Page 1


Ψηφική έκδοση Νοέμβριος 2013 Τίτλος πρωτοτύπου Jamie McGuire, Walking Disaster, Simon & Schuster 2013 © 2013, Jamie McGuire © 2013, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-960-566-361-2 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου.

Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500, fax: 211 3003562 http://www.metaixmio.gr • e-mail: metaixmio@metaixmio.gr Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

• Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433, fax: 211 3003562

• Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581

• Οξυγόνο, Ολύμπου 81, 546 31 Θεσσαλονίκη τηλ.: 2310 260085


JAMIE McGUIRE Κινούµενη ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ Μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά


Στον Τζεφ, τη δική µου ΓΛΥΚΙΑ καταστροφή


Πρόλογος

ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΗΣ ΓΥΑΛΙΖΕ ο ιδρώτας και η αναπνοή της ήταν ακανόνιστη, δεν έμοιαζε άρρωστη. Μπορεί το δέρμα της να μην είχε τη ροδαλή λάμψη που είχα συνηθίσει να βλέπω και τα μάτια της να μην ήταν το ίδιο λαµπερά, αλλά παρέµενε όµορφη. Η πιο όµορφη γυναίκα που θα έβλεπα ποτέ. Το χέρι της γλίστρησε από το κρεβάτι και τα δάχτυλά της συσπάστηκαν. Το βλέμμα μου πέρασε από τα ταλαιπωρημένα, κιτρινισμένα νύχια της προς το αδύνατο μπράτσο της, τον κοκαλιάρικο ώμο της, σταματώντας τελικά στα μάτια της. Κοιτούσε προς το μέρος μου, τα βλέφαρά της δυο σχισμές, ανοιχτά ίσα για να μου δώσει να καταλάβω ότι ήξερε πως ήμουν εκεί. Αυτό λάτρευα σ’ αυτήν. Όταν με κοιτούσε, με έβλεπε στ’ αλήθεια. Δεν κοιτούσε πέρα από μένα στα άλλα δεκάδες πράγματα που έπρεπε να κάνει στη διάρκεια της ημέρας, ούτε αδιαφορούσε όταν έλεγα τις ηλίθιες ιστορίες μου. Άκουγε, και χαιρόταν αληθινά. Όλοι οι άλλοι έμοιαζαν να κουνάνε καταφατικά το κεφάλι χωρίς να ακούνε, αλλά όχι εκείνη. Ποτέ εκείνη. «Τράβις» είπε με βραχνή φωνή. Ξερόβηξε και χαμογέλασε αχνά. «Έλα εδώ, µωράκι. Μη φοβάσαι. Έλα δω». Ο μπαμπάς ακούμπησε τα δάχτυλά του στον σβέρκο μου και με έσπρωξε μπροστά ενώ άκουγε παράλληλα τη νοσοκόμα. Ο μπαμπάς τη φώναζε Μπέκι. Ήρθε στο σπίτι για πρώτη φορά πριν από μερικές μέρες. Μιλούσε απαλά και είχε


σχετικά συμπαθητικό βλέμμα, αλλά εμένα δεν μου άρεσε η Μπέκι. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω, αλλά η παρουσία της είχε κάτι το τρομακτικό. Ήξερα πως είχε έρθει μάλλον για να βοηθήσει, αλλά αυτό δεν ήταν καλό, παρόλο που τον μπαμπά δεν τον πείραζε που ήταν εδώ. Το σκούντημα του μπαμπά με ανάγκασε να κάνω αρκετά βήματα μπροστά και να φτάσω τόσο κοντά, που η μαμά μπορούσε να με αγγίξει. Άπλωσε τα μακριά, κοµψά της δάχτυλα και χάιδεψε το µπράτσο µου. «Μη φοβάσαι, Τράβις» ψιθύρισε. «Η µανούλα θέλει να σου πει κάτι». Έβαλα το δάχτυλο στο στόμα μου και άρχισα να πιέζω τα ούλα μου γύρω γύρω, νευρικά. Όταν κουνούσα το κεφάλι μου πάνω κάτω, το χαμόγελό της φαινόταν πιο πλατύ, κι έτσι προσπαθούσα να κάνω μεγάλες κινήσεις με το κεφάλι μου καθώς προχωρούσα προς το µέρος της. Χρησιμοποίησε όση δύναμη της είχε απομείνει για να έρθει πιο κοντά μου και µετά πήρε µια ανάσα. «Αυτό που θα σου ζητήσω θα είναι πολύ δύσκολο, αγοράκι μου. Ξέρω ότι µπορείς να το κάνεις, γιατί είσαι µεγάλο αγόρι τώρα». Κούνησα πάλι το κεφάλι μου, καθρεφτίζοντας το χαμόγελό της, παρόλο που δεν ήθελα αλήθεια να χαμογελάσω. Το χαμόγελο δεν έμοιαζε σωστό τη στιγμή που εκείνη φαινόταν τόσο κουρασµένη και ταλαιπωρηµένη, αλλά όταν ήµουν γενναίος χαιρόταν. Κι έτσι έκανα τον γενναίο. «Τράβις, θέλω να ακούσεις προσεκτικά αυτό που θα σου πω και, ακόμα πιο σημαντικό, θέλω να το θυμάσαι. Αυτό θα είναι πολύ δύσκολο. Έχω προσπαθήσει να θυµηθώ πράγµατα από τότε που ήµουν τριών και…» Η φωνή της έσβησε, ο πόνος έγινε για µια στιγµή πολύ δυνατός. «Χειροτερεύει ο πόνος, Νταϊάν;» είπε η Μπέκι, βάζοντας μια βελόνα στον ορό της µαµάς. Ύστερα από λίγο, η µαµά ηρέµησε. Πήρε άλλη µια ανάσα και προσπάθησε πάλι. «Μπορείς να το κάνεις αυτό για μένα; Θα θυμάσαι αυτό που θα σου πω;» Ένευσα ξανά κι εκείνη ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό μου. Το δέρμα της δεν ήταν πολύ ζεστό, και μπορούσε να κρατήσει το χέρι της εκεί για μερικά δευτερόλεπτα μόνο προτού αρχίσει να τρέμει και το αφήσει να πέσει στο κρεβάτι.


«Πρώτον, δεν είναι ντροπή να είσαι λυπημένος. Δεν είναι ντροπή να νιώθεις πράγματα. Δεύτερον, να είσαι παιδί για όσο περισσότερο μπορείς. Να παίζεις παιχνίδια, Τράβις. Να κάνεις σαχλαμάρες»

–τα μάτια της έσβησαν– «και να

φροντίζετε ο ένας τον άλλο: εσύ, οι αδελφοί σου και ο πατέρας σου. Ακόμα κι όταν μεγαλώσεις και μετακομίσεις, είναι σημαντικό να έρχεσαι στο σπίτι, εντάξει;» Κουνούσα το κεφάλι μου πάνω κάτω, προσπαθώντας απεγνωσμένα να την κάνω να χαρεί. «Κάποια στιγμή θα ερωτευτείς, αγόρι μου. Μη συμβιβαστείς. Να διαλέξεις το κορίτσι που δεν το κατακτάς εύκολα, αυτό για το οποίο πρέπει να παλέψεις, και μετά να μη σταματήσεις ποτέ να παλεύεις. Ποτέ» σταματήσεις να παλεύεις για όσα θέλεις. Και ποτέ»

–πήρε μια βαθιά ανάσα– «να μη –έσμιξε τα φρύδια της– «να

μην ξεχάσεις ότι η μαμά σε αγαπάει. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να με δεις». Ένα δάκρυ κύλησε στο µάγουλό της. «Πάντα, πάντα θα σε αγαπάω». Πήρε µε δυσκολία µια ανάσα και µετά έβηξε. «Εντάξει» είπε η Μπέκι, βάζοντας ένα παράξενο πράγμα στα αυτιά της. Ακούµπησε την άλλη άκρη στο στήθος της µαµάς. «Ώρα να ξεκουραστείς». «Δεν προλαβαίνω» ψιθύρισε η µαµά. Η Μπέκι κοίταξε τον µπαµπά µου. «Πλησιάζουμε, κύριε Μάντοξ. Καλό θα ήταν να φέρετε και τα άλλα παιδιά να πουν αντίο». Ο µπαµπάς έσφιξε τα χείλη και κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είµαι έτοιµος» είπε πνιχτά. «Ποτέ δεν θα είσαι έτοιμος να χάσεις τη γυναίκα σου, Τζιμ. Αλλά είμαι σίγουρη πως δεν θέλεις να την αφήσεις να φύγει χωρίς να έχει αποχαιρετήσει τα παιδιά». Ο μπαμπάς σκέφτηκε για μια στιγμή, σκούπισε τη μύτη του στο μανίκι του και μετά κούνησε το κεφάλι. Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο με βαριά βήματα, λες και ήταν θυµωµένος. Κοίταζα τη μαμά

· την έβλεπα να προσπαθεί να αναπνεύσει και έβλεπα την

Μπέκι να ελέγχει τους αριθμούς στο κουτί που ήταν δίπλα της. Άγγιξα τον καρπό της μαμάς. Τα μάτια της Μπέκι έμοιαζαν να γνωρίζουν κάτι που εγώ δεν ήξερα,


και αυτό έκανε το στοµάχι µου να σφίγγεται. «Ξέρεις, Τράβις» είπε η Μπέκι, σκύβοντας προς το μέρος μου ώστε να μπορεί να με κοιτάζει στα μάτια «το φάρμακο που δίνω στη μαμά σου θα την κάνει να κοιμηθεί, αλλά, ακόμα κι αν κοιμάται, μπορεί να σε ακούσει. Μπορείς να πεις στη µαµά ότι την αγαπάς και ότι θα σου λείψει, και θα ακούσει ό,τι της πεις». Κοίταξα τη µαµά και κούνησα αµέσως το κεφάλι µου. «Δεν θέλω να µου λείψει». Η Μπέκι ακούμπησε το απαλό, ζεστό χέρι της στον ώμο μου, ακριβώς όπως έκανε η µαµά όταν ήµουν στενοχωρηµένος. «Η μαμά σου θέλει να είναι εδώ μαζί σου. Το θέλει πάρα πολύ. Αλλά ο Χριστούλης τη θέλει µαζί του τώρα». «Εγώ τη χρειάζοµαι περισσότερο από τον Χριστούλη» είπα συνοφρυωµένος. Η Μπέκι χαμογέλασε και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού μου. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε την πόρτα ο μπαμπάς και μπήκε. Καθώς τα αδέλφια μου στριμώχνονταν γύρω του στον διάδρομο, η Μπέκι με οδήγησε από το χέρι προς το μέρος τους. Το βλέμμα του Τρέντον δεν άφηνε το κρεβάτι της μαμάς, ενώ ο Τέιλορ και ο Τάιλερ κοιτούσαν οπουδήποτε αλλού εκτός από το κρεβάτι. Ένιωσα κάπως καλύτερα που έδειχναν όλοι τόσο φοβισμένοι όσο ένιωθα κι εγώ. Ο Τόμας στάθηκε δίπλα μου, λίγο πιο μπροστά από μένα, όπως εκείνη τη φορά που με προστάτεψε όταν παίζαμε στην αυλή και ένα γειτονόπουλο προσπάθησε να ξεκινήσει καβγά µε τον Τάιλερ. «Δεν φαίνεται καλά» είπε. Ο µπαµπάς ξερόβηξε. «Η μαμά είναι πολύ άρρωστη εδώ και καιρό, παιδιά, και έχει έρθει η ώρα γι’ αυτήν να… είναι ώρα να…» είπε και η φωνή του έσβησε. Η Μπέκι χαµογέλασε αµυδρά, συµπονετικά. «Η μαμά σας δεν τρώει ούτε πίνει. Το σώμα της εγκαταλείπει την προσπάθεια. Θα είναι πάρα πολύ δύσκολο, αλλά τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να πείτε στη μαμά σας ότι την αγαπάτε και ότι θα σας λείψει, και ότι μπορεί να φύγει. Πρέπει να ξέρει ότι είστε καλά». Τα αδέλφια μου κούνησαν το κεφάλι τους όλοι μαζί. Όλοι τους εκτός από μένα.


Δεν ήμουν καλά. Δεν ήθελα να φύγει. Δεν με ένοιαζε αν την ήθελε ή όχι ο Χριστούλης. Ήταν η μαμά μου. Ο Χριστούλης μπορούσε να πάρει κάποια γριά μαμά. Κάποια που δεν είχε να φροντίσει μικρά αγοράκια. Προσπάθησα να θυμηθώ όσα μου είχε πει. Προσπάθησα να τα κάνω να κολλήσουν μέσα στο μυαλό μου: Να παίζω. Να επισκέπτομαι τον μπαμπά. Να παλεύω για αυτά που αγαπάω. Αυτό το τελευταίο μού δημιουργούσε πρόβλημα. Αγαπούσα τη μαμά, αλλά δεν ήξερα πώς να παλέψω γι’ αυτήν. Η Μπέκι έσκυψε στο αυτί του μπαμπά μου. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και µετά έκανε νόηµα στα αδέλφια µου. «Εντάξει, παιδιά. Ας πούμε αντίο, και μετά πρέπει να βάλεις τους αδελφούς σου στο κρεβάτι, Τόµας. Δεν χρειάζεται να είναι εδώ για τα υπόλοιπα». «Μάλιστα, κύριε» είπε ο Τόµας. Ήξερα πως έκανε στα ψέματα τον γενναίο. Το βλέμμα του ήταν θλιμμένο σαν το δικό µου. Ο Τόμας τής μίλησε λίγο, και μετά ο Τέιλορ και ο Τάιλερ ψιθύρισαν διάφορα, ένας από κάθε αυτί. Ο Τρέντον έκλαιγε και την αγκάλιαζε για ώρα. Όλοι της είπαν ότι μπορούσε να μας αφήσει. Όλοι εκτός από μένα. Η μαμά δεν απάντησε τίποτα αυτή τη φορά. Ο Τόμας τράβηξε το χέρι μου, οδηγώντας με έξω από την κρεβατοκάμαρά της. Προχωρούσα προς τα πίσω μέχρι που βγήκαμε στον διάδρομο. Προσπάθησα να σκεφτώ ότι απλώς θα κοιμόταν, αλλά το μυαλό μου θόλωσε. Ο Τόμας με πήρε αγκαλιά και με κουβάλησε στη σκάλα. Άρχισε να ανεβαίνει πιο γρήγορα όταν ακούσαµε τον µπαµπά να κλαίει γοερά. «Τι σου είπε;» ρώτησε ο Τόµας, ανοίγοντας τη βρύση της µπανιέρας. Δεν απάντησα. Είχα ακούσει την ερώτηση και θυμήθηκα τι μου είχε πει η μαμά να κάνω, αλλά τα δάκρυά µου δεν δούλευαν, ούτε και το στόµα µου. Ο Τόμας τράβηξε το λερωμένο με χώματα μπλουζάκι μου πάνω από το κεφάλι μου, καθώς και το σορτσάκι και το εσώρουχο με τον Τόμας το τρενάκι στο πάτωµα. «Ώρα για µπάνιο, φιλαράκο». Με σήκωσε από το πάτωμα και με έβαλε να καθίσω στο ζεστό νερό,


μουσκεύοντας το πετσετάκι και στύβοντάς το πάνω από το κεφάλι μου. Δεν έκλεισα τα μάτια μου. Ούτε καν προσπάθησα να διώξω το νερό από το πρόσωπό µου, παρόλο που το σιχαινόµουν. «Χθες η μαμά μού είπε να φροντίζω εσένα και τα δίδυμα, και να προσέχω τον μπαμπά». Ο Τόμας δίπλωσε τα χέρια του στο χείλος της μπανιέρας και ακούμπησε το πιγούνι του πάνω τους, κοιτάζοντάς με. «Κι αυτό θα κάνω, Τραβ, εντάξει; Θα σας φροντίσω. Γι’ αυτό μην ανησυχείς. Η μαμά θα λείψει σε όλους μας, θα το περάσουμε όλοι μαζί αυτό, αλλά μη φοβάσαι. Θα φροντίσω να είναι όλα εντάξει. Σου το υπόσχοµαι». Ήθελα να κουνήσω το κεφάλι μου ή να τον αγκαλιάσω, αλλά τίποτα δεν λειτουργούσε. Και ενώ θα έπρεπε να παλεύω γι’ αυτήν, ήμουν επάνω, σε μια μπανιέρα γεμάτη νερό, ακίνητος σαν άγαλμα. Την είχα ήδη απογοητεύσει. Της υποσχέθηκα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα έκανα όλα τα πράγματα που μου είχε πει αμέσως μόλις άρχιζε το σώμα μου να λειτουργεί και πάλι. Όταν θα έφευγε η θλίψη, πάντα θα έπαιζα και πάντα θα πάλευα. Σκληρά.


1

Περιστεράκι

ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΟΡΝΙΑ. Θα µπορούσαν να περιµένουν ώρες. Μέρες. Νύχτες, επίσης. Να σε κοιτάζουν σαν να σου κάνουν ακτινογραφία, να διαλέγουν ποια κομμάτια σου θα αρπάξουν πρώτα, ποια κομμάτια θα είναι τα πιο γλυκά, τα πιο τρυφερά, ή απλώς ποιο κοµµάτι θα είναι το πιο βολικό να αρπάξουν. Αυτό που δεν ξέρουν, αυτό που ποτέ τους δεν περίμεναν, είναι πως το θήραμα προσποιείται. Τα όρνια είναι τελικά το εύκολο θύμα. Πάνω που νομίζουν ότι το μόνο που έχουν να κάνουν είναι υπομονή, να την αράξουν και να περιμένουν να τα κακαρώσεις, τότε τα χτυπάς. Τότε αποκαλύπτεις το μυστικό όπλο: μια απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς το κατεστημένο

· την άρνηση να υποκύψεις στην

τάξη των πραγµάτων. Τότε είναι που τους σοκάρεις µε το πόσο δεν δίνεις δεκάρα τσακιστή. Είτε πρόκειται για αντίπαλο στον Κύκλο είτε για κάποιον τυχαίο μαλάκα που προσπαθεί να εκθέσει τις αδυναμίες σου με βρισιές είτε για κάποια γυναίκα που προσπαθεί να σε δέσει, το κόλπο πιάνει πάντα. Υπήρξα ιδιαίτερα προσεκτικός από πολύ μικρή ηλικία και φρόντισα να ζω έτσι. Αυτοί οι ηλίθιοι συναισθηματικοί τύποι που κυκλοφορούν και χαρίζουν την ψυχή τους σε κάθε συμφεροντολόγα λάμια κάνουν λάθος. Αλλά για κάποιον λόγο εγώ ήµουν αυτός που πήγαινε κόντρα στο ρεύµα. Αυτός που ξεχώριζε. Κατά τη γνώµη μου ο δικός τους τρόπος ήταν ο πιο δύσκολος. Το να αφήνεις τα συναισθήματα


απέξω και να τα αντικαθιστάς με ένα μούδιασμα ή με θυμό –που τον ελέγχεις καλύτερα– ήταν εύκολο. Όταν αφηνόσουν να νιώσεις πράγματα, γινόσουν ευάλωτος. Όσες φορές και να προσπαθούσα να εξηγήσω αυτό το λάθος στα αδέλφια μου, τα ξαδέλφια ή τους φίλους μου, σκόνταφτα στον σκεπτικισμό τους. Όσες φορές τούς έβλεπα να κλαίνε ή να χάνουν τον ύπνο τους για κάποια παλιομαλακισμένη με πουτανιάρικα τακούνια που δεν τους νοιάστηκε ποτέ, δεν το καταλάβαινα. Οι γυναίκες που άξιζαν τέτοιου είδους πόνο δεν θα σε άφηναν να τις αποκτήσεις τόσο εύκολα. Δεν θα έσκυβαν στον καναπέ σου ούτε θα σου επέτρεπαν να τις παρασύρεις στην κρεβατοκάμαρά τους το πρώτο βράδυ – ούτε καν το δέκατο. Κανείς δεν έδινε σημασία στις θεωρίες μου επειδή δεν ήταν αυτός ο τρόπος που γίνονται τα πράγματα. Έλξη, σεξ, ξεμυάλισμα, έρωτας, και μετά σπαραγμός. Αυτή ήταν η λογική σειρά. Και αυτή ήταν πάντα η σειρά. Αλλά όχι για µένα. Με-Κανέναν-Τρόπο. Αποφάσισα πριν από πολύ καιρό ότι θα τρεφόμουν με όρνια μέχρι να εμφανιστεί κάποιο περιστέρι. Ένα Περιστεράκι. Μία από αυτές τις ψυχές που δεν εμποδίζουν κανέναν. Απλώς κυκλοφορούν και ασχολούνται με τα δικά τους, προσπαθώντας να περάσουν τη ζωή τους χωρίς να βαραίνουν τους άλλους με τις δικές τους ανάγκες και εγωιστικές συνήθειες. Ένα πλάσμα γενναίο. Που επικοινωνεί. Έξυπνο. Όμορφο. Που μιλάει ήρεμα. Ένα πλάσμα που ζευγαρώνει ισοβίως. Άπιαστο µέχρι να δει ότι έχει κάποιον λόγο να σε εµπιστεύεται. Καθώς στεκόμουν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματός μου, τινάζοντας τις τελευταίες στάχτες του τσιγάρου μου, μου ήρθε στον νου η κοπέλα με το ματωμένο ροζ ζακετάκι από τον Κύκλο. Χωρίς σκέψη, την είχα φωνάξει Περιστεράκι. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ηλίθιο παρατσούκλι για να την κάνω να νιώσει ακόμα πιο άβολα. Το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο, τα μάτια της ορθάνοιχτα, έδινε μια εντύπωση αθωότητας, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οφειλόταν απλώς στα ρούχα της. Την έδιωξα από τη σκέψη µου κοιτάζοντας ανέκφραστα στο σαλόνι. Η Μέγκαν ήταν ξαπλωμένη νωχελικά στον καναπέ μου, βλέποντας τηλεόραση. Έμοιαζε να βαριέται και αναρωτήθηκα γιατί ήταν ακόμη στο σπίτι μου. Συνήθως


τα µάζευε και έφευγε αµέσως µετά το πήδηµα. Η πόρτα έτριξε όταν την άνοιξα λίγο παραπάνω. Ξερόβηξα και έπιασα το σακίδιό µου. «Μέγκαν, έφυγα». Ανακάθισε και τεντώθηκε, και μετά έπιασε την αλυσίδα της υπερβολικά μεγάλης τσάντας της. Δεν πίστευα ότι είχε τόσα πράγματα που να μπορούν να τη γεμίσουν. Πέρασε την ασημένια αλυσίδα στον ώμο της και έβαλε τις πλατφόρμες της, βγαίνοντας από την πόρτα. «Στείλε µήνυµα αν βαριέσαι» είπε χωρίς να µε κοιτάξει. Φόρεσε τα τεράστια γυαλιά ηλίου και μετά κατέβηκε τα σκαλιά, ασυγκίνητη που την είχα ξαποστείλει. Η αδιαφορία της ήταν ακριβώς ο λόγος που η Μέγκαν ήταν μία από τις ελάχιστες συνηθισμένες μου. Δεν κλαψούριζε για δεσμεύσεις ούτε την έπιαναν κρίσεις. Δεχόταν τον διακανονισµό µας και µετά συνέχιζε τη ζωή της. Η Χάρλεϊ άστραφτε στον πρωινό φθινοπωρινό ήλιο. Περίμενα να φύγει η Μέγκαν με το αυτοκίνητό της από το πάρκινγκ της πολυκατοικίας και μετά κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, κλείνοντας το μπουφάν μου. Το μάθημα Ανθρωπιστικών Επιστημών του καθηγητή Ρούζερ άρχιζε σε μισή ώρα, αλλά δεν τον πείραζε όταν αργούσα. Αν αυτός δεν τσαντιζόταν, δεν έβλεπα για ποιον λόγο θα έπρεπε να βιαστώ για να φτάσω στην ώρα µου. «Περίµενε!» ακούστηκε µια φωνή πίσω µου. Ο Σέπλι στεκόταν στην πόρτα του διαμερίσματός μας, χωρίς μπλούζα, ισορροπώντας στο ένα πόδι όσο προσπαθούσε να βάλει μια κάλτσα στο άλλο. «Ήθελα να σε ρωτήσω χθες το βράδυ. Τι είπες στον Μάρεκ; Έσκυψες και του είπες κάτι στο αυτί. Ήταν σαν να κατάπιε τη γλώσσα του». «Τον ευχαρίστησα που είχε φύγει από την πόλη πριν από λίγο καιρό, γιατί η µάνα του ήταν τροµερή». Ο Σέπλι µε κοίταξε καχύποπτα. «Έλα, ρε. Δεν έκανες τέτοιο πράγµα». «Όχι. Έµαθα από την Κάµι ότι έφαγε λίγη φυλακή για κατοχή». Κούνησε το κεφάλι και µετά ένευσε προς τον καναπέ. «Άφησες τη Μέγκαν να κοιµηθεί εδώ αυτή τη φορά;»


«Όχι, ρε Σεπ. Δεν περίµενα να ρωτήσεις εσύ τέτοιο πράγµα». «Πέρασε απλώς για ένα γρήγορο πριν απ’ το μάθημα, ε; Καλός τρόπος να σε καπαρώσει για τη µέρα». «Αυτό λες να είναι;» «Οποιαδήποτε άλλη θα πάρει τα αποφάγια της» ανασήκωσε τους ώμους ο Σέπλι. «Έτσι είναι η Μέγκαν. Ποιος ξέρει. Άκου, πρέπει να πάω την Αμέρικα πίσω στην πανεπιστηµιούπολη. Να σε πετάξω;» «Τα λέμε αργότερα» είπα, φορώντας τα γυαλιά ηλίου. «Μπορώ να πάω εγώ τη Μερ, αν θέλεις». «Εµ… όχι» απάντησε ο Σέπλι κάνοντας µια γκριµάτσα που µου φάνηκε αστεία. Ανέβηκα στη Χάρλεϊ και μάρσαρα. Παρόλο που είχα την κακιά συνήθεια να την πέφτω στις φίλες της φιλενάδας του, υπήρχε ένα όριο που δεν θα ξεπερνούσα ποτέ. Η Αμέρικα ήταν δική του, και από τη στιγμή που έδειχνε ενδιαφέρον για μια κοπέλα εγώ τη διέγραφα, δεν επέτρεπα να μου περάσει από το μυαλό ποτέ πια. Το ήξερε αυτό. Απλώς του άρεσε να µε πειράζει. Συνάντησα τον Άνταμ πίσω από τη Σίγμα Ταυ. Αυτός διηύθυνε τον Κύκλο. Μετά την αρχική πληρωμή την πρώτη βραδιά, τον άφηνα να μαζεύει τα χρήματα την επόμενη μέρα, και μετά του έδινα ένα ποσοστό για τη δουλειά που έκανε. Εκείνος κρατούσε τα αρχικά στοιχήματα, εγώ τα κέρδη. Η σχέση μας ήταν καθαρά

επαγγελματική

και

προτιμούσαμε

και

οι

δύο

τους

ξεκάθαρους

λογαριασμούς. Αρκούσε να με πληρώνει κι εγώ δεν μπερδευόμουν στα πόδια του και, αν ήθελε να µη φάει ξύλο, δεν µπερδευό​ταν ούτε αυτός στα δικά µου. Προχώρησα μέσα από την πανεπιστημιούπολη προς το εστιατόριο. Φτάνοντας στις διπλές µεταλλικές πόρτες, η Λέξι και η Άσλι µπήκαν µπροστά µου. «Γεια σου, Τραβ» είπε η Λέξι, που στεκόταν ολόισια. Τέλεια μαυρισμένη, με σιλικονάτα στήθη να προβάλλουν από το ροζ μπλουζάκι της. Έτσι όπως χοροπηδούσαν ήταν αδύνατο να τους αντισταθεί κανείς, αυτά ήταν που με εκλιπαρούσαν να την πηδήξω την πρώτη φορά, αλλά μία ήταν αρκετή. Η φωνή της μου θύμιζε τον ήχο που κάνει ο αέρας όταν ξεφεύγει σιγά σιγά από ένα µπαλόνι. Ο Νέιθαν Σκουάλορ την πήδηξε το βράδυ µετά από µένα. «Γεια, Λεξ».


Έκοψα την καύτρα από το τσιγάρο μου και την πέταξα στο καλάθι προτού την προσπεράσω βιαστικά για να μπω μέσα. Όχι ότι βιαζόμουν ιδιαίτερα να διαλέξω κάτι από τον μπουφέ με τα μαραμένα λαχανικά, το ξεραμένο κρέας και τα μισοσαπισμένα φρούτα. Χριστέ μου. Η φωνή της θα μπορούσε να κάνει τα σκυλιά να αλυχτάνε και τα παιδιά να ψάχνουν τριγύρω για να δουν ποιο καρτούν έχει ζωντανέψει. Παρά την απόρριψη, οι δυο κοπέλες µε ακολούθησαν. «Σεπ» είπα νεύοντας προς το µέρος του. Καθόταν με την Αμέρικα, γελώντας με τους άλλους γύρω του. Το Περιστεράκι από τον αγώνα καθόταν απέναντί του, τσιμπολογώντας το φαγητό της με ένα πλαστικό πιρούνι. Η φωνή μου φάνηκε να της τραβάει την προσοχή. Ένιωθα τα μεγάλα μάτια της να με ακολουθούν ως την άκρη του τραπεζιού, όπου άφησα τον δίσκο µου. Άκουσα τη Λέξι να χαζογελάει και αναγκάστηκα να συγκρατήσω τον εκνευρισμό που φούντωνε μέσα μου. Όταν κάθισα, χρησιμοποίησε το γόνατό μου για καρέκλα. Κάποιοι από τους παίκτες φούτμπολ που κάθονταν στο τραπέζι μας κοιτούσαν με θαυμασμό, λες και το να σε ακολουθούν δύο χαζές τσούλες ήταν ένας άφταστος στόχος γι’ αυτούς. Η Λέξι γλίστρησε το χέρι της κάτω από το τραπέζι και πίεσε τα δάχτυλά της στο μπούτι μου καθώς ανέβαινε προς τον καβάλο του τζιν μου. Άνοιξα λίγο περισσότερο τα πόδια µου, περιµένοντας να φτάσει τον στόχο της. Ακριβώς προτού νιώσω τα χέρια της, άκουσα το δυνατό μουρμουρητό της Αµέρικα. «Μην ξεράσω». Η Λέξι γύρισε, όλο της το σώµα είχε σφιχτεί. «Σε άκουσα, τσόλι». Ένα ψωμάκι πέρασε ξυστά από το πρόσωπο της Λέξι και έπεσε στο πάτωμα. Ο Σέπλι κι εγώ κοιταχτήκαµε, και τράβηξα απότοµα το γόνατό µου. Ο κώλος της Λέξι έσκασε στα πλακάκια του εστιατορίου. Το παραδέχομαι, ερεθίστηκα λίγο ακούγοντας το δέρµα της να χτυπάει το πλακάκι.


Δεν παραπονέθηκε και πολύ προτού φύγει. Ο Σέπλι φάνηκε να εγκρίνει την κίνησή μου, και αυτό μου αρκούσε. Η ανοχή μου για κορίτσια σαν τη Λέξι ήταν πολύ περιορισμένη. Είχα έναν κανόνα: σεβασμός. Προς εμένα, την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Εδώ που τα λέμε, ακόμα και κάποιοι από τους εχθρούς μου άξιζαν σεβασμό. Δεν έβλεπα κανέναν λόγο να συναναστρέφομαι έστω και λίγο παραπάνω απ’ όσο ήταν απαραίτητο άτομα που δεν καταλάβαιναν αυτό τον απλό κανόνα. Μπορεί για τις γυναίκες που έχουν διαβεί το κατώφλι του σπιτιού μου να ακούγεται υποκριτικό, αλλά, αν φέρονταν με σεβασμό στον εαυτό τους, θα τις είχα σεβαστεί κι εγώ. Έκλεισα το μάτι στην Αμέρικα, που φαινόταν ικανοποιημένη, ένευσα στον Σέπλι και µετά έφαγα άλλη µια µπουκιά από αυτό που είχα στο πιάτο µου. «Καλή δουλειά χθες βράδυ, Mad Dog» είπε ο Κρις Τζενκς, ρίχνοντας ένα κρουτόν στο τραπέζι. «Βούλωσ’ το, ηλίθιε» τον μάλωσε ο Μπραζίλ με τη χαρακτηριστική χαμηλή φωνή του. «Ο Άνταµ δεν θα σε ξαναφήσει να µπεις έτσι και µάθει ότι µιλάς». «Α, ναι» είπε εκείνος ανασηκώνοντας τους ώµους. Πήγα

να

αφήσω

τον

δίσκο

μου

και

ξαναγύρισα

στην

καρέκλα

μου

συνοφρυωµένος. «Και µη µε λες έτσι». «Πώς; Mad Dog;» «Ναι». «Γιατί όχι; Νόμιζα ότι αυτό είναι το όνομά σου στον Κύκλο. Το καλλιτεχνικό σου, που λέµε. Σαν τις στριπτιτζούδες». «Καλύτερα να το βουλώσεις τώρα, προτού αυτή η χοάνη στη μούρη σου ξεράσει κι άλλες µαλακίες» απάντησα στον Τζενκς ρίχνοντάς του ένα δολοφονικό βλέµµα. Ποτέ δεν το είχα συµπαθήσει αυτό το σκουλήκι. «Εντάξει, Τράβις. Ό,τι πεις εσύ» είπε γελώντας νευρικά, και μετά μάζεψε τα πράγµατά του και έφυγε. Ύστερα από λίγο η αίθουσα είχε σχεδόν αδειάσει. Ο Σέπλι και η Αμέρικα ήταν ακόμη εκεί, κι εκείνη μιλούσε με τη φίλη της. Είχε μακριά σπαστά μαλλιά και το δέρμα της ήταν ακόμη μαυρισμένο από τις καλοκαιρινές διακοπές. Δεν είχε τα


μεγαλύτερα βυζιά που είχα δει ποτέ, αλλά τα μάτια της… είχαν ένα παράξενο γκρίζο χρώµα. Κάπως γνώριµο. Δεν υπήρχε περίπτωση να την είχα ξανασυναντήσει, αλλά το πρόσωπό της μου θύµιζε κάτι που δεν µπορούσα να προσδιορίσω. Σηκώθηκα και προχώρησα προς το μέρος της. Είχε τα μαλλιά πορνοστάρ και το πρόσωπο αγγέλου. Τα μάτια της ήταν αμυγδαλωτά και μοναδικά όμορφα. Και τότε το είδα: Πίσω από την ομορφιά και την ψεύτικη αθωότητα υπήρχε κάτι άλλο, κάτι ψυχρό και υπολογιστικό. Ακόμα και όταν χαμογελούσε, έβλεπα πάνω της κάτι σάπιο που κανένα ζακετάκι δεν μπορούσε να το κρύψει. Αυτά τα μάτια πάνω από τη μικροσκοπική μύτη της και τα αρμονικά χαρακτηριστικά της. Για όλους τους άλλους ήταν αγνή και αθώα, αλλά αυτή η κοπέλα έκρυβε κάτι. Το ήξερα μόνο και μόνο επειδή το ίδιο κακό φώλιαζε μέσα μου όλη μου τη ζωή. Η διαφορά ήταν πως εκείνη έκρυβε το δικό της βαθιά μέσα της, ενώ εγώ έβγαζα το δικό μου από το κλουβί του σε τακτά χρονικά διαστήµατα. Κοίταξα τον Σέπλι μέχρι που ένιωσε το βλέμμα μου πάνω του. Όταν με κοίταξε, του έκανα νόηµα προς το µέρος του Περιστε​ριού. Ποια είναι αυτή; ρώτησα άηχα, κινώντας µόνο τα χείλη µου. Ο Σέπλι έσµιξε τα φρύδια του δείχνοντάς µου ότι δεν καταλάβαινε. Αυτή, είπα και πάλι άηχα. Το στόμα του Σέπλι σχημάτισε το ενοχλητικό μαλακισμένο χαμόγελο που είχε πάντα όταν ετοιµαζόταν να κάνει κάτι που θα µε τσάντιζε. «Τι πράγµα;» είπε ο Σέπλι, πολύ πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. Το ήξερα πως η κοπέλα είχε καταλάβει ότι μιλούσα γι’ αυτήν, γιατί κρατούσε το κεφάλι κάτω και έκανε ότι δεν άκουγε. Εξήντα δευτερόλεπτα μαζί με την Άμπι Αμπερνάθι μού ήταν αρκετά για να διαπιστώσω τα εξής: Δεν μιλούσε πολύ, και όταν μιλούσε ήταν λίγο σκύλα. Αλλά δεν ξέρω… κάπως το γούσταρα αυτό. Ανέβαζε άμυνες για να κρατάει κάτι μαλάκες

σαν

εμένα

σε

απόσταση,

πράγμα

που

με

έκανε

ακόμα

πιο

αποφασισµένο. Στριφογύρισε τα μάτια της για τρίτη ή τέταρτη φορά. Την εκνεύριζα και το έβρισκα διασκεδαστικό. Τα κορίτσια δεν μου φέρονταν συνήθως με τέτοια


απόλυτη αποστροφή, ούτε καν όταν τους έλεγα να φύγουν. Όταν δεν έπιασε ούτε το καλύτερό μου χαμόγελο, αποφάσισα να το χοντρύνω λίγο. «Έχεις τικ;» «Τι πράγµα;» ρώτησε εκείνη. «Τικ. Σηκώνεις συνέχεια το βλέµµα σου προς τα πάνω». Αν μπορούσε να με δολοφονήσει με ένα βλέμμα, θα είχα μείνει στον τόπο. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω. Ήταν εξυπνάκιας και εντελώς αγενής. Κάθε λεπτό που περνούσε, τη γούσταρα όλο και περισσότερο. Έσκυψα πιο κοντά στο πρόσωπό της. «Έχεις όµως εκπληκτικά µάτια. Τι χρώµα είναι; Γκρι;» Έσκυψε αμέσως το κεφάλι της, ρίχνοντας τα μαλλιά μπροστά στο πρόσωπο. Έγραψα. Την είχα κάνει να νιώσει άβολα, κι αυτό σήμαινε ότι το πράγμα πήγαινε κάπου. Η Αμέρικα έσπευσε να παρέμβει. Δεν είχε άδικο. Είχε δει τις γκόμενες που μπαινόβγαιναν στο διαμέρισμα. Δεν ήθελα να τσαντίσω την Αμέρικα, αλλά δεν µου φαινόταν θυµωµένη. Έµοιαζε να το διασκεδάζει. «Δεν είσαι ο τύπος της» µε προειδοποίησε. Έµεινα µε ανοιχτό το στόµα, παίζοντας το παιχνίδι της. «Είµαι ο τύπος όλων των κοριτσιών!» Το Περιστεράκι μού έριξε μια ματιά και χαμογέλασε. Ένα αίσθημα ζεστασιάς – πιθανότατα απλώς η τρελή επιθυμία να τη ρίξω στον καναπέ μου– με πλημμύρισε. Ήταν διαφορετική και αυτό ήταν αναζωογονητικό. «Α! Ένα χαμόγελο» είπα. Δεν μου φαινόταν σωστό να το αποκαλέσω απλώς χαμόγελο, λες και δεν ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχα δει ποτέ μου, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να βάλω τρικλοποδιά στον ίδιο μου τον εαυτό πάνω που κάτι πήγαινε να γίνει. «Τελικά δεν είμαι και τόσο κάθαρμα. Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, Περιστεράκι». Σηκώθηκα, έκανα τον γύρο του τραπεζιού και έσκυψα στο αυτί της Αµέρικα. «Βάλε ένα χεράκι, εντάξει; Θα είµαι καλό παιδί, τ’ ορκίζοµαι». Μια τηγανητή πατάτα ήρθε µε φόρα προς το πρόσωπό µου.


«Πάρ’ το στόµα σου απ’ το αυτί της κοπέλας µου, Τραβ!» είπε ο Σέπλι. Έκανα πίσω, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια μου και παίρνοντας την πιο αθώα έκφραση που µπορούσα. «Δικτυώνοµαι! Απλώς δικτυώνοµαι!» Έκανα μερικά βήματα περπατώντας προς τα πίσω, μέχρι την πόρτα, όπου είδα μερικά κορίτσια. Ανοίγοντας την πόρτα, βγήκαν όλες έξω σαν κοπάδι με βουβάλια προτού καταφέρω να βγω κι εγώ. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχα αντιμετωπίσει μια πρόκληση. Το παράξενο ήταν πως δεν είχα στόχο να την πηδήξω. Με ενοχλούσε που εκείνη μπορεί να σκεφτόταν ότι ήμουν μαλάκας, αλλά με ενοχλούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελα. Όπως και να ’χει, για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, έβρισκα κάποια απρόβλεπτη. Το Περιστεράκι ήταν το εντελώς αντίθετο από τα κορίτσια που είχα γνωρίσει εδώ, και έπρεπε να µάθω γιατί.

Η τάξη του Τσέινι ήταν γεμάτη. Κατέβηκα δύο δύο τα σκαλιά ως τη θέση μου και μετά πέρασα ανάμεσα από τις γυμνές γάμπες που στριμώχνονταν γύρω από την καρέκλα µου. «Κυρίες µου» χαιρέτησα µε ένα νεύµα. Μουρµούρισαν και αναστέναξαν όλες µαζί. Όρνια. Τις μισές τις είχα πηδήξει την πρώτη χρονιά, οι άλλες μισές είχαν περάσει από τον καναπέ μου πριν από τις διακοπές του Νοεμβρίου. Εκτός από την κοπέλα στην άκρη. Η Σοφία μού χαμογέλασε λοξά. Το πρόσωπό της ήταν σαν να είχε πιάσει φωτιά και κάποιος να είχε προσπαθήσει να τη σβήσει με ένα πιρούνι. Είχε πάει με μερικούς από την αδελφότητά μου. Γνωρίζοντας τι είχαν κάνει αυτοί και τη δική της αδιαφορία για τις προφυλάξεις, ήταν καλύτερο να τη θεωρήσω ανεπιθύµητο κίνδυνο, παρόλο που συνήθως ήµουν πολύ προσεκτικός. Έγειρε μπροστά ακουμπώντας στους αγκώνες της για να βλεπόμαστε καλύτερα. Ανατρίχιασα από αηδία, αλλά αντιστάθηκα. Όχι. Δεν άξιζε καν τον κόπο. Η καστανή µπροστά µου γύρισε και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. «Γεια σου, Τράβις. Έµαθα ότι θα έχει πάρτι ζευγαριών στη Σίγµα Ταυ».


«Όχι» απάντησα χωρίς να το σκεφτώ καθόλου. Έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης, τραβώντας προς τα έξω το κάτω χείλος της. «Μα… όταν µου το είπες νόµιζα ότι ήθελες να πάµε». «Γκρίνιαζα για το πάρτι. Καµία σχέση» είπα γελώντας κοφτά. Η ξανθιά δίπλα µου έγειρε µπροστά. «Όλοι ξέρουν ότι ο Τράβις Μάντοξ δεν πηγαίνει σε πάρτι ζευγαριών. Λάθος άνθρωπο διάλεξες, Κρίσι». «Τι µας λες; Δεν σε ρώτησε κανένας» είπε η Κρίσι συνοφρυωµένη. Όσο οι γυναίκες μάλωναν, πρόσεξα την Άμπι να μπαίνει βιαστικά. Σχεδόν πήδηξε στην πρώτη σειρά ακριβώς προτού χτυπήσει το κουδούνι. Πριν προλάβω να αναρωτηθώ το γιατί, έπιασα το χαρτί μου, έβαλα το στιλό στο στόμα μου, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και κάθισα δίπλα της. Το ύφος της Άμπι ήταν πολύ αστείο, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσα την αδρεναλίνη να κυλάει στις φλέβες µου – το αίσθηµα που είχα πριν από τους αγώνες. «Ωραία. Θα κρατάς σηµειώσεις και για µένα». Έκανε μια γκριμάτσα απόλυτης αηδίας, πράγμα που με ικανοποίησε ακόμα περισσότερο. Τα περισσότερα κορίτσια με έκαναν να βαριέμαι σε σημείο που ήθελα να κόψω τις φλέβες μου, αλλά αυτό το κορίτσι ήταν ενδιαφέρον. Ακόμα και διασκεδαστικό. Δεν της έκανα εντύπωση, τουλάχιστον όχι θετική. Η παρουσία μου και μόνο έμοιαζε να την κάνει να θέλει να ξεράσει, και κατά παράδοξο τρόπο αυτό το έβρισκα αξιαγάπητο. Ένιωσα την ανάγκη να διαπιστώσω αν ένιωθε όντως μίσος για μένα ή αν το έπαιζε απλώς σκληρή. Έγειρα προς το µέρος της. «Συγγνώµη… σε πρόσβαλα;» Το βλέμμα της μαλάκωσε και κούνησε το κεφάλι της. Δεν με μισούσε. Απλώς ήθελε να µε µισεί. Ήµουν πολύ µπροστά της. Αν ήθελε παιχνίδια,θα παίζαµε. «Τότε τι πρόβληµα έχεις;» Φάνηκε να ντρέπεται να ξεστοµίσει αυτό που ακολούθησε. «Δεν πρόκειται να κοιμηθώ μαζί σου. Οπότε καλύτερα να σταματήσεις την προσπάθεια».


Α, µάλιστα. Αυτό θα είχε πλάκα. «Δεν σου ζήτησα να κοιμηθείς μαζί μου… έτσι δεν είναι;» Έστρεψα το βλέμμα μου προς το ταβάνι, λες και έπρεπε να το σκεφτώ. «Γιατί δεν έρχεστε στο σπίτι με την Αµέρικα απόψε;» Η Άµπι έκανε έναν µορφασµό, σαν να είχε µυρίσει κάτι σάπιο. «Ούτε καν θα σε φλερτάρω, τ’ ορκίζοµαι». «Θα το σκεφτώ». Προσπάθησα να μη χαμογελάω πολύ και προδοθώ. Δεν θα έπεφτε εύκολα όπως τα όρνια αποπάνω. Έριξα μια ματιά πίσω μου και είδα ότι κοιτούσαν όλες βλοσυρά το κεφάλι της Άμπι. Το γνώριζαν το ίδιο καλά μ’ εμένα. Η Άμπι ήταν διαφορετική, και θα έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια γι’ αυτήν εδώ. Για μια φορά. Αφού σχεδίασα τρία πιθανά τατουάζ και καμιά εικοσαριά τρισδιάστατα κουτιά, το μάθημα τελείωσε. Προχώρησα στους διαδρόμους προτού προλάβει να με σταματήσει κανείς. Ήμουν γρήγορος, αλλά η Άμπι είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να βρεθεί ήδη έξω, γύρω στα δέκα µέτρα πιο µπροστά από µένα. Γαμώτο. Προσπαθούσε να με αποφύγει. Άνοιξα το βήμα μου μέχρι που έφτασα δίπλα της. «Λοιπόν, το σκέφτηκες καθόλου;» «Τράβις!» µε φώναξε µια κοπέλα, παίζοντας µε τα µαλλιά της. Η Άμπι συνέχισε τον δρόμο της, ενώ εγώ έμεινα εκεί ακούγοντας την εκνευριστική φλυαρία της κοπέλας. «Συγγνώµη, εµ…» «Χέδερ». «Συγγνώµη, Χέδερ, εε… πρέπει να φύγω». Με αγκάλιασε. Τη χτύπησα φιλικά στην πλάτη, ξεγλίστρησα από τα μπράτσα της και συνέχισα να περπατάω ενώ αναρωτιόµουν ποια ήταν. Προτού καταφέρω να καταλάβω ποια ήταν η Χέδερ, είδα τα μακριά, μαυρισμένα πόδια της Άµπι. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόµα µου και έτρεξα δίπλα της. «Τι έλεγα; Α, ναι… αν το σκέφτηκες». «Τι λες;»


«Αν σκέφτηκες καθόλου να περάσεις από το σπίτι». «Αν πω ναι, θα σταµατήσεις να µε ακολουθείς;» Έκανα ότι το σκεφτόµουν, και µετά ένευσα καταφατικά. «Τότε θα έρθω». Μαλακίες. Δεν ήταν τόσο εύκολη. «Πότε;» «Απόψε. Θα περάσω απόψε». Το βήμα μου έμεινε μετέωρο. Κάτι ετοίμαζε αυτή. Δεν είχα υπολογίσει ότι θα έπαιζε επίθεση. «Τέλεια» είπα, κρύβοντας την έκπληξή µου. «Τα λέµε το βράδυ, Περιστεράκι». Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της, ανεπηρέαστη από τη συζήτησή μας. Εξαφανίστηκε πίσω από άλλους φοιτητές που πήγαιναν για µάθηµα. Εκείνη τη στιγμή είδα το λευκό κασκέτο του Σέπλι. Δεν έμοιαζε να βιάζεται για την τάξη των υπολογιστών. Συνοφρυώθηκα. Το σιχαινόμουν αυτό το μάθημα. Υπάρχει

κανείς

στις

μέρες

μας

που

να

μην

ξέρει

να

χειρίζεται

ένα

κωλοκοµπιούτερ; Πλησίασα τον Σέπλι και την Αμέρικα καθώς ενώθηκαν με τους υπόλοιπους φοιτητές στον κεντρικό διάδρομο. Η Αμέρικα χασκογέλασε και τον κοιτούσε να μου μιλάει με μάτια που έλαμπαν. Η Αμέρικα δεν ήταν όρνιο. Ήταν γκομενάρα, ναι, αλλά μπορούσε να κάνει και μια συζήτηση χωρίς κάθε δεύτερη λέξη της να είναι «και που λες», και πολλές φορές είχε και πλάκα. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν που δεν ήθελε να έρθει στο διαμέρισμα για αρκετές εβδομάδες μετά το πρώτο ραντεβού τους, και ακόμα και αφού είχαν δει μια ταινία αγκαλιά στο διαµέρισµα, είχε επιστρέψει στον κοιτώνα της. Υποψιαζόμουν πως η δοκιμαστική περίοδος πλησίαζε στο τέλος της και ο Σέπλι σύντοµα θα την κουτούπωνε. «Γεια σου, Μερ» είπα µε ένα νεύµα. «Τι γίνεται, Τράβις;» με χαιρέτησε με ένα φιλικό χαμόγελο, αλλά το βλέμμα της στράφηκε αµέσως και πάλι στον Σέπλι. Ήταν από τους τυχερούς. Τέτοια κορίτσια δεν τα πετύχαινε συχνά κανείς. «Εδώ είμαι εγώ» είπε η Αμέρικα δείχνοντας προς τον κοιτώνα της, που ήταν


µετά τη γωνία. Αγκάλιασε τον Σέπλι από τον λαιμό και τον φίλησε. Εκείνος την έπιασε από τη μέση και την έσφιξε πάνω του προτού την αφήσει να φύγει. Η Αμέρικα μας κούνησε το χέρι μια τελευταία φορά και μετά έπιασε κουβέντα με τον φίλο της τον Φιντς µπροστά στην είσοδο της εστίας. «Την έχεις πατήσει, έτσι δεν είναι;» ρώτησα, ρίχνοντας μια μπουνιά στο µπράτσο του Σέπλι. «Μη χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν, μαλάκα» είπε σπρώχνοντάς µε µακριά. «Έχει καµιά αδελφή;» «Μοναχοπαίδι είναι. Και άσε τις φίλες της ήσυχες, Τραβ. Το εννοώ». Ο Σέπλι δεν χρειαζόταν να πει τις τελευταίες λέξεις. Το βλέμμα του καθρέφτιζε σχεδόν πάντα αυτό που σκεφτόταν και ένιωθε, και το έβλεπα πως ήταν σοβαρός – ίσως και λίγο απεγνωσμένος. Δεν την είχε πατήσει απλώς

· ήταν κανονικά

ερωτευµένος. «Εννοείς την Άµπι». «Εννοώ οποιαδήποτε φίλη της. Ακόμα και τον Φιντς. Μην πλησιάζεις!» απάντησε συνοφρυωµένος. «Ξάδελφε!» είπα, κάνοντάς του κεφαλοκλείδωμα. «Είσαι ερωτευμένος; Θα με κάνεις να δακρύσω!» «Σκάσε» μούγκρισε ο Σέπλι. «Υποσχέσου μου μόνο ότι δεν θα πλησιάσεις τις φίλες της». «Δεν υπόσχοµαι τίποτα» είπα χαµογελώντας.


2

Μπούµερανγκ

«ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ;» ΡΩΤΗΣΕ Ο ΣΕΠΛΙ/span>. Στεκόταν στη μέση του δωματίου, με ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια στο ένα χέρι και ένα βρόμικο εσώρουχο στο άλλο. «Εμ, καθαρίζω» είπα, βάζοντας τα ποτήρια για τα σφηνάκια στο πλυντήριο πιάτων. «Αυτό το βλέπω. Αλλά… γιατί;» Χαμογέλασα, με την πλάτη γυρισμένη. Θα μου την έλεγε πολύ άσχημα. «Περιμένω παρέα». «Ε, και;» «Το Περιστεράκι». «Τι;» «Την Άμπι, Σεπ. Κάλεσα την Άμπι». «Ρε φίλε, όχι. Όχι! Μη μου γαμήσεις τη φάση μου, ρε φίλε. Σε παρακαλώ». Γύρισα, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. «Προσπάθησα, Σεπ, ειλικρινά. Αλλά δεν ξέρω» είπα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Έχει κάτι αυτό το κορίτσι. Δεν μπορούσα να αντισταθώ». Ο Σέπλι έσφιξε τα δόντια και έφυγε νευριασμένος για το δωμάτιό του, κοπανώντας την πόρτα πίσω του. Γέμισα το πλυντήριο πιάτων και μετά έκανα τον γύρο του καναπέ για να βεβαιωθώ ότι δεν μου είχε ξεφύγει κανένα περιτύλιγμα από προφυλακτικό. Δεν είχα καμία όρεξη να δίνω εξηγήσεις για τέτοια πράγματα. Δεν ήταν μυστικό ότι είχα πάρει ένα σωρό ωραίες


φοιτήτριες σε αυτό το πανεπιστήμιο, αλλά δεν έβλεπα για ποιον λόγο θα έπρεπε να τους το θυμίζω όταν έρχονταν στο σπίτι μου. Όλα ήταν θέμα παρουσίασης. Περιστεράκι, σκέφτηκα. Θα χρειάζονταν πολύ περισσότερα πράγματα από ψευδείς εντυπώσεις για να τη ρίξω στον καναπέ μου. Η στρατηγική μου σε αυτή τη φάση ήταν να προχωράω ένα βήμα κάθε φορά. Αν εστίαζα την προσοχή μου στο τελικό αποτέλεσμα, θα ήταν πολύ εύκολο να τα χαλάσω όλα στη διαδρομή. Αυτό το κορίτσι ήταν παρατηρητικό· πολύ πιο προχωρημένη από μένα. Έτη φωτός μακριά. Η επιχείρηση αυτή ήταν εξαιρετικά επισφαλής. Ήμουν στο δωμάτιό μου και ξεχώριζα τα βρόμικα ρούχα, όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Ο Σέπλι παραφύλαγε συνήθως για να ακούσει το αυτοκίνητο της Αµέρικα ώστε να την προϋπαντήσει στην πόρτα. Αδελφούλα. Άκουσα μουρμουρητά, και μετά την πόρτα του Σέπλι να κλείνει. Αυτό ήταν το σύνθημα για μένα. Μπήκα στο σαλόνι και καθόταν εκεί: γυαλιά, τα μαλλιά της μαζεμένα πρόχειρα στην κορυφή του κεφαλιού, και ρούχα που θα μπορούσαν να είναι και πιτζάμες. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν τα είχε ψαρέψει από τον πάτο του καλαθιού µε τα άπλυτα. Με το ζόρι κρατούσα τα γέλια μου. Δεν είχε ξανάρθει ποτέ κάποιο θηλυκό ντυμένο έτσι στο σπίτι μου. Το σαλόνι μου είχε δει τζιν φούστες, φορέματα, ακόμα κι ένα διάφανο στράπλες φόρεμα πάνω από μπικίνι με κορδονάκια. Μερικές φορές γυαλιστερό μακιγιάζ και κρέμα σώματος που λαμπίριζε. Αλλά πιτζάµες ποτέ. Η εμφάνισή της εξηγούσε αμέσως γιατί είχε δεχτεί με τόση ευκολία να έρθει. Θα προσπαθούσε να με αηδιάσει για να την παρατήσω στην ησυχία της. Αν δεν ήταν απόλυτα σέξι ακόμα κι έτσι, ίσως να τα είχε καταφέρει, αλλά το δέρμα της ήταν αψεγάδιαστο, ενώ η απουσία μακιγιάζ σε συνδυασμό με τον σκελετό των γυαλιών τόνιζαν το χρώµα των µατιών της ακόµα περισσότερο. «Ήρθες επιτέλους. Καιρός ήταν» είπα πέφτοντας στον καναπέ. Στην αρχή φαινόταν πολύ περήφανη για την ιδέα της, αλλά όσο μιλούσαμε και με έβλεπε να παραμένω ατάραχος, καταλάβαινε πως το σχέδιό της είχε αποτύχει. Όσο λιγότερο χαμογελούσε, τόσο περισσότερο έπρεπε να προσπαθήσω για να μη


χαµογελάω εγώ πλατιά. Είχε µεγάλη πλάκα. Δεν µπορούσα να το πιστέψω. Ο Σέπλι και η Αμέρικα ήρθαν στο καθιστικό δέκα λεπτά αργότερα. Η Άμπι είχε σαστίσει κι εγώ είχα αρχίσει να ζαλίζομαι σχεδόν από την προσπάθεια να συγκρατήσω το γέλιο μου. Η συζήτησή μας είχε περάσει από τις αμφιβολίες της Άμπι σχετικά με το αν μπορούσα να γράψω μια απλή εργασία στις απορίες της σχετικά με τη συμμετοχή μου στους αγώνες. Μου άρεσε να της μιλάω για κανονικά πράγματα. Ήταν προτιμότερο από την αμηχανία που θα ένιωθα αν της ζητούσα να φύγει αφού την είχα πηδήξει. Δεν με καταλάβαινε και ήθελα να την κάνω να µε καταλάβει, παρόλο που µου φαινόταν πως την τσάντιζα. «Καλά, ποιος είσαι, ο Καράτε Κιντ; Πού έµαθες να παλεύεις;» Ο Σέπλι και η Αμέρικα έμοιαζαν να ντρέπονται για την Άμπι. Δεν ξέρω γιατί. Εμένα σίγουρα δεν με ένοιαζε. Το ότι δεν μιλούσα για την παιδική μου ηλικία δεν σήµαινε ότι ντρεπόµουν γι’ αυτήν. «Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός και οξύθυμος, και οι τέσσερις μεγαλύτεροι αδελφοί µου είχαν κληρονοµήσει το γονίδιο του µαλάκα». «Ω» έκανε. Βλέποντας τα μάγουλά της να έχουν κοκκινίσει, ένιωσα ένα τσίμπημα στο στήθος. Δεν ήµουν σίγουρος τι ήταν, αλλά µε ενόχλησε. «Μη νιώθεις άσχημα, Περιστεράκι. Ο πατέρας μου έκοψε το ποτό, τ’ αδέλφια µου µεγάλωσαν». «Δεν νιώθω άσχηµα». Η γλώσσα του σώματός της δεν κόλλαγε με τα λόγια της. Προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι για να αλλάξω θέμα, μου ήρθε στο μυαλό η σέξι, ατημέλητη εμφάνισή της. Η αμηχανία της αντικαταστάθηκε αμέσως από εκνευρισμό, κάτι µε το οποίο ένιωθα πολύ πιο άνετα. Η Αμέρικα πρότεινε να δούμε τηλεόραση. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να βρίσκομαι στο ίδιο δωμάτιο με την Άμπι και να μην μπορώ να της µιλήσω. Σηκώθηκα. «Πεινάς, Περιστεράκι;» «Έχω φάει». Η Αµέρικα έσµιξε τα φρύδια.


«Δεν έχεις φάει. Α, ναι, σωστά. Ξέχασα ότι έφαγες… πίτσα πριν φύγουµε». Η Άμπι ήρθε και πάλι σε δύσκολη θέση, αλλά ο θυμός της το κάλυψε γρήγορα. Δεν χρειαζόταν και πολλή ώρα για να καταλάβει κανείς τη διαδοχή των συναισθηµάτων της. Άνοιξα την πόρτα, προσπαθώντας να διατηρήσω τη φωνή μου αδιάφορη. Δεν είχα νιώσει ποτέ τόση λαχτάρα να μείνω μόνος μου με ένα κορίτσι – ειδικά όταν δεν επρόκειτο να το κάνουµε. «Έλα. Θα πεινάς». «Πού πάµε;» ρώτησε χαλαρώνοντας ελαφρώς. «Όπου θες. Μπορούµε να πάµε σε καµιά πιτσαρία». Δαγκώθηκα. Μάλλον έδειξα υπερβολική προθυµία. «Δεν είµαι ντυµένη» είπε ρίχνοντας µια µατιά στα ρούχα της. Δεν είχε ιδέα πόσο όµορφη ήταν. Αυτό την έκανε ακόµα πιο ελκυστική. «Μια χαρά είσαι. Πάµε, πεθαίνω της πείνας». Αφού κάθισε πίσω μου στη μηχανή, κατάφερα επιτέλους να σκεφτώ ψύχραιμα. Οι σκέψεις μου ήταν συνήθως πιο ήρεμες όταν ήμουν στη μηχανή. Τα πόδια της Άμπι έσφιγγαν δυνατά τους γοφούς μου, αλλά ακόμα κι αυτό ήταν κάπως χαλαρωτικό. Μια ανακούφιση σχεδόν. Το παράξενο αίσθημα που ένιωθα όταν ήμουν μαζί της με αποπροσανατόλιζε. Δεν μου άρεσε, από την άλλη όμως μου θύμιζε πως την είχα κοντά μου, κι έτσι εκτός από παράξενο ήταν και ανακουφιστικό. Αποφάσισα να σοβαρευτώ. Η Άμπι µπορεί να ήταν Περιστεράκι, αλλά παρέµενε απλώς ένα κορίτσι. Δεν υπήρχε λόγος να κάνω σαν χαζός. Εκτός αυτού, κάτι κρυβόταν κάτω από αυτά που έδειχνε αυτό το κορίτσι. Με μίσησε με το που με είδε γιατί την είχε πατήσει από κάποιον σαν εμένα. Ωστόσο με τίποτα δεν ήταν τσούλα. Ούτε καν πρώην τσούλα. Τις εντόπιζα από χιλιόμετρα. Σιγά σιγά κατέβασα τη μάσκα. Είχα βρει επιτέλους ένα κορίτσι αρκετά ενδιαφέρον ώστε να θέλω να το γνωρίσω καλύτερα, και κάποια εκδοχή του εαυτού µου το είχε ήδη πληγώσει. Παρόλο που μόλις είχαμε γνωριστεί, η σκέψη κάποιου μαλάκα να πληγώνει το Περιστεράκι με έκανε έξαλλο. Η σκέψη της Άμπι να χαριεντίζεται με κάποιον που θα μπορούσε να την πληγώσει ήταν ακόμα χειρότερη. Πάτησα γκάζι καθώς


µπαίναµε στο πάρκινγκ της πιτσαρίας. Η διαδροµή δεν είχε κρατήσει αρκετά ώστε να ξεδιαλύνω το µπουρδέλο στο µυαλό µου. Ούτε που είχα σκεφτεί με πόσα πήγαινα, κι όταν η Άμπι πήδηξε από τη μηχανή και άρχισε να τσιρίζει, έβαλα τα γέλια. «Δεν ξεπέρασα το όριο». «Ναι, το όριο του δρόµου ταχείας κυκλοφορίας!» Έλυσε τον απεριποίητο κότσο και χτένισε τα μακριά μαλλιά της με τα δάχτυλά της. Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου αποπάνω της όσο ξανάπιανε τα μαλλιά της ψηλά. Σκεφτόμουν ότι έτσι ήταν όταν ξυπνούσε το πρωί, και μετά αναγκάστηκα να σκεφτώ τα δέκα πρώτα λεπτά της

Διάσωσης του στρατιώτη Ράιανγια

να μη μου σηκωθεί. Αίμα. Ουρλιαχτά. Χυμένα εντόσθια. Χειροβομβίδες. Πυροβόλα. Κι άλλο αίµα. «Δεν θα άφηνα να σου συμβεί τίποτα, Περιστεράκι» είπα κρατώντας την πόρτα ανοιχτή. Προχώρησε θυμωμένη και μπήκε στην πιτσαρία, χωρίς να δώσει καμία σημασία στη χειρονοµία µου. Ήταν πολύ κρίµα. Ήταν η πρώτη φορά που θέλησα να ανοίξω την πόρτα σε ένα κορίτσι. Την περίμενα πώς και πώς αυτή τη στιγμή, κι εκείνη ούτε που το πρόσεξε. Μόλις μπήκαμε μέσα, κατευθύνθηκα προς το γωνιακό καναπεδάκι όπου καθόµουν συνήθως. Η οµάδα φούτµπολ είχε κάνει κατάληψη σε αρκετά τραπέζια, που τα είχαν ενώσει στη μέση της αίθουσας. Καθώς άρχισαν αμέσως να ασχολούνται μαζί μου, ότι είχα βγει ραντεβού και τέτοια, έσφιξα τα δόντια. Δεν είχα όρεξη να τους ακούσει η Άµπι. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα να ντρέπομαι για τη συμπεριφορά μου. Αλλά δεν κράτησε πολύ. Το θέαμα της Άμπι απέναντί μου, γκρινιάρας και τσαντισμένης, μου έφτιαξε αμέσως το κέφι. Παρήγγειλα δύο μπίρες. Το αηδιασμένο ύφος της Άμπι με ξάφνιασε. Η σερβιτόρα φλέρταρε ξεδιάντροπα μαζί μου, πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στην Άμπι. Προφανώς μπορούσα να την εκνευρίσω χωρίς καν να προσπαθήσω. «Έρχεσαι συχνά εδώ;» είπε απότοµα, κοιτάζοντας τη σερβιτόρα.


Ζήλευε. Ίσως βέβαια να την ξενέρωνε ο τρόπος που φέρονταν οι γυναίκες. Ούτε κι αυτό θα µου έκανε εντύπωση. Η γκόµενα µε είχε τρελάνει. Ακούμπησα τους αγκώνες μου στο τραπέζι και έγειρα προς το μέρος της, αποφασισµένος να µην της δείξω πόσο µε επηρέαζε. «Τι τρέχει λοιπόν, Περιστεράκι; Μισείς τους άντρες γενικά ή µόνο εµένα;» «Μόνο εσένα, νοµίζω». Δεν µπορούσα να µη γελάσω. «Δεν σε καταλαβαίνω. Είσαι το πρώτο κορίτσι που με σιχαίνεται πριν κάνουμε σεξ. Δεν σαστίζεις όταν μου μιλάς και δεν προσπαθείς να μου τραβήξεις την προσοχή». «Δεν είναι κόλπο. Απλώς δεν µου αρέσεις». Ουπς! «Δεν θα ήσουν εδώ αν δεν σου άρεσα». Η επιμονή μου απέδωσε. Το βλέμμα της μαλάκωσε, οι μύες του προσώπου της χαλάρωσαν. «Δεν είπα ότι είσαι κακός άνθρωπος. Απλώς δεν μου αρέσει να θεωρούμαι προβλέψιµη µόνο και µόνο επειδή είµαι γυναίκα». Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει, αλλά δεν άντεχα να το καταπιέζω άλλο. Προσπάθησα να πνίξω τα γέλια μου, αλλά μάταια, κι έτσι ξεκαρδίστηκα. Τελικά δεν πίστευε ότι ήμουν μαλάκας, απλώς δεν της άρεσε η τακτική μου. Αυτό διορθωνόταν εύκολα. Ένιωσα τεράστια ανακούφιση και γέλασα όσο δεν είχα γελάσει εδώ και χρόνια. Ίσως και να µην είχα γελάσει ποτέ έτσι. «Θεέ μου! Θα με πεθάνεις! Αυτό ήταν. Πρέπει να γίνουμε φίλοι. Δεν δέχομαι όχι». «Δεν με πειράζει να γίνουμε φίλοι, αλλά δεν χρειάζεται να προσπαθείς να με ρίξεις κάθε πέντε λεπτά». «Εντάξει, το ’πιασα, δεν πρόκειται να κοιμηθείς μαζί μου». Αυτό ήταν. Χαμογέλασε, κι εκείνη τη στιγμή είδα να ανοίγονται μπροστά μου ένα σωρό προοπτικές. Ο εγκέφαλός μου έκανε σαν τρελός ζάπινγκ σε κανάλια με τσόντες όπου πρωταγωνιστούσε το Περιστεράκι, και μετά όλο το σύστημα μπλόκαρε και άρχισε να παίζει ένα διαφημιστικό σχετικά με το πόσο σημαντικό ήταν να μη


χαλάσω αυτή την περίεργη φιλία και να δείξω ανωτερότητα. Χαμογέλασα κι εγώ. «Σου το υπόσχομαι. Ούτε που θα σκεφτώ τα εσώρουχά σου… εκτός κι αν το θέλεις». Ακούμπησε τους λεπτούς αγκώνες της στο τραπέζι και έγειρε μπροστά. Φυσικά το βλέμμα μου πήγε κατευθείαν στα βυζιά της και στο πώς πιέζονταν τώρα στην άκρη του τραπεζιού. «Αυτό δεν πρόκειται να συµβεί, οπότε µπορούµε να είµαστε φίλοι». Δεκτή η πρόκληση. «Τι παίζει μ’ εσένα λοιπόν;» ρώτησε η Άμπι. «Ήσουν πάντα ο Τράβις

“Mad Dog”

Μάντοξ ή έγινες από τότε που ήρθες εδώ;» είπε σχηματίζοντας εισαγωγικά με τα δάχτυλά της όταν ανέφερε αυτό το σιχαµένο παρατσούκλι. «Όχι» απάντησα κάνοντας έναν μορφασμό. «Ο Άνταμ άρχισε να με λέει έτσι µετά τον πρώτο αγώνα». Το σιχαινόμουν αυτό το παρατσούκλι, αλλά μου είχε κολλήσει. Και καθώς έµοιαζε να αρέσει σε όλους, ο Άνταµ συνέχισε να το χρησιµοποιεί. Ύστερα από µια αµήχανη σιωπή, η Άµπι µίλησε επιτέλους. «Αυτό είναι όλο; Δεν θα µου πεις τίποτα για σένα;» Δεν έμοιαζε να την ενοχλεί το παρατσούκλι μου, ή απλώς αποδεχόταν την ιστορία. Δεν ήξερα καθόλου αν κάτι θα την ενοχλούσε και θα φρίκαρε ή αν θα ήταν λογική και ψύχραιµη, και αυτό το πράγµα µε ξετρέλαινε. «Τι θέλεις να µάθεις;» Η Άµπι ανασήκωσε τους ώµους. «Τα συνηθισμένα. Από πού είσαι, τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις… τέτοια πράγµατα». Χρειαζόταν προσπάθεια για να μη σφίγγομαι. Δεν ένιωθα άνετα όταν μιλούσα για τον εαυτό μου – και ειδικά για το παρελθόν μου. Της έδωσα κάποιες αόριστες απαντήσεις και το άφησα έτσι, αλλά εκείνη την ώρα άκουσα έναν από τους αθλητές να κάνει ένα αστείο. Δεν θα με πείραζε και τόσο αν δεν έτρεμα τη στιγμή που η Άμπι θα καταλάβαινε γιατί γελούσαν. Εντάξει, ψέματα λέω. Θα τσαντιζόµουν είτε ήταν εκεί η Άµπι είτε όχι. Εκείνη επέμενε να μάθει για την οικογένειά μου και τις σπουδές μου κι εγώ


προσπαθούσα να μην πεταχτώ από την καρέκλα μου και τους σαπίσω όλους μαζί στο ξύλο. Όσο φούντωνε ο θυμός μου, δυσκολευόμουν όλο και περισσότερο να συγκεντρωθώ στη συζήτηση. «Γιατί γελάνε;» ρώτησε τελικά, δείχνοντας το τραπέζι από όπου ερχόταν η φασαρία. Κούνησα το κεφάλι µου. «Πες µου» επέµεινε. Έσφιξα τα χείλη μου. Αν σηκωνόταν κι έφευγε, μάλλον δεν θα είχα ποτέ άλλη ευκαιρία, κι αυτοί οι παλιοµαλάκες θα είχαν ακόµα έναν λόγο να γελάνε. Με κοίταξε µε προσδοκία. Γάµα τα. «Γελάνε που σε έχω βγάλει για φαγητό… πριν. Συνήθως… δεν το κάνω». «Πριν;» Όταν κατάλαβε τι εννοούσα, το πρόσωπό της πάγωσε. Φαινόταν φρικαρισμένη που βρισκόταν εκεί µαζί µου. Έκανα έναν μορφασμό, περιμένοντας να αστράψει και να βροντήξει, εκείνη όµως µαζεύτηκε. «Κι εγώ ανησυχούσα ότι σε κορόιδευαν που είσαι μαζί μου έτσι όπως είμαι ντυµένη. Αλλά αυτοί νοµίζουν ότι θα κοιµηθώ µαζί σου» µουρµούρισε. «Γιατί να µην είµαι µαζί σου;» απόρησα. Τα μάγουλα της Άμπι κοκκίνισαν ξαφνικά και το βλέμμα της στράφηκε στο τραπέζι. «Τι λέγαµε;» είπε. Αναστέναξα. Ανησυχούσε για μένα. Νόμιζε ότι γελούσαν με την εμφάνισή της. Το Περιστεράκι δεν ήταν και τόσο σκληρό καρύδι τελικά. Αποφάσισα να κάνω άλλη ερώτηση προτού προλάβει να το ξανασκεφτεί. «Εσύ τι κατεύθυνση έχεις;» «Α, ε, Γενική Εκπαίδευση προς το παρόν. Ακόμη δεν έχω αποφασίσει, αλλά κλίνω προς τη Λογιστική». «Δεν είσαι ντόπια πάντως». «Από τη Γουίτσιτα. Όπως και η Αµέρικα».


«Και πώς βρεθήκατε εδώ από το Κάνσας;» «Έπρεπε να ξεφύγουµε». «Από τι;» «Από τους γονείς µου». Το είχε σκάσει. Το είχα καταλάβει ότι το ζακετάκι και οι πέρλες που φορούσε εκείνο το βράδυ που γνωριστήκαμε ήταν βιτρίνα. Αλλά τι ήθελε να κρύψει; Πολύ σύντομα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με τις προσωπικές ερωτήσεις, αλλά προτού προλάβω να αλλάξω θέµα, ο Κάιλ από την οµάδα φούτµπολ άρχισε τις µαλακίες. Κούνησα το κεφάλι µου. «Και γιατί διαλέξατε το Ίστερν;» Η Άμπι απάντησε κάτι απότομα. Ό,τι και να ήταν δεν το έπιασα. Τα γέλια και τα ηλίθια σχόλια από την ομάδα φούτμπολ δεν άφηναν τα λόγια της να ακουστούν. Εκείνη την ώρα πέταξαν μια απίστευτη χοντράδα. Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ άλλο. Δεν έδειχναν έλλειψη σεβασμού μόνο απέναντι σ’ εμένα, αλλά και απέναντι στην Άμπι. Σηκώθηκα πάνω και έκανα μερικά βήματα προς το μέρος τους, κι εκείνοι άρχισαν να σπρώχνονται για να βγουν έξω, σκοντάφτοντας στην προσπάθειά τους. Το διαπεραστικό βλέμμα της Άμπι με έκανε να συνέλθω και κάθισα πάλι. Σήκωσε ένα φρύδι και αµέσως ο θυµός και η απογοή​τευσή µου εξαφανίστηκαν. «Έλεγες γιατί διάλεξες αυτό το σχολείο» είπα, αποφασίζοντας ότι μάλλον ήταν καλύτερα να προσποιηθώ πως όλο αυτό το σκηνικό δεν συνέβη ποτέ. «Δεν είναι εύκολο να το εξηγήσω» είπε εκείνη, σηκώνοντας τους ώμους. «Μάλλον ένιωσα ότι ήταν το σωστό». Αν υπήρχε μια φράση που μπορούσε να εξηγήσει πώς ένιωθα εκείνη τη στιγμή, ήταν αυτή. Δεν είχα ιδέα τι έκανα και γιατί, αλλά, για κάποιον λόγο, το να κάθομαι απέναντί της σε αυτή την πιτσαρία μού προξενούσε μια παράξενη αίσθηση ηρεµίας. Ακόµα και ενώ ήµουν θυµωµένος. Χαµογέλασα και άνοιξα τον κατάλογο. «Σε καταλαβαίνω».


3

Λευκός Ιππότης

Ο ΣΕΠΛΙ ΣΤΕΚΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ σαν ερωτοχτυπημένος βλάκας, κουνώντας το χέρι στην Αμέρικα που έβγαινε με το αμάξι της από το πάρκινγκ. Έκλεισε την πόρτα και μετά έπεσε βαριά στην πολυθρόνα με ένα εντελώς γελοίο χαμόγελο στο πρόσωπο. «Είσαι ηλίθιος» είπα. «Εγώ; Θα έπρεπε να δεις τα µούτρα σου. Η Άµπι δεν έβλεπε την ώρα να φύγει». Συνοφρυώθηκα. Εμένα δεν μου είχε φανεί να βιάζεται η Άμπι, αλλά τώρα που το έλεγε αυτό ο Σέπλι, θυµήθηκα ότι ήταν σχεδόν αµίλητη στην επιστροφή. «Λες;» Ο Σέπλι γέλασε, τεντώθηκε στην πολυθρόνα και τράβηξε και το στήριγμα για τα πόδια αποκάτω. «Σε σιχαίνεται. Παράτα τα». «Δεν µε σιχαίνεται. Ήταν επιτυχία το ραντεβού – το δείπνο». «Ραντεβού;» είπε ο Σέπλι υψώνοντας τα φρύδια του. «Έλα, ρε Τραβ. Τι κάνεις; Γιατί αν εσύ το βλέπεις για παιχνίδι και μου γαμήσεις τη φάση μου, θα έρθω και θα σε σκοτώσω την ώρα που κοιµάσαι». Ακούµπησα στον καναπέ και έπιασα το τηλεκοντρόλ. «Δεν ξέρω τι κάνω, αλλά δεν κάνω αυτό που λες». Ο Σέπλι είχε μπερδευτεί. Δεν θα τον άφηνα να δει ότι ήμουν το ίδιο


µπερδεµένος µ’ εκείνον. «Δεν έκανα πλάκα» είπε, με το βλέμμα καρφωμένο στην τηλεόραση. «Θα σε πνίξω µε το µαξιλάρι σου». «Το άκουσα» είπα απότοµα. Δεν μου έφτανε η τσαντίλα μου με αυτά τα περίεργα που ένιωθα, είχα και τον καψούρη εδώ πέρα να απειλεί να με σκοτώσει. Όταν γούσταρε κάποια ο Σέπλι, ήταν εκνευριστικός. Όταν ήταν ερωτευµένος, ήταν σχεδόν ανυπόφορος. «Θυµάσαι την Άνια;» «Δεν είναι το ίδιο» δήλωσε ο Σέπλι, εκνευρισμένος. «Είναι άλλο πράγμα με τη Μερ. Είναι η µία και µοναδική». «Και το ξέρεις αυτό µετά από µερικούς µόνο µήνες;» ρώτησα ξαφνιασµένος. «Το ήξερα την πρώτη στιγµή που την είδα». Κούνησα το κεφάλι μου. Μου τη βάραγε όταν έλεγε τέτοια. Μονόκεροι και πεταλούδες και καρδούλες να αιωρούνται στον αέρα. Κατέληγε πάντα με την καρδιά κομμάτια, και μετά εγώ έπρεπε να τον προσέχω να μην πιει μέχρι θανάτου για τους επόµενους έξι µήνες. Της Αµέρικα µάλλον της άρεσε, πάντως. Τέλος πάντων. Καμία γυναίκα δεν μπορούσε να με κάνει να λέω βλακείες και να γίνω λιώμα επειδή με παράτησε. Αν δεν μπορούσαν να μείνουν, δεν άξιζαν τίποτα από την αρχή. Ο Σέπλι σηκώθηκε, τεντώθηκε και πήρε τον δρόµο για το δωµάτιό του. «Μεγάλες µαλακίες λες, Σεπ». «Και πού το ξέρεις εσύ;» ρώτησε. Δίκιο είχε. Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ, αλλά δεν πίστευα ότι θα άλλαζα και τόσο πολύ αν ερωτευόµουν. Αποφάσισα να πέσω κι εγώ για ύπνο. Γδύθηκα και έπεσα στο στρώμα ξεφυσώντας. Με το που ακούμπησα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, σκέφτηκα την Άμπι. Ξανάπαιξα τη συζήτησή μας στο μυαλό μου, λέξη προς λέξη. Κάποιες στιγμές είχε δείξει μια υποψία ενδιαφέροντος. Δεν με σιχαινόταν εντελώς, αυτή η σκέψη με βοήθησε να ηρεμήσω. Δεν ζητούσα και συγγνώμη για τη φήμη που είχα, αλλά κι εκείνη δεν περίμενε να προσποιηθώ. Οι γυναίκες δεν μου προξενούσαν νευρικότητα. Με την Άμπι ένιωθα ταυτόχρονα χαμένος και


συγκεντρωμένος. Χαλαρός και τσίτα. Τσαντισμένος και σχεδόν χαζοχαρούμενος. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο περίεργα. Υπήρχε κάτι σ’ αυτά τα αισθήματα που με έκανε να θέλω να είµαι µαζί της περισσότερο. Αφού πέρασα δύο ώρες να κοιτάζω το ταβάνι και να αναρωτιέμαι αν θα την έβλεπα την επόμενη μέρα, αποφάσισα να σηκωθώ και να πάω να πάρω το µπουκάλι µε το ουίσκι απ’ την κουζίνα. Καθώς τα ποτηράκια είχαν πλυθεί στο πλυντήριο, έβγαλα ένα και το γέμισα ως επάνω. Το κατέβασα με τη μία και το ξαναγέμισα. Το κατέβασα κι αυτό, έβαλα το ποτήρι στον νεροχύτη και γύρισα να φύγω. Ο Σέπλι στεκόταν μπροστά στην πόρτα του µε το χαµόγελο του εξυπνάκια. «Και κάπως έτσι ξεκινάµε». «Τη μέρα που εμφανίστηκες εσύ στο γενεαλογικό μας δέντρο, θέλησα να το κόψω». Ο Σέπλι γέλασε κοφτά και έκλεισε την πόρτα του. Έσυρα τα πόδια μου ως το δωμάτιό μου, τσαντισμένος που δεν μπορούσα να τσακωθώ.

Τα πρωινά μαθήματα δεν τέλειωναν με τίποτα. Θύμωσα με τον εαυτό μου που σχεδόν έτρεχα για να πάω στο εστιατόριο. Ούτε που ήξερα αν θα ήταν εκεί η Άµπι. Όµως ήταν. Ο Μπραζίλ καθόταν ακριβώς απέναντί της, συζητώντας με τον Σέπλι. Χαμογέλασα

αμυδρά

και

μετά

ξεφύσηξα,

νιώθοντας

ανακούφιση

και

καταλαβαίνοντας ότι ήµουν γελοίος. Η σερβιτόρα μού γέμισε τον δίσκο με ένα πράγμα που ούτε καταλάβαινα τι ήταν, και στη συνέχεια πήγα και στάθηκα ακριβώς µπροστά από την Άµπι. «Κάθεσαι στη θέση µου, Μπραζίλ». «Α, είναι απ’ τα κορίτσια σου, Τραβ;» «Όχι βέβαια» απάντησε η Άµπι κουνώντας το κεφάλι της. Περίμενα ώσπου ο Μπραζίλ υπάκουσε, μεταφέροντας τον δίσκο του στην άκρη


του µεγάλου τραπεζιού. «Τι έγινε, Περιστεράκι;» ρώτησα, περιμένοντας να δεχτώ τα δηλητηριώδη βέλη της. Προς µεγάλη µου έκπληξη, δεν έδειξε κανένα σηµάδι θυµού. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε κοιτώντας τον δίσκο µου. Έριξα μια μάτια στο αχνιστό κατασκεύασμα. Έπιανε ψιλοκουβέντα. Άλλο ένα καλό σηµάδι. «Οι κυρίες στο εστιατόριο με τρομάζουν. Δεν πρόκειται να κάνω κριτική στη µαγειρική τους». Η Άμπι με κοιτούσε όσο ανακάτευα το φαγητό ψάχνοντας για κάτι που να τρώγεται, και στη συνέχεια η προσοχή στράφηκε στα μουρμουρητά των γύρω μας. Εννοείται ότι ήταν η πρώτη φορά που οι συμφοιτητές μου με έβλεπαν να κάνω φασαρία προκειµένου να καθίσω απέναντι από κάποια. Ούτε κι εγώ ήξερα γιατί το είχα κάνει. «Ωχ… έχουµε τεστ Βιολογίας µετά το φαγητό» είπε βογκώντας η Αµέρικα. «Έχεις διαβάσει;» ρώτησε η Άµπι. «Όχι βέβαια. Όλο το βράδυ καθησύχαζα το αγόρι µου ότι δεν θα κοιµηθείς µε τον Τράβις» απάντησε η Αµέρικα σουφρώνοντας τη µύτη της. Ο Σέπλι φάνηκε να ενοχλείται με την αναφορά στη συζήτηση της προηγούμενης βραδιάς. Οι παίκτες φούτμπολ στην άλλη άκρη του τραπεζιού σταμάτησαν τη φασαρία τους για να ακούσουν καλύτερα, και η Άμπι βούλιαξε στην καρέκλα της ρίχνοντας ένα δολοφονικό βλέµµα στην Αµέρικα. Ντρεπόταν. Για κάποιον λόγο, δεν ήθελε να τραβάει ούτε στο ελάχιστο την προσοχή. Η Αμέρικα δεν έδωσε σημασία στην Άμπι και σκούντησε τον Σέπλι με τον ώμο της, αλλά εκείνος παρέµεινε συνοφρυωµένος. «Για όνομα του Θεού, Σεπ. Τόσο άσχημα το ’χεις πάρει;» τον πείραξα πετώντας του ένα φακελάκι κέτσαπ, σε µια προσπάθεια να ελαφρύνω την ατµόσφαιρα. Όσοι ήταν τριγύρω έστρεψαν την προσοχή τους στον Σέπλι και στην Αμέρικα, με την ελπίδα να µάθουν κανένα κουτσοµπολιό.


Ο Σέπλι δεν απάντησε, αλλά τα γκρίζα μάτια της Άμπι στράφηκαν προς το μέρος μου με ένα αχνό χαμόγελο. Είχα ρέντα σήμερα. Όσο και να ήθελε, δεν μπορούσε να με σιχαθεί. Δεν καταλάβαινα γιατί ανησυχούσα τόσο πολύ. Δεν είναι ότι ήθελα να βγούμε ραντεβού ή τίποτα τέτοιο. Μου φαινόταν απλώς τέλεια για ένα πλατωνικό πείραμα. Βασικά ήταν καλό κορίτσι –αν και κάπως οξύθυμη– και δεν υπήρχε λόγος να της χαλάσω τα σχέδιά της για το µέλλον· αν είχε σχέδια. Η Αµέρικα χάιδεψε την πλάτη του Σέπλι. «Θα συνέλθει. Απλώς χρειάζεται λίγο χρόνο για να πιστέψει πως η Άμπι αντιστέκεται στη γοητεία σου». «Δεν έχω προσπαθήσει να τη γοητεύσω» είπα. Το είχα παρακάνει, και η Αμέρικα έβρισκε τα τρωτά µου σηµεία. «Είναι φίλη µου». «Σ’ το είπα. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα» καθησύχασε η Άμπι τον Σέπλι. Εκείνος την κοίταξε κατάματα και το βλέμμα του μαλάκωσε. Η κρίση αποφεύχθηκε. Η Άµπι είχε σώσει την κατάσταση. Περίμενα λίγο, ψάχνοντας κάτι να πω. Ήθελα να ζητήσω από την Άμπι να περάσει από το σπίτι αργότερα, αλλά θα ήταν πολύ γελοίο μετά το σχόλιο της Αµέρικα. Μου ήρθε µια φαεινή ιδέα και δεν δίστασα καθόλου. «Εσύ έχεις διαβάσει;» «Όσο και να διαβάσω Βιολογία, δεν γίνεται τίποτα. Δεν τα καταλαβαίνω» είπε συνοφρυωµένη η Άµπι. Σηκώθηκα και έκανα νόηµα προς την πόρτα. «Έλα». «Τι;» «Πάµε να πάρουµε τις σηµειώσεις σου. Θα σε βοηθήσω να διαβάσεις». «Τράβις…» «Σήκω, Περιστεράκι. Θα σκίσεις στο τεστ». Τα επόμενα τρία δευτερόλεπτα πέρασαν απίστευτα αργά. Τελικά η Άμπι σηκώθηκε. Πέρασε µπροστά από την Αµέρικα και της τράβηξε τα µαλλιά. «Τα λέµε στο µάθηµα, Μερ». «Θα

σου

φυλάξω

θέση

δίπλα

μου.

Χρειάζομαι

βοήθεια»

είπε

εκείνη


χαµογελώντας. Της κράτησα την πόρτα καθώς βγαίναμε από το εστιατόριο, αλλά δεν το πρόσεξε. Για άλλη µια φορά, απογοητεύτηκα. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες και άρχισα να περπατάω δίπλα της στη σύντομη διαδροµή ως το Μόργκαν Χολ, χαζεύοντάς την όσο ψαχούλευε τα κλειδιά µπροστά στην πόρτα. Μόλις την άνοιξε, έριξε το βιβλίο της Βιολογίας στο κρεβάτι. Κάθισε και σταύρωσε τα πόδια της, κι εγώ έπεσα στο στρώμα. Μου έκανε εντύπωση πόσο σκληρό και άβολο ήταν. Δεν μου φαινόταν παράξενο που όλα τα κορίτσια εδώ πέρα είχαν νεύρα. Δεν θα κοιμόντουσαν ποτέ καλά με αυτά τα κωλοστρώματα. Θεούλη µου. Η Άμπι άνοιξε το βιβλίο και πιάσαμε δουλειά. Κοιτάξαμε τα βασικά σημεία του κεφαλαίου. Γούσταρα τον τρόπο που με κοιτούσε όσο μιλούσα. Σχεδόν σαν να κρεμόταν από κάθε λέξη μου αλλά και ταυτόχρονα να μην μπορούσε να πιστέψει ότι ήξερα να διαβάζω. Κάποιες φορές έβλεπα ότι δεν είχε καταλάβει, οπότε τα ξανάλεγα, και τα μάτια της φωτίζονταν. Από τη στιγμή που το είδα αυτό, άρχισα να προσπαθώ πολύ για να πετύχω αυτό το βλέµµα. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, αλλά η Άμπι έπρεπε να πάει για µάθηµα. Αναστέναξα και τη χτύπησα απαλά στο κεφάλι µε τις σηµειώσεις. «Το ’χεις. Ξέρεις τις σηµειώσεις απέξω κι ανακατωτά». «Καλά… θα δούµε». «Θα σε πάω στο µάθηµα. Θα σε εξετάζω στον δρόµο». Περίμενα μια ευγενική άρνηση, αλλά εκείνη χαμογέλασε αμυδρά και κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Προχωρήσαµε στον διά​δροµο και ξεφύσηξε. «Δεν θα θυµώσεις αν κοπώ, ε;» Ανησυχούσε για το αν θα θύμωνα μαζί της; Δεν ήμουν σίγουρος πώς έπρεπε να το πάρω αυτό, αλλά το γούσταρα τρελά. «Δεν πρόκειται να κοπείς, Περιστεράκι. Για το επόμενο τεστ όμως θα ξεκινήσουµε νωρίτερα» είπα, προχωρώντας προς το κτίριο Θετικών Επιστηµών. Της έκανα ένα σωρό ερωτήσεις. Τις περισσότερες τις απάντησε αμέσως, σε µερικές σκάλωσε λίγο, αλλά τις απάντησε όλες σωστά. Φτάσαµε στην πόρτα της τάξης της. Έβλεπα ότι εκτιµούσε τη βοήθειά µου, ήταν


όµως πολύ περήφανη για να το παραδεχτεί. «Και γαµώ» είπα, γιατί δεν ήξερα τι άλλο να πω. Ο Πάρκερ Χέιζ µάς προσπέρασε και ένευσε. «Γεια σου, Τραβ». Τον σιχαινόµουν τον παλιοµαλάκα. «Πάρκερ» τον χαιρέτησα κουνώντας το κεφάλι. Ο Πάρκερ ήταν ένας από αυτούς τους τύπους που γούσταραν να με ακολουθούν και να το παίζουν Λευκοί Ιππότες για να πηδήξουν. Έλεγε εμένα γυναικά, αλλά στην πραγματικότητα εκείνος απλώς έπαιζε πιο ύπουλο παιχνίδι. Δεν ήταν ειλικρινής με τις κατακτήσεις του. Έκανε πως ενδιαφερόταν και μετά τις παράταγε χωρίς πρόβληµα. Ένα βράδυ όταν ήμασταν πρωτοετείς, έφυγα μαζί με την Τζάνετ Λίτλετον από το Red Door και πήγαμε στο σπίτι μου. Ο Πάρκερ προσπαθούσε να ρίξει τη φίλη της. Φύγαμε χωριστά από το κλαμπ, και αφού το κάναμε κι εγώ δεν άρχισα να το παίζω ότι ήθελα να κάνουμε σχέση και τέτοια, η Τζάνετ τσαντίστηκε και τηλεφώνησε στη φίλη της για να έρθει να την πάρει. Καθώς η φίλη της ήταν ακόµη µε τον Πάρκερ, κατέληξε να γυρίσει αυτός την Τζάνετ στο σπίτι της. Μετά απ’ αυτό, ο Πάρκερ είχε καινούργια ιστορία να λέει στις κατακτήσεις του. Όποια έριχνα εγώ, την έπαιρνε συνήθως ο Πάρκερ δεύτερο χέρι μιλώντας της για τη φορά που έσωσε την Τζάνετ. Τον ανεχόµουν, αλλά µε µεγάλη δυσκολία. Τα βλέµµα του Πάρκερ καρφώθηκε στο Περιστεράκι και αµέσως φωτίστηκε. «Γεια σου, Άµπι». Δεν καταλάβαινα για ποιον λόγο ο Πάρκερ ήθελε οπωσδήποτε να δει αν μπορούσε να ρίξει τις ίδιες γκόμενες μ’ εμένα, αλλά ήταν μαζί της στην τάξη εδώ και κάποιες εβδομάδες και μόνο τώρα έδειχνε ενδιαφέρον. Στη σκέψη ότι το έκανε µόνο και µόνο επειδή µε είδε να της µιλάω, κόντεψα να τρελαθώ. «Γεια» είπε η Άμπι, αιφνιδιασμένη. Ήταν προφανές ότι δεν καταλάβαινε για ποιον λόγο τής μιλούσε ξαφνικά. Φαινόταν στο πρόσωπό της. «Ποιος είναι αυτός;» µε ρώτησε. Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους, αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να του


ορµήσω και να τον σαπίσω στο ξύλο. «Ο Πάρκερ Χέιζ» είπα. Το όνομά του πίκριζε στο στόμα μου. «Είναι αδελφός µου στη Σίγµα Ταυ». Κι αυτό επίσης πίκριζε. Είχα αδελφούς, και από την αδελφότητα και αίματος. Ο Πάρκερ δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Περισσότερο τον ένιωθα σαν εχθρό που τον κρατάς κοντά σου για να ελέγχεις τις κινήσεις του. «Είσαι σε αδελφότητα;» ρώτησε, και η µυτούλα της σούφρωσε. «Στη Σίγµα Ταυ, όπως κι ο Σεπ. Νόµιζα ότι το ήξερες». «Ναι… δεν μου μοιάζεις για τύπος αδελφότητας» είπε κοιτάζοντας τα τατουάζ στα χέρια µου. Η διάθεσή μου αμέσως έφτιαξε τώρα που η προσοχή της Άμπι είχε στραφεί και πάλι σ’ εµένα. «Ο πατέρας μου είναι απόφοιτος και όλα τα αδέλφια μου ήταν στη Σίγμα Ταυ. Είναι οικογενειακή υπόθεση». «Και σου ζήτησαν να περάσεις την τελετή µύησης;» ρώτησε δύσπιστα. «Μπα, όχι. Είναι καλά παιδιά» είπα πειράζοντας τα χαρτιά της. «Ώρα για µάθηµα». «Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες» είπε χαρίζοντάς μου ένα τέλειο χαμόγελο και με σκούντησε µε τον αγκώνα της· δεν µπόρεσα να µη χαµογελάσω. Μπήκε στην τάξη και κάθισε δίπλα στην Αμέρικα. Ο Πάρκερ την κοιτούσε, τις κοιτούσε να μιλάνε. Περπατώντας στον διάδρομο φαντάστηκα ότι έπιανα ένα θρανίο και του το πετούσα στο κεφάλι. Καθώς δεν είχα άλλα μαθήματα, δεν είχα λόγο να μείνω εκεί. Μια μεγάλη βόλτα με τη μηχανή θα με βοηθούσε να μην τρελαθώ από τη σκέψη του Πάρκερ να καλοπιάνει την Άμπι, κι έτσι φρόντισα να πάρω τον μακρύτερο δρόμο για το σπίτι, ώστε να έχω περισσότερο χρόνο για να σκεφτώ. Με προσπέρασαν μερικά γκομενάκια που θα άξιζε τον κόπο να δουν τον καναπέ µου από κοντά, αλλά στο μυαλό μου εμφανιζόταν το πρόσωπο της Άμπι τόσο πολλές φορές, που άρχισα να εκνευρίζοµαι µε τον εαυτό µου. Από τα δεκάξι

–όχι, από τα δεκαπέντε

– και μετά, ήταν γνωστό ότι είχα φερθεί

εντελώς τραγικά σε κάθε κορίτσι που είχα γνωρίσει πιο καλά. Η δική μας ιστορία θα μπορούσε να είναι κλασική: Το κακό αγόρι ερωτεύεται το καλό κορίτσι, αλλά η


Άμπι δεν ήταν καμιά πριγκίπισσα. Κάτι έκρυβε. Ίσως αυτό να μας ένωνε

· αυτό

που είχε αφήσει πίσω της, ό,τι κι αν ήταν. Μπήκα στο πάρκινγκ του κτιρίου μας και κατέβηκα από τη μηχανή. Δεν σκεφτόμουν και τόσο καλά τελικά στη Χάρλεϊ. Όλα όσα είχαν μόλις περάσει από το μυαλό μου δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Προσπαθούσα απλώς να δικαιολογήσω το κόλληµα που είχα φάει µαζί της. Ξαφνικά η διάθεσή μου χάλασε τελείως, κοπάνησα την πόρτα πίσω μου και κάθισα στον καναπέ. Τσαντίστηκα ακόμα περισσότερο όταν δεν βρήκα το τηλεκοντρόλ µε τη µία. Ένα μαύρο πλαστικό πράγμα προσγειώθηκε δίπλα μου όπως περνούσε ο Σέπλι για να καθίσει στην πολυθρόνα. Έπιασα το τηλεκοντρόλ και άναψα την τηλεόραση. «Γιατί παίρνεις το τηλεκοντρόλ στο δωμάτιό σου; Έτσι κι αλλιώς πρέπει να το φέρεις πάλι εδώ» είπα απότοµα. «Δεν ξέρω, ρε, συνήθεια είναι. Τι ζόρι τραβάς;» «Δεν ξέρω» μουρμούρισα ανάβοντας την τηλεόραση. Έκοψα τον ήχο. «Η Άμπι Αµπερνάθι». «Τι έγινε µ’ αυτήν;» ρώτησε ο Σέπλι υψώνοντας τα φρύδια. «Μου έχει κολλήσει. Μου φαίνεται ότι πρέπει να την πηδήξω και θα μου περάσει». Ο Σέπλι µε κοίταξε για λίγο, αβέβαιος. «Δεν λέω, το εκτιμώ πολύ που χάρη στην πρωτόγνωρη αυτοσυγκράτησή σου δεν μου έχεις κάνει ακόμη χαλάστρα, αλλά δεν μου ζήτησες ποτέ την άδεια… εκτός και αν… µη µου πεις ότι βρέθηκε κάποια για την οποία νοιάζεσαι». «Μην είσαι µαλάκας». Ο Σέπλι συγκρατούσε µε το ζόρι το χαµόγελό του. «Σε νοιάζει. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να σου αντισταθεί κάποια πάνω από είκοσι τέσσερις ώρες». «Η Λόρα αντιστάθηκε για µια βδοµάδα». «Η Άµπι δεν φαίνεται να πέφτει καθόλου όµως, ε;» «Θέλει να είμαστε απλώς φίλοι. Μάλλον τυχερός είμαι που δεν μου φέρεται σαν


να ήµουν λεπρός». Μετά από µια αµήχανη σιωπή ο Σέπλι ένευσε. «Φοβάσαι». «Τι πράγµα;» ρώτησα µε ένα δύσπιστο χαµόγελο. «Την απόρριψη. Ο Mad Dog είναι τελικά σαν εµάς». «Σεπ, ξέρεις ότι το σιχαίνομαι αυτό» είπα νιώθοντας ένα νευρικό τίναγμα στο µάτι. «Το ξέρω. Σχεδόν όσο σιχαίνεσαι αυτό που νιώθεις τώρα» απάντησε ο Σέπλι χαµογελώντας. «Δεν µε βοηθάς να νιώσω καλύτερα». «Εντάξει, τη γουστάρεις και φοβάσαι. Και τώρα;» «Τώρα τίποτα. Είναι απλώς μαλακία που βρήκα ένα κορίτσι που αξίζει τον κόπο αλλά είναι πολύ καλή για µένα». Ο Σέπλι προσπάθησε να πνίξει τα γέλια του. Ήταν πολύ εκνευριστικό που η κατάστασή µου τον διασκέδαζε τόσο πολύ. «Γιατί δεν την αφήνεις να αποφασίσει µόνη της;» είπε σοβαρεύοντας. «Γιατί νοιάζοµαι αρκετά γι’ αυτήν, ώστε να θέλω να πάρω εγώ την απόφαση». Ο Σέπλι τεντώθηκε και σηκώθηκε, σέρνοντας τα πόδια του στη µοκέτα. «Θες µια µπίρα;» «Ναι. Ας πιούµε στη φιλία». «Θα συνεχίσεις να κάνεις παρέα μαζί της, λοιπόν; Γιατί; Βασανιστήριο μου φαίνεται». Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Όντως ήταν σαν βασανιστήριο, αλλά όχι τόσο φρικτό όσο το να την κοιτάζω από µακριά. «Δεν θέλω να καταλήξει µαζί µου… ή µε κανέναν άλλο µαλάκα». «Εννοείς οποιονδήποτε άλλο. Ρε µαλάκα, είσαι τρελός». «Δώσε µου την µπίρα και βούλωσ’ το». Ο Σέπλι ανασήκωσε τους ώμους. Σε αντίθεση με τον Κρις Τζενκς, ο Σέπλι ήξερε πότε να το βουλώνει.


4

Διάσπαση προσοχής

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΤΑΝ ΤΡΕΛΗ, αλλά ένιωθα απελευθερωμένος. Την επόμενη μέρα μπήκα στο εστιατόριο και χωρίς να το σκεφτώ καθόλου κάθισα στην κενή καρέκλα απέναντι από την Άμπι. Το έβρισκα φυσικό και εύκολο να είμαι κοντά της και, αν εξαιρέσουμε ότι είχε να ανεχτεί τα παραξενεμένα βλέμματα των άλλων φοιτητών και ακόµα και κάποιων καθηγητών, έδειχνε να χαίρεται µε την παρουσία µου. «Τι γίνεται, θα διαβάσουµε σήµερα;» «Φυσικά» απάντησε, τελείως άνετη. Το μόνο κακό με αυτή τη φάση ήταν ότι, όσο περισσότερο έκανα παρέα μαζί της σαν φίλος, τόσο περισσότερο τη γούσταρα. Μου ήταν πιο δύσκολο να ξεχάσω το χρώμα και το σχήμα των ματιών της και τη μυρωδιά της κρέμας στο δέρμα της. Παρατηρούσα επίσης περισσότερα πράγματα που την αφορούσαν, όπως το πόσο μακριά ήταν τα πόδια της και ποια χρώματα φορούσε πιο συχνά. Μέχρι που είχα αρχίσει να παίρνω χαμπάρι ποια ήταν η εβδομάδα που δεν έπρεπε να της πολυκολλάω και που, ευτυχώς για τον Σέπλι, ήταν η ίδια εβδομάδα που ούτε η Αµέρικα σήκωνε πολλά πολλά. Έτσι, είχαµε τρεις εβδοµάδες όπου µπορούσαµε να είμαστε χαλαροί αντί για δύο, και μπορούσαμε να προειδοποιούμε ο ένας τον άλλο. Ακόμα και στα χειρότερά της πάντως, η Άμπι δεν έκανε τα χαζά που έκαναν άλλα κορίτσια. Το μόνο πράγμα που έμοιαζε να την πειράζει πραγματικά ήταν οι


διάφορες ερωτήσεις γύρω από τη σχέση μας, αλλά καθάριζα εγώ, κι έτσι το ξεπερνούσε αρκετά εύκολα. Όσο περνούσε ο καιρός, οι υπόλοιποι σταμάτησαν να κάνουν τόσες εικασίες. Τρώγαμε σχεδόν κάθε μέρα μεσημεριανό μαζί, και τα βράδια που διαβάζαμε μαζί την έβγαζα έξω για δείπνο. Μια μέρα πήγαμε σινεμά μαζί με τον Σέπλι και την Αμέρικα. Δεν υπήρχε καμία αμηχανία, καμία αμφιβολία για το αν ήμασταν κάτι παραπάνω από φίλοι. Δεν ήμουν σίγουρος για το πώς ένιωθα γι’ αυτό, πόσω μάλλον που η απόφασή μου να μην την κυνηγήσω ερωτικά δεν με σταματούσε απ’ το να φαντασιώνομαι ότι την έκανα να βογκήξει στον καναπέ μου – μέχρι που ένα βράδυ την κοίταζα να τσιμπιέται και να γαργαλιέται με την Αμέρικα στο σπίτι µας και φαντάστηκα την Άµπι στο κρεβάτι µου. Έπρεπε να τη βγάλω από το µυαλό µου. Η μόνη θεραπεία που υπήρχε ήταν να σταματήσω να τη σκέφτομαι για όσο χρειαζόταν ώστε να σιγουρέψω την επόµενη κατάκτηση. Μερικές μέρες αργότερα, μου τράβηξε την προσοχή ένα γνωστό πρόσωπο. Την είχα ξαναδεί μαζί με την Τζάνετ Λίτλετον. Η Λούσι ήταν αρκετά καλή γκόμενα, δεν έχανε ποτέ ευκαιρία να επιδείξει το ντεκολτέ της και έλεγε σε όλους πόσο πολύ δεν με χώνευε. Ευτυχώς χρειάστηκα μόνο μισή ώρα και μια σχεδόν πρόσκληση στο

Red για να την καταφέρω να έρθει στο σπίτι μαζί μου. Ξεκίνησε

να μου βγάζει τα ρούχα προτού προλάβω να κλείσω την πόρτα. Τόσο ήταν το απύθµενο µίσος που ένιωθε για µένα από πέρσι. Έφυγε µε ένα χαµόγελο στα χείλη και απογοήτευση στο βλέµµα. Εξακολουθούσα να σκέφτομαι την Άμπι. Ούτε καν η κούραση μετά το σεξ δεν µε βοήθησε να ξεχαστώ και ένιωσα κάτι πρωτόγνωρο: τύψεις. Την επόμενη μέρα μπήκα βιαστικός στην τάξη της Ιστορίας και κάθισα στο θρανίο δίπλα από την Άμπι. Είχε βγάλει ήδη το λάπτοπ και το βιβλίο της και ούτε που γύρισε να µε κοιτάξει όταν κάθισα. Η αίθουσα ήταν πιο σκοτεινή από το συνηθισμένο. Τα σύννεφα απέξω έκοβαν το φυσικό φως που έμπαινε συνήθως από τα παράθυρα. Της σκούντησα τον αγκώνα, αλλά, βλέποντας ότι δεν αντιδρούσε, της άρπαξα το μολύβι από το χέρι και άρχισα να κάνω σχέδια στα περιθώρια. Κυρίως τατουάζ, αλλά έγραψα και το


όνομά της σαν γκράφιτι. Κοίταξε πάνω από τον ώμο μου χαμογελώντας ικανοποιηµένη. «Πάµε να φάµε έξω το µεσηµέρι;» της ψιθύρισα στο αυτί. Δεν µπορώ, είπε άηχα. Έγραψα στο βιβλίο της. Γιατί; Πρέπει να εκµεταλλευτώ τα κουπόνια για το εστιατόριο. Μαλακίες. Αλήθεια. Ήθελα να το συζητήσω, αλλά η σελίδα δεν είχε άλλο χώρο. Εντάξει. Άλλο ένα γεύµα-έκπληξη. Ανυποµονώ. Γέλασε και ένιωσα ξανά ότι βρισκόμουν στην κορυφή του κόσμου, όπως κάθε φορά που την έκανα να γελάει. Μερικά χάλια σχέδια και έναν αρκετά καλό δράκο αργότερα, το μάθημα τελείωσε. Έριξα το μολύβι της Άμπι στην τσάντα της όσο µάζευε τα υπόλοιπα πράγµατά της και πήραµε τον δρόµο για το εστιατόριο. Δεν μας κοιτούσαν όσο παλιότερα. Οι φοιτητές είχαν συνηθίσει να μας βλέπουν µαζί. Προχωρώντας στην ουρά, µιλούσαµε για την εργασία Ιστορίας που είχε βάλει ο Τσέινι. Η Άμπι έδωσε την κάρτα της και προχώρησε προς το τραπέζι. Πρόσεξα αμέσως πως κάτι έλειπε από τον δίσκο της: το κουτί με την πορτοκαλάδα που έπαιρνε κάθε µέρα. Κοίταξα τη σειρά με τις σοβαρές σερβιτόρες που στέκονταν πίσω από τον μπουφέ. Μόλις είδα τη γυναίκα με το αυστηρό ύφος που στεκόταν στο ταμείο, ήξερα ότι είχα βρει τον στόχο µου. «Γεια σας, δεσποινίς… εµ… δεσποινίς…» Η γυναίκα με κοίταξε εξεταστικά και αποφάσισε ότι θα ήμουν μπελάς, όπως έκαναν οι περισσότερες γυναίκες προτού κάνω τα πόδια τους να τρέµουν. «Άρµστρονγκ» είπε µε βαριά φωνή. Προσπάθησα να καταπνίξω την αηδία μου καθώς η σκέψη των μηρών της σχηµατίστηκε σε µια σκοτεινή γωνιά του µυαλού µου. Της χάρισα το πιο γοητευτικό µου χαµόγελο. «Ωραίο όνοµα. Αναρωτιόµουν, µια που φαίνεται πως εσείς είστε υπεύθυνη εδώ…


δεν έχει πορτοκαλάδα σήµερα;» «Έχει πίσω. Με τόση δουλειά δεν πρόλαβα να ξαναφέρω έξω». «Τρέχετε διαρκώς» είπα κουνώντας το κεφάλι μου. «Θα έπρεπε να σας κάνουν αύξηση. Κανένας άλλος εδώ δεν δουλεύει τόσο σκληρά. Το έχουµε προσέξει όλοι». Ανασήκωσε λίγο το σαγόνι της, ελαττώνοντας τις δίπλες στον λαιµό της. «Σ’ ευχαριστώ. Καιρός ήταν να το προσέξει κάποιος. Θέλεις πορτοκαλάδα;» «Ένα κουτάκι µόνο… αν δεν σας κάνει κόπο, φυσικά». «Κανένας κόπος» είπε και µου έκλεισε το µάτι. «Έρχοµαι». Πήγα στο τραπέζι και έβαλα το κουτάκι στον δίσκο της Άµπι. «Δεν ήταν ανάγκη. Θα έπαιρνα µόνη µου». Έβγαλε το σακάκι της και το ακούμπησε στα πόδια της, αφήνοντας γυμνούς τους ώμους της. Ήταν ακόμη μαυρισμένοι από το καλοκαίρι και γυάλιζαν, με εκλιπαρούσαν να τους αγγίξω. Μια ντουζίνα βρόµικες σκέψεις έσκασαν στο µυαλό µου. «Ε, τώρα δεν είναι ανάγκη να πάρεις µόνη σου» είπα. Της χάρισα ένα από τα καλύτερά μου χαμόγελα, αλλά αυτή τη φορά ήταν πηγαίο. Ήταν μία από αυτές τις στιγμές που ένιωθα χαρούμενος δίπλα στην Άµπι, και τις αναζητούσα όλο και περισσότερο τώρα τελευταία. «Σε έκανε υπηρέτη της, Τράβις;» κάγχασε ο Μπραζίλ. «Τι άλλο θα της κάνεις; Αέρα µε φύλλο φοίνικα φορώντας αθλητικό µαγιό;» Τεντώθηκα για να κοιτάξω τον Μπραζίλ στην άκρη του τραπεζιού και είδα το εξυπνακίστικο χαμόγελο στη μούρη του. Δεν το έλεγε με κακία, αλλά μου χάλασε τη στιγμή και με τσάντισε. Μάλλον το να της φέρνω χυμούς με έκανε να μοιάζω µε λελέ. Η Άµπι έσκυψε µπροστά. «Εσύ, Μπραζίλ, δεν μπορείς ούτε καν να γεμίσεις ένα τέτοιο μαγιό, γι’ αυτό σκάσε». «Χαλάρωσε, Άµπι! Πλάκα έκανα!» είπε ο Μπραζίλ, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. «Μη… µη µιλάς έτσι για τον Τράβις» συνέχισε εκείνη συνοφρυωµένη. Την κοίταξα για μια στιγμή και είδα τον θυμό της να καταλαγιάζει κάπως καθώς στράφηκε σ’ εµένα. Δεν είχε ξανασυµβεί τέτοιο πράγµα.


