Page 1


JENNIFER PROBST

Ένας Αλλιώτικος Γάμος


Tίτλος πρωτοτύπου: ΤHE MARRIAGE BARGAIN by Jennifer Probst Copyright © 2012 by Jennifer Probst Translation Copyright © 2012, Compupress S. A. – Compupress Α. Ε. This translation published by arrangement with Entangled Publishing, LLC. All rights reserved. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ EKΔOΣHΣ: Aλεξάνδρα Λέτσα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ιωάννα Ζαπάντη ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Άννα Σταυροπούλου ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Έρση Σωτηρίου ΠPOΣAPMOΓH ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Mαίρη Λυμπέρη www.e-bookshop.gr Aνάπτυξη και διάθεση ψηφιακών βιβλίων Κλάδος της Digital Content A.E. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΟΜΕΑ E-BOOKS: Ιάσων Μανούσος ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ WEB SITE: Digital Content A.E. Digital Content A.E. Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 155 62 Χολαργός, τηλ.: 2106516888 fax: 2109216847 Web site: www.digicon.gr, e-mail: info@digicon.gr VENUS DREAM – 05 ISΒN: 978-960-497-472-6 Όλοι οι χαρακτήρες και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ζωντανά ή μη είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, καθώς και η κυκλοφορία του σε οποιαδήποτε μορφή, ίδια ή διαφορετική από την παρούσα, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τους Κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Στη μαμά μου. Διάβασες το χειρόγραφο του πρώτου ρομάντζου που έγραψα σε μια παλιομοδίτικη γραφομηχανή, και μάλιστα διάβασες και τις ερωτικές σκηνές. Με ενθάρρυνες να ακολουθήσω το όνειρό μου και ποτέ δεν πίστεψες πως ήταν απλώς ένα χόμπι. Με στήριξες σε καλές και κακές στιγμές, κάθε μέρα, όλα τα χρόνια. Με ενέπνευσες να γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος σ’ αυτή τη ζωή. Είμαι περήφανη που είμαι κόρη σου. Αυτό το βιβλίο είναι για σένα, μαμά.


Πρόλογος Δεκατρία χρόνια πριν… «Είσαι δεν είσαι έτοιμη, βγαίνω!» Η Αλέξα τράβηξε τα χέρια από τα μάτια της και γύρισε. Το δάσος λαμπύριζε με μια απόκοσμη σιγαλιά, αλλά εκείνη ένιωθε πως η φίλη της ήταν κάπου κοντά. Χωρίς δισταγμό έτρεξε, με τα πάνινα αθλητικά της να τσαλαπατάνε τους θάμνους και τα κλαδάκια καθώς πέρναγε ανάμεσα από τα μεγάλα πεύκα. Τα αυτιά της τεντώθηκαν, πιάνοντας τον απόηχο από ένα γελάκι. Στράφηκε προς τον ήχο, αλλά ο αντίλαλος την αποσυντόνισε και το μόνο που κατάφερε να αιφνιδιάσει ήταν ένας σκίουρος με ένα μεγάλο κουκουνάρι. Ο δροσερός ίσκιος την τράβηξε πιο βαθιά. Μια γρήγορη ματιά στη συνηθισμένη κρυψώνα της Μάγκι αποκάλυψε μόνο ένα σωρό από φύλλα. Η Αλέξα έκοψε το βήμα της και είχε σχεδόν αποφασίσει να γυρίσει πίσω, όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή. «Λίγο μεγάλη δεν είσαι για κρυφτό;» Γύρισε απότομα και αγριοκοίταξε το μεγαλύτερο αδελφό της φίλης της. «Έχει πλάκα.» Τον απόδιωξε με ένα περιφρονητικό ρουθούνισμα. Παλιά ήταν κοντά, μέχρι που εκείνος ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε πως η Αλέξα δεν άξιζε το χρόνο του. Ποτέ πια δεν της ξαναμίλησε ούτε ερχόταν κρυφά στο σπίτι της για να κλέψει κουλουράκια ούτε της ξαναείπε πονηρά αστεία. Φαίνεται πως μόνο τα μεγαλύτερα, ανόητα κορίτσια με στήθοςτραβούσαν τώρα την προσοχή του. Σκασίλα της. Αρνιόταν να τρέχει από πίσω του σαν παιδάκι. «Τέλος πάντων, δε θα καταλάβαινες. Ποτέ δε θέλεις να κάνεις παρέα μαζί μας. Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου;» Εκείνος σηκώθηκε απ’ το χώμα και προχώρησε προς το μέρος της. Ο Νικ Ράιαν ήταν δεκαέξι ετών και πραγματικός μπελάς. Κορόιδευε ό,τι κι αν έκανε και παρίστανε πως είχε το δικαίωμα να το παίζει Θεός απλώς και μόνο επειδή ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Στάθηκε στα μακριά, μυώδη πόδια του. Τα μαλλιά του κατσάρωναν πάνω απ’ τα αυτιά και στο μέτωπό του και είχαν έναν ιδιαίτερα όμορφο συνδυασμό χρωμάτων, που ξεκίναγε από καστανό και έφτανε μέχρι χρυσαφί. Σαν τα δημητριακά της, σκέφτηκε η Αλέξα. Ένας συνδυασμός από ρύζι, στάρι και καλαμπόκι. Το πρόσωπό του ήταν όλο λεπτές, έντονες γωνίες, με ένα φουσκωτό κάτω χείλι που κάτι της έκανε. Τα ανοιχτά καστανά του μάτια έλαμπαν από εξυπνάδα και μια υποψία πόνου. Η Αλέξα ήξερε πώς ήταν να νιώθεις πόνο. Αυτό ήταν το μόνο στο οποίο ταυτιζόταν μαζί του. Ο Νικ Ράιαν ήταν ένα πλουσιόπαιδο που δεν ανοιγόταν και ούτε έδειχνε να έχει φίλους. Η Αλέξα πάντα αναρωτιόταν πώς είχε βγει τόσο κοινωνική η αδελφή του, η Μάγκι. «Θα έπρεπε να προσέχεις μέσα στο δάσος, μικρό. Θα μπορούσες να χαθείς.» «Ξέρω το δρόμο καλύτερα από σένα.» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Το πιο πιθανό. Έπρεπε να είσαι αγόρι.» Ο θυμός της εκτοξεύτηκε στα ύψη. Έσφιξε τις γροθιές της και τίναξε την αλογοουρά της. «Κι εσύ έπρεπε να είσαι κορίτσι. Όλοι ξέρουν πως δε σου αρέσει να λερώνεις τα χέρια σου, Ομορφόπαιδο.»


Χτύπημα στο ψαχνό. Έδειξε πραγματικά τσαντισμένος. «Θα έπρεπε να μάθεις να φέρεσαι σαν αληθινό κορίτσι.» «Δηλαδή;» «Να βάφεσαι. Να δείχνεις ωραία. Να φιλάς αγόρια.» Ποτέ δεν είχε πετάξει το πολύτιμο χαρτζιλίκι της σε κραγιόν. Αρκετά δύσκολο ήταν έτσι κι αλλιώς να αγοράζει οτιδήποτε καινούργιο, πόσο μάλλον να χαλάει λεφτά σε μακιγιάζ και αρώματα. Η Αλέξα έκανε έναν ήχο σαν να πνιγόταν. «Αηδίες.» «Πάω στοίχημα πως δεν έχεις φιληθεί με κανέναν.» Άκουσε την κοροϊδία στη φωνή του. Στα δεκατέσσερα, οι περισσότερες φίλες της είχαν ήδη γευτεί τα πρώτα τους φιλιά –μαζί και η Μάγκι– αλλά η ιδέα έκανε πάντα το στομάχι της Αλέξα να γυρίζει. Προτιμούσε όμως να πεθάνει παρά να το ομολογήσει αυτό στον Νικ. «Ναι, έχω.» «Με ποιον;» «Με κανέναν που να ξέρεις. Φεύγω.» «Σε προκαλώ.» Το παπούτσι της σταμάτησε στα μισά του βήματος. Μια κοφτή κραυγή πουλιού έσκισε τον αέρα και η Αλέξα ένιωσε σαν να είχε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Τίναξε προς τα έξω το πιγούνι. «Με προκαλείς σε τι;» «Να μου δείξεις πως ξέρεις να φιλάς.» Το στομάχι της βούλιαξε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και οι παλάμες της ίδρωσαν. Έκανε μια γκριμάτσα. «Με εσένα;» «Το ήξερα.» «Γιατί να θέλω να σε φιλήσω; Σε μισώ!» «Εντάξει, ξέχνα το. Απλώς ήθελα να δω αν είσαι πραγματικό κορίτσι. Τώρα ξέρω πως δεν είσαι.» Τα λόγια του την έκοψαν σαν μαχαιριά. Όλη η αμφιβολία και η αβεβαιότητα φούσκωσαν μέσα της και επιβεβαίωσαν πως ήταν διαφορετική. Γιατί δεν ήταν σαν τη Μάγκι; Γιατί προτιμούσε τη ζωγραφική και το διάβασμα και τα ζώα καλύτερα απ’ τα αγόρια; Ίσως ο Νικ να είχε δίκιο και να ήταν όντως διαφορετική. Ίσως… Εκείνος γύρισε να φύγει. «Περίμενε!» Στάθηκε με την πλάτη του γυρισμένη για λίγες στιγμές, σαν να σκεφτόταν την έκκλησή της. Μετά στράφηκε αργά προς το μέρος της. «Τι;» Πίεσε τον εαυτό της να τον πλησιάσει και να σταθεί μπροστά του. Τα πόδια της έτρεμαν. Το σώμα της ένιωθε παράξενα. Σχεδόν σαν να ετοιμαζόταν να κάνει εμετό. «Ξέρω να φιλάω. Και θα… θα σου δείξω.» «Ωραία. Ξεκίνα.» Λύγισε το γοφό του παίρνοντας μια αλαζονική στάση, σαν να το έκανε αυτό κάθε μέρα και να άρχιζε ήδη να βαριέται. Αντλώντας γνώση από τις ταινίες που είχε δει, έγειρε μπροστά. Δε θα τα κάνω μούσκεμα. Χαλαρώνω τα χείλη. Βαθιά ανάσα. Γέρνω πιο στο πλάι το κεφάλι μου για να μην τσουγκρίσουν οι μύτες μας. Θεέ, τι γίνεται αν κουτουλήσω το πιγούνι του και τον ματώσω; Όχι, μην το σκέφτεσαι


αυτό. Το φίλημα είναι εύκολη υπόθεση. Δεν είναι τίποτα. Δεν είναι τίποτα. Δεν είναι τίποτα… Η ανάσα του ήταν ανάλαφρη και ζεστή πάνω στα χείλη της. Ανασήκωσε το λαιμό της και περίμενε. Μετά τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της. Μόλις που ένιωσε το άγγιγμα, όμως μια σειρά από αισθήσεις τη διαπέρασαν. Το άγγιγμα των δαχτύλων του στους ώμους της. Η απαλή πίεση του στόματός του. Η γήινη μυρωδιά του δάσους σε συνδυασμό με μια υποψία κολόνιας. Σ’ εκείνες τις ελάχιστες στιγμές, ο Νικ τής είχε δώσει ένα σπάνιο δώρο. Η καρδιά της άνοιξε διάπλατα και μια παράξενη αγαλλίαση κύλησε στις φλέβες της. Το πρώτο της αληθινό φιλί. Πόσο έτρεμε και φοβόταν αυτή την εμπειρία, έντρομη πως μπορεί να μην της άρεσαν τα αγόρια και το φίλημα και πως μπορεί να μην ήταν φυσιολογική; Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως ήταν ένα ώριμο κορίτσι και ποτέ ξανά δε θα αμφισβητούσε αυτή την πλευρά του εαυτού της. Ο Νικ αποτραβήχτηκε αργά και τα μάτια της Αλέξα άνοιξαν. Οι ματιές τους συναντήθηκαν και έμειναν κολλημένες. Τα συναισθήματα φούσκωσαν μέσα της σαν άγρια κύματα, σαν να έπεφτε από το τρενάκι του λούνα παρκ, πλημμυρισμένη από φόβο και έξαψη. Κράτησε την ανάσα της και περίμενε. Μια παράξενη έκφραση χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Την κοίταζε σαν να μην την είχε ξαναδεί. Για μια υπέροχη στιγμή, έπιασε κάτι βαθύ μέσα στα χρυσοκάστανα μάτια του – ένα ίχνος τρωτότητας που δεν είχε μοιραστεί ποτέ. Τα χείλη του ανασηκώθηκαν σε μια υποψία χαμόγελου. Του χαμογέλασε κι αυτή. Ένιωθε ασφαλής. Ήξερε πως δε θα την κορόιδευε ούτε θα την αγνοούσε πια. Τα πράγματα είχαν αλλάξει. Αυτό που αρνιόταν και μαχόταν τόσον καιρό, ξαφνικά βγήκε απ’ το στόμα της χωρίς σκέψη ή φόβο για συνέπειες. «Κάποια μέρα θα σε παντρευτώ.» Ποτέ δεν αμφέβαλλε για την ανταπόκρισή του, μέσα στη σιγουριά της φιλίας τους και του φιλιού τους. Τον εμπιστευόταν με μια γνώση που έφτανε μέχρι το μεδούλι της. Η Αλέξα περίμενε να δει το χαμόγελό του να γίνεται πιο πλατύ, περίμενε να τον ακούσει να συμφωνεί, περίμενε ολόκληρη η σχέση τους να αλλάξει επιτέλους μετά από εκείνο το μοναδικό τέλειο φιλί. Μια κουρτίνα κατέβηκε στο πρόσωπό του και το αγόρι που είχε φιλήσει ξαφνικά χάθηκε. Μετά ο Νικ γέλασε. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα σαστισμένη, αδυνατώντας να καταλάβει την αντίδρασή του, αλλά, όταν το βλέμμα της συνάντησε για άλλη μια φορά το δικό του, μια παγωνιά απλώθηκε στο στήθος της. «Θα με παντρευτείς; Καλό αυτό, Αλ. Όταν παντρευτώ, θα είναι με μια αληθινή γυναίκα. Όχι με ένα παιδί.» Κούνησε το κεφάλι του κοροϊδευτικά, λες και η σκέψη έφτανε για να τον διασκεδάζει για μέρες. Για να γελάει με τους φίλους του. Και με τις αληθινές του φιλενάδες. Στεκόταν ακίνητη μέσα στο δάσος, μην μπορώντας να κάνει τίποτα άλλο απ’ το να κοιτάει με φρίκη, χωρίς να μπορεί για πρώτη φορά να ανταποδώσει με ένα έξυπνο σχόλιο. Το γέλιο του μετατράπηκε σε σιγανό γελάκι. «Έχεις δυνατότητες όμως. Με λίγη εξάσκηση, μπορεί να γίνεις καλή στα φιλιά. Τα λέμε, μικρό.» Γύρισε κι άρχισε να απομακρύνεται.


Ένα χάχανο ακούστηκε πίσω της. Με τη φρίκη να ανεβαίνει αργά μέσα της, στράφηκε και είδε μια από τις φίλες της κρυμμένη μέσα στους θάμνους. Τώρα όλοι θα το μάθαιναν. Εκείνη τη στιγμή, στην κόψη της ενηλικίωσής της, πήρε την πρώτη της απόφαση: ποτέ δε θα άφηνε τον Νικ ή οποιονδήποτε άλλο να την ταπεινώσει ξανά. Η μόνη αγάπη στην οποία άξιζε να βασίζεται ήταν εκείνη της οικογένειας και των φίλων της. Τα αγόρια δεν μπορούσες να τα εμπιστευτείς, και η Αλέξα ήταν αρκετά έξυπνη για να μη χρειάζεται άλλο μάθημα. Γύρισε και άρχισε να τρέχει, έχοντας ξεχάσει το κρυφτό, ενώ αναρωτιόταν τι ήταν αυτός ο πόνος στο στήθος της. Φυσικά, ακόμα ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει την πραγματική αιτία. Χρόνια μετά, επιτέλους κατάλαβε. Ήταν η καρδιά της, που είχε ραγίσει.


Κεφάλαιο Ένα Χρειαζόταν έναν άντρα. Κατά προτίμηση κάποιον που θα του περίσσευαν 150.000 δολάρια. Η Αλεξάντρια Μαρία ΜακΚένζι κοίταξε τη μικρή αυτοσχέδια φωτιά στη μέση του πατώματος του σαλονιού της και αναρωτήθηκε αν είχε πραγματικά χάσει το μυαλό της. Το χαρτί στο χέρι της είχε γραμμένα πάνω του όλα τα χαρακτηριστικά που ονειρευόταν πως θα διέθετε το αληθινό της ταίρι. Αφοσίωση. Ευφυΐα. Χιούμορ. Μια ισχυρή αίσθηση της οικογένειας και αγάπη για τα ζώα. Ένα καλό εισόδημα. Τα περισσότερα απ’ τα συστατικά της ήδη καίγονταν. Μια τρίχα από τα μαλλιά ενός αρσενικού μέλους της οικογένειας – ο αδελφός της ήταν ακόμα έξαλλος. Ένα μείγμα από αρωματικά βότανα – πιθανόν για να δώσει στον υποψήφιο μια τρυφερή πλευρά. Και το μικρό ξυλαράκι για… τέλος πάντων, ήλπιζε πως δε σήμαινε αυτό που φοβόταν. Με μια βαθιά ανάσα, έριξε τη λίστα μέσα στον ασημί κουβά και την παρακολούθησε να καίγεται. Ένιωθε σαν ηλίθια που καθόταν και έφτιαχνε μια ερωτική γητειά, αλλά δεν είχε άλλες επιλογές, ούτε και τίποτα να χάσει. Ως ιδιοκτήτρια ενός εκλεκτικού βιβλιοπωλείου μιας μοντέρνας πανεπιστημιούπολης στο βόρειο τμήμα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, θεωρούσε πως δικαιούνταν μερικές παραξενιές. Όπως για παράδειγμα να στέλνει μια προσευχή στη Μητέρα Γη ζητώντας τον Τέλειο Άντρα. Η Αλέξα έπιασε τον πυροσβεστήρα βλέποντας τις φλόγες να αναπηδούν. Ο καπνός υψώθηκε θυμίζοντάς της την καμένη πίτσα στον πάτο του γκριλ της. Ζάρωσε τη μύτη, ψέκασε το χαλί και πήγε να πάρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί για να το γιορτάσει. Η μητέρα της θα έπρεπε να πουλήσει την Τάρα. Το πατρικό της. Η Αλέξα έπιασε ένα μπουκάλι Καμπερνέ Σοβινιόν και αναλογίστηκε το δίλημμά της. Το βιβλιοπωλείο της ήταν υποθηκευμένο μέχρι το λαιμό. Το καφέ που ήθελε να προσθέσει ως επέκταση θα χρειαζόταν προσεκτικό σχεδιασμό και δεν της περίσσευε δεκάρα. Κοίταξε τη βικτοριανή σοφίτα της και υπολόγισε εύκολα πως δεν υπήρχε τίποτα να πουλήσει. Ούτε καν στο eBay. Ήταν είκοσι εφτά ετών και πιθανότατα θα έπρεπε να ζει σε κάποιο μοδάτο διαμέρισμα, φορώντας επώνυμα ρούχα και βγαίνοντας ραντεβού κάθε βδομάδα. Αντίθετα, εκείνη φιλοξενούσε άστεγα σκυλιά από το τοπικό καταφύγιο ζώων και αγόραζε σικάτα φουλάρια για να ανανεώνει το ντύσιμό της. Πίστευε στη ζωή μέσα στο φως, στο να είσαι ανοιχτός σε κάθε πιθανότητα και να ακολουθείς την καρδιά σου. Δυστυχώς, καμιά από αυτές τις ιδιότητες δε θα έσωζε το σπίτι της μητέρας της. Ήπιε μια γουλιά από το ρουμπινί κρασί και αποδέχτηκε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε παραπάνω. Κανείς δεν είχε αρκετά χρήματα· και αυτή τη φορά, όταν θα ερχόταν ο φοροεισπράκτορας, δε θα υπήρχε ευτυχισμένο τέλος. Δεν ήταν η Σκάρλετ Ο’Χάρα. Και η Αλέξα δεν πίστευε πως η έσχατη προσπάθειά της να φτιάξει ένα ερωτικό ξόρκι για να φέρει τον τέλειο άντρα στην πόρτα της επρόκειτο να βοηθήσει. Χτύπησε το κουδούνι.


Το στόμα της άνοιξε απ’ το ξάφνιασμα. Θεέ μου, μήπως ήταν αυτός; Κοίταξε την τριμμένη φόρμα και το τσαλακωμένο πουκάμισο που φορούσε και αναρωτήθηκε αν προλάβαινε να αλλάξει. Ετοιμαζόταν να ψάξει στην ντουλάπα της αλλά το κουδούνι χτύπησε ξανά, έτσι πήγε στην πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και έπιασε το πόμολο. «Καιρός ήταν να ανοίξεις.» Οι ελπίδες της βούλιαξαν. Η Αλέξα κοίταξε την καλύτερή της φίλη, τη Μάγκι Ράιαν, και κατσούφιασε. «Υποτίθεται πως θα ήσουν ένας άντρας.» Η Μάγκι ρουθούνισε ειρωνικά και μπήκε. Ανέμισε το χέρι μοστράροντας τα κατακόκκινα νύχια της και έπεσε στον καναπέ. «Ναι, κάνε όνειρα. Το τελευταίο σου ραντεβού έφυγε τρέχοντας γιατί τον τρόμαξες, γι’ αυτό δε θα σου κανονίσω άλλο ξανά. Τι έγινε εδώ;» «Τι εννοείς, τον τρόμαξα; Νόμιζα πως σκόπευε να μου επιτεθεί.» Η Μάγκι ανασήκωσε το φρύδι. «Έσκυψε να σε καληνυχτίσει με ένα φιλί. Σκόνταψες και έπεσες κάτω με τον πισινό και ένιωσε σαν ηλίθιος. Οι άνθρωποι φιλιούνται μετά από ένα ραντεβού, Αλ. Είναι κάτι σαν τελετουργικό.» Η Αλέξα έριξε τα υπόλοιπα σκουπίδια σε μια σακούλα και έπιασε τον κουβά. «Είχε φάει έναν τόνο σκόρδο στο δείπνο και δεν ήθελα να με πλησιάσει.» Η Μάγκι πήρε το ποτήρι με το κρασί και κατέβασε μια γερή γουλιά. Τέντωσε τα μακριά της πόδια που ήταν τυλιγμένα σε μαύρο δέρμα και ανέβασε τις ψηλοτάκουνες μπότες της στο παλιό τραπεζάκι. «Θύμισέ μου ξανά, γιατί δεν έχεις κάνει σεξ την τελευταία δεκαετία;» «Μάγισσα!» «Καλόγρια!» Η Αλέξα τα παράτησε και έβαλε τα γέλια. «Εντάξει, κέρδισες. Πώς και αποφάσισες να με τιμήσεις με την παρουσία σου Σάββατο βράδυ; Στις ομορφιές σου είσαι.» «Ευχαριστώ. Είναι να συναντήσω κάποιον στις έντεκα για ένα ποτό. Θες να έρθεις;» «Στο ραντεβού σου;» Η Μάγκι έκανε μια γκριμάτσα και στράγγιξε το υπόλοιπο κρασί. «Εσύ θα είσαι καλύτερη παρέα. Είναι βαρετός.» «Γιατί βγαίνεις μαζί του τότε;» «Έχει ωραία εμφάνιση.» Η Αλέξα έπεσε δίπλα της στον καναπέ και αναστέναξε. «Μακάρι να μπορούσα να είμαι σαν εσένα, Μάγκι. Γιατί έχω τόσες αναστολές;» «Εγώ γιατί δεν έχω καμία;» Τα χείλη της Μάγκι σούφρωσαν με αυτοσαρκασμό. Ύστερα έδειξε τον κουβά. «Λοιπόν, γιατί η φωτιά;» Η Αλέξα αναστέναξε ξανά. «Έφτιαχνα μια ερωτική γητειά. Για, ε… να βρω άντρα.» Η φίλη της έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε. «Εντάξει. Και τι σχέση έχει ο κουβάς;» Τα μάγουλα της Αλέξα πήραν φωτιά. Ποτέ δε θα ξεπερνούσε μια τέτοια ντροπή. «Άναψα μια φωτιά για να τιμήσω τη Μητέρα Γη» ψιθύρισε. «Ω Θεέ μου!» «Άκουσέ με πρώτα. Είμαι απελπισμένη. Ακόμα δεν έχω συναντήσει το Σωστό Άντρα και


εμφανίστηκε άλλο ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσω, έτσι συνδύασα τις δύο ανάγκες μου σε μία λίστα.» «Τι λίστα;» «Μια πελάτισσά μου μου είπε πως αγόρασε ένα βιβλίο με ερωτικές γητειές και, όταν έφτιαξε μια λίστα με όλα τα χαρακτηριστικά που έψαχνε σε έναν άντρα, εκείνος εμφανίστηκε.» Το ενδιαφέρον της Μάγκι ξύπνησε. «Εμφανίστηκε στη ζωή της ένας άντρας που είχε όλα όσα ήθελε;» «Μάλιστα. Η λίστα πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Δε γίνεται να είναι πολύ γενικόλογη, γιατί το σύμπαν μπερδεύεται ως προς τις επιθυμίες σου και δε σου στέλνει τίποτα. Είπε πως, αν ακολουθήσεις κατά γράμμα τη γητειά, θα εμφανιστεί ο σωστός άντρας.» Τα πράσινα μάτια της Μάγκι άστραψαν. «Για να δω το βιβλίο.» Τίποτα δεν μπορούσε να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα από άλλη μια μοναχική γυναίκα όταν αναζητούσες έναν άντρα. Η Αλέξα τής πέταξε το μικρό υφασματόδετο βιβλίο, νιώθοντας ελαφρώς λιγότερο ηλίθια. «Χμμ. Για δείξε μου τη λίστα σου.» Της έδειξε τον κουβά. «Την έκαψα.» «Ξέρω πως έχεις αντίγραφο κάτω απ’ το κρεβάτι σου. Άσε, θα το πάρω μόνη μου.» Η φίλη της πήγε αποφασιστικά προς τον καναρινί καναπέ-κρεβάτι και έχωσε το χέρι κάτω από τα μαξιλάρια. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κρατούσε θριαμβευτικά τη λίστα ανάμεσα στα κατακόκκινα νύχια της και έγλειφε τα χείλη σαν να ετοιμαζόταν να βουτήξει σε ένα λάγνο ρομαντικό μυθιστόρημα. Η Αλέξα κάθισε στο χαλί παραιτημένη. Τώρα άρχιζε η ταπείνωση. «Πρώτον» απήγγειλε η Μάγκι. «Οπαδός των Μετς.» Η Αλέξα οπλίστηκε για την επερχόμενη έκρηξη. «Μπέιζμπολ;» τσίριξε η Μάγκι. Ανέμισε το χαρτί στον αέρα για πιο δραματικό εφέ. «Διάολε, πώς μπορείς να βάζεις νούμερο ένα προτεραιότητά σου το μπέιζμπολ; Δεν έχουν καταφέρει να μπουν στα τελικά εδώ και χρόνια! Είναι αναντίρρητο γεγονός πως στη Νέα Υόρκη υπάρχουν περισσότεροι οπαδοί των Γιάνκις παρά των Μετς κι αυτή σου η απαίτηση εξαιρεί από τη λίστα την πλειονότητα του αντρικού πληθυσμού.» Η Αλέξα έτριξε τα δόντια. Γιατί μια ζωή τής την έπεφταν για την επιλογή ομάδας που είχε κάνει; «Οι Μετς έχουν ψυχή και χαρακτήρα κι εγώ χρειάζομαι έναν άντρα που να μπορεί να πηγαίνει με τους χαμένους. Αρνούμαι να κοιμηθώ με οπαδό των Γιάνκις.» «Είσαι ανίατη περίπτωση. Παραιτούμαι» είπε η Μάγκι. «Δεύτερον: να αγαπάει τα βιβλία, την τέχνη και την ποίηση.» Έκανε μια παύση για να το σκεφτεί, μετά ανασήκωσε τους ώμους. «Το δέχομαι. Τρίτον: να πιστεύει στη μονογαμία. Πολύ σημαντικό για τη λίστα. Τέταρτον: να θέλει παιδιά.» Σήκωσε τα μάτια. «Πόσα;» Η Αλέξα χαμογέλασε στη σκέψη. «Θα ήθελα τρία. Αλλά συμβιβάζομαι και με δύο. Μήπως έπρεπε να έχω γράψει συγκεκριμένα πόσα στη λίστα;» «Όχι, η Μητέρα Γη θα το πιάσει.» Η Μάγκι συνέχισε. «Πέμπτον: να ξέρει πώς να επικοινωνεί με μια γυναίκα. Καλό. Έχω σιχαθεί να διαβάζω βιβλία για την Αφροδίτη και τον Άρη. Έχω διαβάσει όλη τη σειρά κι ακόμα δεν έχω πάρει χαμπάρι τίποτα. Έκτον: να αγαπάει τα ζώα.» Βόγκηξε. «Αυτό


είναι εξίσου κακό με τους Μετς!» Η Αλέξα γύρισε προς το μέρος της. «Αν μισεί τα σκυλιά, πώς θα μπορέσω να συνεχίσω το εθελοντικό μου πρόγραμμα στο καταφύγιο ζώων; Κι αν είναι κυνηγός; Φαντάσου να ξύπναγα μέσα στη νύχτα και να έβρισκα ένα νεκρό ελάφι να με κοιτάζει πάνω απ’ το τζάκι.» «Είσαι πολύ μελοδραματική.» Η Μάγκι επέστρεψε στη λίστα. «Έβδομον: να έχει ηθικές αρχές και να πιστεύει στην ειλικρίνεια. Αυτό θα έπρεπε να είναι το νούμερο ένα στη λίστα, αλλά τι διάβολο, εγώ δεν είμαι οπαδός των Μετς και δεν ξέρω. Όγδοον: να είναι καλός εραστής.» Έπαιξε τα φρύδια της. «Αυτό θα ήταν νούμερο δύο στη δική μου λίστα. Αλλά είμαι περήφανη έστω και που το αναφέρεις. Ίσως να μην είσαι τόσο ανίατη περίπτωση όσο νόμιζα.» Η Αλέξα ξεροκατάπιε, νιώθοντας τα σωθικά της να σφίγγονται. «Συνέχισε.» «Ένατον: να έχει έντονη αίσθηση της οικογένειας. Λογικό – εσύ κι η οικογένειά σου μου θυμίζετε τους Γουόλτον. Εντάξει, δέκατον…» Το ρολόι χτύπησε ώρα μηδέν. Η Αλέξα παρακολούθησε τη Μάγκι να ξαναδιαβάζει την πρόταση. «Αλέξα, νομίζω ότι διαβάζω το νούμερο δέκα λάθος.» Η Αλέξα αναστέναξε. «Μάλλον όχι.» Η Μάγκι διάβασε δυνατά την τελευταία απαίτησή της. «Να έχει εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια διαθέσιμα σε ρευστό.» Σήκωσε τα μάτια από τη λίστα. «Χρειάζομαι περισσότερες λεπτομέρειες.» Η Αλέξα ύψωσε το πιγούνι. «Χρειάζομαι έναν άντρα που να μπορώ να τον ερωτευτώ και που να μπορεί να διαθέσει εκατόν πενήντα χιλιάρικα. Και τον χρειάζομαι γρήγορα.» Η Μάγκι κούνησε το κεφάλι σαν να έβγαινε από υποβρύχια βουτιά. «Για ποιο λόγο;» «Για να σώσω την Τάρα.» Η Μάγκι βλεφάρισε μπερδεμένη. «Την Τάρα;» «Ναι, το σπίτι της μητέρας μου. Ξέρεις, όπως στην ταινία Όσα παίρνει ο άνεμος. Θυμάσαι πώς αστειευόταν η μαμά μου, ότι χρειαζόμαστε περισσότερο μπαμπάκι για να πληρώσουμε τους λογαριασμούς; Δε σου έχω πει πόσο άσχημα έγιναν τα πράγματα, Μαγκς. Η μαμά θέλει να πουλήσει το σπίτι κι εγώ δεν μπορώ να την αφήσω να το κάνει. Δεν έχουν καθόλου χρήματα, ούτε μπορούν να πάνε πουθενά αλλού. Θα κάνω τα πάντα για να τους βοηθήσω, ακόμα και να παντρευτώ. Ακριβώς σαν τη Σκάρλετ.» Η Μάγκι βόγκηξε και έπιασε την τσάντα της. Έβγαλε το κινητό της και πληκτρολόγησε έναν αριθμό. «Τι κάνεις;» Η Αλέξα πάλεψε να πνίξει τον πανικό της στη σκέψη πως η καλύτερή της φίλη δε θα καταλάβαινε. Στο κάτω κάτω, ποτέ πριν δεν είχε ψάξει να βρει έναν άντρα για να της λύσει τα προβλήματά της. Ω, η πτώση των ισχυρών. «Ακυρώνω το ραντεβού μου. Νομίζω ότι αυτό το καινούργιο στοιχείο πρέπει να το συζητήσουμε. Μετά θα πάρω τηλέφωνο τη θεραπεύτριά μου. Είναι πολύ καλή, εχέμυθη και δέχεται μεταμεσονύχτια ραντεβού.» Η Αλέξα γέλασε. «Είσαι πολύ καλή φίλη, Μάγκι.» «Ναι, εμένα μου λες!» ***


Ο Νίκολας Ράιαν είχε μια περιουσία στις άκρες των δαχτύλων του. Αλλά, για να αποκτήσει το ένα και μοναδικό πράγμα που ήθελε, χρειαζόταν μια σύζυγο. Ο Νικ πίστευε σε πολλά πράγματα. Στο να δουλεύει σκληρά για να πετύχει τους στόχους του. Στο να ελέγχει το θυμό του και να καταφεύγει στη λογική όταν η στιγμή γινόταν κρίσιμη. Και στο να δημιουργεί κτίρια. Κτίρια που ήταν γερά, αλλά ταυτόχρονα καλαίσθητα. Λείες γωνίες και αδρές γραμμές να γίνονται ένα. Τούβλα και μπετόν και γυαλί να επικυρώνουν την ασφάλεια που αναζητούσαν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Σ’ εκείνη τη στιγμή έκπληξης και θαυμασμού όταν κάποιος κοιτούσε το τελικό δημιούργημα για πρώτη φορά. Όλα αυτά τα πράγματα του φαίνονταν λογικά. Ο Νικ δεν πίστευε στο γάμο με αιώνιο έρωτα και στην οικογένεια. Αυτά τα πράγματα του φαίνονταν παράλογα και είχε αποφασίσει να μην τα συμπεριλάβει στη ζωή του. Δυστυχώς, ο θείος Ερλ είχε αλλάξει τους κανόνες. Το στομάχι του Νικ σφίχτηκε, και κόντεψε να του ξεφύγει ένα γέλιο με την αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ που διέθετε. Σηκώθηκε από τη δερμάτινη πολυθρόνα του και έβγαλε το μπλε σταυρωτό σακάκι του, τη μεταξωτή γραβάτα και το χιονάτο πουκάμισό του. Με ένα τίναγμα του καρπού ξεκούμπωσε τη ζώνη του και άλλαξε βιαστικά ρούχα, βάζοντας μια γκρι φόρμα και ένα ασορτί φανελάκι. Έχωσε τα πόδια του σε ένα ζευγάρι αθλητικά Nike και μπήκε στο εσωτερικό άβατο του γραφείου του, που ήταν γεμάτο με μακέτες, σκίτσα, φωτογραφίες για έμπνευση, ένα μηχάνημα αεροβικής, μερικά βάρη και ένα πλήρως εξοπλισμένο μπαρ. Πάτησε το κουμπί του τηλεκοντρόλ για το ΜΡ3. Οι νότες της Τραβιάτα πλημμύρισαν το δωμάτιο και καθάρισαν το κεφάλι του. Ανέβηκε στο διάδρομο και προσπάθησε να μη σκέφτεται το κάπνισμα. Ακόμα και μετά από πέντε χρόνια, όταν ένιωθε ένταση, λαχταρούσε ένα τσιγάρο. Εκνευρισμένος με την αδυναμία του όταν τα πράγματα ζόριζαν, άρχισε να γυμνάζεται. Το τρέξιμο τον χαλάρωνε, ειδικά μέσα στο τέλεια ελεγχόμενο περιβάλλον του. Ούτε δυνατές φωνές να διακόπτουν την αυτοσυγκέντρωσή του, ούτε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, ούτε πέτρες ή χαλίκια να εμποδίζουν την πορεία του. Ρύθμισε την ταχύτητα και άρχισε να τρέχει με το σταθερό βήμα που θα τον οδηγούσε σε μια λύση. Έστω κι αν καταλάβαινε το σκοπό του θείου του, η αίσθηση προδοσίας κατέτρωγε σιγά σιγά την ηρεμία του. Στο τέλος, το μόνο ίσως μέλος της οικογένειάς του που αγαπούσε τον είχε χρησιμοποιήσει σαν πιόνι. Ο Νικ κούνησε το κεφάλι. Έπρεπε να το έχει προβλέψει. Ο θείος Ερλ είχε περάσει τους τελευταίους μήνες της ζωής του αγορεύοντας υπέρ της σημαντικότητας της οικογένειας και είχε θεωρήσει την ανταπόκριση του Νικ χλιαρή. Ο Νικ απορούσε που ο θείος του είχε εκπλαγεί. Στην τελική, η οικογένειά του θα μπορούσε να είναι ζωντανή διαφήμιση για τον έλεγχο γεννήσεων. Καθώς ο Νικ μπαινόβγαινε σε διάφορες σχέσεις, ένα πράγμα γινόταν όλο και πιο καθαρό – όλες οι γυναίκες ήθελαν γάμο και ο γάμος σήμαινε μπερδέματα. Καβγάδες για τα συναισθήματα. Παιδιά να τραβάνε και τους δύο στα άκρα, ζητώντας περισσότερη προσοχή. Ανάγκη για περισσότερο χώρο, μέχρι που το τέλος κατέληγε να είναι το ίδιο όπως σε κάθε άλλη σχέση. Διαζύγιο. Με τα παιδιά να γίνονται τα θύματα. Όχι, ευχαριστώ. Ανέβασε τη γωνία κλίσης και ρύθμισε την ταχύτητα καθώς οι σκέψεις του στροβιλίζονταν. Ο


θείος Ερλ παρέμεινε πεισματικά αισιόδοξος μέχρι το πικρό του τέλος ότι μια γυναίκα θα έσωζε τη ζωή του ανιψιού του. Η καρδιακή προσβολή ήταν δυνατή και γρήγορη. Όταν τελικά κατέφθασαν οι δικηγόροι σαν σμήνος όρνεων στη μυρωδιά του αίματος, ο Νικ σκέφτηκε πως οι νομικές διαδικασίες θα ήταν απλές. Η αδελφή του, η Μάγκι, είχε ήδη ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελε καμία σχέση με την επιχείρηση. Ο θείος Ερλ δεν είχε άλλους συγγενείς. Έτσι, για πρώτη φορά ο Νικ πίστεψε στην καλή του τύχη. Τελικά, θα είχε κάτι εντελώς δικό του. Μέχρι που οι δικηγόροι διάβασαν τη διαθήκη. Και τότε συνειδητοποίησε πως η όλη ιστορία έμοιαζε με κακόγουστο αστείο σε βάρος του. Θα κληρονομούσε την πλειοψηφία των μετοχών της Ντρίμσκεϊπ αμέσως μόλις παντρευόταν. Ο γάμος θα έπρεπε να κρατήσει ένα χρόνο με όποια γυναίκα διάλεγε, και ένα γαμήλιο προσύμφωνο ήταν αποδεκτό. Αν ο Νικ αποφάσιζε να μη συμμορφωθεί με τις επιθυμίες του θείου του, θα διατηρούσε το 51%· το υπόλοιπο θα μοιραζόταν στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και ο Νικ δε θα ήταν τίποτα παραπάνω από επικεφαλής κατ’ όνομα. Αντί να δημιουργεί κτίρια, θα έμπλεκε με συμβούλια και διοικητικά τερτίπια – ακριβώς αυτό που δεν ήθελε δηλαδή να κάνει στη ζωή του. Και ο θείος Ερλ το ήξερε. Έτσι τώρα ο Νικ έπρεπε να βρει μια σύζυγο. Γύρισε το διακόπτη και η κλίση χαμήλωσε. Έκοψε το ρυθμό του και χαλάρωσε την αναπνοή του. Με μεθοδική ακρίβεια, το μυαλό του παρέκαμψε το συναισθηματικό κενό και εξέτασε τις πιθανότητες. Κατέβηκε από το διάδρομο, πήρε ένα μπουκάλι παγωμένο Εβιάν από το ψυγείο και επέστρεψε στην πολυθρόνα του. Ήπιε μια γουλιά από το παγωμένο, διάφανο υγρό και ακούμπησε το ιδρωμένο μπουκάλι πάνω στο γραφείο. Περίμενε λίγα λεπτά καθώς συμμάζευε τις σκέψεις του. Μετά έπιασε το χρυσό στιλό του και το έπαιξε στα δάχτυλά του. Έγραψε τις λέξεις, καθεμιά τους ένα καρφί που χωνόταν στο προσωπικό του φέρετρο. Να βρω μια σύζυγο. Δε θα σπαταλούσε άλλο χρόνο γκρινιάζοντας για την αδικία. Αποφάσισε να κάνει μια ξεκάθαρη λίστα με τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει η σύζυγός του και μετά να δει αν μπορούσε να σκεφτεί μερικές κατάλληλες υποψήφιες. Αυτομάτως, μια εικόνα της Γκαμπριέλα αναδύθηκε στο μυαλό του, αλλά την παραμέρισε. Το εντυπωσιακό μοντέλο με το οποίο έβγαινε αυτή την εποχή ήταν τέλειο για κοινωνικές εκδηλώσεις και φοβερό σεξ, αλλά όχι για γάμο. Η Γκαμπριέλα ήταν καλή συζητήτρια και απολάμβανε τη συντροφιά της, αλλά πολύ φοβόταν πως εκείνη ήδη άρχιζε να τον ερωτεύεται. Είχε αφήσει να εννοηθεί πως ήθελε να κάνει παιδιά, κι αυτό χάλαγε το όλο πράγμα. Άσχετα με το πόσο ξεκάθαρα θα έθετε τους όρους ενός γάμου μεταξύ τους, το συναίσθημα θα κατέστρεφε τα πάντα. Είχε αρχίσει να τον ζηλεύει και να γίνεται απαιτητική σαν κάθε κανονική σύζυγος. Κανένα προσύμφωνο δε θα μπορούσε να μπει εμπόδιο στην απληστία της έτσι και αισθανόταν προδομένη. Ήπιε άλλη μια γουλιά νερό και σχημάτισε με τον αντίχειρα κύκλους πάνω στη τραχιά άκρη του πώματος. Κάποτε είχε διαβάσει πως, αν κάποιος έφτιαχνε μια λίστα με όλα τα χαρακτηριστικά που θαύμαζε σε μια γυναίκα, εκείνη εμφανιζόταν. Ο Νικ ζάρωσε το μέτωπο καθώς πιανόταν απ’ αυτή τη φευγαλέα σκέψη. Ήταν σχεδόν σίγουρος πως η θεωρία είχε να κάνει με το σύμπαν ή κάτι τέτοιο. Το να παίρνεις πίσω ό,τι βάζεις μέσα στον κόσμο. Κάποια μεταφυσική ανοησία στην οποία δεν πίστευε. Όμως σήμερα ήταν απελπισμένος.


Ακούμπησε το στιλό στην αριστερή άκρη της σελίδας και άρχισε να γράφει τη λίστα του. Μια γυναίκα που δε με αγαπάει. Μια γυναίκα με την οποία δε θέλω να κοιμηθώ. Μια γυναίκα που δεν έχει μεγάλη οικογένεια. Μια γυναίκα που δεν έχει καμία σχέση με ζώα. Μια γυναίκα που δε θέλει παιδιά. Μια γυναίκα που έχει μια ανεξάρτητη καριέρα. Μια γυναίκα που θα βλέπει τη σχέση σαν επαγγελματική συμφωνία. Μια γυναίκα που δεν είναι υπερβολικά συναισθηματική ή παρορμητική. Μια γυναίκα που μπορώ να εμπιστευτώ. Ο Νικ ξαναδιάβασε το σύνολο. Ήξερε ότι κάποια από τα επιθυμητά χαρακτηριστικά ήταν πεισματικά αισιόδοξα, αλλά, αν η θεωρία περί σύμπαντος αλήθευε, τότε καλό θα ήταν να γράψει όλα όσα ήθελε. Χρειαζόταν μια γυναίκα που να βλέπει το όλο εγχείρημα σαν επαγγελματική ευκαιρία. Ίσως κάποια που θα ήθελε μια αδρή αμοιβή. Σκόπευε να προσφέρει ένα γερό εφάπαξ και μια καλή εξασφάλιση, αλλά ήθελε ο γάμος να ισχύει μόνο στα χαρτιά. Όχι σεξ σημαίνει όχι ζήλια. Όχι υπερβολικά συναισθηματική γυναίκα σημαίνει όχι έρωτας. Όχι μπερδέματα σημαίνει τέλειος γάμος. Σκέφτηκε όλες τις γυναίκες με τις οποίες είχε βγει στο παρελθόν, όλα τα θηλυκά με τα οποία είχε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, όλες τις επαγγελματικές συνεργάτιδες με τις οποίες είχε γευματίσει ποτέ. Και δε βρήκε τίποτα. Η απογοήτευση άρχισε να τρυπώνει μέσα του. Ήταν ένας τριαντάχρονος άντρας, αρκετά ελκυστικός, έξυπνος και οικονομικά εξασφαλισμένος. Και δεν μπορούσε να σκεφτεί μια κατάλληλη γυναίκα για να παντρευτεί. Είχε μια βδομάδα για να βρει σύζυγο. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Το σήκωσε. «Ράιαν.» «Νικ, εγώ είμαι. Η Μάγκι.» Έκανε μια παύση. «Βρήκες σύζυγο ή όχι ακόμα;» Ένα πνιχτό γελάκι βγήκε απ’ τα χείλη του. Η αδελφή του ήταν η μόνη γυναίκα στον κόσμο που τον έκανε να γελάει σε σταθερή βάση. Ακόμα και όταν καμιά φορά το γέλιο ήταν εις βάρος του. «Τώρα το δουλεύω.» «Νομίζω ότι σ’ τη βρήκα.» Ο σφυγμός του επιταχύνθηκε. «Ποια είναι;» Άλλη μια παύση. «Θα πρέπει να δεχτείς τους όρους της, αλλά δε νομίζω ότι θα είναι πρόβλημα. Έχε ανοιχτό μυαλό. Ξέρω πως αυτό δεν είναι το φόρτε σου. Αλλά μπορείς να την εμπιστευτείς.» Τσεκάρισε το τελευταίο στοιχείο στη λίστα του. Ένας περίεργος βόμβος βούιζε στα αυτιά του σαν να ήθελε να τον προειδοποιήσει για τα επόμενα λόγια της αδελφής του. «Ποια είναι, Μαγκς;» Σιωπή έπεσε στην άλλη άκρη της γραμμής για μια στιγμή. «Η Αλέξα.» Το δωμάτιο στροβιλίστηκε γύρω του ακούγοντας το οικείο όνομα από το παρελθόν του. Μια


μόνη σκέψη άρχισε να αναβοσβήνει σαν μάντρα με ζωηρά νέον γράμματα, ξανά και ξανά. Ούτε με σφαίρες.


Κεφάλαιο Δύο Ο Νικ έριξε μια ματιά γύρω του, ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Η ιδιωτική αίθουσα συνεντεύξεων του προσέφερε μια επαγγελματική ατμόσφαιρα και το μπουκέτο με τα φρέσκα λουλούδια που είχε τοποθετήσει η γραμματέας του στο κέντρο του τραπεζιού πρόσφερε μια προσωπική νότα ανάμεσα στην παχιά μπεζ μοκέτα, την πλούσια γυαλάδα του ξύλου κερασιάς και τις ανοιχτόχρωμες δερμάτινες πολυθρόνες. Τα συμβόλαια ήταν απλωμένα τακτικά πάνω στο τραπέζι, μαζί με έναν κομψό ασημένιο δίσκο με τσάι και μια ποικιλία από βουτήματα. Επίσημο, αλλά ταυτόχρονα φιλικό – κάτι που θα αντικατόπτριζε το ύφος του γάμου τους. Αγνόησε το τσίμπημα βαθιά στο στομάχι του όταν σκέφτηκε πως θα συναντούσε ξανά την Αλεξάντρια ΜακΚένζι. Αναρωτιόταν πώς να είχε γίνει μεγαλώνοντας. Οι ιστορίες που μοιραζόταν μαζί του η αδελφή του σχημάτιζαν την εικόνα μιας παράτολμης, παρορμητικής γυναίκας. Αρχικά είχε αντιδράσει στην πρόταση της Μάγκι – η Αλέξα δεν ταίριαζε με την εικόνα της γυναίκας που πίστευε πως χρειαζόταν. Πεισματικές αναμνήσεις μιας ατίθασης πιτσιρίκας με αλογοουρά τρύπωσαν στις σκέψεις του· ήξερε όμως πως τώρα πια ήταν η ιδιοκτήτρια ενός ευυπόληπτου βιβλιοπωλείου. Ακόμα την έβλεπε σαν φιλενάδα της Μάγκι στο παιχνίδι, παρ’ όλο που δεν την είχε δει εδώ και χρόνια. Αλλά τα χρονικά περιθώρια εξαντλούνταν. Μοιράζονταν ένα μακρινό παρελθόν και διαισθανόταν πως μπορούσε να εμπιστευτεί την Αλέξα. Μπορεί να μην ταίριαζε με την ιδέα που είχε ο ίδιος για την τέλεια σύζυγο, αλλά χρειαζόταν χρήματα. Και γρήγορα. Η Μάγκι παρέμεινε σιωπηλή σε ό,τι αφορούσε το λόγο γι’ αυτό, αλλά περιέγραψε την Αλέξα ως απελπισμένη. Μια ανάγκη για μετρητά που γι’ αυτόν δεν ήταν πρόβλημα – ήταν άσπρο και μαύρο. Καθόλου γκρίζες ζώνες. Καθόλου ιδέες περί συναισθηματισμών μεταξύ τους. Μια τυπική επαγγελματική ανταλλαγή μεταξύ φίλων. Ο Νικ ήταν μια χαρά μ’ αυτό. Άπλωσε το χέρι στην ενδοεπικοινωνία για να καλέσει τη γραμματέα του, αλλά η βαριά πόρτα άνοιξε μαλακά την ίδια στιγμή και έκλεισε με ένα σταθερό κλικ. Γύρισε. Δυο βαθυγάλανα μάτια καρφώθηκαν στα δικά του με ελάχιστο δισταγμό και μια καθαρότητα που του είπε πως η συγκεκριμένη γυναίκα θα έχανε οποιοδήποτε παιχνίδι πόκερ – ήταν ωμά ειλικρινής και απρόθυμη να μπλοφάρει. Ο Νικ αναγνώριζε το βλέμμα της πολύ καλά, αλλά η ηλικία είχε μετατρέψει τα χρώματά της σε ένα ενοχλητικό μείγμα ακουαμαρίνας και ζαφειριού. Συγκεκριμένες εικόνες ήρθαν στο μυαλό του – να βουτάει στα βάθη της Καραϊβικής για να ανακαλύψει τα μυστήρια του βυθού της. Ένας καμβάς από το γαλάζιο του ουρανού του Σινάτρα που απλωνόταν σε τέτοια μήκη και πλάτη που ένας άντρας να μην μπορεί να βρει αρχή και τέλος. Τα μάτια της έκαναν εκπληκτική αντίθεση με τα κατάμαυρα μαλλιά της, που αποτελούνταν από κατσαρές μπούκλες οι οποίες έπεφταν κάτω απ’ τους ώμους της και πλαισίωναν το πρόσωπό της με μια φυσική απειθαρχία που έμοιαζε δύσκολο να την τιθασεύσεις. Έντονα μήλα στεφάνωναν ένα πλούσιο στόμα. Παλιά συνήθιζε να την πειράζει ρωτώντας την αν την είχε τσιμπήσει μέλισσα κι ύστερα έβαζε τα γέλια. Το αστείο είχε γυρίσει εναντίον του. Καυτές αντρικές φαντασιώσεις χτίζονταν γύρω από ένα στόμα σαν το δικό της – και δεν είχαν καμία σχέση με μέλισσες. Μόνο με


μέλι. Κατά προτίμηση ζεστό, πηχτό μέλι να χύνεται πάνω σ’ αυτά τα φουσκωτά χείλη για να το γλείψεις αργά αργά. Ω, διάβολε! Χαλιναγώγησε τον εαυτό του και αποτελείωσε την επιθεώρηση. Θυμήθηκε πώς τη βασάνιζε όταν ανακάλυψε ότι είχε αρχίσει να φοράει σουτιέν. Έχοντας πρόωρη ανάπτυξη, η Αλέξα είχε νιώσει φοβερή ντροπή με την ανακάλυψή του κι εκείνος είχε εκμεταλλευτεί την πληροφορία για να την πληγώσει. Τώρα, δεν ήταν πια καθόλου αστείο. Τα στήθη της ήταν εξίσου πλούσια με το στόμα της και έδεναν τέλεια με την καμπύλη των γοφών της. Ήταν ψηλή, σχεδόν το ίδιο ψηλή μ’ εκείνον και όλος αυτός ο θηλυκός πειρασμός ερχόταν τυλιγμένος μέσα σε ένα φλογάτο κόκκινο φόρεμα που τόνιζε το ντεκολτέ της, διέγραφε τις καμπύλες της και χυνόταν μέχρι το πάτωμα. Κατακόκκινα νύχια ξεπρόβαλαν μέσα από γυαλιστερά κόκκινα σανδάλια. Εξακολουθούσε να στέκεται στην πόρτα, σαν να τον άφηνε να πάρει τη δόση του πριν αποφασίσει να του μιλήσει. Νιώθοντας κάπως ζαλισμένος, ο Νικ πάλεψε να ξεπεράσει την αμηχανία του και ανέτρεξε στον επαγγελματισμό του για να κρύψει την αντίδρασή του. Η Αλεξάντρια Μαρία ΜακΚένζι είχε μεγαλώσει κι είχε γίνει μια όμορφη γυναίκα. Κάπως υπερβολικά όμορφη για τα γούστα του. Αλλά αυτό δεν ήταν ανάγκη να της το δείξει. Της χάρισε το ίδιο ουδέτερο χαμόγελο που φύλαγε για τους επαγγελματικούς του συνεργάτες. «Γεια σου, Αλέξα. Χρόνια και ζαμάνια!» Του ανταπέδωσε το χαμόγελο, αλλά ούτε το δικό της έφτασε στα μάτια της. Μετακίνησε αμήχανα τα πόδια της και έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές. «Γεια σου, Νικ. Πώς είσαι;» «Μια χαρά. Έλα, κάθισε. Να σε κεράσω έναν καφέ; Τσάι;» «Καφέ, παρακαλώ.» «Γάλα; Ζάχαρη;» «Γάλα. Ευχαριστώ.» Γλίστρησε με χάρη σε μια πολυθρόνα, τη γύρισε αντίθετα απ’ το γραφείο του και σταύρωσε τα πόδια της. Το επίβουλο κόκκινο ύφασμα ανασηκώθηκε και του επέτρεψε να ρίξει μια φευγαλέα ματιά στις γάμπες της, λείες και γυμνασμένες. Συγκεντρώθηκε στον καφέ του. «Ναπολεόν; Μηλοπιτάκι; Είναι από το φούρνο απέναντι.» «Όχι, ευχαριστώ.» «Σίγουρα;» «Ναι. Δε θα κατάφερνα ποτέ να σταματήσω σε ένα. Έχω μάθει να μη βάζω τον εαυτό μου στον πειρασμό.» Η λέξη πειρασμός βγήκε απ’ τα χείλη της με μια χαμηλή, βραχνή φωνή που του χάιδεψε τα αυτιά. Το παντελόνι του τον έσφιξε λιγάκι και συνειδητοποίησε πως η φωνή της χάιδεψε κι άλλα σημεία του. Εντελώς συγχυσμένος με την αντίδρασή του απέναντι σε μια γυναίκα με την οποία δεν ήθελε καμία σωματική επαφή, εστιάστηκε στην ετοιμασία του καφέ της και κάθισε απέναντί της. Μελέτησαν ο ένας τον άλλο για μερικές στιγμές και η σιωπή παρατάθηκε. Εκείνη πασπάτεψε το χρυσό βραχιόλι που τύλιγε τον καρπό της. «Τα συλλυπητήριά μου για το θείο σου τον Ερλ.» «Σ’ ευχαριστώ. Σε ενημέρωσε η Μάγκι για τις λεπτομέρειες;» «Το όλο πράγμα ακούγεται τρελό.» «Είναι. Ο θείος Ερλ πίστευε στην οικογένεια και πριν πεθάνει ήταν πεπεισμένος πως εγώ δε θα


παντρευόμουν ποτέ. Έτσι αποφάσισε πως ένα γερό σπρώξιμο θα ήταν για το καλό μου.» «Δεν πιστεύεις στο γάμο;» Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους. «Ο γάμος είναι περιττός. Το όνειρο “μαζί για πάντα” είναι παραμύθι. Δεν υπάρχουν λευκοί ιππότες και μονογαμία.» Εκείνη τραβήχτηκε προς τα πίσω έκπληκτη. «Δεν πιστεύεις στη δέσμευση απέναντι σε ένα άλλο άτομο;» «Οι δεσμεύσεις έχουν μικρή διάρκεια ζωής. Σίγουρα οι άνθρωποι το εννοούν όταν εξομολογούνται την αγάπη και την αφοσίωσή τους, αλλά ο χρόνος διαβρώνει όλα τα καλά και αφήνει μόνο τα άσχημα. Ξέρεις κανέναν που να είναι ευτυχισμένος στο γάμο του;» Τα χείλη της άνοιξαν, μετά βυθίστηκε σε σιωπή. «Εκτός από τους γονείς μου; Μάλλον όχι. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν ευτυχισμένα ζευγάρια.» «Μπορεί.» Ο τόνος του ερχόταν σε αντίθεση με την απρόθυμη συμφωνία του. «Φαντάζομαι πως υπάρχουν πολλά θέματα πάνω στα οποία δε συμφωνούμε» είπε η Αλέξα και μετακινήθηκε στο κάθισμά της ξανασταυρώνοντας τα πόδια της. «Θα χρειαστούμε λίγο καιρό μαζί για να δούμε αν το όλο πράγμα θα λειτουργήσει.» «Δεν έχουμε χρόνο. Ο γάμος πρέπει να γίνει μέχρι το τέλος της επόμενης βδομάδας. Δεν έχει σημασία αν ταιριάζουμε. Πρόκειται για μια αυστηρά επαγγελματική διευθέτηση.» Εκείνη μισόκλεισε τα μάτια. «Βλέπω ότι είσαι ο ίδιος αυταρχικός νταής που με πείραζε για το μέγεθος του στήθους μου. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.» Ο Νικ εστίασε την προσοχή του στο ντεκολτέ του φορέματός της. «Μάλλον έχεις δίκιο. Μερικά πράγματα παραμένουν τα ίδια. Άλλα συνεχίζουν να διογκώνονται.» Η ανάσα της πιάστηκε με το ύπουλο καρφί του, αλλά το χαμόγελό της τον αιφνιδίασε. «Και κάποια άλλα παραμένουν μικρά.» Το γεμάτο νόημα βλέμμα της έπεσε κατευθείαν στο εξόγκωμα στο κέντρο του παντελονιού του. Λίγο έλειψε να πνιγεί με τον καφέ του αλλά κατάφερε να αφήσει κάτω το φλιτζάνι με ήρεμη αξιοπρέπεια. Ένα κύμα ζέστης απλώθηκε στο στομάχι του καθώς θυμόταν εκείνη τη μέρα στην πισίνα όταν ήταν πιτσιρίκια. Πείραζε ανελέητα την Αλέξα για τις αλλαγές στο σώμα της όταν η Μάγκι ήρθε αθόρυβα πίσω του και του κατέβασε το μαγιό. Εκτεθειμένος με όλη τη σημασία της λέξης, απομακρύνθηκε προσποιούμενος πως το όλο επεισόδιο δεν τον είχε ενοχλήσει. Αλλά αξιολογούσε ακόμα την ανάμνηση ως την πιο ταπεινωτική του στιγμή. Έδειξε τα χαρτιά που ήταν απλωμένα μπροστά της. «Η Μάγκι μού είπε πως χρειάζεσαι ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Άφησα το νούμερο ανοιχτό για διαπραγμάτευση.» Μια περίεργη έκφραση άστραψε στο πρόσωπό της. Τα χαρακτηριστικά της σφίχτηκαν, ύστερα χαλάρωσαν ξανά. «Είναι το συμβόλαιο;» Της έγνεψε καταφατικά. «Ξέρω πως θα θες να το κοιτάξει πρώτα ο δικηγόρος σου.» «Δεν υπάρχει λόγος. Ένας φίλος μου είναι δικηγόρος. Έμαθα αρκετά όταν τον βοηθούσα να μελετήσει για τις εξετάσεις του. Μπορώ να το δω;» Ο Νικ έσπρωξε τα χαρτιά πάνω στο γυαλισμένο ξύλο. Η Αλέξα έβγαλε από την τσάντα της ένα ζευγάρι μικρά γυαλιά για διάβασμα με μαύρο σκελετό και τα έσπρωξε στη γέφυρα της μύτης της.


Κάμποσα λεπτά πέρασαν όσο διάβαζε το συμβόλαιο. Άδραξε την ευκαιρία για να τη μελετήσει καλύτερα. Η έντονη έλξη που ένιωθε γι’ αυτή τον εκνεύριζε. Η Αλέξα δεν ήταν ο τύπος του. Διέθετε υπερβολικά πλούσιες καμπύλες, ήταν υπερβολικά άμεση, υπερβολικά… αληθινή. Ο Νικ ήθελε να βεβαιωθεί πως θα ήταν ασφαλής από οποιοδήποτε συναισθηματικό ξέσπασμά της αν κάτι δεν πήγαινε όπως το ήθελε. Ακόμα και όταν θύμωνε η Γκάμπι, πάντα φερόταν με αυτοσυγκράτηση. Η Αλέξα κυριολεκτικά τον τρομοκρατούσε. Κάτι στο στομάχι του του ψιθύριζε πως δε θα ήταν εύκολο να τη χειριστεί. Έλεγε ευθέως τη γνώμη της και επιδείκνυε τα συναισθήματά της χωρίς πολλή σκέψη. Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούσαν κίνδυνο και αναταραχή και μπέρδεμα. Το τελευταίο που του χρειαζόταν σε ένα γάμο. Από την άλλη… Την εμπιστευόταν. Αυτά τα ζαφειρένια μάτια μαρτυρούσαν αποφασιστικότητα και αίσθηση δικαίου. Η υπόσχεσή της σήμαινε κάτι. Μετά από ένα χρόνο, ήξερε πως θα έφευγε χωρίς να ρίξει ματιά πίσω της ή να ζητήσει περισσότερα λεφτά. Η ζυγαριά έγερνε υπέρ της. Ένα κερασένιο νύχι χτυπούσε ρυθμικά την άκρη της σελίδας. Σήκωσε τα μάτια απ’ τα χαρτιά. Ο Νικ αναρωτήθηκε γιατί το δέρμα της είχε χλωμιάσει τόσο πολύ, όταν έδειχνε τόσο ξαναμμένη και υγιής μόλις μια στιγμή πριν. «Έχεις λίστα με τις απαιτήσεις σου;» Το είπε σαν να τον κατηγορούσε ότι είχε κάνει κάποιο σοβαρό έγκλημα, όχι μια λίστα με προτερήματα και μειονεκτήματα. Καθάρισε το λαιμό του. «Απλώς μερικά χαρακτηριστικά που θα ήθελα να έχει η σύζυγός μου.» Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά δε βγήκαν λέξεις. Φάνηκε να παλεύει για να τις αρθρώσει. «Θέλεις μια οικοδέσποινα, ένα ορφανό και ένα ρομπότ, όλα σε ένα. Πόσο σωστό είναι αυτό;» Ο Νικ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Υπερβάλλεις. Απλώς και μόνο επειδή θα ήθελα να παντρευτώ κάποια με χάρη και επαγγελματισμό, δε σημαίνει πως είμαι κανένα τέρας.» «Θέλεις μια σύζυγο Στέπφορντ* χωρίς το σεξ. Τίποτα δεν έχεις μάθει για τις γυναίκες από τότε που ήσουν δεκατεσσάρων;» «Πολλά έμαθα. Γι’ αυτό ο θείος Ερλ έπρεπε να με αναγκάσει να μπω σε ένα θεσμό ο οποίος κατά βάση ωφελεί τις γυναίκες.» Η Αλέξα άφησε ένα βογκητό. «Και οι άντρες παίρνουν πολλά από το γάμο!» «Όπως;» «Σταθερό σεξ και συντροφικότητα.» «Μετά από έξι μήνες αρχίζουν οι πονοκέφαλοι και οι σύζυγοι βαριούνται ο ένας τον άλλο μέχρι θανάτου.» «Κάποιον για να γεράσετε μαζί.» «Οι άντρες δε θέλουν να γεράσουν ποτέ. Γι’ αυτό και ψάχνουν πάντα για νεότερες γυναίκες.» Το στόμα της άνοιξε από έκπληξη. Το έκλεισε απότομα. «Παιδιά… οικογένεια… κάποια που θα αγαπάς στην αρρώστια και στην υγεία.» «Κάποια που ξοδεύει όλα σου τα λεφτά και σε ζαλίζει κάθε βράδυ και θα σε κυνηγάει επειδή δε μαζεύεις τις ακαταστασίες σου.» «Είσαι άρρωστος.» «Ζεις με ψευδαισθήσεις.»


Κούνησε το κεφάλι της κάνοντας τις μεταξένιες μαύρες μπούκλες της να χορέψουν γύρω από το πρόσωπό της κι ύστερα να κατακάτσουν πάλι αργά. Το κοκκίνισμα είχε επιστρέψει στο πρόσωπό της. «Θεέ μου, οι γονείς σου πραγματικά σε κατέστρεψαν!» μουρμούρισε. «Ευχαριστώ, δόκτωρ Φρόιντ.» «Και τι γίνεται αν δεν ταιριάζω σε όλες αυτές τις κατηγορίες;» «Θα το δουλέψουμε.» Τα μάτια της στένεψαν, ενώ δάγκωνε το κάτω χείλι της. Ο Νικ θυμήθηκε ξαφνικά την πρώτη φορά που την είχε φιλήσει, στα δεκάξι του. Πώς είχε πιέσει το στόμα του στο δικό της, νιώθοντάς τη να τρέμει. Τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν απαλά το γυμνό δέρμα των ώμων της. Το δροσερό άρωμα λουλουδιών και σαπουνιού που πλημμύριζε τα ρουθούνια του. Μετά, τα χαρακτηριστικά της να λάμπουν με αθωότητα, ομορφιά, αγνότητα. Περιμένοντας το ζήσαναυτοί-καλά. Μετά είχε χαμογελάσει και του είχε πει πως τον αγαπούσε. Πως ήθελε να τον παντρευτεί. Έπρεπε να την είχε χτυπήσει χαϊδευτικά στο κεφάλι, να της είχε πει κάτι όμορφο και να φύγει. Όμως το σχόλιό της για το γάμο ήταν γλυκό και δελεαστικό με έναν τρόπο που τον είχε κατατρομάξει. Ακόμα και στα δεκάξι του, ο Νικ ήξερε πως καμία σχέση δεν μπορούσε να είναι όμορφη – τελικά όλες κατέληγαν άσχημα. Είχε γελάσει, την είχε αποκαλέσει μωρό και την είχε παρατήσει μόνη στο δάσος. Η ευάλωτη έκφραση και ο πόνος στο πρόσωπό της του είχαν ραγίσει την καρδιά, αλλά είχε σκληρύνει τον εαυτό του απέναντι στο συναίσθημα. Όσο νωρίτερα μάθαινε η Αλέξα τόσο το καλύτερο για κείνη. Ο Νικ είχε φροντίσει να πάρουν και οι δύο ένα σκληρό μάθημα εκείνη την ημέρα. Αποτίναξε βίαια την ανάμνηση και επικεντρώθηκε στο παρόν. «Γιατί δε μου λες τι ζητάς εσύ απ’ αυτό το γάμο;» «Εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια. Μετρητά. Μπροστά και όχι στο τέλος του χρόνου.» Έσκυψε προς το μέρος της με το ενδιαφέρον του να έχει ανάψει. «Χοντρό χρήμα. Χρέη από τζόγο;» Ένας αόρατος τοίχος υψώθηκε ανάμεσά τους. «Όχι.» «Αγοραστική μανία;» Θυμός άστραψε στα μάτια της. «Δεν είναι δική σου δουλειά. Μέρος της συμφωνίας είναι πως δε θα μου κάνεις ερωτήσεις για τα λεφτά ή για το πώς σκοπεύω να τα χρησιμοποιήσω.» «Χμμ, κάτι άλλο;» «Πού μένεις;» «Στο σπίτι μου.» «Δε σκοπεύω να αφήσω το διαμέρισμά μου. Θα πληρώνω το νοίκι ως συνήθως.» Ένιωσε έκπληξη. «Ως σύζυγός μου, θα χρειαστείς την κατάλληλη γκαρνταρόμπα. Θα παίρνεις ένα επίδομα και θα έχεις πρόσβαση στον προσωπικό μου λογαριασμό για ψώνια.» «Θα φοράω ό,τι θέλω, όποτε θέλω και θα πληρώνω με το δικό μου τρόπο.» Ο Νικ έπνιξε ένα χαμόγελο. Σχεδόν απολάμβανε αυτή τη μάχη, ακριβώς όπως παλιά. «Θα παίζεις την οικοδέσποινα για τους επαγγελματικούς μου συνεργάτες. Έχω μια μεγάλη συμφωνία στα σκαριά, οπότε θα πρέπει να τα πας καλά με τις άλλες συζύγους.» «Θα τα καταφέρω να μην ακουμπάω τους αγκώνες μου στο τραπέζι και να γελάω με τα χαζά


αστεία τους. Αλλά πρέπει να είμαι ελεύθερη να διευθύνω τη δική μου επιχείρηση και να απολαμβάνω τη δική μου κοινωνική ζωή.» «Φυσικά. Δεν περιμένω να μη συνεχίσεις τον προσωπικό σου τρόπο ζωής.» «Εάν και εφόσον δε σε ντροπιάζει;» «Ακριβώς.» Κούνησε το δάχτυλο του ποδιού της στον ίδιο ρυθμό που χτυπούσε τα νύχια της πάνω στο γραφείο. «Έχω μερικά προβλήματα μ’ αυτή τη λίστα.» «Είμαι ευέλικτος άνθρωπος.» «Είμαι πολύ κοντά με την οικογένειά μου και θα χρειαστεί μια καλή δικαιολογία για να πιστέψουν πως παντρεύομαι τόσο ξαφνικά.» «Πες του απλώς πως συναντηθήκαμε τυχαία μετά από τόσα χρόνια και αποφασίσαμε να παντρευτούμε.» Η Αλέξα σήκωσε τα μάτια στο ταβάνι. «Δεν πρέπει να μάθουν για τη συμφωνία μας, οπότε πρέπει να πιστέψουν πως είμαστε τρελά ερωτευμένοι. Θα πρέπει να έρθεις για δείπνο στο σπίτι τους ώστε να τους το ανακοινώσουμε. Και θα πρέπει να το κάνουμε να φανεί πειστικό.» Ο Νικ θυμήθηκε ότι ο πατέρας της το είχε ρίξει στο ποτό και είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του. «Μιλάς ακόμα με τον πατέρα σου;» «Ναι.» «Παλιά τον μισούσες.» «Έχει κάνει ενέργειες για επανόρθωση. Επέλεξα να τον συγχωρήσω. Τέλος πάντων, ο αδελφός μου και η νύφη μου και η ανιψιά μου κα τα δίδυμα μένουν όλοι με τους γονείς μου. Θα κάνουν ένα εκατομμύριο ερωτήσεις, γι’ αυτό θα πρέπει να είσαι πειστικός.» Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Δε μου αρέσουν οι περίπλοκες καταστάσεις.» «Κρίμα. Είναι μέρος της συμφωνίας.» Ο Νικ σκέφτηκε πως μπορούσε να της επιτρέψει αυτή τη μικρή νίκη. «Ωραία. Κάτι άλλο;» «Ναι. Θέλω κανονικό γάμο.» Τα μάτια του στένεψαν. «Εγώ σκεφτόμουν το δημαρχείο.» «Εγώ σκεφτόμουν ένα άσπρο φόρεμα με την οικογένειά μου παρούσα και τη Μάγκι κουμπάρα.» «Δε μου αρέσουν οι γάμοι.» «Το είπες αυτό. Η οικογένειά μου δε θα πιστέψει ποτέ ότι κλέφτηκα. Πρέπει να το κάνουμε γι’ αυτούς.» «Παντρεύομαι εσένα για επαγγελματικούς λόγους, Αλέξα. Όχι την οικογένειά σου.» Το πιγούνι της ανασηκώθηκε με πείσμα. Ο Νικ κράτησε μια νοερή σημείωση της κίνησης. Έμοιαζε σαν προειδοποίηση πριν ορμήσει στη μάχη. «Πίστεψέ με, ούτε κι εγώ χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά πρέπει να το παίξουμε σωστά αν θέλουμε να πιστέψει ο κόσμος πως είναι αλήθεια.» Τα χαρακτηριστικά του σφίχτηκαν, αλλά κατάφερε να κάνει ένα κοφτό νεύμα. «Ωραία.» Η φωνή του έσταζε σαρκασμό. «Κάτι άλλο;» Φαινόταν κάπως νευρική καθώς του έριχνε μια ματιά, μετά σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο. Η προσοχή του στράφηκε στα τέλεια οπίσθιά της που


κινιόντουσαν μπρος πίσω, και το φερμουάρ του τεντώθηκε με δυσφορία. Η τελευταία του λογική σκέψη πέρασε σαν φευγαλέο όραμα από μπροστά του. Σώσε ό,τι προλαβαίνεις εδώ και τώρα και πάρε δρόμο. Αυτή η γυναίκα θα σου κάνει τη ζωή άνω κάτω, διαγωνίως, καθέτως και πλαγίως και εσύ πάντα μισούσες το λούνα παρκ. Ο Νικ πάλεψε να πνίξει ένα ξαφνικό κύμα φόβου και περίμενε την απάντησή της. *** Ω, διάβολε! Γιατί έπρεπε να είναι τόσο πολύ κούκλος; Του έριξε μια λαθραία ματιά καθώς βημάτιζε στο δωμάτιο. Μια χυδαία βρισιά ανέβηκε στα χείλη της, αλλά κατάφερε να την καταπιεί. Μεγαλώνοντας, συνήθιζε να καγχάζει και να τον αποκαλεί Ομορφόπαιδο εξαιτίας των χρυσών μαλλιών του. Εκείνες οι γεμάτες ζωντάνια μπούκλες είχαν τιθασευτεί σε ένα κοντό, συντηρητικό κούρεμα, αλλά μερικές ατίθασες τούφες έπεφταν στο μέτωπό του επαναστατώντας με πείσμα. Το χρώμα είχε σκουρύνει ελαφρά με τον καιρό, αλλά ακόμα της θύμιζε τα αγαπημένα της δημητριακά, έτσι όπως κυμαινόταν από μελί ξανθό μέχρι λευκόξανθο του άχυρου. Τα χαρακτηριστικά του είχαν σκληρύνει – το σαγόνι του ήταν τώρα ελαφρώς πιο γωνιώδες. Τέλεια λευκά δόντια άστραψαν μέσα από ένα σύντομο χαμόγελο. Τα μάτια του είχαν το ίδιο βαθύ καστανό χρώμα και μιλούσαν για κρυμμένα μυστικά, γερά κλειδωμένα πίσω από έναν τοίχο. Όμως το κορμί του… Πάντα ήταν δραστήριος, αλλά, όταν διέσχισε το δωμάτιο, το κομψό μπεζ παντελόνι του κινιόταν και λύγιζε κατά τη θέλησή του, υπογραμμίζοντας τα μακριά μυώδη πόδια και τα σφιχτά του οπίσθια. Το καφέ πουλόβερ με το V ήταν ταυτόχρονα σπορ και κατάλληλο για γραφείο το Σάββατο. Μερικά σημεία ήταν εντελώς ακατάλληλα. Τα γυμνασμένα μπράτσα του. Οι φαρδιοί ώμοι και το στήθος που τέντωνε και γέμιζε το ύφασμα. Το βαθύ μπρούντζινο χρώμα της επιδερμίδας του, λες και καθόταν στον ήλιο με τις ώρες. Η ζωώδης ευλυγισία των κινήσεών του. Είχε ωριμάσει και δεν ήταν πια το ομορφόπαιδο. Ο Νικ Ράιαν ήταν ένας καυτός άντρας – και συνέχιζε να τη βλέπει σαν τη μικρή φίλη της Μάγκι. Όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν, δεν υπήρξε αναγνώριση ούτε εκτίμηση. Μόνο μια απόμακρη φιλικότητα που ένιωθε για κάποιον απ’ το παρελθόν του. Ε λοιπόν, με τίποτα δε θα επέτρεπε να φερθεί σαν λιγωμένη επειδή ήταν ελκυστικός. Η προσωπικότητά του ήταν ακόμα απαίσια. Μεγάλο Α για το Ανιαρός. Μεγάλο Β για το Βαρετός. Μεγάλο… Έδιωξε βιαστικά αυτή τη σκέψη απ’ το μυαλό της. Η Αλέξα μισούσε το γεγονός πως η παρουσία του την έκανε νευρική και της προκαλούσε μια ελαφριά ζαλάδα. Πριν από μια βδομάδα είχε κάνει μια ερωτική γητειά και η Μητέρα Γη την είχε ακούσει. Είχε τα λεφτά που ήθελε και μπορούσε να σώσει το σπίτι της οικογένειάς της. Αλλά τι στο διάβολο είχε συμβεί με την υπόλοιπη λίστα της; Ο άντρας μπροστά της ερχόταν κόντρα σε όλα όσα πίστευε. Εδώ δεν επρόκειτο για ερωτικό συνταίριασμα. Όχι, επρόκειτο για επαγγελματική συμφωνία, καθαρά και ξάστερα και πολύ πολύ ψυχρά. Ενώ η ανάμνηση του πρώτου τους φιλιού αναδυόταν από τα βάθη του μυαλού της, θα έβαζε στοίχημα πως εκείνος είχε ξεχάσει εντελώς τη συγκεκριμένη στιγμή. Η ταπείνωση της έσφιγγε τα


