε το χρυσό του κανόνα να μη συζητά ποτέ για τη γυναίκα και το γάμο του με τις φιλενάδες του. «Και λοιπόν; Τι σε νοιάζει αν σε χωρίσει;» σχολίασε αδιάφορα η κοπέλα. Στα είκοσι πέντε της χρόνια είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι τα νιάτα και η ομορφιά της δε θα κρατούσαν αιώνια. Κι ο Ρίτσαρντ Χάουελ ήταν πλούσιος άντρας... Ο Ρίτσαρντ κατάλαβε αργά το λάθος του. Η Ρόζα ήταν εξαίσια ερωμένη, αλλά δεν είχε την παραμικρή διάθεση να μπλέξει μαζί της σοβαρά. «Δεν πρέπει», απάντησε κοφτά και πρόσθεσε: «Άλλωστε δεν το εννοεί. Απλώς έμαθε για μας και τρελάθηκε από τη ζήλια». «Έλα τώρα, Ρίτσαρντ, ξέρω για τη γυναίκα σου... Μου τα είπε κάποιος φίλος μου. Πώς είναι δυνατόν να ζηλεύει, αγάπη μου; Εκτός αν εννοείς ότι ζηλεύει γιατί κάνει κέφι εμένα...»


Κατάλαβε από το ύφος του ότι ο Ρίτσαρντ δεν είχε ιδέα και γέλασε νευρικά, νιώθοντας ένα αίσθημα θριάμβου αλλά και κάποιο φόβο. Ο Ρίτσαρντ δεν την κοιτούσε, αλλά έδειχνε σαν να χάρηκε με την αποκάλυψή της. «Μη μου πεις ότι δεν το ήξερες;» τον ρώτησε αμήχανα. «Ο κόσμος το ’χει τούμπανο...» Ο Ρίτσαρντ ήξερε πως η Ρόζα είχε πολλούς φίλους και γνωστούς από τη δουλειά της που ήταν μέλη της κοινωνίας των ομοφυλόφιλων. Άξαφνα πείστηκε ότι του έλεγε την αλήθεια. Ήρθαν στο μυαλό του ασήμαντα γεγονότα στα οποία δεν είχε δώσει σημασία... τηλεφωνήματα από γυναίκες που υπέθετε ότι ήταν φίλες της... η αποστροφή της τις σπάνιες φορές που επιχειρούσε να την πλησιάσει ερωτικά... Η γυναίκα του, η δική του γυναίκα, αρνιόταν να τον δεχτεί στο κρεβάτι της επειδή προτιμούσε να πλαγιάζει με άτομα του φύλου της. Πλημμύρισε οργή και αγανάκτηση. Η Ρόζα το κατάλαβε κι ένιωσε το φόβο της να μεγαλώνει. Ωστόσο, το τελευταίο πράγμα που περίμενε ήταν να της γυρίσει την πλάτη και να φύγει. «Πότε... πότε θα σε ξαναδώ;» τον ρώτησε καθώς άνοιγε την πόρτα. Ο Ρίτσαρντ αγνόησε την ερώτησή της. Η γυναίκα του... η Τζέσικα... Ω, πόσο θα γελούσε πίσω από την πλάτη του! Να γιατί ήθελε να τον χωρίσει! Εντάξει, λοιπόν, θα της έκανε το χατίρι, αρκεί να πλήρωνε το τίμημα... * Η Τζέσικα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κοιτούσε το ταβάνι. Την παρέσυρε η υπερβολική αυτοπεποίθηση και φέρθηκε απερίσκεπτα... Δε φανταζόταν πως θα το ανακάλυπτε ο Ρίτσαρντ. Εκείνος όμως το έμαθε και τώρα την εκβίαζε· την απειλούσε ότι, αν δεν έμενε μαζί του μέχρι να κλείσει τα τριάντα, μέχρι να κληρονομήσει τις μετοχές, θα φανέρωνε στους γονείς της ότι ήταν λεσβία. Και ήταν σίγουρη ότι δεν μπλοφάριζε. Για να κλείσει τα τριάντα, θα περνούσαν άλλα δύο χρόνια. Πώς θ’ άντεχε τόσο καιρό; Σηκώθηκε από το κρεβάτι, κατέβηκε στο ισόγειο και χτύπησε την πόρτα του γραφείου του Ρίτσαρντ. Αν έπρεπε να εξαγοράσει την ελευθερία της, ήταν έτοιμη να πληρώσει. Σαν γυναίκα δε σήμαινε τίποτα γι’ αυτόν, αλλά σαν σύζυγος του ήταν πολύτιμη. Ο Ρίτσαρντ σκεφτόταν ότι δεν τον ενδιέφεραν τα αισθήματά της ούτε οι ερωτικές της προτιμήσεις, ενώ συνέχαιρε τον εαυτό του για την επιτυχημένη συμφωνία που έκλεισε. Επί προεδρίας του η τράπεζα πήρε την πάνω βόλτα και σε λίγο είχε ανακτήσει και την οικονομική επιφάνεια και το κύρος της. Οι θεοί τού χαμογελούσαν και η εύνοιά τους μεγάλωσε θαρρείς από τότε που γνώρισε τη Λίντα. Αυτή η γυναίκα τού ταίριαζε. Ήταν τέσσερα χρόνια παντρεμένοι, η ζωή ήταν όμορφη, ή μάλλον ήταν μέχρι που πάτησε το πόδι του στο γραφείο της Πέπερ Μινέσε. Κατά βάθος τη θαύμαζε. Στο κάτω κάτω δεν έκανε παρά ό,τι είχε κάνει κι εκείνος, μόνο που αυτή ήταν γυναίκα και θα αποτύγχανε. Θα φρόντιζε ο Μάιλς Φρεντς... Ο Ρίτσαρντ συνοφρυώθηκε καθώς ο νους του έτρεχε στα περασμένα. Ο Σάιμον Χάρις... Είχε πάνω του κάτι αλλόκοτο αυτός ο άνθρωπος... κάτι επικίνδυνο... αλλά μήπως έτσι δεν ήταν πάντα; Θυμήθηκε τη λύσσα του, την επιμονή του ότι έφταιγε η Πέπερ για το θάνατο του Τιμ Γουάιλ-ντινγκ κι έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν μπορούσε όμως να γυρίσει στο παρελθόν και ν’ αλλάξει τα πράγματα. Ήλπιζε μόνο ότι ο Μάιλς Φρεντς ήξερε τι έκανε. Του είχε δώσει την εντύπωση ανθρώπου που δεν υπερβάλλει· και είχε εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Αυτό που είχε προτείνει ήταν απλό, αλλά, αν κατάφερνε να εφαρμόσει το σχέδιό του, θα ήταν πολύ αποτελεσματικό. Αν... Θα τα κατάφερνε όμως; Ο Ρίτσαρντ κλωθογύρισε στο μυαλό του όλα όσα ήξερε για τον Μάιλς και τότε θυμήθηκε ένα γνωστό δικαστικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ήταν πελάτης του. Αποφάσισε να τον κα-λέσει σε γεύμα. Δε θα έβλαπτε να ψαρέψει διακριτικά μερικές πληροφορίες.


12 ΟΣάιμον Χάρις έφυγε από την Οξφόρδη δύο χρόνια πριν από τους άλλους δύο. Δεν είχε καθόλου χρήματα· τα πατρογονικά κτήματα ήταν εγκαταλειμμένα κι αναγκάστηκε να τα πουλήσει σχεδόν όλα για να πληρώσει τα χρέη του. Χρειαζόταν λεφτά και ήξερε πώς θα τα βρει. Πρώτα πήγε στο Μάρτσινγκτον, και η μητέρα του Τιμ, μια γυναίκα καλόκαρδη και κάπως αφελής, που νόμιζε πως διέκρινε πίσω από τα ψυχρά γαλάζια μάτια του Σάιμον μοναξιά και δεν ξεχνούσε ότι ήταν ο καλύτερος φίλος του μοναχογιού της, τον προ-σκάλεσε να μείνει. Έμεινε δύο μήνες πολιορκώντας διακριτικά αλλά ακούραστα την Ντέμπορα Γουάιλντινγκ. Ο τίτλος θα πήγαινε σ’ ένα μακρινό ξάδερφο -εγγονό της τρελής θείας του γερο-κόμη-, αλλά η οικογένεια ήταν πολύ πλούσια και τα κορίτσια είχαν όλα προσωπικές περιουσίες. Αν κατάφερνε να παντρευτεί την Ντέμπορα... Εκείνη κατάλαβε τι είχε στο μυαλό του ο Σάιμον κι έκανε τα πάντα για να το αποφύγει. Δεν τον χώνεψε από την πρώτη στιγμή που τον έφερε ο Τιμ στο σπίτι και τώρα η αντιπάθειά της γι’ αυτόν είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Επιπλέον, τον θεωρούσε υπεύθυνο για το θάνατο του Τιμ. Ήταν φίλος του, ήταν μαζί του όταν... Ωστόσο κρατούσε για λογαριασμό της τις απόψεις της ξέροντας πόσο θα πλήγωναν τη μητέρα της, που πενθούσε ακόμα το μοναχογιό της. Οι δυο μικρότερες αδερφές της Ντέμπορα δεν την καταλάβαιναν. Θεωρούσαν τον Σάιμον όμορφο και σέξι. Η Ντέμπορα πάλι δεν μπορούσε να εξηγήσει την απέχθειά της γι’ αυτόν· δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τον θεωρούσε κακό, επικίνδυνο· γιατί ριγούσε από φόβο κάθε φορά που την άγγιζε και γιατί της σηκωνόταν η τρίχα στη σκέψη ενός γάμου μαζί του. Υπήρχε κάτι πάνω του... Ανέδιδε μια αίσθηση διαφθοράς τόσο έντονη, ώστε η κοπέλα απορούσε πώς δεν το καταλάβαιναν και οι άλλοι. Όταν ήρθε ο Σάιμον, ο πατέρας κι ο παππούς της έλειπαν για δουλειές στην Αυστραλία, αλλά, όταν επέστρεψαν, ο κόμης δεν άργησε να καταλάβει τη νευρικότητα της αγαπημένης του εγγο-νής. Του θύμιζε πολύ τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του αυτό το ήσυχο, κλεισμένο στον εαυτό του κορίτσι, που προτιμούσε ν’ αποτρα-βιέται στις σκιές αντί να ζει στο φως του ήλιου. Ώρες ώρες του φαινόταν σαν νεραϊδογητεμένο. Η αθωότητά της, η σεμνότητά της έρχονταν σε τέλεια αντίθεση με τα μοντέρνα ήθη κι ο παππούς της συχνά ανησυχούσε για το μέλλον της. Στην Αυστραλία είχε απορρίψει την ιδέα ότι ίσως θα μπορούσαν να την παντρέψουν μ’ έναν από τους δεύτερους ξαδέρφους της που ζούσαν εκεί. Η εγγονή του ήταν λεπτεπίλεπτη, χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα και στοργή. Δε θα τη σήκωνε το ζεστό κλίμα της αυστραλιανής ενδοχώρας. Δε χάρηκε καθόλου βρίσκοντας τον Σάιμον Χάρις εγκαταστημένο στο σπιτικό του. Ποτέ δεν τον συμπάθησε, ποτέ δεν τον εμπιστεύτηκε. Κι όταν διαπίστωσε ότι πολιορκούσε στενά την Ντέμπορα, ενοχλήθηκε ακόμα περισσότερο. Ωστόσο, όταν προσπάθησε να μιλήσει μαζί της, εκείνη αρνήθηκε να συζητήσει τι τη στενοχωρούσε. Πώς μπορούσε τη στιγμή που έβλεπε πόση χαρά έδινε στη μητέρα της η παρουσία του Σάιμον; Ήταν σαν να της είχαν ξαναφέρει το χαμένο της γιο. Όταν πέθανε ο Τιμ, για ένα διάστημα φοβόνταν πως θα τον ακολουθήσει κι εκείνη στον τάφο, τόσος ήταν ο σπαραγμός και το πένθος της. Ο κόμης όμως δεν ξεγελάστηκε. Κάτι απασχολούσε την Ντέμπορα και ήταν αποφασισμένος να το μάθει. Παρακολουθούσε τον Σάιμον να κυνηγά από πίσω την εγγονή του και δεν άργησε να βγάλει τα συμπεράσματά του. Ούτε κι αυτός τον συμπαθούσε, μόνο που χάρη στην τεράστια πείρα του από τη ζωή, αντίθετα με την Ντέμπορα, ήξερε γιατί. Ο Σάιμον ήταν παλιοχαρακτήρας. Ο κόμης, στην πολύχρονη ζωή του, είχε συναντήσει αρκετούς ομοίους του, διεφθαρμένους μέχρι το μεδούλι, που ανέδιδαν, θαρρείς, την αποφορά της σάπιας τους ψυχής. Δεν έφυγε για τη Σκοτία στις αρχές Αυγούστου, όπως συνήθιζε, αλλά προτίμησε να παραμείνει στο Μάρτσινγκτον. Η Ντέμπορα χάρηκε. Όσο κι αν προσπαθούσε να λογικευτεί, να πείσει τον εαυτό της ότι ο Σάιμον δεν μπορούσε να την εξαναγκάσει να τον παντρευτεί με το ζόρι, ένιωθε να πλανιέται πάνω της μια απειλή απέναντι στην οποία ήταν ανίσχυρη. Όσο είχε κοντά της τον παππού θα ήταν ασφαλής και προστατευμένη. Ο Σάιμον άρχισε να χάνει την υπομονή του. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει μια πλούσια σύζυγο, που να κρατάει η σκούφια της από σόι ανάλογο με το δικό του. Είχε γίνει θηρίο που δεν τον ήθελε η Ντέμπορα. Και ποια ήταν στο κάτω κάτω! Ένα τίποτα, αν παρέβλεπες τα λεφτά και την καταγωγή της. Δεν είναι καν όμορφη, συλλογίστηκε πικαρισμένος ένα απόγευμα που την παρακολουθούσε να παίζει κροκέ με τις αδερφές της.


Ο Σάιμον ήθελε τη γυναίκα σανίδα, χωρίς στήθος, με μακριά πόδια και αθλητικό αγορίστικο κορμί. Δεν καθόταν ν’ αναλύσει τις προτιμήσεις του, απλώς τις αποδεχόταν. Μετά το θάνατο του Τιμ, είχε την πρόνοια να κόψει τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, καταλαβαίνοντας ότι αυτό που ήταν αποδεκτό στο σχολείο, στο μοναστικό περιβάλλον της Οξφόρδης, δε θα γινόταν ανεκτό έξω, στην κοινωνία. Σε αυτή του την απόφαση συνέβαλε και η αναγκαιότητα ενός καλού γάμου. Όταν παντρευόταν... Η Ντέμπορα του έδινε στα νεύρα με την πεισματική της άρνηση. Ήξερε πως σαν άντρας ήταν εμφανίσιμος -πολύ πιο εμφανίσιμος απ’ όσο άξιζε σε μια κοπέλα με τη μέτρια εμφάνιση της Ντέμπορα. Κανονικά θα έπρεπε να είχε πέσει στην αγκαλιά του σαν ώριμο φρούτο, γεμάτη ευγνωμοσύνη για την καλή της τύχη. Εκείνη όμως του γύριζε την πλάτη. Ο Σάιμον ήταν αποφασισμένος να την κατακτήσει και η αντίστασή της τον πείσμωνε ακόμα περισσότερο. Θα έβρισκε τον τρόπο... Θα παντρεύονταν πριν από τα Χριστούγεννα, στο παρεκκλήσι του Μάρτσινγκτον. Το στομάχι του σφίχτηκε καθώς θυμήθηκε τα σχέδια του Τιμ για το παρεκκλήσι... και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν αυτά τα σχέδια. Εκείνος όμως φρόντισε να το πληρώσει ακριβά αυτό το πορνίδιο, αυτό το τσουλί που έγινε αιτία να σκοτωθεί ο φίλος του. Ο Σάιμον θυμήθηκε την αίσθηση του κορμιού της στα χέρια του. Δεν έκλαψε όσο θα περίμενε κανείς, αλλά ο Σάιμον ένιωθε το φόβο της· ήταν τόσο απτός, που πυροδοτούσε ανεξέλεγκτα το δικό του πάθος. Απόλαυσε την κατάκτησή της, την απόλυτη κυριαρχία του πάνω της. Αυτές οι αναμνήσεις τού έδωσαν την ιδέα πώς θα κέρδιζε την Ντέμπορα. Στην περίπτωσή της βέβαια δεν ταίριαζε κάτι τόσο βάναυσο όσο ο βιασμός, αν και θα του άρεσε να την τιμωρήσει για την άρνησή της, χρησιμοποιώντας σαν όργανο το σώμα του... Αλλά, όχι, αυτή η μορφή τιμωρίας έπρεπε να περιμένει... Η Ντέμπορα δεν ήταν μοντέρνο κορίτσι· το αντίθετο μάλιστα. Δεν έπαιρνε το χάπι για να μπορεί απροβλημάτιστα ν’ αλλάζει εραστές. Οι Γουάιλντινγκ ήταν μια θεοσεβούμενη καθολική οικογένεια. Ο Σάιμον τα κλωθογύριζε όλα αυτά στο μυαλό του και η έξαψή του φούντωνε. Είχε τη μοίρα με το μέρος του. Η οικογένεια επρόκειτο να περάσει το Σαββατοκύριακο στο σπίτι ενός θείου της Ντέμπορα, αλλά την τελευταία στιγμή η κοπέλα παρουσίασε όλα τα συμπτώματα ενός άσχημου καλοκαιρινού κρυολογήματος. Θα έμενε λοιπόν αναγκαστικά σπίτι. Ο Σάι-μον ανήγγειλε διακριτικά ότι θα πήγαινε στο πατρικό του το Σαββατοκύριακο και η Ντέμπορα ανάσανε ανακουφισμένη. Ξεκίνησε δύο ώρες πριν φύγουν οι Γουάιλντινγκ, αλλά δεν πήγε μακριά. Έστριψε σε μια πάροδο του δρόμου και περίμενε μέχρι που τους είδε να περνάνε. Μετά περίμενε άλλη μία ώρα κι όταν βεβαιώθηκε ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψουν έκανε μεταβολή και γύρισε στο Μάρτσινγκτον. Ήταν ακόμα νωρίς το απόγευμα, αλλά βαριά σύννεφα σκοτείνιαζαν τον ουρανό, απειλώντας με καταιγίδα. Του άνοιξε ο μπάτλερ, που πίστεψε την εύσχημη δικαιολογία του ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά του σπιτιού του. Αντί ν’ ανέβει όμως στο δωμάτιό του, ο Σάιμον πήγε στη βιβλιοθήκη και γέμισε δυο ποτήρια με το δυνατό πορτό του κόμη. Στο ένα από τα δυο άδειασε ένα φακελάκι με μια άσπρη σκόνη, που την είχε αγοράσει από έναν παλιό συμφοιτητή του. Ήταν η γνωστή και σαν «αστερόσκονη» -ένα ισχυρό αμφεταμινούχο ναρκωτικό που νέκρωνε προσωρινά τις αναστολές και δημιουργούσε στο χρήστη μια αίσθηση δύναμης κι ελευθερίας. Ένα άλλο προσόν του ήταν ότι δρούσε ακαριαία. Ο Σάιμον ήξερε ποια ήταν η κρεβατοκάμαρα της Ντέμπορα. Μπήκε δίχως να χτυπήσει. Το κορίτσι λαγοκοιμόταν, αλλά μόλις τον είδε ανακάθισε τρέμοντας από έκπληξη και φόβο. «Ξέχασα τα κλειδιά μου», της είπε χαμογελαστά, αλλά δεν την ξεγέλασε. «Κοίτα, σου έφερα ένα ποτήρι πορτό». Κάθισε στο κρεβάτι της και, αφού ακούμπησε το ποτήρι της στο κομοδίνο, βάλθηκε να σιγοπίνει από το δικό του. Στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς εκτός από το προσωπικό. Η Ντέμπορα έτρεμε σαν το φύλλο, παραζαλισμένη από τη θρασύτητά του. Πάνω στην ταραχή της σκέφτηκε ότι ένα ποτήρι κρασί θα της κάνει καλό, θα τη στυλώσει. Ήξερε τι είχε κατά νου ο Σάιμον, το διάβαζε στα μάτια του, κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον αποκρούσει. Ακόμα κι αν έμπηγε τις φωνές, κανείς δε θα την άκουγε. Ο Σάιμον είχε διαλέξει την ιδανική στιγμή. Μόλις είχε δειπνήσει και τώρα οι υπηρέτες έβλεπαν τηλεόραση στο καθιστικό του προσωπικού. Ήθελε να τον παρακαλέσει, αλλά τα λόγια πνίγονταν στο λαρύγγι της. Ήθελε να του ζητήσει οίκτο, αλλά στα μάτια του καθρεφτιζόταν το αναπόφευκτο πεπρωμένο της. Κι όμως ήξερε ότι δεν την αγαπούσε, δεν ένιωθε τίποτα για κείνη· την ήθελε μόνο γι’ αυτά που μπορούσε να του προσφέρει.


Εκείνος είχε πιει το πορτό του και η Ντέμπορα, μέσα στην απόγνωσή της, άδειασε μονορούφι το ποτήρι της. Μακάρι να είχε κι άλλο... να έπινε μέχρι αναισθησίας... «Ξέρεις τι θα γίνει τώρα, έτσι δεν είναι;» Η φωνή του ήταν ένας μεταξένιος ψίθυρος που της σήκωσε την τρίχα... που είχε κάτι το υπνωτιστικό... Η Ντέμπορα ένιωθε αποχαυνωμένη. Ο Σάιμον τράβηξε τα στρωσίδια κι εκείνη στέναξε παραδομένη. Στη θέα του πληθωρικού στήθους της ο Σάιμον χρειάστηκε να καταπνίξει ένα κύμα αναγούλας. Έκλεισε τα μάτια και ανακάλεσε στη μνήμη του το πρόσωπο του Τιμ. Ένας μισοξεχασμένος αισθησιασμός κυρίευσε το κορμί του. Καθώς την πλάκωνε το βάρος του, η Ντέμπορα ένιωσε να χάνει κάθε έλεγχο του σώματος και του μυαλού της. Ο πανικός και η αηδία καταλάγιασαν απροσδόκητα, δίνοντας τη θέση τους σε μια ευχάριστη, μεθυστική έξαψη. Σάλεψε νευρικά και της ξέφυγε ένα βογκητό καθώς ένιωθε να την πιέζει η σκληρή του σάρκα. Με το μυαλό αποδιοργανωμένο από το ναρκωτικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα πλάσμα απόλυτα υποταγμένο στις σωματικές του ανάγκες. Ο καυτός πόθος του έγινε και δικός της. Αναρωτήθηκε φευγαλέα πώς ήταν δυνατόν να φοβάται τόσο καιρό το σεξ. Η Ντέμπορα μπορεί να μην ήταν ο Τιμ, αλλά κρατούσε το κλειδί για όλα όσα λαχταρούσε στη ζωή ο Σάιμον. Πριν την αφήσει επιτέλους να βυθιστεί στον ύπνο, εκμεταλλεύτηκε εξαντλητικά την κατάσταση ευφορίας στην οποία βρισκόταν η κοπέλα, μυώντας τη σε όλα τα μυστικά του σαρκικού έρωτα, διδάσκοντάς της την ηδονή. Μέσα του το γλεντούσε που αυτή η υπεροπτική, ψυχρή νέα γυναίκα είχε μεταβληθεί σ’ ένα ακόρεστο, λυσσασμένο θηλυκό κι ευχόταν να μην ξεχάσει τι έγινε αυτή τη νύχτα όταν περνούσε η επίδραση του ναρκωτικού. Αλλά και να ξεχνούσε λίγο τον ένοιαζε. Της είχε κάνει έρωτα και ήλπιζε πως την είχε αφήσει έγκυο. Το πρωί, όταν θα ερχόταν να την ξυπνήσει η καμαριέρα, θα τους έβρισκε μαζί στο κρεβάτι. Ο Σάιμον θα επικαλούνταν τα νιάτα και τον έρωτα, θα έλεγε ότι αυτός έφταιγε που συμφώνησε με το σχέδιο της Ντέμπορα να εκμεταλλευτούν την απουσία των γονιών της. Θα έφερνε την οικογένειά της προ τετελεσμένων γεγονότος και θα γινόταν ο γάμος. Με αυτές τις σκέψεις τον πήρε ο ύπνος. Πρώτη ξύπνησε η Ντέμπορα, μ’ ένα αλλόκοτο μούδιασμα σε όλο το κορμί της. Αναδεύτηκε διστακτικό και... κοκάλωσε νιώθοντας δίπλα της τον κοιμισμένο Σάιμον. Αποτραβήχτηκε αλαφιασμένη από το ξαπλωμένο αντρικό κορμί, ενώ την κατέκλυζαν οι αναμνήσεις της ερωτικής νύχτας τους. Τι είχε πάθει; Πώς του επέτρεψε να της κάνει τέτοια πράγματα; Γιατί την πρόδωσε το κορμί της ρουφώντας τον σαν μεθυστικό κρασί; Είχε καταπατήσει κάθε ηθικό κώδικα που πίστευε στη ζωή της. Είχε καταρρακώσει τον αυτοσεβασμό της, είχε ξεπέσει τόσο χαμηλά, που δεν άντεχε πλέον να ζήσει. Η Ντέμπορα, που ποτέ δε διακρινόταν για τον ισχυρό χαρακτήρα της, βασανισμένη από τις φρικτές αναμνήσεις, συντρίφτηκε κάτω από το βάρος των πράξεών της. Σηκώθηκε και πήγε παραπατώντας στο μπάνιο. Δεν άντεχε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Μπήκε στο ντους και βάλθηκε να τρίβει μανιασμένα το σώμα της με το σφουγγάρι. Όμως οι αποτρόπαιες εικόνες δεν έλεγαν να σβήσουν από τη μνήμη της. Ήταν σαν να την είχε μαγέψει ο Σάιμον με κάποιο σατανικό ξόρκι. Θυμόταν τις δυνατές κραυγές της ηδονής της, τη φλογερή, ακόρεστη ανταπόκρισή της ακόμα και στα πιο φρικαλέα πράγματα που της έκανε και κατάλαβε πως δεν μπορούσε να ζήσει πια με το βάρος τέτοιας αμαρτίας. Ποτέ δε θα κατάφερνε να την ξεπλύνει. ΓΙέταξε κάτω το σφουγγάρι και βγήκε από το ντους. Δεν ξέβγαλε τις σαπουνάδες, δεν μπήκε καν στον κόπο να τυλιχτεί με μια πετσέτα. Κανείς δεν την είδε να πηγαίνει στο παρεκκλήσι. Ήταν ξημερώματα και το προσωπικό δεν είχε σηκωθεί ακόμα. Η Ντέμπορα πήρε το βαρύ τελετουργικό ξίφος του παππού της και κρατώντας το προσεκτικά βάδισε σαν ρομπότ προς την Αγία Τράπεζα. Στο μυαλό της συνωστίζονταν χιλιάδες βασανιστικές εικόνες. Η ναυτία είχε υποχωρήσει και στη θέση της ξεπήδησε η ακράδαντη απόφαση να δραπετεύσει από αυτό που της επιφύλασσε η μοίρα. Το μυαλό της άξαφνα ξεθόλωσε και είδε να προβάλλει ολοκάθαρα μπροστά της το μέλλον. Το βαρύ ασυγχώρητο κρίμα της της έδειχνε πόσο επιρρεπής ήταν στην αμαρτία. Αυτή που θεωρούσε πάντα τον εαυτό της απρόσβλητο, που καταφρονούσε όσους υπέκυπταν στις αδυναμίες τους... Έπρεπε να τιμωρηθεί. Τι θα έλεγε ο παππούς της αν μάθαινε... Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. Οι τελευταίες της σκέψεις καθώς έμπηγε το ξίφος στο στήθος της ήταν αφιερωμένες στο γε-ρο-κόμη. Ένιωσε τον πόνο να ξεσχίζει τις σάρκες της σαν καθαρτήρια πυρά και κατάλαβε ότι είχε καταφέρει να


