Page 1


RACHEL LYNDHURST

Aιχμάλωτη του Έλληνα Μεγιστάνα


Tίτλος πρωτοτύπου: KIDNAPPED BY THE GREEK BILLIONAIRE by Rachel Lyndhurst Copyright © 2012 by Rachel Lyndhurst Translation Copyright © 2012, Compupress S. A. – Anubis Publications This translation published by arrangement with Entangled Publishing, LLC. All rights reserved. Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 15562 Χολαργός, τηλ.: 2109238672, fax: 2109216847 Web site: www.anubis.gr, e-mail: anubis@compupress.gr ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ EKΔOΣHΣ: Aλεξάνδρα Λέτσα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Iφιγένεια Αναστασίου ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Κατερίνα Καπνίση ΠPOΣAPMOΓH ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Mαίρη Λυμπέρη www.e-bookshop.gr Aνάπτυξη και διάθεση ψηφιακών βιβλίων Κλάδος της Digital Content A.E. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΟΜΕΑ E-BOOKS: Ιάσων Μανούσος ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ WEB SITE: Digital Content A.E. Digital Content A.E. Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 155 62 Χολαργός, τηλ.: 2106516888 fax: 2109216847 Web site: www.digicon.gr, e-mail: info@digicon.gr VENUS GOLD – 06 ISBN: 978-960-497-430-6 Όλοι οι χαρακτήρες και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ζωντανά ή μη είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, καθώς και η κυκλοφορία του σε οποιαδήποτε μορφή, ίδια ή διαφορετική από την παρούσα, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τους Κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Αφιερωμένο στον Κόλιν, τον ήρωά μου


Κεφάλαιο 1 «Να πάρει ο διάβολος αυτό το μέρος!» Ο Ανδρέας Λαζαρίδης κοίταξε τον μουντό λονδρέζικο ουρανό από τα φιμέ παράθυρα της Μπέντλεϊ. Ο οδηγός του είχε παρκάρει παράνομα, οι εκπρόσωποι που περίμενε είχαν αργήσει και κινδύνευε να ξεχάσει πόσα θα κέρδιζε καλοπιάνοντας τη συγκεκριμένη πολιτική ομάδα πίεσης. Απεχθανόταν την αργοπορία. Ενόσω ήταν καθισμένος εκεί, περιμένοντας, ο Ανδρέας συνειδητοποίησε κατάπληκτος πως ήταν η δεύτερη φορά που κάποιος τον έστηνε στην πρωτεύουσα εκείνο το πρωί. Έπιασε τον χαρτοφύλακά του καθώς ένας αστυνομικός τούς έκανε νόημα πως έπρεπε να φύγουν αμέσως. Ο οδηγός του Ανδρέα γύρισε το κλειδί στη μίζα και περίμενε. «Εντάξει, θα κατεβώ εδώ και θα σου τηλεφωνήσω όταν σε χρειαστώ.» Ο Ανδρέας αγριοκοίταξε ενώ τα κόκκινα πίσω φώτα του αυτοκινήτου χάνονταν στην κίνηση. Έσφιξε το χέρι του σε γροθιά – το κινητό του είχε μείνει στο πίσω κάθισμα της Μπέντλεϊ. Ανάσανε βαθιά καθώς φαντάστηκε να στενεύουν κι άλλο τα περιθώρια του ήδη παραφορτωμένου προγράμματός του. Και τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δικό του λάθος. «Αναθεματισμένοι πολιτικοί!» μουρμούρισε καθώς έριξε μια ματιά στο Μπιγκ Μπεν, στην απέναντι όχθη του ποταμού. Η ενόχλησή του μετατράπηκε σε εκρηκτική οργή όταν οι πρώτες ζεστές, βαριές σταγόνες μιας καλοκαιρινής μπόρας άρχισαν να πέφτουν στους ώμους του σακακιού του, μάρκας Κανάλι. *** Η γραμματέας ήταν άψογα ντυμένη και χτενισμένη, ενώ το τεράστιο λευκό γραφείο της ήταν εξίσου απειλητικό με εκείνη. «Λυπάμαι που σας απογοητεύω, δεσποινίς Ντιν, αλλά ο υπεύθυνος έφυγε από το κτίριο εδώ και αρκετή ώρα.» Το στομάχι της Κίζι Ντιν ανακατεύτηκε από τον πανικό. Σίγουρα είχε γίνει κάποιο λάθος. «Μα έχω ραντεβού, κανονισμένο εδώ και καιρό. Μάλιστα, μου πήρε πάνω από δύο μήνες να το κλείσω και…» «Αργήσατε» είπε κοφτά η άλλη γυναίκα. Επέστρεψε στην Κίζι το διαβατήριο που της είχε ζητηθεί να φέρει μαζί της σαν ταυτότητα. Τα μακριά, κόκκινα νύχια της αντανάκλασαν το ψυχρό φως της λάμπας φθορίου. «Για την ακρίβεια, αργήσατε δέκα λεπτά.» Η Κίζι αισθάνθηκε τα μάγουλά της να φλογίζονται, καθώς οι δυο τους κοιτάχτηκαν αμίλητες, όντας σε αδιέξοδο. Προφανώς θα ήταν χάσιμο χρόνου να προσπαθήσει να εξηγήσει ότι το ταξίδι της με το τρένο είχε κρατήσει τέσσερις ώρες αντί δύο εξαιτίας απειλής για βόμβα. Ο προσεκτικός προγραμματισμός της είχε αποτύχει παταγωδώς και ήταν αργοπορημένη –όπως πολύ δηκτικά είχε τονιστεί– δέκα ολόκληρα λεπτά. Και εκείνη δεν αργούσε ποτέ, μα ποτέ. Κοίταξε ανήμπορη τη χρυσαφιά πλακέτα με το όνομα της γραμματέως πάνω στο γραφείο.


Πασπάτεψε νευρικά τον φάκελο που κρατούσε. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν τρομερά άσχημη τροπή. Αισθανόταν σαν να γλιστρούσε στο χείλος ενός γκρεμού. Έπρεπε να δράσει για να σωθεί. Και μάλιστα γρήγορα. «Ακούστε, κυρία Χοπενγουάιλντ… Ιζαμπέλα… Η αλήθεια είναι ότι δε φταίω εγώ και έπειτα από αυτή την επιστολή επιβάλλεται να μιλήσω μαζί του αμέσως.» Η Κίζι πάλεψε μέσα της με την περηφάνια της. Απεχθανόταν να παρακαλάει. Όμως ποια άλλη επιλογή είχε; «Σας παρακαλώ. Μπορείτε να κάνετε κάτι για να με βοηθήσετε;» «Φοβάμαι πως όχι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, τώρα θα πίνει το πρώτο ποτήρι σαμπάνιας εκατό μέτρα ψηλά, στο Μάτι του Λονδίνου, πρόκειται δε να φύγει από την πόλη αμέσως μετά το ραντεβού του.» Η Ιζαμπέλα Χοπενγουάιλντ κοίταξε παγερά την Κίζι. Το αδιόρατο χαμόγελό της άγγιζε τα όρια του σαδισμού. «Μάλλον την πατήσατε.» *** Η Κίζι πάσχισε να ξαναβρεί την αναπνοή της και έσπρωξε διακριτικά τη μάλλινη φούστα της προς τα κάτω για να καλύψει τον πόντο που είχε φύγει από το καλσόν της στο μετρό του Λονδίνου. Προσπαθούσε ακόμη να χωνέψει αυτά που είχε διαβάσει στα σκοτεινά, επενδυμένα με ξύλο βελανιδιάς γραφεία της εταιρείας Ηλιάδες Ιντερνάσιοναλ, τις τρομακτικές λέξεις που την είχαν κάνει να διασχίσει το Λονδίνο τρέχοντας σαν τρελή προς τον Τάμεση. Τις λέξεις που σήμαιναν ότι δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το δραστικό βήμα που σκόπευε να κάνει, γιατί δεν της είχε απομείνει τίποτα στον κόσμο να χάσει. Μετά το ξέφρενο τρέξιμο προς το Μάτι του Λονδίνου –κάτω από το οποίο στεκόταν τώρα και κοίταζε τη ρόδα ψηλά– ένιωθε αναμαλλιασμένη και ιδρωμένη, με το βαρύ μάλλινο ταγέρ της να είναι ένα όργανο βασανιστηρίου. Το τουίντ σύνολο ήταν η μοναδική κατάλληλη επαγγελματική περιβολή που διέθετε, ενώ τα τελευταία χρήματά της είχαν ξοδευτεί στις καινούριες γόβες στιλέτο που φορούσε. Και τώρα αυτές οι καινούριες γόβες στιλέτο την πέθαιναν. Η Κίζι κοίταξε τα μυτερά παπούτσια και αναρωτήθηκε αν θα τολμούσε να τα βγάλει για μια στιγμή, όμως ξέχασε τη δυσφορία της όταν πρόσεξε για άλλη μια φορά τον τεράστιο άσπρο φάκελο που προεξείχε από την τσάντα της. Η απειλητική, επίσημη λευκότητά του έκανε την καρδιά της να πλημμυρίσει από τρόμο. Τραβώντας το βλέμμα της, κοίταξε αποφασιστικά την κολοσσιαία ρόδα από γυαλί και ατσάλι που έκρυβε το μέλλον της, ένα μέλλον για το οποίο σκόπευε να παλέψει με νύχια και με δόντια. Αχ, πόσο ήθελε να βρισκέται κάπου αλλού τώρα. «Άου!» Η Κίζι τρέκλισε προς τα πίσω καθώς μια τεράστια σταγόνα βροχής προσγειώθηκε με δύναμη κάτω από το μάτι της, κάνοντας την επιδερμίδα της να τσούξει. Το μάτι της βούρκωσε και το έτριψε θυμωμένη για να μην κυλήσει ένα ποτάμι από αληθινά δάκρυα. «Ορίστε» είπε μια βαθιά αντρική φωνή δίπλα της. Κάποιος της έβαλε στο χέρι ένα γαλάζιο, διπλωμένο μεταξωτό μαντίλι. «Μόλις μου συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα.» «Μην ανησυχείτε, σας παρακαλώ.» Η Κίζι προσπάθησε ενστικτωδώς να σπρώξει μακριά το μαντίλι. «Είναι πολύ ευγενικό, αλλά…»


Της κόπηκε η αναπνοή καθώς τα μάτια της εστίασαν στην εντυπωσιακή ενσάρκωση της Φωνής. Το ψηλό κορμί του άντρα ήταν όλο γωνίες, ένα σύνολο από τετράγωνες και τρίγωνες επιφάνειες αρρενωπότητας, που κινούνταν δυναμικά κάτω από το ύφασμα ενός ολοφάνερα πολύ ακριβού κοστουμιού. Όταν τόλμησε να κοιτάξει σιγά σιγά πιο ψηλά, διαπίστωσε ότι το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά της, ώστε μπορούσε να παρατηρήσει όλες τις λεπτομέρειες. Της λύθηκαν τα γόνατα. Πυκνά κατάμαυρα μαλλιά έπεφταν στο απαλό σταρένιο μέτωπό του, ενώ ένα ζευγάρι δυναμικά φρύδια λέπταιναν κομψά πάνω από μάτια στο χρώμα του μαύρου όνυχα, όπου σπίθιζαν με χρυσαφί, ασημί και σκούρες γκρι πιτσιλιές. Προσπαθώντας να μην καρφωθεί σαν μαθητριούλα, η Κίζι κοίταξε φευγαλέα την αριστοκρατική, σχεδόν ρωμαϊκή, μύτη του και από κάτω την αυστηρή γραμμή του στόματός του, ένα στόμα που την έκανε να ριγήσει από απρόσμενη και οξεία γυναικεία επίγνωση. Προτού προλάβει να συγκρατηθεί, τα χείλη της μισάνοιξαν και της ξέφυγε ένας απαλός αναστεναγμός έξαψης. «Δεν είναι μολυσμένο.» Ο άντρας τής πρόσφερε ξανά το τρίγωνο, βαθυγάλαζο μεταξωτό μαντίλι και ένευσε ικανοποιημένος όταν εκείνη το πήρε. «Φαίνεστε ταλαιπωρημένη. Δε βρίσκεστε εδώ για διασκέδαση, σωστά;» Η Κίζι συνειδητοποίησε έντρομη ότι πρέπει να είχε τα χάλια της και σκούπισε βιαστικά το πρόσωπό της με το μαντίλι. Έβαλε τα δυνατά της για να αγνοήσει την αμυδρή αρρενωπή μυρωδιά στις ίνες του, αν και ήταν δύσκολο. «Ψάχνω να βρω το αφεντικό μου. Είναι επείγον.» «Δε φαντάζομαι να είναι μέλος του κοινοβουλίου;» είπε σαρκαστικά ο επιχειρηματίας. Μια έκφραση ειρωνικής ευθυμίας μαλάκωσε φευγαλέα το σκληρό πρόσωπό του καθώς κοίταξε αφηρημένα γύρω του. «Όχι.» Η Κίζι τού επέστρεψε το τσαλακωμένο μαντίλι. «Είναι ένα κάθαρμα και μισό.» Ο άντρας ανασήκωσε το σκούρο φρύδι του. «Σοβαρά;» «Συγγνώμη… Συνήθως δε μιλάω προσβλητικά για τον κόσμο, αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι διαφορετικός.» Η Κίζι ενοχλήθηκε όταν ο άγνωστος ανασήκωσε τους ώμους του και έριξε το βάρος του στις φτέρνες του, δείχνοντας ότι δεν είχε πειστεί. «Αν θέλετε να ξέρετε, θέλει να μου στερήσει τη δουλειά μου, το σπίτι μου και ολόκληρο το μέλλον μου. Και δεν έχει καν τα κότσια να μου το πει κατάμουτρα.» Το Κοστούμι κοίταξε πίσω του και έπειτα το ρολόι του. «Θα έχει τους λόγους του.» «Πολύ αμφιβάλλω αν στον Ανδρέα Λαζαρίδη καίγεται καρφί για οποιονδήποτε ή οτιδήποτε.» Κοίταξε οργισμένη τις ακτίνες της γιγάντιας ρόδας, που υψωνόταν στον ουρανό. «Όμως δε θα παραιτηθώ χωρίς να πολεμήσω.» Η Κίζι έριξε μια ματιά στον άντρα που κοίταζε με μισόκλειστα μάτια στο βάθος. Πρέπει να είναι σπουδαίος και τρανός στο Λονδίνο, σκέφτηκε. Έξυπνος και κούκλος, αλλά αναμφίβολα εργασιομανής, αν έκρινε από τον τρόπο που φαινόταν να σκέφτεται, να αναλύει και να εικάζει συνέχεια. Τα σκούρα μάτια του στράφηκαν απροσδόκητα πάλι στα δικά της. «Ανδρέας Λαζαρίδης. Δηλαδή είναι ένα κάθαρμα από την Ελλάδα, έτσι;» Η Κίζι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και του χαμογέλασε λοξά. Η προφορά του ήταν


συναρπαστική. Το δικό του στόμα παρέμεινε βλοσυρό. «Εσείς πώς λέγεστε; Δεσποινίς…» Η Κίζι περίμενε για μια στιγμή και προσπάθησε να μη βουλιάξει κι άλλο στη σκούρα δίνη των ματιών του. Ξαφνικά ο τόνος του είχε γίνει κάπως σκληρός και για ένα δευτερόλεπτο το στομάχι της σφίχτηκε. Έπρεπε να προσέχει. Στο κάτω κάτω, της ήταν εντελώς άγνωστος. Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε. «Ιζαμπέλα» μουρμούρισε, προτού προλάβει να συγκρατηθεί. Άπλωσε το χέρι της και κατέπνιξε ένα ρίγος καθώς το μεγάλο, ζεστό χέρι του έπιασε το δικό της και το κράτησε ένα δευτερόλεπτο περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο. Η αίσθηση εκτοξεύτηκε κατευθείαν στο κέντρο του στήθους της και φάνηκε να διπλασιάζει τους χτύπους της καρδιάς της. «Ιζαμπέλα Χοπενγουάιλντ» συνέχισε, λέγοντας ψέματα ενστικτωδώς. Δεν κουνιόταν τίποτα για μια στιγμή στον αέρα και η Κίζι δεν πρόσεξε τίποτε άλλο εκτός από τον επίμονο τρόπο που την κοίταζε εκείνος ο Άδωνις, ρουφώντας τη στα επικίνδυνα βάθη των ματιών του, σχεδόν γδύνοντάς τη με το προσηλωμένο βλέμμα του. Μήπως περίμενε να τον ρωτήσει πώς τον έλεγαν; Οι κανόνες ευγενείας αυτό απαιτούσαν. Όχι ότι η Κίζι αισθανόταν ιδιαίτερα ευγενική σήμερα. «Και πώς σκοπεύετε να τον βρείτε; Υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι εδώ.» Της άφησε το χέρι. «Εκτός, φυσικά, αν ξεχωρίζει ανάμεσα στο πλήθος με κάποιο τρόπο.» «Θα παρακολουθώ τον κόσμο καθώς θα κατεβαίνει» είπε άτονα η Κίζι, συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε ιδέα πώς ήταν το θήραμά της. Δεν είχαν μιλήσει ούτε στο τηλέφωνο, πόσω μάλλον να συναντηθούν. «Αφήστε με να σας βοηθήσω, λοιπόν» προσφέρθηκε ο άντρας, προς μεγάλη έκπληξή της. «Πώς είναι αυτός ο Ανδρέας Λαζαρίδης;» «Έχει αραιά μαλλιά και συνήθως είναι περιστοιχισμένος από μπράβους» μπλόφαρε αδιάντροπα η Κίζι, μην τολμώντας να διστάσει στην περίπτωση που εκείνος υπέθετε ότι του έλεγε ψέματα. «Και θα πάει κατευθείαν σε ένα από εκείνα τα φανταχτερά οχήματα με τα φιμέ τζάμια που θα περικυκλώσουν την περιοχή. Σε μια Μερσεντές ή κάτι τέτοιο. Α ναι, και πάντα περπατάει κορδωμένος με πολύ ξιπασμένο και υπεροπτικό τρόπο – για να μην προσέχουν οι άλλοι ότι είναι κοντοστούπης.» Χαμογέλασε ικανοποιημένη με την εικόνα που μόλις είχε δημιουργήσει. Ο Ανδρέας Λαζαρίδης τής ακουγόταν πολύ αποκρουστικός. «Όπως φαίνεται θα κάνει κάνα δυο γύρους με τη ρόδα – ιδιαίτερα αν πρόκειται για κάποια εταιρική συγκέντρωση για ποτά» είπε το Κοστούμι και κοίταξε ψυχρά προς τον ουρανό καθώς χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν πιο γρήγορα και πιο πυκνά. «Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να στέκεστε στη βροχή καμιά ώρα. Έχω μια καλύτερη ιδέα. Όπως φαίνεται, η παρέα μου με έστησε. Και όπως θα διαπιστώσετε» πρόσθεσε, δείχνοντας προς την πλατφόρμα επιβίβασης, όπου ένας ξεναγός στεκόταν δίπλα σε ένα μεταλλικό δοχείο με ασημένιες ρόδες, «το Μάτι δεν περιμένει κανέναν.» Ένα κύμα αδρεναλίνης πλημμύρισε την Κίζι όταν ο άντρας την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε ξοπίσω του. Τα ψηλά τακούνια της κροτάλισαν στο αυλακωτό μεταλλικό πάτωμα, καθώς έτρεξαν στο μπροστινό μέρος της ουράς από ένα πέρασμα αποκλεισμένο με κορδόνι, προκαλώντας βλέμματα περιέργειας και τη λάμψη κάμποσων φλας φωτογραφικών μηχανών όπως περνούσαν.


«Όχι, δεν μπορώ!» Η Κίζι προσπάθησε να επινοήσει γρήγορα μια αξιοπρεπή έξοδο, έναν τρόπο διαφυγής από μια κατάσταση την οποία είχε αρχίσει να θεωρεί όλο και πιο επικίνδυνη. «Το αφεντικό μου…» «Σκοπεύω να σας βοηθήσω να το βρείτε.» Ο άντρας σταμάτησε για λίγο προκειμένου να μιλήσει στο αυτί του ξεναγού που περίμενε. «Ελάτε μαζί μου στο Μάτι για μισή ώρα και θα τον εντοπίσουμε εκεί πάνω. Δεν μπορεί να υπάρχουν πολλά κοντοστούπικα καθάρματα με αραιά μαλλιά σε κάθε κάψουλα, αφήστε που θα καταλάβουμε από τους μπράβους του πού βρίσκεται.» «Ειλικρινά… δε θέλω να σας βάλω σε κόπο.» Η Κίζι προσπαθούσε πανικόβλητη να αρνηθεί την πρόσκληση χωρίς να γίνει ρεζίλι. Θα φαινόταν εντελώς τρελή αν ομολογούσε ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ από κοντά το αφεντικό της. «Το Μάτι κινείται πολύ αργά, μπορεί να τον χάσω αν κατεβεί πριν από εμάς, οπότε…» Έτριψε το μέτωπό της χωρίς να συνειδητοποιεί ότι το έκανε, αποκαλύπτοντας άθελά της την ταραχή της. «Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό.» Ο άντρας την τράβηξε απότομα προς μια άδεια κάψουλα. «Πηδήξτε τώρα!» Ο ξεναγός φόρτωσε γρήγορα το κουτί με τις ασημένιες ρόδες στην κάψουλα και το μόνο που μπόρεσε να κάνει η Κίζι ήταν να παρακολουθήσει την πόρτα να κλείνει, λες και βρισκόταν σε έναν φριχτό εφιάλτη. Επικράτησε μια αλλόκοτη ησυχία καθώς ο θόρυβος της ζωής του Λονδίνου φιμώθηκε. Έπειτα το πλήθος απέξω σιγά σιγά συρρικνώθηκε καθώς το Μάτι συνέχιζε το αδυσώπητο ταξίδι του. Ο κρότος του φελλού μιας σαμπάνιας απέσπασε απότομα την προσοχή της Κίζι από τη θέα του κόσμου, που εξαφανιζόταν κάτω από τα πόδια της. Ο φελλός χτύπησε στο ταβάνι και έπειτα κύλησε προς τις σόλες των άβολων παπουτσιών της. «Ας γιορτάσουμε» είπε ήρεμα ο μελαχρινός άγνωστος, προσφέροντάς της ένα κολονάτο ποτήρι σαμπάνιας «την τυχαία συνάντησή μας. Είμαστε σαν δύο πλανήτες που συγκρούστηκαν. Τι πιθανότητες υπάρχουν να συμβεί κάτι τέτοιο; Ισχνές. Ποια είναι τα αποτελέσματα; Συγκλονιστικά.» Η Κίζι αισθάνθηκε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και δεν ήξερε αν αυτό οφειλόταν σε πανικό επειδή ήταν μόνη με έναν άγνωστο άντρα –στην ουσία την είχε απαγάγει– ή σε ντροπή επειδή είχε επιτρέψει στο κορμί της να ανταποκριθεί σε εκείνο το αυταρχικό χαμόγελο με έναν τρόπο που δεν ταίριαζε καθόλου σε μια κυρία. «Ευχαριστώ» μουρμούρισε. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το κομψό κολονάτο ποτήρι της σαμπάνιας. «Είστε απίστευτα ευγενικός, ιδίως από τη στιγμή που σας είμαι εντελώς άγνωστη.» «Μια πολύ όμορφη άγνωστη» τη διόρθωσε εκείνος και χαμογέλασε με ολοφάνερη ικανοποίηση όταν η Κίζι κοκκίνισε ακόμα περισσότερο και χαμήλωσε τις βλεφαρίδες της. «Όμως, ξέρετε, είναι παράξενο. Νιώθω σαν να γνωριζόμαστε πολύ περισσότερο από πέντε λεπτά.» Η καρδιά της Κίζι χτυπούσε τόσο δυνατά ώστε της ανέβηκε η πίεση και ανακατεύτηκε. Δεν απολάμβανε καθόλου αυτή την επιβεβλημένη αιχμαλωσία. «Δε σας ρώτησα» συνέχισε ήρεμα εκείνος και έδειξε, από ψηλά πια, τη θέα της πόλης. «Έχετε ανεβεί άλλη φορά στο Μάτι του Λονδίνου;» «Όχι, ποτέ» απάντησε εκείνη και ήπιε μια γουλιά από την παγωμένη σαμπάνια της. «Αυτή η θέα πάνω από το Λονδίνο είναι πολύ εντυπωσιακή.» «Ναι, είναι» συμφώνησε εκείνος, και άλλο ένα σφιγμένο χαμόγελο εμφανίστηκε φευγαλέα στο


πρόσωπό του. «Και τώρα είμαστε πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος για να μου ξεφύγεις.» Η καρδιά της Κίζι έφτασε στα πόδια της και ολόκληρο το κορμί της σφίχτηκε. Γούρλωσε πανικόβλητη τα μάτια της. «Να σου ξεφύγω; Κοίτα, αυτή η κάψουλα είναι διαφανής. Δεν πρόκειται να τη γλιτώσεις αν…» Εκείνος γέλασε τραχιά. «Αν τι; Αν σε εκμεταλλευτώ; Σε παρακαλώ!» Ο όμορφος άγνωστος τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και έδειξε το Κοινοβούλιο, που συρρικνωνόταν γοργά. «Δες αυτή τη θέα. Υποθέτω πως στις μέρες μας είναι ένα θερμοκήπιο διαφθοράς και απάτης.» Η Κίζι κοίταξε τα έντονα χαρακτηριστικά του και ζάρωσε στον καμπυλωτό γυάλινο τοίχο μέχρι που τα μάτια του στράφηκαν πάνω της. «Λοιπόν… Ιζαμπέλα...» Τα μάτια του ήταν πιο μαύρα από οτιδήποτε άλλο είχε δει ποτέ η Κίζι. «Θέλω πολύ να μάθω το μυστικό σου.» «Το… το μυστικό μου;» «Μμμ… Για παράδειγμα, πώς κατάφερες να μεταμορφωθείς σε διάστημα μικρότερο της μιας ώρας.» Ξεφύσηξε αργά και το ζάρωμα του χειλιού του φανέρωσε απέχθεια. «Πώς κατάφερες να βγάλεις όλο εκείνο το κατακόκκινο βερνίκι νυχιών;» «Δεν καταλαβαίνω.» «Τότε, δεν είσαι πολύ καλή σε αυτό, έτσι δεν είναι;» Ήπιε μια γουλιά από τη σαμπάνια του και κατάπιε δυνατά. «Υποθέτω πως είσαι η απίστευτα επίμονη και ενοχλητική Κίζι Ντιν. Το αγκάθι στο πλευρό μου που σερβίρει μπίρες, διπλώνει πετσέτες και έχει γίνει στενός κορσές στα γραφεία μου τους τελευταίους δύο μήνες.» Τα πόδια της Κίζι άρχισαν να τρέμουν καθώς κατάλαβε με φρίκη τι συνέβαινε και πόσο ανόητη θα φαινόταν. Ήταν εκείνος! Είχε τον Λαζαρίδη στο πιάτο, επιτέλους είχε τραβήξει όλη την προσοχή του, αλλά… Λίγο έλειψε να πνιγεί όταν άρχισε να θυμάται τα πράγματα που είχε πει για εκείνον όσο ήταν στο έδαφος. Της φάνηκε ότι ολόκληρος ο κόσμος της συρρικνώθηκε και έγινε μια σταλιά κάτω από τη δεσποτική σκιά του. «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι τόσο αγενής» ψιθύρισε, ενώ το μυαλό της γύριζε γύρω από το γεγονός ότι δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει από αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση. «Δε νομίζω ότι χρειάζεται να θίξουμε το θέμα της αγένειας, Κίζι, συμφωνείς; Δε θυμάμαι να με έχει αποκαλέσει ποτέ κανείς κάθαρμα κατάμουτρα – ούτε καν μια περιφρονημένη γυναίκα. Και έχουν υπάρξει κάμποσες από δαύτες.» Η Κίζι αισθάνθηκε τα μάγουλά της να παίρνουν φωτιά από ταπείνωση. «Άκου, όλο αυτό είναι τρομερά δυσάρεστο…» «Μεγαλόψυχο εκ μέρους σου που το παραδέχεσαι.» Η φωνή της Κίζι τρεμούλιασε. «Χειρίστηκα πολύ άσχημα την κατάσταση και δεν υπάρχουν λόγια να ζητήσω συγγνώμη για τα σχόλιά μου νωρίτερα, όμως ήμουν –είμαι– σίγουρη ότι η Ταβέρνα του Τίμι μπορεί ακόμη να λειτουργήσει. Έχω φέρει το επιχειρηματικό πλάνο μου…» «Ξέχνα το, το εστιατόριο είναι τελειωμένο.» Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε με τον τρόπο που τα γαλάζια, σχεδόν βιολετιά, μάτια της φαίνονταν να εκπέμπουν αθωότητα και τον δυσαρέστησε το παράξενο συναίσθημα που αυτό προκάλεσε μέσα του. Μίλησε επίτηδες πιο τραχιά, καθώς


αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι το ζουμερό σχήμα και το χρώμα των χειλιών της αποσπούσαν την προσοχή του. «Αυτό δεν είναι μομφή για τις δικές σου ικανότητες ή προσπάθειες, αφού η οικογένεια Αντωνίδη σε άφησε διευθύντρια, αλλά το μαγαζί έχει τέτοιο χάλι, ώστε είναι πέρα από οποιαδήποτε οικονομική λογική.» «Μα...» «Όπως δήλωσα στην επιστολή μου, θα λάβεις μισθό τριών μηνών ως αποζημίωση και πρέπει να αδειάσεις το διαμέρισμα πάνω από το εστιατόριο μέσα σε έναν μήνα. Κατά τη γνώμη μου είναι ένας λογικός διακανονισμός, πολύ πιο ευνοϊκός από ό,τι απαιτεί ο νόμος, οπότε στη θέση σου θα δεχόμουν την προσφορά και θα έφευγα.» Ο Ανδρέας σταμάτησε και μισόκλεισε τα μάτια του, έτσι που έγιναν δυο μαύρες σχισμές, καθώς η φωνή του μετατράπηκε σε απειλητικό ψίθυρο. «Πίστεψέ με, θα μπορούσα να γίνω ακόμα μεγαλύτερο κάθαρμα αν το ήθελα.» Το χέρι της Κίζι έτρεμε καθώς έβγαλε έναν φάκελο που της είχε κοστίσει ώρες δουλειάς και που αντιπροσώπευε πολλές νύχτες χαμένου ύπνου. «Δηλαδή ούτε που θα το κοιτάξεις αυτό;» Δεν μπορούσε απλώς να παραιτηθεί. «Δεν υπάρχει λόγος. Οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους. Η επιχείρηση έχει πεθάνει.» «Μα μπορώ να την αναστήσω. Απλώς δώσ’ μου μια ευκαιρία.» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν μπορώ.» «Δεν μπορείς;» είπε με πίκρα η Κίζι. «Δε σε πιστεύω.» Για μια ανεξήγητη στιγμή, ο Ανδρέας μπήκε στον πειρασμό να την πληροφορήσει πως ως εκτελεστής της διαθήκης της μητέρας του απλώς εφάρμοζε τις επιθυμίες της. Όμως συγκρατήθηκε. Ό,τι και αν είχε να κάνει στην Αγγλία, δεν ήταν δική της δουλειά και εκείνος δε συνήθιζε να δίνει εξηγήσεις σε κανέναν. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά της και έγειρε το πρόσωπό του λίγους πόντους πάνω από το δικό της. «Εντάξει, λοιπόν, ας μιλήσω πιο απλά. Δε θα το κάνω.» Συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο, ταραγμένος για κάποιο λόγο από τον διαπληκτισμό. «Εξάλλου, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, πράγματα για τα οποία δεν έχεις ιδέα. Θαυμάζω το πνεύμα σου, αλλά η Ταβέρνα του Τίμι πρέπει να κλείσει.» «Μα, έκανα όλο αυτόν τον δρόμο, έχω ετοιμάσει και μια παρουσίαση…» «Λυπάμαι που ταξίδεψες άδικα.» Ο Ανδρέας Λαζαρίδης κούνησε απορριπτικά το χέρι του. «Αλλά εσύ επέμενες να έρθεις εδώ με τις σπουδαίες ιδέες σου αφού πρώτα κυνηγούσες το γραφείο επί εβδομάδες μέχρι που ενέδωσα. Κι αυτό το έκανα μόνο και μόνο για να πάψει η Ιζαμπέλα να παραπονιέται επειδή έπαιρνες τηλέφωνο δύο φορές την ημέρα. Για να είμαι ειλικρινής, έγινες φοβερός μπελάς. Αυτή η δυσάρεστη υπόθεση θα μπορούσε να είχε τακτοποιηθεί πιο εύκολα με ένα μέιλ.» Η Κίζι θύμωσε. Αυτή η επιμονή δεν ήταν εύκολη για εκείνη, όμως ήταν σίγουρη ότι o νέος εργοδότης της θα ήταν έστω λίγο δίκαιος και ότι τουλάχιστον θα την άκουγε. Είχε πέσει εντελώς έξω για τον Έλληνα μεγιστάνα. «Κάτι μου λέει ότι θα σου ήταν πολύ πιο εύκολο να με αγνοήσεις αν σου έστελνα μέιλ, κύριε Λαζαρίδη. Μάλιστα πιστεύω ότι θα το πέταγες κατευθείαν στον Κάδο Ανακύκλωσης, χωρίς να το διαβάσεις.» «Είναι πολύ πιθανό κάτι τέτοιο, ναι. Και έπειτα μάλλον θα πατούσα “Διαγραφή”. Θα ήταν τεράστια ανακούφιση.»


Η Κίζι ένιωσε σαν να της έριξε ένα χαστούκι στο πρόσωπο και έπειτα μερικές κλοτσιές. Άρχισε να τρέμει. Παρά τα όσα είχε κάνει στο εστιατόριο μετά την πώλησή του στην Ηλιάδης Ιντερνάσιοναλ, τώρα το μέλλον τής φαινόταν ζοφερό. Η έξαψη και η αισιοδοξία που ένιωθε το πρωί είχαν εξατμιστεί. «Τι χάλι!» Σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό για να συγκρατήσει το ταπεινωτικό δάκρυ που ένιωσε να σχηματίζεται στην άκρη του ματιού της. «Ήμουν πολύ σίγουρη για όλο αυτό. Το εξέτασα πάρα πολλές φορές στο μυαλό μου, σε χαρτιά, σε πίνακες.» «Είναι κρίμα» μουρμούρισε εκείνος. Η Κίζι χαμήλωσε το βλέμμα και επιστράτευσε κρυμμένα αποθέματα για να αντιμετωπίσει τον μαύρο πάγο που σπίθιζε αμείλικτα στα μάτια του. «Άκου, δε θα είχα ξοδέψει στην ταβέρνα ό,τι είχε απομείνει από τις οικονομίες μου αν ο κύριος Αντωνίδης δε μου είχε υποσχεθεί πως θα ήταν κάτι που θα κρατούσε, πως είχες στηρίξει την απόφασή του να αναθέσει σε έναν διαχειριστή τη διεύθυνση του μαγαζιού όταν εκείνος θα αποσυρόταν. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάποιος θα τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια μου.» «Ξόδεψες δικά σου χρήματα σε αυτό το εγχείρημα; Ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους σου. Οι διαχειριστές παίρνουν μισθό, δεν “επενδύουν” στο μαγαζί.» Ο Ανδρέας κούνησε το κεφάλι του κατάπληκτος. «Ο φάκελός σου λέει ότι είσαι πτυχιούχος, μια γυναίκα με μυαλό. Τι σε έπιασε και φέρθηκες τόσο βλακωδώς;» Είχε διαβάσει τον φάκελό της; Η Κίζι ένιωσε το ανένδοτο δάκρυ να στάζει στο πάτωμα και μίσησε την έλλειψη ψυχραιμίας που είχε. Όμως δεν υπήρχε λόγος να κρατάει πια τα προσχήματα. «Η Ταβέρνα του Τίμι είναι ό,τι μου έχει απομείνει. Είναι το σπίτι μου και η μοναδική πηγή εισοδήματος για μένα. Ή μάλλον ήταν.» Η σιωπή ήταν τόσο βαριά όσο ο συννεφιασμένος ουρανός. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτή ήταν η πρόθεση της οικογένειας Αντωνίδη. Είναι φίλοι. Και θα αναστατωθούν πολύ όταν τους πω τι συνέβη.» Ο Ανδρέας βρέθηκε μπροστά της με τρεις μεγάλες δρασκελιές και την άρπαξε από το μπράτσο. «Δε θα τους πεις τίποτε! Τίποτε απολύτως, με ακούς;» Έπαψε να τη σφίγγει με δύναμη μόνο όταν αντιλήφθηκε το σοκ στο πρόσωπό της. «Δεν πρέπει να μάθουν ποτέ γι’ αυτό. Ποτέ.» Το μυαλό της Κίζι τώρα ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι. Η οικογένεια Αντωνίδη τής είχε σταθεί σαν να ήταν δική της όταν πέθανε η μητέρα της, και εξακολουθούσε να έχει τακτικά επαφή μαζί τους. Μάλιστα, ο κύριος Αντωνίδης τής είχε στείλει το πρωί ένα μέιλ με φωτογραφίες της καινούριας βίλας τους, οπότε θα ήταν αδύνατον να τους μιλήσει χωρίς να πει ψέματα. Μέσα της άρχισαν να φουντώνουν οι πρώτες έντονες σπίθες θυμού και αγανάκτησης. Τράβηξε απότομα το χέρι της. «Και γιατί στο καλό να μην τους το πω; Για να προστατέψω τη φήμη σου ή κάτι τέτοιο;» Η Κίζι γέλασε πικρά. «Θέλεις να πω ψέματα για χάρη σου; Αυτό είναι; Δε νομίζω!» «Δεν έχεις ιδέα πόση ζημιά μπορείς να προκαλέσεις με το στόμα σου. Τα μέλη της οικογένειας Αντωνίδη είναι καλοί άνθρωποι που έχουν εργαστεί σκληρά, που έχουν ζητήσει λίγα και που έχουν δώσει πίσω τα εκατονταπλάσια από όσα έχουν πάρει. Όμως δεν είναι καλοί επιχειρηματίες. Είναι απίστευτα περήφανοι, αλλά δεν ξέρουν να διαχειριστούν το χρήμα.» Ο Ανδρέας άρχισε να πηγαινοέρχεται και κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος τους από τη διπλανή κάψουλα καθώς μίλησε κοφτά, χειρονομώντας: «Πώς νομίζεις πως θα νιώσουν αν τους πεις πως οι κόποι μιας ζωής ήταν


απλώς ένα βουνό από χρέη; Πως τα έκαναν όλα για το τίποτα; Και επιπλέον σκοπεύεις να τους φορτώσεις με ενοχές επειδή άφησαν εσένα την καημενούλα στον δρόμο!». «Όχι! Εγώ ποτέ δεν…» «Η αδιακρισία σου θα καταστρέψει την ευτυχισμένη συνταξιοδότησή τους και θα τους καταδικάσει να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους μέσα στην ντροπή και τις τύψεις. Πίστεψέ με, δεσποινίς Ντιν, τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους. Είναι πιο περήφανοι και πιο έντιμοι απ’ όσο θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Εκτός από αυτό, κανείς δε σου χρωστάει τα προς το ζην σου. Οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους.» Πέρασε το χέρι του ανάμεσα από τα μαύρα μαλλιά του. «Και κάνε μου τη χάρη. Είσαι μια όμορφη, νεαρή πτυχιούχος, μπορείς να βρεις μια καλή δουλειά αν το αποφασίσεις, οπότε άσε τα κροκοδείλια δάκρυα.» Η Κίζι έκλεισε απότομα το στόμα της, χτυπώντας τόσο δυνατά τα δόντια της μεταξύ τους, που πόνεσε. Σαν ανόητη, τον είχε αφήσει να τη δει να κλαίει και ο Λαζαρίδης την είχε χτυπήσει τη στιγμή που ήταν απίστευτα ευάλωτη. Κανείς δε σου χρωστάει τα προς το ζην σου. Λες και δεν το ήξερε ήδη αυτό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένα κτήνος. «Θα έκανα τα πάντα για να μην πληγώσω τον Τεό και την Άννα. Δεν τους αξίζει αυτό.» Εκείνος την κάρφωσε με ένα βλέμμα σκληρό και παγερό σαν πέτρα. «Πόσα θέλεις, λοιπόν;» Η Κίζι κατάπιε κι άλλα πικρά, καυτά δάκρυα. «Ορίστε;» «Άκουσες τι είπα» της απάντησε, μισοκλείνοντας τα μάτια του με τις μαύρες βλεφαρίδες τόσο πολύ, ώστε φάνηκε σαν να τη χλεύαζε. «Πόσα πρέπει να σε πληρώσω για να πεις ότι αποφάσισες να παραιτηθείς από τη θέση σου και στη συνέχεια να υπογράψεις ένα νομικό έγγραφο στο οποίο θα υπόσχεσαι να μην κάνεις κάτι που θα προκαλέσει διανοητική ή συναισθηματική βλάβη στην οικογένεια Αντωνίδη;» Η Κίζι έμεινε με το στόμα ανοιχτό, διαπιστώνοντας πόσο άσχημη γνώμη είχε για εκείνη αυτός ο φριχτός άνθρωπος. «Σου είπα ότι ποτέ δε θα τους έκανα κακό με τη θέλησή μου.» Ο Ανδρέας προσποιήθηκε ότι πνίγηκε από τα γέλια. «Και γιατί στο καλό να πιστέψω κάτι τέτοιο;» «Επειδή το λέω εγώ.» Η Κίζι σταύρωσε σφιχτά τα χέρια της στο στήθος της για να πάψουν να τρέμουν. «Ορίστε; Εσύ; Η γυναίκα που μου συστήθηκε με το όνομα της γραμματέως μου εδώ και πέντε χρόνια; Που μου είπε ψέματα με το καλημέρα; Δεν μπορώ να πάρω τέτοιο ρίσκο.» Ο Ανδρέας τής γύρισε απότομα την πλάτη και, σηκώνοντας και τις δύο παλάμες του πάνω από το κεφάλι του, έγειρε πάνω στο δροσερό τζάμι της κάψουλας. «Μπορεί να είμαι κάθαρμα, αλλά δεν είμαι ηλίθιος. Πες μου πόσα θέλεις.» «Δε θέλω τα λεφτά σου.» «Δεν τα θες;» Ο Ανδρέας γέλασε δυσάρεστα και έφυγε από το τζάμι. «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω αυτό, αφού πριν από λίγα δευτερόλεπτα έχασες τα πάντα. Πες μου, λοιπόν, τι θέλεις;» «Θέλω πίσω αυτά που μου πήρες. Τη δουλειά μου, το σπίτι μου και τα σχέδιά μου για το μέλλον. Δε θέλω ελεημοσύνη ούτε από σένα ούτε από κανέναν άλλο. Το μόνο που θέλω είναι μια ευκαιρία να αποδείξω την αξία μου και να βγάλω χρήματα για να… για να ζήσω άνετα. Να είμαι ανεξάρτητη.» «Ενδιαφέρον.»


Η Κίζι άρχισε να νιώθει περισσότερο ενοχλημένη παρά αναστατωμένη τώρα που όλα φαίνονταν να έχουν χαθεί και που οι προσπάθειές της είχαν πέσει στο κενό. «Χαίρομαι που το πιστεύεις αυτό» είπε. Τουλάχιστον έπαψε να κλαίει, σκέφτηκε υποτιμητικά ο Ανδρέας. «Λοιπόν» είπε «θεωρείς ότι είσαι από εκείνους τους ανθρώπους που ρισκάρουν;» Η Κίζι τον κοίταξε καχύποπτα. «Δεν είμαι σίγουρη.» Εκείνος περίμενε μια στιγμή για να δει αν θα του εξηγούσε. «Ή μήπως φαντάζεσαι τον εαυτό σου να περνάει τα επόμενα σαράντα χρόνια, ή και περισσότερα, σε ένα γραφείο, σημειώνοντας κουτιά για να επιβιώσει;» Οι σκέψεις της Κίζι ξεστράτισαν στη νεκρή μητέρα της, όπως ήταν σε μια πολύ παλιά φωτογραφία της, νεαρή, όμορφη και απολαυστικά παράφορη με μεγάλους χρυσούς κρίκους στα αυτιά της. Η Κίζι λαχταρούσε να τη ρίξει η τύχη στους τέσσερις ανέμους. Θα απολάμβανε την ελευθερία και την έξαψη, όμως έπρεπε να σκεφτεί τα χρέη, μια πικρή κληρονομιά, το βάρος της οποίας έπρεπε να σηκώσει. «Και βέβαια όχι» του απάντησε. «Πόσο γενναία αισθάνεσαι αυτή τη στιγμή;» τη ρώτησε ο Ανδρέας με αμείλικτη έκφραση. Η Κίζι σάστισε από τον τόνο της ερώτησής του: κάτι είχε αλλάξει πίσω από τα απαιτητικά μαύρα μάτια του. «Νομίζω ότι δεν έχω υπάρξει γενναιότερη στη ζωή μου.» Εκείνος έδειξε τον ορίζοντα του Λονδίνου. «Είσαι αρκετά γενναία για να εγκαταλείψεις αμέσως αυτό το μέρος; Για να φύγεις από το Λονδίνο μαζί μου;» Η Κίζι τον κοίταξε ανέκφραστη, ανήμπορη να αντιληφθεί τι συνέβαινε μέσα στην τεράστια, αιωρούμενη φυσαλίδα γυαλιού στην οποία βρίσκονταν. «Να φύγω; Τώρα;» «Στα επόμενα τριάντα λεπτά.» «Και να πάω πού ακριβώς;» «Κάπου όπου θα μπορώ να σε παρακολουθώ στενά μέχρι να ξεκαθαρίσω κάποια νομικά θέματα ανάμεσά μας. Δέχομαι να σου προσφέρω εργασία και κατάλυμα σε ανταπόδοση για τη συνεργασία σου στο θέμα της οικογένειας Αντωνίδη. Το μέλλον σου εξαρτάται από σένα, αλλά θα έχεις τα εργαλεία για να το κάνεις να συμβεί. Θέλω να έρθεις μαζί μου στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, στο νησί της Ρόδου.» «Μα δεν έχω τίποτα μαζί μου, δεν έχω ρούχα.» «Μην ανησυχείς.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε νωχελικά καθώς τα σκούρα μάτια του ταξίδεψαν στο κορμί της από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Δε θα σου χρειαστούν πολλά ρούχα.»


Κεφάλαιο 2 Η Κίζι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της λόγω της έντονης λιακάδας της Ρόδου και, παρά τις προηγούμενες αντιρρήσεις της, κατέβασε στα μάτια της τα ακριβά γυαλιά ηλίου, που ο Ανδρέας είχε επιμείνει να της αγοράσει… μαζί με μια γκαρνταρόμπα από τα καλύτερα μεταξωτά και λινά ενδύματα που υπήρχαν. «Λοιπόν, εξακολουθείς να θέλεις πίσω το μάλλινο ταγέρ σου; Και εκείνο το καλσόν;» Ο Ανδρέας τής χάρισε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο και έπειτα την παρότρυνε να επιταχύνει το βήμα της καθώς την οδηγούσε προς το λιμάνι από μια αρχαία πέτρινη πύλη του προμαχώνα της πόλης. «Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, δε θα ήταν πολύ λογικό κάτι τέτοιο. Στο καλσόν είχε φύγει πόντος» απάντησε ξέπνοη η Κίζι. Οι δρασκελιές του Ανδρέα ήταν πολύ μεγαλύτερες από τις δικές της. Τίναξε αγέρωχα τα μαλλιά της, ευχαριστημένη που φορούσε γυαλιά, στην περίπτωση που τα μάτια της πρόδιδαν πόσο φοβισμένη και καταπτοημένη αισθανόταν. Της είχε στοιχίσει πάρα πολύ που είχε αναγκαστεί να δεχτεί ένα εντελώς καινούριο και εξωφρενικά ακριβό σύνολο ρούχων. Όμως ο Ανδρέας είχε επιμείνει. Είχε πει πως αυτό ήταν ένα αδιαπραγμάτευτο μέρος της συμφωνίας τους. Η Κίζι, ωστόσο, είχε καταφέρει να περισώσει ένα ίχνος περηφάνιας με την άρνησή της να δοκιμάσει οτιδήποτε δεν μπορούσε να θεωρηθεί απαραίτητο για καθημερινούς, πρακτικούς λόγους. Έτσι είχε καταλήξει σε μερικά σπορ κομμάτια και κάνα δυο κομψότερους συνδυασμούς, κατάλληλους για εργασία, όποια και αν ήταν αυτή. Και μόνο με δύο ζευγάρια παπουτσιών. Χωρίς τακούνια. «Δεν τα ζήτησα εγώ όλα αυτά τα πράγματα» του είπε. «Αν μου έδινες χρόνο να πάω στο σπίτι μου και να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου, θα είχες γλιτώσει μια περιουσία.» «Και να σε ξαμολήσω στις δουλειές που έχω κερδίσει με ιδρώτα ντυμένη σαν να βγήκες από επαρχιώτικο γραφείο κηδειών; Εκείνο το ταγέρ ήταν…» Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την εξέτασε αργά από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Ας πούμε ότι είναι προτιμότερο να σε συμβουλεύουν άλλοι γι’ αυτά τα θέματα.» Η Κίζι κοντοστάθηκε απότομα. Τα μάγουλά της έκαιγαν από την αγανάκτηση. Αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ προσβλητικός. «Δεν είχα ποτέ λεφτά για πέταμα» είπε με απροκάλυπτη περιφρόνηση. « Εγώ έχω, και οι περισσότερες γυναίκες θα το εκμεταλλεύονταν αυτό. Εσένα ποιο είναι το πρόβλημά σου;» «Το πρόβλημά μου;» Η Κίζι γέλασε βεβιασμένα. «Έκανες τον κόσμο μου άνω κάτω, με έφερες χιλιάδες μίλια μακριά, προσέβαλες τον τρόπο που ντύνομαι και την ακεραιότητά μου, και δεν ξέρω καν τι υποτίθεται ότι θα κάνω εκτός, φυσικά, από το να κρατάω το στόμα μου κλειστό» είπε και συνοφρυώθηκε. «Είμαι περίεργη, κύριε Λαζαρίδη. Τι είδους δουλειά ήρθα να κάνω εδώ;» Ο Ανδρέας έσφιξε συλλογισμένος τα χείλη του και απόλαυσε για μια στιγμή τη γαλάζια φωτιά που χόρευε στα μάτια της. Η Κίζι Ντιν σίγουρα δεν ήταν μία από εκείνες τις γαλίφες γυναίκες που χαμογελούσαν ψεύτικα και στις οποίες ήταν συνηθισμένος – στην επαγγελματική και την


προσωπική ζωή του. Οι τρόποι της ήταν εκνευριστικοί, από την άποψη ότι άρχιζαν να του τρώνε περισσότερο χρόνο από όσο θα του άρεσε, όμως συνέβαινε και κάτι άλλο. Τον διαπέρασε ένα τσίμπημα ευθυμίας. Ήταν σαν να του είχε επιτεθεί ένα θυμωμένο ποντίκι του αγρού – αρκετά ανώδυνο αλλά αδύνατο να το αγνοήσει. «Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Σκοπεύω να αξιολογήσω τις ικανότητές σου τις επόμενες μέρες, για να δω τι μπορεί να γίνει με σένα.» Ο Ανδρέας άφησε το βλέμμα του να πέσει στην καινούρια ριχτή μεταξωτή μπλούζα της που πετάριζε από το αεράκι πάνω στα στήθη της, προκαλώντας της ηθελημένα περισσότερη δυσφορία καθώς την παρατήρησε διεξοδικά. «Όμως δε θα σε αναγκάσω να ασχοληθείς με την υψηλή ραπτική ή με τις δημόσιες σχέσεις.» «Μου έταξες μια δουλειά» επεσήμανε η Κίζι, συνειδητοποιώντας καθυστερημένα ότι ο Ανδρέας την είχε στο χέρι. Δε μιλούσε λέξη ελληνικά, δεν είχε χρήματα ούτε πουθενά να πάει. Τότε θυμήθηκε έντρομη ότι δεν της είχε επιστρέψει το διαβατήριό της στο αεροδρόμιο, επομένως ούτε κάποιο έγγραφο για την ταυτότητά της. Ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της καθώς το χέρι της ξεστράτισε προς μια ανύπαρκτη εσωτερική τσέπη. Εκείνος είχε πάρει το κινητό της για να τηλεφωνήσει στον οδηγό του στο Λονδίνο – και το είχε ακόμη. Τίποτα δεν τον εμπόδιζε να την πετάξει στη μέση της θάλασσας και να την αφήσει να πνιγεί. Κανείς δε θα ξεσήκωνε τον κόσμο στην Αγγλία, σωστά; «Και θα σου την προσφέρω, όπως επίσης ένα κατάλυμα. Όμως αν δεν μπορείς να φερθείς κόσμια και είσαι αποφασισμένη να κάνεις τη δύσκολη, το πιθανότερο είναι πως θα καταλήξεις με μια μέτρια, χωρίς απαιτήσεις εργασία.» Ήταν φανερό πως ο Λαζαρίδης απολάμβανε τη δυσφορία της. Πρότεινε το πιγούνι του, προκαλώντας τη. «Όμως, αν είσαι καλό κορίτσι…» Η Κίζι άνοιξε το στόμα της για να του δώσει μια τσουχτερή απάντηση, αλλά προτού προλάβει να το κάνει, κάτι τράβηξε την προσοχή της στην αριστερή πλευρά του κορμιού της. Το στρίφωμα του ακριβού, καινούριου κρεμ σακακιού της μάλλον είχε πιαστεί κάπου. Ξαφνικά το ύφασμα κρεμόταν βαρύ από το σώμα της, τραβώντας την επίμονα προς τα πίσω, σε ένα… παιδί. Τεράστια ανοιχτοκάστανα μάτια την κοίταζαν από ένα ωχρό, βρόμικο πρόσωπο με ζυγωματικά μάλλον πεταχτά για ένα αγόρι που η Κίζι υπολόγισε ότι ήταν εννιά ή δέκα χρόνων. Το παιδί χαμογέλασε νευρικά καθώς άρχισε να παίζει ένα σαραβαλιασμένο ακορντεόν. «Παρακαλώ» είπε, απλώνοντας το βρόμικο, τρεμάμενο χέρι του. «Τι λέει;» ρώτησε η Κίζι καθώς επιχείρησε ενστικτωδώς να παραμερίσει από τα μάτια του παιδιού τα λιγδιασμένα μαλλιά του. «Εσύ τι νομίζεις ότι λέει; Ζητιανεύει για χρήματα.» Ο Ανδρέας άπλωσε το δικό του χέρι για να εμποδίσει την παλάμη της να αγγίξει το μικρό αγόρι. «Και η ζητιανιά αποδοκιμάζεται – ιδιαίτερα εδώ, όπου το πιθανότερο είναι πως θα προσβάλει και θα ενοχλήσει τους περισσότερους από τους ιδιοκτήτες των πανάκριβων γιοτ που θα συναντήσει. Επίσης είναι γεμάτος ψείρες.» Η Κίζι ένιωσε ένα παγερό κύμα να σαρώνει το κορμί της παρά τη λάβρα. Είχαν περάσει μόνο λίγες ώρες από τότε που ήταν και εκείνη μια ατημέλητη, αξιοθρήνητη παρουσία, στο έλεος αυτού του άκαρδου Έλληνα. Ένιωσε συμπόνια για το χαμίνι. «Μα κοίτα σε τι κατάσταση είναι. Δεν μπορούμε να του δώσουμε κάτι;» «Και βέβαια όχι.» Ο Ανδρέας μπήκε ανάμεσα στην Κίζι και το καχεκτικό παιδί, έσκυψε και είπε μερικά κοφτά λόγια στα ελληνικά. Το παιδί γούρλωσε τα μάτια του τόσο ώστε φάνηκαν τα κιτρινισμένα ασπράδια


τους και άρπαξε γρήγορα από το σκονισμένο πεζοδρόμιο ένα παλιό κουτί από παγωτά, που περιείχε μερικά νομίσματα. Η Κίζι, που είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, το παρακολούθησε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τα βρόμικα, φθαρμένα, μεγάλου μεγέθους αθλητικά παπούτσια του, όπου έπλεαν τα μικροσκοπικά πόδια του. Χτυπούσαν με θόρυβο γύρω από τους αστραγάλους του και η Κίζι ένιωσε τα σωθικά της να ανακατεύονται από την οργή. Στράφηκε στον Ανδρέα τόσο απότομα, ώστε μια μεγάλη τούφα από τα καστανά μαλλιά της ξέφυγε από το φτηνό κλάμερ, που εξακολουθούσε να τα συγκρατεί σε κότσο. Την παραμέρισε θυμωμένη. «Λίγο φαγητό δε θα έβλαπτε το αγόρι, έτσι δεν είναι;» «Δεν ξέρεις πώς είναι τα πράγματα εδώ.» Ο Ανδρέας έκανε μια απαξιωτική χειρονομία και, γυρίζοντάς της την πλάτη του, προχώρησε προς την άκρη του λιμανιού. Κατέβηκε ζωηρά τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο νερό προτού μιλήσει ξανά: «Εγώ ξέρω. Δέξου λοιπόν την κρίση μου σε αυτό το ζήτημα». «Με άλλα λόγια, να κάνω ό,τι μου λες;» Η Κίζι κατάπιε τα δάκρυα της οργής της καθώς κοίταξε το ασυγκίνητο πρόσωπό του. Το αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων του την έκανε να παγώσει μέχρι το κόκαλο. Τα μάτια του ήταν σκληρά σαν ηφαιστειακή πέτρα. Ο Ανδρέας τής έδειξε ότι έπρεπε να επιβιβαστεί στο ταχύπλοο που τους περίμενε. Τα χείλη του έγιναν μια λεπτή γραμμή θυμού όταν πρόσεξε ότι η ανταρσία της συνεχιζόταν. «Έχουμε ένα πρόγραμμα» τόνισε και ανέβηκε στο ταχύπλοο, δίνοντάς της απότομα το χέρι του καθώς το σκάφος λικνιζόταν στο απαλό κύμα. «Μακάρι να μπορούσα να φύγω μακριά από όλα αυτά» μουρμούρισε η Κίζι, ακίνητη πάνω στο πέτρινο σκαλοπάτι. Συνέχισε να ατενίζει την άβυσσο του απαιτητικού βλέμματός του. «Μακριά από σένα.» «Ε, δεν μπορείς.» Την τράβηξε σταθερά από τον καρπό προς τα κάτω, έτσι που η Κίζι έπεσε στο σκληρό στέρνο και τα μπράτσα του. «Και θα το εκτιμούσα αν άρχιζες να συμπεριφέρεσαι κόσμια δημοσίως» της ψιθύρισε τραχιά στο αυτί. «Δε θα ήθελα να επηρεάσει η ανυπακοή σου το υπόλοιπο προσωπικό μου.» «Ω, για όνομα του…» Η Κίζι κατέπνιξε την ασυνήθιστη για εκείνη επιθυμία να τον βρίσει και τραβήχτηκε από πάνω του. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι σε λιγότερο από μία εβδομάδα έπρεπε να εξοφλήσει ένα τεράστιο δάνειο και πως ακόμη δεν είχε τον τρόπο να το κάνει. «Ελπίζω να μη νομίζεις ότι έχω εντυπωσιαστεί από αυτόν τον σκυλοπνίχτη!» Ο Ανδρέας τής έριξε ένα παγερό βλέμμα κάτω από τα σκούρα φρύδια του. «Δε συνηθίζω να προσπαθώ να εντυπωσιάσω ανέντιμες σερβιτόρες. Και μάλιστα άνεργες.» Στο άκουσμα του τσουχτερού σχολίου του, δηλητήριο κύλησε στις φλέβες της Κίζι. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει το πιο προσβλητικό πράγμα που της ήρθε στο μυαλό: «Ώστε έχεις και σκάφος εκτός από ένα ιδιωτικό αεροπλάνο». Ρουθούνισε επιδεικτικά. «Ωστόσο δεν είναι το μεγαλύτερο στο λιμάνι. Περίμενα ότι θα ήταν ισάξιο του μεγέθους του εγωισμού σου… και της ασπλαχνίας σου.» Ο Ανδρέας αναστέναξε. «Για την ακρίβεια, ήρθες εδώ με τζετ. Και αυτό, σε διαβεβαιώνω, είναι ελάχιστα καλύτερο από σκυλοπνίχτη. Ωστόσο διαθέτει πλήρωμα.»