σωθικά. Μέχρι εδώ. Τελικά η Μητέρα Γη δε θα της χάριζε ούτε την πρώτη και βασική απαίτηση της λίστας της; Πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε. «Κάτι ακόμα.» «Ναι;» τη ρώτησε. «Παρακολουθείς μπέιζμπολ;» «Φυσικά.» Το στομάχι της σφίχτηκε απ’ την ένταση. «Έχεις κάποια αγαπημένη ομάδα;» Εκείνος χαμογέλασε χαζά. Πραγματικά χαμογέλασε χαζά. «Μία είναι η ομάδα της Νέας Υόρκης.» Η Αλέξα πάλεψε τη ναυτία της και έκανε την ερώτηση. «Ποια;» «Οι Γιάνκις φυσικά. Είναι η μόνη ομάδα που κερδίζει. Είναι η μόνη ομάδα που αξίζει.» Η Αλέξα πήρε μερικές βαθιές ανάσες, έτσι όπως είχε μάθει να κάνει στη γιόγκα. Μπορούσε να παντρευτεί έναν οπαδό των Γιάνκις; Δε θα ήταν σαν να πρόδιδε όλες τις αρχές και την ηθική της; Μπορούσε να αντέξει να είναι παντρεμένη με έναν άντρα που είχε Θεό του τη λογική και θεωρούσε ότι η μονογαμία ήταν κάτι για τις γυναίκες; «Αλέξα; Είσαι εντάξει;» Του έκανε νόημα με το χέρι να σωπάσει και συνέχισε να βηματίζει, αναζητώντας απελπισμένα απαντήσεις. Αν έφευγε τώρα, δεν υπήρχε άλλη προοπτική παρά μόνο να πουλήσουν το σπίτι. Μπορούσε να ζήσει με τη συνείδησή της, ξέροντας ότι ήταν υπερβολικά εγωίστρια για να κάνει μια θυσία για την οικογένειά της; Είχε περιθώρια επιλογής; «Αλέξα;» Έκανε στροφή πάνω στα τακούνια της. Η ανυπομονησία ήταν χαραγμένη στις γραμμές του προσώπου του. Αυτός ο άντρας δεν είχε την παραμικρή ανοχή στα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Όσο καυτός κι αν έδειχνε, θα ήταν μεγάλο αγκάθι στο πλευρό της, όπως ήταν και παλιά. Μάλλον προγραμμάτιζε τις μέρες του ανά λεπτό. Μάλλον δεν ήξερε τι σήμαινε η λέξη παρορμητικός. Θα άντεχαν να ζήσουν στο ίδιο σπίτι για ένα χρόνο; Μήπως θα ξέσκιζαν ο ένας τον άλλο πριν περάσουν οι τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες; Κι αν οι Γιάνκις κατάφερναν να πάνε στα τελικά φέτος; Τότε εκείνη θα έπρεπε να ανεχτεί την αισχρή υπεροψία του και τα υποτιμητικά χαμόγελά του. Ω Θεέ μου… Σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος του. «Μη μου πεις! Είσαι οπαδός των Μετς.» Εκείνη ρίγησε με τον τόνο του. «Αρνούμαι να μιλήσω για μπέιζμπολ μαζί σου. Δε θα φοράς ποτέ εξοπλισμό των Γιάνκις όταν θα είσαι μαζί μου. Δε με νοιάζει τι θα φοράς όταν δε θα είμαι μπροστά. Κατανοητό;» Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή. Η Αλέξα ρισκάρισε μια ματιά προς την κατεύθυνσή του. Την κοιτούσε λες και στα μαλλιά της είχαν φυτρώσει φίδια της Μέδουσας. «Με δουλεύεις;» Κούνησε το κεφάλι της με ζέση. «Όχι.» «Δε μου επιτρέπεται να φοράω ούτε το καπελάκι μου των Γιάνκις;» «Ακριβώς.» «Είσαι τρελή!» της είπε. «Μιλημένα ξηγημένα. Πες μου τώρα πριν σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο.» Τότε εκείνος έκανε κάτι που η Αλέξα δεν τον είχε δει να κάνει από τότε που ο νταής της


γειτονιάς είχε πέσει απ’ το ποδήλατό του και είχε ξεσπάσει σε χαζά κοριτσίστικα κλάματα. Ο Νικ Ράιαν γέλασε. Όχι με μια αναλαμπή κεφιού ή ένα χαμόγελο γύρω από τα χείλη. Αυτό ήταν ένα ασυγκράτητο γέλιο, βαθύ και αρρενωπό. Ο ήχος πλημμύρισε το δωμάτιο και το έκανε να σφύζει από ζωή. Η Αλέξα πάλεψε να πνίξει το δικό της χαμόγελο, ειδικά επειδή το χιούμορ του στρεφόταν σ’ εκείνη. Διάβολε, έδειχνε ωραίος όταν κατέβαινε απ’ το ψηλό του άτι. Τελικά ηρέμησε, έδειξε να το σκέφτεται και της πρότεινε μια συμβιβαστική λύση. «Δε θα φοράω εξοπλισμό των Γιάνκις, αλλά το ίδιο θα ισχύει και για σένα. Κανένα μπιχλιμπίδι των Μετς. Δε θέλω να δω καν μια κούπα του καφέ ή ένα μπρελόκ για τα κλειδιά πουθενά μέσα στο σπίτι μου. Το πιάνεις;» Ένιωσε να βράζει απ’ το θυμό. Με κάποιον τρόπο η συμφωνία είχε γυρίσει εναντίον της. «Διαφωνώ. Δεν έχουν πάρει πρωτάθλημα από το 1986, οπότε εγώ θα φοράω τα δικά μου. Εσείς έχετε αρκετή δόξα – δε χρειάζεστε κι άλλη.» Η γωνία των χειλιών του συσπάστηκε. «Καλή προσπάθεια, αλλά εγώ δεν είμαι κανένας απ’ αυτούς τους λαπάδες που έχεις συνηθίσει να βγαίνεις. Όχι Γιάνκις, όχι Μετς. Άμα σ’ αρέσει.» «Δε βγαίνω με λαπάδες.» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε με νοιάζει.» Άλλαξε πόδι και με το ζόρι συγκρατήθηκε να μη σφίξει τα χέρια της σε γροθιές. Ήταν τόσο απίστευτα αποστασιοποιημένος. Πώς μπορούσε να δείχνει τόσο νόστιμος, αλλά παρ’ όλα αυτά να της θυμίζει το δηλητηριασμένο μήλο που έδωσε η Κακιά Μάγισσα στη Χιονάτη; «Λοιπόν; Θέλεις να το σκεφτείς το βράδυ που θα κοιμάσαι ή ό,τι άλλο κάνουν οι γυναίκες όταν δεν μπορούν να πάρουν μια απόφαση;» Δάγκωσε το χείλι της δυνατά και πίεσε τις λέξεις να βγουν απ’ το στόμα της. «Εντάξει. Είμαστε σύμφωνοι.» «Κάτι άλλο;» «Μάλλον τα καλύψαμε όλα.» «Όχι εντελώς.» Ο Νικ έκανε μια παύση σαν να επρόκειτο να αγγίξει ένα λεπτό ζήτημα. Η Αλέξα ορκίστηκε πως θα παρέμενε ψύχραιμη, ό,τι κι αν έλεγε. Αυτό το παιχνίδι μπορούσαν να το παίξουν δύο. Θα ήταν μια βασίλισσα των πάγων, ακόμα κι αν τη βασάνιζε λεκτικά. Πήρε μια ανάσα και γλίστρησε πάλι στην καρέκλα της, ύστερα έπιασε τον καφέ της και ήπιε μια μικρή γουλιά. Εκείνος τέντωσε τα δάχτυλά του και πήρε μια ανάσα. «Θέλω να σου μιλήσω σχετικά με το σεξ.» «Το σεξ;» Η λέξη έπεσε από τα χείλη της και εκπυρσοκρότησε στον αέρα σαν πυροβολισμός. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, αλλά αρνήθηκε να αφήσει να φανεί κάποια αλλαγή στην έκφρασή της. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και άλλαξαν θέσεις, καθώς τώρα άρχισε εκείνος να βηματίζει πάνω στο πολυτελές χαλί. «Βλέπεις, θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά διακριτικοί με, ε, τις εξωσυζυγικές μας δραστηριότητες.» «Διακριτικοί;» «Ναι. Έρχομαι σε επαφή με μερικούς πολύ σημαντικούς πελάτες και πρέπει να προστατέψω την υπόληψή μου. Πόσο μάλλον που οι όροι της συμφωνίας μας θα έσπαγαν αν ο γάμος μας έμπαινε υπό αμφισβήτηση. Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να συμφωνούσες να παραμείνεις σε αποχή από


το σεξ για ένα χρόνο. Μπορείς να το κάνεις, δε νομίζεις;» «Μάλλον να μην το κάνω, είναι το σωστότερο.» Εκείνος άφησε ένα ψεύτικο γελάκι και η Αλέξα αναρωτήθηκε αν όντως αυτό που έβλεπε να γυαλίζει στο μέτωπό του ήταν ιδρώτας ή κάποιο παιχνίδισμα του φωτός. Ο Νικ σταμάτησε να βηματίζει και την κοίταξε σχεδόν επιφυλακτικά. Ξαφνικά, η πραγματική σημασία της φράσης του πήρε φωτιά μέσα στο μυαλό της και η αστραπή της επίγνωσης την τσουρούφλισε. Ο Νικ ήθελε από εκείνη να είναι η τέλεια σύζυγος, πράγμα που συμπεριλάμβανε ένα αγνό συζυγικό κρεβάτι. Αλλά δεν είχε πει λέξη για τη δική του αποχή από το σεξ. Η Μάγκι τής είχε πει όλες τις λεπτομέρειες για την Γκαμπριέλα, έτσι ήξερε πως ο Νικ ήταν μπλεγμένος σε μια σχέση. Η Αλέξα ακόμα δεν καταλάβαινε γιατί δεν παντρευόταν τη φιλενάδα του, αλλά η επιλογή του δεν ήταν κάτι το οποίο μπορούσε η ίδια να κρίνει. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν αυτό το αρσενικό σοβινιστικό γουρούνι που βρισκόταν μπροστά της και η επιθυμία της να ακυρώσει την όλη συμφωνία. Σχεδόν. Κούνησε το κεφάλι της με θυμό, αλλά κράτησε το πρόσωπό της γαλήνιο. Ο Νικ Ράιαν ήθελε να κάνει συμφωνίες. Ωραία. Γιατί, όταν η Αλέξα θα έβγαινε απ’ αυτή την πόρτα, ο Νίκι θα είχε υπογράψει τη συμφωνία της ζωής του. Του χαμογέλασε. «Καταλαβαίνω.» Το πρόσωπό του κυριολεκτικά φωτίστηκε. «Αλήθεια;» «Φυσικά. Αν ο γάμος υποτίθεται πως είναι αληθινός, πώς θα φαινόταν να γίνει η γυναίκα σου θέμα κουτσομπολιού επειδή έχει μια εξωσυζυγική περιπέτεια τόσο σύντομα μετά το γάμο;» «Ακριβώς.» «Άσε που θα έπρεπε να αντιμετωπίσεις ταπεινωτικές ερωτήσεις σχετικά με τον ανδρισμό σου. Αν η γυναίκα σου ξενοκοιμάται, είναι προφανές ποιο είναι το πρόβλημα. Δεν έχει αρκετό στο σπίτι.» Ο Νικ μετακίνησε το βάρος του. Το νεύμα που έκανε ήταν με μισή καρδιά. «Μάλλον.» «Και τι γίνεται με την Γκαμπριέλα;» Έκανε πίσω ξαφνιασμένος. «Πώς ξέρεις γι’ αυτή;» «Από τη Μάγκι.» «Μην ανησυχείς για την Γκαμπριέλα. Θα το φροντίσω εγώ.» «Κοιμάσαι μαζί της;» Έκανε ένα μορφασμό κι ύστερα προσποιήθηκε πως δεν τον ένοιαξε. «Έχει σημασία;» Σήκωσε τα χέρια της αμυντικά. «Θέλω να ξεκαθαρίσω το θέμα του σεξ. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής πληρώ τους όρους ένα και δύο. Σίγουρα δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου και δεν υπάρχει έλξη ανάμεσά μας. Λες πως, αν θέλω μια βραδιά καυτού σεξ, δεν μπορώ να την έχω. Οπότε, ποιοι είναι οι κανόνες για σένα;» Η Αλέξα έσφιξε τα χείλη της και αναρωτήθηκε πώς σκόπευε να βγει από τον τάφο που είχε μόλις σκάψει με τα ίδια του τα χέρια. ***


Ο Νικ κάρφωσε το βλέμμα στη γυναίκα που στεκόταν μπροστά του και προσπάθησε να καταπιεί. Η σέξι φωνή της ξύπναγε ακόμα πιο σέξι εικόνες στο μυαλό του, μ’ εκείνη γυμνή και απαιτητική και… καυτή. Ολόκληρο το παρουσιαστικό της φώναζε σεξ. Η αθωότητα της εφηβείας είχε χαθεί και είχε αφήσει πίσω της μια γνήσια γυναίκα με γνήσιες ανάγκες. Αναρωτήθηκε τι είδους άντρας ικανοποιούσε αυτές τις ανάγκες. Αναρωτήθηκε πόσο ώριμα θα ένιωθε τα στήθη της μέσα στα χέρια του ή τι γεύση θα είχαν τα χείλη της κάτω από τα δικά του. Αναρωτήθηκε τι να φορούσε κάτω από το κολλητό κόκκινο φουστάνι. «Νικ;» «Χμμ;» «Μ’ ακούς;» «Ναι. Σεξ. Υπόσχομαι πως δε θα βρεθείς ποτέ σε δύσκολη θέση.» «Δηλαδή μου λες πως σκοπεύεις να συνεχίσεις να κοιμάσαι με την Γκαμπριέλα;» «Η Γκαμπριέλα κι εγώ έχουμε σχέση.» «Αλλά δεν την παντρεύεσαι.» Η ατμόσφαιρα γύρω τους γέμισε ένταση. Εκείνος έκανε μερικά βήματα μακριά της, αναζητώντας απελπισμένα λίγη απόσταση. «Δεν είναι τέτοιου είδους σχέση.» «Χμμ, ενδιαφέρον. Δηλαδή λες ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω σεξ επειδή δεν έχω μια σταθερή σχέση με κάποιον για να το κάνω μαζί του.» Αν υπήρχαν πρόχειρα παγάκια, ο Νικ θα τα είχε πιπιλήσει ένα ένα. Η κατηγορία της έφερε μια περίεργη ζέστη να αναδύεται στην επιδερμίδα του. Ο τόνος της ήταν ήπιος. Το χαμόγελό της έμοιαζε χαλαρό και γνήσιο. Ο Νικ ένιωσε σαν να στέκεται στην κόψη κάποιου γυναικείου παιχνιδιού δύναμης και αναγνώρισε πως έχανε έδαφος. Πάλεψε αμέσως για το πάνω χέρι. «Αν είχες κάποια σταθερή σχέση στη ζωή σου, θα βρίσκαμε μια λύση. Αλλά οι άγνωστοι είναι πολύ επικίνδυνοι. Μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως η Γκαμπριέλα ξέρει πώς να κρατήσει ένα μυστικό.» Του χαμογέλασε. Ένα υπέροχο, θηλυκό χαμόγελο που υποσχόταν απολαύσεις πέρα από κάθε φαντασία και τις υποσχόταν όλες σε κείνον. Η καρδιά του σταμάτησε, έκανε παύση και μετά άρχισε να χτυπάει ξανά. Γοητευμένος, περίμενε τα επόμενα λόγια της. «Με τίποτα, μωρό μου.» Πάλεψε να συγκεντρώσει την προσοχή του καθώς η άρνηση γλιστρούσε μέσα από τα πλούσια χείλη της. «Ορίστε;» «Όχι σεξ για μένα. Όχι σεξ για σένα. Δε με νοιάζει αν είναι η Γκαμπριέλα ή μια στριπτιζέζ ή ο έρωτας της ζωής σου. Αν εγώ δεν μπορώ να διασκεδάσω, δεν μπορείς ούτε εσύ. Θα πρέπει να μείνεις ευχαριστημένος μ’ αυτό τον πολύ καθωσπρέπει επαγγελματικό γάμο και με το να χτίζεις τα κτίριά σου.» Έκανε μια παύση. «Το πιάνεις;» Το έπιασε. Αποφάσισε όμως να μην το δεχτεί. Και συνειδητοποίησε πως αυτή ήταν η τελευταία μπαλιά και έπρεπε να νικήσει. Το χαμόγελό του υποσχόταν συμπόνια και κατανόηση και τα χρήματα που της χρειάζονταν. «Αλέξα, καταλαβαίνω πως αυτό δε φαίνεται δίκαιο. Αλλά ένας άντρας είναι διαφορετικός. Η Γκαμπριέλα έχει κι αυτή μια υπόληψη να προστατέψει, έτσι ποτέ δε θα έρθεις σε δύσκολη θέση. Καταλαβαίνεις;»


«Ναι.» «Οπότε θα συμφωνήσεις με τους όρους;» «Όχι.» Τον κυρίεψε εκνευρισμός. Μισόκλεισε τα μάτια και τη μελέτησε. Μετά αποφάσισε να δώσει το καίριο χτύπημα. «Μπορέσαμε να συμφωνήσουμε σε όλα τα άλλα. Συμβιβαστήκαμε. Είναι μόνο για ένα χρόνο και μετά μπορείς να φύγεις και να κάνεις κανονικό όργιο, λίγο με νοιάζει.» Μάτια γαλάζια σαν πάγος τού ανταπέδωσαν το βλέμμα με ωμό πείσμα και ατσάλινη αποφασιστικότητα. «Αν κάνεις εσύ όργια, θα κάνω κι εγώ. Αν θες να κάνεις αποχή απ’ το σεξ, θα κάνω κι εγώ. Δε δίνω δεκάρα για τις βλακείες σου σχετικά με τους άντρες και τις γυναίκες και τη διαφορετικότητα. Αν πρέπει να πηγαίνω στο κρεβάτι μου μόνη για εκατόν εξήντα τέσσερις νύχτες, τότε το ίδιο θα κάνεις κι εσύ. Και αν θέλεις δράση, θα πρέπει να στραφείς στη γυναίκα σου.» Τίναξε το κεφάλι σαν καθαρόαιμο άλογο που μόλις βγαίνει στην αρένα. «Κι αφού ξέρουμε πως δε νιώθουμε έλξη ο ένας για τον άλλο, θα πρέπει να βρεις κάποιον άλλο τρόπο να εκτονώνεις την πίεση. Χρησιμοποίησε λίγη δημιουργική φαντασία. Η αποχή θα σου ανοίξει άλλους δρόμους.» Χαμογέλασε. «Γιατί αυτό είναι το μόνο που θα πάρεις.» Προφανώς δεν είχε ιδέα πως ήταν εξαιρετικός παίχτης του πόκερ και είχε περάσει τα τελευταία χρόνια εκτονώνοντας την πίεση σε παιχνίδια μέχρι πρωίας και έφευγε πάντα κατά αρκετές χιλιάδες πλουσιότερος. Όπως η παλιά του συνήθεια του καπνίσματος, έτσι και το πόκερ τον τραβούσε και το χρησιμοποιούσε για ευχαρίστηση, όχι για κέρδος. Αρνιόταν να την αφήσει να τον νικήσει και διαισθανόταν πως η νίκη ήταν κοντά. Αποφάσισε να ρίξει τη χαριστική βολή. «Θέλεις να είσαι παράλογη; Ωραία. Η συμφωνία ακυρώνεται. Αποχαιρέτα τα λεφτά σου. Θα πρέπει απλώς να κουμαντάρω το διοικητικό συμβούλιο για ένα διάστημα.» Γλίστρησε απ’ το κάθισμά της, πέρασε την τσάντα στον ώμο της και στάθηκε μπροστά του. «Χάρηκα που σε ξαναείδα, Ομορφόπαιδο.» Κατευθείαν στο ψαχνό. Αναρωτήθηκε αν ήξερε πόσο τον ενόχλησε το κοροϊδευτικό χαϊδευτικό και πόσο έντονα τον έκανε να θέλει να την ταρακουνήσει μέχρι να το πάρει πίσω. Ακόμα και όταν ήταν παιδιά, το μισούσε· και τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει δεν είχαν αμβλύνει την αιχμηρότητα της προσβολής. Όπως έκανε και όταν ήταν πιο νέος, έτριξε τα δόντια και κάλυψε την ενόχλησή του με ένα πλατύ χαμόγελο. «Ναι, ωραία ήταν. Ξαναπέρνα καμιά μέρα. Μη χαθείς.» «Δε θα χαθώ.» Έκανε μια παύση. «Τα λέμε.» Αυτή ήταν η στιγμή που ο Νικ κατάλαβε πως είχε κάνει λάθος. Θανάσιμο λάθος. Η Αλεξάντρια Μαρία ΜακΚένζι μπορούσε να νικήσει στο πόκερ – όχι επειδή ήξερε να λέει ψέματα, αλλά επειδή ήταν διατεθειμένη να χάσει. Επίσης έπαιζε σκληρό παιχνίδι. Την είδε να του στρέφει την πλάτη. Να πηγαίνει στην πόρτα. Να γυρίζει το πόμολο. Και μετά… «Εντάξει.» Η λέξη βγήκε από το στόμα του πριν προλάβει να το σκεφτεί. Κάτι του είπε πως θα έφευγε και δε θα τον ξανάπαιρνε τηλέφωνο αργότερα για να του πει πως άλλαξε γνώμη. Και, διάβολε, η Αλέξα ήταν η μοναδική του υποψήφια. Ένας χρόνος από τη ζωή του δεν ήταν τίποτα συγκριτικά με το δώρο ενός μέλλοντος, όπου θα έκανε αυτό που πάντα ονειρευόταν. Όφειλε πάντως να της το αναγνωρίσει. Δεν υπήρξε κομπασμός εκ μέρους της.


Έκανε στροφή και μίλησε με ένα ψυχρό, επαγγελματικό ύφος. «Ξέρω πως το συμβόλαιο δεν αναφέρει την καινούργια μας συμφωνία. Μου δίνεις το λόγο σου πως θα την τηρήσεις;» «Μπορώ να βάλω να φτιάξουν ένα αναθεωρημένο συμβόλαιο.» «Δε χρειάζεται. Μου δίνεις το λόγο σου;» Η φιγούρα της άστραφτε από ενέργεια. Ο Νικ συνειδητοποίησε πως τον εμπιστευόταν στο ίδιο επίπεδο που την εμπιστευόταν κι αυτός. Ένα σκίρτημα ικανοποίησης τον διέτρεξε. «Σου δίνω το λόγο μου.» «Τότε ας δώσουμε τα χέρια. Α, και η διάλυση του γάμου μετά από ένα χρόνο; Η οικογένειά μου δεν πρέπει να πληγωθεί από αυτή την απάτη. Θα δηλώσουμε ασυμφωνία χαρακτήρων και θα προσποιηθούμε πως χωρίζουμε σαν φίλοι.» «Μια χαρά είμαι μ’ αυτό.» «Ωραία. Έλα να με πάρεις απόψε στις εφτά για να πάμε να δούμε τους δικούς μου και να τους πούμε τα νέα. Θα φροντίσω εγώ όλες τις λεπτομέρειες του γάμου.» Της έγνεψε καταφατικά, με το μυαλό του κάπως θολωμένο από την απόφασή του και την εγγύτητά της. Βανίλια ήταν αυτό το λεπτό άρωμα στο δέρμα της; Ή μήπως κανέλα; Την κοίταξε ζαλισμένος να αφήνει την επαγγελματική της κάρτα πάνω στο γραφείο από ξύλο κερασιάς. «Η διεύθυνσή μου στο βιβλιοπωλείο» του είπε. «Τα λέμε το βράδυ.» Καθάρισε το λαιμό του για να απαντήσει, αλλά ήταν πολύ αργά. Εκείνη είχε ήδη φύγει.


Κεφάλαιο Τρία Η Αλέξα στριφογύρισε στο κάθισμά της καθώς η σιωπή συνεχιζόταν ανάμεσά τους μέσα στη μαύρη BMW. Ο μελλοντικός της σύζυγος έμοιαζε το ίδιο αμήχανος και είχε επιλέξει να εστιάσει την ενέργειά του στο ΜΡ3. Προσπάθησε να μη μορφάσει όταν τελικά εκείνος έβαλε Μότσαρτ. Πραγματικά απολάμβανε τη μουσική χωρίς στίχους. Η Αλέξα σχεδόν ανατρίχιασε ξανά όταν σκέφτηκε πως θα μοιραζόταν το ίδιο σπίτι μαζί του. Για. Έναν. Ολόκληρο. Χρόνο. «Έχεις καθόλου Black Eyed Peas*;» Την κοίταξε μπερδεμένος. «Για να φάμε;» Συγκράτησε ένα βογκητό. «Θα συμβιβαστώ ακόμα και με κάτι παλιό και κλασικό. Σινάτρα, Μπένετ, Μάρτιν.» Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. «Eagles; Beatles; Απλώς βάλε μια φωνή αν κάποιο απ’ αυτά τα ονόματα σου ακούγεται γνωστό.» Οι ώμοι του σφίχτηκαν. «Ξέρω ποιοι είναι. Μήπως θα προτιμούσες Μπετόβεν;» «Ξέχνα το.» Συνέχισαν μέσα σε σιωπή με το πιάνο να τους συνοδεύει. Η Αλέξα ήξερε πως ήταν και οι δύο νευρικοί καθώς τα χιλιόμετρα για το σπίτι των γονιών της λιγόστευαν. Το να παίξουν το ερωτευμένο ζευγαράκι δε θα ήταν εύκολο όταν δεν μπορούσαν καν να διατηρήσουν μια δίλεπτη συζήτηση. Αποφάσισε να προσπαθήσει ξανά. «Η Μάγκι λέει πως έχεις ένα ψάρι.» Αυτή η παρατήρηση την αντάμειψε με ένα παγερό βλέμμα. «Ναι.» «Πώς το λένε;» «Ψάρι.» Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα ξαφνιασμένη. «Δεν του έχεις δώσει ούτε όνομα;» «Διέπραξα κάποιο έγκλημα;» «Δεν ξέρεις πως τα ζώα έχουν συναισθήματα ακριβώς όπως οι άνθρωποι;» «Δε μου αρέσουν τα ζώα» της είπε. «Γιατί; Τα φοβάσαι;» «Και βέβαια όχι.» «Πάντως φοβήθηκες εκείνο το φίδι που βρήκαμε στο δάσος. Θυμάσαι που δεν ήθελες να το πλησιάσεις και που βρήκες μια δικαιολογία για να φύγεις;» Η θερμοκρασία στο αυτοκίνητο φάνηκε να πέφτει μερικούς βαθμούς. «Δεν το φοβήθηκα· απλώς δε με ενδιέφερε. Σου είπα πως δε μου αρέσουν τα ζώα.» Εκείνη ρουθούνισε ειρωνικά κι ύστερα βυθίστηκε ξανά σε σιωπή. Σβήσε άλλο ένα χαρακτηριστικό από τη λίστα της. Η Μητέρα Γη ήταν αίσχος. Η Αλέξα αποφάσισε να μην πει στο μελλοντικό της σύζυγο για το ανθρωπιστικά καταφύγια ζώων. Όταν ήταν γεμάτα, πάντα έπαιρνε


μερικά περισσευούμενα ζώα στο σπίτι της μέχρι να ανοίξει θέση. Κάτι της έλεγε πως ο Νικ θα πάθαινε νευρική κρίση. Αν συγκέντρωνε ποτέ αρκετό συναίσθημα για να χάσει τον έλεγχο. Η πιθανότητα την ιντριγκάριζε. «Γιατί χαμογελάς;» τη ρώτησε. «Τίποτα. Θυμάσαι όλα όσα συζητήσαμε;» Άφησε ένα βασανισμένο αναστεναγμό. «Ναι. Μιλήσαμε για όλα τα μέλη της οικογένειάς σου με λεπτομέρειες. Ξέρω ονόματα και γενικές πληροφορίες. Για τ’ όνομα του Θεού, Αλέξα, έπαιζα στο σπίτι σου όταν ήμασταν μικροί.» Εκείνη ρουθούνισε ξανά. «Απλώς σου άρεσαν τα μπισκότα σοκολάτας της μητέρας μου. Και τρελαινόσουν να βασανίζεις την αδελφή σου κι εμένα. Εξάλλου, αυτό ήταν πριν από χρόνια. Δεν είχες καμία σχέση μαζί τους την τελευταία δεκαετία.» Προσπάθησε σκληρά να συγκρατήσει την πικρία στη φωνή της, αλλά η ευκολία με την οποία ο Νικ είχε αφήσει πίσω το παρελθόν χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά την είχε κάνει έξαλλη. «Και, μια που το ’φερε η κουβέντα, ποτέ δεν αναφέρεις τους γονείς σου. Έχεις δει τελευταία τον πατέρα σου;» Αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατό να πάθει κρυοπαγήματα από την παγωνιά που εξέπεμψε εκείνος. «Όχι.» Περίμενε για κάτι παραπάνω αλλά τίποτα. «Και η μαμά σου; Ξαναπαντρεύτηκε;» «Όχι. Δε θέλω να μιλήσω για τους γονείς μου. Δεν έχει νόημα.» «Υπέροχα. Και τι υποτίθεται πως θα πούμε στους δικούς μου γι’ αυτούς; Θα ρωτήσουν.» Τα λόγια του ήταν κοφτά. «Πες τους πως ο πατέρας μου είναι αραχτός στο Μεξικό και η μητέρα μου κάπου τριγυρίζει με τον καινούργιο της φίλο. Πες τους ό,τι θες. Δε θα είναι στο γάμο έτσι κι αλλιώς.» Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η προειδοποιητική του ματιά τής είπε πως η συζήτηση είχε λήξει. Σπουδαία. Λάτρευε την ομιλητικότητά του. Η Αλέξα έδειξε την ταμπέλα στο δρόμο. «Εδώ στρίβουμε για τους γονείς μου.» Ο Νικ μπήκε στο κυκλικό δρομάκι και έσβησε τη μηχανή. Απόμειναν και οι δυο να κοιτάζουν το βικτοριανό σπίτι. Ακόμα κι απέξω, το οίκημα ανέδιδε φιλική ζεστασιά από την κάθε κλασική κολόνα μέχρι τη μεγαλόπρεπη βεράντα που τυλιγόταν γύρω του. Κλαίουσες ιτιές περιέβαλλαν την άκρη του κατηφορικού γρασιδιού σχεδόν σαν να το προστάτευαν. Μεγάλα παράθυρα με μαύρα παντζούρια ξεχώριζαν στη φάτσα. Το σκοτάδι κάλυπτε τα συμπτώματα παραμέλησης που οφείλονταν σε οικονομικές δυσκολίες. Έκρυβε την ξεφτισμένη λευκή μπογιά στις κολόνες, το ραγισμένο σκαλοπάτι στην κορυφή της εισόδου, τη φθαρμένη σκεπή. Η Αλέξα άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό καθώς το σπίτι των παιδικών της χρόνων την τύλιγε σαν απαλή κουβέρτα. «Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε ο Νικ. Γύρισε και τον κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν κλειστό, τα μάτια του απόμακρα. Έδειχνε μοντέρνος και σπορ με το χακί παντελόνι Ντόκερς, το άσπρο μπλουζάκι Κάλβιν Κλάιν και τα δερμάτινα σπορ παπούτσια. Τα ξανοιγμένα από τον ήλιο μαλλιά του ήταν τιθασευμένα προσεκτικά εκτός από ένα επίμονο τσουλούφι που έπεφτε στο μέτωπό του. Το στήθος του γέμιζε όμορφα το μπλουζάκι. Κάπως υπερβολικά όμορφα για τα γούστα της. Προφανώς, έκανε βάρη. Αναρωτήθηκε αν είχε στομάχι σανίδα, αλλά η σκέψη έκανε άσχημα πράγματα στο δικό της στομάχι, έτσι την απόδιωξε και συγκεντρώθηκε στο άμεσο πρόβλημά τους.


«Μοιάζεις σαν να πάτησες κακά σκύλου.» Η ουδέτερη έκφρασή του χαλάρωσε. Η γωνία του στόματός του ανασηκώθηκε λιγάκι. «Χμμ, η Μάγκι είπε πως γράφεις ποίηση.» «Υποτίθεται πως είμαστε τρελά ερωτευμένοι. Αν υποψιαστούν διαφορετικά, δε γίνεται να σε παντρευτώ, και η μητέρα μου θα μου κάνει τη ζωή κόλαση. Οπότε παίξε σωστά το ρόλο σου. Α, και μη φοβάσαι να με αγγίξεις. Σ’ ορκίζομαι ότι δεν έχω ψείρες.» «Δε φοβάμαι να-» Η ανάσα του βγήκε σφυριχτή καθώς εκείνη άπλωσε το χέρι και έσπρωξε την ξεστρατισμένη μπούκλα απ’ τα μάτια του. Η μεταξένια αίσθηση των μαλλιών του καθώς γλίστραγαν ανάμεσα στα δάχτυλά της την ευχαρίστησε. Η σοκαρισμένη έκφραση στο πρόσωπό του την έβαλε στον πειρασμό να συνεχίσει το χάδι γλιστρώντας την ανάποδη του χεριού της στο μάγουλό του σε αργή κίνηση. Το δέρμα του ήταν ταυτόχρονα απαλό και τραχύ στην αφή. «Βλέπεις; Σιγά το δύσκολο!» Τα γεμάτα χείλη του σφίχτηκαν με κάτι που της φάνηκε εκνευρισμός. Προφανώς, ο Νικ Ράιαν δεν την έβλεπε σαν ενήλικη γυναίκα, αλλά σαν κάτι λιγότερο από ασεξουαλικό άνθρωπο. Σαν αμοιβάδα. Άνοιξε την πόρτα και έκοψε την αντίδρασή του. «Η παράσταση αρχίζει.» Εκείνος μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του και την ακολούθησε. Δε χρειαζόταν να μπουν στον κόπο να χτυπήσουν το κουδούνι. Η οικογένειά της ξεχύθηκε έξω από την πόρτα ο ένας μετά τον άλλο, μέχρι που η μπροστινή βεράντα ξεχείλισε από τις αδελφές της που τσίριζαν και από δυο αρσενικούς που τον αποτιμούσαν. Η Αλέξα είχε ήδη τηλεφωνήσει από πριν για να τους προειδοποιήσει για τον αρραβώνα της. Είχε επινοήσει μια ιστορία για κρυφές συναντήσεις με τον Νικ, ένα θυελλώδες ρομάντζο και έναν παρορμητικό αρραβώνα. Έφερε στο προσκήνιο το παρελθόν τους έτσι ώστε οι γονείς της να πιστέψουν πως πάντα κρατούσαν επαφή όλα αυτά τα χρόνια σαν φίλοι. Ο Νικ προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά οι αδελφές της αρνήθηκαν να συμβιβαστούν. Η Ιζαμπέλα και η Ζενεβιέβ έπεσαν πάνω του για μια μεγάλη αγκαλιά, μιλώντας ταυτόχρονα. «Συγχαρητήρια!» «Καλώς όρισες στην οικογένεια!» «Ίζι, σου είπα πως θα είχε γίνει κούκλος. Φοβερό δεν είναι; Παιδικοί φίλοι και τώρα σύζυγοι!» «Ορίσατε ημερομηνία για το γάμο;» «Μπορώ να είμαι στο πάρτι της νύφης;» Ο Νικ έμοιαζε σαν να ετοιμαζόταν να κάνει στροφή και να το βάλει στα πόδια. Η Αλέξα έσκασε στα γέλια. Έκοψε τις δυο μικρότερες δίδυμες αδελφές της τραβώντας τες στη δική της αγκαλιά. «Σταματήστε να τον τρομοκρατείτε, παιδιά. Βρήκα επιτέλους αρραβωνιαστικό. Μη μου το χαλάσετε.» Εκείνες χαχάνισαν. Η διπλή εικόνα δυο δεκαεξάχρονων κοριτσιών με σοκολατί μαλλιά, μπλε μάτια και μακριά αδύνατα πόδια στεκόταν μπροστά της. Η μία φόραγε σιδεράκια, η άλλη όχι. Η Αλέξα πήγαινε στοίχημα πως οι καθηγητές τους ήταν ευγνώμονες γι’ αυτό το διακριτικό. Οι αδελφές της ήταν όλο σκανταλιά και λάτρευαν να αλλάζουν ρόλους.


Μια απαιτητική στριγκλιά τράβηξε την προσοχή της. Σήκωσε τον ξανθό άγγελο που στεκόταν στα πόδια της και σκέπασε την τρίχρονη ανιψιά της με φιλιά. «Τέιλορ ο Σίφουνας» είπε «από δω ο Νικ Ράιαν. Θείος Νικ για σένα, πιτσιρίκι.» Η Τέιλορ τον κοίταξε με την προσοχή που μόνο ένα παιδί μπορεί να δείξει. Ο Νικ περίμενε τη γνώμη της υπομονετικά. Μετά το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο. «Γεια σου, Νικ!» Της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Γεια σου, Τέιλορ.» «Εγκρίθηκες» είπε η Αλέξα. Παρότρυνε τον Νικ να προχωρήσει. «Έλα να σε συστήσω και στους υπόλοιπους. Οι δίδυμες αδελφές μου, Ιζαμπέλα και Ζενεβιέβ, μεγάλες πλέον και χωρίς πάνες.» Αγνόησε το διπλό βογκητό και χαμογέλασε. «Η νύφη μου η Τζίνα και ξέρεις τον αδελφό μου, τον Λανς, και τους γονείς μου. Παιδιά, αυτός είναι ο Νικ Ράιαν, ο αρραβωνιαστικός μου.» Δε δίστασε καν προφέροντας τη λέξη. Η μητέρα της έπιασε τα μάγουλα του Νικ και του έδωσε ένα σκαστό φιλί. «Νίκι, πώς μεγάλωσες!» Άπλωσε τα χέρια σ’ ένα καλωσόρισμα. «Και έγινες τόσο όμορφος!» Η Αλέξα αναρωτήθηκε αν αυτό που έβλεπε στα μάγουλα του Νικ ήταν κοκκίνισμα, μετά έδιωξε τη σκέψη. Εκείνος καθάρισε το λαιμό του. «Εμ, σας ευχαριστώ, κυρία ΜακΚένζι. Έχει περάσει πολύς καιρός.» Ο Λανς τού έδωσε μια φιλική γροθιά στον ώμο. «Γεια, Νικ, αιώνες έχω να σε δω. Τώρα μαθαίνω πως θα γίνεις μέλος της οικογένειας. Συγχαρητήρια.» «Ευχαριστώ.» Ο πατέρας της πλησίασε και άπλωσε το χέρι. «Λέγε με Τζιμ» είπε. «Θυμάμαι που είχες τη συνήθεια να βασανίζεις το κοριτσάκι μου σε πολλές περιπτώσεις. Νομίζω πως την πρώτη της επίσημη βρισιά την είπε έχοντας εσένα στο μυαλό της.» «Νομίζω πως ακόμα έχω αυτή την επίδραση πάνω της» είπε ο Νικ δήθεν ξινισμένα. Ο πατέρας της γέλασε. Η Τζίνα ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμα του Λανς για να του δώσει μια μεγάλη αγκαλιά. «Τώρα ίσως έχω κι εγώ κάποιον να ισορροπήσει τη ζυγαριά εδώ» είπε. Τα πράσινα μάτια της σπίθισαν. «Δε θα είμαι μειοψηφία στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.» Η Αλέξα γέλασε. «Δεν παύει να είναι άντρας, Τζίνα. Πίστεψέ με, θα παίρνει το μέρος του Λανς κάθε φορά.» Ο Λανς τράβηξε τη γυναίκα του και τύλιξε τα χέρια του στη μέση της. «Η ζυγαριά γέρνει αλλού, μωρό μου. Επιτέλους έχω άλλον έναν άντρα μέσα στο σπίτι για να παλέψουμε όλο αυτό το PMS*.» Η Αλέξα τού έδωσε μια μπουνιά στο μπράτσο. Η Τζίνα τού έδωσε μια στο άλλο. Η Μαρία χτύπησε αποδοκιμαστικά τη γλώσσα. «Λάνσελοτ, οι άντρες δε μιλάνε έτσι μπροστά στις κυρίες.» «Ποιες κυρίες;» Η Μαρία τού έδωσε μια ξυλιά στα πισινά. «Όλοι μέσα. Θα κάνουμε πρόποση με σαμπάνια, θα φάμε και μετά θα πιούμε έναν καλό εσπρέσο.» «Μπορώ να έχω κι εγώ σαμπάνια;» «Κι εγώ;»


Η Μαρία κοίταξε τα δυο κορίτσια που την παρακαλούσαν γονατιστά. «Θα πιείτε αφρίζοντα μηλίτη. Αγόρασα ένα μπουκάλι για την περίσταση.» «Κι εγώ! Κι εγώ!» Η Αλέξα χαμογέλασε στο κοριτσάκι με τα λαμπερά μάτια που κρατούσε στα χέρια της. «Εντάξει, πιτσιρίκι. Μηλίτης και για σένα.» Άφησε την ανιψιά της κάτω ξανά και την είδε να τρέχει με φόρα στην κουζίνα για να πάρει μέρος στο γενικό ενθουσιασμό. Η ζεστή αγκαλιά της οικογένειάς της την τύλιξε σαν μαλακός μανδύας και πάλεψε με τα νεύρα που της έσφιγγαν το στομάχι. Θα τα κατάφερνε να το φέρει σε πέρας όλο αυτό; Άλλο το να κάνει μια ερωτική γητειά για να συναντήσει έναν ανώνυμο, απρόσωπο άντρα με λεφτά για να βγάλει την οικογένειά της από τη δύσκολη θέση, και άλλο το να είναι με τον Νικ Ράιαν με σάρκα και οστά για έναν ολόκληρο χρόνο. Αν οι γονείς της υποψιάζονταν πως είχε κάνει ένα γάμοπαζάρεμα για να σώσει το σπίτι, δε θα τη συγχωρούσαν ποτέ. Ούτε αυτή ούτε τους εαυτούς τους. Με τη σταθερή ροή ιατρικών λογαριασμών για το πρόβλημα με την καρδιά του πατέρα της, η οικογενειακή περηφάνια τους έσπρωχνε να αρνηθούν την οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από άλλους. Αν μάθαιναν πως η κόρη τους θυσίασε την ακεραιότητά της για να τους γλιτώσει, θα ράγιζε η καρδιά τους. Ο Νικ την παρακολουθούσε με μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι. Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν για να μην τον αγγίξουν. «Είσαι εντάξει;» τον ρώτησε. «Μια χαρά. Πάμε μέσα.» Τον είδε να προχωράει μέσα και προσπάθησε να μη νιώσει πληγωμένη από τα κοφτά του λόγια. Την είχε ήδη προειδοποιήσει ότι δεν του άρεσαν οι μεγάλες οικογένειες. Δεν έπρεπε να κάνει σαν παιδί και να παίρνει τις πράξεις του τόσο προσωπικά. Έσφιξε αποφασιστικά το πιγούνι της και τον ακολούθησε. Οι ώρες πέρασαν με νόστιμα ιταλικά λαζάνια, φρέσκο σκορδόψωμο με τυρί και μυρωδικά και ένα μπουκάλι Κιάντι. Όταν πια αποσύρθηκαν στο καθιστικό για εσπρέσο και Σαμπούκα, ένα ευχάριστο βουητό τραγούδαγε στο αίμα της, τροφοδοτημένο από το καλό φαγητό και την καλή συζήτηση. Έριξε μια ματιά στον Νικ, που ήρθε να καθίσει δίπλα της στον μπεζ καναπέ, διατηρώντας μια προσεκτική απόσταση. Τα χαρακτηριστικά του τα χρωμάτιζε η μιζέρια. Άκουγε ευγενικά, γελούσε στα σωστά σημεία και έκανε τέλεια δουλειά συμπεριφερόμενος σαν τζέντλεμαν. Μόνο που δεν την κοιτούσε στα μάτια, τραβιόταν όποτε δοκίμαζε να τον αγγίξει και δε φερόταν καθόλου σαν τον ερωτευμένο αρραβωνιαστικό που υποτίθεται πως ήταν. Ο Τζιμ ΜακΚένζι ρούφηξε τον εσπρέσο του χαλαρά. «Λοιπόν, Νικ, πες μας για τη δουλειά σου.» «Μπαμπά-» «Όχι, δεν πειράζει.» Ο Νικ γύρισε να κοιτάξει τον πατέρα της. «Η Ντρίμσκεϊπ είναι μια αρχιτεκτονική εταιρεία που σχεδιάζει κτίρια στη Χάντσον Βάλεϊ. Σχεδιάσαμε το γιαπωνέζικο εστιατόριο στην κορυφή του βουνού στο Σάφερν.» Το πρόσωπο του πατέρα της φωτίστηκε. «Υπέροχο μέρος για φαγητό. Η Μαρία πάντοτε λάτρευε τους κήπους του.» Έκανε μια παύση. «Λοιπόν, τι γνώμη έχεις για τους πίνακες της Αλέξα;» Εκείνη πρόλαβε να κρύψει μια γκριμάτσα. Ω Θεέ μου, αυτό ήταν άσχημο! Πολύ άσχημο. Η ζωγραφική της ήταν μια μάταια προσπάθεια να εκφραστεί καλλιτεχνικά και οι περισσότεροι συμφωνούσαν πως ήταν χάλια. Ζωγράφιζε περισσότερο για δική της θεραπεία παρά για να κερδίσει


το θαυμασμό των άλλων. Βλαστήμησε τον εαυτό της που δεν τον άφησε να την πάρει από το διαμέρισμά της αντί για το βιβλιοπωλείο. Ως σύμβουλος αλκοολισμού, ο Τζιμ ψόφαγε να ανακαλύπτει αδυναμίες σαν εκπαιδευμένο γεράκι και τώρα είχε μυριστεί αίμα. Ο Νικ διατήρησε το χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπό του. «Είναι φανταστικοί. Πάντα της έλεγα πως θα έπρεπε να τους εκθέσει σε γκαλερί.» Ο Τζιμ σταύρωσε τα μπράτσα του. «Σου αρέσουν, ε; Ποιος απ’ όλους σου αρέσει περισσότερο;» «Μπαμπά -» «Εκείνος με το τοπίο. Πραγματικά σε βάζει μέσα στο σκηνικό.» Ο πανικός φλερτάρισε με την ελαφριά ζαλάδα της καθώς ο πατέρας της έπιασε την ένταση ανάμεσά τους και άρχισε να τον παρατηρεί σαν αρπακτικό. Η Αλέξα αναγνώριζε την προσπάθεια του Νικ, μόνο που ήταν καταδικασμένος πριν καν αρχίσει. Η υπόλοιπη οικογένεια ήξερε το παιχνίδι και παρατηρούσε τη διαδικασία να εξελίσσεται. «Δε ζωγραφίζει τοπία.» Τα λόγια αιωρήθηκαν στην ατμόσφαιρα σαν κανονιά. Το χαμόγελο του Νικ δεν τρεμόπαιξε στιγμή. «Μόλις πρόσφατα δοκίμασε το χέρι της στα τοπία. Αγάπη μου, δεν τους το είπες;» Η Αλέξα πάλεψε να κυριαρχήσει τον πανικό της. «Όχι. Συγνώμη, μπαμπά, δε σας ενημέρωσα. Τώρα ζωγραφίζω τοπία με βουνά.» «Σιχαίνεσαι τα τοπία.» «Όχι πια» κατάφερε να πει με εύθυμο ύφος. «Απέκτησα άλλη εκτίμηση για τα τοπία από τότε που γνώρισα έναν αρχιτέκτονα.» Το σχόλιό της απέσπασε απλά ένα ειρωνικό ρουθούνισμα πριν ο πατέρας της συνεχίσει. «Λοιπόν, Νικ, μπέιζμπολ ή ποδόσφαιρο;» «Και τα δύο.» «Φοβερή σεζόν για τους Τζάιαντς, ε; Ελπίζω να έρθει ξανά το Σούπερ Κύπελλο στη Νέα Υόρκη. Έι, έχεις διαβάσει το καινούργιο ποίημα της Αλέξα;» «Ποιο απ’ όλα;» «Εκείνο για την καταιγίδα.» «Ω, ναι. Το βρήκα υπέροχο.» «Ποτέ δεν έγραψε ποίημα για καταιγίδα. Γράφει για εμπειρίες στη ζωή που σχετίζονται με την αγάπη και την απώλεια. Ποτέ δεν έχει γράψει ποίημα για τη φύση, όπως ποτέ δεν έχει ζωγραφίσει τοπίο.» Η Αλέξα κατέβασε την υπόλοιπη Σαμπούκα της, αγνόησε τον εσπρέσο και ευχήθηκε το αλκοόλ να την βοηθήσει να βγάλει τη βραδιά. «Εε, μπαμπά, μόλις έγραψα ένα ποίημα για μια καταιγίδα.» «Αλήθεια; Θες να μας το απαγγείλεις; Η μητέρα σου κι εγώ δεν έχουμε ακούσει κάτι από την καινούργια σου δουλειά.» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Λοιπόν, ακόμα το δουλεύω. Σίγουρα θα το μοιραστώ μαζί σας μόλις είναι τελειοποιημένο.» «Όμως άφησες τον Νικ να το δει.» Το στομάχι της ανακατεύτηκε και ευχήθηκε να έβρισκε μια διαφυγή. Οι παλάμες της είχαν


ιδρώσει. «Ναι. Λοιπόν, Νικ, ίσως είναι καλύτερα να πηγαίνουμε. Είναι αργά και έχω πολλά σχέδια για το γάμο να οργανώσω.» Ο Τζιμ ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατά του. Η κυκλωτική κίνηση πήρε τέλος και ετοιμάστηκε για το τελικό χτύπημα. Η υπόλοιπη οικογένεια παρακολουθούσε την επικείμενη καταδίκη. Το βλέμμα συμπόνιας στο πρόσωπο του αδελφού της της έλεγε πως δεν πίστευε πλέον πως θα γινόταν γάμος. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από τη μέση της γυναίκας του σαν να ξαναζούσε το δικό του τρόμο όταν είχε ανακοινώσει πώς η Τζίνα ήταν έγκυος και σκόπευαν να παντρευτούν. Η Τέιλορ ήταν απασχολημένη με τα Λέγκο της και αδιαφορούσε για την κρίσιμη κατάσταση. «Σκόπευα να σε ρωτήσω για το γάμο» είπε ο Τζιμ. «Τον ετοιμάζετε μέσα σε μια βδομάδα. Γιατί να μη δώσετε λίγο χρόνο σε όλους να γνωριστούμε με τον Νικ και να τον καλωσορίσουμε στην οικογένεια; Γιατί τόση βία;» Ο Νικ προσπάθησε να σώσει και τους δυο. «Σε καταλαβαίνω, Τζιμ, αλλά η Αλέξα κι εγώ το συζητήσαμε και κανείς μας δε θέλει μεγάλες φασαρίες. Αποφασίσαμε πως θέλουμε να είμαστε μαζί και να αρχίσουμε την κοινή μας ζωή αμέσως.» «Είναι ρομαντικό, μπαμπά» τόλμησε να πει η Ίζι. Η Αλέξα τής είπε ένα σιωπηλό ευχαριστώ, αλλά ξαφνικά δέχτηκε δεύτερη επίθεση. «Συμφωνώ.» Η Μαρία κρατούσε ένα ποτηρόπανο στα χέρια καθώς στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. «Ας απολαύσουμε το γάμο. Μετά χαράς να σας κάνουμε ένα πάρτι αρραβώνων έτσι ώστε να μπορέσει να γνωρίσει ο Νικ και την υπόλοιπη οικογένεια. Δεν υπάρχει χρόνος να έρθουν όλοι το Σάββατο. Όλα σου τα ξαδέρφια θα λείπουν.» Ο Τζιμ σηκώθηκε. «Τότε κανονίστηκε. Θα αναβάλετε την ημερομηνία.» Η Μαρία έγνεψε καταφατικά. «Εξαιρετική ιδέα.» Η Αλέξα άρπαξε το χέρι του Νικ. «Αγάπη μου, μπορώ να σε δω στο υπνοδωμάτιο μια στιγμή;» «Φυσικά, αγάπη μου.» Τον έσυρε στο χολ και τον έσπρωξε μέσα στο υπνοδωμάτιο. Η πόρτα έμεινε ελαφρώς μισάνοιχτη. «Τα κατέστρεψες όλα!» ψιθύρισε έξαλλη. «Σου είπα να προσποιηθείς αλλά εσύ τα έκανες μούσκεμα και τώρα οι γονείς μου ξέρουν πως δεν είμαστε ερωτευμένοι!» «Εγώ τα έκανα μούσκεμα; Φέρεσαι λες και παίζουμε σε κανένα ηλίθιο έργο που στήσαμε για τους γείτονες. Αυτή είναι πραγματική ζωή και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ.» «Τα έργα μου δεν ήταν ηλίθια. Βγάζαμε πολλά λεφτά από εισιτήρια. Πιστεύω πως η Άνι ήταν εξαιρετική.» Εκείνος ρουθούνισε ειρωνικά. «Δεν μπορείς καν να τραγουδήσεις και έδωσες στον εαυτό σου το ρόλο της Άνι.» «Είσαι ακόμα τσαντισμένος επειδή δε σε άφησα να παίξεις τον Ντάντι Γουόρμπακς.» Πέρασε και τα δέκα δάχτυλα μέσα απ’ τα μαλλιά του και έβγαλε έναν ήχο βαθιά απ’ το λαρύγγι του. «Πώς διάβολο με μπλέκεις σ’ αυτά τα γελοία θέματα;» «Καλά θα κάνεις να σκεφτείς κάτι γρήγορα. Θεέ, δεν ξέρεις πώς να φερθείς στη φιλενάδα σου; Έκανες λες και ήμουν κάποια ευγενική άγνωστη. Δεν είναι να απορείς που ο πατέρας μου μπήκε σε υποψίες!»


«Είσαι μεγάλη τώρα πια, Αλέξα, κι αυτός ακόμα περνάει από ανάκριση τα αγόρια σου. Δε χρειαζόμαστε την άδειά του. Παντρευόμαστε το Σάββατο, κι αν αυτό δεν αρέσει στους γονείς σου, κρίμα για κείνους.» «Θέλω ο πατέρας μου να με συνοδεύσει!» «Δεν είναι καν αληθινός γάμος!» «Είναι ο καλύτερος που μπορώ να έχω προς το παρόν!» Η θλίψη έκανε την εμφάνισή της για μια στιγμή καθώς η αλήθεια της δυσάρεστης θέσης της τη χτύπησε κατακούτελα. Αυτός δεν θα ήταν ποτέ ένας αληθινός γάμος και κάτι θα καταστρεφόταν για πάντα μόλις το δαχτυλίδι του Νικ γλιστρούσε στο δάχτυλό της. Πάντα ονειρευόταν μια αιώνια αγάπη, λευκούς φράχτες και ένα σωρό παιδιά. Αντί γι’ αυτά, έπαιρνε ψυχρό χρήμα κι ένα σύζυγο ο οποίος την ανεχόταν από ευγένεια. Διάολε, δεν έπρεπε η θυσία της να πάει χαμένη εξαιτίας της ανικανότητάς του να προσποιηθεί αρκετό συναίσθημα για χάρη των γονιών της. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και πιάστηκε από τα μανίκια της μπλούζας του. Τα νύχια της χώθηκαν στο ύφασμα κι από κει στη σάρκα. «Καλά θα κάνεις να διορθώσεις την κατάσταση,» του είπε σφυριχτά. «Τι θέλεις να κάνω;» Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. Τα χείλη της τρέμισαν καθώς ξεστόμιζε θυμωμένα τις λέξεις. «Κάνε κάτι, που να πάρει! Απόδειξε στον πατέρα μου ότι ο γάμος μας θα είναι αληθινός, αλλιώς-» «Αλέξα;» Ο αντίλαλος του ονόματός της πέρασε την ανοιχτή πόρτα, καθώς η ευγενική, γεμάτη έγνοια φωνή της μητέρας της ερχόταν να δει αν ήταν εντάξει. «Έρχεται η μητέρα σου» είπε ο Νικ. «Το ξέρω – μάλλον μας άκουσε να μαλώνουμε. Κάνε κάτι!» «Τι;» «Οτιδήποτε!» «Ωραία!» Την άρπαξε απ’ τη μέση, την κόλλησε πάνω στο κορμί του και έσκυψε το κεφάλι. Τα χείλη του συνέτριψαν τα δικά της καθώς τα χέρια του την τύλιγαν τόσο σφιχτά που τα σώματά τους έγιναν ένα, γοφός με γοφό, στήθος με στέρνο. Η ανάσα έφυγε απ’ τα πνευμόνια της και το κορμί της λικνίστηκε σαν παράλυτο καθώς τα γόνατά της λύγιζαν. Περίμενε ένα ακριβές, ελεγχόμενο φιλί που θα έδειχνε ήρεμα στη μητέρα της πως ήταν εραστές. Αντίθετα, έλαβε καυτή τεστοστερόνη και ωμή σεξουαλική ενέργεια. Έλαβε ζεστά χείλη που έλιωναν πάνω στα δικά της. Τα δόντια του τη δάγκωσαν. Η γλώσσα του τρύπωσε στο στόμα της και άρχισε να μπαινοβγαίνει με άγρια ορμή, κάνοντάς τη να γείρει πάνω στο μπράτσο του για να κλέψει και την τελευταία σταγόνα της αποφασιστικότητάς της. Εκείνη κρεμάστηκε πάνω του και του τα έδωσε όλα. Διψώντας για το άγγιγμά του, ήπιε το αρρενωπό άρωμα και τη γεύση του, απόλαυσε το σκληρό μήκος του κορμιού του καθώς μια ζωώδης έξαψη φούντωνε ανάμεσά τους και τους έσπρωχνε πέρα απ’ τα όρια. Ένα βογκητό βγήκε βαθιά απ’ το λαρύγγι της. Εκείνος γλίστρησε τα δάχτυλά του στο πλούσιο βάρος των μαλλιών της για να κρατήσει το κεφάλι της ακίνητο καθώς συνέχιζε την αισθησιακή επίθεση. Τα στήθη της βάρυναν και φούσκωσαν και μια υγρή φωτιά άρχισε να πάλλεται ανάμεσα στους μηρούς της.


«Αλέξα, σε – ω!» Ο Νικ τράβηξε απότομα το στόμα του απ’ το δικό της. Ζαλισμένη, η Αλέξα έψαξε το πρόσωπό του για κάποιο σημάδι συναισθήματος, αλλά εκείνος είχε εστιάσει στη μητέρα της. «Συγγνώμη, Μαρία.» Το χαμόγελό του ήταν λοξό και εντελώς αρσενικό. Η Μαρία γέλασε και κοίταξε την κόρη της, που ήταν ακόμα τυλιγμένη μέσα στα μπράτσα του. «Συγγνώμη που διέκοψα. Ελάτε να μας βρείτε όταν τελειώσετε.» Η Αλέξα άκουσε τα βήματά της να απομακρύνονται. Το βλέμμα του Νικ ταξίδεψε αργά προς τα κάτω. Εκείνη αναρρίγησε. Περίμενε να δει μια ομίχλη πάθους. Αντίθετα, τα καστανά του μάτια ήταν καθαρά. Το πρόσωπό του έδειχνε ήρεμο. Αν δεν ένιωθε τη σκληράδα του να πιέζει το γοφό της, η Αλέξα θα πίστευε πως το φιλί δεν τον είχε επηρεάσει καθόλου. Γύρισε ξαφνικά πίσω σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, βαθιά μέσα στο δάσος, όταν οι σκέψεις της είχαν εκφραστεί ελεύθερα και η εμπιστοσύνη της είχε γίνει θρύψαλα. Το πρώτο άγγιγμα των χειλιών του πάνω στα δικά της, η αγορίστικη μυρωδιά κολόνιας να τρυπώνει στα ρουθούνια της, η απαλή πίεση των δαχτύλων του πάνω στους γοφούς της καθώς την κρατούσε. Ένα παγερό ρίγος φόβου διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Αν γελούσε ξανά μαζί της, θα ακύρωνε την όλη συμφωνία. Αν γελούσε… Τα μπράτσα του την ελευθέρωσαν και το σώμα του κινήθηκε προς τα πίσω. Η σιωπή έπεσε ανάμεσά τους σαν βαρύ κύμα που αυξάνει ταχύτητα λίγο πριν ξεσπάσει. «Νομίζω ότι λύσαμε το πρόβλημά μας» της είπε. Εκείνη δεν απάντησε. «Αυτό δεν ήθελες;» Σήκωσε ψηλά το πιγούνι της και έκρυψε τα αναστατωμένα συναισθήματα που στριφογύριζαν μέσα της σαν φίδια. «Υποθέτω πως ναι.» Εκείνος έκανε μια παύση κι ύστερα άπλωσε το χέρι να την πιάσει. «Καλύτερα να παρουσιάσουμε ένα ενιαίο μέτωπο.» Πέντε δάχτυλα έκλεισαν γύρω απ’ τα δικά της με δύναμη και τόση χάρη, που έφερε δάκρυα στα μάτια της. Πάλεψε να τα συγκρατήσει και αποφάσισε πως μάλλον περίμενε περίοδο. Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο λόγο για τον οποίο ένα φιλί του Νικ Ράιαν τής χάρισε τόση απόλαυση, αλλά συγχρόνως την πλήγωσε τόσο βαθιά. «Είσαι εντάξει;» Έτριξε τα δόντια της και χαμογέλασε τόσο ζωηρά, που θα μπορούσε να ποζάρει για διαφήμιση οδοντόκρεμας. «Φυσικά. Εξαιρετική ιδέα, παρεμπιπτόντως.» «Ευχαριστώ.» «Απλά μην παγώσεις πάλι σαν πτώμα μόλις βγούμε. Προσποιήσου πως είμαι η Γκαμπριέλα.» «Δε θα μπορούσα ποτέ να σε μπερδέψω με την Γκαμπριέλα.» Το αιχμηρό σχόλιο ήταν σαν μαχαιριά, αλλά αρνήθηκε να δείξει αδυναμία. «Είμαι σίγουρη πως έχεις δίκιο. Αλλά ούτε κι εσύ είσαι η φαντασίωσή μου, Ομορφόπαιδο.» «Δεν εννοούσα-» «Ξέχνα το.» Τον οδήγησε πίσω στο καθιστικό. «Συγγνώμη για τη διακοπή, παιδιά. Νομίζω πως


είναι ώρα να πηγαίνουμε· είναι αργά.» Όλοι πετάχτηκαν πάνω για να τους αποχαιρετήσουν. Η Μαρία τη φίλησε στο μάγουλο και της έκλεισε το μάτι επιδοκιμαστικά. «Μπορεί να μη μου αρέσουν οι βιασύνες» ψιθύρισε «αλλά είσαι μεγάλη κοπέλα πια. Αγνόησε τον πατέρα σου και ακολούθησε την καρδιά σου.» Ο λαιμός της σφίχτηκε. «Σ’ ευχαριστώ, μαμά. Έχουμε πολλά να κάνουμε αυτή τη βδομάδα.» «Μην ανησυχείς, γλυκιά μου.» Κόντευαν να φτάσουν στην πόρτα, όταν ο Τζιμ έκανε μια τελευταία απόπειρα. «Αλεξάντρια, το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να αναβάλεις μερικές εβδομάδες το γάμο για χάρη της οικογένειας. Νικ, σίγουρα δεν διαφωνείς μ’ αυτό.» Ο Νικ έβαλε το χέρι στον ώμο του πατέρα της. Με το άλλο έσφιγγε σταθερά εκείνο της μνηστής του. «Καταλαβαίνω γιατί θέλεις να περιμένουμε, Τζιμ. Αλλά, βλέπεις, είμαι τρελά ερωτευμένος με την κόρη σου και παντρευόμαστε το Σάββατο. Πραγματικά θέλουμε την ευχή σου.» Όλοι έμειναν σιωπηλοί. Ακόμα και η Τέιλορ σταμάτησε να μιλάει για να παρακολουθήσει τη σκηνή. Η Αλέξα περίμενε την έκρηξη. Ο Τζιμ έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει. Μπορούμε να τα πούμε ιδιαιτέρως μια στιγμή;» «Μπαμπά-» «Μια στιγμή μόνο.» Ο Νικ ακολούθησε τον Τζιμ στην κουζίνα. Η Αλέξα έπνιξε την ανησυχία της καθώς μιλούσε με την Ίζι και την Τζεν για φορέματα παρανύφων. Με την άκρη του ματιού έπιασε τη σοβαρή έκφραση του Νικ καθώς άκουγε τον πατέρα της. Μετά από λίγα λεπτά, έδωσαν τα χέρια και ο Τζιμ έδειξε κάπως μαζεμένος καθώς τη φίλαγε για να την αποχαιρετήσει. Είπαν τα τελευταία αντίο και μπήκαν στο αμάξι. «Τι σε ήθελε ο πατέρας μου;» Ο Νικ βγήκε από το ιδιωτικό δρομάκι και συγκεντρώθηκε στο δρόμο μπροστά του. «Ανησυχούσε για το πώς θα πληρώσει το γάμο.» Η ενοχή όρμησε μέσα της σαν πελώριο κύμα. Είχε ξεχάσει εντελώς τα έξοδα του γάμου. Φυσικά, ο πατέρας της είχε υποθέσει πως θα πλήρωνε εκείνος, έστω κι αν οι εποχές είχαν αλλάξει. Ιδρώτας φάνηκε στο μέτωπό της. «Τι του είπες;» Ο Νικ τής έριξε μια ματιά. «Αρνήθηκα να τον αφήσω να πληρώσει και του είπα πως, αν είχα κάνει αυτό που μου ζήτησε και περίμενα ένα χρόνο, τότε θα δεχόμουν τα λεφτά του. Αλλά επειδή η απόφαση να βιαστούμε ήταν δική μας επέμενα να αναλάβω τα έξοδα. Έτσι κάναμε μια συμφωνία. Εκείνος θα πληρώσει για το σμόκιν το δικό του και του αδελφού σου. Εγώ για τα φορέματα όλων των κοριτσιών –του δικού σου συμπεριλαμβανομένου – και για τον υπόλοιπο γάμο.» Άφησε την ανάσα της να βγει με βία και τον κοίταξε κάτω απ’ τα φώτα των προβολέων που έρχονταν απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο, αλλά η χειρονομία του μίλησε στην καρδιά της. «Σ’ ευχαριστώ» του είπε σιγανά. Εκείνος τινάχτηκε λες και τα λόγια της έπεσαν πάνω του σαν γροθιά. «Δεν υπάρχει λόγος. Κανείς δεν έχει συνήθως αρκετά χρήματα για ένα γάμο που προγραμματίζεται σε μια βδομάδα. Και καταλαβαίνω από οικογενειακή περηφάνια. Ποτέ δε θα τους τη στερούσα.» Κατάπιε τη συγκίνησή της καθώς συνέχιζαν τη διαδρομή μέσα σε σιωπή. Η Αλέξα κάρφωσε το βλέμμα στο σκοτάδι έξω από το παράθυρο. Η κίνησή του έδινε την αίσθηση μιας αληθινής σχέσης


μεταξύ τους και αυτό την έκανε να λαχταράει περισσότερα. Θα έπρεπε να έχει παρουσιάσει στην οικογένειά της έναν πραγματικό της έρωτα – όχι έναν ψεύτικο. Τα ψέματα της βραδιάς έκαναν τη διάθεσή της να πέφτει καθώς συνειδητοποιούσε πως είχε κάνει μια συμφωνία με το διάβολο με αντάλλαγμα το χρήμα. Χρήμα για να σώσει την οικογένειά της. Αλλά χρήμα έτσι κι αλλιώς. Η βαθιά φωνή του έσπασε τη σιωπή και έβαλε φρένο στις ζοφερές της σκέψεις. «Φάνηκες να ταράχτηκες απ’ τη μικρή μας απάτη απόψε.» «Σιχαίνομαι να λέω ψέματα στους δικούς μου.» «Τότε γιατί το κάνεις;» Μια αμήχανη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Ο Νικ συνέχισε. «Πόσο πολύ τα θες αυτά τα χρήματα; Δε δείχνεις ιδιαίτερα ενθουσιασμένη με την ιδέα να με παντρευτείς. Λες ψέματα στους γονείς σου και κάνεις έναν ψεύτικο γάμο. Όλα αυτά για μια επέκταση της επιχείρησής σου; Θα μπορούσες να πάρεις ένα δάνειο από την τράπεζα όπως κάνουν οι περισσότερες επιχειρήσεις. Κάτι δεν κολλάει.» Οι λέξεις κόχλασαν μέσα της και λίγο έλειψε να του πει την αλήθεια. Για την αρρώστια του πατέρα της λίγο καιρό μετά την επιστροφή του. Για την έλλειψη ιατρικής ασφάλισης που θα πλήρωνε τα ιλιγγιώδη έξοδα. Για τον αγώνα του αδελφού της να τελειώσει την ιατρική ενώ παράλληλα στήριζε οικονομικά την καινούργια του οικογένεια. Για τα ατελείωτα τηλεφωνήματα από εισπράκτορες οφειλών μέχρι που η μητέρα της κατέληξε να μην έχει άλλη επιλογή παρά μόνο να πουλήσει το σπίτι, το οποίο είχε ήδη μια βαριά υποθήκη. Και το βάρος της ευθύνης και της αδυναμίας που κουβαλούσε όλο αυτό το διάστημα η Αλέξα. «Τα χρειάζομαι τα λεφτά» είπε απλά. «Τα χρειάζεσαι; Ή τα θέλεις;» Έκλεισε τα μάτια της κουρασμένη. Ο Νικ ήθελε να πιστεύει πως ήταν εγωίστρια και ρηχή. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως χρειαζόταν όλες τις άμυνές της απέναντι σ’ αυτό τον άντρα. Το φιλί του είχε διαλύσει κάθε ψευδαίσθηση ουδετερότητας μεταξύ τους. Τα χείλη του πάνω στα δικά της την είχαν συγκλονίσει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής της, όπως ακριβώς εκείνη την πρώτη φορά στο δάσος. Ο Νίκολας Ράιαν γκρέμιζε τα τείχη της και την άφηνε τελείως ευάλωτη. Μετά από μια βδομάδα συμβίωσης μαζί του, θα τον ήθελε σαν τρελή. Η Αλέξα δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να καλλιεργήσει το μίσος του για κείνη. Αν ο Νικ τη θεωρούσε παλιοχαρακτήρα, θα την άφηνε ήσυχη κι έτσι η Αλέξα θα κατάφερνε να φύγει με την περηφάνια της άθικτη και την οικογένειά της τακτοποιημένη. Αρνιόταν να επισύρει τον οίκτο του ή να δεχτεί την ελεημοσύνη του. Αν του έλεγε την αλήθεια, όλες της οι άμυνες θα κατέρρεαν. Μέχρι που μπορεί να της έδινε τα χρήματα χωρίς καμία υποχρέωση και μετά θα του όφειλε για όλη της τη ζωή. Η εικόνα του Νικ να της δίνει το ρόλο της οσιομάρτυρος που σώζει την Τάρα την έπνιξε με ταπείνωση. Όχι, καλύτερα να πίστευε πως ήταν μια ψυχρή επιχειρηματίας. Τουλάχιστον έτσι θα την περιφρονούσε και θα κρατούσε απόσταση. Και μόνο να βρίσκεται κοντά σ’ αυτό τον άντρα την έκανε να ανάβει σαν βεγγαλικό και, φυσικά, δε θα δεχόταν να παίξει το δεύτερο ρόλο δίπλα στην πολύτιμη Γκαμπριέλα του. Η συμφωνία της με το διάβολο θα ήταν με τους δικούς της όρους. Η Αλέξα άντλησε από τα εσωτερικά της αποθέματα δύναμης και μπήκε στη δεύτερη φάση


ψέματος της βραδιάς. «Θες πραγματικά να μάθεις την αλήθεια;» «Ναι. Θέλω.» «Εσύ μεγάλωσες μέσα στο χρήμα, Ομορφόπαιδο. Το χρήμα αντισταθμίζει πολλή δυστυχία και άγχος. Εγώ έχω κουραστεί να παλεύω σαν τη μητέρα μου. Δε θέλω να περιμένω άλλα πέντε χρόνια για να επεκτείνω το βιβλιοπωλείο μου. Δε θέλω να έχω να πληρώνω τόκους και τράπεζες και επιτόκια. Θα χρησιμοποιήσω τα λεφτά για να φτιάξω ένα καφέ στο ΜπουκΚρέιζι και θα το κάνω πετυχημένο.» «Κι αν αποτύχει; Θα είσαι πάλι πίσω εκεί που ξεκίνησες.» «Το κτίριο έχει αξία, οπότε μπορώ πάντα να το πουλήσω. Και θα βάλω όσα περισσέψουν σε ένα αρκετά ασφαλές χαρτοφυλάκιο. Μπορώ να αγοράσω αμέσως ένα μικρό σπίτι και να είμαι εξασφαλισμένη μέχρι να τελειώσει ο γάμος μας.» «Γιατί τότε δε ζητάς διακόσιες χιλιάδες; Ή ακόμα παραπάνω; Γιατί δε με ξεζουμίζεις;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Υπολόγισα πως εκατόν πενήντα είναι αρκετά για να μου δώσουν όλα όσα θέλω. Αν πίστευα πως θα μου έδινες περισσότερα, θα τα είχα ζητήσει. Στο κάτω κάτω, πέρα από την επαφή με την οικογένειά μου, η όλη συμφωνία είναι μάλλον εύκολη. Απλά θα πρέπει να σε ανεχτώ για λίγο.» «Υποθέτω πως είσαι πιο λογική απ’ όσο νόμιζα.» Η δήλωσή του θα έπρεπε κανονικά να είναι κομπλιμέντο. Η Αλέξα καιγόταν από ταπείνωση, αλλά ήξερε πως είχε εξαγοράσει την απόσταση που τόσο απελπισμένα χρειαζόταν. Φυσικά, το τίμημα ήταν ο χαρακτήρας της. Όμως υπενθύμισε στον εαυτό της το στόχο της και παρέμεινε σιωπηλή. Εκείνος παρκάρισε μπροστά στο κτίριο όπου βρισκόταν το διαμέρισμά της. Η Αλέξα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και έπιασε την τσάντα της. «Θα σε προσκαλούσα επάνω, αλλά νομίζω πως θα βλεπόμαστε αρκετά τον επόμενο χρόνο.» Της έγνεψε καταφατικά. «Καληνύχτα. Θα είμαστε σε επαφή. Μπορώ να στείλω τους μεταφορείς να σε βοηθήσουν όποτε είσαι έτοιμη. Κάνε ό,τι θέλεις με το γάμο και πες μου το πού και το πότε για να έρθω.» «Εντάξει. Τα λέμε.» «Τα λέμε.» Μπήκε στο διαμέρισμα, έκλεισε την πόρτα πίσω της και γλίστρησε με την πλάτη στον τοίχο μέχρι που έφτασε στο πάτωμα. Μετά έκλαψε. *** Ο Νικ την παρακολούθησε να μπαίνει ασφαλής στο κτίριο και περίμενε μέχρι να ανάψει τα φώτα. Το χαμηλό γουργουρητό της ΒΜW ήταν ο μόνος ήχος που έσπαγε τη σιωπή. Ο εκνευρισμός που ένιωσε με την ωμή παραδοχή της τον ενοχλούσε. Τι τον ένοιαζε γιατί ήθελε τα λεφτά; Ήταν ένα τέλειο κίνητρο για να περάσουν μαζί τον επόμενο χρόνο χωρίς να γίνει ζημιά. Έπρεπε να κρατήσει τις αποστάσεις του. Οι γονείς της είχαν γίνει αιτία να αναβλύσει μια επικίνδυνη λαχτάρα από κάπου βαθιά μέσα του. Είχε πνίξει αμέσως το συναίσθημα, αλλά η ιδέα ότι ακόμα


διατηρούσε μια νοσηρή δόση ελπίδας για μια κανονική οικογένεια τον έκανε έξαλλο. Ίσως ήταν ο τρόπος της απόψε. Χαμογελούσε τόσο εύκολα, με τα χείλη της γεμάτα και χαλαρά. Ήθελε να βουτήξει το κεφάλι και να γευτεί ό,τι βρισκόταν μέσα από εκείνα τα κατακόκκινα, φουσκωτά χείλη. Ήθελε να γλιστρήσει τη γλώσσα του βαθιά μέσα στο στόμα της και να την παρασύρει να παίξουν. Το εφαρμοστό τζιν της αναδείκνυε τις καμπύλες της και το λίκνισμα των γοφών της. Ένα σκούρο ροζ πουκάμισο έδειχνε αρκετά συντηρητικό μέχρι που εκείνη έσκυψε και ο Νικ είδε φευγαλέα τη ρόδινη δαντέλα που τύλιγε τα πλούσια στήθη της. Η εικόνα έβαλε φωτιά στο μυαλό του και διέλυσε την αυτοσυγκέντρωσή του. Είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς προσπαθώντας να την κάνει να σκύψει ξανά για να μπορέσει να ρίξει άλλη μια κλεφτή ματιά. Λες και ήταν κανένας ξαναμμένος έφηβος. Το φως άναψε και το αμάξι βρυχήθηκε καθώς απομακρυνόταν απ’ το πεζοδρόμιο. Ο πειρασμός των είχε πιάσει στα σαγόνια του σαν αγριεμένο πίτμπουλ. Τον αναστάτωνε με ένα βαθύ, άγριο τρόπο. Το ίδιο και η οικογένειά της. Θυμήθηκε πόσο τρυφερή ήταν πάντα η μητέρα της. Θυμήθηκε την ενοχή που είχε αισθανθεί όταν ευχήθηκε να εξαφανιζόταν η δική του μητέρα και να τον άφηνε με τη Μαρία ΜακΚένζι. Θυμήθηκε τον παλιό πόνο τού να είναι εκτός ελέγχου σε έναν κόσμο που δεν ήταν φτιαγμένος για να είναι μόνα τους τα παιδιά. Θυμήθηκε πράγματα που είχε ορκιστεί να μην ξεθάψει ποτέ. Ο γάμος. Τα παιδιά. Οι επαφές το μόνο που έκαναν ήταν να προκαλούν ένα φοβερό πόνο που δεν άξιζε σε κανέναν. Είχε υψώσει τείχη έτσι ώστε η Αλέξα να μη διακρίνει τις στιγμές αδυναμίας του. Αν υποψιαζόταν πως ο Νικ την ποθούσε με οποιονδήποτε τρόπο, οι κανόνες θα άλλαζαν. Δε σκόπευε να αφήσει αυτή τη σειρήνα να αποκτήσει την παραμικρή δύναμη πάνω του. Μέχρι το φιλί. Ο Νικ μουρμούρισε μια βρισιά. Θυμήθηκε την αναπνοή της να βγαίνει κοφτή και τα μάτια της να ανοίγουν απότομα. Εκείνο το καταραμένο πουκάμισο είχε τελικά ανοίξει αρκετά για να τον αφήσει να δει τη σφριγηλή σάρκα που ήταν τυλιγμένη στη ροζ δαντέλα. Ήταν έτοιμος να τη σπρώξει μακριά του και τότε εκείνη γαντζώθηκε πάνω του ακούγοντας τη μητέρα της να φωνάζει. Δεν έφταιγε αυτός που υπέκυψε στο ένστικτο για να σώσει το κόλπο τους. Μέχρι που το καυτό, υγρό στόμα της είχε ανοίξει κάτω απ’ το δικό του. Μέχρι που η γλυκιά της γεύση είχε πλημμυρίσει τις αισθήσεις του και το μεθυστικό άρωμα βανίλιας και μπαχαρικών τον τρέλανε – τον έκανε να εκτροχιαστεί. Απαιτητικό. Τιμωρητικό. Παθιασμένο. Την είχε πατήσει. Και άσχημα. Αλλά εκείνη δεν το ήξερε. Είχε φροντίσει να καλύψει το πρόσωπό του με μια αδιάφορη έκφραση, όσο κι αν η στύση του κραύγαζε πως ήταν ψεύτης. Δεν είχε σημασία. Ο Νικ αρνιόταν να σπάσει τους κανόνες. Η Αλέξα ήταν μια γυναίκα που ζούσε στο φως και ποτέ δε θα ήταν ευτυχισμένη με τη συμφωνία που είχε κάνει ο Νικ με τον εαυτό του όταν ήταν παιδί. Ένας χρόνος ήταν αρκετός. Ήλπιζε να βγει απ’ αυτόν σώος.