«Τώρα τα ’χω δει όλα. Μόλις με υπερασπίστηκε ένα κορίτσι» είπα χαμογελώντας αχνά και σηκώθηκα, ρίχνοντας άλλο ένα δολοφονικό βλέμμα στον Μπραζίλ προτού πάω να αφήσω τον δίσκο µου· έτσι κι αλλιώς δεν πεινούσα ιδιαίτερα. Έσπρωξα τις βαριές μεταλλικές πόρτες. Έβγαλα τα τσιγάρα μου από την τσέπη και άναψα ένα, προσπαθώντας να ξεχάσω αυτό που είχε µόλις συµβεί. Μόλις είχα γελοιοποιηθεί για ένα κορίτσι και οι αδελφοί μου από τη Σίγμα Ταυ το είχαν ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, μια που τους δούλευα ανελέητα εδώ και δύο χρόνια έτσι και ανέφεραν ότι μπορεί να ήθελαν κάτι παραπάνω απ’ το να πηδήξουν απλώς ένα κορίτσι. Τώρα ήταν η σειρά μου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το εμποδίσω – επειδή δεν μπορούσα. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι δεν ήθελα να κάνω κάτι. Όταν οι άλλοι καπνιστές γύρω μου γέλασαν, έκανα κι εγώ το ίδιο, παρόλο που δεν ήξερα τι έλεγαν. Από μέσα μου ένιωθα τσαντισμένος και εξευτελισμένος, ή τσαντισμένος επειδή είχα εξευτελιστεί. Κάτι τέτοιο. Τα κορίτσια με τριγύριζαν προσπαθώντας να πιάσουν κουβέντα. Κουνούσα το κεφάλι και χαμογελούσα ευγενικά, αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να σηκωθώ να φύγω και να ρίξω μια μπουνιά σε κάτι. Ένα δημόσιο ξέσπασμα θα φανέρωνε αδυναμία, και δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω τέτοιο πράγµα. Εκείνη τη στιγμή πέρασε η Άμπι και αναγκάστηκα να διακόψω μία από τις κοπέλες στη µέση µιας φράσης για να την προλάβω. «Περίµενε, Περιστεράκι, θα σε πάω εγώ». «Δεν χρειάζεται να με πηγαίνεις σε κάθε μάθημα, Τράβις. Μπορώ να πάω και µόνη µου». Το παραδέχομαι: Αυτό πόνεσε λίγο. Ούτε καν που με κοίταξε όταν το είπε, μου την έλεγε κανονικότατα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένα κορίτσι με κοντή φούστα και πανύψηλα πόδια πέρασε από δίπλα. Τα γυαλιστερά σκούρα μαλλιά της κουνιούνταν στην πλάτη της καθώς περπατούσε. Τότε το πήρα χαμπάρι: Έπρεπε να τα παρατήσω. Το να πηδάω τυχαίες γκόμενες ήταν αυτό που έκανα καλύτερα, ενώ η Άμπι δεν ήθελε να είμαστε κάτι παραπάνω από φίλοι. Σκόπευα να κάνω το σωστό και να διατηρήσω τα πράγματα σε πλατωνικό επίπεδο, αλλά, αν δεν έκανα κάτι


δραστικό, αυτό το σχέδιο θα χανόταν στα αντικρουόμενα συναισθήματα και στις σκέψεις που στριφογύριζαν µέσα µου. Είχε έρθει η στιγμή να θέσω όρια. Η Άμπι έτσι κι αλλιώς δεν μου άξιζε. Τι νόημα είχε; Πέταξα κάτω το τσιγάρο µου. «Τα λέµε αργότερα, Περιστεράκι». Πήρα το ύφος του κατακτητή, αλλά δεν θα χρειαζόταν να κάνω και πολλά. Είχε περάσει από μπροστά μου επίτηδες, ελπίζοντας ότι θα μου τραβούσε την προσοχή με την κοντή φούστα της και τα πουτανιάρικα τακούνια της. Την προσπέρασα και έκανα µεταβολή, βάζοντας τα χέρια στις τσέπες. «Βιάζεσαι;» Χαµογέλασε. Ήταν ήδη δικιά µου. «Πάω στο µάθηµα». «Α, ναι; Τι µάθηµα;» Σταµάτησε και χαµογέλασε λοξά. «Ο Τράβις Μάντοξ, σωστά;» «Σωστά. Η φήµη µου προηγείται;» «Ναι». «Είναι όλα αλήθεια». «Πρέπει να πάω στο µάθηµα» είπε κοιτάζοντας µπροστά της. Αναστέναξα, κάνοντας τον απογοητευµένο. «Κρίµα. Ήθελα να σου ζητήσω να µε βοηθήσεις». «Με τι πράγµα;» ρώτησε δύσπιστα, αλλά συνεχίζοντας να χαµογελάει. Κατά πάσα πιθανότητα θα μπορούσα να της ζητήσω να έρθει στο σπίτι μου για ένα γρήγορο και θα το έκανε, αλλά μια ελάχιστη προσπάθεια γοητείας έκανε τα πράγµατα πιο εύκολα µετά την πράξη. «Για να γυρίσω στο σπίτι µου. Δεν διαθέτω καθόλου αίσθηση προσανατολισµού». «Αλήθεια;» ρώτησε κουνώντας το κεφάλι, συνοφρυώθηκε και μετά χαμογέλασε, προσπαθώντας µάταια να µη νιώσει κολακευµένη. Καθώς τα δύο πάνω κουμπιά της ήταν ανοιχτά, φαινόταν η καμπύλη του στήθους της και ένα μέρος του σουτιέν της. Ένιωσα ένα οικείο φούσκωμα στο τζιν µου και µετακίνησα το βάρος µου στο άλλο πόδι.


«Τραγική αίσθηση προσανατολισµού» χαµογέλασα, παρακολουθώντας το βλέµµα της να καρφώνεται στο λακκάκι στο μάγουλό μου

– δεν ξέρω γιατί, αλλά το

λακκάκι ήταν πάντα αυτό που έκλεινε τη δουλειά. Ανασήκωσε τους ώµους, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιµία της. «Προχώρα µπροστά. Αν σε δω να βγαίνεις εκτός πορείας, θα κορνάρω». «Αποδώ πάµε» είπα, κάνοντας νόηµα προς το πάρκινγκ. Είχε χώσει τη γλώσσα της ως τον λαιμό μου προτού καν ανεβούμε τα σκαλιά και μου έβγαζε το μπουφάν πριν προλάβω να βρω το κλειδί μου. Οι κινήσεις μας ήταν αδέξιες, αλλά είχε πλάκα. Είχα προπονηθεί πολύ στο να ξεκλειδώνω την πόρτα με τα χείλη κάποιας γκόμενας κολλημένα στα δικά μου. Με έσπρωξε στο σαλόνι με το που άνοιξε η πόρτα. Την άρπαξα από τους γοφούς και την έσπρωξα στην πόρτα για να την κλείσω. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση μου και τη σήκωσα, πιέζοντας τη λεκάνη µου στη δική της. Με φιλούσε λες και λιμοκτονούσε και ήξερε ότι μέσα στο στόμα μου υπήρχε φαγητό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το γούσταρα. Κάποια στιγμή που μου δάγκωσε το κάτω χείλος, έκανα ένα βήμα πίσω, παραπάτησα και έπεσα στο τραπεζάκι δίπλα από την πολυθρόνα. Διάφορα πράγµατα σωριάστηκαν στο πάτωµα. «Ωχ» έκανε γελώντας. Χαμογέλασα και την κοίταξα. Προχώρησε ως τον καναπέ και έσκυψε μπροστά, αφήνοντας να φανούν η σχισμή του πισινού της και μια πολύ λεπτή γραμμή λευκής δαντέλας. Ξεκούμπωσα τη ζώνη μου και έκανα ένα βήμα. Μου έκανε τη ζωή πολύ εύκολη. Τέντωσε τον λαιμό της και έριξε τα μακριά καστανά μαλλιά της στην πλάτη της. Ήταν πολύ γκοµενάρα, το παραδέχοµαι. Το φερµουάρ µου κόντευε να σπάσει. Γύρισε να με κοιτάξει και έγειρα αποπάνω της, ακουμπώντας τα χείλη μου στα δικά της. «Μήπως να σου πω το όνοµά µου;» ψιθύρισε. «Γιατί;» είπα λαχανιασµένος. «Γουστάρω έτσι». Χαμογέλασε, πέρασε τους αντίχειρές της στα πλαϊνά της κιλότας της και την τράβηξε μέχρι που έπεσε στους αστραγάλους της. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό µου, όλο πονηριά.


Ξαφνικά το αποδοκιµαστικό βλέµµα της Άµπι άστραψε στο µυαλό µου. «Τι περιµένεις;» ρώτησε, ερεθισµένη και ανυπόµονη. «Τίποτα» είπα κουνώντας το κεφάλι µου. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στον γυμνό πισινό της πάνω στους μηρούς μου. Το να αναγκάζομαι να συγκεντρωθώ για να μη μου πέσει ήταν κάτι εντελώς καινούργιο και παράξενο, και έφταιγε η Άµπι. Γύρισε και μου έβγαλε την μπλούζα, και μετά ξεκούμπωσε εντελώς το τζιν μου. Γαμώτο. Είτε εγώ είχα ρυθμούς χελώνας είτε αυτή η γκόμενα ήταν η θηλυκή εκδοχή του εαυτού μου. Έβγαλα τις μπότες μου και το παντελόνι και τα κλότσησα όλα στην άκρη. Σήκωσε το ένα της πόδι και το τύλιξε γύρω από τους γοφούς µου. «Το ήθελα πολύ καιρό αυτό» μου ψιθύρισε στο αυτί. «Από τότε που σε είδα για πρώτη φορά, πέρσι». Άρχισα να ανεβαίνω με το χέρι μου στο μηρό της, προσπαθώντας να σκεφτώ αν της είχα ξαναμιλήσει. Όταν τα δάχτυλά μου έφτασαν στο τέρμα, είχαν γίνει µούσκεµα. Δεν έλεγε ψέµατα. Είχε περάσει µια ολόκληρη χρονιά να µε σκέφτεται, πράγµα που µε διευκόλυνε πολύ τώρα. Βόγκηξε με το που ακούμπησαν τα δάχτυλά μου το ευαίσθητο δέρμα της. Ήταν τόσο υγρή, που τα δάχτυλά μου γλιστρούσαν, και κόντευα να εκραγώ. Είχα πηδήξει μόνο δύο γυναίκες τις δύο τελευταίες εβδομάδες. Αυτή την γκόμενα και τη φίλη της Τζάνετ, τη Λούσι. Μισό λεπτό. Τρεις, με τη Μέγκαν. Το πρωί πριν γνωρίσω την Άμπι. Η Άμπι. Ένιωσα να με πλημμυρίζουν τύψεις, πράγμα που επηρέασε αρνητικά τη στύση µου. «Μην κουνηθείς» είπα και έτρεξα στην κρεβατοκάµαρα µε το µποξεράκι µόνο. Έπιασα ένα τετράγωνο πακετάκι από το συρτάρι μου και έτρεξα πίσω στην καστανή γκομενάρα που στεκόταν ακριβώς όπως την είχα αφήσει. Πήρε το πακετάκι από το χέρι μου και γονάτισε. Ύστερα από μερικά δημιουργικά και µάλλον απρόβλεπτα κόλπα µε τη γλώσσα της, µπορούσα να τη ρίξω στον καναπέ. Κι έτσι έκανα. Με το πρόσωπο κάτω και πρόσβαση μπροστά, και το ευχαριστήθηκε όσο δεν λέγεται.


5

Συγκάτοικοι

Η ΣΕΞΟΜΑΝHΣ ΗΤΑΝ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ, ντυνόταν και φτιαχνόταν. Δεν είπε και πολλά αφού τελειώσαμε, και σκεφτόμουν ότι θα της ζητούσα το τηλέφωνό της και θα την πρόσθετα στην πολύ μικρή λίστα με τα κορίτσια –όπως τη Μέγκαν– που δεν απαιτούσαν σχέση για να κάνουν σεξ, και που άξιζαν κιόλας τον κόπο να τις ξαναπάρεις. Ξαφνικά ακούστηκε το τηλέφωνο του Σέπλι. Ήταν ήχος φιλιού, οπότε πρέπει να ήταν η Αμέρικα. Εκείνη είχε αλλάξει πρώτη τον ήχο για τα μηνύματα, και δεν τον χάλασε καθόλου να κάνει κι εκείνος το ίδιο. Οι δυο τους ήταν καλά μαζί, αλλά με έκαναν και να θέλω λίγο να ξεράσω. Καθόµουν στον καναπέ και άλλαζα κανάλια, περιµένοντας να βγει η κοπέλα από το μπάνιο και να τη στείλω σπίτι της, όταν παρατήρησα ότι ο Σέπλι πήγαινε πάνω κάτω στο διαµέρισµα. «Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησα σµίγοντας τα φρύδια. «Μάζεψε κι εσύ λίγο. Έρχεται η Μερ µαζί µε την Άµπι». Αυτό µου τράβηξε την προσοχή. «Η Άµπι;» «Ναι. Οι θερµοσίφωνες χάλασαν πάλι στο Μόργκαν». «Ε, και;» «Ε, και θα µείνουν εδώ για µερικές µέρες».


«Θα μείνουν;» ρώτησα ενώ ανακαθόμουν. «Δηλαδή θα μείνει και η Άμπι εδώ; Στο σπίτι µας;» «Ναι, ρε μαλάκα. Ξέθαψε λίγο το κεφάλι σου από τον κώλο της Τζένα Τζέιμσον και άκου τι σου λέω. Έρχονται σε δέκα λεπτά. Με τα µπαγκάζια τους». «Πλάκα κάνεις». Ο Σέπλι σταµάτησε απότοµα και µε κοίταξε συνοφρυωµένος. «Κουνήσου να με βοηθήσεις λίγο και ξεφορτώσου το σκουπιδαριό που κουβάλησες» είπε, κάνοντας νόηµα προς την πόρτα του µπάνιου. «Ωχ, γαµώτο» είπα και πετάχτηκα πάνω. Ο Σέπλι κούνησε το κεφάλι γουρλώνοντας τα µάτια. «Ακριβώς». Ξαφνικά το έπιασα. Αν η Αμέρικα τσαντιζόταν που θα έβρισκε εδώ μια τσούλα όταν θα έφτανε με την Άμπι, θα τα άκουγε ο Σέπλι. Και αν η Άμπι δεν ήθελε να µείνει εδώ γι’ αυτό τον λόγο, θα είχε αυτός πρόβληµα – κι εγώ µαζί. Κοίταξα την πόρτα του μπάνιου. Η βρύση έτρεχε από την ώρα που είχε μπει εκεί μέσα. Δεν ήξερα αν ήταν στην τουαλέτα ή αν έκανε ντους. Δεν προλάβαινα με τίποτα να την ξαποστείλω πριν έρθουν τα κορίτσια. Θα ήταν ακόμα χειρότερο αν με έπιαναν στα πράσα την ώρα που προσπαθούσα να την ξεφορτωθώ, κι έτσι αποφάσισα να αλλάξω τα σεντόνια στο κρεβάτι µου και να συµµαζέψω λιγάκι. «Πού θα κοιµηθεί η Άµπι;» ρώτησα κοιτάζοντας τον καναπέ. Δεν θα την άφηνα να ξαπλώσει πάνω στα σωματικά υγρά που είχαν κυλήσει εκεί τους τελευταίους δεκατέσσερις µήνες. «Δεν ξέρω. Στην πολυθρόνα;» «Δεν πρόκειται να κοιμηθεί στην κωλοπολυθρόνα, καραγκιόζη». Έξυσα το κεφάλι µου. «Μάλλον θα κοιµηθεί στο κρεβάτι µου». Ο Σέπλι γέλασε τόσο δυνατά, που τον άκουσαν τουλάχιστον δύο τετράγωνα παρακάτω. Διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια, ενώ το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. «Τι έγινε;» Σηκώθηκε και με έδειξε, κουνώντας το δάχτυλό του και το κεφάλι του προς το μέρος μου. Γελούσε τόσο που δεν μπορούσε να μιλήσει, κι έτσι απομακρύνθηκε


προσπαθώντας να συνεχίσει το συγύρισµα ενώ το σώµα του έτρεµε από τα γέλια. Έντεκα λεπτά αργότερα ο Σέπλι διέσχιζε βιαστικά το σαλόνι για να πάει στην πόρτα. Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, και μετά τίποτα. Η βρύση στο μπάνιο σταµάτησε επιτέλους, και όλα ήταν ήσυχα. Ύστερα από λίγο άκουσα την πόρτα να ανοίγει με θόρυβο και τον Σέπλι να διαµαρτύρεται ανάµεσα στα βογκητά του. «Έλεος, ρε µωρό µου! Η βαλίτσα σου είναι δέκα κιλά πιο βαριά από της Άµπι!» Βγήκα στον διάδρομο, βλέποντας την τελευταία μου κατάκτηση να ξεπροβάλλει από το μπάνιο. Εκείνη πάγωσε στον διάδρομο, έριξε μια ματιά στην Άμπι και την Αμέρικα και συνέχισε να κουμπώνει την μπλούζα της. Δεν ξέρω τι έκανε εκεί μέσα τόση

ώρα,

πάντως

σίγουρα

δεν

φτιαχνόταν.

Το

μακιγιάζ

ήταν

ακόμα

πασαλειµµένο στο πρόσωπό της. Για μια στιγμή ξέχασα την αμηχανία της κατάστασης, προσπαθώντας να καταλάβω τι στον διάολο έκανε. Μάλλον δεν ήταν τόσο χαλαρή όσο νόμιζα, πράγμα που έκανε την άφιξη της Αμέρικα και της Άμπι ακόμα πιο επιθυμητή. Παρόλο που ήµουν ακόµη µε το µποξεράκι. «Γεια» είπε στα κορίτσια και κοίταξε τις βαλίτσες τους

· το αρχικό ξάφνιασμα

έδωσε τη θέση του στην απόλυτη σύγχυση. Η Αµέρικα αγριοκοίταξε τον Σέπλι, ο οποίος σήκωσε ψηλά τα χέρια. «Είναι µε τον Τράβις!» Αυτό ήταν το σύνθημα για μένα. Έστριψα από τον διάδρομο και χασμουρήθηκα, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη της καλεσµένης µου. «Ήρθαν οι φίλοι µου. Πρέπει να φύγεις». Εκείνη φάνηκε να χαλαρώνει λίγο και χαμογέλασε. Με αγκάλιασε και με φίλησε στον λαιμό. Πριν από μία ώρα τα χείλη της μου φαίνονταν απαλά και ζεστά. Με την Άµπι παρούσα ήταν σαν κάτι κολλώδες τυλιγµένο σε συρµατόπλεγµα. «Θα αφήσω το τηλέφωνό µου στον πάγκο». «Ε… άσ’ το καλύτερα. Δεν χρειάζεται» είπα, επίτηδες πολύ άνετα. «Τι;» ρώτησε εκείνη γέρνοντας προς τα πίσω. Η απόρριψη την είχε κατακεραυνώσει, φαινόταν στο βλέμμα της που έψαχνε στο δικό μου κάτι άλλο από αυτό που εννοούσα πραγματικά. Ευτυχώς που το


ξεκαθαρίζαμε αυτό τώρα. Ίσως και αν την έπαιρνα τηλέφωνο να μπέρδευα ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Μου έκανε εντύπωση που είχα θεωρήσει ότι μπορούσα να τη βάλω στη λίστα. Συνήθως το καταλάβαινα πιο εύκολα. «Κάθε φορά τα ίδια!» είπε η Αμέρικα. Κοίταξε την κοπέλα. «Γιατί εκπλήσσεσαι; Ο Τράβις Μάντοξ είναι, γαμώτο μου! Είναι διάσημος γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα, κι όμως κάθε φορά όλες εκπλήσσονται!» είπε και στράφηκε στον Σέπλι ο οποίος την αγκάλιασε µε το ένα χέρι, κάνοντάς της νόηµα να ηρεµήσει. Τα μάτια της κοπέλας στένεψαν, καίγοντας από θυμό και ντροπή. Ύστερα πήρε την τσάντα της και έφυγε βιαστικά. Η πόρτα βρόντηξε και ο Σέπλι έκανε έναν μορφασμό. Αυτές οι στιγμές τον ενοχλούσαν. Εγώ, από την άλλη, είχα μια στρίγκλα να ημερώσω, κι έτσι πήγα στην κουζίνα και άνοιξα το ψυγείο σαν να μην έτρεχε τίποτα. Το ύφος της προμηνούσε θύελλα που όμοιά της δεν θα είχα ξαναδεί (όχι επειδή δεν είχα συναντήσει ποτέ πριν κάποια γυναίκα που να θέλει να μου τα ψάλει, αλλά επειδή ποτέ δεν µε ένοιαζε αρκετά ώστε να καθίσω να τ’ ακούσω). Η Αμέρικα κούνησε το κεφάλι της και διέσχισε τον διάδρομο. Ο Σέπλι την ακολούθησε, γέρνοντας από το βάρος της βαλίτσας της. Ακριβώς τη στιγμή που περίμενα πως η Άμπι θα κατάφερνε ένα χτύπημα, εκείνη σωριάστηκε στην πολυθρόνα. Μάλιστα… τα ’χε πάρει. Καλύτερα να ξεµπερδεύαµε µια ώρα αρχύτερα. Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος και παρέμεινα στην κουζίνα, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας. «Τι τρέχει, Περιστεράκι; Άσχηµη µέρα;» «Όχι, απλώς έχω αηδιάσει τελείως». Ήταν µια αρχή. «Μ’ εµένα;» ρώτησα χαµογελαστά. «Ναι, μ’ εσένα. Πώς μπορείς να χρησιμοποιείς κάποιον κατ’ αυτό τον τρόπο; Πώς µπορείς να φέρεσαι έτσι;» «Πώς φέρθηκα; Δεν ήθελα να µου δώσει το τηλέφωνό της». Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Προσπάθησα να μη βάλω τα γέλια. Δεν ξέρω γιατί μου φαινόταν τόσο αστείο να τη βλέπω έτσι συγχυσμένη και αηδιασμένη με τη


συµπεριφορά µου. «Δηλαδή κάνεις σεξ µαζί της, αλλά δεν θέλεις το τηλέφωνό της;» «Γιατί να θέλω το τηλέφωνό της αν δεν πρόκειται να της τηλεφωνήσω;» «Γιατί να κοιµηθείς µαζί της αν δεν πρόκειται να της τηλεφωνήσεις;» «Δεν υπόσχομαι τίποτα σε καμία, Περιστεράκι. Δεν έθεσε θέμα σχέσης προτού ανοίξει τα πόδια της στον καναπέ µου». Κοίταξε τον καναπέ µε αποστροφή. «Είναι η κόρη κάποιου, Τράβις. Πώς θα νιώσεις αν κάποτε κάποιος φερθεί έτσι στην κόρη σου;» Καθώς αυτή η σκέψη µού είχε περάσει από το µυαλό, ήµουν προετοιµασµένος. «Η κόρη μου καλά θα κάνει να μην κατεβάζει τα βρακιά της στον κάθε βλάκα που γνωρίζει, για να σ’ το πω κι έτσι». Αυτή ήταν η αλήθεια. Άξιζαν οι γυναίκες να τους φέρονται σαν να ήταν τσούλες; Όχι. Άξιζαν οι τσούλες να τους φέρονται σαν να ήταν τσούλες; Ναι. Εγώ ήμουν τσούλα. Την πρώτη φορά που πήγα με τη Μέγκαν και σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς ούτε μια αγκαλιά, δεν άρχισα να κλαίω και να τρώω έναν κουβά παγωτό. Δεν παραπονιόμουν στους φίλους μου ότι ενέδωσα στο πρώτο ραντεβού και η Μέγκαν μού φέρθηκε όπως μου άξιζε. Έτσι έχουν τα πράγματα, δεν έχει νόημα να προσποιείσαι ότι προστατεύεις την αξιοπρέπειά σου ενώ κάνεις ό,τι μπορείς για να την καταστρέψεις. Είναι γνωστό ότι οι κοπέλες κατακρίνουν η μία την άλλη και σταματάνε μόνο όσο χρειάζεται για να θάψουν έναν άντρα που κάνει το ίδιο. Τις άκουγα να αποκαλούν πουτάνα κάποια συμμαθήτρια, προτού καν μου περάσει εμένα από το μυαλό. Ωστόσο, αν έπαιρνα αυτή την πουτάνα στο σπίτι, την πηδούσα και μετά την άφηνα στην ησυχία της χωρίς καμία υποχρέωση, γινόμουν ξαφνικά ο κακός. Σαχλαµάρες. Η Άμπι σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ήταν εμφανές ότι δεν είχε επιχειρήματα και αυτό την έκανε να θυµώνει ακόµα περισσότερο. «Άρα, εκτός του ότι παραδέχεσαι ότι είσαι βλάκας, λες ότι επειδή κοιμήθηκε µαζί σου αξίζει να την πετάξεις έξω σαν αδέσποτη γάτα;» «Λέω ότι ήμουν ειλικρινής. Είναι ενήλικη, δεν την πίεσα να κάνει τίποτα… Αν θέλεις να ξέρεις μάλιστα, παραήταν πρόθυμη. Κάνεις λες και έκανα κανένα


έγκληµα». «Αυτή πάντως δεν φάνηκε να είχε καταλάβει τις προθέσεις σου, Τράβις». «Οι γυναίκες συνήθως δικαιολογούν τις πράξεις τους με πράγματα που έχουν φτιάξει μόνες τους στο μυαλό τους. Δεν μου είπε ότι ήθελε σχέση ούτε εγώ της είπα ότι περίµενα σεξ χωρίς δεσµεύσεις. Ποια η διαφορά;» «Είσαι γουρούνι». «Με έχουν πει και χειρότερα» είπα ανασηκώνοντας τους ώµους. Παρά τη φαινομενική αδιαφορία μου, τα λόγια της ήταν ένα καρφί στην καρδιά. Κι ας ήταν αλήθεια. Κοίταξε τον καναπέ και µετά αποτραβήχτηκε. «Μάλλον θα κοιµηθώ στην πολυθρόνα». «Γιατί;» «Δεν πρόκειται να κοιµηθώ εκεί πέρα! Ένας Θεός ξέρει τι έχει εκεί πάνω!» «Δεν θα κοιμηθείς ούτε στον καναπέ ούτε στην πολυθρόνα. Θα κοιμηθείς στο κρεβάτι µου» είπα παίρνοντας τη βαλίτσα της. «Το οποίο σίγουρα είναι πολύ χειρότερο από τον καναπέ». «Δεν έχει κοιµηθεί ποτέ κανείς στο κρεβάτι µου εκτός από µένα». «Άσε µας, µωρέ!» είπε στριφογυρίζοντας τα µάτια της. «Σοβαρολογώ. Κάνω σεξ μόνο στον καναπέ. Δεν τις αφήνω να μπουν στο δωµάτιό µου». «Και τότε γιατί εµένα µου επιτρέπεται να κοιµηθώ στο κρεβάτι σου;» Ήθελα να της πω. Θεούλη μου, πόσο πολύ ήθελα να το πω, αλλά με το ζόρι το παραδεχόµουν στον εαυτό µου, πόσω µάλλον σ’ αυτήν. Βαθιά µέσα µου ήξερα ότι ήμουν μαλάκας κι ότι εκείνη άξιζε κάτι πολύ καλύτερο. Ένα κομμάτι του εαυτού μου ήθελε να την κουβαλήσει στην κρεβατοκάμαρα και να της δείξει για ποιον λόγο ήταν διαφορετικά, αλλά αυτό το ίδιο πράγμα με σταματούσε. Ήταν το αντίθετο από μένα: επιφανειακά αθώα και βαθιά μέσα της στραπατσαρισμένη. Είχε κάτι που το χρειαζόμουν στη ζωή μου και, παρόλο που δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν, δεν μπορούσα να ενδώσω στις κακές μου συνήθειες και να τα τινάξω όλα στον αέρα. Ήταν τύπος που συγχωρούσε, το έβλεπα αυτό, αλλά είχε σαφή όρια και ήξερα ότι δεν έπρεπε να τα ξεπεράσω.


Μια καλύτερη εκδοχή µού ήρθε στο µυαλό και χαµογέλασα πονηρά. «Σκοπεύεις να κάνεις σεξ µαζί µου απόψε;» «Όχι!» «Γι’ αυτό. Άντε, σήκω, γκρινιάρα, κάνε ένα ζεστό ντους και μετά θα διαβάσουμε Βιολογία». Η Άμπι με κοίταξε με βλοσυρό ύφος, αλλά έκανε αυτό που της είπα. Παραλίγο να µε κοπανήσει µε τον ώµο της περνώντας δίπλα µου, αλλά τελικά κοπάνησε την πόρτα του µπάνιου. Οι σωλήνες άρχισαν να σφυρίζουν µόλις άνοιξε τη βρύση. Δεν είχε πάρει μαζί της πολλά πράγματα

· μόνο τα απαραίτητα. Βρήκα ένα

σορτσάκι και μια μπλούζα και ένα λευκό βαμβακερό βρακάκι με κόκκινες ρίγες. Το σήκωσα και το κοίταξα, και μετά έψαξα λίγο καλύτερα. Όλα βαμβακερά ήταν. Πραγματικά δεν σκόπευε να γδυθεί μπροστά μου, ούτε καν να με προκαλέσει. Απογοητεύτηκα λίγο, αλλά ταυτόχρονα αυτό με έκανε να τη γουστάρω ακόμα περισσότερο. Αναρωτήθηκα αν είχε κανένα στρινγκ. Μήπως ήταν παρθένα; Γέλασα. Μια παρθένα στο πανεπιστήµιο ήταν ανήκουστο στις µέρες µας. Είχε βάλει στη βαλίτσα της μια οδοντόκρεμα και την οδοντόβουρτσά της, καθώς και μια κρέμα προσώπου, κι έτσι τα πήρα μαζί μου και διέσχισα τον διάδρομο, παίρνοντας και µια καθαρή πετσέτα από το ντουλάπι. Χτύπησα μια φορά την πόρτα. Καθώς δεν απάντησε, μπήκε κατευθείαν μέσα. Έτσι κι αλλιώς ήταν πίσω από την κουρτίνα του μπάνιου, και δεν είχε βέβαια και τίποτα που να µην έχω ξαναδεί. «Μερ;» «Όχι, εγώ είμαι» είπα, ακουμπώντας τα πράγματά της στον πάγκο δίπλα στον νιπτήρα. «Τι κάνεις εδώ; Βγες έξω!» τσίριξε. Γέλασα κοφτά. Τι νιάνιαρο. «Ξέχασες να πάρεις πετσέτα και σου έφερα τα ρούχα σου, την οδοντόβουρτσά σου και µια παράξενη κρέµα προσώπου που βρήκα στην τσάντα σου». «Έψαξες τα πράγµατά µου;» φώναξε τσιρίζοντας ακόµα περισσότερο. Το ξαφνικό γέλιο μου κόπηκε απότομα και κόντεψα να πνιγώ. Εγώ είχα φέρει τα


πράγματα της κυρίας μη-μου-άπτου από ευγένεια, κι εκείνη είχε φρικάρει. Σιγά μην έβρισκα τίποτα ενδιαφέρον στην τσάντα της, έτσι κι αλλιώς. Αυτή ήταν σαν δασκάλα κατηχητικού. Έβαλα από τη δική της οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσά μου και άνοιξα τη βρύση. Ή Άμπι ήταν παράξενα ήσυχη, μέχρι που το μέτωπο και τα μάτια της εμφανίστηκαν από την κουρτίνα. Προσπάθησα να την αγνοήσω, νιώθοντας το βλέµµα της να µου ανοίγει τρύπα στην πλάτη. Δεν καταλάβαινα τον εκνευρισμό της. Για μένα όλο αυτό το σκηνικό ήταν χαλαρωτικό. Αυτή η σκέψη με έκανε να σταματήσω. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα µπορούσα να απολαµβάνω την οικειότητα. «Βγες έξω, Τράβις» γρύλισε. «Δεν µπορώ να πάω για ύπνο χωρίς να πλύνω τα δόντια µου». «Αν πλησιάσεις αυτή την κουρτίνα στο μισό μέτρο, θα σου βγάλω τα μάτια στον ύπνο σου». «Δεν θα κρυφοκοιτάξω, Περιστεράκι». Για να πω την αλήθεια, η σκέψη της Άμπι να σκύβει αποπάνω μου κρατώντας μαχαίρι με άναβε κατά κάποιον τρόπο. Περισσότερο το να σκύβει αποπάνω μου, παρά το κοµµάτι µε το µαχαίρι. Τέλειωσα με το πλύσιμο των δοντιών και πήγα στην κρεβατοκάμαρα, χαμογελώντας διαρκώς. Δυο λεπτά αργότερα οι σωλήνες σταμάτησαν, αλλά της πήρε ατέλειωτη ώρα για να βγει από το µπάνιο. Ανυπόµονος, έβαλα το κεφάλι µου µέσα από την πόρτα του µπάνιου. «Έλα, Περιστεράκι! Ξηµερώσαµε!» Η εμφάνισή της με ξάφνιασε. Την είχα ξαναδεί χωρίς μακιγιάζ, αλλά το δέρμα της ήταν ροδαλό και λαμπερό και τα μακριά, βρεγμένα μαλλιά της ήταν χτενισµένα προς τα πίσω. Έµεινα να την κοιτάζω. Η Άμπι μού πέταξε τη χτένα της. Έσκυψα για να την αποφύγω και έκλεισα την πόρτα, διασχίζοντας τον διάδροµο γελώντας. Άκουσα τα ποδαράκια της στον διάδρομο καθώς ερχόταν προς το δωμάτιό μου και η καρδιά µου άρχισε να χτυπάει δυνατά.


«Καληνύχτα, Άµπι» φώναξε η Αµέρικα από το δωµάτιο του Σέπλι. «Καληνύχτα, Μερ». Γέλασα. Μόνο καλή δεν θα ήταν η νύχτα. Η κοπέλα του Σέπλι µού είχε φέρει εδώ πέρα ένα είδος ναρκωτικού. Δεν είχα ποτέ αρκετό, και δεν ήθελα και να το κόψω. Παρόλο που ήταν αναμφίβολα εθισμός, δεν τολμούσα να γευτώ ούτε ένα ψιχουλάκι. Την κρατούσα απλώς κοντά μου, κι ένιωθα καλύτερα μόνο και μόνο γνωρίζοντας ότι ήταν τριγύρω. Δεν είχα καµία ελπίδα. Δύο κοφτά χτυπήµατα στην πόρτα µε επανέφεραν στην πραγµατικότητα. «Μπες, Περιστεράκι. Δεν χρειάζεται να χτυπάς». Η Άμπι μπήκε μέσα με τα μαλλιά νωπά, φορώντας ένα γκρίζο μπλουζάκι και ένα καρό σορτσάκι. Κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο, καταλήγοντας σίγουρα σε διάφορα συμπεράσματα για μένα κρίνοντας από τους γυμνούς τοίχους μου. Πρώτη φορά έμπαινε γυναίκα εδώ πέρα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ αυτή τη στιγμή, αλλά δεν περίµενα ότι η Άµπι θα άλλαζε την ατµόσφαιρα του δωµατίου. Πιο πριν, ήταν απλώς το μέρος που κοιμόμουν. Ένα δωμάτιο στο οποίο δεν περνούσα ποτέ πολύ χρόνο. Η παρουσία της Άμπι έκανε τους λευκούς, γυμνούς τοίχους να χτυπάνε πολύ άσχημα και ένιωσα σχεδόν ντροπή. Η Άμπι έδινε στο δωµάτιο µια αίσθηση σπιτιού, και τόση γύµνια δεν έµοιαζε πια σωστή. «Ωραίες πιτζάμες» είπα τελικά και ανακάθισα στο κρεβάτι. «Έλα λοιπόν. Δεν δαγκώνω». Κατέβασε το πιγούνι και σήκωσε τα φρύδια. «Δεν σε φοβάμαι». Έριξε το βιβλίο της Βιολογίας δίπλα μου στο κρεβάτι. «Έχεις ένα στιλό;» ρώτησε. «Στο πάνω συρτάρι» είπα νεύοντας προς το κοµοδίνο. Ξαφνικά πάγωσε το αίμα μου. Θα έβρισκε την καβάτζα μου. Προετοιμάστηκα για τη θανάσιµη µάχη που θα ακολουθούσε. Ακούμπησε το γόνατό της στο κρεβάτι και τεντώθηκε, ανοίγοντας το συρτάρι και ψαχουλεύοντας μέχρι που το χέρι της πετάχτηκε ξαφνικά πίσω. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο άρπαξε ένα στιλό και έκλεισε το συρτάρι µε δύναµη. «Τι έγινε;» ρώτησα, κάνοντας ότι διάβαζα το βιβλίο της Βιολογίας. «Λήστεψες καµιά κλινική;»


Πώς ξέρει ένα Περιστεράκι πού βρίσκει κανείς προφυλακτικά; «Όχι, γιατί;» «Έχεις προφυλακτικά για µια ζωή εκεί πέρα» είπε κάνοντας έναν µορφασµό. Να µαστε. «Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, σωστά;» Δεν μπορούσε με τίποτα να το αντικρούσει αυτό. Αντί για τις φωνές και τα βρισίδια που περίμενα, εκείνη απλώς στριφογύρισε τα μάτια της. Γύρισα σελίδα στο βιβλίο της Βιολογίας, προσπαθώντας να µη δείξω την ανακούφισή µου. «Ωραία, μπορούμε να ξεκινήσουμε αποδώ. Καλά, ρε παιδί μου… φωτοσύνθεση; Δεν τα έµαθες αυτά στο σχολείο;» «Περίπου» είπε αμυντικά. «Είναι εισαγωγή στη Βιολογία, Τραβ. Δεν έχω φτιάξει εγώ την ύλη». «Και κάνεις τέτοιες εξισώσεις; Πώς γίνεται να είσαι τόσο προχωρημένη στα µαθηµατικά και τόσο πίσω στις επιστήµες;» «Δεν είµαι πίσω. Το πρώτο µισό είναι πάντα επανάληψη». «Δεν νοµίζω» είπα σηκώνοντας ένα φρύδι. Με άκουγε όσο εξηγούσα τα βασικά της φωτοσύνθεσης και στη συνέχεια την ανατομία των φυτικών κυττάρων. Δεν είχε σημασία πόση ώρα μιλούσα ή τι έλεγα, τα θέμα ήταν ότι κρεμόταν από την κάθε λέξη. Μου ήταν πολύ εύκολο να σκέφτοµαι ότι ενδιαφερόταν για µένα και όχι για τους βαθµούς της. «Λιπίδια, όχι λιπαρά. Πες µου πάλι τι είναι». «Είμαι πτώμα» είπε βγάζοντας τα γυαλιά της. «Δεν μπορώ να απομνημονεύσω άλλα µακροµόρια». Τέλεια. Ώρα για ύπνο. «Εντάξει». Η Άμπι φαινόταν ξαφνικά νευρική, πράγμα που για μένα ήταν παράδοξα κατευναστικό. Την άφησα με τη νευρικότητά της και πήγα να κάνω ντους. Η σκέψη ότι πριν από λίγο στεκόταν γυμνή στο ίδιο ακριβώς σημείο με έκανε να σκεφτώ διάφορα πράγματα, και χρειάστηκα κρύο νερό για τα τελευταία πέντε λεπτά προκειμένου να τα βγάλω από το μυαλό μου. Δεν ήταν ευχάριστο, αλλά τουλάχιστον


τακτοποίη​σε το θέµα της στύσης. Όταν επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα, η Άμπι ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, με τα μάτια κλειστά και το σώμα σφιγμένο σαν σανίδα. Άφησα την πετσέτα μου να πέσει, φόρεσα το μποξεράκι μου και χώθηκα στο κρεβάτι, σβήνοντας το φως. Η Άµπι δεν κουνήθηκε, αλλά δεν κοιµόταν. Όλοι της οι μύες ήταν σφιγμένοι, ενώ σφίχτηκαν ακόμα περισσότερο προτού γυρίσει να µε κοιτάξει. «Κι εσύ εδώ θα κοιµηθείς;» «Ε, ναι. Αυτό είναι το κρεβάτι µου». «Το ξέρω, αλλά…» σταµάτησε, ζυγίζοντας τις εναλλακτικές. «Δεν με εμπιστεύεσαι τώρα πια; Θα είμαι τύπος και υπογραμμός, σ’ το ορκίζομαι» είπα σηκώνοντας τον δείκτη, τον μέσο και το μικρό δαχτυλάκι, κάνοντας το σήµα της αδελφότητας, αλλά δεν το έπιασε. Όσο και να με χάλαγε αυτή η καλή συμπεριφορά, δεν υπήρχε περίπτωση να την κάνω να το βάλει στα πόδια το πρώτο βράδυ από κάποια µαλακία. Η Άμπι είχε μια εύθραυστη ισορροπία σκληρότητας και τρυφερότητας. Αν την πίεζες πολύ, αντιδρούσε σαν φυλακισμένο ζώο. Είχε πλάκα να ισορροπεί κανείς στο τεντωμένο σκοινί που κρατούσε. Την ίδια πλάκα που είχε το να οδηγείς με την όπισθεν µια µηχανή µε χίλια χιλιόµετρα την ώρα. Γύρισε από την άλλη και μάζεψε σφιχτά την κουβέρτα γύρω της. Χαμογέλασα πάλι και έσκυψα στο αυτί της. «Καληνύχτα, Περιστεράκι».


6

Σφηνάκια

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΟΛΙΣ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙ στο υπνοδωμάτιό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Τα μαλλιά της Άμπι ήταν μπερδεμένα και ανακατεμένα και κάλυπταν το πρόσωπό µου. Ανέπνευσα βαθιά από τη µύτη. Ρε μαλάκα, τι κάνεις; Είσαι άρρωστος; σκέφτηκα. Γύρισα ανάσκελα, αλλά προτού προλάβω να σταματήσω τον εαυτό μου, πήρα άλλη μια ανάσα. Μύριζε ακόµη σαµπουάν και κρέµα σώ​µ ατος. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα χτύπησε το ξυπνητήρι και η Άμπι σάλεψε. Πέρασε το χέρι της πάνω από το στήθος µου και το τράβηξε αµέσως πίσω. «Τράβις;» είπε μισοκοιμισμένα. «Το ξυπνητήρι σου». Περίμενε μισό λεπτό και μετά αναστέναξε, έγειρε αποπάνω μου και τεντώθηκε μέχρι που έφτασε τελικά το ξυπνητήρι και άρχισε να το χτυπάει στα τυφλά μέχρι να σταματήσει ο θόρυβος. Ξαναέπεσε στο μαξιλάρι της και ξεφύσηξε. «Είσαι ξύπνιος;» φώναξε ακούγοντάς µε να χασκογελάω. «Υποσχέθηκα ότι θα είμαι τύπος και υπογραμμός. Δεν είπα ότι θα σε εμποδίσω να ξαπλώσεις πάνω µου». «Δεν ξάπλωσα πάνω σου. Δεν έφτανα το ξυπνητήρι. Πρέπει να είναι το πιο εκνευριστικό ξυπνητήρι που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ακούγεται σαν ζώο που ξεψυχάει». «Θέλεις πρωινό;» τη ρώτησα πλέκοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι µου.


«Δεν πεινάω». Φαινόταν εκνευρισμένη με κάτι, αλλά δεν έδωσα σημασία. Μάλλον δεν ήταν πρωινός τύπος. Αν και με αυτή τη λογική δεν ήταν ούτε απογευματινός ούτε βραδινός τύπος. Αν το καλοσκεφτόσουν, μάλλον ήταν μια παλιογκρινιάρα… και το γούσταρα αυτό. «Εγώ πεινάω. Δεν έρχεσαι µαζί µου στο καφέ πιο κάτω;» «Δεν νομίζω ότι μπορώ να χειριστώ την έλλειψη οδηγητικής ικανότητας τόσο νωρίς» είπε χώνοντας τα κοκαλιάρικα πατουσάκια της στις παντόφλες και πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Πού πας;» «Να ντυθώ για να πάω στο μάθημα» απάντησε τσαντισμένη. «Μήπως θέλεις και το πρόγραµµά µου όσο θα µένω εδώ;» Ήθελε να το παίξει σκληρό καρύδι; Εντάξει. Θα παίζαμε. Την πλησίασα και την έπιασα από τους ώµους. Γαµώτο, το δέρµα της ήταν πολύ απαλό. «Είσαι πάντα τόσο νευρική ή θα ηρεμήσεις όταν πιστέψεις ότι δεν καταστρώνω κανένα πολύπλοκο σχέδιο για να σε ρίξω;» «Δεν είµαι νευρική». Έγειρα µπροστά, ψιθυρίζοντας στο αυτί της: «Δεν θέλω να κοιµηθώ µαζί σου, Περιστεράκι. Σε συµπαθώ πάρα πολύ». Εκείνη σφίχτηκε αμέσως, και

την άφησα χωρίς

άλλη λέξη. Θα ήταν

χοντροκομμένο ν’ αρχίσω να χοροπηδάω για να πανηγυρίσω τη νίκη μου, κι έτσι συγκρατήθηκα μέχρι που βρέθηκα πίσω από την πόρτα και ύψωσα τη γροθιά μου στον αέρα. Δεν ήταν εύκολο να την κρατάω στην τσίτα, αλλά όταν πετύχαινα ένιωθα ότι βρισκόμουν ένα βήμα πιο κοντά στο να… Σε τι; Δεν ήμουν εντελώς σίγουρος, αλλά ένιωθα πως ήταν σωστό. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που είχα ψωνίσει τρόφιμα, κι έτσι το πρωινό δεν ήταν τίποτα φοβερό, αλλά ήταν καλό. Χτύπησα αυγά σε ένα μπολ, έριξα μέσα και κρεμμύδι, πράσινη και κόκκινη πιπεριά, και μετά όλα μαζί στο τηγάνι. Η Άµπι µπήκε στην κουζίνα και κάθισε σε ένα σκαµπό. «Σίγουρα δεν θέλεις;»


«Σίγουρα. Ευχαριστώ πάντως». Μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και ήταν πάλι γκομενάρα. Ήταν γελοίο. Ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν όλα τα κορίτσια έτσι, από την άλλη όμως δεν είχα και μεγάλη εμπειρία. Τα μόνα κορίτσια που είχα δει αγουροξυπνημένα ήταν οι φιλενάδες του Σέπλι, και δεν τις κοιτούσα τόσο προσεκτικά ώστε να σχηματίσω άποψη. Ο Σέπλι έπιασε δυο πιάτα και τα κράτησε μπροστά μου. Σέρβιρα τα αυγά σε κάθε πιάτο. Η Άµπι παρακολουθούσε σχεδόν αδιάφορα. Η Αµέρικα ξεφύσηξε όταν ο Σέπλι ακούµπησε το πιάτο µπροστά της. «Μη µε κοιτάζεις έτσι, Σεπ. Συγγνώµη, απλώς δεν θέλω να πάω». Ο Σέπλι είχε τις μαύρες του εδώ και κάτι μέρες, γιατί η Αμέρικα είχε αρνηθεί την πρόσκλησή του για το πάρτι ζευγαριών. Δίκιο είχε η κοπέλα. Τα πάρτι ζευγαριών ήταν βασανιστήριο. Την ψιλοθαύμαζα που δεν ήθελε να πάει. Οι περισσότερες κοπέλες έκαναν σαν τρελές για να τις καλέσει κάποιος σε τέτοιο πάρτι. «Μωρό μου» γκρίνιαξε ο Σέπλι «η αδελφότητα κάνει πάρτι ζευγαριών δύο φορές τον χρόνο. Είναι σε έναν μήνα. Έχεις καιρό μπροστά σου για να βρεις φόρεμα και να κάνεις όλα αυτά τα κοριτσίστικα πράγµατα που θέλεις». Η Αµέρικα δεν έπεφτε µε κάτι τέτοια. Σταµάτησα να δίνω προσοχή στο τι έλεγαν μέχρι που πήρα χαμπάρι πως η Αμέρικα συμφώνησε να πάει μόνο αν πήγαινε και η Άμπι. Αν πήγαινε η Άμπι, θα έπρεπε να είναι ζευγάρι με κάποιον. Η Αμέρικα µε κοίταξε και σήκωσα το ένα φρύδι. «Ο Τραβ δεν πηγαίνει σε πάρτι ζευγαριών» είπε ο Σέπλι. «Εκεί πας με την κοπέλα σου και ο Τράβις δεν… Ξέρεις». «Θα

μπορούσαμε

να

της

γνωρίσουμε

κάποιον»

πρότεινε

η

Αμέρικα

ανασηκώνοντας τους ώµους. Πήγα να πω κάτι, αλλά η Άµπι ήταν εµφανώς εκνευρισµένη. «Είµαι εδώ και σας ακούω, ξέρεις» γρύλισε. Η Αµέρικα πήρε την έκφραση στην οποία δεν µπορούσε να αντισταθεί ο Σέπλι. «Σε παρακαλώ, Άμπι. Θα σου βρούμε κάποιον καλό τύπο, αστείο και έξυπνο, και θα φροντίσω να είναι και ωραίος. Σου υπόσχομαι ότι θα περάσεις καλά! Ποιος ξέρει; Μπορεί και να τα βρείτε».


Συνοφρυώθηκα. Η Αμέρικα θα της έβρισκε κάποιον τύπο; Για το πάρτι ζευγαριών. Κάποιον από την αδελφότητα. Ωχ, γαμώτο, όχι. Στη σκέψη ότι θα μπορούσε να τα βρει με τον οποιονδήποτε, ανατρίχιασα. Πέταξα με θόρυβο το τηγάνι στον νεροχύτη. «Δεν είπα ότι δεν θα τη συνοδεύσω». «Μη µου κάνεις χάρες, Τράβις» είπε εκνευρισµένη η Άµπι. «Δεν το εννοούσα έτσι, Περιστεράκι» της εξήγησα πλησιάζοντάς την. «Τα πάρτι ζευγαριών είναι για τύπους που έχουν κοπέλες, και όλοι ξέρουν ότι εγώ δεν έχω ποτέ. Αν όμως πάμε μαζί, δεν θα ανησυχώ ότι θα μου ζητήσεις μετά δαχτυλίδι αρραβώνων». «Σε παρακαλώ, Άµπι» είπε η Αµέρικα παίρνοντας πάλι εκείνη τη φάτσα. Η Άµπι έµοιαζε να πονάει σχεδόν. «Μη με κοιτάς έτσι. Ο Τράβις δεν θέλει να πάει, εγώ δεν θέλω να πάω… δεν θα είµαστε καλή παρέα». Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο μου άρεσε η ιδέα. Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος και ακούµπησα πίσω στον νεροχύτη. «Δεν είπα ότι δεν θέλω να πάω. Νομίζω ότι θα είναι ωραία να πάμε οι τέσσερίς µας». Η Άµπι ζάρωσε όταν όλα τα βλέµµατα στράφηκαν πάνω της. «Και γιατί δεν αράζουµε εδώ;» Εγώ δεν είχα πρόβλημα. Η Αμέρικα βούλιαξε στην καρέκλα της και ο Σέπλι έγειρε µπροστά. «Γιατί πρέπει να πάω, Άμπι» είπε ο Σέπλι. «Είμαι πρωτοετής. Θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι όλα πάνε καλά, ότι όλοι έχουν µπίρα, τέτοια πράγµατα». Η Άμπι βρισκόταν σε απόγνωση. Ήταν εμφανές ότι δεν ήθελε να πάει, αλλά αυτό που με τρόμαζε ήταν ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί στην Αμέρικα, και ο Σέπλι ήταν ικανός να πει οτιδήποτε για να καταφέρει τη φιλενάδα του να πάει. Αν δεν ερχόταν μαζί μου η Άμπι, θα κατέληγε να περάσει τη βραδιά –και ίσως και τη νύχτα– με κάποιον από την αδελφότητα. Δεν ήταν κακά παιδιά, αλλά είχα ακούσει τις ιστορίες που έλεγαν, και όταν τους φανταζόμουν να μιλάνε για την Άµπι τρελαινόµουν.


Διέσχισα την κουζίνα και αγκάλιασα την Άµπι από τους ώµους. «Έλα, Περιστεράκι. Θα ’ρθεις µαζί µου;» Η Άμπι κοίταξε την Αμέρικα και μετά τον Σέπλι. Πέρασαν μόνο μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να με κοιτάξει στα μάτια, αλλά μου φάνηκαν αιωνιότητα. Όταν τελικά µε κοίταξε, ένιωσα τον κόσµο γύρω µου να χάνεται. «Εντάξει» αναστέναξε χωρίς κανέναν ενθουσιασμό, αλλά δεν με ένοιαζε

· θα

πηγαίναµε µαζί και αυτό µε έκανε πιο ήρεµο. Η Αμέρικα τσίριξε όπως κάνουν τα κορίτσια, χτύπησε παλαμάκια, και μετά έπιασε την Άµπι και την αγκάλιασε. Ο Σέπλι µε ευχαρίστησε µε ένα χαµόγελο και µετά στράφηκε στο Περιστεράκι. «Ευχαριστώ, Άµπι» είπε, ακουµπώντας τη στην πλάτη. Δεν είχα δει ποτέ μου κοπέλα λιγότερο χαρούμενη που θα έβγαινε ραντεβού μαζί µου, αλλά στο κάτω κάτω δεν ήµουν εγώ αυτό που την ενοχλούσε. Τα κορίτσια τελείωσαν τις ετοιμασίες τους και έφυγαν νωρίς για το μάθημα των οκτώ. Ο Σέπλι κάθισε να πλύνει τα πιάτα, χαρούμενος που είχε πετύχει τελικά τον στόχο του. «Ρε φίλε, ευχαριστώ. Δεν πίστευα ότι θα ερχόταν η Αµέρικα». «Τι σκατά, ρε µαλάκα; Προσπαθείτε να βρείτε γκόµενο στο Περιστεράκι;» «Όχι, ρε. Δηλαδή, ίσως η Αμέρικα να έχει προσπαθήσει. Δεν ξέρω. Έχει καμιά σηµασία;» «Έχει». «Αλήθεια;» «Κοίτα… απλώς… μην το κάνετε, εντάξει; Δεν θέλω να τη δω σε καμιά γωνιά να χαµουρεύεται µε τον Πάρκερ Χέιζ». Ο Σέπλι ένευσε, τρίβοντας το αυγό από το τηγάνι. «Ή µε οποιονδήποτε άλλο». «Ε, και;» «Πόσο καιρό νοµίζεις ότι µπορεί να κρατήσει αυτό;» «Δεν ξέρω» απάντησα συνοφρυωµένος. «Όσο γίνεται. Μόνο µην ανακατεύεσαι». «Τράβις, τη θέλεις ή όχι; Το να μη θες να την αφήσεις να βγει με κανέναν ενώ δεν είστε µαζί είναι λίγο µαλακία».


«Είµαστε απλώς φίλοι». Ο Σέπλι µε κοίταξε και γέλασε δύσπιστα. «Οι φίλοι συζητάνε για ένα πήδημα που τους έκατσε το Σαββατοκύριακο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά µ’ εσάς τους δύο µου φαίνεται δύσκολο». «Εντάξει, αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν µπορούµε να είµαστε φίλοι». «Ε, ναι, αυτό σηµαίνει, ρε φίλε» είπε ο Σέπλι υψώνοντας τα φρύδια. Δεν είχε άδικο. Απλώς δεν ήθελα να το παραδεχτώ. «Απλώς…» σταμάτησα για να δω την έκφραση του Σέπλι. Από όλο τον κόσμο, αυτός μόνο δεν θα με έκρινε σκληρά, αλλά μου φαινόταν αδυναμία να παραδεχτώ αυτά που σκεφτόμουν, το πόσο συχνά περνούσε από το μυαλό μου η Άμπι. Ο Σέπλι θα καταλάβαινε, αλλά αυτό δεν με βοηθούσε να το παραδεχτώ. «Έχει κάτι αυτό το κορίτσι που το χρειάζομαι. Αυτό είναι όλο. Είναι περίεργο που τη βρίσκω γαµάτη και δεν θέλω να τη µοιραστώ;» «Δεν µπορείς να τη µοιραστείς αν δεν είναι δικιά σου». «Και τι ξέρω από σχέσεις, ρε Σεπ; Εσένα. Εσένα και τις διεστραμμένες, ψυχαναγκαστικές σου σχέσεις. Αν γνωρίσει κανέναν άλλον και αρχίσει να βγαίνει µαζί του, θα τη χάσω». «Κάνε τότε εσύ σχέση µαζί της». «Δεν είµαι ακόµη έτοιµος» είπα κουνώντας το κεφάλι µου. «Γιατί; Φοβάσαι;» ρώτησε ο Σέπλι πετώντας μου την πετσέτα για τα πιάτα στο πρόσωπο. Έπεσε στο πάτωμα και έσκυψα να τη μαζέψω. Άρχισα να τη στρίβω και να την τραβολογάω. «Είναι διαφορετική, Σέπλι. Είναι καλή». «Τι περιµένεις;» «Έναν λόγο ακόµα, µάλλον» είπα ανασηκώνοντας τους ώµους. Ο Σέπλι έκανε έναν μορφασμό αποδοκιμασίας και μετά έσκυψε για να βάλει μπρος το πλυντήριο πιάτων. Άρχισε να ακούγεται ένα ανακάτεμα μηχανικών ήχων και υγρών που κυλούσαν και ο Σέπλι κατευθύνθηκε στο δωµάτιό του. «Σε λίγο καιρό είναι τα γενέθλιά της, ξέρεις. Η Μερ θέλει να της ετοιµάσει κάτι». «Τα γενέθλια της Άµπι;»


«Ναι. Σε καµιά δεκαριά µέρες». «Πρέπει να κάνουμε κάτι. Ξέρεις τι της αρέσει; Έχει σκεφτεί κάτι η Αμέρικα; Μάλλον πρέπει να της αγοράσω κάτι. Τι στον διάο​λο να της πάρω;» Ο Σέπλι χαµογέλασε κλείνοντας την πόρτα του δωµατίου του. «Κάτι θα βρεις. Το μάθημα αρχίζει σε πέντε λεπτά. Να σε πετάξω με το αυτοκίνητο;» «Μπα, θα κοιτάξω μπας και καταφέρω την Άμπι να ανέβει στη μηχανή μου πάλι. Δεν έχω άλλον τρόπο για να βρεθώ ανάµεσα στα πόδια της». Ο Σέπλι γέλασε και έκλεισε την πόρτα. Πήγα στο δωμάτιό μου και φόρεσα ένα τζιν και ένα μπλουζάκι. Πορτοφόλι, τηλέφωνο, κλειδιά. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν αν ήμουν κορίτσι. Όλη αυτή η ηλίθια διαδικασία που έκαναν μέχρι να βγουν από την πόρτα τούς έτρωγε τη µισή ζωή. Το μάθημα δεν τελείωνε με τίποτα. Διέσχισα βιαστικά την πανεπιστημιούπολη για να πάω ως την εστία Μόργκαν. Η Άμπι στεκόταν μπροστά στην είσοδο με κάποιον τύπο, και αμέσως μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Πλησιάζοντας αναγνώρισα τον Φιντς και ηρέμησα. Τον περίμενε να τελειώσει το τσιγάρο του και γελούσε με κάτι που της έλεγε. Ο Φιντς κουνούσε τα χέρια του, προφανώς διηγούμενος κάποια τρελή ιστορία, και σταματούσε μόνο για να τραβήξει τζούρες από το τσιγάρο του. Όταν πλησίασα, ο Φιντς έκλεισε το µάτι στην Άµπι. Μου φάνηκε καλό σηµάδι. «Γεια σου, Τράβις» είπε τραγουδιστά. «Γεια σου, Φιντς». Τον χαιρέτησα με ένα νεύμα και στράφηκα στην Άμπι. «Πάω σπίτι, Περιστεράκι. Να σε πετάξω;» «Μόλις θα ανέβαινα στο δωµάτιό µου» απάντησε χαµογελαστά. Ένιωσα το στοµάχι µου να σφίγγεται και πριν προλάβω να το σκεφτώ είπα: «Δεν θα µείνεις µαζί µου απόψε;» «Θα µείνω, απλώς θέλω να πάρω µερικά πράγµατα που ξέχασα». «Σαν τι;» «Το ξυραφάκι µου, κατ’ αρχάς. Αλλά τι σε νοιάζει εσένα;» Γαµώτο, τη γούσταρα.


«Καιρός ήταν να ξυρίσεις τα πόδια σου. Με έχεις καταγρατσουνίσει». Ο Φιντς γούρλωσε τα µάτια του τόσο, που νόµιζες ότι θα πεταχτούν έξω. «Έτσι ξεκινάνε οι φήμες!» είπε κατσουφιασμένα η Άμπι και έριξε το βλέμμα της στον Φιντς. «Κοιµάµαι στο κρεβάτι του… Μόνο κοιµάµαι». «Μάλιστα» είπε ο Φιντς χαµογελώντας ειρωνικά. Προτού το πάρω είδηση, είχε μπει μέσα ανεβαίνοντας με θόρυβο τα σκαλιά για το δωµάτιό της. Τα ανέβηκα δυο δυο για να την προλάβω. «Όλοι νοµίζουν ότι κάνουµε σεξ κι εσύ το κάνεις χειρότερο». Απ’ ό,τι φαίνεται ήταν κακό να κάνει σεξ μαζί μου. Αν αναρωτιόμουν για το αν µε γούσταρε καθόλου ερωτικά, τώρα είχα την απάντηση: Όχι απλώς δεν γούσταρε, δεν γούσταρε µε τίποτα. «Ποιος νοιάζεται τι νοµίζουν;» «Εγώ, Τράβις! Εγώ!» Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και άρχισε να πηγαίνει πέρα δώθε, ανοιγοκλείνοντας συρτάρια και ρίχνοντας πράγματα σε μια τσάντα. Ξαφνικά ένιωθα να πνίγομαι, ένιωθα χαμένος, αυτό το αίσθημα με το οποίο πρέπει ή να γελάσεις ή να κλάψεις. Χασκογέλασα. Η Άμπι με κάρφωσε με το βλέμμα της. «Δεν είναι αστείο. Θέλεις όλη η σχολή να νομίζει ότι είμαι ένα από τα τσουλάκια σου;» Τα τσουλάκια µου; Δεν ήταν δικά µου. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν τσουλάκια. Πήρα την τσάντα από τα χέρια της. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Γι’ αυτήν, το να τη συνδέουν απλώς μαζί μου, πόσω μάλλον να έχει σχέση μ’ εμένα, σήμαινε ότι έβγαζε κακό όνοµα. Γιατί ήθελε να είµαστε φίλοι αν ένιωθε έτσι; «Κανείς δεν το πιστεύει αυτό. Αλλά αν το πιστεύει, καλύτερα να µην το µάθω». Κράτησα ανοιχτή την πόρτα κι εκείνη βγήκε βιαστικά. Πάνω που άφησα την πόρτα και πήγα να την ακολουθήσω, σταμάτησε απότομα, και αναγκάστηκα να σηκωθώ στις μύτες των ποδιών μου για να μην τη χτυπήσω. Η πόρτα έκλεισε πίσω µου, σπρώχνοντάς µε. «Ωπ!» είπα, πέφτοντας πάνω της. «Θεέ μου!» φώναξε εκείνη γυρίζοντας. Στην αρχή νόμισα ότι χτύπησε από τη σύγκρουση. Για μια στιγμή ανησύχησα με το σοκαρισμένο ύφος της, αλλά μετά συνέχισε. «Ο κόσμος πιθανότατα νομίζει πως είμαστε μαζί κι εσύ συνεχίζεις


ξεδιάντροπα… τον τρόπο ζωής σου. Θα φαίνομαι αξιολύπητη!» Σταμάτησε, τρομοκρατημένη από αυτή τη σκέψη, και κούνησε το κεφάλι της. «Δεν νομίζω ότι πρέπει να μείνω άλλο μαζί σου. Γενικά, νομίζω ότι πρέπει να μείνουμε μακριά ο ένας από τον άλλον για λίγο καιρό». Πήρε την τσάντα της από τα χέρια µου κι εγώ την ξαναπήρα πίσω. «Κανείς δεν νομίζει ότι είμαστε μαζί, Περιστεράκι. Δεν χρειάζεται να σταματήσεις να μου μιλάς για να αποδείξεις κάτι» είπα σχεδόν απεγνωσμένος, ένα συναίσθηµα που µε τάραζε πάρα πολύ. Τράβηξε την τσάντα της. Αποφασισμένος, την τράβηξα κι εγώ. Αφού έγινε αυτό αρκετές φορές, γρύλισε από τα νεύρα της. «Έχει ξαναμείνει στο σπίτι σου κορίτσι – εννοώ, φίλη σου; Έχεις ξαναπάει κορίτσι στη σχολή και στο σπίτι του με τη μηχανή; Έτρωγες μαζί του κάθε μέρα; Κανείς δεν ξέρει τι να πιστέψει για εµάς, ακόµα και όταν τους λέµε τι συµβαίνει!» Προχώρησα προς το πάρκινγκ κρατώντας την τσάντα της, ενώ το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς. «Θα το διορθώσω, εντάξει; Δεν θέλω να έχουν άσχημη γνώμη για σένα εξαιτίας µου». Η Άμπι ήταν συνεχώς ένα μυστήριο, αλλά το θλιμμένο της βλέμμα με ξάφνιασε. Με αναστάτωνε τόσο πολύ, που θα έκανα τα πάντα για να είναι πάντοτε χαμογελαστή. Τώρα ήταν αγχωμένη και εμφανώς αναστατωμένη. Σιχαινόμουν τόσο πολύ αυτή την κατάσταση, που άρχισα να μετανιώνω για κάθε ανοησία που είχα κάνει, καθώς ήταν ακόµα ένα πράγµα που έµπαινε στη µέση. Τότε το συνειδητοποίησα ξεκάθαρα: Δεν θα τα βρίσκαμε ως ζευγάρι. Ό,τι και να έκανα, όπως και να την καλόπιανα, δεν θα ήμουν ποτέ αρκετά καλός γι’ αυτήν. Δεν θα ήθελα να καταλήξει με κάποιον σαν εμένα. Θα έπρεπε να συμβιβαστώ με όσο χρόνο κατάφερνα να ξεκλέψω µαζί της. Το να το παραδέχομαι αυτό στον εαυτό μου ήταν σαν να κατάπινα καρφιά, αλλά ταυτόχρονα μια οικεία φωνή ψιθύριζε στα βάθη του μυαλού μου ότι έπρεπε να παλέψω για ό,τι ήθελα. Η πάλη έµοιαζε ευκολότερη. «Άσε µε να επανορθώσω» είπα. «Πάµε απόψε στο Dutch;» Το Dutch ήταν μια τρύπα, αλλά μάζευε πολύ λιγότερο κόσμο απ’ ό,τι το

Red.


Δεν σύχναζαν εκεί τόσα όρνια. «Αυτό είναι µπαρ για µηχανόβιους» απάντησε συνοφρυωµένη. «Εντάξει, τότε πάμε στο κλαμπ. Θα σε πάω για φαγητό και μετά μπορούμε να πάµε στο Red Door. Κερνάω εγώ». «Πώς θα λυθεί το πρόβλημα αν πάμε για φαγητό και μετά σε κλαμπ; Αν ο κόσµος µάς δει µαζί, τα πράγµατα θα γίνουν χειρότερα». Έδεσα την τσάντα της στη σχάρα και καβάλησα τη μηχανή. Δεν έφερε αντιρρήσεις για την τσάντα αυτή τη φορά. Καλό σηµάδι. «Για σκέψου το. Εγώ μεθυσμένος σε ένα μέρος γεμάτο γυναίκες που φοράνε ελάχιστα; Ο κόσµος αµέσως θα καταλάβει ότι δεν είµαστε ζευγάρι». «Κι εγώ τι θα κάνω; Θα ψωνίσω κάποιον στο µπαρ για να αποδείξω κάτι;» Συνοφρυώθηκα. Στη σκέψη ότι θα την έβλεπα να φεύγει με κάποιον το σαγόνι µου σφίχτηκε, σαν να είχα στύψει λεµόνι στο στόµα µου. «Δεν είπα αυτό, µην παρασύρεσαι». Με κοίταξε εκνευρισμένη και ανέβηκε στη μηχανή, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω µου. «Δηλαδή θα έρθει µαζί µας κάποια τυχαία κοπέλα από το µπαρ και έτσι θα επανορθώσεις;» «Ζηλεύεις, Περιστεράκι;» «Τι να ζηλεύω; Την ηλίθια με το σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα που θα τη διώξεις το πρωί;» Γέλασα και έβαλα μπροστά τη μηχανή. Δεν μπορούσε να ξέρει ότι αυτό ήταν εντελώς αδύνατον. Όταν ήταν εκείνη παρούσα, όλες οι άλλες εξαφανίζονταν. Έπρεπε να είμαι διαρκώς συγκεντρωμένος για να βρίσκομαι ένα βήμα μπροστά απ’ αυτήν. Ενημερώσαμε τον Σέπλι και την Αμέρικα για τα σχέδιά μας, και τα κορίτσια ξεκίνησαν τις ετοιμασίες τους. Μπήκα πρώτος εγώ στο ντους, χωρίς να σκεφτώ ότι κανονικά θα έπρεπε να μπω τελευταίος, μια που τα κορίτσια χρειάζονταν πολύ περισσότερο χρόνο για να ετοιµαστούν απ’ ό,τι εγώ και ο Σέπλι. Μαζί με τον Σέπλι και την Αμέρικα περιμέναμε με τις ώρες την Άμπι να βγει από το μπάνιο, αλλά, όταν τελικά εμφανίστηκε, κόντεψα να λιποθυμήσω. Φορούσε ένα κοντό μαύρο φόρεμα και τα πόδια της έμοιαζαν ατελείωτα. Το στήθος της


έπαιζε κρυφτούλι, κάνοντας αισθητή την παρουσία του μόνο όταν γύριζε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, και οι μακριές μπούκλες της έπεφταν στο πλάι, και όχι µπροστά στο στήθος της όπως συνήθως. Δεν τη θυµόµουν τόσο µαυρισµένη, αλλά το δέρµα της έλαµπε από υγεία. «Ωραίες γάµπες» σχολίασα. «Δεν σου είπα ότι ήταν µαγικό ξυραφάκι;» είπε χαµογελώντας. Τι µαγικό και αηδίες. Ήταν κουκλάρα. «Δεν νοµίζω ότι έχει να κάνει µε το ξυραφάκι». Την τράβηξα έξω, προς το αυτοκίνητο του Σέπλι. Δεν τραβήχτηκε, ενώ κράτησε το χέρι μου μέχρι που μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Δεν ήθελα να την αφήσω. Όταν µπήκαµε στο γιαπωνέζικο εστιατόριο, έπλεξα τα δάχτυλά µου µε τα δικά της. Παρήγγειλα σάκε για όλους και μετά ζήτησα άλλον έναν γύρο. Η σερβιτόρα δεν μας ζήτησε ταυτότητες μέχρι που παρήγγειλα μπίρα. Ήξερα πως η Αμέρικα είχε πλαστή ταυτότητα, αλλά εντυπωσιάστηκα όταν η Άμπι έβγαλε τη δική της με φοβερή άνεση. Μόλις έφυγε η σερβιτόρα, την άρπαξα. Η φωτογραφία της ήταν στη γωνία και η ταυτότητα φαινόταν απολύτως γνήσια. Δεν είχα ξαναδεί ταυτότητα του Κάνσας, αλλά έμοιαζε αψεγάδιαστη. Το όνομα που έγραφε ήταν Τζέσικα Τζέιµς, και για κάποιον λόγο ερεθίστηκα. Τροµερά. Η Άμπι χτύπησε την ταυτότητα, η οποία μου ξέφυγε από τα χέρια, αλλά την έπιασε προτού πέσει στο πάτωµα και την έβαλε αµέσως στο πορτοφόλι της. Χαµογέλασε και της ανταπέδωσα το χαµόγελο στηριζόµενος στους αγκώνες µου. «Τζέσικα Τζέιµς;» Αντέγραψε τη στάση μου, ακουμπώντας κι εκείνη τους αγκώνες της στο τραπέζι και γέρνοντας μπροστά, κοιτάζοντάς με στα μάτια. Είχε τόση αυτοπεποίθηση. Ήταν απίστευτα σέξι. «Ναι. Και λοιπόν;» «Ενδιαφέρουσα επιλογή». «Όπως και τα καλιφορνέζικα ρολά που παρήγγειλες. Φοβητσιάρη». Ο Σέπλι ξέσπασε σε γέλια, αλλά σταμάτησε απότομα όταν η Αμέρικα κατέβασε µονορούφι την µπίρα της. «Ήρεµα, ρε µωρό µου. Το σάκε αργεί λίγο, αλλά µετά σε χτυπάει στο κεφάλι».


Η Αµέρικα σκούπισε το στόµα της και χαµογέλασε. «Έχω ξαναπιεί σάκε, Σεπ. Σταµάτα να αγχώνεσαι». Όσο πιο πολύ πίναμε, τόσο πιο πολλή φασαρία κάναμε. Το προσωπικό δεν έμοιαζε να ενοχλείται, μάλλον επειδή ήταν αργά και υπήρχαν μόνο λίγοι πελάτες, στην άλλη άκρη του μαγαζιού, εξίσου μεθυσμένοι μ’ εμάς. Εκτός από τον Σέπλι. Πρόσεχε πάρα πολύ το αυτοκίνητό του και δεν έπινε ποτέ πολύ όταν ήταν να οδηγήσει, ενώ αγαπούσε την Αμέρικα ακόμα περισσότερο και από το αυτοκίνητο. Όταν ήταν εκείνη στο αμάξι, όχι μόνο πρόσεχε πόσο έπινε, αλλά και τηρούσε κατά κανόνα τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και χρησιµοποιούσε το φλας. Καψούρης. Όταν η σερβιτόρα έφερε τον λογαριασμό, έριξα μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι και σκούντησα την Άμπι για να σηκωθεί από το καναπεδάκι. Με σκούντησε κι εκείνη παιχνιδιάρικα και την αγκάλιασα με το ένα χέρι καθώς προχωρούσαµε προς το πάρκινγκ. Η Αμέρικα κάθισε στο μπροστινό κάθισμα δίπλα στον φίλο της και άρχισε να του γλείφει το αυτί. Η Άμπι με κοίταξε με κάπως αηδιασμένο ύφος, αλλά, παρά το ότι γινόµασταν θεατές σε τσόντα, έµοιαζε να περνάει καλά. Όταν φτάσαµε στο Red, ο Σεπ έκανε τον γύρο του πάρκινγκ δυο τρεις φορές. «Ξηµερώσαµε, Σεπ» µουρµούρισε η Αµέρικα. «Ε! Πρέπει να βρω μια μεγάλη θέση. Δεν θέλω να μου ξύσει την μπογιά κανένας ηλίθιος µεθυσµένος». Ίσως να ήταν αυτό. Ίσως και να μην ήθελε να σταματήσει να νιώθει τη γλώσσα της Αµέρικα στο αυτί του. Μπλιαχ. Τελικά ο Σέπλι πάρκαρε στην άκρη του πάρκινγκ και βοήθησα την Άμπι να βγει. Τράβηξε και ίσιωσε το φόρεμά της, και μετά κούνησε λίγο τους γοφούς της και έπιασε το χέρι µου. «Ήθελα να σας ρωτήσω για τις ταυτότητές σας. Είναι άψογες. Δεν τις φτιάξατε εδώ, ε;» ρώτησα – θα το ήξερα αν τις είχαν φτιάξει εδώ, καθώς είχα αγοράσει ένα σωρό. «Ναι, τις έχουµε καιρό. Ήταν απαραίτητες…» Για ποιον λόγο µπορεί να της ήταν απαραίτητη µια πλαστή ταυτότητα;


«…στη Γουίτσιτα». Τα χαλίκια έτριζαν κάτω από τα πόδια μας και η Άμπι μού έσφιξε το χέρι καθώς περνούσε από τις πέτρες µε τα τακούνια της. Η Αμέρικα παραπάτησε. Άφησα ενστικτωδώς το χέρι της Άμπι για να βοηθήσω, αλλά ο Σέπλι πρόλαβε και έπιασε την κοπέλα του πριν σωριαστεί κάτω. «Ευτυχώς που είχες γνωριµίες» είπε η Αµέρικα χαχανίζοντας. «Για όνομα του Θεού, κορίτσι μου» είπε ο Σέπλι, κρατώντας τη να μην πέσει. «Νοµίζω ότι έχεις πιει αρκετά». Συνοφρυώθηκα. Τι στον διάολο εννοούσε; «Για ποιο πράγµα µιλάς, Μερ; Τι γνωριµίες;» «Η Άµπι είχε κάτι φίλους παλιά, που…» «Είναι ψεύτικες ταυτότητες, Τραβ» είπε η Άμπι, διακόπτοντας την Αμέρικα. «Πρέπει να ξέρεις τους σωστούς ανθρώπους αν θέλεις να γίνουν σωστά, έτσι δεν είναι;» Κοίταξα την Αμέρικα γιατί ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά εκείνη απέφευγε το βλέμμα μου. Δεν θα ήταν καλή κίνηση να το κάνω θέμα, ειδικά τώρα που η Άµπι µε είχε µόλις φωνάξει Τραβ. Δεν µε χάλαγε καθόλου να το ακούω αυτό συχνότερα από εκείνη. «Σωστά» είπα απλώνοντας το χέρι µου προς το µέρος της. Έπιασε το χέρι µου, χαµογελώντας µε ύφος µαφιόζου. Πίστευε ότι µόλις µου την είχε φέρει. Θα έπρεπε οπωσδήποτε να το ξαναδούμε αυτό το θέμα κάποια στιγµή. «Θέλω κι άλλο ποτό!» είπε, τραβώντας με προς τη μεγάλη κόκκινη πόρτα του µπαρ. «Σφηνάκια!» φώναξε η Αµέρικα. «Ναι, αυτό σου έλειπε τώρα, σφηνάκια» είπε αναστενάζοντας ο Σέπλι. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς το μέρος μας μόλις μπήκε μέσα η Άμπι. Ακόμα και οι τύποι που ήταν εκεί με τις φιλενάδες τους κόντευαν να βγάλουν τον λαιμό τους ξεδιάντροπα ή έγερναν πίσω στην καρέκλα τους για να τη δουν καλύτερα. Σκατά. Η βραδιά προβλέπεται δύσκολη, σκέφτηκα και έσφιξα πιο πολύ το χέρι


της Άµπι. Πήγαμε στο μπαρ που ήταν πιο κοντά στην πίστα. Μέσα στον καπνό, στο σκοτάδι δίπλα στα τραπέζια του μπιλιάρδου, καθόταν η Μέγκαν. Το συνηθισμένο της σημείο. Τα μεγάλα μπλε μάτια της καρφώθηκαν πάνω μου προτού καν πάρω είδηση ότι ήταν εκεί πέρα. Δεν με κοίταξε πολλή ώρα. Βλέποντας ότι κρατούσα ακόμη το χέρι της Άμπι, η έκφραση της Μέγκαν άλλαξε. Τη χαιρέτησα με ένα νεύµα και µου χαµογέλασε ειρωνικά. Το συνηθισμένο μου σκαμπό στο μπαρ ήταν ελεύθερο, αλλά ήταν η μόνη ελεύθερη θέση. Η Κάμι με είδε να έρχομαι με την Άμπι πίσω μου και γέλασε κοφτά, προειδοποιώντας στη συνέχεια για την άφιξή μου όσους κάθονταν τριγύρω, για να ξέρουν ότι έπρεπε να την κάνουν. Έφυγαν χωρίς διαµαρτυρίες. Ό,τι και να λέει κανείς, το να είσαι ψυχωτικός μαλάκας έχει και τα πλεονεκτήµατά του.


7

Κόκκινα αστεράκια

ΠΡΟΤΟΥ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΡ, η Αμέρικα τράβηξε την καλύτερή της φίλη στην πίστα. Τα ροζ τακούνια της Άμπι έλαμπαν στο φως του μπαρ και χαμογέλασα όταν την είδα να γελάει με τον έξαλλο χορό της Αμέρικα. Ακολούθησα τις γραμμές του φορέματός της και σταμάτησα στους γοφούς της. Το κορίτσι ήξερε να κουνιέται, ήταν σίγουρο. Μια πρόστυχη σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και αναγκάστηκα να κοιτάξω αλλού. Το Red Door είχε πολύ κόσμο. Κάποια καινούργια πρόσωπα, αλλά κατά βάση οι συνηθισμένοι. Όποιος καινούργιος έμπαινε εδώ μέσα ήταν φρέσκο κρέας για όσους από εμάς δεν είχαν αρκετή φαντασία για να κάνουν κάτι άλλο εκτός από το να εμφανίζονται εδώ πέρα κάθε Σαββατοκύριακο. Ειδικά κορίτσια με την εµφάνιση της Άµπι και της Αµέρικα. Παρήγγειλα μια μπίρα, κατέβασα τη μισή και έστρεψα ξανά την προσοχή μου στην πίστα. Δεν ήθελα να κοιτάζω έτσι, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού καταλάβαινα ότι είχα την ίδια ξελιγωµένη φάτσα µε όλους τους άλλους εκεί µέσα. Το τραγούδι τελείωσε και η Άμπι τράβηξε την Αμέρικα στο μπαρ. Ήταν λαχανιασµένες, χαµογελαστές και όσο ιδρωµένες χρειαζόταν για να είναι σέξι. «Όλο το βράδυ αυτό θα γίνεται, Μερ. Αγνόησέ τες» είπε ο Σέπλι. Η Αμέρικα έκανε μια γκριμάτσα αηδίας κοιτάζοντας πίσω μου. Μπορούσα να φανταστώ τι βρισκόταν εκεί πέρα. Δεν μπορεί να ήταν η Μέγκαν. Εκείνη δεν


περίµενε στο παρασκήνιο. «Είναι λες και το Λας Βέγκας ξέρασε πάνω σε ένα κοπάδι αρπακτικά» σχολίασε σαρκαστικά η Αµέρικα. Έριξα μια ματιά πάνω από τον ώμο μου

· τρεις κοπέλες από την αδελφότητα της

Λέξι στέκονταν κολλητά η μία δίπλα στην άλλη. Άλλη μία στεκόταν δίπλα μου με ένα διάπλατο χαμόγελο. Χαμογέλασαν όλες όταν τις κοίταξα, αλλά γύρισα αμέσως από την άλλη, τελειώνοντας την υπόλοιπη μπίρα μου. Για κάποιον λόγο, τα κορίτσια που έκαναν έτσι µαζί µου έσπαγαν τα νεύρα της Αµέρικα. Δεν µπορούσα να διαφωνήσω µε την αναφορά της στα αρπακτικά, πάντως. Άναψα τσιγάρο και παρήγγειλα άλλες δυο μπίρες. Η ξανθιά δίπλα μου, η Μπρουκ, χαμογέλασε και δάγκωσε τα χείλη της. Περίμενα λίγο, δεν ήξερα αν ήθελε να βάλει τα κλάματα ή να με αγκαλιάσει. Μόνο όταν έφερε η Κάμι τις μπίρες κατάλαβα για ποιον λόγο είχε η Μπρουκ αυτό το γελοίο ύφος. Έπιασε την μπίρα και πήγε να πιει, αλλά της άρπαξα το μπουκάλι προτού προλάβει να το φέρει στα χείλη της και το έδωσα στην Άµπι. «Ε, δεν είναι για σένα». Η Μπρουκ έφυγε νευριασμένη και πήγε στις φίλες της. Η Άμπι, πάντως, φαινόταν πολύ ικανοποιηµένη και έπινε την µπίρα της σαν άντρας. «Λες και θα κερνούσα μπίρα μια γκόμενα στο μπαρ» είπα. Νόμιζα ότι αυτό θα μεγάλωνε την ικανοποίηση της Άμπι, αλλά εκείνη μου έδειξε την μπίρα της παίρνοντας µια ξινισµένη φάτσα. «Εσύ είσαι άλλο» πρόσθεσα µισοχαµογελώντας. Τσούγκρισε το µπουκάλι της στο δικό µου, εµφανώς εκνευρισµένη. «Στην υγειά της μόνης γυναίκας με την οποία δεν θέλει να κοιμηθεί ένα αγόρι που δεν θέτει καν κριτήρια» είπε πίνοντας μια γουλιά, αλλά της τράβηξα το µπουκάλι από το στόµα. «Σοβαρολογείς;» Δεν απάντησε, και έσκυψα προς το μέρος της. «Κατά πρώτον… θέτω κριτήρια. Ποτέ δεν έχω πάει με άσχημη. Ποτέ. Κατά δεύτερον, εννοείται ότι ήθελα να κοιμηθώ μαζί σου. Έχω σκεφτεί να σε πάρω στον καναπέ μου με πενήντα διαφορετικούς τρόπους, αλλά δεν το έκανα, επειδή πλέον δεν σε βλέπω έτσι. Δεν είναι ότι δεν µε ελκύεις, απλώς νοµίζω ότι αξίζεις περισσότερο». Ένα αυτάρεσκο χαµόγελο σχηµατίστηκε στο πρόσωπό της.


«Νοµίζεις ότι παραείµαι καλή για σένα». Απίστευτο. Πραγµατικά δεν το έπιανε. «Δεν υπάρχει κανένας που να είναι αρκετά καλός για σένα». Η αυταρέσκειά της εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση της σε ένα συγκινημένο χαµόγελο όλο εκτίµηση. «Σ’ ευχαριστώ, Τραβ» είπε αφήνοντας το άδειο µπουκάλι της στο µπαρ. Ήταν γερό ποτήρι όταν ήθελε. Κανονικά αυτό δεν θα μου φαινόταν και πολύ κομψό, αλλά είχε τέτοια αυτοπεποίθηση που… δεν ξέρω… ό,τι και να έκανε ήταν ωραίο. Σηκώθηκα και την έπιασα από το χέρι. Την τράβηξα στην πίστα και με ακολούθησε. «Έχω πιει πολύ! Θα πέσω!» Ανεβαίνοντας στην πίστα, την έπιασα από τους γοφούς και την έσφιξα κολλητά πάνω µου. «Μη µιλάς, µόνο χόρευε». Σταμάτησε να χαμογελάει και να χαχανίζει και το σώμα της άρχισε να κινείται πάνω στο δικό μου στον ρυθμό της μουσικής. Δεν μπορούσα να τραβήξω τα χέρια μου αποπάνω της. Όσο πιο κοντά μου ήταν, τόσο πιο κοντά την ήθελα. Τα μαλλιά της ήταν στο πρόσωπό μου και, παρόλο που είχα πιει τόσο που δεν άντεχα άλλο, όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. Ο τρόπος που κουνούσε τα οπίσθια και τους γοφούς της ακουμπώντας με, ο τρόπος που έγερνε την πλάτη της στο στήθος μου και το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήθελα να την τραβήξω σε κάποια σκοτεινή γωνιά και να γευτώ το στόµα της. Στράφηκε και με κοίταξε με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Τα χέρια της ξεκίνησαν από τους ώμους μου και μετά τα δάχτυλά της κατέβηκαν στο στήθος και το στομάχι μου. Κόντευα να τρελαθώ, ήθελα να την πάρω επιτόπου. Μου γύρισε την πλάτη και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήταν πιο κοντά µου έτσι. Την έπιασα από τους γοφούς και την τράβηξα σφιχτά πάνω µου. Την αγκάλιασα από τη μέση και έβαλα το πρόσωπό μου στα μαλλιά της. Ήταν ιδρωμένα και μύριζαν το άρωμά της. Κάθε ίχνος λογικής σκέψης χάθηκε. Το τραγούδι τελείωνε αλλά εκείνη δεν έµοιαζε να σταµατάει.


Η Άμπι έγειρε πίσω, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο μου. Μια τούφα από τα μαλλιά της έπεσε στο πλάι, αφήνοντας εκτεθειμένο το γυαλιστερό δέρμα του λαιμού της. Όλη μου η αυτοσυγκράτηση εξαφανίστηκε. Ακούμπησα τα χείλη μου στο τρυφερό σημείο ακριβώς πίσω από το αυτί της. Δεν μπορούσα να σταματήσω εκεί, άνοιξα το στόµα µου για να γλείψω την αλµυρή υγρασία στο δέρµα της. Το σώµα της Άµπι σφίχτηκε και τραβήχτηκε. «Τι είναι, Περιστεράκι;» ρώτησα. Δεν μπορούσα να μη γελάσω. Με κοιτούσε λες και ήθελε να με δείρει. Εγώ νόµιζα ότι περνούσαµε καλά, κι αυτή ήταν πιο θυµωµένη από ποτέ. Αντί να ξεσπάσει, άνοιξε δρόμο μέσα από τον κόσμο και κατευθύνθηκε στο μπαρ. Την ακολούθησα, σίγουρος ότι πολύ σύντομα θα ανακάλυπτα τι ακριβώς είχα κάνει λάθος. Κάθισα στο διπλανό σκαμπό και την παρακολουθούσα καθώς έκανε νόημα στην Κάμι ότι ήθελε άλλη μια μπίρα. Παρήγγειλα μία και για μένα και την είδα να κατεβάζει το µισό µπουκάλι από τη δικιά της. Ακούµπησε µε θόρυβο το µπουκάλι στον πάγκο. «Έτσι θα αλλάξει η γνώµη του κόσµου για εµάς;» Γέλασα κοφτά. Μετά από όλα αυτά τα τριψίματα πάνω μου, τώρα ξαφνικά ενδιαφερόταν για τις εντυπώσεις; «Δεν δίνω δεκάρα τι λέει ο κόσµος για εµάς». Με αγριοκοίταξε και µετά γύρισε µπροστά. «Περιστεράκι» είπα, ακουµπώντας τη στο µπράτσο. «Άσε με». Τραβήχτηκε. «Ποτέ δεν θα μεθύσω αρκετά ώστε να σε αφήσω να με πας στον καναπέ σου». Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ποτέ δεν της είχα φερθεί έτσι. Ποτέ. Πρώτα μου τρίβεται, της δίνω ένα δυο φιλάκια και παθαίνει κρίση; Πήγα να μιλήσω, αλλά εκείνη τη στιγµή εµφανίστηκε δίπλα µου η Μέγκαν. «Μπα, µπα, ο Τράβις Μάντοξ». «Γεια σου, Μέγκαν». Η Άμπι κοίταξε καλά καλά τη Μέγκαν, εμφανώς αιφνιδιασμένη. Η Μέγκαν ήξερε καλά πώς να κερδίζει τις εντυπώσεις.


«Δεν θα µε συστήσεις στο κορίτσι σου;» είπε η Μέγκαν χαµογελώντας. Ήξερε πολύ καλά ότι η Άμπι δεν ήταν το κορίτσι μου. Βασικά μαθήματα συμπεριφοράς τσούλας: Αν αυτός που γουστάρεις έχει βγει ραντεβού ή είναι με κάποια φίλη, ανάγκασέ τον να παραδεχτεί την έλλειψη σταθερής σχέσης. Αυτό δηµιουργεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Ήξερα πού πήγαινε αυτό. Αν η Άμπι πίστευε ήδη ότι ήμουν εγκληματικά μαλάκας, μπορούσα όντως να φέρομαι έτσι. Έστειλα το μπουκάλι της μπίρας στην άκρη της µπάρας, απ’ όπου έπεσε κουδουνίζοντας στον γεµάτο κάδο. «Δεν είναι το κορίτσι µου». Αγνοώντας επίτηδες την αντίδραση της Άμπι, έπιασα τη Μέγκαν απ’ το χέρι και την τράβηξα στην πίστα. Με ακολούθησε και κατευθυνθήκαμε στην πίστα κουνώντας χαρούμενα τα χέρια μας μπρος πίσω. Η Μέγκαν ήταν πάντα πολύ καλή στον χορό. Δεν ντρεπόταν για τίποτα και με άφηνε να της κάνω ό,τι θέλω, και στην πίστα και εκτός. Ως συνήθως, ο περισσότερος κόσμος σταμάτησε να χορεύει για να µας κοιτάξει. Προσφέραμε ούτως ή άλλως θέαμα κάθε φορά, αλλά απόψε είχα ακόμα μεγαλύτερη διάθεση για χυδαιότητες. Τα σκούρα μαλλιά της Μέγκαν με χαστούκισαν στο πρόσωπο αρκετές φορές, αλλά ήμουν μουδιασμένος. Τη σήκωσα κι εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση μου και μετά έγειρε προς τα πίσω, τεντώνοντας τα χέρια της πάνω από το κεφάλι. Χαμογέλασε όταν άρχισα να κουνάω ρυθμικά τη λεκάνη μου μπροστά σε όλο τον κόσμο και, όταν την άφησα κάτω, γύρισε και έσκυψε, πιάνοντας τους αστραγάλους της. Ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό μου. Το δέρμα της Μέγκαν ήταν τόσο υγρό, που τα χέρια μου γλιστρούσαν κάθε φορά που προσπαθούσα να την πιάσω. Η μπλούζα της ήταν μούσκεμα, το ίδιο και η δική μου. Έσκυψε για να φιληθούμε, µε το στόµα µισάνοιχτο, αλλά εγώ έγειρα πίσω, κοιτάζοντας προς το µπαρ. Και τότε τον είδα. Ήταν ο Ίθαν Κοτς. Η Άμπι έγερνε προς το μέρος του, χαμογελώντας με αυτό τον τρόπο που έλεγε «είμαι μεθυσμένη, φλερτάρω μαζί σου, μπορούμε να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι», έναν τρόπο που μπορούσα να ξεχωρίσω ανά πάσα στιγµή. Παράτησα τη Μέγκαν στην πίστα και άνοιξα δρόμο ανάμεσα από τον κόσμο


που είχε µαζευτεί γύρω µας. Ακριβώς πριν φτάσω δίπλα στην Άµπι, ο Ίθαν άπλωσε το χέρι του στο γόνατό της. Θυμήθηκα τι είχε συμβεί την προηγούμενη χρονιά, έσφιξα το χέρι μου σε γροθιά και μπήκα ανάμεσά τους, με την πλάτη μου γυρισµένη στον Ίθαν. «Έτοιµη, Περιστεράκι;» Η Άμπι ακούμπησε το χέρι της στην κοιλιά μου και με έσπρωξε στην άκρη, χαµογελώντας µόλις συνάντησε το βλέµµα του Ίθαν. «Μιλάω, Τράβις» είπε και τράβηξε το χέρι της, νιώθοντας πόσο ιδρωμένος ήµουν, σκουπίζοντάς το επιδεικτικά πάνω στη φούστα της. «Τον ξέρεις αυτό τον τύπο;» «Είναι ο Ίθαν» απάντησε χαµογελώντας ακόµα πιο πλατιά. Ο Ίθαν άπλωσε το χέρι του. «Χαίρω πολύ». Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από την Άμπι όσο κοιτούσε αυτό τον διεστραμμένο μαλάκα απέναντί της. Άφησα τον Ίθαν με το χέρι απλωμένο, περιµένοντας να θυµηθεί η Άµπι ότι στεκόµουν µπροστά της. «Ίθαν, αποδώ ο Τράβις» είπε εκείνη απαξιωτικά, κουνώντας το χέρι της προς το μέρος μου, με πολύ λιγότερο ενθουσιασμό αυτή τη φορά, πράγμα που με τσάντισε ακόµα πιο πολύ. Αγριοκοίταξα τον Ίθαν, και µετά το χέρι του. «Τράβις Μάντοξ» συστήθηκα όσο πιο χαµηλόφωνα και απειλητικά γινόταν. Ο Ίθαν γούρλωσε τα µάτια και τράβηξε αµήχανα το χέρι του. «Ο γνωστός Τράβις Μάντοξ;» Άπλωσα το χέρι µου πίσω από την Άµπι και στηρίχτηκα στο µπαρ. «Ναι, γιατί;» «Σε είδα πέρσι στον αγώνα με τον Σον Σμιθ, φίλε. Ήμουν σίγουρος πως ένας απ’ τους δύο θα σκοτωνόταν!» Τον αγριοκοίταξα και έσφιξα τα δόντια. «Θέλεις να ξαναδείς τον αγώνα;» Ο Ίθαν γέλασε κοφτά, κοιτάζοντας μία εμένα και μία την Άμπι. Όταν κατάλαβε ότι δεν έκανα πλάκα, χαµογέλασε αµήχανα στην Άµπι και έφυγε.


«Είσαι έτοιµη τώρα;» είπα απότοµα. «Είσαι τελείως µαλάκας, το ξέρεις;» «Με έχουν πει και χειρότερα». Της έδωσα το χέρι μου για να τη βοηθήσω να κατέβει από το σκαμπό και το κράτησε. Δεν μπορεί να ήταν και τόσο τσαντισμένη. Ύστερα σφύριξα δυνατά για να φωνάξω τον Σέπλι, που κατάλαβε αμέσως από το βλέμμα μου ότι έπρεπε να φύγουμε. Καθώς έσπρωχνα με τον ώμο μου για να ανοίξω δρόμο, χτύπησα δυνατά κάναν δυο άσχετους για να ξεσπάσω τα νεύρα μου, μέχρι που μπήκε ο Σέπλι µπροστά και ανέλαβε. Μόλις βγήκαµε έξω, έπιασα το χέρι της Άµπι, αλλά εκείνη το τράβηξε πίσω. «Θα έπρεπε να σε φιλήσω να τελειώνουμε!» άρχισα να ουρλιάζω. «Φέρεσαι γελοία! Σε φίλησα στον λαιµό, και τι έγινε;» Η Άμπι έγειρε λίγο πίσω, αλλά βλέποντας ότι η απόσταση δεν ήταν αρκετή, με έσπρωξε. Όσο θυμωμένος και να ήμουν, εκείνη δεν φοβόταν. Με ψιλοάναβε αυτό. «Δεν είµαι από αυτές τις φίλες µε τις οποίες ρίχνεις και κάνα πήδηµα, Τράβις». Κούνησα το κεφάλι μου, άναυδος. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τι άλλο να κάνω για να μην το πιστεύει αυτό. Για μένα ήταν κάτι το εξαιρετικό από την πρώτη στιγμή που την είδα, και προσπαθούσα να της το δείχνω με κάθε ευκαιρία. Πώς αλλιώς να την έκανα να καταλάβει; Πόσο διαφορετικά από οποιαδήποτε άλλη έπρεπε να της φερθώ; «Δεν είπα ότι είσαι. Είμαστε μαζί είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, κοιμάσαι στο κρεβάτι μου, αλλά τον περισσότερο καιρό κάνεις σαν να μη θέλεις να µας βλέπουν µαζί!» «Ήρθα εδώ µαζί σου, δεν ήρθα;» «Σου έχω φερθεί µόνο µε σεβασµό, Περιστεράκι». «Όχι. Μου φέρεσαι σαν να είμαι κτήμα σου. Δεν είχες κανένα δικαίωμα να διώξεις τον Ίθαν!» «Ξέρεις ποιος είναι ο Ίθαν;» Όταν κούνησε αρνητικά το κεφάλι, έσκυψα προς το μέρος της. «Εγώ ξέρω. Πέρσι συνελήφθη για σεξουαλική κακοποίηση, αλλά οι κατηγορίες αποσύρθηκαν».


«Άρα έχετε κάτι κοινό;» είπε σταυρώνοντας τα χέρια µπροστά της. Ήταν σαν να υψώθηκε ένα κόκκινο πανί μπροστά μου και για μια στιγμή η οργή µέσα µου φούντωσε. Πήρα µια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεµήσω. «Με αποκαλείς βιαστή;» Η Άμπι το σκέφτηκε, και ο δισταγμός της έκανε τον θυμό να εξαφανιστεί. Μόνο εκείνη είχε τέτοια επίδραση πάνω μου. Κάθε άλλη φορά που είχα υπάρξει θυµωµένος είχα ρίξει µπουνιά σε κάποιον ή κάτι. Δεν είχα χτυπήσει ποτέ γυναίκα, αλλά δεν το είχα σε τίποτα να ρίξω μία στο φορτηγό που ήταν παρκαρισμένο δίπλα µας. «Όχι, απλώς είµαι τσαντισµένη µαζί σου!» απάντησε, σφίγγοντας τα χείλη της. «Είχα πιει, εντάξει; Το δέρμα σου ήταν πέντε εκατοστά από το πρόσωπό μου, είσαι πανέμορφη και μυρίζεις υπέροχα όταν ιδρώνεις. Σε φίλησα! Συγγνώμη! Ξεπέρασέ το!» Η απάντησή μου την έκανε να σταματήσει και οι άκρες των χειλιών της στράφηκαν προς τα πάνω. «Με βρίσκεις όµορφη;» Συνοφρυώθηκα. Τι ηλίθια ερώτηση. «Είσαι κούκλα και το ξέρεις. Γιατί χαµογελάς;» Όσο

περισσότερο

προσπαθούσε

να

συγκρατηθεί,

τόσο

περισσότερο

χαµογελούσε. «Τίποτα. Πάµε». «Τι;… Θες;… Είσαι µπελάς!» είπα γελώντας και κούνησα το κεφάλι µου. Χαμογελούσε διάπλατα με το κομπλιμέντο μου και με το γεγονός ότι από ψυχάκιας είχα γίνει γελοίος. Προσπάθησε να σταματήσει να χαμογελάει, κάνοντάς µε κι εµένα να χαµογελάσω. Πέρασα το χέρι μου στους ώμους της και ευχήθηκα να την είχα απλώς φιλήσει, χωρίς να υπήρχε τίποτα άλλο. «Με τρελαίνεις, το ξέρεις;» Στη διαδρομή προς το σπίτι ήμασταν σιωπηλοί, κι όταν φτάσαμε η Άμπι πήγε κατευθείαν στο μπάνιο και μπήκε για ντους. Δεν κατάφερνα να σκεφτώ αρκετά ώστε να ψάξω τα πράγματά της, κι έτσι πήρα ένα δικό μου μποξεράκι και ένα


μπλουζάκι. Χτύπησα την πόρτα αλλά δεν μου απάντησε, κι έτσι μπήκα, τα άφησα δίπλα στον νιπτήρα κι έφυγα. Έτσι κι αλλιώς δεν ήξερα τι να της πω. Μπήκε στο δωμάτιο, κολυμπώντας μέσα στα ρούχα μου, και ξάπλωσε στο κρεβάτι, µε ένα χαµόγελο ακόµη στα χείλη. Την κοίταξα για μια στιγμή και μου ανταπέδωσε το βλέμμα. Ήταν προφανές ότι αναρωτιόταν τι σκεφτόμουν. Το πρόβλημα είναι πως ούτε εγώ ήξερα. Όταν το βλέµµα της κατέβηκε αργά ως τα χείλη µου, τότε ήξερα. «Καληνύχτα, Περιστεράκι» ψιθύρισα και γύρισα πλευρό, ενώ καταριόμουν τον εαυτό µου όσο ποτέ. Καθώς ήταν όμως τρομερά μεθυσμένη, δεν ήθελα να το εκμεταλλευτώ. Ειδικά αφού µε είχε συγχωρήσει για την παράσταση που έδωσα µε τη Μέγκαν. Η Άµπι στριφογύριζε για αρκετή ώρα, µέχρι που πήρε τελικά µια βαθιά ανάσα. «Τραβ;» είπε και ανασηκώθηκε ακουµπώντας στον αγκώνα της. «Ναι;» είπα χωρίς να κουνηθώ

· φοβόμουν πως, αν την κοίταζα στα μάτια, κάθε

λογική σκέψη θα πετούσε από το παράθυρο. «Ξέρω ότι είµαι µεθυσµένη και ότι µόλις µαλώσαµε, αλλά…» «Δεν πρόκειται να κάνω σεξ µαζί σου, γι’ αυτό σταµάτα να παρακαλάς». «Τι; Όχι!» Γέλασα και γύρισα να δω τη γλυκιά, φρικαρισµένη της έκφραση. «Τι είναι, Περιστεράκι;» «Αυτό…» είπε ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος μου και άπλωσε το χέρι της αγκαλιάζοντάς µε σφιχτά. Δεν το περίμενα αυτό. Καθόλου. Σήκωσα ψηλά το χέρι μου και πάγωσα, δεν ήξερα τι να κάνω. «Είσαι όντως µεθυσµένη». «Το ξέρω» είπε χωρίς ίχνος αµηχανίας. Όσο και να θύμωνε το πρωί, δεν μπορούσα να πω όχι. Έβαλα το ένα χέρι μου στην πλάτη της και το άλλο στα βρεγµένα µαλλιά της και τη φίλησα στο µέτωπο. «Είσαι η πιο περίπλοκη γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ». «Είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις, μια που έδιωξες τον μοναδικό τύπο που µε πλησίασε απόψε».


«Εννοείς τον Ίθαν τον βιαστή; Ναι, σου χρωστάω χάρη γι’ αυτό». «Άσ’ το» είπε και πήγε να τραβηχτεί. Αντέδρασα ακαριαία, κρατώντας το χέρι της πάνω στην κοιλιά µου. «Σοβαρολογώ. Πρέπει να προσέχεις περισσότερο. Αν δεν ήμουν εκεί… Δεν θέλω ούτε να το σκέφτοµαι. Και θέλεις και να σου ζητήσω συγγνώµη που τον έδιωξα;» «Δεν θέλω να ζητήσεις συγγνώµη. Δεν έχει να κάνει µ’ αυτό». «Με τι έχει να κάνει;» ρώτησα. Δεν είχα εκλιπαρήσει ποτέ για τίποτα στη ζωή μου, αλλά την εκλιπαρούσα σιωπηλά να μου πει ότι με ήθελε. Ότι νοιαζόταν για μένα. Κάτι. Ήμασταν τόσο κοντά. Τα χείλη μας ήθελαν δυο εκατοστά ακόμα για να ακουμπήσουν, και ήθελε µεγάλη αυτοσυγκέντρωση για να µην ενδώσω. «Είμαι μεθυσμένη, Τράβις». Συνοφρυώθηκε. «Και αυτή είναι η μόνη μου δικαιολογία». «Θέλεις να σε κρατήσω αγκαλιά μέχρι να αποκοιμηθείς;» Καθώς δεν απάντησε, γύρισα και την κοίταξα κατάματα. «Θα έπρεπε να σου αρνηθώ, μόνο και μόνο για να σου δώσω ένα μάθημα» είπα σμίγοντας τα φρύδια. «Αλλά αν σου αρνηθώ και μετά δεν μου το ξαναζητήσεις ποτέ, θα τα βάλω με τον εαυτό μου». Βόλεψε καλύτερα το μάγουλό της στο στήθος μου. Κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά μου, ήταν δύσκολο να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. «Δεν χρειάζεσαι δικαιολογία, Περιστεράκι. Μπορείς απλώς να το ζητήσεις».


8

Οζ

Η ΑΜΠΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΝΑ. Η αναπνοή της έγινε ρυθμική και το σώμα της χαλάρωσε δίπλα στο δικό μου. Ήταν ζεστή και από τη μύτη της ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο, γλυκύτατο σφύριγμα κάθε φορά που έπαιρνε ανάσα. Ένιωθα τόσο ωραία κρατώντας την αγκαλιά. Ήταν κάτι που θα μπορούσα να συνηθίσω πολύ εύκολα. Όσο και να με τρόμαζε αυτό, δεν μπορούσα να κουνηθώ. Απ’ όσο γνώριζα την Άμπι, ήμουν σίγουρος ότι θα ξυπνούσε και θα θυμόταν πως ήταν σκληρό καρύδι και θα μου έβαζε τις φωνές που επέτρεψα να συμβεί κάτι τέτοιο ή, ακόµα χειρότερα, θα αποφάσιζε να µην ξανασυµβεί ποτέ. Δεν ήμουν τόσο ηλίθιος ώστε να ελπίζω σε κάτι άλλο, ούτε τόσο δυνατός ώστε να σταματήσω αυτό που ένιωθα. Αυτό μου άνοιξε για τα καλά τα μάτια. Δεν ήμουν και τόσο σκληρός τελικά· όχι όταν είχε να κάνει µε την Άµπι. Η αναπνοή μου έγινε πιο αργή και το σώμα μου βούλιαξε στο στρώμα, αλλά πάλευα την κούραση που με κυρίευε. Δεν ήθελα να κλείσω τα μάτια μου, δεν ήθελα να χάσω ούτε ένα λεπτό από την εµπειρία να έχω την Άµπι τόσο κοντά µου. Κουνήθηκε λίγο και πάγωσα. Τα δάχτυλά της πίεσαν το δέρμα μου και μετά σφίχτηκε πάνω μου προτού χαλαρώσει πάλι. Φίλησα τα μαλλιά της και ακούµπησα το µάγουλό µου στο µέτωπό της. Έκλεισα τα µάτια µου για µια στιγµή και πήρα βαθιά ανάσα.