δραπετεύσει. Ποτέ... ποτέ πια δε θα ξανάπεφτε στο βούρκο που κυλίστηκε εκείνη τη νύχτα. Η τελευταία της ανάσα βγήκε μ’ έναν πίδακα ολοπόρφυρο αίμα. Τη βρήκε ο Σάιμον. Ξύπνησε, είδε ότι έλειπε κι οδηγημένος από ένα ένστικτο που δε φανταζόταν ότι διέθετε, κατέβηκε στο παρεκκλήσι. Μόλις αντίκρισε το αιμόφυρτο κορμί της Ντέμπορα τον κυρίευσε πανικός. Βγήκε τρεκλίζοντας από το παρεκκλήσι, κοιτώντας ολόγυρα σαν αλλοπαρμένος. Έπρεπε να φύγει... να το σκάσει... Κανείς δεν ήξερε ότι πέρασε τη νύχτα στο Μάρτσινγκτον. Ήταν ακόμα νωρίς, μόλις έξι το πρωί. Το αμάξι του ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο αρχοντικό, αλλά τα διαμερίσματα του προσωπικού βρίσκονταν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ανέβηκε στο δωμάτιο της Ντέμπορα, έπλυνε καλά τα δυο ποτήρια και μετά έκανε ένα ντους και ντύθηκε βιαστικά. Ετοιμαζόταν να φύγει, όταν θυμήθηκε τα ματωμένα σεντόνια. Ξέστρωσε το κρεβάτι κι άλλαξε σεντόνια παίρνοντας καθαρά από τη λινοθήκη του διαδρόμου. Ανακάτεψε κάπως το κρεβάτι για να δείχνει σαν να κοιμήθηκε εκεί η Ντέμπορα, πήρε παραμάσχαλα τα ματωμένα σεντόνια κι έφυγε. Κατέβηκε από την κεντρική σκάλα και βγήκε από μια μπαλκο-νόπορτα. Είχε διανύσει τριάντα χιλιόμετρα όταν του πέρασε επιτέλους η τρεμούλα. Τα νέα τα έμαθε από τον πατέρα της Ντέμπορα. Το σοκ από το θάνατο της εγγονής του σκότωσε το γερο-κόμη, που έπασχε από την καρδιά του. Ο καινούριος κόμης τού εξομολογήθηκε ότι υπήρχαν ανέκαθεν φόβοι για κληρονομική τρέλα στην οικογένεια και τώρα που σκεφτόταν τη γριά θεία του αναρωτιόταν μήπως έπρεπε ν’ αποδοθεί εκεί η αυτοκτονία της Ντέμπορα. Ο Σάιμον πήγε στην κηδεία, αλλά αρνήθηκε την πρόσκληση να φιλοξενηθεί πάλι από την οικογένεια. Στις τοπικές εφημερίδες εμφανίστηκαν κάποια δημοσιεύματα για κληρονομική τρέλα. Ο Σάιμον το έσκασε στην Αμερική. Δεν ένιωθε καμιά ενοχή γι’ αυτό που έγινε, μόνο οργή και πικρία. Έπεισε εύκολα τον εαυτό του ότι η Ντέμπορα ήταν τρελή -ποια γυναίκα στα λογικά της θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να τον παντρευτεί; Απώθησε, λοιπόν, την όλη ιστορία στο βάθος του μυαλού του και την κλείδωσε εκεί μαζί με όλα εκείνα τα συμβάντα που δεν ήθελε να θυμάται. Στη ζωή του άνοιγε καινούριο κεφάλαιο. Οι Αμερικανοί ξετρελάθηκαν μαζί του. Λάτρευαν την προφορά του, την εμφάνισή του, τον αριστοκρατικό του αέρα, τους τρόπους του. Είχε φροντίσει να εξοπλιστεί με κάμποσες συστάσεις και μιλούσε αφηρημένα για την οικογενειακή περιουσία, προσθέτοντας μ’ ένα αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων ότι οι φόροι κληρονομιάς την εξανέμισαν. Ενσάρκωνε τέλεια την εικόνα που είχαν οι Αμερικανοί για τη βρετανική αριστοκρατία κι αυτός με τη σειρά του ένιωθε να τον γοητεύουν και να τον προκαλούν ο ζήλος και η φιλοδοξία τους. Την Ελίζαμπεθ Κάλβερτ τη γνώρισε μέσω ενός κοινού φίλου. Σωματικά τον τραβούσε γιατί ήταν ψηλή και λεπτή κι όταν έμαθε ποια είναι κατάλαβε πως είχε βρει αυτό που γύρευε. Παντρεύτηκαν τα Χριστούγεννα. Ο πεθερός του τον πίεζε να μείνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες -κάτι θα έβρισκαν γι’ αυτόν στην οικογενειακή αυτοκρατορία-, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Εξήγησε ότι προτιμούσε να επιστρέφει στην πατρίδα του και ν’ ασχοληθεί με τα κτήματά του. Στην πραγματικότητα όμως έφευγε γιατί δεν είχε καμιά διάθεση να ζει υπό το άγρυπνο βλέμμα του Χένρι Κάλβερτ του Έκτου. Η περιουσία της γυναίκας του θα του επέτρεπε να ξαναγοράσει αυτά που είχε χάσει ο πατέρας του, ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος που ήθελε να γυρίσει. Διαπίστωνε ότι το χρήμα μόνο δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε και τη δύναμη που συμβαδίζει μαζί του. Θυμόταν αυτό που είχε μάθει στην Οξφόρδη: η δύναμη εμφανίζεται με πολλές μορφές. Αυτός θα έβρισκε εκείνη που του ταίριαζε. Την ιδέα ν’ ασχοληθεί με την πολιτική τού την έδωσε ο κουνιάδος του, αναφέροντας μια μέρα πάνω στην κουβέντα ότι έπρεπε να πάει στην Ουάσινγκτον για κάποιες επαφές με μια ομάδα γερουσιαστών. Ο Πίτερ Κάλβερτ ήταν δικηγόρος και τα λόγια του έκαναν τον Σάιμον να σκεφτεί πολύ σοβαρά το μέλλον του. Στην εποχή τους, τόσο ο παππούς του όσο κι ένας θείος του εκπροσωπούσαν την εκλογική τους περιφέρεια στο


κοινοβούλιο. Ο πατέρας του δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική, στην οποία άλλωστε δεν μπορεί να σταδιοδρομήσει ένας άνθρωπος χωρίς περιουσία. Ο Σάιμον, όμως, με τα λεφτά της γυναίκας του... Πήρε την απόφασή του πριν το νιόπαντρο ζευγάρι επιστρέφει στην Αγγλία. Η Ελίζαμπεθ Κάλβερτ δεν ήξερε και η ίδια καλά καλά τι ακριβώς περίμενε από αυτόν το γάμο. Όταν άρχισε να τη φλερτάρει ο Σάιμον, στην αρχή τα έχασε και ύστερα ένιωσε θρίαμβο. Στα είκοσι ένα της είχε ήδη καταλάβει, προς μεγάλη της απελπισία, ότι το κοκαλιάρικο κορμί της δεν ασκούσε καμιά έλξη στους άντρες. Δεν μπορούσε να πει ότι την αγνοούσαν τ’ αδέρφια των συμμαθη-τριών της και οι συμφοιτητές των αδερφών της από το Χάρβαρντ αλλά ούτε κι ότι τους γοήτευε. Είχε μόνο μία σεξουαλική εμπειρία, περισσότερο από περιέργεια, μ’ ένα αγόρι τελείως αταίριαστο για την κοινωνική θέση της. Κανείς τους δεν επιθυμούσε μόνιμη σχέση κι όταν ήρθε η ώρα είπαν αντίο χωρίς δάκρυα και συναισθηματισμούς. Στα είκοσι ένα της, λοιπόν, η Ελίζαμπεθ είχε συνειδητοποιήσει πως ήταν το πρόβλημα της οικογένειας. Οι γυναίκες των Κάλβερτ παντρεύονταν μικρές και δημιουργούσαν πολυμελείς οικογένειες. Στη συνέχεια, ακολουθώντας το παράδειγμα των μανάδων και των γιαγιάδων τους, ασχολούνταν με φιλανθρωπικά έργα. Στην περίπτωση που έμεναν γεροντοκόρες, είτε ζούσαν με την οικογένεια είτε, αν ήταν ανήσυχα πνεύματα, έφευγαν για το εξωτερικό, αποκτώντας ισόβια την ταμπέλα της «κάπως εκκεντρικής». Η Ελίζαμπεθ όμως δεν κολλούσε σε καμιά από τις δύο κατηγορίες -ακόμα! Και το τελευταίο που ήθελε ήταν να μείνει στο ράφι, να γίνει η γεροντοκόρη θεία των παιδιών των αδερφών της, να τη λυπούνται οι ξαδέρφες της και να την αντιπαθούν οι νύφες της. Δεν μπορούσε όμως να παντρευτεί όποιον κι όποιον έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος γαμπρός. Ήξερε ότι τα πλούτη της της εξασφάλιζαν σύζυγο ανά πάσα στιγμή, αρκεί να περιόριζε τις αξιώσεις της και να έπαιρνε κανέναν παρακατιανό. Αλλά ήταν πολύ περήφανη για να κάνει τέτοιο συμβιβασμό. Ναι, το ομολογούσε, ήταν πολύ εγωίστρια για να πάρει κάποιον που δε 0’ ανήκε στον κλειστό κύκλο της υψηλής κοινωνίας της Βοστόνης. Έτσι, στην αρχή τα ’χάσε και στη συνέχεια ενθουσιάστηκε από το φλερτ του Σάιμον. Δεν ήταν κουτή. Καταλάβαινε τι τον τραβούσε κοντά της -τα εκατομμύριά της. Όμως αυτός ο άνθρωπος ανήκε σε μια γενιά που ήταν αριστοκράτες την εποχή που στη Βοστόνη ζούσαν ακόμα Ινδιάνοι! Είχε εκείνη τη φίνα βρετανική προφορά που κανείς Αμερικανός, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να μιμηθεί. Ήταν άνθρωπος του κόσμου και στεκόταν ισότιμα δίπλα στον πατέρα και τ’ αδέρφια της. Με λίγα λόγια, ήταν ένας άντρας που ενέπνεε σεβασμό. Δεν είχε σημασία που δεν τον αγαπούσε. Τα θηλυκά μέλη της οικογένειας των Κάλβερτ δε σταδιοδρομούσαν επαγγελματικά. Δυο επιλογές είχαν στη ζωή τους: γάμος ή ράφι. Η σκέψη του γάμου δεν την τραβούσε ιδιαίτερα. Ήξερε ότι ήταν ψυχρή σαν γυναίκα, αλλά το είχε αποδεχτεί σαν στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οι Κάλβερτ δεν ενθάρρυναν τη σεξουαλικότητα των θηλυκών μελών της οικογένειάς τους. Η γυναίκα παντρεύεται, γεννάει παιδιά -κατά προτίμηση αρσενικά- κι ασχολεί-ται με τις φιλανθρωπίες. Τελεία και παύλα. Καθώς δεν είχε στενές φίλες, δεν μπορούσε να συζητήσει με κανέναν το ότι δεν αισθανόταν τίποτα για τον αρραβωνιαστικό της. Ο Σάιμον της πρόσφερε μια διέξοδο από τη σκοτεινή προοπτική να μείνει γεροντοκόρη και την εκμεταλλεύτηκε, λέγοντας στον εαυτό της ότι, στο κάτω κάτω, με το γάμο θ’ αποκτούσε κάποια ελευθερία. Στην αρχή πίστευε ότι πήρε τη σωστή απόφαση. Μετά τις πρώτες νύχτες του μήνα του μέλιτος, ο Σάιμον, προς μεγάλη της ικανοποίηση, έδειχνε απροθυμία να της κάνει έρωτα. Βέβαια, ήθελε ένα γιο... Η Ελίζαμπεθ είχε ακουστά για τις πατρογονικές γαίες και σύντομα συνειδητοποίησε ότι ένα σεβαστό τμήμα της περιουσίας της θα ξοδευόταν για να ξαναγοράσει ο Σάιμον αυτές τις γαίες και να πληρώσει τις υποθήκες του ελισαβετιανού αρχοντικού στη Βόρεια Αγγλία. Αυτό δεν την ανησυχούσε· ο πατέρας της είχε ελέγξει τα οικονομικά του μέλλοντα συζύγου της κι εφόσον δεν ευθυνόταν ο Σάιμον για τα οικογενειακά χρέη, ο Χένρι Κάλβερτ δεν έφερε αντίρρηση ν’ αναλάβει ο γαμπρός εν λευκώ τη διαχείριση της περιουσίας της κόρης του. Θεωρούσε τον Σάιμον ξύπνιο και καπάτσο νέο. Ο Σάιμον του εξομολογήθηκε την πρόθεσή του να διεκδικήσει το χρίσμα των Συντηρητικών για τη βουλευτική έδρα της περιφέ-ρειάς του κι ο Χένρι Κάλβερτ επιδοκίμασε τα σχέδιά του. Ποτέ δεν τα πήγε καλά με τη μοναχοκόρη του. Δεν ήταν σαν τις άλλες Κάλβερτ, που αναγνώριζαν αδιαμαρτύρητα την


ανωτερότητα των αντρών. Έρχονταν μάλιστα στιγμές που τον έκανε να νιώθει αμήχανα. Αν ήταν αυτός στη θέση του Σάιμον, δε θα την έπαιρνε για τίποτα στον κόσμο! Στη Βοστόνη υπήρχαν νύφες ακόμα πιο πλούσιες από την κόρη του και σίγουρα πολύ πιο νόστιμες και καλόβολες. Ο Σάιμον όμως είχε τους λόγους του που διάλεξε την Ελίζαμπεθ κι ο πατέρας της θα έπεφτε από τα σύννεφα αν ήξερε ότι ένας από τους σπουδαιότερους ήταν η σεξουαλική ψυχρότητά της. Ο Σάιμον δεν ήθελε σύζυγο με πολλές ερωτικές ορμές. Δε σκόπευε να της μείνει πιστός και η γυναίκα που αδιαφορεί για το σεξ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κάνει τα στραβά μάτια στις παρεκτροπές του συζύγου της. Επιπλέον, ήταν απίθανο να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, βρίσκοντας και η ίδια εραστή για να τον εκδικηθεί. Σαν μελλοντικός βουλευτής, έπρεπε να έχει το κεφάλι του ήσυχο πως δε θα ξεσπάσει κανένα σκάνδαλο. Οι φιλοδοξίες του όμως δεν περιορίζονταν στο βουλευτικό θώκο. Ήδη αξιολογούσε νοερά τις γνωριμίες του από την Οξφόρδη. Πριν καν εκλεγεί βουλευτής, οραματιζόταν ακόμα υψηλότερα αξιώματα... το ύπατο, για την ακρίβεια. Ναι, κάποια μέρα θα γινόταν πρωθυπουργός! Το νιόπαντρο ζευγάρι επέστρεψε άνοιξη στην Αγγλία. Ο Σάι-μον πήγε την Ελίζαμπεθ στο βορρά, την εγκατέστησε στο παλιό, υγρό, αφιλόξενο αρχοντικό κι εκείνος ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Όταν ήρθε η στιγμή να εγκατασταθούν στο Λονδίνο, ο Σάιμον είχε εκπληρώσει το στόχο του. Θα ήταν ο υποψήφιος του Συντηρητικού Κόμματος στην εκλογική του περιφέρεια τις επόμενες εκλογές. Μένοντας μόνη στο σπίτι, η Ελίζαμπεθ ανακάλυψε ότι κουβαλούσε μέσα της περισσότερες καταβολές των θηλυκών Κάλβερτ απ’ όσες φανταζόταν. Έφερε εργάτες, εγκατέστησε κεντρική θέρμανση, επισκεύασε το σπίτι, το ανακαίνισε, ανέθεσε τη διακόσμηση σε ντεκορατέρ, αγόρασε αντίκες για ν’ αναπληρώσει αυτές που ξεπουλήθηκαν. Όταν έφυγαν για το Λονδίνο, το αρχοντικό είχε ανακτήσει την παλιά του αίγλη. Κάποια μέρα θα φιγουράριζε στα ειδικά περιοδικά σαν υποδειγματικά διατηρημένο και ανακαινισμένο επαρχιακό μέγαρο. Ήδη είχε αρχίσει ν’ αποκτά εκείνα τα γνωρίσματα που αρμόζουν άτην κατοικία ενός τζέντλεμαν. Ο Σάιμον άφησε τα κτήματα στις φροντίδες ενός επιστάτη και του είπε να τον ειδοποιήσει αμέσως αν μάθαινε ότι πουλιόταν γη. Ήθελε σιγά σιγά ν’ αγοράσει αυτά που πούλησε ο πατέρας του. Στο Λονδίνο η Ελίζαμπεθ ακολούθησε την ίδια τακτική. Το σπίτι που τους αγόρασαν οι γονείς της σαν γαμήλιο δώρο ήταν ένα κομψό αρχοντικό εποχής Αντιβασιλείας. Οι γονείς της τους επι-σκέφθηκαν τη δεύτερη χρονιά του γάμου τους κι ο Σάιμον είχε την ευχαρίστηση ν’ αναγγείλει στον πεθερό του ότι όχι μόνο εξασφάλιζε κατά πάσα πιθανότητα τη βουλευτική έδρα στις εκλογές της άνοιξης, αλλά ότι περίμενε και το πρώτο του παιδί. Η Ελίζαμπεθ δέχτηκε τα συγχαρητήρια των γονιών της μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο. Δεν ήθελε τόσο γρήγορα παιδί. Και η εγκυμοσύνη τής προκαλούσε μια μόνιμη αδιαθεσία. Ο Σάιμον έλειπε όλη μέρα. Δεν τον ρωτούσε πού πήγαινε... δεν την ενδιέφερε. Είχε συνειδητοποιήσει ότι ο γάμος είναι κι αυτός παγίδα όπως ο γεροντοκορισμός. Δεν μπορούσε να πει ότι αντιπαθούσε τον Σάιμον, αλλά ώρες ώρες λαχταρούσε όσο τίποτε άλλο την ελευθερία της. Τώρα την είχε χάσει οριστικά. Η γέννηση του πρώτου παιδιού τους θα την έδενε ακατάλυτα με τον άντρα της. Άλλωστε οι Κάλβερτ ήταν κατά του διαζυγίου -όχι τόσο για λόγους ηθικούς όσο οικονομικούς. Οι γάμοι τους ήταν αποτέλεσμα προσεκτικών υπολογισμών. Κι όταν διαλύονταν, σκορπίζονταν και οι οικογενειακές περιουσίες χρήματα που πέρασαν γενιές για ν’ αποθησαυριστούν. Τα διαζύγια ήταν άχρηστα, επιζήμια κι αντι-παραγωγικά. Οι άντρες της οικογένειας ικανοποιούσαν τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους διαλέγοντας προσεκτικά ερωμένες που ήταν διατεθειμένες να μείνουν στο περιθώριο. Όσο για τις γυναίκες... Η Ελίζαμπεθ αναρωτήθηκε αν είχε δια-νοηθεί ποτέ η μητέρα της να κάνει έρωτα με άλλο άντρα εκτός από τον πατέρα της. Έδιωξε αυτή τη γελοία σκέψη από το μυαλό της και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν πολύ τυχερή που πήρε τόσο όμορφο και συμπαθητικό άντρα. Γιατί όμως είχαν τόσο λίγους φίλους; Ο άντρας της δειπνούσε έξω με επαγγελματικούς συνεργάτες και πολιτικούς φίλους του, αλλά σπάνια τους έφερνε στο σπίτι. Η κοινωνική ζωή τους ήταν πολύ περιορισμένη. Αυτό ήταν κάτι που απασχολούσε και τον Σάιμον. Χρησιμοποιούσε τις γνωριμίες του από την Οξφόρδη για να προωθήσει την πολιτική σταδιοδρομία του, αλλά χρειαζόταν ευρύτερες σφαίρες επιρροής, περισσότερη δύναμη... Έπρεπε να ικανοποιεί και να κολακεύει τους άλλους για να κερδίσει την υποστήριξή τους... Κοίταξε τη γυναίκα του. Ένας πολιτικός χρειάζεται απαραίτητα μια σωστή σύζυγο στο πλευρό του και η Ελίζαμπεθ ήταν ιδανική επιλογή.


Η γυναίκα του ξαφνιάστηκε με το υπέροχο πανάκριβο χριστουγεννιάτικο δώρο του: μια σειρά μαργαριτάρια. Όταν γεννήθηκε ο γιος τους, της πρόσφερε και ασορτί σκουλαρίκια. Και μια όμορφη καρφίτσα με τ’ αρχικά της όταν εκλέχτηκε βουλευτής. Μόνο η Ελίζαμπεθ ήξερε τι είχε περάσει τόσους μήνες οργανώνοντας δείπνα και δεξιώσεις για τους τοπικούς παράγοντες, παίζοντας το ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου του γοητευτικού Σάι-μον Χάρις. Ήξερε ότι οι άλλες γυναίκες τη λοξοκοιτούσαν κι απορούσαν τι στην ευχή της βρήκε ο Σάιμον. Προσπαθούσε να μαντέψει πόσες από αυτές πλάγιαζαν στο κρεβάτι του κι έλεγε στον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε, αρκεί να τον κρατούσαν μακριά από το δικό της. Λίγο καιρό μετά τη γέννηση του Τζιλ, θύμωσε μαζί της γι’ ασήμαντη αφορμή. Το βράδυ πήγε στο δωμάτιό της, αλλά ο έρωτάς του έμοιαζε μάλλον με βιασμό, και ήταν τόση η αγριότητά του, που δε θα την ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της. Η Ελίζαμπεθ δε μίλησε σε κανέναν για το περιστατικό, ξέροντας ενστικτωδώς πως ήταν κάτι πολύ βαθύτερο από ένα απλό αντρικό ξέσπασμα μετά από μήνες αναγκαστικής αποχής λόγω της εγκυμοσύνης της. Ο τρόπος που την πλησίασε, τα πράγματα που απαίτησε από κείνη έδειχναν σκόπιμη πρόθεση να την πληγώσει και να την εξευτελίσει. Η Ελίζαμπεθ δεν ήταν άβγαλτη και συνεσταλμένη έφηβη σαν την Ντέμπορα. Αρνήθηκε σθεναρά να υποκύψει στις απαιτήσεις του και το κορμί της ήταν μελανιασμένο επί βδομάδες, αποτέλεσμα της αντίστασής της. Δε μίλησαν ποτέ γι’ αυτό ούτε κι επαναλήφθηκε, αλλά όταν η Ελίζαμπεθ έβλεπε τη ζήλια στα μάτια των άλλων γυναικών αναρωτιόταν αν θα συνέχιζαν να τη ζηλεύουν στην περίπτωση που γνώριζαν το ποιόν του άντρα της. Ο Σάιμον ήταν πολύ ικανοποιημένος από τη ζωή του. Επιτέλους, είχε φτάσει κάπου. Οι άλλοι του συμπεριφέρονταν με σεβασμό κι ενδιαφέρον. Απολάμβανε όλα τα προνόμια που είχε σαν βουλευτής, όπως απολάμβανε και όλα όσα του εξασφάλιζαν τα εκατομμύρια της γυναίκας του. Για πρώτη φορά στη ζωή του άρχισε να καταλαβαίνει τη σημασία της λέξης «ικανοποίηση». Είχε πάψει πια να σκέφτεται τον Τιμ· αυτή η σελίδα έκλεισε οριστικά. Ένας ανερχόμενος νέος πολιτικός δεν έχει περιθώρια για σκάνδαλα. Για να ικανοποιεί τα πάθη του, κατέφευγε σε διακριτικούς δεσμούς με παντρεμένες που συμμερίζονταν τα γούστα του. Δεν ήταν δύσκολο να βρίσκει ερωμένες και, μόλο που αυτού του είδους οι σχέσεις δεν του πρόσφεραν την ίδια απόλαυση που έβρισκε παλιά, στην Οξφόρδη, ήταν ένα ικανοποιητικό υποκατάστατο. Όταν ο Τζιλ έγινε δυόμισι χρονών, η Ελίζαμπεθ έμεινε πάλι έγκυος -προς μεγάλη της δυσφορία. Δεν ήθελε άλλο παιδί· μάλιστα, υπέθετε πως αυτή κι ο Σάιμον δε θα ξαναπλάγιαζαν μαζί, αλλά έκανε λάθος. Ο Σάιμον ήθελε να παρουσιάζει την ιδανική εικόνα του πολιτικού κι αυτό απαιτούσε πολυμελή οικογένεια. Προ-κειμένου να επιτύχει το σκοπό του ήταν διατεθειμένος να κοιμάται από καιρό σε καιρό με τη γυναίκα του. Ευτυχώς η Ελίζαμπεθ έμεινε σχεδόν αμέσως έγκυος. Την έστειλε διακοπές για ένα μήνα στην οικογένειά της κι έτσι καθορίστηκαν τα πλαίσια της μελλοντικής τους συμβίωσης. Η γέννηση της Έμμα Κάθριν Χάρις συνέπεσε σχεδόν με το διορισμό του πατέρα της ως υπουργού. Με τα χρόνια ο Σάιμον άλλαξε εξωτερικά. Όταν τον κοίταζε κανείς, δεν μπορούσε να φανταστεί τα νοσηρά πάθη που τον φλόγιζαν σαν νέο ή τους δεσμούς του με τη λέσχη Φωτιά της Κολάσε-ως. Κι αυτοί που ήξεραν έτρεμαν μήπως αποκαλυφθεί η δική τους ανάμειξη κι έτσι είχε εξασφαλισμένη τη σιωπή τους. Ο Σάιμον δεν έχανε ευκαιρία ν’ αποδείξει την αξία του σαν μέλους του υπουργικού συμβουλίου. Ήταν ένας από τους νεότερους υπουργούς που πέρασαν ποτέ σε βρετανική κυβέρνηση, ωστόσο, έκανε την παρουσία του ιδιαίτερα αισθητή. Ήταν προορισμένος να επιτύχει και δε θ’ άφηνε τίποτα να σταθεί στο δρόμο του. Η Ελίζαμπεθ είχε θέσει θέμα διαζυγίου, αλλά της δήλωσε πως καλά θα έκανε να το βγάλει από το μυαλό της. Η οικογένειά της πήρε το μέρος του κι έτσι η Ελίζαμπεθ στράφηκε στα παιδιά της, παραιτήθηκε από τις χαρές της ζωής και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν ήταν σε χειρότερη μοίρα από τις άλλες γυναίκες. Τη στενοχωρούσαν οι προστριβές μεταξύ πατέρα και γιου. Ο Τζιλ ήταν ένα ήσυχο, ευγενικό αγόρι που απέφευγε τον πατέρα του από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του. Η Ελίζαμπεθ εναντιώ-θηκε όταν ο άντρας της θέλησε να τον κλείσει εσωτερικό στο σχολείο και για πρώτη φορά πέρασε το δικό της. Ο Τζιλ αρρώστησε από αδενοπάθεια λίγο πριν φύγει κι ο Σάι-μον αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με την εντολή του γιατρού να τον κρατήσουν στο σπίτι και τον έστειλε σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο της περιοχής. Η Ελίζαμπεθ ήξερε ότι ο γιος της καταλάβαινε ότι υπήρχε ένταση μεταξύ των γονιών του, όπως ήξερε επίσης ότι η κόρη της ήταν φτυστή ο πατέρας της. Είχε


την αλαζονεία του και... ίσως τη σκληρότητά του. Ευτυχώς είχαν διακόψει κάθε σεξουαλική επαφή. Η Ελίζαμπεθ ήξερε ότι την απατούσε, αλλά ήταν πολύ διακριτικός. Ήθελε να τον χωρίσει, αλλά θα την αποκήρυσσε η οικογένειά της αν το έκανε. Οι δικοί της ήταν πολύ περήφανοι για τον Σάιμον. Ο πατέρας της, όπως και ο Σάιμον, πίστευε πως παραχάιδευε τον Τζιλ και θα τον έκανε μαμμόθρεφτο. Τ’ αγόρια των Κάλβερτ ανατρέφονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να καταπνίγεται κάθε ίχνος συναισθηματισμού τους. Η οικογένειά της, όπως και ο Σάιμον, είχε αδυναμία στηνΈμμα. Η Ελίζαμπεθ υπέφερε βλέποντας πόσο αλαζονική και κακομα-θημένη γινόταν η κόρη της. Στο σχολείο της δεν ήταν διόλου δημοφιλής και, μόλο που ο Σάιμον το έπαιρνε στ’ αστεία, ήδη οι δάσκαλοι της είχαν κάνει αρκετές φορές παράπονα ότι η κόρη της χτυπούσε τ’ άλλα κοριτσάκια. Ώρες ώρες συνειδητοποιούσε με φρίκη ότι η αντιπάθειά της για τον Σάιμον επεκτεινόταν και στην Έμμα, που του έμοιαζε. Αναρωτιόταν αν ευθυνόταν κι αυτή σαν μητέρα για τον κακό χαρακτήρα της, αλλά της ήταν αδύνατο να νιώσει για την κόρη της την ίδια βαθιά αγάπη που αισθανόταν για το γιο της. Η Ελίζαμπεθ, που περνούσε το καλοκαίρι με τα παιδιά της στην Αμερική, περίμενε με βαριά καρδιά την επιστροφή τους στο Αονδίνο. Ο Σάιμον είχε ανέβει ψηλά στην κομματική ιεραρχία και θεωρούνταν τώρα δελφίνος για την αρχηγία του κόμματος· ήταν αγχωμένος και είχε γίνει φοβερά ευερέθιστος. Η Ελίζαμπεθ ήξερε πίος είχε δημιουργήσει καινούριο δεσμό -πάντα το καταλάβαινε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο Λονδίνο, αλλά δεν είχε κι άλλη επιλογή. Έφτασαν στο Λονδίνο τρεις μέρες αφότου είχε λάβει ο Σάιμον το τελεσίγραφο της Πέπερ· ανακάλυψε ότι ο άντρας της είχε φύγει για το βορρά, αφήνοντας παραγγελία να πάνε να τον συναντήσουν. Η Ελίζαμπεθ είχε μάθει να μην αψηφά τις εντολές του, γι’ αυτό ειδοποίησε τον σοφέρ ότι θα έφευγαν αμέσως μετά το δείπνο. Το παλιό αρχοντικό, που είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ένα σπιτικό ζεστό και φιλόξενο, ενέπνεε πάντα φόβο στην Ελίζαμπεθ. Εκεί είχε υποστεί τη βάναυση επίθεση του Σάιμον, που δε θα την ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της... Πέρα από αυτό όμως, στην ατμόσφαιρα πλανιόταν πάντα κάτι βαρύ και νοσηρό... κάτι σαν κακό πνεύμα... που της προκαλούσε έναν ενστικτώδη τρόμο. Ο Σάιμον είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια σε αυτό το σπίτι κι ωστόσο, φορές φορές, έδειχνε κι αυτός απροθυμία να το επισκεφθεί. Ακόμα και τα παιδιά άλλαζαν όταν πήγαιναν εκεί, φρονίμευαν, σταματούσαν τις συνηθισμένες σκανταλιές τους. Κι όμως, ήταν ένα πολύ όμορφο σπίτι, χτισμένο από ανοιχτόχρωμη πέτρα, με υπέροχη θέα στην παρθένα αγγλική εξοχή, με φροντισμένους απέραντους κήπους, με σπάνια είδη δέντρων και μια τεχνητή λι-μνούλα. Στη μέση της λιμνούλας υπήρχε ένα νησί μ’ ένα μικρό αρχαίο ελληνικό ναό που είχε χτίσει κάποιος πρόγονος του Σάιμον μετά την επιστροφή του από την Ιταλία. Το αρχοντικό με τις αυλές και τους κήπους του ήταν ένα κόσμημα της αρχιτεκτονικής, όμως η Ελίζαμπεθ, ώρες ώρες, ένιωθε να το μισεί. Όταν έφτασαν, το σπίτι ήταν θεοσκότεινο. Η Ελίζαμπεθ συνοφρυώθηκε. Πού ήταν ο Σάιμον; Ήταν ακόμα σχετικά νωρίς... θα έπρεπε να τους περιμένει. Στο αρχοντικό διατηρούσαν ολιγομελές προσωπικό κι όταν ήταν να έρθει η οικογένεια ο επιστάτης προ-σλάμβανε έκτακτους υπηρέτες. Έμεναν ένα μήνα το καλοκαίρι, συνήθως τον Αύγουστο, κι έρχονταν για μια βδομάδα το νέο έτος, οπότε έδιναν μια μεγάλη δεξίωση, κατ’ απαίτηση του Σάιμον. Παρά τις σποραδικές και σύντομες επισκέψεις του, είχε φροντίσει να γίνει εξαιρετικά δημοφιλής στην περιοχή -που άλλωστε ήταν η εκλογική του περιφέρεια. Η Ελίζαμπεθ είπε στον σοφέρ ν’ ανοίξει τη βαριά εξώπορτα και να μεταφέρει τις βαλίτσες τους. Τον ακολούθησε ανάβοντας τα φώτα και ρίγησε. Η κεντρική θέρμανση ήταν κλειστή! Μα τι έκανε το προσωπικό! Είδε μια φωτεινή χαραμάδα στην πόρτα της βιβλιοθήκης και την άνοιξε. Ο Σάιμον κειτόταν αναίσθητος σε μια πολυθρόνα και βρομοκοπούσε κονιάκ. Την πήρε η μπόχα καθώς πλησίαζε και πρόσεξε στο τραπεζάκι δίπλα του μια άδεια μπουκάλα. Έπαθε σοκ. Ο Σάιμον μεθυσμένος! Αυτός που ποτέ δεν έπινε! Έδκοξε τον σοφέρ κι ανέβασε βιαστικά πάνω τα παιδιά, αγνοώντας τις επίμονες ερωτήσεις της Έμμα. Δεν υπήρχαν υπηρέτες κι έτσι τα ετοίμασε μόνη της για ύπνο. Τα μπανιάρισε και κατέβηκε στην κουζίνα να τους ετοιμάσει κάτι να τσιμπήσουν.