Κεφάλαιο Τέσσερα Ο Νικ γύρισε να κοιτάξει την κοιμισμένη νύφη δίπλα του. Το κεφάλι της ήταν γερμένο στην πόρτα της λιμουζίνας. Το πέπλο είχε φύγει απ’ τη θέση του και η λευκή δαντέλα ήταν μαζεμένη στα πόδια της. Κατάμαυρες μπούκλες έπεφταν προς όλες τις κατευθύνσεις και έκρυβαν τους γυμνούς της ώμους. Το ποτήρι της σαμπάνιας στη βάση είχε μείνει άθικτο, με τις φουσκάλες να έχουν σβήσει. Ένα λαμπερό διαμάντι δύο καρατίων στόλιζε το δάχτυλό της αντανακλώντας τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που έδυε. Πλούσια, κατακόκκινα χείλη άνοιγαν για να αφήνουν την ανάσα να μπαινοβγαίνει. Ένα λεπτό ροχαλητό χρωμάτιζε τον αέρα με κάθε εκπνοή. Η Αλεξάντρια Μαρία ΜακΚένζι ήταν πλέον σύζυγός του. Ο Νικ έπιασε το δικό του ποτήρι και έκανε μια σιωπηλή πρόποση για επιτυχία. Τώρα η Ντρίμσκεϊπ ήταν ολοκληρωτικά δική του. Ήταν έτοιμος να κυνηγήσει την ευκαιρία μιας ζωής και δε χρειαζόταν την άδεια κανενός. Το μυαλό του πέταξε στη στιγμή που ο παπάς τούς ονόμασε συζύγους. Δυο ζαφειρένια μάτια γέμισαν φόβο και πανικό καθώς έσκυβε από πάνω της για να της δώσει το απαραίτητο φιλί. Χλωμά και τρεμάμενα, τα χείλη της ρίγησαν κάτω απ’ τα δικά του. Ήξερε πως δεν ήταν από πάθος. Τουλάχιστον όχι αυτή τη φορά. Υπενθύμισε στον εαυτό του πως τον ήθελε μόνο για τα λεφτά. Η ικανότητά της να προσποιείται την αθώα ήταν επικίνδυνη. Κορόιδεψε τις ίδιες του τις σκέψεις σηκώνοντας το ποτήρι ξανά και αδειάζοντας την υπόλοιπη σαμπάνια. Ο οδηγός της λιμουζίνας χαμήλωσε λίγο το φιμέ τζάμι. «Φτάσαμε στον προορισμό μας, κύριε.» «Ευχαριστώ. Μπορείς να σταματήσεις μπροστά στην είσοδο.» Καθώς η λιμουζίνα ανέβαινε το μακρύ, στενό δρομάκι, ο Νικ κούνησε απαλά τη νύφη να ξυπνήσει. Εκείνη σάλεψε λίγο, ρουθούνισε και συνέχισε να κοιμάται. Ο Νικ έπνιξε ένα χαμόγελο και άρχισε να ψιθυρίζει. Μετά σταμάτησε. Μπήκε στον παλιό του ρόλο τού βασανιστή με μεγάλη άνεση – έσκυψε από πάνω της και ούρλιαξε το όνομά της. Εκείνη πετάχτηκε πάνω. Με μάτια γουρλωμένα από το σοκ, έσπρωξε πίσω απ’ τα αυτιά τα μαλλιά της και κοίταξε την ολόλευκη δαντέλα σαν να ήταν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων την ώρα που έπεσε στην τρύπα του λαγού. «Ω Θεέ μου, το κάναμε!» Της έδωσε τα παπούτσια και το πέπλο της. «Όχι ακόμα, αλλά είμαστε στο μήνα του μέλιτος. Με χαρά μου να σε εξυπηρετήσω αν έχεις διάθεση.» Του έριξε μια άγρια ματιά. «Δεν έκανες τίποτε άλλο γι’ αυτό το γάμο πέρα απ’ το να εμφανιστείς. Προσπάθησε να οργανώσεις και την τελευταία λεπτομέρεια μέσα σε εφτά μέρες, κι εγώ θα αράξω ευχαρίστως και θα σε κοιτάζω να καταρρέεις.» «Σου είπα να πάμε στο δημαρχείο.» Η Αλέξα ρουθούνισε σαρκαστικά. «Τυπικό αρσενικό. Δε σηκώνεις ούτε το δαχτυλάκι σου να βοηθήσεις και δηλώνεις αθώος όταν σε προκαλούν.» «Ροχαλίζεις.» Το στόμα της άνοιξε απ’ το σάστισμα. «Δεν ροχαλίζω!» «Ροχαλίζεις.»


«Δεν ροχαλίζω. Κάποιος θα μου το είχε πει.» «Είμαι σίγουρος πως οι εραστές σου δεν ήθελαν να τους πετάξεις με τις κλοτσιές απ’ το κρεβάτι. Είσαι δύστροπη όταν ξυπνάς.» «Δεν είμαι.» «Είσαι.» Η πόρτα άνοιξε και ο σοφέρ τής πρόσφερε το μπράτσο του για να τη βοηθήσει. Έβγαλε τη γλώσσα στον Νικ και βγήκε από τη λιμουζίνα με το τουπέ βασίλισσας Ελισάβετ. Ο Νικ έπνιξε άλλο ένα γελάκι και την ακολούθησε. Η Αλέξα σταμάτησε απότομα στην άκρη του μικρού δρόμου. Την είδε να κοιτάζει τις αψιδωτές γραμμές της έπαυλης, που έμοιαζε με βίλα στην Τοσκάνη. Η σαγρέ τερακότα δημιουργούσε μια εικόνα ανέμελης αρχοντιάς και οι ψηλοί τοίχοι και τα μεγάλα παράθυρα της προσέδιδαν μια αύρα παλαιότητας. Παχύ πράσινο γρασίδι τύλιγε το δρομάκι και οδηγούσε στο σπίτι, μετά απλωνόταν για ολόκληρα στρέμματα με χαρούμενη εγκατάλειψη. Ζωηρόχρωμα γεράνια κρέμονταν μπροστά απ’ τα παράθυρα σε μια απομίμηση της παλιάς Ιταλίας. Το πάνω μέρος του σπιτιού άνοιγε σε ένα μπαλκόνι με σφυρήλατα μαύρα κάγκελα που πάνω του υπήρχαν διάσπαρτα τραπέζια με καρέκλες· και μια αχνιστή γούρνα ήταν βυθισμένη ανάμεσα σε δέντρα με πλούσιο φύλλωμα. Άνοιξε το στόμα της σαν να ήθελε να κάνει κάποιο σχόλιο, μετά το έκλεισε απότομα. «Πώς σου φαίνεται;» τη ρώτησε. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι. «Είναι καταπληκτικό» είπε. «Το πιο υπέροχο σπίτι που έχω δει.» Ένα κύμα ευχαρίστησης φούσκωσε μέσα του με την ολοφάνερη χαρά της. «Σ’ ευχαριστώ. Το σχεδίασα μόνος μου.» «Δείχνει παλιό.» «Αυτός ήταν ο στόχος μου. Σου υπόσχομαι πως έχω όλα τα απαραίτητα εσωτερικά υδραυλικά.» Κούνησε το κεφάλι της και τον ακολούθησε μέσα. Μαρμάρινα πατώματα άστραφταν καλογυαλισμένα και ψηλά ταβάνια δημιουργούσαν μια αίσθηση άπλας και κομψότητας. Μεγάλα, ευάερα δωμάτια ξεκινούσαν από την κεντρική κυκλική σκάλα. Ο Νικ έδωσε ένα φιλοδώρημα στον οδηγό και έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Έλα, θα σε ξεναγήσω. Εκτός αν θέλεις να γδυθείς πρώτα.» Η Αλέξα χούφτωσε το πλούσιο τούλι και ανασήκωσε την ουρά. Τα πόδια της με τις διάφανες κάλτσες φάνηκαν από κάτω. «Ξεκίνα πρώτος.» Της έκανε το μεγάλο γύρο. Στην πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα υπήρχε ένας αστραφτερός πάγκος από χρώμιο και ατσάλι, αλλά ο Νικ είχε φροντίσει το δωμάτιο να διατηρεί τη ζεστασιά που θα έκανε περήφανη μια Ιταλίδα γιαγιά. Μια νησίδα από βαρύ ξύλο είχε πάνω της καλάθια γεμάτα φρέσκα φρούτα και πλεξούδες με ξερά σκόρδα, μυρωδικά βυθισμένα σε μπουκαλάκια με ελαιόλαδο, ξερά ζυμαρικά και ώριμες κόκκινες ντομάτες. Το τραπέζι ήταν από χοντρή βελανιδιά με γερές, άνετες καρέκλες. Μια ποικιλία από κρασιά ήταν παραταγμένη σε ένα ράφι από σφυρήλατο σίδερο. Μεγάλες μπαλκονόπορτες οδηγούσαν από την κουζίνα στο αίθριο, που ήταν εξοπλισμένο με ψάθινα έπιπλα, βιβλιοθήκες και βάζα με μαργαρίτες σε όλο το δωμάτιο. Αντί για πολύχρωμους πίνακες, στους τοίχους κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες που απεικόνιζαν μια ποικιλία αρχιτεκτονικών στιλ απ’ όλο τον κόσμο. Ο Νικ απολάμβανε την έκφρασή της καθώς τα μάτια της ρουφούσαν κάθε εκατοστό του χώρου του. Την οδήγησε στη σκάλα που έβγαζε στα υπνοδωμάτια. «Το δικό μου δωμάτιο είναι στο βάθος του χολ. Έχω ένα προσωπικό γραφείο, αλλά υπάρχει δεύτερο κομπιούτερ που μπορείς να χρησιμοποιήσεις στη βιβλιοθήκη. Μπορώ να παραγγείλω


οτιδήποτε άλλο θέλεις.» Άνοιξε μια από τις πόρτες. «Σου έχω ετοιμάσει ένα δωμάτιο με δικό του μπάνιο. Δεν ήμουν σίγουρος για το γούστο σου, οπότε νιώσε ελεύθερη να του αλλάξεις διακόσμηση.» Την παρακολούθησε να κοιτάζει τους ουδέτερους, ανοιχτούς τόνους του υπέρδιπλου κρεβατιού με τον ουρανό και τα ασορτί έπιπλα. «Είναι μια χαρά. Σ’ ευχαριστώ» είπε. Την κοίταξε εξεταστικά για μια στιγμή καθώς ανάμεσά τους έπαλλε η τυπικότητα. «Ξέρεις πως είμαστε κολλημένοι εδώ για τουλάχιστον δυο μέρες, σωστά; Χρησιμοποιήσαμε τη δουλειά σαν δικαιολογία για να μη φύγουμε για μήνα του μέλιτος, αλλά δε γίνεται να εμφανιστώ στο γραφείο μέχρι τη Δευτέρα. Θα γίνουν κουτσομπολιά.» Του έγνεψε καταφατικά. «Μπορώ να χρησιμοποιήσω το κομπιούτερ για να κρατήσω επαφή. Και η Μάγκι είπε πως θα βοηθήσει.» Εκείνος γύρισε να φύγει. «Βολέψου και έλα να με βρεις στην κουζίνα. Θα μαγειρέψω κάτι για βραδινό.» «Μαγειρεύεις;» «Δε μ’ αρέσει να έχω ξένους μέσα στην κουζίνα μου – αρκετούς είχα όσο μεγάλωνα. Έτσι, έμαθα να μαγειρεύω.» «Είσαι καλός;» Ο Νικ ρουθούνισε ειρωνικά. «Ο καλύτερος.» Μετά έκλεισε την πόρτα πίσω του. *** Ο υπερόπτης. Η Αλέξα γύρισε και άρχισε να μελετάει το δωμάτιο. Ήξερε πως ο Νικ ζούσε με άνεση μέσα στον πλούτο, αλλά η ξενάγηση στο σπίτι την είχε κάνει να νιώσει σαν την Όντρεϊ Χέμπορν στο Ωραία μου κυρία – απελπιστικά συνηθισμένη δίπλα στην εκζήτηση του δασκάλου της. Στο διάβολο. Έπρεπε να κρατήσει τη ζωή της όσο πιο φυσιολογική γινόταν, παντρεμένη ή όχι. Ο Νικ δεν ήταν αληθινός άντρας της και εκείνη σκόπευε να βουλιάξει μέσα σε μια ψεύτικη οικογενειακή ζωή για να νιώσει σαν χαμένη στο τέλος του χρόνου. Πιθανότατα ούτε που θα τον έβλεπε πολύ συχνά. Υπέθετε πως κι αυτός πρέπει να δούλευε μέχρι αργά και πως, πέρα από τις περιστασιακές συγκεντρώσεις που θα χρειαζόταν να πηγαίνουν μαζί, θα ζούσαν χωριστές ζωές. Η νοερή κουβέντα με τον εαυτό της την βοήθησε, έτσι έβγαλε το νυφικό της και πέρασε την επόμενη ώρα απολαμβάνοντας ένα αφρόλουτρο μέσα στην πολυτελή μπανιέρα του μπάνιου που ήταν προέκταση του δωματίου της. Έριξε μόνο μια φευγαλέα ματιά στο διάφανο μαύρο νυχτικό που είχαν ρίξει οι αδελφές της μέσα στην τσάντα της, ύστερα το καταχώνιασε στο πίσω μέρος ενός συρταριού. Φόρεσε ένα κολάν και ένα κοντό μπλουζάκι φλις, μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά και ξεκίνησε για την κουζίνα. Ακολούθησε τους θορύβους του μαγειρέματος και χώθηκε σε μια από τις βαριές σκαλιστές καρέκλες της κουζίνας. Μάζεψε τα πόδια της στην άκρη του καθίσματος, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ τα γόνατά της και άρχισε να παρατηρεί τον καινούργιο της σύζυγο.


Δεν είχε αλλάξει ρούχα. Είχε βγάλει το σακάκι του σμόκιν του και είχε σηκώσει τα μανίκια του κατάλευκου πουκαμίσου πάνω απ’ τους αγκώνες του. Τα μικρά κουμπιά από όνυχα ήταν ξεκούμπωτα μέχρι τα μισά του στήθους του και αποκάλυπταν ένα θύσανο από ξανθές τρίχες πάνω σε σμιλεμένους μυς. Η Αλέξα δυσκολεύτηκε πολύ να αγνοήσει τη σκληρή καμπύλη των οπισθίων του. Ο άνθρωπος είχε φοβερό πισινό. Κρίμα που δεν τον είχε δει ποτέ γυμνό. Δε θεωρούσε πως μετρούσε η φορά που τον είχε δει με κατεβασμένο το μαγιό όταν ήταν έφηβος. Εξάλλου, τότε ήταν πολύ απασχολημένη να κοιτάζει το μπροστινό μέρος. «Θες να βοηθήσεις;» Έχωσε τα νύχια στις παλάμες της για να επανέλθει στην πραγματικότητα. «Σίγουρα. Τι θα φάμε;» «Φετουτσίνι Αλφρέντο με γαρίδες, σκορδόψωμο και σαλάτα.» Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. «Ω Θεέ μου, είσαι πολύ κακός.» «Δε σου αρέσει το μενού;» «Μου αρέσει παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Θα φάω μόνο σαλάτα.» Της έριξε μια αηδιασμένη ματιά πάνω απ’ τον ώμο του. «Έχω βαρεθεί τις γυναίκες που παραγγέλνουν μια σαλάτα κι ύστερα δείχνουν σαν να τους αξίζει μετάλλιο. Ένα καλό γεύμα είναι δώρο.» Η Αλέξα έσφιξε με μεγαλύτερη δύναμη τα δάχτυλά της. «Λοιπόν, ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την υποτιμητική παρατήρηση σχετικά με το γυναικείο πληθυσμό. Προς πληροφόρησή σου, μπορώ να απολαύσω ένα καλό γεύμα καλύτερα από σένα. Είδες τα ορεκτικά που παρήγγειλα για το γάμο μας; Δεν είδες πόσα έφαγα; Διάβολε, είναι χαρακτηριστικό των αντρών να βάζουν ένα πλούσιο, παχυντικό γεύμα μπροστά σε μια γυναίκα και να προσβάλλονται επειδή δεν το τρώει. Μετά δείχνετε σοκαρισμένοι στην κρεβατοκάμαρα όταν κοιτάζετε τους γοφούς της και αναρωτιέστε πώς πήρε πέντε κιλά!» «Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε μια γυναίκα με καμπύλες.» Πετάχτηκε απ’ την καρέκλα της και άρπαξε τα υλικά για τη σαλάτα. «Το έχω ξανακούσει αυτό. Για να το τσεκάρουμε λίγο, τι λες; Πόσο ζυγίζει η Γκαμπριέλα;» Δεν της απάντησε. «Και παραγγέλνει σαλάτα όταν βγαίνει για δείπνο;» Κι άλλη σιωπή. Ένα αγγούρι κύλησε στον πάγκο και σταμάτησε στην άκρη. «Α, υποθέτω πως αυτό σημαίνει ναι. Αλλά είμαι σίγουρη πως επιδοκιμάζεις την αυτοπειθαρχία της όταν της βγάζεις τα ρούχα.» Εκείνος μετακίνησε νευρικά τα πόδια του και κράτησε την προσοχή του στραμμένη στο τηγάνι που τσιτσίριζαν οι γαρίδες. «Η Γκαμπριέλα είναι κακό παράδειγμα.» Ακουγόταν σαφώς αμήχανος. «Έχω άλλη μία απορία. Η Μάγκι είπε πως έχεις την τάση να βγαίνεις μόνο με μοντέλα. Φαίνεται πως σου αρέσουν οι αδύνατες γυναίκες και απ’ αυτές δέχεσαι να τρώνε μόνο σαλάτα.» Έπλυνε τα λαχανικά, έπιασε ένα μαχαίρι και άρχισε να κόβει με μανία. «Αλλά αν πρόκειται για κάποια με την οποία δε σκοπεύεις να κοιμηθείς, φαντάζομαι πως δε σε νοιάζει πόσο χοντρή θα γίνει, αρκεί να σου κάνει παρέα όταν τρως.» «Τυχαίνει να μη μου αρέσει να πηγαίνω για δείπνο με τις περισσότερες γυναίκες που βγαίνω.


Καταλαβαίνω πως είναι δική τους υπόθεση, αλλά μου αρέσει μια γυναίκα που μπορεί να απολαύσει ένα καλό γεύμα και δε φοβάται να το φάει. Δεν είσαι χοντρή. Ποτέ δεν ήσουν χοντρή, οπότε δεν ξέρω από πού προέρχεται αυτή η εμμονή σου.» «Κάποτε με είπες χοντρή.» «Δεν το έκανα.» «Ναι, το έκανες. Όταν ήμουν δεκατεσσάρων, μου είπες πως γέμιζα σε όλα τα λάθος σημεία.» «Διάβολε, κοπέλα μου, εννοούσα το στήθος σου. Ήμουν ένας ψηλομύτης έφηβος που ήθελε να σε βασανίζει. Πάντα ήσουν όμορφη.» Σιωπή έπεσε στο χώρο. Η Αλέξα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Όσα χρόνια τον ήξερε, ο Νικ Ράιαν την πείραζε, τη βασάνιζε και την προσέβαλλε. Ποτέ δεν την είχε αποκαλέσει όμορφη. Ο Νικ ανακάτεψε την κρέμα, διατηρώντας ύφος αδιάφορο. «Ξέρεις τι εννοώ. Ωραία με την αδελφική έννοια. Είδα εσένα και τη Μάγκι να περνάτε την εφηβεία και να γίνεστε γυναίκες. Καμιά απ’ τις δυο σας δεν ήταν άσχημη. Ή χοντρή. Νομίζω πως είσαι πολύ σκληρή με τον εαυτό σου.» Η Αλέξα καταλάβαινε τι εννοούσε. Δεν την έβλεπε σαν όμορφη γυναίκα, αλλά περισσότερο σαν μια ενοχλητική αδελφή που μεγάλωσε και έγινε ελκυστική. Η διαφορά ήταν τεράστια και προσπάθησε να αγνοήσει το τσίμπημα στο στήθος της. «Λοιπόν, εγώ θα φάω σαλάτα και δε θέλω να ακούσω άλλο σχόλιο περί γυναικών.» «Πολύ καλά. Μπορείς να ανοίξεις ένα μπουκάλι κρασί; Έχω βάλει να κρυώνει ένα στο ψυγείο.» Έβγαλε το φελλό από ένα ακριβό σαρντονέ και τον κοίταξε να το δοκιμάζει. Το έντονο άρωμα ξύλου και φρούτων χάιδεψε τα ρουθούνια της. Το πάλεψε για ένα λεπτό, μετά παραδόθηκε ηττημένη. Ένα ποτήρι. Στο κάτω κάτω, της άξιζε. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί και ρούφηξε μια γουλιά. Το υγρό κύλησε στον ουρανίσκο της, με μια γεύση γαργαλιστική και ξηρή. Άφησε ένα χαμηλό βογκητό ευχαρίστησης. Η γλώσσα της έγλειψε τις άκρες των χειλιών της και τα μάτια της έκλεισαν καθώς η υπέροχη γεύση απλώθηκε στο κορμί της. *** Ο Νικ πήγε να πει κάτι, αλλά σταμάτησε απότομα. Το θέαμα της Αλέξα να πίνει και να απολαμβάνει το κρασί έκανε όλους τους μυς στο κορμί του να κλειδώσουν. Το αίμα κύλησε ορμητικά στις φλέβες του και ο βουβώνας του χτύπησε προσοχή. Η γλώσσα της έγλειψε τα χείλη της με μια τόσο ντελικάτη κίνηση, που τον έκανε να εύχεται να την έβλεπε να γεύεται κάτι άλλο και όχι το κρασί. Αναρωτήθηκε αν έβγαζε αυτούς τους χαμηλούς ήχους όταν ένας άντρας ήταν βυθισμένος μέσα στην υγρή, σφιχτή φωτιά της. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν τόσο σφιχτή και καυτή όσο το στόμα της, αν θα έκλεινε γύρω του σαν μεταξένια γροθιά, απομυζώντας και την τελευταία ρανίδα της δύναμής του κι αν θα απαιτούσε ακόμα περισσότερα. Εκείνο το κολλητό παντελόνι αποκάλυπτε κάθε καμπύλη του κορμιού της, από τα γλυκά οπίσθια μέχρι τις αισθησιακές, μακριές γάμπες. Το μπλουζάκι της είχε ανασηκωθεί και άφηνε να φανεί μια λωρίδα γυμνού δέρματος. Και προφανώς είχε βγάλει το σουτιέν της, αφού δεν τον έβλεπε σαν έναν άντρα που την ήθελε, αλλά μάλλον σαν έναν ενοχλητικό μεγαλύτερο αδελφό χωρίς αντρικές ανάγκες.


Ανάθεμά την, άρχιζε να κάνει τα πράγματα περίπλοκα. Άφησε το μπολ με τα ζυμαρικά στο τραπέζι και τοποθέτησε βιαστικά τα σερβίτσια. «Σταμάτα να πίνεις το κρασί έτσι. Δεν παίζεις σε καμιά πορνοταινία.» Εκείνη άφησε ένα αγκομαχητό. «Έι, μην ξεσπάς πάνω μου απλώς επειδή είσαι κακόκεφος. Δε φταίω εγώ αν η επιχείρησή σου ήταν πιο σημαντική για σένα από έναν αληθινό γάμο.» «Ναι, αλλά, μόλις συμφώνησα για την αμοιβή, εσύ έσπευσες. Σε αγόρασα όσο με αγόρασες.» Η Αλέξα άρπαξε το μπολ με τα ζυμαρικά και γέμισε το πιάτο της. «Ποιος είσαι εσύ για να με κρίνεις; Τα είχες πάντα όλα έτοιμα. Εσύ πήρες ένα Μιτσουμπίσι Εκλίπς για τα δέκατα έκτα γενέθλιά σου. Εγώ πήρα μια Σεβέτ.» Ο Νικ σφίχτηκε στην ανάμνηση. «Εσύ είχες οικογένεια. Εγώ είχα σκατά.» Η Αλέξα έμεινε ακίνητη, μετά έπιασε ένα κομμάτι σκορδόψωμο που από πάνω του έτρεχε λιωμένη μοτσαρέλα. «Είχες τη Μάγκι.» «Το ξέρω.» «Τι σας συνέβη; Παλιά ήσασταν πολύ κοντά.» Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους. «Άλλαξε στο λύκειο. Ξαφνικά δε μου μιλούσε. Σταμάτησε να με αφήνει να μπαίνω στο δωμάτιό της για κουβέντα, μετά με έκλεισε εντελώς απέξω. Έτσι, την άφησα να φύγει και συγκεντρώθηκα στο να αποκτήσω δική μου ζωή. Έχασα επαφή μαζί της για ένα διάστημα τότε. Εσύ;» «Ναι. Πάντα πίστευα πως κάτι συνέβη, αλλά ποτέ δε μιλάει γι’ αυτό. Πάντως, κι η δική μου οικογένεια ήταν χάλια για ένα διάστημα, οπότε δεν ήσουν ο μόνος.» «Τώρα όμως είναι σαν τους Γουόλτον.» Εκείνη γέλασε και έσπρωξε μια μπουκιά φετουτσίνι στο στόμα της. «Ο πατέρας μου είχε να επανορθώσει για πολλά, αλλά νομίζω ότι κατάφερε να γιατρέψει τον κύκλο.» «Τον κύκλο;» «Τον καρμικό κύκλο, όταν κάποιος τα κάνει πραγματικά χάλια και σε πληγώνει. Το πρώτο σου ένστικτο είναι να του ανταποδώσεις το πλήγμα ή να αρνηθείς να τον συγχωρήσεις.» «Ακούγεται λογικό.» «Α, όμως έτσι ο κύκλος του πόνου και της κακοποίησης συνεχίζεται. Όταν επέστρεψε, αποφάσισα πως είχα μόνο έναν πατέρα και θα δεχόμουν ό,τι μπορούσε να δώσει. Τελικά, σταμάτησε το ποτό και προσπάθησε να επανορθώσει για το παρελθόν.» Ο Νικ έκανε έναν άκομψο ήχο. «Έφυγε όταν ήσουν μικρή και παράτησε την οικογένειά του για το ποτό. Εγκατέλειψε τις δίδυμες αδελφές σου. Μετά εμφανίζεται ξανά γυρεύοντας συγχώρεση; Γιατί να τον θέλεις έστω πάλι στη ζωή σου;» Η Αλέξα έπιασε άλλη μια γαρίδα με το πιρούνι της και την άφησε να αιωρείται ακριβώς μπροστά απ’ τα χείλη της. «Έκανα μια επιλογή» είπε. «Δε θα ξεχάσω ποτέ, αλλά, αν η ίδια μου η μητέρα μπόρεσε να τον συγχωρήσει, πώς μπορώ να αρνηθώ εγώ; Η οικογένεια μένει ενωμένη ό,τι κι αν συμβεί.» Η απλότητα της ικανότητάς της να συγχωρεί τον συγκλόνισε μέχρι τα βάθη του είναι του. Σέρβιρε κι άλλο κρασί. «Καλύτερα να φύγεις με το κεφάλι ψηλά και την περηφάνια σου άθικτη. Άσε τους να υποφέρουν για όλο τον πόνο που προξένησαν.»


Εκείνη φάνηκε να σκέφτεται τα λόγια του. «Παρά λίγο να το κάνω. Αλλά συνειδητοποίησα πως, εκτός από πατέρας μου, είναι απλά άλλος ένας άνθρωπος που τα έκανε θάλασσα. Θα είχα την περηφάνια μου, αλλά δε θα είχα πατέρα. Όταν πήρα την απόφασή μου, έσπασα τον κύκλο. Αυτός κατέληξε να κόψει το ποτό και να ξαναχτίσει τη σχέση μας. Εσύ σκέφτηκες ποτέ να έρθεις σε επαφή με τον πατέρα σου;» Τα συναισθήματά του τον χτύπησαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πάλεψε να πνίξει την παλιά πικρία και κατάφερε να ανασηκώσει αδιάφορα τους ώμους. «Ο Τζεντ Ράιαν δεν υπάρχει για μένα. Αυτή ήταν η απόφασή μου.» Ετοιμάστηκε για τον οίκτο της, αλλά το πρόσωπό της έδειξε μόνο μια βαθιά κατανόηση που τον μαλάκωσε. Πόσες φορές δεν είχε λαχταρήσει να φάει ξύλο ή έστω να δεχτεί μια τιμωρία από τον πατέρα του, αντί για την αδιαφορία του; Με κάποιον τρόπο, η αδιαφορία τον έκαιγε και τον έτρωγε πιο βαθιά. «Και η μαμά σου;» Τον είδε να συγκεντρώνεται στο πιάτο του. «Τα έχει φτιάξει με άλλο έναν ηθοποιό. Της αρέσει να ανακατεύεται με τη σόου μπίζνες. Την κάνει να νιώθει σημαντική.» «Τη βλέπεις συχνά;» «Η σκέψη ενός ενήλικου γιου τής θυμίζει την ηλικία της. Προτιμά να παριστάνει πως δεν υπάρχω.» «Λυπάμαι.» Ήταν μια λέξη απλή αλλά έβγαινε κατευθείαν απ’ την καρδιά της. Ο Νικ σήκωσε τα μάτια από το πιάτο του. Για ένα δευτερόλεπτο, επίγνωση και ενέργεια και κατανόηση έπαλλαν στον αέρα ανάμεσά τους, μετά χάθηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Το λοξό του χαμόγελο ήταν σαν να κορόιδευε την ίδια του την εξομολόγηση. «Φτωχό πλούσιο αγοράκι. Αλλά έχεις δίκιο σε ένα πράγμα – το Μιτσουμπίσι ήταν φοβερό.» Εκείνη γέλασε και άλλαξε θέμα. «Πες μου για τη συμφωνία πάνω στην οποία δουλεύεις. Θα πρέπει να είναι κάτι μεγάλο για να δέχεσαι να παραμείνεις σε αποχή για ένα χρόνο.» Ο Νικ άφησε το εξυπνακίστικο σχόλιό της να περάσει, αλλά της έριξε μια προειδοποιητική ματιά. «Θέλω να συμμετέχει η Ντρίμσκεϊπ σε ένα διαγωνισμό για την οικοδόμηση στην προκυμαία.» Το ένα της φρύδι υψώθηκε. «Άκουσα πως θέλουν να χτίσουν ένα σπα, μαζί με μερικά εστιατόρια. Όλοι μιλάνε γι’ αυτό. Παλιά ο κόσμος φοβόταν να πλησιάσει το ποτάμι.» Εκείνος έσκυψε μπροστά με ζήλο. «Η περιοχή αλλάζει. Έχουν προσθέσει ασφάλεια και τα λιγοστά μπαρ και μαγαζιά εκεί δουλεύουν ήδη καλά. Αυτή η κίνηση θα ανοίξει την περιοχή για τους κατοίκους αλλά και για τους τουρίστες. Μπορείς να φανταστείς φωτισμένα μονοπάτια πλάι στο νερό με υπαίθρια καφέ; Τι λες για ένα πελώριο σπα απ’ όπου θα έχεις θέα στα βουνά ενώ θα σου κάνουν μασάζ; Είναι το μέλλον.» «Άκουσα επίσης πως θέλουν οι προσφορές για τη δουλειά να γίνουν μόνο από τις μεγαλύτερες εταιρείες του Μανχάταν.» Το κορμί του σφίχτηκε από μια ανάγκη σχεδόν σωματική. Το όνειρό του ήταν ακριβώς μπροστά του και δε θα άφηνε τίποτα να μπει εμπόδιο. Πρόφερε τις λέξεις σαν να ήταν μάντρα. «Θα το πάρω το συμβόλαιο.»


Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα κι ύστερα έγνεψε καταφατικά λες και η δική του πεποίθηση εξασφάλιζε και τη δική της. «Μπορεί η Ντρίμσκεϊπ να αναλάβει μια τέτοια δουλειά;» Ο Νικ ήπιε μια γουλιά κρασί. «Το διοικητικό συμβούλιο θεωρεί πως είναι υπερβολικά φιλόδοξη κίνηση, αλλά θα τους αποδείξω πως κάνουν λάθος. Αν πετύχω, η Ντρίμσκεϊπ θα ανέβει στην κορυφή.» «Είναι για τα λεφτά;» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δε με νοιάζει για τα λεφτά. Θέλω να αφήσω το σημάδι μου και ξέρω πώς θέλω να το προσεγγίσω. Τίποτα πολύ αστικοποιημένο. Τίποτα που να ανταγωνίζεται τα βουνά, αλλά μια δομή που να υποκλίνεται στη φύση και να ενσωματώνεται μαζί της, αντί να την αντιπαλεύει.» «Μου ακούγεται σαν να το έχεις σκεφτεί για πολύ καιρό.» Ο Νικ βούτηξε την τελευταία μπουκιά σκορδόψωμο στη σάλτσα κι ύστερα την έριξε στο στόμα του. «Ήξερα πως η πόλη θα έπαιρνε αυτή την απόφαση σύντομα και ήθελα να είμαι προετοιμασμένος. Σκεφτόμουν διάφορα σχέδια για το ποτάμι εδώ και χρόνια. Τώρα είμαι έτοιμος.» «Πώς θα καταφέρεις να πάρεις τη δουλειά;» Ο Νικ συγκεντρώθηκε στο πιάτο του. Περίεργο, αλλά έδειχνε να καταλαβαίνει πότε της έλεγε ψέματα. Απ’ όταν ακόμα ήταν παιδιά. «Έχω ήδη έναν από τους μετόχους του συμβουλίου. Ο Ρίτσαρντ Ντρίσελ χτίζει το σπα και μοιραζόμαστε το ίδιο όραμα. Θα κάνει ένα δείπνο το επόμενο Σάββατο. Οι δύο τελευταίοι άντρες που πρέπει να πείσω θα είναι εκεί, οπότε ελπίζω να τους εντυπωσιάσω.» Δε μοιράστηκε μαζί της το πώς έμπαινε η Αλέξα σ’ αυτή την ιστορία. Έβλεπε την καινούργια του σύζυγο σαν έναν τρόπο να κλείσει τη συμφωνία, αλλά θα ήταν καλύτερα να της το εξηγούσε τη βραδιά του πάρτι. Ο Νικ σήκωσε το κεφάλι και πρόσεξε το άδειο πιάτο της. Ολόκληρο το μπολ με τη σαλάτα παρέμενε στο τραπέζι ανάμεσά τους άθικτο. Τα ζυμαρικά και το ψωμί και το κρασί είχαν τελειώσει. Έδειχνε έτοιμη να σκάσει. «Λοιπόν, η σαλάτα φαίνεται εξαιρετικά νόστιμη. Δε θα φας;» Του έστειλε ένα ζορισμένο χαμόγελο και έπιασε με το πιρούνι της ένα πράσινο φύλλο. «Φυσικά. Λατρεύω τις σαλάτες.» Εκείνος χαμογέλασε πλατιά. «Επιδόρπιο;» Η Αλέξα άφησε ένα βογκητό. «Πολύ αστείο.» Καθάρισαν γρήγορα το τραπέζι και έβαλαν όλα τα σκεύη στο πλυντήριο. Μετά εκείνη ξάπλωσε στο μουσταρδί καναπέ του καθιστικού. Ο Νικ σκέφτηκε πως έτσι ήλπιζε να χωνέψει πιο γρήγορα. «Θα δουλέψεις απόψε;» τον ρώτησε. «Όχι, είναι αργά. Εσύ;» «Μπα, είμαι πολύ κουρασμένη.» Το δωμάτιο γέμισε με μια μικρή σιωπή. «Εσύ τι θέλεις να κάνεις;» Το μπλουζάκι της ανέβηκε άλλο ένα πολύτιμο εκατοστό. Το λείο, μαυρισμένο δέρμα του στομαχιού της ξεσήκωνε θύελλα στο μυαλό του. Είχε μερικές πολύ καθαρές εικόνες ως προς το τι ήθελε να κάνουν. Περιλάμβαναν το να της σηκώσει αργά το μπλουζάκι. Μετά να γλείψει τις θηλές της μέχρι να γίνουν σφιχτές κάτω απ’ τη γλώσσα του. Οι υπόλοιπες εικόνες επικεντρώνονταν στο να


της βγάλει το κολάν και να δοκιμάσει πόσο γρήγορα μπορούσε να την κάνει να πάρει φωτιά μέσα στην αγκαλιά του. Αφού τίποτε απ’ όλα δεν ήταν εφικτό, ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Τηλεόραση; Καμιά ταινία;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Πόκερ.» «Ορίστε;» Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Πόκερ. Έχω μια τράπουλα στη βαλίτσα μου.» «Κουβαλάς μαζί σου τράπουλα;» «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα τη χρειαστείς.» «Για τι θα παίξουμε;» Εκείνη πετάχτηκε απ’ τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. «Για λεφτά, φυσικά. Εκτός κι αν δειλιάζεις.» «Εντάξει. Αλλά θα χρησιμοποιήσουμε τη δική μου τράπουλα.» Η Αλέξα σταμάτησε στα μισά της σκάλας και τον κοίταξε. «Εντάξει. Κάνω εγώ πρώτη.» Πάτησε το κουμπί του στερεοφωνικού και η μελωδία της Μαντάμ Μπατερφλάι ξεχύθηκε από τα ηχεία Bose. Γέμισε τα ποτήρια τους και κάθισε δίπλα στο τραπεζάκι. Εκείνη κάθισε δίπλα του με τα πόδια σταυρωμένα. Τα δάχτυλά της πέταγαν καθώς ανακάτευε την τράπουλα με την άνεση ειδικού και αστραπιαία ταχύτητα. Ο Νικ τη φαντάστηκε για μια στιγμή με ένα φόρεμα με χαμηλό ντεκολτέ, να μοιράζει χαρτιά μέσα σε ένα σαλούν καθισμένη στην αγκαλιά ενός καουμπόι. Κούνησε το κεφάλι για να διώξει την εικόνα και συγκεντρώθηκε στα φύλλα του. «Διαλέγει αυτός που μοιράζει. Πέντε φύλλα. Στοίχημα υποχρεωτικό μπροστά.» Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Με τι;» ρώτησε. «Σου είπα, παίζουμε με λεφτά.» «Μήπως πρέπει να βάλω τον μπάτλερ μου να ξεκλειδώσει το χρηματοκιβώτιο; Ή μήπως θα παίξουμε απλώς για τα οικογενειακά κοσμήματα;» «Πολύ αστείο. Δεν έχεις καθόλου μονοδόλαρα πρόχειρα;» Τα χείλη του στράβωσαν ειρωνικά. «Λυπάμαι. Μόνο κατοστάρικα.» «Ω!» Έδειξε τόσο απογοητευμένη, που ο Νικ δεν άντεξε και γέλασε. «Τι θα ’λεγες να παίξουμε για κάτι πιο ενδιαφέρον;» «Δεν παίζω στριπ-πόκερ.» «Εννοούσα χάρες.» Τα δόντια της δάγκωσαν το κάτω χείλι της. Εκείνος παρακολούθησε την κίνησή της με γνήσια ευχαρίστηση. «Τι είδους χάρες;» τον ρώτησε. «Ο πρώτος που θα κάνει τρεις φορές φουλ κερδίζει μια χάρη απ’ τον άλλο. Μπορεί να τη χρησιμοποιήσει όποτε θελήσει, κάτι σαν εισιτήριο.» Το πρόσωπό της φωτίστηκε από ενδιαφέρον. «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη χάρη για οτιδήποτε; Χωρίς κανόνες;» «Χωρίς κανόνες.»


Η πρόκληση την παρέσυρε όπως θα παρέσυρε ένα γνήσιο τζογαδόρο που μυρίζεται κέρδος. Ο Νικ διαισθάνθηκε τη νίκη του πριν ακόμα εκείνη συμφωνήσει. Κυριολεκτικά έγλειφε τα χείλη του καθώς εκείνη συναινούσε και ήξερε από χέρι ότι τους επόμενους μήνες θα είχε τελικά τον έλεγχο που ήθελε πάνω σ’ αυτό το γάμο. Η Αλέξα μοίρασε. Ο Νικ λίγο έλειψε να γελάσει με το προφανές αποτέλεσμα, αλλά αρνήθηκε να δείξει έλεος. Εκείνη άλλαξε μια κάρτα με μια καινούργια. Ο Νικ άνοιξε τα χαρτιά του. «Φουλ.» «Δυο βαλέδες. Μοιράζεις.» Ο Νικ όφειλε να της το αναγνωρίσει – δεν κάμφθηκε. Κράτησε τα συναισθήματά της καλά κρυμμένα. Πήγαινε στοίχημα πως την είχε διδάξει ο πατέρας της και, αν ο Νικ δεν ήταν τόσο έμπειρος, θα ήταν δύσκολο να τη νικήσει. Την είδε να κατεβάζει δυο άσους και να υποχωρεί με χάρη μπροστά στα τρία τεσσάρια του. «Άλλος ένας γύρος» της είπε. «Ξέρω να μετράω. Μοιράζω εγώ.» Τα δάχτυλά της πετούσαν πάνω στα φύλλα. «Λοιπόν, πού έμαθες πόκερ;» Εκείνος κοίταξε τα χαρτιά του αδιάφορα. «Ένας φίλος μου διοργάνωνε ένα παιχνίδι κάθε βδομάδα. Ήταν μια καλή δικαιολογία για λίγο γερό ποτό και παρέα.» «Πάντα σε θεωρούσα περισσότερο τύπο για σκάκι.» Ο Νικ πέταξε ένα χαρτί και το αντικατέστησε με ένα άλλο. «Είμαι και σ’ αυτό πολύ καλός.» Η Αλέξα ρουθούνισε με έναν τρόπο αταίριαστο για κυρία. «Δείξ’ τα.» Κατέβασε την κέντα της και στα μάτια της άστραψε ο θρίαμβος. Σχεδόν τη λυπήθηκε. Σχεδόν. «Καλό φύλλο.» Της χάρισε ένα υπεροπτικό χαμόγελο. «Αλλά όχι αρκετά καλό.» Κατέβασε τέσσερις άσους. Μετά τέντωσε τα πόδια του και έγειρε πίσω. «Καλή προσπάθεια πάντως.» Η Αλέξα κοίταξε τα χαρτιά του με ανοιχτό το στόμα. «Οι πιθανότητες για τέσσερις άσους στο πόκερ με πέντε φύλλα είναι… Ω Θεέ μου, έκλεψες!» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έκανε ένα τς. «Έλα, Αλ. Σε θεωρούσα καλύτερη παίκτρια. Ακόμα δεν ξέρεις να χάνεις; Τώρα, σχετικά με τη χάρη μου…» Ο Νικ αναρωτήθηκε αν έβλεπε όντως καπνό να βγαίνει απ’ τους πόρους της. «Κανείς δε γίνεται να έχει τέσσερις άσους εκτός κι αν τους έβγαλε απ’ το μανίκι του. Μη μου λες ψέματα, γιατί σκέφτηκα κι εγώ να το κάνω!» «Μη με κατηγορείς για κάτι που δεν μπορείς να αποδείξεις.» «Έκλεψες.» Ο τόνος της είχε ένα ίχνος έκπληξης και τρόμου. «Μου είπες ψέματα την πρώτη νύχτα του γάμου μας.» Εκείνος ρουθούνισε περιφρονητικά. «Αν δε θέλεις να πληρώσεις το στοίχημα, πες το. Απλώς, σαν γυναίκα που είσαι, δεν ξέρεις να χάνεις.» Στριφογύρισε με την οργή της να κοχλάζει. «Είσαι απατεώνας, Νικ Ράιαν.» «Απόδειξέ το.» «Θα το κάνω.»


Όρμησε πάνω από το τραπεζάκι και έπεσε πάνω του. Η ανάσα βγήκε με φόρα απ’ τα πνευμόνια του καθώς τον έριχνε στο χαλί και έχωνε τα χέρια της στα μανίκια του για να ανακαλύψει τα κρυμμένα χαρτιά. Ο Νικ γρύλισε καθώς ολόκληρη η θηλυκή της σιλουέτα πιέστηκε πάνω σε κάθε μυ του, με μοναδικό σκοπό να βρει τις αποδείξεις της απάτης του. Προσπάθησε να τη σπρώξει από πάνω του, αλλά εκείνη έστρεψε την προσοχή της στις τσέπες του πουκαμίσου του κάνοντάς τον να γελάσει. Ο ήχος ξεκίνησε βαθιά μέσα απ’ το στήθος του και ο Νικ συνειδητοποίησε πως αυτή η γυναίκα τον είχε κάνει να γελάσει μέσα σε μια βδομάδα περισσότερο απ’ όσο είχε γελάσει από παιδί. Όταν τα δάχτυλά της γλίστρησαν στις τσέπες του παντελονιού του, ο Νικ συνειδητοποίησε πως, αν έψαχνε λίγο πιο βαθιά, δε θα έβγαινε με άδεια χέρια. Το γέλιο μετατράπηκε σε ένα άγριο κλότσημα χαμηλά στην κοιλιά του και με μια σβέλτη κίνηση τη γύρισε ανάσκελα, έπεσε από πάνω της και κάρφωσε τα χέρια της δίπλα στο κεφάλι της. Τα μαλλιά της είχαν λυθεί στη διάρκεια της μικρής τους συμπλοκής. Οι κατάμαυρες μπούκλες ξεχύθηκαν στο πρόσωπό της και σκέπασαν τη μια του πλευρά. Δυο γαλάζια μάτια τον κοίταζαν ανάμεσά τους, γεμάτα με μια υπεροπτική περιφρόνηση που μόνο εκείνη θα μπορούσε να επιδείξει ενώ τον είχε ρίξει στο πάτωμα για μια πάλη σώμα με σώμα. Τα στήθη της ανασηκώθηκαν ελεύθερα κάτω απ’ το μπλουζάκι. Οι γάμπες της μπλέχτηκαν με τις δικές του, με τους μηρούς της ελαφρά ανοιγμένους. Ο Νικ είχε μπλέξει άσχημα. «Ξέρω πως έχεις κρύψει φύλλα. Απλώς παραδέξου το και θα ξεχάσουμε το όλο συμβάν.» «Είσαι τρελή, ξέρεις» μουρμούρισε εκείνος. «Δε σκέφτεσαι ποτέ τις συνέπειες των πράξεών σου;» Έβγαλε προς τα έξω το κάτω χείλι της και φύσηξε δυνατά. Οι μπούκλες γλίστρησαν υπάκουα μακριά απ’ τα μάτια της. «Δεν έκλεψα εγώ.» Το στόμα της φούσκωσε με πείσμα. Ο Νικ έπνιξε μια βρισιά και τα δάχτυλά του σφίχτηκαν στους καρπούς της. Ανάθεμά την, τον έκανε να τη θέλει. Ανάθεμά την, δεν το έβλεπε. «Δεν είμαστε παιδιά πια, Αλέξα. Την επόμενη φορά που θα ρίξεις έναν άντρα στο έδαφος να είσαι έτοιμη να αντέξεις τις συνέπειες.» «Ποιος είσαι, ο Κλιντ Ίστγουντ; Μήπως η επόμενη ατάκα σου θα είναι: “Έλα λοιπόν, φτιάξε μου τη μέρα”;» Η φωτιά απ’ τις λαγόνες του ανέβηκε στο κεφάλι του σαν ομίχλη, μέχρι που το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η υγρή ζεστασιά του στόματός της και το απαλό της κορμί από κάτω του. Αυτός ήθελε να βρεθεί γυμνός μαζί της στα μπερδεμένα σεντόνια και εκείνη του φερόταν σαν να ήταν κανένας ενοχλητικός μεγάλος αδελφός. Αλλά αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο. Ήταν η γυναίκα του. Η σκέψη τον βασάνιζε. Κάποιο θαμμένο, πρωτόγονο ένστικτο είχε ζωντανέψει μέσα του και τον έσπρωχνε να τη διεκδικήσει. Με το νόμο, ήδη του ανήκε. Και απόψε ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους. Εκείνη τον προκαλούσε να γυρίσει το θυμό του σε πόθο, να νιώσει τα χείλη της υγρά και τρεμάμενα κάτω απ’ τα δικά του, όλο γλύκα και παράδοση και πάθος. Η κοινή λογική της λίστας του και των σχεδίων του και την ανάγκης του για έναν επαγγελματικό γάμο πέταξε απ’ το παράθυρο. Αποφάσισε να διεκδικήσει τη γυναίκα του.


*** Η Αλέξα ένιωσε όλους τους μυς του άντρα από πάνω της να γίνονται πέτρα. Ήταν τόσο δοσμένη στη διαφωνία τους, που είχε ξεχάσει ότι την κρατούσε καρφωμένη στο χαλί. Άνοιξε το στόμα της για να κάνει άλλο ένα έξυπνο σχόλιο περί δεσμών, αλλά σταμάτησε. Συνάντησε τα μάτια του. Και κράτησε την ανάσα της. Ω Θεέ μου! Πρωτόγονη σεξουαλική ενέργεια στροβιλιζόταν ανάμεσά τους σαν τυφώνας, αυξάνοντας σε ταχύτητα και ένταση. Τα μάτια του έκαιγαν με μια φωτιά που ήταν μισή ανάγκη, μισός θυμός καθώς την κοιτούσε. Η Αλέξα συνειδητοποίησε πως ήταν ξαπλωμένος ανάμεσα στους ανοιχτούς μηρούς της, με τους γοφούς του πάνω στους δικούς της, το στήθος του ανασηκωμένο καθώς της έσφιγγε τα δάχτυλα. Αυτό δεν ήταν πια το τυραννικό παιχνίδι ενός αδελφού. Δεν ήταν πια δυο παλιοί φίλοι ή δυο επαγγελματικοί συνεργάτες. Ήταν ο ωμός πόθος ενός άντρα για μια γυναίκα και η Αλέξα ένιωσε να παρασύρεται μέσα σ’ αυτή τη θύελλα από την ίδια την κραυγή του κορμιού της. «Νικ;» Η φωνή της ήταν τραχιά. Διστακτική. Οι θηλές της πίεζαν το απαλό ύφασμα της μπλούζας με απαίτηση. Το βλέμμα του σάρωσε το πρόσωπό της, τα στήθη της, το εκτεθειμένο στομάχι της. Η ένταση έφτασε στο αποκορύφωμα. Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι. Η ορμητική ανάσα του χάιδεψε τα χείλη της καθώς μιλούσε πάνω ακριβώς πάνω απ’ το στόμα της. «Αυτό δε σημαίνει τίποτα.» Το κορμί του διέψευδε τα λόγια του καθώς το στόμα του διεκδικούσε το δικό της σε ένα άγριο φιλί. Με ένα γρήγορο τίναγμα, η γλώσσα του χώθηκε στο άνοιγμα των χειλιών της για να ταξιδέψει πίσω τους. Το μυαλό της θόλωσε, παρασυρμένο από το βουβό πόνο λόγω της δήλωσής του και την ευχαρίστηση που τη χτυπούσε κατά κύματα. Έπιασε τα χέρια του και κρατήθηκε, απολαμβάνοντας τη σκοτεινή γεύση της δίψας του και του ακριβού σαρντονέ, λικνίζοντας τους γοφούς της προς τα πάνω για να συναντήσει τη σκληράδα του κορμιού του και να τρίψει τις θηλές της πάνω στο στήθος του. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές έχασε τον έλεγχο, με το άχρονο κενό των περασμένων ετών να γεμίζει προσωρινά με τη γεύση και την αίσθηση και τη μυρωδιά του. Η γλώσσα της συνάντησε τη δική του καθώς ένα χαμηλό, βραχνό βογκητό ξέφυγε απ’ το λαιμό της. Εκείνος τράβηξε τα δάχτυλά του απ’ τα δικά της και γλίστρησε τις παλάμες του στην κοιλιά της, ανεβαίνοντας να φυλακίσει το στήθος της. Οι θηλές της σκλήρυναν κι αυτός έσπρωξε την μπλούζα πιο ψηλά. Κοίταξε τα γυμνά της στήθη και η φωτιά στα μάτια του λίγο έλειψε να την κάψει ζωντανή. Ο ένας του αντίχειρας πίεσε τη θηλή της κι εκείνη άφησε μια κραυγή. Το κεφάλι του χαμήλωσε. Η Αλέξα συνειδητοποίησε πως αυτή ήταν η στιγμή της αλήθειας. Αν τη φιλούσε ξανά, θα παραδινόταν. Το κορμί της πονούσε για το δικό του και δεν μπορούσε να σκεφτεί έναν καλό λόγο για να σταματήσει. Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Ο ήχος αντιλάλησε στους τοίχους. Ο Νικ τινάχτηκε προς τα πάνω και κύλησε στο πλάι σαν πολιτικός που τον τσάκωσαν στη μέση ενός ερωτικού σκανδάλου, μουρμουρίζοντας μερικές πρόστυχες λέξεις που η Αλέξα δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε.


Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα ξαφνιασμένη με την ψυχραιμία ενός άντρα που δυο δευτερόλεπτα πριν της έσκιζε τα ρούχα. Τον είδε να κουμπώνει ήρεμα το πουκάμισό του και να περιμένει την αντίδρασή της. Αν εξαιρούσες το φούσκωμα στο μαύρο παντελόνι του, έδειχνε εντελώς ανεπηρέαστος από το όλο επεισόδιο. Ακριβώς όπως τότε που την είχε φιλήσει στο σπίτι των γονιών της. Το βαρύ φαγητό ανακατεύτηκε στο στομάχι της και η Αλέξα πάλεψε να διώξει τη ναυτία. Πήρε μια βαθιά ανάσα στιλ γιόγκα και ανακάθισε, κατεβάζοντας το μπλουζάκι της. «Βέβαια. Άνοιξε την πόρτα.» Την κοίταξε εξεταστικά για μια στιγμή σαν να έλεγχε αν έπρεπε να την πιστέψει και μετά έγνεψε καταφατικά και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Η Αλέξα έφερε τα δάχτυλα στα χείλη της και προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Είχε κάνει ένα μνημειώδες λάθος. Προφανώς, η πρόσφατη αποχή της από το σεξ είχε κάνει τις ορμόνες της να τρελαθούν, σε σημείο να παίρνει φωτιά σαν πυροτέχνημα στο άγγιγμα του οποιουδήποτε άντρα. Η τελευταία του δήλωση άστραψε στο μυαλό της σαν να την κορόιδευε. Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Άκουσε συζήτηση στο χολ. Μια ψηλή καστανομάλλα με μακριά πόδια μπήκε στο δωμάτιο με την άνεση κάποιας που ήξερε το σπίτι καλά. Η Αλέξα κοίταξε την πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ – προφανώς η πρώην του Νικ. Δυο μακριά πόδια χορεύτριας ξεκίναγαν από μαύρα παπούτσια-πλατφόρμες και εξαφανίζονταν μέσα σε ένα μεταξωτό παντελόνι. Οι λεπτοί της γοφοί ήταν τυλιγμένοι με μια ασημένια ζώνηαλυσίδα κι ένα μεταλλιζέ τοπ διέγραφε το μικρό της στήθος, βαθαίνοντας στο ντεκολτέ και αφήνοντας εκτεθειμένους τους ώμους της. Τα μακριά σκούρα μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της σαν μια μάζα από τέλεια κύματα. Ούτε μια ηλεκτρισμένη μπούκλα πουθενά. Τα μάτια της είχαν ένα εντυπωσιακό σμαραγδί χρώμα και μακριές μαύρες βλεφαρίδες. Τα γεμάτα χείλη της συνοδεύονταν από ψηλά ζυγωματικά και όλη μαζί ανέδιδε έναν αέρα άνετης κομψότητας. Κοίταξε στο δωμάτιο και εστιάστηκε στην Αλέξα. Η Αλέξα κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως τελικά θα έκανε εμετό. Η θεά στράφηκε στον Νικ με ύφος απολογητικό. Ακόμα και η φωνή της σου έφερνε στο μυαλό σεξ. «Απλώς έπρεπε να τη συναντήσω.» Έντρομη συνειδητοποίησε πως η Γκαμπριέλα δεν κοιμόταν απλώς με τον Νικ, αλλά είχε και συναισθήματα για κείνον. Ο ολοφάνερος πόνος που άστραφτε μέσα σ’ εκείνα τα μάτια την κατηγορούσε σαν γυναίκα προς γυναίκα πως της έκλεψε τον άντρα. Ένα κομμάτι της Αλέξα παρακολουθούσε τη σκηνή από ψηλά με πραγματικό χιούμορ. Ήταν λες και ένα επεισόδιο του Αληθινές νοικοκυρές της Νέας Υόρκης* να έχει πάει τελείως λάθος. Τουλάχιστον δεν ήταν το Τζέρσεϊ Σορ.** Οι τρελές της σκέψεις είχαν ξεφύγει τελείως και προσπάθησε να πιαστεί από τα τελευταία ίχνη της λογικής της. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε την αδύνατη θεά που πυργωνόταν από πάνω της. Έψαξε βαθιά μέσα της να βρει την αυτοκυριαρχία της και προσποιήθηκε πως φορούσε κανονικά ρούχα και όχι ρούχα για το γυμναστήριο. «Καταλαβαίνω» είπε τυπικά. «Γκάμπι, πώς πέρασες από την ασφάλεια;» Εκείνη τίναξε με τέχνη τις μπούκλες της πάνω απ’ τον ώμο της. Άπλωσε το χέρι και έβαλε κάτι


στη χούφτα του Νικ. «Είχα ακόμα το κλειδί μου και τον κωδικό ασφαλείας. Όταν μου είπες πως επρόκειτο να παντρευτείς, τα πράγματα έγιναν κάπως τεταμένα.» Οι λέξεις σφυροκόπησαν το ευαίσθητο δέρμα της Αλέξα σαν τσιμπήματα από σφήκες. Στο διάβολο όλο αυτό. Αρνιόταν να επιτρέψει στον Νικ να συνεχίσει μια παράνομη σχέση όταν οι δυο τους είχαν υπογράψει συμβόλαιο. Επομένως, έπρεπε να παραστήσει την κτητική σύζυγο. Ξεροκατάπιε και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει ήρεμα στην αντίζηλό της. «Γκαμπριέλα, λυπάμαι αν πληγώθηκες απ’ την απόφασή μας. Ήταν κάπως ξαφνικό και για τους δυο μας, ξέρεις.» Γέλασε και πήγε να σταθεί ανάμεσά τους. «Γνωριζόμασταν από παλιά και, όταν ξανασυναντηθήκαμε, ήταν σαν ανεμοστρόβιλος.» Προσποιήθηκε πως κοίταζε τον πρόσφατα αποκτημένο σύζυγό της με λατρεία, παρ’ όλο που οι γροθιές της πονούσαν απ’ την ανάγκη να ρίξουν μια καλή μπουνιά. Εκείνος γλίστρησε το μπράτσο του γύρω της και η θέρμη του κορμιού του την έκαψε μέσα απ’ το λεπτό ύφασμα του κολάν. «Πρέπει να σου ζητήσω να φύγεις. Είναι η πρώτη νύχτα του γάμου μας.» Η Γκαμπριέλα τούς κοίταξε σαν να τους ζύγιαζε. «Περίεργο που δε φύγατε για κανένα ταξιδάκι κάπου πιο… ρομαντικά.» Ο Νικ έσωσε την κατάσταση. «Είχα υποχρεώσεις στη δουλειά, έτσι αναβάλαμε την απόδρασή μας σε ένα νησί για αργότερα.» Η Γκαμπριέλα μίλησε με ύφος κοφτό. «Πολύ ωραία. Θα φύγω. Έπρεπε να δω με τα ίδια μου τα μάτια ποια προτίμησες αντί για μένα.» Η έκφρασή της πληροφόρησε την Αλέξα πως δεν καταλάβαινε την απόφαση του Νικ. «Θα βρίσκομαι εκτός πόλης για λίγο. Υποσχέθηκα να βοηθήσω στην αποστολή για το ξαναχτίσιμο της Αϊτής.» Ω. Θεέ. Μου. Ήταν και ανθρωπίστρια. Η γυναίκα ήταν εξωτερικά τέλεια, είχε λεφτά και βοηθούσε πραγματικά τους ανθρώπους. Η καρδιά της Αλέξα βούλιαξε. Η Γκαμπριέλα γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα στην τράπουλα. «Χμμ, πάντα μου άρεσαν τα χαρτιά. Αλλά όχι για μια πρώτη νύχτα γάμου.» Δεν έδωσε στην Αλέξα την ευκαιρία να απαντήσει. Με τη χάρη κόμπρας, γλίστρησε έξω απ’ το δωμάτιο χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά. Η Αλέξα πήδηξε μακριά απ’ τον Νικ στο άκουσμα του κλικ της πόρτας. Μια αμήχανη σιωπή έπεσε στο δωμάτιο καθώς οι σκέψεις της στριφογύριζαν σαν σβούρα. «Συγγνώμη, Αλέξα. Δεν περίμενα με τίποτα πως θα εμφανιζόταν στο σπίτι μου.» Η ερώτηση αναδύθηκε βαθιά από μέσα της. Ορκίστηκε πως δε θα την έκανε, αλλά η σύντομη και αιματηρή μάχη τελείωσε πριν καν αρχίσει. Οι λέξεις ξεπήδησαν απ’ τα χείλη της. «Γιατί παντρεύτηκες εμένα και όχι αυτή;» Σε σύγκριση με τη Γκαμπριέλα, η Αλέξα μειονεκτούσε από κάθε άποψη. Η φιλενάδα του Νικ ήταν πανέμορφη, κομψή και λεπτή. Μιλούσε με ευφυΐα, ήταν εθελόντρια σε ένα σοβαρό σκοπό και φερόταν με πραγματική ανωτερότητα για παραγκωνισμένη γυναίκα. Επίσης νοιαζόταν για τον Νικ. Γιατί λοιπόν την είχε πληγώσει; Ο Νικ έκανε ένα βήμα πίσω. «Δεν έχει σημασία» είπε ψυχρά. «Πρέπει να μάθω.» Πάγος κύλησε στη ραχοκοκαλιά της καθώς έπιανε την αποφασιστικότητα στο πρόσωπό του. Το παντζούρι έκλεισε με δύναμη και ξαφνικά βρέθηκε να κοιτάζει έναν άντρα που δεν είχε απολύτως


κανένα συναίσθημα ή ευαισθησία. «Επειδή ήθελε περισσότερα απ’ όσα μπορώ να της δώσω. Ήθελε να κατασταλάξουμε και να φτιάξουμε οικογένεια.» Η Αλέξα έκανε με τη σειρά της ένα βήμα πίσω. «Και τι κακό έχει αυτό;» «Είπα στην Γκαμπριέλα την αλήθεια απ’ την αρχή. Δεν κάνω μόνιμες σχέσεις. Δε θέλω να κάνω ποτέ παιδιά και δε θα γίνω ποτέ το είδος του άντρα που κατασταλάζει μακροπρόθεσμα. Το υποσχέθηκα στον εαυτό μου χρόνια πριν.» Έκανε μια παύση. «Έτσι παντρεύτηκα εσένα αντί γι’ αυτή.» Το δωμάτιο στροβιλίστηκε καθώς η τελεσίδικη δήλωσή του τη σάρωσε σαν κύμα. Ο σύζυγός της μπορεί να είχε ξεσπάσματα πάθους. Το άγγιγμά του μπορεί να ήταν ζεστό και τα χείλη του ακόμα πιο ζεστά, αλλά η καρδιά του ήταν σκαλισμένη σε πέτρα. Ποτέ δε θα άφηνε μια γυναίκα να μπει – η ζημιά που είχε υποστεί ήταν πολύ μεγάλη για να το ρισκάρει. Με κάποιον τρόπο, οι γονείς του τον είχαν πείσει πως η αγάπη δεν υπήρχε. Ακόμα κι αν μια αδύναμη ακτίνα τρεμόλαμπε στην επιφάνεια, εκείνος εξακολουθούσε να πιστεύει πως δεν υπήρχε ευτυχισμένο τέλος. Μόνο παιδιά σαν θύματα πολέμου και μια ζωή γεμάτη πόνο. Πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να τα βάλει με ένα τέτοιο ακλόνητο πιστεύω έχοντας την παραμικρή ελπίδα να νικήσει; Η ανάγκη του για έναν επαγγελματικό γάμο τής φάνηκε ξαφνικά εντελώς λογική. «Είσαι εντάξει;» Αποφάσισε να δώσει τέλος στη βραδιά με το δικό της φινάλε. Ο Νικ Ράιαν μπορούσε να της ραγίσει την καρδιά. Ξανά. Ήταν ανάγκη να φερθεί ψύχραιμα και δυναμικά για να σώσει την περηφάνια της. Και έπρεπε πάντα να κρατάει απόσταση. Πήρε μια έκφραση που δεν πρόδιδε τίποτα και έσπρωξε τον πόνο βαθιά μέσα της μέχρι που έγινε μια μικρή μπαλίτσα στο στομάχι της. «Σταμάτα να με ρωτάς αν είμαι εντάξει. Φυσικά και είμαι εντάξει. Απλά μη σκεφτείς πως μπορείς να το σκάσεις για ένα γρήγορο με την πρώην σου. Η συμφωνία είναι συμφωνία.» Τα χαρακτηριστικά του σφίχτηκαν. «Σου έδωσα το λόγο μου, αν θυμάσαι.» «Επίσης με έκλεψες στο πόκερ.» Η υπενθύμιση του παιχνιδιού που είχε ξεφύγει έκανε την ταπείνωση να την κάψει σαν πυρωμένο σίδερο. Εκείνος μετακίνησε νευρικά τα πόδια του και πέρασε το χέρι μέσα απ’ τα μαλλιά του· και η Αλέξα ήξερε τι θα ακολουθούσε. «Σχετικά με αυτό που συνέβη -» Η Αλέξα άφησε ένα γέλιο που άξιζε Όσκαρ. «Ω Θεέ μου, δεν πρόκειται τώρα να μιλήσουμε γι’ αυτό, έτσι δεν είναι;» Σήκωσε το βλέμμα στο ταβάνι. «Άκου, Νικ, πρέπει να ομολογήσω κάτι. Σίγουρα αυτός ο γάμος είναι μια επαγγελματική συμφωνία, αλλά νωρίτερα φορούσα το νυφικό και τυπικά αυτή ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου μας…» Άνοιξε τα χέρια σαν να παραδινόταν. «Παρασύρθηκα από την όλη ιδέα. Εσύ απλώς έτυχε να είσαι, πώς να το πω;» «Διαθέσιμος;» «Σκεφτόμουν μάλλον κάτι σε… πρόχειρος. Ήσουν πρόχειρος. Δε σήμαινε τίποτα, οπότε ας το αφήσουμε να ξεχαστεί, εντάξει;» Εκείνος τη μελέτησε με μισόκλειστα μάτια, παρατηρώντας ένα ένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Το ρολόι χτύπαγε κι η Αλέξα περίμενε. Ένα παράξενο παιχνίδισμα συναισθήματος σπίθισε στα μάτια του, μέχρι που θα μπορούσε να πάρει όρκο πως την κοίταξε σαν να μετάνιωνε. Θα πρέπει να ήταν κάποιο παιχνίδι του φωτός.


Τελικά, της έγνεψε καταφατικά. «Θα πούμε πως έφταιγε το κρασί και η πανσέληνος ή κάτι τέτοιο.» Του γύρισε την πλάτη. «Πάω για ύπνο. Είναι αργά.» «Εντάξει. Καληνύχτα.» «Καληνύχτα.» Ανέβηκε τη στριφογυριστή σκάλα και χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χωρίς να θέλει να βουρτσίσει τα δόντια της ή να κάνει το συνηθισμένο καθαρισμό προσώπου ή να αλλάξει και να φορέσει τις πιτζάμες της. Τράβηξε το πουπουλένιο πάπλωμα μέχρι το πιγούνι της, έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι και αφέθηκε στην αγκαλιά του ύπνου, ένα μέρος στο οποίο δε χρειαζόταν να σκέφτεται ή να νιώθει ή να πονάει. *** Ο Νικ κοίταξε την έρημη σκάλα. Μέσα του αισθανόταν να πάλλεται ένα κενό και δεν είχε ιδέα γιατί. Έβαλε το υπόλοιπο κρασί στο ποτήρι του, ρύθμισε την ένταση στο στερεοφωνικό και κάθισε στον καναπέ. Η μουσική της όπερας τον τύλιξε και καταπράυνε τα νεύρα του. Το παρ’ ολίγον λάθος του πυργώθηκε μπροστά του. Αν δεν είχε εμφανιστεί η Γκάμπι, τώρα η Αλέξα θα ήταν στο κρεβάτι του. Τέρμα ο γάμος χωρίς επιπλοκές. Ηλίθιε. Πότε η ανάγκη του για μια γυναίκα είχε προκαλέσει αναταραχή στα σχέδιά του; Ακόμα κι όταν είχε φλερτάρει την Γκαμπριέλα και τα είχαν φτιάξει, ποτέ δεν είχε νοιαστεί για το αποτέλεσμα. Ο στόχος του πάντα ήταν καθαρός και ξάστερος. Αλλά ακόμα κι αυτό δεν ήταν αρκετό για να τον σταματήσει άπαξ και είχε γευτεί την Αλέξα ΜακΚένζι. Του διέλυε το μυαλό, τον έκανε να γελάει και τον έβαζε στον πειρασμό να απολαύσει το κορμί της χωρίς να κάνει τον παραμικρό χειρισμό. Ήταν διαφορετική από κάθε άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει και ήθελε να την κρατήσει στην κατηγορία της φίλης. Της καλύτερης φίλης της αδελφής του. Ήθελε να γελάνε με το παρελθόν, να ζήσουν αρμονικά μαζί για ένα χρόνο και να πούνε αντίο με ευκολία. Κι από την πρώτη αναθεματισμένη νύχτα, είχε κοντέψει να της ξεσκίσει την μπλούζα. Στράγγιξε το ποτήρι του και έκλεισε τη μουσική. Θα το διόρθωνε. Εκείνη ήδη είχε παραδεχτεί πως ήθελε μόνο ένα ζεστό κορμί στο κρεβάτι της. Προφανώς, δεν ένιωθε έλξη γι’ αυτόν και μάλλον είχε πιει πολύ κρασί και είχε παρασυρθεί από τη φαντασίωση του γάμου. Όπως ακριβώς είχε παραδεχτεί. Ήθελε τα λεφτά και της έλειπε το σεξ. Το πεισματάρικο μυαλό του ούρλιαζε πως δε γινόταν να αντιδρά τόσο παθιασμένα σε κάθε άντρα που την άγγιζε. Αγνόησε αυστηρά την προειδοποίηση, σηκώθηκε από τον καναπέ και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα για να πάει στο κρεβάτι του.


Κεφάλαιο Πέντε Η Αλέξα κοίταξε πάνω από το πλήθος και ευχήθηκε να βρισκόταν πίσω στο ΜπουκΚρέιζι διευθύνοντας τη βραδιά ποίησης της Παρασκευής. Το αποψινό επαγγελματικό δείπνο ήταν σημείοκαμπή στην καριέρα του Νικ. Ήξερε ότι την αίθουσα κατέκλυζαν δυνατοί υποψήφιοι για την ανάληψη του έργου και την ευκαιρία για δόξα και ο Νικ έπρεπε να εντυπωσιάσει το πλήθος για να εξασφαλίσει μια ακρόαση. Έδωσε το παλτό της στην υπεύθυνη υποδοχής και ακολούθησε τον Νικ μέσα στην κατάμεστη αίθουσα. «Να υποθέσω πως έχεις ένα γενικό σχέδιο επίθεσης;» τον ρώτησε. «Ποιοι είναι οι δύο παίκτες στους οποίους πρέπει να εστιάσεις;» Έγνεψε προς ένα πυκνό σύννεφο καπνού πούρων. Ένας σφιχτός κύκλος από συντηρητικούς επιχειρηματίες περικύκλωνε έναν άντρα άψογα ντυμένο με γκρίζο κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα. «Ο Χιόσι Κόμο χτίζει το γιαπωνέζικο εστιατόριο. Η ψήφος του είναι κλειδί για τον τρίτο συνεταίρο στη συμφωνία της προκυμαίας.» «Τότε γιατί δεν πας εκεί να δώσεις το στίγμα σου;» Έπιασε μια τάρτα σολομού από το δίσκο που κουβαλούσε ένας σερβιτόρος ντυμένος με σμόκιν και ένα ποτήρι σαμπάνια από έναν άλλο. «Επειδή δε θέλω να είμαι άλλος ένας μέσα στο πλήθος. Έχω διαφορετικό σχέδιο κατά νου.» Η Αλέξα ρούφηξε το αφρώδες ποτό και αναστέναξε από ευχαρίστηση. «Μη μεθύσεις» είπε ο Νικ. Ξεφύσηξε αγανακτισμένη. «Δεν ήξερα πως οι σύζυγοι είναι τόσο καταπιεστικοί. Εντάξει, ποιος είναι ο βασικός τύπος που πρέπει να εντυπωσιάσεις;» Μια υπολογιστική λάμψη άστραψε στα μάτια του. «Ο κόμης Μάικλ Κόντε. Είναι ιδιοκτήτης μιας πετυχημένης επιχείρησης ζαχαροπλαστικής στην Ιταλία και αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει στόχο να ανοίξει τον πρώτο φούρνο στην προκυμαία.» Η Αλέξα κοίταξε με λαχτάρα το δίσκο με τις τάρτες με καβούρι στα αριστερά της και προσπάθησε να δώσει προσοχή στα λόγια του. Ο Νικ ξεφύσηξε δυνατά, άρπαξε δύο από το σερβιτόρο και τα έβαλε στο πιάτο της. «Τρώγε.» «Εντάξει.» Για μια φορά, συμφώνησε με την εντολή του. Έριξε τη μια τάρτα στο στόμα της και βόγκηξε από ευχαρίστηση. Τα φρύδια του Νικ έσμιξαν απότομα και η Αλέξα συνειδητοποίησε πως τον έκανε κακόκεφο. Ξανά. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα στο στόμα της σαν να ήθελε την τάρτα για τον εαυτό του. «Αλέξα, με ακούς;» «Ναι. Ο Κόντε. Ο φούρνος. Φαντάζομαι θα θες να τριγυρίσω όσο εσύ θα ασχολείσαι με τις δουλειές σου.» Της έστειλε ένα σφιγμένο χαμόγελο. «Θα ασχοληθώ με τον Χιόσι προς το παρόν. Γιατί δεν κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά για τον κόμη; Είναι ψηλός, με ιταλική προφορά, μαύρα μαλλιά και μάτια. Πιάσε του λίγο την κουβέντα – αυτό θα κρατήσει κι εσένα απασχολημένη.» Ένιωσε ένα μικρό προειδοποιητικό τσίμπημα στις παρυφές της συνείδησής της, αλλά ήταν ακόμα υπερβολικά επικεντρωμένη στους δίσκους με τα πεντανόστιμα ορεκτικά. «Θέλεις να του μιλήσω;»


Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους με σκόπιμη αδιαφορία. «Φυσικά. Να είσαι ευχάριστη. Αν ανακαλύψεις τίποτα ενδιαφέρον, έλα να μου το πεις.» Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της και ξαφνικά η όλη εικόνα αποκρυσταλλώθηκε. «Θέλεις να κατασκοπεύσω για λογαριασμό σου;» Εκνευρισμός χρωμάτισε τη φωνή του. «Γίνεσαι γελοία. Απλώς χαλάρωσε και απόλαυσε το πάρτι.» «Εύκολο για σένα να το λες. Τα στήθη σου δεν κρέμονται έξω απ’ το φουστάνι σου.» Ο Νικ καθάρισε το λαιμό του και μετακινήθηκε νευρικά. «Αν δεν ένιωθες άνετα, δεν έπρεπε να έχεις φορέσει αυτό το φουστάνι.» Η Αλέξα σφίχτηκε. «Το δανείστηκα από τη Μάγκι. Δεν είχα ακριβό φόρεμα.» «Θα σου είχα δώσει εγώ λεφτά.» «Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά σου.» «Μάλλον αμφιβάλλω γι’ αυτό. Δεν υπέγραψες το συμβόλαιο από αβρότητα. Γι’ αυτό καλά θα κάνεις να πάρεις όσο περισσότερα μπορείς.» Μια σύντομη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Παγωνιά τη διαπέρασε. «Έχεις δίκιο. Φέρθηκα σαν ηλίθια. Την επόμενη φορά θα ψωνίσω όλο το Μέισις και θα σου στείλω το λογαριασμό.» Έκανε στροφή επιτόπου πάνω στα τακούνια της και τίναξε το κεφάλι. «Στο κάτω κάτω, το μόνο κέρδος μου απ’ αυτό το γάμο είναι τα λεφτά σου.» Απομακρύνθηκε αφήνοντάς τον να κοιτάζει την πλάτη της. Βλάκα. Η Αλέξα ήπιε το δεύτερο ποτήρι σαμπάνιας και πήγε να σταθεί δίπλα σε ένα παράθυρο με θέα στον κήπο. Ο Νικ Ράιαν ανήκε σ’ αυτό τον κόσμο – σε έναν κόσμο με λεφτά και μοντέλα και εκλεπτυσμένους διαλόγους. Σύννεφα Σαλιμάρ ανακατεύονταν με Ομπσέσιον και το βαρύ άρωμα των πούρων. Η όρασή της είχε θολώσει από τα πολλά μετάξια και σατέν, κυρίως σε μαύρα ή ουδέτερα χρώματα – σεμνά χρώματα που αναδείκνυαν τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια και τα ζαφείρια που ήξερε πως ήταν όλα αληθινά. Όλοι ήταν ηλιοκαμένοι και η Αλέξα πήγαινε στοίχημα πως το μαύρισμά τους δεν είχε το παραμικρό άσπρο σημάδι. Άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Είχε ντυθεί για το πάρτι με πολλή φροντίδα και κρατούσε την ανάσα της καθώς κατέβαινε τη σκάλα για να ακούσει τη γνώμη του Νικ. Έστω κι αν ήξερε πως έδειχνε εκπληκτικά ωραία με το φόρεμα της Μάγκι. Η σκέψη πως στην πραγματικότητα ήθελε να τον ευχαριστήσει την είχε κάνει έξαλλη. Εκείνος της είχε ρίξει μια εξεταστική ματιά από πάνω μέχρι κάτω. Αντί για κομπλιμέντο, είχε μουρμουρίσει κάτι για την επιλογή της και είχε απομακρυνθεί. Ούτε καν τη βοήθησε να φορέσει το παλτό της ούτε της έριξε δεύτερη ματιά μέχρι να φτάσουν στο πάρτι. Είχε νιώσει πληγωμένη, αλλά τιμώρησε τον εαυτό της γι’ αυτό το συναίσθημα. Διατήρησε μια πολιτισμένη στάση και προσποιήθηκε πως ντυνόταν έτσι κάθε σαββατόβραδο. Από την άλλη, μόλις της μίλησε για το σχέδιό του για την προκυμαία, το πρόσωπό του άστραψε από ένα τόσο έντονο συναίσθημα, που η Αλέξα ένιωσε το σαγόνι της να σφίγγεται από αντίδραση. Πάθος. Άγρια ανάγκη έκαιγε μέσα στα χρυσοκάστανα μάτια του. Φαντάστηκε πώς θα ήταν να είναι η γυναίκα που θα του άναβε τέτοιο πάθος. Για άλλη μια φορά, υπενθύμισε στον εαυτό της πως


ο Νικ βίωνε τόσο δυνατά συναισθήματα μόνο για τα κτίριά του. Ποτέ για τις γυναίκες. Και ποτέ για κείνη. Πήρε μια βαθιά ανάσα και αποτελείωσε το ποτό της. Μετά πέρασε τις διπλές μπαλκονόπορτες στο μπαλκόνι και πλησίασε μια παρέα γυναικών που έδειχναν να σχολιάζουν ένα γλυπτό. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, είχε μπει με όμορφο τρόπο στη συζήτηση, είχε φροντίσει να γίνουν οι συστάσεις και εντρυφούσε στον κόσμο της κοινωνικής κουβεντούλας. *** Ο Νικ την παρακολούθησε να διασχίζει την αίθουσα και άφησε μια κατάρα μέσα απ’ τα δόντια του. Διάβολε, πάλι μούσκεμα τα είχε κάνει. Έπρεπε να της είχε κάνει ένα κομπλιμέντο για το καταραμένο το φουστάνι. Αλλά τίποτα δεν τον είχε προετοιμάσει για την είσοδό της καθώς κατέβαινε τη σκάλα, έτοιμη για το πάρτι. Το μπλε ελεκτρίκ φόρεμα είχε ένα βαθύ ντεκολτέ, κρεμόταν στις άκρες των ώμων της και έπεφτε μέχρι το πάτωμα σε υπέροχες, απαλές πτυχές λαμπυρίζοντας από την ασημοκλωστή που υπήρχε στην ύφανσή του. Ασημένια σανδάλια με λεπτά λουράκια τύλιγαν τα πόδια της, με τα ροζ νύχια της να παίζουν κρυφτούλι κάτω απ’ το φόρεμα καθώς περπατούσε. Τα μαλλιά της ήταν σηκωμένα ψηλά με μερικές σγουρές μπούκλες να χαϊδεύουν την πλάτη και το λαιμό της. Τα χείλη της ήταν βαμμένα κόκκινα. Όταν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, η ασημί σκιά αιχμαλώτισε το φως και έκανε τις βλεφαρίδες της να σπινθηρίσουν. Ο Νικ έβαζε στοίχημα πως έτσι θα αιχμαλώτιζε και την προσοχή όλων των αντρών στο πάρτι. Λίγο έλειψε να της πει να πάει να αλλάξει. Αυτό δεν ήταν μια σοφιστικέ ψυχρή παρουσία που μπορούσε να ελέγξει. Ήταν μια Εύα με σάρκα και οστά, που προκαλούσε έναν άντρα να πάει στην Κόλαση και έκανε το δηλητηριασμένο μήλο να μοιάζει γλυκό σαν καραμέλα. Αντί γι’ αυτό, είχε μουρμουρίσει μια παρατήρηση μέσα απ’ τα δόντια του και είχε αφήσει το θέμα εκεί. Αναρωτήθηκε αν αυτό που είδε στα μάτια της ήταν μια αστραπή πόνου, αλλά, όταν ξανακοίταξε, εκείνη ήταν η ίδια φασαριόζα, σαρκαστική γυναίκα που είχε παντρευτεί. Ο θυμός του φούντωσε με την ικανότητά της να τον κάνει να αισθάνεται σαν παλιάνθρωπος. Δεν είχε πει κάτι κακό. Τον είχε παντρευτεί για τα λεφτά και το παραδεχόταν ευθέως. Γιατί λοιπόν έπρεπε να παριστάνει το αθώο θύμα σ’ όλη αυτή την ιστορία; Έδιωξε με τη βία τη σκέψη της γυναίκας του απ’ το μυαλό του και συγκεντρώθηκε στην ομάδα των επιχειρηματιών που κύκλωναν τον Χιόσι Κόμο. Ο Νικ διαισθάνθηκε ποιος ήταν ο σημαντικός παράγοντας για να εξασφαλίσει την ψήφο του Γιαπωνέζου. Ο ενθουσιασμός. Κάνε τον Χιόσι Κόμο να ενθουσιαστεί, και έχεις τη δουλειά στο τσεπάκι, Νικ. Το τελευταίο και σημαντικότερο κομμάτι του παζλ ήταν ο Μάικλ Κόντε. Ο διάσημος κόμης ήταν γνωστός στον επιχειρηματικό κόσμο για τη γοητεία, τα λεφτά και την ευφυΐα του. Πίστευε στο πάθος, όχι στην ακρίβεια, και φερόταν τελείως διαφορετικά από τους άλλους δύο συνεταίρους του. Ο Νικ ήλπιζε ότι μια ζωηρή συζήτηση με τη γυναίκα του μπορεί να τον βοηθούσε να κερδίσει λίγο έδαφος, ειδικά αφού τα κουτσομπολιά χαρακτήριζαν τον Κόντε γυναικά. Έπνιξε μια μικρή σπίθα ενοχής και πλησίασε την ομάδα των αντρών για να μιλήσει.


