Page 1

η επιστροφή ανέβεραρντ


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: RETURN TO AYLEN COPYRIGHT: ANN EVERARD 1991 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ COSMOBOOKS ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5 176 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ Τηλ. 95.84.594 - 95.92.914

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση ίων βιβλίων με το σήμα C O S M O B O O K S L T D ' ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του έκ­ δοτη


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Το Έιλεν έβραζε απ’ τα νέα* στο ταχυδρομείο, που ήταν επι­ πλέον κατάστημα γενικού εμπορίου, η Μπεθ Μακγκίντι ενημέ­ ρωνε όσους απ’ τους πελάτες της δεν το είχαν μάθει ακόμα, και για την ώρα, την Τζάνετ Καλογουέι, που την κοιτούσε μ’ ορθά­ νοιχτα μάτια. «Μ ετά τόσα χρόνια! Και ποιος το αγόρασε;» «Λ ένε πως είναι ιδιώτης», την πληροφόρησε συνωμοτικά η Μπεθ. «Λ ένε πως το πήρε πολύ πάνω απ’ την αξία του». «Για δες Κι είναι από τα μέρη μας;« «Λ ένε πως έχει έδρα του την Αμπερντίν. Κάποια σχέση με τα πετρέλαια, απ’ ό,τι άκουσα. Πολλά λεφτά. Τώρα κάνουν εργα­ σίες στον κήπο. Διαμορφώνουν το πάρκο, άκουσα. Φτιάχνουν και πισίνα». «Πισίνα!» θαύμασε η Τζάνετ. «Τινα την κάνουν την πισίνα στο Τουίν Τάουερς;» «Θα κολυμπάνε το καλοκαίρι». «Μήπως», έκανε εξίσου συνωμοτικά η Τζάνετ, «μήπως το πή­ ραν για ξενοδοχείο;» «Ό χι, όχι», τη διαβεβαίωσε η Μπεθ. «Απ’ όσο ξέρω, θα είναι ι­ διωτική κατοικία». «Μ ετά τόσα χρόνια», θαύμασε η Τζάνετ. «Ποιος να ήθελε ένα σπίτι στο Έιλεν; Ένα παλιό σπίτι σαν αυτό; Πόσο θα τους κο­ στίσει να το επισκευάσουν;» «Πολλά. Πάρα πολλά. Δ εν ξέρω, κάποιος τρελός πρέπει νά ’ναι. Μετά τόσα χρόνια που προσπαθούσαν να το ξεφ ορτω ­ θούν... Θυμάσαι εκείνη την περίπτωση με το ίδρυμα; Τίποτε δεν έγινε, τελικά. Και τώρα το αγόρασε ένας ιδιώτης. Ποιος έχει ό­ ρεξη να έρθει να θαφτεί εδώ πέρα;» «Θα είναι κανένας εκκεντρικός», υπέθεσε η Τζάνετ. «Κι εκεί-


4 νη... το έμαθε;» «Εγώ πάντως δεν της το είπα», έκανε μ’ αξιοπρέπεια η Μπεθ. «Ας το μάθει από κάπου αλλού». «Θ ’ αρρωστήσει απ’ τον καημό της». «Μπα. Θα τό χει πάρει απόφαση πια. Μετά από τόσα χρόνια... Αλλά δε θά ’θελα να είμαι εγώ που θα της το πω». Ύστερα, από­ τομα, το ύφος της άλλαξε εντελώς. «Σσσς... Έρχεται». Κόντρα στη λαμπερή λιακάδα, η σιλουέτα της νεαρής γυναί­ κας διαγράφτηκε ξεκάθαρη στην είσοδο του ταχυδρομείου. Ή ­ ταν ψηλή, λεπτή, κι εξαιρετικά καλοφτιαγμένη. Ακόμα και το χοντρό πουλόβερ που φορούσε πάνω απ’ το ξεθωριασμένο της τζιν, δεν μπορούσε να κρύψει την τέλεια γραμμή της Ιλέιν Μακφέρσον. «Καλημέρα, κυρία Μακγκίντι». «Καλημέρα, κυρία Μακφέρσον». Ακόμα και σ ’ ένα μέρος σαν το Έιλεν, όπου όλοι οι κάτοικοι ήταν ντόπιοι, και σπάνια κρα­ τούσαν τους τύπους μεταξύ τους, ούτε που θα περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό της Μπεθ Μακγκίντι, να αποκαλέσει την Ιλέιν Μακφέρσον απλά “ Ιλέιν” . Δ εν μπορούσαν να υπάρξουν τέτοιες οικειότητες με την κό­ ρη του μακαρίτη του Ντάνκαν Κάμπελ, κι ας ήταν πιο ντόπια κι απ’ τους ντόπιους, κι ας ήταν τώρα πια απλά η κυρία Μακφέρ­ σον, και υποχρεωμένη να δουλεύει για να επιβιώσει. Ό λα αυτά δεν αναιρούσαν το γεγονός ότι ήταν μια Κάμπελ, η κόρη του άρχοντα, η πρώην (και για πολλούς η παντοτινή) κυρά τουΤουίν Τάουερς. «Ωραίος καιρός σήμερα, κυρία Μακφέρσον». «Πράγματι, κυρία Μακγκίντι. Αυτός ο μήνας μας έκανε ω­ ραίες μέρες». «Θαρρείς και μπήκε το καλοκαίρι». «Θα χαλάσει πάλι, πολύ φοβάμαι». «Μια-δυο τέτοιες λιακάδες όμως σου φτιάχνουν το κέφι. Πώς είναι η Φιόνα; Υποφέρει πάντα απ’ τα ρευματικά τη ς;» Αυτά ήταν όλα κι όλα που μπορούσαν να συζητήσουν με την Ιλέιν Μακφέρσον. Για τον καιρό, για την υγεία της οικογένειας. Κανείς ποτέ δε θά τολμούσε να της αναφέρει κάτι για τον πα­ τέρα της, για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε αυτά τα τελευ­ ταία χρόνια, ή, πολύ λιγότερο, για την τύχη του Τουίν Τάουερς. Παρά την απρόσμενη λιακάδα, το κρύο έξω ήταν τσουχτερό, και πάνω απ’ το Μπεν Μούιρ μαζεύονταν κιόλας λευκά σύννε­ φα. Η Ιλέιν ανέβηκε στο ποδήλατό της, και πήρε τον ανηφορικό


5 δρόμο για το σπίτι. Λίγο πιο κάτω όμως, διασταυρώθηκε μ’ ένα παλιό Ό σ η ν που κατέβαινε απ’ το δρόμο του λόφου. Η Ιλέιν σταμάτησε απότο­ μα, και το αυτοκίνητο σταμάτησε κι αυτό, κυριολεκτικά βογγώντας. Η κοπέλα χαμογέλασε στοργικά στον ηλικιωμένο οδη­ γό του. «Καλή σου μέρα, Τζέιμς. Από πού έρχεσαι;» Ο Τζέιμς Όγκιλβι, ο συμβολαιογράφος, ήταν ο πιο παλιός και σταθερός της φίλος σ ’ εκείνα τα μέρη. «Απ’ το σπίτι σου. Η Φιόνα μου είπε ότι είχες βγει για ψώνια». «Μ ε ήθελες τίποτα;» Μια σκιά ανησυχίας πέρασε απ’ το βλέμ­ μα της. «Μπα, τίποτε ιδιαίτερο. Έτσι, να συζητήσουμε λίγο. Έλα, μπες». Της άνοιξε τη φαινομενικά ετοιμόρροπη πόρτα του Ό ­ σην, περιμένοντάς την να μπει. «Για πού;» έκανε χαζά η Ιλέιν. «Για το σπίτι. Πάμε να πιούμε έναν καφέ με την ησυχία μας. Η Μάργκαρετ θα χαρεί να σε δει». «Πρέπει να πάω τα ψώνια στο σπίτι». «Τα πας μετά. Έλα». Η Ιλέιν δεν είχε πρόβλημα ν ’ αφήσει το ποδήλατο με όλα της τα ψώνια στην άκρη του δρόμου. Δεν υπήρχε περίπτωση να το χάσει ή να της το κλέψουν, αλλά η ξαφνική πρεμούρα του Τζέιμς να πιει καφέ μαζί της, και μάλιστα τέτοια ώρα, την προβλημάτιζε. Τον κοίταξε ερωτηματικά, κι αυτός ξανάπε επιτακτικά: «Έλα, μη στέκεσαι στο κρύο. Μπες μέσα». Η Ιλέιν μπήκε. Το Ό σην, βογγώντας και αγκομαχώντας, πήρε το δρόμο που οδηγούσε έξω απ’ το χωριό, στη δυτική όχθη του Λοχ Καρν. Λί­ γο πιο πέρα, ο Τζέιμς σταμάτησε. Σ τ’ αριστερά τους, η λίμνη αστραφτοκοπούσε στο φως του ήλιου. Ο δρόμος ήταν ολότελα άδειος. «Τι τρέχει, Τζέιμς;» έκανε η κοπέλα, θορυβημένη. Ο Τζέιμς Όγκιλβι την κοίταξε σταθερά στα μάτια, «Κάποιος πρέπει να στο πει. Βρέθηκε αγοραστής για το Τουίν Τάουερς». «Ω », έκανε η Ιλέιν, κι έκλεισε στιγμιαία τα μάτια. Ύ στερα ρώ­ τησε άχρωμα: «Πουλήθηκε κιόλας;» «Ναι. Σήμερα το έμαθα κι εγώ ». «Ποιος είναι;» Η φωνή της τρεμούλιασε λίγο. «Κάποιος ιδιώτης, απ’ ό,τι φαίνεται». «Μάλιστα», είπε αχνά η κοπέλα, κι έμεινε να κοιτάζει αφηρημένη το παιχνίδισμα του ήλιου πάνω στα βαθυγάλανα νερά του λοχ. Βαθιά σιωπή έπεσε στο αυτοκίνητο, και μόνο μετά κάμπο­ ση ώρα, του είπε αχνά: «Είναι καλύτερα φαντάζομαι έτσι. Δ ε θα


6 το άντεχα να γίνει ξενοδοχείο, ή οτιδήποτε τέτοιο... Αν το πήρε κάποια οικογένεια, θα το φροντίσουν, υποθέτω. Θα το πονέ­ σουν...» Η φωνή της έσπασε οριστικά. «Ιλέιν», της είπε ο άντρας, «ξέρω πώς νιώθεις. Πάνε όμως πέντε χρόνια τώρα που δεν το έχεις πια. Είχες όλον τον καιρό να συνηθίσεις στην ιδέα. Πρέπει να το πάρεις ψύχραιμα». «Θα το πάρω πολύ ψύχραιμα, Τζέιμς, μη φοβάσαι». Της ξέφυγε ένα μικρό, πικρό γέλιο. «Δ ε ν πρόκειται ν ’ αντιμετωπίσω τον καινούριο του ιδιοκτήτη με το δίκανο, νά ’σαι σίγουρος. Αλλά α­ κόμα και μετά από πέντε χρόνια, δεν είναι εύκολο να συνηθίσω στην ιδέα. Πονάει ακόμα». «Θα περάσει κι αυτό, Ιλέιν». «Το σπίτι μου», έκανε με κόπο η κοπέλα. «Το σπίτι της οικογένειάς μου, Τζέιμς... Πάνε αιώνες τώρα που το Τουίν Τάουερς ανήκε στους Κάμπελ. Θα έπρεπε να το είχαμε κρατήσει με κάθε θυσία. Δεν ανήκε ούτε σ ’ εμένα, ούτε στον Άνγκους. Ανήκε δι­ καιωματικά στον Γιαν. Εκεί θα έπρεπε να μεγαλώνει ο γιος μου». Ο Τζέιμς Όγκιλθι δεν είπε τίποτα. «Δ ε θα το ξεπεράσω ποτέ», ψιθύρισε η Ιλέιν, αχνά κι αφηρημένα, σαν να μιλούσε στον εαυτό της. «Ποιος το πήρε;» ρώτησε μετά, γυρίζοντας προς τον ηλικιωμένο άντρα. «Δ ε ν ξέρω. Κάποιος με πολλά λεφτά για πέταμα, φαντάζομαι. Κατά τη γνώμη μου, είναι μια εντελώς ασύμφορη αγορά». «Έ τσ ι έλεγα κι εγώ », συμφώνησε η Ιλέιν. «Πάντα έλπιζα πως δε θα βρισκόταν κανείς να δώσει τόσα λεφτά για ν ’ αγοράσει έ­ ναν απομονωμένο, άβολο, κρύο και μισοκατεστραμμένο πύργο στα Χάιλαντς. Ό σ ο έμενε εκεί απούλητος, ένιωθα κάπως ότι μου ανήκε ακόμα. Ευχόμουν να μη βρεθεί αγοραστής». «Αν όμως έμενε για πολύ έτσι, θα καταστρεφόταν εντελώ ς», παρατήρησε ο άντρας. «Τουλάχιστον τώρα θα τον επισκευά­ σουν. Και μετά, θα τον συντηρούν κανονικά». «Έ χεις δίκιο», στένα ξε η Ιλέιν. «Ο πατέρας δεν είχε ποτέ αρ­ κετά για να τον συντηρήσει. Το σπίτι κατέρρεε σιγά-σιγά, κι ε­ μείς το βλέπαμε να ερειπώνεται. Έμπαζε νερά, τα κουφώματα δεν έκλειναν, η μεγάλη πόρτα πια δεν άνοιγε... Και τα πατώματα κατεστραμμένα. Ο πατέρας έκανε μεγαλεπήβολα σχέδια - να θάλει κεντρική θέρμανση, να ανακαινίσει την κουζίνα, να προσ­ θέσει συνεχόμενα μπάνια στα κύρια δωμάτια... Φυσικά, δεν υ­ πήρχαν ποτέ τα λεφτά για τέτοιες δουλειές. Ή ταν όλα όνειρα, αλλά του άρεσε να τα συζητάει, κι εμείς πιστεύαμε ότι υπήρχαν οι δυνατότητες για να γίνουν. Μέχρι που πέθανε, και ανακαλύ­ ψαμε ότι ήμασταν ολότελα κατεστραμμένοι οικονομικά, κι ότι έπρεπε να πουλήσουμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε για να ξε ­


7 χρεώσουμε». «Μην το σκέφτεσαι πια», είπε ο Τζέιμς. «Πάει, τέλειωσε. Ό,τι έγινε, έγινε. Και τουλάχιστον έχεις το σπιτάκι». «Ναι», είπε πικρά η Ιλέιν. «Το σπίτι της Φιόνας. Αν δεν ήταν κι αυτή, δεν ξέρω πού θα βρισκόμουνα τώρα». «Κάπως θα τα κατάφερνες». «Ό χ ι εδώ. Θα έπρεπε να φύγω, να βρω δουλειά κάπου αλλού. Και θα πλήρωνα και νοίκι». Ύ στερα είπε σκεφτικά: «Δ ε ν μπορώ να καταλάβω γιατί θα ήθελε κάποιος ιδιώτης ν ’ αγοράσει το Τουίν Τάουερς. Τόσα πολλά λεφτά για ένα τέτοιο κτίσμα; Και πόσα θα του κοστίσει τελικά για να το επισκευάσει;» «Πάρα πολλά», είπε ο Τζέιμς. «Υπερβολικά πολλά. Δε συμφέ­ ρει. Θα συνέφερε μόνο αν μπορούσε να το μεταβάλει σε επι­ χείρηση, αλλά απ’ όσο ξέρω, το θέλει για κατοικία». «Είναι εντελώ ς παράλογο. Ποιος να θέλει να έρθει να μείνει στο Έιλεν; Και γιατί να αγοράσει ένα τόσο μεγάλο σπίτι; Θα μπορούσε να βολευτεί με κάποια απ’ τις βίλες στη λίμνη». Ύ ­ στερα ρώτησε με ανησυχία: «Αμερικάνος είναι;» «Δ ε ν μπορώ να πω με βεβαιότητα, αλλά απ’ όσα άκουσα, πρέ­ πει να είναι ντόπιος. Λένε ότι έρχεται απ’ την Αμπερντίν». «Απ’ την Αμπερντίν», επανέλαβε η Ιλέιν. «Αυτό είναι ακόμα πιο παράλογο. Θα το καταλάβαινα αν ήταν απ’ το Ίνβερνες, αλ­ λά από τόσο μακριά... Ω, Θεέ μου, Τζέιμς, κι αν το κάνουν σ τ ’ α­ λήθεια ξενοδοχείο;» «Δ ε νομίζω ότι υπάρχει τέτοιος φόβος». «Θα το ανακαινίσουν, φαντάζομαι», έκανε πικρά η Ιλέιν. «Θα το αλλάξουν ολοκληρωτικά. Αγνώριστο θα γίνει. Θα πετάξουν ό,τι υπάρχει μέσα - παλιατσαρίες, θα πούνε...» Η φωνή της έ ­ σπασε, κι ήταν φανερό πως με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυά της. «Το αγαπούσα τόσο», ψιθύρισε πνιχτά. «Το σπίτι μου... Δ εν ξέ ­ ρω πώς θα συνηθίσω στην ιδέα ότι θα τριγυρνάνε εκεί μέσα ό­ λοι αυτοί οι ξένοι». Ο Τζέιμς έθαλε πάλι μπροστά, με κατεύθυνση προς το σπίτι του. Δ εν ξαναμίλησαν μέχρι να φτάσουν εκεί, αλλά σ ’ όλη την υπόλοιπη διαδρομή ως το μικρό, άνετο μπάνγκαλόου όπου τους περίμενε η γυναίκα του, άκουγε την Ιλέιν να ξεροκαταπί­ νει σπασμωδικά, προσπαθώντας να πνίξει τα δάκρυά της. Μια ώρα αργότερα, όταν σταμάτησαν πάλι στο σημείο που βρι­ σκόταν το ποδήλατό της, η Ιλέιν ξαναγύρισε στο θέμα που εί­ χαν αφήσει κι οι δυο τους να ξεχαστεί για λίγο. «Είπες ότι κά­ νουν εργασίες στο πάρκο;»


8 «Ναι. Καιρός δεν ήταν; Ο κήπος είχε καταστραφεί εντελώ ς». «Δ εν το είπα γι’ αυτό. Τζέιμς - ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη». «Ό ,τι θέλεις». «Αν έχουν φέρει εργάτες στο Τουίν Τάουερς, θα υπάρχει πι­ θανότατα και κάποιος υπεύθυνος εκεί. Δε θά’ θελα να πάω εγώ, καταλαβαίνεις... Αλλά θα χρειαστούν προσωπικό, έτσι δεν εί­ ναι; Θα φέρουν ίσως τους δικούς τους ανθρώπους, ή θα προσλάβουν κάποιους απ’ την περιοχή. Αναρωτιέμαι αν θα μπορού­ σαν να δώσουν πάλι δουλειά στον Μακνίκολ και τη γυναίκα του. Ή ταν στη δούλεψή μας σαράντα χρόνια.. Κι ο Κόλιν δεν μπόρε­ σε ποτέ να προσαρμοστεί μακριά απ’ το Τουίν Τάουερς. Δ εν τα καταφέρνει. Νιώθω τόσο υπεύθυνη για τους ανθρώπους μας... Δ εν έχω τα μέσα να τους βοηθήσω πια, κι αναρωτιέμαι αν θα ή­ ταν τόσο δύσκολο να τους ξαναπροσλάβουν. Στο κάτω-κάτω, ο Κόλιν κι η Σίνα ξέρουν το σπίτι και τα χτήματα, καλύτερα από κάθε άλλον. Μπορείς να το φροντίσεις;» «Θα δω τι μπορώ να κάνω, Ιλέιν», Ο Τζέιμς την καταλάβαινε α­ πόλυτα. Ό τα ν το Τουίν Τάουερς πέρασε στους πιστωτές, το προσωπικό είχε μείνει για λίγο καιρό. Ύ στερα όμως, και δεδο­ μένου ότι είχε αποδειχτεί πολύ δύσκολο να αξιοποιηθεί ή να πουληθεί το σπίτι, τους είχαν διώξει. Απ’ τους ανθρώπους που δούλευαν επί χρόνια, καμιά φορά κι από πάππου προς πάππο, για τους Κάμπελ, ο Κόλιν κι η Σίνα Μακνίκολ ήταν οι πιο αδικη­ μένοι. Είχαν βρεθεί κυριολεκτικά στο δρόμο, και πέντε χρόνια τώρα φυτοζωούσαν. Η Ιλέιν, όπως κι ο πατέρας της κι ο παπ­ πούς της πριν απ’ αυτήν, ένιωθε απόλυτα υπεύθυνη για τους ανθρώπους της, και τη βασάνιζε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. «Θα κάνω ό,τι μπορώ», της ξαναείπε με πεποίθηση, κι η κοπέ­ λα του χαμογέλασε αχνά πριν βγει απ’ το αυτοκίνητο, για ν ’ α­ νέβει στο ποδήλατό της. Καθώς έπαιρνε πάλι το δρόμο για το σπίτι, ο ήλιος χάθηκε ο­ ριστικά πίσω απ’ τα πυκνά λευκά σύννεφα, και το κρύο έγινε α­ κόμα πιο τσουχτερό. Ο δρόμος ανηφόριζε προς το λόφο, αφήνο­ ντας πίσω του το χωριό στις όχθες τής λίμνης. Στο βάθος του ορί­ ζοντα, πίσω από μια σειρά απότομους λόφους, αχνοφαινόταν η θάλασσα. Φυσούσε τώρα δυνατά, τα σύννεφα πύκνωναν. Όταν η Ιλέιν σταμάτησε έξω απ’ το σπιτάκι, είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Η Φιόνα ήταν στην κουζίνα, κι έβαλε την τσαγιέρα στη φωτιά αμέσως μόλις την είδε να μπαίνει. Κατά τη γνώμη της, ένα φλι­ τζάνι τσάι ήταν πανάκεια, αντίδοτο για το κρύο, τη ζέστη, τη βροχή, το χιόνι, την ξηρασία, το κρυολόγημα, τη γρίπη, την κούραση, την κατάθλιψη, ή το λουμπάγκο.


9 Ήταν εξήντα χρόνων, μια ψηλή, ξερακιανή γυναίκα, απλοϊκή κι αγράμματη, αλλά ξύπνια, ντόμπρα (καμιά φορά μέχρι απελπι­ σίας), και αφοσιωμένη με την ψυχή και το σώμα στους Κάμπελ. Δούλευε στο αρχοντικό πάνω από σαρανταπέντε χρόνια. Είχε δει την Ιλέιν να γεννιέται, την είχε κυριολεκτικά μεγαλώσει μό­ νη της μετά το θάνατο της Αλίσια Κάμπελ. Είχε παντρευτεί κά­ ποτε, αλλά είχε χηρέψει πριν λίγα χρόνια. Καθώς δεν είχε παι­ διά, το επίκεντρο της ζωής της ήταν η Ιλέιν Κάμπελ, κι όταν ήρ­ θε η καταστροφή, είχε σπεύσει να της προσφέρει ό,τι είχε και δεν είχε: το σπίτι που της είχε αφήσει ο άντρας της, τις οικονομίες μιας ζωής, την τυφλή της αφοσίωση, όλη τη βοήθεια που μπο­ ρούσε να προσφέρει, και στην ίδια την “αρχόντισσά” της, και στον μικρό Γιαν, το γιο της Ιλέιν Κάμπελ και του Άνταμ Μακφέρσον. Απ’ όλο το σπιτικό των Κάμπελ, είχαν μείνει μόνο οι τρεις τους, στο λευκό σπιτάκι πάνω στο λόφο, κι είχαν καταφέρει να επιβιώσουν. Η Ιλέιν λάτρευε την παλιά της παραμάνα, την εμπιστευόταν τυφλά, και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να της μιλήσει για οτι­ δήποτε τη βασάνιζε. Αλλά εκείνη τη μέρα, γυρίζοντας σπίτι, ή­ ταν ακόμα τόσο μουδιασμένη απ’ τα νέα που της είχε πει ο Τζέιμς, που θά ’θελε αν ήταν δυνατόν να μην αναφέρει τίποτα στη Φιόνα, πριν μπορέσει τουλάχιστον να μείνει για λίγο μόνη, και να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Θά ’θελε να μπορούσε να πάει κατευθείαν στο δωμάτιό της, να ξαπλώσει στο κρεβάτι, να κλείσει τα μάτια και να μείνει έτσι με τις ώρες, και με τη σκέψη όλη στο σπίτι της, που το είχε χάσει πια οριστι­ κά. Ό ταν θα κατάφερνε να το χωνέψει, όταν ο πόνος θα γινόταν λι­ γότερο οξύς, θα μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό. Όχι όμως τώρα. Έκατσε να πιει το τσάι της, με το πιο ξένοιαστο ύφος που μπορούσε να επιστρατεύσει σ ’ αυτές τις συνθήκες. Αλλά η Φιόνα δεν ξεγελιόταν. Ό σο αφορούσε την Ιλέιν, είχε εξαιρετι­ κά ευαίσθητες κεραίες. «Έ χεις ένα ύφος», της είπε κοφτά, κοιτάζοντάς την με στενεμένα μάτια. «Τι τρέχει;» «Τι να τρέχει; Τίποτα». «Δ ε με ξεγελάς εμένα. Συνέβη τίποτα;» Η Ιλέιν στέναξε βαθιά. Δε θα γλίτωνε απ’ την ανάκριση έτσι εύκολα. Η Φιόνα θα την έπνιγε στις ερωτήσεις, κι αν δεν της έ­ βγαζε τίποτα, θα κατέβαζε τα μούτρα για ώρες μετά, και θα τριγυρνούσε, βαριά κι ασήκωτη, στο σπίτι, σιγομουρμουρίζοντας εκνευριστικά. «Πουλήθηκε το Τουίν Τάουερς», της είπε άχρωμα, κι είχε τουλάχιστον την ικανοποίηση να δει τη Φιόνα να σοκάρεται,


10 όσο είχε σοκαριστεί κι η ίδια. Αργότερα, ανέβηκε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε βαριά στο κρεβάτι. Έμεινε με κλειστά τα μάτια, ακούγοντας χωρίς να τους δίνει σημασία, τους ήχους που έρχονταν απ’ την κουζίνα. Όλη η πίκρα της Φιόνας θα ξέσπαγε στα κουζινικά, σκέφτηκε μελαγχολικά. Την καταλάβαινε, αχ, πόσο την καταλάβαινε... Θά ’θελε κι η ίδια ν ’ αρχίσει να βροντάει κατσαρόλες, να σπάσει πο­ τήρια, να ουρλιάζει, να εκτονωθεί. Αλλά για την ώρα, δεν μπορούσε ούτε να κλάψει. Αν σηκωνόταν να ρίξει μια ματιά απ’ το παράθυρο της κρεβα­ τοκάμαράς της, μέσ’ απ’ την πάχνη και το ψιλόβροχο, δε θα δυ­ σκολευόταν καθόλου να ξεχωρίσει τους δύο πυργίσκους του Τουίν Τάουερς. Το σπίτι της, το σπίτι των Κάμπελ από τόσες γ ε ­ νιές τώρα, χαμένο για πάντα, οριστικά, αμετάκλητα, ξένο πια γι’ αυτήν κι απαγορευμένο, στα χέρια ξένων. Δε θα μπορούσε πια ούτε να κάνει μια βόλτα στα χτήματα των προπάππων της. Κανένας Κάμπελ πια δε θα πάταγε το πόδι του στα εδάφη όπου είχαν γεννηθεί και πεθάνει αμέτρητοι Κάμπελ. Ο γιος της δε θα έπαιζε ποτέ πια στον κήπο του, ούτε θα ψά­ ρευε ποτέ σολομούς σ τ’ αφριστά νερά του Καρν. Θά ’ταν παρίας στον ίδιο του τον τόπο, αποκομμένος οριστικά απ’ την κλη­ ρονομιά του, απ’ όλα τα προγονικά του δικαιώματα. Είχε χάσει το σπίτι της, αλλά πριν απ’ αυτό, είχε χάσει ολό­ κληρη τη ζωή της, και δεν της είχε μείνει παρά μόνο ένα αγόρι δώδεκα χρονών, κι οι πικρές της αναμνήσεις. Πολύ αργότερα, η Φιόνα παράτησε τη φασίνα κι ήρθε να τη βρει. Το σουφρωμένο, ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, είχε μια α­ πόλυτα στριφνή έκφραση. Έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι, κι εί­ πε στεγνά: «Ε, λοιπόν, δεν το είχαμε πάρει απόφαση;» «Ναι», είπε αδύναμα η Ιλέιν. «Το είχαμε πάρει». «Τ ότε γιατί καθόμαστε και μυξοκλαίμε;» «Δ ε μυξοκλαίμε. Μια χαρά είμαστε». «Δ ε μου φαίνεσαι μια χαρά εμένα». «Απλά σκεφτόμουνα». Κι ύστερα, σαν νά ’σπάσε κάποιο φράγμα, τα λόγια ξεχύθηκαν σαν χείμαρος απ’ το στόμα της. «Ό λη μου η ζωή πήγε έτσι χαμένη, Φιόνα... Δ ε ν τ ό ’ξέρα. Δ ε ν τ ο είχα συνειδητοποιήσει μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω, μπορεί να είναι ανοησία μου, αλλά όσο έμενε απούλητο, είχα πάντα την ελπίδα πως κάποτε ίσως να βρίσκαμε τα λεφτά για να το πάρουμε πίσω. Έλεγα, με τον καιρό θα πέσει η αξία του - ποιος θα θέλει έναν μισοερειπωμένο πύργο στο Έιλεν; Ονειρευόμουνα πως κάπου


11 θα βρίσκαμε τα λεφτά, πως ο Άνγκους μπορεί τελικά να τα κατάφερνε». Αγνόησε τον περιφρονητικό μορφασμό της Φιόνας στο άκουσμα του ονόματος του αδερφού της. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν κάτι καινούριο. Πάντα αντιδρούσε με περιφρόνηση η Φιόνα όταν αναφερόταν το όνομα του Άνγκους Κάμπελ - κι όχι πως είχε και τόσο άδικο, δηλαδή. «Και τώρα που πουλήθηκε, νιώθω σαν να τέλειωσαν όλα. Βλα­ κεία μου. Δ εν τέλειωσαν τώρα, έχουν τελειώσει εδώ και χρόνια. Η ζωή μου ολόκληρη, χαμένη όπως και το σπίτι μου... Σαν να με τιμώρησε η μοίρα για την περηφάνεια μου. Ήμουνα τόσο πε­ ρήφανη, Φιόνα... Το ξέρεις. Εγωίστρια. Αλαζονική, υπεροπτι­ κή... Η Ιλέιν Κάμπελ του Έιλεν. Κόρη του Ντάνκαν Κάμπελ... Σκόπευα να παντρευτώ τον Ρόμπερτ Μακντόναλντ. Κανείς άλ­ λος δε θα ήταν αρκετά καλός για μένα, έτσι κι αλλιώς. Και μετά παντρεύτηκα τον Άνταμ Μακφέρσον...» Γέλασε πικρά καθώς ξανάφερνε στο νου της τον άντρα της. «Αυτό κι αν δεν ήταν», συμφώνησε στριφνά η Φιόνα. Δε θά ’χε να πει καμιά καλή κουβέντα για τον Μακφέρσον. Ένας βάναυ­ σος μεθύστακας ήταν, δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερος απ’ το κοριτσάκι της, και το καλύτερο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή του, ήταν όταν τα είχε κοπανίσει, κι είχε πάει να γκρεμοτσακιστεί στο Λιουθ. Καλό κατευόδιο, είχε πει τότε, πάνω απ’ το πτώμα του, και το ίδιο θα έλεγε και τώρα. Δ εν ήταν άντρας αυ­ τός για την Ιλέιν Κάμπελ. Ο Ντάνκαν Κάμπελ δε θα έπρεπε ποτέ να το είχε επιτρέψει. Αλλά ο Μακφέρσον ήταν φίλος του - είχε παράξενους φίλους το αφεντικό - ένας άχρηστος, ένας ακα­ μάτης. Ανεπρόκοπος, και βίαιος από πάνω. Είχε πάρει ένα λου­ λούδι, κι είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να το μαράνει. Κι όλα με τις ευλογίες του πατέρα της. Δ εν ήταν σίγουρα στα καλά του και το αφεντικό. Το πιοτό είχε φυράνει και το δικό του το μυα­ λό, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια. Η Ιλέιν Κάμπελ ήταν δεκαεφτά χρόνων τότε, σχεδόν αρραβωνιασμένη με τον Μακντόναλντ του Σέλκιρκ. Αυτός θα ήταν ο σωστός γάμος για μια Κάμπελ. Εκείνη την εποχή, η Φιόνα δεν έμενε τα βράδια στο αρχοντικό. Ο άντρας της, που κάποτε δούλευε κι αυτός για τους Κάμπελ, είχε μείνει ανάπηρος, κι εί­ χαν εγκατασταθεί στο σπιτάκι. Ό τα ν τέλειωνε τη δουλειά της, αργά το απόγευμα, έφευγε απ’ το Τουίν Τάουερς κι έτρεχε στον άντρα της. Δ εν μπορούσε πια να επιβλέπει το κοριτσάκι της όπως παλιά. Και το κακό είχε γίνει - μέσα σε μια νύχτα, απ’ ό,τι φαινόταν. Ο Μακφέρσον ήταν συνέταιρος του Ντάνκαν Κάμπελ - συ­ νέταιρος σε κάποια απ’ τις μεγαλεπήβολες, κι ολότελα αποτυ­


12 χημένες επιχειρήσεις, που είχαν καταστρέψει οικονομικά τους Κάμπελ. Τριανταπέντε χρόνων ήταν τότε, παμπόνηρος και γαλίφης - σιρόπι έσταζε κάθε που έβλεπε την Ιλέιν. Η Φιόνα δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί - η Ιλέιν δεν είχε θελήσει ποτέ να το συζητήσει μαζί της - αλλά κι εκείνη δεν ήταν χαζή. Ή ταν τό ­ τε μόνο δεκαεφτά χρόνων το κοριτσάκι της, αθώο και άβγαλτο, φρέσκο απ’ το οικοτροφείο. Όμορφη και τό τε όσο και τώρα, πειρασμός και εύκολη λεία για τον καθένα Άνταμ Μακφέρσον, που μπαινόβγαινε μ’ όλη του την άνεση στοΤουίνΤάουερς, συ­ νέχεια στα πόδια της μικρής Κάμπελ. Μια νύχτα είχε γίνει, καταπώς φαινόταν, το κακό, κι η Ιλέιν εί­ χε μείνει έγκυος. Ούτε λόγος πια για να παντρευτεί τον Μακντόναλντ του Σέλκιρκ. Αντί γι’ αυτόν, είχε πάρει εκείνον το γέρο-τράγο, που είχε στρω θεί σαν αφεντικό στο Τουίν Τάουερς, έτρωγε κι έπινε και μεθούσε τα βράδια, μέχρι που τελικά είχε σπάσει το σβέρκο του κι είχαν ησυχάσει όλοι τους. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που δεν του είχε μοιάσει σε τίποτα το παιδάκι. Όχι πως η Φιόνα θ ’ αγαπούσε λιγότερο τον Γιαν αν είχε τα χαρακτηριστικά του πατέρα του - α, όχι. Ο Γ ιαν Μακφέρσον ήταν πρώτα-πρώτα γιος της Ιλέιν, απόγονος των Κάμπελ. Ήταν όμως ακόμα καλύτερα έτσι, που δε θύμιζε σε τίποτα τον Άνταμ. Ίδιος η μητέρα του ήταν, αν και, όσο μεγάλωνε, της έμοιαζε λιγό­ τερο, είχε προσέξει. Ένα υπέροχο αγόρι, απ’ άκρη σ ’ άκρη. Γλυκό κι αξιαγάπητο, και Κάμπελ απ’ την κορφή ως τα νύχια. Ευτυχώς. «Αυτό κι αν δεν ήταν», ξανάπε ξινισμένη. «Αλλά πάει πια, τέλειωσε. Έχει κι άλλους άντρες ο κόσμος, δόξα τω Θεώ». Η Ιλέιν γέλασε πικρά. «Τώρα πια; Πάτησα τα τριάντα, Φιόνα. Χήρα, απένταρη, μ’ ένα παιδί... Ποιος θα με ήθελε εμένα;» «Ό λ ο ι», έκανε ξερά η Φιόνα. «Αν μόνο το ήθελες, θα έπεφταν όλοι στα πόδια σου. Είσαι η ωραιότερη γυναίκα από δω μέχρι τη Γλασκόθη. Ποιος θα σού ’λεγε όχι;» «Καημένη Φιόνα», είπε πικρά η Ιλέιν. «Ζεις κι εσύ με τις δικές σου αυταπάτες... Όλοι, μου λες, μα δε βρέθηκε κανένας όλ’ αυ­ τά τα χρόνια. Ποιος να βρεθεί άλλωστε στο Έιλεν; Κανένας ψα­ ράς, το πολύ-πολύ. Ή ο Τζέιμς Όγκιλβι, αν ήταν τριάντα χρόνια νεότερος και ανύπαντρος. Ποιος θα τολμούσε ποτέ να προτεί­ νει γάμο σε μια Κάμπελ; Και μάλιστα, μια Κάμπελ απ’ άκρη σ ’ ά­ κρη γρουσούζα και καταραμένη;» «Τι χαζομάρες που λες», είπε η Φιόνα, αλλά στο βάθος ήξερε πως η Ιλέιν είχε δίκιο. Σ’ εκείνα τα μέρη, κανείς δε θα έβρισκε ποτέ το θάρρος να προτείνει γάμο στην Ιλέιν Κάμπελ. Οι άν­ θρωποι ήξεραν να κρατάνε τη θέση τους. Μια Κάμπελ ήταν μια Κάμπελ, όσο κι αν ήταν απένταρη, χήρα, ή με δέκα παιδιά. Κα­


13 νένα απ’ τ ’ ανύπαντρα παλικάρια δε θα τολμούσε ποτέ να ση­ κώσει τόσο ψηλά τα μάτια. Ούτε η Ιλέιν θα τους ήθελε, άλλω­ στε. Η κόρη του άρχοντα... Πώς να ξεπέσει σε κάποιον παρακα­ τιανό; Αυτά τα πράγματα δε γίνονταν. Κι οι άνθρωποι της τάξης της, τουλάχιστον όσοι γνώριζε η Φιόνα, ήταν όλοι παντρεμένοι τώρα πια. Ά σ ε που εκείνοι δεν παντρεύονταν αδέκαρες. Δ εν υπήρχε καμιά προοπτική στο Έιλεν. Η Ιλέιν έπρεπε να είχε φύγει από χρόνια, όπως είχε κάνει ο μεγαλύτερος αδερ­ φός της, που είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Ό τα ν αυτοκτόνησε ο Ντάνκαν Κάμπελ, κι αποκαλύφθηκε το μέγεθος της καταστροφής που τον είχε οδηγήσει στο θάνατο, ο Άνγκους Κάμπελ είχε αναγκαστεί να πουλήσει όλα τα χτήμα­ τά τους στην περιοχή. Τα λεφτά ήταν αρκετά, θα μπορούσαν ί­ σως να είχαν ξελασπώσει. Αλλά ο Άνγκους είχε τα ίδια μυαλά με τον πατέρα του. Η Φιόνα δεν είχε ιδέα πώς τα είχε καταφέρει αν τα είχε επενδύσει σε αποτυχημένες επιχειρήσεις, ή αν τα είχε φάει στον ιππόδρομο, αλλά ξαφνικά έσκασε δεύτερο κα­ νόνι, ο Άνγκους Κάμπελ την κοπάνησε για τη Νότια Αφρική, και το Τουίν Τάουερς είχε βγει σε πλειστηριασμό. Η Ιλέιν Κάμπελ είχε μείνει πίσω, απένταρη, χωρίς σπίτι, χωρίς καμιά βοήθεια, με το επιπλέον βάρος ενός παιδιού εφτά χρό­ νων. Μια άλλη γυναίκα στη θέση της θα είχε ίσως φύγει. Όχι ό­ μως η Ιλέιν Κάμπελ. Το Έιλεν ήταν ο τόπος της, το σπίτι της, η περιοχή ευθύνης της. Δ εν μπορούσε να ξεχάσει ότι ήταν η Κάμ­ πελ του Έιλεν. Δ ε θα έφευγε ποτέ. Είχε μετακομίσει στο σπιτάκι της Φιόνας κι είχε ανασκουμπω­ θεί για να επιβιώσει, και να συντηρήσει το παιδί της και τη γριά, αγαπημένη της παραμάνα. Κι έτσι, είχε καταλήξει να δουλεύει σαν οικονόμος στης Κάθριν Μάρλοου. Μια Κάμπελ του Έιλεν, σκεφτόταν η Φιόνα τρίζοντας ενδό­ μυχα τα δόντια, να καταντήσει υπηρέτρια εκείνης της στριμμέ­ νης της γριάς κότας! Δ εν μπορούσε να το χωνέψει. Δ εν ήταν βέβαια ακριβώς υπηρέτρια - λίγο οικονόμος, λίγο συνοδός, λίγο γραμματέας ήταν, κι η κυρία Μάρλοου δεν ήταν τόσο κακιά, τελικά. Ηλικιωμένη κι ιδιότροπη ήταν, βέβαια, αλλά συμπαθούσε την Ιλέιν, και της φερόταν με ευγένεια κι ανθρω­ πιά. Πλήρωνε καλά, άλλωστε. Εκείνη κι ο άντρας της είχαν ε­ γκατασταθεί πριν χρόνια στην περιοχή τους, μετά ο Μάρλοου είχε πεθάνει, κι η χήρα του είχε καταπέσει. Είχε μεγάλη οικονο­ μική άνεση, κι είχε προσφέρει στην Ιλέιν αυτή τη δουλειά, που την είχε τόσο ανάγκη. Τα πήγαιναν καλά οι δυο τους, της έλεγε


14 η Ιλέιν. Η γριά κυρία βασιζόταν επάνω της για το καθετί, η Ιλέιν της κράταγε το σπίτι - υπήρχε και υπηρέτρια - τη συντρό­ φευε, της διάβαζε, της έγραφε τα γράμματά της, της έδινε τα φάρμακά της, την έβγαζε βόλτα με την αναπηρική πολυθρόνα. Είχε δύο μέρες ελεύθερες τη βδομάδα, και τις υπόλοιπες μέ­ ρες δούλευε μέχρι αργά, αλλά γύριζε μετά στο σπίτι της. Ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει βρει σ’ αυτές τις συν­ θήκες, έλεγε η Ιλέιν, κι ίσως να είχε και δίκιο. Δ εν περίσσευαν οι δουλειές στο Έιλεν. Ήταν ένας φτωχός τόπος, με φτωχούς αν­ θρώπους. Η Κάθριν Μάρλοου ήταν μια θεόσταλτη ευκαιρία. Η Ιλέιν είχε κάποιες οικονομίες, όχι απ’ τη δουλειά της, βέ­ βαια, αλλά υπολείμματα απ’ την πώληση ενός χτήματος. Αυτά τα λεφτά τά ’χε φυλάξει για τις σπουδές του Γιαν, ήδη πλήρω­ ναν το σχολείο του - τον είχε βάλει, εδώ κι ένα χρόνο, εσωτερι­ κό στο Ίνβερνες. Το σχολείο του Έιλεν δεν είχε δυνατότητες, κι αν ήταν να ελπίζει το παιδί σε κάποιο καλύτερο μέλλον, έπρε­ πε να πάρει και κάποια καλύτερη μόρφωση. Της είχε ραγίσει η καρδιά όταν αναγκάστηκε να τον αποχωρι­ στεί, αλλά δε γινόταν αλλιώς. Δ εν ήθελε να του στερήσει τη δυ­ νατότητα να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια κάπου στο μέλλον. Αλλά τά σχολείο ήταν πανάκριβο, κι είχε επιβαρύνει τρομαχτικά το\^ προϋπολογισμό τους. Η Φιόνα έκανε κι αυτή πότε-πότε κανένα μεροκάματο, η ζωή όμως γινόταν όλο και πιο ακριβή, τα έξοδα μεγάλωναν, τα αποθέματα λιγόστευαν, κι αν δεν ήταν κι η Κάθριν Μάρλοου, δεν είχε ιδέα πώς θα τα κατάφερναν οι δυο τους. Εκτός βέβαια αν η Ιλέιν το αποφάσιζε να πάει να βρει την τύ ­ χη της στην πόλη. Μακριά απ’ το Έιλεν, μακριά απ’ το Τουίν Τάουερς, μακριά απ’ τις αναμνήσεις που την έδεναν σαν αλυ­ σίδες με τον τόπο της. Αλλά για την ώρα, ούτε που της περνούσε κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό. Για την ώρα, ήταν ξαπλωμένη στο μοναχικό της κρεβάτι, κι έκλαιγε χωρίς δάκρυα για τα ερείπια που είχε σωριάσει ο χρόνος πίσω της, για τον πατέρα της και τον αδερφό της, για το γάμο της, για το παιδί της, για το σπίτι της που το είχε χάσει ορι­ στικά κι αμετάκλητα, όπως είχε χάσει κι όλα τ ’ άλλα, κάθε χαρά της ζωής και κάθε ελπίδα. Κι η Φιόνα δεν μπορούσε να της προσφέρει την παραμικρή παρηγοριά. «Είμαι τόσο κουρασμένη», είπε παθητικά η κοπέλα. «Τόσα χρόνια, Φιόνα, τόσες σκιές πίσω μου... Η μητέρα μου - ήμουνα μόλις τριών χρόνων όταν την έχασα. Ο πατέρας μου, νεκρός στο γραφείο του, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Μακφέρσον τσα­ κισμένος στα βράχια... Ο Άνγκους - χαμένος σαν τους πεθα­


15 μένους. Ούτε που θα τον ξαναδώ ποτέ μου, φαντάζομαι. Κι ε ­ μείς οι δυο, να παλεύουμε να τα φέρουμε βόλτα... Δε μου χαρί­ στηκε η ζωή, Φιόνα. Δε μου άφησε τίποτα πέρα απ’ τον Γιαν κι εσένα... Σήμερα μου πήρε ακόμα κάτι - τι άλλο έχει σειρά;» «Χαζομάρες», έκανε στεγνά η Φιόνα. «Τώρα λες χαζομάρες. Πάω να σου φέρω ένα φλιτζάνι τσάι, θα σε στηλώσει. Μη σκέ­ φτεσαι άλλο αυτά τα πράγματα. Κατάρες και αηδίες - θά *ρθουν καλύτερες μέρες, θα δεις. Θα πιεις το τσάι σου, κι όλα θα εί­ ναι μια χαρά. Μαζί οι δυο θα τα καταφέρουμε, ζέχνα το τώρα». Αλλά όσο ασχολιόταν να φτιάξει το τσάι, ξανάφερνε στο μυα­ λό της τα λόγια της Ιλέιν: Περήφανη... Αλαζονική, υπεροπτική. Ίσως είχε δίκιο. Πάντα ήταν έτσι, αλλά γιατί να μην είναι; Μια Κάμπελ του Έιλεν, νέα και όμορφη σαν ζωγραφιά, μ’ όλη τη ζωή να χαμογελάει μπροστά της. Δεν ήταν δα και έγκλημα να είναι κανείς περήφανος κι αλαζονικός. Υπήρχαν και πιο θανάσιμα α­ μαρτήματα στον κόσμο. Κι αν μη τι άλλο, η Ιλέιν Κάμπελ είχε ήδη πληρώσει για όλα τα δικά της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Πέντε μέρες αργότερα, πέθανε η Κάθριν Μάρλοου. Η-Ιλέιν ήταν μαζί της όταν η ηλικιωμένη κυρία έκλεισε ήρεμα τα μάτια κι έπαψε ν ’ ανασαίνει. Η κοπέλα έτρεξε σαν τρελή στο τηλέφωνο για να ειδοποιήσει το γιατρό, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Ό τα ν τέλειωσαν όλες οι διατυπώσεις, ήρθε ο Τζέιμς Όγκιλβι να την πάρει. Την πήγε στο σπίτι, την έβαλε σε μια απ’ τις τριμ­ μένες πολυθρόνες στο καθιστικό, κι έστειλε τη Φιόνα να φτιά­ ξει τσάι. Η Ιλέιν είχε κρύψει το πρόσωπό της στις παλάμες της, αλλά δεν έκλαιγε. Έμοιαζε να μην έχει συνειδητοποιήσει ακό­ μα τι είχε συμβεί. Έδειχνε μουδιασμένη, ανίκανη να σκεφτεί ή ν ’ αντιδράσει. Συνήλθε κάπως όταν ήπιε ένα φλιτζάνι τσάι, και μπόρεσε να πει στη Φιόνα πώς είχε συμβεί. Ύστερα, έκρυψε πάλι το πρόσωπό της στα χέρια της, και θάλθηκε να κλαίει. «Και τώρα τι θα κάνω;» ρώτησε αργότερα τον Τζέιμς, ρου­ φώντας τη μύτη της και κοιτάζοντάς τον αλαφιασμένη. «Μη χάνεις το θάρρος σου, Ιλέιν», της είπε μαλακά ο Τζέιμς. «Κάτι θα βρεθεί, είμαι σίγουρος... Αν όχι εδώ, στο Στράναχ ί­ σως. Ή στο Φορτ Τζον». «Δ ε θέλω να φύγω από δω», είπε απελπισμένη η Ιλέιν. «Δ ε θέλω να εγκαταλείψω τη Φιόνα. Δ εν μπορεί πια, έχει πιαστεί απ’ τους ρευματισμούς, δε βλέπει και καλά... Εξαρτάται απόλυτα από μένα. Κι ύστερα, εδώ έχω μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δ ε μου περισσεύουν να πληρώνω και νοίκι, όταν μάλιστα πληρώνω και το σχολείο του Γιαν».


17 «Μπορεί να βρεθεί κάτι πολύ καλό», την παρηγόρησε ο Τζέιμς. «Να βολευτείς, να πάρεις και τη Φιόνα μαζί σου...» _«Καλύτερο απ’ την Κάθριν Μάρλοου;» έκανε πικρά η κοπέλα, «ζέρ εις πόσα μου έδινε, Τζέιμς; Δ ε θα ξαναβρώ ποτέ δουλειά με τόσα λεφτά. Δ εν έχω καν τα προσόντα. Δ εν ξέρω ούτε γρα­ φομηχανή. Το σχολείο μόνο πρόλαβα να βγάλω, και τίπ οτ’ άλλο. Κι ούτε που θα μ’ άφηνε άλλωστε ο πατέρας μου να μάθω κάτι πιο πρακτικό. Να με παντρέψει μόνο ονειρευόταν. Τι δουλειά να κάνω; Υπηρέτρια; Το κάνω κι αυτό, αλλά πώς θα συντηρήσω και τη Φιόνα, και τον Γιαν; Είχα κάτι λεφτά στην μπάντα, αλλά κι αυτά τελειώνουν πια. Τα περισσότερα τά ’βαζα απ’ το μισθό μου». Ο Τζέιμς δεν είχε τίποτα να της πει σ ’ αυτό. Η κατάσταση δε σήκωνε ψεύτικες παρηγοριές, κι ούτε ήταν ανόητη η Ιλέιν. Ή ­ ξερε πόσο τραγικά ήταν τα πράγματα, όπως το ήξερε κι η Φιόνα, που τόση ώρα είχε κλειστεί στην κουζίνα και σκούπιζε τα μάτια της με το πιατόπανο. Και δεν είχαν να περιμένουν βοήθεια από πουθενά. Δ εν υπήρχε ούτε ένας συγγενής, κοντινός ή μακρι­ νός, διατεθειμένος να βοηθήσει. Ο Άνγκους δεν τους έγραφε καν. Ή ταν ντροπή του, αλλά δεν είχε στείλει ποτέ ούτε ένα α­ σήμαντο δώρο στην αδερφή του. Ούτε τα Χριστούγεννα. Ό τα ν έφυγε ο Τζέιμς, η Ιλέιν έπεσε στο κρεβάτι κι έκλαψε α­ παρηγόρητα. Αργότερα, ήρθε η Φιόνα μ’ ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι. «Σήκω φύγε», της είπε κοφτά. «Μη με σκέφτεσαι εμένα. Έχω κάτι οικονομίες, δουλεύω κιόλας... Μη θάβεσαι εδώ εξαιτίας μου. Σκέψου μόνο τον εαυτό σου και το παιδί. Εγώ τα έφα­ γα πια τα ψωμιά μου». Η Ιλέιν πήρε το στεγνό, κοκαλιάρικο χέρι στα δικά της, και το έσφιξε συγκινημένη. Η Φιόνα της είχε δώσει περισσότερα από κάθε άλλον άνθρωπο στον κόσμο, σκέφτηκε, με τα μάτια πάλι γεμάτα δάκρυα. Και δεν την είχε εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή... Πώς θα μπορούσε τώρα να την εγκαταλείψει εκείνη; «Αν φύγω», της είπε πνιγμένα, «θα έρθεις μαζί μου, Φιόνα. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά χωρίς εσένα. Αλλά έτσι κι αλ­ λιώς, δε σκοπεύω να φύγω απ’ το Έιλεν. Είναι ο τόπος μου, εδώ ανήκω. Εδώ ανήκει κι ο Γ ιαν. Είμαστε οι Κάμπελ του Έιλεν, Φιό­ να - οι τελευταίοι. Δ εν πρόκειται να φύγω». «Και τι θα κάνουμε;» ρώτησε μ’ απελπισία η ηλικιωμένη γυναί­ κα. «Δ ε ν έχω ιδέα». Έμεινε σιωπηλή, συλλογισμένη, δαγκώνο­ ντας αφηρημένα το κάτω της χείλος. «Ο Τζέιμς μπορεί να βρει κάτι.’ Ακόμα και στο Στράναχ, δε θα είναι μακριά. Μπορεί κι εδώ, πού ξέρεις. Τι κρίμα που αυτά τα χωράφια είναι τόσο άγο­ να... Αλλιώς θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε κάτι».


18 «Θα βγάζαμε ίσα το καθημερινό μας τσάι», είπε πικρά η Φιόνα. «Κι αν αγοράσουμε αγελάδες;» «Μπορεί κι αυτό», έκανε θλιβερά η Ιλέιν. «Δ ε ν ξέρεις ποτέ, μπορεί να καταλήξουμε με κανένα βουστάσιο». Ή ξεραν κι οι δυο πολύ καλά πως δεν είχαν καμιά δυνατότητα να στήσουν α­ γρόκτημα. Η τοπική αγορά άλλωστε ήταν κορεσμένη, κι όσο για ν ’ ανοιχτούν περισσότερο, ούτε λόγος. Δ εν υπήρχαν τέτοια κε­ φάλαια, κι ούτε θα μπορούσαν ποτέ να τα βρουν. Μοναδική άλλη επιλογή, ήταν να βρουν μια βάρκα και να το ρίξουν στο ψάρεμα. Καμιά απ’ τις δυο τους δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Στη διαθήκη της, η Κάθριν Μάρλοου είχε θυμηθεί την Ιλέιν, και της είχε αφήσει χίλιες λίρες. Δ εν ήταν και τίποτε σπουδαίο, αλ­ λά εφόσον η Ιλέιν δεν είχε κανένα δικαίωμα στην περιουσία της γριάς κυρίας, κι ούτε περίμενε ποτέ τίποτε από κείνην, το θεώ­ ρησε σαν θεόσταλτο δώρο στη μεγάλη της ανάγκη. Τουλάχι­ στον θα τη βόηθαγε να βγάλει κανα-δυο μήνες, μέχρι να μπο­ ρέσει να σταθεί στα πόδια της. Και στο μεταξύ, δε θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια, περιμένοντας τον Τζέιμς να της βρει δουλειά. Θα πήγαινε να ψάξει κι η ίδια, στο Στράναχ, ή σε οποια­ δήποτε άλλη πολίχνη της περιοχής. Άρχισε μάλιστα να διαβά­ ζει ταχτικά τις μικρές αγγελίες. Αλλά δεν είχε βρει το παραμικρό όταν, δυο μέρες αργότερα, σταμάτησε έξω απ’ το σπιτάκι το ταλαιπωρημένο Ό σ η ν του Τζέιμς Όγκιλβι. Απ’ το παράθυρο του καθιστικού, η Ιλέιν είδε τον στρουμπουλό συμβολαιογράφο να προχωράει με ζωηρό, γρήγορο βήμα ως την εξώπορτα. Του άνοιξε η Φιόνα, κι η Ιλέιν άκουσε τον Τζέιμς να αστειεύεται με την ηλικιωμένη γυναίκα, για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες, που έμπαινε στο σπίτι τους σαν να είχαν πένθος. Το γέλιο του ξάφνιασε την Ιλέιν. Η ί­ δια θεωρούσε ότι δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος για να γελάει όποιος έμπαινε εκεί μέσα. «Καλημέρα», είπε ο Τζέιμς, μπαίνοντας στο καθιστικό και κλεί­ νοντας πίσω του την πόρτα. Την πλησίασε χαμογελώντας, και της έδωσε ένα στοργικό φιλί στο μάγουλο. «Πώς πάνε τα κέφια;» «Έ τσ ι κι έτσι», είπε μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο η Ιλέιν. «Τα δι­ κά σου, πάντως, πάνε μια χαρά. Τι έγινε; Κέρδισες το λαχείο;» Ο Τζέιμς στρώθηκε απέναντί της, πήρε βαθιά ανάσα, κι είπε ανέμελα - υπερβολικά ανέμελα, κατά τη γνώμη της Ιλέιν, που τον ήξερε πια σαν την παλάμη της: «Σου έχω νέα». Τα πράσινα μάτια της στένεψαν. «Τι νέα;» Πριν ακόμα της μι­


19 λήσει, ήξερε σαν από έκτη αίσθηση, πως τα νέα του θα είχαν σχέση με το Τουίν Τάουερς. Η καρδιά της σφίχτηκε, κι ένιωσε όλο της το σώμα να συσπειρώνεται άθελά της. Το επίπλαστο κέφι του Τζέιμς δεν προμήνυε τίποτε καλό. «Θυμάσαι που μου είχες πει να φροντίσω το θέμα τω ν Μακνίκολ. Ε λοιπόν, το φρόντισα». «Α », έκανε η Ιλέιν. «Και τι έγινε;» «Μίλησα με τον υπεύθυνο. Είναι κάποιος Μπιλ Κέισι - εκ­ πρόσωπος του ιδιοκτήτη. Ευχάριστος άνθρωπος, αποφασισμέ­ νος να τα πάει καλά με τους ντόπιους. Ήπιαμε μαζί ένα ποτό, και μου υποσχέθηκε πως θα το φροντίσει. Μου είπε πως ο ιδιο­ κτήτης δε θα είχε καμιά αντίρρηση να επαναπροσλάθει προσω­ πικό που θα είχε ήδη εργαστεί στο σπίτι - κάθε άλλο μάλιστα. Είναι πολύ πιθανό να μου απαντήσει αύριο κιόλας». «Ωραία», είπε η Ιλέιν. Ή ταν ένα βάρος λιγότερο, αλλά δε δι­ καιολογούσε όλη αυτή την ξενοιασιά στον τόνο του Τζέιμς. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν καν δικοί του άνθρωποι, δεν μπορεί να τον απασχολούσε τόσο η τύχη τους. «Και τι άλλο;» Cf Τζέιμς έβγαλε ένα μαντίλι και σκούπισε λίγο το μέτωπό του. Δεν έκανε ζέστη, αλλά είχε ιδρώσει ελαφρά. «Τι άλλο; Κάτι πο­ λύ ενδιαφέρον, είμαι σίγουρος. Συζητήσαμε πολύ με τον Κέισι, και του εξήγησα πώς είχαν τα πράγματα εδώ, και πόσο στενά δεμένη είναι η κοινωνία μας - τα ήθη μας, τα έθιμά μας, τέτοια πράγματα. Εκείνος είναι απ’ το Λονδίνο. Δ εν έχει ιδέα πώς ζούμε εμείς εδώ, ούτε πώς αντιδρούμε. Θα μάθει, πάντως. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την περιοχή. Είναι, απ’ ό,τι κατάλαβα, κάτι σαν γραμματέας - βοηθός πες, του ιδιοκτήτη. Κάτι σαν δεξί του χέρι». «Τζέιμς», έκανε μαλακά η Ιλέιν, «δ εν έρχεσαι καλύτερα στο θέμα; Διόλου δε μ’ ενδιαφέρει ο κύριος Κέισι, ξέρεις». «ΣΥο θέμα είμαι», έκανε με κάποια δυσφορία ο συμβολαιο­ γράφος. «Μη με διακόπτεις. Ήθελα λοιπόν να πω, ότι συζητή­ σαμε με τον Κέισι για όλα αυτά. Το αφεντικό του, απ’ όσο κατά­ λαβα, κολυμπάει στο χρήμα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, είναι αποφασι­ σμένος να ξαναδώσει όλη του την αίγλη στο Τουίν Τάουερς». Η Ιλέιν έσφιξε τα χείλια, και δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Κοίτα», είπε νευρικά ο Τζέιμς. «Ξέρεις πως δεν το λέω για να σε στεναχωρήσω. Που να πάρει, Ιλέιν, με ξέρεις σ ’ όλη σου τη ζωή! Ήμουν στενός φίλος της οικογένειάς σας. Δ εν μπόρεσα να περισώσω τίποτα, γιατί ξέρεις τώρα πώς ήταν ο πατέρας σου - ειδικά τα τελευταία χρόνια. Δ εν άκουγε κανέναν, του κεφα­ λιού του έκανε. Έπινε και πολύ, εδώ που τα λέμε... Κι εκείνες οι ανεκδιήγητες παρέες του - τον έμπλεξαν τον άνθρωπο ως το


20 λαιμό. Δ ε λέω για τον άντρα σου, εκείνος ήταν άλλη ιστορία - » «Τζέιμς, για τ ’ όνομα του Θεού, άσε την παρελθοντολογία. Αν είναι να μου πεις κάτι, πες το να τελειώνουμε». «Στα λέω όλα αυτά», έκανε με αξιοπρέπεια ο άντρας, μόνο και μόνο για να σε βεβαιώσω πως έχω κατά νου μόνο τα συμφέροντά σου. Για να επανέλθω λοιπόν στο θέμα, έμαθα διάφορα ενδιαφέροντα από τον Κέισι. Το αφεντικό του ασχολείται με τα πετρέλαια. Έχει έδρα του την Αμπερντίν, και ήθελε ένα σπίτι ό­ που να μπορεί να απομονώνεται τα Σαββατοκύριακα, και κάθε φορά τέλος πάντων που θα θέλει να ξεφύγει λίγο απ’ το άγχος της δουλειάς». Εκεί σταμάτησε, σαν να μην ήξερε πώς να συνεχίσει. «Λοιπόν;» έκανε ξερά η Ιλέιν. Δ εν είχε ιδέα πόση ώ ρα θ’ άντεχε ακόμα ν ’ ακούει για τους ξένους που σε λίγο θα τριγύριζαν α­ νενόχλητοι στο δικό της το σπίτι. «Λοιπόν... Λοιπόν, αυτό. Δ ε θα μένει μόνιμα στο Τουίν Τάουερς. Θα το έχει μάλλον για εξοχικό». «Δ ε μ’ ενδιαφέρει. Ειλικρινά, Τζέιμς, δε μ’ ενδιαφέρει πια αυ­ τό το θέμα». «Μη βιάζεσαι», είπε ο άντρας, κι εκείνος, τουλάχιστον, δεν έδειχνε να βιάζεται καθόλου. «Δ ε θα μένει λοιπόν μόνιμα εδώ, αλλά οπωσδήποτε, θέλει να διατηρείται συνέχεια το σπίτι σε κατάσταση ετοιμότητας, για όποτε αποφασίζει να το επισκεφτεί. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Θα το επανδρώσει με το ανάλογο προσωπικό έτσι κι αλλιώς. Γι’ αυτό ο Κέισι πιστεύει πως δε θα έχει αντίρρηση να προσλάβει και τον Μακνίκολ σαν κηπουρό, ή σαν αγροφύλακα, αδιάφορο. Για τη Σίνα αλλάζει λί­ γο το πράγμα. Ο Κέισι μου είπε πως όπου πάει, το αφεντικό του παίρνει μαζί το δικό του μάγειρα. Αλλά πάλι, μπορεί να της δώ­ σει κάποιο άλλο πόστο. Όπως και νά ’χει, ο μισθός του άντρα της θα φτάνει και για τους δύο. Απ’ ό,τι μου είπε ο Κέισι, μιλάμε για σε­ βαστά ποσά. Τι τους πληρώνατε εσείς τόσα χρόνια, Ιλέιν;» «Ψίχουλα», είπε πικρά η κοπέλα. «Μερικούς, δεν τους πλη­ ρώναμε και καθόλου. Τη Φιόνα, για παράδειγμα. Αλλά κανείς δεν παραπονέθηκε ποτέ. Μας ήταν όλοι αφοσιωμένοι». «Ο Κέισι πιστεύει προφανώς ότι θα αγοράσει την αφοσίωσή τους με έναν πολύ καλό μισθό, κι ίσως νά ’χει και δίκιο. Μου α­ νέφ ερε πάντως τρελά ποσά. Δ εν ξέρω πού φαντάζεται ότι βρί­ σκεται - στο Εδιμβούργο; Τι να τα κάνει κανείς τόσα λεφτά στο Έιλεν; Δ εν έχει ιδέα πόσο πάει εδώ πέρα το μεροκάματο, κι εγώ βέβαια δεν τον διαφώτισα». «Το ελπίζω», έκανε ξερά η Ιλέιν. Το θέμα γινόταν όλο και πιο οδυνηρό, αλλά ο Τζέιμς δεν έδειχνε να το αντιλαμβάνεται. Συ­ νέχιζε ακάθεκτος τόση ώρα, με τον ανέμελο τόνο του, αγνοώ­


21 ντας τη δική της δυσφορία. « Έλεγα λοιπόν πως πληρώνουν πολύ καλά λεφτά. Αυτό συζη­ τούσαμε με τον Κέισι, και μου είπε πως προτιμούσαν έτσι κι αλ­ λιώς να προσλάβουν ντόπιους, τουλάχιστον για το κατώτερο προσωπικό. Κι εκεί, ξέρεις, μου ήρθε μια ιδέα». Σταμάτησε, σκούπισε πάλι μηχανικά το μέτωπό του με το μαντίλι. «Δ ε ν ξέ ­ ρω πώς θα τη βρεις, αλλά...» Τον κοίταζε, αμίλητη, καρφώνοντάς τον με τα βαθυπράσινα μάτια της, κι ο Τζέιμς σκέφτηκε άθελά του, πως δεν είχε δει πο­ τέ ωραιότερη γυναίκα απ’ την Ιλέιν Κάμπελ. Πώς πήγε έτσι στράφι η ζωή της, αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά, απορώντας κι ο ίδιος πώς μια γυναίκα που είχε ξεκινήσει με τέτοιες προδια­ γραφές, είχε φτάσει σήμερα σ ’ αυτό το σημείο. Ήταν ολότελα άδικη η ζωή, τελικά, σκέφτηκε, προσπαθώντας άθελά του ν ’ α­ ναβάλει τη στιγμή που θα έπρεπε να έρθει στο ψητό. Δ εν είχε ιδέα πώς θα το έπαιρνε η Ιλέιν. Ευχόταν μόνο να το δει λογικά. «Μου ήρθε αυτή η ιδέα», ξανάπε ανέμελα. «Ο Κέισι μου είπε ότι είχαν βάλει αγγελία για οικονόμο. Έχουν πάρει κιόλας π έντ’ έξι απαντήσεις με πλήρη βιογραφικά. Δύο από το Ίνβερνες, οι υ­ πόλοιπες από πιο μακριά. Κι ο Κέισι μου είπε ότι ψάχνουν ακόμα». Η Ιλέιν δεν είπε τίποτα. «Τ ότε», συνέχισε ο Τζέιμς, «τό τε το σκέφτηκα. Το είπα και του Κέισι. Του είπα, γιατί όχι κάποια από το Έιλεν; Που να ξέρει το σπίτι, και το χωριό, και τον καθένα από μας; Κι ακόμα περισ­ σότερο, που να την ξέρουμε όλοι μας;» Εκεί, κάτω απ’ το διαπε­ ραστικό, έντονο και επίμονο βλέμμα της Ιλέιν, κατέφυγε σ ’ ένα αθώο ψέμα, «ζέ ρ ε ις ποιαν είχα κατά νου; Τη Φιόνα». «Για τ ’ όνομα του Θεού, μη μου λες τέτοιες τρίχες, Τζέιμς», είπε ξερά η Ιλέιν. «Τη Φιόνα! Μα για τόσο χαζή με περνάς; Το ξέρεις και το ξέρω, πως η Φιόνα δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει αυτή τη δουλειά. Είναι εξήντα χρόνων γυναίκα, μόνιμα πιάσμένη απ’ τα ρευματικά, δε βλέπει καλά, σε λίγο δε θ’ ακούει κιόλας καλά, και δεν ήταν ποτέ στη ζωή της οικονόμος. Δε θα είχε ιδέα πώς να κουμαντάρει ένα τόσο μεγάλο σπίτι σαν το Τουίν Τάουερς. Κι ούτε που έχει έστω στοιχειώδη μόρφωση. Πώς θα τα έ ­ βγαζε πέρα σε μια τόσο υπεύθυνη θέση; Δ ε θα μπορούσε να κάνει ούτε τους απλούστερους λογαριασμούς!» «Ε - να, σκέφτηκα...» άρχισε ζεματισμένος ο Τζέιμς. Η Ιλέιν σηκώθηκε απότομα όρθια. «Δ ε σκέφτηκες τίποτα τ έ ­ τοιο. Δ εν επρόκειτο για τη Φιόνα, έτσι δεν είναι; Ούτε εσύ είσαι χαζός, άλλωστε. Αυτά τα ξέρεις καλύτερα από μένα. Για ποιαν επρόκειτο, Τζέιμς;» Τα μάτια της πετούσαν σπίθες οργής, και βα­ θιάς, αγιάτρευτης απελπισίας.« Εμέναπρότεινες, έτσι δεν είναι;»