Το ψυγείο και τα ντουλάπια ήταν γεμάτα. Καθώς ετοίμαζε το φαγητό, αναρωτιόταν αναστατωμένη τι είχε γίνει. Μήπως του έστριψε ξαφνικά του Σάιμον κι έδιωξε όλο το προσωπικό; Αλλά όχι... ποτέ δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Η Ελίζαμπεθ τάισε τα παιδιά, τα έβαλε στο κρεβάτι και κατέβηκε πάλι στο γραφείο. Ο Σάιμον ροχάλιζε του καλού καιρού. Αποφάσισε να μην τον ξυπνήσει και πήγε στο διαμερισματάκι πάνω από το γκαράζ, όπου έμενε ο σοφέρ. Του είπε ότι η οικονόμος είχε τη βδομαδιάτικη έξοδό της και ότι του έδινε άδεια να βγει κι αυτός να φάει έξω. Έτσι, θα ήταν σίγουρη πως δε θα πατούσε το πόδι του στο κυρίως σπίτι. Ο Σάιμον δε θα τη συγχωρούσε ποτέ αν τον έβλεπε κανείς σ’ αυτά τα χάλια. Μετά πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε καφέ. Πάνω στην ώρα ά-κουσε ένα αυτοκίνητο να σταματά έξω από το σπίτι. Η οικονόμος αναστατώθηκε βλέποντας την Ελίζαμπεθ. Μαζί με τον άντρα της αποτελούσαν το μόνιμο προσωπικό και φρόντιζαν το σπίτι και τον κήπο. Η Ελίζαμπεθ ήταν πολύ ευχαριστημένη από το ζευγάρι, αν και στην αρχή είχε πρόβλημα να καταλάβει τη βαριά προφορά τους. Της εξήγησαν ότι ο Σάιμον τους είχε δώσει άδεια. Μήπως επειδή ήθελε να μείνει μόνος και να μεθύσει;... Η οικονόμος απέφευγε επίμονα να την κοιτάξει στα μάτια και η καρδιά της Ελίζαμπεθ χτύπησε δυνατά. Μήπως ο Σάιμον είχε την απρονοησία να κουβαλήσει εδώ καμιά από τις ερωμένες του; Πήγε την καφετιέρα στο γραφείο και την έβαλε σ’ ένα ηλεκτρικό μάτι. Δε ρισκάριζε να τον ξυπνήσει, γιατί φοβόταν τις αντιδράσεις του. Του έριξε μια πικρόχολη ματιά κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Ο Σάιμον ξύπνησε απότομα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν... μόνο ότι κινδύνευε... Πνιγόταν... δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει... Νόμιζε πως είναι δεμένος και... μια σκοτεινή σιλουέτα πυργωνόταν πάνωθέ του. Ο πατέρας του... Ούρλιαζε τρομοκρατημένος, προσμένοντας από στιγμή σε στιγμή τον πόνο... κι άξαφνα το μυαλό του καθάρισε και κατάλαβε ότι αυτός που στεκόταν και τον κοιτούσε ήταν ο γιος του. Ένα κύμα οργής και μίσους τον κατέκλυσε διαβάζοντας την περιφρόνηση στα μάτια του παιδιού. Ολος ο φόβος και η αγωνία που τον βασάνιζαν μετά τη συνάντηση με την Πέπερ μεταμορφώθηκαν μεμιάς σε ανεξέλεγκτη λαγνεία. Άρπαξε τον Τζιλ στην αγκαλιά του και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα. Είχε χρόνια να πάει στο νησάκι της λίμνης, αλλά ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Βρήκε το βαρκάκι κι έριξε μέσα τον Τζιλ. Το αγόρι έβαλε τα κλάματα κι ο Σάιμον το χτύπησε, απολαμβάνοντας την αίσθηση της τρυφερής σάρκας κάτω από τη γροθιά του. Δεν είχε ξεκαθαρισμένο στο μυαλό του τι επρόκειτο να κάνει, τον οδηγούσε ένα τυφλό ορμέμφυτο· ήθελε να τιμωρήσει το γιο του με τον ίδιο τρόπο που τιμωρούσε κι αυτόν ο πατέρας του. Δε στάθηκε ν’ αναλύσει τα κίνητρά του, τα συναισθήματά του. Αγνοώντας τις βραχνές κραυγές του παιδιού, ετοιμάστηκε να σπρώξει με το κουπί το βαρκάκι από την όχθη. Με το που μπήκε στο βαρκάκι, ξύπνησε μέσα του ένας άγριος αισθησιασμός. Το κορμί του συνταράχτηκε από ηδονικά ρίγη και μια επικίνδυνη, μανιακή αίσθηση απόλυτης εξουσίας. Ήταν αναφαίρετο δικαίωμά του να κάνει το γιο του να υποφέρει... όπως υπέφερε κι εκείνος σαν παιδί. Δεν κατάλαβε ότι ο Τζιλ τον κοιτούσε αποσβολωμένος, βουβός από τρόμο. Η Ελίζαμπεθ, που δεν την έπαιρνε ο ύπνος και κατέβηκε στη βιβλιοθήκη να δει τι κάνει ο άντρας της, στάθηκε κατάπληκτη στην μπαλκονόπορτα και κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια τη σκηνή. Πού πήγαινε ο Σάιμον νυχτιάτικα το παιδί; Είχε παγωνιά και υγρασία. Θ’ άρπαζε καμιά πούντα ο Τζιλ και... Άξαφνα κατάλαβε κι άρχισε να τρέχει σαν τρελή προς το μέρος τους. Έφτασε στο βαρκάκι τη στιγμή που ο Σάιμον το απομάκρυνε από την όχθη και πρόλαβε την τελευταία στιγμή ν’ αρπάξει το μακρύ κουπί και να το αποσπάσει από τα χέρια του. Η απροσδόκητη εμφάνισή της μέσα από το σκοτάδι τον ακρνι-δίασε. Για μια στιγμή τα έχασε και του ξέφυγε το κουπί, αλλά αμέσως στράφηκε απειλητικά προς το μέρος της, με τα χείλια τραβηγμένα από μανία, και προσπάθησε να ξαναπάρει το κουπί. Η Ελίζαμπεθ τσαλαβούτησε στα νερά στην προσπάθειά της ν’ αντισταθεί. Η μητρική αγάπη τής έδωσε δύναμη να παλέψει, ενώ προσευχόταν με απόγνωση να τους δει κάποιος και να τρέξει να τη βοηθήσει. Ο Τζιλ καθόταν ζαρωμένος στη βάρκα, τρέμοντας από το σοκ. Θαρρείς και κοίταζε κάπου πέρα από τους γονείς του, και το παραμορφωμένο από φρίκη προσωπάκι του ανέβασε στα ύψη την αδρεναλίνη της μητέρας του, κάνοντάς τη να παλεύει σαν λέαινα για να τον προστατεύσει. Σαν από κάποιο θαύμα, κατάφερε να του αποσπάσει το κουπί και, χωρίς να το σκεφτεί, τον


χτύπησε με την πλατιά του άκρη. Το κουπί έσπασε κι ο Σάιμον παραπάτησε, ταρα-κουνώντας το βαρκάκι. Η Ελίζαμπεθ τον είδε να πέφτει και να χτυπά το κεφάλι του στην κουπαστή. Πέταξε το κουπί, τράβηξε στην όχθη το βαρκάκι, άρπαξε στην αγκαλιά της το παιδί κι έτρε-ξε αλαφιασμένη στο σπίτι. Της φάνηκε πως πέρασε ένας αιώνας μέχρι να καταφέρει να ξυπνήσει την Έμμα. Η μικρή άρχισε να τσιρίζει ότι δεν ήθελε να φύγει, αλλά η Ελίζαμπεθ αγνόησε τις διαμαρτυρίες της πεισματάρας κόρης της. Αυτό που είχε δει στα μάτια του άντρα της ήταν τόσο φρικτό, που δεν της άφηνε περιθώρια για δισταγμούς. Στο γκαράζ υπήρχε μια μικρή Φορντ που τη χρησιμοποιούσε συνήθως το προσωπικό. Τα κλειδιά βρίσκονταν στην κουζίνα. Η Ελίζαμπεθ έβαλε μπροστά τρέμοντας από το φόβο ότι από στιγμή σε στιγμή θα πρόβαλλε ο Σάιμον από τη γωνία του γκαράζ. Μόνο όταν βγήκαν στον αυτοκινητόδρομο σιγουρεύτηκε πως είχαν γλιτώσει. Για πόσο όμως; Ο Σάιμον θα τους κυνηγούσε μέχρι την άκρη του κόσμου. Δε θα της επέτρεπε ποτέ ν’ αποκαλύψει τι πήγε να κάνει στο ίδιο του το παιδί... τι του είχε ήδη κάνει... Γνωρίζοντας σε πόση εκτίμηση είχε τον Σάιμον η οικογένειά της, κατάλαβε πως δεν μπορούσε να στραφεί στους δικούς της για βοήθεια -τουλάχιστον πριν μπορέσει ν’ αποδείξει πόσο διεστραμμένος ήταν ο άντρας της. Σκέφτηκε τους φίλους τους στο Λονδίνο, αλλά κανείς δεν ήταν τόσο στενός ώστε να μπορέσει να του εξομολογηθεί το δράμα της. Και τότε θυμήθηκε ότι υπήρχαν ειδικά ιδρύματα στα οποία κατέφευγαν γυναίκες στη δική της θέση... γυναίκες που οι σύζυγοί τους κακοποιούσαν τόσο τις ίδιες όσο και τα παιδιά τους. Τα χρήματα που είχε πάνω της έφταναν για να περάσουν τη νύχτα σε ξενοδοχείο. Φυσικά, δε θα χρησιμοποιούσε το πραγματικό της όνομα. Την άλλη μέρα θα προσπαθούσε να έρθει σε επαφή μ’ ένα τέτοιο ίδρυμα. Δεν είχε χρόνο για καθυστερήσεις. Ο Σάιμον Οα έψαχνε να τους βρει. Η Ελίζαμπεθ δε ρισκάριζε να πάει στο σπίτι τους στο Λονδίνο. Στο πίσω κάθισμα η Έμμα γκρί-νιαζε και κλαψούριζε, ενώ τον Τζιλ τον είχε πάρει ο ύπνος. Έπρεπε να τον πάει σε γιατρό... όχι τον δικό τους. Το μυαλό της πήγαινε να σπάσει από τις βασανιστικές σκέψεις και μεμφόταν τον εαυτό της που δεν είχε καταλάβει τόσο καιρό τι ήθελε να κάνει ο άντρας της στο γιο τους. Μέσα στην απελπισία της ικέτευε το Θεό να μην είναι αργά, να μπορέσει να σώσει το παιδί από τη διαφθορά του πατέρα του.

13 Χάρη στη βοήθεια του συνταγματάρχη Γουάιτγκεϊτ, ο Μάιλς κατάφερε να τελειώσει τις σπουδές του και μετά την Οξφόρδη ν’ αρχίσει την άσκηση. Στην αρχή οι άλλοι δικηγόροι ήταν επιφυλακτικοί απέναντι του. Δεν είχε γνωριμίες, δεν είχε διασυνδέσεις. Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος πριν γίνει αποδεκτός. Δούλευε σκληρά και κουραζόταν ακόμα περισσότερο, γιατί τις νύχτες ήταν υποχρεωμένος να μελετάει. Αντίθετα με άλλους νεαρούς συναδέλφους του, ο Μάιλς δεν είχε οικογένεια να τον υποστηρίξει οικονομικά, έτσι ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται τις ελεύθερες ώρες του. Πέρασε από διάφορες δουλειές. Έκανε τον μπάρμαν σ’ ένα κλαμπ, όταν άκουσε για ένα πρακτορείο συνοδών που ζητούσε ευπαρουσίαστους νέους για τις πελάτισσές του. «Είναι καθαρή δουλειά», του είπαν. «Πρόκειται για σοβαρό πρακτορείο. Φυσικά, αν τα “βρεις” εσύ με την πελάτισσα, είναι προσωπική σας υπόθεση». «Πληρώνουν καλά;» «Αρκετά -και σου δίνουν ένα βραδινό κοστούμι». «Τότε, γιατί δε δουλεύεις κι εσύ εκεί;» ρώτησε λακωνικά ο Μάιλς. «Δούλευα, αλλά... τα ’μπλεξα με μια πελάτισσα, το έμαθε ο άντρας της, έκανε παράπονα στο πρακτορείο και... μου έδωσαν πόδι». Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να δουλέψει σαν συνοδός πλούσιων ηλικιωμένων κυριών, ωστόσο τα λεφτά ήταν καλά, εκείνος είχε μεγάλη ανάγκη κι έτσι το αποφάσισε. Έπρεπε ν’ αγοράσει ορισμένα συγγράμματα, κι ο συγκάτοικός του παντρευόταν, οπότε είχε και πρόβλημα στέγης. Ο Μάιλς τηλεφώνησε στο πρακτορείο με μισή καρδιά κι έκλεισε ένα ραντεβού.


Η Μέριλιν Βέρνον άνοιξε το πρακτορείο της όταν διαπίστωσε ότι στην ανεκτική κοινωνία μας υπάρχουν πολλές ώριμες γυναίκες διαζευγμένες ή δέσμιες ενός συμβατικού γάμου. Αυτές οι γυναίκες -σαραντάρες και πάνω- έχουν τα χρήματα και τη διάθεση να γλεντήσουν τη ζωή τους, ωστόσο, οι καταβολές και η διαπαιδαγώγησή τους τους επιβάλλουν να συνοδεύονται στις εξόδους τους από κάποιον άντρα. Έτσι, έστησε το πρακτορείο της, που ήταν καθ’ όλα αξιοπρεπές. Οι νεαροί που προσλάμβανε μπορούσαν να δημιουργήσουν στενότερες σχέσεις με τις πελάτισσες, αλλά αυτό ήταν δική τους υπόθεση και η Μέριλιν απαιτούσε απόλυτη διακριτικότητα. Μόλις είδε τον Μάιλς Φρεντς, κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν ο κλασικός τύπος του καλοαναθρεμμένου αλλά φτωχού νέου που συνήθως προσλάμβανε. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, η ωριμότητα και η σοβαρότητα που απέπνεε της κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον. Ο Μάιλς απάντησε μ’ ευθύτητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις της. Η Μέριλιν έσμιξε τα φρύδια όταν της είπε ότι ήταν ασκούμενος δικηγόρος και, διαισθανόμενη την επιφυλακτικότητά του, του εξήγησε ήρεμα ότι το πρακτορείο της ήταν αυτό ακριβώς που δήλωνε. «Πληρώνετε καλύτερα απ’ ό,τι στο μπαρ που δουλεύω και, για να είμαι ειλικρινής, έχω μεγάλη ανάγκη τα λεφτά». Για να τον δοκιμάσει, του ανέθεσε να συνοδεύσει μια πελάτισ-σά της στην όπερα. Η λαίδη Πάμελα Ντάλιτς ήταν μια από τις πιο πλούσιες και δύσκολες πελάτισσές της -σαρανταπεντάρα, στρυφνή και κυνική, με μεγάλη αδυναμία στους όμορφους νεαρούς. Η Μέριλιν ήξερε προκαταβολικά τι είδους προτάσεις θα έκανε στον Μάιλς η λαίδη Πάμελα. Αν δεχόταν, δεν έκανε για το πρακτορείο της. Άλλο μια διακριτική σχέση κι άλλο η αντρική πορνεία. Την άλλη μέρα, όταν της τηλεφώνησε ο Μάιλς και της είπε ότι προφανώς έγινε κάποια παρανόηση και ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να προσφέρει στη λαίδη τις υπηρεσίες που του ζήτησε, η Μέριλιν δεν ήξερε αν έπρεπε να στενοχοορηθεί ή να χαρεί. Φυσικά, τον προσέλαβε. Θα ήταν ανόητη αν δεν το έκανε. Κι ο Μάιλς, που έπιασε τη δουλειά από ανάγκη, καθώς περνούσαν οι μήνες διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε παρά να νιώθει συμπάθεια και τρυφερότητα για τις μοναχικές αυτές ψυχές που τον πλήροτναν για να τις συνοδεύει. Ήταν ελάχιστες αυτές που του ρίχτηκαν. Η αντρίκεια του αξιοπρέπεια ενέπνεε σεβασμό και χρειαζόταν μεγάλο θράσος για να τον αντιμετωπίσει μια γυναίκα απλώς σαν διαθέσιμο σκεύος ηδονής. Μια από τις αγαπημένες του πελάτισσες ήταν η λαίδη Ρίντλεϊ. Στα νιάτα της υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας, αλλά όταν παντρεύτηκε εγκατέλειψε τη σκηνή κι αφοσιώθηκε στον άντρα και στο παιδί της. Τώρα, στα εβδομήντα της, δήλωνε ότι αδιαφορούσε για τα σχόλια του κόσμου όταν εμφανιζόταν συνοδευ-όμενη από ένα όμορφο παλικάρι. Ο Μάιλς τη συμπαθούσε πολύ. Το εύστροφο πνεύμα της και η βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης δεν έπαυαν να τον γοητεύουν. Η σχέση τους ήταν σαν γιαγιάς κι εγγονού. Η μοναχοκόρη της ήταν εγκαταστημένη στην Αυστραλία και η ηλικιωμένη κυρία ένιωθε μεγάλη μοναξιά. Μόνη της επισκέπτρια ήταν μια αναδεξιμιό, την οποία δεν είχε τύχει να γνωρίσει ο Μάιλς. Ωστόσο είχε ακούσει πολλά για κείνη. Η Αμάντα Κουράν παντρεύτηκε πολύ μικρή, αμέσως μόλις τελείωσε το σχολείο. Ήταν μοναχοκόρη και ζάπλουτη, καταγόταν από μια εκκεντρική σκο-τσέζικη οικογένεια και την πάντρεψε με το ζόρι σχεδόν ο πατέρας της μ’ ένα δεύτερο ξάδερφό της. «Ο Χάμις νόμιζε ότι, επειδή είχαν και οι δυο στις φλέβες τους αίμα των Στιούαρτ, θα γεννούσαν ένα δεύτερο πρίγκιπα Τσάρλι!» σχολίαζε καυστικά η νονά της. Ο Μάιλς ήξερε το ψώνιο του πατέρα της Αμάντα με τους Στιούαρτ, αλλά ήταν τόσο πλούσιος, που κανείς δε δυσανασχετούσε με τις εκκεντρικότητές του. Ήξερε επίσης ότι ο γάμος της Αμάντα δεν ήταν ευτυχισμένος. Ο δεύτερος ξάδερφος ήταν φτωχός και δεν αρνήθηκε το συνοικέσιο, αλλά φαίνεται ότι αγαπούσε κάποια άλλη. «Δεν απέκτησαν παιδιά -μεταξύ μας, αμφιβάλλω αν ολοκληρώθηκε ποτέ αυτός ο γάμος! Κι ο Χάμις, φυσικά, ρίχνει το φταίξιμο στην καημένη την Αμάντα. Τώρα ζει στο Αονδίνο... Ευτυχώς, της άφησε μια μικρή κληρονομιά η μητέρα της. Δε βγαίνει όμως καθόλου έξω. Ο πατέρας της μια ζωή την έλεγε άχρηστη κι αποτυχημένη, ώσπου στο τέλος το πίστεψε και η ίδια. Θα έπρεπε να ξαναπαντρευτεί... Πώς να βρει όμως γαμπρό αφού μένει συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι; Μάιλς, θέλω να τη βγάλεις. Θα σε πληρώσω». «Αν εννοείτε ότι δε θέλετε να καταλάβει...»


Η λαίδη Ρίντλεϊ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, όχι, καλό μου παιδί. Όπως σου εξήγησα, η Αμάντα υποφέρει από σύμπλεγμα κατωτερότητας. Ποτέ δε θα πίστευε ότι ένας τόσο όμορφος νέος σαν εσένα θέλει να τη βγάλει έξω... Όμως δεν έχει μεγάλη περιουσία κι εγώ σαν νονά της είμαι η μόνη που μπορώ να την πείσω να βγει από το καβούκι της. Πρέπει ν’ αποκτήσει γνωριμίες, Μάιλς, να ξε-χάσει το παρελθόν». Έτσι, ο Μάιλς ανέλαβε να συνοδεύσει την Αμάντα σ’ ένα κοκτέιλ πάρτι. Δεν ήξερε τι ακριβώς περίμενε, αλλά σίγουρα όχι αυτή την εντυπωσιακή καστανή καλλονή που του άνοιξε την πόρτα, όταν πέρασε να την πάρει από το σπίτι της. Στα χρυσαφένια της μάτια όμως διέκρινε αγωνία και πείστηκε ότι η λαίδη Ρίντλεϊ είχε απόλυτο δίκιο. Η κοπέλα αυτή έπασχε από απόλυτη έλλειψη αυτοπεποίθησης. Η φωνή της ήταν πνιχτή από νευρικότητα κι ο Μάιλς κατάλαβε ότι αρκούσε η πιο ασήμαντη αφορμή για ν’ ακυρώσει την έξοδό τους. Στο δρόμο τούς περίμενε το ταξί που τον έφερε, αλλά όταν πήγε να την πιάσει από το μπράτσο τραβήχτηκε αλαφιασμένη. Ο Μάιλς δεν ήξερε τι να κάνει για να την καλμάρει. Όταν μπήκαν στο ταξί και του δόθηκε η ευκαιρία να την περιεργαστεί από πολύ κοντά, είδε πως έμοιαζε με εικοσιπεντάρα κι όχι με τριανταπεντάρα. Η βραδιά κατέληξε σε φιάσκο. Κάθε φορά που πλησίαζε την Αμάντα κάποιος αρσενικός, την έπιανε τρέμουλο και ήταν φανερό ότι αισθανόταν απαίσια που τη συνόδευε κάποιος επί πληρωμή. Ο Μάιλς προσπαθούσε φιλότιμα να της πιάσει κουβέντα, αλλά εκείνη απαντούσε μ’ ένα ναι ή ένα όχι κι έδειχνε καθαρά ότι δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο σπίτι της. Στην επιστροφή, καθόταν ζαρωμένη στη γωνιά της πίσω θέσης του ταξί, κοιτώντας ίσια μπροστά με απλανές βλέμμα. Ο Μάιλς αναρωτιόταν ήδη πώς θ’ ανέφερε την παταγώδη του αποτυχία στη λαίδη Ρίντλεϊ. Καθώς έβγαινε η Αμάντα από το ταξί, μπερδεύτηκε κάπου το τακούνι της και κόντεψε να πέσει. Η προστατευτική κίνηση του Μάιλς προς το μέρος της ήταν τελείως αυθόρμητη, θα την έκανε οποιοσδήποτε κι αν ήταν στη θέση του. Εκείνη όμως τινάχτηκε στο άγγιγμά του σαν να την ακούμπησε πυρωμένο σίδερο. Ο Μάιλς την άφησε αμέσως. Καθώς επέστρεφε στο σπίτι του με το ταξί, τον κυρίευσε άγριος θυμός. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή του που έπεφτε στην αντίληψή του η ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορούσε να προκαλέ-σει ένας άντρας σε μια γυναίκα. Η πρώτη ήταν εκείνο το κορίτσι στην Οξφόρδη... και τώρα αυτή η γυναίκα. Δεν ξαφνιάστηκε που δεν του ξαναζήτησαν να τη συνοδεύσει. Η λαίδη Ρίντλεϊ έπαθε μια κρίση αρθριτικών που την ανάγκασε να μείνει για ένα διάστημα στο κρεβάτι κι ο Μάιλς την επισκεπτόταν όποτε ευκαιρούσε, αποφεύγοντας με τακτ κάθε σχόλιο όταν του παραπονιόταν για την ακοινώνητη αναδεξιμιό της. «Της βρήκα τον ιδανικό σύζυγο... κοτζάμ υπουργό! Είναι χήρος με δυο παιδιά και κατάγεται κι αυτός από τη Σκοτία. Αλλά πώς θα καταφέρω να την πείσω να τον συναντήσει;» Μετά από αυτή τη συζήτηση, το τελευταίο που περίμενε ο Μάιλς ήταν να συναντήσει την Αμάντα σε μια κοσμική δεξίωση στην οποία συνοδέυσε μια σταρ της τηλεόρασης. Όταν την είδε, έμεινε με ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη. Και η Αμάντα, λες κι ένιωσε το επίμονο βλέμμα του, γύρισε προς το μέρος του. Το πρόσωπό της κοκκίνισε, αλλά ο Μάιλς δεν ήξερε αν ήταν από αμηχανία ή θυμό. Το δέρμα της ήταν κατάλευκο και καθώς είδε το κόκκινο χρώμα να ξεχύνεται πυρώνοντας τα μάγουλά της λαχτάρησε άγρια να τ’ αγγίξει. Ήταν εξοικειωμένος με το σαρκικό πόθο και ήξερε να μην αιφνιδιάζεται, να μην προδίδει τις σκέψεις του, ωστόσο, αυτή τη φορά πέρασαν κάμποσα λεπτά πριν καταφέρει να ξεκολλήσει τα μάτια του από το προφίλ της. Ένιωθε ήδη το αίμα του να βράζει, την καρδιά του να βροντοχτυπά από τη λαχτάρα να τη σφίξει στην αγκαλιά του... Κούνησε το κεφάλι σαστισμένος από τις αντιδράσεις του. Μια φορά την είχε δει όλη κι όλη και την ποθούσε με μια ένταση που δεν είχε νιώσει ούτε την πρώτη φορά που έκανε έρωτα. Την υπόλοιπη βραδιά απέφυγε κάθε επαφή μαζί της, ακόμα και οπτική.· Αυτή τη στιγμή δε συμπεριλαμβάνονταν στα σχέδιά του ούτε οι σοβαροί δεσμοί ούτε ο γάμος. Πάνω απ’ όλα ερχόταν η σταδιοδρομία του. Ήξερε ότι η Αμάντα Κουράν δεν ήταν από τις γυναίκες που κάνουν σχέσεις καθαρά σαρκικές, χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις. Κι ο Μάιλς είχε σαν κανόνα να μην μπλέκει με γυναίκες που ζητούσαν περισσότερα απ’ όσα ήταν διατεθειμένος να προσφέρει. Μέχρι στιγμής τον ακολουθούσε δίχως πρόβλημα· υπήρχαν ένα σωρό κοπέλες που αποζητούσαν σύντομες, επιπόλαιες ερωτικές περιπέτειες.