*** Η Αλέξα αποφάσισε πως ήταν ώρα να βρει το σύζυγό της. Πέρα από το σύντομο διάστημα που κάθισε δίπλα του στο δείπνο, όλο το υπόλοιπο βράδυ κυκλοφορούσαν χωριστά. Σιγομουρμουρίζοντας τη μελωδία I Get A Kick Out of You* έψαξε την αίθουσα αλλά δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει μέσα στον κόσμο. Αποφάσισε να προχωρήσει στο πολυτελές χολ. Ίσως είχε πάει στην τουαλέτα. Τα τακούνια της κροτάλιζαν πάνω στο γυαλισμένο μάρμαρο. Ο ήχος της μουσικής έσβησε και στάθηκε να μελετήσει τους πίνακες στον τοίχο με ευχαρίστηση, μουρμουρίζοντας σιγανά όταν βρήκε έναν που αναγνώρισε. Τα βήματά της την οδήγησαν στην επόμενη γωνία κι από κει σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε περισσότερο σαν γκαλερί έτσι όπως ήταν γεμάτο με ράφια με παλιά δερματόδετα βιβλία, προσεκτικά τοποθετημένα. Κράτησε την ανάσα της καθώς τα δάχτυλά της την έτρωγαν να χαϊδέψει το παλιό δέρμα και να απολαύσει τον τριζάτο ήχο που θα ακουγόταν όταν θα γυρνούσε τις ποτισμένες με το παρελθόν σελίδες τους. «Α, ώστε για να σε κάνω να με προσέξεις, θα έπρεπε να έχω μεταμορφωθεί σε βιβλίο, ναι;» Έκανε απότομα στροφή. Ένας άντρας στεκόταν στο κατώφλι, με μάτια γεμάτα πονηρό χιούμορ που αμέσως κατάλαβε πως ήταν κομμάτι της προσωπικότητάς του. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και πιασμένα σε μια αλογοουρά χαμηλά στο σβέρκο, δίνοντάς του την όψη πειρατή που ξελόγιαζε γυναίκες εδώ και αιώνες. Τα χείλη του ήταν γεμάτα και η μύτη δέσποζε στα έντονα χαρακτηριστικά του με το χαρακτηριστικό ιταλικό στιλ. Ντυμένος με μαύρο παντελόνι, μαύρο μεταξωτό πουκάμισο και ακριβά δερμάτινα παπούτσια, ανέδιδε έναν αέρα μεγαλοπρέπειας και σαγήνης και μόνο που στεκόταν εκεί. Η Αλέξα ήξερε αυτομάτως πως ο άντρας αυτός ήταν γοητευτικός, ζεστός και θανατηφόρος για τις γυναίκες. Η σκέψη έκανε ένα χαμόγελο να χαραχτεί στα χείλη της. Είχε μια μικρή αδυναμία στους γυναικάδες Ιταλούς. Της θύμιζαν φουσκωμένα παγόνια που κατά βάθος έψαχναν να βρουν τη σωστή γυναίκα για να τους βάλει σε τάξη. «Ω, μα σε πρόσεξα.» Του γύρισε την πλάτη και συνέχισε να εξετάζει τα βιβλία. «Ήξερα πως θα έρθεις να με βρεις μέχρι το τέλος της βραδιάς.» «Και την περίμενες ανυπόμονα αυτή τη στιγμή, σινιορίνα;» «Με κομμένη την ανάσα. Λοιπόν, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιο απ’ τα υπνοδωμάτια εδώ ή θα πάμε στο σπίτι σου;» Μια σοκαρισμένη σιωπή έπεσε στο χώρο. Η Αλέξα έριξε μια κλεφτή ματιά πάνω απ’ τον ώμο της. Ένα κράμα απογοήτευσης και πειρασμού είχε χαραχτεί στο πρόσωπό του. Η Αλέξα πήγαινε στοίχημα πως του χάλασε όλη την ευχαρίστηση να την κυνηγήσει, όμως δεν ήθελε να απορρίψει μια τέτοια προσφορά. Ένα κεφάτο γέλιο ανέβηκε στα χείλη της μπροστά στην ολοφάνερη μάχη που έδινε ο άντρας και στην ξαφνική απώλεια της αυτοπεποίθησής του. Μια σπίθα κατανόησης φώτισε τα μαύρα μάτια του. «Με πειράζεις, ναι;» Γύρισε να τον αντικρίσει, γελώντας ακόμα. «Μάλλον.» Κούνησε το κεφάλι του με χιούμορ. «Είσαι πολύ κακιά γυναίκα που βάζεις σε τέτοιον πειρασμό έναν άντρα.» «Είσαι πολύ κακός άντρας που σκέφτεσαι πως μια γυναίκα θα έκανε τέτοιο πράγμα.»


«Ίσως έχεις δίκιο. Μια γυναίκα σαν εσένα θα έπρεπε να έχει ένα σύζυγο να την προσέχει όλη την ώρα. Ένας τέτοιος θησαυρός θα μπορούσε να κλαπεί ανά πάσα στιγμή.» «Α, μα, αν ήμουν αληθινός θησαυρός, δε θα μπορούσαν να με κλέψουν εύκολα. Σίγουρα όχι με την πρώτη ατάκα που θα μου πέταγαν.» Εκείνος έκανε πως προσβλήθηκε. «Σινιορίνα, ποτέ δε θα σε προσέβαλα θεωρώντας πως δε θα χρειαζόταν μεγάλο κυνήγι για τέτοιο θησαυρό. Θα έπρεπε να κάνω πολλή δουλειά.» «Σινιόρα» τον διόρθωσε. «Είμαι παντρεμένη.» Το πρόσωπό του πήρε μια θλιμμένη έκφραση. «Κρίμα.» «Κατά βάθος νομίζω πως το ήξερες.» «Ίσως. Αλλά επίτρεψέ μου να συστηθώ κανονικά. Είμαι ο κόμης Μάικλ Κόντε.» «Αλέξα ΜακΚένζ – ε, Αλέξα Ράιαν.» Έπιασε το ξεστράτισμα της γλώσσας της και φάνηκε να το σημειώνει νοερά. «Νιόπαντρη, ναι;» «Ναι.» «Ωστόσο περιπλανιέσαι στους διαδρόμους μόνη σου και δε σε είδα παρέα με το σύζυγό σου όλο το βράδυ.» Κούνησε το κεφάλι. «Αυτοί οι αμερικανικοί τρόποι είναι τραγικοί.» «Ο σύζυγός μου είναι εδώ για δουλειές.» «Ο Νίκολας Ράιαν, σωστά;» Του έγνεψε καταφατικά. «Θα πρέπει να τον ξέρεις καλά. Κάνει μια προσφορά για τη συμφωνία της προκυμαίας.» Ο Μάικλ κράτησε το πρόσωπό του ουδέτερο. Προφανώς, πίσω από την επίφαση του γόη κρυβόταν ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας, και θα πήγαινε στοίχημα πως ήξερε την ταυτότητά της όταν την πλησίασε. Ο Νικ είχε υποτιμήσει τον Κόντε αν πίστευε πως μια απλή συζήτηση θα τον μαλάκωνε. Αυτός ο άντρας ήταν ολοφάνερο πως κρατούσε τη δουλειά και την ευχαρίστηση σε δυο χωριστούς κόσμους. «Δεν είχα την ευχαρίστηση να τον συναντήσω ακόμα.» Έγειρε σχεδόν αδιόρατα προς το μέρος της. Η δυνατή κολόνια του πλανήθηκε στον αέρα ανάμεσά τους. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. Η Αλέξα περίμενε την έκρηξη της σεξουαλικής ενέργειας, το βούισμα της χημείας, τη νότα της δίψας που θα διαπερνούσε το κορμί της και θα επιβεβαίωνε πως ο Νικ Ράιαν δεν ήταν η αιτία του προβλήματός της. Τίποτα. Ούτε καν μια σπίθα. Με ένα μικρό εσωτερικό στεναγμό, παραιτήθηκε από τη μάχη που έδινε με την έλξη της για τον Νικ και παραδέχτηκε πως ίσως έτρεφε ακόμα έναν κρυφό έρωτα από τις μέρες της εφηβείας της. Αν ο Μάικλ Κόντε δεν μπορούσε να της ξυπνήσει ούτε ένα ίχνος ερωτικού συναισθήματος, είχε μεγάλο πρόβλημα. Η Αλέξα αναστέναξε. «Νομίζω πως θα αγαπήσεις το σύζυγό μου όσο κι εγώ» είπε. Εκείνος έπιασε το μήνυμα και αποδέχτηκε τον υπαινιγμό της με χάρη. «Θα δούμε. Όσο για εμάς, θα είμαστε φίλοι, ναι;» Η Αλέξα χαμογέλασε. «Ναι. Φίλοι.» «Θα σε συνοδέψω πίσω στην τραπεζαρία για ένα ποτό και θα μου μιλήσεις για τον εαυτό σου.»


Έπιασε το μπράτσο που της πρόσφερε και τον άφησε να την οδηγήσει έξω από τη βιβλιοθήκη. «Ξέρεις, Μάικλ, νομίζω πως έχω την τέλεια γυναίκα για σένα. Είναι στενή μου φίλη. Και μπορεί να είναι το ταίρι σου.» «Υποτιμάς τον εαυτό σου, σινιόρα.» Της έκλεισε σκανταλιάρικα το μάτι. «Πενθώ ακόμα για την απώλειά σου.» Εκείνη γέλασε καθώς έμπαιναν στην τραπεζαρία, ύστερα σήκωσε το βλέμμα έκπληκτη όταν μπροστά της ήρθε να σταθεί ο σύζυγός της. Υψώθηκε από πάνω της με ύφος τρομακτικό. Άνοιξε το στόμα να του μιλήσει, αλλά αυτός άπλωσε το χέρι και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Πέρασε μια στιγμή πριν η Αλέξα καταφέρει να αρθρώσει λέξη. «Γεια σου, αγάπη μου. Κουβέντιαζα με τον σινιόρε Κόντε. Δε νομίζω πως έχετε γνωριστεί επισήμως ακόμα.» Οι δυο άντρες αναμετρήθηκαν σαν κοκόρια. Ο Νικ ήταν ο πρώτος που έκανε πίσω. Πιθανόν λόγω της δουλειάς και όχι λόγω τεστοστερόνης. Ο Νικ έτεινε το χέρι. «Μάικλ, τι κάνεις; Βλέπω πως γνωρίστηκες με τη γυναίκα μου.» Ο Μάικλ τού έδωσε το χέρι και η Αλέξα μελέτησε την έκφραση του συζύγου της σαστισμένη. Είχε τρελαθεί ή όντως στον Νικ δεν άρεσε η ζωηρή της συζήτηση με τον Μάικλ Κόντε; Εκείνος δεν είχε αφήσει να εννοηθεί πως ήθελε πληροφορίες εκ των έσω αν ήταν δυνατόν; Τώρα έδειχνε ολοφάνερα εκνευρισμένος, σαν να τον είχε προδώσει. Μια καθαρή μυρωδιά από σαπούνι και λεμόνι αναδυόταν από το δέρμα του. Τα δάχτυλά του απλώθηκαν στη μέση της και ήρθαν να σταθούν στην καμπύλη της κοιλιάς της. Η Αλέξα πάλεψε να πνίξει ένα ρίγος όταν φαντάστηκε το χέρι του να κατεβαίνει λίγο πιο χαμηλά. Πώς θα ένιωθε με τα δάχτυλά του βαθιά μέσα της, να την ταξιδεύουν σε μέρη που λαχταρούσε να πάει, αλλά ήταν πολύ φοβισμένη για να το προσπαθήσει; Εστίασε ξανά την προσοχή της στη συζήτηση. «Συγχαρητήρια, Νίκολας. Η Αλέξα μού είπε πως είστε νιόπαντροι. Πολύ δύσκολο θα πρέπει να είναι να σύρεσαι σε μια επιχειρηματική εκδήλωση, ναι;» «Απολύτως.» Το κεφάλι του χαμήλωσε. Η ανάσα της πιάστηκε καθώς τα χείλη του χάιδεψαν το λοβό της και η μύτη του τρίφτηκε στο αυτί της. Οι θηλές της σκλήρυναν και μυρμήγκιασαν. Προσευχήθηκε το ενισχυμένο της σουτιέν να καλύψει τις αποδείξεις της προδοσίας του κορμιού της. Ο Μάικλ παρατήρησε τη χειρονομία του διασκεδάζοντας σχεδόν φανερά. «Φαίνεται πως ο Ρίτσαρντ πιστεύει πως είσαι ο τέλειος άνθρωπος για τη δουλειά. Ίσως μπορούμε να κανονίσουμε μια συνάντηση για να συζητήσουμε τις ιδέες σου.» «Σ’ ευχαριστώ. Θα τηλεφωνήσω στη γραμματέα σου να κανονίσουμε ένα ραντεβού.» Έπιασε την ξεκάθαρη ευθύτητα στη φωνή του και ήξερε πως την πρόσεξε και ο Μάικλ. Ο Νικ δεν έπαιζε επαγγελματικά παιχνίδια, όπως για παράδειγμα να το παίξει υπερβολικά υπερόπτης και αλαζόνας για να πιάσει το τηλέφωνο ο ίδιος και να τηλεφωνήσει για ένα ραντεβού. «Πολύ καλά.» Ο Μάικλ τής έπιασε το χέρι και απέθεσε ένα φιλί στην παλάμη της. «Μου άρεσε πολύ που σε γνώρισα, Αλεξάντρια.» Η ιταλική προφορά του έκανε το όνομά της να ακουστεί σαν χάδι. «Δίνω ένα δείπνο για λίγους στενούς φίλους σε δυο βδομάδες από απόψε. Θα ήθελες να έρθεις;» Πρόσεξε πως απεύθυνε την πρόσκληση σ’ εκείνη, έτσι στράφηκε προς το σύζυγό της. «Αγάπη


μου; Είμαστε ελεύθεροι;» Αυτή τη φορά, η κίνησή του δεν ήταν διακριτική. Πέρασε πίσω της και τύλιξε και τα δυο του χέρια στη μέση της, τραβώντας την πάνω του. Τα οπίσθιά της πίεσαν τη λεκάνη του. Ατσάλινοι μηροί παγίδεψαν τους δικούς της. Έφερε τα χέρια ακριβώς κάτω απ’ το στήθος της και μίλησε. «Θα θέλαμε πολύ να έρθουμε.» «Υπέροχα. Θα σας περιμένω. Στις οχτώ.» Έγνεψε στον Νικ και έστειλε ένα χαμόγελο στην Αλέξα. «Καλό σας βράδυ.» Μέσα σε ελάχιστα λεπτά από την αναχώρηση του Μάικλ, ο Νικ την άφησε. Η ξαφνική απώλεια της θερμότητας του κορμιού του έστειλε ένα ρίγος να διατρέξει τη ραχοκοκαλιά της. Το πρόσωπό του έχασε το ύφος του εραστή και πήρε έκφραση απρόσωπη. «Πάμε να φύγουμε.» Χωρίς άλλη λέξη, βάδισε προς την έξοδο, παίρνοντας τα παλτά τους από την υπεύθυνη υποδοχής και λέγοντας μερικές καληνύχτες. Η Αλέξα μίλησε στις λίγες φίλες που είχε κάνει και ακολούθησε το σύζυγό της στο αυτοκίνητο. Η απουσία συζήτησης συνεχίστηκε στη διαδρομή για το σπίτι. Έχοντας σιχαθεί το παιχνίδι της σιωπής, η Αλέξα έκανε την πρώτη κίνηση. «Πέρασες καλά;» Εκείνος γρύλισε. Η Αλέξα το πήρε ως ναι. «Το φαγητό ήταν πραγματικά πολύ καλό, ε; Και ξαφνιάστηκα με το πόσο ευγενικές ήταν κάποιες απ’ τις γυναίκες. Με κάλεσαν στα εγκαίνια μιας έκθεσης για τη Μίλι Ντράιερ. Δεν είναι φοβερό;» Εκείνος ρουθούνισε. «Πώς πήγε η δουλειά; Είχες επιτυχία απόψε;» Ο Νικ έκανε άλλο έναν περίεργο θόρυβο. «Όχι τόση επιτυχία όση εσύ, μαντεύω.» Ο θυμός έκανε το αίμα της να βράσει. Η φωνή της σφίχτηκε απ’ την ένταση. «Παρακαλώ;» «Τίποτα.» Οι γροθιές της σφίχτηκαν. Η παγωνιά έφυγε απ’ το σώμα της και μετατράπηκε σε φωτιά. «Είσαι υποκριτής και βλάκας. Εσύ μου ζήτησες να βρω τον Μάικλ και να σου φέρω πληροφορίες. Με περνάς για χαζή, Νικ; Με χρησιμοποίησες, αλλά τώρα είσαι τσαντισμένος. Έκανα όλα όσα ήθελες. Θεώρησε τη χάρη που σου χρώσταγα ξεπληρωμένη.» «Εγώ είπα μόνο πως ίσως κατάφερνες να πιάσεις κάτι που θα βοηθούσε στη δουλειά μου. Σου ζήτησα να τον μαλακώσεις, όχι να του χαρίσεις μια στύση που θα κρατήσει για μέρες.» Έστριψε το αμάξι στο δρομάκι με ένα στρίγκλισμα των τροχών και έσβησε τη μηχανή. Η Αλέξα ρούφηξε την ανάσα της. «Άντε πηδήξου, Νικ Ράιαν! Μου φέρθηκε με ευγένεια και δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια από τη στιγμή που έμαθε πως είμαι παντρεμένη. Αλλά σου διαφεύγει η μεγαλύτερη εικόνα, Ομορφόπαιδο. Ο Μάικλ δεν αφήνει τη δουλειά του να μπερδεύεται με την ευχαρίστηση. Θα μπορούσα να είχα κάνει στριπτίζ και να τον ικετέψω να σου δώσει το συμβόλαιο κι αυτός δε θα είχε υποχωρήσει εκατοστό. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω σ’ αυτή την περίπτωση – βγάλ’ τα πέρα μόνος σου.» Βγήκε απ’ το αμάξι και προχώρησε αποφασιστικά προς το σπίτι. Ο Νικ άφησε μια βρισιά και έτρεξε πίσω της. «Πολύ ωραία. Τότε δε χρειάζεται να πάμε στο πάρτι του. Θα κανονίσω απλώς μια επαγγελματική συνάντηση.»


Η Αλέξα άνοιξε την πόρτα και τίναξε το κεφάλι. «Μην πας τότε. Εγώ θα πάω.» «Τι;» «Θα πάω. Τον συμπάθησα και πιστεύω πως στο πάρτι του θα διασκεδάσω.» Ο Νικ κοπάνησε την πόρτα, όρμησε στο καθιστικό και έβγαλε με μια απότομη κίνηση τη γραβάτα του. «Είσαι η γυναίκα μου. Δε θα πηγαίνεις σε κανένα πάρτι χωρίς εμένα.» Εκείνη έβγαλε το παλτό της και το κρέμασε στην ντουλάπα. «Είμαι μια επαγγελματική συνεργάτιδα που ακολουθεί τους κανόνες. Είμαστε ελεύθεροι να έχουμε την προσωπική μας ζωή από τη στιγμή που δεν ξενοκοιμόμαστε. Σωστό;» Ο Νικ κάλυψε την απόσταση που τους χώριζε και την αγριοκοίταξε. «Ανησυχώ για την υπόληψή μου. Δε θέλω να σχηματίσει τη λάθος εντύπωση.» Η Αλέξα ύψωσε το πιγούνι και τον τσίγκλησε επίτηδες. «Θα ακολουθήσω τους κανόνες της συμφωνίας μας, αλλά θα πάω στο πάρτι του Μάικλ. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που απόλαυσα τη συντροφιά κάποιου άντρα. Ενός άντρα που είναι πραγματικά γοητευτικός και αστείος και… ζεστός.» Η τελευταία της λέξη έπεσε σαν βόμβα ανάμεσά τους. Παρακολούθησε γοητευμένη τον ήρεμο άντρα που ήξερε να μετατρέπεται σε κάποιον διαφορετικό. Τα καθαρά του μάτια θόλωσαν, το σαγόνι του σφίχτηκε, το κορμί του πέτρωσε. Τα χέρια του υψώθηκαν μέχρι που γράπωσαν τα μπράτσα της. Έμοιαζε έτοιμος να την ταρακουνήσει ή να κάνει κάτι άλλο, κάτι εντελώς… παράλογο. Το κορμί της άναψε σαν να το διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χείλη της μισάνοιξαν για να μπορέσει να πάρει ανάσα. Και περίμενε. «Χρειάζεσαι κάποιον τόσο απελπισμένα, Αλέξα;» Ο κοροϊδευτικός του τόνος τη σάρωσε. Ο Νικ χαμήλωσε το κεφάλι έτσι που το στόμα του ήρθε να σταματήσει μόλις λίγα εκατοστά πάνω απ’ το δικό της. Αργά και σκόπιμα, τα χέρια του ανηφόρισαν στα μπράτσα της για να αγκαλιάσουν το λαιμό της. Δένοντας τα δάχτυλα γύρω από την ευαίσθητη σάρκα της, ανασήκωσε με τους αντίχειρες το κεφάλι της, έτσι ώστε να διακρίνει καθαρά το σφυγμό της που χτύπαγε άγρια στο σημείο που δεν μπορούσε να κρύψει το φουστάνι. Κάρφωσε το βλέμμα στο πρόσωπό της ενώ συνέχιζε το βασανιστήριο, περνώντας το δάχτυλο στη γραμμή της κλείδας της κι από εκεί στην καμπύλη των ώμων της. Μετά κατέβηκε πιο χαμηλά. Και οι δύο παλάμες του γλίστρησαν μπροστά και κάλυψαν τα στήθη της. Η έξαψη έκανε τις απολήξεις των νεύρων της να χορεύουν. Οι μύες της μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμοι. Τα στήθη φούσκωσαν και υψώθηκαν να τον συναντήσουν. Οι αντίχειρές του πέρασαν πάνω απ’ τις θηλές της κι ένα χαμηλό βογκητό βγήκε βαθιά από μέσα της. Εκείνος άφησε ένα σιγανό μουρμουρητό ικανοποίησης καθώς συνέχιζε το βασανιστικό χάδι. Η Αλέξα τον ένιωσε να σκληραίνει και να πιέζεται πάνω στο ευαίσθητο σημείο ανάμεσα στους μηρούς της. Μια υγρή ζεστασιά ξεχύθηκε μέσα της. «Ίσως θα έπρεπε να σου δώσω εγώ αυτό που χρειάζεσαι τόσο απελπισμένα.» Κόλλησε τους γοφούς του πάνω στους δικούς της για να της δώσει μια γεύση κι εκείνη κουνήθηκε πάνω του ανταποκρινόμενη. Τα χέρια του γλίστρησαν κάτω από το φόρεμά της, κάτω απ’ το σουτιέν της, και συνάντησαν ζεστή, πρόθυμη σάρκα. «Ίσως, αν σε έπαιρνα τώρα, να μη χρειαζόταν να τρέξεις στον Κόντε.» Ένιωσε την κοιλιά της να βουλιάζει καθώς εκείνα τα επιδέξια δάχτυλα έπιασαν τις θηλές της και τις χάιδεψαν, με κινήσεις απαλές και τρυφερές, παρ’ όλο που οι λέξεις του έτσουζαν.


Έτρεμε στα χέρια του, μια μπλεγμένη μάζα από συναισθήματα και αισθήσεις, αλλά το μυαλό της παρέμενε καθαρό σαν πάγος. Η αλήθεια της πράξης του την ανάγκασε να παίξει τα χαρτιά της για να νικήσει. Αν τον άφηνε να κερδίσει αυτή τη μάχη, η ίδια θα αποδυναμωνόταν. Σκόπευε να τη φιλήσει. Εδώ και τώρα. Θα της χάριζε τόση ευχαρίστηση που θα τον ικέτευε για περισσότερη και στο τέλος θα την άφηνε με την περηφάνια και τη λογική της κουρελιασμένες. Ήθελε να τη φιλήσει για έναν και μοναδικό λόγο – επειδή είχε απειληθεί η δύναμη και ο ανδρισμός του και τα ήθελε πίσω. Δεν ήθελε αυτήν. Το άγριο κάλεσμα του ζευγαρώματος και της αντρικής κυριαρχίας ήταν το κίνητρό του κι εκείνη απλώς είχε βρεθεί στο δρόμο του. Έτσι η Αλέξα μάζεψε τα σκόρπια νήματα του αυτοελέγχου της και έπαιξε το δυνατό της χαρτί. Πήγε ακόμα πιο κοντά του και άφησε τα χείλη της να πλησιάσουν μόλις ένα εκατοστό απ’ τα δικά του. Η ανάσα του έφτασε ορμητική πάνω στο στόμα της. «Όχι, ευχαριστώ» του ψιθύρισε. Τράβηξε τα χέρια του από πάνω της. «Προτιμώ να το κρατήσουμε επαγγελματικό. Καληνύχτα.» Του γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε στη σκάλα. *** Τα χέρια του Νικ έπεσαν άψυχα στο πλάι του, άδεια. Για μια στιγμή, είχε γεμίσει μ’ εκείνη: με τις καμπύλες, το άρωμα, τη ζεστασιά της. Τώρα στεκόταν στη μέση του δωματίου μόνος, όπως ακριβώς είχε σταθεί και την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ένας παντρεμένος άντρας με στύση και χωρίς δυνατότητα ανακούφισης στον ορίζοντα. Κατάπληκτος με το γελοίο της κατάστασής του, προσπάθησε να σκεφτεί τα γεγονότα της βραδιάς και να δει πού είχε κάνει λάθος. Τη στιγμή που την είχε πιάσει με τον Κόντε, ένας αργός, καυτός θυμός είχε αναβλύσει μέσα του. Η φωτιά ξεκίνησε από τα πόδια του, ταξίδεψε στο στομάχι του, μετά στο στήθος και τελικά έγινε ένα καυτό σίδερο γύρω απ’ το κεφάλι του. Το χέρι της ήταν ακουμπισμένο στο μπράτσο του κόμη. Θα πρέπει να ήταν αρκετά διασκεδαστικός, αφού εκείνη είχε ρίξει πίσω το κεφάλι και γελούσε, με τα μάγουλά της ξαναμμένα και ροδαλά. Τα πλούσια χείλη της γυάλιζαν κάτω από το φως του πολυέλαιου. Φέρονταν σαν παλιοί φίλοι αντί για δυο άτομα που είχαν μόλις γνωριστεί. Το χειρότερο όμως ήταν όταν εκείνη του χαμογέλασε. Ήταν ένα εκθαμβωτικό, μαγευτικό, χαμόγελο-κάλεσμα που έλεγε στον άντρα που απευθυνόταν πως αυτός ήταν όλα όσα έψαχνε, όλα όσα ήθελε. Ένα χαμόγελο που χάριζε σ’ έναν άντρα άγρια όνειρα τη νύχτα και στοίχειωνε τις μέρες του. Ο Νικ δεν την είχε δει ποτέ να χαμογελάει έτσι σ’ εκείνον και κάτι τρελό εξερράγη μέσα του. Το σχέδιό του είχε γυρίσει μπούμερανγκ. Περίμενε από κείνη να είναι ελαφρώς διασκεδαστική με τον κόμη και να του πάρει μια δυο κουβέντες που ίσως θα βοηθούσαν να κλείσει τη συμφωνία. Όχι να απολαμβάνει όντως την παρέα του άντρα τόσο φανερά. Ο Νικ πέταξε μια κατάρα και μάζεψε τη γραβάτα του, έτοιμος να πάει στο κρεβάτι. Καθώς ανέβαινε τη σκάλα, σκέφτηκε αυτό που είχε πει η Αλέξα. Αν ο Κόντε διαχώριζε όντως τη δουλειά από την ευχαρίστηση, τότε είχε παίξει όλη τη σκηνή λάθος. Ίσως όταν ζητούσε μια επαγγελματική συνάντηση να επικεντρωνόταν στις λογικές λεπτομέρειες του κτιρίου περισσότερο παρά στο να σκιαγραφήσει ένα συναισθηματικό τοπίο. Ίσως ο Κόντε να ήταν παθιασμένος μόνο όταν επρόκειτο


για γυναίκες. Ίσως να ήθελε ένα ψυχρό διοικητικό στέλεχος για να ηγηθεί της αρχιτεκτονικής ομάδας του. Ο Νικ σταμάτησε στην πόρτα της. Το φως ήταν σβηστό. Στάθηκε για μια στιγμή και έστησε αυτί για να ακούσει την αναπνοή της. Αναρωτήθηκε τι να φορούσε στο κρεβάτι. Εικόνες από μικροσκοπικές μαύρες δαντέλες ξεσήκωσαν θύελλα στο μυαλό του, αλλά ακόμα και η σκέψη της με φανελένιο παντελόνι και ένα τι-σερτ τού έκανε πράγματα που δεν είχε καταφέρει να του κάνει ποτέ άλλη γυναίκα. Μήπως ήταν ξαπλωμένη ξύπνια στο κρεβάτι και ονειρευόταν τον Κόντε; Ή μήπως σκεφτόταν το τελευταίο τους φιλί και ήθελε κι άλλα; Προχώρησε προς το δωμάτιό του. Τον είχε απορρίψει. Τον ίδιο της το σύζυγο. Κι αυτός ήταν παγιδευμένος με το μοναδικό πράγμα που τον τρομοκρατούσε. Μια γυναίκα για την οποία ένιωθε έλξη. Έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου του και έδιωξε αποφασιστικά τη σκέψη απ’ το μυαλό του.


Κεφάλαιο Έξι Η Αλέξα κάθισε στο τραπέζι και κοίταξε τους γονείς της. Τα χέρια της έτρεμαν από χαρά και ανακούφιση καθώς έσπρωχνε την επιταγή πάνω στο χιλιοχτυπημένο τραπέζι της κουζίνας που ήταν καλυμμένο με χαρούμενους κίτρινους πλαστικούς ήλιους. «Ο Νικ κι εγώ θέλουμε να πάρετε αυτό για να εξοφλήσετε την υποθήκη» ανακοίνωσε. «Δε θα υπάρξουν αντιρρήσεις ή διαμαρτυρίες. Το συζητήσαμε για πολύ καιρό και είμαστε τυχεροί που έχουμε τόσα λεφτά. Θέλουμε να τα μοιραστούμε. Αυτό σημαίνει πολλά για μας, οπότε σας παρακαλούμε να δεχτείτε την επιταγή ως δώρο από μας.» Οι πανομοιότυπες κατάπληκτες εκφράσεις τους έκαναν δάκρυα να ανέβουν στα μάτια της. Πόσες νύχτες δε στριφογύριζε στο κρεβάτι της, νιώθοντας ένοχη που δεν μπορούσε να βοηθήσει τους γονείς της να βγουν από το οικονομικό αδιέξοδο; Ως το μεγαλύτερο παιδί, μισούσε την ανημπόρια που την έπνιγε. Αποφάσισε πως η συμβίωση με τον Νικ και τα δικά της έντονα συναισθήματα άξιζαν τον κόπο. Η ανταμοιβή τού να είναι ασφαλής η οικογένειά της ξαλάφρωνε το βαθύ πόνο, με τον οποίο πάλευε από τότε που ο πατέρας της είχε πάθει το έμφραγμα. «Μα πώς μπορείτε να το κάνετε αυτό;» Η Μαρία πίεσε τα τρεμάμενα χέρια της στα χείλη της ενώ ο Τζιμ τύλιγε το μπράτσο του γύρω της. «Ο Νικ δε θα έπρεπε να μας νιώθει σαν βάρος. Είστε ένα νιόπαντρο ζευγάρι με όνειρα. Για ένα βιβλιοπωλείο. Για μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Δε θα έπρεπε να φροντίζετε εμάς, Αλεξάντρια. Εμείς είμαστε οι γονείς.» Ο Τζιμ συγκατένευσε. «Έχω ήδη αποφασίσει να πιάσω μια δεύτερη δουλειά. Δε χρειαζόμαστε τα λεφτά.» Η Αλέξα αναστέναξε μπροστά στο έμφυτο πείσμα των γονιών της. «Ακούστε με. Ο Νικ κι εγώ έχουμε πολλά λεφτά κι αυτό είναι σημαντικό για εμάς. Μπαμπά, μια δεύτερη δουλειά δεν είναι επιλογή στην κατάστασή σου, εκτός κι αν θες να πεθάνεις. Άκουσες το γιατρό.» Έσκυψε προς το μέρος τους. «Αυτό θα σας αφήσει το σπίτι ελεύθερο και καθαρό έτσι ώστε να μπορέσετε να επικεντρωθείτε στην πληρωμή των άλλων λογαριασμών. Να μαζέψετε χρήματα για το κολέγιο της Ίζι και της Τζεν. Να βοηθήσετε τον Λανς στο τελευταίο έτος του στην ιατρική. Δε σας δίνουμε τόσα ώστε να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψετε, παιδιά, απλώς αρκετά για να γίνουν τα πράγματα λιγάκι πιο εύκολα.» Οι γονείς της αντάλλαξαν μια ματιά. Μια άγρια ελπίδα άστραψε στα μάτια της μητέρας της καθώς έπιανε την επιταγή. Η Αλέξα τούς έδωσε ένα μικρό τσίγκλισμα για να τους κάνει να υποκύψουν. «Ο Νικ δεν ήθελε να έρθει μαζί μου σήμερα. Υπάρχει ένας όρος για τα λεφτά – δε θέλει να ξανακούσει ποτέ λέξη γι’ αυτά.» Η Μαρία ξεροκατάπιε. «Μα πρέπει να τον ευχαριστήσουμε. Πρέπει να μάθει πόσο το εκτιμάμε αυτό – πόσο έχει αλλάξει τη ζωή μας.» Η Αλέξα κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό της. «Στον Νικ δεν αρέσουν οι πολλές συναισθηματικές εκδηλώσεις. Όταν το συζητήσαμε, επέμεινε πως δεν ήθελε να αναφερθούν ποτέ ξανά τα χρήματα.» Ο Τζιμ συνοφρυώθηκε. «Δε θα δεχτεί ούτε ένα απλό ευχαριστώ; Στο κάτω κάτω, εξαιτίας μου βρισκόμαστε σ’ αυτό το χάλι.»


«Ο καθένας μπορεί να αρρωστήσει, μπαμπά» ψιθύρισε η Αλέξα. Η θλίψη του παρελθόντος ήταν χαραγμένη στο πρόσωπό του. «Όμως εγώ έφυγα.» «Και ξαναγύρισες.» Η Μαρία τού έπιασε το χέρι και χαμογέλασε. «Γύρισες πάλι κοντά μας και επανόρθωσες. Μην ξαναμιλήσεις έτσι.» Η μητέρα της ίσιωσε την πλάτη και τα μάτια της έλαμψαν απ’ το συναίσθημα. «Θα δεχτούμε την επιταγή, Αλεξάντρια. Και δε θα την αναφέρουμε ποτέ στον Νικ. Με τον όρο να υποσχεθείς πως θα πας στο σπίτι και θα του πεις πως είναι ο άγγελός μας.» Η φωνή της έσπασε. «Είμαι τόσο περήφανη που είσαι κόρη μου!» Η Αλέξα την αγκάλιασε. Μετά από λίγες ακόμα στιγμές συζήτησης, φίλησε και τους δύο γονείς της και έφυγε για το σπίτι. Απόψε ήταν βραδιά ποίησης στο ΜπουκΚρέιζι και δε γινόταν να αργήσει. Έβαλε μπρος το γέρικο Σκαραβαίο της και ξεκίνησε για το μαγαζί της ενώ οι σκέψεις στριφογυρνούσαν στο μυαλό της. Το ψέμα για τα λεφτά ήταν ατυχές αλλά απαραίτητο. Ποτέ δε θα παραδεχόταν στον Νικ πόσο άσχημη ήταν η οικονομική κατάσταση των γονιών της. Η εικόνα του Νικ να της πετάει ένα μάτσο λεφτά λες και το χρήμα θα μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα την έκανε να σφιχτεί. Η περηφάνια της ήταν σημαντική, το ίδιο και των γονιών της. Έλυναν μόνοι τους τα προβλήματά τους. Ενστικτωδώς ήξερε πως ο Νικ Ράιαν πίστευε πως το χρήμα μπορούσε να πάρει τη θέση του συναισθήματος, ένα μάθημα που είχε διδαχτεί από τους γονείς του σε καθημερινή βάση. Ανατρίχιασε στη σκέψη. Όχι, θα κατάφερνε να το κάνει μόνη της αυτό. Ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη δουλειά. *** Η Αλέξα κοίταξε το ΜπουκΚρέιζι με ικανοποίηση. Οι βραδιές ποίησης τραβούσαν πολύ κόσμο και όλοι ήταν άτομα που αγόραζαν βιβλία. Κάθε Παρασκευή βράδυ, μετέτρεπε το πίσω μέρος του μαγαζιού σε σκηνικό για παράσταση. Μελαγχολική μουσική πλημμύριζε τους μισοφωτισμένους διαδρόμους. Μαλακές πράσινες πολυθρόνες και παλιά τραπεζάκια έβγαιναν από την αποθήκη και σχημάτιζαν έναν ακανόνιστο κύκλο. Ο κόσμος ήταν ένα κράμα από διανοούμενους, μερικοί αρκετά σοβαροί, και άλλους που απλώς ήθελαν μια βραδιά ψυχαγωγίας. Έφερε το μικρόφωνο πάνω στη μικρή πλατφόρμα και έλεγξε ξανά το ρολόι της. Ακόμα πέντε λεπτά για να αρχίσουν. Πού ήταν η Μάγκι; Κοίταξε τον κόσμο να παίρνει θέσεις στις πολυθρόνες και να μουρμουρίζει για τον καφέ ενώ παράλληλα συζητούσαν για στροφές ποιημάτων και φαντασία και το ξόδεμα του συναισθήματος. Πάνω στη στιγμή, η πόρτα άνοιξε για να φέρει μέσα ένα ψυχρό ρεύμα αέρα μαζί με τη Μάγκι. «Τζάβα κανείς;» Η Αλέξα έτρεξε κοντά της και πήρε δυο αχνιστούς καφέδες μόκα. «Δόξω τω Θεώ! Αν δεν τους σέρβιρα καφεΐνη, θα κατέληγαν να διαβάζουν ο ένας στον άλλο ποιήματα στο Στάρμπακς της γωνίας.» Η Μάγκι ακούμπησε το χάρτινο δίσκο και έβαλε στη σειρά τα φλιτζάνια. Τα μαλλιά της στο χρώμα της κανέλας χόρεψαν γύρω απ’ το πιγούνι της. «Αλ, είσαι τρελή. Ξέρεις πόσα λεφτά χαλάς για καφέ για να μπορέσουν αυτοί οι καλλιτέχνες να διαβάσουν ποίηση ο


ένας στον άλλο; Άσ’ τους να φέρνουν μόνοι τον καφέ τους.» «Χρειάζομαι τη δουλειά. Μέχρι να βρω έναν τρόπο να πάρω δάνειο για επέκταση, χρειάζεται να τους δίνω την καφεΐνη τους.» «Ζήτα απ’ τον Νικ. Τυπικά είναι σύζυγός σου.» Έριξε στη φίλη της μια προειδοποιητική ματιά. «Όχι, δε θέλω να τον ανακατέψω. Υποσχέθηκες πως δε θα πεις τίποτα.» Η Μάγκι σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Και τι έγινε; Ο Νικ ξέρει πως θα του ξεπλήρωνες το δάνειο.» «Θέλω να το κάνω μόνη μου αυτό. Πήρα την αρχική αμοιβή κι αυτή ήταν η συμφωνία μας. Τέλος. Δεν είναι πως έχουμε κανέναν αληθινό γάμο.» «Έδωσες τα λεφτά στους γονείς σου;» Η Αλέξα χαμογέλασε. «Αυτό έκανε σχεδόν να αξίζει η συμβίωση με τον αδελφό σου.» «Ακόμα δεν το καταλαβαίνω. Γιατί δε λες στον Νικ απλώς την αλήθεια για τα λεφτά; Είναι δύσκολος, αλλά έχει καλή καρδιά. Γιατί παίζεις παιχνίδια, φιλενάδα;» Η Αλέξα κοίταξε απ’ την άλλη, φοβούμενη να αντιμετωπίσει τη φίλη της. Ποτέ δεν ήταν καλή ψεύτρα. Πώς θα μπορούσε να πει στη Μάγκι πως ποθούσε τον αδελφό της και χρειαζόταν κάθε δυνατό εμπόδιο για να κρατηθεί σε απόσταση; Αν εκείνος πίστευε πως ήταν μια ψυχρή συμφεροντολόγα, μπορεί να την άφηνε ήσυχη. Η Μάγκι μελέτησε το πρόσωπό της για κάμποση ώρα. Στα πράσινα μάτια της καθρεφτίστηκε το σοκ καθώς ξαφνικά στο μυαλό της άστραψε η επίγνωση. «Συμβαίνει κάτι άλλο μ’ εσάς τους δυο; Δε νιώθεις έλξη γι’ αυτόν, σωστά;» Η Αλέξα πίεσε τον εαυτό της να γελάσει. «Τον μισώ τον αδελφό σου.» «Λες ψέματα. Πάντα καταλάβαινα πότε λες ψέματα. Θέλεις να κοιμηθείς μαζί του, ε; Ω, μπλιαχ!» Η Αλέξα άρπαξε το τελευταίο φλιτζάνι καφέ. «Αυτή η συζήτηση λήγει εδώ. Δε νιώθω έλξη για τον αδελφό σου ούτε αυτός νιώθει έλξη για μένα.» Η Μάγκι την ακολούθησε κατά πόδας. «Εντάξει, τώρα που ξεπέρασα την αρχική μου αηδία στην ιδέα, έλα να το συζητήσουμε. Είναι σύζυγός σου, σωστά; Θα μπορούσες μια χαρά να κάνεις σεξ για τον επόμενο χρόνο με κάποιον.» Η Αλέξα ανέβηκε στην εξέδρα. Όλα τα μάτια ήταν τώρα στραμμένα πάνω της. Η λέξη σεξ σίγουρα τραβάει την προσοχή των ανθρώπων, σκέφτηκε. Αγνόησε τη φίλη της και έκανε την εισαγωγή για τη βραδιά ποίησης. Καθώς ο πρώτος ποιητής ανέβαινε στο μικρόφωνο, έκανε στην άκρη και πήγε να καθίσει σε μια καρέκλα. Έπιασε το σημειωματάριό της για την περίπτωση που θα έγραφε κάποια αποσπάσματα έμπνευσης και καθάρισε το μυαλό της για την ανάγνωση. Η Μάγκι γονάτισε και ψιθύρισε: «Νομίζω πως θα ’πρεπε να κοιμηθείς μαζί του.» Η Αλέξα άφησε ένα μακρόσυρτο, βασανισμένο αναστεναγμό. «Παράτα με ήσυχη.» «Σοβαρολογώ. Είχα μερικά λεπτά για να το σκεφτώ. Είναι η τέλεια λύση. Έτσι κι αλλιώς είστε αναγκασμένοι και οι δύο να είστε πιστοί, οπότε ξέρεις πως δε θα κοιμάται με κάποια άλλη. Μ’ αυτό τον τρόπο θα έχεις το σεξ που σου χρειάζεται και σ’ ένα χρόνο θα του πεις απλώς αντίο. Χωρίς πληγωμένα συναισθήματα. Χωρίς επιπλοκές.» Η Αλέξα μαζεύτηκε νευρική. Όχι επειδή η πρόταση της Μάγκι την έκανε να ντραπεί. Όχι,


ακριβώς το αντίθετο. Η πιθανότητα την ιντριγκάριζε. Τα βράδια έμενε ξύπνια να τον φαντάζεται στο δωμάτιό του στην άλλη άκρη του χολ. Με το γυμνό μυώδες κορμί του απλωμένο στο κρεβάτι να την περιμένει. Οι ορμόνες της χόρεψαν πεινασμένα στην εικόνα. Διάβολε, μ’ αυτό το ρυθμό θα κατέληγε στο τρελάδικο μέχρι το τέλος του χρόνου. Αιτία: έλλειψη σεξ. Η Μάγκι χτύπησε τα δάχτυλα μπροστά στο πρόσωπό της και η Αλέξα τινάχτηκε, βγαίνοντας από την ονειροπόλησή της. «Πάλι σ’ έχασα. Θα έρθει απόψε ο Νικ;» «Ω, ναι, ο αδελφός σου πραγματικά θα λάτρευε το συγκεκριμένο είδος βραδιάς. Μάλλον θα προτιμούσε μια απονεύρωση ή μια εξέταση προστάτη.» «Πώς τα πάτε μεταξύ σας; Πέρα από τη σωματική έλξη.» «Μια χαρά.» Η Μάγκι σήκωσε τα μάτια ψηλά. «Πάλι λες ψέματα. Δε σκοπεύεις να μου πεις, ε;» Η Αλέξα συνειδητοποίησε πως πάντα τα εξομολογούνταν όλα στη Μάγκι, με εξαίρεση ένα και μοναδικό γεγονός. Την πρώτη φορά που τη φίλησε ο Νικ. Ήξερε πως ήταν ερωτευμένη μαζί του τότε. Η φιλία είχε γίνει ανταγωνισμός και μετά ένας κοριτσίστικος έρωτας. Εκείνο το πρώτο φιλί ανακίνησε τόσο αγνά συναισθήματα μέσα της, που πίστεψε πως ήταν αγάπη. Η καρδιά της χτυπούσε γι’ αυτόν, γεμάτη χαρά στην προοπτική να είναι μαζί, έτσι πρόφερε τις λέξεις, με τη φωνή της να αντηχεί ανάμεσα στα δέντρα. «Σ’ αγαπώ.» Μετά περίμενε πως εκείνος θα την ξαναφιλούσε. Αντί γι’ αυτό, ο Νικ είχε κάνει πίσω και είχε γελάσει. Την είχε αποκαλέσει χαζό πιτσιρίκι και είχε φύγει. Η Αλέξα είχε πάρει το πρώτο της μάθημα για ραγισμένες καρδιές εκείνη τη στιγμή. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Μέσα στο δάσος με τον Νίκολας Ράιαν. Δε σκόπευε να το επαναλάβει. Έσπρωξε στην άκρη την ανάμνηση και αποφάσισε να κρατήσει ένα δεύτερο μυστικό από τη Μάγκι. «Δε συμβαίνει τίποτα» επανέλαβε. «Μπορώ να ακούσω με την ησυχία μου το επόμενο ποίημα, παρακαλώ;» «Δε νομίζω πως παίζει η ησυχία απόψε, μωρό μου.» «Τι εννοείς;» «Είναι εδώ ο Νικ. Ο σύζυγός σου. Ο τύπος για τον οποίο δε νιώθεις έλξη.» Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε σοκαρισμένη τη φιγούρα που στεκόταν στην πόρτα. Ήταν ολοφάνερα έξω απ’ το στοιχείο του, αλλά η παρουσία του ήταν τόσο σίγουρη, τόσο έντονα αρρενωπή, που έκανε την Αλέξα να ρουφήξει απότομα την ανάσα της, καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο συγκεκριμένος άντρας είχε την ικανότητα να ταιριάζει παντού. Και δε φορούσε καν μαύρα. Οι περισσότεροι άντρες που φορούσαν επώνυμα ρούχα άφηναν τη φίρμα να υπαγορεύει το στιλ τους. Ο Νικ φορούσε το τζιν Κάλβιν Κλάιν σαν να μη φορούσε τίποτε απολύτως. Το ύφασμα αγκάλιαζε τους μηρούς και τους γοφούς του σαν να υπέκυπτε στη θέλησή του. Ήταν η εικόνα του άντρα που ήξερε τον εαυτό του – και δεν έδινε δεκάρα για το τι σκέφτονταν οι άλλοι. Το ζιβάγκο του είχε το σκούρο χρώμα της καραμέλας και μια χοντρή πλέξη που τόνιζε το στήθος του και τεντωνόταν στους φαρδιούς του ώμους. Σίγουρα Ραλφ Λόρεν. Και τα μποτάκια ήταν


Τίμπερλαντ. Περίμενε όσο η ματιά του περιδιάβαινε την αίθουσα, περνούσε από πάνω της, σταματούσε και επέστρεφε αργά σ’ αυτήν. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Η Αλέξα σιχαινόταν τα κλισέ και αυτό που σιχαινόταν περισσότερο ήταν να γίνεται η ίδια κλισέ. Όμως εκείνη τη στιγμή η καρδιά της βροντοχτύπησε, οι παλάμες της ίδρωσαν και η κοιλιά της βούλιαξε σαν να βρισκόταν πάνω στο τρενάκι του λούνα παρκ. Το σώμα της μπήκε σε συναγερμό, εκλιπαρώντας τον να έρθει κοντά της, με την υπόσχεση πως θα του παραδοθεί. Αν της έλεγε να πάει σπίτι, να πέσει στο κρεβάτι και να τον περιμένει, ήταν σίγουρη πως θα ακολουθούσε τις οδηγίες του. Η αδυναμία της θέλησής της την εξαγρίωνε. Η ειλικρίνειά της την ανάγκαζε να παραδεχτεί πως θα το έκανε έτσι κι αλλιώς. «Ω, ναι. Σίγουρα δεν υπάρχει έλξη εδώ.» Τα λόγια της Μάγκι έσπασαν τα μάγια που την κρατούσαν και επέτρεψαν στην Αλέξα να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Είχε δώσει στον Νικ μια πρόσκληση για τη βραδιά ποίησης επειδή εκείνος δεν είχε δει ακόμα το βιβλιοπωλείο της. Την είχε αρνηθεί ευγενικά, προφασιζόμενος πως είχε δουλειά, και η Αλέξα δεν είχε εκπλαγεί. Για άλλη μια φορά, είχε υπενθυμίσει στον εαυτό της πως προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους και ο Νικ δεν είχε καμία επιθυμία να επισκεφτεί τον δικό της. Καθώς προχωρούσε προς το μέρος της, αναρωτήθηκε τι τον είχε κάνει να αλλάξει γνώμη. *** Ο Νικ άρχισε να προχωράει ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία. Κάποιος τύπος ντυμένος στα μαύρα σαλιάριζε στο μικρόφωνο για ένα συσχετισμό ανάμεσα στα λουλούδια και στο θάνατο, και στα ρουθούνια του ερχόταν το άρωμα του καφέ μόκα. Ο ήχος φλάουτου και το αμυδρό ουρλιαχτό λύκου πλανήθηκαν στα αυτιά του. Όλες του οι εντυπώσεις ήταν δευτερευούσης σημασίας μπροστά στην εικόνα της γυναίκας του. Αυτό που την έκανε πραγματικά σέξι ήταν πως αγνοούσε την επίδραση που είχε πάνω στους άντρες. Τα νεύρα του τεντώθηκαν από θυμό. Ζούσε σε μια μόνιμη κατάσταση συναισθηματικής αναστάτωσης και μισούσε το κάθε λεπτό. Ήταν φοβερά ήρεμο άτομο και είχε αφιερώσει τη ζωή του στην αποφυγή των συναισθηματικών δεσμών. Τώρα, μια φυσιολογική του μέρα κυμαινόταν από την ενόχληση στην απογοήτευση, κι από την απογοήτευση στο θυμό. Η Αλέξα τον τρέλαινε με τα παλαβά της επιχειρήματα και τις παθιασμένες της διαλέξεις. Επίσης τον έκανε να γελάει. Το σπίτι του έδειχνε πιο ζωντανό απ’ όταν είχε έρθει να μείνει μαζί του. Την πλησίασε. «Γεια.» «Γεια.» Έστρεψε την προσοχή του στην αδελφή του. «Μάγκι Μέι, πώς πάει;» «Καλά, αγαπημένε αδελφέ. Τι σε φέρνει εδώ; Δε σκοπεύεις να διαβάσεις εκείνο το ποίημα που έγραψες όταν ήσουν οχτώ, ε;» Η Αλέξα σήκωσε το κεφάλι με ενδιαφέρον. «Τι ποίημα;» Αισθάνθηκε κυριολεκτικά να κοκκινίζει και συνειδητοποίησε πως οι δυο συγκεκριμένες γυναίκες ήταν οι μόνες που μπορούσαν να τον κάνουν να χάνει την αυτοκυριαρχία του. «Μην την


ακούς.» «Νόμιζα πως είχες δουλειά» είπε η Αλέξα. Είχε. Και δεν ήξερε γιατί βρισκόταν εκεί. Είχε φύγει απ’ το γραφείο και είχε μπει σε ένα άδειο σπίτι και η ησυχία τον ενόχλησε. Την είχε σκεφτεί τριγυρισμένη από ανθρώπους μέσα στο βιβλιοπωλείο που είχε δημιουργήσει και ήθελε να μπει κι αυτός στον κόσμο της, έστω για λίγο. Δεν είπε τίποτα όμως, απλώς ανασήκωσε τους ώμους. «Ξεμπέρδεψα γρήγορα. Σκέφτηκα να δω πώς είναι η βραδιά ποίησης. Καπνίζουν όλοι οι καλλιτέχνες; Υπάρχει μια μεγάλη ουρά έξω και καπνίζουν όλοι μετά μανίας.» Η Μάγκι χαχάνισε και άπλωσε τα πόδια της στο πάτωμα. Η πλάτη της ήταν ακουμπισμένη στο πλάι της πολυθρόνας. Τα πράσινα μάτια της είχαν την πειρακτική λάμψη της μικρότερης αδελφής που ακόμα απολαμβάνει να βασανίζει το μεγαλύτερο αδελφό της. «Ακόμα σου βγαίνει επιθυμία, Νικ; Πάω στοίχημα πως θα μπορούσα να κάνω μια τράκα για χάρη σου.» «Ευχαριστώ. Είναι πάντα καλό να έχεις κάποιο μέλος της οικογένειας για βαποράκι.» Η Αλέξα άφησε ένα βογκητό. «Καπνίζεις;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Κάπνιζα. Το έκοψα πριν από χρόνια.» «Ναι, αλλά, όταν στρεσάρεται ή εκνευρίζεται, υποτροπιάζει. Τι πιστεύεις, πως θεωρεί ότι αυτό δε μετράει απ’ τη στιγμή που δεν αγοράζει πακέτο;» Η Αλέξα άφησε ένα γελάκι. «Πολύ διαφωτιστικό αυτό, παιδιά. Πρέπει να βρισκόμαστε όλοι μαζί πιο συχνά. Πες μου, Μαγκς, ο αδελφός σου κλέβει στα χαρτιά;» «Μονίμως.» Ο Νικ άπλωσε το χέρι και έπιασε τα δάχτυλα της Αλέξα, τραβώντας τη να σηκωθεί. «Δείξε μου το υπόλοιπο μαγαζί μέχρι να τελειώσει ο τύπος.» Η Μάγκι χαχάνισε και έσπευσε να βολευτεί στο άδειο κάθισμα. «Απλώς φοβάται τι άλλο θα σου πω.» «Έχεις απόλυτο δίκιο.» Ο Νικ την οδήγησε μακριά απ’ το πλήθος. Με μια ενστικτώδη κίνηση, σταμάτησε σε μια σκοτεινή γωνιά κάτω από μια ταμπέλα με τίτλο Σχέσεις. Τη γύρισε έτσι ώστε η πλάτη της να πιέζεται στα ράφια, μετά της άφησε το χέρι. Ο Νικ μετακίνησε νευρικά τα πόδια του και καταράστηκε μέσα απ’ τα δόντια του την ξαφνική του αμηχανία. Δεν είχε σχεδιάσει τι θα της έλεγε, απλά ήξερε πως έπρεπε να σπάσει την ένταση ανάμεσά τους πριν τρελαθεί και τη σύρει στο κρεβάτι. Έπρεπε πάση θυσία να επαναφέρει τη σχέση τους πίσω στο φιλικό επίπεδο. Πίσω στην παλιότερη συντροφικότητα μεγαλύτερου αδελφού/μικρότερης αδελφής. Έστω κι αν αυτό τον σκότωνε. «Θέλω να σου μιλήσω.» Ένα αμυδρό χαμόγελο ανασήκωσε εκείνα τα φουσκωτά χείλη. «Εντάξει.» «Για εμάς.» «Εντάξει.» «Δε νομίζω πως θα έπρεπε να πάμε στο κρεβάτι οι δυο μας.» Έριξε πίσω το κεφάλι της και γέλασε. Ο Νικ δεν ήξερε αν είχε ενοχληθεί απ’ το γέλιο της ή αν είχε γοητευτεί από την ανοιχτή ομορφιά της. Ήταν μια γυναίκα που απολάμβανε τη ζωή και γελούσε με την καρδιά της. Όχι με ένα από εκείνα τα υπολογισμένα χαμόγελα ή τα ανάλαφρα γελάκια.


Πάντως, το μισούσε όταν γελούσε σε βάρος του. Έστω κι αν ήταν πια μεγαλύτερος, εκείνη τον τραβούσε πίσω σε μια εποχή όταν προσπαθούσε ασταμάτητα να δείχνει άνετος κι αυτή του έβαζε τρικλοποδιές σε κάθε βήμα. «Περίεργο, δε θυμάμαι να σου πρόσφερα το κορμί μου. Μου διέφυγε κάτι;» Ο Νικ κατσούφιασε με τον ανέμελο τρόπο που απαξίωσε το πρόβλημά τους. «Ξέρεις τι προσπαθώ να πω. Τη νύχτα του πάρτι τα πράγματα ξέφυγαν και αναλαμβάνω όλη την ευθύνη γι’ αυτό.» «Τι ιπποτικό εκ μέρους σου!» «Σταμάτα τις εξυπνάδες. Προσπαθώ να σου πω ότι ξέφυγα από τα όρια και αυτό δε θα ξανασυμβεί. Είχα πιει πολύ, ήμουν έξαλλος με τον Κόντε και ξέσπασα πάνω σου. Σκοπεύω να τηρήσω την αρχική μας συμφωνία και λυπάμαι που έχασα τον έλεγχό μου.» «Δεκτή η συγγνώμη. Κι εγώ λυπάμαι που συνέβαλα στο όλο επεισόδιο. Ας το αφήσουμε πίσω μας.» Στον Νικ δεν άρεσε ο χαρακτηρισμός μιας τέτοιας ερωτικής έξαψης ως επεισόδιο, αλλά αγνόησε την ενόχλησή του. Αναρωτήθηκε γιατί δεν ένιωθε ανακούφιση με την εύκολη συναίνεσή της. Καθάρισε το λαιμό του. «Έχουμε ένα μακρύ χρόνο μπροστά μας, Αλέξα. Γιατί να μην προσπαθήσουμε να χτίσουμε μια φιλία; Θα είναι καλύτερα και για τον κόσμο και για μας.» «Τι έχεις στο μυαλό σου; Κι άλλα παιχνίδια πόκερ μήπως;» Μια εικόνα της Αλέξα ξαπλωμένης στην αγκαλιά του άστραψε στο μυαλό του. Με τα γεμάτα στήθη της να πιέζουν το στέρνο του. Με την απαλή, θηλυκή σάρκα της να σπαρταράει πάνω του, έτοιμη να εκραγεί. Και σαν να συνέβαινε επίτηδες, σηκώνοντας τα μάτια, διάβασε τον τίτλο του βιβλίου που βρισκόταν σε πλήρη θέα ακριβώς δίπλα της. Πώς να χαρίσετε σε μια γυναίκα πολλαπλούς οργασμούς. Σκατά. «Νικ;» Κούνησε το κεφάλι του προσπαθώντας να διώξει την ομίχλη. Άραγε ήταν πολυοργασμική; Έτρεμε στην αγκαλιά του με ένα απλό φιλί. Τι θα έκανε το κορμί της αν της χάριζε μια πλήρη ερωτική περιποίηση, χρησιμοποιώντας τα χείλη και τη γλώσσα και τα δόντια του για να τη σπρώξει στα άκρα; Θα έβαζε τις φωνές; Θα πάλευε την ανταπόκρισή της; Ή θα τη δεχόταν με απόλαυση και θα την ανταπέδιδε εξίσου; «Νικ;» Ιδρώτας σχηματίστηκε στο μέτωπό του καθώς έπαιρνε την προσοχή του από το βιβλίο και επανερχόταν στην πραγματικότητα. Ήταν απίστευτος βλάκας. Δυο δευτερόλεπτα πριν δήλωνε πως θα μπορούσαν να είναι φίλοι και αμέσως μετά την έβλεπε με τη φαντασία του να φτάνει στην κορύφωση. «Εμ, σωστά. Θέλω να πω, σίγουρα, μπορούμε να παίξουμε χαρτιά. Μόνο να μην παίξουμε Μονόπολι.» «Πάντα τα πήγαινες χάλια σ’ αυτό το παιχνίδι. Θυμάσαι τότε που η Μάγκι σε έκανε να κλάψεις όταν έπεσες στο οικόπεδό της; Προσπάθησες να διαπραγματευτείς, αλλά εκείνη δεχόταν μόνο λεφτά. Δεν της μίλαγες για μια βδομάδα.»


Ο Νικ την κοίταξε βλοσυρά. «Αυτός ήταν ο Χάρολντ, το παιδί που έμενε στο τέρμα του δρόμου. Εγώ ποτέ δεν έχω κλάψει για παιχνίδι.» «Σίγουρα.» Τα σταυρωμένα χέρια και η έκφρασή της του έλεγαν πως δεν τον πίστευε. Εξαγριωμένος, πέρασε τα δάχτυλα πάνω απ’ το πρόσωπό του και αναρωτήθηκε πώς τον έκανε να χάνει την ψυχραιμία του για ένα παιχνίδι Μονόπολι που δεν είχε συμβεί ποτέ. «Λοιπόν, θα είμαστε φίλοι. Μια χαρά είμαι μ’ αυτό» του είπε. «Τότε είμαστε σύμφωνοι.» «Αυτός ήταν ο λόγος που ήρθες στη βραδιά ποίησης;» Κοίταξε το πρόσωπό της και πέταξε αδίστακτα το ψέμα. «Ήθελα να σου δείξω πως μπορώ να συμβιβάζομαι.» Δεν ήταν προετοιμασμένος για το γλυκό, φωτεινό χαμόγελο που ανασήκωσε τις άκρες των χειλιών της. Έδειξε γνήσια ευχαριστημένη, παρ’ όλο που ο Νικ όφειλε να παραδεχτεί πως το είχε κάνει για να προχωρήσουν τα πράγματα πιο ομαλά. Τον άγγιξε στο μπράτσο. «Σ’ ευχαριστώ, Νικ.» Τραβήχτηκε πίσω ξαφνιασμένος. Μετά πάλεψε να κρύψει την αμηχανία του. «Ξέχνα το. Θα διαβάσεις απόψε;» Η Αλέξα έγνεψε καταφατικά. «Καλύτερα να γυρίσω. Συνήθως είμαι η τελευταία. Εσύ κάνε μια βόλτα τριγύρω.» Την παρακολούθησε να επιστρέφει ανάμεσα στο πλήθος και άρχισε να περιπλανιέται ανάμεσα στα ράφια. Άκουσε αφηρημένα τον επόμενο ποιητή που απήγγειλε στίχους με τη συνοδεία της μελαγχολικής μουσικής, και σούφρωσε τη μύτη του. Θεέ μου, πόσο μισούσε την ποίηση! Το ξέσπασμα του συναισθήματος, μπερδεμένο και αχαλίνωτο, να το πάρει κάθε άγνωστος και να το μοιραστεί. Οι περίπλοκες συγκρίσεις ανάμεσα στη φύση και στη μανία, τα ατελείωτα κλισέ και οι θολές εικόνες έκαναν έναν άνθρωπο να αναρωτιέται για την ευφυΐα του. Όχι, δώστε του μια καλή βιογραφία ή κάτι κλασικό όπως ο Χέμινγουεϊ. Δώστε του όπερα, όπου εκεί τα έντονα συναισθήματα είναι ελεγχόμενα. Ένας οικείος, βραχνός τόνος ξεχύθηκε απ’ το μικρόφωνο. Σταμάτησε μέσα στις σκιές και παρακολούθησε την Αλέξα να ανεβαίνει στη μικρή σκηνή. Αστειεύτηκε λίγο με τον κόσμο, τους ευχαρίστησε που ήρθαν και παρουσίασε το καινούργιο της ποίημα. «Ένα Μικρό Σκοτεινό Μέρος» είπε. Ο Νικ ετοιμάστηκε να ακούσει κάτι πολύ δραματικό και είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζει κάποια κομπλιμέντα στο μυαλό του. Στο κάτω κάτω, δεν έφταιγε εκείνη που δεν του άρεσε η ποίηση. Ήταν αποφασισμένος να μην την κοροϊδέψει για κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτή, και μάλιστα θα της έδινε ενθάρρυνση. «Κρυμμένη κάτω από απαλή γούνα και μαλακό σουέτ· Τα πόδια μου μαζεμένα και διπλωμένα από κάτω. Περιμένω για το τέλος και την αρχή, Περιμένω για το δυνατό, καθαρό φως που θα με φέρει πίσω· Σ’ έναν κόσμο με λαμπερά χρώματα και έντονα αρώματα που επιτίθενται στα ρουθούνια μου·


Σ’ έναν κόσμο με κοφτερές γλώσσες, που βγαίνουν σαν φίδια για να διαλύσουν τρυφερά χαμόγελα. Ακούω τον πάγο να κουδουνίζει μέσα στο κεχριμπαρένιο υγρό. Μέσα του καίει φωτιά, υπενθύμιση μιας αυτοκτονίας από το παρελθόν· υπενθύμιση ενός σιωπηλού φόνου. Δευτερόλεπτα… λεπτά… αιώνες… Η ξαφνική επίγνωση κάνει τα σωθικά μου να σφιχτούν· είμαι στο σπίτι. Ανοίγω τα μάτια μου στην εκτυφλωτική λάμψη της πόρτας που ανοίγει. Και αναρωτιέμαι αν θα θυμηθώ.» Η Αλέξα δίπλωσε το χαρτί και έγνεψε στο ακροατήριό της. Όλοι είχαν μείνει σιωπηλοί. Κάποιοι έγραφαν πυρετωδώς στα σημειωματάριά τους. Η Μάγκι ζητωκραύγασε. Η Αλέξα γέλασε και κατέβηκε από την εξέδρα. Ύστερα άρχισε να μαζεύει τα άδεια φλιτζάνια και να κουβεντιάζει με όλους καθώς η βραδιά έφτανε στο τέλος της. Ο Νικ στεκόταν μόνος και την παρατηρούσε. Ένα παράξενο συναίσθημα φούσκωσε σαν κύμα μέσα του. Μιας και δεν το είχε ξανανιώσει ποτέ πριν, δεν μπορούσε να του δώσει όνομα. Ελάχιστα είχαν μείνει στη ζωή που να τον αγγίζουν και παραδεχόταν πως έτσι του άρεσε. Απόψε κάτι άλλαξε. Η Αλέξα είχε μοιραστεί ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού της με μια αίθουσα γεμάτη αγνώστους. Με τη Μάγκι. Μαζί του. Ανοιχτή στην κριτική, ευάλωτη στα καπρίτσια των άλλων, πήρε αυτό που ένιωθε και τον έκανε να τον νιώσει κι αυτός. Το κουράγιο της του έκλεψε την ανάσα. Και, όσο τη θαύμαζε, μέσα του αναδύθηκε η αμφιβολία σαν τέρας μέσα απ’ το βάλτο και τον έκανε να αναρωτηθεί μήπως πίσω απ’ όλες τις εκλογικεύσεις του ήταν απλώς ένας δειλός. «Τι έχεις να πεις;» Βλεφάρισε ξαφνιασμένος στη Μάγκι κι ύστερα προσπάθησε να εστιάσει την προσοχή του. «Ω, μου άρεσε. Ποτέ πριν δεν είχα ακούσει δουλειά της.» Η Μάγκι χαμογέλασε σαν περήφανη μητέρα προσκόπου. «Συνέχεια της λέω πως θα μπορούσε να εκδώσει μια ανθολογία, αλλά δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Το αληθινό της πάθος είναι το ΜπουκΚρέιζι.» «Δεν μπορεί να κάνει και τα δύο;» Η Μάγκι ρουθούνισε σαρκαστικά. «Σίγουρα. Εσύ κι εγώ θα το κάναμε στη στιγμή, επειδή ποτέ δε χάνουμε μια ευκαιρία. Η Αλ είναι διαφορετική. Είναι ευχαριστημένη και μόνο να μοιράζεται – δεν έχει ανάγκη τη δόξα της έκδοσης. Τα ποιήματά της έχουν κυκλοφορήσει σε κάποια περιοδικά και συμμετέχει σε μια ομάδα κριτικής, αλλά αυτό είναι περισσότερο για τους άλλους παρά για την ίδια. Κι αυτό είναι το πρόβλημά μας, αδελφούλη. Πάντα αυτό ήταν.» «Ποιο;» «Εμείς είμαστε καλύτεροι στο να παίρνουμε. Κληρονομιά των παιδικών μας τραυμάτων, υποθέτω.» Κοίταξαν και οι δυο την Αλέξα που συνόδευσε τους πελάτες της στην πόρτα με το γνωστό της χιούμορ. «Όμως η Αλ βρήκε το δρόμο της κάνοντας το αντίθετο. Δεν υπάρχει τίποτα που δε θα έκανε για κάποιον.» Η Μάγκι γύρισε ξαφνικά προς το μέρος του. Τα μάτια της έλαμπαν με μια ένταση που ο Νικ


θυμόταν από παλιά. Το δάχτυλό της καρφώθηκε στο στήθος του. «Μια προειδοποίηση, φίλε. Σε αγαπάω πολύ, αλλά, αν την πληγώσεις, εγώ προσωπικά θα σου κόψω τον κώλο. Το ’πιασες;» Αντί να τσιμπήσει το δόλωμα, εξέπληξε τον ίδιο του τον εαυτό βάζοντας τα γέλια. Μετά της έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μέτωπο. «Είσαι καλή φίλη, Μάγκι Μέι. Δε θα βιαζόμουν να σε κρίνω σαν κάποια που ξέρει μόνο να παίρνει. Απλώς ελπίζω να το δει αυτό κάποτε ο σωστός άντρας.» Η Μάγκι έκανε ένα βήμα πίσω, με ανοιχτό το στόμα. «Πιωμένος είσαι; Ή απατεώνας; Τι έκανες στο μεγάλο μου αδελφό;» «Μην πιέζεις την τύχη σου.» Ο Νικ έκανε μια παύση και κοίταξε τριγύρω το βιβλιοπωλείο. «Τι γίνεται με την επέκταση;» Είδε τα μάτια της αδελφής του να γουρλώνουν και συγκράτησε ένα γελάκι. «Μην ανησυχείς – δεν είναι πια μυστικό. Η Αλέξα παραδέχτηκε πως θέλει τα λεφτά για να προσθέσει ένα καφέ. Της έδωσα την επιταγή, αλλά σκέφτηκα πως θα ζητούσε τη συμβουλή μου.» Η αδελφή του βλεφάρισε αμήχανα και αρνήθηκε να μιλήσει. Ο Νικ συνοφρυώθηκε. «Σου έφαγε τη γλώσσα η γάτα, Μάγκι Μέι;» «Σκατά.» Ανασήκωσε το φρύδι του. «Τι συμβαίνει;» Ξαφνικά εκείνη άρχισε να μαζεύει τα φλιτζάνια του καφέ που είχαν ξεμείνει και να καθαρίζει τα τραπεζάκια. «Τίποτα. Εμ, νομίζω πως μπορεί να έρθει σε δύσκολη θέση επειδή προσέλαβε κάποιον άλλο να το κάνει. Δεν ήθελε να σε βάλει σε κόπο.» Ο Νικ πάλεψε να πνίξει την ενόχλησή του. «Έχω χρόνο για να τη βοηθήσω.» Η Μάγκι γέλασε, αλλά το γέλιο της είχε μια παράξενη, απελπισμένη χροιά. «Εγώ θα το άφηνα να περάσει, αδελφέ. Πρέπει να φύγω. Τα λέμε.» Έφυγε σαν σίφουνας. Ο Νικ κούνησε το κεφάλι. Ίσως η Αλέξα δεν ήθελε να ανακατευτεί στα σχέδιά της. Στο κάτω κάτω, είχε τονίσει πολλές φορές το γεγονός πως η σχέση τους ήταν βασισμένη σε ένα επαγγελματικό συμβόλαιο. Ακριβώς όπως ήθελε ο Νικ. Κράτησε μια νοερή σημείωση να το κουβεντιάσει μαζί της αργότερα. Τη βοήθησε να κλειδώσει και τη συνόδευσε στο αυτοκίνητό της. «Έχεις φάει βραδινό;» ρώτησε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δεν είχα χρόνο. Θέλεις να πάρουμε μια πίτσα πηγαίνοντας για το σπίτι;» «Θα μας ετοιμάσω εγώ κάτι πρόχειρο στο σπίτι.» Η γλώσσα του σκόνταψε στην τελευταία λέξη. Ήταν παράξενο, αλλά είχε αρχίσει να σκέφτεται το άσυλό του τώρα σαν να ήταν εν μέρει και δικό της. «Δε θα πάρει πολλή ώρα.» «Εντάξει. Τα λέμε στο σπίτι.» Γύρισε την πλάτη και μετά έκανε στροφή επιτόπου. Άνοιξε το στόμα της. «Α, Νικ, μην ξεχάσεις-» «Τη σαλάτα.» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και η ικανότητα του λόγου φάνηκε να την εγκαταλείπει προς στιγμήν. Ξαναβρήκε την ψυχραιμία της με μια ταχύτητα που ο Νικ θαύμασε. Και δεν τον ρώτησε καν πώς το ήξερε. «Ακριβώς. Τη σαλάτα.» Μετά γύρισε και κατευθύνθηκε προς το αμάξι της. Ο Νικ άρχισε να σφυρίζει καθώς πήγαινε στην BMW του. Σίγουρα μάθαινε. Του άρεσε να την αιφνιδιάζει. Καιρός ήταν να πάρει αυτός το


πάνω χέρι. Συνέχισε να σφυρίζει στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής για το σπίτι.