22 «Ναι», είπε ο συμβολαιογράφος. Έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια, και σιγά-σιγά, αυτό το μίγ­ μα οργής και απελπισίας χάθηκε απ’ τα μάτια της κοπέλας, κι αφέθηκε να πέσει πάλι στην πολυθρόνα απέναντι του. «Όχι, Τζέιμς», του είπε άχρωμα. «Αυτό αποκλείεται». «Μα γιατί; Γιατί; Ας το συζητήσουμε πρώτα - εντάξει; Ό ταν μίλησα στον Κέισι για την περίπτωσή σου, μπορώ να πω ότι εν­ θουσιάστηκε». «Ο Κέισι», έκανε καυστικά η Ιλέιν. «Εμένα με λένε Κάμπελ». «Ά κου σέ με πρώτα. Έχουν κι αυτοί κάποιο πρόβλημα - ξέ ­ ρεις πόσο δύσκολο είναι να βρεις τον κατάλληλο άνθρωπο για μια τόσο υπεύθυνη θέση. Του μίλησα για σένα, του είπα ότι δούλευες ως τώρα σε μια παρόμοια δουλειά, κι ότι η εργοδότριά σου πέθανε πρόσφατα. Του είπα ποια είσαι, φυσικά. Είναι πασιφανές πως δε θα μπορούσαν ποτέ να βρουν καλύτερη υπο­ ψήφια. ζέρ εις το σπίτι όσο κανείς άλλος άνθρωπος στον κόσμο, ξέρεις πώς να το διευθύνεις, έκανες αυτή τη δουλειά τόσα χρόνια... Κι επιπλέον, το πονάς όσο κανείς άλλος. Κι είσαι μια Κάμπελ. Αυτό σημαίνει κάτι, ακόμα και για έναν άσχετο Εγγλέ­ ζο όπως ο Κέισι!» «Ναι, θ’ ανατρίχιασε απ’ τη συγκίνηση», είπε πικρά η Ιλέιν. «Λ έγε ό,τι θες εσύ. Χαζός φαντάζεσαι είναι ο Κέισι, ή κουφός; Και νά ’θελε, δε θα γινόταν να μη μάθει τα πάντα για σένα και την οικογένειά σου. Μικρά μέρη, Ιλέιν - δε σταματάνε ποτέ οι συζητήσεις. Η τέλεια λύση είσαι γι’ αυτούς. Κι αν ακούσεις το μισθό, θα πάθεις. Ά σ ε τα άλλα πλεονεκτήματα. Του είπα πώς τα είχες κανονίσει με τη συχωρεμένη, κι έδειξε πολύ διαλλακτικός όσον αφορά τα ρεπό και τις ώρες εργασίας. Κι η δουλειά - παιχνιδάκι! Αραιά και πού θα έρχεται ο ιδιοκτήτης στο σπίτι. Ούτε καθημερινά γεύματα να διοργανώνεις, ούτε ν ’ αλλάζεις κάθε λίγο και λιγάκι σεντόνια στις κρεβατοκάμαρες. Μόνο τα Σαββα­ τοκύριακα, είπε ο Κέισι, κι αυτό όχι πάντα. Ό λο τον υπόλοιπο χρόνο, το σπίτι θα είναι ουσιαστικά ακατοίκητο. Λοιπόν;» «Μα τώρα ξέρεις τι μου λες;» έκανε απελπισμένη η Ιλέιν. «Αχ, Τζέιμς, δεν καταλαβαίνεις. Μου λες να επιστρέφω στο ίδιο μου το σπίτι - σαν οικονόμος! Δ ε θα το άντεχα κάτι τέτοιο. Δε θέλω ούτε να ξαναπλησιάσω στο Τουίν Τάουερς. Με πονάει και που το βλέπω από μακριά. Κι εσύ μου λες να πάω να δουλέψω εκεί, να βλέπω ξένους να ζουν στους χώρους του, να μένω στο σπίτι μου και να μην έχω το παραμικρό πια δικαίωμα σ ’ αυτό, ούτε εγώ, ούτε το παιδί μου, ούτε κανένας άλλος Κάμπελ! Ευχαρι­ στώ πολύ, αλλά δεν — » «Μην το απορρίπτεις πριν το σκεφτείς έστω λίγο», επέμεινε


23 ο Τζέιμς. «ζέ ρ ω πώς αισθάνεσαι - δεν είμαι ανόητος. Αλλά ειλικρινά, Ιλέιν, δεν βλέπω άλλη λύση. Σκέψου το λίγο: δε θα χρεια­ στεί να φύγεις και ν ’ αφήσεις τη Φιόνα. Και τα λεφτά - σκέψου τι μπορείς να προσφέρεις στον Γιαν. Και στη Φιόνα, άλλωστε. Να φτιάξεις την κουζίνα σας να μην παιδεύεται, γριά γυναίκα. Το μπάνιο... Τα χάλια του έχει. Κι η θέρμανση - δε ζεσταίνει με τίποτα αυτό το ερείπιο. Γι’ αυτό πιάστηκε η Φιόνα. Σε λίγο θα πιαστείς κι εσύ αν δεν κάνεις κάτι. Σ τ’ αλήθεια, πρόκειται για θεόσταλτη ευκαιρία, και δε θα την ξαναβρείς ποτέ. Κι ύστερα, όλα μια συνήθεια είναι. Μέχρι να χωνέψεις την ιδέα. Μετά, άμα το πάρεις απόφαση...» «Δ ε θα το αντέξω, Τζέιμς. Δ ε θα το αντέξω...» «Σκέψου το κι αλλιώς: δε θά ’θελες να συνεχίσεις να φροντίζεις εσύ το Τουίν Τάουερς; Να έχεις το ελεύθερο να πηγαίνεις όποτε θέλεις, για όσο θέλεις; Μπορείς να την κρατήσεις ισόβια αυτή τη θέση, αν σου κάνει κέφι. Θα είναι σαν να μην άλλαξε τίποτα». «Τζέιμς», του είπε απελπισμένη, «πώς μπορείς να το λες αυ­ τό, όταν ξέρεις - » «Ιλέιν», της αντιγύρισε αυστηρά, «το ξέρεις ότι δεν είσαι σε θέση να διαλέγεις. Πάρ’ το απόφαση, σου έπεσε αυτή η ευκαι­ ρία, άρπαξέ την να τελειώνουμε. Είναι η καλύτερη λύση, και για σένα, και γι’ αυτούς. Ο Κέισι ήταν ενθουσιασμένος. Μου είπε να του στείλεις ένα βιογραφικό, κι ότι θα το συζητούσε με το α­ φεντικό του απόψε κιόλας». «Βιογραφικό», έκανε τρίζοντας τα δόντια η Ιλέιν. «Σ τ’ αλή­ θεια, βιογραφικό! Για φαντάσου! Εκείνοι θα έπρεπε να μου δώ­ σου ν το βιογραφικό το υ ς !» «Έ τσ ι μπράβο, κορίτσι μου», έκανε ο Τζέιμς, ανακουφισμέ­ νος που η αγανάκτηση έδιωχνε την έκφραση της απόγνωσης απ’ το πρόσωπό της. «Έ τσ ι μπράβο. Δ ό σ ’ τους να καταλάβουν. Είσαι μια Κάμπελ, μπορείς ν ’ αντέξεις τα πάντα. Λοιπόν, είμα­ στε σύμφωνοι;» Την είδε να κλείνει στιγμιαία τα μάτια, να στενάζει βαθιά. Πέ­ ρασαν λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, κι η καρδιά του πήγαινε να σπάσει απ’ την ένταση και την αγωνία. Κάνε Θεέ μου να την έπεισα, προσευχήθηκε από μέσα του. Είναι ξεροκέφαλη όπως όλοι οι καταραμένοι οι Κάμπελ, αλλά αυτή τη φορά, πρέ­ πει να δει ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Η Ιλέιν άνοιξε πάλι τα μάτια. Το βλέμμα της ήταν μακρινό, σαν ονειροπαρμένο. Του είπε ήρεμα: «Αν με βοηθήσεις να συντάξω εκείνο το βιογραφικό...» «Ναι», της είπε, λαχανιάζοντας σχεδόν απ’ την ανακούφιση. «Ναι, φυσικά θα σε βοηθήσω. Πού είναι εκείνη η Φιόνα; 'Αλλοτε


24 φέρνει τα τσάγια δέκα-δέκα. Θα έπινα μετά χαράς ένα φλιτζάνι». Τρεις μέρες αργότερα, η Ιλέιν πήρε μια επιστολή με υπογραφή Γουίλιαμ Κέισι, Τουίν Τάουερς, Έιλεν, πράγμα που ήταν του­ λάχιστον γελοίο, αν σκεφτόταν κανείς την αμελητέα απόσταση που χώριζε το σπιτάκι της Φιόνας απ’ τον πύργο. Οι ντόπιοι δε θα αντάλλασσαν ποτέ επιστολές, για κανένα θέμα - όσοι δεν είχαν τηλέφωνο (ανάμεσα σ ’ αυτούς κι η Ιλέιν) σε κάθε περί­ πτωση δε θα είχαν παρά να πεταχτούν μια στιγμή να διεκπεραιώσουν τη δουλειά τους. Ο κύριος Κέισι όμως του Τουίν Τάουερς, ήταν χίλια τα εκατό επαγγελματίας. Ευχαριστούσε, έγραφε, την κυρία Μακφέρσον για το θιογραφικό που είχε υποβάλει, με ημερομηνία κ.λπ., κ.λπ., και την παρακαλούσε, εάν ήτο δυνατόν, να βρίσκεται στο Τουίν Τάουερς την επομένη, στις έντεκα το πρωί, για να συζητήσουν επί του θέματος. Εάν η κυρία Μακφέρσον, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούσε να παρευρεθεί στη συνέντευξη την ορισμένη ώρα και ημέρα, ο κύριος Κέισι θα της ήτο υπόχρεως εάν του τηλε­ φωνούσε έγκαιρα στο τηλέφωνο κ.λπ., κ.λπ. (ακολουθούσε το νούμερο του Τουίν Τάουερς, που η Ιλέιν το ήξερε οπωσδήποτε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εκείνος). Διατελούσε εν πάσει περιπτώσει, ειλικρινά υμέτερος, κ.λπ., κ.λπ., Γουίλιαμ Κέισι. Η Ιλέιν κράτησε για ώρα πολλή το γράμμα, κοιτάζοντάς το χω­ ρίς καν να βλέπει τις λέξεις στην επιφάνεια του χαρτιού. Το μό­ νο που έβλεπε εκείνη τη στιγμή, ήταν οι πυργίσκοι του Τουίν Τάουερς, οι γκρίζοι πέτρινοι τοίχοι του, η πλακόστρωτη αυλή, η βαριά κύρια είσοδος που είχε φουσκώσει και δεν άνοιγε εδώ και χρόνια, το τεράστιο, σκοτεινό χολ της εισόδου, μ’ εκείνον τον ανεκδιήγητο πολυέλαιο που την εντυπώσιαζε όσο ήταν παιδί, και που της φαινόταν τόσο κιτς όταν είχε μεγαλώσει. Με τους ατέλειωτους διαδρόμους, τις στενές, απότομες σκάλες, τα ψη­ λοτάβανα δωμάτια, με την τεράστια, παλιομοδίτικη κουζίνα του, με το υπόγειο και την κάβα του, με την ασύγκριτη θέα απ’ την πέτρινη ταράτσα, και τους κήπους του που είχαν πνιγεί εδώ και χρόνια σ τ ’ αγριόχορτα. Το σπίτι της, γεμάτο ακόμα απ’ τα έπιπλα της μητέρας της, της γιαγιάς, της προγιαγιάς της, όλων των προγιαγιάδων που είχαν ζήσει ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους του. Το αγαπού­ σε τώρα όσο δεν το είχε αγαπήσει ποτέ στο παρελθόν - τώρα που δεν ήταν πια δικό της, κι ούτε θα γινόταν ποτέ ξανά. Δ εν ή­ ξερε πώς θα το άντεχε να ζει εκεί μέσα σαν πληρωμένη οικονό­


25 μος, αλλά ο Τζέιμς τελικά είχε δίκιο. Μια ιδέα ήταν όλα. Κι ύστερα, δεν ήταν δα και τόσο σίγουρο ότι θα την προσλάμθαναν. Μπορεί ο κύριος Κέισι να την έβρισκε εντελώ ς ανεπαρ­ κή. Μπορεί να μην την ήθελε ο καινούριος ιδιοκτήτης, επειδή ακριβώς ήταν κυρά του σπιτιού πριν απ’ αυτόν. Μπορεί να την έβρισκαν πολύ λιγότερο ικανή απ’ τις υπόλοιπες υποψήφιες. Με έκπληξη ανακάλυψε πως και οι δύο εκδοχές της προκαλούσαν τον ίδιο πόνο. Κατά κάποιο τρόπο, στο βάθος την τρα­ βούσε ακατανίκητα η ιδέα να ξαναβρεθεί στο σπίτι της, έστω και σαν προσωπικό. Να μπορεί να περιδιαβαίνει στους χώρους του, να φαντάζεται ότι ήταν πάλι δικό της... δικό της και του Γιαν. Αν δεν ήταν ο Γιαν, ίσως κι ο πόνος της για την απώλεια να ή­ ταν μικρότερος. Αλλά ο Γ ιαν ήταν η συνέχεια, το μέλλον τω ν Κάμπελ του Έιλεν, ο τελευταίος εγγονός, γιατί ο Άνγκους πια ήταν χαμένος γι’ αυτούς. Υπήρχε ο Γιαν, μια συνεχής υπόμνη­ ση πως δε θα ζούσαν ποτέ πια Κάμπελς στο Τουίν Τάουερς. Κι η Ιλέιν είχε συνέχεια την έντονη αίσθηση, ότι κατά κάποιον τρόπο είχε προδόσει όλους τους Κάμπελ πριν απ’ αυτήν, όλους τους Κάμπελ που φρόντιζαν μέσα στους αιώνες, με κάθε τρ ό ­ πο, να εξασφαλίσουν τη συνέχεια της γενιάς τους. Και δεν είχε καμιά σχέση αν το επώνυμο του Γ ιαν ήταν Μακφέρσον. Στο μυαλό της ξανάρθε ο εφιάλτης του γάμου της, εκείνη η φριχτή μέρα που είχε αναγκαστεί να δώσει όρκους πίστης και αφοσίωσης σ ’ έναν άντρα που ποτέ της δεν είχε θελήσει, η πρώτη νύχτα στην κοινή τους κρεβατοκάμαρα, κι από κει κι ύ­ στερα, όλες οι νύχτες μαζί του ή χώρια του, η αίσθηση ότι είχε παγιδευτεί για πάντα, ότι δε θα ξέφευγε ποτέ πια απ’ τον εφιάλτη. Η άφιξη του Γ ιαν, έξι μήνες αργότερα, η ευτυχία τού να τον κρατάει στην αγκαλιά της, η αίσθηση ότι αυτός και μόνο αντι­ στάθμιζε όλα τ ’ άλλα - τη βαναυσότητα του Άνταμ, τα μεθύσια του, τους φριχτούς του τρόπους, τους ξυλοδαρμούς, την έλ­ λειψη κάθε αγάπης ή ανοχής ανάμεσά τους. Κι ύστερα, είχε περάσει κι αυτό, όπως περνούσαν όλα στη ζωή, όπως θα περνούσε κι ο πόνος απ’ αυτό το τελευταίο χτύ­ πημα. Θα το χώνευε κι αυτό, όπως είχε χωνέψει κι όλα τ ’ άλλα. Η ζωή προχωρούσε μπροστά, ανοίγοντας συνέχεια καινούρια κεφάλαια στο διάβα της. Το τελευταίο στη σειρά λεγόταν Γουίλιαμ Κέισι, Τουίν Τάου­ ερς, Έιλεν. Ντύθηκε με προσοχή, κομψά και συντηρητικά, σε μια προσπά-


26 θεία να δείξει μεγαλύτερη απ’ όσο φαινόταν. Ήταν τριάντα χρόνων, αλλά κανείς ποτέ δε θα το μάντευε κρίνοντας απ’ το λεπτό, καλογυμνασμένο της σώμα, το φρέσκο, λείο της δέρμα, και τα λαμπερά της μάτια. Φαινόταν ίσα-ίσα εικοσιπένΐε χρό­ νων, κι αυτό ήταν ίσως μειονέκτημα, για τη δουλειά που ο Τζέιμς επέμενε ότι έπρεπε να πιάσει με κάθε θυσία. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, και για πρώτη φορά μετά από καιρό, εξέτα σε τον εαυτό της κριτικά. Ήταν εμφανίσιμη, χωρίς αμφιβολία, αλλά σίγουρα, όχι κι η ωραιότερη γυναίκα στη Σκοτία, όπως συνήθιζε να καυχιέται η Φιόνα. Είχε κόψει τα μαλλιά της, που κάποτε τ ’ άφηνε ως τα μισά της πλάτης της, και τώρα της έφταναν μέχρι το λαιμό, πυκνά κι ατίθασα, σαν φλογάτο στεφάνι γύρω απ’ το ντελικάτο πρόσωπό της. Είχε πολύ όμορ­ φα, πράσινα, λίγο λοξά μάτια, με μακριές, πυκνές σκουροκάστανες βλεφαρίδες, γενναιόδωρο, αισθησιακό στόμα, λεπτή και ίσια μύτη, τονισμένα ζυγωματικά, και σποραδικές φακίδες στην κατάλευκη επιδερμίδα της. Το σώμα της ήταν καλό (η Φιόνα έλεγε ότι ήταν εντελώ ς αχτύπητο). Είχε μακριά, λεπτά πόδια, όμορφο στήθος, λεπτή μέση. Στο σύνολό της γενικά τρωγόταν, αποφάσισε βάζοντας ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που τα είχε κληρονομήσει απ’ τη μητέρα της. Τα ρούχα της δεν ήταν σπουδαία, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι’ αυτό. Δ εν εί­ χε την ευχέρεια να ντύνεται καλύτερα με την οικονομική της δυσπραγία, και σ ’ ένα μέρος μάλιστα όπως το Έιλεν. Έλπιζε ότι ο Γουίλιαμ Κέισι θα αποκόμιζε μια γενική εντύπω­ ση τάξης και καθωσπρεπισμού, κι ότι δε θα πρόσεχε πόσο ντεμοντέ ήταν το ταγιέρ της, και πόσο λιωμένα τα παπούτσια της. Ο Τζέιμς ήρθε στην ώρα του, και την πήγε ως το Τουίν Τάουερς με το Ό στιν. Η Ιλέιν ένιωθε τόσο σφιγμένη την καρδιά της, κι είχε τέτοιο τρακ, που σ ’ όλη τη διαδρομή δεν είπε λέξη. Ανέβη­ καν μέσα απ’ τα πυκνά πεύκα που από χαμηλά έκρυβαν εντελώς το σπίτι, πέρασαν το πέτρινο γεφύρι του Καρν, κι επιτέλους, μπροστά τους ορθώθηκε το Τουίν Τάουερς, σαν κοιμισμένος πέτρινος γίγαντας. «Πήγαινε», της είπε ο Τζέιμς, ερμηνεύοντας σωστά την έκ­ φρασή της. «Κουράγιο. Θα περάσει κι αυτό, θα δεις. Όλα είναι μια ιδέα». Όλα ήταν μια ιδέα, αλλά στον κήπο δούλευαν πυρετωδώς ερ­ γάτες που δεν τους είχε προσλάβει εκείνη, απ’ την πίσω αυλή έρχονταν ήχοι εξίσου πυρετώδικης δραστηριότητας, κι η βαριά δρύινη εξώπορτα ήταν για μια φορά ανοιχτή, μετά από τόσα


27 χρόνια. Τα πόδια της έτρεμαν καθώς διάβαινε επιτέλους το κατώφλι του σπιτιού της, για να διαπιστώσει πως η ίδια πυρετώδικη δρα­ στηριότητα επικρατούσε και στο εσωτερικό του. Απ’ όσο μπορούσε να κρίνει, οι εργάτες δεν είχαν επέμβει ούτε στη διάταξη του χώρου, ούτε σε τίποτε άλλο με ουσιαστι­ κή σημασία. Εργασίες επισκευής πρέπει να έκαναν μόνο - του ­ λάχιστον για την ώρα. Απ’ το πρώην γραφείο του πατέρα της (πώς θα μπορούσε πο­ τέ να ξαναμπεί σ ’ εκείνον το χώρο, να ξαναδεί με τη φαντασία της το αιμόφυρτο σώμα μπροστά στο τζάκι;) έβγαινε ένας ψη­ λός, λεπτός άντρας, με αραιά καστανά μαλλιά και γυαλιά με με­ ταλλικό σκελετό. «Η κυρία Μακφέρσον; Γουίλιαμ Κέισι. Περάστε, παρακαλώ. Από δω». Ευτυχώς, δεν την οδηγούσε στο γραφείο, αλλά κα­ τευθείαν στο δωμάτιο που άλλοτε χρησιμοποιούσαν για καθι­ στικό. Τα πόδια της έτρεμαν τόσο, που την πλημμύρισε ανα­ κούφιση όταν ο Κέισι της είπε να καθίσει. Ένα ποτό, για να ζεσταθεί λιγάκι η ατμόσφαιρα, π έντε κου­ βέντες για τον καιρό, κι επιτέλους, στο θέμα. «Μελετήσαμε το βιογραφικό σας», είπε ξεροβήχοντας λίγο ο Κέισι, «και λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις του κυρίου Ό γκιλβι, καθώς και του γιατρού Μάρεϊ, καταλήξαμε στο συμπέρα­ σμα ότι ήσασταν η πλέον κατάλληλη από όλες τις υποψήφιες, κυ­ ρία Μακφέρσον. Ο εργοδότης μου μου έδωσε εντολή να συζητή­ σω μαζί σας όλες τις λεπτομέρειες, και να έρθουμε σε συμφω­ νία». Ήταν τόσο απλό, τελικά. Η Ιλέιν δυσκολευόταν να το πιστέψει. Δ εν τη ρώτησε τίποτα, δεν παζάρεψε τίποτα. Δέχτηκε χωρίς αντίρρηση τις προτάσεις της, το μισθό που του ζήτησε (εξω ­ φρενικό κατά την άποψή της, αλλά τόσο της είχε πει ο Τζέιμς να ζητήσει), την απαίτησή της να διαλέξει εκείνη το υπόλοιπο προ­ σωπικό, από τους ντόπιους, εννοείται, και συμφώνησε επίσης πρόθυμα να της δώσει δυο μέρες ελεύθερες τη βδομάδα. Ήταν σ τ’ αλήθεια φοβερά απλό. Υπήρχε και ένα παιδί, είπε ο Κέισι, τουλάχιστον έτσι τον είχε αφήσει να εννοήσει ο κύριος Όγκιλβι. Ο εργοδότης του δεν εί­ χε αντίρρηση να μένει το παιδί στο Τουίν Τάουερς, τα Σαββατο­ κύριακα ή για τις διακοπές. Ναι, φυσικά, μπορούσε να προσλάβει την πρώην καμαριέρα της, εάν το επιθυμούσε. Θα μπορού­ σαν να τακτοποιήσουν'το θέμα τω ν προσλήψεων κάποια απ’ τις επόμενες μέρες, οι δυο τους. Ας του έκανε έναν κατάλογο η κυρία Μακφέρσον, να τον μελετήσουν μαζί.


28 Το σπίτι θα ήταν έτοιμο στο τέλος της επόμενης βδομάδας, την πληροφόρησε ο Κέισι. Οι εργασίες προχωρούσαν με ταχύ ρυθμό. Σε δυο βδομάδες, όλα θα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσουν τη συνεργασία τους. Η Ιλέιν είχε αρχίσει να νιώθει ελαφριά ζαλάδα. Αυτή η μίση ώρα, που την περίμενε από χτες με χτυποκάρδι, είχε εξελιχτεί στην ευκολότερη μισή ώρα που είχε περάσει ποτέ στη ζωή της. Ο Μπιλ Κέισι σηκώθηκε, για να υποδείξει ευγενικά ότι η ώρα του τέλειωνε. «Δυστυχώς, το καθήκον με καλεί, κυρία Μακφέρσον. Ξέρετε τώρα πώς είναι τα πράγματα - η έλλειψη επιτήρη­ σης, έχει πάντα ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση του ρυθμού εργα­ σίας, και δυστυχώς, το εργατικό μας δυναμικό δεν αποτελεί ε­ ξαίρεση. Χάρηκα που σας γνώρισα, κυρία Μακφέρσον. Είμαι βέβαιος ότι θα ευοδωθεί η συνεργασία μας. Αν θελήσετε οτι­ δήποτε, τηλεφωνήστε μου, παρακαλώ. Αν δεν είμαι εδώ, αφή­ στε μήνυμα στον τηλεφωνητή». Η Ιλέιν ήταν τόσο παραζαλισμένη, που σχεδόν το ξέχασε ε ­ ντελώς. Αλλά καθώς ο Μπιλ Κέισι την ξεπροβόδιζε ως την πόρ­ τα, το θυμήθηκε. Στράφηκε και τον ρώτησε, με κάτι σαν απορία: «Δ ε μου είπατε το όνομα του εργοδότη σας, κύριε Κέισι. Δ εν έχω ιδέα ποιος με προσέλαβε». Ή ποιος αγόρασε το σπίτι μου, πρόσθεσε νοερά. Ο Κέισι χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Σας προσέλαβε η “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” . Δ ε σας το είπε ο κύριος Όγκιλβι;» «Ό χι, δεν το συζητήσαμε καθόλου». Η “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” ! Για τ ’ όνομα του Θεού, ήταν λοιπόν αυτό που φοβόταν απ’ την αρχή - όχι κάποιος ιδιώτης, κάποια οικογένεια που θα αντιμε­ τώπιζε το Τουίν Τάουερς σαν κατοικία, σαν σπιτικό, αλλά μια α­ πρόσωπη επιχείρηση, που προφανώς θα το χρησιμοποιούσε σαν ξενοδοχείο πολυτελείας, για όσα στελέχη της θα ήθελαν να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο ψαρεύοντας σολομούς στον Καρν... Σκέτος εφιάλτης. Η φωνή της έτρεμε ανεπαίσθητα όταν ρώτησε: «Ποιος όμως θα μένει στο σπίτι;» Είχε προετομαστεί ψυχικά για το χειρότερο, αλλά ο Μπιλ Κέι­ σι χαμογέλασε με άνεση, κι είπε ευχάριστα: «Ποιος άλλος; Ο πρόεδρος της εταιρίας. Καλή σας μέρα λοιπόν, κυρία Μακφέρ­ σον. Χάρηκα που,σας γνώρισα. Τα χαιρετίσματά μου στον κύριο Όγκιλβι». Η συνέντευξη είχε τελειώσει, η δουλειά ήταν δική της, κι είχε λύσει οριστικά το πρόβλημα της Φιόνας. Δ εν έμενε παρά να συ­ νηθίσει στην ιδέα, να ξεπεράσει το στάδιο που βρισκόταν τώρα, να μάθει να πνίγει τα δάκρυά της κάθε φορά που θα περνούσε τη δρύινη εξώπορτα, μπαίνοντας ή βγαίνοντας στο σπίτι της,


29 πρόεδρό της. Η Φιόνα την περίμενε πίσω απ’ την πόρτα, σφίγγοντας και ξ ε ­ σφίγγοντας όλο νευρικότητα τα παραμορφωμένα απ’ τ ’ αρθρι­ τικά δάχτυλά της. Η Ιλέιν ήταν ακόμα φοβερά ταραγμένη, κι η αγωνία στο πρόσωπο της Φιόνας της έφ ερε ένα καινούριο κύμα δάκρυα στα μάτιπ. Μπήκε βιαστικά στην κουζίνα, ψάχνοντας πυ­ ρετικά για ένα χαρτομάντιλο στη μεγάλη τσάντα που κρατούσε. «Ό λ α εντάξει», είπε πνιχτά, φυσώντας τη μύτη της. «Ό λ α ε­ ντάξει, Φιόνα. Τα καταφέραμε... Την πήρα τη δουλειά. Θά ’ρθεις κι εσύ μαζί μου, το κανόνισα. Θα σε προσλάβουν με μισθό, και θα είσαι καμαριέρα. Κι ο Γιαν θα μπορεί να μένει στο Τουίν Τάουερς όταν θα έρχεται απ’ το σχολείο». «Ω », έκανε πνιχτά η Φιόνα. Και στο επόμενο δευτερόλεπτο, η Ιλέιν ήταν στη γέρικη, ξερακιανή αγκαλιά της, κι έκλαιγε με λυγμούς. Αργότερα, μετά από δύο φλιτζάνια δυνατό τσάι, της είπε ό­ λες τις λεπτομέρειες. «Ή τα ν τόσο εύκολο - δε θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ. Δ εν υπήρχε ούτε ένα σημείο που να έφ ε­ ρε αντίρρηση. Ω, Φιόνα, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι το έκανα τελικά... Ή ταν φοβερό, ξέρεις. Ό τα ν μπήκα μέσα κι είδα τους εργάτες... Δ εν ξέρω πώς κρατήθηκα. Πίστευα ότι δε θα τα κατάφερνα ούτε να περάσω το κατώφλι. Και τώρα, ξέρεις πώς νιώθω; Είναι τόσο παράξενο. Σωστός μαζοχισμός. Τώρα, στο βάθος θέλω να ξαναπάω. Ακόμα κι έτσι. Ραγίζει η καρδιά μου να σκέφτομαι ότι ανήκει στην “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” , αλλά τώρα, θ έ­ λω να είμαι εκεί και να το φροντίζω εγώ. Ο Τζέιμς είχε^ίκιο, αλ­ λά ξέρεις κάτι; Νομίζω πως είναι τρισχειρότερα έτσι, -έρ ω πως θα ζω εκεί μέσα και θα φαντάζομαι ότι είναι ακόμα δικό μου, κι είμαι ακόμα η κυρά του. Πώς θα τ ’ αντέξω, Φιόνα;» «Κάπως θα τα καταφέρεις», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα, γεμί­ ζοντας πάλι το φλιτζάνι της με βαρύ τσάι. «Πιες το κι αυτό, καλό θα σου κάνει. Θα τ ’ αντέξεις. Ό λα τ ’ αντέχετε εσείς οι Κάμπελ. Διαβόλου γέννα είσαστε, μη σκας». Γελούσε κι έκλαιγε μαζί, κι εκνευριζόταν που δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της. «Πιες αυτό το τσάι, και μη σκας για τίποτα. Να, μ’ έκανες να κλαίω σαν μωρό. Στην ηλικία μου. Πιες το τσάι, άντε μπράβο. Διαβόλου γέννα, μάλιστα. Λαθρέμποροι, ζωοκλέφτες, παράνο­ μοι... Μέχρι και πειρατές έχετε βγάλει. Μη σκας, παντού θα τα κατάφερνες. Είσαι μια Κάμπελ. Ούτε ψύλλος στον κόρφο της "Καλιντόνιαν Ό ιλ ” . Δ εν έχει ιδέα με τι έχει μπλέξει».


30

Οι δυο βδομάδες πέρασαν εξωφρενικά γρήγορα, δεδομένων των συνθηκών, και στη διάρκειά τους, η Ιλέιν άρχισε να νιώθει εξαιρετικά άνετα με τον Μπιλ Κέισι. Ήταν προκατειλημμένη ε­ νάντια σε οποιονδήποτε εκπρόσωπο της “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” , και για την ίδια την εταιρία ένιωθε ένα τυφλό μίσος, που έφτανε στα όρια της λύσσας. Αλλά ο Μπιλ Κέισι ήταν τόσο ευγενικός, ευχάριστος και πρόθυμος να βοηθήσει, που η Ιλέιν θεώρησε ότι μπορούσε να κάνει μια εξαίρεση για την περίπτωσή του. Στο κάτω-κάτω, υπάλληλος ήταν κι αυτός, όπως κι εκείνη. Στα μισά της δεύτερης βδομάδας, οι εργασίες είχαν τελειώ ­ σει, κι είχε έρθει κι ολόκληρος ο εξοπλισμός του σπιτιού. Υπερ­ μοντέρνες ηλεκτρικές συσκευές που εξόπλισαν την αστραφτε­ ρή κουζίνα (καμία σχέση με την παλιά, βέβαια, κι όσο κι αν τη νοσταλγούσε η Ιλέιν, δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι ή­ ταν καλύτερη έτσι), συσκευές τηλεόρασης σχεδόν σε κάθε λει­ τουργικό δωμάτιο, ακόμα και σ ’ εκείνο που προοριζόταν για την ίδια, αθέατα θερμαντικά σώματα παντού, και φυσικά, τα υπέρο­ χα μπάνια που είχαν προστεθεί, αν όχι σε όλα, πάντως στα κυριότερα υπνοδωμάτια. Όλα τα σχέδια που δεν είχε καταφέρει ποτέ να υλοποιήσει ο πατέρας της, έπαιρναν τώρα σάρκα και ο­ στά χάρη στην “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” . Και φυσικά, η μεγάλη θερμαινόμενη πισίνα, χαμηλά πίσω απ’ το σπίτι, έτσι που να μην αλλοιώνει το περιβάλλον, να μην επεμ­ βαίνει στη δομή του κήπου, αλλά να μοιάζει με φυσική λιμνούλα του Καρν. Η Ιλέιν θα έπρεπε κανονικά να νιώθει φρίκη για όλες αυτές τις αλλαγές και τις προσθήκες. Αλλά δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι, αυτός που είχε κάνει τα σχέδια για την ανα­ καίνιση του σπιτιού, είχε δουλέψει με απόλυτο σεβασμό για το περιβάλλον, την ιστορία και το χαρακτήρα του Τουίν Τάουερς. Ό σο οδυνηρό κι αν ήταν να σκέφτεται πως όλα αυτά τα είχε κάνει κάποιος ξένος, δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι τώρα το Τουίν Τάουερς έμοιαζε πολύ πιο φιλόξενο και ζεστό, κι ότι αυτό την έκανε να υποφέρει ακόμα περισσότερο για την απώλειά του. Στο τέλος της βδομάδας είχε εγκατασταθεί στον πύργο, μαζί με τη Φιόνα, τους Μακνίκολ, και τρεις άλλους απ’ τους παλιούς της ανθρώπους. Είχαν συμφωνήσει με τον Κέισι σ ’ αυτόν τον περιορισμένο αριθμό. Όπως της είχε εξηγήσει, ο πρόεδρος της “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” , μπορούσε να διαθέσει περισσότερους αν­ θρώπους, από το σπίτι του στην Αμπερντίν. Αν χρειαζόταν μπάτλερ, θα έφερνε τον δικό του. Και πιθανότατα, θα έφερνε έτσι κι αλλιώς τον σεφ του, κάθε φορά που θα επισκεπτόταν το


31 Τουίν Τάουερς. Ύ στερα είχε φύγει κι ο Κέισι, αφήνοντας την Ιλέιν, τη Φιόνα και τους ανθρώπους τους, σ ’ ένα ανακαινισμένο, φωτεινό, άνε­ το σπίτι, που δεν είχε πάψει ωστόσο να είναι βαρύ από αναμνή­ σεις, κι απ' τον απόηχο μιας τραγωδίας. Την Πέμπτη το απόγευμα, της τηλεφώνησε ο Μπιλ να την ενη­ μερώσει ότι ο πρόεδρος θα ερχόταν την επομένη. Η Ιλέιν τον βεβαίωσε ότι θα ήταν όλα έτοιμα για την άφιξή του. Ο πρόεδρος. Ο αφέντης του Τουίν Τάουερς. Θεέ μου, πόσο τον μισώ, σκεφτόταν παθητικά, καθώς ετοίμα­ ζε το σπίτι για την άφιξή του. Ή ξερε πως ήταν παράλογο να μι­ σεί έτσι έναν άνθρωπο που δεν είχε κάνει τίποτε περισσότερο απ’ το να αγοράσει ένα σπίτι, εδώ και πέντε χρόνια στην αγορά για πούλημα. Ή ξερε πως αν ήταν να μισεί κάποιον, θα έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και τον Άνγκους - αλλά δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Θα μισούσε την “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” και τον πρόεδρό της, μέ­ χρι την τελευταία της πνοή. Η Φιόνα εξαφανίστηκε στο δωμάτιό της, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η Ιλέιν έμεινε στο δικό της, να χαζεύει απ’ το παράθυ­ ρο τη θέα που γνώριζε τόσο καλά, τους κήπους, τα πυκνά πεύ­ κα, τον Καρν που άφριζε καθώς κατρακυλούσε προς τη θάλασ­ σα, τους λόφους ένα γύρω, και πίσω απ’ αυτούς, τους βάλτους που ίσα διακρίνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Ακούσε το αυτοκίνητο που ερχόταν, και κατέβηκε ν ’ ανοίξει. Στο σπίτι μου, σκεφτόταν μηχανικά. Στο Τουίν Τάουερς. Ο και­ νούριος ιδιοκτήτης. Όχι ο γιος μου, αλλά κάποιος ανώνυμος, α­ διάφορος πρόεδρος μιας εταιρίας πετρελαιοειδών. Αν ξεπεράσω κι αυτή τη δοκιμασία, σκέφτηκε σφίγγοντας τα δόντια, όλα τα άλλα θα είναι εύκολα. Μόνο αυτή η στιγμή μέσα στο χρόνο... Η στιγμή που θ ’ ανοίξω την πόρτα για να υποδεχτώ τον καινούριο αφέντη. Συμβολικό... Ο πρώην παραδίνει στον νυν. Για πάντα. Θα το αντέξω, είπε στον εαυτό της, σφίγγοντας τα δόντια. Πάει, τέλειωσε πια. Το πήρα απόφαση. Ας περάσει κι αυτή η στιγμή, κι όλα θα είναι εντάξει. Ά νοιξε την πόρτα και περίμενε, τόσο απασχολημένη να συγ­ κρατεί τη συγκίνησή της, που δεν πρόσεξε καν την ψηλή φι­ γούρα που ερχόταν νωχελικά προς το σπίτι. Δεν τον κοιτούσε καν. Κοιτούσε με ένταση το πέτρινο πάτωμα του χολ, παλεύο­ ντας για μια τελευταία φορά με τα δάκρυά της.


32 Πρόσεξε μόνο πως εκείνος είχε έρθει μόνος, κι ύστερα ο άν­ τρας ήταν στην πόρτα, κι αναγκάστηκε να σηκώσει τα μάτια και να τον κοιτάξει. Ή ταν ψηλός, πολύ πιο ψηλός απ’ την ίδια. Ψηλός, ξανθός, η­ λιοκαμένος (ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, δε θα μπορούσε να μην προσέξει ασυναίσθητα το μπρούτζινο χρώμα του), και όμορφος σαν αμαρτία. Της αντιγύρισε το βλέμμα με το πρόσωπο εν τε ­ λώς ανέκφραστο, τα μάτια ψυχρά κι ατσάλινα. Σε μια στιγμή που ο χρόνος πάγωνε θαρρείς γύρω της, η Ιλέιν άκουσε τη φω­ νή του να έρχεται σαν από πολύ μακριά: «Καλησπέρα, κυρία Μακφέρσον». Δ ε ν της συστήθηκε. Δ εν υπήρχε καμιά ανάγκη να της πει το όνομά του. Μέσα απ’ τα βάθη της μνήμης της, μέσα από κύματα ναυτίας και πανικού, ήρθε από μόνο του στο στόμα της, κι α­ ντήχησε στο μαρμαρωμένο χολ σαν κραυγή οδύνης. «Ά ξ ε λ Μπρόντι», τραύλισε η Ιλέιν, και λιποθύμησε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ή ταν τό τε δεκαεφτά χρόνων, κι εκείνος εικοσιπέντε. Η Ιλέιν Κάμπελ, η κόρη του άρχοντα, κι ο Ά ξε λ Μπρόντι, το παιδί για ό­ λες τις δουλειές, που κανείς δεν ήξερε από πού βαστούσε η σκούφια του, και που ο πατέρας της τον είχε περιμαζέψει πριν χρόνια, από σκέτη ελεημοσύνη. Δ ε θα υπήρχε απολύτως τίποτα να συνδέει τη μοίρα τους, πέρα απ’ τη φυσιολογική σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, που στην περίπτωση του Μπρόντι ήταν κάτι ακόμα λιγότερο: μια σχέοτη αφέντη-υπηρέτη. Ο Ά ξε λ Μπρόντι δεν ήταν μόνο ορφανός - ήταν επιπλέον νόθος και έκθετος. Τον είχαν βρει, μωρό λίγων ημερών, παρα­ τημένο σ ’ ένα κατώφλι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, μ’ ένα ση­ μείωμα καρφιτσωμένο πάνω της. Το σημείωμα ήταν κακογραμ­ μένο, κι εντελώ ς ακατανόητο. Το αποκρυπτογράφησε εντελώ ς τυχαία, κάποιος ναυτικός που ταξίδευε συχνά στις Φερόες και στη Νορβηγία, κι είχε μάθει λίγο τη γλώσσα. Έ λεγε πως το όνο­ μα του μωρού ήταν Ά ξελ, κι ευχόταν να το προστατεύσει ο Θεός, γιατί η μάνα του δεν μπορούσε να το κρατήσει. Απ’ αυτό έβγαλαν όλοι το μάλλον σωστό συμπέρασμα, ότι η μάνα του παιδιού ήταν Νορθηγέζα, ότι το είχε κάνει προφανώς με κά­ ποιον Σκοτσέζο ναυτικό, που την είχε φέρει απ’ τη Νορβηγία για να την εγκαταλείψει μετά. Στις έρευνες που έγιναν, δεν α­ νακαλύφθηκε ίχνος απ’ τη μητέρα, κι όλοι κατέληξαν στο συμ­ πέρασμα ότι προφανώς είχε γυρίσει στον τόπο της, αφήνοντας το μωρό στο έλεος της σκοτσέζικης φιλανθρωπίας. Το Ά ξε λ καταχωρήθηκε, κι όσο για επώνυμο, ήταν τόσο απλό: του έδωσαν το όνομα του δρόμου όπου τον είχαν βρει. Σε μια ε ­ ποχή και σε μια περιοχή όπου μάλλον σπάνιζαν οι κοινωνικοί λειτουργοί κι η οργανωμένη πρόνοια, ανέλαβε το μωρό η ενο-


34 ρία, που τελικά του βρήκε κάποιους θετούς γονείς, και από κει και πέρα έπαψε ν ’ ασχολείται και τόσο φανατικά με την τύχη του. Οι θετοί γονείς δεν ήταν οι πιο κατάλληλοι του κόσμου. Μέ­ θυσοι κι οι δυο, υποχρέωναν τα τρία τους παιδιά να δουλεύουν για ένα ξεροκόμματο. Φαίνεται ότι τα έδερναν κιόλας μέχρι κα­ κοποίησης. Ο Ά ξε λ είχε επιχειρήσει τρεις φορές να το σκάσει απ’ το σπίτι του. Την τέταρτη τα κατάφερε, κι εκεί τον είχε βρει ο Ντάνκαν Κάμπελ, μισοπεθαμένο απ’ την πείνα, να προσπαθεί να ψαρέψει σο­ λομούς στον Καρν, στο λαγκάδι του Έιλεν. Ο Ά ξελ ήταν δεκα­ τριών χρόνων, αλλά τόσο κακοταϊσμένος, που δεν έδειχνε πάνω από εννιά. Κι έτσι, αντί να τον τιμωρήσει για λαθροθηρία, ο Κάμπελ τον λυπήθηκε, τον συχώρεσε, και τον πήρε στη δούλεψή του. Ήταν απ’ την πρώτη στιγμή το παιδί για όλες τις δουλειές, αλ­ λά όλοι στο σπιτικό τον συμπαθούσαν. Τον τάιζαν κιόλας πολύ καλύτερα τώρα. Στα δεκαοχτώ του ήταν ακόμα το παιδί για ό­ λες τις δουλειές, κι όλοι συνέχιζαν να τον συμπαθούν, αλλά δεν έμοιαζε πια καχεκτικός και υποσιτισμένος - ήταν τώρα πάνω από ένα κι ογδόντα, κι είχε αρχίσει να φαρδαίνει επικίνδυνα. Στα είκοσι είχε φτάσει στο ένα κι ενενήντα, κι οι τεράστιες πλάτες του έφταναν για ν ’ αποθαρρύνουν τον οποιονδήποτε ε ­ πίδοξο καβγατζή, ακόμα και σ ’ έναν τόπο όπου το πιο δημοφιλές σπορ των νεαρών, ήταν ο καβγάς και το συνεπακόλουθο ξυλο­ φόρτωμα. Κι ήταν από τό τε όμορφος σαν αμαρτία. Η Ιλέιν τον θυμόταν πάντα σαν το παιδί για όλες τις δουλειές, που είχε το πιο φοβερό σώμα και το πιο ωραίο πρόσωπο σ ’ όλο το Έιλεν, κι ακόμα παραπέρα. Με τα πυκνά χρυσόξανθα μαλλιά του, τα βαθιά γαλανά του μάτια, τα λεπτά του μάγουλα και τα αρρενωπά χαρακτηριστικά του, ήταν όμορφος σαν ημίθεος. Στα χτήματα τω ν Κάμπελ, ασχολιόταν με οτιδήποτε του έλε­ γαν να κάνει. Συχνά-πυκνά, κυκλοφορούσε με το δίκανο, για ν ’ αποθαρρύνει τους επίδοξους λαθροθήρες. Ό τα ν δεν έκανε τον αγροφύλακα, ασχολιόταν με υλοτομικές εργασίες, ή με τον κήπο, ή με τα άλογα του Ντάνκαν, ή ακόμα και με τα ψώνια. Ό ­ ταν κατέβαινε στο χωριό ή στην πόλη, γινόταν συνωστισμός. Από κορίτσια, φυσικά. Ήταν ο τελευταίος τροχός της άμαξας σ ’ όλο το σπιτικό των Κάμπελ, αλλά θα έπρεπε να είναι τυφλή μια κοπέλα, για να μη βλέπει πως επρόκειτο για έναν εξαιρετικά εντυπωσιακό τροχό, έτσι κι αλλιώς. Ο ίδιος δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται τι έκανε με την παρου­


35 σία του στο ωραίο φύλο. Ήταν ένας πολύ μοναχικός, λιγομίλητος και απρόσιτος νεαρός, εντελώς μονόχνωτος, όπως έλεγαν μερικές απογοητευμένες δεσποινίδες, και δεν έδινε θάρρος σε κανέναν. Πώς τη βόλευε σεξουαλικά, δεν ήξερε κανείς, αλλά το όνομά του δεν είχε συνδεθεί με τίποτα που έστω να θυμίζει φλερτ. Δ εν εκμυστηρευόταν τίποτα σε κανέναν, δεν είχε καν φίλους γκαρδιακούς. Ήταν όμως συμπαθής σε όλους, και τον άφηναν στην ησυχία του. Στα εικοσιπέντε του, ο όμορφος νεαρός είχε γίνει ένας ολότελα καταστροφικός άντρας. Κι η Ιλέιν είχε μόλις μπει στα δεκαεφτά, κι ήταν ερωτευμένη. Ο Ρόμπερτ Μακντόναλντ δεν ήταν μόνο απ’ τους Μακντόναλντ του Σέλκιρκ, ήταν επίσης κι ένας πολύ γοητευτικός νεα­ ρός που, απ’ όλες τις κοπελιές που τον λιμπίζονταν, είχε διαλέ­ ξει κατά κοινή ομολογία την πιο όμορφη. Η σχέση τους μεταθλήθηκε χωρίς πρόβλημα από φιλική σε ερωτική, το ζευγάρι ή­ ταν τρισευτυχισμένο, οι γονείς τους επίσης, κι η αναγγελία των αρραβώνων θα είχε γίνει από καιρό, αν ο πατέρας της Ιλέιν δεν είχε πατήσει πόδι: δεν ήθελε ούτε ν ’ ακούσει για γάμους κι αρραβωνιάσματα, αν η Ιλέιν δεν έκλεινε τα δεκαοχτώ. Ο Ντάνκαν Κάμπελ είχε παντρευτεί την Αλίσια Μπερνς όταν αυτή ήταν μόνο δεκάξι χρόνων. Ήταν πανέμορφη και γεμάτη ζωντάνια, κι είχε μείνει έγκυος λίγο μετά το γάμο τους. Η γέννα ήταν πολύ δύσκολη, κι ούτε είχε συνέλθει μετά εντελώς. Κι ύ­ στερα είχε μείνει πάλι έγκυος, στην Ιλέιν, είχε μια δεύτερη γέ ν ­ να ακόμα χειρότερη απ’ την πρώτη, και δεν είχε συνέλθει πια καθόλου. Επί τρία χρόνια μετά απ’ αυτό, έσβηνε μέρα με τη μέ­ ρα, και τελικά είχε πεθάνει, σε ηλικία μόλις εικοσιδύο χρόνων, αφήνοντας τον Κάμπελ απαρηγόρητο, και αποφασισμένο να μην αφήσει τη μοναχοκόρη του να πάθει τα ίδια. Έ τσι είχε πατήσει πόδι, και είχε πει ότι δε θα επέτρεπε να συ­ ζητήσει η Ιλέιν για γάμο, πριν κλείσει τουλάχιστον τα δεκαοχτώ. Αυτό όμως δε σήμαινε τίποτα. Για όλους τους ενδιαφερόμενους, ο αρραβώνας ήταν σαν να είχε ήδη γίνει, και μόνο το ζευ­ γαράκι δυσανασχετούσε, και με το δίκιο του, επειδή τα ήθη της εποχής και του τόπου δεν επέτρεπαν ιδιαίτερες ελευθερίες, και πιο ιδιωτικές απολαύσεις. Οι σχέσεις τους περιορίζονταν σε φλογερά φιλιά και ελάχιστα τολμηρότερα χάδια, που τους άφη­ ναν και τους δυο ξαναμμένους και ανικανοποίητους, κι έκαναν να φουντώνουν οι φαντασιώσεις τους. Εκείνο τον καιρό πρωτοανακάλυπτε η Ιλέιν τη σεξουαλικότητά της. Μέχρι πριν λίγο, τα αισθήματά τής για τον Ρόμπερτ ήταν μάλλον εξιδανικευμένα, και δεν τολμούσε ούτε με τη φαντασία


36 της να έχει πιο προχωρημένες εμπειρίες μαζί του. Τα ήθη στην ορεινή Σκοτία ήταν πολύ αυστηρά, κι ακόμα αυστηρότερα στα μικρά μέρη όπως το Έιλεν. 'Αλλωστε, στιάνια έβλεπε τον Ρόμπερτ χωρίς να συνοδεύεται, ή χωρίς·άλλη παρέα. Ύστερα, όταν όλοι πήραν πια σαν δεδομένο ότι οι δυο τους αργά ή γρήγορα θα παντρεύονταν, κι ότι ακόμα και λίγη περισ­ σότερη ελευθεριότητα δε θα απέτρεπε αυτό το αναπόφευκτο γεγονός, άρχισαν κάπου-κάπου να τους αφήνουν και λίγο πιο μόνους. Κι ο Ρόμπερτ δεν είχε χάσει καιρό. Ήταν οπωσδήποτε πιο έμπειρος απ’ την Ιλέιν, και θάλθηκε να τη μυήσει στα λίγα ε ­ πιτρεπτά ερωτικά μυστικά - στο γαλλικό φιλί με τη γλώσσα, στα χάδια στο στήθος, κι ίσως και λίγο παρακάτω, αλλά όχι και τόσο που να θιχτούν τα χρηστά ήθη της κοπέλας. Ή ταν εξαίσιο. Όλη αυτή η ανακάλυψη του πάθους, αυτό το παιχνίδι που δεν κορυφωνόταν, δεν προχωρούσε καν ποτέ, αυ­ τό το ξύπνημα τω ν αισθήσεων που δεν ήταν ωστόσο ποτέ ολο­ κληρωμένο, κι απλά υποσχόταν περισσότερες, άγνωστες για την ώρα και μυστηριακές εξάρσεις, συνιστούσαν έναν ολόκλη­ ρο μεθυστικό κόσμο, που την περίμενε να τον ανακαλύψει, βήμα-θήμα, πατώντας στις μύτες των ποδιών. Ή ταν ερωτευμένη, ανακάλυπτε το παιχνίδι τω ν φύλων και τις δυνατότητες του κορμιού της, κι η αίσθηση ότι έμπαινε σ ’ αυ­ τόν τον καινούριο, μεθυστικό κόσμο, τη ζάλιζε. Έπιανε τώρα τον εαυτό της να σκέφτεται πολύ πιο συχνά το σεξ, να φαντάζεται καταστάσεις με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ και αποδέκτη την ίδια, να ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το πώς και το γιατί. Αν είχε την παραμικρή πείρα απ’ τον κόσμο και τη ζωή, θα αμ­ φέβαλλε πολύ για το βάθος των αισθημάτων της για τον νεαρό Μακντόναλντ. Μια πιο έμπειρη γυναίκα θα μπορούσε αμέσως να τα κατατάξει σε κάτι λιγότερο ακόμα κι απ’ τον ενθουσια­ σμό: ο Ρόμπερτ ήταν ο πρώτος, κι ο μοναδικός διαθέσιμος για πειραματισμούς. Η σεξουαλικότητά της ξυπνούσε ακάθεκτη, κι έπρεπε να βρει κάποιον αποδέκτη της ανάγκης της να ερωτευ­ τεί. Χρειαζόταν ένα στόμα να τη φιλάει, ένα ζευγάρι χέρια να τη χαϊδεύουν, ένα αρσενικό κορμί να ξυπνάει τις ανάγκες της, με την προσδοκία κάποτε να τις ικανοποιήσει κιόλας. Λίγους μήνες αργότερα, αυτές οι ανάγκες είχαν μεταθληθεί σε βασανιστική φουρτούνα, που την άφηνε ξάγρυπνη τις νύ­ χτες, και την έκανε να αποχαυνώνεται ονειροπολώντας στη διάρκεια της μέρας. Έτσι ακριβώς είχαν τα πράγματα, όταν συνειδητοποίησε, για πρώτη ίσως φορά, ότι ο Ά ξε λ Μπράντι είχε πάψει να είναι απλά


37 ένας όμορφος νεαρός, κι είχε γίνει ένας ολότελα συγκλονιστι­ κός άντρας. Ό σο βαθιά κι αν έψαχνε στη μνήμη της, τον θυμόταν κάπου ε ­ κεί γύρω, κάπου στο χτήμα ή στο σπίτι, ή στα κτίσματα που χρη­ σίμευαν σαν αποθήκες ή σαν σταύλοι, ανάλογα με την εποχή και τα κέφια του πατέρα της. Ο Ά ξε λ Μπρόντι ήταν μέρος του σπιτιού, όπως ήταν ο Χάμις Μακντούι, ο Μακνίκολ, η Σίνα, ο Ντάγκλας Κάιλ. Δ εν τον είχε προσέξει ποτέ ιδιαίτερα, δεν είχε ποτέ ασχοληθεί μαζί του. Ή ξερε μόνο πως ήταν μέρος του σπι­ τιού, και πως της φερόταν με πολύ περισσότερο σεβασμό απ’ όσο, ας πούμε, ο Χάμις, που δεν τό ’χε σε τίποτα να την κατσα­ διάσει, όταν κατά τη γνώμη του έκανε πάλι τις διαβολιές της. Ο Ά ξε λ δεν έπαιρνε ποτέ θάρρος με κανέναν. Δ ε μιλούσε άλ­ λωστε πολύ. Σπάνια άκουγες τη φωνή του. Σ’ όλη της τη ζωή ήταν κάπου εκεί, και σ όλη της τη ζωή η Ιλέιν ήξερε πως ήταν ένα όμορφο αγόρι, και ποτέ δεν του είχε δώσει την παραμικρή σημασία, επειδή δε θα υπήρχε ποτέ καμιά περί­ πτωση να δώσει η κόρη του Ντάνκαν Κάμπελ τέτοιου είδους ση­ μασία σ ’ έναν υπηρέτη. Δ ε θα υπήρχε ποτέ ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να της περάσει κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό. Οι υπηρέτες ήταν υπη­ ρέτες, όσο καλοφτιαγμένοι κι αν είχαν γίνει μέσα στα χρόνια. Δ εν τον σκεφτόταν καν ποτέ, εκτός αν τον ήθελε, σπάνια κι αυτό, για μια δουλειά. Ό λ ες τις άλλες ώρες τον ξεχνούσε ολο­ κληρωτικά, σαν να μην υπήρχε καθόλου, σαν να ήταν απλά ένα περιφερόμενο δίκανο στα λαγκάδια του Τουίν Τάουερς, ή ένα Λαντ Ρόβερ που πήγαινε στο Στράναχ για ψώνια. Έκανε πολλή ζέστη εκείνο το καλοκαίρι* ο Ρόμπερτ έλειπε στο Λονδίνο, κι ήταν ολομόναχη, βαριεστημένη, κι ανήσυχη. Η ζ έ ­ στη, απ’ τη μια την αποχαύνωνε, κι απ’ την άλλη της δημιουρ­ γούσε μια παράδοξη ταραχή, σαν να έλιωνε κάτι στα βάθη του κορμιού της. Για να περάσει την ώρα της, εξερευνούσε για χι­ λιοστή φορά την ιδιοκτησία τω ν Κάμπελ, ίσια κάτω στο ποτάμι, στο πευκοδάσος ψηλά στο Μπεν Κάλοχ, κι από κει μέχρι χαμη­ λά στο Λοχ Καρν, και πάλι πίσω, απ’ το λαγκάδι και τους βρά­ χους που συνόρευαν με τους βάλτους, και γύρω-γύρω ως το σπίτι. Η εξοχή ήταν υπέροχη το καλοκαίρι, η βλάστηση οργίαζε, το ποτάμι κατέβαινε όπως πάντα αφριστό, ακατανίκητα ελκυ­ στικό στην πάχνη του απογεύματος. Της άρεσε να κάθεται στην


38 όχθη του και να νιώθει τις πιτσιλιές απ’ τα αγριεμένα νερά στο πρόσωπό της. Είχε τα δικά της μέρη, τους δικούς της κρυψώνες που δεν τους γνώριζε κανείς, ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πι­ στεύει. Κι εκεί μπορούσε ν ’ απομονωθεί και να ονειροπολήσει με την ησυχία της. Εκείνο το απόγευμα, καθώς κατέβαινε την απότομη, βραχώ­ δη όχθη του Καρν, σταμάτησε ξαφνικά με την ψυχή στο στόμα. Λίγο πιο κάτω, κρυμμένη σχεδόν από τις ιτιές που έγερναν ως την επιφάνειά της και χάιδευαν με τα φύλλα τους τα ήρεμα ν ε­ ρά, αστραφτοκοπούσε σαν σμαράγδι στο φως, μια απ’ τις λιμνούλες που σχημάτιζε ο Καρν στην πορεία του προς τη θάλασ­ σα. Αλλά δεν ήταν η λίμνη που της είχε κόψει την ανάσα. Ήταν ο άντρας που κολυμπούσε, αργά κι απολαυστικά, στα νερά της. Η Ιλέιν δεν κατάλαβε ποτέ γιατί, αντί να προχωρήσει, να πει στην ανάγκη κι ένα «γεια χαρά», και να προσπεράσει, είχε κρυ­ φτεί αυτόματα και σχεδόν ασυναίσθητα πίσω απ’ τα βράχια. Από κει, κρατώντας και την ανάσα της ακόμα, τον είχε δει να κο­ λυμπάει για κάμποση ώρα, κι ύστερα να φτάνει στην άκρη, να ορθώνει το κορμί του και να βγαίνει, ίδιος αρχαίος θεός που α­ ναδύεται από κάποια μυθική θάλασσα, στην όχθη. Το σώμα του άστραφτε σαν υγρό άγαλμα, κι ήταν ολόγυμνο και πανέμορφο. Ποτέ της δεν είχε τύχει να ξαναδεί έναν ε ν τε ­ λώς γυμνό άντρα η Ιλέιν, και το θέαμα την έκανε σχεδόν να πνι­ γεί. Έμεινε να τον κοιτάζει μ’ ορθάνοιχτα μάτια, με το βλέμμα καρφωμένο κυριολεκτικά πάνω του, σαν να φοβόταν μήπως χάσει και την παραμικρή κίνησή του, ή σαν να ήθελε να ρουφήξει με τα μάτια την ομορφιά του για πάντα. Ή ταν πολύ ψηλός, πολύ μεγαλόσωμος, αλλά με ένα τέλειο και αρμονικά ανεπτυγμένο μυϊκό σύστημα, με υπέροχες πλά­ τες, μπράτσα που έμοιαζαν ατσάλινα, στενούς, πολύ στενούς γοφούς, και μακριά, τέλεια πόδια. Κάτω απ’ το επίπεδο, καλογυ­ μνασμένο του στομάχι, έβλεπε καθαρά μια τούφα από σκουρόξανθο τρίχωμα, που αστραφτοκοπούσε στον ήλιο σαν να ήταν αναλυτός μπρούτζος. Και φυσικά, ανάμεσα σ ’ αυτή τη λιμνούλα από λιωμένο μπρούτζο, τον αντρισμό του, χαλαρωμένο τώρα δα, αλλά και πάλι απίστευτα ελκυστικό για τα μάτια της, που δεν είχαν ξανα­ δεί ποτέ ξεγυμνωμένο τον φαλλό ενός άντρα. Καθώς έσκυβε για να ντυθεί, της γύρισε την πλάτη, κάνοντάς της μια αθέλητη επίδειξη της πίσω του πλευράς, των φαρδιών του ώμων και των σφιχτών, καλοφτιαγμένων του γλουτών. Τα μαλλιά του ήταν μακριά, του κάλυπταν το λαιμό* κι αν το χειμώ­ να ήταν σκούρα χρυσά, τώρα το καλοκαίρι είχαν ξανοίξει απ’


39 τον ήλιο, κι είχαν πάρει τόπους-τόπους το χρώμα του καλαμπο­ κιού. Έκαναν καταπληκτική αντίθεση με το μελί χρώμα του δέρματός του, γιατί οπωσδήποτε, αυτή δε θα ήταν η πρώτη φο­ ρά που έκανε μπάνιο γυμνός στη λιμνούλα, κι είχε προλάβει κιόλας να μαυρίσει όμορφα, από πάνω μέχρι κάτω, χωρίς άσπρα σημάδια ενδιάμεσα. Η Ιλέιν αναρωτήθηκε ξεροκαταπίνοντας, πόσες φορές να εί­ χε ξαπλώσει αυτός γυμνός στη χλόη, προσφέροντας το κορμί του στον ήλιο, και πώς δεν είχε τύχει εκείνη να τον δει ποτέ της. Και ξαφνικά, ντράπηκε φριχτά που είχε στηθεί και τον παρα­ κολουθούσε κρυφά τόση ώρα. Στράφηκε με την ψυχή στο στό ­ μα, πατώντας αθόρυβα σαν γάτα, κι εξαφανίστηκε από κει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Γύρισε στο σπίτι τόσο αναστατωμένη, που για μια φορά πέρασε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ κλεισμένη στο δωμάτιό της, βυθισμένη σε παράλογες ονειρο­ φαντασίες. Είχε μια φοβερή έξαψη, μια ταραχή που δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει απόλυτα σωστά, αλλά που το ήξερε, προερχόταν και από τη θέα του γυμνού κορμιού που είχε μείνει να θαυμάζει ξέπνοη το απόγευμα, και από την ντροπή της γι’ αυτό που είχε κάνει. Ό σο περνούσε η ώρα, η ντροπή φούντωνε σε βάρος της σχετικής απόλαυσης που είχε αποκομίσει. Είχε σταθεί εκεί σαν ξελιγωμένη υπηρετριούλα, εκείνη, η Iλέιν Κάμπελ, με κίνδυνο να την πιάσει ο πρώτος τυχαίος που θα ξεμάκραινε ως εκεί, ή, ακόμα χειρότερα, ο Χάμις στις βόλτες του στα χτήματα. Είχε μείνει μ' ανοιχτό το στόμα, να λιγουρεύε­ ται τα κάλλη του Ά ξελ Μπράντι - αν ήταν δυνατόν! Ήταν ένα φο­ βερά αντιαισθητικό θέαμα, έτσι κι αλλιώς. Κι αυτός ο ξεδιάντρο­ πος, πώς τολμούσε να κάνει μπάνιο ολόγυμνος στο χτήμα; Την επομένη, όταν τον συνάντησε εντελώ ς τυχαία στην αυ­ λή, απόστρεψε βιαστικά το βλέμμα της, και προς μεγάλη της α­ μηχανία, έγινε κόκκινη σαν παπαρούνα. Αυτό συνέχισε να συμβαίνει και τις επόμενες μέρες. Ή ταν α­ δύνατο να πείσει τον εαυτό της να τον αντιμετωπίσει φυσιολο­ γικά, όπως σ ’ όλη της τη ζωή πριν απ’ αυτό, να τον κοιτάξει κα­ θώς περνούσε δίπλα της και να τον χαιρετίσει, συνήθως μ’ ένα βιαστικό κούνημα του κεφαλιού. Σαν να είχε πάψει αυτός να εί­ ναι ο Ά ξελ Μπρόντι που της έκανε τα θελήματα, και να είχε με­ ταβληθεί ξαφνικά σε κάποιον επικίνδυνο ξένο. Κι ύστερα, όσο οι μέρες περνούσαν, ανακάλυψε πως απέ­ στρεφε το βλέμμα όχι επειδή δεν ήθελε να τον κοιτάζει, αλλά από μία εντελώ ς μυστηριώδη και ακατανόητη αντίδραση, που δεν μπορούσε να της δώσει κανένα όνομα. Ανακάλυψε επίσης


40 πως αν μπορούσε, θα έμενε να τον χαζεύει με τις ώρες· πως τα βήματά της την έφερναν κάθε τόσο σαν από μόνα τους στη λιμνούλα με τις ιτιές* πως κάθε φορά πλησίαζε την κρυψώνα της στα βράχια τρέμοντας, με την καρδιά να χτυπάει άταχτα, ελπί­ ζοντας πως αυτή τη φορά θα τον έβρισκε εκεί, και θα μπορούσε να τον ξανακοιτάξει μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια* και πως τις νύχτες, εκείνη, η Κάμπελ του Έιλεν, που ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Μακντόναλντ του Σέλκιρκ, προσπαθούσε να ξαναφέρει στο νου της, με κάθε λεπτομέρεια, το αγαλματένιο σώμα του Ά ξελ Μπράντι. Την επόμενη φορά που τον πέτυχε στη λιμνούλα, μια βδομάδα αργότερα, εκείνος δεν κολυμπούσε* αυτή τη φορά ήταν όντως ξαπλωμένος στο γρασίδι, κοντά στο νερό, κι έμοιαζε να κοιμάται. Η καρδιά της πήγε να σπάσει στο στήθος της, κι έμεινε πάλι να τον κοιτάζει σαν αποχαυνωμένη* η ταραχή της πάντως δεν την εμπόδισε να παρατηρήσει πως, αυτή τη φορά, ο αντρισμός του δεν κρεμόταν χαλαρωμένος. Αυτή τη φορά, προς μεγάλη της έκπληξη, ήταν... διαφορετικός. Είχε φυσικά μια γενική ιδέα για το τι συνέβαινε κατά διαστή­ ματα σ ’ έναν άντρα, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ ούτε να το δει, ούτε να το αγγίξει, και οπωσδήποτε, όπως της είχε εξηγήσει ο Ρόμπερτ, αυτό συνέβαινε μόνο σε ορισμένες πολύ εξειδικευμένες περιπτώσεις. Όπως για παράδειγμα, όταν τη φιλούσε για κάμποση ώρα με τη γλώσσα. Τώρα το ίδιο φαινόμενο είχε συμβεί χωρίς να υφίσταται καμιά ειδική περίπτωση, κι εκείνη βρισκόταν πίσω απ’ τα βράχια και το έβλεπε. Είχε τόση άγνοια γύρω απ’ τα σεξουαλικά θέματα, που της ή­ ταν αδύνατο να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο που εξελισσό­ ταν μπροστά στα μάτια της, κι ούτε βέβαια να το αιτιολογήσει. Και καθώς τον κοιτούσε, με μια περιέργεια τόσο λαίμαργη, που σχεδόν ανταγωνιζόταν σε ένταση την ταραχή της, συνειδητο­ ποίησε ότι εκείνος δεν κοιμόταν. Το χέρι του, με τα μακριά, λε­ πτά αλλά τόσο δυνατά δάχτυλα, ήρθε και πέρασε σαν απαλό χάδι πάνω απ’ τον ορθωμένο του αντρισμό. Η Ιλέιν στράφηκε κι έφυγε σαν κυνηγημένη. Εκείνη τη νύχτα είδε τόσα πολλά όνειρα με το γυμνό άντρα στο επίκεντρό τους, που το πρωί ένιωθε ακόμα πιο αναστατω­ μένη κι απ’ ό,τι την προηγουμένη. Και μαζί με την αναστάτωσή της, ένιωθε και μια τόσο έντονη αηδία, και για κείνον, και για τον εαυτό της, που της ερχόταν να κάνει εμετό.