Από τότε που τελείιοσε τις σπουδές του ο Μάιλς είχε συνδεθεί με αρκετές γυναίκες και τις θυμόταν όλες με τρυφερότητα. Ποτέ δε χρειάστηκε να κοιμηθεί με μια γυναίκα που δεν τη συμπαθούσε, δεν την εκτιμούσε· και το σεξ δεν ήταν το μόνο που ζητούσε από μια εριοτική σχέση. Ήταν ιδανικός εραστής έστω κι αν δεν το ήξερε· εμφανίσιμος, σέξι, αρρενωπός, αβρός και τρυφερός με τη σύντροφό του. Στο κρεβάτι ήταν έμπειρος και ακαταπόνητος κι έξω από αυτό έξυπνος και διασκεδαστικός συνομιλητής, που ποτέ δεν έκανε το λάθος να υποτιμά την ευφυΐα της γυναίκας. Η αποστροφή της Αμάντα για το φύλο του του προκαλούσε σχεδόν πόνο· ήταν σαν να έβλεπε ένα κομψοτέχνημα που το κατέστρεψε κάποιος άξεστος χρήστης. Θα ήθελε πολύ να της δείξει πώς πρέπει να είναι η σχέση ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα, αλλά ήξερε πως ποτέ δε θα του δινόταν η ευκαιρία. Την είδε άλλη μια φορά πριν φύγει από τη δεξίωση. Η γυναίκα που συνόδευε του είπε κάποια στιγμή ότι δε χρειαζόταν άλλο τη συντροφιά του· φλερτάριζε μ’ έναν παραγωγό. Ετοιμαζόταν να το σκάσει διακριτικά, όταν είδε την Αμάντα. Την είχε στριμώξει σε μια γωνιά ένας σωματώδης αθλητικός τύπος που της μιλούσε ζωηρά κι ο Μάιλς ένιωσε το φόβο της παρά την απόσταση που τους χώριζε. Σκέφτηκε πως ίσως δεν ήταν σωστό να επέμβει, αλλά κάτι τον τραβούσε και κίνησε προς το μέρος τους. Του φάνηκε πως διέκρινε μια σπίθα ανακούφισης στα μάτια της καθώς τον είδε να πλησιάζει. Ο τύπος τον αγριοκοίταξε, αλλά ο Μάιλς τον αγνόησε κι άκουσε έκπληκτος τον εαυτό του να λέει: «Είχες πει ότι θέλεις να φύγουμε νωρίς, αγάπη μου». Ήταν ανακούφιση ή σοκ αυτό που διάβασε στα μάτια της; Μάλλον το πρώτο, γιατί άφησε σύξυλο το θαυμαστή της και τον ακολούθησε αμίλητη στην έξοδο. Ο Μάιλς την ένιωσε να τρέμει δίπλα του και πρόσεξε ότι δε φορούσε παλτό. Σταμάτησε αμέσως ένα ταξί και την έμπασε μέσα. Για μεγάλη του έκπληξη, όταν έφτασαν στο σπίτι της, τον κά-λεσε μέσα. Ήταν φοβερά νευρική. Του πρόσφερε ποτό, αλλά εκείνος αρνήθηκε, ενώ μέσα του αναρωτιόταν προς τι η πρόσκληση αφού δεν έβλεπε την ώρα να τον ξεφορτωθεί. Η Αμάντα γέμισε για τον εαυτό της ένα ποτήρι με αδέξιες κινήσεις και το άφησε χωρίς να πιει. Απ’ ό,τι του είχε πει η λαίδη Ρίντλεϊ, είχε νοικιάσει το σπίτι επιπλωμένο, και το μοντέρνο ντεκόρ δεν ταίριαζε διόλου στην ιδιοσυγκρασία της. Σκέφτηκε ότι η Αμάντα ανήκε σε μια άλλη εποχή... και ύστερα μάλωσε τον εαυτό του για τον ανόητο ρομαντισμό του. Κι όμως, τη φαντάστηκε ντυμένη με μετάξια και βελούδα... Ήταν η τραγική κληρονόμος των Στιούαρτ... Ή μήπως τα σκεφτόταν όλα αυτά επειδή ήξερε το ιστορικό της; Η Αμάντα πήρε πάλι το ποτήρι της κι ο Μάιλς αναδεύτηκε αμήχανος στην πολυθρόνα του. Η υπερέντασή της ήταν τόσο έντονη, που του γεννήθηκε μια διάθεση φυγής. Του είχε γυρισμένη την πλάτη όταν στράφηκε άξαφνα προς το μέρος του, με πρόσωπο πυρωμένο. «Ωραία, λοιπόν, ας τελειώνουμε!» είπε πικρόχολα. «Και μετά μπορείς να πας στη νονά μου και να της αναφέρεις ότι εκτέλεσες την αποστολή για την οποία σε πληρώνει. Αλήθεια, πώς είναι να πουλάς τον εαυτό σου σε γυναίκες που δεν τις θέλει κανένας άλλος;» Τα μάτια της γυάλιζαν από τα δάκρυα. Ο οίκτος επίσκιασε το θυμό του. Σηκώθηκε και την πλησίασε με μια δρασκελιά. «Αυτό λοιπόν πιστεύεις; Ότι με πλήρωσε η νονά σου για να κοιμηθώ μαζί σου;» «Γιατί; Αυτό δεν είναι το επάγγελμά σου;» του πέταξε αναση-κώνοντας αλαζονικά το πιγούνι, αλλά η πόζα της δεν τον ξεγέλασε. «Ελπίζω μόνο να σε πληρώσει καλά, γιατί είναι βαριά η αγγαρεία που θα κάνεις!» Ο Μάιλς άπλωσε τα χέρια με σκοπό να τη σταματήσει κι άξαφνα είδε κάτι που κρυβόταν πίσω από τον πόνο και την οργή της. Η ανάσα του κόπηκε. Τον ποθούσε κι εκείνη. Είχε δει τόσο συχνά τον πόθο στα γυναικεία πρόσωπα, που ήταν αδύνατο να μην τον αναγνωρίσει. Την τράβηξε, λοιπόν, στην αγκαλιά του και μόλο που εκείνη προσπάθησε να τον σπρώξει δεν την άφησε. «Ας το ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα», της είπε. «Κανείς δε με πληρώνει για να κοιμάμαι με γυναίκες».


«Ναι, αλλά πληρώθηκες για να με συνοδεύσεις σ’ εκείνο το πάρτι...» «Για να σε συνοδεύσω -τίποτε άλλο! Για ποιον με πέρασες λοιπόν;» Την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια και η Αμάντα άρχισε να τρέμει. Είχε πάθει ήδη στύση κι ασφαλώς η κοπέλα το είχε καταλάβει. Είδε τα μάτια της να λάμπουν από πόθο, πανικό, δυσπιστία. «Σε θέλω», πρόφερε, με τα χείλη του ν’ αγγίζουν τα δικά της, και το τρέμουλό της έγινε πιο έντονο. «Δε λες αλήθεια...» ψιθύρισε, αλλά στη φωνή της τρεμόπαιζε η ελπίδα. «Γιατί; Επειδή δε σε ήθελε ο άντρας σου;» Η Αμάντα έτρεμε σαν φύλλο, και η αίσθηση του λεπτού λυγερού κορμιού της στην αγκαλιά του ξάναψε ακόμα περισσότερο το πάθος του. Την ήθελε σαν τρελός. Έσκυψε κι έπνιξε με τα χείλη του τις διαμαρτυρίες της. Στην αρχή δεν ανταποκρίθηκε, αλλά ύστερα τη διαπέρασε ένας σπασμός σαν να λυτρώθηκε από την υπερένταση κι άρχισε να του ανταποδίδει το φιλί δειλά, αβέβαια, με μια συστολή που του σπάραξε την καρδιά και τον πλημμύρισε τρυφερότητα. Ήταν πιο άπειρη κι από δεκαεφτάχρονο κοριτσάκι. Η αδικία που της είχε γίνει τον συγκλόνιζε. Ήθελε να της δώσει όλα αυτά που στερήθηκε... να της δείξει ότι άξιζε μια πολύ καλύτερη μοίρα. Αποτραβήχτηκε και κοίταξε το χλομό της πρόσωπο. «Θέλω να κάνουμε έρωτα... τώρα». Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι θα του αρνηθεί... ήταν σχεδόν βέβαιος. Την είδε να ξεροκαταπίνει συγκεντρώνοντας όλο της το κουράγιο, να τον κοιτάζει τρομαγμένη σαν ζωάκι που είναι μαθημένο μάλλον στις κλοτσιές παρά στα χάδια. «Εγώ...» Η φωνή της έσπασε. Ο Μάιλς ήθελε να τη βοηθήσει, αλλά δεν μπορούσε. «Δε... δε γνώρισα ποτέ εραστή. Ο άντρας μου...» Χαμήλωσε τα μάτια της, αλλά ο Μάιλς ήξερε τι σκεφτόταν μέσα της, τι περίμενε. Τέλος, τον κοίταξε προκλητικά. «Δε νομίζεις ότι είναι αρρωστημένη η κατάστασή μου; Μια γυναίκα της ηλικίας μου...» Μόρφασε ειρωνικά. «Ανέραστη... παρθένα... περιφρονημένη από τους άντρες...» Ο Μάιλς ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη της αναγκάζο-ντάς τη να σωπάσει και είπε τραχιά: «Δε μου καίγεται καρφί αν είσαι παρθένα ή είχες χιλιάδες εραστές. Αυτή τη στιγμή σε θέλω τόσο πολύ, που είμαι έτοιμος να σε πάρω εδώ, στα όρθια! Δε βλέπεις τι μου έχεις κάνει;» είπε άγρια και αρπάζοντας το χέρι της το ακούμπησε στο σημείο όπου φούσκωνε το παντελόνι του. Η Αμάντα αφέθηκε στην αγκαλιά του μ’ ένα σιγανό βογκητό κι ο Μάιλς τη σήκωσε στα μπράτσα του και τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν επιπλωμένο μοντέρνα όπως το υπόλοιπο σπίτι κι ο Μάιλς σκέφτηκε αφηρημένα ότι κανονικά έπρεπε να της κάνει έρωτα σ’ ένα κρεβάτι με ουρανό. Την έγδυσε κι έπειτα έβγαλε και τα δικά του ρούχα. Μόλις αντίκρισε το γυμνό κορμί του, την κυρίευσε πάλι μεγάλη ταραχή. Εκείνος όμως κατάλαβε πως πιο πολύ την τρομοκρατούσε ο ίδιος ο εαυτός της παρά η γύμνια του. Τον κυρίευσε η επιθυμία να την αποζημιώσει για όσα στερήθηκε... να της προσφέρει τόση ηδονή, ώστε να σβήσει για πάντα το παρελθόν. Παραμέρισε τον πόθο του κι επιστράτευσε όλη του την τέχνη για να τη διεγείρει. Την ένιωσε να σφίγγεται καθώς χάιδευε τα μικρά της στήθη με τις σκούρες θηλές. Τη φίλησε στον ώμο και ύστερα στη λεπτή φλεβίτσα του λαιμού, ρουφώντας τη στο στόμα του για να «γευτεί» το σφυγμό της. Αισθάνθηκε τις θηλές της να ορθώνονται σκληρές κάτω από τις παλάμες του κι άκουσε τους άναρθρους ήχους που ξέφευγαν από τα χείλη της. Μετά, το στόμα του κατηφόρισε στα σφριγηλά στήθη της και η κοπέλα άρχισε να βογκά σιγανά, βυθίζοντας τα νύχια της στην πλάτη του. Πιπίλισε απαλά τις θηλές φροντίζοντας να μην την τρομάξει, να μην την πονέσει. Της έκανε έρωτα σαν να είχαν όλο τον καιρό μπροστά τους, αυξάνοντας τον ερεθισμό της σιγά σιγά, έτσι που στο τέλος η Αμάντα δεν ήξερε πότε πέρασε από το φόβο στον πόθο.


Άνοιξε με το χέρι του τα πόδια της χαϊδεύοντάς την απαλά. Την ένιωσε να τρέμει και διέκοψε τις διαμαρτυρίες της μ’ ένα φιλί, επαναλαμβάνοντας τις απαλές κινήσεις των δαχτύλων του με τη γλώσσα του, που εξερευνούσε το περίγραμμα των χειλιών της. Μόλο που είχε ερεθιστεί, η Αμάντα δεν είχε ξεπεράσει τη νευ-ρικότητά της. Ο Μάιλς καταλάβαινε ότι το σώμα της δεν ήταν χαλαρωμένο και ήξερε ότι, αν την έπαιρνε εκείνη τη στιγμή, θα την πλήγωνε. Ο ίδιος συγκρατιόταν με μεγάλη δυσκολία. Αργότερα θα της έδειχνε πώς να τον χαϊδεύει και να τον διεγείρει, προς το παρόν όμως όλη η προσοχή του ήταν στραμμένη στη δική της ευχαρίστηση. Το κορμί της είχε αρχίσει ν’ ανταποκρίνεται στο απαλό, ρυθμικό του χάδι. Τη φίλησε βαθιά, χώνοντας τη γλώσσα στα μισάνοιχτα χείλη της, και δεν την άφησε παρά μόνο αφού την ανάγκασε να του ανταποδώσει το φιλί. Ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει σιγά σιγά, να τον καλωσορίζει. Οι θηλές της ορθώνονταν απαιτητικά κάτω από το χάδι του. Πήρε τη μια στο στόμα του, την πιπίλισε απαλά και, όταν άκουσε την Αμάντα να βογκά, τη ρούφη-ξε πιο επίμονα. Τώρα το δέρμα της έκαιγε κι ανασήκωνε τους γοφούς της στο ρυθμό που της έδινε το χάδι του. Άφησε το στήθος της και τα χείλη του κατηφόρισαν ως τη βάση των μηρών της. Όπως το περίμενε, η κοπέλα κοκάλωσε από το σοκ μόλις την άγγιξε με το στόμα του στο απόκρυφο σημείο. Σάλεψε σπασμωδικά προσπαθώντας να του ξεφύγει, αλλά ο Μάιλς είχε διαλέξει με προσοχή τη στιγμή και η σπίθα του πάθους που άναψε με τόση υπομονή μέσα της φούντωσε τώρα κι έγινε πυρκαγιά κάτω από το επίμονο παιχνίδισμα της γλώσσας του. Ο σιδερένιος αυτοέλεγχος που επέβαλλε τόση ώρα στον εαυτό του έγινε συντρίμμια μόλις γεύτηκε τη γλυκιά της θηλυκότητα κι ένιωσε τη φλογερή ανταπόκρισή της. Η ερεθισμένη σάρκα του που ήδη τον βασάνιζε σκλήρυνε ακόμα πιο πολύ ακούγοντας τις απαλές, αγωνιώδεις κραυγές της, νιώθοντας τις συσπάσεις της. Μπήκε μέσα της γρήγορα κι αποφασιστικά, ελαχιστοποιώντας τον πόνο, και άφησε τον εαυτό του ελεύθερο, φτάνοντας σύντομα κι αυτός στο αποκορύφωμα της ηδονής. Αργότερα της ξανάκανε έρωτα, κι αυτή τη φορά την οδήγησε με τέχνη σ’ ένα γρήγορο αλλά έντονο οργασμό. Φώναζε στην αγκαλιά του σαν μικρό κοριτσάκι κι ο Μάιλς ένιωσε άφατη ικανοποίηση ξέροντας ότι αυτή η γυναίκα-παιδί είχε αποκτήσει συνείδηση της σεξουαλικότητάς της χάρη σ’ εκείνον. Ήταν έξι μήνες εραστές όταν μια μέρα η Αμάντα του είπε ότι αγαπούσε κάποιον άλλο. Τους σύστησε μερικές βδομάδες αργότερα σ’ ένα πάρτι κι ο Μάιλς δεν εξεπλάγη ανακαλύπτοντας πως ήταν ο υπουργός για τον οποίο του είχε μιλήσει η λαίδη Ρίντλεϊ. Ήξερε από την αρχή πως μια μέρα θα χωρίσουν, αλλά πόνεσε που έχασε την Αμάντα, αν και γνώριζε ότι δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Η συνεργασία του με το πρακτορείο συνοδών έληξε όταν πλησίαζαν οι εξετάσεις που θα έδινε τελειώνοντας την άσκηση. Και τότε, μια μέρα του τηλεφώνησε ο μπάτλερ του συνταγματάρχη Γουάιτγκεϊτ και του είπε ότι ο ευεργέτης του έπεσε και χτύπησε άσχήμα. Ο Μάιλς έτρεξε αμέσως κοντά του και ταράχτηκε όταν τον είδε τόσο γερασμένο. «Δεν είναι το πόδι...» του είπε βραχνά από το κρεβάτι του νοσοκομείου. «Έχω ένα άλλο σαράκι που με τρώει από μέσα. Είναι θέμα χρόνου... Ποιος θα μου το ’λεγε πως θα πεθάνω καθηλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου!» Ο Μάιλς κατάλαβε τι προσπαθούσε να του πει. Μοναδικός συγγενής του συνταγματάρχη ήταν ένας δεύτερος ξάδερφος που θα τον κληρονομούσε· έτσι ανέλαβε να κάνει ο Μάιλς τις απαραίτητες ενέργειες για να τον πάρει στο σπίτι. Προσέλαβε δυο νοσοκόμες σε εικοσιτετράωρη βάση και πήρε άδεια από τη δουλειά του για να μπορεί να βρίσκεται κοντά του. Ο συνταγματάρχης πέθανε ήσυχα στον ύπνο του τέσσερις βδομάδες αφότου έκλεισε ο Μάιλς τα είκοσι έξι. Πέρασε άσχημη νύχτα κι ο Μάιλς έμεινε στο προσκεφάλι του· έτσι, ήταν εκεί όταν ο γέρος άνοιξε τα μάτια του για τελευταία φορά. Τα είδε να σκοτεινιάζουν κι αμέσως μετά ο γέρος φώναξε τρυφερά ένα γυναικείο όνομα. Ύστερα ακούστηκε ο ρόγχος του θανάτου κι ο Μάιλς δεν ντράπηκε που τον πήραν τα κλάματα. Είχε χάσει τον πρώτο και καλύτερο φίλο που απέκτησε ποτέ. Άντρες σαν το συνταγματάρχη Γουάιτγκεϊτ ήταν οι αφανείς ήρωες αυτού του κόσμου. Ο Μάιλς ήξερε ότι χωρίς τη βοήθειά του δε θα ’χε πετύχει τίποτα στη ζωή. Μόλο που ήταν στενά δεμένοι, ο Μάιλς τα έχασε όταν έμαθε ότι του άφησε τα πάντα εκτός από το σπίτι και το κτήμα, με τον όρο να φροντίσει για το μικρό κληροδότημα στον πιστό μπάτλερ του. Ο Μάιλς του αγόρασε ένα σπιτάκι στο χωριό όπου ζούσε η αδερφή του και του εξασφάλισε ένα μικρό μηνιαίο εισόδημα. Με τα χρήματα που του έμειναν αγόρασε κι αυτός σπίτι και το πρώτο του αυτοκίνητο. Το κιβώτιο με το εκλεκτό πορτό που


κληρονόμησε από το συνταγματάρχη το φύλαξε για ειδικές περιπτώσεις, εκτός από ένα μπουκάλι που το ήπιαν με τον μπάτλερ μετά την κηδεία. Ο Μάιλς πίστευε ότι ο γέρος θα ενέκρινε αυτή τη χειρονομία του. * Ο δρόμος ήταν δύσκολος και ανηφορικός, αλλά ο Μάιλς τα κατάφερε, μόλο που δεν είχε διασυνδέσεις στο δικηγορικό κύκλωμα. Ήταν ένας από τους νεότερους δικηγόρους που μπήκαν ποτέ στην επίλεκτη ομάδα εκείνων που παίρνουν τον τίτλο Σύμβουλοι της Βασίλισσας· εκείνη τη χρονιά δέχτηκε στο γραφείο του μια απροσδόκητη επίσκεψη. Την αναγνιόρισε αμέσως μόλο που είχε δώσει στη γραμματέα του ψεύτικο όνομα. Τα χρόνια δεν την είχαν αλλάξει, παρέμενε πάντα μια πολύ όμορφη γυναίκα. «Αμάντα! Τι υπέροχη έκπληξη!» Ο Μάιλς σηκώθηκε να την υποδεχτεί και τη φίλησε στοργικά. Πρόσεξε αμέσως τα σημάδια της υπερέντασης στο πρόσωπό της. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Μάιλς, χρειάζομαι τη βοήθειά σου». Έπαιξε νευρικά με τη βέρα και το διαμαντένιο δαχτυλίδι της. «Πρόκειται για την προγο-νή μου... Ανακάλυψα ότι είναι μπλεγμένη με ναρκωτικά. Ο Γκόρ-ντον, ο άντρας μου, ειδοποιήθηκε από κάποιο φίλο στη Σκότλαντ Γιαρντ ότι χρησιμοποιούν τη Σόφι για “βαποράκι”. Τώρα βρίσκεται στη Βραζιλία και θα επιστρέφει αεροπορικώς στην Αγγλία μέσω Παρισίων. Έχει κλείσει ήδη εισιτήριο, αλλά δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί της και να την ειδοποιήσουμε. Μόλις μπει στο αεροπλάνο...» «Γιατί ήρθες σ’ εμένα;» τη ρώτησε ήρεμα ο Μάιλς. Η Αμάντα χαμογέλασε βεβιασμένα. «Διάβασα σ’ ένα περιοδικό για τη δουλειά σου με ναρκομανείς και...» Πράγματι, τον τελευταίο καιρό είχε δημοσιευτεί στον Τύπο ένα άρθρο για τον Μάιλς με την ευκαιρία της εισόδου του στο Συμβούλιο της Βασίλισσας. Θυμήθηκε ότι η νεαρή δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη τον κατηγόρησε ότι προσχώρησε στο κατεστημένο και ότι δεν είχε επαφή με την καυτή πραγματικότητα, μέχρι που έμαθε ότι δούλευε χωρίς αμοιβή για αρκετές οργανώσεις που βοηθούσαν τους απόκληρους της κοινωνίας· μια από αυτές ασχολιόταν με τους νέους που είχαν πέσει θύματα των ναρκωτικών. Όμως ο Μάιλς δεν ένιωθε κανέναν οίκτο για τους διακι-νητές. Είχε δει την καταστροφή που προκαλούν στους αφελείς κι ευάλωτους νέους. Η Αμάντα κατάλαβε από το ύφος του τις σκέψεις του και βιάστηκε να πει: «Ναι, το ξέρω, της αξίζει να τιμωρηθεί, αλλά... είναι μόλις δεκαοχτώ χρονών και την παρέσυρε το αγόρι με το οποίο συνδέεται. Πάντα ήταν ατίθασος χαρακτήρας. Το κάνει για να εκδικηθεί τον πατέρα της κι εμένα. Δε νομίζω να συνειδητοποιεί τον κίνδυνο που διατρέχει». «Γιατί απευθύνθηκες σ’ εμένα;» Ο Μάιλς αναθυμήθηκε συνοφρυωμένος την τελευταία υπόθεση ναρκωτικών που είχε χειριστεί. Κατάφερε ν’ αποφυλακιστεί το κορίτσι, αλλά ποιο το όφελος; Λίγους μήνες αργότερα πέθανε από υπερβολική δόση. Ποτέ δεν αναλάμβανε υποθέσεις αν δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για την αθωότητα του υποψήφιου πελάτη. Δεν ένιωθε καμιά λύπηση γι’ αυτούς που βλάπτοην τους συνανθρώπους τους, όποιοι κι αν ήταν. «Δεν είχα πού αλλού να πάω», εξήγησε απελπισμένη η Λμά-ντα. «Ο Γκόρντον δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν το επιτρέπει η θέση του ως υπουργού...» Κοίταξε το πρόσωπό της κι εκνευρίστηκε από το αίσθημα ευθύνης που ένιωθε... από την επιθυμία του να βοηθήσει και να προστατεύσει το ασθενές φύλο. Αυτή ήταν η αδυναμία του και δεν κατάφερε να την ξεπεράσει με τα χρόνια. Ενώ κοιτούσε την Αμάντα, γυρόφερνε στο μυαλό του όλες τις πιθανότητες. Αν το κορίτσι ερχόταν από τη Νότια Αμερική με γνωστή πτήση, ασφαλώς η αστυνομία θα παρακολουθούσε το αεροδρόμιο. Ο μόνος τρόπος να τη βοηθήσει ήταν ή να πάει στη Νότια Αμερική ή να τη συναντήσει όταν θα σταματούσε το αεροπλάνο στο Παρίσι.


«Δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά μαζί της», είπε η Αμάντα, διακόπτοντας τις σκέψεις του. «Δεν ξέρουμε πού μένει, μόνο την πτήση με την οποία επιστρέφει». Ήταν μια αποστολή εξαιρετικά λεπτή και δύσκολη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο Μάιλς σκέφτηκε πως ήταν ηλίθιος που έμπλεκε, αλλά, όταν η Αμάντα τον ευχαρίστησε χαμογελώντας δειλά, ένιωσε σαν τον Αγιο Γεώργιο που αρπάζει το σπαθί του για να σκοτώσει το δράκο. Τηλεφώνησε στην τηλεπαρουσιάστρια με την οποία έβγαινε τελευταία για ν’ αναβάλει το ραντεβού τους. Μισή ώρα αργότερα είχε κανονίσει να ταξιδέψει στο Παρίσι με την πρόφαση ότι θα συναντούσε έναν παλιό συμφοιτητή του, να τον συμβουλευτεί για μια υπόθεση διεθνούς δικαίου. Για καλό και για κακό τηλεφώνησε σ’ ένα φίλο του Γάλλο, που ήταν δικηγόρος, και του έκλεισε ένα ραντεβού για φαγητό. Εκείνη την εποχή τον απασχολούσε μια υπόθεση για το σήμα κατατεθέν μιας γαλλικής φίρμας κρασιού. Το μυαλό του δούλευε πυρετικά, αναλύοντας την κατάσταση, προσπαθώντας να προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα, ενώ μέσα του επαναστατούσε για την υπόθεση που είχε αναλάβει. Η πτήση της Σόφι 0’ αναχωρούσε από το Ρίο σε δύο μέρες. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Μάιλς τα οργάνωσε όλα σύμφωνα με το σχέδιό του. Πήγε αεροπορικώς στο Παρίσι· αν ο Ζακ Πρεμιέ ε-ξεπλάγη που τον κάλεσε για φαγητό στις έντεκα το πρωί, δεν το έδειξε. Συζήτησαν το θέμα του διεθνούς δικαίου και μετά ο Μάιλς ζήτησε το λογαριασμό. Είχε κανονίσει να φτάσει στο αεροδρόμιο λίγο πριν προσγειωθεί η πτήση της Σόφι. Ευτυχώς τα γαλλικά του ήταν καλά και η υπάλληλος στο γκισέ έδειξε μεγάλη κατανόηση όταν της εξήγησε πως έπρεπε να συναντήσει την ανιψιά του που ερχόταν από το Ρίο, για να της αναγγείλει ορισμένα πολύ δυσάρεστα νέα για την υγεία του πατέρα της. Η αεροσυνοδός που έφερε τη Σόφι από το αεροπλάνο ενδιαφέρθηκε πολύ περισσότερο για τον Μάιλς παρά για το απεριποίητο, τσαπατσούλικο κοριτσόπουλο που συνόδευε. Και τι δε θα ’δίνε για να ’χει έναν τέτοιο θείο! «Δεν είσαι θείος μου!» διαμαρτυρήθηκε η Σόφι μόλις έμειναν μόνοι. Ευτυχώς ο Μάιλς είχε φροντίσει να την παρασύρει σε μια ήσυχη γωνιά όπου δεν τους άκουγε κανείς. Ήταν ντυμένη όπως όλοι οι τινέιτζερ -με τζιν, μακό μπλουζάκι- και είχε ένα σακίδιο ακουμπισμένο στο πάτωμα δίπλα της. Ήταν επιθετική και νευρική, αλλά ο Μάιλς διαισθάνθηκε το φόβο της. Τόσο το καλύτερο. Έτσι διευκολυνόταν η αποστολή του. «Δεν μπορούμε να μιλήσουμε εδώ», της είπε ήρεμα. «Έλα». Ένιωσε τους μυς της να σφίγγονται καθώς την έπιασε από το μπράτσο και την οδήγησε στην πόρτα. Πήγε να σηκώσει το σακίδιό της, αλλά η Σόφι το άρπαξε από τα χέρια του, ενώ το πρόσωπό της χλόμιασε σαν του πεθαμένου. Ώστε είναι αλήθεια... σκέφτηκε ο Μάιλς. Μέσα του ήλπιζε... «Ποιος είσαι; Τι θέλεις;» ρώτησε επιτακτικά το κορίτσι. «Φίλος των γονιών σου», της αποκρίθηκε ήρεμα. «Κι αυτό που θέλω, ή μάλλον αυτό που ήρθα να κάνω, είναι να εμποδίσω τη σύλληψή σου». Για μια στιγμή έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα, αλλά ανέκτησε αμέσως την αυτοκυριαρχία της. «Και γιατί να με συλλάβουν, παρακαλώ;» «Για εμπόριο ναρκωτικών». Το κορίτσι απέφυγε το βλέμμα του. «Δεν ξέρεις τι λες...» «Μωρέ, ξέρω και παραξέρω. Δυστυχώς για σένα, ξέρει και η αστυνομία. Γιατί νομίζεις ότι ήρθα στο Παρίσι -για τουρισμό;» Η Σόφι συλλογίστηκε για λίγο τα λόγια του. «Δε σε πιστεύω!» δήλωσε τέλος. «Αν ήξερε η αστυνομία, γιατί δε με συνέλαβαν πριν μπω στο αεροπλάνο;» «Επειδή θέλουν να πιάσουν και το σύνδεσμό σου στην Αγγλία», απάντησε ξερά ο Μάιλς, καταπνίγοντας την επιθυμία του να της ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο. Μα δεν είχε καμιά συναίσθηση των πράξεών του αυτό το κορίτσι; Όχι, δεν είχε. Ήταν ένα κακο-


μαθημένο παλιόπαιδο που ήθελε να κοντράρει τους δικούς του με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο: μ’ ένα χτύπημα θα κατέστρεφε την καριέρα του πατέρα της και την ψυχική γαλήνη της μητριάς της. «Έχουν συλλάβει ήδη το φιλαράκο σου», της είπε κι εκείνη άσπρισε σαν χαρτί. «Τον Τζόακιμ; Όχι... είναι τόσο έξυπνος...» «Έτσι λες; Δε σ’ αγαπά, Σόφι -σε χρησιμοποιεί όπως τον χρησιμοποιούν κι αυτόν άλλοι. Εσύ μπορεί να βλέπεις το εμπόριο ναρκωτικών σαν παιχνίδι, αλλά υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους είναι χρυσοφόρα επιχείρηση. Παίρνεις ναρκωτικά;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μοιάζω για βλάκας;» «Αφού δεν είσαι βλάκας, γιατί δέχτηκες να κάνεις κάτι τόσο επικίνδυνο;» Η ταραχή της του έδειξε ότι δεν ήταν τόσο πωρωμένη όσο ήθελε να παραστήσει. «Έχεις δει ποτέ σου άνθρωπο να πεθαίνει από ναρκωτικά;» τη ρώτησε τραχιά. «Είναι ένας από τους χειρότερους θανάτους. Κατά τη γνώμη μου, οι υπαίτιοι αξίζουν σκληρή τιμωρία. Γι’ αυτό να ξέρεις ότι δεν το κάνω αυτό για χάρη σου». Η Σόφι είχε χάσει όλη την επιθετικότητά της· έδειχνε φοβισμένη, πελαγωμένη. Για μια στιγμή ο Μάιλς τη λυπήθηκε. Ήταν νέα κι αφελής, έπεσε κι αυτή θύμα κάποιων που εκμεταλλεύτηκαν τη νεανική ανταρσία της απέναντι στους γονείς της. «Δεν μπορείς να μ’ εμποδίσεις να πάρω το αεροπλάνο», του είπε. «Όχι, ούτε να εμποδίσω τη γαλλική ή αγγλική αστυνομία να σε συλλάβει. Κανείς δε συμπαθεί τους εμπόρους ναρκωτικών. Σου εύχομαι καλή διαμονή στη φυλακή!» Φυλακή... Κατάλαβε ότι η Σόφι δεν είχε σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο και τον πλημμύρισε ανακούφιση. Θα ήταν πιο εύκολο απ’ ό,τι περίμενε. Στο τέλος κατάφερε να την πείσει να τον ακολουθήσει. Την πήγε στο Παρίσι κι έκλεισε δωμάτια σ’ ένα ήσυχο ξενοδοχείο. Του έδωσε το πακέτο με τα ναρκωτικά κι εκείνος το άδειασε στη λεκάνη της τουαλέτας. Μετά βγήκαν έξω και της αγόρασε μια φορεσιά πιο κατάλληλη για κόρη υπουργού. Τέλος, έβγαλε εισιτήρια και πήγαν πάλι στο αεροδρόμιο. Εκεί οι άντρες ασφαλείας τους στραβοκοίταζαν, αλλά επιβιβάστηκαν χωρίς πρόβλημα στο αεροπλάνο. Η Σόφι, ντυμένη με βαμβακερό πουκάμισο και πλισέ φούστα, έμοιαζε με σεμνή μαθητρι-ούλα. Αλλά σε όλο το ταξίδι τού κρατούσε μούτρα. Όταν όμως έφτασαν στο Χίθροου, τα έχασε με το ξετίναγμα που έγινε στις αποσκευές τους. Πρώτα έλεγξαν με προσοχή τα διαβατήριά τους και μετά τους είπαν να περιμένουν για να ψάξουν τις βαλίτσες τους. Η Σόφι χλόμιασε βλέποντας τους τελωνειακούς να κάνουν φύλλο και φτερό το σακίδιό της. Ο Μάιλς ευχήθηκε να συνειδητοποίησε επιτέλους τον κίνδυνο που διέτρεξε. Αν είχε φέρει τα ναρκωτικά, θα τα έβρισκαν οπωσδήποτε. Ο Μάιλς κατάλαβε από το βλοσυρό ύφος των τελωνειακών πως μάντευαν τι είχε γίνει. Ωστόσο, είχαν τα χέρια τους δεμένα. Η Σόφι δε μετέφερε ναρκωτικά. Όταν επιτέλους τους άφησαν να φύγουν, ο επικεφαλής του τελωνείου έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα στον Μάιλς, που τον έκανε να νιώσει απαίσια. Βρήκε ταξί και συνοδέυσε τη Σόφι σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή ήταν κατσουφιασμένη κι ο Μάιλς ένιωσε απέραντη ανακούφιση όταν την ξεφορτώθηκε. Οι ευχαριστίες του πατέρα της του προκάλεσαν φοβερή αμηχανία, κυρίως γιατί, αν του είχε ζητήσει οποιοσδήποτε άλλος εκτός από την Αμάντα τέτοια εξυπηρέτηση, ο ηθικός του κώδικας θα του επέβαλλε ν’ αρνηθεί. Το όλο επεισόδιο του άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα. Είχε την αίσθηση ότι έκανε κάτι που ο συνταγματάρχης Γουάιτγκεϊτ θα θεωρούσε αναμφίβολα ανέντιμο... αλλά πώς μπορούσε να πει όχι στην Αμάντα; Έτσι, απώθησε εκείνη τη δυσάρεστη ιστορία στο βάθος του μυαλού του, ξέροντας ότι η ανάμειξή του σ’ αυτήν δεν τον τιμούσε.


14 Προς μεγάλη έκπληξη της Ιζαμπέλ, η επιχείρηση κέτερινγκ που έστησαν με την Πέπεp μόλις τελείωσαν το κολέγιο έπιασε αμέσως. Σ’ αυτό συνέβαλαν τόσο η ακάματη εργατικότητα της Πέπεp, όσο και οι γνωριμίες του πατέρα της Ιζαμπέλ, η οποία δεν κουραζόταν να μιλάει γι’ αυτές. Μέσα στον πρώτο μήνα λειτουργίας της επιχείρησης φάνηκε ότι το επιχειρηματικό μυαλό ήταν η Πέπεp· αυτή σηκωνόταν από τις τέσσερις το πρωί και πήγαινε στην αγορά να βρει τα πιο φρέσκα και φτηνά είδη- αυτή υπολόγιζε μιεθοδικά τα έξοδα και τα κέρδη- αυτή κρατούσε σε τάξη τα βιβλία τους. Η Ιζαμπέλ δήλωνε κεφάτα πως έβρισκε βαρετές αυτές τις πλευρές της δουλειάς. Η πρώτη τους παραγγελία ήταν από τον πατέρα της Ιζαμπέλ -ένα γεύμα για το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας. Καθώς όλοι αυτοί οι κύριοι γνώριζαν από μωρό την Ιζαμπέλ, η πρώτη λέξη που ήρθε στο μυαλό της Πέπεp ήταν «αργομισθία». Ήταν όμως ρεαλίστρια και ήξερε ότι «στη ζωή δε μετρούν αυτά αλλά αυτοί που ξέρεις». Έτσι, στρώθηκε στη δουλειά κι ενθάρρυνε με τακτ την Ιζαμπέλ να ετοιμάσει ένα μενού που θα εντυπώσιαζε τους συνδαιτυμόνες και θα τους έκανε να τις πάρουν στα σοβαρά. Πράγματι, ο Άλαστερ Κεντ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, που εξομολογήθηκε αργότερα στη γυναίκα του ότι ήταν ένα από τα πιο εύγευστα και καλοσερβιρισμένα έτοιμα γεύματα που είχε δοκιμάσει στη ζωή του. Αυτό που δεν ανέφερέ ήταν ότι τα δύο κορίτσια που τους σερβίρισαν συνέβαλαν κι αυτά με την ομορφιά τους στην όλη πανδαισία. Η Πέπεp είχε μάθει από τη δουλειά της σαν καμαριέρας ότι ένας άντρας είναι πάντα πρόθυμος να παραβλάψει ένα λάθος στο σέρβις, αν αυτός που τον εξυπηρετεί είναι μια χαριτωμένη κοπέλα· γι’ αυτό επέλεξε με μεγάλη προσοχή τις σερβιτόρες. Η Ιζαμπέλ της είχε πει πως ήταν περιττό να προσλάβουν προσωπικό για μια δουλειά που μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν οι ίδιες, αλλά η Πέπερ διαφώνησε και πέρασε το δικό της. Το κάπως ερασιτεχνικό και ράθυμο στυλ επιχείρησης που φανταζόταν η Ιζαμπέλ δε συνέπιπτε διόλου με αυτό που είχε η Πέπερ στο μυαλό της. Σ’ έξι μήνες είχαν αποκτήσει τέτοια φήμη στους επιχειρηματικούς κύκλους, που ο Άλαστερ Κεντ είπε στη γυναίκα του ότι ήταν πραγματικά εντυπωσιασμένος με την επιτυχία των κοριτσιών. Η Ντοροθία έκανε ένα μορφασμό. Δεν είχε αυταπάτες. Ήξερε ότι χωρίς την Πέπερ η κόρη της δε θα είχε αντέξει ούτε μια βδομάδα -όχι έξι μήνες! Ωστόσο δεν είναι άσχημο ν’ ακούγονται ευνοϊκά σχόλια για το παιδί σου. Αρκετά κορίτσια του κύκλου τους ασχολούνταν με παρόμοιες δουλειές, και, όταν εκείνη και η Ιζα-μπέλ πήγαιναν να δουν τον άντρα της να παίζει πόλο στο Σμιθς Λάουν, καμάρωνε με μητρική περηφάνια για τα κατορθώματα του βλασταριού της. Ο Άλαστερ Κεντ ήταν λάτρης του πόλο από τότε που υπηρέτησε στην έφιππη ανακτορική φρουρά. Ευτυχώς ήταν εύπορος και μπόρεσε να συνεχίσει το δαπανηρό του χόμπι· ήταν μέλος της ομάδας του δούκα του Ρέινκουρτ. Την πρώτη χρονιά λειτουργίας της επιχείρησης, οι Κεντ κα-λούσαν τακτικά την Πέπερ σε παιχνίδια πόλο κι εκεί της δινόταν η ευκαιρία να παρατηρήσει με κυνική επιδοκιμασία τους παραλήδες της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ήταν ένας κύκλος κλειστός για τους νεόπλουτους, αλλά η κοπέλα ήξερε πως δε θ’ αργούσε η μέρα που θα κατάφερνε να διεισδύσει. Το πόλο ήταν ένα σπορ κλειστό, που απαιτούσε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά είχε πά-ψει πλέον να είναι αποκλειστικό προνόμιο των παλιών αριστοκρατικών οικογενειών. Η Ιζαμπέλ δε δίσταζε να διατυμπανίζει ότι σιχαινόταν ολόψυχα αυτή την αγγαρεία. Πολλές φορές πίεζε την Πέπερ να πει στη μητέρα της ότι δεν ευκαιρούσαν να παρακολουθήσουν το παιχνίδι γιατί πνίγονταν στη δουλειά, αλλά η κοπέλα αρνιόταν. Αργά αλλά σταθερά δημιουργούσε ένα δίκτυο επαφών και γνωριμιών. Αργά αλλά σταθερά γινόταν αποδεκτή στο κοινωνικό περιβάλλον της Ιζαμπέλ. Κι άξαφνα, από τη μια μέρα στην άλλη, όλα άλλαξαν. Αιτία αυτής της αλλαγής στάθηκαν δύο γεγονότα. Το πρώτο ήταν ότι η Ιζαμπέλ γνώρισε κι ερωτεύτηκε ένα νεαρό πρώην αξιωματικό της ανακτορικής φρουράς. Ο εντιμότατος Τζέρεμι Φόρστερ ήταν όπως ακριβώς ονειρευόταν το μέλλοντα γαμπρό της η Ντοροθία Κεντ: πλούσιος, με καλό κύκλο, γοητευτικός, αλλά όχι ιδιαίτερα έξυπνος, μ’ ένα όμορφο σπίτι στο Λονδίνο κι εξασφαλισμένο μέλλον στο χρηματομεσιτικό γραφείο του πατέρα του. Με λίγα λόγια, ήταν ο ιδανικός γαμπρός για την Ιζαμπέλ.


Και οι δυο οικογένειες έμειναν πολύ ευχαριστημένες με την επιλογή των παιδιών τους. Και επειδή δεν υπήρχε λόγος να παραταθεί ο αρραβώνας ο γάμος ορίστηκε για τα Χριστούγεννα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η Ιζαμπέλ, αμέσως μετά την επίσημη αναγγελία των αρραβώνων, θα διέκοπτε τη δουλειά. Είχε τόσες προετοιμασίες να κάνει, όπως εξήγησε χαρούμενα στην Πέπερ μια βδομάδα πριν από τον αρραβώνα. Η Πέπερ το δέχτηκε στωικά. Άλλωστε το περίμενε· πίστευε όμως ότι είχε αποκτήσει καλή φήμη και μπορούσε να βρει μια άλλη συνεταίρο στη θέση της φίλης της. Ιδανική υποψήφια θα ήταν μια κοπέλα από την ίδια κοινωνική τάξη με την Ιζαμπέλ. Άρχισε, λοιπόν, να σκέφτεται ποια από τις γνωστές της θα μπορούσε να καλύψει το κενό που άφησε η Ιζαμπέλ. Δυο μέρες μετά τους επίσημους αρραβώνες της Ιζαμπέλ, η Πέπερ δέχτηκε την επίσκεψη του Νιλ Κεντ. Έχοντας κάνει αρκετή παρέα με την οικογένεια Κεντ, η κοπέλα γνώριζε τώρα αρκετά καλύτερα τον Νιλ και είχε ανακαλύψει ότι πίσω από τη συγκρατημένη τυπική πρόσοψη κρυβόταν ένας ευαίσθητος και μάλλον ντροπαλός νέος. Της έκανε πού και πού επισκέψεις όταν τύχαινε να περνάει ο δρόμος του από το σπιτάκι που η Πέπερ είχε νοικιάσει στο Τσέλ-σι, αλλά συνήθως δεν εμφανιζόταν απροειδοποίητα. Ήταν έντεκα η ώρα. Είχε περάσει το βράδυ της ενημερώνοντας τα βιβλία της επιχείρησης και ετοιμάζοντας έναν κατάλογο με υποψήφιες αντικαταστάτριες της Ιζαμπέλ. Το Σαββατοκύριακο είχε πάει στην Οξφόρδη και, μόλο που ήξερε ότι η απόφασή της ήταν η καλύτερη και για τον Ολιβερ και για την ίδια, κάθε φορά που τον έβλεπε ταραζόταν. Για να χαλαρώσει από την υπερένταση γέμισε την μπανιέρα και μούλιασε αρκετή ώρα στο καυτό μυρωμένο νερό· έτσι, όταν ήρθε ο Νιλ, τη βρήκε με το μπουρνούζι. Για κείνη ο Νιλ ήταν απλώς ο αδερφός της Ιζαμπέλ. Η Πέπερ τον συμπαθούσε σαν άνθρωπο, αλλά ερωτικά της ήταν τελείως αδιάφορος -όπως και όλοι οι άντρες, μόνο που με τον Νιλ δεν ένιωθε την ανάγκη να παριστάνει την έμπειρη και χειραφετημένη. Ξαφνιάστηκε με την επίσκεψη, αλλά δεν το έδειξε και τον κάλεσε να περάσει μέσα. Ήταν κάπως ατημέλητος και η ανάσα του μύριζε οινόπνευμα. Η Πέπερ είχε νοικιάσει επιπλωμένο το σπίτι, αλλά είχε προσθέσει μερικές δικές της διακοσμητικές πινελιές. Ο πράσινος καναπές ήταν ιδανικό φόντο για τα χρώματά της, αλλά, όταν κάθισε ο Νιλ, απλώς υπογράμμισε τη χλομάδα του. «Νιλ, είσαι καλά;» Αντί γι’ απάντηση, εκείνος έκρυψε μ’ ένα βογκητό το πρόσωπο στις παλάμες του. Η Πέπερ τον κοίταξε με μεγάλη δυσφορία. Στη ζωή της είχε δει πολλούς άντρες μεθυσμένους, αλλά το τελευταίο πράγμα που περίμενε ήταν να παρουσιαστεί μπροστά της ο Νιλ σε τέτοια κατάσταση. Κανονικά ήταν πολύ εγκρατής. Μάλιστα, πολλές φορές η Ιζαμπέλ τον δούλευε που ήταν τόσο σοβαρός και μετρημένος. «Έπρεπε να σε δω». Τα λόγια του ακούστηκαν πνιχτά. Η Πέπερ κοίταξε τους κυρτούς ώμους, το σκυφτό κεφάλι και για πρώτη φορά στη ζωή της αισθάνθηκε συμπάθεια για έναν άντρα. Ένιωσε την ανάγκη να τον παρηγορήσει κι άπλωσε αυθόρμητα το χέρι· αυτός κοκάλωσε στο άγγιγμά της. Η Πέπερ ανησύχησε. «Νιλ, τι συμβαίνει; Έπαθε κανείς τίποτα; Η Ιζαμπέλ; Οι γονείς σου;» «Όχι... όχι... δεν είναι αυτό», βόγκηξε εκείνος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. «Ω Θεέ μου... Πέπερ, σ’ αγαπώ τόσο πολύ... είμαι τρελός και παλαβός μαζί σου! Δεν ξέρω τι να κάνω... πού να στραφώ... Έχεις διώξει από το μυαλό και την καρδιά μου καθετί άλλο. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι ο έρωτας είναι κάτι τόσο απόλυτο, τόσο καταλυτικό. Και ξέρω ότι εσύ δε μ’ αγαπάς...» Βουβή από την έκπληξη η Πέπερ είδε τους ώμους του να τρέμουν καθώς προσπαθούσε να ελέγξει τα αισθήματά του. «Ξέρω πως θα με βλέπεις πάντα σαν αδερφό της Ιζαμπέλ... δε θα γίνω τίποτα παραπάνω... αλλά ο έρωτάς μου για σένα κοντεύει να με τρελάνει». Του ξέφυγε ένας καγχασμός. «Πώς ίο ’παθα τέτοιο πράγμα -εγώ που πίστευα ότι ελέγχω απόλυτα τα


αισθήματά μου! Κι όμως, μ’ έχεις τρελάνει, μου ’χει σαλέψει το μυαλό!» Καθώς τον άκουγε, η Πέπερ ένιωθε μια παγωνιά ν’ απλώνεται μέσα της μαζί μ’ ένα κύμα πανικού. Δεν ήθελε ν’ ακούει τέτοια πράγματα· ήθελε να φύγει ο Νιλ... ήθελε να σβήσει από τη μνήμη της τα λόγια που της είπε. Εκείνος σήκωσε επιτέλους το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, ικετευτικά· την παρακαλούσαν να τον δεχτεί στο κρεβάτι της, να τον καλέσει να περάσει μαζί της τη νύχτα. Ένιωσε το κορμί της να μουσκεύει στον ιδρώτα, αν και το δωμάτιο δεν ήταν υπερθερμασμένό. Της ήρθε να ουρλιάζει, να το βάλει στα πόδια... Ριγώντας βίαια, ψιθύρισε βραχνά: «Όχι... όχι! Δεν μπορεί... δεν πρέπει! Είμαι φίλη της Ιζαμπέλ...» Μιλούσε ακατάληπτα, χωρίς να ξέρει και η ίδια τι έλεγε, και είχε ξεχάσει μέσα στον πανικό της ότι απέναντι της στεκόταν ο Νιλ, ο καλός κι ευγενικός Νιλ, που δεν μπορούσε να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι. Τον έβλεπε μόνο σαν άντρα και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν αυτό που της είχε κάνει κάποιος άλλος άντρας. «Πέπερ, σε παρακαλώ... σε θέλω τόσο πολύ... πες το ναι!» Άπλωσε το χέρι του και η κοπέλα πάγωσε μόλις την έπιασε από τον καρπό. Ήθελε να τρέξει... να τρέξει... αλλά είχε παραλύσει από το φόβο. Άνοιξε το στόμα να ουρλιάζει, αλλά κανένας ήχος δε βγήκε από το λαρύγγι της. «Πέπερ, τι έπαθες;» Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι, σπάζοντας με τον οξύ διαπεραστικό ήχο του τη βαριά σιωπή. Ο Νιλ την άφησε αμέσως και η Πέπερ ένιωσε το φόβο της να εξανεμίζεται και ξαναβρήκε το συνηθισμένο ψύχραιμο εαυτό της. Πήγε ν’ ανοίξει. «Γεια! Μόλις άφησα τον Τζέρεμι στη λέσχη του και σκέφτη-κα να πεταχτώ να σου πω μια καλησπέρα. Ελπίζω να μη σε ξύπνησα...» Η Ιζαμπέλ εισέβαλε κεφάτη στο καθιστικό πριν προλάβει να την εμποδίσει η Πέπερ. Όπως ήταν φυσικό, μόλις είδε τον αδερφό της έβγαλε τα συμπεράσματά της. «Ωχ... ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή. Συγνώμη, βρε παιδιά, δεν ήξερα...» «Ο Νιλ, όπως κι εσύ, πέρασε να πει μια καλησπέρα», είπε σταθερά η Πέπερ, ξέροντας ωστόσο ότι όε θα την πίστευε η Ιζαμπέλ. Η φίλη της χαμογέλασε πονηρά. «Εντάξει, εντάξει* ξέρετε ότι δεν έχω σκουριασμένα μυαλά!» τους διαβεβαίωσε καθησυχαστικά. «Πόσο καιρό τα έχετε; Κι εσύ, κατεργάρα, γιατί δεν είπες τίποτα; Είναι σοβαρό;» «Ιζαμπέλ, δε συμβαίνει τίποτα. Ο Νιλ πέρασε τυχαία, όπως κι εσύ». Μάταια έχανε τα λόγια της. Η Ιζαμπέλ δεν την πίστεψε ακόμα κι όταν ο Νιλ σηκώθηκε να φύγει μαζί της. «Συγνιΰμη που σας χάλασα τα σχέδια. Ο γλυκός μου ο Νιλ είναι τόσο οπισθοδρομικός, που φοβάται μήπως μου δώσει το κακό παράδειγμα αν μείνει εδώ τη νύχτα». Κι έβαλε τα γέλια. «Τόσο του κόβει!» Φυσικά, δεν υπήρχε ελπίδα να κρατήσει για τον εαυτό της τα συμπεράσματά της η Ιζαμπέλ. Είχε ενθουσιαστεί με την προοπτική να κάνει νύφη τη φίλη της. Παρ’ όλα αυτά η Πέπερ εξεπλάγη όταν ένα απόγευμα της τηλεφώνησε ο πατέρας της Ιζαμπέλ και τη ρώτησε αν μπορούσε να περάσει να τη δει. Με τον Αλαστερ Κεντ είχε ελάχιστες σχέσεις, αλλά τον θεωρούσε άνθρωπο σωστό αν και κάπως απόμακρο, με παλιές ιδέες για τον προορισμό της γυναίκας* κατά τη γνώμη του η θέση της ήταν στο σπίτι κι όχι στον επαγγελματικό στίβο. Παρ’ όλα αυτά ήταν πανέξυπνος κι έμπαινε αμέσως στην ουσία, δίχως να σπαταλά το χρόνο του σε εισαγωγές.


Έφτασε στην ώρα του, εννιά ακριβώς. Η Πέπερ τον οδήγησε στο μικρό καθιστικό και τον ρώτησε αν θα πιει κάτι. Αρνήθηκε. «Η Ιζαμπέλ λέει ότι εσύ κι ο Νιλ τα έχετε μπλέξει», μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Είναι αλήθεια;» Η Πέπερ κατάλαβε αμέσως πού το πήγαινε. «Σε ό,τι αφορά εμένα, όχι», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια, αντιμετωπίζοντας σταθερά το ερωτηματικό του βλέμμα. Έμεινε για λίγο σιωπηλή και διάλεξε με προσοχή τα λόγια της. «Ο Νιλ πιστεύει πως αισθάνεται κάτι για μένα, αλλά, κατά τη γνώμη μου, τα αισθήματα του δεν είναι τόσο δυνατά όσο νομίζει». Ο Αλαστερ Κεντ χαλάρωσε κάπως. Ευτυχώς το κορίτσι ήταν λογικό και συζητήσιμο. Ευτυχώς, γιατί... Δεν ήταν πως δεν τη συμπαθούσε -ήταν όμορφη και είχε μυαλό ξυράφι, αλλά... δεν ήταν η σύζυγος που ονειρεύονταν για τον Νιλ. «Και... κι εσύ δε συμμερίζεσαι τα αισθήματα του;» την προκά-λεσε κοιτώντας τη στα μάτια. «Όχι, κύριε Κεντ. Θέλω να κάνω καριέρα». Δίστασε και πήρε βαθιά ανάσα. «Ο γάμος δε συμπεριλαμβάνεται προς το παρόν στα σχέδιά μου για το μέλλον». Η κοπέλα τού είχε δείξει με τακτ το βάθος των αισθημάτων του Νιλ, αλλά και τον τρόπο που η ίδια τ’ αντιμετώπιζε. Του ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει ερωτικό δεσμό με το γιο του, είτε τώρα είτε στο μέλλον. Ο Αλαστερ συνοφρυώθηκε. Τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ’ ό,τι φαντάζονταν αυτός και η Ντοροθία. Δεν είχαν συζητήσει ποτέ ανοιχτά τα σχέδιά τους με τον Νιλ, αλλά τον έσπρωχναν διακριτικά προς τη δεύτερη ξαδέρφη του· κανόνισαν να τη συνοδεύσει στη Σκοτία τον Αύγουστο και μετά πάλι την Πρωτοχρονιά. Η Φιόνα Κάμπελ ήταν ιδανική σύζυγος για τον Νιλ από άποψη κοινωνικής θέσης και καταγωγής· επιπλέον, ο πατέρας της δεν είχε άλλα παιδιά και ήταν η μοναδική κληρονόμος. Το ετοιμόρροπο κάστρο και τα κτήματα δεν είχαν μεγάλη χρηματική αξία, αλλά η ιστορική τους παράδοση μετρούσε πολύ περισσότερο για τους Κεντ. Κι ορίστε τώρα!... Ο Νιλ ήταν λογικό παιδί, αλλά ώρες ώρες παρασυρόταν από συναισθηματισμούς, τάση που ο Αλαστερ Κεντ υποψιαζόταν ότι κληρονόμησε από την οικογένεια της μητέρας του. Δε θα είχε νόημα να προσπαθήσει να τον λογικέψει. Η Πέπερ όμως ήταν άλλη ιστορία. Όταν ερχόταν στο σπίτι της, δεν ήξερε τι θ’ αντιμετώπιζε. Περίμενε δάκρυα και ξεσπάσματα, παρακάλια ίσως... Αυτή η ψυχρή απόρριψη των αισθημάτων του γιου του του προκάλεσε ανακούφιση αλλά κι έκπληξη. Πρώτη φορά στη ζωή του άκουγε γυναίκα ν’ αρνιέται το γάμο για χάρη της καριέρας της και δεν ήξερε πώς ν’ αντιδράσει. Είχε συζητήσει με την Ντοροθία το πρόβλημα και σύντομα α-πέρριψαν την ιδέα να προσφέρουν χρήματα στην Πέπερ... «Δε θα τα δεχτεί», είπε η Ντοροθία και η συνείδησή της την ανάγκασε να προσθέσει: «Άλλωστε είναι φίλη της Ιζαμπέλ...» Άφησε τη φράση της να αιωρείται. Ήξεραν και οι δυο ότι η Πέπερ, μόλο που ήταν φίλη της κόρης τους, δεν ανήκε στον κόσμο τους. Ακόμα κι αν δε σκόπευαν να παντρέψουν τον Νιλ με τη Φιόνα, πάλι δε θα ενέκριναν για νύφη τους την Πέπερ. Ο Άλαστερ Κεντ αναδεύτηκε νευρικά. «Όπως θα μαντεύεις, Πέπερ», άρχισε με ψεύτικη εγκαρδιότητα, «η Ντοροθία κι εγώ έχουμε κάνει ορισμένα σχέδια για το μέλλον του Νιλ». Απέφευγε να την κοιτάζει. Το καθάριο βλέμμα της είχε κάτι που επέτεινε τον εκνευρισμό του -πράγμα γελοίο, αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνος ήταν γνωστός τραπεζίτης κι αυτή μια ασήμαντη κοπελίτσα που θα μπορούσε να είναι κόρη του. «Θέλετε να του πω ότι άδικα χάνει τον καιρό του; Του το είπα ήδη», απάντησε ξερά η Πέπερ. «Ε... φοβάμαι πως δεν αρκεί αυτό. Η μητέρα του κι εγώ πιστεύουμε ότι θα ήταν καλύτερα εσείς οι δυο να διακόψετε κάθε επαφή για ένα διάστημα». Η Πέπερ δεν είπε τίποτα. Είχε μάθει ήδη να μη διευκολύνει τη ζωή των αντιπάλων της. Η σιωπή της προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία στον Άλαστερ Κεντ.