Όταν άνοιξα και πάλι τα μάτια μου, ήταν πρωί. Γαμώτο. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να τα κλείσω. Η Άμπι στριφογύριζε, προσπαθώντας να απελευθερωθεί αποκάτω μου. Τα πόδια µου ήταν πάνω από τα δικά της και την κρατούσα ακόµη αγκαλιά. «Κόφ’ το, Περιστεράκι, κοιµάµαι» είπα και την έσφιξα πάνω µου. Κατάφερε να ελευθερώσει ένα ένα τα χέρια και τα πόδια της, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και αναστέναξε. Άπλωσα το χέρι μου στο κρεβάτι και ακούμπησα την άκρη των μικρών, λεπτεπίλεπτων δαχτύλων της. Μου είχε γυρισµένη την πλάτη και δεν στράφηκε. «Τι τρέχει, Περιστεράκι;» «Πάω να πάρω ένα ποτήρι νερό, θέλεις τίποτα;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια μου. Είτε θα έκανε ότι δεν συνέβη ποτέ τίποτα είτε ήταν τσαντισμένη. Καμία εναλλακτική δεν ήταν καλή. Η Άμπι βγήκε από το δωμάτιο κι έμεινα για λίγο ξαπλωμένος, προσπαθώντας να βρω κάποιον λόγο για να σηκωθώ. Ο πονοκέφαλος από το μεθύσι κόντευε να με τρελάνει. Ακούγοντας στο βάθος τη βαριά φωνή του Σέπλι, αποφάσισα να σηκωθώ. Προχώρησα ξυπόλυτος προς την κουζίνα. Η Άμπι ήταν εκεί με το μπλουζάκι και το μποξεράκι μου κι έβαζε σιρόπι σοκολάτας σε ένα μπολ με αχνιστό χυλό βρόµης. «Αυτό είναι άρρωστο, Περιστεράκι» µούγκρισα τρίβοντας τα µάτια µου. «Καληµέρα και σ’ εσένα». «Έµαθα ότι πλησιάζουν τα γενέθλιά σου. Το τελευταίο οχυρό της εφηβείας». «Ναι… Δεν είμαι πολύ των γενεθλίων». Έκανε μια γκριμάτσα, δεν το περίμενε. «Νομίζω ότι η Μερ θα με πάει κάπου για φαγητό ή κάτι τέτοιο». Χαμογέλασε. «Μπορείς να έρθεις αν θέλεις». Ανασήκωσα τους ώμους για να μην αφήσω να φανεί πόσο με είχε ταράξει το χαµόγελό της. «Εντάξει. Είναι την άλλη Κυριακή;» «Ναι. Πότε είναι τα δικά σου γενέθλια;»


«Τον Απρίλιο. 1η Απριλίου» είπα ρίχνοντας γάλα στα δηµη​τριακά µου. «Αποκλείεται». Έφαγα µια µπουκιά, η έκπληξή της µου φαινόταν αστεία. «Σοβαρολογώ». «Τα γενέθλιά σου είναι την πρωταπριλιά;» «Ναι!». Γέλασα. Το ύφος της ήταν απίστευτο. «Θα αργήσεις. Πάω να ντυθώ». «Θα πάω µε τη Μερ». Δυσκολεύτηκα πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε να δεχτώ αυτή τη μικρή απόρριψη. Την πήγαινα εγώ στη σχολή, και τώρα ξαφνικά θα πήγαινε με την Αμέρικα; Αναρωτιόμουν αν είχε να κάνει με αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Μάλλον προσπαθούσε να δημιουργήσει και πάλι μια απόσταση ανάμεσά µας, πράγµα που µε απογοήτευσε. «Όπως θες» είπα και της γύρισα την πλάτη για να μην προλάβει να δει την απογοήτευση στο βλέµµα µου. Τα κορίτσια πήραν τις τσάντες τους βιαστικά. Η Αμέρικα βγήκε από το πάρκινγκ λες και είχαν ληστέψει τράπεζα. «Μη μου πεις ότι μόλις έφυγαν;» είπε συνοφρυωμένος ο Σέπλι βγαίνοντας από το δωµάτιό του και βάζοντας ένα µπλουζάκι. «Ναι» απάντησα αφηρημένα, ξεπλένοντας το μπολάκι μου και αδειάζοντας τη βρόµη της Άµπι· ούτε που την είχε αγγίξει. «Καλά, τι στον διάολο; Η Μερ ούτε γεια δεν είπε». «Το ήξερες ότι είχε µάθηµα. Μην κάνεις σαν µωρό». «Εγώ κάνω σαν μωρό;» Ο Σέπλι ακούμπησε το δάχτυλο στο στήθος του. «Θυµάσαι τίποτα από χθες το βράδυ;» «Βούλωσ’ το». «Ναι, εντάξει». Κάθισε στον καναπέ και έβαλε τα παπούτσια του. «Ρώτησες την Άµπι για τα γενέθλιά της;» «Δεν είπε και πολλά, µόνο ότι δεν είναι πολύ των γενεθλίων». «Και τι θα κάνεις;» «Θα της κάνω πάρτι». Ο Σέπλι κούνησε το κεφάλι, περιμένοντας τη συνέχεια. «Σκέφτηκα να της κάνουμε έκπληξη. Να καλέσουμε μερικούς φίλους και να


βάλουµε την Αµέρικα να τη βγάλει λίγο έξω». Ο Σέπλι φόρεσε το λευκό κασκέτο του, τραβώντας το τόσο χαμηλά, που δεν µπορούσα να δω τα µάτια του. «Αυτό µπορεί άνετα να το κάνει. Τίποτα άλλο;» «Θα ήθελες ένα κουταβάκι;» «Δεν είναι τα δικά µου γενέθλια, φίλε» είπε γελώντας. «Το ξέρω, αλλά μένει στην εστία». Έκανα τον γύρο του μπαρ της κουζίνας και ακούµπησα σε ένα σκαµπό. «Δεν µπορεί να έχει κουτάβι εκεί». «Και θα το κρατάµε εµείς εδώ; Σοβαρολογείς; Τι θα κάνουµε µε ένα σκυλί;» «Βρήκα στο ίντερνετ ένα τεριέ. Είναι τέλειο». «Ένα τι;» «Το Περιστεράκι είναι από το Κάνσας. Είναι το ίδιο σκυλί που είχε η Ντόροθι στον Μάγο του Οζ». Ο Σέπλι µε κοίταξε ανέκφραστος. «Ο Μάγος του Οζ». «Τι, ρε; Μου άρεσε το σκιάχτρο όταν ήµουν µικρός, βούλωσ’ το». «Θα χέζει παντού, ρε Τράβις. Θα γαβγίζει και θα γκρινιάζει και… ξέρω ’γω». «Τα ίδια κάνει και η Αμέρικα… εκτός από το χέσιμο» αστειεύτηκα, αλλά ο Σέπλι δεν το βρήκε αστείο. «Θα το βγάζω εγώ έξω και θα καθαρίζω αν κάνει τίποτα. Θα το κρατάω στο δωµάτιό µου. Ούτε που θα καταλάβεις ότι βρίσκεται εδώ». «Δεν µπορείς να το κάνεις να µη γαβγίζει». «Σκέψου το λίγο. Δεν µπορείς να πεις, θα τη ρίξει, σίγουρα». «Αυτό είναι;» Ο Σέπλι χαµογέλασε. «Προσπαθείς να ρίξεις την Άµπι;» «Κόφ’ το». «Εντάξει, µπορείς να το πάρεις το κωλόσκυλο…» είπε χαµογελώντας πιο πλατιά. Χαµογέλασα κι εγώ. Νίκη! «…αρκεί να παραδεχτείς ότι γουστάρεις την Άµπι». Συνοφρυώθηκα. Γαµώτο! Ήττα! «Έλα, ρε φίλε!» «Παραδέξου το» είπε ο Σέπλι σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Τι μαλάκας. Θα επέμενε μέχρι να με κάνει να το πω. Κοίταξα το πάτωμα και


οτιδήποτε άλλο εκτός από το αυτάρεσκο χαμόγελο του Σέπλι. Αντιστάθηκα για λίγο, αλλά το κουτάβι ήταν φοβερή ιδέα. Η Άμπι θα φρίκαρε (με την καλή έννοια για μια φορά), κι εγώ θα το κρατούσα στο σπίτι. Θα ήθελε να έρχεται εδώ κάθε µέρα. «Μου αρέσει» είπα µέσα από τα δόντια µου. Ο Σέπλι έφερε το χέρι στο αυτί. «Τι πράγµα; Δεν σε άκουσα καλά». «Είσαι πολύ µαλάκας! Αυτό το άκουσες;» «Πες το» επέµεινε ο Σέπλι και σταύρωσε τα χέρια. «Μ’ αρέσει, εντάξει;» «Δεν µου φτάνει αυτό». «Τη γουστάρω. Τη νοιάζομαι. Πολύ. Δεν αντέχω όταν δεν είναι εδώ. Ικανοποιήθηκες;» «Προς το παρόν» είπε ο Σέπλι, έπιασε το σακίδιό του, το πέρασε στον έναν ώμο και πήρε το τηλέφωνο και τα κλειδιά του. «Τα λέµε στο φαγητό, αδελφούλα». «Άντε γαµήσου» γρύλισα. Ο Σέπλι ήταν πάντοτε αυτός που έκανε σαν ηλίθιος από έρωτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει αυτό να περάσει έτσι. Χρειάστηκα μόνο μερικά λεπτά για να ντυθώ, αλλά με όλη αυτή τη συζήτηση είχα αργήσει. Φόρεσα το μπουφάν μου και έβαλα το κασκέτο μου ανάποδα. Το μοναδικό μου μάθημα σήμερα ήταν Χημεία ΙΙ, οπότε δεν χρειαζόμουν το σακίδιό µου. Όλο και κάποια θα µου δάνειζε ένα µολύβι αν το χρειαζόµουν. Γυαλιά ηλίου. Κλειδιά. Τηλέφωνο. Πορτοφόλι. Έβαλα τις μπότες μου και κοπάνησα την πόρτα πίσω μου, κατεβαίνοντας τα σκαλιά τρέχοντας. Η διαδρομή με τη μηχανή δεν ήταν ίδια χωρίς την Άμπι πίσω μου. Γαμώτο, τα κατέστρεφε όλα. Όταν έφτασα, αναγκάστηκα να βιαστώ λίγο για να φτάσω στο μάθημα στην ώρα μου. Ένα δευτερόλεπτο πριν ξεκινήσει το μάθημα, κάθισα σε ένα θρανίο. Η δρ Γουέμπερ με κοίταξε λίγο άγρια, εκνευρισμένη με την αργοπορία μου και την απουσία γραφικής

ύλης. Της

έκλεισα το

μάτι

και

ένα αχνό

χαμόγελο

σχηματίστηκε στα χείλη της. Κούνησε το κεφάλι της και συγκεντρώθηκε πάλι στα


χαρτιά που είχε µπροστά της. Δεν χρειάστηκα μολύβι, ενώ μόλις τελείωσε το μάθημα ξεκίνησα για το εστιατόριο. Ο Σέπλι περίμενε τα κορίτσια στο γκαζόν απέξω. Άρπαξα το κασκέτο του και, προτού προλάβει να το πιάσει, το πέταξα σαν φρίσµπι στην άλλη άκρη. «Ωραίος, ρε µαλάκα» µου είπε πηγαίνοντας να το πιάσει. «Mad Dog» είπε κάποιος πίσω µου και αναγνώρισα τη βαριά, βραχνή φωνή. Ο Άνταµ πλησίασε τον Σέπλι κι εµένα µε ύφος άκρως επαγγελµατικό. «Προσπαθώ να οργανώσω αγώνα. Να περιµένεις τηλέφωνο». «Πάντα περιμένουμε τηλέφωνο» είπε ο Σέπλι, που ήταν ο μάνατζέρ μου, κατά κάποιον τρόπο · αυτός φρόντιζε να μάθουν για τον αγώνα όσοι έπρεπε να το µάθουν και να βρίσκοµαι στο σωστό µέρος τη σωστή στιγµή. Ο Άνταμ ένευσε και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν είχα βρεθεί ποτέ σε μάθημα μαζί με αυτό τον τύπο. Δεν ήμουν καν σίγουρος αν ήταν όντως φοιτητής εδώ. Από τη στιγµή που µε πλήρωνε, βέβαια, δεν µε ένοιαζε και πολύ. Ο Σέπλι κοιτούσε τον Άνταµ που αποµακρυνόταν και ύστερα ξερόβηξε. «Τα έµαθες λοιπόν;» είπε. «Τι πράγµα;» «Έφτιαξαν τους θερµοσίφωνες στο Μόργκαν». «Ε, και;» «Η Αμέρικα και η Άμπι θα τα μαζέψουν απόψε μάλλον. Θα έχουμε δουλειά, πρέπει να τις βοηθήσουµε να µεταφέρουν τα πράγµατά τους πίσω στην εστία». Έμεινα άφωνος. Και μόνο που σκεφτόμουν ότι έπρεπε να βοηθήσω την Άμπι να μαζέψει και να την πάω πίσω στην εστία, ένιωθα σαν να είχα φάει μπουνιά στη μούρη. Ειδικά μετά την προηγούμενη νύχτα, μάλλον θα χαιρόταν που έφευγε. Ίσως να μη μου μιλούσε ποτέ ξανά. Από το μυαλό μου πέρασαν εκατομμύρια σενάρια, αλλά δεν µπορούσα να σκεφτώ τίποτα για να την κάνω να µείνει. «Είσαι εντάξει, φίλε;» ρώτησε ο Σέπλι. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν τα κορίτσια, χαμογελαστά, χαχανίζοντας. Δοκίμασα να χαμογελάσω, αλλά η Άμπι είχε ντραπεί από κάτι με το οποίο γελούσε η Αµέρικα και δεν µε πρόσεξε.


«Γεια σου, µωρό µου» είπε η Αµέρικα φιλώντας τον Σέπλι στο στόµα. «Γιατί γελάτε;» ρώτησε ο Σέπλι. «Α, ένας τύπος στο μάθημα κοιτούσε την Άμπι όλη την ώρα. Ήταν αξιολάτρευτος». «Αρκεί να κοίταζε την Άµπι» έκλεισε το µάτι ο Σέπλι. «Ποιος ήταν;» ρώτησα εγώ χωρίς να το σκεφτώ. Η Άμπι άλλαξε πόδι στήριξης και αναπροσάρμοσε το σακίδιο στον ώμο της. Ήταν γεμάτο βιβλία, το φερμουάρ κόντευε να σπάσει. Πρέπει να ήταν βαρύ. Το πήρα από τον ώµο της. «Η Μερ έχει µεγάλη φαντασία» είπε, κάνοντας έναν µορφασµό. «Άμπι! Παλιοψεύτρα! Ο Πάρκερ Χέιζ ήταν και έβγαζε μάτι. Σχεδόν του έτρεχαν τα σάλια». «Ο Πάρκερ Χέιζ;» έκανα µια γκριµάτσα. Ο Σέπλι τράβηξε την Αµέρικα από το χέρι. «Πάμε για φαγητό. Θα έρθετε να απολαύσετε την εκλεκτή κουζίνα του εστιατορίου σήµερα;» Η Αμέρικα του έδωσε άλλο ένα φιλί αντί για απάντηση και η Άμπι τούς ακολούθησε, κάνοντάς μου νόημα να πάω κι εγώ. Περπατήσαμε μαζί, σιωπηλοί. Θα μάθαινε ότι οι θερμοσίφωνες δούλευαν, θα επέστρεφε στο Μόργκαν και ο Πάρκερ θα της ζητούσε να βγουν. Ο Πάρκερ Χέιζ ήταν βουτυρόπαιδο, αλλά θα το καταλάβαινα αν άρεσε στην Άμπι. Οι γονείς του ήταν πάρα πολύ πλούσιοι, θα πήγαινε στην Ιατρική και επιφανειακά ήταν καλό παιδί. Θα κατέληγε μαζί του. Η υπόλοιπη ζωή της μαζί του έπαιξε σαν ταινία στο μυαλό μου, και δεν μπορούσα να το δεχτώ. Το μόνο που με βοήθησε κάπως ήταν να φανταστώ πως έκανα τάκλιν στον θυμό μου και τον έχωνα σε ένα κουτί. Η Άμπι ακούμπησε τον δίσκο της ανάμεσα στην Αμέρικα και στον Φιντς. Προτίμησα μια άδεια καρέκλα λίγο πιο κάτω, παρά να προσπαθήσω να συζητάω μαζί της σαν να μην την είχα μόλις χάσει. Η κατάσταση ήταν απαίσια και δεν ήξερα τι να κάνω. Είχαμε χάσει τόσο χρόνο παίζοντας παιχνίδια. Η Άμπι δεν είχε καν μια ευκαιρία να με γνωρίσει στ’ αλήθεια. Σκατά, ακόμα κι αν με είχε γνωρίσει


καλύτερα, σίγουρα θα ήταν πιο καλά µε κάποιον σαν τον Πάρκερ. «Είσαι εντάξει, Τραβ;» ρώτησε η Άµπι. «Εγώ; Μια χαρά. Γιατί;» ρώτησα, προσπαθώντας να διώξω την κατήφεια που απλωνόταν στο πρόσωπό µου. «Απλώς δεν µιλάς πολύ». Κάποια μέλη της ομάδας φούτμπολ πλησίασαν το τραπέζι και κάθισαν γελώντας δυνατά. Ο ήχος και μόνο από τις φωνές τους με έκανε να θέλω να ρίξω μπουνιά στον τοίχο. Ο Κρις Τζενκς πέταξε µια τηγανητή πατάτα στο πιάτο µου. «Τι γίνεται, Τραβ; Άκουσα ότι περιποιήθηκες την Τίνα Μάρτιν. Σε βρίζει σήµερα». «Σκάσε, Τζενκς» είπα, χωρίς να σηκώσω το βλέμμα από το φαγητό μου έριχνα µια µατιά στη γελοία φάτσα του, θα έπρεπε να του ρίξω µπουνιά. «Κόφ’ το, Κρις» είπε η Άµπι γέρνοντας µπροστά. Κοίταξα την Άμπι και για κάποιον ανεξήγητο λόγο θύμωσα απίστευτα. Τι σκατά ήθελε να μπαίνει στη μέση για να με υπερασπιστεί; Μόλις θα μάθαινε ότι στο Μόργκαν είχαν φτιάξει τους θερμοσίφωνες, θα έφευγε από κοντά μου. Δεν θα µου ξαναµιλούσε ποτέ. Παρόλο που ήταν τρελό, ένιωθα προδοµένος. «Τα καταφέρνω και µόνος µου, Άµπι». «Συγγνώµη, δεν…» «Δεν θέλω να ζητάς συγγνώµη. Δεν θέλω να κάνεις τίποτα» είπα απότοµα. Η έκφρασή της ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Φυσικά και δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά μου. Ήμουν ένας μαλάκας που φερόταν σαν μωρό και είχε τη συναισθηματική ωριμότητα τρίχρονου. Σηκώθηκα απότομα από το τραπέζι και όρµησα έξω, µέχρι που βρέθηκα καθισµένος στη µηχανή µου. Το καουτσούκ στις λαβές έτριξε κάτω από τα χέρια μου καθώς μάρσαρα. Η μηχανή μούγκρισε, κλότσησα το στήριγμα και ξεχύθηκα στον δρόμο σαν νυχτερίδα που βγαίνει από την κόλαση. Οδηγούσα γύρω στη μία ώρα, αλλά δεν ένιωσα καλύτερα. Οι δρόμοι οδηγούσαν σε ένα μέρος πάντως και, παρόλο που μου πήρε τόση ώρα για να το αποδεχτώ και να υποκύψω, πάρκαρα τελικά έξω από σπίτι του πατέρα μου. Ο μπαμπάς βγήκε

· αν


έξω, στάθηκε στη βεράντα και ένευσε. Ανέβηκα με ένα βήμα τα δύο σκαλιά και σταµάτησα µπροστά του. Με αγκάλιασε και µε οδήγησε µέσα. «Και πάνω που σκεφτόμουν ότι είχες καιρό να εμφανιστείς» είπε με ένα κουρασµένο χαµόγελο. Τα βλέφαρά του κρέμονταν λίγο και το δέρμα κάτω από τα μάτια του ήταν πρησµένο, σε αρµονία µε το υπόλοιπο στρογγυλό του πρόσωπο. Ο μπαμπάς έχασε το μυαλό του για μερικά χρόνια μετά τον θάνατο της μαμάς. Ο Τόμας ανέλαβε πολύ περισσότερες ευθύνες απ’ όσες θα έπρεπε για ένα παιδί της ηλικίας του, αλλά τα βγάλαμε πέρα, και τελικά ο μπαμπάς συνήλθε. Δεν µιλήσαµε ποτέ γι’ αυτό, αλλά πάντα προσπαθούσε να εξιλεωθεί. Παρόλο που ήταν θλιμμένος και θυμωμένος το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας, δεν θα τον θεωρούσα κακό πατέρα, ήταν απλώς χαμένος χωρίς τη γυναίκα του. Τώρα ήξερα πώς ένιωθε. Ένιωθα για το Περιστεράκι ένα ψήγμα αυτού που ένιωθε ο μπαμπάς για τη μαμά και η σκέψη ότι θα βρισκόμουν χωρίς εκείνη µε αρρώσταινε. Κάθισε στον καναπέ και έκανε νόηµα προς την παλιά πολυθρόνα. «Λοιπόν; Δεν θα καθίσεις;» Κάθισα, νευρικός όσο προσπαθούσα να σκεφτώ τι θα έλεγα. Με παρακολούθησε για λίγο και µετά πήρε µια ανάσα. «Συµβαίνει κάτι, αγόρι µου;» «Υπάρχει ένα κορίτσι, µπαµπά». «Ένα κορίτσι» χαµογέλασε αχνά. «Σαν να µη µε χωνεύει καθόλου, κι εγώ σαν να…» «Την αγαπάς;» «Δεν ξέρω. Δεν νοµίζω. Δηλαδή… πώς ξέρεις αν είναι αυτό;» «Το ξέρεις όταν συζητάς γι’ αυτή με το γέρο μπαμπά σου γιατί δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις» είπε και το χαµόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Μόλις τη γνώρισα» αναστέναξα. «Εντάξει, πριν από έναν μήνα. Δεν νομίζω πως πρόκειται για αγάπη». «Εντάξει». «Εντάξει;»


«Σε πιστεύω» είπε, χωρίς καµία επίκριση στη φωνή του. «Απλώς… δεν νοµίζω πως είµαι αρκετά καλός γι’ αυτήν». Ο µπαµπάς έγειρε µπροστά και ακούµπησε τα δάχτυλά του στα χείλη του. «Νοµίζω πως έχει ήδη καεί από κάποιον. Κάποιον σαν εµένα» συνέχισα. «Σαν εσένα». «Ναι» είπα κουνώντας το κεφάλι και ξεφύσηξα

· το τελευταίο πράγμα που ήθελα

να κάνω ήταν να παραδεχτώ στον µπαµπά τη συµπεριφορά µου. Ξαφνικά η πόρτα της εισόδου κοπάνησε µε θόρυβο στον τοίχο. «Για δες ποιος αποφάσισε να έρθει σπίτι» είπε ο Τρέντον χαμογελώντας πλατιά, κρατώντας δύο γεµάτες χαρτοσακούλες. «Γεια σου, Τρεντ» είπα και σηκώθηκα όρθιος. Τον ακολούθησα στην κουζίνα και τον βοήθησα να τακτοποιήσει τα ψώνια που είχε κάνει για τον µπαµπά. Μικροί, σκουντάγαμε και σπρώχναμε ο ένας τον άλλο διαρκώς. Ο Τρέντον πάντα με χτύπαγε χειρότερα απ’ όλους όταν διαφωνούσαμε, αλλά ένιωθα επίσης πιο κοντά του απ’ ό,τι στους άλλους αδελφούς µου. «Μας έλειψες τις προάλλες στο Red. Χαιρετισµούς από την Κάµι». «Είχα δουλειές». «Με την κοπέλα που σε είδε η Κάµι την άλλη φορά;» «Ναι» είπα. Έβγαλα ένα άδειο μπουκάλι κέτσαπ και κάτι μισοσαπισμένα φρούτα από το ψυγείο και τα έριξα στα σκουπίδια προτού επιστρέψουμε στο σαλόνι. Ο Τρέντον αναπήδησε µερικές φορές πέφτοντας στον καναπέ. «Τι γίνεται λοιπόν, χαµένο κορµί;» «Τίποτα» απάντησα, ρίχνοντας µια µατιά στον µπαµπά. Ο Τρέντον κοίταξε τον πατέρα µας και έπειτα εµένα. «Διακόπτω κάτι;» «Όχι» είπα. Ο µπαµπάς κούνησε το χέρι σαν να έδιωχνε τη σκέψη. «Όχι, παιδί µου. Πώς πήγε η δουλειά;» «Χάλια. Άφησα την επιταγή για το νοίκι στο κομοδίνο σου σήμερα το πρωί. Την


είδες;» Ο µπαµπάς ένευσε χαµογελώντας. «Θα µείνεις για φαγητό, Τραβ;» πρότεινε ο Τρέντον. «Μπα» είπα και σηκώθηκα. «Πάω προς το σπίτι». «Μακάρι να έµενες, αγόρι µου». «Δεν μπορώ». Στράβωσα το στόμα μου. «Σ’ ευχαριστώ πάντως, μπαμπά, το εκτιµώ». «Ποιο πράγμα εκτιμάς;» ρώτησε ο Τρέντον στρέφοντας το κεφάλι του από τον έναν στον άλλον λες και παρακολουθούσε αγώνα τένις. «Τι έχασα;» «Είναι ένα Περιστεράκι». Κοίταξα τον πατέρα μου. «Είναι οπωσδήποτε Περιστεράκι». «Α;» έκανε ο µπαµπάς και τα µάτια του φάνηκαν να λάµπουν. «Το ίδιο κορίτσι;» «Ναι, αλλά της φέρθηκα λίγο μαλακισμένα νωρίτερα. Με κάνει να νιώθω κάπως πιο τρελός απ’ ό,τι είµαι συνήθως». Το χαμόγελο του Τρεντ ξεκίνησε αχνό και ύστερα απλώθηκε σε όλο του το πρόσωπο. «Αδελφούλη!» «Κόφ’ το» συνοφρυώθηκα. Ο µπαµπάς έριξε µια καρπαζιά στον Τρεντ. «Τι έγινε;» φώναξε ο Τρέντον. «Τι είπα;» Ο μπαμπάς προχώρησε μαζί μου ως την εξώπορτα και με χτύπησε τρυφερά στον ώµο. «Θα τη βρεις την άκρη. Είμαι σίγουρος. Πρέπει να είναι το κάτι άλλο πάντως αυτή η κοπέλα. Δεν νοµίζω να σε έχω ξαναδεί έτσι». «Ευχαριστώ, µπαµπά». Έσκυψα και αγκάλιασα το φαρδύ του σώμα όσο καλύτερα μπορούσα και μετά προχώρησα προς τη Χάρλεϊ. Η διαδρομή προς το σπίτι μού φάνηκε ατέλειωτη. Υπήρχε ακόμη μια υποψία ζέστης στην ατμόσφαιρα, κατάλοιπο του καλοκαιριού, καθόλου συνηθισμένη αυτή την εποχή αλλά ευπρόσδεκτη. Ο νυχτερινός ουρανός τύλιγε το μαύρο του


γύρω μου κάνοντας τη μαυρίλα μέσα μου ακόμα χειρότερη. Βλέποντας το αυτοκίνητο της Αμέρικα παρκαρισμένο στο συνηθισμένο σημείο, με έπιασε αµέσως άγχος. Με κάθε βήµα ένιωθα να πλησιάζω στο εκτελεστικό απόσπασµα. Προτού φτάσω στην πόρτα, άνοιξε απότομα και εμφανίστηκε η Αμέρικα με ένα κενό βλέµµα. «Είναι εδώ;» «Κοιµάται στο δωµάτιό σου» είπε µαλακά. Την προσπέρασα και κάθισα στον καναπέ. Καθώς ο Σέπλι καθόταν στη μεγάλη πολυθρόνα, η Αµέρικα κάθισε δίπλα µου. «Εντάξει είναι» συνέχισε µε φωνή γλυκιά και καθησυχαστική. «Δεν έπρεπε να της μιλήσω έτσι» είπα. «Τη μια στιγμή τη διώχνω για να την τσαντίσω, και την επόμενη είμαι τρομοκρατημένος ότι θα με πάρει χαμπάρι και θα ξεκόψει εντελώς από µένα». «Μην την παίρνεις για χαζή. Ξέρει πολύ καλά τι κάνεις. Δεν είσαι ο πρώτος που της φέρεται έτσι». «Ακριβώς. Της αξίζει κάτι καλύτερο. Το ξέρω αυτό, και ταυτόχρονα δεν μπορώ να απομακρυνθώ. Δεν ξέρω γιατί» είπα αναστενάζοντας, με τα χέρια στους κροτάφους µου. «Δεν βγάζει νόηµα. Τίποτα από όλα αυτά δεν βγάζει νόηµα». «Η Άµπι καταλαβαίνει, Τραβ. Μην κάνεις έτσι» είπε ο Σέπλι. Η Αµέρικα µε σκούντησε µε τον αγκώνα της. «Αφού θα ’ρθείτε στο πάρτι ζευγαριών. Γιατί δεν της ζητάς να βγείτε;» «Δεν θέλω να βγω μαζί της. Θέλω απλώς να είμαι κοντά της. Είναι… διαφορετική». Έλεγα ψέματα. Το ήξερε και η Αμέρικα και εγώ. Η αλήθεια ήταν πως, αν ενδιαφερόµουν για την Άµπι, θα έπρεπε να την αφήσω στην ησυχία της. «Διαφορετική από ποια άποψη;» ρώτησε η Αμέρικα, με έναν εκνευρισμό στη φωνή της. «Δεν ανέχεται τις μαλακίες μου, αυτό από μόνο του είναι μια ευχάριστη αλλαγή. Το είπες και µόνη σου, Μερ. Δεν είµαι ο τύπος της. Δεν… δεν τρέχει κάτι». «Είσαι ο τύπος της περισσότερο απ’ όσο νοµίζεις» είπε η Αµέρικα. Την κοίταξα στα μάτια. Ήταν απολύτως σοβαρή. Η Αμέρικα ήταν σαν αδελφή


με την Άμπι, και προστατευτική σαν μητέρα αρκούδα. Καμία από τις δυο τους δεν θα ενθάρρυνε για την άλλη κάτι που θα μπορούσε να την πληγώσει. Για πρώτη φορά, ένιωσα µια µικρή ελπίδα. Τα ξύλινα σανίδια του διαδρόμου έτριξαν και όλοι παγώσαμε. Ακούστηκε η πόρτα του δωματίου μου να κλείνει, και μετά τα βήματα της Άμπι στον διάδροµο. «Γεια σου, Άµπι» είπε χαµογελώντας η Αµέρικα. «Πώς ήταν ο υπνάκος σου;» «Ξεράθηκα για πέντε ώρες. Περισσότερο κώµα το λες παρά υπνάκο». Η μάσκαρα είχε μουντζουρώσει τα μάτια της αποκάτω, και τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κεφάλι της. Ήταν πανέμορφη. Μου χαμογέλασε και σηκώθηκα, την πήρα από το χέρι και την οδήγησα κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Η Άμπι είχε ένα ύφος μπερδεμένο και καχύποπτο, που με έκανε να θέλω ακόμα περισσότερο να ζητήσω συγγνώµη. «Με συγχωρείς, Περιστεράκι. Φέρθηκα µαλακισµένα το µεσηµέρι». Οι ώµοι της χαλάρωσαν λίγο. «Δεν είχα καταλάβει ότι µου είχες θυµώσει». «Δεν σου είχα θυμώσει. Απλώς έχω την κακή συνήθεια να ξεσπάω σ’ αυτούς που με ενδιαφέρουν. Ξέρω ότι είναι άθλια δικαιολογία, αλλά πραγματικά ζητώ συγγνώµη» είπα και την αγκάλιασα. «Γιατί ήσουν θυµωµένος;» ρώτησε, ακουµπώντας το κεφάλι της στο στήθος µου. Γαμώτο, ήταν τόσο ωραία αίσθηση. Αν δεν ήμουν μαλάκας, θα της εξηγούσα πως ήξερα ότι είχαν φτιάξει τους θερμοσίφωνες και πως η σκέψη ότι θα με άφηνε και θα περνούσε περισσότερο χρόνο με τον Πάρκερ με τρομοκρατούσε, αλλά δεν µπορούσα να το πω. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγµή. «Δεν έχει σηµασία. Εγώ µόνο για σένα ανησυχώ». «Μπορώ να τα βγάλω πέρα µε τα ξεσπάσµατά σου» µου είπε χαµογελαστά. Την κοίταξα για λίγο και χαµογέλασα αµυδρά. «Δεν ξέρω γιατί µε ανέχεσαι και δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν µε ανεχόσουν». Το βλέμμα της κατέβηκε αργά από τα μάτια μου στα χείλη μου και η ανάσα της έγινε κοφτή. Είχα ανατριχιάσει ολόκληρος, δεν ήμουν σίγουρος αν ανέπνεα ή όχι. Έγειρα μπροστά λιγότερο από ένα εκατοστό, περιμένοντας να δω αν θα


διαμαρτυρόταν, αλλά τότε χτύπησε το κωλοτηλέφωνό μου. Αναπηδήσαμε και οι δύο. «Ναι» είπα ανυπόµονα. «Mad Dog. Ο Μπρέιντι θα βρίσκεται στο Τζέφερσον σε µιάµιση». «Ο Χόφµαν; Χριστέ µου… εντάξει, εύκολο χιλιάρικο. Στο Τζέφερσον;» «Στο Τζέφερσον» πρόσθεσε ο Άνταµ. «Είσαι µέσα;» «Θα είμαστε εκεί» είπα κλείνοντας το μάτι στην Άμπι. Έβαλα το τηλέφωνο στην τσέπη και έπιασα την Άμπι από το χέρι. «Έλα μαζί μου». Την οδήγησα στο καθιστικό. «Μου τηλεφώνησε ο Άνταμ» ενημέρωσα τον Σέπλι. «Ο Μπρέιντι Χόφµαν θα είναι στο Τζέφερσον σε µιάµιση ώρα».


9

Λιώµα

Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΕΠΛΙ ΑΛΛΑΞΕ. Όποτε τηλεφωνούσε ο Άνταμ δίνοντας την ώρα ενός αγώνα, μεταμορφωνόταν σε τέλειο επαγγελματία. Τα δάχτυλά του πηγαινοέρχονταν στο τηλέφωνό του, πατώντας πλήκτρα, καθώς έστελνε μήνυμα σε όσους βρίσκονταν στη λίστα του. Όταν ο Σέπλι εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα του δωµατίου του, η Αµέρικα γούρλωσε τα µάτια χαµογελαστή. «Ξεκινάµε! Πάµε να ετοιµαστούµε!» Προτού προλάβω να πω οτιδήποτε, η Αμέρικα τράβηξε την Άμπι στον διάδρομο. Δεν υπήρχε λόγος για τόση φασαρία. Θα έσπαγα τα μούτρα του τύπου, θα έβγαζα αρκετά χρήματα για να καλύψω μερικούς μήνες ενοίκιο και λογαριασμούς, και όλα θα ήταν όπως πριν. Τέλος πάντων, σχεδόν όπως πριν. Η Άμπι θα μετακόμιζε πίσω στο Μόργκαν κι εγώ θα έβαζα τον εαυτό μου σε καραντίνα για να αποφύγω να σκοτώσω τον Πάρκερ. Η Αμέρικα φώναζε στην Άμπι να αλλάξει, ενώ ο Σέπλι είχε αφήσει τώρα το τηλέφωνο και κρατούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο χέρι. Έγειρε προς τα πίσω για να κοιτάξει στον διάδροµο και στριφογύρισε τα µάτια του µε ανυποµονησία. «Φεύγουµε!» φώναξε. Η Αμέρικα έτρεξε στον διάδρομο, αλλά αντί να έρθει σ’ εμάς χώθηκε στο δωµάτιο του Σέπλι. Με κοίταξε απελπισµένος, αλλά χαµογελώντας κιόλας. Ύστερα από λίγο η Αμέρικα βγήκε με φόρα από το δωμάτιο του Σέπλι φορώντας


ένα κοντό πράσινο φόρεμα και η Άμπι έστριψε από τον διάδρομο με ένα στενό τζιν και κίτρινο μπλουζάκι, μέσα από το οποίο έβλεπα τα στήθη της να κουνιούνται µε κάθε κίνηση που έκανε. «Με τίποτα! Θέλεις να σκοτωθώ; Πρέπει να αλλάξεις, Περιστεράκι». «Τι έχω;» είπε κοιτάζοντας το τζιν της – δεν ήταν αυτό το πρόβληµα. «Είναι ωραία, Τραβ, άσ’ την ήσυχη!» διαµαρτυρήθηκε η Αµέρικα. Τράβηξα την Άµπι στον διάδροµο. «Βάλε ένα κοντοµάνικο… και αθλητικά. Κάτι άνετο». «Τι;» ρώτησε µε την απορία ζωγραφισµένη στο πρόσωπό της. «Γιατί;» «Γιατί αν φοράς αυτό το μπλουζάκι, πιο πολύ θα ανησυχώ για το ποιος κοιτάζει το στήθος σου παρά για τον Χόφμαν» απάντησα σταματώντας μπροστά στην πόρτα του δωµατίου µου. Ας με έλεγαν σεξιστή, αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν θα κατάφερνα να συγκεντρωθώ και δεν είχα καµία όρεξη να χάσω έναν αγώνα εξαιτίας του στήθους της Άµπι. «Νόµιζα ότι δεν έδινες δεκάρα για το τι λένε οι άλλοι» είπε νευριασµένη. «Αυτό είναι άλλη φάση, Περιστεράκι». Πραγματικά δεν το καταλάβαινε. Κοίταξα το στήθος της, που το έσπρωχνε περήφανα προς τα πάνω ένα άσπρο δαντελωτό σουτιέν. Ξαφνικά μου φάνηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να ακυρώσω τον αγώνα και να περάσω το υπόλοιπο βράδυ προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο να το ξεγυμνώσω και να το νιώσω κολλημένο πάνω μου. Έδιωξα αυτή τη σκέψη και την κοίταξα πάλι στα μάτια. «Δεν μπορείς να ντυθείς έτσι για τον αγώνα, γι’ αυτό, σε παρακαλώ, πήγαινε να αλλάξεις» είπα σπρώχνοντάς τη μέσα στο δωμάτιο και έκλεισα βιαστικά την πόρτα προτού προλάβω να παρασυρθώ και να τη φιλήσω. «Τράβις!» φώναξε από την άλλη πλευρά. Άρχισαν να ακούγονται διάφοροι ήχοι, και μετά κάτι σαν παπούτσια που εκσφενδονίζονταν στο πάτωμα. Τελικά άνοιξε η πόρτα. Φορούσε ένα απλό κοντομάνικο και αθλητικά παπούτσια. Γκομενάρα και πάλι, αλλά τουλάχιστον δεν θα ανησυχούσα τόσο πολύ για το ποιος της την έπεφτε και θα κέρδιζα τον κωλοαγώνα. «Καλύτερα;» ξεφύσηξε. «Ναι! Πάµε!»


Ο Σέπλι και η Αμέρικα ήταν ήδη στο αυτοκίνητο και έβγαιναν σπινιάροντας από το πάρκινγκ. Φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και περίμενα να καθίσει καλά η Άμπι προτού ξεκινήσουµε µε τη µηχανή. Μόλις φτάσαμε στην πανεπιστημιούπολη, οδήγησα πάνω στο πεζοδρόμιο με τα φώτα σβηστά και σταµάτησα αργά πίσω από το Τζέφερσον. Τη στιγμή που άφησα την Άμπι να κατέβει μπροστά από την πίσω είσοδο, εκείνη γούρλωσε τα µάτια. «Πλάκα κάνεις». «Αυτή είναι η είσοδος των

VIP. Πού να δεις από πού μπαίνουν οι υπόλοιποι»

είπα και πήδηξα από το ανοιχτό παράθυρο στο υπόγειο περιμένοντας μες στο σκοτάδι. «Τράβις!» φώναξε ψιθυριστά. «Εδώ κάτω, Περιστεράκι. Βάλε πρώτα τα πόδια σου και θα σε πιάσω». «Έχεις τρελαθεί τελείως αν νοµίζεις ότι θα πηδήξω στα σκοτεινά». «Θα σε πιάσω! Σ’ το υπόσχοµαι! Μπες γρήγορα!» «Αυτό είναι τρέλα!» σφύριξε. Στο μισόφωτο, είδα τα πόδια της να περνάνε μέσα από το μικρό ορθογώνιο άνοιγμα. Ακόμα και μετά από όλες τις προσεκτικές μανούβρες της, κατάφερε να πέσει αντί να πηδήξει. Μια μικρή στριγκλιά αντήχησε στους τσιμεντένιους τοίχους, και προσγειώθηκε στην αγκαλιά µου. Πανεύκολο. «Πέφτεις σαν κορίτσι» είπα και την άφησα κάτω. Προχωρήσαμε μέσα από τον σκοτεινό λαβύρινθο του υπογείου ώσπου φτάσαμε στο δωμάτιο δίπλα στην κυρίως αίθουσα όπου θα γινόταν ο αγώνας. Ο Άνταμ φώναζε με το μεγάφωνό του για να ακουστεί πάνω από τον θόρυβο, ενώ χέρια πρόβαλλαν ανάµεσα στα αµέτρητα κεφάλια, ανεµίζοντας χαρτονοµίσµατα. «Τι κάνουμε;» ρώτησε, με τα μικρά χεράκια της τυλιγμένα γύρω από το μπράτσο µου. «Περιµένουµε. Ο Άνταµ πρέπει να βγάλει το λογύδριό του πριν µπω». «Να περιμένω εδώ ή να μπω; Πού να πάω όταν αρχίσει ο αγώνας; Πού είναι ο Σεπ και η Μερ;» Φαινόταν τρομερά αγχωμένη. Ένιωθα λίγο άσχημα που θα την άφηνα εδώ πέρα


µόνη της. «Μπήκαν από την άλλη. Ακολούθησέ με, δεν πρόκειται να σε αφήσω ανάμεσα σε όλους αυτούς τους λιγούρηδες μόνη σου. Μείνε κοντά στον Άνταμ. Θα προσέχει να μη σε λιώσουν. Εγώ δεν μπορώ να σε προσέχω και να ρίχνω μπουνιές ταυτόχρονα». «Να µη µε λιώσουν;» «Απόψε θα έχει πιο πολύ κόσμο. Ο Μπρέιντι Χόφμαν είναι από το Στέιτ. Έχουν δικό τους Κύκλο εκεί. Θα είναι και οι δικοί μας και οι δικοί τους και θα γίνει χαµός». «Έχεις άγχος;» Της χαµογέλασα. Ήταν ακόµα πιο όµορφη όταν ανησυχούσε για µένα. «Όχι. Εσύ όµως φαίνεται να έχεις». «Ίσως» απάντησε. Ήθελα να σκύψω και να τη φιλήσω. Απλώς για να χαθεί αυτή η έκφραση τρομαγμένου αρνιού από το πρόσωπό της. Αναρωτήθηκα αν ανησυχούσε για μένα το πρώτο βράδυ που συναντηθήκαμε ή αν ανησυχούσε τώρα επειδή με γνώριζε – επειδή νοιαζόταν για µένα. «Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, σου λέω ότι δεν θα τον αφήσω να με αγγίξει. Δεν θα τον αφήσω ούτε καν να µου ρίξει µια µπουνιά για χάρη των θεατών». «Πώς θα το καταφέρεις αυτό;» «Συνήθως τους αφήνω να µου ρίξουν µία» είπα ανασηκώνοντας τους ώµους. «Για να φαίνεται δίκαιο». «Α… αφήνεις να σε χτυπήσουν;» «Δεν θα ήταν διασκεδαστικό αν έλιωνα διαρκώς τους άλλους και δεν έτρωγα ποτέ καμία. Δεν θα ήταν καλό για τη δουλειά, κανείς δεν θα στοιχημάτιζε εναντίον µου». «Τι βλακείες» είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Νοµίζεις ότι σε δουλεύω;» είπα υψώνοντας το φρύδι. «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι σε χτυπάνε μόνο όταν τους αφήνεις να σε χτυπήσουν». «Θέλεις να βάλεις στοίχημα, Άμπι Αμπερνάθι;» χαμογέλασα χωρίς κανέναν


σκοπό να χρησιμοποιήσω το στοίχημα προς όφελός μου, αλλά βλέποντας εκείνη να μου χαμογελά εξίσου σκανταλιάρικα, μου ήρθε η πιο φοβερή ιδέα που είχα ποτέ. «Δέχοµαι το στοίχηµα. Νοµίζω ότι θα σου ρίξει µία». «Κι αν όχι; Τι κερδίζω;» ρώτησα. Ανασήκωσε τους ώμους καθώς η βουή του πλήθους δυνάμωσε. Ο Άνταμ άρχισε να εξηγεί τους κανόνες με τον γνωστό μαλακισμένο τρόπο του. Έκοψα ένα γελοίο χαµόγελο προτού σχηµατιστεί. «Αν κερδίσεις, δεν θα κάνω σεξ για έναν μήνα» πρότεινα και η Άμπι ύψωσε το φρύδι της. «Αλλά αν κερδίσω, θα µείνεις µαζί µου για έναν µήνα». «Τι; Μα ήδη μένω μαζί σου! Τι στοίχημα είναι αυτό;» τσίριξε πάνω από τη φασαρία – δεν ήξερε· κανείς δεν της το είχε πει. «Σήμερα έφτιαξαν τους θερμοσίφωνες στο Μόργκαν» είπα χαμογελώντας και της έκλεισα το µάτι. Χαµογέλασε λοξά. Δεν της είχε κάνει εντύπωση. «Τα πάντα για να σε δω να απέχεις από το σεξ, έτσι για αλλαγή». Η απάντησή της έστειλε στις φλέβες μου μια γερή δόση αδρεναλίνης όπως ένιωθα μόνο στη διάρκεια ενός αγώνα. Τη φίλησα στο μάγουλο, αφήνοντας τα χείλη μου στο δέρμα της λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν προτού μπω στο δωμάτιο. Ένιωθα σαν βασιλιάς. Δεν υπήρχε περίπτωση να με αγγίξει αυτός ο γαµιόλης. Ακριβώς όπως το είχα προβλέψει, μόνο όρθιος μπορούσε να σταθεί κανείς, ενώ οι φωνές και το σπρωξίδι εντάθηκαν με το που μπήκαμε στο δωμάτιο. Έκανα νόημα στον Άνταμ προς την πλευρά της Άμπι, ώστε να ξέρει ότι έπρεπε να την προσέχει. Κατάλαβε αμέσως. Ο Άνταμ ήταν ένα άπληστο καθοίκι, αλλά είχε υπάρξει το αήττητο τέρας του Κύκλου. Δεν χρειαζόταν να ανησυχώ για τίποτα αν πρόσεχε εκείνος την Άμπι. Και θα το έκανε, ώστε να παραμείνω εγώ συγκεντρωμένος. Ο Άνταμ θα έκανε οτιδήποτε θα τον βοηθούσε να βγάλει έναν σκασµό λεφτά. Ένα μονοπάτι άνοιξε στο πλήθος καθώς μπήκα στον Κύκλο, και στη συνέχεια οι ανθρώπινες πύλες έκλεισαν πίσω μου. Ο Μπρέιντι στεκόταν ακριβώς μπροστά


μου, αναπνέοντας βαριά και τρέμοντας λες και είχε μόλις κατεβάσει μερικά τονωτικά ροφήµατα. Συνήθως δεν τα έπαιρνα στα σοβαρά αυτά και έπαιζα τρελαίνοντας τους αντιπάλους μου, αλλά ο σημερινός αγώνας ήταν σημαντικός, κι έτσι πήρα το επαγγελµατικό µου ύφος. Ο Άνταμ κήρυξε την έναρξη. Έσφιξα τον κορμό μου, έκανα μερικά βήματα πίσω και περίμενα τον Μπρέιντι να κάνει το πρώτο του λάθος. Απέφυγα την πρώτη μπουνιά του και ύστερα άλλη μία. Ο Άνταμ κάτι φώναξε από τα μετόπισθεν. Ήταν δυσαρεστημένος, αλλά το περίμενα αυτό. Ο Άνταμ ήθελε να έχουν ενδιαφέρον οι αγώνες, να κρατάνε το κοινό. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να μαζεύεις όλο και περισσότερο κόσμο στα υπόγεια. Περισσότερος κόσμος σήμαινε περισσότερα χρήµατα. Λύγισα τον αγκώνα μου και έστειλα τη γροθιά μου κατευθείαν στη μύτη του Μπρέιντι, με ταχύτητα και δύναμη. Σε έναν συνηθισμένο αγώνα θα περίμενα λίγο,

αλλά

ήθελα

να

τελειώνω

και

να

περάσω

την

υπόλοιπη

βραδιά

πανηγυρίζοντας µε την Άµπι. Χτύπησα τον Χόφμαν ξανά και ξανά, και μετά απέφυγα μερικά χτυπήματά του ακόμα, προσέχοντας να μην ενθουσιαστώ και τον αφήσω να με χτυπήσει και να τα καταστρέψει όλα. Ο Μπρέιντι φάνηκε να παίρνει φόρα άλλη μια φορά και επιτέθηκε ξανά, αλλά πολύ γρήγορα εξουθενώθηκε ρίχνοντας μπουνιές στο κενό. Είχα αποφύγει μπουνιές από τον Τρέντον που έρχονταν πολύ πιο γρήγορα από αυτές εδώ. Καθώς η υπομονή μου είχε εξαντληθεί, οδήγησα με τον τρόπο μου τον Χόφμαν να πλησιάσει την τσιμεντένια κολόνα στη μέση του δωματίου. Στάθηκα μπροστά στην κολόνα, περιμένοντας όσο χρειαζόταν ώστε ο αντίπαλός μου να πιστέψει ότι μπορούσε να μου λιώσει τη μούρη. Έκανα στο πλάι τη στιγμή που έβαλε όλη του τη δύναμη στην τελευταία μπουνιά του, με αποτέλεσμα να κοπανήσει τη γροθιά του κατευθείαν στην κολόνα. Η έκπληξη φάνηκε καθαρά στα μάτια του Χόφμαν προτού διπλωθεί στα δύο. Αυτό ήταν το σύνθημα για μένα. Επιτέθηκα αμέσως. Ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος που σήμαινε πως ο Χόφμαν είχε πέσει στο πάτωμα, και μετά από μερικά


δευτερόλεπτα σιωπής η αίθουσα ξεσηκώθηκε. Ο Άνταμ έριξε μια κόκκινη σημαία στο πρόσωπο του Χόφμαν, και την επόμενη στιγμή βρέθηκα περικυκλωμένος από κόσµο. Τις περισσότερες φορές μού άρεσαν η προσοχή και οι φωνές όσων είχαν στοιχηματίσει υπέρ μου, αλλά αυτή τη φορά με ενοχλούσαν. Προσπάθησα να δω την Άμπι μέσα στο πλήθος, αλλά όταν τελικά κοίταξα στο σημείο που υποτίθεται ότι στεκόταν, ένιωσα έναν κόµπο στο στοµάχι. Δεν ήταν εκεί. Τα χαµόγελα πάγωσαν καθώς άρχισα να σπρώχνω τον κόσµο. «Ανοίξτε δρόμο! Γαμώτο!» φώναξα, σπρώχνοντας όλο και περισσότερο καθώς άρχιζα να πανικοβάλλομαι. Τελικά έφτασα στο διπλανό δωμάτιο, ψάχνοντας απεγνωσµένα την Άµπι µες στο σκοτάδι. «Περιστεράκι!» «Εδώ είµαι!» Έπεσε επάνω μου και την αγκάλιασα, νιώθοντας ανακούφιση και ταυτόχρονα εκνευρισµό. «Με κατατρόμαξες! Κόντεψα να ξεκινήσω κι άλλον καβγά για να σε βρω, και τελικά φτάνω και έχεις εξαφανιστεί!» «Χαίροµαι που ήρθες. Δεν ήθελα να βρω µόνη µου τον δρόµο στο σκοτάδι». Το γλυκό χαμόγελό της με έκανε να ξεχάσω τα πάντα και θυμήθηκα ότι ήταν δικιά µου. Τουλάχιστον για έναν µήνα ακόµα. «Νοµίζω ότι έχασες το στοίχηµα». Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ο Άνταμ με βαριά βήματα, κοίταξε πεταχτά την Άµπι και µου έριξε ένα άγριο βλέµµα. «Πρέπει να µιλήσουµε». «Μην το κουνήσεις» έκλεισα το µάτι στην Άµπι. «Έρχοµαι αµέσως». Ακολούθησα τον Άνταµ στο διπλανό δωµάτιο. «Ξέρω τι θέλεις να µου πεις…» «Όχι, δεν ξέρεις» γρύλισε ο Άνταμ. «Δεν ξέρω τι κάνεις μαζί της, αλλά οι µαλακίες µε τα λεφτά µου κοµµένες». «Πάντως απόψε έβγαλες λεφτά» γέλασα κοφτά. «Θα επανορθώσω». «Το καλό που σου θέλω! Μην τυχόν και ξανασυµβεί κάτι τέτοιο!» Ο Άνταμ μού έβαλε με φόρα τα μετρητά στο χέρι και έφυγε σκουντώντας με στον ώµο. Έβαλα τα λεφτά στην τσέπη µου και χαµογέλασα στην Άµπι.


«Θα χρειαστείς ρούχα». «Σοβαρά τώρα, θα µε αναγκάσεις να µείνω µαζί σου για έναν µήνα;» «Εσύ δεν θα µε υποχρέωνες να κόψω το σεξ για έναν µήνα;» «Τότε πρέπει να περάσουµε από το Μόργκαν» γέλασε. Όσο και να προσπαθούσα να κρύψω την ικανοποίησή µου, δεν τα κατάφερνα. «Θα ’χει ενδιαφέρον» είπα. Καθώς ο Άνταμ πέρασε από δίπλα μας, έβαλε λεφτά στο χέρι της Άμπι προτού χαθεί µέσα στο πλήθος που έφευγε. «Στοιχηµάτισες;» ρώτησα έκπληκτος. «Είπα να δοκιµάσω την πλήρη εµπειρία» απάντησε ανασηκώνοντας τους ώµους. Την έπιασα από το χέρι και την οδήγησα στο παράθυρο, πηδώντας και ανεβαίνοντας στο άνοιγμα. Σύρθηκα στο χορτάρι και μετά έσκυψα για να τραβήξω πάνω την Άµπι. Η διαδρομή ως το Μόργκαν με τα πόδια ήταν τέλεια. Έκανε ζέστη για την εποχή και η ατμόσφαιρα είχε αυτό τον ηλεκτρισμό που έχουν συνήθως τα καλοκαιρινά βράδια. Προσπαθούσα να μη χαμογελάω συνέχεια σαν ηλίθιος, αλλά δεν ήταν εύκολο. «Και γιατί θέλεις να µείνω µαζί σου, για να ’χουµε καλό ερώτηµα;» είπε. «Δεν ξέρω». Ανασήκωσα τους ώμους. «Όλα είναι καλύτερα όταν είσαι κοντά µου». Ο Σέπλι και η Αμέρικα μας περίμεναν στο αυτοκίνητο για να φορτώσουμε τα πράγματα της Άμπι. Μόλις έφυγαν, περπατήσαμε ως το πάρκινγκ και ανεβήκαμε στη μηχανή. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το στήθος μου και ακούμπησα το χέρι µου στο δικό της. Πήρα βαθιά ανάσα. «Χαίρομαι που ήρθες απόψε, Περιστεράκι. Δεν έχω διασκεδάσει περισσότερο στη ζωή µου». Ο χρόνος που χρειάστηκε για να πει κάτι µου φάνηκε αιωνιότητα. «Επειδή προσπαθούσες να κερδίσεις το στοίχημα» είπε τελικά, ακουμπώντας το πιγούνι της στον ώµο µου. Γύρισα και την κοίταξα κατάµατα. «Με περισσότερο ζήλο από ποτέ!»


«Γι’ αυτό ήσουν κακόκεφος σήμερα; Επειδή ήξερες ότι έφτιαξαν τους θερµοσίφωνες και ότι θα έφευγα απόψε;» Για μια στιγμή χάθηκα μέσα στα μάτια της, και μετά αποφάσισα ότι είχε έρθει η στιγμή να το βουλώσω. Μάρσαρα τη μηχανή και οδήγησα ως το σπίτι, πιο αργά από ποτέ. Όταν μας έπιανε κόκκινο, ένιωθα μια παράξενη χαρά πιάνοντας τα χέρια της ή ακουμπώντας το χέρι μου στο γόνατό της. Δεν φαινόταν να την πειράζει και πρέπει να παραδεχτώ ότι ένιωθα σαν να ήµουν στον παράδεισο. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η Άμπι κατέβηκε με άνεση από τη μηχανή και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. «Μου τη σπάει όταν είναι ήδη στο σπίτι. Νιώθω ότι μπορεί να τους διακόψουµε». «Συνήθισέ το. Αυτό θα είναι το σπίτι σου για τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες» είπα και της γύρισα την πλάτη. «Ανέβα». «Τι;» «Έλα, θα σε κουβαλήσω στην πλάτη». Χασκογέλασε και πήδηξε στην πλάτη μου. Την έπιασα σφιχτά και ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες. Η Αμέρικα άνοιξε την πόρτα προτού φτάσουμε επάνω και χαµογέλασε. «Για δες. Αν δεν σας ήξερα…» «Κόφ’ το, Μερ» φώναξε ο Σέπλι από τον καναπέ. Η Αμέρικα χαμογέλασε σαν να της είχε ξεφύγει κάτι και μετά άνοιξε διάπλατα την πόρτα ώστε να περάσουμε και οι δύο μαζί. Συνέχισα να κρατάω το Περιστεράκι και σωριάστηκα στην πολυθρόνα. Τσίριξε όταν έγειρα προς τα πίσω, ρίχνοντας το βάρος µου πάνω της. «Πολύ χαρούµενο σε βλέπω απόψε, Τραβ. Τι παίζει;» ρώτησε η Αµέρικα. «Έβγαλα ένα σωρό λεφτά, Μερ. Τα διπλάσια απ’ όσα περίμενα. Γιατί να μην είµαι χαρούµενος;» «Όχι, κάτι άλλο είναι» είπε η Αμέρικα κοιτάζοντας το χέρι μου που χάιδευε τον µηρό της Άµπι. «Μερ» την προειδοποίησε ο Σέπλι. «Καλά λοιπόν, ας πούμε κάτι άλλο. Άμπι, σε έχει καλέσει ο Πάρκερ στο πάρτι


της Σίγµα Ταυ αυτό το Σαββατοκύριακο, έτσι δεν είναι;» Η ανεµελιά που ένιωθα εξαφανίστηκε αµέσως και στράφηκα στην Άµπι. «Ε, ναι. Δεν θα πάµε όλοι µαζί;» «Εγώ εκεί θα είµαι» είπε ο Σέπλι χαζεύοντας την τηλεόραση. «Άρα κι εγώ» είπε η Αµέρικα ρίχνοντάς µου ένα βλέµµα όλο προσµονή. Με ψάρευε με την ελπίδα ότι θα έλεγα πως θα πήγαινα κι εγώ, αλλά με απασχολούσε περισσότερο το γεγονός ότι ο Πάρκερ είχε ζητήσει από την Άμπι να βγουν ραντεβού. «Τι τρέχει, σου την πέφτει;» ρώτησα. «Όχι, απλώς µου είπε για το πάρτι». Η Αµέρικα χαµογέλασε πονηρά, χοροπηδώντας σχεδόν από ανυποµονησία. «Είπε ότι θα σε δει εκεί όµως. Είναι πολύ ωραίος». Κοίταξα εκνευρισµένος την Αµέρικα και µετά την Άµπι. «Θα πας;» «Του είπα ότι θα πάω». Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώµους. «Εσύ;» «Ναι» απάντησα, χωρίς να διστάσω καθόλου. Στο κάτω κάτω δεν ήταν πάρτι για ζευγάρια, ήταν ένα συνηθισμένο πάρτι Σαββατοκύριακου. Δεν με ενοχλούσαν αυτά. Και δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω τον Πάρκερ να περάσει όλη τη βραδιά μαζί της. Η Άμπι θα επέστρεφε… γαμώτο, δεν ήθελα ούτε να το σκέφτομαι. Θα της χάριζε το φλώρικο χαμόγελό του ή θα την πήγαινε στο εστιατόριο των γονιών του να κάνει επίδειξη για το πόσο πλούσιος ήταν ή θα έβρισκε κάποιον άλλον τρόπο να χωθεί στο βρακί της. «Την προηγούµενη εβδοµάδα είπες ότι δεν θα έρθεις» είπε ο Σέπλι ρίχνοντάς µου µια µατιά. «Άλλαξα γνώµη, Σεπ. Έχεις πρόβληµα;» «Κανένα» µουρµούρισε και πήγε στο δωµάτιό του. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά του» συνοφυώθηκε η Αμέρικα. «Σταμάτα να τον τρελαίνεις και τελείωνε» είπε ακολουθώντας τον Σέπλι στο δωµάτιο. «Πολύ χαίρομαι που όλοι ξέρουν εκτός από μένα» είπε η Άμπι ακούγοντάς τους να µουρµουρίζουν πίσω από την πόρτα. Η Άμπι δεν ήταν η μόνη που έβρισκε ακατανόητη τη συμπεριφορά του Σέπλι.


Πριν από λίγο μου έκανε πλάκα για πάρτη της μπορεί να συνέβη σ’ αυτό το διά

και τώρα έκανε σαν μέγαιρα. Τι

στημα και να τον φρίκαρε έτσι; Ίσως να

χαλάρωνε μόλις καταλάβαινε ότι είχα τελικά αποφασίσει πως είχα τελειώσει με τις άλλες γκόμενες και πως με ενδιέφερε μόνο εκείνη. Ίσως το ότι είχα παραδεχτεί πως ένιωθα πράγματα γι’ αυτήν να έκανε τον Σέπλι να ανησυχεί ακόμα περισσότερο. Δεν ήμουν ακριβώς ο τύπος που γινόταν το αγόρι κάποιας. Ναι, αυτό έβγαζε νόηµα. «Πάω να κάνω ένα γρήγορο ντους» είπα και σηκώθηκα. «Τι τρέχει µ’ αυτούς τους δύο;» ρώτησε η Άµπι. «Τίποτα, απλώς ο Σεπ παρανοεί». «Εξαιτίας µας» µάντεψε. Ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα, σαν να βρισκόμουν στον αέρα. Είχε μόλις πει «µας». «Τι;» ρώτησε κοιτάζοντάς µε καχύποπτα. «Έχεις δίκιο. Εξαιτίας µας. Μην κοιµηθείς, εντάξει; Θέλω να σου µιλήσω». Μέσα σε πέντε λεπτά είχα πλυθεί, αλλά στεκόμουν κάτω από το ζεστό νερό τουλάχιστον άλλα πέντε, ενώ σκεφτόμουν τι θα έλεγα στην Άμπι. Δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω άλλο χρόνο. Θα ήταν εδώ για τον επόμενο μήνα, και αυτό το διάστημα θα ήταν ιδανικό για να της αποδείξω ότι δεν ήμουν αυτός που νόμιζε ότι ήμουν. Γι’ αυτήν, τουλάχιστον, ήμουν διαφορετικός, και θα μπορούσαμε να περάσουμε τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες διαλύοντας όλες τις προκαταλήψεις που µπορεί να είχε για µένα. Βγήκα από το ντους και σκουπίστηκα, ενθουσιασμένος και τρομερά αγχωμένος με όλα όσα θα μπορούσαν να προκύψουν από την κουβέντα που θα κάναμε. Πηγαίνοντας να ανοίξω την πόρτα, άκουσα κάτι στον διάδροµο. Η Αµέρικα ακουγόταν απελπισµένη. Μισάνοιξα την πόρτα και έστησα αυτί. «Υποσχέθηκες, Άμπι. Όταν σου είπα να μην τον κρίνεις βιαστικά, δεν εννοούσα να τα φτιάξετε! Νόµιζα ότι είστε απλώς φίλοι!» «Μα είµαστε» απάντησε η Άµπι. «Όχι, δεν είστε!» είπε έξαλλος ο Σέπλι. «Μωρό µου, σου είπα ότι όλα θα πάνε καλά» τον καθησύχασε η Αµέρικα.


«Γιατί το πιέζεις, Μερ; Σου είπα τι θα συµβεί!» «Κι εγώ σου είπα ότι δεν θα συµβεί! Δεν µε εµπιστεύεσαι;» Ο Σέπλι πήγε στο δωµάτιό του νευριασµένος. Ύστερα από µερικά δευτερόλεπτα σιωπής, η Αµέρικα συνέχισε: «Δεν μπορώ να τον κάνω να πιστέψει πως ό,τι κι αν συμβεί με εσένα και τον Τράβις δεν θα επηρεάσει εµάς. Αλλά έχει καεί πολλές φορές. Δεν µε πιστεύει». Γαμώτο, ρε Σέπλι. Δεν μου έκανε και την καλύτερη διαφήμιση. Άνοιξα λίγο παραπάνω την πόρτα, ίσα για να δω το πρόσωπο της Άµπι. «Τι είναι αυτά που λες, Μερ; Εγώ κι ο Τράβις δεν είμαστε μαζί. Είμαστε απλώς φίλοι. Τον άκουσες και νωρίτερα, δεν µε βλέπει έτσι». Σκατά. Με κάθε λεπτό που περνούσε η κατάσταση χειροτέρευε. «Εσύ άκουσες κάτι τέτοιο;» ρώτησε η Αμέρικα, με εμφανή έκπληξη στη φωνή της. «Ναι». «Και το πιστεύεις;» «Δεν έχει σημασία, δεν πρόκειται να συμβεί». Η Άμπι ανασήκωσε τους ώμους. «Μου είπε ότι δεν με βλέπει έτσι. Άλλωστε, έχει πρόβλημα με τη δέσμευση. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να βρω εδώ πέρα κάποια φίλη, εκτός από σένα, με την οποία να μην έχει κοιμηθεί. Εκτός αυτού, δεν μπορώ να διαχειριστώ την κυκλοθυµία του. Δεν µπορώ να πιστέψω ότι ο Σέπλι το βλέπει αλλιώς». Κάθε ίχνος ελπίδας που έτρεφα χάθηκε με τα λόγια της. Η απογοήτευση με είχε τσακίσει. Για μερικά δευτερόλεπτα ο πόνος ήταν ανυπόφορος, μέχρι που άφησα τον θυµό να αναλάβει. Τον θυµό κατάφερνα πάντα να τον ελέγξω καλύτερα. «Ο Σεπ το βλέπει αλλιώς όχι μόνο επειδή τον ξέρει καλά, Άμπι, αλλά επειδή του έχει µιλήσει κιόλας». «Τι εννοείς;» «Μερ;» φώναξε ο Σέπλι από το δωµάτιο. «Είσαι η καλύτερή μου φίλη» αναστέναξε η Αμέρικα. «Καμιά φορά νομίζω ότι σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο ξέρεις η ίδια τον εαυτό σου. Όταν σας βλέπω μαζί, η μόνη διαφορά που έχετε από μένα και τον Σεπ είναι ότι δεν κάνετε σεξ. Πέραν αυτού; Καµία διαφορά!»


«Υπάρχει διαφορά, και μάλιστα τεράστια. Φέρνει κάθε βράδυ άλλη γκόμενα στο σπίτι ο Σεπ; Ή μήπως εσύ θα πας αύριο στο πάρτι για να βρεθείς με κάποιον που θα μπορούσε να γίνει το αγόρι σου; Ξέρεις ότι δεν γίνεται να μπλέξω με τον Τράβις, Μερ. Δεν ξέρω καν γιατί το συζητάµε». «Δεν τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, Άμπι. Τον τελευταίο μήνα είσαι συνέχεια μαζί του. Κάτι νιώθεις γι’ αυτόν, παραδέξου το». Δεν άντεχα να ακούσω άλλο. «Άσ’ το, Μερ» είπα. Τα δύο κορίτσια αναπήδησαν στο άκουσμα της φωνής μου. Το βλέμμα της Άμπι συνάντησε το δικό μου. Ούτε ντρεπόταν ούτε στενοχωριόταν, πράγμα που με τσάντισε απλώς περισσότερο. Εγώ είχα ανοίξει την καρδιά μου κι εκείνη με είχε µαχαιρώσει. Αποσύρθηκα στο δωμάτιό μου για να μην πω καμιά μεγάλη χοντράδα. Δεν ένιωσα καλύτερα καθιστός ούτε όρθιος ούτε περπατώντας πάνω κάτω ούτε κάνοντας πους απς. Ένιωθα τους τοίχους να με πνίγουν. Η οργή έβραζε μέσα μου σαν ασταθής χηµική ένωση, έτοιµη να εκραγεί. Η μόνη επιλογή που είχα ήταν να βγω από το σπίτι, να καθαρίσω το μυαλό μου και να προσπαθήσω να χαλαρώσω με μερικά σφηνάκια. Στο

Red. Μπορούσα να

πάω στο Red. Η Κάμι δούλευε στο μπαρ απόψε. Θα μπορούσε να μου πει τι να κάνω. Πάντα κατάφερνε να με ηρεμήσει με την κουβέντα. Γι’ αυτό τον λόγο άρεσε και στον Τρέντον. Ήταν η μεγαλύτερη από τρεις μικρούς αδελφούς, και ο θυµός µας δεν της έλεγε τίποτα. Φόρεσα ένα μπλουζάκι και το τζιν μου, πήρα τα γυαλιά ηλίου, τα κλειδιά της μηχανής και το μπουφάν και έβαλα τις μπότες μου προτού βγω πάλι στον διάδροµο. Η Άμπι γούρλωσε τα μάτια όταν με είδε. Ευτυχώς που φορούσα τα γυαλιά ηλίου. Δεν ήθελα να δει στα µάτια µου πόσο πληγωµένος ήµουν. «Φεύγεις;» ρώτησε και ανακάθισε. «Πού πας;» Αρνήθηκα να δώσω σηµασία στον ικετευτικό τόνο της φωνής της. «Έξω».


10

Διαλυµένος

Η ΚΑΜΙ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΠΟΛΥ για να καταλάβει ότι δεν θα ήμουν καλή παρέα. Με τροφοδοτούσε διαρκώς με μπίρες ενώ καθόμουν στο συνηθισμένο μου σκαμπό στο μπαρ του Red. Τα χρώματα από τα φώτα πάνω από το κεφάλι μου κυνηγιούνταν τριγύρω στο δωμάτιο και η μουσική ήταν τόσο δυνατή, που μετά βίας άκουγα τις σκέψεις µου. Κόντευα να τελειώσω το πακέτο με τα τσιγάρα, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Μερικά κορίτσια είχαν έρθει και είχαν φύγει, προσπαθώντας να μου πιάσουν κουβέντα, αλλά δεν σήκωνα το βλέμμα πέρα από το μισοτελειωμένο τσιγάρο στα δάχτυλά μου. Η στάχτη ήταν τόσο μακριά που ήταν ζήτημα χρόνου να πέσει, κι έτσι καθόμουν και κοίταζα το χαρτί να καίγεται, προσπαθώντας να διώξω από το μυαλό μου όσα απαίσια συναισθήματα δεν κατάφερνε να πνίξει η µουσική. Όταν ο κόσμος στο μπαρ αραίωσε και η Κάμι δεν έτρεχε πια πέρα δώθε σαν τρελή, ακούμπησε ένα άδειο σφηνάκι μπροστά μου και το γέμισε μέχρι πάνω με ουίσκι. Πήγα να το πιάσω, αλλά ακούμπησε πάνω στο δερμάτινο περιβραχιόνιό μου τα δάχτυλά της με το τατουάζ που έγραφε

BABY DOLL όταν κρατούσε δίπλα

δίπλα τις γροθιές της. «Εντάξει λοιπόν, Τράβις. Για λέγε». «Τι να πω;» ρώτησα, κάνοντας ότι αποτραβιέµαι.


«Το κορίτσι;» Το γυαλί ακούμπησε τα χείλη μου και έγειρα πίσω το κεφάλι, αφήνοντας το ποτό να µου κάψει το λαρύγγι. «Ποιο κορίτσι;» «Ποιο κορίτσι». Η Κάμι έκανε έναν μορφασμό. «Πλάκα μού κάνεις; Σε ποιον νοµίζεις ότι µιλάς;» «Εντάξει, εντάξει. Το Περιστεράκι είναι». «Περιστεράκι; Πλάκα κάνεις!» «Η Άμπι. Είναι ένα Περιστεράκι». Γέλασα κοφτά. «Ένα δαιμονικό περιστέρι που μου κάνει τέτοια κόλπα, που δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καθαρά. Τίποτα δεν βγάζει πλέον νόημα, Καμ. Όλοι οι κανόνες που είχα θέσει παραβιάζονται ένας ένας. Είµαι φλώρος. Όχι, χειρότερα ακόµα. Είµαι ο Σεπ». «Μην είσαι κακός» είπε γελώντας η Κάµι. «Δίκιο έχεις. Ο Σέπλι είναι εντάξει τύπος». «Μην είσαι κακός ούτε με τον εαυτό σου» μου είπε. Έριξε μια πετσέτα στον πάγκο και άρχισε να καθαρίζει. «Δεν είναι αμαρτία να ερωτευτείς, Τραβ, Χριστούλη µου». «Έχω µπερδευτεί τώρα». Κοίταξα τριγύρω. «Μιλάς σ’ εµένα ή στον Χριστούλη;» «Σοβαρολογώ. Εντάξει, νιώθεις πράγµατα γι’ αυτήν. Και τι έγινε;» «Με µισεί». «Ναι, καλά». «Όχι, την άκουσα απόψε. Κατά λάθος. Πιστεύει πως είµαι καθοίκι». «Το είπε έτσι;» «Λίγο πολύ». «Εντάξει, είσαι λίγο». «Ευχαριστώ πολύ» είπα συνοφρυωµένος. Άπλωσε τα χέρια της, µε τους αγκώνες στο µπαρ. «Σύμφωνα με την ως τώρα συμπεριφορά σου, διαφωνείς; Το θέμα είναι ότι ίσως για χάρη της να μην ήσουν. Ίσως για χάρη της να γινόσουν καλύτερος» μου εξήγησε βάζοντας άλλο ένα σφηνάκι και δεν της έδωσα την ευκαιρία να με σταµατήσει προτού το κατεβάσω.


«Δίκιο έχεις. Ήμουν καθοίκι. Θα μπορούσα να αλλάξω; Δεν έχω ιδέα, γαμώτο µου. Ίσως όχι αρκετά ώστε να αξίζω να την έχω». Η Κάµι ανασήκωσε τους ώµους, ξαναβάζοντας το µπουκάλι στη θέση του. «Νοµίζω ότι θα πρέπει να την αφήσεις να το κρίνει µόνη της αυτό». Άναψα τσιγάρο, πήρα μια βαθιά ρουφηξιά και έστειλα άλλο ένα σύννεφο καπνού στο ήδη οµιχλώδες δωµάτιο. «Φέρε άλλη µια µπίρα». «Νοµίζω ότι έχεις πιει αρκετά, Τραβ». «Κάµι, απλώς φέρ’ τη».

Ξύπνησα από τον απογευματινό ήλιο που έμπαινε από τις περσίδες, αλλά θα μπορούσε να ήταν καταμεσήμερο στο μέσο μιας ερήμου με λευκή άμμο. Ξανάκλεισα ακαριαία τα µάτια, τροµαγµένος από το φως. Το στόμα μου ήταν εντελώς ξερό και είχα μια γεύση πρωινής ανάσας, χημικών και κατουρλιού γάτας. Τη σιχαινόμουν αυτή την αίσθηση στο στόμα που συνόδευε κάθε γερό µεθύσι. Άρχισα να ψάχνω στο μυαλό μου για αναμνήσεις από το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν έβρισκα τίποτα. Σίγουρα θα είχα κάνει κάποιες ατασθαλίες, αλλά πού και µε ποιον ήταν άγνωστο. Κοίταξα στα αριστερά μου και είδα τα σκεπάσματα τραβηγμένα. Η Άμπι είχε ήδη σηκωθεί. Ένιωθα κάπως περίεργα τα γυμνά μου πόδια καθώς προχώρησα σέρνοντας τα βήματά μου στον διάδρομο και βρήκα την Άμπι να κοιμάται στην πολυθρόνα. Στην αρχή την κοίταξα μπερδεμένος, στη συνέχεια όμως άρχισε να με κυριεύει ο πανικός. Ο εγκέφαλός μου κολυμπούσε ακόμη στο αλκοόλ και δεν κατάφερνα να σκεφτώ. Γιατί δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι; Τι είχα κάνει ώστε να την αναγκάσω να κοιμηθεί στην πολυθρόνα; Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, και τότε τα είδα: δύο σκισµένες συσκευασίες προφυλακτικών. Σκατά. Σκατά! Ξαφνικά αυτά που είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ άρχισαν να μου έρχονται κατά κύματα: το ποτό, τα κορίτσια που δεν έφυγαν όταν τους είπα να την κάνουν, και τελικά η πρότασή μου να τις ικανοποιήσω και τις δύο –


ταυτόχρονα– και η ενθουσιώδης ανταπόκρισή τους. Έκρυψα το πρόσωπο στα χέρια μου. Τις είχα φέρει εδώ. Τις πήρα εδώ πέρα. Η Άμπι τα είχε προφανώς ακούσει όλα. Ωχ Θεέ μου. Πιο σκατά δεν γινόταν να τα κάνω. Η φάση είχε γαμηθεί εντελώς. Μόλις θα ξυπνούσε θα μάζευε τα πράγματά της και θα έφευγε. Κάθισα στον καναπέ, με τα χέρια ακόμη γύρω από το στόμα και τη μύτη μου, παρακολουθώντας τη να κοιμάται. Έπρεπε να επανορθώσω. Τι μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω; Από το μυαλό μου περνούσε η μία ηλίθια ιδέα μετά την άλλη. Ο χρόνος τελείωνε. Κάνοντας όσο λιγότερο θόρυβο γινόταν, πήγα βιαστικά στο δωμάτιό µου και άλλαξα ρούχα, και µετά χώθηκα στο δωµάτιο του Σέπλι. Η Αµέρικα κουνήθηκε λίγο και το κεφάλι του Σέπλι ανασηκώθηκε ξαφνικά. «Τι θες εδώ, Τραβ;» ψιθύρισε. «Πρέπει να δανειστώ το αυτοκίνητό σου. Για ένα λεπτό μόνο. Πρέπει να πάω να πάρω κάτι πράγµατα». «Εντάξει…» είπε σαστισµένος. Τα κλειδιά του κουδούνισαν όταν τα πήρα και σταµάτησα για µια στιγµή. «Κάνε µου µια χάρη. Αν ξυπνήσει προτού γυρίσω, καθυστέρησέ την, εντάξει;» «Θα προσπαθήσω, αλλά, ρε μαλάκα… χθες το βράδυ ήταν…» είπε ο Σέπλι παίρνοντας µια βαθιά ανάσα. «Σκατά τα πράγµατα, ε;» Ο Σέπλι έσφιξε το στόµα του. «Δεν νοµίζω ότι θα µείνει, ρε ξάδελφε, λυπάµαι». «Απλώς προσπάθησε». Μια τελευταία ματιά στο κοιμισμένο πρόσωπο της Άμπι προτού φύγω με έκανε να βιαστώ ακόμα περισσότερο. Το αμάξι δεν κατάφερνε να πάει όσο γρήγορα ήθελα. Με έπιασε κόκκινο ακριβώς πριν φτάσω στο σούπερ μάρκετ και ούρλιαξα κοπανώντας το τιµόνι. «Το κέρατό µου! Πράσινο!» Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα άναψε το πράσινο και τα λάστιχα σπινιάρισαν προτού φύγω σαν βολίδα.


Έτρεξα στο μαγαζί από το πάρκινγκ, έχοντας απόλυτη συναίσθηση του πόσο τρελός πρέπει να φαινόμουν καθώς τραβούσα με φόρα ένα καροτσάκι. Περνώντας από τον έναν διάδρομο στον άλλο, άρπαζα πράγματα που πίστευα ότι μπορεί να της άρεσαν ή που θυμόμουν να την είχα δει να τρώει ή για τα οποία είχε απλώς μιλήσει. Ένα ροζ πράγμα σαν σφουγγάρι που κρεμόταν από ένα ράφι κατέληξε κι αυτό στο καροτσάκι µου. Με μια συγγνώμη δεν θα την έπειθα να μείνει, αλλά με μια τέτοια χειρονομία ίσως να το κατάφερνα. Ίσως να έβλεπε πόσο πολύ είχα στενοχωρηθεί. Σταμάτησα μερικά μέτρα από το ταμείο, με ένα αίσθημα απελπισίας. Τίποτα δεν θα είχε αποτέλεσµα. «Κύριε; Είστε έτοιµος;» «Δεν… δεν ξέρω» κούνησα το κεφάλι µου, εντελώς χαµένος. Η γυναίκα με κοίταξε για μια στιγμή, χώνοντας τα χέρια στις τσέπες της ριγέ ποδιάς της. «Χρειάζεστε βοήθεια για να βρείτε κάτι;» Έσπρωξα το καροτσάκι στο ταμείο χωρίς απάντηση, παρακολουθώντας τη να σκανάρει όλα τα αγαπημένα φαγητά της Άμπι. Αυτή ήταν η πιο ηλίθια ιδέα που είχε υπάρξει ποτέ, και η μοναδική γυναίκα για την οποία νοιαζόμουν θα γελούσε µαζί µου όσο θα έφτιαχνε τη βαλίτσα της. «Ογδόντα τέσσερα δολάρια και εβδοµήντα επτά σεντς». Έδωσα την πιστωτική μου κάρτα και οι σακούλες βρέθηκαν στα χέρια μου. Έτρεξα στο πάρκινγκ, και μέσα σε δευτερόλεπτα το αμάξι κατέρριπτε κάθε ρεκόρ που είχε κάνει ποτέ µέχρι να φτάσω στο διαµέρισµα. Ανέβηκα δύο δύο τα σκαλιά και μπήκα μέσα με φόρα. Πάνω από την πλάτη του καναπέ φαίνονταν τα κεφάλια του Σέπλι και της Αμέρικα. Η τηλεόραση ήταν αναμμένη, αλλά χωρίς ήχο. Ευτυχώς. Κοιμόταν ακόμη. Οι σακούλες έκαναν θόρυβο καθώς τις ακούμπησα στον πάγκο και προσπάθησα να μην κάνω πολλή φασαρία µε τα ντουλάπια όσο τακτοποιούσα τα ψώνια. «Όταν ξυπνήσει το Περιστεράκι, πείτε μου, ε;» είπα σιγανά. «Πήρα μακαρόνια και τηγανίτες και φράουλες και αυτή την αηδία με τη βρόμη και τη σοκολάτα, και της αρέσουν και αυτά εδώ τα δημητριακά, έτσι δεν είναι, Μερ;» ρώτησα


γυρίζοντας προς το µέρος τους. Η Άμπι ήταν ξύπνια και με κοιτούσε από την πολυθρόνα. Η μάσκαρά της είχε µουντζουρωθεί. Φαινόταν τόσο χάλια όσο ένιω​θα εγώ. «Γεια σου, Περιστεράκι». Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα με ένα άδειο βλέμμα. Έκανα μερικά βήματα προς το σαλόνι, πιο αγχωμένος και απ’ όσο ήμουν στον πρώτο μου αγώνα. «Πεινάς, Περιστεράκι; Θα σου φτιάξω τηγανίτες. Ή, αν θες, έχει… βρόμη. Και σου πήρα και από αυτό τον ροζ αφρό που χρησιμοποιούν τα κορίτσια για να ξυριστούν και ένα πιστολάκι για τα μαλλιά και ένα… εμ… περίμενε, κάπου εδώ είναι». Έπιασα μία από τις σακούλες, την πήγα στην κρεβατοκάμαρα και την άδειασα πάνω στο κρεβάτι. Όσο έψαχνα εκείνο το ροζ σφουγγάρι που νόμιζα ότι θα της άρεσε, το μάτι μου πήρε τη βαλίτσα της Άμπι, γεμάτη, κλεισμένη, να περιμένει δίπλα στην πόρτα. Το στομάχι μου σφίχτηκε και το στόμα μου ξεράθηκε και πάλι. Προχώρησα στον διάδροµο, προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιµία µου. «Έχεις µαζέψει τα πράγµατά σου». «Το ξέρω» είπε. Ένιωσα έναν πόνο να µου καίει το στήθος. «Φεύγεις». Η Άμπι κοίταξε την Αμέρικα, που με τη σειρά της μου έριξε ένα δολοφονικό βλέµµα. «Περίµενες πραγµατικά να µείνει;» «Μωρό µου» ψιθύρισε ο Σέπλι. «Γαμώτο, Σεπ! Μην αρχίζεις. Μην τολμήσεις να τον υπερασπιστείς» είπε αφρίζοντας η Αµέρικα. «Λυπάµαι πάρα πολύ, Περιστεράκι». Ξεροκατάπια. «Δεν ξέρω τι να πω». «Έλα, Άμπι» είπε η Αμέρικα και σηκώθηκε τραβώντας την από το μπράτσο, αλλά η Άµπι παρέµεινε καθιστή. Έκανα ένα βήµα προς το µέρος της, αλλά η Αµέρικα µου κούνησε το δάχτυλο. «Μα τον Θεό, Τράβις! Αν κάνεις ότι την εμποδίζεις, θα σε λούσω με βενζίνη και


θα σου βάλω φωτιά στον ύπνο σου!» «Αµέρικα» την ικέτευσε ο Σέπλι. Τα πράγµατα χειροτέρευαν από όλες τις πλευρές. «Είµαι µια χαρά» είπε η Άµπι, µπουχτισµένη. «Τι εννοείς µια χαρά;» ρώτησε ο Σέπλι. Η Άµπι στριφογύρισε τα µάτια της και έδειξε προς το µέρος µου. «Εντάξει, ο Τράβις έφερε κορίτσια χθες το βράδυ, και τι έγινε;» Έκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να αποκρούσω τον πόνο. Όσο και να μην ήθελα να φύγει, δεν μου είχε περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό ότι ίσως να μην έδινε δεκάρα. «Μάλιστα, Άμπι». Η Αμέρικα συνοφρυώθηκε. «Μας λες ότι δεν έχεις πρόβλημα µε ό,τι συνέβη;» «Ο Τράβις μπορεί να φέρνει όποια θέλει. Σπίτι του είναι» είπε η Άμπι κοιτάζοντας τριγύρω. Κατάπια τον κόµπο που µου έκλεινε τον λαιµό. «Δεν µάζεψες εσύ τα πράγµατά σου;» «Όχι, και τώρα θα πρέπει να ξεπακετάρω, να φάω, να κάνω ντους και να ντυθώ…» είπε κοιτάζοντας το ρολόι και µπήκε στο µπάνιο. Η Αμέρικα μου έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα, αλλά την αγνόησα και πήγα ως την πόρτα του µπάνιου χτυπώντας την ελαφρά. «Περιστεράκι;» «Ναι;» είπε µε αδύναµη φωνή. «Θα µείνεις;» ρώτησα κλείνοντας τα µάτια µου και περιµένοντας την τιµωρία. «Μπορώ να φύγω αν θες, αλλά το στοίχηµα είναι στοίχηµα». «Δεν θέλω να φύγεις, αλλά δεν σε αδικώ κι αν το κάνεις» είπα ακουμπώντας το κεφάλι µου στην πόρτα. «Δηλαδή µε απαλλάσσεις από το στοίχηµα;» Η απάντηση ήταν εύκολη, αλλά δεν ήθελα να την κάνω να μείνει χωρίς να το θέλει. Από την άλλη, δεν ήθελα µε τίποτα να φύγει. «Αν πω ναι, θα φύγεις;» «Ε, ναι. Δεν είναι εδώ το σπίτι μου, χαζούλη» είπε, και πίσω από την πόρτα


ακούστηκε ένα γελάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν τσαντισμένη ή απλώς κουρασμένη από τη νύχτα που είχε περάσει στην πολυθρόνα, αλλά αν ίσχυε το πρώτο, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω να φύγει. Δεν θα την ξαναέβλεπα ποτέ. «Τότε όχι, το στοίχηµα ισχύει». «Μπορώ να µπω στο ντους τώρα;» ρώτησε µε σιγανή φωνή. «Ναι…» Η Αµέρικα διέσχισε µε φόρα τον διάδροµο και στάθηκε ακριβώς µπροστά µου. «Είσαι εγωιστής και κάθαρμα» γρύλισε και κοπάνησε την πόρτα του δωματίου του Σέπλι. Πήγα στο υπνοδωμάτιο, έπιασα το φόρεμά της και ένα ζευγάρι παντόφλες και επέστρεψα στην πόρτα του µπάνιου. Προφανώς θα έµενε, αλλά δεν θα έβλαπτε σε τίποτα να την καλοπιάσω. «Περιστεράκι; Σου έφερα µερικά πράγµατα». «Άφησέ τα στον νιπτήρα, θα τα πάρω». Άνοιξα την πόρτα και ακούμπησα τα πράγματά της στην άκρη του νιπτήρα, χωρίς να σηκώσω το βλέµµα µου από το πάτωµα. «Είχα θυμώσει. Σε άκουσα να λες στην Αμέρικα όλα μου τα ελαττώματα και τσαντίστηκα. Ήθελα απλώς να βγω να πιω μερικά ποτά και να σκεφτώ κάποια πράγματα και πριν το καταλάβω είχα γίνει κόκαλο κι εκείνα τα κορίτσια…» Σταμάτησα, προσπαθώντας να συγκρατηθώ και να μη σπάσει η φωνή μου. «Σήμερα το πρωί ξύπνησα και δεν ήσουν στο κρεβάτι. Όταν σε βρήκα στην πολυθρόνα και είδα τα χαρτάκια από τα προφυλακτικά στο πάτωμα, ένιωσα αηδία». «Θα μπορούσες να με ρωτήσεις πρώτα προτού ξοδέψεις τόσα λεφτά για ψώνια για να µε δωροδοκήσεις να µείνω». «Δεν με νοιάζουν τα λεφτά, Περιστεράκι. Φοβόμουν ότι θα έφευγες και δεν θα µου ξαναµιλούσες». «Δεν ήθελα να σε πληγώσω» είπε, και ακουγόταν ειλικρινής. «Το ξέρω. Και ξέρω ότι δεν έχει σημασία ό,τι κι αν πω τώρα, γιατί τα γάμησα, όπως πάντα».


«Τραβ;» «Ναι;» «Μην οδηγήσεις ποτέ ξανά µεθυσµένος, εντάξει;» Ήθελα να πω κι άλλα, να ζητήσω ξανά συγγνώμη και να της πω πως ήμουν τρελός γι ’ αυτήν –και τρελαινόμουν κυριολεκτικά γιατί δεν ήξερα πώς να χειριστώ τα αισθήματά μου–, αλλά οι λέξεις δεν μου έρχονταν. Οι σκέψεις μου συγκεντρώνονταν μόνο στο ότι, ύστερα απ’ ό,τι έγινε και έχοντας ακούσει τις δικαιολογίες μου, το μόνο που είχε να πει ήταν να με μαλώσει που είχα οδηγήσει µεθυσµένος. «Ναι, εντάξει» είπα και έκλεισα την πόρτα. Έκανα ότι έβλεπα τηλεόραση για ώρες όσο η Άμπι φτιαχνόταν στο μπάνιο και στο υπνοδωμάτιο για το πάρτι της αδελφότητας, και μετά αποφάσισα να πάω να ντυθώ προτού χρειαστεί ξανά το υπνοδωµάτιο. Ένα σχετικά ατσαλάκωτο λευκό πουκάμισο κρεμόταν στην ντουλάπα, κι έτσι έπιασα αυτό κι ένα τζιν. Ένιωθα ηλίθιος μπροστά στον καθρέφτη, παλεύοντας να κουμπώσω το μανίκι. Τελικά τα παράτησα και γύρισα τα μανίκια ως τον αγκώνα. Ταίριαζε έτσι κι αλλιώς περισσότερο µε το στιλ µου. Διέσχισα τον διάδρομο και έπεσα πάλι στον καναπέ, ακούγοντας την πόρτα του µπάνιου να κλείνει και τα γυµνά πόδια της Άµπι στο πάτωµα. Η ώρα δεν περνούσε και φυσικά η τηλεόραση δεν είχε τίποτα εκτός από ντοκιμαντέρ διασώσεων σε άσχημες καιρικές συνθήκες και τηλεμάρκετινγκ. Ήµουν αγχωµένος και βαριόµουν. Καθόλου καλός συνδυασµός. Όταν εξαντλήθηκε η υποµονή µου, χτύπησα την πόρτα του υπνοδωµατίου. «Έλα» είπε η Άµπι από την άλλη πλευρά. Στεκόταν στη μέση του δωματίου, μ’ ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια μπροστά της. Η Άμπι ήταν πάντα όμορφη, αλλά απόψε ήταν πραγματικά εκθαμβωτική. Θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται στο εξώφυλλο αυτών των περιοδικών μόδας που βλέπει κανείς δίπλα στα ταμεία του σούπερ μάρκετ. Κάθε εκατοστό του σώματός της ήταν καθαρό, γυαλισμένο και αστραφτερό. Τέλειο. Κόντεψα να πέσω μόνο κοιτώντας την. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να την κοιτάζω σαν χαζός, μέχρι που κατάφερα τελικά να ψελλίσω μία και μοναδική


λέξη. «Ουάου». Χαμογέλασε και κοίταξε το φόρεμά της. Το γλυκό της χαμόγελο με επανέφερε στην πραγµατικότητα. «Είσαι εκπληκτική» είπα, χωρίς να μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου αποπάνω της. Έσκυψε για να φορέσει πρώτα το ένα παπούτσι, ύστερα το άλλο. Το κολλητό μαύρο ύφασμα ανέβηκε λιγάκι, αποκαλύπτοντας λίγο παραπάνω τους μηρούς της. Ύστερα στάθηκε όρθια και µε κοίταξε αποπάνω µέχρι κάτω. «Κι εσύ ωραίος είσαι». Έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες, πρσπαθώντας να συγκρατηθώ για να μην πω «αυτήν ακριβώς τη στιγμή σε ερωτεύομαι» ή καμιά άλλη επική μαλακία από αυτές που µου περνούσαν από το µυαλό εκείνη την ώρα. Έτεινα τον αγκώνα μου και η Άμπι με έπιασε αγκαζέ, επιτρέποντάς μου να τη συνοδεύσω στο σαλόνι. «Ο Πάρκερ θα πάθει πλάκα µόλις σε δει» είπε η Αµέρικα. Σε γενικές γραμμές η Αμέρικα ήταν καλή κοπέλα, αλλά τώρα ανακάλυπτα πόσο σκύλα μπορούσε να γίνει αν την πείραζες. Συγκρατήθηκα για να μην της βάλω τρικλοποδιά καθώς πηγαίναμε προς το αυτοκίνητο του Σέπλι και δεν είπα λέξη σε όλη τη διαδροµή ως τη Σίγµα Ταυ. Δεν πρόλαβε να ανοίξει ο Σέπλι την πόρτα του Charger, και ακούσαμε τη δυνατή και εκνευριστική μουσική. Ζευγάρια φιλιόντουσαν και τριγύριζαν. Πρωτοετείς έτρεχαν πάνω κάτω, προσπαθώντας να περιορίσουν τις ζημιές στην αυλή, και κορίτσια από αδελφότητες προχωρούσαν χέρι χέρι, πηδώντας ελαφρώς στην προσπάθειά τους να περπατήσουν πάνω στο μαλακό γρασίδι χωρίς να χωθούν τα τακούνια τους στο χώµα. Ο Σέπλι κι εγώ πηγαίναμε μπροστά, με την Αμέρικα και την Άμπι πίσω μας. Κλότσησα στην άκρη ένα κόκκινο πλαστικό ποτηράκι και κράτησα την πόρτα ανοιχτή. Για άλλη µια φορά, η Άµπι δεν έδωσε καµία σηµασία στην κίνηση αυτή. Δίπλα στο βαρέλι της μπίρας στην κουζίνα, βρισκόταν μια στοίβα από κόκκινα ποτηράκια. Γέµισα δύο και πήγα το ένα στην Άµπι. Έσκυψα στο αυτί της.


«Μη δεχτείς ποτό από κανέναν άλλο εκτός από μένα ή τον Σεπ. Δεν θέλω να σου βάλουν τίποτα µέσα». «Δεν πρόκειται να μου βάλει κανείς κάτι στο ποτό, Τράβις» είπε κοιτώντας με εκνευρισµένη. Προφανώς δεν γνώριζε καλά κάποιους από τους τύπους της αδελφότητας. Είχα ακούσει διάφορες ιστορίες, ποτέ όμως με συγκεκριμένα ονόματα. Πράγμα καλό, γιατί αν έπιανα ποτέ κανέναν να κάνει τέτοιες μαλακίες, θα τον σάπιζα στο ξύλο χωρίς κανέναν ενδοιασµό. «Κοίτα μόνο να μην πιεις τίποτα που δεν σου έχω δώσει εγώ, εντάξει; Δεν είσαι πια στο Κάνσας, Περιστεράκι». «Δεν το ’ξερα» είπε απότομα και κατέβασε το μισό ποτήρι

– το σήκωνε το ποτό,

αυτό ήταν σίγουρο. Στεκόμασταν

στον

διάδρομο

δίπλα

στις

σκάλες,

προσπαθώντας

να

προσποιηθούμε πως δεν έτρεχε τίποτα. Κάποιοι από τους φίλους μου από την αδελφότητα σταμάτησαν να μου πιάσουν την κουβέντα, το ίδιο και κάποιες κοπέλες από άλλες αδελφότητες, αλλά τους ξαπόστειλα όλους, ελπίζοντας πως η Άµπι θα το παρατηρούσε. Δεν το πρόσεξε. «Θες να χορέψουµε;» ρώτησα τραβώντας την από το χέρι. «Όχι, ευχαριστώ» είπε. Δεν είχε κι άδικο, μετά τα χθεσινά. Τυχερός ήμουν και που μου μιλούσε. Τα λεπτά, κοµψά της δάχτυλα µε άγγιξαν στον ώµο. «Είµαι κουρασµένη, Τραβ». Την έπιασα από το χέρι, έτοιμος να ζητήσω ξανά συγγνώμη, να της πω ότι σιχαινόμουν τον εαυτό μου γι’ αυτό που είχα κάνει, αλλά το βλέμμα της εστίασε ξαφνικά σε κάποιον πίσω µου. «Ε, Άµπι! Ήρθες!» Μου σηκώθηκαν οι τρίχες. Ο Πάρκερ Χέιζ. Τα µάτια της Άµπι έλαµψαν και τράβηξε απότοµα το χέρι της από το δικό µου. «Ναι, πάει καµιά ώρα». «Είσαι κούκλα!» φώναξε. Του έκανα μια γκριμάτσα, αλλά ήταν τόσο απασχολημένος να κοιτάζει την


Άµπι, που δεν το πρόσεξε. «Σ’ ευχαριστώ!» χαµογέλασε εκείνη. Συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν ο μόνος που μπορούσε να την κάνει να χαμογελάσει έτσι, και ξαφνικά έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια για να συγκρατήσω τα νεύρα µου. «Θες να χορέψουμε;» πρότεινε χαμογελαστά ο Πάρκερ κάνοντας νόημα προς το σαλόνι. «Μπα, είµαι λίγο κουρασµένη». Μια ελάχιστη ανακούφιση μετρίασε λιγάκι τον θυμό μου. Δεν έφταιγα εγώ, ήταν στ’ αλήθεια πολύ κουρασμένη για να χορέψει. Αλλά ο θυμός δεν άργησε να επιστρέψει. Ήταν κουρασμένη επειδή είχε μείνει ξύπνια το μισό βράδυ από τις φωνές των κοριτσιών που είχα φέρει στο σπίτι και το άλλο μισό βράδυ επειδή είχε κοιμηθεί στην πολυθρόνα. Τώρα ήταν εδώ ο Πάρκερ και εφορμούσε όπως πάντα σαν τον ιππότη του παραµυθιού. Κωλόπαιδο. «Νόμιζα ότι δεν θα ερχόσουν» είπε ο Πάρκερ στρεφόμενος

σ’ εμένα και

αγνοώντας το ύφος µου. «Άλλαξα γνώμη» απάντησα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να μην του ρίξω µπουνιά και πάνε χαµένα τα χρήµατα που είχε πληρώσει στον ορθοδοντικό. «Το βλέπω» είπε ο Πάρκερ κοιτάζοντας την Άμπι. «Θέλεις να πάρουμε λίγο αέρα;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι εγώ ένιωσα σαν να μου είχαν κλέψει όλο τον αέρα. Ακολούθησε τον Πάρκερ στη σκάλα. Τον είδα να σταματάει και να την πιάνει από το χέρι καθώς ανέβαιναν. Όταν έφτασαν στον τελευταίο όροφο, ο Πάρκερ άνοιξε την µπαλκονόπορτα. Η Άμπι εξαφανίστηκε και έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, προσπαθώντας να σταματήσω το ουρλιαχτό μέσα στο μυαλό μου. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ανέβω εκεί πέρα και να την πάρω πίσω. Έπιασα το κάγκελο για να συγκρατηθώ. «Είσαι τσαντισμένος;» είπε η Αμέρικα, ακουμπώντας το κόκκινο ποτηράκι της στο δικό µου. Άνοιξα απότοµα τα µάτια µου. «Όχι. Γιατί;»


«Μη µου λες ψέµατα». Έκανε µια γκριµάτσα. «Πού είναι η Άµπι;» «Επάνω. Με τον Πάρκερ». «Ωχ». «Και τι σηµαίνει αυτό;» Ανασήκωσε τους ώμους. Δεν είχαμε ούτε μία ώρα που είχαμε έρθει στο πάρτι, και τα µάτια της γυάλιζαν ήδη από το µεθύσι. «Ζηλεύεις». Έκανα μια αμήχανη κίνηση ακούγοντας κάποιον άλλο, εκτός από τον Σεπ, να µου µιλάει µε τόση ευθύτητα. «Πού είναι ο Σεπ;» «Εκπληρώνει τα καθήκοντα του πρωτοετή». «Τουλάχιστον δεν είναι υποχρεωµένος να µείνει µετά για να καθαρίσει». Σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά. Δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε να είναι ήδη µισοµεθυσµένη πίνοντας έτσι. «Λοιπόν, είναι αλήθεια;» «Ποιο πράγµα;» «Ζηλεύεις;» Συνοφρυώθηκα. Η Αµέρικα δεν ήταν συνήθως τόσο σπαστικιά. «Όχι». «Δεύτερο». «Ορίστε;» «Δεύτερο ψέµα». Κοίταξα τριγύρω. Ο Σέπλι θα ερχόταν σίγουρα να µε σώσει από λεπτό σε λεπτό. «Τα γάμησες όλα χθες το βράδυ» είπε, και τα μάτια της ήταν ξαφνικά πεντακάθαρα. «Το ξέρω». Μισόκλεισε τα μάτια, κοιτάζοντάς με τόσο διερευνητικά, που ήθελα να εξαφανιστώ. Η Αμέρικα Μέισον ήταν μια μικροκαμωμένη ξανθούλα, αλλά όταν ήθελε γινόταν πολύ τροµακτική. «Καλύτερα να κάνεις πίσω, Τράβις». Κοίταξε επάνω, στην κορυφή της σκάλας. «Η Άµπι πιστεύει πως ο Πάρκερ είναι αυτό που της χρειάζεται».


Έσφιξα τα δόντια. Το ήξερα ήδη αυτό, αλλά ήταν ακόμα χειρότερο όταν το έλεγε η Αμέρικα. Μέχρι τότε πίστευα ότι εκείνη δεν είχε πρόβλημα μ’ εμένα και την Άµπι, κι έτσι ένιωθα λιγότερο µαλάκας που είχα βλέψεις για κείνη. «Το ξέρω». «Δεν µοιάζεις να το ξέρεις» είπε σηκώνοντας το ένα φρύδι. Δεν απάντησα, αποφεύγοντας να την κοιτάξω στα μάτια. Έπιασε το πιγούνι μου στο χέρι της, ζουλώντας τα µάγουλά µου. «Το ξέρεις;» Προσπάθησα να μιλήσω, αλλά τα δάχτυλά της πίεζαν τώρα τα χείλη μου. Τράβηξα το κεφάλι πίσω και αποµάκρυνα το χέρι της. «Μάλλον όχι. Είναι γνωστό ότι συνήθως δεν κάνω αυτό που πρέπει». Η Αµέρικα µε κοίταξε για µια στιγµή και µετά χαµογέλασε. «Εντάξει, λοιπόν». «Τι;» Μου έριξε ένα χαστουκάκι και µετά µου κούνησε το δάχτυλο. «Ήρθα εδώ για να την προστατέψω από τύπους σαν εσένα,

Mad Dog. Ξέρεις

κάτι όμως; Όλοι έχουμε τα κουσούρια μας. Ακόμα και μετά την επική μαλακία που έκανες, ίσως να είσαι ακριβώς αυτό που της χρειάζεται. Έχεις άλλη μία ευκαιρία» είπε, φέρνοντας τον δείκτη της ένα εκατοστό από το πρόσωπό μου. «Μία και µοναδική. Μην τα γαµήσεις… ξέρεις, παραπάνω από το συνηθισµένο». Ύστερα αποµακρύνθηκε και χάθηκε µέσα στον κόσµο. Τι παράξενη κοπέλα. Το πάρτι εξελισσόταν χωρίς εκπλήξεις: δράματα, κάνας δυο καβγάδες, κορίτσια που μαλλιοτραβιούνταν, κάνα δυο ζευγάρια που τσακώνονταν με αποτέλεσμα η κοπέλα να φύγει κλαίγοντας, και μετά οι παρατημένοι είτε να λιποθυμάνε από το ποτό είτε να ξερνάνε όπου έβρισκαν. Το βλέμμα μου στρεφόταν στην κορυφή της σκάλας πολύ πιο συχνά απ’ όσο θα ήθελα. Παρόλο που διάφορες γκόμενες με παρακαλούσαν σχεδόν να τις πάω σπίτι μου, παραφυλούσα, προσπαθώντας να μη φαντάζομαι την Άμπι και τον Πάρκερ να χαµουρεύο​νται ή, ακόµα χειρότερα, τον Πάρκερ να την κάνει να γελάει. «Γεια σου, Τράβις» ακούστηκε μια τραγουδιστή, ψιλή φωνή από πίσω μου. Δεν γύρισα, αλλά η κοπέλα βρέθηκε μπροστά μου σχεδόν αμέσως και ακούμπησε στο


ξύλινο κιγκλίδωµα. «Σαν να βαριέσαι. Νοµίζω ότι πρέπει να σου κάνω παρέα». «Δεν βαριέμαι. Μπορείς να φύγεις» είπα κοιτάζοντας πάλι την κορυφή της σκάλας· η Άµπι στεκόταν εκεί, µε την πλάτη προς τα σκαλιά. «Έχεις πολλή πλάκα» χασκογέλασε η κοπέλα. Η Άμπι πέρασε αδιάφορα δίπλα μου, πηγαίνοντας προς το σημείο όπου στεκόταν η Αµέρικα. Την ακολούθησα, αφήνοντας µόνη της τη µεθυσµένη. «Πηγαίνετε εσείς» είπε η Άμπι προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της. «Θα µε φέρει ο Πάρκερ στο σπίτι». «Τι;» είπε η Αµέρικα και τα κουρασµένα µάτια της πέταξαν φλόγες. «Τι;» επανέλαβα, χωρίς να µπορώ να ελέγξω τον εκνευρισµό µου. Η Αµέρικα στράφηκε σ’ εµένα. «Έχεις κανένα πρόβληµα;» Την κοίταξα τσαντισμένος. Ήξερε πολύ καλά ποιο ήταν το πρόβλημά μου. Έπιασα την Άµπι και την τράβηξα σε µια γωνία. «Ούτε που τον ξέρεις αυτό τον τύπο». «Δεν σε αφορά, Τράβις» απάντησε εκείνη τραβώντας το χέρι της. «Και βέβαια με αφορά. Δεν πρόκειται να σε αφήσω να γυρίσεις σπίτι με έναν άγνωστο. Κι αν δοκιµάσει να σου κάνει κάτι;» «Μακάρι! Είναι ωραίος!» Δεν πίστευα στ’ αυτιά µου. Άρχιζε στ’ αλήθεια να τον γουστάρει. «Με τον Πάρκερ Χέιζ, Περιστεράκι; Σοβαρά; Με τον Πάρκερ Χέιζ; Μα είναι όνοµα αυτό;» Σταύρωσε τα χέρια της και ανασήκωσε το πιγούνι. «Κόφ’ το, Τράβις. Φέρεσαι σαν βλάκας». «Θα τον σκοτώσω αν σε αγγίξει». «Μου αρέσει». Ήταν άλλο πράγμα να πιστεύω πως άρχιζε να τον γουστάρει και άλλο να μου το λέει η ίδια. Ήταν πολύ καλή για μένα – και σίγουρα πολύ καλή για τον Πάρκερ Χέιζ. Γιατί γούσταρε έτσι αυτό τον ηλίθιο; Το πρόσωπό μου σφίχτηκε από τον θυµό που διέτρεχε το σώµα µου. «Πολύ καλά. Αν σε βάλει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και δεν σ’


αφήνει, µην έρθεις να κλαφτείς σ’ εµένα». Άνοιξε το στόµα, µοιάζοντας προσβεβληµένη και έξαλλη από θυµό. «Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται» είπε και µε παραµέρισε. Συνειδητοποιώντας τι είχα πει, την έπιασα από το μπράτσο και αναστέναξα, χωρίς να γυρίσω εντελώς προς το µέρος της. «Δεν το εννοούσα, Περιστεράκι. Αν σε πειράξει –αν σε κάνει έστω να αισθανθείς άβολα–, να µου το πεις». «Το ξέρω ότι δεν το εννοούσες». Οι ώμοι της χαλάρωσαν. «Αλλά πρέπει να σταματήσεις να είσαι τόσο υπερπροστατευτικός. Κάνεις σαν να είσαι ο μεγάλος µου αδελφός». Γέλασα κοφτά. Δεν καταλάβαινε τίποτα. «Δεν κάνω τον µεγάλο σου αδελφό, Περιστεράκι. Ούτε κατά διάνοια». «Όλα εντάξει;» ρώτησε ο Πάρκερ, που εμφανίστηκε από τη γωνία και έβαλε τα χέρια στις τσέπες. «Ναι, πάµε» είπε η Άµπι και τον έπιασε από το µπράτσο. Φαντασιωνόμουν ότι έτρεχα και του έριχνα μία με τον αγκώνα μου στο κεφάλι, αλλά εκείνη τη στιγµή η Άµπι γύρισε και είδε το ύφος µου. Κόφ’ το, μου είπε άηχα και προχώρησε με τον Πάρκερ, ο οποίος

της κράτησε την

πόρτα. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Φυσικά. Όταν το έκανε αυτός, το εκτιµούσε.