41 Ο Ά ξε λ Μπράντι! Της ερχόταν τρέλα στη σκέψη ότι είχε πε­ ράσει όλη τη νύχτα μ’ εκείνον στα όνειρά της. Ό σο το σκεφτό­ ταν, τόσο πιο εξευτελιστικό το έβρισκε. Ορκίστηκε να μην ξαναπλησιάσει στη λιμνούλα, τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι. Τον μισούσε. Τελικά, πρέπει να τον μισούσε αρρωστημένα. Της ερχόταν ναυτία κάθε φορά που τον συναντούσε κάπου στα πήγαιν’ έλα του, και δεν είχε ιδέα γιατί. Δ εν της είχε κάνει απολύ­ τως τίποτα, δεν την είχε προσβάλει ηθελημένα. Εκείνη μάλλον τον είχε θίξει εν αγνοία του. Αλλά όσο πιο πολύ σκεφτόταν το γυμνό, ερεθισμένο κορμί του, τόσο πιο πολύ τον μισούσε και τον σιχαινόταν. Ίσως επειδή εκείνος δεν ήταν παρά το παιδί για όλες τις δου­ λειές, ένας χαμένος, που κανείς δεν ήξερε από πού κρατούσε η σκούφια του. Ίσως νά Ταν τελικά αυτό. Με τι δικαίωμα χωνό­ ταν στις σκέψεις της, δίπλα στη μορφή του Ρόμπερτ, ανάμεσα στα όνειρα όπου πρωταγωνιστούσε ο αγαπημένος της; Και δεν μπορούσε να τον διώξει. Αυτό το άθλιο, μηδαμινό υ­ ποκείμενο, είχε τη δύναμη να την απασχολεί περισσότερο κι απ’ όσο ο άντρας που αγαπούσε. Πέρασαν κάμποσες μέρες μέχρι να αποδεχτεί το γεγονός ότι το σώμα του Ά ξε λ Μπρόντι, την αναστάτωνε μ’ έναν πολύ συγ­ κεκριμένο τρόπο. Κι όταν το αποδέχτηκε, η συνειδητοποίηση τηνπανικόβαλε. Ποτέ δεν είχε επιθυμήσει τον Ρόμπερτ με τόση ένταση, ούτε με τέτοιο τρόπο. Αυτό που της συνέβαινε ήταν εντελώ ς τρελό, κι επειδή η ίδια δεν είχε καμιά πείρα και καμιά γνώση, της φαι­ νόταν εντελώ ς αφύσικο, σιχαμερό, εξευτελιστικό και ποταπό. Έναν άντρα που δε σήμαινε τίποτα για κείνην, αυτόν τον πα­ ρακατιανό, τον ελεεινό βοηθό του Χάμις Μακντούι - κι εκείνη να τον ονειρεύεται στο ξύπνιο και στον ύπνο, και να φαντάζεται ότι άπλωνε το χέρι και άγγιζε το γυμνό του μέλος... Ή ταν στ* α­ λήθεια σιχαμερό. Το ήξερε πως τον σιχαινόταν. Αν τον άγγιζε, θα πέθαινε από αηδία. Κι ωστόσο, πέθαινε απ’ την επιθυμία να τον αγγίξει, να σύρει τις παλάμες της πάνω στο λείο, μελί του δέρμα, που γυάλιζε σαν μετάξι στον απογευματινό ήλιο, να κλείσει στη χούφτα της εκείνο το τεράστιο, παλλόμενο όργανο ανάμεσα στις μπρούτζινες τρίχες, να χώσει τα δάχτυλά της στα χρυσαφένια μαλλιά που του κάλυπταν τον αυχένα... Και μετά, ο έσχατος εξευτελισμός. Η λάμψη του θριάμβου στα μάτια του, που θα τον είχε


42 βρει ελκυστικό η Ιλέιν Κάμπελ. Δ εν έπρεπε ούτε να το σκέφτεται. Έπρεπε να σκέφτεται μόνο τον Ρόμπερτ, το πόσο δυνατή ή­ ταν η αγάπη τους, τα λόγια που της έλεγε, τα γάμο τους που δε θ ’ αργούσε πολύ τώρα πια, τα φιλιά και τα χάδια τους, την επι­ θυμία και των δυο τους, την ολοκλήρωσή της εκείνη τη μαγική πρώτη νύχτα στο διπλό τους κρεβάτι. Αλλά αντί να πάψει να σκέφτεται μ’ εκείνον τον αηδιαστικά λάγνο τρόπο τον Ά ξε λ Μπρόντι, άρχισε απλούστατα να κυκλο­ φορεί όλο και περισσότερο στα χτήματα, και μάλιστα τη νύχτα. Τό ’σκαγε απ’ την πίσω πόρτα, ευχαριστημένη που η Φιόνα έ­ πρεπε να περνάει τώρα τις νύχτες με τον άντρα της. Έτσι, δεν υπήρχε κανείς ουσιαστικά να την ελέγχει, γιατί το υπόλοιπο προσωπικό δεν είχε τέτοιες αρμοδιότητες, ο αδερφός της σπούδαζε στο Εδιμβούργο, και ο πατέρας της ήταν πολύ απα­ σχολημένος με τις δουλειές και τις παρέες του. Τό ’σκαγε κι έφευγε ξαναμμένη στο σκοτάδι, και περιπλανιό­ ταν σαν ξωτικό στα λαγκάδια και στους λόφους που γνώριζε σαν την παλάμη της, με το κορμί αναστατωμένο, και χίλιες μύριες φαντασιώσεις ν ’ αναστατώνουν και το μυαλό της. Γλι­ στρούσε ανάμεσα στα πεύκα και τις ιτιές, τους θάμνους, τους λόφους και τα βράχια κοντά στο ποτάμι, ελπίζοντας να δει, και συγχρόνως να μη δει ποτέ, την πανύψηλη σιλουέτα του Ά ξελ Μπρόντι να κυκλοφορεί με το δίκανο, προστατεύοντας την ι­ διοκτησία τους απ’ τους επίδοξους καταπατητές, και ξέροντας σε κάθε στιγμή πόσο σιχαινόταν και εκείνον, και τον εαυτό της για όλ’ αυτά. Ήταν φυσικό, μια τέτοια νύχτα, να την πετύχει στα σκοτεινά το αντικείμενο των σκοτεινών της πόθων. Γλίστρησε πίσω της σαν σκιά, αθόρυβος σαν γάτα, και μόνο ό­ ταν άκουσε το σαστισμένο του επιφώνημα, συνειδητοποίησε η Ιλέιν ότι επιτέλους, η μισή της επιθυμία είχε βγει αληθινή. «Μις Ιλέιν! Τι κάνετε εδώ πέρα, τέτοια ώρα; Με τρομάξατε!» Τα γόνατά της λύθηκαν, η καρδιά της χοροπήδησε στο στή­ θος της. Στράφηκε σαν αυτόματο να τον κοιτάξει, κι έμεινε να βαριανασαίνει κάτω απ’ το βλέμμα του. Το φεγγάρι ήταν ψηλά στον ουρανό, μια φέτα, όχι περισσότε­ ρο, αλλά αρκετό για να φωτίζει αμυδρά το σκληρό, αντρίκιο πρόσωπό του, τα αισθησιακά του χείλια, την τετράγωνη γραμμή στο σαγόνι του. Και το χρυσάφι των μαλλιών του. Έκανε φοβερή προσπάθεια για να μιλήσει. «Ζεσταινόμου­


43 να», είπε πνιχτά. «Βγήκα να πάρω λίγο αέρα». «Λίγο ακόμα και θα σας έπαιρνα για παράνομο ψαρά», της εί­ πε μ’ ένα μικρό γέλιο. «Θ έλετε να σας πάω πίσω στο σπίτι;» Όχι, ήθελε να του πει. Όχι, όχι, όχι... Μην τολμήσεις να με πλησιάσεις. Αντί γι’ αυτό, στράφηκε και θάλθηκε να περπατάει αμίλητη δί­ πλα του. Ζαλιζόταν, τα μηλίγγια της χτυπούσαν βίαια, τα χέρια της έτρεμαν. Μια φοβερή ταραχή την είχε καταλάβει, μια ταραχή που δυνάμωνε με κάθε μέτρο που έκαναν προς το σπίτι. Κι ύστερα, όταν είδε ανάμεσα από μια συστάδα πεύκα να τρ ε ­ μοσβήνει ένα μοναδικό φως απ’ το Τουίν Τάουερς, σταμάτησε οριστικά, ανίκανη να κάνει έστω κι ένα βήμα παραπέρα. «Μις Ιλέιν;» έκανε ερωτηματικά ο Ά ξελ, γυρίζοντας να την κοιτάξει. «Είσαστε εντάξει;» Δ εν του απάντησε. Έμειναν να κοιτάζονται αμίλητοι στο αμυδρό φεγγαρόφωτο, θαριανασαίνοντας ξαφνικά κι οι δυο τους. Εκείνη ακριβώς ήταν η στιγμή που πιο πολύ θυμόταν η Ιλέιν, εκείνη η πρώτη-πρώτη στιγμή που είχε μείνει να τον κοιτάζει στα μάτια, με το φεγγάρι να παίζει στα μαλλιά του, τα γόνατά της να κόβονται, κι ένα στρόβιλο επιθυμίας να πνίγει κάθε φω­ νή λογικής μέσα της. Απ’ όλα όσα είχαν συμβεί μετά, εκείνη η πρώτη καθοριστική στιγμή της παραίτησης, είχε σφραγίσει ανεξάλειπτα τη μνήμη της. Δ εν μπορούσε να μιλήσει. Αργότερα το θυμόταν και της φαι­ νόταν εντελώ ς παράλογο, αλλά σ τ’ αλήθεια δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο λαιμός της ήταν τόσο σφιγμένος, που δεν μπορούσε ούτε να ξεροκαταπιεί. Θυμόταν επίσης ότι το στόμα της ήταν ξαφνικά πολύ στεγνό, κι ότι το αίμα βούιζε παράξενα στους κροτάφους της, σαν βουβή βροντή στη σιγαλιά της νύχτας. «Ιλέιν;» έκανε ερωτηματικά ο Ά ξελ, και κανείς απ’ τους δυο τους δεν παρατήρησε ότι έλειπε το ευγενικό “ μις” μπροστά απ’ τ ’ όνομά της. Αργά-αργά, σε μια δισταχτική, ολότελα δοκιμαστική κίνηση, η παλάμη του ανέβηκε και στάθηκε ανάλαφρη στον ώμο της. Η Ιλέιν άρχισε να τρέμει σπασμωδικά από πάνω μέχρι κάτω. Το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη. Δ εν ήθελε να πει τίπο­ τα, δεν είχε να πει τίποτα, αλλά και να είχε, πάλι δε θα μπορού­ σε να το προφέρει. Και μ’ ένα πνιχτό βογγητό, ο άντρας έγειρε μπροστά, την τύ ­ λιξε στα μπράτσα του, την τράβηξε στην αγκαλιά του, και ξαφ­ νικά τα χείλια του ήταν εκεί, καυτά, πεινασμένα πάνω στα χείλια της, και τη φιλούσε λαίμαργα, ατέλειωτα, όπως ποτέ δεν την


44 είχε φιλήσει ο Ρόμπερτ, ποτέ κανένας άντρας δε θα την ξανα­ φιλούσε μ’ αυτόν τον τρόπο, κι ούτε ποτέ εκείνη θα ξανάνοιγε το στόμα τόσο διψασμένα για τη γεύση, για την ανάσα, για τη γλώσσα κανενός άλλου άντρα. Χρόνια μετά, θυμόταν ξεκάθαρα την αίσθηση εκείνης της γλώσσας που κατακτούσε ολοκληρωτικά το στόμα της, φτά­ νοντας βαθιά μέσα του και ψαχουλεύοντας κυριαρχικά κάθε γωνιά του. Ύ στερα συνειδητοποίησε πως το σώμα της κόλλαγε στο δικό του, κι εκεί, επάνω στην κοιλιά της, υπήρχε κάτι ζεστό, μεγάλο και σκληρό σαν γρανίτινη μάζα, που τριβόταν ηδονικά κόντρα στη σάρκα της. Είχε ονειρευτεί τόσες φορές να το αγγίξει, αλλά εκείνη τη στιγμή που το όνειρο έβγαινε αλήθεια, κάτι έσπασε μέσα της, κι ένιωσε να την πλημμυρίζει ένα φοβερό κύμα αποστροφής, η ί­ δια γνωστή ναυτία, πολλαπλασιασμένη απ’ τη συνειδητοποίηση πως δεν επρόκειτο καθόλου για όνειρο, αλλά για την πιο ωμή πραγματικότητα. Και ξαφνικά, θάλθηκε να παλεύει λυσσασμέ­ να στην αγκαλιά του, χτυπώντας τον με τις ανίσχυρες γροθιές της, δαγκώνοντάς τον, κλοτσώντας τον, μέχρι που εκείνος κα­ τάλαβε επιτέλους κι έκανε πίσω. «Π-πώς τολμάς», τραύλισε η Ιλέιν. Και πριν το καλοκαταλάβει, το χέρι της σηκώθηκε αστραπιαία, και το ίδιο αστραπιαία έ­ πεσε βαρύ στο μάγουλό του. Ύ στερα στράφηκε, κι έφυγε τρέχοντας στη νύχτα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Ή ταν άρρωστη όλη εκείνη τη νύχτα, κι όλη την επόμενη μέρα. Άρρωστη από ένα μίγμα ντροπής, αποστροφής, τύψεων και ξε ­ κάθαρης, ωμής, λάγνας επιθυμίας. Ό σ ο ξαναζούσε με τη σκέ­ ψη εκείνες τις στιγμές ανάμεσα στα πεύκα, τόσο περισσότερο αρρώσταινε. Είχε τολμήσει ν ’ απλώσει χέρι επάνω της ο Ά ξε λ Μπρόντι! Κι εκείνη, η Ιλέιν Κάμπελ του Έιλεν, τον είχε αφήσει να τη φιλήσει. Ποτέ δε θα ξεχνούσε εκείνη τη σιχαμάρα. Γυρίζοντας σπίτι, έπλυνε τα δόντια της, και μετά ξανάπλυνε το στόμα της με σαπούνι. Αλλά η γεύση του δεν έφευγε. Θαρρείς κι είχε κολλήσει ανε­ ξίτηλα στη σάρκα της. Η γεύση του Ά ξε λ Μπρόντι. Μια γεύση απόλυτα αντρίκια, α­ πειλητική, κατακτητική. Δ ε θα την έδιωχνε ποτέ απ’ το στόμα της. Αχ, Ρόμπερτ, Ρόμερτ, επαναλάμβανε πυρετικά από μέσα της, γιατί να λείπεις τώρα; Κοιμήθηκε ελάχιστα εκείνη τη νύχτα, και το πρωί, άρρωστη α­ κόμα απ’ την αηδία και τις τύψεις, ορκίστηκε πως δε θα ξαναέβγαινε ποτέ, ποτέ και για κανένα λόγο, τη νύχτα. Δ εν ήξερε τι της συνέβαινε. Πρέπει να είχε τρελαθεί, δεν εξηγιόταν αλλιώς. Ό λοι οι όρκοι κι όλες οι υποσχέσεις που έδινε στον εαυτό της, ήταν ολότελα ανώφελοι. Τίποτε δε θα μπορούσε να την κρατήσει στο σπίτι εκείνη τη νύχτα. Σαν να είχε μπει κάποια άλλη γυναίκα στο σώμα της, μια γυ-


46 ναίκα που την αήδιαζε και τη φόβιζε εξίσου, που δεν είχε φραγ­ μό, ούτε περηφάνεια, και που αποζητούσε λυσσασμένα, σε μια ολότελα χυδαία και ελεεινή έξαψη επιθυμίας, να ξανανιώσει ε­ πάνω της την ξαναμμένη σάρκα του Ά ξε λ Μπρόντι. Κατέβηκε να τον βρει, ξέροντας πως κατά πάσα πιθανότητα δε θα τον ξανάβρισκε ποτέ, πως εκείνος, μετά το χτεσινό χα­ στούκι, θα την απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι. Της ερχόταν τρέλα σ ’ αυτή τη σκέψη. Χώθηκε πάλι στα δέντρα σαν ξωτικό, αυτή τη φορά ψάχνοντάς τον συνειδητά, όπως ψάχνει ο κυνηγός το θήραμά του. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε, και της φαινόταν πως αν δεν τον έβρισκε απόψε, δε θα μπορούσε ποτέ πια να ησυχάσει, δε θα ξανάκλεινε ποτέ μάτι, καμιά νύχτα. Αλλά αυτός δε φαινόταν πουθενά. Κάμποση ώρα μετά, εξου­ θενωμένη, τράβηξε πίσω για το σπίτι. Κι εκεί, καθισμένος στη ρίζα ενός πεύκου, με το δίκανο δίπλα του, περίμενε αμίλητος ο Ά ξε λ Μπρόντι. Η·Ιλέιν τον πλησίασε τρέμοντας απ’ την κορφή ως τα νύχια. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, της φάνηκε πως όπου νά ’ταν θα έβαζε τα κλάματα. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια, κι αφέθηκε να πέσει στα γόνατα δίπλα του, ακουμπώντας με τις πα­ λάμες της στο έδαφος, βαριανασαίνοντας σαν να είχε τρέξει. Σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε, προσπαθώντας να διακρίνει την έκφρασή του στο σκοτάδι. Αλλά το πρόσωπό του ήταν κλει­ στό κι απαγορευτικό, και δεν της είπε λέξη. Η Ιλέιν έκατσε πάνω στις πευκοβελόνες, κι είπε βραχνά: «Φί­ λη σέ με». Οταν τη φίλησε, ήταν το ίδιο μεθύσι κι η ίδια παραφορά της χτεσινής νύχτας, η ίδια αντρίκια γεύση στα χείλια της, κι η γλώσσα του που γέμιζε και κατακτούσε το στόμα της με την ίδια λάγνα, λαίμαργη επιθυμία. Η ανάσα του βαριά σ τ’ αυτιά της, καθώς οι παλάμες του τραβούσαν το πρόσωπό της προς το μέρος του, για ν ’ αρπάζει ξανά και ξανά τα χείλια της στα δικά του. Αυτή τη φορά κόλλησε πάνω του, σφίχτηκε κόντρα στη σκλη­ ράδα του, κι έμεινε εκεί κολλημένη, πιέζοντας με δύναμη τον ατσάλινο φαλλό κόντρα στο γοφό της. Δεν είχε ιδέα πόση ώρα τη φιλούσε κάτω απ’ το πεύκο. Κάπου ένιωσε ότι έχανε τον κόσμο. Δ εν την ένοιαζε πια. Ήθελε, αν ή­ ταν δυνατόν, να κρατήσει αυτό το φιλί για πάντα. Ό τα ν την άφησε, τον κοίταξε σαν χαμένη. Για μια στιγμή ξέχασε πού βρισκόταν και με ποιον. Το σκοτάδι έκρυβε το πρόσω­


47 πό του, την ξεγελούσε. Έ φ ερε το χέρι της στο μέτωπό της, κι αφέθηκε να κυλήσει μαλακά απ’ την αγκαλιά του, να γονατίσει πάλι στις πευκοβελόνες, να σηκωθεί σαν αυτόματο. Δ εν είχε ιδέα τι της γινόταν. Ύ στερα στράφηκε κι έφυγε παραπατώντας για το σπίτι. Ά ν τε ξ ε μια ολόκληρη βδομάδα. Ήταν πιο εύκολο στο μεταξύ, γιατί είχε έρθει ένα γράμμα του Ρόμπερτ, ένα γράμμα που την έκανε ν ’ αρρωστήσει απ’ τις τύψεις κι απ’ τη σιχασιά για τον εαυτό της, κι επίσης επειδή είχε έρθει ο αδερφός της στο σπίτι, και φοβόταν πως θα την τσάκωνε αν άρχιζε πάλι τις νυχτερινές εξόδους. Για μια βδομάδα, περιοριζόταν να βλέπει τον Ά ξε λ Μπρόντι από μακριά, φροντίζοντας να μην τη δει εκείνος. Τον έβλεπε, κι ένιωθε έτοιμη να πεθάνει απ’ όλο αυτό το κύμα αηδίας και λα­ χτάρας που ξεχυνόταν μέσα της. Ή ταν άρρωστη, έπρεπε να το παραδεχτεί. Είχε πάει μες στη νύχτα να ζητιανέψει το φιλί του... Το φιλί αυτουνού του τιποτέ­ νιου. Μια Κάμπελ του Έιλεν, αρραβωνιασμένη μ’ έναν Μακντόναλντ του Σέλκιρκ, είχε αφεθεί να κυλιστεί κάτω απ’ τα πεύκα με τον τελευταίο απ’ τους υπηρέτες της, τον είχε ακουμπήσει κιό­ λας με απόλαυση, είχε τριφτεί πάνω του σαν ξελιγωμένη... Κι εκείνος, φυσικά, θα καυχιόταν γι’ αυτό τώρα. Κι όχι μόνο στον εαυτό του. Τι νά ’λεγε, άραγε; Σαν λυσσασμένη έπεσε πά­

νω μου... Τα ζητάει ο κώλος της της κυρίας. Πάει γυρεύοντας... Σαν σκύλα σε κάψα μου τρίβεται κάθε βράδυ. Κι ο Ρόμπερτ, τόσο γλυκός, τόσο αφοσιωμένος, και να μην έ­ χει ιδέα. Ή ταν άρρωστη, σίγουρα ήταν άρρωστη. Δ εν εξηγιόταν αλ­ λιώς. Δ εν είχε καμιά δικαιολογία. Δ εν της άρεσε καν εκείνος ο ελεεινός επιδειξίας^ Τον σιχαινόταν. Ή ταν ευχαριστημένη που είχε γυρίσει ο Άνγκους στο σπίτι. Ή ταν ευχαριστημένη που ο πατέρας της φιλοξενούσε τον Ά νταμ Μακφέρσον, που η ίδια τον απεχθανόταν, αλλά που η πα­ ρουσία του στο σπίτι αποτελούσε άλλο ένα εμπόδιο για τις νυ­ χτερινές της εξορμήσεις. Στο τέλος της βδομάδας, ήξερε πως τίποτε δε θα μπορούσε πια να τη σταματήσει, ούτε η παρουσία του Άνγκους, ούτε του Ά νταμ Μακφέρσον, ούτε καν του ίδιου της του πατέρα. Ακόμα κι η Φιόνα νά ’ταν εκεί, η Φιόνα που την ήξερε τόσο καλά και μπο­


48 ρούσε να μαντέψει και να προθλέψει όλα της τα κόλπα, πάλι δε θα μπορούσε να την εμποδίσει να τρέξει στον Ά ξελ. Μια βδομάδα τώρα, τον επιθυμούσε με κάτι που άγγιζε την τρέλα. Έβλεπε το γυμνό κορμί του μ’ ανοιχτά τα μάτια, μέρα μεσημέρι, να έρχεται προς το μέρος της και να της προσφέρεται, δυνατό κι ερεθισμένο, να συναντάει το χέρι της, να σμίγει με το σώμα της... Και τα μάτια του, βαθιά και καταγάλανα, σαν τα νερά του Λοχ Καρν, να σβήνουν και να χάνονται σε μια θά­ λασσα βαθυγάλανης επιθυμίας. Το βράδυ το έσκασε κάτω απ’ τη μύτη του Άνγκους και της Σίνα Μακνίκολ, που καθάριζε κρεμμύδια στην κουζίνα, κι αυτή τη φορά, σαν κάποια έκτη αίσθηση να οδηγούσε τα βήματά της, δεν τράβηξε για το δάσος, αλλά για το σπιτάκι όπου έμενε ο Ά ­ ξελ, σ ’ ένα δωμάτιο αυτός και στο άλλο ο Χάμις - ένα μικρό κτίσμα στην πλαγιά, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα. Ή ταν σαν να είχαν δώσει ραντεβού με τη σκέψη, αλλά δεν πρόλαβε καν να νιώσει έκπληξη ανακαλύπτοντάς το. Τα γόνατά της κόπηκαν και πάλι, και δεν μπορούσε να σκεφτεί το παραμι­ κρό. Έ ξω απ’ την πόρτα, έχοντας βγει μόλις εκείνη τη στιγμή απ’ το σπιτάκι, ο Ά ξε λ Μπρόντι είχε μείνει κι αυτός σαν πετρωμέ­ νος, και την κοιτούσε. Με μια αργή, μηχανική κίνηση, άφησε μα­ λακά το δίκανο στο έδαφος, δίπλα του. Αυτή τη φορά έπεσε μόνη της στην αγκαλιά του. Τη σήκωσε στα μπράτσα του, και την έβαλε έτσι σηκωτή στο σπιτάκι, σ ’ εκείνο το λιτό, σπαρτιατικό δωμάτιο που δεν είχε κα­ μιά άνεση, και που κατά κάποιο τρόπο του ταίριαζε απόλυτα. Στο σκοτάδι, την έσφιξε παθιασμένα πάνω του, καταβροχθίζο­ ντας τα χείλια της με το καυτό, άγριο, πεινασμένο του στόμα. «Γιατί ήρθες;» τη ρώταγε πυρετικά. «Τι παιχνίδι παίζεις μαζί μου; Νόμιζα πως δε θα ξαναρχόσουνα... Πάει μια βδομάδα τώρα - γιατί δεν ήρθες όλες αυτές τις μέρες;» Δ εν της άφηνε καιρό ν ’ απαντήσει. Την έπνιγε ενδιάμεσα στα φιλιά. Η Ιλέιν κρεμάστηκε από πάνω του, όπως ο ναυαγός κρεμιέται από την τελευταία του σανίδα. Το στήθος της ανεθοκατέβαινε βίαια, η ανάσα της έβγαινε σαν βαθύ, κοφτό, ατέλειωτο βογγητό. Την ξαναρώτησε απελπισμένος: «Τι θέλεις από μένα;» «Φίλησέ με», τον παρακάλεσε ξεψυχισμένα. Τη φίλησε και την ξαναφίλησε, και πριν καλά-καλά καταλάβει η Ιλέιν τι γινόταν, βρέθηκε δίπλα του σ ’ ένα στενό, σκληρό κρε­ βάτι. «Ω, Θεέ μου», βόγγηξε παραζαλισμένη. Ή ξερε τι συνέβαι­


49 νε, ήξερε πως θά πρεπε να τον μισεί, να μισεί κι άλλο τόσο τον εαυτό της, αλλά δεν μπορούσε. Α τέλειωτες εκρήξεις επιθυμίας έσκαγαν στο μυαλό της. Έπεσε από πάνω του, και θάλθηκε να τον φιλάει με τυφλό πάθος, σέρνοντας τις παλάμες της πάνω απ’ τους ώμους και τα μπράτσα του, στο στέρνο του, στους α­ τσάλινους μηρούς του. Κάπου της έπιασε τα χέρια, και τη σταμάτησε. Απ’ το παράθυ­ ρο έμπαινε μια αμυδρή ανταύγεια, και τώρα τα μάτια της είχαν συνήθίσει στο βαθύ σκοτάδι, και μπορούσε να δει πού βρίσκον­ ταν οι δυο τους. Την κράτησε ακίνητη από πάνω του, και τη ρώ­ τησε πνιχτά: «Γιατί το κάνεις αυτό;» «Δ ε ν ξέρω», του είπε ξεροκαταπίνοντας. «Δ ε ν ξέρω τι έχω πάθει... Πρέπει να φύγω τώρα. Σε παρακαλώ, άφησέ με να φύγω!» Της είπε ήρεμα: «Σε λίγο. Σε δυο λεπτά. Γιατί ήρθες πάλι α­ πόψε; Το είχα πάρει πια απόφαση...» Στα λόγια του, κάτι σκίρτησε βαθιά μέσα της, η σκοτεινή ηχώ κάποιας δικής της σκέψης. Αφέθηκε να γείρει δίπλα του, στριμωγμένη στο στενό κρεβάτι, κόντρα στον τοίχο. Το κορμί της λυνόταν, το μυαλό της παρέλυε. Έκλεισε τα μάτια κι είπε αχνά: «Κι εγώ... Μέχρι απόψε». Η φωνή του έμοιαζε να επιπλέει, απρόσωπη στο σκοτάδι. «Εί­ σαι αρραθωνιασμένη με τον Μακντόναλντ. Κι εγώ δεν είμαι τί­ ποτα... Τίποτα απολύτως. Γ ιατί δε μ’ αφήνεις στην ησυχία μου;» Του είπε βραχνά, και ποτέ δεν κατάλαβε πώς είχαν βγει οι λέ­ ξεις απ’ το στόμα της: «Ή θελα να σε αγγίξω... Τίποτ’ άλλο. Είδα μια μέρα το σώμα σου». «Το σώμα μου», επανέλαβε αυτός, κι υπήρχε κάτι σαν έκπλη­ ξη στη φωνή του. Ύ στερα είπε αργόσυρτα: «Δ ε ν έπρεπε να ξανάρθεις. Καλύτερα να πας στο σπίτι τώρα. Σε παρακαλώ...» «Δ ε θέλω», του ψιθύρισε βογγώντας, και μέσα στην παραζά­ λη της, άπλωσε το χέρι κι άγγιξε τον αντρισμό του. Όπως το εί­ χε φανταστεί, ήταν εκεί, στητός, σκληρός, τεράστιος, φυλακι­ σμένος μέσα στο στενό τζιν παντελόνι. Τον άκουσε να πνίγει ένα βογγητό, τον ένιωσε να τραβιέται πίσω, σαν να τον είχε κά­ ψει το άγγιγμά της. «Ό χ ι», της πέταξε, σχεδόν σφυριχτά. Κι ύ­ στερα ρώτησε ξερά. «Είσαι παρθένα;» «Ναι», του είπε κοντανασαίνοντας. «Φ ύγε», της είπε. «Σε παρακαλώ, φύγε. Αν μας πιάσουν... Αν σε αναζητήσουν - δεν υπάρχει δικαιολογία. Το καταλαβαίνεις αυτό, δεν είν’ έτσι;» «Θ έλεις να φύγω;» τον ρώτησε τρέμοντας, κι αυτός βόγγηξε βαθιά, και την άρπαξε πάλι στην αγκαλιά του. «Δ ε ν ξέρω τι θέλω. Για τ ’ όνομα του Θεού, δεν ξέρω πια τι θέ­


50 λω... Μ’ έχεις κάνει τρελό με... με όλ’ αυτά, όλες αυτές τις μέ­ ρες. Δ εν το περίμενα, δεν το είχα φανταστεί ποτέ... Πώς θα το λ ­ μούσα; Τι θέλεις να κάνω; Δε θά ’πρεπε ούτε καν να φιλιόμα­ στε... Και τώρα είμαστε εδώ, σ ’ ένα κρεβάτι!» Αντί γι’ απάντηση, το χέρι της άγγιξε πάλι τον αντρισμό του. Από κει και πέρα, έχασαν κι οι δυο κάθε έλεγχο. Η Ιλέιν δε θά ’ξερε να πει ούτε κατά προσέγγιση πόση ώρα κυλιόντουσαν κοντανασαίνοντας στο στενό κρεβάτι, ανταλλάσσοντας καυτά, παράφορα, ξέφρενα φιλιά γυμνού πάθους. Σε κάποια στιγμή έ ­ νιωσε ότι εκείνος την έγδυνε, κι όταν βρέθηκε χωρίς την μπλούζα της, με μόνο κάλυμμα το σκοτάδι, κάτι ξεσηκώθηκε μέσα της, και πάλεψε να του ξεφύγει. «Όχι, όχι», ψιθύριζε σπα­ σμένα ο άντρας. «Δ ε θα σε πειράξω... Μη φοβάσαι. Μόνο αυτό... Έτσι, μόνο αυτό...» Και τα χείλια του βρήκαν κι άρπαξαν τη μια της ρόγα. Κάθε της προσπάθεια να του ξεφύγει, κόπηκε με το μαχαίρι. Μ’ ένα αργόσυρτο θογγητό, έπεσε πίσω, τραβώντας τον πάνω της, σπαρταρώντας απ’ την ηδονική αίσθηση. Μέσα στην παρα­ ζάλη της, κατάλαβε ότι της είχε πάρει το χέρι και το είχε ακουμπήσει ανάμεσα στα πόδια του. Συνέχισε να της φιλάει ρουφη­ χτά τη ρόγα, δαγκώνοντάς την ενδιάμεσα, τραβώντας την ηδο­ νικά με τα χείλια και τα δόντια του, πιέζοντας συγχρόνως το χέρι της σε μια ρυθμική, κυκλική κίνηση πάνω στον φαλλό του. Ύστερα πήρε στα χείλια του την άλλη της ρόγα, χωρίς να στα­ ματήσει να τρίβει το χέρι της πάνω του. Έκανε τώρα αθέλητες, βαθιές κινήσεις με τη λεκάνη του, αλλά το ίδιο έκανε κι εκείνη, χαμένη, παραζαλισμένη, πιασμένη στην παγίδα όλων των εκρη­ κτικών αισθήσεων που ξεσηκώνονταν μέσα της. Ύ στερα τον ένιωσε ξαφνικά να κολλάει με φοβερή δύναμη πάνω στο χέρι της, παγιδεύοντάς το ανάμεσα στη σκληράδα του και στο γοφό της, και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, αισθάνθηκε κάτω απ’ την παλάμη της μια σειρά δυνατούς σπασμούς. Τον άκουσε να φωνάζει βραχνά, προσπαθώντας να πνίξει την κραυγή του στα μαλλιά της. Δ εν καταλάβαινε τι του είχε συμ­ βεί, δεν είχε καμιά ανάλογη εμπειρία στο ενεργητικό της. Αλλά ήταν τόσο χαμένη στις ηδονικές αισθήσεις που πλημμύριζαν και ζωντάνευαν το σώμα της, που το αγνόησε, και του τράβηξε πάλι το κεφάλι προς το στήθος της. Δ εν ήξερε πια ούτε πού ή­ ταν, ούτε τι έκανε. Δ εν την ένοιαζε. Ή ταν τρελή γι’ αυτόν, ήταν τρελή από μια επιθυμία που δεν είχε ιδέα πώς να την τιθασσεύσει, το κεφάλι της γύριζε, τα πόδια της μισάνοιγαν και κινιόνταν ρυθμικά, μαζί με όλο το κάτω μέρος του κορμιού της. Τα χείλια του κατάπιναν τις ρόγες της, κάνοντάς την να συστρέφεται στο


51 κρεβάτι. Ύ στερα ένιωσε το χέρι του να σταματάει ανάμεσα στα πόδια της, πάνω απ’ το στενό της τζιν, και να μιμείται την κίνηση που έκανε προηγούμενα το δικό της. Και στο άγγιγμά του, ένα πο­ τάμι αβάσταχτα γλυκών αισθήσεων ξεχείλισε μέσα της, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, πλημμυρίζοντας το κορ­ μί της με την αφόρητη έντασή του. Το χέρι του βάλθηκε να κι­ νείται πιο γρήγορα, πιο έντονα, πιο βαθιά, κόντρα στην ξαναμ­ μένη της σάρκα. Και ξαφνικά, κάτι σαν έκρηξη συγκλόνισε το κορμί της, μια σειρά σπασμοί που την άφησαν μισολιπόθυμη πάνω στο κρεβάτι, να τρέμει σπασμωδικά και να προσπαθεί ν ’ ανασάνει, σαν να είχε τελειώσει ο αέρας στο δωμάτιο. Ύ στερα απόλυτη ηρεμία, και η συνειδητοποίηση. Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της, σαν να μπορούσε αυ­ τός να το δει σε τόσο βαθύ σκοτάδι. Του γύρισε την πλάτη και κόλλησε στον τοίχο, όσο πιο μακριά του γινόταν. Θά ’θελε ε ­ κείνη τη στιγμή να μπορούσε να πεθάνει. Είχε γίνει κάτι τόσο βρόμικο, τόσο χυδαίο... Κι εκείνη αρραβωνιασμένη με τον Ρόμπερτ Μακντόναλντ. Της το είχε πει προηγουμένως κι ο άντρας δίπλα της. Αρραβωνιασμένη μ’ έναν Μακντόναλντ, και τώρα να κυλιέται στο κρεβάτι με τον Ά ξε λ Μπρόντι. Της φάνηκε ότι θα έκανε εμετό επί τόπου, πάνω στο στενό του στρώμα. Γλίστρησε κατά μήκος του κρεβατιού, κι εκείνος δεν προ­ σπάθησε να τη σταματήσει. Βρέθηκε όρθια, με το κεφάλι να γυ­ ρίζει, προσπαθώντας να βάλει την μπλούζα της. Δ εν είχε ιδέα κατά πού έπεφτε η πόρτα. Ή ταν υγρή ανάμεσα στα πόδια, τόσο υγρή, που σιχαινόταν να περπατήσει. Η υγρασία κατέβαινε μέ­ χρι το εσωτερικό μέρος των μηρών της, κόλλαγε σαν γλίτσα. Μια φρίκη. Βρήκε την πόρτα στα τυφλά, και βγήκε παραπατώντας στον κα­ θαρό αέρα, για μια φορά εκτονωμένη σωματικά, κι ας μην κατα­ λάβαινε πώς ακριβώς είχε γίνει. Ένα κύμα ναυτίας την έπνιξε, τόσο δυνατό, που κάθισε στα γόνατα κι ετοιμάστηκε να ξεράσει. Δ εν ξέρασε όμως. Σε λίγο πήρε αργά το δρόμο για το σπίτι, κι όταν έφτασε εκεί, ένιωθε ολότελα εξοντωμένη. Μέσα στη σύγχυση που βρισκόταν, υπήρχε μόνο ένα πράγμα ξεκαθαρισμένο στο μυαλό της: έρχονταν στιγμές στη διάρκεια της ημέρας, κι ακόμα περισσότερο στη διάρκεια της νύχτας, που η επιθυμία της να βρεθεί κοντά στον Ά ξε λ Μπρόντι, να τον


52 αγγίξει και να τον αφήσει να την αγγίξει, ήταν τόσο ισχυρή, που δεν μπορούσε να την ελέγξει ούτε η λογική της, ούτε η ντροπή κι η αηδία που ένιωθε όλες τις υπόλοιπες ώρες, ούτε η αγάπη της για τον Ρόμπερτ. Της ήταν αδύνατο ν ’ αναλύσει και να εξηγήσει τα παράλογα και αντιφατικά της αισθήματα για τον Ά ξελ, αλλά ήξερε με βε­ βαιότητα πως, πέρα απ’ τις ώρες της τρέλας της, τον απεχθανόταν, τον περιφρονούσε και τον μισούσε με την ίδια ένταση, ζεκινώντας απ’ αυτή τη βάση, της ήταν αδύνατο να καταλάβει τι της συνέβαινε, και μάλιστα της περνούσε απ’ το μυαλό η τρ ε ­ λή σκέψη, μήπως αυτός της είχε κάνει μάγια για να την τρελά­ νει ολότελα. Είχε απόλυτη άγνοια γύρω απ’ το σ εξ και τις ανθρώπινες αντι­ δράσεις, κι είχε μεγαλώσει σε μια μικρή, κλειστή κοινωνία, γ ε ­ μάτη ταμπού και προκαταλήψεις. Στο αυστηρό οικοτροφείο ό­ που είχε φοιτήσει, και μόνο οι λέξεις "σεξουαλική διαπαιδαγώ­ γηση” θα έφερναν σε υστερική κατατονία τις περισσότερες δα­ σκάλες. Κι επιπλέον, η ίδια ήταν προϊόν μιας απηρχαιωμένης κοινωνικής δομής, όπου οι άνθρωποι κατατάσσονταν ακόμα με βάση το γενεαλογικό τους δέντρο και το "κλαν” όπου ανήκαν. Ο κοινωνικός της περίγυρος είχε από κείνην απαιτήσεις που πάντα τις έπαιρνε σαν δεδομένο, επειδή τις είχε δεχτεί από τα παιδικά της χρόνια, και που μέχρι τό τε ούτε θα της περνούσε απ’ το μυαλό να τις αγνοήσει. Έτσι, της φαινόταν εντελώ ς αρρωστημένο το να την ελκύει σεξουαλικά ένας νέος, όμορφος και δυνατός άντρας, που δεν ήταν παρά ένας παρακατιανός υπηρέτης στο αρχοντικό του πατέρα της. Ανίκανη ν ’ αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της, δέσμια όλων τω ν ταμπού που της είχε εμφυτεύσει το περιβάλλον της, θεωρούσε τις νυχτερινές της παρασπονδίες με τον Ά ξελ, σαν το άκρον άωτο του ξεπεσμού, σαν μια προδοσία απέναντι στον πατέρα της, στον Ρόμπερτ, στον εαυτό της, και σ ’ ολόκληρο το "κλαν” Κάμπελ. Μέσα στην άγνοια και το ρομαντισμό τω ν δεκαεφτά της χρό­ νων, έπαιρνε πολύ στα σοβαρά το ειδύλλιό της με τον Ρόμπερτ, και της ήταν αδύνατο ν ’ αντιληφθεί ότι δεν ήταν κι αυτό, παρά ένα προϊόν τω ν πιέσεων που ασκούσαν επάνω της οι τρίτοι. Από μικρή ήξερε πως όταν θα διάλεγε τον άντρα της, θα έπρεπε να τον διαλέξει από μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, κι ανάμεσα σε συγκεκριμένες οικογένειες. Μια Κάμπελ του Έιλεν δεν μπο­ ρούσε να παντρευτεί όποιον κι όποιον, ούτε καν κάποιον που θα ανήκε σε ένα ανεπιθύμητο "κλαν” , ακόμα κι αν η γενιά του και η οικονομική του κατάσταση θα ήταν καθόλα ικανοποιητική.


53 Αυτά τα ήξερε από πάντα, ήταν μέρος του εαυτού και της περηφάνειας της. Κι από αυτήν την άποψη, ο Ρόμπερτ ήταν ιδανι­ κός, επειδή πληρούσε όλες τις απαιτήσεις τω ν Κάμπελ, και επι­ πλέον ήταν νέος, γοητευτικός, και φιλούσε τόσο όμορφα. Στο μυαλό της, όλα αυτά είχαν ταυτιστεί με την παντοτινή ευτυχία. Η ζωή της είχε μπει στο κανάλι όπου την έσπρωχναν όλοι από τότε που είχε γεννηθεί: μόλις τέλειωσε το σχολείο, είχε βρεθεί ο κατάλληλος γαμπρός, που επιπλέον την είχε ερω τευτεί κι ε ­ κείνος. Όλα ρολόι. Τελειότητα. Και μετά, είχε δει τον Ά ξε λ να κολυμπάει γυμνός στη λιμνούλα, και είχε πάθει κάτι, που η ίδια μόνο σε μάγια μπορούσε να το αποδόσει. Κάτι της είχε πάρει τα λογικά, και την έσπρωχνε ακα­ τανίκητα στην αγκαλιά ενός άντρα, που της ήταν κατά τα άλλα ολότελα απωθητικός. Το επόμενο βράδυ έσφιξε τα δόντια, και πέρασε μια βασανι­ στική νύχτα, στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι της και μου­ σκεύοντας με ιδρώτα τα σεντόνια. Αλλά τη μεθεπομένη, άφησε τους ηρωισμούς, και τό ’σκάσε πάλι απ’ την πίσω πόρτα. Αν δεν έβρισκε εκείνο το βράδυ τον Ά ξελ, θα τρελαινόταν. Τράβηξε κατευθείαν για το σπίτι του, ελπίζοντας πως θα τον έβρισκε εκεί, και πως δε θα χρειαζόταν να φάει και κάμποση ώρα πριν τον βρει στο δάσος. Δ εν της περνούσε καν απ’ το μυα­ λό ότι εκείνος μπορεί να μην ήθελε να τη δει. Έ τσι κι αλλιώς, ποτέ δεν καθόταν να σκεφτεί την άποψη του Ά ξελ. Δ εν την εν­ διέφεραν οι δικές του αντιδράσεις, δεν τον σκεφτόταν καν σαν άνθρωπο. Έ τσι κάπως θ ’ αντιμετώπιζε κι έναν ελκυστικό κού­ κλο βιτρίνας. Ανοίγοντας την πόρτα, είδε στο αμυδρό φως της ξάστερης νύ­ χτας, πως δεν υπήρχε κανείς μέσα. Και αναπήδησε τρομαγμένη όταν μια σκιά ξεγλίστρησε αθέατη πίσω της, και την έπιασε απ’ τον ώμο. Μόνο που δεν έβαλε τις φωνές απ’ την τρομάρα της. «Σσσς», είπε η φωνή του σ τ’ αυτί της. «Εγώ είμαι. Τι θέλεις εδώ;» «Ή ρθα να σε βρω», του είπε πνιχτά. «Πάμε μέσα». «Όχι, Ιλέιν», της αντιγύρισε ήρεμα. «Θέλω να φύγεις». Τον κοίταξε κατάπληκτη, βαριανασαίνοντας απ’ την ταραχή. «Με περίμενες όμως». «Σε περίμενα και χτες το βράδυ, αλλά δεν ήρθες. Τώρα δε θέλω να ξανάρθεις, αυτό είν’ όλο». Τον ρώτησε τρέμοντας: «Γιατί όχι; Δ ε σ ’ αρέσω;» «Δ ε μ’ αρέσουν οι λόγοι σου». «Οι λόγοι μου;» «Οι λόγοι που το κάνεις αυτό», της εξήγησε κοφτά. Δεν τον καταλάβαινε. Ή ταν εκεί, μαζί του, λαχταρούσε να


54 πέσει στην αγκαλιά του, κι εκείνος της μιλούσε για λόγους και αιτίες. Δ εν της άρεσε να σκέφτεται τους συγκεκριμένους λό­ γους που την ωθούσαν κάθε λίγο και λιγάκι να τον ψάχνει μες στη νύχτα, και πολύ λιγότερο θα της άρεσε να τους συζητήσει κιόλας μαζί του. Το μόνο που ήθελε, ήταν να την πάρει εκείνος στα μπράτσα του και να τη φιλήσει. Βαθιά, με τη γλώσσα. «Τώρα όμως ήρθα», του είπε πνιχτά. «Δ ε φ τάνει;» «Ό χ ι», της πέταξε ξερά πάνω απ’ το ν ώμο του, και στράφηκε ν ’ απομακρυνθεί. Τον άρπαξε απ’ το μπράτσο, έβαλε όλη της τη δύναμη για να τον αναγκάσει να σταματήσει, και πάλι, αν δε το ήθελε κι εκεί­ νος, δε θα τα κατάφερνε να τον κάνει να κουνηθεί ούτε χιλιο­ στό, ήταν τόσο πιο δυνατός από κείνην. «Μη φ εύγεις», το ν παρακάλεσε. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ' τη μέση του, κι άφη­ σε το κεφάλι της να γείρει στο σκληρό του στέρνο. Αργά, απρό­ θυμα, τυλίχτηκαν και τα δικά του μπράτσα γύρω απ’ τη μέση της. Το κορμί του ήταν ζεστό, και μύριζε άντρα. «Μη με διώ­ χνεις», τον παρακάλεσε τρεμουλιαστά. Τον άκουσε να λέει πνι­ χτά, «γιατί πρέπει να με βασανίζεις έτσι; Κοντεύεις να με τρ ε ­ λάνεις μ’ όλα αυτά, το ξέρεις; Τι στο διάβολο θέλεις από μένα, μις Κάμπελ του Έ ιλεν;» «Εσένα», του είπε απελπισμένη. «Αφού το ξέρ εις!» «Μα δε με θέλεις», της αντιγύρισε με την ίδια απελπισία στη φωνή. «Δ ε ν το βλέπεις κι εσύ; Δ ε θέλεις εμένα! Δ ε με συμπα­ θείς καν - μερικές φορές νομίζω ότι με μισείς. Μη μου λες ότι με θέλεις, γιατί το ξέρεις ότι είναι ψέματα. Θέλεις μόνο έναν άντρα, ίσως επειδή λείπει ο Μακντόναλντ, κι αν δεν έβρισκες ε ­ μένα, θα έβρισκες κάποιον άλλον!» Τον ξαναχαστούκισε, κι αμέσως μετά συνειδητοποίησε, μέσα στην ταραχή και τη σύγχυσή της, πως αν εκείνος ήθελε, θα μπο­ ρούσε να το είχε αποφύγει μ’ όλη του την άνεση. Δ εν είχε κάνει όμως καμιά κίνηση για να το αποφύγει, και μετά έμεινε να την κοιτάζει ανέκφραστος. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε βίαια καθώς του αντιγύριζε προκλητικά το βλέμμα. «Τι στο διάβολο θέλεις από μένα;» την ξαναρώτησε άχρωμα. «Πάμε μέσα», έκανε τρέμοντας η Ιλέιν. «Μη με διώχνεις...» Τη σήκωσε σαν φτερό στα μπράτσα του, μπήκε στο δωμάτιό του, κι έκλεισε πίσω του την πόρτα με το πόδι. Την άφησε στο κρεβάτι, και στάθηκε όρθιος από πάνω της, να την κοιτάζει βαριανασαίνοντας. «Ά ξ ε λ », μουρμούρισε τρέμοντας η Ιλέιν. «Γιατί με μπλέκεις έτσι; Ήμουνα ήσυχος τόσον καιρό... Δ εν είχα βλέψεις. Δ εν υπήρχε τέτοιο θέμα. Γιατί τώρα μου το κά­ νεις αυτό; Κι είσαι και παρθένα. Δ ε μου χρειάζεται η παρθενιά


55 σου, Ιλέιν, κι ούτε κι εσένα σου χρειάζεται τίποτε από μένα!» «Μη, Ά ξελ, μη», τον παρακάλεσε ξεψυχισμένα. Έκατσε δίπλα της και την άρπαξε απ’ τους ώμους. «Τι είμαι εγώ για σένα; Ένα σκουπίδι, ένα μηδενικό. Το ξέρεις και το ξέ ­ ρω. Δ εν είμαι άξιος ούτε τα παπούτσια τού Μακντόναλντ να γυαλίσω, έτσι δεν είναι; Λ έγε!» «Μη μιλάς άλλο», τον παρακάλεσε. «Μη μιλάς για τέτοια πράγματα...» «Τι θέλεις να κάνω; Πες μου. Τι θέλεις να κάνω εγώ έτσι όπως είναι τα πράγματα;» «Φίλησέ με...» «Κι αν σε φιλήσω, τι θα γίνει; Θα τρέξεις μετά σαν κυνηγημέ­ νη, να πας να βγάλεις τη βρόμα μου από πάνω σου;» «Είσαι τρελός! Γιατί λες τέτοια πράγματα;» «Αυτό κάνεις κάθε φορά. Και δε σε αντέχω άλλο. Δε θέλω να ξανάρθεις, και τώρα θέλω να σηκωθείς και να φύγεις. Αμέσως». Τον αγκάλιασε πάλι πυρετικά στα σκοτεινά, ξέροντας πως αν αυτός την έδιωχνε σ τ’ αλήθεια, δε θα μπορούσε να το αντέξει. Ό σο πιο θυμωμένο τον έβλεπε, τόσο περισσότερο τον ήθελε. «Τι σημασία έχει, Ά ξελ; Σε παρακαλώ, αγκάλιασέ με...» «Φύγε, Ιλέιν». «Μ ε θέλεις κι εσύ, το ξέρεις ότι με θέλεις!» «Σε θέλω; Δ εν ξέρεις τίποτα, τίποτα, τίποτα...» Τα χείλια του άρπαξαν παθιασμένα τα δικά της, και τα ρούφηξαν αχόρταγα. Βρέθηκε πεσμένος από πάνω της, κι αυτή αδύναμη, παθητική από κάτω του, ανάμεσα στο βάρος του και στο σκληρό στρώμα. Στη κοιλιά της ένιωθε όλη τη δύναμη του αντρισμού του. Ό ,τι κι αν της έλεγε, ήταν πάλι αναμμένος. Τη φιλούσε πεινασμένα, κι αυτή του ανταπόδινε το ίδιο πεινασμένα τα καυτά φιλιά του. Της έσπρωχνε ψηλά την μπλούζα, ξεγυμνώνοντας από κάτω το στήθος της. Οι παλάμες του χούφτωσαν τους μαστούς της και τους έσφιξαν δυνατά. «Ω, Θεέ μου, πόσο σε θέλω», βόγγηξε η Ιλέιν, σε μια στιγμή που της άφησε τα χείλια για να ρουφήξει τις ρόγες της. «Περισσότερο απ’ τον Μακντόναλντ;» της πέταξε καυστικά. «Δ ε ν έχει καμιά σχέση αυτό». Την ενοχλούσε φοβερά να φέρνει αυτός συνέχεια τον Ρόμπερτ ανάμεσά τους, αλλά εκεί­ νη τη στιγμή, άλλα πράγματα γίνονταν πολύ πιο επείγοντα. Έ ­ νιωθε ενστικτώδικα κάτι σαν οργή να ξεχύνεται από μέσα του, πλημμυρίζοντας το μικρό δωμάτιο, ζαφνικά, της φάνηκε ότι ή­ ταν πολύ πιο βίαιος απ’ τις άλλες φορές, πιά βιαστικός, πιο πεινασμένος. Κατά κάποιο τρόπο, της άρεσε περισσότερο αυτό. «Αχ, Ά ξελ, μόνο εσένα θέλω έτσι...»


56 Το στόμα του ξεκόλλησε απ’ τις ρόγες της, και της είπε πνι­ χτά: «Φύγε, Ιλέιν. Φύγε τώρα. Έχει κι η αντοχή μου τα όριά της, ξέρεις». «Δ ε φεύγω», του αντιγύρισε πεισματικά. Οι παλάμες της γλί­ στρησαν στο σώμα του, κι ολότελα ασυναίσθητα, άγγιξαν τον αντρισμό του. Ένα πνιχτό βογγητό του ξέφυγε, κι έκανε μια α­ θέλητη κίνηση προς το μέρος της. «Κάν’ το μου πάλι», του ψι­ θύριζε πυρετικά στο σκοτάδι, αγγίζοντάς τον και φιλώντας τον παντού όπου έβρισκε. «Έλα, Ά ξελ, κάν’ το μου πάλι όπως την άλλη φορά... Σε θέλω τόσο πολύ...» Τον άκουσε να γελάει πικρά. «Για πόσο; Για δέκα λεπτά μέρα παρά μέρα;» «Δ ε ν ξέρω», του είπε απελπισμένη, τραβώντας τον να κολ­ λήσει πάλι πάνω της. Το σώμα του ήταν υπέροχο, καυτό, γρανί­ τινο. Δ εν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να ποθεί έτσι το κορμί ενός άντρα. Τόσο λάγνα, τόσο αχόρταγα... Της ανασήκω­ νε τη φούστα, ξεγυμνώνοντας τα πόδια της, και σαν να είχε χά­ σει κάθε ντροπή, η Ιλέιν τ ’ άνοιξε κι ανασήκωσε τη λεκάνη της, για να κολλήσει ακόμα περισσότερο πάνω του. Ο σκληρός του φαλλός βρέθηκε ν ’ αγγίζει το πιο ευαίσθητό της σημείο, να το πιέζει, να τρίβεται με δύναμη πάνω του. Της ξέφυγε ένα βογγητό, και μετά μια πνιχτή κραυγή τυφλού πά­ θους. «Ω, ναι, έτσι...» «Αυτό θέλεις; Έτσι; Ή τίποτ’ άλλο;» Με κάθε λέξη κόλλαγε ρυθμικά πάνω της, κάνοντάς την να παλαβώνει. Τρίφτηκε πάνω του πυρετικά, αποζητώντας την ηδονική αίσθηση που της ξέφευγε, κάθε που το σώμα του απομακρυνόταν απ’ το δικό της. «Ναι, Ά ξελ, ναι, αυτό... Αχ, πόσο σε θέλω... Μόνο εσένα, Ά ξελ, μόνο εσένα...» «Μη λες ψέματα. Μην παίζεις με τη φωτιά». «Έ λα πάλι...» Τον κράτησε απ’ τους γλουτούς, σφίγγοντας τους υπέροχους, λείους μυώνες στις παλάμες της, για να τον α­ ναγκάσει να κολλήσει πάνω της και να μην ξανακάνει πίσω. Αλ­ λά ήταν τόσο πιο δυνατός από κείνην. Τραβήχτηκε λίγο, φιλώ­ ντας την ακατάπαυστα στα χείλια, σ’ έναν πυρετό πάθους και α­ νάγκης, που έκανε κάθε μόριο του κορμιού της να λαμπαδιάζει απ’ την επιθυμία. Τον αγκάλιασε σφιχτά, ένιωσε τους μυώνες του να τρεμουλιάζουν καθώς προσπαθούσε να ξεφύγει, όχι απ’ το α­ γκάλιασμά της, αλλά απ’ την τρέλα που τον οδηγούσε να σπάσει όλα τα φράγματα. «Ά φ η σέ με... Ιλέιν, δεν ξέρεις τι κάνεις...» «Όχι. Όχι, Άξελ... Φίλησέ με πάλι...» Τον άγγιζε παντού, πυ­ ρετικά, ξέφρενα. Ά γγιξε πάλι τον αντρισμό του, τον έσφιξε με λαχτάρα στην παλάμη της. Δεν έβλεπε καν τι έκανε στο σκοτάδι.


57 Σαν τα ζώα, με τη μυρωδιά, σκέφτηκε, και της ήρθε να γελάσει υ­ στερικά. Αλλά δεν είχε τα περιθώρια για υστερίες. Το σώμα της έ­ καιγε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να την είχαν ρίξει σε καμίνι. «Κάν’ το μου πάλι... Κάν' το μου πάλι, Άξελ... Μη μ’ αφήνεις τώρα...» «Μισό λεπτό», της είπε σπασμένα, και ξαφνικά το κορίτσι συ­ νειδητοποίησε πως εκείνος προσπαθούσε τόση ώρα να κατε­ βάσει το παντελόνι του. «Ό χ ι», έκανε πνιχτά η Ιλέιν. «Όχι; Τι όχι;» «Μη - όχι έτσι!» «Μη μιλάς», της είπε βραχνά, και της σφράγισε το στόμα μ’ ένα καυτερό, ατέλειωτο φιλί. Η γλώσσα του χώθηκε τόσο βαθιά στο στόμα της, που της φάνηκε ότι θα την έπνιγε. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του, και τον έσφιξε παθιασμένα. Δεν μπορούσε άλλο, δεν άντεχε, το σώμα της πονούσε απ’ την ανάγκη. Η λεκάνη της ανασηκωνόταν ασυναίσθητα και κόλλαγε με δύναμη πάνω του. Η φούστα της είχε ανέβει πάνω απ’ τους γοφούς της, κι ένιωσε ζεστή κόντρα στη σάρκα της τη δική του. «Αχ, Αξελ...» Κάτι μακρύ, καυτό και σκληρό σαν πέτρα, κόλλαγε και τριβό­ ταν ηδονικά πάνω της. «Ω, Ά ξελ, ωωω...» Ύ στερα άρχισε να της βγάζει το σλιπ. Προσπάθησε να το αποφύγει, συστρέφοντας το κορμί της και σφίγγοντας τα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε. Δ εν κατάφερνε καν να ελευθερώσει το στόμα της απ’ τα χείλια του. Βρέθηκε χωρίς σλιπ, για πρώτη φορά στη ζωή της μ’ έναν άντρα, πριν καλά-καλά καταλάβει τι συνέβαινε. Κι επάνω της, σάρκα με σάρ­ κα, καυτός ο μεγάλος, απαιτητικός φαλλός του. Αλλά ήταν υπέροχο. Η μετάξινη σάρκα του χάιδεψε τη δική της, φέρνοντάς της μια τέτοια έκλυση ηδονής, που σταμάτησε στο λεπτό να συ­ στρέφεται, κι άνοιξε ακόμα περισσότερο τα πόδια. Ένα μακρόσυρτο βογγητό της ξέφυγε, κι όλο της το σώμα τρεμούλιασε. Ήταν τόσο, τόσο γλυκό... Δ εν της είχε ξανασυμθεί ποτέ, κι ή­ ταν πραγματικά υπέροχο, μεθυστικό σαν γλυκό κρασί. Το σώμα της τραγουδούσε, κι αυτός συνέχιζε να σέρνει τον αντρισμό του πάνω στο μουσκεμένο της δέρμα, ανάβοντάς την όλο και περισσότερο. «Ήσυχα», της είπε πνιχτά. «Ήσυχα, μωρό μου... Σ’ αρέσει τώρα; Έ τσι;» «Ναι», του είπε κοντανασαίνοντας, «ναι... Ω, Ά ξελ...» Ή ταν ανοιχτή και προσκαλεστική από κάτω του, και δεν τό ’ξερε. Τον άκουγε να βαριανασαίνει στο σκοτάδι. Ένας ίλιγγος πάθους την κατέλαβε, παρασύροντάς την στη δίνη του. «Μη σταματή­ σεις», έκανε μ’ ένα λυγμό. Της έκλεισε πάλι τα χείλια μ’ ένα βα­


58 θύ φιλί. Το χέρι του βρέθηκε εκεί που ήταν και το καυτό του μέ­ λος, ανάμεσα στις τρυφερές πτυχές της. «Ό χ ι», είπε ξεψυχισμέναη Ιλέιν. «Όχι...» «Τι όχι;» «Μη - μην το κάνεις αυτό...» «Ποιο αυτό;» «Αυτό που κάνεις». Η ανάσα του έβγαινε σπασμένη, το ίδιο κι η φωνή του. «Δ ε θέλεις;» «Ό χι, Ά ξελ, μη...» «Αν το βάλω, θα σ ’ αρέσει περισσότερο...» « Αξελ...» Τόση ώρα εκείνος έσπρωχνε το μέλος του προς τα κάτω, όχι με πολλή δύναμη, αλλά αρκετά επίμονα για να μην της μείνει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του. Κι ωστόσο, και πάλι δεν είχε αρχίσει να φοβάται στα σοβαρά. Ήταν μια κατά­ σταση που δεν την είχε ξαναζήσει, ούτε καν έμμεσα, και παρό­ λο που ήξερε μέσες-άκρες τι γινόταν σ ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν είχε ιδέα για τις περιπλοκές που δημιουργούσε το πάθος. Δ εν ήξερε ούτε πόσο αχαλίνωτη μπορούσε να γίνει η επιθυμία, ούτε πόσο πολύ μπορούσε να θολώσει το μυαλό στο κατώφλι της κατάκτησης. Ή ξερε μόνο πως ο Ά ξε λ έμοιαζε να μην ακούει καν τι του έ ­ λεγε, και πως η ίδια συνέχιζε να τρίβεται πάνω του, παρά την α­ νησυχία της. Δ εν μπορούσε να σταματήσει. Ό ,τι κι αν ήταν, ή­ ταν τόσο γλυκό, που την παρέλυε. Κι ακόμα τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της, τραβώντας τον μ’ όλη της τη δύναμη πάνω της. «Αν το βάλω», της είπε βογγώντας, «αν το βάλω, μπορεί να πονέσεις...» «Ά ξε λ , μη... Είμαι - είμαι...» «Το ξέρω... Σε θέλω». «Κι εγώ. Όχι έτσι, όμως, όχι έτσι, Ά ξελ...» Αλλά δεν τα κατάφερνε να του πει ένα όχι με όλο το βάρος της άρνησής της πίσω του. Το σώμα της σαν νά ’χε παραλύσει ολότελα, τα πόδια της σαν ν ’ άνοιγαν από μόνα τους. Δ εν μπορώ ν ’ αντισταθώ, σκέφτηκε με κάτι σαν έκπληξη. Δ ε θέλω. Ενιωθε τον φαλλό του σκληρό σαν πέτρα στην είσοδο των σωθικών της, έτοιμο να σπάσει κάθε αντίσταση και να χωθεί στο πιο μυστικό της πέρασμα. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε πέρα απ’ το να του λέει αδύναμα, ξεψυχισμένα "όχι” , που δεν τα πίστευε ούτε η ίδια. «Μην το κάνεις αυτό», ξανάπε ξέπνοα. «Το θέλεις κι εσύ, όμως...» Και ξανά, ξανά, τα χείλια του καυ­ τά στα δικά της.


59 «Δ εν πρέπει...» «Αφού το θέλουμε τόσο κι οι δύο...» «Δ εν το θέλω». «Το θέλεις... Το βλέπω. Μη λες ψέματα... Ω, Ιλέιν, Ιλέιν...» Ε­ κείνη η κυκλική, αβάσταχτη κίνηση στα πιο ευαίσθητά της ση­ μεία... Θα την τρέλαινε στο τέλος. Άκουγε την ανάσα της να βγαίνει σαν λυγμός. «Δ ε ν ξέρω...» «Θα το βάλω μέσα, και μετά θα είσαι δική μου... Σ’ αγαπώ, Ιλέιν, σ’ αγαπώ... Είμαι τρελός για σένα. Ούτε ξέρω πια από πότε...» «Ά ξ ε λ - ω, Ά ξελ μου...» «Θά ’σαι δική μου, και θα το κάνουμε έτσι σ ’ όλη μας τη ζωή...» «Ά ξελ , μη - » Και μετά, μια καυτερή αίσθηση, μισό λεπτό οξύτατου πόνου, κι η κραυγή της στο σκοτάδι, δευτερόλεπτα πριν την πνίξουν τα χείλια του. Ένα αναφιλητό της ανασήκωσε βίαια το στήθος, κι ένιωσε δάκρυα να κυλάνε στους κροτάφους της. Η γλώσσα του γέμισε πάλι το στόμα της μέχρι βαθιά. «Όχι, μη...» Δεν μπορούσε να πει τίποτ’ άλλο, κι ήταν πια αργά και γι’ αυτό. Τώρα ήταν μέσα της, ακίνητος αλλά σκληρός σαν γρανίτης. Τον ένιωθε να τη γεμίζει ασφυχτικά, ένιωθε όλους τους ελαστι­ κούς ιστούς του κορμιού της να υποχωρούν για να υποδεχτούν αυτή την καινούρια, πρωτόγνωρη πληρότητα. Τα χείλια του της σκούπιζαν τα δάκρυα. «Πονάς;» «Ναι...» «Θα περάσει... Ω, Θεέ μου, πώς να κρατήσω;» Κι άλλοι λυγμοί ανέβαιναν απ’ το στήθος της, αλλά κατά κά­ ποιον τρόπο, τό ’ξερε, δεν ήταν λυγμοί πόνου ή θλίψης, ήταν κάτι άλλο, ολότελα καινούριο, μια μεθυστική συνειδητοποίηση, ένα σαρωτικό ξύπνημα, σαν να ζωντάνευε το κορμί της για πρώτη φορά σ ’ ολόκληρη τη ζωή της, και να ξεσηκωνόταν για να πανηγυρίσει. Το έκανε, σκέφτηκε σαν χαζή. Τελικά, το έκανε. Με πήρε ο Άξελ. Μ’ έκανε δική του. Και τώρα αργοσάλευε μέσα της, ο πόνος υποχωρούσε, τόσο γρήγορα που την κατέπληξε, κι αντί για πόνο, ένιωθε μόνο ε ­ κείνη τη βαθιά χαρά στα σωθικά της, εκείνη τη μεθυστική αί­ σθηση της πληρότητας, της κίνησης, βαθιά και μετά λιγότερο βαθιά και μετά πιο βαθιά ακόμα, της ζωντάνιας, της απόλαυσης. «Ω, Θεέ μου», έκανε ξεψυχισμένα. «Ω, κάν’ το πάλι...» «Σ ’ αρέσει; Έτσι, σ ’ αρέσει; Ή έτσι;» Πιο γρήγορα, τώρα, πιο πιεστικά. Τον έσφιξε μ’ ένα λυγμό στην αγκαλιά της, και το σώ­ μα της ανταποκρίθηκε με τη δική της κίνηση. Προς τα πάνω, πιο κοντά του, πιο βαθιά, και μετά πάλι λίγο πίσω, για να μπορέσει αυτός να ξαναμπεί μ’ όλη του τη δύναμη μέσα της... Υπέροχα. Κι ούτε που πονούσε πια. Κι ούτε που την ένοιαζε τίποτ’ άλλο,


60 μια τρέλα καταλάμβανε το μυαλό της, ένας πυρετός που δεν μπορούσε να τον ελέγξει, μια τεράστια φλόγα επιθυμίας και η­ δονής, που ερχόταν απ’ τα βάθη του είναι της. Την είχε ξεπαρθενέψει ο Ά ξε λ Μπράντι, τώρα της το έκανε μ’ όλη τη δύναμη του μεγαλόπρεπου κορμιού και των εικοσιπέντε του χρόνων, και δεν την ένοιαζε καθόλου. Το σώμα της ανεβο­ κ α τέβ α ζε βίαια προς το μέρος του, προσπαθώντας να τον ρουφήξει όσο πιο πολύ γινόταν στα βάθη του, ο κόσμος χανόταν, και δεν άφηνε πίσω του παρά μόνο την εκστατική αίσθηση ότι την είχε πάρει αυτός ο υπέροχος, πανέμορφος ημίθεος που εί­ χε αναδυθεί μια μέρα απ’ τα νερά της λιμνούλας, και που τώρα αγκομαχούσε στην αγκαλιά της, ολοδικός της στο κατώφλι της ηδονής. «Ά ξ ε λ μου», βόγγηξε βραχνά η Ιλέιν, «ω, Ά ξε λ μου...» Κι αναζήτησε πυρετικά τα χείλια του με τα δικά της. Η ένταση ανέβαινε κατακόρυφα, κι αυτός επιτάχυνε το ρυθ­ μό του. Τα βογγητά τους έσμιξαν σ ’ ένα φουρτουνιασμένο κρεσέντο, κοφτοί λυγμοί, πνιχτές κραυγές πάθους, κι η φωνή του, απίστευτα ερεθιστική στο σκοτάδι: «Νιώθεις τίποτα; Δ ε θα κρα­ τήσω για πολύ ακόμα... Αχ, Ιλέιν, έλα κι εσύ... Θες πιο γρήγορα; Πες μου...» «Ναι», του είπε ξεψυχισμένα, μ’ όλο το κορμί τεντωμένο σαν να ήταν μια μοναδική χορδή στα όρια της ελαστικότητάς της, «ναι, πιο γρήγορα...» Θά θελε να είχαν ανάψει το φως, για να μπορεί να τον κοιτάζει στα μάτια ολη την ώρα, να βλέπει το πρόσωπό του και να λιώνει. Δ εν είχε ξανανιώσει τέτοια ασύγ­ κριτη αίσθηση πληρότητας, ή ταύτισης μ’ ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Ό λοι της οι μυώνες τρεμούλιασαν σπασμωδικά, μαζί με τους δικούς του. «Έ λ α », της είπε. «Έ λα τώρα, μαζί μου...» Ή ρθε και τέλειω σε μαζί του, φωνάζοντας βραχνά, με το κε­ φάλι να συστρέφεται σπασμωδικά, με το κορμί της να σφαδάζει, και μ’ εκείνον πιασμένον γερά στα βάθη του. Η ηδονή ήταν μια σκάλα που την ανέβαινες αργά κι επίπονα, και την κατέβαινες κατρακυλώντας. Τουλάχιστον έτσι ένιωσε α­ μέσως μετά η Ιλέιν - κάπως σαν να είχε κατρακυλήσει, απ’ την κορφή της έκστασης, στα βάθη της πιο μαύρης κατάθλιψης. Εκείνος ήταν ακόμα μέσα της, αλλά τώρα που έσβηναν και τα τελευταία ρίγη της ηδονής, η επαφή του δεν της έφερνε την παραμικρή ευχαρίστηση, μόνο πόνο στο σημείο που κανονικά θα έπρεπε να είχε ξεπεράσει μόνο ο Ρόμπερτ. Κι ένα κύμα ναυτίας, που μεταβαλλόταν πολύ γοργά σε μαύ­ ρη απελπισία. Ω, Θεέ μου, σκέφτηκε πανικόβλητη, με ξεπαρθέ­


61 νεψε ο Ά ξε λ Μπράντι! Το έκανε σ τ ’ αλήθεια. Δ ε ν είναι δυνα­ τόν! Πώς θα ξαναντικρίσω τον Ρόμπερτ στα μάτια; Πώς θα παν­ τρευτώ τώρα τον Ρόμπερτ; Ο πανικός έγινε φρίκη. Τον έσπρωξε βίαια από πάνω της, κι εκείνος κύλησε στο πλάι, εξουθενωμένος. «Γιατί;» του πέταξε σφυριχτά η Ιλέιν. «Γιατί το έκανες αυτό; Π-πώς τόλμησες να - να μου το κάνεις αυτό;» «Ιλέιν», έκανε αδύναμα εκείνος, κι η φωνή του έδειχνε μόνο κατάπληξη. Ό τα ν άρχισε να τον χτυπάει με τις μικρές γροθιές της στο ατσάλινο στέρνο του, προσπάθησε να της πιάσει τα χέ­ ρια, αλλά εκείνη έκανε σαν μανιασμένη, κι ήταν αδύνατο να τη συγκροτήσει. «Το ήθελες κι εσύ», της είπε απελπισμένος. «Το ήθελες! Αρνιέσαι ότι το ήθελες;» «Δ ε ν τό ’θελα! Είσαι ένα κτήνος - ένας... ένας αλήτης, ένα ποταπό υποκείμενο! Πώς τόλμησες; Ω, Θεέ μου, τι θα κάνω τώ ­ ρα;» Την έπνιξαν οι λυγμοί. Σταμάτησε να τον χτυπάει, έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, και θάλθηκε να κλαίει απα­ ρηγόρητα. «Ιλέιν...» Προσπαθούσε να την καλμάρει, να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει. Δ εν το άντεχε. Θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά ν ’ αφήσει να την ξαναγγίξει ο Ά ξε λ Μπρόντι. Κύλησε απ’ το κρεβάτι και βρέθηκε σωριασμένη στο πέτρινο πάτωμα, να κλαί­ ει με λυγμούς, σ ’ ένα απόλυτα υστερικό ξέσπασμα. Ο Ά ξελ γονάτισε δίπλα της, ακόμα ανίκανος να καταλάβει τη σφοδρότητα της αντίδρασής της, ακόμα ελπίζοντας ότι θα μπο­ ρούσε να βρει κάποια άκρη. «Το ήθελες κι εσύ. Το θέλαμε κι οι δυο, τόσο πολύ που δε γινόταν να το αποφύγουμε. Σου ζητώ συγνώμη, Ιλέιν, αλλά ξέρεις γιατί το έκανα, δεν το ξέρ εις;» Προσπαθούσε να της κατεβάσει τα χέρια απ’ το πρόσωπό της. «Μη μ’ αγγίζεις», του πέταξε τσιριχτά, στα πρόθυρα της υ­ στερίας. «Π-πώς τόλμησες... Ω, Θεέ μου, τι θα κάνω τώ ρα;» Δ ε γινόταν να της συμβεί μεγαλύτερο κακό. Την είχε ξεπαρθενέ­ ψει ο Ά ξελ Μπρόντι... Αυτό το ελεεινό υποκείμενο, είχε πάρει το πιο πολύτιμο πράγμα που θα ζητούσε από κείνην ο Ρόμπερτ. Ο Ά ξελ Μπρόντι. Είχε απλώσει πάνω της τα βρομερά του χέρια, και όλο το υπόλοιπο βρομερό του σώμα, και της το είχε κάνει. «Ιλέιν, αγαπημένη μου, συχώρεσέ με... Σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Δεν ήθελα να σου κάνω κακό. Αλλά δεν άντεχα άλλο... Κι ούτε κι εσύ, το ξέρεις». Θά ’θελε να μπορούσε να του ξεσκίσει το πρόσωπο με τα νύ­ χια της, και δεν μπορούσε, όχι για τίποτ’ άλλο, αλλά επειδή τα νύχια της ήταν κοντοκομμένα. Θά ’θελε να μπορούσε να τον χτυπήσει με τις γροθιές της, και να μη νιώθει ότι χτυπάει σίδε­