Κεφάλαιο Επτά Ο Νικ έκλεισε την πόρτα πίσω του και έπεσε στη δερμάτινη πολυθρόνα. Κοίταξε τον πίνακα σχεδιασμού και έκλεισε τα χέρια του σε δυο σφιχτές γροθιές για να σταματήσει τη φαγούρα. Ήθελε να δημιουργήσει. Φανταζόταν υλικά όπως ο ασβέστης και το τούβλο, με ρέουσες εικόνες γυαλιού και λείες καμπύλες. Οι εικόνες χόρευαν πίσω απ’ τα κλειστά του βλέφαρα τη νύχτα. Και να τος τώρα, ιδιοκτήτης πλέον της Ντρίμσκεϊπ, να είναι κολλημένος το μεγαλύτερο μέρος της μέρας σε συμβούλια. Πρόφερε μια βρισιά μέσα απ’ τα δόντια του. Εντάξει, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον εκνεύριζαν, με τις σχολαστικές τους τακτικές και τις φιλοχρήματες ιδέες τους. Οι περισσότεροι ήταν αντίθετοι με το συμβόλαιο για την προκυμαία, επειδή πίστευαν πως η εταιρεία θα φαλίριζε αν αναλάμβανε τη δουλειά και δεν κατάφερνε να την παραδώσει. Το συμβούλιο είχε δίκιο. Κι ο Νικ είχε μια απλή λύση. Να μην αποτύχει. Το πάρτι του Κόντε ήταν το βράδυ του Σαββάτου κι ακόμα δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ένα επαγγελματικό ραντεβού. Ούτε ο Χιόσι Κόμο τον είχε πάρει τηλέφωνο. Κολλημένος στο τετραγωνάκι νούμερο ένα, ήξερε πως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει να κάνει ο άλλος την κίνηση και να μετράει τις ώρες μέχρι το πάρτι. Ίσως ο Κόντε να ήθελε να δει πώς θα πήγαινε η κοινωνική τους συναναστροφή πριν αποφασίσει μια συνάντηση, αντίθετα με ό,τι είχε πει στην Αλέξα. Η Αλέξα. Και μόνο το όνομά της ήταν σαν γροθιά στο στομάχι του. Θυμήθηκε τον τρόπο που στρίγκλιζε και κούναγε το κεφάλι και χοροπήδαγε μέσα στο καθιστικό μετά από μια νίκη στο σκάκι το προηγούμενο βράδυ. Μια ενήλικη γυναίκα που έκανε σαν παιδί. Και για άλλη μια φορά εκείνος είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Με κάποιον τρόπο, όσο όμορφες κι αν ήταν οι σύντροφοί του, το κομψό τους πνεύμα άγγιζε μόνο την επιφάνεια. Η Αλεξάντρια τον έκανε να συνδέεται με ένα βαθύ γέλιο, σαν να ήταν νεαρός. Η προσωπική του γραμμή χτύπησε. Έπιασε το ακουστικό. «Ναι;» «Τάισες το ψάρι;» Ο Νικ έκλεισε τα μάτια. «Αλέξα, δουλεύω.» Εκείνη έκανε ένα άκομψο ρουθούνισμα. «Κι εγώ. Αλλά τουλάχιστον εγώ ανησυχώ για τον καημένο τον Ότο. Τον τάισες;» «Τον Ότο;» «Συνέχεια τον έλεγες Ψάρι. Αυτό πλήγωνε τα συναισθήματά του.» «Τα ψάρια δεν έχουν συναισθήματα. Και ναι, τον τάισα.» «Τα ψάρια ασφαλώς και έχουν συναισθήματα. Και, μια και μιλάμε για τον Ότο, ήθελα να σου πω ότι ανησυχώ γι’ αυτόν. Είναι μόνος στο γραφείο και κανείς δεν πηγαίνει ποτέ εκεί. Γιατί δεν τον φέρνουμε στο καθιστικό, που θα μπορεί να μας βλέπει πιο συχνά;» Ο Νικ πέρασε το χέρι στο πρόσωπό του και προσευχήθηκε στο Θεό να του δώσει υπομονή.


«Επειδή δε θέλω ένα ενυδρείο να καταστρέψει την εικόνα των κύριων δωματίων. Η Μάγκι μού έδωσε το καταραμένο το ψάρι σαν αστείο και το μίσησα από την πρώτη στιγμή.» Μια παγωνιά αναδύθηκε από το ακουστικό. «Είναι και μπελαλίδικο, ε; Μάλλον δε θες ούτε ανθρώπους ούτε ζώα. Λυπάμαι που σου το λέω, αλλά και τα ζώα νιώθουν μοναξιά. Γιατί να μην του πάρουμε μια συντροφιά;» Ίσιωσε το σώμα του και αποφάσισε να βάλει τέλος σ’ αυτή τη γελοία συζήτηση. «Όχι. Δε θέλω άλλο ψάρι και δε θα μετακινηθεί. Έγινα σαφής;» Η γραμμή βούιξε. «Σαφέστατος.» Μετά του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Νικ άφησε μια κατάρα, άρπαξε τα κοντινότερα χαρτιά από την τελευταία συνάντηση του διοικητικού συμβούλιου και έπιασε δουλειά. Αυτή η γυναίκα τολμούσε να τον ενοχλήσει στη δουλειά του για ένα ψάρι! Έσπρωξε στην άκρη την εικόνα της και ξανάπιασε δουλειά. *** «Θα γίνει έξαλλος.» Η Αλέξα δάγκωσε τα χείλη της και αναρωτήθηκε γιατί η φράση της Μάγκι έκανε ένα ρίγος να διατρέξει τη ραχοκοκαλιά της. Στο κάτω κάτω, ο Νικ Ράιαν δεν ήταν κανένα βάρβαρο αρσενικό. Σίγουρα η κατάσταση θα τον θύμωνε λιγάκι, αλλά πάντα παρέμενε λογικός. Κοίταξε το καθιστικό που ήταν γεμάτο σκυλιά. Πολλά σκυλιά. Κουτάβια και κοπρίτες και καθαρόαιμα και κυνηγόσκυλα. Μερικά βρίσκονταν στην κουζίνα, πέφτοντας πάνω σε τραπέζια καθώς έτρωγαν το φαγητό τους και έπιναν νερό. Άλλα έτρεχαν εδώ κι εκεί, εξερευνώντας το καινούργιο τους σπίτι, μυρίζοντας τις γωνίες και πηγαίνοντας από δωμάτιο σε δωμάτιο. Το κατσαρομάλλικο τεριέ μασούλαγε ένα μαξιλάρι του καναπέ. Το μαύρο πουντλ πήδηξε πάνω στον καναπέ και βολεύτηκε για έναν υπνάκο. Ο κοπρίτης έμοιαζε έτοιμος να σηκώσει το πόδι στο ηχείο, αλλά η Μάγκι πρόλαβε να τον αρπάξει και να τον βγάλει στην αυλή πριν κάνει σοβαρή ζημιά. Η ανησυχία της άρχισε να μετατρέπεται ραγδαία σε κρίση πανικού. Η Μάγκι είχε δίκιο. Ο Νικ μπορεί να τη σκότωνε. Στράφηκε στη φίλη της. «Τι θα κάνω;» Η Μάγκι ανασήκωσε τους ώμους. «Πες του την αλήθεια. Θα τα κρατήσεις μόνο για μια δυο βραδιές μέχρι να μπορέσει το καταφύγιο να τα τακτοποιήσει αλλού. Αν τα στείλεις πίσω, θα τους κάνουν ευθανασία.» Η Αλέξα μόρφασε. «Κι αν, παρ’ όλα αυτά, επιμείνει να τα ξεφορτωθώ;» «Πήγαινέ τα στο διαμέρισμά σου.» «Πολύ μικρό.» Η Μάγκι σήκωσε τα χέρια ψηλά βλέποντας το ύφος της. «Διάβολε, όχι, δεν τα παίρνω στο σπίτι μου! Είναι να έρθει κάποιος απόψε και θα είναι πολύ πιο ζεστός από ένα κουτάβι. Κανόνισε την πορεία σου μόνη σου.»


«Όμως, Μαγκς…» Η Μάγκι τής κούνησε το χέρι. «Πρέπει να πηγαίνω. Πόσο θα ήθελα να είμαι μπροστά όταν θα έρθει ο αδελφός μου στο σπίτι! Πάρε με στο κινητό.» Η πόρτα έκλεισε. Η Αλέξα επιθεώρησε το δωμάτιο, που τώρα ήταν ένα χάος από κουτάβια, και αποφάσισε πως υπήρξε κάπως παρορμητική. Θα μπορούσε να είχε πει στο καταφύγιο πως θα έπαιρνε μερικά κι ύστερα να τα πήγαινε στο διαμέρισμά της. Αλλά όχι, ήταν έξαλλη με τον Νικ που είχε φερθεί σαν ψυχρό κτήνος με το ψάρι, και είχε αποφασίσει να του δώσει ένα μάθημα. Μόνο που τώρα ένιωθε πραγματικά έντρομη. Το κυνηγόσκυλο μασούλαγε το πόδι του τραπεζιού. Μάζεψε τα κουράγια της και άρχισε να ετοιμάζει το σχέδιο δράσης. Θα τα έβαζε όλα στο δεύτερο καθιστικό και ίσως ο Νικ να μην τα έπαιρνε είδηση. Ποτέ δεν έμπαινε σ’ εκείνο το δωμάτιο. Θα πήγαινε όλα τα παιχνίδια τους και την τροφή εκεί και θα τα έβγαζε κρυφά έξω για βόλτα. Έπεισε τον εαυτό της πως η στρατηγική της θα λειτουργούσε και οδήγησε το μικρό κοπάδι στην άλλη άκρη του χολ. Άδειασε μια ολόκληρη σακούλα με παιχνίδια στο πάτωμα και φρόντισε να βεβαιωθεί πως τα περισσότερα σκυλιά καταπιάστηκαν μ’ αυτά. Μετά έκλεισε την πόρτα και μάζεψε τα κοιμισμένα κουτάβια απ’ τον καναπέ, τα μπολ με την τροφή και το νερό και μερικές εφημερίδες. Έτρεξε έξω και μάζεψε το τελευταίο αδέσποτο από την αυλή και ετοίμασε το δωμάτιο έτσι ώστε να βολευτούν τα σκυλιά. Η Αλέξα κοίταξε ανήσυχη το πανέμορφο ανάκλιντρο και την πολυθρόνα με τα όμορφα ασημί και γκρίζα μοτίβα. Διάβολε, ήταν ανάγκη να είναι πλούσιος ο Νικ; Κανενός το δεύτερο καθιστικό δεν ήταν τόσο ωραίο, με γκρίζα μοκέτα, μεταλλικά τραπεζάκια με υπέροχες διακοσμήσεις και ριχτάρια που κόστιζαν περισσότερο από ολόκληρο το δικό της καθιστικό. Πέρασε τα δάχτυλα πάνω από την απαλή, ακριβή πλέξη του τούρκικου ριχταριού. Χρειαζόταν μερικές παλιές κουβέρτες, και πήγαινε στοίχημα πως ο σύζυγός της δε διέθετε ούτε μία. Αποφάσισε να πάει να ψάξει επάνω αλλά εκείνη τη στιγμή άκουσε το κλειδί στην εξώπορτα. Πανικόβλητη, πέταξε το τούρκικο ριχτάρι σε μια πολυθρόνα και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Μετά διέσχισε βιαστικά το χολ και φρενάρισε απότομα μπροστά του. «Γεια.» Εκείνος έδειχνε ήδη καχύποπτος. Οι ξανθιές μπούκλες έπεσαν στο μέτωπό του και τα μάτια του μισόκλεισαν, σαν να μην την εμπιστευόταν που φερόταν ευγενικά. Η ενοχή φούντωσε μέσα της, αλλά αγνόησε επιμελώς το συναίσθημα. «Γεια.» Κοίταξε γύρω του και εκείνη κράτησε την ανάσα της. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Μόλις ετοιμαζόμουν να φτιάξω βραδινό. Εκτός αν είσαι κουρασμένος και θέλεις να πας από τώρα για ύπνο.» Το ένα του φρύδι υψώθηκε ακούγοντας τον γεμάτο ελπίδα τόνο της. «Είναι έξι το απόγευμα.» «Σωστά. Λοιπόν, πάω στοίχημα πως έχεις πολλή δουλειά να κάνεις, ε; Θα σου φέρω το φαγητό σου επάνω, στο γραφείο σου, αν θες.» Τώρα έδειχνε ολοφάνερα τσαντισμένος. «Δούλεψα αρκετά για σήμερα. Θέλω να χαλαρώσω με ένα ποτήρι κρασί και να δω το παιχνίδι του μπέιζμπολ.» «Παίζουν οι Μετς;» «Δεν ξέρω. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι στα πλέι-οφ. Οι Γιάνκις έχουν ακόμα μια ευκαιρία.» Ο εκνευρισμός της αυξήθηκε. «Έχουν μείνει πολύ πίσω – δε θα τα καταφέρουν με τίποτα. Η Νέα


Υόρκη δε θα πάει στον τελικό φέτος.» Εκείνος άφησε μια ανυπόμονη ανάσα. «Γιατί δεν πας να δεις τους Μετς επάνω;» «Θέλω τη μεγάλη τηλεόραση.» «Κι εγώ το ίδιο.» Η ιδιοτροπία της φούντωσε. Η Αλέξα αρπάχτηκε απ’ το συναίσθημα, ευγνώμων που έκανε το φόβο της να διαλύεται. Γύρισε την πλάτη και μπήκε στην κουζίνα. «Πολύ ωραία, εξαργυρώνω τη χάρη μου.» Ο Νικ κρέμασε το μαύρο παλτό του στην ντουλάπα κι ήρθε να σταθεί στην πόρτα της κουζίνας. Η Αλέξα έβγαλε τα υλικά για τη σαλάτα που δε θα έτρωγε και έκοψε μερικά λαχανικά για να τα περάσει στο τηγάνι. Εκείνος έπιασε ένα μπουκάλι κρασί απ’ το ψυγείο και της γέμισε ένα ποτήρι. «Τι είπες;» «Εξαργυρώνω τη χάρη μου. Θέλω να δω το παιχνίδι των Μετς κάτω, στη μεγάλη τηλεόραση. Κι εσύ θέλω να καθίσεις επάνω και να δεις το παιχνίδι των Γιάνκις και δε θέλω ν’ ακούσω κιχ. Ούτε μια επευφημία ούτε μια κραυγή ή μια ενθάρρυνση. Το πιάνεις;» Όταν γύρισε προς το μέρος του, εκείνος είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη και την κοίταζε σαν να της είχαν φυτρώσει κέρατα. Προσπάθησε να αγνοήσει το πόσο αξιολάτρευτος έδειχνε, με το στόμα του ελαφρώς μισάνοιχτο κι εκείνους τους απίστευτους ώμους να τεντώνουν το ανοιχτόγκριζο πουκάμισο. Γιατί να είναι τόσο γοητευτικός; Τα μανίκια και το κολάρο ήταν ακόμα ατσαλάκωτα μετά από τόσες ώρες που το φορούσε. Το ανθρακί παντελόνι του διατηρούσε ακόμα την τσάκιση. Είχε ξεκουμπώσει τα μανικετόκουμπα και είχε ανεβάσει τα μανικέτια με το στιλ που συνήθιζε. Ανοιχτόχρωμες τριχούλες φύτρωναν στους βραχίονές του και δυνατά δάχτυλα έσφιγγαν το ντελικάτο ποτήρι του κρασιού με μια δύναμη που την έκανε να σαλεύει νευρικά όταν σκεφτόταν τα άλλα πράγματα που θα μπορούσε να πιάνει. Προσπάθησε να μην τον κοιτάζει σαν ξελιγωμένη έφηβη και συγκεντρώθηκε στο κόψιμο των λαχανικών. «Είσαι τρελή.» Του χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να ξαναβρεί την ικανότητα του λόγου πριν συνεχίσει. «Υποτίθεται πως αυτές οι χάρες χρησιμοποιούνται για σημαντικά πράγματα.» «Δική μου επιλογή. Δική μου χάρη.» Ήρθε πιο κοντά της. Η θερμότητα του κορμιού του βασάνιζε και θόλωνε την πνευματική της διαύγεια. Πονούσε απ’ την ανάγκη να γείρει πίσω στο στήθος του και να αφήσει τα μπράτσα του να τυλιχτούν στη μέση της. Λαχταρούσε να νιώσει όλη εκείνη τη μυϊκή δύναμη να τη στηρίζει και να προσποιηθεί πως ήταν ένα αληθινό ζευγάρι. Θα αγκαλιάζονταν μέσα στην κουζίνα και θα έκαναν έρωτα πάνω στο βαρύ δρύινο τραπέζι ανάμεσα στα ζυμαρικά και στο κρασί. Μετά θα μοιράζονταν το δείπνο και θα κουβέντιαζαν ήσυχα και θα έβλεπαν το παιχνίδι των Μετς μαζί. Η Αλέξα κατάπιε με βία τον κόμπο στο λαιμό της και παραμέρισε τη φαντασίωση. «Χρησιμοποιείς τη χάρη σου για να δεις ένα παλιοπαιχνίδι μπέιζμπολ;» «Μάλιστα.» Έριξε το σκόρδο και τις πιπεριές στο σκεύος και εκείνος μετακινήθηκε μερικά εκατοστά ακόμα. Η ζώνη του τρίφτηκε στους γοφούς της. Παρ’ όλο που ήταν καλυμμένη με χοντρό τζιν, η απειλή ενός πιο ερωτικού αγγίγματος έκανε τα χέρια της να τρέμουν γύρω απ’ το μαχαίρι. Η ανάσα του έπεσε ζεστή στο σβέρκο της. Έβαλε τα χέρια του πάνω στον πάγκο κλείνοντάς την ανάμεσά τους. «Οι χάρες είναι σπάνιες. Θέλεις να ξοδέψεις μία για ένα ηλίθιο παιχνίδι που δε σημαίνει τίποτα;»


«Για μένα όλα τα παιχνίδια των Μετς είναι σημαντικά. Εσύ, από την άλλη, δεν το παίρνεις το ίδιο σοβαρά επειδή είσαι συνηθισμένος να κερδίζεις εύκολα. Το θεωρείς δεδομένο.» Τον άκουσε να γρυλίζει στο αυτί της. «Δεν κερδίζω όλη την ώρα.» Η Αλέξα επέμεινε στο θέμα του μπέιζμπολ. «Ακόμα και όταν χάσατε το παιχνίδι για το πρωτάθλημα με τους Σοξ, ποτέ δε χάσατε την έπαρσή σας. Ακόμα δε σέβεστε τις άλλες ομάδες.» «Δεν είχα ιδέα πως οι καημένοι οι Γιάνκις προκαλούν τέτοια φασαρία.» «Είναι περισσότερο οι οπαδοί παρά η ίδια η ομάδα. Εμείς οι οπαδοί των Μετς ξέρουμε πώς είναι να χάνεις. Και κάθε παιχνίδι που κερδίζουμε είναι ένας μικρός θρίαμβος που τον εκτιμάμε ανάλογα και δεν τον θεωρούμε ποτέ δεδομένο. Επίσης είμαστε πιο αφοσιωμένοι.» «Χμμ. Μιλάμε για τους Μετς ή για τους οπαδούς τους;» «Βλέπεις; Το θεωρείς αστείο. Αν βίωνες περισσότερες ήττες, θα ήσουν πιο ταπεινός. Η νίκη θα ήταν ακόμα πιο γλυκιά.» Ο Νικ ακούμπησε τα χέρια του στην καμπύλη των γοφών της. Η στύση του πιέστηκε στα οπίσθιά της. «Μπορεί να έχεις δίκιο» μουρμούρισε. Το μαχαίρι κροτάλισε πάνω στο ξύλο. Έκανε μια στροφή και έπεσε πάνω στο στήθος του. Την έπιασε απ’ τους ώμους και της ανασήκωσε το σαγόνι. Η ερωτική ένταση στροβιλίστηκε και κορυφώθηκε. Τα χείλη της άνοιξαν σε ένα ασυναίσθητο κάλεσμα. «Τι;» Μια άγρια λάμψη άστραψε στα βάθη των ματιών του. «Ίσως να αρχίζω να εκτιμώ τα πράγματα που δεν μπορώ να έχω.» Έσυρε το δάχτυλό του πάνω στο μάγουλό της. Διέτρεξε το κάτω χείλος της. Πίεσε τον αντίχειρά του πάνω στο κέντρο της ευαίσθητης σάρκας. «Ίσως να αρχίζω να μαθαίνω τι σημαίνει θέλω.» Το στόμα της στέγνωσε. Πέρασε τη γλώσσα από τα χείλη της για να τα υγράνει και η ερωτική ένταση ανέβηκε λίγο ακόμα. Στεκόταν στην κόψη μιας ανακάλυψης που θα άλλαζε τη σχέση τους, και πάλεψε το ένστικτο που την έσπρωχνε να πηδήξει στον γκρεμό και στο διάβολο οι συνέπειες. Αντί γι’ αυτό, πίεσε τον εαυτό της να συνεχίσει την παράξενη συζήτησή τους. «Δηλαδή συμφωνείς; Καταλαβαίνεις γιατί οι Μετς είναι καλύτερη ομάδα;» Μια αστραπή από ολόλευκα δόντια κορόιδεψε τη δήλωσή της. «Όχι. Οι Γιάνκις είναι καλύτερη ομάδα. Νικάνε για ένα λόγο.» Ψιθύρισε το σχόλιό του πάνω στα χείλη της. «Τη θέλουν περισσότερο. Αν θέλεις κάτι πολύ, Αλέξα, τελικά το παίρνεις.» Τον έσπρωξε στο στήθος και γύρισε πάλι από την άλλη, θέλοντας να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι σε κάτι παραπάνω απ’ τα λαχανικά. Ο κλασικός υπερόπτης οπαδός των Γιάνκις. «Θα σε φωνάξω όταν είναι έτοιμο το δείπνο. Μέχρι τότε, θέλω να παραμείνεις επάνω.» Το γέλιο του αντήχησε στην κουζίνα. Μια παγωνιά την τύλιξε καθώς εκείνος απομακρυνόταν. Η Αλέξα κράτησε την ανάσα της ακούγοντάς τον να ανεβαίνει τη σκάλα, αλλά τα σκυλιά ήταν ακόμα ήσυχα. Έτρεξε στο καθιστικό, έβαλε στην τηλεόραση το παιχνίδι, ανέβασε τον ήχο και πήγε στο δεύτερο καθιστικό για να ελέγξει το μικρό της κοπάδι. Το τούρκικο ριχτάρι είχε γίνει κουρέλι. Το τράβηξε από τα δόντια του μαύρου λαμπραντόρ και το έχωσε στο κάτω συρτάρι του γραφείου. Οι εφημερίδες ήταν ήδη λερωμένες, έτσι τις μάζεψε, άπλωσε καινούργιες και έριξε και


μερικές πάνω στον καναπέ και την πολυθρόνα για καλό και για κακό. Ξαναγέμισε με νερό τα μπολ και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να τα ξαναβγάλει όλα έξω μια ώρα πριν πάει για ύπνο. Έκλεισε την πόρτα, έτρεξε βιαστικά στην κουζίνα και αποτελείωσε το δείπνο, ενώ φώναζε δυνατά σχόλια στους παίκτες της ομάδας της. Ο Νικ κατέβηκε για το δείπνο και γρήγορα ανέβηκε ξανά πάνω. Εξαντλημένη από την κομπίνα της, ορκίστηκε πως από τώρα και στο εξής θα ήταν ειλικρινής με το καταφύγιο. Κατάφερε να βγάλει κρυφά τα σκυλιά έξω σε μικρές ομάδες το υπόλοιπο βράδυ. Όταν το παιχνίδι τελείωσε και οι Μετς νίκησαν τους Μάρλινς 4-3, έκανε ένα βιαστικό χορό του θριάμβου, καθάρισε την κουζίνα, έριξε μια ματιά στα ζώα και ανέβηκε τη σκάλα για να πάει στο κρεβάτι της. Οι μύες της πονούσαν και το κεφάλι της γύριζε, αλλά τα είχε καταφέρει. Έπρεπε να ξυπνήσει πριν από τις πέντε για να βγάλει όλα τα ζώα έξω για περίπατο, να τα ταΐσει και να καθαρίσει πριν φύγει ο Νικ για τη δουλειά. Μόρφασε στη σκέψη αλλά κατάφερε να κάνει ένα γρήγορο ντους και να πέσει για ύπνο. Δεν μπήκε καν στον κόπο να φορέσει νυχτικό, απλά χώθηκε κάτω από το πάπλωμα και κοιμήθηκε επιτόπου. *** Κάποιος ήταν μέσα στο σπίτι. Ο Νικ ανακάθισε στο κρεβάτι και έστησε αυτί. Ένας αμυδρός ήχος σαν γρατζούνισμα ακουγόταν στον αέρα. Λες και κάποιος έσερνε ένα κλειδί πάνω σε μια κλειδαριά και προσπαθούσε να διαρρήξει την πόρτα. Με γρήγορες, μετρημένες κινήσεις, κατευθύνθηκε ξυπόλυτος προς την πόρτα και την άνοιξε μερικά εκατοστά. Σιωπή τον υποδέχτηκε. Μετά άκουσε τον ήχο. Ένα σιγανό μουρμουρητό. Σχεδόν σαν γρύλισμα. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του και υπολόγισε στα γρήγορα τις επιλογές του. Ποιος διάβολο ήταν μέσα στο σπίτι του; Ο συναγερμός δεν είχε χτυπήσει, πράγμα που σήμαινε ότι ο διαρρήκτης τον είχε αχρηστέψει. Δεν είχε όπλο ή ένα μπουκάλι με δακρυγόνο. Τι άλλο χρησιμοποιούσαν στο Κλου*; Μια μασιά, ένα κηροπήγιο, ένα μαχαίρι, σκοινί ή μεταλλικό σωλήνα. Καλύτερα να καλέσει την άμεση δράση. Βγήκε απ’ το δωμάτιο στις μύτες των ποδιών και πέρασε μπροστά από την κλειστή πόρτα της Αλέξα. Έκανε μια στάση, αποφάσισε όμως πως θα ήταν λάθος να την ξυπνήσει – μπορεί να πανικοβαλλόταν ή να έδινε στο διαρρήκτη ένα στόχο τον οποίο δεν χρειαζόταν ο Νικ. Το πρώτο του μέλημα αυτή τη στιγμή ήταν να την κρατήσει ασφαλή. Έπιασε ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ από την ντουλάπα του χολ, άρπαξε το ασύρματο τηλέφωνο, πάτησε τους τρεις αριθμούς και ανέφερε τη διάρρηξη. Μετά άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα για να επιτεθεί στο κάθαρμα. Ο Νικ σταμάτησε στο τέλος της σκάλας και κρύφτηκε στις σκιές. Γύρω επικρατούσε ησυχία με μόνη εξαίρεση το σταθερό βουητό του ψυγείου. Στάθηκε μόνος για λίγο και μελέτησε τα σκοτεινά δωμάτια. Η μπροστινή πόρτα ήταν γερά κλεισμένη – με την αλυσίδα στη θέση της και το συναγερμό


αναμμένο. Περίεργο. Αν ο διαρρήκτης τον είχε αχρηστέψει, το κόκκινο φωτάκι θα ήταν σβηστό. Ίσως η πίσω πόρτα, αλλά δεν είχε ακούσει τζάμι να σπάει, εκτός αν… Η πόρτα του δεύτερου καθιστικού κροτάλισε. Κινήθηκε σιωπηλά προς τα εκεί, μένοντας κολλημένος στον τοίχο και κραδαίνοντας το ρόπαλο του μπέιζμπολ, ενώ μέτραγε τα δευτερόλεπτα μέχρι να φτάσουν οι μπάτσοι. Δεν ήταν κανένας Κλιντ Ίστγουντ, αλλά, αν κατάφερνε ένα καλό χτύπημα με το ρόπαλο, θα μπορούσε να αποκαλεί τον εαυτό του άντρα. Βαριά ανάσα. Σχεδόν σαν λαχάνιασμα. Ένα γρατζούνισμα. Τι στο διάβολο; Σταμάτησε και άπλωσε το χέρι στο πόμολο. Ο σφυγμός του τινάχτηκε στα ύψη από την έκκριση αδρεναλίνης. Πάλεψε να ξεπεράσει το φόβο του και γραπώθηκε από τον αυτοέλεγχό του. Ύψωσε το ρόπαλο, γύρισε το πόμολο και άνοιξε απότομα την πόρτα με όλη του τη δύναμη. «Άααγκχ!» Ένα κοπάδι σκύλων όρμησε πλάι του. Δύο, τέσσερα, έξι, οχτώ – ένα πλήθος από γούνινα πλάσματα περικύκλωσαν τα πόδια του. Σκυλιά με βούλες, μικρά σκυλιά, μεγάλα σκυλιά – όλα να γαβγίζουν και να κουνάνε τις ουρές και να έχουν τις γλώσσες κρεμασμένες έξω. Το ρόπαλο ανέβηκε πιο ψηλά, αλλά εκείνα ούτε που κατάλαβαν τον κίνδυνο. Ενθουσιασμένα που έβλεπαν έναν άνθρωπο μέσα στη νύχτα, πηδούσαν πάνω του και ήθελαν να παίξουν. Για μερικά δευτερόλεπτα, έπεισε τον εαυτό του πως ονειρευόταν και πως σύντομα θα ξυπνούσε στο κρεβάτι του. Μετά συνειδητοποίησε πως η σκηνή ήταν πραγματική. Και πως θα γινόταν φόνος. Που θα περιλάμβανε τη σύζυγό του. Το δωμάτιο ήταν ένα χάος. Σκισμένες εφημερίδες πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Το πολυτελές χαλί ήταν γεμάτο υγρούς κύκλους που δεν έμοιαζαν για νερό. Το γέμισμα του καναπέ έβγαινε από διάφορα ανοίγματα στα μαξιλάρια. Το φυτό του έγερνε σαν μεθυσμένο στο πλάι και ένα κουτάβι σκάλιζε το χώμα. Το Architectural Digest* ήταν μασημένο και φτυσμένο σε κομματάκια. Ο Νικ έκλεισε τα μάτια. Μέτρησε μέχρι το τρία. Τα άνοιξε. Μετά ούρλιαξε το όνομα της γυναίκας του με όλη τη δύ ναμη των πνευμόνων του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, η Αλέξα προσγειώθηκε πανικόβλητη στη βάση της σκάλας. Όταν είδε το πρόβλημα, προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά είχε ήδη πάρει πολλή φόρα. Τα γυμνά της πόδια γλίστρησαν στο πάτωμα και έπεσε με δύναμη πάνω στο στήθος του. Ο αέρας άδειασε με ένα σφύριγμα απ’ τα πνευμόνια της, καθώς πιανόταν απ’ τους ώμους του για να ισορροπήσει και τον κοιτούσε στο πρόσωπο. Θα πρέπει να συνειδητοποίησε τον κίνδυνο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Εκείνα τα μωρουδίστικα γαλάζια μάτια γούρλωσαν από αληθινό φόβο, ενώ τα πόδια της τρέκλιζαν προς τα πίσω και τα χέρια της τεντώνονταν σαν να προσπαθούσε να προστατευτεί από κάποια επίθεση. Ο Νικ μόλις που κατέγραψε την κίνησή της. Ήταν υπερβολικά απασχολημένος να προσπαθεί να δει μέσα από την κόκκινη ομίχλη που θόλωνε τα μάτια του. Ένα τριχωτό πόδι προσγειώθηκε με φόρα στο βουβώνα του. Το έσπρωξε και κατάφερε να ψελλίσει έξαλλος: «Τι στο διάβολο γίνεται εδώ;»


Η Αλέξα μόρφασε. «Νικ, λυπάμαι. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω, γιατί με πήραν απ’ το καταφύγιο και μου είπαν πως ήταν γεμάτοι και με ρώτησαν αν μπορούσα να τα κρατήσω για απόψε και δεν άντεξα να πω όχι, Νικ, δε γινόταν, γιατί αλλιώς θα τους έκαναν ευθανασία επειδή οι χρηματοδότες είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν αυτή την εποχή, αλλά ξέρω πως μισείς τα ζώα, οπότε σκέφτηκα απλά να περάσουν μια ήσυχη νύχτα εδώ και να πάνε σπίτι τους το πρωί.» «Σκέφτηκες πως θα μπορούσες να μου κρύψεις ένα δωμάτιο γεμάτο σκυλιά;» Προσπάθησε απελπισμένα να ελέγξει την οργή του αυτή τη φορά, πραγματικά το προσπάθησε, αλλά ένιωσε τη φωνή του να ανεβαίνει. Μετά κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι των σπηλαίων έσερναν τις γυναίκες τους από τα μαλλιά. Είδε το πρόσωπό της να καταγράφει την αντίδρασή του. Τα δόντια της δάγκωσαν το χείλι της και έκανε ένα ελαφρό πηδηματάκι από το ένα πόδι στο άλλο, σαν να προσπαθούσε φιλότιμα να σκεφτεί πώς να του εξηγήσει τα πράγματα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην τον εξοργίσει περισσότερο. Ένα ξέμπαρκο κόκαλο προσγειώθηκε πάνω στο γυμνό του πόδι. Έσκυψε να κοιτάξει την κρεμασμένη γλώσσα και την ουρά που κουνιόταν. «Θέλει να του το πετάξεις.» Ο Νικ άναψε και κόρωσε. «Ξέρω τι θέλει το αναθεματισμένο το σκυλί· δεν είμαι ηλίθιος. Αντίθετα με το τι θα πρέπει να πιστεύεις για μένα, δηλαδή. Χρησιμοποίησες τη χάρη σου για να με κλειδώσεις επάνω, ώστε να μην ανακαλύψω όλο αυτό.» Είδε την ενοχή να χαράζεται στο πρόσωπό της. «Είσαι καλή ψεύτρα, Αλεξάντρια. Μάλλον δεν ήξερα πόσο καλή.» Σταμάτησε να δειλιάζει και ύψωσε το ανάστημά της πάνω στα γυμνά της πόδια. «Αναγκάστηκα να πω ψέματα! Ζω με έναν άνθρωπο που μισεί τα ζώα και που θα προτιμούσε να δει αθώα κουτάβια να πεθάνουν παρά να λερώσει το σπίτι του!» Ο Νικ έτριξε τα δόντια και βλαστήμησε. «Μην προσπαθείς να στρέψεις την κατάσταση εις βάρος μου, κοπέλα μου. Ούτε καν με ρώτησες, απλώς έβαλες κρυφά ένα κοπάδι σκύλους μέσα στο καθιστικό μου. Είδες τι έκαναν στο σπίτι μου; Και πού είναι το πορτοκαλί ριχτάρι μου;» Έριξε πίσω το κεφάλι της και άφησε μια κραυγή απογοήτευσης. «Έπρεπε να το περιμένω πως θα νοιαζόσουν περισσότερο για τα ηλίθια πράγματά σου παρά για μια ζωή! Είσαι ακριβώς σαν τον τύπο από το Τσίτι Τσίτι Μπανγκ Μπανγκ * – θυμάσαι πώς έκλεινε όλα τα παιδιά μέσα για να είναι η πόλη τακτοποιημένη και καθαρή και οργανωμένη; Ο Θεός να έβαζε το χέρι του αν δεν πήγαιναν όλα όπως τα ήθελε. Ας κρατήσουμε τη ζωή μας τακτική. Ας σιγουρευτούμε πως το πορτοκαλί ριχτάρι δε θα καταστραφεί.» Ο θυμός του βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού. Ύστερα ξέσπασε. Οι γροθιές του σφίχτηκαν και ένας βρυχηθμός βγήκε απ’ το στήθος του, ενώ τα σκυλιά θα πρέπει να χάρηκαν γιατί άρχισαν όλα μαζί να ουρλιάζουν ταυτόχρονα και να χοροπηδάνε γύρω από τα πόδια του σ’ έναν ανεμοστρόβιλο από γούνα και ουρές και πέλματα. «Το Τσίτι Τσίτι Μπανγκ Μπανγκ; Είσαι τρελή – πρέπει να σε κλείσουν στο ψυχιατρείο. Μου λες ψέματα, καταστρέφεις το σπίτι μου κι ύστερα με συγκρίνεις με τον κακό μιας ταινίας. Κι όλα αυτά επειδή δεν μπορείς να είσαι ένα φυσιολογικό άτομο που παίρνει την ευθύνη του και να ζητήσεις συγγνώμη;» Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, φτάνοντας ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του.


«Προσπάθησα, αλλά είσαι παράλογος.» Την έπιασε από τα μπράτσα. Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από το μετάξι και την ταρακούνησε ελαφρά. «Παράλογος; Παράλογος; Είναι μαύρα μεσάνυχτα και στέκομαι μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο σκυλιά κι εσύ μου μιλάς για μια ηλίθια ταινία!» «Δεν είναι ηλίθια. Γιατί να μην είσαι περισσότερο σαν τον Ραλφ Κράμντεν από τους Χανιμούνερς;** Σίγουρα ήταν φωνακλάς και απαίσιος, αλλά έσωσε ένα ολόκληρο καταφύγιο σκύλων όταν ανακάλυψε πως θα τα σκότωναν. Γιατί δεν είσαι περισσότερο άνθρωπος;» «Οι ηλίθιοι Χανιμούνερς τώρα; Αυτό ήτανε, μέχρι εδώ. Θα μαζέψεις όλα αυτά τα σκυλιά και θα τα πας στο καταφύγιο αυτή τη στιγμή, αλλιώς μάρτυς μου ο Θεός, Αλέξα, θα τα ξεφορτωθώ εγώ ο ίδιος!» «Δε θα το κάνω.» «Θα το κάνεις.» «Ανάγκασέ με.» «Να σε αναγκάσω; Να σε αναγκάσω;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν το μεταξωτό ύφασμα καθώς πάλευε να ξαναβρεί τα τελευταία ίχνη της ψυχραιμίας του. Όταν τελικά η ομίχλη καθάρισε απ’ τα μάτια του, ο Νικ ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα και χαμήλωσε το βλέμμα. Μετά συνειδητοποίησε πως η γυναίκα του ήταν γυμνή. Η πράσινη ρόμπα της είχε γλιστρήσει από τους ώμους της και έχασκε ανοιχτή. Η ζώνη είχε πέσει απαρατήρητη στο πάτωμα. Περίμενε να δει ένα δαντελένιο νεγκλιζέ φτιαγμένο για να ανάβει τον πόθο ενός άντρα. Είδε πολύ περισσότερα. Χριστέ μου, ήταν τέλεια! Κανένα ύφασμα δεν έκρυβε τις ατελείωτες καμπύλες ζεστής, λείας σάρκας. Τα στήθη της ήταν πλούσια και φτιαγμένα για τα χέρια ενός άντρα, οι θηλές της είχαν το χρώμα της ώριμης φράουλας και εκλιπαρούσαν για τη γλώσσα ενός άντρα. Οι γοφοί της είχαν το πανάρχαιο σχήμα της κλεψύδρας στο οποίο βασίζουν τη φαντασία τους οι καλλιτέχνες αντί για τα έντονα κόκαλα που επιτάσσει η μόδα της εποχής. Χιλιόμετρα από ατελείωτα πόδια. Ένα τόσο δα κατακόκκινο σλιπάκι ήταν το μόνο πράγμα που εμπόδιζε τη θέα του. Οι λέξεις έσβησαν στο λαρύγγι του. Η ανάσα του σταμάτησε κι ύστερα βγήκε σαν να του είχαν ρίξει γροθιά στο στομάχι. Εκείνη ζάρωσε το πρόσωπο έτοιμη να συνεχίσει να του φωνάζει, αλλά σταμάτησε όταν πρόσεξε την αλλαγή στην έκφρασή του. Ο Νικ κατάλαβε ποια στιγμή συνειδητοποίησε η Αλέξα πως η ρόμπα της είχε ανοίξει. Κατάλαβε πότε η επίγνωση της γύμνιας της τη χτύπησε κατακούτελα. Είδε τα χείλη της να σφίγγονται σχηματίζοντας ένα μικρό κύκλο φρίκης μια στιγμή πριν η λογική την κάνει να απλώσει τα χέρια για να πιάσει τη ρόμπα. Ο Νικ χρησιμοποίησε τα δύο δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν για να πάρει μια απόφαση. Τα δάχτυλά της άρχιζαν να ανεβάζουν το ύφασμα όταν εκείνος έκοψε την κίνησή της, χαμήλωσε το κεφάλι και κόλλησε το στόμα του στο δικό της. Το σοκ την ακινητοποίησε και ο Νικ το εκμεταλλεύτηκε. Με μια αστραπιαία κίνηση έκανε τα χείλη της να ανοίξουν και να του επιτρέψουν την είσοδο – την είσοδο σε μια πολύ θηλυκή, πολύ καυτή γωνιά του στόματός της. Ζαλισμένος απ’ τη γεύση της, τύλιξε τη γλώσσα του στη δική της, με δυνατά χτυπήματα, ικετεύοντάς τη να του ανταποδώσει το φιλί. Και το ανταπέδωσε. Με όλη της τη δύναμη.


Σαν να είχε ανοίξει μια γερά κλεισμένη πόρτα από μια δυνατή κλοτσιά, ο Νικ σχεδόν άκουσε τον έλεγχό του να σπάει. Εκείνη άνοιξε το στόμα της και ήπιε, μετά απαίτησε με τη σειρά της καθώς ένα χαμηλό βογκητό πόθο ξέφευγε απ’ τα χείλη της. Την κόλλησε άγρια στον τοίχο και ανταπέδωσε κάθε επίθεση της γλώσσας της καθώς τα μπράτσα της τυλίγονταν στο λαιμό του και η πλάτη της ανασηκωνόταν. Τα στήθη της ορθώθηκαν, πρόθυμα να του δοθούν. Το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει καθώς η γεύση της πλημμύριζε τις αισθήσεις του. Τα χέρια του ανέβηκαν να καλύψουν τα βαριά της στήθη και οι αντίχειρές του έτριψαν τις σφιχτές της θηλές. Ένιωθε να τρελαίνεται για την αίσθηση και τη γεύση και την εικόνα της. Μια μάζα από σκυλιά είχε μαζευτεί γύρω απ’ τους αστραγάλους του, με τα τρελαμένα τους γαβγίσματα να συνοδεύουν το βουητό μέσα στο αίμα του. Τράβηξε το στόμα του απ’ το δικό της για να βυθίσει τα δόντια του στην ντελικάτη σάρκα του λαιμού της. Ένα ρίγος συγκλόνισε το κορμί της και τον έκανε να αφήσει ένα σιγανό μουγκρητό ικανοποίησης καθώς κατέβαινε πιο χαμηλό για να γευτεί τα στήθη της, με τη γλώσσα του να γλείφει απαλά την κορυφή, ρουφώντας την καθώς εκείνη συστρεφόταν πάνω στον τοίχο και τον παρότρυνε να συνεχίσει. Το στόμα του άνοιξε πάνω της και ρούφηξε με δύναμη τη ρόδινη θηλή καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν προς τα κάτω για να τυλίξουν την καμπύλη των γοφών της, αναγκάζοντάς τη να τυλιχτεί γύρω από την παλλόμενη σάρκα του που ικέτευε να μπει μέσα της. «Νικ, εγώ…» «Μη μου πεις να σταματήσω.» Την κοίταξε. Τα στήθη της ήταν υγρά από το στόμα του, οι θηλές της σκληρές και ανασηκωμένες από τα χάδια του. Η κοιλιά της ριγούσε. Τα φουσκωμένα χείλη της είχαν ανοίξει, αφήνοντας να βγαίνουν λαχανιασμένες ανάσες. Τα μάτια της πήραν ένα σκούρο μπλε χρώμα καθώς το βλέμμα της συναντούσε το δικό του. Ένα δευτερόλεπτο πέρασε ενώ εκείνος περίμενε. Μια στιγμή. Ένας αιώνας. «Μη σταματάς.» Τράβηξε το κεφάλι του κάτω και τον φίλησε. Ρούφηξε τα χείλη της σαν να ήταν φυλακισμένος κι αυτή να ήταν η τελευταία του γεύση ελευθερίας, ένιωσε να βουλιάζει στα βάθη του κορμιού της μέχρι… «Αστυνομία!» Ο ήχος της σειρήνας πάλεψε να διαπεράσει τον αισθησιακό κόσμο που είχαν δημιουργήσει. Η πόρτα χτύπησε επιτακτικά – το κόκκινο περιστρεφόμενο φως σχημάτισε μια δίνη μέσα απ’ τα παράθυρα και από εκεί στο χολ. Το γάβγισμα των σκυλιών δυνάμωσε από τη φασαρία. Ο Νικ τρέκλισε προς τα πίσω σαν να έβγαινε από βαριά ζάλη. Η Αλέξα ανοιγόκλεισε τα μάτια ξαφνιασμένη, μετά με σχεδόν μηχανικές κινήσεις τράβηξε τη ρόμπα της. Ο Νικ γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, έκλεισε το συνα γερμό και ακούμπησε το χέρι του στο πόμολο. «Είσαι εντάξει;» Εκείνη ρίγησε, αλλά κατάφερε να μιλήσει. «Ναι.» Άνοιξε την πόρτα σε έναν ένστολο αστυνομικό. Τα θολωμένα μάτια και η ολοφάνερη στύση του Νικ θα πρέπει να φάνηκαν ύποπτα, γιατί ο αστυνομικός έριξε μια ματιά στο χολ και στη γυναίκα με τη ρόμπα και το κοπάδι τα σκυλιά γύρω απ’ τα πόδια της. Ξεκούμπωσε τη θήκη του όπλου του. «Αναφέρατε μια διάρρηξη.» Ο Νικ αναρωτήθηκε αν αυτή η στιγμή θα ξεπερνούσε σε ντροπή την παλιότερη πιο αμήχανη


στιγμή της ζωής του. Πέρασε το χέρι μέσα απ’ τα ανακατεμένα του μαλλιά και αρπάχτηκε από τη συνηθισμένη λογική σειρά σκέψης του. «Σωστά. Λυπάμαι, αστυνόμε, έγινε κάποιο λάθος. Παρακαλώ, περάστε μέσα.» Ήξερε πως, αν δεν τον καλούσε μέσα, το πράγμα θα έδειχνε άσχημο. Ο αστυνομικός κοίταξε με μια γρήγορη ματιά το σκηνικό και φάνηκε να προσέχει πως η γυναίκα έδειχνε πρόθυμη και τα σκυλιά δεν προσπαθούσαν να την προστατέψουν από κάποιον μανιακό. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι. «Κυρία μου.» Εκείνη ξεροκατάπιε με δυσκολία. «Αστυνόμε. Συγγνώμη γι’ αυτό.» Σαν να ήξερε πως ο Νικ ήταν κάπως θολωμένος, έκανε μια απόπειρα να εξηγήσει. «Ο σύζυγός μου νόμισε πως κάποιος είχε μπει στο σπίτι, αλλά το φταίξιμο είναι όλο δικό μου. Έκρυψα τα σκυλιά σε ένα άδειο δωμάτιο, ελπίζοντας πως δε θα τα ανακάλυπτε, και αυτά θα πρέπει να έκαναν κάποιο θόρυβο μέσα στη νύχτα και εκείνος νόμισε πως είχε μπει διαρρήκτης.» Ο Νικ έκλεισε τα μάτια. Ξεκάθαρα μια αμήχανη στιγμή. Προσπάθησε να τη διακόψει. «Αλέξα, γιατί δε λέμε απλώς…» «Όχι, Νικ. Άφησέ με να τελειώσω. Βλέπετε, αστυνόμε, ο σύζυγός μου δε συμπαθεί τα ζώα και εγώ είμαι εθελόντρια στο καταφύγιο, έτσι μερικές φορές παίρνω αδέσποτα στο σπίτι και αυτή τη φορά δεν ήθελα να το ανακαλύψει, έτσι προσπάθησα να τα βάλω κρυφά σ’ ένα χώρο όπου δε θα τα πρόσεχε.» Ο αστυνομικός γύρισε το κεφάλι ευγενικά. «Δεν προσέξατε ένα δωμάτιο γεμάτο σκυλιά;» Ο Νικ έτριξε τα δόντια εκνευρισμένος. «Με ανάγκασε να μείνω επάνω.» «Κατάλαβα.» «Όπως και να ’χει, ο άντρας μου άκουσε τα σκυλιά και ειδοποίησε την άμεση δράση, αλλά, όταν προσπάθησε να ελέγξει μόνος τι συνέβαινε, βρήκε τα σκυλιά και έγινε έξαλλος και άρχισε να φωνάζει κι έτσι κατέβηκα κι εγώ και είχαμε ένα μικρό καβγαδάκι και μετά εμφανιστήκατε εσείς.» Ο αστυνομικός κοίταξε το ρόπαλο στο πάτωμα. «Προσπαθήσατε να αιφνιδιάσετε το διαρρήκτη με μόνο όπλο το ρόπαλο του μπέιζμπολ;» Ο Νικ αναρωτήθηκε γιατί ξαφνικά ένιωθε σαν να ήταν κατηγορούμενος. Ανασήκωσε τους ώμους. «Κάλεσα την αστυνομία, αλλά σκέφτηκα πως έπρεπε να προσπαθήσω να πιάσω τον κλέφτη ο ίδιος.» «Δεν έχετε όπλο;» «Όχι.» «Θα σας σύστηνα την επόμενη φορά που θα σκεφτείτε πως υπάρχει στο σπίτι διαρρήκτης, να ειδοποιήσετε την άμεση δράση, να κλειδωθείτε εσείς και η γυναίκα σας σε ένα δωμάτιο και να περιμένετε να έρθει η αστυνομία.» Μέσα του ένιωσε να βράζει αλλά πίεσε τον εαυτό του να γνέψει καταφατικά. «Βεβαίως.» Ο αστυνομικός κράτησε μερικές σύντομες σημειώσεις στο μπλοκ του. «Κυρία μου, θα είστε εντάξει απόψε με τα σκυλιά;» «Ναι, θα είμαστε μια χαρά.» «Τότε να πηγαίνω. Δώστε μου μόνο μερικές πληροφορίες για την αναφορά μου.» Έγραψε τα


βασικά, έπειτα σταμάτησε και χάιδεψε το μαύρο λαμπραντόρ στο κεφάλι. Ένα χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του. «Όμορφα σκυλιά. Αυτό που κάνετε είναι καταπληκτικό, κυρία Ράιαν. Δε θα ’θελα με τίποτα να δω κάποιο απ’ αυτά τα ζώα να θανατώνεται.» Η Αλέξα κυριολεκτικά άστραψε κοιτώντας τον, με την πράσινη ρόμπα της και τα αχτένιστα μαλλιά της. «Σας ευχαριστώ.» «Καληνύχτα.» Με ένα ευγενικό νεύμα, βγήκε απ’ το σπίτι. Ο Νικ έκλεισε την πόρτα πίσω του κι ύστερα γύρισε να αντιμετωπίσει τη γυναίκα του. *** Η Αλέξα δε σκόπευε να περιμένει τις τακτοποιημένες εξηγήσεις του. Πήγαινε στοίχημα πως υπήρχε μια μακριά λίστα από δικαιολογίες στην άκρη της γλώσσας του. Είχε γίνει έξαλλος και είχε χάσει τον έλεγχο. Η έλλειψη ύπνου τον είχε κάνει να την αγκαλιάσει και να στείλει στο διάβολο τις συνέπειες. Τώρα που η αστυνομία τού είχε κάνει κανονική ψυχρολουσία, είχε ξανασκεφτεί την όλη ιδέα και είχε αποφασίσει πως δε θα ήταν προς το συμφέρον τους να κοιμηθούνε μαζί. Στο κάτω κάτω, ήταν στο συμβόλαιο. Στο κάτω κάτω, ο γάμος τους ήταν μια επαγγελματική συμφωνία. Στο κάτω κάτω, όλο αυτό δεν ήταν αληθινό. Η ερωτική ομίχλη διαλύθηκε και την άφησε με ένα μουντό, ενοχλητικό πόνο. Είδε τον αστυνομικό σαν όργανο της Μοίρας – η Μητέρα Γη είχε επιτέλους παρέμβει για να της δώσει μια χείρα βοηθείας. «Αλέξα…» «Όχι.» Σήκωσε το χέρι της και ο Νικ έμεινε βουβός και περίμενε. Η Αλέξα κατάλαβε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ότι έτρεφε πολύ επικίνδυνα συναισθήματα για τον Νίκολας Ράιαν. Μπερδεμένα, αληθινά συναισθήματα. Κατάπιε την αλήθεια σαν να ήταν μια κουταλιά πικρό φάρμακο και αντιμετώπισε το γεγονός με ειλικρίνεια. Αν κοιμόταν μαζί του, τα πράγματα θα άλλαζαν γι’ αυτήν και θα παρέμεναν τα ίδια για εκείνον. Αυτή θα τον ερωτευόταν κι εκείνος θα πέρναγε ευχάριστα τον καιρό του. Αυτή θα έμενε με ραγισμένη καρδιά στο τέλος του χρόνου κι εκείνος θα έφευγε χωρίς να ρίξει ματιά πίσω. Άλλη μια πληροφορία τη χτύπησε κατακέφαλα. Αν της το ζητούσε, θα πήγαινε στο κρεβάτι μαζί του. Ρίγησε κυριολεκτικά από ντροπή. Δεν είχε τον παραμικρό έλεγχο πάνω στις ορμόνες της όταν την άγγιζε. Δεν μπορούσε καν να υποσχεθεί πως δε θα το ξανασκεφτόταν στο μέλλον. Όμως ήξερε ένα πράγμα – ο μόνος τρόπος για να πάει στο κρεβάτι με τον άντρα της ήταν αν την ικέτευε. Ήθελε να είναι τρελός για κείνη, καυτός και εκρηκτικός και τόσο έτοιμος ώστε ένα άγγιγμά της και μόνο να τον έκανε να φτάσει στα άκρα. Όπως απόψε. Όμως δεν ήθελε άλλες δικαιολογίες του τύπου ήταν θυμωμένος ή άυπνος ή είχε πιει πολύ. Ήθελε ξεκάθαρο, υπέροχο, παθιασμένο σεξ με το κεφάλι του καθαρό και τα μάτια του πάνω της. Όχι να σκέφτεται την Γκαμπριέλα. Ούτε να σκέφτεται πώς να βάλει τέλος στην έλλειψη σεξ. Είχε την ανάγκη να θέλει μόνο εκείνη. Αυτό ήταν το τελευταίο πασιφανές καρφί στο φέρετρό της. Επειδή απόψε δεν είχε πειστεί πως ο Νικ ήθελε τη γυναίκα του στο κρεβάτι του. Έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της που ήταν εξίσου λογική με τον Νικ. Αν δε γινόταν να


κοιμηθεί μαζί του, θα έπρεπε να συνεχίζει να τον απωθεί και να ισορροπεί στη λεπτή γραμμή μεταξύ φιλίας και πόθου. Είχε κουραστεί να το παλεύει. Έτσι επέλεξε την ειλικρίνεια, με μια μικρή παραλλαγή. Ακριβώς όπως ένα ζεστό γκρογκ – το λικέρ βοηθούσε το φάρμακο να κατέβει λίγο πιο εύκολα. «Νικ, λυπάμαι.» Όρθωσε το ανάστημά της και τυλίχτηκε σε ένα αόρατο σύννεφο αξιοπρέπειας. «Ήταν λάθος μου να σου κρύψω τα σκυλιά. Θα τα καθαρίσω όλα και θα τα πάω πρωί πρωί στο καταφύγιο. Αν με ξαναχρειαστούν, θα σου το πω και είμαι σίγουρη πως θα βρούμε μια λύση.» «Αλέξα…» Εκείνη συνέχισε βιαστικά. «Και γι’ αυτό που συνέβη εδώ. Είναι εντάξει. Παρασύρθηκα κι εγώ απ’ τη στιγμή όπως κι εσύ. Και έχω ακούσει πως ο θυμός συχνά μετατρέπεται σε πάθος και ας μην κρυβόμαστε, είμαστε κι οι δυο σεξουαλικά στερημένοι. Αυτά τα επεισόδια είναι μοιραίο να συμβαίνουν. Και δε θέλω να το συζητήσουμε – έχω σιχαθεί να συζητάμε γι’ αυτή την επαγγελματική σχέση μέχρι τελικής πτώσεως. Έχει να κάνει μόνο με λεφτά, οπότε πρέπει να μείνουμε πιστοί στο συμβόλαιο. Εντάξει;» *** Ο Νικ πάλεψε να βρει την ψυχραιμία του ακούγοντας το μονόλογο της γυναίκας του. Η φαγούρα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του τον προειδοποιούσε πως εκείνη έκρυβε πολύ περισσότερα απ’ όσα άφηνε να φανούν. Ήξερε πως αυτή η στιγμή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι μεγαλύτερο αν έφευγε ένα βήμα από τη λογικά σχεδιασμένη πορεία του. Έσπρωξε την ενοχλητική σκέψη στην άκρη και κοίταξε την Αλέξα. Όσο περνούσαν οι μέρες, συνειδητοποιούσε πως στα μάτια του γινόταν όλο και πιο όμορφη. Τα μάτια της φεγγοβολούσαν, το ίδιο και το χαμόγελό της, αλλά και η ίδια της η καρδιά. Οι διάλογοί τους άνοιγαν πόρτες που τις θεωρούσε γερά κλειδωμένες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ένα παράξενο κύμα συναισθημάτων με τα οποία δεν ένιωθε άνετα – ούτε και θα ένιωθε ποτέ. Ήταν μια γυναίκα που χρειαζόταν μια σίγουρη σχέση. Διάβολε, ήταν μια γυναίκα που της άξιζε μια τέτοια σχέση. Αυτός μπορούσε να της δώσει μόνο σεξ και φιλία. Όχι αγάπη. Είχε πάρει την απόφασή του εδώ και χρόνια. Το κόστος ήταν υπερβολικά μεγάλο. Έτσι, ο Νικ είδε την εύθραυστη κλωστή να σπάει ανάμεσά τους ξανά, με συναισθήματα ανάμεικτα και νιώθοντας πολλή θλίψη. Πίεσε τον εαυτό του να γνέψει καταφατικά με ένα αμυδρό χαμόγελο. «Δεκτή η συγγνώμη και η εξήγηση. Τέρμα η ανάλυση.» Του ανταπέδωσε το χαμόγελο, αλλά τα μάτια της παρέμειναν απόμακρα. «Ωραία. Γιατί δεν πας επάνω όσο εγώ θα καθαρίζω;» «Θα σε βοηθήσω.» «Θα προτιμούσα να το κάνω μόνη μου.» Ο Νικ κατευθύνθηκε προς τη σκάλα και κοίταξε το κυνηγόσκυλο που ήταν κουλουριασμένο στη γωνία. Ένα μακρύ κίτρινο σώμα. Άσχημο πρόσωπο. Σκυλίσια μάτια που αντανακλούσαν το παρελθόν του – πολύς πόνος και κανένας για να βασιστεί. Κατσιασμένο τρίχωμα ασορτί με τη μακριά ουρά που κρεμόταν άτονα στο πλάι. Οπωσδήποτε μοναχικός τύπος, όπως ένα μεγαλύτερο


παιδί σε ορφανοτροφείο ανάμεσα σε χαριτωμένα μωρά. Πιθανότατα τον είχαν τσακώσει να προσπαθεί να κλέψει φαγητό. Πιθανότατα χωρίς οικογένεια ή πιτσιρίκια ή επαφές. Το σκυλί στεκόταν σιωπηλό στη βάση της σκάλας και τον παρακολουθούσε που ανέβαινε. Ο Νικ θυμήθηκε το καλοκαίρι που είχε βρει ένα γέρο κοπρίτη στο δάσος. Το σκυλί ήταν πεινασμένο, με βρόμικο τρίχωμα και μάτια γεμάτα απελπισία. Ο Νικ το είχε πάρει σπίτι και του είχε δώσει φαγητό και νερό. Τελικά, τον είχε συνεφέρει εντελώς και είχαν γίνει φίλοι. Είχε καταφέρει να τον κρύψει απ’ τη μητέρα του για ένα διάστημα, μιας και το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο και η οικονόμος συμφώνησε να το κρατήσουν μυστικό. Μετά μια μέρα είχε γυρίσει απ’ το σχολείο και πήγε να τον βρει, πρόσεξε όμως πως είχε επιστρέψει ο πατέρας του από ένα ταξίδια στα Νησιά Κεϊμάν. Αυτομάτως κατάλαβε πως το σκυλί δεν ήταν πια εκεί. Όταν πήγε να μιλήσει στον πατέρα του, ο Τζεντ Ράιαν γέλασε και του έδωσε μια σπρωξιά. «Δεν μπαίνουνε αποτυχημένοι μέσα σ’ αυτό το σπίτι, φιλαράκο. Ίσως αν έπαιρνες ένα πραγματικό σκυλί, όπως για παράδειγμα ένα λυκόσκυλο. Αυτός ο κοπρίτης δεν άξιζε τίποτα και ουσιαστικά λέρωνε το σπίτι. Τον ξεφορτώθηκα.» Ο Τζεντ Ράιαν είχε φύγει και ο Νικ θυμήθηκε ξανά το μάθημα που είχε πάρει. Ποτέ μη δένεσαι. Σκεφτόταν εκείνο το σκυλί κάθε μέρα επί χρόνια, μετά τελικά το κλείδωσε κάπου στο μυαλό του, εκεί που η σκέψη δε θα τον απασχολούσε ξανά. Μέχρι τώρα. Για δεύτερη φορά εκείνη τη νύχτα, ο Νικ κοντοστάθηκε, θέλοντας να αρπάξει την ευκαιρία για κάτι, αλλά νιώθοντας πολύ φόβο για τις συνέπειες. Η καρδιά του σφίχτηκε από λαχτάρα, ανησυχία, σάστισμα. Μετά γύρισε την πλάτη στη γυναίκα του και στο άσχημο σκυλί και έκλεισε την πόρτα πίσω του.


Κεφάλαιο Οχτώ Ο Νικ στεκόταν στην παραλία και κοιτούσε τις βάρκες να χοροπηδάνε στο νερό. Δυνατά κύματα υψώνονταν και έσκαγαν στην ακτή σαν προάγγελος του χειμώνα. Το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα έσπαγε το απειλητικό σκοτάδι και φώτιζε την καμάρα των φώτων από τη Γέφυρα ΝιούμπεργκΜπίκον. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του Αρμάνι σακακιού του και ανάσανε βαθιά το φρέσκο, καθαρό αέρα. Μια ηρεμία πότισε το κορμί του καθώς κοιτούσε τα αγαπημένα του βουνά, και για άλλη μια φορά ήξερε ότι αυτό ήταν το μέρος που ανήκε. Πριν από δέκα χρόνια, η περιοχή της προκυμαίας είχε γεμίσει από βαποράκια ναρκωτικών και εθισμένους στο κρακ. Οι υπέροχες γραμμές του ποταμού ήταν πλημμυρισμένες με σκουπίδια και τα κομψά τούβλινα κτίρια στέκονταν άδεια, με τα σπασμένα τους παράθυρα μια κραυγή για βοήθεια. Τελικά, κάποιοι επενδυτές είδαν τις δυνατότητες της περιοχής και άρχισαν να ρίχνουν χρήματα σε ένα όνειρο ανοικοδόμησης. Ο Νικ και ο θείος του παρακολουθούσαν προσεκτικά την εξέλιξη και περίμεναν τη σωστή στιγμή. Με κάποιον τρόπο, και οι δύο υποψιάζονταν την ευκαιρία που θα προέκυπτε μια μέρα για να κερδίσει η Ντρίμσκεϊπ από ένα ντόπιο έργο. Ο πρώτος που τόλμησε να ανοίξει ένα μπαρ στην περιοχή άρχισε να τραβάει καινούργιο κόσμο που ήθελε να πιει μια μπίρα και να φάει ένα μεζέ κοιτώντας τους γλάρους. Ενώ η αστυνομία κατέβαινε στην καρδιά της πόλης, ξεκίνησαν διάφορα προγράμματα εκκαθάρισης από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Τα τελευταία πέντε χρόνια απέδειξαν πως το σχέδιο ανοικοδόμησης άξιζε την προσοχή των επενδυτών. Τα εστιατόρια και το σπα που ήθελε να χτίσει ο Νικ θα άλλαζαν για πάντα το Χάντσον Βάλεϊ. Και ήξερε πως αυτός ήταν που έπρεπε να τα χτίσει. Το μυαλό του πέταξε πίσω στη συνάντηση με τον Χιόσι Κόμο. Ο Νικ είχε τελικά κλείσει τη συμφωνία. Υπήρχε μόνο ένας άντρας που στεκόταν ακόμα εμπόδιο στο δρόμο για το όνειρό του. Ο Μάικλ Κόντε. Ο Νικ βλαστήμησε σιγανά καθώς κοιτούσε τον ήλιο που άρχιζε να βυθίζεται. Ο Χιόσι είχε συμφωνήσει να δώσει το συμβόλαιο στον Νικ μόνο αν τον στήριζε ο Μάικλ Κόντε. Αν ο Νικ δεν κατάφερνε να πείσει τον Κόντε ότι ήταν ο σωστός άνθρωπος για τη δουλειά, ο Χιόσι θα διάλεγε άλλον αρχιτέκτονα και η Ντρίμσκεϊπ θα έχανε την ευκαιρία. Ο Νικ δεν μπορούσε να το αφήσει να συμβεί. Ήταν ένας άντρας που είχε ταξιδέψει πολύ αναζητώντας μια παιδεία πάνω στην αρχιτεκτονική. Είχε δει τους λαμπερούς χρυσούς θόλους στη Φλωρεντία και τους ψηλούς κομψούς πύργους στο Παρίσι. Είχε δει παρθένα εξωτικά νησιά· τις μεγαλειώδεις Ελβετικές Άλπεις· και τους άγριους, σκαμμένους βράχους του Γκραν Κάνιον. Τίποτα στην όραση ή στο μυαλό ή στην καρδιά του δεν πλησίαζε καν την ομορφιά των βουνών του. Ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο ανέβηκε στα χείλη του καθώς αυτή η τόσο συναισθηματική σκέψη τον άγγιζε βαθιά. Μελέτησε τη θέα για κάμποση ώρα ενώ το μυαλό του ταξινομούσε τα προβλήματα με τη σύζυγό του και το συμβόλαιο και τον Κόντε και πάλι δεν έβρισκε λύσεις. Το κινητό του χτύπησε


διακόπτοντας τις σκέψεις του. Πάτησε το κουμπί χωρίς να κοιτάξει ποιος ήταν. «Ναι.» «Νίκι;» Έπνιξε μια βρισιά. «Γκαμπριέλα. Τι θέλεις;» Εκείνη έκανε μια παύση. «Πρέπει να σε δω. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό να συζητήσουμε και δεν μπορώ να το κάνω απ’ το τηλέφωνο.» «Είμαι στο ποτάμι. Γιατί δεν περνάς αύριο από το γραφείο μου;» «Κοντά στη μαρίνα;» «Ναι, αλλά-» «Είμαι στο δρόμο. Θα βρίσκομαι εκεί σε δέκα λεπτά.» Το τηλέφωνο έκλεισε. «Γαμώτο!» μουρμούρισε. Σκέφτηκε βιαστικά τις επιλογές του και υπενθύμισε στον εαυτό του πως είχε κάθε δικαίωμα να φύγει. Μετά τον νίκησε η ενοχή. Η Γκαμπριέλα μπορεί να ήταν ακόμα θυμωμένη μαζί του για τον απότομο τρόπο που είχε δώσει τέλος στη σχέση τους. Μπορεί να είχε την ανάγκη να του βάλει λίγο ακόμα τις φωνές. Ήξερε πως οι γυναίκες πίστευαν στο κλείσιμο των υποθέσεων και η συγκεκριμένη είχε κόλλημα με τον ανταγωνισμό. Μάλλον κόντευε να τρελαθεί που η Αλέξα τον είχε «κερδίσει». Έτσι αποφάσισε να μείνει και να ακούσει τον εξάψαλμό της, μετά να της ζητήσει συγγνώμη και να συνεχίσει τη ζωή του. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε η Γκαμπριέλα. Την είδε να βγαίνει από την ασημί κάμπριο Μερσεντές της. Βάδισε προς το μέρος του με μια νωχελική αυτοπεποίθηση που προσκαλούσε τους άντρες να την κυνηγήσουν. Θαύμασε ουδέτερα το κοντό μαύρο μπλουζάκι της που αποκάλυπτε ένα επίπεδο στομάχι και τον κρίκο στον αφαλό της. Το τζιν της κρεμόταν χαμηλά στους γοφούς της, συνδυασμένο με μια λεπτή μαύρη ζώνη. Οι χαμηλοτάκουνες μαύρες μπότες έτριζαν πάνω στο χαλίκι μέχρι που ήρθε να σταθεί μπροστά του. Χείλη βαμμένα στο χρώμα του κόκκινου κρασιού σούφρωσαν σε μια επαγγελματική γκριμάτσα. «Νικ.» Τα μάτια της έκαιγαν, αλλά ο τόνος της ήταν ψυχρός. «Χαίρομαι που σε βλέπω.» Της έγνεψε καταφατικά. «Τι συμβαίνει;» «Χρειάζομαι μια συμβουλή. Έχω μια πρόταση για συμβόλαιο με τη Λέις Κοσμέτικς.» «Αυτή είναι μεγάλη δουλειά, Γκάμπι. Συγχαρητήρια. Ποιο είναι το πρόβλημα;» Έγειρε προς το μέρος του. Το ακριβό άρωμα Σανέλ πλανήθηκε στον αέρα. «Είναι ένα συμβόλαιο διάρκειας δύο ετών, αλλά θα πρέπει να μετακομίσω στην Καλιφόρνια.» Τα σμαραγδένια μάτια της άνοιξαν με την τέλεια δόση αθωότητας και επιθυμίας. «Εδώ είναι το σπίτι μου. Και σιχαίνομαι τη νοοτροπία Μπέιγουοτς. Πάντα ήμουν φανατική Νεοϋορκέζα. Σαν εσένα.» Ένα προειδοποιητικό καμπανάκι χτύπησε κάπου μέσα στο μυαλό του. «Αυτό θα πρέπει να το αποφασίσεις μόνη σου. Εμείς έχουμε τελειώσει. Είμαι παντρεμένος.» «Είχαμε κάτι αληθινό. Νομίζω πως φοβήθηκες και άρπαξες το πρώτο θηλυκό που μπορούσες να ελέγξεις.» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι με μια μικρή θλίψη. «Λυπάμαι, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να φύγω.» «Περίμενε!» Τη μια στιγμή στεκόταν κάμποσα εκατοστά μακριά του και την επόμενη ήταν


κολλημένη πάνω στο στήθος του με τα μπράτσα της τυλιγμένα στο λαιμό του και τους γοφούς της να τρίβονται δυνατά πάνω στους δικούς του. Χριστέ μου… «Μου λείπει αυτό!» μουρμούρισε. «Ξέρεις πόσο καλά είμαστε μαζί. Με γάμο ή χωρίς, σε θέλω ακόμα. Και με θέλεις κι εσύ.» «Γκαμπριέλα-» «Θα σ’ το αποδείξω.» Τράβηξε το κεφάλι του κάτω για να συναντήσει το δικό της κι ο Νικ είχε ένα δευτερόλεπτο για να αποφασίσει τι θα έκανε. Να την έσπρωχνε πέρα και να έμενε πιστός στο γράμμα του συμβολαίου; Ή μήπως να άρπαζε την ευκαιρία να δοκιμάσει την επίδραση που είχε πάνω του η γυναίκα του; Η εικόνα της Αλέξα πέρασε από μπροστά του. Έσφιξε τους ώμους και άρχισε να αποτραβιέται, αλλά ο μικρός δαίμονας μέσα του αναδύθηκε και ψιθύρισε μια προειδοποίηση. Η γυναίκα του δεν ήταν πραγματική σύζυγος, απλώς μια φευγαλέα εικόνα που θα διαλυόταν μέσα σε πόνο και ραγισμένες καρδιές και θα του υπενθύμιζε πως τίποτα δεν διαρκούσε. Η Γκαμπριέλα θα τον έκανε να ξεχάσει. Η Γκαμπριέλα θα τον έκανε να θυμηθεί. Η Γκαμπριέλα θα τον ανάγκαζε να αντικρίσει καθαρά την αλήθεια του γάμου του. Την αλήθεια πως δεν είχαν πραγματικό γάμο. Έτσι, άδραξε την ευκαιρία και άγγιξε τα χείλη της, τρυπώνοντας στο στόμα της όπως παλιά. Η γεύση της εισέβαλε στο στόμα του και τα χέρια της άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν ασυγκράτητα στην πλάτη του προσκαλώντας τον να τη σύρει στο αμάξι και να την πάρει επιτόπου. Και για ένα μικρό διάστημα θα ανακουφιζόταν από την απογοήτευση και τη λαχτάρα του για κάποια άλλη. Σχεδόν υπέκυψε στη θέλησή της, αλλά μετά μια άλλη συνειδητοποίηση τον ταρακούνησε. Λειτουργούσε σαν αυτόματο. Κάποτε ερεθιζόταν μ’ αυτή τη γυναίκα. Τώρα, υπήρχε μόνο μια ελάχιστη έξαψη, που ωχριούσε μπροστά στη συγκλονιστική αντίδραση που προκαλούσε η Αλέξα με ένα της μόνο άγγιγμα. Η γεύση της Γκάμπι δεν τον ευχαριστούσε και τα στήθη της δε γέμιζαν τις χούφτες του και οι γοφοί της ήταν πολύ σκληροί και τον τρυπούσαν. Και συνειδητοποίησε πως δεν ήταν η Αλέξα, ποτέ δε θα ήταν η Αλέξα, και δεν ήθελε να συμβιβαστεί. Ο Νικ αποτραβήχτηκε. Εκείνη χρειάστηκε μερικές στιγμές για να δεχτεί την απόρριψή του. Ωμή οργή σάρωσε το πρόσωπό της πριν καταφέρει να ηρεμήσει. Ο Νικ προσπάθησε να αρθρώσει μια συγγνώμη, αλλά τον έκοψε. «Κάτι τρέχει, Νικ. Κάτι δεν κολλάει.» Η ραχοκοκαλιά της ίσιωσε με σφιγμένη αξιοπρέπεια. Ο Νικ ήξερε πως κάθε κίνησή της ήταν υπολογισμένη έτσι που να προκαλεί το μεγαλύτερο δυνατό δραματικό εφέ. Ήταν ακόμα ένα στοιχείο τελείως διαφορετικό ανάμεσα σ’ αυτήν και την Αλέξα. «Άσε με να σου πω τη θεωρία μου. Ήταν ανάγκη να παντρευτείς γρήγορα για κάποια επιχειρηματική σου συμφωνία κι εκείνη δέχτηκε τους όρους σου.» Η Γκαμπριέλα γέλασε όταν είδε την έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπό του. «Παίζει μαζί σου, Νικ. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις απ’ αυτό το γάμο χωρίς ένα μωρό ή χωρίς να πληρώσεις μια περιουσία, ό,τι κι αν σου λέει. Ο χειρότερος εφιάλτης σου θα πραγματοποιηθεί.» Τα χείλη της έκαναν ένα μορφασμό αηδίας. «Απλώς θυμήσου τα λόγια μου όταν ξαφνικά θα σου πει: “Ουπς, μάλλον κάναμε ένα λάθος”.»


Η Γκαμπριέλα απομακρύνθηκε και στάθηκε για μια στιγμή με το χέρι στην πόρτα του αυτοκινήτου. «Καλή τύχη. Θα δεχτώ τη δουλειά στην Καλιφόρνια, αλλά, αν με χρειαστείς, πάρε με τηλέφωνο.» Γλίστρησε στο κάθισμα του αυτοκινήτου, έβαλε μπρος και απομακρύνθηκε. Η ραχοκοκαλιά του μυρμήγκιαζε από ένα παγερό προαίσθημα. Θα στοιχημάτιζε την ίδια του τη ζωή πως μπορούσε να εμπιστευτεί την Αλέξα και πως εκείνη δε θα τον παγίδευε ποτέ για περισσότερα λεφτά – ποια παντρεύεται έναν δισεκατομμυριούχο και του ζητάει μόνο εκατόν πενήντα χιλιάρικα; Η Γκαμπριέλα ήταν απλώς έξαλλη επειδή δεν είχε καταφέρει να τον κρατήσει. Ο Νικ μόρφασε στη σκέψη του φιλιού τους. Η αρχική του παρόρμηση ήταν να αγνοήσει το όλο επεισόδιο. Αλλά όφειλε στη γυναίκα του ειλικρίνεια. Θα της εξηγούσε πως είχε συναντηθεί με την Γκαμπριέλα δίπλα στο ποτάμι σε δημόσια θέα, πως εκείνη είχε ξεκινήσει ένα φιλί και πως τώρα θα μετακόμιζε στην Καλιφόρνια. Τέλος της ιστορίας. Θα ήταν ήρεμος και λογικός. Η Αλέξα δεν είχε λόγο να ζηλέψει. Μπορεί να τσαντιζόταν λίγο, αλλά ένα φιλί δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Τουλάχιστον το συγκεκριμένο φιλί. Κάποια άλλα φιλιά ήταν πιο δύσκολο να τα ξεχάσεις. Μ’ αυτή τη σκέψη, πήγε στο αμάξι του και ξεκίνησε για το σπίτι. *** Η Αλέξα έκλεισε τα μάτια και πάλεψε ένα έντονο αίσθημα απελπισίας. Καθόταν μέσα στο σαραβαλιασμένο της Φοκσβάγκεν με τα παράθυρα κλειστά και τον Πρινς στη διαπασών στο στερεοφωνικό. Το πάρκινγκ της τράπεζας άδειασε καθώς τα πέντε λεπτά έγιναν μια ώρα και το ρολόι συνέχιζε να προχωράει. Κοίταξε έξω απ’ το παρμπρίζ και προσπάθησε να διώξει την πικρή γεύση της αποτυχίας και της απογοήτευσης που την έτρωγαν σαν οξύ. Όχι δάνειο. Ξανά. Ναι, το ΜπουκΚρέιζι πήγαινε πολύ καλά και απέδιδε κέρδη. Αλλά η τράπεζα δεν τρελαινόταν με την ιδέα να ρίξει περισσότερα λεφτά στην επιχείρησή της, όταν μόλις είχε καταφέρει να κάνει απόσβεση και δεν είχε ούτε κάτι για να υποθηκεύσει, ούτε οικονομίες, ούτε τίποτα για εγγύηση. Σκέφτηκε το αγαπημένο της επεισόδιο του Sex and the City και αναρωτήθηκε πόσα ζευγάρια παπούτσια είχε. Μετά συνειδητοποίησε ότι ούτε απ’ αυτά δεν είχε τόσα πολλά. Φυσικά, στη δική της περίπτωση ο κύριος Μπιγκ ήταν πραγματικά σύζυγός της και, με μια μικρή μόνο προσθήκη πάνω στην αίτηση του δανείου, θα το είχε πάρει. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν κουτή και υπερβολικά περήφανη που δε χρησιμοποιούσε αυτή την επαφή της· και σχεδόν ετοιμάστηκε να βγει απ’ το αμάξι. Σχεδόν. Άφησε ένα μακρόσυρτο, θρηνητικό βογκητό. Η συμφωνία ήταν συμφωνία και είχε ήδη πάρει τα λεφτά της. Τώρα βρισκόταν πάλι στο σημείο μηδέν, κολλημένη για ένα χρόνο με ένα σύζυγο που δεν τη συμπαθούσε – αλλά που ενίοτε ήθελε να κάνει σεξ μαζί της μέχρι που καθάριζε το μυαλό του.