Στην αρχή είχαν σκεφτεί με την Ντοροθία να στείλουν το γιο τους για λίγο στο εξωτερικό. Είχαν κάτι ξαδέρφια στην Αμερική, αλλά τι στην ευχή θα έκανε ο Νιλ σ’ ένα ράντσο με αγελάδες; Άλλωστε ο Αλαστερ τον ήθελε στην τράπεζα, γιατί είχε φτάσει ο καιρός που έπρεπε ν’ αρχίσει να τον μυεί στη δουλειά. Εκείνο το βράδυ είχε επισκεφθεί την Πέπερ βασικά για να τη βολιδοσκοπήσει. Τώρα που ήξερε ότι η κοπέλα δεν είχε βλέψεις στο γιο του, έπρεπε να συζητήσει πάλι το θέμα με την Ντοροθία. Η γυναίκα του τα κατάφερνε πολύ καλύτερα σε κάτι τέτοια ζητήματα. Η αυτοκυριαρχία και η ψυχραιμία της Πέπερ τον είχαν αιφνι-διάσει. Δεν το περίμενε. Σηκώθηκε να φύγει, με τη δυσάρεστη αίσθηση πως αν αυτή η κοπέλα ήθελε να παντρευτεί το γιο του ήταν ανίσχυρος να την αποτρέψει. Αυτή η διαπίστωση τον τάραξε. Δεν είναι ευχάριστο πράγμα για τον κύριο μέτοχο μιας μεγάλης τράπεζας να ξέρει ότι τον κρα-τάει στο χέρι μια κοπελίτσα, συνομήλικη της κόρης του. Και το είπε στη γυναίκα του αμέσως μόλις έφτασε στο σπίτι. Εκείνη σούφρωσε τα χείλη και κούνησε το κεφάλι. Ανησυχούσε το ίδιο με τον άντρα της. Σκέφτηκε ν’ απευθυνθεί στην Πέπερ και να την παρακαλέσει να ξεκόψει τελείως από την οικογένεια και τον κύκλο τους. Δεν άργησε όμως ν’ απορρίψει την ιδέα· η εφαρμογή της στην πράξη θα δημιουργούσε ένα σωρό περιπλοκές και προβλήματα. «Κρίμα που η Πέπερ δε θέλει να κάνει καριέρα αγελαδοτρό-φου», σχολίασε η Ντοροθία σε μια σπάνια εκδήλωση χιούμορ. «Έτσι, θα στέλναμε εκείνη στα ξαδέρφια μας!» Λες και η συζήτησή τους ήταν προφητική, την επομένη, ο Ά-λαστερ, γευματίζοντας στη λέσχη του μ’ έναν Αμερικανό υποψήφιο πελάτη, τον άκουσε να του λέει ότι ζητούσε μια βοηθό. «Ξέρεις, μια Αγγλίδα με στυλ, με καθαρή οξφορδιανή προφορά και κατάλληλες διασυνδέσεις. Αυτός ο τύπος έχει μεγάλη ζήτηση στη Νέα Υόρκη». Ο Άλαστερ τον άκουγε ευγενικά, κρύβοντας την απέχθειά του. Ο πελάτης του ανήκε στην κατηγορία των νεόπλουτων επιχειρηματιών που ηδονίζονται, θαρρείς, κομπάζοντας για το πώς έκαναν την περιουσία τους. Ο συγκεκριμένος πελάτης είχε θησαυρίσει εκπροσωπώντας αστέρια του αθλητισμού και κάνοντας το μεσάζοντα στις διαφημιστικές συμφωνίες τους. Στο τραπέζι μιλούσε συνεχώς για τις πιο πετυχημένες δουλειές που είχε κλείσει, αλλά το μυαλό του Άλαστερ έτρεχε αλλού. Ίσως αυτός ο άνθρωπος ήταν η λύση στο πρόβλημά του. Η έξυπνη, φιλόδοξη Πέπερ ήταν ό,τι έπρεπε για τη δουλειά που την ήθελε ο Αμερικανός. Ξερόβηξε και διέκοψε το μονόλογο του πελάτη. «Γνωρίζω μια κοπέλα που ίσως σου κάνει. Μια φίλη της κόρης μου...» «Έχει στυλ;» ρώτησε ο Βίκτορ Ορλάντο στενεύοντας τα μάτια. Κρύβοντας την αηδία του, ο Άλαστερ απάντησε προσεκτικά: «Νομίζω ότι η Πέπερ καλύπτει με το παραπάνω τις απαιτήσεις σου». «Ωραία, δώσε μου τον αριθμό της. Θα της τηλεφωνήσω». Ο Άλαστερ κατσούφιασε. Όσο φλογερή κι αν ήταν η επιθυμία του ν’ απαγκιστρώσει το γιο του από την Πέπερ, δεν του πήγαινε η συνείδησή του να φέρει σε τόσο δύσκολη θέση την κοπέλα. «Καλύτερα άσε με να κανονίσω μια συνάντηση», αποκρίθηκε. «Να βγούμε για φαγητό κάποιο βράδυ... Δε θα πω τίποτα στην Πέπερ για την πρότασή σου, απλώς θα την καλέσω». «Δεν έχω αντίρρηση. Καλύτερα να τη δω χωρίς να έχω αναλά-βει δεσμεύσεις. Έξυπνο, ε;» Ο Άλαστερ ανησυχούσε μήπως οι τρόποι του Αμερικανού πρό-σβαλλαν την Πέπερ, αλλά ήξερε πως ήταν κοπέλα φιλόδοξη και υπέθετε ότι η δουλειά κοντά στον Βίκτορ Ορλάντο θα την ενδιέφε-ρε πολύ περισσότερο από τη μικρή της επιχείρηση. Συζήτησε το όλο θέμα με την Ντοροθία το ίδιο βράδυ.


«Ίσως δεχτεί», παρατήρησε εκείνη αβέβαια. «Αλλά έτσι όπως τον περιγράφεις πρέπει να είναι απαίσιος άνθρωπος». «Η Πέπερ είναι σε θέση να τα βγάλει πέρα μαζί του». Και πράγματι ήταν. Η Ντοροθία Κεντ, που δε συμφωνούσε με τον άντρα της ότι δεν έπρεπε να πουν τίποτα στην Πέπερ για το σκοπό της συνάντησης με τον Αμερικανό, πέρασε μια μέρα από το σπίτι της κοπέλας σε ώρα που ήξερε ότι θα τη βρει εκεί. Της μίλησε με ειλικρίνεια και της είπε ότι θα έδιναν ένα δείπνο για να τη συστήσουν στον Βίκτορ Ορλάντο. «Σου προσφέρεται μια θαυμάσια ευκαιρία», κατέληξε. Κι εσένα! σκέφτηκε νοερά η κοπέλα, αλλά κράτησε την κρίση της για τον εαυτό της. Αντιπάθησε τον Βίκτορ Ορλάντο, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον κλασικό αρσενικό σοβινιστή, αλλά η θέση της προσωπικής βοηθού του ήταν πολύ δελεαστική για να στρέψει τη ράχη. Δεν πέρασαν καλά καλά έξι μέρες κι ο Βίκτορ της ρίχτηκε· και η Πέπερ δε χρειάστηκε παρά έξι λεπτά για να τον πείσει ότι όχι μόνο έχανε το χρόνο του, αλλά θα του ήταν ασύγκριτα πιο χρήσιμη στο γραφείο παρά στο κρεβάτι του. Δημιουργήθηκε μια ενοχλητική κατάσταση. Κήρυξαν ανακωχή κι ο Βίκτορ έφυγε για Νέα Υόρκη, με τη συμφωνία να τον ακολουθήσει σε λίγο και η Πέπερ. Έφτασε μόλις έμπαινε το φθινόπωρο. Ήταν μια μεγάλη αλλαγή· στην αρχή ξαφνιάστηκε βλέποντας τις γυναίκες να φορούν χοντρά τουίντ με καιρό που θεωρούνταν καλοκαιρινός στην πατρίδα της. Στην Αγγλία, στις αρχές του φθινοπώρου, ο κόσμος ντυνόταν φθινοπωρινά, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως έπρεπε να προσαρμοστεί στην αμερικανική νοοτροπία. Για να δείξει την καλή της θέληση, η μητέρα της Ιζαμπέλ ανέλαβε να την εξυπηρετήσει στο θέμα της στέγης και μεσολάβησε να μοιραστεί το διαμέρισμα της κόρης μιας φίλης της στο Γκρί-νουιτς Βίλατζ. Η Λούσι Σάντερς έμοιαζε πολύ με την Ιζαμπέλ, μόνο που είχε μεγαλύτερη αίσθηση του χιούμορ και ήταν πιο καπάτσα. Μόλις βεβαιώθηκε ότι η Πέπερ δεν ήταν βαλτή από τη μητέρα της για να την κατασκοπεύει, τη δέχτηκε χωρίς αντιρρήσεις. «Η μαμά θέλει να γυρίσω στην Αγγλία και να παντρευτώ, αλλά εγώ γυρεύω άλλα πράγματα από τη ζωή μου. Η Νέα Υόρκη είναι θεότρελη πόλη και τη λατρεύω! Δεν έχω καμιά διάθεση να σκλαβωθώ με το γάμο. Προτιμώ την ελευθερία μου». Τα γραφεία του Βίκτορ βρίσκονταν σ’ ένα πανάκριβο κτίριο της λεωφόρου Μάντισον. Η Πέπερ συνήθισε γρήγορα τις υπερβολές και τις διαχυτικότητες του κόσμου της διαφήμισης. Η Λούσι τη σύστησε στην παρέα της, που αποτελούνταν κυρίως από ανθρώπους του θεάτρου και της μόδας, και η κοπέλα έμαθε σιγά σιγά ν’ ακούει με προσοχή τις συζητήσεις γύρω της, που αφορούσαν κυρίως κουτσομπολιά του Μπρόντγουεϊ. Στη Νέα Υόρκη μπήκε η τελευταία πινελιά στην καινούρια της προσωπικότητα. Ο Βίκτορ ήταν απαιτητικός εργοδότης κι εκείνη είχε πολλά να μάθει για την καινούρια της δουλειά. Ωστόσο της έμενε χρόνος να βγαίνει με φίλους της Λούσι ή με ανθρώπους που γνώριζε στη δουλειά της. Στις προσωπικές της σχέσεις ακολουθούσε την ίδια τακτική όπως και στην Αγγλία, διαλέγοντας άντρες που ο εγωισμός τους δε θα τους επέτρεπε να παραδεχτούν ότι υπήρξε γυναίκα που αρνήθηκε να πλαγιάσει μαζί τους. Με τον έξυπνο αυτό τρόπο δημιούργησε ένα προπέτασμα πίσω από το οποίο έκρυβε αποτελεσματικά την αλήθεια. Μέσα σ’ έξι μήνες είχε προσαρμοστεί τέλεια στο καινούριο περιβάλλον της. Έμαθε να χρησιμοποιεί τους αμερικανικούς ιδιωματισμούς· ακόνισε την αριστοκρατική βρετανική προφορά της· ψώνιζε από του Μπέργκντορφ και τα μικρομάγαζα του Σόχο· ανακάλυψε τις «τρύπες» όπου μπορείς ν’ αγοράσεις ρούχα σινιέ σε προσιτές τιμές. Και μόλο που το Σέντραλ Παρκ είναι πανέμορφο την άνοιξη, δε λυπήθηκε όταν ήρθε η ώρα να φύγει. Ο Βίκτορ Ορλάντο τα είχε χάσει με την επαγγελματική της οξυδέρκεια. Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε την έστειλε σύντομα πίσω στο Λονδίνο, να προλειάνει το έδαφος για το στήσιμο μιας επιχείρησης παρόμοιας με αυτή που είχε στις


Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν γύρισε η Πέπερ, ο Νιλ ήταν ήδη παντρεμένος και ζούσε στη Σκοτία. Η Ιζαμπέλ την καλωσόρισε με χαρά και την έμπασε στον κλειστό κύκλο που σύχναζε πριν φύγει. Η ισχυρή προσωπικότητά της σε συνδυασμό με την εμφάνιση και την εξυπνάδα της την έκανε να ξεχωρίζει αμέσως. Είχε πολλές προτάσεις από άντρες, αλλά ήξερε να τους κρατά σε απόσταση χωρίς να τους προσβάλλει. Στον έναν έλεγε ότι είχε δεσμό με τον άλλο και στον άλλο ότι ήταν τρελά ερωτευμένη με κάποιον τρίτο. Μόνο αυτή ήξερε το λόγο που περνούσε μόνη τις νύχτες στο κρεβάτι της. Μόνο αυτή ήξερε ότι πάγιονε κάθε φορά που την άγγιζε έστω και τυχαία κάποιος αρσενικός. Η Πέπερ δεν ήταν ανόητη. Καταλάβαινε γιατί ένιωθε έτσι όπως ένιωθε. Καταλάβαινε ακόμα ότι υπήρχαν τρόποι να ξεπεράσει το πρόβλημά της. Κάποιος γνωστός κι ακριβός ψυχαναλυτής ίσως τη βοηθούσε. Στο βάθος όμως της καρδιάς της ήξερε πως ούτε όλοι οι ψυχαναλυτές του κόσμου δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τη ζημιά που της είχε κάνει ο Σάιμον Χάρις. Θα κουβαλούσε ισόβια αυτό το τραύμα· και κάτι μέσα της της έλεγε ότι ίσως τελικά το άξιζε, αν και δεν ήξερε γιατί. , Όπως δεν ήξερε γιατί δε διέκοπτε κάθε επαφή με τη Μαίρη και τον Φίλιπ. Στο κάτω κάτω, τώρα δεν τους χρειαζόταν. Εκείνη ζού-σε τη ζωή της κι αυτοί τη δική τους· δεν είχαν πλέον τίποτα κοινό. Εκτός από τονΌλιβερ... Η Μαίρη την ενημέρωνε τακτικά για τον μικρό με μακροσκελή γράμματα και φωτογραφίες. Η Μαίρη δε θα την άφηνε ποτέ να ξεκόψει κι ενώ η Πέπερ κατά ένα μέρος δυσανασχετούσε, κάπου μέσα της αγαλλίαζε γι’ αυτό. Βρισκόταν ενάμιση μήνα στο Λονδίνο και δούλευε σκυλίσια για να δημιουργήσει το δίκτυο επαφών που της ανέθεσε ο Βίκτορ, όταν της πέρασε για πρώτη φορά η ιδέα ότι ίσως είχε βρει το δρόμο που ήθελε ν’ ακολουθήσει στη ζωή. Ο Βίκτορ ασχολιόταν κυρίως με το τένις και το μπέιζμπολ. Η Πέπερ είχε ραντεβού μ’ ένα νέο ανερχόμενο βιομήχανο αθλητικών ειδών, που ετοιμαζόταν να λανσάρει μια καινούρια πανάκριβη σειρά ενδυμασιών τένις και ήθελε κάποιο γνωστό πρωταθλητή για να τη διαφημίσει. Η Πέπερ είχε ακούσει γι’ αυτή τη βιομηχανία μέσω μιας από τις πολλές διασυνδέσεις της και καθώς πήγαινε στο πρωινό ραντεβού της με το διευθυντή πωλήσεων γυρόφερνε στο μυαλό της όλα όσα ήξερε. Το αφεντικό ήταν ένας νέος, φοβερά δυναμικός, που είχε πάρει τη βιομηχανία αθλητικών ειδών σαν τμήμα του πακέτου μιας μεγαλύτερης συμφωνίας. Τώρα προσπαθούσε ν’ ανανεώσει ριζικά τη δημόσια εικόνα της επιχείρησης και η Πέπερ ήλπιζε να τον πείσει να προτιμήσει ένα νεαρό αλλά πολλά υποσχόμενο τενίστα, που τον είχε καιρό στο μάτι και πίστευε ότι ήταν ο ιδανικός υποψήφιος για να συνδέσει τ’ όνομά του με τα καινούρια προϊόντα. Καθώς οδηγούσε, έκανε μια νοερή ανασκόπηση όλων όσα ήξερε για τη βιομηχανία και το αφεντικό της. Ο Νικ Χάουαρθ ήταν τριάντα ετών. Στα δεκαοχτώ είχε κληρονομήσει μια μικρή επιχείρηση επεξεργασίας χρησιμοποιημένων μετάλλων και μέσα σε δώδεκα χρόνια κατάφερε να στήσει μια τεράστια οικονομική αυτοκρατορία. Είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Κρατούσε ακόμα επαφή με τον Άλαστερ Κεντ, που της ήταν τόσο ευγνώμων για τη στάση της στο θέμα του Νιλ, ώστε την τροφοδοτούσε με τις πιο απίθανες πληροφορίες που θα μπορούσαν πιθανόν να της χρησιμεύσουν. Ο Άλαστερ με τον καιρό είχε μάθει όχι μόνο να τη θαυμάζει, αλλά και να τη συμπαθεί. Η κοπέλα αυτή είχε μια έμφυτη αξιοπρέπεια που δεν επηρεάστηκε στο ελάχιστο κατά την παραμονή της στη Νέα Υόρκη. Στην Αμερική λατρεύουν τη δύναμη και το χρήμα, αλλά η Πέπερ δεν υπέκυψε στις σειρήνες του Νέου Κόσμου. Παρέμενε πάντα η ψυχρή, αυτοκυριαρχημένη νέα γυναίκα που τόσο τον είχε ταράξει κάποτε. Στο πρόσωπο του Νικ Χάουαρθ η Πέπερ αναγνώρισε ευθύς μια αδελφή ψυχή. Ήταν επικίνδυνα ελκυστικός, με αχυρόχρωμα μαλλιά και παγερά πράσινα μάτια, ψηλός και λεπτός, σέξι κι αισθησιακός μ’ ένα δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Ακόμα και η Πέπερ επηρεάστηκε από το σεξαπίλ του, που συγκάλυπταν και υπογράμμιζαν ταυτόχρονα το κλασικό κοστούμι και το χιονάτο πουκάμισο. Να ένας άντρας που του αρέσει να κρύβει τον πραγματικό του εαυτό πίσω από προσωπείο, που είναι άσος στην τέχνη να καμου-φλάρεται στο περιβάλλον του, σκέφτηκε μόλις τον αντίκρισε. Τι μπορεί να θέλει από τη ζωή που να μην το έχει ήδη; αναρωτήθηκε συλλογισμένη. Στη Νέα Υόρκη η Πέπερ είχε μάθει ότι κινητήρια δύναμη της οικονομίας είναι η λαχτάρα ν’ αυξήσεις τα κέρδη σου κι όταν δεν υπάρχουν αντικειμενικές ανάγκες... ε, τότε «κατασκευάζονται».


Τι θέλει αυτός ο άντρας; αναρωτήθηκε καθώς του χαμογελούσε γλυκά. Πάνω στο γραφείο του είδε την αναφορά με τις προτάσεις της. Ο Νικ Χάουαρθ της ανταπέδωσε το χαμόγελο με τον ίδιο γλυκό, αλεπουδίσιο τρόπο. «Διάβασα την αναφορά σας και οφείλω να ομολογήσω ότι είναι πολύ πειστική», της είπε. «Ωστόσο δεν είναι κάπως παρακινδυνευμένο να χρησιμοποιήσουμε ένα νέο και σχετικά άγνωστο αθλητή; Μήπως θα ήταν καλύτερα να βρούμε κάποιον καταξιωμένο;» Η Πέπερ κατάλαβε ότι προσπαθούσε να της προκαλέσει αμηχανία για να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα. «Εννοείτε κάποιον του αθλητικού κατεστημένου;» τον ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. Της είχε κάνει σαφές ότι ήθελε για την εταιρεία του ένα πρωτοποριακό, σύγχρονο πρόσωπο. Τον είδε να κατσουφιάζει κι έκρυψε το χαμόγελό της. Είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο αλλά όχι το παιχνίδι. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να έχετε δίκιο. Αλλά αυτός ο νεαρός...» Έριξε μια ματιά στην αναφορά της. «...ο Τόνι Ρίτσμοντ, φαίνεται να έχει μέλλον, όμως είναι μόλις δεκάξι χρονών. Πώς είμαστε σίγουροι ότι θα εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει αυτή τη στιγμή;» «Πώς είμαστε σίγουροι, κύριε Χάουαρθ, ότι θα εκπληρώσετε εσείς τις δικές σας;» τον ρώτησε ψυχρά. «Δουλειά μου είναι ν’ αναγνωρίζω το είδος εκείνο της φιλοδοξίας που οδηγεί στην επιτυχία, όχι στην αποτυχία. Γι’ αυτό άλλωστε με διάλεξε ο Βίκτορ Ορ-λάντο να στήσω το παράρτημα στην Αγγλία». «Χμ... αναρωτιόμουν και γι’ αυτό. Εσείς βγάζετε τη δουλειά κι ο Βίκτορ δρέπει τους καρπούς της». Του χαμογέλασε, αρνούμενη να παρασυρθεί σε τέτοια κουβέντα. «Έχω ένα άλλο ραντεβού». Κοίταξε το ρολόι της. «Φαίνεται ότι η πρότασή μου είναι υπερβολικά ριζοσπαστική... ριψοκίνδυνη για σας». Κατάλαβε ότι τον ενόχλησε το σχόλιό της. Επίτηδες του το πέ-ταξε. Ήξερε ότι καυχιόταν για το νεωτεριστικό πνεύμα και τις πρωτοποριακές ιδέες του. «Θέλετε να το σκεφτείτε λίγο και να το ξανασυζητήσουμε;» Σηκώθηκε, έτοιμη να φύγει. «Είστε ελεύθερη το Σαββατοκύριακο;» τη ρώτησε απροσδόκητα και η Πέπερ πάγωσε. Συνήθως περίμεναν λίγο πριν της κάνουν προτάσεις, αλλά ο Νικ Χάουαρθ είχε τη φήμη ανθρώπου που δε χάνει το χρόνο του. «Είμαι καλεσμένη στο Ουίνδσορ», απάντησε με ειλικρίνεια. «Ο άντρας μιας φίλης μου παίζει πόλο και με κάλεσαν για το Σαββατοκύριακο». Έλεγε αλήθεια. Η νιόπαντρη Ιζαμπέλ, έγκυος και βαριεστημέ-νη, είχε απαιτήσει τη συντροφιά της και η Πέπερ δε βρήκε κάποια πειστική δικαιολογία για ν’ αρνηθεί. «Πόλο;» απόρησε ο Νικ. «Ξέρετε, το παιχνίδι των βασιλέων», αστειεύτηκε η Πέπερ κι εκείνος την περιεργάστηκε επίμονα. Όλες οι αισθήσεις της τέθηκαν σ’ επιφυλακή. Μήπως χωρίς να το καταλάβει της είχε αποκα-λύψει την αχίλλειο πτέρνα του; Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πρόσθε-σε: «Αν θέλετε, μπορείτε να έρθετε κι εσείς. Είμαι σίγουρη ότι η φίλη μου δε θα έχει καμιά αντίρρηση». Και σταύρωσε παιδιάστικα τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη. Ρισκάριζε στηριγμένη μόνο στο ένστικτο, πράγμα που πολύ σπάνια έκανε.


«Βλέπω ότι, παρ’ όλο που είστε εργαζόμενη κοπέλα, κινείστε σε πολύ υψηλούς κύκλους. Το πόλο είναι σπορ του κατεστημένου». Ο Νικ Χάουαρθ γέλασε, αλλά στα μάτια του δεν υπήρχε καμιά χαρά. Η Πέπερ σκέφτηκε ότι είχε δίκιο και τη διαπέρασε ένα ρίγος ενθουσιασμού. Να ένας άνθρωπος ζάπλουτος και πετυχημένος που ήθελε κάτι το οποίο δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει. Η αδρεναλίνη της ανέβηκε στα ύψη. Ίσως κατάφερνε τελικά να τον πείσει να δεχτεί τα σχέδιά της. Αν... «Η Ιζαμπέλ κι εγώ ήμαστε συμφοιτήτριες στο κολέγιο, στην Οξφόρδη. Ίσως γνωρίζετε τον πατέρα της. Είναι ο Άλαστερ Κεντ». «Αυτός που παίζει στην ομάδα του δούκα του Ρέινκουρτ;» α-ποκρίθηκε ο Νικ Χάουαρθ, αποκαλύπτοντάς της άθελά του αυτό που ήθελε να μάθει. Μόνο κάποιος που έχει πάθος με το πόλο θα περιέγραφε με αυτό τον τρόπο τον πατέρα της Ιζαμπέλ -κι όταν μάλιστα από αυτό τον κάποιο θα περίμενες λογικά ένα σχόλιο του τύπου: «Α, ναι, ο τραπεζίτης... τον ξέρω». «Τώρα πρέπει να πηγαίνω. Αν αποφασίσετε να έρθετε, κάντε μου ένα τηλεφώνημα. Τον αριθμό μου τον έχετε». Ήταν πολύ προσεκτικός κι έμπειρος για να δεσμευτεί αμέσως. Αν είχε δεχτεί εκείνη τη στιγμή, η Πέπερ.θ’ απογοητευόταν. Επι-στρέφοντας στο Αονδίνο, αναρωτιόταν αν θα τσιμπούσε το δόλωμα. Αν τον είχε κρίνει σωστά... αν... Τόσα αν... αλλά η ζωή είναι γεμάτη «αν» -σωστά; Ο Νικ της τηλεφώνησε αργά την Παρασκευή το απόγευμα, ενώ ετοιμαζόταν να φύγει από το γραφείο. Η φωνή του ήταν ήρεμη, δίχως ίχνος ενθουσιασμού. «Αν ισχύει ακόμα η προσφορά για το Σάββατο, ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να συζητήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες το σχέδιό σου. Την Κυριακή το πρωί φεύγω για Παρίσι και θα κάνω κάμποσες μέρες να γυρίσω». Η Πέπερ δέχτηκε τη δικαιολογία του, αν και δεν την πίστεψε. Η Ιζαμπέλ κι ο Τζέρεμι είχαν αγοράσει πρόσφατα ένα σπίτι κοντά στο Ουίνδσορ. Του έδωσε οδηγίες να το βρει και μετά τηλεφώνησε στη φίλη της. Η Ιζαμπέλ, καλόβολη όπως πάντα, δεν έφερε καμιά αντίρρηση όταν της είπε η Πέπερ ότι θα ερχόταν με παρέα. Όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Ο Νικ Χάουαρθ απορροφήθηκε τελείως από το παιχνίδι του πόλο. Η Πέπερ είχε βρει το κουμπί του, και μάλιστα κατά τύχη. Τώρα είχε μεγάλες πιθανότητες να τον πείσει να συμφωνήσει με τα σχέδιά της. Πριν από λίγες μέρες η Ιζαμπελ ανέφερε τυχαία ότι ένας φίλος του Τζέρεμι, πρώην παίκτης της ομάδας της ανακτορικής φρουράς, ήθελε να φτιάξει μια καινούρια ομάδα, αλλά δεν μπορούσε να βρει αρκετούς πλούσιους παίκτες ώστε να τη συγκροτήσει πλήρως. Ο Νικ έφυγε το βράδυ κι έτσι η Πέπερ βρήκε την ευκαιρία, στο τραπέζι του δείπνου, να σφυρίξει στον Τζέρεμι ότι κάποιος φίλος της ίσως ενδιαφερόταν να μπει στην ομάδα και να καλύψει ένα μεγάλο μέρος από τα λειτουργικά της έξοδα. «Πράγματι, το οικονομικό δημιουργεί αξεπέραστες δυσκολίες», ομολόγησε ο άντρας της φίλης της. «Δυστυχώς, δεν υπάρχουν τα κατάλληλα άτομα να υποστηρίξουν την καινούρια ομάδα». «Γιατί λοιπόν να μην πάρετε κάποιον που είναι σε θέση να καλύψει τα έξοδα;» τον πίεσε η Πέπερ. «Εξαρτάται από το ποιος είναι αυτός ο κάποιος». Ο Τζέρεμι ήταν πολύ εύστροφος όταν ήθελε. «Τώρα συζητάμε γενικά ή έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου;» Η Πέπερ πήρε βαθιά ανάσα. «Σκεφτόμουν τον Νικ Χάουαρθ...» Ακολούθησε μια παρατεταμένη παύση και μετά ο Τζέρεμι είπε σκεφτικά: «Χμ, είναι εντάξει άνθρωπος... Βέβαια, δεν ανήκει στον κύκλο μας, αλλά θα μπορούσα να το συζητήσω με τους άλλους...» Ύστερα από μια βδομάδα η Πέπερ τηλεφώνησε στον Νικ και του ζήτησε να τον δει. Βγήκαν για φαγητό και του ανήγγειλε ότι εκτός από την πρόταση να γίνει σπόνσορας του νεαρού τενίστα είχε και μια άλλη να του κάνει. Πώς 0α του φαινόταν ν’ αναλάβει τη χρηματοδότηση μιας νεοσύστατης ομάδας πόλο; «Τα μέλη της ανήκαν στην ανακτορική φρουρά. Ψάχνουν ανθρώπους να συμπληρώσουν την ομάδα και...» Σταμάτησε σκόπιμα θέλοντας να επιτείνει την αγωνία του. «...ίσως τους ενδιέφερε κάποιος που έχει τη δυνατότητα να τους χρηματοδοτήσει, διακριτικά φυσικά...»