62 ρο, αλλά να τον κάνει να ουρλιάξει απ’ τον πόνο. Να τον κλο­ τσήσει, να τον σκοτώσει... «Δ ε ν τό ’θελα», του πέταξε εξαγριω­ μένη. «Ά φ η σ έ με - μην τ-τολμήσεις... Μ’ έθαλες κάτω και μου το έκανες... Σου είπα ότι δεν τό ’θελα. Στο είπα!» «Δ ε σε βίασα, Ιλέιν», της είπ£ μαλακά, προσπαθώντας ακόμα να συζητήσει λογικά μαζί της. «Με-βίασες! Με βίασες! Δ εν τό ’βέλα, το ήξερες... Πώς τ-τόλμησες να μου κάνεις κάτι τέτοιο... Πώς τόλμησες να μ’ αγγίξεις; Θα μπορούσα να βάλω να σε σκοτώσουν γι’ αυτό!» «Ιλέιν - » «Τι θα κάνω, Θεέ μου;» «Αγάπη μου, λογικέψου... Θα γίνει ό,τι θέλεις εσύ. Θα επα­ νορθώσω με κάθε τρόπο... Ήθελα μόνο να είσαι δική μου, Iλέιν... Δ εν το καταλαβαίνεις; Σ’ αγαπώ. Σε θέλω για μένα. Για πάντα. Δ εν υπάρχει άλλη για μένα στον κόσμο - ποτέ δεν υ­ πήρξε... Ήσουνα πάντα η μόνη, Ιλέιν, αγάπη μου, και θά ’σαι για πάντα...» Μέσ’ απ’ τα κύματα της υστερίας που παρέλυαν το μυαλό της, τα λόγια του της έλεγαν κάτι, κάτι τόσο φριχτό και τόσο τ ε ­ ρατώδες, που σταμάτησε ξαφνικά να κλαίει, κι έμεινε να τον α­ κούει μ’ ανοιχτό το στόμα. «Να... επανορθώσεις;» έκανε μηχα­ νικά. «Αυτό είπες;» «Αυτό είπα. Γιατί - φαντάστηκες ότι θα σε άφηνα έτσι; Είναι πολύ σοβαρό για μένα, Ιλέιν. Δ εν πρόκειται για - για μια απλή περιπέτεια...» Θεέ μου, σκέφτηκε η Ιλέιν. Ω, Θεέ μου... Τώρα σ τ’ αλήθεια θα τον σκοτώσω. Το στήθος της ανασηκωνόταν βίαια. Προσπάθησε να σταθεί όρθια, κι αναγκάστηκε να πιαστεί απ’ το κρεβάτι για να τα κατα­ φέρει. Τα πόδια της έτρεμαν, ανάμεσά τους κυλούσε ακόμα η υγρασία, και δεν ήταν δα και τόσο άσχετη, ήξερε τι ήταν, και της ερχόταν αναγούλα στη σκέψη ότι από μέσα της έτρεχε τώρα το σπέρμα του Ά ξε λ Μπρόντι. Αναγούλα και δολοφονική μανία. Κι είχε το θράσος να της λέει ότι σκόπευε να επανορθώσει! Είχε σηκωθεί κι αυτός, και τώρα στεκόταν πανύψηλος μπρο­ στά της, τεράστιος και δυνατός σαν ταύρος. Όλη της η λύσσα κι όλη η δύναμη της απελπισίας της δε θ ’ αρκούσαν για να τα θάλει μαζί του. Ήταν εντελώ ς ανίσχυρη μπροστά σ ’ αυτό το ε ­ λεεινό υποκείμενο, δεν μπορούσε καν να τον κάνει να πονέσει λίγο. Δ εν είχε άλλο όπλο πέρα απ’ τα λόγια, και τη σφοδρότητα τής αποστροφής της. «Να επανορθώσεις!» του πέταξε σφυριχτά. «Εσύ; Πρόταση γάμου μου κάνεις, Ά ξε λ Μπρόντι;»


63 Δεν της απάντησε, κι αυτό έκανε τη λύσσα της να θεριέψει. Το σαγόνι της σφιγγόταν σπασμωδικά, το ίδιο κι οι κρόταφοί της. Του είπε, βάζοντας πίσω απ’ τις λέξεις όλη της την περι­ φρόνηση, κι όλο της το μίσος: «Αυτό ήταν, λοιπόν. Γι’ αυτό το έκανες, έτσι δεν είναι; Πώς τόλμησες έστω και να σκεφτείς κάτι τέτοιο; Πώς τόλμήσες να μου το πεις; ζέρ εις ποιος είσαι, Ά ξε λ Μπράντι; Ή μήπως δεν ξέρεις ποια είμαι εγώ ;» Κι επειδή εκείνος συνέχιζε να μένει ολότελα αμίλητος, η λύσ­ σα της φούντωσε και την έπνιξε οριστικά. «Σαν σκουλήκι θα μπορούσα να σε λιώσω κάτω απ’ το πόδι μου», του πέταξε, τρέμοντας απ’ όλο το μίσος που οι λέξεις δεν αρκούσαν για να το εκφράσουν. «Βρομερό, ελεεινό υποκείμενο - μην τολμήσεις να ξαναεμφανιστείς μπροστά μου! Θα προτιμούσα να πεθάνω σε κάθε στιγμή, παρά να παντρευτώ εσένα! Θα προτιμούσα να πεθάνω απ’ το να με ξαναγγίξεις!» Τρέμοντας ακόμα απ’ την ανίσχυρη οργή της, στράφηκε α­ πότομα για να φύγει, και μόνο που δεν κουτούλησε στην πόρτα. Η τελευταία, θολή του εικόνα που είχε μείνει στο μυαλό της, ή­ ταν ένα πρόσωπο που φάνταζε σαν άσπρος λεκές στο σκοτάδι. Δ εν ξαναείδε ποτέ από τό τε τον Ά ξε λ Μπρόντι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Τον είχε ξαναδεί τώρα, μετά από σχεδόν δεκατρία χρόνια, και δεν το είχε αντέξει. Ό τα ν ξανάνοιξε τα μάτια της, για λίγο όλα φάνηκαν να στρι­ φογυρίζουν γύρω της, κι ύστερα πάλι σταθεροποιήθηκαν, οι τοίχοι πήγαν στη θέση τους, το ταβάνι γύρισε πάλι από πάνω, και το πρόσωπο του Ά ξε λ Μπράντι έπαψε να κυματίζει στο ο­ πτικό της πεδίο. Έμεινε να τον κοιτάζει, ανίκανη ακόμα να πι­ στέψει στα μάτια της, και τόσο αδύναμη, που δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να κάνει το μοναδικό πράγμα που της υπαγόρευαν τα ένστικτά της: να σηκωθεί και να φύγει τρέχοντος, σαν να εί­ χε δει φάντασμα, και να μην ξαναπλησιάσει ποτέ στη ζωή της στο Τουίν Τάουερς. Της έδινε ένα ποτήρι νερό. «Έλα, πιες το αυτό. Αισθάνεσαι καλύτερα τώ ρα;» Έσπρωξε αδύναμα το χέρι που πλησίαζε στο πρόσωπό της, προσπάθησε ν ’ ανασηκωθεί, κι ανακάλυψε πως δεν ήταν πια στο χολ, αλλά στο καθιστικό. Είχε μια πολύ βάσιμη υποψία για το ποιος την είχε φέρει ως εκεί πέρα, και πώς. «Ω, Θεέ μου», έ­ κανε ξεψυχισμένα. Κι ύστερα ρώτησε, με κόπο, μιας και το σα­ γόνι της σφιγγόταν σπασμωδικά: «Τι θελεις εδώ ;» Είδε ένα φρύδι ν ’ ανασηκώνεται κοροϊδευτικά πάνω από ένα βαθυγάλανο μάτι. «Τι ερώτηση! Τι μπορεί να θέλω στο ίδιο μου το σπίτι;» «Στο - σπίτι σου;» Πάει, θα τρελαθώ... Χριστέ μου, όχι, όχι,

κάνε να λ έει ψέματα! «Καλά άκουσες. Στο σπίτι μου. Γιατί τόση έκπληξη; Δ εν ή ξε­ ρες ποιος αγόρασε το Τουίν Τάουερς;»


65 «Εσύ», έκανε μισοπεθαμένη η Ιλέιν. «Εσύ - αγόρασες το Τουίν Τάουερς;» Το σπίτι μου. Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν! Το σπίτι μου - στα χέρια του Ά ξε λ Μπρόντι... «Η “ Καλιντόνιαν Ό ιλ” - μου είπαν ότι - » «Η "Καλιντόνιαν Ό ιλ ” είναι δική μου», την ενημέρωσε ατάραχος , «Δική σου...» Δ εν μπορούσε πια να παρακολουθήσει τα γ ε γ ο ­ νότα, έτρεχαν πολύ γρήγορα για τις δικές της δυνατότητες προσαρμογής. Το κεφάλι της γύριζε. «Δ ε ν τ ό ’ξέρα. Ω, Θεέ μου, δεν τό ’ξέρα... Πώς θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ...» Δ ε γινό­ ταν να είναι αλήθεια. Σίγουρα κάποιον εφιάλτη έβλεπε, κι όπου νά ’ταν θα ’ρχόταν να την ξυπνήσει η Φιόνα, μ’ ένα φλιτζάνι καυ­ τό τσάι. «Πώς θα μπορούσες, αλήθεια», έκανε αδιάφορα ο άντρας. «Αν δε θέλεις το νερό, να σου φέρω λίγο μπράντι. Θα σε συνεφέρει». «Ναι», είπε αχνά η Ιλέιν. Μέχρι να της φέρει το μπράντι, τά χε καταφέρει ν ’ ανασηκωθεί και να καθίσει με κάπως περισσότερη ευπρέπεια στον καναπέ. Έ τρεμε τώρα σπασμωδικά, κι ακόμα, η σκέψη που κυριαρχούσε στο μυαλό της ήταν ένα ξέφρενο, πα­ νικόβλητο, «να φύγω, πρέπει να φύγω, όσο πιο γρήγορα γίνεται

να φύγω από δω μέσα...» Δ εν είχε καν την περιέργεια να μείνει μέχρι να μάθει τα πώς και τα γιατί. Μια φοβερή σουβλιά διαπέρασε το κρανίο της, κι έφ ερε αυ­ τόματα τα χέρια στο πρόσωπό της, λες και περίμενε μ’ αυτόν τον τρόπο να κρατήσει μακριά απ’ τον κόσμο της, το φ οβερότε­ ρο απ’ όλα τα φαντάσματα του παρελθόντος. Το φοβερότερο, σ τ’ αλήθεια, σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. Κρύωνε τώρα, κρύωνε φοβερά. Τα χέρια της έτρεμαν, τα δόντια της άρχιζαν να κροταλίζουν. Το φοβερότερο... Το μεγαλύτερο λάθος που είχε κάνει, η μεγαλύτερη πληγή απ’ όλες. Κάλλιο να έμπαινε στο γραφείο, και νά ’βλεπε πάλι τον πατέρα της σωρια­ σμένο μες στα αίματα, μπροστά στο τζάκι. Ακόμα κι αυτό θά ’ταν προτιμότερο απ’ την επιστροφή του Ά ξε λ Μπρόντι. Και πώς... Σε κανέναν δε θα διέφευγε η λεπτή ειρωνία της υπό­ θεσης. Το Τουίν Τάουερς στα χέρια του Ά ξελ Μπρόντι. Κι εκείνη, η περήφανη Κάμπελ του Έιλεν... υπηρετικό προσωπικό, στις δια­ ταγές του. Α, κανείς άντρας δε θα είχε πάρει ποτέ γλυκύτερη εκδίκηση απ’ ό,τι ο Ά ξε λ Μπρόντι. Τώρα αυτός ερχόταν προς το μέρος της, κρατώντας το ποτή­ ρι με το μπράντι, και της ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια της απ’


66 το ψηλό, γεροδεμένο κορμί του. Είχε αλλάξει - φυσικά, είχαν περάσει κιόλας δεκατρία χρό­ νια. Μια ολόκληρη ζωή... Είχε αφήσει τα ίχνη της πάνω του, στο πρόσωπό του που ήταν πάντα εντυπωσιακά ωραίο, αλλά που κουβαλούσε τώρα τις σκιές της εμπειρίας. Τα ίδια βαθυγάλανα μάτια, πιο σκοτεινά τώρα κι ακόμα πιο ατσάλινα απ’ όσο μπο­ ρούσε να τα θυμηθεί. Τα μαλλιά του, που δεν του κάλυπταν πια εντελώ ς τον αυχένα, αλλά που ήταν το ίδιο πυκνά, το ίδιο χρυ­ σά, και ξασπρισμένα τόπους-τόπους, όπως εκείνο το μακρινό καλοκαίρι... Ο χρόνος είχε σταθεί καλός μαζί του. Ό λες οι μι­ κρές αλλαγές πάνω του, τόνιζαν ακόμα περισσότερο την αρρενωπότητά του. Το στόμα του, λίγο πιο σκληρό απ’ όσο το θυμό­ ταν. Οι λεπτές ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια, που έφερναν στο νου απέραντες εκτάσεις και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Η έκ­ φρασή του, η αυτοπεποίθηση, το κύρος που απόπνεε... Καμιά σχέση πια μ’ εκείνον τον απελπισμένο νεαρό, που είχε κάποτε γονατίσει δίπλα της, και της είχε πει ότι δεν υπήρχε άλ­ λη για κείνον στον κόσμο, κι ότι ήθελε να επανορθώσει. Κι όνως, είχε από τό τε όλα τα ψήγματα της δύναμης ο Ά ξελ Μπρόντι. Δ εν ήταν παρά ο νόθος γιος μιας άγνωστης Νορθηγέζας κι ενός εξίσου άγνωστου άντρα, κι είχε ξεκινήσει τη ζωή του χωρίς ούτε ένα τόσο δα πλεονέκτημα. Η μοίρα δεν του είχε δώσει το παραμικρό, ούτε καν μια μητέρα, ούτε καν για ένα μή­ να. Μόνο ένα όνομα, κι αυτό ξενόφερτο, κι ένα επώνυμο κλεμ­ μένο από έναν πανάθλιο δρόμο λιμανιού. Δ εν είχε ποτέ του τίποτα, πέρα απ’ τη δύναμή του, που ακόμα και τότε, όταν εκείνος δεν ήταν παρά ο τελευταίος απ’ τους τ ε ­ λευταίους στο αρχοντικό του πατέρα της, η Ιλέιν την είχε νιώ­ σει, την είχε μαντέψει στα τυφλά, κι ενάντια σ ’ εκείνη τη δύνα­ μη είχε παλέψει λυσσασμένα, για να μην υποκύψει. Τώρα ακτινοβολούσε ολόκληρος οπό αυτοπεποίθηση, κύρος και ισχύ. Φυσικά. Τώρα μπορούσε να περιφέρεται μ’ όλη του την άνεση στο καθιστικό του Τουίν Τάουερς, και να δηλώνει ότι η “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” ήταν δική του. Είχε πάει πολύ μακριά σ ’ αυτά τα δεκατρία χρόνια ο Ά ξελ Μπράντι. Πήρε το ποτήρι απ’ το χέρι του, και το δικό της έτρεμε τόσο, που της χύθηκε κάμποσο μπράντι στη λευκή της μπλούζα. Δ εν το πρόσεξε καν. Κατέβασε μονορούφι το δυνατό ποτό, α­ γνοώντας το κάψιμο στο λαιμό της, κι όταν πια το ένιωσε καυτό στο στομάχι της, έγειρε πίσω, έκλεισε τα μάτια, κι ευχήθηκε να έπαυε να τρέμει σαν νά ’χε πυρετό. Της πήρε πάλι μαλακά το ποτήρι απ’ τα χέρια, κι έκατσε στη


67 διπλανή πολυθρόνα. Της είπε αργόσυρτα: «Δ ε ν άλλαξες καθό­ λου. Τα μαλλιά μόνο». «Τα μαλλιά;» Ά νοιξε τα μάτια και τον κοίταξε, χωρίς να κατα­ λαβαίνει. Το κεφάλι της γύριζε. «Ή ταν μακριά. Έφταναν ως τα μισά της πλάτης σου». «Τα έκοψα», είπε ανόητα η Ιλέιν. «Το βλέπω». Το πρόσωπό του ήταν ψυχρό, ολότελα απαθές. Δεν πρόδινε καν μια υποψία θριάμβου. Αλλά πώς πρέπει να ένιωθε εκείνη τη στιγμή ο Ά ξε λ Μπρόντι... Η εκδίκηση ήταν ένα πιάτο που τρωγόταν καλύτερα κρύο έτσι δεν έλεγαν; Μεθυσμένος από θρίαμβο πρέπει να ήταν, κι ας μην πρόδιναν τίποτε τα ψυχρά του μάτια. Η Ιλέιν σηκώθηκε με δυσκολία, παρακαλώντας να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της και να βγει μ’ αξιοπρέπεια απ’ το δωμά­ τιο. Δ εν μπορούσε πια να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω εκεί μέ­ σα, ούτε σε κανέναν άλλο χώρο του Τουίν Τάουερς. Έπρεπε να φύγει αμέσως τώρα. Ο Ά ξε λ Μπρόντι είχε αποκτήσει το σπίτι της, αλλά ακόμα κι αν ήταν να πεθάνει γι’ αυτό, δε θα του επέ­ τρεπε ν ’ αποκτήσει και την ίδια. Ούτε καν σαν υπηρέτρια. Τη ρώτησε ψυχρά: «Πού πηγαίνεις;» Η Ιλέιν σταμάτησε απότομα, μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδη­ τοποιώντας ότι είχε φτάσει κιόλας στην πόρτα, κι ότι έφευγε χωρίς ούτε ένα “ καληνύχτα” . Στράφηκε να τον κοιτάξει, κι ένι­ ωσε να τη συντρίβει μια απέραντη κούραση, μια αίσθηση ορι­ στικής παραίτησης, η επίγνωση ότι είχε φτάσει στο αμετάκλητο τέρμα. «Φεύγω», είπε άχρωμα. «Για πού;» Τώρα είχε σηκωθεί, κι ερχόταν προς το μέρος της, ψηλός όσο τον θυμόταν, με το ίδιο εξαίσιο σώμα, χωρίς ίχνος περιττού πάχους πάνω του, νωχελικός κι επικίνδυνος. «Γυρίζω σπίτι μου». «Τι εννοείς, γυρίζεις σπίτι σου;» Τα μάτια του είχαν στενέψει, έμοιαζαν με ατσάλινες λεπίδες. Χώνονταν κατευθείαν στην καρδιά της. «Εννοώ ότι φεύγω από δω μέσα». Έμειναν ν ’ αναμετριούνται με το βλέμμα, εκείνος ψυχρός κι ατσάλινος, εκείνη εξουθενωμένη. Της είπε ξερά: «Δ ε θα πας πουθενά. Κάτσε κάτω». Μια σπίθα οργής διαπέρασε την κούρασή της. «Μ ε διατά­ ζεις;» «Ναι». Η Ιλέιν γέλασε κοφτά. «Αγόρασες το Τουίν Τάουερς, εντάξει. Γιατί φαντάζεσαι ότι στην τιμή περιλαμβάνεται κι η Ιλέιν Μακφέρσον;»


68 Της είπε ψυχρά: «Το μόνο που φαντάστηκα, ήταν ότιπροσέλαβα μια υπεύθυνη οικονόμο. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λι­ γότερο, κυρία Μακφέρσον. Αν κάνω λάθος διορθώστε με, αλλά νομίζω ότι έχετε πληρωθεί προκαταβολικά γι’ αυτόν το μήνα». Το πρόσωπό της πάνιασε. «Θα σας επιστρέφω τα λεφτά, κύ­ ριε Μπρόντι». Δ εν είχε ιδέα πώς θα τα κατάφερνε, δεδομένου ότι δεν της είχε μείνει δεκάρα απ’ αυτά τα χρήματα. Απ’ τη στιγ­ μή που είχε προσληφθεί στο Τουίν Τάουερς, είχε νιώσει σίγου­ ρη για το οικονομικό της μέλλον. Κι είχε στείλει τον πρώτο της μισθό, καθώς και το κληροδότημα της Κάθριν Μάρλοου, στο σχολείο του Γιαν. Τώρα στο πορτοφόλι της είχε ελάχιστα χρή­ ματα, κι απ’ τη στιγμή που θα πάταγε το πόδι της στην αυλή του Τουίν Τάουερς, ουσιαστικά δε θα είχε και καθόλου προοπτικές. «Δ ε θέλω να μου επιστρέφετε τα χρήματα, κυρία Μακφέρ­ σον. Θέλω μόνο να τηρήσετε τους όρους της συμφωνίας μας, όπως τους τηρώ κι εγώ απ’ την πλευρά μου». Τα μάτια της πέταγαν σπίθες οργής όταν του είπε σφυριχτά: «Συμφωνία μαζί σου; Καλύτερα νά ’κανα συμφωνία με το διάβο­ λο, κύριε Ά ξε λ Μπρόντι!» Αυτός γέλασε. «Πάντα το ίδιο ταμπεραμέντο, Ιλέιν. Καθόλου δεν άλλαξες, σ τ ’ αλήθεια. Ποιο είναι τώρα το πρόβλημά σου; Θα πρέπει να είναι αρκετά σοβαρό, για να επιμένεις ντε και καλά να προτιμάς το διάβολο από μένα». «Θα τον προτιμούσα σε κάθε περίπτωση, κύριε Μπρόντι!» «Καθένας με τα γούστα του», παρατήρησε ψυχρά ο άντρας. «Τα δικά σου ήταν πάντα ιδιόρρυθμα». «Π-πώς τολμάς», έκανε ξεψυχισμένα η Ιλέιν. Το πρόσωπό της είχε πανιάσει. «Έ ρχεσαι εδώ μετά απ’ όλ’ αυτά τα χρόνια, αγο­ ράζεις το σπίτι μου - » «Α, ώ στε αυτό ήταν», έκανε εκείνος. «Μα δεν αγόρασα το σπίτι σου, γλυκιά μου. Αν με πληροφόρησαν σωστά, το Τουίν Τάουερς έπαψε να σου ανήκει εδώ και πέντε χρόνια. Εγώ το α­ γόρασα απλά απ’ τους πιστωτές σας». «Γιατί;» τον ρώτησε μισοπνιγμένη. «Γιατί το Τουίν Τάουερς; Δ εν μπορούσες να βρεις κάτι άλλο; Γ ιατί να πάρεις το δικό μου σπίτι;» Την κοίταζε ανέκφραστα. «Δ ε ν ξέρεις το γιατί;» Το στήθος της ανεβοκατέβαινε βίαια, τα μάτια της πέταγαν σπίθες, σαν πύρινα σμαράγδια στο χλομό της πρόσωπο. «Αν το ξέρω; Για ηλίθια με περνάς, κύριε Μπρόντι; Έρχεσαι μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια, κι αγοράζεις ένα σπίτι που δεν αξίζει ούτε τα μισά απ’ όσα έδωσες για να το επισκευάσεις. Μίλια μακριά απ’ την έδρα σου, απογυμνωμένο απ’ όλα του τα χτήματα, ερεί-


69 mo σωστό, σ ’ ένα χωριό που δεν το έχει ούτε ο χάρτης! Ούτε εσύ είσαι ηλίθιος, υποθέτω. Φτάνουμε επομένως στο μόνο λο­ γικό συμπέρασμα». «Ενημέρωσε κι εμένα, αν έχεις την καλοσύνη. Δ ε μου αρέσει να είμαι έξω απ’ το ανέκδοτο». «Το Τουίν Τάουερς», του πέταξε σφυριχτά, «το Τουίν Τάου­ ερς, για να τη βγεις στους Κάμπελ. Για να επισφραγίσεις το θρίαμβό σου, έτσι δεν είναι, Ά ξελ; Οι περήφανοι Κάμπελ στη λάσπη, φτυσμένοι, ποδοπατημένοι - όσοι απ’ αυτούς επέζησαν, τελικά - κι ο κύριος Ά ξε λ Μπρόντι, επιτέλους, θριαμβευ­ τής στο σπίτι τους. Κομπλέ, με την “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” και τα ε­ κατομμύριά του! Έ τσι δεν είναι, Ά ξε λ ;» «Μπορεί», της είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μπορεί και όχι, όμως. Δ ε σκάφτηκες την άλλη εκδοχή - μεταξύ μας, δεν περίμενα να τη σκεφτείς. Δ ε σ ’ έχω ικανή για τόσο λεπτές αναλύσεις». «Μπορώ ν ’ ακούσω την άλλη εκδοχή;» του πέταξε σαρκαστι­ κά. «Ή δεν είναι για τα χοντροκομμένα αυτιά μου;» «Γιατί όχι;» της είπε ανέμελα. «Δ ε χάνω τίποτε πέρα απ’ τα λόγια μου. Δ ε σκάφτηκες, ας πούμε, πως μπορεί να ήθελα το Τουίν Τάουερς επειδή ήταν ουσιαστικά το μόνο αληθινό σπίτι που είχα γνωρίσει. Επειδή εδώ πέρασα δώδεκα ολόκληρα χρό­ νια απ’ τη ζωή μου, κι ήταν χωρίς συζήτηση ειδυλλιακά μπροστά στα προηγούμενα δεκατρία. Επειδή και για μένα, το Τουίν Τάουερς ήταν το σπίτι μου». Σταμάτησε για μια στιγμή, ύστερα πρόσθεσε αδιάφορα: «Αλλά θα μπορούσαν φυσικά να υπάρ­ χουν και άλλοι λόγοι. Αυτό δείχνει πως δεν εξυπηρετεί ποτέ η στενότητα της σκέψης. Σου περιορίζει τους ορίζοντες». Τον κοίταζε αμίλητη, βαριανασαίνοντας. Ύ στερα ρώτησε: «Ποιοι άλλοι λόγοι;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Θα μπορούσα να τρελαί­ νομαι για το ψάρεμα. Κι ο Καρν είναι γεμάτος σολομούς». Του γύρισε απότομα την πλάτη, τραβώντας πάλι για την πόρ­ τα. Αυτή τη φορά, τη σταμάτησε το χέρι του στο μπράτσο της. Ή ξερε τη δύναμή του, και δεν επιχείρησε καν να του ξεφύγει. Στράφηκε αργά, και τον αντιμετώπισε επιστρατεύοντας όση ψυχραιμία της απέμενε. «Ά φ η σ έ με, Ά ξελ. Δ εν πρόκειται να μείνω». «Γιατί όχι; Πες μου το λόγο». «Γιατί με προσέλαβες; Το ήξερες ποια ήμουνα, έτσι δεν είναι; Δ εν έδειξες την παραμικρή έκπληξη‘βλέποντάς με. Ο Κέισι σου είχε στείλει το βιογραφικό μου. Του έδωσες εντολή να με προσλάβει πάσει θυσία, φαντάζομαι. Είχα εξωφρενικές απαιτήσεις -


70 ζήτησα ακόμα και τον πρώτο λόγο στις προσλήψεις του προσω­ πικού. Κι εκείνος δεν είπε ούτε ένα όχι. Με τη στάση του με παρακαλούσε κυριολεκτικά να δεχτώ τη θέση. Αν του ζητούσα τα τριπλάσια, πάλι ναι θα έλεγε, κι όχι βέβαια από δική του πρωτο­ βουλία. Εσύ ήθελες ντε και καλά να με προσλάβεις. Γιατί, Ά ξελ; Μόνο και μόνο για νά ’χεις την ευχαρίστηση να διατάζεις μια Κάμπελ; Για την ικανοποίηση να σε υπηρετεί η Ιλέιν Μακφέρσον; Ή για την ικανοποίηση να σκέφτεσαι ότι την αγόρασες σαν ένα κομμάτι ωμό κρέας; Ό τι επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια, έχεις εσύ όλους τους άσους στο χέρι;» Της είπε ψυχρά: «Τέλειωσαν οι υποθέσεις;» «Μπορώ να βρω και καμιά πενηνταριά άλλες, αν σ ’ ενδιαφέ­ ρει. Αλλά φαντάζομαι, θα είναι περιττός ο κόπος». Την κρατού­ σε ακόμα απ’ το μπράτσο, κι η επαφή με τα ατσάλινα δάχτυλά του ήταν αφόρητη. «Συμφωνώ. Ό σ ες υποθέσεις και να κάνεις, δεν πρόκειται να βρεις τη σωστή. Στο είπα και πριν, νομίζω, ότι η στενότητα της σκέψης είναι μειονέκτημα». Την άφησε απότομα, της έστρεψε την πλάτη, και τράβηξε πάλι για το μπαρ. «Μπορείς να φύγεις, αν θέλεις. Κι όσο για την προκαταβολή, ξέχασέ την. Μπορώ νο­ μίζω να σου κάνω ένα μικρό δώρο». Η Ιλέιν έμεινε τρέμοντας στην πόρτα. Κι όταν αργότερα ανα­ ρωτιόταν γιατί δεν είχε φύγει οριστικά εκείνο το βράδυ, κατέ­ ληγε πάντα στο συμπέρασμα ότι είχε μείνει, όχι επειδή δεν είχε καμιά άλλη λύση, αλλά επειδή δεν είχε τα λεφτά της προκατα­ βολής, και θα προτιμούσε οτιδήποτε άλλο, απ’ το να μείνει ο Ά ­ ξελ Μπρόντι με την εντύπωση ότι είχε δεχτεί το δώρο του, έστω και για λίγες μέρες. Κι έτσι έμεινε στην πόρτα και τον κοίταζε, βουβή και κατά­ χλομη. Χωρίς να γυρίσει καν να την κοιτάξει, της είπε ήρεμα: «Έ λα πιο κοντά, κι ας το συζητήσουμε λιγάκι, εντάξει;» Τον πλησίασε σαν αυτόματο. «Κάθισε», είπε ο Ά ξελ. Έκατσε απέναντί του, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Ακόμα και τώρα, μετά τόσα χρόνια, η θέα του την πλήγωνε αβάσταχτα. Μια ανυ­ πόφορη μελαγχολία την κατέλαβε, η αίσθηση ότι ήταν και πάλι παγιδευμένη, η θλίψη για όλα όσα είχαν χαθεί για πάντα. Δ εν είχε σ τ ’ αλήθεια κανένα νόημα να διαπληκτίζεται μαζί του. Ή ­ ταν λάθος ν ’ αφήνει το παρελθόν να την παγιδεύει σ ’ έναν αέ­ ναο κύκλο μίσους και εξάρτησης. Της είχε πάρει το σπίτι, την είχε προσλάβει σαν οικονόμο του, κι ίσως να το είχε κάνει για να την ταπεινώσει, όπως πίστευε η ίδια, ή για άλλους λόγους, όπως ισχυριζόταν εκείνος. Δ εν είχε πια σημασία. Το παρελθόν που τους είχε ενώσει περιστασιακά, τώρα τους χώριζε αμετάκλητα.


71 Δ εν είχαν τίποτε το κοινό οι δυο τους, πέρα απ’ την αντιστροφή της παλιάς τους σχέσης: αφέντης-υπηρέτης, αυτή τη φορά υ­ πέρ του Ά ξε λ Μπράντι. Κι όπως έλεγε κι ο Τζέιμς, μια ιδέα ήταν όλα. Αρχιζε κιόλας να τη συνηθίζει. Ο Αξελ έγειρε νωχελικά στην πλάτη της πολυθρόνας του. Τα ψυχρά του μάτια την περιεργάζονταν εξεταστικά, φέρνοντάς της μια καθαρά σωματική δυσφορία. Της είπε ήρεμα: «Ας προσποιηθούμε ότι είμαστε παλιοί φίλοι. Δ ε θά ’ναι δύσκολο, για μια βραδιά μόνο. Το να κρατάς τους τύπους πάντα βοηθάει, ξ έ ­ ρεις». Ύ στερα είπε μαλακά: «Λυπήθηκα για τον πατέρα σου. Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα για σένα, όλ’ αυτά τα χρόνια». Της ήρθε να γελάσει. Αν μόνο ήξερες πόσο δύσκολα ήταν, Ά ­

ξελ Μπράντι, Θα έσβηνε αυτό το υποκριτικό ύφος της ανωτε­ ρότητας απ' το όμορφο πρόσωπό σου... «Ναι», είπε ξερά. «Τα κατάφερα όμως». «Και τελικά», της είπε απρόσμενα, «δ εν παντρεύτηκες τον Μακντόναλντ». Δ εν του απάντησε. Κοιτούσε σταθερά σ ’ ένα σημείο στον τοίχο, πολύ πέρα απ' το πρόσωπό του. «Γιατί;» «Δ ε σε αφορά αυτό». «Νομίζεις. Αν ήμουνα εγώ ο υπεύθυνος, θά ’θελα να σου ξα­ ναζητήσω συγνώμη. Τώρα που ίσως θα σου είναι πιο εύκολο να τη δεχτείς». «Σταμάτα», του είπε πνιχτά. «Σταμάτα!» «Πέρασαν πια δεκατρία χρόνια, Ιλέιν», της είπε ήρεμα. «Θα έπρεπε να έχουμε θάψει το παρελθόν, δε νομίζεις; Θα γινόταν απείρως ευκολότερη η ζωή μας». «Η δική σου, ίσως», του πέταξε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της χεί­ λια. «Μη μιλάς και για τη δική μου, όμως. Δ εν ήταν ποτέ στη δι­ καιοδοσία σου!» «Το θέμα αφορούσε άμεσα κι εμένα. Επηρέασε και τη δική μου ζωή, Ιλέιν, κι ίσως εγώ να ζημιώθηκα τό τε πολύ περισσότε­ ρο απ’ όσο εσύ. Υποθέτω, δε θα το σκέφτηκες ποτέ έτσι. Δεκά­ ρα δεν έδινες για τις επιπτώσεις που θα είχε σ' εμένα, έτσι δεν είναι; Απ’ όλα, αυτό ήταν το χειρότερο. Το ξεπέρασα όμως, κι αυτό κι όλα τ ’ άλλα. Αγόρασα το Τουίν Τάουερς, μόνο και μόνο επειδή το νοσταλγούσα επί δεκατρία ολόκληρα χρόνια. Σε προσέλαβα σαν οικονόμο, επειδή ήσουνα η πιο κατάλληλη απ’ όλες τις υποψήφιες. Αυτό είν’ όλο. Δ εν υπάρχει πια τίποτε μεταξύ μας, ούτε παλιό, ούτε καινούριο. Μπορούμε φαντάζομαι να συ­


72 νυπάρξουμε μ’ ένα μίνιμουμ συνεννόησης. Οι υστερικές αντι­ δράσεις έχουν πάψει να με διασκεδάζουν από καιρό». Του είπε πικρά: «Πώς μπορείς να γίνεσαι τόσο μισητός; Αυτό είναι τα λέντο!» Ο άντρας γέλασε. «Πώς μπορείς και παριστάνεις πάντα το θύμα; Κι αυτό είναι τα λέντο». Η Ιλέιν τινάχτηκε πάνω. «Δ ε ν ξέρω τι εννοείς, κι ούτε μ’ εν­ διαφέρει να μάθω. Μπορώ να φεύγω τώρα, ή στο τίμημα περι­ λαμβάνονται κι οι προσβολές;» «Κάτσε κάτω», της είπε θαριεστημένα, και μετά ρώτησε ξερά: «Γιατί παντρεύτηκες τον Μακφέρσον; Απ’ όσο θυμάμαι, ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός σου. Και όχι ιδιαίτερα ελκυστικός». Το αίμα όλο ανέβηκε στα μάγουλά της. «Δ ε θα σου δώσω λο­ γαριασμό, Ά ξε λ !» «Δ ε ζήτησα να μου δώσεις λογαριασμό. Μια ερώτηση έκανα. Αν θέλεις απαντάς, αν όχι, το λες ευγενικά. Αλλά γιατί να μην απαν­ τήσεις; Γνωρίζουμε κι οι δυο το θέμα από πρώτο χέρι, νομίζω». Τα μάγουλά της φούντωσαν. Τον κοίταζε αγριεμένη, με τα μάτια σαν φουρτουνιασμένες θάλασσες. «Δ ε θέλω να το συζη­ τήσω, και προπαντός όχι μαζί σου!» Της είπε αργόσυρτα: «Ακόμα και μετά απ’ αυτό που... συνέβη μεταξύ μας, θα μπορούσες να είχες βρει κάποιον πολύ πιο κατάλ­ ληλο. Σίγουρα, δεν ήσουνα πια παρθένα, αλλά δεν ήταν και κανέ­ να έγκλημα αυτό. Πολλοί άντρες θα ενδιαφέρονταν για σένα, α­ κόμα κι έτσι. Χώρια που ήταν πολύ πιθανό να μην το έπαιρναν πο­ τέ χαμπάρι. Γιατί έπεσες με τα μούτρα στον Μακφέρσον;» Όπου νά ’ναι θα ξαναλιποθυμήσω, σκέφτηκε θολά η Ιλέιν. Του είπε: «Σταμάτα. Για τ ’ όνομα του Θεού, σταμάτα! Γιατί το κάνεις αυτό; Προσπαθείς να με συντρίψεις ολότελα;» Είχε ση­ κωθεί, προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου. «Θέλω να πάω στο δδωμάτιό μου», έκανε ξεψυχισμένα, και την ίδια στιγμή συνειδητο­ ποίησε πως το ταβάνι δεν ήταν εκεί που θα έπρεπε να είναι. Βρέθηκε στην αγκαλιά του Ά ξε λ Μπρόντι, κι ανέβαινε τις σκάλες χωρίς να τις ανεβαίνει. Ένα βογγητό της ξέφυγε, κι έ ­ κλεισε τα μάτια. Κάτω απ’ το μάγουλό της ένιωθε το χτύπο της καρδιάς του. Ό τα ν ξανακοίταξε γύρω της, βρισκόταν σ ’ ένα κρεβάτι, ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι στο κύριο υπνοδωμάτιο του Τουίν Τάουερς, που το είχε ετοιμάσει η ίδια για τον καινούριο του ιδιοκτήτη. Καθόταν δίπλα της στο κρεβάτι, και την κοιτούσε. Ήταν το ίδιο κρεβάτι όπου κοιμόνταν κάποτε οι γονείς της, ένα παμπάλαιο


73 αλλά καλοδιατηρημένο έπιπλο με ουρανό και κουρτίνες, από­ λυτα ταιριαστό μέσα σ ’ αυτό το βαρύ, γοτθικό περιβάλλον. Δ εν είχαν αλλάξει σχεδόν τίποτε σ ’ εκείνο το υπνοδωμάτιο, μόνο το στρώμα ήταν καινούριο, άνετο, ορθοπεδικό. Ένα πορτατίφ με σομόν αμπαζούρ φώτιζε απαλά το ^ώρο. Κάποτε το αμπαζούρ ήταν σκούρο γκρενά, θυμόταν η Ιλειν. Της άρεσε περισσότερο έτσι, πάντως. «Είσαι καλύτερα τώρα;» Η φωνή του έφτανε σαν από μακριά. «Μήπως θά ’πρεπε να φωνάξουμε το γιατρό;» «Ό χ ι βέβαια», έκανε αδύναμα η Ιλέιν. «Είμαι μ-μια χαρά....» «Δυο φορές λιποθύμησες απόψε. Γιατί; Είσαι άρρωστη;» «Ά φ η σ έ με, Ά ξελ...» Προσπάθησε ν ’ ανασηκωθεί στον αγκώ­ να της, και ξανάπεσε πίσω. «Γιατί με έφ ερες στο δ-δωμάτιό σου;» «Επειδή δεν ήξερα ποιο είναι το δικό σου», της αποκρίθηκε ψυχρά. «Δ ε ν ήξερα καν ποιο είναι το δικό μου. Εσύ θα έπρεπε να μου είχες πει. Απλά υπέθεσα πως θα ήταν το κύριο υπνοδω­ μάτιο». «Θέλω να πάω στο δ-δωμάτιό μου...» «Καλά είσαι κι εδώ για την ώρα. Αν είσαι άρρωστη, Ιλέιν, δε νομίζεις πως το πιο λογικό - » «Δ ε ν είμαι άρρωστη. Ω, που να πάρει, δεν είμαι άρρωστη! Θέ­ λω να πάω στο δωμάτιό μου!» Τα μάτια του ήταν ψυχρά σαν πάγος. «Γιατί;» της πέταξε σκληρά. «Φοβάσαι μήπως σε ξαναβιάσω;» Και το τελευταίο ίχνος χρώματος έφυγε απ’ το πρόσωπό της. Έκλεισε τα μάτια μ’ ένα μορφασμό πόνου, σαν να της είχε μό­ λις δώσει μια μαχαιριά. Εκείνος σηκώθηκε από κει που καθόταν, και θάλθηκε να βη­ ματίζει για λίγο άσκοπα στο δωμάτιο. Ύ στερα ήρθε πάλι και στάθηκε από πάνω της, κι είπε κοφτά: «Ά ν ο ιξε τα μάτια. Αν αι­ σθάνεσαι καλύτερα, θέλω να σου μιλήσω». «Δ ε ν έχουμε να πούμε τίποτα εμείς οι δυο, κύριε Μρόντι». «Κόφ’ το, Ιλέιν. Σ’ αρέσει δε σ ’ αρέσει, για την ώρα είμαστε υ­ ποχρεωμένοι να συνυπάρξουμε. Ό ,τι κι αν κάνεις, δε θα με πείσεις να σ’ απολύσω, κι απ’ ό,τι βλέπω, ούτε εσύ είσαι διατε­ θειμένη να φύγεις». «Θα φύγω», του πέταξε οργισμένη. «Φυσικά θα φύγω! Μόλις κλείσει ο μήνας και ξεχρεώσω την προκαταβολή. Να είσαι σί­ γουρος γι’ αυτό, Ά ξε λ Μπρόντι!» «Μέχρι να κλείσει ο μήνας, δε γίνεται να κάνουμε μια προσ­ πάθεια; Δ εν πρόκειται να βγούμε αλλιώς απ’ αυτό το φαύλο κύ­ κλο. Ό ,τι έγινε έγινε, κι από τό τε πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Δε


74 ζητώ τίποτε από σένα - μόνο στοιχειώδη ανοχή. Αν σε τάραξα με τις ερωτήσεις μου, ζητώ συγνώμη. Απλά αναρωτιόμουνα, ό­ πως θ ’ αναρωτιόμουνα για οποιονδήποτε παλιό γνώριμο. Δ ε βλέπω γιατί πρέπει να λιποθυμάς, κάθε φορά που οι ερωτήσεις γίνονται ελάχιστα πιο προσωπικές». «Ελάχιστα πιο προσωπικές! Κανονική ανάκριση μου έκανες, Ά ξελ. Τι σε νοιάζει εσένα, στο κάτω-κάτω;» «Σωστά», της είπε κουρασμένα. «Δ ε με νοιάζει, όπως δε νοιάζει ούτε εσένα. Εσύ δε θα μου έκανες ποτέ καμιά ερώτηση, έτσι δεν είναι, κυρία Μακφέρσον;» Έ λεγε το επώνυμο του άν­ τρα της, σαν να το έφτυνε κάθε φορά. «Ούτε απόψε, ούτε αύ­ ριο, ούτε π οτέ!» «Ό χ ι», του είπε κοντανασαίνοντας. «Ποτέ. Γιατί, περίμενες ότι θα σου έκανα; Δ ε μ’ ενδιαφέρει αρκετά για να ρωτήσω, κύ­ ριε Μπρόντι! Δ ε θα έπρεπε να ενδιαφέρει ούτε εσένα - πόσο μάλλον που φαίνεσαι να ξέρεις όλες τις απαντήσεις!» Αν μόνο μπορούσε να πάρει τα μάτια της απ’ τα δικά του, θά ’ταν όλα τό ­ σο πιο εύκολα. Αλλά δεν μπορούσε. Τα ανεξιχνίαστα βάθη τους τραβούσαν σαν μαγνήτης το βλέμμα της. Τόσα χρόνια, είχε ξεχάσει τι πάθαινε κάθε φορά που βρισκό­ ταν κοντά στον Ά ξε λ Μπρόντι. Είχε ξεχάσει την ένταση του ι­ λίγγου. Τώρα έπρεπε να παλεύει διπλά, ενάντια και σ ’ εκείνον, και στον εαυτό της. «Έ τσ ι νομίζεις», της είπε με την ίδια κούραση στη φωνή. «Υ ­ πάρχουν όμως ερωτήματα όπου δεν μπόρεσα ποτέ να βρω α­ πάντηση. Πολύ παλιά ερωτήματα, σ τ ’ αλήθεια, αλλά κάπου με καίνε ακόμα». Του είπε σφυριχτά, τρέμοντας απ’ την αγωνία: «Μην τολμή­ σεις, Ά ξελ ! Μην πεις λέξη παραπάνω! Δ εν πρόκειται να συζη­ τήσω άλλο μαζί σου για το παρελθόν. Αρκετό κακό μου έκανες, και τότε, και τώ ρα!» Τα μάτια του στένεψαν. «Αρκετό κακό σου έκανα», επανέλαβε άχρωμα. Ένα νεύρο τρέμιζε στο σαγόνι του, όταν της είπε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα του δόντια: «Κάθισες ποτέ να σκεφτείς πόσο κακό έκανες εσύ σ ’ εμένα, Ιλέιν;» «Εγώ - σ ’ εσένα;» Τον κοίταζε μ’ ορθάνοιχτα μάτια, και της αντιγύριζε το βλέμμα φουρτουνιασμένος. Ύστερα, ανασήκωσε τους ώμους κι είπε στεγνά: «Μην κουράζεσαι. Ό σο και να πα­ σχίσεις, δεν πρόκειται να συμμεριστείς την άποψή μου. Δ εν έ­ χεις τόσο ανεπτυγμένες ευαισθησίες, κυρία Μακφέρσον - πο­ τέ δεν είχες. Δ εν μπορείς να δεις την άποψη του σκουληκιού που λιώνεις κάτω απ’ το παπούτσι σου - πώς θα μπορούσες; Δ εν πρόκειται παρά για ένα σκουλήκι, στο κάτω-κάτω! Ποιος


75 νοιάζεται ποτέ για ένα σκουλήκι;» «Το θ-θυμάσαι», τραύλισε η Ιλέιν. «Θυμάμαι κάθε λέξη, κυρία Μακφέρσον. Η φύση με προίκισε με εξαιρετική μνήμη. Πολύ άβολο σε μερικές περιπτώσεις, δε συμφωνείτε;» Της γύρισε την πλάτη, και τραβούσε για την πόρ­ τα όταν του πέταξε πνιχτά: «Σε μισώ, Ά ξε λ Μπρόντι, σε μισώ! Ποτέ δε μίσησα άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο εσένα!» Ο άντρας σταμάτησε με το χέρι στο πόμολο της πόρτας. Στράφηκε αργά να την κοιτάξει, κι η Ιλέιν τρόμαξε βλέποντας την έκφρασή του. Της είπε αργόσυρτα, προφέροντας ξεκάθα­ ρα την κάθε λέξη, για να μην της αφήσει καμιά αμφιβολία ότι την εννοούσε: «Θα σε παρηγορούσε ίσως να σου πω ότι σε μισώ κι εγώ το ίδιο. Θα ένιωθες ίσως δικαιωμένη. Αλλά δε θα στο πω, Ιλέιν. Δ ε σε μίσησα ποτέ. Δ εν άξιζες καν το μίσος μου, κορίτσι μου. Χαμένο θα πήγαινε κι αυτό σ ’ εσένα». Κι έχοντας πει την τελευταία του λέξη, βγήκε απ’ το δωμάτιο κλείνοντας ήρεμα πίσω του την πόρτα. Αν πίστευε πως δεκατρία ολόκληρα χρόνια θα ήταν αρκετά για να αμβλύνουν τη σφοδρότητα των αντιδράσεών της απέναντι στον Ά ξελ, τώρα της δινόταν η ευκαιρία να διαπιστώσει πόσο έξω είχε πέσει. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα, σαν να μην είχε μεσολαβήσει ούτε μια μέρα. Μόνο που τώρα, είχε έναν επιπλέον λόγο να τον μισεί - τοΤουίν Τάουερς.Τώρα μπορούσε να τον μισεί όχι μόνο για τα παλιά, αλλά και για τα καινούρια, για την ταπείνωσή της, για τη δική του δύναμη, για τα λόγια που της είχε πει, και για το θράσος του να ισχυρίζεται κιόλας ότι εκείνη τον είχε βλάψει. Δεν τη μισούσε, της είχε πει μ’ όλη του την έπαρση. Ποτέ δεν την είχε μισήσει. Είχε αυτού του είδους το θράσος, ο Ά ξε λ Μπρόντι. Λες και θα έπρεπε κιόλας από πάνω να τη μισεί, ο άν­ θρωπος που της τα είχε πάρει όλα και δεν είχε αφήσει τίποτα πίσω του, μόνο μια ζωή χαραμισμένη, λεηλατημένη χωρίς κανέναν οίκτο, κανέναν ενδοιασμό. Τα είχε πάρει όλα, ακόμα και το Τουίν Τάουερς, ακόμα και την περηφάνεια της. Μόνο ένα πράγμα δε θα μπορούσε ποτέ να της πάρει, κι αυτό ήταν όλη κι όλη η εκδίκησή της, ασήμαντη και πικρή, αλλά δική της. Αργότερα, κατάφερε να πάει μέχρι το δωμάτιό της, και να σω­ ριαστεί στο κρεβάτι. Ένιωθε άρρωστη, το στομάχι της ανακα­


76 τευόταν. Τα λόγια του είχαν μπηχτεί σαν πυρωμένες σφήνες στο μυαλό της. «Κάθισες ποτέ να σκεφτείς πόσο κακό έκανες

εσύ σ 'εμένα, Ιλέιν;» Τι κακό του είχε κάνει; Μόνο εκείνα τα άσκεφτα λόγια, που της είχαν ξεφύγει πάνω στην απελπισία και τον πανικό της, και που αυτός τα θυμόταν ακόμα, ένα προς ένα. Της τα καταλόγιζε ακόμα μετά από τόσα χρόνια, χωρίς να της δίνει κανένα ελα­ φρύ ντικό, όταν ο καθένας θα έβλεπε ότι ήταν λόγια μόνο οργής και απόγνωσης, χωρίς καμιά βαρύτητα. Ο καθένας - όχι όμως κι ρ Ά ξε λ Μπρόντι. Του είχε θίξει την περηφάνεια του, τον είχε παρομοιάσει με σκουλήκι. Σε μια στιγμή που είχε χάσει τα λογι­ κά της απ’ τον πανικό, την ντροπή και την απελπισία. Αυτό ήταν όλο κι όλο το κακό που του είχε κάνει. Κι εκείνη, τουλάχιστον, δεν τον είχε εγκαταλείψει χωρίς καν μια λέξη, χωρίς ούτε ένα αντίο. Δ εν είχε φύγει εκείνη απ’ τη ζωή του, αφήνοντάς τον να κλαίει πικρά τις ατέλειωτες νύχτες ενός καλοκαιριού, που η θύμησή του δεν έλεγε να πεθάνει. Μέσα της έκλαιγε όλα αυτά τα χρόνια για κείνο το καλοκαίρι. Ακόμα και τώρα, που αυτός είχε γυρίσει για να ανατρέψει όλες τις εύθραυστες ισορροπίες, δεν μπορούσε να πάψει να θρηνεί, όχι για κείνον, όχι για τίποτ’ άλλο, αλλά για όλα τα δάκρυα που είχε χύσει κάποτε, κι είχαν πάει χαμένα. Μπορούσε ακόμα να ξαναζήσει με κάθε λεπτομέρεια εκείνη τη μακρινή νύχτα. Είχε φύγει απ’ το σπίτι του τρέχοντος στα τυ ­ φλά, σκουντουφλώντας σ ’ όλες τις ανωμαλίες του εδάφους, πνιγμένη στην απελπισία και στην ντροπή, με μια μόνο σκέψη στο μυαλό της: να κρυφτεί κάπου και να πεθάνει. Έ τρεχε στα τυφλά προς το σπίτι της, όχι από επιλογή, αλλά επειδή, εντελώ ς τυχαία, την πήγαιναν προς τα κει τα βήματά της. Κι εκεί, στη μέση της αυλής του Τουίν Τάουερς, έπεσε κυριο­ λεκτικά πάνω στη μεγαλόσωμη φιγούρα του αδερφού της. Πνιγμένη όπως ήταν στα δάκρυα, η Ιλέιν δεν μπορούσε ούτε να δει τι γινόταν. Ο Άνγκους την τραβούσε απ’ το μπράτσο, σέρνοντάς την σχεδόν, και εκείνη δεν μπορούσε ούτε να καταλά­ βει τι της έλεγε. Άρχισε να καταλαβαίνει όταν βρέθηκε στο σπίτι, ανάμεσα στον Άνγκους και στον πατέρα της, κλαίγοντας ακόμα υστερι­ κά, σε σημείο που να μην μπορεί ούτε να απαντήσει σ ’ αυτά που τη ρωτούσαν. «Μαζί του ήσουνα; Λ έγε!» Ο Άνγκους την ταρακουνούσε απ’ το μπράτσο.


77 «Όχι. Ναι... Ά φησέ με, σε παρακαλώ, άφησέ με...» «Τι σου έκανε; Λέγε. Λέγε, που να σε πάρει! Σε βίασε; Μίλα!» «Όχι. Όχι... Ά φησέ με!» «Είχε δίκιο ο Χάμις. Το κάθαρμα... Πώς τόλμησε;» «Ά φ η σ έ τον ήσυχο!» «Ήρεμα, Ιλέιν. Σε βίασε, έτσι δεν είναι;» «Ά φ η σ έ με...» Σωριάστηκε στο πάτωμα, πάνω στις λειασμένες απ’ το χρόνο πέτρινες πλάκες, σε κατάσταση απόλυτης υ­ στερίας, χωρίς να καταλαβαίνει καν ποιος της μιλούσε, ο πατέ­ ρας της ή ο αδερφός της. Άκουγε τα λόγια τους, χωρίς να τα καταγράφει στο μυαλό της. «Ξετσίπωτη... Εκείνος φταίει. Ο Χάμις τους είδε... Το φίδι... Πόσον καιρό γίνεται αυτό; Θα πλη­ ρώσει γι’ αυτό, το κάθαρμα. Γιατί πήγαινες μαζί του ;» «Δ - δεν πήγαινα μαζί του. Α-απόψε μ-μόνο...» «Σε βίασε. Έ τσι δεν είναι; Λέγε...» «Ά φ η σ έ με!» Κι ύστερα, η φωνή του Άνγκους: «Θα το ταχτοποιήσω εγώ, πατέρα». Βρέθηκε μόνη με τον πατέρα της, αντιμέτωπη με το απαγο­ ρευτικό, σκληρό του πρόσωπο. «Πατέρα...» «Ή τα ν μεγάλο λάθος αυτό, Ιλέιν. Δ ε σκέφτηκες τίποτα, ούτε εμένα, ούτε τον εαυτό σου, ούτε τον Μακντόναλντ. Πώς τό ’κά­ νες αυτό; Πώς άφησες αυτόν τον παλιάνθρωπο να - να στο κά­ νει αυτό;» «Αφήστε τον ήσυχο! Τι θέλετε να κάνετε; Δε φταίει εκείνος!» Θέλησε να τρ έξει να βγει απ’ την πόρτα, αλλά τη συγκρότησε χωρίς δυσκολία ο Ντάνκαν Κάμπελ. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Ιλέιν, και κοίτα να ησυχάσεις τώ ­ ρα. Θα γίνουμε ρεζίλι σ ’ όλο το σπίτι». «Δ ε ν πρόκειται να ησυχάσω! Τι πάει να κάνει ο Ά νγκους;» «Δ ε ν μπορεί να μείνει έτσι αυτό το θέμα, το καταλαβαίνεις, φαντάζομαι. Πρέπει να δοθούν κάποιες εξηγήσεις». «Τι θα του κάνετε;» «Τίποτα που να σε ανησυχεί. Πήγαινε στο δωμάτιό σου, και θα κοιτάξουμε να μπαλώσουμε κάπως τα πράγματα». Είχε πάψει να κλαίει, και τώρα κοίταζε τον πατέρα της με τρόμο. «Πατέρα - όχι, όχι!» Της είπε ψυχρά: «Πρέπει να επανορθώσει κάπως, Ιλέιν. Δ εν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι αυτό το θέμα. Θα πρέπει να το ταχτοποιήσουμε ήσυχα μεταξύ μας. Ηρέμησε τώρα, και πήγαι­ νε στο δωμάτιό σου». «Κι ο... Ρόμπερτ;» έκανε ξεψυχισμένα η κοπέλα. Ο πατέρας της ανασήκωσε τους ώμους. «Ας το σκεφτόσουνα


78 αυτό πριν πας με τον άλλον». «Δ ε ν τον θέλω», έκανε σφίγγοντας τα δόντια η Ιλέιν. «Δ ε ν τον θέλω!» «Θα τα ξαναπούμε αύριο, Ιλέιν. Άφησέ με μόνο μου τώρα. Θέλω να σκεφτώ». Είχε τρ έξει αλαφιασμένη να κρυφτεί στο δωμάτιό της, κι είχε περάσει μια ολότελα εφιαλτική νύχτα, παραδέρνοντας ανάμε­ σα στην απόγνωση, και στην αποστροφή γι’ αυτό που σχέδιαζαν ο πατέρας της κι αδερφός της να της επιβάλουν. Κι ύστερα, κοντά στο πρωί, είχε καταλάβει. Χάραζε κιόλας η αυγή όταν συνειδητοποίησε με απόλυτη κα­ θαρότητα, ότι η σκέψη πως θα την υποχρέωναν να παντρευτεί τον Ά ξε λ Μπρόντι, δεν της έφερνε πια την παραμικρή απο­ στροφή, μόνο μια παράδοξη έξαψη, μια έξαρση χωρίς προη­ γούμενο, μια πρωτόγνωση αίσθηση προσδοκίας. Η καρδιά της είχε γαληνέψει. Της είχαν αφαιρέσει κάθε δικαίωμα επιλογής, κι επιτέλους μπορούσε να χαλαρώσει, να πάψει να βασανίζεται, και να δεχτεί το απλό γεγονός ότι ήταν ερωτευμένη με τον Ά ­ ξελ μέχρι απελπισίας. Κάθισε μπροστά στο παράθυρο, αγναντεύοντας τους από­ κρημνους λόφους και τους βάλτους πέρα μακριά στο Γκλεν Κούλιν, θαμπούς κάτω απ’ το γκρίζο φως της αυγής, και σκέφτηκε πως όπως και νά ’χαν εξελιχτεί τα πράγματα, ακόμα κι αν δεν τους είχε προδόσει ο Χάμις, κι αν δεν το είχαν μάθει οι δικοί της, εκείνη δε θα μπορούσε πια σε καμιά περίπτωση να παν­ τρευτεί τον Ρόμπερτ Μακντόναλντ. Αργά ή γρήγορα, θα το κα­ ταλάβαινε και χωρίς την επέμβαση του πατέρα της ή του αδερ­ φού της. Μόνο που θα το πάλευε λυσσασμένα, και θ’ αρνιόταν να το αποδεχτεί, όχι για άλλο λόγο, αλλά εξαιτίας της ευθύνης που ένιωθε ότι είχε απέναντι στην οικογένειά της. Τώρα που την είχαν απαλλάξει απ’ την ευθύνη, κι απ’ όλες τις συνεπακόλουθες πιέσεις, τώρα μπορούσε να κοιτάζει την αυ­ γή, και να σκέφτεται τον Ά ξελ. Στην καρδιά της δεν υπήρχε πια καμιά αμφιβολία, καμιά σκιά. Ή ταν ο Ά ξε λ της, ο άντρας της, ο μόνος άντρας στον κόσμο για κείνην. Ήταν δίκιά του, όχι επει­ δή της είχε πάρει την παρθενιά, αλλά επειδή τον αγαπούσε τρ ε ­ λά, και θα τον αγαπούσε για πάντα. Αχ, αν μόνο του το είχε πει τη νύχτα, στο σπιτάκι... Δ εν είχε όμως πια σημασία. Θα του ζητούσε συγνώμη για όλα όσα του είχε πει, κι εκείνος θα τη συχωρούσε. Και σύντομα, σύντομα, θα δένονταν οι δυο τους για πάνΐα. Εκείνο το πρωί, με τα μάτια καρφωμένα στη μαβιά σιλουέτα του Μπεν Κάλοχ, ορκίστηκε πως θ’ αγαπούσε τον Ά ξε λ Μπρόν-


79 τι για πάντα, πως θα ήταν δική του για πάντα, πως δε θα άφηνε ποτέ πια τίποτα να τους χωρίσει. Κι ύστερα, όταν είχε προχωρήσει πια η μέρα κι ήταν κοντά με­ σημέρι, την είχε καλέσει ο πατέρας της στο γραφείο του, και της είπε, έτσι απλά, πως ο Ά ξε λ Μπράντι είχε προτιμήσει να φύγει. Τον είχε βρει ο Άνγκους, της είχε πει, και του είχε ζητήσει ε ­ ξηγήσεις. Ο Μπράντι είχε δείξει... κατανόηση. Δ εν είχε φανεί ι­ διαίτερα πρόθυμος, αλλά είχε συμφωνήσει πως, όσο δυσάρε­ στη κι αν ήταν αυτή η λύση για τους Κάμπελ, ήταν ω στόσο η μό­ νη εφικτή. Η κοπέλα είχε εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Θα μπορούσε ίσως ε ­ κείνη η νύχτα να έχει και άλλες συνέπειες. Δ εν είχε πια σημασία ποιος έφταιγε, σημασία είχε ότι οι συνθήκες απαιτούσαν επα­ νόρθωση. Ο Ντάνκαν Κάμπελ περίμενε απ’ τον Ά ξε λ Μπρόντι, που στο κάτω-κάτω του χρωστούσε κάμποση ευγνωμοσύνη, να κάνει το καθήκον του και ν ’ αποκαταστήσει την κοπέλα. Ή κάπως έτσι, τέλος πάντων. Ο πατέρας της είχε πάντα την τάση να χρησιμοποιεί βαρύγδουπες εκφράσεις, και μπόλικο α­ λατοπίπερο από "καθήκον” και "υποχρεώσεις” . Η ουσία ήταν πως ο Άνγκους είχε ζητήσει απ’ τον Ά ξε λ να παντρευτεί την Ιλέιν, κι εκείνος, έστω και απρόθυμα, είχε συμ­ φωνήσει. Και το πρωί είχε φύγει. Κανείς δεν τον είχε δει, κανείς δεν ήξερε για πού είχε τραβή­ ξει, αλλά δε χρειαζόταν φιλοσοφία για να καταλάβει κανείς το γιατί: μπροστά στην προοπτική να παντρευτεί την Ιλέιν Κά­ μπελ, ο Ά ξε λ Μπρόντι είχε προτιμήσει να φύγει και να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Ο Ντάνκαν Κάμπελ έδειχνε έξαλλος, και συγχρόνως ανακου­ φισμένος. Καθώς όμως η Ιλέιν ήταν σε απόλυτη δυσμένεια, δε συζήτησε μαζί της τις αντιδράσεις του απέναντι σ ’ αυτήν την κατάφωρη περιφρόνηση της επιθυμίας του, από κάποιον σαν τον Μπρόντι. Ο αδερφός της όμως δεν είχε κανένα πρόβλημα να της πει την άποψή του με πολύ ξεκάθαρα λόγια. Ο Ά ξε λ Μπρόντι, κατά τη γνώμη του, ήταν ένα ποταπό και ελεεινό υποκείμενο, που είχε ξεπληρώσει τον πατέρα τους για την καλοσύνη και την ανεκτικότητά του, και για το ψωμί που τον τάιζε τόσα χρόνια, μ’ αυτόν τον ποταπό και ελεεινό τρόπο. Από μια άποψη, ήταν ευ­ τύχημα που είχε αρνηθεί να αναλάβει τις ευθύνες του. «Εγώ, προσωπικά, ανακουφίστηκα που δε θα τον κάνω γαμπρό μου», είχε δηλώσει στην Ιλέιν.


80 Κι ύστερα, είχαν αρχίσει όλοι να σκέφτονται πως, εφόσον ο υ­ παίτιος είχε φύγει, ίσως θα έπρεπε να ξαναδούν απ’ την αρχή το θέμα του Μακντόναλντ. Η Ιλέιν ήξερε ότι υπήρχαν τρόποι να ξεγελαστεί ένας άντρας. Είχε ακούσει για τέτο ιες περιπτώσεις, απ’ το γυναικείο προσω­ πικό του σπιτιού, για ελαφρόμυαλες κοπέλες που δεν είχαν κρατήσει σαν πολύτιμο θησαυρό την αγνότητά τους, και είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε διάφορα άλλα μέσα για να πείσουν τους άντρες τους ότι τη διέθεταν ακόμα. Οι περισσότε­ ρες, άλλωστε, τα κατάφερναν μια χαρά. Ή ξερε πως, αν ήθελε, μπορούσε ακόμα να έχει τον Μακντό­ ναλντ. Μπορούσε να εξομολογηθεί στη Φιόνα τι είχε συμβεί, και να ζητήσει τις πολύτιμες συμβουλές της. Ήταν άλλωστε πο­ λύ πιθανό πως δε θα χρειαζόταν να καταφύγει σε κανένα α­ κραίο μέσο για να ξεγελάσει τον Ρόμπερτ. Κάποτε είχε ακούσει τη Μέρι Μακλίν, που διηγιόταν την περίπτωση μιας ξαδέρφης της. Με μόνο μια φορά, έλεγε, δε γινόταν ανεπανόρθωτο κακό. Ο υμένας μπορούσε να ξανακλείσει από μόνος του, φτάνει να τον άφηνες από κει και πέρα στην ησυχία του. Μετά, η γυναίκα ήταν πάλι σαν παρθένα. Σίγουρα, αν ήθελε, θα μπορούσε να έχει ακόμα και τον Μα­ κντόναλντ. Αλλά δεν ήθελε. Έ ναν μόνο άντρα ήθελε στον κόσμο, αλλά το είχε ανακαλύ­ ψει πολύ αργά, όταν πια εκείνος είχε φύγει. Ανατρίχιαζε στη σκέψη και μόνο να παντρευτεί κάποιον άλλον. Κι ήταν ευχαρι­ στημένη που η σχέση της με τον Ρόμπερτ δεν είχε προχωρήσει μέχρι τον αρραβώνα, κι έτσι μπορούσε να τη διακόψει χωρίς φασαρίες και σκάνδαλα, και χωρίς να έχει να της πει τίποτα, ούτε ο Ρόμπερτ, ούτε ο πατέρας της. Πέρα όμως από κάποιες νύξεις, που κι αυτές έπεσαν στο κε­ νό, κανείς δεν της είπε τίποτα, κανείς δεν την πίεσε ιδιαίτερα. Την έστειλαν μόνο για λίγες μέρες στη θεία της, τη λαίδη Φένγουικ, που κι αυτή απέφυγε να μπει πιο βαθιά στο θέμα - ίσως το έβρισκε ολωσδιόλου κακόγουστο και υποτιμητικό. Η Ιλέιν πέρασε σχεδόν ολόκληρο το μήνα στο Φένγουικ, μετρώντας τις ώρες μέχρι να ξαναγυρίσει στο Έιλεν, κι ελπίζοντας πέρα από κάθε ελπίδα πως, φ τάνοντας στο σπίτι, θα μάθαινε ότι ο Ά ξε λ είχε επιστρέφει. Αλλά εκείνος δεν επέστρεψε, δεν έστειλε καν ένα τυπικό μή­ νυμα, σε κανέναν. Και καθώς η ευθύνη για τον εντοπισμό του ήταν λίγο-πολύ στην αρμοδιότητα του πατέρα της, η Ιλέιν ή ξε­ ρε πως κανείς δε θά ’χε ασχοληθεί στα σοβαρά να βρει τον φυγάδα. Όχι πάντως ο Ντάνκαν Κάμπελ. Δ ε θα κούναγε ούτε το


81 δαχτυλάκι του για να βρει έναν ανεπιθύμητο γαμπρό, που μάλι­ στα τον είχε φτύσει κατάμουτρα με τις πράξεις του. Οι μοναχικές μέρες κι οι βασανιστικές νύχτες αργοκυλούσαν, ο μήνας έκλεισε, οι τελευταίες της ελπίδες έσβηναν σιγάσιγά. Ό λα τα δάκρυα που είχε χύσει εκείνο το καλοκαίρι, δεν είχαν αρκέσει να της φέρουν πίσω τον Ά ξελ, κι όταν μπήκε το φθινόπωρο, είχε πάψει πια να κλαίει. Η ζωή συνεχιζόταν, με τις δικές της απαιτήσεις. Αλλά η πληγή δεν είχε κλείσει ποτέ ολοκληρωτικά. Πάντα κά­ που στο βάθος, ένα κομμάτι του εαυτού της συνέχιζε να θρηνεί για τη χαμένη της αγάπη, για τον άντρα της που δεν είχε γίνει ποτέ δικός της, για όλα όσα δεν είχαν συμβεί ποτέ, για όλους τους όρκους που είχε κάνει μιαν αυγή, και είχαν πάει χαμένοι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Πρωί-πρωί, πήγε να βρει τη Φιόνα. «Πρέπει να σου μιλήσω πριν... πριν σερβίρεις το πρωινό. Να είσαι προετοιμασμένη». «Για ποιο πράγμα;» Η ηλικιωμένη γυναίκα την κοίταζε εξετα ­ στικά από πάνω μέχρι κάτω, και παρόλο που τα μάτια της δεν ή­ ταν πια όπως πρώτα, σίγουρα είχε κιόλας δει τα σημάδια που είχε αφήσει η νύχτα στο πρόσωπό της. «Τι έγινε πάλι; Δ εν ήρθε το αφεντικό;» «Ή ρ θ ε», είπε άχρωμα η Ιλέιν. «Δ ε θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς ποιος είναι, κι επειδή δε θά ’θελα να σου φύγει κα­ μιά πιατέλα απ’ τα χέρια όταν τον δεις, ήρθα να σε προειδο­ ποιήσω. Είναι ο Ά ξε λ Μπρόντι». Τα μάτια της Φιόνας ορθάνοιξαν. «Ο δικός μας ο Ά ξελ Μπρόντι;» «Δ ε νομίζω να υπάρχουν πολλοί άλλοι στον κόσμο», είπε πι­ κρά η Ιλέιν, κι αμέσως μετάνιωσε για τον τόνο της. Το τελευταίο που της έλειπε τώρα δα, ήταν ν ’ αρχίσει η Φιόνα να χώνει τη μύ­ τη της και στις σχέσεις της με τον Ά ξελ. Ήταν πονηρή σαν αλε­ πού, δε θ ’ αργούσε καθόλου να μαντέψει τι συνέβαινε. «Ο Ά ξε λ Μπρόντι», ξανάπε σαν χαζή η Φιόνα. Είχε μείνει κυ­ ριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. «Μα πώς; Εκείνος δεν είχε βρακί να φ ορέσει!» «Τώρα έχει», είπε σκληρά η Ιλέιν. «Τώρα φοράει ολόκληρη την “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” , αν του κάνει κέφι. Έλα, κλείσε το στό­ μα σου, και πάρ’ το απόφαση. Το καινούριο μας αφεντικό είναι ο Ά ξε λ Μπρόντι». «Για φαντάσου, ο Ά ξε λ », έκανε σαν ονειροπαρμένη η Φιόνα. «Τον θυμάμαι, πριν τόσα χρόνια... Έφυγε κάποτε, και κανείς δεν ήξερε για πού τράβηξε. Να που έκανε την τύχη του τελικά. Ο καημένος ο μικρός Άξελ... Δ εν τον ρώτησες πώς έκανε τόσα λεφ τά;» «Ό χι», είπε η Ιλέιν. «Δ ε μ’ ενδιέφερε το θέμα, κι άλλωστε, μην το ξεχνάς, Φιόνα, δεν είμαι πια η κυρά του σπιτιού. Υπάλληλος εί­ μαι, όπως όλοι οι άλλοι. Δ εν κάνω ανάρμοστες ερωτήσεις». «Για φαντάσου... Δ εν μπορώ να το χωνέψω! Τον θυμάμαι σαν νά ’ναι τώρα. Όμορφο, γερό παλικάρι. Ό λες οι κοπελιές τον γλυκοκοίταζαν τότε. Θυμάσαι εκείνη την ανιψιά μου, την Έλσπεθ; Που παντρεύτηκε μετά στο Ίνβερνες;» «Ναι», είπε βαριεστημένα η Ιλέιν. Την ενοχλούσε αφόρητα η συζήτηση για τα κατορθώματα του Ά ξε λ στα νιάτα του, αλλά δε χρειαζόταν να το καταλάβει αυτό κι η Φιόνα.