11

Πολικό ψύχος

ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΟΣ στην επιστροφή, μόνος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Σέπλι. Η Αμέρικα έβγαλε τα ψηλοτάκουνά της και χαζογελούσε γαργαλώντας το μάγουλο του Σέπλι με το μεγάλο της δάχτυλο. Πρέπει

να ήταν τρελά ερωτευμένος

μαζί

της

γιατί

απλώς

χαμογέλασε,

διασκεδάζοντας µε το µεταδοτικό της γέλιο. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό µου. Ήταν ο Άνταµ. «Έχω έναν πρωτάρη που σε περιµένει σε µια ώρα. Κάτω από το Χέλερτον». «Ναι, ε… δεν µπορώ». «Τι πράγµα;» «Με άκουσες. Δεν µπορώ, είπα». «Είσαι άρρωστος;» ρώτησε ο Άνταµ θυµωµένος. «Όχι, πρέπει να βεβαιωθώ ότι το Περιστεράκι θα φτάσει καλά σπίτι». «Δεν ήταν εύκολο να στήσω αυτό τον αγώνα, Μάντοξ». «Το ξέρω, λυπάµαι. Πρέπει να κλείσω». Όταν ο Σέπλι πάρκαρε μπροστά στο σπίτι και η Πόρσε του Πάρκερ δεν φαινόταν πουθενά, αναστέναξα. «Έρχεσαι, ξάδελφε;» ρώτησε ο Σέπλι, γυρίζοντας πίσω να µε κοιτάξει. «Ναι» είπα κοιτάζοντας τα χέρια µου. «Ναι, µάλλον». Ο Σέπλι τράβηξε μπροστά το κάθισμά του για να με αφήσει να βγω και βρέθηκα


µύτη µε µύτη µε την Αµέρικα. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, Τραβ. Πίστεψέ µε». Κούνησα το κεφάλι και τους ακολούθησα στη σκάλα. Πήγαν κατευθείαν στο δωμάτιο του Σέπλι και έκλεισαν την πόρτα. Έπεσα στην πολυθρόνα, ακούγοντας το ασταμάτητο γέλιο της Αμέρικα και προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τον Πάρκερ να βάζει το χέρι του στο γόνατο της Άμπι ή, ακόμα χειρότερα, στο μπούτι της. Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά, όταν ακούστηκε ένα αυτοκίνητο απέξω. Πήγα στην πόρτα και άκουσα δύο ζευγάρια πόδια να ανεβαίνουν τη σκάλα. Το ένα φορούσε τακούνια. Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε. Η Άμπι είχε γυρίσει. Μόνο μουρμουρητά ακούγονταν πίσω από την πόρτα. Όταν έγινε ησυχία και το χερούλι της πόρτας κουνήθηκε, το γύρισα απότοµα και άνοιξα την πόρτα. Η Άµπι έπεσε προς τα µέσα και την έπιασα από το µπράτσο. «Σιγά, αδέξια». Στράφηκε αμέσως για να δει την έκφραση του Πάρκερ. Φαινόταν αμήχανος, σαν να μην ήξερε τι να σκεφτεί, αλλά το ξεπέρασε αμέσως, κάνοντας ότι κοίταζε πέρα από µένα, µέσα στο διαµέρισµα. «Μήπως έχεις εδώ κανένα ταπεινωμένο παρατημένο κορίτσι να το πάω σπίτι του;» Τον αγριοκοίταξα. Είχε πολύ θράσος. «Μην αρχίζεις». Ο Πάρκερ χαµογέλασε και έκλεισε το µάτι στην Άµπι. «Πάντα τον πειράζω. Δεν έχω την ευκαιρία να το κάνω πολύ συχνά από τότε που κατάλαβε πως είναι πιο εύκολο να τις πείθει να έρχονται με το δικό τους αυτοκίνητο». «Αυτό μάλλον απλοποιεί τα πράγματα» είπε η Άμπι και γύρισε να με κοιτάξει χαµογελώντας. «Δεν είναι αστείο, Περιστεράκι». «Περιστεράκι;» ρώτησε ο Πάρκερ. «Είναι παρατσούκλι, δεν ξέρω καν πώς του ήρθε» του εξήγησε η Άμπι με μια


αµήχανη κίνηση. «Να με ενημερώσεις όταν μάθεις, πρέπει να είναι ωραία ιστορία» είπε ο Πάρκερ χαµογελώντας. «Καληνύχτα, Άµπι». «Καληµέρα, θες να πεις» είπε η Άµπι. «Και καληµέρα» της είπε, µε ένα χαµόγελο που µε έκανε να θέλω να ξεράσω. Η Άμπι ήταν σαν χαζή και για να τη συνεφέρω έκλεισα απότομα την πόρτα χωρίς προειδοποίηση. Τραβήχτηκε πίσω. «Τι;» ρώτησε απότοµα. Προχώρησα στον διάδρομο προς το δωμάτιό μου και η Άμπι με ακολούθησε. Σταμάτησε μόλις μπήκε μέσα, χοροπηδώντας στο ένα πόδι για να βγάλει τη γόβα της. «Είναι καλός, Τραβ». Βλέποντάς τη να παλεύει για να διατηρήσει την ισορροπία της στο ένα πόδι, αποφάσισα να τη βοηθήσω προτού πέσει. «Θα πληγωθείς» είπα και την αγκάλιασα από τη μέση με το ένα χέρι ενώ της έβγαζα τις γόβες µε το άλλο. Τράβηξα το μπλουζάκι μου και το πέταξα στη γωνία. Προς μεγάλη μου έκπληξη, η Άμπι ξεκούμπωσε το φόρεμά της, το έβγαλε και φόρεσε ένα μπλουζάκι. Έκανε κάποιο κόλπο με το σουτιέν της και το έβγαλε μέσα από το µπλουζάκι. Φαίνεται πως όλες οι γυναίκες γνώριζαν το ίδιο κόλπο. «Είμαι σίγουρη πως δεν έχω κάτι που δεν έχεις ξαναδεί» είπε, κοιτάζοντάς με εκνευρισµένη. Κάθισε στο στρώμα και ύστερα χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Την παρακολουθούσα όσο βολευόταν στο μαξιλάρι, και μετά έβγαλα το τζιν μου και το πέταξα κι αυτό στη γωνία. Είχε κουλουριαστεί σαν μπάλα, περιμένοντάς με να ξαπλώσω. Με τσάντιζε που μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι μαζί με τον Πάρκερ και μετά είχε γδυθεί μπροστά μου λες και δεν ήταν τίποτα, από την άλλη όμως αυτή ήταν ακριβώς η μαλακισμένη πλατωνική φάση στην οποία βρισκόμασταν και όλο το φταίξιµο ήταν δικό µου. Ήταν τόσο πολλά αυτά που συνέβαιναν μέσα μου, που δεν ήξερα τι να τα κάνω. Όταν βάλαµε το στοίχηµα, δεν είχα σκεφτεί ότι µπορεί να άρχιζε να βγαίνει µε τον


Πάρκερ. Αν με έπιανε κρίση, θα ήταν σαν να την έστελνα κατευθείαν στην αγκαλιά του και βαθιά μέσα μου ήξερα ότι θα έκανα τα πάντα για να την κρατήσω κοντά μου. Αν ελέγχοντας τη ζήλια μου κατάφερνα να περνάω περισσότερο χρόνο µαζί της, τότε αυτό έπρεπε να κάνω. Ξάπλωσα στο κρεβάτι δίπλα της και ακούµπησα το χέρι µου στον γοφό της. «Έχασα έναν αγώνα απόψε. Με πήρε ο Άνταµ και δεν πήγα». «Γιατί;» ρώτησε, γυρίζοντας να µε κοιτάξει. «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα επέστρεφες καλά στο σπίτι». «Δεν χρειάζοµαι µπέιµπι σίτερ» είπε σουφρώνοντας τη µύτη της. Διέτρεξα µε το δάχτυλό µου το µπράτσο της. Ήταν τόσο ζεστή. «Το ξέρω. Μάλλον νιώθω ακόµη άσχηµα για τις προάλλες». «Σου είπα ότι δεν µε πείραξε». «Γι’ αυτό κοιµήθηκες στην πολυθρόνα; Επειδή δεν σε πείραξε;» «Δεν µπορούσα να κοιµηθώ αφότου έφυγαν οι… φίλες σου». «Στην πολυθρόνα πάντως κοιμόσουν μια χαρά. Γιατί δεν ήθελες να κοιμηθείς µαζί µου;» «Εννοείς δίπλα σε έναν τύπο που είχε ακόμη επάνω του τη μυρωδιά από τις δύο μπεκρούδες που μόλις είχε ξαποστείλει; Έλα ντε! Πρέπει να είμαι πολύ εγωίστρια!» Τραβήχτηκα, προσπαθώντας να µη σκέφτοµαι εκείνες τις εικόνες. «Ζήτησα συγγνώµη». «Κι εγώ είπα ότι δεν µε νοιάζει. Καληνύχτα» είπε και γύρισε από την άλλη. Άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω το δικό της, χαϊδεύοντας ανάμεσα στα δάχτυλά της. Φίλησα τα µαλλιά της. «Κι ανησυχούσα πως δεν θα μου ξαναμιλούσες ποτέ… Η αδιαφορία σου είναι χειρότερη». «Τι θέλεις από µένα, Τράβις; Δεν θέλεις να είµαι ταραγµένη µε αυτό που έκανες, αλλά θέλεις να με νοιάζει. Λες στην Αμέρικα ότι δεν θέλεις να τα φτιάξεις μαζί μου, αλλά θυμώνεις τόσο πολύ όταν λέω εγώ το ίδιο πράγμα, που βγαίνεις έξω και γίνεσαι λιώµα στο µεθύσι. Δεν βγάζουν νόηµα όλα αυτά». «Γι’ αυτό τα είπες αυτά στην Αμέρικα;» ρώτησα ξαφνιασμένος. «Επειδή είπα ότι


δεν ήθελα να τα φτιάξω µαζί σου;» Η έκφρασή της έδειχνε ταυτόχρονα έκπληξη και θυµό. «Όχι, τα εννοούσα αυτά που είπα. Απλώς δεν τα εννοούσα ως προσβολή». «Εγώ τα είπα αυτά γιατί δεν ήθελα να τα καταστρέψω όλα. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να είμαι άξιός σου. Απλώς προσπαθούσα να βάλω τάξη στο μυαλό µου». «Ό,τι κι αν σηµαίνει αυτό. Πρέπει να κοιµηθώ. Έχω ραντεβού απόψε». «Με τον Πάρκερ;» «Ναι. Μπορώ, σε παρακαλώ, να κοιµηθώ;» «Βεβαίως» είπα και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Η Άμπι δεν έδωσε καμία σημασία που έφυγα. Κάθισα στην πολυθρόνα και άναψα την τηλεόραση. Μ’ αρέσει που ήθελα να συγκρατήσω τα νεύρα μου. Αυτή η γυναίκα όμως, ρε γαμώτο, πατούσε τα κουμπιά μου. Όταν της μιλούσα, ήταν σαν να κουβέντιαζα με μια μαύρη τρύπα. Δεν είχε σημασία ό,τι και να έλεγα, ακόμα και τις λίγες φορές που ήμουν ξεκάθαρος για τα συναισθήματά μου. Η επιλεκτική της ακοή με έκανε έξαλλο. Δεν μπορούσα να την κάνω να καταλάβει, και όταν µιλούσα καθαρά έµοιαζε να τσαντίζεται. Ο ήλιος βγήκε μια ώρα αργότερα. Παρά τον θυμό που ένιωθα ακόμη, κατάφερα να αποκοιµηθώ. Ύστερα από λίγο χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ψαχούλεψα για να το βρω και απάντησα µισοκοιµισµένος ακόµη. «Ναι;» «Μαλάκα!» φώναξε τόσο δυνατά ο Τρέντον, που µε ξεκούφανε. «Τι ώρα είναι;» ρώτησα, κοιτάζοντας την τηλεόραση

· έπαιζε σαββατιάτικα

κινούµενα σχέδια. «Περασμένες δέκα. Θέλω βοήθεια με το φορτηγάκι του μπαμπά. Νομίζω ότι έχει κάτι η µίζα. Δεν γυρνάει». «Τρεντ» είπα με ένα χασμουρητό. «Δεν έχω ιδέα από αυτοκίνητα. Γι’ αυτό έχω µηχανή». «Τότε πες στον Σέπλι. Πρέπει να πάω στη δουλειά σε μια ώρα και δεν θέλω να αφήσω έτσι τον µπαµπά».


«Έλα, ρε Τρεντ, έχω ξενυχτήσει». Χασµουρήθηκα πάλι. «Ο Τάιλερ πού είναι;» «Τσακίσου να έρθεις!» φώναξε κι έκλεισε το τηλέφωνο. Πέταξα το τηλέφωνό μου στον καναπέ και σηκώθηκα, κοιτάζοντας το ρολόι στην τηλεόραση. Ο Τρεντ δεν είχε πέσει έξω στην ώρα. Ήταν δέκα και είκοσι. Καθώς η πόρτα του Σέπλι ήταν κλειστή, κόλλησα για μια στιγμή το αυτί μου πάνω της προτού χτυπήσω δυο φορές και βάλω µέσα το κεφάλι µου. «Έι. Σεπ. Σέπλι!» «Τι;» είπε ο Σέπλι με φωνή που ακουγόταν σαν να είχε καταπιεί χαλίκια μαζί με οξύ. «Θέλω βοήθεια». Η Αµέρικα έβγαλε κάτι ήχους, αλλά δεν κουνήθηκε. «Με τι πράγμα;» ρώτησε ο Σεπ, ο οποίος ανακάθισε, έπιασε ένα μπλουζάκι από το πάτωµα και το φόρεσε. «Το φορτηγάκι του μπαμπά δεν παίρνει μπρος. Ο Τρεντ πιστεύει πως φταίει η µίζα». Ο Σέπλι ντύθηκε και έσκυψε πάνω από την Αµέρικα. «Πάω για δυο λεπτά στου Τζιµ, µωράκι». «Μµµ;» «Πάω να βοηθήσω τον Τράβις με το φορτηγάκι του Τζιμ. Δεν θ’ αργήσω» είπε φιλώντας τη στο µέτωπο. «Εντάξει» είπε η Αμέρικα, που είχε ξανακοιμηθεί προτού βγει ο Σέπλι από το δωµάτιο. «Έρχεσαι, τι θα γίνει;» ρώτησε αφού πρώτα φόρεσε τα αθλητικά του και πήρε τα κλειδιά του. Διέσχισα τον διάδρομο και μπήκα στο δωμάτιό μου. Σερνόμουν όπως θα σερνόταν οποιοσδήποτε είχε κοιμηθεί μόνο τέσσερις ώρες – και μάλιστα όχι καλά. Φόρεσα φανελάκι, ένα φούτερ με κουκούλα κι ένα τζιν. Προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο, γύρισα μαλακά το πόμολο της πόρτας, αλλά σταμάτησα προτού βγω έξω. Η Άμπι είχε την πλάτη της γυρισμένη σ’ εμένα, η αναπνοή της ήταν ρυθμική και τα γυμνά της πόδια απλωμένα. Ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυµία να χωθώ στο κρεβάτι µαζί της.


«Πάµε!» είπε ο Σέπλι. Έκλεισα την πόρτα και πήγαμε στο αυτοκίνητό του. Σε όλη τη διαδρομή ως το σπίτι του πατέρα μου χασμουριόμασταν συνέχεια, ήμασταν πολύ κουρασμένοι για κουβέντες. Τα χαλίκια στο πάρκινγκ κροτάλισαν όταν φτάσαμε, και χαιρέτησα κουνώντας το χέρι τον Τρέντον και τον µπαµπά προτού βγω από το αυτοκίνητο. Το φορτηγάκι του μπαμπά ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο σπίτι. Έβαλα τα χέρια στην μπροστινή τσέπη του φούτερ μου, γιατί έκανε ψύχρα. Πεσμένα φύλλα έτριζαν κάτω από τα πόδια µου καθώς περπατούσα στο γκαζόν. «Γεια σου, Σέπλι» είπε ο µπαµπάς χαµογελαστός. «Γεια σου, θείε Τζιµ. Πρόβληµα µε τη µίζα, έµαθα». Ο µπαµπάς ακούµπησε το χέρι του στη στρογγυλή κοιλιά του. «Έτσι φαίνεται… έτσι φαίνεται» κούνησε το κεφάλι, κοιτάζοντας τη µηχανή. «Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε ο Σέπλι, ανασηκώνοντας τα µανίκια του. Ο Τρέντον έδειξε το πλαίσιο. «Εµ… έχει λιώσει. Γι’ αυτό το σκέφτηκα». «Καλή σκέψη» είπε ο Σέπλι. «Θα πεταχτώ με τον Τραβ μέχρι το μαγαζί να πάρουµε ένα ανταλλακτικό. Θα το βάλω και είσαι έτοιµος». «Θεωρητικά» είπα, δίνοντας ένα κατσαβίδι στον Σέπλι. Ξεβίδωσε τη μίζα και την έβγαλε. Κοιτάξαμε όλοι το λιωμένο πλαίσιο. Ο Σέπλι έδειξε στο κενό σηµείο όπου βρισκόταν πριν η µίζα. «Πρέπει να αντικαταστήσουμε αυτά τα καλώδια. Βλέπεις τα σημάδια από το κάψιμο;» ρώτησε, αγγίζοντας το μέταλλο. «Έχει λιώσει και η μόνωση των καλωδίων». «Σ’ ευχαριστώ, Σεπ. Πρέπει να μπω για ντους. Έχω να πάω στη δουλειά» είπε ο Τρέντον. Ο Σέπλι χαιρέτησε στρατιωτικά με το κατσαβίδι στο χέρι και μετά το έριξε στο κουτί µε τα εργαλεία. «Το ξενυχτήσαµε χθες, παιδιά;» ρώτησε ο πατέρας µου. «Ναι» απάντησα κάνοντας µια γκριµάτσα. «Και τι κάνει η φιλενάδα σου; Η Αµέρικα;»


Ο Σέπλι κούνησε το κεφάλι και ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Καλά είναι, Τζιµ. Κοιµάται ακόµη». Ο µπαµπάς γέλασε και ένευσε. «Και η δική σου φιλενάδα;» «Θα βγει απόψε ραντεβού με τον Πάρκερ Χέιζ». Ανασήκωσα τους ώμους. «Δεν είναι ακριβώς φιλενάδα µου, µπαµπά». «Προς το παρόν» είπε ο µπαµπάς και µου έκλεισε το µάτι. Η έκφραση του Σέπλι άλλαξε, προσπαθούσε να µη συνοφρυωθεί. «Τι τρέχει, Σεπ; Δεν εγκρίνεις το Περιστεράκι του Τράβις;» Ο Σέπλι ξαφνιάστηκε ακούγοντας τον μπαμπά να χρησιμοποιεί το παρατσούκλι της Άµπι τόσο άνετα, και παραλίγο να χαµογελάσει. «Όχι, μια χαρά είναι η Άμπι. Απλούστατα είναι σαν αδελφή για την Αμέρικα. Με αγχώνει αυτό». «Είναι κατανοητό. Νοµίζω όµως ότι αυτή εδώ είναι διαφορετική, τι λες εσύ;» «Αυτό είναι το θέμα». Ο Σέπλι ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν θέλω η πρώτη ερωτική απογοήτευση του Τράβις να είναι η κολλητή της Αμέρικα. Μην το πάρεις στραβά, Τράβις». «Δεν µε εµπιστεύεσαι καθόλου, ε;» «Δεν είναι αυτό. Εντάξει, είναι και αυτό». Ο µπαµπάς ακούµπησε τον Σέπλι στον ώµο. «Φοβάσαι, μια που είναι η πρώτη προσπάθεια του Τράβις για σχέση, μην τα κάνει θάλασσα, κι ότι αυτό θα χαλάσει και τη δική σου σχέση». Ο Σέπλι έπιασε ένα βρόµικο πατσαβούρι και σκούπισε τα χέρια του. «Δεν μου αρέσει που το παραδέχομαι, αλλά έτσι είναι. Παρόλο που σε υποστηρίζω, φίλε, να το ξέρεις». Ο Τρέντον κοπάνησε την πόρτα βγαίνοντας βιαστικά από το σπίτι. Μου έριξε µια µπουνιά στο µπράτσο προτού προλάβω καν να δω ότι σήκωσε το χέρι του. «Τα λέμε, μαλάκες!» Σταμάτησε και έκανε μεταβολή. «Δεν εννοούσα εσένα, µπαµπά». «Δεν µου πέρασε κάτι τέτοιο από το µυαλό» γέλασε αχνά ο µπαµπάς.


Ο Τρεντ χαμογέλασε και μπήκε στο αυτοκίνητό του, ένα σκούρο κόκκινο, σαραβαλιασμένο

Dodge Intrepid. Αυτό το αυτοκίνητο ούτε καν όταν πηγαίναμε

στο λύκειο δεν ήταν μοδάτο, αλλά αυτός το γούσταρε. Κυρίως επειδή το είχε αποπληρώσει. Ξαφνικά άκουσα ένα μικρό μαύρο κουτάβι να γαβγίζει και στράφηκα προς το σπίτι. Ο µπαµπάς χαµογέλασε, χτυπώντας µε το χέρι τον µηρό του. «Έλα δω, ρε φοβητσιάρικο». Το κουτάβι έκανε ένα δυο βήµατα και µετά ξαναγύρισε στο σπίτι γαβγίζοντας. «Πώς τα πάει;» ρώτησα. «Κατούρησε δυο φορές στο µπάνιο». «Συγγνώµη» είπα. «Τουλάχιστον τα έκανε στο σωστό µέρος» γέλασε ο Σέπλι. Ο µπαµπάς κούνησε το κεφάλι συµφωνώντας. «Μέχρι αύριο µόνο» είπα. «Δεν υπάρχει πρόβληµα, αγόρι µου. Μας διασκεδάζει. Αρέσει στον Τρεντ». «Ωραία» χαµογέλασα. «Τι λέγαµε;» ρώτησε ο µπαµπάς. Έτριψα το µπράτσο µου που µε πονούσε από την µπουνιά του Τρεντ. «Ο Σέπλι μού υπενθύμιζε πόσο αποτυχημένο με θεωρεί όσον αφορά τις γκόµενες». «Μπορεί να είσαι πολλά πράγματα, Τραβ, αλλά αποτυχημένος δεν είσαι» είπε ο Σέπλι γελώντας κοφτά. «Νομίζω όμως ότι έχεις δρόμο ακόμα και, αν βάλουμε κάτω τον χαρακτήρα τον δικό σου και της Άµπι, δεν ξέρω αν σε παίρνει». Σφίχτηκα και ίσιωσα την πλάτη µου. «Η Άµπι δεν έχει κακό χαρακτήρα». «Ήρεµα, παλικαρά» παρενέβη µπαµπάς. «Δεν σου κακολογεί την Άµπι». «Δεν έχει κακό χαρακτήρα». «Εντάξει» είπε ο μπαμπάς με ένα αχνό χαμόγελο

· πάντα ήξερε πώς να μας

χειρίζεται όταν ανέβαιναν οι τόνοι και συνήθως προσπαθούσε να μας ηρεμήσει προτού οξυνθούν τα πράγµατα.


Ο Σέπλι έριξε το πατσαβούρι πάνω στο κουτί µε τα εργαλεία. «Πάµε για το ανταλλακτικό». «Πες µου πόσα σου χρωστάω». «Άσ’ το σ’ εµένα, µπαµπά. Και πατσίζουµε για τον σκύλο». Ο μπαμπάς χαμογέλασε και άρχισε να συγυρίζει τον χαμό που είχε προκαλέσει ο Τρέντον στην εργαλειοθήκη. «Εντάξει, λοιπόν. Τα λέµε σε λίγο». Μπήκαμε στο αυτοκίνητο του Σέπλι και ξεκινήσαμε για το μαγαζί. Καθώς ο καιρός είχε ψυχράνει, έπιασα τις άκρες από τα μανίκια μου πάνω από τις γροθιές µου για να ζεσταθώ. «Πολικό ψύχος σήµερα» είπε ο Σέπλι. «Ακριβώς». «Νοµίζω ότι θα της αρέσει το κουτάβι». «Το ελπίζω». Αφού προχωρήσαµε µερικά τετράγωνα σιωπηλοί, ο Σέπλι κούνησε το κεφάλι. «Δεν ήθελα να προσβάλω την Άµπι. Το ξέρεις, έτσι;» «Το ξέρω». «Ξέρω πώς νιώθεις γι’ αυτήν, και πραγματικά ελπίζω να πετύχει η φάση. Απλώς αγχώνοµαι». «Ναι». Ο Σέπλι σταµάτησε µπροστά από το µαγαζί, αλλά δεν έσβησε τη µηχανή. «Θα βγει ραντεβού με τον Πάρκερ Χέιζ απόψε, Τράβις. Τι θα γίνει, λες, όταν έρθει να την πάρει; Το έχεις σκεφτεί καθόλου;» «Προσπαθώ να µην το σκέφτοµαι». «Ίσως θα έπρεπε να το σκεφτείς όμως. Αν θέλεις πραγματικά να βγει κάτι, πρέπει να σταματήσεις να φέρεσαι όπως σου κατεβαίνει και να φέρεσαι όπως σε συµφέρει». «Πώς δηλαδή;» «Πιστεύεις ότι θα την κερδίσεις αν κάνεις μούτρα όσο ετοιμάζεται και μετά φερθείς σαν μαλάκας στον Πάρκερ; Μήπως θα το εκτιμήσει περισσότερο αν της πεις πόσο όµορφη είναι και την απχαιρετήσεις σαν καλός φίλος;»


«Δεν θέλω να είµαι απλώς φίλος της». «Εγώ κι εσύ το ξέρουμε αυτό, και κατά πάσα πιθανότητα το ξέρει και η Άμπι… και να είσαι σίγουρος πως και ο Πάρκερ το ξέρει». «Είναι ανάγκη να αναφέρεις συνέχεια το όνοµα του γαµιόλη;» «Έλα, ρε Τραβ». Ο Σέπλι έσβησε τη μηχανή. «Αφού το ξέρουμε και οι δύο, όσο δείχνεις στον Πάρκερ ότι κάνει κάτι που σε τρελαίνει, δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το παιχνίδι. Μην του δίνεις αυτή την ικανοποίηση και παίξε το παιχνίδι καλύτερα απ’ αυτόν. Θα δείξει πόσο γελοίος είναι και η Άμπι θα τον ξαποστείλει από µόνη της». Σκέφτηκα τα λόγια του και µετά τον κοίταξα. «Το πιστεύεις αλήθεια αυτό;» «Ναι, και τώρα πάμε να πάρουμε αυτό το ανταλλακτικό για να γυρίσουμε στο σπίτι προτού ξυπνήσει η Αμέρικα και ανατινάξει το κινητό μου από τις κλήσεις επειδή ξέχασε τι της είπα φεύγοντας». Γέλασα και ακολούθησα τον Σέπλι στο µαγαζί. «Είναι γαµιόλης πάντως». Ο Σέπλι δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να βρει το ανταλλακτικό που έψαχνε, ενώ έκανε λίγο παραπάνω για να το αντικαταστήσει. Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα είχε τοποθετήσει τη μίζα, είχε βάλει μπροστά το φορτηγάκι και είχε κάνει μια συζήτηση με τον μπαμπά. Όταν χαιρετήσαμε βγαίνοντας από το πάρκινγκ, ήταν περίπου δώδεκα το µεσηµέρι. Όπως είχε προβλέψει ο Σέπλι, η Αμέρικα είχε ξυπνήσει μέχρι να γυρίσουμε στο σπίτι. Προσπάθησε να κάνει την τσαντισμένη προτού της εξηγήσει ο Σέπλι τον λόγο της απουσίας μας, αλλά ήταν εμφανές ότι χαιρόταν που τον έβλεπε στο σπίτι. «Βαριόµουν τόσο πολύ. Η Άµπι κοιµάται ακόµη». «Ακόµη;» ρώτησα, βγάζοντας τις µπότες µου. «Της αρέσει ο ύπνος» έκανε μια γκριμάτσα. «Εκτός κι αν έχει γίνει τελείως λιώμα στο μεθύσι το προηγούμενο βράδυ, κοιμάται ατέλειωτες ώρες. Εγκατέλειψα την προσπάθεια να την κάνω πρωι​νό τύπο». Η πόρτα έτριξε καθώς την άνοιξα απαλά. Η Άμπι κοιμόταν μπρούμυτα, στην


ίδια σχεδόν στάση που την είχα αφήσει, μόνο που τώρα ήταν στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Μερικές τούφες από τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο πρόσωπό της, ενώ τα υπόλοιπα ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι μου σχηματίζοντας απαλούς, καραµελένιους κυµατισµούς. Το μπλουζάκι της ήταν μαζεμένο γύρω από τη μέση της, αποκαλύπτοντας το γαλάζιο βρακάκι της. Ήταν ένα βαμβακερό κιλοτάκι, όχι ιδιαίτερα σέξι. Έμοιαζε να βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, αλλά ακόμα κι έτσι, βλέποντάς την ανέμελα απλωμένη στα λευκά σεντόνια μου με τον μεσημεριανό ήλιο να μπαίνει από το παράθυρο, η οµορφιά της ήταν απερίγραπτη. «Περιστεράκι; Τι λες; Θα σηκωθείς σήµερα;» Μουρμούρισε κάτι και γύρισε το κεφάλι της. Έκανα μερικά βήματα ακόμα μέσα στο δωµάτιο. «Περιστεράκι». «Χµφ…χρφµ…» Η Αμέρικα είχε δίκιο. Δεν υπήρχε περίπτωση να σηκωθεί σύντομα. Έκλεισα απαλά την πόρτα πίσω µου και πήγα να καθίσω µαζί µε τον Σέπλι και την Αµέρικα στο σαλόνι. Τσιμπολογούσαν από ένα πιάτο με νάτσος που είχε φτιάξει η Αµέρικα, βλέποντας κάτι κοριτσίστικο στην τηλεόραση. «Σηκώθηκε;» ρώτησε η Αµέρικα. «Όχι. Κάτι µουρµούριζε πάντως» απάντησα και κάθισα στην πολυθρόνα. Η Αµέρικα χαµογέλασε µε τα χείλη κλειστά, µια που το στόµα της ήταν γεµάτο. «Το κάνει αυτό καμιά φορά» είπε. «Σε άκουσα που έφυγες από το δωμάτιο χθες το βράδυ. Τι έγινε;» «Φερόµουν µαλακισµένα». «Δηλαδή;» «Ήμουν απογοητευμένος. Της είπα λίγο πολύ πώς νιώθω και ήταν λες και μπήκε από το ένα αυτί της και βγήκε από το άλλο». «Πώς νιώθεις, λοιπόν;» «Προς το παρόν κουρασµένος». Μου πέταξε ένα νάτσο το οποίο δεν με πέτυχε στο πρόσωπο, όπως ήθελε, αλλά προσγειώθηκε στην μπλούζα μου. Το μάζεψα και το έβαλα στο στόμα μου,


µασουλώντας τα φασόλια, το τυρί και την κρέµα. Δεν ήταν άσχηµο. «Σοβαρολογώ. Τι είπες;» «Δεν θυμάμαι». Ανασήκωσα τους ώμους. «Κάτι σχετικά με το αν είμαι άξιος γι

αυτήν». «Άχου» είπε η Αμέρικα αναστενάζοντας. Έγειρε προς τη μεριά του Σέπλι με ένα αχνό χαµόγελο. «Ήταν καλό αυτό. Μέχρι κι εσύ οφείλεις να το παραδεχτείς». Ο Σέπλι στράβωσε λίγο το στόµα χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. «Είσαι πολύ δύσκολος» του είπε η Αµέρικα συνοφρυωµένη. «Όχι, ρε µωρό µου, απλώς δεν νιώθω πολύ καλά». Ο Σέπλι σηκώθηκε όρθιος. Έπιασε ένα περιοδικό για αυτοκίνητα από το τραπεζάκι και πήγε προς την τουαλέτα. Η Αμέρικα τον κοίταξε με συμπονετικό ύφος και µετά στράφηκε σ’ εµένα µε µια έκφραση αηδίας στο πρόσωπό της. «Μάλλον θα πρέπει να χρησιµοποιώ το δικό σου µπάνιο για τις επόµενες ώρες». «Εκτός κι αν θέλεις να χάσεις την αίσθηση της όσφρησης για πάντα». «Ίσως και να θέλω, µετά απ’ αυτό» είπε εκείνη, ανατριχιάζοντας. Η Αμέρικα έβαλε την ταινία που έβλεπε να συνεχίσει να παίζει και είδαμε το υπόλοιπο μαζί. Δεν ήξερα τι γινόταν. Μια γυναίκα έλεγε διάφορα πράγματα για γερασμένες αγελάδες και ότι ο συγκάτοικός της ήταν μια αρσενική τσούλα. Προς το τέλος της ταινίας ο Σέπλι ήρθε και πάλι μαζί μας. Η ηρωίδα είχε καταλάβει ότι γούσταρε τον συγκάτοικό της, ότι δεν ήταν τελικά μια γερασμένη αγελάδα και πως η αρσενική τσούλα, έχοντας μετανοήσει τώρα, είχε τσαντιστεί από κάποια ηλίθια παρεξήγηση. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να τρέξει πίσω του στον δρόμο, να τον φιλήσει, και όλα ήταν μια χαρά. Δεν ήταν και η χειρότερη ταινία που είχα δει, αλλά ήταν κοριτσίστικη ταινία… και βαρετή. Λίγες ώρες αργότερα, το διαμέρισμα ήταν φωτεινό και η τηλεόραση αναμμένη, αλλά χωρίς ήχο. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά αλλά άδεια. Οι κλεμμένες πινακίδες ήταν ακόμη στη θέση τους δίπλα στις αγαπημένες μας αφίσες από διαφημίσεις µπίρας µε µισόγυµνες γκόµενες σε διάφορες στάσεις. Η Αµέρικα είχε καθαρίσει το διαμέρισμα και ο Σέπλι ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, αλλάζοντας κανάλια. Ήταν ένα συνηθισµένο Σάββατο. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι έλειπε. Η Άµπι.


Παρόλο που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο και κοιμόταν, το διαμέρισμα φαινόταν διαφορετικό χωρίς τη φωνή της, τα παιχνιδιάρικα σκουντήματά της, ακόµα και τον ήχο που έκανε όταν δάγκωνε τα νύχια της. Την ώρα που άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους της δεύτερης ταινίας, άκουσα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ανοίγει και τα πόδια της Άμπι να σέρνονται στο πάτωμα. Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και έκλεισε. Θα άρχιζε να ετοιμάζεται για το ραντεβού της µε τον Πάρκερ. Άρχισε αµέσως να µου ανεβαίνει το αίµα στο κεφάλι. «Τραβ» µε προειδοποίησε ο Σέπλι. Έφερα στο μυαλό μου τα λόγια του. Ο Πάρκερ έπαιζε παιχνίδι, κι εγώ έπρεπε να το παίξω καλύτερα. Η αδρεναλίνη μου έπεσε λίγο και χαλάρωσα στον καναπέ. Ήταν ώρα να παίξω. Το σφύριγμα από τους σωλήνες του μπάνιου έδειχνε ότι η Άμπι ετοιμαζόταν να κάνει ντους. Η Αμέρικα σηκώθηκε και πήγε χορεύοντας σχεδόν στο μπάνιο μου. Άκουγα τις φωνές τους αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τι έλεγαν. Προχώρησα σιγανά στον διάδροµο και έφερα το κεφάλι µου κοντά στην πόρτα. «Δεν μου αρέσει και τόσο η ιδέα ότι ακούς την κοπέλα μου να κατουράει» είπε ο Σέπλι ψιθυρίζοντας δυνατά. Έφερα το δάχτυλό μου στα χείλη μου κάνοντάς του νόημα να σωπάσει και έστρεψα πάλι την προσοχή µου στις φωνές τους. «Του εξήγησα» είπε η Άµπι. Ακούστηκε το καζανάκι, μετά η βρύση που έτρεχε, και ξαφνικά η Άμπι στρίγκλισε. Χωρίς να το σκεφτώ, άνοιξα την πόρτα. «Περιστεράκι;» «Απλώς τράβηξα το καζανάκι, Τραβ, ηρέµησε» γέλασε η Αµέρικα. «Α. Είσαι εντάξει, Περιστεράκι;» «Τέλεια. Βγες έξω». Έκλεισα πάλι την πόρτα και αναστέναξα. Τι ηλιθιότητα. Ύστερα από μια στιγμή συνειδητοποίησα πως τα κορίτσια δεν ήξεραν ότι ήμουν ακόμη απέξω, κι έτσι ακούµπησα και πάλι το αυτί µου στην πόρτα. «Πόσο δύσκολο είναι να βάλουµε κλειδαριές στις πόρτες;» είπε η Άµπι. «Μερ;»


«Είναι πολύ κρίμα που δεν μπορέσατε να τα βρείτε εσείς οι δύο. Είσαι το μόνο κορίτσι που θα µπορούσε…» Αναστέναξε. «Άσ’ το, δεν έχει σηµασία τώρα πια». «Κι εσύ τα ίδια σκατά μ’ αυτόν είσαι» είπε η Άμπι κλείνοντας τη βρύση, και στη φωνή της ακουγόταν η ματαίωση. «Είναι αρρώστια… Είστε όλοι παράλογοι. Είσαι τσαντισµένη µαζί του, το ξέχασες;» «Το θυµάµαι» απάντησε η Αµέρικα. Ήξερα πως εκείνη τη στιγμή έπρεπε να επιστρέψω στο σαλόνι, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, η Αμέρικα πίστευε πως ήταν εντάξει, ένιωθα πως είχα το πράσινο φως, πως δεν ήμουν εντελώς μαλάκας που προσπαθούσα να βρω µια θέση στη ζωή της Άµπι. Μόλις κάθισα στον καναπέ, η Αµέρικα βγήκε από το µπάνιο. «Τι έγινε;» ρώτησε, νιώθοντας κάτι παράξενο. «Τίποτα, μωρό μου, έλα να καθίσεις» είπε ο Σέπλι χτυπώντας το άδειο μαξιλάρι δίπλα του. Η Αμέρικα υπάκουσε πρόθυμα και ξάπλωσε δίπλα του γέρνοντας στο στήθος του. Άκουσα τον ήχο από πιστολάκι στο μπάνιο και κοίταξα την ώρα. Το μόνο χειρότερο από το να προσποιούμαι πως δεν με πείραζε που η Άμπι έβγαινε ραντεβού με τον Πάρκερ θα ήταν να την περιμένει ο Πάρκερ μέσα στο σπίτι. Θα μπορούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου για μερικά λεπτά, ώσπου να πάρει η Άμπι την τσάντα της και να φύγουν. Αλλά δεν ξέρω αν θα άντεχα να κοιτάζω το βλακόμουτρό του ενώ καθόταν στον καναπέ μου, ξέροντας πως θα ήθελε να μπει στο βρακί της στο τέλος της βραδιάς. Η ανησυχία μου υποχώρησε ελαφρώς όταν η Άμπι βγήκε από το μπάνιο. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα και ακριβώς την ίδια απόχρωση κραγιόν. Τα μαλλιά της ήταν μπούκλες, μου θύμιζε κάποια πίναπ της δεκαετίας του ’50. Αλλά πιο ωραία. Πολύ πιο ωραία. Χαµογέλασα, και δεν ήταν καθόλου προσποιητό. «Είσαι… πανέµορφη». «Ευχαριστώ» είπε, εµφανώς ξαφνιασµένη. Μόλις χτύπησε το κουδούνι, η αδρεναλίνη μου τινάχτηκε αμέσως στα ύψη.


Πήρα βαθιά ανάσα, αποφασισµένος να διατηρήσω την ψυχραιµία µου. Η Άμπι άνοιξε την πόρτα και ο Πάρκερ χρειάστηκε λίγη ώρα για να βρει τη μιλιά του. «Είσαι το πιο όµορφο πλάσµα που έχω δει» είπε γλυκερά. Ε, ναι, λοιπόν, θα ξέρναγα προτού καταλήξω να του ρίξω μια μπουνιά στη µούρη. Τι γελοίος. Το χαμόγελο της Αμέρικα ήταν τεράστιο. Ο Σέπλι φαινόταν κι αυτός πολύ χαρούμενος. Δεν ήθελα να γυρίσω, κράτησα το βλέμμα μου καρφωμένο στην τηλεόραση. Αν έβλεπα το αυτάρεσκο ύφος του Πάρκερ, θα πηδούσα πάνω από τον καναπέ και θα τον πετούσα από τις σκάλες προτού προλάβει να κάνει έστω κι ένα βήµα. Μόλις έκλεισε η πόρτα, έγειρα μπροστά, με τους αγκώνες να ακουμπάνε στα γόνατα και το κεφάλι στα χέρια µου. «Καλά τα πήγες, Τραβ» είπε ο Σέπλι. «Χρειάζοµαι ένα ποτό».


12

Παρθένα

ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, είχα αδειάσει το δεύτερο μπουκάλι ουίσκι. Μία με την Άμπι που έβγαινε όλο και περισσότερο με τον Πάρκερ, και μία με την επιθυμία της να την απαλλάξω από το στοίχημα για να φύγει, κατέφευγα πιο συχνά στο µπουκάλι παρά στα τσιγάρα µου. Ο Πάρκερ είχε χαλάσει την έκπληξη για το πάρτι γενεθλίων της Άμπι στο μεσημεριανό φαγητό την Πέμπτη, κι έτσι έπρεπε να κάνω τα αδύνατα δυνατά για να το μετακινήσω από την Κυριακή στην Παρασκευή το βράδυ. Καλό μου έκανε που είχα κάτι να ασχολούµαι, αλλά δεν ήταν αρκετό. Την Πέμπτη το βράδυ η Άμπι και η Αμέρικα έλεγαν τα δικά τους μέσα στο μπάνιο. Η στάση της Άμπι προς την Αμέρικα ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτήν απέναντί μου: Από το μεσημέρι και μετά, που αρνήθηκα να την απαλλάξω από το στοίχηµα, µετά βίας µου είχε πει δυο λέξεις. Ελπίζοντας να εξοµαλύνω λίγο την κατάσταση, µπήκα στο µπάνιο. «Πάµε για φαγητό;» «Ο Σεπ θέλει να δοκιμάσει το καινούργιο μεξικάνικο εστιατόριο στο κέντρο, αν θέλετε κι εσείς» είπε η Αµέρικα, χτενίζοντας αφηρηµένα τα µαλλιά της. «Έλεγα να βγούµε µόνοι µας µε το Περιστεράκι απόψε». «Θα βγω µε τον Πάρκερ» είπε η Άµπι φτιάχνοντας το κραγιόν της. «Πάλι;» ρώτησα συνοφρυωµένος.


«Πάλι» είπε εκείνη τραγουδιστά. Όταν χτύπησε το κουδούνι, η Άμπι πετάχτηκε από το μπάνιο και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Την ακολούθησα και στάθηκα πίσω της, κοιτάζοντας τον Πάρκερ με το πιο δολοφονικό µου βλέµµα. «Είσαι άραγε ποτέ κάτι λιγότερο από πανέµορφη;» ρώτησε ο Πάρκερ. «Αν κρίνω από την πρώτη φορά που ήρθε εδώ, φοβάμαι πως θα πω ναι» απάντησα αµέσως. Η Άμπι έκανε ένα νόημα στον Πάρκερ σηκώνοντας το δάχτυλο και στράφηκε προς το μέρος μου. Περίμενα να μου απαντήσει απότομα με κάτι εξίσου χοντρό, αλλά χαμογελούσε. Με αγκάλιασε από τον λαιμό και με έσφιξε. Στην αρχή πάγωσα, νομίζοντας ότι ήθελε να με χτυπήσει, αλλά μόλις κατάλαβα ότι με αγκάλιαζε χαλάρωσα και την έσφιξα κι εγώ πάνω μου. Τραβήχτηκε και χαµογέλασε. «Ευχαριστώ που οργάνωσες το πάρτι μου» είπε, μοιάζοντας ειλικρινής. «Πάμε για φαγητό µια άλλη φορά;» Στα μάτια της έβλεπα αυτή τη ζεστασιά που μου είχε λείψει, αλλά κυρίως ήμουν έκπληκτος. Όλο το μεσημέρι και το απόγευμα δεν μου μιλούσε, και τώρα με αγκάλιαζε. «Αύριο;» «Οπωσδήποτε» είπε αγκαλιάζοντάς με ξανά, και ύστερα με χαιρέτησε καθώς έπιασε τον Πάρκερ απ’ το χέρι και έκλεισε την πόρτα. Γύρισα και έτριψα τον σβέρκο µου. «Χρειάζοµαι ένα…» «Ποτό;» ρώτησε ο Σέπλι, με έναν τόνο ανησυχίας στη φωνή. «Δεν έχουμε τίποτα άλλο εκτός από µπίρα». «Άρα µάλλον πρέπει να πάω µέχρι την κάβα». «Θα έρθω μαζί σου» είπε η Αμέρικα και πετάχτηκε πάνω για να πάρει το παλτό της. «Γιατί δεν τον πας µε το αυτοκίνητό µου;» είπε ο Σέπλι, δίνοντάς της τα κλειδιά. Η Αµέρικα κοίταξε καλά τα κλειδιά στο χέρι της.


«Είσαι σίγουρος;» «Δεν νομίζω πως ο Τράβις πρέπει να οδηγήσει… οπουδήποτε» αναστέναξε ο Σέπλι. «Αν µε πιάνεις». «Το ’πιασα» είπε η Αμέρικα κουνώντας το κεφάλι με ενθουσιασμό και με έπιασε από το χέρι. «Έλα, Τραβ. Πάμε για προμήθειες». Βρισκόμουν από πίσω της περιμένοντας να ανοίξει την πόρτα, αλλά ξαφνικά σταμάτησε και γύρισε απότομα. «Όμως πρέπει να μου υποσχεθείς κάτι. Όχι τσακωμοί απόψε. Να πνίξεις τους καημούς σου, ναι» είπε πιάνοντάς με από το πιγούνι για να με αναγκάσει να νεύσω καταφατικά. «Αλλά κακό μεθύσι όχι» συνέχισε και κούνησε το κεφάλι µου πάνω κάτω. Τραβήχτηκα, αποµακρύνοντας το χέρι της. «Το υπόσχεσαι;» «Ναι». «Πάµε λοιπόν» χαµογέλασε. Με τα δάχτυλα στα χείλη και τον αγκώνα ακουμπισμένο στο παράθυρο, κοιτούσα έξω σε όλη τη διαδρομή. Το ψυχρό μέτωπο είχε φέρει μαζί του κι έναν άγριο άνεμο που τράνταζε τα δέντρα και τους θάμνους, ενώ έκανε τα κρεμαστά φώτα του δρόμου να κουνιούνται πέρα δώθε. Το φόρεμα της Άμπι ήταν αρκετά κοντό. Σε περίπτωση που ο αέρας το σήκωνε, ο Πάρκερ καλά θα έκανε να μην κοιτάξει σαν λιγούρης. Μου ήρθε στο μυαλό η θέα των γυμνών ποδιών της Άμπι όταν καθόταν δίπλα μου στο αυτοκίνητο του Σεπ, και φαντάστηκα τον Πάρκερ να παρατηρεί το απαλό, γυαλιστερό δέρμα της όπως έκανα κι εγώ, αλλά με λιγότερο θαυµασµό και περισσότερη λαγνεία. Ακριβώς τη στιγμή που ο θυμός άρχισε να φουντώνει μέσα μου, η Αμέρικα σταµάτησε. «Φτάσαμε». Η απαλή λάμψη από την ταμπέλα του μαγαζιού φώτιζε την είσοδο. Η Αμέρικα με ακολούθησε ως τον τρίτο διάδρομο. Δεν χρειάστηκα και πολύ για να βρω αυτό που έψαχνα. Το μόνο μπουκάλι κατάλληλο για ένα τέτοιο βράδυ: Beam. «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε η Αμέρικα με προειδοποιητικό τόνο. «Αύριο πρέπει να ετοιµάσεις ένα πάρτι-έκπληξη». «Είµαι σίγουρος» απάντησα και πήγα το µπουκάλι στο ταµείο.

Jim


Μόλις κάθισα στη θέση του συνοδηγού, άνοιξα το μπουκάλι και ήπια μια γουλιά, ακουµπώντας το κεφάλι µου πίσω. Η Αµέρικα µε κοίταξε για µια στιγµή και µετά έβαλε όπισθεν. «Θα γελάσουµε πολύ απόψε, το βλέπω». Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι είχα κατεβάσει ό,τι υπήρχε στον λαιμό του µπουκαλιού, και αρκετό από το πάνω µέρος. «Πλάκα κάνεις» είπε ο Σεπ βλέποντας το µπουκάλι. «Καθόλου» είπα, πίνοντας ακόμα μια γουλιά. «Θες;» ρώτησα, τείνοντας το µπουκάλι προς το µέρος του. «Να μου λείπει καλύτερα». Ο Σέπλι έκανε μια γκριμάτσα. «Πρέπει να παραμείνω νηφάλιος ώστε να παρέμβω άμεσα μόλις την πέσεις στον Πάρκερ μέσα στο μεθύσι σου». «Δεν θα κάνει τέτοιο πράγµα» είπε η Αµέρικα. «Το υποσχέθηκε». «Όντως» είπα χαµογελώντας, ενώ ένιωθα ήδη καλύτερα. «Το υποσχέθηκα». Για την επόμενη ώρα ο Σέπλι και η Αμέρικα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να με διασκεδάσουν. Το ουίσκι έκανε ό,τι μπορούσε για να με κρατήσει σε καταστολή. Στα μισά της δεύτερης ώρας, τα λόγια του Σέπλι έμοιαζαν να βγαίνουν πιο αργά. Η Αµέρικα χασκογέλασε µε το ηλίθιο χαµόγελο που είχα. «Είδες; Χαρούµενο µεθύσι». «Δεν είµαι µεθυσµένος» ξεφύσηξα δυνατά. «Όχι ακόµη». «Αν πιεις το υπόλοιπο, θα μεθύσεις» είπε ο Σέπλι δείχνοντας το ποτό, που είχε µειωθεί αισθητά. Κράτησα το µπουκάλι ψηλά και µετά κοίταξα το ρολόι. «Τρεις ώρες. Πρέπει να είναι καλό ραντεβού». Σήκωσα το μπουκάλι προς τη μεριά του Σέπλι και το έφερα στο στόμα μου, γέρνοντας το κεφάλι πίσω. Ό,τι είχε απομείνει πέρασε από τα μουδιασμένα χείλη µου και µε έκαψε ως το στοµάχι. «Χριστέ μου, Τράβις» είπε ο Σέπλι συνοφρυωμένος. «Καλύτερα να πας να ξεραθείς στον ύπνο. Δεν θα είναι καλό να είσαι ξύπνιος όταν γυρίσει». Ο ήχος ενός αυτοκινήτου δυνάμωσε καθώς πλησίαζε στο σπίτι, και μετά έμεινε στο ρελαντί. Τον ήξερα καλά αυτό τον ήχο: η Πόρσε του Πάρκερ. Ένα χαμόγελο


απλώθηκε στο πρόσωπό µου. «Για ποιον λόγο; Τώρα ξεκινάνε τα καλά». «Τραβ… υποσχέθηκες» είπε η Αµέρικα και µε κοίταξε αγχωµένη. «Όντως. Υποσχέθηκα. Θα πάω µόνο να τη βοηθήσω να βγει από το αυτοκίνητο». Τα πόδια μου ήταν στη θέση τους, αλλά δεν τα ένιωθα. Η πλάτη του καναπέ αποδείχτηκε μεγάλη βοήθεια στη μεθυσμένη μου απόπειρα να περπατήσω. Έπιασα το πόμολο, αλλά η Αμέρικα έβαλε απαλά το χέρι της πάνω από το δικό µου. «Έρχοµαι µαζί σου. Για να σιγουρευτώ ότι θα κρατήσεις τον λόγο σου». «Καλή ιδέα» είπα. Ανοίγοντας την πόρτα, η αδρεναλίνη μου εκτινάχτηκε μέσα από την ομίχλη του ποτού. Η Πόρσε κουνήθηκε, ενώ τα παράθυρα είχαν θαμπώσει. Δεν κατάλαβα πώς κινήθηκαν τα πόδια μου τόσο γρήγορα στην κατάσταση που βρισκόμουν, αλλά ξαφνικά είχα ήδη κατέβει τη σκάλα. Η Αμέρικα με έπιασε από την μπλούζα. Μπορεί να ήταν µικροκαµωµένη, αλλά είχε δύναµη. «Τράβις» είπε, ψιθυρίζοντας δυνατά. «Η Άμπι δεν θα επιτρέψει να προχωρήσει το πράγµα. Προσπάθησε πρώτα να ηρεµήσεις». «Πάω απλώς να δω αν είναι εντάξει» απάντησα, κάνοντας μερικά βήματα προς το αυτοκίνητο του Πάρκερ. Χτύπησα το παράθυρο του συνοδηγού τόσο δυνατά, που ξαφνιάστηκα που δεν έσπασε. Όταν δεν άνοιξαν εκείνοι την πόρτα, το έκανα εγώ. Η Άμπι τακτοποιούσε το φόρεμά της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατωμένα και τα χείλη της δεν είχαν πια κραγιόν, πράγμα που πρόδιδε τι είχε μόλις κάνει. Το πρόσωπο του Πάρκερ συσπάστηκε. «Τι διάολο, Τράβις;» Έσφιξα τις γροθιές µου, αλλά ένιωσα το χέρι της Αµέρικα στον ώµο µου. «Έλα, Άµπι. Πρέπει να σου µιλήσω» είπε η Αµέρικα. «Για τι πράγµα;» απόρησε η Άµπι. «Έλα, ρε παιδί µου!» είπε απότοµα η Αµέρικα. Η Άµπι κοίταξε τον Πάρκερ. «Συγγνώµη, πρέπει να φύγω».


«Δεν πειράζει. Πήγαινε» είπε ο Πάρκερ κουνώντας θυµωµένα το κεφάλι του. Έπιασα την Άμπι από το χέρι καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο και μετά έριξα μια κλοτσιά στην πόρτα για να την κλείσω. Η Άμπι γύρισε και στάθηκε ανάμεσα σ’ εµένα και την Πόρσε ρίχνοντάς µου µια σπρωξιά. «Τι πρόβληµα έχεις; Κόφ’ το!» Η Πόρσε βγήκε από το πάρκινγκ στριγκλίζοντας. Έβγαλα τα τσιγάρα μου και άναψα ένα. «Μπορείς να µπεις µέσα τώρα, Μερ». «Πάµε, Άµπι». «Γιατί δεν κάθεσαι,

Αµπούλα;» είπα – το όνομα αυτό ήταν τόσο γελοίο

· το πώς ο

Πάρκερ το έλεγε χωρίς να ντρέπεται ήταν κάτι που µε ξεπερνούσε. Η Άμπι έκανε νόημα στην Αμέρικα να μπει μέσα κι εκείνη υπάκουσε διστακτικά. Την κοίταξα για μια στιγμή, τραβώντας μια τζούρα. Η Άμπι σταύρωσε τα χέρια. «Γιατί το έκανες αυτό;» «Γιατί; Γιατί σου έβαζε χέρι µπροστά στο σπίτι µου!» «Μπορεί να μένω μαζί σου, αλλά το τι κάνω και με ποιον είναι δική μου υπόθεση». «Σου αξίζει κάτι πολύ καλύτερο, Περιστεράκι». Πέταξα κάτω το τσιγάρο μου. «Μην τον αφήσεις να σε πηδήξει μες στο αυτοκίνητο λες και είσαι καμιά φτηνογκόµενα που την πήγε στον χορό». «Δεν θα έκανα σεξ µαζί του!» Έδειξα με το χέρι μου προς το σημείο που βρισκόταν πριν το αυτοκίνητο του Πάρκερ. «Και τότε τι έκανες εκεί;» «Δεν έχεις φασωθεί ποτέ με καμιά, Τράβις; Δεν έχεις χαμουρευτεί χωρίς να προχωρήσουν περισσότερο τα πράγµατα;» «Τι νόημα έχει κάτι τέτοιο;» ρώτησα

– απογοήτευση και πρησμένα αρχίδια

· πολύ

διασκεδαστικό ακουγόταν. «Έχει για πολλούς ανθρώπους, ιδίως για εκείνους που βγαίνουν ραντεβού». «Τα παράθυρα είχαν θαµπώσει, το αυτοκίνητο κουνιόταν… πού να ήξερα;»


«Καλά θα έκανες να µη µε κατασκοπεύεις!» Να την κατασκοπεύω; Αφού το ήξερε ότι ακούγαμε όποιο αυτοκίνητο σταματούσε μπροστά στο σπίτι, αποφάσισε ότι αυτό ήταν το κατάλληλο μέρος για να βγάλει τα μάτια της με έναν τύπο που μου γύριζε τ’ άντερα; Έτριψα απογοητευμένος το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία µου. «Δεν το αντέχω αυτό το πράγµα, Περιστεράκι. Κοντεύω να τρελαθώ». «Τι δεν αντέχεις;» «Αν κοιμηθείς μαζί του, δεν θέλω να το μάθω. Θα πάω φυλακή αν μάθω ότι… Απλώς µη µου το πεις». «Τράβις!» είπε βγάζοντας αφρούς. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είπες τέτοιο πράγµα. Είναι τεράστιο βήµα για µένα!» «Όλες έτσι λένε!» «Δεν μιλάω για τις τσούλες με τις οποίες ασχολείσαι! Μιλάω για μένα!» έφερε το χέρι στο στήθος της. «Δεν έχω… ουφ! Ξέχνα το, δεν πειράζει». Έκανε μερικά βήματα και την έπιασα από το μπράτσο, αναγκάζοντάς τη να γυρίσει και να µε κοιτάξει. «Δεν έχεις τι πράγμα;» Ακόμα και στην κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, µάντεψα την απάντηση. «Είσαι παρθένα;» «Ναι, και;» είπε κοκκινίζοντας. «Γι’ αυτό ήταν τόσο σίγουρη η Αµέρικα ότι δεν θα προχωρούσες». «Τα είχα μόνο με ένα αγόρι και στα τέσσερα χρόνια του λυκείου. Ήθελε να γίνει βαπτιστής πάστορας. Ποτέ δεν προέκυψε». «Πάστορας; Και τι έγινε έπειτα από τόση αποχή;» «Ήθελε να παντρευτούµε και να µείνουµε µαζί… στο Κάνσας. Εγώ, πάλι, όχι!» Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που μου έλεγε. Κόντευε τα δεκαεννιά και ήταν ακόμη παρθένα; Αυτό ήταν ανήκουστο στις μέρες μας. Από τότε που ξεκίνησα το λύκειο, δεν θυµόµουν να είχα συναντήσει ούτε µία παρθένα. «Παρθένα λοιπόν». Κράτησα το πρόσωπό της στα χέρια μου. «Ποτέ δεν θα το φανταζόµουν έτσι όπως χόρευες στο Red». «Πολύ αστείο» είπε και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά κοπανώντας τα πόδια της.


Πήγα να την ακολουθήσω, αλλά σκόνταψα στα σκαλιά. Ο αγκώνας μου χτύπησε στη γωνία του σκαλοπατιού, αλλά δεν ένιωσα πόνο. Έπεσα ανάσκελα και άρχισα να γελάω υστερικά. «Τι κάνεις; Σήκω πάνω!» είπε η Άµπι τραβώντας µε για να σηκωθώ. Τα μάτια μου θόλωσαν, και ξαφνικά βρισκόμασταν στο μάθημα του Τσέινι. Η Άμπι καθόταν στην έδρα φορώντας κάτι που έμοιαζε με φόρεμα επίσημου χορού, ενώ εγώ μόνο το μποξεράκι μου. Η αίθουσα ήταν άδεια, και ήταν είτε σούρουπο είτε ξηµέρωµα. «Ετοιμάζεσαι να βγεις;» ρώτησα χωρίς να με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ότι δεν ήµουν ντυµένος. Η Άµπι χαµογέλασε και άπλωσε το χέρι της για να αγγίξει το πρόσωπό µου. «Όχι. Δεν πάω πουθενά. Ήρθα για να µείνω». «Το υπόσχεσαι;» ρώτησα αγγίζοντας τα γόνατά της και άνοιξα τα πόδια της όσο χρειαζόταν για να σταθώ στριµωγµένος ανάµεσα στα µπούτια της. «Όταν τελειώσουν όλα αυτά, είµαι δικιά σου». Δεν ήμουν πολύ σίγουρος για το τι εννοούσε, αλλά η Άμπι είχε πέσει πάνω μου. Τα χείλη της ταξίδευαν στον λαιμό μου, κι έκλεισα τα μάτια μου, σε κατάσταση απόλυτης ευτυχίας. Όλα αυτά για τα οποία είχα παλέψει γίνονταν τώρα πραγματικότητα. Τα δάχτυλά της κατέβηκαν στον κορμό μου, και πήρα μια βαθιά ανάσα καθώς γλίστρησαν κάτω από το μποξεράκι μου και ακούμπησαν το ευαίσθητο σηµείο µου. Ό,τι καταπληκτικό και να είχα νιώσει ως τώρα, ήταν ένα τίποτα μπροστά σ’ αυτό. Τύλιξα τα μαλλιά της στα δάχτυλά μου και πίεσα τα χείλη μου στα δικά της, χαϊδεύοντας το εσωτερικό του στόματός της με τη γλώσσα μου. Ένα από τα παπούτσια της έπεσε στο πάτωµα, και κοίταξα κάτω. «Πρέπει να φύγω» είπε λυπηµένη η Άµπι. «Τι; Είπες ότι δεν θα φύγεις». «Προσπάθησε περισσότερο» χαµογέλασε η Άµπι. «Τι πράγµα;» «Προσπάθησε περισσότερο» επανέλαβε, αγγίζοντας το πρόσωπό µου. «Περίµενε» είπα. Δεν ήθελα νε τελειώσει αυτό. «Σ’ αγαπώ, Περιστεράκι».


Ανοιγόκλεισα αργά τα μάτια μου. Όταν κατάφερα να εστιάσω, αναγνώρισα τον ανεμιστήρα της οροφής. Το σώμα μου πονούσε παντού, ενώ το σφυροκόπημα στο κεφάλι µου συντονιζόταν µε τους χτύπους της καρδιάς µου. Κάπου από τον διάδρομο άκουσα την ενθουσιώδη, τσιριχτή φωνή της Αμέρικα. Η μπάσα φωνή του Σέπλι έκανε αντίθεση ανάμεσα στις φωνές της Αμέρικα και της Άµπι. Έκλεισα τα μάτια μου, συντετριμμένος. Ήταν απλώς ένα όνειρο. Τίποτα δεν είχε συμβεί. Έτριψα το πρόσωπό μου, προσπαθώντας να βρω αρκετή ενέργεια ώστε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ό,τι και να είχα κάνει χθες το βράδυ, ήλπιζα να άξιζε τον κόπο που τώρα ένιωθα ένα κομμάτι κρέας πεταμένο στα σκουπίδια. Ένιωθα τα πόδια μου βαριά καθώς τα έσερνα στο πάτωμα για να πάω να πιάσω ένα τζιν που ήταν πεταμένο στη γωνία. Το φόρεσα και προχώρησα σκουντουφλώντας μέχρι την κουζίνα. Τα αυτιά µου πονούσαν από τις φωνές τους. «Πολλή φασαρία κάνετε, γαµώτο» είπα κουµπώνοντας το τζιν µου. «Συγγνώμη» είπε η Άμπι, χωρίς ούτε καν να με κοιτάξει

– σίγουρα είχα κάνει

κάποια µαλακία χθες το βράδυ και την είχα κάνει ρεζίλι. «Ποιος διάολος µε άφησε να πιω τόσο πολύ χθες το βράδυ;» «Εσύ άφησες τον εαυτό σου». Η Αμέρικα έκανε μια γκριμάτσα αηδίας. «Πήγες και αγόρασες σχεδόν ένα λίτρο όταν έφυγε η Άμπι με τον Πάρκερ, και μέχρι να γυρίσει το είχες κατεβάσει όλο». Μου έρχονταν διάφορες αναμνήσεις, κατακερματισμένες. Η Άμπι έφυγε με τον Πάρκερ. Ήµουν τελείως πεσµένος. Πήγα στην κάβα µε την Αµέρικα. «Διάολε» είπα κουνώντας το κεφάλι µου. «Πέρασες καλά;» ρώτησα την Άµπι. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Σκατά. Πρέπει να έκανα μεγαλύτερη μαλακία απ’ όσο νόµιζα. «Σοβαρολογείς;» ρώτησε. «Τι;» απόρησα, αλλά µε το που το είπα το µετάνιωσα. Η Αµέρικα χαχάνισε, έκπληκτη µε την αµνησία µου. «Την έβγαλες από το αυτοκίνητο του Πάρκερ. Τρελάθηκες από τα νεύρα σου όταν τους έπιασες να χαμουρεύονται σαν μαθητούδια. Με θαμπωμένα τζάμια και όλα αυτά!»


Έψαξα όσο μπορούσα πιο βαθιά για αναμνήσεις από την περασμένη βραδιά. Το χαμούρεμα δεν μου έλεγε τίποτα, η ζήλια όμως ναι. Καθώς η Άμπι έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί, απέφυγα το βλέµµα της. «Πόσο τσαντισμένη είσαι;» τη ρώτησα, περιμένοντας μια έκρηξη από τσιρίδες που θα διέλυε εντελώς τον ήδη κατεστραµµένο µου εγκέφαλο. Η Άμπι έφυγε θυμωμένα προς την κρεβατοκάμαρα και την ακολούθησα, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω μας. Με κοίταξε με ένα ύφος που δεν είχα ξαναδεί. Δεν ήξερα πώς να το ερµηνεύσω. «Θυµάσαι τίποτα απ’ όσα µου είπες χθες το βράδυ;» ρώτησε. «Όχι. Γιατί; Σου είπα κάτι άσχηµο;» «Όχι, δεν μου είπες τίποτα άσχημο! Αλλά εσύ… εμείς…» είπε κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. Καθώς σήκωσε τα χέρια της, πρόσεξα ένα καινούργιο κόσμημα που γλίστρησε από τον καρπό της προς τα πάνω. «Πού το βρήκες αυτό;» ρώτησα τυλίγοντας το χέρι µου στον καρπό της. «Δικό µου είναι» είπε και τραβήχτηκε. «Δεν το έχω ξαναδεί. Καινούργιο φαίνεται». «Είναι». «Πού το βρήκες;» «Μου το χάρισε ο Πάρκερ πριν από δεκαπέντε λεπτά περίπου» είπε. Ο θυµός φούντωσε µέσα µου. Ήθελα να χτυπήσω κάτι για να νιώσω καλύτερα. «Τι σκατά ήθελε εδώ αυτός ο γελοίος; Εδώ έµεινε το βράδυ;» «Πήγε να μου πάρει δώρο για τα γενέθλιά μου σήμερα το πρωί και πέρασε να µου το δώσει» είπε σταυρώνοντας τα χέρια της, ατάραχη. «Δεν έχεις ακόμη τα γενέθλιά σου» παρατήρησα ξεχειλίζοντας από θυμό, αλλά βλέποντας εκείνη να µην τροµάζει καθόλου κατάφερα να τον ελέγξω. «Δεν µπορούσε να περιµένει» είπε ανασηκώνοντας το πιγούνι της. «Γι’ αυτό λοιπόν χρειάστηκε να σε βγάλω απ’ το αμάξι του, προφανώς…» σταμάτησα, σφίγγοντας τα χείλη μου για να μην αφήσω την υπόλοιπη πρόταση να ξεφύγει· δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να πω πράγματα που δεν θα μπορούσα να πάρω πίσω.


«Τι; Προφανώς έκανα τι;» «Τίποτα. Είμαι απλώς θυμωμένος και θα έλεγα μια μαλακία που δεν θα την εννοούσα». «Λες και δεν το ’χεις ξανακάνει». «Το ξέρω. Το δουλεύω» είπα και πήγα προς την πόρτα. «Θα σε αφήσω να ντυθείς». Μόλις έπιασα το πόμολο, ένιωσα έναν πόνο από τον αγκώνα ως τον ώμο. Ακούμπησα τον αγκώνα μου και πόνεσα. Σηκώνοντάς τον για να τον κοιτάξω, είδα αυτό που υποψιαζόμουν: μια φρέσκια μελανιά. Προσπαθούσα να σκεφτώ πώς έγινε, και θυμήθηκα ότι η Άμπι μού είπε πως ήταν παρθένα, ότι έπεσα, και γελούσα, και µετά η Άµπι µε βοήθησε να γδυθώ… και µετά… Ωχ, Θεούλη µου. «Έπεσα στις σκάλες χθες το βράδυ. Και με βοήθησες να πάω στο κρεβάτι…» είπα, κάνοντας ένα βήµα προς το µέρος της. Ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα από το περασμένο βράδυ, να στριμώχνω την Άμπι που στεκόταν σχεδόν γυμνή μπροστά στην ντουλάπα. Την είχα πηδήξει σχεδόν, παραλίγο να της πάρω την παρθενιά ενώ ήμουν μεθυσμένος. Στη σκέψη του τι θα µπορούσε να είχε συµβεί ένιωσα ντροπή… για πρώτη µου φορά. «Όχι, δεν συνέβη τίποτα» µε καθησύχασε κουνώντας το κεφάλι της. «Θαμπώσατε τα τζάμια με τον Πάρκερ στο αυτοκίνητο, σε έβγαλα από μέσα και μετά προσπάθησα να…» Ανατρίχιασα. Προσπάθησα να διώξω την ανάμνηση από το μυαλό μου. Μου προκαλούσε αηδία. Ευτυχώς, ακόμα και μέσα στο μεθύσι μου είχα σταματήσει, αλλά αν δεν το είχα κάνει; Της Άμπι δεν της άξιζε μια τέτοια πρώτη φορά με οποιονδήποτε, πόσω μάλλον μ’ εμένα. Για μια στιγμή είχα πιστέψει πως είχα αλλάξει στ’ αλήθεια. Χρειάστηκε μόνο ένα μπουκάλι ουίσκι και το

άκουσμα

της

λέξης

«παρθένα»

για

να

επιστρέψω

στη

μαλακισμένη

συμπεριφορά μου. Στράφηκα προς την πόρτα και έπιασα το πόμολο. «Θα με τρελάνεις τελείως, Περιστεράκι» γρύλισα πάνω από τον ώμο μου. «Δεν σκέφτομαι όταν είµαι µαζί σου». «Εγώ φταίω δηλαδή;» Γύρισα. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε από το πρόσωπό της στο μπουρνούζι της, στους µηρούς και στα πόδια της, ώσπου ξαναγύρισε στα µάτια της.


«Δεν ξέρω. Η µνήµη µου είναι λίγο θολή… αλλά δεν θυµάµαι να είπες όχι». Έκανε ένα βήμα μπροστά μοιάζοντας έτοιμη να επιτεθεί, αλλά μετά το πρόσωπό της µαλάκωσε, το σώµα της χαλάρωσε. «Τι θέλεις να σου πω, Τράβις;» «Ήλπιζες ότι δεν θα το θυµόµουν;» «Όχι! Τσαντίστηκα που το ξέχασες!» Δεν έβγαζε κανένα νόηµα. «Γιατί;» «Γιατί αν είχα… αν είχαµε… κι εσύ δεν… Δεν ξέρω γιατί! Γιατί έτσι!» Ήταν έτοιμη να το παραδεχτεί. Έπρεπε να το παραδεχτεί. Η Άμπι είχε τσαντιστεί επειδή ετοιμαζόταν να μου χαρίσει την παρθενιά της κι εγώ δεν θυμόμουν τι είχε συμβεί. Αυτό ήταν. Αυτή ήταν επιτέλους η στιγμή. Θα ξεκαθαρίζαμε επιτέλους τα πράγματα, αλλά ο χρόνος λιγόστευε. Ο Σέπλι θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή να ρωτήσει την Άμπι αν ήθελε να πάει μαζί με την Αµέρικα έξω, σύµφωνα µε το σχέδιό µας για το πάρτι. Όρμησα προς το μέρος της και σταμάτησα σε απόσταση αναπνοής. Κράτησα το πρόσωπό της στα χέρια µου. «Τι κάνουµε, Περιστεράκι;» Κοίταξε τη ζώνη μου και ύστερα το βλέμμα της ανέβηκε αργά και συνάντησε το δικό µου. «Εσύ πες μου» είπε ανέκφραστα, λες και αν παραδεχόταν πως ένιωθε κάτι για µένα όλα της τα συστήµατα θα έκλειναν. Το χτύπηµα στην πόρτα µε έκανε έξαλλο, αλλά παρέµεινα συγκεντρωµένος. «Άμπι;» ακούστηκε η φωνή του Σέπλι. «Η Μερ θα βγει για κάτι δουλειές. Μου ζήτησε να σου το πω, µήπως ήθελες να πας µαζί της». «Περιστεράκι;» είπα κοιτώντας τη στα µάτια. «Ναι» φώναξε στον Σέπλι. «Έχω κι εγώ κάτι δουλειές να κάνω». «Έγινε, όποτε είσαι έτοιμη, της λες και φεύγετε» είπε ο Σέπλι και τα βήματά του αποµακρύνθηκαν στον διάδροµο. «Περιστεράκι;» ατµόσφαιρα.

είπα,

προσπαθώντας

απεγνωσμένα

να

διατηρήσω

την


Έκανε μερικά βήματα πίσω, έβγαλε κάποια πράγματα από την ντουλάπα και πέρασε από δίπλα µου. «Να το συζητήσουµε αργότερα; Έχω πολλά να κάνω σήµερα». «Έγινε» είπα απογοητευµένος.


13

Πορσελάνη

Η ΑΜΠΙ ΔΕΝ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΠΟΛΛΗ ΩΡΑ. Για την ακρίβεια, έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Προσπάθησα να μην το αφήσω αυτό να με καταβάλει. Η Άµπι συνήθως έφευγε µόλις προέκυπτε κάποιο σοβαρό θέµα. Η πόρτα έκλεισε και το αυτοκίνητο της Αμέρικα βγήκε από το πάρκινγκ. Το διαμέρισμα μου φαινόταν και πάλι πνιγηρό και άδειο. Δεν μου άρεσε καθόλου να είµαι εδώ χωρίς την Άµπι και αναρωτιόµουν τι έκανα πριν τη γνωρίσω. Πήρα μια πλαστική σακουλίτσα που είχα φέρει στο σπίτι πριν από μερικές μέρες. Είχα εκτυπώσει κάποιες φωτογραφίες από το τηλέφωνό μου, με την Άμπι κι εµένα. Οι λευκοί τοίχοι είχαν επιτέλους χρώμα. Ακριβώς τη στιγμή που κόλλησα και την τελευταία φωτογραφία, ο Σέπλι χτύπησε την πόρτα. «Πού είσαι;» «Τι έγινε;» «Έχουµε δουλειές». «Το ξέρω». Πήγαμε στο διαμέρισμα του Μπραζίλ, σιωπηλοί σε όλη σχεδόν τη διαδρομή. Όταν φτάσαμε, ο Μπραζίλ μάς άνοιξε κρατώντας τουλάχιστον δυο ντουζίνες μπαλόνια. Οι μακριές ασημένιες κορδέλες ανέβηκαν με το ρεύμα στο πρόσωπό του και τις αποµάκρυνε, φτύνοντας µερικές από το στόµα του.


«Και πάνω που αναρωτιόμουν αν το πάρτι ακυρώνεται. Ο Γκρούβερ πήγε να φέρει την τούρτα και τα ποτά». Μπήκαμε στο σαλόνι. Οι τοίχοι τους δεν ήταν και πολύ διαφορετικοί από τους δικούς μας, αλλά είτε το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο –αν μπορούσες να τα αποκαλέσεις αυτά έπιπλα

– είτε είχαν αγοράσει τον καναπέ τους από το

παλιατζίδικο. «Έστειλα κάποιους από την αδελφότητα να φέρουν φαγητό και τα τρομερά ηχεία του Μίκι» συνέχισε ο Μπραζίλ. «Μια κοπέλα από τη Σίγμα Κάπα έχει κάτι φωτάκια που μπορούμε να δανειστούμε – μην ανησυχείτε, δεν τις κάλεσα. Τους είπα πως τα θέλουμε για ένα πάρτι που θα γίνει το άλλο Σαββατοκύριακο. Νομίζω ότι δεν λείπει τίποτα». «Ευτυχώς» είπε ο Σέπλι. «Η Αμέρικα θα πάθαινε κρίση έτσι και έφτανε εδώ και µας έβρισκε µε ένα σωρό κορίτσια από αδελφότητα». «Τα μόνα κορίτσια εδώ θα είναι οι συμφοιτήτριες της Άμπι και οι κοπέλες των φίλων μας» τον καθησύχασε ο Μπραζίλ χαμογελώντας. «Νομίζω ότι η Άμπι θα ξετρελαθεί». Χαμογέλασα κοιτάζοντας τον Μπραζίλ να τακτοποιεί μπαλόνια στο ταβάνι, με τις κορδέλες να κρέµονται. «Κι εγώ έτσι νοµίζω. Σεπ;» «Ναι;» «Να τηλεφωνήσεις στον Πάρκερ την τελευταία στιγμή. Έτσι, τον έχουμε τυπικά καλέσει, αλλά αν καταφέρει να έρθει τουλάχιστον δεν θα είναι εδώ σε όλο το πάρτι». «Έγινε». Ο Μπραζίλ πήρε βαθιά ανάσα. «Βάζεις ένα χεράκι να µετακινήσουµε τα έπιπλα, Τραβ;» «Φυσικά» είπα και τον ακολούθησα στο διπλανό δωµάτιο. Η τραπεζαρία ήταν ενιαία με την κουζίνα και υπήρχαν ήδη καρέκλες τοποθετημένες γύρω γύρω κατά μήκος του τοίχου. Στον πάγκο δέσποζαν μια σειρά από καθαρά σφηνοπότηρα και ένα κλειστό μπουκάλι τεκίλα. Ο Σέπλι σταµάτησε και κοίταξε το µπουκάλι.


«Δεν είναι για την Άµπι αυτό, έτσι;» Ο Μπραζίλ χαμογέλασε και τα λευκά του δόντια έλαμψαν κάνοντας αντίθεση με το σκούρο δέρµα του. «Ε… ναι. Είναι παράδοση. Αφού της οργανώνει πάρτι η ομάδα φούτμπολ, πρέπει να ακολουθήσει τις παραδόσεις». «Δεν μπορείτε να τη βάλετε να πιει τόσα σφηνάκια» είπε ο Σέπλι. «Τράβις. Πες του». «Δεν θα τη βάλω να κάνει τίποτα». Ο Μπραζίλ σήκωσε το χέρι του. «Για κάθε σφηνάκι που πίνει, παίρνει είκοσι δολάρια. Είναι το δώρο μας» εξήγησε, αλλά το χαµόγελό του έσβησε βλέποντας το συνοφρυωµένο ύφος του Σέπλι. «Το δώρο σας είναι δηλητηρίαση από το αλκοόλ;» «Θα δούμε απλώς αν θέλει να πιει ένα γενέθλιο σφηνάκι για είκοσι δολάρια, Σεπ. Δεν έγινε και τίποτα» πετάχτηκα. Μετακινήσαμε το τραπέζι στο πλάι, και μετά βοηθήσαμε τους άλλους να φέρουν μέσα τα φαγητά και τα ηχεία. Η κοπέλα ενός άρχισε να ψεκάζει όλο το διαµέρισµα µε αποσµητικό χώρου. «Νίκι! Κόφ’ το µε τη µαλακία!» «Αν όλοι εσείς δεν βρομούσατε τόσο, δεν θα αναγκαζόμουν να το κάνω αυτό. Είστε δέκα ιδρωμένοι τύποι εδώ μέσα, δεν θέλει και πολύ για να βρομίσει ο τόπος. Δεν φαντάζομαι να θέλετε να μυρίζει σαν αποδυτήρια εδώ πέρα όταν θα μπει, έτσι δεν είναι;» διαµαρτυρήθηκε βάζοντας το χέρι στον γοφό της. «Δίκιο έχει» είπα. «Και μια που μιλάμε για μπόχα, πρέπει να πάω σπίτι να κάνω ένα ντους. Τα λέµε σε µισή ώρα». Ο Σέπλι σκούπισε το μέτωπό του και έγνεψε, βγάζοντας το τηλέφωνό του από τη μια τσέπη και τα κλειδιά του από την άλλη. Έστειλε στα γρήγορα ένα μήνυμα στην Αμέρικα. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα το τηλέφωνό του έβγαλε έναν ήχο. Χαµογέλασε. «Καλά, απίστευτο. Ακολουθούν το πρόγραµµα κατά γράµµα». «Καλό σηµάδι αυτό». Γυρίσαμε γρήγορα στο σπίτι. Σε δεκαπέντε λεπτά είχα πλυθεί, ξυριστεί και ντυθεί. Ο Σέπλι δεν χρειάστηκε πολύ παραπάνω, αλλά κοιτούσα το ρολόι μου όλη


την ώρα. «Ηρέμησε» είπε ο Σέπλι κουμπώνοντας το πράσινο καρό του πουκάμισο. «Ακόµη ψώνια κάνουν». Απέξω ακούστηκε μια μηχανή αυτοκινήτου να μουγκρίζει, μια πόρτα να κλείνει και μετά βήματα που ανέβαιναν τη σιδερένια σκάλα έξω από την πόρτα μας. Την άνοιξα χαµογελώντας. «Πάνω στην ώρα». Ο Τρέντον χαμογέλασε κρατώντας ένα κουτί με τρύπες κομμένες στα πλάγια και στο καπάκι. «Έχει φάει, έχει πιει, έχει κάνει τις ανάγκες του. Νομίζω ότι θα είναι εντάξει για κάποια ώρα». «Είσαι φοβερός, Τρεντ. Ευχαριστώ». Κοίταξα πέρα από τον ώμο του και είδα τον μπαμπά μου καθισμένο στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Μου κούνησε το χέρι και του ανταπέδωσα τον χαιρετισμό. Ο Τρέντον άνοιξε το καπάκι και χαµογέλασε. «Να είσαι καλός, µικρούλη. Είµαι σίγουρος ότι θα τα ξαναπούµε». Η ουρά του κουταβιού χτυπούσε στο κουτί καθώς ξαναέβαλα το καπάκι και τον πήρα µέσα. «Έλα, ρε. Γιατί στο δικό µου δωµάτιο;» γκρίνιαξε ο Σέπλι. «Σε περίπτωση που το Περιστεράκι αποφασίσει να πάει στο δικό μου δωμάτιο πριν την ώρα της» είπα και πήρα το κινητό µου για να τηλεφωνήσω στην Άµπι. «Παρακαλώ;» ακούστηκε η φωνή της µετά το δεύτερο χτύπηµα. «Είναι ώρα για φαγητό! Πού στον διάολο χαθήκατε;» «Χρειαζόμασταν λίγη περιποίηση. Πριν μας γνωρίσετε μπορούσατε να φάτε µόνοι σας µε τον Σεπ. Θα τα καταφέρετε». «Ναι, τι µας λες. Εµείς απλώς ανησυχήσαµε για εσάς». «Μια χαρά είµαστε» είπε, και η φωνή της ακουγόταν χαµογελαστή. «Πες του ότι θα σε γυρίσω αμέσως» πετάχτηκε η Αμέρικα δίπλα της. «Πρέπει να περάσω από τον Μπραζίλ να πάρω μερικές σημειώσεις για τον Σεπ και μετά θα πάµε στο σπίτι». «Το άκουσες;» ρώτησε η Άµπι.


«Ναι. Τα λέµε σε λίγο, Περιστεράκι». Έκλεισα το τηλέφωνο και ακολούθησα βιαστικά τον Σέπλι στο αυτοκίνητό του. Δεν ήξερα γιατί, αλλά είχα άγχος. «Τηλεφώνησες στον µαλάκα;» Ο Σέπλι ένευσε, βάζοντας µπρος το αµάξι. «Όσο έκανες ντους». «Θα έρθει;» «Αργότερα. Καθόλου δεν του άρεσε που του το είπαμε τελευταία στιγμή, αλλά του υπενθύμισα ότι έπρεπε να γίνει έτσι επειδή αυτός άνοιξε το στοματάκι του, και µετά απ’ αυτό το βούλωσε». Χαμογέλασα. Ο Πάρκερ πάντα μου την έσπαγε. Αν δεν τον καλούσαμε, η Άμπι θα στενοχωριόταν, κι έτσι έπρεπε να αγνοήσω τα ένστικτά μου και να αφήσω τον Σέπλι να του τηλεφωνήσει. «Μη µεθύσεις και του ρίξεις καµιά» είπε ο Σέπλι. «Δεν υπόσχομαι τίποτα. Πάρκαρε εδώ, να μη δει η Άμπι το αυτοκίνητο» είπα, δείχνοντας το πλαϊνό πάρκινγκ. Τρέξαμε ως το διαμέρισμα του Μπραζίλ και χτύπησα την πόρτα. Από μέσα επικρατούσε ησυχία. «Εµείς είµαστε! Ανοίξτε». Ο Κρις Τζενκς άνοιξε την πόρτα και στεκόταν μέσα στη μέση με ένα ηλίθιο χαμόγελο. Κουνιόταν μπρος πίσω, ήδη μεθυσμένος. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μου την έσπαγε περισσότερο και από τον Πάρκερ. Κανείς δεν μπορούσε να το αποδείξει, αλλά οι φήμες έλεγαν ότι ο Τζενκς είχε ρίξει κάτι στο ποτό μιας κοπέλας κάποτε σε ένα πάρτι. Οι περισσότεροι το πίστευαν, μια που αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος να ρίξει κάποια στο κρεβάτι. Κανείς δεν έλεγε ανοιχτά τι είχε συµβεί, κι έτσι προσπαθούσα απλώς να τον έχω σε απόσταση. Έριξα μια δολοφονική ματιά στον Σέπλι, που σήκωσε ψηλά τα χέρια. Προφανώς ούτε αυτός ήξερε ότι θα ήταν εδώ ο Τζενκς. Κοίταξα το ρολόι μου και μείναμε να περιμένουμε στο σκοτάδι με ένα σωρό ασημένιες κορδέλες να μας γαργαλάνε το πρόσωπο. Ήμασταν όλοι κολλημένοι ο ένας στον άλλο, στριμωγμένοι στο καθιστικό περιμένοντας την Άμπι, και κάθε


κίνηση κάποιου έκανε όλους τους υπόλοιπους να γέρνουν προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Ένα χτύπημα στην πόρτα μάς έκανε όλους να παγώσουμε. Περίμενα να μπει μέσα η Αμέρικα, αλλά δεν έγινε τίποτα. Κάποιοι ψιθύριζαν και κάποιοι άλλοι τους έλεγαν να σταματήσουν. Ακούστηκε ακόμα ένα χτύπημα και ο Μπραζίλ πετάχτηκε, πήγε γρήγορα στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα, αποκαλύπτοντας την Αµέρικα και την Άµπι στο πλατύσκαλο. «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!» φωνάξαµε όλοι µαζί. Η Άμπι γούρλωσε τα μάτια και μετά χαμογέλασε, βάζοντας αμέσως το χέρι της μπροστά στο στόμα. Η Αμέρικα την έσπρωξε απαλά προς τα μέσα και όλοι µαζεύτηκαν γύρω της. Καθώς προχωρούσα προς την Άμπι, το πλήθος άνοιγε. Φορούσε ένα γκρίζο φόρεμα και κίτρινες γόβες και ήταν κουκλάρα. Έπιασα το χαμογελαστό της πρόσωπο στα χέρια µου και ακούµπησα τα χείλη µου στο µέτωπό της. «Χρόνια πολλά, Περιστεράκι». «Αύριο είναι τα γενέθλιά µου» είπε χαµογελώντας σε όλους γύρω µας. «Αφού σ’ το σφύριξαν, αναγκαστήκαμε να κάνουμε μερικές αλλαγές της τελευταίας στιγµής για να σου κάνουµε έκπληξη. Έπιασε;» «Απόλυτα!» Ο Φιντς ήρθε να της ευχηθεί και η Αµέρικα της έριξε µια σκουντιά. «Ευτυχώς που σε έψησα να έρθεις για δουλειές μαζί μου, αλλιώς θα είχες εµφανιστεί χάλι µαύρο!» «Είσαι κούκλα» είπα κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω

– αυτή δεν ήταν και

η πιο ποιητική λέξη που μπορούσα να χρησιμοποιήσω, αλλά δεν ήθελα να το παρακάνω. Στη συνέχεια ήρθε ο Μπραζίλ και αγκάλιασε σφιχτά την Άµπι. «Και ελπίζω να ξέρεις ότι όλη η φάση

“ο Μπραζίλ με φρικάρει

” ήταν κόλπο της

Αµέρικα για να σε φέρει εδώ». «Έπιασε όµως, έτσι;» γέλασε η Αµέρικα. Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της, χαμογελαστή και με την έκπληξη ακόμη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Έσκυψε στο αυτί της Αμέρικα και ψιθύρισε κάτι


και η Αμέρικα της απάντησε ψιθυριστά. Θα έπρεπε να τη ρωτήσω αργότερα τι έλεγαν. Ο Μπραζίλ έβαλε τη µουσική στο τέρµα και όλοι άρχισαν να τσιρίζουν. «Έλα δω, Άμπι!» είπε και πήγε προς την κουζίνα. Πήρε το μπουκάλι με την τεκίλα από το μπαρ και στάθηκε μπροστά στα σφηνοπότηρα που ήταν αραδιασμένα στον πάγκο. «Χρόνια πολλά απ’ την ομάδα φούτμπολ, μικρή» χαμογέλασε, γεμίζοντας όλα τα ποτήρια με Patrόn. «Έτσι γιορτάζουμε τα γενέθλια. Γίνεσαι δεκαεννιά, πίνεις δεκαεννιά σφηνάκια. Μπορείς να τα πιεις ή να τα δώσεις σε άλλους, αλλά, όσο πιο πολλά πιεις, τόσο πιο πολλά τέτοια παίρνεις» είπε ανεµίζοντας ένα µάτσο εικοσαδόλαρα. «Θεέ µου!» τσίριξε η Άµπι· τα µάτια της έλαµψαν µόλις είδε τα χρήµατα. «Πιες, Περιστεράκι!» είπα. Η Άµπι κοίταξε καχύποπτα τον Μπραζίλ. «Δηλαδή παίρνω είκοσι δολάρια για κάθε σφηνάκι που θα πιω;» «Ακριβώς, δεσποινίς Κατηγορία Φτερού. Αν κρίνω από το μέγεθός σου, θα έχουµε χάσει γύρω στα εξήντα δολάρια στο τέλος της βραδιάς». «Δεν µε ξέρεις καλά, Μπραζίλ» είπε η Άµπι. Έφερε το πρώτο ποτήρι στο στόμα της και το κατέβασε στη μέση από την άκρη του κάτω χειλιού της, ύστερα έγειρε πίσω το κεφάλι για να το αδειάσει και κύλησε το ποτήρι ως την άλλη άκρη, πιάνοντάς το με το άλλο χέρι. Ήταν το πιο σέξι πράγµα που είχα δει ποτέ µου. «Που να µε πάρει!» αναφώνησα, και ξαφνικά είχα ανάψει πάρα πολύ. «Άδικος κόπος, Μπραζίλ» είπε η Άμπι, σκουπίζοντας το στόμα της. «Για τα σφηνάκια βάζουµε Cuervo, όχι Patrόn». Το αυτάρεσκο χαμόγελο του Μπραζίλ έσβησε. Κούνησε το κεφάλι του και ανασήκωσε τους ώµους. «Εμπρός λοιπόν. Έχω εδώ τα πορτοφόλια δώδεκα παικτών φούτμπολ που λένε ότι δεν φτάνεις ούτε τα δέκα». «Διπλά ή τίποτα ότι μπορώ να πιω δεκαπέντε» του αντιγύρισε με ένα απειλητικό βλέµµα. Δεν μπορούσα να μη χαμογελάσω, αλλά ταυτόχρονα αναρωτιόμουν πώς στον


διάολο θα κατάφερνα να συγκρατηθώ αν συνέχιζε να φέρεται σαν επαγγελματίας του Λας Βέγκας. Με άναβε απίστευτα. «Σιγά!» φώναξε ο Σέπλι. «Δεν επιτρέπεται να πας στο νοσοκομείο στα γενέθλιά σου, Άµπι!» «Μπορεί να το κάνει» είπε η Αµέρικα κοιτάζοντας τον Μπραζίλ. «Σαράντα δολάρια το σφηνάκι;» ρώτησε ο Μπραζίλ δύσπιστα. «Φοβάσαι;» ρώτησε η Άµπι. «Όχι βέβαια! Θα σου δώσω είκοσι για κάθε σφηνάκι και, όταν φτάσεις τα δεκαπέντε, θα διπλασιάσω το σύνολό σου». «Έτσι γιορτάζονται τα γενέθλια στο Κάνσας» είπε κατεβάζοντας άλλο ένα σφηνάκι. Η μουσική ήταν δυνατή και φρόντισα να χορέψω με την Άμπι σε όλα τα τραγούδια που ήθελε. Το σπίτι ήταν γεμάτο χαμογελαστά κολεγιόπαιδα με μια μπίρα στο ένα χέρι και ένα σφηνάκι στο άλλο. Η Άμπι έφευγε κάθε τόσο για να κατεβάσει άλλο ένα σφηνάκι και επέστρεφε μαζί μου στην αυτοσχέδια πίστα στο σαλόνι. Οι θεοί των γενεθλίων πρέπει να ήταν ικανοποιημένοι με τις προσπάθειές μου, γιατί ακριβώς τη στιγμή που η Άμπι είχε αρχίσει να ζαλίζεται από το ποτό έπεσε ένα αργό κομμάτι. Ένα από τα αγαπημένα μου. Της τραγουδούσα με το στόμα μου κολλημένο στο αυτί της και έγερνα πίσω και συνέχιζα να τραγουδάω, κοιτάζοντάς τη στα σημεία που ήθελα να καταλάβει ότι ήταν σαν να μιλούσα σ’ εκείνη. Μάλλον δεν το έπιασε αυτό, αλλά εγώ είχα κάνει ό,τι μπορούσα. Την έγειρα προς τα πίσω και άφησε τα χέρια της να πέσουν ελεύθερα, τα δάχτυλά της ακούμπησαν σχεδόν το πάτωμα. Γέλασε δυνατά, και μετά ήμασταν πάλι όρθιοι και κουνιόμασταν πέρα δώθε. Πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και αναστέναξε. Μύριζε τόσο ωραία, ήταν απίστευτο. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό όταν φτάσω σε διψήφιο αριθμό στα σφηνάκια» χασκογέλασε. «Σου είπα πόσο υπέροχη είσαι απόψε;» Κούνησε το κεφάλι της και με αγκάλιασε, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο μου. Την έσφιξα πάνω μου και έχωσα το πρόσωπό μου στον λαιμό της. Όταν


ήμασταν έτσι, σιωπηλοί, χαρούμενοι, χωρίς να μας νοιάζει που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να είμαστε κάτι παραπάνω από φίλοι, αυτό ήταν το μόνο μέρος όπου ήθελα να βρίσκοµαι. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και η Άµπι µε άφησε. «Πάρκερ!» τσίριξε, τρέχοντας για να τον αγκαλιάσει. Τη φίλησε στο στόμα, κι αποκεί που ένιωθα σαν βασιλιάς, τώρα ήμουν έτοιμος για φόνο. Ο Πάρκερ σήκωσε το χέρι της και χαμογέλασε κοιτάζοντας τον καρπό της, λέγοντάς της κάτι γι’ αυτό το ηλίθιο βραχιόλι. «Έι» είπε δυνατά μέσα στο αυτί μου η Αμέρικα

· παρόλο που μιλούσε πολύ

δυνατά, κανείς άλλος δεν µπορούσε να την ακούσει. «Έι» έκανα κι εγώ, συνεχίζοντας να κοιτάζω τον Πάρκερ και την Άµπι. «Ψυχραιμία. Ο Σέπλι είπε πως ο Πάρκερ είναι απλώς περαστικός. Έχει κάτι να κάνει αύριο το πρωί, δεν µπορεί να µείνει µέχρι αργά». «Α, ναι;» «Ναι, οπότε χαλάρωσε. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Θα έχει φύγει προτού το πάρεις χαµπάρι». Η Άμπι τράβηξε τον Πάρκερ στον πάγκο, έπιασε άλλο ένα σφηνάκι και το κατέβασε κοπανώντας το μετά ανάποδα στον πάγκο όπως και τις προηγούμενες πέντε φορές. Ο Μπραζίλ τής έδωσε άλλα είκοσι δολάρια κι εκείνη έφυγε χορεύοντας προς το σαλόνι. Χωρίς δισταγμό, την άρπαξα και χορέψαμε με την Αµέρικα και τον Σέπλι. Ο Σέπλι τής χτύπησε κάθετα, µε την ανάστρoφη του χεριού, τον ποπό. «Ένα!» Η Αμέρικα της έκανε το δεύτερο «σαλαμάκι», και μετά όλοι ήθελαν να ρίξουν ένα. Στο δεκαεννιά, έτριψα τα χέρια μου, κάνοντάς τη να νομίζει ότι θα της έριχνα ένα γερό. «Σειρά µου!» «Με το µαλακό!» Έτριψε τον πισινό της. «Πονάει ο κώλος µου!» Σήκωσα το χέρι μου ψηλά, γελώντας. Η Άμπι έκλεισε τα μάτια, περίμενε για λίγο, και μετά κοίταξε πίσω της. Είχα σταματήσει ακριβώς πριν τον στόχο και της έριξα ένα απαλό χτυπηµατάκι.


«Δεκαεννιά!» φώναξα. Οι καλεσμένοι ζητωκραύγασαν και η Αμέρικα άρχισε να τραγουδάει μεθυσμένη το Happy Birthday. Όταν έφτασε στο σημείο που έπρεπε να πούμε το όνομά της, τραγούδησαν όλοι «Περιστεράκι». Ένιωσα λίγο περήφανος. Εκείνη την ώρα ξεκίνησε άλλο ένα αργό κομμάτι, αλλά αυτή τη φορά την τράβηξε ο Πάρκερ στο κέντρο του δωματίου για να χορέψουν. Χόρευε σαν ρομπότ, άκαμπτος και αδέξιος. Προσπαθούσα να μην κοιτάζω, αλλά, προτού τελειώσει το τραγούδι, τους είδα να πηγαίνουν προς τον διάδρομο. Κοίταξα την Αμέρικα κατάματα. Χαμογέλασε, μου έκλεισε το μάτι και κούνησε το κεφάλι, πρεοειδοποιώντας με σιωπηρά να µην κάνω καµιά µαλακία. Είχε δίκιο. Ούτε πέντε λεπτά δεν έμεινε μόνη της μαζί του η Άμπι. Ύστερα από λίγο τον συνόδευσε ως την πόρτα. Από το αμήχανο ύφος της Άμπι κατάλαβα ότι ο Πάρκερ είχε επιχειρήσει να της χαρίσει πέντε αξέχαστα λεπτά. Τη φίλησε στο µάγουλο και η Άµπι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Έφυγε ο μπαμπάκας!» φώναξα τραβώντας την Άμπι στο κέντρο της πίστας. «Ώρα να αρχίσει το πάρτι!» Όλοι ζητωκραύγασαν. «Μισό λεπτό! Έχω πρόγραμμα!» είπε η Άμπι και πήγε στην κουζίνα, όπου κατέβασε άλλο ένα σφηνάκι. Βλέποντας πόσα της είχαν μείνει ακόμα, έπιασα ένα από το τέλος και το ήπια. Η Άµπι ήπιε άλλο ένα, κι έκανα κι εγώ το ίδιο. «Άλλα επτά, Άµπι» είπε ο Μπραζίλ, δίνοντάς της κι άλλα χρήµατα. Για την επόμενη ώρα χορεύαμε, γελούσαμε και μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Η Άμπι χαμογελούσε διαρκώς και δεν χόρταινα να την κοιτάζω. Κατά διαστήματα μου φαινόταν πως με κοιτούσε εξεταστικά και αναρωτιόμουν τι θα γινόταν όταν θα γυρίζαμε στο σπίτι. Η Άμπι ήπιε τα επόμενα σφηνάκια χωρίς να βιάζεται, αλλά στο δέκατο είχε αρχίσει να έχει τα χάλια της. Χόρευε πάνω στον καναπέ μαζί με την Αμέρικα, χοροπηδώντας και γελώντας, αλλά κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία της. «Μήνυµα ελήφθη» είπα. «Δεν έχω δει κορίτσι να πίνει έτσι. Τέλος τώρα». «Ναι, καλά» είπε σέρνοντας τις λέξεις. «Με περιμένουν εξακόσια δολάρια στον


πάτο του ποτηριού κι εσύ είσαι ο τελευταίος άνθρωπος που μπορεί να μου πει να µην κάνω κάτι ακραίο για τα χρήµατα». «Αν χρειάζεσαι λεφτά, Περιστεράκι…» «Δεν πρόκειται να πάρω δανεικά από σένα» κάγχασε. «Θα σου πρότεινα να βάλεις ενέχυρο αυτό το βραχιόλι» χαµογέλασα. Με χτύπησε στο μπράτσο ακριβώς τη στιγμή που η Αμέρικα ξεκίνησε την αντίστροφη μέτρηση για τα μεσάνυχτα. Όταν το ρολόι έδειξε δώδεκα ακριβώς, ζητωκραυγάσαμε όλοι. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο μεγάλη επιθυμία να φιλήσω ένα κορίτσι. Η Αμέρικα και ο Σέπλι με πρόλαβαν, φιλώντας από ένα µάγουλό της ο καθένας. Τη σήκωσα ψηλά και τη στριφογύρισα. «Χρόνια πολλά, Περιστεράκι» είπα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να µην τη φιλήσω στο στόµα. Όλοι στο πάρτι ήξεραν τι είχε κάνει με τον Πάρκερ στον διάδρομο. Θα ήταν μεγάλη μαλακία από την πλευρά μου να την κάνω να φανεί τόσο φτηνή μπροστά σε όλο τον κόσμο. Με κοίταξε με τα μεγάλα γκρίζα μάτια της και ένιωσα να λιώνω µέσα τους. «Σφηνάκια!» φώναξε και πήγε τρεκλίζοντας στην κουζίνα. Η φωνή της με ξάφνιασε, και όλος ο θόρυβος και η κίνηση γύρω μας ήταν και πάλι πραγµατικότητα. «Φαίνεσαι κομμάτια, Άμπι. Νομίζω πως είναι ώρα να το διαλύσουμε» είπε ο Μπραζίλ όταν την είδε στον πάγκο. «Δεν τα παρατάω εύκολα» είπε. «Θέλω τα λεφτά µου». Στάθηκα δίπλα της την ώρα που ο Μπραζίλ έβαλε ένα εικοσαδόλαρο κάτω από τα δύο τελευταία ποτήρια. «Θα τα πιει!» φώναξε στους συµπαίκτες του. «Χρειάζοµαι λεφτά!» Δυσανασχέτησαν όλοι, αλλά έβγαλαν τα πορτοφόλια τους και έβαλαν τα εικοσαδόλαρα πίσω από το τελευταίο ποτήρι. «Ποτέ δεν θα πίστευα ότι θα μπορούσα να χάσω πενήντα δολάρια από ένα κορίτσι σε στοίχηµα µε σφηνάκια» διαµαρτυρήθηκε ο Κρις. «Πίστεψέ το, Τζενκς» είπε η Άµπι, παίρνοντας ένα ποτήρι σε κάθε χέρι. Κατέβασε και τα δύο ποτήρια, και µετά πάγωσε.


«Περιστεράκι;» είπα κάνοντας ένα βήµα προς το µέρος της. Σήκωσε το δάχτυλό της κι ο Μπραζίλ χαµογέλασε. «Θα χάσει» είπε. «Όχι, δεν θα χάσει» απάντησε η Αμέρικα και κούνησε το κεφάλι της. «Άμπι, πάρε βαθιά ανάσα». Έκλεισε τα µάτια της και εισέπνευσε, πιάνοντας το τελευταίο ποτήρι. «Για όνομα του Θεού, Άμπι! Θα πάθεις δηλητηρίαση από το αλκοόλ!» φώναξε ο Σέπλι. «Το ’χει» τον διαβεβαίωσε η Αµέρικα. Η Άμπι έγειρε πίσω το κεφάλι και άφησε την τεκίλα να κυλήσει στο λαρύγγι της. Ξέσπασαν όλοι σε σφυρίγµατα και φωνές καθώς ο Μπραζίλ τής έδινε τα χρήµατα. «Ευχαριστώ» είπε µε περηφάνια και έχωσε τα λεφτά στο σουτιέν της. «Είσαι απίστευτα σέξι αυτή τη στιγμή» της είπα στο αυτί καθώς πηγαίναμε στο σαλόνι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα στη ζωή μου. Με αγκάλιασε, μάλλον για να δώσει µια ευκαιρία στο στοµάχι της να ηρεµήσει. «Είσαι σίγουρα εντάξει;» Ήθελε να πει «Μια χαρά», αλλά οι λέξεις έβγαιναν µπερδεµένες. «Πρέπει να την κάνεις να ξεράσει, Τραβ. Να τα βγάλει από µέσα της». «Χριστέ μου, Σεπ. Άφησέ την ήσυχη. Εντάξει είναι» είπε η Αμέρικα εκνευρισµένη. «Θέλω µόνο να µη συµβεί τίποτα κακό» διαµαρτυρήθηκε ο Σέπλι. «Άμπι; Είσαι εντάξει;» ρώτησε η Αμέρικα. Η Άμπι κατάφερε να χαμογελάσει αχνά, μισοκοιμισμένη. Η Αμέρικα κοίταξε τον Σέπλι. «Άσε απλώς το αλκοόλ να κάνει τον κύκλο του και θα συνέλθει. Δεν είναι η πρώτη της φορά. Ηρέµησε». «Απίστευτο» είπε ο Σέπλι. «Τράβις;» Ακούµπησα το µάγουλό µου στο µέτωπο της Άµπι. «Περιστεράκι; Θέλεις να τα βγάλεις; Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα γίνει τίποτα κακό;» «Όχι. Θέλω να χορέψω» απάντησε και µε έσφιξε περισσότερο. Κοίταξα τον Σέπλι και ανασήκωσα τους ώµους. «Όσο στέκεται στα πόδια της…» Δυσαρεστημένος, ο Σέπλι έφυγε βιαστικά μέσα από τον κόσμο. Η Αμέρικα


έκανε µια γκριµάτσα και µετά τον ακολούθησε. Η Άμπι πίεσε το σώμα της στο δικό μου. Παρόλο που το τραγούδι ήταν γρήγορο, χορεύαμε αργά στη μέση πίστας, ενώ γύρω μας όλοι χοροπηδούσαν και κουνούσαν τα χέρια τους. Μπλε, κόκκινα και πράσινα φώτα χόρευαν μαζί μας, στο πάτωμα και στους τοίχους. Τα μπλε φώτα αντανακλούσαν στο πρόσωπο της Άµπι και χρειαζόταν µεγάλη αυτοσυγκράτηση για να µην τη φιλήσω. Μερικές ώρες αργότερα, όταν ο κόσμος άρχισε να σκορπάει, η Άμπι κι εγώ ήμασταν ακόμη στην πίστα. Είχε συνέλθει λίγο αφού της έδωσα να φάει μερικές φρυγανιές και τυρί, και προσπάθησε να χορέψει κάποιο ηλίθιο ποπ τραγούδι με την Αμέρικα, αλλά όλη την υπόλοιπη ώρα βρισκόταν στην αγκαλιά μου, με τα χέρια της δεμένα πίσω από τον λαιμό μου. Οι περισσότεροι καλεσμένοι είτε είχαν φύγει είτε είχαν καταρρεύσει κάπου στο διαμέρισμα, ενώ οι τόνοι ανάμεσα στον Σέπλι και στην Αµέρικα ανέβαιναν διαρκώς. «Αν πρόκειται να γυρίσετε σπίτι μαζί μου, εγώ φεύγω τώρα» είπε ο Σέπλι, πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Δεν είµαι έτοιµη να φύγω» µουρµούρισε η Άµπι, µε τα µάτια µισόκλειστα. «Νομίζω πως η βραδιά τελείωσε. Πάμε σπίτι». Όταν έκανα ένα βήμα προς την πόρτα, η Άµπι δεν κουνήθηκε. Κοιτούσε το πάτωµα και είχε κιτρινίσει λιγάκι. «Θα κάνεις εµετό, έτσι;» «Όπου να ’ναι». Με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και τραμπαλίστηκε μπρος πίσω μερικές φορές προτού την πάρω αγκαλιά. «Εσύ, Τράβις Μάντοξ, είσαι μάλλον σέξι όταν δεν κάνεις την τσούλα» είπε με ένα γελοίο μεθυσμένο χαμόγελο που έκανε τα χείλη της να κινούνται σε ένα σωρό διαφορετικές κατευθύνσεις ταυτόχρονα. «Εµ… ευχαριστώ» είπα, µετακινώντας τη λίγο ώστε να την κρατάω καλύτερα. «Ξέρεις κάτι, κύριε Μάντοξ;» είπε ακουµπώντας το χέρι της στο µάγουλό µου. «Τι, µωρό µου;» «Σε κάποια άλλη ζωή θα µπορούσα να σε αγαπήσω» είπε µε σοβαρό ύφος. Την κοίταξα για μια στιγμή, παρατηρώντας τα μάτια της που ήταν εντελώς θολά. Ήταν μεθυσμένη, αλλά έστω για λίγο μπορούσα να προσποιηθώ πως το εννοούσε.


«Εγώ θα µπορούσα να σε αγαπήσω σε αυτή τη ζωή». Έγειρε το κεφάλι της και ακούμπησε τα χείλη της στη γωνία του στόματός μου. Σκόπευε να με φιλήσει, αλλά αστόχησε. Τραβήχτηκε πίσω και μετά άφησε το κεφάλι της να πέσει στον ώμο μου. Κοίταξα γύρω μου. Όσοι είχαν ακόμη τις αισθήσεις τους είχαν παγώσει, σοκαρισμένοι από αυτό που είχαν μόλις δει. Χωρίς να πω λέξη, την κουβάλησα ως το αυτοκίνητο, όπου στεκόταν η Αμέρικα με τα χέρια σταυρωµένα στο στήθος. «Κοίτα την!» Ο Σέπλι έδειξε προς την Άμπι. «Είναι φίλη σου και την άφησες να κάνει κάτι απίστευτα επικίνδυνο! Την ενθάρρυνες κιόλας!» Η Αµέρικα έδειξε τον εαυτό της. «Εγώ την ξέρω, Σεπ! Την έχω δει να κάνει πολύ περισσότερα για χρήµατα!» Την κοίταξα. «Σφηνάκια. Την έχω δει να πίνει πολύ περισσότερα σφηνάκια» ξεκαθάρισε. «Κατάλαβες τι εννοούσα». «Μα άκου τι λες!» φώναξε ο Σέπλι. «Ήρθες ως εδώ από το Κάνσας μαζί με την Άμπι για να την προσέχεις. Κοίτα την! Δεν ξέρω κι εγώ πόσο αλκοόλ έχει στον οργανισμό της και είναι αναίσθητη! Δεν μπορεί να μη σε πειράζει τέτοια συµπεριφορά!» «Ω! Σας ευχαριστούμε για το κοινωνικό μήνυμα: Τι να μην κάνετε στο κολέγιο, δεκαοκτάχρονε κύριε που ανήκεις σε αδελφότητα και είχες κάπου δέκα εκατομμύρια

“σοβαρές” φιλενάδες ως τώρα!» συνέχισε σχηματίζοντας εισαγωγικά

µε τα δάχτυλά της όταν πρόφερε τη λέξη «σοβαρές». Ο Σέπλι έµεινε µε το στόµα ανοιχτό. Δεν το βρήκε καθόλου αστείο. «Μπες τώρα στο γαµηµένο το αυτοκίνητο. Είσαι κακιά όταν µεθάς». «Δεν µε έχεις δει κακιά, µαµµόθρεφτο!» του αντιγύρισε γελώντας η Αµέρικα. «Σου είπα ότι έχω στενή σχέση µε τη µάνα µου!» «Ναι, κι εγώ με τον κώλο μου έχουμε στενή σχέση! Δεν χρειάζεται να του τηλεφωνώ δυο φορές τη µέρα!» «Είσαι καριόλα!» «Πήγαινέ µε σπίτι. Τώρα» είπε η Αµέρικα και το πρόσωπό της πάνιασε. «Πολύ θα το ήθελα, αρκεί να μπεις στο γαμημένο το αυτοκίνητο!» ούρλιαξε τις


τελευταίες λέξεις ο Σέπλι

· το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και στον λαιμό του

πετούσαν φλέβες. Η Αμέρικα άνοιξε την πόρτα, βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα και άφησε την πόρτα ανοιχτή. Με βοήθησε να βάλω την Άμπι δίπλα της και μετά κάθισα στη θέση του συνοδηγού. Η διαδρομή ως το σπίτι ήταν σύντομη και σε απόλυτη σιωπή. Όταν ο Σέπλι μπήκε στο πάρκινγκ και σταμάτησε, βγήκα έξω και τράβηξα μπροστά το κάθισμα. Το κεφάλι της Άμπι ήταν στον ώμο της Αμέρικα, τα μαλλιά της κάλυπταν το πρόσωπό της. Την τράβηξα έξω και τη φορτώθηκα στον ώμο. Η Αμέρικα βγήκε έξω βιαστικά και προχώρησε κατευθείαν στο αμάξι της, βγάζοντας τα κλειδιά της. «Μερ» είπε ο Σέπλι, και το σπάσιμο στη φωνή του έδειχνε ότι είχε ήδη µετανιώσει. Η Αμέρικα κάθισε στη θέση του οδηγού, κοπάνησε την πόρτα στα μούτρα του Σέπλι και έκανε όπισθεν. Η Άμπι είχε τον πισινό προς τα πάνω, τα χέρια της κρέµονταν πίσω µου. «Θα γυρίσει για την Άµπι, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Σέπλι, απελπισµένος. Η Άμπι βόγκηξε και όλο της το σώμα έκανε έναν σπασμό. Το φρικτό μουγκρητό που συνοδεύει πάντα τον εμετό ακούστηκε πρώτο, κι αμέσως μετά ο ήχος υγρού που πέφτει στο έδαφος. Ένιωθα το πίσω µέρος των ποδιών µου βρεγµένο. «Πες µου ότι δεν έγινε αυτό που νοµίζω» είπα παγωµένος. Ο Σέπλι έγειρε λίγο πίσω και επανήλθε στη θέση του. «Έγινε». Ανέβηκα τρέχοντας δυο δυο τα σκαλιά κάνοντας νοήματα στον Σέπλι να βιαστεί όσο έψαχνε τα κλειδιά. Άνοιξε την πόρτα και έτρεξα στο μπάνιο. Η Άμπι έσκυψε πάνω από την τουαλέτα και τα έβγαλε όλα, λίτρα ολόκληρα. Τα μαλλιά της είχαν ήδη εμετό πάνω τους από την πρώτη ρουκέτα, έξω, αλλά πήρα ένα από αυτά τα λαστιχένια µαύρα πραγµατάκια και τα έπιασα αλογοουρά. Οι µουσκεµένες τούφες κρέμονταν κολλημένες, αλλά τα μάζεψα όλα με τα χέρια μου και τα στερέωσα με το μαύρο πραγματάκι. Είχα δει αρκετά κορίτσια να πιάνουν τα μαλλιά τους με κάτι τέτοιο στην τάξη, δεν ήταν και δύσκολο.