«Ε, αλίμονο» είπε εκείνη δηκτικά. «Να λερώσεις εσύ τα άψογα χεράκια σου; Θεός φυλάξοι!» Η Κίζι παρακολούθησε τον Έλληνα επιχειρηματία να σηκώνει και τα δυο χέρια του και να τα περνάει φουρκισμένος ανάμεσα από τα μαλλιά του. «Και θα ήθελα να μάθω πού ακριβώς πάμε, αν δε ζητάω πολλά» του είπε. Απροσδόκητα, και προς μεγάλη ενόχλησή της, ο Ανδρέας Λαζαρίδης άρχισε να γελάει. Για λίγο μόνο, αλλά δεν έπαυε να είναι γέλιο. «Έλα τώρα, Κίζι» είπε ενώ το μυστικό αστείο εξακολουθούσε να κάνει θαύματα στα χείλη του. «Πάψε να σαχλαμαρίζεις και κάθισε κάτω. Βολέψου. Έχουμε αρκετά μεγάλο ταξίδι μέχρι τη Λίνδο.» Το χαμόγελό του ξεθώριασε και έγινε ανυπόμονο συνοφρύωμα όταν εκείνη δεν κουνήθηκε από τη θέση της. «Κοίτα, σου είπα πού πάμε. Και τώρα κάθισε κάτω, εντάξει;» Η Κίζι σωριάστηκε άκομψα σε ένα από τα πολυτελή καθίσματα του εξωλέμβιου σκάφους και γύρισε απότομα το κεφάλι της από την άλλη. Δεν ήθελε να κοιτάζει αυτό τον αχρείο άνθρωπο, πόσω μάλλον να σκέφτεται αυτό που ένιωθε βλέποντας την απαλή, σέξι καμπύλη του ελκυστικού στόματός του. Το σκάφος ξεκίνησε αργά και έπειτα εφόρμησε προς την ανοιχτή θάλασσα. Μπροστά, δύο πελώρια μπρούντζινα ελάφια έλαμπαν πάνω σε ογκώδεις κολόνες, ένα σε κάθε πλευρά του λιμανιού. Η Κίζι πιάστηκε σφιχτά από το κάθισμά της. Καταλαβαίνοντας ότι τους περίμεναν πιο ταραγμένα νερά, ευχήθηκε να κατάφερνε το μικρό σκάφος να αντιμετωπίσει τη σφοδρότητα του γαλάζιου Αιγαίου. «Είσαι καλά;» φώναξε ο Ανδρέας πάνω από τον βρυχηθμό της μηχανής και το αδυσώπητο σφυροκόπημα του νερού στην πλώρη του ταχύπλοου. Λες και τον νοιάζει, σκέφτηκε η Κίζι και έκανε μια γκριμάτσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το στομάχι της γύρισε δυσάρεστα κάνα δυο φορές καθώς το σκάφος σκαμπανέβασε στα απόνερα ενός περαστικού μεταφορικού πλοίου. Έκλεισε τα μάτια της κόντρα στον λαμπερό λευκό, γαλάζιο και πράσινο αντικατοπτρισμό: έναν συνδυασμό νερού, κατάλευκων σκαφών και ουρανού, που είχε χαράξει μια εικόνα πίσω από τα βλέφαρά της. Ένιωσε το κορμί της να σηκώνεται και να πέφτει με τις ωθήσεις της μηχανής και ρίγησε από τον αντίκτυπο των επίμονων κυμάτων. Αναρωτήθηκε για πόσο ακόμα θα κατάφερνε να διατηρήσει την ψυχραιμία της όταν, τόσο ξαφνικά όσο είχε ξεκινήσει το ταξίδι τους, ο φιμωμένος, αθέατος κόσμος γύρω της άρχισε να αλλάζει. Η Κίζι αισθάνθηκε τον αέρα να μειώνει την επίθεσή του στα μαλλιά της. Οι δονήσεις της μηχανής άρχισαν να ατονούν. Για κάποιο λόγο σταματούσαν προτού φτάσουν στην ανοιχτή θάλασσα. Θα βυθίζονταν! Άνοιξε αλαφιασμένη τα μάτια της και αντίκρισε μια επίχρυση πινακίδα που ήταν βιδωμένη στο κύτος ενός ψηλού, λευκού σκάφους μπροστά τους. Το όνομα ήταν γραμμένο στα ελληνικά και, μολονότι δεν μπορούσε να το διαβάσει, η Κίζι κατάλαβε αμέσως τι σήμαινε – μόλις είχε γελοιοποιηθεί εντελώς. Ξανά. «Ελπίζω να βρίσκεις το καθημερινό ροδίτικο γιοτ μου, το Ήλεκτρον, περισσότερο του γούστου σου από έναν ταπεινό σκυλοπνίχτη, δεσποινίς Ντιν» είπε ο Ανδρέας, χαμογελώντας ειρωνικά.


Η Κίζι προτίμησε να αγνοήσει τόσο το σχόλιό του όσο και την ευθυμία που χόρευε στα σκούρα μάτια του. Καθώς σηκώθηκε από το κάθισμά της παραπαίοντας, ο νεαρός άντρας που έλεγχε το ταχύπλοο πετάχτηκε όρθιος γρήγορα για να τη βοηθήσει. Της χαμογέλασε ζεστά, μουρμουρίζοντας στο αυτί της μερικά μελιστάλακτα λόγια καθώς την έπιασε από το μπράτσο. «Σας ευχαριστώ» είπε η Κίζι. Εκείνος την άφησε για να ασχοληθεί με τα παλαμάρια και τους υπόλοιπους μηχανισμούς ασφάλειας. Η Κίζι έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Ανδρέα, που την κοιτούσε συνοφρυωμένος για άλλη μια φορά. «Πολύ φοβάμαι πως δεν κατάλαβα ούτε λέξη απ’ όσα είπε.» Ο τόνος του Ανδρέα ήταν τραχύς. «Είπε “με το μαλακό, ομορφούλα, και θα σε ξαναδώ σύντομα”.» Ξαφνικά τα μάγουλά της φλογίστηκαν και κοίταξε αλλού. Πιάνοντας την Κίζι από τον αγκώνα, ο Ανδρέας την οδήγησε γρήγορα έξω από το ταχύπλοο, σε μια χαμηλή, φαρδιά πλατφόρμα κάτω από μια καμπυλωτή λευκή σκάλα. «Θα φροντίσω να τιμωρηθεί για την απρέπειά του» μουρμούρισε. «Ωστόσο πιστεύω ότι εσύ προκάλεσες αυτή τη χαλαρή συμπεριφορά.» Δεν υπήρχε τέλος στη συγκαταβατικότητα αυτού του ανθρώπου; «Ορίστε;» «Προφανώς ο Στέφανος υπέθεσε από την αρνητική στάση σου ότι δεν είσαι προσωπική καλεσμένη μου. Διαφορετικά δε θα τολμούσε να σου μιλήσει έτσι. Πρέπει να συμπέρανε, εύλογα, ότι είσαι ένα καινούριο μέλος της ομάδας Λαζαρίδη. Αλλά ένα μέλος με άποψη. Και επίσης πως είσαι διαθέσιμη.» Η Κίζι συγκράτησε με κόπο την αγανάκτησή της καθώς άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. «Μα δεν είμαι;» ψιθύρισε, από φόβο μήπως την ακούσει ο Στέφανος, που τώρα ξεφόρτωνε κιβώτια και φώναζε οδηγίες σε ένα πλήρωμα με ατσαλάκωτα λευκά πουκάμισα. «Ή θα υπάρχει στο συμβόλαιο της πρόσληψής μου κάποιος ειδικός ελληνικός όρος που θα απαιτεί να είμαι παρθένα;» Ο Ανδρέας κοντοστάθηκε για μια στιγμή στα σκαλιά. «Είναι κάτι που δεν είχα σκεφτεί» απάντησε, και τα μάτια του πλανήθηκαν νωχελικά στα καμπυλωτά οπίσθιά της. «Όμως θα βάλω να τον περιλάβουν, αν το θεωρείς απαραίτητο. Μολονότι θα πρέπει να γίνουν κάποιες λεπτομερείς ιατρικές εξετάσεις για το θέμα της, ας πούμε, αθωότητάς σου.» «Δε θα μου άρεσε πολύ κάτι τέτοιο.» Η Κίζι έφτασε στην κορυφή της σκάλας και προχώρησε νευρικά στο ανοιχτόχρωμο ξύλινο κατάστρωμα. Ευχήθηκε να χανόταν το βαθύ κοκκίνισμα που ένιωθε να ανεβαίνει στον λαιμό της προτού υποχρεωθεί να αντικρίσει ξανά τον Ανδρέα. Γιατί είχε φανεί τόσο ανόητη ώστε να θίξει την αξιοσημείωτη έλλειψη εμπειρίας της με τους άντρες; «Εξάλλου» ξεφούρνισε λίγο πιο δυνατά απ’ όσο θα ήθελε «ένα τέτοιο συμβόλαιο θα ήταν παράνομο.» Κοίταξε με απείθεια τη θάλασσα, έβγαλε το σακάκι της και πρότεινε το πιγούνι της σε ένα ξέσπασμα πλασματικής αυτοπεποίθησης.


«Μπορεί να έχεις δίκιο.» Πλησιάζοντας πολύ κοντά στο σφιγμένο κορμί της, ο Ανδρέας έγειρε πάνω στον εξώστη από γυαλί και ατσάλι του καταστρώματος, με την πλάτη του στο πέλαγος. Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του και έγειρε πίσω το κεφάλι του για να την κοιτάξει. «Όμως αυτή η συζήτηση απέδειξε κάτι σημαντικό.» «Αλήθεια;» Η ερώτηση της Κίζι ήταν κοφτερή σαν θραύσμα από πάγο και βγήκε πνιχτή καθώς τα νεύρα της είχαν τεντωθεί. Ένιωθε την τρομακτική ζεστασιά του ψηλού κορμιού του Ανδρέα και ρούφηξε ξεδιάντροπα την ευωδιά του – τη μίξη του δέρματος και των εσπεριδοειδών μιας ακριβής κολόνιας και της δικής του μοναδικής, αρρενωπής μυρωδιάς. «Τόνισε το γεγονός ότι γνωρίζω πολύ λίγα για σένα, Κίζι. Και αυτό είναι κάτι που δεν επιτρέπεται να συνεχιστεί» μουρμούρισε ο Ανδρέας. Η λογική πλευρά του εγκεφάλου της Κίζι με δυσκολία αντιλήφθηκε τι συνέβη όταν ο Ανδρέας έγειρε προς το μέρος της. Χωρίς να το θέλει, την είχε τραβήξει η σαγηνευτική θέα του στόματός του καθώς μιλούσε, και είχε αναρωτηθεί, μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, πώς θα ήταν τα χείλη του πάνω στα δικά της. Απαλά και τρυφερά; Ή τραχιά και κατακτητικά; Ε, τώρα ήξερε. Όλες οι απολήξεις των νεύρων της πήραν φωτιά καθώς η πίεση του βελούδινου στόματός του γινόταν πιο έντονη με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Η Κίζι αφέθηκε στο δυνατό αγκάλιασμά του, ανίκανη να αντισταθεί στον χορό της γλώσσας του με τη δική της. Αισθήσεις που δεν είχε βιώσει ποτέ, που δεν είχε καν ονειρευτεί, τη σάρωσαν σαν πυρκαγιά καθώς έγειρε πάνω στο ζεστό στέρνο του. Αντιλήφθηκε ότι τα δάχτυλά της ψηλάφιζαν την άκρη της δερμάτινης ζώνης του, όταν ξαφνικά κάποιος την πέταξε σε ένα πολύ πιο παγερό μέρος. Η απόσταση ανάμεσά τους δεν ήταν μεγαλύτερη από λίγους πόντους, όμως της φάνηκε σαν να ήταν ολόκληρα χιλιόμετρα και άνοιξε τα μάτια της παραζαλισμένη. Συγκεντρώθηκε στο πρόσωπο του Ανδρέα, που θύμιζε σκοτεινή καταιγίδα καθώς εκείνος τράβηξε απότομα τον κόμπο της γραβάτας του. «Στέφανε!» Ο Ανδρέας έκανε γνωστή την ξαφνική παρουσία του άντρα πίσω τους με μια χειρονομία εκνευρισμού. «Έχουμε να μιλήσουμε κάμποσες βδομάδες, φίλε μου. Πώς είναι η Λορέτα και τα δίδυμα;» «Μια χαρά, κύριε» απάντησε ο Στέφανος, με το βλέμμα του να πηγαινοέρχεται με αμήχανη περιέργεια ανάμεσα στην Κίζι και τον Ανδρέα. «Η αδελφή μου σας ευχαριστεί για το πακέτο που στείλατε. Ήταν απρόσμενο.» «Χαίρομαι που ανάρρωσε, Στέφανε.» Ο Ανδρέας στράφηκε απότομα στο μπροστινό μέρος του γιοτ. «Σε παρακαλώ ενημέρωσε τον καπεταν-Γιάννη ότι σε λίγο θα πάω να του μιλήσω.» Η Κίζι παρακολούθησε τον Στέφανο να φεύγει βιαστικά. «Νομίζω ότι ήρθε σε δύσκολη θέση» είπε, δίχως να πει τίποτα για τη δική της πρωτόγνωρη σύγχυση. «Αυτός ήταν ο σκοπός» παρατήρησε απότομα ο Ανδρέας. «Έτσι δε θα έρθω εγώ στη δυσάρεστη θέση να τον συνετίσω. Δεν πρόκειται να σε πλησιάσει ξανά.» «Δηλαδή ήξερες ότι στεκόταν εκεί;» Τα ανέκφραστα μάτια του στράφηκαν υποτιμητικά πάνω της για μια βασανιστική στιγμή και έπειτα ο Ανδρέας έβγαλε εντελώς τη γραβάτα του. «Φυσικά. Διαφορετικά γιατί θα σε φιλούσα;»


Κεφάλαιο 3 Ο Ανδρέας έγειρε σιωπηλός στην κουπαστή, αγνοώντας την αμήχανη σιωπή της Κίζι, καθώς κοίταζε τα γαλάζια κύματα που έλαμπαν στην απογευματινή λιακάδα. Η τελευταία παρατήρησή του ήταν άκαρδη και ανειλικρινής, το παραδεχόταν αυτό. Όμως είχε εξυπηρετήσει έναν απώτερο σκοπό, βοηθώντας τον να διαπιστώσει τι έκανε την Κίζι Ντιν να αντιδρά. Καθώς το κεφάλι του άρχισε να καθαρίζει από τη μεθυστική επίδραση του φιλιού τους, παρατήρησε με ενδιαφέρον ότι η Κίζι φάνηκε πιο αμήχανη που πιάστηκε σε μια σκανδαλώδη κατάσταση απ’ όσο ο Στέφανος που είχε πέσει πάνω τους. Πολύ αμήχανη, μάλιστα. Ωστόσο, ταυτόχρονα, είχε ανταποκριθεί με τόση θέρμη στο φιλί του, ώστε ο Ανδρέας θα ορκιζόταν πως ήταν πολύ πιο έμπειρη από όσο φαινόταν. Μήπως ήταν μια πολύ εξασκημένη και επιτήδεια, περπατημένη γυναίκα; Μια τυχοδιώκτρια υπερβολικά έξυπνη για το καλό της; Σίγουρα έχει προβάρει καλά τον ρόλο της συγχυσμένης παρθένας, σκέφτηκε ειρωνικά ο Ανδρέας. Όμως, με όλες εκείνες τις περγαμηνές στο βιογραφικό της, γιατί δεν είχε βρει μια κανονική δουλειά για μια πτυχιούχο, με ικανοποιητικές προοπτικές; Το να ζει σε ένα άθλιο δωμάτιο πάνω από ένα παταγωδώς αποτυχημένο εστιατόριο σίγουρα φαινόταν κατώτερο των δυνατοτήτων της – τουλάχιστον στα χαρτιά. Τίποτα πάνω στην Κίζι Ντιν δεν έβγαζε νόημα. Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να την ψυχολογήσει καθόλου, πράγμα ασυνήθιστο. Και εξοργιστικό. Από την άλλη, τι νόημα να βγει αν ήταν μια ικανότατη ψεύτρα; Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η Κίζι ήταν ψεύτρα. Ο Ανδρέας το είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι στο Μάτι του Λονδίνου, έτσι δεν ήταν; Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει περισσότερα γι’ αυτό το προκλητικό πλάσμα, διαφορετικά θα τρελαινόταν από περιέργεια. Θα ήταν μια επαγγελματική αναζήτηση, σκέφτηκε, που δεν είχε απολύτως καμία σχέση με τον τρόπο που η γεύση της Κίζι εξακολουθούσε να χορεύει στα χείλη του – η καρδιά του χτυπούσε πολύ πιο γρήγορα από το συνηθισμένο. Τα χρόνια της εμπειρίας του ως κορυφαίος δικηγόρος τον είχαν διδάξει να διαβάζει έναν άνθρωπο μέσα σε λίγα λεπτά. Αν δεν μπορούσε εκείνος να ερμηνεύσει τα αληθινά κίνητρα και τον χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, τότε δεν μπορούσε κανένας να το κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα ήταν βέβαιο – η Κίζι Ντιν ήταν ένα αίνιγμα. «Θα μάθεις σύντομα, Κίζι» παρατήρησε ήρεμα «πως όταν πρόκειται για το προσωπικό σου, τα μάτια στην πλάτη σου απλώς δεν είναι αρκετά. Είναι απαραίτητο να παρατηρείς, να μυρίζεις, να αγγίζεις, να γεύεσαι και, πάνω απ’ όλα, να νιώθεις τι συμβαίνει γύρω σου, να διαισθάνεσαι πού βρίσκεται καθένας ή πού θα έπρεπε να βρίσκεται, κάθε ώρα και στιγμή.» Τα μάτια του έπεσαν άθελά του στα κόκκινα χείλη της και έπειτα επέστρεψαν στα μάτια της σχεδόν το ίδιο γρήγορα. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. «Ο Στέφανος ξέρει τι περιμένω από εκείνον κάθε στιγμή της εργάσιμης μέρας του. Το σημερινό ταξίδι στη Λίνδο δεν αποτελεί εξαίρεση. Πάντα έρχεται να πάρει μια παραγγελία για φαγητό και


ποτά έπειτα από δέκα λεπτά ταξιδιού.» Ο Ανδρέας ένιωσε ένα τσίμπημα ντροπής όταν πρόσεξε την πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπο της Κίζι. Συγκεντρώθηκε στο λογύδριό του για να πνίξει την αντίδρασή του. «Επίσης πρέπει να ξέρεις ότι οι απογοητεύσεις του παρελθόντος με έχουν διδάξει να εμπιστεύομαι μόνο μια χούφτα από τους ανθρώπους που έχω στη δούλεψή μου, και πως αυτοί είναι όλοι άντρες. Είναι πολύ σπάνιο να βρεις μια γυναίκα να σου λέει την αλήθεια όταν είσαι ένας ανύπαντρος δισεκατομμυριούχος σε έναν κόσμο υλιστικής απληστίας και ακόρεστων απαιτήσεων. Δεν είμαι βέβαιος ότι έχει συμβεί ποτέ.» «Και φιλάς όλους τους υπαλλήλους σου;» ρώτησε η Κίζι. Ο Ανδρέας παρατήρησε έκπληκτος ότι ξαφνικά εκείνη είχε γίνει δηκτική και ανταποκρίθηκε στη λεκτική πρόκληση σαν καλός δικηγόρος. «Μόνο τις γυναίκες» απάντησε με ένα νωχελικό, μεθυστικό χαμόγελο, που φύλαγε για τις ιδιαίτερα λεπτές διαπραγματεύσεις. «Και μόνο πολύ επιλεκτικά. Μέχρι τώρα μόνο πλατωνικά. Τι μου έχεις κάνει, δεσποινίς Ντιν;» ρώτησε. «Όπως φαίνεται ξέχασα για τα καλά τις αρχές μου από τότε που γνωριστήκαμε.» «Σοβαρά;» είπε η Κίζι. «Δεν μπορώ να πω ότι το πρόσεξα – εκτός από λίγο νωρίτερα.» Πασπάτεψε χωρίς λόγο την κεντητή τρέσα της μπλούζας της. Ο Ανδρέας προσποιήθηκε ότι διασκέδαζε και έπειτα τράβηξε την προσοχή της με ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Αυτή ήταν η αρχή μου να μην μπλέκω τη δουλειά με τη διασκέδαση.» «Ώστε ήταν μία από τις περίφημες αρχές σου.» Η Κίζι ανατρίχιασε, νιώθοντας ολοένα και πιο έξω από τα νερά της με κάθε λέξη που ξεστόμιζε. «Ποιες είναι οι υπόλοιπες;» Το χαμόγελο του Ανδρέα εξαφανίστηκε. «Δε θα σε κουράσω με αυτές» της απάντησε, ρίχνοντάς της ένα βλέμμα που έλεγε «μην πιέζεις την τύχη σου» και απομακρύνθηκε από την κουπαστή. «Και τώρα πρέπει να μιλήσω με τον καπετάνιο. Προτού φύγω, μήπως θέλεις κάτι να φας; Τσίμπησες ελάχιστα στο αεροπλάνο.» «Δεν πεινούσα» απάντησε γρήγορα εκείνη. «Και εξακολουθώ να μην πεινάω.» «Πολύ καλά.» Ο Ανδρέας ανασήκωσε τους ώμους του. «Το φαγητό στο ξενοδοχείο σου είναι εξαιρετικό. Μπορείς να φας στη βεράντα του ή στη σουίτα σου. Έχει δικό της μπαλκόνι.» «Στη σουίτα;» «Είναι πρόβλημα αυτό;» ρώτησε μελιστάλαχτα ο Ανδρέας και έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Είναι υπερβολή και κάτι που δε σηκώνει η τσέπη μου, ευχαριστώ. Μήπως μπορείς να μου βρεις ένα απλό δωμάτιο στο χωριό ή ένα συνηθισμένο ξενοδοχείο;» «Κίζι» της είπε χωρίς να κρύψει την αγανάκτησή του «υπάρχει μόνο ένα, ναι, μόνο ένα ξενοδοχείο στη Λίνδο. Είναι το καλύτερο, το πιο εξαίσιο. Ζήτησα πολλές χάρες για να κλείσω δωμάτια εκεί.» «Πόσο κοστίζει η βραδιά;» Ο Ανδρέας την κοίταξε. «Δεν έχει σημασία αυτό.» «Έχει για μένα.» «Περίπου πεντακόσια ευρώ.» Το στόμα της έμεινε ανοιχτό από τη φρίκη. «Ορίστε;» «Δεν υπάρχει τίποτε άλλο, είναι τουριστική περίοδος, και θέλω να βρίσκεσαι στο χωριό, όχι κολλημένη χιλιόμετρα μακριά μαζί με όλα τα γκρουπ των τουριστών. Αντέχω να πληρώσω το


ξενοδοχείο, ξέρεις.» «Προτιμώ να κοιμηθώ στην παραλία.» «Φυσικά.» Ο Ανδρέας κοίταξε επιδεικτικά το ρολόι του. Είχε προσέξει ότι αυτό την εκνεύριζε. «Ναι, θα το έκανα.» «Όχι με ένα τέτοιο κορμί, δεσποινίς Ντιν», της είπε γελώντας και φρόντισε να τον δει να αξιολογεί τη σιλουέτα της. «Δε θα σε ξανάβλεπα ποτέ!» «Θα το διακινδυνεύσω.» «Όχι όσο είσαι υπάλληλός μου.» Άπλωσε το χέρι του και έπιασε σταθερά το πιγούνι της με τα δάχτυλά του, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει στα μάτια. «Κάναμε μια συμφωνία, το θυμάσαι;» «Δεν έχουμε υπογράψει τίποτα» του υπενθύμισε κοφτά, κάνοντας ένα βήμα πίσω σαν να ήθελε να αποφύγει το άγγιγμά του. «Και τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν;» Κατέβασε το χέρι του από το πρόσωπό της και το έχωσε τραχιά στην τσέπη του παντελονιού του. «Θα πηδήξεις από το γιοτ και θα επιστρέψεις στο Πόρτσμουθ μέσα σε ένα χαρτόκουτο; Θα πουλήσεις το κορμί σου για να αγοράσεις φαγητό;» «Υπονοείς ότι δε θα μπορούσα να το κάνω;» «Θα μπορούσες, φυσικά» είπε εκείνος «αλλά, κρίνοντας από τη συμπεριφορά σου μέχρι τώρα, θα κοστολογούσες πολύ φτηνά τις υπηρεσίες σου.» Ο Ανδρέας έγειρε πίσω νωχελικά και σταύρωσε τα μπράτσα του στο στέρνο του, επιτρέποντας στον εαυτό του να χαμογελάσει αδιόρατα με την άτσαλη λογομαχία της Κίζι. «Είσαι αηδιαστικός» μουρμούρισε εκείνη. « Αηδιαστικός… και κάθαρμα;» Ο Ανδρέας έτριψε περιπαικτικά με τα ακροδάχτυλά του τα σκούρα γένια στο τετράγωνο πιγούνι του. «Δυστυχώς, η συμπεριφορά σου μου λέει ότι δε σε απωθώ τόσο πολύ όσο ισχυρίζεσαι. Αναμφίβολα έλιωσες όταν σε φίλησα.» «Με αιφνιδίασες. Δεν περίμενα να…» «Δε με ξεγελάς ούτε για μια στιγμή, Κίζι. Όλη αυτή η ψυχρότητα και η ευπρέπεια είναι απλώς μια βιτρίνα. Ένιωσα τι συνέβη όταν ήσουν στην αγκαλιά μου πριν από λίγο. Ήταν απίστευτο, δεν μπορείς να το αρνηθείς.» «Δε σκοπεύω να το συζητήσω άλλο αυτό, κύριε Λαζαρίδη. Είσαι ο εργοδότης μου και υπάρχουν κάποιοι κανόνες που πρέπει να τηρηθούν. Είμαι λοιπόν πρόθυμη να θεωρήσω ότι το… ότι αυτό… δε συνέβη ποτέ.» «Και εγώ είμαι πρόθυμος να φανώ διακριτικός.» Την πλησίασε και έκανε να της αγγίξει το μάγουλο. «Σου εγγυώμαι ότι η δουλειά σου είναι ασφαλής ό,τι και αν συμβεί ανάμεσά μας.» «Τίποτα δε θα συμβεί ανάμεσά μας» είπε η Κίζι, αποστρέφοντας το πρόσωπό της για να αποφύγει το άγγιγμά του. «Τίποτα εκτός από μια συνεργασία, σε διαβεβαιώνω γι’ αυτό.» Μπορεί να ήταν σέξι σαν τον διάβολο και πλούσιος σαν τον Κροίσο, αλλά είχε δει τη σκοτεινή πλευρά του στη Ρόδο και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στο μυαλό της ότι ήταν αρκετά ψυχρός ώστε να χρησιμοποιήσει μια γυναίκα για το σεξ και έπειτα να την ξεφορτωθεί. Η Κίζι δε θα ρίσκαρε ποτέ να γίνει το σεξουαλικό παιχνιδάκι ενός άντρα. Το γεγονός ότι είχε γίνει μάρτυρας του ξεπεσμού και της δυστυχίας της μητέρας της το εξασφάλιζε αυτό. «Θα δούμε» είπε εκείνος και κατέβασε το χέρι του στο πλευρό του. «Έχω ανυποχώρητη φύση.» «Επίσης έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου.»


Ο Ανδρέας γέλασε πικρά. «Μα το έχω κερδίσει αυτό το δικαίωμα. Δεν υπάρχουν πάρα πολλοί αυτοδημιούργητοι δισεκατομμυριούχοι στον κόσμο. Σίγουρα όχι πολλοί από εκείνους που μάζευαν κοπριές γαϊδάρων και δούλευαν σε ένα σουπερμάρκετ για πενταροδεκάρες πριν από το σχολείο, μόνο και μόνο για να επιβιώσουν.» Της χάρισε ένα ψυχρό, λοξό χαμόγελο. «Ο πατέρας μου δεν πίστευε στο πρόγευμα. Ούτε στη μόρφωση. Ειλικρινά, μια αγριόγατα θα με τάιζε καλύτερα.» Ο εγκέφαλος του Ανδρέα πάγωσε για μια στιγμή καθώς τα αυτιά του συνειδητοποίησαν τα λόγια που είχαν βγει από το στόμα του. Γιατί το είχε πει αυτό; Τώρα η Κίζι φαινόταν έντρομη και αμήχανη. Για κάποιο λόγο εκείνος είχε ξεχάσει τις άμυνές του. Δε συζητούσε ποτέ την οικογενειακή ιστορία του ούτε αναφερόταν στην προσωπική ζωή του. «Δεν υπάρχει λόγος να σοκάρεσαι» της είπε. «Μάλιστα, οι γονείς μου είχαν αρκετά χρήματα.» Παρέλειψε να αναφέρει ότι ο κληρονομημένος πλούτος της μητέρας του δεν εκτεινόταν στην αγάπη που εκείνος λαχταρούσε ως μικρό αγόρι. Ο μοναδικός φίλος και σύμμαχός του ήταν η εξαρτώμενη μικρή αδερφή του, η Καλλιστώ, και ο πατέρας του είχε πολύ διεστραμμένες απόψεις περί εργασίας για άνθρωπος που ζούσε τόσο καλά από την περιουσία της γυναίκας του. «Μολονότι τα περισσότερα πήγαιναν σε αλκοόλ εισαγωγής και πούρα» πρόσθεσε. Δίστασε για μια στιγμή, όμως χρόνια ολόκληρα διανοητικών παιχνιδιών σε αίθουσες δικαστηρίων τού επέτρεψαν να κρύψει την αποστροφή του πίσω από ένα απαθές πρόσωπο. Η Κίζι παρακολούθησε εμβρόντητη τον Ανδρέα να κάνει μεταβολή και να απομακρύνεται με ζωηρό βήμα. Το βλέμμα της διέτρεξε τη φαρδιά πλάτη του καθώς εκείνος πέταξε τη γραβάτα που είχε τσαλακώσει στη γροθιά του. Ακολούθησε το σακάκι του – μια μπλε μάζα, ριγμένη περιφρονητικά στα κρεμ καθίσματα μιας πολυτελούς σειράς καναπέδων, με την κόκκινη μεταξωτή φόδρα να έχει γλιστρήσει σαν λεκές στο αψεγάδιαστο δέρμα. Για μια στιγμή η Κίζι κόντεψε να λυπηθεί τον άντρα που είχε φιλήσει και να νιώσει οίκτο για το αγόρι που είχε υπάρξει κάποτε ο Ανδρέας, ένα μικρό, κοκαλιάρικο παιδί με σκούρα μαλλιά και βαθιά, λυπημένα μάτια. Όμως, η συμπόνια της ξεθώριασε γρήγορα καθώς θυμήθηκε το χαμίνι στη Ρόδο. Αν ο Ανδρέας ένιωθε τόσο φανερά πίκρα για την παιδική ηλικία του, πώς είχε μπορέσει να διώξει εκείνο το φτωχό παιδί; Από ντροπή; Από απέχθεια; Ή μήπως από ασπλαχνία, απληστία και την επιθυμία να εδραιώσει τη θέση του στην κοινωνική κλίμακα; Και εκείνη πού στο καλό είχε το μυαλό της; Η Κίζι προσπάθησε να αναλύσει τον λόγο για τον οποίο είχε επιτρέψει στον εαυτό της να πέσει τόσο εύκολα στην αγκαλιά του Ανδρέα. Η απάντηση φαινόταν αρκετά απλή. Μολονότι ο άνθρωπος δεν ήταν ανάγκη να προσπαθήσει πολύ με το χρήμα και την εμφάνιση που διέθετε, ο Ανδρέας Λαζαρίδης ήταν εξπέρ στην αποπλάνηση και είχε χρησιμοποιήσει πάνω της τις ικανότητές του με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Πρέπει να τη θεωρούσε την πιο εύκολη κατάκτησή του. Η Κίζι ήλπιζε ότι εξακολουθούσε να είναι υποψήφια για μια δουλειά έπειτα από αυτό το ταπεινωτικό επεισόδιο – για μια δουλειά που δε θα απαιτούσε να συναντιέται πολύ με τον Ανδρέα Λαζαρίδη σε καθημερινή βάση. Αν δεν ήταν όλα τόσο απαίσια, μπορεί να έμπαινε στον πειρασμό να βάλει τα γέλια με τη γελοία αφέλειά της γύρω από τους άντρες. Είχε πέσει στην αγκαλιά του Ανδρέα χωρίς ίχνος αντίστασης και εκείνος την είχε πετάξει παράμερα όταν απέδειξε αυτό που ήθελε. Και τι ήθελε να αποδείξει; Ότι η


Κίζι ήταν εύκολη – υπερβολικά εύκολη για να κρατήσει ικανοποιημένο περισσότερο από πέντε λεπτά έναν άντρα συνηθισμένο σε εκλεπτυσμένες γυναίκες. Εκείνη δεν είχε καταφέρει να κρατήσει το ενδιαφέρον του ούτε για ένα λεπτό! Τουλάχιστον η μητέρα της είχε περισσότερες δικαιολογίες για το γεγονός ότι είχε υπάρξει καταπιεσμένη και θύμα. Είχε υπομείνει τον απαίσιο γάμο της για να πετύχει κάτι. Δεν είχε καμία σχέση αυτό με τον πόθο και την έλξη. Το είχε κάνει για την ασφάλεια μιας στέγης, για ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, για μια θέση σε ένα καλό σχολείο. Η μητέρα της είχε θυσιάσει καθετί όμορφο στη ζωή της για να εξασφαλίσει αυτό που θεωρούσε ότι ήταν η καλύτερη ανατροφή για τη νόθα κόρη της: μια διεύθυνση, μια μόρφωση και μια θέση στην κοινωνία, έστω ταπεινή. «Κίζι Ντιν, θα έπρεπε να ντρέπεσαι για τον εαυτό σου» ψιθύρισε μέσα στο αεράκι και έπειτα κοίταξε γρήγορα ολόγυρα για να σιγουρευτεί ότι δεν την είχε ακούσει κανείς. *** «Ήταν πολύ πιο γρήγορο από όσο περίμενα» πληροφόρησε η Κίζι τον πρώτο αξιωματικό που της έκανε μια σύντομη περιήγηση στο αχανές, πολυτελές γιοτ. «Κοντεύουμε να φτάσουμε, λοιπόν;» Ο άντρας ένευσε νευρικά και ήταν φανερό πως θα ήθελε να βρίσκεται αλλού. Η Κίζι σκέφτηκε ότι ήταν σχεδόν τόσο τσιτωμένος όσο εκείνη, όμως αυτό δεν ήταν άξιο απορίας. Ο Ανδρέας μπορούσε να γίνει εντελώς κτήνος. Ή ίσως ήδη είχαν διαδοθεί στο γιοτ οι φήμες για εκείνη – ότι δηλαδή ήταν μπελάς. Παρ’ όλα αυτά, ούτε η δυσαρέσκεια για τον Ανδρέα, ούτε η τσουχτερή αμηχανία για το μπέρδεμά τους νωρίτερα μπόρεσαν να αμαυρώσουν την όμορφη θέα που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια της. Το γιοτ γλίστρησε χωρίς προσπάθεια σε έναν κόλπο με σχήμα πέταλου και καθάρια, ζαφειρένια νερά, που σταδιακά πήραν ένα πορφυρό χρώμα καθώς το φως της μέρας χανόταν. Ένα αρχαίο οχυρό στο χρώμα της ώχρας δέσποζε στον βερικοκί και ρόδινο ορίζοντα σαν μελαγχολικό ηφαίστειο. Οι προβολείς στη βάση του φώτιζαν τους θάμνους που το περιέβαλλαν με τέτοιο τρόπο, ώστε φαίνονταν να έχουν αρπάξει φωτιά. Γαντζωμένο στις άνυδρες, βραχώδεις πλαγιές, ένα συνονθύλευμα από λευκά, σαν κύβους ζάχαρης, κτίρια έπαιρναν θαμπές ασημένιες και γαλάζιες αποχρώσεις, αντανακλώντας τον παφλασμό του Αιγαίου και αναδίδοντας μια ευχάριστη δροσιά καθώς λαμπύριζαν και σπίθιζαν. Η Κίζι ένιωσε το κορμί της να πλημμυρίζει από απόλαυση. Ήταν λες και κάποιος είχε ρίξει το ασβεστωμένο χωριό στις απότομες πλαγιές και έπειτα το είχε αφήσει να κυλήσει μέχρι την άκρη του νερού σαν ουράνιο ζάρι. Ένα ρίγος έξαψης έκανε την καρδιά της να χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα. Η αστραφτερή, σαν στολισμένη με πετράδια θέα τής θύμισε πώς ήταν να είσαι μικρό παιδί. Έμοιαζε με βασίλειο των παραμυθιών – με ένα τέλειο, χριστουγεννιάτικο βασίλειο των παραμυθιών! Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή για να απολαύσει τον ψίθυρο των κυμάτων που έσκαγαν στην παραλία, αλλά τα άνοιξε γρήγορα όταν άκουσε το μακρινό βέλασμα ενός τράγου. Η Κίζι εντόπισε τα περήφανα κέρατα και το λυγερό κορμί του, μια σκούρα σιλουέτα, ακίνητη ανάμεσα στην γκρίζα μάζα των βράχων και τον εκθαμβωτικό πορτοκαλί και πορφυρό ουρανό. «Όμορφο.» Η Κίζι τινάχτηκε ξαφνιασμένη από τη φωνή του Ανδρέα πίσω της. Ο βαθύς τόνος του αντήχησε


στο κορμί της και στεκόταν τόσο κοντά της, ώστε ένιωθε τη ζεστασιά της ανάσας του στον σβέρκο της. «Ναι» είπε σφιγμένα, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή της, που είχε κοπεί από το απότομο πλησίασμά του. «Είναι η πιο εκπληκτική θέα που έχω δει ποτέ.» «Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο» μουρμούρισε απαλά εκείνος καθώς τα χέρια του γλίστρησαν γύρω από τη μέση της. «Είναι απολύτως σαγηνευτική.»


Κεφάλαιο 4 «Εδώ σταματάει για λίγο ο τρόπος ζωής του δισεκατομμυριούχου» ανήγγειλε ο Ανδρέας καθώς προχωρούσαν σε μια ξύλινη προβλήτα μες στο σούρουπο. Η Κίζι κοίταξε πίσω της το γιοτ, που δέσποζε στον κόλπο με την πολυτελή λευκή και χρυσαφιά λάμψη του. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι βρισκόταν στο κατάστρωμά του μόλις πριν από λίγα λεπτά, νιώθοντας τον βόμβο των μηχανών κάτω από τα πόδια της και το βροντοχτύπημα της καρδιάς της όταν ο Ανδρέας την άγγιξε ξανά. Η καμπύλη της μέσης της, εκεί που την είχαν κρατήσει τα χέρια του, είχε ακόμη την ανάμνηση του αγγίγματός του. Η επιδερμίδα της έκαιγε από την ευχαρίστηση που της είχε προκαλέσει η υπέροχη αίσθηση να βρίσκεται τόσο κοντά του. Ήταν ασυνήθιστη εμπειρία για εκείνη να την αγκαλιάσει οποιοσδήποτε – αλλά ο Ανδρέας Λαζαρίδης; Ήταν μια αίσθηση που ήταν προτιμότερο να μη συνήθιζε, είπε αυστηρά στον εαυτό της. Για τον Θεό, ήταν Έλληνας! Οι ζεστοί ευρωπαϊκοί λαοί αγγίζονταν συχνά μεταξύ τους. Ακόμα και οι άντρες φιλιόντουσαν ανοιχτά όταν χαιρετιόντουσαν. Ήταν ανόητη που επέτρεπε στον εαυτό της να φαντάζεται ότι ο Ανδρέας είχε το παραμικρό ενδιαφέρον για εκείνη ως γυναίκα. Την είχε φιλήσει μόνο για να ξεκαθαρίσει ποιος ήταν το αφεντικό εκεί γύρω. Και η Κίζι γνώριζε ποια ήταν η θέση της. Ήταν συνηθισμένη να βρίσκεται στο τέλος της ιεραρχίας. Με τα χρόνια, ο πατριός της είχε φροντίσει γι’ αυτό – μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να φροντίσει να μείνουν νόμιμα πάμπτωχες εκείνη και η μητέρα της μετά τον θάνατό του. Την Κίζι δεν την ένοιαξε καθόλου. Προτιμούσε να κοιμηθεί στο πεζοδρόμιο παρά να περάσει άλλη μία νύχτα κάτω από εκείνη τη στέγη. Όμως, η μητέρα της είχε υποφέρει πολύ εξαιτίας της παρωδίας που ήταν ο γάμος της – δεν της άξιζε να πεθάνει φτωχή, ήταν η ύστατη προσβολή. *** Η Κίζι σκεφτόταν ξανά, παρατήρησε ο Ανδρέας. Σιωπηλά, παρακολούθησε κάθε σύσπαση του προσώπου της, κάθε μικροσκοπική ιδιομορφία, περιμένοντας την πρώτη ένδειξη που θα αποδείκνυε ότι ήταν μια αδίστακτη τυχοδιώκτρια. Σίγουρα αναρωτιόταν πώς θα κατάφερνε να επιστρέψει στο γιοτ του έπειτα από την ηρωική άρνηση του ξενοδοχείου των πέντε αστέρων. Όμως, θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από μια πράξη ευσέβειας για να πειστεί ο Ανδρέας ότι εκείνη ήταν μια ταπεινή γυναίκα που συμβιβαζόταν με λίγα. Στην αρχή είχε αρνηθεί να δεχτεί καινούρια ρούχα από εκείνον, όμως δεν άργησε να ενδώσει. «Από δω θα πάρουμε το ταξί της Λίνδου ή θα συνεχίσουμε με τα πόδια» της είπε τραχιά στο τέλος της προβλήτας. «Ταξί;» Η Κίζι προστάτεψε τα μάτια της από τα φώτα του λιμανιού και, μισοκλείνοντάς τα, κοίταξε πέρα από τη συνωστισμένη ταβέρνα όπου πλησίαζαν. «Δε βλέπω δρόμο.» «Σωστά» της είπε ο Ανδρέας. «Δε χρειάζεται δρόμος.»


Χαμογέλασε μες στο σκοτάδι καθώς την οδήγησε σε μια γωνία και από κει σε μια σπηλιά, στον βράχο πίσω από την παραλία. Ήταν σκοτεινή και γεμάτη από γαϊδάρους με γουρλωμένα μάτια από την περιέργεια. «Αυτά είναι τα ταξί της Λίνδου» της ανήγγειλε. «Τριχωτά και θορυβώδη, αλλά έτοιμα να σε εξυπηρετήσουν.» Η Κίζι κοίταξε τις μουσούδες των ζώων, προσέχοντας ότι ο ιδιοκτήτης τους πηγαινοερχόταν κακόκεφος με μια αγκαλιά από κουβάδες. Άπλωσε το χέρι της στο κοντινότερο γαϊδουράκι και του έξυσε το τραχύ μέτωπό του. Το ζώο έκλεισε ευχαριστημένο τα μάτια του. «Φαίνονται κουρασμένα» μουρμούρισε η Κίζι και έκανε μεταβολή. «Ας περπατήσουμε.» Ο ιδιοκτήτης των γαϊδουριών γάβγισε μερικές γκρινιάρικες φράσεις και έπειτα πέταξε ένα ραγισμένο δερμάτινο χαλινάρι μπροστά στον Ανδρέα, σε ένα καφάσι. Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε έκπληκτος καθώς η Κίζι προχώρησε στο μονοπάτι απέξω. «Είσαι απολύτως σίγουρη γι’ αυτό;» Από πότε μια γυναίκα προχωρούσε πέρα από την προβλήτα χωρίς να παραπονεθεί; Εκείνος περίμενε πως θα άρχιζε την αναξιοπρεπή κλάψα επειδή θα κατέστρεφε τα Λουμπουτάν της. Έπειτα χαμογέλασε. Λίγο είχε λείψει να μην προσέξει το τέχνασμά της – φορούσε απλά, χαμηλοτάκουνα παπούτσια στα καλλίγραμμα πόδια της. Ήταν μια απλή σύμπτωση; Ή μια φυσική πρακτική σκέψη; Μπα, όχι, ο Ανδρέας δεν πίστευε κάτι τέτοιο. Απλώς η Κίζι ήταν πολύ, πολύ καλή σε αυτό το παιχνίδι. Όσο για τα πρακτικά παπουτσάκια της, είχαν κοστίσει τριακόσια ευρώ και ήταν διακοσμημένα με σιντέφι. Η Κίζι έπρεπε να κάνει κάτι καλύτερο από αυτό αν ήθελε να κρύψει τον αληθινό εαυτό της. «Πολύ βολικό» είπε, εντοπίζοντας ξαφνικά μια εύκολη ευκαιρία να ελέγξει κι άλλο το κουράγιο της Κίζι. «Ο Σταύρος μόλις με πληροφόρησε ξεκάθαρα ότι τα γαϊδούρια έχουν αποσυρθεί γι’ απόψε. Και πως δεν του καίγεται καρφί πόσα ευρώ έχω.» «Μπράβο του» είπε εκείνη και του χαμογέλασε περιφρονητικά προτού ανηφορίσει σε ένα εξαιρετικά απότομο και κακοτράχαλο μονοπάτι μες στο μισοσκόταδο. *** «Κάνουμε κύκλους;» μουρμούρισε η Κίζι μισή ώρα αργότερα και πίεσε με την τρεμάμενη παλάμη της το κλειδοκόκαλό της για να ξαναβρεί την αναπνοή της. Τα στενά μονοπάτια και τα σοκάκια της Λίνδου έσφυζαν από ζωή, όμως εκείνη δεν μπορούσε πια να εκτιμήσει τον συνδυασμό χρωμάτων, θορύβων και αρωμάτων της. Είχε σκάσει από τη ζέστη και ήταν πολύ κουρασμένη για να τη νοιάζει. Είχαν σκαρφαλώσει οδυνηρά απότομους, στενούς δρόμους, λειασμένους από τους αιώνες, και η Κίζι είχε σκοντάψει κάμποσες φορές προσπαθώντας να συμβαδίσει με τις μεγάλες δρασκελιές του Ανδρέα. Φυσικά είχε αρνηθεί την προσφορά του να κρατηθεί από το χέρι του – δε θα του έδινε την ευκαιρία να τη θεωρήσει αδύναμη.