Ο Νικ Χάουαρθ κατάλαβε πως είχε βρει το δάσκαλό του. «Πόσα; Κι εσύ τι θα κερδίσεις;» τη ρώτησε ευθέως. Η Πέπερ ανέφερε ένα ποσό, που ο Νικ το άκουσε χωρίς να παίξει τα βλέφαρα, και πρόσθεσε ψυχρά: «Και φυσικά θα γίνεις σπόνσορας του τενίστα μου». Εκείνος συνοφρυώθηκε και για μια στιγμή η Πέπερ φοβήθηκε ότι θ’ αρνιόταν. «Αυτό είναι όλο;» είπε τέλος ο Νικ. «Κι εσύ δε θέλεις τίποτα; Ένα μικρό “δωράκΓ... για τη μεσολάβησή σου;» Η κοπέλα τον κοίταξε παγερά. «Εγώ δεν κάνω έτσι τις δουλειές μου». «Τότε, παραβιάζεις τη γραμμή του εργοδότη σου», της είπε με ειλικρίνεια. «Κοίτα, Πέπερ, θα σου δώσω μια συμβουλή. Ο Ορλά-ντο θα σε ξεζουμίσει και μετά θα σε πετάξει σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Μην έχεις αυταπάτες γι’ αυτό τον άνθρωπο, γιατί θα προσγειωθείς ανώμαλα». Έκανε παύση για μια στιγμή. «Σκέφτη-κες ποτέ να δουλέψεις μόνη;» Είδε το ύφος της και χαμογέλασε. «Αχά! Τώρα βρήκα εγώ τι θες εσύ», είπε σιγανά. Κι έτσι άρχισε. Η Πέπερ δε χρωστούσε τίποτα στον Βίκτορ. Απλώς τον ενημέρωσε και ξεκίνησε δική της δουλειά. Οι πρώτες της συμφωνίες ήταν μεταξύ του νεαρού τενίστα και του Νικ Χάουαρθ και του Νικ Χάουαρθ και της ομάδας πόλο. Τα ποσοστά της μόνο από αυτές τις δύο συμφωνίες ήταν ένα ποσό που δε θα είχε κερδίσει ούτε με δέκα χρόνια δουλειά στον Βίκτορ. Ο Βίκτορ έγινε πυρ και μανία. Την κατηγόρησε με συνεντεύξεις στον αθλητικό Τύπο, αλλά τελικά της βγήκε σε καλό. Η δημοσιότητα μεγάλωσε τη φήμη της. Θεωρήθηκε πολύ καπάτσα αφού κατάφερε να τη φέρει στον Βίκτορ Ορλάντο. Έτσι, σ’ εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα, οι σταρ του αθλητισμού άρχισαν να πηγαίνουν στην Πέπερ αντί να γίνεται το αντίστροφο. Βρέθηκε με το ένα πόδι στην επιτυχία και για προδτη φορά μπόρεσε ν’ ασχοληθεί με κάτι άλλο: τον Σάιμον Χάρις και την εκδίκησή της. Πρώτ’ απ’ όλα επισήμανε με διακριτικές ερωτήσεις τον καλύτερο ιδιωτικό ντετέκτιβ του Λονδίνου. Ένας άντρας σαν τον Σάιμον Χάρις, που ηδονιζόταν κακοπριώ-ντας άγρια τους άλλους, δε θα σταματούσε σ’ ένα μόνο βιασμό. Ω, όχι... αργά ή γρήγορα θα υπέκυπτε πάλι στον πειρασμό και τότε... Η Πέπερ είχε γαϊδουρινή υπομονή... Θα περίμενε όσο χρειαζόταν.

15 ΟΜάιλς κοίταξε βαθιά συλλογισμένος την αναφορά του ντετέκτιβ πάνω στο γραφείο του. Ίσως δεν ήταν τόσο λεπτομερής όσο οι φάκελοι της Πέπερ, αλλά περιείχε αρκετές πληροφορίες για να καταλάβει πως οι απειλές της δεν ήταν κούφια λόγια. Η πρόοδος που είχε σημειώσει αυτή η κοπέλα από την εποχή της Οξφόρδης ήταν πράγματι εντυπωσιακή. Όλο αυτό το διάστημα, στη θύμηση αυτού που της έκαναν τον κυρίευε οργή και οίκτος. Τώρα προστέθηκε ο θαυμασμός... και κάτι παραπάνω... Μια περηφάνια, μια αίσθηση συντροφικότητας που ξεκινούσε από το γεγονός ότι η Πέπερ, όπως κι αυτός, παρά τις αντίξοες συνθήκες, κατάφερε να φτάσει στην επιτυχία. Το έντονο ενδιαφέρον του για την προσωπικότητά της είχε μια λογική βάση: ήταν και οι δυο ορφανοί· πέρασαν και οι δυο σκληρά παιδικά χρόνια· είχαν και οι δυο την τύχη να παρουσιαστεί στο δρόμο τους κάποια ευγενική ψυχή που τους βοήθησε, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ξεφύγουν από το περιθώριο της κοινωνίας και να γίνουν κάποιοι. Ο Μάιλς, ωστόσο, δε βιάστηκε άγρια στα δεκαεφτά. Σαν δικηγόρος είχε αναλάβει αρκετές υποθέσεις βιασμού και πίστευε ότι είχε σκληρύνει αρκετά ώστε να μην παρασύρεται από συναισθηματισμούς, αλλά να κρίνει με ψυχρή λογική τα γεγονότα.


Θυμόταν την πρώτη του υπόθεση βιασμού, όταν ήταν ακόμα ασκούμενος. Η γυναίκα ήταν γύρω στα τριάντα, μια περίπτωση τελείως διαφορετική από της Πέπερ, ωστόσο, εκείνος θυμήθηκε το κακοποιημένο κορμί της Πέπερ, τα τρομοκρατημένα της μάτια... Η ύπαρξή της είχε ποτίσει το πετσί του χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει ως τώρα. Ποτέ δεν την ξέχασε και ίσως το δράμα της είχε επηρεάσει υποσυνείδητα τη στάση του απέναντι στις γυναίκες... Του προξενούσε φρίκη η σκέψη ότι θα μπορούσε να πληγώσει κάποια, είτε σωματικά είτε ψυχικά, και ίσως ήταν αυτός ο λόγος που απέφευγε τους σοβαρούς δεσμούς. Ποτέ δεν αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι σε μια γυναίκα. Πάντα υπήρχαν μέσα του αναστολές, όπως και στην Πέπερ. Ο Μάιλς αναδεύτηκε νευρικά στην καρέκλα του. Έπρεπε ν’ αξιολογήσει ψυχρά και λογικά την κατάσταση, όχι να παρασύρεται από συναισθηματισμούς. Ωστόσο δεν μπορούσε να πάψει να τη σκέφτεται- να σκέφτεται πόσο ολοφάνερη ήταν για κείνον η ευαισθησία της και πόσο κρυμμένη για όλους τους άλλους. Από τη στιγμή που την είδε στο γραφείο της και τους έδωσε το τελεσίγραφό της, του γεννήθηκε ακαταμάχητη η διάθεση να την προστατεύσει- να τη φροντίσει και να της δείξει πως δεν είχε τίποτα να φοβάται από κείνον. Κι άλλες φορές είχε ποθήσει γυναίκες, αλλά ποτέ έτσι. Θαύμαζε τις γυναίκες που πετύχαιναν με το σπαθί τους στη ζωή, τις ανεξάρτητες, τις δύσκολες, που μπορούσαν να ικανοποιήσουν όχι μόνο το σώμα αλλά και το πνεύμα του, και ποτέ, μ’ εξαίρεση την Α-μάντα, δεν ένιωσε προστατευτικά απέναντι τους. Η Πέπερ άγγιξε όμως την πιο ευαίσθητη χορδή του, τα πιο βαθιά του αισθήματα. Ήταν λες και μέσα του ήξερε πως θα ξανασυναντηθούν και θα γίνει αναπόσπαστο μέρος της ζωής του. Ήθελε να πάει να τη βρει και να την ικετεύσει ν’ αποσύρει το τελεσίγραφό της, να της δώσει να καταλάβει πόσο κινδύνευε από τον Σάιμον Χάρις. Εκείνη όμως δε θα τον άκουγε, δε θα τον πίστευε. Αγανακτούσε που δεν μπορούσε να της μιλήσει, να της δείξει... τι; ρώτησε εκνευρισμένος τον εαυτό του. Πόσο την ήθελε; Τότε ήταν που θα τον έδιωχνε με τις κλοτσιές! Από τη στιγμή που εκτόξευσε τις απειλές της, ο Μάιλς ενήργη-σε αυθόρμητα, κάνοντας το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό για να την προστατεύσει. Θα έπιανε; Ίσως... αν κατάφερνε να πείσει τον κόσμο ότι ήταν εραστές. Η σκέψη αυτή έφερε πάλι στο μυαλό του το πρόβλημα που λεγόταν Σάιμον Χάρις. Του Σάιμον δεν του άρεσε που ανέλαβε ο Μάιλς την πρωτοβουλία. Ποτέ του δεν τον χώνεψε, ποτέ του δεν τον εμπιστεύτηκε... το διάβαζε στα μάτια του. Ο Χάρις θα έλεγχε κάθε κίνησή του, ήταν σίγουρος. Όχι, η Πέπερ, για το καλό της, έπρεπε να συνεχίσει να πιστεύει ότι ήταν κι αυτός συνεργός στο βιασμό της. Ο Μάιλς υποψιαζόταν ότι η κοπέλα δεν είχε συναίσθηση του πόσο επικίνδυνος ήταν ο Σάιμον Χάρις... Κατσούφιασε κι έπιασε την αναφορά για τον Χάρις. Βέβαια η Πέπερ ήξερε πως ήταν βίαιο άτομο. Αθελά του ξανάφερε στο μυαλό του με κάθε λεπτομέρεια τη σκηνή στο δωμάτιό του, τη νύχτα που τη βίασε ο Σάιμον. Ναι, δεν την αδικούσε που γύρευε εκδίκηση... Ο Ρίτσαρντ κι ο Άλεξ δεν τον απασχολούσαν, ήταν απλά πιόνια και δεν αντιπροσώπευαν καμιά απειλή για την Πέπερ. Ενώ ο Σάιμον Χάρις... Ο ντετέκτιβ είχε προσθέσει μια χειρόγραφη σημείωση στην αναφορά για τον Χάρις και ο Μάιλς την ξαναδιάβασε στοχαστικά. Ο Χάρις είχε γυρίσει από το πατρικό του στην Κάμπρια χωρίς τη γυναίκα και τα παιδιά του. Το προσωπικό του σπιτιού στο Λονδίνο δεν είχε δει την Ελίζαμπεθ Χάρις και τα δυο παιδιά από το απόγευμα που έφυγαν να τον συναντήσουν στην Κάμπρια. Ήταν φανερό ότι τον εγκατέλειψε, αλλά γιατί; Και γιατί ο Χάρις δεν επιδίωξε ν’ αναλάβει την κηδεμονία των παιδιών του; Ένας άντρας με τη δική του αδηφάγο φιλοδοξία σίγουρα αντιλαμβανόταν ότι ευνοούσε τη δημόσια εικόνα του να εμφανίζεται σαν φιλόστοργος πατέρας, και μάλιστα τη στιγμή που ήταν η Ελίζαμπεθ αυτή που τον είχε εγκαταλείψει. Ο ντετέκτιβ τον πληροφόρησε ότι δεν είχε πάει στους γονείς της, στη Βοστόνη. Ο Μάιλς έγειρε πίσω στην καρέκλα, διώχνοντας από το μυαλό του την Ελίζαμπεθ Χάρις και συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του στην Πέπερ. Από την πείρα του ως δικηγόρου ήξερε ότι υπάρχουν άντρες, καθ’ όλα έντιμοι και σωστοί, που πιστεύουν καλόπιστα ότι καμιά γυναίκα δεν πέφτει θύμα βιασμού αν δεν πηγαίνει γυρεύοντας. Ο ίδιος όμως είχε έρθει τόσες φορές αντιμέτωπος με τη σεξουαλική βία, ώστε δεν έτρεφε αυταπάτες. Ωστόσο, υπήρχε κάτι στη σύντομη αναφορά που τον ανησυχούσε...


Είχε υπόψη του τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του Σάιμον Χάρις, αλλά δεν τις έπαιρνε στα σοβαρά, θεωρώντας τες σαν συνηθισμένες νεανικές τρέλες. Ο Χάρις δεν ήταν ο μοναδικός φοιτητής που, αφού γνώρισε παρόμοιες εμπειρίες, απέκτησε στη συνέχεια σύζυγο και παιδιά. Ωστόσο αυτή η παρατήρηση για μικρά αγόρια, που τα «ψώνιζε» στο δρόμο και μετά τα εγκατέλειπε μισοπεθαμένα... Δεν υπήρχαν αποδείξεις, ήταν απλώς ένα σχόλιο, αλλά ο Μάιλς, ως δικηγόρος, ήξερε πως υπάρχουν πολλοί ευυπόληπτοι άντρες με φοβερά μυστικά στην προσωπική τους ζωή. Είχε δει το σοκ και το μίσος στα μάτια του Σάιμον όταν η Πέ-περ τους έδωσε το τελεσίγραφο. Δεν είχε αυταπάτες. Ήξερε πως, αν μπορούσε ο Χάρις, θα την είχε στραγγαλίσει εκείνη τη στιγμή με τα ίδια του τα χέρια. Από την πείρα του στη ζωή καταλάβαινε ότι, στην περίπτωση του Σάιμον Χάρις, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ λογικής και τρέλας ήταν εξαιρετικά εύθραυστη και λεπτή. Η κτηνώδης βία που είχε ασκήσει στην Πέπερ ήταν αλάθητο σημάδι παραφροσύνης. Αν μπορούσε να το αποδείξει, να τον βγάλει φρενοβλαβή... Όμως, όχι, δεν ήταν αυτή η λύση. Το καλύτερο θα ήταν ν’ αδιαφορήσει, να μην μπλέξει. Ακόμα κι αν αποκάλυπτε την αλήθεια η Πέπερ, η δική του καριέρα δεν ε-πρόκειτο να επηρεαστεί σοβαρά. Βρισκόταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους άλλους. Μπορούσε να στρέψει τη ράχη και να συνεχίσει το δρόμο του. Ήξερε όμως ότι δε θα το έκανε. Έπρεπε να το παραδεχτεί -αυτή η γυναίκα τον τραβούσε όπως η φλόγα την πεταλούδα. Τον τραβούσε τόσο πολύ, που άρχιζε ν’ ανησυχεί... Τη θαύμαζε για τη δύναμη και τη γενναιότητά της. Δυστυχώς όμως δεν καταλάβαινε σε τι κίνδυνο έβαζε τον εαυτό της. Αν δεν επενέβαινε ο ίδιος να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ποιος ξέρει ως πού θα έφτανε ο Χάρις... Ίσως μέχρι το φόνο. Και ίσως όχι για πρώτη φορά. Μετά το θάνατο του Τιμ Γουάιλντινγκ, κυκλοφόρησαν διάφορα σχόλια στην Οξφόρδη -διάφορα μακάβρια χωρατά από αυτά που συνηθίζουν οι τελειόφοιτοι. Τότε τα είχε αγνοήσει θεωρώντας τα απλά κουτσομπολιά. Τώρα όμως... τώρα δεν αμφέβαλλε ότι ο Χάρις, με άγνωστο τρόπο, κρατούσε τους άλλους δυο στο χέρι. Τους παρατηρούσε προσεκτικά και δεν του διέφυγε πώς τον άφησαν να πάρει τα ηνία. Ο Άλεξ Μπάρνετ... εντάξει... ποτέ δεν υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός. Αλλά ο Ρίτσαρντ Χάουελ;... Φυσικά, αυτό δεν άλλαζε την αντικειμενική κατάσταση, αλλά θα είχε ενδιαφέρον ν’ ανακαλύψει πώς κρατούσε ο Χάρις τους άλλους δυο στο χέρι. Το «δικηγορικό» μυαλό του απεχθανόταν τα κενά. Κοίταξε το σημειωματάριό του και τηλεφώνησε στο γραφείο του. Δεν είχε μαθημένους τους υπαλλήλους του ν’ ακυρώνει ραντεβού, και μάλιστα την τελευταία στιγμή. Ο Μάιλς χαμογέλασε ειρωνικά ακούγοντας την αποδοκιμαστική φωνή της γραμματέως του. Αφού κανόνισε να έχει ελεύθερη όλη τη βδομάδα, άρχισε να σκέφτεται πώς θα την αξιοποιήσει. Ο χρόνος τον βίαζε. Ο Χάρις σε λίγο θ’ άρχιζε ν’ αδημονεί. Αλλά, ακόμα κι αν προειδοποιούσε την Πέπερ Μινέσε για τον κίνδυνο που διέτρεχε, αμφέβαλλε αν εκείνη θα έδινε βάση στα λόγια του. Ετοίμασε μια μικρή βαλίτσα κι έκλεισε δωμάτιο σ’ ένα ξενοδοχείο στα περίχωρα της Οξφόρδης. Είχε φίλους στην περιοχή τους οποίους θα μπορούσε να επισκεφθεί -μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Εκεί έμενε κι ένας αναδεξιμιός του που είχε να τον δει από τη μέρα που τον βάφτισε· κι αν πήγαιναν όλα σύμφωνα με τα σχέδιά του, θα προλάβαινε να πεταχτεί μέχρι το σπίτι του ευεργέτη του στην επιστροφή. Ο κληρονόμος του συνταγματάρχη Γουάιτγκεϊτ κάποια στιγμή έβγαλε στο σφυρί το αρχοντικό. Μόλις το έμαθε ο Μάιλς, βοήθησε να συγκεντρωθούν τα χρήματα για ν’ αγοραστεί και να γίνει ίδρυμα για διανοητικώς καθυστερημένα παιδιά. Όταν βρισκόταν στην περιοχή, φρόντιζε να περνά από κει και να επισκέπτεται επίσης το ορφανοτροφείο όπου είχε μεγαλώσει. Τα πράγματα είχαν αλλάξει από την εποχή του, αλλά τα παιδιά εξακολουθούσαν να νιώθουν έντονη μοναξιά κι ο Μάιλς ήξερε πως καμιά κοινωνική πρόνοια δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ήταν ένα βάρος που θα κουβαλούσαν σε όλη τους τη ζωή. Κάτι που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουν μόνοι τους, όπως έκανε κι εκείνος.


Θα έρχονταν στιγμές που αυτά τα παιδιά, όπως κι εκείνος, θα λαχταρούσαν απελπισμένα μια οικογένειά· θα ρωτούσαν τι είχαν φταίξει και τα έκλεισαν εκεί μέσα. Ήλπιζε όμως ότι, όπως κι αυτός, με το πέρασμα του χρόνου θ’ ανέπτυσσαν αρκετή αυτοπεποίθηση για να καταλάβουν ότι το φταίξιμο δεν ήταν δικό τους. Υπήρξαν στιγμές που ο ίδιος είχε μπει στον πειρασμό ν’ αναζητήσει τους γονείς του· ωστόσο είχε δει αρκετές φορές τ’ αποτελέσματα τέτοιων ψυχοφθόρων βασανιστικών ερευνών και ήξερε πως δε λύνονται έτσι τα προβλήματα που δημιουργούνται σ’ ένα παιδί που μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο. Ομολογούσε ότι ο ίδιος στάθηκε τυχερός. Είχε βρει τη δύναμη ν’ αφήσει πίσω του το παρελθόν και ν’ ατενίσει το μέλλον. Πολλοί άλλοι δεν τα κατάφεραν... Ήξερε τι προκάλεσε αυτή την ενδοσκόπηση. Ξανακοίταξε τις δυο πυκνογραμμένες σελίδες. Ήταν το ντοσιέ με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει για την Πέπερ. Ένα γεγονός τράβηξε την προσοχή του. Την εποχή που έμενε με τους Σιμς, η Μαίρη Σιμς γέννησε ένα αγοράκι. Μήπως γινόταν υπερβολικά καχύποπτος; Τόσο απίθανο ήταν να μείνει έγκυος μια γυναίκα σαράντα χρο-νών και ν’ αποκτήσει επιτέλους παιδί ύστερα από δεκαπέντε χρόνια γάμου; Κι όμως, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, το μωρό γεννήθηκε περίπου εννιά μήνες μετά το βιασμό της Πέπερ. Ήταν σύμπτωση ή... Ένιωθε στο κεφάλι του τα πρώτα συμπτώματα της ημικρανίας· από την υπερένταση... από τις άγρυπνες νύχτες... Για πρώτη φορά η παρέλαση τόσων διαφορετικών γυναικών από τη ζωή του του φάνηκε κουραστική. Πάντα απέφευγε συνειδητά το γάμο. Συχνά έλεγε στον εαυτό του πως αυτός δεν ήταν πλασμένος για μόνιμες σχέσεις. Προσπαθούσε να βάλει τον εαυτό του στη θέση της Πέπερ... να φανταστεί πώς νιώθει κανείς όταν είναι δεκαεφτά χρο-νών κι ολομόναχος στον κόσμο. Οι Σιμς την περιμάζεψαν. Μήπως από ευγνωμοσύνη τους έδωσε... το παιδί της; Σκέφτηκε την ψυχρή, αυτοκυριαρχημένη γυναίκα που τους δέχτηκε στο γραφείο της κι απέρριψε αυτό το ενδεχόμενο. Όχι, ήταν κάτι που δεν ταίριαζε διόλου στο χαρακτήρα της. Έβγαζε αυθαίρετα συμπεράσματα. Αλλά ποια ήταν τα σωστά; Κι αν η Πέπερ γέννησε πράγματι το παιδί του Σάιμον Χάρις; Σκέφτηκε τι βαριά κληρονομιά θα σκίαζε το μέλλον ενός παιδιού που η σύλληψή του έγινε κάτω από αυτές τις συνθήκες και παραδέχτηκε, όχι για πρώτη φορά, πως σε ορισμένες περιπτώσεις είναι προς το συμφέρον του παιδιού να μη γνωρίσει ποτέ τους φυσικούς γονείς του. Ήταν μια σκέψη δυσάρεστη κι ενοχλητική που βιάστηκε να την παραμερίσει. Το ένστικτό του -και ήταν από τους λίγους ανθρώπους που δεν έπαιρναν αψήφιστα το ένστικτό τους- τον προειδοποιούσε ότι η Πέπερ Μινέσε διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο. Πώς να την απομακρύνει όμως χωρίς να κινήσει τις υποψίες του Χάρις; Γιατί ο Χάρις ήταν φοβερά καχύποπτος... Κι ενοχλήθηκε που ανέλαβε κάποιος άλλος την πρωτοβουλία. Ο Σάιμον Χάρις βρισκόταν σε μια καμπή της ζωής του που θα τον οδηγούσε στον ανώτατο θώκο, στην κορυφή της εξουσίαςή έτσι πίστευε. Η Πέπερ έμπαινε εμπόδιο στο δρόμο του κι αυτός, σε πρώτη ευκαιρία, θα την έλιωνε χωρίς να συνειδητοποιεί ότι μπορούσε να τον συμπαρασύρει στην καταστροφή. Ο Χάρις θεωρούσε τον εαυτό του απρόσβλητο και, κατά τη γνώμη του Μάιλς, ήταν ικανός να φτάσει ως το φόνο. Φυσικά, δε θα τη γλίτωνε. Θα ξεσπούσε σκάνδαλο και θα έγραφε επί βδομάδες ο Τύπος. Ωστόσο τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα μπορούσε ν’ ανα-στήσει την Πέπερ... Όχι... έπρεπε να την απομακρύνει. Το τηλέφωνο χτύπησε και το σήκωσε. Έπαιρνε η γραμματέας του να του υπενθυμίσει ότι το απόγευμα είχε ραντεβού μ’ έναν πελάτη. Του είχαν ζητήσει να εκπροσωπήσει ένα καταφύγιο κακοποιημένων γυναικών στο Βόρειο Λονδίνο, που αντιμετώπιζε προβλήματα με το κτίριο που μίσθωνε. Τα λαϊκά έντυπα είχαν αρχίσει να τον προβάλλουν σαν τον ιππότη με την αστραφτερή πανοπλία, που είναι πάντα έτοιμος να υπερασπίσει τους αδυνάτους. Βέβαια δεν ήταν ακριβώς έτσι, αλλά οι εμπειρίες από τα νεανικά του χρόνια είχαν αναπτύξει μέσα του ένα ισχυρό αίσθημα ευγνωμοσύνης και την ανάγκη ν’ ανταποδώσει, στο βαθμό που του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία που δέχτηκε ο ίδιος. Γι’ αυτό πολλές φορές αναλάμβανε παρόμοιες υποθέσεις χωρίς αμοιβή. Σημείωσε στο μυαλό του το ραντεβού κι έστρεψε πάλι τις σκέψεις του στην Πέπερ. Το σχέδιό του να παρουσιαστεί σαν εραστής της προχωρούσε κανονικά. Βομβάρδιζε καθημερινά το γραφείο της με τηλεφωνήματα και λουλούδια και μια μέρα είχε παρκάρει προκλητικά το αμάξι του μπροστά στο κατώφλι της.