83 «Θυμάσαι που ’ρχόταν καμιά φορά και δούλευε στο σπίτι; Ε, σαν τρελή έκανε για δαύτον. Από πίσω τον κυνηγούσε, αλλά ε ­ κείνος δεν της έδινε σημασία. Ή ταν καλό παιδί, όλοι τον συμ­ παθούσαν. Καλό, ντόμπρο παλικάρι'. Ευγενικό και ήσυχο. Έ λ ε ­ γαν πως η μάνα του ήταν Νορβηγέζα. Τον είχε πετάξει σ ’ ένα δρόμο, μωρό ήταν τό τε ο Ά ξελ, λίγων ημερών. Για φαντάσου... Κοίτα τώρα μεγαλεία! Αλλά δε θ ’ αρέσει στους υπόλοιπους», κατέληξε με σιγουριά. «Δ ε θα τους αρέσει καθόλου». «Γιατί το λες αυτό;» έκανε ενοχλημένη η Ιλέιν. «Κάνουν μια δουλειά, και πληρώνονται γι' αυτήν». «Να δεις που θα τσινίσουν. Κοίτα τώρα, ο Μακνίκολ τον είχε και του έκανε θελήματα. Το ίδιο κι ο Μακλίν. Κι η Σίνα τον κέρ­ ναγε καμιά φορά στη ζούλα κουλουράκια. Πώς θα τους φανεί τώ ­ ρα να τον έχουν αφεντικό; Στο σπίτι μάλιστα των Κάμπελ; Να δεις που θα τσινίσουν!» «Δ ε θα κάνουν τίποτε τέτοιο», είπε αποφασιστικά η Ιλέιν, «και βασίζομαι σ ’ εσένα γι’ αυτό. Θα είναι μαζί του πρόθυμοι κι ευγενι­ κοί, γιατί αλλιώς θα τους πάρει και θα τους σηκώσει. Να τους πεις πως δε θ’ ανεχτώ την παραμικρή αντίδραση απέναντί του. Είναι τ ’ αφεντικό, και πληρώνει καλά. Δε θα επιτρέψω να του σηκώσουν κεφάλι, ο Κόλιν ή ο οποιοσδήποτε άλλος. Συνεννοηθήκαμε;» «Δ ε ν καταλαβαίνω τι σ ’ έπιασε. Τι φωνάζεις;» «Δ ε φωνάζω. Κι αν θέλεις να μάθεις, πρώτη εγώ δεν μπορώ να το χωνέψω. Δ εν ξέρω αν θα τον συγχωρήσω ποτέ που αγόρασε το Τουίν Τάουερς, αλλά αυτό είναι τώρα πια το σπίτι του, κι ε ­ κείνος δίνει εδώ μέσα τις διαταγές. Απαιτώ οι άνθρωποί μου να του φέρονται με σεβασμό. Πες τους το λοιπόν, για να είμαστε ξηγημένοι». Άφησε τη Φιόνα να την κοιτάζει κατάπληκτη, ακόμα πιο κα­ τάπληκτη κι η ίδια για τον τρόπο που είχε αντιδράσει, και για την πρεμούρα της να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του Ά ξε λ Μπρόντι - όταν μάλιστα ο ίδιος έδειχνε απόλυτα ικανός να τα υπερασπιστεί μια χαρά και μόνος του. Χτες το βράδυ της το εί­ χε αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία. Ο Ά ξε λ Μπρόντι μπο­ ρούσε να βρει τις κατάλληλες ακριβώς λέξεις, για να βάλει τον καθένα στη θέση του. Κι εκείνη αναρωτιόταν τώρα πού θα έβρισκε το κουράγιο να περάσει άλλη μια μέρα μαζί του στο σπίτι. Λίγο αργότερα, όμως, πριν ακόμα σηκωθεί ο Ά ξελ, στην αυλή του Τουίν Τάουερς προσγειώθηκε ένα ελικόπτερο, rtou άφησε τον Μπιλ Κέισι, τον σεφ του Ά ξελ, και κοντά ένα τόνο εφόδια, όπως τα είχε υπολογίσει αργότερα χοντρικά ο Γκρεγκ Μακλίν. Από κει και πέρα, ακόμα και να το επεδίωκε, δε θα της δινόταν


84 η ευκαιρία ν ’ απομονωθεί με τον Ά ξελ. Την ίδια προφανώς απροθυμία να απομονωθεί μαζί της ένι­ ωθε κι εκείνος, αν έκρινε απ’ το γεγονός πως της μεταβίβασε όλες του τις οδηγίες μέσω του Μπιλ. Περίμενε επισκέπτες αρ­ γότερα, της μήνυσε, και την παρακαλούσε να φροντίσει για δύο ακόμα κρεβατοκάμαρες. Η Ιλέιν άκουσε και τις υπόλοιπες επι­ θυμίες του αφεντικού της, χωρίς να προδώσει την παραμικρή δυσφορία στον Κέισι. Ή ταν ευχαριστημένη που μπορούσε να ελέγχει τόσο καλά τα συναισθήματά της, έστω κι αν ήξερε πως όλη της η αυτοσυγκράτηση θα κατέρρεε τη στιγμή που θ ’ ανα­ γκαζόταν ν ’ αντιμετωπίσει πάλι τον ίδιο τον Ά ξελ. Αργότερα, ξανάρθε το ελικόπτερο, κι άφησε δυο άντρες και μια γυναίκα. Ο κύριος Μπρόντι, θα είχε αρκετή συντροφιά για το Σαββατοκύριακο. Φαινόταν μάλλον απίθανο να αποζητήσει τη δική της, ακόμα κι αν δεν είχε βγάλει αρκετά το άχτι του την προηγουμένη, κι ήθελε να συνεχίσει. Τον είδε σε κάποια στιγμή να βγαίνει απ’ το σπίτι με τους φί­ λους του, και να μπαίνει στη μεγάλη Μ ερσεντές που είχε φέρει μαζί του, και που του την είχε βγάλει στην αυλή ο Μακνίκολ. Απ’ το παράθυρο της τραπεζαρίας, η Ιλέιν παρακολούθησε το αυ­ τοκίνητο, μέχρι που πέρασε το πέτρινο γεφύρι του Καρν και χάθηκε πίσω απ’ τα δέντρα. Ύστερα, μ’ ένα βαθύ στεναγμό, ά­ φησε τις κουρτίνες να πέσουν μπροστά στο παράθυρο, και γύ­ ρισε στη δουλειά της. Ο Μπιλ Κέισι ήταν όλος χαμόγελα, κι η Ιλέιν δε θά ’ταν γυναίκα, αν δεν έπιανε αμέσως όλα αυτά τα μηνύματα που της έστελνε ασυναίσθητα με τη στάση του. Ήταν φως φανάρι ότι του άρεσε, ακόμα κι η Φιόνα το είχε πιάσει απ’ την πρώτη στιγμή. Το από­ γευμα, ήρθε να τη βρει στο μικρό δωμάτιο που η Ιλέιν είχε δια­ λέξει για δικό της γραφείο - το μεγάλο ήταν γεμάτο με τους κομπιούτερ και τα μόνιτορ του Ά ξελ, κι ήταν καλύτερα έτσι, γιατί δε θύμιζε πια σε τίποτα εκείνο το δωμάτιο όπου είχαν βρει το πτώμα του Ντάνκαν Κάμπελ. «Ακόμα δουλεύετε, κυρία Μακφέρσον;» Η Ιλέιν σήκωσε τα μάτια απ’ το σημειωματάριό της. «Έκλεινα τους λογαριασμούς της βδομάδας. Φαντάζομαι, ο κύριος Μπρόντι θα θέλει να έχει ιδίαν αντίληψη των εξόδων». Ο Κέισι γέλασε. «Λ έ τε ;» «Γιατί όχι; Εκείνος θα τα πληρώσει». Ο άντρας στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα μπροστά της. Γε­ λούσε ξέγνοιαστα. «Ο πρόεδρος δεν ασχολείται συνήθως με


85 τέτοια μικροέξοδα». «Δ ε ν είναι μικροέξοδα τα έξοδα ενός ολόκληρου σπιτιού. Να, δείτε... Στο λογαριασμό φυσικά περιλαμβάνονται πολλά έξοδα που δε θα γίνονται κάθε βδομάδα. Έπρεπε να εφοδιάσω το σπίτι με προμήθειες, γι’ αυτό ο λογαριασμός μπορεί να σας φα­ νεί φουσκωμένος αυτή τη βδομάδα. Από δω και πέρα, τα ποσά θα είναι πιο λογικά. Κι ύστερα, χρειάστηκε να δώσω κάποιο πο­ σό στον Κόλιν Μακνίκολ για το - » «Αγαπητή κυρία Μακφέρσον», την έκοψε ο Μπιλ με το πιο γλυκό του χαμόγελο, «άδικα κουράζεστε. Δ ε νομίζω ότι ο πρόε­ δρος θα καθίσει να τα κοιτάξει αναλυτικά όλ’ αυτά. Δ ε νομίζω ότι θα τα κοιτάξει καν. Το πολύ-πολύ, να τα κοιτάξω εγώ, κι αυτό για να σας ευχαριστήσω και μόνο. Ο πρόεδρος γνωρίζει πολύ καλά πόσο κοστίζει η συντήρηση ενός σπιτιού, και εφόσον τα πο­ σά είναι μέσα στα πλαίσια που έχει ο ίδιος υπόψη του, δεν πρόκει­ ται ν’ ασχοληθεί ποτέ να τα ελέγξει. Τώρα βέβαια, αν του παρου­ σιάσετε κάποιο λογαριασμό που θα είναι επιεικώς εξωφρενικός, δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει. Έχουμε όμως απόλυτη εμπιστοσύ­ νη στο πρόσωπό σας, κυρία Μακφέρσον, και είμαστε σίγουροι ότι δε θα παραστεί καμία ανάγκη για περαιτέρω ελέγχους». Ακόμα και στο φλερτ, ο καημένος ο Μπιλ Κέισι δεν μπορούσε ν ’ απαλλαχτεί απ’ το επαγγελματικό του στιλάκι. Η Ιλέιν, παρά την κατάθλιψη που ένιωθε από χτες το βράδυ, δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει ενδόμυχα. «Ωστόσο, εγώ θέλω να είμαι εντάξει με τους λογαριασμούς μου. Και οπωσδήποτε, δεν είμαι διατε­ θειμένη να ξοδεύω αλόγιστα, μόνο και μόνο επειδή θα τα πλη­ ρώσει χωρίς συζήτηση κάποιος άλλος». Απ’ τη στιγμή που η κουβέντα είχε έρθει στον Ά ξελ, ήταν θαρρείς αδύνατο να ξεφύγει απ’ αυτόν. Πρέπει να είχε σ τ’ αλήθεια πολύ έντονη προσωπικότητα ένας άνθρωπος, για να γίνεται τόσο αισθητός, ακόμα και με την α­ πουσία του. Ο Μπιλ Κέισι είχε έρθει ολοφάνερα για να τη φλερ­ τάρει, κι αντί γι’ αυτό, της έλεγε τώρα ανέκδοτα απ’ τη ζωή του “προέδρου” , που σκοπό είχαν να την πείσουν για την τεράστια αδιαφορία του ως προς τα διάφορα έξοδα που έκαναν οι υφι­ στάμενοί του. «Αλίμονο αν ο πρόεδρος ασχολιόταν με τέτοια α­ σήμαντα θέματα», κατέληξε χαμογελώντας της ενθαρρυντικά. «Ο ύτε συζήτηση», συμφώνησε η Ιλέιν, πασχίζοντας να βγάλει κάθε ειρωνεία απ’ τη φωνή της. «Δ ε ν ξέρω βέβαια αν θα τα θεω­ ρούσε εξίσου ασήμαντα, στην περίπτωση που δε θα είχε να τα πληρώσει». Εκεί επάνω, ο Μπιλ θάλθηκε να την καθησυχάσει με όλη τη δύναμη της ρητορικής του. Η “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” , ήταν μια ακ-


86 μάζουσα εταιρία, με τεράστιο τζίρο και ανάλογα κέρδη. Και ο πρόεδρός της, ως εκ τούτου, μπορούσε τέλος πάντων να ξο ­ δεύει ανάλογα με τα κέφια του, χωρίς να φοβάται μην τού ’ρθει κανένας λογαριασμός που δε θα μπορούσε να τον πληρώσει. «Ά λ λ ω σ τε », και το ενθαρρυντικό χαμόγελο έλαμψε πάλι στα χείλια του, «ο πρόεδρος έχει τεράστια προσωπική περιουσία. Δ εν έχετε να φοβάστε τίποτε απ’ αυτήν την πλευρά, κυρία Μακφέρσον». «Ειλικρινά, δε φοβήθηκα μήπως αφήσει απλήρωτους τους λογαριασμούς του μπακάλη», έσπευσε να τον διαβεβαιώσειη Iλέιν. Της ήταν φοβερά οδυνηρό να πρέπει κιόλας να συζητάει για τον Ά ξελ, αλλά δεν μπορούσε να δώσει τέλος στη συζήτη­ ση. Η περιέργειά της είχε ανάψει για τα καλά. Ο Κέισι γέλασε συγκαταβατικά. «Όχι, βέβαια. Τι ιδέα! ζέρ ετε, κυρία Μακφέρσον, θα σας εμπιστευθώ κάτι, που όμως θα ήθελα να μείνει μεταξύ μας προς το παρόν - τουλάχιστον μέχρι να ο­ λοκληρωθούν οι σχετικές επαφές. Ο πρόεδρος αποφάσισε να αγοράσει όσα περισσότερα γίνεται απ’ τα κτήματα που ανήκαν άλλοτε στην οικογένειά σας, και πουλήθηκαν εκ των υστέρων. Ελπίζει πως θα μπορέσει να αποκτήσει το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς ιδιοκτησίας σας. Θεωρεί ότι έχει ηθική υποχρέωση να αποδώσει στο Τουίν Τάουερς τα πατροπαράδοτα εδάφη του». «Ω », έκανε η Ιλέιν, κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή. Ό σ τε ο Ά ξε λ ήθελε ν ’ αποκτήσει και τα χτήματα των Κάμπελ... Δ εν του έφτανε μόνο το Τουίν Τάουερς. Ή θελε κι όλα τα υπόλοιπα. Ή θελε να γίνει Κάμπελ στη θέση των Κάμπελ, και δεν τον ένοιαζε καν το παρανοϊκό κόστος μιας τέτοιας επιχείρησης. Γιατί, κακά τα ψέματα, όσο άγονα και κακοτράχαλα κι αν ήταν τα εδάφη που ανήκαν κάποτε στους Κάμπελ, ο Θεός μόνο ήξε­ ρε τι θα του κόστιζε για να τ ’ αποκτήσει. Οι τωρινοί ιδιοκτήτες τους, δε θ ’ άφηναν να τους ξεφύγει μια τέτοια ευκαιρία. Θα κοίταζαν να βγάλουν το μεγαλύτερο όφελος απ’ την υπόθεση. Ό τα ν έρχεται κάποιος τρελός ν ’ αγοράσει χτήματα που ουσια­ στικά δεν τα χρειάζεται, κι αυτό μόνο για να κάνει το κέφι του και να ικανοποιήσει τη μεγαλομανία του, δε θα πρέπει να παρα­ πονιέται μετά ότι προσπάθησαν vq τον γδύσουν. «Ναι, έτσι ακριβώς», τη διαθεθαίωσε ο Κέισι, ερμηνεύοντας εσφαλμένα το ύφος της σαν έκφραση δυσπιστίας. «Έ χει αρχί­ σει ήδη διαπραγματεύσεις». «Μα - μα είναι μια τόσο περιττή αγορά! Και ξέρ ετε πώς γίνε­ ται σ ’ αυτές τις περιπτώσεις - θα πληρώσει τον κούκο αηδόνι». «Δ ε νομίζω. Ο πρόεδρος είναι πολύ καλός στις διαπραγμα­


87 τεύσεις. Αν τα πάρει τελικά, θα τα πάρει στην καλύτερη δυνατή τιμή, μην αμφιβάλλετε, κυρία Μακφέρσον». «Δ ε ν το καταλαβαίνω», είπε η Ιλέιν. «Δ ε ν του χρειάζονται σ τ’ αλήθεια αυτά τα χτήματα. Κι όσο καλή τιμή και να πετύχει, πάλι θα είναι υπερβολική και ασύμφορη. Γιατί να πάει να πετάξει τό ­ σα λεφτά, σε χτήματα που δεν πρόκειται να του χρησιμεύσουν σε τίποτα;» «Δ ε ν μπορώ να ξέρω τα κίνητρα του προέδρου » , είπε με αξιο­ πρέπεια ο Μπιλ, κι έσιαξε λίγο τα γυαλάκια του πάνω στη στενή του μύτη. «Οπωσδήποτε, εκείνος ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ύ ­ στερα, κυρία Μακφέρσον, εσείς κι εγώ έχουμε διαφορετικά κριτήρια. Ένα ποσόν που μπορεί να μας φαίνεται υπερβολικό, πιθανότατα δεν κάνει καμία αίσθηση στον πρόεδρο. Σας είπα, πέρα απ’ τα επιχειρησιακά του συμφέροντα, έχει και τεράστια προσωπική περιουσία». Εκεί επάνω, η Ιλέιν δεν άντεξε. «Πώς την απέκτησε;» ρώτησε στα ίσια. Περίμενε κάποια υπεκφυγή απ’ τον Μπιλ Κέισι, αλλά εκείνος απλά χαμογέλασε, βομθαρδίζοντάς την με άλλη μια επίδειξη γοητείας. «Ρουμπίνια», είπε με έμφαση. «Στην Αφρική». «Ρουμπίνια;», επανέλαβε σαν χαζή η Ιλέιν. «Τι εννοείτε, ρουμπίνια;» «Ορυχείο ρουμπινιών, κυρία Μακφέρσον. Μιλάμε για αμύθη­ τη περιουσία. Πώς αλλιώς θα έστηνε μια εταιρία σαν την “ Καλιντόνιαν Ό ιλ ” ; Για να μην αναφέρω και όλες τις άλλες. Ο πρόεδρος είναι μυθιστορηματική περίπτωση, ξέρ ε τε ». Το βλέμμα του έλαμπε από υπερηφάνεια, σαν να είχε φτιάξει τον πρόεδρό του ο ίδιος, με βάση προσωπικές του προδιαγραφές, και να καμάρωνε τώρα για το επιτυχημένο αποτέλεσμα. «Τον συμπαθείτε», έκανε ανόητα η Ιλέιν. «Φυσικά. Είναι αξιαγάπητος άνθρωπος. Και εντελώ ς αυτοδημιούργητος. Καθίστε, θα σας πω την ιστορία - να περάσει και λίγο η ώρα». Και με το βαρύγδουπο, πομπώδες και θαρυφορτωμένο ύφος του, θάλθηκε να της διηγείται πώς είχε κάνει τα λε­ φτά του ο Ά ξε λ Μπράντι. Η ουσία όλης εκείνης της ατέλειωτης διήγησης, ήταν ότι ο Ά ­ ξελ Μπράντι είχε βρεθεί κάποτε στην Αφρική, όπου, για να ζήσει, είχε δουλέψει σε διάφορες φυτείες. Μια μέρα, σ ’ ένα απ’ τα μπαρ όπου τα έπιναν οι λευκοί ελλείψει άλλης απασχόλησης, είχε ψιλομεθύσει, κι εκεί επάνω στο μεθύσι του, κάποιος επιτή­ δειος του είχε πουλήσει τους τίτλους ενός ορυχείου που ήταν


88 νεκρό από χρόνια. Ό τα ν ξεμέθυσε, ο Ά ξελ ανακάλυψε πως εί­ χε δώσει όλες του τις οικονομίες για ν ’ αποκτήσει ένα μάτσο ά­ χρηστα χαρτιά. Επειδή όμως το κακό είχε πια γίνει, και με το να σκίσει τούς τίτλους, δε θα πετύχαινε τίποτα πέρα απ’ το να ξεθυμάνει προσωρινά, ανασήκωσε τούς ώμους με καρτερία, και ξέχασε την υπόθεση. Την ξαναθυμήθηκε λίγους μήνες αργότερα, όταν στην περιο­ χή που βρισκόταν το ορυχείο του, ανακαλύφθηκαν ρουμπίνια. Δεδομένης της ανακάλυψης, δε δυσκολεύτηκε να πάρει ένα μι­ κρό δάνειο, και ν ’ αρχίσει εργασίες διεύρυνσης του ορυχείου. Και φυσικά, όπως το είχε ελπίσει, ο τόπος ήταν γεμάτος ρου­ μπίνια, κι ο Ά ξε λ Μπρόντι είχε κάνει την τύχη του. Μπορούσε τώρα να καθίσει πάνω στα ρουμπίνια του, και να το γλεντάει, αναλογιζόμενος τα μούτρα του πρώην ιδιοκτήτη, όταν θα μάθαι­ νε τα νέα. Μέσα σε δυο χρόνια, είχε στήσει τη δική του αυτοκρατορία στην Κεντρώα Αφρική, και μετά, προθλέποντας τους πολιτι­ κούς κλυδωνισμούς στην περιοχή, είχε μεταφέρει τα εκατομ­ μύρια και τις δραστηριότητές του στην Ευρώπη. Δ εν είχε πά­ ντως ξεκόψει εντελώ ς απ’ την Αφρική, την ενημέρωσε ο Μπιλ. Το ορυχείο οπωσδήποτε ήταν πάντα στην κατοχή του, και δεν είχε πάψει να κατεβάζει τον πακτωλό του. Μόνο που τώρα πια, δεν είχε την πρώτη θέση στα ενδιαφέροντα του προέδρου, της εξήγησε ο Μπιλ. Με το επιχειρηματικό του δαιμόνιο, ο πρόε­ δρος είχε επενδύσει στις πιο προσοδοφόρες δραστηριότητες, και δεν έδινε πια δεκάρα αν κάποια χούντα της Κεντρώας Αφρι­ κής, αποφάσιζε να κρατικοποιήσει τα ρουμπίνια του μια μέρα. «Για φαντάσου», ήταν το μόνο σχόλιο της Ιλέιν σε όλα αυτά. Ό σ τε στην Αφρική είχε πάει, σκεφτόταν όλη την ώρα. Είχε φύ­ γει όσο πιο μακριά της γινόταν, και στην προσπάθειά του ν ’ αποφύγει κάθε παραπέρα μπλέξιμο με την Ιλέιν Κάμπελ, είχε κάνει την τύχη του... Ναι, συμφώνησε ο Μπιλ, ήταν μια εντελώς μυθιστορηματική βιογραφία, αν μάλιστα σκεφτόταν κανείς πως ο πρόεδρος είχε ξεκινήσει χωρίς φράγκο στην τσέπη. ΓΓ αυτό δεν έπρεπε να εκ­ πλήσσεται η κυρία Μακφέρσον με την επιθυμία του να αγορά­ σει τα εδάφη του Τουίν Τάουερς. Μετά από τόσες περιπέτειες, ήταν φυσικό να θέλει ν ’ αποκτήσει ένα μέρος καταδικό του, στην πατρίδα του, κοντά στους ανθρώπους που γνώριζε από παιδί. Και με την ευκαιρία, γιατί έπρεπε να συζητάνε κλεισμένοι σ ’ ένα τόσο δα γραφειάκι, και να μη συνεχίσουν τη συζήτησή τους στους ωραιότατους κήπους του Τουίν Τάουερς, τώρα μά­ λιστα που είχε σηκωθεί η ομίχλη;


89 Η προοπτική να συνεχίσει και στους κήπους τη συζήτηση για τον Ά ξελ Μπράντι, δεν ήταν ακριβώς η πιο ελκυστική στον κό­ σμο. Κι έτσι η Ιλέιν αρνήθηκε ευγενικά, με πρόσχημα την α τέ­ λειωτη δουλειά που την περίμενε, κι όταν επιτέλους κατάφερε να ξεφορτωθεί τον Μπιλ Κέισι, έκλεισε τα μάτια, κι άφησε τη σκέψη του Ά ξελ Μπρόντι να πλανιέται σαν ανικανοποίητο φά­ ντασμα στο μυαλό της. Το σπίτι όπου κάποτε έμεναν ο Χάμις κι ο Ά ξελ, βρισκόταν ίσαίσα στα όρια των εδαφών που είχαν απομείνει στο Τουίν Τάουερς. Η Ιλέιν σταμάτησε μπροστά στην πόρτα, που κρεμόταν πια απ’ τους μεντερσέδες της, κι έμεινε ακίνητη, τυλιγμένη στο βα­ θύ σκοτάδι, με την καρδιά να ξεσκίζεται απ’ την οδύνη. Δ εν είχε τολμήσει να πλησιάσει ως εκεί όλες αυτές τις μέρες που ήταν στο σπίτι. Δε θα το τολμούσε ποτέ, αν δεν είχε ξαναγυρίσει ο Άξελ. Αλλά η άφιξή του είχε φέρει ένα τόσο βίαιο αναποδογύρισμα στη ζωή της, που οτιδήποτε φαινόταν μέχρι χτες περιττό και παράλογο, να φαίνεται σήμερα λογικό κι ανα­ πόφευκτο. Κι έτσι είχε βγει απόψε απ’ το σπίτι, κλεφτά απ’ την πίσω πόρ­ τα, κι είχε ακολουθήσει τα βήματα των δεκαεφτά της χρόνων. Με το ίδιο χτυποκάρδι, και με την ίδια λαχτάρα και έξαψη. Ή ταν τόσο παράξενο αυτό που ένιωθε, σαν να είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο, σαν να ήταν πραγματικά δεκαεφτά χρόνων πάλι, κι ο Ά ­ ξελ να την περίμενε κάπου στο σκοτεινό δάσος. Κι ήταν ακόμα πιο παράξενο να νιώθει έτσι, ξέροντας συγχρόνως πως ο Ά ξε λ δε θα την περίμενε ποτέ ξανά, πως όλα αυτά είχαν τελειώσει πριν δεκατρία χρόνια, και το δάσος θα ήταν άδειο. Ύ στερα είχε φτάσει ως το σπιτάκι. Δ εν είχε φανταστεί ότι θα ένιωθε όλον αυτό τον πόνο, μετά τόσον καιρό. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη πως αν προχωρούσε να μπει στο άδειο, αραχνιασμένο δωμάτιο όπου την είχε πάρει για μία και μοναδική φορά ο Ά ξελ, θα έπεφτε αναίσθητη στο γυμνό πάτωμα. Ο πόνος ήταν σχεδόν σωματικός, η θύμηση της απελπισίας της σχεδόν αβάσταχτη. Προχώρησε ωστόσο αργά, και μπήκε στο δωμάτιο, πατώντας πάνω σε σωρούς νεκρά φύλλα που έτριζαν κάτω απ’ τα πόδια της, και σαρώνοντας κάμποσες αραχνιές στο πέρασμά της. Στο αμυδρό φως που έμπαινε απ’ την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, είδε πως υπήρχαν ακόμα εκεί μέσα τα λιγοστά, φτωχικά έπιπλα, σκε­ πασμένα κι αυτά από παχιά στρώματα σκόνης, φύλλων και σκόυπιδιών. Ένα νεκρό μέρος, σκέφτηκε, κρύο, άδειο και ν ε ­


90 κρό όπως η καρδιά μου. Έπρεπε ίσως να έρθω εδώ, για να θάψω οριστικά όλα όσα πέθαναν στη ζωή μου. =αφνικά, τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Με τα μάτια πλημ­ μυρισμένα δάκρυα, καθάρισε πρόχειρα μια γωνιά του κρεβα­ τιού, κι έκατσε στην άκρη. Τα δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν πο­ τάμι στα μάγουλά της. Ύ στερα της φάνηκε ότι άκουσε βήματα στο δρομάκι, και σηκώθηκε απότομα, σκουπίζοντας όπως-όπως τα προδοτικά δάκρυα. Τίναξε βιαστικά τη φούστα της, και προ­ χώρησε προς την πόρτα. Της ξέφυγε μια αθέλητη κραυγή όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ά ξε λ Μπρόντι. Στις σκιές της νύχτας δεν μπο­ ρούσε να διαβάσει καθαρά την έκφρασή του, αλλά είχε την ε ­ ντύπωση ότι ήταν πολύ παράξενη. «Τι κάνεις εδώ ;» τη ρώτησε σιγανά. «Είχα βγει να πάρω λίγο αέρα. Περνούσα απ’ έξω, και είδα ότι έχει φύγει η πόρτα. Θα πρέπει να στείλω κάποιον να το καθαρί­ σει και να επισκευάσει τα κουφώματα, αλλιώς θα ερειπωθεί ολότελα». Μιλούσε νευρικά, το ήξερε, σαν να ήταν ένοχη για κάτι, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η παρουσία του τόσο κοντά της, τη νύχτα, σ ’ εκείνο ειδικά το μέρος, τη διέλυε. Ή ταν τόσο αφελές ν ’ αρπάζεται απ’ το μίσος της για να τον πολεμήσει, σκέφτηκε τρέμοντας. Αφελές και μάταιο, επίσης. Τον μισούσε για εκατό διαφορετικούς λόγους, παλιούς και και­ νούριους, αλλά όλο της το μίσος δεν έφτανε για να πνίξει την ε ­ πιθυμία της για κείνον. Κι άλλα τόσα χρόνια να περνούσαν, πάλι θα αντιδρούσε στο πλησίασμά του σαν να ήταν ακόμα δεκαε­ φτά χρόνων, κι η αγάπη της εικοσιπέντε. Κι εκείνος δεν έλεγε λέξη. «Πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα», είπε αμήχανα η Ιλέιν, ελπί­ ζοντας πως ο άντρας θα έκανε στο πλάι, και θα έπαυε να κλείνει με τον όγκο του την πόρτα. Γιατί προκειμένου να στριμωχτεί για να περάσει δίπλα του, αγγίζοντάς τον υποχρεωτικά σ ’ εκεί­ νο το στενό πέρασμα, η Ιλέιν θα προτιμούσε να μη βγει ποτέ από κει μέσα. Για μεγάλη της έκπληξη, της είπε αργόσυρτα: «Εσύ δε ρωτάς ποτέ τίποτα, έτσι δεν είναι, Ιλέιν; Κόντευα να το ξεχάσω». Και γέλασε λίγο. «Δ ε ν καταλαβαίνω», του είπε ψυχρά, παλεύοντας όπως-όπως να κρατήσει την αυτοκυριαρχία της. «Τι θά ’θελες να ρω­ τήσω;» «Για παράδειγμα, τι θέλω κι εγώ εδώ τέτοια ώρα». Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. «Δ ε με αφορούν οι κινήσεις σου, Άξελ. Είσαι στο σπίτι σου, μπορείς να κυκλοφορείς όπου


91 θέλεις, όσο θέλεις, χωρίς να χρειάζεται να δώσεις και λογαρια­ σμό στην οικονόμο σου!» Της είπε αργόσυρτα: «Μ ’ αρέσει που πάντα βάζεις τα πράγ­ ματα στη θέση τους, με τις λιγότερες δυνατόν λέξεις». «Ευχαριστώ», του είπε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της δόντια. «Μπορώ τώρα να περάσω;» Ακόμα και στο σκοτάδι, είδε καθαρά την κοροϊδευτική του έκ­ φραση. «Και βέβαια. Πέρνα». Έμεινε να τον κοιτάζει, τρέμοντας απ’ την οργή. Της είχε πει «πέρνα», αλλά δεν είχε κάνει ούτε ένα τόσο δα βήμα στο πλάι για να της αφήσει λίγο χώρο. «Πέρνα», της ξανάπε ευγενικά. Κι ύστερα, με τον ίδιο μελι­ στάλαχτο τόνο: «Συμβαίνειτίποτα;» «Κάνε στην άκρη, Ά ξε λ », του είπε παγερά. Αντί να κάνει στην άκρη, έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, κλείνοντας ακόμα πιο αποτελεσματικά την έξοδο. Ό τα ν ξανα­ μίλησε, η φωνή του ήταν παγερή σαν πολικός χειμώνας. «Νά ’μαστέ λοιπόν κι οι δυο στον τόπο του εγκλήματος. Ποιος θα το περίμενε, μετά δεκατρία ολόκληρα χρόνια! Όχι εσύ, πάντως. Και ξέρεις, πάντα αναρωτιόμουνα, εντελώ ς θεωρητικά, ε ν ­ νοείται, τι θα μπορούσαμε να πούμε οι δυο μας σε μια τέτοια περίπτωση. Αναρωτιέμαι ακόμα». «Σαν τι θά ’θελες να π-πούμε;» τραύλισε η Ιλέιν. Τα δόντια της σχεδόν χτυπούσαν, και δεν ήταν απ’ το κρύο. «Εγώ προσωπικά δε θα είχα καμιά ιδιαίτερη προτίμηση», της πέταξε σαρκαστικά. «Απλά, αναρωτιέμαι μήπως θα ήθελες εσύ να πεις κάτι». «Σαν τι;» Ο λαιμός της σφιγγόταν σπασμωδικά. «Ας πούμε... ένα συγνώμη; Ή είναι κι αυτό πάρα πολύ για μια Κάμπελ;» Ένα τυφλό κύμα οργής την έπνιξε. «Περιμένεις να σου ζητή­ σω συγνώμη; Εγώ - από σένα;» Ή θελε να του πει κι άλλα πολ­ λά, αλλά η φωνή της πνιγόταν στο λαρύγγι της. Έμεινε να τον κοιτάζει βαριανασαίνοντας, με τις γροθιές σφιγμένες ασυναί­ σθητα. Άργησε λίγο να συνειδητοποιήσει πως δεν έβραζε μόνο εκείνη απ’ την οργή. Της είπε, πολύ αργά και πολύ επικίνδυνα: «Θα έπρεπε να α­ ποφεύγεις τις νυχτερινές επισκέψεις σ ’ αυτό το μέρος, Ιλέιν. Είναι πολύ βαριά η σκιά του». «Με απειλείς;» τον ρώτησε μισοπνιγμένη. «Ω ς εκεί έφτασες, Ά ξελ Μπρόντι; Ακόμα και για σένα, αυτό είναι κατάντια!» «Σκάσε», της πέταξε άγρια, και ξαφνικά βρισκόταν στην α­ γκαλιά του, και πάλευε απεγνωσμένα να του ξεφύγει.


92 Ο χρόνος δεν είχε αλλάξει τίποτε. Αν μη τι άλλο, τώρα της φάνηκε ότι ήταν ακόμα πιο ατσάλινα τα μπράτσα του, κι ότι δε θα τα κατάφερνε ποτέ να ξεφύγει απ’ το αγκάλιασμά τους. Αλ­ λά δεν ήταν η δύναμή του που την κρατούσε αιχμάλωτη, ήταν η φωτιά που άναβε μέσα της το άγγιγμά του. Μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το μίσος της για τον Ά ξελ Μπράντι, αλλά όχι και με την επιθυμία της για κείνον. Τίποτα τε ­ λικά δεν είχε αλλάξει. Ό σ ο κι αν τον μισούσε, έφτανε να τον δει, έφτανε να την πλησιάσει, έφτανε να την αγγίξει, για να φουντώσει η πυρκαγιά. Δ ε γινόταν να το ξεπεράσει. Το σώμα της παρέλυσε σχεδόν στην αγκαλιά του, τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω απ’ την πλάτη του, και καθώς αυτός έγερ­ νε από πάνω της, τα χείλια της άνοιξαν σαν από μόνα τους για να τον δεχτούν. Τη φίλησε βίαια, σφίγγοντάς την συνέχεια παθιασμένα στα μπράτσα του, στέλνοντας τη γλώσσα του βαθιά να συναντήσει τη δική της, κόβοντάς της την ανάσα. Το αίμα θάλθηκε να κυ­ λάει σαν φωτιά στις φλέβες της, το μυαλό της άδειασε, το κορμί της ζωντάνεψε οδυνηρά, μέχρι και την τελευταία του ίνα. Μ’ έ ­ ναν κοφτό λυγμό, κόλλησε πάνω στο σώμα του, τρέμοντας σύ­ γκορμη από μια επιθυμία, που είχε να τη νιώσει εδώ και σχεδόν δεκατρία χρόνια. Είχε ξεχάσει πώς ήταν. Πίστευε πως θυμόταν, όλη την έντα­ ση, όλη την παραζάλη, αλλά όχι, δε θυμόταν τίποτα, τίποτα... Αυτό ήταν κάτι απερίγραπτο κι αβάσταχτο, και δεν μπορούσε να το πολεμήσει. Ας της έκανε ό,τι ήθελε εκείνος... Ας την πέταγε πάνω στους σωρούς τα ξερά φύλλα, κι ας την έπαιρνε μ’ όποιον τρόπο ήθελε. Δ ε θα πρόβαλε την παραμικρή αντίσταση, δεν άντεχε πια, δε γινόταν να περιμένει άλλο, περίμενε όλη της τη ζωή για τούτη τη μοναδική στιγμή, που τα χείλια του λεηλα­ τούσαν τα δικά της κι οι παλάμες του κατακτούσαν το σώμα της... Κι εκεί επάνω, ο Ά ξε λ Μπρόντι την άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω. «Τώρα μπορείς να περάσεις», της είπε παγερά, και βγήκε στην ψυχρή νύχτα. Τα πόδια της κόπηκαν. Έκανε ένα βήμα μπροστά παραπα­ τώντας, κι αρπάχτηκε την τελευταία στιγμή απ’ την πόρτα. Έ ­ μεινε για λίγο εκεί, βαριανασαίνοντας, ανίκανη να κάνει ένα βήμα παραπάνω κι ανίκανη έστω να στηριχτεί στα πόδια της, κι εκείνος, μισό μέτρο πιο πέρα, την κοιτούσε μ’ απάθεια. Μια μπάλα καυτής οργής έσκασε στο μυαλό της, τυφλώνοντάς την. «Κάθαρμα», ψέλλισε μισοπνιγμένη. «Είσαι πάντα το ίδιο κάθαρμα, Ά ξε λ Μπρόντι. Μην τολμήσεις να με ξαναγγίξεις


93 - μην τολμήσεις! Την επόμενη φορά, σ τ’ ορκίζομαι, θα σε σκο­ τώ σω !» Την κοίταζε με τα μάτια γεμάτα επίπλαστο ενδιαφέρον. «Σ τ ’ αλήθεια, θά ’θελα να δω πώς θα τα καταφέρεις. Το θέμα έχει τόσο ενδιαφέρον, που στο υπόσχομαι να ξαναδοκιμάσω με πρώτη ευκαιρία». «Δ ε θα τα καταφέρεις», του πέταξε σφυριχτά. «Την επόμενη φορά δε θα τα καταφέρεις, Ά ξελ. Από δω και πέρα θα φυλάγο­ μαι. Δ ε θα με ξαναπλησιάσεις καν από δω και πέρα!» Της είπε ψυχρά: «Αν ποτέ θελήσω να κοιμηθώ μαζί σου, Ιλέιν, νά ’σαι σίγουρη, θα βρω και τον τρόπο να το κάνω. Αλλά είναι πολύ αμφίβολο αν θα το θελήσω, γλυκιά μου. Μπορείς να κοι­ μάσαι σχετικά ήσυχη, και χωρίς να χρειαστεί να κλειδώνεις την πόρτα σου τη νύχτα». Έμειναν να κοιτάζονται φουρτουνιασμένοι στο σκοτάδι. Και ξαφνικά, κάτι έσπασε μέσα της, και τη διαπέρασε ένας πόνος τό ­ σο οξύς, που έσβησε ακόμα κι η οργή της. Δεν το άντεχε, δεν το άντεχε άλλο... Είπε σπασμένα: «Γιατί το έκανες αυτό απόψε;» «Δ ε ν ξέρω», της είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Πιθανό­ τατα, για να σου κλείσω το στόμα - είναι, απ’ ό,τι είδες κι εσύ, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος. Αλλά πάλι, πού ξέρεις; Μπορεί απλά να το έκανα, για να σου θυμίσω ότι κάποτε θεώρησες πως σε είχα βιάσει εδώ μέσα. Τι σημασία έχει... Όπως παρατήρησες κι εσύ τόσο εύστοχα πριν λίγο, είμαι στο σπίτι μου, και καμιά φο­ ρά μπορεί να κάνω πράγματα που ίσως δεν αρέσουν σε κάποιον τρίτο. Τα προνόμια του αφέντη», κατέληξε σαρκαστικά. «Εσύ τα ξέρεις από πρώτο χέρι, Ιλέιν». Του ψιθύρισε τρέμοντας: «Είχες πει ότι δε με μισούσες...» «Έ τσι είπα;» Του ξέφυγε ένα γελάκι. «Μπορεί να έκανα λάθος. Είναι κι αυτό στα προνόμια που σου ανέφερα προηγουμένως. Αλ­ λά ακόμα κι αν σε μισώ, Ιλέιν, μην παραπονιέσαι. Εσύ με μισείς πο­ λύ περισσότερο, και για πολύ πιο ασήμαντους λόγους». Ύστερα στράφηκε κι έφυγε με το νωχελικό του βάδισμα, μέ­ χρι που χάθηκε σαν σκιά στη νύχτα. Μέχρι την Κυριακή το βράδυ, είχαν φύγει όλοι απ’ το σπίτι, πρώτος ο Μπιλ Κέισι, που της υποσχέθηκε να ξανάρθει το τα ­ χύτερο δυνατό, σαν να της υποσχόταν κάποιο ακριβό δώρο, με­ τά οι καλεσμένοι του Ά ξελ, και τελευταίος ο ίδιος ο αφέντης του Τουίν Τάουερς, με τη Μ ερσεντές του. Τη χαιρέτισε τυπικά πριν φύγει, όχι για άλλο λόγο, σκέφτηκε η Ιλέιν, αλλά επειδή δε θα μπορούσε να το αποφύγει, δεδομέ­


94 νου ότι ήταν μπροστά ο Μακνίκολ, με τα κλειδιά του αυτοκινή­ του του. Ήταν ψυχρά ευγενικός, ακριβώς όπως θα ταίριαζε στην περίπτωση. «Πιθανότατα θα ξανάρθω το επόμενο Σαββα­ τοκύριακο, κυρία Μακφέρσον. Θα σας ενημερώσω έγκαιρα». «Ό π ω ς νομίζετε, κύριε Μπρόντι». «Καλή σας νύχτα». «Καληνύχτα». Κι ήταν πάλι μόνη με τη Φιόνα και τους ανθρώπους της, σ ’ αυ­ τό το σπίτι που δε θα ήταν ποτέ πια το ίδιο για κείνην. Τώρα μό­ νο, μετά από κείνο το τραυματικό Σαββατοκύριακο, που ο Ά ξελ Μπρόντι είχε έρθει για πρώτη φορά στο καινούριο του απόκτημα, συνειδητοποιούσε η Ιλέιν πόσο είχε αφεθεί σε μάταιες αυ­ ταπάτες, τις μέρες πριν απ’ την άφιξή του. Όλη εκείνη την πρώτη βδομάδα, θυμόταν τώρα, περιδιάβαινε στους χώρους του Τουίν Τάουερς, κι αφηνόταν παρά τη θέ­ λησή της να ενδώσει στην αίσθηση ότι βρισκόταν πάλι κυρά στο σπίτι της, ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει, κι ούτε θ ’ άλλαζε πια στο μέλλον. Ή ταν η πιο επικίνδυνη αυταπάτη, και το είχε υπόψη της απ’ την αρχή. Αλλά δεν είχε καταφέρει να το αποφύγει. Ή ­ ταν τόσο εύκολο να ξεγελαστεί κανείς, ανάμεσα σ ’ αυτούς τους παμπάλαιους, αγαπημένους πέτρινους τοίχους, ανάμεσα στις αγαπημένες σκιές όλων των Κάμπελ πριν από κείνην. Τώρα, είχε τελειώσει κι αυτό. Δε γινόταν πια ν ’ αγγίξει τον πέτρινο τοίχο και να ξεγελαστεί απ’ τη γαλήνη και τη σιγουριά που απόπνεε. Ο Ά ξε λ Μπρόντι είχε αφήσει ανεξίτηλη τη σφρα­ γίδα του στο περιβάλλον που ήταν πια δικό του. Η αθέατη πα­ ρουσία του γέμιζε κάθε γωνιά του Τουίν Τάουερς. Το σπίτι ήταν σαν να της φώναζε σε κάθε στιγμή σε ποιον ανήκε. Σαν να μην έφταναν όλα τ ’ άλλα, ο Ά ξε λ Μπρόντι τά ’χε κατα­ φέρει να της κλέψει και την τελευταία της αυταπάτη. Δ εν είχε αφήσει τίποτα που να μην της το έχει πάρει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Ό σο δούλευε στης Κάθριν Μάρλοου, κι είχε ελεύθερες τις Κυ­ ριακές, η Ιλέιν φρόντιζε να φέρνει πάντα τον Γιαν να περνάει τα Σαββατοκύριακα στο Έιλεν. Τις Τετάρτες, που είχε πάλι ρεπό, πήγαινε επίσης συχνά στο Ίνβερνες να τον δει, έστω και για λί­ γο. Δ εν ήθελε να νιώσει ο γιος της ότι τον είχε κλείσει σ ’ ένα σχολείο, και τον είχε βγάλει απ’ τη ζωή της. Δ εν ήταν παρά μόνο δώδεκα χρόνων, κι είχε περάσει ήδη πολλά. Για ένα αγόρι, ήταν τραυματική η έλλειψη του πατέρα - ακόμα κι όταν επρόκειτο για έναν πατέρα σαν τον Άνταμ Μακφέρσον. Ό σο κι αν ήταν αδιάφορος, καμιά φορά και βάναυσος, δεν έ ­ παυε να είναι μια αντρική φιγούρα στην οικογένεια, σύμβολο έστω της ενότητας και της σιγουριάς. Ο Γ ιαν ήταν μόνο πέντε χρόνων όταν είχε σκοτωθεί ο πατέρας του, και παρόλο που πάντα τον φοβόταν πολύ περισσότερο απ’ όσο πιθανόν να τον αγαπούσε, ο χαμός του Άνταμ τον κλόνισε βαθύτερα απ’ όσο περίμενε η Ιλέιν. Πριν προλάβει καλά-καλά να συνέλθει, είχε χάσει και τον παππού του, που τον λάτρευε. Και μετά είχε φύγει ο θείος Άνγκους, που μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτι­ κός και τρυφερός μαζί του, αλλά που οπωσδήποτε ήταν μια α­ ναμφισβήτητη αντρική φιγούρα, η τελευταία που είχε απομείνει στην οικογένεια. Κι ύστερα, όλη η μικρή του ζωή είχε ανατραπεί τελειωτικά, ό­ ταν η μαμά τον είχε πάρει κι είχαν πάει να μείνουν με τη θεία Φιόνα, μακριά απ’ το Τουίν Τάουερς. Ή ταν μόνο εφτά χρόνων, και μέχρι τό τε όλοι, και πρώτος-πρώτος ο παππούς, που ήξερε σίγουρα καλύτερα απ’ τους άλλους, του έλεγαν πως το Τουίν Τάουερς ανήκε στους Κάμπελ απ’ την αρχή του κόσμου, και θα τους ανήκε για πάντα. Του έλεγαν επίσης πως θα ανήκε και στον ίδιο, όσο και στα παιδιά που θα έκανε ο θείος Άνγκους, γιατί η μαμά του ήταν μια Κάμπελ, και ο μπαμπάς του είχε μπει κι αυτός στην οικογένεια όταν την είχε παντρευτεί. Και μετά η μαμά τού είχε πει πως τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν α­ λήθεια, και πως δε θα ξαναγύριζαν ποτέ πια οι Κάμπελ στο Τουίν Τάουερς. Είχε προσπαθήσει να καταλάβει και να είναι γενναίος, γιατί η μαμά τού είχε πει πως οι Κάμπελ ήταν όλοι τόσο γενναίοι, που δεν έκλαιγαν ποτέ όταν έχαναν μια μάχη. Ή ταν κι εκείνος ένας Κάμπελ, παρ’ όλο που τον έλεγαν Μακφέρσον, κι έπρεπε να εί­ ναι από τώρα γενναίος όσο κι ο παππούς του, κι η μαμά του, κι όλοι οι άλλοι Κάμπελ πριν απ’ αυτούς.


96 Του τα είχε εξηγήσει όλα η μαμά, κι εκείνος είχε σχεδόν κα­ ταλάβει. Είχαν χάσει μια μάχη, του είχε πει η μαμά, αλλά πάνω απ’ όλα, πάνω κι απ’ τα χτήματα και απ’ το Τουίν Τάουερς, αυτό που μέτραγε από πάντα, από τό τε που είχε αρχίσει ο χρόνος και το “ κλαν” Κάμπελ, ήταν η περηφάνεια των Κάμπελ, κι η γ ε ν ­ ναιότητά τους στη μάχη. Αυτά, του είχε πει η μαμά, αυτά δεν μπορούσε να τους τα πάρει κανείς, όσα λεφτά κι αν έδινε. Αυτά ήταν η κληρονομιά τους. Αλλά δεν ήταν παρά μόνο εφτά χρόνων, κι όσο κι αν ήθελε να είναι γενναίος και αντάξιος τω ν Κάμπελ, δεν μπορούσε να ξεχάσει το σπίτι του, το μικρό του υπνοδωμάτιο δίπλα στης μα­ μάς, το γραφείο όπου άλλοτε τον έπαιρνε ο παππούς του και του μιλούσε για τους Κάμπελ. Δ εν μπορούσε να παραιτηθεί τό ­ σο εύκολα απ’ τους κρυψώνες του στο δάσος, απ’ το ελαφάκι που είχε σώσει μια φορά μαζί με τον Χάμις, και που πότε-πότε, ήταν σίγουρος, το έβλεπε να τριγυρνάει στο Μπεν Κάλοχ, ή απ’ τον Καρν που τον ανέβαιναν οι σολομοί σαν ασημένιες μαχαι­ ριές κόντρα στο ρεύμα. Μέχρι να συνηθίσει στην ιδέα ότι δε θα ξαναγύριζε ποτέ στο δικό του δωμάτιο, είχε κλάψει πολλά βράδια πριν τον πάρει ο ύ­ πνος, κι είχε ντραπεί άλλες τόσες φορές που εξευτέλιζε έτσι μια ολόκληρη σειρά από γενναίους Κάμπελ. Ήταν όλ’ αυτά πάρα πολλές πληγές για ένα παιδάκι, η Ιλέιν το ήξερε, και την πονούσε βαθιά το γεγονός ότι στα έντεκά του, έ­ πρεπε να του στερήσει και την καθημερινή της παρουσία δίπλα του. Θα μπορούσε να είχε μετακομίσει απ’ την αρχή στο Ίνβερνες ή σε κάποια άλλη πόλη, παίρνοντας μαζί της και τη Φιόνα. Θα μπορούσε ίσως να είχε βρει μια δουλειά, και να έχει τον Γιαν σ ’ ένα απλό σχολείο, όπου θα έμενε μόνο μέχρι το απόγευμα. Αλ­ λά υπήρχε πάντα το γεγονός ότι οι δουλειές για τους ανειδί­ κευτους σαν εκείνη, δεν πληρώνονταν αρκετά καλά ώ στε να συντηρείται μια οικογένεια τριών ατόμων και με νοίκι* υπήρχε επίσης το γεγονός ότι δε συγκρινόταν καν ένα κοινό σχολείο, με το σχολείο όπου είχε στείλει τελικά τον Γ ιαν, τουλάχιστον απ’ την άποψη της εκπαίδευσης και των μελλοντικών προοπτι­ κών* και προπαντός, το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν ήθελε να ξεκόψει, ούτε εκείνη, ούτε ο Γ ιαν, απ’ το Έιλεν. Ήταν οι Κάμπελ του Έιλεν, και το Έιλεν έπρεπε να μείνει το σπίτι τους για πάντα. Κι έτσι, έπρεπε να συμβιβαστεί, και να βλέπει το γιο της όταν


97 της το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Είχε συμφωνήσει με τον Κέισι να παίρνει το παιδί στο Τουίν Τάουερς, αλλά τώρα ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει, κι η ίδια δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι ήθελε τον Γιαν πίσω στο Τουίν Τάουερς, και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα, όταν θα βρισκόταν εκεί και ο Ά ξε λ Μπράντι. Μέσα σ τ’ άλλα, δεν ήθελε να πιάσει το παιδί τη βαριά ατμόσφαιρα ανάμεσα σ ’ εκεί­ νην και στον εργοδότη της. Αλλά η ίδια δε γινόταν να λείπει το Σαββατοκύριακο. Θα μπο­ ρούσε να χρησιμοποιήσει τις δυο μέρες ρεπό που είχε μέσα στη βδομάδα, αλλά δεν αρκούσε ούτε αυτό. Δ εν ήταν λύση να βλέ­ πει το παιδί της για λίγες ώρες το απόγευμα. Ό τα ν μάλιστα έ ­ πρεπε να είναι γι’ αυτόν και μητέρα, και πατέρας συνάμα. Είχε αφήσει να περάσει το πρώτο Σαββατοκύριακο, είχε α­ φήσει να περάσει και το δεύτερο, αλλά μετά θα ήταν οι διακο­ πές του Πάσχα, και φυσικά, δε θα μπορούσε να τον αφήσει στο σχολείο. Την Τετάρτη, που είχε ρεπό, πήγε να τον δει. Ο Γ ιαν την περίμενε όπως πάντα με λαχτάρα, κι η Ιλέιν ξαναβρήκε κοντά του ένα μέρος της καλής της διάθεσης. Ή ταν ένα υπέροχο αγόρι, σκεφτόταν με περηφάνεια, έξυ ­ πνος, ευπροσάρμοστος και φιλικός. Ή ταν δημοφιλής ανάμεσα στους συμμαθητές του, κι οι δάσκαλοί του τον αγαπούσαν. Σύντομα θα έμπαινε στην εφηβεία, κι εκείνη θα έπρεπε να πάψει να τον βλέπει σαν το μικρό της αγοράκι. Αλλά για την ώρα, είχε ακόμα ένα αγγελικό προσωπάκι, κι ήταν πανέμορφος με τα ξανθά του μαλλιά και τα γαλάζια του μάτια. Κοιτάζοντάς τον, η Ιλέιν αναρωτήθηκε σε ποιον θα έμοιαζε αυτό το ολότελα αγγελικό προσωπάκι, όταν θα άρχιζε να σκλη­ ραίνει και να γίνεται αντρίκιο. Ό τα ν ήταν πολύ μικρός, της έ ­ μοιαζε καταπληκτικά. Ό σ ο όμως μεγάλωνε, αυτή η ομοιότητα μειωνόταν, και χρόνο με το χρόνο, το πρόσωπό του θύμιζε όλο και περισσότερο το πρόσωπο του πατέρα του. Ή ταν μια ομοιό­ τητα που σίγουρα θα γινόταν ακόμα πιο έντονη στην εφηβεία, κι αυτή η προοπτική της χάλαγε κιόλας προκαταβολικά το κέφι. Γύρισε πίσω στο Τουίν Τάουερς, βυθισμένη σε διάφορες δυ­ σάρεστες σκέψεις. Και η απρόσμενη άφιξη του Μπιλ Κέισι, την επομένη το απόγευμα, δεν έκανε τίποτε για να της φτιάξει τη διάθεση. Ή ταν πολύ συμπαθητικός ο καημένος ο Μπιλ, αλλά η ίδια δεν είχε καμιά διάθεση για φλερτ. «Μην είσαι χαζή», της είπε η Φιόνα. «Αφού ενδιαφέρεται ο άνθρωπος. Ά σ ’ του ένα περιθώριο. Δ εν ξέρεις τι μπορεί να βγει απ’ αυτό. Είναι μια χαρά παιδί, και πρέπει να κερδίζει αρκετά για να ζήσει μια οικογένεια».


98 Η Ιλέιν την αγριοκοίταξε, κι η Φιόνα προτίμησε ν ’ αφήσει για την ώρα τα παντρολογήματα, και να τα ξαναπιάσει όταν θα ήταν πιο ώριμες οι συνθήκες. «Μεγάλη πρόοδος συνετελέσθη στην υπόθεση που μας ενδια­ φέρει», της εκμυστηρεύθηκε ο Μπιλ. «Τολμώ να πω ότι ο πρόε­ δρος τα κατάφερε και πάλι». «Α, ωραία», έκανε ανόρεχτα η Ιλέιν. <*Θα έχουμε πολύ ευχάριστες εκπλήξεις εντός τω ν ημερών, κυρία Μακφέρσον. Αν θέλετε να κάνουμε αύριο μια βόλτα με το ελικόπτερο, θα σας δείξω από ψηλά τα όρια τω ν εκτάσεων που θα περιέλθουν στην κατοχή του προέδρου». «Αν βρω καιρό, κύριε Κέισι, πολύ ευχαρίστως». Την ενοχλού­ σε οποιαδήποτε αναφορά στον Ά ξελ, αλλά δεν μπορούσε να μην κάνει την ερώτηση. Την έτρωγε η γλώσσα της. «Γίνομαι ί­ σως αδιάκριτη, αλλά ξέρ ετε την άποψή μου γι’ αυτή την αγορά. Εγώ συνεχίζω να τη θεωρώ εντελώ ς ασύμφορη - τουλάχιστον για έναν άνθρωπο μόνο. Και αναρωτιόμουνα μήπως ο κύριος Μπρόντι σχεδιάζει να παντρευτεί, ή τίποτε τέτοιο. Σ’ αυτή την περίπτωση, ίσως να το καταλάβαινα». Περίμενε, με την καρδιά να βροντοχτυπάει απ’ την αγωνία. «Ομολογώ ότι ο πρόεδρος δε μου έχει ανακοινώσει κανένα τέτοιο σχέδιο, κυρία Μακφέρσον», παραδέχτηκε ο Μπιλ, μ’ ένα ύφος σαν να θλιβόταν βαθύτατα, που ο “ π ρόεδρος” δεν τον εί­ χε κάνει κοινωνό των προθέσεών του πάνω σ ’ αυτό το θέμα. «Τώρα όμως που το αναφέρατε, τολμώ να πω ότι είναι μιά βάσι­ μη υπόνοια. Ενδεχομένως να έχετε και απόλυτο δίκιο». «Υπάρχει... υπάρχει κάποια υποψήφια;» «Ναι, βεβαίως, πάντα υπάρχει κάποια που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποψήφια. Καταλαβαίνετε, δεν έχω την πρόθεση να συζητήσω την προσωπική ζωή του προέδρου, αλλά ανάμεσα σ ’ εσάς και σε μένα, δε νομίζω ότι τίθεται τέτοιο θέμα». Κι άλλα χαμόγελα, που σκοπό είχαν να τονίσουν το γεγονός, ότι οι δυο τους πια είχαν αποκτήσει τέτοια οικειότητα, ώ στε να επικοινω­ νούν ακόμα και σε θέματα που άπτονταν του ιερού προσώπου του “ προέδρου” . «Βέβαια, υπάρχει η μις Λούσι Ντρέικ - χαρι­ τωμένη κοπέλα, κυρία Μακφέρσον, θα τη γνωρίσετε φαντάζο­ μαι, και θα κρίνετε και μόνη σας. Υπάρχει βέβαια κάποια σχέση, που μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή. Ναι, έχετε δίκιο, τώρα που το είπατε, σκέφτομαι πως ίσως να είναι αυτή η εξήγηση». Και μετά, εκμεταλλευόμενος τη σιωπή της Ιλέιν, θάλθηκε να εξυμνεί τις κρυφές, και λιγότερο κρυφές χάρες του “ προέδρου” του.


99 «Καταλαβαίνετε, κυρία Μακφέρσον, ο πρόεδρος είναι φυσικά το μήλον της έριδος για πολλές αξιόλογες δεσποινίδες. 'Οχι πως θέλω να συζητήσω την προσωπική του ζωή, αλλά θεωρώ ότι εσείς, αγαπη­ τή κυρία Μακφέρσον, αντιλαμβάνεστε απόλυτα το πνεύμα μου». Η Ιλέιν αντιλαμβανόταν απόλυτα το πνεύμα του, όπως αντιλαμ­ βανόταν απόλυτα τι θραύση μπορούσε να κάνει ανάμεσα στο γυ­ ναικείο φύλο, κάποιος σαν τον Ά ξελ Μπρόντι. Η εμφάνισή του έ­ κοβε την ανάσα, και σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν αισθησιακός μέχρι απελπισίας, μ’ εκείνα τα νωχελικά του φερσίματα, με την αυτοπεποίθησή του και την αργόσυρτη, βελούδινη φωνή του. Και σαν να μην έφτανε ούτε αυτό, είχε κύρος, πλούτο και ισχύ, και κουβαλούσε μια πνοή μυστηρίου, τυχοδιωκτισμού και περιπέ­ τειας, που τον τύλιγε σαν αύρα. Αν πρόσθετε τώρα κανείς στο μίγ­ μα και λίγη μαύρη Αφρική, κάμποσο ρουμπίνια και μια γερή δόση πε­ τρέλαια, θα είχε έναν απόλυτα καταστροφικό συνδυασμό. Θα έπρεπε να υπάρχει νόμος, που ν ’ απαγορεύει σε κάτι τ έ ­ τοιους άντρες να κυκλοφορούν ελεύθερα. «Έ χω μάλιστα την υπόνοια», της εκμυστηρεύθηκε ο Μπιλ, «ότι ο πρόεδρος σκοπεύει να μετατρέψει το Τουίν Τάουερς σε μόνιμη κατοικία του. Με το ελικόπτερο, η απόσταση ως την Αμπερντίν ελαχιστοποιείται, όπως καταλαβαίνετε, κυρία Μακ­ φέρσον. Έ χετε ανέβει ποτέ σε ελικόπτερο;» «Ό χι», είπε ξερά η Ιλέιν, κι αμέσως μετά ρώτησε: «Πώς το κρί­ νετε ότι μπορεί να εγκατασταθεί εδώ μόνιμα; Σας το είπε ο ίδιος;» Ο Μπιλ της χαμογέλασε συγκαταβατικά. «Αγαπητή κυρία Μακ­ φέρσον, θα έχετε προσέξει κι εσείς ότι συνέχεια έρχονται όλο και περισσότερα προσωπικά του αντικείμενα στο σπίτι. Επίσης, υλικό που έχει σχέση με τις δραστηριότητες του προέδρου. Ωστόσο, θα ήθελα να σας βεβαιώσω, αγαπητή κυρία, ότι αυτό δε θα ση­ μαίνει περισσότερη δουλειά για σας, ή οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους της συμφωνίας μας. Ο πρόεδρος, σας διαβεβαιώ, είναι άνθρωπος με λόγο. Τα δύο ρεπό σας θα συνεχίσουν να ι­ σχύουν, μπορείτε να μείνετε ήσυχη. Θα δείτε, ο πρόεδρος δεν έχει ποτέ υπερβολικές απαιτήσεις απ’ τους ανθρώπους του». «Α, ωραία, τώρα ησύχασα», έκανε η Ιλέιν, προσπαθώντας απε­ γνωσμένα να κρατήσει το σαρκασμό έξω απ’ τη φωνή της. Δ εν υ­ πήρχε κανένας λόγος ν ’ αρχίσουν να μπαίνουν ψύλλοι σ τ’ αυτιά και του Μπιλ Κέισι. Της έφτανε η Φιόνα, που όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο την κοίταζε με μισό μάτι, προσπαθώ­ ντας να εξηγήσει πού μπορεί να οφείλονταν οι ανεπαίσθητες, αλ­ λά σαφείς αλλαγές στη συμπεριφορά και τη διάθεση της κυράς της. Για την ώρα, βέβαια, είχε την τάση να αποδίδει τη διάφορο-


100 ποίηση, καθώς και τους μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μάτια της Ιλέιν, στην πίκρα και την υπερένταση που της δημιουργού­ σε η επιστροφή της στο Τουίν Τάουερς. Για κανένα λόγο δεν έπρεπε ν ’ αφήσει τη Φιόνα, ή τον Κέισι, ή οποιονδήποτε άλλον στο σπίτι, να μαντέψει τι συνέθαινε, ή τι είχε συμβεί. Ούτε, πολύ περισσότερο, το πόσο εφιαλτική ήταν η προοπτική να δει τον Ά ξε λ να εγκαθίσταται μόνιμα στο Τουίν Τάουερς, μαζί με τη χαριτωμένη μις Λούσι Ντρέικ, και κάμποσο κουτσούβελα από κει και πέρα. Αυτό θα ήταν το αποκορύφωμα. Κι όσο κι αν έλεγε συνέχεια μέσα της, προσπαθώντας να κά­ νει πλύση εγκεφάλου στον εαυτό της, ότι δεν την ενδιέφερε ο Ά ξε λ Μπρόντι, ότι δεν υπήρχε τίποτα μεταξύ τους, ούτε θα υ­ πήρχε ποτέ (κι αυτό για χίλιους διαφορετικούς λόγους), κι ότι δεν την αφορούσε ούτε τόσο δα τι έκανε εκείνος, ήξερε πως κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να το αντέξει. Ένας πιθανός γάμος του Ά ξε λ Μπρόντι, θα σήμαινε αυτόματα το τέλος της θητείας της σαν οικονόμου στο Τουίν Τάουερς. Δ εν είχε ιδέα τι άλλο θα σήμαινε. Δ εν ήθελε καν να το σκέ­ φτεται. Υπήρχαν όρια σε όλα τα πράγματα, κι εκείνη κόντευε πια να ξεπεράσει όλα τα δικά της. Την Παρασκευή το πρωί, ήρθε το ελικόπτερο και άφησε τον σεφ, τις απαραίτητες προμήθειες για τις σπεσιαλιτέ που θα ε ­ τοίμαζε στην αστραφτερή του κουζίνα, και για πρώτη φορά, τον μπάτλερ του Ά ξελ. Απ’ αυτό και μόνο, η Ιλέιν μάντεψε ότι ο κύ­ ριος Μπρόντι τούτη τη φορά θα είχε πιο σημαντικούς καλεσμέ­ νους. Ο Μπιλ της μετέφερε τις οδηγίες που είχε πάρει πρωίπρωί απ’ το τηλέφωνο: μια κρεβατοκάμαρα μόνο, για μια κυρία. Μια κυρία, που άξιζε μόνη της να κουβαληθεί ολόκληρος μπάτλερ για να τη σερβίρει, ήταν ήδη μια πολύ σκοτεινή προο­ πτική για τον ταραγμένο ψυχισμό της Ιλέιν. Έ στρωσε την Τζέσι Κάιλ στη δουλειά, ευχαριστημένη που τουλάχιστον είχε μια πε­ πειραμένη καμαριέρα στη δούλεψή της, και που η Φιόνα μπο­ ρούσε σε κάθε περίπτωση να βοηθήσει, ν ’ αναλόβει ακόμα και την επιστασία του προσωπικού, και να την απαλλάξει από περιτ­ τές επαφές με τον Μπρόντι και τους καλεσμένους του. Στην κουζίνα, η Σίνα τα κατάφερνε μια χαρά και με τον σεφ, και με το αφεντικό του. Τα υπόλοιπα θα τ ’ αναλάμβανε ο μπάτλερ, που ήταν τόσο πεπειραμένος, ώ στε δεν του χρειάστηκε παρά η ε ­ λάχιστη ενημέρωση για να νιώσει σαν στο σπίτι του. Έτσι οι δικές της επαφές με τον Μπρόντι, μπορούσαν να πε­


101 ριοριστούν στα απολύτως αναγκαία. Δ ε θα ήταν υποχρεωμένη ούτε την πόρτα να του ανοίξει. Μπορεί να μη χρειαζόταν καν να του απευθύνει το λόγο ολόκληρο το Σαββατοκύριακο, σκέφτηκε μ’ ένα μίγμα ελπίδας, και βαθιάς κατάθλιψης μπροστά στις προοπτικές που ανοίγονταν για τις επόμενες δυο μέρες. Είχε κάνει λάθος, φυσικά. Ο Ά ξε λ Μπρόντι ήταν εντελώ ς α­ πρόβλεπτος, και, εκείνος τουλάχιστον, δεν έδειχνε να έχει κα­ νένα πρόβλημα να έρθει σ ’ επαφή μαζί της. Προς το μεσημέρι, εμφανίστηκε στην αυλή του Τουίν Τάουερς μια μεγάλη Τζάγκουαρ, που την οδηγούσε ένας σοφέρ. «Ο πρόεδρος θέλει ένα αυτοκίνητο για να μπορεί να μετακινείται στα περίχωρα», της εξήγησε ο Κέισι. «Κάτι πιο κομψό απ’ το Ρόβερ, καταλαβαίνετε, αγαπητή κυρία Μακφέρσον. Νομίζω ότι θα αφήσει μόνιμα εδώ την Τζάγκουαρ. Περισσότερη δουλειά για τον Μακνίκολ σας, αλλά φαντάζομαι δε θα έχει αντίρρηση. Μου έλεγε τις προάλλες ότι εκτιμά ιδιαιτέρως τα ακριβά αυτο­ κίνητα. Θα του αρέσει να το περιποιείται, υποθέτω». «Χωρίς καμιά αμφιβολία, κύριε Κέισι». Ο φουκαράς ο Μακνί­ κολ, το ακριβότερο πράγμα που του είχε δοθεί η ευκαιρία να ε ­ κτιμήσει, ήταν το Φορντ ενός ξαδέρφου του απ’ το Γουίκ. Τζάγ­ κουαρ θα είχε ως τότε δει μόνο σε φωτογραφίες. Λίγο αργότερα, ξανάρθε το ελικόπτερο, αυτή τη φορά κουβα­ λώντας τον Ά ξελ Μπρόντι και, όπως έσπευσε να τη διαφωτίσει ο Μπιλ, τη δεσποινίδα Λούσι Ντρέικ και τις αποσκευές της. Κρυμμένη πίσω απ’ τις κουρτίνες, σ ’ ένα παράθυρο του δεύ­ τερου ορόφου, η Ιλέιν τους παρακολούθησε που έρχονταν προς το σπίτι, με τον Μακλίν να τους κουβαλάει, αγκομαχώντας σχεδόν, δύο τεράστιες βαλίτσες. Ο Ά ξε λ ήταν όπως πάντα έκοβε την ανάσα. Ήταν ντυμένος σπορ, αλλά πανάκριβα, κι α­ κτινοβολούσε ολόκληρος άνεση, αυτοπεποίθηση και δυναμι­ σμό. Καμιά σχέση πια μ’ εκείνον τον ήσυχο, λιγομίλητο και μο­ ναχικό νεαρό που θυμόνταν όλοι στο Έιλεν. Είχε αλλάξει τόσο πολύ, που ακόμα και το προσωπικό, ακόμα και ο Μακνίκολ που κάποτε τον έστελνε να του κάνει τα θελήματα, είχαν αναγκα­ στεί να διαφοροποιήσουν ολότελα τη στάση τους απέναντι το υ . Κι όχι μόνο επειδή το είχε ζητήσει η Ιλέιν Κάμπελ. Έβλεπε από μέρες τώρα τη διαφορά — δεν είχε φτάσει ως τ ’ αυτιά της κανένα αρνητικό σχόλιο, κανένα έστω ίχνος δυσανασχέτησης. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, είχαν ξεπεράσει όλοι την κατάπληξή τους, κι απ’ το στάδιο της αμφισβήτησης, είχαν πε­ ράσει χωρίς καμιά καθυστέρηση στο στάδιο της αποδοχής και