Αρχαίες προσόψεις καταστημάτων, αψίδες και ετοιμόρροπα κτίρια σχημάτιζαν έναν αδιαπέραστο θόλο, που πρόσφερε μόνο φευγαλέες ματιές στον νυχτερινό ουρανό και κρατούσε τη ζέστη της μέρας σαν χοντρή κουβέρτα πάνω από τα κεφάλια τους. Η Κίζι αντιλήφθηκε ότι είχε αρχίσει να μπερδεύεται. Τα αστέρια που χόρευαν μπροστά στα μάτια της ήταν δίχως άλλο μια προειδοποίηση. «Είναι πολύ μακριά ακόμα;» κατάφερε να πει. Ο Ανδρέας γύρισε να την κοιτάξει, περιμένοντας να αντικρίσει μια συνοφρυωμένη κυριούλα που θα χτυπούσε το πόδι της ενοχλημένη, σουφρώνοντας τα χειλάκια της. Είχε αποφασίσει να συνεχίσει την εσκεμμένα παρατεταμένη περιήγηση του χωριού σε μια κυνική προσπάθεια να σπάσει το ηθικό της Κίζι, ίσως ακόμα και να την αναγκάσει να ξεσπάσει και να βγάλει από μέσα της την κακομαθημένη ντίβα που αναπόφευκτα ήταν. Όμως, τώρα που την έβλεπε, ήταν φανερό πως η γυναίκα δε θα άντεχε άλλο. Κοιτάζοντας το βαθύ βιολετί χρώμα των ματιών της, ο Ανδρέας κατάλαβε ότι ήταν πολύ αδύναμη ακόμα και για να τον εμποδίσει να παραμερίσει τη νοτισμένη τούφα μαλλιά, που είχε κολλήσει στο μέτωπό της. Τον πλημμύρισε ντροπή. Είχε αρχίσει και ο ίδιος να ζεσταίνεται και να αισθάνεται ενόχληση, κι εκείνος είχε μεγαλώσει σ’ αυτό το ζεστό κλίμα, ενώ η Κίζι… Ε, ήταν φανερό ότι πάσχιζε σκληρά, και το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο Ανδρέας ήταν να του λιποθυμήσει. Πρόσεξε ότι ήταν ακόμη ψύχραιμη, ότι δε βρισκόταν στα πρόθυρα της υστερίας όπως θα συνέβαινε με πολλές γυναίκες. Ήταν δυνατή, σωματικά και διανοητικά. Ο Ανδρέας κινδύνευε να εντυπωσιαστεί από αυτό. Όμως, τα χέρια της έτρεμαν. «Κοντεύουμε να φτάσουμε» της απάντησε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. «Όμως μπορούμε να σταματήσουμε για ένα αναψυκτικό…» «Όχι, μια χαρά είμαι» είπε εκείνη, κουνώντας αποφασιστικά το κεφάλι της. Έτριψε τη μέση της. «Σε ακολουθώ.» Η καρδιά της Κίζι βούλιαξε καθώς ο Ανδρέας έστριψε απότομα αριστερά και ανηφόρισε σε άλλο ένα κλειστοφοβικό σοκάκι, παρότι ήταν όμορφο με γεράνια και μπουκαμβίλιες σε αποχρώσεις που δεν είχε ξαναδεί ποτέ και που τονίζονταν από την αρχαία μπεζ πέτρα. Είχε αποφασίσει να παραμείνει ήρεμη, όμως τώρα ήταν τόσο κουρασμένη, ώστε, παρά τη θέλησή της, φούσκωσε μέσα της ένα ποτάμι δακρύων. «Φτάσαμε» ανήγγειλε ο Ανδρέας, στο μισοσκόταδο μιας εξαιρετικά σκοτεινής και ήσυχης γωνίας, την οποία στόλιζε μόνο ο στραπατσαρισμένος σκελετός ενός σκούτερ. «Μπορείς να χαλαρώσεις τώρα.» Πλάκα της έκανε; Δεν ήταν ό,τι καλύτερο στον κόσμο για μια άφραγκη γυναίκα στην Ελλάδα να είναι μόνη, εξουθενωμένη, ευάλωτη και έτοιμη να περάσει από μια μυστηριώδη πόρτα σε ένα έρημο στενοσόκακο. Ένας λογικός άνθρωπος θα της έλεγε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά από αυτή την επικίνδυνη κατάσταση. Η Κίζι το ήξερε αυτό, όμως τα γόνατά της έτρεμαν και ήταν τόσο κουρασμένη ώστε δεν την ένοιαζε πια τι θα της συνέβαινε. Με ένα κεφάλι που γύριζε, έγειρε πάνω στον τοίχο για να μη σωριαστεί κάτω. Ο Ανδρέας πάτησε μια σειρά από αριθμούς σε ένα πληκτρολόγιο τοποθετημένο σε μια εσοχή,


και μια βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Η Κίζι αντιλήφθηκε αόριστα ότι την οδήγησε σε έναν σκοτεινό, βραχώδη διάδρομο και πως στη συνέχεια βγήκαν σε έναν κλειστό χώρο που φωτιζόταν από το γλυκό φως ενός φαναριού. Ένα δυνατό χέρι είχε με κάποιο τρόπο τυλιχτεί γύρω από τη μέση της, ζεστό και ρωμαλέο. Η ευωδιά του γιασεμιού και των λεμονανθών πλημμύρισε τις αισθήσεις της καθώς μια θολή, στρογγυλή σκιά έτρεξε προς το μέρος τους, φλυαρώντας στα ελληνικά. Η Κίζι ένιωσε μικρά, δροσερά χέρια να την καθίζουν σε μια θέση με μαξιλάρι και σε λίγα δευτερόλεπτα άκουσε το κροτάλισμα από παγάκια καθώς κάποιος έβαλε ένα δροσιστικό ποτό στα χείλη της. Το υγρό ανακούφισε τον στεγνό λαιμό της καθώς τα μάτια της άρχισαν σταδιακά να εστιάζουν. Είδε μπροστά της το ανήσυχο πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας, της οποίας τα μάτια σπίθισαν καθώς χάιδεψε με τα παραμορφωμένα χέρια της τα φλογισμένα μάγουλα της Κίζι και έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας για το μέτωπό της που έκαιγε. Η γυναίκα τής πρόσφερε με προσοχή άλλη μια γουλιά από σπιτική λεμονάδα προτού ισιώσει την πλάτη της και κάνει μια καυτή φραστική επίθεση στον Ανδρέα, που πηγαινοερχόταν σιωπηλός γύρω τους. Ένα πικρό χαμόγελο μεταμέλειας άρχισε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του καθώς το δάχτυλο της γυναίκας ανεβοκατέβαινε γρήγορα, ταυτόχρονα με το έντονο κατσάδιασμα. Του γύρισε την πλάτη για να στρέψει ολόκληρη την προσοχή της στην Κίζι. «Συγγνώμη, τα αγγλικά μου όχι πολύ καλά.» Το χαμόγελό της ήταν ζεστό και απορημένο. «Σου δείξω δωμάτιό σου και έπειτα φας, ναι;» Η Κίζι αναστέναξε αμήχανη. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας και σας ευχαριστώ για τη λεμονάδα, ήταν ό,τι έπρεπε. Όμως φοβάμαι πως δεν μπορώ να μείνω εδώ.» «Αυτό που προσπαθεί να πει η δεσποινίς Ντιν, Ντορίντα» επενέβη σθεναρά ο Ανδρέας καθώς έγειρε στη ράχη του καθίσματος της Κίζι «είναι πως η μέρα ήταν κουραστική. Θα της δείξω εγώ το δωμάτιό της όταν συνέλθει. Ανυπομονούμε για το φαγητό που μας ετοίμασες.» Η Ντορίντα χαμογέλασε ευχαριστημένη καθώς ο Ανδρέας την έσπρωξε παιχνιδιάρικα προς την κατεύθυνση μιας ανοιχτής πόρτας στην περιστοιχισμένη από τοίχο αυλή. «Με έφερες σε πολύ δύσκολη θέση τώρα» ψιθύρισε βραχνά η Κίζι. «Σου είπα ότι δεν αντέχει το πορτοφόλι μου να μείνω σε ένα τέτοιο μέρος. Η Ντορίντα ήταν φιλόξενη και ευγενική και θα νιώσω αγενής αν φύγω.» «Τότε μείνε» είπε ο Ανδρέας ανασηκώνοντας ατάραχα τους ώμους του. «Θα με αναγκάσεις να σου το ζωγραφίσω, έτσι;» είπε εκείνη. «Δεν έχω χρήματα. Θα χρειαστεί να ζητήσω μια προκαταβολή από τον πρώτο μισθό μου μόνο και μόνο για να καλύψω την αποψινή βραδιά.» Έσφιξε τα χείλη της ταπεινωμένη και κοίταξε γρήγορα την περίπλοκη μεσαιωνική λιθοδομή του περίκλειστου κήπου, τα χάλκινα φανάρια και τα πολυτελή φυτά στις γλάστρες. «Υποθέτοντας βέβαια ότι ο μισθός μου για τον πρώτο μήνα θα καλύψει το κόστος ενός τέτοιου μέρους γι’ απόψε.» «Θα είναι παραπάνω από αρκετός» της είπε εκείνος χαμογελώντας. «Τα δωμάτια στη Βίλα Μανταλένα κοστίζουν πολύ λίγο, αν θες να ξέρεις.» «Μα νωρίτερα στο γιοτ είπες ότι κοστίζουν περίπου πεντακόσια ευρώ τη βραδιά!» «Πιστεύεις ότι σε αγνόησα κατά τη διάρκεια εκείνης της συζήτησης;» Ο Ανδρέας ανασήκωσε ερωτηματικά τα σκούρα φρύδια του. «Ειλικρινά, σου φαίνομαι για κάθαρμα που θα αγνοούσε τις εκπεφρασμένες επιθυμίες μιας κυρίας;»


«Δεν καταλαβαίνω.» Η Κίζι ένιωσε ξανά τα χέρια της να τρέμουν από τα νεύρα. «Καλωσόρισες στο σπίτι μου στη Λίνδο» είπε ο Ανδρέας και είδε την έκπληκτη έκφρασή της. «Ελπίζω να απολαύσεις τη διαμονή σου εδώ όπως την απολαμβάνω πάντα εγώ.» Την είδε να ανοίγει το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί και έπειτα να το ξανακλείνει απότομα. Δεν ήταν έτοιμη να αρνηθεί την προσφορά του για χάρη των αρχών της, λοιπόν; Η Κίζι ήπιε αργά μια γουλιά από τη λεμονάδα της καθώς ο εγκέφαλός της πάσχιζε να βρει έναν λογικό τρόπο για να ξεφύγει από αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα πιο αγχώδες από το να μοιραστεί ένα προσωπικό δείπνο με τον Ανδρέα Λαζαρίδη – εκτός από το να περάσει μια νύχτα κάτω από την ίδια στέγη μαζί του. Όμως ποια άλλη επιλογή είχε; Δεν μπορούσε να απορρίψει εύκολα τη γενναιόδωρη φιλοξενία του. Ο Ανδρέας είχε ενδώσει στις επιθυμίες της για το ξενοδοχείο και της πρόσφερε δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του. Ο άνθρωπος φερόταν με απολύτως αξιοπρεπή τρόπο, κάτι για το οποίο η Κίζι θα έπρεπε να νιώθει ευγνωμοσύνη. Αν κατάφερνε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της και να σκεφτεί λογικά για όλα, θα καταλάβαινε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απαίσια όσο φανταζόταν. Στο κάτω κάτω, πόσο δύσκολο θα ήταν να μείνει σε αυτό το φανταστικό μέρος; «Το σπίτι σου είναι ωραίο» κατάφερε να πει. «Και είμαι ευγνώμων για τη γενναιόδωρη προσφορά σου. Όμως, θα σου γίνω βάρος μόνο μέχρι να μπορέσω να εξασφαλίσω ένα κατάλληλο, δικό μου μέρος. Στο μεταξύ, θα είμαι όσο πιο διακριτική γίνεται και θα δουλέψω για τα έξοδά μου.» Σηκώθηκε όρθια και άπλωσε το χέρι της για να σταθεροποιήσει το άδειο ποτήρι της, που κλυδωνίστηκε πάνω στο τραπέζι. «Και μπορώ να αρχίσω βοηθώντας την Ντορίντα με το δείπνο.» «Όχι βέβαια!» Ο Ανδρέας σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε. «Η Ντορίντα δε θα συγχωρέσει κανέναν από τους δυο μας. Η κουζίνα είναι το αποκλειστικό βασίλειό της και είναι πολύ ιδιότροπη με τον χώρο της.» «Σε παρακαλώ, κάθισε ξανά κάτω» πρόσθεσε, λιγότερο τραχιά. «Πέρασαν μόνο λίγα λεπτά από τη στιγμή που ήρθες. Άσε το σώμα σου να συνέλθει.» *** Ο Ανδρέας παρακολούθησε την Κίζι να επιστρέφει αργά στη θέση της. Την έβρισκε σχεδόν αβάσταχτα ελκυστική, σε σημείο που της είχε ριχτεί σαν έφηβος στο γιοτ νωρίτερα, και στη συνέχεια την είχε φτάσει στα όρια της εξάντλησης, μόνο και μόνο για να δει πώς θα αντιδρούσε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν άσπλαχνος και αλαζόνας, όμως τώρα θα προσπαθούσε να επανορθώσει για τη συμπεριφορά του. «Διασχίσαμε τον πλανήτη σαν τρελοί τις τελευταίες δέκα ώρες, και μόλις σκέφτηκα ότι θα θες να τηλεφωνήσεις σε κάποιον, να τον ενημερώσεις πού βρίσκεσαι.» Γέλασε αμήχανα με το άγριο βλέμμα που του έριξε η Κίζι. «Στο κάτω κάτω, δε σε έχω απαγάγει.» «Εγώ έτσι νιώθω.» «Είσαι ελεύθερη να φύγεις όποτε θες» της είπε ο Ανδρέας, καταφέρνοντας να καταπνίξει μια αναπάντεχη αίσθηση εκνευρισμού. Η Κίζι δεν ήταν αιχμάλωτή του. «Η πόρτα είναι εκεί, μπορείς να φύγεις όποτε επιθυμείς.» «Μην παίζεις παιχνίδια μαζί μου, κύριε Λαζαρίδη» του αντιγύρισε απότομα εκείνη. «Ξέρεις πολύ


καλά πως δεν είχα άλλη επιλογή, και ήσουν εσύ εκείνος που επέμενε να με φέρει εδώ “για να με παρακολουθεί στενά” μέχρι να ξεκαθαρίσεις τα γελοία νομικά έγγραφά σου. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι με θεώρησες ικανή να βλάψω με τη θέλησή μου τον κύριο και την κυρία Αντωνίδη. Δε θα το έκανα ποτέ αυτό. Σημαίνουν πάρα πολλά για μένα.» «Θα θυμάσαι επίσης πως είπα ότι δεν μπορούσα να το ρισκάρω. Εξάλλου, θα ωφεληθείς και εσύ από αυτή τη συμφωνία. Σου εγγυώμαι μια καλή δουλειά σε κάποιον τομέα των επιχειρήσεών μου. Αν έμενες στο Πόρτσμουθ, η Ταβέρνα του Τίμι θα είχε ήδη βουλιάξει και εσύ θα βρισκόσουν σε πολύ χειρότερη θέση.» «Θα μπορούσα να στήσω στα πόδια του το μαγαζί αν μου έδινες την ευκαιρία.» «Όχι, δε θα μπορούσες. Είχε φτάσει στο σημείο να χρειάζεται διαχειριστή προτού καν το πουλήσει η οικογένεια Αντωνίδη. Τα χρέη ήταν αστρονομικά.» Η Κίζι δάγκωσε έξαλλη το εσωτερικό του κάτω χειλιού της. Υπήρχε κάποιο ψεγάδι στην επιχειρηματολογία του. Τι δεν της έλεγε; «Δηλαδή εσύ είσαι ένας πολύ πετυχημένος επιχειρηματίας;» τόλμησε να ρωτήσει. «Θα μπορούσες να το πεις έτσι» της απάντησε με ένα απαλό χαμόγελο. «Βγάζεις λεφτά με τη σέσουλα;» Ο Ανδρέας γέλασε με την τροπή που έπαιρναν οι ερωτήσεις της. «Ναι.» «Τότε για ποιο λόγο θέλεις να αγοράσεις ένα ναυαγισμένο εστιατόριο σε ένα κακόφημο μέρος του Πόρτσμουθ και, προφανώς, να ζημιωθείς οικονομικά από τη συμφωνία; Δεν είναι λογικό αυτό.» «Τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο απλά όσο φαίνονται.» «Ανακάλυψες πετρέλαιο στα θεμέλια;» τον ρώτησε η Κίζι. «Ή μια φλέβα καθαρού χρυσού;» Ο Ανδρέας την κοίταξε εξεταστικά για μια στιγμή, έχοντας στηρίξει το σαγόνι του στα ακροδάχτυλά του. «Έχεις πολύ ζωηρή φαντασία.» «Και εσύ δεν απάντησες στις ερωτήσεις μου.» «Ούτε πρόκειται να το κάνω. Δε δίνω αναφορά σε κανέναν για τις πράξεις μου.» Η Κίζι ανταποκρίθηκε με ένα περιφρονητικό τίναγμα του πιγουνιού της. «Λοιπόν» συνέχισε εκείνος πιο μαλακά και έβγαλε το κινητό της Κίζι από την τσέπη του παντελονιού του. «Σε κάποιον θα θέλεις να τηλεφωνήσεις.» «Όχι.» Η Κίζι έσφιξε τα χείλη της σαν να την είχαν τσούξει τα λόγια του. «Σε κανέναν.» «Σε κανέναν;» «Ε, αυτό δεν είναι αλήθεια πέρα για πέρα. Θα έπρεπε να τηλεφωνήσω στο υπόλοιπο προσωπικό της Ταβέρνας του Τίμι. Ξέρω ότι είναι όλοι εποχιακοί, αλλά είναι υπέροχοι άνθρωποι και δε θα ήθελα καθόλου να σκεφτούν ότι τους εγκατέλειψα όταν θα βρουν το μαγαζί κλειστό το πρωί.» «Αυτό το έχω ήδη φροντίσει.» «Τι σημαίνει το έχεις ήδη φροντίσει;» «Τους έστειλα επιταγές με κούριερ σήμερα το πρωί και υπέγραψαν όλοι μια δεσμευτική συμφωνία διακοπής της συνεργασίας μας. Θα χαρείς να μάθεις πως αποζημιώθηκαν γενναιόδωρα. Δεν υπήρξαν παράπονα.» «Κατάλαβα.» «Στους γονείς σου δε θέλεις να τηλεφωνήσεις;» «Έχουν πεθάνει.» Η Κίζι ίσιωσε την πλάτη της αμήχανα και κοίταξε το ποτήρι της για να


αποφύγει το βλέμμα του. «Και οι δύο. Η μητέρα μου πέθανε πριν από πέντε μήνες, από ηπατίτιδα.» «Λυπάμαι» είπε εκείνος ευγενικά. «Αδέλφια έχεις;» «Όχι.» «Κάποιον άλλο συγγενή; Κάποιο φίλο, ίσως;» «Μας αποκήρυξαν και οι δύο πλευρές των εξ αίματος συγγενών μας πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν ήμουν μωρό.» Το χαμόγελό της ήταν ψεύτικο. «Και η οικογένεια του πατριού μου μας πέταξε με τις κλοτσιές αμέσως μετά την ανάγνωση της διαθήκης του. Όσο για τους φίλους μου, έχουν δικά τους προβλήματα χωρίς καν να τους φορτώσω εγώ τα δικά μου. Όπως τόσο εύγλωττα τόνισες στο Λονδίνο, οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους. Εξάλλου, έχω συνηθίσει να φροντίζω εγώ τον εαυτό μου.» Άφησε απότομα το ποτήρι της κάτω. «Οι μόνοι άνθρωποι στους οποίους θέλω να τηλεφωνήσω είναι η οικογένεια Αντωνίδη. Όμως δε θα με αφήσεις να το κάνω. Δεν πιστεύεις ότι δε θα πληγώσω τους μοναδικούς ανθρώπους στον κόσμο που σημαίνουν κάτι για μένα, τους μοναδικούς που ενδιαφέρονται αν ζω ή αν πεθαίνω.» Ο Ανδρέας ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να αυξάνονται και τις τρίχες στον σβέρκο του να σηκώνονται μπροστά στον θυμό της. «Τότε τηλεφώνησέ τους» μουρμούρισε, υψώνοντας στο έπακρο τις ασυγκίνητες άμυνές του. Έσπρωξε το κινητό προς το μέρος της πάνω στο τραπέζι. «Όμως, θα ήθελα να ξέρω τι σκοπεύεις να τους πεις. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, δεν μπορώ να σε αφήσω να τα καταστρέψεις όλα.» Πέρασε το χέρι του ανάμεσα από τα πυκνά μαύρα μαλλιά του. «Δεν είμαι τέρας, Κίζι. Δεν το καταλαβαίνεις αυτό;» Η Κίζι υπνωτίστηκε από την ειλικρινή, αγανακτισμένη έκφρασή του. Για μια στιγμή κόντεψε να υποκύψει στα μάγια του. Έπειτα συνειδητοποίησε με ποιον μιλούσε και πετάχτηκε όρθια απότομα. «Τρόμαξες ένα πάμπτωχο παιδί, κύριε Λαζαρίδη. Ένα παιδί που ικέτευε για βοήθεια. Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την εικόνα του καθώς έτρεχε να σωθεί. Πώς υποτίθεται ότι πρέπει να αισθάνομαι για έναν άνθρωπο τόσο πλούσιο όσο εσύ που κάνει μια τόσο άκαρδη πράξη;» Ο Ανδρέας σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα του και έκανε με δυο δρασκελιές τον γύρο του τραπεζιού, έτσι που βρέθηκαν αντιμέτωποι. «Μιλάς ελληνικά;» τη ρώτησε έξαλλος, με προφορά πιο έντονη τώρα που είχε υψώσει τη φωνή του. «Ξέρεις ότι δε μιλάω» απάντησε η Κίζι. «Τότε δεν μπορείς να ξέρεις τι ειπώθηκε ανάμεσα σε εμένα και το παιδί.» «Διαφώτισέ με, λοιπόν.» Η Κίζι είχε γείρει πίσω το κεφάλι της για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Τον έστειλα αλλού προτού μπλέξει πραγματικά» απάντησε ο Ανδρέας με σφιγμένα δόντια. «Πού τον έστειλες; Σε κάποια πιο σκοτεινή γωνιά της κόλασης;» «Όχι.» Ο Ανδρέας κούνησε σοβαρός το κεφάλι του. Ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. «Στο Φως της Ελπίδας.» Άπλωσε το ηλιοκαμένο χέρι του και έπιασε σταθερά το πιγούνι της Κίζι, αναγκάζοντάς τη να αντικρίσει την ένταση που έκαιγε στα μάτια του. «Είναι μια χαμηλών τόνων φιλανθρωπική οργάνωση που διευθύνουν δύο ορθόδοξοι χριστιανοί, αδέλφια, στα σοκάκια. Ταΐζουν, ντύνουν και παρηγορούν οποιονδήποτε ανακαλύπτουν ότι έχει μεγάλη ανάγκη ή όποιον τους στέλνει κάποιος υποστηρικτής που εμπιστεύονται. Δυστυχώς, πρέπει να το κρατάνε μυστικό για να αποθαρρύνονται οι τζαμπατζήδες που θα έκαναν κατάχρηση της αποστολής τους. Είπα σε εκείνο το αγόρι το όνομά


μου και σ’ το έστειλα στο παγωτατζίδικο του Κάρλο. Σίγουρα τον τάισαν αμέσως και τώρα θα κοιμάται σε ένα καθαρό, ζεστό κρεβάτι.» Η Κίζι τον κοίταξε σοκαρισμένη. «Δεν ξέρω τι να πω.» «Θα ήμουν ευγνώμων αν μου ζητούσες συγγνώμη.» Ο Ανδρέας κατέβασε το χέρι του, εξακολουθώντας να νιώθει την απαλή, ζεστή, μεταξένια αίσθηση της επιδερμίδας της πάνω στη δική του. « Λυπάμαι πάρα πολύ.» Η φωνή της Κίζι ράγισε από την ντροπή. «Είπα κάποια ασυγχώρητα πράγματα. Αλλά ήμουν θυμωμένη.» «Υποθέτω πως ήθελες να πέσω ξερός» συμφώνησε εκείνος. «Δε σε κατηγορώ· αυτό το συναίσθημα ήταν που με έφερε σε επαφή με αυτούς τους δύο αδελφούς. Ο θυμός μπορεί να είναι καλό πράγμα αν διοχετευτεί κατάλληλα.» Η Κίζι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση της. «Όπως φαίνεται, μόνο θυμωμένη είμαι τώρα τελευταία. Και κουρασμένη, φυσικά.» «Τότε πρέπει να το αλλάξουμε αυτό.» Ο Ανδρέας κοίταξε ξανά το βαθύ βιολετί χρώμα των ματιών της. «Δεν υπάρχει λόγος να μην είναι αυτή μια καινούρια αρχή και για σένα. Αν δεν υπάρχει κανείς στην πατρίδα, ούτε συγγενής ούτε κάποιος ξεχωριστός…» Η Κίζι ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται, καθώς εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι του και ακούμπησε το στόμα του στο δικό της, τρυφερά και εξερευνητικά στην αρχή. Τα χείλη της μισάνοιξαν ανήμπορα να τον καλωσορίσουν και η Κίζι αισθάνθηκε να λιώνει πάνω στο μυώδες, ζεστό κορμί του. Έπρεπε να το σταματήσει αυτό, σκέφτηκε θολά, την ίδια στιγμή που το φιλί τους βάθυνε σε ένταση. Χώνοντας εύκολα το χέρι του κάτω από την μπλούζα της, ο Ανδρέας χάιδεψε την απαλή σάρκα της εκεί, αγγίζοντάς την ανάλαφρα, επιδέξια. Το κορμί του ήταν σκληρό και καυτό πάνω στο δικό της – και η Κίζι έπρεπε να σταματήσει. Έπρεπε να σταματήσει τη γλώσσα της να μπλέκεται τόσο ακόλαστα με τη δική του, και να καταπνίξει τη διαπεραστική ανάγκη που έσπρωξε τα στήθη της πάνω στο μυώδες στέρνο του. Όμως φαινόταν να μην μπορεί να σταματήσει. Και ίσως δε χρειαζόταν να σταματήσει. Ίσως απλώς δε θα σταματούσε.


Κεφάλαιο 5 Μια πόρτα που έτριξε επανέφερε την Κίζι στην πραγματικότητα. Ο Ανδρέας τράβηξε απότομα το στόμα του από το δικό της δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Άκουσε θορύβους έντονης δραστηριότητας γύρω από την πόρτα της κουζίνας και κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγουν ο ένας από την αγκαλιά του άλλου όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όμως είχε κοκαλώσει στη θέση της σαν λαγός μπροστά σε προβολείς αυτοκινήτου. Η φωνή της μόλις που ακούστηκε ψιθυριστά πάνω από τους ξέφρενους χτύπους της καρδιάς της: «Η Ντορίντα είναι! Λοιπόν, πώς αισθάνεσαι τώρα;». Η βαριά, βελούδινη φωνή του Ανδρέα προκάλεσε ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. «Θυμωμένη; Κουρασμένη;» Εκείνη δεν απάντησε. Αντιθέτως, ανάσανε βαθιά για να στηρίξει τον εαυτό της μπροστά στα συναισθήματα που λυσσομανούσαν μέσα της. Ένα κομμάτι της είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ο Ανδρέας μπορούσε να τη διαβάσει, να δει το ακαλλιέργητο πλάσμα που ήταν υπερβολικά πρόθυμο να ευχαριστήσει τους άλλους, που ήταν πολύ πεινασμένο, γεμάτο λαχτάρα για ανθρώπινη επαφή. «Πες το, Κίζι» της είπε, τραβώντας την απαλή, μαλακή κοιλιά της πάνω στο ολοφάνερο φούσκωμα της στύσης του. Άγγιξε ανάλαφρα με τη γλώσσα του την άκρη των χειλιών της και είδε τα βλέφαρά της να πεταρίζουν από τη διέγερση. «Παραδέξου ότι με θέλεις.» Η Κίζι βρισκόταν σε παραλήρημα. Καυτές αισθήσεις εκτοξεύονταν από το στόμα στα στήθη της και ανάμεσα στους μηρούς της. Ωστόσο ακόμα και μέσα σε αυτή τη σεξουαλική παραζάλη που κατέτρωγε το κορμί της, το μυαλό της εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται ότι η Ντορίντα βρισκόταν επικίνδυνα κοντά. Ενστικτωδώς, προσπάθησε να σπρώξει μακριά τον Ανδρέα – χωρίς επιτυχία. «Πες μου» είπε εκείνος και πέρασε ανάλαφρα τον αντίχειρά του πάνω από την τραχιά δαντέλα του σουτιέν της. «Δε θα σε αφήσω να φύγεις αν δε μου πεις πώς αισθάνεσαι.» Η επίδραση που είχε πάνω της και η παλίρροια των συναισθημάτων που απειλούσε να την κατακλύσει δεν έμοιαζαν με τίποτε από όσα είχε βιώσει μέχρι τότε. Το κορμί της δονούνταν από τη σεξουαλική έξαψη. Αισθανόταν μεθυσμένη. Ο Ανδρέας θα μπορούσε να της κάνει ό,τι ήθελε και η Κίζι ήξερε ότι θα χαιρόταν γι’ αυτό· θα ήταν αχόρταγη και θα καιγόταν για το παραμικρό άγγιγμά του. Το κορμί της κόντευε να λιώσει από την επαφή με το δικό του. Παγιδευμένη σε μια πρωτόγονη γυναικεία κατάσταση, πάσχισε να αντισταθεί σε έναν αβάσταχτο χείμαρρο ανάγκης. Έχοντας γίνει αδιάντροπη και αχαλίνωτη, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί τώρα ήταν πόσο λαχταρούσε την πρώτη εισβολή της σκληρής σάρκας του μέσα της. Όμως, κατά βάθος ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατον. Όχι με αυτόν τον άντρα. Όχι με τον νέο εργοδότη της, απ’ όλους τους ανθρώπους που υπήρχαν. «Ανδρέα, όχι.» Χαμήλωσε το πιγούνι της καθώς τον ένιωσε να τραβιέται πίσω με μια τρεμάμενη ανάσα. «Αισθάνομαι πολύ μπερδεμένη.» Εκείνος μελέτησε το αγχωμένο πρόσωπό της για μια στιγμή καθώς κατέβασε τα χέρια του, κι έπειτα ένα παντζούρι φάνηκε να κλείνει πίσω από τα μάτια του. Γύρισε και έκανε νόημα στην Ντορίντα που στεκόταν αμήχανη στις σκιές.


«Μπερδεμένη; Η καημένη η Κίζι!» Την οδήγησε πίσω στη θέση της πιάνοντάς την από τον αγκώνα, φαινομενικά ανυποψίαστος για το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της και το ρίγος της επίγνωσης που τη διέτρεχε. «Είμαι σίγουρος ότι πεινάς πολύ τώρα πια.» Της έκανε νόημα να καθίσει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μολονότι επίτηδες άγγιξε ανάλαφρα τον σβέρκο της με τα ακροδάχτυλά του. Ίσως ήταν μια υπενθύμιση ότι η δουλειά τους δεν είχε τελειώσει. *** Καθώς η Ντορίντα τους σέρβιρε πίτες, τζατζίκι και ελιές, ο Ανδρέας βρήκε την ευκαιρία να παρατηρήσει με ενδιαφέρον την Κίζι μπροστά σε έναν τρίτο άνθρωπο. Εκτός από τα τριάντα δευτερόλεπτα με τον Στέφανο στο γιοτ, εκείνη κατάφερνε να κοιτάζει αλλού, να απομακρύνεται και να τον σνομπάρει αδιάκοπα. Τώρα ήταν παγιδευμένη από την ίδια της την αίσθηση ευπρέπειας, από τους τρόπους καλής συμπεριφοράς. Βλέποντας τις δύο γυναίκες μαζί, παρατήρησε ότι η Ντορίντα χαμογελούσε. Η ηλικιωμένη οικονόμος ενέκρινε την Κίζι. Ο Ανδρέας το βρήκε ενδιαφέρον αυτό. Η Ντορίτα διέθετε έμφυτο ένστικτο για το αν ένας άνθρωπος είχε τα προσόντα να είναι ευπρόσδεκτος στο βασίλειο Λαζαρίδη. Ήταν προστατευτική σαν κλώσα όσον αφορούσε τον εργοδότη της. Ωστόσο κάθε φορά που η Κίζι κοίταζε το φαγητό της, η Ντορίντα τού έριχνε ένα σκληρό βλέμμα, με μάτια λαμπερά και χείλη σφιγμένα σαν λεπτή γραμμή από ατόφιο γρανίτη. Η Κίζι ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε φέρει στη Βίλα Μανταλένα, μια πράξη σημαντική από μόνη της. Όμως τώρα, βλέποντας τη σκληρή έκφρασή της, ήταν σίγουρος πως η Ντορίντα τούς είχε δει να φιλιούνται στη σκιά της αρχαίας συκιάς. Στα δικά της μάτια ένα φιλί ισοδυναμούσε με γάμο! Για κάποιο λόγο, η πιθανή επικείμενη καταιγίδα δεν του χάλασε το κέφι. Το αίμα έτρεχε στις φλέβες του για πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Βρήκε την αίσθηση απολαυστική. Ώστε η Ντορίντα πίστευε ότι η Κίζι ήταν η ερωμένη του; Αυτό μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του. Ομολογουμένως, κάποια στιγμή θα πλήρωνε για την ηθική του, το ήξερε αυτό, όμως τουλάχιστον σήμαινε ότι δε θα τους ενοχλούσε κανείς απόψε. Η οικονόμος του ήξερε πότε να εξαφανίζεται, γι’ αυτό ήταν σίγουρος. Η Βίλα ήταν πάντα ένα άσυλο, ένα μέρος εκπληκτικής γαλήνης μέσα στην οχλοβοή του χωριού, και τώρα… Τώρα είχε αποκτήσει μια αναζωογονητικά πρωτόγνωρη και ζωηρή πλευρά. Η Κίζι Ντιν είχε γύρω της μια συναρπαστική αύρα, σκέφτηκε ο Ανδρέας, μια τρεμουλιαστή ψευδαίσθηση αθωότητας και εύθραστης φύσης. Ε, λοιπόν, θα τη διέλυε αυτή την αύρα, αποφάσισε ο Ανδρέας. Απόψε θα την έκανε να σπαρταρίσει στο κρεβάτι του, θα έβγαζε από μέσα του μέχρι το πρωί την πανίσχυρη επιθυμία να την κατακτήσει. Τότε ίσως επέστρεφε η ζωή του στους κανονικούς ρυθμούς της. «Με αποκάλεσες Ανδρέα» είπε στην Κίζι, παρακολουθώντας την Ντορίντα να εξαφανίζεται πάλι στην κουζίνα. «Δύο φορές.» Η Κίζι έγινε κατακόκκινη. «Λυπάμαι γι’ αυτό, κύριε…»


«Μην απολογείσαι, το προτιμώ.» Ο Ανδρέας εισέπνευσε αργά, έχοντας απόλυτη επίγνωση της δυσφορίας της Κίζι, που έπαιζε με το πιρούνι της. «Είχαμε μια πολύ προσωπική επαφή για τέτοια τυπικότητα, δε νομίζεις;» Ευχήθηκε η Κίζι να τον κοιτούσε στα μάτια. «Και μπορείς να χαλαρώσεις χωρίς την Ντορίντα εδώ.» Έγειρε πάνω από το τραπέζι, προς το μέρος της. «Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα.» «Καλό αυτό» είπε η Κίζι με ελαφρώς πνιχτή φωνή. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν άλλη μία φορά. «Νομίζω ότι θα ήταν καλό να έχουμε ένα επαγγελματικό δείπνο, δε συμφωνείς; Θα φύγω από τα πόδια σου μέχρι αύριο και δε θέλω να γίνω βάρος περισσότερο από όσο είναι απαραίτητο.» «Εγώ θυμάμαι πως είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση προτού μας διακόψει η Ντορίντα, και ελάχιστη σχέση είχε με τη δουλειά ή με το αν είσαι μες στα πόδια μου.» Η Κίζι ξερόβηξε και έβαλε τα δυνατά της να αγνοήσει τον ολοφάνερο σεξουαλικό τόνο της φωνής του. «Νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να συζητήσουμε ποιο πιθανό ρόλο μπορώ να παίξω στις επιχειρήσεις σου, δε συμφωνείς;» «Μα δεν ξέρω για ποιο πράγμα είσαι ικανή» της είπε με μια πειραχτική λάμψη στα μάτια του. «Δε σε έχω δει να εργάζεσαι, οπότε πώς μπορώ να πάρω μια απόφαση;» «Θα μπορούσες να μου κάνεις μερικές ερωτήσεις» πρότεινε η Κίζι, νιώθοντας πιο τολμηρή. «Σαν να περνάω από συνέντευξη ίσως.» «Πολύ καλά» απάντησε ο Ανδρέας, παίρνοντας βαριεστημένη έκφραση. «Αφού επιμένεις να είσαι τόσο απίστευτα τσιτωμένη, θα παίξουμε το παιχνίδι σου το πολύ για δέκα λεπτά. Έχω βαρεθεί να δουλεύω.» Πράγμα που ήταν ψέμα, παραδέχτηκε, παρακολουθώντας τη. Πάντα δούλευε πάνω σε κάτι. Η ενέργεια και ο ακόρεστος δυναμισμός του τον είχαν κάνει αυτό που ήταν. Απόψε, όμως, ήθελε να παίξει έτσι για αλλαγή. «Εμπρός» είπε η Κίζι, με ένα χαμόγελο να χορεύει στα χείλη της. «Είμαι έτοιμη.» Ο Ανδρέας έμεινε σιωπηλός για λίγο, χαϊδεύοντας συλλογισμένος το σαγόνι του, κάνοντάς τη να περιμένει αρκετά, ώστε να κοκκινίσει από την αμήχανη σιωπή που προκάλεσε εκείνος ανάμεσά τους. «Τι εκπαίδευση έχεις;» «Ανώτατη!» απάντησε αμέσως η Κίζι. «Όχι» τη διόρθωσε. «Εννοούσα τι σπούδασες στο πανεπιστήμιο. Τι πτυχίο πήρες;» «Ω, συγγνώμη» μουρμούρισε η Κίζι. Πρώτο λάθος. «Τέχνες και Γράμματα.» «Δεν είναι και ο πιο πρακτικός κλάδος. Τι σκόπευες να κάνεις μετά; Να γίνεις βιβλιοθηκάριος;» «Δεν είχα κάνει τόσο μακρινά σχέδια» παραδέχτηκε αμήχανη η Κίζι και έπειτα συνειδητοποίησε ότι πρέπει να του φαινόταν εντελώς ανόητη. «Η μητέρα και οι καθηγητές μου με ενθάρρυναν να σπουδάσω ό,τι με ενδιέφερε περισσότερο, αφού δεν ήμουν σίγουρη τι ήθελα να κάνω. Έλεγαν πως αν είχα πάθος για το αντικείμενό μου, η σκληρή δουλειά και οι καλοί βαθμοί θα ήταν πολύ πιο εύκολοι. Μπορούσα να ανησυχήσω αργότερα για τη μελλοντική καριέρα μου.» «Και αυτή η συμβουλή αποδείχτηκε σωστή;» τη ρώτησε απαλά. «Λαμβάνοντας υπόψη την τωρινή κατάστασή σου;» «Μάλλον όχι.» Η Κίζι κοίταξε τα χέρια της. «Αλλά εκείνη την εποχή δεν είχα ιδέα ότι ουσιαστικά ήμαστε άφραγκες και ότι η μητέρα μου είχε πάρει τεράστια δάνεια. Αν το ήξερα, θα


ήμουν πολύ πιο ρεαλίστρια, θα είχα ακολουθήσει κάτι πιο πρακτικό. Ή δε θα είχα πάει καθόλου στο κολέγιο.» «Κατάλαβα.» Ο Ανδρέας κάρφωσε με το πιρούνι του μια γυαλιστερή μαύρη ελιά. «Όμως πήρες πολύ καλούς βαθμούς, γεγονός που αποδεικνύει ότι μπορείς να συγκεντρωθείς σε κάτι και να το φέρεις σε πέρας.» «Αγαπούσα τις σπουδές μου» του εξήγησε. «Μετανιώνω μόνο για το ότι, όπως έχουν τα πράγματα, οι πιθανότητες να βγάλω χρήματα από αυτές είναι ουσιαστικά μηδενικές. Και για το ότι η μητέρα μου θυσίασε πάρα πολλά.» «Πόσο χρόνων είσαι; Είκοσι δύο, είκοσι τριών;» «Είκοσι τεσσάρων.» Ο Ανδρέας πρόσεξε το κοκκίνισμα που εμφανίστηκε στον χλωμό λαιμό της. «Μη μου πεις ότι έμεινες δύο χρόνια στην Ταβέρνα του Τίμι! Σε αυτό το χρονικό διάστημα θα μπορούσες να βρεις μια καλύτερη δουλειά. Ή απλώς δεν ήθελες να μπεις στον κόπο;» «Δεν ήταν έτσι. Δούλεψα στην ταβέρνα μόνο λίγους μήνες πριν πουληθεί, ίσα για να ξελασπώσω.» Ο Ανδρέας έκανε τους υπολογισμούς. «Δηλαδή λείπει ένας ολόκληρος χρόνος από το βιογραφικό σου. Να υποθέσω ότι πρόκειται για μια χρονιά αναζητήσεων; Φτηνά κοκτέιλ και ελεύθερος έρωτας στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, ίσως;» Η Κίζι έσφιξε τα δόντια της εξαιτίας του τρόπου που φαινόταν να την κοροϊδεύει. «Δούλεψα ως προσωρινή γραμματέας για έναν χρόνο στο Πόρτσμουθ προτού πάω στο κολέγιο. Για να εξοικονομήσω χρήματα και να βοηθήσω τη μαμά μου. Δεν ήθελα να γίνομαι φόρτωμα.» «Όμως, δεν ήσουν αρκετά ανεξάρτητη ώστε να μην αναγκαστεί να δανειστεί για να σε βοηθήσει, έτσι;» Τώρα ο Ανδρέας το είχε παρακάνει. «Έμαθα για τα χρέη μετά τον θάνατό της. Τα κράτησε μυστικά από μένα. Μου είπε ότι αποταμίευε χρήματα όταν ζούσαμε με τον πατριό μου και πως δε χρειαζόταν να ανησυχώ. Επέμενε να αποκτήσω μια καλή μόρφωση και αυτοπεποίθηση ώστε να μη χρειαζόταν ποτέ να βασιστώ σε έναν άντρα όπως… όπως αναγκάστηκε να κάνει εκείνη.» Η Κίζι σταμάτησε για να ξαναβρεί την αναπνοή της, που έτρεμε από το συναίσθημα. «Και προτού σκεφτείς να πεις κάτι δυσάρεστο για τη μητέρα μου, πρέπει να ξέρεις ότι είχε κάνει λογικά σχέδια για την επιστροφή όλων εκείνων των χρημάτων. Εργαζόταν, κατάφερνε να πληρώνει τις δόσεις… και ήταν μόνο σαράντα δύο ετών. Υποθέτω πως δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι επρόκειτο να πεθάνει.» Ο Ανδρέας την κοίταξε. Τα μάτια της μπορεί να ήταν θυμωμένα και επιθετικά, αλλά επίσης γυάλιζαν από τα δάκρυα. «Είπες ότι πέθανε πριν από πέντε μήνες;» Κοίταξε διακριτικά αλλού καθώς ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Κίζι. Γνώριζε πολύ καλά τον πικρό πόνο από τον οποίο υπέφερε εκείνη και πόσο πολύ δε θα ήθελε ο ίδιος να τον δει κάποιος να κλαίει. «Επομένως πενθείς ακόμη. Με συγχωρείς.» Η Κίζι ανακουφίστηκε όταν είδε την Ντορίντα να έρχεται από την κουζίνα, κρατώντας μια τεράστια πήλινη γάστρα. Η Ντορίντα κοίταξε την Κίζι και έπειτα έριξε στον Ανδρέα ένα βλέμμα γεμάτο κατηγόρια προτού αφήσει με θόρυβο το φορτίο της στο τραπέζι, ανάμεσά τους.


«Κλέφτικο» ανακοίνωσε αγριωπά η ηλικιωμένη γυναίκα και έφυγε, αφού όμως πρώτα τίναξε απότομα την πετσέτα της προς το μέρος του Ανδρέα χωρίς να τη δει η Κίζι. «Δε ρώτησα αν είσαι χορτοφάγος» είπε εκείνος καθώς σήκωσε το καπάκι της γάστρας και τινάχτηκε προς τα πίσω εξαιτίας μιας ριπής ατμού. «Είναι αρνάκι με λαχανικά.» «Καλό ακούγεται» απάντησε η Κίζι. «Ας επιστρέψουμε λοιπόν σε αυτά που λέγαμε νωρίτερα.» Της έβαλε μια τεράστια μερίδα φαγητό στο πιάτο της. «Έχω περιέργεια να μάθω πώς κατέληξες στην Ταβέρνα του Τίμι. Αν δεν είναι πολύ αδιάκριτη η ερώτηση.» «Κάθε άλλο.» Ο Ανδρέας είχε κάθε δικαίωμα να ενδιαφέρεται για την πολύ φτωχή καριέρα της και η ίδια έπρεπε να συνέλθει και να φερθεί σαν επαγγελματίας. «Η μαμά δούλεψε ως σερβιτόρα για την οικογένεια Αντωνίδη όταν φύγαμε από το σπίτι του πατριού μου. Βρήκε διαμέρισμα εκεί κοντά, ενώ εγώ σπούδαζα. Τη βοηθούσα κάπου κάπου και πιο πολύ όταν αποφοίτησα, για να την καλύπτω όταν άρχισε η ασθένειά της.» Ο Ανδρέας πρόσεξε τη θλίψη της. «Με το μαλακό, δεν πειράζει.» «Όταν πέθανε, ήρθαν όλα στο φως – συμπεριλαμβανομένων των χρεών που κληρονόμησα. Δεν άντεχα οικονομικά να μείνω στο διαμέρισμα και αναγκάστηκα να πουλήσω σχεδόν όλα όσα υπήρχαν μέσα. Ο Τεό και η Άννα με λυπήθηκαν, με προσκάλεσαν στο σπίτι τους και μου φέρθηκαν σαν να ήμουν κόρη τους. Τους το ξεπλήρωσα με τον μόνο τρόπο που μπορούσα – δουλεύοντας στο εστιατόριό τους.» Η Κίζι αναστέναξε. «Όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα τους τελευταίους έξι μήνες. Τους οφείλω πάρα πολλά.» Ο Ανδρέας κουνήθηκε με δυσφορία στην καρέκλα του. Όπως φαινόταν, η οικογένεια Αντωνίδη έπαιζε τον ρόλο του Καλού Σαμαρείτη σε όλη τη ζωή της. «Τότε αναμφίβολα θα χαρείς να μάθεις ότι τώρα δεν έχουν ανάγκη από τίποτα. Η καλοσύνη τους όλα αυτά τα χρόνια ανταμείφθηκε και έχουν την ονειρεμένη συνταξιοδότηση που τόσο πολύ τους αξίζει.» «Και βέβαια χαίρομαι» συμφώνησε γρήγορα η Κίζι. «Ίσως τώρα μπορείς να καταλάβεις γιατί δε θα τους πλήγωνα ποτέ. Είναι σαν γονείς για μένα.» «Τότε δε θα διστάσεις να υπογράψεις μια ακλόνητη συμφωνία ως προς αυτό.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε ικανοποιημένος καθώς πήρε λίγο από το παραδοσιακό ελληνικό φαγητό. «Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να ετοιμάσουμε ένα προσχέδιο μετά το Σαββατοκύριακο και έπειτα να ξεχάσουμε εκείνο το φοβερό εστιατόριο.» Η Κίζι στύλωσε το πιγούνι της στο χέρι της σκεφτική. «Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς ανακατεύτηκες εσύ σε όλο αυτό. Γιατί η εταιρεία Ηλιάδες Ιντερνάσιοναλ αγόρασε ένα “ναυάγιο”, όπως το χαρακτήρισες; Οι τιμές των ακινήτων σε εκείνη την περιοχή του Πόρτσμουθ δε θα ήταν ποτέ αρκετές για τη φανταστική βίλα που μόλις αγόρασαν στην Κύπρο, για να μην αναφέρω το εξοχικό στη λίμνη Κόμο και το ταχύπλοο. Εσύ είπες ότι τα χρέη τους ήταν αστρονομικά.» Ο Ανδρέας ανασήκωσε το μαύρο φρύδι του. «Τώρα πια δεν είναι δική σου δουλειά. Και δε θέλω καθόλου να τσακωθούμε πάλι αν επιμένεις να θίξεις αυτό το θέμα.» Ο Ανδρέας γέμισε τα ποτήρια και των δυο τους με κρασί. «Για να επιστρέψουμε σε αυτά που έλεγες προηγουμένως, φαίνεται ότι είσαι καλά πληροφορημένη για τα μεσιτικά. Όμως, δεν έχω πειστεί ότι γνωρίζεις ορισμένες πλευρές του νόμου.» «Ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά…» «Ξέχνα τη συνέντευξη, πέρασαν τα δέκα λεπτά σου.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε νωχελικά και


ευχαριστήθηκε όταν πρόσεξε ότι η Κίζι χαλάρωσε λιγάκι. «Είπες ότι κληρονόμησες χρέη από τη μητέρα σου, οπότε να υποθέσω ότι είχες συνυπογράψει; Δεν μπορεί να ήσουν κατάλληλη εγγυήτρια, έτσι δεν είναι;» Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. «Η μητέρα σου πρέπει να σου ζήτησε να υπογράψεις κάτι. Μήπως σου το παρουσίασε ως κάτι άλλο;» «Όχι, ποτέ. Τι άνθρωπος νομίζεις ότι ήταν; Δε θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα.» Το πιρούνι της Κίζι έπεσε κροταλίζοντας στο τραπέζι, καθώς τον κοίταξε έντρομη. «Ποτέ δεν υπέγραψα κάτι τέτοιο. Δεν είχα καν συνυπογράψει το μισθωτήριο του σπιτιού μας. Με είχε κρατήσει μακριά από όλα αυτά.» «Τότε δεν μπορεί να έχεις κληρονομήσει τα χρέη της. Ο νόμος δε λειτουργεί έτσι. Μπορεί να μην είναι τέλειος, αλλά έχει προοδεύσει πολύ από τον Μεσαίωνα. Η εταιρεία δανεισμού, η τράπεζα, όποιο ίδρυμα και αν της έδωσε χρήματα, πρέπει να τα ξεχάσει αν δεν καλύπτονται από την ατομική περιουσία της. Να υποθέσω ότι δεν έχει μείνει τίποτα;» Η Κίζι ένευσε αργά. «Ε, τότε αυτά είναι εξαιρετικά νέα!» Ο Ανδρέας σήκωσε θριαμβευτικά το ποτήρι του. «Δε χρωστάς, ό,τι και αν σου έχει πει οποιοσδήποτε άλλος. Σε μια νέα, ελεύθερη ζωή!» «Δεν ήταν ακριβώς ιδρύματα» μουρμούρισε η Κίζι. «Τι εννοείς;» «Δυστυχώς, οι συμβατικοί δανειστές δεν ενδιαφέρονταν για την περίπτωσή της. Ακολούθησε μια εναλλακτική οδό – στη σκοτεινή πλευρά της οικονομίας.» «Τους τοκογλύφους» είπε απερίφραστα ο Ανδρέας. Η Κίζι ένευσε καταφατικά. «Δεν πειράζει, όμως, ειλικρινά» πρόσθεσε βιαστικά. «Τους αποπληρώνω σταδιακά, μολονότι χρειάστηκε να πάρω δάνειο από την τράπεζα για να τακτοποιήσω κάποιες δόσεις – προτού ανέβουν πάλι οι τόκοι.» Το ανέκφραστο πρόσωπό του έκανε τη φωνή της να τρεμουλιάσει. «Καταλαβαίνω ότι με περνάς για πολύ ανόητη, αλλά αν δεν το έκανα αυτό τώρα, μάλλον θα μου έλειπαν μερικά μέλη.» Έσπρωξε πέρα το πιάτο της καθώς η θερμοκρασία φάνηκε να πέφτει μερικούς βαθμούς. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω – ήταν προτιμότερο να τα μάθει όλα ο Ανδρέας. «Σαν να μην έφτανε αυτό, η μαμά δανείστηκε και από τους περισσότερους φίλους της. Κατά έναν τρόπο, αυτά τα χρέη είναι χειρότερα γιατί υπάρχει η ηθική υποχρέωση να τα επιστρέψω. Δε θα μπορούσα να κοιμηθώ τη νύχτα αν δεν ξεπλήρωνα και την τελευταία πεντάρα.» Η Κίζι σήκωσε το βλέμμα της στον κατάμαυρο νυχτερινό ουρανό πάνω από το τραπέζι της αυλής. «Θα φτάσω και εκεί τελικά, αν και δεν τους πειράζει να περιμένουν μέχρι να σταθώ ξανά στα πόδια μου. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι πολύ καλοί άνθρωποι στον κόσμο. Όμως η τράπεζα και οι ντόπιοι κακοποιοί δεν είναι τόσο εξυπηρετικοί.» Καθώς πάσχιζε να αντιμετωπίσει το σοκ για την οικονομική κατάσταση της Κίζι, ο Ανδρέας αναρωτήθηκε αν ανταποκρινόταν στην περιγραφή της. Άραγε η Κίζι Ντιν τον θεωρούσε καλό άνθρωπο; Μάλλον όχι, σκέφτηκε, νιώθοντας ένα ανεξήγητο τσίμπημα θλίψης. Όμως, γιατί να τον θεωρεί καλό; Σίγουρα τον έβαζε στην ίδια άσπλαχνη κατηγορία με τους δανειστές της.


«Πόσα;» τη ρώτησε. «Πόσα χρωστάς συνολικά;» Η Κίζι γούρλωσε τα μάτια της από αμηχανία – ευχήθηκε να μην είχε πει τίποτα. «Περίπου τριάντα χιλιάδες λίρες, πέντε από αυτές στην τράπεζα.» «Αυτά είναι όλα;» «Σταγόνα στον ωκεανό για σένα» είπε αμήχανα η Κίζι. «Όμως εμένα θα μου πάρει μια ζωή να τα επιστρέψω. Και αν δεν πληρώσω τη δόση της επόμενης εβδομάδας, θα ανέβουν κατά δύο χιλιάδες. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί ανησυχούσα για τον λογαριασμό του ξενοδοχείου;» «Τότε πρέπει να επικεντρωθείς στην τράπεζα και να ξεχάσεις τους τοκογλύφους» είπε σθεναρά ο Ανδρέας. «Δεν μπορούν να σε βρουν εδώ, Κίζι, εκτός αν κάνεις κάτι ανόητο και τους πεις πού βρίσκεσαι. Όμως, οι αξιολογήσεις φερεγγυότητας σε ακολουθούν όπου και αν πας. Ξέχνα τους κακοποιούς, θα χάσουν το ενδιαφέρον τους όταν καταλάβουν ότι ο εύκολος στόχος τους εξαφανίστηκε.» «Μα απείλησαν να βάλουν φωτιά στο εστιατόριο.» Ο Ανδρέας ανασήκωσε τους ώμους του. «Ε, θα γλιτώσω μερικές χιλιάδες για το κόστος της κατεδάφισης.» «Ό,τι έχω βρίσκεται σε εκείνο το μέρος!» «Είναι μόνο τούβλα και κονίαμα, Κίζι. Το εστιατόριο είναι ρημαγμένο, με υγρασία και καταδικασμένο. Ξέχνα το.» «Εννοούσα τα δικά μου πράγματα, προσωπικά αντικείμενα, φωτογραφίες των γονιών μου, τα πράγματα που με κάνουν αυτή που είμαι. Δεν είναι πολλά, αλλά είναι τα μόνα που μου έχουν απομείνει για να αποδεικνύω ποια είμαι, από πού κατάγομαι.» «Έχουν ήδη αποθηκευτεί» είπε ο Ανδρέας και απέφυγε τα απορημένα μάτια της. Είχε αρχίσει να συγκινείται από την οδύνη στη φωνή της, από τον πόνο που ήταν φανερό ότι ένιωθε η Κίζι στην προοπτική να χάσει εκείνα τα λίγα συναισθηματικής αξίας μπιχλιμπίδια, και δεν του άρεσε καθόλου αυτή η αίσθηση. «Δεν είναι τόσο απλό» είπε η Κίζι με ένα ίχνος αγανάκτησης. «Ξέρουν ποιοι είναι οι φίλοι της μητέρας μου. Και οι δικοί μου. Ένας από αυτούς μόλις απέκτησε μωρό και…» τα λόγια της έγιναν ένας βραχνός ψίθυρος «…είπαν ότι θα κάνουν σε όλους μια “επίσκεψη” αν δεν τους αποπληρώσω ή αν μιλήσω στην αστυνομία.» Ο Ανδρέας έβρισε θυμωμένος στη γλώσσα του και άρπαξε το κινητό που βρισκόταν ακόμη στο τραπέζι, ανάμεσά τους. «Συνήθως πώς πληρώνεις αυτά τα κτήνη;» «Έρχονται στο εστιατόριο κάθε Πέμπτη μετά το κλείσιμο. Όταν είμαι μόνη μου.» Η Κίζι αναστέναξε δυστυχισμένη. «Δέχονται μόνο μετρητά.» Ο Ανδρέας απομακρύνθηκε από το τραπέζι και έκανε μερικά τηλεφωνήματα στο ήσυχο σκοτάδι της αυλής. Όταν τέλειωσε, οι παλάμες της Κίζι ήταν ιδρωμένες και παγωμένες, ενώ η καρδιά της χτυπούσε ενοχλητικά δυνατά στο στήθος της. «Κανονίστηκαν όλα.» Ο Ανδρέας κάθισε ξανά στην καρέκλα του και άφησε το τηλέφωνο πίσω στο τραπέζι. «Τι εννοείς;» «Ας πούμε ότι οι τοκογλύφοι θα ικανοποιηθούν όπως πρέπει όταν θα εμφανιστούν την Πέμπτη. Κανόνισα γι’ αυτούς ένα μικρό πάρτι καλωσορίσματος.» Της έριξε μια προειδοποιητική ματιά. «Το θέμα με αυτούς έχει τελειώσει. Έβαλα χρήματα στον λογαριασμό σου ώστε να καλυφθεί το δάνειο


της τράπεζας και τα προσωπικά δάνεια που χρωστάς για λογαριασμό της μητέρας σου. Επίσης υπάρχουν εκεί μερικά έξτρα χρήματα για να πληρωθούν τα τηλέφωνα που μόλις έκανα.» Το κεφάλι της Κίζι άρχισε να γυρίζει. «Δεν ξέρω τι να πω, εκτός από ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Όμως, γιατί τα έκανες όλα αυτά για μένα;» «Γιατί;» επανέλαβε εκείνος απότομα. «Όπως είπες, τα χρήματα δε σημαίνουν τίποτα για μένα, και όλη αυτή η δυστυχία και η ανησυχία εκ μέρους σου έχει αρχίσει να γίνεται εξαιρετικά κουραστική. Δε χρειάζεται να θίξουμε ξανά αυτό το οικτρό επεισόδιο.» Πρόσεξε πώς τινάχτηκε η Κίζι με τα σκληρά λόγια του, όμως ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορούσε να εξηγήσει την ενστικτώδη αντίδρασή του στη δύσκολη θέση της. Εξάλλου, δεν ήταν ανάγκη να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις του σε κανέναν – ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Θα αντιμετώπιζε τη μεθυστική έλξη που ένιωθε γι’ αυτή τη γυναίκα, η οποία τον μπέρδευε και του αποσπούσε την προσοχή από τη δουλειά του όπως τίποτε άλλο μέχρι τότε. Ο Ανδρέας δεν είχε χρόνο για σχέση – υπήρχε δουλειά που έπρεπε να γίνει, σημαντική δουλειά, όπως ο προγραμματισμός εκ νέου εκείνου του άκαρπου ραντεβού στο Λονδίνο. Σειρά είχε το Παρίσι και η Ρώμη. Όσο πιο γρήγορα έβγαζε την Κίζι από τον οργανισμό του, τόσο το καλύτερο. «Πρέπει να τρως περισσότερο.» Κοίταξε το παραμερισμένο πιάτο της. «Έτσι όπως πας, θα εξαφανιστείς.» «Όχι δα» είπε χαμογελώντας εκείνη. «Υπήρχαν πάντα αποφάγια στην κουζίνα του εστιατορίου για να τσιμπάω, οπότε έχω αρκετά αποθέματα για να περάσω έναν αρκτικό χειμώνα.» Ο Ανδρέας έσφιξε συλλογισμένος τα χείλη του. Αποφάγια… αποθέματα… Η Κίζι δεν ήταν σε καλύτερη θέση από το χαμίνι στη Ρόδο, σκέφτηκε με οργή που μεγάλωνε ολοένα και πιο πολύ. Ήταν ένα θύμα της φτώχειας, του εγκλήματος και της ανάλγητης απόρριψης στα χέρια της οικογένειας του πατριού της. Η οικογένεια. Έσφιξε το σαγόνι του, διώχνοντας μακριά τις πικρές αναμνήσεις της δικής του βασανιστικής πείνας και της εικόνας της αδελφής του να σφίγγει με τα χέρια της τη μικροσκοπική κοιλιά της καθώς μασουλούσε τα ψίχουλα που κατάφερνε ο Ανδρέας να βρίσκει για εκείνη. «Δε θα ήθελα να δω αυτές τις καμπύλες να χάνονται» παρατήρησε, κρύβοντας τον πόνο του. «Έχουν πολύ ενδιαφέρουσα επίδραση πάνω μου.» Η Κίζι έγινε κόκκινη σαν αστακός. «Δε νομίζω ότι…» «Μάλιστα» συνέχισε εκείνος, ξεκουμπώνοντας αδιάφορα το δεύτερο κουμπί του πουκαμίσου του «θα ήθελα να ανανεώσω τη γνωριμία μου μαζί τους.» «Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ ανάρμοστο» είπε η Κίζι. «Υποτίθεται ότι θα μιλούσαμε για τη δουλειά.» «Συμφωνήσαμε για δέκα λεπτά, σωστά;» Ο Ανδρέας έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε όρθιος, ενώ ένα αργό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. «Και έπειτα έβγαλα από τη μέση όλες τις οικονομικές ανησυχίες που είχες, επομένως πρέπει να νιώθεις πολύ πιο χαλαρωμένη.» Η Κίζι κοίταξε με ξαφνιασμένη έκφραση τα σαγηνευτικά μάτια του. Έσπρωξε αμήχανη την καρέκλα της προς τα πίσω. «Θα πάω τα πιάτα στην κουζίνα και θα βοηθήσω την Ντορίντα.» «Η Ντορίντα έφυγε γι’ απόψε» την πληροφόρησε ο Ανδρέας. «Είμαστε μόνοι μας εδώ.» Η καρδιά της Κίζι χτυπούσε τόσο δυνατά ώστε ήταν σίγουρη πως ακουγόταν στη βαριά,


ηλεκτρισμένη σιωπή που αιωρούνταν ανάμεσά τους. «Δε θέλω να φανώ αγνώμων έπειτα από όλα όσα έκανες για μένα. Αλλά θα ήθελα να μάθω τι δουλειά πρόκειται να κάνω εδώ ώστε να μπορέσω να σε ξεπληρώσω.» «Τι δουλειά θέλεις;» ρώτησε εκείνος, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Αυτό είναι γελοίο» του απάντησε, απογοητευμένη. «Πώς μπορώ να απαντήσω σε κάτι τέτοιο; Δεν ξέρω τίποτα για τις επιχειρήσεις σου εδώ.» «Κυρίως ασχολούμαι με ακίνητα» της απάντησε γρήγορα. «Με πωλήσεις πολυτελών ακινήτων, ενοικιάσεις και τις σχετικές οικονομικές και διαχειριστικές απαιτήσεις. Οι νομικές και ναυτιλιακές υποθέσεις μου διεξάγονται κυρίως στη Ρόδο. Έπειτα υπάρχουν και κάμποσα άλλα εγχειρήματα στην περιοχή.» Προτού προλάβει να απαντήσει η Κίζι, ο Ανδρέας έκανε τον γύρο του τραπεζιού και έπιασε και τους δύο καρπούς της. Τράβηξε απαλά το κορμί της πάνω στο μυώδες δικό του, φέρνοντάς την τόσο κοντά, ώστε σχεδόν γευόταν τη γρήγορη ανάσα της στη γλώσσα του. «Όσο με αφορά, μπορείς να κάνεις όποια δουλειά σου αρέσει, Κίζι. Διάλεξε εσύ. Πες μου τι μισθό θέλεις. Τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία, γιατί έτσι κι αλλιώς δε θα δεχτώ δεκάρα από σένα. Όμως, υπάρχει ένας συγκεκριμένος ρόλος που θα ήταν τέλειος για σένα, ένας ρόλος στον οποίο ξέρω ότι θα διαπρέψεις και θα σε ικανοποιήσει.» Η Κίζι έκλεισε τα μάτια της και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή καθώς εκείνος χαμήλωσε το στόμα του και έτριψε τα γεμάτα χείλη του δελεαστικά πάνω στα δικά της, βασανίζοντάς τη με ένα άγγιγμα τόσο ανάλαφρο όσο τα φτερά της πεταλούδας. Την πλημμύρισε ο πόθος καθώς ένιωσε τον καυτό ανδρισμό του να ακουμπάει τολμηρά στον αφαλό της. «Μπορείς να γίνεις η πολύ προσωπική βοηθός μου.» Η αναπνοή τους έγινε πιο τραχιά καθώς άφησε τους καρπούς της Κίζι και γλίστρησε τα χέρια του στα οπίσθιά της, τραβώντας την ακόμα πιο σφιχτά πάνω του. «Και η ερωμένη μου.»