Η Άμπι έκανε πάλι έναν σπασμό. Έβρεξα ένα καθαρό πετσετάκι και κάθισα κάτω δίπλα της, κρατώντας το στο μέτωπό της. Έγειρε μπροστά στην μπανιέρα και βόγκηξε. Σκούπισα απαλά το πρόσωπό της με το πετσετάκι και προσπάθησα να µείνω ακίνητος όταν ακούµπησε το κεφάλι της στον ώµο µου. «Θα τα καταφέρεις;» ρώτησα. Συνοφρυώθηκε και μετά φάνηκε να πνίγεται, αλλά κράτησε τα χείλη της κλειστά μέχρι να φτάσει το κεφάλι της πάνω από τη λεκάνη. Έκανε άλλον έναν σπασμό και έβγαλε κι άλλο υγρό. Η Άμπι ήταν πολύ μικρόσωμη και η ποσότητα που έβγαζε δεν μου φαινόταν φυσιολογική. Άρχισα να ανησυχώ. Βγήκα βιαστικά από το μπάνιο και επέστρεψα με δυο πετσέτες, ένα σεντόνι, τρεις κουβέρτες και τέσσερα μαξιλάρια στα χέρια. Η Άμπι βογκούσε πάνω από τη λεκάνη, το σώμα της έτρεμε. Τακτοποίησα τα στρωσίδια μπροστά από την μπανιέρα και περίμενα, γνωρίζοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα θα περνούσαµε το βράδυ σε αυτή τη γωνίτσα του µπάνιου. «Πρέπει να… καλέσω κάποιον;» ρώτησε ο Σέπλι από την πόρτα όπου στεκόταν. «Όχι ακόµη. Θα την προσέχω». «Είμαι εντάξει» είπε η Άμπι. «Είναι για να μην πάθω δηλητηρίαση από το αλκοόλ». «Είναι ηλίθιο, µόνο αυτό είναι» συνοφρυώθηκε ο Σέπλι. «Έι, έχεις το εµ… το…» «Δώρο της;» είπε υψώνοντας ένα φρύδι. «Ναι». «Το έχω» απάντησε, εµφανώς δυσαρεστηµένος. «Σ’ ευχαριστώ, φίλε». Η Άμπι ακούμπησε πίσω για άλλη μια φορά και της σκούπισα αμέσως το πρόσωπο. Ο Σέπλι έβρεξε ένα άλλο πετσετάκι και µου το έδωσε. «Ευχαριστώ». «Βάλε μια φωνή αν χρειαστείς τίποτα» είπε ο Σέπλι. «Θα μείνω ξύπνιος στο κρεβάτι προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο να κάνω τη Μερ να µε συγχωρέσει». Χαλάρωσα όσο μπορούσα ακουμπώντας την πλάτη στα πλακάκια και τράβηξα την Άμπι δίπλα μου. Αναστέναξε και αφέθηκε να χαλαρώσει πάνω μου. Ακόμα


και σ’ αυτή την κατάσταση, πασαλειμμένη με εμετό και όλα αυτά, το μόνο που ήθελα ήταν να βρίσκομαι δίπλα της. Έφερα στο μυαλό μου τα λόγια που μου είχε πει στο πάρτι. Σε µια άλλη ζωή, θα µπορούσα να σε αγαπήσω. Τώρα ήταν ξαπλωμένη αδύναμη και άρρωστη στην αγκαλιά μου και εξαρτιόταν από μένα για να τη φροντίσω. Συνειδητοποίησα πως αυτά που ένιωθα για κείνη ήταν πολύ πιο δυνατά απ’ όσο νόμιζα. Κάπου ανάμεσα στην πρώτη φορά που την είδα και σε αυτή τη στιγμή που την κρατούσα αγκαλιά στο μπάνιο, την είχα ερωτευτεί. Η Άμπι αναστέναξε και μετά ακούμπησε το κεφάλι της στα πόδια μου. Σιγουρεύτηκα πως ήταν καλά σκεπασµένη µε τις κουβέρτες προτού επιτρέψω στον εαυτό µου να λαγοκοιµηθεί. «Τραβ;» ψιθύρισε. «Ναι;» Δεν απάντησε. Η αναπνοή της έγινε ρυθμική και το κεφάλι της βάρυνε στα πόδια μου. Η παγωμένη πορσελάνη στην πλάτη μου και το σκληρό πλακάκι στον πισινό μου ήταν ανυπόφορα, αλλά δεν τολμούσα να κουνηθώ. Εκείνη ήταν άνετα, και θα παρέμενε έτσι. Πέρασα είκοσι λεπτά κοιτάζοντάς τη να αναπνέει, και στη συνέχεια τα σημεία του σώματός μου που πονούσαν άρχισαν να µουδιάζουν και τα µάτια µου έκλεισαν.


14

Φήµες

ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ, Η ΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΚΑΛΑ. Η Άμπι ήταν κάπου με την Αμέρικα, προσπαθώντας να την πείσει να μην παρατήσει τον Σέπλι, ο οποίος καθόταν στο σαλόνι και έτρωγε με μανία τα νύχια του, ελπίζοντας να καταφέρει η Άµπι το θαύµα. Είχα βγάλει έξω το κουτάβι μια φορά, ανησυχώντας τρομερά ότι η Αμέρικα θα παρκάρει από στιγμή σε στιγμή μπροστά στο σπίτι και θα χαλάσει την έκπληξη. Παρόλο που τον είχα ταΐσει και του είχα δώσει μια κουβέρτα για να παίζει, κλαψούριζε. Δεν είμαι και πολύ συμπονετικός τύπος, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν το αδικούσα το κουτάβι. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο να κάθεσαι κλεισμένος μέσα σε ένα κουτί. Ευτυχώς, μερικά δευτερόλεπτα μόνο προτού επιστρέψουν τα κορίτσια, ηρέµησε λίγο και το πήρε ο ύπνος. «Γύρισαν!» φώναξε ο Σέπλι και πετάχτηκε από τον καναπέ. «Εντάξει» είπα κλείνοντας ήρεμα την πόρτα του δωματίου. «Κράτα την ψυχραι…» Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου, ο Σέπλι είχε βγει έξω και είχε κατέβει τη σκάλα. Από την πόρτα του διαμερίσματος είχα την τέλεια θέα: Είδα την Άμπι να χαμογελάει στον Σέπλι και την Αμέρικα να τα ξαναφτιάχνει μαζί του χαρούμενη. Η Άμπι έβαλε τα χέρια στις πίσω τσέπες του παντελονιού της και ανέβηκε στο διαμέρισμα. Τα φθινοπωρινά σύννεφα έριχναν μια γκρίζα σκιά στα


πάντα, αλλά το χαμόγελο της Άμπι ήταν σαν καλοκαίρι. Με κάθε βήμα που έκανε προς το µέρος µου, ένιωθα την καρδιά µου να χτυπάει όλο και πιο δυνατά. «Και έζησαν αυτοί καλά» είπε κλείνοντας την πόρτα. Καθίσαµε στον καναπέ και τράβηξα τα πόδια της στην αγκαλιά µου. «Τι θες να κάνεις σήµερα, Περιστεράκι;» «Να κοιµηθώ. Ή να ξεκουραστώ. Ή να κοιµηθώ». «Να σου δώσω πρώτα το δώρο σου;» «Έλα, µου πήρες δώρο;» µε σκούντησε στον ώµο. «Δεν είναι διαµαντένιο βραχιόλι, αλλά σκέφτηκα ότι θα σου αρέσει». «Θα µ’ αρέσει ούτως ή άλλως». Κατέβασα τα πόδια της από την αγκαλιά μου και πήγα να φέρω το δώρο της. Προσπάθησα να μην κουνήσω το κουτί, ελπίζοντας να μείνει το κουτάβι κοιµισµένο και να µην κάνει τίποτα ήχους που θα πρόδιδαν την έκπληξη. «Σσς, μικρούλη. Μην κλάψεις, εντάξει; Καλό παιδάκι». Ακούμπησα το κουτί μπροστά στα πόδια της και κάθισα σκυφτός πίσω του. «Γρήγορα, θέλω να εκπλαγείς». «Γρήγορα;» ρώτησε εκείνη ανοίγοντας το καπάκι. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μου πήρες κουταβάκι;» τσίριξε βάζοντας τα χέρια της µέσα στο κουτί. Σήκωσε το κουτάβι μπροστά στο πρόσωπό της, προσπαθώντας να το κρατήσει σταθερά όσο εκείνο στριφογύριζε και τέντωνε τον λαιμό του, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τη φιλήσει στο στόµα. «Σ’ αρέσει;» «Αν µ’ αρέσει; Το λατρεύω! Μου πήρες κουτάβι!» «Είναι Κερν Τεριέ. Έκανα τρεις ώρες δρόμο για να πάω να τον πάρω την Πέμπτη µετά το µάθηµα». «Άρα όταν είπες ότι πήγαινες µε τον Σέπλι στο συνεργείο…» «Πήγαµε να πάρουµε το δώρο σου» κούνησα το κεφάλι µου. «Κοίτα πώς κουνιέται!» γέλασε. «Κάθε κορίτσι από το Κάνσας οφείλει να έχει έναν Τότο» είπα, βοηθώντας τη να τον κρατήσει. «Όντως μοιάζει με τον Τότο! Έτσι θα τον φωνάζω» είπε και κοίταξε το κουτάβι


σουφρώνοντας παιχνιδιάρικα τη µύτη της. Ήταν χαρούµενη, κι αυτό µε έκανε κι εµένα χαρούµενο. «Μπορείς να τον έχεις εδώ. Θα τον φροντίζω όταν επιστρέψεις στο Μόργκαν, κι έτσι θα είµαι σίγουρος ότι θα έρχεσαι να µας βλέπεις και αφού τελειώσει ο µήνας». «Θα ερχόµουν ούτως ή άλλως, Τραβ». «Θα έκανα τα πάντα για να χαµογελάς πάντα έτσι». Έμεινε για μια στιγμή άφωνη με την τελευταία φράση μου, αλλά πολύ γρήγορα στράφηκε πάλι στο κουτάβι. «Νοµίζω πως χρειάζεσαι έναν υπνάκο, Τότο». Κούνησα το κεφάλι µου, την τράβηξα στην αγκαλιά µου και σηκώθηκα. «Πάµε λοιπόν». Την κουβάλησα στο υπνοδωμάτιο, τράβηξα τα σκεπάσματα και την ακούμπησα στο κρεβάτι. Και μόνο η κίνηση αυτή κανονικά θα με είχε ερεθίσει, αλλά ήμουν τρομερά κουρασμένος. Τεντώθηκα αποπάνω της για να τραβήξω τις κουρτίνες και µετά ξάπλωσα. «Σ’ ευχαριστώ που έμεινες μαζί μου χθες το βράδυ» μου είπε, με ελαφρώς βραχνή και νυσταγμένη φωνή. «Δεν ήταν ανάγκη να κοιμηθείς στο πάτωμα του µπάνιου». «Ήταν µία από τις καλύτερες νύχτες της ζωής µου». Γύρισε και µε κοίταξε δύσπιστα. «Κοιμήθηκες ανάμεσα στη λεκάνη και την μπανιέρα, πάνω στα παγωμένα, σκληρά πλακάκια, μαζί με μια ηλίθια που ξερνούσε, κι αυτό το θεωρείς μία από τις καλύτερες νύχτες της ζωής σου; Τραγικό, Τραβ». «Όχι, το θεωρώ αυτό επειδή σε κρατούσα όσο έκανες εμετό και ύστερα αποκοιμήθηκες στην αγκαλιά μου. Εντάξει, δεν ήμουν άνετα, κοιμήθηκα χάλια, αλλά ήμουν μαζί σου στα δέκατα ένατα γενέθλιά σου. Κι εδώ που τα λέμε, είσαι πολύ γλυκιά όταν µεθάς». «Ναι, είµαι σίγουρη πως ήµουν πολύ γοητευτική όσο ξερνούσα». Την τράβηξα κοντά µου και χάιδεψα τον Τότο που είχε κουλουριαστεί δίπλα στον λαιµό της. «Είσαι η μόνη γυναίκα που ξέρω που είναι πανέμορφη ακόμα και με το κεφάλι


χωµένο στην τουαλέτα. Αυτό κάτι λέει». «Σ’ ευχαριστώ, Τραβ. Δεν θα σε αναγκάσω να µου ξανακάνεις µπέιµπι σίτινγκ». «Όπως θες». Έγειρα πίσω. «Πάντως κανείς δεν μπορεί να σου κρατήσει πίσω τα µαλλιά όπως εγώ». Χαχάνισε κι έκλεισε τα μάτια της. Όσο κουρασμένος κι αν ήμουν, δεν μπορούσα να σταματήσω να την κοιτάζω. Δεν είχε ίχνος μακιγιάζ εκτός από μια μικρή μουντζούρα από μάσκαρα κάτω από τα μάτια της. Κουνήθηκε λιγάκι και ύστερα το σώμα της χαλάρωσε. Κάθε φορά που ανοιγόκλεινα τα μάτια, ένιωθα τα βλέφαρά μου όλο και πιο βαριά. Όταν άκουσα το κουδούνι, νόμιζα ότι μόλις με είχε πάρει ο ύπνος. Η Άµπι δεν κουνήθηκε καθόλου. Άκουσα δύο αντρικές φωνές να μουρμουρίζουν στον διάδρομο, η μία ήταν του Σέπλι. Η φωνή της Αμέρικα ξεχώριζε, πιο ψιλή, ανάμεσά τους, αλλά κανείς δεν ακουγόταν χαρούμενος. Όποιος κι αν ήταν, δεν έμοιαζε να είναι φιλική επίσκεψη. Ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο και ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Ο Πάρκερ στάθηκε εκεί. Κοίταξε εμένα και μετά την Άμπι, με το σαγόνι του σφιγμένο. Ήξερα τι σκεφτόταν και μου πέρασε από το μυαλό να εξηγήσω για ποιον λόγο βρισκόταν η Άμπι στο κρεβάτι μου, αλλά δεν το έκανα. Αντί γι’ αυτό, άπλωσα το χέρι µου και το ακούµπησα στον γοφό της. «Όταν αποφασίσεις να μη χώνεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν, κλείσε την πόρτα πίσω σου» είπα ακουµπώντας το κεφάλι µου δίπλα στης Άµπι. Ο Πάρκερ έφυγε χωρίς να πει λέξη. Δεν κοπάνησε την πόρτα του δωματίου μου, αλλά έβαλε όλη του τη δύναμη κλείνοντας την εξώπορτα. Ο Σέπλι μισάνοιξε την πόρτα µου. «Σκατά, ρε φίλε. Δεν ήταν καλό αυτό». Είχε γίνει και δεν μπορούσε πια να αλλάξει. Οι συνέπειες δεν ήταν εμφανείς αυτή τη στιγμή, αλλά καθώς ήμουν ξαπλωμένος δίπλα στην Άμπι, κοιτάζοντας το υπέροχα ικανοποιημένο, όμορφο πρόσωπό της, άρχισε να με πιάνει πανικός. Όταν µάθαινε τι είχα κάνει, θα µε µισούσε.

Τα κορίτσια έφυγαν πολύ βιαστικά για το μάθημα το επόμενο πρωί. Το


Περιστεράκι μετά βίας πρόλαβε να μου πει δυο κουβέντες προτού φύγει, οπότε δεν µπορούσα να ξέρω ακριβώς τι ένιω​θε για όσα είχαν γίνει την προηγουµένη. Έπλυνα τα δόντια μου, ντύθηκα και βρήκα τον Σέπλι στην κουζίνα. Καθόταν σε ένα σκαμνί στο μπαρ της κουζίνας, πίνοντας γάλα με το κουτάλι. Φορούσε ένα φούτερ με κουκούλα και το ροζ μποξεράκι που του είχε αγοράσει η Αμέρικα επειδή το έβρισκε σέξι. Πήρα ένα ποτήρι από το πλυντήριο και έβαλα πορτοκαλάδα. «Τα βρήκατε εσείς οι δύο απ’ ό,τι φαίνεται». Ο Σέπλι χαµογέλασε, µεθυσµένος σχεδόν από χαρά. «Ναι, τα βρήκαμε. Σου έχω πει ποτέ πώς είναι η Αμέρικα στο κρεβάτι μετά από καβγά;» «Όχι, και σε παρακαλώ να µην το κάνεις» απάντησα µε έναν µορφασµό. «Όταν τσακωνόμαστε έτσι είναι τρομακτικό, αλλά μπαίνω στον πειρασμό, αν είναι να τα βρίσκουμε έτσι κάθε φορά». Βλέποντας ότι δεν απαντούσα, ο Σέπλι συνέχισε. «Θα την παντρευτώ αυτή τη γυναίκα». «Ναι, εντάξει, όταν τελειώσεις µε τις φλωριές πρέπει να την κάνουµε». «Βούλωσ’ το καλύτερα, Τράβις. Μη νομίζεις ότι δεν έχω πάρει χαμπάρι τι τρέχει µ’ εσένα». «Τι τρέχει µ’ εµένα;» σταύρωσα τα χέρια µου. «Είσαι ερωτευµένος µε την Άµπι». «Καλά. Προφανώς καθόσουν και σκεφτόσουν μαλακίες για να μη σκέφτεσαι τον καβγά µε την Αµέρικα». «Το αρνείσαι;» Ο Σέπλι με κοίταξε επίμονα και προσπάθησα να αποφύγω το βλέμμα του. Ύστερα από σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό, κουνήθηκα νευρικά αλλά παρέµεινα σιωπηλός. «Ποιος είναι ο φλώρος τώρα;» «Άντε γαµήσου». «Παραδέξου το». «Όχι». «Όχι, δεν αρνείσαι ότι είσαι ερωτευμένος με την Άμπι ή όχι, δεν θα το παραδεχτείς; Γιατί όπως και να ’χει, µαλάκα, είσαι ερωτευµένος µαζί της». «…Και;»


«Το ’ξερα!» φώναξε ο Σέπλι ρίχνοντας πίσω το σκαμνί, το οποίο σύρθηκε στο πάτωµα µέχρι το χαλί του σαλονιού. «Εγώ… απλώς… βούλωσ’ το, ρε Σεπ» είπα σφίγγοντας τα χείλη µου. Ο Σέπλι έστρεψε το δάχτυλό του προς το µέρος µου. «Μόλις το παραδέχτηκες. Ο Τράβις Μάντοξ είναι ερωτευμένος. Τώρα τα έχω ακούσει όλα». «Άντε βάλε το παντελόνι σου να φύγουµε!» Ο Σέπλι γελούσε μόνος του πηγαίνοντας στο δωμάτιό του κι εγώ έμεινα να κοιτάζω το πάτωμα. Το είχα πει δυνατά –σε κάποιον άλλον μάλιστα– κι έτσι γινόταν αληθινό, και δεν ήξερα πώς να το αντιµετωπίσω. Πέντε λεπτά αργότερα έψαχνα σταθμό στο ραδιόφωνο καθώς ο Σέπλι έβγαινε από το πάρκινγκ. Ο Σέπλι έμοιαζε να έχει εξαιρετικά καλή διάθεση καθώς προχωρούσαμε μέσα από την κίνηση και κόβαμε ταχύτητα μόνο για να μη χτυπήσουμε κανέναν πεζό. Βρήκε τελικά μια καλή θέση για να παρκάρει και ξεκινήσαμε για το μάθημα της Έκθεσης – το μοναδικό που είχαμε κοινό. Τις τελευταίες εβδομάδες καθόμασταν πίσω πίσω, σε μια προσπάθεια να γλιτώσουμε από το τσούρμο με τις γκόμενες που μαζεύονταν συνήθως γύρω από το θρανίο µου. Η δρ Παρκ μπήκε στην αίθουσα αφήνοντας στην έδρα της μια τσάντα, έναν χαρτοφύλακα και µια κούπα µε καφέ. «Χριστέ μου! Τι κρύο!» είπε σφίγγοντας το παλτό της γύρω από το μικροκαμωμένο σώμα της. «Είμαστε όλοι εδώ;» Σηκώσαμε τα χέρια και κούνησε το κεφάλι, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία. «Πολύ ωραία. Έχω καλά νέα. Τεστ!» Διαμαρτυρήθηκαν όλοι κι εκείνη χαμογέλασε. «Δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας. Χαρτί και µολύβι, παιδιά, δεν θα φάµε όλη τη µέρα». Αρχίσαμε όλοι να ψάχνουμε τις τσάντες μας. Έγραψα βιαστικά το όνομά μου στην κόλα και χαµογέλασα µε το πανικόβλητο µουρµουρητό του Σέπλι. «Γιατί; Τεστ στην έκθεση; Τι γελοιότητα» ψιθύρισε. Το τεστ ήταν εύκολο, και στο τέλος του μαθήματος μας ανέθεσε άλλη μία έκθεση για το τέλος της εβδομάδας. Στα τελευταία λεπτά ένας τύπος που καθόταν στη σειρά ακριβώς μπροστά μου γύρισε να με κοιτάξει. Τον ήξερα από την τάξη.


Λεγόταν Λέβι, αλλά το ήξερα μόνο επειδή είχα ακούσει τη δρα Παρκ να τον φωνάζει αρκετές φορές. Τα λιγδερά μαύρα μαλλιά του ήταν πάντα χτενισμένα προς τα πίσω, μακριά από το βλογιοκομμένο του πρόσωπο. Ο Λέβι δεν ερχόταν ποτέ στο εστιατόριο ούτε ανήκε σε κάποια αδελφότητα. Δεν ανήκε ούτε στην ομάδα φούτμπολ και ούτε πήγαινε σε πάρτι. Όχι στα πάρτι που πήγαινα εγώ, τουλάχιστον. Του έριξα μια ματιά και έστρεψα πάλι την προσοχή μου στη δρα Παρκ, που έλεγε μια ιστορία για την πιο πρόσφατη συνάντησή της με τον αγαπημένο της γκέι φίλο. Έστρεψα πάλι το βλέμμα μου προς τα κάτω. Με κοιτούσε ακόµη. «Τρέχει τίποτα;» ρώτησα. «Έµαθα για το πάρτι του Μπραζίλ. Καλή φάση». «Τι;» Το κορίτσι που καθόταν στα δεξιά του, η Ελίζαμπεθ, γύρισε επίσης. Η Ελίζαµπεθ τα είχε µε κάποιον από την αδελφότητά µου. «Ναι. Κρίµα που το έχασα αυτό το σόου». «Ποιο; Τον καβγά µου µε τη Μερ;» ρώτησε ο Σέπλι γέρνοντας µπροστά. «Όχι. Το πάρτι της Άµπι» χασκογέλασε ο τύπος. «Το πάρτι γενεθλίων;» ρώτησα, προσπαθώντας να καταλάβω τι εννοούσε

· είχαν

συμβεί διάφορα πράγματα που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν φήμες, τίποτα όμως που να έχει µάθει ένας άσχετος τύπος από το πουθενά. Η Ελίζαµπεθ έριξε µια µατιά για να δει αν µας κοιτούσε η δρ Παρκ και στράφηκε πάλι πίσω. «Η Άµπι και ο Πάρκερ». Άλλη µια κοπέλα γύρισε. «Α, ναι. Έμαθα ότι ο Πάρκερ σάς έπιασε στα πράσα το επόμενο πρωί. Είναι αλήθεια;» «Από πού το έµαθες αυτό;» ρώτησα µε την αδρεναλίνη να ανεβαίνει επικίνδυνα. «Από παντού». Η Ελίζαμπεθ ανασήκωσε τους ώμους. «Το συζητούσαν στο µάθηµα που ήµουν το πρωί». «Και στο δικό µου» είπε ο Λέβι. Η άλλη κοπέλα κούνησε απλώς το κεφάλι. Η Ελίζαμπεθ στράφηκε λίγο


περισσότερο, σκύβοντας προς το µέρος µου. «Χαμουρεύτηκε στ’ αλήθεια με τον Πάρκερ στο σπίτι του Μπραζίλ, και μετά πήγε σπίτι µαζί σου;» «Μένει στο σπίτι µας» συνοφρυώθηκε ο Σέπλι. «Όχι» είπε η κοπέλα που καθόταν δίπλα στην Ελίζαμπεθ. «Χαμουρεύτηκε με τον Πάρκερ στον καναπέ του Μπραζίλ και μετά σηκώθηκε, χόρεψε με τον Τράβις, ο Πάρκερ έφυγε τσαντισµένος κι εκείνη έφυγε µε τον Τράβις… και τον Σέπλι». «Εγώ δεν τα άκουσα έτσι» αντιγύρισε η Ελίζαμπεθ, που μετά βίας έκρυβε τον ενθουσιασμό της. «Εγώ άκουσα ότι έπαιξε κάποιο παιχνίδι και με τους τρεις μαζί. Λοιπόν… τι έγινε, Τράβις;» «Εγώ ήξερα ότι πάντα γινόταν το αντίστροφο» είπε ο Λέβι, μοιάζοντας να απολαµβάνει τη συζήτηση. «Τι εννοείς;» ρώτησα, εκνευρισµένος ήδη µε το ύφος του. «Ότι ο Πάρκερ έπαιρνε πάντα τ’ αποφάγια σου». Μισόκλεισα τα μάτια. Όποιος κι αν ήταν αυτός ο τύπος, ήξερε για μένα περισσότερα απ’ όσα θα ’πρεπε. Έσκυψα µπροστά. «Σαν να το παράχεσες, γαµιόλη». «Εντάξει» είπε ο Σέπλι, βάζοντας το χέρι του στο θρανίο µου. Ο Λέβι γύρισε αμέσως μπροστά, ενώ τα φρύδια της Ελίζαμπεθ υψώθηκαν απότοµα προτού γυρίσει κι εκείνη µπροστά της. «Αρχίδι» μούγκρισα. Κοίταξα τον Σέπλι. «Σε λίγο πάμε για φαγητό. Κάποιος θα της πει κάτι. Λένε ότι την πηδήξαμε και οι δύο. Σκατά, σκατά, Σέπλι, τι να κάνω;» Ο Σέπλι άρχισε αµέσως να βάζει τα πράγµατά του στο σακίδιο και τον µιµήθηκα. «Τελειώσαμε» είπε η δρ Παρκ. «Φύγετε αποδώ και κάντε κάτι δημιουργικό σήµερα». Το σακίδιο χτυπούσε στην πλάτη μου καθώς διέσχιζα την πανεπιστημιούπολη τρέχοντας, πηγαίνοντας προς το εστιατόριο. Είδα την Αμέρικα και την Άμπι να στέκονται λίγα βήματα έξω από την είσοδο. Ο Σέπλι έπιασε την Αμέρικα από το µπράτσο. «Μερ» είπε λαχανιασµένος.


Έσκυψα µπροστά, προσπαθώντας να αναπνεύσω. «Σε κυνηγάει κανένα πλήθος οργισµένων γυναικών;» κορόιδεψε η Άµπι. Κούνησα το κεφάλι μου. Καθώς τα χέρια μου έτρεμαν, τα πέρασα στα λουριά του σακιδίου. «Ήθελα να σε προλάβω… προτού… µπεις µέσα». «Τι συµβαίνει;» ρώτησε η Αµέρικα τον Σέπλι. «Κυκλοφορεί μια φήμη» άρχισε να λέει ο Σέπλι. «Όλοι λένε ότι ο Τράβις πήγε την Άμπι στο σπίτι και… οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά είναι άσχημα τα πράγµατα». «Τι; Σοβαρολογείς;» φώναξε η Άµπι. «Ποιος νοιάζεται, ρε Άμπι;» στριφογύρισε τα μάτια της η Αμέρικα. «Όλοι κάνουν εικασίες για σένα και τον Τραβ εδώ και εβδομάδες. Δεν είναι η πρώτη φορά που λέει κάποιος ότι κοιµάστε µαζί». Κοίταξα τον Σέπλι, ελπίζοντας ότι θα είχε βρει κάποιον τρόπο για να βγω από την κωλοκατάσταση που είχα δηµιουργήσει. «Τι;» ρώτησε η Άµπι. «Είναι και κάτι άλλο, έτσι δεν είναι;» Ο Σέπλι µόρφασε, µε πόνο σχεδόν. «Λένε ότι κοιμήθηκες με τον Πάρκερ στου Μπραζίλ και μετά άφησες και τον Τράβις να… σε πάει σπίτι, αν µε εννοείς». «Τέλεια! Έγινα το τσουλάκι του πανεπιστηµίου δηλαδή τώρα;» Εγώ είχα δημιουργήσει αυτή την κατάσταση, και φυσικά τώρα την πλήρωνε η Άµπι. «Εγώ φταίω. Αν ήσουν με οποιονδήποτε άλλο, δεν θα έλεγαν τέτοια πράγματα» είπα και µπήκα στο εστιατόριο µε τα χέρια σφιγµένα σε γροθιές. Η Άμπι κάθισε και φρόντισα να καθίσω απέναντί της, αλλά λίγο πιο πέρα. Είχαν κυκλοφορήσει πολλές φορές φήμες για μένα και κάποια κορίτσια, και σε μερικές από αυτές είχε ακουστεί και το όνομα του Πάρκερ, αλλά μέχρι τώρα δεν είχα δώσει ποτέ σημασία. Δεν ήταν δίκαιο να μιλάνε έτσι για την Άμπι μόνο και μόνο επειδή ήταν φίλη µου. «Δεν χρειάζεται να κάθεσαι εκεί κάτω, Τραβ. Έλα να καθίσεις εδώ» είπε η Άμπι δείχνοντας την άδεια θέση απέναντί της.


«Έμαθα ότι πέρασες φοβερά στα γενέθλιά σου, Άμπι» είπε ο Κρις Τζενκς πετώντας ένα µαρουλόφυλλο στο πιάτο µου. «Άφησέ την ήσυχη, Τζενκς» τον προειδοποίησα κοιτάζοντάς τον απειλητικά. Ο Κρις χαµογέλασε, µε τα στρογγυλά, ροδαλά µάγουλά του να φουσκώνουν. «Άκουσα πως ο Πάρκερ είναι έξαλλος. Πέρασε, λέει, από το σπίτι σου χθες και ήσασταν ακόµη στο κρεβάτι µε τον Τράβις». «Κοιµούνταν, Κρις» είπε σαρκαστικά η Αµέρικα. Η Άµπι γύρισε και µε κοίταξε. «Πέρασε ο Πάρκερ;» «Θα σ’ το έλεγα» είπα και ανακάθισα στην καρέκλα µου. «Πότε;» ρώτησε απότοµα. Η Αμέρικα έσκυψε και της είπε κάτι στο αυτί, μάλλον της εξηγούσε πώς γινόταν να τα ξέρουν αυτά όλοι εκτός από κείνη. Η Άμπι ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. «Απ’ το κακό στο χειρότερο». «Δηλαδή δεν το κάνατε;» ρώτησε ο Κρις. «Γαμώτο, αίσχος. Κι εγώ που νόμιζα πως η Άµπι ήταν τελικά η κατάλληλη κοπέλα για σένα, Τραβ». «Κόφ’ το, Κρις» τον προειδοποίησε ο Σέπλι. «Αφού δεν κοιμήθηκες εσύ μαζί της, σε πειράζει να δοκιμάσω εγώ;» είπε ο Κρις γελώντας µε τους συµπαίκτες του. Χωρίς να το σκεφτώ, πήδηξα πάνω από το τραπέζι και έπεσα πάνω στον Κρις. Το πρόσωπό του άλλαξε σε αργή κίνηση και το χαμόγελό του μεταμορφώθηκε σε γουρλωμένα μάτια και στόμα ανοιχτό από την έκπληξη. Τον άρπαξα με το ένα χέρι από τον λαιμό και με το άλλο από την μπλούζα. Στο χέρι μου ίσα που ένιωθα ότι ακουµπούσα το πρόσωπό του· ο θυμός μου είχε φουντώσει και τον είχα αφήσει να ξεχειλίσει. Ο Κρις κάλυψε το πρόσωπό του, αλλά συνέχισα να τον κοπανάω. «Τράβις!» ούρλιαξε η Άµπι, κάνοντας τον γύρο του τραπεζιού. Συγκράτησα τη γροθιά που ετοιμαζόμουν να ρίξω και άφησα τον Κρις, που κουλουριάστηκε στο πάτωμα. Το βλέμμα της Άμπι με έκανε να τρομάξω. Είχε φοβηθεί με αυτό που είχε δει. Ξεροκατάπιε και έκανε ένα βήμα πίσω. Ο φόβος


της με θύμωσε ακόμα περισσότερο. Δεν θύμωσα μαζί της, αλλά επειδή ντρεπόμουν γι’ αυτό που είχα κάνει. Πέρασα βιαστικά από δίπλα της, σπρώχνοντας στην άκρη όσους συναντούσα στον δρόμο μου. Δύο στα δύο. Πρώτα είχα καταφέρει να ξεκινήσουν φήμες για το κορίτσι που αγαπούσα, και μετά την είχα τροµοκρατήσει. Η μοναξιά του δωματίου μου ήταν το καλύτερο μέρος για μένα τώρα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ, που ούτε τη συμβουλή του πατέρα μου δεν μπορούσα να πάω να ζητήσω. Ο Σέπλι με πρόλαβε. Χωρίς να μιλήσει, μπήκε στο αυτοκίνητο δίπλα μου και έβαλε μπρος. Στη διαδρομή ήμασταν αμίλητοι. Δεν ήθελα να σκεφτώ καθόλου τι θα ακολουθούσε όταν τελικά θα ερχόταν στο σπίτι η Άµπι. Ο Σέπλι πάρκαρε στο συνηθισμένο του σημείο και βγήκα από το αμάξι ανεβαίνοντας τα σκαλιά σαν υπνωτισμένος. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχουμε καλό τέλος. Είτε η Άμπι θα έφευγε, φοβισμένη από αυτό που είχε δει ή, ακόμα χειρότερα, θα έπρεπε να την απαλλάξω από το στοίχημα ώστε να μπορέσει να φύγει, ακόμα κι αν δεν ήθελε. Η καρδιά μου ταλαντευόταν ανάμεσα στο να αφήσω την Άμπι ήσυχη ή να αποφασίσω ότι έπρεπε να την κυνηγήσω άπειρες φορές. Μόλις μπήκα μέσα, πέταξα το σακίδιό μου στον τοίχο και κοπάνησα με δύναμη την πόρτα. Δεν ένιωσα καλύτερα. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό το σκηνικό με το να κοπανάω πράγματα σαν δίχρονο μου υπενθύμισε ότι σπαταλούσα άσκοπα τον χρόνο της Άμπι με το να τη φλερτάρω – αν μπορούσε να το πει κανείς έτσι. Άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου της Αμέρικα στο ρελαντί για λίγο, προτού το σβήσει. Η Άμπι θα ήταν μαζί της. Είτε θα έμπαινε μέσα ουρλιάζοντας είτε το ακριβώς αντίθετο. Δεν ήμουν σίγουρος ποια αντίδραση θα με έκανε να νιώσω χειρότερα. «Τράβις;» είπε ο Σέπλι ανοίγοντας την πόρτα. Κούνησα το κεφάλι μου και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Το στρώμα βούλιαξε κάτω από το βάρος μου. «Ούτε που ξέρεις τι μπορεί να θέλει να σου πει. Ίσως να θέλει απλώς να δει αν είσαι καλά». «Είπα όχι». Ο Σέπλι έκλεισε την πόρτα. Τα δέντρα έξω ήταν καφετιά και ό,τι χρώμα είχε


απομείνει πάνω τους έπεφτε. Πολύ σύντομα δεν θα είχαν ούτε ένα φύλλο. Μέχρι να πέσουν τα φύλλα, η Άμπι θα είχε φύγει. Γαμώτο, με είχε πιάσει κατάθλιψη. Λίγο αργότερα ακούστηκε άλλο ένα χτύπηµα στην πόρτα. «Τράβις; Εγώ είµαι, άνοιξε». «Φύγε, Περιστεράκι» είπα αναστενάζοντας. Η πόρτα έτριξε όταν την άνοιξε. Δεν γύρισα. Δεν ήταν ανάγκη. Ο Τότο ήταν πίσω µου και η ουρίτσα του άρχισε να χτυπάει την πλάτη µου µόλις την είδε. «Τι σου συµβαίνει, Τραβ;» ρώτησε η Άµπι. Δεν ήξερα με ποιον τρόπο να της πω την αλήθεια και σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς δεν θα με άκουγε, οπότε συνέχισα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο, μετρώντας τα φύλλα που έπεφταν. Με κάθε φύλλο που έφευγε από το κλαδί και έπεφτε αργά στο χώμα, πλησίαζε όλο και περισσότερο η έξοδος της Άμπι από τη ζωή µου. Η προσωπική µου φυσική κλεψύδρα. Η Άμπι στάθηκε δίπλα μου, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Περίμενα να µου βάλει τις φωνές ή να µε µαλώσει για τη συµπεριφορά µου στο εστιατόριο. «Δεν θα µου πεις;» Έκανε να φύγει και αναστέναξα. «Θυμάσαι τις προάλλες που μου την είπε ο Μπραζίλ κι εσύ με υπερασπίστηκες; Ε… αυτό έγινε. Απλώς παρασύρθηκα λίγο». «Ήσουν θυμωμένος προτού πει κάτι ο Κρις» είπε και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι. Ο Τότο ανέβηκε αμέσως στην αγκαλιά της, προσπαθώντας να της τραβήξει την προσοχή. Ήξερα πώς ένιωθε. Όλα τα καραγκιοζιλίκια, όλες οι σαχλαμάρες μου, όλα αυτά γίνονταν για να της τραβήξω με κάποιον τρόπο την προσοχή, και αυτή έµοιαζε να µη βλέπει τίποτα. Ούτε καν την αλλοπρόσαλλη συµπεριφορά µου. «Το εννοώ, Περιστεράκι. Φύγε μακριά. Μα τον Θεό, εγώ δεν μπορώ να φύγω µακριά σου». «Δεν θέλεις πραγµατικά να φύγω!» είπε και µε άγγιξε στο µπράτσο. Δεν

είχε

ιδέα

πόσο

δίκιο

–και

πόσο

άδικο–

είχε.

Τα

αντικρουόμενα

συναισθήματά μου γι’ αυτή με τρέλαιναν. Ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν, και ταυτόχρονα ήθελα να βρει


κάποιον καλύτερο από μένα. Ωστόσο, και μόνο η ιδέα ότι η Άμπι θα ήταν με κάποιον άλλο ήταν ανυπόφορη. Κανείς μας δεν μπορούσε να κερδίσει, και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσα να τη χάσω. Είχα εξουθενωθεί από αυτή την εναλλαγή συναισθηµάτων. Τράβηξα την Άµπι κοντά µου, την αγκάλιασα και τη φίλησα στο µέτωπο. «Δεν έχει σηµασία τι κάνω. Όσο κι αν προσπαθήσω, στο τέλος θα µε µισήσεις». «Δεν γίνεται να µην είµαστε φίλοι». Με αγκάλιασε. «Δεν δέχοµαι αντιρρήσεις». Αυτή ήταν η ατάκα που της είχα πει την πρώτη φορά που είχαμε βγει. Μου φαινόταν σαν να είχαν περάσει εκατό ζωές από τότε. Δεν κατάλαβα πότε µπλέχτηκαν τόσο τα πράγµατα. «Σε παρατηρώ συχνά όταν κοιμάσαι» είπα αγκαλιάζοντάς την πιο σφιχτά. «Φαίνεσαι πάντα τόσο ήρεμη. Εγώ δεν έχω τέτοια ηρεμία. Έχω τόσο θυμό και οργή που βράζουν μέσα μου – εκτός από τις φορές που σε κοιτάζω να κοιμάσαι. Αυτό έκανα όταν μπήκε μέσα ο Πάρκερ. Ήμουν ξύπνιος, και μπήκε μέσα και έμεινε να μας κοιτάζει σοκαρισμένος. Κατάλαβα τι σκέφτηκε και δεν του το ξεκαθάρισα. Δεν του εξήγησα, γιατί ήθελα να νομίζει ότι κάτι συνέβη και τώρα όλοι νοµίζουν ότι πήγες και µε τους δυο µας το ίδιο βράδυ. Συγγνώµη». «Δικό του πρόβληµα αν πιστεύει τα κουτσοµπολιά» είπε η Άµπι. «Τι άλλο να σκεφτεί αφού µας είδε µαζί στο κρεβάτι;» «Το ξέρει ότι µένω µαζί σου. Για όνοµα του Θεού, ήµουν ντυµένη». «Μάλλον ήταν τόσο θυμωμένος, που δεν το πρόσεξε. Ξέρω ότι σου αρέσει, Περιστεράκι. Έπρεπε να του εξηγήσω. Αυτό τουλάχιστον σ’ το χρωστάω». «Δεν πειράζει». «Δεν είσαι θυµωµένη;» ρώτησα έκπληκτος. «Γι’ αυτό κάνεις έτσι; Πίστευες ότι θα θύμωνα μαζί σου όταν θα μου έλεγες την αλήθεια;» «Δικαίως θα θύµωνες. Αν κάποιος κατέστρεφε τη φήµη µου, θα θύµωνα». «Εσένα δεν σε νοιάζει η φήμη σου. Τι απέγινε ο Τράβις που δεν έδινε δεκάρα για τη γνώµη των άλλων;» µε πείραξε, σκουντώντας µε ελαφρά. «Αυτό ήταν πριν δω το ύφος σου όταν άκουσες αυτά που λένε για σένα. Δεν θέλω να πληγώνεσαι εξαιτίας µου».


«Ποτέ δεν θα έκανες κάτι για να µε πληγώσεις». «Καλύτερα να έκοβα το χέρι µου» αναστέναξα. Ακούμπησα το μάγουλό μου στα μαλλιά της. Μύριζε πάντα τόσο ωραία, ένιωθα τόσο καλά κοντά της, ήταν σαν ηρεμιστικό. Ολόκληρο το σώμα μου χαλάρωσε κι ένιωσα ξαφνικά τόσο κουρασμένος, που δεν ήθελα να κουνηθώ. Καθίσαμε έτσι, αγκαλιασμένοι, με το κεφάλι της στον λαιμό μου, για πολλή ώρα. Κανείς δεν µπορούσε να µου εγγυηθεί ότι θα είχα κάτι παραπάνω από αυτή τη στιγµή, κι έτσι έμεινα εκεί, μαζί με το Περιστεράκι. Όταν άρχισε να βραδιάζει, άκουσα ένα απαλό χτύπηµα στην πόρτα. «Άµπι;» ψιθύρισε η Αµέρικα από την άλλη πλευρά. «Μπες, Μερ» είπα, καταλαβαίνοντας ότι μάλλον ανησυχούσε ακούγοντας τόση ησυχία. Η Αμέρικα μπήκε μέσα μαζί με τον Σέπλι και χαμογέλασε βλέποντάς μας αγκαλιά. «Λέγαµε να πάµε να φάµε κάτι. Έχετε όρεξη για Pei Wei;» «Ωχ… πάλι ασιατικό, ρε Μερ; Σοβαρά;» ρώτησα. «Ναι, σοβαρά» είπε εκείνη, πιο άνετη τώρα. «Θα έρθετε ή όχι;» «Πεθαίνω της πείνας» είπε η Άµπι. «Φυσικά, αφού δεν έφαγες το μεσημέρι» είπα συνοφρυωμένος. Σηκώθηκα και τη βοήθησα κι εκείνη να σηκωθεί. «Άντε λοιπόν. Πάµε να σε ταΐσουµε». Δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να την αφήσω, κι έτσι συνέχισα να την κρατάω αγκαλιά σε όλη τη διαδρομή ως το εστιατόριο. Δεν έμοιαζε να την πειράζει, μέχρι που έγειρε επάνω μου μέσα στο αυτοκίνητο όταν συμφώνησα να μοιραστώ μαζί της το φαγητό που ήθελε. Μόλις καθίσαμε, άφησα το παλτό μου δίπλα στην Άμπι και πήγα στην τουαλέτα. Ήταν πολύ παράξενο που όλοι συμπεριφέρονταν σαν να μην είχα σπάσει τα µούτρα κάποιου πριν από µερικές ώρες, σαν να µην είχε συµβεί τίποτα. Έπλυνα το πρόσωπό μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Το νερό έσταζε από τη μύτη και το πιγούνι μου. Για άλλη μια φορά, θα αναγκαζόμουν να κρύψω τη δυσφορία μου και να συμβαδίσω με την υποκριτική συμπεριφορά των άλλων. Λες και έπρεπε να υποκρινόμαστε όλοι για να διευκολύνουμε την Άμπι να ζει την


πραγματικότητα μέσα από μια φούσκα άγνοιας όπου κανείς δεν είχε πολύ δυνατά αισθήµατα και όλα ήταν άσπρα ή µαύρα. «Γαµώτο! Ακόµη δεν ήρθε το φαγητό;» ρώτησα και κάθισα δίπλα στην Άµπι. Βλέποντας το τηλέφωνό της πάνω στο τραπέζι, το πήρα, έκανα μια ηλίθια γκριµάτσα και έβγαλα µια φωτογραφία. «Τι κάνεις εκεί;» είπε γελώντας η Άµπι. Έψαξα το όνοµά µου στις επαφές της και έβαλα αυτή τη φωτογραφία. «Έτσι, όταν σου τηλεφωνώ, θα θυµάσαι πόσο µε λατρεύεις». «Ή πόσο χαζοβιόλης είσαι» είπε η Αµέρικα. Η Αμέρικα και ο Σέπλι μιλούσαν την περισσότερη ώρα για τα μαθήματά τους και τα τελευταία κουτσομπολιά, φροντίζοντας να μην αναφέρουν κανένα που να είχε σχέση με τη δικιά μας ιστορία. Η Άμπι τούς άκουγε με το πιγούνι ακουμπισμένο στο χέρι της, χαμογελαστή και όμορφη. Τα δάχτυλά της ήταν μικροσκοπικά και συνειδητοποίησα ότι σκεφτόμουν πόσο άδειο μου φαινόταν το δάχτυλο της βέρας. Με κοίταξε και έγειρε προς το μέρος μου για να με σκουντήσει παιχνιδιάρικα με τον ώμο της. Κάθισε ευθυτενής ξανά, στρέφοντας πάλι την προσοχή της στην πολυλογία της Αμέρικα. Γελούσαμε και αστειευόμασταν μέχρι που έκλεισε το εστιατόριο και μετά στριμωχτήκαμε όλοι στο αυτοκίνητο του Σέπλι. Ένιωθα εξουθενωμένος, αλλά, παρόλο που αυτή η μέρα μού φαινόταν ατελείωτη, δεν ήθελα να τελειώσει. Ο Σέπλι κουβάλησε την Αμέρικα στην πλάτη του για να ανέβουν τα σκαλιά, αλλά εγώ έμεινα πίσω και κράτησα την Άμπι από το χέρι. Κοιτούσα τους φίλους μας μέχρι που μπήκαν στο διαμέρισμα και ύστερα έπαιξα λίγο με το χέρι της Άμπι στο δικό µου. «Σου χρωστάω µια συγγνώµη για σήµερα, οπότε, συγγνώµη». «Έχεις ήδη ζητήσει συγγνώµη. Δεν υπάρχει πρόβληµα». «Όχι, ζήτησα συγγνώµη για τον Πάρκερ. Δεν θέλω να πι​στεύεις ότι είµαι κανένας ψυχοπαθής που επιτίθεται σε ανθρώπους για ψύλλου πήδημα» είπα «αλλά σου χρωστάω µια συγγνώµη επειδή δεν σε υπερασπίστηκα για τον σωστό λόγο». «Και ποιος είναι αυτός;» ρώτησε. «Τον χτύπησα επειδή είπε ότι ήθελε να είναι ο επόμενος στη σειρά κι όχι επειδή


σε πείραξε». «Το ότι υπονόησε πως υπάρχει σειρά είναι ήδη αρκετός λόγος για να θέλεις να με υπερασπιστείς, Τραβ». «Αυτό λέω. Θύµωσα γιατί θεώρησα ότι ήθελε να κοιµηθεί µαζί σου». Η Άμπι το σκέφτηκε για μια στιγμή και μετά με έπιασε από το μπλουζάκι. Ακούµπησε το µέτωπό της στο στήθος µου. «Ξέρεις κάτι; Δεν με νοιάζει» είπε και με κοίταξε χαμογελώντας. «Δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι, ούτε που έχασες την ψυχραιμία σου, ούτε που σακάτεψες τον Κρις. Το τελευταίο που θέλω είναι να έχω κακή φήμη, αλλά έχω βαρεθεί να εξηγώ τη φιλία µας σε όλους. Να πάνε στον διάολο». «Τη φιλία µας; Καµιά φορά αναρωτιέµαι αν ακούς αυτά που σου λέω». «Τι εννοείς;» Η φούσκα μέσα στην οποία είχε κλειστεί ήταν αδιαπέραστη και αναρωτήθηκα τι θα συνέβαινε αν κατάφερνα ποτέ να περάσω µέσα. «Πάµε, είµαι κουρασµένος». Ανεβήκαμε μαζί τα σκαλιά και μπήκαμε μέσα. Η Αμέρικα και ο Σέπλι ακούγονταν ήδη να μουρμουρίζουν στο δωμάτιό τους, ενώ η Άμπι εξαφανίστηκε στο μπάνιο. Άκουσα πρώτα τον διαπεραστικό ήχο από τους σωλήνες και ύστερα το νερό που κυλούσε στα πλακάκια. Ο Τότο μού κρατούσε συντροφιά όσο περίμενα. Δεν καθυστέρησε και πολύ, σε λιγότερο από μία ώρα είχε τελειώσει. Ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα βρεγμένα μαλλιά της να ακουμπάνε στο μπράτσο µου. Πήρε µια βαθιά ανάσα, χαλαρώνοντας. «Δύο εβδομάδες έμειναν. Τι άλλο δραματικό θα κάνεις όταν επιστρέψω στο Μόργκαν;» «Δεν ξέρω» είπα – δεν ήθελα να το σκέφτοµαι. «Έι» άγγιξε το χέρι µου. «Πλάκα έκανα». Προσπάθησα να κάνω το σώμα μου να χαλαρώσει, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου ότι προς το παρόν ήταν ακόμη εδώ μαζί μου. Δεν έπιασε. Τίποτα δεν έπιανε. Είχα ανάγκη να την αγκα​λιάσω. Είχα ήδη χάσει πολύ χρόνο. «Με εµπιστεύεσαι, Περιστεράκι;» ρώτησα λίγο αγχωµένος. «Ναι, γιατί;»


«Έλα εδώ» είπα και την τράβηξα πάνω µου. Περίμενα να διαμαρτυρηθεί, αλλά πάγωσε μόνο για μια στιγμή και μετά αφέθηκε να χαλαρώσει δίπλα μου. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου. Αμέσως ένιωσα τα μάτια μου να βαραίνουν. Την επόμενη μέρα θα προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να καθυστερήσω την αναχώρησή της, αλλά εκείνη τη στιγμή το µόνο που ήθελα να κάνω ήταν να κοιµηθώ κρατώντας την αγκαλιά.


15

Η επόµενη µέρα

ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΟΛΕΣ ΚΙ ΟΛΕΣ, είτε για να απολαύσω τον χρόνο που μας έμενε είτε για να πείσω με κάποιον τρόπο την Άμπι πως ήμουν αυτός που είχε ανάγκη. Ήµουν όσο πιο γοητευτικός µπορούσα, της έκανα όλα τα χατίρια, δεν λογάριασα χρήματα

καθόλου.

Πήγαμε

για

μπόουλινγκ,

βγήκαμε

για

δείπνο,

για

μεσημεριανό, για σινεμά. Προσπαθούσα επίσης να περνάμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στο σπίτι, νοικιάζοντας ταινίες, παραγγέλνοντας φαγητό, οτιδήποτε προκειμένου να μείνω μόνος μαζί της. Δεν τσακωθήκαμε ούτε μια φορά. Ο Άνταμ τηλεφώνησε κάνα δυο φορές. Παρόλο που το θέαμα που πρόσφερα ήταν καλό, δεν ήταν ικανοποιημένος που οι αγώνες κρατούσαν τόσο λίγο. Τα λεφτά ήταν λεφτά, αλλά δεν ήθελα να χάνω χρόνο μακριά από το Περιστεράκι. Ήταν πιο χαρούμενη απ’ όσο την είχα δει ποτέ, και για πρώτη φορά ένιωθα σαν φυσιολογικός, ολοκληρωμένος άνθρωπος, και όχι σαν κάποιος κατεστραμμένος, οργισμένος

τύπος. Το

βράδυ ξαπλώναμε και

κοιμόμασταν αγκαλιά σαν

παντρεμένοι. Όσο περισσότερο πλησίαζε το τελευταίο της βράδυ, τόσο πιο δύσκολο ήταν να παραμείνω εύθυμος και να προσποιούμαι ότι δεν ήθελα απεγνωσµένα να παραµείνει η ζωή µας όπως ήταν. Το προτελευταίο βράδυ, η Άµπι διάλεξε να πάµε για πίτσα. Ψίχουλα στο κόκκινο


πάτωμα, η μυρωδιά από το λίπος και τα μπαχαρικά στην ατμόσφαιρα, έλειπε και η ενοχλητική ομάδα φούτμπολ, όλα ήταν τέλεια. Τέλεια αλλά θλιβερά. Ήταν το πρώτο μέρος στο οποίο είχαμε φάει μαζί. Η Άμπι γελούσε πολύ, αλλά δεν μου ανοίχτηκε. Δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά στον χρόνο που είχαμε περάσει μαζί. Ακόμη κλεισμένη στη φούσκα της. Ακόμη εθελοτυφλούσε. Κάποιες φορές γινόμουν έξαλλος που οι προσπάθειές μου έπεφταν στο κενό, αλλά μόνο αν διατηρούσα την ψυχραιμία μου και την έκανα χαρούμενη θα είχα πιθανότητα να επιτύχω. Αποκοιμήθηκε αρκετά γρήγορα εκείνο το βράδυ. Καθώς κοιμόταν δίπλα μου την παρακολουθούσα, προσπαθώντας να αποτυπώσω την εικόνα της στη μνήμη μου. Τον τρόπο με τον οποίο οι βλεφαρίδες της ακουμπούσαν στο δέρμα της. Την αίσθηση από τα βρεγμένα μαλλιά της στο μπράτσο μου. Τη φρουτώδη μυρωδιά καθαριότητας που ανέδιδε το σώμα της. Τον ανεπαίσθητο ήχο που έκανε η μύτη της όταν ανέπνεε. Ήταν τόσο ήρεμη και κοιμόταν τόσο άνετα στο κρεβάτι μου. Οι τοίχοι γύρω μας ήταν καλυμμένοι με φωτογραφίες από τη διαμονή της Άμπι στο σπίτι μου. Ήταν σκοτεινά, αλλά είχα την κάθε φωτογραφία στο μυαλό μου. Τώρα που το δωμάτιό μου έδινε πια πραγματικά την αίσθηση σπιτιού, εκείνη θα έφευγε. Το πρωί της τελευταίας μέρας ένιωθα τη θλίψη να με κατακλύζει στη σκέψη ότι το επόμενο πρωί θα μαζεύαμε τα πράγματά της για να γυρίσει στο Μόργκαν. Το Περιστεράκι θα ήταν ακόμη εδώ, θα μας επισκεπτόταν καμιά φορά, πιθανότατα µαζί µε την Αµέρικα, αλλά θα ήταν µε τον Πάρκερ. Θα την έχανα. Η πολυθρόνα έτριξε λίγο καθώς κουνιόμουν μπρος πίσω, περιμένοντάς τη να ξυπνήσει. Το διαμέρισμα ήταν ήσυχο. Υπερβολικά ήσυχο. Η ησυχία με πλάκωνε. Η πόρτα του Σέπλι έτριξε καθώς άνοιξε κι έκλεισε πάλι, και τα γυμνά πόδια του ξαδέλφου μου ακούστηκαν στον διάδρομο. Τα μαλλιά του πετούσαν, τα μάτια του ήταν μισάνοιχτα. Προχώρησε ως τον μικρό καναπέ και με κοίταξε για λίγο κάτω από την κουκούλα της μπλούζας του. Ίσως να έκανε κρύο, αλλά δεν το είχα προσέξει. «Τραβ; Θα την ξαναδείς». «Το ξέρω».


«Κρίνοντας από τη φάτσα σου, δεν µοιάζεις να το ξέρεις». «Δεν θα είναι το ίδιο, Σεπ. Θα ζούμε διαφορετικές ζωές. Θα απομακρυνθούμε. Θα είναι µε τον Πάρκερ». «Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος γι’ αυτό. Ο Πάρκερ θα ξεμπροστιαστεί. Θα τον πάρει χαµπάρι». «Τότε µε κάποιον άλλο σαν τον Πάρκερ». Ο Σέπλι αναστέναξε και άπλωσε το ένα πόδι πάνω στον καναπέ. «Πώς µπορώ να σε βοηθήσω;» «Έχω να νιώσω έτσι από τότε που πέθανε η μαμά. Δεν ξέρω τι να κάνω». Η φωνή µου έσπασε. «Θα τη χάσω». «Δεν θα το παλέψεις άλλο, λοιπόν, ε;» «Δοκίμασα τα πάντα. Δεν κατάφερα τίποτα. Ίσως αυτή να μη νιώθει το ίδιο πράγµα για µένα». «Ή ίσως να προσπαθεί να μην το νιώσει. Άκου, εγώ και η Αμέρικα θα την κάνουμε. Έχεις ακόμα τη σημερινή βραδιά. Κάνε κάτι ιδιαίτερο. Πήγαινε να πάρεις ένα µπουκάλι κρασί. Μαγείρεψε µακαρόνια. Τα φτιάχνεις τέλεια». «Δεν θα την κάνουν τα µακαρόνια να αλλάξει γνώµη». «Ποτέ δεν ξέρεις» χαμογέλασε ο Σέπλι. «Η μαγειρική σου ήταν ο λόγος που με έκανε να παραβλέψω το γεγονός ότι είσαι θεόμουρλος και να συγκατοικήσω μαζί σου». «Θα το δοκιµάσω. Είµαι διατεθειµένος να δοκιµάσω τα πάντα». «Κάνε κάτι που θα το θυμάται, Τραβ» είπε ο Σέπλι ανασηκώνοντας τους ώμους. «Ίσως να αλλάξει γνώµη». Ο Σέπλι και η Αμέρικα προσφέρθηκαν να κάνουν μερικά ψώνια ώστε να μαγειρέψω δείπνο για την Άμπι. Ο Σέπλι μέχρι που συμφώνησε να περάσει από το πολυκατάστημα και να αγοράσει καινούργια μαχαιροπίρουνα, ώστε να μη χρησιµοποιήσουµε τα αταίριαστα που είχαµε στο συρτάρι. Όλα ήταν έτοιµα για το τελευταίο µου βράδυ µε την Άµπι. Την ώρα που τοποθετούσα τις χαρτοπετσέτες, η Άμπι εμφανίστηκε με ένα σκισµένο τζιν και ένα φαρδύ, µακρύ άσπρο µπλουζάκι. «Μου τρέχουν τα σάλια. Ό,τι κι αν είναι αυτό που φτιάχνεις, µυρίζει υπέροχα».


Έβαλα τα ζυμαρικά με τη σάλτσα αλφρέντο στο βαθύ πιάτο της, τοποθέτησα αποπάνω κοτόπουλο καχούν και πασπάλισα το πιάτο με κυβάκια από ντομάτες και φρέσκα κρεµµυδάκια. «Αυτό έφτιαχνα» της είπα βάζοντας το πιάτο στο τραπέζι. Η Άμπι κάθισε γουρλώνοντας τα μάτια της και με κοιτούσε όσο έβαζα φαγητό και για τον εαυτό μου. Μόλις έβαλα και μια φέτα σκορδόψωμο στο πιάτο της, χαµογέλασε. «Όλα τα σκέφτηκες». «Ναι, τα σκέφτηκα όλα» είπα ανοίγοντας το µπουκάλι µε το κρασί. Το σκούρο κόκκινο κρασί πιτσίλισε λίγο καθώς γέμιζα το ποτήρι της, κι εκείνη χασκογέλασε. «Δεν ήταν ανάγκη να µπεις σε τόσο κόπο, ξέρεις». «Ναι, ήταν ανάγκη». Η Άμπι δοκίμασε μια μπουκιά και ύστερα άλλη μία, σχεδόν πριν προλάβει να καταπιεί την πρώτη. Ένας ελαφρύς αναστεναγµός ξέφυγε από τα χείλη της. «Είναι πολύ νόστιµο, Τραβ. Δεν µου τα είχες πει αυτά». «Αν σου το είχα πει, θα περίμενες τέτοιο γεύμα κάθε βράδυ» απάντησα, και το βεβιασµένο χαµόγελο που κατάφερα να σχηµατίσω έσβησε γρήγορα. «Κι εµένα θα µου λείψεις, Τραβ» είπε, συνεχίζοντας να µασάει. «Θα έρχεσαι, έτσι δεν είναι;» «Εννοείται. Κι εσύ θα έρχεσαι στο Μόργκαν να με βοηθάς να διαβάσω, όπως πριν». «Δεν θα είναι όμως το ίδιο» ξεφύσηξα. «Εσύ θα έχεις τον Πάρκερ, θα είμαστε απασχοληµένοι… θα χωρίσουν οι δρόµοι µας». «Δεν θα είναι και τόσο διαφορετικά τα πράγµατα». «Ποιος να το φανταζόταν όταν γνωριστήκαμε ότι θα καταλήγαμε να καθόμαστε εδώ» γέλασα κοφτά. «Αν πριν από τρεις μήνες μού έλεγε κάποιος ότι θα ήμουν τόσο δυστυχισµένος που θα αποχαιρετούσα ένα κορίτσι, δεν θα το πίστευα». Το πρόσωπο της Άµπι σκυθρώπιασε. «Δεν θέλω να είσαι δυστυχισµένος». «Τότε µη φεύγεις».


Η Άµπι ξεροκατάπιε και έκανε µια µικρή κίνηση µε τα φρύδια της. «Δεν µπορώ να µετακοµίσω εδώ, Τράβις. Είναι τρέλα». «Γιατί; Εγώ πέρασα τις δύο καλύτερες εβδοµάδες της ζωής µου». «Κι εγώ». «Τότε γιατί νιώθω ότι δεν θα σε ξαναδώ;» Με κοίταξε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε. Σηκώθηκε, έκανε τον γύρο του πάγκου και ήρθε και κάθισε στην αγκαλιά μου. Ήθελα απεγνωσμένα να την κοιτάξω στα μάτια, αλλά φοβόμουν πως αν το έκανα θα προσπαθούσα να τη φιλήσω, και τότε η βραδιά θα είχε καταστραφεί. Με αγκάλιασε, με το απαλό της µάγουλο κολληµένο στο δικό µου. «Θα συνειδητοποιήσεις τι μπελάς ήμουν και θα ξεχάσεις ότι σου λείπω» μου ψιθύρισε στο αυτί. Χάιδεψα την πλάτη της ανάμεσα στις ωμοπλάτες, προσπαθώντας να μην είμαι τόσο θλιµµένος. «Το υπόσχεσαι;» Η Άμπι με κοίταξε στα μάτια, παίρνοντας το πρόσωπό μου στα χέρια της. Χάιδεψε το πιγούνι μου με τον αντίχειρά της. Σκέφτηκα να την εκλιπαρήσω να μείνει, αλλά δεν θα με άκουγε. Ζούσε μέσα στη φούσκα της. Έκλεισε τα μάτια και έσκυψε προς το μέρος μου. Ξέρω ότι σκόπευε να φιλήσει την άκρη των χειλιών μου, αλλά κάπως έγινε και τα χείλη μας ενώθηκαν. Ήταν η τελευταία μου ευκαιρία. Έπρεπε να της δώσω ένα αποχαιρετιστήριο φιλί. Για μια στιγμή η Άμπι πάγωσε, αλλά μετά το σώμα της χαλάρωσε, και άφησε τα χείλη της για λίγο στα δικά µου. Τελικά τραβήχτηκε και χαµογέλασε. «Έχω πολλά πράγματα να κάνω αύριο. Θα καθαρίσω την κουζίνα και θα πέσω για ύπνο». «Θα σε βοηθήσω». Πλύναμε μαζί τα πιάτα αμίλητοι, με τον Τότο να κοιμάται στα πόδια μας. Μόλις σκούπισα το τελευταίο πιάτο και το έβαλα στην πιατοθήκη, την οδήγησα στον διάδρομο κρατώντας την από το χέρι. Κάθε βήμα ήταν μαρτύριο. Η Άμπι έβγαλε το τζιν της και μετά το μπλουζάκι της. Πήρε μία από τις δικές μου μπλούζες και τη φόρεσε. Εγώ έμεινα με το μποξεράκι μου όπως είχα κάνει


άπειρες άλλες φορές μαζί της στο δωμάτιο, αλλά αυτή τη φορά κάτι βαρύ πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και έσβησα το φως. Την αγκάλιασα αµέσως και αναστέναξα, κι εκείνη κούρνιασε στον λαιµό µου. Τα δέντρα έξω από το παράθυρο έριχναν σκιές στους τοίχους. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ σ’ αυτά τα σχήματα και στον τρόπο με τον οποίο ο άνεμος τα έκανε να αλλάζουν. Οτιδήποτε προκειμένου να μη σκέφτομαι τους αριθμούς του ρολογιού ή πόσο κοντά ήταν το πρωί. Το πρωί. Η ζωή μου θα άλλαζε προς το χειρότερο σε λίγες μόνο ώρες. Χριστούλη μου. Δεν το άντεχα. Έκλεισα σφιχτά τα µάτια µου, προσπαθώντας να διώξω αυτές τις σκέψεις. «Τραβ; Είσαι καλά;» Χρειάστηκα λίγη ώρα για να σχηµατίσω τις λέξεις. «Ποτέ δεν ήµουν χειρότερα». Ακούµπησε πάλι το µέτωπό της στον λαιµό µου και την κράτησα πιο σφιχτά. «Είναι χαζό αυτό» είπε. «Θα βλεπόµαστε κάθε µέρα». «Το ξέρεις ότι δεν είναι αλήθεια». Σήκωσε ελάχιστα το πρόσωπό της. Δεν ήξερα με σιγουριά αν με κοιτούσε ή αν ετοιμαζόταν να πει κάτι. Περίμενα μέσα στο σκοτάδι, νιώθοντας πως ο κόσμος γύρω θα κατέρρεε από στιγμή σε στιγμή. Χωρίς προειδοποίηση, η Άμπι ακούμπησε τα χείλη της στον λαιμό μου. Άνοιξε περισσότερο τα χείλη της καθώς γεύτηκε το δέρμα μου, και το ζεστό, υγρό στόμα της έμεινε για λίγο εκεί. Την κοίταξα έκπληκτος. Μια οικεία φλόγα έκαιγε μέσα στα μάτια της. Δεν ήξερα πώς είχε γίνει, αλλά της είχα περάσει τελικά το μήνυμα. Η Άμπι είχε επιτέλους καταλάβει τα αισθήµατά µου γι’ αυτήν και η φωτιά είχε ανάψει. Έσκυψα προς το μέρος της και πίεσα τα χείλη μου στα δικά της, απαλά και αργά. Όσο περισσότερο έμεναν τα στόματά μας κολλημένα, τόσο περισσότερο τρελαινόμουν, συνειδητοποιώντας τι συνέβαινε. Η Άμπι με τράβηξε πιο κοντά της. Κάθε κίνηση που έκανε επιβεβαίωνε ακόμα περισσότερο την απάντησή της. Ένιωθε το ίδιο. Νοιαζόταν για μένα. Με ήθελε. Ήθελα να κάνω τρέχοντας τον γύρο του τετραγώνου για να το γιορτάσω, και ταυτόχρονα δεν ήθελα να ξεκολλήσω το στόμα μου από το δικό της. Το στόμα της άνοιξε και η γλώσσα μου κινήθηκε µέσα του ψάχνοντας, δοκιµάζοντας.


«Σε θέλω» είπε. Τα λόγια της αντήχησαν μέσα μου και συνειδητοποίησα τι εννοούσε. Από τη μια ήθελα να σκίσω κάθε ίχνος υφάσματος μεταξύ μας, από την άλλη σήμανε συναγερμός. Αυτή τη στιγμή θέλαμε το ίδιο πράγμα. Δεν υπήρχε λόγος για βιασύνη. Τραβήχτηκα λίγο πίσω, αλλά η Άμπι φάνηκε ακόμα πιο αποφασισμένη. Οπισθοχώρησα μέχρι που βρέθηκα στα γόνατα, αλλά η Άμπι με ακολουθούσε. Την έπιασα από τους ώµους για να την αποµακρύνω λίγο. «Μισό λεπτό» ψιθύρισα βαριανασαίνοντας. «Δεν χρειάζεται να το κάνεις αυτό, Περιστεράκι. Δεν είναι αυτό το ζητούµενο απόψε». Παρόλο που ήθελα να κάνω το σωστό, η αναπάντεχη αντίδραση της Άμπι σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχα κοιμηθεί με καμία για ένα χρονικό διάστημα που σίγουρα είχε σπάσει κάθε ρεκόρ μου έκαναν τη στύση μου να φαίνεται ξεκάθαρα στο μποξεράκι μου. Η Άμπι έσκυψε ξανά, και αυτή τη φορά την άφησα να πλησιάσει αρκετά ώστε να ακουμπήσει τα χείλη της στα δικά μου. Με κοίταξε, σοβαρή και αποφασισµένη. «Μη µε κάνεις να παρακαλέσω» ψιθύρισε µέσα στο στόµα µου. Όσο ιπποτικά κι αν σκόπευα να φερθώ, αυτές οι λέξεις με κατέστρεψαν. Της χάιδεψα το κεφάλι και το στόμα μου σφράγισε το δικό της. Τα δάχτυλα της Άμπι χάιδεψαν την πλάτη μου και στάθηκαν στο λάστιχο του εσώρουχού μου, καθώς φάνηκε να σκέφτεται την επόμενη κίνησή της. Έξι εβδομάδες υποβόσκουσας ερωτικής έντασης απελευθερώθηκαν ξαφνικά από μέσα μου και πέσαμε στο στρώμα. Τα δάχτυλά μου μπλέχτηκαν στα μαλλιά της καθώς έπαιρνα θέση ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της. Τη στιγμή ακριβώς που τα στόματά μας συναντήθηκαν πάλι, γλίστρησε το χέρι της μέσα από το μποξεράκι μου. Όταν τα απαλά της δάχτυλα άγγιξαν το γυμνό μου δέρμα, βόγκηξα. Ήταν η πιο τρομερή αίσθηση που µπορούσα ποτέ να φανταστώ. Το παλιό γκρίζο μπλουζάκι που φορούσε η Άμπι ήταν το πρώτο που έφυγε. Ευτυχώς η πανσέληνος φώτιζε αρκετά το δωμάτιο ώστε να θαυμάσω για λίγο το γυμνό της στήθος προτού προχωρήσω ανυπόμονα στο υπόλοιπο σώμα της. Έπιασα το κιλοτάκι της και το κατέβασα. Γευόμουν το στόμα της όσο ακολουθούσα την εσωτερική γραμμή του μηρού της, ανεβαίνοντας προς τα πάνω.


Τα δάχτυλά μου γλίστρησαν μέσα στο απαλό, υγρό δέρμα της Άμπι κι εκείνη αναστέναξε αργά, τρεμουλιαστά. Προτού προχωρήσω περισσότερο, ήρθε στο µυαλό µου η κουβέντα που είχαµε πριν από λίγο καιρό. Η Άµπι ήταν παρθένα. Αν ήθελε πραγματικά να συμβεί αυτό, έπρεπε να είμαι προσεκτικός. Το τελευταίο πράγµα που ήθελα να κάνω ήταν να την πονέσω. Τα γόνατά της λύγιζαν και τινάζονταν με κάθε κίνηση του χεριού μου. Έγλειφα και ρουφούσα διάφορα σημεία στον λαιμό της όσο την περίμενα να πάρει μια απόφαση. Οι γοφοί της κινούνταν πέρα δώθε και μπρος πίσω, θυμίζοντάς μου τον τρόπο με τον οποίο χόρευε κολλημένη πάνω μου στο

Red. Δάγκωσε το κάτω

χείλος της, βυθίζοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά της στην πλάτη μου. Στάθηκα αποπάνω της. Φορούσα ακόμη το μποξεράκι μου, αλλά ένιωθα το γυμνό της δέρμα. Ήταν τόσο ζεστή, δεν είχα κάνει ποτέ κάτι πιο δύσκολο από το να κρατηθώ εκείνη τη στιγμή. Αν ήμουν μισό εκατοστό πιο κοντά της, θα μπορούσα να διαπεράσω το µποξεράκι µου και να βρεθώ µέσα της. «Περιστεράκι» είπα ξέπνοος «δεν χρειάζεται να συμβεί απόψε. Μπορώ να περιµένω µέχρι να είσαι έτοιµη». Η Άμπι άπλωσε το χέρι της στο συρτάρι του κομοδίνου και το άνοιξε. Κάτι πλαστικό ακούστηκε να τσαλακώνεται στο χέρι της και άνοιξε το τετράγωνο πακετάκι με τα δόντια της. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ξεκάθαρη απάντηση. Τράβηξα το χέρι μου από την πλάτη της και έβγαλα το μποξεράκι μου, πετώντας το μακριά. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν να βρεθώ μέσα της. Φόρεσα το προφυλακτικό και χαμήλωσα ανάμεσα στα πόδια της, αγγίζοντας τα πιο ευαίσθητα σημεία μου στα δικά της. «Κοίταξέ µε, Περιστεράκι» είπα απαλά. Τα μεγάλα, στρογγυλά, γκρίζα μάτια της με κοίταξαν. Ήταν σουρεαλιστικό. Αυτό είχα φανταστεί από την πρώτη στιγμή που με είχε κοιτάξει εκνευρισμένη, και τώρα γινόταν πραγματικότητα. Έγειρα το κεφάλι μου και έσκυψα να τη φιλήσω τρυφερά. Κινήθηκα μπροστά και έσφιξα το σώμα μου, μπαίνοντας μέσα της όσο πιο απαλά μπορούσα. Όταν τραβήχτηκα πίσω, κοίταξα την Άμπι στα μάτια. Τα γόνατά της με κρατούσαν σαν τανάλια και δάγκωσε τα χείλη της πιο


δυνατά, αλλά τα δάχτυλά της πίεζαν την πλάτη μου, τραβώντας με πιο κοντά. Όταν ξαναμπήκα μέσα της, έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Τη φίλησα απαλά, υποµονετικά. «Κοίταξέ µε» ψιθύρισα. Μουρμούριζε και βογκούσε και φώναζε. Με κάθε ήχο που έκανε δυσκολευόμουν ακόμα περισσότερο να ελέγξω τις κινήσεις μου. Το σώμα της τελικά χαλάρωσε, επιτρέποντάς μου να κινούμαι πιο ρυθμικά. Όσο πιο γρήγορα κουνιόμουν, τόσο περισσότερο έχανα τον έλεγχο. Άγγιξα κάθε χιλιοστό του σώματός της και έγλειψα και φίλησα τον λαιμό της, τα μάγουλά της και τα χείλη της. Με τράβηξε μέσα της ξανά και ξανά, και κάθε φορά έσπρωχνα λίγο πιο βαθιά. «Σε θέλω τόσο καιρό, Άμπι. Μόνο εσένα θέλω» της είπα με το στόμα μου κολληµένο στο δικό της. Έπιασα τον μηρό της με το ένα χέρι και στηρίχτηκα στον αγκώνα μου. Η κοιλιά μου γλιστρούσε με ευκολία στη δική της καθώς σταγόνες ιδρώτα άρχιζαν να καλύπτουν το δέρμα μας. Σκέφτηκα να τη γυρίσω, να τη φέρω αποπάνω μου, αλλά αποφάσισα να θυσιάσω τις δημιουργικές ιδέες προκειμένου να μπορώ να την κοιτάζω στα μάτια και να είμαι όσο το δυνατόν πιο κοντά της. Πάνω που νόμιζα ότι µπορούσα να το κάνω να κρατήσει όλη νύχτα, η Άµπι αναστέναξε. «Τράβις». Ο ήχος της φωνής της να ψιθυρίζει το όνομά μου με βρήκε απροετοίμαστο και με τρέλανε εντελώς. Έπρεπε να κινηθώ πιο γρήγορα, να πιέσω πιο βαθιά, μέχρι που κάθε μυς στο σώμα μου σφίχτηκε. Βόγκηξα και τινάχτηκα μερικές φορές προτού καταρρεύσω. Ανέπνεα δίπλα στον λαιμό της. Μύριζε ιδρώτα και την κρέμα της και… εμένα. Γαµώτο, ήταν καταπληκτικό. «Φοβερό πρώτο φιλί» είπε µε κουρασµένο και ικανοποιηµένο ύφος. Την κοίταξα προσεκτικά και χαµογέλασα. «Το τελευταίο πρώτο σου φιλί». Ξάπλωσα μπρούμυτα δίπλα της, αγκαλιάζοντάς την απ’ τη μέση. Ξαφνικά ανυπομονούσα να έρθει το πρωί. Θα ήταν η πρώτη μας μέρα μαζί και, αντί να μαζέψουμε τα πράγματά της προσπαθώντας να κρύψουμε τη δυστυχία μας, θα


μπορούσαμε να κοιμηθούμε ως αργά, να περάσουμε άπειρο χρόνο στο κρεβάτι και να απολαύσουμε τη μέρα ως ζευγάρι. Αυτό θα με έκανε να νιώθω σαν να ήµουν στον παράδεισο. Πριν από τρεις μήνες, κανείς δεν θα μπορούσε να με κάνει να πιστέψω πως θα ένιωθα έτσι. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να επιθυμώ περισσότερο. Πήρα μια βαθιά, χαλαρωτική ανάσα και αποκοιμήθηκα δίπλα στη δεύτερη γυναίκα που είχα ποτέ αγαπήσει.


16

Χωροχρόνος

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΕΝ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΘΗΚΑ. Στην αρχή, το μισοκοιμισμένο μυαλό μου ήταν αρκετά συγχυσμένο ώστε να δημιουργεί ένα αίσθημα ηρεμίας. Στην αρχή, όταν άπλωσα το χέρι μου για να αγγίξω την Άμπι πάνω από τα σεντόνια και δεν τη βρήκα εκεί, ένιωσα απλώς μια μικρή απογοήτευση, η οποία έδωσε τη θέση της στην περιέργεια. Ήταν μάλλον στο μπάνιο ή ίσως έτρωγε δημητριακά στον καναπέ. Μόλις μου είχε χαρίσει την παρθενιά της, παρόλο που είχε καταναλώσει πολύ χρόνο και κόπο προσποιούμενη πως είχε για μένα μόνο πλατωνικά αισθήματα. Δεν ήταν κι εύκολο. «Περιστεράκι;» φώναξα. Σήκωσα μόνο το κεφάλι μου, ελπίζοντας ότι θα ερχόταν πάλι στο κρεβάτι μαζί μου. Αλλά ύστερα από λίγο αποφάσισα να μην περιμένω και σηκώθηκα. Φόρεσα το µποξεράκι που είχα πετάξει στην άκρη το προηγούµενο βράδυ και έβαλα ένα μπλουζάκι. Έσυρα τα πόδια μου στον διάδρομο ως το μπάνιο και χτύπησα την πόρτα. Άνοιξε ελαφρώς. Δεν άκουγα κίνηση από μέσα, αλλά τη φώναξα παρ’ όλα αυτά. «Περιστεράκι;» Όταν άνοιξα περισσότερο την πόρτα, είδα αυτό που περίμενα. Το μπάνιο ήταν άδειο και σκοτεινό. Πήγα στο σαλόνι, περιμένοντας να τη βρω στην κουζίνα ή στον καναπέ, αλλά δεν ήταν πουθενά. «Περιστεράκι;» είπα περιµένοντας απάντηση. Άρχισε να με πιάνει πανικός, αλλά αρνήθηκα να φρικάρω προτού μάθω τι


συνέβαινε. Μπήκα με φόρα στο δωμάτιο του Σέπλι χωρίς να χτυπήσω την πόρτα. Η Αμέρικα ήταν ξαπλωμένη δίπλα στον Σέπλι, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του όπως είχα φανταστεί ότι θα ήταν η Άµπι αυτή τη στιγµή. «Είδατε πουθενά την Άµπι; Δεν τη βρίσκω πουθενά». «Τι;» είπε ο Σέπλι και ανασηκώθηκε, τρίβοντας τα µάτια του. «Η Άμπι» επανέλαβα ανυπόμονα ανάβοντας το φως. Ο Σέπλι και η Αμέρικα µόρφασαν. «Την είδατε πουθενά;» Διάφορα σενάρια περνούσαν από το μυαλό μου, περισσότερο ή λιγότερο καταστροφικά. Ίσως να είχε βγάλει έξω τον Τότο και κάποιος να την είχε αρπάξει ή να της είχε κάνει κακό, ή ίσως να έπεσε στις σκάλες. Καθώς όμως άκουσα στον διάδρομο τα νύχια του Τότο, κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Ίσως να είχε πάει να πάρει κάτι από το αυτοκίνητο της Αμέρικα. Έτρεξα στην εξώπορτα και κοίταξα τριγύρω. Στη συνέχεια κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, εξετάζοντας εξονυχιστικά κάθε χιλιοστό μεταξύ της πόρτας του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου της Αµέρικα. Τίποτα. Είχε εξαφανιστεί. Ο Σέπλι εμφανίστηκε στην πόρτα με τα μάτια μισόκλειστα, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω του για να προστατευτεί από το κρύο. «Ναι. Μας ξύπνησε νωρίς. Ήθελε να πάει σπίτι». Ανέβηκα τα σκαλιά δύο δύο, άρπαξα τον Σέπλι από τους γυμνούς του ώμους, τον έσπρωξα ως την άλλη άκρη του δωματίου και τον κόλλησα στον τοίχο. Πιάστηκε από την µπλούζα µου, µε µια έκφραση θυµού και συνάµα έκπληξης. «Τι στον διά…» άρχισε να λέει. «Την πήγες σπίτι; Στο Μόργκαν; Τι στον διάολο, µέσα στη νύ​χτα; Γιατί;» «Γιατί µου το ζήτησε!» Τον χτύπησα πάλι στον τοίχο, κυριευµένος από τυφλή οργή. Η Αμέρικα βγήκε από την κρεβατοκάμαρα, με τα μαλλιά μπερδεμένα και τη μάσκαρα μουντζουρωμένη κάτω από τα μάτια της. Φορούσε το μπουρνούζι της και έσφιγγε τη ζώνη γύρω από τη µέση της. «Τι στον διάολο συµβαίνει;» ρώτησε και σταµάτησε βλέποντάς µε. Ο Σέπλι ελευθέρωσε το χέρι του και έκανε µια κίνηση προς την Αµέρικα. «Μερ, µείνε εκεί που είσαι».


«Ήταν θυμωμένη; Ήταν αναστατωμένη; Γιατί έφυγε;» ρώτησα μέσα από τα δόντια µου. «Απλώς δεν αντέχει τους αποχαιρετισμούς, Τράβις! Δεν μου φάνηκε καθόλου περίεργο που ήθελε να φύγει πριν ξυπνήσεις!» είπε η Αμέρικα κάνοντας άλλο ένα βήµα. Κράτησα τον Σέπλι κολληµένο στον τοίχο και κοίταξα την Αµέρικα. «Μήπως… µήπως έκλαιγε;» Φαντάστηκα την Άμπι αηδιασμένη που είχε επιτρέψει σε κάποιον μαλάκα σαν εμένα, κάποιον για τον οποίο δεν ένιωθε τίποτα, να της πάρει την παρθενιά της, και μετά σκέφτηκα μήπως με κάποιον τρόπο, κατά λάθος, την είχα πονέσει. Το πρόσωπο της Αμέρικα άλλαζε εκφράσεις, περνώντας από τον φόβο στη σύγχυση και στον θυµό. «Γιατί;» είπε, μοιάζοντας περισσότερο να κατηγορεί παρά να ρωτά. «Γιατί να είναι αναστατωµένη ή να κλαίει, Τράβις;» «Μερ» την προειδοποίησε ο Σέπλι. «Τι της έκανες;» Άφησα τον Σέπλι, αλλά εκείνος έπιασε την μπλούζα μου καθώς στράφηκα προς την κοπέλα του. «Έκλαιγε;» απαίτησα να µάθω. «Ήταν μια χαρά!» είπε η Αμέρικα. «Ήθελε απλώς να πάει σπίτι! Τι της έκανες;» φώναξε. «Έγινε κάτι;» ρώτησε ο Σέπλι. Χωρίς να το σκεφτώ, γύρισα και έριξα μια μπουνιά που πέρασε ξυστά από το πρόσωπο του Σέπλι. Η Αµέρικα τσίριξε, βάζοντας τα χέρια µπροστά στο στόµα. «Τράβις, σταµάτα!» είπε πίσω από τα χέρια της. Ο Σέπλι τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα δικά μου στο ύψος των αγκώνων, το πρόσωπό του απείχε µόλις µερικά εκατοστά από το δικό µου. «Τηλεφώνησέ της!» φώναξε. «Γαµώτο, ηρέµησε και τηλεφώνησε στην Άµπι!» Η Αμέρικα έτρεξε κάτω στον διάδρομο με γρήγορα, ανάλαφρα βήματα και επέστρεψε µε το χέρι απλωµένο, κρατώντας το τηλέφωνό µου.


«Πάρ’ την». Το άρπαξα από το χέρι της και τηλεφώνησα στην Άμπι. Χτυπούσε μέχρι που βγήκε ο τηλεφωνητής. Το έκλεισα και πήρα ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Δεν απαντούσε. Με μισούσε. Πέταξα το τηλέφωνο κάτω, βαριανασαίνοντας. Όταν ανέβηκαν δάκρυα στα μάτια μου, έπιασα το πρώτο πράγμα που βρέθηκε μπροστά μου και το πέταξα στην άλλη άκρη του δωματίου. Ό,τι κι αν ήταν, έσπασε σε μεγάλα κομμάτια. Γύρισα και είδα τα σκαμπό το ένα απέναντι στο άλλο, να μου θυμίζουν το δείπνο μας. Έπιασα το ένα από τα πόδια και το κοπάνησα στο ψυγείο μέχρι που έσπασε. Η πόρτα του ψυγείου άνοιξε και της έριξα μια κλοτσιά για να την κλείσω. Η φόρα με την οποία την κλότσησα την έκανε να ξανανοίξει, κι έτσι την κλότσησα ξανά και ξανά, μέχρι που ο Σέπλι ήρθε τρέχοντας για να την κρατήσει κλειστή. Πήγα νευρικά στο δωμάτιό μου. Τα μπερδεμένα σεντόνια στο κρεβάτι έμοιαζαν να με κοροϊδεύουν. Τα χέρια μου τινάζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις καθώς τα τραβούσα από το στρώμα – κατωσέντονο, πανωσέντονο και κουβέρτα. Επέστρεψα στην κουζίνα και τα πέταξα στα σκουπίδια, και μετά έκανα το ίδιο και με τα μαξιλάρια. Τρελός ακόμη από θυμό, στάθηκα στο δωμάτιό μου προσπαθώντας να ηρεµήσω, αλλά δεν υπήρχε λόγος να ηρεµήσω. Είχα χάσει τα πάντα. Περπατώντας πάνω κάτω, σταμάτησα μπροστά στο κομοδίνο. Σκέφτηκα την Άμπι να απλώνει το χέρι της στο συρτάρι του. Το συρτάρι έτριξε όταν το άνοιξα, αποκαλύπτοντας το μπολ με τα προφυλακτικά. Δεν είχα χρησιμοποιήσει σχεδόν κανένα από τότε που γνώρισα την Άμπι. Τώρα που είχε κάνει την επιλογή της, δεν μπορούσα ούτε να σκεφτώ να πάω με κάποια άλλη. Το γυάλινο μπολ ήταν κρύο στο χέρι μου όταν το έπιασα και το πέταξα στην άλλη άκρη του δωματίου. Έπεσε στον τοίχο δίπλα στην πόρτα και κομματιάστηκε, εκσφενδονίζοντας μικρά φακελάκια σε όλες τις κατευθύνσεις. Κοίταξα την αντανάκλασή μου στον καθρέφτη πάνω από τη συρταριέρα μου. Κάθώς το πιγούνι μου ήταν χαμηλωμένο, εστίασα στα μάτια μου. Ήμουν λαχανιασμένος, έτρεμα και φαινόμουν εντελώς τρελός, αλλά δεν κατάφερνα με τίποτα να ανακτήσω την ψυχραιμία μου. Έριξα μια μπουνιά στον καθρέφτη. Θραύσµατα µπήκαν στη γροθιά µου, που άφησε έναν µατωµένο κύκλο πίσω της.


«Τράβις, σταµάτα!» φώναξε ο Σέπλι από τον διάδροµο. «Σταµάτα, γαµώτο µου!» Έπεσα πάνω του, τον έσπρωξα και του κοπάνησα την πόρτα στη μούρη. Ακούμπησα τα χέρια μου στο ξύλο, έκανα ένα βήμα πίσω και άρχισα να την κλοτσάω μέχρι που το πόδι μου βούλιαξε το κάτω μέρος. Έπιασα την πόρτα από τις άκρες και άρχισα να την κουνάω μέχρι που βγήκε από τους μεντεσέδες και την πέταξα στο δωµάτιο. «Σταμάτα, είπα!» ούρλιαξε ο Σέπλι και με έπιασε πάλι. «Έχεις τρομάξει την Αµέρικα!» Στο μέτωπό του είχε πεταχτεί μια φλέβα, αυτή που εμφανιζόταν μόνο όταν ήταν εξαγριωμένος. Τον έσπρωξα και με έσπρωξε κι αυτός. Πήγα να του ρίξω άλλη μια µπουνιά, αλλά την απέφυγε. «Θα πάω να τη βρω!» είπε ικετευτικά η Αμέρικα. «Θα δω αν είναι καλά και θα τη βάλω να σου τηλεφωνήσει». Άφησα τα χέρια μου να πέσουν στο πλάι. Παρά το κρύο που είχε μπει στο διαμέρισμα από την ανοιχτή εξώπορτα, το μέτωπό μου έσταζε από τον ιδρώτα. Ήµουν λαχανιασµένος σαν να είχα τρέξει σε µαραθώνιο. Η Αμέρικα έτρεξε στο δωμάτιο του Σέπλι. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε ντυθεί και είχε πιάσει τα μαλλιά της πάνω. Ο Σέπλι τη βοήθησε να φορέσει το παλτό της και της έδωσε ένα φιλί όπως έφευγε, κάνοντας ένα νεύμα για να την καθησυχάσει. Πήρε τα κλειδιά της και κοπάνησε την πόρτα πίσω της. «Κάθισε. Κάτω. Μαλάκα» είπε ο Σέπλι, δείχνοντας την πολυθρόνα. Έκλεισα τα μάτια μου και υπάκουσα. Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς τα έφερνα στο πρόσωπό µου. «Τυχερός είσαι. Ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω στον Τζιμ. Και σε όλους σου τους αδελφούς». «Μην πάρεις τον μπαμπά» είπα. Τα μάτια μου έκαιγαν από τα δάκρυα. «Μην τον πάρεις». «Μίλα». «Την πήδηξα. Δηλαδή, δεν την πήδηξα, κάναµε…» «Το χθεσινό βράδυ ήταν δύσκολο και για τους δυο σας» ένευσε ο Σέπλι. «Ποιανού ιδέα ήταν;»


«Δική της». Τον κοίταξα. «Προσπάθησα να σταματήσω. Προσφέρθηκα να περιµένω, αλλά σχεδόν µε παρακάλεσε». Ο Σέπλι με κοίταζε σαστισμένος. Σήκωσα ψηλά τα χέρια μου και τα άφησα να πέσουν στα γόνατά µου. «Ίσως να την πόνεσα, δεν ξέρω». «Πώς ήταν µετά; Είπε τίποτα;» Σκέφτηκα για µια στιγµή. «Είπε πως ήταν φοβερό πρώτο φιλί». «Ε;» «Της είχε ξεφύγει πριν από λίγο καιρό ότι τα πρώτα φιλιά την αγχώνουν και την είχα κοροϊδέψει». «Δεν µου φάνηκε αναστατωµένη» είπε ο Σέπλι. «Είπα πως ήταν το τελευταίο πρώτο της φιλί» γέλασα κοφτά και σκούπισα τη μύτη μου με την μπλούζα μου. «Νόμιζα πως όλα ήταν καλά, Σεπ. Ότι τελικά μου άνοιγε την πόρτα. Γιατί να µου ζητήσει να… και µετά να σηκωθεί να φύγει;» Ο Σέπλι κούνησε αργά το κεφάλι του, το ίδιο µπερδεµένος µε εµένα. «Δεν ξέρω, ρε ξάδελφε. Θα µάθει η Αµέρικα. Θα έχουµε νέα σύντοµα». «Τι θα κάνω;» ρώτησα κοιτάζοντάς τον. «Θα πας να καθαρίσεις τον χαμό που προκάλεσες ώστε να απασχολείσαι με κάτι µέχρι να τηλεφωνήσουν» απάντησε ο Σέπλι πιάνοντας το µπράτσο µου. Πήγα στο δωμάτιό μου. Η πόρτα ήταν πεσμένη στο γυμνό στρώμα, κομματάκια από τον καθρέφτη και σπασμένα γυαλιά βρίσκονταν στο πάτωμα. Ήταν λες και είχε πέσει βόμβα εκεί μέσα. Ο Σέπλι εμφανίστηκε στον διάδρομο με σκούπα, φαράσι και κατσαβίδι. «Εγώ θα µαζέψω τα γυαλιά. Εσύ φτιάξε την πόρτα». Ένευσα, τραβώντας την από το κρεβάτι. Το τηλέφωνο χτύπησε τη στιγμή που έστριβα για τελευταία φορά το κατσαβίδι. Πετάχτηκα από το πάτωμα για να το πιάσω. Ήταν η Αµέρικα. «Μερ;» είπα πνιχτά. «Εγώ είµαι» ακούστηκε η φωνή της Άµπι, χαµηλή και αγχωµένη. Ήθελα να την παρακαλέσω να γυρίσει, να την παρακαλέσω να με συγχωρέσει,


αλλά δεν ήξερα τι είχα κάνει. Τότε θύµωσα. «Τι διάολο έπαθες χθες το βράδυ; Ξύπνησα το πρωί και είχες εξαφανιστεί και… Έτσι φεύγεις, χωρίς να µε αποχαιρετήσεις; Γιατί;» «Λυπάµαι. Δεν…» «Λυπάσαι; Εγώ τρελάθηκα! Δεν απαντάς στο τηλέφωνο, φεύγεις στα κρυφά και… γιατί; Γιατί; Νόµιζα ότι τα είχαµε βρει επιτέλους!» «Ήθελα λίγο χρόνο για να σκεφτώ». «Τι πράγμα;» Σταμάτησα, τρέμοντας την απάντηση σε αυτό που ετοιμαζόμουν να τη ρωτήσω. «Σε… σε πόνεσα;» «Όχι! Καμία σχέση! Λυπάμαι, λυπάμαι πάρα πολύ. Η Αμέρικα σου είπε, φαντάζοµαι, ότι δεν αντέχω τους αποχαιρετισµούς». «Θέλω να σε δω» είπα απελπισµένος. «Έχω πολλά να κάνω σήμερα, Τραβ» αναστέναξε. «Πρέπει να αδειάσω τις βαλίτσες µου και έχω στοίβες άπλυτα». «Το µετάνιωσες». «Όχι… δεν είναι αυτό. Είµαστε φίλοι. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει». «Φίλοι; Και το χθεσινοβραδινό τι στον διάολο ήταν;» «Ξέρω τι θέλεις». Δυσκολεύτηκε να αναπνεύσει. «Απλώς… δεν μπορώ να το κάνω τώρα». «Δηλαδή χρειάζεσαι χρόνο; Μπορούσες να μου το πεις, δεν ήταν ανάγκη να το σκάσεις». «Μου φάνηκε πιο εύκολο». «Για ποιον;» «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν πώς θα ήταν το πρωί, να φορτώνουμε τα πράγµατα στο αυτοκίνητο της Μερ… και δεν µπορούσα να το κάνω, Τραβ». «Δεν φτάνει που δεν θα είσαι πια εδώ… Δεν μπορείς να εξαφανιστείς από τη ζωή µου». «Θα σε δω αύριο» είπε, καταβάλλοντας προσπάθεια για να ακούγεται άνετη. «Δεν θέλω να είμαστε κάπως, εντάξει; Πρέπει απλώς να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγµατα, αυτό είναι όλο». «Εντάξει» είπα. «Αυτό µπορώ να το κάνω».


Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο, ο Σέπλι µε κοίταξε µε επιφύλαξη. «Τράβις… µόλις βίδωσες την πόρτα. Όχι άλλος χαµός, έτσι;» Ένευσα καταφατικά, αλλά το ύφος μου ήταν αξιοθρήνητο. Προσπάθησα να θυμώσω, ήταν πιο εύκολο να το χειριστώ από τον τρομακτικό σωματικό πόνο στο στήθος μου, αλλά το μόνο που ένιωθα ήταν κύματα θλίψης να με κατακλύζουν. Ένιωθα πολύ κουρασµένος για να το παλέψω. «Τι σου είπε;» «Χρειάζεται χρόνο». «Εντάξει, δεν είναι το τέλος λοιπόν. Μπορείς να περιµένεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Μπορώ να περιµένω». Τα θραύσματα του γυαλιού κουδούνιζαν στο φαράσι καθώς ο Σέπλι προχωρούσε στον διάδρομο. Μόνος

στην κρεβατοκάμαρα,

περιτριγυρισμένος

από τις

φωτογραφίες της Άμπι μαζί μου, ένιωσα την ανάγκη να σπάσω πάλι κάτι, κι έτσι πήγα στο σαλόνι να περιµένω την Αµέρικα. Ευτυχώς δεν άργησε να επιστρέψει. Σκέφτηκα ότι μάλλον ανησυχούσε για τον Σέπλι. Μόλις άνοιξε η πόρτα, σηκώθηκα. «Είναι µαζί σου;» «Όχι, δεν είναι». «Είπε τίποτα άλλο;» Η Αµέρικα ξεροκατάπιε, διστάζοντας να απαντήσει. «Είπε πως θα κρατήσει την υπόσχεσή της και αύριο τέτοια ώρα δεν θα σου λείπει». «Δεν θα ξαναγυρίσει» είπα στρέφοντας το βλέμμα μου στο πάτωμα και έπεσα στον καναπέ. Η Αµέρικα προχώρησε προς το µέρος µου. «Τι θα πει αυτό, Τράβις;» «Αυτό που έγινε χθες το βράδυ δεν σήμαινε ότι θέλει να είμαστε μαζί. Μου έλεγε αντίο». «Δεν το ξέρεις αυτό». «Την ξέρω». «Η Άµπι νοιάζεται για σένα».


«Δεν µ’ αγαπάει». Η Αμέρικα πήρε μια κοφτή ανάσα και όλες οι επιφυλάξεις που είχε για τον χαρακτήρα μου εξαφανίστηκαν καθώς ένα βλέμμα συμπάθειας μαλάκωσε το πρόσωπό της. «Ούτε αυτό το ξέρεις. Άκου, άφησέ της λίγο χώρο. Η Άμπι δεν είναι σαν τα κορίτσια που έχεις συνηθίσει, Τραβ. Τρελαίνεται εύκολα. Την τελευταία φορά που κάποιος πρότεινε πιο σοβαρή σχέση, άλλαξε πολιτεία. Το τωρινό δεν είναι και τόσο άσχηµο όσο νοµίζεις». «Έτσι λες;» σήκωσα το κεφάλι µου, νιώθοντας µια αµυδρή ελπίδα. «Τράβις, έφυγε επειδή αυτά που νιώθει για σένα τη φοβίζουν. Αν τα ήξερες όλα, θα ήταν πιο εύκολο να σου εξηγήσω, αλλά δεν µπορώ να σου πω». «Γιατί όχι;» «Γιατί το υποσχέθηκα στην Άµπι, και είναι η καλύτερή µου φίλη». «Δεν µε εµπιστεύεται;» «Δεν εμπιστεύεται τον εαυτό της. Εσύ πάντως πρέπει να εμπιστευτείς εμένα». Η Αμέρικα έπιασε τα χέρια μου και με τράβηξε για να σηκωθώ όρθιος. «Πήγαινε να κάνεις ένα ωραίο, ζεστό μπάνιο και μετά θα πάμε να φάμε. Ο Σέπλι μού είπε πως απόψε έχετε βραδιά πόκερ στο σπίτι του µπαµπά σου». «Δεν μπορώ να πάω στο πόκερ. Θα ρωτήσουν για το Περιστεράκι. Μήπως να πάµε να τη δούµε;» «Δεν θα είναι σπίτι» είπε χλωµιάζοντας η Αµέρικα. «Θα βγείτε έξω;» «Αυτή θα βγει». «Με ποιον;» Το µάντεψα αµέσως. «Με τον Πάρκερ». Η Αµέρικα ένευσε καταφατικά. «Γι’ αυτό νοµίζει ότι δεν θα µου λείπει» είπα και η φωνή µου έσπασε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι θα μου έκανε τέτοιο πράγμα. Ήταν τόσο σκληρό. Η Αµέρικα, χωρίς να διστάσει, σταµάτησε άλλη µια κρίση οργής. «Θα πάμε σινεμά λοιπόν, πάμε να δούμε μια κωμωδία, και μετά θα δούμε αν είναι ακόµη ανοιχτό το καρτ, και µπορείς να µε βγάλεις πάλι από την πίστα». Η Αμέρικα ήταν έξυπνη. Ήξερε πως η πίστα του καρτ ήταν από τα λίγα μέρη


όπου δεν είχα πάει µε την Άµπι. «Δεν σε έβγαλα εγώ από την πίστα. Εσύ δεν ξέρεις να οδηγείς». «Θα το δούµε αυτό» είπε η Αµέρικα, σπρώχνοντάς µε προς το µπάνιο. «Κλάψε αν το έχεις ανάγκη. Ούρλιαξε. Βγάλ’ τα όλα από μέσα σου, και μετά πάμε να περάσουμε καλά. Δεν θα κρατήσει για πάντα, αλλά τουλάχιστον για απόψε δεν θα το σκέφτεσαι». Μπροστά στην πόρτα του µπάνιου στράφηκα προς το µέρος της. «Ευχαριστώ, Μερ». «Ναι, ναι…» είπε επιστρέφοντας στον Σέπλι. Άνοιξα τη βρύση και άφησα τον ατμό να ζεστάνει τον χώρο προτού μπω στην μπανιέρα. Η αντανάκλαση στον καθρέφτη με ξάφνιασε. Μαύροι κύκλοι κάτω από τα κουρασμένα μου μάτια, το συνήθως ευθυτενές σώμα μου καμπουριασμένο. Είχα τα χάλια μου. Μπήκα στην μπανιέρα και άφησα το νερό να κυλήσει στο πρόσωπό μου, με τα μάτια κλειστά. Έβλεπα μπροστά μου τις λεπτές γραμμές των χαρακτηριστικών της Άμπι. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Την έβλεπα κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου. Τώρα που είχε φύγει, ήταν σαν να ήμουν φυλακισμένος σε έναν εφιάλτη. Κατάπια με το ζόρι κάτι που ανέβαινε από το στήθος μου. Κάθε λίγα λεπτά ο πόνος επανερχόταν. Μου έλειπε. Θεέ μου, πόσο μου έλειπε. Όλα όσα είχαμε ζήσει μαζί περνούσαν σαν ταινία από το μυαλό μου. Ακούμπησα τα χέρια μου στα πλακάκια και έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. «Γύρνα πίσω, σε παρακαλώ» είπα σιγανά. Δεν μπορούσε να με ακούσει, παρ’ όλα αυτά ευχόμουν να έρθει και να με γλιτώσει από τον φρικτό πόνο που ένιωθα µακριά της. Αφού έβγαλα όλη μου την απελπισία εκεί, κάτω από το νερό, πήρα μερικές βαθιές ανάσες και ηρέμησα λίγο. Δεν θα έπρεπε να με ξαφνιάζει το γεγονός ότι είχε φύγει η Άμπι, ακόμα και μετά από αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Αυτό που έλεγε η Αμέρικα ήταν λογικό. Για την Άμπι όλα αυτά ήταν τόσο καινούργια και τρομακτικά όσο και για μένα. Είχαμε και οι δύο πρόβλημα στο να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας, και το ήξερα από τη στιγμή που την ερωτεύτηκα ότι θα µε διέλυε. Το ζεστό νερό ξέπλυνε τον θυµό και τον φόβο, και ένιωσα αισιοδοξία. Δεν ήµουν


κανένας μαλάκας που δεν ήξερε πώς να ρίξει ένα κορίτσι. Κάπου μέσα σε αυτά που ένιωθα για την Άμπι το είχα ξεχάσει αυτό. Είχε έρθει η στιγμή να πιστέψω και πάλι στον εαυτό μου και να θυμηθώ πως η Άμπι δεν ήταν απλώς ένα κορίτσι που μπορούσε να μου ραγίσει την καρδιά. Ήταν και η καλύτερή μου φίλη. Ήξερα πώς να την κάνω να χαμογελάσει, ήξερα τι της άρεσε. Είχα ακόμη όπλα για να παλέψω. Όταν γυρίσαμε από την πίστα του καρτ, είχαμε καλή διάθεση. Η Αμέρικα χασκογελούσε ακόμη που είχε νικήσει τον Σέπλι τέσσερις συνεχόμενες φορές, και εκείνος έκανε πως είχε μουτρώσει. Ο Σέπλι έψαχνε το κλειδί μες στο σκοτάδι. Έβγαλα το κινητό μου, προσπαθώντας για χιλιοστή φορά να μην υποκύψω στον πειρασµό να τηλεφωνήσω στην Άµπι. «Πάρ’ την επιτέλους» είπε η Αµέρικα. «Θα είναι ακόμη στο ραντεβού της μάλλον. Καλύτερα να μην… τη διακόψω» είπα, προσπαθώντας να µη σκέφτοµαι τι µπορεί να συνέβαινε. «Δεν πρέπει να την πάρεις;» ρώτησε η Αμέρικα, ειλικρινά ξαφνιασμένη. «Δεν είπες ότι ήθελες να της ζητήσεις να πάτε για μπόουλινγκ αύριο; Είναι αγένεια να ζητάς από ένα κορίτσι να βγείτε την ίδια µέρα, ξέρεις». Ο Σέπλι βρήκε τελικά το κλειδί και μπήκαμε μέσα. Κάθισα στον καναπέ κοιτάζοντας το όνοµα της Άµπι στη λίστα των επαφών µου. «Γάµα τα» είπα και άγγιξα την οθόνη. Το τηλέφωνο χτύπησε μια φορά, κι ύστερα άλλη μία. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, πιο πολύ κι απ’ ό,τι πριν από τους αγώνες. Η Άµπι το σήκωσε. «Πώς πάει το ραντεβού, Περιστεράκι;» «Τι θέλεις, Τράβις;» ψιθύρισε – τουλάχιστον δεν ήταν λαχα​νιασµένη. «Λέω να πάω για µπόουλινγκ αύριο. Αλλά χρειάζοµαι τη συµπαίκτριά µου». «Μπόουλινγκ; Καλά, δεν μπορούσες να με πάρεις αργότερα;» είπε με σκοπό να ακουστεί απότομη, αλλά ο τόνος της φωνής της έδειχνε το ακριβώς αντίθετο

·

καταλάβαινα ότι χαιρόταν που της είχα τηλεφωνήσει. Η αυτοπεποίθησή µου ανέβηκε κατακόρυφα. Δεν ήθελε να είναι µε τον Πάρκερ. «Και πού να ξέρω πότε θα τελειώσεις; Ωχ, δεν το εννοούσα έτσι…» αστειεύτηκα. «Θα σε πάρω αύριο και το συζητάµε, εντάξει;»


«Όχι, καθόλου εντάξει. Είπες ότι θέλεις να είμαστε φίλοι, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε παρέα;» Έκανε μια παύση και τη φαντάστηκα να στριφογυρίζει με απελπισία αυτά τα υπέροχα γκρίζα μάτια της. Ζήλευα που ο Πάρκερ μπορούσε να τα δει από κοντά. «Μην παίρνεις αυτό το ύφος. Θα έρθεις ή όχι;» «Πώς ξέρεις τι ύφος έχω; Με παρακολουθείς;» «Όλη την ώρα αυτό το ύφος παίρνεις. Ναι; Όχι; Χάνεις πολύτιμο χρόνο από το ραντεβού σου». «Ναι!» είπε με έναν δυνατό ψίθυρο, και η φωνή της ακουγόταν χαρούμενη. «Θα έρθω». «Θα περάσω να σε πάρω στις επτά». Πέταξα το τηλέφωνο στην άκρη του καναπέ και κοίταξα την Αµέρικα. «Έχετε ραντεβού;» «Μάλιστα» είπα ξαπλώνοντας πίσω στα µαξιλάρια. Η Αμέρικα σήκωσε τα πόδια της από την αγκαλιά του Σέπλι, κοροϊδεύοντάς τον για τον τελευταίο αγώνα του ενώ εκείνος άλλαζε κανάλια. Ύστερα από λίγο βαρέθηκε. «Πάω στην εστία». «Στείλε μου μήνυμα» συνοφρυώθηκε ο Σέπλι, που ποτέ δεν χαιρόταν με την αναχώρησή της. «Θα σου στείλω» είπε χαµογελώντας η Αµέρικα. «Τα λέµε, Τραβ». Τη ζήλευα που έφευγε, που είχε κάτι να κάνει. Είχα τελειώσει εδώ και μέρες τις δύο µοναδικές εργασίες που είχα. Κοίταξα το ρολόι πάνω από την τηλεόραση. Τα λεπτά περνούσαν αργά, και όσο έλεγα στον εαυτό μου να μη δίνει σημασία, τόσο περισσότερο κοιτούσα τους ψηφιακούς αριθμούς στο κουτί. Ύστερα από μια αιωνιότητα, είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Έπαιζα με τα χέρια μου. Ένιωθα όλο και μεγαλύτερη βαρεμάρα και νευρικότητα, μέχρι που κάθε δευτερόλεπτο ήταν βασανιστήριο. Πάλευα διαρκώς να βγάλω από το μυαλό μου τη σκέψη της Άμπι με τον Πάρκερ. Τελικά σηκώθηκα. «Φεύγεις;» ρώτησε ο Σέπλι µε ένα αχνό χαµόγελο. «Δεν μπορώ να κάθομαι εδώ. Ξέρεις πώς έκανε ο Πάρκερ γι’ αυτήν. Με


τρελαίνει». «Λες να;… Μπα, η Άμπι δεν θα το έκανε αυτό. Η Αμέρικα είπε πως ήταν… άσε καλύτερα. Θα µπλέξω µ’ αυτά που λέω». «Παρθένα;» «Το ξέρεις;» «Η Άµπι µού το είπε. Λες επειδή κάναµε… να την;…» «Όχι». «Δίκιο έχεις. Νομίζω πως έχεις δίκιο». Έτριψα τον σβέρκο μου. «Δηλαδή, ελπίζω να είναι έτσι. Είναι ικανή να κάνει τρελά πράγματα για να με κάνει να ξεκολλήσω». «Και θα έπιανε; Θα ξεκολλούσες δηλαδή;» «Την αγαπάω, Σεπ. Ξέρω πάντως τι θα έκανα στον Πάρκερ έτσι και την εκµεταλλευόταν». «Δική της επιλογή είναι, Τραβ. Αν αυτό αποφασίσει, θα πρέπει να την αφήσεις ήσυχη». Πήρα τα κλειδιά της μηχανής και τα έσφιξα στο χέρι μου, νιώθοντας τις αιχμηρές άκρες του μετάλλου να χώνονται στην παλάμη μου. Προτού ανέβω στη Χάρλεϊ, τηλεφώνησα στην Άµπι. «Γύρισες σπίτι;» «Ναι, µε έφερε πριν από πέντε λεπτά περίπου». «Σε άλλα πέντε θα είµαι εκεί». Έκλεισα το τηλέφωνο προτού προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Ο ψυχρός αέρας που με χτυπούσε στο πρόσωπο όσο οδηγούσα μούδιαζε κάπως τον θυμό που ένιωθα όταν

σκεφτόμουν

τον

Πάρκερ,

παρ’

όλα

αυτά,

όσο

πλησίαζα

στην

πανεπιστηµιούπολη, ένα άσχηµο αίσθηµα έκανε το στοµάχι µου να σφίγγεται. Ο θόρυβος της μηχανής μου ακούστηκε πολύ δυνατός καθώς αντανακλούσε στα τούβλα της εστίας Μόργκαν. Μπροστά στα σκοτεινά παράθυρα και στο άδειο πάρκινγκ, εγώ και η μηχανή μου κάναμε τη βραδιά να μοιάζει παράδοξα ήσυχη, και η αναμονή ήταν ατελείωτη. Τελικά η Άμπι εμφανίστηκε στην πόρτα. Όλο μου το σώμα ήταν σφιγμένο όσο περίμενα να δω αν θα χαμογελάσει ή θα φρικάρει τελείως. Δεν έκανε τίποτα από τα δύο.