102 του σεβασμού. Κάτι περισσότερο κι απ’ αυτό - η Ιλέιν είχε την εντύπωση πως περνούσαν ήδη γοργά στο στάδιο του θαυμα­ σμού και της τυφλής αφοσίωσης, που κάποτε δικαιωματικά α­ νήκε μόνο στους Κάμπελ. Αλλά ήταν ίσως φυσικό αυτό. Ακόμα και τότε που ο Ά ξελ δεν ή­ ταν παρά ένας υπηρέτης για τους υπηρέτες της, και δεν είχε στον ήλιο μοίρα, όλοι τον συμπαθούσαν, κι όλοι του φέρονταν μ’ έναν παράδοξο σεβασμό, που οπωσδήποτε δεν τον προκαλούσε η α­ νύπαρκτη κοινωνική του θέση, αλλά μόνο η προσωπικότητά του. Τώρα ερχόταν προς το σπίτι με το νωχελικό του βάδισμα και το αγέρωχο ύφος του απόλυτου άρχοντα, κι απ’ το μπράτσο του κρεμόταν μια καλλονή με ξανθιά χαίτη, και με σώμα φωτομο­ ντέλου. Κάτι του έλεγε, χαμογελώντας, κι εκείνος της αντιγύ­ ριζε αβίαστα το χαμόγελο. Η Ιλέιν απομακρύνθηκε απ’ το παράθυρο, και πήγε να κλει­ στεί στο δωμάτιό της. Έμεινε κλεισμένη μέσα όλο εκείνο το απόγευμα κι όλο το βράδυ, και στη Φιόνα είπε ότι την πονούσε το στομάχι της. Η δι­ καιολογία δεν ήταν και τόσο αβάσιμη. Πραγματικά, από την ώρα που είχε δει τον Ά ξε λ να γυρίζει στο σπίτι, ένιωθε απανωτά κύ­ ματα ναυτίας, μια κατάπτωση και μια αδυναμία, που της έφερνε στο νου την κατάστασή της όταν τον είχε πρωτοδεί να στέκεται ατάραχος στην πόρτα του Τουίν Τάουερς. Δ ε θα έβγαινε καν εκείνο το βράδυ απ’ το δωμάτιό της, αν πο­ λύ αργότερα, ο Ά ξε λ δεν έσ τελνε την Τζέσι να τη φωνάξει. Την περίμενε στο γραφείο του, της είπε η Τζέσι. Δ εν είχε ιδέα τι την ήθελε, δεν της είχε πει. Όχι, δε φαινόταν ενοχλημένος. Είχε πει μόνο ότι ήθελε να δει την κυρία Μακφέρσον, και μάλιστα χωρίς καθυστέρηση. Η Ιλέιν μάζεψε τα τελευταία ίχνη της αυτοκυριαρχίας της, και κατέθηκε να τον βρει στο γραφείο του πατέρα της. Απ’ το καθιστι­ κό ακουγόταν μουσική, και μια γυναικεία φωνή που συζητούσε με τη φωνή του Μπιλ Κέισι. Το στομάχι της δέθηκε γι’ άλλη μια φορά κόμπος, και χρειάστηκε να κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να διώξει κάθε προδοτική έκφραση απ’ το πρόσωπό της, και να το αφήσει, τουλάχιστον έτσι έλπιζε, απαθές και ανέκφραστο. «Μ ε ζητήσατε, κύριε Μπράντι;» «Ναι, κυρία Μακφέρσον». Η φωνή του ήταν τόσο ψυχρή, όσο και το βλέμμα του. «Κλείστε παρακαλώ την πόρτα. Ελάτε, καθί­ στε. Υπάρχουν μερικά θέματα που θά ’θελα να συζητήσουμε». Κάθισε απέναντι του, ελπίζοντας ότι αυτός δε θα μάντευε πως έτρεμε σύγκορμη απ’ την ταραχή. «Τι θέματα;» «Θέματα της απόλυτης δικαιοδοσίας σας», της πέταξε με ξαφ­


103

νικό σαρκασμό. «Δ εν υπάρχει λόγος να ταράζεστε τόσο πολύ, κυ­ ρία Μακφέρσον. Μετά τις εννιά το βράδυ, σπάνια δαγκώνω!». «Δ ε ν ταράζομαι, κύριε Μπρόντι. Σκέφτηκα μόνο πως ίσως εί­ χε συμβεί κάτι που σας ενόχλησε. Το προσωπικό δεν έχει ακόμα προσαρμοστεί απόλυτα, και δεν - » «Ε ντάξει», της είπε, και ξαφνικά ακούστηκε κουρασμένος. «Ή θελα απλώς να σου μιλήσω για το αυτοκίνητο, και κανα-δυο άλλα πράγματα. Δ εν έχω πρόβλημα, όλα δουλεύουν ρολόι, κι εσύ κάνεις εξαιρετικά τη δουλειά σου». «Καλοσύνη σας», του είπε ψυχρά, κι όταν πια αυτός της είχε πει τι ήθελε, σηκώθηκε όρθια και είπε με τον ίδιο ψυχρό τόνο: «Εντάξει, θα τα φροντίσω όλα αυτά αύριο κιόλας, κύριε Μπρόντι. Με θέλετε τίποτ' άλλο;» «Κάτσε κάτω», της είπε βαριεστημένα. «Δ ε ν πρόκειται να μολυνθείς, αν συνεχίσεις να εισπνέεις τον ίδιο αέρα με μένα για μερικά λεπτά ακόμα. Τι έγινε με το σπιτάκι;» «Το - σπιτάκι;» «Είχες πει ότι θα το φ ρόντιζες». «Ναι, φυσικά», έκανε σφιγμένα η Ιλέιν. «Το είπα στον Μακλίν, και νομίζω κάτι έκανε. Δ εν - δεν πήγα να δω ακόμα. Αν θέλετε, να τον ρωτήσω αύριο και να σας πω. Μπορώ να φεύγω τώ ρα;» «Ό χ ι», της είπε ξερά. «Ο Κέισι μου είπε πως συμφωνήσατε να φέρνεις το γιο σου εδώ τα Σαββατοκύριακα. Γιατί δεν τον έφ ε­ ρες;» Έμεινε να τον κοιτάζει αμίλητη, με την καρδιά να βροντοχτυπάει στο στήθος της, και το στομάχι να σφίγγεται οδυνηρά. Ύ ­ στερα είπε με κόπο: «Αυτό είναι εντελώ ς προσωπικό μου θέμα, κύριε Μπρόντι. Δε βλέπω να σας αφορά στο παραμικρό». «Ά σ ε τις ανοησίες, Ιλέιν», της είπε κουρασμένα. «Δ ε ν είπα ότι με αφορά, αλλά έχουμε κάνει μια συμφωνία. Και έχω την υ­ πόνοια ότι δεν έφερες το παιδί, επειδή ίσως σκέφτηκες ότι θα μ’ ενοχλούσε η παρουσία του». Η Ιλέιν δε μίλησε. «Αν είναι έτσι το πράγμα, θέλω απλά να σε βεβαιώσω ότι δεν εί­ μαι ολότελα απάνθρωπος, ούτε νευροπαθής, κι ότι δε μ’ ενοχλεί καθόλου να υπάρχει κι ένα παιδί στο σπίτι. Μπορείς να φέρνεις εδώ το γιο σου όποτε θέλεις, για άοο θέλεις, χωρίς να φοβάσαι ότι μου επιβάλλεις κάτι ανεπιθύμητο. Συνεννοηθήκαμε;» «Είσαστε πολύ καλός, κύριε Μπρόντι», του είπε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της χείλια. «Αλλά επιμένω ότι πρόκειται για ένα αυ­ στηρά προσωπικό μου θέμα, που δε σας αφορά καθόλου». Την κοίταζε με στενεμένα μάτια. «Σ τ’ αλήθεια, λοιπόν, σου είναι αδύνατο να φερθείς πολιτισμένα. Πρέπει να το πάρω α­


104 πόφαση, μου φαίνεται. Με τον ίδιο τρόπο θ’ αντιδράς και στην ευγένεια, και στην αγριάδα. Και τώρα θα μου πεις ότι ούτε αυτό με αφορά, αλλά σε θεβαιώ, με ανακουφίζει κι εμένα να ξέρω πού πατάω. Δ εν υπάρχει κανένας λόγος να χαραμίζω τόσ ες ευ­ γένειες, σε κάποιον που δεν τις θέλει». «Μάλιστα, κύριε Μπράντι. Μπορώ να φεύγω τώ ρα;» Η φωνή της έβγαινε με κόπο, το πρόσωπό της πρέπει να ήταν κατάχλο­ μο, το ένιωθε. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση με τον Ά ξε λ θα ήταν επώδυνη, πόσο μάλλον σε τούτο το δωμάτιο. Εδώ και λίγη ώρα, τα μάτια της στρέφ ονταν σαν από μόνα τους προς το τζά ­ κι. Είχαν αλλάξει το χαλί, είχαν αλλάξει και τη διαρρύθμιση του δωματίου, αλλά αυτές οι ασήμαντες αλλαγές δεν έφταναν για να κοιμίσουν τις αναμνήσεις. Τη ρώτησε κοφτά: «Τι συμβαίνει; Είσαι κατάχλομη». «Είναι - είναι αυτό το δωμάτιο», έκανε πανιασμένη η ίλέιν. «Τι έχει το δωμάτιο;» «Εδώ ήταν που ο - πατέρας μου...» Η φωνή πνίγηκε στο λα­ ρύγγι της. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλά, δεν μπορούσε πια να τα αντέξει. Ο Ά ξελ, η Λούσι Ντρέικ, ο Γιαν, ετού το το δωμάτιο με τις φριχτές θύμησες που έκλεινε στους τοίχους του... Σηκώθηκε σαν υπνοβάτιδα, και τράβηξε αργά προς την πόρ­ τα. Καυτά δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια της όταν διέσχισε όσο πιο γρήγορα την πήγαιναν τα πόδια της το χολ, κι ανέβηκε να χωθεί σαν κυνηγημένη στο δωμάτιό της. Στο διάβολο, Ά ξελ Μπρόντι, κι εσύ και το υποκριτικό ενδιαφέρον σου, σκεφτόταν πυρετικά. Στο διάβολο κι εσύ, κι οι ευγένειές σου, και τα γρα­ φεία σου, και οι γυναίκες σου... Για πόσο ακόμα θα πληρώνω εκείνο το σφάλμα, αναρωτιόταν καθώς έπεφτε ξέπνοη στο κρεβάτι, πνίγοντας όπως-όπως τους λυγμούς που ανέβαιναν απ’ τα βάθη του είναι της. Δ εν αντέχω άλλο. Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Ύ στερα άνοιξε η πόρτα της, και στο δωμάτιο μπήκε ο Ά ξε λ Μπρόντι. Γ ια δυο δευτερόλεπτα, τον κοίταζε σαν χαζή μέσ’ απ’ τα δά­ κρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της, ύστερα τινάχτηκε πάνω, τρέμοντας απ’ την έκπληξη, την ταραχή και την ταπείνωση. «Τι - τι θέλεις εδώ; Πώς τολμάς - » «Κόφ’ το», της είπε κουρασμένα. «Μην πεις κουβέντα παραπά­ νω. Δεν έχω όρεξη για άλλες αντεγκλήσεις. Θα συζητήσουμε, και θα συζητήσουμε για μια φορά πολιτισμένα. Έγινα σαφής;» Του πέταξε σαρκαστικά: «Αφήνετε την καλεσμένη σας τόση ώρα μόνη, κύριε Μπρόντι, για ν ’ ασχοληθείτε με τις υποθέσεις της οικονόμου σας;» Και μετάνιωσε αμέσως που το είπε, όταν


105 είδε τα φρύδια του ν ’ ανασηκώνονται στη γνωστή, μισητή, κο­ ροϊδευτική κίνηση. «Για δες. Να τολμήσω να φανταστώ ότι ζηλεύεις;» «Να ζηλέψω; Εσένα; Γιατί;» «Τότε άσε την κουβέντα». «Η μις Ντρέικ σε περιμένει». «Δ ε ν έχω υπογράψει συμβόλαιο να είμαι συνέχεια κολλημέ­ νος στη φούστα της Λούσι», της πέταξε ξερά. «Κάτσε κάτω, δε μου φαίνεσαι και τόσο καλά». Έκατσε κι αυτός, αλλά όχι στο κρεβάτι, ευτυχώς. «Τι συμβαίνει; Τι μου έλεγες για τον πατέρα σου;» Και καθώς εκείνη δεν απαντούσε, ρώτησε μαλακά: «Εκεί μέσα... συνέβη;» «Ναι», ψιθύρισε αδύναμα η Ιλέιν. «Το - είδες;» «Μ ετά», του είπε κοντανασαίνοντας. «Λίγο μετά... Ήταν... ή­ ταν φριχτό, Άξελ...» «Ναι», της είπε σκεφτικά. «Καταλαβαίνω. Τότε ήταν που χά­ σατε το Τουίν Τάουερς;» «Α ργότερα», του είπε με κόπο. Τα σαγόνια της σφίγγονταν σπασμωδικά. «Στην αρχή, ήταν τα χτήματα... Το σπίτι έφυγε με­ τά. Δ ε γινόταν πια να το κρατήσουμε». Έμεινε να την κοιτάζει, συλλογισμένος. Ύ στερα ρώτησε ή­ συχα: «Είχες καμιά βοήθεια όλα αυτά τα χρόνια, Ιλέιν;» Του κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δ εν τολμούσε να τον κοι­ τάξει στα μάτια. Και μόνο που του μιλούσε για όλ’ αυτά, ήταν ε ­ ξευτελιστικό. Δ εν ήθελε να τη λυπάται ο Ά ξε λ Μπρόντι, θα πέθαινε απ’ την ταπείνωση αν διάβαζε έστω και μια σκιά οίκτου στα μάτια του. «Οι συγγενείς σου; Είχες θείους, ξαδέρφια... Η αδερφή του πατέρα σου;» «Η λαίδη Φένγουικ;» Η Ιλέιν γέλασε πικρά. «Τα οικονομικά της πήγαιναν χειρότερα κι απ’ τα δικά μας. Κι ούτε ποτέ θα κα­ ταδεχόμουνα να γίνω φόρτωμα στους συγγνείς και τους φί­ λους. Θα προτιμούσα χίλιες φορές να πεθάνω απ’ την πείνα». «Ό σ ο γι’ αυτό, δεν έχω καμιά αμφιβολία». Το ύφος του ήταν παράξενο, και οπωσδήποτε, ούτε τόσο δα σαρκαστικό. «Κι ο Άνγκους;» «Ο Άνγκους έφυγε». «Αυτό το πληροφορήθηκα. Εννοώ, δεν ενδιαφέρθηκε απόκει και πέρα; Δ εν έστειλε έστω κάποια βοήθεια;» «Ό χ ι», είπε η Ιλέιν. Βοήθεια! Δ εν είχε ούτε νέα του Άνγκους όλ’ αυτά τα χρόνια. Στην αρχή της είχε γράψει μια-δυο φορές, κι αυτό ήταν όλο. Μετά κόπηκε κάθε επαφή. Και τώρα ακόμα


106 που μιλούσαν, ο αδερφός της μπορεί να ήταν πεθαμένος, κι ε­ κείνη να μην το μάθαινε ποτέ της. «Μάλιστα», είπε σκεφτικά ο Ά ξελ. «Κι εσύ μόνη, χήρα, μ’ ένα παιδί... Πόσων χρόνων είναι;» «Έ ντεκ α », είπε η Ιλέιν. «Και σου λείπει». Μια υποψία χαμόγελου φάνηκε στο πρόσω­ πό του. «Δ ε ν είναι ανόητο να τον στερείσαι εξαιτίας μου;» «Εξαιτίας σου; Πώς φαντάστηκες κάτι τέτο ιο ;» Τώρα που είχε συνέλθει κάπως, άρχιζε να ξαναβρίσκει την περηφάνεια της, και την αντιπαλότητά της για τον Ά ξε λ Μπρόντι. «Δ ε βλέπω να υπάρχει άλλος λόγος. Εκτός αν δε θέλεις να τον φέρεις πίσω σ ’ ένα σπίτι που έπαψε να είναι δικό του. Αν φο­ βάσαι πως έτσι θα τον πληγώσεις χειρότερα». Η Ιλέιν δε μίλησε. «Αν είναι αυτό», συνέχισε μαλακά ο Ά ξελ, «δ ε νομίζω ότι έ ­ χεις δίκιο. Τα παιδιά ξεχνάνε πολύ εύκολα, Ιλέιν. Προσαρμό­ ζονται πολύ καλύτερα απ’ όσο οι μεγάλοι. Μη φαντάζεσαι ότι μπορεί πια το Τουίν Τάουερς να σημαίνει για το γιο σου, ό,τι ση­ μαίνει για σένα». «Ίσ ω ς », είπε πνιχτά η Ιλέιν. Ο Ά ξε λ σηκώθηκε. Στάθηκε για λίγο αμίλητος να την κοιτά­ ζει, εντυπωσιακά μεγαλόπρεπος απ’ το ύψος τω ν εκατόν ενενηνταδύο εκατοστών του. Η Ιλέιν σηκώθηκε κι αυτή σαν αυτό­ ματο, όχι για τίπ οτ’ άλλο, αλλά επειδή της ήταν πολύ ενοχλητι­ κό να την κοιτάζει εκείνος από τόσο ψηλά. «Φέρε το παιδάκι», της είπε ο άντρας. «Μην το σκέφτεσαι κα­ θόλου. Αν θέλεις, μπορώ να στείλω κάποιον με το ελικόπτερο, αύριο κιόλας. Απ’ την πείρα μου ξέρω ότι δεν υπάρχει παιδί που δε θα ξετρελαινόταν για μια τέτοια βόλτα». Η καρδιά της σφιγγόταν οδυνηρά στο στήθος της. Θά ’θελε να του πει πως δεν της χρειάζονταν τέτοιες εξυπηρετήσεις από μέρους του, πως μπορούσε μια χαρά να πάει να πάρει η ίδια το γιο της απ’ το σχολείο του, και πως εν πάσει περιπτώσει, εκεί­ νου δεν του έπεφτε λόγος. Αλλά δεν μπορούσε. Τα λόγια πνί­ γονταν σε μια φουρτούνα που ανέβαινε σαν φουσκοθαλασσιά μέσα της. Το κορμί της μηρμήγκιαζε από πάνω μέχρι κάτω, η α­ νάσα της βάραινε. Και ξαφνικά, βρισκόταν στην αγκαλιά του Ά ξε λ Μπρόντι, και δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί να παλέψει για να ελευθερωθεί απ’ τα μπράτσα του. Κάθε ίνα του κορμιού της παρέλυσε, κι έ ­ μεινε να γοργανασαίνει εκεί που βρισκόταν, σφιγμένη πάνω στο ατσάλινο κορμί του, με τη ζέστα του να τη διαπερνάει και να φτάνει μέχρι τα βάθη του είναι της.


107 «Ιλέιν», είπε πνιχτά ο άντρας, και τη φίλησε. Τα χέρια της άγγιξαν τα μάγουλά του, τραβώντας του το κε­ φάλι ακόμα περισσότερο προς το μέρος της, και του αντιγύρισε το φιλί με το ίδιο πεινασμένο πάθος που έκαιγε και στο δικό του. «Ω, Ά ξελ, Ά ξε λ », έκανε μ’ έναν κοφτό λυγμό, ύστερα δεν είπε τίπ οτ’ άλλο. Τα χείλια του άρπαξαν, πάλι λαίμαργα τα δικά της, τραβώντας την σ ’ εκείνη τη δίνη που θυμόταν από παλιά, κι απ’ όπου δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής, και καμιά διέξοδος. Ό σα χρόνια και να περνούσαν, ό,τι και να συνέβαινε ανάμεσά τους, το άγγιγμά του θα είχε πάντα την ίδια δύναμη πάνω της. Ρούφηξε τη γλώσσα του με μια απόλαυση που άγγιζε το πα­ ραλήρημα, και ίσα που κατάλαβε ότι τα χέρια του τραβούσαν πυρετικά τα ρούχα της, ότι άγγιζαν τη γυμνή της σάρκα, ότι την τραβούσαν απ’ τους γλουτούς για να κολλήσει ακόμα πιο δυνα­ τά πάνω του. Ή ταν αναμμένος, υπέροχα αναμμένος, ο φαλλός του έκαιγε σαν φωτιά πάνω στην κοιλιά της. «Ιλέιν», της ξανάπε αγκομαχώντας, ανάμεσα σ ’ έναν χείμαρο από φιλιά, «αχ, Iλέιν...» Την τράβηξε πάνω στο κρεβάτι, και συνέχισε να τη φι­ λάει σ ’ έναν πυρετό ασυγκράτητου πάθους, κολλώντας συγ­ χρόνως τη λεκάνη του πάνω της, σ ’ εκείνη τη γνώριμη, δυνατή, κυκλική κίνηση, που η Ιλέιν τη θυμόταν τόσο καλά, και που την παλάβωνε. Οι παλάμες της εξερευνούσαν αχόρταγα το κορμί του, και σε μια στιγμή συνειδητοποίησε ότι προσπαθούσε να του βγάλει το παντελόνι, ότι η ίδια ήταν χωρίς μπλούζα, κι ότι η σεμνή της φούστα είχε ανέβει πάνω απ’ την κοιλιά της. Βρέθηκε να τον κοιτάζει κατάματα, με τα δάχτυλά της ακόμα μπλεγμένα στο φερμουάρ του. Δ εν έχει περάσει ούτε μια μέρα, σκέφτηκε χω­ ρίς έκπληξη. Είμαστε πάλι δεκατρία χρόνια πίσω, στο σπιτάκι. Μόνο που τώρα το δωμάτιο είναι φωτισμένο. Κι όπως τότε, του είπε πνιγμένα, βογγώντας απ’ την ένταση της επιθυμίας: «Κ άν’ το μου, Άξελ... Κάν’ το μου πάλι». Τη ρώτησε βαριανασαίνοντας, κι η φωνή του ήρθε αγνώριστη σ τ’ αυτιά της: «Είσαι... σίγουρη;» «Ναι. Σε θέλω... Τώρα, Ά ξελ, τώρα... Ποτέ δε θέλησα έτσι άλ­ λον άντρα. Πάρε με, πάρε με πάλι Άξελ...» Του τράβηξε το πρόσωπο προς το μέρος της, και τον ξαναφίλησε λαίμαργα στα χείλια, στα όμορφα, αγαπημένα χείλια που λαχταρούσε μια ζωή τώρα να ξαναφιλήσει. Ένιωσε ότι της έβγαζε το καλτσόν, ξεσκίζοντάς το στη βια­ σύνη του, ένιωσε τον φαλλό του να κολλάει στη γυμνή της σάρ­ κα. Μια κραυγή πάθους της ξέφυγε, κι άνοιξε ακόμα περισσότε­ ρο τα πόδια. Ο άντρας τα πήρε ανάμεσα στα μπράτσα του,


108 σπρώχνοντάς τα ψηλά και πίσω. Της είπε βραχνά: «Τώρα... Μπαίνω». Κι αμέσως μετά, το σκληρό του μέλος βρήκε την εί­ σοδο, χώθηκε βαθιά μέσα της, απίστευτα βαθιά, γεμίζοντας με την υπέροχη σκληράδα του τα σωθικά της, σφυροκοπώντας την με τη δύναμή του, μ’ εκείνην παγιδευμένη ανάμεσα στα μπράτσα του και στο βάρος του κορμιού του. Έχασε κάθε έλεγχο, αλλά δεν είχε σημασία, γιατί το ίδιο συνέβαινε και σ ’ εκείνον. Τη φιλούσε συνέχεια παράφορα, χωρίς να σκοτίζεται για την τεχνική πλευρά, χωρίς να χάνει την ώρα του με περιττά χάδια. Το ήθελαν κι οι δυο, και το ήθελαν με μια ανάγκη που έφτανε στην τρέλα. Δε χρειάζονταν προκαταρκτι­ κά, δε χρειάζονταν τίποτα, μόνο εκείνο το άγριο, βίαιο, πρωτό­ γονο σμίξιμο, που κορυφωνόταν τώρα με απρόσμενη ταχύτητα. «Σ ’ αρέσει; Πες μου... Έτσι; Λέγε...» «Μ ’ αρέσει. Με τρελαίνεις, Άξελ... Πιο γρήγορα, πιο βαθιά, έλα, κι άλλο, Ά ξελ, κι άλλο...» « Ό σ ο θέλεις... Είμαι τρελός για σένα. Ήθελρ να στο κάνω αυ­ τό - απ’ την πρώτη στιγμή. Έτσι. Μέσα, βαθιά, έτσι...» Είχε ακόμα όλη εκείνη τη φοβερή δύναμη των εικοσιπέντε του χρόνων, τίποτα δεν είχε αλλάξει, το σώμα του μπαινόθγαινε ατσάλινο στο δικό της, ακούραστο, κι αχόρταγο. Τη φιλούσε παθιασμένα, πυρετικά, στο πρόσωπο, στα χείλια, στο γυμνό της στήθος, δαγκώνοντας και ρουφώντας την στην παραφορά του, εκείνη κραύγαζε πνιχτά, κι εκείνος βογγούσε και βαριανάσαινε και της έλεγε τα πιο εξαίσια βρόμικα λόγια, κοφτά κι αυτά και σπασμένα. «Καις σαν καμίνι... Ξέρεις πόσο βαθιά φτάνω; Το νιώθεις;» «Ναι, Ά ξελ, ναι... Δ εν πάει πιο βαθιά, το ξέρω, αγάπη μου, το ξέρω...» «Τελειώνεις; Πες μου...» «Ναι, Ά ξελ, ναι... Τώρα. Τώρα. Ω, τώρα...» Της ρούφαγε τα χείλια, χώνοντας τη γλώσσα του ανάμεσά τους, πίνοντας αχόρταγα την ανάσα της. Το σφυροκόπημα στα σωθικά της έγινε αβάσταχτο. Τα νύχια της όργωναν την πλάτη του, η λεκάνη της σηκωνόταν με δύναμη ψηλά, κόλλαγε βίαια πάνω του. Τα σωθικά της συσπάστηκαν στη δίνη του οργασμού, κι έμεινε να σπαρταράει στην αγκαλιά του, καρφωμένη πάνω στο φαλλό του, μέχρι που τον ένιωσε να συσπάται κι εκείνος μέσα της, και να τελειώνει. «Θ εέ μου», έκανε πνιχτά ο Ά ξελ, όταν ξαναβρήκε λίγο την α­ νάσα του. Έ γειρε στο πλάι, κρατώντας την συνέχεια στην αγ­ καλιά του, με τα πόδια της συνέχεια ψηλά, με τον φαλλό του χωμένο ακόμα μέσα της, με τους γλουτούς της κολλημένους


109 σφιχτά στη λεκάνη του. Έμειναν έτσι κουθαριασμένοι ο ένας κόντρα στον άλλον, βαριανασαίνοντας, με κλειστά τα μάτια. Ύ ­ στερα της κατέβασε τα πόδια, κι έμεινε να την κοιτάζει. Του αντιγύρισε σιωπηλή το βλέμμα, τόσο ξεθεωμένη, που δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα για την ώρα. Είχε ακόμα λίγα λεπτά αποχαύνωσης μέχρι να επιτρέψει στον εαυτό της ν ’ αντιδράσει. Λίγα λεπτά αποχαύνωσης, κάτω απ’ το ανεξιχνίαστο βλέμμα του Ά ξε λ Μπράντι. Της είπε σιγανά: «Ήταν... πολύ έντονο, Ιλέιν. Και για σένα;» Του έγνεψε ναι με το κεφάλι. Έντονο; Δ ε θα μπορούσε ποτέ να το περιγράφει. Μια ολόκληρη ζωή αγωνίας και ανάγκης, σκέφτηκε κουρασμένα. Πώς θα μπορούσε να μην είναι έντονη αυτή η μο­ ναδική, λυτρωτική στιγμή του πάθους; Η εναγώνια, καταπιεσμένη λαχτάρα δεκατριών χρόνων, είχε καεί σε μια λαμπερή φλόγα α­ πόλαυσης, και την είχε αφήσει άδεια και εξουθενωμένη. Της είχε πει ότι, αν τ ’ αποφάσιζε να κοιμηθεί μαζί της, δε θα δυ­ σκολευόταν καθόλου να το κάνει. Κι εκείνη του είχε πει ότι θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να τον αφήσει να την ξαναγγίξει. Κι αντί γι’ αυτό, είχε υποκύψει χωρίς να δώσει ούτε υποψία μάχης. Την είχε αποκτήσει τελικά κι εκείνην ο Ά ξε λ Μπράντι, όπως είχε αποκτήσει και το σπίτι της, και τα χτήματά της, με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Έ τσι απλά, παίρνοντάς την μόνο στην αγκαλιά του. Της το είχε πει, και της το είχε αποδείξει: μπορούσε να έχει την περήφανη Κάμπελ του Έιλεν, όποτε ήθε­ λε εκείνος, ακόμα και με την ερωμένη του να τον περιμένει μό­ νη της στο σαλόνι. «Τι τρέχει;» τη ρώτησε μαλακά ο Ά ξελ. «Τίποτα». Τραβήχτηκε όσο πιο μακριά του γινόταν, κι όταν αυτός προσπάθησε να τη στρέψει πάλι προς το μέρος του, τον ρώτησε πνιχτά: «Γιατί το έκανες αυτό απόψε; Τι ήθελες ν ’ απο­ δείξεις;» «Ιλέιν», της είπε μαλακά, «ας μην ξαναρχίσουμε τα ίδια, εν ­ τάξει; Δ εν ήθελα ν ’ αποδείξω τίποτα. Ήθελα μόνο να σου κάνω έρωτα, κι αυτό είν’ όλο». « Γ ιατί;» τον ρώτησε πνιχτά. Όχι πως χρειαζόταν να της το πει εκείνος για να το καταλάβει. Ο θρίαμβος του Ά ξε λ Μπρόντι... Τέλεια ολοκληρωμένος. Τα πάντα στα χέρια του, ακόμα και το κορμί της Ιλέιν Κάμπελ. Χωρίς την παραμικρή αντίσταση, μάλιστα. «Γιατί;» Την κοιτούσε με στενεμένα μάτια. «Δ ε ν έχει γιατί. Εσύ γιατί το ήθελες;» «Δ ε ν το ήθελα!» Εκείνος γέλασε. «Ά σ ε τ ’ αστεία. Δ εν είσαι πια στα δεκαεφτά, Ιλέιν».


110 «Πώς τολμάς!» «Σ ’ αρέσουν ιδιαίτερα οι τυποποιημένες εκφράσεις, βλέπω. Και μην τολμήσεις να ισχυριστείς πάλι ότι δεν το ήθελες. Δεν είμαι ηλίθιος, Ιλέιν. Σαν τρελή το ήθελες, γλυκιά μου». «Είχα πολύ καιρό να κοιμηθώ με άντρα», έκανε πνιχτά η Ιλέιν. «Αυτό ήταν όλο. Δ ε νομίζω όμως ότι ισχύει κάτι ανάλογο και για σένα, αν κρίνω απ’ τους... καλεσμένους που φέρνεις στο σπίτι». Της είπε ψυχρά: «Δ ε ν είναι απαραίτητο να μου λείπει το σεξ για να με ανάψει μια γυναίκα. Λοιπόν, εσύ μ’ ανάβεις, σ ’ αρέσει δε σ ’ αρέσει. Και μην παίρνεις αυτό το ξινισμένο ύφος τώρα. Μ’ α­ νάβεις, επειδή είσαι μια διαβολεμένα όμορφη γυναίκα, κι επειδή, αν θέλεις όλη την αλήθεια, δε σε χόρτασα ποτέ όσο θα ήθελα». Του πέταξε σφυριχτά: «Σταμάτα! Σταμάτα, Ά ξελ, μην πεις λέξη παραπάνω!» «Δ ε σ ’ αρέσει να μιλάς για κείνη την εμπειρία, βλέπω», της εί­ πε σαρκαστικά. «Κι όμως, εγώ είχα μείνει με την εντύπωση ότι το είχες απολαύσει - όπως το απόλαυσες κι απόψε, άλλωστε. Ό πως θα το απολάμβανες όσες φορές και να το κάναμε. Είσαι σωστό ηφαίστειο, Ιλέιν. Σπάνια μου έχει ξανατύχει τόσο θερμή γυναίκα. Αναρωτιέμαι αν είχε καταλήξει κι ο Μακφέρσον στο ί­ διο συμπέρασμα!» «Σώπα», του είπε μισοπνιγμένη. «Μην πεις - » Την άρπαξε απ’ τους ώμους και την τράνταξε άγρια, ξαφνικά γονατισμένος από πάνω της, τεράστιος, απειλητικός κι επικίν­ δυνος, με τα μάτια να πετάνε φλόγες οργής. «Ό ,τι θέλω θα λέω, πάρ’ το απόφαση. Αν δε σ ’ αρέσει, κλείσε τ ’ αυτιά σου. Γιατί τον πήρες, που να σε πάρει; Γιατί ειδικά τον Μακφέρσον;» «Παράτα με! Κτήνος, άφησέ με - » «Λ έγε!» «Τον ήθελα! Τον ήθελα! Τόσο δύσκολο είναι να το χωνέψεις; Τον ήθελα πάντως περισσότερο από σένα!» «Σκάσε», της πέταξε μισοπνιγμένος, τρέμοντας από κάτι σαν λύσσα. «Σκάσε, πανάθεμά σ ε!» Την τράνταζε ακόμα απ’ τους ώμους, το κεφάλι της γύριζε, της ερχόταν ναυτία. Όλη εκείνη η παλιά οδύνη, όλος ο πόνος κι η απελπισία δεκατριών ολόκλη­ ρων χρόνων, φούσκωσαν και ξεχείλισαν από μέσα της, και της φάνηκε ότι τώρα δα, ήταν ικανή να τον σκοτώσει εν ψυχρώ, φτάνει μόνο να της δινόταν η ευκαιρία. «Κ τήνος», έκανε κοντανασαίνοντας, παλεύοντας με απελπι­ σία κόντρα στην ατσάλινη δύναμή του. «Τον ήθελα - κοιμό­ μουνα μαζί του, κυλιόμουνα κάθε βράδυ στο κρεβάτι του, αν θέλεις να μάθεις! Μπας και φαντάστηκες ότι θα έμενες ο μό­ νος, Ά ξελ; Έναν άντρα ήθελα τότε, όπως και τώρα. Όπως μπο­


111 ρούσες να το κάνεις εσύ, έτσι μπορούσε κι ο Μακφέρσον. Και καλύτερα μάλιστα από σένα!» Τη χαστούκισε, απανωτά και με δύναμη, κάνοντας το κεφάλι της να τιναχτεί μια αριστερά, μια δεξιά, και τα μάτια της να θαμ­ πώσουν απ’ το σοκ και τα δάκρυα. «Σκάσε. Σκάσε, ειδεμή θα σε λιώσω, θρόμα. Φτάνει ως εδώ, τ ’ ακούς; Με σκότωσες μια φορά — δε θά ’χεις άλλη ευκαιρία. Σκάσε. Μην ξανακούσω κουβέντα!» «Εί-είσαι τ-τρελός», τραύλισε η Ιλέιν. «Μ-μιλάς εσύ, κ-κάθαρμα, ελεεινέ...» Αυτή τη φορά της έκλεισε το στόμα με το δικό του, φιλώντας την με μανία, και δαγκώνοντάς την άγρια στα χείλια. Παρά τις σπασμωδικές της προσπάθειες να του ξεφύγει, τη συγκρότησε σαν να μην είχε εκείνη περισσότερη δύναμη από μια πάνινη κούκλα, τη γύρισε μπρούμυτα, κι έπεσε μ’ όλο του το βάρος από πάνω της, κρατώντας της συνέχεια σφραγισμένο το στόμα με το χέρι του. «Σε βίασα μια φορά, έτσι δεν είναι, Ιλέιν; Σε βία­ σα. Τόλμησες να πεις ότι σε βίασα... Έ τσι δεν είναι;» Προσπάθησε να του δαγκώσει το χέρι, κλοτσώντας συγχρό­ νως προς τα πίσω μ’ όλη της τη δύναμη. Η προσπάθειά της τον άφησε ολότελα ασυγκίνητο. Το σώμα του έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από ατσάλι, κι ήταν τόση η μανία του, που δε θα το καταλάβαινε, ακόμα κι αν εκείνη τα κατάφερνε να τον πονέσει. «Αν σε βίασα τό τε», της είπε σφυριχτά, «μπορώ να το ξανακάνω και τώρα... ΓΓ αυτό ξαναγύρισα. Μόνο γΓ αυτό. Εντάξει; Το κα­ τάλαβες τώρα; Δεκατρία χρόνια αυτό σκεφτόμουνα, Ιλέιν. Να σε βάλω σ ’ ένα κρεβάτι, και να στο κάνω μέχρι να λιποθυμήσεις. Μ’ όλους τους τρόπους. Δεκατρία χρόνια προσπαθούσα να συγκρατηθώ και να μην το κάνω. Κι εσύ πας γυρεύοντας... Ό λα θα τα πληρώσεις τώρα, τώρα - ακούς; Τώρα!» Οι λέξεις έπε­ φταν σαν καμτσικιές στον ακίνητο αέρα, κι όσο μιλούσε πυρετι­ κά, ταρακουνώντας την συνέχεια, ο φαλλός του, σκληρός πάλι και τεράστιος, μπηγόταν με δύναμη μέσα της, και το χέρι του συνέχιζε να σταματάει τις κραυγές του πόνου που έβγαιναν απ’ τα χείλια της. Αυτή τη φορά ήταν πραγματικός βιασμός, και μάλιστα, όπως της το είχε πει, από παντού. Δ εν υπήρχε τρόπος να τον σταμα­ τήσει, όσο κι αν πάλευε απεγνωσμένα να ξεφύγει απ’ το καυτό του μέλος, που έμοιαζε να ξεσκίζει το κορμί της. Δάκρυα έ τρ ε ­ χαν στα μάγουλά της, κι όλο της το σώμα έγινε μια μπάλα πόνου και ταπείνωσης, που προσπαθούσε μόνο να ξεφύγει απ’ την έ ­ σχατη κατάκτηση. Κι ύστερα, σαν να ’χε γυρίσει ένας διακόπτης, ο πόνος όλος έγινε ηδονή, το χέρι του βρέθηκε να χαϊδεύει το πιο ευαίσθητό


112 της σημείο, το κορμί της σταμάτησε να σπαρταράει στα μπρά­ τσα του, κι άθελά της έκανε μια δοκιμαστική κίνηση προς το μέρος του, σπρώχνοντας τους γλουτούς της να συναντήσουν τη λεκάνη του, ξετρελαμένη απ’ αυτή την καινούρια αίσθηση, και τη φωτιά που άναβε στα σωθικά της. Η ένταση της απόλαυ­ σης ήταν τρομαχτική, η επίγνωση του πού βρισκόταν, με ποιον, και σε τι συνθήκες, έλαμψε σαν πελώρια φλόγα μέσα της, και σε μια στιγμή απόλυτης καθαρότητας, συνειδητοποίησε πως αυτό περίμενε απ’ την πρώτη στιγμή που τον είχε ξαναδεί, μια τέτοια κατάληξη ζητούσε - εκείνον βίαιο, βαρύ και πρωτόγονο πάνω στο γυμνό κορμί της, να την παίρνει άγρια και μανιασμένα, με όποιον τρόπο θα διάλεγε ο ίδιος. Ίσως επειδή έτσι της αφαιρούσαν πάλι κάθε δικαίωμα επιλο­ γής, και μπορούσε πια ν ’ αφεθεί χωρίς ενοχές και δεύτερες σκέψεις στην επιθυμία της για το κορμί του. Δ εν έφταιγε πια αυτή, μόνο ο Ά ξε λ Μπράντι. Της επέβαλλε τον έρωτά του με το έτσι θέλω, κι εκείνη δεν μπορούσε πια να κάνει διαφορετικά, μόνο να υπομένει, και να τελειώνει μαζί του, ατέλειωτα, γλυκά, βασανιστικά όσο ποτέ πριν στη ζωή της, στο πιο πρωτόγονο κρεσέντο ηδονής που είχε γνωρίσει ποτέ της. Ό τα ν την άφησε, ο ιδρώτας έσταζε κυριολεκτικά απ’ το κορμί του. Την έσπρωξε σαν νά ’ταν κουρέλι από κάτω του, της γύρισε την πλάτη, κι έφερε το χέρι του στο πρόσωπό του, σαν να τον πονούε το φως. Η Ιλέιν έμεινε να τον κοιτάζει, κι η μόνη σκέψη στο μυαλό της ήταν, για φαντάσου, τον ξαναβλέπω γυμνό στο

φως για πρώτη φορά μετά τη λιμνούλα... Ήταν υπέροχος, ακόμα καλύτερος κι απ’ όσο τον θυμόταν. Το σώμα του, ξαπλωμένο σαν μπρούτζινο άγαλμα στο κρεβάτι της... Ακόμα και με τα μαλλιά του πιο κοντά, δεν έπαυε να μοιάζει με η­ μίθεο που είχε μόλις αναδυθεί από κάποια ονειροφαντασία. Και την είχε πάρει, μ’ όλη τη δύναμη και την αγριάδα ενός ορ­ γισμένου ημίθεου. Μέσα της, ό,τι κι αν της έλεγε η Ιλέιν Κάμπελ του Έιλεν, κά­ ποια γωνιά της θα τραγουδούσε πάντα εκστατικά γ ι’ αυτή τη στιγμή της άγριας κατάκτησης που είχε ζήσει στην αγκαλιά του. Σε κάποια στιγμή, ο Ά ξε λ ανασηκώθηκε, της έριξε ένα ανεξι­ χνίαστο, σκοτεινό βλέμμα, κι είπε σπασμένα: «Ζητώ όυγνώμη. Έχασα κάθε έλεγχο, φοβάμαι. Σε πόνεσα;» «Ναι», είπε πνιχτά η Ιλέιν. «Αλλά... πέρασε γρήγορα».


113 «Συγνώμη», της ξανάπε βαριά, και θάλθηκε να ντύνεται. Τα χέρια του έτρεμαν, η ανάσα του έβγαινε ακόμα σαν αγκομαχη­ τό. «Είσαι εντάξει τώρα;» τη ρώτησε σε λίγο. «Ναι». Τώρα θα φύγει, σκεφτόταν κουρασμένα, και θ ’ αφήσει πίσω του ένα ολότελα αγεφύρωτο χάσμα. Αλλά ίσως είναι κα­ λύτερα έτσι. Ας θάψουμε και τις τελευταίες αυταπάτες... Κα­ λύτερα έτσι. Της είπε με κόπο: «Πρέπει να φεύγω τώρα». «Ναι», είπε ήρεμα η Ιλέιν. «Τους άφησες πολλή ώρα μόνους». «Θαρρείς με νοιάζει;» της αποκρίθηκε μ’ ένα κουρασμένο γελάκι. «Θα επιζήσουν φαντάζομαι και χωρίς εμένα...» Σηκώθηκε αργά, κι έμοιαζε να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Βα­ στάχτηκε απ’ την άκρη της καρέκλας, εξουθενωμένος, όχι τόσο απ’ τη σωματική προσπάθεια, όσο από εκείνη την έκρηξη της τυφλής οργής, που είχε περάσει σαν τυφώνας από πάνω τους. «Δ εν είχα το δικαίωμα», είπε πνιχτά. «Δ ε ν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο... Δεν είχα σκοπό να παραφερθώ. Κάπου έχασα κάθε έλεγχο... Λυπάμαι. Δεν έχουμε τίποτα οι δυο μας - αν κάπο­ τε είχαμε κάτι, τέλειωσε πριν πολύ καιρό, και δε μου δίνει τώρα το δικαίωμα να φέρομαι σαν βάρβαρος. Είναι μόνο μια πολύ παλιά πίκρα, Ιλέιν, θα σβήσει κι αυτή... Αν μπορείς, συχώρεσέ με». Του κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ανίκανη να πει «σ ε συγ­ χωρώ». Δ εν μπορούσε να μιλήσει. Κοίταζε το κατάχλομο, κομ­ μένο πρόσωπό του, κι ήξερε πως ποτέ πριν στη ζωή της δεν τον είχε αγαπήσει τόσο όσο εκείνη τη στιγμή, ούτε καν τη μέρα που τον περίμενε να έρθει να τη ζητήσει, ούτε καν το μεσημέρι που είχε μάθει ότι εκείνος προτίμησε να φύγει. Αλλά δεν είχε σημασία. Είχε επιβιώσει όλα εκείνα τα χρόνια, θα επιβίωνε κι από κει και πέρα. Όπως θα έλεγε κι ο Τζέιμς, μια ιδέα ήταν όλα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Το επόμενο Σαββατοκύριακο, έφερε για πρώτη φορά τον Γιαν στο Τουίν Τάουερς. Ή ταν οι ανοιξιάτικες διακοπές, έτσι κι αλ­ λιώς, και μάλιστα σε λίγες μέρες θα είχε τα γενέθλιά του. Ό,τι κι αν είχε συμβεί ανάμεσα σ ’ εκείνην και τον Ά ξελ, όσο βαριά κι αν γινόταν η ατμόσφαιρα, το παιδί δεν έφταιγε σε τίποτα. Κι εκείνη έπρεπε να κάνει τ ’ αδύνατα δυνατά για να μην του μεταδώσει την κακοκεφιά της. Ευτυχώς που υπήρχε κι η Φιόνα, που ήταν πάντα υπερπρόθυ­ μη ν ’ ασχοληθεί μαζί του. Και φυσικά, ο Μακνίκολ, η Σίνα επίσης που τον υπεραγαπούσε, κι όλο το υπόλοιπο προσωπικό, που έ ­ δειξαν αμέσως ότι δεν είχαν ξεπεράσει την τάση τους να φέ­ ρονται στον Γιαν, σαν να ήταν ακόμα το επίδοξο αφεντικό του Τουίν Τάουερς. Ήταν ενοχλητικό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυ­ τό. Ό ,τι και να τους έλεγε, εκείνοι δε θα έπαυαν να βλέπουν στο πρόσωπο του γιου της, τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας που τους έδενε αναπόσπαστα με το παρελθόν και την ταυτότη­ τά τους. Ήταν όλοι τους υπάλληλοι του Ά ξελ Μπράντι, που τον σέ­ βονταν και τον εκτιμούσαν, αλλά δεν είχαν πάψει λεπτό να εί­ ναι άνθρωποι τω ν Κάμπελ, και κανείς δε θα τους έπειθε ποτέ να σταματήσουν να παραχαϊδεύουν τον τελευταίο Κάμπελ που τους είχε απομείνει. Παρά τα όσα είχαν μεσολαβήσει, ο Ά ξε λ δεν είχε ξεχάσει την πρότασή του να στείλει το ελικόπτερο για να φέρει τον Γ ιαν απ’ το Ίνβερνες. Την Πέμπτη το πρωί, της τηλεφώνησε ο Μπιλ γι’ αυτό το θέμα, αλλά η Ιλέιν αρνήθηκε ευγενικά, κι αντίθετα, τον ρώτησε με τη σειρά της αν μπορούσε να στείλει τον Μακλίν με το Λαντ Ρόβερ. «Μα, αγαπητή κυρία Μακφέρσον, το ρωτάτε; Φυσικά μπορεί­ τε να στείλετε τον κύριο Μακλίν, αλλά δε βλέπω ποιος ο λόγος να κάνετε τόσον κόπο, αφού μπορούμε να διαθέσουμε το ελι­ κόπτερο. Εκτός αν, βεβαίως, φοβάστε κι εσείς ό,τι το ιπτάμενον». «Κάπως έτσι, κύριε Κέισι». «Αγαπητή κυρία Μακφέρσον...» Ένα συγκαταβατικό γελάκι, και μετά, ο αναμφίβολος τόνος του προστατευτικού, δυνατού αρσενικού: «Δ ε ν πρέπει να φοβάστε, ξέρετε. Είναι πολύ σίγου­ ρο μέσον το ελικόπτερο. Ά λλωστε, θα ήμουνα κι εγώ μαζί - και


115 ο πρόεδρος, πιθανότατα». Αυτή η τελευταία πιθανότητα ήταν το μόνο που φοβόταν η Iλέιν, αλλά δε θεώρησε πρέπον να το ανακοινώσει και στον Μπιλ Κέισι. Κι έτσι τελικά ο Γιαν είχε έρθει με τον Μακλίν και το Λαντ Ρόβερ. Ό σο για το ελικόπτερο, ούτε που φάνηκε εκείνη τη μέρα, και στο σπίτι δεν εμφανίστηκε κανείς απ’ τη συνηθισμένη αυλή του προέδρου, ούτε ο Μπιλ, ούτε ο σεφ, ούτε ο μπάτλερ, ούτε κανένας καλεσμένος. Αργά το βράδυ, στο Τουίν Τάουερς έφτασε η Μ ερσεντές, με τον σοφέρ στο τιμόνι, και τον Ά ξε λ στο πίσω κάθισμα. Η Ιλέιν θα μπορούσε να είχε στείλει την Τζέσι ν ’ ανοίξει την πόρτα, αλλά προτίμησε να το κάνει η ίδια. Είχε και μια δόση μαζοχισμού, τ ε ­ λικά, έπρεπε να το παραδεχτεί. «Καλησπέρα, κυρία Μακφέρσον», είπε ψυχρά ο Ά ξελ. «Ό λ α εντάξει;» «Μάλιστα, κύριε Μπρόντι». Η καρδιά της χοροπηδούσε στη θέα του, αλλά η περηφάνεια των Κάμπελ δε θα της επέτρεπε ποτέ νατού το δείξει. «Θα φάτε κάτι, ή θ ’ ανέβετε να ξαπλώσετε;» «Έ χω φάει, ευχαριστώ. Θ’ ανέβω αργότερα. Δ ε θα σας χρεια­ στώ άλλο, κυρία Μακφέρσον». «Καλή σας νύχτα, κύριε Μπρόντι» «Καληνύχτα, κυρία Μακφέρσον». Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους. Και μήπως είχε συμβεί; Ο κύριος Μπρόντι είχε χάσει κάπου την ψυχραιμία του, και είχε βιάσει ελαφρώς την οικονόμο του - ε, καλά, μέσα στα προνόμια του αφέντη ήταν κι αυτό, κατά την αντίληψή το υ . Σιγά τώρα, δε θα το έκαναν και θέμα. Αυτό ακριβώς της έλεγαν το ψυχρό του βλέμμα και το απαθές του πρόσωπο. Κλείστηκε στο γραφείο του, κι η Ιλέιν δεν τον ξαναείδε εκείνο το βράδυ. Και την επομένη, που τον ξαναείδε, τίποτε δεν είχε αλλάξει. Ο Ά ξελ συνέχισε να κυκλοφορεί ψυχρός σαν παγάκι, κι εξίσου αμίλητος. Ήταν βέβαια καλύτερα έτσι, χωρίς αμφιβολία. Δ εν είχαν τί­ ποτα να πουν οι δυο τους, δεν είχε μείνει τίποτα μεταξύ τους, πέρα απ’ το μίσος για όλα τα σφάλματα του παρελθόντος, για τα πικρά λόγια που του είχε πει κάποτε εκείνη, και για το γεγονός ότι εκείνος δεν την είχε θελήσει αρκετά, ώστε να μείνει και να αναλάβειτις ευθύνες του. Κι επιπλέον, τώρα τους χώριζε και το Τουίν Τάουερς, και η ανάμνηση μιας βίαιης νύχτας που δεν επρόκειτο να επαναληφθεί, έτσι κι αλλιώς. Ή ταν σαφώς καλύτε­ ρα να μην ξαναλλάξουν λέξη μεταξύ τους, πέρα απ’ τα απολύ­ τως απαραίτητα. Με τον Γ ιαν στο σπίτι, η Ιλέιν είχε αρκετές


116 σκοτούρες στο κεφάλι της, και μάλλον περίττευε να σκάει και για τη συμπεριφορά του κύριου Μπράντι από πάνω. Ο Γιαν καθόταν στην όχθη του Καρν, κάτω απ’ την ιτιά, και χά­ ζευε συλλογισμένος το ποτάμι. Δ εν ήταν ανόητος, και καταλά­ βαινε πολύ καλά αυτό που προσπαθούσε να του κρύψει η μαμά. Από καιρό είχε καταλάβει πόσο στενοχωρημένη ήταν, κι επειδή κι εκείνος δεν ήταν πια παιδί, αλλά ολόκληρος άντρας δώδεκα χρόνων, κι επιπλέον ένας Κάμπελ, ήξερε και γιατί ήταν στενο­ χωρημένη. Κάποιος τους είχε πάρει το σπίτι τους, κι αυτός κι η μαμά ήταν τώρα υπηρέτες του. Αν ζούσε ο παππούς, δε θα το ανεχόταν ποτέ αυτό, αλλά η Φιόνα του είχε πει πως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, πως η μαμά έπρεπε να δουλέψει για να ζήσουν, και πως αυτή η δουλειά ήταν η καλύτερη που θα μπορούσε να βρει. Η δουλειά δεν είναι ντροπή, του είχε πει με το ξινισμένο της ύφος, και δε χρειαζόταν να κάνει τέτοια μούτρα, όσο η μα­ μά του ήταν μια τίμια γυναίκα και μπορούσε να βγάζει το ψωμί τους τίμια. Ο Γιαν δεν μπορούσε να καταλάβει τι σχέση είχε η τιμιότητα με όλο αυτό το θέμα, αλλά καταλάβαινε πολύ καλά ότι οι περήφανοι Κάμπελ είχαν χάσει άλλη μια μάχη, κι αυτό, αν ζούσε ο παππούς, δε θα είχε γίνει ποτέ. Ο παππούς του ήταν ο πιο γενναίος απ’ ό­ λους τους Κάμπελ, δε θα επέτρεπε ποτέ σε κάποιον ξένο να έρθει στο δικό του σπίτι, να κλείνεται στο δικό του γραφείο, και να πάρει και τον εγγονό του για υπηρέτη από πάνω. Κι αυτός για την ώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να ξε ­ πλύνει την ντροπή των Κάμπελ. Όταν όμως θα μεγάλωνε, α, όταν θα μεγάλωνε, και τι δε θα έκανε... Και πρώτα-πρώτα, θα καλούσε σε μονομαχία αυτόν τον βρομερό σφετεριστή, όπως κάποτε ο Άλαστερ Κάμπελ είχε καλέσει σε μονομαχία τον Ρόμπιν Μακιντάιρ, κι είχε πάρει έτσι πίσω τα χτήματά του κι όλη του την περιουσία. Κι όταν θα έβγαζε απ’ τη μέση τον απαίσιο σφετεριστή, και δεδομένου ότι στο μεταξύ θα είχε κάνει και πάρα πολλά λεφτά (δεν ήξερε ακόμα πώς θα τα έκανε, αλλά ήταν σίγουρος πως θα έβρισκε κάποιον τρόπο), θα ερχόταν μαζί με τη μαμά πίσω στο Τουίν Τάουερς, κατά προτίμηση πάνω σ ’ ένα άσπρο άλογο, ό­ πως κάποτε ο Μέρντοχ Κάμπελ, κι όλο το Έιλεν θ ’ αναγνώριζε τον αφέντη του, κι όλοι θά ’ρχονταν να του πουν πόσο ευτυχι­ σμένοι ήταν που τους είχε απαλλάξει απ’ τον σφετεριστή. Α, πόσο τον σιχαινόταν αυτόν τον απαίσιο, το βρομερό φίδι. Ο παππούς τού είχε μιλήσει πολλές φορές για τον Ρόμπιν Μακιν-


117 τάιρ, για τη μαύρη ψυχή του και για τα βρόμικα κόλπα του. Αυ­ τός ο καινούριος, δεν μπορεί να ήταν καλύτερος απ’ τον Μακιντάιρ. Χειρότερος ήταν, γιατί ο Μακιντάιρ δεν είχε πάρει τη μα­ μά του για υπηρέτρια, στο κάτω-κάτω. Ένας ελαφρός θόρυβος έκανε τον Γιαν να κοιτάξει πίσω του, κι είδε να έρχεται προς το μέρος του, πατώντας ανάλαφρα στο γρασίδι, ένας άντρας που δεν τον ήξερε, δεν τον είχε ξαναδεί ούτε στο σπίτι, ούτε πουθενά αλλού στο Έιλεν. Κι επειδή ο παππούς του του είχε κάνει αρκετή πλύση εγκεφάλου πάνω σ ’ αυτό το θέμα, ο Γ ιαν τινάχτηκε πάνω, σίγουρος ότι είχε να κάνει με κάποιον καταπατητή που επιβουλευόταν τους σολομούς του παππού του. Ή, ακόμα χειρότερα, με κάποιον λαθροκυνη­ γό που είχε βάλει στο μάτι τα ελάφια του Έιλεν. Ασυγχώρητα εγκλήματα και τα δύο, στην τάξη πραγμάτων που πρέσβευαν οι Κάμπελ. Ο άντρας ήταν ξανθός, με γαλανά μάτια, και τόσο μεγαλόσω­ μος, που ακόμα κι ένας γενναίος Κάμπελ ήταν φυσικό να δι­ στάσει για μια στιγμή. Ο Γ ιαν έκανε ένα βήμα πίσω. Ο άντρας στάθηκε μπροστά του, κοιτώντας τον από ψηλά με τεράστιο ε ν ­ διαφέρον. «Μπα, μπα», έκανε με μια υποψία χαμόγελου στα χεί­ λια. «Τι έχουμε εδώ; Μη μου πεις ότι είσαι ο νεαρός Μακφέρσον;» Ο Γ ιαν τσιτώθηκε όσο μπορούσε, σε μια ενστικτώδικη προσ­ πάθεια να δείξει ψηλότερος. Από αυτήν την άποψη, ο άγνωστος είχε το απόλυτο πλεονέκτημα, αλλά ένας Κάμπελ δεν το έβαζε έτσι εύκολα κάτω, κι άλλωστε, εκεί γύρω πρέπει να γύριζε και ο Μακλίν, τον είχε δει να περνάει πριν δέκα λεπτά, κι επομένως ο κίνδυνος δεν ήταν και τόσο φοβερός, τελικά. «Μ άλιστα», είπε περήφανα. «Τι κάνετε εδώ, στα ξένα χτήματα; Δ εν το ξέρ ετε ότι είσαστε στο Τουίν Τάουερς;» Ο άγνωστος χαμογέλασε, πλατιά αυτή τη φορά, και το χαμό­ γελό του είχε μια τέτοια ποιότητα, που έσβησε όλη η πολεμο­ χαρή διάθεση του Γ ιαν. «Φυσικά το ξέρω. Έλα, κάθισε - ας τα πούμε λιγάκι. Είσαι ο γιος της Ιλέιν Κάμπελ, δεν είν’ έτσι;» «ζέ ρ ε τ ε τη μαμά μου;» έκανε ο Γ ιαν, καθησυχασμένος. «Φυσικά ξέρω τη μαμά σου. Είμαστε... παλιοί φίλοι». «Και τον μπαμπά μου; Ήταν ο Άνταμ Μακφέρσον». «Τον ήξερα κι αυτόν, ναι». Ο ψηλός άντρας έκατσε δίπλα του, πάνω στα βραχάκια. «Σ ’ αρέσει εδώ πέρα;» «Πάρα πολύ», είπε ο Γιαν. «Εδώ ήταν πάντα το μυστικό μου μέρος. Αλλά μετά φύγαμε απ’ το σπίτι, και πήγαμε να μείνουμε με τη θεία Φιόνα. Νόμιζα ότι δε θα ξαναρχόμουνα ποτέ. Τώρα που ξανάρθα, όλα είναι τα ίδια». Έριξε μια λοξή ματιά στον άν­ τρα δίπλα του. «Για τους σολομούς ήρθατε;»


118 Ο άντρας γέλασε. «Οχι βέβαια. Ήρθα για να κάνω μια βόλτα. Ξέρεις, αυτό ήταν κι εμένα κάποτε το μυστικό μου μέρος. Κά­ ποτε έμενα κι εγώ εδώ - παλιά, πολύ παλιά. Πριν γεννηθείς εσύ». «Α », είπε ο Γιαν με ολοστρόγγυλα μάτια. «Δουλεύατε εδώ ;» «Ναι. Πώς σε λένε;» «Παν. Γιαν Μακφέρσον, αλλά η μαμά μου είναι μια Κάμπελ, κι ο παππούς μου ήταν ο Ντάνκαν Κάμπελ του Έ ιλεν». «Γιαν», επανέλαβε ο άντρας. «Γιαν. Παράξενο όνομα». «Τι έχει;» «Ακούγεται... ξενικό». «Είναι σκοτσέζικο», είπε με περηφάνεια ο Γιαν. «Είμαι Σκο­ τσέζος, ξέρετε. Κι εσείς;» «Κι εγώ, κατά κάποιο τρόπο». Του χαμογελούσε, τόσο φ ωτει­ νά, που η καρδιά του Γ ιαν γέμισε συμπάθεια, και κάτι παραπάνω - μια παράδοξη γαλήνη. Ένιωσε ότι ο άντρας ήταν φίλος του, κι ότι μπορούσε να του μιλήσει για κάθε τι. «Και πας στο σχο­ λείο, στο Ίνβ ερνες;» «Είμαι εσωτερικός. Είναι πολύ καλό σχολείο». «Σ ’ αρέσει, βλέπω. Για πες μου τι σας μαθαίνουν εκεί πέρα». Ο Γ ιαν του είπε. Με όλες τις λεπτομέρειες, και με όλο του τον ενθουσιασμό, κι ο άγνωστος τον άκουγε υπομονετικά, και του έκανε συνέχεια ερωτήσεις, όχι όπως έκαναν συνήθως οι μεγά­ λοι, αλλά σαν να ενδιαφερόταν σ τ’ αλήθεια. Ποτέ δεν είχε περάσει πιο καλά με κάποιον μεγάλο, αν εξαι­ ρούσε βέβαια τη μαμά του, κι ούτε που κατάλαβε τελικά πώς πέρασε η ώρα, κι ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει επικίνδυνα προς το Μπεν Μούιρ. «Ω χ», έκανε μ’ ένα μορφασμό. «Η μαμά θα με σκοτώσει αν σκοτεινιάσει και δεν έχω γυρίσει στο σπίτι. Δ ε θέ­ λει να γυρνάω μόνος τη νύχτα, φοβάται μη χτυπήσω». «Ίσ ω ς έχει δίκιο η μαμά σου». «Δ ε θέλω να τη στεναχωρώ», είπε με πάθος ο Γ ιαν. «Η μαμά δεν έχει παρά μόνο εμένα, και τη θεία Φιόνα, ξέρετε, κύριε, και δεν υπάρχει κανείς άλλος να την προστατεύσει, έτσι λέει η θεία Φιόνα. Ο παππούς πέθανε, κι ο μπαμπάς μου το ίδιο, κι ο θείος Άνγκους έφυγε, κι έτσι τώρα έχει μόνο εμένα». «Ναι», είπε ο άντρας. «Ναι, Γ ιαν, καταλαβαίνω... Έχεις από­ λυτο δίκιο. Πρέπει να την προσέχεις τη μαμά σου». «Είναι πολύ καλή», είπε ο Γ ιαν, κι η φωνούλα του έτρεμε λίγο, «και πολύ όμορφη, αλλά είναι φτώχιά, ξέρετε, και πρέπει να δουλεύει για να ζήσουμε. Δ εν έχει σχέση που είναι μια Κάμπελ - τα λεφτά χάνονται, λέει η μαμά, κι η θεία Φιόνα λέει ότι η δου­ λειά δεν είναι ντροπή, έτσι δεν είναι, κύριε;» «Έ τσ ι είναι, Γ ιαν. Ακριβώς έτσι. Να είσαι περήφανος για τη


119 μαμά σου». «Είναι μόνο που... που πρέπει να δουλεύει υπηρέτρια σ' αυ­ τόν τον σφετεριστή». «Τον σφετεριστή», έκανε ο άντρας, κι ανασήκωσε λίγο το ένα φρύδι. «Στο είπε κι αυτό η μαμά σου;» «Όχι. Η μαμά μού είπε μόνο να κάνω ησυχία επειδή δουλεύει. Αλλά είναι σφετεριστής, όπως ο Ρόμπιν Μακιντάιρ. Μας πήρε το σπίτι, κι όταν μεγαλώσω, θα πρέπει θαρρώ να τον καλέσω σε μονομαχία, όπως ο Ά λαστερ Κάμπελ, που τα πήρε όλα πίσω ό­ ταν νίκησε». «Για δες», είπε ο άντρας. «Δ ε ν είχα ιδέα ότι είχες τόσο γ ε ν ­ ναίους προγόνους, Γιαν». «Οι Κάμπελ είναι οι πιο γενναίοι σ ’ όλη τη Σκοτία», έκανε με καμάρι ο Γ ιαν. «Μ ετά έρχονται οι Μακφέρσον». «Α, μάλιστα», έκανε σοβαρά ο άντρας. Πήγαιναν τόση ώρα προς το σπίτι, αργά-αργά, συζητώντας σαν παλιοί φίλοι, κι ο Γιαν ένιωθε ευτυχισμένος. «Μάλιστα. Τώρα κατάλαβα την κα­ τάταξη. Κι οι Μακιντάιρ;» «Αυτοί οι βρομεροί σφ ετερ ισ τές;» έκανε με όλο το πολεμικό του μένος ο Γιαν. «Είναι δειλοί σαν γκρίζοι λαγοί, έλεγε ο παπ­ πούς μου. Ένας Κάμπελ τους κάνει καλά όλους». «Για να τό λέει, κάτι θα ήξερε ο παππούς σου, Γιαν. Αυτός ο... σφετεριστής που λες, όμως, δεν είναι Μακιντάιρ». «Ακόμα χειρότερα», είπε ο Γ ιαν με σκοτεινό ύφος. «Πήρε υ­ πηρέτρια τη μαμά μου». «Δ ε νομίζω, Γ ιαν. Εδώ πρέπει να κάνεις κάποιο λάθος. Δ ε ν εί­ ναι υπηρέτρια η μαμά σου, κάθε άλλο μάλιστα. Είναι κάτι σαν διευθύντρια - ξέρεις τι δουλειά κάνει ένας διευθυντής;» «Και βέβαια ξέρω». «Ε, κάτι τέτοιο κάνει κι η μαμά σου. Διευθύνει το Τουίν Τάουερς, και όλους τους ανθρώπους μέσα. Δ εν είναι υπηρέτρια, είναι οικονόμος. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο». Ο Γιαν σταμάτησε μια στιγμή για να το σκεφτεί. «Λ έ τε ;» «Το ξέρω στα σίγουρα». «Δηλαδή... άμα θέλει, μπορεί να διατάξει τον Κόλιν ή τη Σίνα; Όπως παλιά;» «Ω, φαντάζομαι τους διατάζει ασταμάτητα όλη τη μέρα. Είναι κάπως... δυναμική η μαμά σου». «Ναι», συμφώνησε με υπερηφάνεια ο Γ ιαν, που δεν είχε ιδέα τι σήμαινε η λέξη “ δυναμική” , αλλά υπολόγισε χοντρικά πως θα ήταν κάτι κολακευτικό, αφού μάλιστα της επέτρεπε να διατάζει τον Κόλιν και τη Σίνα όπως παλιά. «Κι εγώ ;» ρώτησε μετά. « Ε σ ύ - τ ιε σ ύ ; »


120 «Λέω... να, έλεγα μήπως είμαι κι εγώ τώρα υπηρέτης. Επειδή η μαμά μου - δηλαδή, πίστευα πως ήταν και η μαμά μου». Ο άντρας στάθηκε πανύψηλος μπροστά του, κι ο όγκος του έκρυψε τον ήλιο στην πορεία του για την κορφή του Μπεν Μούιρ. «Γιαν», του είπε μαλακά, κι έκατσε στις φ τέρνες του μπροστά του, «δ εν υπάρχουν πια υπηρέτες και αφεντικά. Προσπάθησε να το καταλάβεις αυτό. Τα πράγματα άλλαξαν α­ γόρι μου από τό τε που ζούσε ο παππούς σου. Ο κόσμος έχει αλ­ λάξει. Ούτε η μαμά σου είναι υπηρέτρια, ούτε κανείς άλλος στο Τουίν Τάουερς είναι υπηρέτης. Ούτε ο Κόλιν, ούτε η Σίνα, ούτε η Τζέσι. Είναι όλοι υπάλληλοι, και πληρώνονται για να κάνουν μια δουλειά, και κανείς δεν τους διατάζει, αν θέλεις να μάθεις, εκτός ίσως απ’ τη μαμά σου. Αν κάποιος θέλει κάτι, τους το ζη­ τάει ευγενικά, κι αν εκείνοι δε θέλουν να το κάνουν, είναι ε ­ λεύθεροι ν ’ αρνηθούν, και να φύγουν κιόλας όποτε τους κάνει κέφι. Δ εν υπάρχουν πια αφέντες και υπηρέτες, Γιαν, αυτό στο λέω στα σίγουρα. Καταλαβαίνεις;» «Ναι», είπε το αγόρι, δαγκώνοντας το κάτω του χείλος. «Εν­ νοείτε - » Ο άντρας γέλασε. Του πήρε το χέρι στο δικό του, και το κράτη­ σε απαλά. Η μεγάλη του παλάμη ήταν ζεστή, δυνατή κι ευχάριστη. «Γιαν», του ξανάπε γλυκά, «κάποτε δούλευα κι εγώ για τους Κάμπελ. Αλλά ούτε τό τε ήμουνα υπηρέτης. Υπάλληλος ήμου­ να, κι έκανα τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα. Τώρα δεν είμαι πια ούτε κι αυτό. Αλλά θα μπορούσα να είμαι, και δε θα ή­ ταν ντροπή. Όπως λέει κι η θεία σου η Φιόνα, δεν είναι ντροπή να δουλεύεις τίμια». «Ναι, έτσι ακριβώς το είπε», παραδέχτηκε ο Γ ιαν, και θά ’θελε να μείνει εκεί ν ’ ακούει αυτόν τον καταπληκτικό άντρα όλο το βράδυ, με το χέρι του στην παλάμη του. Ακόμα κι όταν ο ήλιος θά ’χε κρυφτεί πίσω απ’ το Μπεν Μούιρ. Δ εν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ του κάποιον σαν αυτόν τον ά­ γνωστο, που ήταν παλιός φίλος της μαμάς και του μπαμπά του. Κι η καρδιά του γέμισε ευτυχία που τον είχε γνωρίσει. «Δηλαδή - δεν υπάρχουν πια υπηρέτες; Σίγουρα;» «Σίγουρα. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Δ εν υπάρχουν πια ούτε σφ ετεριστές». «Μα - αυτός που...» «Αυτός που πήρε το σπίτι σας, το αγόρασε από κάποιον άλ­ λον, που το είχε πάρει κι αυτός τίμια, Γ ιαν. Κανείς δεν έκλεψε κανέναν». «Ο παππούς έλεγε - » «Ο παππούς ζούσε σε μια άλλη εποχή, Γιαν. Δ εν υπάρχουν


121 πια σφετεριστές, αγόρι μου, και το Τουίν Τάουερς δεν το έκλε­ ψε κανένας». «Κρίμα», είπε ο Γιαν. «Και θά ’θελα τόσο να μονομαχήσω μαζί του, κύριε, όταν θα μεγάλωνα!» Εκεί επάνω, ο άντρας έσκασε στα γέλια, και προς μεγάλη έκ­ πληξη (και συγχρόνως προς μεγάλη χαρά) του Γιαν, τον μάζεψε με μια μόνο κίνηση στην αγκαλιά του, και τον έσφιξε για λίγο γ ε ­ λώντας επάνω του. «Είσαι φοβερό παιδί», είπε τελικά, και τον άφησε. Ανασηκώθηκε, τον πήρε απ’ το χέρι, κι είπε ανέμελα: «Τι λες, πάμε τώρα στο σπίτι;» «Θα έρθετε κι εσείς;» έκανε, παραζαλισμένος απ’ τη χαρά του, ο Γιαν. «Ω, ναι, χωρίς αμφιβολία, θα έρθω». «Θα δείτε τη μαμά, κύριε;» «Σίγουρα. Και μπορείς να με λες Ά ξε λ ». «Ά ξ ε λ », είπε το αγόρι. «Αυτό είναι ξενικό». «Ναι, Γ ιαν. Είσαι έξυπνο παιδάκι». «Δ ε ν είμαι παιδάκι. Είμαι μεγάλος πια. Όπου νά ’ναι θα κλείσω τα δώδεκα». «Τα δώδεκα;» «Ναι. Σε λίγες μέρες έχω τα γενέθλιά μου, κι η μαμά θα μου πάρει μια Φεράρι με μπαταρία». «Ναι», είπε ο άντρας, αλλά ξαφνικά έμοιαζε αφηρημένος κι α­ πόμακρος, κι η καρδιά του Γ ιαν θούλιαξε στο στήθος του. Τον είχε βαρεθεί κιόλας αυτός ο καταπληκτικός καινούριος του φί­ λος... «Θα - θα μείνετε μαζί μας απόψε, κύριε;» Ο άντρας γύρισε να τον κοιτάξει, και τα μάτια του ήταν τόσο παράξενα, που η ανησυχία του Γιαν μεγάλωσε ακόμα περισσότε­ ρο. Αλλά ξαφνικά, τα σύννεφα έφυγαν, το χαμόγελο φάνηκε πάλι στο πρόσωπο του άντρα. «Λέγε με Άξελ, εντάξει; Είμαστε φίλοι τώρα πια. Ναι, Γιαν, θα μείνω απόψε μαζί σας. Και αύριο επίσης, ζέρεις, θα έπρεπε να στο είχα πει απ’ την αρχή, αλλά δεν τό ’φερε η κουβέντα... Εγώ είμαι εκείνος ο... σφετεριστής που έλεγες». «Ω », έκανε ο Γιαν, και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Δεν είχε δει άλλους σφετεριστές στη ζωή του, αλλά ακούγοντας τον παππού του να του λέει την ιστορία του Ρόμπιν Μακιντάιρ, είχε σχηματίσει μια πολύ σαφή εικόνα γΓ αυτούς: ήταν ό­ λοι μαύροι, σκοτεινοί σαν πίσσα, με τρομαχτικά πρόσωπα και α­ γριωπά μάτια. Κάπως σαν καλικάτζαροι, δηλαδή. Τώρα, αντιμέτωπος με τον πρώτο σφετεριστή που του λάχαινε να συναντήσει, συνειδητοποίησε με βαθιά αγωνία, ότι κάπου ο παππούς του πρέπει να του είχε πει ψέματα. Γιατί ο άντρας


122 μπροστά του, μόνο με καλικάτζαρο δεν έμοιαζε. Ή ταν ξανθός και γαλανομάτης σαν τον άγγελο Γαβριήλ, και ωραίος σαν τον προπάππου του, τον Ά λα στερ Κάμπελ. Κι η θεία Φιόνα πάντα έ­ λεγε, «απ’ τη φάτσα τον καταλαβαίνεις». Αν τον καταλάβαινες απ’ τη φάτσα, πώς μπορούσε αυτός εδώ να είναι σφετεριστής; «Κατάλαβες τώρα», είπε ο Ά ξελ. «Γ ι’ αυτό σου έλεγα ότι δεν υπάρχουν πια σφετεριστές, Γιαν. Θα σου πω κάτι, κι ελπίζω να καταλάβεις. Αγόρασα το Τουίν Τάουερς επειδή το αγαπούσα, το αγαπούσα πάρα πολύ σ τ ’ αλήθεια, κι αν δεν το αγόραζα εγώ, θα το αγόραζε κάποιος άλλος, και δε θα το ξανάβλεπα ούτε εγώ, ούτε εσύ, ούτε η μαμά σου. Θα το είχα αγοράσει μάλιστα πριν χρόνια, όταν το έχασε ο θείος σου ο Άνγκους, αλλά... είχα λόγους να μη θέλω να το αγοράσω τότε. Ήθελα να μείνω για λί­ γο μακριά από - από κάποια ιστορία. Πέρασαν όμως τα χρόνια, και το Τουίν Τάουερς έμενε απούλητο, και τελικά το αποφάσι­ σα. Δ εν ήταν εύκολο για μένα, αλλά δεν μπορώ να σου εξηγήσω το γιατί - δε θα καταλάβαινες. Το αποφάσισα όμως, επειδή το αγαπούσα σαν δικό μου σπίτι, και δεν ήθελα να πέσει σε ξένα χέρια. Εδώ είχα μεγαλώσει κι εγώ, Γιαν, και πόνεσα πολύ όταν αναγκάστηκα να το αφήσω. Με καταλαβαίνεις τώρα;» «Ναι», είπε ο Γ ιαν, και προς μεγάλη του αμηχανία, γιατί πια ή­ ταν δώδεκα χρόνων, και οι Κάμπελ δεν έπρεπε να κλαίνε, ένι­ ωσε τα μάτια του να βουρκώνουν. «Και εγώ - έκλαιγα κάθε νύ­ χτα όταν φύγαμε και πήγαμε στης θείας Φιόνας...» «Θα έκλαιγα κι εγώ αν δεν ήμουνα τόσο μεγάλος», είπε πικρά ο άντρας, αλλά όταν τον ξανακοίταξε το αγόρι, εκείνος τουλά­ χιστον δεν είχε βουρκώσει. «Το αγόρασα, λοιπόν, κι έτσι μπο­ ρούμε τώρα να μένουμε πάλι όλοι στο σπίτι μας - εγώ, εσύ, η μαμά σου, η θεία Φιόνα... Ακόμα κι ο γέρο-Μακνίκολ, κι ο Μακλίν, κι οι Κάιλ. Κι η Σίνα με τα κουλουράκια της - ξέρεις τι κουλουράκια με τάιζε όταν ήμουνα σαν εσένα; Μ’ έμπαζε απ’ την πίσω πόρτα στην κουζίνα, και μου τα πάσαρε ένα-ένα». «Ω, ναι, ξέρω », έκανε ο Γ ιαν, σκουπίζοντας τα μάτια του. «Και κάνει κάτι φοβερά κουλουράκια, ε, Ά ξε λ ;» «Φοβερά, Γ ιαν, σ τ ’ αλήθεια. Εντελώς φοβερά. Τα πιο φοβερά κουλουράκια που έχω φάει ποτέ μου». «Πού να δεις να σου φτιάξει χάγκις - θα πονάει η κοιλιά σου ένα μήνα!» «Τ ότε καλύτερα να μη μου φτιάξει», γέλασε ο Άξελ. «Η θεία Φιόνα λέει πως το χάγκις είναι μόνο για άντρες. Τώρα πια, μπορεί να μην πονέσει η κοιλιά μου αν το φάω, ε, Ά ξελ ;» «Έ τσ ι λέω κι εγώ, Γ ιαν». Του χαμογέλασε τρυφερά, σφίγγοντάς του το χέρι.