Κεφάλαιο 6 «Τι είπες;» ρώτησε με μια άναρθρη κραυγή έκπληξης η Κίζι. Ο Ανδρέας χαμογέλασε. «Με άκουσες» είπε. «Θέλω να γίνεις η ερωμένη μου.» Η σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό του και ο τρόπος με τον οποίο ξαφνικά τα μάτια του είχαν μισοκλείσει και είχαν γίνει πιο σκούρα απ’ όσο μπορούσε ποτέ να φανταστεί η Κίζι την έπεισαν ότι δεν είχε φανταστεί αυτό που της είχε προτείνει. Η αυξανόμενη θερμοκρασία του κορμιού του πάνω στο δικό της και η τώρα πια επίμονη πίεση της στύσης του στην κοιλιά της φανέρωναν μια πολύ έντονη αντρική πείνα, η οποία έκανε το σώμα της να ανταποκριθεί παρά τη θέλησή της. Αυτό που προηγουμένως ήταν ένα λαμπερό κάρβουνο επίγνωσης ανάμεσα στους μηρούς της τώρα είχε γίνει θέρμη, ενώ τα στήθη της είχαν βαρύνει από τον πόθο. «Οι προηγούμενες ερωμένες μου εξέφραζαν εξαιρετικά μεγαλόφωνα την ηδονή που τους πρόσφερε το κορμί μου.» Ο τόνος του ήταν πειρακτικός. Σήκωσε το ένα χέρι του από τους γλουτούς της και το έχωσε κάτω από την μπλούζα της. «Τουλάχιστον, δε μου παραπονέθηκε καμία.» Την Κίζι είχε αρχίσει να την πιάνει παραλήρημα από τις έντονες αισθήσεις. Αν ο τρόπος που τη φιλούσε και ο τρόπος με τον οποίο έτρεμε το κορμί της στο άγγιγμά του αποτελούσαν ενδείξεις, τότε το ερωτικό σμίξιμο μαζί του θα ήταν πέρα από κάθε φαντασία. «Μπορώ να γίνω γενναιόδωρος, Κίζι» ψιθύρισε ο Ανδρέας με βιασύνη που μεγάλωνε. «Δε θα απογοητευτείς, πίστεψέ με.» Η Κίσι ανάσανε βαριά, το μυαλό της δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί εξαιτίας της παραζάλης που ένιωθε. «Ανδρέα…» Κάθε ανάλαφρο άγγιγμα των ακροδαχτύλων του την έκανε να θέλει περισσότερα, να θέλει εκείνον πιο πολύ. Ωστόσο ενώ κάθε δευτερόλεπτο την έφερνε πιο κοντά στην υποταγή, στα μάγια που της έκανε το κορμί του, ήξερε ότι αυτό ήταν μια τρέλα. Κάθε μόριο του σώματός της ήθελε να τη μεταφέρει ο Ανδρέας στο κρεβάτι του, όμως ήξερε ότι το να γίνει η ερωμένη του δεν ήταν μια βιώσιμη επαγγελματική καριέρα. Πηγαίνοντας στο κρεβάτι με το αφεντικό της απλώς θα προκαλούσε την καταστροφή. Έσπρωξε το στέρνο του και λιποψύχησε για μια στιγμή καθώς ένιωσε το σφυροκόπημα της καρδιάς του – ο Ανδρέας ήταν έντονα ρωμαλέος. «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό.» «Μπορούμε» ψιθύρισε εκείνος και ξεκούμπωσε επιδέξια το σουτιέν της, εκπνέοντας ευχαριστημένος. Τα στήθη της που ελευθερώθηκαν έκαναν το μετάξι της μπλούζας της να ψιθυρίσει δελεαστικά. «Είναι αυτό που θέλουμε και οι δύο.» «Ανδρέα» είπε εκείνη πνιχτά και προσπάθησε να τραβηχτεί από πάνω του. «Δεν είναι αυτό που θέλω εγώ!» «Δεν είναι; Νομίζω ότι πάλι μου λες ψέματα, Κίζι.» Η φωνή του μετατράπηκε σε προκλητικό ψίθυρο. Έσυρε το δάχτυλό του πάνω στην πρησμένη θηλή της. «Στ’ αλήθεια θα με αγνοήσεις; Γι’ αυτό έχεις κλείσει τα μάτια σου; Γι’ αυτό αναπνέεις τόσο γρήγορα; Γι’ αυτό η καρδιά σου ακούγεται σαν να είναι έτοιμη να σπάσει;»


Η Κίζι δε θα μπορούσε να απαντήσει πιο καθαρά, ακόμα κι αν το στόμα του δεν είχε πείσει το δικό της να υποχωρήσει απολαυστικά. Το φιλί του Ανδρέα ήρθε από το πουθενά και το κορμί της είχε αρχίσει να λιώνει κάτω από το εμπρηστικό άγγιγμά του. «Ναι» του είπε καθώς το στόμα του χάραζε ένα μονοπάτι από φιλιά κατά μήκος του λαιμού της. Επιδέξια δάχτυλα ξεκούμπωσαν το κουμπί του παντελονιού της και κατέβασαν αργά το φερμουάρ. «Καλύτερα έτσι.» Με ένα τράβηγμα το παντελόνι της έπεσε στο πάτωμα και προτού η Κίζι καταλάβει τι συνέβαινε, ο Ανδρέας την κάθισε στον καναπέ. Γονάτισε ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της και διερεύνησε το στόμα της λαίμαργα μέχρι που εκείνη κλαψούρισε παραδομένη, λιώνοντας από κάτω του από την έντονη ηδονή. Ο Ανδρέας την έσπρωξε αποφασιστικά πάνω στα μαξιλάρια του καναπέ. Έπιασε με το ένα χέρι το στήθος της, ενώ χάιδεψε πειρακτικά με τα ακροδάχτυλα του άλλου το αραχνοΰφαντο μεταξωτό τρίγωνο που κάλυπτε το φύλο της. «Αυτό το κομμάτι σου είναι ανήμπορο να πει ψέματα» μουρμούρισε ικανοποιημένος και γλίστρησε τα δάχτυλά του κάτω από το διαφανές ύφασμα για να εξερευνήσει τις μπούκλες ανάμεσα στους μηρούς της. «Ανδρέα, σε παρακαλώ.» Η Κίζι δεν ήταν καν σίγουρη τι του ζητούσε, όμως η λεκάνη της ανασηκώθηκε προκλητικά. «Σε παρακαλώ.» Η αναπνοή της έγινε πιο γρήγορη και το στήθος της πιέστηκε πάνω στο χέρι του, ενώ τα πόδια της άνοιξαν κι άλλο προσκαλώντας τον. «Θα σου αγοράσω άλλο» είπε βραχνά ο Ανδρέας καθώς έσκισε το αραχνοΰφαντο ύφασμα του εσώρουχού της και πέταξε το απομεινάρι στο πάτωμα. «Θέλω να σε δω.» Η Κίζι έβγαλε έναν πνιχτό βραχνό ήχο καθώς η γλώσσα του σύρθηκε προς τα κάτω, στον λαιμό της, ενώ τα δάχτυλά του ξεκούμπωσαν επιδέξια τα κουμπιά της μπλούζας της. Η λάβρα του πόθου τους έγινε σχεδόν αβάσταχτη και εκείνη τράβηξε απότομα το πάνω μέρος του ρούχου, τινάζοντας ολόγυρα μικροσκοπικά κουμπιά. «Αγόρασέ μου και μια άλλη μπλούζα» μουρμούρισε. Ήθελε να επιστρέψει το χέρι του Ανδρέα ανάμεσα στα πόδια της. Πετώντας το σουτιέν της, ο Ανδρέας πήρε στο καυτό στόμα του μία από τις σκληρές θηλές της. Τη ρούφηξε όσο πιο πολύ μπορούσε, γλείφοντας και διεγείροντάς τη μέχρι που η Κίζι σχεδόν δεν άντεχε άλλο. Έπειτα εκείνος έστρεψε την προσοχή του στο άλλο στήθος, μέχρι που το στόμα της έμεινε ανοιχτό από τον έντονο πόθο. «Σου αρέσει αυτό;» την πείραξε, παρακολουθώντας το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της. Η Κίζι άκουσε τον εαυτό της να βογκάει βαθιά. Ήταν ένας ήχος που δεν αναγνώρισε, χαμηλός και πρωτόγονος. «Εδώ.» Οδήγησε το χέρι του Ανδρέα πάλι προς την κορυφή των μηρών της και λίκνισε τους γοφούς της πάνω του, ικετεύοντας σιωπηλά. Εκείνος άρχισε να τρίβει ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στην υγρή φωτιά της εισόδου του κόλπου της. Ένα μακρύ, αποφασιστικό δάχτυλο μπήκε αργά μέσα της και αιχμαλωτίστηκε δυνατά από έναν ενστικτώδη σπασμό. Η Κίζι σφάδασε από ευχαρίστηση και έσπρωξε την ήβη της πάνω στη σκληρή άρθρωση του χεριού του. «Είσαι τόσο σφιχτή, χαρά μου» βόγκηξε εκείνος και πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Τόσο καυτή… Πρέπει να…»


Η ανάσα της Κίζι έγινε ξέφρενη καθώς το στόμα του άφησε τις πρησμένες θηλές της και ο Ανδρέας χαμήλωσε το κεφάλι του ανάμεσα στους μηρούς της. Καθώς οι γοφοί της συστρέφονταν πάνω του, η Κίζι ένιωσε το διαπεραστικό άγγιγμα του αντίχειρά του στην κλειτορίδα της. «Πρέπει να σε γευτώ» πρόσθεσε βραχνά ο Ανδρέας και πήρε στο στόμα του εκείνο το ήδη σκληρό μπουμπούκι πόθου. Η Κίζι πέρασε τα τρεμάμενα χέρια της ανάμεσα από τα μαύρα μαλλιά του και απόλαυσε το ερωτικό τρίψιμο των γενιών του πάνω στην απαλή σάρκα του εσωτερικού των μηρών της. «Ναι» ψιθύρισε και τα χέρια της πίεσαν άπληστα το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Με πειραχτική διάθεση ο Ανδρέας τράβηξε το δάχτυλό του, ερεθίζοντας τους εσωτερικούς μυς της ώστε να συσπαστούν σφιχτά και να απαιτήσουν περισσότερα. Η Κίζι άκουσε τον εαυτό της να διαμαρτύρεται κλαψουρίζοντας μέχρι που, ξαφνικά, το δάχτυλό του αντικαταστάθηκε από τη γλώσσα του. Η αίσθηση των ωθήσεων και των στριφογυρισμάτων μέσα της ήταν αβάσταχτη καθώς τα δάχτυλά του διέγειραν επίμονα την κλειτορίδα της. Όμως τώρα η Κίζι χρειαζόταν περισσότερα από τον Ανδρέα. Οι μύες του στομαχιού της είχαν σφιχτεί από τη διέγερση. «Κι άλλο» είπε πνιχτά καθώς ένιωσε τη γλώσσα του να τραβιέται, αφήνοντάς την παγωμένη στον αέρα. «Σε παρακαλώ, Ανδρέα.» «Σώπασε.» Την άνοιξε απαλά με τα δάχτυλά του. «Άσε τον εαυτό σου ελεύθερο. Άσε με να σε νιώσω να καταρρέεις.» Η Κίζι βόγκηξε καθώς τα χείλη του έκλεισαν άλλη μια φορά πάνω από τη διογκωμένη κλειτορίδα της και το δάχτυλό του βυθίστηκε εύκολα στη νοτισμένη λάβρα της. Τρίβοντας απαλά την κλειτορίδα της με τα δόντια του, ρουφώντας και βασανίζοντάς τη, ο Ανδρέας ανταποκρίθηκε στα τινάγματα των γοφών της και άρχισε να βάζει ένα δεύτερο δάχτυλο μέσα της. Το σφιγμένο αλλά πρόθυμο κορμί της αντιστάθηκε ελαφρά και η Κίζι τον ένιωσε να της σηκώνει το ένα πόδι ψηλά πάνω στη ράχη του καναπέ για να την αποκαλύψει όσο περισσότερο μπορούσε. Το κεφάλι της γύριζε από το παραλήρημα καθώς ο Ανδρέας συνέχισε να την υγραίνει απαλά με την καυτή γλώσσα του. «Αυτό είναι, μωρό μου, χαλάρωσε. Άσε με να σου προσφέρω όσα μπορείς να αντέξεις, άσε με να σε δω να φτάνεις σε οργασμό.» Το κορμί της Κίζι άρχισε να συσπάται με αβάσταχτη σφοδρότητα γύρω από τα δάχτυλά του που έκαναν αργές ωθήσεις. Η Κίζι ένιωσε τον εαυτό της να κατρακυλάει πέρα από τον αληθινό κόσμο σε μια ασύλληπτη, σεισμική ηδονή. Κοίταξε τη διέγερση που σιγόκαιγε στα σκούρα μάτια του και δεν μπόρεσε να θυμηθεί γιατί τον είχε αρνηθεί νωρίτερα. «Ναι, το θέλω» ψιθύρισε. «Σε θέλω όλο μέσα μου.» Έπειτα η λογική εξαφανίστηκε από το μυαλό της καθώς η Κίζι καμπύλωσε την πλάτη της και βόγκηξε, πέφτοντας από έναν γκρεμό θεσπέσιων αισθήσεων καθώς οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις του την ώθησαν σε έναν ανεξέλεγκτο οργασμό. *** «Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί» ψέλλισε αμήχανη η Κίζι και λύγισε αμυντικα τα γόνατά της στο στήθος της.


«Συνέβη όμως.» Ο Ανδρέας σηκώθηκε και κάθισε μαζί της στον καναπέ. Την πήρε στην αγκαλιά του. «Είσαι υπέροχη.» Ο τόνος του ήταν τρυφερός, αλλά καθώς η Κίζι τόλμησε να του ρίξει μια κλεφτή ματιά, είδε τα ζυγωματικά του που ήταν κόκκινα. Στα μάτια του έκαιγε ακόμη ο πόθος. Τι είχε κάνει; Πρέπει να είχε τρελαθεί για να συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο, για να επιτρέψει στον εαυτό της να υποκύψει σε έναν σωματικό πειρασμό τόσο ξαφνικά και απερίσκεπτα. Δεν είχε μάθει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια; Δεν πλήρωνε ακόμη το τίμημα για την άνευ όρων αγάπη και την ανταπόκριση της μητέρας της στον πατέρα της; Είχε ξεχάσει κατά τη διάρκεια εκείνων των στιγμών της απολύτως τυφλής ηδονής τι συνέβαινε συνήθως όταν ένας άντρας έπαιρνε αυτό που ήθελε από μια γυναίκα, όταν χόρταινε και βαριόταν το τελευταίο παιχνιδάκι του; Στο γιοτ είχε συνειδητοποιήσει πως δεν ήταν για εκείνη ο Ανδρέας και πως η δύναμη και ο πλούτος του τον διευκόλυναν να διαλέγει και να παρατάει τις πιο όμορφες γυναίκες στον κόσμο αν το ήθελε. Η Κίζι έπρεπε να βάλει ένα τέλος σ’ αυτό το φλερτ προτού ξεφύγουν από τον έλεγχο τα πράγματα, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα αντιμετώπιζε τις αναπόφευκτες συνέπειες της προφανούς αλλαγής των συναισθημάτων της, ακόμα κι αν εκείνος νόμιζε ότι ήταν από τις γυναίκες που απολάμβαναν να ανάβουν τους άντρες. «Λυπάμαι» μουρμούρισε και επιχείρησε να σηκωθεί από τον καναπέ. «Ήταν λάθος μου να επιτρέψω να ξεφύγουν τα πράγματα από τον έλεγχο…» «Δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά» επέμεινε απαλά εκείνος και την άρπαξε από τον καρπό για να την εμποδίσει να απομακρυνθεί περισσότερο. «Ούτε εγώ μπορούσα. Η φύση μάς χρησιμοποίησε και τους δύο, κάνοντας αυτό που ξέρει να κάνει καλά.» «Αυτό πρέπει να σταματήσει τώρα. Ξέρω ότι δεν έπρεπε να το ξεκινήσω, δεν έπρεπε να σε κάνω να πιστέψεις ότι…» «Ότι θα καταλήγαμε στο κρεβάτι μου;» Τα μάτια του έλαμπαν σαν καυτό, μαύρο γυαλί. «Ότι θα έκανες έρωτα μαζί μου όλο το βράδυ; Ότι θα φώναζες για μένα μέσα στο σκοτάδι;» «Πάψε να λες τέτοια πράγματα!» Η Κίζι τράβηξε απότομα το χέρι της. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, κορίτσι μου. Είμαι ένα φυσιολογικό, θερμόαιμο αρσενικό και εξακολουθώ να είμαι πολύ ερεθισμένος. Σε θέλω, Κίζι. Και ξέρω ότι νιώθεις και εσύ έτσι, γιατί λοιπόν δεν υποκύπτεις, να πάψουμε να χάνουμε τον χρόνο μας;» «Δε νιώθω και εγώ έτσι.» Η Κίζι έλεγε ψέματα. «Κι αυτό είναι πολύ ανάρμοστο…» «Ανάρμοστο γιατί;» «Είσαι ο εργοδότης μου. Το να κοιμηθώ μαζί σου έρχεται σε αντίθεση με τους καθιερωμένους κανόνες οποιασδήποτε εργασιακής σχέσης. Απλώς δεν είναι ηθική συμπεριφορά.» «Όχι, αν είσαι η ερωμένη μου» της υπέδειξε ατάραχος ο Ανδρέας. «Μάλιστα, το να κοιμάσαι μαζί μου θα είναι ένας από τους πιο βασικούς στόχους σου.» «Δε θα γίνω ερωμένη σου!» Η Κίζι άρπαξε το παντελόνι της και προσπάθησε να το φορέσει. «Αυτή η ιδέα είναι απαράδεκτη.» «Δεν καταλαβαίνω τον λόγο.» Ο Ανδρέας τής πέταξε την μπλούζα της. «Είναι φανερό ότι νιώθουμε έλξη ο ένας για τον άλλο και δεν αμφιβάλλω ότι ο πρόσφατος, ας τον πούμε, ενθουσιασμός σου θα είναι ακόμα πιο έντονος στο άνετο κρεβάτι μου.»


«Θα είμαι ευγνώμων αν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι συνέβη αυτό» του είπε αδέξια. «Θα φύγω από το σπίτι σου αύριο και…» «Μα δεν μπορώ να το ξεχάσω. Και είμαι σίγουρος πως ούτε εσύ μπορείς.» Στάθηκε μπροστά της άλλη μια φορά και άγγιξε με το δάχτυλό του την άκρη του κλειδοκόκαλού της. «Τα χρειαζόσουν εκείνα τα χρήματα, σωστά;» «Δεν είμαι πόρνη! Καταλαβαίνω ότι έχεις κακή γνώμη για μένα, αλλά δε θα πουλούσα ποτέ το κορμί μου, όσο μεγάλη κι αν ήταν η αμοιβή, όσο κοντά στον πάτο του βαρελιού κι αν βρισκόμουν. Θα πέθαινα από την ντροπή.» Παραμέρισε τα μπερδεμένα μαλλιά της από το πρόσωπό της για να κρύψει το γεγονός ότι έτρεμε από την οργή. «Θα σου δώσω πίσω και την τελευταία πεντάρα που σου χρωστάω, Ανδρέα, ακόμα κι αν αυτό με σκοτώσει. Αλλά δε θα κερδίσω αυτά τα χρήματα στο κρεβάτι σου.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε ψεύτικα. Κοίταξε αργά και ηθελημένα το ρολόι του. «Θα δούμε, Κίζι Ντιν. Δε νομίζω ότι θα καταφέρεις να μου αντισταθείς για πολύ, αν κρίνω από τον τρόπο που πήρες φωτιά νωρίτερα. Θα σε αποκτήσω, Κίζι. Πάντα παίρνω αυτό που θέλω.» «Δε θα τολμούσες να…» «Δεν εννοώ κάτι τόσο βάρβαρο» της είπε, με ένα σκοτεινό χαμόγελο, και κατέβασε το χέρι του. «Τελικά θα έρθεις εσύ σε εμένα. Το εγγυώμαι.» *** Η Κίζι άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της παρά το δυνατό φως που έπεφτε πάνω της. «Πού…» Κάλυψε τα μάτια της με τα χέρια της και προσπάθησε να καταπιεί – ο λαιμός της ήταν δυσάρεστα στεγνός. Ανακάθισε με κόπο και ένιωσε μια ελαφριά ευαισθησία στο κορμί της. Τότε τα θυμήθηκε όλα. Η προηγούμενη βραδιά πέρασε γοργά από το μυαλό της με ταπεινωτική λεπτομέρεια. Βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα των καλεσμένων, όπου την είχε πάει ο Ανδρέας μετά τα ενοχλητικά γεγονότα στην αγκαλιά του. Ήταν αφοπλιστικά ευγενικός και είχε φερθεί σαν τέλειος οικοδεσπότης καθώς την πήγε σε ένα συγκρότημα δωματίων, που θα μπορούσε να είναι διαμέρισμα από μόνη του. Τα όμορφα μεταλλικά λαμπατέρ που φώτιζαν την κρεβατοκάμαρα το προηγούμενο βράδυ είχαν δώσει τη θέση τους σε λαμπερές δέσμες πρωινής λιακάδας, που έμπαιναν από τα ανοίγματα στα παντζούρια και ζωγράφιζαν έντονες χρυσαφένιες γραμμές στο κεντητό κλινοσκέπασμα. Παραμερίζοντας το λευκό ύφασμα που κρεμόταν από το άσπρο θολωτό ταβάνι από πάνω της, η Κίζι σηκώθηκε από την ξύλινη πλατφόρμα του κρεβατιού της και πήγε στο παράθυρο. Άνοιξε τα βαριά ξύλινα παντζούρια χρησιμοποιώντας και τα δυο χέρια της και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή μπροστά στο γαλάζιο, το χρυσαφί και το πράσινο που πλημμύρισαν τις αισθήσεις της. Καθώς η ζεστή αύρα χάιδευε τα μάγουλά της, η Κίζι ένιωσε σαν να πετούσε. Κοίταξε πέρα στον κόλπο, εμβρόντητη. Ένας θολός από τη ζέστη, αχνογάλανος ουρανός στεκόταν πάνω από έναν τραχύ, χρυσαφένιο ορίζοντα από βράχια στο χρώμα της ώχρας, τονισμένος από μια χαρακιά βαθυγάλαζης θάλασσας. Το κύμα σπίθιζε και λαμποκοπούσε καθώς ταξίδευε στον κόλπο και


κατέληγε σε μια συστάδα από πελώριες συκιές, συνοδευμένο μόνο από το θρόισμα της τεράστιας πλουμέριας στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού. Κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω στην κρεβατοκάμαρα, η Κίζι πρόσεξε για πρώτη φορά ότι υπήρχε μια διπλή σκαλιστή πόρτα, που έφτανε μέχρι το ταβάνι και που πρέπει να έβγαζε στο μπαλκόνι. Με ενθουσιασμό έπιασε τα βαριά μεταλλικά πόμολα και την άνοιξε. Το μεγάλο λευκό μπαλκόνι προστατευόταν από τις ακτίνες του ήλιου από μια τέντα στο χρώμα της μουστάρδας με οδοντωτό τελείωμα. Από κάτω ένα περίτεχνο πάτωμα στρωμένο με βότσαλα γαργαλούσε τις πατούσες της. Στην εξωτερική άκρη του μπαλκονιού υψωνόταν ένας πύργος που έμοιαζε με εξεζητημένο περιστερώνα με αψιδωτά παράθυρα που είχαν πράσινα παντζούρια. Γύρω από κάθε παράθυρο ήταν σκαλισμένο ένα περίπλοκο σχέδιο διπλού σκοινιού. Η Κίζι σκέφτηκε ότι αυτά τα παράθυρα θα είχαν την πιο πανοραμική θέα στη θάλασσα όταν θα άνοιγαν. Ο τοίχος του μπαλκονιού ήταν διακοσμημένος με μια σειρά από λεμόνια, η φλούδα των οποίων γυάλιζε δελεαστικά και ικέτευε να την αγγίξουν. Η Κίζι πήρε ένα για να μυρίσει το αναζωογονητικό άρωμά του. Γονάτισε σε έναν καναπέ στρωμένο με μαροκινά ριχτάρια και έγειρε τους αγκώνες της στον τοίχο για να χαζέψει τον κόλπο. Η θέα ήταν πιο εντυπωσιακή από κει. Μπορούσε να διακρίνει ακόμα και τις μικρές βαρκούλες που πηγαινοέρχονταν. Η δυνατή μπουρού ενός καραβιού διέκοψε την ειδυλλιακή σκηνή και τράβηξε την προσοχή της στην ξύλινη προβλήτα και τις ταβέρνες όπου είχαν περάσει με τον Ανδρέα το προηγούμενο βράδυ. Ένα παλιό φέριμποτ, που έμπαινε στον κόλπο και φαινόταν να μπατάρει ελαφρώς από το φορτίο των περιηγητών, είχε πλησιάσει υπερβολικά κοντά στην επιβλητική πλώρη του «Ήλεκτρον». Η Κίζι χαχάνισε σατανικά. «Βάλ’ τα με τον Λαζαρίδη και θα σου πω εγώ, καραβάκι μου!» Δάγκωσε συλλογισμένη το κάτω χείλι της. Η σκηνή στον κόλπο έμοιαζε συμβολική για εκείνη: το κομψό σούπερ γιοτ έβαζε στη θέση του ένα ψωραλέο, γέρικο καράβι. Ήταν μια προειδοποίηση από τους θεούς, είπε ειρωνικά στον εαυτό της, για να της υπενθυμίσει ότι είχε παίξει με τη φωτιά την προηγούμενη νύχτα. «Το άκουσα αυτό» είπε μια βαθιά φωνή κάτω από το μπαλκόνι. Η Κίζι έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και της έπεσε το λεμόνι που κρατούσε καθώς έγειρε πάνω από την άκρη του μπαλκονιού για να δει πού ήταν ο Ανδρέας. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό της για το ποιος είχε μιλήσει. Κρυφοκοίταξε στη σκιερή αυλή και είδε το αφεντικό της να την κοιτάζει κατάματα, πετώντας το λεμόνι από το ένα χέρι του στο άλλο. Με τη σπορ καφεγκρί βερμούδα του, ακτινοβολούσε αρρενωπότητα. Ένα μαύρο μακό μπλουζάκι έντυνε το κορμί του με αποκαλυπτικό και ερωτικό τρόπο, αγκαλιάζοντας τις σκληρές γραμμές των ώμων και του μυώδους στέρνου του. Το στόμα της Κίζι στέγνωσε καθώς τα μάτια της κατέβηκαν από το στήθος του στα γυμνά πόδια του. Η χρυσαφένια επιδερμίδα με τις ψιλές τριχούλες πυροδότησαν τη φαντασία της καθώς συλλογίστηκε πώς είναι γυμνό το υπόλοιπο κορμί του. «Δεν είχα καταλάβει ότι ήσουν εκεί.» «Προφανώς» είπε εκείνος και της πέταξε το λεμόνι. Κλείδωσε την πόρτα στη βάση του πύργου και έπειτα ξανάβαλε το κλειδί στην τσέπη του.


«Σε λίγο θα σου φέρει πρόγευμα η Ντορίντα. Αφού φας, θα ήθελα να φύγουμε. Προέκυψαν κάποια ζητήματα από την ώρα που ήρθαμε και πρέπει να τακτοποιηθούν γρήγορα.» Την κοίταξε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα. «Και πρέπει να ασχοληθώ και με σένα, δεσποινίς Ντιν.» Η Κίζι ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται καθώς ο Ανδρέας έκανε μεταβολή, πέρασε από μια αψιδωτή πύλη που έβγαζε από την αυλή και εξαφανίστηκε σε μια οργιώδη συστάδα πρασίνου από μια σκάλα με φθαρμένα σκαλοπάτια. Δεσποινίς Ντιν; Ώστε είχε αποφασίσει να επιστρέψει στην τυπικότητα στο φως της μέρας. Πρέπει να είχε έρθει στα λογικά του και να αποφάσισε να ξεχάσει την εξωφρενική πρόταση που της είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ, δηλαδή να γίνει ερωμένη του. Ε, αυτό ήταν καλό. Ήταν ο μοναδικός λογικός δρόμος. Η Κίζι τράβηξε πιο κοντά στο στήθος της τις άκρες της μεταξωτής ρόμπας που της είχε αγοράσει ο Ανδρέας στη Ρόδο. Ήταν αναμφίβολα ένας πολύ περήφανος άντρας που δεν είχε συνηθίσει να αρνούνται τις προσφορές του, οπότε προσποιούνταν ότι εκείνο το επεισόδιο δεν είχε συμβεί ποτέ. Καλό θα ήταν να μην το ανέφερε ούτε εκείνη, σκέφτηκε η Κίζι, και έσφιξε τα χείλη της. Όσο για την παράξενη αίσθηση απογοήτευσης στο στομάχι της; Ε, σίγουρα οφειλόταν στην πείνα, τίποτα περισσότερο.


Κεφάλαιο 7 Η Κίζι κατέβηκε νευρικά τα σκαλοπάτια από το δωμάτιό της στην ηλιόλουστη αυλή από κάτω, παρηγορώντας τον εαυτό της με τη σκέψη ότι ο Ανδρέας φαινόταν να έχει αφήσει πίσω του το ατυχές επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας και ότι έπρεπε να κάνει κι εκείνη το ίδιο. Έπρεπε να το ξεχάσει εντελώς. Και όταν θα τον ξανάβλεπε σύντομα, δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να κοιτάξει το κορμί του, ούτε θα ευχόταν να μπορούσε να περάσει τα δάχτυλά της ανάμεσα από τα μαύρα μαλλιά του για άλλη μία φορά. Ούτε καν θα πρόσεχε πόσο όμορφα μύριζε ο Ανδρέας, με εκείνη την καθαρή, πικάντικη, αρρενωπή ευωδιά του. Ένιωσε ένα ρίγος ενόχλησης και τράβηξε απότομα το λουρί της τσάντας της καθώς έφτασε στο τραπέζι όπου είχαν μοιραστεί το δείπνο το προηγούμενο βράδυ. Ήταν λιτά διακοσμημένο με ένα σαρκώδες φυτό σε γλάστρα, κομψό και τέλεια τακτοποιημένο, χωρίς ίχνος από το πάθος που έκαιγε εκεί τη νύχτα. Τινάχτηκε απότομα καθώς ένα μεγάλο χέρι έπιασε τον ώμο της από πίσω. «Μάζεψες τα μαλλιά σου ψηλά.» Ο Ανδρέας τής χαμογέλασε καθώς εκείνη γύρισε το ξαφνιασμένο πρόσωπό της για να τον κοιτάξει. «Είναι πολύ πιο όμορφα κάτω, όπως τα είχες σήμερα το πρωί.» «Κάνει ζέστη» είπε αδύναμα η Κίζι και έτριψε τον σβέρκο της σαν να ήθελε να τονίσει το γεγονός, μολονότι στην πραγματικότητα το έκανε για να κρύψει το κοκκίνισμα που της είχε προκαλέσει η παρατήρησή του. «Σήμερα το πρωί θα σου δείξω μερικές από τις εμπορικές δραστηριότητές μου στη Λίνδο. Επίσης πρέπει να επισκεφτώ το μεσιτικό γραφείο και να διευθετήσω κάποια προβλήματα – ίσως μπορέσεις να με βοηθήσεις.» Έβγαλε ένα σημειωματάριο από την πίσω τσέπη του μαζί με ένα ασήμαντο, μικρό πλαστικό στιλό και της τα έδωσε. «Δεν έχω ιδέα τι ικανότητες έχεις, όμως είμαι σίγουρος ότι δε θα έπαιρνες ένα πτυχίο αν δεν ήξερες να γράφεις. Μπορείς να κρατήσεις σημειώσεις για μένα όταν είναι απαραίτητο.» «Περίφημα» απάντησε ζωηρά η Κίζι καθώς κατέπνιξε την επιθυμία να του πει πόσο συγκαταβατικός ακουγόταν. «Νομίζω ότι μπορώ να το καταφέρω αυτό.» «Ωραία.» Ο Ανδρέας αγνόησε το ξινό στράβωμα του στόματός της. «Κυκλοφορεί η εξωφρενική φήμη ότι η διευθύντρια του μεσιτικού γραφείου μου σκοπεύει να μου υποβάλει την παραίτησή της. Δεν έχω ιδέα από πού ξεκινούν αυτές οι γελοίες ιστορίες, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορώ να αντισταθώ και να μην το ελέγξω.» «Αποκλείεται να είναι αλήθεια;» ρώτησε η Κίζι καθώς έβαλε το σημειωματάριο και το στιλό στην τσέπη της, φροντίζοντας να μην αγγίξει το χέρι του. «Και βέβαια όχι.» Ο Ανδρέας άρχισε να προχωράει προς τη μεγάλη μπροστινή πόρτα στον τοίχο. «Κανείς από τους υπαλλήλους μου δεν έχει παραιτηθεί ποτέ. Γιατί στο καλό να κάνει κάτι τέτοιο;» Η Κίζι κατέπνιξε την επιθυμία να του πει «Μήπως γιατί είσαι δεσποτικός και μανιακός με τον έλεγχο;» και αντιθέτως κατάφερε να μουρμουρίσει: «Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί». Κράτησε τα μάτια της σταθερά στυλωμένα στο μονοπάτι κάτω από τα πόδια της και όχι στον οπτικό πειρασμό της υπέροχης φαρδιάς πλάτης του καθώς τον ακολούθησε στους πολυσύχναστους δρόμους της


Λίνδου. Η πορεία τους ανάμεσα στο όλο και αυξανόμενο πλήθος που πλημμύριζε τα στενά σοκάκια ήταν ευχάριστα σύντομη και, ευτυχώς για τις πονεμένες γάμπες της Κίζι, κατηφορική. Ο Ανδρέας σταμάτησε έξω από ένα μικρό κατώφλι χτισμένο σε μια σκιερή εσοχή, που έφτανες εκεί μέσω δύο φθαρμένων απ’ τον χρόνο πέτρινων σκαλοπατιών, τα οποία μισόκρυβε μια κοιμισμένη πυρρόξανθη γάτα. Η ζωγραφισμένη στο χέρι γαλάζια και λευκή επιγραφή του Μεσιτικού Γραφείου Λαζαρίδης ήταν λιγότερο αυστηρή από τη μεταλλική πινακίδα έξω από το τεράστιο γραφείο του στο Λονδίνο. Αυτή η επιγραφή ήταν φθαρμένη, με σημάδια από σκουριά, τοποθετημένη στραβά, και κροτάλισε καθώς εκείνος άνοιξε με σίγουρο χέρι την τζαμένια πόρτα και μπήκε μέσα. Ένα αρχαίο καμπανάκι ανήγγειλε την άφιξή τους. Ο Ανδρέας έριξε μια ματιά στην Κίζι περισσότερο –όπως φάνηκε– για να δει αν ήταν ακόμη πίσω του, παρά για να την καθησυχάσει, προτού γυρίσει την ταμπέλα της πόρτας από τη μεριά που έγραφε «Κλειστό». Κλείδωσε την πόρτα και προχώρησε δυναμικά προς μια πόρτα στο πίσω μέρος. «Φέρε στη δεσποινίδα Ντιν κάτι να πιει, Άντζι» ήταν η κοφτή διαταγή που πέταξε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. «Και δε θέλω να με ενοχλήσει κανείς.» Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του, η μικροσκοπική νεαρή ξανθιά πίσω από το γραφείο της ρεσεψιόν ανασήκωσε τα φρύδια της με σιωπηλό, κωμικό τρόπο, που δε θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από τον ψυχρό επαγγελματισμό της Ιζαμπέλα στο Λονδίνο. «Τι τον έχει πιάσει σήμερα;» «Νομίζω ότι έχει σχέση με μια φήμη που κυκλοφορεί.» «Α, ναι;» είπε η Άντζι και τα πράσινα μάτια της γούρλωσαν από την περιέργεια. «Θέλετε ένα αναψυκτικό;» ρώτησε και άνοιξε την πόρτα ενός μεγάλου ψυγείου με αναψυκτικά. «Ναι, παρακαλώ. Μια φήμη για κάποια παραίτηση.» Η Κίζι πρόσεξε ότι η άλλη γυναίκα μόρφασε καθώς της έδωσε ένα παγωμένο κουτάκι. «Ώστε είναι αλήθεια;» «Πολύ φοβάμαι πως ναι. Όμως δεν είναι όπως ακούγεται, ειλικρινά. Είναι το καλύτερο αφεντικό που είχαμε ποτέ και αρέσει και στις δυο μας εδώ, αλλά έτσι είναι η ζωή και η Λιζ προσπαθούσε να τον πείσει εδώ και αιώνες.» Η κοπέλα κάθισε δίπλα στην Κίζι και μάζεψε τα μακριά, ηλιοκαμένα πόδια της από κάτω της σαν την κοιμισμένη γάτα απέξω. Γούρλωσε τα μάτια της με αυξημένο ενδιαφέρον. «Δεν απαντούσε στο τηλέφωνό του. Θα δουλέψετε εδώ;» Η Κίζι ξαφνιάστηκε από την ευθύτητα της ερώτησης, αλλά συγκράτησε την έκπληξή της. «Δε νομίζω. Δηλαδή, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη για τίποτα σε αυτό το στάδιο.» «Κρίμα. Τώρα που η Λιζ είναι έγκυος, θα πάει κατευθείαν στην Αυστραλία με τον φίλο της και αυτό με βάζει σε λίγο δύσκολη θέση…» Ξαφνικά η Άντζι φάνηκε τρομοκρατημένη. «Ουπς! Νομίζω ότι μόλις ξεφούρνισα το μυστικό.» Η Κίζι κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε ανακουφισμένη από τη φιλική συντροφιά της Άντζι. Για πρώτη φορά εδώ και μέρες ένιωσε ζεστασιά μέσα της. «Δε θα πω λέξη, το υπόσχομαι.» ***


«Φαίνεσαι πολύ πιο κεφάτη μετά τη σύντομη επίσκεψή μας στο γραφείο» παρατήρησε ο Ανδρέας καθώς ανεβοκατέβαζε αφηρημένα το δάχτυλό του πάνω στο ιδρωμένο ποτήρι της παγωμένης μπίρας του. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθω;» «Υπάρχει λόγος να είμαι δυστυχισμένη;» Η Κίζι ανάσανε βαθιά το αεράκι που ερχόταν από τον κόλπο και δρόσιζε την επιδερμίδα της, κάτω από το υπόστεγο ενός μικροσκοπικού εστιατορίου σε ταράτσα. «Μόλις έφαγα ένα νοστιμότατο φαγητό, η θέα είναι εκπληκτική, και το ανεκτικό αφεντικό μου έχει πληρώσει όλα τα χρέη μου. Είναι μια καινούρια αρχή για μένα και είμαι συνεπαρμένη.» Ο Ανδρέας ανασήκωσε το φρύδι του. «Χαίρομαι που το ακούω. Προφανώς η μέρα σου είναι καλύτερη από τη δική μου.» «Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» Η Κίζι έγειρε στο πλάι το κεφάλι της με κατανόηση και έπειτα κοίταξε αλλού προτού ξεστομίσει τα επόμενα λόγια: «Δεν ήταν καλά τα νέα σήμερα το πρωί;». «Ναι και όχι. Η Λιζ πράγματι παραιτείται από τη θέση της ως διευθύντρια του μεσιτικού γραφείου και φεύγει από τη Λίνδο, πράγμα άσχημο – είναι πολύ καλή.» Ο Ανδρέας έσφιξε τα χείλη του και κοίταξε τις φυσαλίδες που ανέβαιναν στην επιφάνεια της μπίρας του. Όταν ξαναμίλησε, υπήρχε ένα ίχνος τραχύτητας στη φωνή του. «Όμως θα αποκτήσει μωρό με τον άντρα που λέει ότι αγαπάει, οπότε τι μπορεί να πει κανείς;» «Κατάλαβα.» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε αφηρημένα την κοντινή ακρόπολη, που υψωνόταν ψηλά στον λαμπερό γαλάζιο ουρανό. «Της εύχομαι το καλύτερο και ελπίζω να πάνε όλα όπως τα περιμένει.» «Δε φαίνεσαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό» παρατήρησε επιφυλακτικά η Κίζι. «Δεν είμαι. Δεν έχουν χρήματα στην άκρη, ούτε εφόδια και σπίτι, αλλά έχουν αγάπη.» Ήπιε μια γουλιά από την μπίρα του. «Απ’ ό,τι φαίνεται πιστεύουν πως μόνο αυτό θα χρειαστούν.» Ένας σερβιτόρος πέρασε κοντά από το τραπέζι τους και έπεσε σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα προτού ο Ανδρέας τής χαρίσει ένα δυσάρεστο, άκαμπτο χαμόγελο. «Δεν είναι εξωφρενικό;» «Δεν μπορώ να ξέρω.» «Ούτε εγώ, και αυτό γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει αγάπη. Αυτή η έννοια είναι ένας βολικός μύθος που πλάστηκε με το πέρασμα των χιλιετιών για να διευκολύνει τον κοινωνικό έλεγχο και τη σταθερότητα – όπως με όλες τις παλαβές θρησκείες που υπάρχουν. Α, βάλε μέσα και έναν όρκο γάμου και γίνεται πολύ πιο εύκολο για έναν άνθρωπο να κάνει τακτικά σεξ.» Συνοφρυώθηκε όταν είδε το ρόδισμα στα μάγουλα της Κίζι. «Ελπίζω μόνο να αντιλαμβάνεται η Λιζ πού μπλέκει. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να μείνει έγκυος κατά λάθος μια κοπέλα στην εποχή μας – δεν υπάρχει δικαιολογία για κάτι τέτοιο.» «Αν κρίνω από αυτά που μόλις είπες, δεν είσαι υπέρ του γάμου.» Η Κίζι δεν μπόρεσε να μην προσέξει τη σοκαρισμένη έκφραση του προσώπου του. «Εννοώ, όπως είπες, δεν είναι απαραίτητος στις μέρες μας. Εκτός αν είσαι πολύ παραδοσιακός ή θρησκευόμενος ή…» Ένιωθε σαν να χωνόταν όλο και πιο βαθιά σε έναν πολύ μεγάλο λάκκο αμηχανίας. «Ή για οικονομικούς λόγους.» Έβηξε για να κρύψει τη σύγχυσή της και άρχισε να πασπατεύει το πόδι του κρασοπότηρού της. Θα έκανε οτιδήποτε για να αποφύγει τη βλοσυρή έκφραση που δέσποζε στα χαρακτηριστικά του. Έπρεπε να είχε κλείσει το στόμα της.


«Γάμος;» Ο Ανδρέας σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό και γέλασε πικρά. «Μια φορά ήταν αρκετή, πίστεψέ με.» Την κοίταξε με απόλυτη σαφήνεια και εκείνη ένιωσε σαν να τη ρούφηξε το μάτι μιας ζοφερής καταιγίδας. «Ο θεσμός αυτός είναι άσκοπος. Δεν εμπόδισε τον πατέρα μου να είναι ένας αδιόρθωτος ερωτύλος και να κάνει τη ζωή της μητέρας μου εξευτελιστική και δυστυχισμένη. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δε χώρισαν. Ωστόσο» είπε ο Ανδρέας και έσφιξε αηδιασμένος το κάτω χείλος του «η μητέρα μου είναι νεκρή και ο γερο-τράγος τόσο ξεμωραμένος τώρα πια, ώστε δεν αντιλαμβάνεται τη ζημιά που έκανε. Όσο για τη γεύση που πήρα εγώ από τη γαμήλια ευτυχία; Ήταν μια πραγματική κόλαση. Οπότε η απάντηση στην ερώτησή σου είναι κατηγορηματικά όχι. Δε θα έκανα ποτέ μα ποτέ κάτι τόσο ανόητο για δεύτερη φορά.» Και η δική του μητέρα είχε πεθάνει… Και είχε υπάρξει παντρεμένος… Η Κίζι ένιωσε μια παράξενη αίσθηση ανανεωμένης απώλειας και απογοήτευσης. Κοίταξε γρήγορα το αριστερό χέρι του Ανδρέα για να βεβαιωθεί για την απουσία βέρας. Πρέπει να αγαπούσε τη μητέρα του, αλλά ήταν φανερό πως δεν του είχαν απομείνει συναισθήματα για τη γυναίκα για την οποία κάποτε είχε ενδιαφερθεί τόσο πολύ ώστε να την παντρευτεί. Όχι επειδή την αγαπούσε, φυσικά – είχε ξεκαθαρίσει τις απόψεις του για την αγάπη. Όμως η αποκάλυψή του δημιούργησε στο μυαλό της Κίζι περισσότερες ερωτήσεις από τις απαντήσεις. Τι είχε συμβεί; Πού ήταν τώρα η γυναίκα του; Είχαν υπάρξει παιδιά από αυτόν τον γάμο; Η Κίζι αρρώστησε από το σφυροκόπημα της καρδιάς της καθώς απρόσκλητες εικόνες εμφανίστηκαν στο μπροστινό μέρος του μυαλού της: ο Ανδρέας με το σκούρο, χειροποίητο κουστούμι του να χαμογελάει σε μια όμορφη, λευκοντυμένη νύφη. Έπειτα ο Ανδρέας, γυμνός και αποφασιστικός, να γυρίζει στο πλάι για να χαϊδέψει τα λυγερά μέλη της συζύγου του κάτω από τα κολλαριστά, λευκά σεντόνια. Το σκουρόμαλλο, αφράτο κεφάλι του μωρού τους στην προστατευτική αγκαλιά του… Η Κίζι κούνησε το κεφάλι της για να αποδιώξει την τρέλα που φαινόταν να την καταλαμβάνει και είπε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό, μόνο και μόνο για να αλλάξει θέμα: «Έχω μερικά καλά νέα». Χαμογέλασε όσο πιο λαμπερά μπόρεσε όταν εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του για να την παροτρύνει να συνεχίσει, και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κάνει πίσω τώρα που είχε αρχίσει. «Μπορώ να φύγω αμέσως από τη βίλα σου. Να μη με έχεις στα πόδια σου. Αυτό είναι καλό, συμφωνείς;» Ο Ανδρέας την αγριοκοίταξε. «Τι είναι αυτά που λες;» «Θα μετακομίσω στο σπίτι της Άντζι» είπε, ισιώνοντας την πλάτη της για να ενισχύσει την αποφασιστικότητά της. «Μου είπε ότι το δωμάτιο της Λιζ είναι άδειο εδώ και εβδομάδες και πως το ενοίκιο είναι πληρωμένο μέχρι το τέλος του μήνα, οπότε για τις πρώτες εβδομάδες δε θα πληρώσω τίποτα. Δεν είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους της; Φυσικά, θα της δείξω την ευγνωμοσύνη μου με κάποιον άλλο τρόπο όταν θα πληρωθώ. Θα μαγειρέψω μερικά γεύματα, θα αγοράσω κρασί…» «Σταμάτα αμέσως.» Ο Ανδρέας έσφιξε τη γροθιά του κάτω από το τραπέζι καθώς πάλεψε με την πολύ αληθινή αλλά ασυνήθιστη για εκείνον ανάγκη να υψώσει τη φωνή του και να δείξει πόσο πολύ θυμωμένος ήταν. Ακόμα πικαρισμένος από τις πρόσφατα ανασυρμένες και ξινές αναμνήσεις του γάμου του, του


αποτυχημένου γάμου του, τώρα ήταν αντιμέτωπος με τη δυσάρεστη κατάσταση του να του φύγει ο έλεγχος μέσα από τα χέρια για άλλη μια φορά. Γυναίκες! Τις άφηνες μαζί περισσότερα από λίγα λεπτά και μηχανορραφούσαν εναντίον σου προτού προλάβεις να κάνεις κάτι για να το σταματήσεις. Ε, λοιπόν, ο Ανδρέας θα το σταματούσε – τα πράγματα δεν έπρεπε να συμβούν έτσι και δεν αποτελούσαν μέρος της στρατηγικής του για να βάλει την Κίζι Ντιν εκεί που την ήθελε, δηλαδή στο κρεβάτι του, με την πόρτα κλειστή στον έξω κόσμο. «Δε σου έδωσα την άδεια να αρχίσεις να κάνεις μυστικές συμφωνίες πίσω από την πλάτη μου.» Τα ρουθούνια του πετάρισαν από τον εκνευρισμό. «Δε θα το επιτρέψω.» «Πολύ φοβάμαι πως είναι αργά γι’ αυτό» είπε η Κίζι, νιώθοντας το πίσω μέρος του λαιμού της δυσάρεστα στεγνό. «Έχω δώσει στην Άντζι τον λόγο μου. Και απέρριψε όλες τις άλλες προσφορές που είχε για χάρη μου.» Ο Ανδρέας τίναξε το χέρι του στον αέρα σαν να προσπαθούσε να διώξει ένα ενοχλητικό έντομο. «Άσε την Άντζι σε μένα. Θα καταλάβει ότι μια ξαφνική αλλαγή των καταστάσεων σημαίνει ότι η νέα συγκάτοικός της θα αργήσει λίγο να μετακομίσει.» Ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι, έπλεξε τα δάχτυλά του μεταξύ τους και την αγριοκοίταξε καθώς ο εγκέφαλός του άρχισε να δουλεύει γρήγορα, αναθεωρώντας τα προηγούμενα σχέδιά του για ένα ρομαντικό δείπνο για δύο, έναν περίπατο χωρίς παπούτσια κάτω από το φως του φεγγαριού και ένα μπουκάλι από την αγαπημένη του σαμπάνια. «Είναι απόγευμα Παρασκευής. Δεν μπορώ να επισπεύσω τη σύνταξη του συμβολαίου μας και να το έχω έτοιμο για υπογραφή αύριο. Έστειλα με μέιλ τον σκελετό στον υπεύθυνο στη Ρόδο σήμερα το πρωί ενώ κοιμόσουν, αλλά αυτά τα πράγματα χρειάζονται χρόνο για να γίνουν όπως πρέπει.» «Μα…» «Δεν έχει “μα”.» Τα μάτια του άστραψαν επικίνδυνα. «Σε προειδοποίησα από την αρχή ότι δε θα σε άφηνα από τα μάτια μου προτού υπάρξουν κάποιες ακλόνητες εγγυήσεις ανάμεσά μας. Δε συνέβη τίποτα που να το άλλαξε αυτό.» « Δηλαδή είμαι αιχμάλωτη τελικά» δήλωσε ήρεμα η Κίζι. «Υποθέτω πως πρέπει να είμαι ευγνώμων που δε με κλείδωσες στον πύργο σου.» «Μη γίνεσαι τόσο μελοδραματική!» Ο Ανδρέας σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε μπροστά στον χαμηλό τοίχο της ταράτσας του εστιατορίου με την πλάτη γυρισμένη στην Κίζι και τα χέρια χωμένα στις τσέπες του καθώς κοίταζε την ανοιχτή θάλασσα. Η Κίζι είχε δίκιο, παραδέχτηκε ο Ανδρέας σιωπηλά. Απ’ όλες τις απόψεις, ήταν αιχμάλωτη αφού εκείνος δεν ήταν έτοιμος να της επιτρέψει την απόλυτη ελευθερία της προτού περάσουν λίγες μέρες. Όμως, έπρεπε να την προσέχει, σωστά; Για χάρη της οικογένειας Αντωνίδη. Ποιον προσπαθούσε να κοροϊδέψει; Η Κίζι Ντιν δεν επρόκειτο να το βάλει στα πόδια και να τηλεφωνήσει στην οικογένεια Αντωνίδη με την πρώτη ευκαιρία, και ο Ανδρέας το ήξερε πολύ καλά αυτό. Επίσης ήξερε ότι το νομικό συμβόλαιο για το οποίο επέμενε δεν ήταν καθόλου απαραίτητο για να εξασφαλίσει ότι η Κίζι θα τηρούσε τη συμφωνία τους. Ήταν μια δικαιολογία – μια δικαιολογία για να την κρατήσει κοντά του μέχρι να μπορέσει να την αποπλανήσει, να τη ρίξει στο κρεβάτι και να βγάλει από τον οργανισμό του το απολαυστικό κορμί της.


«Θες και εσύ εγγυήσεις, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε παρ’ όλα αυτά. «Χωρίς κάποιο νομικό έγγραφο, τίποτα δεν μπορεί να με εμποδίσει να αθετήσω τη δική μου πλευρά της συμφωνίας και να σε εγκαταλείψω εδώ χωρίς τίποτα.» «Μα δε θα έκανες κάτι τέτοιο.» Ο Ανδρέας γύρισε να την κοιτάξει. «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» Η Κίζι δεν ήταν απολύτως σίγουρη τι ήταν αυτό που την είχε κάνει να πει ένα τέτοιο πράγμα, αλλά το μυαλό της πήγε κατευθείαν στο προσωπικό του γραφείου του, στην Ντορίντα και τον Στέφανο. Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις τους στον Ανδρέα ήταν κάτι που δεν μπορούσε να επιβληθεί με το ζόρι, ούτε να αγοραστεί με χρήματα. Του έδειχναν αφοσίωση, σεβασμό, ακόμα και στοργή. «Σε εμπιστεύομαι.» «Με εμπιστεύεσαι.» Ο Ανδρέας κούνησε συλλογισμένος το κεφάλι του. «Μπορεί να υπερεκτίμησα την ευφυΐα σου. Δεν είναι ασφαλές να εμπιστεύεσαι κανέναν, Κίζι. Ειδικά τους άντρες σαν εμένα.» Άντρες με ελαττώματα και διεστραμμένους σαν εμένα. Άντρες που θα σε εξαπατούσαν και θα πήγαιναν κόντρα στις αρχές τους προκειμένου να ρίξουν μια γυναίκα σαν εσένα στο κρεβάτι… «Αλλά είσαι νέα. Θα μάθεις. Δυστυχώς.» «Έχεις απόλυτο δίκιο, Ανδρέα. Μάλιστα, φαντάζομαι ότι σπάνια κάνεις λάθος για οτιδήποτε.» «Ποτέ» είπε εκείνος. Ο Ανδρέας άφησε το δηκτικό σχόλιό της να περάσει χωρίς επίπληξη, όμως αυτό δε σήμαινε πως δεν είχε βρει τον στόχο του. Τον είχε βρει και, προς μεγάλη έκπληξή του, τον πόνεσε. Τον πόνεσε περισσότερο απ’ όσο ήταν λογικό. Ήταν φανερό ότι η Κίζι τον θεωρούσε αλαζόνα και αυταρχικό. Και η ψυχρή αντίδρασή της ήταν αυτό που του άξιζε. Όμως αυτό το λίγο τσαγανό που μόλις είχε δείξει αποδείκνυε ότι η Κίζι είχε έναν σκληρό εσωτερικό πυρήνα, μια προσωπικότητα που μπορούσε να αφήσει ασυγκράτητη την καυτή λίμπιντό της. «Ας επιστρέψουμε στα πρακτικά θέματα» ανήγγειλε ο Ανδρέας με ουδέτερο τόνο. «Αφού θέλεις τόσο πολύ να ανοίξεις τα φτερά σου, αποφάσισα ότι πρέπει να κάνουμε λίγη δουλειά στα σχέδια για την καριέρα σου, ώστε να μπορέσουν να περιληφθούν σωστά στο συμβόλαιο. Έχω κατά νου κάποιες πιθανότητες, αλλά πρέπει να συγκεντρωθώ χωρίς εξωτερικούς περισπασμούς. Εδώ είμαι πολύ απασχολημένος – είναι πολλές οι απαιτήσεις. Πρέπει να φροντίσω προσωπικά μια σειρά από άλλα θέματα πριν από μια σημαντική συνάντηση των Ηνωμένων Εθνών στο Παρίσι την επόμενη βδομάδα.» «Οπότε θα φύγουμε κάνα δυο μέρες, μέχρι να ετοιμαστούν τα νομικά έγγραφα. Είναι ο μόνος λογικός τρόπος να προχωρήσουμε σ’ αυτή τη φάση.» Αργά τα μάτια του ακολούθησαν τη μαύρη σιλουέτα ενός χελιδονιού στον ουρανό. Η φωνή του ήταν ηθελημένα αδιάφορη. «Εξάλλου, φαίνεσαι κουρασμένη. Κανόνισα λοιπόν ένα Σαββατοκύριακο όλο πολυτέλεια σε ένα ιδιωτικό νησί. Ελπίζω αυτό να δώσει πάλι λίγο χρώμα στα μάγουλά σου.»