Βγαίνοντας από το γραφείο της, η Πέπερ τον είδε και του έστρεψε επιδεικτικά τη ράχη. Σε άλλη περίπτωση ο Μάιλς θα είχε αντιμετωπίσει την αδιαφορία της σαν μια συναρπαστική πρόκληση. Τώρα όμως που ήξερε την αιτία του μίσους της για τους άντρες, δεν έβρισκε διόλου διασκεδαστική την όλη ιστορία. Τον είχαν μάθει πια οι άντρες ασφαλείας και στο γραφείο και στο οικιστικό συγκρότημα όπου έμενε. Η Πέπερ τους είπε ότι δεν ήθελε καμιά επαφή μαζί του. Ο Μάιλς τους έπεισε ότι ήταν ένα συνηθισμένο καβγαδάκι μεταξύ ερωτευμένων. Οι κοσμικές στήλες δύο εφημερίδων δημοσίευσαν γι’ αυτούς κουτσομπολιά που είχε αφήσει με τρόπο να διαρρεύσουν ο Μάιλς. Τώρα πια τα ονό-ματά τους είχαν αρχίσει να εμφανίζονται μαζί. Όμως, μόλο που το σχέδιό του εξελισσόταν ικανοποιητικά, είχε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του για να τη σώσει από τον Σάιμον. Εκείνο το απόγευμα θα έπαιζε σκουός και μετά θα δειπνούσε στη λέσχη του. Χρειαζόταν τη γνώμη ενός γιατρού και ήξερε πού ν’ απευθυνθεί. Το Σαββατοκύριακο στην Οξφόρδη θα μάθαινε όσο περισσότερα μπορούσε για τις δραστηριότητες του Χάρις εκεί και μετά, την επόμενη βδομάδα... Ο Μάιλς έλεγξε τη λίστα που είχε στο γραφείο του. Κάλυπτε όλες τις κοινωνικές υποχρεώσεις της Πέπερ για το προσεχές δεκαπενθήμερο. Έσμιξε τα φρύδια βλέποντας ότι ε-πρόκειτο να παρακολουθήσει τον αγώνα πόλο στο Σμιθς Λάουν το Σάββατο. Το Ουίνδσορ δεν απείχε πολύ από την Οξφόρδη. Ο πατέρας του αναδεξιμιού του ήταν λάτρης του πόλο και παλιά έπαιζε στην ομάδα της ανακτορικής φρουράς. Η τύχη τού χαμογελούσε. * Το καταφύγιο κακοποιημένων γυναικών στεγαζόταν σ’ ένα παλιό, ετοιμόρροπο κτίσμα, σ’ ένα στενοσόκακο. Ήταν μια βικτωριανή βίλα μ’ ένα στενόμακρο κηπάκι στην πρόσοψη. Οταν χτύπησε το κουδούνι ο Μάιλς, ακουγόταν από μέσα το σιγανό κλαψούρισμα ενός παιδιού. Του άνοιξε μια γυναίκα που τον κοίταξε επιφυλακτικά. Ήταν γύρω στα τριάντα, ξανθιά και ξερακιανή. Μόλις της συστήθηκε ο Μάιλς, η όψη της φωτίστηκε. Τον είχε πάρει για κάποιον εξαγριωμένο σύζυγο που ήρθε να γυρέψει τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε. Πολύ πιθανόν. Συνέβαιναν τέτοια πράγματα. Η επικεφαλής του καταφυγίου ήταν πρώην νοσοκόμα. Δέχτηκε τον Μάιλς στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε σαν γραφείο και του μίλησε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με το σπιτονοικοκύρη, εξηγώντας ότι ήθελε να τους αυξήσει το νοίκι. «Οι περισσότερες γυναίκες που έρχονται εδώ δεν έχουν χρήματα· δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν τα έξοδά τους και συνήθως τις συντηρούμε εμείς με τα λεφτά που μαζεύουμε. Ειλικρινά σας λέω, δεν έχουμε τη δυνατότητα να ικανοποιήσουμε τις απαιτήσεις του άπληστου νοικοκύρη μας». Κουβέντιασαν για λίγο, ενώ ο Μάιλς σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να τη βοηθήσει, και μετά η Σάρα Τζέιμς τον ρώτησε αν θα πιει ένα τσάι. Δέχτηκε και η γυναίκα εξαφανίστηκε για λίγο. Επι-στρέφοντας, ανήγγειλε ότι σε λίγο θα ερχόταν το τσάι τους. Καθώς άνοιξε την πόρτα, ο Μάιλς άκουσε παιδικές φωνές. «Μόλις γύρισαν από το σχολείο», εξήγησε η Σάρα. «Στέλνουμε δυο μητέρες να τα φέρουν μήπως και τα πάρει ο πατέρας τους. Γίνεται κι αυτό», τον βεβαίωσε. «Δεν αρέσει στους βάναυσους άντρες να χάνουν την εξουσία πάνω στις γυναίκες τους και χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να τις εξαναγκάσουν να γυρίσουν πίσω· έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πληγωθούν τα παιδιά τους». «Και πληγώνονται;» Τον κοίταξε σκυθρωπά. «Δεν αναλαμβάνουμε περιπτώσεις κακοποιημένων παιδιών, αν αυτό είναι που εννοείτε. Δεν έχουμε τέτοια εξουσιοδότηση· με τα παιδιά ασχολούνται οι αρμόδιες Αρχές, μόλο που δεν είναι εύκολο να πείσουμε τις μητέρες τους ν’ απευθυνθούν σε αυτές. Τώρα, για παράδειγμα, έχουμε μια περίπτωση... μια γυναίκα με δυο παιδιά. Ήρθε πριν από λίγο καιρό σ’ εμάς. Ο σύζυγός της


την κακομεταχειριζόταν για μεγάλο διάστημα, αλλά μόλις πρόσφατα ανακάλυψε ότι ασκούσε σεξουαλική βία στο γιο τους. Ξέρει ότι πρέπει να τον αναφέρει στις Αρχές, αλλά είναι πολύ τρομοκρατημένη για να το κάνει. Φοβάται μήπως δεν την πιστέψουν, μήπως αναγκαστεί να επιστρέψει στον άντρα της. Και είναι μορφωμένη γυναίκα, κύριε Φρεντς -μορφωμένη και παντρεμένη μ’ ένα εξέχον μέλος της κοινωνίας μας!» Η φωνή της παλλόταν από αγανάκτηση και τα μάτια της ά-στραφταν από τη δύναμη των συναισθημάτων της. Τη διέκοψε το άνοιγμα της πόρτας. Ο Μάιλς στράφηκε να χαμογελάσει στη γυναίκα που έφερνε το τσάι. Την αναγνώρισε αμέσως. Η Ελίζαμπεθ Χάρις! Κατάφερε να κρύψει το σοκ του μόνο χάρη στην εξάσκησή του ως δικηγόρου. Περίμενε να φύγει και μετά, στηριγμένος στο ένστικτό του, ρώτησε ήρεμα: «Να υποθέσω ότι αυτή είναι η γυναίκα για την οποία μου μιλήσατε;» «Έχετε εξαιρετική αντίληψη, κύριε Φρεντς», απάντησε κατσουφιασμένη η Σάρα. «Ασφαλώς καταλαβαίνετε ότι η συζήτησή μας είναι απολύτως εμπιστευτική». Ταράχτηκε που ο Μάιλς αναγνώρισε την Ελίζαμπεθ και δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς γιατί. Ο Μάιλς έβαλε το μυαλό του να δουλέψει, μη ξέροντας πώς να χρησιμοποιήσει προς όφελος του την πληροφορία χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την Ελίζαμπεθ Χάρις. Θα ήθελε να κουβεντιάσει μαζί της, αλλά υποπτευόταν ότι θα έπεφτε σ’ ένα τείχος σιωπής. Ο μόνος τρόπος να την πείσει να μιλήσει ήταν να επιστρατεύσει τη βοήθεια της γυναίκας που καθόταν απέναντι του. «Θέλω να της μιλήσω», είπε και σήκωσε το χέρι όταν η Σάρα Τζέιμς επιχείρησε να τον διακόψει. «Όχι, σας δίνω το λόγο μου ότι δεν πρόκειται να τη βλάψω. Το αντίθετο μάλιστα. Ξέρω ποια είναι και τυχαίνει να γνωρίζω το σύζυγό της -είναι πολύ επικίνδυνο άτομο». Μετά από ένα μικρό δισταγμό, του είπε απρόθυμα: «Θέλει να τον χωρίσει, αλλά τρέμει μήπως της πάρει τα παιδιά». «Πιστεύω ότι μπορώ να τη βοηθήσω», είπε ο Μάιλς και το εννοούσε. Η κυρία Τζέιμς τον κοίταξε σκεφτικά και άξαφνα είπε: «Πάω να της πω δυο κουβέντες. Περιμένετε μισό λεπτό». * Καθώς έφευγε, ο Μάιλς σκεφτόταν ότι δε θα προλάβαινε να παίξει σκουός. Η νευρικότητα της Ελίζαμπεθ Χάρις άγγιζε τα όρια του πανικού, αλλά σιγά σιγά την κατάφερε να του πει τα πάντα. Τη διαβεβαίωσε ότι την πίστευε και κατάφερε να την πείσει ότι έπρεπε να πάρει διαζύγιο όχι μόνο για το δικό της καλό αλλά και των παιδιών της. Πάντως, δεν αμφισβήτησε τον υπαρκτό κίνδυνο που αντιμετώπιζε. Είχε μεγάλη ανάγκη τη συμπαράσταση της οικογέ-νειάς της, όμως δεν τολμούσε να τους πλησιάσει, γιατί ήταν βέβαιη ότι δε θα την πίστευαν. Εξομολογήθηκε στον Μάιλς ότι ο σύζυγός της σκόπευε να γίνει πρωθυπουργός. Ήταν κοινό μυστικό ότι ο τωρινός πρωθυπουργός και ηγέτης των Συντηρητικών σχέδιαζε ν’ αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική κι ο Σάιμον ήταν ένας από τους δελφίνους. Ήταν γνωστό ότι ο πρωθυπουργός είχε πολύ αυστηρές ηθικές αρχές. Η οικογένειά της δε θα μπορούσε ν’ αρνηθεί να τη βοηθήσει αν υποστήριζε τους ισχυρισμούς της για τον Σάιμον κι ο πρωθυπουργός. Η Ελίζαμπεθ όμως ήταν κατηγορηματικά αντίθετη με κάθε μορφή δημοσιότητας. Την τρόμαζαν οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει στα παιδιά της. Σίγουρα όμως υπήρχε λύση στο πρόβλημα κι ο Μάιλς ήταν αποφασισμένος να τη βρει. *** Η Πέπεp κατσούφιασε μόλις χτύπησε η Μιράντα την πόρτα και μπήκε μ’ ένα ανθοδοχείο γεμάτο λουλούδια. Δεν ήταν τα συνηθισμένα άνθη θερμοκηπίου, αλλά όμορφα λουλούδια του κήπου, με απαλά παστέλ χρώματα, φωλιασμένα μέσα σε αργυρόλευκα φυλλώματα. Η Πέπεp προσποιήθηκε ότι μελετούσε το ημερολόγιό της, ενώ μέσα της έβραζε. Χωρίς να κοιτάξει την κάρτα που τα συνόδευε, ήξερε ποιος της είχε στείλει τα λουλούδια. Τι περίμενε να πετύχει ο Μάιλς Φρεντς; Πίστευε με τα σωστά του ότι,


πουλώντας της έρωτα, θα κατάφερνε να τη βγάλει από την πορεία της; Ο άνθρωπος θα πρέπει να ήταν τέρας εγωισμού αν φανταζόταν ότι είχε τόσο ακαταμάχητο σεξαπίλ, ώστε αρκούσε ένα του χαμόγελο για να την πείσει να εγκαταλείψει το σχέδιο που δούλευε επί χρόνια! «Υπέροχα δεν είναι;» σχολίασε ενθουσιασμένη η Μιράντα καθώς τα τοποθετούσε στο γραφείο της. Κρυφοκοίταξε το σκυφτό κοκκινομάλλικο κεφάλι. Βούιζε όλο το γραφείο για το καινούριο φλογερό ειδύλλιο της εργοδότριάς της. Φυσικά, είχαν περάσει πάρα πολλοί άντρες από τη ζωή της, αλλά κανείς σαν αυτόν! «Πάρ’ τα από δω και πήγαινέ τα στην αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου», διέταξε κοφτά η Πέπεp. «Η γύρη μού προκαλεί αλλεργία». Φυσικά ήταν ψέματα και της ερχόταν να βουτήξει το βάζο με τα λουλούδια και να το πετάξει από το παράθυρο, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό της τέτοια συναισθηματικά ξεσπάσματα. Ήταν τελείως έξω από το χαρακτήρα της. «Ο κύριος Φρεντς τηλεφώνησε τέσσερις φορές σήμερα», είπε η Μιράντα. «Ε... του είπα ότι δε θέλετε να του μιλήσετε...» Η Πέπεp ένιωσε τις τρίχες της να σηκώνονται από εκνευρισμό... και κάτι άλλο που δεν ήθελε ν’ αναλύσει. Δε σήκωσε το κεφάλι, αλλά ήξερε ότι η Μιράντα στεκόταν ακόμα δίπλα στο γραφείο της. «Ε... ο κύριος Φρεντς μου είπε να σας πω... ε... ότι θα περάσει απόψε, όπως συνήθως, κι αν επιμένετε να σας επιστρέψει το κλειδί θα το φέρει». Η Πέπεp έσφιξε σπασμωδικά το στυλό της και κοίταξε εμβρόντητη τη γραμματέα της. Άνοιξε το στόμα να δώσει μια τσουχτερή απάντηση, αλλά ύστερα κατάλαβε πως, ό,τι κι αν έλεγε, μάταια θα έχανε τα λόγια της. Το ύφος της γραμματέως της έδειχνε πως τίποτα στον κόσμο δε 0α την έπειθε ότι η εργοδότριά της δε διατηρούσε φλογερό δεσμό με τον Μάιλς Φρεντς. Ανάθεμά τον! Αν τον είχε μπροστά της... Μόλις έφυγε η Μιράντα, σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει εξαγριωμένη πάνω κάτω. Ο Μάιλς Φρεντς περνούσε για πολύ ξύπνιο τον εαυτό του φέρνοντάς τη σ’ αυτή τη λεπτή θέση, με το να προσπαθεί να πείσει τους πάντες ότι ήταν εραστές. Η Πέπερ κο-ντοστάθηκε συνειδητοποιώντας ότι έτριζε τα δόντια. Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, τον πολύβουο δρόμο. Χρειαζόταν μια ανάπαυλα, τα νεύρα της κόντευαν να σπάσουν. Έπρεπε να φύγει για λίγο... Σιγογέλασε ειρωνικά. Ποτέ δεν είχε τάσεις φυγής· λάτρευε τη δουλειά της και της είχε αφοσιωθεί ολόψυχα. Ο Νικ είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια να την πείσει να κάνει διακοπές. Της είχε ζητήσει πολλές φορές να πάνε κάπου μαζί, αλλά αυτή αρνιόταν πάντα. Ένιωθε πιο ασφαλής στο δικό της περιβάλλον και ήξερε ότι ο Νικ δεν είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια να γίνουν εραστές. Τη στιγμή που έτριβε τον αυχένα της, μπήκε η Μιράντα με κάτι γράμματα για υπογραφή. «Κουρασμένη;» ρώτησε με κατανόηση. «Χρειάζεστε διακοπές». «Ναι... ναι... μάλλον», συμφώνησε πτοημένη. Έπρεπε να φύγει, αν μη τι άλλο για να γλιτώσει από τον επίμονο βομβαρδισμό του Μάιλς Φρεντς και της φανταστικής ερωτικής ιστορίας τους. Θα περνούσε το Σαββατοκύριακο με την Ιζαμπέλ και τον Τζέ-ρεμι, αλλά δεν προβλεπόταν να χαλαρώσει εκεί. Σκέφτηκε να επι-σκεφθεί τη Μαίρη και τον Φίλιπ, αλλά για να πάει στην Οξφόρδη έπρεπε να φύγει από το γραφείο νωρίς την Παρασκευή. Μασούλησε αφηρημένη το στυλό της. Ο αγώνας πόλο που θα παρακολουθούσε με την Ιζαμπέλ και τον άντρα της ήταν πολύ σημαντικός. Θα έπαιζε η ομάδα του Νικ Χάουαρθ. Τώρα ήταν αρχηγός κι όχι αναπληρωματικός όπως παλιά. Στο Σμιθς Λάουν συνέρ-ρεαν εκατομμυριούχοι σταρ που είχαν γίνει οι προύχοντες της χώρας και πλούσιοι επιχειρηματίες, πρόθυμοι να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να χρηματοδοτήσουν αυτό το άθλημα που πρό-σφερε κοινωνική καταξίωση. Η Πέπερ σκέφτηκε τι θα διάλεγε να φορέσει. Η Ιζαμπέλ θα έδινε ένα επίσημο δείπνο. Αποφάσισε να φορέσει το καινούριο μοντέλο που ψώνισε από του Πάρκερ. Δεν ήταν στο συνηθισμένο της στυλ αλλά κάπως λιγότερο σέξι και με περισσότερη θηλυκότητα. Δεν ήξερε και η ίδια γιατί είχε παρεκκλίνει από τις


συνήθειές της στο ντύσιμο. Εκείνη τη βδομάδα έχασε ένα κιλό, σημάδι ότι κάτι την απασχολούσε. Κι όμως, δεν είχε κάθε λόγο να μη στενοχωριέται; Δεν είχε επιτύχει το σκοπό για τον οποίο πάλευε τόσα χρόνια; Δεν είχε κάθε λόγο να συγχαίρει τον εαυτό της; Γιατί λοιπόν υπέφερε από αυτό το αίσθημα δυσφορίας; Γιατί επέτρεπε στο ψευτοενδιαφέρον του Μάιλς Φρεντς να την αναστατώνει σε τέτοιο βαθμό; Είχε πολύ πιο σοβαρά θέματα να την απασχολήσουν. Έδωσε τα τελεσίγραφά της και δεν υπήρχε περίπτωση να την αψηφήσουν τα θύματά της. Και τώρα έπρεπε να στρωθεί στη δουλειά αν ήθελε να έχει ελεύθερο το Σαββατοκύριακο. Είχε κάποιες πληροφορίες για έναν ανερχόμενο νεαρό τενίστα στο Τσέσιρ και ήθελε να πάει να τις ελέγξει. Το τένις είχε χοντρά λεφτά. Μέχρι στιγμής η Πέπεp έλεγχε μόνο ένα μικρό μέρος της αγοράς, αλλά ήλπιζε να το αυξήσει αισθητά την προσεχή πενταετία. Πρόσμενε τη γνωστή έξαψη που της προκαλούσαν πάντα τα σχέδια επέκτασης των επιχειρήσεών της, αλλά, πράγμα παράξενο, δεν την ένιωσε. Μια αδιόρατη ταραχή την κυρίευσε· η Πέπεp την αγνόησε και συγκεντρώθηκε στην αναφορά που βρισκόταν πάνω στο γραφείο της. Ένα μεγάλο της χάρισμα ήταν πως μπορούσε να προσηλωθεί στο τρέχον θέμα που την απασχολούσε, αντί να σπαταλά το χρόνο της αφήνοντας το μυαλό της να τρέχει στο παρελθόν και το μέλλον. Παρά την αυτοσυγκέντρωσή της όμως δεν έλεγε να ηρεμήσει. Και ήξερε κάπου στο βάθος του μυαλού της πως έφταιγε ο Μάιλς Φρεντς. Σήκωσε το βλέμμα και διαπίστωσε ότι η Μιράντα είχε ξεχάσει να πάρει τα λουλούδια. Της θύμιζαν πάρα πολύ τον κήπο του Φί-λιπ... και, αν πήγαινε ακόμα πιο παλιά, τ’ αγριολούλουδα που έβλεπε να φυτρώνουν γύρω της όταν ήταν ακόμη παιδί. Η επιλογή του Μάιλς την εξέπληττε. Θα περίμενε τα πανάκριβα άνθη των θερμοκηπίων κι όχι αυτά τα ντελικάτα απαλόχρωμα λουλούδια με τα τρυφερά πέταλα. Η σκέψη πως αυτός ο άντρας μπορούσε να την αιφνιδιάζει με απρόβλεπτες ενέργειες την ανησύχησε. Την έκανε ν’ αναρωτηθεί κατά πόσο ήταν ακριβής η κρίση της γι’ αυτόν -ή, ακόμα χειρότερα, ανακριβής. *** Η Τζούλια Μπάρνετ κοιτούσε χωρίς να βλέπει έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της. Εδώ κι έξι μήνες είχε αρχίσει να κοιμάται μόνη της τις δύσκολες νύχτες που την κυρίευαν βασανιστικά οι ενοχές. Ο Άλεξ έλειπε στη δουλειά -ή, μάλλον, εκεί της είπε πως θα πήγαινε. Τα κάποτε όμορφα χείλη της συσπάστηκαν από πίκρα. Του είχε τηλεφωνήσει πριν από μισή ώρα και η γραμματέας του ξαφνιάστηκε που η γυναίκα του δεν ήξερε πως εκείνη τη μέρα δε θα πήγαινε στο γραφείο. Πήρε το χαρτί που είχε βρει στο πάτωμα της κρεβατοκάμαράς τους -της κρεβατοκάμαρας στην οποία τώρα, αρκετές φορές, ο Ά-λεξ κοιμόταν μόνος του. Το είχε ξετσαλακώσει και το ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι της. Θ’ αναγνώριζε αμέσως το σταθερό γράψιμο του Άλεξ ακόμα κι αν δεν είχε φυλάξει όλα τα ερωτικά γράμματα που της είχε στείλει. Υπήρχαν μόνο δυο λέξεις, ένα ονοματεπώνυμο γραμμένο ξανά και ξανά, με μια ένταση εύγλωττη κι αποκαλυπτική. Η Τζούλια το κοίταξε γι’ άλλη μια φορά. Πέπερ Μινέσε... μια άλλη γυναίκα... η άλλη γυναίκα... Η Τζούλια την ήξερε. Την είχε δει πριν από λίγο καιρό στην τηλεόραση, σε μια σειρά του BBC αφιερωμένη σε πετυχημένες γυναίκες. Ο Άλεξ, ο Άλεξ της, είχε δεσμό με την Πέπερ Μινέσε. Το πλάκωμα στο στήθος της έγινε αφόρητο και χρειάστηκε να σφίξει τα δόντια της για να πνίξει την κραυγή απόγνωσης που ανέβαινε στο λαιμό της. Κι όμως, το περίμενε... Το ήξερε ότι κάποτε θα τιμωρούνταν γι’ αυτό που είχε κάνει στο παιδί τους. Άρχισε να τρέμει και της ήρθε πάλι αυτή η τάση λιποθυμίας που την κυρίευε τόσο συχνά τον τελευταίο καιρό. Δεν κατάλαβε πώς λιποθύμησε, μόνο ότι συνήλθε και βρέθηκε πεσμένη στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. Σηκώθηκε παραζαλισμένη ακόμα και πίεσε το χέρι της στο επίπεδο στομάχι της. Είχε δυο μέρες να φάει, αλλά δεν απέδωσε εκεί την αδυναμία της. Ήταν κι αυτό μέρος της τιμωρίας της -μιας τιμωρίας που άξιζε και με το παραπάνω. Έπρεπε όμως να τιμωρηθεί και η Πέπερ Μινέσε, η γυναίκα που της έκλεψε τον άντρα της, η γυναίκα που θα του χάριζε τα παιδιά που εκείνη δεν μπορούσε. Θυμήθηκε πόσο τυπικοί ήταν οι υπεύθυνοι υιοθεσίας... ευγενικοί αλλά τυπικοί. Ήξερε πως δε θα τους έδιναν κάποιο παιδί, θ’ ανακάλυπταν τι είχε κάνει και... και τότε ο Άλεξ θα την εγκατέλειπε και θα έμενε έρημη σαν καλαμιά στον κάμπο. Δεν της άξιζε όμως; Είχε σκοτώσει το παιδί τους...


Δεν κατάλαβε πώς πήγε στο σταθμό και πήρε το τρένο για το Λονδίνο. Έφτασε στο γραφείο της Πέπερ αμέσως μετά τη μεσημεριανή διακοπή. Η Πέπερ δεν είχε βγει για φαγητό και καθόταν στο γραφείο της διαβάζοντας μια αναφορά, όταν μπήκε η γραμματέας της. «Ήρθε μια γυναίκα και θέλει να σας μιλήσει», είπε αμήχανα η Μιράντα. «Μου φαίνεται κάπως... κάπως παράξενη...» «Παράξενη; Δηλαδή;» «Ε... ισχυρίζεται ότι... ότι της κλέψατε τον άντρα της». Η Πέπερ απόρησε. Όλα αυτά τα χρόνια το όνομά της είχε συνδεθεί με αρκετούς άντρες, ελεύθερους και παντρεμένους, αλλά πρώτη φορά της τύχαινε να της χτυπήσει μια αγριεμένη σύζυγος την πόρτα. «Και τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε ξερά η Πέπερ. «Να ξεκλειδώσω το χρηματοκιβώτιο και να της τον επιστρέφω; Ποια είναι, αλήθεια;» «Δυσκολευτήκαμε κάπως να μάθουμε τ’ όνομά της... Ε... είναι σαν χαμένη... Είπε πως λέγεται Τζούλια... Τζούλια Μπάρνετ». Τζούλια Μπάρνετ. Η γυναίκα του Άλεξ Μπάρνετ. Πίστευε στ’ αλήθεια ότι τα είχε με τον άντρα της; Πάνω που ήταν έτοιμη να πει στη Μιράντα να τη διώξει, άξαφνα άλλαξε γνώμη. «Φέρ’ τη μέσα. Θα τη δεχτώ». «Μήπως δεν πρέπει;» μουρμούρισε η γραμματέας. «Έχει τα χάλια της...» Η Πέπερ την κοίταξε ερωτηματικά κι εκείνη κοκκίνισε. «Δε λέω ότι είναι επικίνδυνη, αλλά... σίγουρα βρίσκεται στα πρόθυρα της υστερίας». Δάγκωσε τα χείλη και πρόσθεσε διατακτικά: «Ακόμα και το ντύσιμό της...» «Φέρ’ τη μέσα», επανέλαβε σταθερά η Πέπερ. Κατάλαβε τι εννοούσε η Μιράντα αμέσως μόλις άνοιξε η πόρτα. Η γυναίκα που στεκόταν στο κατώφλι της θα πρέπει να υπήρξε πολύ όμορφη κάποτε, και θα μπορούσε ακόμα να είναι ελκυστική. Τα ξανθά της μαλλιά όμως ήταν απεριποίητα και ξεθωριασμένα, το πρόσωπό της άβαφο και χαραγμένο από τις ρυτίδες του πόνου. Οσο για τα ρούχα της... Η Πέπερ σούφρωσε αποδοκιμαστικά tu χείλη. Φορούσε παντόφλες κι ένα ασουλούποπο φουστάνι που έπλεε μέσα του το καχεκτικό της σώμα. «Μου έκλεψες τον άντρα μου και τον θέλω πίσω», έσπασε με τρεμουλιαστή φωνή τη σιωπή. Η Πέπερ δεν είπε τίποτα, απλώς την παρατηρούσε. Η γυναίκα ξύπνησε μέσα της τον οίκτο, συναίσθημα που θα προτιμούσε να μην είχε νιώσει. «Ξέρω γιατί σε θέλει», συνέχισε βιαστικά. «Επειδή εσύ μπορείς να του κάνεις παιδί. Αλλά δε θα σ’ αφήσω!» Κινήθηκε τόσο γρήγορα, που η Πέπερ αιφνιδιάστηκε. Τη μια στιγμή στεκόταν μπροστά στην πόρτα και την άλλη βρισκόταν σκυμμένη πάνω από το γραφείο της κραδαίνοντας ένα μαχαίρι. Η Πέπερ δεν πρόλαβε να φοβηθεί- απλώς είχε μια αίσθηση εξωπραγματικού. Η όλη ιστορία ήταν τόσο παράλογη που καταντούσε γελοία. Αυτή η γυναίκα την κατηγορούσε ότι έκλεψε τον άντρα της, ενώ στην πραγματικότητα... «Δεν προσπαθώ να σου πάρω τον άντρα», δήλωσε ήρεμα. «Σου δίνω το λόγο μου. Δεν κάθεσαι να πιούμε ένα καφεδάκι και να το συζητήσουμε;» Είδε το πρόσωπο της γυναίκας ν’ αλλάζει, να μαλακώνει, να παίρνει μια παιδιάστικη σχεδόν τρυφερότητα. «Έχασα το μωρό μου», είπε απελπισμένη. «Το ξέρω. Τα ξέρω όλα». «Κι ο Θεός με τιμώρησε. Γι’ αυτό σ’ άφησε να μου πάρεις τον Άλεξ...» «Δε νομίζω ότι ο Θεός θέλει να σε τιμωρήσει. Καταλαβαίνει γιατί το έκανες». Είδε στα γαλανά της μάτια να τρεμοπαίζει η δυσπιστία καθώς την κοίταζε επίμονα για πρώτη φορά. Τα είδε να φωτίζονται


από μια σπίθα ελπίδας κι αναρωτήθηκε απορημένη τι πήγαινε να κάνει. Δε συνήθιζε να συμβουλεύει μισότρελες γυναίκες- και δεν της καιγόταν καρφί για τη σύζυγο του Άλεξ Μπάρνετ. Γιατί λοιπόν ένιωθε συμπόνια για την Τζούλια; Γιατί ένιωθε την ανάγκη να τη βοηθήσει; Δεν το καταλάβαινε. «Κάτσε να συζητήσουμε», της είπε ήρεμα. «Ξέρω τα πάντα για το μωρό σου, Τζούλια. Τα ξέρω όλα για σένα». «Αλήθεια;» «Ναι... και σου υπόσχομαι να μη σου πάρω τον Άλεξ». «Δεν ξέρει τι έχω κάνει. Του είπα ψέματα... Εγώ δεν μπορώ πια να κάνω παιδιά, ενώ εκείνος... εκείνος...» «Ο Άλεξ δε θέλει παιδιά, εσένα θέλει». Τώρα είχε κερδίσει την προσοχή της. Το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι χαλάρωσε, αλλά η Πέπερ δεν επιχείρησε να της το πάρει. Παράξενο, δε φοβήθηκε ούτε μια στιγμή για τη ζωή της. Περίμενε όμως ν’ ακουμπήσει η Τζούλια το μαχαίρι στο γραφείο και μετά το πήρε και το έκρυψε. Κάλεσε τη γραμματέα της και, όταν εμφανίστηκε, πρόσταζε ανέκφραστα: «Μιράντα, φέρε δυο καφέδες, σε παρακαλώ, κι ακύρωσε όλα μου τα ραντεβού. Θα βγω με την κυρία Μπάρνετ για ψώνια». «Ψώνια;» Τα γαλάζια μάτια ορθάνοιξαν και τα χείλη πρόφεραν τη λέξη σαν να της ήταν εντελώς άγνωστη. «Ο Άλεξ σε θέλει όμορφη, έτσι δεν είναι;» είπε σταθερά η Πέπερ. «Ναι. Ναι, με θέλει». Κι έστρωσε με τ’ απεριποίητα χέρια της το παλιό φουστάνι. Η Πέπερ κατάλαβε αμέσως ότι απέναντι της βρισκόταν μια γυναίκα συντετριμμένη από τις τύψεις, που είχε άμεση ανάγκη ψυχιατρικής βοήθειας. Μια γυναίκα που θα περίμενε να έχει ξεφορτωθεί εδώ και χρόνια ο Άλεξ Μπάρνετ κι όμως εκείνος συνέχιζε να την αγαπά. Όλες οι αναφορές επιβεβαίωναν αυτό το γεγονός. Ήταν δυνατόν ένας άντρας που αγαπούσε τόσο πολύ τη γυναίκα του, που της έμενε πιστός, να;... Να; Τι να; Μήπως φαντάστηκε ότι την απήγαγε και την παρέδωσε στον Σάιμον Χάρις να τη βιάσει; Χρωστούσε στον εαυτό της μια εκδίκηση κι όμως, τώρα που κρατούσε στα χέρια της ένα πανίσχυρο όπλο, τώρα που μπορούσε να καλέσει την αστυνομία και να συλλάβουν τη γυναίκα του, δεν το έκανε. Γιατί; Ίσως λυπόταν τη γυναίκα που καθόταν απέναντι της. Στο φάκελό της είχε φωτογραφίες της παλιάς Τζούλια και η μεταμόρφωση ήταν πράγματι οδυνηρή. Τι είχε κάνει όμως η Τζούλια; Τίποτα περισσότερο από αυτό που σκεφτόταν να της κάνει η ίδια η Πέπερ. Είχε