Κι εκείνη ήταν ταπί. Ω, ναι, είχε κερδίσει το τζακ ποτ. Αφήνοντας μια βρισιά, έβαλε μπροστά τη μηχανή και έχωσε την επιστολή απόρριψης στο ντουλαπάκι. Το ζήτημα όμως παρέμενε. Δε θα χρησιμοποιούσε τα λεφτά του Νικ για να προωθήσει την καριέρα της όταν η σχέση τους ήταν μόνο προσωρινή. Έπρεπε να πάρει το δάνειο με τα δικά της αναθεματισμένα εχέγγυα. Αν χρησιμοποιούσε τον Νικ, το καφέ δε θα της ανήκε πραγματικά. Όχι, θα περίμενε άλλον ένα χρόνο και θα ξαναπροσπαθούσε. Κανένας λόγος να γίνει αυτοκτονική και να πάθει κατάθλιψη εξαιτίας μιας μικρής καθυστέρησης. Η ενοχή την έτρωγε. Τα ψέματα μαζεύονταν το ένα πάνω απ’ το άλλο σε έναν εντυπωσιακό σωρό. Πρώτα στους γονείς της. Μετά στον Νικ. Πώς θα του εξηγούσε την αναστολή της επέκτασης όταν της είχε δώσει ήδη την επιταγή; Και οι γονείς της νόμιζαν πως τώρα κολυμπούσε στο χρήμα. Θα ρώταγαν τον Νικ πότε θα άρχιζε τις αρχιτεκτονικές εργασίες στο ΜπουκΚρέιζι. Στο κάτω κάτω, γιατί να μη βοηθούσε την ίδια του τη γυναίκα με την επιχείρησή της; Ο περίτεχνος πύργος από τραπουλόχαρτα που είχε στήσει κουνιόταν και απειλούσε να καταρρεύσει. Οδήγησε μέχρι το σπίτι παραπαίοντας στα όρια της κατάθλιψης και παρκάρισε δίπλα στο αυτοκίνητο του Νικ. Ήλπιζε πως θα είχε μαγειρέψει εκείνος, ύστερα συνειδητοποίησε πως δε γινόταν να φάει κάτι παραπάνω από μια σαλάτα επειδή είχε χαλάσει τη δίαιτά της το μεσημέρι με ένα πεντανόστιμο, λιπαρό διπλό χάμπουργκερ και μια μεγάλη μερίδα πατάτες. Η διάθεσή της έγινε ακόμα πιο μαύρη. Όταν μπήκε μέσα, το σπίτι ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένο από τη μοσχοβολιά του σκόρδου, της ντομάτας και των μυρωδικών. Η Αλέξα πέταξε την τσάντα της στον καναπέ, κλότσησε πέρα τα παπούτσια της και σήκωσε τη φούστα της για να βγάλει το καλσόν πριν μπει στην κουζίνα. «Τι κάνεις;» Ο Νικ γύρισε το κεφάλι. «Ετοιμάζω το βραδινό.» Τον κοίταξε κατσουφιάζοντας. «Εγώ θέλω μόνο σαλάτα.» «Την έχω ήδη φτιάξει. Είναι στο ψυγείο και παγώνει. Πώς ήταν η μέρα σου;» Ο ευγενικός του τόνος της έδωσε στα νεύρα. «Απλώς ικανοποιητική.» «Τόσο καλά, ε;» Τον αγνόησε και γέμισε ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Το νερό και το στεγνό μαρούλι ταίριαζαν μια χαρά μεταξύ τους. «Τάισες το ψάρι;» Τον είδε να ανακατεύει τη σάλτσα που έβραζε και η μυρωδιά έκανε να της τρέξουν τα σάλια. Πού στο διάβολο είχε μάθει να μαγειρεύει σαν παλιά Ιταλίδα γιαγιά δεν μπορούσε να το καταλάβει, αλλά το όλο πράγμα είχε αρχίσει να γίνεται εκνευριστικό. Ποιος σύζυγος γύριζε από τη δουλειά και μαγείρευε ένα δείπνο γκουρμέ, για τ’ όνομα του Θεού; Δεν ήταν φυσιολογικός. Εκείνος έριξε τα μακαρόνια στο νερό. «Περίεργη επιλογή λέξεων, δεν είναι; Μιλάς στον ενικό και όχι στον πληθυντικό. Φαντάσου την έκπληξή μου όταν μπήκα στο γραφείο και ανακάλυψα όχι ένα μικροσκοπικό ψάρι στη γυάλα του, αλλά ένα ολόκληρο ενυδρείο.» Η Αλέξα κυριολεκτικά δονούνταν από την ανάγκη της για καβγά. «Ο Ότο ένιωθε μόνος και εσύ θα μπορούσες να κατηγορηθείς για κακοποίηση ζώου. Ήταν υπερβολικά απομονωμένος. Τώρα έχει


φίλους και χώρο για να κολυμπάει.» «Ναι, ωραία μικρά τούνελ και βραχάκια και άλγες για να παίζει κρυφτό με τα φιλαράκια του.» «Γίνεσαι σαρκαστικός.» «Κι εσύ γκρινιάρα.» Κοπάνησε το ποτήρι της πάνω στο τραπέζι. Το νερό τινάχτηκε έξω. Με μια προκλητική στροφή επιτόπου, έχυσε το νερό, πήγε στο ντουλάπι με τα ποτά και έβαλε δυο δάχτυλα ουίσκι. Το ποτό έκαψε το λαιμό της και ηρέμησε τα νεύρα της. Με την άκρη του ματιού είδε τους ώμους του να τρέμουν ελαφρώς, αλλά, όταν τον κοίταξε με καχυποψία, εκείνος δε φάνηκε να γελάει μαζί της. «Είχα μια άσχημη μέρα.» «Θες να το κουβεντιάσεις;» «Όχι. Και δεν πρόκειται να φάω μακαρόνια.» «Εντάξει.» Την άφησε στην ησυχία της ενώ εκείνη έβαζε άλλο ένα ποτό και άρχιζε να χαλαρώνει. Κάθισε μέσα στη φιλόξενη κουζίνα, με τους ήχους του παλιομοδίτικου μαγειρέματος και την ευλογημένη σιωπή να την περιβάλλουν. Ο Νικ φορούσε απόψε μια ποδιά πάνω από το ξεβαμμένο του τζιν και το φανελάκι. Η χάρη και η άνεσή του μέσα σε ένα τόσο σπιτικό σκηνικό έκαναν την ανάσα της να πιαστεί λιγάκι. Εκείνος έστρωσε το τραπέζι, σέρβιρε το φαγητό του και τη σαλάτα της και άρχισε να τρώει. Η περιέργειά της για τη μέρα του κορυφώθηκε. «Πώς πάει το συμβόλαιο για την προκυμαία;» Τύλιξε με την άνεση ειδικού τα μακαρόνια στο πιρούνι του και τα έριξε όμορφα στο στόμα του. «Ήπια ένα ποτό με τον Χιόσι και μου έδωσε την ψήφο του.» Μια βαθιά ευχαρίστηση διαπέρασε τη θολούρα της. «Νικ, αυτό είναι υπέροχο. Έτσι μένει μόνο ο Μάικλ.» Ο Νικ κατσούφιασε. «Ναι. Ο Κόντε μπορεί να είναι πρόβλημα.» «Μπορείς να του μιλήσεις το βράδυ του Σαββάτου.» Το συνοφρύωμά του έγινε ακόμα πιο βαθύ. «Θα προτιμούσα να μην πάω στο πάρτι.» «Α. Εντάξει, τότε θα πάω μόνη.» «Ξέχασέ το, θα πάω.» «Θα περάσουμε καλά. Και θα έχεις την ευκαιρία να τον πλησιάσεις σ’ ένα πιο χαλαρό περιβάλλον.» Άφησε τη σαλάτα της και κάρφωσε το βλέμμα της με λαχτάρα στο μπολ με τα μακαρόνια. Ίσως να έτρωγε τελικά μια πιρουνιά. Στην τελική, έπρεπε να δοκιμάσει τη σάλτσα. «Αν ο Κόντε ασκήσει βέτο, η όλη συμφωνία ακυρώνεται.» «Δε θα το κάνει.» «Πώς το ξέρεις;» «Επειδή είσαι ο καλύτερος.» Συγκεντρώθηκε στα μακαρόνια της. Όταν τελικά σήκωσε τα μάτια, είδε μια παράξενη έκφραση χαραγμένη στο πρόσωπό του. Έδειχνε νευρικός. «Πώς το ξέρεις;» Η Αλέξα χαμογέλασε. «Έχω δει τη δουλειά σου. Όταν ήμασταν μικροί, σε παρακολουθούσα που


έφτιαχνες πράγματα στο γκαράζ. Πάντα πίστευα πως θα γινόσουν ξυλουργός, αλλά, όταν είδα το εστιατόριο Μίστερ Βεζούβιος, κατάλαβα πως είχες βρει την αληθινή σου κλίση. Το όλο μέρος μού έκανε κάτι, Νικ. Από το νερό που κυλούσε μέχρι τα λουλούδια και τα μπαμπού και το πώς έμοιαζε με παλιά γιαπωνέζικη καλύβα στα βουνά. Είσαι εμπνευσμένος αρχιτέκτονας.» Φαινόταν ολοκάθαρα πως ήταν αιφνιδιασμένος από το σχόλιό της. Δεν ήξερε δηλαδή πως πάντα θαύμαζε το ταλέντο του, ακόμα και όταν πείραζαν ανελέητα ο ένας τον άλλο; Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια απόστασης; «Γιατί δείχνεις τόσο έκπληκτος;» Ο Νικ φάνηκε να συνέρχεται. «Δεν ξέρω. Ποτέ δεν είχα μια γυναίκα που να ενδιαφέρεται για την καριέρα μου. Καμία δεν την καταλαβαίνει στ’ αλήθεια.» «Τότε είναι χαζές. Μπορώ να τελειώσω αυτό το λίγο που έμεινε ή θα φας κι άλλο;» Οι γωνίες των χειλιών του ανασηκώθηκαν. «Ελεύθερα.» Εκείνη έπνιξε ένα βογκητό καθώς η πιπεράτη σάλτσα χόρεψε πάνω στη γλώσσα της. «Αλέξα, τι γίνεται με την επέκταση του βιβλιοπωλείου σου;» Ένα μακαρόνι στάθηκε στο λαιμό της και η Αλέξα πνίγηκε. Ο Νικ πετάχτηκε απ’ την καρέκλα του κι άρχισε να τη χτυπάει στην πλάτη, αλλά εκείνη τον έσπρωξε και ήπιε μερικές γουλιές νερό. Το ποίημα άστραψε με ειρωνικό τρόμο μπροστά στα μάτια της. Ω, πόσο μπερδεμένο ιστό υφαίνουμε, όταν αρχίζουμε να εξασκούμε την απάτη… «Είσαι εντάξει;» «Μια χαρά. Απλώς πήγε στο λάθος σωλήνα.» Άλλαξε θέμα. «Πρέπει να πάμε στους γονείς μου για τη γιορτή των Ευχαριστιών.» «Όχι, μισώ τις γιορτές. Δεν απάντησες στην ερώτησή μου. Πήρες τα λεφτά και είχα την εντύπωση πως ήθελε να βάλεις αμέσως μπρος το καφέ. Έχω μερικές ιδέες που θα ήθελα να σου δείξω.» Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που ένιωσε το αίμα να βουίζει στα μελίγγια της. Αυτό ήταν άσχημο. Πολύ πολύ άσχημο. «Εμ, Νικ, δεν περιμένω να με βοηθήσεις με το καφέ. Έχεις αρκετά να κάνεις με το σχέδιο της προκυμαίας και το διοικητικό συμβούλιο να σε κυνηγάει σε κάθε βήμα. Εξάλλου, έχω ήδη προσλάβει τρόπον τινά κάποιον.» «Ποιον;» Σκατά. Κούνησε το χέρι της σε μια αδιάφορη χειρονομία. «Ξεχνάω το όνομά του. Μου τον σύστησε ένας πελάτης. Είναι, εμ… φτιάχνει τα σχέδια τώρα και σύντομα θα ξεκινήσουμε. Μπορεί να περιμένω μέχρι την άνοιξη.» Ο Νικ έσμιξε τα φρύδια. «Δεν υπάρχει λόγος να περιμένεις. Ήδη δεν τον εμπιστεύομαι τον τύπο. Δώσε μου το τηλέφωνό του και θα του μιλήσω εγώ.» «Όχι.» «Γιατί όχι;» «Επειδή δε θέλω να ανακατευτείς.» Οι λέξεις έδειξαν να τον κλονίζουν σαν ξαφνική γροθιά στο στομάχι. Μόρφασε, αλλά βιάστηκε να συνέλθει ξανά. Η αθλιότητα του ψέματός της την αρρώσταινε, αλλά υπενθύμισε στον εαυτό της πως έπρεπε να παραμείνει επαγγελματική, έστω κι αν ήξερε με έναν περίεργο τρόπο πως τον είχε πληγώσει.


Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση αδιαφορίας. «Ωραία. Αν έτσι το προτιμάς.» Η φωνή της γλύκανε. «Απλώς προτιμώ να κρατήσω τη σχέση μας επαγγελματική. Το να ανακατευτείς στη δημιουργία του καφέ μου δεν είναι καλή ιδέα. Δε συμφωνείς;» «Σίγουρα. Όπως θες.» Η σιωπή τούς τύλιξε κάνοντας την ατμόσφαιρα σχεδόν αμήχανη. Η Αλέξα καθάρισε το λαιμό της. «Πίσω στις Ευχαριστίες. Πρέπει να πάμε· δεν έχουμε άλλη επιλογή.» «Πες τους πως πρέπει να δουλέψω.» «Θα έρθεις. Είναι σημαντικό για την οικογένειά μου. Θα υποψιαστούν πως κάτι τρέχει αν δεν πάμε.» «Σιχαίνομαι τις Ευχαριστίες.» «Σε άκουσα την πρώτη φορά, αλλά και πάλι δε με νοιάζει.» «Οι οικογενειακές γιορτές δεν ήταν στο συμβόλαιο.» «Μερικές φορές δεν μπορούμε να ακολουθούμε το συμβόλαιο κατά γράμμα.» Το κεφάλι του τινάχτηκε απότομα από το πιάτο του λες και ξαφνικά είχε όλη του την προσοχή. «Μάλλον έχεις δίκιο. Θα πρέπει να επιτρέψουμε μια σχετική ευελιξία και ίσως κάποια λάθη στην πορεία.» Του έγνεψε καταφατικά και μάζεψε με το πιρούνι της την τελευταία μπουκιά. «Ακριβώς. Επομένως θα έρθεις;» «Ασφαλώς.» Η όλη του μεταστροφή την έκανε να κοντοσταθεί, αλλά το αγνόησε. Το άδειο μπολ την κορόιδευε. Διάβολε, τι είχε κάνει πάλι; «Περίεργη σύμπτωση που ανέφερες το συμβόλαιο» της είπε. «Προέκυψε ένα μικρό πρόβλημα σήμερα, αλλά τώρα λύθηκε.» Ίσως ανέβαινε λίγη παραπάνω ώρα στο διάδρομο. Μήπως να έκανε και λίγα βάρη; Η ίσως να ξανάρχιζε τα μαθήματα της γιόγκα; «Δε σκόπευα να πω τίποτα, αλλά ήθελα να είμαι ειλικρινής. Μάλλον δε θα σε νοιάξει καν.» Θα τηλεφωνούσε στη Μάγκι αύριο και θα πήγαινε για κικ-μπόξινγκ. Εκεί έκαιγες περισσότερες θερμίδες και ήταν επίσης καλό για αυτοάμυνα. «Με φίλησε η Γκαμπριέλα.» Το κεφάλι της τινάχτηκε πάνω. «Τι είπες;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Μου τηλεφώνησε και ήθελε να με συναντήσει. Είπε πως μετακομίζει στην Καλιφόρνια. Δεν το ξεκίνησα εγώ, οπότε πιστεύω πως ήταν η δική της ιδέα για ένα φιλί αποχαιρετισμού. Τέλος της ιστορίας.» Τα μάτια της μισόκλεισαν. Η φαινομενικά ανέμελη στάση του κάλυπτε μια βαθύτερη αλήθεια. Ήξερε επίσης πως για να την ανακαλύψει έπρεπε να παίξει το παιχνίδι του. «Ένα φιλί αποχαιρετισμού, ε; Λοιπόν, αυτό δεν ακούγεται πολύ απειλητικό.» Τον παρακολούθησε να χύνεται κυριολεκτικά στην καρέκλα του από ανακούφιση. Προσποιήθηκε πως ασχολιόταν με την υπόλοιπη σαλάτα της για να εκτονώσει την πίεση. «Μάγουλο ή χείλη;» «Χείλη. Γρήγορο, όμως.»


«Εντάξει. Δηλαδή χωρίς γλώσσα, σωστά;» Η καρέκλα έτριξε αποκαλυπτικά. Τον είχε τσακώσει. «Στην πραγματικότητα όχι.» «Σίγουρα;» «Ίσως λίγο. Συνέβη τόσο γρήγορα, που δε θυμάμαι.» Ακόμα κι όταν ήταν παιδιά, δεν ήξερε να λέει ψέματα. Εκείνος έμπλεκε κάθε φορά, ενώ η Μάγκι γλίτωνε την τιμωρία επειδή ήταν πολύ καλή στα ψέματα. Η μύτη του Νικ κυριολεκτικά μεγάλωνε και ούρλιαζε την αλήθεια στον κόσμο. «Εντάξει. Το σημαντικό είναι πως μου είπες την αλήθεια. Πού συνέβη αυτό;» «Στο ποτάμι.» «Μετά τη συνάντησή σας;» «Ναι.» «Σε πήρε στο κινητό.» «Της είπα να μην έρθει, αλλά επέμεινε πως ήθελε να μου μιλήσει για κάτι σημαντικό, έτσι την περίμενα. Της είπα πως δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση πλέον μαζί της.» «Μετά σε φίλησε κι εσύ την έσπρωξες.» «Σωστά.» «Πού ήταν τα χέρια της;» Τα χαρακτηριστικά του αλλοιώθηκαν από το σάστισμα. Φάνηκε να το σκέφτεται σαν να φοβόταν ότι ήταν μια ερώτηση-παγίδα. «Τι εννοείς;» «Τα χέρια της. Στο λαιμό σου, στη μέση σου, πού;» «Στο λαιμό μου.» «Εσένα πού ήταν τα χέρια σου;» «Πριν τη σπρώξω ή μετά;» Μπίνγκο. «Πριν.» «Στη μέση της.» «Εντάξει. Οπότε μου ακούγεται σαν να μεσολάβησε κάποιο διάστημα πριν τη σπρώξεις, και έπαιξε και γλώσσα· και το κορμί της ήταν κολλημένο στο δικό σου για πόση ώρα;» Ο Νικ κοίταξε το άδειο ποτήρι του ουίσκι της με λαχτάρα, αλλά απάντησε στην ερώτηση. «Όχι πολλή.» «Ένα λεπτό; Ένα δευτερόλεπτο;» «Ένα δυο λεπτά. Μετά την έσπρωξα πέρα.» «Ναι, αυτό το είπες ήδη.» Σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Εκείνος δίστασε, σαν να μην ήταν σίγουρος τι ήθελε να κάνει, αλλά παρέμεινε καθισμένος. Μια αμήχανη σιωπή βασίλεψε στο δωμάτιο. Η Αλέξα τελείωσε τη δουλειά της χωρίς να μιλήσει και άφησε την ένταση να ανέβει. Σχεδόν την άκουσε να σπάει όταν ο Νικ μίλησε. «Δεν έχεις λόγο να θυμώνεις.»


Στοίβαξε τα πιάτα στο πλυντήριο, μετά έστρεψε την προσοχή της ξανά στο ψυγείο. Με μεθοδικές κινήσεις, έβγαλε το παγωτό, το σιρόπι σοκολάτα, τη σαντιγί και κεράσια. «Γιατί να θυμώσω; Το φιλί δεν ήταν τίποτα, έστω κι αν όντως έσπασες το συμβόλαιο.» «Μόλις είπαμε πως κάποιες φορές το συμβόλαιο δεν μπορεί να τηρηθεί κατά γράμμα. Τι κάνεις;» «Φτιάχνω επιδόρπιο. Λοιπόν, τι έκανε η Γκαμπριέλα όταν την έσπρωξες;» Συνέχισε να ετοιμάζει το παγωτό της και τον άφησε να βασανίζεται. «Θύμωσε που την απέρριψα.» «Γιατί την έσπρωξες πέρα, Νικ;» Εκείνος έδειξε φανερά αμήχανος. «Επειδή δώσαμε κάποιες υποσχέσεις. Ακόμα κι αν δεν κοιμόμασταν μαζί, συμφωνήσαμε πως δε θα απατήσουμε ο ένας τον άλλο.» «Πολύ λογικό. Εκπλήσσομαι που μπόρεσες να σκεφτείς τόσο καθαρά μετά από τέτοιο φιλί. Μ’ εμένα, το καταλαβαίνω. Αλλά η Γκαμπριέλα φαίνεται να σου εμπνέει πιο παθιασμένη ανταπόκριση.» Ο Νικ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Αλέξα πρόσθεσε σαντιγί στο παγωτό και από πάνω έριξε μερικά κεράσια. Μετά έκανε πίσω για να θαυμάσει το δημιούργημά της. «Νομίζεις ότι αντιδρώ με περισσότερο πάθος στην Γκαμπριέλα;» Εκείνη ανασήκωσε τον ώμο. «Ήταν φανερό τη βραδιά που τη συνάντησα πως οι δυο σας βάζατε φωτιά στα σεντόνια. Εμείς δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα. Οι μόνες φορές που με φίλησες ήταν όταν ήσουν έξαλλος μαζί μου ή όταν βαριόσουν.» «Βαριόμουν;» Έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του και πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του. Ένα άκεφο γέλιο ξέφυγε απ’ τα χείλη του. «Δεν το πιστεύω αυτό. Δεν έχεις ιδέα πώς ένιωσα όταν με φίλησε η Γκαμπριέλα.» Ένα κομμάτι πάγος τρύπησε την καρδιά της, με την ακρίβεια που έχει το χειρουργικό νυστέρι. Αυτή τη φορά δεν υπήρξε αιμορραγία, μόνο μια μουδιασμένη αποδοχή ότι ο άντρας που είχε παντρευτεί θα ποθούσε πάντα μια άλλη γυναίκα και όχι αυτήν. Θα ήταν πάντα αρκετά αδύναμος για να αρνηθεί μια τελευταία γεύση πριν η καταραμένη ηθική του αναλάβει τα ηνία. Νομικά ήταν πιστός, αλλά διανοητικά ήταν μοιχός. Η ίδια αποτελούσε τη δεύτερη σκέψη και ποτέ δε θα την ήθελε τόσο ολοκληρωτικά κι απόλυτα όσο την πρώην του. Τουλάχιστον σωματικά. Ο θυμός την κυρίευσε, άγριος και ικανοποιητικός, καθώς κοιτούσε το τέλεια στημένο παγωτό της. Ο Νίκολας Ράιαν λάτρευε τη λογική και τα επιχειρήματα και είχε σκεφτεί προσεκτικά την αντίδρασή της. Χρησιμοποίησε την ειλικρίνεια επειδή ήταν δίκαιος. Αυτό που την εξόργιζε ήταν η αδυναμία του να τη δει σαν γυναίκα η οποία είχε κάθε δικαίωμα να γίνεται έξαλλη όταν ανακάλυπτε πως ο άντρας της είχε φιληθεί με την πρώην του. Ο Νικ περίμενε πως θα παρέμενε ήρεμη, πολιτισμένη· πως θα συγχωρούσε ευγενικά την αδιακρισία του και θα συνέχιζε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Να πάει να πνιγεί. Με μια μεγαλόπρεπη κίνηση, ύψωσε το βαρύ, γεμάτο μπολ και του το άδειασε στο κεφάλι. Εκείνος άφησε μια κραυγή και πετάχτηκε πάνω, ρίχνοντας την καρέκλα, με το πρόσωπό του γεμάτο απόλυτη δυσπιστία καθώς το παγωτό και το σιρόπι και η σαντιγί έτρεχαν απ’ το κεφάλι του,


κύλαγαν στα μάγουλά του και έσταζαν μέσα στα αυτιά του. «Τι στο διάβολο;» Το μουγκρητό του ήταν γεμάτο σάστισμα και θυμό και αληθινό συναίσθημα που την έκανε να νιώσει αμέσως καλύτερα. Όλο ικανοποίηση, σκούπισε τα λερωμένα χέρια της στην πετσέτα και έκανε ένα βήμα πίσω. Κατάφερε μάλιστα να χαμογελάσει ευχάριστα. «Όντας ο ψύχραιμος, λογικός άντρας που υποτίθεται πως είσαι, θα έπρεπε να είχες σπρώξει την Γκαμπριέλα μακριά σου και να είχες τιμήσει το συμβόλαιο. Αντίθετα, φιληθήκατε δημοσίως, στο ποτάμι, με τη γλώσσα της στο στόμα σου και τα χέρια σου στο κορμί της. Αυτή είναι η δική μου ψύχραιμη, λογική αντίδραση στην προδοσία σου, κάθαρμα. Απόλαυσε το επιδόρπιό σου.» Έκανε στροφή επιτόπου και έφυγε προς τη σκάλα. *** Μια βδομάδα μετά, ο Νικ παρακολουθούσε τη γυναίκα του να τριγυρίζει στην αίθουσα και παραδέχτηκε πως είχε κάνει λάθος. Μεγάλο λάθος. Αν ήταν πιο αδύναμος άνθρωπος, θα ευχόταν να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να ξαναπαίξει τη σκηνή με την Γκαμπριέλα και το φιλί. Θα την έσπρωχνε μακριά του, θα περιέγραφε περήφανος τις πράξεις του στη γυναίκα του και θα απολάμβανε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Από τη στιγμή που περιφρονούσε όμως τέτοιες λιγόψυχες επιθυμίες, υπήρχε μόνο ένας δρόμος που μπορούσε να πάρει. Να υποφέρει. Η Αλέξα προχωρούσε ανάμεσα στους καλεσμένους σαν λαμπερό παγόνι, ντυμένη με ένα τολμηρό κόκκινο φόρεμα αντί για το σοφιστικέ μαύρο που προτιμούσε η πλειονότητα της ελίτ. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά με μερικές ελεύθερες μπούκλες να πέφτουν χαλαρά στο λαιμό και στους ώμους της. Ουσιαστικά τον προκάλεσε να πει κάτι όταν εμφανίστηκε στη βάση της σκάλας, αλλά αυτή τη φορά εκείνος κράτησε το στόμα του κλειστό, έκανε ένα ευγενικό σχόλιο πως έδειχνε πολύ ωραία και τη συνόδευσε στο αυτοκίνητο. Το όλο επεισόδιο είχε συνοδευτεί από μια παγερή σιωπή που πλανιόταν ανάμεσά τους μια ολόκληρη εβδομάδα. Μέσα του φούντωσε πάλι ο θυμός. Εκείνη ήταν που του είχε φέρει το παγωτό στο κεφάλι. Μήπως του είχε ζητήσει συγγνώμη; Όχι. Απλώς του φερόταν με μια ουδέτερη ευγένεια που τον τρέλαινε. Δεν έμπλεκε στα πόδια του, έμενε ως επί το πλείστον στο δωμάτιό της και παρέμενε σιωπηλή στο δείπνο. Ο Νικ δεν ήθελε να ξέρει γιατί η απόσταση που κρατούσε τον έκανε να θέλει να την αρπάξει και να την αναγκάσει να δείξει κάποιο συναίσθημα. Δεν ήθελε να αναλύσει τη μοναξιά που έτρωγε τα σωθικά του, ούτε το γιατί του έλειπε το σκάκι που έπαιζαν μαζί ή οι καβγάδες τους ή απλά το να περνάει τις βραδιές του μαζί της. Του έλειπαν τα εκνευριστικά της τηλεφωνήματα στο γραφείο σχετικά με τον Ότο ή με κάποιο σκυλί από το καταφύγιο που τον ικέτευε να υιοθετήσει. Αντίθετα, είχε αυτό που ήθελε εξαρχής. Μια γυναίκα μόνο κατ’ όνομα. Μια επαγγελματική συνεργάτιδα που κρατιόταν μακριά του και είχε τη δική της ζωή.


Το μισούσε. Η ανάμνηση του τελευταίου τους φιλιού άστραψε μπροστά στα μάτια του. Αλλά τα λόγια της τον μπέρδευαν. Δεν καταλάβαινε πόσο πολύ την ήθελε; Είχε πιστέψει πως τη βραδιά που ήρθε η αστυνομία τής είχε αποδείξει το ενδιαφέρον του. Αντί γι’ αυτό, εκείνη είχε χρησιμοποιήσει την Γκαμπριέλα ως απόδειξη ότι ο Νικ ποτέ δε θα την επιθυμούσε με τον ίδιο τρόπο. Μάρτυς του ο Θεός, ποτέ δεν είχε θελήσει την Γκαμπριέλα έτσι όπως ήθελε τη γυναίκα του. Ποτέ δεν είχε ονειρευτεί την Γκαμπριέλα, ούτε πονούσε για να την αγγίξει ή να γελάσει μαζί της. Ποτέ δεν ήθελε να μαλώσει ή να παίξει ανόητα παιχνίδια ή να ζήσει τη ζωή του με την Γκαμπριέλα. Τι του συνέβαινε; Ο Νικ στράγγιξε το ποτήρι του και άρχισε να διασχίζει το δωμάτιο. Ίσως ήταν καιρός να το ανακαλύψει. *** «Συναγερμός. Ο σύζυγος.» Η Αλέξα σήκωσε τα μάτια και είδε τον Νικ να βγαίνει μέσα απ’ τον κόσμο. Τον αγνόησε και συγκέντρωσε την προσοχή της στον Μάικλ και το κέφι που άστραφτε στα μάτια του. Κούνησε το δάχτυλο στον καινούργιο της φίλο. «Συμμαζέψου.» «Πάντα δεν το κάνω, κάρα;» «Αυτή είναι η δεύτερη φορά απόψε που με κρατάς μακριά από τον άντρα μου.» Τα τακούνια τους κροτάλιζαν πάνω στο γυαλισμένο ξύλινο πάτωμα καθώς την οδηγούσε προς την πίσω βιβλιοθήκη. Το σπίτι του ήταν διακοσμημένο με πλούσια γήινα χρώματα, πινελιές από μαλαμοκαπνισμένους καθρέφτες, ταπισερί και λεία μαρμάρινα γλυπτά για να σπάνε τη μονοτονία της γυαλιστερής κομψότητας που ήταν διάχυτη στα δωμάτια. Η όπερα που έπαιζε το στερεοφωνικό αντηχούσε πάνω στα πατώματα. Ο Μάικλ είχε διακοσμήσει το σπίτι του με έναν υφέρποντα αισθησιασμό που στην Αλέξα άρεσε πολύ. «Τότε κάνω τη δουλειά μου καλά, σινιόρα. Σε κάνει θλιμμένη απόψε. Το βλέπω.» Η Αλέξα στάθηκε και τον κοίταξε. Για πρώτη φορά, άφησε να βγει από μέσα της το οδυνηρό συναίσθημα που της προκάλεσε η ομολογία του Νικ. Ήταν δύσκολο να παριστάνει την αδιάφορη όλη την περασμένη εβδομάδα. «Είχαμε έναν καβγά.» «Θέλεις να μου μιλήσεις γι’ αυτό;» «Οι άντρες είναι βλάκες.» «Μερικές φορές, ναι. Καμιά φορά, όταν φοράμε την καρδιά στο μανίκι, είμαστε υπέροχοι. Αλλά τις περισσότερες τρέμουμε στην ιδέα να ανοιχτούμε στον άλλο.» «Μερικοί άντρες δεν το κάνουν ποτέ.» «Ναι. Μερικοί δεν το κάνουν ποτέ. Πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς.» Του χαμογέλασε. «Θα σου δώσω το τηλέφωνο της φίλης μου της Μάγκι. Υποσχέσου πως θα την πάρεις.» Εκείνος άφησε ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό. «Αν αυτό θα σε κάνει ευτυχισμένη, θα της


τηλεφωνήσω και θα την προσκαλέσω σε δείπνο.» «Γκράτσιε. Δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτή την παράξενη διαίσθηση που έχω για εσάς τους δύο.» «Α, κατά βάθος είσαι προξενήτρα, κάρα.» Καθώς η βραδιά προχωρούσε, η Αλέξα ήπιε κι άλλη σαμπάνια και μίλησε ακόμα πιο τολμηρά και χόρεψε με ακόμα περισσότερους παρτενέρ, προσέχοντας πάντα να μην περάσει τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ευπρεπή κοινωνική επαφή και στη διασκέδαση. Σύντομα ο Νικ παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια να την παρασύρει σε ιδιωτική κουβέντα. Πήγε απλώς να σταθεί στο μπαρ, πίνοντας ουίσκι και κοιτώντας την. Η ματιά του την έκαιγε από την άλλη άκρη της αίθουσας, ακόμα κι όταν κρυβόταν πίσω από το φράγμα των ανθρώπων. Σαν να δήλωνε πως ήταν δική του, χωρίς μια λέξη ή ένα άγγιγμα. Η σκέψη την έκανε να αναρριγήσει από καθαρή προσδοκία. Μετά συνειδητοποίησε πως ουσιαστικά φανταζόταν τον Νικ να της κάνει σκηνή και να τη σέρνει έξω για να την ξελογιάσει. Όπως στις ρομαντικές νουβέλες της. Ναι, σίγουρα. Ο κύριος Λογικός αυτοπροσώπως. Ήταν σαν να διάβαζε επιστημονική φαντασία και να περίμενε πως θα έρθουν πραγματικά οι εξωγήινοι να κυριεύσουν τη Γη. Πιο πιθανό ήταν το δεύτερο, εδώ που τα λέμε. *** Αρκετά είχε ανεχτεί. Ο Νικ είχε κουραστεί να την παρακολουθεί να τριγυρίζει άνετη, παρέα με διάφορους άντρες. Βέβαια, απλώς χόρευε μαζί τους. Αλλά σπανίως έφευγε απ’ το πλευρό του Κόντε, πιάνοντας μια σχεδόν χαλαρή κουβεντούλα μαζί και με μια άνεση που έκανε τον Νικ έξαλλο. Υποτίθεται πως ο γάμος τους έπρεπε να δείχνει στέρεος προς τα έξω. Τι θα γινόταν αν το κουτσομπολιό άρχιζε να δίνει και να παίρνει για τον Ιταλό κόμη και την Αλέξα; Το συμβόλαιο της προκυμαίας θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο, επειδή, την ώρα που θα διαπραγματευόταν, θα φανταζόταν τον εαυτό του να σπάει τα μούτρα του κυρίου Ωραίου. Ω, ναι, ήταν λογικός, εντάξει. Όπως αποτελείωνε το ποτό του και ακουμπούσε το ποτήρι στο μπαρ, πρόσεξε πως το δυνατό αλκοόλ είχε ανάψει στο αίμα του μια καινούργια αποφασιστικότητα και είχε απογυμνώσει την αλήθεια. Ήθελε να κάνει έρωτα στη γυναίκα του. Την ήθελε πραγματικά δική του, για ένα μικρό διάστημα. Και στο διάβολο οι συνέπειες. Έκοψε βίαια το λογικό άντρα μέσα του που του ούρλιαζε να κάνει πίσω, να περιμένει μέχρι το πρωί και να τελειώσει τους επόμενους μήνες με ευγένεια και πολιτισμένα. Διέσχισε το δωμάτιο και τη χτύπησε στον ώμο. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Ο Νικ τής έπιασε επιδεικτικά το χέρι. Έκπληξη άστραψε στο πρόσωπό της, μετά έσβησε. «Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησε ευγενικά. «Ναι. Νομίζω πως είμαι έτοιμος για πολλά πράγματα.»


Εκείνη δάγκωσε το χείλι της, διερωτώμενη προφανώς αν ήταν πιωμένος. Πήρε την κατάσταση στα χέρια του, αποφασισμένος να την πάρει μακριά από τον Μάικλ όσο πιο γρήγορα γινόταν. «Μάικλ, αναρωτιέμαι μήπως θα είχες την καλοσύνη να μας καλέσεις ένα ταξί; Δε θέλω να το ρισκάρω να οδηγήσω. Θα στείλω κάποιον αύριο να πάρει το αυτοκίνητο.» Ο κόμης έγνεψε με ευγένεια. «Ασφαλώς. Θα επιστρέψω σε ένα λεπτό.» Ο Νικ κράτησε το χέρι του τυλιγμένο γερά στο χέρι της Αλέξα και την οδήγησε στο βεστιάριο, αποφασισμένος να μην την αφήσει στιγμή από τα μάτια του. Σε λίγη ώρα, θα ήταν στο μόνο μέρος στο οποίο δε θα μπορούσε να μπλέξει σε φασαρίες. Κι αυτό δεν ήταν πάνω από κανένα ουράνιο τόξο. Ήταν στο κρεβάτι του. Εκείνη δε φάνηκε να προσέχει ότι κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά τους. Ο Νικ την κοιτούσε όσο φορούσε το παλτό της και έλεγε καληνύχτα στους καινούργιους φίλους της. Ήταν έκπληκτος που εκείνη δεν υποψιαζόταν πως απόψε ήταν η επίσημη πρώτη νύχτα του γάμου τους. Η μυστική γνώση τον έκανε ακόμα πιο ανυπόμονο να φύγει από το σπίτι του Κόντε, για να πάει εκεί που τελικά θα την αποπλανούσε. Ήταν τρελός που περίμενε τόσον καιρό. Θα έπρεπε να ξέρει πως το σεξ ήταν ο ταχύτερος τρόπος για να σιγουρέψει τη σχέση τους. Το ταξί έφτασε και τους πήρε ολοταχώς για το σπίτι. Εκείνη παρέμενε σιωπηλή στο πλάι του, κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο και αγνοώντας τον. Ο Νικ πλήρωσε τον ταξιτζή και την ακολούθησε μέσα. Την είδε να κρεμάει το παλτό της και να κατευθύνεται προς τη σκάλα. «Καληνύχτα.» Ήξερε πως ο θυμός ήταν ο πιο γρήγορος τρόπος για να τραβήξει την προσοχή της. «Αλέξα;» «Ναι;» «Κοιμήθηκες μαζί του;» Το κεφάλι της γύρισε με φόρα, θυμίζοντάς του το κοριτσάκι από την ταινία Ο εξορκιστής. Το στόμα της άνοιξε απ’ το σάστισμα κι ένα πνιχτό βογκητό βγήκε απ’ τα χείλη της. Άγρια ικανοποίηση τον πλημμύρισε με την αντίδρασή της και η ένταση ανάμεσά τους αναζωπυρώθηκε και έπιασε φωτιά. «Τι είπες;» Έβγαλε κι αυτός το σακάκι του και το πέταξε στην πλάτη του καναπέ. Στάθηκε μπροστά της με τα χέρια στους γοφούς και μάζεψε όλες του τις δυνάμεις για να την κάνει έξαλλη. Επειδή ήξερε πως μέσα απ’ το θυμό της θα έβρισκε ειλικρίνεια – την παθιασμένη γυναίκα που εκείνη του έκρυβε εξαιτίας της γελοίας της πεποίθησης πως δεν την ήθελε. «Με άκουσες την πρώτη φορά. Αναρωτιέμαι αν είχατε το χρόνο να φτάσετε στην κρεβατοκάμαρα ή μήπως ο Κόντε σε πήρε κόντρα στον τοίχο πριν από το επιδόρπιο;» Ρούφηξε την ανάσα της και έσφιξε τα χέρια σε γροθιές. «Δεν κάνω σεξ με άλλους άντρες, ούτε φιλιέμαι δημόσια, γιατί εγώ έχω περισσότερο σεβασμό για το γάμο μας απ’ ό,τι εσύ. Το ίδιο και ο Μάικλ.» Η αυτόματη υπεράσπιση του Κόντε έκανε την οργή να στριφογυρίσει στα σωθικά του σαν δηλητηριώδες φίδι. «Τον άφησες να σε χουφτώνει μπροστά στους επαγγελματικούς συνεργάτες μου.»


«Είσαι τρελός! Ήταν ο τέλειος τζέντλεμαν. Εξάλλου, εσύ ήσουν που έπεσες πάνω στην Γκαμπριέλα σε ένα δημόσιο πάρκινγκ!» «Αυτό ήταν διαφορετικό. Την έσπρωξα πέρα.» «Σίγουρα, αφού πρώτα έχωσες τη γλώσσα σου στο στόμα της. Τελείωσα από δω.» Τα μάτια του έγιναν δυο σχισμές. «Όχι ακόμα.» Η Αλέξα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα κι έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά τον κοίταξε κατάματα και έριξε το τελευταίο χτύπημα. «Πάω για ύπνο. Μπορεί να έχεις τη δυνατότητα να ελέγχεις με ποιον δε θα κοιμηθώ, αλλά δεν έχεις την παραμικρή δύναμη πάνω στις φαντασιώσεις μου.» Ο παγερός της τόνος ήρθε σε αντίθεση με τα κοροϊδευτικά λόγια που πάλλονταν στον αέρα ανάμεσά τους. Ο Νικ έσπασε. Προχώρησε προς το μέρος της με μια αβίαστη σταθερότητα που την έκανε για κάθε δικό του βήμα μπροστά να κάνει εκείνη ένα πίσω. Η πλάτη της κόλλησε στον τοίχο όταν την έφτασε. Ακούμπησε αργά τις παλάμες του στον τοίχο δεξιά κι αριστερά απ’ το κεφάλι της. Το κορμί του φυλάκισε το δικό της. Τα ανοιγμένα πόδια του την παγίδεψαν ανάμεσά τους. Έσκυψε και πρόφερε τις λέξεις ακριβώς πάνω απ’ τα χείλη της. «Αν θέλεις σεξ τόσο πολύ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το ζητήσεις.» Ολόκληρο το κορμί της πέτρωσε. «Δεν ενδιαφέρομαι για σένα.» Ο σφυγμός που χτυπούσε άγρια στο λαιμό της διέψευδε τα λόγια της. «Προσπάθησε ξανά.» «Πήγαινε να παίξεις τα παιχνίδια σου με την Γκαμπριέλα.» «Με θέλεις. Γιατί επιτέλους δεν το παραδέχεσαι;» Η οργή ξεχύθηκε από μέσα της σε κύματα. «Δε σε θέλω. Θέλω μόνο τα λεφτά σου.» Ο Νικ συνειδητοποίησε πως το κόλπο της είχε πιάσει παλιότερα, αλλά απόψε δεν τον ένοιαζε. Κάλυψε λίγο ακόμα την απόσταση που τους χώριζε. Τα στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του και οι θηλές της ορθώθηκαν σαν μικρές σκληρές μπίλιες μέσα απ’ το κόκκινο ύφασμα, εκλιπαρώντας τον να τις ελευθερώσει. Η ανάσα της έβγαινε τραχιά, το άρωμά της πλημμύριζε τις αισθήσεις του. Ένιωσε το κορμί του να σκληραίνει και τα μάτια της γούρλωσαν καθώς ένιωσε όλο του το μήκος να πάλλεται πάνω στο μηρό της απαιτητικά. «Μπλοφάρεις, μωρό μου.» Καθαρό σοκ διαγράφηκε στο πρόσωπό της καθώς ο Νικ τραβούσε το ένα χέρι από τον τοίχο για να ξεκουμπώσει αδιάφορα το πουκάμισό του, να βγάλει τη γραβάτα του κι ύστερα να πιάσει το πιγούνι της γερά. «Απόδειξέ το.» Κόλλησε το στόμα του στο δικό της χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να σκεφτεί ή να τραβηχτεί ή να τον σπρώξει. Εισέβαλε στο στόμα της, βυθίζοντας τη γλώσσα του μέσα στην υγρή, μεταξένια κοιλότητα, ύστερα έκλεισε τα χείλη του γύρω από την υγρή σάρκα και ρούφηξε δυνατά. Η Αλέξα αρπάχτηκε απ’ τους ώμους του και ένα μικρό βογκητό ξέφυγε βαθιά απ’ το στήθος της. Κι ύστερα ήρθε η έκρηξη.


*** Η Αλέξα σήκωσε τα χέρια και έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του, κρατώντας το κεφάλι του καθώς του ανταπέδιδε το φιλί και την απαίτηση με απαίτηση. Οι γοφοί της ανασηκώθηκαν για να κολλήσουν με δύναμη στους δικούς του και η γεύση και η μυρωδιά του εισέβαλαν μέσα της σαν ναρκωτικό. Το δέρμα της πήρε φωτιά καθώς όλη η μαζεμένη επιθυμία που είχε θάψει βαθιά ξεχύθηκε απ’ το κορμί της σαν πυρκαγιά. Πέθαινε να νιώσει τη γεύση του, τα χέρια του να τη γδύνουν. Ήθελε να την πάρει εκείνη τη στιγμή πάνω στον τοίχο και την ξετρέλαινε η άγρια ανταπόκρισή του, που ήταν τόσο αντίθετη με τον αυστηρό του έλεγχο. Έλεγχος. Ένα καμπανάκι ήχησε μέσα στο κεφάλι της και διαπέρασε την ερωτική ομίχλη που την τύλιγε. Ο Νικ ήταν πιωμένος. Αν τους διέκοπταν, μπορεί να απομακρυνόταν ψύχραιμα από κοντά της με μια λογική εξήγηση ως προς το γιατί το σεξ δε θα ήταν και τόσο καλή ιδέα. Η επίγνωση πως το είχε κάνει άλλες δυο φορές γλιστρούσε στις άκρες του μυαλού της, μέχρι που ξεκόλλησε το στόμα της απ’ το δικό του και του τράβηξε τα μαλλιά στο σβέρκο. Το κεφάλι του τινάχτηκε πάνω. Ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένος τα μάτια σαν να συνερχόταν από βαθύ ύπνο και στα μάτια του διαγράφηκε ένα ερωτηματικό. Η Αλέξα πίεσε τον εαυτό της να πει το μοναδικό πράγμα που δεν ήθελε να πει. «Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα.» Κράτησε την ανάσα της και περίμενε να τον δει να οπισθοχωρεί, περίμενε να δει την ομίχλη να καθαρίζει απ’ το μυαλό του, περίμενε να τον ακούσει να συμφωνεί. Έπαθε το δεύτερο σοκ της βραδιάς όταν εκείνος της χαμογέλασε – ένα επικίνδυνο, αρρενωπό χαμόγελο που υποσχόταν ανομολόγητες απολαύσεις και ωμό, διψασμένο σεξ. «Δε με νοιάζει.» Την έριξε με ευκολία στον ώμο του σαν να ήταν πορσελάνινη κούκλα αντί για αμαζόνα. Με άνεση και χάρη, ανέβηκε τη σκάλα και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της. Τα στήθη της χοροπηδούσαν πάνω στην πλάτη του και η κοιλιά της βούλιαζε πάνω στο σκληρό του ώμο, αλλά η Αλέξα δεν μπορούσε να βρει τις λέξεις για να τον πληροφορήσει πως αυτή ήταν συμπεριφορά ανθρώπου των σπηλαίων και δεν ήταν πλέον αποδεκτή. Επειδή η Αλέξα λάτρευε την κάθε στιγμή. Την έριξε στο κρεβάτι και αποτελείωσε το στριπτίζ του. Ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και το πέταξε στο πάτωμα. Έβγαλε τη ζώνη και κατέβασε το φερμουάρ του. Κλότσησε το παντελόνι του με μια σβέλτη κίνηση. Κι όλα αυτά τα έκανε ενώ εκείνη ήταν ξαπλωμένη στη μέση του κρεβατιού και τον κοιτούσε σαν να ήταν ο δικός της προσωπικός χορευτής Τσίπεντεϊλ*. Όχι, ήταν ακόμα καλύτερος. Όλο λεπτούς γραμμωμένους μυς και ξανθά μαλλιά. Λεπτοί γοφοί και δυνατοί μηροί και μια στύση που ορθωνόταν περήφανα ανάμεσα στα πόδια του, κρυμμένη μόνο από ένα μαύρο μποξεράκι. Τα δάχτυλά της κουλουριάστηκαν στις παλάμες της καθώς η φαντασίωσή της ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε από πάνω της.


«Σειρά σου.» Η φωνή του τρίφτηκε σαν γυαλόχαρτο στ’ αυτιά της, η μια μεριά τραχιά, η άλλη απαλή. Πέρασε το χέρι του πίσω της και της κατέβασε το φερμουάρ. Οι μύες της τρέμισαν όταν τα χέρια του στάθηκαν πάνω στις λεπτές τιράντες του φορέματος. Η ανάσα της πιάστηκε καθώς τα δευτερόλεπτα περνούσαν και το βάρος της παλάμης του πιέστηκε στο πάνω μέρος του φορέματος. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που ήξερε πως εκείνος την άκουγε. Η προσμονή φούντωσε άγρια ανάμεσά τους μέχρι που η Αλέξα έπνιξε μια κραυγή κι ύστερα εκείνος τύλιξε το δείκτη του στην τιράντα και την τράβηξε κάτω. Ω Θεέ μου! Ψυχρός αέρας διέτρεξε το δέρμα της, αλλά η ματιά του την έκαψε καθώς τα μάτια του έπιναν τη σάρκα που αποκάλυπτε. Οι θηλές της σκλήρυναν και ορθώθηκαν όταν το μετάξι σκάλωσε πάνω τους προς στιγμήν κι ύστερα συνέχισε το δρόμο του. Ο Νικ τράβηξε μαλακά τα μπράτσα της από τα ανοίγματα κι ύστερα κατέβασε ακόμα πιο χαμηλά το ύφασμα, αποκαλύπτοντας την κοιλιά και τους γοφούς της. Σταμάτησε και μελέτησε κάθε εκατοστό της γύμνιας της με μια σιωπηλή ένταση που την παρέλυσε, μέχρι που λαχτάρησε να πει κάτι, αλλά οι λέξεις πνίγηκαν στο λαιμό της. Τα χέρια του ακούμπησαν στους γοφούς της. Έπιασε το λεπτό ύφασμα από τις δυο πλευρές και άρχισε να το κατεβάζει στους μηρούς της κι από εκεί στις γάμπες της και πάνω απ’ τα παπούτσια της, για να το πετάξει τελικά στο πάτωμα. Οι ανάσες τους έγιναν λαχανιαστές και άρχισαν να βγαίνουν σε έναν άτακτο, κοφτό ρυθμό. Μια υγρή φωτιά παλλόταν ανάμεσα στους μηρούς της, καλυμμένη από το μικροσκοπικό κόκκινο εσώρουχο που είχε φορέσει χωρίς να έχει κανέναν άλλο στο μυαλό της πέρα απ’ τον εαυτό της. Αλλά τώρα ο Νικ εστίασε την προσοχή του εκεί, μην κάνοντας τίποτα ακόμα, απλώς μελετώντας την ένωση των μηρών της, με τον αντίχειρά του να χαϊδεύει απαλά τη γραμμή του εσώρουχου καθώς εκείνη κρατούσε την ανάσα της και περίμενε. Σαν να είχε όλο το χρόνο δικό του, άρχισε να παίζει με το λάστιχο λες και ήθελε να τεστάρει την αντοχή του. Όλη η προσοχή της Αλέξα εστιάστηκε σ’ εκείνα τα πέντε δάχτυλα και στο αργό βασανιστήριο στο οποίο την υπέβαλλαν. Εκείνος εξερεύνησε την πτυχή στους μηρούς της, ύστερα διέτρεξε την αόρατη γραμμή προς το κέντρο του κορμιού της. Παρατηρούσε κάθε της αντίδραση σιωπηλός, λες και ήταν η ερωτική του σκλάβα κι αυτός ένας βασιλιάς συνηθισμένος να τον υπακούν. Η Αλέξα εξερράγη από ωμή απόγνωση. «Διάβολε, θα κάθεσαι εκεί και θα με κοιτάς όλη νύχτα ή σκοπεύεις να κάνεις κάτι;» Ο Νικ άφησε ένα σιγανό γελάκι. Εκείνο το φουσκωτό κάτω χείλι της σφίχτηκε. Πέρασε το ένα πόδι του γύρω απ’ τα δικά της και ήρθε από πάνω της με μια αστραπιαία κίνηση. Γοφός με γοφό, μηρός με μηρό. Κάθε μυς του πιέστηκε πάνω στους δικούς της. Κάθε υπέροχο εκατοστό της στύσης του φώλιασε ανάμεσα στα πόδια της. Της έβγαλε τις φουρκέτες από τα μαλλιά και χτένισε τις μπούκλες της με τα δάχτυλά του έτσι που να κατρακυλήσουν στους ώμους της. Μετά κατέβασε το στόμα του στο λοβό του αυτιού της, άγγιξε την άκρη της γλώσσας του στο ντελικάτο αυτί της κι ύστερα φύσηξε μια ζεστή ανάσα πάνω του. Εκείνη αναπήδησε. Ο Νικ γέλασε και ψιθύρισε πάνω στον κρόταφό της, «Σκοπεύω να κάνω κάτι. Έχω σκεφτεί τόσο πολύ το να σε κοιτάζω, που αποφάσισα να το απολαύσω. Όμως φαίνεται πως έχεις έντονο ταμπεραμέντο στο κρεβάτι, οπότε λέω να προχωρήσω παρακάτω.»


«Νικ-» «Όχι τώρα, Αλέξα. Είμαι απασχολημένος.» Κάλυψε τα χείλη της με τα δικά του και βύθισε τη γλώσσα του στο στόμα της. Εκείνη ανασηκώθηκε σαν τόξο καθώς μια έκρηξη ενέργειας τη διαπερνούσε. Τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν πάνω του ενώ τον έσφιγγε και του ανταπέδιδε το φιλί, ρουφώντας διψασμένα τη γεύση ουίσκι και αρσενικού. Της άνοιξε τα πόδια και τη βασάνισε με υποσχέσεις με τα χέρια και τον ανδρισμό του, μέχρι που ένιωσε να τρελαίνεται από ανάγκη, μέχρι που δεν υπήρχε πια περηφάνια ή λογική, μόνο εκείνη η οδυνηρή λαχτάρα να τον νιώσει μέσα της. Το στόμα του κατέβηκε στα στήθη της, ρούφηξε τις θηλές της και τις δάγκωσε απαλά με τα δόντια του. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν την κοιλιά και τους γοφούς της και τρύπωσαν κάτω από τη δαντέλα για να παίξουν, με ένα μακρύ δείκτη να κινείται προς τα κάτω για να νιώσει την έξαψή της, να μουσκέψει με την υγρασία της καθώς εκείνη φώναζε ζητώντας περισσότερα, πάντα περισσότερα. Της έβγαλε το εσώρουχο και βύθισε το δάχτυλό του βαθιά μέσα της, μετά πρόσθεσε άλλο ένα, τρίβοντας απαλά τη σκληρή προεξοχή που κρυβόταν μέσα στις τούφες της, δίνοντάς της μόνο μια γεύση μέχρι… Η Αλέξα άφησε μια κραυγή και οι γοφοί της τινάχτηκαν καθώς η κορύφωση ερχόταν άγρια σαν κύμα. Το κορμί της συγκλονίστηκε από την ευχαρίστηση, ενώ ο Νικ έβγαζε το μποξεράκι του και φορούσε ένα προφυλακτικό. Γλίστρησε πάνω στο μεταξένιο κορμί της, έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της και πίεσε τα ενωμένα χέρια τους πάνω στα μαξιλάρια. Τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της, ζαλισμένη από τα απύθμενα βάθη των ματιών του, ένα σκούρο καφέ που έκρυβε μια σειρά από μυστικά και μια λάμψη τρυφερότητας που δεν είχε ξαναδεί ποτέ πριν. Πιέστηκε πάνω της, αναζητώντας την είσοδο. Μια υγρή ζεστασιά όρμησε να τον υποδεχτεί και ανασήκωσε τους γοφούς της για να τον δεχτεί μέσα της. Εκείνος πίεσε ένα εκατοστό, μετά ακόμα ένα. Το κορμί της σφίχτηκε γύρω του και η Αλέξα πανικοβλήθηκε, αναγνωρίζοντας τελικά πως του ανήκε, αναγνωρίζοντας πως αυτός δε θα την ήθελε ποτέ με τον τρόπο που είχε ανάγκη εκείνη. Ο Νικ σταμάτησε, σχεδόν σαν να διαισθάνθηκε τα συναισθήματά της. «Πολύ γρήγορα; Πες μου.» Εκείνη ρίγησε με ολοφάνερη την ανάγκη της καθώς τον ένιωσε να αποτραβιέται μερικά πολύτιμα εκατοστά. «Όχι, απλώς θέλω-» «Πες μου.» Ένα λεπτό πέπλο δακρύων θόλωσε τα μάτια της, απογυμνώνοντας τα συναισθήματά της για να μπορεί εκείνος εύκολα να τα διαβάσει. «Θέλω να με θέλεις. Μόνο εμένα. Όχι-» «Χριστέ μου.» Έκλεισε τα μάτια του. Η Αλέξα είδε την αγωνία να χαράζεται στο πρόσωπό του. Ο Νικ σταμάτησε στην είσοδό της και έσκυψε να τη φιλήσει. Έμπλεξε τρυφερά τη γλώσσα του με τη δική της, χαϊδεύοντας, γλείφοντας τη φουσκωμένη σάρκα των χειλιών της σε μια πράξη που μαρτυρούσε αληθινή ταπεινότητα. Κι όταν άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε μέσα στα δικά της, εκείνη κράτησε την ανάσα της, καθώς επιτέλους την άφηνε να μπει, την άφηνε να τα δει όλα και της έδινε αυτό που είχε ανάγκη. Την αλήθεια. «Ήσουν πάντα εσύ. Δε θέλω καμία άλλη· δεν ονειρεύομαι καμία άλλη. Μόνο εσένα.»


Η Αλέξα άφησε μια κραυγή καθώς βυθιζόταν βαθιά μέσα της. Το κορμί της άνοιξε και υποδέχτηκε τη διογκωμένη σάρκα του, τον τύλιξε και απαίτησε περισσότερα. Τα δάχτυλά του έσφιξαν τα δικά της και πίεσαν πιο δυνατά το μαξιλάρι καθώς άρχιζε να κινείται, αργά στην αρχή, ακολουθώντας το δικό της ρυθμό. Ανέβηκε πάλι ψηλά μαζί του και το στροβίλισμα έκανε τους μυς της να τεντωθούν, την ανάσα της να σταματήσει και όλο της το κορμί να μυρμηγκιάζει καθώς έφτανε όλο και πιο κοντά στην εκτόνωση. Ήταν ένας άγριος συνδυασμός ανάγκης, τραχύς και πρωτόγονος, και απόλαυσε την ειλικρίνεια του έρωτά τους καθώς ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπό της και τα νύχια της βυθίζονταν στην πλάτη του μέχρι που εξερράγη. Η ευχαρίστηση τη σάρωσε σαν κύμα και τον άκουσε να φωνάζει τη στιγμή που την ακολουθούσε, εκείνη τη στιγμή που έγιναν ένα. Ο Νικ κύλησε στο πλάι κι η Αλέξα βρέθηκε ξαπλωμένη πάνω του, με το μάγουλό της πάνω στο μυώδες στήθος του, τα μαλλιά της απλωμένα στο πρόσωπό της, τα μπράτσα της τυλιγμένα στη μέση του. Καμιά σκέψη δεν υπήρχε στο μυαλό της και αφέθηκε στη βαθιά γαλήνη καθώς χαλάρωνε, ασφαλής μέσα στην αγκαλιά του. Αποκοιμήθηκε ενώ εκείνος συνέχιζε να την κρατάει σφιχτά. *** Ο Νικ σηκώθηκε προσεκτικά απ’ το κρεβάτι για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του και βγήκε γυμνός απ’ το δωμάτιό της για να βρει κάτι να φορέσει. Φόρεσε πρόχειρα ένα μπλουζάκι των Γιάνκις, αλλά θυμήθηκε τη συμφωνία τους και το άλλαξε με ένα απλό μαύρο φανελάκι και μια φόρμα. Τα χείλη του ανασηκώθηκαν καθώς θυμόταν τη χαρά της όταν οι Γιάνκις έχασαν στα πλέι-οφ. Κατέβηκε τη σκάλα και πήγε να βάλει για καφέ, κάνοντας μια στάση για να δει τον ήλιο που πάλευε να στείλει το πρώτο του φως πάνω από τα βουνά. Θεωρούσε το γάμο του επίσημα ολοκληρωμένο πλέον. Έτριψε το σβέρκο του και προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Σίγουρα δεν είχε σκεφτεί καθόλου χθες το βράδυ. Όχι ότι μετάνιωνε. Έκπληξη συνόδευσε αυτή του τη συνειδητοποίηση. Ήθελε την Αλέξα εδώ και πολύ καιρό και η χθεσινή νύχτα απέδειξε το γιατί. Όλα ήταν διαφορετικά μαζί της. Ο τρόπος που το κορμί της ταίριαζε με το δικό του, ο τρόπος που η απόλαυσή της τον ικανοποιούσε. Λάτρευε τον τρόπο που τον κοιτούσε στα μάτια και έσερνε τα νύχια της στην πλάτη του και έφτανε σε πολλαπλούς οργασμούς. Λάτρευε τον τρόπο που φώναζε το όνομά του. Είχαν αναζητήσει ο ένας τον άλλο πολλές φορές τη νύχτα, η πείνα τους ήταν ακόρεστη. Αλλά δεν ήταν μόνο το σωματικό που έκανε την επαφή τους τόσο εκρηκτική. Ήταν τα άλλα σημεία επαφής, το μυαλό και η ψυχή της. Ο τρόπος που τον άφηνε να τη δει τόσο ευάλωτη, ο τρόπος που τον άφηνε να μπει μέσα της ενώ δεν είχαν υπάρξει υποσχέσεις, δεν είχαν ειπωθεί λόγια. Κυριολεκτικά τον τρομοκρατούσε. Έβαλε μια κούπα αχνιστό καφέ και στάθηκε μια στιγμή στην κουζίνα για να μαζέψει τις σκέψεις του. Έπρεπε να μιλήσουν. Η σχέση τους είχε φτάσει σε ένα σταυροδρόμι και, μετά τις τελευταίες ώρες μαζί της, ο Νικ δεν ήξερε αν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Η αρχική του πρόθεση να αποφύγει το σεξ είχε περισσότερο να κάνει με το να αποφύγει το συναίσθημα. Αυτό δεν ήταν πλέον δυνατόν. Είχε συναισθήματα για την Αλέξα: λίγο πόθο, λίγη φιλία. Μαζί με κάποια άλλα στοιχεία που δεν ήταν σε θέση να τα ονομάσει.


Εξακολουθούσε να σκοπεύει να φύγει στο τέλος του χρόνου. Ουσιαστικά, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ένας αληθινός γάμος με παιδιά δεν περιλαμβανόταν στο μέλλον του. Αλλά προς το παρόν μπορούσαν να απολαμβάνουν ο ένας τον άλλο αντί να αντιστέκονται στην έλξη που ένιωθαν. Ήταν σίγουρος πως η Αλέξα θα μπορούσε να το διαχειριστεί. Τον ήξερε, ήξερε πως δεν ήταν ικανός να πάρει μια αληθινή δέσμευση για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε πως τα συναισθήματά του πήγαιναν πιο βαθιά από ένα ανέμελο κύλισμα στα άχυρα. Κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι, ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα των σκέψεών του. Ναι, θα εξερευνούσαν αυτή την έντονη έλξη τους επόμενους μήνες, θα ήταν τρέλα να μην αδράξουν την ευκαιρία. Ικανοποιημένος με τη λογική του, σέρβιρε ένα φλιτζάνι καφέ για τη γυναίκα του και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. *** Η Αλέξα έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι καθώς η πραγματικότητα της κατάστασης τη χτύπησε σαν τρένο. Είχε κοιμηθεί με τον άντρα της. Όχι μία φορά. Ούτε δύο. Αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Πάρα πολλές για να τις χαρακτηρίσει σαν τρελό λάθος. Και πάρα πολύ έντονες για να τις κατατάξει στην κατηγορία της μιας βραδιάς. Θεέ μου, ποτέ δε θα μπορούσε να κρατήσει τα χέρια της μακριά του ξανά. Με ένα βογκητό ανάγκασε τον εαυτό της να κοιτάξει την κατάσταση με κάποια ουδετερότητα. Δύσκολο να το κάνει όταν οι μηροί της πονούσαν και η μυρωδιά του σεξ ήταν διάχυτη στα σεντόνια. Ακόμα είχε τη γεύση του στη γλώσσα της, ακόμα ένιωθε το αποτύπωμα απ’ τα δάχτυλά του στο σώμα της. Πώς ήταν δυνατόν να προχωρήσει παρακάτω, προσποιούμενη πως η χθεσινή νύχτα δεν είχε καμιά σημασία; Δεν ήταν δυνατόν. Επομένως, χρειαζόταν ένα καινούργιο σχέδιο. Γιατί να μην κρατήσει τα πράγματα όπως ήταν; Αναστέναξε βαθιά και προσπάθησε να αναλύσει τα συναισθήματά της με την ψυχρότητα χειρουργού που κάνει την πρώτη τομή με το νυστέρι του. Ναι, η συμφωνία δήλωνε ξεκάθαρα όχι σεξ, αλλά αυτό είχε γίνει για να προστατευτούν και οι δύο από το να στραφούν σε άλλους συντρόφους. Κι αν συνέχιζαν έτσι; Θα κατάφερνε να το διαχειριστεί; Ήθελαν ο ένας τον άλλο. Πίστευε πια τον πόθο του γι’ αυτή· το κορμί του της είχε πει ολοκάθαρα αυτό που το μυαλό της αρνιόταν να δεχτεί. Η χθεσινή νύχτα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από σεξ, ένα παράξενο ανακάτεμα από φιλία και σεβασμό και ανάγκη. Και… Κατέβασε απότομα ρολά σ’ αυτή την τρομακτική σκέψη και συνέχισε. Εντάξει, τι θα πείραζε αν πρότεινε να συνεχίσουν να κοιμούνται μαζί μέχρι το τέλος του χρόνου; Θα διατηρούσαν τη φιλία τους και θα έδιναν τέλος στη φοβερή σεξουαλική ένταση, ενώ παράλληλα θα απολάμβαναν ο ένας τον άλλο για τους επόμενους λίγους μήνες. Ναι, τα αισθήματά της για κείνον που όλο και γίνονταν πιο βαθιά την τρόμαζαν. Ναι, μπορεί η καρδιά της να ράγιζε όταν εκείνος θα έφευγε. Αλλά τον ήξερε, ήξερε πως ήταν εντελώς κολλημένος με το απαίσιο μεγάλωμά του, καμιά γυναίκα δε θα κέρδιζε ποτέ την εμπιστοσύνη του.


Δεν είχε ψεύτικες προσδοκίες. Διψούσε να πάρει το ρίσκο. Τον ήθελε στο κρεβάτι της, ήθελε να πάρει ό,τι μπορούσε από αυτό το σύντομο διάστημα και να έχει τουλάχιστον τις αναμνήσεις. Ήταν ασφαλής επειδή δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. Το στομάχι της σφίχτηκε στην τελευταία σκέψη αλλά αγνόησε την προειδοποίηση. Μετά, η πόρτα άνοιξε. Ο Νικ κοντοστάθηκε, με την κούπα του καφέ στο χέρι. Ένα αμυδρό κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλά της κάτω από το έντονο βλέμμα του, ενώ γλιστρούσε δήθεν αδιάφορα το γυμνό της πόδι κάτω από τα σκεπάσματα και γύριζε με το πλάι. «Γεια.» «Γεια» επανέλαβε κι αυτή. Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε γύρω της, κλασικό χαρακτηριστικό του επόμενου πρωινού. Η Αλέξα έδειξε με το χέρι τον καφέ. «Για μένα;» «Α, ναι.» Πήγε κοντά της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Το στρώμα βούλιαξε κάτω απ’ το βάρος του και της έδωσε τον καφέ, παρακολουθώντας τη να μυρίζει με απόλαυση το πλούσιο κολομβιανό χαρμάνι. Η Αλέξα αναστέναξε με ευχαρίστηση μόλις τον δοκίμασε. «Καλός;» «Τέλειος. Σιχαίνομαι τον ελαφρύ καφέ.» Τα χείλη του ανασηκώθηκαν. «Το φαντάστηκα.» Δεν είπε τίποτε άλλο για λίγο, όσο εκείνη έπινε. Έδειχνε να περιμένει μια ευκαιρία για να αρχίσει, αλλά η Αλέξα σκέφτηκε πως δε γινόταν να τη ρωτήσει αν κοιμήθηκε καλά, αφού σχεδόν δεν είχαν κλείσει μάτι όλη νύχτα. Η αρρενωπή μυρωδιά του έφτασε στα ρουθούνια της σαν να έψαχνε το ταίρι της. Ο Νικ δεν είχε κάνει ντους. Το μαύρο φανελάκι άφηνε τα μπράτσα και το πάνω μέρος του στήθους του γυμνά και το παντελόνι κρεμόταν χαμηλά στη μέση του, επιτρέποντάς της να διακρίνει τη μαυρισμένη επιδερμίδα και το επίπεδο στομάχι του. Μια ωμή έξαψη φούντωσε ανάμεσα στους μηρούς της και μετακινήθηκε ελαφρώς πάνω στο κρεβάτι. Διάβολε, κόντευε να γίνει νυμφομανής μ’ αυτό τον άντρα. Άλλη μια φορά και θα χρειαζόταν μπαστούνι για να πάει στο βιβλιοπωλείο της, αλλά το κορμί της δεν έδειχνε να νοιάζεται. «Πώς αισθάνεσαι;» τη ρώτησε. Η Αλέξα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα και σήκωσε το κεφάλι. Μια μπούκλα είχε γλιστρήσει στο μέτωπό του και το σαγόνι του είχε σκουρύνει απ’ τα γένια. Πρόσεξε πως κρατούσε την προσοχή του στραμμένη στο πρόσωπό της, αντί για το γλιστερό σεντόνι που συνέχεια έπεφτε αποκαλύπτοντας τα στήθη της. Αν και συνήθως ντροπαλή, μια σκανταλιάρικη διάθεση χόρεψε μέσα της παροτρύνοντάς τη να θέσει σε δοκιμασία τον αυτοέλεγχό του. Τεντώθηκε μπροστά του για να ακουμπήσει το φλιτζάνι στο κομοδίνο. Το σεντόνι τραβήχτηκε κι ύστερα έπεσε καθώς χαλάρωνε το κράτημά της. Ο αέρας πέρασε πάνω από τα γυμνά της στήθη, κάνοντας τις θηλές της να γίνουν δυο σκληρές κορυφές. Προσποιήθηκε πως δεν το πρόσεξε και απάντησε στην ερώτησή του. «Μια χαρά. Οι μύες μου πονάνε λιγάκι όμως. Χρειάζομαι ένα καυτό ντους.» «Ναι, ντους.» «Θέλεις πρωινό;» «Πρωινό;»


«Θα ετοιμάσω κάτι μόλις ντυθώ. Δεν πρέπει να πας στο γραφείο σήμερα, σωστά;» «Δε νομίζω.» «Εντάξει. Τι θέλεις;» «Θέλω;» «Ναι. Για πρωινό.» Στήριξε το κεφάλι της στο χέρι και τον κοίταξε εξεταστικά. Εκείνος ξεροκατάπιε και έσφιξε το σαγόνι του, σαν να προσπαθούσε απεγνωσμένα να δώσει προσοχή στα λόγια της, αντί στο μισόγυμνο κορμί της. Η Αλέξα συγκράτησε ένα γέλιο και ανέβασε το στοίχημα. Η γάμπα της ξετρύπωσε κάτω από τα σκεπάσματα και τεντώθηκε. Τα δάχτυλά της κουλουριάστηκαν. Μετά πέρασε το γόνατο πάνω από το σεντόνι και το λύγισε σχηματίζοντας γωνία. Ο Νικ καθάρισε το λαιμό του. «Δεν πεινάω. Πρέπει να πάω στη δουλειά.» «Είπες πως δε δουλεύεις.» «Σωστά.» Το δέρμα της κυριολεκτικά μυρμήγκιαζε κάτω από το λάγνο βλέμμα του. Η έξαψη έκανε το αίμα της να κυλήσει ορμητικά στη σκέψη του Νικ να ανεβαίνει πάλι στο κρεβάτι και να της ξανακάνει έρωτα, αλλά δεν είχε ιδέα πώς θα μπορούσε να το πετύχει. Μάζεψε τις δυνάμεις της και έκανε φουλ επίθεση. «Λοιπόν, θα μιλήσουμε για τη χθεσινή νύχτα;» Εκείνος μόρφασε και μετά έγνεψε καταφατικά. Όταν η Αλέξα παρέμεινε σιωπηλή, έδειξε να αναγκάζεται να πει κάτι. «Η χθεσινή νύχτα ήταν καλή.» Εκείνη ανασηκώθηκε. Το σεντόνι έπεσε και έμεινε τυλιγμένο γύρω από τη μέση της. Γυμνόστηθη, έγειρε στον αγκώνα και τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω. Αγνόησε τον παράξενο ήχο που έκανε ο Νικ και συνέχισε τη συζήτηση. «Απλά καλή;» «Όχι, όχι, ήταν υπέροχη.» Έκανε μια παύση. «Πραγματικά υπέροχη.» Ήταν φανερό ότι έσπαγε. Η Αλέξα συνέχισε να πιέζει. «Χαίρομαι. Σκεφτόμουν για εμάς και για το πού πάμε από δω και πέρα. Μπορούμε να πάμε παρακάτω και να αποφασίσουμε να μην ξανακοιμηθούμε μαζί. Να κρατήσουμε τα πράγματα λιγότερο περίπλοκα, σωστά;» Το κεφάλι του κινήθηκε πάνω κάτω, καθώς έριξε μια φευγαλέα ματιά στα στήθη της. «Σωστά.» «Ή μπορούμε να συνεχίσουμε.» «Να συνεχίσουμε;» «Να κάνουμε σεξ.» «Μμμ.» «Τι γνώμη έχεις;» «Για ποιο;» Η Αλέξα αναρωτήθηκε μήπως το μυαλό του είχε σφυρίξει ή αν όντως όλο το αίμα έφευγε απ’ το κεφάλι ενός άντρα και πήγαινε κάπου αλλού. Μια γρήγορη ματιά επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Το σχέδιό της σίγουρα δούλευε. Απλώς έπρεπε να τον κάνει να παραδεχτεί πως ήθελε να συνεχίσει να κοιμάται μαζί της και ήταν βέβαιη πως τα υπόλοιπα θα τα έβρισκαν. «Νικ;» «Ναι;»


«Θα απαντήσεις στην ερώτηση;» «Ποια ήταν η ερώτηση;» «Θα συνεχίσουμε να κάνουμε σεξ μέχρι να τελειώσει ο γάμος ή θα ξαναγυρίσουμε στο να είμαστε απλώς φίλοι;» «Αλέξα;» «Ναι;» «Ψηφίζω υπέρ του σεξ.» Τη μια στιγμή η Αλέξα απολάμβανε αυτό το αργό βασανιστήριο, και την επόμενη ο Νικ την είχε καρφώσει στο στρώμα, είχε ανέβει πάνω στο γυμνό κορμί της και την ανασήκωνε για να συναντήσει το στόμα του. Το φιλί ήταν ένα καυτό πρωινό καλωσόρισμα. Τα χείλη του καταβρόχθισαν τα δικά της, η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο στόμα της για να πειράξει και να παίξει, μετά να πιει διψασμένα. Έτριψε το στόμα του μπρος πίσω και τα γένια στο σαγόνι του γρατζούνισαν την ευαίσθητη σάρκα της. Τα χέρια του απομάκρυναν το σεντόνι απ’ το κορμί της για να μπορέσει να τη χαϊδέψει και να την ερεθίσει, αυξάνοντας την έξαψη με κοφτές, επιδέξιες κινήσεις μέχρι που ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της και οι μηροί της άνοιξαν. Ο Νικ άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο, μετά έμεινε ακίνητος όταν εκείνη τον σταμάτησε. «Παίρνω το χάπι» μουρμούρισε. «Για να μου ρυθμίζει την περίοδο.» Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν να ακούσει ο Νικ. Κατέβασε βιαστικά τη φόρμα του, πίεσε τις παλάμες του στο εσωτερικό των μηρών της και βυθίστηκε μέσα της. Εκείνη άφησε ένα βογκητό. Έχωσε τα νύχια της στους ώμους του. Και κρατήθηκε. Την τιμώρησε που τον βασάνιζε, φέρνοντάς την στην κόψη κι ύστερα κάνοντας πίσω καθώς αυτή παράπαιε στην κόψη του οργασμού. Έσκυψε το κεφάλι του και γεύτηκε τα στήθη της, έγλειψε τις θηλές της, ύστερα άρχισε ξανά το ανέβασμα, απλώς για να την ξαναρίξει στα τάρταρα. Εκείνη τίναξε το κεφάλι της πάνω στο μαξιλάρι, άπλωσε τα χέρια και έπιασε τα μάγουλά του, αναγκάζοντάς τον να την κοιτάξει. Το τραχύ πρωινό γένι γρατζούνισε το δέρμα της. «Τώρα.» Αυτός συγκρατήθηκε με έναν ατσάλινο αυτοέλεγχο που η Αλέξα θαύμαζε και ταυτόχρονα μισούσε. Ένα σέξι χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Πες παρακαλώ.» Του πέταξε μια βρισιά καθώς πλησίαζε πάλι την κορύφωση. Ένιωσε κυριολεκτικά να τρελαίνεται και ορκίστηκε να μην ξαναπαίξει παιχνίδια δύναμης με το σύζυγό της, γιατί η εκδίκησή του ήταν πολύ βάρβαρη. Ανασήκωσε τους γοφούς της με άγρια απαίτηση. «Παρακαλώ.» Ο Νικ βυθίστηκε με δύναμη μέσα της εκτοξεύοντάς την στα ύψη. Το κορμί της σφίχτηκε από τους σπασμούς και η Αλέξα κρατήθηκε σφιχτά πάνω του καθώς την ακολουθούσε. Μέσα της ακόμα, κατέρρευσε και ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι δίπλα της. Οι κοφτές τους ανάσες γέμιζαν τον αέρα. Έκλεισε τα μάτια της για μια σύντομη στιγμή. Οι μυρωδιές του σεξ και του καφέ ανακατεύτηκαν και έφτασαν στα ρουθούνια της. Μια μικρή αναλαμπή φόβου ζωντάνεψε μέσα της καθώς κειτόταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του. Μετά από μια νύχτα, το κορμί της τον καλωσόριζε σαν να ήταν το άλλο της μισό. Η Αλέξα δεν ήταν τύπος που έκανε περιστασιακό σεξ. Ήταν ο τύπος που


ερωτευόταν, με δύναμη, και ονειρευόταν ένα ευτυχισμένο τέλος. Όμως δεν υπήρχε το «ζήσαν αυτοί καλά» των παραμυθιών με τον Νικ Ράιαν. Της το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Έπρεπε να θυμάται τους περιορισμούς του καθημερινά, ειδικά μετά το σεξ. Να διαχωρίσει το σωματικό από το συναισθηματικό. Να κρατήσει την καρδιά της κλειδωμένη σ’ έναν πύργο τόσο ψηλό και τόσο γερό, που ακόμα και η Ραπουνζέλ δε θα είχε μπορέσει να δραπετεύσει. Να απολαύσει τους οργασμούς της και μια δόση φιλίας και μετά να φύγει. Σίγουρα. Κανένα πρόβλημα. Η καρδιά της ούρλιαζε ΨΕΥΤΡΑ, αλλά την αγνόησε. «Φαντάζομαι αυτό επισφραγίζει τη συμφωνία» είπε. Εκείνος άφησε ένα γελάκι και έριξε το χέρι του πάνω απ’ το κορμί της. Εκείνη κουλουριάστηκε κοντά του. «Νομίζω ότι κάναμε μια λογική επιλογή. Τώρα έχουμε κάτι πιο ενδιαφέρον να κάνουμε απ’ το να παίζουμε σκάκι ή πόκερ.» Του δάγκωσε παιχνιδιάρικα τον ώμο. «Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγεις από τα τουρνουά μας, φιλαράκο. Απλώς θα κάνουμε τα πράγματα λίγο πιο πιπεράτα.» «Για παράδειγμα;» «Έχεις παίξει ποτέ στριπ-πόκερ;» «Είσαι καταπληκτική γυναίκα, Αλέξα.» «Το ξέρω.»