Κεφάλαιο 8 Το δωμάτιο στο οποίο την πήγε ο Ανδρέας, το δικό της δωμάτιο, ήταν μια θεσπέσια παλέτα από ιβουάρ ξύλινες σανίδες στο πάτωμα, κρεμ τοίχους και τα πιο χιονάτα λινά που είχε αντικρίσει ποτέ η Κίζι. Ό,τι είχε δει μέχρι στιγμής στο ιδιωτικό νησί του ήταν μαγευτικό, όμως τι ακριβώς υποτίθεται ότι θα έκανε εκείνη στον μικρό προσωπικό της παράδεισο; Η αναχώρησή τους από τη Λίνδο ήταν γρήγορη και φοβερά αποτελεσματική, σε σημείο που τα κλειστά κουτιά με τα καινούρια ρούχα της ακόμη δεν είχαν παραδοθεί. Ο Ανδρέας είχε επιμείνει να πετάξουν στο νησί με ελικόπτερο αμέσως μόλις άρχισε να πέφτει το φως, κανονίζοντας να ακολουθήσουν τα πράγματά τους με θαλάσσιο σκάφος, έτσι ώστε τώρα η Κίζι να μην μπορεί να περάσει την ώρα της ξεπακετάροντας. Πήγε στα γαλλικά παράθυρα που ήταν ανοιχτά και την καλούσαν. Έβγαζαν σε ένα μπαλκόνι με ντελικάτο κιγκλίδωμα από μαύρο σφυρήλατο σίδερο. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή για να σύρει τα χέρια της στην τραχιά πέτρα που πλαισίωνε την πόρτα. Η ψυχρή γκριζάδα της ερχόταν σε όμορφη αντίθεση με τη χοντρή κρεμ κουρτίνα που την περιέβαλλε και τα ροδομαβιά χρώματα του σούρουπου απέξω. Το βλέμμα της έπεσε σε μία από τις επιβλητικές μαύρες κορνίζες που κρέμονταν αριστερά και δεξιά της πόρτας. Κάτω από το τζάμι υπήρχε ένα κεντητό ύφασμα φιλιγκράν, το σχέδιο του οποίου ήταν ένα καμπυλωτό μπουκέτο λουλουδιών με τα κοτσάνια τους πιασμένα με γαλάζια κορδέλα. Το χτυπητό σύνολο με τα φανταχτερά χρώματα και την εσφαλμένη βοτανική δομή ήταν τόσο απολαυστικά ανεπιτήδευτο, όσο αυστηρή ήταν η και φωτογραφία σε σέπια την οποία περιέβαλλε. Μια άκαμπτη, βλοσυρή γυναίκα καθόταν με τα χέρια σεμνότυφα διπλωμένα στην ποδιά του μαύρου μάξι φορέματός της. Πίσω της βρισκόταν ένας εξίσου αυστηρός άντρας με μουστάκι και κουστούμι, που έσφιγγε πάνω στο γόνατό του ένα σαστισμένο παιδί με λευκό φόρεμα. «Αυτές ήταν εποχές.» Η Κίζι αναπήδησε καθώς τα λόγια του Ανδρέα έσπασαν τη σιωπή και, γυρίζοντας, τον είδε στηριγμένο αδιάφορα στο κούφωμα της πόρτας. Οι φαρδιοί ώμοι σχεδόν γέμιζαν το πλάτος του κατωφλιού. «Φαίνονται όλοι τρομοκρατημένοι» είπε η Κίζι και κοίταξε ξανά την κορνιζαρισμένη φωτογραφία. «Συγγενείς σου είναι;» «Όχι.» Ο Ανδρέας ίσιωσε την πλάτη του και μπήκε στο δωμάτιο, πράγμα που τον έφερε ενοχλητικά κοντά στην Κίζι. «Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ένα ζευγάρι από παπαγαλάκια κρυμμένα στα λουλούδια. Δεν είναι το είδος του συμβολισμού που θα επέλεγαν οι περισσότεροι από τους φριχτούς προγόνους μου. Πιστεύω ότι οι εικονιζόμενοι είναι απόγονοι των αρχικών ιδιοκτητών. Υπήρχε ένας τόνος από παλιά πράγματα στο σπίτι όταν αγόρασα αυτό το μέρος. Τα περισσότερα έπρεπε να φύγουν, αλλά μερικά κομμάτια, σαν αυτό, τα κράτησα. Προσδίδουν μια κάποια ατμόσφαιρα στο κτίριο, δε νομίζεις;» «Αναμφισβήτητα» συμφώνησε η Κίζι, σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος της και πιάνοντας σφιχτά τους αγκώνες της, μια άμυνα απέναντι στην εγγύτητα του κορμιού του. Δεν τολμούσε να γυρίσει προς το μέρος του και να τον αντιμετωπίσει· παραήταν κοντά της, και άλλη μια ανάσα από


τη φρέσκια ευωδιά του θα ήταν η καταστροφή της. Μέχρι τώρα δεν είχε γίνει καμία αναφορά στην εξωφρενική πρόταση της προηγούμενης νύχτας να γίνει ερωμένη του –προφανώς ο Ανδρέας είχε παραιτηθεί γρήγορα από αυτή την ιδέα–, οπότε ήταν σημαντικό να μη σκέφτεται καν πόσο πολύ ήθελε να τον φιλήσει. Από σωματική άποψη, τουλάχιστον, ο Ανδρέας ήταν ο τέλειος άντρας για την Κίζι. Και μόνο η ανάμνηση του αγγίγματός του έκανε ρίγη να διατρέχουν σαν ξέφρενο ηλεκτρικό ρεύμα τη σπονδυλική στήλη της μέχρι που δεν μπορούσε πια να σκεφτεί καθαρά. Ευχήθηκε να μην άκουγε ο Ανδρέας την κοφτή ανάσα της. Ήταν μαζί στην κρεβατοκάμαρά της. Μόνοι. «Να υποθέσω ότι συνήλθες από το πιλοτάρισμά μου στο ελικόπτερο;» τη ρώτησε εκείνος. Άπλωσε το χέρι του να κλείσει τα γαλλικά παράθυρα και έτσι ο πήχης του άγγιξε τον γυμνό ώμο της. Η Κίζι ένιωσε τα μάτια της να κλείνουν για ένα δευτερόλεπτο, αντιδρώντας στο άγγιγμά του. Αναγκάστηκε να γλείψει τα στεγνά χείλη της με την άκρη της γλώσσας της προτού μπορέσει να απαντήσει: «Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι το απόλαυσα ιδιαίτερα – είχε πολύ θόρυβο». «Λυπάμαι γι’ αυτό. Ήθελα πολύ να φτάσουμε εδώ προτού σουρουπώσει, αυτό είναι όλο.» «Με συγχωρείς για τη νευρικότητά μου, Ανδρέα. Εσύ είσαι συνηθισμένος σε όλα αυτά, όμως για μένα είναι συγκλονιστικά.» Η Κίζι συνέχισε να κοιτάζει έξω από την πόρτα, επιθυμώντας να σταματήσει να χτυπάει δυνατά η καρδιά της. «Γιοτ, τζετ, ελικόπτερα. Υποθέτω πως το μόνο που μένει να συνηθίσω είναι ένα εξωφρενικά ακριβό σπορ αμάξι, σωστά; Όχι, μη μου πεις. Λαμποργκίνι; Φεράρι;» «Κανένα από αυτά τα δύο.» Γύρισε να τον κοιτάξει, αλλά το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της χάθηκε όταν είδε τη συννεφιασμένη έκφραση του προσώπου του. «Συγγνώμη, δεν εννοούσα… Απλώς υπέθεσα ότι ήταν όλα μέρος της εικόνας σου.» «Της εικόνας του χασομέρη, παράτολμου δισεκατομμυριούχου πλεϊμπόι εννοείς;» «Μάλλον» απάντησε η Κίζι. «Δεν ήθελα να φανώ αγενής, αλλά προφανώς οδηγείς κάποιο αμάξι, έτσι υπέθεσα ότι θα ταίριαζε με όλα τα υπόλοιπα πάνω σου.» «Για παράδειγμα, με τον εγωισμό και την ασπλαχνία μου;» Η Κίζι κοίταξε αλλού, αμήχανη. Προφανώς ο Ανδρέας δεν είχε ξεχάσει το φαρμάκι που του είχε πετάξει προτού ανακαλύψει την αλήθεια για τον μικρό ζητιάνο στη Ρόδο. «Ήταν λάθος μου να το πω αυτό για σένα» μουρμούρισε. «Λυπάμαι.» «Μη λυπάσαι» της είπε απαλά. «Είναι πολύ αναζωογονητικό να μου λέει κάποιος τι σκέφτεται για μένα – ακόμα κι αν αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτο. Εκτιμώ την ειλικρίνειά σου, Κίζι.» «Εξάλλου» συνέχισε ο Ανδρέας «έχω πάψει να οδηγώ. Η Λίνδος είναι Τόπος Παγκόσμιας Κληρονομιάς και δεν επιτρέπονται εκεί τα οχήματα, οπότε δε θα μπορούσα έτσι κι αλλιώς. Προτιμώ να πηγαίνω εκεί με ιστιοφόρο από τη Ρόδο παρά οδικώς. Επίσης είναι πολύ ευκολότερο να έχω σοφέρ όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό – γενικά είναι καλύτερο να μην οδηγείς.» Ο Ανδρέας άφησε μια παρατεταμένη εκπνοή. «Αλλά το τελευταίο αμάξι μου ήταν πράγματι μια Λαμποργκίνι. Ήταν το πιο όμορφο μηχάνημα


που είχα δει ποτέ και το πρώτο ακριβό αντικείμενο που αγόρασα για τον εαυτό μου όταν άρχισα να βγάζω πολλά χρήματα. Όμως…» ολόκληρο το κορμί του φάνηκε να συσπάται «…δεν ήταν ωραίο θέαμα όταν ήρθε το τέλος του.» «Έκανες φιγούρα τραβώντας απότομα το χειρόφρενο;» «Όχι. Τράκαρε με το αναθεματισμένο αμάξι η μικρή αδελφή μου» απάντησε βλοσυρά ο Ανδρέας. «Η Καλλιστώ ήταν νεκρή όταν έπιασε φωτιά το αυτοκίνητο. Ή, τουλάχιστον, αυτό αποφάνθηκε η δικαστική έρευνα.» Η Κίζι ένιωσε σαν ένας γιγάντιος βράχος να καταπλάκωσε το στομάχι της, και άνοιξε το στόμα της σε μια σιωπηλή, οδυνηρή απολογία. Έκανε ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος του, αλλά σταμάτησε όταν είδε το ψυχρό κενό στο πρόσωπό του, τον τρόπο που είχαν καμπουριάσει οι ώμοι του γύρω από τα σταυρωμένα χέρια του. «Λυπάμαι πάρα πολύ» είπε. «Ήταν πολύ απερίσκεπτο αυτό που είπα…» «Δεν πειράζει. Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις αμηχανία γι’ αυτό, Κίζι.» Ο Ανδρέας ξεσταύρωσε ήρεμα τα μπράτσα του. «Δε συνηθίζω να το συζητάω, οπότε ας το ξεχάσουμε. Μπορείς όμως να με αποζημιώσεις αν το θέλεις.» «Πες μου τι θες να κάνω» απάντησε βιαστικά η Κίζι και μετά συνειδητοποίησε πόσο επικίνδυνη μπορεί να ήταν μια τόσο ανοιχτή πρόσκληση σε έναν άντρα σαν τον Ανδρέα Λαζαρίδη. Εκείνος έγειρε στον ξύλινο στύλο του κρεβατιού πίσω του και σήκωσε το κεφάλι του προς το ταβάνι για μια στιγμή σαν να βρισκόταν σε βαθιά περισυλλογή. Τα δευτερόλεπτα πέρασαν βασανιστικά. Ήταν λες και ο Ανδρέας υπολόγιζε σκοπίμως πόση ώρα σιωπής χρειαζόταν για να τεντωθούν τα νεύρα της Κίζι μέχρι τέρμα. «Φίλησέ με» είπε τελικά. «Ορίστε;» «Με άκουσες» της απάντησε ατάραχος. «Φίλησέ με όπως χθες τη νύχτα και θα ξεχάσω όλα τα αγενή λόγια που μου είπες.» «Ξέρεις ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» «Γιατί όχι;» της είπε χωρίς να ιδρώσει το αυτί του. «Θα νιώσουμε καλύτερα και οι δύο – και ξέρω ότι το θέλεις.» «Γιατί δε θα σταματήσουμε στο φιλί, έτσι δεν είναι;» «Δεν υπάρχει λόγος να σταματήσουμε σε ένα φιλί, μωρό μου» είπε εκείνος και τύλιξε τα μακριά δάχτυλά του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της για να βγάλει το κλάμερ που συγκρατούσε τα μαλλιά της. Χαμογέλασε, καθώς οι μαύρες μπούκλες της έπεσαν στους ώμους της, απείθαρχες όπως το υπόλοιπο κορμί της. Η φωνή του μετατράπηκε σε προκλητικό ψίθυρο. «Είμαστε μόνοι και θέλουμε, έχουμε ανάγκη να απολαύσουμε ο ένας τη συντροφιά του άλλου.» Η Κίζι έκλεισε τα μάτια της και πάσχισε να ξεστομίσει μια αρνητική απάντηση. Όμως, τα λόγια της έκλεψε το καυτό άγγιγμα των χειλιών του πάνω στα δικά της. Το στόμα της ρίγησε καθώς εκείνος τραβήχτηκε λιγάκι για να δει την αντίδρασή της. Η οικεία ζεστασιά της ανάσας του πάνω στο μάγουλό της την έκανε να ξεχάσει τη λογική και τον επαγγελματισμό της. Βυθίζοντας τα δάχτυλά της στο μαύρο μετάξι των μαλλιών του, η Κίζι τον τράβηξε ξανά προς το μέρος της, στα μισάνοιχτα χείλη της. Καθώς η γλώσσα του άρχισε να τα εξερευνά απαλά, ένιωσε τα χέρια του να γλιστρούν γύρω από τη μέση της και να τραβούν τους γοφούς της στιβαρά πάνω στους δικούς του.


Η Κίζι αισθάνθηκε τη σκληρή στύση του και έβγαλε ένα σιγανό βογκητό. «Αυτό είναι γραφτό, Κίζι.» Κράτησε τους γλουτούς της στις παλάμες του και βόγκηξε από απόλαυση. Έπειτα έγειρε το κεφάλι του και τη φίλησε ξανά. «Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, σε ήθελα τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά.» Η Κίζι άρχισε να κουνάει το κεφάλι της. «Ανδρέα, εγώ…» «Όχι, Κίζι» της είπε αυστηρά και έβαλε την παλάμη του στο στήθος της, χρονοτριβώντας στην πρησμένη, σκληρή θηλή της, πάνω από την μπλούζα της. Ο Ανδρέας πήρε μια κοφτή ανάσα, σαν να δοκίμαζε ήδη τα όρια του ελέγχου του στην κατάσταση. «Όχι άλλες αρνήσεις, όχι άλλη προσποίηση. Το στόμα σου μπορεί να κάνει πολύ πιο συναρπαστικά πράγματα όταν δεν προσπαθεί να σου αρνηθεί την πιο φυσιολογική απόλαυση στον κόσμο.» Χάιδεψε και τις δύο θηλές της με τους αντίχειρές του, αγκυροβολώντας το διαπεραστικό βλέμμα του στο βαθύ γαλάζιο των ματιών της. «Θα βγάλεις όλα αυτά τα ρούχα που φοράς ή θα το κάνω εγώ για σένα;» Έχοντας μείνει άφωνη από το μεθύσι που κυλούσε στο κορμί της σαν δυνατό αφροδισιακό, η Κίζι κατάφερε μόνο να βάλει τις τρεμάμενες παλάμες της στο μαύρο βαμβακερό μπλουζάκι του. Το στέρνο του βρισκόταν κάτω από τα δάχτυλά της. Χαϊδεύοντάς τον, απόλαυσε το ξαφνικό σφίξιμο των θηλών του από το άπειρο άγγιγμά της. «Κάν’ το εσύ» του είπε με μια φωνή τόσο αλλαγμένη από τη σεξουαλική έξαψη ώστε αναρωτήθηκε αν στ’ αλήθεια είχε ξεστομίσει αυτά τα λόγια ή αν τα είχε πλάσει το μυαλό της ως μέρος της επικίνδυνης, απαγορευμένης φαντασίωσης στην οποία πρέπει να βρισκόταν. Έπειτα την πρόλαβε η πραγματικότητα. Πήρε μια κοφτή ανάσα καθώς εκείνος της ξεκούμπωσε τα κουμπιά της μπλούζας της, με δάχτυλα γρήγορα και επιδέξια. «Αλλά, Ανδρέα, προτού παρασυρθούμε, πρέπει να σου πω πως εγώ δεν έχω…» «Μην ανησυχείς, έχω εγώ» μουρμούρισε γρήγορα εκείνος καθώς της κατέβασε την μπλούζα από τους ώμους. Σταμάτησε για λίγο για να καλύψει και τα δύο βαριά, σκεπασμένα με δαντέλα στήθη της με ευλαβικά χέρια. «Θα σε φροντίσω εγώ, μωρό μου, έχε μου εμπιστοσύνη.» Άπλωσε το χέρι του πίσω από την πλάτη της για να ξεκουμπώσει το σουτιέν της. Η φωνή του ήταν βαθιά και βραχνή. «Δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ το ήθελα αυτό. Να σε ξεμοναχιάσω, να αγγίξω τη γυμνή επιδερμίδα σου, μόνο εσύ…» Αργά, βασανιστικά, κατέβασε τις τιράντες του σουτιέν της στα λεπτά μπράτσα της. «Και εγώ. Και αυτό.» Το βλέμμα της ακολούθησε το δικό του στο κρεβάτι και η επιδερμίδα της ανατρίχιασε από το σοκ του ξαφνικού δροσερού αέρα καθώς το σουτιέν της έπεσε στο πάτωμα. Οι λέξεις που σκόπευε να πει μετατράπηκαν εκείνη τη στιγμή σε σιγανές, εξαίσιες ανάσες λαχτάρας. Ο Ανδρέας πήρε μια κοφτή ανάσα στη θέα των γυμνών στηθών της. Οι τένοντες στον λαιμό του τεντώθηκαν καθώς τα κράτησε στις ζεστές παλάμες του. Το κορμί του έτρεμε από φανερή διέγερση. «Θα μπορούσα να πεθάνω για να τα γευτώ μόνο μια φορά» ψιθύρισε, χαράζοντας ένα μονοπάτι από πεταχτά φιλιά κατά μήκος του κλειδοκόκαλού της, ενώ τα ακροδάχτυλά του χάιδευαν απαλά τις θηλές της μέχρι που σκλήρυναν. Τα δάχτυλα της Κίζι βυθίστηκαν στα σκληρά μπράτσα του, απολαμβάνοντας την αίσθηση της έντονης αρρενωπότητάς του. Ο πόθος που φούντωσε μέσα της ήταν σαρωτικός καθώς έπιασε το χέρι του και το πίεσε δυνατά πάνω στο απαλό φούσκωμα του στήθους της. «Τότε μη σταματάς, δε χρειάζεται να είσαι τόσο τρυφερός. Δεν πειράζει, το… το θέλω.»


Επιδέξια ο Ανδρέας την οδήγησε προς τα πίσω, στην άκρη του κρεβατιού, και εκείνη καμπύλωσε την πλάτη της ενδίδοντας πρόθυμα, παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει με τα φιλιά του. Αδέξια προσπάθησε να του ανεβάσει το μπλουζάκι. Εκείνος το έβγαλε γρήγορα, διακόπτοντας ελάχιστα την επαφή με το κορμί της, και η Κίζι έβγαλε ένα σιγανό βογκητό καθώς οι σκούρες, κατσαρές τριχούλες στο στέρνο του τρίφτηκαν στην τρυφερή επιδερμίδα της. Μέσα σε μια ομίχλη σωματικών αισθήσεων, η Κίζι είδε τους μυς του στέρνου του να σαλεύουν ρωμαλέα καθώς την ανασήκωσε και την ξάπλωσε στο στρώμα. Τα δάχτυλά του συνέχισαν να παρασύρουν τα στήθη της στο ζενίθ της έξαψης. Επιτέλους, η Κίζι ήξερε πώς ήταν να νιώθει πραγματικά ποθητή από έναν άντρα. «Ναι…» Μετά βίας αντιλαμβανόταν την ηδονή που βίωνε. Η καυτή, τρεμάμενη ανάσα του Ανδρέα χτένισε το τσιτωμένο κορμί της και η Κίζι αναστέναξε καθώς εκείνος έπιασε τη σκληρή θηλή ανάμεσα στα χείλη του και έσυρε την άκρη της γλώσσας του γύρω από τη βελούδινη κορυφή της. «Έχεις το κορμί ενός αγγέλου» μουρμούρισε πάνω στην επιδερμίδα της και έπειτα ρούφηξε πιο σκληρά και πιο επίμονα, χαϊδεύοντας το άλλο στήθος της καθώς η βιάση της ανάγκης τους άρχισε να καταλαμβάνει κάθε λογική σκέψη. Τον βοήθησε να της βγάλει το παντελόνι και να την αφήσει με το μικροσκοπικό, γαλάζιο μεταξωτό κιλοτάκι που της είχε αγοράσει στη Ρόδο. Χωρίς να χρειαστεί άλλη παρότρυνση, ο Ανδρέας έχωσε τα δάχτυλά του κάτω από τη δαντελωτή άκρη του για να εξερευνήσει νωχελικά τις απαλές, βελούδινες μπούκλες της. Ένας χαμηλός ήχος στα βάθη του λαιμού του υπενθύμισε και στους δυο τους την πρωτόγονη φύση της πράξης που θα γινόταν σε λίγο ανάμεσά τους. Η Κίζι ανασήκωσε τους γοφούς της για να τον βοηθήσει να της βγάλει το τελευταίο κομμάτι υφάσματος κι έπειτα έσυρε διστακτικά τα ακροδάχτυλά της στη μέση της βερμούδας του. Το φούσκωμα της στύσης του κάτω από το ύφασμα ήταν τρομακτικό και ταυτόχρονα υπνωτιστικό και η Κίζι δάγκωσε δυνατά το κάτω χείλος της καθώς τόλμησε να σύρει το δάχτυλό της πάνω στην παλλόμενη λάβρα του. Κοίταξε τα μάτια του που σιγόκαιγαν. «Βγάλ’ τα όλα, Ανδρέα» τον ικέτεψε απαλά, καθώς συνέχισε να τον χαϊδεύει και να τον βασανίζει με επιδεξιότητα που ήταν ενστικτώδης και είχε σκοπό να τον προκαλέσει πέρα από τα όριά του. Ο Ανδρέας έβγαλε αποφασιστικά ένα πακετάκι από την πίσω τσέπη του. «Κράτησέ το αυτό για μένα» μουρμούρισε. Καθώς έβαλε το πακετάκι του προφυλακτικού ανάμεσα στα μισάνοιχτα χείλη της Κίζι, εκείνη χαμογέλασε με την τραχιά αίσθησή του στη γλώσσα της. Ήταν ένα ασυνήθιστο αντικείμενο, ένα αντικείμενο που είχε μεγάλη σχέση με το σεξ και τίποτε άλλο. Ένα αντικείμενο που θα τραβούσε τον Ανδρέα μέσα της, που θα τον κρατούσε εκεί και που θα την πήγαινε σε ένα μέρος όπου δεν είχε πάει ποτέ. Ένιωσε το κορμί της να μαλακώνει και να λιώνει στα κολλαριστά σεντόνια από κάτω τους καθώς τα μάτια του Ανδρέα περιπλανιόνταν στο γυμνό κορμί της. Μια παύση και έπειτα εκείνος ελευθερώθηκε.


Η Κίζι πήρε μια κοφτή ανάσα όταν τον είδε: καυτό, σκληρό και αδιάντροπα εντυπωσιακό. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά στο στήθος της καθώς ο Ανδρέας πήρε το προφυλακτικό από τα δόντια της και γονάτισε ανάμεσα στους μηρούς της, χαμηλώνοντας το κεφάλι του για να φιλήσει το πιο κρυφό σημείο της. Αργά στην αρχή, πέρασε τη ζεστή, ερευνητική γλώσσα του πάνω από την υγρασία της εισόδου του κόλπου της, επιτρέποντας στην άκρη της να γλιστρήσει μέσα για να γευτεί τη γλύκα της. Η αναπνοή του δρόσισε την υγρή φωτιά του σημείου όπου τα κορμιά τους μετά βίας αγγίζονταν και ένα ρίγος διαπέρασε την Κίζι καθώς ο αντίχειράς του άρχισε να χαράζει κύκλους γύρω από την κλειτορίδα της, αργά, τρυφερά και αριστοτεχνικά ανελέητα. Η ένταση που κουλουριαζόταν χαμηλά στο στομάχι της και οι παλμοί μέσα στον κόλπο της έγιναν αβάσταχτοι. «Όχι άλλο, Ανδρέα, όχι άλλο» μουρμούρισε. Βύθισε τα χέρια της στα μαλλιά του, τον παρότρυνε να ανασηκωθεί χαϊδεύοντας τον σβέρκο του και τους δυνατούς μυς των ώμων του. Τον τράβηξε πιο κοντά, πιο σφιχτά και ένιωσε το ανάλαφρο άγγιγμα της στύσης του πάνω στο εσωτερικό του μηρού της. «Όχι άλλο;» Τα μάτια του άστραψαν σατανικά. «Δε νομίζω να το εννοείς αυτό, έτσι δεν είναι;» Μολονότι η Κίζι ένιωσε αδύναμη στη θέα της στύσης του και αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν για εκείνη να τον πάρει μέσα της, λαχταρούσε τον εξαίσιο πόνο που ίσως προκαλούσε η διείσδυσή του. «Σε θέλω» είπε βογκώντας. «Σε θέλω ολόκληρο.» «Τότε θα με έχεις, μωρό μου.» Καθώς έσκυψε να τη φιλήσει, ο ανδρισμός του έκαψε την απαλή κοιλιά της. Ο Ανδρέας άνοιξε το πακετάκι που θα τους επέτρεπε να προχωρήσουν πέρα από το σημείο δίχως επιστροφή και φόρεσε επιδέξια το προφυλακτικό. Η Κίζι κλαψούρισε από λαχτάρα βλέποντάς τον. «Ησύχασε… Σε λίγο… σε λίγο…» Ο Ανδρέας έβγαλε μια σπηλαιώδη ανάσα καθώς βύθισε ένα δάχτυλο στην καυτή υγρασία του κόλπου της. Το γλίστρησε αργά μέσα και έπειτα τη βασάνισε τραβώντας το πάλι έξω. Την τρέλαινε με αυτά τα χάδια, σκέφτηκε η Κίζι. Θα μπορούσε να της κάνει οτιδήποτε τώρα και εκείνη θα συνέχιζε να τον ικετεύει για περισσότερα. Δεν έβλεπε ο Ανδρέας πόσο πολύ τον χρειαζόταν; «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό, χαρά μου;» τη ρώτησε βραχνά. Χαμήλωσε το κεφάλι του για να ρουφήξει με αυξανόμενη βιάση το πρόθυμο, πρησμένο από τα φιλιά στήθος της, και έπειτα τραβήχτηκε ξανά πίσω απότομα. Η απογοήτευση πέθαινε την Κίζι. Ο Ανδρέας δεν ήταν άτρωτος στην ένταση ανάμεσά τους. Βύθισε το πρόσωπό του στον λαιμό της, ρουφώντας το έντονα θηλυκό άρωμά της βαθιά στα πνευμόνια του και νιώθοντας τη στύση του να τινάζεται με οδυνηρή ανυπομονησία. «Γιατί δε νομίζω ότι θα μπορέσω να σταματήσω όταν… όταν βρεθώ μέσα σου. Το καταλαβαίνεις αυτό;» «Το καταλαβαίνω» ψιθύρισε η Κίζι «και είμαι σίγουρη.» Ανασήκωσε τους γοφούς της για να τριφτεί προκλητικά στον πρησμένο ανδρισμό του και


πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση του, τραβώντας το σκληρό κορμί του ανάμεσα στους μηρούς της. Προσπάθησε απελπισμένα να πιάσει τη σάρκα του καθώς ένιωσε την άκρη της στύσης του να σπρώχνει την καυτή, νοτισμένη είσοδό της. Η Κίζι υπέθεσε ότι ο Ανδρέας αντιστεκόταν στην έντονη επιθυμία να βυθιστεί λυσσαλέα μέσα της, ίσως γιατί είχε διαισθανθεί την απειρία της. Όμως δεν την ενδιέφερε πια να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης – η δική της ανάγκη ήταν αβάσταχτη. Ο Ανδρέας έβγαλε ένα πνιχτό βογκητό και κουνήθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Αργά, με απίστευτη προσοχή, άρχισε να μπαίνει μέσα της πόντο πόντο, κάνοντας πίσω ελάχιστα προτού προχωρήσει λίγο βαθύτερα κάθε φορά καθώς ένιωθε τους σφιχτούς εσωτερικούς μυς της Κίζι να τεντώνονται και έπειτα να χαλαρώνουν αρκετά για να τον δεχτούν. « Χαλάρωσε, ανάσα μου» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. Τώρα τα μάτια του ήταν κλειστά και σταματούσε ύστερα από κάθε έντονη κίνηση για να τη φιλήσει και να παροτρύνει τα νοτισμένα, καυτά χείλη της να ανοίξουν. «Άσε με να μπω.» Η Κίζι καμπύλωσε την πλάτη της, προσπαθώντας να χαλαρώσει. Καθώς διαισθάνθηκε την προθυμία της, ο Ανδρέας άνοιξε ακόμα πιο πολύ τους μηρούς της και πίεσε. Ένιωσε τους εσωτερικούς μυς της να συσπώνται ρυθμικά γύρω του, να τον παροτρύνουν, να τον πιέζουν και να τον τραβούν πιο βαθιά μέσα στο μυστηριώδες σκοτάδι του κορμιού της. Το στέρνο του πίεσε τα απαλά στήθη της, συνθλίβοντας τις σκληρές θηλές της. Η αναπνοή της Κίζι έβγαινε καυτή και ξέφρενη πάνω στον απαλό λαιμό του, ενώ η ανακατεμένη λάβρα των κορμιών τους σχημάτισε μια κοφτερή, μεθυστική λεπίδα πόθου που τη διαπέρασε. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο. «Σε χρειάζομαι τώρα» τον ικέτεψε. Πιάνοντας τους σκληρούς μυς των γλουτών του Ανδρέα, η Κίζι ανασήκωσε τους μηρούς της, απολαμβάνοντας την τραχιά τριβή από τις τριχούλες στα μυώδη πόδια του, και τους τύλιξε σφιχτά γύρω από τη μέση του προτού λικνίσει τη λεκάνη της και τον ενθαρρύνει να πέσει με όλο το βάρος του πάνω της. Δάγκωσε τη σάρκα του ώμου του για να καταπνίξει τη σιγανή κραυγή από το σοκ που τη συντάραξε καθώς πήρε μέσα της ολόκληρη την πρησμένη στύση του. Ένιωσε έναν διαπεραστικό πόνο βαθιά στο κορμί της καθώς εκείνος άρχισε τις ωθήσεις. Ένα χαμηλό, απειλητικό βογκητό βγήκε βαθιά από τον λαιμό του Ανδρέα καθώς οι ωθήσεις του έγιναν πιο επίμονες, πιεστικές, ξαναμμένες. Η Κίζι φώναξε από ηδονή όταν τα χέρια του χώθηκαν κάτω από τους γλουτούς της, την τράβηξαν πάνω του και εκείνος χώθηκε πιο γρήγορα και πιο βαθιά μέσα της. Καρφωμένη στο κρεβάτι και σχεδόν παραληρώντας από τον πόθο, η Κίζι βόγκηξε καθώς ο αέρας ανάμεσά τους έγινε πιο βαρύς και παλλόταν με κάθε πυρετική κίνηση. Κάθε μόριο τού είναι της λαχταρούσε και πλησίαζε στην κορύφωση. Η Κίζι γαντζώθηκε στους κυματιστούς, γλιστερούς από τον ιδρώτα ώμους του. Τα χείλη της συνάντησαν φρενιασμένα τα δικά του καθώς εκείνος έπνιξε τις κραυγές της έκστασής της με σκληρά, κτητικά φιλιά, τραβώντας την πάνω του επίμονα. Η Κίζι φώναξε κάτι ακατάληπτο, καθώς η ένταση στο κορμί της έφτασε σε αβάσταχτα ύψη. Ασημένιες σπίθες άστραψαν στο σκοτάδι των κλειστών ματιών της και ένιωσε το πανίσχυρο κορμί του Ανδρέα να βυθίζει μέσα της τον ανδρισμό του. Η δύναμη και η λύσσα του δεν της άφησαν καμία αμφιβολία ότι την είχε τιθασεύσει και κατακτήσει, εισβάλλοντας στην απαλή, έκλυτη παράδοση της ίδιας της σάρκας της.


«Αυτό είναι» είπε εκείνος. Τα πρωτόγονα βογκητά του πυροδότησαν τις μανιασμένες κινήσεις του, και καθώς διαισθάνθηκε την κορύφωση να πλησιάζει, η Κίζι σηκωνόταν και έπεφτε από κάτω και γύρω του, παρακινώντας τον να χάσει τον έλεγχο, να χάσει τον εαυτό του μέσα στο κορμί της, γνωρίζοντας όμως ότι θα χανόταν πρώτη. «Πάρε με μέσα σου, άσε με να σε γεμίσω, αφέσου…» Τα μάτια της άνοιξαν για μια στιγμή και τον είδαν να την παρατηρεί σαν μελαγχολικό ηφαίστειο προτού γείρει πίσω το κεφάλι της, με τα δάχτυλά της να τραβούν το φρενιασμένο κορμί του. Και έπειτα ο Ανδρέας άκουσε έναν χαμηλό, ερεβώδη, χαρακτηριστικό γυναικείο ήχο καθώς το κορμί της ρίγησε και άρχισε να συσπάται. Τα μάτια της γέμισαν με αστέρια πίσω από τα κλειστά βλέφαρά της και μια φωνή φώναξε το όνομά του καθώς η Κίζι σπαρτάρισε από κάτω του σε έκσταση. «Τώρα…» Ο Ανδρέας έπιασε σφιχτά τους γοφούς της, πιέζοντας τους αντίχειρές του σκληρά πάνω στην απαλή γωνία των οστών της. Βλαστήμησε στη γλώσσα του καθώς τα μάτια του πέταξαν φλόγες πάνω από το τρέμουλο των πρησμένων στηθών της και τα υγρά, μισάνοιχτα χείλη της. «Ναι…» Τα μάτια του έκλεισαν καθώς ο Ανδρέας βόγκηξε και ρίγησε, φτάνοντας σε οργασμό με μια σειρά από καυτές, παλλόμενες ωθήσεις που φάνηκαν να τη γεμίζουν, αυξάνοντας τη μεθυστική ηδονή τους, βγάζοντας μέσα από τον Ανδρέα την ίδια την ουσία του. Η Κίζι σφάδασε ακόλαστα καθώς τον ένιωσε να τελειώνει βαθιά μέσα της και τα βογκητά και των δυο τους πλημμύρισαν τον αέρα καθώς το κορμί της παραδόθηκε άλλη μία φορά στα αλλεπάλληλα κύματα ενός εκτυφλωτικού, συγκλονιστικού οργασμού.


Κεφάλαιο 9 «Για τo Θεό, γιατί δεν μου είπες ότι ήσουν παρθένα;» Ο Ανδρέας ήταν ξαπλωμένος κοιτώντας το ταβάνι, με το ένα του χέρι κάτω από το κεφάλι του και το άλλο ν’ αγκαλιάζει το απαλό κορμί της Κίζι στην ησυχία της ζεστής νύχτας. Έπειτα από τον πιο εκπληκτικό έρωτα που είχε κάνει ποτέ, το δυνατό του χτυποκάρδι καταλάγιαζε σιγά σιγά και οι μύες του άρχιζαν να χαλαρώνουν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του καθώς συλλογίστηκε πόσο είχε σφιχτεί όλο του το κορμί λίγο προτού μπει μέσα της και πως τα κατακόκκινα χείλη και οι ροδαλές θηλές της κόντεψαν να τον τρελάνουν, κάνοντάς τον να θέλει να την κάνει δική του χωρίς καθυστέρηση. Να την πάρει δυνατά, γρήγορα, άμεσα. Με κάποιον τρόπο τα κατάφερε να συγκρατηθεί – ποτέ του στο παρελθόν δεν είχε πρόβλημα αυτοελέγχου, αλλά αυτή η γυναίκα είχε κάτι που τον μάγευε όπως καμία άλλη. Είχε συγκεντρώσει όλη του την αυτοπειθαρχία για να προχωρήσει αργά, να μη βιαστεί, να απολαύσει το σφριγηλό, μεταξένιο της κορμί και να απολαύσει αργά τις χάρες του γυναικείου κορμιού. Όμως τον είχε τόσο συνεπάρει ο πόθος, που ούτε καν συλλογίστηκε ότι μπορεί να ήταν ο πρώτος της εραστής. Τώρα ο Ανδρέας ήταν απίστευτα μπερδεμένος. Κι η βαριά σιωπή που ακολούθησε το σμίξιμό τους είχε αρχίσει να τον τρομάζει. Γύρισε στο πλευρό του και χάιδεψε τη μεταξένια επιδερμίδα του ώμου της. «Λοιπόν;» «Ήταν τόσο φανερό;» ψιθύρισε η Κίζι κλείνοντας τα μάτια της. «Όχι» της απάντησε τρυφερά εκείνος. Πρόσεξε την αμηχανία της, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια. «Δε θα το είχα μαντέψει αλλιώς, αλλά – το σεντόνι…» Τα δάχτυλά της άρπαξαν το κατάλευκο σεντόνι και κάλυψαν το στήθος της. «Ω, Θεέ μου, λυπάμαι.» «Δηλαδή, είσαι παρθένα! Ή μάλλον ήσουν» επέμεινε εκείνος. «Έπρεπε να με έχεις προειδοποιήσει.» «Προσπάθησα, αλλά δεν πρόλαβα να πω λέξη εκείνη την ώρα.» Η Κίζι ανασηκώθηκε στους αγκώνες της. «Τότε έπρεπε να προσπαθήσεις περισσότερο – να με κάνεις ν’ ακούσω.» «Δε σκέφτεσαι πόσο ντροπιαστικό θα ήταν; Ήδη και που το παραδέχομαι μονάχα είναι ντροπιαστικό, πόσω μάλλον αν αναγκαζόμουν να παραδεχτώ την έλλειψη εμπειρίας μου την ώρα που χαϊδευόμασταν.» Συνοφρυώθηκε κι άρχισε να στρίβει νευρικά το λευκό ύφασμα του σεντονιού στα δάχτυλά της. Η φωνή της έγινε ψίθυρος. «Κι εκτός αυτού, θα χάλαγε τη μαγεία της στιγμής – γιατί ήταν αυτό που ήθελα. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα ήταν έτσι, τόσο συγκλονιστικό.» «Σε πόνεσα;» Μια σουβλιά αγωνίας τον διαπέρασε στη σκέψη ότι μπορεί να της είχε προκαλέσει πόνο κι ύστερα γέμισε ανακούφιση βλέποντάς τη να κουνά το κεφάλι της και να του χαρίζει ένα ντροπαλό χαμόγελο. «Μα, παρθένα! Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω – παρθένα!» «Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείς να με κάνεις περισσότερο ρεζίλι.»


«Μα δεν προσπαθώ κάτι τέτοιο!» της απάντησε με αγανάκτηση και πέρασε γοργά το χέρι του από τα μαλλιά του. «Είμαι σοκαρισμένος. Αλλά ταυτόχρονα και γεμάτος δέος. Η αθωότητά σου ήταν ένα υπέροχο δώρο, που όμως ποτέ δε μου άξιζε.» Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα μαλλιά της. «Ακόμη δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μου. Είσαι όμορφη και έξυπνη – μη μου πεις πως δεν παρουσιάστηκαν ευκαιρίες στο κολέγιο;» «Φυσικά, αλλά ποτέ δε γνώρισα κανέναν που να με κάνει να θέλω να… και έπρεπε να συγκεντρωθώ και στις σπουδές μου.» Χαμήλωσε αμήχανα το βλέμμα της και δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Και για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουν κιόλας – φοβόμουν πάρα πολύ για το τι θα γινόταν.» Ο Ανδρέας χάιδεψε τον λοβό του αυτιού της και την τράβηξε κοντά του. «Οπότε τώρα ξέρεις πως δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι.» «Δεν εννοώ σωματικά – δε φοβόμουν την ίδια την πράξη. Η μητέρα μου φρόντισε να μου μάθει ότι το σεξ και ο έρωτας της κατέστρεψαν τη ζωή, καθώς και το ξεκίνημα της δικής μου ζωής. Δε νομίζω πως ήταν γεμάτη πικρία γι’ αυτό που της συνέβη, αλλά σίγουρα δεν ήθελε να με δει να κάνω τα ίδια λάθη. Όχι πως μου ήταν δύσκολο – έχω διαπιστώσει η ίδια τι μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα αν πέσει στα χέρια ενός άντρα που έχει πρόβλημα με το ποτό και τη διαχείριση του θυμού του. Κι αυτό είναι αρκετό για να κόψει σε καθέναν τη διάθεση για σεξ.» «Μιλάς γι’ αυτόν που πέθανε;» «Τον πατριό μου.» Ο Ανδρέας ανασηκώθηκε και σταύρωσε τα μπράτσα του στα γόνατά του, δίνοντας λίγο χρόνο στον εαυτό του για να κρύψει τον θυμό που ένιωσε να ξυπνά στα λόγια της. «Και πού βρισκόταν ο πραγματικός σου πατέρας όταν συνέβαιναν όλα αυτά;» «Πέθανε όταν ήμουν μωρό. Σ’ ένα φρικτό ατύχημα – εγκεφαλική αιμορραγία, αποτέλεσμα ενός καβγά σε ένα παζάρι αλόγων.» Εκείνος σιώπησε για λίγο, καθώς σκεφτόταν συνοφρυωμένος. «Είσαι τσιγγάνα;» Η Κίζι τού έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Θεωρητικά υποθέτω πως είμαι, αλλά δε γνώρισα ποτέ στ’ αλήθεια τον πατέρα μου, ούτε τη νομαδική πλευρά της οικογένειάς μου. Τη μητέρα μου την έδιωξαν έπειτα από την κηδεία. Υποθέτω πως έφταιγαν οι κακόβουλες φήμες για μένα – βλέπεις, οι γονείς μου δεν είχαν παντρευτεί.» Ο Ανδρέας κούνησε το κεφάλι του σιωπηλός, προτού προχωρήσει βαθύτερα. «Και χτες είπες ότι σε απέρριψαν και οι δυο πλευρές της οικογένειάς σου;» «Οι γονείς της μητέρας μου ήταν τυπικοί μικροαστοί και της είχαν ξεκαθαρίσει ότι αν συνέχιζε να το “σκάει με τους πλανόδιους”, θα το μετάνιωνε μέχρι τη μέρα που θα πέθαινε. Έτσι όταν εμφανίστηκε στην πόρτα τους με μένα στην αγκαλιά, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ένα μικρό, κλαψιάρικο, νόθο τσιγγανάκι ήταν κάτι που δε θα μπορούσε να ανεχτεί ο αξιοπρεπής κοινωνικός τους περίγυρος.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δε θυμάμαι να τους γνώρισα ποτέ. Ήξεραν πού βρισκόμασταν, αλλά δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή μαζί μας, ούτε όταν πέθανε η μαμά. Τους έστειλα ένα τηλεγράφημα, αλλά δεν απάντησαν ούτε με μια συλλυπητήρια κάρτα. Οπότε δεν έχασα και πολλά.» «Μάλλον όχι» απάντησε ήρεμα ο Ανδρέας, προσπαθώντας να αγνοήσει τον κόμπο στην καρδιά και τον λαιμό του. Η Κίζι άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε για λίγο στην ηλιοκαμένη καμπύλη του ώμου του.


«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, Ανδρέα; Κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μένα;» Ο Ανδρέας πρόσεξε ότι η Κίζι έτρεμε· κούνησε αργά το κεφάλι του. «Ο Τεό και η Άννα – ήξεραν ότι θα βρισκόμουν στον δρόμο όταν θα πουλούσαν την επιχείρηση; Ήμουν τελικά βάρος γι’ αυτούς;» Ξεροκατάπιε κι ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να διώξει τα δάκρυα. «Όχι πως θα τους κατηγορούσα, έπειτα απ’ όσα τράβηξαν εξαιτίας μου και εξαιτίας της μητέρας μου.» «Όχι!» Ο Ανδρέας ανακάθισε. «Όχι, ποτέ δε σου είπαν ψέματα. Ήθελαν το καλύτερο για σένα· δεν υπήρξε καμία απάτη εκ μέρους τους. Όμως δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να γίνει.» «Όμως, μου φαίνεται παράλογο» απάντησε η Κίζι. «Τόσα χρήματα για μια χρεοκοπημένη επιχείρηση.» «Ήταν η τελευταία επιθυμία της μητέρας μου.» Η Κίζι συνοφρυώθηκε μπερδεμένη. «Της μητέρας σου;» Ο Ανδρέας αναστέναξε βαθιά. «Οι όροι της διαθήκης της ήταν ξεκάθαροι. Έπρεπε να αγοράσω την επιχείρηση για πέντε εκατομμύρια λίρες κι έπειτα να την πουλήσω στους κατασκευαστές με τη συμφωνία να κατεδαφιστεί, και η γη να χρησιμοποιηθεί για σπίτια ή για κοινοτικά κτίρια.» «Και οι κατασκευαστικές σού έδωσαν πέντε εκατομμύρια γι’ αυτό;» «Και βέβαια όχι! Ήταν μεγάλη ζημία, αλλά όπως σχεδίαζε η μητέρα μου, ο Τεό και η Άννα βρέθηκαν ξαφνικά πολύ πλούσιοι, χωρίς να γνωρίζουν πως ουσιαστικά τους άφησε κάτι σαν κληρονομιά στη διαθήκη της. Αλλιώς θα το έβλεπαν σαν φιλανθρωπία και δε θα το αποδέχονταν, όμως αφού πίστεψαν ότι ήταν εντελώς νόμιμο κέρδος από την αγοραπωλησία, δέχτηκαν με χαρά να μου το πουλήσουν.» «Τους εξαπάτησες.» «Δεν είχα άλλη επιλογή. Αν δεν το είχα κάνει, δε θα είχα εκπληρώσει τις τελευταίες επιθυμίες της μητέρας μου – ήθελε να τους ευχαριστήσει με πρακτικό τρόπο, το ήθελε εδώ και χρόνια, αλλά γνώριζε καλά πόσο περήφανοι ήταν. Στη διαθήκη της επέμενε να κατεδαφιστεί το οίκημα, ώστε να μην τους μπει καμιά ανόητη ιδέα να επιστρέψουν εκεί. Η μητέρα έλεγε πως έπρεπε να περάσουν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους κάνοντας διακοπές σε κάποιο ηλιόλουστο μέρος, αλλά δε θα το αποφάσιζαν ποτέ από μόνοι τους. Ποτέ δεν έπρεπε να μάθουν την αλήθεια γι’ αυτή τη συναλλαγή. Έτσι λοιπόν, δε θα χρειαστεί ν’ ανησυχήσουν ποτέ ξανά για χρήματα στη ζωή τους.» «Όμως, εσύ πρέπει ν’ ανησυχείς για να το κρατήσεις όλο αυτό μυστικό.» «Πρέπει ν’ ανησυχώ, Κίζι;» Ξαφνικά ο Ανδρέας ένιωσε να γεμίζει καχυποψία. «Μόνο ο δικηγόρος της κι εμείς ξέρουμε την αλήθεια.» «Όχι, δε χρειάζεται.» Έτριψε τα μπράτσα της με τα χέρια της λες και κρύωνε. «Το ήξερα πως δε θα με εγκατέλειπαν. Το ήξερα.» Ο Ανδρέας κοίταξε το εύθραυστο κορμί της και συνειδητοποίησε ότι είχε καταφέρει ν’ αποκαταστήσει μέχρι κάποιο βαθμό την εμπιστοσύνη της Κίζι στους ανθρώπους. Η οικογένεια Αντωνίδη ήταν ό,τι κοντινότερο είχε η Κίζι σε συγγενείς, και παρόλο που βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά, τουλάχιστον της έμενε η παρηγοριά πως ακόμη νοιάζονταν για κείνη. Όμως, ένιωσε την καρδιά του να παγώνει καθώς σκέφτηκε πόσο λίγο ήταν αυτό για μια γυναίκα που οι πικρές, πρώτες της εμπειρίες στη ζωή την άφησαν με κουρελιασμένη αυτοπεποίθηση. «Δεν μπορούν να σταματήσουν να είναι καλοί Σαμαρείτες. Πάντα τους έτσι ήταν – έτσι γνώρισαν τη μητέρα μου κι εκείνη δεν ξέχασε ποτέ την καλοσύνη τους.»


«Τι συνέβη;» «Η μητέρα μου ήταν ένα πολύ κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο – κληρονόμος μιας τεράστιας αυτοκρατορίας καλλυντικών με υπερβολικά πολλά χρήματα. Μπλέχτηκε σ’ έναν άσχημο καβγά για χατίρι κάποιου άντρα και χρειαζόταν ένα μέρος να κρυφτεί μέχρι να σταματήσει το ενδιαφέρον του Τύπου. Η οικογένεια Αντωνίδη είχε κάποια συγγένεια με την οικονόμο των γονιών της. Είχαν ένα μικρό, ήσυχο σπιτάκι στη Χαλκιδική και την κράτησαν κοντά τους για ένα δυο χρόνια, μέχρι να επουλωθούν τα σημάδια στο πρόσωπό της. Τους ήταν ευγνώμων γι’ αυτό το διάστημα – έλεγε πως της είχαν σώσει τη ζωή.» Ανασήκωσε τους ώμους του και ξαφνικά φάνηκε απόμακρος. «Κρίμα που τα κατάστρεψε όλα όταν παντρεύτηκε τον πατέρα μου.» Και τότε σηκώθηκε βιαστικά απ’ το κρεβάτι και άρπαξε μια από τις τεράστιες πετσέτες που είχαν πέσει κάτω στην έξαψη του πάθους τους. «Θα πρέπει να πεινάς πια» της είπε με βιασύνη και τύλιξε την πετσέτα γύρω από τους γοφούς του χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει. «Σ’ αφήνω να φρεσκαριστείς και θα βρεθούμε στην ταράτσα όταν είσαι έτοιμη. Μη βιαστείς, με την ησυχία σου.» Η Κίζι γεμάτη απογοήτευση τον είδε να φεύγει απ’ το δωμάτιο κι ένιωσε την ανησυχία της να φουντώνει προτού την συντρίψει η αίσθηση της απόρριψης. Για λίγο αφέθηκε να πιστέψει πως υπήρξε κάποιου είδους δέσιμο ανάμεσά τους. Εκείνες οι λίγες, γεμάτες ένταση στιγμές των αποκαλύψεων ήταν τόσο δύσκολες και γεμάτες πόνο, όμως εκείνος την άκουσε και την κράτησε κοντά του όσο η ίδια ξεστόμιζε με δυσκολία όσα δεν είχε ποτέ εμπιστευτεί σε άλλον. Το να του μιλά έτσι, γυμνή στο κρεβάτι τους, κι ύστερα να τον ακούει να της εξομολογείται και τα δικά του μυστικά την έκανε να νιώσει σαν να ξετύλιγε το περιτύλιγμα για ν’ αποκαλύψει ένα όμορφο δώρο, έναν θησαυρό… Όμως, ο Ανδρέας Λαζαρίδης δεν έβλεπε την ώρα να φύγει από το δωμάτιό της. Ήταν πια φανερό· η δήθεν γεμάτη εμπιστοσύνη κουβέντα τους ήταν απλώς ο τρόπος του να φερθεί με ευγένεια προτού το βάλει στα πόδια, αφού αναμφίβολα τον είχαν ενοχλήσει τόσο οι αποκαλύψεις της όσο κι η απειρία της. Δε σκόπευε να περάσει το Σαββατοκύριακό του με μια άπειρη παρθένα, που προερχόταν από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Δεν είχε παζαρέψει για κάτι τέτοιο. Κι εκείνη δεν ήταν αυτό που είχε στο μυαλό του για το ιδιωτικό του καταφύγιο, και τώρα του ήταν πρόβλημα. Νιώθοντας άρρωστη και εξευτελισμένη, η Κίζι κατακλύστηκε από την ανάγκη ν’ αντισταθεί, να αποκαταστήσει κατά κάποιον τρόπο τις ισορροπίες και να του δείξει ότι δε νοιαζόταν. Δε νοιαζόταν τι πίστευε ο Ανδρέας Λαζαρίδης για εκείνη και το κυριότερο, δε νοιαζόταν για τον ίδιο. Μα ποιον κορόιδευε; Προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό της, πήδηξε απ’ το κρεβάτι κι άρχισε με βία να ξεστρώνει τα λινά σκεπάσματα μέχρι που έμεινε ξέπνοη απ’ την προσπάθεια. Όταν τελικά κατάφερε να τα πετάξει σε μια γωνιά, έριξε μια ματιά τριγύρω ψάχνοντας κάποιο ντουλάπι ή συρταριέρα· κάπου όπου θα μπορούσε να βρει καθαρά σεντόνια. Αν κατάφερνε να τα συμμαζέψει ξανά όλα, θα ένιωθε καλύτερα. Όμως, κάθε έπιπλο εκεί μέσα ήταν το ίδιο σκοτεινό και άδειο όπως η καρδιά του Ανδρέα. Φρεσκαρίσου με την ησυχία σου. Τα τελευταία του λόγια.


Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς θα έκανε. Θα ξέπλενε κάθε του σημάδι απ’ το κορμί της, αφήνοντάς τον να περιμένει, κι ύστερα θα εμφανιζόταν ξανά, ψυχρή κι απρόσιτη, όπως έπρεπε να είναι από δω και πέρα. Ήταν ολοφάνερο ότι εκείνος ήθελε να κρατήσουν κάποια συναισθηματική απόσταση και το ίδιο έπρεπε να κάνει κι αυτή. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν μπορούσε να απολαύσει τις σωματικές ηδονές που το κορμί του είχε ξυπνήσει μέσα της, αρκεί φυσικά εκείνος να μην την είχε βρει τόσο άπειρη ώστε να μην ήθελε να επαναλάβει ξανά την εμπειρία. Θα μπορούσε άραγε να ισχύει αυτό; Θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να τη βρει ακαταμάχητη. Θα τον ξελόγιαζε, ακόμα αν αυτό χρειαζόταν για να χορτάσει την ανάγκη του κορμιού της για κείνον και να μπορέσει να τον αφήσει προτού τη βαρεθεί. Και τότε, πολύ απλά θα συνέχιζε τη ζωή της – θα έκανε όσα είχε ονειρευτεί τώρα που δεν είχε πράγματα να τη δένουν με την Αγγλία, τώρα που ήταν ελεύθερη. Και θα υπήρχαν κι άλλοι άντρες – πολλοί άλλοι. Τίναξε αποφασιστικά τις σκούρες μπούκλες της καθώς προχώρησε προς το μπάνιο. Δε θα του επέτρεπε να την κάνει πέρα και να προχωρήσει στο επόμενο θηλυκό με τόση ευκολία. Είχε ανάψει μέσα της μια φωτιά που δε φαινόταν έτοιμη να σβήσει από μόνη της. Όχι, ο Ανδρέας Λαζαρίδης δε θα την ξεφορτωνόταν τόσο εύκολα. *** Τι είχε κάνει; Ο Ανδρέας ανακάτεψε μ’ ένα μεταλλικό εργαλείο τα κάρβουνα του ξυλόφουρνου της ταράτσας και μόρφασε καθώς το καυτό λίπος του ψητού χοιρινού έσταξε και του έκαψε το μπράτσο. «Που να πάρει!» μουρμούρισε κι ύστερα συνέχισε με μια σειρά βρισιές στα ελληνικά. Το κάψιμο πονούσε άσχημα, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για το ξέσπασμά του. Ήταν θυμωμένος. Πολύ θυμωμένος. Με τον εαυτό του. Ίσα που κατάφερε να ηρεμήσει στη μισή ώρα που είχε περάσει απ’ τη στιγμή που έφυγε βιαστικά από την κρεβατοκάμαρα. Η αθωότητα της Κίζι και το πόσο ευάλωτη ήταν κόντεψαν να τον κάνουν παράλογα συναισθηματικό. Οι αποκαλύψεις της κατάφεραν να διαπεράσουν την αδιαφορία του και να τον αγγίξουν βαθιά μέσα του, σε μια παλιά πληγή που ποτέ δεν είχε κλείσει. Λίγο έλειψε να γελοιοποιηθεί εντελώς. Όμως τώρα έβλεπε πιο καθαρά την κατάσταση. Τώρα είχε τον έλεγχο. Και πώς στο καλό θα μπορούσε να ξέρει πως εκείνη ήταν παρθένα; Κούνησε το κεφάλι του καθώς συλλογιζόταν όλα τα πιθανά επιχειρήματα και τις δικαιολογίες, αλλά το αποτέλεσμα δεν του άρεσε. Όχι μόνο είχε πάρει ένα αβοήθητο, εύθραυστο ορφανό απ’ το σπίτι του, αλλά φρόντισε να μην της μείνει στην κυριολεξία τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως λιμάνι, ως καταφύγιο. Τουλάχιστον όμως σκόπευε να της προσφέρει μια δουλειά και μια στέγη. Αν και της είχε ήδη προσφέρει και τα δυο, θύμισε στον εαυτό του – κι εκείνη τα είχε απορρίψει. Γέλασε πικρά καθώς συνειδητοποίησε πόσο γελοίος θα πρέπει να φάνηκε – η «δουλειά» που της πρόσφερε ήταν να γίνει ερωμένη του και η στέγη περιελάμβανε το ότι εκείνη θα κοιμόταν στο


κρεβάτι του. Δεν ήταν παράξενο που τον έστειλε στον αγύριστο! Το στομάχι του σφίχτηκε στη σκέψη πως η Κίζι πιθανότατα είπε στην Άντζι τι συνέβη στη Βίλα Μανταλένα και την παρακάλεσε να τη βοηθήσει να ξεφύγει, γι’ αυτό και η αναπάντεχη προσφορά του δωματίου της Λιζ χωρίς ενοίκιο και χωρίς δεσμεύσεις. Μάλλον οι ορμόνες του τον είχαν κάνει να χάσει τα μυαλά του, γι’ αυτό συμπεριφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κι ύστερα σχεδόν απήγαγε την Κίζι και την έφερε μαζί του στο νησί. Ήταν τρελός για τα σίδερα. Σωστό τέρας! «Κάτι μυρίζει πολύ όμορφα.» Ο Ανδρέας στράφηκε κι αντίκρισε την Κίζι, που στεκόταν λίγο πιο πέρα, μ’ ένα πλατύ, σκανταλιάρικο χαμόγελο στο πρόσωπό της και τις γυαλιστερές, καστανές μπούκλες της ν’ ανεμίζουν σαν μπρούντζινα φτερά στο αεράκι. Ξεροκατάπιε κι έστρεψε ξανά την προσοχή του στα κάρβουνα που έκαιγαν. Θεέ μου, ήταν τόσο όμορφη… «Την άναψε ο Ορφέας πριν φύγει το απόγευμα.» «Ο Ορφέας;» «Ένας παλιός φίλος. Μένει στην άλλη πλευρά του νησιού και φροντίζει το σπίτι όταν λείπω.» Σταμάτησε. «Δηλαδή τον περισσότερο καιρό.» «Κι εκείνος άναψε όλα αυτά τα κεριά;» «Όχι.» Ο Ανδρέας άφησε τη σιδερένια μασιά στο παραγώνι. Στράφηκε κι ακούμπησε στον χαμηλό τοίχο, με τα μπράτσα του σταυρωμένα στο στέρνο. Ένα διστακτικό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του· δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί – εκείνη είχε τόσο σκανταλιάρικη έκφραση. «Αυτό το κατάφερα ολομόναχος.» «Είναι όμορφα, λες κι εκατοντάδες πυγολαμπίδες χορεύουν τριγύρω μόνο για χάρη μας. Το λατρεύω.» Πήρε το δροσερό λευκό κρασί που ο Ανδρέας της είχε ήδη σερβίρει. «Δε σε είχα για ρομαντικό τύπο.» «Δεν είμαι» της απάντησε κοφτά και, ισιώνοντας το κορμί του, πήρε και το δικό του ποτήρι. «Έτσι μένουν μακριά τα καταραμένα κουνούπια.» «Πάλι καλά» του είπε σαν να μην πρόσεξε την κοφτή του απάντηση. «Δε θα έπρεπε να μου γίνεις τρυφερός ξαφνικά, έτσι δεν είναι;» Ο Ανδρέας άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από έκπληξη, αλλά κατάφερε να μη συνεχίσει περισσότερο το ερωτικό πείραγμα, από φόβο ότι μπορεί να είχε παρερμηνεύσει τα λεγόμενά της. Αυτή δεν ήταν η Κίζι Ντιν που είχε συνηθίσει ως αντίπαλο· κάτι είχε αλλάξει, κάτι διαφορετικό κρυβόταν πίσω από τα μυστηριώδη μπλε μάτια της. Εκείνη έδειχνε να έχει μια ακατανόητα καλή διάθεση. Ή ίσως να ήταν ο πρόλογος ενός άγριου καβγά. Ποτέ δεν ήταν σίγουρος με τις γυναίκες – τη μια στιγμή ήταν γλυκές σαν το μέλι και την επόμενη αγρίευαν κι έβγαζαν νύχια σαν αγριόγατες. «Κοίτα, σχετικά με νωρίτερα…» «Θες να πεις όταν πέσαμε στο κρεβάτι σαν σεξουαλικά πεινασμένοι έφηβοι;» «Αν θέλεις να το θέσεις έτσι…» «Ξέχασα να σ’ ευχαριστήσω» τον διέκοψε ξανά η Κίζι και ήπιε βιαστικά μια γουλιά απ’ το κρασί της. «Ακόμα και να ήθελα, δε θα μπορούσα να έχω χάσει την παρθενιά μου υπό καλύτερες


συνθήκες. Σ’ ένα όμορφο ελληνικό νησί, μ’ έναν δυνατό και έμπειρο εραστή – πόσο καλύτερο να γινόταν;» «Κίζι, σχετικά μ’ αυτό. Αν ήξερα…» «Δε θα το είχες κάνει;» Η Κίζι έκανε δυο βήματα προς το μέρος του, κοιτώντας τον. «Το ξέρω ήδη αυτό, δεν είμαι ανόητη. Αφού θα μπορούσες να έχεις όποια γυναίκα ήθελες, γιατί να διαλέξεις μια αδέξια, στρουμπουλή παρθένα σαν κι εμένα;» «Δε σκόπευα να πω αυτό» της απάντησε αμήχανα εκείνος. «Και δεν είσαι στρουμπουλή, είσαι… είσαι εκπληκτικά όμορφη.» «Αρκετά καλή δηλαδή για να πάρω τη θέση της ερωμένης σου;» «Α!» Ο Ανδρέας απομακρύνθηκε προσεκτικά καθώς εκείνη χάιδεψε με το δάχτυλό της το μπράτσο του. «Κοίτα, όταν μου ήρθε αυτή η ιδέα, δε σκεφτόμουν τα πράγματα καθαρά και… και καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί με απέρριψες. Ήταν μια ανέντιμη πρόταση. Δεν ξέρω τι στο καλό μ’ έπιασε, και σου ζητώ συγγνώμη.» «Θα το ονόμαζα πόθο, Ανδρέα» ψιθύρισε εκείνη κι ακούμπησε προσεκτικά το ποτήρι της στο χαμηλό τοιχάκι πίσω τους. «Κι εσύ ήσουν που το ξεκίνησες όλο αυτό, σωστά;» Τράβηξε με το δάχτυλό της το μεταλλικό κουμπί του παντελονιού του. «Και τώρα μάλλον μου αρέσει η ιδέα, οπότε τι θα έλεγες αν σου έκανα εγώ μια νέα πρόταση;» «Σ’ ακούω» της απάντησε με τρεμάμενη φωνή ενώ η ανάσα του κόπηκε, καθώς τα δάχτυλά της χάιδεψαν νωχελικά το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του. «Η ιδέα της ερωμένης ήταν κακή, Ανδρέα, αλλά όχι επειδή δε θέλω να κοιμηθώ μαζί σου – απλώς δε θέλω να πληρωθώ για να το κάνω. Θέλω μια δουλειά, μια κανονική δουλειά. Η ανεξαρτησία μου είναι πολύ σημαντική για μένα.» «Φυσικά και το καταλαβαίνω. Με συγχωρείς που…» «Δεν τελείωσα ακόμη.» Τον πλησίασε τόσο ώστε να πιέσει το κορμί της στο δικό του. Ταραγμένος εκείνος, ένιωσε τις σκληρές θηλές της κι αντίκρισε τα μαγευτικά μπλε μάτια της. «Τώρα ξέρω πόσο υπέροχα μπορεί να με κάνεις να νιώσω με το κορμί σου και θέλω κι άλλο. Πολύ περισσότερο. Μιλάω απλώς για σεξ, Ανδρέα. Καυτό, παθιασμένο, ανελέητο σεξ, μέχρι που να χορτάσουμε ο ένας τον άλλο και να μας φύγει ο πόθος. Χωρίς υποσχέσεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς δεσμεύσεις.» «Χωρίς αγάπη;» «Χωρίς αγάπη.» Η Κίζι τού χαμογέλασε. «Δεν πιστεύουμε σ’ αυτό, έτσι δεν είναι;» Ένα αργό, δύσπιστο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Ανδρέα καθώς εκείνη σκόρπιζε μικρά φιλιά στο πιγούνι του, χαϊδεύοντας ανάλαφρα την άκρη των χειλιών του με τη γλώσσα της. «Λυπήσου με, Κίζι, τι σου έχω κάνει;» Έσφιξε τη λεπτή της μέση και κοίταξε βαθιά στα μπλε μάτια της, ψάχνοντας κάπου το αθώο κορίτσι που εκείνος είχε γνωρίσει. Όμως, το μόνο που αντίκρισε ήταν η φωτιά, η γεμάτη ένταση φωτιά του πόθου που τον τραβούσε όλο και πιο κοντά στη μαγεία της. «Ξύπνησες τη γυναίκα μέσα μου, Ανδρέα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω αληθινά ζωντανή, λες και θα μπορούσα να καταφέρω τα πάντα στον κόσμο. Είναι υπέροχο συναίσθημα και θέλω να το γευτώ όσο κρατήσει.» Το βλέμμα της έψαξε με αγωνία το πρόσωπό του. «Λοιπόν, τι λες;» «Έχω μείνει άφωνος» της απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους του και πρόσεξε αμέσως την


απογοήτευσή της, λες κι εκείνη νόμιζε πως μόλις έκανε το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της, λες και ένιωθε πως εκείνος θα την απέρριπτε. Είχε αντικρίσει αυτό το ύφος πολλές φορές στο παρελθόν, λίγο πριν παρατήσει κάποια πιεστική ερωμένη που του είχε γίνει κολλητσίδα και απαιτούσε περισσότερο συναίσθημα από εκείνον. Πάντα προσπαθούσε να το κάνει μ’ έναν ευγενικό τρόπο, αλλά το να διαλύει μια σχέση προφανώς δεν ήταν κάτι που μπορούσε να χειριστεί με λεπτότητα. Το πρόβλημα ήταν πως όταν τα πράγματα έφταναν σ’ αυτό το σημείο, ήταν τόσο πνιγμένος απ’ την κατάσταση, που δεν έβλεπε την ώρα ν’ απαλλαγεί όσο πιο γρήγορα και αμείλικτα γινόταν. Ίσως θα έπρεπε να έχει διδαχτεί κάτι απ’ την πείρα του και να σταματά τα πράγματα πολύ νωρίτερα – ώστε να γλιτώνει από κάτι τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις. Έπρεπε να σιγουρευτεί, να είναι απολύτως βέβαιος για το τι περίμενε η Κίζι εκ μέρους του. «Χωρίς υποσχέσεις, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς δεσμεύσεις – μονάχα σεξ;» «Ναι.» «Είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο;» Ο Ανδρέας πέρασε τους αντίχειρές του από τα χείλη της. «Κάπου θα πρέπει να υπάρχει κάποια παγίδα.» «Μόνο μία.» Η Κίζι ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του δάγκωσε παιχνιδιάρικα το πιγούνι. «Χρειάζομαι τάισμα τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα.»


Κεφάλαιο 10 Ο Ανδρέας χάιδεψε τα σκούρα μαλλιά της Κίζι, που κοιμόταν μακαρίως στο μεγάλο υπνοδωμάτιο, στο κρεβάτι του, κουρνιασμένη ζεστά στο κορμί του. Θυμήθηκε ξανά το προηγούμενο απόγευμα, όταν του είχε προσφέρει την παρθενιά της. Τώρα μετάνιωνε που δεν είχε παρατείνει την εμπειρία της πρώτης φοράς τους μαζί – ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή που δε θα ξαναγυρνούσε, όμως ορκίστηκε επιτόπου να εκμεταλλευτεί στο έπακρο κάθε δευτερόλεπτο που θα περνούσαν μαζί. Άκουσε τους χτύπους της καρδιάς του για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, καθώς η αναπνοή της Κίζι χάιδευε απαλά το στέρνο του, και ένα ρίγος ξέφρενης ευχαρίστησης τον διαπέρασε. Είχαν περάσει την προηγούμενη αστροστόλιστη βραδιά τρώγοντας με τα χέρια, πίνοντας και ανταλλάσσοντας ανόητα αστεία τις πρώτες ώρες του πρωινού. Ήταν μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες που μπορούσε να θυμηθεί και είχε γελάσει, ναι, είχε γελάσει μέχρι που τον πόνεσε η κοιλιά του με μερικά από τα πιο εξωφρενικά πράγματα που είχε επινοήσει η Κίζι. Ήταν ασεβής και ατίθαση, φρέσκια και συναρπαστική. Ο Ανδρέας είχε καθίσει απέναντι από τα μικροσκοπικά πόδια της, που ήταν ανεβασμένα στο τραπέζι και βρόμικα γιατί περπατούσε ξυπόλυτη, και την άκουγε καθώς φλυαρούσε μες στη νύχτα. Τον γοήτευε με έναν τρόπο που ο Ανδρέας δεν είχε φανταστεί ποτέ πιθανό. Η ακίνητη, μεθυστική ζεστασιά της νύχτας διακοπτόταν μόνο από τον ψίθυρο της θάλασσας, τις πνιχτές κραυγές και τα βογκητά του ξέφρενου σεξ τους. Οι πιασμένοι μύες του και ένα χαμηλό μουρμουρητό στο πίσω μέρος του μυαλού του προσπαθούσαν να του μεταφέρουν μια έγκαιρη προειδοποίηση. Όμως, εκείνος επέλεξε να την αγνοήσει και άφησε το κεφάλι του να βυθιστεί με τρυφηλότητα στα βαθιά, δροσερά μαξιλάρια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και απόλαυσε άλλη μία φορά τη στιγμή. Αυτό το μικροσκοπικό, αγενές, βελούδινο, αξιολάτρευτο πλάσμα ήταν διασκεδαστικό, όμως ο Ανδρέας αντιστάθηκε στην έντονη επιθυμία να την ξυπνήσει, παρότι του έλειπαν τα παιχνιδιάρικα πειράγματά τους. Ήταν απασχολημένος να κάνει σχέδια. Ώστε η Κίζι επέμενε να κάνει μια βαρετή δουλειά; Ο Ανδρέας μπορούσε να το αντιμετωπίσει αυτό, αλλά πώς θα την άφηνε να λείψει από το κρεβάτι του αρκετή ώρα ώστε να πάει στη δουλειά της; Ήταν ένα πρόβλημα στο οποίο έπρεπε να βρει λύση με κάποιο τρόπο. Επίσης έπρεπε να φροντίσει να μην έχει άντρες συναδέλφους, σκέφτηκε με ένα δυσάρεστο ξέσπασμα ζήλιας. Έτριψε ήσυχα το μέτωπό του. Όχι, η απιστία ήταν μια πιθανότητα την οποία δεν ήταν έτοιμος ούτε καν να σκεφτεί – η Κίζι ήταν δική του γυναίκα τώρα, όμως η ενοχλητική ανησυχία δεν έλεγε να φύγει. Άραγε εκείνη θα έμπαινε στον πειρασμό; Τον είχε ευχαριστήσει που είχε πάρει την παρθενιά της, λες και ήταν κάτι το οποίο δεν έβλεπε την ώρα να ξεφορτωθεί – ίσως αυτή να ήταν μόνο η αρχή για την Κίζι, το ξεκίνημα μιας σεξουαλικής περιπέτειας στην οποία εκείνος δε συμπεριλαμβανόταν απαραίτητα. Διάβολε, είχε αρχίσει να το χάνει! Τον έπιανε παράφορη ζήλια μόνο στη σκέψη ότι η Κίζι θα είχε κάποιον άλλον άντρα στη ζωή της, κι αυτή δεν ήταν η συμφωνία που είχαν κάνει. Τουλάχιστον, όχι μακροπρόθεσμα.


Ο Ανδρέας έτριψε τον σβέρκο του. Με κάποιο τρόπο, η Κίζι είχε μπει στο πετσί του. Το μυαλό του έμεινε κενό για μια στιγμή καθώς προσπάθησε να ξεμπερδέψει το κουβάρι των σκέψεών του και τα μάτια του άρχισαν να πονούν. Έπρεπε να επιστρέψει γρήγορα στον πλανήτη Λαζαρίδη! Έπρεπε να κρατήσει την Κίζι κάτω από τον έλεγχό του – να την προστατέψει από τους καιροσκόπους και από εκείνους που ίσως την πλήγωναν. Φαινόταν πολύ αφελής με τους ανθρώπους. Όμως προτού το κάνει αυτό, έπρεπε να συνέλθει ο ίδιος. Όταν βγήκε από το μπάνιο δέκα λεπτά αργότερα, η Κίζι είχε εξαφανιστεί. Εκεί που βρισκόταν πριν το κεφάλι της υπήρχε μόνο ένα τσαλακωμένο μαξιλάρι. Τον πλημμύρισε μια αίσθηση απώλειας, πράγμα εξωφρενικό, αφού εκείνη είχε κάθε δικαίωμα να σηκώνεται από το κρεβάτι και να φεύγει αν το ήθελε. Δεν υπήρχε λόγος να είναι δίπλα του όλη τη μέρα. Όμως, μια επίμονη φωνούλα στο κεφάλι του τον πληροφόρησε ότι ακριβώς αυτό ήθελε από την Κίζι. Άραγε πού είχε πάει; Φόρεσε άρον άρον τη ρόμπα του και βγήκε από το υπνοδωμάτιο, προχωρώντας πιο γρήγορα από όσο χρειαζόταν στον σιωπηλό διάδρομο. *** Η Κίζι τινάχτηκε τρομαγμένη καθώς το βλοσυρό πρόσωπο του Ανδρέα εμφανίστηκε στην πόρτα, που χτύπησε τόσο δυνατά με τον ώμο του, ώστε κοπάνησε πάνω στον πέτρινο τοίχο. «Τι στο καλό συμβαίνει;» Εκείνος ίσιωσε την πλάτη του, περνώντας το χέρι του ανάμεσα από τα νοτισμένα από το ντους, μπερδεμένα μαλλιά του. «Τίποτα» απάντησε σφιγμένος. «Χρειάζομαι έναν καφέ, αυτό είναι όλο.» Πρέπει να πρόσεξε τη σαστισμένη έκφραση της Κίζι καθώς στεκόταν ακίνητη με ένα κουτάλι στο χέρι, γιατί πρόσθεσε: «Για να ξυπνήσω». «Νόμιζα ότι κάποιος μας επιτέθηκε ή κάτι τέτοιο» του είπε μισογελώντας. «Ηρέμησε!» Εκείνος κοίταξε ολόγυρα στην κουζίνα και, αν η Κίζι δεν έπεφτε έξω, φαινόταν να πασχίζει να πει κάτι. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε ευγενικά, αφήνοντας κάτω το κουτάλι και κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του. Ο Ανδρέας την έπιασε από τους ώμους, έκλεισε τα μάτια του και βύθισε το πρόσωπό του στα μαλλιά της, ανασαίνοντας την πικάντικη, λουλουδάτη ευωδιά της. «Απλώς αναρωτήθηκα πού ήσουν, αυτό είναι όλο» μουρμούρισε. «Ε, μπορεί να ήταν παράτολμο» απάντησε η Κίζι καθώς στριφογύρισε στην αγκαλιά του «αλλά σκέφτηκα να σου κάνω έκπληξη και να ετοιμάσω πρωινό.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε. «Και τι θα φάμε, μωρό μου;» «Ε… να… Προς το παρόν βρήκα τον καφέ.» «Τότε άσε να αναλάβω εγώ» είπε εκείνος και πήρε το κουτάλι από το τραπέζι. «Οι μέρες που ήσουν σκλάβα στην κουζίνα πέρασαν και, εξάλλου, θέλω να σε κακομάθω.»


«Πο πο!» Η Κίζι τον αντέμειψε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Θα πληρώσω αργότερα γι’ αυτό;» «Εννοείται. Σε είδος. Είσαι πολύ καλή σε αυτό, αλλά ακόμη δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για τον καφέ σου.» Της έριξε μια ματιά επίπληξης. «Και αν δεν πάψει να αποσπάται η προσοχή μας, κυρία μου, θα φτάσει μεσημέρι μέχρι να μπορέσουμε να φάμε!» Απέφυγε με τον αγκώνα του το παιχνιδιάρικο σκούντημά της στα πλευρά του και γέλασε καθώς εκείνη έπιασε τη ζώνη της ρόμπας του και την τράβηξε υπαινικτικά. «Σοβαρολογώ. Αν δε φύγουμε γρήγορα από τη Βίλα, θα μπω στον πειρασμό να σε πάω πάλι στο κρεβάτι.» Χάιδεψε με την παλάμη του τον στρογγυλό γλουτό της. «Και τότε θα χάσουμε όλη τη μέρα, έτσι δεν είναι;» «Είναι τόσο όμορφα εδώ, τόσο γαλήνια. Αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να ζήσω εδώ για πάντα» είπε η Κίζι καθώς τίναξε από τη ρόμπα της τα ψίχουλα του προγεύματός της στο πέτρινο πάτωμα της βεράντας. «Μπορείς αν το θέλεις» μουρμούρισε ο Ανδρέας. Η Κίζι γέλασε αμήχανα καθώς πρόσεξε τη σοβαρή έκφραση του προσώπου του. Ήταν συγκλονιστικά ωραίος. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα προτού εκείνος χαμηλώσει τα μάτια του στο φλιτζάνι του καφέ του. Η Κίζι δεν έπρεπε να επιτρέπει στον εαυτό της να φαντάζεται πράγματα που δεν υπήρχαν. Ήταν απλώς σεξ – μια προσωρινή, χωρίς δεσμεύσεις συμφωνία μεταξύ συναινούντων ενηλίκων. «Όχι, δεν μπορώ να μείνω, Ανδρέα. Με ελευθέρωσες από τα δεσμά μου στην Αγγλία, μου έδωσες φτερά και τώρα… Όταν όλο αυτό τελειώσει και ξεπληρώσω όσα χρωστάω, πρέπει να κυνηγήσω τα όνειρα που ποτέ δεν πίστευα ότι θα πραγματοποιήσω.» «Δε χρειάζεται να με ξεπληρώσεις, Κίζι. Νομίζω ότι το ξεκαθάρισα αυτό.» «Μα το θέλω» του είπε, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της. «Είναι σημαντικό για μένα να σταθώ στα πόδια μου, να είμαι ανεξάρτητη.» Ο Ανδρέας έσφιξε τα δόντια του σιωπηλά προτού απαντήσει. «Ποια είναι τα όνειρά σου, Κίζι; Πες μου τι ακριβώς θέλεις σε αυτή τη φάση της καινούριας ζωής σου.» Η Κίζι τον κοίταξε επιφυλακτικά. Δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να ανοίξει την καρδιά της σε αυτό τον όμορφο άντρα. Ο Ανδρέας είχε πάρει το κορμί που τόσο πρόθυμα του είχε προσφέρει ξανά και ξανά, αλλά ήταν έτοιμη να του δώσει και ένα μυστικό, τρυφερό κομμάτι της ψυχής της; «Είναι όλα πολύ ταπεινά.» «Άσε να το κρίνω εγώ αυτό» της απάντησε και άφησε το φλιτζάνι με τον καφέ του στο τραπέζι με ένα αποφασιστικό βλέμμα. Η Κίζι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν είχαμε ποτέ μεγάλη κουζίνα. Θα ήθελα μια πολύ άνετη κουζίνα με αρκετό χώρο ώστε να βάλω ένα μακρόστενο ξύλινο τραπέζι και έναν βουλιαγμένο παλιό καναπέ στη γωνία – με μια χοντρή γάτα να κοιμάται πάνω. Θέλω και χάλκινα κατσαρολικά.» Του έριξε μια διαπεραστική ματιά για να δει την αντίδρασή του, όμως η έκφρασή του δεν πρόδιδε τίποτα. «Θέλω να ιππεύσω έναν επιβήτορα στους χερσότοπους του Νιου Φόρεστ το σούρουπο». Καμία αντίδραση. «Και θέλω να δω πώς είναι να φτιάξω τα μαλλιά μου σε ένα κανονικό κομμωτήριο.» Ο Ανδρέας ξεροκατάπιε. «Μπορώ να σου τα προσφέρω όλα αυτά, Κίζι. Δε θα με αφήσεις να το


κάνω αυτό για σένα;» «Δεν μπορώ» του απάντησε θλιμμένα και δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Γιατί όχι; Γιατί δε με αφήνεις να σε φροντίσω; Έχω τα μέσα, το ξέρεις αυτό.» Ο Ανδρέας κοίταξε φευγαλέα τη θάλασσα, προς τα εκεί όπου ακουγόταν ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στα βράχια, και έπειτα έστρεψε το βλέμμα του πάλι σε εκείνη. «Και θα το ήθελα.» Η Κίζι σχεδόν φοβήθηκε να συνεχίσει όταν κοίταξε τα σκούρα, απαγορευτικά βάθη των ματιών του, ψάχνοντας για το κομμάτι πάγου που ήξερε ότι βρισκόταν εκεί. Ήταν σαν να στεκόταν στην άκρη ενός γκρεμού πάνω από βαθιά, άγνωστα νερά, ισορροπώντας επικίνδυνα καθώς τη μαστίγωνε ο άνεμος. Με το ένα πόδι ανασηκωμένο. Να πηδούσε; Να έκανε πίσω; «Γιατί δεν είναι αρκετό.» Πήδηξε. «Κάποια μέρα μπορεί να θέλω ένα μωρό, μια δική μου οικογένεια και θέλω να φτιάξω μια κανονική ζωή γι’ αυτή την οικογένεια – καλύτερη από τη δυστυχισμένη ζωή που είχα εγώ. Δεν μπορώ να φέρω πίσω τη μαμά μου, αλλά μπορώ να προσπαθήσω να κρατήσω την υπόσχεση που της έδωσα να μην ακολουθήσω τα βήματά της. Όμως αυτά παραείναι πολλά για να τα ζητάω όσον αφορά εμάς τους δύο, έτσι δεν είναι;» Η μελαγχολική σιωπή του Ανδρέα είπε στην Κίζι όλα όσα ήθελε να μάθει και για κάποιο λόγο της επέτρεψε να κόψει την καρδιά της σε μικροσκοπικά κομματάκια καθώς ένιωσε το φτερούγισμα από κάτι νέο, ευάλωτο και όμορφο να πεθαίνει μέσα της. Ήξερε την κατάσταση και δεν έπρεπε να θέλει να αλλάξει τους κανόνες τώρα που το μικρό παιχνίδι τους είχε αρχίσει. «Έτσι, όσο και αν μου αρέσει η κουζίνα και το νησί σου, παρότι ξέρω ότι μπορείς να μου αγοράσεις όλα τα άλλα υλικά αγαθά, δεν έχω πολύ χρόνο για να τα βάλω όλα μέσα.» Η καρδιά της χτυπούσε δυσάρεστα δυνατά και είχε αρχίσει να νιώθει τρομερή ζαλάδα. Αυτό ήταν φοβερό, αλλά έπρεπε να τελειώσει ό,τι είχε αρχίσει. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω τώρα. Ίσιωσε την πλάτη της σαν να ύψωνε γύρω της μια αδιαπέραστη ασπίδα και εφόρμησε με μια γρήγορη κατάληξη. «Προτού νοικοκυρευτώ, λοιπόν, θέλω να δω λίγο από τον κόσμο. Να προχωρήσω, να βγάλω από μέσα μου μια και καλή την τσιγγάνικη μανία για ταξίδια. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό με μια υποθήκη και με μια χοντρή, γέρικη γάτα που θα εξαρτάται από μένα, έτσι δεν είναι;» Η αναπνοή της έγινε πιο γρήγορη, καθώς ο Ανδρέας χτύπησε το κουταλάκι του καφέ πάνω στο τραπέζι και άφησε να βγει από μέσα του μια παρατεταμένη, αργή ανάσα – προφανώς ήταν ένδειξη ότι συμφωνούσε μαζί της, όχι ότι ήθελε να συνεχίσουν αυτή την αμήχανη συζήτηση. «Κοίτα τώρα τι έκανα» είπε εκείνη και κούνησε το χέρι της στον αέρα. «Κατέστρεψα το ωραίο πρόγευμά μας.» «Κάθε άλλο.» Ο Ανδρέας άφησε κάτω το κουταλάκι με θόρυβο και ένας μυς τινάχτηκε στο σαγόνι του καθώς κοίταξε το τραπέζι. «Το να κάνεις σχέδια για το μέλλον είναι φυσικό και λογικό. Οι ελπίδες και οι επιθυμίες σου απλώς φανερώνουν ότι είσαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Είναι καλό που ο ένας από τους δυο μας είναι φυσιολογικός.» Προτού η Κίζι προλάβει να τον ρωτήσει τι εννοούσε με αυτό το παράξενο σχόλιο, ένα μανιώδες, βραχνό κορνάρισμα απέξω την έκανε να τιναχτεί. «Τι στο…» «Αυτός πρέπει να είναι ο Ορφέας με τις αποσκευές μας. Πάντα ήταν ένας μικρός θορυβώδης


μασκαράς και είμαι σίγουρος ότι κάνει τέτοιο σαματά μόνο και μόνο για να με τσατίσει!» Ο Ανδρέας σηκώθηκε όρθιος απότομα και ύψωσε το χέρι του για να εμποδίσει την Κίζι να τον ακολουθήσει. «Περίμενε εδώ μέχρι να λογαριαστώ μαζί του.» Ήταν μια διαταγή, όχι ένα αίτημα, συνειδητοποίησε η Κίζι, καθώς εκείνος έφυγε με μεγάλες δρασκελιές μέσα από ένα τούνελ από μπουκαμβίλιες. Αναστέναξε βαθιά καθώς έστρεψε την προσοχή της στο απέραντο, λαμπερό γαλάζιο της θάλασσας αντί στους ώμους από τους οποίους λαχταρούσε να γαντζωθεί. Το είχε παρατραβήξει, είχε περάσει μια αόρατη γραμμή στη σχέση τους. Στη σχέση. Ήταν για γέλια. Είχαν γνωριστεί πρόσφατα, είχαν πέσει στο κρεβάτι σχεδόν αμέσως, και να η Κίζι να τολμάει να χρησιμοποιεί τη λέξη «σχέση» μέσα στην ησυχία του κεφαλιού της. Δεν ήταν περίεργο που ο Ανδρέας ήθελε τόσο πολύ να βάλει μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τις καταπιεσμένες επιθυμίες της – είχε εκμεταλλευτεί την πρώτη ευκαιρία και είχε εξαφανιστεί πιο γρήγορα κι από ζεματισμένη γάτα. Αυτή υποτίθεται ότι θα ήταν μια συναρπαστική κατάσταση, μια εβδομάδα καυτού, παθιασμένου σεξ – όχι μια καταθλιπτική επανάληψη της δυστυχισμένης παιδικής ηλικίας της. Είχε πολλά να μάθει, ειδικά πότε έπρεπε να κρατάει το στόμα της κλειστό. Όμως, τώρα το κακό είχε γίνει, είχε ξεφουρνίσει στον Ανδρέα τα μυστικά θέλω και τις επιθυμίες της και δεν υπήρχε τίποτε άλλο να ειπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα. Απλώς έπρεπε να θυμάται να μην ξανακάνει ποτέ κάτι τόσο ανόητο, και τότε ίσως μπορούσαν να απολαύσουν τον πολύτιμο χρόνο τους μαζί – αν δεν ήταν ήδη πολύ αργά. *** Ο Ανδρέας στεκόταν με τα χέρια στους γοφούς του στη μέση της κρεβατοκάμαρας της Κίζι και κοίταζε σιωπηλός τα κουτιά από τις μπουτίκ, που είχε στοιβάξει στο πάτωμα και στο ξέστρωτο κρεβάτι ο Ορφέας. Ο Ανδρέας είχε πάρει γρήγορα τα τσαλακωμένα λινά σεντόνια που είχαν πεταχτεί σε μια γωνία και τα είχε κρύψει στο μπάνιο προτού τα προσέξει ο Ορφέας. Το γυμνό στρώμα τον είχε ξαφνιάσει όταν πρωτομπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν σαν να το είχε χτυπήσει βόμβα, που είχε τινάξει τα πάντα στις άκρες του. Σίγουρα κάτι δραματικό συνέβαινε στο κεφάλι της Κίζι όταν έγιναν όλα αυτά. Μήπως είχε θυμώσει και ήθελε να εξαφανίσει όλα τα ίχνη του έρωτα που είχαν κάνει; Μήπως ντρεπόταν για όσα είχαν κάνει; Ωστόσο και εκείνος είχε κρύψει τα σεντόνια για να μην τα δει ο Ορφέας. Γιατί είχε νιώσει την ανάγκη να το κάνει αυτό; Ήταν πολλές οι ερωτήσεις στις οποίες δεν είχε απαντήσεις. Κούνησε το κεφάλι του για να διώξει μακριά τις σκέψεις. Κουβάριασε τα σεντόνια στο στήθος του, άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με το πόδι του και πήγε στο πλυσταριό. Είχε να πατήσει εκεί από τη μέρα που ανακαινίστηκε το κτίριο, και τώρα κοίταξε εκνευρισμένος ολόγυρα για το πλυντήριο. Αφού εντόπισε την υπερσύγχρονη συσκευή, έχωσε μέσα τα σεντόνια και σταμάτησε για μια στιγμή συνοφρυωμένος για να κοιτάξει τα κουμπιά,


τα νούμερα και την ψηφιακή οθόνη. Έτριψε το σαγόνι του με το μεγάλο χέρι του και έβγαλε ένα μουγκρητό απογοήτευσης – δεν είχε ιδέα πώς δούλευε αυτό το καταραμένο πράγμα. Ήταν το σπίτι του, το αναθεματισμένο το πλυσταριό του και δεν ήξερε τι να κάνει στη συνέχεια. Ήταν γελοίο. Οποιοσδήποτε φυσιολογικός ενήλικας θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει – ήταν σίγουρος ότι η Κίζι ήξερε πώς λειτουργούσε αυτό το πλυντήριο. Ο τρόπος που είχε αρχίσει να αναλύει τη συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής του τις τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να γίνεται εξουθενωτικός· τον πήγαινε συναισθηματικά σε μέρη στα οποία δεν ήθελε να πάει. Δεν είχε απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις στο κεφάλι του κι αυτό τον αποκάρδιωνε. Και η Κίζι δεν αντιδρούσε όπως έπρεπε, όπως περίμενε εκείνος. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν τον άφηνε να τη φροντίσει, να της προσφέρει μια ανέμελη ζωή. Ένα κομμάτι της ήθελε σταθερότητα και ασφάλεια και ένα άλλο λαχταρούσε την παράφορη και παράτολμη ελευθερία – του φαινόταν ότι η Κίζι δεν ήξερε τι ήθελε. Όμως, είχε επίσης εκπλαγεί που τα πολύτιμα κοσμήματα και οι ακριβές διακοπές δε συμπεριλαμβάνονταν στη λίστα των προτεραιοτήτων της. Μέχρι τώρα η ζωή ήταν πολύ σκληρή και πολύ άσπλαχνη γι’ αυτή τη γυναίκα. Έδιωξε μακριά τις σκέψεις για την Κίζι και ξανάγινε πρακτικός. Θα άφηνε ένα μήνυμα στη γυναίκα του Ορφέα για τα άπλυτα και το ξεπακετάρισμα αργότερα και θα συγκεντρωνόταν στην Κίζι. Θα της έβαζε μυαλό. Ο Αντρέας αγριοκοίταξε το πλυντήριο άλλη μια φορά προτού φύγει από το δωμάτιο. Ο μεγάλος, στρογγυλός κάδος τού φαινόταν να τον κοροϊδεύει. *** «Θα χαρείς να μάθεις ότι θα μείνουμε όλη την εβδομάδα» ανήγγειλε ο Ανδρέας στην Κίζι καθώς εκείνη κοίταζε πέρα από την τεράστια πισίνα, στην αστραφτερή θάλασσα. «Ορίστε;» Γύρισε να τον κοιτάξει με μια έκφραση έκπληξης. «Ναι» συνέχισε εκείνος και κούνησε ενθουσιασμένος τους ώμους του. «Τα ακύρωσα όλα.» «Όλα;» «Ναι.» «Και τι θα γίνει με το συμβόλαιο, με τις διπλωματικές αποστολές σου την επόμενη εβδομάδα και όλα τα άλλα πράγματα, που τόσο απεγνωσμένα ήθελες να αναθέσεις στους ανθρώπους σου;» «Τα ακύρωσα. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Έχει έρθει η ώρα τα ανώτερα στελέχη μου να βάλουν τα δυνατά τους και να κερδίσουν με τον κόπο τους τον μισθό τους. Τους ανέθεσα όλες τις δουλειές μου για τις επόμενες επτά μέρες.» «Μα, Ανδρέα, με ανάγκασες να έρθω εδώ εξαιτίας του γελοίου συμβολαίου σου. Δεν μπορείς να το ακυρώσεις έτσι!» «Τα πράγματα έχουν αλλάξει.» Η Κίζι ακούμπησε θυμωμένη το χέρι της στον γοφό της και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Επειδή τώρα είμαστε εραστές;» «Ναι» συμφώνησε σφιγμένα ο Ανδρέας. «Όσον αφορά το συμβόλαιο, δεν το θεωρώ απαραίτητο πια.»


«Ε, τότε εντάξει.» «Είπα ότι δεν το θεωρώ απαραίτητο αλλά, φυσικά, αν το θεωρείς εσύ, μπορείς να μου πεις τους όρους σου και θα πω να το ετοιμάσουν.» «Εγώ δεν το ήθελα από την αρχή, το ξέχασες; Δεν είναι απαραίτητο.» «Δηλαδή με εμπιστεύεσαι;» «Σου το έχω ήδη πει.» «Τα αισθήματα είναι αμοιβαία» είπε απαλά ο Ανδρέας και τον πλημμύρισε μια ασυνήθιστη αίσθηση παραζάλης. «Το μαγιό σου είναι στο κρεβάτι σου. Πήγαινε πάρ’ το και έλα ξανά εδώ. Έφτασε η ώρα να φερθούμε φυσιολογικά ξανά. Ξέρεις πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που κολύμπησα για τελευταία φορά στο Αιγαίο;» «Πες μου.» «Είναι τόσο πολύς ώστε έχω ξεχάσει». Πράγμα που ήταν ψέμα, σκέφτηκε ο Ανδρέας. Είχε κολυμπήσει για τελευταία φορά λίγο μετά τον θάνατο της Καλλιστώς. «Μην ξεχάσεις να φέρεις ένα καπέλο και αντιηλιακό. Ο ήλιος είναι δυνατός αυτή την ώρα της ημέρας και η επιδερμίδα σου είναι πολύ χλωμή.» *** «Τι θα χάσεις στο Παρίσι την επόμενη εβδομάδα;» ρώτησε η Κίζι καθώς επέπλεαν σαν φελλοί στην αστραφτερή, γαλάζια θάλασσα. «Μια σημαντική συνάντηση της Παγκόσμιας Επιτροπής για τα δικαιώματα των Ρομά. Εκπροσωπώ την Ελλάδα εκεί όσο πιο συχνά μπορώ» της απάντησε ο Ανδρέας. «Έχει κανονιστεί ως συνέχεια του ραντεβού που έχασα στο Λονδίνο, αλλά, όπως με πληροφόρησαν, διακόπηκε από μια απειλή για βόμβα.» «Ναι, προκάλεσε χάος, έτσι δεν είναι;» παρατήρησε ξερά η Κίζι. «Εξαιτίας αυτής της απειλής άργησα να έρθω στο ραντεβού μας.» Ο Ανδρέας φάνηκε να χάνεται στον κόσμο του για μια στιγμή. «Η Ιζαμπέλα δεν το ανέφερε ποτέ αυτό.» «Η Ιζαμπέλα δεν είχε διάθεση να ακούσει εκείνη τη μέρα, πίστεψέ με» είπε η Κίζι και έκανε μια παιχνιδιάρικη γκριμάτσα. «Υποθέτω πως πήρε τη γλυκιά εκδίκησή της για όλα τα τηλεφωνήματά μου.» Ο Ανδρέας ανασήκωσε ειρωνικά τα φρύδια του, συμφωνώντας σιωπηλά. «Ναι, η Ιζαμπέλα έχει τις δύσκολες στιγμές της. Και αφού θίξαμε αυτό το θέμα, Κίζι, ποτέ δε σε ρώτησα γιατί προσποιήθηκες ότι ήσουν η τυραννική γραμματέας μου εκείνη τη μέρα στο Λονδίνο.» «Δεν το ήθελα» είπε αδύναμα η Κίζι και χαμήλωσε τα μάτια της κοιτάζοντας την απαλή κίνηση του χεριού του κάτω από την επιφάνεια του νερού. «Απλώς το ξεφούρνισα, ήταν το πρώτο όνομα που μου ήρθε στο μυαλό.» Ο Ανδρέας γέλασε σιγανά. «Τι άσχημο είχε το παλιό καλό Κίζι Ντιν;» «Ήσουν ένας άγνωστος» του απάντησε ήρεμα. Ο Ανδρέας έπιασε με τα δάχτυλά του το πιγούνι της και ανασήκωσε απαλά το πρόσωπό της για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Δεν καταλαβαίνω.»


Η Κίζι ξεροκατάπιε. «Θα με θεωρήσεις πολύ παράξενη.» «Όχι» επέμεινε εκείνος. «Πες μου.» Η Κίζι συνοφρυώθηκε και έπειτα ανασήκωσε τους ώμους της. «Όταν ήμουν μωρό, συνέβησαν πολλά άσχημα πράγματα στη μαμά μου. Ήταν πολύ ευάλωτη και πήρε πολλά σκληρά μαθήματα. Ένα από τα πράγματα που μου έμαθε όταν μεγάλωσα αρκετά ώστε να καταλαβαίνω ήταν να μην εμπιστεύομαι ποτέ έναν άγνωστο. Δεν του λες την ηλικία σου, ούτε πού μένεις, ούτε καν το όνομά σου, γιατί μπορεί να προσπαθήσει να σε “πιάσει”.» Ο Ανδρέας κάλυψε με την παλάμη του το μάγουλό της καθώς εκείνη μιλούσε. Προσπαθούσε να την παρηγορήσει με τη ζεστασιά του, να την ενθαρρύνει. Και τότε συνειδητοποίησε ότι όλα φαίνονταν πολύ καλύτερα όταν την άγγιζε. «Είναι δύσκολο να ξεχάσεις μια συνήθεια. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω ποτέ.» Ο Ανδρέας την τράβηξε απαλά πάνω στο στέρνο του έτσι ώστε να μη δει εκείνη την απελπισία που ένιωθε να απλώνεται στο πρόσωπό του. «Εγώ δεν είμαι άγνωστος πια, Κίζι. Eίσαι ασφαλής» μουρμούρισε και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του ήρεμη. Και θα σε φροντίζω εγώ τώρα ό,τι κι αν συμβεί… Η Κίζι πήρε μια βαθιά ανάσα και τραβήχτηκε από πάνω του, προτείνοντας το πιγούνι της για να εκφράσει ένα ατσάλινο πνεύμα που εκείνος ήξερε ότι δε διέθετε. Ο Ανδρέας είχε συνηθίσει να ανακαλύπτει τι ήταν αληθινό και τι όχι, έπειτα από τα χρόνια που είχε περάσει σε δικαστικές μάχες. Έβλεπε πέρα από το θέατρο και τα τεχνάσματα – υπήρχε πάντα κάτι που πρόδιδε το παιχνίδι τους: ένα ράγισμα στην πανοπλία, ένα βλέμμα, μια χειρονομία, ένας δισταγμός στη φωνή. Και μπορούσε να καταλάβει ότι η Κίζι προσπαθούσε να τον κρατήσει σε απόσταση παίζοντας θέατρο, υψώνοντας ένα φράγμα για να προστατέψει τον εαυτό της από κάτι – ακόμα και από εκείνον. Η Κίζι χαμογέλασε λαμπερά και στύλωσε το βλέμμα της σε μια μακρινή ψαρόβαρκα. «Σου είναι εύκολο να παραδίδεις τα ηνία της δουλειάς σου; Να παραχωρείς τον έλεγχο;» Ο Ανδρέας το σκέφτηκε, νιώθοντας λίγο προδομένος που εκείνη είχε αλλάξει θέμα και τους είχε φέρει πάλι τόσο αποφασιστικά σε ουδέτερο έδαφος. Ωστόσο, δε θα την πίεζε. Τουλάχιστον, όχι τώρα. « Έχω πάντα τον έλεγχο» δήλωσε με όχι απολύτως παιχνιδιάρικη διάθεση. «Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι ο άνθρωπός μου μπορεί να τα αντιμετωπίσει όλα. Φάνηκε ενθουσιασμένος όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο νωρίτερα.» «Δηλαδή σε αυτή την επιτροπή οφείλεται ότι βγάζεις τόσο πολλά χρήματα;» «Όχι!» Ο Ανδρέας γέλασε και παραμέρισε τα μαλλιά από το μέτωπό του – ήταν πυκνά, μαύρα και γυάλιζαν από τη θάλασσα. «Δε βγάζω τίποτε απ’ όλα αυτά. Τα χρήματα μαζεύτηκαν από εμπορικές, νομικές δουλειές με τα χρόνια και από μερικές πολύ διορατικές μεσιτικές επενδύσεις την τελευταία δεκαετία. Βοήθησε η τύχη και στις δύο περιπτώσεις.» Άπλωσε το χέρι του για να σκουπίσει μια σταγόνα νερό που κρεμόταν σαν διαμάντι από τον λοβό του αυτιού της. Αποφάσισε να της αγοράσει μερικά ωραία κοσμήματα. Ήξερε ότι εκείνη δε θα τα ζητούσε ποτέ και ήταν αρκετά όμορφη χωρίς στολίδια, όμως ήθελε πολύ να την κακομάθει. «Οφείλω σε ανθρώπους όπως ο Ορφέας να επιστρέψω κάτι στον κόσμο, τώρα που έχω τόσο πολλά.» Έσυρε τα ακροδάχτυλά του γύρω από το πιγούνι της. «Και για να είμαι ειλικρινής, είχα ανάγκη να ασχολούμαι με κάτι τα τελευταία χρόνια.» «Ο Ορφέας είναι Ρομά;»


«Ακριβώς.» «Δηλαδή δεν είμαι ο πρώτος άνθρωπος με τσιγγάνικο αίμα που βρίσκεται στον δρόμο σου;» «Όχι, δεν είσαι» της απάντησε, χαμογελώντας. «Ο Ορφέας με έσωσε από ένα ξυλοκόπημα ένα πρωί που έπαιζα ποδόσφαιρο αντί να σκουπίζω κοπριές γαϊδάρων. Μου είπε ότι το αφεντικό ερχόταν από τη γωνία, έτσι είχα την ευκαιρία να το βάλω στα πόδια. Εκείνη την εποχή, αυτός και τα αδέλφια του έβαζαν τα δυνατά τους για να βγάζουν μερικές δεκάρες τραγουδώντας στα κατώφλια και μαζεύοντας αποφάγια για να επιβιώσουν.» «Αυτό είναι φρικτό» είπε η Κίζι δίχως να κρύψει τον τρόμο της. «Και ζούσαν έτσι;» Ο Ανδρέας τής έριξε ένα βλέμμα γεμάτο νόημα και χαμογέλασε λοξά. «Ο Ορφέας μάλλον ήταν ένοχος για κάποιες ασήμαντες παρανομίες, όμως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Το τοπικό σχολείο δε δεχόταν παιδιά των Ρομά και κανείς δεν τους έδινε δουλειά – ήταν μάταιο. Αυτή η διάκριση με αρρώσταινε τότε και εξακολουθεί να με αρρωσταίνει σήμερα.» «Σήμερα;» «Δυστυχώς ναι, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Οι διακρίσεις και η ξενοφοβία είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Ακόμα και το μικρό μας έθνος, που εγκωμιάζεται για την ανοχή του, είχε δεχτεί επικρίσεις από τις αναφορές της Επιτροπής στο παρελθόν.» Η Κίζι κατένευσε αργά, σαν να θυμόταν τις δικές της εμπειρίες από αυτές τις διακρίσεις όταν ήταν παιδί. «Αυτό μας φέρνει σε ένα άλλο θέμα.» Ο Ανδρέας απόλαυσε την πνιχτή κραυγούλα που έβγαλε η Κίζι όταν πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. «Αν επιμένεις να πιάσεις κι άλλη δουλειά εκτός από το να είσαι η ερωμένη μου, τότε νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ αξιόλογο που μπορείς να κάνεις για μένα.» Ο Ανδρέας θα ορκιζόταν ότι ένιωσε την καρδιά της να σκιρτάει από την έξαψη. «Ναι;» είπε εκείνη. «Υπάρχουν εκατοντάδες από μας που προσπαθούν να βρουν τη ρίζα του προβλήματος των Ρομά, αλλά χρειάζεται χρόνος, πολύς χρόνος. Και ενώ εμείς ετοιμάζουμε όλες τις αναφορές, κάνοντας όλες αυτές τις συναντήσεις και πιέζοντας τις κυβερνήσεις, υπάρχουν παιδιά Ρομά που φτάνουν στην ενηλικίωση και δεν ξέρουν ανάγνωση. Τους λείπουν οι βασικές ικανότητες που θα τα βοηθήσουν να ενταχθούν και να γίνουν αποδεκτά, οπότε προσπαθώ να καταπιαστώ και με αυτό.» «Δεν ξέρουν ανάγνωση;» Ο Ανδρέας ένευσε σοβαρός. «Ο οικισμός εδώ στο νησί είναι εδραιωμένος και λειτουργεί μόνος του. Ήταν ένα πείραμα στο οποίο με βοήθησε ο Ορφέας και είχε τεράστια επιτυχία, οπότε χρησιμοποιώ γη την οποία αγόρασα πριν από μερικά χρόνια για να κάνω το ίδιο στη Ρόδο. Έχουμε ετοιμάσει τα βασικά, οι εγκαταστάσεις υγιεινής είναι έτοιμες και το προσωπικό περιμένει να ξεκινήσει. Τι λες λοιπόν να επιβλέψεις την κατασκευή της κουζίνας του σχολείου;» «Εγώ;» «Ναι, γιατί όχι;» «Δεν έχω ξανακάνει κάτι…» «Κίζι, διηύθυνες μόνη σου την κουζίνα στην Ταβέρνα του Τίμι, έτσι δεν είναι; Δε σου ζητάω να χτίσεις εσύ την κουζίνα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μην επιβλέψεις την κατασκευή της. Ετοίμαζες φαγητό για πολλούς ανθρώπους, ξέρεις τι εξοπλισμός απαιτείται, έχεις τις βασικές γνώσεις υγιεινής – θα είσαι τέλεια!» Την τράβηξε πιο κοντά για να μπορέσει να θαυμάσει τα μάτια της που έμοιαζαν


με πετράδια. «Σκόπευα να κάνω εγώ την επίβλεψη, αλλά ο εργοδηγός μιλάει καλά αγγλικά και μπορεί να τα βγάλει πέρα με τις δημοτικές αιτήσεις και τους κανονισμούς.» Επίσης ήταν εξηντάρης, βαθιά θρησκευόμενος, αφοσιωμένος στην οικογένειά του και θα κρατούσε μακριά από την Κίζι τους νεαρούς οικοδόμους. «Θα το κάνω!» είπε χαρούμενη εκείνη. «Δε βλέπω την ώρα. Ακούγεται εκπληκτικό. Δε θα σε απογοητεύσω, σου το υπόσχομαι.» «Το ήξερα ήδη αυτό, μωρό μου» είπε γελώντας εκείνος και της κατέβασε τη μία τιράντα του μαγιό της. «Είσαι χαρούμενη λοιπόν τώρα;» Άπλωσε το χέρι του πίσω από την πλάτη της, τράβηξε τον φιόγκο πίσω από τον λαιμό της και χαμογέλασε ικανοποιημένος όταν το λευκό ύφασμα παρασύρθηκε από το νερό. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της ικανοποιημένη. «Ωραία. Οπότε μπορείς να χαλαρώσεις και να απολαύσεις το γεγονός ότι βρίσκεσαι εδώ χωρίς να ανησυχείς για τίποτα. Συμπεριλαμβανομένου του πρωινού ντυσίματος!»