«Δεν κρυώνεις;» ρώτησε, σφίγγοντας το µπουφάν της πάνω της. «Ωραία είσαι» είπα, παρατηρώντας ότι δεν φορούσε φόρεμα. Προφανώς δεν έκανε καμία προσπάθεια για να φαίνεται σέξι για χάρη του Πάρκερ, ήταν κι αυτό µια ανακούφιση. «Πέρασες καλά;» «Εµ… ναι, ευχαριστώ. Τι κάνεις εδώ;» «Είπα να πάω μια βόλτα να καθαρίσει το μυαλό μου». Μάρσαρα τη μηχανή. «Θέλω να έρθεις µαζί µου». «Κάνει κρύο, Τραβ». «Θέλεις να πάω να φέρω το αµάξι του Σεπ;» «Θα πάµε για µπόουλινγκ αύριο. Δεν µπορείς να κάνεις λίγη υποµονή;» «Πέρασα από το να είμαι μαζί σου κάθε λεπτό της ημέρας στο να σε βλέπω για δέκα λεπτά, αν είµαι τυχερός». Χαµογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. «Μόνο δύο µέρες έχουν περάσει, Τραβ». «Μου λείπεις. Άντε, ανέβα και πάµε». Το σκέφτηκε για λίγο, και μετά κούμπωσε μέχρι πάνω το μπουφάν της και ανέβηκε πίσω µου. Τράβηξα τα χέρια της γύρω μου χωρίς να πω τίποτα, τόσο σφιχτά που δυσκολευόμουν να πάρω ανάσα, αλλά, για πρώτη φορά όλο το βράδυ, ένιωθα ότι ανέπνεα.


17

Μπλόφα

ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΑΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ. Στην αρχή πρόσεχα την κίνηση και τσέκαρα μήπως εμφανιστεί κανένα περιπολικό και απασχολούσα έτσι το μυαλό μου, αλλά ύστερα από λίγο ήμασταν μόνοι μας στον δρόμο. Ήξερα πως η βραδιά αναπόφευκτα θα τελείωνε και αποφάσισα ότι τη στιγμή που θα την άφηνα στο Μόργκαν θα έκανα και την τελευταία μου προσπάθεια. Υπήρχαν ακόμη τα πλατωνικά μας ραντεβού για μπόουλινγκ, αλλά αν συνέχιζε να βλέπει τον Πάρκερ θα σταµατούσαν κι αυτά. Όλα θα σταµατούσαν. Δεν ήταν ποτέ καλή ιδέα να πιέσει κανείς την Άμπι, αλλά αν δεν άνοιγα τα χαρτιά μου θα έχανα, πιθανότατα, το μοναδικό Περιστεράκι που είχα συναντήσει ποτέ. Σκεφτόμουν ξανά και ξανά τι θα έλεγα και πώς. Θα έπρεπε να πω κάτι ανοιχτά, κάτι που η Άμπι δεν θα μπορούσε να αγνοήσει ή να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Ο δείκτης της βενζίνης πλησίαζε επικίνδυνα στο τέρμα εδώ και ώρα, κι έτσι σταµάτησα στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκα. «Θέλεις τίποτα;» ρώτησα. Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι κατεβαίνοντας από τη μηχανή. Πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μακριά γυαλιστερά μαλλιά της προσπαθώντας να τα ξεµπερδέψει και χαµογέλασε ντροπαλά. «Κόφ’ το. Είσαι πανέµορφη».


«Ναι, ό,τι πρέπει για βιντεοκλίπ της δεκαετίας του ’80». Γέλασα και μετά χασμουρήθηκα, βάζοντας τη μάνικα στο ντεπόζιτο της Χάρλεϊ. Η Άµπι έβγαλε το κινητό της για να κοιτάξει την ώρα. «Θεέ µου, Τραβ. Είναι τρεις το πρωί». «Τι, θέλεις να γυρίσουµε;» ρώτησα και το στοµάχι µου σφίχτηκε. «Πρέπει». «Ισχύει το µπόουλινγκ για απόψε;» «Αφού σου είπα ότι θα πάµε». «Και θα έρθεις µαζί µου στο πάρτι της Σίγµα Ταυ σε δύο εβδοµάδες, έτσι;» «Υπονοείς ότι δεν κρατάω τις υποσχέσεις µου; Με προσβάλλεις». «Απλώς δεν ξέρω πια τι μπορεί να κάνεις» είπα επιστρέφοντας την αντλία στη θέση της. Κάθισα στη μηχανή και βοήθησα την Άμπι να ανέβει πίσω μου. Τύλιξε τα χέρια της γύρω μου, από μόνη της αυτή τη φορά, και αναστέναξα χαμένος στις σκέψεις μου προτού βάλω μπροστά τη μηχανή. Έπιασα το τιμόνι, πήρα βαθιά ανάσα και, πάνω που μάζεψα το κουράγιο για να της μιλήσω, αποφάσισα ότι το βενζινάδικο δεν ήταν το κατάλληλο σκηνικό για να κάνω εξοµολόγηση. «Είσαι σηµαντικός για µένα, ξέρεις» είπε η Άµπι, σφίγγοντας τα χέρια της. «Δεν σε καταλαβαίνω, Περιστεράκι. Νόμιζα πως ήξερα από γυναίκες, αλλά με µπερδεύεις τόσο πολύ, γαµώτο, δεν ξέρω πού πατάω και πού βρίσκοµαι». «Ούτε κι

εγώ

σε καταλαβαίνω. Υποτίθεται

πως

είσαι

ο γυναικάς

του

πανεπιστημίου. Δεν είχα την πλήρη εμπειρία πρωτοετή που υπόσχονταν στο φυλλάδιο». Δεν γινόταν να µη νιώσω προσβεβληµένος, ακόµα κι αν ήταν αλήθεια. «Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό. Δεν έτυχε ποτέ να κοιμηθεί κάποια μαζί μου µόνο και µόνο για να την αφήσω ήσυχη». «Δεν έγινε έτσι, Τράβις». Έβαλα μπροστά τη μηχανή και βγήκαμε στον δρόμο χωρίς άλλη κουβέντα. Η διαδρομή ως το Μόργκαν ήταν βασανιστική. Είχα σκεφτεί πάρα πολύ αν έπρεπε ή όχι να αντιμετωπίσω ευθέως την Άμπι. Παρόλο που τα δάχτυλά μου είχαν μουδιάσει από το κρύο, οδηγούσα αργά, τρέμοντας για τη στιγμή που η Άμπι θα


τα ήξερε όλα και θα µε απέρριπτε οριστικά. Όταν σταματήσαμε μπροστά στην είσοδο της εστίας, τα νεύρα μου ήταν σαν ένα κουβάρι από μπερδεμένα, ηλεκτρισμένα καλώδια. Η Άμπι κατέβηκε από τη μηχανή και το θλιμμένο ύφος της μου προκάλεσε πανικό. Μπορεί να με έστελνε στον διάολο προτού προλάβω να πω οτιδήποτε. Τη συνόδευσα ως την πόρτα και έβγαλε τα κλειδιά της κρατώντας το κεφάλι σκυμμένο. Δεν άντεχα να περιμένω άλλο, έπιασα το πιγούνι της και σήκωσα το κεφάλι της, περιμένοντας υποµονετικά να µε κοιτάξει. «Σε φίλησε;» ρώτησα ακουµπώντας τον αντίχειρά µου στα απαλά της χείλη. Τραβήχτηκε. «Ξέρεις πώς να χαλάσεις ένα τέλειο βράδυ, έτσι;» «Το βρήκες τέλειο, ε; Πέρασες καλά λοιπόν;» «Πάντα περνάω καλά µαζί σου». Χαµήλωσα το βλέµµα και συνοφρυώθηκα. «Σε φίλησε;» «Ναι» ξεφύσηξε εκνευρισµένη. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου, γνωρίζοντας πως η επόμενη ερώτηση μπορεί να έφερνε την καταστροφή. «Μόνο σε φίλησε;» «Να µη σε νοιάζει!» είπε και άνοιξε την πόρτα. Την έκλεισα και στάθηκα µπροστά της. «Πρέπει να µου πεις». «Όχι, δεν πρέπει! Κάνε στην άκρη, Τράβις!» φώναξε και μου έριξε μια αγκωνιά στα πλευρά, προσπαθώντας να περάσει. «Περιστεράκι…» «Νομίζεις πως επειδή δεν είμαι πια παρθένα θα πηδηχτώ με τον καθένα; Ευχαριστώ πολύ!» είπε σπρώχνοντας τον ώµο µου. «Δεν είπα αυτό, γαµώτο! Τόσο τροµερό είναι που σου ζητάω να µε ηρεµήσεις;» «Και πώς θα σε ηρεµήσει το να µάθεις αν κοιµάµαι ή όχι µε τον Πάρκερ;» «Είναι δυνατόν να μην το καταλαβαίνεις; Όλοι το έχουν καταλάβει εκτός από σένα!»


«Πρέπει να είμαι ηλίθια τότε. Έχεις ρέντα απόψε, Τραβ» είπε και έκανε να πιάσει το πόµολο. Την έπιασα από τους ώμους. Έκανε πάλι τα ίδια, είχα συνηθίσει πια να τη βλέπω να προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει. Είχε έρθει η στιγμή να ανοίξω τα χαρτιά µου. «Είναι… είναι τρελό το πώς νιώθω για σένα». «Τρελό, καλά το λες» είπε απότοµα και τραβήχτηκε. «Τα πρόβαρα από μέσα μου όση ώρα ήμασταν στη μηχανή, άκουσέ με, σε παρακαλώ». «Τράβις…» «Ξέρω ότι είμαστε χάλια, εντάξει; Εγώ είμαι παρορμητικός και τσαντίλας κι εσύ με επηρεάζεις όσο κανένας άλλος. Τη μια στιγμή με μισείς, την επόμενη με χρειάζεσαι. Τίποτα δεν κάνω σωστά και δεν σου αξίζω… αλλά σ’ αγαπώ, Άμπι. Σ’ αγαπώ όσο δεν έχω αγαπήσει κανέναν και τίποτα, ποτέ. Όταν είσαι μαζί μου, δεν χρειάζομαι ούτε ποτό, ούτε λεφτά, ούτε αγώνες, ούτε σεξ της μιας βραδιάς… Μόνο εσένα χρειάζομαι. Μόνο εσένα σκέφτομαι. Μόνο εσένα ονειρεύομαι. Μόνο εσένα θέλω». Για λίγη ώρα δεν μίλησε. Ύψωσε τα φρύδια, μοιάζοντας υπνωτισμένη όσο επεξεργαζόταν τα λόγια μου. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια. Έπιασα το πρόσωπό της στα χέρια µου και την κοίταξα στα µάτια. «Κοιµήθηκες µαζί του;» Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Χωρίς δεύτερη σκέψη κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της και γλίστρησα τη γλώσσα μου στο στόμα της. Δεν με έσπρωξε, αντιθέτως, η γλώσσα της έπαιξε με τη δική μου, τα χέρια της γράπωσαν την μπλούζα μου και με τράβηξε πάνω της. Αναστέναξα χωρίς να το θέλω και την αγκάλιασα. Συνειδητοποιώντας ότι μου είχε απαντήσει τραβήχτηκα πίσω, ξέπνοος. «Πάρε τον Πάρκερ. Πες του ότι δεν θέλεις να τον ξαναδείς. Πες του ότι είμαστε µαζί». «Δεν µπορώ να είµαι µαζί σου, Τράβις» είπε κλείνοντας τα µάτια της. «Τι στον διάολο, γιατί όχι;» ρώτησα, αφήνοντάς την.


Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της. Είχε ήδη αποδειχτεί απρόβλεπτη ένα εκατομμύριο φορές, αλλά ο τρόπος με τον οποίο με είχε φιλήσει σήμαινε πολλά περισσότερα από απλή φιλία και ξεπερνούσε κατά πολύ τη συμπάθεια. Μόνο σε ένα συµπέρασµα µπορούσα να καταλήξω. «Απίστευτο. Το µοναδικό κορίτσι που θέλω δεν µε θέλει». Δίστασε προτού µιλήσει. «Όταν μετακομίσαμε εδώ με την Αμέρικα, το κάναμε για να πάρει η ζωή μου μια άλλη τροπή. Ή, μάλλον, για να μην πάρει η ζωή μου μια συγκεκριμένη τροπή. Οι καβγάδες, ο τζόγος, το ποτό… αυτά τα άφησα πίσω μου. Όταν είμαι μαζί σου όλα αυτά βρίσκονται μπροστά μου, σε μια ακαταμάχητη συσκευασία γεµάτη τατουάζ. Δεν έφυγα τόσο µακριά για να ξαναζήσω τα ίδια». «Ξέρω ότι σου αξίζει κάποιος καλύτερος από μένα. Λες να μην το ξέρω; Αλλά αν υπάρχει μια γυναίκα ιδανική για μένα, αυτή είσαι εσύ. Θα κάνω ό,τι χρειαστεί, Περιστεράκι. Μ’ ακούς; Θα κάνω τα πάντα». Γύρισε από την άλλη, αλλά δεν εγκατέλειπα. Επιτέλους είχε αρχίσει να μου μιλάει και, αν έφευγε τώρα, ίσως να μην είχαμε άλλη ευκαιρία. Κράτησα την πόρτα κλειστή µε το χέρι µου. «Θα σταματήσω τους αγώνες μόλις αποφοιτήσω. Δεν θα ξαναπιώ ούτε μια γουλιά. Θα σε κάνω ευτυχισμένη για πάντα, Περιστεράκι. Αν με εμπιστευτείς, µπορώ να το κάνω». «Δεν θέλω να αλλάξεις». «Τότε πες µου τι να κάνω. Πες µου τι θέλεις και θα το κάνω» ικέτευσα. «Μπορώ να δανειστώ το τηλέφωνό σου;» ρώτησε. Συνοφρυώθηκα, δεν καταλάβαινα τι ήθελε να κάνει. Έβγαλα το τηλέφωνο και της το έδωσα. Το ψαχούλεψε λίγο και μετά σχημάτισε έναν αριθμό κλείνοντας τα µάτια όσο περίµενε. «Συγγνώμη που σου τηλεφωνώ τόσο νωρίς» τραύλισε «αλλά δεν γινόταν να περιµένω… Δεν µπορώ να βγω µαζί σου την Τετάρτη». Είχε τηλεφωνήσει στον Πάρκερ. Τα χέρια μου έτρεμαν από την ανησυχία, αναρωτιόμουν αν θα του ζητούσε να έρθει να την πάρει –για να τη σώσει– ή κάτι άλλο.


«Δεν μπορώ να ξαναβγούμε ποτέ, για την ακρίβεια» συνέχισε. «Νομίζω… είμαι σίγουρη ότι είµαι ερωτευµένη µε τον Τράβις». Η Γη σταμάτησε να γυρίζει για μένα. Προσπάθησα να ξαναπαίξω τα λόγια της στο μυαλό μου. Είχα ακούσει καλά; Είχε πει όντως αυτό που είχα ακούσει ή το είχα φανταστεί; Η Άµπι µού έδωσε το τηλέφωνο και µε κοίταξε διστακτικά. «Το έκλεισε» είπε σµίγοντας τα φρύδια. «Δηλαδή µ’ αγαπάς;» «Τα τατουάζ φταίνε» είπε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους, λες και δεν είχε µόλις πει το µοναδικό πράγµα που ήθελα τόσο πολύ να ακούσω. Το Περιστεράκι µε αγαπούσε. Χαµογέλασα πλατιά. «Έλα στο σπίτι µαζί µου» είπα αγκαλιάζοντάς την. «Τα είπες όλα αυτά για να με ρίξεις στο κρεβάτι;» ξαφνιάστηκε. «Πρέπει να σου έκανα µεγάλη εντύπωση την τελευταία φορά». «Το µόνο που θέλω είναι να σε κρατάω αγκαλιά όλο το βράδυ». «Πάµε». Δεν δίστασα. Δεν πρόλαβε να καθίσει καλά η Άμπι πίσω μου και ξεχύθηκα στον δρόμο, πέρασα κάθε πορτοκαλί φανάρι, έκοψα δρόμο απ’ όπου μπορούσα, προσπέρασα τα λίγα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν εκείνη την ώρα. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, έσβησα τη μηχανή και σήκωσα την Άμπι στα χέρια μου σχεδόν ταυτόχρονα. Γελούσε και οι ανάσες μας μπλέκονταν όσο προσπαθούσα να ανοίξω την πόρτα. Όταν την ακούμπησα κάτω και έκλεισα την πόρτα πίσω μας, αναστέναξα βαθιά, ανακουφισµένος. «Δεν το ένιωθα σπίτι µου από τότε που έφυγες» είπα φιλώντας την ξανά. Ο Τότο διέσχισε τον διάδρομο κουνώντας τη φουντωτή ουρά του και άρχισε να γρατζουνάει τα πόδια της Άμπι. Είχε λείψει σ’ εκείνον όσο και σ’ εμένα. Το κρεβάτι του Σέπλι έτριξε και μετά ακούστηκαν τα βήματά του στο πάτωμα. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και έβαλε τα χέρια μπροστά στα μάτια του, καθώς το φως τον τύφλωσε. «Γαμώτο, ρε Τράβις, μην κάνεις τέτοιες μαλακίες! Είσαι ερωτευμένος με την Άµπ…» Η όρασή του επανήλθε και κατάλαβε το λάθος του. «…Γεια σου, Άµπι».


«Γεια σου, Σεπ» είπε η Άμπι χαμογελώντας σαν να το διασκέδαζε και άφησε τον Τότο στο πάτωµα. Προτού προλάβει ο Σέπλι να αρχίσει τις ερωτήσεις, τράβηξα την Άμπι στον διάδροµο. Πέσαµε αµέσως ο ένας πάνω στον άλλο. Δεν υπολόγιζα να κάνω τίποτα άλλο, απλώς να την κρατήσω αγκαλιά δίπλα μου στο κρεβάτι, αλλά εκείνη μου έβγαλε την μπλούζα με εμφανείς προθέσεις. Τη βοήθησα να βγάλει το μπουφάν της και μετά έβγαλε μόνη της το πουλόβερ και το φανελάκι της. Το ύφος της τα έλεγε όλα, και δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ. Πολύ σύντομα ήμασταν και οι δύο εντελώς γυμνοί, και η φωνούλα μέσα μου που μου έλεγε να μη βιάζομαι και να απολαύσω τη στιγμή πνίγηκε μέσα στα τρελά φιλιά της Άμπι και στους αναστεναγμούς που έβγαζε κάθε φορά που την άγγιζα οπουδήποτε. Την ακούμπησα στο κρεβάτι και το χέρι της πήγε αστραπιαία στο κοµοδίνο. Αµέσως θυµήθηκα ότι είχα σπάσει το µπολ µε τα προφυλακτικά για να ορκιστώ την αποχή µου. «Γαµώτο» είπα λαχανιασµένος. «Τα πέταξα». «Τι; Όλα;» «Νόµιζα ότι δεν… ότι αν δεν ήµουν µαζί σου, δεν θα τα χρεια​ζόµουν». «Πλάκα μού κάνεις!» είπε και ακούμπησε απογοητευμένη το κεφάλι της στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Έγειρα προς το μέρος της βαριανασαίνοντας και ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος της. «Μόνο προβλέψιµη δεν θα µπορούσε να σε πει κανείς». Τα επόμενα λεπτά ήταν χαοτικά. Η Άμπι έκανε κάτι περίεργους υπολογισμούς και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να μείνει έγκυος εκείνη την εβδομάδα, και προτού το καταλάβω βρισκόμουν μέσα της, νιώθοντας κάθε χιλιοστό της µε κάθε µου χιλιοστό. Δεν είχα πάει ποτέ µε κοπέλα χωρίς την ασπίδα του προφυλακτικού, αλλά τελικά αυτό το κλάσμα του χιλιοστού που χώριζε τον έναν από τον άλλον έκανε τη διαφορά. Κάθε κίνηση προκαλούσε υπερβολικά έντονα

αλλά

και

αντικρουόμενα

συναισθήματα:

Να

καθυστερήσω

το

αναπόφευκτο ή να παραδοθώ σε αυτή την απίστευτη ηδονή; Όταν η Άμπι έσπρωξε τους γοφούς της προς τους δικούς μου και τα ανεξέλεγκτα βογκητά και


μουγκρητά

της

πύκνωσαν

ώσπου

έγιναν

μια

παρατεταμένη

κραυγή

ικανοποίησης, δεν µπορούσα να κρατηθώ άλλο. «Άµπι» ψιθύρισα απεγνωσµένος. «Πρέπει να… θέλω…» «Μη σταµατάς» µε παρακάλεσε και έµπηξε τα νύχια της στην πλάτη µου. Μπήκα πιο βαθιά μέσα της μια τελευταία φορά. Πρέπει να έκανα θόρυβο, γιατί η Άμπι έβαλε το χέρι της στο στόμα μου. Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα, ένιωθα το πρόσωπό μου σφιγμένο και το σώμα μου να τρέμει. Βαριανασαίνοντας, κοίταξα την Άμπι στα μάτια. Με κοίταξε με ένα κουρασμένο, ικανοποιημένο χαμόγελο, περιμένοντας κάτι. Τη φίλησα ξανά και ξανά, και μετά κράτησα το πρόσωπό της στα χέρια μου και τη φίλησα πάλι, πιο τρυφερά αυτή τη φορά. Η αναπνοή της Άμπι ηρέμησε, και αναστέναξε. Ξάπλωσα πλάι της χαλαρώνοντας και την τράβηξα κοντά μου. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου με τα μαλλιά της να πέφτουν στο μπράτσο μου. Τη φίλησα άλλη μια φορά στο μέτωπο, πλέκοντας τα χέρια µου χαµηλά στην πλάτη της. «Μη φύγεις αυτή τη φορά, εντάξει; Θέλω να ξυπνήσω έτσι». Η Άµπι µε φίλησε στο στήθος, αλλά δεν µε κοίταξε. «Δεν πάω πουθενά».

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένος δίπλα στη γυναίκα που αγαπούσα, σχημάτιζα στο μυαλό μου μια υπόσχεση: Θα γινόμουν καλύτερος άνθρωπος γι’ αυτήν, κάποιος που θα της άξιζε. Τέρμα οι κρίσεις. Τέρμα οι θυμοί και τα βίαια ξεσπάσματα. Κάθε φορά που ακουμπούσα τα χείλη μου στο δέρμα της, περιμένοντάς τη να ξυπνήσει, επαναλάµβανα αυτή την υπόσχεση από µέσα µου. Ωστόσο το να παραμείνω πιστός σε αυτή την υπόσχεση στη ζωή εκτός σπιτιού αποδείχτηκε μεγάλος αγώνας. Για πρώτη φορά, όχι μόνο με ένοιαζε τι σκεφτόταν κάποιος, αλλά ήθελα και απεγνωσμένα να τον ευχαριστήσω. Το αίσθημα της υπερπροστασίας και της ζήλιας είχε αρχίσει να διαβρώνει την υπόσχεση που είχα δώσει πριν από λίγες µόνο ώρες. Όταν έφτασε η ώρα του μεσημεριανού, ο Κρις Τζενκς με είχε εκνευρίσει και υποτροπίασα. Ευτυχώς η Άμπι ήταν υπομονετική και με συγχώρεσε, ακόμα και


όταν απείλησα τον Πάρκερ µόλις είκοσι λεπτά αργότερα. Η Άμπι είχε αποδείξει πολλές φορές ότι μπορούσε να με δεχτεί για αυτό που είμαι,

αλλά

δεν

ήθελα

να

είμαι

ο

βίαιος

μαλάκας

που

ήξεραν

όλοι.

Δυσκολευόμουν πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμουν να ελέγξω το μπέρδεμα αυτού του θυμού με το πρωτόγνωρο αίσθημα της ζήλιας. Κατέληξα να αποφεύγω καταστάσεις που θα μου προκαλούσαν θυμό, και επειδή δεν ήξεραν πόσο καταπληκτική

ήταν

η

Άμπι,

όλοι

οι

μαλάκες

της

πανεπιστημιούπολης

αναρωτιούνταν πώς είχε καταφέρει να δαμάσει τον τύπο που πίστευαν ότι δεν θα άραζε ποτέ. Ήταν λες και περίμεναν όλοι να κάνω τη μαλακία μου ώστε να τη δοκιμάσουν κι αυτοί, πράγμα που με έκανε βέβαια ακόμα πιο ανήσυχο και εριστικό. Προκειμένου να απασχοληθώ με κάτι, φρόντισα να ξεκαθαρίσω σε όλες τις φοιτήτριες ότι δεν ήμουν πλέον διαθέσιμος. Ο μισός γυναικείος πληθυσμός ήταν τσαντισµένος. Μπαίνοντας στο

Red με την Άμπι τη βραδιά του Χάλοουιν, παρατήρησα ότι,

παρά την ψύχρα του προχωρημένου φθινοπώρου, πολλές γυναίκες είχαν εμφανιστεί με προκλητικές στολές. Αγκάλιασα την κοπέλα μου, νιώθοντας ευγνωμοσύνη

που

δεν

ήταν

ντυμένη

Μπάρμπι-πόρνη

ή

παίκτης

φούτμπολ/πόρνη-τραβεστί, πράγμα που σήμαινε ότι θα είχα πολύ λιγότερους να απειλήσω επειδή θα κοίταζαν το στήθος της και δεν θα ανησυχούσα κάθε φορά που θα έσκυβε. Έπαιξα μπιλιάρδο με τον Σέπλι ενώ τα κορίτσια μάς κοιτούσαν. Κερδίζαμε πάλι, αφού είχαμε μόλις τσεπώσει τριακόσια εξήντα δολάρια στα δύο τελευταία παιχνίδια. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Φιντς να πλησιάζει την Αμέρικα και την Άμπι. Χαζογέλασαν για λίγο και μετά ο Φιντς τις τράβηξε στην πίστα. Η ομορφιά της Άμπι ξεχώριζε, ακόμα κι ανάμεσα σε όλη τη γυμνή σάρκα, τη χρυσόσκονη και τα προκλητικά ντεκολτέ που επιδείκνυαν οι άτακτες Χιονάτες και οι χυδαίες κουκλίτσες γύρω της. Προτού τελειώσει το τραγούδι, η Αμέρικα και η Άμπι άφησαν τον Φιντς στην πίστα και κατευθύνθηκαν προς το μπαρ. Σηκώθηκα στις µύτες των ποδιών για να τις ξεχωρίσω µέσα στο πλήθος. «Σειρά σου» είπε ο Σέπλι.


«Τα κορίτσια δεν είναι εδώ». «Θα πήγαν να πάρουν κανένα ποτό. Για πιάσε δουλειά, εραστή µου». Έσκυψα και συγκεντρώθηκα στην µπάλα, αλλά τελικά αστόχησα. «Τράβις! Αυτή ήταν εύκολη! Θα µε πεθάνεις!» παραπονέθηκε ο Σέπλι. Ακόμη δεν έβλεπα τα κορίτσια. Ήξερα ότι πέρσι δύο κορίτσια είχαν κακοποιηθεί και ανησυχούσα όταν κυκλοφορούσαν μόνες τους η Αμέρικα με την Άμπι. Ακόμα και στη μικρή πόλη που βρισκόταν το κολέγιό μας τύχαινε να ρίξουν ναρκωτικά στο ποτό κάποιας κοπέλας. Ακούμπησα τη στέκα μου στο τραπέζι και διέσχισα την πίστα. Ο Σέπλι µε έπιασε από τον ώµο. «Πού πας;» «Να βρω τα κορίτσια. Θυµάσαι τι έπαθε εκείνη η Χέδερ πέρσι». «Ωχ, ναι». Όταν τελικά βρήκα την Άμπι και την Αμέρικα, είδα δύο τύπους να τους πληρώνουν τα ποτά. Ήταν και οι δύο κοντοί, ο ένας τους με κάπως μεγάλη κοιλιά, αξύριστος και ιδρωμένος. Λογικά δεν θα έπρεπε να νιώθω ζήλια κοιτάζοντάς τον, αλλά το γεγονός ότι την έπεφτε απροκάλυπτα στην κοπέλα μου με έκανε να πα ραμερίσω την εμφάνισή του και να επικεντρωθώ στο εγώ μου ακόμα κι αν δεν ήξερε πως ήταν μαζί μου, θα έπρεπε να καταλάβει βλέποντάς την πως δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν μόνη. Η ζήλια μου αναμείχθηκε με εκνευρισμό. Είχα πει ένα σωρό φορές στην Άμπι να μη δέχεται ποτά από ξένους, γιατί θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνο. Ο θυμός δεν άργησε να φουντώσει µέσα µου. Ο ένας τύπος έγειρε προς το μέρος της Άμπι και φώναξε για να ακουστεί πάνω από τη µουσική: «Θέλεις να χορέψουµε;» «Όχι, ευχαριστώ. Είµαι εδώ µε τον…» «Φίλο της» είπα μπαίνοντας στη μέση. Κοίταξα απειλητικά και τους δύο. Ήταν σχεδόν γελοίο να προσπαθεί να φοβίσει κανείς δυο άντρες που φορούσαν τηβέννους, παρ’ όλα αυτά τους έριξα το πιο δολοφονικό μου βλέμμα. Έκανα νόηµα προς την άλλη άκρη του µπαρ. «Δρόµο τώρα. Γρήγορα». Οι δυο άντρες τρόμαξαν και έριξαν μια ματιά στην Αμέρικα και την Άμπι προτού


χαθούν µέσα στο πλήθος. «Πουθενά δεν μπορώ να σε πάω!» είπε ο Σέπλι δίνοντας ένα φιλί στην Αμέρικα, η οποία χασκογέλασε. Ή Άμπι μού χαμογέλασε, αλλά ήμουν πολύ θυμωμένος για να ανταποδώσω το χαµόγελο. «Τι έγινε;» ρώτησε ξαφνιασµένη. «Γιατί τον άφησες να σε κεράσει;» «Δεν τους αφήσαµε, Τράβις». Η Αµέρικα άφησε τον Σέπλι. «Τους είπα να µην το κάνουν». «Και αυτό τι είναι τότε;» ρώτησα παίρνοντας το µπουκάλι από το χέρι της Άµπι. «Σοβαρολογείς;» «Ναι, σοβαρολογώ, γαμώτο» είπα, πετώντας την μπίρα στο καλάθι που ήταν δίπλα στο μπαρ. «Σου έχω πει εκατό φορές… μη δέχεσαι ποτά από αγνώστους. Κι αν σου είχε ρίξει κάτι µέσα;» Η Αµέρικα ύψωσε το ποτήρι της. «Τα βλέπαµε συνέχεια τα ποτά, Τράβις. Υπερβάλλεις». «Δεν µιλάω σ’ εσένα» είπα αγριοκοιτάζοντας την Άµπι. Τα µάτια της άστραψαν, ήταν εξίσου θυµωµένη µ’ εµένα. «Μην της µιλάς έτσι». «Τράβις» µε προειδοποίησε ο Σέπλι «άσ’ το». «Δεν µ’ αρέσει να αφήνεις ξένους να σε κερνάνε ποτά» είπα. «Θες να τσακωθούµε;» ρώτησε η Άµπι υψώνοντας το ένα φρύδι. «Εσένα δεν θα σε πείραζε αν ερχόσουν στο μπαρ και με έβλεπες να πίνω με μια γκόµενα;» «Μάλιστα. Για σένα δεν υπάρχουν άλλες γυναίκες πλέον, το κατάλαβα. Θα πρέπει να κάνω κι εγώ το ίδιο». «Καλό θα ήταν» είπα µε τα δόντια σφιγµένα. «Θα πρέπει να ηρεµήσεις λίγο µε τη ζήλια, Τράβις. Δεν έκανα τίποτα κακό». «Έρχοµαι και βλέπω έναν τύπο να σε κερνάει ποτό!» «Μην της φωνάζεις!» είπε η Αµέρικα. «Έχουµε πιει όλοι πολύ». Ο Σέπλι µε έπιασε από τον ώµο. «Πάµε να φύγουµε».


Ο θυµός της Άµπι έµοιαζε να φουντώνει περισσότερο. «Πάω να πω στον Φιντς ότι φεύγουμε» μουρμούρισε εκνευρισμένη και με έσπρωξε για να πάει προς την πίστα. «Έρχομαι μαζί σου» είπα και την έπιασα από τον καρπό, αλλά εκείνη στριφογύρισε το χέρι της. «Μπορώ να κάνω δυο βήµατα µόνη µου, Τράβις. Τι στο καλό έχεις πάθει;» Η Άμπι έσπρωχνε τον κόσμο για να φτάσει στον Φιντς, που κουνούσε γύρω γύρω τα χέρια του και χοροπηδούσε στη μέση της πίστας. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Στην αρχή χαμογέλασε, αλλά όταν η Άμπι τον αποχαιρέτησε, έκανε μια γκριµάτσα. Είχα διαβάσει στα χείλη της Άμπι το όνομά μου. Το είχε ρίξει σ’ εμένα, πράγμα που με θύμωσε ακόμα περισσότερο. Φυσικά και θα θύμωνα αν έκανε κάτι που μπορούσε να τη βλάψει. Δεν την ένοιαζε και τόσο όταν έσπασα τα μούτρα του Κρις Τζενκς, αλλά όταν τσαντιζόμουν που δεχόταν ποτά από αγνώστους είχε το θράσος να θυµώνει. Καθώς ο θυμός μου ξεχείλιζε και μετατρεπόταν σε οργή, ένας μαλάκας ντυμένος πειρατής άρπαξε την Άμπι και κόλλησε πάνω της. Θόλωσα και, προτού το καταλάβω, του έριξα μια μπουνιά στο πρόσωπο. Ο πειρατής έπεσε στο πάτωμα, αλλά όταν έπεσε μαζί του και η Άμπι, επανήλθα απότομα στην πραγματικότητα. Είχε προσγειωθεί στα τέσσερα στην πίστα και φαινόταν εντελώς σαστισμένη. Ανίκανος να κουνηθώ από το σοκ, την παρακολουθούσα, σε αργή κίνηση, να σηκώνει το χέρι της και να βλέπει πως ήταν κατακόκκινο από το αίμα που έτρεχε από τη µύτη του πειρατή. Έτρεξα για να τη βοηθήσω να σηκωθεί. «Ωχ, γαµώτο! Είσαι καλά, Περιστεράκι;» Στάθηκε στα πόδια της και τράβηξε απότοµα το χέρι της από το δικό µου. «Είσαι τρελός;» Η Αμέρικα έπιασε την Άμπι από το χέρι και την τράβηξε μέσα από το πλήθος, αφήνοντάς τη μόνο όταν βγήκαμε έξω. Έπρεπε να τρέχω σχεδόν για να τις προλάβω. Στο πάρκινγκ, ο Σέπλι ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο και η Άμπι μπήκε µέσα. Προσπάθησα να την καλοπιάσω. Ήταν έξαλλη. «Συγγνώµη, Περιστεράκι, δεν ήξερα ότι σε κρατούσε».


«Η γροθιά σου ήταν πέντε εκατοστά από το πρόσωπό μου!» είπε παίρνοντας τη λερωμένη με λάδια αυτοκινήτου πετσέτα που της έδωσε ο Σέπλι και σκούπισε το αίμα από το χέρι της τρίβοντας την πετσέτα γύρω από κάθε δάχτυλο, εμφανώς αηδιασµένη. «Δεν θα τον χτυπούσα αν πίστευα ότι θα σε έπαιρνε κι εσένα, το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;» «Πάψε, Τράβις. Πάψε» είπε κοιτάζοντας ευθεία τον σβέρκο του Σέπλι. «Περιστεράκι…» «Σκάσε, ρε Τράβις!» Ο Σέπλι κοπάνησε την παλάμη του στο τιμόνι. «Είπες συγγνώµη, βγάλε τώρα τον σκασµό!» Δεν μπορούσα να απαντήσω τίποτα. Ο Σέπλι είχε δίκιο: Είχα γαμήσει όλη τη βραδιά, και ξαφνικά δεν φάνταζε και τόσο απίθανο να με παρατήσει η Άμπι. Όταν φτάσαµε στο σπίτι, η Αµέρικα καληνύχτισε τον Σέπλι µε ένα φιλί. «Τα λέµε αύριο, µωρό µου». Ο Σέπλι ένευσε παραιτηµένος και τη φίλησε. «Σ’ αγαπώ πολύ». Ήξερα ότι έφευγαν εξαιτίας μου. Διαφορετικά τα κορίτσια θα περνούσαν το βράδυ στο σπίτι μας, όπως έκαναν κάθε Σαββατοκύριακο. Η Άμπι με προσπέρασε για να πάει στο Χόντα της Αμέρικα χωρίς να πει λέξη. Έτρεξα δίπλα της, προσπαθώντας να αναθερµάνω λίγο την ατµόσφαιρα µε ένα αµήχανο χαµόγελο. «Έλα. Μη φεύγεις θυµωµένη». «Δεν φεύγω θυµωµένη. Έξαλλη φεύγω». «Θέλει λίγο χρόνο για να ηρεμήσει, Τράβις» είπε η Αμέρικα ξεκλειδώνοντας την πόρτα. Όταν άνοιξε η κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού, πανικοβλήθηκα και έβαλα το χέρι µου στην πόρτα. «Μη φύγεις, Περιστεράκι. Παραφέρθηκα. Συγγνώµη». Η Άμπι σήκωσε το χέρι της, δείχνοντάς μου ό,τι είχε απομείνει από το ξεραμένο αίµα στην παλάµη της. «Τηλεφώνησέ µου όταν µεγαλώσεις». «Δεν µπορείς να φύγεις» είπα ακουµπώντας ολόκληρος πάνω στην πόρτα.


Η Άµπι σήκωσε το ένα φρύδι και ο Σέπλι ήρθε τρέχοντας δίπλα µας. «Τράβις, είσαι μεθυσμένος. Θα κάνεις τρομερό λάθος. Άφησέ τη να πάει σπίτι, να ηρεµήσει… Μπορείτε να το συζητήσετε αύριο που θα είσαι νηφάλιος». «Δεν γίνεται να φύγει» είπα κοιτώντας την απελπισµένος. «Δεν πιάνει, Τράβις» είπε τραβώντας την πόρτα. «Κάνε στην άκρη!» «Τι εννοείς δεν πιάνει;» ρώτησα αρπάζοντάς την από το μπράτσο

· ο φόβος ότι η

Άμπι θα έλεγε αυτό που έτρεμα και θα έβαζε τέλος εκείνη τη στιγμή με έκανε να ενεργώ χωρίς να σκέφτοµαι. «Εννοώ αυτή τη θλιµµένη φάτσα. Δεν την πατάω» απάντησε και τραβήχτηκε. Ένιωσα µια στιγµιαία ανακούφιση. Δεν έδινε τέλος. Τουλάχιστον όχι ακόµη. «Άµπι» παρενέβη ο Σέπλι. «Αυτό εννοούσα. Ίσως πρέπει να…» «Μην ανακατεύεσαι, Σεπ» είπε απότοµα η Αµέρικα και έβαλε µπροστά. «Θα κάνω μαλακίες. Θα κάνω συχνά μαλακίες, Περιστεράκι, αλλά πρέπει να με συγχωρήσεις». «Το πρωί θα έχω μια τεράστια μελανιά στον πισινό μου! Χτύπησες τον τύπο επειδή ήσουν θυμωμένος μαζί μου! Τι συμπέρασμα να βγάλω από αυτό; Γιατί αυτό που βλέπω µε προειδοποιεί να µείνω µακριά σου!» «Δεν έχω χτυπήσει ποτέ μου κορίτσι» αμύνθηκα, ξαφνιασμένος που πίστευε ότι θα µπορούσα ποτέ να την αγγίξω – εκείνη ή οποιαδήποτε άλλη κοπέλα. «Και δεν πρόκειται εγώ να είμαι η πρώτη!» είπε τραβώντας την πόρτα. «Φύγε, γαµώτο!» Ένευσα κι έκανα ένα βήμα πίσω. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να την αφήσω να φύγει, αλλά ήταν καλύτερο από το να την τσαντίσω τόσο πολύ, που να µε στείλει τελικά µια και καλή στον διάολο. Η Αµέρικα έβαλε όπισθεν και κοίταξα την Άµπι µέσα από το παράθυρο. «Θα µου τηλεφωνήσεις αύριο, ε;» ρώτησα ακουµπώντας το παρµπρίζ. «Φύγε, Μερ» είπε κοιτάζοντας ευθεία µπροστά της. Όταν τα φώτα του αυτοκινήτου χάθηκαν, µπήκα στο σπίτι. «Τράβις» µε προειδοποίησε ο Σέπλι. «Μην τα σπάσεις όλα, φίλε. Το εννοώ». Κούνησα το κεφάλι και σύρθηκα στο δωμάτιό μου, ηττημένος. Ήταν λες και πάνω που έμοιαζα να ελέγχω την κατάσταση η μαλακισμένη οξυθυμία μου


έβγαινε πάλι στην επιφάνεια. Έπρεπε να καταφέρω να την ελέγξω, διαφορετικά θα έχανα ό,τι καλύτερο µου είχε συµβεί ποτέ. Για να περάσω την ώρα μου έφτιαξα χοιρινά παϊδάκια με πουρέ, αλλά μετά έμεινα απλώς να τα ανακατεύω στο πιάτο μου, δεν κατέβαινε μπουκιά. Κατάφερα να περάσω μια ώρα με τα πλυντήρια, και μετά αποφάσισα να κάνω μπάνιο τον Τότο. Παίξαμε για λίγο, αλλά ύστερα ακόμα κι εκείνος εγκατέλειψε και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι. Δεν είχα όρεξη να κοιτάζω το ταβάνι και να σκέφτομαι πόσο ηλίθια είχα φερθεί, κι έτσι αποφάσισα να βγάλω όλα τα πιάτα από το ντουλάπι και να τα πλύνω στο χέρι. Η πιο ατέλειωτη νύχτα της ζωής µου. Τα σύννεφα άρχισαν να παίρνουν διάφορα χρώματα, αναγγέλλοντας τον ήλιο. Πήρα τα κλειδιά της µηχανής και πήγα µια βόλτα, ώσπου κατέληξα µπροστά στην εστία Μόργκαν. Η Χάρμονι Χάντλερ έφευγε εκείνη τη στιγμή για τρέξιμο. Με κοίταξε κρατώντας το χέρι της στην πόρτα. «Γεια σου, Τράβις» είπε με το χαρακτηριστικό της χαμόγελο, που έσβησε σχεδόν αµέσως. «Ωχ. Μήπως είσαι άρρωστος; Θέλεις να σε πάω κάπου;» Πρέπει να είχα εντελώς τα χάλια μου. Η Χάρμονι ήταν πάντα πολύ καλή. Ο αδελφός της ήταν στη Σίγμα Ταυ, κι έτσι δεν την ήξερα πολύ καλά. Δεν άγγιζα τις µικρότερες αδελφές των αδελφών µου. «Γεια σου, Χάρμονι» είπα, προσπαθώντας να χαμογελάσω. «Ήθελα να κάνω έκπληξη στην Άµπι φέρνοντάς της πρωινό. Θα µε αφήσεις να µπω;» «Εμ…» Η φωνή της έσβησε, και κοίταξε μέσα από το τζάμι της πόρτας. «Η Νάνσι µπορεί να φρικάρει. Είσαι σίγουρος πως είσαι καλά;» Η Νάνσι ήταν η υπεύθυνη στο Μόργκαν. Είχα ακούσει γι’ αυτήν, αλλά δεν την είχα δει ποτέ και δεν πίστευα ότι θα έπαιρνε τίποτα χαμπάρι. Η φήμη που κυκλοφορούσε ήταν ότι έπινε περισσότερο από τις φοιτήτριες και δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ από το δωµάτιό της. «Απλώς έχω ξενυχτήσει. Έλα, μωρέ» χαμογέλασα. «Αφού το ξέρεις ότι δεν τη νοιάζει». «Εντάξει, αλλά εγώ δεν ξέρω τίποτα». «Σου το υπόσχοµαι» είπα φέρνοντας το χέρι στην καρδιά. Ανέβηκα πάνω και χτύπησα απαλά την πόρτα της Άμπι. Το πόμολο γύρισε


αμέσως, αλλά η πόρτα άνοιξε αργά, αποκαλύπτοντας την Άμπι και την Αμέρικα στην άλλη άκρη του δωματίου. Το χέρι της Κάρα γλίστρησε από το πόμολο κάτω από τα σκεπάσµατα ξανά. «Μπορώ να µπω;» «Είσαι καλά;» ρώτησε η Άµπι και ανακάθισε. Μπήκα µέσα και έπεσα στα γόνατα µπροστά της. «Συγγνώμη, Άμπι. Συγγνώμη» είπα τυλίγοντας τα χέρια μου στη μέση της και κρύβοντας το κεφάλι µου στην αγκαλιά της. Η Άµπι κράτησε το κεφάλι µου στα χέρια της. «Ε… εγώ φεύγω» είπε η Αµέρικα. Η συγκάτοικος της Άμπι, η Κάρα, πήρε το νεσεσέρ της για το μπάνιο περπατώντας βαριά. «Είμαι πάντα πεντακάθαρη όταν είσαι εδώ, Άμπι» είπε και κοπάνησε την πόρτα πίσω της. «Ξέρω ότι τρελαίνομαι όταν έχει να κάνει μ’ εσένα» την κοίταξα «αλλά ένας Θεός ξέρει πόσο προσπαθώ, Περιστεράκι. Δεν θέλω να τα κάνω θάλασσα». «Μην τα κάνεις λοιπόν» είπε ήρεµα. «Μου είναι δύσκολο, ξέρεις. Έχω την αίσθηση ότι θα καταλάβεις πόσο άχρηστος είμαι και θα με παρατήσεις. Όταν χόρευες χθες το βράδυ, είδα τουλάχιστον καμιά δεκαριά άντρες να σε κοιτάζουν. Πηγαίνεις στο μπαρ και σε βλέπω να ευχαριστείς τον τύπο που σε κερνάει ποτό. Και μετά σε αρπάζει εκείνος ο μαλάκας στην πίστα». «Εγώ δεν ρίχνω μπουνιές σε κάθε κορίτσι που σου μιλάει. Δεν μπορώ να μένω κλειδωμένη στο διαμέρισμα όλη την ώρα. Θα πρέπει να μάθεις να ελέγχεις τα νεύρα σου». «Θα το κάνω» είπα κουνώντας το κεφάλι. «Ποτέ δεν θέλησα να έχω κορίτσι, Περιστεράκι. Δεν έχω συνηθίσει να νιώθω έτσι για κάποιον… οποιονδήποτε. Αν κάνεις υποµονή, σου ορκίζοµαι, θα τη βρω την άκρη». «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν είσαι άχρηστος, είσαι εκπληκτικός. Δεν έχει σημασία ποιος με κερνάει ποτά και ποιος μου ζητάει να χορέψουμε ή ποιος με φλερτάρει. Εγώ γυρίζω στο σπίτι μαζί σου. Μου ζήτησες να σε εμπιστευτώ, αλλά


εσύ, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν µε εµπιστεύεσαι». «Δεν είναι αλήθεια». «Αν πιστεύεις ότι θα σε παρατήσω για τον πρώτο τυχόντα, τότε δεν με εµπιστεύεσαι και πολύ». «Δεν μου αξίζεις, Περιστεράκι». Την κράτησα πιο σφιχτά. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε εµπιστεύοµαι, απλώς προετοιµάζοµαι για το αναπόφευκτο». «Μην το λες αυτό. Όταν είμαστε μόνοι, είσαι τέλειος. Είμαστε τέλειοι. Αλλά μετά αφήνεις όλους τους άλλους να μας το χαλάνε. Δεν περιμένω να κάνεις στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, αλλά πρέπει να επιλέγεις τις μάχες σου. Δεν µπορείς να ρίχνεις µπουνιές κάθε φορά που µε κοιτάζει κάποιος». Κούνησα το κεφάλι µου, το ήξερα πως είχε δίκιο. «Θα κάνω ό,τι θέλεις. Μόνο… πες μου πως μ’ αγαπάς» είπα συνειδητοποιώντας πόσο γελοίο ακουγόταν αυτό, αλλά δεν µε ένοιαζε πλέον. «Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». «Θέλω να σε ακούσω να το λες». «Σ’ αγαπώ» είπε. Ακούμπησε τα χείλη της στα δικά μου και μετά τραβήχτηκε πίσω. «Τώρα σταµάτα να κάνεις σαν µωρό». Μόλις με φίλησε, οι ρυθμοί της καρδιάς μου ηρέμησαν και όλοι οι μύες στο σώμα μου χαλάρωσαν. Ένιωθα τρόμο καταλαβαίνοντας πόσο τη χρειαζόμουν. Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι έτσι ήταν για όλους η αγάπη, γιατί τότε όλοι οι άντρες θα τριγυρνούσαν σαν τρελοί με το που θα μεγάλωναν αρκετά ώστε να αρχίσουν να προσέχουν τα κορίτσια. Ίσως να ήμουν μόνο εγώ έτσι. Ίσως μόνο εγώ μ’ αυτήν. Ίσως μαζί να ήμασταν σαν μια πτητική ένωση που ή θα προκαλούσε έκρηξη ή θα ενωνόταν απόλυτα. Ό,τι κι αν ήταν να γίνει, από τη στιγμή που την είχα γνωρίσει, η ζωή µου είχε γυρίσει τα πάνω κάτω. Και δεν ήθελα να αλλάξει.


18

Τυχερό δεκατριάρι

ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ τρελά αγχωμένος, μπήκα στο σπίτι του πατέρα μου κρατώντας την Άμπι από το χέρι. Ο καπνός από το πούρο του πατέρα μου και τα τσιγάρα των αδελφών μου έφτανε ως τη μύτη μου από το άλλο δωμάτιο και ανακατευόταν με την ελαφριά μυρωδιά του χαλιού που είχε περισσότερα χρόνια κι από µένα. Παρόλο που η Άμπι είχε τσαντιστεί στην αρχή που δεν την είχα ειδοποιήσει νωρίτερα ότι θα συναντούσε την οικογένειά μου, έμοιαζε να νιώθει πιο άνετα από μένα. Οι Μάντοξ δεν συνήθιζαν να φέρνουν τις κοπέλες τους στο σπίτι και δεν μπορούσα να προβλέψω καθόλου τις αντιδράσεις τους. Ο Τρέντον εμφανίστηκε πρώτος. «Αµάν! Η σκατόφατσα!» Δεν είχε νόημα να ελπίζω ότι οι αδελφοί μου θα εμφανίζονταν πιο πολιτισμένοι απ’ ό,τι συνήθως. Τους αγαπούσα όμως και, γνωρίζοντας την Άμπι, ήξερα ότι θα τους αγαπούσε κι εκείνη. «Έι… για πρόσεχε τη γλώσσα σου μπροστά στη δεσποινίδα» είπε ο μπαμπάς χαιρετώντας την Άµπι. «Περιστεράκι, αποδώ ο πατέρας μου, ο Τζιμ Μάντοξ. Μπαμπά, αποδώ το Περιστεράκι». «Περιστεράκι;» ρώτησε ο Τζιµ, έτοιµος να σκάσει στα γέλια.


«Άµπι» συστήθηκε εκείνη, δίνοντάς του το χέρι. Έδειξα τους αδελφούς μου, που τη χαιρετούσαν ένας ένας κουνώντας το κεφάλι όταν έλεγα το όνοµά τους. «Ο Τρέντον, ο Τέιλορ, ο Τάιλερ και ο Τόµας». Η Άμπι έμοιαζε τρομαγμένη σχεδόν. Δεν την αδικούσα. Δεν της είχα μιλήσει και πολύ για την οικογένειά μου, και πέντε αγόρια μαζί θα προκαλούσαν αμηχανία στον καθένα. Για την ακρίβεια, πέντε Μάντοξ μαζί προκαλούσαν μάλλον φόβο στους περισσότερους. Όταν ήμασταν πιο μικροί, κανείς στη γειτονιά δεν τολμούσε να πειράξει έναν από εμάς, και μόνο μία φορά τόλμησε κάποιος να μας αντιμετωπίσει όλους μαζί. Ήμασταν προβληματικοί, αλλά όταν χρειαζόταν σχηματίζαμε ένα απόρθητο οχυρό. Αυτό το έβλεπαν όλοι, ακόμα και όταν δεν είχαµε καµία πρόθεση να τους τροµάξουµε. «Έχει επίθετο η Άµπι;» ρώτησε ο µπαµπάς. «Αµπερνάθι» είπε εκείνη ευγενικά. «Χάρηκα, Άµπι» είπε χαµογελώντας ο Τόµας. Η Άμπι δεν μπορούσε να το ξέρει, αλλά η έκφραση του Τόμας έκρυβε αυτό που πραγματικά έκανε εκείνη τη στιγμή: Ανέλυε κάθε λέξη και κίνησή της. Ο Τόμας βρισκόταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως εμφανιστεί κάποιος που θα μπορούσε να κλονίσει την ήδη εύθραυστη ισορροπία μας. Δεν χρειαζόμασταν κλυδωνισμούς και ο Τόμας αναλάμβανε πάντα τον ρόλο του πυροσβέστη. «Ο μπαμπάς δεν το αντέχει» έλεγε συχνά. Κανείς µας δεν διαφωνούσε µε αυτή τη λογική. Όταν ένας ή περισσότεροι από εμάς βρισκόμασταν σε δύσκολη θέση, πηγαίναμε στον Τόμας κι εκείνος θα τα τακτοποιούσε προτού το πάρει χαμπάρι ο μπαμπάς. Όλα τα χρόνια που πέρασε φροντίζοντας μια συμμορία από θορυβώδη, βίαια αγόρια ανάγκασαν τον Τόμας να ανδρωθεί πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Τον σεβόμασταν όλοι γι’ αυτό, ακόμα και ο πατέρας μου, αλλά είχε περάσει τόσα χρόνια να μας προστατεύει, που καμιά φορά το παράκανε. Η Άμπι όμως στάθηκε χαμογελαστή, χωρίς να γνωρίζει πως αποτελούσε στόχο, και άφησε τον προστάτη της οικογένειας να την περιεργαστεί. «Εγώ να δεις πόσο χάρηκα» είπε ο Τρέντον, κοιτώντας την Άμπι αποπάνω μέχρι κάτω – αν ήταν άλλος, θα τον είχα σκοτώσει.


Ο µπαµπάς τού έριξε µια σφαλιάρα κι εκείνος φώναξε. «Τι είπα;» έκανε τρίβοντας τον σβέρκο του. «Κάθισε, Άµπι, να δεις πώς θα πάρουµε τα λεφτά του Τράβις» είπε ο Τάιλερ. Έφερα μια καρέκλα για την Άμπι κι εκείνη κάθισε. Κοίταξα τον Τρέντον, που µου έκλεισε το µάτι. Ο εξυπνάκιας. «Ξέρατε τον Στου Άνγκερ;» ρώτησε η Άμπι δείχνοντας μια σκονισμένη φωτογραφία. Δεν πίστευα στ’ αυτιά µου. Τα µάτια του µπαµπά έλαµψαν. «Ξέρεις ποιος είναι ο Στου Άνγκερ;» «Κι ο µπαµπάς µου τον θαύµαζε» είπε η Άµπι κουνώντας το κεφάλι. Ο µπαµπάς σηκώθηκε και έδειξε τη διπλανή φωτογραφία. «Κι αυτός εδώ είναι ο Ντόιλ Μπράνσον». «Ο μπαμπάς μου τον είχε δει να παίζει κάποτε» χαμογέλασε η Άμπι. «Τροµερός». «Ο παππούς του Τράβις ήταν επαγγελματίας. Το παίρνουμε πολύ σοβαρά το πόκερ εδώ πέρα» ανταπέδωσε το χαµόγελο ο µπαµπάς. Η Άμπι δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι ήξερε από πόκερ. Επιπλέον, ήταν η πρώτη φορά που την άκουγα να αναφέρει τον πατέρα της. Παρακολουθούσα τον Τρέντον να ανακατεύει και να μοιράζει, προσπαθώντας να ξεχάσω αυτό που είχε μόλις συμβεί. Με τα μακριά πόδια της, λεπτή αλλά με τέλειες καμπύλες, και με τα μεγάλα μάτια της, η Άμπι ήταν εκπληκτικά όμορφη, αλλά η οικογένειά μου είχε εντυπωσιαστεί που γνώριζε τον Στου Άνγκερ. Κάθισα λίγο πιο στητός στην καρέκλα μου. Κανένας από τους αδελφούς μου δεν θα µπορούσε να φέρει κάποια που να κατάφερνε να το ξεπεράσει αυτό. Ο Τρέντον ύψωσε το ένα φρύδι. «Θέλεις να παίξεις, Άµπι;» «Δεν νοµίζω ότι θα έπρεπε». «Δεν ξέρεις να παίζεις;» ρώτησε ο µπαµπάς. «Παίξε… θα σου µάθω εγώ» είπα και τη φίλησα στο µέτωπο. «Αποχαιρέτα τα λεφτουδάκια σου, Άµπι» γέλασε ο Τόµας. Η Άμπι έσφιξε τα χείλη και ψαχούλεψε στην τσάντα της, βγάζοντας δύο


πενηνταδόλαρα. Τα έδωσε στον μπαμπά και περίμενε υπομονετικά να τα κάνει μάρκες. Ο Τρέντον χαμογέλασε, έτοιμος να εκμεταλλευτεί την αυτοπεποίθησή της. «Έχω εµπιστοσύνη στο πόσο καλός δάσκαλος είναι ο Τράβις» είπε η Άµπι. «Έτσι! Θα γίνω πλούσιος απόψε!» χειροκρότησε ο Τέιλορ. «Ας ξεκινήσουμε με λίγα» είπε ο μπαμπάς, ποντάροντας μια μάρκα των πέντε δολαρίων. Ο Τρέντον µοίρασε και άνοιξα τα χαρτιά της Άµπι. «Έχεις ξαναπαίξει χαρτιά;» «Πάει καιρός» απάντησε. «Ο μουντζούρης και η ξερή δεν μετράνε, Πολυάννα» είπε ο Τρέντον κοιτάζοντας τα χαρτιά του. «Βούλωσ’ το, Τρεντ» γρύλισα και του έριξα ένα άγριο βλέμμα προτού στραφώ πάλι στα χαρτιά της Άμπι. «Αυτό που θέλεις είναι τα ισχυρότερα χαρτιά, συνεχόµενα νούµερα και, αν είσαι τυχερή, ίδιο χρώµα». Χάσαμε τους πρώτους γύρους, αλλά μετά η Άμπι δεν με άφηνε να τη βοηθήσω. Αποκεί και πέρα, άρχισε να παίρνει τα πάνω της πολύ γρήγορα. Τρεις γύρους αργότερα, τους είχε ξετινάξει χωρίς καν να προσπαθήσει. «Σκατά!» γκρίνιαξε ο Τρέντον. «Η τύχη του πρωτάρη!» «Γρήγορα µαθαίνει, Τραβ» είπε ο µπαµπάς καπνίζοντας το πούρο του. Ήπια μια γουλιά από την μπίρα μου, νιώθοντας πως ήμουν ο βασιλιάς του κόσµου. «Με κάνεις περήφανο, Περιστεράκι!» «Ευχαριστώ». «Όποιος δεν µπορεί να παίξει διδάσκει» είπε ο Τόµας µε ένα ειρωνικό χαµόγελο. «Πολύ αστείο, µαλάκα» µουρµούρισα. «Φέρτε μια μπίρα για το κορίτσι» είπε ο μπαμπάς, και το χαμόγελό του φούσκωσε ακόµα περισσότερο τα µάγουλά του. Σηκώθηκα πρόθυμα, πήρα μια μπίρα από το ψυγείο και χρησιμοποίησα τον ήδη ραγισμένο πάγκο για να την ανοίξω. Η Άμπι χαμογέλασε όταν ακούμπησα την μπίρα μπροστά της και δεν δίστασε να κατεβάσει μια τεράστια γουλιά, σαν


άντρας. Σκούπισε τα χείλη με την ανάποδη του χεριού της και περίμενε να ποντάρει ο πατέρας μου τις μάρκες του. Τέσσερις γύρους αργότερα, η Άμπι άδειασε την τρίτη µπίρα της και κοίταξε προσεκτικά τον Τέιλορ. «Παίζεις, Τέιλορ. Θα κάνεις σαν µωρό ή θα ποντάρεις σαν άντρας;» Δυσκολευόμουν πάρα πολύ να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου – όχι τον ψυχικό. Βλέποντας την Άμπι να κερδίζει τους αδελφούς μου –και έναν βετεράνο του πόκερ σαν τον πατέρα μου–, άναβα. Δεν είχα δει ποτέ μου τόσο σέξι γυναίκα στη ζωή µου, και αυτή εδώ τύχαινε να είναι και κοπέλα µου. «Σκατά» είπε ο Τέιλορ και πόνταρε τις τελευταίες µάρκες του. «Τι έχεις, Περιστεράκι;» ρώτησα χαμογελώντας, ενώ ένιωθα σαν πιτσιρίκι που ανοίγει τα χριστουγεννιάτικα δώρα του. «Τέιλορ;» είπε η Άµπι, εντελώς ανέκφραστα. «Χρώμα!» χαμογέλασε πλατιά ο Τέιλορ και άπλωσε χαρούμενος τα χαρτιά του στο τραπέζι. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν στην Άμπι. Εκείνη κοίταξε προσεκτικά τους άντρες γύρω από το τραπέζι και άφησε κάτω τα χαρτιά της. «Δείτε τα και κλάψτε, παλικάρια! Άσοι µε οκτάρια!» «Φουλ; Τι διάολο;» φώναξε ο Τρέντον. «Συγγνώμη, πάντα ήθελα να το πω αυτό» είπε η Άμπι χαχανίζοντας όσο μάζευε τις µάρκες της. «Δεν είναι τύχη του πρωτάρη αυτό». Ο Τόμας την κοίταξε καχύποπτα. «Ξέρει να παίζει». Κοίταξα για μια στιγμή τον Τόμας. Δεν έπαιρνε το βλέμμα του από την Άμπι. Στράφηκα πρς το µέρος της. «Έχεις ξαναπαίξει, Περιστεράκι;» Έσφιξε τα χείλη και ανασήκωσε τους ώμους, χαμογελώντας γλυκά. Έσκασα στα γέλια. Πήγα να της πω πόσο περήφανος ήμουν, αλλά οι λέξεις χάθηκαν μέσα στο ανεξέλεγκτο γέλιο που έκανε όλο μου το σώμα να τραντάζεται. Χτύπησα μερικές φορές τη γροθιά µου στο τραπέζι, προσπαθώντας να συνέλθω. «Η γκόµενά σου µας έκλεψε!» είπε ο Τέιλορ κουνώντας µου το δάχτυλο. «Με τίποτα!» φώναξε ο Τρέντον και σηκώθηκε όρθιος.


«Ωραίος είσαι, Τράβις. Μας έφερες έναν καρχαρία να παίξει πόκερ μαζί μας» είπε ο µπαµπάς, κλείνοντας το µάτι στην Άµπι. «Δεν είχα ιδέα!» αµύνθηκα κουνώντας το κεφάλι µου. «Μαλακίες» είπε ο Τόµας, που εξακολουθούσε να κοιτάζει εξεταστικά την Άµπι. «Λυπάμαι που σ’ το λέω, αδελφέ μου, αλλά νομίζω ότι μόλις ερωτεύτηκα το κορίτσι σου» δήλωσε ο Τάιλερ. Ξαφνικά µου κόπηκε το γέλιο και συνοφρυώθηκα. «Όπα τώρα». «Αυτό ήταν. Σου φέρθηκα με το μαλακό, αλλά τώρα θέλω τα λεφτά μου πίσω, Άµπι» την προειδοποίησε ο Τρέντον. Δεν έπαιξα στους τελευταίους γύρους, παρακολουθούσα απλώς τους άλλους που πάσχιζαν να ξανακερδίσουν τα λεφτά τους. Σε κάθε παιχνίδι η Άμπι τούς ισοπέδωνε. Δεν έµπαινε καν στον κόπο να προσποιηθεί ότι τους λυπόταν. Όταν οι αδελφοί μου έμειναν ταπί, ο μπαμπάς δήλωσε πως η βραδιά είχε λήξει και η Άμπι επέστρεψε από εκατό δολάρια στον καθένα, εκτός από τον μπαμπά, που δεν τα δεχόταν. Πήρα την Άμπι από το χέρι και πήγαμε στην πόρτα. Είχα διασκεδάσει τρομερά παρακολουθώντας τη να ξετινάζει τους αδελφούς μου, αλλά είχα απογοητευτεί που είχε επιστρέψει κάποια από τα χρήµατα. «Τι συµβαίνει;» ρώτησε σφίγγοντάς µου το χέρι. «Μόλις χάρισες τετρακόσια δολάρια, Περιστεράκι!» «Αν παίζαμε πόκερ στη Σίγμα Ταυ, θα τα κρατούσα. Δεν μπορώ να ληστέψω τα αδέλφια σου στην πρώτη µας συνάντηση!» «Αυτοί θα τα κρατούσαν τα λεφτά σου!» «Εγώ τουλάχιστον δεν θα το σκεφτόµουν δεύτερη φορά!» συµφώνησε ο Τέιλορ. Με την άκρη του ματιού μου έπιασα τον Τόμας να κοιτάζει την Άμπι από την πολυθρόνα του. Ήταν πιο σιωπηλός απ’ ό,τι συνήθως. «Γιατί κοιτάς συνέχεια το κορίτσι µου, Τόµι;» «Πώς είπες ότι είναι το επίθετό σου;» ρώτησε ο Τόµας. Η Άμπι έκανε μια νευρική κίνηση, αλλά δεν απάντησε. Την αγκάλιασα από τη μέση και στράφηκα στον αδελφό μου, αν και δεν ήξερα πού το πήγαινε. Πίστευε πως ήξερε κάτι και ετοιµαζόταν να κάνει την κίνησή του.


«Αµπερνάθι τη λένε. Γιατί;» «Καταλαβαίνω για ποιον λόγο δεν το σκέφτηκες νωρίτερα, Τράβις, αλλά τώρα δεν έχεις δικαιολογία» είπε ο Τόµας ειρωνικά. «Τι διάολο λες;» απόρησα. «Μήπως έχεις καµία σχέση µε τον Μικ Αµπερνάθι;» ρώτησε ο Τόµας. Όλοι στράφηκαν στην Άμπι περιμένοντας την απάντησή της. Εκείνη πέρασε το χέρι της µέσα από τα µαλλιά της, φανερά αµήχανη. «Πού τον ξέρεις τον Μικ;» Γύρισα ακόµα περισσότερο προς το µέρος της. «Είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες πόκερ του κόσµου. Τον ξέρεις;» «Είναι πατέρας µου» είπε, µοιάζοντας να υποφέρει. Όλοι ξεσηκώθηκαν. «Τι λες τώρα!» «Το ήξερα!» «Μόλις παίξαµε µε την κόρη του Μικ Αµπερνάθι!» «Του Μικ Αµπερνάθι; Χριστέ µου!» Οι λέξεις αντηχούσαν στ’ αυτιά μου, αλλά χρειάστηκα λίγη ώρα για να το συνειδητοποιήσω. Τρεις από τους αδελφούς μου χοροπηδούσαν πάνω κάτω ουρλιάζοντας, αλλά για μένα ολόκληρο το δωμάτιο είχε παγώσει, ο κόσμος ήταν σιωπηλός. Η κοπέλα μου, που ήταν και η καλύτερή μου φίλη, ήταν η κόρη ενός θρύλου του πόκερ – του ινδάλματος των αδελφών μου, του πατέρα μου, ακόμα και του παππού µου. Η φωνή της Άµπι µε επανέφερε στην πραγµατικότητα. «Εγώ σας προειδοποίησα ότι δεν έπρεπε να παίξω». «Αν μας είχες πει ότι είσαι η κόρη του Μικ Αμπερνάθι, νομίζω ότι θα σε είχαμε ακούσει» είπε ο Τόµας. Η Άµπι µε κοίταξε ντροπαλά, περιµένοντας την αντίδρασή µου. «Δηλαδή είσαι το Τυχερό Δεκατριάρι;» ρώτησα εµβρόντητος. «Το Τυχερό Δεκατριάρι είναι στο σπίτι μας!» Ο Τρέντον σηκώθηκε και την έδειξε. «Δεν γίνεται! Δεν το πιστεύω!» «Το παρατσούκλι μού το κόλλησαν οι εφημερίδες. Η ιστορία δεν ήταν απόλυτα ακριβής» εξήγησε νευρικά η Άµπι.


Ακόμα και μέσα στη φασαρία που έκαναν τα αδέλφια μου, σκεφτόμουν μόνο πόσο τέλειο ήταν που η κοπέλα με την οποία ήμουν ερωτευμένος ήταν σχεδόν διασηµότητα. Ακόµα καλύτερα, ήταν διάσηµη για κάτι εξωφρενικά αλήτικο. «Πρέπει να πάω την Άµπι στο σπίτι, παιδιά» είπα. Ο µπαµπάς κοίταξε την Άµπι πάνω από τα γυαλιά του. «Γιατί δεν ήταν ακριβής;» «Δεν έκλεψα την τύχη του μπαμπά μου. Τι ανοησία» χαχάνισε, παίζοντας νευρικά µε τα µαλλιά της. «Ο Μικ το είπε σε συνέντευξη» παρενέβη ο Τόμας. «Είπε ότι τα μεσάνυχτα των δέκατων τρίτων γενεθλίων σου η τύχη του στέρεψε». «Και η δική σου άνοιξε» πρόσθεσα. «Σε µεγάλωσαν µαφιόζοι!» είπε ο Τρεντ χαµογελώντας ενθουσιασµένος. «Ε… όχι» γέλασε κοφτά. «Δεν µε µεγάλωσαν. Ήταν απλώς… τριγύρω». «Τι κρίμα που σε διέσυρε έτσι ο Μικ στις εφημερίδες. Παιδάκι ήσουν» σχολίασε ο µπαµπάς κουνώντας το κεφάλι του. «Αν μη τι άλλο, είχα την τύχη του πρωτάρη» είπε η Άμπι, και καταλάβαινα από το ύφος της πως κόντευε να πεθάνει από ντροπή. «Σε δίδαξε ο Μικ Αμπερνάθι» είπε ο μπαμπάς κουνώντας με θαυμασμό το κεφάλι του. «Στα δεκατρία σου έπαιζες με επαγγελματίες και κέρδιζες, για όνομα του Θεού». Με κοίταξε και χαμογέλασε. «Μη βάλεις ποτέ στοίχημα μαζί της. Δεν χάνει». Το μυαλό μου πήγε αμέσως στον αγώνα, όταν η Άμπι έβαλε στοίχημα μαζί μου, γνωρίζοντας ότι θα χάσει, και αναγκάστηκε να μείνει μαζί μου για έναν μήνα. Όλο

αυτό

το

διάστημα

νόμιζα

ότι

δεν

την

ενδιέφερα

καθόλου,

αλλά

συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν αλήθεια. «Ε… πρέπει να φύγουµε, µπαµπά. Γεια σας, παιδιά». Οδηγούσα γρήγορα, περνώντας ανάμεσα απ’ τα αυτοκίνητα. Όσο πιο πολύ ανέβαινε η ταχύτητα, τόσο πιο πολύ έσφιγγε η Άμπι τα πόδια της πάνω μου και τόσο πιο πολύ βιαζόµουν να φτάσουµε σπίτι. Η Άμπι δεν είπε λέξη όταν πάρκαρα τη μηχανή και την οδήγησα επάνω, και εξακολουθούσε να μη μιλάει όταν τη βοήθησα να βγάλει το μπουφάν της. Έλυσε


τα μαλλιά της και στάθηκα κοιτάζοντάς τη με θαυμασμό. Μου φαινόταν σαν να ήταν κάποια άλλη και ανυποµονούσα να την πάρω στην αγκαλιά µου. «Ξέρω ότι είσαι θυμωμένος» είπε κοιτάζοντας κάτω. «Συγγνώμη που δεν σ’ το είπα, αλλά δεν θέλω να µιλάω γι’ αυτό». «Θυμωμένος;» ξαφνιάστηκα. «Έχω φτιαχτεί τόσο πολύ, που δεν βλέπω μπροστά μου. Ξετίναξες τους μαλάκες τους αδελφούς μου χωρίς να κουνήσεις το μικρό σου δαχτυλάκι, ο πατέρας μου σε θεωρεί μύθο και ξέρω τώρα ότι έχασες επίτηδες το στοίχηµα που είχαµε βάλει πριν από τον αγώνα». «Δεν θα το έλεγα…» «Πίστευες ότι θα κερδίσεις;» «Ε… όχι ακριβώς» απάντησε βγάζοντας τις γόβες της. Δεν µπορούσα να συγκρατήσω το χαµόγελο που απλωνόταν στο πρόσωπό µου. «Άρα ήθελες να είσαι εδώ µαζί µου. Νοµίζω ότι µόλις σε ξαναερωτεύτηκα». «Πώς γίνεται να μην έχεις θυμώσει τώρα;» ρώτησε η Άμπι πετώντας τα παπούτσια της στην ντουλάπα. Αναστέναξα. Ίσως θα έπρεπε να είχα θυµώσει. Αλλά… δεν µπορούσα. «Είναι πολύ σημαντικό, Περιστεράκι. Έπρεπε να μου το έχεις πει. Αλλά καταλαβαίνω γιατί δεν το έκανες. Ήρθες εδώ για να ξεφύγεις από όλα αυτά. Τώρα όλα βγάζουν νόηµα». «Ουφ, ευτυχώς». «Άκου Τυχερό Δεκατριάρι» είπα βγάζοντάς της το µπλουζάκι. «Μη µε λες έτσι, Τράβις. Δεν είναι ωραίο». «Περιστεράκι, είσαι διάσηµη, ρε γαµώτο!» Ξεκούμπωσα το τζιν της, το κατέβασα στους αστραγάλους της και τη βοήθησα να το βγάλει. «Ο πατέρας μου άρχισε να με μισεί ύστερα από αυτό. Ακόμη εμένα κατηγορεί για όλα του τα προβλήµατα». Έβγαλα την μπλούζα μου και την αγκάλιασα, ανυπομονούσα να νιώσω το δέρμα της στο δικό µου. «Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι η κόρη του Μικ Αμπερνάθι στέκεται μπροστά µου. Τόσο καιρό µαζί σου και δεν είχα ιδέα».


«Δεν είμαι η κόρη του Μικ Αμπερνάθι, Τράβις!» με έσπρωξε. «Το έχω αφήσει πίσω μου αυτό. Είμαι η Άμπι. Σκέτο Άμπι!» είπε πηγαίνοντας προς την ντουλάπα, τράβηξε ένα µπλουζάκι από µια κρεµάστρα και το φόρεσε. «Συγγνώµη, αλλά έχω θαµπωθεί». «Μα εγώ είμαι, η ίδια!» φώναξε απελπισμένη, φέρνοντας το χέρι στο στήθος της. «Ναι, αλλά…» «Δεν έχει αλλά. Ξέρεις πώς με κοιτάς τώρα; Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν σου το είχα πει». Έκλεισε τα μάτια της. «Δεν σκοπεύω να ξαναζήσω έτσι, Τραβ. Ούτε καν µαζί σου». «Για σιγά! Ηρέμησε, Περιστεράκι. Ας μην παρασυρόμαστε». Την αγκάλιασα και ξαφνικά άρχισα να ανησυχώ για το πού πήγαινε η κουβέντα. «Δεν με νοιάζει τι ήσουν ή τι δεν είσαι πια. Εγώ θέλω µόνο εσένα». «Τουλάχιστον έχουµε κάτι κοινό». Την τράβηξα μαλακά στο κρεβάτι και κόλλησα δίπλα της, μυρίζοντας την ανεπαίσθητη μυρωδιά του πούρου που ανακατευόταν με τη μυρωδιά του σαµπουάν της. «Εγώ κι εσύ και κανένας άλλος, Περιστεράκι». Κουλουριάστηκε δίπλα μου, μοιάζοντας ικανοποιημένη με αυτό που είχα πει. Όταν χαλάρωσε ακουµπώντας στο στήθος µου, αναστέναξε. «Τι συµβαίνει;» ρώτησα. «Δεν θέλω να το µάθει κανένας, Τραβ. Ούτε καν εσύ δεν ήθελα να το µάθεις». «Σ’ αγαπώ, Άμπι. Δεν θα το αναφέρω ποτέ ξανά, εντάξει; Το μυστικό σου είναι ασφαλές» τη διαβεβαίωσα και τη φίλησα στον κρόταφο. Έτριψε το μάγουλό της στο στήθος μου και την αγκάλιασα πιο σφιχτά. Όσα είχαν συμβεί έμοιαζαν με όνειρο. Πρώτη φορά είχα φέρει μια κοπέλα για να τη γνωρίσω στους δικούς μου, και όχι μόνο ήταν κόρη ενός διάσημου παίκτη του πόκερ, αλλά ήταν και ικανή να μας ξεπαραδιάσει όλους σε μια παρτίδα. Εγώ που ήμουν ο αποτυχημένος της οικογένειας ένιωθα ξαφνικά ότι είχα κερδίσει κάποιον σεβασμό από τους αδελφούς µου. Και αυτό χάρη στην Άµπι. Έμεινα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ξύπνιος. Δεν μπορούσα να σταματήσω να


σκέφτομαι και δεν κατάφερνα να αποκοιμηθώ. Η ανάσα της Άμπι ακουγόταν ρυθμική εδώ και μισή ώρα. Ξαφνικά το τηλέφωνό μου φωτίστηκε και βούισε κοφτά, είχα μήνυμα. Το άνοιξα και αμέσως συνοφρυώθηκα καθώς πέρασε από µπροστά µου το όνοµα του αποστολέα: Τζέισον Μπραζίλ. Μαλάκα. Ο Πάρκερ κυκλοφορεί βρόµες. Πολύ προσεκτικά, τράβηξα το χέρι μου κάτω από το κεφάλι της Άμπι για να απαντήσω γράφοντας και µε τα δύο χέρια. Ποιος το λέει; Εγώ. Είναι εδώ τώρα. Α, ναι; Τι λέει; Για το Περιστεράκι. Θες σίγουρα να µάθεις; Μην είσαι αρχίδι. Λέει ότι τον παίρνει τηλ. Δεν παίζει. Είπε πριν ότι περιμένει να κάνεις τη μαλακία και η Άμπι περιμένει την κατάλληλη στιγµή για να σε στείλει. Σοβαρά; Λέει τώρα ότι του είπε πως δεν γούσταρε μία, αλλά ήσουν τρελαμένος και ανησυχούσε πότε να το κάνει. Αν δεν ήταν ξαπλωµένη δίπλα µου, θα ερχόµουν εκεί να του ρίξω µερικές. Ξέχνα το. Ξέρουµε ότι λέει µαλακίες. Και πάλι µου τη βαράει. ΟΚ. Μη σε νοιάζει για το αρχίδι. Έχεις το κορίτσι σου εκεί. Αν η Άμπι δεν κοιμόταν δίπλα μου, θα είχα ανέβει στη μηχανή και θα είχα πάει στη Σίγμα Ταυ και θα είχα κάνει τη μούρη του Πάρκερ κρέας. Μπορεί να του έσπαγα και την Πόρσε. Πέρασε μισή ώρα προτού τα νεύρα μου ηρεμήσουν εντελώς. Η Άμπι δεν είχε κουνηθεί. Ο ίδιος ανεπαίσθητος ήχος που έβγαζε από τη μύτη όταν κοιμόταν βοήθησε τους χτύπους της καρδιάς μου να ηρεμήσουν, και κατάφερα ύστερα από λίγο να την πάρω πάλι αγκαλιά και να χαλαρώσω. Η Άμπι δεν τηλεφωνούσε στον Πάρκερ. Αν δεν ήταν ικανοποιημένη, θα μου το είχε πει. Πήρα βαθιά ανάσα και


έµεινα να κοιτάζω τη σκιά του δέντρου απέξω να χορεύει στον τοίχο.

«Αποκλείεται να έκανε τέτοιο πράγµα» είπε ο Σέπλι, σταµατώντας απότοµα. Τα κορίτσια µάς είχαν αφήσει µόνους στο σπίτι για να πάνε να ψωνίσουν φόρεµα για το πάρτι ζευγαριών, κι έτσι έπεισα τον Σέπλι να πάμε στο μαγαζί με τα έπιπλα. «Και βέβαια το έκανε». Γύρισα το τηλέφωνό μου για να δει ο Σέπλι. «Μου έστειλε µήνυµα ο Μπραζίλ χθες το βράδυ και τα ξέρασε όλα». «Δεν μπορεί να μην ήξερε ότι θα το μάθαινες;» αναστέναξε ο Σέπλι και κούνησε το κεφάλι. «Δηλαδή… πώς θα µπορούσε να γίνει διαφορετικά; Αυτοί οι τύποι είναι χειρότερες κουτσοµπόλες από τις γκόµενες». Σταµάτησα, βλέποντας έναν καναπέ που µου άρεσε. «Βάζω στοίχηµα ότι γι’ αυτό το έκανε. Ήλπιζε να το µάθω». «Εντάξει, έτσι είναι» ένευσε ο Σέπλι. «Ο παλιός σου εαυτός θα έβγαινε στην επιφάνεια και θα την έκανες να πάει στον Πάρκερ τρέχοντας». «Το αρχίδι» είπα καθώς µας πλησίαζε ένας πωλητής. «Καληµέρα σας, κύριοι. Πώς θα µπορούσα να σας βοηθήσω;» Ο Σέπλι έπεσε στον καναπέ και χοροπήδησε κάνα δυο φορές προτού κουνήσει χαρούµενος το κεφάλι. «Εγκρίνω». «Ναι. Αυτόν θα πάρω» είπα. «Θα τον πάρετε;» απόρησε εκείνος. «Ναι» απάντησα, ξαφνιασμένος κι εγώ από την αντίδρασή του. «Κάνετε παράδοση στο σπίτι;» «Μάλιστα, κύριε. Θα θέλατε να µάθετε την τιµή;» «Αυτή που γράφει εδώ δεν είναι;» «Ναι». «Ωραία, θα τον πάρω. Πού πληρώνω;» «Αποδώ, κύριε». Ο πωλητής προσπάθησε ανεπιτυχώς να με πείσει να αγοράσω και μερικά


αντικείμενα που ταίριαζαν με τον καναπέ, αλλά είχα άλλα πράγματα να αγοράσω εκείνη τη μέρα. Ο Σέπλι έδωσε τη διεύθυνσή μας και ο πωλητής με ευχαρίστησε που ήµουν ο πιο εύκολος πελάτης της χρονιάς. «Πού πάμε τώρα;» ρώτησε προσπαθώντας να με προφτάσει καθώς πηγαίναμε προς το αυτοκίνητο. «Στου Κάλβιν». «Καινούργιο τατού;» «Ναι». «Τι θα κάνεις, Τραβ;» µε ρώτησε ανήσυχος ο Σέπλι. «Αυτό που πάντα έλεγα ότι θα κάνω όταν θα γνώριζα το σωστό κορίτσι». Ο Σέπλι µπήκε µπροστά στην πόρτα του συνοδηγού. «Δεν νομίζω πως είναι πολύ καλή ιδέα. Δεν θα ήταν καλύτερα να το συζητήσεις πρώτα µε την Άµπι… Ξέρεις, για να µη φρικάρει;» «Μπορεί να πει όχι». «Καλύτερα να πει όχι παρά να το κάνεις και να φύγει τρέχοντας φοβισμένη. Τα πράγματα είναι πολύ καλά μεταξύ σας τώρα τελευταία. Γιατί δεν τα αφήνεις να κυλήσουν λίγο;» «Πιστεύεις ειλικρινά ότι αυτό κολλάει με τον χαρακτήρα μου;» είπα πιάνοντας τον Σέπλι από τους ώµους και τον έκανα στην άκρη. Ο Σέπλι έκανε τρέχοντας τον γύρο του αυτοκινήτου και κάθισε στη θέση του. «Επιµένω ότι δεν είναι καλή ιδέα». «Εντάξει». «Πού πάµε λοιπόν;» «Στου Στάινερ». «Στο κοσµηµατοπωλείο;» «Ναι». «Γιατί, Τράβις;» είπε ο Σέπλι ακόµα πιο αυστηρά από πριν. «Θα δεις». «Προσπαθείς να την κάνεις να φύγει;» «Θα συµβεί, Σεπ. Θέλω να το έχω όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγµή». «Καμία στιγμή δεν θα είναι κατάλληλη τώρα σύντομα. Είμαι τόσο ερωτευμένος


με την Αμέρικα, που καμιά φορά νομίζω ότι θα τρελαθώ, αλλά δεν είμαστε ακόμη αρκετά µεγάλοι για τέτοια πράγµατα, Τράβις. Και… αν αρνηθεί;» Μόνο στη σκέψη έσφιξα τα δόντια µου. «Δεν θα της κάνω πρόταση µέχρι να είµαι σίγουρος πως είναι έτοιµη». «Πάνω ακριβώς που νομίζω ότι δεν πρόκειται να κάνεις κάτι πιο τρελό, κάνεις κάτι άλλο που µου θυµίζει πόσο θεόµουρλος είσαι». «Περίµενε µέχρι να δεις το διαµάντι που θα πάρω». Ο Σέπλι γύρισε αργά προς το µέρος µου. «Έχεις ήδη κάνει τα ψώνια σου, ε;» Χαµογέλασα.


19

Να ο µπαµπάκας

ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, η μέρα του πάρτι ζευγαριών. Τρεις μέρες νωρίτερα η Άμπι είχε χαμογελάσει με τον καινούργιο καναπέ και μερικά λεπτά αργότερα είχε χρειαστεί να κατεβάσει ένα ουίσκι βλέποντας τα τατουάζ µου. Τα κορίτσια είχαν πάει να κάνουν ό,τι κάνουν τα κορίτσια πριν πάνε σε πάρτι, κι εγώ καθόμουν στα σκαλιά μπροστά από το σπίτι περιμένοντας να κάνει ο Τότο τις ανάγκες του. Για κάποιον λόγο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, τα νεύρα μου ήταν σπασμένα. Είχα ήδη πιει κάνα δυο γουλιές ουίσκι προσπαθώντας να ηρεμήσω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κοιτούσα τον καρπό μου, ελπίζοντας το δυσοίωνο αίσθημα που είχα να αποδεικνυόταν λάθος. Πάνω που ετοιμαζόμουν να πω στον Τότο να τελειώνει γιατί έκανε πολύ κρύο, εκείνος τα έκανε. «Άντε µπράβο, ώρα ήταν, ρε µικρέ!» είπα, τον πήρα αγκαλιά και µπήκα µέσα. «Μόλις τηλεφώνησα στο ανθοπωλείο. Στα ανθοπωλεία, μάλλον. Στο πρώτο δεν είχαν αρκετά» είπε ο Σέπλι. «Τα κορίτσια θα τρελαθούν απ’ τη χαρά τους». Χαμογέλασα. «Βεβαιώθηκες ότι θα τα φέρουν προτού επιστρέψουν οι κοπέλες;» «Ναι». «Κι αν έρθουν νωρίς;» «Θα προλάβουµε». Ένευσα καταφατικά.


«Έι» είπε ο Σέπλι χαµογελώντας. «Είσαι αγχωµένος γι’ απόψε;» «Όχι» απάντησα και συνοφρυώθηκα. «Είσαι, παλιοφλωράκι! Αγχώνεσαι για το πάρτι ζευγαριών!» «Μην είσαι µαλάκας» είπα και επέστρεψα στο δωµάτιό µου. Το μαύρο μου πουκάμισο ήταν ήδη σιδερωμένο και κρεμασμένο στην κρεμάστρα του. Δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο – το ένα από τα δύο πουκάμισα που είχα. Θα ήταν το πρώτο μου πάρτι ζευγαριών και πήγαινα για πρώτη φορά με την κοπέλα μου, αλλά ο κόμπος που ένιωθα στο στομάχι οφειλόταν σε κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς. Σαν κάτι φρικτό να παραμόνευε στο άµεσο µέλλον. Ξαναπήγα τσιτωμένος στην κουζίνα και έβαλα άλλο ένα σφηνάκι ουίσκι. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και σηκώνοντας το βλέμμα από τον πάγκο είδα τον Σέπλι να διασχίζει τρέχοντας το σαλόνι με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω από τη µέση του. «Μπορούσα να ανοίξω εγώ». «Ναι, αλλά τότε θα αναγκαζόσουν να σταματήσεις να κλαις παρέα με το Beam» μουρμούρισε ανοίγοντας την πόρτα. Στο πλατύσκαλο στεκόταν ένας μικρόσωμος άντρας με δύο τεράστια μπουκέτα, μεγαλύτερα από τον ίδιο. «Μμμ, ναι… αποδώ, φίλε µου» είπε ο Σέπλι ανοίγοντας περισσότερο την πόρτα. Δέκα λεπτά αργότερα, το διαμέρισμα είχε αρχίσει να παίρνει τη μορφή που είχα φανταστεί. Είχα σκεφτεί να χαρίσω στην Άμπι λουλούδια πριν από το πάρτι ζευγαριών, αλλά ένα μπουκέτο δεν ήταν αρκετό. Μόλις έφυγε αυτός ο τύπος ήρθε ένας άλλος, και μετά ένας άλλος. Όταν σε κάθε επιφάνεια του διαμερίσματος βρίσκονταν τουλάχιστον δύο ή τρία τεράστια μπουκέτα με κόκκινα, ροζ, κίτρινα και λευκά τριαντάφυλλα, νιώσαµε ικανοποιηµένοι. Έκανα ένα γρήγορο ντους, ξυρίστηκα και, την ώρα που έβαζα το τζιν μου, άκουσα τη μηχανή του Χόντα στο πάρκινγκ. Η μηχανή έσβησε και ύστερα από λίγο μπήκε μέσα η Αμέρικα, ακολουθούμενη από την Άμπι. Η αντίδρασή τους βλέποντας τα λουλούδια ήταν ακαριαία, κι εγώ με τον Σέπλι χαμογελούσαμε σαν ηλίθιοι όσο εκείνες τσίριζαν από χαρά. Ο Σέπλι κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο,

Jim


περήφανος. «Πήγαμε να σας πάρουμε δυο λουλουδάκια, αλλά μας φάνηκε πως ένα µπουκέτο δεν αρκούσε». «Είστε καταπληκτικοί. Ευχαριστούµε» είπε η Άµπι και µε αγκάλιασε. Τη χτύπησα στον πισινό, αφήνοντας το χέρι μου για λίγο στην καμπύλη του γλουτού της. «Το πάρτι είναι σε µισή ώρα, Περιστεράκι». Τα κορίτσια ντύθηκαν στο δωμάτιο του Σέπλι όσο εμείς περιμέναμε. Χρειάστηκα πέντε λεπτά όλα κι όλα για να κουμπώσω το πουκάμισό μου, να βρω μια ζώνη και να φορέσω κάλτσες και παπούτσια. Τα κορίτσια, όμως, έκαναν ατέλειωτες ώρες. Ο Σέπλι χτύπησε ανυπόμονα την πόρτα. Το πάρτι είχε ξεκινήσει πριν από δεκαπέντε λεπτά. «Ώρα να φεύγουµε, κυρίες µου» τους είπε. Η Αμέρικα βγήκε έξω με ένα φόρεμα που κολλούσε επάνω της σαν δεύτερο δέρµα και ο Σέπλι σφύριξε, κάνοντάς τη να χαµογελάσει αµέσως. «Πού είναι;» ρώτησα. «Δυσκολεύεται λίγο με το παπούτσι της. Έρχεται σε ένα λεπτό» εξήγησε η Αµέρικα. «Η αγωνία µε σκοτώνει, Περιστεράκι!» φώναξα. Η πόρτα έτριξε και εμφανίστηκε η Άμπι, τραβολογώντας το κοντό λευκό της φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα στη μία πλευρά και, παρόλο που το στήθος της ήταν κρυµµένο, τονιζόταν από το στενό ύφασµα. Η Αµέρικα µου έριξε µια αγκωνιά, και σαν να ξύπνησα. «Αµάν, Χριστέ µου». «Είσαι έτοιµος να φρικάρεις;» ρώτησε η Αµέρικα. «Δεν φρικάρω, είναι κουκλάρα». Η Άμπι χαμογέλασε πονηρά και γύρισε αργά για να μου δείξει το βαθύ κόψιμο στην πλάτη. «Εντάξει, τώρα φρικάρω» είπα πηγαίνοντας προς το μέρος της και γυρίζοντάς την, ώστε να βγει από το οπτικό πεδίο του Σέπλι. «Δεν σ’ αρέσει;» ρώτησε.


«Χρειάζεσαι πανωφόρι» είπα τρέχοντας στην κρεμάστρα και έριξα το παλτό της Άµπι στους ώµους της. «Δεν µπορεί να το φοράει όλο το βράδυ, Τραβ» χαχάνισε η Αµέρικα. «Είσαι πολύ όμορφη, Άμπι» είπε ο Σέπλι, μοιάζοντας να απολογείται για τη συµπεριφορά µου. «Όντως» είπα, θέλοντας απεγνωσμένα να ακουστώ και να γίνω κατανοητός χωρίς να ξεκινήσω καβγά. «Είσαι απίστευτη… αλλά δεν γίνεται να το φορέσεις. Η φούστα είναι… ουάου, τα πόδια σου είναι… η φούστα είναι πολύ κοντή και το φόρεµα είναι µισό. Δεν έχει καν πλάτη!» «Έτσι είναι το σχέδιο, Τράβις» χαμογέλασε η Άμπι

– τουλάχιστον δεν ήταν

θυµωµένη. «Εσείς οι δύο υπάρχετε για να βασανίζετε ο ένας τον άλλο;» συνοφρυώθηκε ο Σέπλι. «Έχεις πιο µακρύ φόρεµα;» ρώτησα. Η Άµπι κοίταξε τα πόδια της. «Δεν είναι πολύ κοντό. Μόνο η πλάτη είναι πολύ εκτεθειµένη». «Περιστεράκι» είπα με κόπο. «Μη θυμώσεις, αλλά δεν μπορώ να σε πάω έτσι στην αδελφότητα. Θα ξεκινήσει καβγάς µέσα στα πρώτα πέντε λεπτά». «Σε εµπιστεύοµαι» δήλωσε και µε φίλησε στο στόµα. «Χάλια θα περάσουµε απόψε» γκρίνιαξα. «Θα περάσουµε τέλεια» αντιγύρισε η Αµέρικα τσαντισµένη. «Σκέψου μόνο πόσο εύκολα θα μου το βγάλεις μόλις γυρίσουμε» είπε η Άμπι και σηκώθηκε στις µύτες για να µε φιλήσει στον λαιµό. Κοίταξα το ταβάνι, προσπαθώντας να μην αφήσω τα χείλη της, που κολλούσαν από το λιπ γκλος, να µε επηρεάσουν. «Αυτό ακριβώς είναι το πρόβληµα. Όλοι θα σκέφτονται το ίδιο». «Μόνο εσύ όμως θα το κάνεις» είπε τραγουδιστά. Όταν δεν απάντησα, με κοίταξε στα µάτια. «Αλήθεια θέλεις να αλλάξω;» Περιεργάστηκα το πρόσωπό της και κάθε άλλο σημείο του σώματός της και ξεφύσηξα. «Ό,τι και να φορέσεις είσαι κούκλα. Θα πρέπει μάλλον να το πάρω απόφαση,


έτσι δεν είναι;» Η Άμπι ανασήκωσε τους ώμους και κούνησα το κεφάλι μου. «Λοιπόν, έχουµε ήδη αργήσει, πάµε». Κρατούσα την Άμπι αγκαλιά καθώς περπατούσαμε προς τη Σίγμα Ταυ. Βλέποντάς τη να τρέμει, περπατούσα γρήγορα τραβώντας τη σχεδόν, στην προσπάθειά μου να φτάσουμε κάπου ζεστά όσο πιο γρήγορα μας επέτρεπαν τα τακούνια της. Με το που περάσαμε τις βαριές, διπλές πόρτες, άναψα ένα τσιγάρο, βάζοντας κι εγώ το λιθαράκι μου στην αποπνικτική από τον καπνό ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε κάθε πάρτι αδελφότητας. Τα μπάσα από τα ηχεία στο κάτω πάτωµα βούιζαν σαν χτύποι καρ​διάς κάτω από τα πόδια µας. Αφού τακτοποιήσαμε με τον Σέπλι τα παλτά των κοριτσιών, οδήγησα την Άμπι στην κουζίνα, με τον Σέπλι και την Αμέρικα να μας ακολουθούν. Στεκόμασταν εκεί πέρα με τις μπίρες μας στο χέρι και ακούγαμε τον Τζέι Γκρούμπερ και τον Μπραντ Πιρς να συζητάνε για τον τελευταίο μου αγώνα. Η Λέξι τραβολογούσε το πουκάµισο του Μπραντ, καθώς η αντρική κουβέντα τής προκαλούσε ανία. «Ρε φίλε, έκανες τατουάζ το όνομα της κοπέλας σου στον καρπό; Τι στον διάολο σ’ έπιασε;» είπε ο Μπραντ. Γύρισα το χέρι µου για να αποκαλύψω το παρατσούκλι της Άµπι. «Είµαι τρελός γι’ αυτήν» απάντησα κοιτάζοντάς την. «Ούτε που την ξέρεις» είπε απαξιωτικά η Λέξι. «Την ξέρω». Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Σέπλι και την Αμέρικα να πηγαίνουν προς τη σκάλα, οπότε έπιασα την Άμπι από το χέρι και τους ακολουθήσαμε. Δυστυχώς, το ίδιο έκαναν και ο Μπραντ με τη Λέξι. Ο ένας πίσω από τον άλλο κατεβήκαμε στο υπόγειο, με τη μουσική να δυναμώνει σε κάθε μας βήμα. Φτάνοντας στο τελευταίο σκαλοπάτι, ο ντιτζέι έβαλε ένα αργό κομμάτι. Χωρίς δεύτερη σκέψη τράβηξα την Άμπι στην πίστα που είχαν φτιάξει, σπρώχνοντας τα έπιπλα στην άκρη. Το κεφάλι της Άµπι εφάρµοζε τέλεια στον ώµο µου. «Χαίρομαι που δεν είχα ξανάρθει σε τέτοιο πάρτι. Μου φαίνεται πιο σωστό που ήρθα µόνο µαζί σου». Η Άμπι ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος μου και με έσφιξε πιο κοντά της.


«Σε κοιτάζουν όλοι με αυτό το φόρεμα» είπα. «Μάλλον είναι ωραία… να είσαι με το κορίτσι που θέλουν όλοι». Η Άµπι έγειρε λίγο πίσω για να µου δείξει πόσο υπερβολικός της φαινόµουν. «Δεν με θέλουν. Αναρωτιούνται απλώς για ποιον λόγο με θέλεις εσύ. Όπως και να ’χει, λυπάμαι πολύ όποιον νομίζει ότι έχει ελπίδα. Είμαι τρελά και απόλυτα ερωτευµένη µαζί σου». Ποιος µπορούσε να αναρωτιέται; «Ξέρεις γιατί σε θέλω; Γιατί δεν ήξερα ότι είχα χαθεί μέχρι που με βρήκες. Δεν ήξερα ότι ήμουν μόνος μέχρι το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκα χωρίς εσένα. Είσαι το µόνο πράγµα που έχω κάνει σωστά. Σε περίµενα µια ζωή, Περιστεράκι». Η Άμπι κράτησε το πρόσωπό μου στα χέρια της και την αγκάλιασα, σηκώνοντάς την ψηλά. Τα χείλη μας ακούμπησαν απαλά, και όσο φιλιόμασταν φρόντισα να την κάνω να καταλάβει μέσα από το φιλί μου πόσο πολύ την αγαπούσα, γιατί δεν µπορούσα ποτέ να τα καταφέρω µόνο µε λόγια. Ύστερα από μερικά τραγούδια και μια διασκεδαστική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αµέρικα και τη Λέξι, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να πάµε επάνω. «Έλα, Περιστεράκι. Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο». Ανεβήκαμε μαζί τα σκαλιά. Προτού κατευθυνθούμε προς τη βεράντα, πήρα το παλτό της Άμπι. Δεν προλάβαμε να βγούμε έξω, και σταματήσαμε απότομα. Το ίδιο έκαναν και ο Πάρκερ και η βαριά βαμμένη κοπέλα με την οποία χαμουρευόταν. Την πρώτη κίνηση την έκανε ο Πάρκερ, που τράβηξε το χέρι του κάτω από τη φούστα της κοπέλας. «Άµπι» είπε έκπληκτος και ξέπνοος. «Γεια σου, Πάρκερ» απάντησε η Άµπι, πνίγοντας ένα γελάκι. «Ε… τι κάνεις;» «Πολύ καλά, εσύ;» χαµογέλασε ευγενικά η Άµπι. «Εµ…» κοίταξε τη συνοδό του. «Άµπι, αποδώ η Άµπερ. Άµπερ… η Άµπι». «Η Άµπι; Σοβαρά;» ρώτησε εκείνη. Ο Πάρκερ ένευσε βιαστικά, αμήχανος. Η Άμπερ έσφιξε το χέρι της Άμπι με μια αποστροφή στο βλέμμα της, και μετά κοίταξε εμένα σαν να είχε μπροστά της τον εχθρό.


«Χάρηκα… µάλλον». «Άµπερ» τη µάλωσε ο Πάρκερ. Γέλασα κοφτά και τους άνοιξα την πόρτα για να περάσουν. Ο Πάρκερ έπιασε την Άµπερ από το χέρι και αποσύρθηκαν στα ενδότερα. «Ωχ… πολύ άβολο» σχολίασε η Άμπι κουνώντας το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια της και ακούμπησε στο κάγκελο κοιτάζοντας τα λίγα ζευγάρια κάτω που τολµούσαν να αψηφήσουν το κρύο. «Τουλάχιστον σταµάτησε να κάνει ό,τι µπορεί για να σε ξανακερδίσει». «Νομίζω ότι δεν τον ένοιαζε τόσο πολύ να με ξανακερδίσει όσο να με κρατήσει µακριά σου». «Κάποτε είχε γυρίσει στο σπίτι της μια κοπέλα για λογαριασμό μου. Τώρα κάνει λες και ερχόταν σαν πρίγκιπας και έσωζε κάθε πρωτοετή που πηδούσα». «Σου έχω πει ποτέ πόσο σιχαίνομαι αυτή τη λέξη;» είπε η Άμπι ρίχνοντάς μου ένα λοξό, ψυχρό βλέµµα. «Συγγνώμη» είπα και την τράβηξα κοντά μου. Άναψα ένα τσιγάρο και πήρα μια βαθιά τζούρα, στρέφοντας το χέρι μου. Οι λεπτές αλλά έντονες μαύρες γραμμές μπλέκονταν μεταξύ τους σχηματίζοντας τη λέξη «Περιστεράκι». «Δεν είναι πολύ παράξενο που αυτό το τατουάζ δεν είναι απλώς το καινούργιο αγαπημένο μου, αλλά µε κάνει να νιώθω καλά και µόνο που υπάρχει;» «Πολύ παράξενο» είπε η Άμπι. Την κοίταξα απορημένος κι εκείνη γέλασε. «Αστειεύομαι. Δεν μπορώ να πω ότι το καταλαβαίνω, αλλά το βρίσκω πολύ γλυκό… Γλύκα αλά Τράβις Μάντοξ». «Νιώθω τόσο καλά μ’ αυτό στο χέρι μου, που δεν μπορώ να φανταστώ πόσο καλύτερα θα νιώσω αν σου περάσω δαχτυλίδι». «Τράβις…» «Σε τέσσερα πέντε χρόνια από τώρα» πρόσθεσα, θυμώνοντας από μέσα μου που έδινα τόσο µεγάλη διορία. «Πρέπει να κόψουμε λίγο ταχύτητα». Η Άμπι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Να το πάµε πιο σιγά». «Μην αρχίζεις τέτοια, Περιστεράκι». «Αν συνεχίσουμε έτσι, θα βρεθώ έγκυος νοικοκυρά προτού καν αποφοιτήσω. Δεν


είμαι έτοιμη να μείνω μαζί σου, δεν είμαι έτοιμη για δαχτυλίδι και σίγουρα δεν είµαι έτοιµη να νοικοκυρευτώ». «Δεν φαντάζομαι να εννοείς ότι θέλεις να βγαίνουμε και με άλλους;» Την έπιασα μαλακά από τους ώμους. «Γιατί εγώ δεν πρόκειται να σε μοιραστώ. Με κανέναν τρόπο». «Δεν θέλω κανέναν άλλο» είπε απηυδισµένη. Χαλάρωσα και την άφησα, πιάνοντας σφιχτά το κάγκελο. «Τι

εννοείς

τότε;»

ρώτησα,

τρομοκρατημένος

στη

σκέψη

της

πιθανής

απάντησης. «Λέω ότι πρέπει να κόψουµε ταχύτητα. Τίποτα άλλο». Κούνησα το κεφάλι µου στενοχωρηµένος. Η Άµπι µε άγγιξε στο µπράτσο. «Μη θυµώνεις». «Είναι λες και κάνουμε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω, ρε Περιστεράκι. Κάθε φορά που νομίζω ότι είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος, εσύ υψώνεις ένα τείχος. Δεν το καταλαβαίνω… Τα περισσότερα κορίτσια πιέζουν τα αγόρια τους να σοβαρέψει η σχέση, να μιλάνε περισσότερο για τα συναισθήματά τους, να κάνουν το επόµενο βήµα…» «Νόμιζα πως το είχαμε ξεκαθαρίσει ότι εγώ δεν είμαι σαν τα περισσότερα κορίτσια». «Έχω βαρεθεί να μαντεύω» έσκυψα το κεφάλι, απογοητευμένος. «Πού πάει όλο αυτό για σένα, Άµπι;» «Δεν μπορώ να σκεφτώ το μέλλον μου χωρίς εσένα» απάντησε με τα χείλη της κολληµένα στο πουκάµισό µου. Την αγκάλιασα, οι λέξεις της είχαν κάνει κάθε μυ του σώματός μου να χαλαρώσει. Κοιτάζαμε και οι δύο τα λίγα σύννεφα να κινούνται στον σκοτεινό ουρανό. Τα γέλια και τα μουρμουρητά αποκάτω έκαναν την Άμπι να χαμογελάσει.

Κοιτούσα

τους

ίδιους

ανθρώπους

που

κοίταζε

κι

εκείνη,

αγκαλιασμένα ζευγάρια που έμπαιναν βιαστικά στο σπίτι. Για πρώτη φορά μες στη μέρα, το δυσοίωνο αίσθημα που με ακολουθούσε από το πρωί άρχιζε κάπως να αποµακρύνεται. «Άμπι! Εδώ είσαι! Σε ψάχνω παντού!» είπε η Αμέρικα ανοίγοντας βιαστικά την


μπαλκονόπορτα. Έδειξε το κινητό της. «Μόλις μίλησα με τον μπαμπά μου. Τους τηλεφώνησε ο Μικ χθες το βράδυ». «Ο Μικ; Γιατί τους τηλεφώνησε;» «Η µαµά σου του το έκλεινε συνέχεια». «Τι ήθελε;» «Να µάθει πού είσαι» απάντησε η Αµέρικα σφίγγοντας τα χείλη. «Δεν του είπαν, έτσι;» Η έκφραση της Αµέρικα άλλαξε. «Πατέρας σου είναι, Άµπι. Ο µπαµπάς µου θεώρησε ότι είχε δικαίωµα να ξέρει». «Θα έρθει εδώ» συμπέρανε η Άμπι, κυριευμένη από πανικό. «Θα έρθει εδώ, Μερ!» «Το ξέρω! Συγγνώµη!» είπε η Αµέρικα προσπαθώντας να την παρηγορήσει. Η Άμπι τραβήχτηκε μακριά της και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά άγγιξα την Άµπι στους ώµους. «Δεν θα σε πειράξει, Περιστεράκι» είπα. «Δεν θα τον αφήσω». «Θα βρει τον τρόπο εκείνος» είπε η Αμέρικα κοιτάζοντας στενοχωρημένη την Άµπι. «Πάντα βρίσκει». «Πρέπει να φύγω αποδώ» αποφάσισε η Άμπι σφίγγοντας πάνω της το παλτό της και τράβηξε τα χερούλια της µπαλκονόπορτας. Ήταν τόσο αναστατωμένη, που δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί ότι έπρεπε πρώτα να γυρίσει τα χερούλια και μετά να σπρώξει. Βλέποντας τα μάγουλά της γεμάτα δάκρυα, έβαλα τα χέρια μου πάνω στα δικά της. Τη βοήθησα να ανοίξει την πόρτα και με κοίταξε. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει, αλλά δεν ήξερα αν έφταιγε το κρύο ή η ντροπή και δεν με ένοιαζε κιόλας. Το μόνο που ήθελα ήταν να σταµατήσω τα δάκρυα. Την αγκάλιασα και διασχίσαμε μαζί το σπίτι, κατεβήκαμε τις σκάλες και περάσαμε μέσα από τον κόσμο που βρισκόταν κοντά στην πόρτα. Είχα ακούσει για τα κατορθώματα του Μικ Αμπερνάθι στο πόκερ από τον πατέρα μου. Βλέποντας τώρα την Άμπι να τρέχει σαν τρομοκρατημένο κοριτσάκι, ένιωθα αηδία για όλες τις φορές που κάποιος από την οικογένειά μου είχε μιλήσει γι’ αυτόν με θαυµασµό.


Στα μισά του δρόμου, η Αμέρικα έπιασε απότομα την Άμπι από το παλτό και έδειξε μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από έναν μεγαλύτερο σε ηλικία ατημέλητο άντρα, αξύριστο και βρόμικο σε βαθμό που ήμουν σίγουρος ότι από κοντά θα βρομούσε. Έδειχνε προς το σπίτι κρατώντας μια μικρή φωτογραφία. Τα ζευγάρια κουνούσαν το κεφάλι, συζητώντας για τη φωτογραφία μεταξύ τους. Η Άμπι προχώρησε αποφασιστικά προς το μέρος του και άρπαξε τη φωτογραφία από το χέρι του. «Τι στον διάολο κάνεις εδώ;» Κοίταξα τη φωτογραφία στο χέρι της. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρονών εκεί, κοκαλιάρα, με ανοιχτά καστανά μαλλιά και μάτια χωμένα στις κόγχες τους. Έμοιαζε δυστυχισμένη. Δεν ήταν άξιο απορίας που ήθελε να το σκάσει. Τα τρία ζευγάρια που στέκονταν γύρω του απομακρύνθηκαν. Κοίταξα τα ξαφνιασμένα μάτια τους και μετά περίμενα την απάντηση του άντρα. Ήταν ο Μικ Αμπερνάθι. Τον αναγνώρισα από το χαρακτηριστικό διαπεραστικό βλέμμα του που ξεχώριζε στο βρόμικο πρόσωπό του. Ο Σέπλι και η Αμέρικα στάθηκαν δεξιά κι αριστερά της Άµπι. Εγώ στάθηκα πίσω της και την έπιασα από τους ώµους. Ο Μικ κοίταξε το φόρεµα της κόρης του. «Τς, τς, τς» έκανε αποδοκιμαστικά. «Ε λοιπόν, Γλυκούλα, μπορεί να φύγεις από το Βέγκας…» «Σκάσε. Σκάσε, Μικ. Κάνε μεταβολή και πήγαινε αποκεί που ήρθες. Δεν σε θέλω εδώ». «Δεν γίνεται, Γλυκούλα. Θέλω τη βοήθειά σου». «Τι πρωτότυπο!» είπε σαρκαστικά η Αµέρικα. Ο Μικ την κοίταξε ενοχληµένος και στράφηκε πάλι στην κόρη του. «Είσαι πολύ όµορφη. Μεγάλωσες. Δεν θα σ’ αναγνώριζα στον δρόµο». «Τι θέλεις;» ξεφύσηξε η Άµπι. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά και ανασήκωσε τους ώµους. «Έχω κάτι µπλεξιµατάκια, µικρή. Ο µπαµπάκας σου χρειάζεται µερικά ψιλά». Η Άµπι σφίχτηκε ολόκληρη. «Πόσα θες;»


«Τα πήγαινα καλά, πραγµατικά. Χρειάστηκα µόνο µερικά δανεικά και… ξέρεις». «Ξέρω» του είπε απότοµα. «Πόσα;» «Είκοσι πέντε». «Έλα, ρε Μικ. Αν ξεκουμπιστείς τώρα, θα σου τα δώσω αμέσως» είπα βγάζοντας το πορτοφόλι µου. «Είκοσι πέντε χιλιάδες εννοεί» διευκρίνισε ψυχρά η Άµπι. Ο Μικ µε κοίταξε εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια. «Ποιος είναι αυτός ο καραγκιόζης;» Σήκωσα απότομα το βλέμμα μου από το πορτοφόλι και ενστικτωδώς πήγα να κάνω ένα απειλητικό βήμα προς το μέρος του. Το μόνο που με σταμάτησε ήταν το μικροκαμωμένο σώμα της Άμπι ανάμεσά μας και η σκέψη πως αυτός ο ανθρωπάκος ήταν ο πατέρας της. «Τώρα καταλαβαίνω πώς ένας έξυπνος άνθρωπος σαν εσένα καταντάει να ζητάει λεφτά από την έφηβη κόρη του». Προτού προλάβει να απαντήσει ο Μικ, η Άµπι είχε βγάλει το κινητό της. «Σε ποιον χρωστάς αυτή τη φορά, Μικ;» «Καλά, έχει πλάκα η ιστορία αυτή, Γλυκούλα…» απάντησε εκείνος ξύνοντας τα λιγδιασµένα γκρίζα µαλλιά του. «Σε ποιον;» φώναξε η Άµπι. «Στον Μπένι». «Στον Μπένι; Χρωστάς στον Μπένι; Πώς στον διάολο…» Έγειρε πάνω μου και πήρε µια ανάσα. «Δεν έχω τόσα λεφτά, Μικ». «Κάτι µου λέει ότι έχεις» χαµογέλασε εκείνος. «Κι όμως δεν έχω! Την έκανες τη χοντρομαλακία σου τελικά, έτσι; Το ήξερα ότι δεν επρόκειτο να σταµατήσεις µέχρι να φτάσεις να σε σκοτώσουν!» Έµοιαζε να νιώθει άβολα. Το αυτάρεσκο χαµόγελό του είχε εξαφανιστεί. «Πόσα έχεις;» «Έντεκα χιλιάδες. Μάζευα για να πάρω αυτοκίνητο». «Πού τα βρήκες τα έντεκα χιλιάρικα, Άµπι;» ρώτησε ξαφνιασµένη η Αµέρικα. «Από τους αγώνες του Τράβις». Της έσφιξα τους ώµους µέχρι που γύρισε να µε κοιτάξει.