Κεφάλαιο Εννιά «Δε θέλω να πάω.» «Σε άκουσα την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη φορά. Τώρα σταμάτα να μιλάς και στρίψε αργά στο δρομάκι μη χυθεί το κρασί.» «Μισώ τις οικογενειακές συγκεντρώσεις.» Η Αλέξα προσευχήθηκε για υπομονή. Ο Νικ τής θύμιζε πιτσιρίκι που έσερνε τα πόδια και ήθελε να μείνει στο σπίτι για να παίξει με τα παιχνίδια του αντί να δει τους συγγενείς. Οι δυο τελευταίες εβδομάδες είχαν περάσει μέσα σε σχετική ηρεμία, με εξαίρεση την διαρκώς αυξανόμενη γκρίνια του για τη γιορτή. Η Μάγκι τής είχε θυμίσει πως η γιορτή των Ευχαριστιών με τους Ράιαν ήταν περισσότερο σαν εφιάλτης του Χαλοουίν, έτσι η Αλέξα δε στρίμωξε τον άντρα της, αλλά αρνήθηκε και να τον αφήσει να ξεγλιστρήσει. «Δεν έχουμε επιλογή. Σαν παντρεμένο ζευγάρι, περιμένουν να εμφανιστούμε στο δείπνο. Δε θα είναι πολύς κόσμος μαζεμένος εκεί, έτσι κι αλλιώς.» Ο Νικ ρουθούνισε ειρωνικά. «Θα βαρεθώ.» «Μέθυσε τότε.» Εκείνος κατσούφιασε και έστριψε στο δρομάκι. Η στοίβα από κέικ και πίτες και κρασιά κροτάλισε στο πίσω κάθισμα αλλά παρέμεινε σταθερή. Η Αλέξα τράβηξε το χερούλι της πόρτας, βγήκε από το αμάξι και τέντωσε τα πόδια της. Ο ψυχρός νοεμβριάτικος αέρας μαστίγωσε τη φούστα της και διαπέρασε το χοντρό καλσόν που φορούσε από κάτω. Ανατρίχιασε και κοίταξε τα αυτοκίνητα που ήταν ήδη παραταγμένα στο γκαζόν. «Το ήξερα πως θα αργήσουμε.» Τα χαρακτηριστικά του άλλαξαν, έγιναν πιο μαλακά, πιο τρυφερά. Τα καστανά βάθη των ματιών του λαμπύρισαν με αναμνήσεις από το πρωινό τους, από ζεστά, ανακατεμένα σεντόνια και κραυγές και ατελείωτα υγρά φιλιά. Το κορμί της στάθηκε αμέσως προσοχή. Οι θηλές της πίεσαν το μοβ πουλόβερ και μια κάψα φούντωσε ανάμεσα στους μηρούς της. Ο Νικ άπλωσε το χέρι και πέρασε το δάχτυλό του στο μάγουλό της, μετά συνέχισε απαλά στα χείλη της. «Ρώτησα καθαρά αν ήθελες να συνεχίσουμε, το θυμάσαι;» Τα μάγουλά της φούντωσαν. «Δεν έπρεπε να το είχες ξεκινήσει καν. Ήξερες πως θα αργούσαμε.» «Θα μπορούσαμε να την κάνουμε κοπάνα και να περάσουμε όλη τη μέρα στο κρεβάτι.» Το στομάχι της έκανε μια βουτιά ακούγοντας το χαμηλό μουρμουρητό του. «Τι λες;» «Λέω πως προσπαθείς να με δωροδοκήσεις.» «Πιάνει;» «Όχι. Πάμε.» Άκουσε το σιγανό του γέλιο πίσω της. Ο Νικ ήξερε πως έλεγε ψέματα. Πάντα την έβαζε σε πειρασμό. Μετά από δύο βδομάδες σταθερού σεξ, ακόμα δεν είχε χορτάσει το σύζυγό της, και μια μέρα στο κρεβάτι μαζί του ακουγόταν σαν σκέτος παράδεισος στ’ αυτιά της. Κουβάλησε μέσα τις πίτες και εκείνος πήρε τα κρασιά. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και αμέσως βρέθηκαν τυλιγμένοι μέσα στο οικογενειακό χάος, με δυνατά καλωσορίσματα και χειραψίες, ποτά να μπαίνουν στα χέρια τους και χίλιες δυο διαφορετικές συζητήσεις να καλύπτουν η μια την άλλη. «Γεια σου, μαμά.» Φίλησε τη Μαρία και η μύτη της έπιασε την προκλητική μυρωδιά της


γαλοπούλας με γέμιση λουκάνικο. Ένα σύννεφο από μυρωδάτους ατμούς πλανιόταν στην ατμόσφαιρα και την τύλιξε με τη ζεστασιά του. «Μυρίζει υπέροχα. Ωραία φαίνεσαι σήμερα.» «Ευχαριστώ. Είναι καταπληκτικό τι μπορεί να κάνει στο στρες η αποπληρωμή της υποθήκης.» Φόβος τη διαπέρασε. Έσκυψε λίγο. «Μαμά, σε παρακαλώ μην το αναφέρεις – θυμάσαι τι συμφωνήσαμε;» Η Μαρία αναστέναξε. «Εντάξει, γλυκιά μου. Απλώς είμαι ευγνώμων και νιώθω παράξενα που δε λέω τίποτα.» «Μαμά!» «Ωραία, τα χείλη μου είναι σφραγισμένα.» Η μητέρα της της έδωσε ένα γρήγορο φιλί και ετοίμασε το δίσκο με τα ορεκτικά. Η Αλέξα άρπαξε μια πράσινη ελιά από το δίσκο. «Θα τον πάω εγώ.» «Μόνο μην τα φας όλα στο δρόμο. Πού είναι ο Νικ;» «Κουβεντιάζει με τον μπαμπά στο καθιστικό.» «Ο Θεός να μας βοηθήσει.» Η Αλέξα χαμογέλασε και πήγε κοντά στον άντρα της. Εκείνος πήρε μια μαύρη ελιά και την έριξε στο στόμα του. Κλασικά, σκέφτηκε η Αλέξα. Του άρεσαν οι μαύρες ελιές, σ’ εκείνη άρεσαν οι πράσινες. Ήταν σε τόσο πολλά πράγματα εντελώς αντίθετοι. Από άλλες πλευρές, πάλι, ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι. Η ανιψιά της διέσχισε τρέχοντας το χολ. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους της και τα πόδια της ήταν ξυπόλυτα κάτω από το πράσινο γιορτινό φουστάνι, ένα αφράτο βελούδο με πλούσια φούστα που την έκανε να μοιάζει με νεραϊδοπριγκίπισσα. Η Τέιλορ έπεσε στην αγκαλιά της με ένα πήδημα και η Αλέξα την έπιασε με ευκολία. Τη στήριξε στο γοφό της. «Γεια σου, πιτσιρίκι.» «Θεία Αλ, θέλω παγωτό.» «Θα φας αργότερα.» «Εντάξει. Θέλω μια ελιά.» «Πράσινη ή μαύρη;» Η μικρή έκανε μια φοβερή γκριμάτσα που μόνο ένα παιδί μπορεί να πετύχει. «Η πράσινη είναι αηδία.» Η Αλέξα σήκωσε τα μάτια ψηλά, βλέποντας το θριαμβευτικό ύφος του άντρα της. Ο Νικ πήρε μια μεγάλη μαύρη ελιά και την κράτησε στα δάχτυλά του. «Το παιδί έχει γούστο. Ορίστε.» Της πρόσφερε την ελιά κι η Τέιλορ τη μασούλησε ευχαριστημένη. «Καλή;» «Μμμ. Τώρα μπορώ να φάω παγωτό;» Η Αλέξα γέλασε. «Μετά το δείπνο, εντάξει; Πήγαινε να πεις στη μαμά να αποτελειώσει το ντύσιμό σου.» «Εντάξει.» Η Τέιλορ έφυγε τρέχοντας και άφησε τους μεγάλους ανάμεσα σε ποτά και μεζέδες και συχνά ξεσπάσματα γέλιου. Η Αλέξα πρόσεξε ότι ο άντρας της ακολούθησε τη συμβουλή της και άρχισε να πίνει από νωρίς. Κρατούσε το ουίσκι του με τη σόδα με σφιγμένα δάχτυλα. Έγνεφε στις διάφορες συζητήσεις αλλά διατηρούσε έναν απόμακρο αέρα που έκανε την καρδιά της να πονάει. Μετά το βλέμμα του τραβήχτηκε και υψώθηκε για να συναντήσει το δικό της.


Φωτιά. Ο αέρας άναψε και άλλαξε γύρω τους. Ο Νικ ανασήκωσε το φρύδι με μια κωμική πονηριά και έγνεψε προς τα υπνοδωμάτια. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και γέλασε. Μετά έκανε στροφή επιτόπου και πήγε να βρει τα ξαδέρφια της. *** Ο Νικ παρατηρούσε τον τρόπο που απολάμβανε η γυναίκα του το δέσιμο της οικογένειάς της. Θυμήθηκε τις δικές του γιορτές στο σπίτι του. Η μητέρα του έπινε ενώ ο πατέρας του την έπεφτε σε όλες τις ελκυστικές καλεσμένες. Θυμήθηκε που μπορούσε να πάρει κρυφά μπουκάλια με ποτό και τσιγάρα επειδή κανείς δε νοιαζόταν. Θυμήθηκε την παραγεμισμένη γαλοπούλα που ήταν για επίδειξη, μαγειρεμένη από την οικονόμο, και τα χριστουγεννιάτικα δώρα που οι γονείς του δεν έμεναν ποτέ να τους δουν να τα ανοίγουν. Οι ΜακΚένζι έμοιαζαν διαφορετικοί. Γνήσια ζεστασιά έπαλλε κάτω από όλο το συνηθισμένο χάος. Ακόμα και ο Τζιμ έμοιαζε να ανήκει εκεί ξανά, παρ’ όλο που η αδελφή της Μαρίας θα πρέπει να χρειάστηκε χρόνια για να τον συγχωρήσει. Η οικογένεια της Αλέξα μπορεί να είχε διαλυθεί, αλλά είχαν ξεπεράσει την καταιγίδα και τώρα έδειχναν ακόμα πιο δυνατοί. Ο Νικ πάλευε να παραμείνει στο ρόλο του νιόπαντρου συζύγου και να μην τον ρουφήξει το παραμύθι. Η μικροσκοπική λάμψη τού να ανήκει κάπου έγινε δυνατή φλόγα, αλλά την έσβησε με ένα αποφασιστικό φύσημα. Αυτή η οικογένεια δεν ήταν δική του, απλώς τον ανέχονταν επειδή είχε παντρευτεί την Αλέξα. Έπρεπε να το θυμάται αυτό. Ένας μουντός πόνος πίεσε το στήθος του, αλλά τον αγνόησε. Σίγουρα έδειχναν να τον αποδέχονται, αλλά μόνο επειδή πίστευαν πως ο γάμος ήταν αληθινός. Όπως όλα τα ωραία, η αποδοχή τους κάποτε θα τελείωνε. Καλά θα έκανε να συνηθίσει από νωρίς την ιδέα. Ο Τζιμ τον σκούντησε στην πλάτη και φώναξε στον αδελφό του: «Τσάρλι, άκουσες τι πρόκειται να κάνει ο Νικ στην προκυμαία;» Ο θείος Τσάρλι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Είναι μια από τις ελάχιστες εταιρείες που έχουν δώσει προσφορά για την πλήρη ανακαίνιση όλων των κτιρίων. Μιλάμε για μεγάλη δουλειά.» Ο Τζιμ φούσκωσε από περηφάνια. «Τώρα έχω ένα γιατρό κι έναν αρχιτέκτονα για να κορδώνομαι. Καθόλου άσχημα, ε;» Ο θείος Τσάρλι συμφώνησε και οι δυο τους άρχισαν να του κάνουν ένα σωρό ερωτήσεις σχετικά με την καριέρα του. Μέσα του κάτι μετακινήθηκε. Έδωσε τις απαντήσεις του, αλλά το γερό τείχος γύρω από τα συναισθήματά του έτριξε προειδοποιητικά. Ο Τζιμ για κείνον μιλούσε όχι σαν να ήταν γαμπρός του, αλλά πραγματικός γιος του, συγκρίνοντάς τον με τον Λανς. Η Μαρία πρόσεξε ποια ήταν τα αγαπημένα του φαγητά και του τα έδειξε, χαμογελώντας με ευχαρίστηση όταν εκείνος σχεδόν κοκκίνισε από την προσοχή της. Ο θείος Έντι τον προσκάλεσε στο σπίτι του για να δει την καινούργια του τηλεόραση με την επίπεδη οθόνη και να παρακολουθήσουν μαζί το παιχνίδι των Τζάιαντς, δείχνοντας ειλικρινά χαρούμενος που είχε προστεθεί άλλο ένα αρσενικό στην οικογένεια. Έχοντας ανάγκη ένα διάλειμμα για να καθαρίσει το κεφάλι του, ζήτησε συγγνώμη και διέσχισε το χολ για να βρει ένα άδειο μπάνιο. Περνώντας, το μάτι του έπιασε μια ομάδα γυναικών που


χαχάνιζαν μέσα σε ένα από τα άδεια δωμάτια. Η Αλέξα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της – προφανώς της εξαδέλφης της– και το κούναγε με μια φυσική γυναικεία χάρη. Οι γυναίκες μιλούσαν ψιθυριστά και το αυτί του έπιασε την κατάληξη «φοβερό σεξ» όταν στάθηκε στο κατώφλι. Όλες μαζί οι γυναίκες σταμάτησαν και τον κοίταξαν σιωπηλές. Ο Νικ μετακινήθηκε νευρικά, νιώθοντας ξαφνικά άβολα με τα απροκάλυπτα βλέμματα που του έριξαν οι εξαδέλφες της Αλέξα. «Γεια. Ε, ψάχνω απλώς για ένα άδειο μπάνιο.» Κούνησαν τα κεφάλια, αλλά συνέχισαν να τον κοιτάζουν εξεταστικά. Τελικά μίλησε η Αλέξα. «Χρησιμοποίησε εκείνο που είναι στο πίσω υπνοδωμάτιο, γλυκέ μου. Και κλείσε την πόρτα αν θες, ναι;» «Βεβαίως.» Έκλεισε την πόρτα ακούγοντας άλλο ένα χαχάνισμα κι ύστερα όλη η συντροφιά ξέσπασε σε υστερικά γέλια. Ο Νικ κούνησε το κεφάλι και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του σπιτιού. Στα μισά τον σταμάτησε η τρίχρονη μικρή. «Γεια.» «Γεια» ανταπέδωσε κι αυτός. Τα μεγάλα μάτια της ήταν σοβαρά και ο Νικ ξεροκατάπιε, διερωτώμενος αν θα έπρεπε να της πιάσει συζήτηση ή αν θα ήταν εντάξει απλώς να την προσπεράσει και να συνεχίσει. «Ε, ψάχνω απλά για το μπάνιο.» «Κι εγώ πρέπει να κάνω τσίσα μου» του ανακοίνωσε. «Α. Εντάξει, γιατί δε φωνάζεις τη μαμά σου;» «Δεν είναι εδώ. Πρέπει να πάω γρήγορα. Έλα.» Άπλωσε το μικροσκοπικό της χεράκι κάνοντάς τον να πανικοβληθεί. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πάει το πιτσιρίκι στην τουαλέτα. Δεν ήξερε τι θα έπρεπε να κάνει. Κι αν υπήρχε πρόβλημα; Οπισθοχώρησε μερικά βήματα και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Ε, όχι, Τέιλορ. Γιατί δε φωνάζεις τη θεία Αλέξα να σε πάει;» Το προσωπάκι της κατσούφιασε λίγο. «Πρέπει να πάω τώρα. Αμέσως.» «Περίμενε εδώ.» Γύρισε και χτύπησε την πόρτα στο δωμάτιο που ήταν οι γυναίκες. Ξανά έπεσε σιωπή πίσω από το ξύλινο φράγμα. «Ποιος είναι;» «Ο Νικ. Ε, Αλέξα, η ανιψιά σου σε θέλει να την πας τουαλέτα.» Μια παύση. «Έχω δουλειά τώρα, γλυκέ μου. Πήγαινέ την εσύ, εντάξει; Ένα λεπτό θα πάρει μόνο.» Άκουσε ένα σιγανό μουρμουρητό κι ύστερα ένα γελάκι. Ο Νικ υποχώρησε, φοβούμενος να παραδεχτεί πως δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μπροστά σε ένα τσούρμο γυναικών που έκριναν την κάθε του κίνηση. Επέστρεψε κοντά στη μικρή. «Ε, μπορείς να περιμένεις άλλο ένα λεπτό; Ίσως σε πάει η γιαγιά.» Η Τέιλορ κούνησε τις ξανθές της μπούκλες και χοροπήδησε. «Πρέπει να πάω τώρα, παρακαλώ, παρακαλώ.» «Ένα λεπτό.» Διέσχισε τρέχοντας το χολ και μπήκε στην κουζίνα όπου βρήκε τη Μαρία βουτηγμένη στη γέμιση της γαλοπούλας. «Μαρία.» «Ναι, Νίκολας;» «Ε, η Τέιλορ πρέπει να πάει στο μπάνιο και θέλει να την πας εσύ.»


Σκούπισε το μέτωπό της με τον καρπό της και καταπιάστηκε ξανά με τη δουλειά της. «Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή· γιατί δεν την πας εσύ; Ένα λεπτό θα πάρει μόνο.» Ο Νικ αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν έβαζε τα κλάματα. Η φρίκη της κατάστασης τον χτύπησε κατακούτελα και συνειδητοποίησε πως δεν είχε άλλη επιλογή, διαφορετικά η Τέιλορ θα τα έκανε πάνω της και θα τον μαρτύραγε και μετά θα έβρισκε για τα καλά τον μπελά του. Έτρεξε πίσω και τη βρήκε να χοροπηδάει στο ένα πόδι. «Εντάξει, πάμε. Κρατήσου, κρατήσου, κρατήσου.» Επαναλάμβανε την ίδια φράση ξανά και ξανά καθώς κοπάναγε με δύναμη την πόρτα να κλείσει και σήκωνε το καπάκι. Η μικρή σήκωσε το φουστάνι της και περίμενε, οπότε ο Νικ συμπέρανε πως μάλλον χρειαζόταν βοήθεια με το εσώρουχό της. Έκλεισε τα μάτια και το τράβηξε κάτω, μετά τη σήκωσε και την κάθισε στην τουαλέτα. Άκουσε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και ένα αργό σταθερό τρέξιμο που του είπε πως μέχρι εδώ όλα είχαν πάει καλά. Η αυτοπεποίθησή του επέστρεψε. Μπορούσε να τα βγάλει πέρα με ένα παιδί. Δεν υπήρχε λόγος να φοβάται. «Θέλω παγωτό.» Σκατά. Ο Νικ επανέλαβε τα ίδια λόγια που είχε χρησιμοποιήσει η Αλέξα και είχαν δουλέψει τόσο καλά. «Μπορείς να φας παγωτό μετά το δείπνο.» «Όχι, τώρα.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε ξανά. «Σίγουρα μπορείς να φας παγωτό. Αλλά θα πρέπει να περιμένεις λιγάκι ακόμα, εντάξει;» Το κάτω χειλάκι της τρεμούλιασε. «Θέλω παγωτό τώρα. Περίμενα και περίμενα και υπόσχομαι πως θα φάω όλο μου το φαγητό αν μου δώσεις λίγο τώρα. Σε παρακαλώ;» Το στόμα του άνοιξε απ’ το σάστισμα μπροστά στις συγκινητικές ικεσίες της. Τι έπρεπε να κάνει; Ο Νικ υπενθύμισε στον εαυτό του πως ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας. Πόσο δύσκολο ήταν να τα βγάλει πέρα με ένα κοριτσάκι; Κράτησε τη φωνή του σταθερή. «Πρώτα θα φας το φαγητό σου και μετά μπορείς να φας παγωτό. Πρέπει να ακούς τη μαμά και τη θεία σου.» Το χειλάκι της τρεμούλιασε ακόμα πιο πολύ. Δάκρυα πλημμύρισαν τα καταγάλανα μάτια της. «Όμως η μαμά και η θεία Αλ και η γιαγιά δε με ακούνε ποτέ. Υπόσχομαι, υπόσχομαι, υπόσχομαι πως θα φάω ό,τι είναι στο πιάτο μου, αλλά θέλω λίγο τώρα. Μπορείς να πάρεις κρυφά λίγο από το ψυγείο και θα το φάω εδώ και δε θα το πω σε κανέναν. Και εσύ θα είσαι ο καλύτερός μου φίλος για πάντα και παντοτινά! Σε παρακαλώ!» Ένιωσε να ζαρώνει από γνήσιο τρόμο αλλά παρέμεινε σταθερός. «Δεν μπορώ.» Η Τέιλορ άρχισε να κλαίει. Αρχικά σκέφτηκε πως θα τα κατάφερνε. Ένα δυο δάκρυα, θα την ησύχαζε, θα την πήγαινε πίσω στη μητέρα της και θα παρέμενε ο ενήλικος στην όλη ιστορία. Αλλά εκείνη άνοιξε το στόμα της και άφησε μια θρηνητική κραυγή ενώ τα δάκρυα κύλαγαν στο στόμα και τα ρόδινα μαγουλάκια της. Τα χείλη της έτρεμαν κι έδειχνε εντελώς δυστυχισμένη. Ο Νικ δεν μπόρεσε να αντέξει παραπάνω. Αφού την ικέτεψε να σταματήσει να κλαίει κι εκείνη συνέχισε, έκανε το μόνο πράγμα που του απέμενε. «Εντάξει, θα σου φέρω παγωτό.» Η Τέιλορ ρουθούνισε χαριτωμένα. Σταγόνες έλαμπαν πάνω στις μακριές ξανθές βλεφαρίδες της


και στα μάγουλά της. «Θα περιμένω εδώ.» Την άφησε να κάθεται πάνω στην τουαλέτα και βγήκε στο χολ. Σκέφτηκε πως ίσως συναντούσε έναν απ’ τους γονείς ή τους παππούδες ή τη θεία της και τον σταματούσαν, αλλά απλώς μπήκε στη γεμάτη χάος κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και βρήκε μια γρανίτα. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, περιμένοντας να τον ανακαλύψουν. Τίποτα. Έτσι, ξετύλιξε τη γρανίτα, πήρε μια πετσέτα και επέστρεψε στο λουτρό. Η Τέιλορ ήταν ακόμα καθισμένη στη λεκάνη. Της έδωσε το παγωτό κι εκείνη άπλωσε το στρουμπουλό χεράκι της και του έστειλε ένα από τα πιο γλυκά χαμόγελα που είχε δει στη ζωή του. Η καρδιά του έλιωσε κι εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και του υποσχέθηκε τον κόσμο όλο. «Ευχαριστώ. Τώρα θα είσαι ο καλύτερος καινούργιος μου φίλος!» Περηφάνια τον πλημμύρισε καθώς η μικρή άρχισε να απολαμβάνει το παγωτό της. Τα πιτσιρίκια ήταν πάντα πεινασμένα έτσι κι αλλιώς, οπότε ήταν σίγουρος πως θα έτρωγε το βραδινό της. Για καλό και για κακό όμως αποφάσισε να της πει πως το όλο περιστατικό έπρεπε να μείνει μεταξύ τους. «Ε, Τέιλορ;» «Τι;» «Μην ξεχνάς πως το παγωτό είναι μυστικό, εντάξει; Είναι μόνο μεταξύ μας.» Του έγνεψε σοβαρά. «Η Έμιλι κι εγώ έχουμε πολλά μυστικά μεταξύ μας. Αλλά δεν τα λέμε σε κανέναν.» Της έγνεψε ικανοποιημένος. «Ακριβώς. Τα μυστικά δε λέγονται στον καθένα.» Κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Νικ, είσαι μέσα;» «Φύγε, Αλέξα, είμαστε μια χαρά. Βγαίνουμε σ’ ένα λεπτό.» «Θεία Αλ, μάντεψε!» τσίριξε η Τέιλορ. «Πήρα παγωτό!» Ο Νικ έκλεισε τα μάτια. Εμπιστέψου ένα θηλυκό, και θα σου ραγίσει την καρδιά. Η πόρτα άνοιξε. Ο Νικ φαντάστηκε τη σκηνή που είδε μπροστά της. Η Τέιλορ στη λεκάνη, να τρώει το παγωτό της, ενώ εκείνος ήταν κουλουριασμένος σε ένα μικρό ψάθινο σκαμπό μπροστά της, κρατώντας στο χέρι ένα κομμάτι χαρτί υγείας. «Σκατά.» «Σκατά. Σκατά, σκατά, σκατά» επανέλαβε η Τέιλορ χαρούμενα. «Κοίτα το παγωτό μου, θεία Αλ! Αυτός μου το έδωσε! Ο καινούργιος καλύτερός μου φίλος.» Ο Νικ περίμενε την έκρηξη. Το γέλιο. Οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτή τη νεκρική σιγή στην πόρτα του μπάνιου. Όταν τελικά βρήκε το θάρρος να σηκώσει τα μάτια, είδε την Αλέξα να τον κοιτάζει γεμάτη κατάπληξη, με κάτι σαν σοκ και ένα άλλο συναίσθημα που δεν καταλάβαινε. Σχεδόν τρυφερότητα. Εκείνη καθάρισε το λαιμό της και έπιασε δουλειά. «Πραγματικά το παράκανες αυτή τη φορά, πιτσιρίκι. Φάε μια τελευταία μπουκιά και δώσ’ το μου.» «Εντάξει.» Ο Νικ αναρωτήθηκε γιατί δεν έφερε αντίρρηση στην Αλέξα, μετά αποφάσισε πως θα έπρεπε να


είναι ευγνώμων. Η γυναίκα του τύλιξε επιδέξια το υπόλοιπο παγωτό σε μια χούφτα χαρτομάντιλα και το έθαψε στο καλαθάκι του λουτρού. Έσπρωξε τον Νικ πιο πέρα, σήκωσε την Τέιλορ από τη λεκάνη και πήρε το χαρτί από το χέρι του για να τη σκουπίσει. Η Αλέξα σήκωσε το εσώρουχο της μικρής, έστρωσε το φουστάνι της, έπλυνε τα χέρια τους και της σκούπισε βιαστικά το στόμα για να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος. Μετά βγήκε από το μπάνιο με ένα πολύ ευχαριστημένο τρίχρονο και έναν σαστισμένο ενήλικο. Κάθισε στις φτέρνες και είπε κάτι στο αυτί της Τέιλορ. Η μικρή έγνεψε καταφατικά κι ύστερα έφυγε για να πάει κοντά στους υπόλοιπους καλεσμένους. «Τι της είπες;» ρώτησε ο Νικ. Του χαμογέλασε με την πονηριά της εμπειρίας. «Της είπα πως, αν έβγαζε άχνα για το παγωτό, δε θα ξανάπαιρνε ποτέ καθόλου από εμάς. Πίστεψέ με, τα παιδιά μιλάνε τη γλώσσα μας.» «Δεν έχεις γίνει έξαλλη;» Γύρισε να τον κοιτάξει. «Με δουλεύεις; Δεν έχεις ιδέα πόσα πράγματα έχω δώσει κρυφά σ’ αυτό το αγγελούδι. Έκλαψε, ε;» Το στόμα του άνοιξε διάπλατα απ’ το σάστισμα. «Ναι, πώς το ήξερες;» «Μου το κάνει όλη την ώρα. Δεν είχες την παραμικρή ευκαιρία να γλιτώσεις. Α, και κάτι ακόμα.» «Τι;» «Είμαι απίστευτα ερεθισμένη αυτή τη στιγμή και θα σου δείξω ακριβώς τι εννοώ μόλις πάμε σπίτι.» Η έκπληξη τον άφησε άναυδο. «Παίζεις μαζί μου.» Του έδωσε ένα συγκλονιστικό, θανατηφόρο, γλώσσα με γλώσσα, φιλί. Μετά αποτραβήχτηκε και του χαμογέλασε με νόημα. «Όχι. Αλλά σίγουρα θα παίξω μαζί σου αργότερα.» Μετά βγήκε κουνιστή από το μπάνιο, αφήνοντάς τον με έναν έντονο ερεθισμό στο παντελόνι και μια σαστισμένη έκφραση στο πρόσωπο. Γυναίκες. *** Δυο βδομάδες μετά, ο Νικ αναρωτιόταν αν όλη η δύναμη ενός άντρα χανόταν μόλις έκανε σεξ με μια γυναίκα. Η τελευταία του παρουσίαση στον Κόντε τον βεβαίωσε πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα είχε ληφθεί μια οριστική απόφαση. Ένιωθε να κάθεται στα καρφιά όση ώρα μιλούσε μαζί του –εκείνος τον είχε ρωτήσει αμέσως τι έκανε η Αλέξα–, αλλά θεωρούσε πως είχε χειριστεί την κατάσταση καλά. Οι επενδυτές είχαν καταλήξει ανάμεσα στον Νικ και στη Σταρ-Πράιζις, μια μεγάλη εταιρεία που είχε την έδρα της στο Μανχάταν. Είχε μια μεγάλη συνέντευξη για να αποκαλύψει το τελικό σχέδιο και μοντέλο του πριν από τα Χριστούγεννα. Ευτυχώς, ο Ντράιζελ τον στήριζε δυναμικά, επειδή πλησίαζε η τελευταία μάχη. Δυστυχώς, ο Νικ δεν είχε ιδέα προς τα πού έκλινε ο κόμης κι αυτό τον έκανε διαβολεμένα νευρικό. Λαχταρούσε να γυρίσει σπίτι και να χαλαρώσει πάνω από ένα ζεστό, πλούσιο δείπνο· να δει το


παιχνίδι των Τζάιαντς· και να χωθεί στο κρεβάτι με τη γυναίκα του. Με ξεκάθαρη πρόθεση να μην κοιμηθεί. Καθώς άνοιγε την πόρτα, τίναζε το χιόνι από τα παπούτσια του και έμπαινε μέσα, διερωτώμενος πόσο γρήγορα θα μπορούσε να φάει, να δει το σκορ του αγώνα κι ύστερα να προχωρήσει στο σημαντικό μέρος της βραδιάς, σκόνταψε πάνω σε ένα βουναλάκι ακαθαρσίες σκύλου. Βρυχήθηκε έξαλλος και σήκωσε το παπούτσι του. Το ιταλικό χειροποίητο δέρμα ήταν τώρα λερωμένο με ένα πιο σκούρο καφέ χρώμα απ’ το δικό του. Το πανέμορφο ξύλινο πάτωμα ήταν πασαλειμμένο. Μπόχα από ακαθαρσίες αντί για μυρωδιές μαγειρέματος. Θα τη σκότωνε. «Αλέξα!» Εκείνη βγήκε τρέχοντας απ’ την κουζίνα, ξαναμμένη ή από ενοχή ή από ντροπή, και σταμάτησε απότομα. Μια μακριά, κοκαλιάρα σκιά κρυβόταν πίσω της. Τα μάτια του Νικ στένεψαν καθώς κοίταζε το ψωραλέο κυνηγόσκυλο που στοίχειωνε τα όνειρά του. Και αποφάσισε ότι, με σεξ ή χωρίς σεξ, αυτή η γυναίκα ήταν πλέον εκτός ελέγχου. «Φεύγει. Τώρα.» «Μα-» «Το εννοώ, Αλέξα. Για όνομα του Θεού, θέλω αυτό το σκυλί έξω από το σπίτι μου. Κοίτα εδώ τι έκανε.» Εξαφανίστηκε προς στιγμήν για να επιστρέψει με μια σακούλα σκουπιδιών και μια χούφτα χαρτοπετσέτες για να καθαρίσει τις βρομιές. Εκείνος έβγαλε προσεκτικά το παπούτσι του και έκανε το γύρο του σωρού ενώ την παρακολουθούσε να σκύβει να καθαρίσει και να του δίνει εξηγήσεις με την ίδια ζέση. «Απλώς άκου με για ένα δευτερόλεπτο. Καταλαβαίνω πως δε γίνεται να τον κρατήσουμε –δε θα προσπαθήσω καν να σε πείσω– αλλά με πήραν από το καταφύγιο και μου είπαν ότι είχε τελειώσει ο χρόνος του και θα του έκαναν ευθανασία σήμερα. Δεν ξέρω γιατί δεν τον θέλει κανείς –είναι αξιαγάπητο σκυλί– και, αν τον κρατήσουμε για μια δυο μέρες, υπόσχομαι πως θα του βρω σπίτι.» Η σκιά κοντοστεκόταν περιμένοντας δίπλα στην κουζίνα, με τα κίτρινα μάτια του να μην αντανακλούν κανένα συναίσθημα καθώς περίμενε την ετυμηγορία. Ο Νικ άφησε ένα γρύλισμα αηδίας. «Δεν τον θέλει κανείς επειδή είναι ο πιο άσχημος σκύλος που έχω δει ποτέ. Μπορεί να είναι κι επικίνδυνος.» Η Αλέξα βόγκηξε. «Είναι πολύ γλυκός, δεν ξέρει καν να γρυλίζει. Απ’ το καταφύγιο μου είπαν πως τον βρήκαν σε έναν ερημικό δρόμο με σπασμένο πόδι. Μάλλον τον πέταξαν από κινούμενο αυτοκίνητο.» Σκατά. «Ξέρω πως είναι ακατάστατος, αλλά νομίζω πως είναι έξυπνος και πως κανείς δεν τον εκπαίδευσε ποτέ. Θα τον κρατήσω στο πίσω δωμάτιο και θα καθαρίσω μετά και υπόσχομαι πως θα φύγει μέσα σε λίγες μέρες. Σε παρακαλώ, Νικ; Δώσε μου απλά μια δυο μέρες.» Εκνευρισμένος με την ικεσία της και την αντίδρασή του, έβγαλε και το άλλο του παπούτσι και πλησίασε τον κοπρίτη. Σαν να τον προκαλούσε, στάθηκε μπροστά του και περίμενε το παραμικρό σημάδι αγριάδας ή συμπεριφοράς του δρόμου σαν δικαιολογία για να τον πετάξει έξω. Ο σκύλος όμως δεν έκανε τίποτα. Ούτε κούνημα ουράς, ούτε χαμήλωμα του κεφαλιού, ούτε γρύλισμα. Απλά… τίποτα… μόνο ένα ζευγάρι άδεια κίτρινα μάτια.


Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του και απομακρύνθηκε από το σκυλί, αποφασισμένος να μην επηρεαστεί. «Μόνο λίγες μέρες. Το εννοώ.» Φάνηκε τόσο ανακουφισμένη και ευγνώμων, που ο Νικ αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα είχε κάποια δύναμη πάνω της. Μετά αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά του. «Έχεις μαγειρέψει βραδινό;» «Σχεδόν έτοιμο. Φιλέτα σολομού με φρέσκα λαχανικά και πιλάφι. Το κρασί παγώνει. Η σαλάτα είναι κομμένη. Θα έχεις άφθονο χρόνο για να δεις το παιχνίδι των Τζάιαντς.» Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, εντυπωσιασμένος με το πόσο καλά ήξερε τι θέλει σαν αντάλλαγμα ένας άντρας όταν ενδίδει. Προχώρησε τη δοκιμή ένα βήμα παρακάτω. «Νομίζω πως θα κάνω πρώτα ένα ντους πριν από το δείπνο.» «Θα σου φέρω ένα ποτήρι κρασί επάνω, τότε. Μπορείς να φας μπροστά στην τηλεόραση.» «Μάλλον αυτό θα κάνω.» Έτρεξε να πάρει το σακάκι του και τον έσπρωξε πάνω. Ο Νικ αποφάσισε πως λίγες μέρες με ένα σκύλο άξιζαν την ευγνωμοσύνη της. Μ’ αυτή την ευχάριστη σκέψη, μπήκε στο υπνοδωμάτιό του και έβγαλε τα ρούχα του. *** Η Αλέξα συνόδευσε τον καινούργιο προσωρινό της σκύλο στο πίσω δωμάτιο, που το είχε καλύψει με παλιά, σκισμένα σεντόνια που είχε βρει στο διαμέρισμά της. Του έβαλε φαγητό και νερό και του έδωσε ένα φιλί στο κεφάλι. Η καρδιά της βούλιαξε λιγάκι όταν πρόσεξε πως εκείνος δεν κούνησε καν την ουρά του. Ούτε μια φορά. Κάτι σ’ αυτό το κυνηγόσκυλο τη συγκινούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένη έτσι κι αλλιώς που είχε εξαγοράσει λίγο χρόνο για να του βρει ένα σπίτι που θα τον αγαπούσαν. Τώρα ήταν καιρός να φροντίσει το σύζυγό της. Σέρβιρε ένα ποτήρι κρασί και ανέβηκε στον πάνω όροφο. Ο ήχος του ντους ακουγόταν από το χολ και η κοιλιά της συσπάστηκε από προσμονή. Ήδη μια υγρή ζεστασιά κύλησε ανάμεσα στους μηρούς της στη σκέψη να κάνει έρωτα με τον Νικ. Οι θηλές της σκλήρυναν καθώς άνοιγε την πόρτα του μπάνιου μέσα σε ένα σύννεφο ατμών και άφηνε το ποτήρι στον πάγκο του νιπτήρα. Μετά άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. «Το κρασί σου είναι δίπλα στο νιπτήρα, γλυκέ μου.» Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή. «Ευχαριστώ.» Γλίστρησε την κουρτίνα του μπάνιου στο πλάι, μπήκε μέσα στο μεγάλο μαρμάρινο ντους και χαμογέλασε. «Παρακαλώ.» Ο άντρας της πήρε ένα ύφος σαν να τον χτύπησαν στο κεφάλι με βαριοπούλα. Η Αλέξα βρήκε την ευκαιρία να τυλίξει τα μπράτσα της στο λαιμό του. Υγροί, λείοι μύες πιέστηκαν πάνω στις καμπύλες της κι ένας χάρτης από σκληρές κορυφές και τριχωτή επιδερμίδα την ξετρέλανε. Δε χόρταινε το κορμί του. Συνειδητοποίησε πως δεν είχαν ξανακάνει ντους μαζί, δεν είχαν φτάσει ποτέ σε τέτοιο επίπεδο οικειότητας, αλλά ο Νικ φάνηκε να ανταποκρίνεται στην περίσταση τέλεια.


Και κυριολεκτικά. Μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, η στύση του μεγάλωσε και άρχισε να πάλλεται απαιτητικά. Ένα βογκητό βγήκε βαθιά απ’ το στήθος του καθώς άπλωνε τα χέρια να την αγκαλιάσει, με το στόμα του να κατεβαίνει στο δικό της για να γευτεί και να διεκδικήσει και να χαρίσει ηδονή. Η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της χωρίς φινέτσα, μόνο με ωμή πείνα, κι η Αλέξα έχωσε τα νύχια της στο υγρό του δέρμα και γλίστρησε όσο πιο κοντά στο σαπουνισμένο κορμί του μπορούσε. Το νερό κύλαγε πάνω τους ορμητικά σαν καταρράκτης και τα μαλλιά της έπεσαν μουσκεμένα γύρω από το πρόσωπό της καθώς τα χέρια της κινούνταν ξέφρενα πάνω στο κορμί του. Του ανταπέδωσε άγρια το φιλί, με τη γλώσσα της να τυλίγεται γύρω από τη δική του, κι ύστερα αποτραβήχτηκε και γονάτισε μπροστά του. «Αλέξα.» «Σιωπή.» Άνοιξε το στόμα της και τα χείλη της έκλεισαν γύρω από τη σκληρή σάρκα. Το νερό έπεφτε ρυθμικά στο κεφάλι και την πλάτη της κι εκείνη στριφογύρισε τη γλώσσα της γύρω από τις γραμμές του ανδρισμού του, ξετρελαμένη από τη γεύση του και την υφή και τις χαμηλόφωνες βρισιές που ξέφευγαν από τα χείλη του, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της απόλαυσής του. Την τράβηξε πάνω με ξέφρενες κινήσεις, στάθηκε με τα πόδια ελαφρά ανοιχτά και τη σήκωσε στο στήθος του. Στάθηκε ακίνητος για μια στιγμή καθώς την κοιτούσε με ένταση στα μάτια. Μετά την κατέβασε με δύναμη πάνω στο παλλόμενο μόριό του. Εκείνη άφησε ένα βογκητό. Τον ένιωσε να πάλλεται μέσα της και οι μύες της σφίχτηκαν γύρω του. Ασυγκράτητος πόθος τη διαπέρασε καθώς εκείνος έπιανε τους γοφούς της κι άρχιζε να την κινεί πάνω κάτω. Άφησε μια κραυγή και δάγκωσε τον ώμο του ενώ οι κινήσεις τους γίνονταν πιο έντονες. Έριξε το κεφάλι της πίσω και τίναξε τα υγρά μαλλιά της, αφήνοντας μια κραυγή καθώς ερχόταν σε οργασμό πάνω του. Εκείνος την ακολούθησε μέχρι που κατέρρευσε πάνω του, με τα γόνατα και τις γάμπες της να τρέμουν, στηριγμένη πάνω στο στήθος του, ραίνοντάς τον με φιλιά ενώ κυριολεκτικά γουργούριζε από ικανοποίηση. Ο Νικ την κράτησε κάμποση ώρα κάτω από το καυτό νερό και, όταν τελικά εκείνη σήκωσε το κεφάλι της, της έστρωσε με μια κίνηση τα μαλλιά. «Το σκυλί μπορεί να μείνει για μια βδομάδα.» Η Αλέξα γέλασε και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τις γραμμές του προσώπου του, λατρεύοντας την εικόνα του όταν ήταν χαλαρός και την πείραζε, λατρεύοντας την πεισματάρικη πλευρά ετούτου του άντρα που ήταν επαγγελματικός της συνεταίρος και σύζυγος και τόσα άλλα. «Δεν το έκανα για το σκυλί αυτό. Ήταν για καθαρά εγωιστικούς λόγους.» «Η γυναίκα που μ’ αρέσει.» «Έφερα το κρασί σου. Το δείπνο είναι έτοιμο.» Εκείνος δεν είπε τίποτα, συνέχισε μόνο να την κοιτάζει. Όσο απίστευτο κι αν ήταν, ο σφυγμός της επιταχύνθηκε και οι θηλές της ορθώθηκαν. Σχεδόν ντροπιασμένη, γύρισε να φύγει, αλλά ο Νικ τη σταμάτησε και το χαμόγελό του έγινε λάγνο καθώς γλιστρούσε το χέρι του προς τα κάτω και έσπρωχνε απαλά ένα δάχτυλο μέσα της. Η ανάσα της πιάστηκε και επιταχύνθηκε καθώς εκείνος έπαιζε με το μικροσκοπικό μπουμπούκι κάνοντάς το να ανθίσει. Γραπώθηκε από τους ώμους του και τίναξε το κεφάλι της σαν να αρνιόταν τη δύναμη που είχε πάνω της.


«Δεν μπορώ-» «Ναι, μπορείς. Ξανά, Αλέξα.» Βύθισε το δάχτυλό του ακόμα πιο βαθιά, το κούνησε μπρος πίσω πάνω στη φουσκωμένη σάρκα της και οι γοφοί της υψώθηκαν για να τον δεχτούν. Εκείνος σκλήρυνε και ανοίγοντας της τα πόδια, μπήκε ξανά μέσα της. Ανέβηκε πάνω του με μια εγκατάλειψη που δεν είχε δείξει ποτέ με κανέναν άλλο εραστή· και αργότερα, όταν το κορμί της ριγούσε από την εκτόνωση, εκείνος την κράτησε στην αγκαλιά του, έκλεισε το νερό και τη στέγνωσε απαλά. Οι περιποιήσεις του ήταν τρυφερές, τα μάτια του μισόκλειστα αφού έδειχνε να κρατάει κρυφά κάποια συναισθήματά του από εκείνη. Του επέτρεψε να κρατήσει τα μυστικά του και πήρε ό,τι της έδινε με μια απληστία που η έντασή της τη σοκάρισε. Όμως εκείνος δε χρειαζόταν να το ξέρει. Δε χρειαζόταν να δει ποτέ πόσο βαθιά ήταν τα συναισθήματά της γι’ αυτόν ή να ανακαλύψει το μυστικό που η Αλέξα υποψιαζόταν πάντα και τώρα τελικά παραδεχόταν στον εαυτό της. Τον αγαπούσε. Απόλυτα και ολοκληρωτικά. Κάθε κομμάτι του, καλό και κακό, σαν φίλο και εραστή και σύντροφο και αντίπαλο. Ήθελε να περάσει μαζί του όλη της τη ζωή, δίνοντάς του τα πάντα, έστω κι αν ήξερε πως αυτός δεν την ήθελε. Έκρυψε τη γνώση αυτή σ’ ένα μυστικό μέρος μέσα της. Μετά συνειδητοποίησε πως θα έπαιρνε ό,τι της έδινε, όσο κι αν αυτό δε θα ήταν ποτέ αρκετό. Τον φίλησε μια φορά, χαμογέλασε και έδιωξε τη θλίψη από το πρόσωπό της. «Έτοιμος για το δείπνο;» Στο πρόσωπό του άστραψε η απορία, σχεδόν σαν να ήξερε πως του έκρυβε κάτι σημαντικό, αλλά μετά της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Ναι.» Την έπιασε απ’ το χέρι και την οδήγησε έξω. *** «Φύγε.» Το σκυλί απλώς τον ατένιζε ανέκφραστα. Ο Νικ κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε κι ύστερα έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Το ΜπουκΚρέιζι είχε κλείσει εδώ και κάποιες ώρες και η Αλέξα ακόμα να έρθει στο σπίτι. Οι δρόμοι άρχιζαν να πιάνουν πάγο και η πρόγνωση του καιρού έλεγε ότι βρίσκονταν εν μέσω μιας προεόρτιας χιονοθύελλας. Όλοι έδειχναν χαρούμενοι που μπορεί να είχαν λευκά Χριστούγεννα. Προσωπικά, τον Νικ δεν τον ένοιαζε άπαξ και καθαρίζονταν οι δρόμοι και δεν κοβόταν το ηλεκτρικό. Έκανε ένα μορφασμό όταν σκέφτηκε την Αλέξα να τον αποκαλεί Σκρουτζ. Τον τρέλαινε με την αγάπη της για τους εορτασμούς, με το στόλισμα του σπιτιού, με την επιμονή της για αληθινό δέντρο, ακόμα και με το να ψήσει χριστουγεννιάτικα κουλουράκια. Τα οποία είχαν καλύτερη όψη από γεύση στην πραγματικότητα. Όταν της είπε την αλήθεια, εκείνη του πέταξε το κουλουράκι στο κεφάλι. Τουλάχιστον το κυνηγόσκυλο είχε καθαρίσει τα ψίχουλα. Ο Νικ κοίταξε πάλι την πόρτα. Το κοκαλιάρικο σκυλί λούφαξε πίσω απ’ τη γωνία και τον κάρφωσε με εκείνα τα κίτρινα μάτια του. Η βδομάδα κόντευε να τελειώσει και ο μούργος επιτέλους θα έφευγε. Δεν του άρεσε ο τρόπος που το σκυλί τον ακολουθούσε παντού και παρατηρούσε την κάθε του κίνηση. Δε φερόταν σαν φυσιολογικό σκυλί που γαβγίζει και κουνάει την ουρά του και


πίνει με θόρυβο το νερό. Αυτό το σκυλί τού θύμιζε φάντασμα. Η Αλέξα τού έδινε να φάει με το ζόρι και του μάθαινε πώς να πηγαίνει βόλτα. Το σκυλί έκανε όλες τις κινήσεις, αλλά τα μάτια του παρέμεναν απόμακρα, σαν να περίμενε να αποκαλυφθεί η πραγματική αλήθεια. Σαν να περίμενε να το ξαναπετάξουν στη μέση του δρόμου. Μόνο. Ο Νικ κούνησε το κεφάλι, ενοχλημένος με το ρίγος που ένιωσε στη ραχοκοκαλιά του. Τελευταία έβλεπε όνειρα με το σκυλί που ο Τζεντ τον είχε αναγκάσει να ξεφορτωθεί, όνειρα που τον στοίχειωναν μέχρι που άπλωνε το χέρι κι αγκάλιαζε τη γυναίκα του στη μέση της νύχτας για να ξορκίσει τις εικόνες που αρνούνταν να σβήσουν. Ανακάλυπτε πως το έκανε πολύ συχνά αυτό τελευταία. Χανόταν μέσα στο κορμί της, μέσα στη ζεστασιά και στη θέρμη της, μέχρι που η παγωνιά που κουβαλούσε μέσα του μαλάκωνε και οι αιχμηρές άκρες θόλωναν. Το κίτρινο Φοκσβάγκεν μπήκε στο δρομάκι και ένιωσε να τον πλημμυρίζει ανακούφιση. Εκείνη άνοιξε την μπροστινή πόρτα και χτύπησε κάτω τις μπότες της για να φύγει το χιόνι, γελώντας με γνήσια χαρά καθώς τίναζε τις νιφάδες από τα μαλλιά της. «Δεν είναι φοβερό; Θα έχουμε χιονοθύελλα την ερχόμενη βδομάδα, οπότε μπορεί να έχουμε λευκά Χριστούγεννα.» «Γιατί άργησες;» «Ανησύχησες;» Του έριξε μια πειραχτική ματιά και έβγαλε το παλτό της. «Όχι. Αλλά σου είπα την περασμένη εβδομάδα πως χρειάζεσαι καινούργια λάστιχα στο αμάξι. Τα άλλαξες;» «Όχι ακόμα.» «Δε γίνεται να οδηγείς μέσα στο χιόνι με φθαρμένα λάστιχα. Σου είπα να πάρεις την BMW και να αφήσεις το δικό σου αμάξι.» Η Αλέξα ζάρωσε τη μύτη της. «Μισώ την BMW· με κάνει νευρική. Εξάλλου, έχω οδηγήσει με χειρότερο καιρό απ’ αυτόν και με χειρότερα οχήματα. Ώωω, η φωτιά είναι υπέροχη.» Ζέστανε τα χέρια της και φταρνίστηκε. «Άτιμο κρύωμα, απλά αρνείται να περάσει. Έχουμε καθόλου γιορταστικό κρασί για απόψε; Νομίζω πως έχει το Μια υπέροχη ζωή στις εννιά.» Ο Νικ την αγριοκοίταξε για την ολοφάνερη προσπάθειά της να αγνοήσει τη συμβουλή του. «Αυτή η ταινία είναι τελείως βαρετή. Είσαι άρρωστη εδώ και κάμποσες μέρες. Πρέπει να πας στο γιατρό.» «Δεν έχω χρόνο. Οι γιορτές είναι η πιο δραστήρια περίοδος στο μαγαζί.» «Θα σε πάω εγώ αύριο. Μετά θα σε αφήσω στο βιβλιοπωλείο και θα πάω το αμάξι σου για καινούργια λάστιχα. Θα έπρεπε να το ξεφορτωθείς έτσι κι αλλιώς. Απλώς αγόρασε ένα καινούργιο.» Η Αλέξα έκανε έναν αγενή θόρυβο. «Εντάξει, κύριε Λεφτά με το Τσουβάλι. Η τσέπη μου δεν αντέχει καινούργιο αμάξι αυτή τη στιγμή και τυχαίνει να μου αρέσει ο Σκαραβαίος μου.» «Θα σ’ το αγοράσω εγώ.» «Όχι, ευχαριστώ.» Του προκαλούσε τέλεια απελπισία. Δήλωνε ανοιχτά και δυνατά πως τον παντρεύτηκε με μοναδικό κίνητρο τα λεφτά. Γιατί λοιπόν δεν έπαιρνε τα λεφτά του; Της είχε προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του για το καφέ της. Ένα καινούργιο αμάξι. Μια αναθεματισμένη καινούργια γκαρνταρόμπα, παρ’ όλο που για κείνον ήταν τέλεια ακόμα κι αν φόραγε ένα σακί. Όλες οι άλλες


γυναίκες άρπαζαν ευχαρίστως τα λεφτά του, που ήταν και το ευκολότερο να δώσει. Αλλά όχι, αυτή όχι, αρνιόταν να πάρει δεκάρα παραπάνω απ’ όσα έλεγε το συμβόλαιο και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να τον κάνει να νιώθει ένοχος. Κυριολεκτικά τον τρέλαινε. «Είσαι η γυναίκα μου και επιτρέπεται να σου αγοράσω αυτοκίνητο.» «Το αυτοκίνητο δεν είναι στο συμβόλαιο.» «Ούτε το σεξ είναι.» Περίμενε να τη δει να χάνει την ψυχραιμία της, αλλά εκείνη απλώς γέλασε. Μετά φταρνίστηκε ξανά. «Ναι, υποθέτω πως έχεις δίκιο. Αλλά θα κρατήσω το σεξ και θα πω όχι στο αυτοκίνητο.» Πήγε αποφασιστικά προς το μέρος της και το σκυλί ζάρωσε φοβισμένο. «Θεώρησέ το δώρο τότε.» «Μπορείς να μου αγοράσεις λουλούδια αν θες, αλλά δεν ξεφορτώνομαι το αμάξι μου. Αδελφέ μου, έχεις πραγματικά κακή διάθεση σήμερα.» «Δεν έχω κακή διάθεση.» Καθώς έλεγε τη φράση, εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ. Η άρνησή του έκανε την κατηγορία να μοιάζει πιο αληθινή. «Γιατί δε με αφήνεις να κάνω κάτι όμορφο για σένα;» Εκείνη στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα μπροστά στη φωτιά, κλότσησε πέρα τα παπούτσια της και σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει. «Άφησέ τον να μείνει.» Ο Νικ έκανε τον χαζό. «Ποιον;» «Το σκύλο.» «Σου έδωσα χρόνο, Αλέξα. Υποσχέθηκες πως θα έφευγε μέχρι την Παρασκευή. Δε θέλω σκύλο. Δε θέλω αυτόν το σκύλο.» Περίμενε για την αναπόφευκτη επίθεση και ατσάλωσε τον εαυτό του για να νικήσει στη φιλονικία τους με καθαρή λογική. Αντίθετα, εκείνη έγνεψε καταφατικά, με μάτια ήρεμα και κάπως θλιμμένα. «Εντάξει. Μέχρι αύριο θα έχει φύγει.» Η ενοχή τού έσφιξε τα σωθικά. Ήθελε να αρπάξει το σκυλί και να το πάει στη μάντρα για τα αδέσποτα απόψε κιόλας. Αντί γι’ αυτό, κοίταξε τη γυναίκα του να απλώνει τα χέρια και να αρχίζει να καλοπιάνει το μούργο. Το άσχημο κίτρινο κυνηγόσκυλο πλησίασε επιφυλακτικά μέχρι που ήρθε και σταμάτησε μπροστά της. Με αργές κινήσεις, άπλωσε το χέρι και το ακούμπησε κάτω από το σαγόνι του ζώου, χαϊδεύοντάς του το λαιμό καθώς του μουρμούριζε ανοησίες. Μετά από λίγο, οι τρεμάμενοι μύες του χαλάρωσαν και τα αυτιά του έπεσαν. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Αλέξα παρότρυνε το σκυλί να καθίσει στην αγκαλιά της και συνέχισε να του χαϊδεύει το τρίχωμα, πιο απαλό τώρα που τον είχε κάνει μπάνιο, λίγο πιο φουσκωτό τώρα που τον τάιζε καλά. Ο Νικ κοίταξε την όλη σκηνή να παίζεται μπροστά στα μάτια του, ένα συνονθύλευμα του παρόντος και του παρελθόντος, μια μάχη ανάμεσα στη μοναξιά και στο ρίσκο του πόνου. Και για πρώτη φορά εδώ και μέρες το λαγωνικό φάνηκε να παραδίνεται έστω για μια σύντομη στιγμή, να αφήνεται να απολαύσει τις τρυφερές περιποιήσεις κάποιου που ισχυριζόταν πως το αγαπούσε. Και ο Νικ είδε την ουρά του να αρχίζει να χτυπάει αμυδρά το πάτωμα. Η σχεδόν αδιόρατη κίνηση πέρασε απαρατήρητη από τη γυναίκα του που ζεσταινόταν μπροστά στη φωτιά με δυο πληγωμένες, χαμένες ψυχές πλάι της. Έδινε χωρίς να περιμένει να κερδίσει κάτι η ίδια, χωρίς να θέλει να πετύχει κάποιο σκοπό. Η αγάπη δεν ήταν ένα έπαθλο, αλλά κάτι που είχε μέσα της και το μοιραζόταν απλόχερα. Κάθε νύχτα τον έπαιρνε βαθιά μέσα στο κορμί της και δεν κρατούσε καμιά επιφύλαξη. Η γυναίκα που ήταν σύζυγός του ήταν ένα ατίθασο, περήφανο πλάσμα


που τον διέλυε και ταυτόχρονα τον έκανε να νιώθει ταπεινός. Και μέσα στη λάμψη της φωτιάς ο Νικ συνειδητοποίησε πως την αγαπούσε. Ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Η επίγνωση ήρθε σαν παλιρροϊκό κύμα που τον σάρωσε και τον πέταξε κάτω για να σηκωθεί, βήχοντας και μελανιασμένος, κουνώντας το κεφάλι, σαν να αναρωτιόταν τι στο διάβολο είχε συμβεί. Στεκόταν στη μέση του δωματίου ενώ εκείνη δεν του έδινε την παραμικρή σημασία, και έβλεπε τη ζωή του να παίρνει μια απότομη στροφή από την εθνική οδό σε ένα δρόμο γεμάτο πέτρες και θάμνους και λακκούβες. Ζαλισμένος από το έντονο συναίσθημα, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να ήθελε να απομακρυνθεί από όλο αυτό το μπέρδεμα. Που να πάρει και να σηκώσει. Ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του. «Νικ;» Άνοιξε το στόμα να απαντήσει, ξεροκατάπιε και δοκίμασε ξανά. «Ναι;» «Αν δε θέλεις να δεις την ταινία, πρότεινε κάτι άλλο. Σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να μεθύσουμε μπροστά στη φωτιά, κοιτώντας τη χιονοθύελλα, όμως, αν είσαι κακόκεφος, είμαι ανοιχτή σε άλλες προτάσεις.» Εκείνη μιλούσε για ταινίες κι αυτός είχε μόλις βιώσει τη μεγαλύτερη κρίση της ζωής του. Ο Νικ έκλεισε τα μάτια και πάλεψε να διώξει τα συναισθήματα που κατάκαιγαν το τελευταίο ετοιμόρροπο τείχος και τον άφηναν με αποκαΐδια και ερείπια. Λες και το σκυλί κατάλαβε ένα σύντροφο ομοιοπαθή, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Εκείνη τη στιγμή ο Νικ κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Πολύ φρέσκος για να εκφράσει τα συναισθήματά του λεκτικά, πολύ μπερδεμένος για να ξέρει πώς θα έπαιζε τα καινούργια του χαρτιά, τα θυελλώδη, μπερδεμένα συναισθήματα εξερράγησαν μέσα του ώσπου το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τα εκφράσει με έναν τρόπο. Διέσχισε το δωμάτιο και γονάτισε μπροστά της. Το σκυλί άφησε ένα σιγανό μουρμουρητό και έφυγε από την αγκαλιά της για να εξαφανιστεί στην κουζίνα. Η Αλέξα κοίταξε τον Νικ με ένα ερωτηματικό στα μάτια καθώς εκείνος ακούμπαγε την παλάμη του στο μάγουλό της και μελετούσε το πρόσωπό της. Σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά, ρούφηξε κάθε χαρακτηριστικό της και αφέθηκε να πέσει στην άβυσσο. «Θέλω να σου κάνω έρωτα.» *** Η Αλέξα άκουσε τον άντρα της να λέει τα συγκεκριμένα λόγια και η καρδιά της σταμάτησε. Μετά άρχισε να χτυπάει δυνατά με έναν άστατο ρυθμό. Δεν ήξερε τι ήταν διαφορετικό αυτή τη φορά, αλλά ένιωθε πως είχαν φτάσει σε ένα σταυροδρόμι κι εκείνος επέλεγε το μονοπάτι το λιγότερο ταξιδεμένο. Έκαναν έρωτα κάθε βράδυ από το πάρτι του Μάικλ και μετά, μερικές φορές αργά, μερικές φορές καυτά και ξέφρενα. Ο Νικ τής ψιθύριζε ερωτόλογα και κομπλιμέντα, λέγοντάς της πόσο όμορφη ήταν και πόσο την ήθελε.


Αλλά ποτέ δεν την είχε κοιτάξει βαθιά στα μάτια σαν να ήξερε ποια ήταν. Σαν να είχε φύγει η εξωτερική φλούδα για να αποκαλύψει την ώριμη σάρκα του φρούτου από κάτω, η Αλέξα ένιωσε τελείως εκτεθειμένη μπροστά του. Κράτησε την ανάσα της και περίμενε να τον δει να κάνει πίσω. Αντίθετα, εκείνος έκλεισε και τα δυο της μάγουλα στις παλάμες του και μίλησε ακριβώς πάνω στα χείλη της. «Είσαι η γυναίκα μου και θέλω να σου κάνω έρωτα.» Μετά τη φίλησε, ένα θερμό, αργό φιλί που ζέστανε το αίμα της, σαν να χυνόταν σιρόπι πάνω σε τηγανίτες, μέχρι που το κορμί της έγινε εύπλαστο στα χέρια του και τα χείλη της άνοιξαν να τον δεχτούν και οι γλώσσες τους ζευγάρωσαν στον πανάρχαιο ρυθμό που χορεύουν εδώ και αιώνες ο άντρας και η γυναίκα. Ο Νικ πίεσε την πλάτη της να γείρει στο χαλί και της έβγαλε τα ρούχα, σταματώντας για να γευτεί και να αγγίξει κάθε εκατοστό της σάρκας που αποκάλυπτε με μια ευλάβεια που την άναβε και την έκανε να νιώθει μικρή και να τον θέλει ακόμα πιο πολύ. Με μια σιωπηλή προσταγή, της άνοιξε τα πόδια και γονάτισε, χωρίζοντας τις πτυχές που έκρυβαν το φύλο της με δάχτυλα απαλά. Και μετά τη φίλησε, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τα χείλη του για να τη σπρώξει προς την άκρη του γκρεμού, αδιαφορώντας για τις ξέφρενες προσπάθειές της να τον τραβήξει επάνω μέχρι που έφτασε στην κορύφωση και τεντώθηκε από κάτω του. Της αιχμαλώτισε τα χείλη και συνέχισε να τη φιλάει, μέχρι που ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της και άρχισε να τον ικετεύει και να τον ικετεύει… Ανέβηκε προς τα πάνω και σταμάτησε στην είσοδό της. «Κοίταξέ με, Αλέξα.» Μισοναρκωμένη, άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τον άντρα που αγαπούσε με κάθε κομμάτι του είναι της, περιμένοντας να τη διεκδικήσει, περιμένοντας να πάρει ό,τι μπορούσε να της δώσει. «Ήσουν πάντα εσύ.» Σταμάτησε σαν να μην ήταν σίγουρος αν είχε ακούσει και καταλάβει τα λόγια του. Ένταση λαμπύριζε μέσα στα κεχριμπαρένια βάθη των ματιών της. Της έπιασε γερά τα δάχτυλα, σαν να προσπαθούσε να μιλήσει πέρα από τις λέξεις. «Και πάντα θα είσαι εσύ.» Βυθίστηκε μέσα της κι εκείνη άφησε μια κραυγή. Χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια του απ’ τα δικά της, κρατώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του, μπήκε όλος μέσα της και άρχισε να κινείται. Κάθε φορά που ξαναέμπαινε, ζητούσε κάτι παραπάνω απ’ το κορμί της. Οι όροι είχαν αλλάξει και τώρα διεκδικούσε την καρδιά της, καθώς συνέχιζε να της δίνει όλο του τον εαυτό, σπρώχνοντάς την αργά και σταθερά μέχρι που την έστειλε να αιωρείται πάνω από τον γκρεμό. Αυτή τη φορά όταν εκείνη έπεσε, την ακολούθησε, κρατώντας τα χέρια της όλη την ώρα που μοιραζόταν το ταξίδι μαζί της. Κι όταν γύρισαν πίσω, την τύλιξε στην αγκαλιά του μπροστά στη φωτιά, της έδωσε ένα φιλί στον κρόταφο και έμεινε εκεί μαζί της μέσα στην απολαυστική σιωπή που έπεφτε πάνω τους όπως έπεφτε το τεμπέλικο χιόνι στο έδαφος. Η Αλέξα συνειδητοποίησε πως κάτι είχε αλλάξει ανάμεσά τους, κάτι που ο Νικ δεν ήταν έτοιμος να πει ακόμα, αλλά κρατήθηκε γερά απ’ την ελπίδα, έστω κι αν την ίδια στιγμή έβριζε τον εαυτό της που είχε τολμήσει να σκεφτεί πως μπορεί να της ανήκε. Λίγη ώρα αργότερα, νυσταγμένη από τη ζεστασιά του κορμιού του, τον άκουσε να ψιθυρίζει. «Το σκυλί μπορεί να μείνει.» Ξύπνησε για μια στιγμή και αναρωτήθηκε αν είχε ακούσει σωστά. «Τι;» «Είναι το δώρο μου σ’ εσένα. Το σκυλί μπορεί να μείνει.» Συγκινημένη, έψαξε να βρει τις λέξεις για να του εκφράσει τι της είχε δώσει και, όπως κι εκείνος,


δε βρήκε καμία. Έτσι, τον αγκάλιασε και κατέβασε το κεφάλι του στο δικό της για να του δείξει με άλλον τρόπο. *** Την επόμενη μέρα, ο Νικ κοίταξε την πολύ άρρωστη σύζυγό του και κούνησε το κεφάλι. «Σου το είπα εγώ.» Εκείνη βόγκηξε και γύρισε από την άλλη για να χώσει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι. Ύστερα έβηξε άγρια. «Υποτίθεται πως δεν κάνει να το λέμε αυτό. Χρειάζομαι κι άλλο σπρέι για το σινάχι.» Ο Νικ ακούμπησε το δίσκο με τα υγρά που συμπεριλάμβαναν κοτόσουπα, νερό και χυμό δίπλα της. «Όχι, διάβολε. Όχι με τα αντιβιοτικά και το κοδεϊνούχο σιρόπι για το βήχα. Ο γιατρός με προειδοποίησε. Τέρμα το σπρέι για τη μύτη. Διάβασα ένα άρθρο σχετικά.» «Θέλω τη μαμά μου.» Εκείνος γέλασε και της έδωσε ένα φιλί στα μπερδεμένα της μαλλιά. «Έχεις την τηλεόραση και το τηλεκοντρόλ. Ένα κουτί χαρτομάντιλα. Ένα ρομαντικό μυθιστόρημα και το τηλέφωνο. Ξεκουράσου λίγο και θα γυρίσω σύντομα.» «Πρέπει να πάω στο βιβλιοπωλείο. Η Μαγκς τα πάει χάλια στην εξυπηρέτηση πελατών.» «Μπορεί να τα καταφέρει για μια μέρα. Σκέψου όλους τους άντρες που θα γοητεύσει κάνοντάς τους να αγοράσουν πιο πολλά βιβλία. Φάε τη σούπα σου.» Η Αλέξα μουρμούρισε κάτι κι εκείνος έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω του. Ο Νικ μπήκε στο Φοκσβάγκεν με έναν αέρα ικανοποίησης. Μ’ εκείνη κολλημένη στο κρεβάτι, είχε τελικά την ευκαιρία να αλλάξει λάστιχα και λάδια στον σκουριασμένο κουβά της. Την είχε συνοδέψει ο ίδιος προσωπικά στο γιατρό, είχε πάρει τη συνταγή, είχε σταματήσει στο φαρμακείο για εφόδια κι ύστερα την είχε βάλει να ξαπλώσει κάτω απ’ τις κουβέρτες. Ένα κομμάτι μέσα του παρακολουθούσε τη σκηνή από ψηλά και παρατηρούσε πως φερόταν σαν σύζυγος. Σαν αληθινός σύζυγος, όχι σαν ψεύτικος. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν η βαθιά ικανοποίηση που του έδινε αυτός ο ρόλος. Πήγε το αμάξι στο συνεργείο, έβγαλε όλα τα χαρτιά από το ντουλαπάκι και κάθισε να περιμένει. Ήλπιζε πως η Αλέξα κρατούσε αρχείο με τις επισκευές και τα σέρβις που έκανε στο σαραβαλάκι της, έτσι άρχισε να ψάχνει τα διάφορα χαρτιά. Το επίσημο γράμμα από την τράπεζα τον έκανε να παγώσει. Διάβασε το γράμμα και σημείωσε την ημερομηνία. Πάνω από ένα μήνα πριν. Πολύ μετά το γάμο. Αφού της είχε δώσει τα λεφτά. Τι στο διάβολο γινόταν εδώ; Το Blackberry του βούιξε. Το σήκωσε αφηρημένος. «Ναι;» «Καιρός ήταν να απαντήσεις στο τηλεφώνημά μου.» Αναμνήσεις από το παρελθόν τον έσυραν πίσω. Χάρη στη μακρόχρονη εξάσκηση, η καρδιά του αμέσως πάγωσε, το ίδιο και η φωνή του. «Τζεντ. Τι θέλεις;» Ο πατέρας του γέλασε. «Έτσι με χαιρετάει ο ίδιος μου ο γιος; Πώς είσαι;» Ο Νικ ακούμπησε την επιστολή στα πόδια του και κοίταξε τις κινήσεις. «Μια χαρά. Επέστρεψες τόσο σύντομα από το Μεξικό;»


«Ναι. Παντρεύτηκα.» Η σύζυγος νούμερο τέσσερα. Η μητέρα του θα έβγαινε απ’ την κρυψώνα της για να δημιουργήσει φασαρίες – αυτό ήταν το συνηθισμένο μοτίβο. Η Μάγκι κι αυτός ήταν απλώς πιόνια που έκαναν το παιχνίδι πιο ενδιαφέρον. Το στομάχι του ανακατεύτηκε. «Συγχαρητήρια. Άκου, πρέπει να σ’ αφήσω, δεν έχω χρόνο για κουβέντα.» «Είναι κάτι που θέλω να συζητήσω μαζί σου, γιε μου. Συνάντησέ με για φαγητό.» «Λυπάμαι. Έχω δουλειά.» «Μια ώρα χρειάζομαι μόνο, το πολύ. Βρες το χρόνο.» Η προειδοποίηση διαπέρασε το τηλέφωνο σαν κραδασμός. Ο Νικ έσφιξε τα μάτια καθώς πάλευε με το ένστικτο. Καλύτερα να τον συναντούσε μην τυχόν και ο Τζέιντ είχε βάλει τίποτα ιδέες στο μυαλό του να διεκδικήσει την Ντρίμσκεϊπ και να αμφισβητήσει τη διαθήκη. Τι μπέρδεμα! «Ωραία. Θα σε συναντήσω στις τρεις. Στο Πλάνετ Ντάινερ.» Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε πάλι την επιστολή. Γιατί να του πει ψέματα η Αλέξα για το πώς σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα εκατόν πενήντα χιλιάρικα ; Μήπως ήταν μπλεγμένη σε κάτι που ο ίδιος δεν είχε ποτέ υποψιαστεί; Αν ζήτησε δάνειο για το καφέ από την τράπεζα και η αίτησή της απορρίφθηκε, πού είχαν πάει τα δικά του λεφτά; Οι ερωτήσεις στριφογύριζαν στο μυαλό του, αλλά δεν έβγαζε νόημα. Για κάποιο λόγο, εκείνη δεν ήθελε να ανακαλύψει ο Νικ την αλήθεια. Αν ήθελε πραγματικά περισσότερα λεφτά, θα του είχε ζητήσει να συνυπογράψει την αίτηση για το δάνειο και έτσι θα το έπαιρνε στα σίγουρα. Τι στο διάβολο έτρεχε; Περίμενε για το αμάξι και μετά έκανε μια βόλτα μέχρι το γραφείο για να περάσει λίγο η ώρα. Στο σύντομο τηλεφώνημά του για να τσεκάρει πώς ήταν η Αλέξα, εκείνη τον διαβεβαίωσε πως θα ήταν μια χαρά μέχρι να τελειώσει το γεύμα με τον Τζεντ. Έμπαινε στον πειρασμό να της κάνει μερικές σοβαρές ερωτήσεις, αλλά ένα άλλο κομμάτι μέσα του αναρωτιόταν αν ήθελε όντως να μάθει την αλήθεια. Μπορεί να ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά η ουσία δεν είχε αλλάξει. Δεν μπορούσε να της προσφέρει σταθερότητα και παιδιά. Τελικά, αν έμενε κοντά του, θα κατέληγε να τον μισήσει. Η σκέψη τού προκάλεσε τρόμο. Ο Τζεντ τον περίμενε σε ένα γωνιακό χώρισμα. Ο Νικ κοίταξε εξεταστικά τον άντρα με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο αίμα. Τα λεφτά και η τεμπελιά έδειχναν να του ταιριάζουν. Ο μεξικάνικος ήλιος είχε ξανοίξει τα μαλλιά του και το βαθύ μαύρισμα στο πρόσωπό του του έδινε ένα χαρακτήρα που στην πραγματικότητα δεν είχε. Ήταν ψηλός άντρας και φορούσε με κομψότητα τα επώνυμα ρούχα του. Σήμερα ήταν ντυμένος με ένα πουλόβερ Ραλφ Λόρεν, μαύρο παντελόνι και δερμάτινα σκαρπίνια. Τα σκούρα μάτια του είχαν μια ελαφρά χιουμοριστική έκφραση δημιουργημένη απ’ το αλκοόλ. Μάλλον ένα κοκτέιλ πριν αντιμετωπίσει το χαμένο προ πολλού γιο του. Καθώς ο Νικ γλιστρούσε στο κάθισμα, πρόσεξε τις ομοιότητες που είχαν στο πρόσωπο και στην κατασκευή. Ανατρίχιασε. Αυτό που φοβόταν περισσότερο στη ζωή του καθόταν ακριβώς απέναντί του. Η πιθανότητα να γίνει σαν τον πατέρα του. «Νικ, χαίρομαι που σε βλέπω.» Ο Τζεντ τού έδωσε το χέρι, ύστερα πέρασε μερικά λεπτά φλερτάροντας με τη σερβιτόρα. Ο Νικ παρήγγειλε καφέ. «Λοιπόν, τι σε φέρνει στη Νέα Υόρκη, Τζεντ;» «Είναι η πόλη της Άμπερ. Ήρθαμε για επίσκεψη. Σκέφτομαι να μείνω για λίγο καιρό. Να στήσω


ένα σπίτι. Ίσως μπορέσουμε να πειραματιστούμε με τη σχέση πατέρα-γιου.» Μια μικρή πικρία βρήκε το δρόμο της και έσταξε έξω απ’ τον πάγο. Πολύ λίγο. Πολύ αργά. Το χειρότερο, τον Τζεντ ούτε καν τον ένοιαζε πραγματικά. Ο Νικ στράγγιξε τον καφέ του. «Ευχαριστώ για την προσφορά, Τζεντ, αλλά θα την προσπεράσω. Δε σε έχω χρειαστεί στο παρελθόν. Δε σε χρειάζομαι ούτε τώρα.» Τα μάτια του πατέρα του γέμισαν κακία. «Πάντα θεωρούσες πως ήσουν καλύτερός μου, ε; Το χρυσό αγόρι. Άκου λοιπόν, γιε μου, το αίμα είναι αίμα, και σύντομα θα καταλάβεις πως είσαι καταδικασμένος να κάνεις τα ίδια λάθη που έκανα κι εγώ.» Κυριολεκτικά γρύλισε τις επόμενες λέξεις. «Θες να μάθεις την αλήθεια; Παντρεύτηκα τη μητέρα σου από έρωτα, αλλά εκείνη με ήθελε μόνο για τα λεφτά μου. Μόλις μυρίστηκα την αλήθεια, αποφάσισα να το διαλύσω, αλλά ήταν πολύ αργά. Είχε μείνει έγκυος. Και έτσι βρέθηκα κολλημένος. Μ’ εσένα.» Ο Νικ ξεροκατάπιε καθώς ο εφιάλτης ξετυλιγόταν μπροστά του. «Τι;» Ο Τζεντ γέλασε χαιρέκακα. «Πολύ σωστά. Ήσουν η απελπισμένη της προσπάθεια να με κρατήσει και το κόλπο έπιασε. Ένα παιδί σημαίνει διατροφή και ευθύνη για μια ζωή. Αποφάσισα να μείνω και να κάνω το γάμο μου να δουλέψει, αλλά δεν τη συγχώρησα ποτέ.» Η ιστορία ακουγόταν τελείως λογική καθώς όλα τα κομμάτια έμπαιναν στη θέση τους. Ο Τζεντ ποτέ δεν τον ήθελε εξαρχής, ούτε αυτόν ούτε τη Μάγκι. «Γιατί μου το λες τώρα;» Ο πατέρας του χαμογέλασε ψυχρά. «Σαν προειδοποίηση. Πρόσεχε αυτή την καινούργια σύζυγό σου. Αν σε παντρεύτηκε για τα λεφτά και νιώσει πως σε χάνει, θα ακολουθήσει το “ουπς”. Θυμήσου τα λόγια μου. Και μετά θα βρεθείς παγιδευμένος ακριβώς σαν κι εμένα.» Έκανε μια παύση. «Επειδή είσαι ίδιος μ’ εμένα, Νικ.» Ο Νικ κοίταξε τον πατέρα του για κάμποση ώρα. Μια μικρή ρανίδα φόβου ξέφυγε από το κουτί καθώς αντιλαμβανόταν πως ο άντρας που ήταν πατέρας του δεν είχε αποσπάσει τον παραμικρό σεβασμό από την οικογένειά του. Κι αν ο Τζεντ Ράιαν είχε δίκιο; Αν όλα αυτά τα χρόνια ο Νικ πάλευε ενάντια στα γονίδιά του και ο χρόνος του είχε τελειώσει; Αν ήταν καταδικασμένος να γίνει σαν τον πατέρα του, είτε έπαιρνε το σύντομο είτε το μακρύ δρόμο; Οι τελευταίες εβδομάδες τον είχαν κάνει να πιστέψει σε πράγματα που δεν υπήρχαν. Αγάπη. Αλήθεια. Οικογένεια. Η Αλέξα τού είχε ήδη πει ψέματα για τα λεφτά. Για τι άλλο έλεγε ψέματα; Μια παγωνιά διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του. Κι αν εκείνη δούλευε για ένα μεγαλύτερο σχέδιο όσον καιρό εκείνος την ερωτευόταν; Οι αμφιβολίες επιτέθηκαν με ένα μοχθηρό χτύπημα, όμως τις αγνόησε και κράτησε ψηλά το κεφάλι. «Δε μοιάζουμε σε τίποτα. Καλή τύχη, Τζεντ.» Έριξε μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι και έφυγε, όμως τα ίδια του τα λόγια τον κορόιδευαν σε κάθε του βήμα. Επειδή βαθιά στην καρδιά του αναρωτιόταν μήπως αυτή ήταν η αλήθεια. Αναρωτιόταν μήπως έμοιαζε με τον Τζεντ Ράιαν περισσότερο απ’ όσο πίστευε.