123 «Χαίρομαι που δεν είσαι σφετεριστής, τελικά», είπε ο Γιαν, και γέλασε χαρούμενα. «Δ ε θά θελα να μονομαχήσω μαζί σου, ξέρεις». «Ο ύτε εγώ θα το ήθελα, Γιαν, αλλά αν επιμένεις να μονομα­ χήσουμε όταν θα μεγαλώσεις, εντάξει, θα στο κάνω το χατίρι. Θα με νικήσεις άνετα, φαντάζομαι. Τότε εγώ θα είμαι γερ οντά ­ κι, κι εσύ ψηλός και δυνατός σαν γίγαντας. Δε θα έχω καμιά τύ ­ χη. Σε περνάω, βλέπεις, εικοσιέξι χρόνια». «Ω », είπε ο Γιαν με θαυμασμό. «Εικοσιέξι χρόνια! Είσαι τόσο μεγάλος, Ά ξε λ ;» «Τόσο. Θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου, ξέρεις. Ά ν ε τα ». «Θα ήταν ωραία», είπε μ’ ένα στεναγμό ο Γιαν. «Θα μου άρεσε να έχω πατέρα, αλλά ο δικός μου πέθανε, και δεν τον θυμάμαι καθόλού. Ή ταν πολύ μεγάλος και πολύ δυνατός, αλλά... δεν ή­ ταν ωραίος σαν εσένα», πρόσθεσε με θαυμασμό. Το χαμόγελο του άντρα τον μάγευε. «Είμαστε φίλοι όμως, εντάξει;» «Φυσικά, Γ ιαν. Οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου». «Και... και δε θα ξαναφύγουμε απ’ το Τουίν Τάουερς, έτσι δεν είναι, Ά ξε λ ;» Γ Γ άλλη μια φορά, ο άντρας έκατσε στις φ τέρνες του για να τον κοιτάξει κατάματα με τα γαλάζια του μάτια. Του είπε αργό­ συρτα, και ο Γ ιαν κατάλαβε απ’ τον τόνο του, ότι εκείνη τη στιγ­ μή ο Ά ξε λ έδινε ένα μεγάλο και ιερό όρκο, όπως άλλοτε ο πρώ­ τος Ντάνκαν Κάμπελ στον βασιλιά του: «Όχι, Γ ιαν. Δ ε θα ξανα­ φύγουμε ποτέ απ’ το Τουίν Τάουερς. Σου το υπόσχομαι. Και δεν έχω πατήσει ποτέ υπόσχεσή μου, να το ξέρεις». Τράβηξαν πάλι προς το σπίτι, πιασμένοι απ’ το χέρι, και σ ’ όλο το δρόμο, η καρδιά του Γ ιαν φούσκωνε απ’ την ευτυχία, επειδή αυτός ο καταπληκτικός άντρας ήταν φίλος του και τον κρατού­ σε απ’ το χέρι, επειδή η μαμά του δεν ήταν υπηρέτρια, κι επειδή τελικά δεν υπήρχε κανένας απαίσιος σφετεριστής στο Τουίν Τάουερς. Και περισσότερο απ’ όλα, πάνω απ’ όλα, επειδή ο Ά ­ ξελ είχε πάρει αυτόν το μεγάλο, ιερό όρκο, και δε θα ξανάφευγαν ποτέ πια απ’ το σπίτι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Η Ιλέιν τους είχε δει να γυρίζουν μαζί, κι η καρδιά της σφίχτηκε απ’ τα πιο μαύρα προαισθήματα. Εμεινε να τους κοιτάζει πίσω απ’ το παράθυρο, τον πανύψηλο άντρα και το αγόρι, με τις τ ε ­ λευταίες αχτίνες του ήλιου να παίζουν στα χρυσά μαλλιά τους. Το χέρι της που κρατούσε την άκρη της κουρτίνας, είχε ασπρί­ σει απ’ το σφίξιμο. Ύ στερα τους είδε να κατευθύνονται προς την πίσω πόρτα, κι αφήνοντας την κουρτίνα, τράβηξε για το δωμάτιό της. Έκατσε σε μια καρέκλα μπροστά στο παράθυρο, κι απόμεινε βυθισμένη στις σκοτεινές της σκέψεις. Δε θά ’χε περάσει ούτε μισή ώρα, όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα της. «Ναι», είπε, και σηκώθηκε από κει που καθό­ ταν. Η πόρτα άνοιξε, και στο δωμάτιο μπήκε ο Ά ξε λ Μπράντι. Έκλεισε και κλείδωσε πίσω του, και μετά προχώρησε αργά προς το μέρος της. «Τι θέλ - » άρχισε να λέει η Ιλέιν, αλλά δεν πρόλαβε να συνε­ χίσει. X Την άρπαξε βαριανασαίνοντας στην αγκαλιά του. «Μη», της ψιθύρισε πνιχτά. «Μη μιλάς... Μην πεις τίποτα. Ακόμα κι αν δε με θέλεις πια, Ιλέιν, μη μου το πεις...» «Ά ξ ε λ », έκανε σαν χαμένη η Ιλέιν, κι εκείνος τη φίλησε με κάτι σαν απελπισία. Γι’ άλλη μια φορά βρέθηκαν να κυλιούνται στο κρεβάτι, μεθυ­ σμένοι απ’ την επιθυμία, βίαιοι κι ασυγκράτητοι, και πεινασμένοι. «Σε θέλω... Όλη τη βδομάδα περίμενα γι’ αυτή τη στιγμή... Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο». «Ο ύτ’ εγώ, Άξελ, ούτ’ εγώ... Ω, Θεέ μου, τι μου έχεις κάνει; Δεν άντεχα άλλο, δεν μπορούσα να το βγάλω απ’ το μυαλό μου...» «Ό λη τη νύχτα χτες δεν έκλεισα μάτι... Θα μου έλεγες όχι αν είχα έρθει;»


125 «Ό χι. Ποτέ, Ά ξελ, ποτέ... Πώς θα μπορούσα; Δ ε βλέπεις τι μου κάνεις; Δ ώ σ ’ το μου τώρα, Ά ξελ, τώρα... Έλα. Έ λα». «Θα στο δώσω, Ιλέιν... Όπως το θέλεις, μωρό μου. Σκληρό και δυνατό... Ό λο δικό σου. Δικό σου. Μόνο δικό σου. Τώρα, έτσι, να...» Η δύναμή του μέσα της, κτητική πέρα ως πέρα. Τη διέλυε. Ο άντρας μου, σκέφτηκε σε μια δίνη επιθυμίας και ανάγκης. Όπως δεν τον είχα ποτέ, και τώρα, να, δικός μου πάλι, στο κρε­ βάτι μου, δικός μου, μέσα μου, βαθιά μέσα μου, κι εγώ δική του. Της το έκανε με φοβερό πάθος, με βιαιότητα, χωρίς καμιά λ ε ­ πτότητα και καμιά συγκράτηση. Δ εν της είχε βγάλει καν τα ρούχα - κατά κάποιον τρόπο, ποτέ δεν προλάβαιναν να γδυ­ θούν κανονικά οι δυο τους. Πάντα έτσι γινόταν, όρμαγε πάνω της σαν ταύρος, τη φίλαγε πεινασμένα, της ανέβαζε το ένα ρούχο, της κατέβαζε το άλλο, της σήκωνε τα πόδια, και χωνό­ ταν μέσα της αγκομαχώντας. Δε θα το ήθελε ποτέ αλλιώς κι η ίδια. «Σε παίρνω... Έτσι. Έτσι. Μια ζωή το ήθελα, Ιλέιν... Μια ολό­ κληρη ζωή. Να μπω έτσι μέσα σου, και να μην ξαναβγώ ποτέ...» «Ά ξελ , ω, Ά ξελ μου...» «Μόνο γι’ αυτό ήρθα πίσω στο Έιλεν.-Το ξέρεις, δεν το ξέρεις; Απ’ την πρώτη στιγμή το ήξερες... Μόνο γι’ αυτό ξανάρθα. ΓΓ αυτό αγόρασα το Τουίν Τάουερς... Είμαι τρελός για σένα. Ποτέ δεν το ξεπέρασα, Ιλέιν. Χρόνια και χρόνια... Να σε κρατήσω έτσι, και να στο κάνω, έτσι, σ ’ ένα κρεβάτι, στο πάτωμα, οπουδήποτε...» «Κι εγώ, Άξελ... Να είσαι από πάνω μου, και να μου το κάνεις... Έλα, Ά ξελ, έλα - τώρα... Έλα κι εσύ. Έλα κι εσύ, έλα...» «Τέλειο, Ιλέιν, τέλειο... Ναι, μωρό μου, φώναξε, φώναξε κι άλ­ λο... Κανείς δε μας ακούει εδώ πέρα. Τώρα κι εγώ, κι εγώ, αγάπη μου... Πάρ’ το. Τώρα. Αχ, Ιλέιν, Ιλέιν...» Και μετά, για μια φορά, να χαλαρώνουν σφιχταγκαλιασμένόι, με τα χείλια ενωμένα, τα μάτια κλειστά, τη γλώσσα του να παίζει ακόμα με τη δική της. Τέλειο. Είχε δίκιο ο Ά ξελ. Ά νοιξε τα μάτια και τον κοίταξε. Της αντιγύρισε σιωπηλός το βλέμμα, θαριανασαίνοντας. Κι ύστερα τη ρώτηρε, γ ι’ άλλη μια φορά την ίδια ερώτηση που έκανε τα σωθικά της να βουλιάζουν μέσα της, και την καρδιά της να σπαρταράει: «Γιατί πήρες τον Μακφέρσον;» «Ά ξε λ , όχι, όχι πάλι!» «Γιατί παντρεύτηκες τον Μακφέρσον; Πες μου, Ιλέιν. Για μια φορά, πες μου την αλήθεια!» Τινάχτηκε στο πλάι, τρέμοντας σύγκορμη. «Στην είπα. Την α­ λήθεια σου είπα όταν με ρώτησες, Ά ξελ. Γ ιατί δε θέλεις να το


126 χωνέψεις;» Τα μάτια του πετούσαν σπίθες οργής. «Τι παιχνίδι παίζεις, Iλέιν; Λ έγε!» «Φύγε σε παρακαλώ, Ά ξελ. Δ εν πρόκειται να σου πω τίποτ’ άλλο». «Γιατί πήρες τον Μακφέρσον;» Την τράνταζε πάλι απ’ τους ώμους, όπως και την προηγούμενη φορά, και δε θα το είχε σε τίποτα να την ξαναβιάσει, το σώμα του έμοιαζε ακόρεστο. Αλλά είχε κι εκείνη την περηφάνεια της - δεν της είχε δα απομείνει και τίποτ’ άλλο. Θα την κρατούσε με νύχια και με δόντια. Αυτή τη φορά ξέφυγε απ’ τα χέρια του, πήδηξε απ’ το κρεβά­ τι, και στάθηκε όρθια, γοργανασαίνοντας απ’ την ταραχή. «Σου είπα, μου άρεσε! Δ ε φτάνει αυτό;» «Π ότε το ανακάλυψες;» τη ρώτησε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα του δόντια. «Ό σ ο έκανες κέφι κι εμένα - ή αργότερα;» «Αμέσως μετά. Ικανοποιήθηκες τώρα;» «Και τό ’κάνες μαζί του; Πριν παντρευτείτε;» «Ναι, γιατί; Δ εν είχα τίποτε να χάσω πια. Και μ’ άρεσε. Ήταν ελκυστικός άντρας, μεγάλος, ώριμος...» Έβλεπε την οργή στα μάτια του, το νεύρο που χτυπούσε στο σαγόνι του, τα χέρια του που σφίγγονταν σε γροθιές, αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει; «Κι έμεινες έγκυος μαζί του; ΓΓ αυτό τον παντρεύτηκες;» «Ποιος τό ’πε αυτό;» «Ο Γιαν είναι δώδεκα χρόνων. Γιατί μου είπες ψέματα;» «Δ ε σου είπα ψέματα. Δ εν τά ’χει κλείσει τα δώδεκα.. Στα έν­ τεκα είναι ακόμα. Και να μου κάνεις τη χάρη ν ’ αφήσεις ήσυχο το γιο μου, Ά ξε λ Μπρόντι!» Της είπε σφυριχτά: «Είσαι σκέτη σκύλα, Ιλέιν Κάμπελ, το ξέ ­ ρεις; Για ένα πράγμα λυπάμαι μόνο - που με τραβάει ακόμα το κορμί σου!» «Φύγε, Ά ξελ, φύγε! Και μην τολμήσεις να ξανάρθεις, το κα­ τάλαβες; Δ ε με πληρώνεις για να κοιμάμαι κιόλας μαζίσου όταν λείπει η φιλενάδα σου!» «Την άλλη φορά δεν έλειπε», της πέταξε σαρκαστικά. «Και μην τολμήσεις, μη σου περάσει καν απ’ το νου να τολμήσεις να μπεις ανάμεσα στον Γιαν και σ ’ εμένα. Τ’ άκουσες, Ιλέιν; Σε προειδοποιώ, αν πεις το παραμικρό εναντίον μου, αν του απαγο­ ρεύσεις να με βλέπει ή να μου μιλάει, δεν έχεις ιδέα τι θα γίνει εδώ μέσα. Δεν πρόκειται να στο ξαναπώ, αλλά πίστεψέ με, καλύ­ τερα να το πάρεις πολύ στα σοβαρά αυτή τη φορά!» Συμμάζευε τα ρούχα του τόση ώρα, τρέμοντας σύγκορμος απ’ την οργή. «Δ ε ν έχεις κανένα δικαίωμα στο δικό μου παιδί, Ά ξελ, κατάλαβέ το !»


127 «Πήγαινε στο διάβολο», της πέταξε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα του δόντια, και βγήκε χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Πέρασε όλη εκείνη τη βδομάδα στο Τουίν Τάουερς, με την ε ­ ξαίρεση της Τρίτης, που ήρθε το ελικόπτερό του να τον πάρει, και τον ξανάφερε τ ’ απόγευμα. Πέρασε όλη τη βδομάδα στο σπίτι, δουλεύοντας το πρωί στο γραφείο του, και αφιερώνοντας τις υπόλοιπες ώρες του στον Γιαν. Η Ιλέιν λυσσούσε ενδόμυχα, αλλά έβλεπε ότι δεν περνούσε τίποτα απ’ το χέρι της - ο Γιαν ήταν μαγεμένος μαζί του. Δε μιλούσε για τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τον Ά ξελ Μπράντι. Τον ήρωά του, με Η κεφαλαίο. Την πρώτη μέρα, της είχε πει μια τρελή ιστορία με απαίσιους σφετεριστές, μονομαχίες, κάμποσο Ά λαστερ Κάμπελ και Ρόμπιν Μακιντάιρ ενδιάμεσα, υπηρέτες και αφ έντες και κουλουράκια της Σίνα, και ό,τι άλλο τρελό μπορούσε να φανταστεί κα­ νείς, και ήταν σε τέτοια έξαψη, που έκανε ώρες να τον πάρει ο ύπνος εκείνο το βράδυ. Η ουσία που έβγαινε απ’ όλ’ αυτά, ήταν πως ο Ά ξελ Μπρόντι ήταν ο πιο υπέροχος και γενναίος άντρας του κόσμου, ολόιδιος ο Ά λα στερ Κάμπελ και ο Ντάνκαν Κάμπελ μαζί ο Πρώτος. Η αλήθεια ήταν πως, παρά την έξαψή του, έπεφτε απ’ τη νύ­ στα όσο της τα διηγιόταν όλ’ αυτά, κι η Ιλέιν τ ’ απέδοσε στην κούρασή του. Αλλά η ίδια ιστορία συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες, κι ό­ ταν ο Γιαν της δήλωσε με απόλυτη σιγουριά, ότι τώρα πια μπο­ ρούσαν όλοι να μείνουν για πάντα στο σπίτι τους, επειδή έτσι του είχε πει ο Ά ξελ ότι θα γινόταν, κι ακόμα χειρότερα, ότι ο Ά ­ ξελ του είχε πει πως το σπίτι ανήκε ουσιαστικά στον Γιαν Μακφέρσον, επειδή αυτός ήταν ο τελευταίος Κάμπελ, η Ιλέιν θεώ ­ ρησε πως το αστείο είχε πια παρατραβήξει. Δεν είχε ανταλλάξει πάνω από δέκα παγερές κουβέντες με τον Ά ξελ όλες εκείνες τις μέρες, αλλά αυτό δε θα την πτοούσε - το μισητό υποκείμενο, ελεεινός όσο πάντα, τολμούσε να ξεσηκώνει έτσι ένα παιδί δώδεκα χρόνων! Δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Πήγε να τον βρει στο γραφείο του, ανάμεσα στους κομπιούτερς του και στα φαξ που δούλευαν ασταμάτητα, και στάθηκε παγερή μπροστά του, αποφασισμένη για όλα. «Τι τρέχει;» ρώτησε κοφτά ο Ά ξελ. «ζέρ εις πολύ καλά τι τρέχει, κύριε Μπρόντι», του πέταξε ξ ε ­ ρά. «Τρέχει ότι έχεις βαλθεί να ξεσηκώνεις το γιο μου με όλων των ειδών τα παραμύθια!» «Τα παραμύθια», έκανε ψυχρά ο Ά ξελ, ανασηκώνοντας ελα­


128 φρά ένα φρύδι. «Ποια παραμύθια;» «Τον αφήνεις να εννοήσει ότι το σπίτι συνεχίζει να του ανή­ κει. Αυτό, κατάλαβέ το, Ά ξελ, δε θα περάσει! Όλα τ ’ άλλα να τα καταπιώ, εντάξει. Αλλά αυτό είναι σωστή κτηνωδία. Μόνο εσύ θα μπορούσες να το κάνεις!» Τα μάτια του στένεψαν κι έγιναν πάλι ατσάλινες λεπίδες. Παρόλ’ αυτά, της μίλησε ήρεμα: «Λοιπόν, ξέρεις κάτι, Ιλέιν; Πάντα με ξαφνιάζει η έλλειψη φαντασίας που σε διακρίνει. Το μυαλό σου, γλυκιά μου, δεν πάει βήμα παραπέρα. Επιπλέον, έχεις την εντύπωση πως όλοι οι υπόλοιποι είναι ηλίθιοι, και μόνο εσύ κα­ ταλαβαίνεις τι γίνεται. Λοιπόν, κάνε μου τη χάρη βγες τώρα από δω μέσα, είμαι πολύ απασχολημένος, όπως βλέπεις. Δ εν έχω καιρό και για τις υστερίες σου, κορίτσι μου. Λυπάμαι». «Π-πώς τολμάς», έκανε κατακίτρινη η Ιλέιν. «Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι - πρόκειται για το γιο μου, κύριε Μπρόντι, όχι για κανένα παιχνιδάκι σου!» «Το γιο σου», έκανε ο άντρας μ’ ενδιαφέρον, και το προδοτι­ κό φρύδι ανασηκώθηκε πάλι κοροϊδευτικά. « Γιατί - μπας και θα αμφισβητήσεις τώρα ότι είναι γιος μου;» Της είπε παγερά: «Έ ξω , Ιλέιν. Τώρα αμέσως. Πήγαινε έξω πριν χάσω την υπομονή μου». «Μ-με απειλείς;» «Ναι». «Τι θα μου κάνεις;» του πέταξε προκλητικά. «Ό ,τι ήταν να μου κάνεις, το έκανες ήδη, κι όπως βλέπεις, δόξα τω Θεώ, επέζησα. Δ ε με τρομάζεις πια, κύριε Μπρόντι!» Τον είδε να σηκώνεται, με το πρόσωπο τόσο σφιγμένο, που ξαφνικά τρόμαξε. Έκανε ένα βήμα πίσω, κι απόμεινε να τον κοι­ τάζει σαν χαμένη. Της είπε αργά: «Πήγαινε έξω. Και μην ξανάρθεις εδώ μέσα αν δε σε φωνάξω». Για λίγο τον κοίταζε φουρτουνιασμένη, ύστερα είπε με κόπο: «Θα φύγω, Ά ξελ. Θα φύγω και θα πάρω και τον Γιαν μαζί μου!» Της είπε με την ίδιη αργή, επικίνδυνη φωνή: «Κάνε πως τολ­ μάς. Κάνε πως τολμάς, Ιλέιν. Με τα ίδια μου τα χέρια θα σε πνί­ ξω - όχι πως είναι απαραίτητο, δηλαδή. Θα μπορούσα με μεγά­ λη άνεση να βρω σαράντα επαγγελματίες δολοφόνους να με α­ παλλάξουν από σένα. Αλλά θα το κάνω με τα ίδια μου τα χέρια, μόνο και μόνο για να έχω την ευχαρίστηση να πιάσω τον ωραίο σου λαιμό, και να τον σφίξω μέχρι να το βουλώσεις πια οριστικά. Συνεννοηθήκαμε;» Για λίγο ακόμα τον κοίταζε σαν μαρμαρωμένη, ύστερα στρά­ φηκε και βγήκε απ’ το δωμάτιο παραπατώντας.


129

Κάτω στο ποτάμι, ο Ά ξε λ καθόταν με το μπράτσο του περασμέ­ νο γύρω απ’ τους ώμους του Γιαν. Το αγόρι είχε σφιχτεί πάνω του, κι οι δυο τους κάθονταν ήσυχα και χάζευαν τ ’ αφριστά ν ε­ ρά του Καρν, που τραβούσε ορμητικά για τη θάλασσα. «Μια μέρα θα σε πάρω με το ελικόπτερο», είπε ο Ά ξελ, «και θα σου δείξω ως πού φτάνουν τα χτήματα του Τουίν Τάουερς. Δε θα τα πιάνει το μάτι σου». «Αλήθεια;» έκανε ο Γ ιαν, και τα μάτια του έλαμψαν. «Δ ε ν έχω ξανανέβει σε ελικόπτερο - ούτε κανείς απ’ τους συμμαθητές μου. Δικό μας είναι;» «Φυσικά. Έχουμε και αεροπλάνο, αν το προτιμάς». «Ω », έκανε ζαλισμένος ο Γ ιαν. «Δικό μας κι αυτό;» «Καταδικό μας». «Και τα χτήματα όλα;» «Ό λα. Θα βάλουμε και πρόβατα, θα πάρουμε και βοσκούς να τα προσέχουν. Θα κάνουμε κι άλλα πράγματα εδώ στο Έιλεν. Θα δώσουμε δουλειά σε πολύ κόσμο». Ο Γιαν δαγκώθηκε. «Η μαμά όμως είπε πως το σπίτι δεν είναι πια δικό μας, κι ούτε θα γίνει ποτέ, και δεν έχει σημασία αν είμαι ο τ ε ­ λευταίος Κάμπελ, κι εξάλλου, είπε, εμένα με λένε Μακφέρσον». «Η μαμά σου δεν κατάλαβε καλά», είπε ο Ά ξελ. «Μπορεί να σε λένε Μακφέρσον, αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά, κι εξάλ­ λου, κάτι που δεν το σκέφτηκε η μαμά σου, το επώνυμο δεν εί­ ναι δύσκολο ν ’ αλλάξει». «Σοβαρά; Μπορώ να ξαναγίνω Κάμπελ;» «Κάμπελ; Δ ε νομίζω. Μπορείς όμως να γίνεις... κάτι άλλο, ας πούμε. Τι θά ’θελες εσύ εκτός απ’ το Κάμπελ;» Ο Γιαν τον κοίταξε με λατρεία. «Μ πρόντι», είπε. «Εντάξει, Μπρόντι. Γιατί όχι; Δ εν είναι δύσκολο να γίνει». «Σ τ’ αλήθεια; Αχ, Ά ξελ, σ τ’ αλήθεια;» «Φυσικά. Για να στο λέω». «Α». Κόλλησε πάλι πάνω του, ευτυχισμένος. «Θα έχουμε το ί­ διο επώνυμο». «Αν το θέλεις». «Το θέλω, γιατί οι Μπρόντι είναι οι πιο γενναίοι μετά τους Κάμπελ». «Δ ε ν υπάρχουν άλλοι Μπρόντι, Γ ιαν. Εγώ είμαι ο πρώτος. Ε­ μείς οι δυο θα ξεκινήσουμε τους γενναίους Μπρόντι, εντάξει; Δε σε πειράζει αυτό;» «Ό χ ι», του είπε χαμογελώντας γλυκά, «γιατί εσύ είσαι ο πιο γενναίος του κόσμου. Δ εν πειράζει αν δεν υπάρχουν και άλλοι.


130 Εμείς οι δυο τους κάνουμε καλά όλους, έτσι δεν είναι, Ά ξελ; Ό λους τους Μακιντάιρ. Κανείς τους δεν είναι ψηλός σαν εσ έ­ να. Κι είναι όλοι μαυριδεροί, σαν καλικάτζαροι». «Χωρίς αμφιβολία. Αλλά ποιος νοιάζεται για τους Μακιντάιρ; Ό λοι τους δειλοί σαν γκρίζοι λαγοί είναι, που θά ’λεγε κι ο παπ­ πούς σου». «Γιαν Μπράντι», είπε το αγόρι. «Κι έτσι θα λέω ότι είμαστε συγγενείς. Δ εν πειράζει, ε, Ά ξε λ ;» «Ό χι, Γιαν, δεν πειράζει. Άλλωστε, είμαστε κιόλας συγγε­ νείς, δεν είμαστε; Αφού ζούμε όλοι στο ίδιο σπίτι, κι είμαστε μια οικογένεια». «Ναι, αλλά η μαμά είπε πως δε θα ζούμε εδώ για πάντα...» «Η μαμά σου δεν τα ξέρει ακόμα όλα, Γιαν. Κάποτε θα τα μά­ θει, κι ως τότε, αγόρι μου, μην τη ζαλίζεις με τα δικά μας. Έχει άλλα προβλήματα η μαμά σου. Ένα πράγμα μόνο έχω να σου πω - και ξέρεις ότι δε λέω ψέματα. Δ ε θα φύγεις ποτέ πια απ’ το Τουίν Τάουερς, εκτός αν το θελήσεις εσύ. Κι όταν μεγαλώσεις, στο υπόσχομαι, κι αν λέω ψέματα να με πνίξει ο Καρν, το Τουίν Τάουερς κι όλα του τα χτήματα θα είναι ολοδικά σου. Μην το ξεχάσεις αυτό ποτέ, εντάξει;» «Δ ε θα το ξεχάσω ποτέ, Ά ξελ ». Κι ύστερα, με μια βαθιά θλίψη στη φωνή: «Πώς θά ’θελα να ήσουνα εσύ ο μπαμπάς μου. Δ εν τον χώνευα τον άλλον». Ο Ά ξε λ γέλασε, και το γέλιο του έδιωξε όλη τη θλίψη απ’ την καρδιά του Γ ιαν. «Πού ξέρεις», είπε. «Καμιά φορά, γίνονται τα πιο απίθανα πράγματα. Αν το θέλεις πολύ, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να γίνει». «Για τ ’ όνομα του Θεού», είπε η Φιόνα. «Δ ε γίνεται να σε βλέπω άλλο έτσι. Έχεις ρέψει, κορίτσι μου. Τι στο καλό έχεις; Τρώγε­ σαι με τα ρούχα σου, σαν το φάντασμα της τρελής Τζέιν γυρνάς μες στο σπίτι. Και τι στο καλό παρακολουθείς όλη τη μέρα; Τι φοβάσαι, μπας και στον φάει το αφεντικό τον Γ ιαν; Χάζι τον κά­ νει - του αρέσουν τα παιδάκια, ή μπας και πάει ο νους σου στο πονηρό; Θα σε κάψει ο Θεός αν σκέφτεσαι τέτοιο πράγμα! Με­ γάλο αμάρτημα, κόρη μου. Αυτό σου περνάει απ’ το μυαλό;» « Όχι, Φιόνα, για τ ’ όνομα του Θεού! Τι είναι αυτά που λ ες; Και βέβαια όχι!» «Είπα κι εγώ. Δ εν είναι τέτοιος άνθρωπος ο Μπράντι. Τους έχω δει μαζί - συνέχεια μαζί είναι, εξάλλου, και τους έχω παρα­ κολουθήσει, και πίστεψέ με, Ιλέιν, είμαι γριά κι έχουν δει πολλά τα μάτια μου, και ξέρω τι σου λέω. Σαν παιδί του τον αγαπάει.


131 Ούτε που του περνάει απ’ το μυαλό τέτοιο πράγμα!» «Το ξέρω, Φιόνα. Για τ ’ όνομα του Θεού, δεν αλλάζεις συζήτη­ ση;» «Τι τρέχει, κυρά μου; Μα εσύ δεν είσαι καθόλου καλά... Μέ­ ρες τώρα σε βλέπω και λιώνεις. Έλα, έλα, πιες το τσάι σου. Τι τρέχει με τον Μπράντι; Ζηλεύεις; Επειδή τον αγαπάει ο Γιαν; Μα, κορίτσι μου, το καημένο το παιδάκι - χρειάζεται κάποιον άντρα να τον θαυμάζει. Έ τσι είναι τα αγοράκια. Δ εν έχει πατέ­ ρα, το κακόμοιρο, έχασε και τον παππού του, έχασε και το θείο του, ε, είναι φυσικό να προσκολλιέται στον Μπράντι. Αφού μά­ λιστα του δείχνει κι εκείνος τόση αγάπη. Γιατί κάνεις εσύ έτσι; Σαν να σε τρώει το σαράκι. Μέρες τώρα το βλέπω - δεν πας κα­ λά, Ιλέιν. Πιες το τσάι σου, και πες μου». «Δ ε ν τρέχει τίποτα, Φιόνα, σ τ’ αλήθεια. Εκνευρισμένη είμαι μόνο, θα μου περάσει». «Γιατί να είσαι εκνευρισμένη;» «Είμαι αδιάθετη, γι’ αυτό. Χτες το βράδυ δεν έκλεισα μάτι απ’ τους πόνους. Δ ε μ’ έπιαναν ούτε τα χάπια». «Φουκαριάρα μου, γι’ αυτό είσαι έτσι κίτρινη. Και καλά, με τον Μπράντι τι έχεις;» «Τι νά ’χω; Τίποτα δεν έχω». «Ά μ α τον βλέπεις, αγριεύεις σαν γάτα». «Η ιδέα σου είναι». «Καλά, τώρα. Λες και δε σε ξέρω. Είναι σαν να σ ’ έχω γεννή ­ σει. Δ ε λέει να σου περάσει, ε; Εντάξει, είπαμε, θα το πάρεις α­ πόφαση. Πήρε το σπίτι σου - αν δεν ήταν αυτός, θα ήταν κά­ ποιος άλλος. Καλύτερα αυτός, στο κάτω-κάτω. Τουλάχιστον δεν τό ’κάνε ξενοδοχείο. Και μας φροντίζει όλους. Είναι καλός κι ευγενικός, κι ούτε το παίζει αφεντικό. Και δες τον τώρα με τον Γιαν. Σαν νά ’ναι παιδί του. Καλός ά ν θ ρ - » «Σταμάτα, Φιόνα! Μα δεν καταλαβαίνεις τίποτα εσύ; Σταμάτα!» Η Φιόνα σταμάτησε. Έμεινε να την κοιτάζει με το φλιτζάνι το τσάι στον αέρα, με το σουφρωμένο της πρόσωπο ακόμα πιο σουφρωμένο. Ύ στερα είπε αργόσυρτα: «Ώ σ τ ε έτσι. Αυτό ήταν. Κι εγώ δεν είχα ιδέα όλ’ αυτά τα χρόνια!» «Σταμάτα», ξανάπε η Ιλέιν, κι έχωσε το πρόσωπό της στις πα­ λάμες της. «Αχ, Φιόνα, δεν αντέχω άλλο... Χριστέ μου, τι θα κά­ νω;» «Πιες το τσάι σου», είπε πρακτικά η Φιόνα, «και μετά πες τα μου όλα απ’ την αρχή. Κι αν δε βγει τίποτα, τουλάχιστον θα ξαλαφρώσεις».


132 Της τα είπε όλα. Δ εν μπορούσε πια να τα κρατάει μέσα της, θα έσκαγε. Της τα είπε με κάθε λεπτομέρεια, από εκείνη την ημέ­ ρα στη λιμνούλα, μέχρι την τελευταία φορά που είχε μιλήσει στον Ά ξε λ Μπρόντι, κι εκείνος την είχε απειλήσει να την πνίξει με τα ίδια του τα χέρια. «Θ εέ μου θόηθα μας», ήταν το πρώτο σχόλιο της Φιόνας, και το δεύτερο ήταν, «το ξέρ ει!» «Έ τσ ι λέω κι εγώ », έκανε πνιγμένα η Ιλέιν, ρουφώντας τη μύ­ τη της. «Αχ, Φιόνα - τι στο διάβολο θα κάνω τώρα;» Η Φιόνα την κοίταξε μ’ απορία. «Τι πάει να πει, τι θα κάνεις τώρα; Σάμπως περνάει τίποτε απ’ το χέρι σου; Ό ,τι ήταν να γί­ νει, έγινε από μόνο του. Αφού το ξέρει κι εκείνος, άντε πες του το, να είσαι κι εντάξει. Αλλιώς, τα πράγματα θα χειροτερεύουν συνέχεια». «Π οτέ! Ποτέ! Τ ’ ακούς; Αυτό π οτέ!» «Γιατί; Αφού έτσι κι αλλιώς το ξέρει». «Δ ε ν το ξέρει. Το υποψιάζεται μόνο. Δ εν μπορεί να είναι σί­ γουρος, κι ούτε μπορεί ν ’ αποδείξει τίποτα, αν δεν το παραδε­ χτώ κι εγώ. Δ εν έχει πια ούτε μάρτυρες!» «Και γιατί φοβάσαι να το παραδεχτείς; Σε καλό θα βγει, στο τέλος-τέλος. Τόσα λεφτά - κι άλλο παιδί δεν υπάρχει, τουλάχι­ στον για την ώρα». «Φιόνα», είπε κουρασμένα η Ιλέιν, «έτσ ι κι αλλιώς, δεν μπο­ ρείς να καταλάβεις. Ό ,τι και να σου λέω εγώ, εσύ θα λες τα δικά σου. Όχι, που να τον πάρει, δε θα τον αφήσω να έχει και τον Γιαν! Ό λα μου τα πήρε, όλα. Δ ε μ’ άφησε ούτε καν λίγη περηφάνεια, πανάθεμά τον! Έφυγε και μ’ εγκατέλειψε - μια Κάμπελ του έπεφτε λίγη του κύριου Μπρόντι! Μου τό ’κάνε πρώτα, και μετά μ’ εγκατέλειψε, και πήγε στην Αφρική κι έψαχνε για ρουμ­ πίνια. Αυτό δε θα του το συχωρέσω ποτέ, Φιόνα. Ποτέ όσο ζω. Ο κόσμος νά ’ρθει ανάποδα, ν ’ ανοίξει η κόλαση και να βγουν οι πεθαμένοι, δε θα το ν συχωρέσω που μ’ άφησε τότε. Δ ε θα του συχωρέσω τον εφιάλτη που πέρασα με τον Μακφέρσον. Αυτό, περισσότερο απ’ όλα. Ούτ’ εσύ δεν ξέρεις πώς ήταν, Φιόνα. Ο κόσμος δεν είχε βγάλει άλλο τέτοιο κτήνος σαν τον Μακφέρ­ σον. Και μ’ ανάγκασαν να τον πάρω, γιατί ήταν ο μόνος που θα μ’ έπαιρνε με το παιδί του Ά ξε λ Μπρόντι στα σπλάχνα!» «Κι εγώ δεν είχα ιδέα», ξανάπε με βαθύτατη κατάπληξη η Φιόνα. «Δ ε ν πήρα χαμπάρι, τίποτα, τίποτα...» «Πώς θα μπορούσες; Μ’ έστειλαν για ένα διάστημα στη θεία Λετίτσια, θυμάσαι. Μέχρι να δουν αν είχα πιάσει παιδί. Και μετά, όταν μου κόπηκε η περίοδος, έγινε ολόκληρο οικογενειακό συμβούλιο, κι η θεία Λετίτσια είπε πως δε γινόταν να το κάνω


133

νόθο, και πως έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν κάποιον να με κουκουλωθεί. Έτσι ακριβώς το είπε, κι ο πατέρας συμφώνησε». «Δ ε ν είχα ιδέα», ξανάπε η Φιόνα. «Νόμιζα πως το είχες πιάσει με τον Μακφέρσον, πως απ’ το πολύ να σε τριγυρνάει, κάπου σε είχε ρίξει... Και χαιρόμουνα που το κακόμοιρο το παιδάκι δεν του έμοιαζε. Εμ πώς να του μοιάζει... Φτυστός ο πατέρας του γίνεται όσο μεγαλώνει. Τους έβλεπα τόσες μέρες μαζί, κι έλ ε­ γα, να δεις που ο μικρός πρέπει να του θυμίζει εκείνον στα νιά­ τα του, γι’ αυτό τον αγαπάει έτσι. Κοίτα, έλεγα, ίδιο χρώμα μαλ­ λιά και μάτια... Ε, τα βλέπει ο άλλος και συγκινιέται. Αμ τώρα που το ξέρω, βέβαια. Φως φανάρι είναι. Κάτσε να τον δεις σε δυ ο -τρ ία χρόνια. Φτυστοί σαν δίδυμοι θα είναι». «Το ξέρω», είπε πνιγμένα η Ιλέιν. «Δ ε μου μοιάζει πια σχεδόν καθόλου». «Γ ι’ αυτό το μάντεψε ο δικός σου. Αμ βέβαια, δε φέρνει σε τί­ ποτα στον Μακφέρσον, κι ο Μπρόντι τον γνώριζε, τον θυμάται... Δ εν είναι βλάκας. Ένα κι ένα κάνουν δύο, κι ο Γιαν του είπε πό­ τε έχει τα γενέθλιά του». Απ’ την ταραχή, έμπλεκε και ξέμπλεκε τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της. «Κι ο πατέρας σου - Θεός σχωρέστον, γιατί σε έδωσε σ ’ εκείνο το κάθαρμα; Πρέπει να τον ή­ ξερε τι κωλάνθρωπος ήταν. Δικός του φίλος ήταν, δεν μπορεί, θα τον ή ξερε!» «Μπορεί και να το ήξερε, αλλά έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε άλ­ λος να με πάρει με την κοιλιά φουσκωμένη. Του τάξανε το μισό Τουίν Τάουερς για να με πάρει. Ή ταν καθίκι, κτήνος όρθιο. Δ εν τον ένοιαζε πού ’μουνα γκαστρωμένη μ’ άλλον. Δεκάρα δεν έ ­ δινε. Κι εγώ τον πήρα, επειδή ο Ά ξε λ Μπρόντι έκανε ένα βράδυ το κέφι του, και μετά προτίμησε να κάνει τις βόλτες του στη μαύρη Άφρικα!» «Δ ε ν ξέρεις πώς και γιατί», είπε η Φιόνα. «Μην τον καταδικά­ ζεις έτσι». «Μην προσπαθείς τώρα να τον υπερασπιστείς κιόλας από πάνω», έκανε αγκομαχώντας η Ιλέιν. «Είχε συμφωνήσει με τον αδερφό μου να με παντρευτεί. Και μέχρι το πρωί είχε φύγει. Τον αγαπούσα, Φιόνα. Περισσότερο κι απ’ τη ζωή μου τον αγαπού­ σα. Θα τον έπαιρνα τρέχοντας, κι ας ήμουνα τό τε εγώ η κόρη του άρχοντα, κι εκείνος ένα τίποτα, και θα έκανα ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μου για να τον βλέπω πάντα να γελάει. Κι ύστερα μ’ άφησε κι έφυγε, επειδή εκείνη τη νύχτα του είχα πει πέντε ά­ σκεφτα λόγια. Ήμουνα τρελή απ’ την απελπισία, τον έβρισα εντάξει, το παραδέχομαι φέρθηκα γαϊδουρινά. Εκείνος όμως έφυγε, Φιόνα. Του έθιξα την περηφάνεια του, βλέπεις. Τον είπα σκουλήκι. Δ εν το άντεξε ο κύριος Μπρόντι. Και μετά από κείνον


134 τον εφιάλτη που έζησα εξαιτίας του όλα αυτά τα χρόνια, ήρθε πίσω και μου πήρε το σπίτι μου, μου πήρε τα χτήματά μου, τα πήρε όλα, Φιόνα, πήρε κι εμένα, έτσι, επειδή ήθελε κάπου να το θάλει, και τώρα θέλει να μου πάρει και τον Γιαν. Βρήκε το γιο έ ­ τοιμο ο κύριος Μπρόντι. Δ εν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι του για να τον κάνει δώδεκα χρόνων. Δ εν κοιμόταν εκείνος με τον Μακφέρσον για να μην είναι το παιδί του νόθο. Δ εν πέρασε ού­ τε μια στιγμή αγωνίας για να τον μεγαλώσει. Και τώρα ήρθε και τον θέλει - χωρίς τη μάνα του, μάλιστα! Εγώ περισσεύω για τον κύριο Μπρόντι. Δ ε ς τον - απ’ τη μέρα που κόλλησε με τον Γ ιαν, εγώ έπαψα να υπάρχω. Δ ε μου μιλάει καν. Το γιο του μόνο θέλει - εμένα θα έβαζε ευχαρίστως να με σκοτώσουν, είπε, και το πι­ στεύω ότι είναι ικανός να το κάνει, προκειμένου να του αφήσω το πεδίο ελεύθερο με τον Γ ιαν. Αν ήξερες πόσο με μισεί, Φιό­ να... Αλλά αυτό δε θα του περάσει. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να του το επιβεβαιώσω. Από μένα δε θα τ ’ ακούσει ποτέ, Φιόνα. Ο Γ ιαν είναι γιος του Μακφέρσον, και θα είναι μέχρι να πεθάνω. Ή εγώ, ή ο Μπρόντι». «-έ ρ εις τι λέω εγώ ;» είπε ξερά η Φιόνα. «Πως τον αγαπάς τον δικό σου, και σε καίει που δε λέει να σου κάνει πρόταση γάμου. Αμ δε, που θα σου κάνει. Η μύγα με το μέλι πιάνεται, κορίτσι μου, κι εσύ είσαι σκέτο φαρμάκι μαζί του. Τι περιμένεις;» «Τίποτα», είπε η Ιλέιν, βράζοντας ενδόμυχα με τις αναλύσεις της Φιόνας. «Και πρόταση να μου έκανε, πάλι δε θα τη δεχόμου­ να, αν θες να μάθεις. Τον αγαπώ; Δ εν ξέρεις τίποτα, Φιόνα. Θα μπορούσα να τον κόψω φέτες, και πάλι δε θα τέλειωνε το μίσος μου για κείνον!» «Ο Θεός να βάλει το χέρι του», είπε η Φιόνα. «Έ τσ ι που μπλέ­ ξατε, κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει. Ο Θεός μόνο να βάλει το χέρι του». Ό πως όλη την βδομάδα, έτσι και το Σάββατο το βράδυ, το σπίτι ήταν σιωπηλό και ήσυχο. Δ εν είχε έρθει κανείς, ούτε καν ο Μπιλ Κέισι, ούτε καν ο σεφ. Ο Ά ξε λ είχε περάσει όλο το απόγευμα με το αγαπημένο του χόμπι - να ασχολείται με τον Γ ιαν. Τώρα τον εκπαίδευε στον κομπιούτερ. Την κατάβρισκαν οι δυο τους, σκεφτόταν η Ιλέιν, ακούγοντας κάθε φορά που περνούσε απ’ έξω απ’ το γραφείο, τα γέλια και τις κουβέντες τους. Σε λίγο, ούτε που θα θυμόταν ο Γ ιαν ότι εκείνο ήταν κάποτε το γραφείο του παππού του. Σε λίγο, η ολότελα καταστροφική προσωπικότητα του Ά ξελ, θα διέγραφε απ’ τη μνήμη του παι­ διού της κάθε τι που δε θα συνέφερε τον ίδιον. Ο Γιαν τον κοι­


135 τούσε κι έλιωνε. Και πώς ν ’ αντισταθεί ένα αγοράκι δώδεκα χρόνων, εκεί που δεν μπορούσε ν ’ αντισταθεί ούτε εκείνη, που ήταν πια τριάντα; Είχε μια μαγεία πάνω του αυτός ο άνθρωπος, μια ακτινοβο­ λία, έσκαγε εκείνα τα μεθυστικά χαμόγελα κι εκείνα τα υπέρο­ χα, αστραφτερά γέλια... Το πρότυπο της δύναμης και της σι­ γουριάς. Η κλασική πατρική φιγούρα για όλα τα αγοράκια νέος, ωραίος, δυνατός και γεμάτος λαμπερή αυτοπεποίθηση. Τι άλλο χρειαζόταν για να κάνει τον Γιαν να τρέχει πίσω του σαν σκυλάκι; Λίγα χαδάκια, και πάει, το παιδί έχανε τον μπούσουλα. Μόνο για τον Ά ξε λ Μπρόντι της μίλαγε μια βδομάδα τώρα. Πάνε κι οι Κάμπελ, πάνε όλα. Μόνο ο Ά ξελ Μπρόντι, που να τον έπαιρνε ο διάβολος. Τον είχε δει πάλι για λίγο σήμερα το απόγευμα, για δουλειές του σπιτιού, φυσικά. Της είχε μιλήσει πιο ψυχρά από ποτέ, δυοτρεις κουβέντες όλες κι όλες, τόσο αδιάφορος, που της φάνη­ κε ότι η καρδιά της θα σκιζόταν στο στήθος της. Κι ούτε είχε ξαναπάει να τη βρει στο δωμάτιό της. Ούτε γ ι’ αυ­ τό δεν την ήθελε πια. Ούτε για το κορμί της. Γύριζε σαν φάντασμα στο σπίτι, κατασκοπεύοντας συστημα­ τικά τον Ά ξελ και το γιο της, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στη γραμμή του χολ, κι όταν το σήκωσε, ήταν ο Τζέιμς Όγκιλβι, κι έμοιαζε αναστατωμένος. «Μπορείς να έρθεις από δω, Ιλέιν; Θέλω να σου μιλήσω. Νά ’ρθω να σε πάρω, ή μπορεί να σε φέρει κανείς;» «Εντάξει, Τζέιμς, θα με φέρει ο Μακλίν. Τι συνέβη; Έπαθες τίποτα; Η Μάργκαρετ;» «Η Μάργκαρετ είναι στης αδερφής της. Έλα και θα σου πω. Μην ανησυχείς, πάντως, δεν είναι τόσο σοβαρό το θέμα». Δ εν ήταν σοβαρό, αλλά όταν έφτασε στο σπίτι του Τζέιμς, τρόμαξε βλέποντας το ύφος του. «Τι συμβαίνει, Τζέιμς; Είσαι κατάχλομος». «Έλα, κάτσε. Θες να πιεις κάτι; Λίγο ουίσκι θα μας στηλώσει». «Βάλε λίγο, εντάξει. Θα μου πεις τι συμβαίνει; Μου έχουν κο­ πεί τα πόδια!» Της έφερε το ποτό, κι έκατσε απέναντι της. «Ιλέιν», άρχισε, κι όταν ο Τζέιμς άρχιζε έτσι επίσημα, η Ιλέιν περίμενε πάντα το χειρότερο. «Ιλέιν, είμαι ο πιο παλιός σου φίλος. Νιώθω κάπως σαν να με άφησε στο πόδι του ο πατέρας σου, Θεός σχωρέστον. Μού χε τυφλή εμπιστοσύνη ο μακαρίτης, και φαντάζομαι μου έχεις κι εσύ». «Τζέιμς, για τ ’ όνομα του Θεού! Θα με τρελάνεις. Λ έγε!» «Πρέπει να σου πω... Πρέπει να σου πω ορισμένα πράγματα


136 που... που... Βρίσκομαι σε μεγάλη αμηχανία, όπως καταλαβαί­ νεις. Δ εν είναι ευχάριστα, και απ’ την άλλη - δεν μπορώ να μη στα πω. Μπορεί να είναι πολύ αποφασιστικά για σένα». «Τζέιμς, σε παρακαλώ...» «Δ ε θέλω να σε φέρω σέ δύσκολη θέση, ή να σε πληγώσω. Αλ­ λά ίσως - ίσως είναι απαραίτητο να τα μάθεις». Πήρε βαθιά α­ νάσα, σκούπισε πάλι μ’ ένα τεράστιο μαντίλι το μέτωπό του. «Πρέπει να σου πω... πρέπει να σου πω ότι είδα τον Άνγκους». «Τον Ά νγκους», έκανε η Ιλέιν, κι έμεινε να τον κοιτάζει άναυ­ δη. «Τον... αδερφό μου;» «Ναι». «Πότε; Πού; Πού είναι τώρα;» «Έ φ υ γε». «Έ φ υ γε; Πώς; Πότε; Χριστέ μου, Τζέιμς, μίλα που να πάρει! Με το τσιγκέλι σου βγάζουν τις κουβέντες!» «Έ να -ένα », είπε ο Τζέιμς. «Κάτσε, θα στα πω απ’ την αρχή... Πιες το ποτό σου. Δ ε μου είναι εύκολο να μιλήσω... Θα στα πω, ωστόσο. Τον είδα, εδώ, χτες το βράδυ. Είχε έρθει στο Έιλεν». «Σ το Έιλεν; Τι μου λες τώρα; Και δεν ήρθε να με δει ακόμα;» «Έ φυγε, στο είπα. Πάει λέει στη Νότια Αμερική». «Στη Νότια Αμερική! Και δεν ήρθε να με δει; Τι μου λες τώρα, Τζέιμς;» Το μαντίλι ξανανέβηκε μηχανικά στο μέτωπό του. «Περίμενε. Άκου όλη την ιστορία. Ήρθε στο χωριό, κι έμαθε ότι ήσουνα στο Τουίν Τάουερς. Τα πάντα έμαθε, δηλαδή, ποιος το αγόρα­ σε, πώς έπιασες εσύ δουλειά εκεί... Κι έτσι, ήρθε κατευθείαν σ ’ εμένα. Χρειαζόταν λεφτά, είπε. Έπρεπε πάσει θυσία να φύγει για τη Νότια Αμερική, αμέσως κιόλας, και δεν είχε φράγκο. Λυ­ πάμαι που το λέω, Ιλέιν, αλλά ίσως είναι καλύτερα που δεν τον είδες. Είχε τα χάλια του. Πρέπει να παίρνει και ναρκωτικά συν τοις άλλοις». «Ό χι. Δ εν είναι δυνατόν...» «Έ να ράκος ήταν. Τον κράτησα εδώ, τον τάισα. Ευτυχώς, έ­ λειπε η Μάργκαρετ. Θ’ αρρώσταινε να δει έναν Κάμπελ σ’ αυτά τα χάλια. Του έδωσα τα λεφτά που χρειαζόταν, κι έφυγε μες στη νύχτα. Αλλά... αλλά πριν του τα δώσω, τον έθαλα να μου πει...» «Τζέιμς», έκανε ξεψυχισμένα η Ιλέιν, «γιατί δε μου τηλεφώ­ νησες ; Γιατί δεν τον έστειλες σ ’ εμένα; Εγώ έπρεπε να τον βοη­ θήσω. Δικός μου αδερφός είναι. Θα έβρισκα κάπως τα λεφτά... Γ ιατί δεν ήρθε να βρει εμένα;» Της είπε αργά: «Δ ε ν ήθελε νά ’ρθει στο Τουίν Τάουερς. Φο­ βόταν». «Τι πράγμα;»


137 «Εσένα. Και τον Μπράντι». «Τι πράγμα; Είσαι καλά, Τζέιμς;» «Τον Μπράντι, βασικά. Κι εσένα, επειδή φοβόταν πως θα τά χες βρει μαζί του, και θα τά ’χατε κάνει πλακάκια. Κίτρινος απ’ το φόβο του ήταν όταν ήρθε ως εδώ πέρα. Φοβόταν μην τον δει κανείς απ’ το Τουίν Τάουερς. Κι έτσι, πριν του δώσω τα λεφτά, τον ανάγκασα να μου πει το γιατί». «Δ ε ν καταλαβαίνω», είπε άχρωμα η Ιλέιν. Το πρόσωπό της εί­ χε πανιάσει. «Ιλέιν, δεν ήξερα... Δ εν είχα ιδέα. Πώς θα μπορούσα να φαν­ ταστώ; Απ’ τον Άνγκους τ ’ άκουσα όλα για πρώτη φορά, χτες το βράδυ. Το παίδεψα πολύ πριν αποφασίσω να σου μιλήσω. Δ εν ήθελα να δημιουργήσω καταστάσεις - στο κάτω-κάτω, είναι α­ δερφός σου. Κι ύστερα, φοβόμουνα κι εγώ μην τον βρείτε που­ θενά. Τώρα πια θά ’χει φύγει. Το καράβι του έφευγε σήμερα το μεσημέρι. Αν δεν έχασε τα λεφτά του στο μεταξύ, τώρα θά ’χει μπαρκάρει». «Τζέιμς», έκανε ξεψυχισμένα η Ιλέιν. «Πες μου. Τώρα». Της είπε αργά, κουρασμένα, με το μαντίλι να ξανανεβαίνει μηχανικά στο μέτωπό του: «Ο Μπρόντι είναι ο πατέρας του Γιαν, έτσι δεν είναι, Ιλέιν; Εχτές μου το επιβεβαίωσε ο Ά νγκους, αλλά εγώ το ήξερα από την προηγουμένη κιόλας. Ιλέιν, δεν μπορώ να σου πω περισσότερα, πρόκειται για επαγγελματι­ κό μυστικό, αλλά σε νιώθω σαν κόρη μου, κι ένα θα σου πω μο­ νάχα, ο Μπρόντι το ξέρει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά... αλλά... που να πάρει, θα καταλάβεις τι εννοώ, αλλά τώρα που φτάσαμε ως εδώ... Μην πεις τίποτα, μου το ορκίζεσαι; Φρόντισε να διασφα­ λίσει τα συμφέροντα του Γ ιαν. Μελλοντικά, εννοώ ». Το πρόσω­ πό του είχε φουντώσει, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι. «Έκανε... διαθήκη», ψέλλισε μισοπεθαμένη η Ιλέιν. «Υπέρ του Γ ιαν, έτσι, Τζέιμς; Ω, Θεέ μου...» «Ιλέιν, δεν άκουσες τίποτα, δεν ξέρεις τίποτα - εντά ξει;» «Ναι, Τζέιμς, σ τ’ ορκίζομαι στη σκιά του πατέρα μου. Κανείς ποτέ δε θα το μάθει από μένα. Αλλά πώς το επέτρεψες, Θεέ μου, πώς το επέτρεψ ες;» «Μη λες ανοησίες, Ιλέιν», έκανε αυστηρά ο συμβολαιογρά­ φος. «Η δουλειά μου είναι να κάνω ό,τι μου λένε οι πελάτες, όχι ό,τι μου κατεβαίνει εμένα στην κούτρα. Ας το ξεχάσουμε τώρα, αν θέλεις. Το θέμα δεν είναι ευχάριστο». «Κι ο Μπρόντι... είπες το ξέρει; Στο είπε εσένα ότι το ξέρει;» «Όχι, δε μου είπε τέτοιο πράγμα. Αλλά ήταν ολοφάνερο κα­ τόπιν αυτού. Και ο γιατρός Μάρεϊ... Λοιπόν, χτες το πρωί που τον είδα και τα λέγαμε, μου είπε ότι τον επισκέφτηκε ο Μπρό-


138 ντι. Του έκανε τρομερή εντύπωση, γιατί ξέρεις τι ήθελε;» «Προσπαθώ να φανταστώ», είπε σαν αυτόματο η Ιλέιν, κι ένι­ ωσε να παγώνει μέχρι βαθιά μέσα της. «Ήθελε... ήθελε να συζητήσουν για ομάδες αίματος. Του Γιαν. Του Μακφέρσον. Και τη δική σου». «Θ εέ μου», έκανε πνιγμένα η Ιλέιν. «Έ τυχ ε τώρα ο Μάρεϊ να τις ξέρει - κρατάει όλα του τα αρ­ χεία. Κι είχε τον Μακφέρσον - άλφα ο δικός σου. Άλφα κι εσύ. Αλλά ο Γ ιαν ήταν όμικρον». «Ό μικρον», έκανε σαν ηλίθια η Ιλέιν. «Ναι, βέβαια, όμικρον». «Κι είναι και σπάνια ομάδα, ξέρεις. Πολύ σπάνια». «Το ξέρω ». Τα χείλια της ίσα που κουνιόνταν. «Και το παιδί - κάθε παιδί, λέει ο Μάρεϊ, δεν μπορεί να έχει άλλη ομάδα αίματος, παρά μόνο της μητέρας ή του πατέρα. Δε γίνεται να έχει διαφορετική απ’ αυτές τις δύο. Ο Γ ιαν δεν είχε άλφα». «Και... λοιπόν;» ψέλλισε η Ιλέιν. «Και λοιπόν, ο Μάρεϊ του είπε αυτό που ήθελε να μάθει, και μετά - μετά τον ρώτησε τι ομάδα αίματος ήταν εκείνος. Μαν­ τεύεις θαρρώ ποιά ήταν η απάντηση». «Ναι», έκανε ξεψυχισμένα η Ιλέιν. «Όμικρον, ρέζους θετικό. Θα μπορούσε να είχε ρωτήσει εμένα ο Μάρεϊ». «Κι είναι - που να πάρει, είναι μια πολύ σπάνια ομάδα. Δύσκο­ λα να βρεις άλλους άντρες εδώ γύρω που να πληρούν τις προϋποθέσεις, και να είναι και όμικρον. Ο άντρας σου πάντως δεν ήταν». Η Ιλέιν τον κοίταζε, τρέμοντας σύγκορμη. «Κι έτσι, μπορούμε πια να πούμε με σιγουριά, πως ο Μπρόντι το ξέρει. Πέρα μάλιστα από κάθε αμφιβολία». «Ναι», έκανε με ξεραμένα χείλια η Ιλέιν. «Ιλέιν, πίστεψέ με, δεν είχα ιδέα... Θα είχα ίσως ακόμα κά­ ποιες αμφιβολίες, αν δε μου το επιβεβαίωνε χτες ο Άνγκους». «Ναι», είπε η Ιλέιν. «Είναι αλήθεια. Ο Παν είναι γιος του Μπράντι, και δε θα έπρεπε να το είχε μάθει ποτέ εκείνος. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν πρόκειται να το παραδεχτώ ποτέ. Ό σ ες δια­ θήκες κι αν κάνει υπέρ του γιου μου!» Το μαντίλι φτερούγισε πάλι στο μέτωπό του. «Είχε δικαίωμα να το μάθει, Ιλέιν». «Δικαίωμα; Α, Τζέιμς, δεν έχεις ιδέα... Με άφησε - μ’ εγκατέλειψε έγκυο και τό ’σκάσε, Τζέιμς... Το βράδυ είπε στον Άνγκους ότι θα με παντρευόταν, και μέχρι το πρωί το είχε σκάσει. Άφησε πίσω όλα του τα δικαιώματα όταν έφυγε εκείνη τη μέρα. Μη μου μιλάς για δικαιώματα, Τζέιμς, γιατί...»