Κεφάλαιο 11 Δε θα το έλεγε ποτέ μεγαλόφωνα, όμως ήταν πάντα τρελά ευτυχισμένη όταν βρισκόταν κοντά του. Η Κίζι ανάσανε τον πλημμυρισμένο από το άρωμα του γιασεμιού αέρα άλλου ενός χρυσαφένιου πρωινού στη Βίλα Μανταλένα. Ήταν θλιβερό που είχαν εγκαταλείψει τη μακάρια διαμονή τους στο νησί έξι εβδομάδες νωρίτερα, αλλά η προοπτική του νέου ρόλου τής είχε χρυσώσει το χάπι. Η δουλειά που της είχε δώσει ο Ανδρέας ήταν όχι μόνο καλή, αλλά και επιπλέον την αντάμειβε – ήταν μια θέση με σκοπό, όχι απλώς ένας τρόπος βιοπορισμού. Και η Κίζι τον αγαπούσε γι’ αυτό. Επίσης τον αγαπούσε πέρα από αυτό. Και τι είχε προκαλέσει αυτή τη συνειδητοποίηση; Ίσως η στιγμή που η Κίζι μπήκε στη Βίλα κατά την επιστροφή τους και ανακάλυψε ότι όλα τα υπάρχοντά της από την Αγγλία βρίσκονταν ήδη εκεί. Και η παραμικρή μπατονέτα και ο τελευταίος συνδετήρας είχαν πακεταριστεί σε κουτιά και είχαν ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για χάρη της. Με διαταγή του Ανδρέα. Δεν το καταλάβαινε –δεν μπορούσε–, αλλά το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Και έπειτα ο Ανδρέας τής ζήτησε να μείνει εκεί. Να μείνει μαζί του και να ζήσει στο όμορφο σπίτι του. Τώρα της φαινόταν απίστευτο ότι κάποτε τον θεωρούσε ένα σκληρό και άσπλαχνο τέρας. Όλες οι προκαταλήψεις και οι εντυπώσεις της για εκείνον είχαν αποδειχτεί εσφαλμένες. Ο Ανδρέας είχε οδηγήσει προς μια νέα αρχή το ζητιανάκι στη Ρόδο. Οι επιθυμίες της νεκρής μητέρας του είχαν εκπληρωθεί και η οικογένεια Αντωνίδη έκανε μια ζωή που παλιότερα μόνο να ονειρευτεί θα μπορούσε. Ο Ανδρέας ήταν όμορφος, ευγενικός, συμπονετικός, περήφανος και σχεδόν αβάσταχτα προστατευτικός κάποιες φορές. Ωστόσο η Κίζι θα έπρεπε να εκνευρίζεται όταν εκείνος επέμενε να φορέσει καπέλο και να μείνει μακριά από τον μεσημεριανό ήλιο. Θα έπρεπε να συγχύζεται με τον τρόπο που αγριοκοίταζε κάθε άντρα κάτω από τα πενήντα που την πλησίαζε. Θα έπρεπε να νιώθει την επιθυμία να το βάλει στα πόδια όταν της έτριβε τους ώμους το σούρουπο και της ψιθύριζε ότι η Ελλάδα μπορούσε να της προσφέρει όλα τα πράγματα που είχε ονειρευτεί. Εκτός από εκείνον, φυσικά. Η Κίζι ένιωθε τον κτητικό μανδύα της στοργής του μονίμως γύρω από τους ώμους της, όμως από πολλές απόψεις ο Ανδρέας ήταν ακόμα ένας ξένος – στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα από την οικειότητα που θα ολοκλήρωνε τη ζωή της Κίζι. Είχε συνειδητοποιήσει πολύ αργά ότι έπρεπε να είχε προφυλάξει την καρδιά της πιο προσεκτικά, γιατί τώρα πονούσε και λαχταρούσε για εκείνον, κάνοντάς την κομμάτια επειδή ήταν αδύνατον να τον έχει. Το είχαν πει από την αρχή: όχι δεσμεύσεις, όχι αγάπη, μόνο σεξ. Προς όποια κατεύθυνση και αν έστρεφε τις συζητήσεις τους τις τελευταίες δύο εβδομάδες, τίποτα δεν άλλαζε σε αυτό το μέτωπο, και η Κίζι δεν ήταν καν σίγουρη ότι ήθελε να αλλάξει κάτι. Η λαχτάρα για την ελευθερία, ο άνεμος στα μαλλιά της και μια ζωή χωρίς ρίζες και ευθύνες – αυτά ονειρευόταν πάντα σ’ εκείνο το δημοτικό διαμέρισμα στο Πόρτσμουθ. Αυτή η υπέροχη καινούρια ζωή στη Λίνδο σύντομα θα έφτανε στο τέλος της, οπότε έπρεπε να


γεύεται κάθε στιγμή. Θα απολάμβανε κάθε σούρουπο και κάθε αυγή. Θα αγαπούσε κάθε φιλί και θα το κρατούσε στη μνήμη της, γιατί δε θα υπήρχε ποτέ άλλος άντρας σαν τον Ανδρέα. Τίποτε από όλα αυτά δε θα κρατούσε και η Κίζι το ήξερε. «Σηκώθηκες νωρίς; Συμβαίνει τίποτα;» «Όχι.» Η Κίζι κατάφερε να χαμογελάσει καθώς ο Ανδρέας εμφανίστηκε πίσω της. «Είχες πέσει ξερός και σκέφτηκα να σε αφήσω να κοιμηθείς. Και είναι τόσο όμορφα εδώ όταν βγαίνει ο ήλιος. Είναι υπέροχα τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας. Όλα ήταν βαμμένα ρόδινα σήμερα. Δε θα τα βαρεθώ ποτέ.» «Το ελπίζω, μωρό μου. Κανείς δε φεύγει οριστικά από τη Λίνδο αν δεν είναι αναγκασμένος. Αυτό το μέρος έχει μαγικές ιδιότητες.» Της έριξε μια πειραχτική ματιά προτού καθίσει στον ψάθινο καναπέ και περάσει το μακρύ χέρι του γύρω από τους ώμους της. «Ή, τουλάχιστον, έτσι λέει η Ντορίντα.» «Τότε πρέπει να είναι αλήθεια» είπε η Κίζι και μάζεψε τα πόδια της από κάτω της καθώς κούρνιασε στην ανακουφιστική αγκαλιά του. Ευχήθηκε να μπορούσε αυτό να ήταν αλήθεια και για εκείνη. «Κατά φωνή» μουρμούρισε ο Ανδρέας και έσφιξε γρήγορα τη ζώνη της ρόμπας του. «Πρέπει να περίμενε να εμφανιστούμε.» «Καλημέρα!» Η Ντορίντα τούς κούνησε το χέρι της από το κεφαλόσκαλο της βεράντας, ισορροπώντας στο άλλο έναν δίσκο. «Φαγητό για τους πεινασμένους εραστές!» «Ω Θεέ μου!» είπε πνιχτά η Κίζι και ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Μου φαίνεται ότι μας έπιασε.» Το στέρνο του Ανδρέα τρεμούλιασε από συγκρατημένη ευθυμία. «Το ξέρει από το πρώτο βράδυ, Κίζι. Η Ντορίντα δεν είναι ηλίθια. Και με ρωτάει συνέχεια αν θέλουμε να φάμε πρωινό στο κρεβάτι για αλλαγή.» «Αλήθεια; Νόμιζα ότι θα ήθελες να τα κρατήσεις μυστικά όλα αυτά.» «Και βέβαια όχι!» Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε. «Σε πόσους ανθρώπους σε έχω συστήσει τις τελευταίες έξι βδομάδες;» «Όμως αυτό δε σημαίνει ότι ξέρουν πως είμαστε… ότι εμείς…» «Ότι είμαστε παθιασμένοι εραστές;» «Πάψε!» Η Κίζι τραβήχτηκε από το χέρι του καθώς η Ντορίντα τούς πλησίασε. «Μπορεί να τη φέρουμε σε δύσκολη θέση.» «Πολύ αμφιβάλλω» είπε γελώντας ο Ανδρέας, αλλά σηκώθηκε όρθιος και έφερε ένα μικρό τραπέζι του καφέ. Η Ντορίντα έβαλε τον δίσκο μπροστά τους και ασχολήθηκε για λίγο με την καφετιέρα. «Σήμερα το πρωί σας φέρνω κρέας και τυρί μαζί με το γιαούρτι και τα φρούτα. Για να δυναμώσετε.» «Πρέπει να δυναμώσω, Ντορίντα;» ρώτησε ο Ανδρέας με ειρωνική έκφραση καθώς έβαλε καφέ σε δύο φλιτζάνια. «Το ταξίδι για το συνέδριο στη Γενεύη. Πολύ μακριά, και όλη αυτή η καθυστέρηση… Πρέπει να είστε και οι δύο πολύ κουρα σμένοι.» «Είμαστε, αλλά άξιζε τον κόπο. Έτσι δεν είναι, Κίζι;» «Ήταν εκπληκτικό» συμφώνησε εκείνη, κρύβοντας βιαστικά το χαμόγελό της. Η ακινητοποίησή


τους σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας από ένα σύννεφο ηφαιστειακής σκόνης ήταν εξουθενωτική. Μετά βίας είχαν κοιμηθεί από το σοκ… «Τότε πρέπει να φάτε και να ξεκουραστείτε. Έχουμε σημαντική γιορτή απόψε, θυμάστε;» Η Κίζι έβαλε λίγη φέτα και κάμποση μαριναρισμένη κόκκινη πιπεριά σε μια πίτα, τύλιξε την πίτα και την πήρε στο χέρι. Όταν έφυγε η Ντορίντα, κοίταξε σαστισμένη τον Ανδρέα. «Γιορτή;» «Είναι η γιορτή των αποστόλων Πέτρου και Παύλου εδώ. Θα γίνει ένας μεγάλος παραδοσιακός εορτασμός το βράδυ στον κόλπο του Αποστόλου Παύλου και θα είναι όλοι εκεί. Και εμείς μαζί.» Ο Ανδρέας έχωσε το ζεστό χέρι του κάτω από τη μεταξωτή ρόμπα της και χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά του το απαλό πάνω μέρος του μηρού της. «Δε βλέπω την ώρα να σε φιγουράρω ξανά.» *** Η Κίζι ήταν σιωπηλή καθώς περπατούσαν χέρι χέρι στα συνωστισμένα, ασβεστωμένα κυψελοειδή σοκάκια. Όμως μέσα της, η καρδιά της τραγουδούσε από την ευτυχία. Μπορεί να ήταν περιστοιχισμένοι από εκατοντάδες θορυβώδεις, ζωηρούς εορταστές, να τους είχε κουφάνει η γιορτινή μουσική που ακουγόταν σε όλο το χωριό, και να έρχονταν αντιμέτωποι με τους ντόπιους γυρολόγους σε κάθε γωνία, όμως με το δυνατό χέρι του Ανδρέα να κρατάει το δικό της, η Κίζι ένιωθε προστατευμένη από τον έξω κόσμο. Ο Ανδρέας την έκανε να νιώθει ασφαλής και πολύτιμη, μια αίσθηση που δεν είχε ξαναζήσει ποτέ με κάποιον άντρα. Λάτρευε να είναι μαζί του –$$$μάλιστα, θα χαιρόταν αν δε χρειαζόταν να ξαναδούν ποτέ κάποιον άλλο άνθρωπο. Ξαφνικά, η Κίζι ένιωσε τη βαθιά λαχτάρα να επιστρέψουν στο νησί, να μείνει εντελώς μόνη μαζί του άλλη μια φορά. Ήταν τόσο τέλεια εκεί! «Κοντεύουμε» είπε ο Ανδρέας καθώς έστριψαν αριστερά σε έναν ήσυχο δρόμο, που γρήγορα μετατράπηκε σε στενό μονοπάτι. «Δεν περπατάω πολύ γρήγορα για σένα, έτσι;» «Μια χαρά είμαι» απάντησε η Κίζι με το βλέμμα στυλωμένο στο στρωμένο με περίπλοκα βότσαλα μονοπάτι και στα σανδάλια της. «Αλλά μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα μπορέσω ποτέ ξανά να φορέσω τακούνια.» Ο Ανδρέας γέλασε και πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. «Όχι, αν θες να τριγυρίζεις στη Λίνδο χωρίς να σπάσεις τον σβέρκο σου. Εξάλλου, δεν τα χρειάζεσαι. Λατρεύω τα πόδια σου έτσι όπως είναι.» Σταμάτησε, πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά του έτσι που τα πρόσωπά τους απείχαν ελάχιστα το ένα από το άλλο. «Όμως, αν το θέλεις τόσο πολύ, υπάρχει και το σπίτι. Δε θα είχα αντίρρηση να τα φοράς στο κρεβάτι κάθε τόσο.» «Πάψε!» του είπε γελώντας και τη διαπέρασε η έξαψη καθώς ο Ανδρέας την έσπρωξε απαλά σε ένα χαμηλό τειχάκι που είχε θέα στη θάλασσα. Η τραχιά πέτρα τρίφτηκε στην επιδερμίδα της, που αποκαλυπτόταν από το μαύρο φόρεμά της, το οποίο έδενε πίσω από τον λαιμό. «Γιατί όχι;» ρώτησε εκείνος. «Σκοπεύω να σε φιλήσω μέχρι να λιποθυμήσεις προτού καθίσουμε φρόνιμα μπροστά στους μεγάλους και τρανούς της πρωτεύουσας.» «Αυτό είναι απολύτως άσεμνο» μουρμούρισε εκείνη, προτού τα χείλη του κολλήσουν άγρια στα δικά της. ***


«Διασκεδάζεις;» ρώτησε αργότερα ο Ανδρέας καθώς στέκονταν στο μικροσκοπικό, πλακόστρωτο προαύλιο της εκκλησίας του Αποστόλου Παύλου. «Ελπίζω να μην είναι υπερβολικά συναρπαστικά για σένα. Όπως φαίνεται, όλοι θέλουν να μας μιλήσουν απόψε.» «Είναι υπέροχα. Δεν περίμενα ότι η Λίνδος μπορούσε να γίνει πιο όμορφη, αλλά απόψε… Όλα αυτά; Είναι παραπάνω από μαγικά.» Η Κίζι αναστέναξε βαθιά. «Κοίταξε αυτό.» Το φεγγάρι που ξεπρόβαλλε είχε βάψει άλικο τον ουρανό και τη θάλασσα, με βιολετί, γαλάζιες και πορτοκαλί πινελιές, που αντικατοπτρίζονταν στα σαν καθρέφτη νερά, κάνοντας τα μάτια να βουρκώνουν. Παραμυθένια φώτα λαμπύριζαν γύρω από τη λιμνοθάλασσα, ενώ τα τραχιά βράχια που τους περιστοίχιζαν έλαμπαν σαν λιωμένο μέταλλο. «Λένε ότι ο απόστολος Παύλος λίγο έλειψε να ναυαγήσει στα βράχια εξαιτίας μιας δυνατής καταιγίδας» της είπε ο Ανδρέας «αλλά από θαύμα το καράβι του γλίτωσε και βρήκε καταφύγιο στον κόλπο. Αυτή η μικρή εκκλησία φανερώνει το σημείο.» Η Κίζι έγειρε στον χαμηλό, ασβεστωμένο τοίχο, που ήταν χωμένος στα άγρια χρυσαφένια βράχια και πήρε μια βαθιά ανάσα από τον νυχτερινό αέρα. «Δυσκολεύομαι να φανταστώ μια καταιγίδα σε ένα τόσο όμορφο μέρος.» Τινάχτηκε έκπληκτη καθώς απαλό, μαύρο βελούδο χάιδεψε το μπράτσο της και άφησε ένα ίχνος ακριβού αρώματος. «Ευχαριστώ!» φώναξε η Κίζι στη μικροσκοπική, κομψή γυναίκα που είχε εμφανιστεί από το πουθενά με δύο ποτήρια σαμπάνιας για τους δυο τους και έπειτα ξαναέφυγε διακριτικά. «Η Ολυμπία Παρνασσού δεν ήταν αυτή;» ρώτησε ψιθυριστά τον Ανδρέα. «Η γυναίκα του δημάρχου, ναι.» «Πολύ ευγενικό εκ μέρους της.» «Τώρα έχεις υψηλή κοινωνική θέση στη Λίνδο. Και κυρίως χάρη σε εσένα, ο σύζυγός της υποσχέθηκε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για το σχολείο.» Ο Ανδρέας σήκωσε το ποτήρι με τη σαμπάνια του. «Μπράβο σου, λοιπόν.» «Μα δεν έκανα τίποτα.» «Εργάζεσαι σε ένα ζεστό, σκονισμένο κτίριο, ενώ θα μπορούσες πολύ εύκολα να απολαμβάνεις μια ζωή πολυτέλειας ως φίλη μου. Ο κόσμος εδώ σέβεται τη σκληρή δουλειά.» Ο Ανδρέας τής σήκωσε απαλά το πιγούνι για να την κοιτάξει στα μάτια. «Επίσης συζητούν. Δεν έχεις ιδέα πόσες προσκλήσεις για δείπνο έχω απορρίψει αυτή την εβδομάδα.» «Αλήθεια;» «Σε πειράζει να είσαι το επίκεντρο της προσοχής;» Η Κίζι χρειάστηκε μια στιγμή για να φιμώσει τη φωνούλα στο κεφάλι της που έλεγε ότι ο Ανδρέας ντρεπόταν να την πηγαίνει στα σπίτια για δείπνο. Σε εστιατόρια, σε δημόσιους εορτασμούς, ναι, αλλά όχι στους προσωπικούς χώρους του κόσμου του, σε μέρη ακατάλληλα για μια ερωμένη της στιγμής. «Εδώ που τα λέμε, όχι» απάντησε εκείνη και κόλλησε ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπό της καθώς τραβήχτηκε από το χέρι του. «Απολαμβάνω την αποψινή βραδιά και οι καλοκαιρινοί εορτασμοί κάθε λίγες εβδομάδες είναι διασκεδαστικοί. Αλλά προτιμώ να είμαστε οι δυο μας.» Ο Ανδρέας χαμογέλασε, πέρασε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά στο κορμί του. Κοίταξε στο βάθος, προς το μέρος της φωταγωγημένης ακρόπολης. Για μια στιγμή επικράτησε βαριά σιωπή. «Σου λείπει η Αγγλία, Κίζι;»


Εκείνη κοίταξε το έδαφος. Υπήρχαν ροδοπέταλα σκορπισμένα στις πλάκες του προαυλίου. Ήταν μια ερώτηση που δεν περίμενε να ακούσει απόψε από τον Ανδρέα – υποτίθεται ότι γιόρταζαν, όχι ότι σκέφτονταν το μέλλον. Η Κίζι δεν ήθελε καν να σκέφτεται τι την περίμενε, τουλάχιστον όχι τώρα. «Μου λείπει η μητέρα μου.» Το σαγόνι του Ανδρέα σφίχτηκε. «Θα την έφερνα πίσω αν μπορούσα.» «Το ξέρω» ψιθύρισε η Κίζι και έσκυψε για να μαζέψει μια χούφτα ροδοπέταλα. «Πρέπει να έγινε κάποιος γάμος εδώ σήμερα.» «Είναι Παρασκευή» είπε εκείνος. «Οπότε πρέπει να έγιναν κάμποσοι γάμοι. Ζευγάρια από όλο τον κόσμο έρχονται να παντρευτούν εδώ. Είναι σπουδαία επιχείρηση.» «Καταλαβαίνω τον λόγο.» Η Κίζι δάγκωσε νευρικά το κάτω χείλος της σαν να ήθελε να εμποδίσει τα λόγια να βγουν από το στόμα της, όμως η παρόρμηση ήταν έντονη. «Εσύ εδώ παντρεύτηκες;» Ένιωσε το κορμί του Ανδρέα να τσιτώνεται, αλλά συνέχισε: «Πρέπει να ήσουν ευτυχισμένος μαζί της κάποτε – τουλάχιστον τη μέρα του γάμου σου». «Παντρευτήκαμε στην Αθήνα.» Ο Ανδρέας στράγγιξε τη σαμπάνια του. «Και θα ήθελα άλλο ένα ποτό. Πάμε πίσω στην ταβέρνα. Πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε πιο κοινωνικοί.» Η Κίζι ήταν ευγνώμων που η ένταση στο κορμί του Ανδρέα φάνηκε να μειώνεται όταν επέστρεψαν στο θορυβώδες πλήθος στην παραλία. Η χωμένη στον βράχο μικρή ταβέρνα ήταν το επίκεντρο των βραδινών εορτασμών, ένας λαμπερός φάρος στη γαλάζια, βελούδινη νύχτα, που έσφυζε από ζεστασιά και έξαψη. Εκεί, η φασαρία της πολυάσχολης κουζίνας και οι γαργαλιστικές μυρωδιές κρεάτων και ψαριών, που ψήνονταν στα κάρβουνα βοήθησαν την Κίζι να ξεχάσει τους φόβους της, ενώ το προστατευτικό μπράτσο του Ανδρέα γύρω από τη μέση της τα έκανε όλα υπέροχα και πάλι. Είχε πάρει ένα ρίσκο ρωτώντας για τον γάμο του. Ο Ανδρέας δε μιλούσε ποτέ γι’ αυτό το θέμα και η Κίζι ήξερε πως έτσι ήθελε εκείνος να μείνουν τα πράγματα. Όσο και αν ήθελε να μάθει για το παρελθόν του, για εκείνη τη γυναίκα για την οποία είχε ενδιαφερθεί αρκετά ώστε να την παντρευτεί, η Κίζι θα έπρεπε να ικανοποιηθεί με τη σιωπή του. «Η Ντορίντα μού είπε για το Πρασονήσι στη νότια άκρη του νησιού, εκεί που η Μεσόγειος συναντάει το Αιγαίο» μουρμούρισε η Κίζι στο αυτί του καθώς χόρευαν στην άμμο με τη μουσική από το μπουζούκι. «Λέει ότι λίγο πριν φτάσεις εκεί, στην κορυφή του λόφου, μπορείς να δεις τεράστια κύματα δεξιά της ακτής, και ήρεμη και προστατευμένη θάλασσα αριστερά – είναι ένα θαύμα της φύσης. Μπορούμε να πάμε εκεί κάποια στιγμή; Θα ήθελα να το δω με τα μάτια μου.» «Και βέβαια μπορούμε» της είπε ο Ανδρέας και τη φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. «Θα είναι η τέλεια μέρα προτού φύγω για το Παρίσι την επόμενη βδομάδα.» «Το Παρίσι… Το είχα ξεχάσει αυτό το ταξίδι.» «Θα είναι μόνο για λίγες μέρες και θα βαρεθώ αφάνταστα. Θα με ξεχάσεις αμέσως μόλις επιστρέψεις στα γραψίματά σου και στο σκονισμένο σχολείο.» «Δε θα σε ξεχάσω!» Τον σκούντηξε παιχνιδιάρικα στο στέρνο. «Πάντα μου λείπεις φοβερά όταν πρέπει να φύγεις και εγώ δεν μπορώ να έρθω μαζί.» «Ωραία, γιατί και εμένα θα μου λείψεις σ’ αυτό το ταξίδι στο Παρίσι» της είπε εκείνος και κατέβασε το χέρι του για να της χαϊδέψει ανάλαφρα τους γλουτούς. «Η αποχή γίνεται πολύ οδυνηρή αυτές τις μέρες, πίστεψέ με.» «Οπότε μπορούμε να πάμε αύριο;» ρώτησε συνεπαρμένη η Κίζι. «Να πω στην Ντορίντα να μας


ετοιμάσει κάτι για πικνίκ;» Ο Ανδρέας κατένευσε και ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. «Αν θέλεις, θα μιλήσω και στον Δημήτρη. Θα μας πάει με το αμάξι γύρω στις εννιά το πρωί.» «Στον Δημήτρη; Ήλπιζα να πάμε μόνοι μας.» Ο Ανδρέας φάνηκε αιφνιδιασμένος για μια στιγμή, και έπειτα η έκφρασή του σκοτείνιασε καθώς η Κίζι τραβήχτηκε από πάνω του με έκπληκτο βλέμμα. «Όχι, δε νομίζω, Κίζι.» «Γιατί όχι;» «Δε θυμάσαι ότι δεν οδηγώ πια; Πάντα θεωρούσα την οδήγηση κουραστική και είμαι αρκετά επιτυχημένος επιχειρηματίας ώστε να μη χρειάζεται πια να οδηγώ εγώ». Προς μεγάλη σύγχυση της Κίζι, απέφυγε να την κοιτάξει. «Επίσης είναι θέμα γοήτρου. Δε θα περίμενες να καθαρίζω μόνος το μπάνιο μου μόνο και μόνο επειδή μπορώ, έτσι δεν είναι;» «Δεν είναι το ίδιο πράγμα.» Εκείνος γέλασε ψεύτικα. «Τέλος πάντων, οι δρόμοι εδώ είναι επικίνδυνοι. Πρόσεξα ότι δεν προσφέρθηκες να οδηγήσεις εσύ.» «Δεν έχω δίπλωμα, σου το έχω ξαναπεί» απάντησε εκνευρισμένη η Κίζι, απογοητευμένη επειδή ήταν ακόμη ανήμπορη από πολλές απόψεις, πολύ εξαρτημένη από εκείνον. «Πάντα ήθελα να μάθω, αλλά δεν μπορούσα να πληρώσω για τα μαθήματα.» «Ε, δε θα σε άφηνα, ακόμα κι αν είχες δίπλωμα» της είπε βλοσυρά. «Μερικοί από αυτούς τους δρόμους στους λόφους είναι ύπουλα επικίνδυνοι. Στενοί, απότομοι – γι’ αυτό δε φτάνουν μέχρι εκεί τα τουριστικά πούλμαν. Γι’ αυτό το μέρος δεν έχει αλλοιωθεί.» Αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν συνηθισμένη για τον Ανδρέα, σκέφτηκε η Κίζι, προσπαθώντας να διαβάσει την έκφρασή του. Για τον ικανό, δυναμικό, που δε φοβόταν τίποτα στον κόσμο Ανδρέα Λαζαρίδη. Η Κίζι ήξερε ότι έπρεπε να αφήσει το θέμα να περάσει, όμως δεν μπορούσε. «Όμως, κάποτε οδηγούσες μια Λαμποργκίνι. Αυτό πρέπει να χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα. Ίσως μπορούμε να νοικιάσουμε ένα από εκείνα τα μικρά τζιπ. Αυτό κάνουν όλοι οι σέρφερ. Θα είναι υπέροχα, θα δεις. Οι δυο μας μόνοι μας για μια φορά.» «Ο Δημήτρης είναι έμπειρος οδηγός» είπε ο Ανδρέας και έκανε ένα βήμα πίσω, με έκφραση ξαφνικά θανάσιμη. «Έχει εκπαιδευτεί στις Ειδικές Μονάδες. Είναι καλός ακόμα και στους πιο δύσκολους δρόμους. Δε θα ρισκάρω την ασφάλειά σου για ένα καπρίτσιο, Κίζι, όσο και αν με πιέζεις. Θα ήταν παράτολμο και ανεύθυνο. Και αρνούμαι να αφήσω να πάνε χαμένες οι ικανότητες του Δημήτρη τη στιγμή που τον πληρώνω τόσο καλά.» Η Κίζι είχε ξεπεράσει τα όρια και τον είχε εκνευρίσει με την επιμονή της. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί χιλιόμετρα μακριά από όλους και μόνη μαζί του για αλλαγή. Είχαν τον γαλήνιο χώρο της βίλας, το καταφύγιό τους από τη χαρούμενη οχλοβοή του χωριού της Λίνδου, ωστόσο υπήρχε πάντα προσωπικό τριγύρω στη διάρκεια της ημέρας και όσο διακριτικοί κι αν ήταν, η Κίζι ένιωθε άβολα με την αδιάκοπη παρουσία τους. Η καρδιά της σφίχτηκε καθώς συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Ανδρέας τής είχε αρνηθεί κάτι. «Τότε θα μας πάει ο Δημήτρης, αφού δε μου κάνεις τη χάρη» απάντησε αναστενάζοντας, ελπίζοντας ότι ο Ανδρέας μπορεί να άλλαζε γνώμη αργότερα. «Όμως, θα ήταν καλή ιδέα να αρχίσω μαθήματα οδήγησης, ώστε να μπορώ να είμαι πιο ανεξάρτητη.» «Πιο ανεξάρτητη;»


«Ναι, δεν υπάρχει λόγος να με πηγαίνει ο Δημήτρης κάθε μέρα στη δουλειά. Πρέπει να σταθώ περισσότερο στα πόδια μου, και εκεί δεν είναι επικίνδυνο, συμφωνείς;» «Δεν πρόκειται να πληρώσω γι’ αυτή την ξεροκέφαλη, περιττή ανοησία, Κίζι.» Η Κίζι ξαφνιάστηκε από τον απότομο τόνο του. «Μην ανησυχείς, θα τα πληρώσω εγώ. Δε θέλω να βασίζομαι σε άλλους ανθρώπους σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου.» Ο Ανδρέας έπιασε σφιχτά τους καρπούς της, τους τράβηξε από το στήθος της και κάλυψε το στόμα της με το δικό του προτού προλάβει εκείνη να πει άλλη λέξη. Η Κίζι προσπάθησε να παραμείνει σφιγμένη και ενοχλημένη μαζί του, αλλά σύντομα το σαγηνευτικό φιλί του έκανε τα μάγια του και μαλάκωσε παρά τη θέλησή της. Η γοητεία αυτού του ανθρώπου ήταν ακαταμάχητη. «Δε χρειάζεσαι δίπλωμα οδήγησης» μουρμούρισε ο Ανδρέας πάνω στα χείλη της. «Πάψε να μου φέρνεις αντίρρηση σ’ αυτό. Έχεις εμένα να σε φροντίζω τώρα. Απλώς άσε με να σε φροντίσω.» Η Κίζι διαισθάνθηκε μια αλλαγή στον Ανδρέα και ξαφνικά θυμήθηκε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στο ότι εκείνος θα ήταν πάντα παρών. Δεν είχαν κάνει τέτοια συμφωνία. Ένα ζοφερό, μελαγχολικό προαίσθημα φάνηκε να τους περιβάλλει. «Πες μου την αλήθεια, Ανδρέα. Πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο πίσω από την άρνησή σου. Ποιος είναι ο αληθινός λόγος που δε θέλεις να οδηγήσεις μέχρι το Πρασονήσι;» Εκείνος την άφησε και ίσιωσε αργά τους ώμους του. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα. «Ο αληθινός λόγος;» Η Κίζι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μου αξίζει να μάθω.» Εκείνος αναστέναξε βαριά και πέρασε τα χέρια του ανάμεσα από τα μαλλιά του. «Ο αληθινός λόγος είναι ότι σκόπευα να σου κάνω έκπληξη με ένα γεύμα σε ένα εκλεκτό εστιατόριο που ξέρω στο Πρασονήσι. Ήθελα πολύ να μοιραστώ ένα μπουκάλι σαμπάνια μαζί σου. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να κουβεντιάσουμε κατά τη διάρκεια ενός νωχελικού γεύματος – μόνο οι δυο μας. Όμως, δεν μπορώ να πιω και να οδηγήσω.» «Α…» «Ακριβώς». Έσυρε το δάχτυλό του γύρω από το απαλό περίγραμμα του πιγουνιού της. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι και να πέσουμε στο κρεβάτι, τι λες; Όχι άλλες διαφωνίες. Όχι άλλη απείθεια της Κίζι Ντιν. Σε παρακαλώ.» «Συγγνώμη» μουρμούρισε η Κίζι. «Δεν ξέρω τι με έπιασε και φέρθηκα σαν κακομαθημένο παιδί…» «Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Είμαστε κουρασμένοι και οι δύο. Εξάλλου, μπορείς να δείξεις με το εκπληκτικό κορμί σου έμπρακτα τη μεταμέλειά σου που μου χάλασες την έκπληξη.» *** Ενώ καθόταν στη γραφική κάτω βεράντα της Βίλας, η Κίζι έκλεισε τα μάτια της για μια νωχελική στιγμή και ανάσανε τον αλμυρό αγέρα του κόλπου. Ο Ανδρέας βρισκόταν στο συνέδριο στο Παρίσι και της έλειπε περισσότερο από ποτέ τις τελευταίες μέρες. Η εκδρομή στο Πρασονήσι ήταν υπέροχη και είχε κάνει ακόμα πιο αβάσταχτο τον χωρισμό τους, έτσι η Κίζι είχε αποφασίσει να περιμένει στη Βίλα την επιστροφή του, αντί να πάει στη δουλειά όπως συνήθως, για να βεβαιωθεί ότι θα τον έβλεπε όσο πιο σύντομα γινόταν.


Έριξε μια ματιά στο ρολόι της και άρχισε να νιώθει άβολα. Ο Ανδρέας θα έπρεπε να είχε επιστρέψει πριν από μερικές ώρες, σύμφωνα με τις ώρες των πτήσεών του. Ωστόσο, με κάποιο τρόπο κατάφερε να καταπνίξει τις δυσάρεστες σκέψεις που είχαν αρχίσει να εισβάλουν στο μυαλό της. Μέχρι τώρα θα έπρεπε να είχε συνηθίσει τα συχνά επαγγελματικά ταξίδια του Ανδρέα. Ήταν ένας απίστευτα δραστήριος άνθρωπος, σχεδόν σε σημείο να είναι εργασιομανής, επομένως ήταν πολύ πιθανό να είχε περάσει από μερικές τοπικές επιχειρήσεις προτού επιστρέψει στη Βίλα. Η Κίζι τινάχτηκε καθώς ένιωσε ένα βελούδινο άγγιγμα στις γυμνές γάμπες της. «Ντιάμπλο» μουρμούρισε «τι τρέχει μ’ εσένα;» Η γάτα της Καλλιστώς είχε στη Βίλα σχεδόν την ίδια επιρροή με την Ντορίντα. Ο Ανδρέας φαινόταν να τη λατρεύει ακόμα κι όταν νιαούριζε απειλητικά και γρατζούνιζε. Επίσης ανεχόταν και τα γατάκια της, τώρα που ήταν στειρωμένα όλα. Η υπομονή του μαζί τους ήταν απεριόριστη, όσο παράλογη κι αν ήταν η συμπεριφορά τους ή οι απαιτήσεις τους. Από την άλλη, ήταν οι μόνοι επιζώντες από το τρακάρισμα που είχε σκοτώσει την αδελφή του, όπως είχε μάθει από την Ντορίντα η Κίζι. Η αδελφή του Ανδρέα πήγαινε πανικόβλητη την ημι-άγρια γάτα σε έναν κτηνίατρο καθώς το ζώο πάσχιζε να γεννήσει. Αυτή η πράξη συμπόνιας τής είχε κοστίσει τη ζωή. Ξαφνικά, η καρδιά της Κίζι σκίρτησε στο άκουσμα της γνώριμης φωνής του. Πρέπει να μιλούσε στο κινητό, σκέφτηκε, και σηκώθηκε από τη θέση της κάτω από τη σκιά της αρχαίας συκιάς για να τον προϋπαντήσει, στρώνοντας τις ζάρες του καινούριου κόκκινου φορέματος που της είχε αγοράσει ο Ανδρέας – ήταν εκείνο που είχε αρνηθεί να δοκιμάσει στη Ρόδο και για κάποιο λόγο τής είχε φανεί σωστό να το φορέσει για εκείνον σήμερα. Έσφιξε τα χείλη της για να σιγουρευτεί ότι είχαν ακόμα λίγο από το κερασί κραγιόν που είχε βάλει, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να του αφήσει σημάδια όταν θα φιλιόντουσαν. Έπειτα η πλημμυρισμένη από έξαψη καρδιά της ρίγησε και κόντεψε να σταματήσει. Ο Ανδρέας είχε βγει πίσω από έναν πέτρινο τοίχο στο πάνω αίθριο και προχωρούσε προς την αυλή της Βίλας. Γελούσε. Το ίδιο και η παρέα του. Ήταν λεπτοκαμωμένη σαν κούκλα βιτρίνας, με κατάμαυρα μαλλιά με γαλαζωπές ανταύγειες, που έπεφταν μέχρι τη μέση της σαν μεταξωτή κουρτίνα. Ο Ανδρέας την είχε αγκαλιάσει από τους ώμους και κοντοστάθηκε για να της δώσει ένα φιλί στο μέτωπο. Η Κίζι έκλεισε το στόμα της με το χέρι της για να πνίξει μια άναρθρη κραυγή από το σοκ κι έπειτα πάσχισε να συγκρατήσει το ανακάτεμα που ένιωσε. Μιλούσαν στα ελληνικά και έτσι δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έλεγαν, αλλά ο αέρας της οικειότητας που τους περιέβαλλε ήταν αναμφισβήτητος. Η Κίζι έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές για να πάψουν να τρέμουν και πίεσε με αυτές τα χείλη της, ενώ παρακολούθησε σιωπηλή το ζευγάρι να εξαφανίζεται στη Βίλα γελώντας. Καυτά δάκρυα τσουρούφλισαν το πίσω μέρος του λαιμού της καθώς η προσπάθειά της να τα συγκρατήσει απέτυχε. Ώστε έτσι θα τέλειωναν όλα. Ήξερε ότι θα συνέβαινε αυτό κάποια μέρα – ήταν αναπόφευκτο, αλλά τόσο σύντομα; Ένα σκοτεινό σύννεφο σκέπασε τις αναμνήσεις των τελευταίων έξι εβδομάδων από την επιστροφή τους από το νησί, καθώς η Κίζι συνειδητοποίησε ότι ο Ανδρέας έπρεπε να τα είχε σχεδιάσει όλα αυτά εδώ και καιρό. Ήταν φανερό τώρα – όταν ο Ανδρέας αποφάσισε ότι εκείνη δεν ήταν το είδος της ερωμένης που ήθελε, της βρήκε μια δουλειά για να μην την έχει στα πόδια του όσο θα έψαχνε για αντικαταστάτρια! Ο θυμός φούντωσε μέσα της και μετατράπηκε σε μια σιγανή κραυγή αυτοσυντήρησης, καθώς η


Κίζι πήρε γρήγορα την απόφασή της. Δεν είχε άλλη επιλογή αν της είχε απομείνει λίγη περηφάνια, αν σεβόταν έστω και λίγο τη μνήμη της μητέρας της και την υπόσχεση που είχε δώσει να μην αφήσει ποτέ έναν άντρα να την πατήσει κάτω. Ο Ανδρέας δε θα την ξεφορτωνόταν και η Κίζι δε σκόπευε να μείνει εκεί μέχρι να αποφασίσει εκείνος να της ανακοινώσει τα άσχημα νέα. Θα τον παρατούσε εκείνη. Δάγκωσε δυνατά το κάτω χείλος της και ανάγκασε τα βαριά μέλη της να προχωρήσουν προς την ξύλινη πόρτα που έβγαζε στον έξω κόσμο. Χρειαζόταν χρόνο για να σκεφτεί, να ανασυνταχτεί και να βρει έναν τρόπο να διατηρήσει ένα ίχνος αξιοπρέπειας τη στιγμή που η καρδιά της είχε γίνει ένα εκατομμύριο μικροσκοπικά κομμάτια. Όμως το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η καινούρια γυναίκα του Ανδρέα – και να της βγάλει τα μάτια. Η ένταση της εχθρότητάς της απέναντι στην άγνωστη γυναίκα ήταν τρομακτική. Η ζήλια και η πίκρα λυσσομανούσαν ανεξέλεγκτα μέσα της – κάνοντας το ανακάτεμα που είχε νιώσει όταν τους είδε μαζί να μετατραπεί σε επιθυμία για εμετό. Ήταν παραφροσύνη, φυσικά – η Κίζι δεν ήξερε τίποτα για την αντικαταστάτριά της. Δεν έφταιγε η νέα ερωμένη. Όλα αυτά τα είχε κάνει ο Ανδρέας. Ο Ανδρέας, ο άντρας που μπορούσε να μετατρέψει το κορμί της σε φωτιά μόνο με ένα άγγιγμα. Ο άντρας που είχε μια μηχανική αντλία στη θέση της καρδιάς του. Η Κίζι έπρεπε να περπατήσει. Να περπατήσει γρήγορα για να καθαρίσει το μυαλό της και να φύγει μακριά από τη Βίλα όσο πιο σύντομα μπορούσε, προτού κάνει κάτι πραγματικά ανόητο. Κάτι τόσο ανόητο όπως να πάει να τους βρει στην κρεβατοκάμαρά του και να του δώσει ένα τόσο δυνατό χαστούκι, ώστε να την τσούξει το χέρι της. Δεν μπορούσε να ταπεινωθεί ρισκάροντας να κάνει μια σκηνή ζηλοτυπίας. Θα πήγαινε στην ακρόπολη, κάτι που ο Ανδρέας τής είχε απαγορεύσει να κάνει μόνη της, εκτός αν πήγαινε με γαϊδουράκι, παίρνοντας μαζί πολύ νερό, αντιηλιακό και το καταραμένο το καπέλο της. Ε, λοιπόν, στα κομμάτια οι κανόνες του. Η Κίζι θα έπαιρνε πάλι τον έλεγχο της ζωής της. Θα ανέβαινε στην ακρόπολη, θα καθόταν όσο ήθελε και… και… Ο Ανδρέας μάλλον δε θα το πρόσεχε. *** «Τι στον διάβολο σκάρωνες;» Η Κίζι άκουσε τη φωνή του Ανδρέα, αλλά δυσκολευόταν να ανοίξει τα μάτια της κόντρα στο εκτυφλωτικό φως που φαινόταν να την περιβάλει και να την καταπίνει. Και εκείνη η παράξενη μυρωδιά… «Τι συμβαίνει;» μουρμούρισε με φωνή τρεμάμενη εξαιτίας του στεγνού λαιμού της. «Πού είμαστε;» «Κίζι Ντιν, είμαστε στο δωμάτιο ενός ιδιωτικού νοσοκομείου στη Ρόδο» της απάντησε ο Ανδρέας. «Πώς αισθάνεσαι;» «Σε νοσοκομείο; Δεν καταλαβαίνω. Πώς… Πώς ήρθα εδώ;» ρώτησε ζαβλακωμένη, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της στο λαμπερό φως του δωματίου. «Σε έφερα εγώ χθες με το σαραβαλιασμένο Φίατ της Άντζι, να πώς. Είναι σακαράκα, αλλά πολύ πιο γρήγορο από το να περιμένουμε να έρθει το ασθενοφόρο όταν σε κατεβάσαμε μισοπεθαμένη από


την ακρόπολη.» Έπιασε το μικρό, αδύναμο χέρι της με το δικό του και πέρασε το άλλο ανάμεσα από τα μπερδεμένα μαύρα μαλλιά του. «Πόση ώρα ήσουν εκεί πάνω; Ήσουν σε φοβερή κατάσταση όταν ένας περαστικός τουρίστας βρήκε το κινητό σου και μου τηλεφώνησε.» «Εσύ οδήγησες;» «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς» της απάντησε άχρωμα και κοίταξε αλλού. «Νόμιζα ότι θα μου πεθάνεις, γυναίκα. Πόσες φορές σου έχω πει ότι δεν είσαι συνηθισμένη στη ζέστη που έχουμε εδώ; Ήταν τρέλα να πας εκεί πάνω την πιο ζεστή ώρα της ημέρας χωρίς να πάρεις μαζί σου νερό ή το καπέλο σου.» «Σκοτίστηκα για το βρομοκαπέλο!» απάντησε ξεροκέφαλα η Κίζι. Κοίταξε τον ορό στο χέρι της και άρχισε, με τρόμο που μεγάλωνε, να θυμάται τα γεγονότα που την είχαν οδηγήσει εκεί όπου βρισκόταν τώρα. Μια αστραπή θυμού ήρθε στην επιφάνεια καθώς θυμήθηκε την όμορφη επισκέπτρια του Ανδρέα στη Βίλα. «Λυπάμαι που σου χάλασα το απόγευμα αναγκάζοντάς σε να πιάσεις το τιμόνι ενός αυτοκινήτου, ενώ προφανώς είχες σχεδιάσει να κάνεις πολύ πιο συναρπαστικά πράγματα.» «Δηλαδή;» Η Κίζι μόρφασε καθώς ανακάθισε στα κολλαριστά σεντόνια του νοσοκομείου. «Τίποτα. Δεν έχει σημασία τώρα πια.» «Για μένα έχει, Κίζι. Θέλω να μου πεις τι ακριβώς είχες στο μυαλό σου…» Τα λόγια του διακόπηκαν καθώς ένας εύσωμος άντρας με λευκή ρόμπα όρμησε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει, κρατώντας ένα ντοσιέ και χαιρετώντας τους με ένα κούνημα του κεφαλιού. «Κύριε Λαζαρίδη, δεσποινίς Ντιν, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων και ότι μπορείτε να φύγετε σήμερα με την αυστηρή προϋπόθεση να ξεκουραστείτε και να μείνετε μακριά από τη ζέστη για λίγες μέρες.» Κοίταξε την Κίζι, συνοφρυωμένος με πατρικό ύφος. «Μια τακτική που πρέπει να ακολουθήσετε ακόμα πιο αυστηρά τις επόμενες τριάντα πέντε εβδομάδες και παραπάνω. Το μωρό δεν έπαθε τίποτε από αυτό το επεισόδιο, αλλά πρέπει να τονίσω ότι είναι πολύ σημαντικό να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο.» Ο γιατρός έδωσε στην Κίζι ένα έγγραφο να το υπογράψει, χωρίς να προσέξει την εμβρόντητη έκφραση του προσώπου της. «Θα χρειαστώ μερικές πληροφορίες για τον γιατρό που θα επιβλέψει την εγκυμοσύνη σας, οπότε αν μπορείτε να αφήσετε τις λεπτομέρειες στη γραμματέα μου καθώς θα φεύγετε…» «Σας ευχαριστούμε, γιατρέ» τον διέκοψε βιαστικά ο Ανδρέας. Έπιασε τον γιατρό από τους ώμους και τον οδήγησε προς την πόρτα. «Θα τα φροντίσω όλα, σας διαβεβαιώνω.» Χτύπησε φιλικά τον άντρα στην πλάτη. «Θα κάνουμε βραδινό γάμο – θα είναι πολύ πιο δροσερά και για τους δυο τους. Πρέπει να έρθετε, φίλε μου, και θα σας ευχαριστήσουμε όπως πρέπει για όλα όσα κάνατε.»


Κεφάλαιο 12 «Δεν μπορούμε να παντρευτούμε» είπε σθεναρά η Κίζι, καθώς ο Ανδρέας έβαλε μια κανάτα με παγωμένη λεμονάδα μπροστά της στην αυλή. Η επιστροφή στη Βίλα ήταν δύσκολη, με την Κίζι να προσπαθεί να μην κοιτάξει κατάματα τον θριαμβευτικό, αποφασιστικό Ανδρέα, καθώς πάλευε με τη συνείδησή της σε όλη τη διαδρομή και με όλες εκείνες τις αναπάντητες ερωτήσεις να έχουν ανοίξει μια τρύπα στο μυαλό της. «Πρέπει» της είπε εκείνος, ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Το συζητήσαμε αυτό, Κίζι. Περιμένεις το παιδί μου – είναι το μόνο αξιοπρεπές πράγμα που μπορούμε να κάνουμε.» «Όχι, δεν πρέπει!» Η Κίζι έσπρωξε το ποτήρι με τη λεμονάδα που προσπαθούσε ο Ανδρέας να της βάλει στα χείλη. «Και πάψε να ασχολείσαι μαζί μου, με τρελαίνεις.» «Τώρα μιλάνε οι ορμόνες σου, Κίζι.» Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα για να προετοιμαστεί γι’ αυτό που ήταν έτοιμη να κάνει. Ήταν φανερό ότι έπρεπε να ξεστομίσει τη σκληρή και δυσάρεστη πραγματικότητα της κατάστασης, αφού ο Ανδρέας δε σκόπευε να υποχωρήσει. «Καταλαβαίνω ότι θέλεις να είναι νόμιμο το παιδί σου, παρότι η μητέρα του δεν είναι.» Ξεροκατάπιε καθώς τον κοίταξε και είδε τα μάτια του να πετούν σπίθες. «Όμως, πρέπει να καταλάβεις πόσο μεγάλο λάθος θα ήταν να φέρουμε ένα παιδί σε έναν γάμο σκοπιμότητας, χωρίς αγάπη.» «Μην ανησυχείς τόσο πολύ, καρδιά μου» είπε ανάλαφρα εκείνος. «Δεν είναι καλό για κανέναν από τους δυο σας.» «Σοβαρολογώ, Ανδρέα.» Η βλοσυρή έκφρασή της τον σταμάτησε. «Η μητέρα μου το έκανε με τον πατριό μου. Το ίδιο και οι γονείς σου. Ειλικρινά, εύχεσαι αυτή τη δυστυχία για το ίδιο σου το παιδί; Εξάλλου, μου είπες ότι δε σκόπευες να παντρευτείς ποτέ ξανά. Πρέπει να σου διέφυγε αυτό από το μυαλό εξαιτίας της συγκίνησης.» «Ο γάμος μας δε θα είναι έτσι, Κίζι» είπε σθεναρά εκείνος και της έπιασε το χέρι. «Αυτό που έχουμε εμείς είναι πολύ διαφορετικό.» Η Κίζι τού έριξε μια δύσπιστη ματιά. «Σοβαρά;» «Φυσικά!» Ο Ανδρέας τράβηξε το χέρι του από το δικό της, σηκώθηκε όρθιος και το έχωσε στην τσέπη του παντελονιού του, σαν να τον είχε τσούξει. «Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν εκπληκτικές. Συμπληρώνουμε τέλεια ο ένας τον άλλον. Φυσικά, όλες οι συνεργασίες έχουν στιγμές διαφωνίας, αλλά δε βλέπω κανένα λόγο για να μην μπορέσουμε να χτίσουμε έναν επιτυχημένο γάμο μαζί, βασισμένο στον συμβιβασμό και τον αμοιβαίο σεβασμό. Και σίγουρα δεν υπάρχει πρόβλημα ανάμεσά μας στο κρεβάτι.» *** Ο Ανδρέας κοίταξε τα γεμάτα κατηγόρια γαλάζια μάτια της και υπενθύμισε στον εαυτό του ότι δεν έπρεπε να χάσει τον έλεγχό του, όσο οδυνηρές κι αν ήταν οι παρατηρήσεις της. Η Κίζι δίχως άλλο


ήταν ακόμη συγχυσμένη από την ανακάλυψη ότι ήταν έγκυος και προσπαθούσε να χωνέψει αυτή την πληροφορία – το ίδιο και εκείνος εξάλλου. Το νέο της εγκυμοσύνης της ήταν ένα ενστικτώδες σοκ για τον Ανδρέα όταν το ανέφερε τυχαία μία από τις νοσοκόμες, καθώς του έλεγε τις εξετάσεις αίματος που έπρεπε να γίνουν – το προσωπικό προφανώς είχε υποθέσει ότι εκείνος το γνώριζε. Η Κίζι ήταν ακόμη αναίσθητη εκείνη τη στιγμή και έτσι δεν είχε δει την έκφραση αγαλλίασης που πρέπει να πέρασε από το πρόσωπό του. Αυτό σήμαινε ότι τώρα έπρεπε να μείνει μαζί του στην Ελλάδα. Είχε στα σπλάχνα της τον διάδοχό του και, φυσικά, έπρεπε να παντρευτούν. Ο Ανδρέας είχε παρακολουθήσει την ερωμένη του να κοιμάται και είχε νιώσει ένα κύμα κτητικότητας να πλημμυρίζει το κορμί του βλέποντας πόσο μικροσκοπική και ευάλωτη φαινόταν στη λευκή φωλιά του νοσοκομειακού κρεβατιού. Η μητέρα του παιδιού του. Οι δύο πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή του φαίνονταν τόσο επικίνδυνα ευάλωτα – τον χρειάζονταν. Είχε ορκιστεί τότε να τους προστατεύει και τους δύο με τη ζωή του. Η αίσθηση τρόμου και παγίδευσης που περίμενε να νιώσει κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν είχε εμφανιστεί. Ο Ανδρέας νόμιζε ότι ήταν πολύ προσεκτικός με την αντισύλληψη, όμως με κάποιο τρόπο αυτό το μωρό είχε συμβεί, οπότε ήταν γραφτό να υπάρξει. Η καρδιά του πέταξε στη σκέψη ότι σε λίγους μήνες θα κρατούσε στα χέρια του το παιδί του και ότι θα είχε μια τόσο τέλεια σύζυγο. Ένιωθε ζεστός και συνεπαρμένος. Επίσης προστατευτικός και περήφανος. Θα έκανε την καινούρια οικογένειά του τη μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του. Ωστόσο, περισσότερο από ποτέ, ήταν σημαντικό να μη δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας. Η Κίζι έπρεπε να καταλάβει ότι μπορούσε να βασιστεί πάνω του, ότι εκείνος θα ήταν ο βράχος της και ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ. Τώρα όμως, το έβρισκε εκπληκτικά δύσκολο να κρατηθεί από εκείνα τα συναισθήματα δύναμης και ψυχραιμίας, όταν κάθε ματιά που του έριχνε η Κίζι φαινόταν να τον κατηγορεί γιατί δεν έμοιαζε με τον ιδανικό για εκείνη σύζυγο. «Δε θα άντεχα να δεσμευτώ με έναν άντρα που θα με απατούσε» συνέχισε η Κίζι ανελέητα, κοιτώντας τον κατάματα. «Ούτε καν για χάρη του μωρού μου. Δε θυμάσαι τι έκανε αυτό στη μητέρα σου;» «Δε θα σε απατήσω, Κίζι. Αυτή είναι μια υπόσχεση που μπορώ να σου δώσω.» «Αυτό είπες και στην πρώτη σύζυγό σου;» «Δε χρειαζόταν. Δώσαμε σοβαρούς όρκους στον οίκο του Θεού, μπροστά σε όλους εκείνους που ήταν αγαπητοί σε μας. Δεν την απάτησα ποτέ κατά τη διάρκεια του γάμου μας.» «Τότε τι πήγε στραβά; Πρέπει να μάθω, Ανδρέα. Πρέπει να μάθω πολλά πράγματα προτού καν αρχίσω να σκέφτομαι να γίνω γυναίκα σου.» «Είναι όλα παρελθόν! Ο πρώτος γάμος μου δεν έχει καμία σχέση με σένα ή με ό,τι συμβαίνει τώρα. Εκείνη έφυγε και δε θα ξαναγυρίσει. Δε θα κερδίσουμε τίποτα ξύνοντας παλιές πληγές και δε θα με αναγκάσεις να μιλήσω γι’ αυτά τα πράγματα.» Το στέρνο του ανεβοκατέβαινε από την αγανάκτηση. «Πρέπει να με εμπιστευτείς, Κίζι. Είναι για καλό.» «Μα πώς μπορώ να σε εμπιστευτώ;» Τώρα πίσω από τις βλεφαρίδες της είχαν σχηματιστεί δάκρυα και η Κίζι έσκυψε το κεφάλι της με πόνο. «Σε είδα, Ανδρέα! Σε είδα με την καινούρια φιλενάδα σου στη Βίλα. Γι’ αυτό πήγα στην ακρόπολη. Ήμουν τόσο ταπεινωμένη…» Η Κίζι σκούπισε άγρια το πρόσωπό της με το χέρι της – όχι, δε θα τον άφηνε να τη δει να κλαίει. Δεν έπρεπε να μάθει ποτέ πόσο την είχε επηρεάσει η απιστία του, πώς είχε συντρίψει την ψυχή της.


«Οι δυο σας φαινόσασταν να περνάτε ωραία, ενώ εγώ υποτίθεται ότι βρισκόμουν στη δουλειά.» Η Κίζι σήκωσε το κεφάλι της με την αχαρακτήριστη σιωπή του και πρόσεξε, με γλυκόπικρη αγωνία, την έκφραση ένοχης σύγχυσης στο πρόσωπό του. «Ήταν το ραντεβού δύο εραστών στον πύργο, σωστά; Υποθέτω πως εκεί πρέπει να πηγαίνετε μαζί. Είναι το μόνο σημείο της Βίλας που είναι επίμονα κλειδωμένο από τότε που μου ζήτησες να μείνω εκεί. Το μυστικό καταφύγιο των εραστών…» «Πάψε!» φώναξε ξαφνικά ο Ανδρέας. «Σταμάτα αμέσως! Προφανώς η ηλίαση πείραξε και το μυαλό σου εκτός από το κορμί σου!» «Α, όχι, δε θα με ξεφορτωθείς τόσο εύκολα» είπε η Κίζι θυμωμένη. Πήρε μια οδυνηρή ανάσα. «Σας είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Σε είδα να τη φιλάς. Εξήγησέ το αυτό αν μπορείς.» Ο Ανδρέας σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα στην οποία καθόταν. Αυτή τινάχτηκε στα πλακάκια του πατώματος με έναν δυνατό κρότο που αντήχησε στη βαριά, βασανιστική σιωπή που είχε πέσει ανάμεσά τους. «Με είδες να αποχαιρετώ τη Λιζ με ένα φιλί. Έφερε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και ήθελε να με ευχαριστήσει για το αποχαιρετιστήριο δώρο μου.» Ο Ανδρέας πάσχισε να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. Η συναισθηματική καταιγίδα μέσα του είχε θολώσει την όρασή του σε σημείο που το μόνο που αντιλαμβανόταν ήταν η ωχρότητα του προσώπου της Κίζι και η βροντή κάτω από το στέρνο του. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να κρατήσει ήρεμη τη φωνή του. «Θυμάσαι τη Λιζ; Τη Λιζ, τη διευθύντρια του μεσιτικού γραφείου, που πιστεύει στην αγάπη;» Περίμενε βαριανασαίνοντας και είδε την αβεβαιότητα να εμφανίζεται στο πρόσωπο της Κίζι. «Σκέψου το. Γιατί στο καλό μια αρραβωνιασμένη γυναίκα θα τα τίναζε όλα στον αέρα για ένα γρήγορο σμίξιμο με το αφεντικό της;» «Δε μου φάνηκε Αυστραλή» είπε διστακτικά η Κίζι. «Μάλιστα, από κει που στεκόμουν φαινόταν σαν μια τέλεια Ελληνίδα.» «Για όνομα του Θεού, είναι Ελληνίδα! Το Λιζ είναι χαϊδευτικό του Ελισάβετ. Το αγόρι της είναι Αυστραλός. Θα ξεκινήσουν την έγγαμη ζωή τους στην πατρίδα του.» «Α…» «Ναι… α!» είπε ο Ανδρέας με μια ξαφνική έκφραση απόγνωσης στο πρόσωπό του. «Και θα αρνιόσουν στο παιδί μας τα δικαιώματά του εξαιτίας αυτής της πλάνης; Είχα καλύτερη γνώμη για σένα» της είπε σκληρά. «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα σε έβλεπα να βάζεις τον εαυτό σου πάνω από το παιδί σου.» Τα λόγια του τη χτύπησαν με τόσο οδυνηρή δύναμη, ώστε για μια στιγμή η Κίζι δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει λογικά και η πρώτη της αντίδραση ήταν να του επιτεθεί φραστικά σε αντίποινα για τον τρόπο που την έκανε να νιώσει. «Δε στάθηκες ούτε μια στιγμή να αναρωτηθείς αν θέλω αυτό το παιδί, έτσι δεν είναι;» Το πρόσωπο του Ανδρέα φάνηκε να μετατρέπεται σε γκρίζο γρανίτη για μερικά δευτερόλεπτα βασανιστικής σιωπής καθώς χώνευε αυτό που του είπε η Κίζι. «Μην ξαναπείς ποτέ κάτι τέτοιο.» Η φωνή του ήταν βραχνή, χρωματισμένη με πόνο. «Είπες μόνη σου ότι ένα από τα όνειρά σου ήταν να αποκτήσεις μωρό. Ε, τώρα αυτό το θαύμα έγινε και, πρώτα ο Θεός, θα έχεις το μωρό σου. Αλλά μην προσπαθήσεις να προσποιηθείς ότι τα γονίδιά μου δεν είναι αρκετά καλά για σένα, μόνο και μόνο για να με πληγώσεις. Σε προειδοποιώ, Κίζι Ντιν, δε


θα το ανεχτώ αυτό.» Η Κίζι ένιωσε το στήθος της να καίει από ντροπή αμέσως μόλις ξεστόμισε τα λόγια της. Ήταν ασυγχώρητο αυτό που είπε και ο Ανδρέας είχε δίκιο, απλώς ήθελε να τον πληγώσει. Ωστόσο είχε πληγώσει τον ίδιο της τον εαυτό ακόμα περισσότερο. «Συγγνώμη. Ήταν φοβερό αυτό που είπα. Και βέβαια θέλω αυτό το μωρό» ψιθύρισε και επιστράτευσε το κουράγιο να τον κοιτάξει στα μάτια. Αντίκρισε έναν άντρα που έβραζε σαν θυμωμένο ηφαίστειο. «Όμως εξακολουθώ να μην μπορώ να σε παντρευτώ.» Ο Ανδρέας βλαστήμησε στα ελληνικά και χτύπησε με την παλάμη του το μέτωπό του. «Τι πρέπει να κάνω για να σε πείσω; Έχω ξεμείνει από ιδέες, αλλά σου το λέω τώρα – θα σου το ζητήσω μόνο μία φορά. Δε θα εξευτελιστώ ικετεύοντάς σε να δεχτείς να με παντρευτείς.» «Δε θυμάμαι να μου το ζήτησες. Όπως με τα περισσότερα πράγματα που έρχονται από σένα, ήταν περισσότερο μια διαταγή παρά ένα αίτημα.» «Μια υπόθεση, ίσως. Τι σημασία έχει; Νόμιζα ότι θα χαιρόσουν.» Ο Ανδρέας σταμάτησε για λίγο και η έκφρασή του μαλάκωσε καθώς την κοίταξε. «Θα γίνεις πολύ όμορφη νύφη.» Η Κίζι ένιωσε την αποφασιστικότητά της να χάνεται και προσπάθησε σκληρά να μην την επηρεάσει η μαγεία των δελεαστικών λόγων του. Αντίθετα, ύψωσε μια συναισθηματική ασπίδα για να κρυφτεί πίσω της. «Αυτή τη φορά υπέθεσες πολλά, Ανδρέα. Για να ξέρεις, θα σκεφτώ να σε παντρευτώ για χάρη του παιδιού μας, αλλά μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις.» «Προϋποθέσεις;» Ο Ανδρέας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, συνοφρυωμένος. «Νόμιζα ότι είχαμε αφήσει πίσω μας τα συμβόλαια και τις συμφωνίες.» «Τα αφήσαμε» συμφώνησε εκείνη. «Δε χρειάζεται να ανακατευτεί κανένας άλλος. Μπορούμε να το λύσουμε μεταξύ μας, εδώ. Αυτό το λεπτό.» Εκείνος σταύρωσε τα μπράτσα του. «Σε ακούω.» Η Κίζι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Επιμένω να έχω την αποκλειστικότητα σε αυτό τον γάμο. Δε θα ζήσω με έναν μοιχό.» Ο Ανδρέας κατένευσε αργά, και σκούρο κόκκινο χρώμα έβαψε τα ζυγωματικά του. «Και εγώ περιμένω το ίδιο από σένα, μωρό μου. Δε θα προσποιηθώ ότι είμαι από εκείνους τους άντρες που έχουν συνηθίσει να τους λένε πώς θα γίνουν τα πράγματα. Όμως αν πρόκειται να γίνεις σύζυγός μου, μια ισότιμη σύντροφος στον γάμο μας, υποθέτω πως είναι προτιμότερο να το συνηθίσω.» «Για να σου εμπιστευτώ την αξιοπρέπειά μου και την ευημερία του παιδιού μας, δεν πρέπει να υπάρχουν μυστικά ανάμεσά μας. Υπάρχουν δύο πράγματα που πρέπει να μάθω. Πρώτον, θέλω να καταλάβω τι έγινε στον πρώτο γάμο σου.» Η Κίζι σταμάτησε όταν ο Ανδρέας πήρε μια κοφτή ανάσα, αλλά έπειτα συνέχισε. Έπρεπε να μάθει την αλήθεια προκειμένου να λειτουργήσει όλο αυτό. «Δεύτερον, επιμένω να μάθω γιατί έχεις συνέχεια κλειδωμένο τον πύργο, αν δεν είναι κρησφύγετο εραστών.» «Αυτό είναι γελοίο!» Ο Ανδρέας ξεσταύρωσε τα μπράτσα του, με πρόσωπο σφιγμένο από την αγανάκτηση. «Γιατί επιμένεις να ασχολείσαι με τον πρώτο γάμο μου; Δεν είναι σχετικός με όλα αυτά. Και αυτή η αδιάκοπη εμμονή σου με τον πύργο… είναι απλώς ένα βοηθητικό κτίσμα!» «Πρέπει να μάθω.» «Μα γιατί;» «Πώς μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη ανάμεσά μας αν δε μου πεις κάτι τόσο απλό όσο αυτό;» «Και εσύ πώς μπορείς να επιμένεις σε αυτό το ταπεινωτικό παιχνίδι ερωτήσεων και απαντήσεων


με τον πατέρα του αγέννητου παιδιού σου; Είναι αναξιοπρεπές.» «Ναι, είναι. Και τώρα που φαίνεται ότι το ζήτημα κανονίστηκε, δε θα πάρω το όνομά σου.» «Αυτό είναι γελοίο.» «Όχι, είναι πολύ θλιβερό» είπε η Κίζι και σηκώθηκε όρθια, μαζεύοντας τις δυνάμεις της για να φύγει. Ένιωθε ακόμη ζαλισμένη. «Ανδρέα, δε σου ζητώ να γονατίσεις και να ισχυριστείς ότι θα με αγαπάς αιώνια – έχεις ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά σου γι’ αυτό το θέμα και ήμουν έτοιμη να δεχτώ έναν πολιτισμένο και ρεαλιστικό γάμο για να εξασφαλίσω τη μελλοντική ευτυχία του παιδιού μας.» Οι σκέψεις της μπερδεύονταν και θόλωναν από την ένταση των συναισθημάτων που ένιωθε. Και κάθε ματιά στα τρικυμιώδη χαρακτηριστικά του Ανδρέα έκαναν ακόμα πιο έντονη την προσπάθειά της. «Αλλά επίσης πιστεύω ακράδαντα ότι το μωρό μας πρέπει να έχει δύο γονείς που τουλάχιστον σέβονται ο ένας τον άλλον. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε ένα κοινό μέλλον αν δεν είμαστε ειλικρινείς και ανοιχτοί από την αρχή. Τα μυστικά δηλητηριάζουν τα πάντα – στο τέλος θα μας χωρίσουν.» «Εμένα μου φαίνεται ότι προσπαθείς να μας χωρίσεις εσύ» παρατήρησε εκείνος, περνώντας και τα δυο χέρια του ανάμεσα από τα μαλλιά του. «Εγώ δε σου έκρυψα τίποτα, Ανδρέα» συνέχισε απελπισμένη η Κίζι. «Ήμουν εντελώς ειλικρινής μαζί σου για το παρελθόν μου, ωστόσο εσύ φαίνεται ότι δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο για μένα. Και με πονάει αυτό.» «Αυτό θα χρειαστεί λοιπόν; Απόλυτη ειλικρίνεια;» Ο Ανδρέας ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει άγρια στο στήθος του καθώς πάλευε με την περηφάνια, με την οργή και τον φόβο του. «Αν σου πω τα μυστικά μου, αν σου αποκαλύψω τον εαυτό μου, θα με παντρευτείς;» Την άρπαξε από το χέρι και άρχισε να την τραβάει κατά μήκος της αυλής. «Πολύ καλά, θα το κάνουμε όπως θέλεις εσύ. Αλλά σε προειδοποιώ, Κίζι, μπορεί να μη σου αρέσει αυτό που θα ανακαλύψεις.»