Κεφάλαιο Δέκα Ήταν έγκυος. Η Αλέξα κοίταξε την κλειστή πόρτα απ’ την οποία είχε εξαφανιστεί ο γυναικολόγος. Ναι, ένιωθε μια μικρή ναυτία. Ναι, δεν της είχε έρθει η περίοδός της όταν την περίμενε, αλλά αυτό το απέδωσε με ευκολία στο στρες. Η τρέλα των εορτών με την οικογένειά της και η δουλειά και ο Νικ. Και γιατί να σκεφτεί στο κάτω κάτω την πιθανότητα αφού έπαιρνε αντισυλληπτικά; Τα λόγια του γιατρού καμπάνισαν στα αυτιά της. «Πήρες κάποιο άλλο φάρμακο τον περασμένο μήνα;» την είχε ρωτήσει. «Όχι. Μόνο λίγο Ντεπόν όταν έχω πονοκέφαλο… αλλά στάσου, πήρα. Έπαθα μια ήπια πνευμονία και χρειάστηκε να πάρω…» Η φωνή της έσβησε καθώς η επίγνωση άπλωσε τις ρίζες της. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι. «Αντιβιοτικά. Ο παθολόγος σου θα έπρεπε να σε έχει προειδοποιήσει πως μειώνουν την επίδραση των αντισυλληπτικών. Το βλέπω να συμβαίνει συχνά αυτό, στην πραγματικότητα. Χαρούμενη είδηση, να ελπίσω;» Μια λαχτάρα ανέβηκε από βαθιά μέσα της και ξέσπασε σαν καταιγίδα συναισθήματος. Ναι. Είναι χαρούμενη είδηση. Τουλάχιστον για μένα. Κάθισε πίσω από το τιμόνι του Φοκσβάγκεν της. Μετά ακούμπησε και τις δύο παλάμες στην επίπεδη κοιλιά της. Ένα μωρό. Θα γεννούσε το μωρό του Νικ. Το μυαλό της σάρωσε σαν αστραπή τις δυο προηγούμενες εβδομάδες. Είχαν έρθει πιο κοντά, μέχρι που ο φυσικός ρυθμός ανάμεσα σε δυο συζύγους είχε γίνει κάτι σαν δεύτερη φύση. Τα Χριστούγεννα με την οικογένειά της έμοιαζαν πιο χαλαρά, καθώς ο Νικ έκανε μια ειλικρινή προσπάθεια να διασκεδάσει. Της έκανε έρωτα με ένα πάθος που πήγαινε πολύ βαθιά και άγγιζε την ψυχή της. Πίστευε πως οι τοίχοι σιγά σιγά έπεφταν ανάμεσά τους. Μερικές φορές τον έπιανε να την κοιτάζει με τόσο ωμό, γυμνό συναίσθημα, που της κοβόταν η ανάσα. Από την άλλη, κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της να του πει πως τον αγαπούσε, ολόκληρη η ύπαρξή του κατέβαζε διακόπτες σαν να ήταν ρομπότ. Λες και διαισθανόταν πως, μόλις του έλεγε τις λέξεις, δε θα υπήρχε γυρισμός. Η Αλέξα περίμενε τη σωστή στιγμή, αλλά τώρα ο χρόνος της είχε τελειώσει. Τον αγαπούσε. Λαχταρούσε έναν αληθινό γάμο πέρα από το συμβόλαιο. Και έπρεπε να του πει τι είχε κάνει τα λεφτά. Ένιωσε πεταλούδες στο στομάχι της. Ο Νικ είχε αρνηθεί να παντρευτεί την Γκαμπριέλα επειδή εκείνη ήθελε παιδί. Λογικά, ο Νικ φοβόταν ότι θα επαναλάμβανε τα λάθη του πατέρα του. Όμως η Αλέξα ήλπιζε πως, μόλις συνειδητοποιούσε πως το μωρό ήταν υπαρκτό και μέρος του εαυτού του, θα ανοιγόταν και τελικά θα επέτρεπε στον εαυτό του να αγαπήσει. Οδήγησε μέχρι το σπίτι σε κατάσταση ενθουσιασμού και προσμονής. Το να του κρύψει την αλήθεια, ούτε καν πέρασε απ’ το μυαλό της. Περίμενε μια αντίδραση σοκ και λίγου φόβου. Αλλά το στομάχι της έλεγε πως ο Νικ τελικά θα δεχόταν καλά την ιδέα. Στο κάτω κάτω, αυτό δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, οπότε η Μοίρα είχε στείλει το μωρό για καλό λόγο.


Η Αλέξα πίστευε πεισματικά πως θα έκανε το σύζυγό της ευτυχισμένο. Η είδηση θα τον ανάγκαζε τελικά να ανοιχτεί μαζί της και να ρισκάρει. Μέσα της ήξερε πως την αγαπούσε. Παρκάρισε το αυτοκίνητο στο δρομάκι και προχώρησε προς το σπίτι. Ο Φωνακλάς ήρθε στην πόρτα να την προϋπαντήσει κι η Αλέξα πέρασε κάμποση ώρα χαϊδεύοντάς του τα αυτιά και φιλώντας τον στο πρόσωπο μέχρι που είδε τα υγιή σημάδια του κουνήματος της ουράς. Έκρυψε ένα χαμόγελο. Μακάρι να ήταν κι ο άντρας της τόσο εύκολη υπόθεση. Λίγη αγάπη και υπομονή, και το σκυλί της είχε ανθίσει. Μπήκε στην κουζίνα όπου εκείνος ήταν αφοσιωμένος στην προετοιμασία του δείπνου. Η ποδιά που είχε δεμένη στη μέση του τον ανακήρυσσε Σεφ της Χρονιάς, ένα χριστουγεννιάτικο δώρο από τη μητέρα της. Πλησίασε αθόρυβα πίσω του και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, σφίγγοντάς τον με δύναμη και τρίβοντας τη μύτη της στο σβέρκο του. Εκείνος γύρισε και της έδωσε ένα σεμνό φιλί. «Γεια.» «Γεια.» Χαμογέλασαν. «Τι μαγειρεύεις;» τον ρώτησε. «Σολομό στη σχάρα, σπανάκι, ψητές πατάτες. Και σαλάτα φυσικά.» «Φυσικά.» «Έχω νέα» της είπε. Η Αλέξα μελέτησε το πρόσωπό του. Μια λάμψη θριάμβου φώτιζε τα μάτια του και τα χείλη του ανασηκώθηκαν λιγάκι. «Ω Θεέ μου! Πήρες το συμβόλαιο.» «Πήρα το συμβόλαιο.» Άφησε μια ζητωκραυγή και πήδηξε στην αγκαλιά του. Εκείνος γέλασε και τη στριφογύρισε στον αέρα, μετά έσκυψε το κεφάλι και τη φίλησε. Η οικεία ζεστασιά και φλόγα τη διαπέρασαν ολόκληρη και έχωσε τα νύχια της στους ώμους του για να κρατηθεί. Αφού τη φίλησε βαθιά και διεξοδικά, την απομάκρυνε μαλακά και της έστειλε ένα λαμπερό χαμόγελο. Η καρδιά της αύξησε τους χτύπους της και πλημμύρισε με τόση χαρά που η Αλέξα νόμισε πως θα σκάσει. «Γιορτάζουμε, μωρό μου. Έχω βάλει ένα μπουκάλι σαμπάνια από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς να παγώνει. Έλα να μεθύσουμε και να κάνουμε τρέλες.» Έμεινε ακίνητη και αναρωτήθηκε πότε έπρεπε να του πει τα δικά της νέα. Μια φυσιολογική γυναίκα θα περίμενε μέχρι να σερβιριστεί το δείπνο και να ζεσταθούν για τα καλά με την είδηση για τη συμφωνία της προκυμαίας. Μια φυσιολογική γυναίκα θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή και θα έφερνε την είδηση στον άντρα της με το μαλακό. Η Αλέξα παραδέχτηκε πως ποτέ δεν ήταν φυσιολογική. Η είδηση της επιτυχίας του έμοιαζε σαν καλός οιωνός για να του πει και τα δικά της νέα. «Δεν μπορώ να πίνω πια.» Εκείνος της χαμογέλασε και καταπιάστηκε ξανά με το σολομό. «Προσπαθείς να το αποφύγεις, ε; Είναι πάλι αυτή η χαζή δίαιτα μήπως; Το κρασί κάνει καλό στο αίμα.» «Όχι, δεν είναι η δίαιτα. Πήγα στο γιατρό σήμερα και μου είπε πως δεν μπορώ να πίνω.» Της έριξε μια ματιά και ζάρωσε το μέτωπο. «Είσαι καλά; Μήπως είσαι άρρωστη πάλι; Σου είπα


να δεις το δικό μου γιατρό. Ο δικός σου είναι ένας παράξενος ολιστικός γκουρού που του αρέσει να δίνει βότανα και αηδίες. Έπρεπε κυριολεκτικά να τον στριμώξω για να σου δώσει κανονικά φάρμακα όταν είχες πνευμονία.» Έριξε τις πατάτες στο ταψί και τις ράντισε με ελαιόλαδο. «Όχι, δεν είμαι άρρωστη. Είναι κάτι άλλο που μου είπε.» «Ω.» Άφησε κάτω το κουτάλι και γύρισε να την κοιτάξει με ένα ίχνος πανικού. «Μωρό μου, αρχίζεις να με φρικάρεις. Τι συμβαίνει;» Η ανησυχία του την άγγιξε βαθιά. Πήρε τα χέρια του και τα έσφιξε με δύναμη. Μετά του έριξε την είδηση. «Νικ, είμαι έγκυος.» Ξεκάθαρο σοκ άστραψε στα μάτια του, αλλά η Αλέξα ήταν ήδη προετοιμασμένη. Περίμενε ήρεμα να κατασταλάξει στο μυαλό του η συνειδητοποίηση ώστε να μπορέσουν να μιλήσουν. Ήξερε πως ο Νικ δε θα παραδινόταν στα συναισθήματά του, αλλά θα παρέμενε ψύχραιμος και λογικός. Εκείνος απομάκρυνε προσεκτικά τα χέρια της απ’ τα δικά του και έκανε ένα βήμα πίσω προς τον πάγκο. «Τι είπες;» Η Αλέξα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι έγκυος. Θα αποκτήσουμε μωρό.» Φάνηκε να ψάχνει να βρει τα λόγια του. «Μα αυτό είναι αδύνατον. Παίρνεις το χάπι.» Έκανε μια παύση. «Δεν το παίρνεις;» «Φυσικά. Αλλά αυτά τα πράγματα συμβαίνουν καμιά φορά. Στην πραγματικότητα ο γιατρός είπε -» «Πόσο βολικό!» Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ξαφνιασμένη. Την κοιτούσε λες και της είχαν φυτρώσει δυο κεφάλια. Μέσα της στάλαξε η ανησυχία. Απομακρύνθηκε από κοντά του και κάθισε σε μια καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας. «Ξέρω πως αυτό το νέο είναι σοκ. Και για μένα ήταν. Όμως το μωρό έρχεται και πρέπει να το συζητήσουμε.» Ο Νικ παρέμεινε σιωπηλός και η Αλέξα μαλάκωσε τη φωνή της. «Ποτέ δε σχεδίασα κάτι τέτοιο. Ποτέ δε σχεδίασα να κάνω αυτό το γάμο αληθινό. Αλλά σ’ αγαπώ, Νικ. Απλώς περίμενα τη σωστή στιγμή για να σου το πω. Και λυπάμαι που σ’ το πέταξα έτσι, αλλά δεν ήθελα να περιμένω. Σε παρακαλώ πες κάτι. Οτιδήποτε.» Είδε τον άντρα της να μεταμορφώνεται. Ο άντρας που αγαπούσε και που γελούσαν μαζί άρχισε να υποχωρεί. Η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωσε με μια αρκτική παγωνιά να της προκαλεί ένα ρίγος. Το πρόσωπό του έμοιαζε σκαλισμένο σε πέτρα. Και, καθώς περίμενε τα επόμενα λόγια του, η Αλέξα είχε ξαφνικά τη φρικτή προαίσθηση πως βρίσκονταν σε άλλη μια κρίσιμη καμπή. *** Ο Νικ κάρφωσε το βλέμμα στη γυναίκα του. «Δεν το θέλω αυτό το μωρό.» Ο ετοιμόρροπος τοίχος από πάγο ξαφνικά ξαναγεννήθηκε και μπήκε στη θέση του με δύναμη. Τα μόνα συναισθήματα που αχνοφαίνονταν μέσα από τις ρωγμές ήταν μνησικακία και πικρία. Ω, ναι, ήταν καλή. Ο Νικ την είχε πατήσει με το κόλπο της και τώρα θα το πλήρωνε. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Κούνησε το κεφάλι της. «Εντάξει. Δε θέλεις το μωρό.


Καταλαβαίνω πως έχεις τρομάξει, αλλά ίσως με τον καιρό τα συναισθήματά σου να αλλάξουν.» Τα λόγια που του είχε πει η Γκαμπριέλα πριν από κάποιους μήνες ήρθαν να τον βασανίσουν. Η ίδια υπόσχεση του πατέρα του αντήχησε μέσα στο κεφάλι του. Τον είχαν προειδοποιήσει πως η Αλέξα θα χρησιμοποιούσε κάθε δυνατό μέσον για να τον παγιδεύσει, αλλά εκείνος δεν το είχε πιστέψει. Είχε πιστέψει την αθωότητά της και είχε καταλήξει να την ερωτευτεί. Της είχε μιλήσει ξεκάθαρα από την αρχή και σαν ηλίθιος πίστεψε πως εκείνη θα τον σεβόταν αρκετά και δε θα προσπαθούσε να τον παγιδέψει. Και τώρα τον αγαπούσε. Λίγο έλειψε να πνιγεί από το πικρό γέλιο που ανέβηκε στο λαιμό του. Από τη στιγμή που είχε ανακαλύψει τα χαρτιά του δανείου και είχε συναντηθεί με τον πατέρα του, η αμφιβολία πάλευε με την ανάγκη του να την πιστέψει. Έτσι, είχε αφήσει το θέμα να περάσει και είχε αποφασίσει να την εμπιστευτεί. Να εμπιστευτεί πως θα του έλεγε από μόνη της την αλήθεια για το πού είχε χρησιμοποιήσει τα χρήματα. Αλλά τώρα αποκάλυψε την απάτη της, με πρόσωπο που έλαμπε και μάτια γεμάτα θρίαμβο. Ένα παιδί. Ήταν έγκυος στο παιδί του. Η οργή του φούντωσε και τον τύλιξε σε ένα μαύρο, βουερό σύννεφο. «Τι έγινε, Αλέξα; Δε σου ήταν αρκετά τα εκατόν πενήντα χιλιάρικα; Ή μήπως έγινες λίγο πιο άπληστη στην πορεία;» Είδε τον πόνο να μεταμορφώνει το πρόσωπό της αλλά ήξερε το έργο και το ήξερε καλά. Η φωνή της τρεμούλιασε όταν μίλησε. «Τι είναι αυτά που λες;» «Το παιχνίδι τελείωσε. Είσαι έξυπνο κορίτσι. Το τέλος του συμβολαίου κοντοζυγώνει. Διάβολε, είμαστε ήδη στους πέντε μήνες. Δεν ήσουν σίγουρη τι θα συνέβαινε, έτσι έπαθες το μικρό σου ατύχημα για να δέσεις τη συμφωνία, το πρόβλημα είναι ότι εγώ δεν το θέλω το παιδί. Οπότε, βρίσκεσαι πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησες.» Έγειρε μπροστά και τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το στομάχι της. «Αυτό πιστεύεις;» Πήρε μια τραχιά ανάσα και το κορμί της ρίγησε. «Πιστεύεις πως το έκανα επίτηδες, για να σε παγιδέψω;» «Για ποιον άλλο λόγο θα μου έλεγες πως παίρνεις το χάπι έτσι ώστε να σταματήσω να βάζω προφυλακτικό; Παραδέχτηκες απ’ την αρχή πως ήθελες λεφτά, έπειτα με ξεγέλασες προσποιούμενη ότι είσαι ανεξάρτητη. Με έκανες να χάσω τα νερά μου.» Άφησε ένα άχαρο γέλιο. «Το να αρνηθείς το καινούργιο αμάξι ήταν έξυπνη κίνηση. Κατάπια το δόλωμα μαζί με το αγκίστρι. Όμως απλώς περίμενες για τη μεγάλη στιγμή.» «Ω Θεέ μου!» Διπλώθηκε στα δύο σαν να πονούσε, αλλά εκείνος παρέμεινε εκεί που ήταν και δεν ένιωσε τίποτα. Με αργές κινήσεις, η Αλέξα σηκώθηκε από την καρέκλα. Η λάμψη είχε σβήσει. Το πρόσωπό της αντανακλούσε μια βαθιά θλίψη που τον έκανε να διστάσει για ένα δευτερόλεπτο μόνο. Μετά έκανε την καρδιά του πέτρα και ανάγκασε τον εαυτό του να δει την αλήθεια για τη γυναίκα του. Ήταν μια ψεύτρα. Είχε χρησιμοποιήσει ένα αθώο παιδί για να πάρει αυτό που ήθελε και το μόνο θύμα θα ήταν το παιδί. Ανατρίχιασε από αηδία με τον τρόπο που εξακολουθούσε να παίζει το παιχνίδι, παριστάνοντας το θύμα. Η Αλέξα στηρίχτηκε στον τοίχο και κοίταξε με φρίκη από την άλλη άκρη του δωματίου. «Δεν το ήξερα» είπε βραχνά. «Δεν είχα ιδέα πως σκεφτόσουν έτσι για μένα. Νόμιζα-» Πήρε μια βαθιά ανάσα


και ύψωσε το πιγούνι. «Μάλλον δεν έχει σημασία τι νόμιζα, σωστά;» Γύρισε να φύγει κι ο Νικ πέταξε την τελευταία λέξη στην πλάτη της. «Έκανες πολύ μεγάλο λάθος, Αλέξα.» «Έχεις δίκιο» ψιθύρισε. «Έκανα λάθος.» Μετά έφυγε. Η πόρτα έκλεισε. Ο Νικ στάθηκε για πολλή ώρα στην κουζίνα, μέχρι που άκουσε το σιγανό ήχο από βήματα. Ο Φωνακλάς καθόταν δίπλα του, με τα κίτρινα μάτια του γεμάτα με τη γνώση πως η Αλέξα είχε φύγει οριστικά. Άφησε ένα σιγανό κλαψούρισμα. Το σπίτι αντιλαλούσε από μια απόκοσμη σιωπή. Ήταν ξανά μόνοι και οι δύο, αλλά ο Νικ δεν είχε καθόλου συναισθήματα για να κλάψει. Ήταν ευχαριστημένος που το σκυλί έκλαιγε και για τους δύο.


Κεφάλαιο Έντεκα Δυο βδομάδες. Ο Νικ κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Ο Φωνακλάς ήταν ξαπλωμένος κοντά στα πόδια του. Ένα φλιτζάνι αχνιστός καφές ήταν ακουμπισμένο δίπλα στον αγκώνα του. Περνούσε τις μέρες του σαν φάντασμα. Η δουλειά τον κρατούσε απασχολημένο, έτσι διοχέτευε όλη του την ενέργεια στα σχέδιά του, μετά στριφογύριζε άυπνος όλη νύχτα. Σκεφτόταν την Αλέξα και το αγέννητο μωρό. Άκουσε να χτυπάει το κουδούνι. Κούνησε το κεφάλι και πήγε να δει ποιος ήταν. Απέξω στέκονταν ο Τζιμ και η Μαρία ΜακΚένζι. Θλίψη τον πλημμύρισε βλέποντας τις οικείες φιγούρες, αλλά έδιωξε το συναίσθημα και άνοιξε την πόρτα. «Τζιμ, Μαρία, τι γυρεύετε εδώ;» Υπέθετε πως είχαν έρθει για ένα συγκεκριμένο λόγο – να τον διαλύσουν εντελώς. Προετοιμάστηκε για τα δάκρυα και τις ικεσίες της Μαρίας για το αγέννητο παιδί του. Περίμενε ότι ο Τζιμ θα του έριχνε γροθιά και θα τον έβριζε που πλήγωσε το κοριτσάκι του. Ο Νικ ίσιωσε την πλάτη και ετοιμάστηκε να τα δεχτεί όλα. Είχε εκπλαγεί που περίμεναν τόσο πολύ. Διάβολε, μπορεί το μένος των γονιών της να βοηθούσε. Είχε ανάγκη να νιώσει κάτι – θα καλωσόριζε ακόμα και τον πόνο. Τελικά, έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί της σχετικά με το υπόλοιπο του συμβολαίου και να δει τι θα έκαναν για τα μάτια του κόσμου. Αναρωτήθηκε τι παραμύθι να είχε πει στους γονείς της γι’ αυτόν. «Μπορούμε να περάσουμε;» ρώτησε η Μαρία. «Φυσικά.» Τους οδήγησε στην κουζίνα. Ο Φωνακλάς τρύπωσε πίσω από την κουρτίνα, αφού ακόμα δεν ήταν εξοικειωμένος με τους ξένους. Ο Νικ τού χάιδεψε αφηρημένα το κεφάλι πριν βγάλει δυο κούπες. «Έχω καφέ ή τσάι.» «Καφέ, παρακαλώ» είπε ο Τζιμ. Η Μαρία αρνήθηκε και κάθισαν. Ο Νικ ασχολήθηκε με το γάλα και τη ζάχαρη και προσπάθησε να αγνοήσει τον κόμπο στο στομάχι του. «Φαντάζομαι πως είστε εδώ για να μιλήσουμε για την Αλέξα» άρχισε. Ο Τζιμ και η Μαρία αντάλλαξαν μια παράξενη ματιά. «Ναι. Μας αποφεύγει, Νίκολας. Πιστεύουμε πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν απαντάει στα τηλεφωνήματά μας. Επισκεφθήκαμε το μαγαζί για να βεβαιωθούμε πως είναι καλά, όμως εκείνη βρήκε μια δικαιολογία και μας ξεφορτώθηκε.» Ο Τζιμ έγνεψε καταφατικά. «Δεν έχει μιλήσει στον αδελφό της, ούτε στην Ίζι και στην Τζεν. Αποφασίσαμε να έρθουμε οι ίδιοι από δω και να της μιλήσουμε. Πες μας, Νικ. Έχετε προβλήματα οι δυο σας; Πού είναι;» Η παράξενη αίσθηση σαν να ζούσε σκηνή από τη Ζώνη του λυκόφωτος έκανε το κεφάλι του να γυρίζει. Ο Νικ κοίταξε το μεγαλύτερο ζευγάρι που καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας του και αναρωτήθηκε τι στο διάβολο θα τους έλεγε. Η Αλέξα δεν τους είχε μιλήσει για το μωρό. Ή για το χωρισμό τους. Προφανώς, δεν ήξερε πώς να χειριστεί την κατάσταση. Ο Νικ έπνιξε ένα βογκητό. Δεν υπήρχε περίπτωση να τους ομολογήσει τι είχε συμβεί. Δεν ήταν


οικογένειά του. Δεν ήταν δική του ευθύνη. «Ε, νομίζω πως μάλλον κάτι έχει στο ΜπουκΚρέιζι. Βραδιά ποίησης.» Η Μαρία τύλιξε τα δάχτυλά της σφιχτά γύρω απ’ τα δικά του. Το κράμα δύναμης και καλοσύνης τον έκανε να θέλει να κλάψει. Τα μάτια της γέμισαν έγνοια. «Όχι άλλα ψέματα. Είσαι μέλος της οικογένειας τώρα. Πες μας την αλήθεια.» Τα λόγια της ταρακούνησαν την κλειδαριά στο κουτί βαθιά μέσα του. Οικογένεια. Η Μαρία πίστευε ακόμα πως ήταν μέλος της οικογένειας. Μακάρι να ήταν αλήθεια αυτό και η γυναίκα του να μην τον είχε προδώσει. Ο Νικ έσκυψε το κεφάλι. Η λέξη ξέφυγε από το στόμα του πριν προλάβει να την ελέγξει. «Χωρίσαμε.» Η Μαρία πήρε μια κοφτή ανάσα. Φανταζόταν πως ο Τζιμ μάλλον τον κοίταζε με μίσος. Ο Νικ παραδόθηκε στο μοιραίο. Ήταν καιρός να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Μέχρι την τελευταία. Η προσεκτικά σχεδιασμένη απάτη κατέρρευσε μπροστά στα μάτια του και συνειδητοποίησε πως έπρεπε να κάνει τη μεγάλη βουτιά. Ήταν καιρός να μάθει η οικογένειά της την αλήθεια. «Τι συνέβη;» ρώτησε τρυφερά η Μαρία. Ο Νικ τράβηξε τα χέρια του και σηκώθηκε, αρχίζοντας να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο καθώς πάλευε να βρει τις λέξεις. «Η Αλέξα μού είπε πως ήταν έγκυος στο παιδί μας.» Έκλεισε τα μάτια μπροστά στην αυτόματη χαρά που απλώθηκε στα πρόσωπά τους. «Αλλά εγώ της είπα πως δεν το ήθελα.» Σήκωσε το πιγούνι και αρνήθηκε να γυρίσει την πλάτη. Ο οικείος πάγος τον τύλιξε ξανά προστατευτικά. «Την προειδοποίησα από την αρχή πως δεν μπορώ να γίνω πατέρας.» Η Μαρία τον κοίταξε με όλη την κατανόηση του κόσμου. «Νίκι, γιατί να πεις τέτοιο πράγμα; Θα γίνεις ένας υπέροχος πατέρας. Είσαι τρυφερός και σταθερός και έχεις τόσα πολλά να δώσεις.» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν έχω. Κάνεις λάθος.» Οι λέξεις για την προδοσία της Αλέξα ανέβηκαν στα χείλη του αλλά τις συγκράτησε. Αρνιόταν να ραγίσει τις καρδιές των γονιών της μιλώντας τους για τον χωρίς αγάπη γάμο τους. «Υπάρχουν άλλοι προσωπικοί λόγοι, Μαρία. Πράγματα που δεν μπορώ να συζητήσω. Πράγματα που ίσως να μην είμαι ικανός να συγχωρήσω.» «Κάνεις λάθος, Νίκολας» είπε ο Τζιμ μαλακά. «Πάντα υπάρχει περιθώριο για συγχώρεση. Αν αγαπιέστε μεταξύ σας. Εγώ πρόδωσα την εμπιστοσύνη των παιδιών μου. Της γυναίκας μου. Έφυγα γυρνώντας την πλάτη σε όλους εκείνους που είχα υποσχεθεί να αγαπάω και να τιμάω. Αλλά με συγχώρεσαν και τώρα είμαστε ένα ξανά.» Η Μαρία συγκατένευσε. «Ο γάμος είναι δύσκολη υπόθεση. Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη. Μερικές φορές κάνουμε φρικτά πράγματα. Αλλά οι όρκοι που έδωσες μιλάνε για καλές και για κακές στιγμές.» Ο Νικ κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό του. «Δεν έχω τη δύναμη να υπομένω. Είμαι σαν τον πατέρα μου. Μόλις παντρεύτηκε την τέταρτη σύζυγο και το μόνο που τον νοιάζει είναι ο εαυτός του. Δεν αντέχω να πληγώσω ένα αθώο παιδί. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να μη σε θέλουν.» Ατσάλωσε τον εαυτό του για να δεχτεί αποστροφή και σοκ. Αντίθετα όμως, η Μαρία γέλασε και διέσχισε το δωμάτιο για να τον αγκαλιάσει σφιχτά. «Ω Νίκολας, πώς είναι δυνατόν να το λες αυτό; Δε θυμάσαι πόσο συχνά τρύπωνες στο σπίτι μου για να κλέβεις κουλουράκια και να έχεις το νου σου στην αδελφή σου; Είσαι ένας γεμάτος αγάπη, ολοκληρωμένος άντρας και δε μοιάζεις σε τίποτα


με τον πατέρα σου. Το βλέπω κάθε φορά που κοιτάζεις την κόρη μου και η αγάπη σου για κείνη λάμπει στα μάτια σου.» Ο Τζιμ καθάρισε το λαιμό του. «Είσαι ο εαυτός σου, Νικ. Κάνεις τα δικά σου λάθη και τις δικές σου επιλογές. Μη ρίχνεις το φταίξιμο στα γονίδια και μην κρύβεσαι πίσω από δικαιολογίες. Είσαι πολύ καλός για κάτι τέτοιο.» Η Μαρία έκλεισε το πρόσωπό του στις παλάμες της. Τα μάτια της αντανακλούσαν αγάπη και χιούμορ και κατανόηση. «Ένας άντρας σαν τον πατέρα σου δε θα μας είχε κάνει ποτέ ένα τόσο γενναιόψυχο δώρο. Τα χρήματα που μας δώσατε εσύ και η Αλέξα μάς επέτρεψαν να φροντίσουμε τα παιδιά μας και να κρατήσουμε το σπίτι μας.» Ο Νικ συνοφρυώθηκε. «Χρήματα;» Η Μαρία κούνησε το κεφάλι. «Ξέρω πως η Αλέξα είπε ότι ήταν όρος να μην τα αναφέρουμε ποτέ, αλλά ειλικρινά, καρδιά μου, πρέπει να μάθεις πόσο ευγνώμονες είμαστε!» Ο Νικ έκανε πως συμφωνούσε, μιας και το στομάχι του ούρλιαζε πως η απάντηση ήταν το τελευταίο κομμάτι του παζλ που ήταν η γυναίκα του. «Ναι, φυσικά, ήταν χαρά μας. Και τα χρησιμοποιήσατε για…» Η Μαρία έγειρε το κεφάλι στο πλάι. «Για να σώσουμε το σπίτι μας, φυσικά. Τώρα ο Τζιμ κι εγώ μπορούμε να φροντίζουμε τους λογαριασμούς και τα έξοδα συντήρησης. Τελικά έχουμε μια ευκαιρία. Και όλα αυτά χάρη σ’ εσένα.» Το παζλ απλώθηκε μπροστά του σε όλη του τη δόξα. Ολοκληρωμένο. Τα χρήματα για τα οποία την είχε κατακρίνει δεν είχαν πάει για τη δουλειά της. Του είχε πει ψέματα και είχε σώσει το σπίτι της οικογένειάς της. Αυτός ήταν ο λόγος που τον είχε παντρευτεί. Είχε προσπαθήσει να πάρει δάνειο από την τράπεζα για το καφέ της αλλά της το είχαν απορρίψει. Και τώρα συνειδητοποιούσε γιατί η Αλέξα δεν του είχε πει ποτέ την αλήθεια. Πώς θα μπορούσε; Εκείνος δεν της είχε προσφέρει ποτέ την ασφάλεια για να του εξομολογηθεί την αλήθεια. Αρνιόταν να του επιτρέψει να νιώσει οίκτο γι’ αυτή ή για την οικογένειά της, ή ακόμα να έχει κάτι για να νιώθει από πάνω. Η Αλέξα είχε φροντίσει τους δικούς της, επειδή, για όποιον αγαπούσε, πάλευε μέχρι θανάτου. Ήταν η πιο πιστή, ευσπλαχνική, ξεροκέφαλη, παθιασμένη γυναίκα που είχε γνωρίσει στη ζωή του κι αυτός ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της. Η αλήθεια έπαλλε σε κάθε κύτταρο του κορμιού του. Δεν του είχε πει ψέματα για το μωρό. Δεν είχε προσπαθήσει να μείνει έγκυος. Με κάποιον τρόπο είχε συμβεί, αλλά εκείνη ήταν κουτή που τον εμπιστεύτηκε αρκετά για να του πει την αλήθεια και να προσπαθήσει να του εξηγήσει. Ουσιαστικά τον εμπιστευόταν τόσο ώστε να πιστέψει πως θα χαιρόταν για το μωρό. Κι αυτός την είχε προδώσει. Διαλέγοντας να πιστέψει τις γεμάτες δηλητήριο κουβέντες της Γκαμπριέλα και του πατέρα του για τη γυναίκα που τον αγαπούσε. Για πρώτη φορά από τη στιγμή της επιφώτισης, αναρωτήθηκε αν η Αλέξα θα κατάφερνε να τον συγχωρήσει. Κοίταξε τη Μαρία. Αυτή η γυναίκα δεν είχε δώσει στην κόρη της μόνο τη δύναμη να παλεύει για ό,τι πίστευε, αλλά και μια καρδιά που έδινε την αγάπη χωρίς όρους. Μια καρδιά που ο Νικ προσευχόταν να του έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Σκέφτηκε τον πατέρα του και τις πολλές γυναίκες του. Σκέφτηκε πόσο σκληρά είχε προσπαθήσει για να αποφύγει τα συναισθήματα, έτσι ώστε να μην πληγωθεί ξανά όπως τον είχαν πληγώσει οι


γονείς του. Έτσι όπως είχε πληγώσει η σχέση τους όλους γύρω τους. Ο κεραυνός χτύπησε το δωμάτιο και τον ταρακούνησε συθέμελα. Συνειδητοποίησε πως, αν συνέχιζε να πορεύεται στο ίδιο μονοπάτι, θα ήταν ακριβώς σαν τον πατέρα του. Ο Νικ έκλεισε τα δάχτυλά του σε μια σφιχτή γροθιά. Καλλιεργώντας την απόσταση στις σχέσεις του για να αποφύγει τον πόνο, είχε δημιουργήσει έναν άντρα που ήταν ένα κέλυφος. Αλλά αυτές του οι ενέργειες προκάλεσαν στη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο πόνο απ’ όσο άξιζε στον οποιονδήποτε. Ήταν ένας δειλός που πλήγωνε τους ανθρώπους επειδή νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του. Μέσα του, ο φόβος συνέχιζε να παραμένει γαντζωμένος με μια επιμονή που είχε καλλιεργήσει επί χρόνια. Αλλά για πρώτη φορά ήθελε να προσπαθήσει. Ήθελε να δώσει στην Αλέξα αυτό που χρειαζόταν. Ήθελε να είναι πατέρας, σύζυγος, φίλος. Ήθελε να την προστατέψει και να τη φροντίσει και να ζήσει μαζί της την υπόλοιπη ζωή του. Ίσως αν της έδινε όλα όσα είχε, όλα όσα ήταν, να ήταν αρκετός για κείνη. Ο τελευταίος τοίχος γύρω απ’ την καρδιά του έτριξε. Κλονίστηκε. Και κατέρρευσε. Άγνωστο γιατί, η Αλεξάντρια πίστευε πως ήταν αρκετός επειδή τον αγαπούσε. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έσφιγγε τα δάχτυλα της Μαρίας. «Πρέπει να της μιλήσω.» Η Μαρία κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. «Πήγαινε να διορθώσεις τα πράγματα.» Ίσιωσε το σώμα του και στράφηκε να κοιτάξει τον πεθερό του. «Τα έκανα μούσκεμα κι εγώ. Μόνο να ελπίζω μπορώ πως θα με συγχωρέσει. Αλλά θα προσπαθήσω.» Ο Τζιμ χαμογέλασε. «Ναι, γιε μου.» Ο Νικ κοίταξε το άσχημο κυνηγόσκυλο που είχε αρχίσει να αγαπάει. «Νομίζω πως έχω μια ιδέα.» *** Η Μάγκι ακούμπησε ένα αχνιστό φλιτζάνι πράσινο τσάι και απομάκρυνε τον καπουτσίνο που βασάνιζε την Αλέξα τα τελευταία λεπτά. «Χωρίς καφεΐνη. Το τσάι έχει αντιοξειδωτικά.» Η Αλέξα άφησε ένα αδύναμο γελάκι. «Μάλιστα, μαμά. Αλλά δε νομίζω πως ένας καφές μόκα όταν είμαι εξαντλημένη θα βλάψει σε τίποτα.» «Η καφεΐνη εμποδίζει την ανάπτυξη του μωρού.» «Το ίδιο και το στρες και το να μη βγάζεις αρκετά χρήματα για να συντηρήσεις ένα μωρό.» «Χμμ, θα πρέπει να φταίνε οι ορμόνες. Είσαι ολοφάνερα δύστροπη.» «Μαγκς!» Η φίλη της της έστειλε ένα πλατύ χαμόγελο και έβγαλε το καπάκι απ’ το τσάι. «Απλώς μου αρέσει να σε τσαντίζω. Έτσι σιγουρεύομαι πως δεν έχεις μετατραπεί σε μια από εκείνες τις τραγικές ηρωίδες για τις οποίες σου αρέσει τόσο να διαβάζεις.» «Άντε πηδήξου.» «Ακόμα καλύτερα.» Η Αλέξα την κοίταξε με αληθινή ζεστασιά. Θα τα κατάφερνε μια χαρά. Μετά από δυο βδομάδες


μακριά από τον Νίκολας, η κάθε μέρα ήταν μια δοκιμασία δύναμης και αντοχής που ήταν υπερβολικά πεισματάρα για να μην την αντιμετωπίσει. Είχε κρατήσει την είδηση για το μωρό κρυφή από την οικογένειά της, αλλά σχεδίαζε να τους αποκαλύψει την αλήθεια αυτό το Σαββατοκύριακο. Η Μάγκι θα τη βοηθούσε. Και, παρ’ όλο που δεν είχε εξασφαλίσει το δάνειο για το μαγαζί της, το ΜπουκΚρέιζι έβγαζε ένα πιο σταθερό κέρδος. Θα επιβίωνε. Η Αλέξα επαναλάμβανε τη φράση σαν μάντρα κάθε ώρα της κάθε μέρας που περνούσε μακριά απ’ τον άντρα που αγαπούσε, ενώ το μωρό μεγάλωνε στην κοιλιά της. Εκείνος είχε κάνει την επιλογή του και η Αλέξα έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. «Ο κόμης με έβγαλε για δείπνο προχθές.» Η Αλέξα χαμογέλασε και μελέτησε το πρόσωπο της φίλης της. «Και δε μου το είπες;» Η Μάγκι ανασήκωσε τους ώμους. «Συγκρουστήκαμε. Το μόνο που έκανε ήταν να μιλάει για σένα. Είναι ερωτευμένος μαζί σου, Αλ.» Η Αλέξα γέλασε. «Πίστεψέ με. Δεν υπάρχει σπίθα ανάμεσά μας και ούτε θα υπάρξει ποτέ.» Χτύπησε τη γλώσσα της με ενδιαφέρον. «Μαλώσατε, ε; Τελικά ίσως να συνάντησες το ταίρι σου.» Η Μάγκι ρουθούνισε κοροϊδευτικά. «Αηδίες.» Η Αλέξα έσφιξε τα χείλη με το ενδιαφέρον της να έχει ανάψει. «Ίσως να είναι ο μόνος άντρας που θα μπορέσει να σε κουμαντάρει, Μαγκς.» «Η εγκυμοσύνη σού έχει πειράξει τον εγκέφαλο.» Για μια στιγμή, η Αλέξα νόμισε πως είδε στα μάτια της Μάγκι κάτι σαν θλίψη. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι, αλλά οι ποιητές μαζεύτηκαν και κάθισαν στις θέσεις τους. Η μελαγχολική μουσική άρχισε να παίζει απ’ τα μεγάφωνα. Τα φώτα ήταν χαμηλωμένα, έξω είχε πέσει το σκοτάδι. Ένα βουητό δημιουργικής ενέργειας πλημμύρισε την αίθουσα καθώς οι ποιητές άρχιζαν να απαγγέλλουν τις σκέψεις και τα όνειρά τους στο μικρόφωνο. Έσφιξε το σημειωματάριο στο στήθος της κοιτώντας τους από το πλάι και επέτρεψε στον εαυτό της να βουλιάξει στο ανακουφιστικό κουκούλι των εικόνων. Έκλεισε τα μάτια και άφησε τις αισθήσεις της να κυριαρχήσουν, παρακολουθώντας, κρίνοντας, καθώς οι εικόνες κυλούσαν στο μυαλό της όπως το λάδι πάνω στο καναβάτσο. Μεσολάβησε μια μικρή παύση όταν οι ποιητές άλλαζαν. Μετά άκουσε τη φωνή. Αρχικά, το μυαλό της ήταν ανοιχτό στη βαθιά, σοβαρή φωνή του άντρα που διάβαζε στο μικρόφωνο. Καθώς η καρδιά της έκανε το συσχετισμό, ένας φόβος χωρίς ανάσα και χωρίς όνομα την πλημμύρισε. Η ανάσα της πιάστηκε. Αργά και προσεκτικά πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει τον ποιητή που στεκόταν πάνω στο βάθρο. Ο άντρας της. Στην αρχή, σκέφτηκε πως της έπαιζαν παιχνίδια τα μάτια της. Ο Νικ Ράιαν που ήξερε δε γινόταν να υπάρχει πάνω στην εξέδρα. Τη θέση του είχε πάρει ένας ξένος. Ήταν ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω με αξεσουάρ των Μετς. Ένα μπλε-πορτοκαλί καπελάκι φορεμένο ανάποδα στο κεφάλι του, απ’ όπου ξέφευγαν ξανθές μπούκλες. Φορούσε ένα μπλουζάκι των Μετς, τζιν και πάνινα παπούτσια. Κρατούσε μια πορτοκαλί αλυσίδα στο χέρι και η Αλέξα είδε τον Φωνακλά να κάθεται δίπλα του με μια σιωπηλή σοβαρότητα που άρμοζε σε σκύλο ράτσας και όχι μπάσταρδο. Το σκυλί φορούσε μια μπαντάνα των Μετς στο λαιμό. Το ένα αυτί του ήταν γερμένο στο πλάι. Η ουρά του δεν κουνιόταν. Όμως τα μάτια του δεν είχαν εκείνο το στοιχειωμένο


βλέμμα που συνήθως συνέδεε με ένα κακοποιημένο σκυλί. Στηριγμένος στα δυο μπροστινά του πόδια, είχε κρεμασμένη στο στήθος μια χάρτινη ταμπέλα με τις λέξεις Γύρνα Σπίτι. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, μία φορά, δύο φορές· μετά συνειδητοποίησε πως η σκηνή που έβλεπε μπροστά της ήταν αληθινή. Ο Νικ κρατούσε ένα τσαλακωμένο χαρτί στα δάχτυλά του. Καθάρισε το λαιμό του. Η Αλέξα κράτησε την ανάσα της καθώς η φωνή του ξεχύθηκε στο μικρόφωνο και έφτασε στα αυτιά της. «Δεν είμαι ποιητής. Αλλά η γυναίκα μου είναι. Με δίδαξε πώς να αναζητώ το ασυνήθιστο μέσα στην απλότητα. Με δίδαξε για τα συναισθήματα και την αλήθεια και τις δεύτερες ευκαιρίες. Βλέπετε, ποτέ δεν είχα καταλάβει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να δίνει συνεχώς τα πάντα χωρίς να υπολογίζει να πάρει. Αλέξα, μου άλλαξες τη ζωή, αλλά εγώ ήμουν πολύ φοβισμένος για να ακολουθήσω. Πίστευα πως δεν ήμουν αρκετός. Τώρα καταλαβαίνω την αλήθεια.» Η Αλέξα έκλεισε τα μάτια απελπισμένη καθώς τα δάκρυα άρχιζαν να κυλάνε από τα μάτια της. Η Μάγκι τής έπιασε το χέρι. Ο άντρας της την ήθελε πίσω. Από την άλλη, το να ακολουθήσει αυτό το δρόμο ήταν σαν το διάσημο ποίημα, ένας άγνωστος παράγοντας. Καταλάβαινε καλύτερα τη σκοτεινιά του, ήξερε πως, αν του γυρνούσε την πλάτη, θα ήταν ασφαλής. Θα τα κατάφερνε μόνη της. Το σκοτάδι την καλούσε σαν παλιός φίλος. Εκείνη τη στιγμή είχε τη δική της επιλογή. Και μάρτυς της ο Θεός, δεν ήξερε αν είχε τη δύναμη να ξαναπροσπαθήσει. Άνοιξε τα μάτια της. Χαμηλά μουρμουρητά και σχόλια έφταναν στα αυτιά της. Κοίταξε τον άντρα που αγαπούσε και τον περίμενε να μιλήσει. «Σ’ αγαπώ, Αλέξα. Σε θέλω και θέλω το μωρό μας. Θέλω ετούτο το γελοίο σκυλί επειδή το έχω αγαπήσει κι αυτό τελικά. Επίσης κατάλαβα τι δε θέλω. Δε θέλω να ζήσω τη ζωή μου χωρίς εσένα. Δε θέλω πια να είμαι μόνος. Και δε θέλω να πιστέψω πως δε μου αξίζει να σε έχω. Και ορκίζομαι ενώπιον του Θεού ότι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου επανορθώνοντας για αυτό μου το λάθος.» Τα χείλη της τρεμούλιασαν. Το χέρι της Μάγκι έσφιξε το δικό της. «Τον αγαπάς ακόμα;» Η απάντηση της Αλέξα βγήκε πνιχτή. «Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το κάνω πια.» Τα μάτια της Μάγκι έκαιγαν με μια ένταση που έβγαζε σπίθες. «Ναι, μπορείς. Μπορείς να το κάνεις ξανά και ξανά και ξανά. Αν τον αγαπάς αρκετά.» Ο άντρας της κατέβηκε από το μικρόφωνο και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Ο προσεκτικά χτισμένος τοίχος κλυδωνίστηκε απ’ τα θεμέλιά του. «Ήσουν πάντα εσύ. Με έκανες ολόκληρο ξανά.» Και μετά γονάτισε μπροστά της και ακούμπησε τα χέρια του στην κοιλιά της. «Το μωρό μου» ψιθύρισε. «Φοβόμουν πως δεν είχα τίποτα να δώσω. Αλλά έχω. Και θέλω να τα δώσω όλα σ’ εσένα.» Ο τοίχος σείστηκε με δύναμη και κατέρρευσε γύρω της. Η Αλέξα έκανε την επιλογή της. Τον τράβηξε να σηκωθεί και χώθηκε στην αγκαλιά του. Εκείνος την κράτησε σφιχτά, με το στόμα του στο αυτί της, τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της, καθώς της ψιθύριζε την υπόσχεση πως δε θα την πλήγωνε ποτέ ξανά. Ένα βουερό χειροκρότημα έσπασε τη σιωπή, με δυνατές ζητωκραυγές


και υψωμένους αντίχειρες. Η Μάγκι χαμογέλασε. «Καιρός ήταν να έρθεις στα συγκαλά σου, μεγάλε αδελφέ.» Ο Νίκολας τράβηξε την αδελφή του στην αγκαλιά του. Το πρόσωπό του αντανακλούσε μια ελαφρότητα και μια γαλήνη που η Αλέξα είχε ξαναδεί, αλλά ποτέ να λάμπει με τέτοια ένταση. «Ελπίζω να ξέρετε πως σκοπεύω να είμαι η νονά αυτού του μωρού.» Η Αλέξα γέλασε. «Ο Θεός να μας βοηθήσει όλους αν είναι κορίτσι. Θα φοράει δερμάτινα μωρουδιακά και θα πηγαίνει σε γυρίσματα για εσώρουχα.» «Και, αν είναι αγόρι, θα του μάθω το σωστό τρόπο για να κάνει μια γυναίκα ευτυχισμένη.» Ο Νικ απόθεσε ένα φιλί στα χείλη της γυναίκας του. «Ω, θα έχεις κι απ’ τα δύο, Μαγκς. Νομίζω πως είναι ώρα να πάρω τη γυναίκα μου σπίτι και να αρχίσουμε την εξάσκηση για το δεύτερο.» Τα μάτια της Αλέξα γούρλωσαν. «Δεύτερο; Πρώτα θα πρέπει να ξεπεράσω τις πρωινές αδιαθεσίες και το βάρος που θα πάρω και τον τοκετό.» «Ψιλοπράματα. Θα είμαι δίπλα σου σε όλη τη διάρκεια.» «Μόνο αν φοράς το φανελάκι των Μετς.» Ο Νικ χαμογέλασε. «Στην πραγματικότητα, σκέφτηκα πολύ τα επιχειρήματά σου πάνω στο ζήτημα. Ίσως έχεις δίκιο. Ίσως οι Μετς να αξίζουν άλλον έναν οπαδό στο γήπεδό τους.» Η Αλέξα ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό. «Σε ευχαριστώ, Μητέρα Γη» ψιθύρισε. Σημείωσε νοερά να δώσει το βιβλίο με τις γητειές στη Μάγκι. Κάτι της έλεγε πως η ζωή της Μάγκι σύντομα θα άλλαζε. Και θα χρειαζόταν όσο περισσότερη βοήθεια μπορούσε να βρει. Σαν να ήξερε τι σκεφτόταν, ο Νικ τη φίλησε. «Πάμε στο σπίτι.» Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και τον άφησε να την οδηγήσει πίσω στο φως.


Επίλογος Μάγκι Η Αλέξα άφησε ένα βογκητό και ακούμπησε το πιάτο πάνω στην τεράστια κοιλιά της. Η φανερή αηδία που ένιωθε για την καινούργια της ικανότητα να μπορεί ξαφνικά να ισορροπεί μεγάλα αντικείμενα πάνω στο σώμα της έκανε τη Μάγκι να σφίξει τα χείλη σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μη γελάσει. Το συνοφρύωμα της καλύτερής της φίλης έγινε πιο βαθύ. «Βούλωσέ το, Μάγκι. Νιώθω χάλια. Γιατί δεν έρχεται; Έχει αργήσει σχεδόν δυο βδομάδες και ο γιατρός μου λέει να κάνω υπομονή. Θέλω να βγει έξω. Ε-Ξ-Ω. Έξω.» Η Μάγκι έπιασε το πιάτο –στο οποίο δεν είχε μείνει ούτε ψίχουλο από το κέικ– και της έδωσε ένα ποτήρι γάλα. Η εικόνα της δυσφορίας της φίλης της έκανε τη Μάγκι να θέλει να διορθώσει την κατάσταση, αλλά το μόνο που είχε απομείνει σ’ αυτό το στάδιο ήταν το επιδόρπιο και τα μεζεδάκια. Μέχρι που είχε προσπαθήσει να αγοράσει στην Αλέξα ροζ σαγιονάρες με στρας, αλλά το κενό ανάμεσα στα δάχτυλά της ήταν πλέον ανύπαρκτο. Πλατάγισε τη γλώσσα συμπονετικά και κουλουριάστηκε στην άκρη του γκρι καναπέ. «Ξέρω, μωρό μου. Δεν πάει άλλο. Βάζω στοίχημα πως σε μια δυο μέρες θα την κρατάς στην αγκαλιά σου και θα εύχεσαι να είχες λίγο χρόνο παραπάνω για ύπνο. Λένε ότι κλαίνε μέρα νύχτα.» Η Αλέξα κούνησε τα πρησμένα πόδια της και αναστέναξε. «Δεν κοιμάμαι έτσι κι αλλιώς.» «Καημενούλι μου. Της πήρα ένα δώρο.» Η Μάγκι έπιασε τη χάρτινη τσάντα και την κούνησε μπροστά της. «Κατευθείαν απ’ το Μιλάνο, από έναν από τους τοπ σχεδιαστές μωρουδιακών.» «Πρέπει να σταματήσεις να της αγοράζεις πράγματα, Μαγκς. Η ντουλάπα της είναι ήδη μεγαλύτερη απ’ τη δική μου.» «Ωραία, τότε κάνω σωστά τη δουλειά μου.» Η Μάγκι παρακολούθησε τη φίλη της να ανοίγει το χαρτί και να βγάζει ένα μαύρο τζιν, ένα έντονο ροζ μπλουζάκι και ασορτί δερμάτινο μπουφάν. Οι μικροσκοπικές δερμάτινες μπότες ήταν στολισμένες με τοσοδούλικα ροζ διαμαντάκια. «Σου αρέσει;» «Ω Θεέ μου, απίθανο! Δεν μπορώ να το πιστέψω πως βρήκες κάτι τέτοιο σε βρεφικό μέγεθος!» Η Μάγκι ένιωσε να γεμίζει ευχαρίστηση. «Η βαφτισιμιά μου δε θα σηκώνει πολλά πολλά από τα άλλα πιτσιρίκια στην παιδική χαρά. Θα τη μάθουμε από νωρίς να είναι κακό κορίτσι μέχρι το κόκαλο.» Η Αλέξα γέλασε. «Νικ, έλα να δεις τι έφερε η αδελφή σου.» Ο Νικ βγήκε απ’ την κουζίνα και έπιασε τα ρουχαλάκια. Μια έκφραση απόλυτου τρόμου χαράχτηκε στο πρόσωπό του. «Διάβολε, όχι. Η κόρη μου δε θα φοράει ρούχα για συμμορίες μοτοσικλετιστών πριν καλά καλά βγει απ’ την κοιλιά της μάνας της.» Τα μάτια της Αλέξα πέταξαν σπίθες οργής. «Δε θα προσβάλεις την αδελφή σου ούτε το ωραίο δώρο της. Νομίζω πως είναι το τέλειο ντύσιμο για να τη φέρουμε σπίτι.» Η Μάγκι έγειρε την πλάτη στον καναπέ για να παρακολουθήσει το σόου. Η συνήθως ήρεμη φίλη της είχε τέτοιες μεταπτώσεις στη διάθεση αυτή την εποχή, που τρόμαζαν ακόμα κι αυτήν. Οι


ορμόνες ήταν άγριο πράγμα, αλλά ο αδελφός της έδειχνε να χειρίζεται την κατάσταση με αυτοπεποίθηση – για την ακρίβεια, η Μάγκι έπιασε μια σπίθα κεφιού στα μάτια του μπροστά στην πρόκληση της γυναίκας του. Οι διαξιφισμοί ανάμεσά τους της θύμιζαν τον ανταγωνισμό που είχαν σαν παιδιά. Ποιος το περίμενε πως όλον αυτό τον καιρό ήταν αδελφές ψυχές; Αν η Μοίρα δεν είχε παρέμβει με τον αναγκαστικό γάμο, ίσως να μην έσμιγαν ποτέ. Φυσικά, η Αλέξα ακόμα επέμενε πως είχε παίξει ρόλο εκείνη η γελοία γητειά, αλλά η Μάγκι απλώς την άφηνε να το πιστεύει. Δεν έτρεχε τίποτα. «Πάνω απ’ το πτώμα μου» της πέταξε ο Νικ με άνεση. «Θα φορέσει εκείνο με τα παπάκια που συμφωνήσαμε την περασμένη εβδομάδα.» Η Αλέξα πέταξε έξω το χείλι με πείσμα. «Αφού εγώ θα σπρώξω για να βγει, εγώ θα διαλέξω και τα ρούχα της.» «Χμμ, μου φαίνεται ότι αυτό το ακούω κάμποσες φορές κάθε μέρα. Αν μπορούσα να γεννήσω το μωρό στη θέση σου, ξέρεις πως θα το έκανα.» Η Αλέξα φούντωσε. «Ψεύτη. Όλοι οι άντρες τα λένε αυτά.» Ο Νικ σήκωσε τα χέρια σαν να παραδινόταν. «Υπάρχει κανείς να υπερασπιστεί εμένα και τις προθέσεις μου; Κατά προτίμηση κάποιος με τεστοστερόνη.» Λες και ο ίδιος ο Δίας έριξε εκείνη τη στιγμή τον κεραυνό του, βήματα αντήχησαν στο χολ, προσπέρασαν την κουζίνα και σταμάτησαν ακριβώς από πίσω τους. Η Μάγκι γύρισε αργά το κεφάλι. « Α, κάρα, νομίζω πως ο Νίκολας αυτή τη φορά το εννοεί. Ποιος άντρας δε θα δεχόταν να πονέσει στη θέση της γυναίκας του;» Το δέρμα της μυρμήγκιασε σαν προειδοποίηση και… κάτι άλλο, κάτι που η Μάγκι αρνήθηκε να ονομάσει. Ο κόμης Μάικλ Κόντε πλησίασε και χτύπησε τον Νικ φιλικά στον ώμο. Προσπάθησε να μη σηκώσει τα μάτια στο ταβάνι βλέποντας τη μειλίχια χειρονομία ή το χαρακτηριστικό χαμόγελο. Το άνετο βλέμμα που αντάλλαξαν μεταξύ τους ήταν καθαρά αρσενικό – ένας άντρας που σώζει έναν άλλο από μια τρελή γυναίκα. Όχι ότι ο Νικ χρειαζόταν πολλή βοήθεια. Ήδη βοηθούσε τη γυναίκα του να σηκωθεί από την πολυθρόνα, της μουρμούριζε καθησυχαστικά γλυκόλογα και της έστρωνε την μπλούζα πάνω απ’ τη φουσκωμένη της κοιλιά. Η απροκάλυπτη τρυφερότητα της χειρονομίας του και το ύφος στο πρόσωπό του τη χτύπησαν σαν μαστίγιο. Ο παλιός Νικ είχε πραγματικά χαθεί. Στη θέση του στεκόταν ένας άντρας γεμάτος αγάπη για τη γυναίκα του και το αγέννητο παιδί τους. Ένας αλλαγμένος άνθρωπος, επειδή είχε τελικά επιτρέψει στον εαυτό του να πιστέψει πως υπήρχε στον κόσμο κάποιος άλλος που μπορούσε να τον αγαπήσει γι’ αυτό που ήταν, με τα ελαττώματά του και όλα του. Το συναίσθημα της έκλεισε το λαιμό και η Μάγκι το έπνιξε με την ευκολία που χαρίζει η εξάσκηση. Θεέ, από πού είχε προκύψει όλη αυτή η ζήλια; Ο Νικ και η Αλέξα άξιζαν όλη την ευτυχία του κόσμου. Έπρεπε να κοιτάξει να συνέλθει. «Γιατί όπου υπάρχει φασαρία μοιάζει να είσαι παρούσα;» Η τραγουδιστή ιταλική προφορά του χάιδεψε τα αυτιά της και μερικά άλλα σημεία, αλλά η Μάγκι αρνήθηκε να απαντήσει στην κοροϊδευτική του ερώτηση. Γιατί στο διάβολο βρισκόταν εδώ κατ’ αρχήν; Η καθιερωμένη συνάντηση της Παρασκευής με την οικογένεια της Αλέξα ήταν παράδοση και κάτι που η Μάγκι περίμενε πάντα με ανυπομονησία. Πίτσα, σπαγκέτι και κιάντι. Το


σπίτι όπου μαζεύονταν άλλαζε κάθε βδομάδα, αλλά η συνάντηση ήταν κάτι σημαντικό γι’ αυτή – μια σταθερά μέσα στην τρελή ζωή που ζούσε. Μέχρι που μπήκε στη μέση ο Μάικλ Κόντι. Εντελώς ξαφνικά, άρχισε να εμφανίζεται κάθε Παρασκευή βράδυ με ένα κέικ κανόλι και μια ποικιλία από γλυκά, τόσο δελεαστικά όσο τα προκλητικά, μαύρα σαν το μελάνι μάτια του. Φερόταν λες και το ραντεβού τους στα τυφλά δεν είχε συμβεί ποτέ και παρίστανε τον αθώο. Η Μάγκι ήξερε την αλήθεια. Αυτός ο άντρας ήταν ερωτευμένος με την καλύτερή της φίλη. Ω, ναι, προσπαθούσε σκληρά να το κρύψει. Αλλά εκείνη έβλεπε τις γλυκές ματιές που έριχνε στην Αλέξα. Άκουγε τα ιταλικά γλυκόλογά του και το πλούσιο γέλιο του σχεδόν σε ό,τι του έλεγε. Η απογοήτευση της τέντωσε τα νεύρα. Κανείς δεν τον υποψιαζόταν, ιδίως ο αδελφός της. Είχε ξεπεράσει την παλιά –και πολύ σωστή– ζήλια του και είχε ανοίξει το σπίτι του στον καινούργιο τους φίλο. Κατά έναν περίεργο τρόπο, το ότι ερωτεύτηκε την Αλέξα τον έκανε να πιστέψει ξανά στα προτερήματα των ανθρώπων. Ευτυχώς, η Μάγκι δεν ήταν τυφλή. Ο Νικ τής έριξε μια προειδοποιητική ματιά. «Η Μάγκι ήταν πάντα ο καπετάν-φασαρίας της οικογένειας.» Τα χείλη του ανασηκώθηκαν σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. «Θυμάμαι τότε που η μαμά είχε έρθει ένα βράδυ στο σπίτι με κάποιον απ’ τους φίλους της. Ήταν μεθυσμένος και κακός.» Η Αλέξα έκανε μια γκριμάτσα. «Πες μου σε παρακαλώ πως δεν έπαθε κανείς τίποτα.» «Μόνο εκείνος. Μερικές φορές τού άρεσε να μου τις βρέχει και η Μάγκι ανησυχούσε μήπως ερχόταν στο δωμάτιό μου όταν αποκοιμιόταν η μαμά. Έτσι του έστησε μια παγίδα. Σίγουρα, εκείνη τη νύχτα άνοιξε την πόρτα μου.» «Και τι συνέβη;» ρώτησε η Αλέξα. «Το πόδι του έπεσε πάνω στο τεντωμένο σκοινί, μια βρεγμένη σφουγγαρίστρα τινάχτηκε στον αέρα κι εκείνος έπεσε κάτω. Μας ξύπνησε και τους δύο και αμέσως κάναμε μεγάλο σαματά, αρκετά μεγάλο για να τον πετάξει η μαμά έξω απ’ το σπίτι.» Η Μάγκι γέλασε και ανέμισε το χέρι. «Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Βαριόμουν και έψαχνα λίγη διασκέδαση.» Ο Μάικλ την κάρφωσε με το βλέμμα, έχοντας υψώσει το ένα φρύδι σαν να προσπαθούσε να την καταλάβει. Το δέρμα της άναψε, μετά πήρε κυριολεκτικά φωτιά. Διάβολε, όχι. Δε θα τον άφηνε να τρυπώσει ξανά στο κεφάλι της. Μια φορά ήταν αρκετή. «Λοιπόν, νομίζω πως αρκετά διασκεδάσαμε για σήμερα. Καλύτερα να πηγαίνω» είπε. Η Αλέξα αναστέναξε. «Ναι, κι εγώ είναι ώρα να πάω στο κρεβάτι. Ή τουλάχιστον να βάλω τα πόδια μου ψηλά και να δω καμιά βλακεία στην τηλεόραση μέχρι να μου περάσει η καούρα.» Ξαφνικά πάγωσε. Το στόμα της άνοιξε και ένα παράξενο στρίγκλισμα βγήκε απ’ τα χείλη της. «Ω Θεέ μου! Είμαι μούσκεμα.» Ο Νικ κοίταξε τα πόδια της. «Μωρό μου, έχυσες το γάλα σου. Δεν έγινε τίποτα. Θα σου φέρω άλλο.» Η σημασία της έκφρασης της Αλέξα χτύπησε τη Μάγκι σαν κεραυνός. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. «Δεν είναι γάλα, Νικ.»


«Α.» Κοίταξε πρώτα τη μία και μετά την άλλη με μια σαστισμένη έκφραση στο πρόσωπο. «Τότε τι είναι;» Η φωνή της Αλέξα βγήκε τσιριχτή. «Είναι ώρα.» «Ώρα για τι;» Η Μάγκι άφησε μια ανυπόμονη κραυγή. «Ώρα για το μωρό, ηλίθιε! Της σπάσανε τα νερά! Το μωρό έρχεται.» Σαν σε κακογραμμένη κωμωδία, όλοι έμειναν ακίνητοι, καθώς η Αλέξα ανάσαινε αγχωμένα με μια υγρή κηλίδα να απλώνεται στο παντελόνι της. Μετά ακολούθησε η έκρηξη. Η Μάγκι και η Αλέξα έμειναν να παρακολουθούν κατάπληκτες τους δυο άντρες που άρχιζαν να τρέχουν σαν τρελοί λες και τους είχαν πει πως έπεφτε ο ουρανός στο κεφάλι τους. Ο Νικ έτρεξε στο υπνοδωμάτιο και κατέβηκε με το βαλιτσάκι που είχαν ήδη έτοιμο. Μετά άρπαξε μερικά μπουκάλια νερό απ’ την κουζίνα και κουβέρτες, λες και επρόκειτο να γεννηθεί το μωρό στο δρόμο για το νοσοκομείο. Ο Μάικλ άρχισε να παίρνει ένα νούμερο στο κινητό του και είπε στη μητέρα της Αλέξα να ξεκινήσει για το νοσοκομείο. Ο Νικ πέταξε στον Μάικλ τα κλειδιά για να βάλει μπρος το αμάξι, λες και ήταν χιονοθύελλα και η μηχανή μπορεί να μην έπαιρνε μπροστά, έστω κι αν επρόκειτο για μια αυτόματη BMW. Ο Μάικλ εξαφανίστηκε και ο Νικ διέσχισε τρέχοντας το χολ, κοπανώντας με δύναμη την πόρτα του γκαράζ πίσω του. Η Μάγκι κοίταξε την καλύτερή της φίλη. «Τι στο διάβολο νομίζουν; Δε ζούμε στο πενήντα. Θα περάσει κάμποση ώρα μέχρι να γεννήσεις.» Η Αλέξα αναστέναξε και έτριψε την πλάτη της. «Όταν εξάπτονται, το αίμα φεύγει κατά κάποιον τρόπο απ’ τον εγκέφαλό τους για λίγο. Δε φταίνε αυτοί.» «Μάλλον. Θέλεις να αλλάξεις παντελόνι πριν φύγεις για το νοσοκομείο;» «Καλή ιδέα. Επιστρέφω αμέσως. Μείνει εδώ για να μην τρελαθεί ο Νικ όταν γυρίσει.» «Εντάξει.» Η Μάγκι άρχισε να μαζεύει το τραπέζι κι ύστερα είδε τον αδελφό της να τρέχει στο χολ με βλέμμα τρελού. «Μπορείς να ταΐσεις τον Φωνακλά και να τον βγάλεις βόλτα; Μόλις πήρα τη γιατρό και της είπα πως πηγαίνουμε. Ευχαριστώ, Μάγκι, θα σε δω στο νοσοκομείο.» Άρπαξε το βαλιτσάκι και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Μάγκι κοίταξε την κλειστή πόρτα και ήπιε την τελευταία γουλιά κρασί, διερωτώμενη πότε θα πρόσεχε ο Νικ ότι η γυναίκα του δεν ήταν μαζί του στο αμάξι. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η Αλέξα κατέβηκε στο χολ φορώντας τη φόρμα της γιόγκα και ένα φανελάκι. «Πού είναι ο Νικ;» «Έφυγε.» Η Αλέξα μουρμούρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια της. «Πλάκα μού κάνεις; Παίζω σε επανάληψη της Λούσι! Θυμάσαι τότε που ο Ρίκι πήγε στο νοσοκομείο και την άφησε σπίτι;» «Ω Θεέ μου, το λάτρεψα αυτό το επεισόδιο. Κι εκείνο με τη σοκολάτα το θυμάσαι;» Η Αλέξα γέλασε. «Ναι! Έριχνε συνέχεια τα σοκολατάκια στο στόμα της επειδή δεν προλάβαινε να τα τυλίγει αρκετά γρήγορα. Ήταν απίθανη η Λούσι.» «Σίγουρα.» Η πόρτα άνοιξε απότομα. Ο Νικ κι ο Μάικλ όρμησαν μέσα, κοιτώντας έξαλλοι γύρω τους σαν να


είχαν χάσει κάτι σημαντικό. Όπως, για παράδειγμα, μια σύζυγο που γεννούσε. «Τι κάνεις;» φώναξε ο Νικ. «Νόμιζα πως ήσουν στο αμάξι.» Η Αλέξα ρουθούνισε. «Έπρεπε να αλλάξω και μετά λέγαμε για κάποια επεισόδια της Λούσι. Μη μου φωνάζεις γιατί θα βάλω τη Μάγκι να με πάει στο νοσοκομείο με άλλο αμάξι.» Το στόμα του Νικ άνοιξε απ’ το σάστισμα. «Δε θέλω να μου πεις για τη Λούσι. Το μωρό έρχεται – πάμε να φύγουμε γρήγορα.» Σαν να συνειδητοποίησε ξαφνικά πως είχε χάσει εντελώς την ψυχραιμία του μπροστά στην έγκυο γυναίκα του, ο Νικ πήρε μια ανάσα και μίλησε ήρεμα. «Συγγνώμη, αγάπη μου. Φρίκαρα τελείως. Είσαι έτοιμη;» Ένα χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπο της Αλέξα. «Ναι.» Έσκυψε και έδωσε μια αγκαλιά και ένα φιλί στη Μάγκι. Για μια στιγμή οι ματιές τους συναντήθηκαν και κάτι βαθύ και γυναικείο και αιώνιο πέρασε ανάμεσά τους. «Έρχεται το μωρό» ψιθύρισε με ενθουσιασμό η Αλέξα. Η Μάγκι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα για να διώξει τα ξαφνικά δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια της και της έσφιξε τα χέρια. «Δώσε τους να καταλάβουν, μωρό μου. Θα είμαι εκεί σε λίγο.» «Σ’ αγαπάω.» «Κι εγώ.» «Αλέξα! Πρέπει να φύγουμε. Τώρα!» Η Αλέξα τον ακολούθησε περπατώντας σαν πάπια. Οι φωνές τους υψώνονταν και χαμήλωναν σε μια απ’ τις γελοίες διαφωνίες τους και μετά το σπίτι απόμεινε σιωπηλό. Το μωρό ερχόταν. Η Μάγκι πίεσε τα δάχτυλά της στο στόμα. Τα πράγματα σύντομα θα άλλαζαν. Ένα υπόγειο ρεύμα βούιζε στην ατμόσφαιρα, κλέβοντάς της την ανάσα και προκαλώντας της έξαψη. Κίνδυνο. Και φόβο. «Ποτέ πια δε θα είναι ίδιοι.» Το κεφάλι της ανασηκώθηκε σαν της λύκαινας που μυρίζεται το ταίρι της. Ο Μάικλ άρχισε να την πλησιάζει με εκείνο το αργό, γεμάτο χάρη βάδισμά του, σαν να έπαιζε με το θήραμά του. Αυτή τη φορά αποφάσισε να του απαντήσει. «Όχι, δε θα είναι ίδιοι. Θα είναι πιο δυνατοί.» Τα χείλη του ανασηκώθηκαν σ’ ένα λοξό χαμόγελο. «Γιατί μου ακούγεται σαν απειλή, κάρα; Βδομάδα με τη βδομάδα, τρώω βραδινό μαζί σου και εσύ σχεδόν δε λες κουβέντα. Με παρατηρείς σαν να πρόκειται να κλέψω τα οικογενειακά κοσμήματα. Καγχάζεις με τα δώρα μου στην Αλέξα και τον Νικ και σαρκάζεις τη στοργή μου. Τώρα λοιπόν που είμαστε επιτέλους μόνοι, μήπως θα ήθελες να μου πεις τι σκέφτεσαι;» Ο θυμός της φούντωσε κι η Μάγκι τον καλοδέχτηκε με απληστία. «Ξέρω την αλήθεια, κόμη. Ω, την κρύβεις καλά και έχω μελετήσει τις κινήσεις σου. Πώς περιμένεις την ευκαιρία να μείνεις μόνος με την Αλέξα. Πώς έπιασες φιλίες με τον Νικ για να σε καλωσορίσει σαν μέλος της οικογένειας. Τα έχω δει όλα και δε θα καταφέρεις τίποτα όσο είμαι εγώ εδώ.» Όφειλε να του το αναγνωρίσει. Δεν προσποιήθηκε τον σοκαρισμένο ούτε τινάχτηκε από έκπληξη. Κάτι άστραψε στα μάτια του για μια απειροελάχιστη στιγμή, αλλά μετά χάθηκε. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τη μελέτησε, με το βλέμμα του να πλανιέται ελεύθερα πάνω της. «Ειλικρινά αυτό πιστεύεις;» Μια κούφια αίσθηση θριάμβου την ταρακούνησε μπροστά στην άρνησή του να τη διαψεύσει.


«Ναι.» «Κατάλαβα. Οπότε δε θα έχει καμιά σημασία να διαμαρτυρηθώ και να αρνηθώ τη δήλωσή σου, επειδή εσύ έχεις ήδη σχηματίσει άποψη.» «Ω, είσαι καλός, κόμη. Αλλά εγώ είμαι καλύτερη. Και έχω περισσότερα να προστατέψω.» Μια παράξενη αίσθηση περηφάνιας γέμισε τη φωνή του. «Ναι, όντως προστατεύεις τους ανθρώπους που αγαπάς, σωστά;» Δεν της έδωσε το χρόνο να απαντήσει. Με ένα κοφτό νεύμα, γύρισε να φύγει. «Σου εύχομαι μπέλα νότε, κάρα. Θα σε δω στο νοσοκομείο. Για τα υπόλοιπα, θα περιμένουμε και θα δούμε.» Μετά έφυγε. Η Μάγκι απόμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα για λίγη ώρα. Ένας σιγανός ήχος ποδιών αντήχησε στο δωμάτιο και, σαν να είχε διαισθανθεί την ξαφνική της ανάγκη για παρηγοριά, ο Φωνακλάς ήρθε να σταθεί δίπλα της. Του χάιδεψε το κεφάλι, του, ίσιωσε την μπαντάνα των Μετς και άφησε την ηρεμία του ζώου να την ησυχάσει. Ο Μάικλ Κόντε ήθελε να παίξει παιχνίδια. Ας ήταν λοιπόν. Αυτή θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να μην του επιτρέψει να πληγώσει τον Νικ και την Αλέξα. Οτιδήποτε. «Έλα, μωρό μου. Θα σε ταΐσω, θα αποτελειώσω το συγύρισμα και μετά θα πάω να συναντήσω το καινούργιο μέλος της οικογένειάς σου.» Με έναν παράξενο τρόπο, ο Μάικλ Κόντε της τάραζε το μυαλό, το κορμί, τη γαλήνη. Αρνιόταν να σκεφτεί την πιθανότητα να της ταράξει την καρδιά. Υπερβολικά πολλά χρόνια και πολλές κακές στιγμές την είχαν μετατρέψει σε Τσίγκινο Ανθρωπάκι. Δεν της είχε απομείνει τίποτα να δώσει. Όμως η ανάμνηση της αγαπημένης της ταινίας Μέρι Πόπινς τής έγνεφε. Ήταν σαν ο άνεμος να επρόκειτο να αλλάξει και τίποτα να μην έμενε πια ίδιο. Γελοίο. Κούνησε το κεφάλι για να διώξει τη σκέψη και έπιασε δουλειά.


Ευχαριστίες Το γράψιμο είναι μοναχική δουλειά. Ευτυχώς, η κοινότητα των συγγραφέων ρομαντικών βιβλίων αποτελείται από δοτικούς, αφοσιωμένους επαγγελματίες που είναι πάντα πρόθυμοι να σε ενθαρρύνουν ή να σου δώσουν μια κλοτσιά για να προλάβεις μια προθεσμία. Ευχαριστώ τους φίλους μου στο Twitter που με κάνουν να γελάω και με βοηθάνε να παραμένω κοινωνική, και όλους τους υπέροχους συγγραφείς που βρίσκουν το χρόνο να βοηθήσουν στην προώθηση ενός συναδέλφου. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την ομάδα 4BadMommies. Όλοι χρειαζόμαστε ένα δίχτυ ασφαλείας και αυτή η ομάδα μητέρων είναι το καλύτερο. Wendy S. Marcus, Regina Richards και Aimee Carson – είστε κaι οι πρώτες. Και τις συγκατοίκους μου την περσινή χρονιά στο RWA National στη Νέα Υόρκη: Abbi Cantrell, Maggie Marr, Maisey Yates – διασκεδάσαμε τρελά. Ας το κάνουμε ξανά φέτος.


* Σ.τ.Μ.: Σύζυγος Στέπφορντ είναι ένας όρος που βγαίνει από την ομώνυμη ταινία του 1975, όπου οι γυναίκες σύζυγοι ήταν ρομπότ φτιαγμένα από τους άντρες τους.


* Σ.τ.Μ.: Αμερικανικό μουσικό συγκρότημα της χιπ-χοπ που το όνομά του στα ελληνικά σημαίνει Μαυρομάτικα Φασόλια. * Σ.τ.Μ.: Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο.


* Σ.τ.Μ.: Desperate Housewives of New York City, πετυχημένο ριάλιτι της αμερικανικής τηλεόρασης. ** Σ.τ.Μ.: Jersey Shore, παρόμοιο ριάλιτι του MTV.


* Σ.τ.Μ.: Κλασικό τραγούδι του Cole Porter που ο τίτλος του σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «Με φτιάχνεις».


* Σ.τ.Μ.: Κλασικό επιτραπέζιο παιχνίδι φόνου/μυστηρίου. * Σ.τ.Μ.: Το σημαντικότερο περιοδικό αρχιτεκτονικής, που κυκλοφορεί στην Αμερική από το 1920. * Σ.τ.Μ.: Κωμωδία της αμερικανικής τηλεόρασης της δεκαετίας του ’50. ** Σ.τ.Μ.: Κωμωδία της αμερικανικής τηλεόρασης της δεκαετίας του ’50.


* Σ.τ.Μ.: Ομάδα Αμερικανών χορευτών/στρίπερ, διάσημη για τους ερωτικούς της χορούς.

Enas alliwtikos gamos - Probst Jennifer  

Venus Dream

Enas alliwtikos gamos - Probst Jennifer  

Venus Dream

Advertisement