139 «Σταμάτα και άκουσέ με», της είπε βαριανασαίνοντας. «Σταμάτα μια στιγμή. Είναι ήδη πολύ δύσκολο για μένα... Ο αδερφός σου... Ας είναι. Δε μίλησες ποτέ γ ι’ αυτό στον Μπρόντι;» «Ό χι», είπε ψυχρά η Ιλέιν. «Πώς θα μπορούσα; Δεν καταδέχο­ μαι, Τζέιμς. Δε θα του ζητήσω κιόλας το λόγο γιατί με παράτησε!» Της είπε με κόπο: «Δ ε σε παράτησε, Ιλέιν. Αυτό προσπαθώ να σου πω τόση ώρα. Δ ε σε παράτησε. Ο Άνγκους μου τα είπε όλα. Ή ταν σωστό ράκος... Ή θελε κατεπειγόντως τα λεφτά, καιπροκειμένου να τα πάρει, μου είπε όλη την αλήθεια. Εκείνο το βρά­ δυ δε σε παράτησε ο Μπρόντι, Ιλέιν. Δ ε συζήτησε καν για γάμο με τον Άνγκους. Κανείς δεν του μίλησε για γάμο. Δ εν είχαν κα­ μιά πρόθεση οι Κάμπελ να τον κάνουν γαμπρό τους - έναν νό­ θο, έκθετο, έναν υπηρέτη τους. Μου τα είπε όλα ο Άνγκους, χαρτί και καλαμάρι. Σε είχε βιάσει, είπαν, κι έτσι ο Άνγκους, ο Μακφέρσον κι ο Χάμις, πήγαν στο σπίτι του και του ρίχτηκαν ό­ λοι μαζί. Τρεις προς έναν, και ήταν κι οπλισμένοι. Τον φοθόνταν, ήταν δυνατός σαν ταύρος, κι έτσι πήγαν τρεις μαζί, με ρό­ παλα και αλυσίδες, και τον στρίμωξαν στο δωμάτιό του. Τον σά­ πισαν στο ξύλο, Ιλέιν. Με πρόσχημα τάχα ότι σε είχε βιάσει. Ό τι εσύ τους είχες ζητήσει να τον βγάλουν απ’ τη μέση». Το πρόσωπό της ήταν σαν άσπρος λεκές γύρω απ’ τα πυρετι­ κά της μάτια. Τα χέρια της έτρεμαν σπασμωδικά. «Τον άφησαν μισοπεθαμένο. Τόσο άσχημα, που φοβήθηκαν ότι θα πέθαινε μέσα στη νύχτα. Και τό τε κάθισαν και σκέφτηκαν τι να τον κάνουν. Δ εν τον ήθελαν στο Τουίν Τάουρς, ούτε ζω ν­ τανό, ούτε πεθαμένο, ούτε, πολύ περισσότερο, φυτό. Ο άντρας σου είχε τη φαεινή ιδέα να τον ξεφορτωθούν μια και καλή, είτε πέθαινε, είτε επιζούσε. Τον φόρτωσαν λοιπόν στο Ρόβερ, και τον κουβάλησαν σε κάποιο λιμάνι - ο Άνγκους δε θυμόταν, ή δεν ήθελε να μου πει σε ποιο. Δ εν έχει σημασία. Εκεί ο Μακφέρ­ σον γνώριζε κάποιον καπετάνιο, που φαίνεται έκανε εκτεταμέ­ νο λαθρεμπόριο, και άλλες τέτοιες βρόμικες δουλειές. Τον πλήρωσαν, τον εκβίασαν, ή και τα δύο, κι εκείνος δέχτηκε να τους απαλλάξει απ’ τον ανεπιθύμητο. Φόρτωσαν τον Μπρόντι λαθραία στο καράβι - σαλπάριζε εκείνο το πρωί, και τους βό­ λευε. Τώρα ο. Άνγκους λέει ότι η συμφωνία ήταν να τον κρατή­ σει ο καπετάνιος στο καράβι, ή να τον ξεμπαρκάρει κάπου αλ­ λού, εκτός βέβαια αν του πέθαινε στα μισά, οπότε θα τον έριχνε απλά στη θάλασσα. Αλλά αυτό που κατάλαβα εγώ ήταν άλλο. Κατ’ αρχάς, δεν πίστευαν ότι ο Μπρόντι θα επιζούσε από τέτοια κακοποίηση. Αλλά έτσι κι αλλιώς, φαίνεται ότι ο Μακφέρσον περίμενε απ’ τον καπετάνιο να θάλει κι αυτός ένα χεράκι, για να επι­ ταχύνει την... αίσια κατάληξη. Ή να τη σιγουρέψει. Πολύ φοβάμαι,


140 Ιλέιν, πως αυτό το κάθαρμα άρχισε εκείνο το βράδυ να έχει σοβα­ ρές βλέψεις σ ’ εσένα και την περιουσία σου. Σκέφτηκε προφανώς ότι, βγάζοντας απ’ τη μέση οριστικά τον Μπρόντι, και με δεδομέ­ νο ότι ήταν πια πολύ αμφίβολος ένας γάμος με τον Μακντόναλντ, του δινόταν του ίδιου η ευκαιρία να δοκιμάσει την τύχη του. Αυτό βέβαια δεν απαλλάσει τον αδερφό σου, όπως καταλαβαίνεις». «Συνέχισε», είπε πνιγμένα η Ιλέιν. «Το καράβι λοιπόν σαλπάρισε, κι ο Άνγκους δεν ξέρει τι έγινε μετά. Δ εν ξαναείδε εκείνον τον καπετάνιο, λέει, αλλά καθώς δεν ξαναείχαν και ποτέ νέα του Μπρόντι, πείσθηκε ότι το σχέ­ διο είχε εξελιχθεί όπως το είχε συλλάβει ο Μακφέρσον. Κατα­ λαβαίνεις τι σοκ έπαθε, όταν γύρισε στο Έιλεν κι έμαθε τα νέα. Πού να τολμήσει από κει και πέρα να πλησιάσει στο Τουίν Τάουερς. Ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο δε θα τον έπειθες να πάει εκεί πέρα. Έ λεγε το όνομα Μπρόντι, και γινόταν πράσινος σαν χαλκομανία. Κι όσο για σένα, ήταν σίγουρος ότι τα είχες ξαναβρεί με τον Μπρόντι, δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχε στη μέ­ ση και το παιδί. Έπαθε ντελίριουμ τρέμενς όταν του πρότεινα να σου τηλεφωνήσω. Έφυγε λοιπόν, κι ούτε πρόκειται να τον ξαναδούμε, υποθέτω. Τα χάλια του είχε, Ιλέιν, και δε νομίζω ότι είναι πια πολλά τα ψωμιά του. Και κυνηγημένος, απ’ ό,τι κατά­ λαβα. Ό ρα με τι έχει μπλέξει...» Η Ιλέιν σηκώθηκε αργά, πιάστηκε απ’ την πλάτη του καναπέ, και πήρε βαθιά ανάσα. «Μη φεύγεις ακόμα», είπε ο Τζέιμς. «Κάτσε να σου βάλω άλλο ένα ποτό... Και μετά θα σε πάω σπίτι». «Δ ε θέλω άλλο ποτό», του είπε άχρωμα. «Ο Θεός να τους συχωρέσει, Τζέιμς, γιατί εγώ δεν ξέρω πότε θα μπορέσω να τους συχωρέσω. Μου κατέστρεψαν τη ζωή - οι δικοί μου άνθρωποι. Θά ’ταν κι ο πατέρας μου στο κόλπο, μην αμφιβάλλεις. Δε νομί­ ζω ότι τον ξετρέλαινε η ιδέα να κάνει γαμπρό του τον Άξελ. Η κατάρα τω ν Κάμπελ, Τζέιμς - η περηφάνεια τους... Άνθρωποι σαν και τους άλλους ήμασταν, κι ίσως και χειρότεροι από πολ­ λούς, αλλά θέλαμε να το παίζουμε θεοί. Ό λων των ειδών τα φρούτα έβγαλε η οικογένειά μας - δολοφόνους, ληστές, πει­ ρατές, ζωοκλέφτες, άσωτους, χαραμοφάηδες, χαρτοκλέφτες, πλαστογράφους - πες κάτι που να μην το έχει κάνει κάποιος Κάμπελ. Αλλά ήμασταν πολύ περήφανοι για να βάλουμε στο σόι κάποιον σαν τον Μπρόντι. Δεν είχε καν επώνυμο ο Μπρόντι. Έ ­ νας δρόμος ήταν όλο κι όλο το “ κλαν” του.Το παιδί για όλες τις δουλειές, και νόθος από πάνω. Αγνώστων γονέων. Δ εν είχε ση­ μασία αν ήταν δέκα φορές αγνότερος και καλύτερος απ’ όλους μαζί τους Κάμπελ. Μια Κάμπελ δεν μπορούσε να παντρευτεί,


141 και να πάρει για επώνυμο το όνομα ενός δρόμου!» «Πιες αυτό», είπε ο Τζέιμς. Το ήπιε, και μάλιστα μονορούφι. «Ή τα ν αγνός, Τζέιμς, αγνός και καθάριος. Τίμιος, δουλευταράς, καλός απ’ άκρη σ ’ άκρη, αν το θέλεις. Κι η ζωή δεν τον άλλαξε. Από τό τε μου έπεφτε πολύς ο Μπράντι, και τώρα ακόμα περισσότερο. Τώρα, φαντάζομαι, δε θα με ήθελε για τίποτα στον κόσμο - ούτε καν για τον Γιαν. Ε­ κείνον μπορεί να τον έχει κι έτσι. Μπορεί τώρα πια να αποδείξει ότι είναι δικός του. Τώρα έχει επιτέλους κι έναν μάρτυρα - ε ­ σένα. Ά σχετα αν δεν το ξέρει εκείνος ακόμα. Έχει λεφτά και δύναμη, μπορεί να πετύχει σχεδόν τα πάντα. Μπορεί να πάρει και την κηδεμονία του ακόμα, και μάλλον για κει το πάει». «Πήγαινε συζήτησέ το μαζί του», είπε ο Τζέιμς. «Νομίζω ότι μπορείτε να βρείτε μιαν άκρη». «Εμένα δε θέλει ούτε να με βλέπει», είπε πικρά η Ιλέιν. «Και γιατί να θέλει, άλλωστε... Προφανώς νομίζει ότι ήμουνα κι εγώ τό τε στο κόλπο. Αυτό το συμπέρασμα βγάζω τώρα απ’ τα λεγό­ μενό του. Εκείνο το βράδυ, βλέπεις, τον είχα κατηγορήσει εγώ η ίδια ότι με είχε βιάσει. Του είπα λόγια που, αν τα πάρεις όλα μαζί, σ’ αυτό το συμπέρασμα θα καταλήξεις. Ό τι εγώ τους έβα­ λα να τον τσακίσουν στο ξύλο». «Αν σε ξέρει τόσο δα, Ιλέιν, δε θα πιστέψει ποτέ κάτι τέ τ ο ιο ». «Με ξέρει», είπε πικρά η Ιλέιν. «Γ ι’ αυτό ακριβώς θα το πιστέ­ ψει».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Ό τα ν την άφησε ο Τζέιμς στο Τουίν Τάουερς, ήταν πια πολύ αρ­ γά. Τα μόνα φώτα στο σπίτι ήταν στο χολ, και στο γραφείο του Ά ξελ. Η Ιλέιν έκανε το γύρο του σπιτιού, και γλίστρησε σαν σκιά στα σκοτάδια της νύχτας. Δ εν ένιωθε σε κατάσταση τώρα δα ν ’ αντιμετωπίσει ούτε τον Ά ξελ, ούτε τον Γιαν, ούτε καν τη Φιόνα. Το μόνο που ήθελε, ήταν να μείνει για λίγο μόνη, να μπορέσει να σκεφτεί - ή έστω, να κλάψει. Όχι πως ωφελούσε πια να κλαίει. Όπως και κάποια άλλη φο­ ρά, όλα τα δάκρυα του κόσμου δε θ ’ αρκούσαν να της φέρουν πίσω τον Ά ξελ. Τά χάσμα ανάμεσά τους ήταν πια αγεφύρωτο. Πέρα απ’ όλο το υπόλοιπο κακό που του είχε κάνει, άθελά της έστω, αλλά οπωσδήποτε με δική της υπαιτιότητα, είχε επιπλέον επιχειρήσει να του στερήσει το γιο του. Βαθιά μέσα της ήξερε πως για τον Ά ξελ, αυτό ήταν το πιο βαρύ της σφάλμα. Το ήξερε όλες αυτές τις μέρες, που τον έβλεπε πώς έκανε για τον Γιαν. Αν του το είχε πει από μόνη της, ίσως τα πράγματα να μην ή­ ταν τόσο τραγικά τώρα. Εκείνος της είχε δώσει κάμποσες ευ­ καιρίες. Θυμόταν τη μέρα που τον είχε δει να επιστρέφει με τον Γ ιαν απ’ το δάσος, όταν είχε πάει να της κάνει έρωτα στο δωμά­ τιό της. Ή ταν διαλλακτικός, τρυφερός και παθιασμένος. Την είχε ρωτήσει μετά πάλι για τον Μακφέρσον, ελπίζοντας αυτή τη φορά να της αποσπάσει την αλήθεια, που εκείνος είχε ήδη μαν­ τέψει. Και την άλλη φορά, όταν είχε πάει στο γραφείο του να του ζητήσει το λόγο, το ανασήκωμα του φρυδιού, την ειρωνική ερώτηση, «ο γιος σου;», που της άνοιγε το δρόμο για να του δώσει τη μοναδική ορθή απάντηση. Της είχε δώσει ευκαιρίες, μόνο που εκείνη του τις είχε πετά-


143 ξει πίσω στα μούτρα. Και τόσες άλλες ευκαιρίες, σκεφτόταν τώρα, τριγυρνώντας σαν φάντασμα κι αυτή ανάμεσα στα φαντάσματα του παρελ­ θόντος. Απ’ την αρχή. Απ’ την πρώτη μέρα. Αν μόνο είχε ανταποκριθεί στις ατάκες του, αν είχε ρωτήσει, μια φορά έστω, «πού ήσουνα όλα αυτά τα χρόνια; Πού πήγες φεύγοντας απ’ το Έιλεν; Γιατί έφυγες απ’ το Τουίν Τάουερς;» ίσως να τον είχε πεί­ σει έγκαιρα ότι η ίδια ήταν αθώα. Αλλά είχε κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να επιβαρύνει τη θέση της. Ακόμα και το ότι είχε λιποθυμήσει βλέποντάς τον, ήταν ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος της. Σαν να είχε δει φάντασμα, σαν να μην περίμενε ποτέ να τον ξαναδεί ζωντανό. Έ τσι ακριβώς θα σκε­ φτόταν ο καθένας στη θέση του. Τα βήματά της, γι’ άλλη μια φορά, την είχαν φέρει στο σπιτά­ κι. Στάθηκε μπροστά του και το κοίταξε, σχεδόν αφηρημένη. Το είχαν επισκευάσει, πρόσεξε, η πόρτα δεν κρεμόταν πια. «Ο τό­ πος του εγκλήματος», είχε πει ο Ά ξελ, και προφανώς τό τε δεν αναφερόταν μόνο στο τι είχε συμβεί εκεί μέσα μεταξύ τους. Ά νοιξε την πόρτα, βρήκε στα τυφλά το διακόπτη και τον γύ­ ρισε. Το είχαν όντως επισκευάσει, το είχαν καθαρίσει, είχαν στρώσει και το ντιβάνι με ένα εμπριμέ κάλυμμα. Το νεκροτα­ φείο τω ν χαμένων μου ονείρων, σκέφτηκε πικρά η Ιλέιν. Καθα­ ρό, τακτοποιημένο, όπως θα ταίριαζε σ ’ ένα περιποιημένο κοιμητήρι. Μόνο τα λουλούδια του έλειπαν. Και πόσο χειρότερα θα ήταν για τον Άξελ... Ολόκληρη εκείνη τη νύχτα, που η ίδια τον σκεφτόταν ήδη σαν άντρα της, εκείνος χαροπάλευε σε τούτο το δωμάτιο, στο Ρόβερ, σ ’ ένα σαπιοκάραβο... Είχε κάνει το έγκλημα ν ’ αγγίξει μια Κάμπελ, και γ ι’ αυτό μπορούσε τώρα να πεθάνει. Αυτή ήταν η ετυμηγορία του κλαν Κάμπελ. Κι όμως, ο Ά ξελ δεν έφταιγε ούτε καν γι’ αυτό. Εκείνη τον εί­ χε παρασύρει, εκείνη πήγαινε και τον αποζητούσε, εκείνη του τριβόταν σαν ξελιγωμένη. Ποτέ δε θα τολμούσε να σηκώσει τα μάτια τόσο ψηλά, της είχε πει σε κάποια φάση. Ο καημένος, ο α­ γνός της Άξελ... Ήταν εικοσιπέντε χρόνων μόνο, είχε πιστέψει σε μια στιγμή πως η αγάπη μπορούσε τελικά να θριαμβεύσει πάνω απ’ όλα τ ’ άλλα. Είχε αφεθεί στις παρορμήσεις του, επει­ δή την αγαπούσε. «Ούτε κι εγώ ξέρω από πότε», της είχε πει. Την όμορφη, απρόσιτη Κάμπελ του Έιλεν. Κι είχε φανταστεί πως, με το να την ξεπαρθενέψει, θα την κρατούσε δική του για πάντα. Η Ιλέιν ανακάλυψε πως βρισκόταν κουθαριασμένη στο ντιθάνι, εκεί που κάποτε της είχε πάρει την παρθενιά ο Ά ξελ, κι έκλαιγε απαρηγόρητα εδώ και ώρα.


144 Δ εν ήξερε πόσο πολύ τον είχε αγαπήσει τότε, όταν έτρεχε ξα­ ναμμένη να τον βρει στο δάσος, αλλά ήξερε πολύ καλά πόσο τον αγαπούσε τώρα, κι αυτή η επίγνωση τη σύντριβε. Υπήρχε μια τέ ­ τοια σφοδρότητα στα αισθήματά της, μια τέτοια αίσθηση τραγι­ κότητας και αδιεξόδου, που θα σύντριβε τον καθένα στη θέση της. Έκλαιγε ακόμα κουβαριασμένη στο ντιθάνι, όταν εντελώ ς ανα­ πάντεχα, άνοιξε η πόρτα. Η Ιλέιν έκανε ν ’ ανασηκωθεί, κι εκείνος της είπε: «Τι κάνεις εδώ μέσα; Γιατί κλαις;» Τον ρώτησε θολά: «Εσύ γιατί ήρθες;» « Αργησες πολύ να γυρίσεις, κάπου ανησύχησα. Σκέφτηκα μήπως είχες βγει πάλι για καμιά νυχτερινή βόλτα, κι έπαθες τί­ ποτα. Ύ στερα είδα το φως, κι είπα να μπω να δω. Γ ιατί κλαις;» Τον ρώτησε πνιχτά: «Τι έγινε εκείνη τη νύχτα;» «Δ ε ν ή ξερες;» της αντιγύρισε κουρασμένα. «Νόμιζα ότι θα σου είχαν πει, μέσες άκρες». «Δ ε ν ήξερα». Η φωνή της έτρεμε άσχημα. «Δ ε ν είχα ιδέα. Το έμαθα πριν μόλις μία ώρα - απ’ τον Όγκιλβι, που κι αυτός το εί­ χε μόλις μάθει απ’ τον Άνγκους. Το μόνο που ήξερα εγώ, τό τε και πάντα, ήταν ότι σου είχαν προτείνει να με παντρευτείς, εσύ είχες συμφωνήσει, και το πρωί δεν ήσουνα πια εδώ. Αυτό μου είπαν». Βαθιά σιωπή έπεσε στο δωμάτιο. Σε λίγο της είπε: «Δ ε με ρώ­ τησες όμως ποτέ τι είχα απογίνει. Έκανες σαν να φοβόσουνα και να πλησιάσεις το θέμα». «Δ ε ν καταδεχόμουνα», είπε με κόπο η Ιλέιν. «Π οτέ δε θα ξέπεφτα ως εκεί. Να σου ζητήσω το λόγο γιατί μ’ εγκατέλειψες... Με ξέρεις τώρα». Κι ύστερα πρόσθεσε σπασμένα: «Η ζωή μου ολόκληρη χάθηκε εκείνη τη νύχτα, κι εγώ δε μάντεψα ποτέ το πώς, όλ’ αυτά τα χρόνια». «Μα δε με ήθελες», είπε αργά ο άντρας. «Π οτέ δε με ήθελες πραγματικά, Ιλέιν. Μόνο το σώμα μου σου άρεσε. Μου το είχες πει, θυμάσαι;» «Δ ε ν ήξερα τι έλεγα», είπε κουρασμένα η Ιλέιν. «Βρισκόμου­ να σε τέτοια σύγχυση... Ναι, μου άρεσε το σώμα σου. Αλλά αυτό που με τραβούσε περισσότερο, ήταν η προσωπικότητά σου. Εί­ χες μια δύναμη, ακόμα και τότε, μια σιγουριά, μια μαγεία... Απ’ την πρώτη στιγμή που μ’ άγγιξες, ήμουνα τρελή για σένα, πέρα ως πέρα. Αρνιόμουνα να το παραδεχτώ, επειδή υπήρχε και ο Ρόμπερτ, κι επειδή μου είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου με το με­ γαλείο και τις απαιτήσεις της κοινωνικής μας θέσης. Εκείνο το


145 βράδυ, όταν ο πατέρας μου με άφησε να εννοήσω ότι θα μας πάντρευε... Εκείνο το βράδυ άρχισα να καταλαβαίνω. Ως το πρωί δεν είχα πια καμιά αμφιβολία. Ή ξερα ποιον ήθελα για άν­ τρα μου, και ποιον θ’ αγαπούσα για πάντα. Ό σο εκείνα τα κτήνη προσπαθούσαν να σε βγάλουν απ’ τη μέση, εγώ ανακάλυπτα πως δεν υπήρχε ζωή χωρίς εσένα. Κι ύστερα μου είπαν πως εί­ χες προτιμήσει να φύγεις. Κι εγώ ήμουνα έγκυος». «Κι έτσι σε ανάγκασαν να πάρεις τον Μακφέρσον», είπε ήρε­ μα ο άντρας. «Πάντα αναρωτιόμουνα... Ή ταν τόσο βρομερός, κυριολεκτικά ελεεινός. Ένας τέτοιος τύπος μ’ ένα κορίτσι σαν εσένα... Ο καθένας θ’ αναρωτιόταν». «Ή τα ν κόλαση», είπε η Ιλέιν. «Γ ι’ αυτό περισσότερο σε μι­ σούσα όλ’ αυτά τα χρόνια. Για την κόλαση που λεγόταν Άνταμ Μακφέρσον». Κι ύστερα ρώτησε πάλι: «Τι έγινε εκείνη τη νύχτα;» Είχε καθίσει δίπλα της, στην άκρη του ντιβανιού. Της είπε ή­ ρεμα, σχεδόν ρεμβαστικά: «Ή τα ν τρεις - ο αδερφός σου, ο Μακφέρσον κι ο μακαρίτης ο Χάμις. Μπήκαν κι οι τρεις μαζί μέ­ σα, άναψαν το φως, και με βούτηξαν. Τους κοιτούσα σαν ηλί­ θιος, θυμάμαι, στην αρχή δεν καταλάβαινα τίποτα. Είναι αλή­ θεια ότι μου είχες πει ορισμένα... βαριά πράγματα εκείνο το βράδυ. Αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Δ εν πίστεψα ούτε για ένα λεπτό ότι τα εννοούσες. Είχε συμβεί κάτι, αλλά το θέλαμε εξί­ σου κι οι δύο, κι άλλωστε, κάθε φορά έτσι έκανες - έφευγες μπουρινιασμένη, και μετά ξαναρχόσουνα. Ήμουνα σίγουρος πως θα σου περνούσε σύντομα, κι όλα θα ήταν πάλι εντάξει. Δ ε φαντάστηκα ούτε για μια στιγμή ότι θα πήγαινες να πιάσεις τους δικούς σου, και να τους πεις ότι σε είχα βιάσει». «Δ ε ν τους είπα τίποτε τέτοιο», έκανε αγκομαχώντας η Ιλέιν. «Πρέπει να με πιστέψεις, Ά ξελ! Το ξέρω ότι δεν έχει πια σημα­ σία, δε θα διορθώσει τίποτα, αλλά δεν τους είπα τέτοιο πράγμα! Ο Χάμις μας κάρφωσε, κι ο Άνγκους μ’ έπιασε τη στιγμή που γύριζα σπίτι». «Εγώ δεν ήξερα τι είχε γίνει», είπε ήσυχα ο Ά ξελ, «κι ήμουνα εντελώ ς απροετοίμαστος. Μισοκοιμόμουνα κιόλας. Και ξαφνι­ κά μπήκαν αυτοί οι τρεις μέσα, κι ο Άνγκους μου είπε πως ή­ μουνα ένα βρομερό σκουλήκι της λάσπης, ότι είχα τολμήσει να βιάσω μια Κάμπελ, και θα πλήρωνα γ ι’ αυτό. Προσπάθησα να τον πείσω ότι τουλάχιστον δε σε είχα βιάσει, και τό τε μου είπε πως από σένα το είχε μάθει αυτό, ότι είχες γυρίσει κλαίγοντας, και του είχες ζητήσει να σε απαλλάξει μια και καλή από μένα. Ε, με­ τά, μου ρίχτηκαν όλοι μαζί. Θα τους έκανα καλά, αν δεν ήταν ο­ πλισμένοι. Αλλά με χτυπούσαν σαν μανιασμένοι, με ξύλα, με ρόπαλα, και με λοστούς, νομίζω Κάπου έχασα τις αισθήσεις


146 μου, κι όταν ξανάνοιξα τα μάτια, ήμουνα σ’ ένα αμπάρι πλοίου, πέθαινα απ’ τη δίψα, και δεν καταλάβαινα πια τίποτα. Είναι όλα ακόμα πολύ θολά στο μυαλό μου, αλλά νομίζω κάποιος με περιποιήθηκε, κανένας ναύτης, υποθέτω. Ό τα ν λέω περιποίηση, εννοώ ότι τουλάχιστον μου έφ ερνε νερό, κάπου-κάπου με τάιζε κιόλας, υγρή τροφή εννοείται, και νομίζω μου έβαζε και κομ­ πρέσες στο κεφάλι. Λίγες μέρες αργότερα, μ’ έβαλαν σε μια βάρκα και με βγάλαν σε κάποια ακτή. Με παράτησαν εκεί κι έ ­ φυγαν. Εγώ δεν μπορούσα ούτε να συρθώ παραπέρα. Αργότερα μου είπαν πως με είχαν βρει κάτι μαύροι, κι ήμουνα σε παραλήρη­ μα. Δ εν ξέρω σ τ’ αλήθεια πώς επέζησα, αλλά πρέπει να είμαι πολύ γερός οργανισμός», κατέληξε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Και μετά;» ρώτησε η Ιλέιν. «Θα πρέπει να πέρασες πολύ δύ­ σκολες ώ ρες». «Σχετικά. Ήμουνα μόνος σε μια άγνωστη χώρα, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, δεν ήξερα τη γλώσσα, δεν είχα ούτε χαρτιά, ούτε λεφτά πάνω μου, κι επιπλέον είχα πάθει μερική α­ μνησία. Για ένα διάστημα δε θυμόμουνα παρά ελάχιστα πράγ­ ματα, σποραδικά κι αυτά. Θυμόμουνα ας πούμε τ ’ όνομά μου, αλλά δε θυμόμουνα από πού είχα έρθει, ούτε πώς. Με περιμά­ ζεψαν κάτι λευκοί, κι όταν συνήλθα κάπως, άρχισα να δουλεύω, από δω κι από κει, στις φυτείες. Σιγά-σιγά επανήλθε κι η μνήμη μου. Θα μπορούσα τό τε να είχα γυρίσει πίσω, αλλά δεν είχε νόημα. Και στο μεταξύ, κάποιος μου είχε πασάρει ένα άχρηστο ορυχείο, που εκ τω ν υστέρων αποδείχτηκε γεμάτο ρουμπίνια. Ρίχτηκα με τα μούτρα στη δουλειά - θεώρησα συν τοις άλλοις ότι, αν ήθελα να κάνω κάτι καλύτερο με τα κεφάλαια απ’ τα ρουμπίνια, θα έπρεπε να πάρω και κάποια καλύτερη μόρφωση. Είχα τελειώσει μόνο το σχολείο του Έιλεν, δεν ήταν αρκετό. Έ ­ τσι πήρα μαθήματα δι’ αλληλογραφίας. Κολέγιο και τα ρέστα. Έφτιαξα ολόκληρη κατάσταση στην Αφρική. Θα μπορούσα να είμαι ακόμα εκεί, αλλά κατά κάποιο τρόπο, δεν έδεσα ποτέ μ’ ε ­ κείνον τον τόπο. Έ τσι άρχισα να μεταφέρω βαθμιαία τα ενδιαφέροντά μου στη Βρετανία, και... νά ’μαι». «Σου κάναμε πολύ μεγάλο κακό», είπε πνιχτά η Ιλέιν. «Αν μπορείς, συχώρεσέ μας». «Μου βγήκε τελικά σε καλό», έκανε αδιάφορα ο Ά ξελ. «Αν είχα μείνει εδώ, δε θα είχε αλλάξει τίποτα - ακόμα και να μας επέτρεπαν τότε να παντρευτούμε, πάλι δε θα με δέχονταν ποτέ σαν ίσο τους οι Κάμπελ. Πάλι ο τελευταίος τροχός της άμαξας θα ήμουνα. Και μαζί μου, θα χαντακωνόσουνα κι εσύ. Και το παιδί». «Αυτό δεν είναι ελαφρύντικό για τους Κάμπελ», είπε μ’ ένα λυγμό η Ιλέιν. «Αλλά τουλάχιστον, σε παρακαλώ, Ά ξελ, πίστεψέ


147 το, εγώ δεν είχα ιδέα!» «Το πιστεύω», της είπε απλά. Η Ιλέιν τον κοίταξε σαν χαζή. «Σίγουρα; Γιατί;» «Επειδή μου το λες». Και βλέποντας την έκφρασή της, χαμο­ γέλασε λίγο. «Δ ε θα μού ’λεγες ψέματα για κάτι τέτοιο, και μά­ λιστα εκ τω ν υστέρων. Αν ήθελες να μου τα πεις, θα μου τά ’λεγες απ’ την πρώτη μέρα. Κι άλλωστε, εσύ λες ψέματα μόνο όταν είναι να χειροτερέψεις τη θέση σου. Πρόκειται για πραγματικό αντιταλέντο». «Κάτι πράγματα που λες», είπε η Ιλέιν. «Ναι, είδες;» Ύ στερα ο τόνος του άλλαξε. «Θέλω να συζητή­ σουμε για τον Γιαν». «Δ ε ν ήθελα να το μάθεις», του είπε σφιγμένα. «Συχώρεσέ με, αλλά δεν ήθελα να το μάθεις. Νόμιζα...» «Ξέρω», της είπε ήρεμα. «Πώς θα μπορούσα να έχω δικαιώμα­ τα σ ’ ένα παιδί που το είχα παρατήσει, έμβρυο ακόμα, κι αυτό και τη μητέρα του; Ναι, απ’ την πλευρά σου είχες δίκιο. Κι ούτε μπορούσες να είσαι σίγουρη ότι θα μ’ ενδιέφερε αρκετά το θ έ­ μα. Μπορεί να μην έδινα δεκάρα τσακιστή. Και δε σ ’ αρέσει να ζητιανεύεις. Ναι, τώρα καταλαβαίνω πώς το είδες. Αλλά μέχρι τώρα, δε σου έβρισκα κανένα ελαφρύντικό, πολύ φοβάμαι. Το θεώρησα απαράδεκτο ότι μου το είχες κρύψει, κι ότι ακόμα κι όταν αντιλήφθηκες πως το είχα μαντέψει, επέμενες στην ίδια τακτική. Πρέπει να με μισούσες θανάσιμα, για να προσπαθείς α­ κόμα να μ’ εκδικηθείς στερώντας μου το γιο μου. Ή να μη με θεωρούσες, ακόμα και τώρα, άξιο να είμαι πατέρας του. Ίσως να θεωρούσες ότι ακόμα κι ο Μακφέρσον ήταν πιο αξιοπρεπής πατέρας για έναν Κάμπελ, απ’ όσο ο Ά ξελ Μπράντι. Αν σε αδίκη­ σα, ζητώ συγνώμη, αλλά αυτό έβγαινε απ’ τη συμπεριφορά σου. Και ειλικρινά, Ιλέιν, θα μπορούσα να σε είχα σκοτώσει γι’ αυτό». «ζέ ρ ω », του είπε πνιχτά. «Καταλαβαίνω». «Δ ε νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις απόλυτα. Μεγάλωσες σ ’ ένα εντελώ ς διαφορετικό περιβάλλον απ' ό,τι εγώ. Είχες πάντα μια οικογένεια, ένα όνομα, γερ ές καταβολές, ιστορία, προγόνους, ταυτότητα. Ανήκες πάντα κάπου. Και ποτέ δεν υ­ πήρξες πραγματικά μόνη, ούτε καν όταν έχασες τους δικούς σου. Ακόμα και τότε, είχες το παιδί σου, είχες συγγενείς, είχες τη Φιόνα, το Έιλεν ολόκληρο, αν το θέλεις έτσι. Ό λοι σ ’ αυτόν τον τόπο είναι δικοί σου άνθρωποι. Είχες τις ρίζες σου. Εγώ δεν είχα ποτέ τίποτε απ’ αυτά». Τα λεπτά της δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω απ’ την παλάμη του κι έμπλεξαν με τα δικά του. «Εγώ δεν είχα τίποτε- της ξανάπε με κάποια πίκρα. «Ο ύτε


148 καν ένα επώνυμο. Στη ζωή μου, το μόνο που πλησίαζε τις έν­ νοιες “ σπιτικό” και “ οικογένεια” , ήταν το Τουίν Τάουερς. Δεν ξέρω αν ποτέ θα^απορέσεις ν ’ αντιληφθείς τι σημαίνει για μένα να έχω ένα παιδί. Ό τα ν το ανακάλυψα - και ξέρεις, δεν ήταν δύσκολο* μου μοιάζει άλλωστε, πρέπει να το παραδεχτείς —ό­ ταν λοιπόν το ανακάλυψα, ήταν σαν να ξανάρχιζε η ζωή μου απ’ την αρχή, σε εντελώ ς νέες βάσεις. Υπήρχε κάτι απ’ όπου μπο­ ρούσα να πιαστώ, ένα σημείο αναφοράς, κι ένας σκοπός μαζί, αν το θέλεις. Ανακάλυψα ότι είχα επιτέλους κι εγώ έναν συγγε­ νή, πως δεν ήμουνα ολότελα μόνος σ ’ αυτόν τον κόσμο. Υπήρχε κάποιος που είχε το αίμα μου. Τα χρωμοσώματά μου. Κάποιος που μοιραζόταν μαζί μου τα χαρακτηριστικά της δικής μου γ ε ­ νιάς, Ιλέιν. Του δικού μου “ κλαν” , όποιο κι αν ήταν αυτό. Στον Γιαν υπάρχουν οι δικοί μου πρόγονοι, η δίκιά μου οικογένεια. Δ εν ξέρω αν θα μπορέσεις να το καταλάβεις». «Το καταλαβαίνω», του είπε πνιχτά. «Αντιλαμβάνομαι πόσο σημαντικό είναι... Δ εν το βλέπω έτσι εγώ - πώς θα μπορούσα; Γιά μένα ήταν σημαντικό από εντελώ ς διαφορετική άποψη. Μέσα απ’ τον Γ ιαν, συνέχιζα να έχω εσένα. Δ εν είχε σπάσει εν­ τελώ ς ο κρίκος. Ο Γ ιαν μας έδενε για πάντα. Γ ι’ αυτό τον αγα­ πούσα διπλά». Κι ύστερα ρώτησε σπασμένα: «Αφού το έβλεπες έτσι, γιατί δεν έκανες άλλα παιδιά όλ’ αυτά τα χρόνια;» «Για να κάνεις ένα παιδί», είπε ο Ά ξελ, «πρέπει να βρεις πρώτα μια υποψήφια μητέρα». «Δ ε νομίζω ότι εσύ θα είχες ποτέ πρόβλημα να βρεις υποψή­ φια», του είπε πικρά. «Ουρές θα έκαναν έξω απ’ την πόρτα σου οι επίδοξες μαμάδες. Πάντα έτσι δε γινόταν; Θυμάμαι πώς σε κυνηγούσαν όλα τα κορίτσια και παλιά... Ό λος ο κόσμος το θυ­ μάται, δηλαδή. Είχες αφήσει εποχή στο Έ ιλεν». «Ίσω ς, εγώ όμως δε θυμάμαι να έκανα ποτέ παιδάκια με κα­ μιάν άλλη εκτός από σένα», της είπε μ’ ένα μικρό γέλιο. «Εκεί ήταν το πρόβλημα. Υπήρχαν οι υποψήφιες, αλλά εγώ δεν ήθελα καμιά τους. Ακόμα κι όταν ήμουνα νεαρός κι όλες μου ρίχνον­ ταν, όπως λες, στο Έιλεν, ποτέ δεν είχα μπλεξίματα με κάποιο κορίτσι. Ό ταν πήγαινα στην πόλη, κοίταζα να βρω καμιά εύκολη, έτσι, για μια ώρα εκτόνωσης. Και ξέρεις το γιατί, δεν το ξέρεις;» «Γιατί;» ρώτησε η Ιλέιν. Το ήξερε, αλλά ήθελε να το ξανακούσει. «Επειδή εγώ ήθελα μόνο μία», της είπε σιγανά. «Το ήξερες πόσο σ ’ αγαπούσα. Ήσουνα τόση δα όταν σε πρωτοαγάπησα. Έντεκα, δώδεκα χρόνων; Δ ε θα μπορούσα να πω. Δ εν είχα ποτέ ξαναγαπήσει άλλην. Ήσουνα όμορφη σαν ζωγραφιά, γεμάτη ζωντάνια και ταμπεραμέντο. Διαβολόπαιδο, σ ’ έλεγε ο Χάμις. Κι όσο υεγάλωνες, τόσο πιο υπέροχη φαινόσουνα στα μάτια μου.


149 Αλλά φυσικά, δεν είχα βλέψεις. Δ εν έκανα καν μάταια όνειρα. Δ εν υπήρχε πιθανότητα να σ ’ έχω. Απλά, σε αγαπούσα, κι ήξερα πως θα σ ’ αγαπούσα για πάντα. Ένιωθα κάπως σαν μεσαιωνικός ιππότης - λάτρευα την πριγκίπισσά μου, κι ας ήξερα ότι ήταν ολότελα απρόσιτη». «Μέχρι που άρχισε να σε ψάχνει εκείνη», είπε πνιχτά η Ιλέιν, «τις νύχτες στο δάσος». Εκείνος γέλασε. «Πραγματικά, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ποτέ δεν το περίμενα. Ό τα ν σε πρωτοφίλησα, ένιωσα την πιο βαθιά έκσταση όλης μου της ζωής. Δ εν είχα ξανανιώσει, κι ούτε ξανάνιωσα ποτέ τίποτε παρόμοιο. Ήταν... απερίγραπτο. Λίγα δευτερόλεπτα καθάριας ευτυχίας, και μετά... ένα μεγαλόπρε­ πο χαστούκι. Μπορώ να πω ότι με προσγείωσες ανώμαλα εκείνο το βράδυ». Το χέρι του έσφιγγε συντροφικά το δικό της. «Είχα τρελαθεί μαζί σου», είπε η Ιλέιν. «Ή ξερ α από πάντα ότι ήσουνα ένα όμορφο αγόρι, αλλά ποτέ δε σε είχα δει με άλλο μάτι. Κι ύστερα σε είδα μια μέρα να κολυμπάς γυμνός στη λιμνούλα. Κι από κείνη τη μέρα... τρελάθηκα εντελώς. Πίστευα ότι μου είχες κάνει μάγια. Δ εν ξέρεις τι αγωνία πέρασα εκείνο το καλοκαίρι... Κι ήμουνα σχεδόν αρραβωνιασμένη με τον Ρόμπερτ. Είχα φοβερές ενοχές, αλλά δεν μπορούσα να ξεκόψω από σένα. Ποτέ δε θα τα κατάφερνα. Στο τέλος, ό,τι κι αν γινό­ ταν, πάλι σ ’ εσένα θα κατέληγα. Θα έστελνα στον αγύριστο δ έ­ κα Μακντόναλντ, κι όλους τους Κάμπελ μαζί για χάρη σου». «Κι εγώ ήμουνα έτοιμος να σκοτώσω το δράκο για να σε απο­ κτήσω... Απ’ τη στιγμή που σε πρωτοφίλησα, γέμισα ελπίδες και σχέδια. Ή ταν να μην ξεσηκωθώ... Μετά άρχισα να το βλέπω αλ­ λιώς. Άρχισα να πιστεύω ότι είχα πιθανότητες». Σταμάτησε, κι έμεινε για λίγο αμίλητος, χαμένος στις σκέψεις του. Μετά είπε: «Είναι τόσο παράξενο να καθόμαστε να συζητάμε για όλ’ αυτά που έγιναν πριν τόσα χρόνια... Είναι σαν να μη μας αφορούν πια. Τόσο μακρινά και τόσο ξένα. Σαν να συνέβησαν σε δυο άλ­ λους. Και ξέρεις κάτι; Αυτή είναι η πρώτη φορά που τα καταφέ­ ραμε να συζητήσουμε πολιτισμένα οι δυο μας». «Το προτιμάς έτσι», παρατήρησε μ’ ένα βαθύ στεναγμό η Iλέιν, και στο μυαλό της ήρθε, απ’ όλα τα πράγματα, εκείνη η μέρα που ο Ά ξε λ την είχε πλακώσει στα χαστούκια, και μετά την είχε βιάσει. «Φυσικά το προτιμώ. Έχουμε ένα παιδί οι δυο μας, Ιλέιν, και πρέπει να συζητήσουμε κάποτε για το μέλλον του. Κι όπως κα­ ταλαβαίνεις, δεν μπορούμε να συζητήσουμε το παραμικρό ό­ ταν αρπαζόμαστε σαν τα κοκόρια». «Τι θέλεις να γίνει;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.


150 Της είπε ήρεμα: «Έ χασα κιόλας δώδεκα χρόνια απ’ τη ζωή του γιου μου, Ιλέιν. Είναι πάρα πολλά, και δεν είμαι διατεθειμέ­ νος να χάσω ούτε μία μέρα παραπάνω, ζέρ εις τι μπορώ να προσφέρω στον Γιαν - εκτός απ’ τα χρήματα, μπορώ να του δώσω όλη την αγάπη και τη φροντίδα που μπορεί να δώσει ένας πατέρας. Μ’ αγαπάει κι εκείνος... Προχτές ακόμα μού ’λεγεπως θά θελε να ήμουν ο πατέρας του». «Το ξέρ ω », είπε η Ιλέιν. «Έ χει τρελαθεί μαζί σου. Στον ύπνο του λέει τ ’ όνομά σου... Παράξενο δεν είναι; Εμένα δε μ’ έχει φωνάξρι ποτέ στον ύπνο του». «Μη σου κάνει εντύπωση», της είπε μαλακά. «Εσένα σε είχε πάντα. Αυτό που του έλειπε ήταν ένας πατέρας. Λοιπόν, αυτό θέλω να εξασφαλίσω στο γιο μου. Έναν πατέρα στην οικογέ­ νεια». «Ναι», είπε η Ιλέιν, κι ένιωσε το λαρύγγι της να στεγνώνει. «Λοιπόν;». «Λοιπόν, σε ζητάω σε γάμο». Για μια στιγμή, έμεινε να τον κοιτάζει, δαγκώνοντας μηχανικά το κάτω της χείλος. Δεκατρία χρόνια μετά, σκέφτηκε, κι ακόμα η ίδια οδύνη, η ίδια λαχτάρα, το ίδιο πάθος... Θα έπρεπε να πη­ δάω ως το ταβάνι απ’ τη χαρά μου. «Δ ε ν μπορώ», είπε τελικά. «Δ ε ν μπορώ να δεχτώ». Τα μάτια του στένεψαν. «Γιατί; Ακόμα με θεωρείς ανάξιο μιας Κάμπελ;» «Ά ξε λ , για τ ’ όνομα του Θεού...» Γέλασε πικρά. «Αν κάποιος είναι ανάξιος για τον άλλον, αυτή είμαι εγώ. Μετά απ’ όσα συνέβησαν... Δ ε ν έχω ιδιαίτερους λόγους να είμαι περήφανη για το όνομά μου, Ά ξελ. Ζημιά θα είναι για σένα να πάρεις μια Κάμ­ πελ. Κι αν σου πω τώρα το ναι», κατέληξε, και τα μάτια της βούρκωσαν, «θα λες ότι δε σε ήθελα όσο ήσουνα φτωχός, κι ότι τώρα σε πήρα για τα ρουμπίνια και τα πετρέλαιά σου». «Ό χ ι βέβαια», είπε ο Ά ξελ. «Δ ε ν είμαι ηλίθιος. Γιατί να πω κάτι τέτοιο; Σε ξέρω καλά πιά». Και βλέποντας την απορία στο πρόσωπό της, είπε γελώντας: «Μ ωρό μου, ό,τι και να λες, δεν μπορείς να το ξεπεράσεις. Αυτή η περηφάνεια σου θα μας χαν­ τακώσει στο τέλος. Αλλά επειδή ακριβώς ξέρω πόσο περήφανη είσαι, γ ι’ αυτό ποτέ δε θα μου περάσει καν απ’ το μυαλό ότι με πήρες για τα λεφτά μου. ζέχα σες πώς σε κράτησα στο Τουίν Τάουερς, εκείνη την πρώτη μέρα, όταν έκανες να φύγεις;» «Π ώ ς;» ρώτησε απορημένη η Ιλέιν. «Σου είπα να κρατήσεις την προκαταβολή», της εξήγησε γ ε ­ λώντας. «Ή ξερ α πως μετά απ’ αυτό, δε θα έφευγες για κανένα λόγο. Δ ε θα το άντεχες να μου είσαι υποχρεωμένη».


151 «Ά ξε λ , είσαι απαράδεκτος», είπε η Ιλέιν, γελώντας κι αυτή τώρα μέσ’ απ’ τα δάκρυα της. Κι ύστερα το γέλιο τής κόπηκε, κι είπε βραχνά: «Δ ε ν μπορώ να σε παντρευτώ έτσι, Ά ξελ. Αν είναι μόνο για τον Γιαν, καλά είμαστε και τώρα. Δ ε με πειράζει να συ­ νέχισα) να είμαι η οικονόμος σου. Κι όσο για το παιδί, μπορείς να τον αναγνωρίσεις, να τον υιοθετήσεις, ό,τι θέλεις, τέλος πάν­ των. Δ ε χρειάζεται να με παντρευτείς για να τον έχεις. Δ εν πρόκειται ποτέ να σου φέρω προσκόμματα». «Μην είσαι ανόητη», της είπε ξερά. «Δ ε ν είναι μόνο για τον Γιαν, και το ξέρεις». «Μα εμένα δε με θέλεις», του είπε πνιγμένα. «Κι εσύ πώς το κατάλαβες;» Του είπε φουρτουνιασμένη, κοιτάζοντάς τον στα μάτια: «Δ εν είμαι ούτε εγώ ηλίθια, Άξελ. Σαν πολύ πολιτισμένος δε μου έγι­ νες ξαφνικά; Απ’ τους βιασμούς, περάσαμε στο ήπιο κλίμα τώρα;» «Α », είπε ο Ά ξελ, και ανασήκωσε λίγο το φρύδι. «Δ ε ν είχα ι­ δέα ότι προτιμάς να σε βιάζουν όσο σου κάνουν πρόταση γά­ μου. Τώρα που μούστο είπες...» «Ά σ ε τ ’ αστεία, ζέρ εις τι εννοώ. Δ ε με θέλεις πια, είναι ολο­ φάνερο. Τόσες μέρες ούτε που υπήρχα για σένα. Είσαι τόση ώρα εδώ μέσα, και δεν έκανες έτσι το χέρι να με αγγίξεις..» «Ιλέιν», έκανε υπομονετικά ο Ά ξελ, «θα σου πω κάτι, και κα­ λύτερα να το πιστέψεις. Εδώ και κάμποση ώρα, κάνω κυριολε­ κτικά αγώνα με τον εαυτό μου για να μη σου ορμήσω. Δ εν έχω και τόση αυτοσυγκράτηση όση φαντάζεσαι, αγάπη μου. Το θεω­ ρώ απαράδεκτο να μου απλώνεσαι έτσι σ ’ ένα κρεβάτι, και να περιμένεις κιόλας να μιλήσουμε ήρεμα, αλλά για μια φορά, είπα να συγκρατηθώ μέχρι να βρούμε κάποια άκρη. Αν μάλιστα μπο­ ρέσεις να σταματήσεις να με προκαλείς για λίγα λεπτά, μέχρι να καταλήξουμε κάπου, και προπαντός να μην αναφέρεσαι σε βιασμούς και τα ρέστα, ίσως, λέω ίσως, να μπορέσουμε να λύ­ σουμε το πρόβλημά μας. Γι’ αυτό, απάντησέ μου το ταχύτερο δυνατό: θα παντρευτούμε, ναι ή όχι;» «Δ ε μ’ αγαπάς», έκανε μ’ ένα λυγμό η Ιλέιν. «Θέλεις μόνο το κορμί μου. Τίποτ’ άλλο». «Κάνε στην άκρη», είπε βραχνά ο Ά ξελ, και ξάπλωσε δίπλα της, τραβώντας την στην αγκαλιά του. «Έ χεις δίκιο», της ψιθύ­ ρισε μ’ ένα στεναγμό. «Θέλω το κορμί σου, το θέλω σαν κολα­ σμένος, δεν μπορώ να κλείσω μάτι τις νύχτες εξαιτίας του, και είμαι διατεθειμένος να σε βιάζω τέσσερις φορές την ημέρα, θέλεις δε θέλεις, αλλά μη λες ότι δε σ ’ αγαπάω κιόλας. Αυτό κι αν δεν είναι το αποκορύφωμα! Γιατί γύρισα πίσω, θαρρείς; Γιατί στη Σκοτία; Γιατίστο Έιλς.ν; Γιατί αγόρασα το ΤουίνΤάουερς;»


152 «Γιατί;» έκανε ξέπνοα η Ιλέιν, και κόλλησε πάνω του, αρκετά ώ στε να διαπιστώσει αυτοπροσώπως πόσο δίκιο είχε εκείνος, όταν της έλεγε ότι τόση ώρα κρατιόταν να μην της ορμήσει. «Επειδή», της είπε πικρά, «επειδή έλπιζα πως αν σου πρόσφερα τοΤ ουίν Τάουερς κι όλη την υπόλοιπη κληρονομιά σου, μπο­ ρεί να δεχόσουνα να παντρευτείς τον Ά ξε λ Μπρόντι. Βλέπεις, εγώ δεν έχω την υπερηφάνεια των Κάμπελ. Για μένα, η αγάπη μου έρχεται πάνω απ’ όλα. Εσύ είσαι η αγάπη μου, Ιλέιν. Δεν α­ γάπησα ποτέ καμιά άλλη γυναίκα, σ ’ όλη μου τη ζωή. Σ’ αγαπού­ σα όσο ζούσα στο Τουίν Τάουερς, σ ’ αγαπούσα ακόμα περισσό­ τερο όσο ήμουνα μακριά σου. Δ εν είχε σημασία αν πίστευα πως εσύ έβαλες τον Άνγκους να με βγάλει απ’ τη μέση. Ακόμα κι έ­ τσι, σ ’ αγαπούσα όσο ποτέ άντρας δεν αγάπησε γυναίκα. Ή σου­ να η μοίρα μου. Πάντα θα είσαι. Το πάλεψα όσο μπορούσα. Ή ρ­ θα πίσω στη Σκοτία, αλλά συνέχισα να το παλεύω. Θα μπορούσα να είχα αγοράσει το Τουίν Τάουερς πριν πέντε χρόνια, αλλά ή­ ξερα ότι εσύ δε με ήθελες, ποτέ δε με είχες θελήσει πραγματι­ κά, και πάλευα με νύχια και με δόντια για να μην τρέξω κοντά σου. Κι ύστερα, μια μέρα, συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να το παλεύω άλλο. Ήσουνα η αγάπη μου, η μοναδική μου αγάπη, κι έ­ πρεπε ν ’ αγωνιστώ για να σε αποκτήσω. Και τότε αποφάσισα ν ’ α­ γοράσω την κληρονομιά σου και να στην αφήσω στα πόδια. Έλπι­ ζα πως μπορεί το Τουίν Τάουερς να σε δελέαζε αρκετάγια να δε­ χτείς κι εμένα. Τίποτα δεν άλλαξε, αγαπημένη μου. Είσαι πάντα η μοναδική γυναίκα για μένα στον κόσμο. Αυτό είν’ όλο». Του είπε πνιγμένα: «Κι η μις Λούσι Ντρέικ;» «Η μις Λούσι Ντρέικ», της αποκρίθηκε γελώντας, «η μις Λούσι Ντρέικ κάνει καλό κρεβάτι. Όχι όσο εσύ, αυτό να λέγεται, αλλά όπως καταλαβαίνεις, στην αναβροχιά, καλό είν’ και το χαλάζι». Τα μάτια της πετούσαν σπίθες οργής. «Πώς τολμάς;», έκανε, πασχίζοντας μάταια να ξεφύγέι απ’ την αγκαλιά του. «Δ ε ν άλ­ λαξες καθόλου, Ά ξε λ Μπρόντι! Το θράσος σου - » Την έσφιξε γελώ ντας πάνω του. «Μ ωρό μου, δεν είμαι ευ­ νούχος - ευτυχώς και για τους δυο μας. Έχω μάλλον αυξημέ­ νες ανάγκες προς αυτή την κατεύθυνση, αν θέλεις όλη την α­ λήθεια. Τι ήθελες να κάνω, να το κόψω;» Ύ στερα σταμάτησε να γελάει, κι είπε τρυφερά: «Είχα πάρα πολλές γυναίκες αυτά τα χρόνια, δε στο κρύβω. Υπερβολικά πολλές, μάλιστα, ζέρ εις για­ τί; Επειδή δεν υπήρξε ποτέ ούτε μία που να κάλυψε, έστω τόσο δα, το κενό που είχες αφήσει εσύ. Τις άλλαζα σαν τα πουκάμισα, τ ’ ομολογώ. Κι αυτό επειδή δε βρήκα ποτέ καμία που να ήθελα να την κρατήσω κοντά μου. Δ εν πέρασε μέρα που να μη λά­ τρευα την πριγκίπισσά μου», κατέληξε μ’ ένα πικρό γέλιο, και τη


153 φίλησε ατέλειωτα στα χείλια. «Εντάξει», είπε ξέπνοα η Ιλέιν, «αλλά έχω ένα φοβερό χαρα­ κτήρα, το ξέρεις. Πώς θα με α ντέξεις;» «Α, συνήθισα τώρα πια», είπε γελώντας βραχνά ο Ά ξελ. «Δ ε θα γίνομαι έξαλλος για ψύλλου πήδημα. Το πήρα απόφαση - α­ φού εσύ είσαι μια αδιόρθωτη στρίγγλα, θα πρέπει να κάνω εγώ όλες τις υποχωρήσεις». «Δηλαδή», είπε η Ιλέιν, και του χάιδεψε το περίγραμμα των χειλιών, «δηλαδή, δε θα θυμώνεις πια μαζί μου;» Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Τα χείλια του άρχισαν ν ’ ανασηκώνονται σ ’ ένα χαμόγελο. «Είδες που σε έμαθα πια; Αν ήσουνα άλλη, θα τη διαβεβαίωνα πως δεν επρόκειτο να ξαναθυμώσω ποτέ πια. Αλλά επειδή είσαι εσύ, και ξέρω τι περιμένεις ν ’ ακού­ σεις, και ξέρω επίσης το γιατί, λοιπόν, μωρό μου, θα θυμώνω τόσο συχνά, που θ’ αρχίσεις να έχεις βιολογικό πρόβλημα. Δ εν ξέρω πόσους βιασμούς μπορείς ν ’ αντέξεις τη βδομάδα - » «Την ημέρα, κύριε Μπρόντι. Γ ια την ημέρα συζητάμε». Και για να του κόψει τα γέλια, τον φίλησε με πάθος, ρουφηχτά στα ό­ μορφα, καυτά του χείλια. Κι ύστερα δεν είχαν πια καμιά διάθεση για περαιτέρω κουβέν­ τες. Μέσα σε δευτερόλεπτα, της είχε σηκώσει τη φούστα, της είχε κατεβάσει το σλιπ, και της το έκανε ασυγκράτητος. «Κάπο­ τε », της είπε με κόπο, καθώς μπαινόβγαινε δυνατά στα βάθη του κορμιού της, «κάποτε θα καταφέρουμε να τό κάνουμε ήρε­ μα και τρυφερά, όπως όλος ο κόσμος...» «Ναι», βόγγηξε η Ιλέιν. «Μ ετά από μερικά χρόνια, σίγουρα ναι... Ω, Άξελ...» «Και θα με παντρευτείς όσο πιο γρήγορα γίνεται;» «Ναι, ω ναι, Άξελ... Ό σ ο πιο γρήγορα γίνεται... Ω, Ά ξελ, ζωή μου, αγάπη μου, σ ’ αγαπώ τόσο πολύ, που μου φαίνεται ότι κα­ μιά ώρα θα σπάσει η καρδιά μου από αγάπη... Γιατί σταμάτησες; Αχ, Ά ξελ, μη σταματάς...» Της είπε βραχνά: «Δ ε μου το είχες ξαναπεί ποτέ, το ξέρεις; Δεκατρία χρόνια περίμενα να τ ’ ακούσω. Είχα χάσει σχεδόν κά­ θε ελπίδα...» Κι ύστερα είπε με κόπο: «Είσαι σίγουρη πως δε θέλεις μόνο το κορμί μου;» «Ω, που να πάρει», έκανε κοντανασαίνοντας η Ιλέιν, «θα κου­ νηθείς, Ά ξε λ Μπρόντι, ή να βάλω τις φ ω νές;» Κι ύστερα είπε σπασμένα: «Και το κορμί σου... Έτσι, έτσι, Άξελ... Αλλά πάνω απ’ όλα, εσένα. Έχεις μια μαγεία... Ά ξελ, αγαπημένε μου, είσαι σαν κομμάτι του εαυτού μου... Είσαι ο άντρας μου. Πάντα εσύ, μόνο εσύ, Άξελ... Ήσουνα ο άντρας μου όλ’ αυτά τα χρόνια, α­ κόμα κι όταν ήμουνα παντρεμένη με τον Μακφέρσον».


154 «-αναπ ές Μακφέρσον», είπε βραχνά ο Αξελ, «κι αυτή τη φο­ ρά σ τ ’ αλήθεια, δε θα σε βιάσω απλά, Ιλέιν. Θα σε ξεσκίσω». «Μ ακφέρσον», είπε η Ιλέιν. Αργότερα, πολύ αργότερα (γιατί δεν είχε νόημα να το κάνουν μία μόνο φορά, όταν είχαν όλη τη νύχτα στη διάθεσή τους), της είπε με κόπο: «Πολύ βίαιο άντρα παίρνεις, αγάπη μου. Πώς θα τον α ντέξεις;» «Θα κάνω υπομονή και κουράγιο», είπε η Ιλέιν, γλείφοντάς του τα χείλια. «Λ έω να περάσουμε το μήνα του μέλιτος κλεισμένοι εδώ μέ­ σα. Θα μας φέρνουν φαΐ, νερό, κάπως θα επιζήσουμε... Το κρε­ βάτι μόνο είναι λίγο στενό». «Καλύτερα», είπε η Ιλέιν. «Έ τσ ι δε θα μπορείς να ξεκολλή­ σεις από πάνω μου». «ζέρ εις πόσο σε λατρεύω;» της είπε βραχνά.« Έχεις την παρα­ μικρή ιδέα πόσο σε λατρεύω; Τι θα μπορούσα να κάνω για σένα;» «Εσύ, κύριε Μπράντι;» του είπε προκλητικά. «Έ χεις ιδέα τι μπορεί να κάνει μια άγρια Κάμπελ για την αγάπη της; Αν δεν έ ­ χεις, δε θ’ αργήσεις να το μάθεις». «Μμμ», της είπε, και την ξαναφίλησε. Κι όταν θεώρησε ότι εί­ χε χορτάσει προσωρινά τα χείλια της, σηκώθηκε, τη βοήθησε να σηκωθεί, και της είπε μ’ ένα χαμόγελο: «Ο μήνας του μέλιτος δεν άρχισε ακόμα, επομένως θεωρώ ότι μπορούμε να βγούμε για λίγο, και να πάμε να δούμε εκείνον το δύστυχο το γιο μας. Θέλω να του ανακοινώσω κάτι». «Τι θα του πεις;» ρώτησε η Ιλέιν, χωρίς πάντως πολύ ενδια­ φέρον. Δ εν υπήρχε περίπτωση να μη βρει κάτι κατάλληλο να πει ο Αξελ, κι εξάλλου, αυτό πια ήταν ένα θέμα αποκλειστικά α­ νάμεσα σ ’ εκείνον και τον Γιαν. «Πως είμαι ο μπαμπάς του που είχε χαθεί στην Αφρική για χρόνια, τι άλλο;» γέλασε ο Ά ξελ. «Θα τρελαθεί απ’ τη χαρά του», είπε η Ιλέιν. «Χριστέ μου, πό­ σο σε λατρεύει! Αρχίζω και ζηλεύω - όχι τον Γ ιαν. Εσένα». «Ανόητη. Εγώ είμαι δικός σου απ’ άκρη σ ’ άκρη. Μια ζωή το αποδεικνύω». «Κι εγώ δική σου», είπε με υπερηφάνεια η Ιλέιν. «Μέχρι που έπαψα πια να νιώθω Κάμπελ. Τώρα είμαι Μπράντι πέρα ως πέρα». «Θα ξεκινήσουμε δυναστεία, αγάπη μου», γέλασε ο Αξελ. «Το κλαν Μπράντι. Θα τρίξουν τα κόκαλα όλων των επιφανών Σκοτσέζων στους τάφους τους. Γιατί έβγαλες Γ ιαν το γιο μας;» «Ία ν», είπε η Ιλέιν. «Τον βαφτίσαμε Ίαν, αλλά τον φώναζα


155 Γιαν απ’ την αρχή. Μου φαινόταν πιο... νορβηγέζικο». Περπα­ τούσαν αργά προς το σπίτι, πιασμένοι χέρι-χέρι, αλλά ξαφνικά αυτός σταμάτησε, κι έμεινε να την κοιτάζει, ξεροκαταπίνοντας. Της είπε αργόσυρτα, προσπαθώντας να πνίξει τη συγκίνησή του: «Έ χεις ιδέα τι μου είπες τώρα;» «Ναι», του είπε σιγανά. «Φυσικά, ζέραμε όλοι ότι η μητέρα σου ήταν Νορβηγέζα. Ήθελα ο γιος σου να πάρει κάτι κι από ε­ κείνη τη γιαγιά του». «Ιλέιν», είπε βραχνά ο Ά ξελ. «Σ ’ αγαπούσα σ τ ’ αλήθεια, Ά ξε λ », του είπε σβησμένα. «Στο είπα. Σ’ αγαπούσα». Κι ύστερα είπε βιαστικά, για να ξεπεράσει τη συγκίνησή της, και για να μη νομίζει ο Ά ξε λ ότι έπαιρνε κα­ μιά κλαψιάρα: «Πρέπει να είμαι πάλι έγκυος. Το νιώθω. Απ’ την πρώτη φορά. Το σκεφτόμουνα αυτό προχτές, όταν είπα ψέματα στη Φιόνα ότι ήμουνα αδιάθετη. Δ ε μού ’ρθε ακόμα η περίοδος, κι έχει καθυστέρηση μια μέρα». «Μια μέρα δεν είναι καθυστέρηση». «Για μένα είναι», είπε με σιγουριά η Ιλέιν. «Θα γεμίσουμε τον κόσμο με μικρούς Μπρόντι, θα δεις. Κι αυτή τη φορά δε θα χά­ σεις ούτε μία ώρα απ’ τη ζωή τους. Ούτε καν τη γέννα. Δ ε θα νιώσεις ποτέ πια μόνος, Ά ξελ, στο υπόσχομαι. Στο τέλος θα μας βαρεθείς όλους, θαρρώ, και θα μας πετάξεις απ’ το σπίτι σου με τις κλοτσιές. Ή θα ξαναφύγεις τρέχοντος για την Αφρική». «Βάζουμε ένα στοιχηματάκι;» της είπε μελιστάλαχτα. «Και τώρα που το θυμήθηκα, μη σε ξαναδώ να χαριεντίζεσαι με τον Κέισι». «Να χαριεντίζομαι; Εγώ; Με τον Κέισι;» «Του πήρες ολότελα τα μυαλά, και κάτω απ’ τη μύτη μου μά­ λιστα. Είχε το θράσος να έρθει να μου ανακοινώσει, ότι κατά πάσαν πιθανότητα βρήκε επιτέλους την ιδανική γυναίκα, με την οποίαν προτίθεται να μοιραστεί το υπόλοιπον της ζωής του, εάν βεβαίως και εκείνη τον βρίσκει αρκούντως της αρεσκείας της, κ.λπ., κ.λπ., ειλικρινώς υμέτερος, Γουίλιαμ Κέισι. Τι γελάς; Αν σε ξαναδώ σε τετ-α -τετ μαζί του...» Η Ιλέιν γέλασε μέχρι που δάκρυσαν τα μάτια της. «Γ ι’ αυτό δεν τον έφερες καθόλου στο Τουίν Τάουερς αυτές τις μέρες... Ο καημένος ο Μπιλ, τι θα κάνει όταν μάθει τα νέα;» «Τι με νοιάζει», είπε ο Ά ξελ. «Ας πάει να κάνει παρέα στη Λούσι Ντρέικ. Τον εκτιμώ αφάνταστα, αλλά αυτός δεν είναι λό­ γος να του δώσω τη δική μου γυναίκα». «Η δική σου γυναίκα δεν πάει πουθενά. Και να τη διώχνεις, δε θα φεύγει», είπε η Ιλέιν, και τα μάτια της καθρέφτιζαν το φως όλων των αστεριών της Σκοτίας.


156 Τα δικά του δεν καθρέφτιζαν τίποτα. Έ γερνε από πάνω της, κι ήταν σκοτεινά, βαθιά, αξεδιάλυτα. Της πήρε το πρόσωπο στις παλάμες του, το κράτησε ακίνητο, και τη φίλησε ατέλειωτα στα χείλια. «Ευτυχία μου», είπε βραχνά. «Είσαι η μόνη ευτυχία για μένα. Εσύ κι ο Γιαν, κι αν είσαι όντως έγκυος, το καινούριο μας μωρό, και το επόμενο μωρό που θα κάνουμε, όλα τα πιθανά μω­ ρά, τέλος πάντων. Αλλά πάνω απ’ όλα, πρώτ’ απ’ όλα, εσύ, ζωή μου, αγάπη μου, πριγκίπισσά μου». «Ιππότη μου», είπε η Ιλέιν. «Ά ν τρ α μου, μοναδική μου αγάπη. Είσαι υπέροχος». Έμειναν να φιλιώνται καταμεσίς στα πεύκα, και πάνω απ' το κεφάλι τους, όλα τα σκοτσέζικα άστρα λαμπύριζαν σαν μεθυ­ σμένα. Ό τα ν ανέβηκαν στο δωμάτιο του Γ ιαν, εκείνος κοιμόταν βαθιά. « Ά σ ’ τον, το φουκαρά», είπε ο Ά ξελ. «Τον λυπάμαι να τον ξυ­ πνήσω τώρα. Δ ε χάθηκε ο κόσμος να περιμένουμε ως το πρωί». «Αφού το ξέρεις πως δε θ ’ αντέξεις να περιμένεις ως το πρωί», έκανε μ’ ένα πνιχτό γέλιο η Ιλέιν. «Ά ν τε , ξύπνα τον, δε θα πάθει τίποτα». «Κοίτα τον πώς κοιμάται», ψιθύρισε τρυφερά ο Ά ξελ. «Πανέ­ μορφος είναι. Δ εν έχω δει πιο όμορφο αγόρι - κι όχι επειδή εί­ ναι δικό μου. Ώρες-ώρες, μού ρχεται να τον φάω. Τον κρατάω α­ γκαλιά κι έρχεται και ζαρώνει πάνω μου σαν γατάκι. Κι εγώ να μην μπορώ καν να του πω ότι είμαι πατέρας του... Να, απ’ αυτά κι απ’ αυτά μου ’ρχόταν να σε πνίξω», κατέληξε μπουρινιασμένος. «Πνίξε με τώρα», είπε βραχνά η Ιλέιν. «Αργότερα. Στο δωμάτιό μας». Πλησίασε στο κρεβάτι κι έκα­ τσ ε στην άκρη του. «Ξύπνα το ν», του ψιθύρισε η Ιλέιν. Ο Ά ξε λ έσκυψε κι άγγιξε απαλά με τα χείλια του το μέτωπο του παιδιού. «Γιαν;» έκανε τρυφερά. «Μωρό μου, εγώ είμαι... Ο Ά ξε λ ». Το αγόρι σάλεψε ελαφρά, χωρίς να ξυπνήσει. Αλλά μέσα στο βαθύ του ύπνο, το μυαλό του κατέγραψε το οικείο, αγαπημένο όνομα. Ένα μικρό, χαλαρό χεράκι απλώθηκε προς το μέρος της φωνής. «Μπαμπά», μουρμούρισε αχνά, και ξαναθυθίστηκε στο λήθαργότου. Ο Ά ξελ πήρε απαλά το χεράκι στη μεγάλη του παλάμη. Δεν είπε κουβέντα, και καθώς κρατούσε χαμηλωμένο το κεφάλι, η Ιλέιν δεν μπορούσε να δει την έκφρασή του. Με τα μάτια γεμάτα δά­ κρυα, γονάτισε μπροστά του, τον αγκάλιασε απ’ τη μέση, κι εκεί­ νος έγειρε στον ώμο της, κρύβοντας το πρόσωπό του στο γούβω­


157 μα του λαιμού της. «Ά ξε λ μου», ψιθύρισε σπασμένα η Ιλέιν, «αχ, Ά ξελ μου, κανένας δε μας βλέπει. Κλάψε αν θέλεις...» Αλλά εκείνος δεν έκλαψε. Ό λοι του οι μυώνες έτρεμαν απ’ τη συγκίνηση, όταν όμως σήκωσε το κεφάλι, τα μάτια του ήταν στεγνά. Της χαμογέλασε με κόπο, ξεροκαταπίνοντας, κι ήταν σαν νά ’χε βγει ο ήλιος στα μισά της νύχτας. «Τα μεγάλα αγόρια δεν κλαίνε, πριγκίπισσα», της ψιθύρισε πνιχτά. «Ούτε οι γε ν ­ ναίοι πολεμιστές. Κι αν κρίνω απ’ όσα λέει ο γιος μου, οι Μπρά­ ντι είναι οι πιο γενναίοι του κόσμου· Τώρα τελευταία, άρχισαν να έρχονται πάνω κι απ’ τους Κάμπελ στην κατάταξη. Χώρια που έχουν και μια τάση να φτουράνε - τριπλασιάστηκαν μέσα σε μια βδομάδα, κυρία Μπράντι. Αν συνεχίσουν μ’ αυτό το ρυθμό, ούτε ψύλλος στον κόρφο των απαίσιων Μακιντάιρ. Αν ρωτήσεις βέβαια τον Γιαν, θα ξέρει να στα πει καλύτερα από μένα. Έχει μελετήσει το θέμα σε βάθος». «Αν δεν ξέρει ο Γ ιαν, ποιος θα ξέρει», είπε πνιχτά η Ιλέιν, γ ε ­ λώντας μέσ’ απ’ τα δάκρυά της, κι εκείνος σκούπισε με την πα­ λάμη του τα βρεγμένα της μάγουλα. «ΓΓ αυτό», της είπε απαλά, «γ ι’ αυτό δε θα επιτρέψω να μυξοκλαίει το κλαν Μπράντι από δω και πέρα. Αυτά ήταν τα τελευταία δάκρυα, κυρία μου. Τα εν­ τελώς τελευταία, που θά ’λεγε κι ο γιος μας». «Σε λατρεύω, Ά ξε λ », μουρμούρισε η Ιλέιν, κι εκείνος τη φίλη­ σε και την ξαναφίλησε, μέχρι που στέγνωσαν όλα τα δάκρυα απ’ τα μάτια της. Της ψιθύρισε: «Καλύτερα τώρα;» «Ναι, καρδιά μου...» «Τότε, πάμε κάπου που να μη χρειάζεται να ψιθυρίζουμε», της είπε σ τ ’ αυτί. «Δ ε θέλω να τον ξυπνήσω τώρα... Ας τ ’ αφήσουμε γι’ αύριο, εντάξει; Κοίτα, τόση ώρα δεν πήρε είδηση. Πάντα έτσι βαθιά κοιμάται;» «Πάντα έτσι βαθιά κοιμούνται τα κουρασμένα αγοράκια», χα­ μογέλασε η Ιλέιν. «Σας μπαμπάς, είσαι εντελώς ανεκπαίδευτος, αγάπη μου». «Τι περίμενες; Αυτό είναι το πρώτο κουρασμένο αγοράκιπου απόκτησα ποτέ μου». Την τράβηξε να σηκωθεί όρθια. «Έλα, α­ γάπη μου. Πάμε να βρούμε ένα διπλό κρεβάτι - υπάρχει κάτι που επείγει σ τ’ αλήθεια». «Πάλι, κύριε Μπράντι;» έκανε σκανδαλισμένη η Ιλέιν, κλεί­ νοντας πίσω της την πόρτα του Γ ιαν. «Θα σας πέσουν τα νεφρά με το ρυθμό που λειτουργείτε!» «Είσαστε υπεραισιόδοξη, κυρία Μπράντι», της είπε γελώ ­ ντας, μ’ άλλο ένα απ’ τα μαγευτικά, αστραφτερά του γέλια. «Δ ε ν υπάρχει καμία δυνατότητα να λειτουργήσω περαιτέρω α­ πόψε. Ά λλο πράγμα επείγει».


158 «Σαν τι;» έκανε γελώντας κι η Ιλέιν. «Επείγει», της είπε φιλώντας την σ ’ όλο της το πρόσωπο, «να σε βάλω σ ’ ένα διπλό κρεβάτι, να ξαπλώσω δίπλα σου, και απλά, πολύ απλά, να κοιμηθώ για μια φορά μ’ εσένα στην αγκαλιά μου. Και το πρωί ν ’ ανοίξω τα μάτια, και να σε δω στο πλάι μου». «Ω, Ά ξε λ », είπε μόνο η Ιλέιν, και τον φίλησε με πάθος στο στόμα. Στο διπλό κρεβάτι με τον ουρανό και τις κουρτίνες, κοιμήθη­ κε για πρώτη φορά στη ζωή της με το μπράτσο του Ά ξελ γύρω της, και την ανάσα του στα μαλλιά της. Στα μισά της νύχτας, α­ ποδείχτηκε ότι η ίδια δεν ήταν καθόλου υπεραισιόδοξη: ξύπνη­ σε απ’ το βαθύ της ύπνο, μόνο για ν ’ ανακαλύψει ότι ο Ά ξελ της έκανε έρωτα, μισοκοιμισμένος ακόμη, με το σώμα του καυτό πίσω απ’ το δικό της. Κόλλησε πάνω του, απολαμβάνοντας με κάθε ίνα του κορμιού της την εξαίσια αίσθηση ότι βρισκόταν γΓ άλλη μια φορά στα μπράτσα του, και τον δεχόταν μέσα της. Πο­ τέ δεν είχε φανταστεί ότι μπορούσε να υπάρχει μια τόσο από­ λυτη και τόσο σαρωτική ευτυχία. Κι όταν τέλειωσαν, αποκοιμή­ θηκαν πάλι έτσι, σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, μ’ εκείνον ακόμα μέσα της, και με τα χείλια του στο λαιμό της. Νωρίς το πρωί όμως, όταν ξύπνησε πάλι, δεν ήταν ο Ά ξελ δί­ πλα της στο κρεβάτι αλλά ο Γιαν, που χοροπηδούσε κυριολεκτι­ κά από πάνω της, προσπαθώντας να την κάνει να τον ακούσει. «Μαμά, μαμά - ξύπνα, αχ, ξύπνα... Ήρθε ο μπαμπάς μου - ο πραγματικός, δηλαδή. Αχ, ξύπνα!» Η Ιλέιν άνοιξε ένα μάτι, και πίσω απ’ το ξανθόμαλλο κεφάλι του Γ ιαν, υπήρχε ένα άλλο ξανθόμαλλο κεφάλι, δυο βαθυγάλα­ να μάτια, ένα λαμπερό χαμόγελο, κι ένα φρύδι που ανασηκω­ νόταν ήδη προδοτικά. «Ο Ά ξε λ είναι ο μπαμπάς μου, ο πραγμα­ τικός, όχι εκείνος ο άλλος», τιτίβιζε ο Γ ιαν. «Είχε χαθεί στην Α­ φρική, αλλά τώρα ξανάρθε, κι εγώ είμαι Μπρόντι και όχι Μακφέρσον». Έ τρεμε απ’ την έξαψη, το προσωπάκι του ήταν αναψοκοκκινισμένο, τα μάτια του έλαμπαν απ’ την ευτυχία, και μέ­ χρι ν ’ ανοίξει και το άλλο μάτι η Ιλέιν, τον είδε να στρέφεται, να κρεμιέται απ’ το λαιμό του Ά ξελ, να τον κοιτάζει με λατρεία στα μάτια. «Έ τσ ι δεν είναι, μπαμπά;» «Έ τσ ι είναι, Γ ιαν», είπε χαμογελώντας ο Άξελ, και τον έσφιξε στην αγκαλιά του. «Ε ντελώς έτσι». «Αχ», στέναξε βαθιά ο Γιαν, και κουβαριάστηκε ολόκληρος στην αγκαλιά του. Βρέθηκαν κι οι δυο τους ξαπλωμένοι στο κρε­ βάτι, δίπλα στην Ιλέιν, κι εκείνη άπλωσε το μπράτσο, τους αγκά­ λιασε, κι έκλεισε τα μάτια. «Μα δεν ακούς, μαμά», έλεγε ο Γιαν. «Είναι ο μπαμπάς μου. Ο δικός μου μπαμπάς! Εσύ το ήξερες;»


159 «Μμμ», έκανε η Ιλέιν, ανίκανη ακόμα να ξυπνήσει ολότελα. «Κάτι είχα υποψιαστεί κι εγώ, όσο νά ’ναι». Ένιωθε τα χείλια του Ά ξελ στα μαλλιά της, τον αγκώνα του Γιαν στο πλευρό της. Ήταν ξαπλωμένος σ ’ όλο του το μήκος πάνω στον πατέρα του, και του ψαχούλευε το πρόσωπο, γελώντας τρισευτυχισμένος, λέγοντας διάφορα ασυνάρτητα πράγματα, πότε σ ’ αυτόν, και πότε στη μη­ τέρα του. Ο Ά ξελ γελούσε κι εκείνος, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά του, γέρνοντας πότε-πότε να φιλήσει την Ιλέιν. «Αγάπες μου», ψιθύρισε αχνά η Ιλέιν, αλλά ήταν σ τ ’ αλήθεια πτώμα. Δ εν μπορούσε ν ’ ανοίξει τα μάτια της, το σώμα της δεν την υπάκουγε. Και μέσα σ ’ όλη αυτή τη φασαρία, ακόμα και με τις αγκωνιές που της έδινε ο Γ ιαν στην έξαψή του, άφησε το κε­ φάλι της να γείρει στον ώμο του Ά ξελ, και ξανακοιμήθηκε. ΤΕΛΟΣ

H Epistrofi - Ann Everard  
H Epistrofi - Ann Everard  
Advertisement