Κεφάλαιο 13 Η Κίζι προχώρησε τρικλίζοντας ζαλισμένη καθώς ο Ανδρέας την τράβηξε αδυσώπητα στη βάση του πύργου. Έχωσε το χέρι του σε ένα πήλινο πιθάρι που βρισκόταν δίπλα στην επιβλητική πόρτα και έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί. «Θα μπορούσες να το είχες κάνει μόνη σου αυτό αν ήσουν πιο ανέντιμη και πανούργα» είπε, γυρίζοντας το κλειδί με θόρυβο στην κλειδαριά και ανοίγοντας την πόρτα, την οποία η Κίζι μόνο κλειστή είχε δει. Καθώς την οδήγησε στη σκοτεινή, γεμάτη υγρασία σκάλα, μέσα, προστάτεψε τους ώμους της από τους τραχείς πέτρινους τοίχους περνώντας γύρω τους το μπράτσο του και σφίγγοντας την Κίζι πάνω στο κορμί του. «Λίγα σκαλοπάτια ακόμα» μουρμούρισε με φωνή που φαινόταν διαφορετική από αυτή την οποία είχε συνηθίσει η Κίζι. Ο Ανδρέας σταμάτησε απότομα. «Μείνε εδώ και μην κουνηθείς.» Η Κίζι υπάκουσε – της φαινόταν ότι και οι δύο ανάσαιναν βαριά μέσα στο σιωπηλό μισοσκόταδο ενός πέτρινου τάφου. Λεπτές δέσμες γκριζοκάστανου φωτός ήταν οι μόνες ενδείξεις ενός εξωτερικού κόσμου, μέχρι που ο Ανδρέας άνοιξε το πρώτο ζευγάρι ξύλινων παντζουριών. Η Κίζι σήκωσε τα χέρια της στα μάτια της καθώς πάσχισε να προσαρμοστεί στη δυνατή λιακάδα που ξεχύθηκε στον χώρο. Άλλο ένα ζευγάρι παντζούρια άνοιξαν κι έπειτα άλλο ένα κι άλλο ένα, μέχρι που η Κίζι πνίγηκε στο καλοκαιρινό φως που χώθηκε σε κάθε χαραμάδα της αρχαίας γκρίζας πέτρας. Κοιτάζοντας γύρω σαστισμένη, ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να συγκεντρωθεί: μια σαραβαλιασμένη καρέκλα, ένας σωρός από παλιά βαζάκια, τσαλακωμένες εφημερίδες σε κάθε γωνία και ένας σωρός από βρόμικα κουρέλια. «Ικανοποιήθηκες τώρα;» ρώτησε παγερά ο Ανδρέας. Της έκανε νόημα να κοιτάξει πίσω της. Αν ικανοποιήθηκε; Η Κίζι γύρισε αργά και συγκράτησε μια κραυγή έκπληξης. «Δεν είχα ιδέα ότι εσύ… Αυτό… αυτό είναι όμορφο!» Έκανε ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος ενός καμβά στηριγμένου σε ένα καβαλέτο. Το βλέμμα της ταξίδεψε συνεπαρμένο στους τολμηρούς στροβιλισμούς χρωμάτων και η Κίζι μύρισε την ασυνήθιστη για εκείνη μυρωδιά των υλικών ενός καλλιτέχνη – λαδομπογιές και νέφτι. Αντιλαμβανόμενη έντονα την ψυχρή σιωπή πίσω της, αντιστάθηκε στη σχεδόν αβάσταχτη ανάγκη να σύρει τα ακροδάχτυλά της πάνω στις έντονες προεξοχές της λαδομπογιάς στον καμβά και σταύρωσε τα χέρια της κάτω από το πιγούνι της για να τα κρατήσει μακριά. Ήταν ένα ανολοκλήρωτο έργο, όμως ήταν φανερό αυτό που προσπαθούσε να πετύχει ο καλλιτέχνης. Ένας ταραγμένος ουρανός, τρικυμιώδης και γκρίζος σαν τον τοίχο που τον περιέβαλλε, σχιζόταν στο κέντρο του από καυτά χρυσαφιά, κόκκινα, κεχριμπαρένια και μαύρα χρώματα. Τέσσερα άλογα, ακόμη δεμένα σε ένα άρμα, έπεφταν και συστρέφονταν προς το έδαφος σε ένα στερέωμα που άνοιγε απ’ όλες τις πλευρές. Φτερωτά πλάσματα προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα ζώα, αλλά αποτύγχαναν μες στη λυσσαλέα φωτιά της καταστροφής και υπήρχε η αρχή ενός κορμιού που έπεφτε μέσα από το άρμα – ο καλλιτέχνης είχε ζωγραφίσει μόνο ένα χλωμό πόδι.


«Δική σου δουλειά είναι αυτό;» ρώτησε έκπληκτη η Κίζι καθώς στράφηκε να αντιμετωπίσει τη ζοφερή καταιγίδα του προσώπου του. «Αυτό κάνεις εδώ μέσα;» Εκείνος ένευσε αργά και έπειτα κοίταξε με νόημα το πιο κοντινό παράθυρο, ενώ ένας μυς τρεμόπαιζε ρυθμικά στο σαγόνι του. «Το κατάλαβες. Το σκοτεινό, επονείδιστο μυστικό μου…» «Τι;» Η Κίζι τού έριξε ένα ανυποχώρητο βλέμμα θαυμασμού. «Δε βλέπω τίποτα επονείδιστο σ’ αυτό.» «Είναι μια αδυναμία. Ο απαγορευμένος καρπός που ποτέ δεν μπόρεσα να παρατήσω, όσο κι αν μου κόστισε.» Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε. «Τουλάχιστον έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι που εμφανίστηκες εσύ. Δεν έχω καταφέρει να βάλω ούτε μια πινελιά από τότε που σε γνώρισα.» «Λυπάμαι…» «Όχι» της είπε πιο μαλακά. «Είναι καλό πράγμα αυτό.» «Είναι; Μα δεν καταλαβαίνω. Προφανώς έχεις τέτοιο ταλέντο που…» «Τότε θα σου εξηγήσω. Βήμα με επαίσχυντο βήμα, με κάθε λεπτομέρεια, αν είναι αυτό που στ’ αλήθεια θέλεις. Θέλεις να μάθεις τα πάντα, Κίζι;» Εκείνη ένευσε καταφατικά, παρότι ήξερε ότι μπορεί να άνοιγε ένα κουτί με απαγορευμένα μυστικά. Ήταν σαν να πλησίαζε και τους δύο ένα μεγάλο σκοτεινό θηρίο από κάποιον εξωτερικό κύκλο σκοταδιού, έτοιμο να τους ορμήσει και να τους κάνει κομμάτια. Όμως η Κίζι αρνήθηκε να το βάλει στα πόδια μπροστά σ’ αυτό το θηρίο – όχι όσο τη χρειαζόταν ο Ανδρέας. Καθηλωμένη από όσα είχε δει στο πρόσωπό του, πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε να ακούσει την εξήγησή του. «Όλες οι καλλιτεχνικές τάσεις που είχα δείξει ως παιδί ήταν απαγορευμένες από τον πατέρα μου. Στο σπίτι μας δεν υπήρχαν μολύβια ούτε μπογιές, μόνο κάνα δυο πένες με μελάνι, κλειδωμένες στο γραφείο του. Αν με έπιανε έστω να σκαλίζω δυο γραμμές στην άμμο, μου έλεγε ότι ήμουν αξιολύπητος – ένα μαμόθρεφτο που έπρεπε να σκληρύνει. Φυσικά, στη συνέχεια με έσπαγε στο ξύλο.» Ο Ανδρέας ξεροκατάπιε. «Κάποτε πίεσα μερικά λουλούδια ανάμεσα στις σελίδες ενός σχολικού βιβλίου. Τα βρήκε και σκότωσε τη γάτα μας για να με τιμωρήσει.» Η Κίζι κατάπιε τον κόμπο που της έκλεισε τον λαιμό. «Ανδρέα, εγώ…» «Εσύ το ήθελες αυτό, τώρα θα με ακούσεις.» Ο Ανδρέας ακούμπησε το χέρι του στην άκρη του καμβά, κοιτώντας τυφλά το έργο του. «Ξέρω ότι πρέπει να τα αφήσω πίσω μου όλα αυτά, ότι τώρα είμαι πιο δυνατός από τον πατέρα μου, ωστόσο δεν μπορώ να αποσείσω εκείνα τα συναισθήματα ντροπής. Κάθε φορά που πιάνω ένα πινέλο, νιώθω σαν να κάνω κάτι βρόμικο και κρυφό – πρέπει ακόμη να κρύβομαι, να βεβαιώνομαι ότι κανένας δε θα ανακαλύψει ποτέ τι κάνω εδώ πάνω.» «Κατά βάθος όμως ξέρεις ότι δεν ισχύει αυτό, έτσι δεν είναι;» Η Κίζι άπλωσε το χέρι της να αγγίξει το δικό του, όμως εκείνος το τράβηξε. Η σκέψη την πλήγωσε βαθιά, αλλά επέμεινε, ελπίζοντας ότι θα έσωζε κάτι από τη σχέση τους. Μόνο να υποθέσει μπορούσε πώς ένιωθε ο Ανδρέας. «Δεν υπάρχει τίποτα λάθος ή κακό στη δημιουργία ενός τόσο όμορφου έργου.» Εκείνος έδειξε τα σκούρα, στροβιλιζόμενα χρώματα του πίνακα. «Αυτό έγινε ένα είδος διεστραμμένης τιμωρίας για μένα, για αυτό που συνέβη στην αδελφή μου, μια προσπάθεια να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πόσο αδύναμος και εγωιστής είμαι – πόσο ανάξιος για γνήσιο σεβασμό». Ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του στα χείλη της Κίζι καθώς εκείνη άρχισε να διαμαρτύρεται. «Όχι, σώπασε. Ξέρεις ότι άφησα τον πατέρα μου να με αναγκάσει να κάνω έναν γάμο που μόνο εκείνος και ο δεύτερος ξάδελφός του ήθελαν;» Η κοφτή ανάσα της Κίζι έκανε τα δάχτυλά του να πέσουν από τα χείλη της.


Ο Ανδρέας κοίταξε αλλού. «Ο πατέρας μου είπε ότι ήταν στα τελευταία του και πως αν παντρευόμουν τη Σοφία θα πέθαινε ευτυχισμένος και θα μου συγχωρούσε όλες τις αμαρτίες μου. Έβαλε ακόμα και τη μητέρα μου να στηρίξει την ιστορία του με κλάματα για να με πιέσει. Το έκανα λοιπόν. Παντρεύτηκα τη Σοφία.» «Τι συνέβη;» Βαριά σιωπή επικράτησε στον μουχλιασμένο αέρα. «Ο πατέρας μου ανάρρωσε σαν από θαύμα μετά τον γάμο και η Σοφία πήγε κατευθείαν στην Ίμπιζα με την πιστωτική κάρτα μου για να συναντήσει τη φιλενάδα που είχε τότε. Ο γάμος μας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπόρεσε να μη με εξευτελίσει με τα καμώματά της, που αναφέρονταν σε όλα τα ευρωπαϊκά κουτσομπολίστικα περιοδικά.» Ξαφνικά ο Ανδρέας έπιασε το πιγούνι της Κίζι και έστρεψε το πρόσωπό της μακριά από το δικό του, προς τον πίνακα. «Αναγνωρίζεις αυτές τις εικόνες, Κίζι; Θα έπρεπε.» Η Κίζι ανοιγόκλεισε τα μάτια της από το σοκ που ένιωσε εξαιτίας του δυνατού σφιξίματος των δαχτύλων του και τραβήχτηκε. Είχε αναγνωρίσει σχεδόν αμέσως τη σκηνή. «Είναι η Πτώση του Φαέθωνα.» «Πολύ ωραία.» Έγειρε το κεφάλι του, μελετώντας τον πίνακα με σκληρό βλέμμα. «Τελικά το πτυχίο σου ήταν χρήσιμο. Ναι, ο σκανταλιάρης, ξεροκέφαλος Φαέθωνας παράκουσε τον πατέρα του, πήρε το άρμα του ήλιου για μια βόλτα, αλλά δεν μπόρεσε να το κουμαντάρει και λίγο έλειψε να καταστρέψει τον κόσμο. Μέχρι που ο Δίας τον σκότωσε με έναν κεραυνό.» «Πρέπει να το τελειώσεις» είπε προσεκτικά η Κίζι. «Είναι απίστευτο…» «Δεν μπορώ» τη διέκοψε απότομα και έδειξε την ανολοκλήρωτη γωνία με το πόδι. «Γιατί δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό το άτομο εδώ, εκεί που πρέπει να είναι ο ημίθεος, πρέπει να μοιάζει σε μένα ή στην Καλλιστώ.» Σιγά σιγά τα κομμάτια άρχισαν να μπαίνουν αδέξια στη θέση τους. Η Κίζι κοίταξε επιφυλακτικά τον Ανδρέα. Αυτός ο πίνακας ήταν μια ιεροτελεστία κάθαρσης για εκείνον, μια τιμωρία, όπως είχε πει, που συνδεόταν με κάποιο τρόπο με τον πατέρα του, την υπερβολικά γρήγορη Λαμποργκίνι και τον θάνατο της αδελφής του. «Δεν μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου για ό,τι συνέβη στην Καλλιστώ. Ήταν ένα τραγικό δυστύχημα.» Η φωνή του βάθυνε ανησυχητικά. «Δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτό.» «Μου είπε η Ντορίντα. Η αδελφή σου τράκαρε το αμάξι προσπαθώντας να πάει την Ντιάμπλο στον κτηνίατρο. Ήταν μια τραγωδία, αλλά όχι δικό σου λάθος. Πρέπει να πάψεις να κατηγορείς τον εαυτό σου γι’ αυτό και να συνεχίσεις.» «Συζήτησες για μένα με την Ντορίντα;» Της έριξε μια περιφρονητική ματιά. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι η Ντορίντα ξέρει όλα όσα συνέβησαν εκείνη τη μέρα;» Η Κίζι άνοιξε το στόμα της για να προσπαθήσει να ηρεμήσει τις εσωτερικές δυνάμεις που τον έκαναν να νιώθει τόσο θυμωμένος, αλλά ήταν ξεκάθαρο πως δε σκόπευε να την αφήσει να μιλήσει. «Θα σου το πω μια και καλή. Δεν μπήκα στον κόπο να πάω εγώ την αναθεματισμένη γάτα στον κτηνίατρο. Ήμουν πολύ απασχολημένος. Ήμουν πάντα πολύ απασχολημένος, προσπαθώντας να βελτιώσω τον εαυτό μου, να βγάλω περισσότερα χρήματα, να είμαι ο καλύτερος. Η Καλλιστώ έλεγε συνέχεια για τη γάτα μέχρι που ενοχλήθηκα τόσο πολύ, ώστε της πέταξα τα κλειδιά και της είπα να πάει μόνη της. Ήταν σαν εσένα, Κίζι. Ξεροκέφαλη και επαναστάτρια μέχρι το τέλος. Πήρε τα κλειδιά


και, ε, ξέρεις τα υπόλοιπα.» Ο Ανδρέας έσκυψε για να μαζέψει ένα ξεστρατισμένο πινέλο από το πάτωμα και το έβαλε προσεκτικά σε ένα πήλινο βαζάκι. «Οδηγούσε μόνο έναν χρόνο και δεν μπορούσε να ελέγξει ένα αμάξι τόσο ισχυρό όσο μια Λαμποργκίνι. Θα μπορούσα να την είχα λούσει με βενζίνη και να της είχα βάλει εγώ φωτιά.» «Ω, όχι, πάψε». Η Κίζι τον άρπαξε από το χέρι. «Όλα αυτά είναι λάθος…» «Μη μου κάνεις κήρυγμα, Κίζι!» της είπε και τραβήχτηκε. Η φωνή του έτρεμε. «Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να χάνεις μια αδελφή και να ξέρεις ότι εσύ είσαι υπεύθυνος.» «Σ’ αυτό κάνεις λάθος» του είπε εκείνη και άκουσε και τη δική της φωνή να τρέμει. «Έχασα και εγώ μια αδελφή. Μια ετεροθαλή αδελφή. Η Άλις ήρθε στον κόσμο έναν μήνα νωρίτερα από το κανονικό και είχα στη διάθεσή μου μόνο λίγα λεπτά για να την αγαπήσω και να την κρατήσω στην αγκαλιά μου προτού πεθάνει.» «Δεν έφταιγες εσύ, Κίζι» της είπε και έτριψε μανιασμένα τον σβέρκο του. «Δεν υπάρχει σύγκριση.» «Μα νομίζω ότι υπάρχει! Η μαμά μου έμεινε με τον πατριό μου εξαιτίας μου. Μας πρόσφερε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας, μια ευκαιρία να μορφωθώ, ένα φριχτό παραμύθι σταθερότητας. Ποτέ δεν είπα στη μητέρα μου ότι δε με ένοιαζαν αυτά τα πράγματα και πως ευχόμουν να μπορούσαμε να το βάλουμε στα πόδια.» Η Κίζι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, θέλοντας απελπισμένα το άγγιγμά του, μια στάλα ζεστασιάς για να ανακουφιστεί από τον φοβερό πόνο μέσα της, που γινόταν όλο και πιο δυνατός. Όμως το μόνο που κατάφερε να αποσπάσει ήταν το θολό, μαύρο βλέμμα στα μάτια του, που μιλούσε για κάτι όμορφο που είχε πεθάνει πριν από την ώρα του. Ή που ήταν έτοιμο να πεθάνει. «Υπέμενε καρτερικά και με προστάτεψε από μερικά φοβερά πράγματα –οι ετεροθαλείς αδελφοί μου ήταν κτήνη–, αλλά πλήρωσε ένα φοβερό τίμημα γι’ αυτή την προστασία.» Ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει από την άκρη των βλεφαρίδων της. «Η Άλις συνελήφθη βίαια και ο θάνατός της ήταν εξίσου βίαιος. Ο πατριός μου έσπρωξε τη μαμά μου στις σκάλες κατά τη διάρκεια ενός από τα άγρια μεθύσια του και εκείνη γέννησε πρόωρα.» *** Ο Ανδρέας είδε τον οξύ πόνο και τη σύγχυση στο πρόσωπο της Κίζι και το στομάχι του σφίχτηκε. Η Κίζι πονούσε και εκείνος δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, γιατί πονούσε πολύ και ο ίδιος, εγωιστικά απορροφημένος από τα δικά του συναισθήματα. Η Κίζι τον είχε κολλήσει σε μια συναισθηματική γωνία, είχε αποκαλύψει όλα τα κρυμμένα δηλητήρια που δέσποζαν στη ζωή του τόσο πολύ καιρό και τώρα εκείνος το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει μακριά της, να κρύψει πόσο ευάλωτος ήταν. Όμως ο Ανδρέας Λαζαρίδης δε λειτουργούσε έτσι. Ένιωσε την καρδιά του να πάλλεται από ανανεωμένη ντροπή και ταπείνωση. Ήταν συνηθισμένος να μάχεται. Να μάχεται βρόμικα. Ήταν συνηθισμένος να κλείνει με πάταγο το σκέπασμα της σαρκοφάγου που είχε μέσα της την καρδιά του. «Λυπάμαι για την αδελφή σου. Δεν είχα ιδέα – όπως δεν είχες εσύ ιδέα για τα μυστικά της ζωής μου, για τις λεπτομέρειες που μόλις με ανάγκασες να αποκαλύψω. Πράγματα που ήθελα να κρατήσω μυστικά.» Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Ήταν κακή ιδέα να μπλέξουμε με όλα αυτά, και


συνέβη μόνο γιατί αρνήθηκες να με εμπιστευτείς. Έπρεπε να μείνουν όλα ανείπωτα – θαμμένα στο παρελθόν. Έπρεπε να με είχες εμπιστευτεί, Κίζι. Έπρεπε να τα αφήσεις όλα στην ησυχία τους.» Σταμάτησε. «Ελπίζω τώρα να είσαι ικανοποιημένη.» Ο Ανδρέας έκανε μεταβολή και πήγε σιωπηλά σε ένα από τα ανοιχτά παράθυρα. Ακούμπησε και τα δύο χέρια του στο τραχύ περβάζι και κοίταξε τη θάλασσα, ενώ τα μαλλιά του ανέμιζαν στο απαλό αεράκι. Δεν μπορούσε να την αντικρίσει ούτε για μια στιγμή ακόμα, δεν μπορούσε να αντέξει την αποστροφή που αναπόφευκτα θα σκίαζε το πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να συνεχίζει να κοιτάζει εκείνα τα βαθυγάλαζα μάτια, ξέροντας ότι απλώς θα έκανε πιο έντονη τη θλίψη και τη συντριβή μέσα τους. Ο ασυγκράτητος θυμός του και τα αναζωπυρωμένα συναισθήματα αχρηστίας θα κατέτρωγαν την Κίζι, θα σκάλιζαν τα ανοιχτά τραύματα που ήδη είχε. Και η Κίζι δε θα ήταν ο πρώτος άνθρωπος που θα κατέστρεφε ο Ανδρέας. Η αδελφή του είχε πεθάνει εξαιτίας της αμέλειάς του, η μητέρα του είχε ακολουθήσει από κοντά, αφανισμένη από τη θλίψη. Ακόμα και ο πατέρας του τον απεχθανόταν με τα λίγα εγκεφαλικά κύτταρα που του είχαν απομείνει. Ωστόσο αγαπούσε την Κίζι. Ο Ανδρέας την αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε είχε γνωρίσει ποτέ και θα ήταν σαν να ξερίζωνε την ίδια του την καρδιά αν της επέτρεπε να φύγει. Όμως έπρεπε να το κάνει. Ξαφνικά κατάλαβε ότι ο καλύτερος τρόπος να δείξει την αγάπη του ήταν να την αφήσει να φύγει προτού τη μολύνει κι άλλο με το σκοτάδι της ψυχής του. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να εμποδίσει τον εαυτό του να την πάρει αγκαλιά και να της πει ότι θα τη φρόντιζε και ότι θα έκανε τα πάντα υπέροχα. Γιατί δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι δε θα κατέληγε να κάνει τη ζωή της Κίζι τόσο δυστυχισμένη όσο είχε υπάρξει εκείνη της μητέρας του. Είχε ήδη προσπαθήσει να την αναγκάσει να τον παντρευτεί ώστε να μείνει μαζί του. Ώστε να την κρατήσει κοντά του αιχμάλωτη σαν ένα όμορφο πουλί σε κλουβί. «Έχεις δίκιο, Κίζι. Έπρεπε να σε είχα ακούσει από την αρχή. Όχι επειδή δε θα σου ήμουν πιστός, αλλά απλώς επειδή δεν έχω τον χρόνο να ασχοληθώ.» Τα δάχτυλά του έξυσαν την πέτρα του πλαισίου του παραθύρου μέχρι που ένιωσε το δέρμα του να σκίζεται και να ματώνει. «Δεν πρόκειται να λειτουργήσει ποτέ ένας γάμος ανάμεσά μας.» «Μα, Ανδρέα, μπορεί να λειτουργήσει!» είπε ξέπνοη εκείνη και έκανε ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος του. «Τώρα δεν έχουμε μυστικά, τώρα ξέρω ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ…» «Να με εμπιστευτείς;» Ο Ανδρέας γέλασε τραχιά και ξερά καθώς συνειδητοποίησε πόσο άσπλαχνος έπρεπε να φανεί μαζί της. «Τώρα που με γονάτισες και έτριψες στο χώμα όση περηφάνια μου είχε απομείνει, αποφάσισες ότι μπορούμε τελικά να κάνουμε έναν άσκοπο γάμο; Αυτό εννοείς όταν μιλάς για εμπιστοσύνη;» Η Κίζι κοκάλωσε στη θέση της. «Δεν είναι έτσι» είπε. «Θα γίνει» απάντησε άχρωμα ο Ανδρέας. «Δε θα γίνω ποτέ ο σύζυγος που θέλεις ή που σου αξίζει, Κίζι. Είναι αδύνατον. Με έκανες να το καταλάβω αυτό.» «Όχι, κάνεις λάθος» τον ικέτεψε. «Άκουσέ με.» «Ω, εγώ δεν κάνω ποτέ λάθος, Κίζι» της είπε χαμογελώντας σφιγμένα και ειρωνικά. «Δεν το θυμάσαι αυτό; Και άκουσα αρκετά σήμερα.» Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή. Με κάποιο τρόπο, έπρεπε να βρει τη δύναμη να ξεριζώσει τις καρδιές και των δυο τους και να καταστρέψει τις ελπίδες τους για ένα ευτυχισμένο


τέλος. Ήξερε ότι ήταν για το καλύτερο. Εκείνη, τουλάχιστον, θα ανάρρωνε από όλα αυτά και θα συναντούσε έναν καλύτερο άντρα από εκείνον. «Είπες και νωρίτερα ότι με εμπιστεύεσαι, αλλά ήταν ψέμα, μου έλεγες πράγματα που ήθελα να ακούσω, γλυκά, δηλητηριώδη τίποτα.» Αγνόησε το αρνητικό κούνημα του κεφαλιού της Κίζι και έσπρωξε μακριά το μικρό χέρι της. «Δεν μπορούσες να το αφήσεις έτσι, σωστά; Δεν κατάφερες να αντισταθείς να χώσεις το μαχαίρι και να το στριφογυρίσεις για να δεις πόσο πολύ μπορούσες να με πιέσεις.» «Αυτό είναι τρέλα!» φώναξε η Κίζι. «Συμφωνώ, αλλά θα σταματήσει εδώ. Δε θέλω να γίνω σύζυγός σου. Ούτε εραστής σου. Ήταν δύσκολο τώρα τελευταία. Ίσως είναι η εγκυμοσύνη. Δεν ξέρω. Σε παρακαλώ φύγε τώρα, Κίζι. Είναι καλύτερα έτσι και το ξέρουμε και οι δύο.» «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το εννοείς αυτό» του ψιθύρισε βραχνά. Εκείνος την κοίταξε και κατάφερε να δώσει περιφρονητικό τόνο στη φωνή του. «Παράτα τα, επιτέλους! Η απόγνωση είναι πολύ αποκρουστική σε μια γυναίκα.» Είδε δάκρυα να πέφτουν βαριά από τα μάγουλά της και γύρισε από την άλλη, προτού η απελπισία στα μάτια της μαχαιρώσει πιο βαθιά την καρδιά του. Η εκκωφαντική σιωπή πίσω του τον έσπρωξε να την προκαλέσει. Κατά τρόπο παράλογο, ήθελε να καβγαδίσει μαζί του, να του ανταποδώσει τον πόνο, να τον μισήσει με όλη την ψυχή της. Όχι να στέκεται σιωπηλή ενώ εκείνος κατέστρεφε ό,τι είχαν χτίσει μαζί. «Φυσικά, θα εξασφαλίσω οικονομικά το μωρό, και σε ανταπόδοση περιμένω να έχω πλήρη πρόσβαση σε αυτό και δικαιώματα. Και μη σου περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό ότι μπορείς να εξαφανιστείς με το παιδί μου – έχω επαφές σε όλο τον κόσμο.» Περίμενε ένα άγριο, μανιασμένο ξέσπασμα, όμως αυτό δε συνέβη ποτέ και τώρα ο Ανδρέας απλώς λαχτάρισε το σκοτάδι και τη λήθη, ένα μέρος όπου θα μπορούσε να κρυφτεί από τα τρομερά πράγματα που έλεγε και τα οποία δεν εννοούσε. Περίμενε μια αντίδραση, με το αίμα του να σφυροκοπάει αηδιαστικά στις φλέβες του, καθώς ένιωσε το βάρος αυτού που μόλις είχε κάνει να καταρρέει σαν πύργος από τούβλα στους ώμους του. Η Κίζι θα μιλούσε σύντομα, έπρεπε να το κάνει. Η βαριά ξύλινη πόρτα πίσω του έκλεισε απαλά και ο Ανδρέας κατάλαβε ότι εκείνη είχε φύγει.


Κεφάλαιο 14 «Ωραία.» Η νοσοκόμα Γουόλζακ ξαναέβαλε τον εξοπλισμό της στην τσάντα της και χαμογέλασε ευγενικά. «Όλα είναι μια χαρά, αλλά σας συστήνω να κλείσετε ένα ραντεβού για το πρώτο υπερηχογράφημά σας σε λίγες βδομάδες.» «Υπερηχογράφημα;» Η Κίζι είχε πάθει σοκ από την ταχύτητα με την οποία συνέβαιναν όλα. «Α, αυτό, ναι, θα το κάνω.» «Είναι εξέταση ρουτίνας, δε χρειάζεται να ανησυχείτε. Είναι και μια υπέροχη ευκαιρία να δείτε το μωρό για πρώτη φορά.» Χτύπησε απαλά την Κίζι στο χέρι και χαμογέλασε. «Ίσως θέλετε να πάρετε μια φίλη σας μαζί. Ή προτιμάτε να είμαι εγώ παρούσα;» Η Κίζι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα είμαι μια χαρά.» «Αν αλλάξετε γνώμη, έχετε το νούμερο του κινητού μου.» Η μαία έστρεψε προς το μέρος της Κίζι έναν σωρό από χαρτιά πάνω στο τραπέζι. «Επίσης πρέπει να συμπληρώσετε αυτά πριν από το επόμενο ραντεβού σας – δεν είναι κάτι περίπλοκο, με την ησυχία σας.» Δεν είναι κάτι περίπλοκο. Η Κίζι είχε πει στη μαία ότι ο πατέρας του μωρού της δεν ήταν διαθέσιμος, αφού ήξερε ότι θα χρειαζόταν όλη την υποστήριξη που μπορούσε να βρει ως ανύπαντρη μητέρα. Όμως η νοσοκόμα Γουόλζακ ήταν το μόνο πρόσωπο της εμπιστοσύνης της. Η Κίζι δεν είχε μπει σε λεπτομέρειες για τον Ανδρέα και η άλλη γυναίκα δεν την είχε πιέσει, όμως ήταν ένα μικρό βήμα στον καινούριο απομονωμένο κόσμο της. Είχε ακόμη καιρό, σκέφτηκε σπασμωδικά. Θα τέλειωνε κάποτε, όμως σ’ αυτή τη φάση είχε ακόμη καιρό. Ξεφύλλισε τα έγγραφα. Βασικές λεπτομέρειες, όπως η διεύθυνσή της, οι συγγενείς… Τι θα έγραφε εκεί; Το σχέδιο της γέννας. Ποιος ήθελε να παρευρίσκεται όταν θα γεννιόταν το μωρό της; Είχε ιστορικό ασθενειών; Η Κίζι έκλεισε τα μάτια της. Δεν είχε κανέναν. Δεν υπήρχε κανείς! Ήταν εντελώς μόνη εκτός από τους καινούριους γείτονες και τους συναδέλφους της. Ξαφνικά η Κίζι ήθελε τη μητέρα της. Ήθελε και τον Ανδρέα περισσότερο απ’ όσο ήθελε να συνεχίσει να αναπνέει. Όμως, δεν μπορούσε να έχει κανέναν από τους δύο, έτσι ξεροκατάπιε δυστυχισμένη και έπιασε δουλειά. «Νερό – πρέπει να φέρω περισσότερο νερό.» Θα έβαζε μπουγάδα, θα έπλενε τα πιάτα και έπειτα θα σφουγγάριζε όλο το σπίτι από άκρη σε άκρη – έτσι θα περνούσε το απόγευμα της Παρασκευής, τώρα που η δουλειά είχε τελειώσει για σήμερα. Ευτυχώς που δεν είχε σύνδεση στο διαδίκτυο, διαφορετικά θα έμπαινε στον πειρασμό να στείλει μέιλ στους φίλους της στην Αγγλία. Όμως αυτό δε θα ήταν δίκαιο. Όπως είχε στρώσει το κρεβάτι της, θα κοιμόταν. Ωστόσο, είχε αρχίσει να ανησυχεί για το γεγονός ότι τελικά θα έφερνε ένα νεογέννητο σε αυτό


το μέρος. Έτσι πρέπει να ήταν τα πράγματα και για τη μητέρα της, σκέφτηκε. Ένα μωρό, όχι μόνιμο σπίτι, ούτε ορατό δίκτυο υποστήριξης. Η ιστορία επαναλαμβανόταν… Όμως, η Κίζι θα τα κατάφερνε καλύτερα. Θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για το μωρό, ένα παιδί που αναμφίβολα θα ήταν όμορφο. Με την εμφάνιση και το μυαλό του Ανδρέα και τη δική της άνευ όρων αγάπη και αφοσίωση θα ήταν τέλειο – ένας μικρός ημίθεος. Και ένας περίπατος μέχρι τη δημόσια βρύση στον μεσημεριανό ήλιο θα ήταν η αρχή της νέας της απόφασης να μην λυπάται στο ελάχιστο τον εαυτό της. *** Ο Ανδρέας την είχε αφήσει να φύγει από τη ζωή του με μια στάλα αξιοπρέπειας, σκέφτηκε η Κίζι καθώς γέμιζε ένα μεγάλο δοχείο με νερό από τη βρύση. Εξακολουθούσε να νιώθει μια αηδιαστική αίσθηση δυσαρέσκειας για το γεγονός ότι η αγάπη που έτρεφε τόσο σιωπηλά δεν είχε ανταπόκριση. Οι προσωπικές αποκαλύψεις του Ανδρέα στον πύργο την είχαν θλίψει και λαχταρούσε να τον πλησιάσει και να τον παρηγορήσει. Ωστόσο, ταυτόχρονα αναγνώριζε ότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος του Ανδρέα να την αφήσει να τον πλησιάσει. Να την κάνει μέρος της κατεστραμμένης ζωής του. Η Κίζι είχε πιστέψει ότι μπορούσε να τον βοηθήσει να θεραπευτεί, και πως, αν είχαν δουλέψει στον γάμο τους, θα μπορούσε να τον αγαπάει από ασφαλή απόσταση. Είχε ελπίσει πως ίσως τα αισθήματά του για εκείνη να μετατρέπονταν σε κάτι πιο δυνατό, ίσως ακόμα και σε αγάπη μια μέρα. Όμως, ακόμα και εκείνη η ελπίδα ήταν μάταιη. Το στομάχι της ανακατεύτηκε καθώς θυμήθηκε πόσο είχε τρομοκρατηθεί με τη δήλωσή του για το πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Τα είχε πει στη θάλασσα και στον ουρανό, ούτε καν απευθείας σε εκείνη – η παρουσία της είχε γίνει απωθητική για τον Ανδρέα, όπως φαινόταν. Επίσης η Κίζι είχε συνειδητοποιήσει με τρόμο που μεγάλωνε ότι δεν είχε χαρτιά να παίξει σε αυτό το άσχημο, καινούριο παιχνίδι. Μακάρι να είχε πει ναι όταν εκείνος επέμενε να την παντρευτεί, μακάρι να είχε αρπάξει την ευκαιρία και με τα δύο χέρια. Ενώ τα σκεφτόταν αυτά, της φάνηκε ότι οι χειρότεροι φόβοι της ζωντάνεψαν και της επιτέθηκαν με φυσική μορφή, καθώς μια σκιά έπεσε πάνω στο άσπρο πλαστικό δοχείο. Σίγουρα ήταν κάποιο σύννεφο. Έπρεπε να αρχίσει να κοιμάται περισσότερο όταν της περνούσε η πρωινή αδιαθεσία, αποφάσισε – σπάνια έβρεχε εδώ. Τώρα το μυαλό της της έπαιζε παιχνίδια. «Τι κάνεις εδώ, Κίζι;» Ο Ανδρέας; Η Κίζι δε γύρισε από την άλλη. Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή του, όμως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν εκείνος. Με το κορμί σφιγμένο από την υπερένταση, χρειάστηκε να πιέσει τον εαυτό της για να απαντήσει. «Εδώ ζω μέχρι να τελειώσει η κουζίνα του σχολείου, όπως όλοι οι άλλοι.» «Μα κατήργησα τη θέση σου» της είπε άχρωμα. «Για την ασφάλεια του μωρού.» «Και εγώ αγνόησα εκείνο το χαρτί όταν έφτασε εδώ.» Η Κίζι βίδωσε όπως όπως το καπάκι του δοχείου. «Κανένας άλλος δε φάνηκε να ενοχλείται.»


«Δεν έριξες ούτε μια ματιά στη βίλα που κανόνισα να μείνεις.» «Όχι.» Η Κίζι άκουσε τα χαλίκια στο έδαφος να τρίζουν καθώς εκείνος έκανε ένα βήμα πιο κοντά της. «Δεν ήταν αρκετά καλή για σένα;» Ειρωνεία ήταν αυτή στη φωνή του; «Συνήθως μένουν εκεί εκατομμυριούχοι, μονάρχες…» Θυμωμένη τώρα, γύρισε να τον κοιτάξει. Είχε τα χάλια του. «Πάνε δύο εβδομάδες από τότε που με έδιωξες από τη ζωή σου, κύριε Λαζαρίδη. Γιατί λοιπόν το ξαφνικό ενδιαφέρον;» Εκείνος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει για μια στιγμή. Το πρόσωπό του ήταν παράξενα τσακισμένο και στο σαγόνι του υπήρχε μια μαύρη σκιά, σαν να μην είχε μπει στον κόπο να ξυριστεί το πρωί. «Μόλις τώρα έμαθα ότι δεν είσαι εκεί που θα έπρεπε να ήσουν» μουρμούρισε ο Ανδρέας. «Το φαντάστηκα» του είπε ξινά η Κίζι. «Είναι φανερό πως ήμουν η πρώτη σκέψη στο μυαλό σου!» «Πέθανε ο πατέρας μου, Κίζι.» Εκείνη χλώμιασε με το νέο και ευχήθηκε να μπορούσε να πάρει πίσω τα πολύ βιαστικά λόγια της. «Μου τηλεφώνησαν από το γηροκομείο σχεδόν αμέσως μετά την αναχώρησή σου» της είπε, κοιτώντας αλλού. Το βλέμμα του ήταν βλοσυρό. «Είπαν πως δεν του έμενε πολύς καιρός και χρειάστηκε να πάω αμέσως στην Αθήνα αεροπορικώς. Ίσα που τον πρόλαβα. Περάσαμε μερικές ώρες μαζί προτού πεθάνει.» «Ω, όχι» ψιθύρισε η Κίζι και χωρίς να το σκεφτεί σκέπασε το τραχύ μάγουλό του με την παλάμη της. Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή καθώς εκείνος γύρισε το κεφάλι του για να φιλήσει τον καρπό της. «Στο τέλος είχε τα λογικά του και συμφιλιωθήκαμε» είπε ήρεμα ο Ανδρέας. «Ζήτησε συγγνώμη που ήταν τόσο σκληρός μαζί μου όταν ήμουν παιδί – ήθελε να γίνω ένας δυνατός άντρας, όχι ένας αποτυχημένος μεθύστακας, που απομυζούσε τη γυναίκα του, όπως έκανε εκείνος. Είχε μετανιώσει πικρά, αλλά δεν μπορούσε να καταπιεί την περηφάνια του και να το παραδεχτεί. Ήταν πιο μικρόσωμος από όσο τον θυμόμουν – αδύναμος και αβοήθητος.» Έπιασε το χέρι της Κίζι και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Ο μπαμπάς μου μίλησε και για τη μαμά, μου είπε τα μυστικά της. Δεν ήταν τόσο αγνή όσο άφηνε όλους να πιστεύουν.» Κοίταξε τα πόδια της Κίζι, με τα φθηνά, απλά σανδάλια. «Είχε σχέσεις πολλές, αλλά ιδιαίτερα με έναν συγκεκριμένο άντρα. Ήταν καλλιτέχνης. Είναι νεκρός τώρα, αλλά πιθανότατα ήταν ο βιολογικός πατέρας μου.» Η Κίζι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δεν είχες ιδέα;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και η φωνή του ράγισε. «Και η μαμά δε μου είχε πει ποτέ ότι ήταν άρρωστη: είχε καρκίνο. Πάντα νόμιζα ότι πέθανε από ραγισμένη καρδιά όταν έχασε την αδελφή μου, ότι ο θάνατός της ήταν κι αυτός δικό μου λάθος.» Η Κίζι ένευσε καθώς ένα χοντρό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, ανήμπορη να πει μια κουβέντα παρηγοριάς. Τίποτα δε φαινόταν αρκετό εκείνη τη στιγμή. «Η κηδεία έγινε αμέσως. Αυτό ήθελε ο πατέρας μου. Ήσυχα, διακριτικά. Ήθελα να τρέξω πίσω σε εσένα, αλλά έπρεπε να κάνω κάποια πράγματα πρώτα. Ήθελα να προετοιμαστώ προτού σου ζητήσω, προτού σε ικετέψω να γυρίσεις κοντά μου.» Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε. «Δεν είναι


σπουδαία δικαιολογία, αλλά από τη μέρα που επέστρεψα μέχρι σήμερα το πρωί ήμουν στον πύργο και προσπαθούσα να βγάλω άκρη με τη ζωή μου.» «Όλο αυτό τον καιρό; Τότε δεν είναι άξιο απορίας που έχεις τέτοια χάλια.» Το πρόσωπό της σκοτείνιασε καθώς άγγιξε τα σκούρα, τραχιά γένια στο σαγόνι του. «Τον τέλειωσες; Τον πίνακα, την τιμωρία σου;» «Ναι.» «Είναι όμορφος;» «Ήταν. Για λίγο. Μέχρι που του έβαλα φωτιά μια και καλή.» «Τον έκαψες; Όλους εκείνους τους μήνες δουλειάς;» Εκείνος της χάιδεψε το μέτωπο. «Μη σοκάρεσαι τόσο πολύ. Τον έκαψα και άρχισα κάτι καινούριο. Κάτι που θα ήθελα να δεις.» «Δεν μπορεί να το εννοείς αυτό, Ανδρέα» μουρμούρισε η Κίζι, μην τολμώντας να πιστέψει ότι ακόμα και έπειτα από τόσα δραματικά γεγονότα μπορεί να υπήρχε ένας κόκκος ελπίδας για τους δυο τους. «Δεν μπορώ να επιστρέψω στο σπίτι σου έπειτα από όλα όσα συνέβησαν και ειπώθηκαν. Όλα τέλειωσαν ανάμεσά μας, το ξεκαθάρισες αυτό.» «Ήμουν θυμωμένος, πικρόχολος και εγωιστής. Δεν ήξερα τι έλεγα. Ήταν ο μόνος τρόπος να σε αναγκάσω να φύγεις προτού προδοθώ καταρρέοντας. Έχασα τον έλεγχο, δεν το καταλαβαίνεις; Με έφτασες στο σημείο να νιώσω εντελώς εκτεθειμένος και δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Ήταν λάθος, εγώ έκανα λάθος και το συνειδητοποίησα πολύ γρήγορα μετά την αποχώρησή σου.» Άπλωσε το χέρι του να χαϊδέψει το στόμα της με τον αντίχειρά του, όμως εκείνη γύρισε το πιγούνι της από την άλλη, με τα σκούρα γαλάζια μάτια της ερωτηματικά και επιφυλακτικά. «Με πλήγωσες άσχημα, Ανδρέα. Ήλπιζα ότι θα αισθανόσουν περισσότερα για μένα, αλλά...» «Γιατί λοιπόν δεν υπερασπίστηκες τον εαυτό σου, Κίζι; Δεν ήταν του χαρακτήρα σου να κάνεις ακριβώς αυτό που σου είπα και να φύγεις – αυτό με μπέρδεψε τελείως.» «Δεν είχε νόημα να το παλέψω» του απάντησε ήρεμα. «Ήταν φανερό ότι δεν άντεχες ούτε να με βλέπεις και… και εγώ πάντα ήξερα μέσα μου ότι δε θα μπορούσα ποτέ να σε αναγκάσω να ενδιαφερθείς για μένα. Όσο και αν ήθελα να το κάνεις.» Η Κίζι μετατόπισε αμήχανα τα πόδια της στο στεγνό χώμα. Είχε τρομάξει τον εαυτό της καθώς λίγο έλειψε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αγάπη». «Έτσι κι αλλιώς, πάντα θα ήταν πιο ασφαλές για μένα να είμαι ανεξάρτητη.» Η φωνή της ήταν τραχιά, προετοιμαζόταν για τον αναπόφευκτο αποχαιρετισμό. «Είναι πιο ασφαλές να τραβήξω τον δικό μου δρόμο και να μη βασίζομαι σε κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό μου.» «Θέλω να με ακούσεις τώρα, Κίζι» είπε σοβαρά ο Ανδρέας. «Και θέλω να σκεφτείς πολύ προσεκτικά προτού πεις οτιδήποτε. Σύμφωνοι;» Η Κίζι ένευσε καταφατικά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά από τον πόνο τού να μην ξέρει τι επρόκειτο να συμβεί στη συνέχεια. «Πέρασα πολύ χρόνο μόνος σε εκείνο τον πύργο. Ήταν τόσο οδυνηρό να σκέφτομαι όλα όσα ήταν στο κεφάλι μου, ώστε μερικές φορές τα έλεγα μεγαλόφωνα, σαν τρελός, για να αντιμετωπίσω αυτό που είχα κάνει και αυτό που χρειαζόμουν να κάνω. Αλλά σύντομα συνειδητοποίησα, αφού κατάπια την περηφάνια και την αλαζονεία μου, ότι υπάρχει ένα κενό στη ζωή μου χωρίς εσένα. Ένα χάσμα το οποίο κανένας ολοκληρωμένος πίνακας και καμία επιτυχημένη δικαστική υπόθεση δε θα μπορέσει ποτέ να γεμίσει.»


Η Κίζι τράβηξε το δοχείο με το νερό μακριά από τον Ανδρέα και επιχείρησε να ισιώσει το στραβό καπάκι καθώς το νερό χυνόταν έξω. «Πολύ μπερδεμένα όλα αυτά, ε;» Ο Ανδρέας έπιασε απαλά το πιγούνι της με τα δάχτυλά του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Τι νόημα έχει να προσπαθώ να κάνω τη ζωή καλύτερη για τους άλλους όταν η δική μου ζωή είναι συντρίμμια;» Είδε δάκρυα στις άκρες των ματιών της. «Ξαφνικά κατάλαβα ότι, με τον καιρό, χωρίς εσένα, θα κατέληγα να περιπλανιέμαι στον κόσμο, να περνάω ατέλειωτες μέρες σε αίθουσες δικαστηρίων και συνέδρια, και τις νύχτες μου σε άθλια, μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων. Δε θα έπαυα ποτέ να αναρωτιέμαι πού βρίσκεσαι, με ποιον είσαι, πώς είναι το παιδί μας.» «Δε θα υπάρξει ποτέ άλλος άντρας, πρέπει να το ξέρεις αυτό» είπε η Κίζι. Μια έκφραση αγωνίας πέρασε από το πρόσωπό του. «Δεν μπορώ να σε χάσω, Κίζι. Δε θέλω να σε αφήσω να φύγεις ξανά. Ο καιρός που πέρασα μακριά από σένα ήταν πιο οδυνηρός από οποιοδήποτε πένθος. Είχες δίκιο όταν είπες ότι ο θάνατος της αδελφής μου δεν ήταν δικό μου λάθος. Όμως ότι σε έδιωξα, ότι σε πλήγωσα, ε, αυτό ήταν δικό μου λάθος. Όλα έγιναν μαύρα και λυπάμαι γι’ αυτό, για τις πράξεις μου, για τα λόγια μου.» Ο Ανδρέας κατέβασε το χέρι του. Η Κίζι κοίταξε το έδαφος με βουρκωμένα μάτια, ξύνοντας με το σανδάλι της το χώμα. «Ο ήλιος ανατέλλει όταν είσαι κοντά μου, αγάπη μου» της είπε τρυφερά, παρατηρώντας τη. «Δεν ξέρω πώς το κατάφερες, αλλά έδιωξες μακριά τον πόνο και τις ενοχές μου με το γέλιο και τα φιλιά σου. Μου έδειξες ότι υπάρχουν πάρα πολλά για τα οποία αξίζει να ζούμε και πως μερικές φορές τα άσχημα πράγματα απλώς συμβαίνουν. Δε χρειάζεται να φταίει κάποιος.» Ο Ανδρέας συνέχισε αποφασιστικά, ελπίζοντας ότι εκείνη θα τον συγχωρούσε. «Όμως τώρα θέλω πίσω το μέλλον μου. Ένα μέλλον μαζί σου, με τα παιδιά μας, με τα άλογά μας, με τις γάτες μας. Το θέλω πιο λυσσαλέα από οτιδήποτε θέλησα ποτέ μέχρι τώρα. Ξέρω ότι θα είναι η μεγαλύτερη μάχη της ζωής μου να σε πείσω ότι σε αγαπώ. Σου φέρθηκα σαν κάθαρμα. Τώρα με κάποιο τρόπο πρέπει να αιχμαλωτίσω την καρδιά σου και να σε κάνω να με αγαπήσεις και εσύ.» Η Κίζι επιτέλους άφησε το δοχείο να πέσει με έναν δυνατό γδούπο. «Δεν μπορώ…» «Περίμενε!» Ο Ανδρέας έβγαλε από την τσέπη του το κινητό του και άρχισε να ξεδιπλώνει βιαστικά ένα κομμάτι χαρτί. «Θέλεις να ταξιδέψεις, το καταλαβαίνω αυτό, και δε θα σε εμποδίσω. Μπορείς να πάρεις το τζετ, το γιοτ, το αυτοκίνητο. Αλλά όλοι χρειάζονται ρίζες, ένα μέρος να επιστρέφουν, ένα σπίτι στο οποίο να τηλεφωνούν και ένα παιδικό δωμάτιο με ένα κουνιστό αλογάκι.» Της έδειξε το χαρτί και κράτησε την ανάσα του καθώς εκείνη άρχισε να το κοιτάζει. «Αυτά είναι τα σχέδια πάνω στα οποία δούλευα» είπε, μην τολμώντας να ελπίσει. «Κοίτα, υπάρχουν στάβλοι, βοσκότοποι και στρέμματα για ιππασία. Μια τεράστια πισίνα, ένας αμπελώνας, μια ξύλινη παιδική χαρά για το μικρό. Μπορείς να έχεις όση ελευθερία θέλεις. Μπορείς να έρχεσαι, να μένεις, να φεύγεις, να κάνεις ό,τι σου αρέσει. Το μόνο που ζητάω είναι να με επισκέπτεσαι όσο πιο συχνά μπορείς. Όσο πιο συχνά θέλεις και… και να αποκαλείς αυτό το μέρος σπίτι σου.» «Φαίνεται όμορφο» τραύλισε η Κίζι, σηκώνοντας το κεφάλι της από τα σχέδια. «Όμως είναι όλα υπερβολικά.» «Δε θα σε αφήσω να μου πεις αντίο, δε θα σε αφήσω, δεν μπορώ. Άκουσε, όλοι πρέπει να αποκαλούν σπίτι ένα μέρος. Ακόμα και εσύ. Δεν το συνειδητοποιείς τώρα, αλλά όταν θα έχεις


ταξιδέψει τόσο πολύ όσο εγώ, θα καταλάβεις ότι έχω δίκιο. Και εξάλλου, όταν θα διαλέξεις τα άλογά σου, θα τους λείπεις…» Ο Ανδρέας κατάπιε οδυνηρά. «Θα σε περιμένω. Για όσο καιρό χρειαστεί.» Γρήγορα της έδειξε μια φωτογραφία στο κινητό του. «Αγόρασα το νησί την περασμένη εβδομάδα. Οι οικοδομικές εργασίες μπορούν να τελειώσουν και να είναι έτοιμο προτού έρθει το μωρό αν αρχίσουμε γρήγορα.» Έδειξε μια άλλη φωτογραφία. «Και εδώ είναι ο καινούριος πίνακας, μια αποτύπωση του σπιτιού των ονείρων μας, κι αυτή τη φορά είναι κάτι όμορφο – εμπνευσμένο από την αγάπη μου για σένα. Ή τουλάχιστον θα είναι αν πεις ναι.» «Ανδρέα» άρχισε να λέει με τρεμάμενη φωνή η Κίζι καθώς κοίταζε τη φωτογραφία με βουρκωμένα μάτια. «Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι…» Ξαφνικά του κόπηκε η ανάσα από φόβο ότι η Κίζι θα τον απέρριπτε και θα έφευγε ξανά. «Ήταν λάθος μου να προσπαθήσω να σε πιέσω να με παντρευτείς, οπότε ας τα ξεχάσουμε όλα αυτά. Το μόνο που σου ζητώ είναι να έχει το παιδί το όνομά μου, να είναι το μωρό Λαζαρίδη.» «Όχι» είπε αυστηρά η Κίζι, και τώρα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της. «Δεν είναι αρκετό αυτό.» Του έκανε νόημα να σωπάσει καθώς η αγωνία χαράκωσε το πρόσωπό του και προσπάθησε να τη διακόψει. «Άφησέ με να τελειώσω, σε παρακαλώ. Δεν είναι αρκετό γιατί σε αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πάνω σε αυτή τη Γη – και θέλω και εγώ το όνομά σου. Θέλω να γίνω η κυρία Λαζαρίδη. Θέλω δέσμευση, νομική δέσμευση και ρίζες που δε θα σπάσουν ποτέ. Οπότε…» ακούμπησε την παλάμη της στην καρδιά του που σφυροκοπούσε και τον κοίταξε αποφασιστικά στα μάτια «…νομίζω ότι έφτασε η ώρα να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει. Θα με παντρευτείς, Ανδρέα Λαζαρίδη;» «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, δεσποινίς Ντιν» απάντησε ο Ανδρέας με ένα αργό, δύσπιστο χαμόγελο και η καρδιά του πέταξε από χαρά καθώς έκλεισε την πιο σημαντική συμφωνία της ζωής του, ενώνοντας τους δυο τους, για πάντα, με ένα φιλί.

Profile for lily

Aixmaloti toy Ellina Megistana  

Aixmaloti toy Ellina Megistana  

Advertisement