«Έβγαλες έντεκα χιλιάρικα από τους αγώνες µου; Πότε στοιχηµάτιζες;» «Είχα συνεννοηθεί µε τον Άνταµ» απάντησε αδιάφορα. Τα µάτια του Μικ άστραψαν. «Μπορείς να τα διπλασιάσεις σε ένα Σαββατοκύριακο, Γλυκούλα. Αν μου βρεις τα είκοσι πέντε χιλιάρικα ως την Κυριακή, ο Μπένι δεν θα στείλει τους μπράβους του». «Θα µείνω ταπί, Μικ. Έχω δίδακτρα να πληρώσω» είπε η Άµπι λυπηµένα. «Καλά, θα τα ξαναβγάλεις αµέσως» είπε εκείνος κουνώντας το χέρι. «Μέχρι πότε έχεις διορία;» τον ρώτησε. «Δευτέρα πρωί. Τα µεσάνυχτα» απάντησε, χωρίς ίχνος ντροπής στη φωνή του. «Δεν χρειάζεται να του δώσεις δεκάρα, Περιστεράκι» είπα. Ο Μικ έπιασε την Άµπι από τον καρπό. «Είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις! Εξαιτίας σου έχω βρεθεί σ’ αυτό το χάλι!» Η Αµέρικα του χτύπησε το χέρι και τον έσπρωξε. «Μην αρχίζεις πάλι τις ίδιες μαλακίες, Μικ! Δεν σε έβαλε η Άμπι να δανειστείς χρήµατα από τον Μπένι!» Ο Μικ κοίταξε έξαλλος την Άμπι. Στα μάτια του άστραψε τέτοιο μίσος, που έµοιαζε να έχει ξεχάσει πως ήταν κόρη του. «Αν δεν ήταν αυτή, θα είχα τα δικά μου χρήματα. Μου τα πήρες όλα, Άμπι, δεν έχω τίποτα πια!» «Θα σου δώσω τα λεφτά που χρωστάς στον Μπένι μέχρι την Κυριακή. Μόλις όμως γίνει αυτό, θέλω να πας στα τσακίδια. Δεν πρόκειται να το ξανακάνω αυτό, Μικ. Αποδώ και µπρος είσαι µόνος σου, το καταλαβαίνεις; Μείνε µακριά µου!» «Όπως θέλεις, Γλυκούλα». Η Άµπι έκανε µεταβολή και κατευθύνθηκε προς το αυτοκί​νητο. «Φτιάξτε βαλίτσες, αγόρια» αναστέναξε η Αμέρικα. «Πηγαίνουμε στο Βέγκας» είπε προχωρώντας προς το αυτοκίνητο. Εγώ µε τον Σέπλι µείναµε εκεί σαν παγοκολόνες. «Μισό λεπτό. Τι πράγμα;» Ο Σέπλι με κοίταξε. «Στο Λας Βέγκας δηλαδή; Στη Νεβάδα;»


«Έτσι φαίνεται» είπα βάζοντας τα χέρια µου στις τσέπες. «Θα κλείσουµε απλώς πτήση για το Βέγκας» είπε ο Σέπλι δύσπιστα. «Ακριβώς». Ο Σέπλι προχώρησε ως το αυτοκίνητο για να ανοίξει την πόρτα στην Αμέρικα και την Άµπι και µετά την έκλεισε µε θόρυβο, ανέκφραστος. «Δεν έχω πάει ποτέ µου στο Βέγκας». «Απ’ ό,τι φαίνεται ήρθε η ώρα για την πρώτη σου φορά» χαµογέλασα πονηρά.


20

Πότε κερδίζεις, πότε χάνεις

Η ΑΜΠΙ ΜΙΛΟΥΣΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ όσο φτιάχναμε τις βαλίτσες και ακόμα λιγότερο στον δρόμο για το αεροδρόμιο. Κοιτούσε την περισσότερη ώρα το κενό, εκτός και αν κάποιος από εμάς της έκανε κάποια ερώτηση. Δεν ήξερα αν βούλιαζε στην απελπισία ή αν απλώς συγκεντρωνόταν στην πρόκληση που την περίµενε. Όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο, τα κανόνισε όλα η Αμέρικα δείχνοντας την ψεύτικη ταυτότητά της, σαν να το είχε ήδη κάνει άπειρες φορές. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι πιθανότατα το είχε όντως ξανακάνει. Στο Βέγκας είχαν φτιάξει τις τέλειες ταυτότητές τους, και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η Αμέρικα ποτέ δεν ανησυχούσε αν θα άντεχε το ποτό η Άμπι. Τα είχαν ξανακάνει όλα, βαθιά χωµένες στα σωθικά της πόλης της αµαρτίας. Ο Σέπλι φαινόταν από χιλιόμετρα πως ήταν τουρίστας, έτσι όπως κοίταζε σαν χαζός το χρυσοποίκιλτο ταβάνι. Πήγαμε τις βαλίτσες μας στο ασανσέρ και τράβηξα την Άµπι κοντά µου. «Είσαι καλά;» τη ρώτησα δίνοντάς της ένα φιλί στο µέτωπο. «Δεν θέλω να βρίσκοµαι εδώ» είπε πνιχτά. Οι πόρτες άνοιξαν αποκαλύπτοντας το περίπλοκο σχέδιο του χαλιού που


κάλυπτε τον διάδρομο. Η Αμέρικα και ο Σέπλι πήγαν από τη μια μεριά, εγώ με την Άμπι απ’ την άλλη. Το δωμάτιό μας ήταν στο τέρμα του διαδρόμου. Η Άμπι άνοιξε την πόρτα. Το δωμάτιο ήταν τόσο μεγάλο, που το τεράστιο κρεβάτι στη μέση φαινόταν μικροσκοπικό. Ακούμπησα τη βαλίτσα και πάτησα όλους τους διακόπτες που βρήκα μέχρι που οι βαριές κουρτίνες άνοιξαν, αποκαλύπτοντας τα πολύχρωµα φώτα του Λας Βέγκας που αναβόσβηναν. Ένας άλλος διακόπτης έκανε και τις διάφανες κουρτίνες να ανοίξουν. Η Άμπι δεν έδωσε σημασία στο παράθυρο

· ούτε καν έστρεψε προς τα κει το

βλέμμα της. Οι παγέτες και η χρυσόσκονη είχαν χάσει τη λάμψη τους εδώ και χρόνια για κείνη. Ακούµπησα τις τσάντες µας στο πάτωµα και κοίταξα τριγύρω. «Ωραίο δωµάτιο, ε;» Η Άµπι µε αγριοκοίταξε. «Τι;» Άνοιξε µε µια κίνηση τη βαλίτσα της και κούνησε το κεφάλι της. «Δεν κάνουµε διακοπές, Τράβις. Δεν έπρεπε καν να έρθεις». Πήγα αμέσως κοντά της και την αγκάλιασα από πίσω. Ήταν διαφορετική εδώ, αλλά εγώ ήμουν ο ίδιος. Παρέμενα κάποιος στον οποίο μπορούσε να βασιστεί, κάποιος που θα την προστάτευε από τα φαντάσµατα του παρελθόντος. «Όπου πας, εγώ σε ακολουθώ» της είπα στο αυτί. Ακούµπησε το κεφάλι της στο στήθος µου και αναστέναξε. «Πρέπει να πάω κάτω. Μπορείς να μείνεις εδώ ή να πας καμιά βόλτα. Τα λέμε αργότερα, εντάξει;» «Θα έρθω µαζί σου». «Δεν θέλω να έρθεις, Τραβ». Δεν το περίμενα αυτό, και ειδικά την ψυχρότητα στη φωνή της. Η Άμπι με άγγιξε στο μπράτσο. «Πρέπει να συγκεντρωθώ αν θέλω να κερδίσω δεκατέσσερις χιλιάδες μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Δεν μου αρέσει έτσι όπως γίνοµαι όταν παίζω, και δεν θέλω να µε δεις έτσι, εντάξει;» Αποµάκρυνα τα µαλλιά από τα µάτια της και τη φίλησα στο µάγουλο. «Εντάξει, Περιστεράκι» είπα,

αν και δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε,

αλλά το σεβόµουν. Η Αμέρικα χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα φορώντας το ίδιο κολλητό


φόρεμα που φορούσε και στο πάρτι ζευγαριών. Τα τακούνια της ήταν πανύψηλα και είχε βαφτεί υπερβολικά έντονα. Φαινόταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Της έκανα νόημα και πήρα το δεύτερο κλειδί για την πόρτα μας. Καθώς προετοίμαζε την Άμπι για τη βραδιά, μου θύμιζε προπονητή του μποξ που εμψυχώνει τον αθλητή του πριν απ’ τον αγώνα. Ο Σέπλι στεκόταν στον διάδρομο κοιτάζοντας τρεις δίσκους με μισοφαγωμένα φαγητά που είχαν αφήσει κάποιοι στο πάτωµα. «Από πού θέλεις να ξεκινήσουµε;» ρώτησα. «Δεν πρόκειται πάντως να πάω µαζί σου σε µαγαζάκι γάµων». «Πολύ αστείο. Πάµε κάτω». Όταν άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ, το ξενοδοχείο φάνηκε να ζωντανεύει. Ήταν λες και οι διάδρομοι ήταν φλέβες και οι άνθρωποι το αίμα που κυλούσε μέσα τους. Παρέες γυναικών ντυμένες σαν πορνοστάρ, οικογένειες, τουρίστες, κάποιο εργένικο πάρτι και υπάλληλοι του ξενοδοχείου κινούνταν μέσα σε ένα οργανωμένο χάος. Χρειαστήκαμε λίγη ώρα για να προσπεράσουμε τα μαγαζιά που βρίσκονταν στις εξόδους και να βγούμε τελικά στη λεωφόρο, αλλά μετά ακολουθήσαμε τον δρόμο μέχρι που είδαμε πλήθος συγκεντρωμένο έξω από ένα καζίνο. Τα σιντριβάνια πετούσαν νερό στον ρυθμό κάποιου πατριωτικού εμβατηρίου. Ο Σέπλι είχε µαγευτεί, κοιτούσε ακίνητος το νερό να χορεύει και να πιτσιλίζει. Πρέπει να προλάβαμε τα δύο τελευταία λεπτά. Ύστερα τα φώτα χαμήλωσαν, το νερό µειώθηκε και το πλήθος σκόρπισε. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησα. «Δεν ξέρω, αλλά ήταν ωραίο» είπε ο Σέπλι, κοιτάζοντας ακόμη την ήρεμη πλέον λιµνούλα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με Έλβις, Μάικλ Τζάκσον, στριπτιτζούδες και ήρωες κινουμένων σχεδίων, και όλοι ήταν πρόθυμοι να φωτογραφηθούν μαζί σου αν τους πλήρωνες. Κάποια στιγμή άκουγα διαρκώς έναν ήχο σαν πετάρισμα και τελικά εντόπισα από πού ερχόταν. Στο πεζοδρόμιο στέκονταν διάφοροι τύποι που έπαιζαν με μια τράπουλα. Έδωσαν ένα χαρτί στον Σέπλι. Είχε τη φωτογραφία μιας γκόμενας με γελοιωδώς μεγάλα βυζιά σε μια προκλητική πόζα. Διαφήμιζαν


πόρνες και στριπτιζάδικα. Ο Σέπλι πέταξε κάτω το χαρτί. Το πεζοδρόμιο ήταν γεµάτο. Μας προσπέρασε μια κοπέλα που με κοίταξε με ένα μεθυσμένο χαμόγελο. Κρατούσε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της στο χέρι. Την ώρα που περνούσε πρόσεξα τις πατούσες της που είχαν μαυρίσει. Το έδαφος ήταν πάρα πολύ βρόμικο, αυτά ήταν τα θεμέλια για τη χρυσόσκονη και την γκλαμουριά που το πατούσαν. «Σωθήκαμε» είπε ο Σέπλι, πηγαίνοντας προς έναν υπαίθριο πωλητή που πουλούσε Red Bull και ό,τι αλκοόλ τραβούσε η ψυχή σου. Ο Σέπλι ζήτησε δύο Red Bull με βότκα και χαμογέλασε με την πρώτη γουλιά. «Μπορεί να μη θελήσω να φύγω ποτέ». «Έχει περάσει µία ώρα» παρατήρησα κοιτάζοντας το ρολόι µου. «Ας γυρίσουµε». «Θυµάσαι πού ήµασταν; Γιατί εγώ δεν έχω ιδέα». «Ναι. Αποδώ». Γυρίσαμε πίσω. Ένιωσα ανακούφιση όταν φτάσαμε τελικά στο ξενοδοχείο μας, γιατί στην πραγματικότητα ούτε κι εγώ ήμουν απολύτως σίγουρος ότι μπορούσα να το ξαναβρώ. Η κεντρική λεωφόρος δεν ήταν και τόσο δύσκολη, αλλά υπήρχαν αμέτρητοι αντιπερισπασμοί στη διαδρομή, και ο Σέπλι ήθελε να τα εξερευνήσει όλα. Κοίταξα στα τραπέζια που έπαιζαν πόκερ ψάχνοντας την Άμπι, εκεί πρέπει να ήταν. Ξεχώρισα τα μαλλιά της στο χρώμα της καραμέλας. Καθόταν ευθυτενής και γεμάτη αυτοπεποίθηση σε ένα τραπέζι γεμάτο με ηλικιωμένους και την Αμέρικα. Τα κορίτσια ξεχώριζαν σαν τη μύγα μες στο γάλα ανάμεσα σε όσους έπαιζαν πόκερ. Ο Σέπλι μού έκανε νόημα να πάμε σε ένα τραπέζι που έπαιζαν μπλακ τζακ και παίξαµε για λίγο για να περάσει η ώρα. Μισή ώρα αργότερα, ο Σέπλι με σκούντησε. Η Άμπι είχε σηκωθεί και μιλούσε με έναν μελαχρινό τύπο που φορούσε κοστούμι και γραβάτα. Βλέποντας ότι την κρατούσε από το μπράτσο, σηκώθηκα αμέσως. Ο Σέπλι με έπιασε από το πουκάµισο. «Ήρεμα, Τράβις. Ο τύπος δουλεύει εδώ. Περίμενε λίγο. Μην κάνεις τίποτα και µας πετάξουν όλους έξω».


Τους παρακολουθούσα. Εκείνος χαμογελούσε, αλλά η Άμπι ήταν σοβαρή, επαγγελµατίας. Ύστερα από λίγο ο τύπος χαιρέτησε µε ένα νεύµα την Αµέρικα. «Τον ξέρουν» είπα προσπαθώντας να διαβάσω τα χείλη τους για να καταλάβω τη συζήτηση. Το μόνο που κατάφερα να ξεχωρίσω ήταν τον μαλάκα με το κοστούμι να λέει «βγες μαζί μου για φαγητό» και την Άμπι να απαντάει «είμαι εδώ με κάποιον». Ο Σέπλι δεν μπορούσε να με συγκρατήσει αυτή τη φορά, αλλά σταμάτησα μερικά µέτρα µακριά όταν είδα τον κουστουµάτο να φιλάει την Άµπι στο µάγουλο. «Χάρηκα που σε ξαναείδα. Τα λέμε αύριο… στις πέντε; Πρέπει να είμαι εδώ στις οκτώ» είπε. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και ένιωθα σαν να είχε πάρει φωτιά το πρόσωπό µου. Η Αµέρικα µε πήρε χαµπάρι και σκούντησε την Άµπι. «Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησα. «Ο Τζέσι Βιβέρος. Τον ξέρω πολύ καιρό». «Πόσον καιρό;» Έριξε µια µατιά στην άδεια θέση της στο τραπέζι του πόκερ. «Τράβις, δεν έχω χρόνο για τέτοια τώρα». «Μάλλον δεν έγινε πάστορας τελικά» είπε η Αμέρικα χαμογελώντας προς το µέρος του Τζέσι. «Ο πρώην σου είναι;» ρώτησα θυμωμένος. «Δεν είχες πει ότι είναι από το Κάνσας;» Η Άμπι κοίταξε την Αμέρικα με ανυπομονησία και μετά με έπιασε από το πιγούνι. «Ξέρει πόσο χρονών είμαι, Τραβ. Με άφησε να παίξω ως τα μεσάνυχτα. Θα σου εξηγήσω τα πάντα αργότερα, αλλά προς το παρόν πρέπει να πάω να συνεχίσω το παιχνίδι, εντάξει;» Έσφιξα τα δόντια και έκλεισα τα μάτια. Η κοπέλα μου είχε μόλις συμφωνήσει να βγει έξω με τον πρώην της. Ήθελα να τα σπάσω όλα, αλλά η Άμπι είχε ανάγκη από μια πιο ώριμη αντίδραση τώρα. Πηγαίνοντας κόντρα στο ένστικτό μου, αποφάσισα να το ξεχάσω και της έδωσα ένα φιλί. «Εντάξει. Τα λέµε τα µεσάνυχτα. Καλή τύχη».


Γύρισα και άρχισα να ανοίγω δρόμο μέσα στον κόσμο, όταν άκουσα τη φωνή της Άµπι, πολύ πιο ψιλή από το συνηθισµένο. «Κύριοι;» Μου θύμισε αυτές τις κοπέλες που μιλούσαν σαν παιδάκια όταν ήθελαν να μου τραβήξουν την προσοχή, µε την ελπίδα ότι αυτό τις έκανε να φαίνονται αθώες. «Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο κάθεται και κάνει διακανονισμούς με αυτό τον τύπο» γρύλισα. «Ώστε να μπορέσει να μείνει για να παίξει, μάλλον» είπε ο Σέπλι κοιτάζοντας και πάλι το ταβάνι. «Υπάρχουν κι άλλα καζίνο. Μπορούµε να πάµε αλλού». «Γνωρίζει κόσμο εδώ πέρα, Τράβις. Μάλλον ήρθε εδώ επειδή ήξερε πως αν την πιάσουν δεν θα τη στείλουν στους μπάτσους. Έχει ψεύτικη ταυτότητα, αλλά οι μπράβοι μάλλον θα την αναγνώριζαν εύκολα. Αυτά τα καζίνο πληρώνουν κόσμο για να εντοπίζει τους απατεώνες, έτσι δεν είναι;» «Μάλλον» συµφώνησα συνοφρυωµένος. Συναντήσαμε την Άμπι και την Αμέρικα στο τραπέζι, την ώρα που η Αμέρικα µάζευε τα κέρδη της φίλης της. Η Άµπι κοίταξε το ρολόι της. «Χρειάζοµαι κι άλλο χρόνο» είπε. «Θέλεις να παίξουµε µπλακ τζακ;» «Δεν γίνεται να χάσω λεφτά, Τραβ». «Αποκλείεται να χάσεις» χαµογέλασα. Η Αµέρικα κούνησε το κεφάλι της. «Το µπλακ τζακ δεν είναι το παιχνίδι της». «Κάτι κέρδισα κι εγώ» είπα βάζοντας το χέρι στην τσέπη. «Εξακόσια δολάρια. Πάρ’ τα». Ο Σέπλι έδωσε τις µάρκες του στην Άµπι. «Εγώ τριακόσια µόνο. Δικά σου». «Ευχαριστώ, παιδιά, αλλά µου λείπουν πέντε χιλιάρικα» αναστέναξε εκείνη. Κοίταξε πάλι το ρολόι της και µετά είδε τον Τζέσι να πλησιάζει. «Πώς τα πήγες;» τη ρώτησε χαµογελώντας. «Μου λείπουν πέντε χιλιάρικα, Τζες. Χρειάζοµαι κι άλλο χρόνο».


«Δεν µπορώ να κάνω κάτι άλλο, Άµπι». «Σ’ ευχαριστώ που µε άφησες να µείνω». Ο Τζες χαμογέλασε αμήχανα. Απ’ ό,τι φαίνεται φοβόταν κι εκείνος αυτούς τους ανθρώπους όσο και η Άµπι. «Ίσως θα μπορούσα να καταφέρω τον μπαμπά μου να μιλήσει στον Μπένι» δήλωσε. «Το µπλέξιµο είναι του Μικ. Θα ζητήσω παράταση». «Ξέρεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση, Γλυκούλα, με όσα λεφτά κι αν εμφανιστείς» αντιγύρισε ο Τζέσι. «Αν είναι λιγότερα απ’ όσα χρωστάει, ο Μπένι θα στείλει κάποιον. Μείνε όσο πιο µακριά µπορείς». «Πρέπει να προσπαθήσω» είπε η Άµπι µε τρεµάµενη φωνή. Ο Τζέσι έκανε ένα βήμα μπροστά και έσκυψε προς το μέρος της για να μην ακουστεί. «Μπες σε ένα αεροπλάνο και φύγε, Άµπι. Μ’ ακούς;» «Σ’ ακούω» είπε απότοµα. Ο Τζέσι αναστέναξε και την κοίταξε με συμπόνια. Την αγκάλιασε και τη φίλησε στο κεφάλι. «Λυπάμαι. Αν δεν παιζόταν η δουλειά μου, ξέρεις ότι θα προσπαθούσα να κάνω κάτι». Οι τρίχες στον σβέρκο μου είχαν σηκωθεί όρθιες, κάτι που συνέβαινε μόνο όταν ένιωθα να απειλούμαι και ετοιμαζόμουν να εξαπολύσω όλη μου την οργή σε κάποιον. Ακριβώς πριν επιτεθώ, η Άµπι τραβήχτηκε πίσω. «Το ξέρω» είπε. «Έκανες ό,τι µπορούσες». «Τα λέμε αύριο στις πέντε» είπε ο Τζέσι, ο οποίος τη φίλησε στην άκρη των χειλιών κι έφυγε. Μόνο τότε πρόσεξα ότι είχα γείρει ολόκληρος μπροστά και ο Σέπλι με κρατούσε για άλλη μια φορά από το πουκάμισο, με τα δάχτυλά του ασπρισμένα από τη δύναµη που έβαζε. Η Άµπι κοίταζε το πάτωµα. «Τι θα γίνει στις πέντε;» ρώτησα θυµωµένος. «Δέχτηκε να βγει για φαγητό με τον Τζέσι επειδή την άφησε να μείνει. Δεν είχε άλλη επιλογή, Τραβ» απάντησε η Αµέρικα.


Η Άµπι µε κοίταξε µε τα µεγάλα της µάτια, σαν να ζητούσε συγγνώµη. «Είχες επιλογή» είπα. «Είχες ποτέ πάρε δώσε με τη μαφία, Τράβις; Λυπάμαι αν σε πληγώνω, αλλά ένα δωρεάν γεύμα με έναν παλιό φίλο δεν είναι υψηλό τίμημα προκειμένου να σώσω τον Μικ». Έκλεισα σφιχτά το στόμα μου, δεν ήθελα να το ανοίξω και να αφήσω να βγουν λέξεις για τις οποίες αργότερα θα µετάνιωνα. «Ελάτε, παιδιά, πρέπει να βρούμε τον Μπένι» είπε η Αμέρικα, τραβώντας την Άµπι από το µπράτσο. Ο Σέπλι προχωρούσε δίπλα μου καθώς ακολουθούσαμε τα κορίτσια προς το κτίριο του Μπένι. Απείχε ένα μόνο τετράγωνο από τα λαμπερά φώτα, αλλά βρισκόταν σε ένα μέρος που ποτέ δεν το είχε αγγίξει η χρυσόσκονη – και ούτε επρόκειτο να το αγγίξει ποτέ. Η Άμπι σταμάτησε και μετά ανέβηκε τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν µπροστά σε µια µεγάλη πράσινη πόρτα. Χτύπησε, ενώ εγώ της κρατούσα το άλλο χέρι για να μην τρέμει. Εμφανίστηκε ο πορτιέρης, που ήταν τεράστιος –μαύρος, τρομακτικός και απίστευτα μεγαλόσωμος–, και δίπλα του στεκόταν η επιτομή μαφιόζου του Λας Βέγκας: χρυσές αλυσίδες, καχύποπτο ύφος και µια κοιλάρα από τη µαγειρική της µαµάς του. «Μπένι» είπε χαµηλόφωνα η Άµπι. «Βρε, βρε… δεν είσαι πια το Τυχερό Δεκατριάρι, έτσι δεν είναι; Ο Μικ δεν μου είπε ότι έχεις γίνει τέτοια κούκλα. Σε περίμενα, Γλυκούλα. Έμαθα ότι έχεις έρθει να µε πληρώσεις». Η Άµπι ένευσε και ο Μπένι µάς έδειξε µε το βλέµµα του. «Είναι µαζί µου» είπε η Άµπι µε σταθερή φωνή. «Δυστυχώς οι φίλοι σου θα πρέπει να περιμένουν έξω» δήλωσε ο πορτιέρης με µια φωνή αφύσικα βαθιά και µπάσα. Έπιασα την Άμπι από το χέρι και έβαλα μπροστά τον ώμο μου για να την προστατεύσω. «Δεν πρόκειται να µπει εκεί πέρα µόνη της. Θα έρθω µαζί της». Ο Μπένι µού έριξε µια µατιά και µετά χαµογέλασε στον πορτιέρη του. «Εντάξει λοιπόν. Ο Μικ θα χαρεί να µάθει ότι έχεις έναν τόσο καλό φίλο».


Τον ακολουθήσαμε. Κρατούσα γερά την Άμπι από το μπράτσο, φροντίζοντας να βρίσκομαι ανάμεσα σ’ εκείνη και στη μεγαλύτερη απειλή: τον πορτιέρη. Ακολουθώντας τον Μπένι, μπήκαμε σε ένα ασανσέρ και ανεβήκαμε τέσσερα πατώματα. Όταν άνοιξαν οι πόρτες, είδαμε ένα τεράστιο γραφείο από μαόνι. Ο Μπένι κάθισε στη βελούδινη πολυθρόνα του και μας έκανε νόημα να καθίσουμε στις δύο άδειες καρέκλες μπροστά από το γραφείο του. Κάθισα, αλλά η αδρεναλίνη που κυλούσε στις φλέβες μου με έκανε τρομερά νευρικό. Άκουγα και έβλεπα τα πάντα μέσα στο δωμάτιο, ακόμα και τους δύο μπράβους που στέκονταν µέσα στις σκιές πίσω από το γραφείο του Μπένι. Η Άµπι µού έδωσε το χέρι της και το έσφιξα καθησυχαστικά. «Ο Μικ μού χρωστάει είκοσι πέντε χιλιάδες. Φαντάζομαι ότι έχεις όλο το ποσό» είπε ο Μπεν σηµειώνοντας κάτι σε ένα µπλοκάκι. «Για να πω την αλήθεια» απάντησε η Άμπι ξεροβήχοντας «μου λείπουν πέντε χιλιάρικα, Μπένι. Αλλά έχω όλη την αυριανή μέρα για να τα βρω. Δεν υπάρχει πρόβληµα για πέντε χιλιάρικα, έτσι δεν είναι; Το ξέρεις ότι µπορώ να τα βρω». «Αμπιγκέιλ» είπε ο Μπένι συνοφρυωμένος «με απογοητεύεις. Ξέρεις καλά τους κανόνες». «Σε… σε παρακαλώ, Μπένι. Σου ζητάω να πάρεις αυτά που έχω και θα σου δώσω τα υπόλοιπα αύριο». Τα μικροσκοπικά μάτια του Μπένι κοιτούσαν μια την Άμπι και μια εμένα. Οι µπράβοι βγήκαν από τη σκιά και οι τρίχες στον σβέρκο µου σηκώθηκαν και πάλι. «Ξέρεις ότι το μόνο που δέχομαι είναι ολόκληρο το ποσό. Το ότι προσπαθείς να μου δώσεις λιγότερα μου λέει κάτι. Ξέρεις τι; Ότι δεν πιστεύεις πως μπορείς να το µαζέψεις όλο». Οι μπράβοι έκαναν άλλο ένα βήμα μπροστά. Παρατηρούσα προσεκτικά τις τσέπες τους και κάθε άλλο σχήμα που μπορεί να διαγραφόταν κάτω από τα ρούχα τους και να θύμιζε όπλο. Είχαν και οι δύο κάποιο είδος μαχαιριού, αλλά δεν έβλεπα όπλα. Αυτό δεν σήμαινε βέβαια πως δεν είχαν κάποιο κρυμμένο στο παπούτσι τους, αλλά δεν πίστευα ότι υπήρχε περίπτωση να ήταν κάποιος από τους δύο εξίσου γρήγορος μ’ εμένα. Αν χρειαζόταν, θα κατάφερνα να τους το αρπάξω ώστε να µπορέσουµε να φύγουµε αποδώ.


«Μπορώ να βρω τα λεφτά σου, Μπένι» τον διαβεβαίωσε η Άμπι χαζογελώντας νευρικά. «Κέρδισα σχεδόν εννιά χιλιάρικα µέσα σε έξι ώρες». «Θα μου φέρεις δηλαδή εννιά χιλιάρικα σε έξι ώρες;» χαμογέλασε σατανικά ο Μπένι. «Η προθεσμία λήγει αύριο τα μεσάνυχτα» πετάχτηκα, ρίχνοντας μια ματιά στους µπράβους που πλησίαζαν. «Τι… τι κάνεις, Μπένι;» ρώτησε η Άμπι, και η άκαμπτη στάση της πρόδιδε τη νευρικότητά της. «Μου τηλεφώνησε ο Μικ απόψε. Είπε ότι εσύ αναλαµβάνεις το χρέος του». «Χάρη τού κάνω. Δεν σου χρωστάω εγώ λεφτά» ξεκαθάρισε αυστηρά η Άµπι. «Σκέφτομαι να δώσω ένα μάθημα στον Μικ και αναρωτιέμαι πόσο τυχερή είσαι, µικρή» δήλωσε ο Μπένι ακουµπώντας τους χοντρούς αγκώνες του στο γραφείο. Ενστικτωδώς πετάχτηκα από την καρέκλα μου, τραβώντας την Άμπι να σηκωθεί µαζί µου. Άρχισα να οπισθοχωρώ προς την πόρτα. «Έξω από την πόρτα είναι ο Τζοσάια, νεαρέ. Πού νοµίζεις ότι θα πας;» «Τράβις» µε προειδοποίησε η Άµπι. Τα λόγια είχαν τελειώσει. Αν άφηνα κάποιον από αυτούς τους δύο μπράβους να µε βγάλει από τη µέση, θα έκανε κακό στην Άµπι. Την έκρυψα πίσω µου. «Ελπίζω να ξέρεις, Μπένι, πως μπορώ να βγάλω τους άντρες σου νοκ άουτ και δεν θα το κάνω από έλλειψη σεβασμού. Αλλά είμαι ερωτευμένος με αυτό το κορίτσι και δεν πρόκειται να σε αφήσω να την πειράξεις». Ο Μπένι ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Σε παραδέχομαι, μικρέ. Έχεις μεγαλύτερα κότσια απ’ όσους έχουν περάσει ποτέ από αυτό το δωμάτιο. Θα σου δώσω μια ιδέα γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ο μεγαλόσωμος τύπος στα δεξιά σου είναι ο Ντέιβιντ και, αν δεν σε καταφέρει με τις γροθιές του, θα χρησιμοποιήσει το μαχαίρι του. Στα αριστερά σου είναι ο Ντέιν, ο καλύτερος μαχητής μου. Έχει αγώνα αύριο και πρέπει να σου πω ότι δεν έχει χάσει ποτέ. Πρόσεχε τα χέρια σου, Ντέιν, έχω ρίξει πολλά λεφτά πάνω σου». «Μάλιστα, κύριε» χαµογέλασε µε άγρια χαρά ο Ντέιν. «Μπένι, σταµάτα! Θα τα φέρω τα λεφτά!» φώναξε η Άµπι. «Α, όχι… το ενδιαφέρον κομμάτι αρχίζει τώρα» κάγχασε ο Μπένι και βολεύτηκε


καλύτερα στην πολυθρόνα του. Ο Ντέιβιντ όρμησε προς το μέρος μου. Ήταν αδέξιος και αργός και, προτού προλάβει να βγάλει το μαχαίρι του, τον έβγαλα από τη μέση με μια δυνατή γονατιά στη μούρη. Αμέσως μετά έριξα δύο μπουνιές στη βρομόφατσά του. Ήξερα ότι εδώ δεν επρόκειτο για έναν από τους αγώνες στα υπόγεια, εδώ πάλευα για να βγούμε εγώ και η Άμπι ζωντανοί, και έβαζα όλη μου τη δύναμη σε κάθε μπουνιά. Ένιωθα καλά, όλη η οργή που ήταν μαζεμένη μέσα μου έβρισκε επιτέλους διέξοδο. Δύο μπουνιές και μια αγκωνιά αργότερα, ο Ντέιβιντ ήταν πεσµένος στο πάτωµα, µέσα στα αίµατα. Ο Μπένι έριξε πίσω το κεφάλι γελώντας υστερικά και χτυπώντας το γραφείο του, σαν παιδάκι που διασκεδάζει µε τα πρωινά καρτούν στην τηλεόραση. «Εµπρός, Ντέιν. Δεν φαντάζοµαι να φοβήθηκες, ε;» Ο Ντέιν με πλησίασε πιο προσεκτικά, με την ακρίβεια και την αυτοσυγκέντρωση επαγγελματία. Η γροθιά του τινάχτηκε προς το μέρος μου, αλλά έκανα στο πλάι και τον χτύπησα με τον ώμο μου με όση δύναμη είχα. Χάσαμε και οι δύο την ισορροπία μας και πέσαμε πάνω στο γραφείο του Μπένι. Ο Ντέιν με άρπαξε και με τα δύο χέρια και με πέταξε κάτω. Ήταν πιο γρήγορος απ’ όσο περίμενα, αλλά όχι αρκετά γρήγορος. Παλέψαμε στο πάτωμα για λίγο, όσο έψαχνα την ευκαιρία για μια καλή λαβή, αλλά ο Ντέιν κέρδισε έδαφος και βρέθηκε να με κρατάει αποκάτω του, έτοιμος να με χτυπήσει. Έπιασα τα αχαμνά του και τα έστριψα. Δεν το περίμενε καθόλου και ούρλιαξε από τον πόνο, σταματώντας όσο χρειαζόταν για να πάρω εγώ το πάνω χέρι. Γονάτισα πάνω του, κρατώντας τον από τα μακριά μαλλιά του, και άρχισα να του ρίχνω τη μια μπουνιά μετά την άλλη στο πλάι του κεφαλιού. Το πρόσωπο του Ντέιν χτυπούσε στο γραφείο του Μπένι με κάθε χτύπημα, ώσπου κατάφερε να σταθεί όρθιος, σαν χαμένος, μες στα αίματα. Τον κοίταξα για μια στιγμή και επιτέθηκα ξανά, αφήνοντας την οργή μου να βγει από μέσα μου με κάθε χτύπημα. Ο Ντέιν απέφυγε μία μπουνιά και με χτύπησε στο σαγόνι. Μπορεί να ήταν μαχητής, αλλά ο Τόμας χτυπούσε πολύ πιο δυνατά από κείνον. Δεν θα δυσκολευόμουν καθόλου. Χαμογέλασα και σήκωσα το δάχτυλό µου. «Μία ήταν, δεν έχεις άλλη».


Το ακατάσχετο γέλιο του Μπένι αντηχούσε σε όλο το δωμάτιο όσο αποτελείωνα τον μπράβο του. Ο αγκώνας μου χτύπησε τον Ντέιν στη μέση του προσώπου και λιποθύµησε προτού καν πέσει στο έδαφος. «Καταπληκτικό, νεαρέ! Καταπληκτικό!» φώναξε ο Μπένι, χειροκροτώντας ενθουσιασµένος. Άρπαξα αμέσως την Άμπι και την έκρυψα πίσω μου μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα ο τεράστιος Τζοσάια. «Να το τακτοποιήσω, κύριε;» ρώτησε ο Τζοσάια

– η φωνή του ήταν βαθιά αλλά

αθώα, λες και έκανε απλώς τη μοναδική δουλειά που μπορούσε να κάνει, χωρίς να έχει καµία επιθυµία να µας βλάψει. «Όχι! Όχι, όχι…» είπε ο Μπένι, ενθουσιασμένος ακόμη από το απρόσμενο θέαµα. «Πώς λέγεσαι;» «Τράβις Μάντοξ» απάντησα λαχανιασμένος και σκούπισα τα ματωμένα χέρια µου στο τζιν µου. «Τράβις Μάντοξ, νοµίζω ότι µπορείς να βοηθήσεις το κορίτσι σου». «Πώς δηλαδή;» ξεφύσηξα. «Ο Ντέιν έχει αγώνα αύριο το βράδυ. Είχα ποντάρει πολλά λεφτά πάνω του, αλλά δεν νομίζω να κερδίσει κανέναν αγώνα στο άμεσο μέλλον, έτσι όπως τον έκανες. Σου προτείνω να πάρεις τη θέση του, να μου βγάλεις τα λεφτά μου, κι εγώ θα διαγράψω αυτά τα πέντε χιλιάρικα από το χρέος του Μικ». «Περιστεράκι;» είπα στρεφόµενος στην Άµπι. «Είσαι εντάξει;» ρώτησε εκείνη σκουπίζοντας το αίμα από το πρόσωπό μου και δάγκωσε τα χείλη της γεµάτη απελπισία, ενώ τα µάτια της πληµµύρισαν δάκρυα. «Δεν είναι δικό µου αίµα, µωρό µου, µην κλαις». «Έχω πολλές δουλειές, µικρέ» είπε ο Μπένι και σηκώθηκε. «Είσαι µέσα;» «Μέσα» είπα. «Πες µου πού και πότε και θα είµαι εκεί». «Θα παλέψεις με τον Μπροκ Μάκμαν. Δεν είναι ήσυχο παιδάκι. Πέρσι αποκλείστηκε από το Πρωτάθληµα Πάλης». Το ήξερα το όνοµα. «Πες µου πού και πότε». Ο Μπένι µού έδωσε τις λεπτοµέρειες και µετά χαµογέλασε ύπουλα.


«Μ’ αρέσεις, Τράβις. Νοµίζω ότι θα γίνουµε καλοί φίλοι». «Πολύ αμφιβάλλω» είπα και κράτησα την πόρτα ανοιχτή για την Άμπι, συνοδεύοντάς την προστατευτικά µέχρι να βγούµε αποκεί µέσα. «Χριστούλη μου!» φώναξε η Αμέρικα μόλις είδε τα καταματωμένα ρούχα μου. «Είστε καλά;» Έπιασε την Άµπι από τους ώµους και την κοίταξε εξεταστικά. «Εντάξει είμαι. Μια συνηθισμένη μέρα. Και για τους δυο μας» απάντησε η Άμπι σκουπίζοντας τα µάτια της. Την έπιασα από το χέρι και γυρίσαμε βιαστικά στο ξενοδοχείο, με τον Σέπλι και την Αμέρικα να μας ακολουθούν. Ο μόνος άνθρωπος που φάνηκε να δίνει σημασία στα ματωμένα μου ρούχα ήταν ο χειριστής του ασανσέρ. Μόλις φτάσαμε όλοι στο δωμάτιο, γδύθηκα και μπήκα στο μπάνιο για να ξεπλύνω αποπάνω μου όλη αυτή τη βροµιά. «Τι στο καλό συνέβη εκεί µέσα;» ρώτησε τελικά ο Σέπλι. Άκουγα το μουρμουρητό από τις φωνές τους όσο στεκόμουν κάτω από το νερό και σκεφτόμουν αυτή την τελευταία ώρα. Όσο τρομακτικό κι αν ήταν που η Άμπι είχε κινδυνεύσει τόσο, είχα νιώσει εκπληκτικά απελευθερώνοντας την οργή μου στους δύο μπράβους του Μπένι. Ένιωθα σαν να είχα πάρει το καλύτερο ναρκωτικό που υπήρχε. Αναρωτήθηκα αν είχαν συνέλθει τώρα ή αν ο Μπένι έβαλε απλώς να τους σύρουν κάπου έξω και να τους παρατήσουν εκεί. Μια παράξενη ηρεμία με κατέλαβε. Οι μπουνιές που είχα ρίξει στους άντρες του Μπένι ήταν σαν μια διέξοδος απ’ όπου είχε βγει κάθε ίχνος θυµού και απογοήτευσης που είχε µαζευτεί µέσα µου όλα αυτά τα χρόνια, και τώρα ένιωθα σχεδόν φυσιολογικός. «Θα τον σκοτώσω! Θα το σκοτώσω το κάθαρµα!» φώναξε η Αµέρικα. Έκλεισα το νερό και τύλιξα µια πετσέτα γύρω από τη µέση µου. «Ένας από τους τύπους που έβγαλα νοκ άουτ είχε αγώνα αύριο» είπα στον Σέπλι. «Θα πάρω τη θέση του και σε αντάλλαγμα ο Μπένι θα διαγράψει τα πέντε χιλιάρικα που αποµένουν από το χρέος του Μικ». «Αυτό είναι γελοίο!» Η Αμέρικα σηκώθηκε. «Γιατί να βοηθήσουμε τον Μικ, Άµπι; Σε έριξε µέσα στο στόµα του λύκου! Θα τον σκοτώσω!» «Όχι αν τον σκοτώσω εγώ πρώτος» σφύριξα µέσα απ’ τα δόντια µου.


«Πάρε αριθµό προτεραιότητας» είπε η Άµπι. Ο Σέπλι κουνιόταν νευρικά. «Δηλαδή έχεις αγώνα αύριο;» «Ναι. Σ’ ένα µέρος που το λένε Zero’s. Στις έξι. Με τον Μπροκ Μάκµαν, Σεπ». «Δεν γίνεται. Με τίποτα, ρε Τραβ. Γαµώτο, ο τύπος είναι ψυχάκιας!» «Ναι» απάντησα «αλλά δεν θα παλεύει για το κορίτσι του, έτσι δεν είναι;» Αγκάλιασα την Άμπι και τη φίλησα στην κορυφή του κεφαλιού. Έτρεμε ακόμη. «Είσαι καλά, Περιστεράκι;» «Είναι λάθος αυτό που συμβαίνει. Λάθος από όλες τις απόψεις. Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω για να σου αλλάξω γνώµη». «Δεν με είδες απόψε; Δεν θα έχω πρόβλημα. Έχω δει τον Μπροκ σε αγώνα. Είναι σκληρός, αλλά όχι ανίκητος». «Δεν θέλω να το κάνεις αυτό, Τραβ». «Κι εγώ δεν θέλω να πας για φαγητό με τον πρώην σου αύριο. Απ’ ό,τι φαίνεται, και οι δύο θα πρέπει να κάνουμε κάτι δυσάρεστο προκειμένου να σώσουμε τον άχρηστο τον πατέρα σου».


21

Αργός θάνατος

Ο ΣΕΠΛΙ ΚΑΘΟΤΑΝ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ σε έναν πάγκο μέσα σε ένα δωμάτιο μικρό αλλά με καλό φωτισμό. Ήταν η πρώτη φορά που δεν θα έβγαινα σε ένα υπόγειο για έναν στημένο αγώνα. Οι θεατές ήταν όλος ο υπόκοσμος του Λας Βέγκας: ντόπιοι, μαφιόζοι, έμποροι ναρκωτικών και οι γκόμενές τους. Το πλήθος απέξω ήταν ένας σκοτεινός στρατός που φώναζε όλο και πιο δυνατά, και πολύ πιο διψασμένος για αίμα απ’ όσο είχα συνηθίσει. Θα βρισκόμουν μέσα σε ένα κλουβί, και όχι περιτριγυρισµένος από κόσµο. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν πρέπει να το κάνεις» είπε η Αμέρικα, που καθόταν στην άλλη πλευρά του δωµατίου. «Άσ’ το τώρα, µωρό µου» είπε ο Σέπλι, ενώ µε βοηθούσε να δέσω τα χέρια µου. «Έχεις άγχος;» µε ρώτησε εκείνη, ασυνήθιστα χαµηλόφωνα. «Όχι. Θα ήμουν καλύτερα αν ήταν εδώ το Περιστεράκι, πάντως. Μίλησες καθόλου µαζί της;» «Θα της στείλω ένα µήνυµα. Θα έρθει». «Τον αγαπούσε;» ρώτησα, ενώ αναρωτιόμουν τι συζητούσαν στο δείπνο τους προφανώς δεν είχε πλέον καμία σχέση με ιεροκήρυκα και δεν ήξερα τι θα ζητούσε ως αντάλλαγµα για τη χάρη που της είχε κάνει. «Όχι» απάντησε η Αμέρικα. «Τουλάχιστον η Άμπι δεν είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο. Μεγάλωσαν μαζί, Τράβις. Για πολύ καιρό, αυτός ήταν ο μόνος άνθρωπος στον

·


οποίο µπορούσε να βασίζεται». Δεν ήµουν σίγουρος αν αυτό µε έκανε να νιώθω καλύτερα ή χειρότερα. «Σου απάντησε;» «Έι» είπε ο Σέπλι ρίχνοντάς μου ένα χαστουκάκι. «Έι! Σε περιμένει ο Μπροκ Μάκμαν. Πρέπει να είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος. Σταμάτα να κάνεις σαν φλωράκι και συγκεντρώσου!» Κούνησα το κεφάλι, προσπαθώντας να θυμηθώ τις λίγες φορές που είχα δει τον Μπροκ σε αγώνες. Είχε αποκλειστεί από το Επίσημο Πρωτάθλημα επειδή έριχνε ύπουλες μπουνιές και κυκλοφορούσε μια φήμη ότι είχε επιτεθεί στον πρόεδρο του Πρωταθλήματος. Είχε περάσει καιρός από τότε, αλλά ήταν γνωστό ότι πάλευε βρόμικα και έκανε παράνομες κινήσεις μόλις κοίταζε αλλού ο διαιτητής. Το πιο σημαντικό ήταν να αποφύγω να βρεθώ σε αυτή τη θέση. Έτσι και μου έκανε λαβή με τα πόδια, τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν πολύ άσχημα εν ριπή οφθαλµού. «Θα πρέπει να είσαι προσεκτικός, Τραβ. Άσε αυτόν να επιτεθεί πρώτος. Περίπου όπως έκανες εκείνο το βράδυ που είχες βάλει το στοίχημα με την Άμπι. Δεν παλεύεις με κανένα κολεγιόπαιδο. Δεν είμαστε στον Κύκλο εδώ και δεν σε νοιάζει να προσφέρεις θέαµα στο πλήθος». «Και βέβαια µε νοιάζει». «Πρέπει να νικήσεις, Τράβις. Παλεύεις για την Άµπι, µην το ξεχνάς». Κούνησα το κεφάλι. Ο Σέπλι είχε δίκιο. Αν έχανα, ο Μπένι δεν θα έπαιρνε τα λεφτά του και η Άμπι θα βρισκόταν πάλι σε κίνδυνο. Ένας ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας µε κοστούµι και λιγδερά µαλλιά µπήκε µέσα. «Βγαίνεις. Ο προπονητής σου μπορεί να είναι δίπλα σου, έξω από το κλουβί, αλλά τα κορίτσια… πού είναι το άλλο κορίτσι;» «Έρχεται». «…τους έχουμε κρατήσει θέσεις στην άκρη της δεύτερης σειράς από την πλευρά σου». «Θα σε πάω μέχρι εκεί» είπε ο Σέπλι στην Αμέρικα και ύστερα κοίταξε τον κουστουμάτο. «Κανείς δεν την αγγίζει. Αν την ακουμπήσει κανείς, θα τον σκοτώσω επιτόπου».


«Ο Μπένι έχει ήδη δώσει οδηγίες σχετικά» χαμογέλασε αχνά ο τύπος. «Δεν θα τις αφήσουµε από τα µάτια µας». Ο Σέπλι ένευσε και έπιασε την Αμέρικα από το χέρι. Με ακολούθησαν σιωπηλοί και βγήκαµε από το δωµάτιο. Η φωνή του παρουσιαστή αντηχούσε μέσα από τα τεράστια ηχεία που ήταν τοποθετημένα σε κάθε γωνία της πελώριας αίθουσας. Έμοιαζε με μικρή αίθουσα συναυλιών, πρέπει να είχε χώρο για περίπου χίλια άτομα και ήταν όλοι όρθιοι, είτε ζητωκραυγάζοντας είτε ρίχνοντάς μου καχύποπτες ματιές καθώς προχωρούσα. Η πόρτα του κλουβιού άνοιξε και μπήκα μέσα. Ο Σέπλι κοιτούσε τον κουστουμάτο που πήγε την Αμέρικα στη θέση της και, όταν βεβαιώθηκε πως όλα ήταν εντάξει, στράφηκε σ’ εµένα. «Μην ξεχνάς: Άφησέ τον να επιτεθεί πρώτος, ο στόχος σου είναι να κερδίσεις, για την Άµπι». Κούνησα το κεφάλι. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, ακούστηκε από τα ηχεία δυνατή μουσική και στις κερκίδες επικράτησε πανζουρλισμός, όλοι είχαν σηκωθεί και φώναζαν. Ο Μπροκ Μάκμαν εμφανίστηκε σε έναν διάδρομο, ενώ ένας προβολέας αποπάνω φώτιζε το βλοσυρό του πρόσωπο. Είχε μια συνοδεία που κρατούσε τους θεατές σε απόσταση όσο εκείνος χοροπηδούσε ελαφρά για να παραμένει χαλαρός. Σκέφτηκα ότι μάλλον είχε περάσει εβδομάδες, ίσως και μήνες προπόνησης γι’ αυτό τον αγώνα. Δεν με ένοιαζε αυτό. Οι αδελφοί μου με χτυπούσαν όλη μου τη ζωή. Δεν χρειαζόµουν επιπλέον προπόνηση. Γύρισα να κοιτάξω την Αμέρικα. Ανασήκωσε τους ώμους και συνοφρυώθηκα. Σε μερικά λεπτά θα ξεκινούσε ο πιο φοβερός αγώνας της ζωής μου και η Άμπι δεν ήταν εδώ. Μόλις έκανα να γυρίσω για να δω τον Μπροκ να μπαίνει στο κλουβί, άκουσα τον Σέπλι. «Τράβις! Τράβις! Ήρθε!» Στράφηκα ψάχνοντας απεγνωσμένα την Άμπι και την είδα να κατεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά. Σταμάτησε μπροστά στο κλουβί πέφτοντας στο σύρμα για να κόψει τη φόρα της. «Εδώ είµαι! Έφτασα!» είπε ξέπνοη.


Φιληθήκαμε μέσα από το κενό στα κάγκελα και έπιασε το πρόσωπό μου στα χέρια της όσο καλύτερα µπορούσε. «Σ’ αγαπώ». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις αυτό». «Κι όµως, είµαι» χαµογέλασα. «Πάμε λοιπόν, Ρωμαίο. Δεν θα μείνουμε εδώ όλο το βράδυ» φώναξε ο Μπροκ από την άλλη πλευρά του κλουβιού. Εγώ δεν γύρισα, αλλά η Άμπι κοίταξε πάνω από τον ώμο μου. Βλέποντας τον Μπροκ, τα μάγουλά της κοκκίνισαν από θυμό και το βλέμμα της έγινε ψυχρό. Αμέσως μετά στράφηκε σ’ εμένα και η ζεστασιά επέστρεψε στα μάτια της. Χαµογέλασε πονηρά. «Για πήγαινε να µάθεις τρόπους σε αυτό τον µαλάκα». Της έκλεισα το µάτι και χαµογέλασα. «Ό,τι πεις εσύ, µωρό µου». Ο Μπροκ με συνάντησε στη μέση του κλουβιού και σταθήκαμε ο ένας μπροστά στον άλλο. «Προσοχή!» φώναξε ο Σέπλι. «Ήθελα να σε πληροφορήσω ότι είμαι μεγάλος θαυμαστής σου, παρόλο που είσαι αρχίδι και παίζεις βρόμικα» έσκυψα και ψιθύρισα στο αυτί του Μπροκ. «Μην το πάρεις προσωπικά λοιπόν που θα βγεις νοκ άουτ απόψε». Το τετράγωνο σαγόνι του Μπροκ σφίχτηκε και μια λάμψη εμφανίστηκε στα µάτια του – όχι θυµού, αλλά έκπληξης. «Προσοχή, Τράβις!» φώναξε πάλι ο Σέπλι, βλέποντας το ύφος µου. Ακούστηκε το καμπανάκι και επιτέθηκα αμέσως. Βάζοντας όλη μου τη δύναμη, απελευθέρωσα την ίδια μανία με την οποία είχα χτυπήσει και τους μπράβους του Μπένι. Ο Μπροκ παραπάτησε οπισθοχωρώντας, προσπαθώντας να πάρει θέση για να με απωθήσει ή να με κλοτσήσει, αλλά δεν τον άφησα, ρίχνοντάς τον κάτω και με τις δυο γροθιές μου. Ένιωθα φοβερά απελευθερωμένος τώρα που δεν χρειαζόταν να συγκρατώ τη δύναμη και την οργή μου. Καθώς απολάμβανα την αδρεναλίνη που κυλούσε στις φλέβες μου, ξεχάστηκα, και ο Μπροκ απέφυγε το χτύπημά μου και απάντησε με μια δεξιά πλάγια μπουνιά. Τα χτυπήματά του


ήταν πολύ πιο δυνατά από αυτά των ερασιτεχνών με τους οποίους πάλευα στο κολέγιο – και μου άρεσε. Ο αγώνας με τον Μπροκ μού έφερνε αναμνήσεις από μερικούς από τους πιο σοβαρούς καβγάδες που είχα με τα αδέλφια μου, όταν από τα λόγια περνούσαμε στο ξύλο. Ένιωθα σαν στο σπίτι μου ανταλλάσσοντας μπουνίδια με τον Μπροκ. Εκείνη τη στιγμή η οργή μου είχε λόγο ύπαρξης και χώρο να εκφραστεί. Κάθε φορά που μου έριχνε μπουνιά ο Μπροκ, η αδρεναλίνη μου βάραγε κόκκινο και ένιωθα τα ήδη δυνατά χτυπήματά μου να αποκτούν ακόµα µεγαλύτερη φόρα. Επιχείρησε να με ρίξει κάτω, αλλά πάτησα γερά σε μια ημικαθιστή στάση, σταθεροποιώντας το σώμα μου παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες να με κάνει να χάσω την ισορροπία μου. Όσο εκείνος κοπανιόταν, το σφιγμένο χέρι μου τον χτυπούσε ασταμάτητα στο κεφάλι, στα αυτιά και στους κροτάφους. Η λευκή ταινία που είχα δέσει στο χέρι μου είχε κοκκινίσει εντελώς τώρα, αλλά δεν ένιωθα πόνο, μόνο τη φοβερή απόλαυση να αφήνω ελεύθερο κάθε αρνητικό συναίσθημα που με βάραινε. Θυμήθηκα πόσο χαλαρωτική επίδραση είχε το ξύλο που είχα ρίξει στους μπράβους του Μπένι. Είτε έχανα είτε κέρδιζα, ανυπομονούσα να νιώσω τη γαλήνη μετά από αυτό τον αγώνα. Ο διαιτητής, ο Σέπλι και ο προπονητής του Μπροκ µε περικύκλωσαν και µε τραβούσαν από τον αντίπαλό µου. «Καµπανάκι, Τράβις! Φτάνει!» φώναξε ο Σέπλι. Ο Σέπλι με τράβηξε στη μια γωνία και τράβηξαν τον Μπροκ στην άλλη. Γύρισα να κοιτάξω την Άμπι. Έσφιγγε τα χέρια της, αλλά το πλατύ της χαμόγελο σήμαινε ότι ήταν καλά. Της έκλεισα το μάτι κι εκείνη μου έστειλε ένα φιλί. Αυτό μου έδωσε ενέργεια και επέστρεψα στη μέση του κλουβιού ακόμα πιο αποφασισμένος. Μόλις ακούστηκε το καμπανάκι επιτέθηκα ξανά, και αυτή τη φορά πρόσεχα περισσότερο, σκύβοντας περίπου όσες φορές έριχνα και μπουνιά. Μία ή δύο φορές ο Μπροκ τύλιξε τα χέρια του γύρω μου ξέπνοος και προσπάθησε να με δαγκώσει ή να µου ρίξει γονατιά στ’ αρχίδια. Τον έσπρωξα και τον χτύπησα ακόµα πιο δυνατά. Στον τρίτο γύρο ο Μπροκ παραπατούσε, πήγαινε να ρίξει μπουνιά ή κλοτσιά και αστοχούσε. Δεν είχε και µεγάλη αντοχή. Ένιωθα κι εγώ αρκετά κουρασµένος και οι μπουνιές μου ήταν πιο αραιές. Η αδρεναλίνη που είχε κατακλύσει νωρίτερα το


σώμα μου έμοιαζε τώρα να στερεύει και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονάει. Ο Μπροκ μού έριξε μια μπουνιά και μετά άλλη μία. Απέκρουσα την τρίτη και μετά, έτοιμος να φτάσω στο τέρμα, τα έδωσα όλα. Με όση δύναμη μου απέμενε, απέφυγα το γόνατο του Μπροκ και πήρα μια στροφή, προσγειώνοντας τον αγκώνα μου κατευθείαν στη μύτη του. Το κεφάλι του εκτοξεύτηκε πίσω, κοίταξε ψηλά, έκανε μερικά βήματα και μετά έπεσε κάτω. Ο θόρυβος του πλήθους ήταν εκκωφαντικός, αλλά εγώ άκουγα µόνο µια φωνή. «Θεούλη µου! Ναι, ναι! Ναι, µωρό µου!» φώναζε η Άµπι. Ο διαιτητής τσέκαρε τον Μπροκ και ύστερα ήρθε προς το μέρος μου και σήκωσε ψηλά το χέρι μου. Ο Σέπλι, η Αμέρικα και η Άμπι μπήκαν στο κλουβί και έπεσαν πάνω µου. Σήκωσα την Άµπι ψηλά και τη φίλησα. «Τα κατάφερες» είπε κρατώντας το πρόσωπό µου στα χέρια της. Οι πανηγυρισμοί σταμάτησαν απότομα όταν μπήκε στο κλουβί ο Μπένι μαζί με τους καινούργιους του μπράβους. Ακούμπησα κάτω την Άμπι και στάθηκα προστατευτικά µπροστά της. «Μπράβο, Μάντοξ» με συνεχάρη ο Μπένι χαμογελώντας πλατιά. «Έσωσες την κατάσταση. Θα ήθελα να µιλήσουµε, αν έχεις ένα λεπτό». Κοίταξα την Άµπι, που µε άρπαξε από το χέρι. «Εντάξει είναι. Θα σε συναντήσω στην πόρτα» είπα κάνοντας νόημα προς την κοντινότερη πόρτα «σε δέκα λεπτά». «Δέκα;» ρώτησε εκείνη, µε την ανησυχία να καθρεφτίζεται στα µάτια της. «Δέκα» είπα φιλώντας τη στο μέτωπο. Κοίταξα τον Σέπλι. «Πρόσεχε τα κορίτσια». «Νοµίζω πως είναι καλύτερα να έρθω µαζί σου». «Αν θέλουν να μας σκοτώσουν, Σέπλι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα» είπα σκύβοντας στο αυτί του. «Νομίζω πως ο Μπένι θέλει κάτι άλλο». Τραβήχτηκα πίσω και τον χτύπησα φιλικά στο µπράτσο. «Τα λέµε σε δέκα λεπτά». «Όχι σε έντεκα ούτε σε δεκαπέντε. Σε δέκα» μου τόνισε ο Σέπλι παίρνοντας μαζί του την Άµπι, που τον ακολούθησε απρόθυµα. Μπήκαμε με τον Μπένι στο ίδιο δωμάτιο όπου περίμενα πριν από τον αγώνα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, διέταξε τους άντρες τους να περιμένουν απέξω.


Άνοιξε διάπλατα τα χέρια του, δείχνοντας το δωµάτιο. «Σκέφτηκα πως έτσι θα ήταν καλύτερα. Ώστε να δεις ότι δεν είμαι πάντα τόσο… κακός όσο φαίνοµαι ίσως». Οι κινήσεις του σώματός του και ο τόνος της φωνής του απέπνεαν ηρεμία, αλλά βρισκόµουν σε εγρήγορση για τυχόν εκπλήξεις. «Έχω να σου κάνω µια πρόταση, γιε µου» χαµογέλασε ο Μπένι. «Δεν είµαι γιος σου». «Πράγματι» συμφώνησε. «Αλλά όταν σου προσφέρω εκατόν πενήντα χιλιάδες για κάθε αγώνα, ίσως και να θέλεις να γίνεις». «Τι αγώνες;» ρώτησα, έχοντας στο μυαλό μου ότι θα προσπαθούσε να πει πως η Άμπι τού χρωστούσε ακόμη

· δεν φανταζόμουν με τίποτα ότι θα μου πρόσφερε

δουλειά. «Είναι εμφανές ότι είσαι ένας πολύ άγριος και εξαιρετικά ταλαντούχος νεαρός. Η θέση σου είναι σε αυτό το κλουβί. Εγώ μπορώ να σου το προσφέρω αυτό… όπως επίσης να σε κάνω και πάρα πολύ πλούσιο». «Συνέχισε». Ο Μπένι χαµογέλασε ακόµα πιο πλατιά. «Θα προγραµµατίζω έναν αγώνα τον µήνα». «Σπουδάζω ακόµη». «Θα προσαρμόζουμε το πρόγραμμα στις σπουδές σου. Θα σε φέρνω με αεροπλάνο, και την Άμπι μαζί αν θέλεις, πρώτη θέση, Σαββατοκύριακα, αν έτσι σε βολεύει. Αν βγάζεις τόσα χρήματα με αυτό τον τρόπο, πάντως, ίσως θα έπρεπε να παγώσεις για λίγο τις σπουδές». «Εκατόν πενήντα χιλιάρικα τον αγώνα;» Έκανα από μέσα μου υπολογισμούς, προσπαθώντας να μη δείξω την έκπληξή μου. «Τι άλλο θα κάνω εκτός από το να παλεύω;» «Αυτό είναι όλο, µικρέ. Απλώς θα παλεύεις. Και θα µου βγάζεις χρήµατα». «Απλώς θα παλεύω… και θα µπορώ να σταµατήσω όποτε θέλω». «Ναι, βέβαια, αλλά δεν νομίζω να συμβεί σύντομα αυτό». Χαμογέλασε. «Το ευχαριστιέσαι, σε είδα. Είχες µεθύσει από χαρά µέσα σ’ εκείνο το κλουβί». Στάθηκα ένα λεπτό, όσο επεξεργαζόµουν την πρότασή του.


«Θα το σκεφτώ. Θέλω να το συζητήσω και µε την Άµπι». «Όπως θέλεις». Ακούμπησα τις βαλίτσες στο κρεβάτι και κατέρρευσα δίπλα τους. Είχα αναφέρει την πρόταση του Μπένι στην Άμπι, αλλά δεν της είχε αρέσει καθόλου. Στην πτήση της επιστροφής η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, κι έτσι αποφάσισα να μην ανοίξω πάλι συζήτηση µέχρι να φτάσουµε σπίτι. Η Άμπι στέγνωνε τον Τότο μετά το μπάνιο του. Τον είχαμε αφήσει στον Μπραζίλ, και η Άµπι είχε αηδιάσει µε τη µυρωδιά του σκύλου. «Ω! Μυρίζεις τόσο ωραία τώρα!» Η Άμπι χαχάνιζε όσο ο Τότο τιναζόταν πιτσιλίζοντας με νερά το πάτωμα και την ίδια. Ο σκύλος σηκώθηκε στα πισινά του ποδαράκια, δίνοντάς της άπειρα κουταβίσια φιλιά. «Κι εμένα μου έλειψες, µικρούλη». «Περιστεράκι;» είπα σφίγγοντας αγχωµένος τα χέρια µου. «Ναι;» μου απάντησε, τρίβοντας τον Τότο με την κίτρινη πετσέτα που κρατούσε. «Θέλω να το κάνω. Θέλω να πάρω µέρος σε αγώνες στο Λας Βέγκας». «Όχι» µε έκοψε εκείνη, χαµογελώντας στον χαρούµενο Τότο. «Δεν με ακούς. Θα το κάνω. Σε μερικούς μήνες θα καταλάβεις ότι ήταν η σωστή απόφαση». «Θα δουλεύεις για τον Μπένι» µου υπενθύµισε σηκώνοντας το βλέµµα. «Θέλω απλώς να σε φροντίζω, Περιστεράκι» χαµογέλασα. «Δεν θέλω τίποτα που να έχει αγοραστεί με αυτά τα χρήματα, Τράβις. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Δεν θέλω καμία σχέση με τον Μπένι ή το Λας Βέγκας ή οτιδήποτε άλλο σχετικό». «Δεν σε πείραζε όμως να αγοράσεις αυτοκίνητο με τα λεφτά από τους αγώνες µου εδώ». «Αυτό ήταν άλλο πράγµα και το ξέρεις». «Όλα θα πάνε καλά, Περιστεράκι, θα δεις». Με κοίταξε για µια στιγµή και µετά τα µάγουλά της άναψαν. «Τότε γιατί με ρωτάς, Τράβις; Αφού ό,τι και να πω έχεις πάρει την απόφασή σου να δουλέψεις για τον Μπένι».


«Θέλω τη στήριξή σου, αλλά τα λεφτά είναι πάρα πολλά για να τα απορρίψω. Θα ήµουν τρελός αν έκανα τέτοιο πράγµα». Για αρκετή ώρα δεν είπε τίποτα, µετά οι ώµοι της χαλάρωσαν, και τελικά ένευσε. «Εντάξει λοιπόν. Πήρες την απόφασή σου». «Θα δεις, Περιστεράκι. Θα είναι τέλεια». Χαμογέλασα πλατιά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και της φίλησα τα χέρια. «Πεθαίνω της πείνας. Εσύ;» Ένευσε αρνητικά. Τη φίλησα στο μέτωπο και πήγα στην κουζίνα. Έφτιαχνα ένα σάντουιτς και σιγοτραγουδούσα. Βάζοντας καυτερή μουστάρδα στο ψωμί, σκέφτηκα ότι έχανε τα καλύτερα. Τέλειωσα το σάντουιτς με τρεις μπουκιές και ύστερα ήπια μια μπίρα, ενώ αναρωτιόμουν τι άλλο υπήρχε για φαγητό. Δεν είχα πάρει χαμπάρι πόσο πεινασμένος ήμουν μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι. Εκτός από τον αγώνα, ήταν και το άγχος που έπαιζε τον ρόλο του. Τώρα που η Άμπι ήξερε τα σχέδιά μου και το θέμα είχε διευθετηθεί, το άγχος είχε υποχωρήσει και η όρεξή µου είχε επανέλθει. Η Άμπι προχώρησε στον διάδρομο και έστριψε στη γωνία, με τη βαλίτσα της στο χέρι. Δεν µε κοίταξε όταν διέσχισε το σαλόνι προς την εξώπορτα. «Περιστεράκι;» είπα. Προχώρησα ως την ανοιχτή πόρτα και είδα την Άμπι να πηγαίνει προς το αυτοκίνητο της Αμέρικα. Όταν δεν μου απάντησε, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά ως το σηµείο που στέκονταν ο Σέπλι, η Αµέρικα και η Άµπι. «Τι κάνεις;» ρώτησα δείχνοντας τη βαλίτσα. Η Άµπι χαµογέλασε αµήχανα. Ήταν προφανές πως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Περιστεράκι;» «Πηγαίνω τα πράγματά μου στην εστία . Εκεί έχει ένα σωρό πλυντήρια και στεγνωτήρια και έχω άπειρη µπουγάδα». «Θα έφευγες χωρίς να µου το πεις;» συνοφρυώθηκα. «Μα θα ξανάρθει, Τραβ. Μη γίνεσαι παρανοϊκός» είπε η Αµέρικα. «Α» έκανα, αβέβαιος ακόµη. «Θα µείνεις εδώ απόψε;» «Δεν ξέρω. Εξαρτάται από το πότε θα τελειώσω την µπουγάδα». Παρόλο που ήξερα ότι μάλλον ένιωθε ακόμη περίεργα με την απόφασή μου σχετικά µε τον Μπένι, το προσπέρασα, χαµογέλασα και την έσφιξα πάνω µου.


«Σε τρεις εβδομάδες θα μπορώ να πληρώνω κάποιον για να σου κάνει την μπουγάδα. Ή, μάλλον, θα μπορείς να πετάς τα βρόμικα ρούχα σου και να αγοράζεις καινούργια». «Θα ξαναπαλέψεις για λογαριασµό του Μπένι;» ρώτησε σοκαρισµένη η Αµέρικα. «Μου έκανε τέτοια προσφορά, που δεν γινόταν να αρνηθώ». «Τράβις» ξεκίνησε να λέει ο Σέπλι. «Μην αρχίζετε κι εσείς, ρε παιδιά. Αν το Περιστεράκι δεν μπόρεσε να μου αλλάξει γνώµη, δεν θα µπορέσετε εσείς». Η Αµέρικα και η Άµπι κοιτάχτηκαν. «Λοιπόν, να πηγαίνουμε, Άμπι. Θα χρειαστούν αιώνες για να ετοιμαστούν όλα αυτά τα ρούχα». Έσκυψα και φίλησα την Άμπι. Με τράβηξε πάνω της και με φίλησε βαθιά, πράγµα που µε έκανε να νιώσω λίγο καλύτερα. «Τα λέμε αργότερα» είπα κρατώντας ανοιχτή την πόρτα του αυτοκινήτου για να µπει µέσα. «Σ’ αγαπώ πολύ». Ο Σέπλι φόρτωσε τη βαλίτσα της Άμπι στο Χόντα και η Αμέρικα κάθισε στη θέση του οδηγού και φόρεσε τη ζώνη. Έκλεισα την πόρτα της Άμπι και σταύρωσα τα χέρια. Ο Σέπλι στάθηκε δίπλα µου. «Σοβαρά τώρα, δεν πρόκειται να αρχίσεις να παλεύεις για λογαριασμό του Μπένι, έτσι;» «Είναι πολλά λεφτά, Σέπλι. Εξαψήφιο νούµερο για κάθε αγώνα». «Εξαψήφιο;» «Εσύ θα έλεγες όχι;» «Ναι, αν πίστευα ότι η Αµέρικα θα µε παρατούσε». «Δεν πρόκειται να µε παρατήσει η Άµπι γι’ αυτό τον λόγο» γέλασα κοφτά. Καθώς η Αμέρικα έκανε όπισθεν για να βγει από το πάρκινγκ, είδα δάκρυα να τρέχουν στα µάγουλα της Άµπι. Έτρεξα στο παράθυρό της και χτύπησα το τζάµι. «Τι τρέχει, Περιστεράκι;» «Φύγε, Μερ» την είδα να λέει σκουπίζοντας τα µάτια της. Άρχισα να τρέχω δίπλα στο αυτοκίνητο, χτυπώντας με το χέρι μου το τζάμι. Βλέποντας ότι η Άµπι δεν γύριζε να µε κοιτάξει, κυριεύτηκα από πανικό.


«Περιστεράκι; Αµέρικα! Σταµάτα, γαµώτο! Άµπι, µην το κάνεις αυτό!» Η Αμέρικα έστριψε στον κεντρικό δρόμο και πάτησε το γκάζι. Έτρεξα πίσω τους, αλλά όταν το Χόντα χάθηκε σχεδόν από τα μάτια μου, έτρεξα στη Χάρλεϊ. Έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη µου όπως έτρεχα και πήδηξα στη µηχανή. «Τράβις, µην το κάνεις!» µε προειδοποίησε ο Σέπλι. «Με παρατάει, ρε Σέπλι! Γαμώτο!» φώναξα και μάρσαρα προτού καλά καλά βάλω µπρος, έκανα αναστροφή και έφυγα βολίδα. Η Αμέρικα μόλις που είχε κλείσει την πόρτα της όταν έφτασα στο πάρκινγκ της εστίας Μόργκαν. Παραλίγο να ρίξω τη μηχανή έτσι που σταμάτησα, και στη βιασύνη μου δεν κατάφερα να κατεβάσω το σταντ με την πρώτη. Έτρεξα στο Χόντα και άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού. Η Αμέρικα περίμενε με τα δόντια σφιγμένα, έτοιμη για οποιαδήποτε αντίδραση από μέρους μου. Κοίταξα το κτίριο του Μόργκαν, ξέροντας πως η Άµπι ήταν κάπου εκεί µέσα. «Πρέπει να µε αφήσεις να µπω µέσα, Μερ» την παρακάλεσα. «Λυπάμαι» είπε εκείνη, και στη συνέχεια έκανε όπισθεν και βγήκε από το πάρκινγκ. Καθώς ανέβαινα τρέχοντας δύο δύο τα σκαλιά, βγήκε από την πόρτα ένα κορίτσι που δεν είχα ξαναδεί. Κράτησα την πόρτα, αλλά εκείνη µου έκλεισε τον δρόµο. «Δεν µπορείς να µπεις µέσα χωρίς συνοδό». Έβγαλα από την τσέπη µου τα κλειδιά της µηχανής και τα κούνησα µπροστά στα µάτια της. «Η κοπέλα μου, η Άμπι Αμπερνάθι, άφησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της στο σπίτι µου. Θέλω απλώς να της τα δώσω». Το κορίτσι ένευσε αβέβαιο και έκανε στην άκρη. Άρχισα να πηδάω αρκετά σκαλιά σε κάθε βήμα, ώσπου τελικά έφτασα στον όροφο της Άμπι και έξω από την πόρτα της. Πήρα µερικές βαθιές αναπνοές. «Περιστεράκι;» είπα προσπαθώντας να μην κάνω πολύ θόρυβο. «Άσε με να μπω, µωρό µου. Πρέπει να το συζητήσουµε». Δεν απάντησε. «Περιστεράκι, σε παρακαλώ. Έχεις δίκιο. Δεν σε άκουσα. Μπορούμε να το συζητήσουμε κι άλλο, εντάξει; Μόνο… σε παρακαλώ, άνοιξέ μου την πόρτα. Έχω


κατατροµάξει». «Φύγε, Τράβις» ακούστηκε η φωνή της Κάρα από την άλλη πλευρά. Κοπάνησα την πόρτα µε τη γροθιά µου. «Περιστεράκι; Άνοιξε την κωλόπορτα, γαμώτο! Δεν πρόκειται να φύγω μέχρι να µου µιλήσεις! Περιστεράκι!» «Τι;» γρύλισε η Κάρα ανοίγοντας την πόρτα. Έσπρωξε τα γυαλιά της προς τα πάνω και ρούφηξε τη μύτη της. Παρόλο που ήταν τόσο μικροκαμωμένη, το ύφος της ήταν απίστευτα βλοσυρό. Αναστέναξα, ανακουφισμένος που θα κατάφερνα τουλάχιστον να δω την Άμπι. Κοιτάζοντας πάνω από τον ώµο της Κάρα όµως, δεν την έβλεπα πουθενά. «Κάρα» είπα προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. «Πες στην Άμπι ότι πρέπει να τη δω. Σε παρακαλώ». «Δεν είναι εδώ». «Εδώ είναι» είπα, µε την υποµονή µου να εξαντλείται. Η Κάρα έριξε το βάρος στο άλλο της πόδι. «Δεν την έχω δει απόψε. Έχω κάτι µέρες να τη δω, εδώ που τα λέµε». «Το ξέρω πως είναι εδώ!» φώναξα. «Περιστεράκι;» «Δεν είναι… Έι!» τσίριξε η Κάρα όταν την έκανα στην άκρη και µπήκα µέσα. Η πόρτα χτύπησε στον τοίχο. Την τράβηξα και κοίταξα από πίσω, και ύστερα στις ντουλάπες, ακόµα και κάτω από το κρεβάτι. «Περιστεράκι! Πού είναι;» «Δεν την έχω δει!» ούρλιαξε η Κάρα. Βγήκα στον διάδρομο κοιτώντας και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η Κάρα κοπάνησε την πόρτα πίσω µου και ύστερα άκουσα το κλειδί να γυρίζει. Ένιωθα τον τοίχο παγωμένο στην πλάτη μου και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν φορούσα μπουφάν. Αφέθηκα να γλιστρήσω αργά στον τσιμεντένιο τοίχο μέχρι που βρέθηκα καθιστός και έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου. Μπορεί αυτή τη στιγµή να µε σιχαινόταν, αλλά θα ερχόταν στο δωµάτιό της αργά ή γρήγορα. Ύστερα από είκοσι λεπτά έβγαλα το τηλέφωνό µου και της έστειλα µήνυµα. Περιστεράκι, ξέρω ότι είσαι θυµωµένη, ας το συζητήσουµε. Και µετά άλλο ένα.


Σε παρακαλώ, έλα σπίτι. Και µετά κι άλλο. Σε παρακαλώ! Σ’ αγαπώ. Δεν απάντησε. Περίµενα άλλη µισή ώρα και µετά της έστειλα κι άλλα µηνύµατα. Είµαι Μόργκαν, τουλάχιστον πάρε να µου πεις αν έρχεσαι σπίτι απόψε. Περιστεράκι, συγγνώµη, γαµώτο. Σε παρακαλώ, έλα σπίτι. Πρέπει να σε δω. Ξέρεις ότι δεν είµαι παράλογος. Τουλάχιστον απάντησε. Δεν μου αξίζει αυτό, γαμώτο. ΟΚ, μαλάκας που σκέφτηκα ότι όλα τα προβλήματά μας θα λυθούν με χρήματα, αλλά εγώ δεν το σκάω κάθε φορά που έχουµε πρόβληµα. Συγγνώµη, δεν το εννοούσα. Τι θες να κάνω; Θα κάνω ό,τι θες, ΟΚ; Μόνο σε παρακαλώ τηλεφώνησε. Σκατά. Είµαι ερωτευµένος µαζί σου. Δεν καταλαβαίνω πώς µε παρατάς έτσι. Λίγο προτού βγει ο ήλιος, όταν ήμουν πλέον και επίσημα βέβαιος ότι είχα γελοιοποιηθεί εντελώς και αφού η Άμπι θα είχε σιγουρευτεί πως ήμουν για δέσιμο, σηκώθηκα από το πάτωμα. Ήταν απίστευτο που δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη οι τύποι της ασφάλειας για να με μαζέψουν, αλλά αν καθόμουν ακόμη στον διάδρομο όταν θα άρχιζαν τα κορίτσια να φεύγουν για τα μαθήματα, η τύχη μου θα τέλειωνε. Αφού κατέβηκα ηττημένος τα σκαλιά, κάθισα στη μηχανή χωρίς να με νοιάζει που το μόνο πράγμα ανάμεσα στο δέρμα μου και στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα ήταν ένα μπλουζάκι. Ελπίζοντας ότι θα έβλεπα την Άμπι στο μάθημα της Ιστορίας, πήγα σπίτι να ξεπαγώσω το σώμα μου κάτω από το καυτό νερό. Ο Σέπλι στεκόταν στην πόρτα του δωµατίου µου όσο ντυνόµουν. «Τι θέλεις, Σεπ;» «Της µίλησες;» «Όχι». «Καθόλου; Μήνυµα; Τίποτα;» «Είπα όχι» απάντησα απότοµα. «Τραβ» αναστέναξε ο Σεπ. «Μάλλον δεν θα πάει στο μάθημα σήμερα. Δεν θέλω


να µπαίνουµε εγώ και η Αµέρικα στη µέση, αλλά έτσι είπε». «Ίσως να πάει» αντιγύρισα κουµπώνοντας τη ζώνη µου. Έβαλα την αγαπημένη κολόνια της Άμπι, φόρεσα το μπουφάν και πήρα το σακίδιό µου. «Περίµενε, θα σε πάω». «Όχι, θα πάρω τη µηχανή». «Γιατί;» «Μήπως δεχτεί να έρθει µαζί µου σπίτι να το κουβεντιάσουµε». «Τράβις, νοµίζω ότι πρέπει να αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι ίσως να µην…» «Σκάσε, ρε Σεπ, γαμώτο» είπα κοιτάζοντάς τον θυμωμένα. «Για μια φορά μόνο, μην είσαι λογικός. Μην προσπαθείς να με σώσεις. Να είσαι απλώς φίλος μου, εντάξει;» «Εντάξει». Η Αµέρικα βγήκε από το δωµάτιο του Σέπλι, µε τις πιτζάµες ακόµη. «Τράβις, ξέχνα την. Από τη στιγμή που ξεκαθάρισες ότι θα δουλεύεις για τον Μπένι, το πράγμα τελείωσε». Βλέποντας

ότι

δεν απαντούσα, συνέχισε.

«Τράβις…» «Μη. Χωρίς παρεξήγηση, Μερ, αλλά δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάξω αυτή τη στιγµή». Χωρίς να περιμένω απάντηση, κοπάνησα την πόρτα πίσω μου. Η μόνη αξία που είχαν αυτοί οι θεατρινισμοί ήταν ότι μου επέτρεπαν να ξεχνάω λίγο το άγχος μου για το αν θα έβλεπα την Άμπι. Καλύτερα αυτό παρά να πέσω πανικόβλητος στα γόνατα και να την ικετεύω να γυρίσει μέσα στην τάξη. Βέβαια, θα το έκανα κι αυτό αν ήταν απαραίτητο για να την πείσω. Περπατούσα αργά προς την τάξη, δεν πήρα καν το ασανσέρ και πάλι ήμουν εκεί μισή ώρα νωρίτερα. Ήλπιζα ότι θα εμφανιζόταν η Άμπι, ότι θα είχαμε λίγο χρόνο να μιλήσουμε πριν από το μάθημα, αλλά όταν σχόλασε η προηγούμενη τάξη, η Άμπι ακόμη δεν είχε έρθει. Κάθισα δίπλα στην άδεια θέση της και πείραζα το δερμάτινο περιβραχιόνιό μου όσο οι άλλοι φοιτητές έμπαιναν στην τάξη και κάθονταν στις θέσεις τους. Γι’ αυτούς ήταν µια συνηθισµένη µέρα. Ένιωθα µεγάλη ενόχληση βλέποντας τον δικό τους κόσμο να συνεχίζει την πορεία του ενώ ο δικός


µου κατέρρεε. Εκτός από μερικούς καθυστερημένους που μπήκαν στα κρυφά λίγο μετά τον Τσέινι, ήταν όλοι παρόντες – όλοι εκτός από την Άμπι. Ο κύριος Τσέινι άνοιξε το βιβλίο του, χαιρέτησε την τάξη και ξεκίνησε τη διάλεξή του. Δεν ξεχώριζα τις λέξεις του μέσα από τους χτύπους της καρδιάς μου, που ήταν σαν να φούσκωνε στο στήθος μου όλο και περισσότερο με κάθε ανάσα που έπαιρνα. Τα δόντια μου σφίγγονταν και τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα όσο σκεφτόμουν πως η Άμπι βρισκόταν κάπου αλλού, ανακουφισμένη που ήταν μακριά μου, πράγμα που έκανε τον θυμό μου να φουντώνει. Σηκώθηκα όρθιος και κοίταξα το θρανίο της Άµπι. «Εµ… κύριε Μάντοξ, είστε καλά;» ρώτησε ο κύριος Τσέινι. Κλότσησα το θρανίο της και μετά το δικό μου. Οι τσιρίδες και οι κραυγές έκπληξης από τους υπόλοιπους φοιτητές µετά βίας έφταναν στα αυτιά µου. «Στον διάολο!» ούρλιαξα κλοτσώντας πάλι το θρανίο µου. «Κύριε Μάντοξ» είπε ο κύριος Τσέινι με παράδοξα ήρεμη φωνή. «Νομίζω πως το καλύτερο είναι να βγείτε έξω να πάρετε λίγο αέρα». Στάθηκα µπροστά στα αναποδογυρισµένα θρανία λαχανιασµένος. «Βγες από την αίθουσα, Τράβις. Τώρα αμέσως» είπε ο Τσέινι, και αυτή τη φορά ο τόνος του ήταν πιο αυστηρός. Άρπαξα το σακίδιό μου από το πάτωμα και έσπρωξα την πόρτα, ακούγοντάς τη να βροντάει µε δύναµη στον τοίχο. «Τράβις!» Το μόνο που πρόσεξα σχετικά με τη φωνή ήταν πως ήταν γυναικεία. Έκανα μεταβολή, ελπίζοντας για μια στιγμή πως ίσως να ήταν η Άμπι. Η Μέγκαν έτρεχε στον διάδροµο και σταµάτησε δίπλα µου. «Νόμιζα πως είχες μάθημα». Χαμογέλασε. «Θα κάνεις τίποτα ενδιαφέρον το Σαββατοκύριακο;» «Τι θέλεις;» Ύψωσε το ένα φρύδι της, µε ένα ύφος αναγνώρισης. «Σε ξέρω καλά. Είσαι θυμωμένος. Δεν πήγαν καλά τα πράγματα με την καλόγρια;»


Δεν απάντησα. «Το ήξερα από την αρχή». Ανασήκωσε τους ώμους και μετά με πλησίασε κι άλλο, ψιθυρίζοντας στο αυτί μου τόσο κοντά, που τα σαρκώδη χείλη της με χάιδευαν. «Είµαστε ίδιοι, Τράβις· δεν είµαστε καλοί για κανέναν». Την κοίταξα στα μάτια, στα χείλη και μετά πάλι στα μάτια. Εκείνη έγειρε προς το µέρος µου µε το χαρακτηριστικό της σέξι χαµόγελο. «Άντε γαµήσου, Μέγκαν». Το χαµόγελό της εξαφανίστηκε κι έφυγα.


22

Καλός για κανέναν

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΟΥ ΦΑΝΗΚΕ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ. Αποφασίσαμε με την Αμέρικα ότι θα ήταν καλύτερα αν έμενε για λίγο καιρό στο Μόργκαν. Ο Σέπλι συμφώνησε διστακτικά. Η Άμπι δεν εμφανίστηκε σε κανένα από τα τρία μαθήματα Ιστορίας και

δεν

έτρωγε

στο

εστιατόριο

του πανεπιστημίου αλλά

κάπου αλλού.

Προσπάθησα να την πετύχω στο τέλος κάποιων άλλων μαθημάτων που είχε, αλλά είτε δεν πήγαινε ούτε εκεί είτε έφευγε πιο νωρίς. Ούτε στο τηλέφωνο απαντούσε. Ο Σέπλι με διαβεβαίωσε πως ήταν καλά, πως δεν της είχε συμβεί κάτι. Όσο φρικτό κι αν ήταν που χρειάζονταν ενδιάμεσοι, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα αν είχαμε αποκοπεί εντελώς και δεν είχα ιδέα αν ζούσε ή αν πέθανε. Παρόλο που έμοιαζε να μη θέλει καμία επαφή μαζί μου, δεν μπορούσα να σταματήσω να ελπίζω ότι κάποια στιγμή σύντομα θα με συγχωρούσε ή ότι θα άρχιζα να της λείπω όσο μου έλειπε κι εμένα εκείνη και θα εμφανιζόταν στο σπίτι. Δεν άντεχα να σκέφτομαι ότι δεν θα την ξαναέβλεπα, κι έτσι αποφάσισα να συνεχίσω να περιµένω. Την Παρασκευή, ο Σέπλι µού χτύπησε την πόρτα. «Έλα» είπα από το κρεβάτι όπου ήµουν ξαπλωµένος, κοιτάζοντας το ταβάνι. «Θα βγεις απόψε, φίλε;» «Όχι». «Ίσως θα έπρεπε να τηλεφωνήσεις στον Τρεντ. Να πάτε να πιείτε κανένα ποτό


και να βγάλεις λίγο από το µυαλό σου αυτή την ιστορία». «Όχι». «Άκου, θα έρθει η Αμέρικα αποδώ» αναστέναξε ο Σέπλι «αλλά… δεν μου αρέσει που σου το ζητάω αυτό… αλλά δεν θέλω να αρχίσεις να της κολλάς ρωτώντας τη για την Άμπι. Με τα χίλια ζόρια την έπεισα να έρθει. Θέλει να καθίσει μόνο μέσα στο δωµάτιό µου. Εντάξει;» «Ναι». «Πάρε τον Τρεντ. Και πρέπει να φας κάτι και να κάνεις και κανένα ντους. Έχεις τα χάλια σου». Ο Σέπλι έκλεισε την πόρτα. Από τότε που την είχα σπάσει, δεν έκλεινε καλά. Κάθε φορά που κάποιος την έκλεινε, θυμόμουν εκείνη τη μέρα που διέλυσα το διαµέρισµα όταν µε παράτησε η Άµπι και ότι λίγο αργότερα γύρισε, καταλήγοντας στην πρώτη µας φορά. Έκλεισα τα μάτια μου, αλλά, όπως κάθε βράδυ εκείνη την εβδομάδα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Μου φαινόταν αδιανόητο ότι υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Σέπλι που περνούσαν αυτό το βασανιστήριο ξανά και ξανά με διαφορετικά κορίτσια. Αν συναντούσα κάποια μετά την Άμπι, ακόμα κι αν ήταν υπολογίσιμη, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα κατάφερνα να προσφέρω πάλι έτσι την καρδιά μου. Δεν θα ήθελα να ξανανιώσω έτσι. Ήταν σαν αργός θάνατος. Απ’ ό,τι φαίνεται είχα δίκιο που φερόµουν όπως φερόµουν πιο παλιά. Είκοσι λεπτά αργότερα, άκουσα τη φωνή της Αμέρικα στο σαλόνι. Οι χαμηλές φωνές τους όσο συζητούσαν κρυμμένοι από μένα στο δωμάτιο του Σέπλι αντηχούσαν σε όλο το διαμέρισμα. Δεν άντεχα ούτε καν τη φωνή της Αμέρικα. Η σκέψη ότι είχε πιθανότατα μιλήσει στην Άμπι πριν από λίγο ήταν ανυπόφορη. Πίεσα τον εαυτό μου να σηκωθώ και να πάω στο μπάνιο για να κάνω ένα ντους και να ασχοληθώ και με διάφορα άλλα θέματα υγιεινής που είχα παραμελήσει όλη την εβδομάδα. Ο ήχος του νερού έπνιξε τη φωνή της Αμέρικα, αλλά, μόλις το έκλεισα, την άκουγα και πάλι. Ντύθηκα και πήρα τα κλειδιά της μηχανής, έτοιμος να πάω μια μεγάλη βόλτα. Θα κατέληγα μάλλον στο σπίτι του πατέρα μου για να ανακοινώσω τα νέα. Τη στιγμή που περνούσα μπροστά από το δωμάτιο του Σέπλι, χτύπησε το τηλέφωνο


της Αμέρικα. Ήταν ο ήχος που έκανε όταν την καλούσε η Άμπι. Σφίχτηκε το στοµάχι µου. «Μπορώ να έρθω να σε πάρω και να πάµε κάπου για φαγητό» είπε. Η Άμπι πεινούσε. Μπορεί να πήγαινε στο εστιατόριο του πανεπιστημίου. Έτρεξα στη μηχανή και έφυγα φουλαριστός, αγνοώντας τα κόκκινα φανάρια και τα στοπ µέχρι να φτάσω στην πανεπιστηµιούπολη. Όταν έφτασα στο εστιατόριο, η Άμπι δεν ήταν εκεί. Περίμενα λίγο ακόμα, αλλά δεν εμφανίστηκε. Κρέμασα το κεφάλι και έσυρα τα πόδια μου ως το πάρκινγκ. Ήταν μια ήρεμη βραδιά. Έκανε κρύο. Το αντίθετο της βραδιάς που είχα περπατήσει με την Άμπι ως το Μόργκαν αφού είχα κερδίσει το στοίχημα, και με έκανε να νιώθω πιο έντονα πόσο άδεια μού φαινόταν η ζωή μου χωρίς εκείνη δίπλα µου. Μια μικρόσωμη φιγούρα εμφανίστηκε μερικά μέτρα πιο κάτω, περπατώντας μόνη προς το εστιατόριο. Ήταν η Άμπι. Είχε τα μαλλιά της μαζεμένα κότσο και όταν πλησίασε είδα ότι δεν ήταν καθόλου βαμμένη. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και φορούσε µόνο µια χοντρή γκρίζα ζακέτα. «Περιστεράκι;» είπα και βγήκα από το σκοτάδι στα φώτα. Η Άµπι σταµάτησε απότοµα και µετά χαλάρωσε λίγο µόλις µε αναγνώρισε. «Χριστέ µου, Τράβις! Με κατατρόµαξες!» «Αν σήκωνες το τηλέφωνο, δεν θα χρειαζόταν να κρύβοµαι στα σκοτάδια». «Τα χάλια σου έχεις» είπε. «Όλη την εβδοµάδα χάλια είµαι». Έσφιξε τα χέρια της περισσότερο γύρω από το κορμί της και με δυσκολία συγκρατήθηκα να µην την αγκαλιάσω για να τη ζεστάνω. «Πάω να πάρω κάτι να φάω» είπε η Άµπι. «Θα σε πάρω αργότερα, εντάξει;» «Όχι. Πρέπει να µιλήσουµε». «Τραβ…» «Απέρριψα την πρόταση του Μπένι. Του τηλεφώνησα την Τετάρτη και του το είπα». Ήλπιζα ότι θα χαμογελούσε ή ότι τουλάχιστον θα έδειχνε με κάποιον τρόπο ότι ενέκρινε την κίνησή µου, αλλά το πρόσωπό της παρέµεινε ανέκφραστο.


«Δεν ξέρω τι θέλεις να σου πω, Τράβις». «Πες ότι µε συγχωρείς. Πες ότι θα µε δεχτείς πίσω». «Δεν µπορώ». Το πρόσωπό μου συσπάστηκε. Η Άμπι πήγε να με προσπεράσει, αλλά ενστικτωδώς στάθηκα µπροστά της. Αν έφευγε αυτή τη φορά, θα την έχανα. «Δεν έχω κοιμηθεί, δεν έχω φάει… δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Το ξέρω ότι με αγαπάς. Όλα θα γίνουν όπως πριν αν γυρίσεις». «Δεν λειτουργούμε καλά, Τράβις». Έκλεισε τα μάτια της. «Νομίζω ότι περισσότερο απ’ όλα σε ενδιαφέρει να σου ανήκω, να είµαι δικιά σου». «Δεν είναι αλήθεια. Σ’ αγαπάω περισσότερο κι από τη ζωή µου, Περιστεράκι». «Αυτό ακριβώς εννοώ. Αυτά που λες είναι τρέλες». «Δεν είναι τρέλες. Είναι η αλήθεια». «Μάλιστα… και πώς ακριβώς πάει η κατάταξη για σένα; Πρώτα τα λεφτά, μετά εγώ, μετά η ζωή σου… ή μήπως υπάρχει κάτι που τοποθετείς πάνω από τα λεφτά;» «Έχω καταλάβει τι έκανα, εντάξει; Το καταλαβαίνω ότι σου φαίνεται έτσι, αλλά, αν ήξερα ότι θα µε άφηνες, ποτέ δεν θα… ήθελα απλώς να σε φροντίσω». «Το ξαναείπες αυτό». «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό, δεν το αντέχω… με σκοτώνει» είπα στα πρόθυρα του πανικού. Το τείχος που κρατούσε υψωμένο γύρω της η Άμπι όσο ήμασταν απλώς φίλοι είχε και πάλι ορθωθεί, πιο ισχυρό από ποτέ. Δεν με άκουγε. Δεν μπορούσα να την κάνω να καταλάβει. «Τέλειωσα, Τράβις». «Μην το λες αυτό» µόρφασα. «Τελείωσε, Τράβις. Πήγαινε σπίτι σου». Την κοίταξα έκπληκτος. «Εσύ είσαι το σπίτι µου». Η Άμπι πάγωσε, και για μια στιγμή ένιωσα ότι με είχε ακούσει πραγματικά, αλλά µετά τα µάτια της θάµπωσαν πάλι και το τείχος υψώθηκε ξανά. «Έκανες την επιλογή σου, Τραβ, κι εγώ τη δική µου».


«Δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου στο Λας Βέγκας, δεν πρόκειται να πλησιάσω τον Μπένι… θα τελειώσω τις σπουδές μου. Αλλά σε έχω ανάγκη. Σε χρειάζοµαι. Είσαι η καλύτερή µου φίλη». Για πρώτη φορά από τότε που ήμουν παιδάκι, δάκρυα μου έκαψαν τα μάτια και κύλησαν στα µάγουλά µου. Δεν µπορούσα να συγκρατηθώ, άρπαξα την Άµπι, την αγκάλιασα και τη φίλησα στο στόμα. Το στόμα της ήταν παγωμένο και σφιγμένο, κι έτσι κράτησα το πρόσωπό της στα χέρια μου και τη φίλησα ακόμα πιο παθιασµένα, αναζητώντας απελπισµένα µια αντίδραση. «Φίλα με» την παρακάλεσα. Η Άμπι κρατούσε το στόμα της σφιγμένο, αλλά το σώμα της ήταν σαν άψυχο. Αν την άφηνα από τα χέρια μου, θα έπεφτε. «Φίλα µε!» εκλιπαρούσα. «Σε παρακαλώ, Περιστεράκι! Του είπα όχι!» «Παράτα με, Τράβις!» φώναξε και με έσπρωξε με τον ώμο της για να με προσπεράσει, αλλά την έπιασα από τον καρπό

· το χέρι της είχε μείνει ίσιο,

τεντωµένο προς τα πίσω, κι εκείνη δεν γύριζε. «Σε ικετεύω». Έπεσα στα γόνατα, κρατώντας ακόμη το χέρι της. Καθώς μιλούσα η ανάσα μου μετατρεπόταν σε ατμό, υπενθυμίζοντάς μου το κρύο. «Σε ικετεύω, Άµπι. Μην το κάνεις αυτό». Έστριψε λίγο το σώμα της και το βλέμμα της έπεσε στον καρπό μου, στο τατουάζ µου· το τατουάζ που έγραφε το όνομά της. Ύστερα απέστρεψε το βλέμμα της και κοίταξε προς το εστιατόριο. «Άφησέ µε, Τράβις». Ένιωσα να χάνομαι και, με κάθε ελπίδα μου να έχει εξανεμιστεί, άφησα το χέρι της να γλιστρήσει από τα δάχτυλά μου. Η Άμπι απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω της κι εγώ ακούμπησα τα χέρια μου στο πεζοδρόμιο. Δεν θα ξαναγυρνούσε. Δεν µε ήθελε πια και δεν µπορούσα να κάνω τίποτα για να της αλλάξω γνώµη. Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να βρω αρκετή δύναμη ώστε να σηκωθώ όρθιος. Τα πόδια μου αρνούνταν να κουνηθούν, αλλά κατάφερα τελικά να φτάσω μέχρι τη Χάρλεϊ. Κάθισα στη μηχανή και άφησα τα δάκρυά μου να κυλήσουν. Μόνο μια φορά είχα ξανανιώσει την απώλεια, αλλά αυτή εδώ έμοιαζε πιο αληθινή. Η απώλεια της Άμπι δεν ήταν μια ιστορία που θυμόμουν από την παιδική μου ηλικία· ήταν μπροστά μου, με σακάτευε σαν ασθένεια, μου έκλεβε τις αισθήσεις


και με πονούσε φρικτά, σωματικά. Τα λόγια της μητέρας μου αντήχησαν στ’ αυτιά µου. Η Άµπι ήταν το κορίτσι για το οποίο έπρεπε να παλέψω, και είχα πέσει πολεµώντας. Ό,τι και να έκανα δεν θα ήταν ποτέ αρκετό. Ένα κόκκινο

Dodge Intrepid σταμάτησε δίπλα στη μηχανή μου. Ήξερα ποιος

ήταν χωρίς να χρειαστεί να κοιτάξω. Ο Τρέντον έσβησε τη μηχανή και έβγαλε το χέρι του από το ανοιχτό παράθυρο. «Έι». «Έι» είπα, σκουπίζοντας τα µάτια µου µε το µανίκι του µπουφάν µου. «Δύσκολη βραδιά;» «Ναι» ένευσα, κοιτάζοντας το ρεζερβουάρ της µηχανής. «Μόλις σχόλασα. Έχω ανάγκη για ένα ποτό, γαµώτο. Έλα µαζί µου στο Dutch». Πήρα μια βαθιά, τρεμουλιαστή ανάσα. Ο Τρέντον, όπως ο μπαμπάς και τα υπόλοιπα αδέλφια μου, ήξερε πάντα πώς να με χειριστεί. Ξέραμε και οι δύο ότι δεν έπρεπε να οδηγήσω στην κατάσταση που βρισκόµουν. «Ναι». «Ναι;» είπε ο Τρέντον χαµογελώντας έκπληκτος. Κατέβηκα από τη μηχανή και πήγα στην πόρτα του συνοδηγού του Τρέντον. Η ζέστη από το καλοριφέρ μού έκαψε το δέρμα και ένιωσα για πρώτη φορά εκείνη τη βραδιά πόσο δυνατό κρύο έκανε, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήμουν αρκετά καλά ντυµένος. «Σε πήρε ο Σέπλι;» «Ναι».

Έκανε

όπισθεν

και

οδήγησε

αργά

μέσα

από

το

πάρκινγκ,

κατευθυνόμενος προς τον δρόμο. Με κοίταξε καλά καλά. «Νομίζω πως ένας τύπος που τον λένε Φρεντς τηλεφώνησε στην κοπέλα του Σεπ και είπε πως τσακωνόσουν µε την Άµπι έξω από το εστιατόριο». «Δεν τσακωνόµασταν. Απλώς… προσπαθούσα να την πείσω να γυρίσει». Ο Τρέντον ένευσε και βγήκε στον δρόµο. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ». Δεν ξαναμιλήσαμε μέχρι που καθίσαμε στο μπαρ του

Dutch. Μάζευε σκληρούς

τύπους, αλλά ο Μπιλ, ο ιδιοκτήτης, που ήταν και μπάρμαν, γνώριζε καλά τον μπαμπά από τότε που ήμασταν παιδιά και οι περισσότεροι θαμώνες μάς είχαν δει


να µεγαλώνουµε. «Καλώς τα παιδιά. Καιρό είχαμε να σας δούμε» είπε ο Μπιλ, σκουπίζοντας τον πάγκο προτού φέρει από µια µπίρα και ένα σφηνάκι στον καθένα µας. «Γεια σου, Μπιλ» είπε ο Τρέντον, πίνοντας κατευθείαν το σφηνάκι του. «Είσαι καλά, Τράβις;» ρώτησε ο Μπιλ. «Θα νιώσει καλύτερα ύστερα από μερικούς γύρους» απάντησε ο Τρέντον για µένα. Ένιωθα ευγνωμοσύνη. Αν μιλούσα εκείνη τη στιγμή, μπορεί να έβαζα τα κλάματα. Ο Τρέντον συνέχισε να μου παραγγέλνει ουίσκι μέχρι που μούδιασε το στόμα μου και κόντευα να λιποθυμήσω. Πρέπει όντως να λιποθύμησα κάποια στιγμή ανάμεσα στο μπαρ και το σπίτι, γιατί ξύπνησα την επόμενη μέρα στον καναπέ με όλα μου τα ρούχα, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα πώς είχα βρεθεί εκεί. Ο Σέπλι έκλεισε την πόρτα και άκουσα τον οικείο ήχο από το Χόντα της Αμέρικα να ξεκινάει και να φεύγει. Ανακάθισα και έκλεισα το ένα µου µάτι. «Περάσατε καλά;» «Ναι. Εσύ;» «Μάλλον. Με ακούσατε όταν ήρθα;» «Ναι, σε κουβάλησε πάνω ο Τρεντ και σε πέταξε στον καναπέ. Γελούσες, άρα µάλλον ήταν καλή η βραδιά». «Ο Τρεντ είναι καµιά φορά µαλάκας, αλλά είναι καλός αδελφός». «Όντως, είναι. Πεινάς;» «Με τίποτα» βόγκηξα. «Καλά λοιπόν, θα ετοιµάσω δηµητριακά για µένα». Κάθισα στον καναπέ συλλογιζόμενος την προηγούμενη νύχτα. Οι τελευταίες ώρες ήταν θολές, αλλά όταν θυμήθηκα τη στιγμή που συνάντησα την Άμπι στην πανεπιστηµιούπολη, ένιωσα φρίκη. «Είπα στη Μερ ότι έχουμε σχέδια για σήμερα. Έλεγα να πάμε στο ξυλουργείο να φτιάξουµε αυτή την κωλοπόρτα σου που τρίζει». «Δεν χρειάζεται να µου κάνεις την νταντά, Σεπ». «Δεν σου κάνω την νταντά. Φεύγουμε σε μισή ώρα. Πλύσου πρώτα όμως, γιατί


βρομάς» είπε και κάθισε στην πολυθρόνα με το μπολ στα χέρια. «Και μετά θα έρθουµε σπίτι να διαβάσουµε. Έρχεται εξεταστική». «Σκατά» ξεφύσηξα. «Θα παραγγείλω πίτσα για το μεσημέρι και μπορούμε να φάμε ό,τι περισσέψει το βράδυ». «Πλησιάζει η Ημέρα των Ευχαριστιών, το ξέχασες; Θα τρώω πίτσα πρωί μεσημέρι βράδυ για δύο µέρες συνεχόµενα. Όχι, ευχαριστώ». «Εντάξει, κινέζικο τότε». «Μάλιστα, µεγάλη διαφορά» είπα. «Δίκιο έχεις. Κάνει καλό όµως, πίστεψέ µε». Κούνησα αργά το κεφάλι, ευχόµενος να είχε δίκιο.

Οι μέρες περνούσαν αργά. Αλλά οι νύχτες περνούσαν λίγο πιο γρήγορα, καθώς καθόμασταν μελετώντας μέχρι αργά μαζί με τον Σέπλι, καμιά φορά και με την Αμέρικα. Ο Τρέντον είχε υποσχεθεί να μην πει τίποτα στον μπαμπά ή στους υπόλοιπους Μάντοξ σχετικά με την Άμπι, παρά μόνο μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών, αλλά και πάλι έτρεμα εκείνη τη στιγμή, αφού είχα πει σε όλους ότι θα ερχόταν κι εκείνη μαζί μου. Θα ρωτούσαν πού ήταν και θα καταλάβαιναν αµέσως αν έλεγα ψέµατα. Μετά το τελευταίο µου µάθηµα την Παρασκευή, τηλεφώνησα στον Σέπλι. «Κοίτα, ξέρω πως δεν πρέπει να σε ρωτήσω, αλλά πρέπει να μάθεις πού θα πάει η Άµπι στις διακοπές». «Α, πανεύκολο. Μαζί μας θα είναι. Τις γιορτές τις περνάει στο σπίτι της Αµέρικα». «Σοβαρά;» «Ναι, γιατί;» «Τίποτα» είπα κλείνοντας απότοµα το τηλέφωνο. Τριγυρνούσα στην πανεπιστημιούπολη μέσα στο ψιλόβροχο, περιμένοντας να τελειώσει το μάθημα της Άμπι. Έξω από το κτίριο Χούβερ είδα μαζεμένα μερικά παιδιά από την τάξη των Μαθηματικών της Άμπι. Ξεχώρισα την πλάτη του


Πάρκερ και μετά την Άμπι. Ήταν χωμένη μέσα στο βαρύ παλτό της και έμοιαζε αμήχανη καθώς ο Πάρκερ φλυαρούσε. Τράβηξα πιο χαμηλά το καπέλο του μπέιζμπολ και έτρεξα προς το μέρος τους. Το βλέμμα της Άμπι έπεσε πάνω μου. Μόλις με αναγνώρισε, ύψωσε ανεπαίσθητα τα φρύδια. Μέσα στο μυαλό μου επαναλάμβανα διαρκώς τα ίδια λόγια: «Ό,τι μαλακία και να πει ο Πάρκερ, μη δώσεις σημασία. Μην τα γαμήσεις. Μην. Τα. Γαμήσεις». Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Πάρκερ έφυγε χωρίς να μου πει ούτε μια λέξη. Έβαλα τα χέρια μου στην µπροστινή τσέπη του φούτερ µου. «Ο Σέπλι µού είπε ότι θα πάτε όλοι µαζί στη Γουίτσιτα αύριο». «Ναι, και;» «Θα περάσεις όλες τις µέρες των γιορτών στης Αµέρικα;» Ανασήκωσε τους ώµους προσπαθώντας να το παίξει άνετη. «Είµαι πολύ δεµένη µε τους γονείς της». «Και η µαµά σου;» «Είναι μονίμως μεθυσμένη, Τράβις. Ούτε που θα πάρει χαμπάρι πως είναι η Ηµέρα των Ευχαριστιών». Το στομάχι μου σφίχτηκε, γιατί ήξερα πως η απάντηση στην επόμενη ερώτηση θα ήταν η τελευταία μου ευκαιρία. Ξαφνικά ακούστηκαν βροντές και σήκωσα το κεφάλι, μισοκλείνοντας τα μάτια καθώς χοντρές σταγόνες έπεσαν στο πρόσωπό µου. «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη» είπα σκύβοντας για να αποφύγω τη βροχή. «Έλα δω» τράβηξα την Άµπι κάτω από το κοντινότερο υπόστεγο για να µη βραχεί. «Τι είδους χάρη;» ρώτησε καχύποπτα ενώ η βροχή έκανε τόσο θόρυβο, που δυσκολευόµουν να ακούσω τι µου έλεγε. «Εεε…» κουνιόμουν νευρικά, το άγχος μου κόντευε να με κυριεύσει. Μια φωνή μέσα μου φώναξε να εγκαταλείψω την προσπάθεια, αλλά ήμουν αποφασισμένος. «Ο πατέρας µου και τα παιδιά σε περιµένουν την Πέµπτη». «Τράβις!» φώναξε η Άµπι. «Είχες πει ότι θα ερχόσουν» είπα χαµηλώνοντας το βλέµµα. «Το ξέρω, αλλά… δεν είναι και πολύ σωστό έτσι όπως έχουν τα πράγματα, δεν νοµίζεις;»


«Είχες πει ότι θα ερχόσουν» επανέλαβα, προσπαθώντας να διατηρήσω ήρεμη τη φωνή µου. «Ήµασταν ακόµη µαζί όταν το είπα. Το ήξερες ότι τώρα δεν θα ερχόµουν». «Όχι, δεν το ήξερα, και τώρα είναι πολύ αργά. Ο Τόμας έχει βγάλει εισιτήρια να έρθει και ο Τάιλερ πήρε άδεια από τη δουλειά. Ανυποµονούν όλοι να σε δουν». Η Άµπι έκανε µια γκριµάτσα, στριφογυρίζοντας µια τούφα απ’ τα µαλλιά της. «Μα θα έρχονταν ούτως ή άλλως, έτσι δεν είναι;» «Όχι όλοι. Χρόνια έχουμε να μαζευτούμε όλοι μαζί για την Ημέρα των Ευχαριστιών. Έβαλαν όλοι τα δυνατά τους για να έρθουν, γιατί τους υποσχέθηκα κανονικό γεύμα. Έχει να μπει γυναίκα στην κουζίνα μας από τότε που πέθανε η µαµά και…» «Καθόλου σεξιστικό αυτό που λες τώρα». «Δεν το εννοούσα έτσι, Περιστεράκι, έλα τώρα. Θέλουμε όλοι να σε δούμε εκεί, αυτό είναι όλο». «Δεν τους είπες για εµάς, έτσι;» «Ο μπαμπάς θα ήθελε να μάθει λεπτομέρειες και δεν είμαι έτοιμος να το συζητήσω μαζί του. Θα ακούσω τον εξάψαλμο για το πόσο ηλίθιος είμαι. Σε παρακαλώ, Περιστεράκι, έλα». «Πρέπει να βάλω τη γαλοπούλα στον φούρνο στις έξι το πρωί. Θα πρέπει να φύγουµε αποδώ στις πέντε…» «Ή µπορούµε να µείνουµε εκεί». «Με τίποτα! Δεν φτάνει που θα αναγκαστώ να πω ψέματα στην οικογένειά σου και να προσποιούµαι πως είµαστε µαζί». Η αντίδρασή της, αν και αναµενόµενη, µου πλήγωσε λίγο τον εγωισµό. «Κάνεις λες και σου ζήτησα να κρεµαστείς». «Έπρεπε να τους το είχες πει!» «Θα τους το πω. Μετά τις Ευχαριστίες… θα τους το πω». Αναστέναξε και κοίταξε από την άλλη. Η αναμονή για την απάντησή της ήταν χειρότερη κι από βασανιστήριο. «Αν μου υποσχεθείς ότι όλα αυτά δεν είναι κόλπο για να τα ξαναβρούμε, θα έρθω».


Κούνησα το κεφάλι µου, προσπαθώντας να κρύψω τη χαρά µου. «Το υπόσχοµαι». Έσφιξε τα χείλη της, αλλά στα µάτια της φαινόταν ένα αµυδρό χαµόγελο. «Τα λέµε στις πέντε». Έσκυψα να τη φιλήσω στο μάγουλο. Σκόπευα να της δώσω ένα πεταχτό φιλί, αλλά τα χείλη μου είχαν επιθυμήσει το δέρμα της και δυσκολεύτηκα να αποµακρυνθώ. «Ευχαριστώ, Περιστεράκι». Αφού ο Σέπλι και η Αμέρικα έφυγαν με το Χόντα για τη Γουίτσιτα, καθάρισα το διαμέρισμα, δίπλωσα τα ρούχα από το τελευταίο πλυντήριο, κάπνισα μισό πακέτο τσιγάρα, ετοίμασα ένα σακ βουαγιάζ και μετά άρχισα να βρίζω το ρολόι που κουνιόταν τόσο αργά. Όταν πήγε πια τέσσερις και μισή, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και πήρα το αυτοκίνητο του Σέπλι προσπαθώντας να µη σανιδώσω το γκάζι πηγαίνοντας προς το Μόργκαν. Μόλις έφτασα έξω από την πόρτα της Άμπι, ξαφνιάστηκα µε το παραξενεµένο ύφος της. «Τράβις» είπε αναστενάζοντας. «Είσαι έτοιµη;» «Για ποιο πράγµα;» σήκωσε το φρύδι. «Είπες να έρθω να σε πάρω στις πέντε». Σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. «Εννοούσα στις πέντε το πρωί!» «Α. Θα πρέπει μάλλον να πάρω τον μπαμπά μου να του πω ότι δεν θα μείνουμε εκεί τελικά το βράδυ». «Τράβις!» φώναξε. «Πήρα το αυτοκίνητο του Σεπ για να μην κουβαλάμε τις τσάντες πάνω στη μηχανή. Υπάρχει δωμάτιο για να κοιμηθείς. Μπορούμε να δούμε καμιά ταινία ή…» «Δεν πρόκειται να µείνω στο σπίτι του µπαµπά σου!» «Εντάξει». Το πρόσωπό µου σκοτείνιασε. «Εµ… τα λέµε το πρωί». Έκανα ένα βήμα πίσω και η Άμπι έκλεισε την πόρτα. Θα ερχόταν, αλλά όλη η οικογένεια θα ήξερε ότι κάτι έτρεχε αν δεν εμφανιζόταν απόψε, όπως τους είχα


υποσχεθεί. Προχωρούσα αργά στον διάδρομο καθώς σχημάτιζα τον αριθμό του πατέρα μου. Θα ήθελε να μάθει τον λόγο και δεν ήθελα να του πω ψέματα κατάµουτρα. «Τράβις, περίμενε». Γύρισα και είδα την Άμπι να στέκεται στον διάδρομο. «Περίµενε µισό λεπτό να µαζέψω µερικά πράγµατα». Χαμογέλασα νιώθοντας τεράστια ανακούφιση. Πήγαμε μαζί ως το δωμάτιό της και περίμενα στην πόρτα όσο έβαζε πράγματα σε έναν σάκο. Η σκηνή μού έφερε στο μυαλό το βράδυ που είχα κερδίσει το στοίχημα και συνειδητοποίησα ότι δεν θα ήθελα να αλλάξω ούτε ένα δευτερόλεπτο απ’ όσα είχαµε περάσει µαζί. «Σ’ αγαπάω ακόµη, Περιστεράκι». «Μην αρχίζεις». Δεν µε κοίταξε. «Δεν το κάνω για σένα». Πήρα µια βαθιά ανάσα και ένιωσα τον πόνο να απλώνεται σε όλο µου το στήθος. «Το ξέρω».


23

Οµιλία αποδοχής

Η ΕΥΚΟΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΖΗΤΟΥΣΑΜΕ πάντα είχε τώρα χαθεί. Δεν μου ερχόταν στο μυαλό κανένα θέμα που να μου φαίνεται κατάλληλο και δεν ήθελα να την εκνευρίσω προτού καν φτάσουμε στο σπίτι του πατέρα μου. Το σχέδιό μου ήταν το εξής: Παίζοντας θέατρο μπροστά στους δικούς μου θα καταλάβαινε ότι της λείπω, και τότε θα είχα ίσως μια ακόμα ευκαιρία να την παρακαλέσω να επιστρέψει. Δεν ήταν και πολύ πιθανό, αλλά δεν είχα τίποτα άλλο στο οποίο να ελπίζω. Σταμάτησα στα βρεγμένα χαλίκια έξω από το σπίτι και κουβάλησα τις τσάντες µας. Ο µπαµπάς άνοιξε την πόρτα χαµογελαστός. «Χαίρομαι που σε βλέπω, γιε μου». Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ βλέποντας το βρεγμένο αλλά όμορφο κορίτσι που στεκόταν δίπλα μου. «Άμπι Αµπερνάθι. Ανυποµονούµε για το αυριανό δείπνο. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που… Τέλος πάντων, πάει πολύς καιρός». Αφού μπήκαμε μέσα, ο μπαμπάς ακούμπησε το χέρι του στη στρογγυλή κοιλιά του και χαμογέλασε. «Σας έχω στρώσει στον ξενώνα, Τραβ. Σκέφτηκα ότι δεν θα σας βόλευαν τα δύο κρεβατάκια στο δωµάτιό σου». Η Άµπι µού έριξε ένα βλέµµα. «Η Άμπι… ε… θα κοιμηθεί… στον ξενώνα. Εγώ θα την πέσω στο δικό μου δωµάτιο».


Ο Τρέντον ήρθε προς το µέρος µας κάνοντας µια γκριµάτσα. «Γιατί; Μαζί δεν µένετε;» «Τον τελευταίο καιρό όχι» απάντησα, προσπαθώντας να μην του επιτεθώ πολύ καλά γιατί. Ο µπαµπάς και ο Τρέντον κοιτάχτηκαν. «Το δωμάτιο του Τόμας το έχουμε κάνει αποθήκη εδώ και καιρό, υπολόγιζα ότι θα κοιμόταν αυτός στο δωμάτιό σου. Δεν θα έχει πρόβλημα, φαντάζομαι, να κοιμηθεί στον καναπέ» είπε ο μπαμπάς κοιτάζοντας τα φθαρμένα, ξεθωριασμένα µαξιλάρια του καναπέ. «Μην ανησυχείς, Τζιμ. Από σεβασμό το κάναμε» είπε η Άμπι, αγγίζοντας το µπράτσο µου. Το γέλιο του µπαµπά αντήχησε σε όλο το σπίτι και της χάιδεψε το χέρι. «Άμπι, τους έχεις γνωρίσει τους γιους μου. Καταλαβαίνεις ότι είναι σχεδόν αδύνατον να µε προσβάλεις». Της έκανα νόημα προς τη σκάλα και η Άμπι με ακολούθησε. Έσπρωξα απαλά την πόρτα με το πόδι μου και ακούμπησα τις τσάντες μας στο πάτωμα. Κοίταξα το κρεβάτι και στράφηκα προς την Άμπι. Τα γκρίζα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα όσο περιεργαζόταν το δωμάτιο και στάθηκαν σε μια φωτογραφία των γονιών μου που κρεµόταν στον τοίχο. «Λυπάµαι, Περιστεράκι. Θα κοιµηθώ στο πάτωµα». «Εννοείται» είπε πιάνοντας τα μαλλιά της αλογοουρά. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι δέχτηκα να το κάνω αυτό». Κάθισα στο κρεβάτι, συνειδητοποιώντας πόσο δυσαρεστημένη ήταν με την κατάσταση. Νομίζω ότι κάπου μέσα μου ήλπιζα πως θα ένιωθε κι εκείνη την ίδια ανακούφιση µ’ εµένα που ήµασταν µαζί. «Σκατά, σκατά θα πάει το πράγµα, δεν ξέρω τι σκεφτόµουν». «Εγώ ξέρω πολύ καλά τι σκεφτόσουν. Δεν είµαι ηλίθια, Τράβις». Την κοίταξα και χαµογέλασα κουρασµένα. «Ήρθες όµως». «Πρέπει να κάνω ετοιµασίες για αύριο» είπε και άνοιξε την πόρτα. «Θα σε βοηθήσω» προσφέρθηκα και σηκώθηκα.

· ήξερε


Όσο η Άμπι ετοίμαζε τις πατάτες, τις τάρτες και τη γαλοπούλα, εγώ της έφερνα πράγματα και έκανα όσες δουλειές μού ανέθετε. Την πρώτη ώρα υπήρχε μια αμηχανία, μετά όμως ήρθαν οι δίδυμοι, μαζεύτηκαν όλοι στην κουζίνα και η Άμπι άρχισε να χαλαρώνει. Ο μπαμπάς τής έλεγε ιστορίες για περασμένες, καταστροφικές Ημέρες των Ευχαριστιών, όπου επιχειρούσαμε να μαγειρέψουμε κάτι αντί να παραγγείλουµε πίτσα. «Η Νταϊάν ήταν καταπληκτική μαγείρισσα» είπε σκεφτικός ο μπαμπάς. «Ο Τραβ δεν το θυµάται, αλλά πραγµατικά δεν είχε νόηµα να προσπαθήσω να µαγειρέψω». «Άρα δεν έχεις κανέναν λόγο να αγχώνεσαι, Άμπι» είπε ο Τρέντον. Γέλασε και πήρε μια μπίρα από το ψυγείο. «Ας βγάλουμε την τράπουλα. Θέλω να πάρω πίσω τα χρήµατα που µου έφαγε η Άµπι». «Δεν έχει πόκερ αυτό το Σαββατοκύριακο, Τρεντ» τον προειδοποίησε ο μπαμπάς. «Κατέβασα το ντόμινο, πήγαινε να το στήσεις. Και χωρίς στοιχήματα. Το εννοώ». «Εντάξει, πατέρα, εντάξει». Τα αδέλφια μου βγήκαν σιγά σιγά από την κουζίνα και ο Τρέντον τούς ακολούθησε. Σταμάτησε και στράφηκε προς το μέρος μου. «Έλα, Τραβ». «Βοηθάω το Περιστεράκι». «Δεν έχουν µείνει και πολλά, µωρό µου» είπε η Άµπι. «Πήγαινε». Ήξερα ότι έπαιζε θέατρο, παρ’ όλα αυτά οι λέξεις αυτές με άγγιξαν. Την έπιασα από τη µέση. «Είσαι σίγουρη;» Ένευσε και τη φίλησα στο μάγουλο σφίγγοντας με το χέρι μου τη μέση της, και ύστερα ακολούθησα τον Τρέντον στο καθιστικό. Ο Τρέντον άνοιξε το κουτί και έβρισε όταν το χαρτόνι τού έκοψε το χέρι. Ο Τέιλορ γέλασε ειρωνικά. «Σαν µωρό κάνεις, ρε Τρεντ. Άντε, µοίρασε». «Έτσι κι αλλιώς εσύ δεν ξέρεις να µετράς, ρε. Τι βιάζεσαι;» Γέλασα µε την απάντηση του Τρέντον, τραβώντας έτσι την προσοχή του. «Μια χαρά τα πάτε µε την Άµπι» είπε. «Πώς έγινε αυτό;» Ήξερα τι εννοούσε και τον αγριοκοίταξα που άνοιγε τέτοια κουβέντα μπροστά στους διδύµους.


«Με πολλή προσπάθεια». «Είναι καλό κορίτσι, Τράβις» είπε ο μπαμπάς, που ήρθε κι αυτός και κάθισε. Πολύ χαίροµαι για σένα, γιε µου». «Είναι, όντως» είπα προσπαθώντας να μην αφήσω τη θλίψη να φανεί στο πρόσωπό µου. Η Άμπι ήταν μέσα και καθάριζε την κουζίνα. Πάσχιζα να μην πάω δίπλα της. Παρόλο που ήταν, υποτίθεται, μια οικογενειακή γιορτή, εγώ ήθελα να περνάω κάθε δευτερόλεπτο µαζί της. Μισή ώρα αργότερα κατάλαβα, από τους ήχους που έρχονταν από την κουζίνα, πως το πλυντήριο πιάτων είχε αρχίσει να δουλεύει. Η Άμπι πέρασε και μας αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι, κατευθυνόμενη προς τη σκάλα. Πετάχτηκα πάνω και την έπιασα από το χέρι. «Είναι νωρίς, Περιστεράκι. Πας από τώρα στο κρεβάτι;» «Μεγάλη µέρα. Είµαι πτώµα». «Πάνω που θα βλέπαµε ταινία. Γιατί δεν ξανακατεβαίνεις να αράξουµε;» Κοίταξε τη σκάλα και µετά εµένα. «Εντάξει». Την οδήγησα στον καναπέ κρατώντας την από το χέρι και καθίσαμε μαζί ακριβώς τη στιγµή που ξεκινούσε η ταινία. «Σβήσε το φως, Τέιλορ» είπε ο µπαµπάς. Πέρασα το χέρι μου πίσω από την Άμπι και το ακούμπησα στην πλάτη του καναπέ. Αντιστάθηκα στην επιθυμία να τυλίξω τα χέρια μου γύρω της. Ανησυχούσα για την αντίδρασή της και δεν ήθελα να εκμεταλλευτώ την κατάσταση, µια που µου έκανε χάρη. Στα μισά της ταινίας άνοιξε η εξώπορτα και μπήκε μέσα ο Τόμας, με τη βαλίτσα στο χέρι. «Χρόνια πολλά!» είπε και ακούµπησε τη βαλίτσα στο πάτωµα. Ο μπαμπάς σηκώθηκε και τον αγκάλιασε και όλοι, εκτός από μένα, σηκώθηκαν για να τον χαιρετήσουν. «Δεν θα χαιρετήσεις τον Τόµας;» ψιθύρισε η Άµπι. Κοίταξα τον µπαµπά µου και τα αδέλφια µου να αγκαλιάζονται και να γελάνε.


«Μια βραδιά µόνο έχω µαζί σου. Δεν πρόκειται να χάσω ούτε δευτερόλεπτο». «Γεια σου, Άµπι. Πολύ χαίροµαι που σε ξαναβλέπω» χαµογέλασε ο Τόµας. Ακούμπησα το γόνατο της Άμπι. Εκείνη έριξε μια ματιά στο χέρι μου και μετά µε κοίταξε. Βλέποντας το ύφος της, το τράβηξα αµέσως. «Ωχ, σύννεφα στον παράδεισο;» ρώτησε ο Τόµας. «Σκάσε, Τόµι» µουρµούρισα. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο άλλαξε και όλα τα βλέμματα στράφηκαν στην Άμπι, περιµένοντας µια εξήγηση. Εκείνη χαµογέλασε νευρικά και µου έπιασε το χέρι. «Είμαστε

απλώς

κουρασμένοι»

είπε

χαμογελαστά.

«Όλο

το

απόγευμα

ετοιμάζαμε το φαγητό». Πίεσε το μάγουλό της στον ώμο μου. Της έσφιξα το χέρι και ευχόμουν να υπήρχε κάποιος τρόπος να της δείξω εκείνη τη στιγμή πόσο πολύ εκτιμούσα αυτό που έκανε. «Και μια που το ’παμε, είμαι πραγματικά πτώμα» αναστέναξε η Άμπι. «Πάω για ύπνο, μωρό μου». Κοίταξε τους άλλους. «Καληνύχτα, παιδιά». «Καληνύχτα, µικρή» είπε ο µπαµπάς. Τα αδέλφια µου την καληνύχτισαν και η Άµπι ανέβηκε πάνω. «Πάω να πέσω κι εγώ» είπα. «Σιγά που δεν θα πήγαινες» µε πείραξε ο Τρέντον. «Τυχερούλη» µουρµούρισε ο Τάιλερ. «Ε! Δεν θα µιλάτε έτσι για την αδελφή σας» τον µάλωσε ο µπαµπάς. Δεν τους έδωσα σημασία. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και κράτησα την πόρτα πάνω που έκλεινε. Στη σκέψη ότι μπορεί να ήθελε να αλλάξει και ότι δεν θα ένιωθε πια άνετα να το κάνει µπροστά µου, πάγωσα. «Θέλεις να περιµένω έξω µέχρι να αλλάξεις;» «Θα κάνω ένα ντους. Θα αλλάξω στο µπάνιο». «Εντάξει». Έτριψα τον σβέρκο µου. «Θα στρώσω στο πάτωµα». Με κοίταξε παρατεταμένα με τα μεγάλα της μάτια καθώς ένευσε, καθιστώντας σαφές ότι το τείχος που είχε υψώσει γύρω της ήταν αδιαπέραστο. Πήρε μερικά πράγµατα από την τσάντα της και πήγε στο µπάνιο. Ψαχούλεψα στην ντουλάπα για να βρω σεντόνια και κουβέρτες και τα έστρωσα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, ευγνώμων που θα βρισκόμασταν τουλάχιστον


λίγο μόνοι μας για να μιλήσουμε. Η Άμπι βγήκε από το μπάνιο κι εγώ έριξα ένα μαξιλάρι στο αυτοσχέδιο κρεβάτι μου και πήγα με τη σειρά μου για ντους. Δεν έχασα καθόλου χρόνο, ίσα που σαπουνίστηκα και ξεπλύθηκα. Μέσα σε δέκα λεπτά είχα ήδη σκουπιστεί και ντυθεί και επέστρεψα στο δωμάτιο. Η Άμπι ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι όταν μπήκα μέσα, κουκουλωμένη με τις κουβέρτες. Η στρωματσάδα δεν φάνταζε και πολύ καλή ιδέα όταν δίπλα υπήρχε ένα κρεβάτι με την Άμπι κάτω από τα σκεπάσματα. Συνειδητοποίησα ότι θα περνούσα το τελευταίο μου βράδυ μαζί της ξύπνιος, ακούγοντας την ανάσα της μερικά εκατοστά δίπλα μου, χωρίς να μπορώ να την αγγίξω. Έσβησα το φως και ξάπλωσα στο πάτωµα. «Είναι η τελευταία µας νύχτα, έτσι;» «Δεν θέλω να τσακωθούµε, Τραβ. Κοιµήσου». Γύρισα προς το μέρος της και στήριξα το κεφάλι μου στο χέρι μου. Η Άμπι στράφηκε και τα βλέµµατά µας συναντήθηκαν. «Σ’ αγαπώ». Με κοίταξε για µια στιγµή. «Υποσχέθηκες». «Υποσχέθηκα ότι όλα αυτά δεν ήταν κόλπο για να τα ξαναβρούμε και πράγματι δεν ήταν». Άπλωσα το χέρι μου για να αγγίξω το δικό της. «Αλλά αν ήταν να είµαστε ξανά µαζί, φυσικά θα το σκεφτόµουν». «Νοιάζομαι για σένα, Τράβις. Δεν θέλω να σε πληγώσω, αλλά έπρεπε να είχα εµπιστευτεί από την αρχή το ένστικτό µου. Το ήξερα ότι δεν θα µας έβγαινε». «Μ’ αγαπούσες όµως, έτσι δεν είναι;» «Ακόµη σ’ αγαπώ» είπε σφίγγοντας τα χείλη της. Τα αισθήματα που με κατέκλυσαν ήταν τόσο έντονα, που δυσκολευόμουν να καταλάβω τι ακριβώς ένιωθα. «Μπορώ να σου ζητήσω µια χάρη;» «Μου φαίνεται ότι ήδη σου κάνω µια χάρη» είπε ειρωνικά. «Αν… στ’ αλήθεια έχουµε τελειώσει… θα µε αφήσεις να σε πάρω αγκαλιά;» «Δεν είναι καλή ιδέα, Τραβ». «Σε παρακαλώ». Της έσφιξα το χέρι. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ ξέροντας πως είσαι


δίπλα µου και πως δεν θα έχω ποτέ ξανά αυτή την ευκαιρία». Η Άµπι µε κοίταξε για µια στιγµή και συνοφρυώθηκε. «Δεν πρόκειται να κάνω σεξ µαζί σου». «Δεν σου ζητάω κάτι τέτοιο». Το βλέμμα της Άμπι πλανήθηκε για λίγο στο δωμάτιο όσο σκεφτόταν την απάντησή της. Τελικά έκλεισε σφιχτά τα μάτια της, έκανε χώρο στο κρεβάτι και ανασήκωσε την κουβέρτα. Χώθηκα στο κρεβάτι δίπλα της και την έσφιξα αμέσως στη αγκαλιά μου. Το αίσθημα ήταν τόσο υπέροχο και έντονο, που κρατιόμουν με το ζόρι να µη βάλω τα κλάµατα. «Θα µου λείψει αυτό» είπα. Τη φίλησα στο κεφάλι και την τράβηξα πιο κοντά μου, χώνοντάς το πρόσωπό μου στον λαιμό της. Ακούμπησε το χέρι της στην πλάτη μου και πήρα άλλη μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να την εισπνεύσω ολόκληρη, να καταγράψω ανεξίτηλα αυτή τη στιγµή στη µνήµη µου. «Δεν… δεν νοµίζω ότι µπορώ, Τράβις» είπε και πάλεψε να ελευθερωθεί. Δεν ήθελα να την κρατήσω με το ζόρι, αλλά όταν την είχα αγκαλιά δεν ένιωθα εκείνο τον βαθύ πόνο σαν κάψιμο που είχα διαρκώς εδώ και μέρες, κι έτσι δεν µπορούσα να την αφήσω. «Μην το κάνεις τότε» είπα ψιθυριστά. «Δώσε µου άλλη µία ευκαιρία». Έπειτα από μία ακόμα προσπάθεια να ελευθερωθεί, η Άμπι έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της και έκλαψε στην αγκαλιά μου. Την κοίταξα με δάκρυα στα μάτια μου. Τράβηξα απαλά το ένα της χέρι και φίλησα την παλάμη της. Η Άμπι πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα καθώς κοιτούσα τα χείλη της και μετά ξανά τα µάτια της. «Δεν θα αγαπήσω ποτέ καµία όπως αγαπώ εσένα, Περιστε​ράκι». Ρούφηξε τη µύτη της και χάιδεψε το µάγουλό µου, κοιτώντας µε απολογητικά. «Δεν µπορώ». «Το ξέρω» είπα με τρεμάμενη φωνή. «Ποτέ δεν πίστεψα ότι ήμουν αρκετά καλός για σένα». Η Άµπι µε κοίταξε µε απελπισία και κούνησε το κεφάλι της. «Δεν έχει να κάνει µ’ εσένα µόνο, Τραβ. Δεν κάνουµε καλό ο ένας στον άλλο».


Κούνησα το κεφάλι μου θέλοντας να διαφωνήσω μαζί της, αλλά δεν είχε και εντελώς άδικο. Της άξιζε κάτι καλύτερο, αυτό που ήθελε από την αρχή. Με ποιο δικαίωμα ήθελα εγώ να της το στερήσω; Με αυτή τη σκέψη, πήρα μια βαθιά ανάσα και ακούµπησα το κεφάλι µου στο στήθος της.

Ξύπνησα ακούγοντας φασαρία κάτω. «Άουτς!» τσίριξε η Άµπι στην κουζίνα. Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, βάζοντας ταυτόχρονα κι ένα µπλουζάκι. «Είσαι εντάξει, Περιστεράκι;» Το πάτωμα ήταν τόσο παγωμένο, που ένιωθα σαν κάποιος να μου έκανε ηλεκτροσόκ στα πόδια. «Γαμώτο! Το πάτωμα είναι πάγος!» φώναξα χοροπηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο, και η Άµπι έπνιξε ένα γελάκι. Ήταν ακόμη νωρίς, πέντε ή έξι το πρωί ίσως, και όλοι οι άλλοι κοιμούνταν ακόμη. Η Άμπι έσκυψε για να βάλει τη γαλοπούλα στον φούρνο, κάνοντας την πρωινή µου στύση να έχει λόγο ύπαρξης. «Γύρνα στο κρεβάτι. Έπρεπε απλώς να βάλω τη γαλοπούλα στον φούρνο» είπε. «Έρχεσαι;» «Ναι». «Παρακαλώ, µετά από εσάς» είπα τείνοντας το χέρι µου προς τις σκάλες. Έβγαλα

το

μπλουζάκι

μου,

χωθήκαμε

κάτω

από

τα

σκεπάσματα

και

κουκουλωθήκαμε. Την αγκάλιασα σφιχτά, καθώς έτρεμε, και περίμενα τη θερμότητα των σωμάτων μας να ζεστάνει τον ελάχιστο χώρο ανάμεσα σ’ εμάς και στις κουβέρτες. Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδα χοντρές νιφάδες να πέφτουν από τον γκρίζο ουρανό. Φίλησα τα μαλλιά της Άμπι, που έμοιαζε να λιώνει πάνω µου. Σε αυτή την αγκαλιά ένιωθα ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. «Κοίτα, Περιστεράκι. Χιονίζει». «Είναι λίγο σαν Χριστούγεννα» είπε γυρίζοντας προς το παράθυρο και ακούμπησε το μάγουλό της πάνω μου. Ο αναστεναγμός μου την έκανε να με κοιτάξει. «Τι έγινε;» «Δεν θα είσαι εδώ τα Χριστούγεννα». «Είµαι εδώ τώρα».


Χαμογέλασα λοξά και έγειρα να τη φιλήσω. Η Άμπι τραβήχτηκε πίσω και κούνησε το κεφάλι της. «Τραβ…» Την κράτησα σφιχτά και την κοίταξα. «Μου μένουν λιγότερες από είκοσι τέσσερις ώρες μαζί σου, Περιστεράκι. Θα σε φιλήσω. Θα σε φιλήσω πολλές φορές σήμερα. Θα σε φιλάω όλη μέρα. Με κάθε ευκαιρία. Αν θέλεις να σταματήσω, πες το και θα το κάνω, αλλά μέχρι να μου πεις να σταματήσω, θα εκμεταλλευτώ κάθε δευτερόλεπτο αυτής της τελευταίας μέρας µαζί σου». «Τράβις…» πήγε να πει η Άμπι, αλλά έπειτα από μια στιγμή σκέψης το βλέμμα της είχε σταθεί στα χείλη µου. Χωρίς να διστάσω, έσκυψα αμέσως και τη φίλησα. Ανταποκρίθηκε και, παρόλο που υπολόγιζα σε ένα σύντομο, γλυκό φιλί, τα χείλη μου άνοιξαν και το σώμα της αντέδρασε. Η γλώσσα της γλίστρησε το στόμα μου και όλα τα μέλη μου φώναζαν να συνεχίσω. Την τράβηξα πάνω μου και η Άμπι άφησε το πόδι της να πέσει στο πλάι, έτσι ώστε να χωθώ ανάμεσα στα πόδια της. Την επόμενη στιγμή ήταν γυμνή και έσπευσα να βγάλω κι εγώ τα ρούχα μου. Με το στόμα μου κολλημένο στο δικό της, έπιασα τα σιδερένια κάγκελα του κρεβατιού και μπήκα μέσα της με μια γρήγορη κίνηση. Ένιωσα αμέσως το σώμα μου να καίει και δεν μπορούσα να σταματήσω να κουνιέμαι πάνω της, δεν μπορούσα να ελέγξω πια τις κινήσεις μου. Βόγκηξα όταν η Άμπι τέντωσε την πλάτη της και μετακίνησε τους γοφούς της. Κάποια στιγμή έσπρωξε με τα πόδια της και ανασήκωσε τη λεκάνη της ώστε να µε αφήσει να µπω µέσα της εντελώς. Με το ένα χέρι στα κάγκελα και το άλλο στον σβέρκο της Άμπι, έμπαινα μέσα της ξανά και ξανά, νιώθοντας όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ μας, όλο τον πόνο που είχα νιώσει, να έχουν σβηστεί. Την ώρα που άρχισε να μπαίνει φως από το παράθυρο, στο δέρμα μας είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στάλες ιδρώτα, διευκολύνοντας τις κινήσεις μας. Ετοιμαζόμουν να τελειώσω, όταν τα πόδια της Άμπι άρχισαν να τρέμουν και έχωσε τα νύχια της βαθιά στην πλάτη μου. Κράτησα την ανάσα μου και έσπρωξα μια τελευταία φορά βογκώντας από τους σπασμούς που ένιωθα σε όλο μου το σώμα. Η Άμπι έπεσε στο στρώμα με τα μαλλιά υγρά, τα


μέλη της βαριά. Ήμουν λαχανιασμένος σαν να είχα μόλις τρέξει μαραθώνιο, ο ιδρώτας έτρεχε από τα µαλλιά µου και κυλούσε στο πρόσωπό µου. Τα μάτια της Άμπι έλαμψαν όταν άκουσε μουρμουρητά αποκάτω. Γύρισα στο πλευρό και έµεινα να κοιτάζω το πρόσωπό της µε λατρεία. «Είπες

ότι

θα με φιλούσες

μόνο» είπε και

με κοίταξε όπως

παλιά,

διευκολύνοντάς µε να προσποιηθώ. «Δεν µένουµε όλη µέρα στο κρεβάτι;» «Ήρθα για να µαγειρέψω, το ξέχασες;» «Όχι, ήρθες για να βοηθήσεις εμένα να μαγειρέψω και αναλαμβάνω καθήκοντα σε οκτώ ώρες από τώρα». Μου χάιδεψε το πρόσωπο με ένα ύφος που με προετοίμαζε γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. «Τράβις, νοµίζω ότι…» «Μην το πεις, εντάξει; Δεν θέλω να το σκέφτομαι τώρα». Σηκώθηκα, φόρεσα το μποξεράκι μου και πήρα ρούχα από την τσάντα της Άμπι. Της τα έριξα στο κρεβάτι και έβαλα το μπλουζάκι μου. «Θέλω να έχω καλές αναμνήσεις από αυτή τη µέρα». Μου φάνηκε λες και η ώρα του μεσημεριανού έφτασε λίγο αφού ξυπνήσαμε. Η µέρα περνούσε πάρα πολύ γρήγορα, γαµώτο. Κάθε λεπτό έτρεµα, καταριόµουν το ρολόι καθώς πλησίαζε το βράδυ. Η αλήθεια είναι πως δεν άφηνα την Άμπι σε ησυχία. Δεν με ένοιαζε που έπαιζε θέατρο, όσο ήταν δίπλα μου δεν ήθελα ούτε να σκέφτοµαι την αλήθεια. Όταν καθίσαμε στο τραπέζι για το δείπνο, ο μπαμπάς επέμεινε να κόψω εγώ τη γαλοπούλα, και η Άμπι χαμογέλασε περήφανη όταν σηκώθηκα. Η φατρία των Μάντοξ εξαφάνισε όλη τη σκληρή δουλειά της Άμπι και την έλουσε με κοµπλιµέντα. «Μήπως δεν ήταν αρκετό;» γέλασε εκείνη. Ο µπαµπάς χαµογέλασε, καθαρίζοντας το πιρούνι του για το επιδόρπιο. «Και βέβαια ήταν αρκετό, Άμπι. Θέλαμε απλώς να φάμε αρκετά ώστε να μας κρατήσει μέχρι του χρόνου… εκτός κι αν είσαι διατεθειμένη να το επαναλάβεις αυτό τα Χριστούγεννα. Είσαι μια Μάντοξ πλέον. Σε περιμένω σε όλες τις γιορτές,


και όχι για να µαγειρεύεις». Τα λόγια του μπαμπά με επανέφεραν στην πραγματικότητα και το χαμόγελό µου έσβησε. «Σ’ ευχαριστώ, Τζιµ». «Μην της λες τέτοια, μπαμπά» είπε ο Τρέντον. «Πρέπει να μαγειρεύει. Είχα να φάω έτσι από τότε που ήμουν πέντε!» δήλωσε και έχωσε μισό κομμάτι τάρτα με καρύδια πεκάν στο στόµα του, µουγκρίζοντας από ευχαρίστηση. Όσο τα αδέλφια μου μάζευαν το τραπέζι και έπλεναν τα πιάτα, κάθισα με την Άμπι στον καναπέ, προσπαθώντας να μην την κρατάω πολύ σφιχτά. Ο μπαμπάς είχε ήδη πέσει για ύπνο. Με το στομάχι του γεμάτο, δεν μπορούσε να κρατηθεί ξύπνιος. Τράβηξα τα πόδια της Άμπι στην αγκαλιά μου και της έβγαλα τα παπούτσια, κάνοντας μασάζ στις πατούσες της. Ήξερα καλά ότι της άρεσε πολύ αυτό. Ίσως να προσπαθούσα έμμεσα να της υπενθυμίσω πόσο καλά ήμασταν μαζί, αν και κατά βάθος ήξερα ότι έπρεπε να την αφήσω να προχωρήσει. Η Άμπι με αγαπούσε, αλλά νοιαζόταν υπερβολικά για μένα και δεν μπορούσε να με ξαποστείλει, ενώ έπρεπε. Παρόλο που της είχα πει νωρίτερα ότι δεν μπορούσα να την αφήσω, καταλάβαινα επιτέλους ότι την αγαπούσα πάρα πολύ και δεν ήθελα να της καταστρέψω τη ζωή με την παρουσία μου ή να τη χάσω εντελώς πιέζοντας την κατάσταση έτσι ώστε να σιχαθούµε τελικά ο ένας τον άλλο. «Αυτές ήταν οι καλύτερες Ευχαριστίες από τότε που πέθανε η µαµά» είπα. «Χαίροµαι που ήµουν εδώ». «Έχω αλλάξει» είπα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ενώ είχα αντικρουόμενα συναισθήματα για αυτό που ετοιμαζόμουν να πω. «Δεν ξέρω τι μου συνέβη στο Λας Βέγκας. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Σκεφτόμουν όλα όσα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε με αυτά τα χρήματα… και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Δεν έβλεπα πόσο πολύ σε πλήγωνε που ήθελα να σε ξαναπάω εκεί, αλλά βαθιά μέσα μου, νομίζω, το ήξερα. Μου άξιζε που με άφησες. Μου άξιζαν οι άγρυπνες νύχτες και ο πόνος που ένιωσα. Το είχα ανάγκη για να καταλάβω πόσο πολύ σε χρειάζομαι και τι είμαι διατεθειμένος να κάνω για να σε κρατήσω στη ζωή μου. Είπες ότι έχεις τελειώσει μαζί μου και το δέχομαι. Έχω αλλάξει από τότε που σε γνώρισα. Έχω αλλάξει… προς το καλύτερο. Αλλά όσο κι αν προσπαθώ, πάντα κάνω


λάθη. Ήμασταν φίλοι κάποτε, Περιστεράκι, και δεν μπορώ να σε χάσω. Πάντα θα σ’ αγαπώ, αλλά αν δεν μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη, δεν έχει νόημα να προσπαθώ να σε ξανακερδίσω. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με κάποια άλλη, αλλά αν είµαστε φίλοι θα είµαι χαρούµενος». «Δηλαδή θέλεις να είµαστε φίλοι;» «Θέλω να είσαι ευτυχισµένη. Ό,τι και να γίνει». Χαμογέλασε και το χαμόγελο αυτό θρυμμάτισε εκείνο το κομμάτι της καρδιάς μου που ήθελε να πάρει πίσω όλα όσα είχα μόλις πει. Κάπου μέσα μου ήλπιζα να µου πει να το βουλώσω γιατί ήµασταν φτιαγµένοι ο ένας για τον άλλο. «Πενήντα δολάρια στοίχημα ότι θα με ευγνωμονείς γι’ αυτό όταν γνωρίσεις τη µελλοντική σύζυγό σου». «Πολύ εύκολο στοίχημα» είπα. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη, κι αυτή ήδη μιλούσε για το χωριστό μας μέλλον. «Η μόνη γυναίκα που θέλησα ποτέ να παντρευτώ µόλις µου ράγισε την καρδιά». Η Άµπι σκούπισε τα µάτια της και σηκώθηκε. «Νοµίζω ότι είναι ώρα να µε γυρίσεις σπίτι». «Έλα, ρε Περιστεράκι. Συγγνώµη, δεν ήταν αστείο». «Δεν είναι αυτό, Τραβ. Είµαι κουρασµένη, θέλω να γυρίσω». Πήρα μια βαθιά ανάσα, κούνησα το κεφάλι

και

σηκώθηκα. Η

Άμπι

αποχαιρέτησε τα αδέλφια μου αγκαλιάζοντάς τα και ζήτησε από τον Τρέντον να χαιρετήσει τον μπαμπά για λογαριασμό της. Στάθηκα στην πόρτα με τις τσάντες μας

και

τους

έβλεπα

όλους

να

κανονίζουν

να

ξαναβρεθούμε

μαζί

τα

Χριστούγεννα. Όταν σταμάτησα μπροστά στο Μόργκαν, ένιωσα σαν κάτι να ολοκλήρωνε τον κύκλο του, αλλά αυτό δεν άλλαζε τίποτα: η καρδιά μου ήταν κομμάτια. Έσκυψα και τη φίλησα στο µάγουλο και της κράτησα ανοιχτή την πόρτα για να µπει µέσα. «Σ’ ευχαριστώ για σήµερα. Δεν φαντάζεσαι πόσο χάρηκαν οι δικοί µου». Η Άµπι σταµάτησε στη βάση της σκάλας και γύρισε. «Θα τους το πεις αύριο, έτσι;» Έριξα µια µατιά στο αυτοκίνητο, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα. «Είμαι σίγουρος ότι το κατάλαβαν. Δεν είσαι η μόνη που ξέρει να μπλοφάρει,


Περιστεράκι». Την άφησα στη σκάλα και δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να γυρίσει να κοιτάξει. Αποδώ και μπρος, ο έρωτας της ζωής μου ήταν απλώς μια φίλη, μια γνωστή. Δεν ξέρω τι ύφος είχα ακριβώς, αλλά δεν ήθελα να το δει η Άµπι. Το αμάξι στρίγκλισε καθώς απομακρυνόμουν ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια ταχύτητας. Έφτασα στο σπίτι του πατέρα μου και μπήκα βιαστικά στο σαλόνι. Ο Τόµας µού έδωσε ένα µπουκάλι ουίσκι. Κρατούσαν όλοι τους από ένα ποτήρι. «Τους το είπες;» ρώτησα τον Τρέντον µε τρεµάµενη φωνή. Ο Τρέντον ένευσε καταφατικά. Έπεσα στα γόνατα και τα αδέλφια μου ήρθαν γύρω μου, βάζοντας τα χέρια τους στο κεφάλι και στους ώμους μου για υποστήριξη.


24

Ξέχνα

«Ο ΤΡΕΝΤ ΣΕ ΠΑΙΡΝΕΙ ΠΑΛΙ! Σήκωσε το κωλοτηλέφωνο!» ούρλιαξε ο Σέπλι από το σαλόνι. Είχα αφήσει το κινητό μου πάνω στην τηλεόραση, το πιο μακρινό σημείο μέσα στο διαµέρισµα από το δωµάτιό µου. Τις πρώτες βασανιστικές μέρες χωρίς την Άμπι, το κλείδωσα στο ντουλαπάκι του Charger. Ο Σέπλι το ξαναέφερε, με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να το έχουμε στο σπίτι, σε περίπτωση που τηλεφωνούσε ο μπαμπάς μου. Δεν μπορούσα να αντικρούσω αυτό το επιχείρημα και συμφώνησα, με τον όρο όμως να μείνει το τηλέφωνο πάνω στην τηλεόραση. Διαφορετικά, η επιθυμία να το πιάσω και να τηλεφωνήσω στην Άµπι θα µε τρέλαινε. «Τράβις! Το τηλέφωνό σου!» Κοιτούσα το λευκό ταβάνι ευχαριστώντας τον Θεό που τα άλλα μου αδέλφια είχαν πιάσει το υπονοούμενο, και θύμωνα με τον Τρεντ που δεν το καταλάβαινε. Με κρατούσε απασχολημένο ή μεθυσμένο τα βράδια, ενώ θεωρούσε ότι έπρεπε να μου τηλεφωνεί κάθε φορά που είχε διάλειμμα στη δουλειά. Ένιωθα λες και βρισκόταν σε επιφυλακή για να µην αυτοκτονήσω. Δυόμισι εβδομάδες αφού είχαν ξεκινήσει οι χειμωνιάτικες διακοπές, η επιθυμία να τηλεφωνήσω στην Άμπι είχε μετατραπεί σε ανάγκη. Ακόμα και το να κοιτάξω το τηλέφωνό µου ήταν κακή ιδέα.


Ο Σέπλι άνοιξε την πόρτα και πέταξε μέσα το μικρό, μαύρο ορθογώνιο αντικείµενο, το οποίο προσγειώθηκε στο στήθος µου. «Χριστέ µου, Σεπ, σου είπα…» «Ξέρω τι µου είπες. Έχεις δεκαοκτώ αναπάντητες κλήσεις». «Όλες από τον Τρεντ;» «Έχεις και µία από τη Λέσχη Ανώνυµων Βρακοφόρων». Πήρα το τηλέφωνο από το στήθος μου, τέντωσα το χέρι μου και το άφησα να πέσει στο πάτωµα. «Χρειάζοµαι ένα ποτό». «Ένα ντους χρειάζεσαι. Βρομοκοπάς. Χρειάζεσαι επίσης να πλύνεις τα δόντια σου, να ξυριστείς και να βάλεις αποσµητικό». «Λες ένα σωρό μαλακίες, Σεπ» είπα και ανασηκώθηκα «αλλά εγώ θυμάμαι να σου πλένω τα ρούχα και να σου φτιάχνω σουπίτσες για τρεις ολόκληρους μήνες μετά την Άνια». «Τουλάχιστον εγώ έπλενα τα δόντια µου» κάγχασε. «Πρέπει να µου κανονίσεις κι άλλον αγώνα» είπα και ξαναέπεσα στο στρώµα. «Είχες αγώνα πριν από δύο μόλις μέρες και άλλον έναν την προηγούμενη εβδομάδα. Ο κόσμος έλειπε λόγω των διακοπών. Ο Άνταμ δεν κανονίζει άλλον αγώνα µέχρι ν’ αρχίσουν τα µαθήµατα». «Φέρε ντόπιους τότε». «Πολύ παρακινδυνευµένο». «Πάρε τον Άνταµ, Σέπλι». Ο Σέπλι ήρθε δίπλα στο κρεβάτι μου, μάζεψε το κινητό μου, πάτησε μερικά κουµπιά και το πέταξε πάλι πάνω στο στοµάχι µου. «Πάρ’ τον µόνος σου». Έφερα το τηλέφωνο στο αυτί µου. «Ρε μαλάκα! Τι γίνεσαι; Γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο; Θέλω να βγω απόψε!» είπε ο Τρέντον. Κοίταξα δολοφονικά τον σβέρκο του ξαδέλφου μου, αλλά εκείνος βγήκε από το δωµάτιο χωρίς να µε κοιτάξει. «Δεν έχω όρεξη, ρε Τρεντ. Πάρε την Κάµι».


«Αυτή δουλεύει στο μπαρ. Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μπορούμε να πάμε να τη δούµε όµως! Εκτός κι αν έχεις άλλα σχέδια…» «Όχι. Δεν έχω άλλα σχέδια». «Θέλεις απλώς να καθίσεις εκεί περιµένοντας να πεθάνεις;» «Κάπως έτσι» αναστέναξα. «Τράβις, σ’ αγαπάω, μικρέ μου αδελφούλη, αλλά είσαι πολύ φλωράκι. Ήταν ο έρωτας της ζωής σου, το καταλάβαμε. Είσαι σκατά. Αλλά είτε σου αρέσει είτε όχι, η ζωή συνεχίζεται». «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Ρότζερς». «Είσαι πολύ µικρός για να θυµάσαι εκείνη την εκποµπή». «Ο Τόµας µάς έβαζε να βλέπουµε επαναλήψεις, δεν θυµάσαι;» «Όχι. Άκου, σχολάω στις εννιά. Θα περάσω να σε πάρω στις δέκα. Αν δεν είσαι ντυμένος και έτοιμος, και όταν λέω έτοιμος εννοώ να έχεις κάνει ντους και να έχεις ξυριστεί, θα τηλεφωνήσω σε ένα σωρό κόσμο και θα τους πω ότι κάνεις πάρτι στο σπίτι σου µε τζάµπα µπίρες και πουτάνες». «Έλα, ρε Τρέντον, µην κάνεις τέτοιο πράγµα». «Εννοείται ότι θα το κάνω. Τελευταία προειδοποίηση. Στις δέκα, ή αλλιώς στις έντεκα θα έχεις επισκέπτες. Άσχηµους». «Σε µισώ, γαµώτο» βόγκηξα. «Όχι βέβαια. Τα λέμε σε λίγο» είπε και, πριν κλείσει, ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος στο τηλέφωνο. Ήμουν σίγουρος ότι ο Τρέντον έπαιρνε από το γραφείο του αφεντικού του, ξαπλωµένος στην πολυθρόνα µε τα πόδια πάνω στο τραπέζι. Ανακάθισα και κοίταξα τριγύρω στο δωμάτιο. Οι τοίχοι ήταν άδειοι χωρίς τις φωτογραφίες της Άμπι που είχαν κάποια στιγμή εξορίσει το λευκό. Το σομπρέρο κρεμόταν και πάλι πάνω από το κρεβάτι μου, περήφανο ξανά, μετά τον εξευτελισμό που είχε υποστεί όταν το αντικατέστησα με μια καδραρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία μου με την Άμπι. Ο Τρέντον όντως θα με υποχρέωνε να το κάνω αυτό. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να κάθομαι σε ένα μπαρ, με όλο τον κόσμο γύρω μου να γιορτάζει, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι εγώ ήμουν δυστυχισµένος και –σύµφωνα µε τον Σέπλι και τον Τρέντον– φλώρος.


Πέρσι είχα χορέψει με τη Μέγκαν και τελικά είχα καταλήξει στο σπίτι με την Κάσι Μπεκ, που θα μπορούσε άνετα να είχε μπει στη λίστα μου αν δεν είχε ξεράσει μέσα στην ντουλάπα του χολ. Αναρωτήθηκα τι σχέδια είχε η Άμπι γι’ απόψε, αλλά προσπάθησα να μην αφήσω το μυαλό μου να χαθεί σε αυτά τα μονοπάτια και να αρχίσω να σκέφτομαι ποιον θα μπορούσε να συναντήσει. Ο Σέπλι δεν είχε αναφέρει τυχόν σχέδια της Αμέρικα. Δεν ήμουν σίγουρος αν μου έκρυβε επίτηδες κάτι, αλλά δεν ήθελα να κάνω ερωτήσεις. Αυτό θα ήταν υπερβολικά µαζοχιστικό, ακόµα και για µένα. Το συρτάρι του κομοδίνου έτριξε όταν το άνοιξα. Ψαχούλεψα μέσα και το χέρι μου σταμάτησε στις γωνίες ενός μικρού κουτιού. Το έβγαλα προσεκτικά και το κράτησα στο στήθος μου. Αναστέναξα, άνοιξα το κουτί και το πρόσωπό μου συσπάστηκε από τον πόνο βλέποντας το αστραφτερό διαμαντένιο δαχτυλίδι. Μόνο ένα δάχτυλο θα μπορούσε να φορέσει αυτό το δαχτυλίδι από λευκόχρυσο και, με κάθε μέρα που περνούσε, αυτό το όνειρο απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Όταν αγόρασα το δαχτυλίδι, ήξερα ότι θα περνούσαν χρόνια μέχρι να το δώσω στην Άμπι, αλλά μου φαινόταν λογικό να το κρατάω έτσι, μήπως και εμφανιζόταν ξαφνικά η τέλεια στιγμή. Η σκέψη ότι το δαχτυλίδι βρισκόταν εκεί με έκανε να ελπίζω σε κάτι, ακόμα και τώρα. Μέσα σε αυτό το κουτί βρίσκονταν όσες ελπίδες µού είχαν αποµείνει. Αφού έβαλα στην άκρη το διαμάντι και προσπάθησα να εμψυχώσω τον εαυτό μου, σύρθηκα τελικά ως το μπάνιο, αποφεύγοντας συνειδητά τον καθρέφτη. Το ντους και το ξύρισμα δεν βελτίωσαν τη διάθεσή μου ούτε και το βούρτσισμα των δοντιών (και αυτό θα φρόντιζα να το αναφέρω αργότερα στον Σέπλι). Φόρεσα ένα μαύρο πουκάμισο και ένα τζιν, και μετά έβαλα τις μαύρες μπότες μου. Ο Σέπλι χτύπησε την πόρτα µου και µπήκε µέσα, ντυµένος και έτοιµος για έξοδο, επίσης. «Θα έρθεις κι εσύ;» ρώτησα κουµπώνοντας τη ζώνη µου. Δεν ξέρω γιατί ξαφνιάστηκα. Μια που η Αμέρικα έλειπε, ήταν λογικό να κάνει κάτι µαζί µας. «Πειράζει;» «Όχι. Όχι, απλώς… µάλλον τα είχατε ήδη κανονίσει µε τον Τρεντ, ε;» «Ε, ναι» είπε σαν να μην το πίστευε και σαν να του φαινόταν αστείο ότι δεν το


είχα σκεφτεί νωρίτερα. Η κόρνα του Intrepid ακούστηκε απέξω και ο Σέπλι έδειξε με τον αντίχειρα προς τον διάδροµο. «Φύγαµε». Κούνησα το κεφάλι και τον ακολούθησα. Το αυτοκίνητο του Τρέντον μύριζε κολόνια και τσιγάρα. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου και έψαξα στην κωλότσεπη για να βρω αναπτήρα. «Λοιπόν, το Red είναι γεμάτο, αλλά η Κάμι είπε στον πορτιέρη να μας αφήσει να μπούμε. Έχουν ζωντανή μουσική, νομίζω, και είναι όλοι εκεί. Θα είναι καλή βραδιά». «Θα κάνουμε παρέα με τους μεθυσμένους, άχρηστους πρώην συμμαθητές μας από το γυµνάσιο σε µια άδεια φοιτητούπολη. Τέλεια» µουρµούρισα. «Θα έρθει µια φίλη. Θα δεις» χαµογέλασε ο Τρέντον. «Πες µου, σε παρακαλώ, ότι δεν έκανες τέτοιο πράγµα». Απέξω περίμενε πολύς κόσμος, μήπως και κάποιοι έφευγαν και κατάφερναν να µπουν εκείνοι. Τους προσπεράσαµε, αδιαφορώντας για τις διαµαρτυρίες τους, και μπήκαμε κατευθείαν μέσα. Στην είσοδο υπήρχε ένα τραπέζι που νωρίτερα πρέπει να ήταν γεμάτο με γιορτινά καπελάκια, αστεία γυαλιά, φωσφορίζοντα στικάκια και σφυρίχτρες. Δεν είχαν μείνει και πολλά από αυτά τα δωράκια, αλλά ο Τρέντον κατάφερε να βρει ένα ζευγάρι γελοία γυαλιά στο σχήμα των αριθμών του νέου έτους. Το πάτωμα ήταν γεμάτο χρυσόσκονη και το συγκρότημα έπαιζε το «Hungry as a Wolf». Κοίταξα βλοσυρά τον Τρέντον, που έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Μαζί με τον Σέπλι ακολουθήσαμε τον μεγαλύτερο αδελφό μου στο μπαρ, όπου η Κάμι ετοίμαζε ποτά με απίστευτη ταχύτητα και σταματούσε μόνο για να πατήσει τα κουμπιά της ταμειακής ή να προσθέσει ποσά στον λογαριασμό κάποιου. Τα δοχεία για τα πουρμπουάρ ξεχείλιζαν, αναγκάζοντάς τη να σπρώχνει τα χαρτονομίσματα στον πάτο κάθε φορά. Όταν είδε τον Τρέντον, τα μάτια της έλαµψαν. «Τα κατάφερες!» αναφώνησε αρπάζοντας τρεις μπίρες και ακουμπώντας τες µπροστά του. «Σ’ το είπα ότι θα τα κατάφερνα» της χαμογέλασε εκείνος και έσκυψε πάνω από


τον πάγκο για να της δώσει ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Δεν πρόλαβαν να μιλήσουν άλλο, αφού η Κάμι γύρισε βιαστικά για να σερβίρει άλλη µια µπίρα στην άλλη άκρη του µπαρ και µετά έπρεπε να πάρει παραγγελίες. «Είναι καλή» είπε ο Σέπλι κοιτάζοντάς την. «Πολύ καλή» χαµογέλασε ο Τρέντον. «Είστε;…» πήγα να πω. «Όχι» απάντησε ο Τρεντ, κουνώντας το κεφάλι του. «Όχι ακόµη. Το δουλεύω. Τα ’χει με ένα μαλακισμένο κολεγιόπαιδο από την Καλιφόρνια. Μία λαδιά ακόμα από µέρους του, και θα καταλάβει επιτέλους πόσο µαλάκας είναι». «Καλή τύχη» είπε ο Σέπλι πίνοντας µια γουλιά από την µπίρα του. Μαζί με τον Τρέντον, κοιτάξαμε μια μικρή παρέα με τόσο άγριο ύφος, που τους κάναμε να σηκωθούν από το τραπέζι τους, το οποίο καταλάβαμε αμέσως για να ξεκινήσουμε μια βραδιά ποτού και κουτσομπολιού. Η Κάμι φρόντιζε τον Τρέντον από απόσταση, στέλνοντας κάθε τόσο μια σερβιτόρα με μπίρες και σφηνάκια τεκίλα. Ευτυχώς βρισκόμουν στο τέταρτο σφηνάκι τεκίλα όταν άρχισε να παίζει η δεύτερη µπαλάντα από τη δεκαετία του ’80. «Αυτό το συγκρότημα έχει τα χάλια του, Τρεντ» φώναξα για να ακουστώ πάνω από τον θόρυβο. «Απλώς δεν μπορείς να εκτιμήσεις την κληρονομιά που μας άφησαν οι µακρυµάλληδες!» φώναξε κι αυτός. «Έι. Για κοίτα» είπε δείχνοντας στην πίστα. Μια κοκκινομάλλα περνούσε μέσα από το πλήθος, με ένα βαμμένο χαμόγελο να φωτίζει το χλωµό της πρόσωπο. Ο Τρέντον σηκώθηκε να την αγκαλιάσει και το χαµόγελό της έγινε πιο πλατύ. «Έι, Τρεντ! Τι γίνεσαι;» «Καλά! Καλά! Στη δουλειά. Εσύ;» «Τέλεια! Μένω στο Ντάλας τώρα. Δουλεύω σε μια εταιρεία δημοσίων σχέσεων». Κοίταξε στο τραπέζι μας, πρώτα τον Σέπλι και μετά εμένα. «Θεούλη μου! Ο αδελφούλης σου είναι αυτός; Εγώ σου έκανα µπέιµπι σίτινγκ!» Έσμιξα τα φρύδια μου. Είχε τεράστιο στήθος και καμπύλες σαν μοντέλο της δεκαετίας του ’40. Ήμουν σίγουρος πως θα τη θυμόμουν αν είχα βρεθεί μαζί της σε τρυφερή ηλικία.


«Τράβις, τη θυμάσαι την Καρίσα, έτσι δεν είναι;» είπε ο Τρεντ. «Τέλειωσε το σχολείο µαζί µε τον Τάιλερ και τον Τέιλορ». Η Καρίσα άπλωσε το χέρι της και το έσφιξα. Δάγκωσα το φίλτρο ενός τσιγάρου και άναψα τον αναπτήρα µου. «Δεν νομίζω» είπα βάζοντας το σχεδόν άδειο πακέτο στην μπροστινή τσέπη του πουκαµίσου µου. «Ήσουν µικρούλης» χαµογέλασε εκείνη. Ο Τρέντον έδειξε προς το µέρος της. «Μόλις χώρισε, άσχηµα, µε τον Σεθ Τζέικοµπς. Τον θυµάσαι τον Σεθ;» Κούνησα το κεφάλι μου, έχοντας ήδη βαρεθεί το παιχνίδι που έπαιζε ο Τρέντον. Η Καρίσα πήρε το γεμάτο σφηνάκι με την τεκίλα που βρισκόταν μπροστά μου και το ήπιε µονορούφι, και µετά µε πλησίασε µε µικρά πλάγια βήµατα. «Απ’ ό,τι ακούω πέρασες κι εσύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό. Μήπως να κάνουµε παρέα απόψε;» Τα µάτια της φανέρωναν πως ήταν µεθυσµένη… και µόνη. «Δεν ψάχνω µπέιµπι σίτερ» είπα παίρνοντας µια τζούρα. «Μια φίλη τότε; Η βραδιά τραβάει πολύ. Ήρθα εδώ πέρα μόνη μου επειδή όλες οι φίλες µου είναι παντρεµένες τώρα, καταλαβαίνεις, έτσι;» χαχάνισε νευρικά. «Όχι και τόσο». Η Καρίσα χαμήλωσε το βλέμμα και ένιωσα τύψεις. Φερόμουν μαλακισμένα και δεν είχε κάνει τίποτα για να της αξίζει τέτοια συµπεριφορά. «Κοίτα, συγγνώµη» είπα. «Απλώς δεν είχα καµία όρεξη να έρθω εδώ». «Ούτε εγώ. Αλλά δεν ήθελα να µείνω µόνη µου». Το συγκρότημα σταμάτησε να παίζει και ο τραγουδιστής άρχισε την αντίστροφη μέτρηση. Η Καρίσα κοίταξε γύρω της κι ύστερα πάλι εμένα, σαν χαμένη. Το βλέμμα της στάθηκε στα χείλη μου την ώρα που όλο το πλήθος μαζί άρχισε να ξεφωνίζει «ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!». Μόλις το συγκρότημα άρχισε να παίζει μια ροκ διασκευή του κλασικού πρωτοχρονιάτικου τραγουδιού, τα χείλη της Καρίσα κόλλησαν στα δικά μου. Προσπάθησα για μια στιγμή να ανταποκριθώ, αλλά τα χείλη της μου ήταν τόσο ξένα, τόσο διαφορετικά από αυτό που είχα συνηθίσει, που έκαναν την ανάμνηση της Άμπι ακόμα πιο έντονη και τη σκέψη πως είχε


φύγει ακόμα πιο επίπονη. Τραβήχτηκα και σκούπισα το στόμα μου με το μανίκι µου. «Συγγνώµη» είπε η Καρίσα καθώς έφευγα από το τραπέζι. Άνοιξα δρόμο μέσα στο πλήθος ως τις αντρικές τουαλέτες και κλειδώθηκα στη μοναδική καμπίνα. Έβγαλα το τηλέφωνό μου και έμεινα να το κοιτάζω, με τα μάτια θολωμένα και την αηδιαστική γεύση της τεκίλας στο στόμα. Και η Άμπι μεθυσμένη θα είναι μάλλον, σκέφτηκα. Δεν θα την πειράξει αν την πάρω τηλέφωνο. Πρωτοχρονιά είναι. Ίσως και να περιμένει να την πάρω. Κοιτάζοντας τα ονόματα στη λίστα των επαφών μου, σταμάτησα στο Περιστεράκι. Έστρεψα το χέρι μου και είδα το ίδιο όνομα γραμμένο στον καρπό μου. Αν η Άμπι ήθελε να μου μιλήσει, θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Είχα χάσει την ευκαιρία μου, και επιπλέον στο σπίτι του μπαμπά τής είχα πει ότι θα την άφηνα να προχωρήσει. Είτε ήμουν μεθυσμένος είτε όχι, ήταν εγωιστικό να της τηλεφωνήσω. Ξαφνικά κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Τραβ;» είπε ο Σέπλι. «Είσαι εντάξει;» Ξεκλείδωσα την πόρτα και βγήκα έξω, κρατώντας ακόµη το τηλέφωνο. «Την πήρες;» Κούνησα το κεφάλι και κοίταξα τα πλακάκια στην άλλη άκρη του δωματίου. Πήρα φόρα και πέταξα το τηλέφωνο, που έγινε κομματάκια και έπεσε στο πάτωμα. Ένας κακομοίρης που στεκόταν στο ουρητήριο πετάχτηκε πάνω από την τροµάρα, παραλίγο να φτάσει στο ταβάνι. «Όχι» είπα. «Και δεν πρόκειται». Ο Σέπλι με ακολούθησε στο τραπέζι σιωπηλός. Η Καρίσα είχε φύγει, και τώρα µας περίµεναν τρία γεµάτα σφηνάκια. «Σκέφτηκα ότι μπορεί να σε βοηθούσε να ξεχαστείς λίγο, Τραβ, συγγνώμη. Εγώ πάντα νιώθω καλύτερα αν πηδήξω καμιά πολύ καλή γκόμενα όταν είμαι σε φάση σαν τη δικιά σου» είπε ο Τρέντον. «Τότε δεν έχεις βρεθείς σε φάση σαν τη δικιά μου» είπα κατεβάζοντας μονορούφι το σφηνάκι. Σηκώθηκα αμέσως και πιάστηκα από την άκρη του τραπεζιού για να µην πέσω. «Ώρα να πάµε σπίτι και να ξεραθούµε, µάγκες». «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Τρέντον, ελαφρώς απογοητευµένος.


Αφού ο Τρέντον κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της Κάμι ώστε να την αποχαιρετήσει, πήγαµε στο αµάξι. Πριν βάλει µπροστά, µε κοίταξε. «Θα ξαναγυρίσει, λες, ποτέ σ’ εσένα;» «Όχι». «Τότε ίσως πρέπει να το αποδεχτείς. Εκτός κι αν δεν τη θέλεις καθόλου στη ζωή σου». «Προσπαθώ». «Εννοώ όταν ξεκινήσουν τα μαθήματα. Να φέρεσαι όπως φερόσουν πριν τη δεις γυµνή». «Βούλωσ’ το, Τρεντ». Ο Τρέντον έβαλε µπροστά και έκανε όπισθεν. «Απλώς σκεφτόμουν» είπε, στρίβοντας το τιμόνι και αλλάζοντας ταχύτητα, «ότι ήσουν χαρούμενος και όταν ήσασταν φίλοι. Ίσως να μπορείτε να γυρίσετε εκεί. Ίσως να είσαι τόσο χάλια επειδή νοµίζεις ότι δεν γίνεται». «Ίσως» είπα κοιτάζοντας από το παράθυρο. Επιτέλους έφτασε η πρώτη μέρα του δεύτερου εξαμήνου. Δεν είχα κοιμηθεί όλο το βράδυ, στριφογυρνούσα, έτρεμα και ανυπομονούσα που θα ξαναέβλεπα την Άμπι. Παρά το ξενύχτι, ήμουν αποφασισμένος να είμαι χαμογελαστός και να μην επιτρέψω ούτε στην Άµπι ούτε σε κανέναν να καταλάβει πόσο είχα υποφέρει. Στο μεσημεριανό, η καρδιά μου σχεδόν πετάχτηκε από το στήθος μου όταν την είδα. Φαινόταν διαφορετική, αλλά ίδια. Η διαφορά ήταν πως μου φαινόταν άγνωστη. Δεν μπορούσα να πάω εκεί που ήταν και να της δώσω ένα φιλί ή να την αγγίξω όπως πριν. Τα μεγάλα μάτια της Άμπι ανοιγόκλεισαν όταν με είδε. Της χαμογέλασα και της έκλεισα το μάτι, καθισμένος στην άκρη του συνηθισμένου μας τραπεζιού. Οι παίκτες φούτμπολ γκρίνιαζαν για την ήττα τους στο τελευταίο παιχνίδι, και για να τους κάνω να αλλάξουν διάθεση άρχισα να αφηγούμαι κάποια από τα πιο αστεία περιστατικά των διακοπών, όπως όταν παρακολουθούσα τον Τρέντον να κοιτάζει την Κάμι σαν ξερολούκουμο και τη φορά που χάλασε το αυτοκίνητο και παραλίγο να μας συλλάβουν για μέθη σε δημόσιο χώρο καθώς περπατούσαµε για να γυρίσουµε σπίτι. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Φιντς να αγκαλιάζει την Άμπι, και για μια


στιγµή αναρωτήθηκα αν ευχόταν να εξαφανιστώ ή αν θα στενοχωριόταν. Όπως και να ’χε, ήθελα να το ξέρω. Έβαλα την τελευταία μπουκιά από κάτι τηγανητό και αηδιαστικό στο στόμα μου, ακούμπησα στην άκρη τον δίσκο μου και στάθηκα πίσω από την Άµπι, ακουµπώντας τα χέρια µου στους ώµους της. «Τι λένε τα µαθήµατα, Σεπ;» ρώτησα, προσπαθώντας να ακούγοµαι άνετος. «Η πρώτη μέρα είναι σκατά» απάντησε ο Σέπλι ξινίζοντας τα μούτρα του. «Ώρες ατέλειωτες για τα βιβλία και τους κανόνες κάθε τάξης. Αναρωτιέμαι για ποιον λόγο έρχοµαι την πρώτη εβδοµάδα. Εσύ, πώς πάει;» «Ε… δεν τα γλιτώνει κανείς αυτά. Εσύ, Περιστεράκι;» ρώτησα προσπαθώντας να µην αφήσω την ένταση που ένιωθα στους ώµους µου να φανεί και στα χέρια µου. «Μια απ’ τα ίδια» είπε µε φωνή χαµηλή, απόµακρη. «Πέρασες καλά στις διακοπές;» ρώτησα ταρακουνώντας την. «Καλά». Μάλιστα. Η αµηχανία στο αποκορύφωµά της. «Όμορφα. Έχω μάθημα. Τα λέμε» είπα και βγήκα βιαστικά από το εστιατόριο, βγάζοντας τσιγάρο προτού καλά καλά ανοίξω τις πόρτες. Τα δύο επόμενα μαθήματα ήταν βασανιστήριο. Μόνο στο δωμάτιό μου ένιωθα ασφαλής και προστατευμένος, μακριά από την πανεπιστημιούπολη, μακριά από όλα όσα μου θύμιζαν πως ήμουν μόνος και μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, που συνέχιζε, χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τον τρομερό μου πόνο. Ο Σέπλι δεν σταματούσε να με διαβεβαιώνει ότι ύστερα από κάποιο διάστημα δεν θα ήταν και τόσο χάλια, αλλά εγώ δεν ένιωθα αλλαγή. Συνάντησα τον ξάδελφό μου στο πάρκινγκ μπροστά από το Μόργκαν, βάζοντας τα δυνατά μου να μην κοιτάζω συνέχεια την πόρτα της εστίας. Ο Σέπλι φαινόταν κάπως φορτωμένος και δεν μιλήσαμε πολύ στη διαδρομή. Όταν σταματήσαμε στο πάρκινγκ, αναστέναξε. Σκεφτόμουν αν έπρεπε να τον ρωτήσω μήπως είχε προβλήματα με την Αμέρικα, αλλά δεν πίστευα ότι θα άντεχα και τα δικά του προβλήματα. Έπιασα το σακίδιό μου από το πίσω κάθισμα και άνοιξα την πόρτα, καθυστερώντας µόνο για να ανοίξω την ασφάλεια. «Έι» είπε ο Σέπλι, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. «Είσαι καλά;» «Ναι» είπα από τον διάδροµο, χωρίς να γυρίσω.


«Ήταν λίγο αµήχανη η φάση στην καφετέρια». «Ναι, µάλλον» είπα ανεβαίνοντας άλλο ένα σκαλοπάτι. «Εντάξει… εμ… νομίζω ότι πρέπει να σου πω κάτι που άκουσα τυχαία. Δηλαδή… ρε γαμώτο, Τραβ, δεν ξέρω αν πρέπει να σου το πω ή όχι. Δεν ξέρω αν θα βοηθήσει ή αν θα κάνει τα πράγµατα χειρότερα». «Το άκουσες τυχαία, από ποιον;» ρώτησα κάνοντας µεταβολή. «Η Μερ και η Άμπι συζητούσαν. Και… ειπώθηκε πως η Άμπι ήταν χάλια σε όλες τις διακοπές». Έµεινα αµίλητος, προσπαθώντας να διατηρήσω την αναπνοή µου σταθερή. «Με άκουσες;» ρώτησε ο Σέπλι σµίγοντας τα φρύδια. «Τι θα πει αυτό;» ρώτησα σηκώνοντας τα χέρια μου. «Ήταν χάλια που δεν ήταν µαζί µου; Επειδή δεν είµαστε πια φίλοι; Τι;» «Δεν έπρεπε να το πω». «Πες μου!» φώναξα, νιώθοντας να τρέμω. «Δεν αντέχω… δεν αντέχω να νιώθω έτσι!» Πέταξα τα κλειδιά μου στον διάδρομο και άκουσα τον δυνατό ήχο που έκαναν όταν προσγειώθηκαν στον τοίχο. «Σήμερα με το ζόρι με κοίταξε, κι εσύ μου λες ότι με θέλει πίσω; Για φίλο; Ή όπως ήμασταν πριν από το Λας Βέγκας; Ή µήπως είναι χάλια γενικώς και αορίστως;» «Δεν ξέρω». Άφησα το σακίδιό μου να πέσει στο πάτωμα και το κλότσησα προς τη μεριά του Σέπλι. «Γιατί… γιατί μου το κάνεις αυτό, ρε φίλε; Νομίζεις ότι δεν υποφέρω ήδη αρκετά; Σου ορκίζοµαι, υποφέρω τόσο που δεν αντέχεται». «Συγγνώμη, ρε Τραβ. Σκέφτηκα μόνο ότι εγώ θα ήθελα να το ξέρω… αν ήμουν στη θέση σου». «Δεν είσαι στη θέση μου! Γαμώτο… άσ’ το, ρε Σέπλι. Άσ’ το να πάει, το γαµηµένο». Κοπάνησα την πόρτα μου και κάθισα στο κρεβάτι πιάνοντας το κεφάλι μου. Ο Σέπλι µισάνοιξε την πόρτα. «Δεν προσπαθώ να σου δυσκολέψω τη ζωή, να το ξέρεις. Αλλά ήξερα ότι, αν το µάθαινες αργότερα, θα µε σάπιζες στο ξύλο που δεν σου το είπα. Αυτό είναι όλο».


«Εντάξει». «Μήπως… μήπως αν συγκεντρωθείς σε όλες τις μαλακίες που αναγκαζόσουν να ανέχεσαι µαζί της, σε βοηθήσει;» «Προσπάθησα» αναστέναξα. «Και όλο καταλήγω στην ίδια σκέψη». «Η οποία είναι;» «Ότι τώρα που τελείωσε, εύχομαι να είχα πίσω και όλες τις μαλακίες… αρκεί να είχα και τα καλά». Ο Σέπλι κοίταξε έξω από το δωμάτιο, προσπαθώντας να βρει κάτι παρηγορητικό να πει, αλλά του είχαν τελειώσει οι συμβουλές. Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνό του έκανε έναν θόρυβο. «Ο Τρεντ είναι» είπε ο Σέπλι κοιτάζοντας την οθόνη και τα μάτια του έλαμψαν. «Θέλεις να πας να πιείτε κάτι στο

Red; Σχολάει στις πέντε σήμερα. Το αυτοκίνητό

του έχει χαλάσει και θέλει να τον πας να δει την Κάμι. Πήγαινε, ρε. Πάρε το αυτοκίνητό µου». «Εντάξει. Πες του ότι πάω» είπα σκουπίζοντας τη µύτη µου και σηκώθηκα. Στο διάστημα που χρειάστηκα για να πάω από το σπίτι ως το στούντιο τατουάζ που δούλευε ο Τρέντον, ο Σέπλι είχε προλάβει να ενημερώσει τον αδελφό μου για το πόσο σκατά ήταν η μέρα μου. Ο Τρέντον προδόθηκε με την επιμονή του να πάμε κατευθείαν στο

Red με το που μπήκε στο αμάξι, αντί να μου πει να πάμε

πρώτα στο σπίτι για ν’ αλλάξει. Όταν φτάσαμε, το μαγαζί ήταν άδειο

· δεν υπήρχε κανένας εκτός από την Κάμι,

τον ιδιοκτήτη και κάποιον τύπο που καθόταν στο μπαρ της Κάμι, αλλά ήταν Τετάρτη – η μέρα που έβγαιναν τα κολεγιόπαιδα. Ύστερα από λίγο το μπαρ είχε γεμίσει κόσμο. Είχα ήδη αρχίσει να ζαλίζομαι όταν πέρασαν από μπροστά μου η Λέξι με κάτι φίλες της, αλλά μπήκα στον κόπο να σηκώσω το βλέμμα μόνο όταν εµφανίστηκε η Μέγκαν. «Μην είσαι έτσι, ρε Μάντοξ». «Μπα» είπα, προσπαθώντας να κάνω τα μουδιασμένα χείλη μου να σχηματίσουν λέξεις. «Πάµε να χορέψουµε» µου γκρίνιαξε και µε τράβηξε από το µπράτσο. «Δεν νοµίζω ότι µπορώ να χορέψω» είπα ενώ ταλαντευόµουν.


«Και δεν νοµίζω ότι πρέπει να χορέψεις» παρενέβη ο Τρέντον. Η Μέγκαν με κέρασε μια μπίρα και κάθισε δίπλα μου στο μπαρ. Δέκα λεπτά αργότερα, μου τραβολογούσε το πουκάμισο και έπιανε απροκάλυπτα τα μπράτσα και τα χέρια μου. Λίγο πριν κλείσει το μαγαζί, είχε σηκωθεί όρθια και στεκόταν δίπλα µου – ή, µάλλον, καβάλα στο πόδι µου. «Δεν είδα τη µηχανή σου έξω. Σε έφερε ο Τρέντον;» «Όχι. Έχω το αµάξι του Σέπλι». «Το λατρεύω αυτό το αμάξι» είπε ναζιάρικα. «Πρέπει να με αφήσεις να σε πάω σπίτι». «Θέλεις να οδηγήσεις το Charger;» τη ρώτησα σέρνοντας τις λέξεις. Έριξα µια µατιά στον Τρέντον, που κρατιόταν για να µη βάλει τα γέλια. «Δεν μου φαίνεται κακή ιδέα, αδελφούλη. Να προσέχεις… απ’ όλες τις απόψεις». Η Μέγκαν με τράβηξε από το σκαμνί και βγήκαμε από το μπαρ στο πάρκινγκ. Φορούσε ένα στράπλες μπλουζάκι με παγέτες, τζιν φούστα και μπότες, και δεν έμοιαζε να την ενοχλεί το κρύο – αν έκανε κρύο

· δεν μπορούσα να καταλάβω.

Χαχάνισε όταν την έπιασα αγκαλιά για να μην πέσω περπατώντας. Όταν φτάσαμε στην πόρτα του συνοδηγού του Charger, σταµάτησε να χαζογελά. «Μερικά πράγµατα δεν αλλάζουν ποτέ, ε, Τράβις;» «Μάλλον όχι» είπα κοιτάζοντας τα χείλη της. Η Μέγκαν τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό μου και με τράβηξε, χώνοντας τη γλώσσα της στο στόμα μου χωρίς κανέναν δισταγμό. Ήταν υγρή και απαλή, και κάτι μου θύμιζε αμυδρά. Ύστερα από λίγα λεπτά χαμουρέματος, σήκωσε το πόδι της και το τύλιξε γύρω από τη μέση μου. Την έπιασα από τον μηρό και έσπρωξα τη λεκάνη μου πάνω της. Ο πισινός της χτύπησε στην πόρτα του αυτοκινήτου, κι εκείνη βόγκηξε. Της Μέγκαν πάντα της άρεσαν οι αγριάδες. Καθώς η γλώσσα της κατέβαινε στον λαιμό μου, κατάλαβα για πρώτη φορά το κρύο, νιώθοντας πόσο γρήγορα εξαφανιζόταν η ζέστη από το στόμα της. Το χέρι της Μέγκαν χώθηκε ανάμεσά μας, με έπιασε και χαμογέλασε όταν ένιωσε ότι ήμουν όπως ακριβώς με ήθελε. «Μµµ, Τράβις» µουρµούρισε, δαγκώνοντάς µου τα χείλη.


«Περιστεράκι». Η λέξη βγήκε µασηµένη όπως πίεζα τα χείλη µου στα δικά της. Η ώρα ήταν τόσο περασµένη, που δεν δυσκολευόµουν να προσποιηθώ. Η Μέγκαν χαχάνισε. «Τι πράγμα;» Πιστή στον χαρακτήρα της, δεν απαίτησε εξηγήσεις όταν δεν απάντησα. «Πάμε στο σπίτι σου» είπε παίρνοντας τα κλειδιά από το χέρι μου. «Η συγκάτοικός µου είναι άρρωστη». «Α, ναι;» ρώτησα τραβώντας την πόρτα. «Θέλεις στ’ αλήθεια να οδηγήσεις το Charger;» «Καλύτερα να το οδηγήσω εγώ παρά εσύ» είπε φιλώντας με μια τελευταία φορά προτού πάει στη θέση του οδηγού. Όσο η Μέγκαν οδηγούσε, γελούσε και μιλούσε για τις διακοπές της, ενώ ταυτόχρονα μου είχε ανοίξει το φερμουάρ και είχε βάλει το χέρι της μέσα από το τζιν μου. Ευτυχώς που ήμουν μεθυσμένος, γιατί δεν είχα κάνει τίποτα από την Ημέρα των Ευχαριστιών. Διαφορετικά, μέχρι να φτάναμε στο σπίτι, η Μέγκαν θα έπρεπε να πάρει ένα ταξί και να γυρίσει πίσω. Στα µισά του δρόµου θυµήθηκα το άδειο µπολ. «Μισό λεπτό, μισό λεπτό» είπα δείχνοντας στον δρόμο. «Σταμάτα στο μαγαζάκι. Πρέπει να πάρουµε µερικά…» Η Μέγκαν έβγαλε από την τσάντα της ένα κουτάκι προφυλακτικά. «Μην ανησυχείς». Έγειρα πίσω και χαµογέλασα. Αυτή η κοπέλα ήταν πραγµατικά όπως µου άρεσε. Η Μέγκαν σταμάτησε στη θέση του Σέπλι στο πάρκινγκ. Είχε έρθει τόσες φορές στο σπίτι μου, που ήξερε καλά τέτοιες λεπτομέρειες. Βγήκε τρέχοντας με μικρά βηματάκια, προσπαθώντας να περπατήσει γρήγορα πάνω στα πανύψηλα τακούνια της. Ακούμπησα πάνω της για να ανέβω τα σκαλιά κι εκείνη γέλασε, με τα χείλη της κολλημένα στα δικά μου. Τελικά κατάλαβα ότι η πόρτα ήταν ήδη ξεκλείδωτη και την άνοιξα. Πάγωσα στα μισά του φιλιού. Η Άμπι στεκόταν στο καθιστικό, κρατώντας τον Τότο. «Περιστεράκι» είπα σαστισµένος. «Το βρήκα!» φώναξε η Αμέρικα, που έβγαινε τρέχοντας από το δωμάτιο του


Σέπλι. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησα. Η έκφραση της Άµπι πέρασε από την έκπληξη στον θυµό. «Πολύ χαίροµαι που βλέπω ότι ξαναβρήκες τον παλιό καλό σου εαυτό, Τραβ». «Πάνω που φεύγαμε» μούγκρισε η Αμέρικα, που πήρε την Άμπι από το χέρι και γλίστρησαν ανάµεσά µας. Δεν μπόρεσα να αντιδράσω αμέσως, αλλά την επόμενη στιγμή κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, και μόνο τότε πρόσεξα ότι το αυτοκίνητο της Αμέρικα ήταν παρκαρισμένο αποκάτω. Άρχισα να βρίζω από μέσα μου. Χωρίς να το σκεφτώ, άρπαξα την Άµπι από το παλτό. «Πού πας;» «Σπίτι» είπε απότοµα και τράβηξε το παλτό της. «Τι κάνεις εδώ;» Το παγωμένο χιόνι έτριξε κάτω από τα βήματα της Αμέρικα, που ήρθε δίπλα στην Άμπι, ενώ ξαφνικά βρέθηκε στο πλάι μου ο Σέπλι, κοιτάζοντας την κοπέλα του µε ανήσυχο βλέµµα. Η Άµπι ανασήκωσε το πιγούνι. «Συγγνώµη. Δεν θα ερχόµουν αν ήξερα ότι θα ήσουν εδώ». Έχωσα τα χέρια µου στις τσέπες του παλτού µου. «Μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις, Περιστεράκι. Ποτέ δεν ήθελα να μείνεις µακριά µου». «Δεν θέλω να σου χαλάω τη διασκέδαση». Κοίταξε στην κορυφή της σκάλας, όπου είχε σταθεί η Μέγκαν για να παρακολουθήσει τη σκηνή. «Καλά να περάσετε» είπε και έκανε να φύγει. «Στάσου». Την έπιασα από το µπράτσο. «Είσαι θυµωµένη;» «Ξέρεις κάτι;» γέλασε κοφτά και τράβηξε το παλτό της από το χέρι μου. «Απορώ κιόλας γιατί εκπλήσσοµαι». Αν και είχε γελάσει, το βλέμμα της ήταν γεμάτο μίσος. Ό,τι και να έκανα –είτε προχωρούσα χωρίς εκείνη είτε καθόμουν όλη μέρα στο κρεβάτι να τη σκέφτομαι–, εκείνη θα µε µισούσε. «Δεν βγάζω άκρη μαζί σου. Δεν βγάζω άκρη! Λες ότι τελειώσαμε… περνάω φρικτά, έκανα το κινητό μου κομμάτια για να μη σου τηλεφωνώ κάθε λεπτό,


αναγκάζομαι να το παίζω άνετος στη σχολή για να είσαι εσύ χαρούμενη… και τώρα θυµώνεις; Μου ράγισες την καρδιά, γαµώτο µου!» ούρλιαξα. «Τράβις, είσαι µεθυσµένος. Άσε την Άµπι να φύγει» είπε ο Σέπλι. Έπιασα την Άμπι από τους ώμους και την τράβηξα πιο κοντά μου, κοιτάζοντάς τη στα µάτια. «Με θέλεις ή όχι; Δεν µπορείς να µου το κάνεις αυτό συνέχεια, Περιστεράκι!» «Δεν ήρθα για να σε δω». «Δεν τη θέλω αυτήν» είπα με το βλέμμα μου στα χείλη της Άμπι. «Είμαι τόσο δυστυχισµένος, Περιστεράκι». Έσκυψα να τη φιλήσω, αλλά με έπιασε από το πιγούνι και μου γύρισε το κεφάλι από την άλλη. «Έχεις κραγιόν στα χείλη σου, Τράβις» είπε αηδιασµένη. Έκανα ένα βήμα πίσω και σκούπισα το στόμα μου με το πουκάμισό μου. Όταν είδα τα κόκκινα σηµάδια, ήξερα ότι δεν µπορούσα να πω τίποτα. «Ήθελα απλώς να ξεχαστώ. Για ένα γαµηµένο βράδυ µόνο». Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπο της Άµπι, αλλά το σκούπισε αµέσως. «Να µη σε κρατάω τότε». Έκανε να φύγει, αλλά την άρπαξα πάλι. Ξαφνικά κάτι ξανθό εμφανίστηκε με φόρα µπροστά µου και άρχισε να µε χτυπάει µε µανία. «Άσ’ την ήσυχη, ρε µαλάκα!» Ο Σέπλι έπιασε την Αμέρικα, αλλά εκείνη τον έσπρωξε και ύστερα γύρισε και μου έριξε ένα χαστούκι. Ο ήχος ακούστηκε δυνατός και καθαρός και με ξάφνιασε. Όλοι πάγωσαν για μια στιγμή, σοκαρισμένοι από την ξαφνική οργή της Αμέρικα. Ο Σέπλι έπιασε πάλι την κοπέλα του, κρατώντας την από τους καρπούς, και την τράβηξε προς το αυτοκίνητό της ενώ εκείνη χτυπιόταν σαν δαιμονισμένη. Πάλευε βίαια μαζί του, με τα ξανθά μαλλιά της να μαστιγώνουν τον αέρα καθώς προσπαθούσε να ξεφύγει. «Πώς µπόρεσες; Της αξίζει καλύτερη συµπεριφορά, Τράβις!» «Αµέρικα, σταµάτα!» ούρλιαξε ο Σέπλι πιο δυνατά από ποτέ. Η Αμέρικα άφησε τα χέρια της να πέσουν στο πλάι και κοίταξε τον Σέπλι με αηδία.


«Τον υπερασπίζεσαι;» Παρόλο που ήταν τροµοκρατηµένος, δεν υποχώρησε. «Η Άµπι τον χώρισε. Προσπαθεί να προχωρήσει». Η Αµέρικα τον κοίταξε µε µίσος σχεδόν και τράβηξε απότοµα το χέρι της. «Ωραία λοιπόν, πήγαινε κι εσύ να βρεις μια τσούλα»

–κοίταξε τη Μέγκαν

– «στο

Red, φέρ’ τη σπίτι και πήδα την, και μετά πες μου αν σε βοήθησε να με ξεπεράσεις». «Μερ…» Ο Σέπλι προσπάθησε να τη συγκρατήσει, αλλά εκείνη του ξέφυγε, μπήκε στη θέση του οδηγού και κοπάνησε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Η Άμπι άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε δίπλα της. «Μωρό μου, μη φεύγεις» την παρακάλεσε ο Σέπλι, σκύβοντας στο παράθυρο. Η Αµέρικα έβαλε µπροστά το αυτοκίνητο. «Υπάρχει η σωστή και η λάθος πλευρά, Σεπ. Κι εσύ είσαι στη λάθος πλευρά». «Εγώ είµαι µε το µέρος σου» είπε εκείνος απελπισµένος. «Όχι πια» είπε η Αµέρικα κι έκανε όπισθεν. «Αµέρικα; Αµέρικα!» φώναξε ο Σέπλι. Όταν το αυτοκίνητο χάθηκε στον δρόµο, ο Σέπλι µε κοίταξε αγκοµαχώντας. «Σέπλι, εγώ…» Προτού προλάβω να τελειώσω, ο Σέπλι μού έριξε μια μπουνιά στο σαγόνι. Δεν έκανα τίποτα για να αμυνθώ, άγγιξα το πρόσωπό μου και κούνησα το κεφάλι. Μου άξιζε. «Τράβις;» µε φώναξε η Μέγκαν αποπάνω. «Θα την πάω σπίτι» είπε ο Σέπλι. Κοίταξα τα πίσω φώτα του Χόντα να γίνονται όλο και μικρότερα παίρνοντας την Άµπι όλο και πιο µακριά, και ένιωσα έναν κόµπο στον λαιµό. «Ευχαριστώ».


25

Εµµονή

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ. Θα είναι λάθος να πάω. Θα υπάρχει αµηχανία. Θα είναι εκεί. Κι αν κάποιος της ζητήσει να χορέψουν; Κι αν γνωρίσει τον µέλλοντα σύζυγό της µπροστά στα µάτια µου; Δεν θέλει να µε δει. Μπορεί να µεθύσω και να κάνω κάτι που θα την τσαντίσει. Μπορεί να µεθύσει και να κάνει κάτι που θα µε τσαντίσει. Δεν πρέπει να πάω. Πρέπει να πάω. Θα είναι εκεί. Έφτιαχνα στο μυαλό μου λίστες με όλα τα υπέρ και τα κατά για το αν έπρεπε να πάω στο πάρτι του Αγίου Βαλεντίνου και κατέληγα διαρκώς στο ίδιο συμπέρασμα: Έπρεπε να δω την Άµπι, και θα ήταν εκεί. Ο Σέπλι ετοιμαζόταν στο δωμάτιό του, αλλά από τότε που τα είχε ξαναβρεί με την Αμέρικα, σχεδόν δεν μιλιόμασταν. Από τη μια επειδή κάθονταν κλεισμένοι στο δωμάτιό του για να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο, και από την άλλη επειδή ακόμη μου κρατούσε μούτρα για τις πέντε εβδομάδες που είχαν περάσει χωριστά.


Η Αμέρικα δεν έχανε ευκαιρία να μου υπενθυμίζει πόσο πολύ δεν με χώνευε, ειδικά μετά την τελευταία φορά που ράγισα πάλι την καρδιά της Άμπι. Είχα πείσει την Άμπι να φύγει από το ραντεβού της με τον Πάρκερ και να έρθει μαζί μου σε έναν αγώνα. Φυσικά ήθελα να την έχω μαζί μου στον αγώνα, αλλά έκανα το λάθος να παραδεχτώ πως ήθελα και να τη βγω στον Πάρκερ. Ήθελα να ξέρει ο Πάρκερ πως δεν μπορούσε να την ελέγξει. Η Άμπι θεώρησε πως είχα εκμεταλλευτεί τα αισθήματά της για μένα, και δεν είχε άδικο. Παρόλο που αυτά από μόνα τους θα ήταν αρκετά για να νιώθω τύψεις, το γεγονός ότι η Άμπι δέχτηκε επίθεση κάπου που την είχα πάει εγώ με έκανε να μην μπορώ να κοιτάξω κανέναν στα μάτια. Προσθέτοντας και το ότι παραλίγο να μας κλείσουν στη φυλακή, είχαμε ολοκληρωµένη την απόλυτη αποτυχία. Αν και είχα ζητήσει επανειλημμένα συγγνώμη, η Αμέρικα με στραβοκοιτούσε όλη την ώρα όταν ήταν στο σπίτι μας και μου πετούσε φαρμακερά σχόλια χωρίς αφορμή. Ακόμα κι έτσι όμως, χαιρόμουν που τα είχαν ξαναβρεί με τον Σέπλι. Αν δεν είχε αλλάξει γνώµη η Αµέρικα, ο Σέπλι µπορεί να µη µε συγχωρούσε ποτέ. «Έφυγα» είπε ο Σέπλι. Μπήκε στο δωμάτιό μου, όπου καθόμουν φορώντας το µποξεράκι µόνο, προσπαθώντας να αποφασίσω τι θα έκανα. «Θα περάσω να πάρω τη Μερ από την εστία». «Θα έρθει και η Άµπι;» «Ναι. Με τον Φιντς». «Αυτό θα έπρεπε να µε κάνει να νιώσω καλύτερα;» χαµογέλασα αµυδρά. «Εμένα θα μ’ έκανε πάντως». Ο Σέπλι ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε τους τοίχους του δωµατίου µου. «Ξαναέβαλες τις φωτογραφίες». Κοίταξα τριγύρω και ένευσα. «Δεν ξέρω, δεν ένιωθα καλά να τις έχω να κάθονται µέσα σε ένα συρτάρι». «Τα λέµε αργότερα µάλλον, ε;» «Έι, Σεπ;» «Ναι;» είπε χωρίς να γυρίσει. «Λυπάµαι πολύ, ρε ξάδελφε». «Το ξέρω» αναστέναξε ο Σέπλι. Μόλις έφυγε, πήγα στην κουζίνα και έβαλα ό,τι είχε αποµείνει από το ουίσκι. Το


ποτό περίμενε στο ποτήρι για να προσφέρει παρηγοριά. Το κατέβασα μονορούφι και έκλεισα τα μάτια μου, ενώ σκεφτόμουν σοβαρά να πεταχτώ μέχρι την κάβα. Ωστόσο, σε ολόκληρο το σύμπαν δεν θα υπήρχε τόσο ουίσκι όσο χρειαζόμουν για να πάρω αυτή την απόφαση. «Γάµα τα» είπα και έπιασα τα κλειδιά της µηχανής. Σταμάτησα πρώτα σε μια κάβα και μετά συνέχισα και πάρκαρα τη μηχανή μπροστά από το σπίτι της αδελφότητας, ανοίγοντας το μπουκάλι που είχα μόλις αγοράσει. Κατάφερα να μαζέψω αρκετό κουράγιο μόνο όταν έφτασα στον πάτο του μπουκαλιού. Μπήκα στη Σίγμα Ταυ. Ολόκληρο το σπίτι ήταν διακοσμημένο με ροζ και κόκκινα. Φτηνά διακοσμητικά κρέμονταν από το ταβάνι και χρυσόσκονη κάλυπτε το πάτωμα. Τα μπάσα από τα ηχεία στο υπόγειο έκαναν όλο το σπίτι να δονείται ελαφρά και κάλυπταν τον θόρυβο από τα γέλια και τις συζητήσεις. Το σπίτι ήταν ασφυκτικά γεμάτο, χωνόμουν ανάμεσα στο πλήθος των ζευγαριών προσπαθώντας να εντοπίσω τον Σέπλι, την Αμέρικα, τον Φιντς ή την Άμπι. Κυρίως την Άμπι. Δεν ήταν στην κουζίνα ούτε σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Καθώς δεν ήταν ούτε στο μπαλκόνι, άρχισα να κατεβαίνω προς το υπόγειο. Μου κόπηκε η ανάσα όταν την είδα. Ο ρυθμός της μουσικής έγινε πιο αργός και το αγγελικό της χαμόγελο φαινόταν καθαρά ακόμα και στο μισοσκόταδο του υπογείου. Είχε αγκαλιάσει τον Φιντς από τον λαιμό κι εκείνος κουνιόταν αδέξια μαζί της. Άρχισα να προχωράω και, προτού καταλάβω τι έκανα και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες, βρέθηκα δίπλα τους. «Μπορώ να σας διακόψω, Φιντς;» Η Άµπι πάγωσε µόλις µε είδε. Ο Φιντς κοιτούσε µια την Άµπι, µια εµένα. «Φυσικά». «Φιντς» του µουρµούρισε η Άµπι καθώς εκείνος αποµακρυνόταν. Την τράβηξα κοντά μου και έκανα ένα βήμα. Η Άμπι συνέχισε να χορεύει, αλλά κρατούσε όσο µεγαλύτερη απόσταση γινόταν µεταξύ µας. «Νόµιζα ότι δεν θα ερχόσουν». «Δεν θα ερχόμουν, αλλά ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Έπρεπε να έρθω». Κάθε λεπτό που περνούσε, περίμενα ότι θα έφευγε, και κάθε λεπτό που βρισκόταν στην


αγκαλιά µου ήταν σαν θαύµα. «Είσαι πανέµορφη, Περιστεράκι». «Μην αρχίζεις». «Τι να µην αρχίζω; Δεν µπορώ να σου πω ότι είσαι όµορφη;» «Απλώς… µην αρχίζεις». «Δεν το εννοούσα». «Ευχαριστώ» είπε απότοµα. «Όχι… είσαι όμορφη. Αυτό το εννοούσα. Δεν εννοούσα αυτό που σου είπα στο δωμάτιό μου. Δεν μπορώ να πω ψέματα, το ευχαριστήθηκα που σε πήρα από το ραντεβού σου µε τον Πάρκερ…» «Δεν ήταν ραντεβού, Τράβις. Απλώς τρώγαμε. Και τώρα, χάρη σ’ εσένα, δεν μου µιλάει πια». «Το έµαθα. Λυπάµαι». «Δεν λυπάσαι!» «Δίκιο έχεις» είπα, κομπιάζοντας όταν είδα ότι είχε αρχίσει να θυμώνει. «Αλλά… δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που σου ζήτησα να έρθεις στον αγώνα. Ήθελα να είσαι εκεί, Περιστεράκι. Είσαι το γούρι µου». «Δεν είµαι τίποτα» µε αγριοκοίταξε. Ανασήκωσα έκπληκτος τα φρύδια και σταµάτησα. «Είσαι τα πάντα». Η Άµπι έσφιξε τα χείλη της, αλλά το βλέµµα της µαλάκωσε. «Δεν µε µισείς… έτσι δεν είναι;» ρώτησα. Η Άμπι γύρισε από την άλλη, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη απόσταση ανάµεσά µας. «Καµιά φορά εύχοµαι να σε µισούσα. Θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα». «Τι σε τσαντίζει λοιπόν περισσότερο;» χαμογέλασα διστακτικά. «Αυτό που έκανα και σε κάνει να θέλεις να με μισήσεις ή το ότι θέλεις να με μισήσεις και δεν µπορείς;» Ο θυμός της Άμπι επέστρεψε απότομα. Με έσπρωξε και άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά προς την κουζίνα. Έμεινα μόνος στη μέση του δωματίου, σαστισμένος και απηυδισμένος που είχα καταφέρει με κάποιον τρόπο να ξαναφουντώσω το μίσος της για μένα. Τώρα ήταν μάταιο να προσπαθήσω να της


μιλήσω. Κάθε συζήτηση πρόσθετε άλλο ένα πρόβλημα στο τεράστιο πρόβλημα στο οποίο είχε µετατραπεί πλέον η σχέση µας. Ανέβηκα τη σκάλα και πήγα κατευθείαν στο βαρέλι με την μπίρα, τσαντισμένος με την απληστία μου και με το άδειο μπουκάλι απ’ το ουίσκι που ήταν τώρα πεταμένο κάπου στον κήπο της Σίγμα Ταυ. Πέρασα μία ώρα πίνοντας μπίρες και συζητώντας μεθυσμένα με άλλα μέλη της αδελφότητας και τις κοπέλες τους και κοίταξα προς τη μεριά της Άμπι, ελπίζοντας να διασταυρωθούν οι ματιές μας. Με κοίταζε ήδη, αλλά έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Η Αμέρικα έμοιαζε να προσπαθεί να της φτιάξει το κέφι, και μετά ο Φιντς την άγγιξε στο μπράτσο. Προφανώς ετοιμαζόταν να φύγει. Η Άμπι ήπιε την μπίρα της βιαστικά και έπιασε τον Φιντς από το χέρι. Έκανε δύο βήματα και πάγωσε όταν αποκάτω ακούστηκε το τραγούδι που είχαμε χορέψει μαζί στα γενέθλιά της. Έπιασε το μπουκάλι του Φιντς και ήπιε μια γερή γουλιά. Δεν μπορούσα να πω αν έφταιγε το ουίσκι, αλλά το βλέμμα της μου έδειχνε ότι οι αναμνήσεις που συνόδευαν αυτό το τραγούδι την πονούσαν όσο κι εµένα. Νοιαζόταν ακόµη για µένα. Ήµουν σίγουρος. Ένας από τους αδελφούς μου στη Σίγμα Ταυ ακούμπησε στον πάγκο που βρισκόταν δίπλα στην Άµπι και χαµογέλασε. «Θέλεις να χορέψουµε;» Ήταν ο Μπραντ και, παρόλο που ήξερα ότι είχε δει το μοναχικό της ύφος και ήθελε απλώς να της φτιάξει το κέφι, ανατρίχιασα. Τη στιγμή ακριβώς που κουνούσε το κεφάλι της αρνητικά, βρέθηκα δίπλα της και το ηλίθιο το στόμα μου έκανε τα δικά του, προτού προλάβει ο εγκέφαλός µου να του πει να σταµατήσει. «Χόρεψε µαζί µου». Η Αμέρικα, ο Σέπλι και ο Φιντς κοιτούσαν την Άμπι, περιμένοντας την απάντησή της µε αγωνία, όπως κι εγώ. «Άσε µε ήσυχη, Τράβις» είπε σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. «Αυτό είναι το τραγούδι µας, Περιστεράκι». «Δεν έχουµε τραγούδι». «Περιστεράκι…» «Όχι». Κοίταξε τον Μπραντ και χαµογέλασε βεβιασµένα.


«Πολύ θα ήθελα να χορέψουµε, Μπραντ». Εκείνος χαμογέλασε και οι φακίδες του απλώθηκαν ακόμα περισσότερο. Έκανε νόημα στην Άμπι να περάσει μπροστά του. Αναπήδησα λες και είχα μόλις φάει µπουνιά. Ένιωθα µέσα µου να βράζουν µαζί ο θυµός, η ζήλια και η θλίψη. «Μια πρόποση!» φώναξα σκαρφαλώνοντας σε μια καρέκλα. Πηγαίνοντας προς την καρέκλα, είχα αρπάξει την μπίρα κάποιου και την ύψωσα. «Στους μαλάκες!» είπα δείχνοντας τον Μπραντ. «Και στα κορίτσια που σου κάνουν την καρδιά κομμάτια». Έκανα μια υπόκλιση προς την Άμπι. Ο λαιμός μου σφίχτηκε. «Και στον φρικτό τρόμο μη χάσεις τον κολλητό σου επειδή ήσουν τόσο βλάκας που ερωτεύτηκες ένα τέτοιο κορίτσι». Τέλειωσα ό,τι είχε μείνει από την μπίρα και πέταξα το μπουκάλι στο πάτωμα. Στο δωμάτιο είχε πέσει σιωπή, ακουγόταν μόνο η μουσική από το υπόγειο και όλοι με κοίταζαν σαστισμένοι. Η κίνηση της Άμπι μού τράβηξε την προσοχή. Έπιασε βιαστικά τον Μπραντ από το χέρι και άρχισε να τον οδηγεί κάτω στην πίστα. Πήδηξα από την καρέκλα και έκανα να πάω πίσω τους, αλλά ο Σέπλι ακούµπησε τη γροθιά του στο στήθος µου και έγειρε προς το µέρος µου. «Πρέπει να σταματήσεις» είπε χαμηλόφωνα. «Δεν θα τελειώσουν καλά όλα αυτά». «Αν τελειώσουν, τι σημασία έχει;» Έσπρωξα τον Σέπλι και κατέβηκα τα σκαλιά. Είχα πάρει φόρα και δεν μπορούσα να σταματήσω, κι έτσι αποφάσισα να αφήσω απλώς τα πράγματα να κυλήσουν. Δεν ήταν ντροπή να τα παίξω όλα για όλα. Δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε στη φιλία, κι έτσι το να μισήσουμε ο ένας τον άλλο δεν μου φαινόταν κακή ιδέα. Παραμέρισα τα ζευγάρια που χόρευαν στην πίστα και σταµάτησα δίπλα στην Άµπι και στον Μπραντ. «Σειρά µου τώρα». «Όχι, δεν είναι η σειρά σου. Επιτέλους πια!» με έκοψε η Άμπι, σκύβοντας ντροπιασµένη το κεφάλι της. Κοίταξα τον Μπραντ στα µάτια. «Αν δεν αφήσεις το κορίτσι μου, θα σου στρίψω το λαρύγγι εδώ, πάνω στην πίστα». Ο Μπραντ δεν ήξερε τι να κάνει, κοιτούσε µια την Άµπι και µια εµένα. «Συγγνώµη, Άµπι» είπε και αποτραβήχτηκε αργά πηγαίνοντας προς τις σκάλες.


«Αυτό που νιώθω για σένα αυτή τη στιγµή, Τράβις… µοιάζει πολύ µε µίσος». «Έλα να χορέψουμε» την ικέτεψα, προσπαθώντας να κρατήσω την ισορροπία µου. Το τραγούδι τελείωσε και η Άµπι αναστέναξε. «Άντε να πιεις άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι, Τραβ» είπε και άρχισε να χορεύει με τον µοναδικό ελεύθερο άντρα στην πίστα. Ο ρυθμός ήταν πιο γρήγορος και με κάθε κίνηση η Άμπι πλησίαζε όλο και περισσότερο τον καινούργιο παρτενέρ της. Ο Ντέιβιντ, ο αδελφός από τη Σίγμα Ταυ που συμπαθούσα λιγότερο, χόρευε πίσω της, πιάνοντάς την από τη μέση. Χαμογελούσαν και οι δύο καθώς χόρευαν μαζί της, πιάνοντάς την παντού. Ο Ντέιβιντ την έπιασε από τους γοφούς και κόλλησε τη λεκάνη του στον πισινό της. Όλος ο κόσμος κοιτούσε. Αντί να ζηλέψω, ένιωσα φοβερές τύψεις. Εκεί την είχα καταντήσει. Με δυο κινήσεις έσκυψα, έπιασα την Άμπι από τα πόδια και την έριξα στον ώμο μου, πετώντας και τον Ντέιβιντ στο πάτωμα, ώστε να μην ξαναπροσπαθήσει να εκµεταλλευτεί κάτι τέτοιο. «Άσε µε κάτω!» φώναξε η Άµπι, χτυπώντας µε τις γροθιές της την πλάτη µου. «Δεν θα σε αφήσω να ξεφτιλιστείς εξαιτίας μου» γρύλισα, ανεβαίνοντας τα σκαλιά δύο δύο. Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω μας, εγώ να κουβαλάω την Άμπι κι εκείνη να φωνάζει και να κλοτσάει. «Δηλαδή τώρα δεν ξεφτιλίζοµαι; Τράβις!» φώναξε ενώ συνέχισε να παλεύει. «Σέπλι! Είναι έξω ο Ντόνι;» φώναξα προσπαθώντας να μη φάω καμιά έτσι όπως χτυπιόταν η Άµπι. «Εεε… ναι» είπε. «Άσ’ την κάτω!» µε διέταξε η Αµέρικα, που ερχόταν προς το µέρος µας. «Αμέρικα» είπε η Άμπι προσπαθώντας να ξεφύγει. «Μην κάθεσαι έτσι! Βοήθησέ µε». «Είστε γελοίοι» γέλασε η Αµέρικα. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, φιλενάδα!» είπε η Άμπι σαστισμένη. Μόλις βγήκαμε έξω, άρχισε να παλεύει ακόµα πιο άγρια. «Άσε µε κάτω, γαµώτο!» Πήγα στο αυτοκίνητο του Ντόνι, άνοιξα την πίσω πόρτα και έριξα μέσα την


Άµπι. «Ντόνι, εσύ είσαι νηφάλιος και οδηγείς απόψε;» Ο Ντόνι κοίταξε νευρικός την Άµπι που κοπανιόταν στο πίσω κάθισµα. «Ναι» απάντησε. «Πήγαινέ µας στο σπίτι µου» είπα µόλις κάθισα δίπλα της. «Τράβις… δεν νοµίζω…» «Κάνε αυτό που σου λέω, Ντόνι, αλλιώς θα σου ρίξω μια μπουνιά που θα σου πεταχτούν τα µάτια έξω, τ’ ορκίζοµαι». Ο Ντόνι έβαλε μπρος και ξεκίνησε αμέσως. Η Άμπι προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα. «Δεν έρχοµαι στο σπίτι σου!» Την έπιασα από τους καρπούς. Έσκυψε και έχωσε τα δόντια της στο μπράτσο μου. Πονούσε υπερβολικά, αλλά έκλεισα απλώς τα μάτια. Όταν ένιωσα πως θα έβγαζε αίµα και ο πόνος µε τρέλαινε, µούγκρισα. «Δώσ’ τα όλα, Περιστεράκι. Βαρέθηκα τις µαλακίες σου». Με άφησε και άρχισε να κοπανιέται πάλι, προσπαθώντας να με χτυπήσει, περισσότερο θυµωµένη µε την προσβολή παρά από επιθυµία να ελευθερωθεί. «Τις µαλακίες µου; Άσε µε να βγω από το κωλοαυτοκίνητο!» «Σ’ αγαπάω, γαμώτο!» Τράβηξα τα χέρια της πιο κοντά στο πρόσωπό μου. «Δεν έχεις να πας πουθενά µέχρι να ξεµεθύσεις και να βγάλουµε άκρη!» «Μόνο εσύ δεν έχεις βγάλει άκρη, Τράβις!» Άφησα τους καρπούς της κι εκείνη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, κρατώντας μούτρα μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο, έσκυψε µπροστά. «Μπορείς να µε πας στην εστία, Ντόνι;» Άνοιξα την πόρτα, τράβηξα την Άμπι από το μπράτσο και τη φορτώθηκα πάλι στον ώµο. «Καληνύχτα, Ντόνι» είπα και την κουβάλησα στη σκάλα. «Θα πάρω τον µπαµπά σου τηλέφωνο!» φώναξε η Άµπι. «Κι αυτός θα με χτυπήσει απαλά στον ώμο και θα μου πει ότι και πολύ άργησα!» γέλασα. Όσο έψαχνα τα κλειδιά μου μπροστά στην πόρτα, η Άμπι τίναζε χέρια και


πόδια. «Κόφ’ το, Περιστεράκι, θα πέσουµε απ’ τις σκάλες!» Άνοιξα επιτέλους την πόρτα και πήγα κατευθείαν στο δωµάτιο του Σέπλι. «Άσε µε κάτω!» τσίριξε η Άµπι. «Εντάξει» είπα και την έριξα στο κρεβάτι του Σεπ. «Κοιμήσου να συνέλθεις. Τα λέµε το πρωί». Φανταζόμουν πόσο θυμωμένη πρέπει να ήταν, αλλά παρόλο που μου έριχνε μπουνιές επί είκοσι λεπτά και η πλάτη μου τώρα με πέθαινε, ένιωθα ανακούφιση που βρισκόταν και πάλι στο δια​µ έρισµά µου. «Δεν έχεις δικαίωµα να µου λες τι να κάνω, Τράβις! Δεν σου ανήκω!» Τα λόγια της ξύπνησαν έναν τρομερό θυμό μέσα μου. Γύρισα προς το μέρος της, στήριξα τα χέρια µου στο κρεβάτι και πλησία​σα στο πρόσωπό της. «Ε λοιπόν, εγώ σου ανήκω!» ούρλιαξα. Φώναξα τόσο δυνατά, που ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Η Άμπι με κοίταξε στα μάτια χωρίς να κουνηθεί. Κοίταξα τα χείλη της, ξέπνοος. «Σου ανήκω» ψιθύρισα, καθώς ο θυμός άφηνε τη θέση του στην επιθυµία. Η Άμπι άπλωσε το χέρι της, αλλά αντί να με χαστουκίσει με έπιασε και με φίλησε. Χωρίς δεύτερη σκέψη τη σήκωσα αγκαλιά και την κουβάλησα στο δωμάτιό μου, όπου έπεσα μαζί της στο κρεβάτι. Η Άμπι τραβούσε τα ρούχα μου, προσπαθώντας απεγνωσμένα να τα βγάλει. Ξεκούμπωσα το φερμουάρ της και την παρακολουθούσα καθώς έβγαλε βιαστικά το φόρεμα και το πέταξε στο πάτωμα. Κοιταχτήκαμε και τη φίλησα, αφήνοντας ένα βογκητό όταν με φίλησε κι εκείνη. Προτού προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε, βρεθήκαμε και οι δύο γυμνοί. Η Άμπι με έπιασε από τους γλουτούς, προσπαθώντας να με σπρώξει μέσα της, αλλά αντιστάθηκα, η αδρεναλίνη μου νικούσε το ουίσκι και την μπίρα. Επανήλθα στην πραγματικότητα και άρχισα να σκέφτομαι τις πιθανές συνέπειες. Είχα φερθεί σαν μαλάκας, την είχα τσαντίσει, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να αναρωτηθεί η Άμπι µήπως είχα εκµεταλλευτεί τη στιγµή. «Είµαστε µεθυσµένοι» είπα λαχανιασµένος. «Σε παρακαλώ». Έσφιξε τα πόδια της γύρω μου και ένιωθα τους μυς κάτω από το απαλό της δέρµα να τρέµουν από ανυποµονησία.


«Δεν είναι σωστό». Προσπαθούσα να αντισταθώ στην ομίχλη του αλκοόλ που μου έλεγε πως οι επόμενες ώρες μαζί της άξιζαν οτιδήποτε μπορεί να συνέβαινε μετά. Ακούμπησα το μέτωπό μου στο δικό της. Όσο κι αν την ήθελα, ό,τι και αν με ωθούσαν οι ορμόνες μου να κάνω, δεν άντεχα τη σκέψη ότι μπορεί να αναγκαζόταν να φύγει το πρωί στα κρυφά. Αν ήθελε όντως να προχωρήσει, χρειαζόμουν χειροπιαστές αποδείξεις. «Σε θέλω» ψιθύρισε φιλώντας µε. «Θέλω να το πεις». «Θα πω ό,τι θες». «Τότε πες πως είσαι δική μου. Πες ότι θα γυρίσεις. Δεν πρόκειται να το κάνω αυτό παρά µόνο αν µου πεις ότι είµαστε µαζί». «Δεν ήµασταν και ποτέ χώρια, έτσι δεν είναι;» Κούνησα το κεφάλι μου, χαϊδεύοντας τα χείλη της με τα δικά μου. Δεν μου αρκούσε. «Θέλω να σε ακούσω να το λες. Θέλω να ξέρω ότι είσαι δική µου». «Είµαι δική σου από τη µέρα που γνωριστήκαµε» είπε ικετευτικά. Την κοίταξα για λίγο στα μάτια κι ένιωσα ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπό μου, ελπίζοντας πως τα λόγια της ήταν αληθινά, και όχι μόνο λόγια της στιγμής. Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά, κι εκείνη με τράβηξε αργά μέσα της. Ένιωθα ο